Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Division of the Octateuch into chaptersOctateuchi divisio in capita
Scriptural Minor WorksOpuscula Scripturistica
col. 1025–1026page 1 of 200
Octateuchi divisio in capita
PG 106:1025α'. Περὶ τῶν δύο φωστήρων. β'. Περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ πετεινῶν. γ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ποιήσεως. δ. Περὶ τῆς τοῦ Σαββάτου καταπαύσεως. ε'. Περὶ τῆς γῆς, καὶ τοῦ ᾿Αδάμ, καὶ τοῦ παραδείσου τοῦ ποταμοῦ. 5. Περὶ τῶν ποταμῶν. ζ'. Περὶ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. η΄. Περὶ τῆς τοῦ ὄψεως ἀπάτης. θ'. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ ὄψεως. ι'. Περὶ τῆς κατάρας τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ 'Αδάμ. ια΄. Περὶ τῶν δερματίνων χιτώνων. ιβ'. Περὶ τῆς ἐκβλήσεως τοῦ ᾿Αδὰμ ἐκ τοῦ παρα δείσου. ιγ. Τὰ κατὰ ᾿Αδάμ, καὶ Κάϊν, καὶ "Αβελ. ιδ. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ Κάϊν. ι'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τοῦ Κάϊν. ις'. Τὰ κατὰ Λάμεχ. ιζ'. Περὶ τοῦ Σήθ, καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ενώς ιη'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τῆς ἀπὸ 'Αδάμ έως Νῶς. ιθ'. Τὰ κατὰ Ενώχ κ'. Περὶ τῶν λαβόντων ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πα σῶν ὧν ἐξελέξαντο, καὶ περὶ τῶν γιγάντων. κα'. Πρῶτος χρηματισμὸς πρὸς Νῶς περὶ τῆς κι βωτού. κβ'. Περὶ τοῦ κατακλυσμού. κγ'. Περὶ τῆς τοῦ κόρακος ἀποστολῆς. κα. Δεύτερος χρηματισμός προς Νῶς. κε'. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου Νῶς, καὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως. κς'. Περὶ τοῦ ἐσθίειν πᾶν κρέα; μὴ ἐν αἵματι, καὶ περὶ τοῦ ἐκχέοντος αἷμα ἀνθρώπου.
MONITUM.
OPUSCULA GRÆCA
INCERTE ETATIS.
Per codices mss. vagantur opera multa anonyma et incertæ ætatis, quibus litteratos viros
carere amplius non volumus. Ea autem quæ ad sæculum ix et x referenda videntur et vere lectu digna
sunt, hic colligimus et edimus,
OPUSCULA SCRIPTURISTICA.
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
(Bandini Bibl. Medic. Laurent. tom. I, cod. XXXVII, decimo sæculo conser., Plut. V.)
α'. Περὶ τῶν δύο φωστήρων.
β'. Περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ πετεινῶν.
Geneseos divisio sequens est:
γ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ποιήσεως.
δ. Περὶ τῆς τοῦ Σαββάτου καταπαύσεως.
ε'. Περὶ τῆς γῆς, καὶ τοῦ ᾿Αδάμ, καὶ τοῦ παραδεί
σου τοῦ ποταμοῦ.
5. Περὶ τῶν ποταμῶν.
ζ'. Περὶ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας.
η΄. Περὶ τῆς τοῦ ὄψεως ἀπάτης.
θ'. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ ὄψεως.
ι'. Περὶ τῆς κατάρας τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ 'Αδάμ.
ια΄. Περὶ τῶν δερματίνων χιτώνων.
ιβ'. Περὶ τῆς ἐκβλήσεως τοῦ ᾿Αδὰμ ἐκ τοῦ παραδείσου.
ιγ. Τὰ κατὰ ᾿Αδάμ, καὶ Κάϊν, καὶ "Αβελ.
ιδ. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ Κάϊν.
ι'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τοῦ Κάϊν.
ις'. Τὰ κατὰ Λάμεχ.
ιζ'. Περὶ τοῦ Σήθ, καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ενώς [sic,
lege 'Exwy]
ιη'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τῆς ἀπὸ 'Αδάμ έως Νῶς.
ιθ'. Τὰ κατὰ Ενώχ
κ'. Περὶ τῶν λαβόντων ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο, καὶ περὶ τῶν γιγάντων.
κα'. Πρῶτος χρηματισμὸς πρὸς Νῶς περὶ τῆς κι
βωτού.
κβ'. Περὶ τοῦ κατακλυσμού.
κγ'. Περὶ τῆς τοῦ κόρακος ἀποστολῆς.
κα. Δεύτερος χρηματισμός προς Νῶς.
κε'. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου Νῶς, καὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως.
κς'. Περὶ τοῦ ἐσθίειν πᾶν κρέα; μὴ ἐν αἵματι,
καὶ περὶ τοῦ ἐκχέοντος αἷμα ἀνθρώπου.
1. De duobus luminaribus.
2. De reptilibus et volucribus.
3. De hominis creatione.
4. De Sabbati requie.
5. De terra, Adamo, et paradisi fluvio.
6. De luviis.
7. De Adamo et Eva.
8. De serpentis fraude.
9. De maledictione serpentis.
40. De maledictione mulieris et Adlami.
11. De pelliceis tunicis.
12. De eiectione Adami e paradiso,
13. Quæ ad Adamum, Cain et Abel attinent.
14. De maledictione Cain.
15. De genealogia Cain.
16. Quæ ad Lamech attinent.
17. De Seth, et filio ejus Henos (sic, lege He
noch).
18. De genealogia ab Adamo ad Noe.
19. Quæ ad Henoch attinent.
20. De accipientibus sibi uxores ex omnibus
quas elegerant, et de gigantibus.
21. Prima revelatio ad Noe de arca.
22. De diluvio.
23. De corvi emissione.
24. Secunda revelatio ad Noe.
25. De altari Noe, et Holocausto.
26. De licentia comedendi omnem carnem quæ
non sit in sanguine, et de effundente sanguinem
hominis.
Распознавание текста
κζ'. Τρίτος χρηματισμὸς περὶ διαθήκης προς Νώε. κη'. Τὰ κατὰ τοὺς υἱοὺς Νῶς, καὶ περὶ τῆς μέθης αὐτοῦ. χθ'. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ Χαναάν. λ'. Περὶ τῆς τελευτῆς Νώε. λα'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τῶν υἱῶν Νῶς. λβ'. Περὶ τῆς οἰκοδομηθείσης πόλεως, καὶ τοῦ πύργου. λγ΄. Περὶ τῆς συγχύσεως τῶν γλωσσών. 28. Περὶ τῆς γενεαλογίας τῆς ἀπὸ τοῦ Σὴμ έως τοῦ ᾿Αβραάμ. λε'. Τὰ κατὰ θάῤῥαν, καὶ τοὺς ἐξ αὐτοῦ, οἷς ἐξ ήγαγεν ἐκ τῆς χώρας τῶν Χαλδαίων. λς'. Πρώτος χρηματισμὸς πρὸς 'Αβραάμ. λζ'. Δεύτερος χρηματισμὸς πρὸς ᾽Αβραὰμ, ἐν τῇ Χαναάν. ληʹ. Περὶ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ καταβάσεως τοῦ ᾿Αβραάμ, καὶ τὰ κατὰ τὴν Σάραν καὶ Φαραώ. λθ'. Περὶ τῆς ἐξ Αἰγύπτου ἀναβάσεως τοῦ ᾿Αβραμ, καὶ τὰ κατὰ τὸν Λώτ. μ. Λείπ. μα'. Τρίτος χρηματισμὸς πρὸς 'Αβραάμ. μβ'. Λείπ. μγ'. Περὶ τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Λώτ. μδ. Τὰ κατὰ Μελχισεδέκ, καὶ τὸν ᾿Αβραάμ με'. Χρηματισμὸς ἐν δράματι πρὸς 'Αβραάμ. μς'. Τὰ κατὰ Σάρραν, καὶ τὴν ᾿Αγαρ. μζ'. Περὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου τη Ο 'Αγαρ. η μηʹ. Λείπ. με. Διαθήκη πρὸς 'Αβραάμ περιτομής. ν'. Περὶ τοῦ ὀνόματος Σάββας, καὶ ἐπαγγελία περί τοῦ Ἰσαάκ. να'. Περὶ τῆς περιτομῆς τοῦ ᾿Αβραάμ, καὶ πάν των τῶν οἰκείων αὐτοῦ. νβ'. Περὶ τῆς ὀπτασίας τῆς γενομένης τῷ ᾿Αβραάμ, ἐν τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῃ, καὶ περὶ τῆς ξενοδοχία; αὐτοῦ. νγ'. Εκτος χρηματισμὸς περὶ τοῦ Ἔξει υἱὸν Σάββα νδ'. Περὶ τοῦ Κυρίου, καὶ τῶν β' ἀγγέλων τῶν προ πεμπομένων ὑπὸ τοῦ Κυρίου. νε'. Περὶ τῆς διὰ τοὺς δικαίους αιτήσεως τοῦ Αβραάμ. νς'. Περὶ τῶν ἀγγέλων ἐλθόντων εἰς Σόδομα, καὶ περὶ τῆς ξενοδοχίας τοῦ Λώτ. νζ'. Περὶ τῆς παρανομίας των Σοδομιτῶν, οἱ ἐπαν τάχθησαν ἀκρασία. νη'. Περὶ τῆς καταστροφῆς Σοδόμων τῆς δια ἐμπρησμῶν. νθ'. Τὰ κατὰ τὸν Λωτ, καὶ τὰς θυγατέρας αὐτοῦ, ξ'. Περὶ Σάρρας καὶ τοῦ ᾿Αβιμέλεχ. ξα'. Περὶ Σάββας τεκούσης τὸν Ἰσαάκ. Εβ'. Τὰ κατὰ τὴν Σάρβαν, καὶ τὴν ᾿Αγαρ, καὶ τὸν Ἀβραὰμ διὰ τὸν Ἰσαάκ, καὶ τὸν Ισμαήλ. ξγ'. Περὶ τῶν λεχθέντων τῇ ᾿Αγαρ ὑπὸ τοῦ ἀγω γέλου. ξδ'. Διαθήκη τοῦ ᾽Αβραὰμ πρὸς τὸν ᾿Αβιμέλεχ
MONITUM.
OPUSCULA GRÆCA
INCERTE ETATIS.
Per codices mss. vagantur opera multa anonyma et incertæ ætatis, quibus litteratos viros
carere amplius non volumus. Ea autem quæ ad sæculum ix et x referenda videntur et vere lectu digna
sunt, hic colligimus et edimus,
OPUSCULA SCRIPTURISTICA.
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
(Bandini Bibl. Medic. Laurent. tom. I, cod. XXXVII, decimo sæculo conser., Plut. V.)
α'. Περὶ τῶν δύο φωστήρων.
β'. Περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ πετεινῶν.
Geneseos divisio sequens est:
γ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ποιήσεως.
δ. Περὶ τῆς τοῦ Σαββάτου καταπαύσεως.
ε'. Περὶ τῆς γῆς, καὶ τοῦ ᾿Αδάμ, καὶ τοῦ παραδεί
σου τοῦ ποταμοῦ.
5. Περὶ τῶν ποταμῶν.
ζ'. Περὶ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας.
η΄. Περὶ τῆς τοῦ ὄψεως ἀπάτης.
θ'. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ ὄψεως.
ι'. Περὶ τῆς κατάρας τῆς γυναικὸς καὶ τοῦ 'Αδάμ.
ια΄. Περὶ τῶν δερματίνων χιτώνων.
ιβ'. Περὶ τῆς ἐκβλήσεως τοῦ ᾿Αδὰμ ἐκ τοῦ παραδείσου.
ιγ. Τὰ κατὰ ᾿Αδάμ, καὶ Κάϊν, καὶ "Αβελ.
ιδ. Περὶ τῆς κατάρας τοῦ Κάϊν.
ι'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τοῦ Κάϊν.
ις'. Τὰ κατὰ Λάμεχ.
ιζ'. Περὶ τοῦ Σήθ, καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ενώς [sic,
lege 'Exwy]
ιη'. Περὶ τῆς γενεαλογίας τῆς ἀπὸ 'Αδάμ έως Νῶς.
ιθ'. Τὰ κατὰ Ενώχ
κ'. Περὶ τῶν λαβόντων ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο, καὶ περὶ τῶν γιγάντων.
κα'. Πρῶτος χρηματισμὸς πρὸς Νῶς περὶ τῆς κι
βωτού.
κβ'. Περὶ τοῦ κατακλυσμού.
κγ'. Περὶ τῆς τοῦ κόρακος ἀποστολῆς.
κα. Δεύτερος χρηματισμός προς Νῶς.
κε'. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου Νῶς, καὶ τῆς ὁλοκαυτώσεως.
κς'. Περὶ τοῦ ἐσθίειν πᾶν κρέα; μὴ ἐν αἵματι,
καὶ περὶ τοῦ ἐκχέοντος αἷμα ἀνθρώπου.
1. De duobus luminaribus.
2. De reptilibus et volucribus.
3. De hominis creatione.
4. De Sabbati requie.
5. De terra, Adamo, et paradisi fluvio.
6. De luviis.
7. De Adamo et Eva.
8. De serpentis fraude.
9. De maledictione serpentis.
40. De maledictione mulieris et Adlami.
11. De pelliceis tunicis.
12. De eiectione Adami e paradiso,
13. Quæ ad Adamum, Cain et Abel attinent.
14. De maledictione Cain.
15. De genealogia Cain.
16. Quæ ad Lamech attinent.
17. De Seth, et filio ejus Henos (sic, lege He
noch).
18. De genealogia ab Adamo ad Noe.
19. Quæ ad Henoch attinent.
20. De accipientibus sibi uxores ex omnibus
quas elegerant, et de gigantibus.
21. Prima revelatio ad Noe de arca.
22. De diluvio.
23. De corvi emissione.
24. Secunda revelatio ad Noe.
25. De altari Noe, et Holocausto.
26. De licentia comedendi omnem carnem quæ
non sit in sanguine, et de effundente sanguinem
hominis.
Распознавание текста
col. 1027–1028page 2 of 200
PG 106:1027ξε. Εβδομος χρησμὸς περὶ τοῦ πειρασμοῦ τοῦ διὰ τὸν Ἰσαάκ. ξς'. Περὶ ὧν τέτοκε Μελχὰ τῷ Ναχώρ. ξζ'. Περὶ τῆς τελευτῆς Σάρρας. ξη'. Περὶ τοῦ μνημείου οὗ ἐκτήσατο 'Αβράμ παρά τῶν υἱῶν Χέτ. Εθ. Περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ παιδὸς τοῦ 'Αβραὰμ τῆς εἰς τὴν Μεσοποταμίαν. ο. Τὰ κατὰ τὸν παῖδα καὶ τὴν Ῥεβέκκαν ἐπὶ τοῦ φρέατος. κα'. Τὰ κατὰ τὸν παῖδα εἰσελθόντα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Λάβαν, καὶ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ. οβ'. Περὶ 'Αβραὰμ καὶ Κεττούρας. σγ'. Περὶ Ἰσαάκ, καὶ Ρεβέκκας τεκούσης τὸν Ησαῦ καὶ τὸν Ἰακώβ. ο. Περὶ τῶν πρωτοτοκίων τοῦ Ἡσαν. οε'. Πρώτος χρηματισμὸς ἐν ὀπτασία πρὸς Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις. ος'. Τὰ κατὰ Ἰσαάκ, καὶ Ρεβέκκαν, καὶ τὸν Ἀβι μέλεχ. οζ. Περὶ ἧς ἐσπειρε κριθῆς Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις. ση'. Περὶ τῶν Φυλιστιεὶμ ζηλωσάντων τὸν Ἰσαάκ, καὶ περὶ τῶν φρεάτων ὧν ώρυξεν, οι. Δεύτερος χρηματισμὸς πρὸς Ισαάκ, περὶ τοῦ φρέατος. π. Διαθήκη τοῦ ᾿Αβιμέλεχ πρὸς τὸν Ἰσαὰκ περι τοῦ φρέατος τοῦ ἄρχον. πα'. Περὶ τῶν γυναικῶν Ησαύ, αἱ ἦσαν ερίζουσαι τῷ Ἰσαάκ, καὶ τῇ Ρεβέκκα. πβ'. Περὶ τῆς θήρας τοῦ Ἡσαῦ τῆς διὰ τὴν εὐ λογίαν. πγ'. Περὶ τοῦ πτερνισμοῦ Ἰακὼβ διὰ τὴν εὐλογίαν. πι. Πρώτη εὐλογία Ἰακὼς ἀντὶ Ἡσαῦ. πε'. Περὶ τῶν ἐδεσμάτων ὧν ἐποίησεν Ησαῦ. πς'. Περὶ τῆς ὀργῆς Ἡσαῦ τῆς πρὸς Ἰακώβ. πω. Δευτέρα εὐλογία τοῦ Ἰακώβ. πη'. Περὶ τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ. πθ'. Περὶ τῆς καταβάσεως Ἡσαῦ κωδ] τῆς εἰς Χαρράν. Γ΄. Πρώτος χρηματισμὸς πρὸς Ἰακὼβ ἐν ὕπνῳ ἀπὸ τῆς κλίμακος. κα'. Περὶ ἧς ηύξατο εὐχῆς Ἰακώβ, ἐν ᾧ ἐκοιμήθη τόπῳ. Εβ'. Τὰ κατὰ Ἰακώβ πορευθέντα πρὸς Λάβαν, καὶ 92. περὶ τοῦ ἀποκυλισθέντος λίθου. γ. Τὰ κατὰ Λάβαν, καὶ Ραχήλ, καὶ Λείαν, καὶ Ιακώβ. 48. Περὶ Λείας συλλαβούσης τον Ρουδίμ με. Περὶ Λείας, καὶ Ζελφᾶς, καὶ τοῦ Ἰακώβ. 45. Περὶ τῶν μανδραγορών ὧν εὗρε Ρουβίμ. 45. Περὶ τῆς Ῥαχὴλ τεκούσης τὸν Ἰωσήφ. ζη'. Περὶ τοῦ Ἰακώβ θελήσαντες ἐπανελθεῖν. Αθ. Δεύτερος χρηματισμὸς πρὸς Ιακώβ, περὶ τῆς επανελεύσεως αὐτοῦ. ρ'. Περὶ ὧν εἶπεν Ἰακώβ τῇ Ραχήλ, καὶ λείᾳ, καὶ περὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ. ρα'. Περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἰακὼς περὶ ὧν ἔκλεψεν εἰδώλων Ραχήλ τοῦ πατρὸς αὐτῆς.
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
ξε. Εβδομος χρησμὸς περὶ τοῦ πειρασμοῦ τοῦ
διὰ τὸν Ἰσαάκ.
ξς'. Περὶ ὧν τέτοκε Μελχὰ τῷ Ναχώρ.
ξζ'. Περὶ τῆς τελευτῆς Σάρρας.
ξη'. Περὶ τοῦ μνημείου οὗ ἐκτήσατο 'Αβράμ παρά
τῶν υἱῶν Χέτ.
Εθ. Περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ παιδὸς τοῦ 'Αβραὰμ
τῆς εἰς τὴν Μεσοποταμίαν.
ο. Τὰ κατὰ τὸν παῖδα καὶ τὴν Ῥεβέκκαν ἐπὶ τοῦ
φρέατος.
κα'. Τὰ κατὰ τὸν παῖδα εἰσελθόντα εἰς τὴν οἰκίαν
τοῦ Λάβαν, καὶ τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ.
οβ'. Περὶ 'Αβραὰμ καὶ Κεττούρας.
σγ'. Περὶ Ἰσαάκ, καὶ Ρεβέκκας τεκούσης τὸν
Ησαῦ καὶ τὸν Ἰακώβ.
ο. Περὶ τῶν πρωτοτοκίων τοῦ Ἡσαν.
οε'. Πρώτος χρηματισμὸς ἐν ὀπτασία πρὸς Ἰσαὰκ
ἐν Γεράροις.
ος'. Τὰ κατὰ Ἰσαάκ, καὶ Ρεβέκκαν, καὶ τὸν Ἀβιμέλεχ.
οζ. Περὶ ἧς ἐσπειρε κριθῆς Ἰσαὰκ ἐν Γεράροις.
ση'. Περὶ τῶν Φυλιστιεὶμ ζηλωσάντων τὸν Ἰσαάκ,
καὶ περὶ τῶν φρεάτων ὧν ώρυξεν,
οι. Δεύτερος χρηματισμὸς πρὸς Ισαάκ, περὶ τοῦ
φρέατος.
π. Διαθήκη τοῦ ᾿Αβιμέλεχ πρὸς τὸν Ἰσαὰκ περι
τοῦ φρέατος τοῦ ἄρχον.
πα'. Περὶ τῶν γυναικῶν Ησαύ, αἱ ἦσαν ερίζουσαι
τῷ Ἰσαάκ, καὶ τῇ Ρεβέκκα.
65. Septima revelatio, de tentatione circa Isaac.
66. De his quos genuit Melcha Nachor.
67. De morte Sarz.
68. De monumento quod possedit Abraham a filiis Chet.
69. De missione famuli Abraham in Mesopotamiam.
70. Quæ ad famulum et Kebeccam attinent juxta
puteum.
71. Quæ ad famulum attinent ingredientem in
domum Laban, et ad ejus regressum.
72. De Abraham et Cetura.
73. De Isaac et Rebecca pariente Esai el Jacob
74. De primogenitis Esau.
75. Prima revelatio ad Isaac iu apparitione in
Geraris.
76. Quæ ad Isaac attinent, et Rebeccam, et Abimelech.
77. De hordeo quod seminavit Isaac in Geraris.
78. De Philistiim invidentibus Isaac; et de puteis quos fodit.
79. Secunda revelatio ad Isaac, de puteo.
80. Fodus Abimelech cum Isaac de puteo juramenti.
81. De uxoribus Esaû quæ offenderant Isaac et
Rebeccam.
πβ'. Περὶ τῆς θήρας τοῦ Ἡσαῦ τῆς διὰ τὴν εὐλογίαν.
82. De venatione Esai propter benedictionem.
πγ'. Περὶ τοῦ πτερνισμοῦ Ἰακὼβ διὰ τὴν εὐλογίαν.
πι. Πρώτη εὐλογία Ἰακὼς ἀντὶ Ἡσαῦ.
πε'. Περὶ τῶν ἐδεσμάτων ὧν ἐποίησεν Ησαῦ.
πς'. Περὶ τῆς ὀργῆς Ἡσαῦ τῆς πρὸς Ἰακώβ.
πω. Δευτέρα εὐλογία τοῦ Ἰακώβ.
πη'. Περὶ τῆς γυναικὸς τοῦ Ἡσαῦ.
πθ'. Περὶ τῆς καταβάσεως Ἡσαῦ [sic, lege laκωδ] τῆς εἰς Χαρράν.
Γ΄. Πρώτος χρηματισμὸς πρὸς Ἰακὼβ ἐν ὕπνῳ ἀπὸ
τῆς κλίμακος.
κα'. Περὶ ἧς ηύξατο εὐχῆς Ἰακώβ, ἐν ᾧ ἐκοιμήθη
τόπῳ.
83. De fraude Jacob propter benedictionem.
84. Prima benedictio Jacob pro Esai.
85. De pulmentis quæ fecit Esaŭ.
86. De ira Esau contra Jacob.
87. Secunda benedictio Jacob.
88. De uxore Esaŭ.
89. De descensu Esaŭ (sic; lege Jacob) in Charan.
90. Prima revelatio ad Jacob in somno per scalam.
91. De oratione quam oravit Jacob, in quo dormivit loco.
Εβ'. Τὰ κατὰ Ἰακώβ πορευθέντα πρὸς Λάβαν, καὶ 92. Quæ ad Jacob attinent iter facientem ad Laπερὶ τοῦ ἀποκυλισθέντος λίθου.
γ. Τὰ κατὰ Λάβαν, καὶ Ραχήλ, καὶ Λείαν, καὶ
Ιακώβ.
48. Περὶ Λείας συλλαβούσης τον Ρουδίμ (sic).
με. Περὶ Λείας, καὶ Ζελφᾶς, καὶ τοῦ Ἰακώβ.
45. Περὶ τῶν μανδραγορών ὧν εὗρε Ρουβίμ.
45. Περὶ τῆς Ῥαχὴλ τεκούσης τὸν Ἰωσήφ.
ζη'. Περὶ τοῦ Ἰακώβ θελήσαντες ἐπανελθεῖν.
Αθ. Δεύτερος χρηματισμὸς πρὸς Ιακώβ, περὶ τῆς
επανελεύσεως αὐτοῦ.
ρ'. Περὶ ὧν εἶπεν Ἰακώβ τῇ Ραχήλ, καὶ λείᾳ, καὶ
περὶ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ.
ρα'. Περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Ἰακὼς περὶ ὧν ἔκλεψεν
εἰδώλων Ραχήλ τοῦ πατρὸς αὐτῆς.
ban, et de revoluto lapide.
93. Quæ ad Laban attinent, et Rachel, et Liam,
et Jacob.
94. De Lia concipiente Ruben.
95. De Lia, et Zelpha, et Jacob.
·96. De mandragoris quas invənit Ruben.
97. De Rachel pariente Joseph.
98. De Jacob volente regradi.
99. Secunda revelatio ad Jacob, de illius redit.
400. De his quæ dixit Jacob Rachel, et Liæ, et de
Deo qui illi apparuit.
401. De regressu Jacob; de idolis quæ furata est
Rachel a patre suo.}
Распознавание текста
col. 1029–1030page 3 of 200
PG 106:1029102. ρβ΄. Περὶ τοῦ χρηματισμοῦ τοῦ πρὸς Λάβαν περὶ τοῦ Ἰακώβ, καὶ περὶ τῶν εἰδώλων. βγ'. Διαθήκη τοῦ Ἰακώβ καὶ τοῦ Λάδαν. ρδ. Περὶ τῆς στήλης, καὶ τοῦ βουνοῦ τοῦ μάρτυρες. ρε'. Περὶ τῆς συναντήσεως τῶν ἀγγέλων τῆς πρὸς Ἰακώβ. ρς'. Περὶ τοῦ Ἡσαῦ ἐρχομένου εἰς συνάντησιν τῷ Ἰακώβ. ρζ'. Περὶ τοῦ παλαίσαντος μετὰ Ἰακώβ. ση'. Περὶ τῆς συναντήσεως Ησαῦ καὶ Ἰαχώδ. ρθ'. Τὰ κατὰ τὴν Δείνα τὴν θυγατέρα Ἰακώβ, καὶ Λείας. ρι'. Τρίτος χρηματισμὸς πρὸς Ἰακὼς ἐν Σικήμας περὶ τῆς Βαιθήλ, καὶ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ Θεοῦ, ὅτι κατέκρυψε τοὺς ἀλλοτρίους θεοὺς ὑπὸ τὴν τερέβινθον, ρια. Τέταρτος χρηματισμὸς ἐν ὀπτασία πρὸς Ἰακώβ. ρ.β'. Λείπ. ριγ'. Τὰ κατὰ Ῥουδὶμ καὶ τὴν Βέλλαν. ριδ'. Περὶ τῆς γενεαλογίας Ἰακώβ, καὶ τῆς τελευ τῆς Ἰσαάκ. ριε'. Περὶ τῆς γενεαλογίας Ἡσαν, ὡς ἐπορεύθη ἐκ γῆς Χαναὰν ἀπὸ προσώπου Ιακώβ. ρις'. Περὶ τῶν βασιλευσάντων ἐν Εδώμ. ριζ. Τὰ κατὰ Ἰωσήφ, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. ριη'. Περὶ τῶν ἐνυπνίων Ἰωσήφ. ριθ'. Περὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἀποστελλομένου πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. ρκ'. Τὰ κατὰ τὸν Ἰούδαν, καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ Σαυάν. ρκα'. Τὰ κατὰ τὴν Θάμαρ, καὶ τοὺς υἱοὺς Ἰούδα. ρκβ'. Τὰ κατὰ τὸν Φαρές, καὶ τὸν Ζαρά. ρκγ'. Τὰ κατὰ τὸν Ἰωσὴφ πραθέντα εἰς Αίγυπτον. εκδ. Περὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Αἰγυπτίας. ρκε'. Περὶ τοῦ ἀρχιοινοχόου, καὶ τοῦ σιτοποιοῦ. ρκς'. Περὶ τῶν γενεθλίων, καὶ τῶν ἐνυπνίων ὧν εἶδε Φαραώ· καὶ περὶ ὧν ἔλαβεν αὐτοῦ ὁ ἀρχια να χάος. ρκζ'. Τὰ κατὰ Φαραώ, καὶ τὸν Ἰωσὴφ διὰ τὰ Ενύπνια τὰ Φαραώ. ρκη'. Περὶ τῶν δραγμάτων τῶν ζ' ἐτῶν τῆς εἰ θηνίας. ρκθ'. Περὶ Μανασσῆ καὶ Ἐφραΐμ, οἱ ἐγένοντο τῷ Ο Ἰωσὴφ πρὸ τοῦ λιμοῦ. βλ'. Περὶ τῶν ἀρξαμένων δ' ἐτῶν τοῦ λιμού. βλαʹ. Τὰ κατὰ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωσὴφ καταβάντης εἰς Αἴγυπτον ρλβ'. Περὶ τῆς ἐπανόδου τῶν ἀδελφῶν Ἰωσὴφ διὰ τὸν Βενιαμίν. ρλγ'. Τὰ κατὰ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωσὴφ καταβάντα; εἰς Αἴγυπτον μετὰ τοῦ Βενιαμίν. βλδ'. Τὰ κατὰ τὸ κόνδυ τὸ ἀργυροῦν, καὶ τὸν ἀναγνωρισμὸν τοῦ Ἰωσήφ. βλεʹ. Περὶ τῆς ἐπανίδου τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰωτή, τῆς διὰ τὸν πατέρα αὐτῶν. ρλς'. Περὶ τῆς εἰς Αἴγυπτον καταβάσεως τοῦ Ἰα κὰς ἐν ᾗ πέμπτος χρηματισμὸς ἐγένετο πρὸς αὐτὸν ἐν δράματι τῆς νυκτὸς ἐν τῷ φρέατι τοῦ Ορκον.
الله
102. De revelatione ad Laban de Jacob et de ρβ΄. Περὶ τοῦ χρηματισμοῦ τοῦ πρὸς Λάβαν περὶ
idolis
103. Fœdus Jacob et Laban.
104. De columna et tumulo testimonii.
105. De angelis qui obviam fiunt Jacob.
106. De Esau veniente obviam Jacob.
107. De luctante cum Jacob.
108. De occurentia Esau et Jacob.
109. Quæ ad Dinam attinent aliam Jacob et Live.
110. Tertia revelatio ad Jacob in Sicbem de Be
thel, et Deo qui illi apparuit, quando fodil dcos
alienos sub terebintho.
111. Quarta revelatio in apparitione ad Jacob.
112. Deest.
413. Quæ ad Ruben et Balam spectant.
114. De genealogia Jacob et morte Isaac.
445. De genealogia Esau, quando abiit e terra
Chanaan ante faciem Jacob.
116. De his qui regnaverunt in Edom.
117. Quæ ad Joseph et fratres ejus allinent,
118. De somniis Joseph.
119. De Joseph emisso ad fratres suos.
120. Quæ ad Judam et uxorem ejus Savam attinepl.
191. Quæ ad Thamar spectant et filios Juda.
122. Quæ ad Phares et Zaram attinent.
123. Quæ ad Joseph attinent venditum in Ægyptum.
124. De Joseph et Ægyptia.
125. De pincerna et pistore.
126. De natalitiis, et somniis quæ vidit Pharno;
et de his quæ recordatus est pincerna.
127. Quæ ad Pharaonem spectant et Joseph circa
somnia Pharaonis.
28. De spicis septem annorum abundantiæ.
129. De Manasse, et Ephraim, qui nati sunt
Joseph ante inopiam.
130. De incipientibus septem annis inopiæ.
151. Quæ ad fratres Joseph attinent descendentes
in Egyptum.
132. De regressu fratrum Joseph propter Benjamin.
133. Quæ ad fratres Joseph spectaut descendentes in Ægyptum cum Benjamin.
134. Quæ ad scyphum argenteum spectant, et
quomodo Joseph se dat agnoscendum.
135. De reditu fratrum Joseph ad illorum patrem.
436. De descensu Jacob in Egyptum: in quo
quinta revelatio facta est ad eum in visione noctis
ad puteum Juramenti.
τοῦ Ἰακώβ, καὶ περὶ τῶν εἰδώλων.
βγ'. Διαθήκη τοῦ Ἰακώβ καὶ τοῦ Λάδαν.
ρδ. Περὶ τῆς στήλης, καὶ τοῦ βουνοῦ τοῦ μάρτυρες.
ρε'. Περὶ τῆς συναντήσεως τῶν ἀγγέλων τῆς πρὸς
Ἰακώβ.
ρς'. Περὶ τοῦ Ἡσαῦ ἐρχομένου εἰς συνάντησιν τῷ
Ἰακώβ.
ρζ'. Περὶ τοῦ παλαίσαντος μετὰ Ἰακώβ.
ση'. Περὶ τῆς συναντήσεως Ησαῦ καὶ Ἰαχώδ.
ρθ'. Τὰ κατὰ τὴν Δείνα τὴν θυγατέρα Ἰακώβ, καὶ
Λείας.
ρι'. Τρίτος χρηματισμὸς πρὸς Ἰακὼς ἐν Σικήμας
περὶ τῆς Βαιθήλ, καὶ τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ Θεοῦ, ὅτι
κατέκρυψε τοὺς ἀλλοτρίους θεοὺς ὑπὸ τὴν τερέβινθον,
ρια. Τέταρτος χρηματισμὸς ἐν ὀπτασία πρὸς
Ἰακώβ.
ρ.β'. Λείπ.
ριγ'. Τὰ κατὰ Ῥουδὶμ καὶ τὴν Βέλλαν.
ριδ'. Περὶ τῆς γενεαλογίας Ἰακώβ, καὶ τῆς τελευ
τῆς Ἰσαάκ.
ριε'. Περὶ τῆς γενεαλογίας Ἡσαν, ὡς ἐπορεύθη
ἐκ γῆς Χαναὰν ἀπὸ προσώπου Ιακώβ.
ρις'. Περὶ τῶν βασιλευσάντων ἐν Εδώμ.
ριζ. Τὰ κατὰ Ἰωσήφ, καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ.
ριη'. Περὶ τῶν ἐνυπνίων Ἰωσήφ.
ριθ'. Περὶ τοῦ Ἰωσὴφ ἀποστελλομένου πρὸς τοὺς
ἀδελφοὺς αὐτοῦ.
ρκ'. Τὰ κατὰ τὸν Ἰούδαν, καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ
Σαυάν.
ρκα'. Τὰ κατὰ τὴν Θάμαρ, καὶ τοὺς υἱοὺς Ἰούδα.
ρκβ'. Τὰ κατὰ τὸν Φαρές, καὶ τὸν Ζαρά.
ρκγ'. Τὰ κατὰ τὸν Ἰωσὴφ πραθέντα εἰς Αίγυπτον.
εκδ. Περὶ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ τῆς Αἰγυπτίας.
ρκε'. Περὶ τοῦ ἀρχιοινοχόου, καὶ τοῦ σιτοποιοῦ.
ρκς'. Περὶ τῶν γενεθλίων, καὶ τῶν ἐνυπνίων ὧν
εἶδε Φαραώ· καὶ περὶ ὧν ἔλαβεν αὐτοῦ ὁ ἀρχια να
χάος.
ρκζ'. Τὰ κατὰ Φαραώ, καὶ τὸν Ἰωσὴφ διὰ τὰ
Ενύπνια τὰ Φαραώ.
ρκη'. Περὶ τῶν δραγμάτων τῶν ζ' ἐτῶν τῆς εἰ
θηνίας.
ρκθ'. Περὶ Μανασσῆ καὶ Ἐφραΐμ, οἱ ἐγένοντο τῷ
Ο Ἰωσὴφ πρὸ τοῦ λιμοῦ.
βλ'. Περὶ τῶν ἀρξαμένων δ' ἐτῶν τοῦ λιμού.
βλαʹ. Τὰ κατὰ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωσὴφ καταβάντης
εἰς Αἴγυπτον:
ρλβ'. Περὶ τῆς ἐπανόδου τῶν ἀδελφῶν Ἰωσὴφ διὰ
τὸν Βενιαμίν.
ρλγ'. Τὰ κατὰ τοὺς ἀδελφοὺς Ἰωσὴφ καταβάντα;
εἰς Αἴγυπτον μετὰ τοῦ Βενιαμίν.
βλδ'. Τὰ κατὰ τὸ κόνδυ τὸ ἀργυροῦν, καὶ τὸν
ἀναγνωρισμὸν τοῦ Ἰωσήφ.
βλεʹ. Περὶ τῆς ἐπανίδου τῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἰωτή,
τῆς διὰ τὸν πατέρα αὐτῶν.
ρλς'. Περὶ τῆς εἰς Αἴγυπτον καταβάσεως τοῦ Ἰα
κὰς ἐν ᾗ πέμπτος χρηματισμὸς ἐγένετο πρὸς αὐτὸν
ἐν δράματι τῆς νυκτὸς ἐν τῷ φρέατι τοῦ Ορκον.
Распознавание текста
col. 1031–1032page 4 of 200
PG 106:1031ρλζ'. Γενεαλογία τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τῶν εἰσελθόν των εἰς Αἴγυπτον ἅμα Ἰακώβ τῷ πατρὶ αὐτῶν. ολη'. Περὶ τῆς συναντήσεως Ιωσήφ πρὸς τὸν πα τέρα αὐτοῦ. ρλθ'. Περὶ τοῦ Ἰακώβ, ὅτε ἔστη ἐναντίον Φαραώ. ρμ'. Περὶ τῶν ἄρτων τῶν ἀντὶ τῶν κτηνῶν τῶν Αιγυπτίων. ρμα. Περὶ τῆς κτήσεως τῆς γῆς τῶν Αἰγυπτίων, καὶ τῆς ἀποπεμπτώσεως τῶν γεννημάτων. ρμβ΄. Περὶ ὧν ἔζησε ε' ἐτῶν Ἰακὼς ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ περὶ ὧν εἶπε τῷ Ἰωσήφ, ἵνα μὴ θάψῃ αὐτὸν ἐν αὐτῇ. ρμγ'. Περὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἐφραὶμ καὶ τοῦ Μα νασσή. ρμδ. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν δύο υἱῶν Ἰωσήφ. ρμες. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν ἐβ' πατριαρχῶν. ρμς'. Περὶ τῆς τελευτῆς Ἰακώβ. ρμζ'. Περὶ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἐνταφιασμού του Ιακώβ. ρμη'. Περὶ τῶν ἐκγόνων τοῦ Ἰωσήφ, καὶ περὶ τῶν ὀστῶν αὐτοῦ καὶ τῆς τελευτῆς. α΄. Περὶ τῆς γεννήσεως Μωϋσέως. β'. Πρώτη οπτασία πρὸς Μωϋσῆν ἐν τῷ βάτῳ. γ. Περὶ τῆς συναντήσεως Μωϋσέως, καὶ 'Ααρών. δ'. α' λόγος Μωϋσέως καὶ Δαρὼν πρὸς Φαραώ. ε'. Περὶ τῶν μαστιγωθέντων γραμματέων. ς'. Περὶ τῆς ῥάβδου τῆς στραφείσης εἰς ὄφιν. ζ'. Πρώτη πληγή, μεταβολὴ τοῦ ὕδατος εἰς αἷμα. η'. Δευτέρα πληγή βατράχων. θ'. Τρίτη πληγὴ τῶν σκνιπῶν. ι'. Τετάρτη πληγή κινομύης. ια΄. Πέμπτη πληγή, θάνατος κτηνῶν. ιβ'. Εκτη πληγή, φλυκτίδες αναζέουσαι. ιγ. Εβδόμη πληγὴ τῆς χαλάζης. ιδ. Ογδόη πληγή, ἀκρίς. ιε'. 'Εννάτη πληγή, σκότος ψηλαφητόν. Δεκάτη πληγή, ἡ τῶν πρωτοτόκων. ις'. Περὶ τοῦ Πάσχα νόμος. ιζ'. Περὶ τῶν ἐπιταχθέντων πρωτοτόκων. τη'. Περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. ιθ'. Νόμος τοῦ Πάσχα. κ'. Περὶ τῶν ἀζύμων. κα'. Περὶ τῶν ἁγιαζομένων πρωτοτόκων. κβ'. Περὶ τῶν ὀστῶν Ἰωσήφ. κγ'. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ διὰ τὸ ύδωρ. κδ'. Περὶ τοῦ μάννα καὶ τῆς ὀρτυγομήτρας. κε'. Περὶ τοῦ ἀγνοεῖν τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, τί ἐστι μάννα. κς'. Περὶ τοῦ καταλιπεῖν μάννα εἰς τὸ πρωί. κζ'. Περὶ Σαββάτου. κη'. Περὶ τῆς χρυσῆς στάμνου κθ'. Περὶ τῆς καταχθείσης πέτρας ἐν Χωρήβ. λ'. Τὰ κατὰ ᾿Αμαλήκ ἐν Ραφιδείν. λα'. Περὶ Ἰοθόρο
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
ρλζ'. Γενεαλογία τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ τῶν εἰσελθόντων εἰς Αἴγυπτον ἅμα Ἰακώβ τῷ πατρὶ αὐτῶν.
ολη'. Περὶ τῆς συναντήσεως Ιωσήφ πρὸς τὸν πα
τέρα αὐτοῦ.
ρλθ'. Περὶ τοῦ Ἰακώβ, ὅτε ἔστη ἐναντίον Φαραώ.
ρμ'. Περὶ τῶν ἄρτων τῶν ἀντὶ τῶν κτηνῶν τῶν
Αιγυπτίων.
ρμα. Περὶ τῆς κτήσεως τῆς γῆς τῶν Αἰγυπτίων,
καὶ τῆς ἀποπεμπτώσεως τῶν γεννημάτων.
ρμβ΄. Περὶ ὧν ἔζησε ε' ἐτῶν Ἰακὼς ἐν Αἰγύπτῳ,
καὶ περὶ ὧν εἶπε τῷ Ἰωσήφ, ἵνα μὴ θάψῃ αὐτὸν ἐν
αὐτῇ.
ρμγ'. Περὶ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἐφραὶμ καὶ τοῦ Μανασσή.
ρμδ. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν δύο υἱῶν Ἰωσήφ.
ρμες. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν ἐβ' πατριαρχῶν.
ρμς'. Περὶ τῆς τελευτῆς Ἰακώβ.
ρμζ'. Περὶ τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ ἐνταφιασμού του
Ιακώβ.
ρμη'. Περὶ τῶν ἐκγόνων τοῦ Ἰωσήφ, καὶ περὶ τῶν
ὀστῶν αὐτοῦ καὶ τῆς τελευτῆς.
α΄. Περὶ τῆς γεννήσεως Μωϋσέως.
137. Genealogia fliorum Israel intrantium in
Ægyptum una cum Jacob patre suo.
138. De occurrentia Joseph cum patre suo.
139. De Jacob, quando stetit coram Pharaone.
140. De panibus pro pecudibus Ægyptiorum.
141. De possessione terræ Ægyptiorum, et de
solutione quinte partis frugum.
142. De aunis quibus vixit Jacob in Ægypto,
et de bis quæ dixit Joseph, ne sepeliret eum in illa
terra.
143. De benedictione Ephraim et Manasse.
144. De benedictione duorum fliorum Joseph.
145. De benedictione duodecim patriarcharum.
146. De morte Jacob.
147. De sepultura Jacob in Egypto.
148. De posteritate Joseph, et de cauibus ejus et
morte.
Exodi capita sunt:
β'. Πρώτη οπτασία πρὸς Μωϋσῆν ἐν τῷ βάτῳ.
γ. Περὶ τῆς συναντήσεως Μωϋσέως, καὶ 'Ααρών.
δ'. α' λόγος Μωϋσέως καὶ Δαρὼν πρὸς Φαραώ.
ε'. Περὶ τῶν μαστιγωθέντων γραμματέων.
ς'. Περὶ τῆς ῥάβδου τῆς στραφείσης εἰς ὄφιν.
ζ'. Πρώτη πληγή, μεταβολὴ τοῦ ὕδατος εἰς αἷμα.
η'. Δευτέρα πληγή βατράχων.
θ'. Τρίτη πληγὴ τῶν σκνιπῶν.
ι'. Τετάρτη πληγή κινομύης.
ια΄. Πέμπτη πληγή, θάνατος κτηνῶν.
ιβ'. Εκτη πληγή, φλυκτίδες αναζέουσαι.
ιγ. Εβδόμη πληγὴ τῆς χαλάζης.
ιδ. Ογδόη πληγή, ἀκρίς.
ιε'. 'Εννάτη πληγή, σκότος ψηλαφητόν.
- Δεκάτη πληγή, ἡ τῶν πρωτοτόκων.
1. De generatione Moysis.
2. Prima apparitio ad Moysen in rubo.
5. De occursu Moysis et Aaron.
4. Primus sermo Moysis et Aarou ad Pharaonem.
5. De flagellatis scribis.
6. De virga conversa in serpentem.
7. Prima plaga, conversio aquæ in sanguinem.
8. Secunda plaga ranarum.
9. Tertia plaga sciniphum.
10. Quarta plaga muscarum.
11. Quinta plaga, mors pecorum.
12. Sexta plaga, vesicæ turgentes.
13. Septima plaga grandinis.
14. Octava plaga, locustæ.
15. Nona plaga, tenebrae palpabiles.
Decinia plaga, primogenitorum. (Numero destitutum est.)
16. De Pascha lex.
17. De nandatis circa primogenita.
18. De egressu filiorum Israel.
ις'. Περὶ τοῦ Πάσχα νόμος.
ιζ'. Περὶ τῶν ἐπιταχθέντων πρωτοτόκων.
τη'. Περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
ιθ'. Νόμος τοῦ Πάσχα.
19. Lex Pascha.
κ'. Περὶ τῶν ἀζύμων.
κα'. Περὶ τῶν ἁγιαζομένων πρωτοτόκων.
κβ'. Περὶ τῶν ὀστῶν Ἰωσήφ.
κγ'. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ διὰ τὸ
ύδωρ.
κδ'. Περὶ τοῦ μάννα καὶ τῆς ὀρτυγομήτρας.
κε'. Περὶ τοῦ ἀγνοεῖν τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ, τί ἐστι
μάννα.
κς'. Περὶ τοῦ καταλιπεῖν μάννα εἰς τὸ πρωί.
κζ'. Περὶ Σαββάτου.
κη'. Περὶ τῆς χρυσῆς στάμνου (sic).
κθ'. Περὶ τῆς καταχθείσης πέτρας ἐν Χωρήβ.
λ'. Τὰ κατὰ ᾿Αμαλήκ ἐν Ραφιδείν.
λα'. Περὶ Ἰοθόρο
PATROL. GR. CVI.
20. De azymis.
21. De sanctificatis primogenitis.
22. De ossibus Joseph.
23. De murmuratione Aliorum Israel propter
aquam.
24. De manna et coturnice.
25. De ignorantia filiorum Israel, quid sit manna.
26. De reponendo manna in crastinum.
27. De Sabbato.
28. De aureo scypho.
29. De Quente petra in Choreb.
30. Quæ ad Amalec spectant in Raphidim.
31. De Jothor.
Распознавание текста
col. 1033–1034page 5 of 200
PG 106:1033λβ'. Διαλαλιὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς Μωυσῆν περὶ τῶν υἱῶν Ισραήλ. λγ'. Περὶ τῆς τῶν ὁμοφύλων δουλείας πρόσταγμα. 28. Περὶ τῶν ἐλευθέρων εἰς δουλείαν ἐκδεδομένων. λε'. Πρόσταγμα περὶ ἀρχῶν. λς'. Νόμος περὶ Σαββάτου. λζ'. Διατύπωσις τοῦ λαβεῖν ἀπαρχὰς εἰς τὴν τῆς σκηνῆς κατασκευήν. λη'. Περὶ τοῦ κιβωτόν ποιῆσαι τοῦ μαρτυρίου. 20. Περὶ τοῦ ἱλαστηρίου καὶ τῶν χερουβίμ. γ. Περὶ τῆς τραπέζης, μα'. Περὶ τῆς λυχνίας. μβ'. Περὶ τῶν λύχνων. μγ'. Περὶ τῆς σκηνῆς. μδ. Περὶ τῶν πέντε αὐλῶν. με'. Περὶ τοῦ κατακαλύμματος. μς'. Περὶ τοῦ κατακαλύμματος. μζ'. Περὶ τῶν μοχλών. μη'. Περὶ τοῦ καταπετάσματος. μθ'. Περὶ τοῦ ἐπισπάστρου. ν. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου. να'. Περὶ τῆς ἐσχάρας. νβ'. Περὶ τοῦ ἐλαίου τῆς φωτίσεως. νγ'. Λείπει. νδ'. Περὶ τῆς γλυφῆς τῶν β' σμαράγδων. να'. Περὶ τοῦ λογίου. νς'. Περὶ τοῦ ὑποδύτου καὶ τῶν ῥοίσκων, καὶ τῶν κωδώνων. νζ'. Περὶ τοῦ χρυσοῦ πετάλου. νη'. Περὶ τῆς κιδάρεως καὶ τῆς ζώνης. να'. Περὶ τῆς ἱερατείας Ααρών καὶ τῶν υἱῶν αὐτοῦ. ξ'. Περὶ τῆς τελειώσεως τοῦ θυσιαστηρίου. ξα'. Περί θυσιαστηρίου. ξβ'. Λείπει. Εγ. Περὶ τοῦ λουτῆρος ξδ. Περὶ τοῦ μύρου. ξε'. Περὶ τῆς συνθέσεως τοῦ θυμιάματος. ξς'. Περὶ τῆς ἀναδείξεως Βεσελεήλ. ξζ'. Περὶ τῆς τῶν Σαββάτων παραφυλακής. ξη'. Περὶ τῶν πλακών διαθήκης, καὶ τῆς μοσχοποιίας. ξθ'. Περὶ τῆς δευτέρας κατασκευῆς τῶν πλακών. ο. Περὶ ἀρχῶν τῶν εἰς τὴν σκηνὴν ἐπ... Θα'. Περὶ τῶν στολῶν τῶν ἱερέων. οβ'. Περὶ τῆς κατασκευής. ογ. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἀσπιδισκών. οδ'. Περὶ τοῦ ὑποδύτου. σε'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν κωδώνων τῶν χρυ σῶν, καὶ χιτώνων, καὶ μίτρας, καὶ περισκελῶν, καὶ ζωνών. ος'. Περὶ τοῦ πετάλου. οξ. Περὶ τῆς σκηνής. οη'. Περὶ τοῦ καταπετάσματος. οθ'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς αὐτοῦ. π΄. Περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἱλαστηρίου καὶ τῆς τραπέζης.
32. Monita Dei ad Moysem de aliis Israel.
33. De servis ejusdem generis mandatum.
34. De liberis in servitutem traditis.
35. Mandatum de magistratibus.
36. Lex de Sabbato.
37. Praescriptio accipiendi primitias ad constructionem tabernaculi.
38. De arca testimonii facienda.
39. De propitiatorio et cherubin.
40. De mensa.
41. De candelabro.
42. De lucernis.
43. De tabernaculo.
45. De quinque atriis.
45. De tentorie.
46. De tentorio.
47. De recibus.
48. De velo.
40. De funiculis.
50. De altari.
51. De craticula.
32. De oleo luminarium.
53. Deest.
54. De sculptura duorum smaragdorem.
55. De rationali.
56. De tunica et malis punicis et datinnabulis.
57. De aurea lamina.
58. De tiara et balteo.
55. De consecratione Aaron et filiorum ejus.
60. De perfectione altaris.
61. De altari.
69. Deest.
63. De lavatorin.
64. De unguento.
65. De compositione thymiamatis.
66. De institutione Beseleel.
67. De observatione Sabbatorum.
10%
λβ'. Διαλαλιὰ τοῦ Θεοῦ πρὸς Μωυσῆν περὶ τῶν
υἱῶν Ισραήλ.
68. De tabulis foederis, et vituliyformatione
69. De secunda dispositione tabularum.
70. De primitiis in tabernaculum....
71. De vestibus sacerdotum.
72. De fabricatione.
73. De fabricatione squtorum.
74. De tunica.
75. De confectione tintinnabulorum aureorum,
λγ'. Περὶ τῆς τῶν ὁμοφύλων δουλείας πρόσταγμα.
28. Περὶ τῶν ἐλευθέρων εἰς δουλείαν ἐκδεδομένων.
λε'. Πρόσταγμα περὶ ἀρχῶν.
λς'. Νόμος περὶ Σαββάτου.
λζ'. Διατύπωσις τοῦ λαβεῖν ἀπαρχὰς εἰς τὴν τῆς
σκηνῆς κατασκευήν.
λη'. Περὶ τοῦ κιβωτόν ποιῆσαι τοῦ μαρτυρίου.
20. Περὶ τοῦ ἱλαστηρίου καὶ τῶν χερουβίμ.
γ. Περὶ τῆς τραπέζης,
μα'. Περὶ τῆς λυχνίας.
μβ'. Περὶ τῶν λύχνων.
μγ'. Περὶ τῆς σκηνῆς.
μδ. Περὶ τῶν πέντε αὐλῶν.
με'. Περὶ τοῦ κατακαλύμματος.
μς'. Περὶ τοῦ κατακαλύμματος.
μζ'. Περὶ τῶν μοχλών.
μη'. Περὶ τοῦ καταπετάσματος.
μθ'. Περὶ τοῦ ἐπισπάστρου.
ν. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου.
να'. Περὶ τῆς ἐσχάρας.
νβ'. Περὶ τοῦ ἐλαίου τῆς φωτίσεως.
νγ'. Λείπει.
νδ'. Περὶ τῆς γλυφῆς τῶν β' σμαράγδων.
να'. Περὶ τοῦ λογίου.
νς'. Περὶ τοῦ ὑποδύτου καὶ τῶν ῥοίσκων, καὶ τῶν
κωδώνων.
νζ'. Περὶ τοῦ χρυσοῦ πετάλου.
νη'. Περὶ τῆς κιδάρεως καὶ τῆς ζώνης.
να'. Περὶ τῆς ἱερατείας Ααρών καὶ τῶν υἱῶν
αὐτοῦ.
ξ'. Περὶ τῆς τελειώσεως τοῦ θυσιαστηρίου.
ξα'. Περί θυσιαστηρίου.
ξβ'. Λείπει.
Εγ. Περὶ τοῦ λουτῆρος
ξδ. Περὶ τοῦ μύρου.
ξε'. Περὶ τῆς συνθέσεως τοῦ θυμιάματος.
ξς'. Περὶ τῆς ἀναδείξεως Βεσελεήλ.
ξζ'. Περὶ τῆς τῶν Σαββάτων παραφυλακής.
ξη'. Περὶ τῶν πλακών διαθήκης, καὶ τῆς μοσχο
ποιίας.
ξθ'. Περὶ τῆς δευτέρας κατασκευῆς τῶν πλακών.
ο. Περὶ ἀρχῶν τῶν εἰς τὴν σκηνὴν ἐπ...
Θα'. Περὶ τῶν στολῶν τῶν ἱερέων.
οβ'. Περὶ τῆς κατασκευής.
ογ. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἀσπιδισκών.
οδ'. Περὶ τοῦ ὑποδύτου.
σε'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν κωδώνων τῶν χρυ
σῶν, καὶ χιτώνων, καὶ μίτρας, καὶ περισκελῶν, καὶ
et unicarum, et mitra, et femoralium, et cingulorum.
76. De lamina.
77. De tabernaculo.
78. Je velo.
79. De illius confectione.
80. De fabricatione propitiatorii et mensæ.
ζωνών.
ος'. Περὶ τοῦ πετάλου.
οξ. Περὶ τῆς σκηνής.
οη'. Περὶ τοῦ καταπετάσματος.
οθ'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς αὐτοῦ.
π΄. Περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ ἱλαστηρίου καὶ τῆς
τραπέζης.
Распознавание текста
On the Four Rivers of ParadiseDe quatuor fluminibus paradisi
col. 1035–1036page 6 of 200
PG 106:1035πα'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν σκευῶν τῆς τρα-Α πέζης, καὶ τῆς λυχνίας. πρ. Περὶ Βεσελεήλ. πγ. Λείπει. πδ'. Περὶ τῆς στάσεως τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου. α΄. Περὶ προβάτων καὶ ἀρνῶν. β'. Περὶ πετεινών. γ΄. Περὶ σεμιδάλεως. δ. Περὶ πεμμάτων. ε'. Περὶ ἀζύμων. ς'. Περὶ θυσίας ἀπὸ ἐσχάρας. ζ'. Περὶ θυσίας πρωτογεννημάτων. η'. Περὶ θυσίας σωτηρίου. θ'. Περὶ θυσιῶν. ι. Περὶ ἁμαρτίας ἱερέως καὶ τοῦ λαοῦ. ια΄. Περὶ θυσιῶν συναγωγῆς, ἐὰν ἁμάρτῃ. ιβ'. Περὶ θυσιῶν ἁμαρτίας ἄρχοντος. ιγ'. Περὶ ψυχῆς μιᾶς ἐὰν ἁμάρτη ιδ'. Περὶ ὁρκισμοῦ. ιε'. Περὶ ὄρκομ παραθήκης, καὶ τῶν λοιπῶν. ις'. Περὶ ὅρκου παραθήκης, καὶ τῶν λοιπῶν. ιζ. Νόμος περὶ ὁλοκαυτώσεως. ιη. Νόμος περὶ τῆς θυσίας τῶν ἱερέων. ιθ'. Νόμος περὶ θυσίας ἁμαρτίας. κ'. Περὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν στέαρ ἢ αἷμα, κα'. Περὶ ἀφαιρέματος τῶν θυσιῶν. κβ'. Περὶ τοῦ ἀρχιερατικοῦ χρίσματος. κγ'. Περὶ τῆς κρίσεως 'Ααρών. κδ'. 'Ααρών λούεται, χρίεται, ἐνδύεται ὑπὸ Μωυ σίως μετὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ. κε'. "Αρχεται Κύριος τῷ 'Ααρών μόνῳ. κς'. Περὶ κτηνῶν καθαρῶν, καὶ μὴ καθαρῶν. κζ'. Περὶ καθαρισμού τικτουσῶν. κη'. Νόμος περὶ λέπρας. κι. Περὶ τοῦ μὴ καθαριζομένου λεπρού. 2. Περὶ καθαρισμοῦ τοῦ λεπρού, λα'. Περὶ λέπρας οἰκίας, καὶ καθαρισμού. λβ'. Περὶ φύσεως γόνου. λγ'. Περὶ τῆς ῥεούσης αἷμα γυναικός. λδ'. Περὶ τοῦ μὴ διαφέρειν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου. λε'. Λείπει. λς'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν θύειν ἔξω τῆς σκηνῆς. λζ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐσθίειν αἷμα. λη'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐσθίειν θνησιμαίον. λθ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἀτάκτους ποιεῖσθαι τὰς συζυγίας. μ΄. Ὅτι ἐν τῷ τηρεῖν τὰς ἐντολὰς ἅγιοι γίνονται. μα'. Περὶ τεθνηκότων ἐφ᾽ οἷς μιαίνονται οἱ ἱερεῖς. μβ'. Περὶ τῆς ἐκπορνευούσης θυγατρὸς τοῦ ἱερέως. μγ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν μώμον ἔχειν τὸν ἱερέα. με. Δείπει. με'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν μεμιμημένον προσφέρειν. μς'. Περὶ τῶν προσφ..... προσφερομένων ζώων.)
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
πα'. Περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν σκευῶν τῆς τρα-Α
πέζης, καὶ τῆς λυχνίας.
81. De fabricatione vasorum mensæ, ôt candelabri.
πρ. Περὶ Βεσελεήλ.
πγ. Λείπει.
πδ'. Περὶ τῆς στάσεως τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.
83. Deest.
82. De Beseleel.
84. De erectione tabernaculi testimonii.
Leviticus hæc numerat capita:
α΄. Περὶ προβάτων καὶ ἀρνῶν.
1. De ovibus et agnis.
β'. Περὶ πετεινών.
γ΄. Περὶ σεμιδάλεως.
δ. Περὶ πεμμάτων.
ε'. Περὶ ἀζύμων.
ς'. Περὶ θυσίας ἀπὸ ἐσχάρας.
ζ'. Περὶ θυσίας πρωτογεννημάτων.
η'. Περὶ θυσίας σωτηρίου.
θ'. Περὶ θυσιῶν.
ι. Περὶ ἁμαρτίας ἱερέως καὶ τοῦ λαοῦ.
ια΄. Περὶ θυσιῶν συναγωγῆς, ἐὰν ἁμάρτῃ.
ιβ'. Περὶ θυσιῶν ἁμαρτίας ἄρχοντος.
ιγ'. Περὶ ψυχῆς μιᾶς ἐὰν ἁμάρτη
ιδ'. Περὶ ὁρκισμοῦ.
ιε'. Περὶ ὄρκομ παραθήκης, καὶ τῶν λοιπῶν.
ις'. Περὶ ὅρκου παραθήκης, καὶ τῶν λοιπῶν.
ιζ. Νόμος περὶ ὁλοκαυτώσεως.
ιη. Νόμος περὶ τῆς θυσίας τῶν ἱερέων.
ιθ'. Νόμος περὶ θυσίας ἁμαρτίας.
κ'. Περὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν στέαρ ἢ αἷμα,
κα'. Περὶ ἀφαιρέματος τῶν θυσιῶν.
κβ'. Περὶ τοῦ ἀρχιερατικοῦ χρίσματος.
κγ'. Περὶ τῆς κρίσεως 'Ααρών.
κδ'. 'Ααρών λούεται, χρίεται, ἐνδύεται ὑπὸ Μωυσίως μετὰ τῶν υἱῶν αὐτοῦ.
κε'. "Αρχεται Κύριος τῷ 'Ααρών μόνῳ.
κς'. Περὶ κτηνῶν καθαρῶν, καὶ μὴ καθαρῶν.
κζ'. Περὶ καθαρισμού τικτουσῶν.
κη'. Νόμος περὶ λέπρας.
κι. Περὶ τοῦ μὴ καθαριζομένου λεπρού.
2. Περὶ καθαρισμοῦ τοῦ λεπρού,
λα'. Περὶ λέπρας οἰκίας, καὶ καθαρισμού.
λβ'. Περὶ φύσεως γόνου.
λγ'. Περὶ τῆς ῥεούσης αἷμα γυναικός.
λδ'. Περὶ τοῦ μὴ διαφέρειν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου.
λε'. Λείπει.
λς'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν θύειν ἔξω τῆς σκηνῆς.
λζ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐσθίειν αἷμα.
λη'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐσθίειν θνησιμαίον.
λθ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἀτάκτους ποιεῖσθαι τὰς
συζυγίας.
μ΄. Ὅτι ἐν τῷ τηρεῖν τὰς ἐντολὰς ἅγιοι γίνονται.
μα'. Περὶ τεθνηκότων ἐφ᾽ οἷς μιαίνονται οἱ ἱερεῖς.
μβ'. Περὶ τῆς ἐκπορνευούσης θυγατρὸς τοῦ ἱερέως.
μγ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν μώμον ἔχειν τὸν ἱερέα.
με. Δείπει.
με'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν μεμιμημένον προσφέρειν.
μς'. Περὶ τῶν προσφ..... (forte προσφερομένων
ζώων.)
2. De volucribus.
3. De simila.
4. De laganis.
5. De azymis.
6. De sacrificio per craticulam.
7. De sacrificio primogenitorum.
8. De sacrificio salutis.
9. De sacrificiis.
10. De peccato sacerdotis et populi.
11. De sacrificiis congregationis, si peccaverit.
19. De sacrifciis peccati principis.
13. De anima una, si peccaverit.
14. De juramento.
15. De juramento depositi et reliquis.
16. De juramento depositi et reliquis.
17. Lex de holocauste.
18. Lex de sacrificio sacerdotum.
19. Lex de sacrificio peccati.
20. De prohibitione comedendi adipem aut sanguinem.
21. De parte deposita sacrificiorum.
22. De pontificali unctione.
25. De unctione Aaron.
24. Aaron lavatur, ungitur, induitur a Moyse
cum filiis suis.
25. Primitias accipit Dominus ab Aaron solo.
26. De pecoribus mundis, et non mundis.
27. De purificatione parientium.
28. Lex de lepra.
29. De leproso non mundato.
30. De mundatione leprosi.
31. De lepra domus, et mundatione.
32. De fluxu seminis.
33. De muliere sanguinis fluxum patiente.
34. De prohibitione ingrediendi in domum Domini.
35. Deest.
36. De prohibitione sacrificandi extra tabernaculum.
37. De prohibitione comedendi sanguinem.
38. De prohibitione comedetuli morticinum.
39. De prohibitione faciendi conuubia illicita.
40. Quod servando mandata sancti fiunt.
41. De mortuis in quibus polluuntur sacerdotes.
42. De filia sacerdotis meretricante.
43. Quod non debeat sacerdos habere meculam.
44. Deest.
45. Quod non debeat maculatus offerre.
46. De.... (forte oblatis animalibus).
Распознавание текста
col. 1037–1038page 7 of 200
PG 106:1037μζ. Περὶ τῶν Σαββάτων. μη'. Περὶ τοῦ Πάσχα. μθ'. Περὶ ἀζύμων. ν. Περὶ ἀρχόντων. να'. Περί Πεντηκοστῆς. νβ'. Περὶ μνημοσύνου σαλπίγγων. νγ'. Περὶ ἡμέρας εξιλασμού. νδ'. Περὶ νηστείας. νε'. Περὶ ἑορτῆς Σκηνών. νς'. Περὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ φωτός. νζ'. Περὶ ἄρτων τῆς προθέσεως. νη'. Περὶ λιθοβολίας τοῦ κατηρα[σα]μένου. νθ'. Περὶ ἑβδοματικοῦ τοῦ σαββατισμοῦ τῆς γῆς. ξ'. Περὶ ιωβηλαίου τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς ἀφέσεως. ξα'. Εὐλογία τοῖς ποιοῦσι τὸν νόμον, καὶ κατάρα τοῖς μὴ ποιοῦσι. ξβ'. Περὶ τῶν κατ᾽ εὐχὴν συντιμωμένων. σ'. Περὶ τῆς τῶν Λευῒτῶν ἐκλογῆς. β'. Περὶ τῶν ἀφορισθέντων ἐκ τῆς παρεμβολής. γ. Περὶ τῆς ἐξαγορεύσεως. δ'. Περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐλεγμού. ε'. Περὶ τοῦ κατ' εὐχὴν ἀγνιζομένου. ς'. Περὶ τῆς εὐλογίας ἧς ευλόγησαν οἱ ἱερεῖς. ζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχόντων προσφοράς. η'. Περὶ τῆς λυχνίας καὶ τῶν λύχνων. θ'. Περὶ τοῦ ἀγνισμοῦ τῶν Λευϊτῶν. ι'. Περὶ τοῦ χρόνου τῆς λειτουργίας τῶν Λευϊτῶν. ια΄. Περὶ τοῦ Πάσχα νόμος. ιβ'. Περὶ τῶν σαλπίγγων τῆς σημασίας. ιγ'. Περὶ τοῦ γαμβρού Μωυσέως. ιδ. Περὶ ἐμπυρισμού. ιε'. Περὶ τῶν ἐπιθυμησάντων τὰ ἐν Αἰγύπτῳ βρώ ματα. ις'. Περὶ τῶν μνημάτων τῆς ἐπιθυμίας. ιζ. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ Μαριὰμ καὶ Ααρών. ιη'. Περὶ τῶν κατασκεψαμένων τὴν γῆν. ιθ'. Περὶ τῶν γογγυσμῶν ὧν τὰ κώλα ἔπεσε. κ'. Περὶ ὧν ἐλάλησε Μωϋσῆς τῷ λαῷ, καὶ ἐπει σθησαν. κα'. Περὶ θυσιῶν. κβ'. Περὶ τοῦ ἁμαρτάνοντας ἀκουσίως. κγ'. Περὶ τοῦ συλλέγοντος ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Ο Σαββάτου. κδ'. Περὶ τῶν κρασπέδων. κε'. Περὶ Κορέ, καὶ Δαθαν, καὶ ᾿Αβειρών. κς'. Περὶ τῶν ἁγιασθέντων Κυρίῳ κζ'. Περὶ τοῦ ἐξιλασμοῦ 'Λαρὼν ἐν τῇ θραύσει. κη'. Περὶ τῆς βλαστησάσης ῥάβδου τοῦ ᾿Ααρών. κθ'. Περὶ τῶν διδομένων ἀπαρχῶν τῷ ἱερεῖ. 2. Περὶ τῆς δεκάτης ἧς δεκατ..... οἱ ἱερεῖς. λα'. Περὶ τῆς..... διαστολῆς) τῆς δαμάλεως. λβ'. Περὶ ῥαντισμοῦ νόμος. λγ'. Περὶ τῆς τελευτῆς Μαριάμ. λδ'. Περὶ τοῦ ὕδατος τῆς ἀντιλογίας. λε'. Περὶ ὧν ἀπέστειλε Μωϋσῆς ἀγγέλων προς βασιλέα Εδώμ. λς'. Περὶ τῆς τελευτῆς ᾿Ααρών.
47. De Sabbatis.
48. De Pascha.
49. De azymis.
50. De primitiis.
51. De Pentecoste.
52. De memoriali tubarum.
53. De die expiationis.
54. De jejunio.
55. De festo Tabernaculorum,
56. De oleo luminis.
57. De panibus propositionis.
58. De lapidatione maledicti.
59. De septennali sabbato terræ.
60. De jubilæeo auni redemptionis.
01. Benedictio facientibus legem, et malelictio
non facientibus.
62. De æstimatis per votum.
1. De Levitarum selectione.
Numerorum
2. De his qui arcentur a castris.
3. De confessione publica.
4. De aqua exprobrationis.
5. De sanctificato per volum.
μζ. Περὶ τῶν Σαββάτων.
μη'. Περὶ τοῦ Πάσχα.
μθ'. Περὶ ἀζύμων.
ν. Περὶ ἀρχόντων.
να'. Περί Πεντηκοστῆς.
νβ'. Περὶ μνημοσύνου σαλπίγγων.
νγ'. Περὶ ἡμέρας εξιλασμού.
νδ'. Περὶ νηστείας.
νε'. Περὶ ἑορτῆς Σκηνών.
νς'. Περὶ τοῦ ἐλαίου τοῦ φωτός.
νζ'. Περὶ ἄρτων τῆς προθέσεως.
νη'. Περὶ λιθοβολίας τοῦ κατηρα[σα]μένου.
νθ'. Περὶ ἑβδοματικοῦ τοῦ σαββατισμοῦ τῆς γῆς.
ξ'. Περὶ ιωβηλαίου τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς ἀφέσεως.
ξα'. Εὐλογία τοῖς ποιοῦσι τὸν νόμον, καὶ κατάρα
τοῖς μὴ ποιοῦσι.
ξβ'. Περὶ τῶν κατ᾽ εὐχὴν συντιμωμένων.
sequens est divisio:
6. De benedictione qua benedixerint sacerdotes.
7. De oblatione.principum.
8. De candelabro et lucernis.
9. De sanctificatione Levitarum.
10. De tempore ministerii Levitarum.
11. Lex de Pascha.
12. De tubis significationis.
13. De cognato Moysis.
14. De incendio.
15. De cupientibus escas Ægypti.
16. De sepulcris concupiscentia.
17. De murmuratione Mariæ et Aaron.
18. De explorantibus terrain.
19. De murmurationibus.
20. De his quæ dixit Moyses populo, et persuasi
sunt.
21. De sacrificiis.
22. De peccante involuntarie.
25. De colligente ligna in die Sabbati.
24. De fimbriis.
25. De Core, Dathan et Abiron.
26. De consecratis Domino.
27. De deprecatione Aaron in plaga.'
28. De germinante virga Aaron.
29. De primitiis datis sacerdoti.
30. De decima quam decimabant sacerdotes.
31. De.... (forte ritu) vaccæ.
32. Lex de aspersione.
33. De morte Mariæ.
34. De aqua contradictionis.
35. De nuntiis quos misit Moyses ad regem Fdom.
36. De morte Aaron..
σ'. Περὶ τῆς τῶν Λευῒτῶν ἐκλογῆς.
β'. Περὶ τῶν ἀφορισθέντων ἐκ τῆς παρεμβολής.
γ. Περὶ τῆς ἐξαγορεύσεως.
δ'. Περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐλεγμού.
ε'. Περὶ τοῦ κατ' εὐχὴν ἀγνιζομένου.
ς'. Περὶ τῆς εὐλογίας ἧς ευλόγησαν οἱ ἱερεῖς.
ζ'. Περὶ τῆς τῶν ἀρχόντων προσφοράς.
η'. Περὶ τῆς λυχνίας καὶ τῶν λύχνων.
θ'. Περὶ τοῦ ἀγνισμοῦ τῶν Λευϊτῶν.
ι'. Περὶ τοῦ χρόνου τῆς λειτουργίας τῶν Λευϊτῶν.
ια΄. Περὶ τοῦ Πάσχα νόμος.
ιβ'. Περὶ τῶν σαλπίγγων τῆς σημασίας.
ιγ'. Περὶ τοῦ γαμβρού Μωυσέως.
ιδ. Περὶ ἐμπυρισμού.
ιε'. Περὶ τῶν ἐπιθυμησάντων τὰ ἐν Αἰγύπτῳ βρώ
ματα.
ις'. Περὶ τῶν μνημάτων τῆς ἐπιθυμίας.
ιζ. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ Μαριὰμ καὶ Ααρών.
ιη'. Περὶ τῶν κατασκεψαμένων τὴν γῆν.
ιθ'. Περὶ τῶν γογγυσμῶν ὧν τὰ κώλα ἔπεσε.
κ'. Περὶ ὧν ἐλάλησε Μωϋσῆς τῷ λαῷ, καὶ ἐπει
σθησαν.
κα'. Περὶ θυσιῶν.
κβ'. Περὶ τοῦ ἁμαρτάνοντας ἀκουσίως.
κγ'. Περὶ τοῦ συλλέγοντος ξύλα τῇ ἡμέρᾳ τοῦ
Ο Σαββάτου.
κδ'. Περὶ τῶν κρασπέδων.
κε'. Περὶ Κορέ, καὶ Δαθαν, καὶ ᾿Αβειρών.
κς'. Περὶ τῶν ἁγιασθέντων Κυρίῳ
κζ'. Περὶ τοῦ ἐξιλασμοῦ 'Λαρὼν ἐν τῇ θραύσει.
κη'. Περὶ τῆς βλαστησάσης ῥάβδου τοῦ ᾿Ααρών.
κθ'. Περὶ τῶν διδομένων ἀπαρχῶν τῷ ἱερεῖ.
2. Περὶ τῆς δεκάτης ἧς δεκατ..... οἱ ἱερεῖς.
λα'. Περὶ τῆς..... (forte διαστολῆς) τῆς δαμάλεως.
λβ'. Περὶ ῥαντισμοῦ νόμος.
λγ'. Περὶ τῆς τελευτῆς Μαριάμ.
λδ'. Περὶ τοῦ ὕδατος τῆς ἀντιλογίας.
λε'. Περὶ ὧν ἀπέστειλε Μωϋσῆς ἀγγέλων προς
βασιλέα Εδώμ.
λς'. Περὶ τῆς τελευτῆς ᾿Ααρών.
Распознавание текста
col. 1039–1040page 8 of 200
PG 106:1039λζ'. Περὶ τῆς καταστάσεως Ελεάζαρ. λη'. Περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ὄψεων. λθ'. Τὰ περὶ Ὢγ βασιλέα Βασάν. μ'. Περὶ Βαλάκ βασιλέως Μωάβ. μα'. Τὰ περὶ Βαλαὰμ τὸν μάντιν.. μβ'. Περὶ τῶν πορνευσάντων Μωάβ, καὶ τελεσθέν των τῷ Βεελφεγώρ. μγ'. Τὰ περὶ Φινεές καὶ Μαδιανίτιν. μδ. Περὶ τῶν θυγατέρων Σαλπαάδ. με'. Περὶ τῆς καταστάσεως Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. μς'. Περὶ θυσιῶν ἐνδελεχείας. μζ'. Περὶ θυσιῶν κατὰ Σάββατον. μη'. Περὶ κατὰ νουμηνίαν θυσιῶν. μθ'. Περὶ θυσιῶν τοῦ Πάσχα. ν. Περὶ θυσιῶν τῆς ἑβδομάδος. να'. Περὶ θυσιῶν ἑορτῆς σημασίας. νβ'. Περὶ ὁρισμοῦ εὐχῆς. νγ'. Περὶ τοῦ πολέμου τῶν Μαδιανιτών. νδ. Περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν σκύλων Μαδιάμ. να'. Περὶ τῆς κληρονομίας τῶν δύο φυλῶν καὶ ἥμισυ. νς'. Περὶ τῶν ὑπάρξεων τῶν υἱῶν Ισραήλ. νζ'. Περὶ τῶν ὀφειλόντων εξολοθρευθῆναι. νη'. Περὶ τῆς διαμετρήσεως τῆς γῆς. νθ'. Περὶ τῶν κληρονομούντων τὴν γῆν. ξ'. Περὶ τῆς μερίδος τῶν Λευϊτῶν. ξα'. Περὶ τῶν φυγαδευτηρίων. σ'. Περὶ Σηὼν βασιλέως Εσεβών. β'. Περὶ ἂγ βασιλέως Βασάν. γ΄. Περὶ τῶν πόλεων τῶν φυγαδευτηρίων. δ. Επανάληψις τῆς Δεκαλόγου. ε'. Περὶ τοῦ μὴ ποιεῖν γλυπτόν, μήτε παντὸς ὁμοίωμα. 5. Περὶ δικαιωμάτων καὶ κριμάτων. ζ. Περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου φόβου καὶ ἀγάπης. η. Περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου προστάγματος καὶ τῶν κρίσεων. θ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐν παντὶ τόπῳ θύειν. ε'. Περὶ τοῦ μὴ ἐγκαταλιπεῖν τὸν Λευίτην. ια΄. Περὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν αἷμα. ιβ. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπακολουθεῖν τοῖς ἔθνεσι. ιγ. Περὶ τοῦ ἐνυπνιαζομένου προφήτου. ιδ. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν φείδεσθαι τοῦ ἀποστάτου. ιε'. Περὶ τῶν παρανόμων ἀνδρῶν. ις'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν φαλάκρωμα ποιείν ιζ. Νόμος περὶ βρωμάτων. ιη'. Περὶ δεκατώσεως. ιθ'. Περὶ ἀφέσεως. κ'. Περὶ ἐνδεοῦς ἀδελφων. κα'. Περὶ τῶν προσφερομένων πρωτοτόκων. κβ'. Περὶ τῶν ἑορτῶν τῶν νέων κγ'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν ἑβδομάδων, κι'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν σκηνών. κε'. Λείπει. κς'. Περὶ τῶν μαρτυρούντων. κζ'. Περὶ τοῦ καθισταμένου κριτού. κη'. Περὶ τοῦ καθισταμένου ἄρχοντος.
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
37. De constitutione Eleazari:
38. De immissione serpentium.
λζ'. Περὶ τῆς καταστάσεως Ελεάζαρ.
λη'. Περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν ὄψεων.
λθ'. Τὰ περὶ Ὢγ βασιλέα Βασάν.
μ'. Περὶ Βαλάκ βασιλέως Μωάβ.
μα'. Τὰ περὶ Βαλαὰμ τὸν μάντιν..
μβ'. Περὶ τῶν πορνευσάντων Μωάβ, καὶ τελεσθέν
των τῷ Βεελφεγώρ.
μγ'. Τὰ περὶ Φινεές καὶ Μαδιανίτιν.
μδ. Περὶ τῶν θυγατέρων Σαλπαάδ.
με'. Περὶ τῆς καταστάσεως Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ.
μς'. Περὶ θυσιῶν ἐνδελεχείας.
μζ'. Περὶ θυσιῶν κατὰ Σάββατον.
μη'. Περὶ κατὰ νουμηνίαν θυσιῶν.
μθ'. Περὶ θυσιῶν τοῦ Πάσχα.
ν. Περὶ θυσιῶν τῆς ἑβδομάδος.
να'. Περὶ θυσιῶν ἑορτῆς σημασίας.
νβ'. Περὶ ὁρισμοῦ εὐχῆς.
νγ'. Περὶ τοῦ πολέμου τῶν Μαδιανιτών.
νδ. Περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῶν σκύλων Μαδιάμ.
να'. Περὶ τῆς κληρονομίας τῶν δύο φυλῶν καὶ
ἥμισυ.
νς'. Περὶ τῶν ὑπάρξεων τῶν υἱῶν Ισραήλ.
νζ'. Περὶ τῶν ὀφειλόντων εξολοθρευθῆναι.
νη'. Περὶ τῆς διαμετρήσεως τῆς γῆς.
νθ'. Περὶ τῶν κληρονομούντων τὴν γῆν.
ξ'. Περὶ τῆς μερίδος τῶν Λευϊτῶν.
ξα'. Περὶ τῶν φυγαδευτηρίων.
39. Quæ ad Og regem Basan spectant.
40. De Balac rege Moab.
41. Quæ ad Barlaam ariolum spectant.
42. De fornicantibus Moab, et initiatis Beelphegor.
43. Quæ ad Phinees et Madianitidem spectant.
44. De filiabus Salphaad.
45. De constitutione Josuæ filii Nave.
46. De sacrificiis perpetuis.
47. De sacrificiis in Sabbato,
48. De sacrificiis in neomenia.
49. De sacrificiis Pascha.
51. De sacrificiis festi Tubarum,
50. De sacrificiis hebdomadæ.
52. De definitione vati,
53. De bello Madianitarum.
54. De definitione spoliorum Madian.
55. De possessione duarum tribuum, et mediæ
tribus.
56. De mansionibus filiorum Israel.
57. De debentibus exterminari.
58. De mensuratione terræ.
59. De possidentibus terram.
60. De parte Levitarum.
61. De refugiis.
In Deuteronomio hæc recensentur capita:
σ'. Περὶ Σηὼν βασιλέως Εσεβών.
β'. Περὶ ἂγ βασιλέως Βασάν.
γ΄. Περὶ τῶν πόλεων τῶν φυγαδευτηρίων.
δ. Επανάληψις τῆς Δεκαλόγου.
ε'. Περὶ τοῦ μὴ ποιεῖν γλυπτόν, μήτε παντὸς
ὁμοίωμα.
5. Περὶ δικαιωμάτων καὶ κριμάτων.
ζ. Περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου φόβου καὶ ἀγάπης.
η. Περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου προστάγματος καὶ τῶν
κρίσεων.
θ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐν παντὶ τόπῳ θύειν.
ε'. Περὶ τοῦ μὴ ἐγκαταλιπεῖν τὸν Λευίτην.
ια΄. Περὶ τοῦ μὴ ἐσθίειν αἷμα.
4. De Sebou rege Hesebon.
2. De Og rege Basan,
ιβ. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπακολουθεῖν τοῖς ἔθνεσι.
ιγ. Περὶ τοῦ ἐνυπνιαζομένου προφήτου.
ιδ. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν φείδεσθαι τοῦ ἀποστάτου.
ιε'. Περὶ τῶν παρανόμων ἀνδρῶν.
ις'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν φαλάκρωμα ποιείν
ιζ. Νόμος περὶ βρωμάτων.
ιη'. Περὶ δεκατώσεως.
ιθ'. Περὶ ἀφέσεως.
κ'. Περὶ ἐνδεοῦς ἀδελφων.
κα'. Περὶ τῶν προσφερομένων πρωτοτόκων.
κβ'. Περὶ τῶν ἑορτῶν τῶν νέων
κγ'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν ἑβδομάδων,
κι'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν σκηνών.
κε'. Λείπει.
κς'. Περὶ τῶν μαρτυρούντων.
κζ'. Περὶ τοῦ καθισταμένου κριτού.
κη'. Περὶ τοῦ καθισταμένου ἄρχοντος.
3. De urbibus refugii.
4. Susceptio decalogi,
5. De prohibitione faciendi sculpsile, et omnem
similitudinem.
6. De judicibus et judicijs.
7. De obligatione timoris et dilectionis.
8. De obligatione præcepti es judiciorum.
9. De prohibitione sacrificandi in omni loco,
10. De prohibitione derelinquendi Levitam.
11. De prohibitione comedendi sanguinem,
12. De prohibitione imitandi gentes.
13. De propheta somnium vidente.
14. De prohibitione parcendi apostatæ,
15. De viris transgressoribus legis.
16. De prohibitione faciendi calvitium,
17. Lex de escis.
48. De separatione decima.
19. De remissione.
20. De fratre: egena
21. De oblatis primogenitis.
22. De festis novarum frugum.
23. De festo hebdomadarumı.
21. De festo Tabernaculorum.
25. Deest.
26. De testibus.
27. De constituto judices
28. De constituto principo.
Распознавание текста
col. 1041–1042page 9 of 200
PG 106:1041κθ'. Περὶ τῆς μερίδος τῶν Λευϊτῶν. 2. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν καθαίρεσθαι, καὶ τὰ λοιπά. λα'. Περὶ τοῦ ἀνισταμένου προφήτου. λβ'. Περὶ τῶν φυγαδευτηρίων. λγ'. Περὶ τοῦ φονευτοῦ πρόσταγμα. 28. Περὶ τοῦ μὴ μετακινεῖν ὅρια πατέρων. λε΄. Περὶ τοῦ ψευδομαρτυροῦντος. λς'. Περὶ τῶν ἐξερχομένων εἰς πόλεμον. λη. Περὶ τῆς νευροκοπουμένης δαμάλεως. λη'. Περὶ τῆς αἰχμαλωτίδος ἐξευρημένης. λθ'. Περὶ τῶν δύο γυναικών... μ'. Λείπει. μα'. Περὶ τοῦ κρεμωμένου ἐπὶ ξύλου. μβ'. Περὶ τοῦ πλανωμένου, Η πίπτοντας κτήνους. μγ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν κοσμείσθαι ανοικείως. με. Περὶ τοῦ προφασιστικούς λόγους προσφερομέν νου γυναικί. με'. Λείπει. μς'. Λείπει. μζ'. Περὶ τῆς ἐν πεδίῳ ταπεινουμένης. μη'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπιμίγνυσθαι μητρυς μθ'. Περὶ τῶν μὴ εἰσερχομένων εἰς τὸν οἶκον Κυ ρίου. ν'. Περὶ τοῦ μὴ εἰσερχομένου εἰς τὸν ἀμητόν. να'. Περὶ τοῦ διδομένου βιβλίου ἀποστασίου. να'. Περὶ τοῦ ἐκβαίνοντος εἰς πόλεμον. νγ'. Περὶ τοῦ κλέπτοντος ψυχήν. νδ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἁρπάζειν ἐνέχυρα. νε'. Περὶ τοῦ μὴ ἀποθανεῖν πατέρα ὑπὲρ τέχνων. νς'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπανατρυγάν. νζ'. Περὶ τοῦ μαστιγουμένου ἀσεβοῦς. νη'. Περὶ τῆς χειροκοπουμένης. νθ'. Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν. ξ'. Περὶ τῆς ἀναλείψεως τοῦ ᾿Αμαλήκ. Επ'. Περὶ τῶν ἐν τῷ Καρμήλῳ προσφερομένων. ξ. Περὶ τοῦ δευτέρου ἐπιδεκάτου. ξγ'. Περὶ τῶν εὐλογιῶν, καὶ τῶν καταρῶν. ξδ'. Περὶ τῆς ἐν Μωαβ διαθήκης. ξε'. Εντολή Μωϋσέως πρὸς Ααρών Ἰησοῦ). ξς'. Εντολή Μωυσέως πρὸς τοὺς Λευΐτας. Εξ. Περὶ τῆς ᾠδῆς. ξη'. Περὶ τῆς τελευτῆς Μωϋσέως. ξθ'. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν φυλών. Ιστέον, ὅτι ὁ Μωϋσῆς τὴν πεντάβιβλον ἔγραψε· ταύτην δὲ Ἰησοῦ; α'. Περὶ τῶν ἀποσταλέντων κατασκόπων. β'. Τὰ κατὰ τὴν 'Ραάδ. γ. Λείπει. δ'. Περὶ τῶν λεχθέντων πρὸς Ἰησοῦν. ε΄. Περὶ τῶν δώδεκα λίθων τῶν ἐκ τοῦ Ἰορδάνου, Γ΄. Περὶ ὧν ἔστησεν Ἰησοῦς ιβ' λίθων. ζ'. Περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ Ἰησοῦ. η. Περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἰορδάνου. θ'. Περὶ τῶν κατατακέντων βασιλέων. ι'. Περὶ τῶν μαχαιρῶν τῶν πετρίνων.
29. De portione Levitarum.
30. De prohibitione lustrandi, et reliqua.
31. De surgente propheta.
33. De refugiis.
33. De homicida præceptum.
34. De prohibitione transferendi terminos patrum.
86. De false teste.
36. De exeuntibus ad bellum.
37. De mutilata vitula.
38. De inventa captiva.
39. De duabus uxoribus.
40. Deest.
41. De pendente in ligno.
42. De pecore errante must calente.
43. De prohibitione ornandi se disparato modo.
44. De objiciente uxori fictos sermones
45. Deest.
46. Deest.
47. De humiliata in agro.
48. De probibitone conjungendi se noverere.
49. De non intrantibus in domum Domini.
50. De non intrante ad messem.
51. De dato libro repudii.
52. De exeunte ad bellum.
53. De furante animam.
54. De prohibitione auferendi pignora.
55. De prohibitione occidendi patrem pro aliis.
56. De prohibitione rursus colligendi uvas.
57. De flagellato impio.
58. De amputatione manus.
59. De mensuris et ponderibus.
60. De destructione Amnalec.
61. De oblatis in cartallo.
69. De secunda decimatione.
63. De benedictionibus et maledictionibus.
64. De foedere in Moab.
65. Praeceptum Moysis ad Aaron (sic, lege Josue.)
66. Praeceptum Moysis ad Levitas.
67. De cantico.
68. De morte Moysis.
69. De benedictione tribuum.
κθ'. Περὶ τῆς μερίδος τῶν Λευϊτῶν.
2. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν καθαίρεσθαι, καὶ τὰ λοιπά.
λα'. Περὶ τοῦ ἀνισταμένου προφήτου.
λβ'. Περὶ τῶν φυγαδευτηρίων.
λγ'. Περὶ τοῦ φονευτοῦ πρόσταγμα.
28. Περὶ τοῦ μὴ μετακινεῖν ὅρια πατέρων.
λε΄. Περὶ τοῦ ψευδομαρτυροῦντος.
λς'. Περὶ τῶν ἐξερχομένων εἰς πόλεμον.
λη. Περὶ τῆς νευροκοπουμένης δαμάλεως.
λη'. Περὶ τῆς αἰχμαλωτίδος ἐξευρημένης.
λθ'. Περὶ τῶν δύο γυναικών...
μ'. Λείπει.
μα'. Περὶ τοῦ κρεμωμένου ἐπὶ ξύλου.
μβ'. Περὶ τοῦ πλανωμένου, Η πίπτοντας κτήνους.
μγ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν κοσμείσθαι ανοικείως.
με. Περὶ τοῦ προφασιστικούς λόγους προσφερομέν
νου γυναικί.
με'. Λείπει.
μς'. Λείπει.
μζ'. Περὶ τῆς ἐν πεδίῳ ταπεινουμένης.
μη'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπιμίγνυσθαι μητρυς (sic).
μθ'. Περὶ τῶν μὴ εἰσερχομένων εἰς τὸν οἶκον Κυ
ρίου.
ν'. Περὶ τοῦ μὴ εἰσερχομένου εἰς τὸν ἀμητόν.
να'. Περὶ τοῦ διδομένου βιβλίου ἀποστασίου.
να'. Περὶ τοῦ ἐκβαίνοντος εἰς πόλεμον.
νγ'. Περὶ τοῦ κλέπτοντος ψυχήν.
νδ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἁρπάζειν ἐνέχυρα.
νε'. Περὶ τοῦ μὴ ἀποθανεῖν πατέρα ὑπὲρ τέχνων.
νς'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἐπανατρυγάν.
νζ'. Περὶ τοῦ μαστιγουμένου ἀσεβοῦς.
νη'. Περὶ τῆς χειροκοπουμένης.
νθ'. Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν.
ξ'. Περὶ τῆς ἀναλείψεως τοῦ ᾿Αμαλήκ.
Επ'. Περὶ τῶν ἐν τῷ Καρμήλῳ προσφερομένων.
ξ. Περὶ τοῦ δευτέρου ἐπιδεκάτου.
ξγ'. Περὶ τῶν εὐλογιῶν, καὶ τῶν καταρῶν.
ξδ'. Περὶ τῆς ἐν Μωαβ διαθήκης.
ξε'. Εντολή Μωϋσέως πρὸς Ααρών (sic, hge
Ἰησοῦ).
ξς'. Εντολή Μωυσέως πρὸς τοὺς Λευΐτας.
Εξ. Περὶ τῆς ᾠδῆς.
ξη'. Περὶ τῆς τελευτῆς Μωϋσέως.
ξθ'. Περὶ τῆς εὐλογίας τῶν φυλών.
Precedit librum Josue hac notula: Ιστέον, ὅτι ὁ Μωϋσῆς τὴν πεντάβιβλον ἔγραψε· ταύτην δὲ
Ἰησοῦ;· Sciendum est Moysen scripsisse Pentateuchum; hunc autem Jess.
4. De emissis exploratoribus.
2. Quæ ad Rahab spectant.
3. Deest.
4. De dictis ad Josue.
Libri Josue capita sunt:
5. De duodecim lapidibus ex Jordane.
6. De lapidibus duodecim quos posuit Jubuc.
7. De incremento Josue.
8. De reditu aquarum Jordanis.
9. De deficientibus regibus.
40. De cultris lapideis.
α'. Περὶ τῶν ἀποσταλέντων κατασκόπων.
β'. Τὰ κατὰ τὴν 'Ραάδ.
γ. Λείπει.
δ'. Περὶ τῶν λεχθέντων πρὸς Ἰησοῦν.
ε΄. Περὶ τῶν δώδεκα λίθων τῶν ἐκ τοῦ Ἰορδάνου,
Γ΄. Περὶ ὧν ἔστησεν Ἰησοῦς ιβ' λίθων.
ζ'. Περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ Ἰησοῦ.
η. Περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ Ἰορδάνου.
θ'. Περὶ τῶν κατατακέντων βασιλέων.
ι'. Περὶ τῶν μαχαιρῶν τῶν πετρίνων.
Распознавание текста
col. 1043–1044page 10 of 200
PG 106:1043ια΄. Περὶ τοῦ πρώτου ἀχθέντος Πάσχα. ιβ'. Περὶ τοῦ ὀφθέντος τῷ Ἰησοῦ ἀρχιστρατήγου. ιγ'. Περὶ τῶν σαλπίγγων τῶν ἱερέων. ιδ'. Περὶ τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱεριχώ. ιε'. Περὶ τῆς κλοπῆς τοῦ ᾿Αχαρ. ις'. Περὶ τῶν παταχθέντων διὰ τὸν ᾿Αχαρ. ιζ. Περὶ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ ᾿Αχαρ. ιη'. Περὶ οὗ ᾠκοδόμησε θυσιαστηρίου Ἰησοῦς. εθ'. Περὶ τῆς Γραφῆς τοῦ Δευτερονομίου. κ'. Περὶ τῆς πανουργίας τῶν Γαβαωνιτών. κα'. Περὶ 'Αδωνιβεζεκ βασιλέως Ἱερουσαλήμ. κβ'. Περὶ τῆς στάσεως ἡλίου καὶ σελήνης. κγ'. Περὶ τῆς φυγῆς τῶν ε'. βασιλέων. κδ'. Περὶ τῆς κληρονομίας Χάλεβ τοῦ Ιεφονή. κε'. Λείπει. κς'. Περὶ τῶν πόλεων τῶν φυγαδευτηρίων. κα'. Περὶ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου..... κη'. Περὶ ὧν εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν. α. Λείπει. γ΄. Περὶ τοῦ λαλήσαντος ἀγγέλου τοῖς υἱοῖς Ισραήλ. β'. Περὶ τῶν υἱῶν Ἰσθόρ δ. Περὶ τῶν καταλειφθέντων Ισραήλ. ε'. Πρώτος Γοθονιήλ κριτής. πειρᾶσαι τον 5. β' κριτής 'Αώδ, ᾧ παρεδόθη Εγλών. 5. Τρίτος Σαμεγὰρ, ᾧ παρεδόθησαν οἱ ἀλλόφυλοι. η'. Βαράκ, Δεββῶρα, οἷς παρεδόθη Σισάρα. θ'. Οδὴ Δεββώρας καὶ Βαράκι ε. Περὶ τοῦ λαλήσαντος ἀγγέλου. ια΄. Πέμπτος κριτής Γεδεών, ᾧ παρεδόθη Μαδιάμ. ιβ'. Περὶ τοῦ πόκου καὶ τῆς δρόσου. ιγ. Περὶ τῶν λαψάντων τῇ γλώσσῃ. ιδ. Περὶ τοῦ ἐνυπνίου τῶν Μαδιάμ. ιε'. Περὶ Ὠρήσ, καὶ Ζὴς, καὶ Ζεβελ, καὶ Σαλμανά. ις. Περὶ τῶν οζ' ἀρχόντων ἐν Σοκχώθ. εξ΄. Περὶ οὗ ἐποίησεν Εφουδ Γεδεών. ιη'. Περὶ τῶν ὁ υἱῶν Γεδεών, καὶ ᾿Αβιμέλεχ. ιθ. Περὶ τῶν ξύλων παραβολή. κ'. Εβδομος κριτής Θαλά, όγδοος Παϊρ Γαλααδίτης. κα'. Περὶ Ἰεφθάς. κβ'. Περὶ τῆς θυγατέρος Ιεφθάε. κγ'. ι' 'Αβαισσάν· ια' Αιλώμ· ιβ' ᾿Αβδών. κδ. Τὰ κατὰ Σαμψών. κε'. Περὶ τοῦ προβλήματος. κς'. Εμπυρισμὸς ἀγροῦ γενόμενος ἀλλοφύλων παρὰ τοῦ Σαμψών. κζ'. ᾿Αναίρεσις άλλοφύλων χιλίων γενομένη παρὰ Σαμψὼν ὑπὸ σιαγόνος όνου. κη'. Λείπει. κι. Περὶ Μιχά, και τοῦ ἀργυρίου, καὶ τῆς μητρός αὐτοῦ.
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
ια΄. Περὶ τοῦ πρώτου ἀχθέντος Πάσχα.
ιβ'. Περὶ τοῦ ὀφθέντος τῷ Ἰησοῦ ἀρχιστρατήγου.
ιγ'. Περὶ τῶν σαλπίγγων τῶν ἱερέων.
ιδ'. Περὶ τῆς καταστροφῆς τῆς Ἱεριχώ.
ιε'. Περὶ τῆς κλοπῆς τοῦ ᾿Αχαρ.
ις'. Περὶ τῶν παταχθέντων διὰ τὸν ᾿Αχαρ.
ιζ. Περὶ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ ᾿Αχαρ.
ιη'. Περὶ οὗ ᾠκοδόμησε θυσιαστηρίου Ἰησοῦς.
εθ'. Περὶ τῆς Γραφῆς τοῦ Δευτερονομίου.
κ'. Περὶ τῆς πανουργίας τῶν Γαβαωνιτών.
κα'. Περὶ 'Αδωνιβεζεκ βασιλέως Ἱερουσαλήμ.
κβ'. Περὶ τῆς στάσεως ἡλίου καὶ σελήνης.
κγ'. Περὶ τῆς φυγῆς τῶν ε'. βασιλέων.
κδ'. Περὶ τῆς κληρονομίας Χάλεβ τοῦ Ιεφονή.
κε'. Λείπει.
κς'. Περὶ τῶν πόλεων τῶν φυγαδευτηρίων.
κα'. Περὶ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.....
κη'. Περὶ ὧν εἶπεν Ἰησοῦς πρὸς τὸν λαόν.
11. De celebrato primum Paschale.
42. De apparente Josue principe exercitus.
13. De tubis sacerdolum.
14. De eversione Jericho.
15. De furto Aelar.
16. De percussis propter Achar.
17. De destructione Achar.
18. De altari quod exstruxit Josue.
19. De exscriptione Deuteronomii.
20. De fraude Gabaonitarum.
21. De Aulonibesec rege Jerusalem.
22. De statione solis et lunæ.
23. De fuga quinque regum.
24. De possessione Caleb filii Jephone.
25. Deest.
26. De urbibus refugii.
27. De trans Jordanem....
28. De his quæ dixit Josue ad populum.
Judicum libri divisio sequens est:
α. Λείπει.
γ΄. Περὶ τοῦ λαλήσαντος ἀγγέλου τοῖς υἱοῖς Ισραήλ.
β'. Περὶ τῶν υἱῶν Ἰσθόρ
δ. Περὶ τῶν καταλειφθέντων
Ισραήλ.
ε'. Πρώτος Γοθονιήλ κριτής.
πειρᾶσαι τον
5. β' κριτής 'Αώδ, ᾧ παρεδόθη Εγλών.
5. Τρίτος Σαμεγὰρ, ᾧ παρεδόθησαν οἱ ἀλλόφυλοι.
η'. Βαράκ, Δεββῶρα, οἷς παρεδόθη Σισάρα.
θ'. Οδὴ Δεββώρας καὶ Βαράκι
ε. Περὶ τοῦ λαλήσαντος ἀγγέλου.
ια΄. Πέμπτος κριτής Γεδεών, ᾧ παρεδόθη Μαδιάμ.
ιβ'. Περὶ τοῦ πόκου καὶ τῆς δρόσου.
ιγ. Περὶ τῶν λαψάντων τῇ γλώσσῃ.
ιδ. Περὶ τοῦ ἐνυπνίου τῶν Μαδιάμ.
ιε'. Περὶ Ὠρήσ, καὶ Ζὴς, καὶ Ζεβελ, καὶ Σαλμανά.
ις. Περὶ τῶν οζ' ἀρχόντων ἐν Σοκχώθ.
εξ΄. Περὶ οὗ ἐποίησεν Εφουδ Γεδεών.
ιη'. Περὶ τῶν ὁ υἱῶν Γεδεών, καὶ ᾿Αβιμέλεχ.
ιθ. Περὶ τῶν ξύλων παραβολή.
€
κ'. Εβδομος κριτής Θαλά, όγδοος Παϊρ Γαλααδίτης.
κα'. Περὶ Ἰεφθάς.
κβ'. Περὶ τῆς θυγατέρος Ιεφθάε.
κγ'. ι' 'Αβαισσάν· ια' Αιλώμ· ιβ' ᾿Αβδών.
κδ. Τὰ κατὰ Σαμψών.
κε'. Περὶ τοῦ προβλήματος.
κς'. Εμπυρισμὸς ἀγροῦ γενόμενος ἀλλοφύλων παρὰ
τοῦ Σαμψών.
κζ'. ᾿Αναίρεσις άλλοφύλων χιλίων γενομένη παρὰ
Σαμψὼν ὑπὸ σιαγόνος όνου.
κη'. Λείπει.
κι. Περὶ Μιχά, και τοῦ ἀργυρίου, καὶ τῆς μητρός
αὐτοῦ.
f. Deest.
2. De filiis Jothor.
3. De angelo locuto filiis Israel.
4. De dimissis.... ad experiendum israel.
5. Primus judex Gothoniet.
6. Secundus judex Aod, eui traditus est Eglen.
7. Tertius judex Samgar, cui traditi sunt alienigena.
8. Barach, Debora, quibus traditus est Sisara.
9. Canticum Debora el Barachi.
10. De angelo locuto.
11. Quintus judex Gedeon, cui traditus est Madian.
12. De vellere et rore.
13. De lambentibus lingua.
14. De somnio Madian.
15. De Oreb, et Zeb, et Zebeo et Salmana.
16. De septuagiuta septem principibus in 30coth.
17. De Epbod quod fecit Gedeon.
48. De septuaginta filiis Gedeon, et de Abimelech.
19. De lignis parabola.
20. Septimos judex Thola, octavus Jair Galaadites.
21. De Jephte.
32. De flia Jephte.
23. Decimus Abesan, undecimus. Ailem, duodecimus Abdon.
24. Que ad Samson spectant.
25. De problemale,
26. Incendium agri alienigenarum factumSamson.
27. Destructio mille alienigenarum facta a Samson cum asini maxilla.
28. Deest.
29. De Micha, ct argenico, et eius matre.
Распознавание текста
col. 1045–1046page 11 of 200
PG 106:1045λ'. Περὶ τῶν υἱῶν Δάν. λα'. Περὶ τοῦ Λευΐτου, καὶ τῆς παλλακῆς αὐτοῦ. λβ'. Περὶ τοῦ ὑποδεξαμένου πρεσβύτου. λγ'. Βουλὴ τῶν πρεσβυτέρων περὶ τῆς φυλῆς Βενιαμίν. ΓΕΝΕΣΙΣ. Περὶ τοῦ ὄφεως. Περὶ τῆς ἀδελφοκτονίας. Στη Αδάμ. Περὶ τῆς κιβωτού. Περὶ τῆς πυργοποιίας. Γ' χρηματισμὸς ᾿Αβραάμ. Περὶ τοῦ πολέμου τῶν θα βασιλέων. Περὶ τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Λώτ. Περὶ Μελχισεδέκ. Δ' χρηματισμὸς 'Αβραάμ. Διαθήκη πρὸς ᾿Αβραάμ. Τὰ κατὰ τὴν Σάββαν καὶ τὴν ᾿Αγαρ. Τὰ ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου λεχθέντα τῇ ᾿Αγαρ. Διαθήκη προς Αβραὰμ περὶ περιτομῆς καὶ περὶ τοῦ ὀνόματος. Επαγγελία Ἰσαάκ. Περὶ τοῦ Ἰσραήλ. Περὶ τῶν πιο ριτμηθέντων ὑπὸ ᾿Αβραάμ. Περὶ τῆς ὀπτασίας τῆς γενομένης ἐν τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ πρὸς 'Αβραάμ, καὶ περὶ τῆς ξενοδοχίας αὐτοῦ. Περὶ τῆς καταστροφής Σοδόμων. Περὶ τῆς ξενοδοχίας τοῦ Λώτ. Περὶ τοῦ έμπυρισμοῦ Σοδόμων. Περὶ τῶν θυγατέρων τοῦ Λώτ. Ένθεν Μωαβίται καὶ ᾿Αμμωνίται. Περὶ τῆς Σάββας Ο καὶ τοῦ ᾿Αβιμέλεχ βασιλέως Γεράρων. Οτι προφήτ της ὁ ᾿Αβραάμ. Περὶ τῆς ἐκβολῆς ᾿Αγαρ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς Ἰσμαήλ. Οτε τὸν ᾿Αβραὰμ ἐπείραζεν ὁ Θεὸς περὶ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. Ἔτη της Σάββας βζ' Ετη τοῦ ᾽Αβραὰμ ροε'. Περὶ τῆς κλίματος. Περὶ τοῦ Ἰωσήφ. Ετη Ἰακώβ. ΕΞΟΔΟΣ. Περὶ τῆς βάτου. Ονομα Θεοῦ. Περὶ τῆς ῥάβδου. Περὶ τοῦ ἀγγέλου τοῦ ζητήσαντος ἀποκτεῖναι Μωϋ σῆν ἐν τῇ ὁδῷ. Δ'. Περὶ τῆς ῥάβδου τῆς μεταβληθείσης εἰς δράκοντα. Β'. Τὸ ὕδωρ εἰς αἷμα, πρώτη δὲ πληγή. Γ. Περὶ τῶν βατράχων. Δ'. Περὶ τῶν σχνι φῶν. Ε'. Περὶ τῆς κινομύης. Γ'. Περὶ θνήσεως κτην νῶν. Ζ'. Περὶ τῆς αιθάλης. Η'. Περὶ τῆς χαλάζης. Θ. Περὶ τῆς ἀκρίδος. Γ'. Περὶ τοῦ ψηλαφητοῦ σκό τους. ΙΑ'. Περὶ τελευτῆς τῶν πρωτοτόκων. Περὶ τοῦ Πάσχα. Στη παροικίας υἱῶν Ἰσραὴλ υλ'. Περὶ τοῦ ποντισμοῦ Φαραώ. Περὶ τῆς ὀρτυγομήτρας, καὶ τοῦ μάν. Περὶ ᾿Αμαλήκ. Περὶ Ιοθόρ. Περὶ τῆς διατάξεως τῆς σκηνῆς, ἧς έπηξε Μωϋσῆς. Περὶ τοῦ λογείου. Περὶ τοῦ μύρου. Περὶ τῆς 'μοσχοποιίας. Περὶ τῶν πλακών. Περὶ τῶν πλακῶν τῶν δευτέρων. Περὶ τοῦ καλύμματος. Περὶ Βεσελεήλ. Περὶ τοῦ ἄλατος. Ολοκάρπωσις. Περὶ Ναδάβ και ᾿Αβιούδ. Περὶ νόμου κτηνῶν καθαρῶν καὶ ἀκαθάρ των. Περὶ λέπρας. Περὶ γονοβρυους. ΑΡΙΘΜΟΙ. Αριθμὸς τῶν Λευϊτῶν. ᾿Αριθμὸς τῶν πρωτοτόκων τῶν ἀρσενικῶν. Περὶ ζηλοτυπίας. Νόμος εύξαμένων. Περὶ τοῦ ἐγκαινισμοῦ τῆς σκηνῆς. Αφανισμός τῶν
30. De filiis Dail.
31. De Levita, et ejus concubina.
32. De sene excipiente.
33. Consilium seniorum de tribu Benjamin.
λ'. Περὶ τῶν υἱῶν Δάν.
λα'. Περὶ τοῦ Λευΐτου, καὶ τῆς παλλακῆς αὐτοῦ.
λβ'. Περὶ τοῦ ὑποδεξαμένου πρεσβύτου.
λγ'. Βουλὴ τῶν πρεσβυτέρων περὶ τῆς φυλῆς
Βενιαμίν.
Libri Ruth nulla divisio capitum apparet.
S. SCRIPTURÆ DIVISIO IN CAPITA.
(Ex eod. ms. seculi xı, Bandini, lib. cit. p. 464.)
GENESIS,
De serpente. De fratricidio. Anni Adam. De arca.
De turris ædificatione. Tertia ad Abraham revelatio. De bello novem regum. De captivitate Lot. De
Melchisedec. Quarta ad Abraham revelatio. Fœdus
cum Abraham. Quæ ad Saram et Agar spectant. Quæ
dicta sunt ab angelo Agar. Fœdus cuin Abraham
de circumcisione et nomine. Promissio Isaac. De
Ismael. De circumcisis ab Abraham. De visione
facta in quercu Mambre ad Abraham, et de ejus
hospitalitate.De ruina Sodomæ. De hospitalitate Lot.
De incendio Sodomæ. De fliabus Lot. Iude Moabitae
et Ainmonitz. De Sara et Abimelech rege Gerare.
Quod propheta est Abraham. De ejectione Agar cum
filio suo Israel. Quod Abraham tentavit Deus circa
Isaac filium ejus. Anni Saræ 107 (sic). Anni Abraham 175. De scala. De Joseph. Anni Jacob.
ΓΕΝΕΣΙΣ.
Περὶ τοῦ ὄφεως. Περὶ τῆς ἀδελφοκτονίας. Στη
Αδάμ. Περὶ τῆς κιβωτού. Περὶ τῆς πυργοποιίας.
Γ' χρηματισμὸς ᾿Αβραάμ. Περὶ τοῦ πολέμου τῶν
θα βασιλέων. Περὶ τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ Λώτ. Περὶ
Μελχισεδέκ. Δ' χρηματισμὸς 'Αβραάμ. Διαθήκη πρὸς
᾿Αβραάμ. Τὰ κατὰ τὴν Σάββαν καὶ τὴν ᾿Αγαρ. Τὰ
ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου λεχθέντα τῇ ᾿Αγαρ. Διαθήκη προς
Αβραὰμ περὶ περιτομῆς καὶ περὶ τοῦ ὀνόματος.
Επαγγελία Ἰσαάκ. Περὶ τοῦ Ἰσραήλ. Περὶ τῶν πιο
ριτμηθέντων ὑπὸ ᾿Αβραάμ. Περὶ τῆς ὀπτασίας τῆς
γενομένης ἐν τῇ δρυΐ τῇ Μαμβρῇ πρὸς 'Αβραάμ, καὶ
περὶ τῆς ξενοδοχίας αὐτοῦ. Περὶ τῆς καταστροφής
Σοδόμων. Περὶ τῆς ξενοδοχίας τοῦ Λώτ. Περὶ τοῦ
έμπυρισμοῦ Σοδόμων. Περὶ τῶν θυγατέρων τοῦ Λώτ.
Ένθεν Μωαβίται καὶ ᾿Αμμωνίται. Περὶ τῆς Σάββας
Ο καὶ τοῦ ᾿Αβιμέλεχ βασιλέως Γεράρων. Οτι προφήτ
της ὁ ᾿Αβραάμ. Περὶ τῆς ἐκβολῆς ᾿Αγαρ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτῆς Ἰσμαήλ. Οτε τὸν ᾿Αβραὰμ ἐπείραζεν ὁ
Θεὸς περὶ Ἰσαὰκ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. Ἔτη της Σάββας βζ' (sic). Ετη τοῦ ᾽Αβραὰμ ροε'. Περὶ τῆς κλίματος.
Περὶ τοῦ Ἰωσήφ. Ετη Ἰακώβ.
EXODUS.
De rubo. Nomen Dei. De virga. De angelo volente
occidere Moysen in itinere. 1. De virga conversa in
draconem. Il. Aqua in sanguinem, prima plaga. III.
De ranis. IV. De sciniphis. V. De musca. Vl. De
morte pecorum. Vll. De ulceribus. VIII. De grandine. IX. De locusta. X. De tenebris palpabilibus. XI.
De morte primogenitorum. De Pascha. Anni commorationis filiorum Israel 430. De submersione
Pharaonis. De coturnice et mauna. De Amalec. De
Jothor. De distributione tabernaculi quod exstruxit
Moyses. De rationali. De unguento. De vituli fabricatione. De tabulis. De secundis tabulis. De velo.
De Beseleel.
ΕΞΟΔΟΣ.
Περὶ τῆς βάτου. Ονομα Θεοῦ. Περὶ τῆς ῥάβδου.
Περὶ τοῦ ἀγγέλου τοῦ ζητήσαντος ἀποκτεῖναι Μωϋσῆν ἐν τῇ ὁδῷ. Δ'. Περὶ τῆς ῥάβδου τῆς μεταβλη
θείσης εἰς δράκοντα. Β'. Τὸ ὕδωρ εἰς αἷμα, πρώτη
δὲ πληγή. Γ. Περὶ τῶν βατράχων. Δ'. Περὶ τῶν σχνιφῶν. Ε'. Περὶ τῆς κινομύης. Γ'. Περὶ θνήσεως κτην
νῶν. Ζ'. Περὶ τῆς αιθάλης. Η'. Περὶ τῆς χαλάζης.
Θ. Περὶ τῆς ἀκρίδος. Γ'. Περὶ τοῦ ψηλαφητοῦ σκότους. ΙΑ'. Περὶ τελευτῆς τῶν πρωτοτόκων. Περὶ τοῦ
Πάσχα. Στη παροικίας υἱῶν Ἰσραὴλ υλ'. Περὶ τοῦ
ποντισμοῦ Φαραώ. Περὶ τῆς ὀρτυγομήτρας, καὶ τοῦ
μάν. Περὶ ᾿Αμαλήκ. Περὶ Ιοθόρ. Περὶ τῆς διατάξεως
τῆς σκηνῆς, ἧς έπηξε Μωϋσῆς. Περὶ τοῦ λογείου.
Περὶ τοῦ μύρου. Περὶ τῆς 'μοσχοποιίας. Περὶ τῶν πλακών. Περὶ τῶν πλακῶν τῶν δευτέρων. Περὶ τοῦ
καλύμματος. Περὶ Βεσελεήλ.
LEVITICUS.
De sale. Holocaustum. De Nadab et Abiud. De
lege pecorum mundorum et immundorum. De lepra.
De gonorrhoea.
NUMERI.
Numerus Levitarum. Numerus primogenitorum
masculorum. De zelotypia. Lex voventium. De dedicatione tabernaculi. Purifcatio Levitarum. De
AEYITIKON.
· Περὶ τοῦ ἄλατος. Ολοκάρπωσις. Περὶ Ναδάβ και
᾿Αβιούδ. Περὶ νόμου κτηνῶν καθαρῶν καὶ ἀκαθάρ
των. Περὶ λέπρας. Περὶ γονοβρυους.
ΑΡΙΘΜΟΙ.
Αριθμὸς τῶν Λευϊτῶν. ᾿Αριθμὸς τῶν πρωτοτόκων
τῶν ἀρσενικῶν. Περὶ ζηλοτυπίας. Νόμος εύξαμένων.
Περὶ τοῦ ἐγκαινισμοῦ τῆς σκηνῆς. Αφανισμός τῶν
Распознавание текста
col. 1047–1048page 12 of 200
PG 106:1047Λευϊτῶν. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Περὶ τῆς ἐπιθυμίας τῶν χρεῶν. Περὶ τῆς ὀρτυγομής τρας. Περὶ Μαρίας καὶ Ααρών γογγυζόντων κατὰ Μωϋσή. Ότι Αὐτῆς ἤκουον πρώην Ἰησοῦς ὁ Ναυή. Περὶ τοῦ εὑρεθέντος συλλέγοντος ξύλα. Περὶ τῶν κρασπέδων. Περὶ Δαθὰν καὶ ᾿Αβηρών. Περὶ ἀπτο μένων νεκροῦ. Τελευτή Μαριάμ. Περὶ τῆς πέτρας. Τελευτή Ααρών. Περὶ τοῦ χαλκοῦ ὄφεως. Ασμα Ισραήλ. Περὶ τοῦ μάντεως Βαλαάμ. Περὶ τῆς ὄνου τῆς λαλησάσης. Περὶ τοῦ ζήλου Φινεές. Παράταξις Ἰσραὴλ πρὸς Μαδιάμ καὶ ἐκλογή. Περὶ τῆς 'Ααρών τελευτῆς ἐν μιᾷ τοῦ Αὐγούστου. ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ. Τὰ θεμιτά κτήνη. Τὰ ἀθέμιτα. Περὶ ἰχθύων. Περὶ πετεινῶν. Διὰ τί ἄζυμα ὤρισται. Εὐλογία. Κατάρα. Οδὴ β' Μωϋσέως. Εὐλογία Μωϋσέως. Ετη Μωϋσέως ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΥΗ. Περὶ Ῥακό τῆς πόρνης. Περὶ τῆς διαβάσεως τῆς κιβωτοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνη ποταμῷ. Περὶ τῶν πετρίνων μαχαιρῶν. Περὶ τοῦ ὀφθέντος τῷ Ἰησοῦ ἐν Ιεριχώ ἀρχαγγέλου. Περὶ τῶν τειχῶν Ἱεριχώ, καὶ περὶ Ραὰς τῆς πόρνης. Περὶ τοῦ νοσφισμοῦ ᾿Αχαρ. Περὶ τῆς Γαί. Περὶ τῆς πανουργίας τῶν Γαβαωνιτῶν. Περὶ τῶν πέντε βασιλέων τῶν Ιεβουσαίων. Οτε ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐπὶ Ἰησοῦ. Περὶ Ἰαβίν. Οτι τὸν Βαλαὰμ ἀπέκτεινεν Ισραήλ. Περὶ τοῦ βωμοῦ οὗ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Γάδ, καὶ οἱ υἱοὶ Του δίν. ΚΡΙΤΑΙ. Περὶ τοῦ κλαυθμώνος. Περὶ δουλείας Ἰσραὴλ τῷ Χουσαρσαθών. Περὶ δουλείας Ἰσραὴλ τῷ Διγλων. Περὶ ᾿Αώδ. Περὶ Δεββώρας. Περὶ τοῦ πασσάλου, ἐν ᾧ πεφόνευται Σισάρα. ᾠδὴ εὐχαριστήριος Δεββώ ρας καὶ Βαράκ. Περὶ Μαδιάμ. Περὶ Γεδεών. Περί τοῦ πόκου Γεδεών. Οτι καὶ Ἱεροβάαλ ήκουσεν ὁ Γεδεών. Οραμα, Λύσις. Περὶ Ζεβεὶ καὶ Σαλμανά. Τελευτή Γεδεών. Περὶ 'Αβιμέλεχ. Παραβολή. Όπως πεφόνευσε γυνὴ κόμματι μύλου τὸν ᾿Αβιμέλεχ. Περί Θωλά. Περὶ Ἰατρ. Περὶ Ιεφθάε. Περὶ Εσεβών. Περὶ Εδώμ. Περὶ Λαβδών. Περὶ Μανωέ. Περὶ Σαμψών. Περὶ τοῦ λέοντος. Περὶ τῶν ἀλωπέκων, ἐν οἷς ἐνα έπρησε τὰ δράγματα τῶν ἀλλοφύλων Σαμψών. Περὶ τῆς σιαγόνος ἐν ᾗ ἐπάταξεν ο άνδρας. Τελευτή Σαμψών. Περὶ Σεμέγαρ. Περὶ Μιχά ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α'. ΡΟΥΘ. Προσευχή "Αννης. Οδὴ "Αννης. Περὶ τῶν υἱῶν Ηλί. Περὶ τῆς νουθεσίας Ηλί. Περὶ τῆς γενομένης πρὸς Σαμουήλ φωνῆς. Περὶ τῆς κιβωτοῦ, καὶ τοῦ θανάτου τῶν β' υἱῶν Ηλί. Περὶ τοῦ τέλους Ἠλί. Περὶ τῆς ήττης τῶν ἀλλοφύλων. Περὶ τῶν υἱῶν Σα μουήλ. Περὶ τοῦ Ἰσραήλ αιτούντων βασιλέα. Περί ὧν διεμαρτύρατο Σαμουὴλ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, ζητοῦσι παρ' αὐτοῦ βασιλέα. Περὶ Σαούλ α' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς ἀρᾶς ἧς ἡράσατο Σαούλ τῷ λαῷ. Οτε
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
Λευϊτῶν. Περὶ τοῦ γογγυσμοῦ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. murmuratione filiorun Israel. De concupiscentia
Περὶ τῆς ἐπιθυμίας τῶν χρεῶν. Περὶ τῆς ὀρτυγομής
τρας. Περὶ Μαρίας καὶ Ααρών γογγυζόντων κατὰ
Μωϋσή. Ότι Αὐτῆς ἤκουον πρώην Ἰησοῦς ὁ Ναυή.
Περὶ τοῦ εὑρεθέντος συλλέγοντος ξύλα. Περὶ τῶν
κρασπέδων. Περὶ Δαθὰν καὶ ᾿Αβηρών. Περὶ ἀπτομένων νεκροῦ. Τελευτή Μαριάμ. Περὶ τῆς πέτρας.
Τελευτή Ααρών. Περὶ τοῦ χαλκοῦ ὄφεως. Ασμα
Ισραήλ. Περὶ τοῦ μάντεως Βαλαάμ. Περὶ τῆς ὄνου
τῆς λαλησάσης. Περὶ τοῦ ζήλου Φινεές. Παράταξις
Ἰσραὴλ πρὸς Μαδιάμ καὶ ἐκλογή. Περὶ τῆς 'Ααρών
τελευτῆς ἐν μιᾷ τοῦ Αὐγούστου.
ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ.
Τὰ θεμιτά κτήνη. Τὰ ἀθέμιτα. Περὶ ἰχθύων. Περὶ
carnium. De coturnice. De Maria et Aaron murmurantibus contra Moysen. Quod Ose vocabatur nuper
Josue filius Nave. De invento homine colligente
ligno. De Gimbriis. De Dalhan et Abiron. De tangentibus mortuum. Mors Mariæ. De petra. Mors
Aaron. De serpente æneo. Canticum Israel. De ariolo
Balaan. De asina locuta. De zelo Phinees, recensio
Israel juxta Madian, et selectio. De morte Aaron
prinia die Augusti.
DEUTERONOMIUM.
Legalia pecora. Illegalia. De piscibus. De volucriπετεινῶν. Διὰ τί ἄζυμα ὤρισται. Εὐλογία. Κατάρα. bus. Cur azyma præscripta sunt. Benedictio.
- Οδὴ β' Μωϋσέως. Εὐλογία Μωϋσέως. Ετη Μωϋσέως
p' xal x'.
ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΥΗ.
Maledictjo. Canticum secundum Moysis. Benedictio
Moysis. Anui Moysis centum et viginti.
JOSUE FILIUS NAVE.
De Raab meretrice. De transitu arcæ per fluvium
Jordanem. De lapideis cultris. De apparente Josue
archangelo in Jericho. De muris Jericho, et de
Raab meretrice. De furto Achar. De Gai. De fraude
Gabaonitarum. De quinque regibus Jebusæorum.
Quando stetit sol et luna jussu Josue. De Jabin.
Quod Baliam occidit Israel. De altari, quod exstruxerunt filii Gad et filii Ruben.
Περὶ Ῥακό τῆς πόρνης. Περὶ τῆς διαβάσεως τῆς
κιβωτοῦ ἐν τῷ Ἰορδάνη ποταμῷ. Περὶ τῶν πετρίνων
μαχαιρῶν. Περὶ τοῦ ὀφθέντος τῷ Ἰησοῦ ἐν Ιεριχώ
ἀρχαγγέλου. Περὶ τῶν τειχῶν Ἱεριχώ, καὶ περὶ
Ραὰς τῆς πόρνης. Περὶ τοῦ νοσφισμοῦ ᾿Αχαρ. Περὶ
τῆς Γαί. Περὶ τῆς πανουργίας τῶν Γαβαωνιτῶν.
Περὶ τῶν πέντε βασιλέων τῶν Ιεβουσαίων. Οτε
ἔστη ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη ἐπὶ Ἰησοῦ. Περὶ Ἰαβίν.
Οτι τὸν Βαλαὰμ ἀπέκτεινεν Ισραήλ. Περὶ τοῦ βωμοῦ οὗ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Γάδ, καὶ οἱ υἱοὶ Του
δίν.
ΚΡΙΤΑΙ.
Περὶ τοῦ κλαυθμώνος. Περὶ δουλείας Ἰσραὴλ τῷ
Χουσαρσαθών. Περὶ δουλείας Ἰσραὴλ τῷ Διγλων.
Περὶ ᾿Αώδ. Περὶ Δεββώρας. Περὶ τοῦ πασσάλου, ἐν
ᾧ πεφόνευται Σισάρα. ᾠδὴ εὐχαριστήριος Δεββώρας καὶ Βαράκ. Περὶ Μαδιάμ. Περὶ Γεδεών. Περί
τοῦ πόκου Γεδεών. Οτι καὶ Ἱεροβάαλ ήκουσεν ὁ
Γεδεών. Οραμα, Λύσις. Περὶ Ζεβεὶ καὶ Σαλμανά.
Τελευτή Γεδεών. Περὶ 'Αβιμέλεχ. Παραβολή. Όπως
πεφόνευσε γυνὴ κόμματι μύλου τὸν ᾿Αβιμέλεχ. Περί
Θωλά. Περὶ Ἰατρ. Περὶ Ιεφθάε. Περὶ Εσεβών. Περὶ
Εδώμ. Περὶ Λαβδών. Περὶ Μανωέ. Περὶ Σαμψών.
Περὶ τοῦ λέοντος. Περὶ τῶν ἀλωπέκων, ἐν οἷς ἐνα
έπρησε τὰ δράγματα τῶν ἀλλοφύλων Σαμψών. Περὶ
τῆς σιαγόνος ἐν ᾗ ἐπάταξεν ο άνδρας. Τελευτή
Σαμψών. Περὶ Σεμέγαρ. Περὶ Μιχά
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Α'.
JUDICES.
De loco fletus. De servitute Israel sub Cusarsathon. De servitute Israel sub Æglon. De Aod. De
Debora. ¡De clavo quocum occisus est Sisara. Canticum gratiarum Deboræ et Barach. De Madian,
De Gedeon. De vellere Gedeon. Quod Jerobaal
eliam vocabatur Gedeon. Visio. Interpretatio. De
Zebeo et Salmana. Mors Gedeon. De Abimelech.
Parabola. Quomodo occidit mulier Abimelech fragmento nolæ. De Thola. De Jair. De Jephte. De
Esebon. De Edom. De Labdon. De Manoe. De
Samson. De leone. De vulpibus quibuscum cremavit Samson spicas alienigenarum. De maxilla quacum mactavit mille viros. Mors Samson. De Semgar. De Micha.
ΡΟΥΘ.
(Nulla adnotantur capita.)
Προσευχή "Αννης. Οδὴ "Αννης. Περὶ τῶν υἱῶν
Ηλί. Περὶ τῆς νουθεσίας Ηλί. Περὶ τῆς γενομένης
πρὸς Σαμουήλ φωνῆς. Περὶ τῆς κιβωτοῦ, καὶ τοῦ
θανάτου τῶν β' υἱῶν Ηλί. Περὶ τοῦ τέλους Ἠλί.
Περὶ τῆς ήττης τῶν ἀλλοφύλων. Περὶ τῶν υἱῶν Σαμουήλ. Περὶ τοῦ Ἰσραήλ αιτούντων βασιλέα. Περί
ὧν διεμαρτύρατο Σαμουὴλ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, ζητοῦσι
παρ' αὐτοῦ βασιλέα. Περὶ Σαούλ α' βασιλέως Ισραήλ.
Περὶ τῆς ἀρᾶς ἧς ἡράσατο Σαούλ τῷ λαῷ. Οτε
REGNORUM I.
Oratio Annae. Canticum Anna. De fliis Hell. De
admonitione Heli. De facta voce ad Samuel. De arca,
et morte duorum filiorum Heli. De fine Heli. De
humiliatione alienigenarum. De filiis Samuel. De
filiis Israel petentibus regem. De his quæ contestatus est Samuel filiis Israel ab eo regem petentibus.
De Saul primo rege Israel. De maledictione qua se
obstrinxit Saul coram populo. Quando recensuit
Saul ad Amalec. De David Gilio Jesse. De Goliath alicРаспознавание текста
col. 1049–1050page 13 of 200
PG 106:1049παρετάξατο Σαούλ πρὸς Αμαλήκ. Περὶ Δαβίδ υἱοῦ Ιεσσαί. Περὶ Γολιάθ τοῦ ἀλλοφύλου. Περὶ Νάβαλ, Περὶ ᾿Αβιγαίας. Περὶ Σαούλ καὶ τῆς ἐγγαστριμύθου. Περὶ τῶν ᾿Αμαληκιτῶν. Περὶ Σαούλ καὶ τοῦ δοτος Γελβουέ. ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β'. Θρήνος Δαβὶδ ἐπὶ Σαούλ και Ιωνάθαν. Τα περί Ἰωάβ καὶ ᾿Αβεννήρ. Θρήνος Δαβὶδ ἐπὶ ᾿Αβεννήρ. Περὶ τῶν ἀποκτεινάντων Ἱεβοσθὲ ἐπὶ κλίνης αὐτοῦ. Περὶ τῆς κιβωτοῦ Κυρίου, καὶ περὶ Ὀζάθ. Περί Μελχόλ. Περὶ τοῦ ῥήματος Κυρίου τοῦ πρὸς Ναθάν. Προσευχή Δαβίδ. Περὶ 'Αδραζάρ. Περὶ Μεμφιβοσθέ Περὶ 'Αννών. Τὰ περὶ Βερσαβεε καὶ Οὐρίαν. Περὶ Ναθαν ἐλέγχοντος τὸν Δαβίδ, καὶ περὶ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀπειλῆς παραβολή. Τὰ περὶ 'Αμνὼν καὶ Θάμαρ. Τα περὶ ᾿Αβεσαλώμ καὶ ᾿Αμνών. Τὰ περὶ τῆς γυναικός τῆς Θεκωίτιδος. Περὶ τοῦ κάλλους Αβεσαλώμ. Περί τῆς μερίδος ἧς ἐνέπρησεν ᾿Αβεσαλώμ. Περὶ Δαδι ἀποδιδράσκοντος ἀπὸ προσώπου ᾿Αβεσαλώμ. Περί Σεμεί. 'Αρά. Περὶ τῶν βουλῶν ᾿Αχιτόφελ τῷ ᾿Αβε σαλώμ. Συμβουλία Κουσί. Τέλος τοῦ ᾿Αχιτόφελο Περὶ τοῦ πολέμου 'Αβεσαλώμ, καὶ τοῦ θανάτου αύ τοῦ, καὶ περὶ τῆς στήλης αὐτοῦ ἦς έστησεν. Θρήνος Δαβιδ περὶ Σεμεῖ τὸ δεύτερον. Περὶ Μεμφιβοσθέ. Περὶ τῶν ι' παλλακῶν. Περὶ ᾿Αμεσσαί. Περὶ τῆς γυναικὸς τῆς σοφῆς, καὶ περὶ Σαβεέ. Περὶ τοῦ λιμού. Περὶ τοῦ αἰτήματος τῶν Γαβαωνιτών. Περὶ Ιεσδί. ᾠδὴ τοῦ Δαβίδ. Τέλος τῆς ᾠδῆς. Περὶ τῆς τοῦ ὑδι τος τῷ Δαβίδ ἐπιθυμίας. Περὶ τῆς ἀνδρείας Βαντίς. Περὶ τῆς ἀριθμήσεως τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα. Ἰσραὴλ μ'. Ιούδα φ'. Περὶ ὧν εἶπεν Γάδ τῷ Δαβίδ. Απόκρισις Δαβίδ. Περὶ τοῦ θανάτου τῶν ο. Περὶ Ἱερουσαλήμ. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου, οὗ ᾠκοδόμησε Δαβίδ. ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ. Περὶ 'Αδωνίου. Συμβουλία Ναθαν τῇ Βηρσαβεέ. Περὶ Σολομώντος δ' βασιλέω; Ισραήλ. Εντολή Δε τῷ Σολομῶντι. Περὶ τοῦ τέλους Δαβίδ. Ετη τῆς βασιλείας Δαβίδ. Περὶ τοῦ αἰτήματος οὗ ᾐτήσατε Αδωνίας τῇ Βηρσαβεέ. Περὶ τοῦ θανάτου Αδωνίου, καὶ περὶ ᾿Αβιάθαρ, καὶ περὶ τῆς φυγῆς Ἰωάβ, καὶ περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ οίκου, οὗ ᾠκοδόμησε Κυρίῳ Σολομών. Περὶ Σημεί Περὶ τῆς βασιλίσσης Σαβά. Περὶ τῆς παρανομίας Σολομῶντος. Περὶ ᾿Αχία τοῦ Σηλωνίτου. Στη βασι λείας Σολομῶντος. Περὶ Ροβοάμ, ε βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς βασιλείας Ιεροβοάμ δούλου Σολο μῶντος, δ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς χρυσής δα μάλεως. Τὰ περὶ τῶν β' προφητῶν. Περὶ τοῦ παιδὸς Ιεροβοάμ. Έτη βασιλείας Ιεροβοάμ. Περὶ Σουσακὶμ. Περὶ τῆς βασιλείας Ασά. Περὶ Ναβάτ η' βασι λέως Ισραήλ. Περὶ Βαασὰ θ' βασιλέως Ισραήλ. Περί Ηλὰ ι' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ζαμβρί, και βασι λέως Ισραήλ. Περὶ 'Αχαάβ, ιβ' βασιλέως Ισραήλ Περὶ Ηλιοῦ τοῦ προφήτου. Περὶ τῆς χήρας. Περί τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας. Περὶ τῶν προφητῶν τῆς αἰσχύνης. Περὶ Ιεζάβελ. Περὶ Ελισσαιέ. Περὶ Ναβουθαί καὶ ᾿Αχαάβ. Τὰ περὶ τοῦ υἱοῦ ᾿Αδερ καὶ τοῦ ᾿Αχαάβ. Περὶ τῶν σιδηρῶν κεράτων. Περὶ τοῦ τέλους 'Αχαία Ιωράμ ιγ' βασιλεὺς Ἰσραήλ. ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ'. Περὶ Ἰωρὰμ ιδ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς ἀνα
migens. De Nabal. De Abigai. De Saul et pythonissa. παρετάξατο Σαούλ πρὸς Αμαλήκ. Περὶ Δαβίδ υἱοῦ
De Amalecitis. De Saul et monte Gelboe.
Ιεσσαί. Περὶ Γολιάθ τοῦ ἀλλοφύλου. Περὶ Νάβαλ,
Περὶ ᾿Αβιγαίας. Περὶ Σαούλ καὶ τῆς ἐγγαστριμύθου. Περὶ τῶν ᾿Αμαληκιτῶν. Περὶ Σαούλ καὶ τοῦ δοτος
Γελβουέ.
REGNORUM II.
Planctus David super Saul et Jonatham. Quæ ad
Joab et Abner spectant. Planctus David super
Abner. De occidentibus Isboseth in lecto ejus. De
arca Domini, et de Ozath. De Melchol. De verbo
Domini ad Nathan. Oratio David. De Adrazar. De
Miphibozeth. De Annon. Quæ ad Bersabee et
Uriam spectant. De Nathan accusante David, et de
minis Dei parabola. Quæ ad Amnon et Thamar
spectant. Quae ad Absalom et Amnon spectant. Quæ
ad mulierem Thecuitidem spectant. De pulchritudine Absalom. De segete quam conibussit Absalon.
De Davidl fugiente a facie Absalom. De Semei. Maledictio. De consiliis Achitophel ad Absalum. Consilium Chusi. Finis Achitophel. De bello Absalom,
et morte ejus,et de columna quam sibi erexera l.
Planctus David. De Semei secundo. De Miphiboseth.
De decem concubinis. De Amasa. De muliere sapiente, et de Sabee. De fame. De petitione Gabaouitarum. De Jesbi. Canticum David. Finis cantici. De David aquam cupiente. De fortitudine Banaia. De enumeratione filiorum Israel et Juda.
Ex Israel 800, 000, ex Juda 500, 000. De his quæ
dixit Gad David. Responsum David. De morte
70, 000 virorum. De Jerusalem. De allari quod
exstruxit David.
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Β'.
Θρήνος Δαβὶδ ἐπὶ Σαούλ και Ιωνάθαν. Τα περί
Ἰωάβ καὶ ᾿Αβεννήρ. Θρήνος Δαβὶδ ἐπὶ ᾿Αβεννήρ.
Περὶ τῶν ἀποκτεινάντων Ἱεβοσθὲ ἐπὶ κλίνης αὐτοῦ.
Περὶ τῆς κιβωτοῦ Κυρίου, καὶ περὶ Ὀζάθ. Περί
Μελχόλ. Περὶ τοῦ ῥήματος Κυρίου τοῦ πρὸς Ναθάν.
Προσευχή Δαβίδ. Περὶ 'Αδραζάρ. Περὶ Μεμφιβοσθέ
Περὶ 'Αννών. Τὰ περὶ Βερσαβεε καὶ Οὐρίαν. Περὶ
Ναθαν ἐλέγχοντος τὸν Δαβίδ, καὶ περὶ τῆς τοῦ Θεοῦ
ἀπειλῆς παραβολή. Τὰ περὶ 'Αμνὼν καὶ Θάμαρ. Τα
περὶ ᾿Αβεσαλώμ καὶ ᾿Αμνών. Τὰ περὶ τῆς γυναικός
τῆς Θεκωίτιδος. Περὶ τοῦ κάλλους Αβεσαλώμ. Περί
τῆς μερίδος ἧς ἐνέπρησεν ᾿Αβεσαλώμ. Περὶ Δαδι
ἀποδιδράσκοντος ἀπὸ προσώπου ᾿Αβεσαλώμ. Περί
Σεμεί. 'Αρά. Περὶ τῶν βουλῶν ᾿Αχιτόφελ τῷ ᾿Αβε
σαλώμ. Συμβουλία Κουσί. Τέλος τοῦ ᾿Αχιτόφελο
Περὶ τοῦ πολέμου 'Αβεσαλώμ, καὶ τοῦ θανάτου αύτοῦ, καὶ περὶ τῆς στήλης αὐτοῦ ἦς έστησεν. Θρήνος
Δαβιδ περὶ Σεμεῖ τὸ δεύτερον. Περὶ Μεμφιβοσθέ.
Περὶ τῶν ι' παλλακῶν. Περὶ ᾿Αμεσσαί. Περὶ τῆς
γυναικὸς τῆς σοφῆς, καὶ περὶ Σαβεέ. Περὶ τοῦ λιμού.
Περὶ τοῦ αἰτήματος τῶν Γαβαωνιτών. Περὶ Ιεσδί.
ᾠδὴ τοῦ Δαβίδ. Τέλος τῆς ᾠδῆς. Περὶ τῆς τοῦ ὑδιτος τῷ Δαβίδ ἐπιθυμίας. Περὶ τῆς ἀνδρείας Βαντίς.
Περὶ τῆς ἀριθμήσεως τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Ἰσραὴλ μ'. Ιούδα φ'. Περὶ ὧν εἶπεν Γάδ τῷ Δαβίδ.
Απόκρισις Δαβίδ. Περὶ τοῦ θανάτου τῶν ο. Περὶ Ἱερουσαλήμ. Περὶ τοῦ θυσιαστηρίου, οὗ ᾠκοδόμησε
Δαβίδ.
REGNORUM III.
ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ.
De Adonia. Consilium Nathan ad Bersabee. De Περὶ 'Αδωνίου. Συμβουλία Ναθαν τῇ Βηρσαβεέ.
Salomone quarto rege Israel. Præcepla David ad Περὶ Σολομώντος δ' βασιλέω; Ισραήλ. Εντολή ΔεSalomonem. De fine David. Anni regni David. De 6:8 τῷ Σολομῶντι. Περὶ τοῦ τέλους Δαβίδ. Ετη τῆς
petitione quam petiit Adonias a Bersabee. De morte βασιλείας Δαβίδ. Περὶ τοῦ αἰτήματος οὗ ᾐτήσατε
Adoniæ, et de Abiathar, et fuga Joab, et ejus morte. Αδωνίας τῇ Βηρσαβεέ. Περὶ τοῦ θανάτου Αδωνίου,
De ædificatione domus, quam ædificavit Domino καὶ περὶ ᾿Αβιάθαρ, καὶ περὶ τῆς φυγῆς Ἰωάβ, καὶ
Salomon. De Semei. De regina Saba. De prævari- περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Περὶ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ
calione Salomonis. De Achia Silonite. Anni regni οίκου, οὗ ᾠκοδόμησε Κυρίῳ Σολομών. Περὶ Σημεί
Salomonis. De Roboam, quinto rege Israel. De re- Περὶ τῆς βασιλίσσης Σαβά. Περὶ τῆς παρανομίας
gno Jeroboam famuli Salomonis, sexti regis Israel. Σολομῶντος. Περὶ ᾿Αχία τοῦ Σηλωνίτου. Στη βασι
De aureis vitulis. Quæ ad duos prophetas spectant. λείας Σολομῶντος. Περὶ Ροβοάμ, ε βασιλέως
De puero Jeroboam. Anni regni Jeroboam. De Ισραήλ. Περὶ τῆς βασιλείας Ιεροβοάμ δούλου Σολο
Susac. De regno Asa. De Nabat octavo rege Israel. μῶντος, δ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς χρυσής δα
De Baasa nono rege Israel. De Ela deciino rege μάλεως. Τὰ περὶ τῶν β' προφητῶν. Περὶ τοῦ παιδὸς
Israel. De Zambri, undecimo rege Israel. De Achab, Ιεροβοάμ. Έτη βασιλείας Ιεροβοάμ. Περὶ Σουσαduodecimo rege Israel. De Elia propheta. De vidua. κίμ. Περὶ τῆς βασιλείας Ασά. Περὶ Ναβάτ η' βασιDe filio viduæ. De prophetis confusionis. De Jezabel. λέως Ισραήλ. Περὶ Βαασὰ θ' βασιλέως Ισραήλ. Περί
De Eliseo. De Nabutha et Achab. Quæ ad filium Ηλὰ ι' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ζαμβρί, και βασιAder et Achal spectant. De ferreis cornibus. De λέως Ισραήλ. Περὶ 'Αχαάβ, ιβ' βασιλέως Ισραήλ
interitu Achab. Joram tredecimus rex Israel.
Περὶ Ηλιοῦ τοῦ προφήτου. Περὶ τῆς χήρας. Περί
τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας. Περὶ τῶν προφητῶν τῆς αἰσχύνης. Περὶ Ιεζάβελ. Περὶ Ελισσαιέ. Περὶ Ναβουθαί
καὶ ᾿Αχαάβ. Τὰ περὶ τοῦ υἱοῦ ᾿Αδερ καὶ τοῦ ᾿Αχαάβ. Περὶ τῶν σιδηρῶν κεράτων. Περὶ τοῦ τέλους 'Αχαία
Ιωράμ ιγ' βασιλεὺς Ἰσραήλ.
REGNORUM IV.
De Joram quatuordecimo rege Israel. De assumΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ'.
Περὶ Ἰωρὰμ ιδ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τῆς ἀναРаспознавание текста
col. 1051–1052page 14 of 200
PG 106:1051λήψεως Ηλιού. Περὶ τῶν ἁλμυρῶν ὑδάτων. Περὶ τῆς γυναικὸς, καὶ περὶ τῆς εὐλογίας τῶν σκευῶν τοῦ Ελαίου. Περὶ τῆς γυναικὸς τῆς Σουναμίτιδος. Περὶ τῆς τολύπης, καὶ περὶ τῶν προφητών. Περὶ τῶν ἄρτων καὶ τῶν καλαθῶν. Περὶ Νεεμὰν τοῦ Σύρου. Τὰ περὶ Γιεζί. Περὶ τοῦ σιδηρίου. Περὶ τοῦ πολέμου τοῦ βασιλέως Συρίας, καὶ περὶ τῆς ἀορασίας. Περὶ τῆς λιμοῦ Σαμαρείας, καὶ περὶ τῶν γυναικῶν τῶν τὰ ἴδια νήπια βεβρωκνιῶν, καὶ περὶ τῶν τεσσάρων λεπρών. Περὶ τοῦ συμπατηθέντος καὶ ἀποθανόντος. Περὶ τῶν ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ λιμοῦ, καὶ περὶ τῆς Σουναμίτιδος. Περὶ τοῦ υἱοῦ "Αδερ. Περὶ Ἰωράμ. Περὶ τῆς βασιλείας Ἰηοῦ, ιε' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τοῦ τέ λους Ιεζάβελ. Περὶ τῆς σφαγῆς τῶν ο' υἱῶν ᾿Αχαάδ. Περὶ τῆς σφαγῆς πάντων τῶν θεραπόντων του Βάαλ, Περὶ Ἰωάς. Περὶ Ἰωάχαζ, ις' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ἰωάς β', ιζ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ελισσαις καὶ Ἰωάς. Σημεῖον περὶ τοῦ τέλους Ελισσαιέ. Περὶ Ιεροβοάμ υἱοῦ Ἰωάς, την βασιλέως Ισραήλ. Περί Αζαρίου, υἱοῦ Ἱεροβοάμ. ιθ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Σελλούμ, κ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Μαναήμ, και βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Φακεσίου, κβ' βασιλέως Ἰσραήλ. Περὶ Φακελ, κγ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ιωαθάμ. Περὶ ᾿Αχάζ. Περὶ Ἰσης, κδ' βασιλέως Ἰσραήλ. Δ' αἰχμαλωσία. Περὶ τῶν λεόντων. Ποιηταί πόλεων. Περὶ Έζεχίου, ὅτι ἕως Εζεχίου ὑπῆρχεν ὁ χαλκοῦς ὄφις. Περὶ Σενναχηρίμ. Περὶ τῆς μαλα κίας Εξεγίου βασιλέως Ιούδα. Περὶ τῶν ἀποσταλέντων παρὰ Μαρωδείχ πρὸς Ἐζεχίαν. Περὶ Μα νασσή. Περὶ 'Αμώς. Περὶ Ἰωσίου. Περὶ τοῦ βιβλίου τοῦ νόμου, οὗ εὗρε Χελκίας ἐν οἴκῳ Κυρίου. Περὶ Ιωαχάς. Περὶ Ἐλιακὶμ τοῦ καὶ Ἰωακίμ. Περὶ Ναβουχοδονόσορ. Περὶ Ἰωακίμ υἱοῦ Ἐλιακίμ. Β' αἰχμα αλωσία. Περὶ Σεδεκίου υἱοῦ, Ιωακίμ. Γ' αἰχμαλωσία. Περὶ Ναβουζαρδάν. Δ' αιχμαλωσία. ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Δ'. Βασιλεῖς. Ηγεμόνες. Σαούλ. Περὶ Σολομώντος. ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β'. Αμασίας. Οζίας. "Αχαζ. Έζεχίας. Μανασσῆς. ᾿Αμώς. Ἰωσίας. Ἰωαχάς. Ελιακίμ. Ἰεχονίας. Σεδεκίας. ΕΣΔΡΑ Α'. Περὶ τῆς τελευτῆς Ἰωσίου. Περὶ ᾿Αχάζ. [Περί Σεδεκίου. Περὶ τοῦ προστάγματος Κύρου. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ. Περί τῶν καταγραψάντων Ἰουδαίων. Περὶ Δαρείου, καὶ περὶ τῶν γ' νεανίσκων τῶν τὰ προβλήματα γραψαν των. Περὶ τοῦ αἰτήματος Ζοροβάβελ, καὶ ὅπως Έγραψε Δαρείος τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ τοῖς Ἰουδαίοις. Περὶ τῶν ἀναβάντων ἀπὸ τῆς αἰχμ. αλωσίας. Αντίγραφον ἐπιστολῆς ἦς έγραψε Δαρείω, καὶ ἀπέστειλεν. Σισίννης, κ. τ. λ. Ὅτι ἓξ καὶ δέκατος ἀπὸ Μαρὼν ὁ Εσδρας. δει ρθ' στίχων, ΕΣΔΡΑ Β'. πα' στίχων, 81.)
OCTATEUCHI DIVISIO IN CAPITA.
dictione vasorum olei. De muliere Sunamitide. De
olla et prophetis. De panibus et sportis. De Naaman Syro. De Giezi. De ferrainento. De bello regis
Syria, et de cæcitate. De fame Samariæ, et de nulieribus proprios parvulos comedentibus, et de
quatuor leprosis. De conculcato et mortuo. De
septem annis famnis, et de Sunamitide. De filio Ader.
De Joram. De regno Jehn, decimi quinti regis
Israel. De interitu Jezabel. De cæde septuaginta
filiorum Achab. De cæde omnium servorum Baal.
De Joas. De Joachaz, decimo sexto rege Israel.
De Juas ll, decimo septimo rege Israel. De Eliseo et
Juas. Signum de morte Elisæi. De Jeroboam filio
Joas, decimo octavo rege Israel. De Azaria filio
λήψεως Ηλιού. Περὶ τῶν ἁλμυρῶν ὑδάτων. Περὶ ptione Elix. De aquis salinis. De muliere, et beneτῆς γυναικὸς, καὶ περὶ τῆς εὐλογίας τῶν σκευῶν τοῦ
Ελαίου. Περὶ τῆς γυναικὸς τῆς Σουναμίτιδος. Περὶ
τῆς τολύπης, καὶ περὶ τῶν προφητών. Περὶ τῶν
ἄρτων καὶ τῶν καλαθῶν. Περὶ Νεεμὰν τοῦ Σύρου.
Τὰ περὶ Γιεζί. Περὶ τοῦ σιδηρίου. Περὶ τοῦ πολέμου
τοῦ βασιλέως Συρίας, καὶ περὶ τῆς ἀορασίας. Περὶ
τῆς λιμοῦ Σαμαρείας, καὶ περὶ τῶν γυναικῶν τῶν
τὰ ἴδια νήπια βεβρωκνιῶν, καὶ περὶ τῶν τεσσάρων
λεπρών. Περὶ τοῦ συμπατηθέντος καὶ ἀποθανόντος.
Περὶ τῶν ἑπτὰ ἐτῶν τοῦ λιμοῦ, καὶ περὶ τῆς Σουναμίτιδος. Περὶ τοῦ υἱοῦ "Αδερ. Περὶ Ἰωράμ. Περὶ τῆς
βασιλείας Ἰηοῦ, ιε' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ τοῦ τέ
λους Ιεζάβελ. Περὶ τῆς σφαγῆς τῶν ο' υἱῶν ᾿Αχαάδ.
Περὶ τῆς σφαγῆς πάντων τῶν θεραπόντων του Βάαλ,
Περὶ Ἰωάς. Περὶ Ἰωάχαζ, ις' βασιλέως Ισραήλ. Jeroboam, decimo nono rege Israel. De Sellum,
Περὶ Ἰωάς β', ιζ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Ελισσαις
καὶ Ἰωάς. Σημεῖον περὶ τοῦ τέλους Ελισσαιέ. Περὶ
Ιεροβοάμ υἱοῦ Ἰωάς, την βασιλέως Ισραήλ. Περί
Αζαρίου, υἱοῦ Ἱεροβοάμ. ιθ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ
Σελλούμ, κ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Μαναήμ, και
βασιλέως Ισραήλ. Περὶ Φακεσίου, κβ' βασιλέως
Ἰσραήλ. Περὶ Φακελ, κγ' βασιλέως Ισραήλ. Περὶ
Ιωαθάμ. Περὶ ᾿Αχάζ. Περὶ Ἰσης, κδ' βασιλέως
Ἰσραήλ. Δ' αἰχμαλωσία. Περὶ τῶν λεόντων. Ποιηταί
πόλεων. Περὶ Έζεχίου, ὅτι ἕως Εζεχίου ὑπῆρχεν
ὁ χαλκοῦς ὄφις. Περὶ Σενναχηρίμ. Περὶ τῆς μαλακίας Εξεγίου βασιλέως Ιούδα. Περὶ τῶν ἀποστα
λέντων παρὰ Μαρωδείχ πρὸς Ἐζεχίαν. Περὶ Μα
νασσή. Περὶ 'Αμώς. Περὶ Ἰωσίου. Περὶ τοῦ βιβλίου
τοῦ νόμου, οὗ εὗρε Χελκίας ἐν οἴκῳ Κυρίου. Περὶ
vigesimo rege Israel. De Manalem, vicesimo primo rege Israel. De Phacesio, vicesimo
secundo rege Israel. De Phacee, vicesimo tertio
rege Israel. De Joatham. De Achaz. De Osee, vicesimo quarto rege Israel. Prima captivitas. De leonibus. Fundatores urbium. De Ezechia, quod usque ad Ezechiam mansit serpens æneus. De Sennacherim. De grolatione Ezechia regis Juda. De missis a Merodac ad Ezechiam. De M:-
nasse. De Amos. De Josia. De libro legis, quem
invenit Chelcias in domo Domini. De Joachar. De
Eliacim eodem ac Joacim. De Nabuchodonosor.
De Joacim, alio Eliacim. Secunda captivitas. De
Sedecia filio Joacim. Tertia captivitas. De Nabuzar-.
dan. Quarta captivitas.
Ιωαχάς. Περὶ Ἐλιακὶμ τοῦ καὶ Ἰωακίμ. Περὶ Ναβουχοδονόσορ. Περὶ Ἰωακίμ υἱοῦ Ἐλιακίμ. Β' αἰχμα
αλωσία. Περὶ Σεδεκίου υἱοῦ, Ιωακίμ. Γ' αἰχμαλωσία. Περὶ Ναβουζαρδάν. Δ' αιχμαλωσία.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Δ'.
Βασιλεῖς. Ηγεμόνες. Σαούλ. Περὶ Σολομώντος.
ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΩΝ Β'.
Αμασίας. Οζίας. "Αχαζ. Έζεχίας. Μανασσῆς.
᾿Αμώς. Ἰωσίας. Ἰωαχάς. Ελιακίμ. Ἰεχονίας. Σε
δεκίας.
ΕΣΔΡΑ Α'.
PARALIPOMENON 1.
Reges. Duces. Saul. De Salomone.
PARALIPOMENON II.
Amasias. Ozias. Achaz.Ezechias.Manasses. Amos.
Josias. Joachaz. Eliacim. Jechonias. Sedecias.
ESDRÆ I.
Περὶ τῆς τελευτῆς Ἰωσίου. Περὶ ᾿Αχάζ. [Περί De morte Josiæ. De Achaz. De Sedecia. De edicto
Σεδεκίου. Περὶ τοῦ προστάγματος Κύρου. Περὶ τοῦ Cyri. De numero vasorum quæ ablata erant in caἀριθμοῦ τῶν σκευῶν τῶν ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ. Περί ptivitate. De inscribentibus Judzis. De Dario, et
τῶν καταγραψάντων Ἰουδαίων. Περὶ Δαρείου, καὶ de tribus juvenibus problemata scribentibus. De
περὶ τῶν γ' νεανίσκων τῶν τὰ προβλήματα γραψαν petitione Zorobabel, et quomodo scripsit Darius
των. Περὶ τοῦ αἰτήματος Ζοροβάβελ, καὶ ὅπως libertatem Judæis in Jerusalem. De regressis a
Έγραψε Δαρείος τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ captivitate. Exemplar epistola quam scripsit Dario
τοῖς Ἰουδαίοις. Περὶ τῶν ἀναβάντων ἀπὸ τῆς αἰχμ. et misit ad eum. Sisinnes, etc. Quod decimus sextus
αλωσίας. Αντίγραφον ἐπιστολῆς ἦς έγραψε Δαρείω, ab Aron erat Esdras.
καὶ ἀπέστειλεν. Σισίννης, κ. τ. λ. Ὅτι ἓξ καὶ δέκατος ἀπὸ Μαρὼν ὁ Εσδρας. Liber hic numerationem ha
δει ρθ' στίχων, 103 versiculorum quibus constat.
ΕΣΔΡΑ Β'.
(Mic liber nulla habet capitum argumenta, versuum tamen numerationem, ut superior, exhibet,
πα' στίχων, vers. 81.)
Распознавание текста
col. 1053–1054page 15 of 200
PG 106:1053ΠΕΡΙ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΠΟΤΑΜΩΝ. Ὅτι ὁ Ἴστρος ὁ ποταμός, λεγόμενος Φισών περι τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῦ Παραδείσου ἐξιών, ὥσπερ καὶ οἱ λοιποὶ Τίγρις, Ευφράτης, και Γηών, καὶ ὑποδὺς τοὺς μυχούς τῆς γῆς, καὶ εἰς δύσιν ἀπεργί μενος, ἐκδιδοῖ τοῦ ᾿Απεννίνου δρους τοῦ διήκοντας ἀπὸ τῆς Σικελικῆς θαλάσσης ἕως τῶν Γερμανών τῶν πρὸς τῷ βομβείῳ ὠκεανῷ· κἀκεῖθεν σύρεται πρὸς ἀνατολὴν, καὶ χέει εἰς τὸν Εύξεινον Πόντον διε ε' στομάτων. Οὗτος ἐν τῇ ᾿Ανατολῇ ὀνομάζεται Γάλ λης· ἀλλάσσει δὲ τὸ ὄνομα ἐν τῇ Δύσει, Ἴστρες προσαγορευθείς, καὶ ὑπὸ Θρᾳκῶν Δανούδιος πάλιν καλούμενος. Καὶ οὗτος μὲν μέγιστός ἐστι ποταμών, ἀλλὰ καθ᾿ αὐτὸν μὲν ἥττων τοῦ Νείλου, ὑποδεχόμενος δὲ τοὺς εἰσρέοντας ἐν αὐτῷ, καὶ τοῦ Νείλου μείζων γίνεται. 15' γὰρ ποταμοὶ εἰσβάλλουσιν ἐν αὐτῷ. Εἰσὶ δὲ οὗτοι· ἐκ μὲν Σκυθίας ε', Παράτα ὁ καὶ Πυρετός, Τιάραντος, "Αραρος, Νάπαρις, Ορ δησσός· ἐκ δὲ ᾿Αγαθύρσων Μάρις..... τρείς, "Ατλας, Αύρας, Τίμισις· ἐκ δὲ τῶν Θρᾳκῶν τῶν Κρωβύζων τρεῖς, "Αταξ, Νόης, καὶ 'Αρτάνης· ἐκ δὲ Παιόνων καὶ ὅρους Ροδόπης Κίος ποταμός μέσος σχίζεται τὸν Δἶμον· ἐκ δὲ Ἰλλυριῶν ὁρῶν τὸν πρὸς βορράν ἄνεμον βάλλων εἰς τὸ Τριβαλλικὸν πεδίον, Αγγρος ἐκχέων εἰς τὸν Βρόγγον, ὁ δὲ Βράγγος εἰς τὸν Ίστρον ἐκ δὲ τῆς χώρας τῶν Ομβρικῶν Κάλπις καὶ 'λλο πις. Εἰσβάλλουσι δὲ καὶ ἕτεροι εἰς αὐτὸν, ἐξ ὧν γίνεται πάντων ποταμών μέγιστος. Ἴσος δὲ ῥεῖ αὐτ τὸς ἑαυτῷ ἐν θέρει καὶ χειμῶνι, ὅτι ὀλίγον βρέχεται αὕτη ἡ γῆ· νιφετῷ δὲ πάντα χρᾶται. Ἐν θέρει δε ἡ ἐν τῷ χειμῶνι πεσοῦσα χιὼν πολλὴ τηκομένη πάν τοθεν, εἰσβάλλει τῷ Ἴστρῳ. Οσον δὲ ὕδωρ ο ήλιος ἐφέλκεται ἐν τῷ θέρει, ἢ ἐν τῷ χειμώνι, τοσοῦτον τε συμμιγόμενα τῷ Ἴστρῳ πολλαπλάσιά ἐστι τοῦ θέα ρους ἢ τοῦ χειμῶνος· ἀντιτιθέμενα δὲ ταῦτα, ἐ τισήκωσις γίνεται, ὡς ἀεὶ ἴσον αὐτὸν εἶναι ἑαυτῷ Οὗτος ὁ Ἴστρος τὴν ἰδίαν προσηγορίαν φυλάσσει έως Σιρμίου τῆς πάλαι Ῥωμαίων εὐδαίμονος πόλεως, ἔσχατον δὲ ὑπὸ Γηπέδων οἰκουμένης, ἀποβάλλει μέντοι παρὰ τοῖς ἐπιχωρίοις τὸ ἔμπροσθεν ὄνομα, Δανούβιος μετακληθείς. Οὕτω δὲ αὐτὸν οἱ θρίπες ἐκάλεσαν, διότι εἰς τὰ πρὸς Αρκτον καὶ Θραχίον ὄρη συννεφὴς ὁ ἀὴρ ἐκ τῆς ὑποκειμένης τῶν ὑγρῶν ἀμετρίας, αἴτιος αὐτοῖς συνεχούς επομβρίας νομίζει ται. Δανούδιον δὲ τὸν νεφελοφόρον ἐκεῖνοι καλούσι πατρίως. Εντεῦθεν μεταβέβληκεν ὁ Ἱστρος τη
ΠΕΡΙ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
ΠΟΤΑΜΩΝ.
DE QUATUOR FLUMINIBUS PARADISI.
(Auct. anonymo. BARDINI 1, 466.)
Ὅτι ὁ Ἴστρος ὁ ποταμός, λεγόμενος Φισών περι
τῇ θείᾳ Γραφῇ, καὶ τοῦ Παραδείσου ἐξιών, ὥσπερ
καὶ οἱ λοιποὶ Τίγρις, Ευφράτης, και Γηών, καὶ
ὑποδὺς τοὺς μυχούς τῆς γῆς, καὶ εἰς δύσιν ἀπεργί
μενος, ἐκδιδοῖ τοῦ ᾿Απεννίνου δρους τοῦ διήκοντας
ἀπὸ τῆς Σικελικῆς θαλάσσης ἕως τῶν Γερμανών
τῶν πρὸς τῷ βομβείῳ ὠκεανῷ· κἀκεῖθεν σύρεται
πρὸς ἀνατολὴν, καὶ χέει εἰς τὸν Εύξεινον Πόντον διε
ε' στομάτων. Οὗτος ἐν τῇ ᾿Ανατολῇ ὀνομάζεται Γάλ
λης· ἀλλάσσει δὲ τὸ ὄνομα ἐν τῇ Δύσει, Ἴστρες
προσαγορευθείς, καὶ ὑπὸ Θρᾳκῶν Δανούδιος πάλιν
καλούμενος. Καὶ οὗτος μὲν μέγιστός ἐστι ποταμών,
ἀλλὰ καθ᾿ αὐτὸν μὲν ἥττων τοῦ Νείλου, ὑποδεχό
μενος δὲ τοὺς εἰσρέοντας ἐν αὐτῷ, καὶ τοῦ Νείλου
μείζων γίνεται. 15' γὰρ ποταμοὶ εἰσβάλλουσιν ἐν
Ister lumen, dictum Phison apud divinam
Scripturam, et e Paradiso exiens, ut catera Tigris,
Euphrates et Geon flumina, et penetrans in terræ
abyssos, et in occidentem tendens, currit ex Apennino monte qui a mari Siculo dirigitur usque ad
Germanos qui sunt juxta Borealem oceanum; et
inde vertitur ad orientem, et fluit in Pontum Euxinum per ora quatuor. Istud flumen in Oriente
vocatur Galles; mutat autem nomen in Occidente,
Ister appellatum, et a Thracibus Danubius etiam
vocatum. Et maximum quidem est fluminum;
per se quidem Nilo minus, sed recipiens influentes
ad se fluvios, Nilo majus efficitur. Decem et septem
fluvii in illud influunt. Sunt autem isti: Scythia
quinque, Paratas idem ac Pyrelus, Tiarantus,
Ararus, Naparis, Ordessus. Ex Agathyrsis autem αὐτῷ. Εἰσὶ δὲ οὗτοι· ἐκ μὲν Σκυθίας ε', Παράτα
Maris tres, Atlas, Auras, Timnisis. Thracibus
Crobyzis tres, Alas, Noes, et Artanes. Pæanis et
monte Rhodope Chius fluvius medius dividitur Hæmo.
Ex Illyriis montibus ad boream ventum vergens in
Triballicum agrum, Angrus fluens in Brongum,
Brongus autem in Istrum. regione Ombricorum
Calpis et Alpis. Induunt autem etiam alii in ipsum,
e quibus fit omnium luminum maximum. Equale
autem sibi fluit in æstate et hieme, quia parum ipsa
terra irrigatur; nivibus autem totum alitur. In æstate
vero quæ in hieme cecidit nix abundans omnino
liquefacta, in Istrum defluit. Quantum autem aquæ
sol extrahit in æstate vel in hieme, tantum flumina
quæ in Istrum confluunt praestant, multo majora
in æstate quam in hieme. Substitutis ita his aquis,
ft compensatio, ita ut semper illud sit sibi æquale.
Ister proprium nomen servat usque ad Sirmiura
antiquam Romanorum fortunatam urbem, uitimo autem sub Gepidum regionem, amittit apud
indigenas prius nomen, Danubiusque vocatur. lua
vero ipsi Thraces vocaverunt, quia in montibus versus arctum et Thraciam nebulosus aer propter subjacentem bumoris abundantiam, illis causa perpetuæ
pluviæ videtur. Danubium autem quasi nebulosam
cervicem isti patria lingua vocant. Inde iminutavit
Ister suam appellationem, Danubiusque vocatus est.
Minime autem mirum est si Ister e Paradiso dilabens, et apud Scripturam Phison vocatus, ex occidentali monte, Apenninum dico, videatur retrofluere.
ὁ καὶ Πυρετός, Τιάραντος, "Αραρος, Νάπαρις, Ορ
δησσός· ἐκ δὲ ᾿Αγαθύρσων Μάρις..... τρείς, "Ατλας,
Αύρας, Τίμισις· ἐκ δὲ τῶν Θρᾳκῶν τῶν Κρωβύζων
τρεῖς, "Αταξ, Νόης, καὶ 'Αρτάνης· ἐκ δὲ Παιόνων
καὶ ὅρους Ροδόπης Κίος ποταμός μέσος σχίζεται
τὸν Δἶμον· ἐκ δὲ Ἰλλυριῶν ὁρῶν τὸν πρὸς βορράν
ἄνεμον βάλλων εἰς τὸ Τριβαλλικὸν πεδίον, Αγγρος
ἐκχέων εἰς τὸν Βρόγγον, ὁ δὲ Βράγγος εἰς τὸν Ίστρον
ἐκ δὲ τῆς χώρας τῶν Ομβρικῶν Κάλπις καὶ 'λλο
πις. Εἰσβάλλουσι δὲ καὶ ἕτεροι εἰς αὐτὸν, ἐξ ὧν
γίνεται πάντων ποταμών μέγιστος. Ἴσος δὲ ῥεῖ αὐτ
τὸς ἑαυτῷ ἐν θέρει καὶ χειμῶνι, ὅτι ὀλίγον βρέχεται
αὕτη ἡ γῆ· νιφετῷ δὲ πάντα χρᾶται. Ἐν θέρει δε
ἡ ἐν τῷ χειμῶνι πεσοῦσα χιὼν πολλὴ τηκομένη πάν
τοθεν, εἰσβάλλει τῷ Ἴστρῳ. Οσον δὲ ὕδωρ ο ήλιος
ἐφέλκεται ἐν τῷ θέρει, ἢ ἐν τῷ χειμώνι, τοσοῦτον τε
συμμιγόμενα τῷ Ἴστρῳ πολλαπλάσιά ἐστι τοῦ θέα
ρους ἢ τοῦ χειμῶνος· ἀντιτιθέμενα δὲ ταῦτα, ἐ
τισήκωσις γίνεται, ὡς ἀεὶ ἴσον αὐτὸν εἶναι ἑαυτῷ
Οὗτος ὁ Ἴστρος τὴν ἰδίαν προσηγορίαν φυλάσσει έως
Σιρμίου τῆς πάλαι Ῥωμαίων εὐδαίμονος πόλεως,
ἔσχατον δὲ ὑπὸ Γηπέδων οἰκουμένης, ἀποβάλλει
μέντοι παρὰ τοῖς ἐπιχωρίοις τὸ ἔμπροσθεν ὄνομα,
Δανούβιος μετακληθείς. Οὕτω δὲ αὐτὸν οἱ θρίπες
ἐκάλεσαν, διότι εἰς τὰ πρὸς Αρκτον καὶ Θραχίον
ὄρη συννεφὴς ὁ ἀὴρ ἐκ τῆς ὑποκειμένης τῶν ὑγρῶν
ἀμετρίας, αἴτιος αὐτοῖς συνεχούς επομβρίας νομίζει
ται. Δανούδιον δὲ τὸν νεφελοφόρον ἐκεῖνοι καλούσι
πατρίως. Εντεῦθεν μεταβέβληκεν ὁ Ἱστρος τη
Распознавание текста
col. 1055–1056page 16 of 200
PG 106:1055ἑαυτοῦ ὀνομασίαν, Δανούδιος μετακληθείς. Οὐδὲν δὲ & θαυμαστὸν ὁ Ἴστρος ἐξορμώμενος τοῦ παραδείσου, καὶ παρὰ τῇ Γραφῇ λεγόμενος Φισών, ἐκ τοῦ τῆς δύσεως δρους, λέγω δὴ τοῦ ᾿Απεννίνου φαίνεται ἀναρρέων. Καὶ γὰρ καὶ ὁ Νεῖλος ὁ λεγόμενος Γών ἐκ τοῦ αὐτοῦ παραδείσου προϊών, μίαν μὲν πηγήν ἔχει εἰς Λιβύην, ἑτέρας δὲ δύο εἰς τὴν ἄνω Αἰθιοπίαν κατὰ Νότον, ὧν μισγομένων πλημμυρεῖ τὸ ὕδωρ αὐτοῦ, καὶ ποτίζει τὴν Αἴγυπτον Αὐγούστου μηνός. Καὶ τοῖς μὲν πολλοῖς δοκεῖ ἀπορίας πολλὰς τίκτειν, πῶς ἐν καιρῷ αὐχμώδες πλημμυρεί, ἡνίκα λιψυδρία υπάρχει τῷ παντί. Τοῖς δὲ τὰ τῆς Γραφῆς ἀσκοῦσιν οὐδεμίαν τίκτει ἀμφιβολίαν. Οθεν καὶ παρὰ τοῖς ἱεροτελεσταῖς τῶν Αἰγυπτίων, ὡς έρευ νῶσι τὰ κρύφια, Αστάσπους ὀνομάζεται, δ έρμη νεύεται κατ' Αἰγυπτίους ἐκ σκότους ὕδωρ, διὰ τὸ ἄδηλον τῆς ἀναδόσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς γῆς. Οἱ γὰρ μὴ ταῦτα περὶ αὐτοῦ δοξάζοντες εἰς μυρίας ἐκπίπτοντες ἀπορίας, μένουσιν έως τέλους τῆς ἀληθείας ἀποπλανώμενοι. Καὶ μέντοι καὶ περὶ Τίγριδος και Εὐφράτου τὸ αὐτὸ δοξάζεται. Ἐκ τοῦ παραδείσου γὰρ εκάτεροι τὴν γένεσιν ἔχοντες, ὑποδύντες τὴν γῆν ἀναφαίνονται κατὰ τὸν Ταῦρον τὸ ὄρος, καὶ ὁ μὲν Ευφράτης δήλην ἔχει τὴν ἀνάλυσιν· κατιὼν δὲ ἐκ τῶν βορείων μερῶν πρὸς τὰ νότια πλησιάζων τῷ Περσικῷ κόλπῳ ὅλη ἐμποιεῖ καὶ καλαμώδη τέλο ματα, καὶ περὶ αὐτὰ μὲν εἰλούμενος, αδήλως ἀφα νίζεται. Ο μέντοι Τίγρις από τινος λίμνης λεγομένης Θωνίτιδος ἀδήλως ἐξιών, καὶ αὐτὸς οίχεται πρὸς τὰ νότια μέρη, καὶ διακόπτων τὸν Ταῦρον τὸ ὄρος περὶ Μασαβάτας ἐνοῦται τῷ Εὐφράτῃ, καὶ διασχίζων τὴν Βαβυλῶνα, καὶ κατιών πλησίον Τερηδόνος, εισβάλλει εἰς τὸν Περσικόν κόλπον. Πρὸ δὲ τοῦ ἑνωθῆναι τῷ Εὐφράτῃ, ἀμφότεροι ἀλλήλων διηρημένοι ρέοντες ποιοῦσι τὴν λεγομένην Μεσοποταμίαν ἔχουσαν πλά τος ἀπὸ Εὐφράτου μέχρι Τίγριδος μίλια υπη', καὶ στάδια β κατὰ τὴν ἀναμέτρησιν Ἐραστοθένους τοῦ πολυμαθοῦς. Ἐπεὶ δὲ τὴν ἀρχὴν ἐκ τοῦ Ἴστρου ποιησάμενοι ὠλισθήσαμεν καὶ περὶ τοῦ Νείλου εἰπεῖν, οὐκ ἄκαιρον ἡγούμεθα καὶ ἑτέρου μνησθῆναι κεφα λαίου καταλλήλου υπάρχοντος τοῦ περὶ τῆς ἐκροίας αὐτοῦ. Καὶ γὰρ τὸν καιρὸν τῆς ἀνάδου τοῦ Νείλου ἀνεῴγνυσαν οι Ρωμαίοι τὰ μεγάλα τῶν δημοσίων λουτρῶν, καὶ διότι ἡ ἀνάχυσις αὐτοῦ γίνεται ἡλίου ὄντος ἐν Λέοντι, τοὺς κρουνοὺς τῶν ὑδάτων λεοντοειδεῖς ἐποίουν· ὅθεν ἐξ ἐκείνου ἐπεκράτησε, καὶ τῶν ὑποληνίων τοὺς κρουνούς λεοντοπροσώπους κατασκευάζουσι, ὅτι ἡ τοῦ οἴνου ἀπόῤῥοια μιμεῖται τὴν τοῦ Νείλου χύσιν, ὅτι ἐν τῷ τρύγῃ ὁ ἥλιος τὴν πάροδον αὐτοῦ ἐν τῷ Λέοντι ποιείται κατὰ τοὺς εὐκράτους τόπους.
DE IV FLUMINIBUS PARADISI.
ἑαυτοῦ ὀνομασίαν, Δανούδιος μετακληθείς. Οὐδὲν δὲ Εlenim et Nilus dictus Geon, & Paradiso eodem.proθαυμαστὸν ὁ Ἴστρος ἐξορμώμενος τοῦ παραδείσου,
καὶ παρὰ τῇ Γραφῇ λεγόμενος Φισών, ἐκ τοῦ τῆς
δύσεως δρους, λέγω δὴ τοῦ ᾿Απεννίνου φαίνεται
ἀναρρέων. Καὶ γὰρ καὶ ὁ Νεῖλος ὁ λεγόμενος Γών
ἐκ τοῦ αὐτοῦ παραδείσου προϊών, μίαν μὲν πηγήν
ἔχει εἰς Λιβύην, ἑτέρας δὲ δύο εἰς τὴν ἄνω Αίθιοπίαν κατὰ Νότον, ὧν μισγομένων πλημμυρεῖ τὸ
ὕδωρ αὐτοῦ, καὶ ποτίζει τὴν Αἴγυπτον Αὐγούστου
μηνός. Καὶ τοῖς μὲν πολλοῖς δοκεῖ ἀπορίας πολλὰς
τίκτειν, πῶς ἐν καιρῷ αὐχμώδες πλημμυρεί, ἡνίκα
λιψυδρία υπάρχει τῷ παντί. Τοῖς δὲ τὰ τῆς Γραφῆς
ἀσκοῦσιν οὐδεμίαν τίκτει ἀμφιβολίαν. Οθεν καὶ
παρὰ τοῖς ἱεροτελεσταῖς τῶν Αἰγυπτίων, ὡς έρευνῶσι τὰ κρύφια, Αστάσπους ὀνομάζεται, δ έρμηνεύεται κατ' Αἰγυπτίους ἐκ σκότους ὕδωρ, διὰ τὸ
ἄδηλον τῆς ἀναδόσεως αὐτοῦ ἀπὸ τῆς γῆς. Οἱ γὰρ
μὴ ταῦτα περὶ αὐτοῦ δοξάζοντες εἰς μυρίας ἐκπίπτοντες ἀπορίας, μένουσιν έως τέλους τῆς ἀληθείας
ἀποπλανώμενοι. Καὶ μέντοι καὶ περὶ Τίγριδος και
Εὐφράτου τὸ αὐτὸ δοξάζεται. Ἐκ τοῦ παραδείσου
γὰρ εκάτεροι τὴν γένεσιν ἔχοντες, ὑποδύντες τὴν
γῆν ἀναφαίνονται κατὰ τὸν Ταῦρον τὸ ὄρος, καὶ ὁ
μὲν Ευφράτης δήλην ἔχει τὴν ἀνάλυσιν· κατιὼν δὲ
ἐκ τῶν βορείων μερῶν πρὸς τὰ νότια πλησιάζων
τῷ Περσικῷ κόλπῳ ὅλη ἐμποιεῖ καὶ καλαμώδη τέλο
ματα, καὶ περὶ αὐτὰ μὲν εἰλούμενος, αδήλως ἀφα
νίζεται. Ο μέντοι Τίγρις από τινος λίμνης λεγομένης
Θωνίτιδος ἀδήλως ἐξιών, καὶ αὐτὸς οίχεται πρὸς τὰ
νότια μέρη, καὶ διακόπτων τὸν Ταῦρον τὸ ὄρος περὶ
Μασαβάτας ἐνοῦται τῷ Εὐφράτῃ, καὶ διασχίζων τὴν
Βαβυλῶνα, καὶ κατιών πλησίον Τερηδόνος, εισβάλλει
εἰς τὸν Περσικόν κόλπον. Πρὸ δὲ τοῦ ἑνωθῆναι τῷ
Εὐφράτῃ, ἀμφότεροι ἀλλήλων διηρημένοι ρέοντες
ποιοῦσι τὴν λεγομένην Μεσοποταμίαν ἔχουσαν πλά
τος ἀπὸ Εὐφράτου μέχρι Τίγριδος μίλια υπη', καὶ
στάδια β κατὰ τὴν ἀναμέτρησιν Ἐραστοθένους τοῦ
πολυμαθοῦς. Ἐπεὶ δὲ τὴν ἀρχὴν ἐκ τοῦ Ἴστρου
ποιησάμενοι ὠλισθήσαμεν καὶ περὶ τοῦ Νείλου εἰπεῖν,
οὐκ ἄκαιρον ἡγούμεθα καὶ ἑτέρου μνησθῆναι κεφα
λαίου καταλλήλου υπάρχοντος τοῦ περὶ τῆς ἐκροίας
αὐτοῦ. Καὶ γὰρ τὸν καιρὸν τῆς ἀνάδου τοῦ Νείλου
ἀνεῴγνυσαν οι Ρωμαίοι τὰ μεγάλα τῶν δημοσίων λουτρῶν, καὶ διότι ἡ ἀνάχυσις αὐτοῦ γίνεται ἡλίου
ὄντος ἐν Λέοντι, τοὺς κρουνοὺς τῶν ὑδάτων λεοντοειδεῖς ἐποίουν· ὅθεν ἐξ ἐκείνου ἐπεκράτησε, καὶ τῶν
ὑποληνίων τοὺς κρουνούς λεοντοπροσώπους κατασκευάζουσι, ὅτι ἡ τοῦ οἴνου ἀπόῤῥοια μιμεῖται τὴν
τοῦ Νείλου χύσιν, ὅτι ἐν τῷ τρύγῃ ὁ ἥλιος τὴν πάροδον αὐτοῦ ἐν τῷ Λέοντι ποιείται κατὰ τοὺς εὐκρά
τους τόπους.
diens, unum quidem fontem babet in Libya, alios
autem duos in superiore Æthiopia versus Notumı,
quibus immistis crescit ejus aqua, et rigat Ægyptum
mense Augusto. Multis quidem videtur multa dubia
parere, quod in tempore siccitatis crescal, quando
ardens calor omnia occupat. His autem qui scripturam callent nullam istud parit hæsitationem. Inde
etiam apud sacras Ægyptiorum doctrinas, ut arcana inquirunt, Astaspus nominatur, quod interpretantur Ægyptii aquam e tenebris, ob obscuritatem
ejus e terra emersionis. Qui enim talia de Nilo non
sentientes in mille dubia cadunt, manent perpetuo a
veritate errantes. Εt quidem de Trigide et Euphrate
idem quoque sentitur. Paradiso enim uterque originem ducens, terram subpenetrantes apparent circa Taurum montem; et Euphrates quidem perspicuum habet cursum; descendens autem e borealibus
partibus, ad noticas tendens versus Persicum sinum
paludes et calamis referta coena elicit, et hæc
circa effusus, clam subducitur. Tigris autem e quadam palude Thonitide vocata, incognitus exiens, ipse
quoque movetur ad noticas partes, et Taurum monten secans juxta Masabatas jungitur Euphrati,
Babylonem dividit, et dilabens circa Teredonem, in
Persicum sinum se conjicit. Priusquam autem se
cum Euphrate conjunxerit, ambo ab invicem distincte currentes efficiunt regionen Mesopotamiam
dictam, cujus latitudo, ab Euphrate ad Tigrim,
millia habet 428, et stadia 4,000 secundum Eratosthenis polyinatli mensurationem. Cum autem initium ab Istro fecerimus, et devenerimus ad loquendum de Nilo, non inopportunum judicamus alterius
meminisse capitis ad utrumque spectantis de istius
cursu. Nam tempore ascensionis Nili aperiebant
Romani magna publica balnea, et quia illius inundatio ût quando sol est in Leone, aquarum fistulis
leonis vultum dabant. Inde ex hoc usus viguit, ut
torcularium Astulis leonis vultum etiam præstiterint,
quia vini fluxus imitatur Niti fluentum, quia in vindemiæ tempore sol suum in Leone transitum efficit
in temperatis locis.
'
!
Распознавание текста
col. 1057–1058page 17 of 200
PG 106:1057ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΕΞΗΓΗΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΗΣΑΙΑΝ. Εκ διαφόρων ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων συλλεχθεῖσα παρὰ τοῦ ἀχιεπισκόπου Κύπρου, κυροῦ Νικολάου τοῦ Μουζάν, τοῦ μεγάλου βασιλέως προθεώριν ΠΡΟΛΟΓΟΣ. Αρχομένους ἡμᾶς τῆς διασαφήσεως τῶν τοῦ προ φήτου Ἠσαΐου ῥημάτων, εὔχεσθαι χρή, λαβεῖν τὸ τῆς σοφίας καὶ τὸ τῆς γνώσεως καὶ τὸ τῆς διδασκαλίας χάρισμα, ὥστε πάντα ὁμοῦ συνδραμόντα τῷ ήτα μόνι Κυρίῳ ἡμῶν ἐντυπώσαι τὴν πάσης τῆς προςτ τευομένης ἀληθείας μόρφωσιν. Εστι δὲ τοῦ μὲν ἐν γου τῆς γνώσεως χρεία πρὸς τὸ θεωρεῖν τοῦ Πνεύ ματος τὰ ἀπόρρητα· τοῦ δὲ λόγου τῆς σοφίας πρὸς τὰ κατασκευάσαι καὶ ἐξεργάσασθαι τὰ συνεστραμμένος ἐν βραχυλογίαις ἐκδεδομένα. Ιδιον γὰρ τῆς συρίας τὸ ἐκτείνειν λόγον. Εξέτεινα γαρ, φησί, λόγους, καὶ τὰ προσείχετε. Επειτα τοὶ τῆς διδασκαλίας χαρίσματος εἰς οἰκοδομὴν τῶν ἀκουόντων. Ιστέον γὰρ πρὸ πάντων, ὡς χρὴ ἀπὸ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν ὡρμημένους ἐπὶ θετί τὰ ἐναντιούμενα ὅσον ἐπὶ τῇ λέξει ὁμολογεῖν, με κα εἶν· οἷον κατὰ τὰς κοινὰς προλήψεις ἐστὶ τὴν θείαν φύσιν ἀγαθὴν καὶ ἀόργητον καὶ δικαίαν ὁμολογεῖν. Ἐὰν γὰρ ὀργιζόμενον ἢ λυπούμενον ή μεταμελή νον ἢ μὴ κατ' ἀξίαν τινὶ χρώμενον ἡ Γραφή λέχτη ζητεῖν προσήκει τὸ τῆς λέξεως βούλημα και μερ μνήν, τίνα τρόπον ἀποκαταστῆσαι δυνηθώμεν, οὐχὶ δὲ ἀνατρέπειν τὰς ἀξιολόγους περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις, καὶ οὕτως ἀπροσκόπτως ἐντευξόμεθα ταῖς Γραφείς, ἀπὸ μὲν τῶν εὐλήπτων ὠφελούμενοι, ἐκ δὲ τῶν ἐπ φεστέρων μὴ βλαπτόμενοι. Ἐὰν δέ τις ἐγκελή ή θείᾳ Γραφῇ, ὡς οὐ διδασκαλικής, οὐδὲ εὐεργετική τῶν ὠφελεῖσθαι δυναμένων, καταμανθανέτω πάπι τὴν τῶν ἀνθρωπίνων διακόσμησιν, οὐκ ἐν τοῖς πνεύ ματικοῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ τοῖς κατὰ τὸν βίον πράγμασιν· ὅτι τοῖς μὲν ἀλόγους εὔκολον τὴν πρὸς τὸ ζῆν ἀφορμὴν τροφάς αὐτομάτους, καὶ σκέπην αὐτοφυᾶ καὶ τὰ ἐκ τριχῶν καὶ πτερῶν ἐνδύματα, ἡ τὰ σύμπαντα οἰκονομούσε θέ ναμις ἐχαρίσατο. Τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνόν παράγε γοῦσα λόγον ἔδωκεν ἀντὶ πάντων, δι' οὗ αἱ τε περί στικαὶ συνέστησαν τέχναι, οικοδομική, υφαντικό, γεωργική, χαλκευτική, τὸ τοῖς σώμασιν ἐνδέον ενδ πληρούσης τῆς ψυχῆς τῇ παρουσίᾳ τοῦ λόγου. Ὥστε γὰρ ἐν τούτοις οὐχὶ βασκαίνων ἡμῖν τῶν πρὸ; Η ζῆν ἀφορμῶν παραπλησίως τοῖς ἀλόγοις συναπ γεννηθῆναι πάντα ὁ Δημιουργὸς ἡμῶν οὐ συνεχώς. σεν, ἀλλὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων γυμνάσι ἡμῖν τῆς διανοίας ἐμηχανήσατο, οὕτω καὶ τὴν ἐν
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE ETATIS.
ΣΥΝΑΓΩΓΗ ΕΞΗΓΗΣΕΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΗΣΑΙΑΝ.
Εκ διαφόρων ἁγίων Πατέρων καὶ διδασκάλων συλλεχθεῖσα παρὰ τοῦ ἀχιεπισκόπου Κύπρου,
κυροῦ Νικολάου τοῦ Μουζάν, τοῦ μεγάλου βασιλέως προθεώριν
COLLECTIO INTERPRETATIONUM IN PROPHETAM ISAIAM.
diversis sanctis Patribus et Doctoribus adunata per archiepiscopum Cypri, D. Nicolaun
Mazan, magni regis protheorum.
!
PRAFATIO.
Ordientes nos expositionem prophetæ Isaiæ verhorum, orare oportet, ut accipiamus sapientia,
scientiæ et doctrinæ gratiam; ita ut omnia simul
convenientia duci nostro Domino formam induant
veritatis omnis quæ prophetatur. Est quidem opus
verbo scientiæ ad cernendum Spiritus arcana;
verbo autem sapientiæ ad explicandum et complendum quæ concise in sermonibus brevibus sunt exprompta. Proprium enim est sapientiæ sermonem
extendere. Extendi enim, inquit, sermones, et non
exaudistis.Deinde doctrinæ gratia opus est ad æditicationem audientium. Sciendum est enim inprimis
oportere ut a communibus sententiis festinantes
in Deo contradictoria quantum in sermone insunt
agnoscere, non sentiant: quasi secundum communem intelligentiam foret divinam naturam bonam
et placidam et justam agnoscere. Si enim iratum
vel dolentem vel pœnitentem vel non secundum votum alieni utentem Scriptura dicit, quærere convenit vocis signifcationem, et meditari quo modo hauc
restituere possimus, non autem pervertere dignas de
Deo suppositiones, et ita sine offensione recurramus
ad Scripturas, ex expeditis quidem utilitatem haurientes, ex obscuris autem non damnum percipientes. Si quis vero incusal divinam Scripturam, tanquam non doctrinalem, non adjuvantem hos qui
possunt proficere, discat omnem humanarum rerum dispositionem, non in spiritualibus tantum,
sed et in inferioribus et ad vitam spectantibus re-C
bus constare: quia brutis quidem facilem ad vivendum opem escas spontaneas, et ad naturalem
vestitum pilorum et plumarum tegumenta, illa quæ
omnia disposuit potentia largita est. Hominem autem nudum producens, rationem pro omnibus
illi dedit, per quam utiles vitæ artes conferuntur, architectura, textura, agricultura, metallurgia,
corporibus necessaria administrantel mente rationis ope. Ut enim non nobis invidens has ad vivendum opes, pariter ac bruta animalia nos nasci
omnino Creator noster non concessit, sed ad procurandum necessaria intelligentiæ palæstram instruxit; ita et in Scripturis obscuritatem ad utilitatem
mentis excitans, ejus energiam comparavit. Primo
Αρχομένους ἡμᾶς τῆς διασαφήσεως τῶν τοῦ προ
φήτου Ἠσαΐου ῥημάτων, εὔχεσθαι χρή, λαβεῖν τὸ τῆς
σοφίας καὶ τὸ τῆς γνώσεως καὶ τὸ τῆς διδασκαλίας
χάρισμα, ὥστε πάντα ὁμοῦ συνδραμόντα τῷ ήτα
μόνι Κυρίῳ ἡμῶν ἐντυπώσαι τὴν πάσης τῆς προςτ·
τευομένης ἀληθείας μόρφωσιν. Εστι δὲ τοῦ μὲν ἐν
γου τῆς γνώσεως χρεία πρὸς τὸ θεωρεῖν τοῦ Πνεύ
ματος τὰ ἀπόρρητα· τοῦ δὲ λόγου τῆς σοφίας πρὸς τὰ
κατασκευάσαι καὶ ἐξεργάσασθαι τὰ συνεστραμμένος
ἐν βραχυλογίαις ἐκδεδομένα. Ιδιον γὰρ τῆς συρίας
τὸ ἐκτείνειν λόγον. Εξέτεινα γαρ, φησί, λόγους, καὶ τὰ
προσείχετε. Επειτα τοὶ τῆς διδασκαλίας χαρίσματος
εἰς οἰκοδομὴν τῶν ἀκουόντων. Ιστέον γὰρ πρὸ πάντων,
ὡς χρὴ ἀπὸ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν ὡρμημένους ἐπὶ θετί
τὰ ἐναντιούμενα ὅσον ἐπὶ τῇ λέξει ὁμολογεῖν, με κα
εἶν· οἷον κατὰ τὰς κοινὰς προλήψεις ἐστὶ τὴν θείαν
φύσιν ἀγαθὴν καὶ ἀόργητον καὶ δικαίαν ὁμολογεῖν.
Ἐὰν γὰρ ὀργιζόμενον ἢ λυπούμενον ή μεταμελή
νον ἢ μὴ κατ' ἀξίαν τινὶ χρώμενον ἡ Γραφή λέχτη
ζητεῖν προσήκει τὸ τῆς λέξεως βούλημα και μερ
μνήν, τίνα τρόπον ἀποκαταστῆσαι δυνηθώμεν, οὐχὶ
δὲ ἀνατρέπειν τὰς ἀξιολόγους περὶ Θεοῦ ὑπολήψεις,
καὶ οὕτως ἀπροσκόπτως ἐντευξόμεθα ταῖς Γραφείς,
ἀπὸ μὲν τῶν εὐλήπτων ὠφελούμενοι, ἐκ δὲ τῶν ἐπ·
φεστέρων μὴ βλαπτόμενοι. Ἐὰν δέ τις ἐγκελή ή
θείᾳ Γραφῇ, ὡς οὐ διδασκαλικής, οὐδὲ εὐεργετική
τῶν ὠφελεῖσθαι δυναμένων, καταμανθανέτω πάπι
τὴν τῶν ἀνθρωπίνων διακόσμησιν, οὐκ ἐν τοῖς πνεύ
ματικοῖς μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς ὑποδεεστέροις καὶ
τοῖς κατὰ τὸν βίον πράγμασιν· ὅτι τοῖς μὲν ἀλόγους
εὔκολον τὴν πρὸς τὸ ζῆν ἀφορμὴν τροφάς αυτομα
τους, καὶ σκέπην αὐτοφυᾶ καὶ τὰ ἐκ τριχῶν καὶ
πτερῶν ἐνδύματα, ἡ τὰ σύμπαντα οἰκονομούσε θέ
ναμις ἐχαρίσατο. Τὸν δὲ ἄνθρωπον γυμνόν παράγε
γοῦσα λόγον ἔδωκεν ἀντὶ πάντων, δι' οὗ αἱ τε περί
στικαὶ συνέστησαν τέχναι, οικοδομική, υφαντικό,
γεωργική, χαλκευτική, τὸ τοῖς σώμασιν ἐνδέον ενδ
πληρούσης τῆς ψυχῆς τῇ παρουσίᾳ τοῦ λόγου. Ὥστε
γὰρ ἐν τούτοις οὐχὶ βασκαίνων ἡμῖν τῶν πρὸ; Η
ζῆν ἀφορμῶν παραπλησίως τοῖς ἀλόγοις συναπ
γεννηθῆναι πάντα ὁ Δημιουργὸς ἡμῶν οὐ συνεχώς.
σεν, ἀλλὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων γυμνάσι
ἡμῖν τῆς διανοίας ἐμηχανήσατο, οὕτω καὶ τὴν ἐν
Распознавание текста
Collection of Interpretations on the Prophet Isaiah - PrefaceCollectio interpretationum in Isaiam prophetam - Praefatio
col. 1059–1060page 18 of 200
Collectio interpretationum in Isaiam prophetam - Præfatio
PG 106:1059ταῖς Γραφαῖς ἀσάφειαν ἐπ᾽ ὠφελείᾳ τοῦ νοῦ διεγείρων αὐτοῦ τὴν ἐνεργείαν ἐπετήδευσε· πρῶτον μὲν, ἕνα τούτοις ενασχολούμενος τῶν χειρόνων ἀφέλκηται· ἔπειτα, ὅτι τὰ πόνῳ κτηθέντα μᾶλλον πως ἀγαπᾶται καὶ τὰ διὰ μακροῦ προσγενόμενα μονίμως τε παραμένει· ὧν δὲ ῥᾳδία ἡ κτῆσις, οὐ περισπούν δαστος ἡ ἀπόλαυσις· εὐκαταφρόνητος γὰρ ἡ τῶν προς χείρων παρουσία καὶ οὐδεμιᾶς φυλακῆς ἀξιουμένη τοῖς ἔχουσι. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τῶν ὀνείρων φύσις άσα φῆς καὶ πλαγία, καὶ οὐδὲ μικρᾶς δεομένη τῆς ἐκ τοῦ νοῦ ἐντρεχείας, καὶ πολλὴ συγγένεια πρὸς τὰ ἐκ τῶν ὀνείρων αἰνιγμάτων τοῖς κατ' ἐπίκρυψιν ἐν τῇ Γραφῇ δηλουμένοις· ὅθεν καὶ Ἰωσήφ καὶ Δανιὴλ τῷ προ φητικῷ χαρίσματι τὰ ὀνείρατα διεγίνωσκον, ἐπειδὴ οὐκ αὐτάρκη τὰ τῶν ἐννοιῶν πρὸς τὴν θήραν τῆς ἀληθείας. Πρὸς δὲ τούτοις χρεία τῆς ἐν τῷ βίῳ και θαρότητος, ὥστε καὶ πρὸς τὴν τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς ἐπιτήδευσιν τὸ ἐν ταῖς Γραφαῖς κεκαλυμμένον δια γνωσθῆναι· χρεία δὲ πρὸς τῇ καθαρότητι τοῦ βίου καὶ τῆς ἐν ταῖς Γραφαῖς διατριβής, ἵνα τὸ σεμνοπρεπές καὶ μυστι κἐν τῶν θείων λογίων ἐκ τῆς συν εχούς μελέτης εντυπωθὲν τῇ ψυχῇ. Ὅτι δὲ βίου ὅλου δεῖται ἡ τῶν θείων λογίων μελέτη, συνίστησιν ὁ Μω σέως βίος, ὃς ἐν μὲν τῇ πρώτῃ τεσσαρακονταετηρίδι επαιδεύθη τὰ Αἰγυπτίων. Ἐπὶ δὲ τῇ δευτέρᾳ τεσσαρακονταετηρίδι ἐπὶ προφάσει τοῦ ποιμαίνειν εἰς τὰς ἐρημίας ἀναχωρήσας τῇ θεωρίᾳ τῶν ὄντων ἐπεσχό λα, καὶ οὕτω λοιπὸν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπιφανείας ἀξιωθεὶς μετὰ τὴν τεσσαρακονταετηρίδα ἄκων ὑπὸ τῆς φιλ ανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἐπιμέλειαν κατηνέχθη, καὶ οὐδὲ τότε διηνεκώς τῷ πρα κτικῷ παρέμενε βίῳ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἐποπτικὸν μπανίει πολλάκις, ὅθεν καὶ εἰς τὴν Αἰγυπτικήν εἰδωλομανίαν όλως ὑπηνέχθη τὰ πλήθη, τῷ Θεῷ συνόντος τοῦ ἀνδρὸς ἐν τῷ ὄρει· τοιοῦτο δέ τι καὶ ὁ Ἠλίας, τὸν τῶν ἀνθρώπων όχλον διαδιδράσκων, καὶ ἐπὶ τὰς ἐρημίας φιλοχωρῶν. Εἰ τοίνυν τοῖς ἁγίοις μετά πάσης εὐσταθείας τοῦ ἡγεμονικοῦ ἐπου νεῖτο τῆς ἀληθείας ἡ ζήτησις, πῶς οὐκ ἀλόγω; τοὺς καρποὺς τῶν μυρίων καμάτων ἄνευ τινὸς πραγματείας ἐπιζητεῖν; Τήρει γάρ, καὶ Ηλίας μεθ' ὅσον ἀναχωρήσας καὶ ἀτυχίας, καὶ καμάτους, ἰδεῖν Θεὸν ἠξιώθη. Η έκδοσις, ἡ μὲν ἐπὶ Καρακάλλου, τοῦ 'Ρωμαίων ἡγεμονεύσαντος· ἡ δὲ ἐπὶ ᾿Αλεξάνδρου, τοῦ τῆς Μαμαίας· ἀπάτορες μὲν ἀμφότεροι, καὶ ἀνώνυμοι, πλὴν οὐδετέρα ἀσφαλῆς· ἐπὶ δὲ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ τῶν τυράννων, ὁ ἱερομάρτυς Λουκιανός, ἀνὴρ οὐχ ἧττον τὰ τῶν Ἰουδαίων ἀκριβωσάμενος ἢ τὰ Ἑλλήνων, τὰς ἐκείνων βίβλους εἰς τὴν ἡμετέραν διάλεκτον μετατίθησιν ἄριστά τε καὶ ἀσφαλέστατα, Ἡμεῖς δὲ καὶ τὴν τοιαύτην ἔκδοσιν σεβαζόμενοι, τῇ
PRÆFATIO AD CATENAM IN PSALMOS.
hatur; deinde, quia labore quæsita magis quodammodo amamus, et quæ lente veniunt perpetuo durant: quorum autem facilis est acquisitio, fruitionem non æmulamur. Contemptibilis enim rerum
quæ sunt ad manum possessio, et nullius custodie
digna videtur habentibus. Ideo et somniorum natura
obscura et ambigua, neque parva indiget mentis
diligentia. Et magnam cognationem habent, cum
somniorum ænigmatibus, quæ per latebras in Seriplura ostenduntur: inde Joseph et Daniel prophe
tica gratia somnia perspiciebant, quoniam non
sufficiunt cogitationis vires ad acquisitionem veritatis. Ad hac utilitas est vitæ puritatis, ita ut ad
moralis virtutis exercitium quod in Scriptura lalet
dignoscatur. Utilitas alia est præter vitæ puritatem,
conversationis in Scripturis, ut dignitas et ganetitas divinorum verborum animæ ex assiduo studio
imprimatur. Quod auten tota vita egent dis
vinorum verborum studium, testatur Moysis vita;
qui in primo annorum suorum quadragenario didicerat Ægyptiorum doctrinas; in secundo autem
quadragenario, sub prætextu pascendi oves in deserta secedens, contemplationi entium vacabat, et
ita brevi Dei manifestatione dignus habitus, post
annorum quadragenarium Dei benignitate ad hominum curam suscipiendam invitus devenit, et
non perpetuo tum ip practica vita permansit, sed
etiam ad contemplativam sæpius se remittebat;
unde et in Egyptiorum idololatriam incidit multitudo, quando Moyses in monte cum Deo conversabatur. Idem de Elia dicendum, hominum tumulum
fugiente et in deserta secedente. Si igitur sanctis
çum multa constantia ducis nostri veritatis expetita est exquisitio, quomodo non insanum foret
fructus tantorum laborum sine ulla actione inquirere? Observa enim, Elias quantum passus sit solitudine, calamitate, labore, ut Deum videndi dignus
baberetur.
ταῖς Γραφαῖς ἀσάφειαν ἐπ᾽ ὠφελείᾳ τοῦ νοῦ διεγεί- quidem, ut his occupata mens a pejoribus abstraρων αὐτοῦ τὴν ἐνεργείαν ἐπετήδευσε· πρῶτον μὲν,
ἕνα τούτοις ενασχολούμενος τῶν χειρόνων ἀφέλκηται· ἔπειτα, ὅτι τὰ πόνῳ κτηθέντα μᾶλλον πως
ἀγαπᾶται καὶ τὰ διὰ μακροῦ προσγενόμενα μονίμως
τε παραμένει· ὧν δὲ ῥᾳδία ἡ κτῆσις, οὐ περισπούν
δαστος ἡ ἀπόλαυσις· εὐκαταφρόνητος γὰρ ἡ τῶν προς
χείρων παρουσία καὶ οὐδεμιᾶς φυλακῆς ἀξιουμένη
τοῖς ἔχουσι. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τῶν ὀνείρων φύσις άσαφῆς καὶ πλαγία, καὶ οὐδὲ μικρᾶς δεομένη τῆς ἐκ τοῦ
νοῦ ἐντρεχείας, καὶ πολλὴ συγγένεια πρὸς τὰ ἐκ τῶν
ὀνείρων αἰνιγμάτων τοῖς κατ' ἐπίκρυψιν ἐν τῇ Γραφῇ
δηλουμένοις· ὅθεν καὶ Ἰωσήφ καὶ Δανιὴλ τῷ προφητικῷ χαρίσματι τὰ ὀνείρατα διεγίνωσκον, ἐπειδὴ
οὐκ αὐτάρκη τὰ τῶν ἐννοιῶν πρὸς τὴν θήραν τῆς
ἀληθείας. Πρὸς δὲ τούτοις χρεία τῆς ἐν τῷ βίῳ και
θαρότητος, ὥστε καὶ πρὸς τὴν τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς
ἐπιτήδευσιν τὸ ἐν ταῖς Γραφαῖς κεκαλυμμένον διαγνωσθῆναι· χρεία δὲ πρὸς τῇ καθαρότητι τοῦ βίου
καὶ τῆς ἐν ταῖς Γραφαῖς διατριβής, ἵνα τὸ σεμνοπρεπὲς καὶ μυστι κἐν τῶν θείων λογίων ἐκ τῆς συν
εχούς μελέτης εντυπωθὲν τῇ ψυχῇ. Ὅτι δὲ βίου ὅλου
δεῖται ἡ τῶν θείων λογίων μελέτη, συνίστησιν ὁ Μω
σέως βίος, ὃς ἐν μὲν τῇ πρώτῃ τεσσαρακονταετηρίδι επαιδεύθη τὰ Αἰγυπτίων. Ἐπὶ δὲ τῇ δευτέρᾳ
τεσσαρακονταετηρίδι ἐπὶ προφάσει τοῦ ποιμαίνειν εἰς
τὰς ἐρημίας ἀναχωρήσας τῇ θεωρίᾳ τῶν ὄντων ἐπεσχόλα, καὶ οὕτω λοιπὸν τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπιφανείας ἀξιωθεὶς
· μετὰ τὴν τεσσαρακονταετηρίδα ἄκων ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἐπιμέλειαν κατηνέχθη, καὶ οὐδὲ τότε διηνεκώς τῷ πρα
κτικῷ παρέμενε βίῳ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἐποπτικὸν
μπανίει πολλάκις, ὅθεν καὶ εἰς τὴν Αἰγυπτικήν
εἰδωλομανίαν όλως ὑπηνέχθη τὰ πλήθη, τῷ Θεῷ
συνόντος τοῦ ἀνδρὸς ἐν τῷ ὄρει· τοιοῦτο δέ τι καὶ
ὁ Ἠλίας, τὸν τῶν ἀνθρώπων όχλον διαδιδράσκων,
καὶ ἐπὶ τὰς ἐρημίας φιλοχωρῶν. Εἰ τοίνυν τοῖς
ἁγίοις μετά πάσης εὐσταθείας τοῦ ἡγεμονικοῦ ἐπου
νεῖτο τῆς ἀληθείας ἡ ζήτησις, πῶς οὐκ ἀλόγω; τοὺς
καρποὺς τῶν μυρίων καμάτων ἄνευ τινὸς πραγματείας ἐπιζητεῖν; Τήρει γάρ, καὶ Ηλίας μεθ' ὅσον
ἀναχωρήσας καὶ ἀτυχίας, καὶ καμάτους, ἰδεῖν Θεὸν ἠξιώθη.
PRÆFATIO AD CATENAM IN PSALMOS.
(Catalog. mss. bibiiolbeem Gothanse 4°, p. 25, Lipsia, 1714.)
Η έκδοσις, ἡ μὲν ἐπὶ Καρακάλλου, τοῦ 'Ρωμαίων
ἡγεμονεύσαντος· ἡ δὲ ἐπὶ ᾿Αλεξάνδρου, τοῦ τῆς
Μαμαίας· ἀπάτορες μὲν ἀμφότεροι, καὶ ἀνώνυμοι,
πλὴν οὐδετέρα ἀσφαλῆς· ἐπὶ δὲ Διοκλητιανοῦ καὶ
Μαξιμιανοῦ τῶν τυράννων, ὁ ἱερομάρτυς Λουκιανός,
ἀνὴρ οὐχ ἧττον τὰ τῶν Ἰουδαίων ἀκριβωσάμενος ἢ
τὰ Ἑλλήνων, τὰς ἐκείνων βίβλους εἰς τὴν ἡμετέραν
διάλεκτον μετατίθησιν ἄριστά τε καὶ ἀσφαλέστατα,
Ἡμεῖς δὲ καὶ τὴν τοιαύτην ἔκδοσιν σεβαζόμενοι, τῇ
Versio, illa quidem imperatore Caracalla, hæc
autein Alexandro Mammæ filio; obscuræ utraque
originis et nominis ignoti, præterquam quod neutra satis certa. Imperantibus autem Diocletiano et
Maximiano tyrannis, Luciapus martyr pro fide,
vir qui non minus Græcorum quam Judæorum litteras percalluerat, illarum libros in nostrum transtulit sermonem optime et peritissime. Nos vero qui
magni astimamus habere hujus generis versionem,
!
Распознавание текста
col. 1061–1062page 19 of 200
PG 106:1061τῶν Ἑβδομήκοντα δύο προσκείμεθα, μάλιστα ἐπεὶ διηρημένως τὴν τῆς διαλέκτου μεταβολὴν ποιητά μενοι, μηδὲ ἐν ἑκάστοις ἔννοιαν καὶ λέξιν ἀποδεδώκασιν. Οὗτοι καὶ τοὺς ψαλμούς μεταθέμενος τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον ἀνεπιγράφους ἐξέθεντο τῷ Εσδρα πάντως ἀκολουθήσαντες. "Εσδρας γὰρ Ιουδαίος φιλομαθὴς καὶ σπουδαῖος ἀνὴρ, πρὸ έχει τὸν καὶ πεντήκοντα ἐνιαυτῶν τῆς τῶν ἑβδομήκοντα δύο ἐκδόσεω; πολλά τε ἄλλα τῶν προφητικών βιβλίων διαρρυέντα τὸ μὲν διὰ ῥαθυμίαν τῶν του δαίων, τὸ δὲ καὶ διὰ τὰς συχνὰς αἰχμαλωσίας πάλιν συνήγαγε, καὶ μέντοι καὶ ψαλμούς τρισχιλίους· οἷς καὶ ἐπιγράμματα τέθεικεν ἃ νῦν ἔχουσιν. Αλλ ὕστερον Εζεκίας ὁ θεοσεβής βασιλεύς, τοὺς ἑκατὸν μόνους καὶ πεντήκοντα ψαλμοὺς ἐκλεξάμενος, τοὺς ἄλλους ἠθέτησε· τὸ δ' αὐτὸ καὶ περὶ τὰ τοῦ Σου λομῶντος συγγράμματα πεποίηκε, τρία μόνα ἐγ κρίνας· τὰς Παροιμίας, τὸν Ἐκκλησιαστὴν, καὶ τὸ Ασμα. Τὰ δ' ἄλλα πάντα ἀποδοκιμάσας, όσα περιττός τὴν σοφίαν γενόμενος ὁ Σολομῶν περὶ οὐρανοῦ, καὶ στοιχείων, καὶ φυτῶν, καὶ τῆς ἑκάστου δυνάμεως συνεγράψατο. Τοῦτο δὲ κατὰ γνώμην εὐσεβῆ Εξε κίας ἐποίησε, βουλόμενος πάντας ἀνθρώπους εἰς Θεὸν μόνον καταφεύγειν, καὶ παρ' αὐτοῦ ζητεῖν παντὸς πάθους καὶ νοσήματος θεραπείαν· ἀλλὰ μὴ ξύλοις καὶ λίθοις ἑαυτοὺς ἀνατιθέναι, καντεῦθεν καταφρονεῖν τῆς τοῦ Θεοῦ τιμῆς· καὶ περὶ μὲν τούτων τοσαῦτα. Δύο δὲ αἰτίας τῆς τῶν Γραφῶν ἀσαφεί; εἰπεῖν ἔχομεν· μίαν μὲν, ὅτι ἀπὸ τῆς Ἑβραϊδος διαλέ του εἰς τὴν Ἑλληνίδα μετεβλήθησαν. Ὅταν δὲ γλυπτα εἰς ἑτέραν ἑρμηνευθῇ, πολλήν έχει δυσκολίαν, καὶ ἴσα σιν, ὅσοι πολλῶν γλωσσῶν ἔμπειροι. Δευτέραν δὲ, ὅτι πολλὰ προλέγουσιν τοῖς Ἰουδαίοις αἱ προφητείαι κακή, καὶ ὡς αὐτοὶ μὲν ἐκβληθήσονται, ἡμεῖς δὲ εἰσδε χθησόμεθα. ἵν᾿ οὖν μὴ σαφῶς ἀκούσαντες παρὰ τὴν ἀρχὴν διαχειρίσωνται τοὺς λέγοντας ταῦτα προφήτας, καὶ τὰ βιβλία ἀφανίσωσι, διὰ τοῦτο τῇ δυσκολία τῆς ἑρμηνείας τὰς προββήσεις απέκρυψαν. Τρίτον προέκειτο ζητῆσαι, τί τὸ ψαλτήριον, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔστι τοίνυν τὸ ψαλτήριον ὄργανον μουσικὸν δεκά χορδον, ἐκ τῶν ἄνωθεν μερῶν τῆς κατασκευῆς ἀπο τελοῦν τὸν ἦχον, εναρμονίους τους φθόγγους πρὸς τὴν ἐκ τῆς φωνῆς μελωδίαν ἀποδιδοῦν. Παρὰ μὲν Εβραίοις ναύλα λεγόμενον, παρ' Έλλησι δὲ κιθάρα όνομαζόμενον. Κατεσκευάσατο γὰρ αὐτοῖς ὀρθὸν ξύλον καὶ ἀπαρέγκλιτον, χορδαὶ δὲ ἐν τούτῳ δέκα ετει νοντο. Εκάστη δὲ τῶν χορδῶν εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον τοῦ ψαλτηρίου διῃρημένως έναπεσφίγγετο· αἱ δὲ ἀρχαὶ τῶν χορδῶν καθίεντο ἄνωθεν. Δέκα γὰρ πό λαβοι, εἶτ᾽ οὖν πασσαλίσκοι περὶ τὸν πήχυν τοῦ ψαλτηρίου στρεφόμενοι ετείνοντο την χορδήν καὶ ἐχάλων, πρὸς δὲ τὸν ῥυθμὸν τῆς ἁρμονίας, καὶ πρὸς τὸ τοῦ ψαλτῳδοῦ βούλημα. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὁ φησιν ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι τὸ ψαλτήριον ἄνωθεν ἔχει τῶν φθόγγων τὰς ἀφορμάς. Οὐ γὰρ, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὀργάνων,ἅπαξ ὁ μουσικὸς ἐναρμοσάμενος τὰς χορδές ἀπραγμόνως χρῆται τῷ κρούματι, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἁρμονίαν ἡ μὲν δεξιὰ τὸ πλῆκτρον μεταχειρίζε και ἡ δὲ λαιὰ ἄνωθεν ἐπιτευξαμένη τῶν χώρω δ
|
Hliam ideo septuaginta duorum interpretum im- τῶν Ἑβδομήκοντα δύο προσκείμεθα, μάλιστα ἐπεὶ
primis sequimur, quod insigniter Hebraica lingua
proprietatem nostro sermone expresserint; tanto
quidem studio, ut dum huic unice rei intenti sunt,
aliquando nec sensum nec dictionem eamdem reddant. lidem, dum Psalmos exponunt, primum alque secundum absque titulo exhibent ntique Esdræ exemplo. Nam Esdras imprimis diligens et honestus vir, illaque septuaginta duorum versione
centum et quinquaginta annis superior, præter alia
multa oraculorum sacrorum lacera et dissipata, partim inertia, partim frequentibus exsiliis Judzorum,
etiam ter mille psalmos collegit, quibus singulis
suos titulos posuit, quæ etiamnum præferunt. Cæterum Ezechias rex religiosus deinceps centuni
modo et quinquaginta electis reliquos rejecit.Jdem
circa Salomonis libros instituit, quorum omni ex
numero tribus saltem locum dedit inter oracula;
Proverbiis scilicet, Ecclesiaste et Cantico; cæteris
damnatis omnibus quacunque nimius intelligendi
factus Salomon vel de cœlo et elementis, vel de
plantis earumque virtutibus commentatus fuerat.
Quod tamen rex Ezechias suscepit religione motus,
ut mortales omnes ad Deum confugerent solum,
ab
eo cujuscunque aegritudinis aut morbi remedium
peterent, neque lapidibus et lignis salutem suam cum
contemptunuminis committerent. Et de his
hactenus. Duas autem obscuritatis librorum sacrorum rationes proferre possumus; alteram, quod
ex Hebræo in Graeci sermonis translati sunt pro- c
prietatem. Quantam vero difficultatem habeat aliquɔm linguam ad alterius linguæ rationem Interpretari, omnes norunt, quotquot multarum linguarum notitiam habent. Alteram vero, quod multa
Judzis adversa vaticinationes predicunt, quomodo
illi exterminandi, nos recipiendi simus. Ne igitur
si a primo statim auditu rem omnem, ut est, deprehendant, auctores tam tristis responsi vates interfciant, librosque tollant, ideo obscuritate interpretationis prædictiones involverunt. Tertium quod
destinaveramus erat exquirere, quid psalterium,
et cætera. Dico igitur psalterium instrumentum musices esse decem chordarum, supremarum partium
structura et temperamento sonum efficiens, vocemque modulatum ad humans vocis concentum accommodam. Hebræis quidem nablium dicitur, Græcis cithara audit. Rectum illi lignum parant et
alterutram in partem inflexum huic chordas inducunt intensas decem. Quarum unaquæque ad verticem seorsim illigata est, inde capita chordarum
dependent. Decem euim paxilli aut verticilli circa
cubitum quem dicunt cithara, torquentur, quibus
chordæis aliquando intenduntur, interdum laxantur
ad modum concentus aut libitum citharistæ. Atque
hoc est quod magnus Basilius dicit, psalterium initia
vocum habere in summo. Neque enim, ut in aliis vocum organis, cantor attemperatis semel chordis
otiose quasi abutitur pulsibus; sed post temperamentum vocum dextra quidem plectrum tractat
διηρημένως τὴν τῆς διαλέκτου μεταβολὴν ποιητά
μενοι, μηδὲ ἐν ἑκάστοις ἔννοιαν καὶ λέξιν ἀποδε
δώκασιν. Οὗτοι καὶ τοὺς ψαλμούς μεταθέμενος τὸν
πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον ἀνεπιγράφους ἐξέθεντο
τῷ Εσδρα πάντως ἀκολουθήσαντες. "Εσδρας γὰρ
Ιουδαίος φιλομαθὴς καὶ σπουδαῖος ἀνὴρ, πρὸ έχει
τὸν καὶ πεντήκοντα ἐνιαυτῶν τῆς τῶν Εβδομή
κοντα δύο ἐκδόσεω; πολλά τε ἄλλα τῶν προφητικών
βιβλίων διαρρυέντα τὸ μὲν διὰ ῥαθυμίαν τῶν του
δαίων, τὸ δὲ καὶ διὰ τὰς συχνὰς αἰχμαλωσίας πάλιν
συνήγαγε, καὶ μέντοι καὶ ψαλμούς τρισχιλίους· οἷς
καὶ ἐπιγράμματα τέθεικεν ἃ νῦν ἔχουσιν. Αλλ
ὕστερον Εζεκίας ὁ θεοσεβής βασιλεύς, τοὺς ἑκατὸν
μόνους καὶ πεντήκοντα ψαλμοὺς ἐκλεξάμενος, τοὺς
ἄλλους ἠθέτησε· τὸ δ' αὐτὸ καὶ περὶ τὰ τοῦ Σου
λομῶντος συγγράμματα πεποίηκε, τρία μόνα ἐγ
κρίνας· τὰς Παροιμίας, τὸν Ἐκκλησιαστὴν, καὶ τὸ
Ασμα. Τὰ δ' ἄλλα πάντα ἀποδοκιμάσας, όσα περιττός
τὴν σοφίαν γενόμενος ὁ Σολομῶν περὶ οὐρανοῦ, καὶ
στοιχείων, καὶ φυτῶν, καὶ τῆς ἑκάστου δυνάμεως
συνεγράψατο. Τοῦτο δὲ κατὰ γνώμην εὐσεβῆ Εξε
κίας ἐποίησε, βουλόμενος πάντας ἀνθρώπους εἰς
Θεὸν μόνον καταφεύγειν, καὶ παρ' αὐτοῦ ζητεῖν
παντὸς πάθους καὶ νοσήματος θεραπείαν· ἀλλὰ μὴ
ξύλοις καὶ λίθοις ἑαυτοὺς ἀνατιθέναι, καντεῦθεν καταφρονεῖν τῆς τοῦ Θεοῦ τιμῆς· καὶ περὶ μὲν τούτων
τοσαῦτα. Δύο δὲ αἰτίας τῆς τῶν Γραφῶν ἀσαφεί;
εἰπεῖν ἔχομεν· μίαν μὲν, ὅτι ἀπὸ τῆς Ἑβραϊδος διαλέ
του εἰς τὴν Ἑλληνίδα μετεβλήθησαν. Ὅταν δὲ γλυπτα
εἰς ἑτέραν ἑρμηνευθῇ, πολλήν έχει δυσκολίαν, καὶ ἴσασιν, ὅσοι πολλῶν γλωσσῶν ἔμπειροι. Δευτέραν δὲ, ὅτι
πολλὰ προλέγουσιν τοῖς Ἰουδαίοις αἱ προφητείαι κακή,
καὶ ὡς αὐτοὶ μὲν ἐκβληθήσονται, ἡμεῖς δὲ εἰσδε
χθησόμεθα. ἵν᾿ οὖν μὴ σαφῶς ἀκούσαντες παρὰ τὴν
ἀρχὴν διαχειρίσωνται τοὺς λέγοντας ταῦτα προφή
τας, καὶ τὰ βιβλία ἀφανίσωσι, διὰ τοῦτο τῇ δυσκολία
τῆς ἑρμηνείας τὰς προββήσεις απέκρυψαν. Τρίτον
προέκειτο ζητῆσαι, τί τὸ ψαλτήριον, καὶ τὰ ἑξῆς.
Ἔστι τοίνυν τὸ ψαλτήριον ὄργανον μουσικὸν δεκά
χορδον, ἐκ τῶν ἄνωθεν μερῶν τῆς κατασκευῆς ἀπο
τελοῦν τὸν ἦχον, εναρμονίους τους φθόγγους πρὸς
τὴν ἐκ τῆς φωνῆς μελωδίαν ἀποδιδοῦν. Παρὰ μὲν
Εβραίοις ναύλα λεγόμενον, παρ' Έλλησι δὲ κιθάρα
όνομαζόμενον. Κατεσκευάσατο γὰρ αὐτοῖς ὀρθὸν ξύλον
καὶ ἀπαρέγκλιτον, χορδαὶ δὲ ἐν τούτῳ δέκα ετεινοντο. Εκάστη δὲ τῶν χορδῶν εἰς τὸ ἀκροτελεύτιον
τοῦ ψαλτηρίου διῃρημένως έναπεσφίγγετο· αἱ δὲ
ἀρχαὶ τῶν χορδῶν καθίεντο ἄνωθεν. Δέκα γὰρ πόλαβοι, εἶτ᾽ οὖν πασσαλίσκοι περὶ τὸν πήχυν τοῦ
ψαλτηρίου στρεφόμενοι ετείνοντο την χορδήν καὶ
ἐχάλων, πρὸς δὲ τὸν ῥυθμὸν τῆς ἁρμονίας, καὶ πρὸς
τὸ τοῦ ψαλτῳδοῦ βούλημα. Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὁ φησιν
ὁ μέγας Βασίλειος, ὅτι τὸ ψαλτήριον ἄνωθεν ἔχει τῶν
φθόγγων τὰς ἀφορμάς. Οὐ γὰρ, ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἄλλων
ὀργάνων,ἅπαξ ὁ μουσικὸς ἐναρμοσάμενος τὰς χορδές
ἀπραγμόνως χρῆται τῷ κρούματι, ἀλλὰ μετὰ τὴν
ἁρμονίαν ἡ μὲν δεξιὰ τὸ πλῆκτρον μεταχειρίζε
και ἡ δὲ λαιὰ ἄνωθεν ἐπιτευξαμένη τῶν χώρω
δ
Распознавание текста
Preface to the Catena on the PsalmsPraefatio ad catenam in Psalmos
col. 1063–1064page 20 of 200
Præfatio ad catenam in Psalmos
PG 106:1063δῶν κατὰ διαστάσεις, καὶ πυκνὰ τοὺς δακτύλους μετατιθεῖσα, βαρὺν ἢ ἐξὺν τὸν φθόγγον ἐρω γάζεται. Πολλῶν δὲ ὄντων ὀργάνων μουσικών, τὴν βίβλον τῶν Ταλμῶν πρὸς τὸ λεγόμενον ψαλτήριον ήρμοσεν ὁ προφήτης, ἐμοὶ δοκεῖν, τὴν ἄνωθεν αὐτῷ ἐνηχοῦσαν χάριν παρὰ τοῦ Πνεύματος ἐνδεικνύμενος· διότι τοῦτο μόνον τῶν μουσικῶν ὀργάνων τὴν αἰτίαν τῶν φθόγγων ἐκ τῶν ἄνωθεν ἔχει, ὡς εἴρηται. Τῇ κιθάρῃ μὲν γὰρ, καὶ τῇ λύρᾳ κάτωθεν ὁ χαλκὸς ὑπηχεῖ πρὸς τὸ πλῆκτρον· τὸ ψαλτήριον δὲ τοῦτο τῶν ἁρμονικῶν ῥυθμῶν ἄνωθεν ἔχει τὰς ἀφορμάς, ἵνα καὶ ἡμεῖς τὰ ἄνω ζητεῖν μελετῶμεν, καὶ μὴ τῇ ἡδονῇ τοῦ μέλους ἐπὶ τὰ τῆς σαρκὸς πάθη καταφερώμεθα. Κἀκεῖνο δὲ οἶμαι τὸν προφητικὸν λόγον βα θέως ἡμῖν καὶ σοφῶς διὰ τῆς τοῦ ὀργάνου κατα σκευῆς ἐνδεδεῖχθαι, ὅτι οἱ ἐμμελεῖς καὶ ἐνάρμοστοι τὰς ψυχὰς ῥᾳδίαν ἔχουσι τὴν εἰς τὰ ἄνω πορείαν. Τὸ δὲ ψαλτήριον δεκάχορδον ἐν αἰνιγματωδῶ; παρ εδήλου τὸ σῶμα, ἅτε πέντε αἰσθήσεις ἔχον, καὶ πέντε τῆς ψυχῆς ἐνεργείας, δι᾿ ἑκάστης αισθήσεως γινομένης ενεργείας ἑκάστης. "Οταν γὰρ ἕκαστον αἰσθητήριον ἑκάστῃ δυνάμει τῆς ψυχῆς προσαρμόσωμεν, καὶ πρὸς τὸ ἱερὸν μέλος αὐτοὺς διοργανώ σωμεν, δεκάχορδον γινόμεθα ψαλτήριον τῷ Θεῷ, ἡμῖν μὲν μουσουργούμενον, καλῷ δὲ τεχνίτῃ, τῷ Πνεύ ματι ἀνακρουόμενον. ᾿Αλλὰ τοιοῦτον μὲν τὸ ψαλτήριον· ψαλμὸς δέ ἐστι λόγος μουσικὸς, καὶ ὕμνος τῷ Θεῷ προσαγόμενος, ἀπὸ τοῦ ψαλτηρίου ὀργάνου κλη θείς. Διὸ αἱ ἄλλαι Γραφαι, ἐπεὶ μὴ πρὸς αὐλὸν ἐψάλλοντο, τῆς τοῦ ψαλμοῦ ἑστέρηνται κλήσεως. Χρὴ δὲ μηδὲ διάψαλμα παραδραμεῖν ἀθεώρητον. Τισὶ μὲν μεταβολὴν τοῦ νοήματος, ἢ πράγματος, ή προσώπου σημαίνειν ἐνομίσθη τὸ διάψαλμα· τισὶ δὲ μέλους ἐναλλαγὴν, πότε μὲν βαρύτερον ἀπηχουμένου, πότε δὲ ὀξύτερον. Ετεροι δέ φασιν, ὅτι συντιθεὶς ὁ Δα διὰ ἕκαστον τῶν ψαλμῶν παρεδίδου ἑνὶ χορῷ, καὶ ἔψαλλεν ἐκεῖνον ἐν ἐκείνῳ τῷ χορῷ. Εἰ δέ που ἔδο ξεν αὐτῷ κατὰ μέσον τοῦ ψαλμοῦ, καὶ ἄλλῳ χορῷ παραδοῦναι τὸ λοιπὸν τοῦ ψαλμοῦ, τότε καὶ ἡ δια δοχὴ τοῦ ρυθμοῦ ἐκαλεῖτο διάψαλμα. Ἡμεῖς δὲ τὰς τε τῶν προτέρων υπολήψεις οὐκ ἀποβάλλομεν· ἐνα νοῆσαι δέ τι, καὶ παρ' ἑαυτῶν πρὸς τὴν τοῦ ῥητοῦ σημασίαν οὐκ ἀποκνήσομεν. Τοιαύτην οὖν τινα τοῦ διαψάλματος κατελάβομεν τὴν διάνοιαν, ὅτι προϊούσης κατὰ τὸ ἀκόλουθον τῆς ψαλμῳδίας, ἐάν τις ἐγέ νετο μεταξὺ προφητεύοντος τοῦ Δαβιδ ἑτέρα τοῦ ἁγίου Πνεύματος θεία έλλαμψις, καὶ προσθήκη τοῦ κατὰ τὴν γνῶσιν χαρίσματος, ἐπ' ὠφελείᾳ τῶν δεχο μένων τὴν προφητείαν, ἐπέχων τὴν φωνήν, καιρὸν ἐδίδου τῇ διανοίᾳ, δέξασθαι τῶν νοημάτων την γνώ σιν τῶν γινομένων ἐν αὐτῷ παρὰ τῆς θείας ἐλ λάμψεως. Καὶ ὥσπερ πολλάκις τινὲς μετ' ἀλλήλων διαλεγόμενοι, εἴ ποθεν αθρόα ἤχησις ταῖς ἀκοαῖς προσβάλοι, παυσάμενοι τοῦ λόγου, πρὸς τὸν ἦχον τῇ διανοία συντείνονται, σχολήν παρέχοντες δι' ήσυ χίας τῇ ἀκοῇ, τοῦ γνῶναι τοῦ ἤχου τὴν δύναμιν, εἶτα παυσαμένης της προσηχούσης φωνῆς πάλιν άλ λήλοις διαλέγονται οὕτω καὶ ὁ μέγας Δαβὶδ ύπου φητεύων τῷ Πνεύματι, ἅπερ τε φθάσας ἔμαθε, δι
PRÆFATIO AD CATENAM IN PSALMOS..
δῶν κατὰ διαστάσεις, καὶ πυκνὰ τοὺς δακτύ- sinistra vero in summno chordas stringens per interλους μετατιθεῖσα, βαρὺν ἢ ἐξὺν τὸν φθόγγον ἐρω
γάζεται. Πολλῶν δὲ ὄντων ὀργάνων μουσικών, τὴν
βίβλον τῶν Ταλμῶν πρὸς τὸ λεγόμενον ψαλτήριον
ήρμοσεν ὁ προφήτης, ἐμοὶ δοκεῖν, τὴν ἄνωθεν αὐτῷ
ἐνηχοῦσαν χάριν παρὰ τοῦ Πνεύματος ἐνδεικνύμε
νος· διότι τοῦτο μόνον τῶν μουσικῶν ὀργάνων τὴν
αἰτίαν τῶν φθόγγων ἐκ τῶν ἄνωθεν ἔχει, ὡς εἴρηται.
Τῇ κιθάρῃ μὲν γὰρ, καὶ τῇ λύρᾳ κάτωθεν ὁ χαλκὸς
ὑπηχεῖ πρὸς τὸ πλῆκτρον· τὸ ψαλτήριον δὲ τοῦτο
τῶν ἁρμονικῶν ῥυθμῶν ἄνωθεν ἔχει τὰς ἀφορμάς,
ἵνα καὶ ἡμεῖς τὰ ἄνω ζητεῖν μελετῶμεν, καὶ μὴ τῇ
ἡδονῇ τοῦ μέλους ἐπὶ τὰ τῆς σαρκὸς πάθη καταφερώμεθα. Κἀκεῖνο δὲ οἶμαι τὸν προφητικὸν λόγον βαθέως ἡμῖν καὶ σοφῶς διὰ τῆς τοῦ ὀργάνου κατα
σκευῆς ἐνδεδεῖχθαι, ὅτι οἱ ἐμμελεῖς καὶ ἐνάρμοστοι
τὰς ψυχὰς ῥᾳδίαν ἔχουσι τὴν εἰς τὰ ἄνω πορείαν.
Τὸ δὲ ψαλτήριον δεκάχορδον ἐν αἰνιγματωδῶ; παρεδήλου τὸ σῶμα, ἅτε πέντε αἰσθήσεις ἔχον, καὶ
πέντε τῆς ψυχῆς ἐνεργείας, δι᾿ ἑκάστης αισθήσεως
γινομένης ενεργείας ἑκάστης. "Οταν γὰρ ἕκαστον
αἰσθητήριον ἑκάστῃ δυνάμει τῆς ψυχῆς προσαρμό
σωμεν, καὶ πρὸς τὸ ἱερὸν μέλος αὐτοὺς διοργανώ
σωμεν, δεκάχορδον γινόμεθα ψαλτήριον τῷ Θεῷ, ἡμῖν
μὲν μουσουργούμενον, καλῷ δὲ τεχνίτῃ, τῷ Πνεύ
ματι ἀνακρουόμενον. ᾿Αλλὰ τοιοῦτον μὲν τὸ ψαλτήριον· ψαλμὸς δέ ἐστι λόγος μουσικὸς, καὶ ὕμνος τῷ
Θεῷ προσαγόμενος, ἀπὸ τοῦ ψαλτηρίου ὀργάνου κληθείς. Διὸ αἱ ἄλλαι Γραφαι, ἐπεὶ μὴ πρὸς αὐλὸν ἐψάλλοντο, τῆς τοῦ ψαλμοῦ ἑστέρηνται κλήσεως. Χρὴ δὲ
μηδὲ διάψαλμα παραδραμεῖν ἀθεώρητον. Τισὶ μὲν
μεταβολὴν τοῦ νοήματος, ἢ πράγματος, ή προσώπου
σημαίνειν ἐνομίσθη τὸ διάψαλμα· τισὶ δὲ μέλους
ἐναλλαγὴν, πότε μὲν βαρύτερον ἀπηχουμένου, πότε
δὲ ὀξύτερον. Ετεροι δέ φασιν, ὅτι συντιθεὶς ὁ Δα
διὰ ἕκαστον τῶν ψαλμῶν παρεδίδου ἑνὶ χορῷ, καὶ
ἔψαλλεν ἐκεῖνον ἐν ἐκείνῳ τῷ χορῷ. Εἰ δέ που ἔδοξεν αὐτῷ κατὰ μέσον τοῦ ψαλμοῦ, καὶ ἄλλῳ χορῷ
παραδοῦναι τὸ λοιπὸν τοῦ ψαλμοῦ, τότε καὶ ἡ δια
δοχὴ τοῦ ρυθμοῦ ἐκαλεῖτο διάψαλμα. Ἡμεῖς δὲ τὰς
τε τῶν προτέρων υπολήψεις οὐκ ἀποβάλλομεν· ἐνα
νοῆσαι δέ τι, καὶ παρ' ἑαυτῶν πρὸς τὴν τοῦ ῥητοῦ
σημασίαν οὐκ ἀποκνήσομεν. Τοιαύτην οὖν τινα τοῦ
διαψάλματος κατελάβομεν τὴν διάνοιαν, ὅτι προϊούσης κατὰ τὸ ἀκόλουθον τῆς ψαλμῳδίας, ἐάν τις ἐγέ- verbi non verebimur. Igitur ejusmodi aliquam
νετο μεταξὺ προφητεύοντος τοῦ Δαβιδ ἑτέρα τοῦ
ἁγίου Πνεύματος θεία έλλαμψις, καὶ προσθήκη τοῦ
κατὰ τὴν γνῶσιν χαρίσματος, ἐπ' ὠφελείᾳ τῶν δεχομένων τὴν προφητείαν, ἐπέχων τὴν φωνήν, καιρὸν
ἐδίδου τῇ διανοίᾳ, δέξασθαι τῶν νοημάτων την γνώ
σιν τῶν γινομένων ἐν αὐτῷ παρὰ τῆς θείας ἐλλάμψεως. Καὶ ὥσπερ πολλάκις τινὲς μετ' ἀλλήλων
διαλεγόμενοι, εἴ ποθεν αθρόα ἤχησις ταῖς ἀκοαῖς
προσβάλοι, παυσάμενοι τοῦ λόγου, πρὸς τὸν ἦχον
τῇ διανοία συντείνονται, σχολήν παρέχοντες δι' ήσυχίας τῇ ἀκοῇ, τοῦ γνῶναι τοῦ ἤχου τὴν δύναμιν,
εἶτα παυσαμένης της προσηχούσης φωνῆς πάλιν άλλήλοις διαλέγονται οὕτω καὶ ὁ μέγας Δαβὶδ ύπου
φητεύων τῷ Πνεύματι, ἅπερ τε φθάσας ἔμαθε, διPATROL. GR. CVI.
valla et crebro oberrans digitis, sonum aut gravem
aut acutum efficit. Quamvis vero non unam sil organum musicum, Psalmorum tamen librum ad illud
quod psalterium dicitur maxime accommodavit vates, ut mihi videtur, gratiam illam sancti Spiritus siguifcaturus quæ ex allo profusa suavissimnos iu
ipso modos cieret: quia hoc solum iuter musica
instrumenta, vocum, ut diximus, causas a summitäte
habet. Citharæ quidem et lyræ ad plectri pulsum æs
inferius respondet: psalterium autem numerorum
musicorum in summo causas habet, ut et nos ad
superna quærenda nos comparemus, nec lenocinila
cantus ad studia carnis dejiciamur. Hoc enim divini vatis sermonem, sapientia in primis recondita per
instrumenti hujus structuram nobis indigitasse opinor, quod animus moderatus et compositus expeditum iter babeat ad altiora. Psalterium autem decem chordis resonans per figuram corpus ostendit quinque sensibus, et animum quiuque facultatibus præditum, quarum singulæ per singulos
sensus officio suo funguntur. Ubi enim singulos
sensus singulis animæ facultatibus accommodamus,
et ad usum sacræ modulationis attemperamus,
psalterium decem chordarum Deo efficimur; quod
a nobis quidem melodice conformatur, sed a peritò
artifice sancto Spiritu pulsatur. Tale autem psalterium. Psalmus aulem est sermo modulatus, et
hymnus ad Deum directus, a psalterio instrumento
nomen traheus. Quare alia quidem Librorum sacrorum volumina, quia ad tibiam non canebantur,
psalmi nomine carent. Porro neque diapsalinatis mentionem omittere licet. Quibusdam enim
commutationem sensus, aut rei, aut personæ significare creditum est diapsalma; quibusdam vero discrimen cantus aliquando gravius aut acutius resonantis. Alii dicunt, Davidem ubi aliquem hymnum
composuerit, aliquem e choris cantorum adhibuisse,
eumdemque inter illos modulatum esse. Sicubi vero
eidem visum fuerit diffindere quasi psalmum, partemque reliquam alteri cuidam choro tradere, tunc
illas cantandi vices fuisse diapsalma appellatas. Nos
vero sicut priorum conjecturas non rejicimus, ita
inventis aliquid addere circa significationem
significationem diapsalmatis deprehendimus, ut
procedente ex ordine cantu, si qua nova vaticinanti accideret divini Spiritus illuminatio et a‹-
cessio gratias revelationis, in usum eorum qui au
cultarent prophetiam, ille inhibita voce tempus dederit animo suo, ad percipiendum intellectum
cogitationum, quas illuminatio divina in illo excita -
bat. Non secus atque solent qui inter se confabulantur, si quis sonus gravior aures percusserit,
omisso sermone, ad souum animum convertunt,
oliumque auribus per silentium praebeat, ad intelligendam cantus signifcationem; mox vero cessante cantum voce rursus colloquium repetunt. Simillime magnus David vocem acconimodam Spiri34
Распознавание текста
col. 1065–1066page 21 of 200
PG 106:1065ἦν, σχετο, ὑπέχων τὴν τῆς ψυχῆς ἀκοὴν τῷ πνεύματι, καλῶς ἐνηχοῦντι, καὶ κατασιγάζων τὸ μέλος, ὧν εὖ πλήρης ἐγίνετο, ταῦτα πάλιν διεξήει. "Εστιν οὖν π διάψαλμα μεταξύ της ψαλμωδίας γινομένη κατὰ τὸ ἀθρόον ὑπηρέτησις, πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ θεόθεν ἐπειο κρινομένου νοήματος. Η διάψαλμα ἐστιν διδασκαλία τοῦ Πνεύματος, τῇ ψυχῇ κατὰ τὸ ἀποῤῥητον ἔγ γινομένη, τῆς περὶ τὸ νόημα τοῦτο προσοχῆς, τὸ συνεχὲς τῆς μελωδίας περικοπτούσης. Ἵνα δὲ μὴ νομίσωσιν οἱ πολλοὶ, ὅτι ἡ σιωπὴ σημεῖον ἐστι το ἐπιλελοιπέναι τὸν προφητεύοντα τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος δύναμιν, τούτου χάριν τινὲς τῶν ἑρμηνέων, ἀντὶ τοῦ διαψάλματος τὸ ἀεὶ τοῖς διαλείμμασι τού τοῖς ἐγγράφουσιν· ὡς ἂν διὰ τούτου μάθωμεν, ὅτι ἡ μὲν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις πάντοτε ἦν· ὁ δὲ Ερμηνεύων τὰ ἐγγινόμενα θεόθεν τῇ ψυχῇ νοήματα λόγος, οὐ πάντοτε ἦν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἐξεφώνει τῆς δια νοίας, τὸ δὲ ὑπεδέχετο. Ἐν ᾧ μὲν γὰρ ἐξηγόρευε τὰ ἐντυπωθέντα τῇ διανοίᾳ νοήματα, προῄει δι' ἀκου λούθου ἡ ψαλμῳδία· εἰ δέ τι τῶν θειοτέρων τὴν τῆς ψυχῆς ἀκοὴν περιήχησεν, ὅλος τῆς ἀκροάσεως ἦ κατασιγάζων τὸ μέλος. 'Αεὶ τοίνυν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος, καὶ παρὰ τὸν τῆς σιωπῆς καιρὸν, ἐν αὐτῷ λαλοῦντο; ὁ λόγος ἐν διαλείμμασιν ἦν· τὸ δὲ διά λειμμα παρὰ τῶν ἑρμηνέων ὠνομάσθη διάψαλμα. Οτι δὲ θειοτέρας επιπνοίας επίτασίς ἐστι τὸ διά ψαλμα, ἐντεῦθεν ἄν τις κατίδοι. Ἐν γὰρ τῇ ἀρχῇ τοῦ τρίτου ψαλμοῦ τὰς οἰκείας συμφορά; ὁ Δαβιδ ολοφύρεται, καὶ διαπορούμενος λέγει, «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; ν περὶ τὰ μέσα δὲ που τοῦ ψαλμοῦ, ἔνθα καὶ τὸ διάψαλμα κείται, θάρρους αναπλησθεὶς πέποιθε καὶ παρρησιάζει ται, τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν ὥσπερ ὁρῶν, καὶ βαλ Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα, ἐξηγέρθην, ὅτι δύο ριος ἀντιλήψεταί μου.» Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως. Τὸ δὲ ἀλληλούϊα αἶνος Θεοῦ ἑρμηνεύεται· ἔστι γὰρ τὸ μὲν, ἀλληλού, αἶνος· τὸ δὲ ἴπ, Θεός. Διὸ καὶ ἀντὶ τοῦ, Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός, οι Αλλη λούτα ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός,» ο Σύμμαχος τέθεικε. Τελ. μὸς δὲ καὶ ᾠδὴ διαφέρει· ὅτι ὁ μὲν ψαλμὸς λόγο; ἐστὶ μουσικός, ὅταν εὐρύθμως κατὰ τοὺς ἁρμον κοὺς λόγους πρὸς τὸ ὄργανον κρούηται· ἡ δὲ φθη φωνή ἐστιν ἐμμελής, ἀποδιδομένη έναρμονίας χωρίς εξῄει τῇ μελωδίᾳ· καὶ εἴ τι μεταξὺ λέγων ἐπεδιδά τῆς συνηχήσεως τοῦ ὀργάνου· ὥστε ἐπειδὴ ψαλτήριον τροπικῶς, καὶ ὄργανον ἡρμοσμένον μουσικώς εἰς ὕμνους Θεοῦ ἢ τοῦ σώματος ἡμῶν ἐστι κατασκευή" νοηθεῖεν ἂν καὶ ψαλμὸς αἱ διὰ τοῦ σώματος πράξεις, αἱ εἰς δόξαν Θεοῦ ἀποδιδόμεναι - ὅταν ὑπὸ τοῦ λόγου ; ηρμοσμένοι, μηδὲν ἐκμελὲς ἀποτελῶμεν ἐν τοῖς κινήμασιν. δὴ δὲ ὅσα θεωρίας ἔχεται ψιλῆς καὶ θεολογίας. Καὶ οὕτω μὲν ὁ μέγας Βασίλειος. Ο δ ἀδελφὸς αὐτοῦ Γρηγόριος ψαλμὸν μὲν νοεῖ τὸν ἡμέτερον βίον, μὴ τοῖς γηίνοις φθόγγοις, τουτέστι νήσ μασι περιηχούμενον· ἀλλὰ καθαρὸν καὶ ἐξάκουστον ἐκ τῶν ἄνωθεν καὶ οὐρανίων τὸν ἦχον ἀπεργαζί μενον· ᾠδὴν δὲ, τὴν περὶ τὸ φαινόμενον εὐσχημοσί νην. Καί φησιν, ὅτι ὥσπερ ἐκ τῶν μουσικῶν ὀργάνων μόνος ο ἦχος τῆς μελωδίας προσπίπτει ταῖς ἀκοπές,
ļ
ἦν,
σχετο, ὑπέχων τὴν τῆς ψυχῆς ἀκοὴν τῷ πνεύματι,
καλῶς ἐνηχοῦντι, καὶ κατασιγάζων τὸ μέλος, ὧν εὖ
πλήρης ἐγίνετο, ταῦτα πάλιν διεξήει. "Εστιν οὖν π
διάψαλμα μεταξύ της ψαλμωδίας γινομένη κατὰ τὸ
ἀθρόον ὑπηρέτησις, πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ θεόθεν ἐπειο·
κρινομένου νοήματος. Η διάψαλμα ἐστιν διδασκα
λία τοῦ Πνεύματος, τῇ ψυχῇ κατὰ τὸ ἀποῤῥητον ἔγ
γινομένη, τῆς περὶ τὸ νόημα τοῦτο προσοχῆς, τὸ
συνεχὲς τῆς μελωδίας περικοπτούσης. Ἵνα δὲ μὴ
νομίσωσιν οἱ πολλοὶ, ὅτι ἡ σιωπὴ σημεῖον ἐστι το
ἐπιλελοιπέναι τὸν προφητεύοντα τὴν τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος δύναμιν, τούτου χάριν τινὲς τῶν ἑρμηνέων,
ἀντὶ τοῦ διαψάλματος τὸ ἀεὶ τοῖς διαλείμμασι τού
τοῖς ἐγγράφουσιν· ὡς ἂν διὰ τούτου μάθωμεν, ὅτι ἡ
μὲν τοῦ ἁγίου Πνεύματος χάρις πάντοτε ἦν· ὁ δὲ
Ερμηνεύων τὰ ἐγγινόμενα θεόθεν τῇ ψυχῇ νοήματα
λόγος, οὐ πάντοτε ἦν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἐξεφώνει τῆς διανοίας, τὸ δὲ ὑπεδέχετο. Ἐν ᾧ μὲν γὰρ ἐξηγόρευε τὰ
ἐντυπωθέντα τῇ διανοίᾳ νοήματα, προῄει δι' ἀκου
λούθου ἡ ψαλμῳδία· εἰ δέ τι τῶν θειοτέρων τὴν τῆς
ψυχῆς ἀκοὴν περιήχησεν, ὅλος τῆς ἀκροάσεως ἦ
κατασιγάζων τὸ μέλος. 'Αεὶ τοίνυν τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος, καὶ παρὰ τὸν τῆς σιωπῆς καιρὸν, ἐν αὐτῷ
λαλοῦντο; ὁ λόγος ἐν διαλείμμασιν ἦν· τὸ δὲ διάλειμμα παρὰ τῶν ἑρμηνέων ὠνομάσθη διάψαλμα.
Οτι δὲ θειοτέρας επιπνοίας επίτασίς ἐστι τὸ διά
ψαλμα, ἐντεῦθεν ἄν τις κατίδοι. Ἐν γὰρ τῇ ἀρχῇ
τοῦ τρίτου ψαλμοῦ τὰς οἰκείας συμφορά; ὁ Δαβιδ
ολοφύρεται, καὶ διαπορούμενος λέγει, «Κύριε, τί
ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; ν περὶ τὰ μέσα δὲ
που τοῦ ψαλμοῦ, ἔνθα καὶ τὸ διάψαλμα κείται,
θάρρους αναπλησθεὶς πέποιθε καὶ παρρησιάζει
ται, τὴν ἑαυτοῦ σωτηρίαν ὥσπερ ὁρῶν, καὶ βαλ
• Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα, ἐξηγέρθην, ὅτι δύο
ριος ἀντιλήψεταί μου.» Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως. Τὸ
δὲ ἀλληλούϊα αἶνος Θεοῦ ἑρμηνεύεται· ἔστι γὰρ τὸ
μὲν, ἀλληλού, αἶνος· τὸ δὲ ἴπ, Θεός. Διὸ καὶ ἀντὶ
τοῦ, Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός, οι Αλλη
λούτα ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός,» ο Σύμμαχος τέθεικε. Τελ.
μὸς δὲ καὶ ᾠδὴ διαφέρει· ὅτι ὁ μὲν ψαλμὸς λόγο;
ἐστὶ μουσικός, ὅταν εὐρύθμως κατὰ τοὺς ἁρμον
κοὺς λόγους πρὸς τὸ ὄργανον κρούηται· ἡ δὲ φθη
φωνή ἐστιν ἐμμελής, ἀποδιδομένη έναρμονίας χωρίς
lu:i sancto, quæque didicerat, dum cantionis argu- εξῄει τῇ μελωδίᾳ· καὶ εἴ τι μεταξὺ λέγων ἐπεδιδά
mentum animo præcipiebat, carmine exponit; et
si quid inter canendum amplius percipiebat, iuhibita harmonia aures advertebat Spiritui sancto,
perite succinenti, ut quibus interea sensibus impletus fuerat, illos denuo explicaret. Est igitur dia -
psalma inter canendum, atque in ipso orationis flumiue subito facta pausa ad perceptionem cogitationis divinitus interpositæ. Aut diapsalma est doctrina Spiritus, occulte superveniens animo, ejusque circa cogitationem eamdem intentioni, qua
series modulationis abrumpitur. Ne tamen vulgus
autumet silentium illud signum esse, quod virtus
Spiritus sancti vaticinantem destituerit, ideo nonnulli interpretum pro diapsalmate continuationis
notam inscribunt intervallis; ut hoc maxime
modo discamus sancti quidem Spiritus gratiam
nullibi deficere; cæterum sermonem, interpretem
illorum, quæ divinitus animo incidunt, aliquando
hæsitare atque alia quidem mentis effari, alia
excipere. Atque donec effatur sensus, qui intellectui imprimuntur, ordine succedit modulatio;
quoties autem sublimius et divinius quid aures
mentis circumsonat, inhibito cantu', totus eat in
audiendo. Internus igitur sancti Spiritus, illo
ipso silentii tempore in illo loquentis, sermo
etiam intervalla illa continuabat. Intervallum autem ipsum interpretibus diapsalma vocatum est.
Diapsalma tamen non pausam, sed inspirationis
divina intensionem esse, vel inde quis intelligat.
Initio enim psalmi terti, dum domesticas calamitates David deplorat, inops consilii queritur:
Domine, quid multiplicati sunt qui tribulant me?
In medio autem hymni, eo ipso in loco quo diapsalma exstat, confirmato animo gloriatur quasi
salutem suam oculis cerneret: «Ego dormivi,
exclamat, et soporatus sum, et exsurrexi quia
Dominus suscepit me. Hæc ita quidem hactenus. Alleluia autem laus Dei exponitur. Est enim
alletu laus, et ia Deus. Quare pro illo, Laudate
Dominum quia bonus est psalmus; Alleluia, quia
bonus est psalmus, Symmachus reddit. Psalinus
aulem et oda diderunt; quod psalmus quidem
sermo musicus est quatenus modulate ex lege
musicæ organo adstrepit. Oda autem vox est τῆς συνηχήσεως τοῦ ὀργάνου· ὥστε ἐπειδὴ ψαλτή
modulata numero et harmonia constans, abs- ριον τροπικῶς, καὶ ὄργανον ἡρμοσμένον μουσικώς
que concentu organi. Quare quandoquidem corεἰς ὕμνους Θεοῦ ἢ τοῦ σώματος ἡμῶν ἐστι κατασκευή"
poris nostri machina per similitudinem audit νοηθεῖεν ἂν καὶ ψαλμὸς αἱ διὰ τοῦ σώματος πράξεις,
psalterium, vel organum ex lege musicæ ad laudes
αἱ εἰς δόξαν Θεοῦ ἀποδιδόμεναι - ὅταν ὑπὸ τοῦ λόγου
Dei compositum; non tenere ipsæ etiam corporis ηρμοσμένοι, μηδὲν ἐκμελὲς ἀποτελῶμεν ἐν τοῖς
actiones, quæ in honorem Dei suscipiuntur per κινήμασιν. δὴ δὲ ὅσα θεωρίας ἔχεται ψιλῆς καὶ
psalmum intelligantur; quando a ratione mod- θεολογίας. Καὶ οὕτω μὲν ὁ μέγας Βασίλειος. Ο δ
lati et compositi, nibil præter modum et nume- ἀδελφὸς αὐτοῦ Γρηγόριος ψαλμὸν μὲν νοεῖ τὸν ἡμέτε·
rum intra animum designemus. Per odam vero, ρον βίον, μὴ τοῖς γηίνοις φθόγγοις, τουτέστι νήσ
quæcunque ad nudam contemplationem aut oraμασι περιηχούμενον· ἀλλὰ καθαρὸν καὶ ἐξάκουστον
tionem de Deo pertinent. Ita quidem magnus ἐκ τῶν ἄνωθεν καὶ οὐρανίων τὸν ἦχον ἀπεργαζί
Basilius. Frater autem ejus Gregorius per psal- μενον· ᾠδὴν δὲ, τὴν περὶ τὸ φαινόμενον εὐσχημοσί
mum vitam nostram intelligit, non levibus et abνην. Καί φησιν, ὅτι ὥσπερ ἐκ τῶν μουσικῶν ὀργάνων
jectid sive terreuis sonis, hoc est cogitationibus μόνος ο ἦχος τῆς μελωδίας προσπίπτει ταῖς ἀκοπές,
Распознавание текста
col. 1067–1068page 22 of 200
PG 106:1067αὐτὰ δὲ τὰ μελωδούμενα βήματα οὐ διαρθρούνται τοῖς φθόγγοις· ἐν δὲ τῇ ᾠδῇ τὸ συναμφότερον γίνε ται, καὶ ὁ τοῦ μέλους ῥυθμὸς καὶ τῶν ῥημάτων ή δύναμις συνδιεξαγομένη μετὰ τοῦ μέλους, ἣν ἀγνοεῖσθαι πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν διὰ μόνων τῶν μουσικών ὀργάνων ἡ μελωδία γίνηται· οὕτως καὶ ἐπὶ τῶν τὴν ἀρετὴν μετιόντων συμβαίνει. Οἱ μὲν γὰρ τῇ θεωρητικὴ καὶ ἐποπτικῇ τῶν ὄντων φιλοσοφίᾳ τὸν νοῦν προσανέχοντες, τῇ ἀπεικαζομένῃ πρὸς τὸν ψαλμόν, ἄδηλον τοῖς πολλοῖς τὴν ἀρετὴν κατορθοῦσιν, ἐν τῷ ἰδίῳ συνειδότι τὸ ἀγαθὸν κατακλείοντες. Οἷς δὲ καὶ τὸ ἦθος τοῦ βίου συγκατορθοῦται, οὗτοι τῇ περὶ τὸ φαινόμενον εύσχημοσύνῃ, καθάπερ τινὶ λόγῳ καὶ ᾠδῇ ἐμμελεῖ, τὴν τῆς ζωῆς ἑαυτῶν εὐρυθμίαν δη μοσιεύσουσι. Σημαίνεται οὖν διὰ μὲν τοῦ ψαλμοῦ τὸ κατὰ διάνοιαν ἀγαθόν· διὰ δὲ τῆς ᾠδῆς τὸ ἦθος καὶ ἡ περὶ τὸ φαινόμενον ευσχημοσύνη ερμηνεύεται. Ἐπεὶ δὲ μεμαθήκαμεν τί ἐστι ψαλμός, ὅτι ἡ δι' οργάνου μουσικοῦ μελῳδία· καὶ τί ᾠδή, ὅτι ἡ διὰ τοῦ στόματος γινομένη του μέλους μετὰ τῶν ῥημάτων ἐκφώνησις, ῥητέον λοιπόν τί ἐστι ὕμνος ὅτι ἡ ἐπὶ τοῖς ὑπάρχουσιν ἡμῖν ἀγαθοῖς ἀνατιθεμένη τῷ Θεῷ εὐφημία. Δίνος δε, ήτοι αἴνεσις, τῶν θείων θαυμάτων ἔπαινος· προσευχὴ δὲ ἱκετηρία περί τινος τῶν συμφερόντων προσαγομένη Θεῷ. 'Αλλὰ περὶ τούτων καὶ αὖθις εἰρήσεται. Το μέντοι τέταρτον κεφάλαιον ἐξετάζοντες, εἰ πάντες εἰσὶ τοῦ Δαβὶδ οἱ ψαλμοί, φαμέν, ὅτι τρισχίλιοι ψαλτῳδοὶ ἀπὸ τοῦ Λευϊτικοῦ καὶ ἱερατικοῦ γένους εἰς τρεῖς διῃρημένοι χοροὺς τὸν τοῦ Δαβὶδ ψαλμὸν ἔψαλλον. Εξῆρχε δὲ τοῦ μὲν πρώτου χορού Ιδιθούν ὁ χοροδιδάσκαλος τοῦ δὲ δευτέρου Αιθαν, καὶ του τρίτου Ασαφάτ. Κεκμηκότας δὲ τούτους οἱ υἱοὶ Κορέ διεδέχοντο. Οθεν καὶ πολλοὺς ὁ Δαβὶδ ψαλμοὺς ἐπὶ τούτων ὀνό ματι ἔψαλλε· καί τινες ἐντεῦθεν κακῶς ὑπέλαβον, ὅτι αὐτῶν εἰσιν οἱ ψαλμοί. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ὀνό ματα αὐτῶν ἐν τισιν ἐπιγραφαῖς τῶν Ψαλμῶν εὑρίσκεσθαι. Εἰσὶ δὲ πάντες οἱ ψαλμοί, ὡς τοῖς ἀκριβοῦσι δοκεῖ, καὶ τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Δαβίδ. Μετ' ᾠδῆς δὲ αὕτη ἡ προφητεία λέγεται, ἵνα ἕκαστος τέρπῃ τὴν ψυχὴν ἄδων, καὶ ὑποκλέπτῃ τὸν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως πόνον. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδεν ὁ Θεὸς πολλοὺς τῶν ἀνθρώπων ῥαθυμοτέρους όντας, καὶ πρὸς τὴν τῶν πνευματικῶν ἀνάγνωσιν δυσχερῶς ἔχοντας, καὶ τὸν ἐκεῖθεν οὐχ ἡδέως ὑπομένοντας κάματον· που θεινότερον τὸν πόνον ποιῆσαι βουλόμενος, καὶ τοῦ καμάτου υποτεμέσθαι τὴν αἴσθησιν, τὴν τοῦ μακα ρίου Δαβίδ εκίνησε γλῶσσαν, μελωδίαν ἀναμίξαι τῇ προφητείᾳ, ἵνα τῷ ῥυθμῷ τοῦ μέλους ψυχαγωγούμενοι, μετά πολλῆς τῆς προθυμίας τοὺς Ἱεροὺς αὐτῷ ἀναπέμπωμεν ὕμνους· οὕτω γὰρ ἡ φύσις ἡμῶν πρὸς τὰ ᾄσματα καὶ τὰ μέλη οἰκείως ἔχει, ὡς καὶ τὰ ὑπομάζια παιδία κλαυθμυριζόμενα οὕτω κατακοιμίζεσθαι· καὶ γυναῖκες ἱστουργοῦσαι, καὶ γηπόνοι, καὶ ὁδοιπόροι, καὶ ναῦται τὸν ἐκ τῶν ἔργων πόνον παραμυθοῦνται· ὡς τῆς ψυχῆς, εἰ μέλους ἀκούσεις καὶ ᾠδῆς, ῥᾷον ἅπαντα ἐνεγκεῖν δυναμένης τὰ ὀχληρά καὶ ἐπίπονα. Ἐπεὶ οὖν ἡ ψυχὴ ἡμῶν οἰκείως ἔχει πρὸς τοῦτο τὸ εἶδος τῆς τέρψεως· ἵνα μὴ πορνικά
PREFATIO AD CATENAM IN PSALMOS.
αὐτὰ δὲ τὰ μελωδούμενα βήματα οὐ διαρθρούνται et intelligenttis obstrepentem, sed puram et audiτοῖς φθόγγοις· ἐν δὲ τῇ ᾠδῇ τὸ συναμφότερον γίνεται, καὶ ὁ τοῦ μέλους ῥυθμὸς καὶ τῶν ῥημάτων ή
δύναμις συνδιεξαγομένη μετὰ τοῦ μέλους, ἣν ἀγνοεῖσθαι πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν διὰ μόνων τῶν μουσικών
ὀργάνων ἡ μελωδία γίνηται· οὕτως καὶ ἐπὶ τῶν τὴν
ἀρετὴν μετιόντων συμβαίνει. Οἱ μὲν γὰρ τῇ θεωρη
τικῇ καὶ ἐποπτικῇ τῶν ὄντων φιλοσοφίᾳ τὸν νοῦν
προσανέχοντες, τῇ ἀπεικαζομένῃ πρὸς τὸν ψαλμόν,
ἄδηλον τοῖς πολλοῖς τὴν ἀρετὴν κατορθοῦσιν, ἐν τῷ
ἰδίῳ συνειδότι τὸ ἀγαθὸν κατακλείοντες. Οἷς δὲ καὶ
τὸ ἦθος τοῦ βίου συγκατορθοῦται, οὗτοι τῇ περὶ τὸ
φαινόμενον εύσχημοσύνῃ, καθάπερ τινὶ λόγῳ καὶ
ᾠδῇ ἐμμελεῖ, τὴν τῆς ζωῆς ἑαυτῶν εὐρυθμίαν δημοσιεύσουσι. Σημαίνεται οὖν διὰ μὲν τοῦ ψαλμοῦ
τὸ κατὰ διάνοιαν ἀγαθόν· διὰ δὲ τῆς ᾠδῆς τὸ ἦθος
καὶ ἡ περὶ τὸ φαινόμενον ευσχημοσύνη ερμηνεύεται.
Ἐπεὶ δὲ μεμαθήκαμεν τί ἐστι ψαλμός, ὅτι ἡ δι'
οργάνου μουσικοῦ μελῳδία· καὶ τί ᾠδή, ὅτι ἡ
διὰ τοῦ στόματος γινομένη του μέλους μετὰ τῶν
ῥημάτων ἐκφώνησις, ῥητέον λοιπόν τί ἐστι ὕμνος·
ὅτι ἡ ἐπὶ τοῖς ὑπάρχουσιν ἡμῖν ἀγαθοῖς ἀνατιθεμένη
τῷ Θεῷ εὐφημία. Δίνος δε, ήτοι αἴνεσις, τῶν θείων
θαυμάτων ἔπαινος· προσευχὴ δὲ ἱκετηρία περί τινος
τῶν συμφερόντων προσαγομένη Θεῷ. 'Αλλὰ περὶ
τούτων καὶ αὖθις εἰρήσεται. Το μέντοι τέταρτον
κεφάλαιον ἐξετάζοντες, εἰ πάντες εἰσὶ τοῦ Δαβὶδ οἱ
ψαλμοί, φαμέν, ὅτι τρισχίλιοι ψαλτῳδοὶ ἀπὸ τοῦ
Λευϊτικοῦ καὶ ἱερατικοῦ γένους εἰς τρεῖς διῃρημέ
νοι χοροὺς τὸν τοῦ Δαβὶδ ψαλμὸν ἔψαλλον. Εξῆρχε
δὲ τοῦ μὲν πρώτου χορού Ιδιθούν ὁ χοροδιδάσκαλος·
τοῦ δὲ δευτέρου Αιθαν, καὶ του τρίτου Ασαφάτ.
Κεκμηκότας δὲ τούτους οἱ υἱοὶ Κορέ διεδέχοντο.
Οθεν καὶ πολλοὺς ὁ Δαβὶδ ψαλμοὺς ἐπὶ τούτων ὀνόματι ἔψαλλε· καί τινες ἐντεῦθεν κακῶς ὑπέλαβον,
ὅτι αὐτῶν εἰσιν οἱ ψαλμοί. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ὀνό
ματα αὐτῶν ἐν τισιν ἐπιγραφαῖς τῶν Ψαλμῶν
εὑρίσκεσθαι. Εἰσὶ δὲ πάντες οἱ ψαλμοί, ὡς τοῖς
ἀκριβοῦσι δοκεῖ, καὶ τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Δαβίδ. Μετ'
ᾠδῆς δὲ αὕτη ἡ προφητεία λέγεται, ἵνα ἕκαστος
τέρπῃ τὴν ψυχὴν ἄδων, καὶ ὑποκλέπτῃ τὸν ἐκ τῆς
ἀναγνώσεως πόνον. Ἐπειδὴ γὰρ εἶδεν ὁ Θεὸς πολλοὺς
τῶν ἀνθρώπων ῥαθυμοτέρους όντας, καὶ πρὸς τὴν
τῶν πνευματικῶν ἀνάγνωσιν δυσχερῶς ἔχοντας, καὶ
τὸν ἐκεῖθεν οὐχ ἡδέως ὑπομένοντας κάματον· που
θεινότερον τὸν πόνον ποιῆσαι βουλόμενος, καὶ τοῦ
καμάτου υποτεμέσθαι τὴν αἴσθησιν, τὴν τοῦ μακα
ρίου Δαβίδ εκίνησε γλῶσσαν, μελωδίαν ἀναμίξαι τῇ
προφητείᾳ, ἵνα τῷ ῥυθμῷ τοῦ μέλους ψυχαγωγούμενοι, μετά πολλῆς τῆς προθυμίας τοὺς Ἱεροὺς αὐτῷ
ἀναπέμπωμεν ὕμνους· οὕτω γὰρ ἡ φύσις ἡμῶν πρὸς
τὰ ᾄσματα καὶ τὰ μέλη οἰκείως ἔχει, ὡς καὶ τὰ
ὑπομάζια παιδία κλαυθμυριζόμενα οὕτω κατακοιμί
ζεσθαι· καὶ γυναῖκες ἱστουργοῦσαι, καὶ γηπόνοι,
καὶ ὁδοιπόροι, καὶ ναῦται τὸν ἐκ τῶν ἔργων πόνον
παραμυθοῦνται· ὡς τῆς ψυχῆς, εἰ μέλους ἀκούσεις
καὶ ᾠδῆς, ῥᾷον ἅπαντα ἐνεγκεῖν δυναμένης τὰ ὀχληρά
καὶ ἐπίπονα. Ἐπεὶ οὖν ἡ ψυχὴ ἡμῶν οἰκείως ἔχει
πρὸς τοῦτο τὸ εἶδος τῆς τέρψεως· ἵνα μὴ πορνικά
bilem, ex copia rerum sublimiorum et cœlestium
vocem reddentem. Odam autem dicit externi moris
moderationem et decentiam. Atque, quemadmo
dum ex organis, inquit, musicis sulus sonus mo
dulationis auribus accedit, ipsa autem verba suis
numeris et articulis modulando non distinguuntur;
quod utrumque in ora fit, ut et numerus modulationis
et verborum virtus simul cum concentu explicetur;
quam utique ignorari necesse est, quoties solis
musicæ organis cantus peragitur: similis ratio est
corum, quæ ad virtutem referuntur. Qui enim
ad solam umbratilem et contemplativam philosophiam animum applicant quæ psalmo proprie
comparatur, intra suam conscientiam virtutis
habitum efformant, et circumscribunt, ignotum
vulgo. Quibus vero externæ vitæ ratio simul corrigitur, illi externi habitus honestate, quasi
oratione quadam et cantu harmonico vitæ futerioris
suæ hohestatem evulgant. Igitur per psalmum
quidem, bonum quod intra animum concluditur,
designatur; per odam vero mores illiusque, quod fu
oculos occurrit consonantia demonstratur. Postquam igitur didicimus quid psalmus sit, organi scilicet musici harmonia; itemque quid oda, modulatio
oris verbis accommodata, dicendum superest, quid
sit hymnus. Nimirum pro præsentibus bonis dicata
Deo laudatio. Laus autem, seu laudatio miracu
lorum divinorum est prædicatio. Oratio vero est
supplicatio ad Deum directa, de re aliqua earuna
quæ ad utilitatem conferunt. Cæterum de his
postea dicendi locus erit. Nunc quartum caput
excutientes, num omnes psalmi Davidis sint, dicimus
ter mille cantores, ex familia Levitarum et sacerdotum, in tres choros divisos, Davidis psalmos ceci -
nisse. Primi chori præcentor Edithun fuit; secundi
Atham, tertii autem Asaphat. Fatigatos hos excipiebant filii Core. Hæc ratio est quare tot psatmos illorum nomine cantaverit David, atque quare
nonnulli perperam collegerint, illos ipsos psalmos eosdem auctores habere: eo quod aliquet
psalmni eorum nominibus inscribantur. Sunt vero
psalmi illi omnes, ut peritioribus recte videtur,
Davidis ¡psius. Legitur autem hæc vaticinatio in
numeros cantici redacta, ut unusquisque animam
numerorum gratia oblectet, et lectionis molestiam
cantando fallat. Postquam enim Deus non paucOS
hominum segniores et alieuiores a lectione rerun
divinarum, nec adeo patientes laboris circa illa
animadvertit, οιjucundiorem redderet hanc operain,
et fatigationis subtraheret sensum, beati Davidis
linguam movit, ad miscendam vaticiniis melouliam,
ut numerosa modulatione ducti, multa cum animi
alacritate laudes ipsi sacras decantemus. Usque
enim adeo ad naturam nostram comparata sunt
carmina et modulamina, ut et pueri factentes, et
mulieres nentes, et agricola, et viatores, et naute
molestiamn laboris cantu solentur: quasi anima,
si modulationem aut cantum audiat, quamcunque
Распознавание текста
col. 1069–1070page 23 of 200
PG 106:1069ᾄσματα οἱ δαίμονες εἰσάγοντες ἅπαντα ἀνατρέπων, τοὺς ψαλμούς αὐτοῖς ἐπετείχισεν ὁ Θεός· ὥστε ὁμοῦ τὸ πρᾶγμα καὶ ἡδονὴν καὶ ὠφέλειαν εἶναι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τῇ τοιαῦτα ψαλλούσῃ ψυχῇ ταχέως ἐφιπταμένου. Ως γὰρ εἴρηται, ἐπειδὰν εἶδε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δυσάγωγον πρὸς τὴν ἀρετὴν τὸ γένος ἀν θρώπων, καὶ διὰ τὸ πρὸς ἡδονὴν ἐπιῤῥεπές, του ὀρθοῦ βίου καταμελοῦντας ἡμᾶς, τὸ ἐκ τῆς μελωδίας τερπνὸν τοῖς δόγμασιν ἐγκατέμιξεν· ἵνα τῷ προς ηνεῖ καὶ λείῳ τῆς ἀκοῆς τὸ ἐκ τῶν λόγων ὠφέλιμον λανθανόντως διαδεξώμεθα. Καὶ καθάπερ οἱ σοφοί τῶν ἰατρῶν τὰ αυστηρότερα καὶ πικρὰ τῶν ἀλεξητηρίων φαρμάκων πίνειν διαδόντες τοῖς ἀῤῥωστοῦ καὶ κακοσίτοις, εύληπτα ταῦτα ποιοῦσι, τῇ τοῦ μέσ λιτος ἡδονῇ παραπτύοντες, οὕτω καὶ τὴν κατ' ἀρετὴν πολιτείαν, σκληρὰν οὖσαν, γλυκεῖαν ἡ μελωδία ἐποίησε. Διὰ τοῦτο τὰ ἐναρμόνια ταῦτα μέλη τῶν ψαλμῶν ἐπινενόηται· ἵνα οἱ παῖδες τὴν ἡλικίαν, ἢ καὶ ὅλως οἱ νεαροὶ τὸ ἦθος, τῷ μὲν δοκεῖν, μελῳδῶσι, τῇ ἀληθείᾳ δὲ τὰς ψυχὰς παιδεύωνται. Ο τῆς σοφής ἐπινοίας τοῦ διδασκάλου, ὁμοῦ τε ᾄδειν ἡμᾶς, καὶ τὰ λυσιτελή μανθάνειν μηχανωμένου [ Οθεν καὶ μᾶλλον ἐντυποῦται ταῖς ψυχαῖς τὰ διδάγματα· βίαιον γὰρ μάθημα οὐ πέφυκε παραμένειν· τὸ δὲ μετὰ τέρψεως καὶ χάριτος εἰσδυόμενον μονιμώτερόν πως ταῖς ψυ χαῖς ἡμῶν ἐνιζάνει· ἡ μὲν οὖν πρόχειρος αἰτία, καθ᾿ ἣν ἐν ἡδονῇ τὴν ἐν τοῖς ψαλμοῖς μελέτην και ούμεθα, αὕτη ἐστὶ, τὸ μελῳδεῖν, φημί, τὰ βήματα. Εοικε δὲ ἡ διὰ τῆς μελωδίας φιλοσοφία και μεῖζόν τι, ἢ κατὰ τὴν τῶν πολλῶν διάνοιαν υποσημαίνειν. Τί οὖν ἐστιν ὅ φημι; Ηκουσά τινος τῶν σοφῶν, τὸν περὶ τῆς φύσεως ἡμῶν διεξιόντος λόγον, ὅτι μικρός τίς ἐστι κόσμος ὁ ἄνθρωπος, πάντα ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὰ τοῦ μεγάλου κόσμου· ἡ δὲ τοῦ παντὸς διακόσμησις ἁρμονία τίς ἐστι μουσική, πολυειδῶς καὶ ποικίλως κατά τινα τάξιν καὶ ῥυθμὸν πρὸς ἑαυτὴν ἡρμα σμένη. Ταύτης δὲ τῆς θεσπεσίας ὑμνῳδίας δοκεῖ μα καὶ ὁ μέγας Δαβιδ ἐν ἀκροάσει γενόμενος εἰπεῖν ἐν τινι τῶν ψαλμῶν, ὅτι «Αἰνοῦσι τὸν Θεὸν αἵ τε ἄλλαι δυνάμεις, αἱ κατ' οὐρανὸν πᾶσαι, καὶ τὸ ἀστρῷον φῶς, ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, καὶ οἱ τῶν οὐρανῶν οὐρανοὶ, καὶ τὸ ὑπερουράνιον ύδωρ. Εἰ οὖν ὁ διάκοσμος όλος μουσική τις ἁρμονία ἐστί, μικρὸς δὲ κά σμος ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἐν τῷ παντί θεωρουμένη μου σικὴ καὶ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει φανήσεται. Δείχνυτι δὲ τοῦτο καὶ ἡ ὀργανικὴ τοῦ σώματος ἡμῶν κατα σκευή, πρὸς ἐργασίαν μουσικῶς φιλοτεχνηθεῖσα παρά τῆς φύσεως. Ορᾶς τὸν τῆς ἀρτηρίας αὐλόν; τὴν εξί ὑπερῴας μονάδα; τὴν διὰ γλώττης καὶ παρειῶν καὶ στόματος, ὡς διὰ χορδῶν καὶ πλήκτρου κιθαρῳδίαν, Ἐπεὶ οὖν πᾶν τὸ κατὰ φύσιν φίλον τῇ φύσει ἐστί ἀπεδείχθη δὲ κατὰ φύσιν ἡμῖν οὖσα ἡ μουσική, τού του χάριν ὁ μέγας Δαβὶδ τῇ περὶ τῶν ἀρετῶν φιλ σοφίᾳ τὴν μελωδίαν κατέμιξεν· οἷόν τινα μέλιτος ἡδονὴν τῶν ὑψηλῶν καταχέας δογμάτων. Καί μα δοκεῖ συμβουλεύειν δι' αἰνιγμάτων, ὅτι οὐ δεῖ ἄμουσον τε καὶ ἔκτροπον καὶ παρηχημένον τῶν ἐν ἀρετή ζώντων εἶναι τὸ ἦθος, ἀλλ' ἐμμελὲς καὶ εὐρυθμον, μήτε πέρα τοῦ μέτρον υπερτεινόμενον· ῥήγνυται γάρ
molestiam aut aerumnam facilius ferat. Quando- ᾄσματα οἱ δαίμονες εἰσάγοντες ἅπαντα ἀνατρέπων,
quidem crgo hæc voluptas adeo propria est animo τοὺς ψαλμούς αὐτοῖς ἐπετείχισεν ὁ Θεός· ὥστε ὁμοῦ
nostro, ne dæmones inductis cantibus amatoriis τὸ πρᾶγμα καὶ ἡδονὴν καὶ ὠφέλειαν εἶναι τοῦ ἁγίου
et meretriciis omnia perveriant, psalmos quasi Πνεύματος, τῇ τοιαῦτα ψαλλούσῃ ψυχῇ ταχέως έφpropugnaculum objecit illis Deus, adeo ut res illa ιπταμένου. Ως γὰρ εἴρηται, ἐπειδὰν εἶδε τὸ Πνεῦμα
simul et voluptas et utilitas sit a Spiritu sancto τὸ ἅγιον δυσάγωγον πρὸς τὴν ἀρετὴν τὸ γένος ἀνprofecta, qui in animam tale aliquid cantantem θρώπων, καὶ διὰ τὸ πρὸς ἡδονὴν ἐπιῤῥεπές, του
celeriter illabi solet. Postquam enim Spiritus san- ὀρθοῦ βίου καταμελοῦντας ἡμᾶς, τὸ ἐκ τῆς μελωδίας
etus humanum genus intractabile vidit hortanti ad τερπνὸν τοῖς δόγμασιν ἐγκατέμιξεν· ἵνα τῷ προς
virtutem, nosque ipaos studio voluptatis rectæ viæ ηνεῖ καὶ λείῳ τῆς ἀκοῆς τὸ ἐκ τῶν λόγων ὠφέλιμον
negligentiores, præcepta virtutis suavitate harmoniæ λανθανόντως διαδεξώμεθα. Καὶ καθάπερ οἱ σοφοί
quasi condimento aliquo temperavit, ut propter τῶν ἰατρῶν τὰ αυστηρότερα καὶ πικρὰ τῶν ἀλεξη
gratiam et suavitatem auditionis, orationis utilita τηρίων φαρμάκων πίνειν διαδόντες τοῖς ἀῤῥωστοῦ:
tem inscii admitteremus. Perinde ac prudentes me- καὶ κακοσίτοις, εύληπτα ταῦτα ποιοῦσι, τῇ τοῦ μέσ
dici, quando acerba aut amara medicamenta ægro- λιτος ἡδονῇ παραπτύοντες, οὕτω καὶ τὴν κατ' ἀρετὴν
tis propinant, et stomacho laborantibus, dulcedine πολιτείαν, σκληρὰν οὖσαν, γλυκεῖαν ἡ μελωδία
mcllis coudiunt ut magis sint ad palatum: ita vir- ἐποίησε. Διὰ τοῦτο τὰ ἐναρμόνια ταῦτα μέλη τῶν
titutis curriculum, quol per se difficile et impedi- ψαλμῶν ἐπινενόηται· ἵνα οἱ παῖδες τὴν ἡλικίαν, ἢ καὶ
tum est, amœnitas cantus gratum efficit. Ideo enim ὅλως οἱ νεαροὶ τὸ ἦθος, τῷ μὲν δοκεῖν, μελῳδῶσι,
numeri hymnorum inventi sunt, ut qui pueri sunt τῇ ἀληθείᾳ δὲ τὰς ψυχὰς παιδεύωνται. Ο τῆς σοφής
ætate, aut omnino rudiores, ad habitum virtutis in
ἐπινοίας τοῦ διδασκάλου, ὁμοῦ τε ᾄδειν ἡμᾶς, καὶ τὰ
specicm quidem canant, revera autem animos
autem animos λυσιτελή μανθάνειν μηχανωμένου [ Οθεν καὶ μᾶλλον
erudiant. O sapiens inventum magistri, qui hoc ἐντυποῦται ταῖς ψυχαῖς τὰ διδάγματα· βίαιον γὰρ
molitur, ut eadem opera et cabamus et discamus μάθημα οὐ πέφυκε παραμένειν· τὸ δὲ μετὰ τέρψεως
utilia. Qua ratione tanto firmius animo nostro im- καὶ χάριτος εἰσδυόμενον μονιμώτερόν πως ταῖς ψυ
primitur doctrina. Violenta enim disciplina non χαῖς ἡμῶν ἐνιζάνει· ἡ μὲν οὖν πρόχειρος αἰτία,
polest esse diuturna. Quod autem eum delectatione καθ᾿ ἣν ἐν ἡδονῇ τὴν ἐν τοῖς ψαλμοῖς μελέτην και
quadam obrepit, constantius animo inlaret. Causa ούμεθα, αὕτη ἐστὶ, τὸ μελῳδεῖν, φημί, τὰ βήματα.
igitur prima et quasi obvia, quare cum voluptate Εοικε δὲ ἡ διὰ τῆς μελωδίας φιλοσοφία και μεῖζόν
psalmos animo versemus, hæc est, quod verba mo- τι, ἢ κατὰ τὴν τῶν πολλῶν διάνοιαν υποσημαίνειν.
dulamur. Illa vero ipsa philosophia quæ harmonia Τί οὖν ἐστιν ὅ φημι; Ηκουσά τινος τῶν σοφῶν, τὸν
constat, majus quid in recessu babet quam plerique περὶ τῆς φύσεως ἡμῶν διεξιόντος λόγον, ὅτι μικρός
credunt. Quid ergo est id quod dico? Audivi sapien- τίς ἐστι κόσμος ὁ ἄνθρωπος, πάντα ἔχων ἐν ἑαυτῷ
lum quemdam naturæ nostræ rationem ita expliτὰ τοῦ μεγάλου κόσμου· ἡ δὲ τοῦ παντὸς διακόσμη
cantem quasi homo parvus quidam mundus sit,
σις ἁρμονία τίς ἐστι μουσική, πολυειδῶς καὶ ποικί
oinnia inter se concludens, quæcunque magnus λως κατά τινα τάξιν καὶ ῥυθμὸν πρὸς ἑαυτὴν ἡρμα
ille mundus complectitur. Hujus autem universi σμένη. Ταύτης δὲ τῆς θεσπεσίας ὑμνῳδίας δοκεῖ μα
dispositio et ornatus quam proxime accedit ad καὶ ὁ μέγας Δαβιδ ἐν ἀκροάσει γενόμενος εἰπεῖν ἐν
harmoniam, multis nominibus et modis, non sine
τινι τῶν ψαλμῶν, ὅτι «Αἰνοῦσι τὸν Θεὸν αἵ τε ἄλλαι
ordine et numero sibi ipsi respondentem. Hunc δυνάμεις, αἱ κατ' οὐρανὸν πᾶσαι, καὶ τὸ ἀστρῷον
igitur divinum concentum etiam magnus David φῶς, ὅ τε ἥλιος καὶ ἡ σελήνη, καὶ οἱ τῶν οὐρανῶν
auribus hausisse totis mihi videtur, tum, cuin οὐρανοὶ, καὶ τὸ ὑπερουράνιον ύδωρ. Εἰ οὖν ὁ διάκο
psalmo quodam dicat: Laudant Deum aliæ virtutes σμος όλος μουσική τις ἁρμονία ἐστί, μικρὸς δὲ κά
cœli omnes, et lumen astrorum, sol et luna, et σμος ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἐν τῷ παντί θεωρουμένη μου·
culi coelorum, et aqua quæ supra cœlos est. Quod σικὴ καὶ ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει φανήσεται. Δείχνυτι
si ergo dispositio illa mundi absolutissima et orna- δὲ τοῦτο καὶ ἡ ὀργανικὴ τοῦ σώματος ἡμῶν καταtissima harmonia quædam musica est, homo autem σκευή, πρὸς ἐργασίαν μουσικῶς φιλοτεχνηθεῖσα παρά
parvus quidam mundus; utique quæ in universo τῆς φύσεως. Ορᾶς τὸν τῆς ἀρτηρίας αὐλόν; τὴν εξί
spectatur harmonia, etiam in hominis natura appa- ὑπερῴας μονάδα; τὴν διὰ γλώττης καὶ παρειῶν καὶ
rebit. Arguit autem hoc etiam mechanica corporis στόματος, ὡς διὰ χορδῶν καὶ πλήκτρου κιθαρῳδίαν,
nostri structura, ad rationem firmationum per nu- Ἐπεὶ οὖν πᾶν τὸ κατὰ φύσιν φίλον τῇ φύσει ἐστί
meros solertissime a natura contexta. Vides arte- ἀπεδείχθη δὲ κατὰ φύσιν ἡμῖν οὖσα ἡ μουσική, τού
riam veluti tibiam aliquam? Palatum, quasi cano- του χάριν ὁ μέγας Δαβὶδ τῇ περὶ τῶν ἀρετῶν φιλ
nem lyra, illamque ope lingua, et genarum et oris, σοφίᾳ τὴν μελωδίαν κατέμιξεν· οἷόν τινα μέλιτος
quasi per plectrum editam et chordas modulatio- ἡδονὴν τῶν ὑψηλῶν καταχέας δογμάτων. Καί μα
nem? Quandoquidem igitur omne quod naturæ δοκεῖ συμβουλεύειν δι' αἰνιγμάτων, ὅτι οὐ δεῖ ἄμου
ordinem sequitur, ipsi naturæ gratum est, musi- σόν τε καὶ ἔκτροπον καὶ παρηχημένον τῶν ἐν ἀρετή
cam autem ad normam naturæ nostræ compara- ζώντων εἶναι τὸ ἦθος, ἀλλ' ἐμμελὲς καὶ εὐρυθμον,
tain esse jam liquet, ideo magnus David discipline μήτε πέρα τοῦ μέτρον υπερτεινόμενον· ῥήγνυται γάρ
Распознавание текста
col. 1071–1072page 24 of 200
PG 106:1071πάντως τῇ ὑπερτάσει τῆς χορδῆς τὸ εὐάρμοστον μήτε πρὸς τὸ ἐναντίον, ἐν ἀμετρία τῆς ἡδονῆς ὑπου χαλώμενον· κωφὴ γὰρ καὶ ἄναυδος γίνεται ἡ ψυχή τοῖς τῆς ἡδονῆς ἐγχαυνωθεῖσα πάθεσι, Δῆλον οὖν ἐκ τούτων ἐστὶ, πρὸς ὅ τι βλέπει τῆς μελωδίας τὸ αἴνι γμα· ὅτι τὴν τῶν παθημάτων συστολήν συμβουλεύει ποιεῖσθαι· τῶν διαφόρως ἡμῖν ἐγγινομένων ἐκ τῶν βιωτικών περιστάσεων. Οθεν καὶ τὰ κατορθώματα τῆς θείας ταύτης μουσικής προσμαρτυρεῖ τῷ Δαβιδ ἡ Ιστορία, ὅτι παράφορόν ποτε καταλαβὼν τὸν Σαούλ, καὶ ἐξεστηκότα τῆς διανοίας, οὕτως ἐξιάσατο, κατ επάδων του πάθους, ὥστε αὐτῷ πάλιν πρὸς τὸ κατὰ φύσιν ἐπανελθεῖν τὴν διάνοιαν. Τὴν δὲ τῶν ψαλμῶν βίβλον (τοῦτο γὰρ ἐξετάσαι λείπεται) εἰς πέντε βι βλία Εβραίοι διαιροῦσιν, ὥστε γενέσθαι αὐτὴν ἄλλην πεντάτευχον. ᾿Απὸ γὰρ τοῦ πρώτου ψαλμοῦ μέχρι τοῦ τεσσαρακοστοῦ μίαν ελογίσαντο βίβλον· ἀπὸ δὲ τοῦ τεσσαρακοστοῦ πρώτου ἕως τοῦ ἑβδομηκοστοῦ πρώτου, δευτέραν· ἀπὸ δὲ τοῦ ἑβδομηκοστοῦ δευτέρου ἕως τοῦ ὀγδοηκοστοῦ ὀγδόου, τρίτην· ἀπὸ δὲ ὀγδοηκοστοῦ ἐννάτου, ἕως τοῦ ἑκατοστοῦ πέμπτου τετάρτην· ἐντεῦθεν ἕως τέλους πέμπτην. Εκαστον γὰρ ψαλμὸν ἐν τῷ τέλει ἔχοντα τὸν Εὐλογητός Κύριος γένοιτο,ο τέλος εἶναι βιβλίου εδικαίωσαν· τῆς πέμ πτης μόνης μερίδος, ἀντὶ τοῦ Εὐλογητός Κύριος, γένοιτο, γένοιτο, οἐχούσης τὸν Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν Κύριον.» Τίς δὲ ἡ ἐν τούτοις τεχνικὴ τάξις; Τὸ μὲν πρῶτον τμῆμα τῆς κακίας ἀφίστησι τὸν ἄνθρωπον τὸ δὲ δεύτερον ὑπερδιψῶντα εἰσάγει τοῦτον τοῦ βελ τίονος, κατὰ τὴν διψωδεστάτην ἔλαφον· τὸ τρίτον ὑποπτικὸν αὐτὸν παρίστησι τῆς τῶν ὄντων φύσεως ὡς ἀγαθὸς γὰρ, φησὶν, ὁ Θεὸς τῷ Ἰσραήλ· ἐγὼ δὲ, φησί, κτηνώδης μὲν ἡμην, ὅτε ἐν τοῖς ἐπικαίροις τὸ ἀγαθὸν ὡριζόμην· νῦν δὲ μετὰ σοῦ εἰμι, ὅτε πρὸς τὰ δεξιὰ ὥρμησα. Το τέταρτον οὐκέτι κοινὸν ἀφίησε τὸν ἀνθρώπον εἶναι, ἀλλ᾽ ἤδη τῷ Θεῷ συνάπτει. Ο γὰρ ὀγδοηκοστὸς ἔννατος ψαλμὸς ἐπιγραφὴν ἔχει Προσευχή Μωϋσῆ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ πέμπτον ἐπὶ τὴν ἀκρώρειαν ἄγει τῆς ἀναβάσεως· Ἐμὴ πᾶσα συμπλήρωσις τῆς ἀνθρωπίνης σωτηρίας ἐστί· πᾶσα γάρ, φησί, πνοὴ αἰνετάτω τὸν Κύριον. Τοιοῦτον μὲν δὴ τὸ προσόψημα· καιρὸς δ' ἂν εἴη, καὶ αὐτὴν πα βαθεῖναι τὴν πανδαισίαν, ἣν ὁ θεῖος Δαβὶδ καλοῖς δαιτυμάσιν ήτοιμάσατο. ΗΣΑΙΑΣ. Η τῶν προφητῶν ἀκρότης Ησαΐας, Τὸν νοῦν καθαρθείς ἄνθρακι φλογός ξένης, Καὶ δὴ τὸ μέλλον ὡς ἐνεστώς προβλέπων, Χριστοῦ διετράνωσε την παρουσίαν, Πτῶσιν προηγόρευσε τῶν Χριστοκτόνων, Πίστιν προείπε τῶν πρὶν ἔξωθεν νόμου, Καὶ παντὶ κόσμῳ τὴν παλίῤῥοιαν βίου. Ποισθεὶς φθόνῳ δὲ, καὶ πόλον λαχών μένειν,
PRÆFATJO AD CATENAM IN PSALMUS.
πάντως τῇ ὑπερτάσει τῆς χορδῆς τὸ εὐάρμοστον· virtutum admsicuit melodiam, ut quasi aliqua
μήτε πρὸς τὸ ἐναντίον, ἐν ἀμετρία τῆς ἡδονῆς ὑπου
χαλώμενον· κωφὴ γὰρ καὶ ἄναυδος γίνεται ἡ ψυχή
τοῖς τῆς ἡδονῆς ἐγχαυνωθεῖσα πάθεσι, Δῆλον οὖν ἐκ
τούτων ἐστὶ, πρὸς ὅ τι βλέπει τῆς μελωδίας τὸ αἴνιγμα· ὅτι τὴν τῶν παθημάτων συστολήν συμβουλεύει
ποιεῖσθαι· τῶν διαφόρως ἡμῖν ἐγγινομένων ἐκ τῶν
βιωτικών περιστάσεων. Οθεν καὶ τὰ κατορθώματα
τῆς θείας ταύτης μουσικής προσμαρτυρεῖ τῷ Δαβιδ ἡ
Ιστορία, ὅτι παράφορόν ποτε καταλαβὼν τὸν Σαούλ,
καὶ ἐξεστηκότα τῆς διανοίας, οὕτως ἐξιάσατο, κατ
επάδων του πάθους, ὥστε αὐτῷ πάλιν πρὸς τὸ κατὰ
φύσιν ἐπανελθεῖν τὴν διάνοιαν. Τὴν δὲ τῶν ψαλμῶν
βίβλον (τοῦτο γὰρ ἐξετάσαι λείπεται) εἰς πέντε βιβλία Εβραίοι διαιροῦσιν, ὥστε γενέσθαι αὐτὴν ἄλλην
πεντάτευχον. ᾿Απὸ γὰρ τοῦ πρώτου ψαλμοῦ μέχρι
τοῦ τεσσαρακοστοῦ μίαν ελογίσαντο βίβλον· ἀπὸ δὲ
τοῦ τεσσαρακοστοῦ πρώτου ἕως τοῦ ἑβδομηκοστοῦ
πρώτου, δευτέραν· ἀπὸ δὲ τοῦ ἑβδομηκοστοῦ δευτέ
ρου ἕως τοῦ ὀγδοηκοστοῦ ὀγδόου, τρίτην· ἀπὸ δὲ
ὀγδοηκοστοῦ ἐννάτου, ἕως τοῦ ἑκατοστοῦ πέμπτου
τετάρτην· ἐντεῦθεν ἕως τέλους πέμπτην. Εκαστον
γὰρ ψαλμὸν ἐν τῷ τέλει ἔχοντα τὸν Εὐλογητός Κύριος
γένοιτο,ο τέλος εἶναι βιβλίου εδικαίωσαν· τῆς πέμπτης μόνης μερίδος, ἀντὶ τοῦ Εὐλογητός Κύριος,
γένοιτο, γένοιτο, οἐχούσης τὸν Πᾶσα πνοὴ αἰνεσάτω τὸν
Κύριον.» Τίς δὲ ἡ ἐν τούτοις τεχνικὴ τάξις; Τὸ μὲν
πρῶτον τμῆμα τῆς κακίας ἀφίστησι τὸν ἄνθρωπον
τὸ δὲ δεύτερον ὑπερδιψῶντα εἰσάγει τοῦτον τοῦ βελτίονος, κατὰ τὴν διψωδεστάτην ἔλαφον· τὸ τρίτον
ὑποπτικὸν αὐτὸν παρίστησι τῆς τῶν ὄντων φύσεως·
ὡς ἀγαθὸς γὰρ, φησὶν, ὁ Θεὸς τῷ Ἰσραήλ· ἐγὼ δὲ,
φησί, κτηνώδης μὲν ἡμην, ὅτε ἐν τοῖς ἐπικαίροις τὸ
ἀγαθὸν ὡριζόμην· νῦν δὲ μετὰ σοῦ εἰμι, ὅτε πρὸς
τὰ δεξιὰ ὥρμησα. Το τέταρτον οὐκέτι κοινὸν ἀφίησε
τὸν ἀνθρώπον εἶναι, ἀλλ᾽ ἤδη τῷ Θεῷ συνάπτει. Ο
γὰρ ὀγδοηκοστὸς ἔννατος ψαλμὸς ἐπιγραφὴν ἔχει·
• Προσευχή Μωϋσῆ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ· τὸ δὲ πέμπτον
ἐπὶ τὴν ἀκρώρειαν ἄγει τῆς ἀναβάσεως· Ἐμὴ πᾶσα
συμπλήρωσις τῆς ἀνθρωπίνης σωτηρίας ἐστί· πᾶσα
γάρ, φησί, πνοὴ αἰνετάτω τὸν Κύριον. Τοιοῦτον μὲν
δὴ τὸ προσόψημα· καιρὸς δ' ἂν εἴη, καὶ αὐτὴν πα
βαθεῖναι τὴν πανδαισίαν, ἣν ὁ θεῖος Δαβὶδ καλοῖς
δαιτυμάσιν ήτοιμάσατο.
mellis suavitate dogmata sublimiora perfunderet.
Αtque mihi quidem hæc sub involucro innuere videtur, illorum qui virtutem colunt, non debere
mores modi et harmoniæ expertes esse aut incurio -
sos, sed harmonicos et numerosos; neque usque ad
excessum rigidos; omnino enim nimia intensione
chordæ rumpitur concentus; neque in contrariam
partem dissolutos, ab intemperantia scilicet voluplatis: muta enim et elinguis redditur anima, quue
a studio voluptatis resolvitur. Ex his liquet quid
sibi velſt musicæ illud involucrum, quod affectuum
modum et temperamentum suadet, qui varie aliciunt animos pro discrimine ordinum et alatum.
Denique de virtutibus musica hujus divinæ res
ipsa testimonium praebet Davidi, qui delirantem e
extra se constitutum nactus Saulem, cantando
usque adeo percuravit illa ab ægritudine, ut paulo
post usus rationis, qualis extra morbum erat, illi
rediret. Psalmorum vero librum, quod ultimum
est perquisitionis nostræ, in quinque libros Hebræi
dividunt, unde alia prodit Pentateuchus. primo
enim ad quadragesimum usque, primum descripserunt librum; a quadragesimo primo ad septuagesimum primum, secundum; a septuagesima secundo ad octogesimum octavum, tertium; ab octogesimo nono, ad quintum usque et centesinum,
quartum; inde usque ad finem quintum. Unumquemnque enim psalmorum cui fnis: Benedictus Dom
minus, fiat, înem esse singulorum librorum eanxc
runt: sola parte quinta pro illo: Benedictus Dominus, fiat, fiat,balente: Omnis anima laudlet Dominum.
Quæris quæ sit ratio hujus ordinis? Prima sectio
improbitatem demit homini; altera pars eumdem
inducit sitientem meliora, ut cervum sitientem,
tertia pars erectum illum et despicientem res humanas exhibet, quasi enim ad frugem rediisset,
ita Deus loquitur Israeli: Ego, inquit, brutus aliquando eram, cum in temporalibus bonum ponebam, nunc vero tibi adhæreo, postquam ad rectiora
couversus sum. Quarta pars non amplius pro derelicto habet homiuem, sed jam illum Deo conjungit.
Octogesimus enim et nonus psalmus titulum habet Oratio accommodata Moysi homini Dei.
Quinta vero pars ad culmen ducit ascensus. Gloriatur enim: Mea est omnis summa felicitatis humanæ; ergo, dicit, omnis anima laudet Dominum. Tale quidem est convivium; nunc tempus est sp‐
ponere omnem ferculorum varietatem, quam David probis convivis apparavit
Versus iambici in quatuor prophetas, ante Catenam inscripti. (Nicela-forsan Heracleensis, Constant. eccl.
diaconi, an. C. 1077. BANDINI 1, 19.)
ΗΣΑΙΑΣ.
Η τῶν προφητῶν ἀκρότης Ησαΐας,
Τὸν νοῦν καθαρθείς ἄνθρακι φλογός ξένης,
Καὶ δὴ τὸ μέλλον ὡς ἐνεστώς προβλέπων,
Χριστοῦ διετράνωσε την παρουσίαν,
Πτῶσιν προηγόρευσε τῶν Χριστοκτόνων,
Πίστιν προείπε τῶν πρὶν ἔξωθεν νόμου,
Καὶ παντὶ κόσμῳ τὴν παλίῤῥοιαν βίου.
Ποισθεὶς φθόνῳ δὲ, καὶ πόλον λαχών μένειν,
Prophetarum apex Isaias,
ISAIAS.
Mente purgatus a carbone flammæ alienæ,
Futurique ut jam imminentis providus,
Christi significavit præsentiam,
Casumque prædixit Christicidarum,
Fidem prænuntiavit ante a lege alienorum,
Totique mundo vitæ restitutionem.
Dissectus autem invidia, polique sorte donatus,
Распознавание текста
col. 1073–1074page 25 of 200
PG 106:1073Ρήσεις λέλοιπεν εἰς δέησιν ἐν βίῳ, Ασπερ Νικήτας, εν στέφους κοιτών ἔχει, Ἐν ωραϊσμῷ συντέθεικεν ἐνθάδε Εἰς πίστειος ἔνδειγμα, καὶ ψυχῆς λύτρον. ΙΕΡΕΜΙΑΣ θρηνών, προφήτα, καὶ μετακλαίων πόλιν, Πέπαυσο λοιπὸν τὴν φόνων πεπλησμένην, Ο μητρὸς ἔνδον γαστρός ἡγιασμένος, Καὶ μὴ πτοηθῆς εἰς ἔθνη τεθειμένος, ὡς εἰς ἀπειθεῖς πρὶν κελευσθεὶς ἐντρέχειν, 'Αλλ' ἐξαναστὰς, ἄρον ὀφθαλμὸν κύκλῳ, Θρήνων ἑταῖρον δακρύων την πλημμύρων, Επείπερ οὐ τέθνηκας, ἀλλὰ ζῆς ἄνω. Καὶ βλέψον ἔθνη, τὰ πρὶν ἐκτὸς, ἐν νόμῳ, Υιούς Σιών τε, τοὺς ὑπερτίμους, κόνιν, Καὶ χαῖρε τῶν σῶν εἰς τελείωσιν λόγων, Οὓς τῇδε συντίθησιν εὐσεβὴς νέο ΙΕΖΕΚΙΗΛ. Ψυχῆς τὸ λαμπρὸν καὶ τὸ φαιδρὸν καρδία, Ἰεζεκιήλ τῶν ὑπὲρ λόγον λόγων Κατηξίωσε, καὶ θεαμάτων ξένων. Θεὸν γὰρ εἶδεν, ὡς ἐφικτόν προσβλέπειν, Καὶ τῶν χερουβὶμ ἐκπεπαίδευται θέαν, Στάσιν, φόβον, κίνησιν, έλλαμψιν, λόγους, Σαφῶς ἔβλεψε τῆς ἄνω λειτουργίας. Οθεν καθαρθεὶς καὶ διδαχθεὶς προβλέπειν, Οὕτω σαφῶς ἔδειξεν εἰδέναι τέλος Τῶν πραγμάτων πᾶν, ὡς γράφειν καὶ τὰ μέτρα Τῶν εἰς ἔπειτα κτισμάτων ἐν τοῖς λόγους, Οὓς ὧδε κοσμεί κοσμία ψυχή πόθερα ΔΑΝΙΗΛ. Άφραστος ή πρόνοια τοῦ Θεοῦ λόγους, Όπως ἐπ' αὐτὸν τοὺς πεποιθότας στέφειν Πᾶσιν καλοῖς εἴωθεν ἐν γε τῷ τάφῳ. ὡς καὶ Δανιὴλ, ἡ προφητῶν τερπνότης, Σίφος πεφευγώς περσικών στρατευμάτων, Ως αἰχμάλωτος ἐγμένος τε πρὸς ξένην Ημειψε μὲν γῆν, τὸν Θεὸν δ᾽ εὗρεν πάλιν, Καὶ πρῶτον ἦν μὲν τῶν ἀνασσόντων φίλος, Τὸ μέλλον αὖθις τῶν χρόνων ᾔδει τέλος, Θήρας χαλινών, προβλέπων κἂν τοῖς θηνούς, Καλῶς δ' ἀμείψας τῶν ἄνω τὰ τῶν κάτω, Ρήσεις λέλοιπεν, ὧν πάρεισιν ἐκβάσεις.
Dicta reliquit vitam adjutura,
Quæ Nicetas, quem coronæ sedes habet,
Hic concinne composuit,
In fidei documentum, animæque Ivtrum.
JEREMIAS.
Bellere, propheta, lacrymisque prosequi urbem,
Desine jam cædibus plenam,
Qui matris in utero es consecratus,
Nec verearis cum inter gentes locutus fueris,
Te tanquam ad infidos esse jussum accedere,
Quin potius surgas, leva oculos in circuitu,
Lamentationum et lacrymarum copia omissa,
Siquidem non mortuus es, sed sursum vivis,
Quin gentes aspicias antea externas, nunc legi sub-
[jectas,
Sionis filios præstantes in pulverem redactos,
Lætare tandem perfectione tuorum sermonum,
Quos pia mens hie composuit.
EZECHIEL.
Mentis splendore et puritate cordis
Ezechiel, ineffabilibus sermonibus
Dignus habitus est, et novis visioníbus,
Deum enim vidit tanquam accessibilem visu,
Et Cherubim faciem edoctus est;
Statum, timorem, motum, splendorem, sermones,
Care aspexit cœlestis mînisterii.
Hinc mundatus et doctus qui prævideat,
Tam clare ostendit se nosse finem omnem rerum,
Ut etiam describeret modos futurorum consiliorum
[in sermonibus,
Quos hic docta mens illustravit labore.
DANIEL.
Ineffabilis est Dei providentia,
Ut in eum qui speraverint coronare,
Omnibus bonis consueverit, vel in ipso sepulcro,
Sicut et Daniel, prophetarum voluptas,
Ensem effugit Persarum exercitus,
Captivus abductus in alienigenam pertransiit terDeum autem rursus invenit.
Fuit apprime regibus amicus,
Quod futurum et temporum nosset finem
[ram,
Feras refrenans, prævidens et in somniis,
Gloriose immutans superioribus inferiora,
Sormones reliquit, quorum hic adsunt expositiones.
Ρήσεις λέλοιπεν εἰς δέησιν ἐν βίῳ,
Ασπερ Νικήτας, εν στέφους κοιτών ἔχει,
Ἐν ωραϊσμῷ συντέθεικεν ἐνθάδε
Εἰς πίστειος ἔνδειγμα, καὶ ψυχῆς λύτρον.
ΙΕΡΕΜΙΑΣ
θρηνών, προφήτα, καὶ μετακλαίων πόλιν,
Πέπαυσο λοιπὸν τὴν φόνων πεπλησμένην,
Ο μητρὸς ἔνδον γαστρός ἡγιασμένος,
Καὶ μὴ πτοηθῆς εἰς ἔθνη τεθειμένος,
ὡς εἰς ἀπειθεῖς πρὶν κελευσθεὶς ἐντρέχειν,
'Αλλ' ἐξαναστὰς, ἄρον ὀφθαλμὸν κύκλῳ,
Θρήνων ἑταῖρον δακρύων την πλημμύρων,
Επείπερ οὐ τέθνηκας, ἀλλὰ ζῆς ἄνω.
Καὶ βλέψον ἔθνη, τὰ πρὶν ἐκτὸς, ἐν νόμῳ,
Υιούς Σιών τε, τοὺς ὑπερτίμους, κόνιν,
Καὶ χαῖρε τῶν σῶν εἰς τελείωσιν λόγων,
Οὓς τῇδε συντίθησιν εὐσεβὴς νέο
ΙΕΖΕΚΙΗΛ.
Ψυχῆς τὸ λαμπρὸν καὶ τὸ φαιδρὸν καρδία,
Ἰεζεκιήλ τῶν ὑπὲρ λόγον λόγων
Κατηξίωσε, καὶ θεαμάτων ξένων.
Θεὸν γὰρ εἶδεν, ὡς ἐφικτόν προσβλέπειν,
Καὶ τῶν χερουβὶμ ἐκπεπαίδευται θέαν,
Στάσιν, φόβον, κίνησιν, έλλαμψιν, λόγους,
Σαφῶς ἔβλεψε τῆς ἄνω λειτουργίας.
Οθεν καθαρθεὶς καὶ διδαχθεὶς προβλέπειν,
Οὕτω σαφῶς ἔδειξεν εἰδέναι τέλος
Τῶν πραγμάτων πᾶν, ὡς γράφειν καὶ τὰ μέτρα
Τῶν εἰς ἔπειτα κτισμάτων ἐν τοῖς λόγους,
Οὓς ὧδε κοσμεί κοσμία ψυχή πόθερα
ΔΑΝΙΗΛ.
Άφραστος ή πρόνοια τοῦ Θεοῦ λόγους,
Όπως ἐπ' αὐτὸν τοὺς πεποιθότας στέφειν
Πᾶσιν καλοῖς εἴωθεν ἐν γε τῷ τάφῳ.
ὡς καὶ Δανιὴλ, ἡ προφητῶν τερπνότης,
Σίφος πεφευγώς περσικών στρατευμάτων,
Ως αἰχμάλωτος ἐγμένος τε πρὸς ξένην
Ημειψε μὲν γῆν, τὸν Θεὸν δ᾽ εὗρεν πάλιν,
Καὶ πρῶτον ἦν μὲν τῶν ἀνασσόντων φίλος,
Τὸ μέλλον αὖθις τῶν χρόνων ᾔδει τέλος,
Θήρας χαλινών, προβλέπων κἂν τοῖς θηνούς,
Καλῶς δ' ἀμείψας τῶν ἄνω τὰ τῶν κάτω,
Ρήσεις λέλοιπεν, ὧν πάρεισιν ἐκβάσεις.
Распознавание текста
col. 1075–1076page 26 of 200
PG 106:1075ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΛΑΙΑ ΕΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ.. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ. Εὐαγγέλιον καλεῖται ἡ βίβλος, ὅτι κολάσεως δει κνύει ἀναίρεσιν, καὶ οὐρανῶν βασιλείαν ἐπαγγέλλεται βίβλον γενέσεως ταύτην καλεῖ καὶ παρέχουσαν ἄλλα πολλὰ καὶ οὐ τὴν Χριστοῦ μόνον γένεσιν· διότι τὸ κεφάλαιον τῆς οἰκονομίας τοῦτό ἐστιν. Τὸ Ἰησοῦς, Σωτήρ ἑρμηνεύεται τῇ Ἑβραίωνφωνὴ. Πόθεν δηλονότι ἀπὸ τῆς τοῦ Δαβὶδ ἦν γενεάς; Ἐκ τοῦ εἰπεῖν τὸν Θεὸν πρὸς τὸν Γαβριὴλ ἀπελθεῖν πρὸς τὴν παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ ᾧ ὄνομα Ιωσήφ ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ· ἐκέλευε δὲ ὁ νόμος μὴ ἐξ ἄλλης φυλής λαμβάνειν, ἀλλ' ἐκ τῆς οἰ κίας· ὅθεν ἦν ὁ Ἰωσὴφ ἐκ Δαβίδ, καὶ ἡ Μαρία ἐκ Δαβίδ. Διὰ τί μέμνηται τῆς παρανόμου μίξεως τοῦ Ἰούδα καὶ τῆς θάμαρ; θαυμάζων ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ τὴν τοῦ Θεοῦ δεικνὺς φιλανθρωπίαν, ὅτι οὐκ ἀπηξίωσε τοιούτους ἔχειν συγγενείς. Τίνος χάριν τοῦ Φαρές μνημονεύσας ἀφ' οὗ τὸν Κύριον γενεαλογεῖ, καὶ τοῦ Ζαρὰ μνημονεύει; Οτι τοῦ Ζαρᾶ ἐν τῷ τίκτειν τὴν Θάμαρ τὴν χεῖρα προεξενέγκαντος, συνέστειλε τὸ παιδίον τὴν χεῖρα, καὶ προῆλθεν ὁ Φαρές, καὶ τότε ὁ Ζαρὰ· ὅπερ τῶν δύο λαῶν τύπος ἦν· τῆς γὰρ που λιτείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν τοῖς κατὰ τὸν ᾿Αβραὰμ χρόνοις φανείσης, εἶτα ἐν τῷ μέσῳ συσταλείσης, ἦλθεν ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς καὶ ἡ νομική πολιτεία· καὶ τότε ὁ νέος ἐφάνη λαὸς μετὰ τῶν αὐτῶν νόμων. Καὶ τῆς Ρούθ δὲ τῆς ἀλλοφύλου μέμνηται, ὅτι καθάπερ ἐκείνης καὶ πτωχῆς καὶ ἀλλοφύλου οὔσης ὁ Βοὸς οὐ κατεφρόνησεν, οὔτε τὴν δυσμένειαν ἐβδελύξατο, καὶ ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν δεξάμενος οὐκ ἐβδελύξατο. Τοὺς τρεῖς παρέδραμε βασιλεῖς ὡς κακούς· ἔστι δὲ Οχοζίας, καὶ Ἰωάς, καὶ Ἀμεσίας· ἔθος γὰρ τῇ Γραφῇ τοὺς οὐκ ἀξίους μνήμης καταλιμπάνειν, ὡς καὶ Μωσῆς ἐν ταῖς εὐλογίαις τοῦ Συμεών. Διὰ τί εἶπεν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας; Ίνα δείξῃ ὅτι δι' αὐτὸν καὶ ταύτην ἐγενεαλόγησεν· κατὰ γὰρ φυλὰς καὶ συγγενείας ἐλάμβανον.
ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΛΑΙΑ
ΕΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ..
SCHOLIA VETERA
IN EVANGELIUM SECUNDUM MATTHÆUM.
(Ex antiquis membranis bibliotheca Valicans edidit Ang. Ma in Class. auct. tom. V1.)
Εὐαγγέλιον καλεῖται ἡ βίβλος, ὅτι κολάσεως δει
κνύει ἀναίρεσιν, καὶ οὐρανῶν βασιλείαν ἐπαγγέλλεται·
βίβλον γενέσεως ταύτην καλεῖ καὶ παρέχουσαν ἄλλα
πολλὰ καὶ οὐ τὴν Χριστοῦ μόνον γένεσιν· διότι τὸ
κεφάλαιον τῆς οἰκονομίας τοῦτό ἐστιν.
Τὸ Ἰησοῦς, Σωτήρ ἑρμηνεύεται τῇ Ἑβραίων
φωνῇ.
Πόθεν δηλονότι ἀπὸ τῆς τοῦ Δαβὶδ ἦν γενεάς; Ἐκ
τοῦ εἰπεῖν τὸν Θεὸν πρὸς τὸν Γαβριὴλ ἀπελθεῖν
πρὸς τὴν παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρὶ ᾧ ὄνομα
Ιωσήφ ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ· ἐκέλευε δὲ ὁ
νόμος μὴ ἐξ ἄλλης φυλής λαμβάνειν, ἀλλ' ἐκ τῆς οἰ
κίας· ὅθεν ἦν ὁ Ἰωσὴφ ἐκ Δαβίδ, καὶ ἡ Μαρία ἐκ
Δαβίδ.
Διὰ τί μέμνηται τῆς παρανόμου μίξεως τοῦ Ἰούδα
καὶ τῆς θάμαρ; θαυμάζων ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ τὴν
τοῦ Θεοῦ δεικνὺς φιλανθρωπίαν, ὅτι οὐκ ἀπηξίωσε
τοιούτους ἔχειν συγγενείς. Τίνος χάριν τοῦ Φαρές
μνημονεύσας ἀφ' οὗ τὸν Κύριον γενεαλογεῖ, καὶ τοῦ
Ζαρὰ μνημονεύει; Οτι τοῦ Ζαρᾶ ἐν τῷ τίκτειν τὴν
Θάμαρ τὴν χεῖρα προεξενέγκαντος, συνέστειλε τὸ
παιδίον τὴν χεῖρα, καὶ προῆλθεν ὁ Φαρές, καὶ τότε
ὁ Ζαρὰ· ὅπερ τῶν δύο λαῶν τύπος ἦν· τῆς γὰρ που
λιτείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν τοῖς κατὰ τὸν ᾿Αβραὰμ
χρόνοις φανείσης, εἶτα ἐν τῷ μέσῳ συσταλείσης,
ἦλθεν ὁ Ἰουδαϊκὸς λαὸς καὶ ἡ νομική πολιτεία· καὶ
τότε ὁ νέος ἐφάνη λαὸς μετὰ τῶν αὐτῶν νόμων. Καὶ
τῆς Ρούθ δὲ τῆς ἀλλοφύλου μέμνηται, ὅτι καθάπερ
ἐκείνης καὶ πτωχῆς καὶ ἀλλοφύλου οὔσης ὁ Βοὸς οὐ
κατεφρόνησεν, οὔτε τὴν δυσμένειαν ἐβδελύξατο, καὶ
ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν δεξάμενος οὐκ ἐβδελύξατο.
Τοὺς τρεῖς παρέδραμε βασιλεῖς ὡς κακούς· ἔστι δὲ
Οχοζίας, καὶ Ἰωάς, καὶ Ἀμεσίας· ἔθος γὰρ τῇ
Γραφῇ τοὺς οὐκ ἀξίους μνήμης καταλιμπάνειν, ὡς
καὶ Μωσῆς ἐν ταῖς εὐλογίαις τοῦ Συμεών.
Διὰ τί εἶπεν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας; Ίνα δείξῃ
ὅτι δι' αὐτὸν καὶ ταύτην ἐγενεαλόγησεν· κατὰ γὰρ
φυλὰς καὶ συγγενείας ἐλάμβανον.
CAPUT PRIMUM,
VERS. 1. Evangelium vocatur hic liber, quia
damnationis ostendit abolitionem, et celorum
regnum annuntiat. Librum generationis vocat \[-
lum, qui alia multa continet et mon solum Christi
generationem; quamobrem caput istud incarnationis est.
Vox Jesus, Salvator hebraica lingua interpretatur.
Unde evidenter fuit ex semine David? Ex hoc
quod dicit Deum misisse Gabriel ad virginen de
sponsatam viro cui nomen erat Joseph, de domo
et patria David. Jubebat autem lex ne ex aliis tribubus ducerent, sed ex eadem domo; unde erat
Joseph ex David, Maria quoque ex David.
VERS. 3. Quare illicitam memorat unionem Juda
et Thamar? Admirans evangelista et Dei ostendens
amorem in homines, quod non dediguatua est fales habere parentes. Quam ob causam Phares commemorans a quo Dominus ducit genelogiam, Zaṛam
etiam memorat? Quia Zara, pariente Thamar,
cum manum foras protulisset, banc retraxit, et
processit Phares, et deinde Zara; quod duorum
populorum figura erat. Nam cum Abraliæ temporibus ecclesiastica viguisset gubernatio, deindeque
e medio sublata fuisset, venit Judæorum populus
et legis gubernatio, et tunc novus apparuit populus cum legibus eisdem. Et de Ruth alienigena loquitur, quia sicut illam et mendicam et alienige
nam Booz non despexit, neque infirmitatem ejus
abhorruit, Christus etiam Ecclesiam accipere non
abhorruit.
VERS. 11. Tres illos leviter attigit reges ut malos; sunt vero Ochozias, Joas, et Amesias. Mos
enim est Scripturæ indignos memoria omittere, ut
Moyses in benedictionibus Simeon.
VERS. 16. Quare dixit Joseph virum Mariæ? Ut
ostenderet per Joseph genealogiam Mariæ gencagiam datam esse; nam secunitum tribus et consanguiuitates nubebant.
Распознавание текста
col. 1077–1078page 27 of 200
PG 106:1077Διὰ τοῦτο ἐμνημόνευσεν Αβραὰμ καὶ Δαβίδ, διότι πρὸς αὐτοὺς ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι περὶ Χριστοῦ. Δώδεκα θεὶς γενεάς,δεκατέσσαρας εἶπεν, διότι καὶ τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας εἰς γενεὰν ἔταξεν· ἔτι δὲ καὶ αὐτὸν τὸν Χριστὸν εἰς γενεάν συνάπτων ἡμῖν αὐτόν. Οὐκ εἶπεν, πρὶν ἢ ἀχθῆναι αὐτὴν εἰς τὴν οἰκίαν, ἀλλὰ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς, διὰ τὸ μὴ ἔξω εἶναι τῶν ἀνδρῶν τὰς μεμνηστευμένας ἀνηλίκους· τοῦτο δὲ εἶπεν διὰ τὸ μὴ δοῦναι ὑποψίαν. Τίνος χάριν οὐ πρὸ τῆς μνηστείας συνέλαβεν; Ἵνα μὴ δόξῃ ὑποψία τὸ γεγονὸς, οὐκ ὄντος τοῦ ζηλοτυποῦντος καὶ διὰ τοῦτο φυλάσσοντος. Κατὰ τὸν νόμον οὐ κολάσαι οὐδὲ παραδειγματίσαι αὐτὴν βουλόμενος ἐβουλήθη ἀπολῦσαι αὐτήν· και λύεται δὲ ὑπ' ἀγγέλου· τοσοῦτον ἦν ἡμερος καὶ φι λόσοφος ὁ Ἰωσήφ. Το θεραπεύειν αὐτὴν μετὰ τὸν τόκον, εὔδηλον ὡς ἐπείσθη τῷ θαύματι ὁ Ἰωσήφ. Διὰ τί οὐ φανερῶς ὤφθη ὁ ἄγγελος τῷ Ἰωσήφ, ἀλλὰ κατ' ὄναρ; Ὅτι οὐκ ἦν ἀπιστῶν ὡς οἱ ποιμέν νες καὶ ὁ Ζαχαρίας. Διὰ τί εἶπεν αὐτὸν ὁ ἄγγελος υἱὸν Δαβίδ; Ανα μνῆσαι αὐτὸν βουλόμενος, ὅθεν ἔμελλεν ὁ Χριστός τίκτεσθαι. Διὰ τί εἶπεν, Τὴν γυναῖκά σου; Ὣς μὴ διεφθαρμένης· γυναῖκα δὲ αὐτὴν καλεῖ ἀπὸ τῆς μνηστείας, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς γαμβρους λέγομεν καὶ πρὸ τοῦ γά μου τοὺς μνηστευθέντας τῇ θυγατρί. Οὐκ εἶπεν, Τέξεταί σοι· οὐ γὰρ ἦν αὐτοῦ σπέρμα ἀλλὰ, Τέξεται, τῷ κόσμῳ παντὶ δηλονότι· ἔχει γάρ' Αὐτὸς σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ. Διὰ τί εἶπεν, Καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν; Οὐκ ἀλλότριον ποιῶν αὐτὸν τῆς διακονίας. Εἰ γὰρ καὶ μὴ σᾶς ὁ τόπος, φησὶν, ἀλλὰ τὰ πατρὸς πράξεις, διὰ τὸ μὴ ἀπὸ μοιχείας εἶναι. Ο ἄγγελος λέγει τό, Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἡσαΐου· ἀλλ' οὐχὶ ὁ εὐαγγελιστής. Εάν τις λέγῃ ὅτι οὐκ εἶπεν Ησαΐας παρθένον, ἀλλὰ νεάνιδα, πρῶτον μὲν οἱ Εβδομήκοντα τῶν πέντε πλείονες καὶ ἀνυποπτότεροι· πρὸ γὰρ τῆς διαμάχης τοῦ μυστηρίου· ἔπειτα τὸ νεανίσκοι, καὶ παρθένοι λέξομεν· καὶ τὸν Ἐὰν βοήσῃ ἡ νεάνις, περὶ παρθένου λέγων ὁ Μωσῆς· ὥστε οἶδεν τὸ τῆς νεάνιδος ὄνομα ἐπὶ τῆς παρθένου λέγεσθαι. Εἰ ἐκ νομίμου ἔμελλεν γεννᾶσθαι τὸ προφητευόμενον, ποῖον σημεῖον ἦν τὸ λεχθέν; Οὐδὲ ποῖον· λοιπόν, οὐκ ἐπὶ τῷ Εζεκίᾳ, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ Χριστῷ πεπλήρωται. Απορήσει Ἰουδαῖος διὰ τί οὐκ ἐκλήθη Εμμα νουήλ, ὡς ὁ προφήτης εἶπεν, ἀλλὰ Ἰησοῦς Χριστός; ᾿Ακουσάτωσαν ὅτι οὐκ εἶπεν, Καλέσεις, ἀλλὰ, Καλέ σουσιν οἱ ὄχλοι· τουτέστιν ἡ τῶν πραγμάτων έχε βασις· ὅτι ἔψονται Θεὸν μετὰ ἀνθρώπων· ἔθος δὲ τοῦτο τῇ Γραφῇ ἀντὶ ὀνομάτων τιθέναι· οἷον, κα λεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ταχέως σκύλευσιν οξέως προνόμευσαν γεννηθέντος αὐτοῦ προνομὴ
*1073
VERS. 17. ideo meminit Abrahæ et David, quod &
ad illos datæ erant promissiones circa Christum.
Duodecim ponens generationes, quatuordecim
dixit, quia tempus captivitatis intra generationes
ordinavit; adhuc autem ipsum Christum intra generationes nobis connumeral.
Vers. 18. Non dixit priusquam duceretur illa in
domum, sed priusquam convenirent, quia non foris a viro erant desponsatæ ætatis imparis; hoc
autem dixit ne det suspicionem. Quam ob causam
non ante desponsationem concepit? Ne pareret suspicionem quod factum erat, cum non esset vir
zelosus et ideo Mariam observans.
Voss. 19. Secundum legem non castigare neque
hanc in exemplum dare volens, voluit dimittere
eam. Prohibetur autem ab angelo; adeo erat mitis
et sapiens Joseph. Ad ministrandum illi post partum, evidens est quod adductus sit Joseph hoc
prodigio.
Vɛns. 20. Cur non clara luce visus est angelus
Joseph, sed per somnium? Quia non erat incredules
it pastores et Zacharias.
Cur vocavit illum angelus filium David? Revocare illi volebat, unde debebat Christus originem
ducere.
Cur dixit conjugem tuam? Quod non erat violata. Conjugem autem illam vocat ob desponsationem, sicuti et nos generos dicimus vel ante nuptias desponsatos filiæ.
VERS. 91. Non dixit, Pariet tibi; non erat enim c
illius semen; sed pariet mundo evidenter universo;
addit enim: Ipse salvum faciet populum suum.
Cur dixit, Vocabis nomen ejus Jesum? Ne illum
faceret ab officio patris alienum. Licet enim tuus
filius non sit, inquit, sed quæ patris sunt ages, eo
quod non sit e fornicatione.
Vans. 22. Angelus dicit istud: Hoc aulem totuης
factum est ut adimpleretur quod dictum est ab
Isaia; non autem evangelista.
VERS. 23. Si quis dixerit non dixisse Isaiam virginem sed puellam; prius quidem ferunt Septuaginta his quinque numerosiores et veraciores,
wtpote scribentes ante patrationem mysterii;
deinde puellas, virgines dicemus; et, Si clamaverit
puella, de virgine loquitur Moyses, quia sciebat
puellæ nonien pro virgine usurpari. Si e consuetudine debebat generari quod a propheta nuntiatum erat, quid significationis habet quod dictum
est? Nihil certe; denique, non in Ezechia, sed in
Christo adimpletum est.
Obficiet Judæus cur non vocatus sit Emmanuel,
ut propheta dixit, sed Jesus Christus? Audiant
prophetam non dixisse, Vocalis, sed, Vocabunt pos
puli; hæc est rerum istarum expositio: quia videbunt Deum cum hominibus. Mos autem ille est
Scripturæ hoc pro nominibus adhibere; ut, Voca
nomen ejus: Cito spolia; celeriter vasta: genito illo
Διὰ τοῦτο ἐμνημόνευσεν Αβραὰμ καὶ Δαβίδ, διότι
πρὸς αὐτοὺς ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι περὶ Χριστοῦ.
Δώδεκα θεὶς γενεάς,δεκατέσσαρας εἶπεν, διότι καὶ
τὸν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας εἰς γενεὰν ἔταξεν· ἔτι
δὲ καὶ αὐτὸν τὸν Χριστὸν εἰς γενεάν συνάπτων ἡμῖν
αὐτόν.
Οὐκ εἶπεν, πρὶν ἢ ἀχθῆναι αὐτὴν εἰς τὴν οἰκίαν,
ἀλλὰ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς, διὰ τὸ μὴ ἔξω εἶναι
τῶν ἀνδρῶν τὰς μεμνηστευμένας ἀνηλίκους· τοῦτο
δὲ εἶπεν διὰ τὸ μὴ δοῦναι ὑποψίαν. Τίνος χάριν οὐ
πρὸ τῆς μνηστείας συνέλαβεν; Ἵνα μὴ δόξῃ ὑποψία
τὸ γεγονὸς, οὐκ ὄντος τοῦ ζηλοτυποῦντος καὶ διὰ
τοῦτο φυλάσσοντος.
Κατὰ τὸν νόμον οὐ κολάσαι οὐδὲ παραδειγματίσαι
αὐτὴν βουλόμενος ἐβουλήθη ἀπολῦσαι αὐτήν· και
λύεται δὲ ὑπ' ἀγγέλου· τοσοῦτον ἦν ἡμερος καὶ φιλόσοφος ὁ Ἰωσήφ. Το θεραπεύειν αὐτὴν μετὰ τὸν
τόκον, εὔδηλον ὡς ἐπείσθη τῷ θαύματι ὁ Ἰωσήφ.
Διὰ τί οὐ φανερῶς ὤφθη ὁ ἄγγελος τῷ Ἰωσήφ,
ἀλλὰ κατ' ὄναρ; Ὅτι οὐκ ἦν ἀπιστῶν ὡς οἱ ποιμέν
νες καὶ ὁ Ζαχαρίας.
Διὰ τί εἶπεν αὐτὸν ὁ ἄγγελος υἱὸν Δαβίδ; Ανα
μνῆσαι αὐτὸν βουλόμενος, ὅθεν ἔμελλεν ὁ Χριστός
τίκτεσθαι.
Διὰ τί εἶπεν, Τὴν γυναῖκά σου; Ὣς μὴ διεφθαρ
μένης· γυναῖκα δὲ αὐτὴν καλεῖ ἀπὸ τῆς μνηστείας,
ὥσπερ καὶ ἡμεῖς γαμβρους λέγομεν καὶ πρὸ τοῦ γάμου τοὺς μνηστευθέντας τῇ θυγατρί.
Οὐκ εἶπεν, Τέξεταί σοι· οὐ γὰρ ἦν αὐτοῦ σπέρμα
ἀλλὰ, Τέξεται, τῷ κόσμῳ παντὶ δηλονότι· ἔχει γάρ'
Αὐτὸς σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Διὰ τί εἶπεν, Καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν;
Οὐκ ἀλλότριον ποιῶν αὐτὸν τῆς διακονίας. Εἰ γὰρ
καὶ μὴ σᾶς ὁ τόπος, φησὶν, ἀλλὰ τὰ πατρὸς πράξεις,
διὰ τὸ μὴ ἀπὸ μοιχείας εἶναι.
Ο ἄγγελος λέγει τό, Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν
ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Ἡσαΐου· ἀλλ' οὐχὶ ὁ
εὐαγγελιστής.
Εάν τις λέγῃ ὅτι οὐκ εἶπεν Ησαΐας παρθένον,
ἀλλὰ νεάνιδα, πρῶτον μὲν οἱ Εβδομήκοντα τῶν
πέντε πλείονες καὶ ἀνυποπτότεροι· πρὸ γὰρ τῆς
διαμάχης τοῦ μυστηρίου· ἔπειτα τὸ νεανίσκοι, καὶ
παρθένοι λέξομεν· καὶ τὸν Ἐὰν βοήσῃ ἡ νεάνις,
περὶ παρθένου λέγων ὁ Μωσῆς· ὥστε οἶδεν τὸ τῆς
νεάνιδος ὄνομα ἐπὶ τῆς παρθένου λέγεσθαι. Εἰ ἐκ
νομίμου ἔμελλεν γεννᾶσθαι τὸ προφητευόμενον,
ποῖον σημεῖον ἦν τὸ λεχθέν; Οὐδὲ ποῖον· λοιπόν, οὐκ
ἐπὶ τῷ Εζεκίᾳ, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῷ Χριστῷ πεπλήρωται.
Απορήσει Ἰουδαῖος διὰ τί οὐκ ἐκλήθη Εμμα
νουήλ, ὡς ὁ προφήτης εἶπεν, ἀλλὰ Ἰησοῦς Χριστός;
᾿Ακουσάτωσαν ὅτι οὐκ εἶπεν, Καλέσεις, ἀλλὰ, Καλέ
σουσιν οἱ ὄχλοι· τουτέστιν ἡ τῶν πραγμάτων έχε
βασις· ὅτι ἔψονται Θεὸν μετὰ ἀνθρώπων· ἔθος δὲ
τοῦτο τῇ Γραφῇ ἀντὶ ὀνομάτων τιθέναι· οἷον, κα
λεσον τὸ ὄνομα αὐτοῦ, Ταχέως σκύλευσιν
vastatio pradarum facta est; et ut illud quoque, οξέως προνόμευσαν γεννηθέντος αὐτοῦ προνομὴ
Распознавание текста
Ancient Scholia on MatthewScholia vetera in Matthaeum
col. 1079–1080page 28 of 200
Scholia vetera in Matthæum
PG 106:1079σκύλων ἐγένετο· καὶ ὡς τὸ, Ἡ πόλις κληθήσεται η πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστή· καίτοι μείνασα καλεῖσθαι Ἱεροσόλυμα. Τὸ, Οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὲν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, οὐ δείκνυσιν ὅτι ἐσχά τως ἔγνω αὐτήν· τὸ γάρ, ἕως, οὐ πάντοτε χρόνον ἄλλον ζητεῖ, ἀλλὰ πολλάκις εἰς τὸ διηνεκές εὑρίσκεται ὡς τὸ, καὶ οὐχ ὑπέστρεψεν ὁ κόραξ εἰς τὴν κιβωτὸν ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ· καίτοι γε οὐδὲ μετὰ ταῦτα ὑπέστρεψε· καὶ πάλιν, ᾿Ανατελεῖ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη, καὶ πλῆθος ειρή νης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη· τοῦτο δὲ εἶπεν οὐ πέρα, διδοὺς τῷ καλῷ τούτῳ φωτί· τέθεικε δὲ τὸν ἕως, ἵνα μόνον μάθωμεν τὸ πρὸ τῶν ὠδίνων ἀνέπαφον· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἡμῖν κατέλιπε συλλογίζεσθαι, ὅτι τὴν οὕτως γεννήσασαν οὐκ ἂν ὑπέμεινε γνῶναι δίκαιος ὢν ὁ Ἰωσήφ. Πῶς ἀδελφοὶ τοῦ Χρι στοῦ λέγονται οἱ περὶ Ἰάκωβον; Ως καὶ Ἰωσὴφ τῆς Μαρίας ἀνήρ· ἐκείνου γὰρ ἦσαν παῖδας ἐκ προτέρας γυναικός· διὰ τὸν καλούμενον οὖν πατέρα, καὶ οἱ τοῦ πατρὸς υἱοῖ, ἀδελφοί. ΚΕΦΑΛ. Β. Τὸν χρόνον Ἡρώδου λέγει· διότι καὶ ἕτερος Ηρώ δης λέγεται, ὃς ἀνεῖλεν τον Πρόδρομον. Τοὺς μάγους εἰς ἔλεγχον τῶν Ἰουδαίων ήνεγκε προσκυνῆσαι, ἵνα παρὰ βαρβάρων μάθωσιν ἃ οὐκ ἤθελον μαθεῖν ἀπὸ προφητῶν οἱ Ἰουδαίοι, Οὐ δι' ἀγγέλου τους μάγους ἤνεγκεν, ἀλλὰ διὰ τῶν συνήθων ἀστέρων· κἂν γὰρ ἄγγελος ἦν, ὡς ἀστὴρ ἐδείκνυτο. ῾Ο ἀστὴρ ὁ φανεὶς, δύναμίς τις ἦν ἀόρατος εἰς ταύτην φαινόμενος τὴν ὄψιν· καὶ γὰρ ἀπὸ ἄρκτου εἰς μεσημβρίαν ἐφαίνετο· οὕτω γὰρ ἡ Παλαιστίνη πρὸς τὴν Περσίδα κείται· δεύτερον καὶ ὅτι ἐν μεσημβρία εφαίνετο, οὐκ ἦν ἀστήρ τρί τον ἀπὸ τοῦ φαίνεσθαι καὶ κρύπτεσθαι· τέταρτον ἀπὸ τοῦ κάτω εἶναι· εἰ γὰρ ἄνω ἦν, οὐκ ἠρκεῖτο ύψος μικρὸν τόπον χαρακτηρίσαι. Τι, Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ιούδα οὐδὲ ἡγού μενος ἐκ τῶν μηρών αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ ἀπό κειται, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν, οὕτως λύε ται· Ηρώδης ἀλλόφυλος ῶν, καὶ τοῦτο λέγει Εξέλιπον γὰρ οἱ Ἰουδαῖοι ἔχειν ἄρχοντας. Διὰ τί ἐρωτηθέντες παρὰ τοῦ βασιλέως εἶπον τὴν προφητείαν ἕως τὸν Ποιμανεὶ τὸν λαόν μου τόν Ισραήλ, οὐ προσέθηκαν δὲ, Καὶ ἔξοδοι αὐτοῦ ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος; Ἐπεὶ πρὸς χάριν καὶ κολακεύοντες ἐλάλουν. Διὰ τί τοὺς μάγους καλεῖ Ηρώδης λάθρα; "Οτι ἐνόμιζε τοὺς Ἰουδαίους κήδεσθαι τοῦ παιδίου· ἔτι δὲ καὶ ἀνελεῖν ἐπιχειρεῖ τὸ τεχθέν. Οὐ τὸν χρόνον τοῦ παιδίου, ἀλλὰ τοῦ ἀστέρος ζητεί, ἐκ πολλῆς περιουσίας τὸ πρᾶγμα ἐρευνῶν. Πῶς τοῦ Λουκᾶ ἐν φάτνῃ λέγοντος κεῖσθαι, ὁ Ματ θαῖος ἐπὶ τῶν γονάτων τῆς μητρὸς λέγει; Χρὴ δὲ νοεῖν, ὅτι γεννήσασα διὰ τὸ μὴ εἶναι τόπον διὰ τὴν ἀπὸ τῆς ἀπογραφῆς πληθύν, ἀνέκλινεν ἐν τῇ φάτνῃ, εἶτα καὶ ἐπὶ τῶν γονάτων ἀνεῖλεν.
}
σκύλων ἐγένετο· καὶ ὡς τὸ, Ἡ πόλις κληθήσεται η Urbs vocabitur urbs justitia, metropolis fidelis; et
πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστή· καίτοι cum exspectans vocatur Jerusalem.
μείνασα καλεῖσθαι Ἱεροσόλυμα.
Τὸ, Οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν
υἱὲν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, οὐ δείκνυσιν ὅτι ἐσχάτως ἔγνω αὐτήν· τὸ γάρ, ἕως, οὐ πάντοτε χρόνον
ἄλλον ζητεῖ, ἀλλὰ πολλάκις εἰς τὸ διηνεκές εὑρίσκε
ται ὡς τὸ, καὶ οὐχ ὑπέστρεψεν ὁ κόραξ εἰς τὴν
κιβωτὸν ἕως οὗ ἐξηράνθη ἡ γῆ· καίτοι γε οὐδὲ
μετὰ ταῦτα ὑπέστρεψε· καὶ πάλιν, ᾿Ανατελεῖ ἐν
ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ δικαιοσύνη, καὶ πλῆθος ειρή
νης, ἕως οὗ ἀνταναιρεθῇ ἡ σελήνη· τοῦτο δὲ
εἶπεν οὐ πέρα, διδοὺς τῷ καλῷ τούτῳ φωτί· τέθεικε
δὲ τὸν ἕως, ἵνα μόνον μάθωμεν τὸ πρὸ τῶν ὠδίνων
ἀνέπαφον· τὰ δὲ μετὰ ταῦτα ἡμῖν κατέλιπε συλλοVERS. 24. Illud, Non cognoscebat eam donec pepeτit flium suum primogenitum, minime indicat illum ultimo illam cognovisse. Vox enim donec non
semper aliud ad tempus se refert, sed sæpe pro
perpetuo invenitur; ut illud etiam, Non reversus
est corvus in arcam donec siccata est terra; nempe
non postea reversus est: et iterum, Surget in diebus ejus justitia, et multitudo pacis donec destruatur luna; hoc autem dixit non finem dans
pulchro illo lumini, posuit vero donec ut intelligamus solum firmiorem commotionibus stabilitatein. Ilļa vero tandem nobis reliquit conjicienda,
γίζεσθαι, ὅτι τὴν οὕτως γεννήσασαν οὐκ ἂν ὑπέμεινε Joseph, cum justus esset, hauc post talem partum
γνῶναι δίκαιος ὢν ὁ Ἰωσήφ. Πῶς ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ λέγονται οἱ περὶ Ἰάκωβον; Ως καὶ Ἰωσὴφ τῆς
Μαρίας ἀνήρ· ἐκείνου γὰρ ἦσαν παῖδας ἐκ προτέρας
γυναικός· διὰ τὸν καλούμενον οὖν πατέρα, καὶ οἱ
τοῦ πατρὸς υἱοῖ, ἀδελφοί.
Τὸν χρόνον Ἡρώδου λέγει· διότι καὶ ἕτερος Ηρώ
δης λέγεται, ὃς ἀνεῖλεν τον Πρόδρομον.
Τοὺς μάγους εἰς ἔλεγχον τῶν Ἰουδαίων ήνεγκε
προσκυνῆσαι, ἵνα παρὰ βαρβάρων μάθωσιν ἃ οὐκ
ἤθελον μαθεῖν ἀπὸ προφητῶν οἱ Ἰουδαίοι,
Οὐ δι' ἀγγέλου τους μάγους ἤνεγκεν, ἀλλὰ διὰ
τῶν συνήθων ἀστέρων· κἂν γὰρ ἄγγελος ἦν, ὡς
ἀστὴρ ἐδείκνυτο. ῾Ο ἀστὴρ ὁ φανεὶς, δύναμίς τις
ἦν ἀόρατος εἰς ταύτην φαινόμενος τὴν ὄψιν· καὶ
γὰρ ἀπὸ ἄρκτου εἰς μεσημβρίαν ἐφαίνετο· οὕτω γὰρ
ἡ Παλαιστίνη πρὸς τὴν Περσίδα κείται· δεύτερον
καὶ ὅτι ἐν μεσημβρία εφαίνετο, οὐκ ἦν ἀστήρ τρί
τον ἀπὸ τοῦ φαίνεσθαι καὶ κρύπτεσθαι· τέταρτον
ἀπὸ τοῦ κάτω εἶναι· εἰ γὰρ ἄνω ἦν, οὐκ ἠρκεῖτο
ύψος μικρὸν τόπον χαρακτηρίσαι.
Τι, Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ιούδα οὐδὲ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρών αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ ἀπό
κειται, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν, οὕτως λύε
ται· Ηρώδης ἀλλόφυλος ῶν, καὶ τοῦτο λέγει·
Εξέλιπον γὰρ οἱ Ἰουδαῖοι ἔχειν ἄρχοντας.
–
Διὰ τί ἐρωτηθέντες παρὰ τοῦ βασιλέως εἶπον τὴν
προφητείαν ἕως τὸν Ποιμανεὶ τὸν λαόν μου τόν
Ισραήλ, οὐ προσέθηκαν δὲ, Καὶ ἔξοδοι αὐτοῦ ἐξ
ἡμερῶν αἰῶνος; Ἐπεὶ πρὸς χάριν καὶ κολακεύοντες
ἐλάλουν.
Διὰ τί τοὺς μάγους καλεῖ Ηρώδης λάθρα; "Οτι
ἐνόμιζε τοὺς Ἰουδαίους κήδεσθαι τοῦ παιδίου· ἔτι
δὲ καὶ ἀνελεῖν ἐπιχειρεῖ τὸ τεχθέν.
Οὐ τὸν χρόνον τοῦ παιδίου, ἀλλὰ τοῦ ἀστέρος ζητεί,
ἐκ πολλῆς περιουσίας τὸ πρᾶγμα ἐρευνῶν.
Πῶς τοῦ Λουκᾶ ἐν φάτνῃ λέγοντος κεῖσθαι, ὁ Ματθαῖος ἐπὶ τῶν γονάτων τῆς μητρὸς λέγει; Χρὴ δὲ
νοεῖν, ὅτι γεννήσασα διὰ τὸ μὴ εἶναι τόπον διὰ τὴν
ἀπὸ τῆς ἀπογραφῆς πληθύν, ἀνέκλινεν ἐν τῇ φάτνῃ,
εἶτα καὶ ἐπὶ τῶν γονάτων ἀνεῖλεν.
cognoscere non sustinuisse. Quomodo fratres Christi
dicuntur Jacobus et alii? Quod Joseph vir erat
Mariæ; ejus enim erant alii e priore muliere suscepti; cum ergo ille pater Christi diceretur, patris
quoque filii, Christi fratres dicebantur.
CAPUT II.
Vans. 1. In diebus Herodis dicit, quia alius Hero -
des numeratur qui Præcursorem abstulit.
Magos in Judæorum condemnationem adoravisse
dixit ut ex Barbaris discant quod e prophetis discere
noluerant Judæi.
VERS. 2. Non per angelum Magos monitos esse
narrat, sed per solitas illis stellas; etiam si enim
angelus fuisset, ut stella apparuit. Stella ista quæ
visa est, potestas erat quædam invisibilis in hoc
aspectu apparens; nam a septentrione ad meridiem visa est; sic enimn Palæstina ad Persidem sita
est; secundo quia in meridie visa est, stella non
erat; tertio quia videbatur et occultabatur; quarto
quia in parte cœll inferiore erat. Si enim in superiore fuisset, non potuisset tanta altitudo parvum
locum indicare.
Vans. 6. Illud, Non auferetur sceptrum de Juda,
et dux de femore ejus, donec veniat qui mittendus
est, et ipse exspectatio gentium, ila sulvitur: Herodes alienigena erat, et illud dicit: Cessaverant
enim Judæi reges habere.
Quare interrogati a rege dixerunt prophetiam
usque huc, Pascet populum meum Israel, non adje
cerunt autem, Et egressus ejus a diebus æternitatis?
Quia gratulantes et adulantes loquebautur.
VERS. 7. Quare clam Magos vocal Herodes? Quis
putabat Judæos de puero curare, adhuc autem auferre meditabatur parvulum.
Non pueri tempus, sed stellar, inquirit, supervacue rem explorans.
Vens. 11. Quomodo, Luca dicente puerum in præsepio reclinari, Matthæns in matris genibus fuisse di
cit? Putandum est, quod, cum non esset locus ob
multitudinem ad descriptionem adductam, reclina -
verit cum in præsepio, deinde in genibus eum sustulerit.
Распознавание текста
col. 1081–1082page 29 of 200
PG 106:1081Τι τὸ πεῖσαν τους μάγους προσκυνῆσαι αὐτόν; Η παρὰ τοῦ Θεοῦ ἔλλαμψις καὶ τὸ τοῦ ἀστέρι; ἐξαίσιον. Η σμύρνα και ο λιβανωτός δώρα Θεοῦ είπα ἔτι δὲ καὶ τῆς Ἰουδαϊκής παχύτητος πόβλω· οὐ γὰρ πρόβατα καὶ βόας έθυσαν. Διὰ τί ἀρτίως ὁ ἄγγελος λέγει. Παράλαβε τί παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ οὐκ εἶπεν, Τὴν γυναῖκά σου, ὡς πρότερον; Ἐπειδὴ ἐλύθη ή ὑποψία, καὶ ἐπιστώθη 5 Ιωσήφ. Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τὸν υἱὸν μου εἰς Χρ στὸν ἐστιν· εἰ δὲ ἐπὶ τῆς ἐξόδου τοῦτο λέγουσιν, εἴποιμεν ὅτι καὶ τοῦτο προφητείας νόμος ἐστὶ τὸ πολλάκις ἐπ' ἄλλων λεγόμενον πληρούσθαι ἐφ' ἐπ. ρων· οἷον τὸ ἐπὶ τοῦ Σιμεών λεχθέν, ότι Διαμερώ αὐτοὺς, γέγονεν ἐπὶ τῶν ἐκγόνων· καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ Χαναάν παρὰ τοῦ Νῶς λεχθέν, εἰς τοὺς Γαβαωνίες τοὺς ἐκγόνους αὐτοῦ ἐξέβη· καὶ το, Γίνου κύρας τοῦ ἀδελφοῦ του, ἐπὶ τοὺς ἀπογόνους τούτου ἐξέδη. Τό, Ναζωραίος κληθήσεται, παρὰ τοῦ ἀγγέλου εἰρημένον, προφητικόν ἐστι· κἂν οὐχ εὕρηται από λέλεκται· πολλὰ γὰρ τῶν προφητικῶν ἠφανίσθη ἐν τῇ αἰχμαλωσία. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Τὸ λέγειν τὸν εὐαγγελιστήν, 'Εν ταίς ημέραις ἐκείναις παραγίνεται ο Ιωάννης, ούχ ότε πες ἦν ὁ Χριστὸς τοῦτα λέγει· μετὰ γὰρ ἔτη τριάχοντα ἐλθεῖν τὸν Ἰωάννην ο Λουκᾶς μαρτυρεῖ· ἀλλ' ἔθες Γραφικὸν τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο, ὁ καὶ ὁ Χριστὸς εἰς τὸ ὄρος τοῖς μαθηταῖς λέγει περὶ τῆς κατασκαφής τῆς πόλεως· καὶ μέλλων περὶ τῆς συντελείας λέγειν, ἐπήγαγε, Τίτε τὰ καὶ τὰ ἔσται. Τριακονταέτης κα τοῦτο βαπτίζεται, ἵνα τέλειος ὤν, παραδοὺς τὰ είν λεια πιστευθή. Τό, Ήγγικεν η βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περί τῆς τότε παρουσίας αὐτοῦ λέγει· βασιλεὺς γὰρ ούτ ράνιος ἦν. Τοῦ εὐαγγελιστοῦ λέγοντος περὶ τῶν Φαριστών καὶ τῶν Σαδδουκαίων ἔτι "Ηλθον εἰς τὸ βαπτισθῆναι ὑπ' αὐτοῦ, πῶς ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν Ἰωάννῃ; Ὅτι οὐκ ἦν τοῦτο πιστεῦσαι, τὸ τὸν τῆς ρυττόμενον ὑπ' αὐτοῦ μὴ δέξασθαι· εἶπεν γὰρ Ο ἐκεῖνος· δὲ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρ τίαν τοῦ κόσμου. Οὗτὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, τὸ κριτὴν αὐτὴν εἶναι σημαίνει, διαχωρίζοντα τους δικαίους καὶ τοὺς ἁμαρτωλούς· πῦρ δὲ ἄσβεστον, τὴν ἀθάνατον τιμω μίαν λέγει. Ιωάννης πρότερον διακωλύων τὸν Χριστόν με πτισθῆναι ὑπ' αὐτοῦ, ὕστερον εβάπτισεν· οὐκ ξε ἀμέτρως φιλόνεικος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνάξιον ἔδειξε, καὶ τὴν ὑπακοὴν ἐτέλεσεν. Τό, Αφες ἄρτι, δηλοῖ, ὅτι οὐ διηνεκῶς ἐν τοί τους με δίψει, άλλ' δψει με ἐν οἷς ἐπιθυμεῖς, ὅτι τοὺ του καιρός. Διὰ τί τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστεράς φαίνεται; Οτι ἥμερον τὸ ζῶον καὶ καθαρόν· ἐπεὶ οὖν τὸ ἄνει
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTA ÆTATIS.
Quid Magis persuasit ut illum adorarent? Quædain Τι τὸ πεῖσαν τους μάγους προσκυνῆσαι αὐτόν;
Dei revelatio et stefiæ prodigium.
Η παρὰ τοῦ Θεοῦ ἔλλαμψις καὶ τὸ τοῦ ἀστέρι;
ἐξαίσιον.
Myrrha et incensum dona Vei sunt; adhuc autem
a Judæorum crassitie longe erant, non enim uves
aut boves immołavernnt.
Tees. 15. Cur claris verbis angelus dicit, Accipe
puerum el matrem ejus; et non dixit, conjugem tuam,
nt prius? Quia soluta erat suspicio, et adem przbuerat Joseph.
VERS. 15. Ex Ægypto vocavi filium meum, In Christum dictum fuit.Si vero de Judæorum egressu istud
quidam intelligunt, dicere possumus legem hanc
prophetiæ esse, ut sæpe quod de aliis dictum est ab
aliis compleatur: quale est quod de Simeon dietum fuit, Dividam cos, in posteris factum est; el
quod de Chanaan a Noe dictum est, in Gabaonitas
posteros ejas impletum est; et illud, Esto dominus
fratris tui, ejus sobole completum est.
VERS. 23. Nazaraus vocabitur, quod ab angelo dictum est, propheticum est; etsi non inveniatur ubi
dictum; multi enim propheticorum sermonum in
captivitate amissi sunt.
CAPUT III.
Vens. 1. Quando dicit evangelista, In diebus illis
venit Joannes, non tum cum puer erat Christos, boc
dicit: nam post aunos triginta venisse Joannem
Lucas testatur; sed Scripturæ mos est talis, ut
quando Christus in monte discipufis loquitur de eversione urbis, et de prophetiæ adimpletione locuturus
adjecit, Tunc hæc et illa erunt. Triginta annos natus
ideo baptizatur, ut perfectus cum sit, perfecta tradeus credatur.
Vens. 2. Illud, Appropinquavit regnum calorum,
ob illius præsentiam dicit; rex enim cœloruni erat.
VERS. 7. Dicente evangelista de Paris:vis et Sadducæis quod venirent ut baptizarentur ab eo, quomodo Christus dicit illos Joanni non credidisse?
Quia credere non erat, quod ab illo prædicabatur
non accipere. Joannes enim dixit: Ecce Agnus Dei
qui tollit peccatum mundi.
VERS. 12. Cujus ventilabrum in manu ejus, judicem illum esse significat, discernentem justos et
peccatores; ignis autem inexstinguibilis æternum
supplicium indicat.
VERs. 14. Joannes primam nolens Christum a se
baptizari, postea baptizavit; obstinatus immoderate non fuit, sed et iudignitatem ostendit, et obedientiam præbuit.
Vens. 15. Ifad, Sine modo, significat, Non perpetuo in his me videbis, sed videbis me in his quæ
cupis, quando ejus erit tempus.
Vans. 16. Quare Spiritus in columbæ specic videtur? Quia mite est animal ct purum. Cum igitur
Η σμύρνα και ο λιβανωτός δώρα Θεοῦ είπα
ἔτι δὲ καὶ τῆς Ἰουδαϊκής παχύτητος πόβλω· οὐ γὰρ
πρόβατα καὶ βόας έθυσαν.
Διὰ τί ἀρτίως ὁ ἄγγελος λέγει. Παράλαβε τί
παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ οὐκ εἶπεν,
Τὴν γυναῖκά σου, ὡς πρότερον; Ἐπειδὴ ἐλύθη ή
ὑποψία, καὶ ἐπιστώθη 5 Ιωσήφ.
Εξ Αιγύπτου εκάλεσα τὸν υἱὸν μου εἰς Χρ
στὸν ἐστιν· εἰ δὲ ἐπὶ τῆς ἐξόδου τοῦτο λέγουσιν,
εἴποιμεν ὅτι καὶ τοῦτο προφητείας νόμος ἐστὶ τὸ
πολλάκις ἐπ' ἄλλων λεγόμενον πληρούσθαι ἐφ' ἐπ.
ρων· οἷον τὸ ἐπὶ τοῦ Σιμεών λεχθέν, ότι Διαμερώ
αὐτοὺς, γέγονεν ἐπὶ τῶν ἐκγόνων· καὶ τὸ ἐπὶ τοῦ
Χαναάν παρὰ τοῦ Νῶς λεχθέν, εἰς τοὺς Γαβαωνίες
τοὺς ἐκγόνους αὐτοῦ ἐξέβη· καὶ το, Γίνου κύρας
τοῦ ἀδελφοῦ του, ἐπὶ τοὺς ἀπογόνους τούτου
ἐξέδη.
Τό, Ναζωραίος κληθήσεται, παρὰ τοῦ ἀγγέλου
εἰρημένον, προφητικόν ἐστι· κἂν οὐχ εὕρηται από
λέλεκται· πολλὰ γὰρ τῶν προφητικῶν ἠφανίσθη ἐν
τῇ αἰχμαλωσία.
Τὸ λέγειν τὸν εὐαγγελιστήν, 'Εν ταίς ημέραις
ἐκείναις παραγίνεται ο Ιωάννης, ούχ ότε πες
ἦν ὁ Χριστὸς τοῦτα λέγει· μετὰ γὰρ ἔτη τριάχοντα
ἐλθεῖν τὸν Ἰωάννην ο Λουκᾶς μαρτυρεῖ· ἀλλ' ἔθες
Γραφικὸν τοιοῦτόν ἐστι τοῦτο, ὁ καὶ ὁ Χριστὸς εἰς
τὸ ὄρος τοῖς μαθηταῖς λέγει περὶ τῆς κατασκαφής
τῆς πόλεως· καὶ μέλλων περὶ τῆς συντελείας λέγειν,
ἐπήγαγε, Τίτε τὰ καὶ τὰ ἔσται. Τριακονταέτης κα
τοῦτο βαπτίζεται, ἵνα τέλειος ὤν, παραδοὺς τὰ είν
λεια πιστευθή.
Τό, Ήγγικεν η βασιλεία τῶν οὐρανῶν, περί
τῆς τότε παρουσίας αὐτοῦ λέγει· βασιλεὺς γὰρ ούτ
ράνιος ἦν.
Τοῦ εὐαγγελιστοῦ λέγοντος περὶ τῶν Φαριστών
καὶ τῶν Σαδδουκαίων ἔτι "Ηλθον εἰς τὸ βαπτισθῆναι
ὑπ' αὐτοῦ, πῶς ὁ Χριστὸς λέγει ὅτι οὐκ ἐπίστευσαν
Ἰωάννῃ; Ὅτι οὐκ ἦν τοῦτο πιστεῦσαι, τὸ τὸν τῆς
ρυττόμενον ὑπ' αὐτοῦ μὴ δέξασθαι· εἶπεν γὰρ
Ο ἐκεῖνος· δὲ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρ
τίαν τοῦ κόσμου.
Οὗτὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, τὸ κριτὴν αὐτὴν
εἶναι σημαίνει, διαχωρίζοντα τους δικαίους καὶ τοὺς
ἁμαρτωλούς· πῦρ δὲ ἄσβεστον, τὴν ἀθάνατον τιμω
μίαν λέγει.
Ιωάννης πρότερον διακωλύων τὸν Χριστόν με
πτισθῆναι ὑπ' αὐτοῦ, ὕστερον εβάπτισεν· οὐκ ξε
ἀμέτρως φιλόνεικος, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνάξιον ἔδειξε, καὶ
τὴν ὑπακοὴν ἐτέλεσεν.
Τό, Αφες ἄρτι, δηλοῖ, ὅτι οὐ διηνεκῶς ἐν τοί
τους με δίψει, άλλ' δψει με ἐν οἷς ἐπιθυμεῖς, ὅτι τοὺ
του καιρός.
Διὰ τί τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστεράς φαίνεται;
Οτι ἥμερον τὸ ζῶον καὶ καθαρόν· ἐπεὶ οὖν τὸ ἄνει
Распознавание текста
col. 1083–1084page 30 of 200
PG 106:1083Πνεῦμα πραότητός ἐστι πνεῦμα, διὰ τοῦτο οὕτω φαίνεται· καὶ διὰ τὸ εὐαγγελίσασθαι τὴν περιστερὰν τὴν λύσιν τοῦ κατακλυσμοῦ· καὶ γὰρ τὸ πνεῦμα λύσιν τῶν κακῶν ἡμῖν ἤγαγε· γινώσκειν δὲ δεῖ ὅτι οὐ, Φύσει, εἶπεν, ἀλλ', 'Εν είδει περιστερᾶς, διὰ τὸ ραγδαίως καὶ φωτεινῶς κατεληλυθέναι· ἐν εἴδει οὖν περιστερᾶς ἡ κατάβασις, ἀλλ' οὐχὶ μορφή ζώου Διὰ τοῦτο ἔμεινε τὸ Πνεῦμα ἐπὶ τὸν Χριστὸν, ἵνα ἡ ἄνωθεν φωνὴ περὶ τούτου νομισθῇ, ἀλλὰ μὴ περὶ Ιωάννου. ΚΕΦΑΛ. Δ'. Τότε ἀνήχθη, φησίν, ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πει βασθῆναι· ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος λέγει· πάλιν τὸ, τότε, οὐκ εὐθὺς λαμβάνεται, ἀλλ᾽ ἀντὶ τοῦ, τοῖς καιροῖς ἐκείνοις. Πειράζεται καὶ εἰς ἔρημον ἀνάγεται καὶ νηστεύει, διδοὺς τύπον ἡμῖν νηστείας καὶ ὑπομονῆς πειρασμῶν. Πόθεν λέγει ἀκούσας ὁ διάβολος τὸ, Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ; καὶ τῆς ἄνωθεν φωνῆς ἤκουσε τοῦ Ἰωάννου τοῦτο λέγοντος· εἰ δὲ ἀμφέβαλλε πότερον εξ ἔστιν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἢ οὐκ ἔστιν, διὰ τὸ πεινῆσαι καὶ τὰ τῆς σωματικῆς ἐνδημίας πράττειν. Τοῦ Λουκᾶ λέγοντος ὅτι πάντα πειρασμὸν ἐκίνησεν, νοήσωμεν ὡς τὰ κεφάλαια τῶν πειρασμῶν κι νήσαντος, οὕτως εἶπεν· τὰ γὰρ χείρονα τῶν ἁμαρ τημάτων γαστριμαργία ἐστὶ καὶ κενοδοξία καὶ ἀπλη στα χρημάτων. Διὰ τοῦτο ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ιωάννης παρ εδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἡμᾶς παιδεύων φεύγειν τοὺς πειρασμούς· οὐ γὰρ ἔγκλημα τὸ μὴ ρίπτειν ἑαυτὸν εἰς πειρασμούς, ἀλλὰ τὸ ἐμπεσόντα μὴ στῆναι γενναίως· ἔτι δὲ καὶ τοὺς διδασκάλους τῆς οἰκουμένης ζωγρῆσαι σπεύδων, οἱ ἐκεῖσε δ έτριβον· ἔτι δὲ καὶ προφητείαν πληρῶν· Ἡ Γαλιλαία, φησί, τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει, ιδέτω φῶς μέγα. Πέτρου καὶ ᾿Ανδρέου κλήσις δευτέρα ἦν ἣν ὁ Ματ θαῖος λέγει· ὁ μὲν γὰρ Ιωάννης φησίν, ὅτι Ούπω βληθέντος ἐν τῇ φυλακῇ τοῦ Ἰωάννου προσῆλθον ἐνταῦθα δὲ μετὰ τὸ ἐμβληθῆναι αὐτόν· κακεῖ μὲν ὁ Ανδρέας καλεῖ τὸν Πέτρον, ἐνταῦθα δὲ ἀμφοτέρους δ Χριστός· ὥστε δεύτερον ἦλθον πρὸς Χριστόν. Διὰ τί μετὰ τὴν πρώτην κλήσιν, εἰς τὴν οἰκείαν τέχνην ἐπανῆλθον πάλιν; Διὰ τὸ τὸν Ἰωάννην εἰς δεσμωτήριον εἰσελθεῖν· τέως συγχυθέντες εἴρχθησαν τοῦ σκοπού. Ἐν ταῖς πρώταις θεραπείαις τῶν ὄχλων διὰ τὸ μὴ πεῖραν δεδωκέναι τῆς αὐτοῦ δυνάμεως· ἄλλως τε δὲ καὶ τὸ πόρρω αὐτοὺς ἔρχεσθαι ἐδείκνυε τὴν πίστιν. ΚΕΦΑΛ. Ε. Τοὺς ὄχλους ἰδὼν ἀνέβη εἰς τὰ ὄρη. Διὰ τί; Διὰ τὸ ἀφιλότιμον καὶ ἀκόμπαστον παιδεύων ἡμᾶς μηδὲν πρὸς ἐπίδειξιν ποιεῖν. Διά τί πρόσκειται, ὅτι 'Ανοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτούς; Ἵνα μάθωμεν ὅτι καὶ σιγῶν ἐπαίδευεν αὐτοὺς, ἀλλ' οὐ λαλῶν μόνον. Οὐκ ἐν τάξει παραινέσεως ή συμβουλῆς εἰσάγε η
Πνεῦμα πραότητός ἐστι πνεῦμα, διὰ τοῦτο οὕτω sanctus Spiritus mansuetudinis eat spiritus, ilo
φαίνεται· καὶ διὰ τὸ εὐαγγελίσασθαι τὴν Περιστε
ρὰν τὴν λύσιν τοῦ κατακλυσμοῦ· καὶ γὰρ τὸ πνεῦμα
λύσιν τῶν κακῶν ἡμῖν ἤγαγε· γινώσκειν δὲ δεῖ ὅτι
οὐ, Φύσει, εἶπεν, ἀλλ', 'Εν είδει περιστερᾶς, διὰ τὸ
ραγδαίως καὶ φωτεινῶς κατεληλυθέναι· ἐν εἴδει οὖν
περιστερᾶς ἡ κατάβασις, ἀλλ' οὐχὶ μορφή ζώου
Διὰ τοῦτο ἔμεινε τὸ Πνεῦμα ἐπὶ τὸν Χριστὸν, ἵνα
ἡ ἄνωθεν φωνὴ περὶ τούτου νομισθῇ, ἀλλὰ μὴ περὶ
Ιωάννου.
Τότε ἀνήχθη, φησίν, ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πει
βασθῆναι· ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος λέγει· πάλιν
τὸ, τότε, οὐκ εὐθὺς λαμβάνεται, ἀλλ᾽ ἀντὶ τοῦ, τοῖς
καιροῖς ἐκείνοις.
Πειράζεται καὶ εἰς ἔρημον ἀνάγεται καὶ νηστεύει,
διδοὺς τύπον ἡμῖν νηστείας καὶ ὑπομονῆς πειρασμῶν.
Πόθεν λέγει ἀκούσας ὁ διάβολος τὸ, Εἰ Υἱὸς εἶ τοῦ
Θεοῦ; καὶ τῆς ἄνωθεν φωνῆς ἤκουσε τοῦ Ἰωάννου
τοῦτο λέγοντος· εἰ δὲ ἀμφέβαλλε πότερον εξ ἔστιν
Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἢ οὐκ ἔστιν, διὰ τὸ πεινῆσαι καὶ τὰ
τῆς σωματικῆς ἐνδημίας πράττειν.
Τοῦ Λουκᾶ λέγοντος ὅτι πάντα πειρασμὸν ἐκίνη
σεν, νοήσωμεν ὡς τὰ κεφάλαια τῶν πειρασμῶν κι
νήσαντος, οὕτως εἶπεν· τὰ γὰρ χείρονα τῶν ἁμαρ
τημάτων γαστριμαργία ἐστὶ καὶ κενοδοξία καὶ ἀπληστα χρημάτων.
ditalis videtur, et quia numiavit columba finem d
luvii; etenim Spiritus nobis malorum fpem attulit.
Cognoscere autem oportet non naturam, sed speciem
columbæ dixisse, quod rapide et splendide descen -
dit; in specie igitur columbæ descensus fuit, non
autem animalis forma.
Ob hoc mansit Spiritus super Christum, ut vocem de cœlo ad illum directam putaverint, et non
ad Joannem.
CAPUT IV.
VERS. 1. Tunc ductus est, inquit, a spiritu ut tentaretur, id est a sancto Spiritu. lterum vos tunc,
non confestim significat, sed pro, illis temporibus,
sumitur.
Διὰ τοῦτο ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ιωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἡμᾶς παιδεύων
φεύγειν τοὺς πειρασμούς· οὐ γὰρ ἔγκλημα τὸ μὴ
ρίπτειν ἑαυτὸν εἰς πειρασμούς, ἀλλὰ τὸ ἐμπεσόντα
μὴ στῆναι γενναίως· ἔτι δὲ καὶ τοὺς διδασκάλους
τῆς οἰκουμένης ζωγρῆσαι σπεύδων, οἱ ἐκεῖσε δ
έτριβον· ἔτι δὲ καὶ προφητείαν πληρῶν· Ἡ Γαλιλαία,
φησί, τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει,
ιδέτω φῶς μέγα.
Πέτρου καὶ ᾿Ανδρέου κλήσις δευτέρα ἦν ἣν ὁ Ματθαῖος λέγει· ὁ μὲν γὰρ Ιωάννης φησίν, ὅτι Ούπω
βληθέντος ἐν τῇ φυλακῇ τοῦ Ἰωάννου προσῆλθον·
ἐνταῦθα δὲ μετὰ τὸ ἐμβληθῆναι αὐτόν· κακεῖ μὲν ὁ
Ανδρέας καλεῖ τὸν Πέτρον, ἐνταῦθα δὲ ἀμφοτέρους δ
Χριστός· ὥστε δεύτερον ἦλθον πρὸς Χριστόν. Διὰ
τί μετὰ τὴν πρώτην κλήσιν, εἰς τὴν οἰκείαν τέχνην
ἐπανῆλθον πάλιν; Διὰ τὸ τὸν Ἰωάννην εἰς δεσμωτή
ριον εἰσελθεῖν· τέως συγχυθέντες εἴρχθησαν τοῦ
σκοπού.
Ἐν ταῖς πρώταις θεραπείαις τῶν ὄχλων διὰ τὸ μὴ
πεῖραν δεδωκέναι τῆς αὐτοῦ δυνάμεως· ἄλλως τε δὲ
καὶ τὸ πόρρω αὐτοὺς ἔρχεσθαι ἐδείκνυε τὴν πίστιν.
Τοὺς ὄχλους ἰδὼν ἀνέβη εἰς τὰ ὄρη. Διὰ τί; Διὰ
τὸ ἀφιλότιμον καὶ ἀκόμπαστον παιδεύων ἡμᾶς μηδὲν
πρὸς ἐπίδειξιν ποιεῖν.
Διά τί πρόσκειται, ὅτι 'Ανοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ
ἐδίδασκεν αὐτούς; Ἵνα μάθωμεν ὅτι καὶ σιγῶν
ἐπαίδευεν αὐτοὺς, ἀλλ' οὐ λαλῶν μόνον.
Οὐκ ἐν τάξει παραινέσεως ή συμβουλῆς εἰσάγε:
η
Tentatur,et in desertum ducitur,et jejunat, nobis
præbens exemplum jejunil et tentationum patientiæ.
VERS. 3. Quare dicit, cum audierit, diabolus:
Si Filius Dei es? et vocem audiit e cœlis Joannis
Hud dicentis; etsi vero dubitet an Filius sit Dei
necue, propter quod esurit et corporales necessitates
experitur.
VERS. 4. Luca dicente quod omnem tentationem
consummasset, intelligendum est illum de consummatione præcipuarum tentationum ita dixisse; nam
pessima peccatorum sunt gula, vana gloria, et inexpleta cupiditas.
VERS. 12. Ideo audiens Jesus Joannem traditum
esse, secessit in Galilzam, ut nos doceret tentationes fugere. Non enim culpa est scipsum non in
tentationes conjicere, sed ubi inciditur non stare
viriliter. Adhuc autem magistros orbis qui hic degebant, ad se adducere curans; prophetiam etiam
implebat: Galilea, inquit, gentium, populus qui sedebat in tenebris, vidit lucem magnam.
VERS. 19. Petri et Andreæ vocatio secunda fuit
quam Matthæus dicit. Nam Joannes narrat eos
nondum in carcerem misso Joanne secutos esse;
hic autem post illius carcerem dicitur. Illic quidem
Andreas Petrum vocat, hic autem ambos vocat
Christus, ita ut secundo ad Christum venerint.
Cur, post primam vocationem, ad suam artem exercendam reversi sunt iterum? Quia Joannes in custodiam conjectus fuerat, tunc conturbati a proposito deterriti erant.
VERS. 25. In primis turbarum sanationibus, De
probaret suam potentiam; aliter autem illi cum
longe sequerentur fdem ostendebant.
CAPUT V.
Vers. 1. Videns turbas ascendit in montem. Quare?
Ut per hanc laudis et facundia despectam doceret
nos nihil ad ostentationem facere.
Værs. 2. Cur additur, Aperiens os suum docebat
eos? Ut discamus vel silentem illos docuisse, et non
loquentem modo.
Non exhortationis aut consilii dispositionem
Распознавание текста
col. 1085–1086page 31 of 200
PG 106:1085τὴν διδαχὴν, ἀλλ' ἐν τάξει μακαρισμοῦ ἀνεπαχθέντε νός, ρον ποιῶν τὸν λόγον. Πτωχοὺς τῷ πνεύματι τους ταπεινούς λέγει, πνεῦμα ἐνταῦθα τὴν ψυχὴν λέγων· τοὺς τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ κατεπτηχότας· ὅσα γὰρ κακὰ εἰς τὸν βίον ἐξ ἀπονοίας ἔρχονται. Εναντίοι εἰσὶν οἱ πενθοῦντες τῶν ἐξ ἀπονος; ἐρχομένων τοῦ πρώτου μακαρισμοῦ Οι πραείς κληρονομήσουσιν τὴν γῆν· ἐπειδὴ κα μίζονται διὰ τὴν πραότητα πάντα ἀπολέσαι, κίτρι νομῆσαι αὐτὸς ὑπισχνείται· γῆν δὲ οὐ τὴν ἄνει, ἀλλὰ ταύτην, τὸ ἐν εἰρήνῃ διάγειν καὶ λαβεῖν τὰ δέοντα, φημί. Διδάσκων καὶ τὰ οὐράνια ὑπισχνείται καὶ τὰ κάτω, διὰ τοῦ λέγειν· Ζητεῖτε πρώτον την βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν· καὶ πάλιν, Οστις ἀφῆκεν ότι τ ἕνεκεν ἐμοῦ, ἑκατονταπλασίονα λήγεται, καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Πρὸ τῶν ἐλεημόνων μακαρίζει τοὺς πεινώντες καὶ διψῶντας τὴν δικαιοσύνην. Διά τί; Ὅτι οὐκ ἐξ ἄρτι γῆς δεῖ ἐλεεῖν. Καθαροὺς τῇ καρδίᾳ λέγει, ἢ τοὺς ἐν σωρεύνη διάγοντας, ἢ τοὺς παντελῆ ἀρετὴν κεκτημένους. Αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται· ὄψιν ἐνταῦθα καλῶν τὴν ὡς ἔστιν ἀνθρώπῳ δυνατὸν ἰδεῖν τὴν ἀόρατον ἀπέν των ἀρχήν. Εἰρηνοποιούς λέγει, οὐ μόνον τοὺς διαμαχομένους, ἀλλὰ καὶ τοὺς στασιάζοντας ἀλλήλοις εἰρηνοποιοί τας· ἔτι δὲ καὶ τοὺς τὸ ἑαυτῶν σῶμα μὴ κατεξανίστασθαι τῆς ψυχῆς ποιοῦντας, ἀλλὰ δουλοῦνται τὸ σῶμα δι' ἀρετῆς τῇ ψυχῇ. Δεικνύων ὅτι οὐ πανταχοῦ ἡ εἰρήνη καλήν, ἐπι ήγαγε· Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἔνεκεν δικαιοσύνης. Μακαρίζων τοὺς κακῶς ἀκούοντας, δύο τέλεια διορισμούς, ὅτ' ἂν διὰ Θεὸν, καὶ ὅτ᾽ ἂν ψευδῆ ὡπ τὰ λεγόμενα· εἰ γὰρ μὴ ταῦτα προσῇ, οὐ μόνον ο μακάριος, ἀλλὰ καὶ ἄθλιός ἐστιν ὁ κωμῳδούμενος, Ἐπὶ τῶν ἄλλων μακαρισμῶν ἀδιορίστως τέθεικε το μακάριον· ἐπὶ δὲ τοῦ ἐσχάτου, ἔδειξεν ὅτι αὐτῶν μάλιστα τοῦτό ἐστιν ἴδιον καὶ ἐξαίρετον· τὸ δὲ Ενεκεν ἐμοῦ, εἴρηται, τὸ αὐτοῦ ἀξίωμα ἐνταῦθι αινιττόμενος. Εἰς τοῦ ἑνὸς ἔχεται μακαρισμός οτι 6 πτωχὸς τῷ πνεύματι, καὶ πενθήσει ἁμαρτήματα ὁ πενθῶν, καὶ προς ἔσται· ὁ πρᾶος, δίκαιος· ὁ δ καιος, ἐλεήμων· ὁ ἐλεήμων καὶ καθαρὸς τὴν καρδίαν ὁ δὲ τοιοῦτος ἤδη καὶ εἰρηνοποιός· ὁ δὲ ταῦτα καὶ ορθώσας, καὶ πρὸς κινδύνους ἔτοιμος· ὁ δὲ τοιοῦτος, οὐ ταραχθήσεται ἀκούσας κακῶς. Διὰ τί εἶπεν, Τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν, Δεικνύς ὅτι καὶ αὐτοὶ προφῆταί εἰσι οἱ ἀπόστολοι, Ἐν τῷ εἰπεῖν, Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς, ἔδειξε κατασαπεῖσαν τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων δη λοῖ δὲ καὶ τὸ στυφὸν αὐτῶν, ἀλλ' οὐ κολακευτικὸν, ὁ καὶ διδασκαλικόν ἐστι καὶ ἀποστολικόν. Τί λέγει, Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ; Αντί του, Ἐὰν πάθῃ καὶ ἀνενέργητον γένηται· ήγουν, δεν
souitur in docendo, sed beatitudinum disposi- τὴν διδαχὴν, ἀλλ' ἐν τάξει μακαρισμοῦ ἀνεπαχθέντε
tione pervium magis sermonem facit.
Vzas. 3. Pauperes spiritu humiles significat, spiritum ibi pro anima sumens; et qui verba Dei reverentur; quanta enim mala in mundum ex temo‐
ritate proveniunt!
VERS. 4. Contraria agunt qui lugent his quæ ex
temeritate proveniunt, ut dicitur in prima beati
tudine.
VERS. 5. Mites hæreditabunt terram; dum censentur ob mansuetudinem omnia perdidisse, hæreditare ipse pollicetur, terram non illam superiorem,
sed istam, in pace vivendo et necessitates accipiendo.
Docendo coelestia pollicetur et inferiora, cum dicit:
Quærite primum regnum Dei, et hæc omnia adjicientur vobis; et alibi: Si quis dimiserit aliquid propter
me, centuplum accipiet et vitam aternam possidebit,
VERS. 6. Ante misericordes, beatos dicit qui esuriunt et sitiunt justitiam. Quare? Quia non ex violentia oportet misereri.
VERS. 8. Mundos corde dicit, aut qui in castitate
degunt, aut qui perfectam virtutem adepti sunt.
Isti Deum videbunt; visionem hic vocans, quantum
homini possibile est videre iuvisibile omnium principium.
Vans. 9. Pacificos dicit, qi non solum inter pugnantes, sed etiam inter divisos pacem componunt;
adhuc autem et qui corpus suum in animam rebellare non sinunt, sed corpus animæ per virtutem
submittunt.
VERS. 10. Ostendens non semper pacem bonum
esse, addidit: Beali qui persecutionem patiuntur
propter justitiam.
VERS. 11. Beatos dicens qui maledicta audiunt,
duas distinctiones posuit, quando propter Deum, et
quando mendacia sunt quæ dicuntur. Si enim hæc
bon adsint, non solum non beatus, sed etiam miser
est qui convicia patitur. In aliis beatitudinibus
absque distinctione beatitudinem exposuit, sed in
ultima ostendit hanc esse omnium maxime particularem et præcipuam. Hæc νός, Propter me, dicitur ab illo, bic dignitatem suam insinuante. Singulae ex singulis pendent beatitudines: scilicet, pauper
spiritu peccata lugebit; qui luget mitis erit; mitis
justus erit; justus, misericors; et misericors, mundus corde; iste autem pacificus erit; qui talia instituit, ad pericula est paratus, et ille non turbabitur maledicta audiens.
Vens. 12. Cur dixit, Prophetas qui fuerunt ante
vos? Ostendit sic prophetas quoque esse ipsos
apostolos.
Vers. 13. Dicendo, Vos estis sal terræ, significavit corruptam esse hominum naturam. Ostendit
autem eos firmos esse debere, non adulatores, ut
magistros et apostolos decet.
Cur dicit, Sisal evanxerit? Quasi dixisset, si
patiatur et insipidum fiat: id est, si vos adulatoρον ποιῶν τὸν λόγον.
Πτωχοὺς τῷ πνεύματι τους ταπεινούς λέγει,
πνεῦμα ἐνταῦθα τὴν ψυχὴν λέγων· τοὺς τὰ λόγια τοῦ
Θεοῦ κατεπτηχότας· ὅσα γὰρ κακὰ εἰς τὸν βίον ἐξ
ἀπονοίας ἔρχονται.
Εναντίοι εἰσὶν οἱ πενθοῦντες τῶν ἐξ ἀπονος;
ἐρχομένων τοῦ πρώτου μακαρισμοῦ
Οι πραείς κληρονομήσουσιν τὴν γῆν· ἐπειδὴ κα
μίζονται διὰ τὴν πραότητα πάντα ἀπολέσαι, κίτρι
νομῆσαι αὐτὸς ὑπισχνείται· γῆν δὲ οὐ τὴν ἄνει,
ἀλλὰ ταύτην, τὸ ἐν εἰρήνῃ διάγειν καὶ λαβεῖν τὰ
δέοντα, φημί. Διδάσκων καὶ τὰ οὐράνια ὑπισχνείται
καὶ τὰ κάτω, διὰ τοῦ λέγειν· Ζητεῖτε πρώτον την
βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστε
θήσεται ὑμῖν· καὶ πάλιν, Οστις ἀφῆκεν ότι τ
ἕνεκεν ἐμοῦ, ἑκατονταπλασίονα λήγεται, καὶ
ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει.
Πρὸ τῶν ἐλεημόνων μακαρίζει τοὺς πεινώντες καὶ
διψῶντας τὴν δικαιοσύνην. Διά τί; Ὅτι οὐκ ἐξ ἄρτι·
γῆς δεῖ ἐλεεῖν.
Καθαροὺς τῇ καρδίᾳ λέγει, ἢ τοὺς ἐν σωρεύνη
διάγοντας, ἢ τοὺς παντελῆ ἀρετὴν κεκτημένους.
Αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται· ὄψιν ἐνταῦθα καλῶν τὴν
ὡς ἔστιν ἀνθρώπῳ δυνατὸν ἰδεῖν τὴν ἀόρατον ἀπέν
των ἀρχήν.
Εἰρηνοποιούς λέγει, οὐ μόνον τοὺς διαμαχομένους,
ἀλλὰ καὶ τοὺς στασιάζοντας ἀλλήλοις εἰρηνοποιοί
τας· ἔτι δὲ καὶ τοὺς τὸ ἑαυτῶν σῶμα μὴ κατεξ
ανίστασθαι τῆς ψυχῆς ποιοῦντας, ἀλλὰ δουλοῦνται τὸ
σῶμα δι' ἀρετῆς τῇ ψυχῇ.
Δεικνύων ὅτι οὐ πανταχοῦ ἡ εἰρήνη καλήν, ἐπι
ήγαγε· Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἔνεκεν δικαιο
σύνης.
Μακαρίζων τοὺς κακῶς ἀκούοντας, δύο τέλεια
διορισμούς, ὅτ' ἂν διὰ Θεὸν, καὶ ὅτ᾽ ἂν ψευδῆ ὡπ
τὰ λεγόμενα· εἰ γὰρ μὴ ταῦτα προσῇ, οὐ μόνον ο
μακάριος, ἀλλὰ καὶ ἄθλιός ἐστιν ὁ κωμῳδούμενος,
Ἐπὶ τῶν ἄλλων μακαρισμῶν ἀδιορίστως τέθεικε το
μακάριον· ἐπὶ δὲ τοῦ ἐσχάτου, ἔδειξεν ὅτι αὐτῶν
μάλιστα τοῦτό ἐστιν ἴδιον καὶ ἐξαίρετον· τὸ δὲ
Ενεκεν ἐμοῦ, εἴρηται, τὸ αὐτοῦ ἀξίωμα ἐνταῦθι
αινιττόμενος. Εἰς τοῦ ἑνὸς ἔχεται μακαρισμός οτι
6 πτωχὸς τῷ πνεύματι, καὶ πενθήσει ἁμαρτήματα
ὁ πενθῶν, καὶ προς ἔσται· ὁ πρᾶος, δίκαιος· ὁ δ
καιος, ἐλεήμων· ὁ ἐλεήμων καὶ καθαρὸς τὴν καρδίαν
ὁ δὲ τοιοῦτος ἤδη καὶ εἰρηνοποιός· ὁ δὲ ταῦτα καὶ·
ορθώσας, καὶ πρὸς κινδύνους ἔτοιμος· ὁ δὲ τοιοῦτος,
οὐ ταραχθήσεται ἀκούσας κακῶς.
Διὰ τί εἶπεν, Τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν,
Δεικνύς ὅτι καὶ αὐτοὶ προφῆταί εἰσι οἱ ἀπόστολοι,
Ἐν τῷ εἰπεῖν, Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς,
ἔδειξε κατασαπεῖσαν τὴν φύσιν τῶν ἀνθρώπων δηλοῖ δὲ καὶ τὸ στυφὸν αὐτῶν, ἀλλ' οὐ κολακευτικὸν, ὁ
καὶ διδασκαλικόν ἐστι καὶ ἀποστολικόν.
Τί λέγει, Ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ; Αντί του,
Ἐὰν πάθῃ καὶ ἀνενέργητον γένηται· ήγουν, δεν
Распознавание текста
col. 1087–1088page 32 of 200
PG 106:1087ὑμεῖς κόλακες, ἀλλ᾽ οὐκ ἄξιοι διδάσκαλοι γένησθε, ἐν τίνι τὸ κατασαπὲν τῶν ἀνθρώπων ἁλισθήσεται; Φῶς καλεῖ αὐτοὺς, ὡς τῆς εὐσεβείας καταλαμψαν τας τὸ φῶς ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸ, Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω όρους κειμένη· καὶ τὸ, Οὐ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ' ἐπὶ τὴν λυχνίαν, τὸ κατα φανὲς αὐτῶν δηλοῖ· καὶ ὅτι ἀδύνατον τὸ κηρύγμασι γεγηθέναι. Αἱ ἐντολαὶ τοῦ Χριστοῦ οὐ τοῦ νόμου εἰσὶν ἀναί ρεσις, ἀλλὰ πλήρωσις τελειοτέρα καὶ ἀσφάλεια· τοῦ γὰρ μὴ φονεύειν οὐκ ἀναίρεσις τὸ μηδὲ ὀργίζεσθαι, ἀλλ' ἀσφάλεια· οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων. Ἐν τῷ εἰπεῖν, "Οστις λύσει μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων, οὐ περὶ τῶν παλαιῶν νομίμων τοῦτο εἶπεν, ἀλλὰ περὶ τῆς χάριτος. Διὰ τί καλεῖ ἐλαχίστας τὰς ἐντολὰς ταύτας, καίτοι μεγάλας οὖσας; Παιδεύων ἡμᾶς ἵνα ὅτε διδάσκομεν, μὴ ὑψῶμεν τὴν ἡμετέραν διδαχήν. Εἰπὼν, ὅτι Ελάχιστος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐ ρανῶν κληθήσεται, εσήμανεν ὅτι εἰς γέενναν καὶ κόλασιν αἰώνιον ἀπελεύσεται, ἀνεπαχθῶς τοῦτο εἰρηκώς. Τί λέγει τὸν Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ δικαιοσύνη ὑμῶν πλέον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων; Τοῦτό ἐστιν, Ἐὰν μὴ ὑπὲρ τὰς δεκάτας παρέχητε τοῖς δεομένοις. Ποιόν ἐστιν 8 λέγει περισσὸν, ὃ ἔδει τοὺς ἀποστόλους τῶν Φαρισαίων περισσεύειν; Εκείνων τὸν νόμον φυλαττόντων τοῦ μὴ μοιχεῦσαι, οὗτοι ίνα μηδὲ ἐμ βλέψωσι πρὸς ἐπιθυμίαν· ἐκείνων μὴ φονευόντων, οὗτοι ἵνα μὴ ὀργισθῶσι, καὶ τἄλλα ὅμοια. πρὴ εἰδέναι ὅτι βασιλείαν οὐρανῶν οὐ τὴν ἀπό λαυσιν λέγει μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν καιρὸν τῆς ἀναστάσεως, καὶ τὴν παρουσίαν ἐκείνην τὴν φοβεράν· ἔστινὅτε καὶ ἐπιδημίαν αὐτοῦ· πρὸς οὖν τοῦ χωρίου τὸν νοῦν, νόει τὸ ὄνομα. Ο λέγων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ῥακά. Οὐ μεγάλης ἐστὶν ὕβρεως τὸ ῥῆμα, ἀλλὰ καταφρονήσεως· ση μαίνει δὲ σᾶς, τῇ Σύρων γλώττῃ· ἄλλοι δὲ τὸ, διαρερηγμένος, ὅ ἐστι ῥακοστόλος, λέγουσιν. *Ένοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· τὸ τῶν Ἰουδαίων δικαστήριον λέγει· τέθεικε δὲ αὐτὸ, ἵνα μὴ δόξῃ πανταχού ξενίζειν καὶ καινοτομεῖν. Ὁ λέγων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μωρόν. Τινές ενό μισαν ότι μικρόν ἐστι, καὶ ὅτι περὶ μικροῦ ῥήματος μεγάλη ἐστὶν ἡ τιμωρία· οὐκ οἴδασι δὲ οἱ τοῦτο λέ γοντες, ὅτι τὰ μεγάλα τῶν κακῶν ἀπὸ μικρῶν ῥη μάτων ἔχουσι τὴν ἀρχὴν· μέγα δέ ἐστι καὶ τοῦτο ᾧ γὰρ τῶν ἀλόγων διεστήκαμεν ήγουν τῷ νῷ, τοῦτο ἑστέρησε τὸν ἀδελφὸν ἐν τῷ εἰπεῖν· Μωρέ. Τό, Ισθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου, περὶ τῶν ἐνταῦθα δικαστῶν καὶ τῆς ἐπὶ τὸ δικαστήριον ὁδοῦ λέγει. Καταλλάγηθι, φησί, πρὸ τῆς εἰς δικαστήριον ὁδοῦ, καὶ καταδέχου μᾶλλον ἀδικεῖσθαι· τοῦτό ἐστι τὸ εὐνοῶν. "Ος ἂν ἐμβλέψῃ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι. Οὐκ εἶπε τὴν ἁπλῶς ἐπιθυμίαν· τοῦτο γὰρ καὶ οἱ ἐν ὄρεσι
SCHOLIA VETERA IN MATTIIÆUM.
ὑμεῖς κόλακες, ἀλλ᾽ οὐκ ἄξιοι διδάσκαλοι γένησθε, res, et non digni magistri facti fueritis, in quo
ἐν τίνι τὸ κατασαπὲν τῶν ἀνθρώπων ἁλισθήσεται; hominum corruptio salietur?
Φῶς καλεῖ αὐτοὺς, ὡς τῆς εὐσεβείας καταλαμψαν
τας τὸ φῶς ἐπὶ τῆς γῆς.
Τὸ, Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω όρους
κειμένη· καὶ τὸ, Οὐ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν
ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ' ἐπὶ τὴν λυχνίαν, τὸ κατα
φανὲς αὐτῶν δηλοῖ· καὶ ὅτι ἀδύνατον τὸ κηρύγμασι
γεγηθέναι.
Αἱ ἐντολαὶ τοῦ Χριστοῦ οὐ τοῦ νόμου εἰσὶν ἀναίρεσις, ἀλλὰ πλήρωσις τελειοτέρα καὶ ἀσφάλεια· τοῦ
γὰρ μὴ φονεύειν οὐκ ἀναίρεσις τὸ μηδὲ ὀργίζεσθαι,
ἀλλ' ἀσφάλεια· οὕτω δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων.
Ἐν τῷ εἰπεῖν, "Οστις λύσει μίαν τῶν ἐντολῶν
τούτων, οὐ περὶ τῶν παλαιῶν νομίμων τοῦτο εἶπεν,
ἀλλὰ περὶ τῆς χάριτος. Διὰ τί καλεῖ ἐλαχίστας τὰς
ἐντολὰς ταύτας, καίτοι μεγάλας οὖσας; Παιδεύων
ἡμᾶς ἵνα ὅτε διδάσκομεν, μὴ ὑψῶμεν τὴν ἡμετέραν
διδαχήν.
Εἰπὼν, ὅτι Ελάχιστος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν κληθήσεται, εσήμανεν ὅτι εἰς γέενναν καὶ
κόλασιν αἰώνιον ἀπελεύσεται, ἀνεπαχθῶς τοῦτο
εἰρηκώς.
Τί λέγει τὸν Ἐὰν μὴ περισσεύσῃ δικαιοσύνη
ὑμῶν πλέον τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων;
Τοῦτό ἐστιν, Ἐὰν μὴ ὑπὲρ τὰς δεκάτας παρέχητε
τοῖς δεομένοις.
Ποιόν ἐστιν 8 λέγει περισσὸν, ὃ ἔδει τοὺς ἀποστό
λους τῶν Φαρισαίων περισσεύειν; Εκείνων τὸν νόμον
φυλαττόντων τοῦ μὴ μοιχεῦσαι, οὗτοι ίνα μηδὲ ἐμβλέψωσι πρὸς ἐπιθυμίαν· ἐκείνων μὴ φονευόντων,
οὗτοι ἵνα μὴ ὀργισθῶσι, καὶ τἄλλα ὅμοια.
πρὴ εἰδέναι ὅτι βασιλείαν οὐρανῶν οὐ τὴν ἀπόλαυσιν λέγει μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸν καιρὸν τῆς ἀναστάσεως, καὶ τὴν παρουσίαν ἐκείνην τὴν φοβεράν· ἔστιν
ὅτε καὶ ἐπιδημίαν αὐτοῦ· πρὸς οὖν τοῦ χωρίου τὸν
νοῦν, νόει τὸ ὄνομα.
Ο λέγων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ῥακά. Οὐ μεγάλης
ἐστὶν ὕβρεως τὸ ῥῆμα, ἀλλὰ καταφρονήσεως· σημαίνει δὲ σᾶς, τῇ Σύρων γλώττῃ· ἄλλοι δὲ τὸ,
διαρερηγμένος, ὅ ἐστι ῥακοστόλος, λέγουσιν.
*Ένοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· τὸ τῶν Ἰουδαίων
δικαστήριον λέγει· τέθεικε δὲ αὐτὸ, ἵνα μὴ δόξῃ
πανταχού ξενίζειν καὶ καινοτομεῖν.
Ὁ λέγων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μωρόν. Τινές ενό
μισαν ότι μικρόν ἐστι, καὶ ὅτι περὶ μικροῦ ῥήματος
μεγάλη ἐστὶν ἡ τιμωρία· οὐκ οἴδασι δὲ οἱ τοῦτο λέγοντες, ὅτι τὰ μεγάλα τῶν κακῶν ἀπὸ μικρῶν ῥημάτων ἔχουσι τὴν ἀρχὴν· μέγα δέ ἐστι καὶ τοῦτο·
ᾧ γὰρ τῶν ἀλόγων διεστήκαμεν ήγουν τῷ νῷ, τοῦτο
ἑστέρησε τὸν ἀδελφὸν ἐν τῷ εἰπεῖν· Μωρέ.
Τό, Ισθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου, περὶ τῶν
ἐνταῦθα δικαστῶν καὶ τῆς ἐπὶ τὸ δικαστήριον ὁδοῦ
λέγει. Καταλλάγηθι, φησί, πρὸ τῆς εἰς δικαστήριον
ὁδοῦ, καὶ καταδέχου μᾶλλον ἀδικεῖσθαι· τοῦτό ἐστι
τὸ εὐνοῶν.
"Ος ἂν ἐμβλέψῃ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι. Οὐκ εἶπε
τὴν ἁπλῶς ἐπιθυμίαν· τοῦτο γὰρ καὶ οἱ ἐν ὄρεσι
Vans. 14. Lucem hus vocat, ut pietatis lucem
diffundentes in terram.
Illud, Non potest civitas abscondi supra montem
posita; et, Neque accendunt lucernam et ponunt
eam sub modio, sed super candelabrum, claritatem
eorum significat; el quod impossibile sit prædicationibus gaudere.
VERS. 17. Maudata Christi legis non sunt ablatio,
sed impletio perfectior et confirmatio. Nam, Non
occides, non aufertur per hoc, Non irasceris, sed
confirmatur; et sic in omnibus cæteris.
VERS. 19. Dicendo, Qui solverit unum de mandatis istis, non de veteribus mandatis loquitur,
sed de gratiæ mandatis. Cur vocal minima mandata ista, licet magna sint? Docens nos ne, quando
docemus, extollamus nostram doctrinam.
Dicens, quod Minimus vocabitur in regno cœlorum,
significavit in gehennam et æternam damnationem
præcipitaudum fore, sine dubio istud locutus.
VERS. 20. Quid dicit, Nisi abundaverit justitia
vestra plus quam Scribarum et Pharisæorum? Id
est, Nisi amplius quam decimas indigentibus præbueritis.
Qualis est ista abundantia, qua oportet apostolos supra Phariseos abundare? Ilis legem servan
tibus non fornicari prohibentem, illi ne intueantur
ad concupiscendum; his non occidentibus, illi ne
irascantur; et cætera similiter.
Oportet scire quod regnum cœlorum non solum
gloriæ fruitionem indicet, sed etiam tempus resurrectionis, et adventum illum, tremendum.
Vers. 22. Qui dixerit fratri suo raca. Non magnæ injuriæ vox est, sed contemptus; suem siguideat, Syriaca lingua; alii autem dilaceratum,
boc est, paunosum, interpretantur.
Reus erit conc:lio. Judæorum judiciale foruin
dicit; hoc autem adhibuit, ne videatur omalno
extraneos et novos mores usurpare.
Qui dixerit fratri suo, Fatue. Quidam putaverunt
illud parvum esse, et de parva contumelia magnam
esse punitionem; non autem sciunt talia direntes,
magna mala a parvis rebus principium habere.
Istud vero magnum est; quo enim ab irrationabilibus differimus, id est, mente, hoc fratrem frustravit dicendo, Fatue.
VERS. 25. Esto consentiens adversario tuo, propter
judices qui illic sunt et viam tribunalis; reconci
liare, inquit, ante viam tribunalis, et sustine potius injuria plecti; hoc enim sodal consentiens.
VERS. 28. Qui viderit ad concupiscendum. Non
dixit simpliciter concupiscentiam; nam et illud qui
Распознавание текста
col. 1089–1090page 33 of 200
PG 106:1089; πάσχουσι· ἀλλὰ τὸ ἑαυτῷ τὴν ἐπιθυμίαν συλλέγειν η ἐκ τῶν ὡραίων μορφών επιτηδείως. Ἐὰν σκανδαλίζη σε 6 ὀφθαλμός σου καὶ ἡ χείρ σου. Οὐ περὶ μελῶν λέγει, ἀλλὰ περὶ φίλων ἐν τάξει καὶ οἰκειότητι μελῶν ὄντων πρὸς ἡμᾶς δ' οἰκειότητα - σκανδαλίζειν δὲ λέγει, τὸ πρὸς ἁμαρτίαν ἐρεθίζειν. Τί ἐστι τὸ, Δότω αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου; καὶ διὰ τί τοῦτο ἐδίδοτο; Ινα μὴ πάλιν ἐπανακάμπτειν δύναται πρὸς τὸν ἄνδρα· ἐκείνου γὰρ για ναίκα, καὶ ἐκείνης ἄνδρα λαμβανούσης, εἰ πάλιν ὑπέστρεφε, πολλὴ ἂν ἡ ἔχθρα καὶ σύγχυσις ἦν συνεχωρεῖτο δὲ τοῦτο, ήγουν τὸ λύεσθαι τὸν γάμεν, ἵνα μὴ ὁ μισῶν ἀποκτείνῃ τὴν μισουμένην ή φερ μάχῳ ἢ ἄλλῳ δόλῳ. Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὓς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσι μοιχᾶται, ποιεῖ τὴν γυναῖκα καὶ ἄκουσαν σωφρονεῖν· διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν, ὓς ἂν ἀπολύσει την τι ναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐ τὴν μοιχᾶσθαι, ἔμφοδον ἀπεργάζεται τὸν ἄνδρα ἵνα μὴ ἀπολύσῃ αὐτήν. Οὐ μόνον τὸ ἐπιορκεῖν κωλύει, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπ' ἀληθέσιν ὀμνύειν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ' οὐδὲ εἰς οι τῶν κτισμάτων ομνύειν δεῖ· οὐδὲ γὰρ κρείτονα ἡμῶν· ὁ δὲ ὀμνύων, κατὰ τοῦ κρείττονος ομνύει. Τὸ μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ, οὐ τὸν διάβολον λέγει πονηρὸν ἐνταῦθα, ἀλλὰ τὸν πονηρὸν ἀδελφόν δ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Μὴ ἀντιδιδόναι κακὸν ἀντὶ κακοῦ, ἀλλὰ παρέχειν αὐτοὺς μάλλον πάσχειν κακῶς ἡ ποιεῖν. Τῷ θέλοντι κριθῆναι μετὰ σοῦ, δὸς καὶ τὸ ἱμά τιόν σου· τουτέστιν, Ἐὰν εἰς δικαστήριον έλκη σε μή μόνον ἃ ζητεῖ δίδου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἱμάτιόν σου, Οὐχ ἁπλῶς δοῦναι ἔστιν ἐλεημοσύνης, ἀλλὰ τὸ ὡς χρή δοῦναι· ὅ ἐστι τὸ ζητούμενον παρὰ τοῦ τη ταῦντος. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Τό, Μὴ βαττολογεῖτε, τοῦτό ἐστι, τὰ μὴ προς ήκοντα μὴ αἰτεῖν παρὰ θεῷ. Τὸ τῆς χήρας παράδειγμα τῆς τὸν ὡμὸν καμψάσης ἄρχοντα της συνεχεία της ἐντεύξεως· καὶ τὸ κατὰ τὸν φίλον τὸν ἀωρὶ τῶν νυκτῶν ἐλθόντα, καὶ τὸν καθεύδοντα καὶ ἀπὸ τῆς κλίνης ἀναστάντα, μιμνήσκεται ἵνα προσεδρεύωμεν προσκαρτεροῦντες μὲν ἐν ταῖς εὐχαῖς, μὴ βατταία γοῦντες δέ. Τό, Αγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, δηλοῖ τὸ, Δοξα σθήτω διὰ τῆς ἡμετέρας ζωής, ἵνα πάντες ὁρῶντες ἡμᾶς, δοξάσωσί σε, φησίν, ὅτι οὕτως πεπολιτεύμεθα, Τὸ, Ελθέτω ἡ βασιλεία σου, σημαίνει τὸ μὴ προσηλώσθαι τῇ γῇ τὸν εὐχόμενον, ἀλλὰ ζητεῖν τὰ ἐκεῖθεν ἀγαθά. Το Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, εὐχομένου ἐστίν. ὡς ὑπείκουσιν οἱ ἄγγελοι, ὑπακούειν καὶ ἡμᾶς, ψησί, παρασκεύασαν. Επιούσιον άρτον, τὸν ἐφήμερον λέγει ἢ τὸν ἐπὶ
in montibus vivunt experiuntur; sed intra se con- πάσχουσι· ἀλλὰ τὸ ἑαυτῷ τὴν ἐπιθυμίαν συλλέγειν
cupiscentiam fovere peramanter ex pulchra facie.
VERS. 29. Si oculus iuus aut manus tua scandializarerit te. Non de membris loquitur, sed de amnicis qui nobis ob familiaritatem membrorum instar
uniuntur. Scandalizare autem dicit, ad peceatum
excitare.
VERS. 31. Quid est illud, Del el libellum repudit?
et quainobrem illud dabatur? Ne iterum reverti
possit ad virum. Illo enim mulierem, et illa virum
accipiente, si rursus retroitur, magna nasci posset
aut inimicitia aut confusio. Constitutun est vero
istud, id est solvi matrimonium, ne exosam mulierem occidat vir veneno aut alio dolo.
Vers. 32. Per hæc verba, Qui dimissam duxeril
mæchatur, jubet mulierem vel invitam continentem
esse; per illa autem, Qui dimiserit urorem suam,
excepta fornicationis causa, facit eam mæchari, metam viro injieft ne eam dimittat.
Voss. 33. Non solum perjurare prohibet, sed
etiam contra veritatem jurare; non solum istud,
sed non licet per creatorum quodquam jurare, non
enim nobis meliora sunt; jurans vero per metus
quiddam jurat.
VERS. 39. Non resistere malo, hic non diabolum
malum significat, sed malum fratrem. Quod autem
dicit, tale est: Non reddere malum pro uralo, sed
se præbere potius ad malum patiendum quam faciendum.
Vers. 40. Ei qui vult tecum judicio contendere,
dimille ei et pallium tuum; id est, Si að tribunal
traxerit te, non solum qum expetit concede, sed
etiam pallium tuum.
VERS. 42. Non indistincte danda est eleeniosyna,
sed ut oportet danda est id est, quod a petente
expetitur.
CAPUT VI.
VERS 7. Nolite multum loqui, id est, nolite a Deo
nou convenientia petere. Viduæ exemplum durum
Declentis magistratum perseverantia fagitationis;
et ejus qui ad amicum intempesta nocte devenit,
et dormientem a lecto surgere cogit, moment nos,
ut perseveremus constantes in orationibus, nou
autem multum loquentes.
VER3. 9. Sanctificetur nomen tuum, significat,
Glorificetur per vitam nostram, ut omnes qui viderint nos, te glorificent, inquit, quia sic nos conversati fuerimus.
VERS. 10. Adveniat regnum tuum, significat, terræ
η
ἐκ τῶν ὡραίων μορφών επιτηδείως.
Ἐὰν σκανδαλίζη σε 6 ὀφθαλμός σου καὶ ἡ
χείρ σου. Οὐ περὶ μελῶν λέγει, ἀλλὰ περὶ φίλων
ἐν τάξει καὶ οἰκειότητι μελῶν ὄντων πρὸς ἡμᾶς δ'
οἰκειότητα - σκανδαλίζειν δὲ λέγει, τὸ πρὸς ἁμαρτίαν
ἐρεθίζειν.
Τί ἐστι τὸ, Δότω αὐτῇ βιβλίον ἀποστασίου;
καὶ διὰ τί τοῦτο ἐδίδοτο; Ινα μὴ πάλιν ἐπανακάμ·
πτειν δύναται πρὸς τὸν ἄνδρα· ἐκείνου γὰρ για
ναίκα, καὶ ἐκείνης ἄνδρα λαμβανούσης, εἰ πάλιν
ὑπέστρεφε, πολλὴ ἂν ἡ ἔχθρα καὶ σύγχυσις ἦν
συνεχωρεῖτο δὲ τοῦτο, ήγουν τὸ λύεσθαι τὸν γάμεν,
ἵνα μὴ ὁ μισῶν ἀποκτείνῃ τὴν μισουμένην ή φερ
μάχῳ ἢ ἄλλῳ δόλῳ.
Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὓς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσι
μοιχᾶται, ποιεῖ τὴν γυναῖκα καὶ ἄκουσαν σωφρο
νεῖν· διὰ δὲ τοῦ εἰπεῖν, ὓς ἂν ἀπολύσει την τι
ναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐ
τὴν μοιχᾶσθαι, ἔμφοδον ἀπεργάζεται τὸν ἄνδρα ἵνα
μὴ ἀπολύσῃ αὐτήν.
Οὐ μόνον τὸ ἐπιορκεῖν κωλύει, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπ'
ἀληθέσιν ὀμνύειν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ' οὐδὲ εἰς
οι τῶν κτισμάτων ομνύειν δεῖ· οὐδὲ γὰρ κρείτονα
ἡμῶν· ὁ δὲ ὀμνύων, κατὰ τοῦ κρείττονος ομνύει.
Τὸ μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ, οὐ τὸν διάβολον
λέγει πονηρὸν ἐνταῦθα, ἀλλὰ τὸν πονηρὸν ἀδελφόν
δ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Μὴ ἀντιδιδόναι κακὸν
ἀντὶ κακοῦ, ἀλλὰ παρέχειν αὐτοὺς μάλλον πάσχειν
κακῶς ἡ ποιεῖν.
Τῷ θέλοντι κριθῆναι μετὰ σοῦ, δὸς καὶ τὸ ἱμά
τιόν σου· τουτέστιν, Ἐὰν εἰς δικαστήριον έλκη σε
μή μόνον ἃ ζητεῖ δίδου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἱμάτιόν σου,
Οὐχ ἁπλῶς δοῦναι ἔστιν ἐλεημοσύνης, ἀλλὰ τὸ ὡς
χρή δοῦναι· ὅ ἐστι τὸ ζητούμενον παρὰ τοῦ τη
ταῦντος.
Τό, Μὴ βαττολογεῖτε, τοῦτό ἐστι, τὰ μὴ προς
ήκοντα μὴ αἰτεῖν παρὰ θεῷ. Τὸ τῆς χήρας παράδειγμα
τῆς τὸν ὡμὸν καμψάσης ἄρχοντα της συνεχεία της
ἐντεύξεως· καὶ τὸ κατὰ τὸν φίλον τὸν ἀωρὶ τῶν
νυκτῶν ἐλθόντα, καὶ τὸν καθεύδοντα καὶ ἀπὸ τῆς
κλίνης ἀναστάντα, μιμνήσκεται ἵνα προσεδρεύωμεν
προσκαρτεροῦντες μὲν ἐν ταῖς εὐχαῖς, μὴ βατταία
γοῦντες δέ.
Τό, Αγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, δηλοῖ τὸ, Δοξα
σθήτω διὰ τῆς ἡμετέρας ζωής, ἵνα πάντες ὁρῶντες
ἡμᾶς, δοξάσωσί σε, φησίν, ὅτι οὕτως πεπολιτεύμεθα,
Τὸ, Ελθέτω ἡ βασιλεία σου, σημαίνει τὸ μὴ
non se detineat qui precatur, sed exquirat cale- προσηλώσθαι τῇ γῇ τὸν εὐχόμενον, ἀλλὰ ζητεῖν τὰ
stia bona.
Fiat voluntas tua, precantis est: Ut obediunt
angeli, nos quoque obedire effice.
VERS. 11. Supersubstantialem panem, quotidiaἐκεῖθεν ἀγαθά.
Το Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, εὐχομένου ἐστίν.
ὡς ὑπείκουσιν οἱ ἄγγελοι, ὑπακούειν καὶ ἡμᾶς,
ψησί, παρασκεύασαν.
Επιούσιον άρτον, τὸν ἐφήμερον λέγει ἢ τὸν ἐπὶ
Распознавание текста
col. 1091–1092page 34 of 200
PG 106:1091τῇ αύριον διδόμενον· οἱ δὲ τὸ σῶμα Χριστοῦ λέγουσιν, ὡς τῇ οὐσίᾳ ἡμῶν συμβάλλονται Το, Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, είχε σθαι διδάσκει, μὴ ἐπιπηδᾷν, ἀλλὰ παραιτεῖσθαι τοὺς ἀγῶνας· ἐλθόντας δὲ ἀναδέχεσθαι· ἵνα καὶ τὸ ἀκε νέδοξον και τὸ γενναῖον ἐπιδειξώμεθα. Τό, "Αλειψαί σου τὸ πρόσωπον, οὐ κελεύοντός ἐστιν ἀλείφειν, ἀλλὰ νομοθετοῦντος τοσοῦτον κρύβειν ἑαυτὸν, ὥστε παντελῶς λανθάνειν, ὥσπερ τοὺς ἐν εὐφροσύνῃ ἀλειφομένους. Ο λύχνος, τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς, καὶ τὰ ἑξῆς. Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι ὅπερ ἐστὶν ὁ ὀφθαλμὸς τῷ σώματι, τοῦτο ἡ ναῦς τῇ ψυχῇ· ὥσπερ οὖν οὐδὲν ὄφελος τῷ σώματι τῷ μὴ βλέποντι, οὕτως τῷ ἐσκοτισμένῳ τὴν διάνοιαν ἐπιτεθόλωται ἡ ἐντεῦ. ή δεν πᾶσα ζωή. Πῶς νοητέον το, Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν; Δύο τοὺς ἐναντία επιτάττοντας λέγει ἂν γὰρ μὴ τοῦτο εἴη, οὐδὲ δύο ἂν εἶεν, ἀλλ᾽ εἶ;· ὡς τὸ, Καὶ γὰρ τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν Η ψυχή μία. Μαμωνᾶ τὸν πλοῦτον λέγει, ἀλλ' οὐ τὸν διάβολον, ὡς οἱ πολλοὶ λέγουσιν. Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε κατὰ τὴν κοινὴν συνήθειαν λέγει καὶ τὰ πολλὰ βρώ ματα· ταῦτα γὰρ μετὰ μερίμνης ἢ κατὰ ψυχὴν λέγει μὴ τοιαῦτα φροντίζειν· ὥστε κατὰ διάστασιν ἀναγνωστέον, εἰ οὕτως νοεῖν θέλοιμεν· καὶ στίζομεν εἰς τὴν ψυχὴν, εἶτα ἀρξόμεθα. Εμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι αὐ σπείρουσι· τοῦτο δὲ λέγει οὐχ ἵνα μὴ σπείρωμεν, ἀλλ᾽ ἵνα μὴ μικροψυχώμεν. Ἵνα εἴπῃ ὅτι ἡ ἐπ' αὐτῆς ἐργασία, μυρίων κόπων καὶ πόνων ὑπάρχει πρόξενος. Καὶ ἄλλως· Τὰ ἀρκετὰν τῷ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς, οὐ πανη μίαν ἡμέρας λέγει, ἀλλὰ τὸν πόνον καὶ τὴν φροντίδα ἡμῶν. ΚΕΦΑΛ. Ζ. Πώς νοητέον τὸν Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε; Τοῦτο λέγει, ἵνα μὴ ὁ μυρίων γέμων κακῶν, ὑπὲρ μικρῶν τινων ἁμαρτιῶν ἄλλον ὀνειδίζῃ· διὸ καὶ ἐπ ήγαγε περὶ τοῦ κάρφους. Τι βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ του ἀδελφοῦ σου; καὶ τὰ ἑξῆς. Πολλοὶ δὲ τοῦτο ποιοῦσι καὶ ἐὰν ἴδωσι μικρὸν πταίσμα, εὐθέως ἐλέγχουσι, τὰ μέγιστα αὐτοὶ ἔχοντες πταίσματα. Διορθούσθαι οὖν χρὴ, ἀλλὰ μὴ ὡς πολεμίους ἐλέγχειν, καὶ ἐν τοῖς ἑτέρων ἁμαρτήμασιν ὑπάρχειν πικρὸν καὶ ὑποκριτήν. Μὴ δῶτε τὸ ἄγον τοῖς κυσί, καὶ τὰ ἑξῆς. Κύνας τοὺς ἐν ἀσεβείᾳ ζῶντάς φησι· μὴ μεταδιδόναι λόγου εὐσεβείας λέγει. Χαῖροι οἱ ἐν τῷ τῆς ἁμαρτίας βορβόρω εγκυλιά μένοι. Τὸ δὲ, Ινα μὴ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς, ἀντὶ
SCHOLIA VETERA IN MATTILÆUM.
τῇ αύριον διδόμενον· οἱ δὲ τὸ σῶμα Χριστοῦ λέγου- num sonat aut qui in crastinum datur. Alii autem
σιν, ὡς τῇ οὐσίᾳ ἡμῶν συμβάλλονται
Christi corpus intelligant, ut substantiæ nostræ
coadunatum.
Το, Μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, είχε
σθαι διδάσκει, μὴ ἐπιπηδᾷν, ἀλλὰ παραιτεῖσθαι τοὺς
ἀγῶνας· ἐλθόντας δὲ ἀναδέχεσθαι· ἵνα καὶ τὸ ἀκε
νέδοξον και τὸ γενναῖον ἐπιδειξώμεθα.
Τό, "Αλειψαί σου τὸ πρόσωπον, οὐ κελεύοντός
ἐστιν ἀλείφειν, ἀλλὰ νομοθετοῦντος τοσοῦτον κρύβειν
ἑαυτὸν, ὥστε παντελῶς λανθάνειν, ὥσπερ τοὺς ἐν
εὐφροσύνῃ ἀλειφομένους.
Ο λύχνος, τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμὸς, καὶ
τὰ ἑξῆς. Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι ὅπερ ἐστὶν ὁ
ὀφθαλμὸς τῷ σώματι, τοῦτο ἡ ναῦς τῇ ψυχῇ· ὥσπερ
οὖν οὐδὲν ὄφελος τῷ σώματι τῷ μὴ βλέποντι, οὕτως
τῷ ἐσκοτισμένῳ τὴν διάνοιαν ἐπιτεθόλωται ἡ ἐντεῦ.
ή
δεν πᾶσα ζωή.
Πῶς νοητέον το, Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις
δουλεύειν; Δύο τοὺς ἐναντία επιτάττοντας λέγει·
ἂν γὰρ μὴ τοῦτο εἴη, οὐδὲ δύο ἂν εἶεν, ἀλλ᾽ εἶ;· ὡς
τὸ, Καὶ γὰρ τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν
Η ψυχή μία.
Μαμωνᾶ τὸν πλοῦτον λέγει, ἀλλ' οὐ τὸν διάβολον,
ὡς οἱ πολλοὶ λέγουσιν.
Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε
κατὰ τὴν κοινὴν συνήθειαν λέγει καὶ τὰ πολλὰ βρώματα· ταῦτα γὰρ μετὰ μερίμνης ἢ κατὰ ψυχὴν
λέγει μὴ τοιαῦτα φροντίζειν· ὥστε κατὰ διάστασιν
ἀναγνωστέον, εἰ οὕτως νοεῖν θέλοιμεν· καὶ στίζομεν
εἰς τὴν ψυχὴν, εἶτα ἀρξόμεθα.
Εμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι αὐ
σπείρουσι· τοῦτο δὲ λέγει οὐχ ἵνα μὴ σπείρωμεν,
ἀλλ᾽ ἵνα μὴ μικροψυχώμεν.
Ἵνα εἴπῃ ὅτι ἡ ἐπ' αὐτῆς ἐργασία, μυρίων κόπων
καὶ πόνων ὑπάρχει πρόξενος. Καὶ ἄλλως· Τὰ
ἀρκετὰν τῷ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς, οὐ πανημίαν ἡμέρας λέγει, ἀλλὰ τὸν πόνον καὶ τὴν φροντίδα
ἡμῶν.
Πώς νοητέον τὸν Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε;
Τοῦτο λέγει, ἵνα μὴ ὁ μυρίων γέμων κακῶν, ὑπὲρ
μικρῶν τινων ἁμαρτιῶν ἄλλον ὀνειδίζῃ· διὸ καὶ ἐπήγαγε περὶ τοῦ κάρφους.
Τι βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ του
ἀδελφοῦ σου; καὶ τὰ ἑξῆς. Πολλοὶ δὲ τοῦτο ποιοῦσι
καὶ ἐὰν ἴδωσι μικρὸν πταίσμα, εὐθέως ἐλέγχουσι,
τὰ μέγιστα αὐτοὶ ἔχοντες πταίσματα. Διορθούσθαι
οὖν χρὴ, ἀλλὰ μὴ ὡς πολεμίους ἐλέγχειν, καὶ ἐν
τοῖς ἑτέρων ἁμαρτήμασιν ὑπάρχειν πικρὸν καὶ
ὑποκριτήν.
Μὴ δῶτε τὸ ἄγον τοῖς κυσί, καὶ τὰ ἑξῆς. Κύνας
τοὺς ἐν ἀσεβείᾳ ζῶντάς φησι· μὴ μεταδιδόναι λόγου
εὐσεβείας λέγει.
Χαῖροι οἱ ἐν τῷ τῆς ἁμαρτίας βορβόρω εγκυλιάμένοι.
Τὸ δὲ, Ινα μὴ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς, ἀντὶ
VERS. 13. We nos inducas in tentationen, precari
docet, ne irruant hui nos, sed avertantur prælia,
supervenientibus autem ut resistamus; itaque ucc
vane gloriosi nec socordes inveniamur.
VERS. 17. Illud, Faciem tuam unge, non præceplum est ungendi, sed occultandi se tali modo, ut
omnino lateant, tanquam in gaudio uncti.
VERS. 22. Lucerna corporis est oculus, et quæ
sequuntur. Quod dicit, tale est: Quod oculus est
corpori, illud est anima meus; ut ergo nibit prodest corpus visu carens, ita qui conscientiam habet
tenebris involutam, illius inde omnis vita cor
rumpitur.
VERS. 24. Quomodo intelligendum, Nemo potest
duobus dominis servire? Duos contraria jubentes
dicit; si enim id non comingeret, non duo essent,
sed unus: ut in isto loco, Etenim multitudinis
credentium erat anima una.
Mammona divitias sonat, et non diabolum, ut
multi dicunt.
VERS. 25. Ne solliciti sitis animæ vestræ quid
manduceris. Circa communem consuetudinem dicit
et multa alimenta; hæc enim cum sollicitudine
sunt; aut circa animam non de talibus curare; ita
ut separando legendum sit, si ita intelligere volumus, et punctum in animau ponimus, deinde incipimus.
VERS. 96. Respicite volatilia coli, quoniam uon
serunt. Hoc autem dicit non ut non seminemus, sed
De animo deficiamus.
VERS. 34. Quasi diceret, in hac die sua est opera,
laborum multorum et negotiorum causa. Et aliter:
Sufficit diei malitia sua, non malitiam diei audit,
sed laborem nostrum et sollicitudinem.
CAPUT VIL
VRRS. f. Quomodo intelligendum, Non judicale
ut non judicemini? Hoc dicit, ut qui multis oneratur culpis, propter leves quasdam culpas alium
non impugnet; ideo prosequitur de festuca loquens.
VERS. 3. Quid vides festucam in oculo fratris tui?
et reliqua. Multi autem hoc agunt; et si viderint
levem culpam, incusare festinant, maximas ipsi
culpas habentes. Corrigere ergo nos oportet, neque
ut inimicos impugnare neque in aliorum peccatis
acerbos esse et hypocritas.
VERS. 6. Nolite dare sanctum canibus; et reliqua. Canes qui în impietate degunt vocat, docetque non his trađatur verbi religio.
Porci sunt, qui in peccati volutabro merguntur.
Illud autem, Nc conversi dirumpant vos, ponitur
Распознавание текста
col. 1093–1094page 35 of 200
PG 106:1093τοῦ, ἵνα μὴ πρότερον ὑποκριθέντες, ὕστερον καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν διδαχήν κωμωδήσωσιν. Διὰ τί αἰτοῦντε; οὐ λαμβάνομεν, καὶ μάλιστα όταν πνευματικά αἰτῶμεν; Ὅτι οὐ μετά σπουδής τους ἔκρουσας· ἢ πάντως ἀνάξιος ὢν ᾔτησας, ἢ ὅτι ταχέως ἀπέστης αἰτούμενος. Πῶς στενὴν τὴν πύλην καὶ τεθλιμμένην καλῶν, ἐν ἄλλῳ λέγει τὸν ζυγὸν αὐτοῦ χρηστὸν καὶ τὸ φορτίον ελαφρόν; Ὁ μὲν Γρηγόριος τὸ μὲν διὰ τὸν πόνον, τὰ δὲ διὰ τὴν ἐλπίδα εἶπεν. Ἰωάννης δὲ, νήφειν ἡμᾶς παρασκευάζων καὶ ἐγρηγορέναι, καὶ διεγείρων ἡμῶν τὰ φρονήματα, ἵνα μὴ ὡς εὐκόλου καταφρονήσωμεν, ἀλλ' ὡς στενῆς, ἀντεχώμεθα. Τὸ, Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, είσα ελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τὸ θέλημά μου, ἀντὶ τοῦ, Οὐ δεῖ μέσ Τι νον πίστιν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ ἔργα εὐσεβῆ προβάλλεσθαι. Κἂν γὰρ σημεία, φησί, πολλὰ ποιῶσιν, Οὐκ οἶδα ὑμᾶς· γίνεται δὲ τοῦτο ἀπὸ χάριτος μόνης τῆς τοῦ δεδωκότος δωρεᾶς· ὅθεν καὶ τοῦ κολάζεσθαί εἰσιν ἄξιοι· περιττὸν οὕτως τιμηθέντες ἵνα βίον ὀρθὸν ἐπιδείξωνται, ἀγνώμονες γεγόνασιν καὶ ἀναίσθητα ἢ διὰ τὴν τῶν προσερχομένων πίστιν· οὐ γάρ, ὡς Στεροι ὑπέλαβον, ἔστιν, ὅτι πρότερον μὲν δι' ὀρθὸν βίον ἐθαυματούργησαν, ὕστερον δὲ ἁμαρτήσαντες κατακριθήσονται. ΚΕΦΑΛ. Η. Τίνος χάριν καθαίρων τὸν λεπρὸν λόγῳ ἐπέθηκε τὴν χεῖρα; Ἵνα δείξῃ ὅτι οὐχ ὑπόκειται νόμῳ, ἀλλ' ἐπίκειται, καὶ ὅτι τῷ καθαρῷ οὐδὲν ἀκάθαρτον διά τοῦτο Ελισσαίος οὐδὲ ἑώρα τὸν Νεεμάν, τηρών τοῦ νόμου τὴν ἀκρίβειαν, ὅτι δοῦλος ἦν, ἀλλ' οὐ δεσπότης. Πῶς ὧδε κελεύων μηδενὶ εἰπεῖν τὸ θαῦμα, αλλα χοῦ κελεύει εἰπεῖν; δε μὲν διὰ τὸ ἀκόμπαστο καὶ ἀκενόδοξον, ἐκεῖ δὲ διὰ τὸ εὐγνώμονας ἡμῖ εἶναι τοὺς ὁρῶντας καὶ ἰαθέντας. Διὰ τί ποτὲ μὲν ἐκύρου τὸν νόμον, ὡς τὸ, Δεῖξον ἑαυτὸν τῷ ἱερεῖ· ποτὲ δὲ ἀναιρεῖ, ὡς "Αρον τὸν κράββατον σου καὶ περιπάτει, ἐν σαββάτῳ τούτο ποιῶν; Τοῦτο μὲν ὁδοποιῶν τὰ τῆς χάριτος, τοῦτο δὲ τὴν κατ' αὐτοῦ τῶν Ἰουδαίων τόλμαν καὶ μανίαν τέως κοιμίζων. Ὁ ἑκατόνταρχος ὁ παρὰ Ματθαίῳ μνημονευόμενος, ὁ αὐτός ἐστιν ὁ μνημονευόμενος παρὰ τῷ Λουκῇ· ὁ δὲ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἑκατόνταρχος ἑτερό ἐστιν. Τὰ πλείονα τῶν νοσημάτων ἀπὸ ἁμαρτημάτων για νεται. Διὰ τί τῷ εἰπόντι αὐτῷ, 'Ακολουθήσω σοι όπου ἐὰν ἀπέργη, οὐκ ἐδέξατο; Ὅτι ἐνόμιζεν ἐκ τῶν Τάσεων χρηματίζεσθαι· ταῦτα δὲ τὰ ῥήματα οὐχ ξν ἀποτρεπομένου, ἀλλ' ἐλέγχοντος. Ο εἰπών, Επίτρεψόν μοι, Κύριε, πρώτον άπει θεῖν καὶ θάψαι τον πατέρα μου, ἀπεδέχθη μεν, οὐκ ἐπετράπη δέ· ἀλλ᾽ ἤκουσεν "Αρες τους
10%
pro, Ne primum simulantes, deinde vos et vestram τοῦ, ἵνα μὴ πρότερον ὑποκριθέντες, ὕστερον καὶ
doctrinam invideant.
ὑμᾶς καὶ τὴν διδαχήν κωμωδήσωσιν.
Vɛns. 7. Cur petentes non accipimus, et præsertim quando spiritualia petimus? Quia non cuin
multa vi pulsasti; aut omnino indignus es eorum
quæ petiisti, aut quod celeriter petere cessasti.
VERS. 14. Quomodo angustam portaui et aro
clam vocat, cum in alio loco dicat jugum suum
suave et onus leve? Gregorius prius de labore,
posterius de spe interpretatur. Joannes autem sobrios nos esse jubet et vigiles, et excitat cogitationes nostras, ne tauquam facilem aspernemur, sed
tanquanı angustam viriliter aggrediamur.
Διὰ τί αἰτοῦντε; οὐ λαμβάνομεν, καὶ μάλιστα όταν
πνευματικά αἰτῶμεν; Ὅτι οὐ μετά σπουδής τους
ἔκρουσας· ἢ πάντως ἀνάξιος ὢν ᾔτησας, ἢ ὅτι ταχέως
ἀπέστης αἰτούμενος.
Πῶς στενὴν τὴν πύλην καὶ τεθλιμμένην καλῶν, ἐν
ἄλλῳ λέγει τὸν ζυγὸν αὐτοῦ χρηστὸν καὶ τὸ φορτίον
ελαφρόν; Ὁ μὲν Γρηγόριος τὸ μὲν διὰ τὸν πόνον, τὰ
δὲ διὰ τὴν ἐλπίδα εἶπεν. Ἰωάννης δὲ, νήφειν ἡμᾶς
παρασκευάζων καὶ ἐγρηγορέναι, καὶ διεγείρων ἡμῶν
τὰ φρονήματα, ἵνα μὴ ὡς εὐκόλου καταφρονήσωμεν,
ἀλλ' ὡς στενῆς, ἀντεχώμεθα.
Τὸ, Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, είσα
ελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ
Veas. 21. Non omnis qui dicit mihi, Domine, Domine, intrabit in regnum cœlorum, sed qui facil
voluntatem meam. Quasi diceret, Non sufficit ποιῶν τὸ θέλημά μου, ἀντὶ τοῦ, Οὐ δεῖ μέσ
tantum fidem habere, sed et opera pia proferre
oportet.
VERS. 22. Eusi enim prodigia multa fecerint,
inquit, Non novi vos. Fit autem hoc a sola gratia
benevolentiæ ejus qui dedit; unde et condemnatione suut digni. Magnopere ita honorati ut vitam
rectam profiterentur, ingrati facti sunt et insensibiles; aut propter adeuntium fidem factum est;
non enim est, ut alii interpretantur, quod primum
quidem ob vitam rectam miraculis honorati fuerint, postea autem peccatores facti condemnandi
siut.
CAPUT VIII.
VERS. 5. Cujus rei causa leprosum mundans
verbo manum extendit? Τι ostenderet se non legi
subesse, sed præesse, et nihil puro impurum esse.
Ob hoc Elisæus Naaman non vidit, servans legis
rigorem, cujus servus erat, non dominus.
VERS. 4. Quomodo hic jubens ut nemini dicat
miraculum, alias ut dicant jubet? Hic quidem ut
vitet jactationem et vanam gloriam; illic autem ut
nos gratos faciat videntes et curatos.
Quare legem modo confirmat, velut cum dicit,
Ostende te sacerdoti, modo solvit, ut, Tolle grabatum tuum et ambula, in Sabbato tale ageus? Hoc
quidem ut gratiæ legem introducat, illud vero ut
Judæorum contra se audaciam et furorem identidem temperet.
VERS. 8. Centurio, qui a Matthæo memoratur,
idem est ac ille qui apud Lucam; qui vero apud
Joannem centurio alter est.
VERS. 16. Morborum plerique a peccatis oriuntur.
VERS. Cur dicentem Scribam, Sequar te quocumque ieris, non excepit? Quod putabat curationibus
ditescere; verba autem ejus non aversantis sunt,
sed reprehendentis.
Vans. 21. Qui dicit, Permitte mihi, Domine, primum ire, et sepelire patrem meum, acceptus quidem
cst, sed non permissus; sed audiit: Dimitte morνον πίστιν ἔχειν, ἀλλὰ καὶ ἔργα εὐσεβῆ προβάλ
λεσθαι.
Κἂν γὰρ σημεία, φησί, πολλὰ ποιῶσιν, Οὐκ οἶδα
ὑμᾶς· γίνεται δὲ τοῦτο ἀπὸ χάριτος μόνης τῆς τοῦ
δεδωκότος δωρεᾶς· ὅθεν καὶ τοῦ κολάζεσθαί εἰσιν
ἄξιοι· περιττὸν οὕτως τιμηθέντες ἵνα βίον ὀρθὸν
ἐπιδείξωνται, ἀγνώμονες γεγόνασιν καὶ ἀναίσθητα·
ἢ διὰ τὴν τῶν προσερχομένων πίστιν· οὐ γάρ, ὡς
Στεροι ὑπέλαβον, ἔστιν, ὅτι πρότερον μὲν δι' ὀρθὸν
βίον ἐθαυματούργησαν, ὕστερον δὲ ἁμαρτήσαντες
κατακριθήσονται.
Τίνος χάριν καθαίρων τὸν λεπρὸν λόγῳ ἐπέθηκε
τὴν χεῖρα; Ἵνα δείξῃ ὅτι οὐχ ὑπόκειται νόμῳ, ἀλλ'
ἐπίκειται, καὶ ὅτι τῷ καθαρῷ οὐδὲν ἀκάθαρτον διά
τοῦτο Ελισσαίος οὐδὲ ἑώρα τὸν Νεεμάν, τηρών
τοῦ νόμου τὴν ἀκρίβειαν, ὅτι δοῦλος ἦν, ἀλλ' οὐ
δεσπότης.
Πῶς ὧδε κελεύων μηδενὶ εἰπεῖν τὸ θαῦμα, αλλα
χοῦ κελεύει εἰπεῖν; δε μὲν διὰ τὸ ἀκόμπαστο
καὶ ἀκενόδοξον, ἐκεῖ δὲ διὰ τὸ εὐγνώμονας ἡμῖ
εἶναι τοὺς ὁρῶντας καὶ ἰαθέντας.
Διὰ τί ποτὲ μὲν ἐκύρου τὸν νόμον, ὡς τὸ, Δεῖξον
ἑαυτὸν τῷ ἱερεῖ· ποτὲ δὲ ἀναιρεῖ, ὡς "Αρον τὸν
κράββατον σου καὶ περιπάτει, ἐν σαββάτῳ τούτο
ποιῶν; Τοῦτο μὲν ὁδοποιῶν τὰ τῆς χάριτος, τοῦτο δὲ
τὴν κατ' αὐτοῦ τῶν Ἰουδαίων τόλμαν καὶ μανίαν
τέως κοιμίζων.
Ὁ ἑκατόνταρχος ὁ παρὰ Ματθαίῳ μνημονευό
μενος, ὁ αὐτός ἐστιν ὁ μνημονευόμενος παρὰ τῷ
Λουκῇ· ὁ δὲ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἑκατόνταρχος ἑτερό
ἐστιν.
Τὰ πλείονα τῶν νοσημάτων ἀπὸ ἁμαρτημάτων για
νεται.
Διὰ τί τῷ εἰπόντι αὐτῷ, 'Ακολουθήσω σοι όπου
ἐὰν ἀπέργη, οὐκ ἐδέξατο; Ὅτι ἐνόμιζεν ἐκ τῶν
Τάσεων χρηματίζεσθαι· ταῦτα δὲ τὰ ῥήματα οὐχ ξν
ἀποτρεπομένου, ἀλλ' ἐλέγχοντος.
Ο εἰπών, Επίτρεψόν μοι, Κύριε, πρώτον άπει
θεῖν καὶ θάψαι τον πατέρα μου, ἀπεδέχθη μεν,
οὐκ ἐπετράπη δέ· ἀλλ᾽ ἤκουσεν "Αρες τους
Распознавание текста
col. 1095–1096page 36 of 200
PG 106:1095νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· ἔδειξε δὲ διὰ τούτου ὅτι ὁ εἰπὼν ἦν πιστὸς, ὁ δὲ αὐτοῦ πατὴρ ἦν ἐκ τῶν ἀπίστων· διὰ τοῦτο εἶπεν νεκρούς ἐκώλυσε δὲ αὐτὸν οὐ τὴν εἰς τοὺς γεγεννηκότας τιμὴν κωλύων, ἀλλὰ μὴ προτιμᾷν ταῦτα τῶν οὐρα νίων. Ἐκάθευδεν ὁ Κύριος οἰκονομικῶς ἐν τῷ πλείψι οὐκ ἀγνοῶν τὸ μέλλον γίνεσθαι, οὐκ ἀδυνατῶν τὴν εἰρήνην βραβεῦσαι· εἰδὼς δὲ μέλλουσαν ταράσσεσθαι τὴν θάλασσαν, κατὰ δύο αἰτίας εκάθευδε, ἵνα καὶ τὴ σαθμὸν τῆς ὀλιγοπιστίας τῶν μαθητῶν ἐν τῷ χειμῶνι διελέγξῃ, καὶ τὸ δυνατὸν τῆς θεότητος αύτ τοῦ ἐναργῶς ἐπιδείξηται. Τὸν φόβον οὐ τὸ τῶν πειρασμῶν μέγα εργάζεται, ἀλλὰ τὸ τῆς διανοίας σαθρών· διὰ τοῦτο συγχωρεί η κλυδωνίζεσθαι, ἵνα ποιήσῃ καὶ αὐτοὺς πιστοτέρους διὰ τὸ θαύματος· οὐ γὰρ οὕτως τὰ τῶν ἄλλων θαύ ματα, ὅσον τὰ ἐπ' ἐκείνοις διήγειρεν αὐτούς. Τί ἐστι τὸ λεγόμενον ὑπὸ τῶν δαιμόνων, άλλες προ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Αοράτως ἀπὸ τῆς αὐτοῦ παρουσίας ἐπάσχοντο οἱ δαίμονες· πρὸ και ροῦ δὲ λέγουσιν, ὡς εἰδότες ὅτι μέλλουσι καί ποτε κολασθῆναι. Αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ αἱ δὲ τῶν ἀσεβῶν οὐκ ἐν μνήμασιν, ὡς οἱ πολλοὶ λέγουσιν, ἀλλ' ἐντεῦθεν εὐθέως ἀπάγονται· καὶ δῆ λον ἀπὸ τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου· καὶ ἀλλα χου, Σήμερον την ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ. Οὐχ οἷόν τε οὖν ψυχὴν ἐξελθοῦσαν ἐνταῦθα πλανᾶσθαι, ἢ ἐν ἀέρι, ὡς λέγουσιν, εἶναι, ἀλλ' ἐν ὡρισμένοις τόποις Υπήκουσε τοὺς δαίμονας ὁ Κύριος καὶ εἰς χοίρους ἀπεπέμψατο αὐτοὺς, πρῶτον μὲν ἵνα δείξῃ ὅτι οὐδὲ κατὰ χοίρων ἔχουσιν ἐξουσίαν, μή τι γε κατὰ ἀνθρώπων· ἔπειτα ἵνα οἱ τοὺς τόπους οἰκοῦντες μάθωσιν αὐτὸν ὅστις ἦν· ἄπιστοι γὰρ ἦσαν· καὶ δείκνυτα τοῦτο ἐκ τοῦ λέγειν αὐτοὺς, ὅτι ᾿Απελθε ἀπὸ τῶν ορίων ημών. Διὰ τοῦτο δὲ τοὺς χοίρους ἀνεῖλον τ δαίμονες, ἵνα τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἀθυμίαν ἐμβάλωσι πανταχοῦ γὰρ χαίρουσιν ἐπὶ ταῖς συμφοραῖς ἡμῶν. ΚΕΦΑΛ. Θ'. Η μὲν Βηθλεὲμ ἤνεγκεν αὐτὸν παροδευόντων τῶν γονέων· ἡ δὲ Ναζαρέθ ἔθρεψεν· ἐκεῖθεν γὰρ οἱ γονεῖς· ἡ δὲ Καπερναούμ εἶχεν οἰκοῦντα διηνεκώς. Ο μὲν Ματθαῖος περὶ τοῦ παραλυτικοῦ λέγει ότι προσέφερον αὐτόν· οἱ δὲ ἄλλοι ὅτι καὶ τὴν στέγην διατεμόντες καθῆκαν αὐτόν. Αληθῆ οὖν τὰ δύο πρῶτον μὲν ἀπεστέγασαν, εἶτα πλήθους ὄντος περὶ αὐτὸν, προσήνεγκαν. Εἰπόντων, Τίς δύναται ἀφιέναι αμαρτίας εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός; αὐτὸς δεικνὺς κατὰ τὸν λόγον αὐτῶν ὅτι Θεός ἐστι, λέγει· Τί ἐστιν εὐκολώτερον, εἰπεῖν, Αφέωνταί σου, ἢ εἰπεῖν, 'Αρον τὸν κράβαττόν του καὶ περιπάτει; Θ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Τί δοκεῖ εὐκολον ὑμῖν εἶναι, τὸ σφίγξαι παραλελυμένον, ἢ ψυχῆς ἁμαρτήματα λύσαι; Εύδηλον ὅτι ἁμαρτήματα λύσαι. Αλλ᾽ ἐπειδὴ τὸ μὲν ἀφανές, τὸ δὲ φανε
νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· ἔδειξε δὲ tuos sep.lire mortuos suos. Ostendit autem per hoc
διὰ τούτου ὅτι ὁ εἰπὼν ἦν πιστὸς, ὁ δὲ αὐτοῦ πατὴρ
ἦν ἐκ τῶν ἀπίστων· διὰ τοῦτο εἶπεν νεκρούς·
ἐκώλυσε δὲ αὐτὸν οὐ τὴν εἰς τοὺς γεγεννηκότας
τιμὴν κωλύων, ἀλλὰ μὴ προτιμᾷν ταῦτα τῶν οὐρα
νίων.
Ἐκάθευδεν ὁ Κύριος οἰκονομικῶς ἐν τῷ πλείψι
οὐκ ἀγνοῶν τὸ μέλλον γίνεσθαι, οὐκ ἀδυνατῶν τὴν
εἰρήνην βραβεῦσαι· εἰδὼς δὲ μέλλουσαν ταράσσεσθαι
τὴν θάλασσαν, κατὰ δύο αἰτίας εκάθευδε, ἵνα καὶ
τὴ σαθμὸν τῆς ὀλιγοπιστίας τῶν μαθητῶν ἐν τῷ
χειμῶνι διελέγξῃ, καὶ τὸ δυνατὸν τῆς θεότητος αύτ
τοῦ ἐναργῶς ἐπιδείξηται.
Τὸν φόβον οὐ τὸ τῶν πειρασμῶν μέγα εργάζεται,
ἀλλὰ τὸ τῆς διανοίας σαθρών· διὰ τοῦτο συγχωρεί η
κλυδωνίζεσθαι, ἵνα ποιήσῃ καὶ αὐτοὺς πιστοτέρους
διὰ τὸ θαύματος· οὐ γὰρ οὕτως τὰ τῶν ἄλλων θαύ
ματα, ὅσον τὰ ἐπ' ἐκείνοις διήγειρεν αὐτούς.
Τί ἐστι τὸ λεγόμενον ὑπὸ τῶν δαιμόνων, άλλες
προ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; Αοράτως ἀπὸ τῆς
αὐτοῦ παρουσίας ἐπάσχοντο οἱ δαίμονες· πρὸ και
ροῦ δὲ λέγουσιν, ὡς εἰδότες ὅτι μέλλουσι καί ποτε
κολασθῆναι. Αἱ ψυχαὶ τῶν δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ·
αἱ δὲ τῶν ἀσεβῶν οὐκ ἐν μνήμασιν, ὡς οἱ πολλοὶ
λέγουσιν, ἀλλ' ἐντεῦθεν εὐθέως ἀπάγονται· καὶ δῆλον ἀπὸ τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου· καὶ ἀλλα
χου, Σήμερον την ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ
σοῦ. Οὐχ οἷόν τε οὖν ψυχὴν ἐξελθοῦσαν ἐνταῦθα
πλανᾶσθαι, ἢ ἐν ἀέρι, ὡς λέγουσιν, εἶναι, ἀλλ' ἐν
ὡρισμένοις τόποις
Υπήκουσε τοὺς δαίμονας ὁ Κύριος καὶ εἰς χοίρους
ἀπεπέμψατο αὐτοὺς, πρῶτον μὲν ἵνα δείξῃ ὅτι οὐδὲ
κατὰ χοίρων ἔχουσιν ἐξουσίαν, μή τι γε κατὰ ἀνθρώπων· ἔπειτα ἵνα οἱ τοὺς τόπους οἰκοῦντες μάθωσιν
αὐτὸν ὅστις ἦν· ἄπιστοι γὰρ ἦσαν· καὶ δείκνυτα
τοῦτο ἐκ τοῦ λέγειν αὐτοὺς, ὅτι ᾿Απελθε ἀπὸ τῶν
ορίων ημών. Διὰ τοῦτο δὲ τοὺς χοίρους ἀνεῖλον τ
δαίμονες, ἵνα τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἀθυμίαν ἐμβάλωσι·
πανταχοῦ γὰρ χαίρουσιν ἐπὶ ταῖς συμφοραῖς ἡμῶν.
Η μὲν Βηθλεὲμ ἤνεγκεν αὐτὸν παροδευόντων
τῶν γονέων· ἡ δὲ Ναζαρέθ ἔθρεψεν· ἐκεῖθεν
γὰρ οἱ γονεῖς· ἡ δὲ Καπερναούμ εἶχεν οἰκοῦντα
διηνεκώς.
Ο μὲν Ματθαῖος περὶ τοῦ παραλυτικοῦ λέγει ότι
προσέφερον αὐτόν· οἱ δὲ ἄλλοι ὅτι καὶ τὴν στέγην
διατεμόντες καθῆκαν αὐτόν. Αληθῆ οὖν τὰ δύο
πρῶτον μὲν ἀπεστέγασαν, εἶτα πλήθους ὄντος περὶ
αὐτὸν, προσήνεγκαν.
Εἰπόντων, Τίς δύναται ἀφιέναι αμαρτίας εἰ μὴ
μόνος ὁ Θεός; αὐτὸς δεικνὺς κατὰ τὸν λόγον αὐτῶν
ὅτι Θεός ἐστι, λέγει· Τί ἐστιν εὐκολώτερον, εἰπεῖν,
Αφέωνταί σου, ἢ εἰπεῖν, 'Αρον τὸν κράβαττόν
του καὶ περιπάτει; Θ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστι· Τί
δοκεῖ εὐκολον ὑμῖν εἶναι, τὸ σφίγξαι παραλελυμένον,
ἢ ψυχῆς ἁμαρτήματα λύσαι; Εύδηλον ὅτι ἁμαρτή
ματα λύσαι. Αλλ᾽ ἐπειδὴ τὸ μὲν ἀφανές, τὸ δὲ φανεPATROL. GR. CVI.
illum qui dicebat credentem fuisse, patrem vero
εjus e non credentibus. Ideo dicit eos mortuos.
Prohibuit autem eum, non honorem in parentes
vetans, sed ne illa coelestibus auteferret.
VERS. 24. Dormichal Dominus a proposito in navicula, non ignorans quod feri debebat, et nou
impar pacem componendi. Sciens autem agitandum
esse mare, ub causas duas dormiebat, ut debilitas
levis discipulorum fulei in tempestate coufunderetur, et potentia divinitatis ejus palam ostenderetur.
Vers. 25. Timorem non magnitudo tentationum
facit, sed mentis imbecillitas: ideo fuctibus agitari
se permittit, ut eos credentes magis per miraculum
efficiat; non enim tantum patrata in aliis miracula, quantum in ipsis gesta hos excitare polerat:1.
Veas. 29. Quid est quod a dæmoniis dictum est,
Venisti ante tempus torquere nos? Invisibiliter ex
ejus præsentia dæmonia patiebantur; ante tempus
dicunt, sciunt se olim castigari debere. Anius
justorum in manu Dei, impiorum autem animæ
non in monumentis, ut plures dicunt, sed inde
coufestim auferuntur; et palet in Lazaro et divite;
et alias, Hodie animam tuam repetent a le. Non
possibile est igitur animam egressam hic errare,
aut in aere, ut dicunt, esse, sed in loris determimalis.
Vers. 32. Exaudivit Dominus dæmones et in porcos immisit; primo quidem ut ostenderet eos nOM
in poreas potestatem habere, neque ullam in hunimas; deinde ut locarum incola discerent quis esset;
non enodontes enim erant. Et indicat id, quod isti
doum, ut transiret a Goibus eorun. ideo porcas
absuderunt dæmones, ut homines in desperationem
conjicerent: nam semper in nostris adversitatibus
gaudent.
CAPUT IK.
VERS. 1. Bethleem quidem peperit eum, parentibus iter facientibus; Nazareth vero educavit, inde
enim erant parentes; ct Capharuaum incolam eum
habuit perpetuo.
VERS. 2. Matthæus de paralytico dicit quod offerebant eum; alii autem quod tectuin rumpentes
illum proferrent; verum igitur est utrumque; prianum quidem per tectum demiserunt, deinde, cum
multitudo justa Jestin esset, obtulerunt.
VERS. 5. Dicentibus illis, Quis potest remillere
peccata nisi salus Deus? ipse ostendens ex ipsoFUNI
sermone se Deum esse, dicit: Quid est facilius dicere, Dimittantur tibi, an dicere, Tolle grabatum
tuum et ambula? Quod autem dicit, tale est: Quid
videtur vobis facile esse, paralyticum stringere, an
animæ peccata solvere? Patet quod peccata solvere.
Sed quoniam hoc quidem invisibile, Ullud autem
Распознавание текста
col. 1097–1098page 37 of 200
PG 106:1097ρόν, προστίθημι τὸ καταδεέστερον, ἵνα τὸ μεῖζον καὶ ἀφανὲς πιστευθή. Ἐκκλίνων τοὺς ἐπιβουλεύοντας, οὐκ ἐπιμένει τας τόποις, ἀλλὰ συχνά μετανίσταται, διδοὺς ὑποχωρεῖν τὸν φθόνον. Ο Ματθαίος τελώνης, ὃς καὶ εὐαγγελιστὴς καὶ λωπιζόμενος τῇ εἰσόδῳ Χριστοῦ, πάντας τοὺς τελώνες συνεκάλεσεν. Διὰ τοῦτο λέγουσιν οι Φαρισαίοι τοῖς μαθηταίς, ὅτι Ο διδάσκαλος ὑμῶν φίλος τελωνῶν καὶ άμας τωλῶν ἐστι, βουλόμενοι ἀποχωρῆσαι αὐτοὺς ἀπ' τὰ του. Τίνος ένεκεν τοὺς Ιωάννου μαθητὰς ἐγκαλούνται; ὅτι μαθηταὶ αὐτοῦ οὐ νηστεύουσιν, οὐκ ἐπιτιμῇ ὡς κενοδόξους, ἀλλὰ νυμφίου μέμνηται; Οὐκ ἐπιτιμή ν β ἐπιείκειαν· νυμφίου δὲ μέμνηται ἀναμιμνήσκων αὐτοὺς τῶν Ἰωάννου βημάτων, δι' ὧν ἔλεγον· Ο ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· δ δὲ λέγε:, οὐτόν ἐστιν· Ο καιρὸς ὁ ἐμὸς καὶ τῆς ἐμῆς διαγωγῆς, χαρᾶς ἐστιν αὐτοῖς ὑπόθεσις· ἐλεύσονται δ ἡμέραι ὅταν ἀπ' αὐτῶν ἀρθῇ ὁ νυμφίος. Κ Τί ἐστιν ὁ λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ράκους ἀγγάρου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ; Δηλῶν ὅτι οὔπω γεγόνασιν ἰσχυροί οἱ μαθηταί· οὕτω δὲ ἄρτ διακειμένους, οὐ χρὴ ἐπιτιθέναι επιτάγματα βα ροῦντα. Ασκῶν μέμνηται καὶ οίνου, ἐπειδὴ περὶ γαστρ μαργίας ἦν ὁ λόγος· διὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἱπ βάνει τὰ ὑποδείγματα· καὶ ὅτι οὐδὲν αὐστηρὸν ἐπι τάττειν χρὴ καὶ βάρος ἔχον τοῖς ἀρχομένοις. Διὰ τί μὴ φανερῶς ἡ αἱμορροούσα ἦλθεν; Τ ἀκάθαρτος εἶναι νομίζουσα διὰ τὴν φύσιν· ἔτι δὲ καὶ την προσήκουσαν περὶ αὐτοῦ μὴ ἔχουσα δόξαν, ἐπὶ οὐκ ἂν ἐνόμισε λανθάνειν· οὐκ ἀφῆκε δὲ αὐτὴν ἐν θεῖν, ἵνα πρῶτον μὲν λύσῃ αὐτῆς τὸν φόβον δεύτερη Ένα διορθώσηται ταύτην, ἐπειδὴ ἐνόμισε λανθάνειν' τρίτον ἵνα τὴν πίστιν αὐτῆς δημοσιεύσῃ· τέταρτ δὲ ἵνα καὶ τὸν ἀρχισυνάγωγον πιστὸν ποιήσῃ περί τὴν ἀνάστασιν τοῦ παιδός· τότε γὰρ αὐτὸν ἐζήτει. Ἵνα μὴ ἀγωνιᾷ κεκλοφυΐα, καὶ ἵνα δημοσιεύ τὴν πίστιν· καὶ τὸ στῆσαι δὲ τὴν νόσον, οὐκ εἰς τον τοῦ νοῆσαί ἐστιν. Εμνήσθη τῶν αὐλητῶν ἐν τῷ ἀρχισυναγώγῳ, ένα καὶ ἐν τούτῳ δημοσιεύσῃ τὴν τῶν ἀρχισυναγώ, με ἄνοιαν. Τοὺς θρηνοῦντας καὶ αὐλοῦντας ἔξω τῆς οὐσίας ἐξέβαλεν, ὡς ἀναξίους αὐτοὺς τοῦ θαύματος κρίση εἶναι. Ἐπὶ τοῦ ἀρχισυναγώγου πάντα ἐξέβαλεν ἔξο τοὺς δὲ μαθητὰς μόνους εἰσήνεγκεν ὁρᾶν τὸ θαῦμα διδάσκων ἡμᾶς τὴν παρὰ τῶν πολλῶν διακρούεσαι δόξαν, τοὺς μαθητὰς δὲ προθυμοτέρους ποιών. Τό, Οὐ τέθνηκεν, ἀλλὰ καθεύδει, λέγειν, όπ κνύει ὅτι οὐ φοβερὸς ὁ θάνατος ἀπὸ τοῦ νῦν. Διὰ τοῦτο κελεύει αὐτῇ δοθῆναι φαγείν, ἵνα μὴ δόξῃ φαντασία εἶναι τὸ γεγενημένον. Τοὺς τυφλούς παρέλκει κράζοντας, οὐ κενοδοξί
11)
visibile est, minorem rem expono, ut major et in- ρόν, προστίθημι τὸ καταδεέστερον, ἵνα τὸ μεῖζον καὶ
visibilis credatur.
VERS. 9. Insidiantes evitans non moratur iisdem
locis, sed frequenter immutat, odium ut facilius
placetur.
VERS. 14. Matthaus publicanus, qui et evange
ista, ingressu Christi honoratus, omnes publicanos
convocavit.
Vers. 13. Idco dicunt Pharisæi discipulis: Magister vester amicus publicanorum et peccatorum est,
volentes avertere illos ab eo.
VERS. 14. Quare Joannis discipulos objicientes
quod ejus discipuli non jejunarent, non vituperat
ut vane gloriosos, sed sponsi exemplum illis adfert?
Non vituperat per mansuetudinem; sponsum vero
proponit, illis in memoriam revocans Joannis verba,
cum dixit: Qui sponsam habet sponsus est. Quod
autem dicit tale est: Tempus meum et meæ vitæ
tempus, lætitiæ est illis occasio; venient auteni
dies quando ab illis auferetur sponsus.
VERS. 16. Quid est quod dicit, Nemo immittit
commissuram panni rudis in vestimentum velus?
Ostendit non factos esse validos adbuc discipulos;
et ita in praesentia obviis non oportet inrponere
præcepta onerosa.
VERS. 17. Utres et vinum proponit, quoniam de
gula sermo erat; ideo ab iisdem sumit exempla,
et quod nihil austerum præcipere oporteat nec grave
his qui incipiunt.
VERS. 20. Cur non palam hæmorrhoissa venit?
Quod impuram esse se putabat ob furum; atque
etiam quod convenientem non habebat de illo opinionem, nam latere non pufasset. Ille autem non permisit eam latere, ut primum timorem ejus solveret;
secundo ut corrigeret eam, quoniam latere putaverat; tertio ut fdem ejus publicam faceret; quarto
autem, ut archisynagogum credentem efficeret circa
resurrectionem filiæ; nam tunc illum iste implora -
bat.
VERS. 22. Ne latens angustiaretur, et ut ſidem
publicam faceret; et morbum comprimere non mi
nus est quam perspicere.
VERS. 25. De tibicinibus in domo archisynagogi
memoratur, ut in hoc quoque palam ostendatur archisynagogorum insania.
Lamentantes et tibicines a domo expulit, ut indignos qui miraculi testes essent. In domo archisynagogi foras omnes emisit, et discipulos solos
admisit ad prodigium videndum; docens nos ut
gloriam quæ a multis venit vitemus, et discipulos
animo firmiores faciens.
VERS. 24. Non mortus est puella, sed dormit.
Ostendunt hæc verba mortem non esse nunc meLuendam.
Ideo jubet ut illi detur manducare, ne videatur
phantasiam esse quod factum est. (Pertinet ad Marcum, v. 43.)
VERS. 27. Cacos attrahit clamantes, non per
ἀφανὲς πιστευθή.
Ἐκκλίνων τοὺς ἐπιβουλεύοντας, οὐκ ἐπιμένει τας
τόποις, ἀλλὰ συχνά μετανίσταται, διδοὺς ὑποχωρεῖν
τὸν φθόνον.
Ο Ματθαίος τελώνης, ὃς καὶ εὐαγγελιστὴς καὶ
λωπιζόμενος τῇ εἰσόδῳ Χριστοῦ, πάντας τοὺς τελώνες
συνεκάλεσεν.
Διὰ τοῦτο λέγουσιν οι Φαρισαίοι τοῖς μαθηταίς,
ὅτι Ο διδάσκαλος ὑμῶν φίλος τελωνῶν καὶ άμαςτωλῶν ἐστι, βουλόμενοι ἀποχωρῆσαι αὐτοὺς ἀπ' τὰ
του.
Τίνος ένεκεν τοὺς Ιωάννου μαθητὰς ἐγκαλούνται;
ὅτι μαθηταὶ αὐτοῦ οὐ νηστεύουσιν, οὐκ ἐπιτιμῇ ὡς
κενοδόξους, ἀλλὰ νυμφίου μέμνηται; Οὐκ ἐπιτιμή ν
β ἐπιείκειαν· νυμφίου δὲ μέμνηται ἀναμιμνήσκων
αὐτοὺς τῶν Ἰωάννου βημάτων, δι' ὧν ἔλεγον· Ο
ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· δ δὲ λέγε:,
οὐτόν ἐστιν· Ο καιρὸς ὁ ἐμὸς καὶ τῆς ἐμῆς διαγω
γῆς, χαρᾶς ἐστιν αὐτοῖς ὑπόθεσις· ἐλεύσονται δ
ἡμέραι ὅταν ἀπ' αὐτῶν ἀρθῇ ὁ νυμφίος.
Κ
Τί ἐστιν ὁ λέγει, ὅτι οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα
ράκους ἀγγάρου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ; Δηλῶν ὅτι
οὔπω γεγόνασιν ἰσχυροί οἱ μαθηταί· οὕτω δὲ ἄρτ
διακειμένους, οὐ χρὴ ἐπιτιθέναι επιτάγματα βαροῦντα.
Ασκῶν μέμνηται καὶ οίνου, ἐπειδὴ περὶ γαστρ
μαργίας ἦν ὁ λόγος· διὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἱπ·
βάνει τὰ ὑποδείγματα· καὶ ὅτι οὐδὲν αὐστηρὸν ἐπι
τάττειν χρὴ καὶ βάρος ἔχον τοῖς ἀρχομένοις.
Διὰ τί μὴ φανερῶς ἡ αἱμορροούσα ἦλθεν; Τ
ἀκάθαρτος εἶναι νομίζουσα διὰ τὴν φύσιν· ἔτι δὲ καὶ
την προσήκουσαν περὶ αὐτοῦ μὴ ἔχουσα δόξαν, ἐπὶ
οὐκ ἂν ἐνόμισε λανθάνειν· οὐκ ἀφῆκε δὲ αὐτὴν ἐν
θεῖν, ἵνα πρῶτον μὲν λύσῃ αὐτῆς τὸν φόβον δεύτερη
Ένα διορθώσηται ταύτην, ἐπειδὴ ἐνόμισε λανθάνειν'
τρίτον ἵνα τὴν πίστιν αὐτῆς δημοσιεύσῃ· τέταρτ
δὲ ἵνα καὶ τὸν ἀρχισυνάγωγον πιστὸν ποιήσῃ περί
τὴν ἀνάστασιν τοῦ παιδός· τότε γὰρ αὐτὸν ἐζήτει.
Ἵνα μὴ ἀγωνιᾷ κεκλοφυΐα, καὶ ἵνα δημοσιεύ
τὴν πίστιν· καὶ τὸ στῆσαι δὲ τὴν νόσον, οὐκ εἰς
τον τοῦ νοῆσαί ἐστιν.
Εμνήσθη τῶν αὐλητῶν ἐν τῷ ἀρχισυναγώγῳ, ένα
καὶ ἐν τούτῳ δημοσιεύσῃ τὴν τῶν ἀρχισυναγώ, με
ἄνοιαν.
Τοὺς θρηνοῦντας καὶ αὐλοῦντας ἔξω τῆς οὐσίας
ἐξέβαλεν, ὡς ἀναξίους αὐτοὺς τοῦ θαύματος κρίση
εἶναι. Ἐπὶ τοῦ ἀρχισυναγώγου πάντα ἐξέβαλεν ἔξο
τοὺς δὲ μαθητὰς μόνους εἰσήνεγκεν ὁρᾶν τὸ θαῦμα
διδάσκων ἡμᾶς τὴν παρὰ τῶν πολλῶν διακρούεσαι
δόξαν, τοὺς μαθητὰς δὲ προθυμοτέρους ποιών.
Τό, Οὐ τέθνηκεν, ἀλλὰ καθεύδει, λέγειν, όπ
κνύει ὅτι οὐ φοβερὸς ὁ θάνατος ἀπὸ τοῦ νῦν.
Διὰ τοῦτο κελεύει αὐτῇ δοθῆναι φαγείν, ἵνα μὴ
δόξῃ φαντασία εἶναι τὸ γεγενημένον.
Τοὺς τυφλούς παρέλκει κράζοντας, οὐ κενοδοξί
|
Распознавание текста
col. 1099–1100page 38 of 200
PG 106:1099ἀλλ' ἵνα δείξῃ τὸ πιστὸν αὐτῶν. Κατηγορία Ἰουδαίων καὶ τοῦτο ἦν, τὸ ἐξ ἀκοῆς μόνης ζητεῖν τὴν ἴασιν τοῖς τυφλοῖς· ἤκουον γὰρ περὶ τοῦ Χριστοῦ οὕτω ἐκεῖνοι δὲ καὶ ἔβλεπον καὶ οὐκ ἐπίστευον. Υἱὸν Δαβὶδ οἱ τυφλοί εκάλουν, διότι τιμῆς εἶναι τὸ όνομα ἐδόκει. Δευτέραν ἐρώτησιν προσάγει πρὸς αὐτοὺς, οὐ δου ξομενῶν, ἀλλὰ σπουδάζων ἱκετεύεσθαι πολλάκις ἵνα μὴ νομίσῃ τις τοῦτον ὡς φιλότιμον ὄντα ἐπιπη δὲν τοῖς θαύμασιν. Ὅτε τὸ μεῖζον αὐτὸν ἐκάλεσαν ὄνομα ᾐτοῦντο Κύ ριον, τότε ἰᾶται αὐτοὺς, εφελκόμενος εἰς τοῦτο πιο στεύειν τοὺς ἀκούοντας. Παραγγέλλει μηδενὶ εἰπεῖν διὰ τὸ ἄτυφον καὶ ἀκενόδοξον. Η κώφευσις οὐκ ἦν φυσικὴ ἀσθένεια, ἀλλὰ ἐκ δαίμονος ἐπιβουλής. ΚΕΦΑΛ. Γ. Διὰ τί Σίμωνα λέγει τὸν λεγόμενον Πέτρον; καὶ διὰ τί Ἰάκωβον τὸν ᾿Αλφέου; Οτι ἦν καὶ ἄλλος Σίμων καὶ ἄλλος Ιάκωβος. ἵνα μὴ ἐπαρθῶσιν ὑπὸ τῶν γινομένων ὑπ' αὐτ τῶν θαυμάτων, εἶπεν· Δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε. Τί γὰρ ἡ ῥάβδος κωλύει πρὸς τὸ κήρυγμα; ἢ ποία ἁμαρτία ἦν ἡ τῆς ῥάβδου κράτησις; ᾿Αλλὰ τὸ τραχὺ τῆς παιδείας τῇ ράβδῳ παρεικάζων, απαγορεύει τέως τῷ σκληρῷ τῆς παιδείας μὴ χρᾶσθαι παρὰ τὴν ἀρχὴν τῆς διδασκαλίας· ὅτι δὲ ἐπὶ ῥάβδου λαμ βάνεται τὸ αὐστηρὸν τῆς παιδείας, μαρτυρησάτω μοι Παῦλος· ἀκούσας γὰρ ἐν Κορίνθῳ τινὰς ἁμαρτ τήσαντας, γράφει λέγων· Τί θέλετε; ἐν ῥάβδο ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πραό τητος; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος τους νεωστί προσελθόντας αὐτῷ ἀνθρώπους, οὐ πρότερον νηστεύειν ἐπιτρέπει, ἀλλὰ πρότερον πιστεύειν καὶ τότε νησ στεύειν· ὅθεν ἐγκαλούμενος ὑπὸ τῶν Φαρισσίων διὰ τί οἱ Ἰωάννου μαθηταὶ νηστεύουσι, προσφόρως καὶ ἁρμοζόντως ἀποκρίνεται λέγων· Οὐδεὶς ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ράκους ἀγράφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· εἰ δὲ μή γε, πλεῖον σχίσμα γίνεται. Ιμάτιον παλαιὸν, τὸν ἐν τῇ παλαιότητι παραβάσεως τοῦ ἀρχαίου Αδάμ γεννηθέντα ἄνθρωπον λέγει· καινὸν δὲ ῥάκος, το νεαρὸν κήρυγμα τῆς νηστείας· ἐὰν γὰρ θελήσῃς τῷ παλαιωθέντι ἐν τῇ ἁμαρτία Ελληνι πρῶτον ἐπιβάλλειν τὸ νεαρὸν κήρυγμα τῆς νηστείας, πλέον σχίζει ται ήπερ συνάπτεται, πλέον χωρίζεται τῆς ἐκκλησίας. Τό, Αξιος εργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, διὰ τὸ ἐκ τῶν ἰδίων μαθητῶν τρέφεσθαι· λέγει γὰρ αὐτουςτοὺς ἀποστόλους δηλονότι. Γὲ μὴ οἰκίαν ἐξ οἰκίας ἀμείβειν, ἕνεκα τοῦ μὴ δοξομανεῖν εἴρηται, ἢ τοῦ μὴ λυπεῖσθαι τὸν καταλιμπανόμενον. Τὸ ἐκτινάσσειν τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν αὐτῶν ἐπετέτακτο καὶ ἐπράττετο αὐτοῖς, ἢ ὥστε δεῖξαι μηδὲν λαβεῖν αὐτοὺς παρ' αὐτῶν μηδὲ βούλεσθαι
ἀλλ' ἵνα δείξῃ τὸ πιστὸν αὐτῶν. Κατηγορία Ἰουδαίων vanam gloriam, sed ad ostendendam eorum dem.
καὶ τοῦτο ἦν, τὸ ἐξ ἀκοῆς μόνης ζητεῖν τὴν ἴασιν
τοῖς τυφλοῖς· ἤκουον γὰρ περὶ τοῦ Χριστοῦ οὕτω·
ἐκεῖνοι δὲ καὶ ἔβλεπον καὶ οὐκ ἐπίστευον.
Υἱὸν Δαβὶδ οἱ τυφλοί εκάλουν, διότι τιμῆς εἶναι τὸ
όνομα ἐδόκει.
Δευτέραν ἐρώτησιν προσάγει πρὸς αὐτοὺς, οὐ δου
ξομενῶν, ἀλλὰ σπουδάζων ἱκετεύεσθαι πολλάκις·
ἵνα μὴ νομίσῃ τις τοῦτον ὡς φιλότιμον ὄντα ἐπιπηδὲν τοῖς θαύμασιν.
Ὅτε τὸ μεῖζον αὐτὸν ἐκάλεσαν ὄνομα ᾐτοῦντο Κύ
ριον, τότε ἰᾶται αὐτοὺς, εφελκόμενος εἰς τοῦτο πιο
στεύειν τοὺς ἀκούοντας.
Παραγγέλλει μηδενὶ εἰπεῖν διὰ τὸ ἄτυφον καὶ
ἀκενόδοξον.
Η κώφευσις οὐκ ἦν φυσικὴ ἀσθένεια, ἀλλὰ ἐκ
δαίμονος ἐπιβουλής.
Διὰ τί Σίμωνα λέγει τὸν λεγόμενον Πέτρον; καὶ
διὰ τί Ἰάκωβον τὸν ᾿Αλφέου; Οτι ἦν καὶ ἄλλος
Σίμων καὶ ἄλλος Ιάκωβος.
ἵνα μὴ ἐπαρθῶσιν ὑπὸ τῶν γινομένων ὑπ' αὐτ
τῶν θαυμάτων, εἶπεν· Δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν
δότε.
Condemnatio Judæorum id quoque erat, quod solo
auditu qua·rerent curationem cæci. Sic enim de
Christo audierant; illi autem videbant et nou credehant.
Filium David cæci vocabant, quia bonoris nomen
esse videbatur.
VERS. 28. Secundam interrogationem ad hos dirigit, non per jactantiam, sed volens sæpius rogari;
ne quis putet illum ob laudis ambitionem miracula
patrare.
Quando majori illum vocarunt nomine, Dominum
supplicantes, tunc eos curat, adductus ad id ut crederent audientes.
VERS. 50. Præcipit nemini dicant per modestiam
et vanæ gloriæ aversionem.
Vans. 32. Mutismus non infirmitas erat physica,
sed e dæmonis artificio oriebatur.
CAPUT X.
VERS. 2. Cur Simnonem vocal, qui dicitur Petrus
et cur Jacobum Alphæi? Quia alter erat Simon et
aller Jacobus.
VERS. 8. Ne lucrifaciant ex miraculis ab ipsis
patratis, dicit: Gratis accepistis, gratis date.
VERS. 10. Quid enim virgam vetat babere ad
prædicationem, aut quæ culpa esset virgae possessio?
Scilicet severam institutionem virgæ conferens,
prohibet ne austera institutione utantur in principio
prædicationis. Quod autem in virga severitas institutionis adumbretur, testis mibi sit Paulus; audiens enim quosdam Corinthi peccavisse, scribit
dicens: Quid vultis? in virga veniam ad vos, aut in
charitate et spiritu mansuetudinis? Ob cam rem Dominus homines prima vice ad illum adeuntes, non
primum jejunare hortatur, sed primo credere, deinde
jejunare. Unde interrogatus a Pharisæis cur Joannis discipuli jejunent, congruam et convenienteri
responsionem dat dicendo: Nemo immittit commicsuram panni rudis in vestimentum velus; sin autem,
pejor scissura fit. Per vestimentum velus, hominem
in vetustate transgressionis antiqui Adam genitum
significat; per novum autem pannum, recens ista
jejunii prædicatio. Si enim volueris seni facto in
peccatis Graco primum injicere recentem jejunii
prædicationem, scinditur magis quam committitur,
magisque ab Ecclesia amovetur.
Τί γὰρ ἡ ῥάβδος κωλύει πρὸς τὸ κήρυγμα; ἢ ποία
ἁμαρτία ἦν ἡ τῆς ῥάβδου κράτησις; ᾿Αλλὰ τὸ τραχὺ
τῆς παιδείας τῇ ράβδῳ παρεικάζων, απαγορεύει
τέως τῷ σκληρῷ τῆς παιδείας μὴ χρᾶσθαι παρὰ
τὴν ἀρχὴν τῆς διδασκαλίας· ὅτι δὲ ἐπὶ ῥάβδου λαμβάνεται τὸ αὐστηρὸν τῆς παιδείας, μαρτυρησάτω
μοι Παῦλος· ἀκούσας γὰρ ἐν Κορίνθῳ τινὰς ἁμαρτ
τήσαντας, γράφει λέγων· Τί θέλετε; ἐν ῥάβδο
ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πραό
τητος; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος τους νεωστί προσελ
θόντας αὐτῷ ἀνθρώπους, οὐ πρότερον νηστεύειν
ἐπιτρέπει, ἀλλὰ πρότερον πιστεύειν καὶ τότε νησ
στεύειν· ὅθεν ἐγκαλούμενος ὑπὸ τῶν Φαρισσίων διὰ
τί οἱ Ἰωάννου μαθηταὶ νηστεύουσι, προσφόρως καὶ
ἁρμοζόντως ἀποκρίνεται λέγων· Οὐδεὶς ἐπιβάλλει
ἐπίβλημα ράκους ἀγράφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· εἰ
δὲ μή γε, πλεῖον σχίσμα γίνεται. Ιμάτιον παλαιὸν,
τὸν ἐν τῇ παλαιότητι παραβάσεως τοῦ ἀρχαίου Αδάμ
γεννηθέντα ἄνθρωπον λέγει· καινὸν δὲ ῥάκος, το
νεαρὸν κήρυγμα τῆς νηστείας· ἐὰν γὰρ θελήσῃς τῷ
παλαιωθέντι ἐν τῇ ἁμαρτία Ελληνι πρῶτον ἐπιβάλλειν τὸ νεαρὸν κήρυγμα τῆς νηστείας, πλέον σχίζει
ται ήπερ συνάπτεται, πλέον χωρίζεται τῆς Ἐκκλησίας.
Τό, Αξιος εργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ, διὰ τὸ
ἐκ τῶν ἰδίων μαθητῶν τρέφεσθαι· λέγει γὰρ αὐτοὺς
τοὺς ἀποστόλους δηλονότι.
Γὲ μὴ οἰκίαν ἐξ οἰκίας ἀμείβειν, ἕνεκα τοῦ μὴ
δοξομανεῖν εἴρηται, ἢ τοῦ μὴ λυπεῖσθαι τὸν καταλιμπανόμενον.
Τὸ ἐκτινάσσειν τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν αὐτῶν
ἐπετέτακτο καὶ ἐπράττετο αὐτοῖς, ἢ ὥστε δεῖξαι
μηδὲν λαβεῖν αὐτοὺς παρ' αὐτῶν μηδὲ βούλεσθαι·
Illud, Dignus est operarius cibo suo, quemque a
suis discipulis propriis alendum esse indicat; dicit
enim bos apostolos palam.
VERS. 12. Ne domum domo mutent monet, ut
nou jactantiam exhibeant, aut non doleat qui relictus esset.
VERS. 14. Excutere pulverem de pedibus ipsorum
præcipitur, et exercetur ab eis, sive ad ostendendum
eos nihil sibi accipere ex illis velle, sive ut sit testiРаспознавание текста
col. 1101–1102page 39 of 200
PG 106:1101ὥστε εἰς μαρτύριον αὐτοῖς γενέσθαι τῆς μακρές ὁδοιπορίας ἣν ἐβάδισαν δι' αὐτούς. Τό, Εκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν, ἢ, ὅτι οὐδὲν ἐλάβετε, φησίν, δείξατε· ἢ, ὅτι Δείξατε αὐτοῖς ὅτι μακρὰς ὁδοιπορήσατε δι' αὐτοὺς, κἂν οὐδὲν ὠφελήθησαν. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς. Τὸν Ἐγώ, ἀντὶ τοῦ, Ἐγὼ ὁ κραταιὸς καὶ δυνατός· ὅπερ ἀρκεῖ εἰς παρα μυθίαν. Τό, ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, τὴν ἡμερότητα αὐτῶν ἐμφαίνει, ἣν ἔχειν δεῖ διδασκόντων αὐτῶν. Καὶ τῆς περιστερᾶς τὴν ἁπλότητα λέγει αὐτοὺς φυλάττειν καὶ ἀκακίαν· καὶ κεράσαι βουλόμενο ταῦτα ἵνα γένηται ἀρετή, τὴν φρόνησιν τοῦ ὄρεις ἔχειν λέγει, εἰς τὸ τηρεῖν ὡς ἐκεῖνος τὴν κεφαλήν, ἤγουν τὴν πίστιν. Τὸ, Μὴ μεριμνήσητε τί λαλήσητε, τὸ θαῤῥεῖν εἰσάγει αὐτούς· ἀμαθεῖς γὰρ ἦσαν. Τὸ, Οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστιν, Ἕως οὗ ὑμᾶς καταλήψομαι· καὶ γὰρ ἤρχει εἰς παρα μυθίαν αὐτοῖς τὸ ἰδεῖν αὐτὸν καὶ μόνον. Τὸ, Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον, ἀπ τοῦ πλείονος τὸν λόγον δέξαι· τοῦτο γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· καὶ μάλιστα ἕως ἐστὶ δοῦλος ἢ μαθητής Πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκειακούς αὐτοῦ, εἶπεν ήγουν, ὑμᾶς· οὐκ εἶπεν δούλους, ἀλλ' οἰκειακούς πολλὴν πρὸς αὐτοὺς οἰκειότητα ἐπιδεικνόμενος, καὶ θαῤῥεῖν αὐτοὺς ποιῶν. Τὸ, Οὐδέν ἐστιν ἀπόκρυφον ὃ οὐ φανερωθήτε ται, πρὸς τοὺς ἀποστόλους λεγόμενον, τοιαύτην έχει τὴν διάνοιαν, ἀπὸ τοῦ, Εἱ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσι, λαβὸν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐννοίας· ἀντὶ τοῦ, Κωμῳδήσαντες ὑμᾶς πρότερον, ὕστερον γνωρίσουσιν οἵτινές ἐστε. Σπότος καὶ οὓς λέγει, οὐχ ὅτι εἰς τὸ οὖς καὶ ἐν σκοτία διελέγετο, ἀλλ' ὅτι, φησί, τὰ κρυπτώς δεν δασκόμενα μετὰ παρρησίας ἔσονται· τὸ δὲ, ἐπὶ τῶν δωμάτων, ἀντὶ τοῦ, εἰς τὴν οἰκουμένην τάση», λέγει. Δύο στρουθία ασταρίου πωλείται. Την Πρίνεται εἰσάγει, ὡς οὐδὲ ἐκεῖνα κρατηθήσονται, ἀγνοοῦντα τοῦ Θεοῦ, οὐχ ὅτι ἐνεργοῦντος αὐτοῦ πίπτουσιν εἰς παγίδα. Το, Καὶ αἱ τρίχες ὑμῶν ἠριθμημέναι εἰσί, τοῦτο σημαίνει, ὡς φιλεῖσθαι παρὰ Θεῷ καὶ γινώσκεσίαι καὶ προνοείσθαι. Οὐκ εἶπεν, ὅτι Ὁμολογήσει ἐμὲ, ἀλλ', Ἐν ἐμεῖ δεικνὺς ὅτι οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, ἀλλὰ τῇ ἄνω βοηθούν μενος χάριτι ὁμολογεῖ ὁμολογῶν Χριστόν. Περὶ τοῦ ἀρνουμένου οὐκ εἶπεν, Εμοί, ἀλλ᾽ Εμέ· ἔρημος γὰρ γενόμενός τις Θεοῦ οὕτως ἀρκεῖται τὸν Χριστόν. Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν
monium longi quod percurrerunt itineris propter 4
illos. Excutite pulverem de pedibus vestris, vel ut
ostendatis, dicit, vos nihil accepisse, vel ut significetis illis vos longum iter peragrasse propter illos,
etsi nihil profecerint.
VERS. 16. Ecce ego millo vos; Ego idem ac Ego
dominus et potens sonat; quod suflicit ad persuasionen.
lllud, Sicut oves in medio luporum, illorum mansuctudinem indicat, quain oportebat habere prædicantes.
Et columbæ simplicitatem illos servare et innoxietatem monet; et conjungere volens ista ut
virtus oriatur, prudentiam serpentis docet habere,
ut custodiant velut ille caput, id est fidem.
VERS. 19. Nolite cogitare quid loquamini. Ad animum sumendum ita cos excitat; nam illitterati
erant.
VERS. 23. Non consummabitis civitates Jprael, donec veniat Filius hominis, id est donec vos suscipiam. Nam sufficiebat ad persuadendos eos illum
vel solum videre.
VERS. 24. Non est discipulus super magistrum,
scilicet a majore verbum accipitur; hoc enim ut
plerumque contingit, et maxime quando est servus
aut discipulus.
VERS. 25. Quanto magis domesticos ejus, id est
vos: non dixit servos, sed domesticos, magnam
ὥστε εἰς μαρτύριον αὐτοῖς γενέσθαι τῆς μακρές
ὁδοιπορίας ἣν ἐβάδισαν δι' αὐτούς. Τό, Εκτινάξατε
τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν, ἢ, ὅτι οὐδὲν
ἐλάβετε, φησίν, δείξατε· ἢ, ὅτι Δείξατε αὐτοῖς ὅτι
μακρὰς ὁδοιπορήσατε δι' αὐτοὺς, κἂν οὐδὲν ὠφελή
θησαν.
Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς. Τὸν Ἐγώ, ἀντὶ τοῦ,
Ἐγὼ ὁ κραταιὸς καὶ δυνατός· ὅπερ ἀρκεῖ εἰς παρα·
μυθίαν.
Τό, ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, τὴν ἡμερότητα
αὐτῶν ἐμφαίνει, ἣν ἔχειν δεῖ διδασκόντων αὐτῶν.
Καὶ τῆς περιστερᾶς τὴν ἁπλότητα λέγει αὐτοὺς
φυλάττειν καὶ ἀκακίαν· καὶ κεράσαι βουλόμενο
ταῦτα ἵνα γένηται ἀρετή, τὴν φρόνησιν τοῦ ὄρεις
ἔχειν λέγει, εἰς τὸ τηρεῖν ὡς ἐκεῖνος τὴν κεφαλήν,
ἤγουν τὴν πίστιν.
Τὸ, Μὴ μεριμνήσητε τί λαλήσητε, τὸ θαῤῥεῖν
εἰσάγει αὐτούς· ἀμαθεῖς γὰρ ἦσαν.
Τὸ, Οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ,
ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστιν,
Ἕως οὗ ὑμᾶς καταλήψομαι· καὶ γὰρ ἤρχει εἰς παρα
μυθίαν αὐτοῖς τὸ ἰδεῖν αὐτὸν καὶ μόνον.
Τὸ, Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον, ἀπ
τοῦ πλείονος τὸν λόγον δέξαι· τοῦτο γὰρ ὡς ἐπὶ τὸ
πλεῖστον· καὶ μάλιστα ἕως ἐστὶ δοῦλος ἢ μαθητής
Πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκειακούς αὐτοῦ, εἶπεν
cu: eis familiaritatem ostendens, et animos ille G ήγουν, ὑμᾶς· οὐκ εἶπεν δούλους, ἀλλ' οἰκειακούς
auldens.
Vers. 26. Nihil est opertum quod non revelabitur,
dictum apostolis, talem significationem habet: ex
isto, Si me persecuti fuerint, et vos persequentur,
sumitur principium sententiæ, quasi diceret: Comtemuentes vos primum, postea cognoscent quinam
silis.
Vers. 27. Tenebras et aurem memorat, non quod
in aurem vel in tenebris discurratur, sed quod illa
quæ clam didicerunt cam libertate docturi sint;
super tecta, ldem est ac per universum orben.
πολλὴν πρὸς αὐτοὺς οἰκειότητα ἐπιδεικνόμενος, καὶ
θαῤῥεῖν αὐτοὺς ποιῶν.
Τὸ, Οὐδέν ἐστιν ἀπόκρυφον ὃ οὐ φανερωθήτε
ται, πρὸς τοὺς ἀποστόλους λεγόμενον, τοιαύτην έχει
τὴν διάνοιαν, ἀπὸ τοῦ, Εἱ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς
διώξουσι, λαβὸν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐννοίας· ἀντὶ τοῦ,
Κωμῳδήσαντες ὑμᾶς πρότερον, ὕστερον γνωρίσου
σιν οἵτινές ἐστε.
Σπότος καὶ οὓς λέγει, οὐχ ὅτι εἰς τὸ οὖς καὶ ἐν
σκοτία διελέγετο, ἀλλ' ὅτι, φησί, τὰ κρυπτώς δεν
δασκόμενα μετὰ παρρησίας ἔσονται· τὸ δὲ, ἐπὶ τῶν
δωμάτων, ἀντὶ τοῦ, εἰς τὴν οἰκουμένην τάση»,
λέγει.
VERS. 29. Duo passeres asse veneunt. ProvidenΔύο στρουθία ασταρίου πωλείται. Την Πρίνεται
tiam indicat, ita ut isti non capiantur, ignorante εἰσάγει, ὡς οὐδὲ ἐκεῖνα κρατηθήσονται, ἀγνοοῦντα
Deo, neque sine illius operatione in laqueos
cadant.
VERS. 50. Vestri capilli numerali sunt, significat
illos a Deo diligi, cognosci, et protegi.
VERS. 52. Non dixit, Confitebitur me, sed, In me;
ostendens hunc non propria virtute, sed supernæ
auxilio gratiæ confiteri, qui Christum confiteLgr.
VERS. 33. De negante non dixit, Mihi, sed, Me;
nam destitutus aliquis a Deo ita Christuin negat.
VERS. 54. Non veni pacem mittere, sed gladium.
τοῦ Θεοῦ, οὐχ ὅτι ἐνεργοῦντος αὐτοῦ πίπτουσιν εἰς
παγίδα.
Το, Καὶ αἱ τρίχες ὑμῶν ἠριθμημέναι εἰσί, τοῦτο
σημαίνει, ὡς φιλεῖσθαι παρὰ Θεῷ καὶ γινώσκεσίαι
καὶ προνοείσθαι.
Οὐκ εἶπεν, ὅτι Ὁμολογήσει ἐμὲ, ἀλλ', Ἐν ἐμεῖ
δεικνὺς ὅτι οὐκ οἰκείᾳ δυνάμει, ἀλλὰ τῇ ἄνω βοηθούν
μενος χάριτι ὁμολογεῖ ὁμολογῶν Χριστόν.
Περὶ τοῦ ἀρνουμένου οὐκ εἶπεν, Εμοί, ἀλλ᾽
Εμέ· ἔρημος γὰρ γενόμενός τις Θεοῦ οὕτως ἀρκεῖ·
ται τὸν Χριστόν.
Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν·
Распознавание текста
col. 1103–1104page 40 of 200
PG 106:1103νενοσηκὸς ἀπὸ τοῦ ὑγιαίνοντος, καὶ τὸ στασιάζον ἀπὸ τοῦ εἰρηνεύοντος λέγει. Τό, 'Ο φιλῶν πατέρα, καὶ τὰ ἑξῆς, τοῦτο λέγει ὅταν πλέον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν. Λουκᾶς λέγει, ὅτι Εἴ τις έρχεται πρός με, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ ἀπιτ στοῦντος τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· ἢ μὴ ἀπίστου ὄντος, ἀπαιτοῦντος δὲ πλέον φιλεῖν αὐτὸν ὑπὲρ Χριστόν, δεῖ, φησί, τοῦτον ἀποστρέφεσθαι. Τὸ, Οστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ μοι, τοῦτο δηλοῖ, τὸ πρὸς θάνατον εἶναι ἑτοίμους· ὡς ἐπὶ πολὺ γὰρ ὁ τῶν παλαιῶν θάνατος διὰ σταυροῦ ἦν, ὡς νῦν διὰ ξίφους. Τι, Ὁ εὐρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ. Ὁ φιλῶν αὐτὴν ἐν ἡδοναῖς, λέγει. Τό, Απολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ, Διὰ θανάτου στερηθεὶς αὐτῆς, λέγει. Τὸ, Ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφή του καὶ δικαίου, μισθὸν προφήτου λήψεται, τοῦτο λέγει, τὸ μὴ διὰ βιωτικήν προστασίαν δέξασθαι αὐτ τὸν, ἀλλὰ διότι προφήτης ἐστὶν, ἢ διότι δίκαιός ἐστι· τὸ δὲ, Μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ἄλλως ἔστι νοῆσαι· ἤ, οἷον αὐτὸς ὁ προφήτης μέλλοι λαμ βάνειν μισθόν προφήτην δὲ νοήσεις καὶ τὸν ψευδοπροφήτην. Τὸ ποτήριον τοῦ ὕδατος τοῦ ψυχροῦ, τούτου χάριν δέχεται, ἵνα καὶ τῶν πενήτων τὴν ἀφορμὴν ἐκκόψη, ὡς δύναται παρέχειν, καὶ τὴν προαίρεσιν γυμνώση αὐτῶν. ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'. Διὰ τοῦτο, μετὰ τὸ διδάξαι τοὺς μαθητάς, μετα ἐδη, φησίν, ἐκεῖθεν διδοὺς χώραν αὐτοῖς ἰᾶσθαι παρόντος γὰρ αὐτοῦ, οὐδεὶς ἂν ἐκείνοις ἠθέλησε προσελθεῖν πρὸς θεραπείαν. Διὰ ζηλοτυπίαν Ἰωάννου μαθητῶν πρὸς Χριστὸν ἐγένετο ἡ ἀποστολὴ παρὰ Ἰωάννου· καὶ τὸ ἐρωτῆσαι αὐτὸν τίς ἦν· εἶχον γὰρ τὸν μὲν Χριστὸν ψιλὸν ἄν θρωπον, τὸν δὲ Ἰωάννην κρείττονα ἢ κατὰ ἄνθρωπον· ἐπεὶ οὐκ ἐγίνωσκεν ἑαυτὸν παρεχόμενον, ἵνα ὠφελήσῃ αὐτούς· τούτου χάριν πέμπει δῆθεν αὐτὸς μαθεῖν, ἵν' ἐκεῖνοι μάθωσιν· οὔτε γὰρ τὸ σιγῆσαι Ἰωάννην περὶ τούτου καλὸν, οὔτε τὸ εἰπεῖν, Μεί ζων μου ἐστι, δυσαποστάτως ἔχοντες πρὸς Ἰωάν νην· διὰ τοῦτο καὶ ἐλθόντων αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν ἐθεράπευσεν. Διὰ τοῦ εἰπεῖν, Μακάριος ὃς οὐ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοὶ, ἔδειξε ὅτι καὶ τὰ ἀποῤῥητα οἶδε τῶν ἀπι στούντων. Διὰ τὸ μὴ ὑποπτεῦσαι τοὺς ὄχλους ὅτι πρότερον μαρτυρῶν ὁ Ἰωάννης περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὕστερον ἐρωτᾷ, Εἰ σὺ εἴ· τούτου χάριν λέγει ἀκουόντων τῶν ὄχλων· Τί ἐξήλθετε ἰδεῖν εἰς τὴν ἔρημον; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου; καὶ τὰ ἑξῆς· τοῦτο δὲ λέγει ὅτι ἑδραῖος ἐστι, καὶ οὐκ εὐρίπιστος ὡς κάλαμος. Περισσότερόν ἐστιν προφήτου, ὅτι ἐγγύς ἐστι τοῦ προφητευομένου καὶ πρόδρομος αὐτοῦ. Οἱ λέγοντας αὐτὸν μὴ μείζονα είναι προφητῶν ὡς ἀγνοοῦντα,
SCHOLIA VETERA IN MATTHÆBUM.
νενοσηκὸς ἀπὸ τοῦ ὑγιαίνοντος, καὶ τὸ στασιάζον Quod merlum infert pro curante, quod rebellatioἀπὸ τοῦ εἰρηνεύοντος λέγει.
Τό, 'Ο φιλῶν πατέρα, καὶ τὰ ἑξῆς, τοῦτο λέγει·
ὅταν πλέον τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ
ἐντολῶν. Λουκᾶς λέγει, ὅτι Εἴ τις έρχεται πρός με,
καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ ἀπιτ
στοῦντος τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· ἢ μὴ ἀπίστου ὄντος,
ἀπαιτοῦντος δὲ πλέον φιλεῖν αὐτὸν ὑπὲρ Χριστόν,
δεῖ, φησί, τοῦτον ἀποστρέφεσθαι.
Τὸ, Οστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ
ἀκολουθεῖ μοι, τοῦτο δηλοῖ, τὸ πρὸς θάνατον εἶναι
ἑτοίμους· ὡς ἐπὶ πολὺ γὰρ ὁ τῶν παλαιῶν θάνατος
διὰ σταυροῦ ἦν, ὡς νῦν διὰ ξίφους.
'0
Τι, Ὁ εὐρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ. Ὁ
φιλῶν αὐτὴν ἐν ἡδοναῖς, λέγει.
Τό, Απολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀντὶ τοῦ, Διὰ
θανάτου στερηθεὶς αὐτῆς, λέγει.
Τὸ, Ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφή
του καὶ δικαίου, μισθὸν προφήτου λήψεται, τοῦτο
λέγει, τὸ μὴ διὰ βιωτικήν προστασίαν δέξασθαι αὐτ
τὸν, ἀλλὰ διότι προφήτης ἐστὶν, ἢ διότι δίκαιός
ἐστι· τὸ δὲ, Μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ἄλλως
ἔστι νοῆσαι· ἤ, οἷον αὐτὸς ὁ προφήτης μέλλοι λαμβάνειν μισθόν προφήτην δὲ νοήσεις καὶ τὸν ψευδοπροφήτην.
Τὸ ποτήριον τοῦ ὕδατος τοῦ ψυχροῦ, τούτου χάριν
δέχεται, ἵνα καὶ τῶν πενήτων τὴν ἀφορμὴν ἐκκόψη,
ὡς δύναται παρέχειν, καὶ τὴν προαίρεσιν γυμνώση
αὐτῶν.
Διὰ τοῦτο, μετὰ τὸ διδάξαι τοὺς μαθητάς, μετα
ἐδη, φησίν, ἐκεῖθεν διδοὺς χώραν αὐτοῖς ἰᾶσθαι·
παρόντος γὰρ αὐτοῦ, οὐδεὶς ἂν ἐκείνοις ἠθέλησε
προσελθεῖν πρὸς θεραπείαν.
Διὰ ζηλοτυπίαν Ἰωάννου μαθητῶν πρὸς Χριστὸν
ἐγένετο ἡ ἀποστολὴ παρὰ Ἰωάννου· καὶ τὸ ἐρωτῆσαι
αὐτὸν τίς ἦν· εἶχον γὰρ τὸν μὲν Χριστὸν ψιλὸν ἄνθρωπον, τὸν δὲ Ἰωάννην κρείττονα ἢ κατὰ ἄνθρω
πον· ἐπεὶ οὐκ ἐγίνωσκεν ἑαυτὸν παρεχόμενον, ἵνα
ὠφελήσῃ αὐτούς· τούτου χάριν πέμπει δῆθεν αὐτὸς
μαθεῖν, ἵν' ἐκεῖνοι μάθωσιν· οὔτε γὰρ τὸ σιγῆσαι
Ἰωάννην περὶ τούτου καλὸν, οὔτε τὸ εἰπεῖν, Μείζων μου ἐστι, δυσαποστάτως ἔχοντες πρὸς Ἰωάν
νην· διὰ τοῦτο καὶ ἐλθόντων αὐτῶν ἐνώπιον αὐτῶν p
ἐθεράπευσεν.
Διὰ τοῦ εἰπεῖν, Μακάριος ὃς οὐ σκανδαλισθῇ
ἐν ἐμοὶ, ἔδειξε ὅτι καὶ τὰ ἀποῤῥητα οἶδε τῶν ἀπιστούντων.
Διὰ τὸ μὴ ὑποπτεῦσαι τοὺς ὄχλους ὅτι πρότερον
μαρτυρῶν ὁ Ἰωάννης περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὕστερον
ἐρωτᾷ, Εἰ σὺ εἴ· τούτου χάριν λέγει ἀκουόντων τῶν
ὄχλων· Τί ἐξήλθετε ἰδεῖν εἰς τὴν ἔρημον; κάλαμον
ὑπὸ ἀνέμου; καὶ τὰ ἑξῆς· τοῦτο δὲ λέγει ὅτι ἑδραῖος
ἐστι, καὶ οὐκ εὐρίπιστος ὡς κάλαμος.
Περισσότερόν ἐστιν προφήτου, ὅτι ἐγγύς ἐστι
τοῦ προφητευομένου καὶ πρόδρομος αὐτοῦ. Οἱ λέγοντὰς αὐτὸν μὴ μείζονα είναι προφητῶν ὡς ἀγνοοῦντα,
nem excitat pro pacificante dicit.
VERS. 37. Illud, Qui amat patrem, etc., interpretamur ita, quando magis amat quam Deum el
ejus mandata. Lucas dicit, quod Si quis venit ad.
me et non odit patrem suum, id est patrem syum
infidelem. Si vero non infidelis est, et exigit amari
magis quam Christum, oportet, inquit, illum aversari.
VERS. 38. Qui non accipit crucem suam et sequitur me, ostendit ad mortem paratos esse debere..
Ut enim plerumque priscorum mors per crucem
erat, nunc per gladium,
VERS. 37. Qui invenit animam suavi, ilem est ac
qui amat eam in voluptatibus.
Qui perdiderit animam suam, idem est ac qui
morte ea privatus est.
VERS. 41. Qui recipit prophetam in nomine pro
phetæ et justi, mercedem prophetæ accipiet, id est,
non propter terrestrem respectum recipit, sed
quia propheta aut justus est; mercedem propheta
qccipiet, eţ aliter intelligendum est: aut talem quæm
ipse propheta mercedem accipere deberet; prophe.
tam autem intelliges et pseudoprophetam.
VERS. 42. Calicem aquæ frigida mercedem accipit, ut pauperum miseriam exstirpet, quantum
præstare potest, et eorum voluntatem patefaciat.
CAPUT XI.
VERS. 1. Ideo postquam discipulos suos docuisset, transit inde, inquit, illis locum cedens ut curarent; præsente enim eo, nemo illos voluisset adire
in curationem.
VERS. 2. Per zelotypiam discipulorum Joaunis ad
Christum facta est a Joanne missio, ad interrogandum eum quis esset. Habebant enim Christum ut
merum hominem, Joannem vero majorem quam
secundum hominem. Cum non se cognoseret aptum
ad utilitɔtem ipsis præstandam, ideo mittit quasi
ut ipse discat, reipsa ut ipsi discant. Non enim si
Joannes de illo siluerit bonum fuisset, neque si
dixerit, Major me est, in Joannem fideles se ostendissent. Ideo venientibus illis, coram morbos sanavit.
VERS. 6. Dicendo, Beatus qui non scandalizatus
fuerit in me, ostendit se arcana quoque non credentium scire.
VERS. 7. Ne in suspicionem turbis incidat, quod
Joannes primum testimonium dans de Christo,
postea interrogat: An tu es Christus? ideo audientibus turbis dicit, Quid existis in desertum
videre? arundinem vento agitatam? et reliqua. Hoc
autem dicit, quia firmus est et non vento cedens
ut arundo
VERS. 7. Plus quam propheta est, quia vicinus
est prophetizati et illius præcursor. Qui dicunt
illum non majorem esse prophetis ut ignorantem,
Распознавание текста
col. 1105–1106page 41 of 200
PG 106:1105οὐκ οἴδασι τί λέγουσιν· οὐ γὰρ ἡγνόει, άλλα δια τοὺς μαθητάς· ἔπειτα κείνων όπῳ καὶ τὸν προςτ τευόμενον εἶδεν. Εγίνωσκεν Ἰωάννης ὅτι δεῖ παθεῖν τὸν Χριστόν όταν γὰρ λέγῃ αὐτὸν Ἀμνὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, τοῦτο αινιττόμενος λέγει· καὶ τὸ, Πνεύματι βαπτίσει ὑμᾶς, τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν διὰ τὴν Πεντηκοστήν αινίττεται. Τό, Οὐκ ἐγήγερται μείζων Ιωάννου ἐν γεννη τοῖς γυναικῶν, παρεληλυθότος ἐστὶ χρόνου, οὐ μέλο λοντος· ἵνα μή τις ὑποπτεύσῃ καὶ τῶν μετὰ ταῦτα ἀποστόλων κρείττονας εἶναι τοὺς παρεληλυθότας, συγκρίνει μόνον πρὸς αὐτόν. Το μικρότερον λέγειν τινα Ιωάννου, ἑαυτὸν λέγει μικρότερον κατὰ τὸν χρόνον, μικρότερον κατὰ τὴν τῶν πολλῶν δόξαν· τοῦτο δὲ λέγει μετὰ τὸ ἐγκωμιά. σαι αὐτόν· ἵνα μὴ ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἀσύγκριτος τῶν εγκωμίων παράθεσις ἐξαίρετον αὐτὸν δείξῃ, καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπαινοῦντος Χριστοῦ. Τίνα λέγων βασιλείαν; Τὴν πίστιν τὴν εἰς αὐτόν οὗτος γὰρ ὁ οὐράνιος βασιλεύς. Τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἶναί τινες λέγουσ τὴν ἐν οὐρανοῖς τῶν ἀξίων διαγωγήν· ἕτεροι δὲ τὴν ὁμοίαν τοῖς ἀγγέλοις τῶν σωζομένων κατάστασιν ἄλλοι δὲ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς θεϊκῆς ὡραιότητας, τῶν φορεσάντων τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου. Συνάγουσι δὲ τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ τὸ ἐμοὶ δοκοῦν, καὶ αἱ τρεῖς περὶ τούτου δόξαι· ἑκάστῳ γὰρ κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἐν αὐτοῖς κατὰ τὸ ποιόν τε καὶ ποιὸν δικαιοσύνης, ἡ μέλλουσα χάρις. Τό, Αὐτός ἐστιν Ηλίας ὁ μέλλων ἄρχεσθαι, οὐ μόνον νοοῖτο ὅτι ὁ λεχθεὶς ἐλεύσεσθαι, ἀλλ᾽ ὅτι, φησίν, ὥσπερ Ιωάννης πρόδρομος γέγους τῆς πρώτης αὐτοῦ παρουσίας, οὕτως Ἠλίας τῆς δεν τέρας ἔσται. Τό, 'Ο ἔχων ώτα ακουειν, ακουέτω, βουλομένων ἐστὶ διεγεῖραι τὴν γνώμην τῶν ἀκουόντων· καὶ διὰ τοῦτο αἰνιγματωδῶς λέγοντος. Τό, Πυλήσαμεν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, μηδεὶς ὡς κακέμφατον ἐπιλάβηται· ὡς πρὸς ἰδιῶτα γὰρ λέγει νοῦν. Μήτε ἐσθίων, μήτε πίνων, δηλαδη κρέα καὶ οἶ ναν· ἄνευ γὰρ τῶν ἄλλων ζῆν οὐκ ἠδύνατο. Τό, Ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς, τοῦτο λέγει, ὅτι εἰ καὶ οὐκ ἐπίστευσαν Ἰουδαῖα, ἐγκαλεῖν οὐκ ἔχουσιν αὐτῷ· καὶ γὰρ τὰ αὐτοῦ πάντα ἐπλήρωσεν· ὥστε τοῖς ἀναισχυντείν βουλομένοις, οὐδὲ σκιὰν καταλιπεῖν ἀφορμῆς· καὶ γὰρ εἰ καὶ μὴ Ἰουδαῖοι ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν, μήτε δι τῆς Ἰωάννου νηστείας καὶ τοῦ ἐρημικοῦ βίου, μηδὲ διὰ τῆς συγκαταβατικής διαίτης καὶ οἰκονομικῆς πολιτείας αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ· ἀλλ᾽ οὖν αὐτὸς ὁ πάντα σοφῶς ἐκτελῶν τῷ μηδὲν παραλιπεῖν τῶν συντελούντων εἰς ὄνησιν καὶ σωτηρίαν αὐτῶν, ἐδικαιώθη ἀπ' αὐτῶν· καὶ οὐκέτι λοιπόν έχουσιν αὐτῷ τι ἐγκαλεῖν· πάντα γὰρ ἐξεπλήρωσεν τὰ αὐτοῦ, μηδὲ σκιὰν αὐτοῖς ἀγνωμοσύνης ἢ ἀχα ριστίας καταλιπών,
nesciunt quod dicunt. Non enim ignorabat, sed οὐκ οἴδασι τί λέγουσιν· οὐ γὰρ ἡγνόει, άλλα δια
propter discipulos hoc finxit. Præterea multo major τοὺς μαθητάς· ἔπειτα κείνων όπῳ καὶ τὸν προςτ
prophetizatum vidit.
τευόμενον εἶδεν.
Cognoscebat Joannes oportere Christum pati; quando enim dicit eum Agnum qui tollit peccatum mundi,
hoc per allusionem loquitur; et cum dicit, in Spirits
vos baptizabil, alludit ad ea quæ post resurrectionem in Pentecoste facta sunt.
VERS. 11. Non surrexit major Joanne inter nalos
mulierum, praeterito de tempore est, non futuro; ne
quis suspicetur vel apostolis qui succedent, majores esse qui præterierant, de illo tantum pronuntiat.
Minorem quemdam dicendo aliquem Joanne,
seipsum minorem designat secundum tempus,
minorem secundum multorum opinionem. Hoc
autem dicit postquam illum laudaverit, ne magnitudo et insolita laudum propositio principalem
illum ostendat, vel ipso laudante Christo.
VERS. 12. Quodnam' dicit regnum? Fidem in
illum: ipse enim erat colorum rex.
Regnum cœlorum esse aliqui dicunt dignorum
in coslis conversationem; alii autem similem angelis salvalorum morationem; alii visionem ipsam
divinæ pulchritudinis, similitudine cœlestis indutis.
Consonant autem revera, ut mihi videtur, tres istæ
de hoc opiniones; cuique enim ad analogiam illius
In illis est quoad quale et quantum justitiæ, futura
est gratia.
VERS. 14. Illud, Ipse est Elias qui venturus est,
non solum intelligi debet quod hic de quo dictum
est venturus sit, sed quod sicut Joannes præcursor
fuit prioris Christi adventus, ita Elias posterioris
futurus sit.
VERS. 15. Qui habet aures audiendi audial. Vult per
hæc verba excitare audientium mentem, et idcirco
per parabolas loquitur.
Vens. 16. Cecinimus et non sallastis; istud nemo
ut improprium accipiat; nam ad assignatum senBum dicit.
VERS. 18. Neque mundurans neque bibens; evidenter carnem nec vinum; sine cæteris enim vivere
non potuisset.
VERs 19. Justificata est sapientia a fliis suis; hoc
dicit, quia si non crediderint Judæi, arguere illum
non eis licet. Etenim omnia pro sua parte implevit,
ita ut vel imprudenter se gerere volentibus ne
umbram quidem aversionis reliquerit. Nam si
Judæi non crediderint in Christum, non fuit propter
Joannis jejunium et silvestrem vitam, neque propter communis vitæ consuetudinem et familiarem
conversationem Domini illius Christi: sed igitur
hic qui omnia sapienter complebat, nihil omittendo
eorum quæ conferebant ad eorum utilitatem et
salutem, ab eis condemnatus est; et nihil omnino
habent quo illum arguant,nam omnia pro sua parte
implevit, ne umbram quidem eis ignorantia et ingratitudinis relinquens,
Εγίνωσκεν Ἰωάννης ὅτι δεῖ παθεῖν τὸν Χριστόν
όταν γὰρ λέγῃ αὐτὸν Ἀμνὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν
τοῦ κόσμου, τοῦτο αινιττόμενος λέγει· καὶ τὸ,
Πνεύματι βαπτίσει ὑμᾶς, τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν
διὰ τὴν Πεντηκοστήν αινίττεται.
Τό, Οὐκ ἐγήγερται μείζων Ιωάννου ἐν γεννη
τοῖς γυναικῶν, παρεληλυθότος ἐστὶ χρόνου, οὐ μέλο
λοντος· ἵνα μή τις ὑποπτεύσῃ καὶ τῶν μετὰ ταῦτα
ἀποστόλων κρείττονας εἶναι τοὺς παρεληλυθότας,
συγκρίνει μόνον πρὸς αὐτόν.
Το μικρότερον λέγειν τινα Ιωάννου, ἑαυτὸν λέγει
μικρότερον κατὰ τὸν χρόνον, μικρότερον κατὰ τὴν
τῶν πολλῶν δόξαν· τοῦτο δὲ λέγει μετὰ τὸ ἐγκωμιά.
σαι αὐτόν· ἵνα μὴ ἡ ὑπερβολὴ καὶ ἀσύγκριτος τῶν
εγκωμίων παράθεσις ἐξαίρετον αὐτὸν δείξῃ, καὶ
αὐτοῦ τοῦ ἐπαινοῦντος Χριστοῦ.
Τίνα λέγων βασιλείαν; Τὴν πίστιν τὴν εἰς αὐτόν·
οὗτος γὰρ ὁ οὐράνιος βασιλεύς.
Τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἶναί τινες λέγουσ
τὴν ἐν οὐρανοῖς τῶν ἀξίων διαγωγήν· ἕτεροι δὲ τὴν
ὁμοίαν τοῖς ἀγγέλοις τῶν σωζομένων κατάστασιν
ἄλλοι δὲ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς θεϊκῆς ὡραιότητας, τῶν
φορεσάντων τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου. Συνάγουσι
δὲ τῇ ἀληθείᾳ, κατὰ τὸ ἐμοὶ δοκοῦν, καὶ αἱ τρεῖς
περὶ τούτου δόξαι· ἑκάστῳ γὰρ κατὰ τὴν ἀναλογίαν
τῆς ἐν αὐτοῖς κατὰ τὸ ποιόν τε καὶ ποιὸν δικαιο
σύνης, ἡ μέλλουσα χάρις.
Τό, Αὐτός ἐστιν Ηλίας ὁ μέλλων ἄρχεσθαι,
οὐ μόνον νοοῖτο ὅτι ὁ λεχθεὶς ἐλεύσεσθαι, ἀλλ᾽ ὅτι,
φησίν, ὥσπερ Ιωάννης πρόδρομος γέγους τῆς
πρώτης αὐτοῦ παρουσίας, οὕτως Ἠλίας τῆς δεν
τέρας ἔσται.
Τό, 'Ο ἔχων ώτα ακουειν, ακουέτω, βουλομένων
ἐστὶ διεγεῖραι τὴν γνώμην τῶν ἀκουόντων· καὶ διὰ
τοῦτο αἰνιγματωδῶς λέγοντος.
Τό, Πυλήσαμεν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, μηδεὶς
ὡς κακέμφατον ἐπιλάβηται· ὡς πρὸς ἰδιῶτα γὰρ
λέγει νοῦν.
Μήτε ἐσθίων, μήτε πίνων, δηλαδη κρέα καὶ οἶ
ναν· ἄνευ γὰρ τῶν ἄλλων ζῆν οὐκ ἠδύνατο.
Τό, Ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς,
τοῦτο λέγει, ὅτι εἰ καὶ οὐκ ἐπίστευσαν Ἰουδαῖα,
ἐγκαλεῖν οὐκ ἔχουσιν αὐτῷ· καὶ γὰρ τὰ αὐτοῦ
πάντα ἐπλήρωσεν· ὥστε τοῖς ἀναισχυντείν βουλομέ
νοις, οὐδὲ σκιὰν καταλιπεῖν ἀφορμῆς· καὶ γὰρ εἰ καὶ
μὴ Ἰουδαῖοι ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν, μήτε δι
τῆς Ἰωάννου νηστείας καὶ τοῦ ἐρημικοῦ βίου, μηδὲ
διὰ τῆς συγκαταβατικής διαίτης καὶ οἰκονομικῆς
πολιτείας αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ· ἀλλ᾽ οὖν
αὐτὸς ὁ πάντα σοφῶς ἐκτελῶν τῷ μηδὲν παραλι
πεῖν τῶν συντελούντων εἰς ὄνησιν καὶ σωτηρίαν
αὐτῶν, ἐδικαιώθη ἀπ' αὐτῶν· καὶ οὐκέτι λοιπόν
έχουσιν αὐτῷ τι ἐγκαλεῖν· πάντα γὰρ ἐξεπλήρωσεν
τὰ αὐτοῦ, μηδὲ σκιὰν αὐτοῖς ἀγνωμοσύνης ἢ ἀχαριστίας καταλιπών,
Распознавание текста
col. 1107–1108page 42 of 200
PG 106:1107Το, Εξομολογοῦμαι σοι, Πάτερ, ἀντὶ τοῦ, Εὐχαριστῶ σοι, κεῖται· ὅτι Α, φησί, σοφοὶ οὐκ ἔγνωσαν, νήπιοι ταῦτα ἔγνωσαν, ήγουν οἱ ἀπόστολοι. Τό, Εγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου, ἀντὶ τοῦ, Πρεσέ σοι, κεῖται. Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός, λέγεται, ἵνα μὴ ἀντίθεος νομισθῇ. ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Ουδαμού φαίνεται λύων τὸ Σάββατον χωρὶς αἰτίας, ἵνα καὶ τὸν νόμον ἀναπαύσῃ, καὶ τοὺς Ἰουδαίους μὴ πλήξῃ, καὶ τὰ θαύματα τελέσῃ. Οταν μὴ ἐγκαλῆται ὁ πεποιηκώς, νόμος γίνεται ἡ ἀπολογία του τολμήματος· τοῦτο δὲ πρὸς τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως νοείται οὓς ἔφαγε Δαβίδ. Ἐν γὰρ τοῖς Σάββασι παντὸς ἔργου χειροκμήτου κεκωλυμένου, αὐτοὶ ἐν τῷ ἱερῷ οἱ ἱερεῖς ἐξυλοκό πουν, καὶ πῦρ ἧττον καὶ ἐκρεανόμουν. Διὰ τούτου τὴν αὐτοῦ ἰσχὺν καὶ πραότητα, καὶ τῶν Ἰουδαίων τὸ ἀσθενὲς ὑπογράφει, ὅτι ὡς κάλα μᾶς ἐστι συντετριμμένος ἐνώπιον αὐτοῦ, εἴ γε βούς λοιτο αὐτοὺς ἀφανίσαι· ἀλλὰ τέως οὐ κατάγει αὐτ τούς· καὶ λίνος δὲ τυρόμενος ὁ θυμὸς αὐτῶν ὁ ἀκατο άσχετος δηλωθείη ἄν. Ο τυφλὸς καὶ κωφὸς ἐκ τοῦ δαίμονος τοῦτο ἔπα θον· ἀλλ' ὁ Χριστὸς εἰς τὸ αὐτὸν ἰδεῖν, καὶ τὰ ἑαυ τοῦ ἀκοῦσαι, ὀμμάτωσε καὶ ἀκοῦσαι παρεσκεύασεν ἢ εἰς τὸ δοξασθῆναι Χριστόν. Οἱ ἀπόστολοι δηλονότι. Ελέγχοντες ὑμῶν τὴν ἀπιστίαν καὶ θριαμβεύοντες. Οὐχ ἡ δευτέρα, ἀλλ' ἡ πρώτη, ἐφ' ᾗ χαίρειν δέον καὶ ἀνυμνεῖν, ὑμεῖς ὀργίζεσθε καὶ διαβάλλετε. Τό, Ἐὰν μὴ δήσῃ τὸν ἰσχυρὸν, τὸν ἰσχυρὸν λέγει τὸν διάβολον, οὐκ ἐκ τῆς αὐτοῦ φύσεως, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀμελείας. 'Ο μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ, κατ' ἐμοῦ ἐστιν, σκοπόν ἔχει τοιοῦτον, ὅτι Ἐγὼ μὲν ἀρετὴν διδάσκω, οἱ δὲ δαίμονες τὰ ἐναντία τούτοις. Πῶς οὖν ὁ μὴ μετ' ἐμοῦ ὤν, ἐμοὶ συμπράττειν ἔμελλεν; Απροφασίστως· τοῦτο δῆλον ἀμετανοήτων μενόν τῶν ἑκατέρων· εἰ δή γε ἀξίαν τῆς ἁμαρτίας μετά νοιαν ἐπιδείξαιντο, ἀφεθήσεται· ὁ μὲν τὴν ἐκείνην δίκην ἦν καὶ ὑπέτεινε μόνην· ὁ δὲ ὤφλεν, τήν τε ἐνταῦθα καὶ τὴν ἐκεῖθεν. Αφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις ἡ εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἁμαρτία ἐν τῷ νῦν αἰῶνι· καὶ οὐ τίσουσιν ὑπὲρ αὐτῆς ἐνταῦθα δίκην, ἐν μέντοι τῷ μέλ. λοντι ἀποτίσουσιν· ἡ δ' εἰς τὸ Πνεῦμα βλασφημία, οὔτε ἐν τῷ νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι ἀφεθήσεται καὶ γὰρ ὅλη ἐστὶν ἡ τοιαύτη ἁμαρτία. Τῷ βλασφημοῦντι εἰς τὸ Πνεῦμα οὐκ ἀφεθήσεται· τοῦτο δὲ λέγει περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ τῶν σημείων ὧν ἐποίει· τὸ δὲ, Οὐκ ἀφεθήσεται οὔτε ἐν τῷ νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι, τοῖς μή μετανοοῦσι, λέγει. Το, Η ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρὸν, καὶ τὸν
SCHOLIA VETERA IN MATTH.EUM.
Το, Εξομολογοῦμαι σοι, Πάτερ, ἀντὶ τοῦ,
Εὐχαριστῶ σοι, κεῖται· ὅτι Α, φησί, σοφοὶ οὐκ
ἔγνωσαν, νήπιοι ταῦτα ἔγνωσαν, ήγουν οἱ ἀπόστολοι.
Τό, Εγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου, ἀντὶ
τοῦ, Πρεσέ σοι, κεῖται.
Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός, λέγεται,
ἵνα μὴ ἀντίθεος νομισθῇ.
Ουδαμού φαίνεται λύων τὸ Σάββατον χωρὶς αἰτίας,
ἵνα καὶ τὸν νόμον ἀναπαύσῃ, καὶ τοὺς Ἰουδαίους μὴ
πλήξῃ, καὶ τὰ θαύματα τελέσῃ.
Οταν μὴ ἐγκαλῆται ὁ πεποιηκώς, νόμος γίνεται
ἡ ἀπολογία του τολμήματος· τοῦτο δὲ πρὸς τοὺς
ἄρτους τῆς προθέσεως νοείται οὓς ἔφαγε Δαβίδ.·
Ἐν γὰρ τοῖς Σάββασι παντὸς ἔργου χειροκμήτου
κεκωλυμένου, αὐτοὶ ἐν τῷ ἱερῷ οἱ ἱερεῖς ἐξυλοκόπουν, καὶ πῦρ ἧττον καὶ ἐκρεανόμουν.
Διὰ τούτου τὴν αὐτοῦ ἰσχὺν καὶ πραότητα, καὶ
τῶν Ἰουδαίων τὸ ἀσθενὲς ὑπογράφει, ὅτι ὡς κάλα -
μᾶς ἐστι συντετριμμένος ἐνώπιον αὐτοῦ, εἴ γε βούς
λοιτο αὐτοὺς ἀφανίσαι· ἀλλὰ τέως οὐ κατάγει αὐτ
τούς· καὶ λίνος δὲ τυρόμενος ὁ θυμὸς αὐτῶν ὁ ἀκατο
άσχετος δηλωθείη ἄν.
Ο τυφλὸς καὶ κωφὸς ἐκ τοῦ δαίμονος τοῦτο ἔπαθον· ἀλλ' ὁ Χριστὸς εἰς τὸ αὐτὸν ἰδεῖν, καὶ τὰ ἑαυτοῦ ἀκοῦσαι, ὀμμάτωσε καὶ ἀκοῦσαι παρεσκεύασεν·
ἢ εἰς τὸ δοξασθῆναι Χριστόν.
Οἱ ἀπόστολοι δηλονότι.
Ελέγχοντες ὑμῶν τὴν ἀπιστίαν καὶ θριαμ
βεύοντες.
Οὐχ ἡ δευτέρα, ἀλλ' ἡ πρώτη, ἐφ' ᾗ χαίρειν δέον
καὶ ἀνυμνεῖν, ὑμεῖς ὀργίζεσθε καὶ διαβάλλετε.
Τό, Ἐὰν μὴ δήσῃ τὸν ἰσχυρὸν, τὸν ἰσχυρὸν
λέγει τὸν διάβολον, οὐκ ἐκ τῆς αὐτοῦ φύσεως, ἀλλ᾽
ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀμελείας.
'Ο μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ, κατ' ἐμοῦ ἐστιν, σκοπόν
ἔχει τοιοῦτον, ὅτι Ἐγὼ μὲν ἀρετὴν διδάσκω, οἱ δὲ
δαίμονες τὰ ἐναντία τούτοις. Πῶς οὖν ὁ μὴ μετ'
ἐμοῦ ὤν, ἐμοὶ συμπράττειν ἔμελλεν;
VERS. 25. Confleor tibi, Pater, pro, Gratias ago
tibi, adhibetur, quia quæ sapientes non cognoverunt, parvuli cognoverunt, id est apostoli.
VERS. 26. Ιllud, Fuit placitum ante te, pro, placuit tibi, apponitur.
VERS. 27. Omnia mihi tradita sunt a Patre, dicitur, ne Dei adversarius reputetur.
CAPUT XII.
✓ VERS. 1. Nullibi cernitur Sabbatum solvens sine
causa, ut legem cessare faciat, et Judaeos non læ:lat,
et miracula perficiat.
VERS. 4. Quando reprehenditur sic egisse, lex
fit apologia ejus audaciae; hoc autem intelligitur
de panibus propositionis quos David comedit.
Vers. 5. Nam in Sabbatis, omni nianuum opere
prohibito, ipsi in templo sacerdotes lignum secant, ignem incendunt, et carnes dividunt.
VERS. 20. Per hoc robur illius et mansuetudo,
et Judæorum debilitas adumbratur, quia ut arundo quassala coram illo sunt, si voluerit illos
destrucre, sed modo non illos dejicit. Linum
autein fumigans, cor eorum indocile intelligi
posset.
VERS. 22. Cæcus et mutus a dæmone hæc
patiebatur; sed Christus, ut videretur et audire
tur ab eo, visum et auditum ei præstitit, vel ut
Christum glorificaretur.
VERS. 27. Apostoli evidenter.
Condemnantes vestram incredulitatem et de
vobis triumphantes.
VERS. 28. Nou secundum, sed primum regnam
in quo lætari oportet et cantare, vos iraseimini
et rejicitis
VERS. 29. Nisi prius alligaverit fortem; fortem
diabolum iudicat, non ex ejus natura, sed ex nostra
negligentia.
VERS. 30. Qui non est mecum contra me est,
talem habet significationem: Ego quidem virtutem
doceo, dæmones vero contraria. Quomodo igitur
qui non est mecum, mecum operari deberet?
VERS. 31. Absque excusatione; illud evidenter
dum utrumque sine pœnitentia remanserit; si vero
dignam peccati poenitentiam exhibuerint, remittetur;
Απροφασίστως· τοῦτο δῆλον ἀμετανοήτων μενόντῶν ἑκατέρων· εἰ δή γε ἀξίαν τῆς ἁμαρτίας μετάνοιαν ἐπιδείξαιντο, ἀφεθήσεται· ὁ μὲν τὴν ἐκείνην
δίκην ἦν καὶ ὑπέτεινε μόνην· ὁ δὲ &; ὤφλεν, τήν illi quidem poenam in quam solam incurrit; huic
τε ἐνταῦθα καὶ τὴν ἐκεῖθεν.
Αφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις ἡ εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ
ἀνθρώπου ἁμαρτία ἐν τῷ νῦν αἰῶνι· καὶ οὐ τίσου
σιν ὑπὲρ αὐτῆς ἐνταῦθα δίκην, ἐν μέντοι τῷ μέλ.
λοντι ἀποτίσουσιν· ἡ δ' εἰς τὸ Πνεῦμα βλασφημία,
οὔτε ἐν τῷ νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι ἀφεθήσεται·
καὶ γὰρ ὅλη ἐστὶν ἡ τοιαύτη ἁμαρτία.
Τῷ βλασφημοῦντι εἰς τὸ Πνεῦμα οὐκ ἀφεθήσε
ται· τοῦτο δὲ λέγει περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ
τῶν σημείων ὧν ἐποίει· τὸ δὲ, Οὐκ ἀφεθήσεται
οὔτε ἐν τῷ νῦν οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι, τοῖς μή
μετανοοῦσι, λέγει. -
Το, Η ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρὸν, καὶ τὸν
autem quas debebat, pœnam in hoc sæculo, et pœnam in futuro.
Remittetur hominibus in Filium hominis peccatum
in hoc præsenti sæculo; et non pœnas de illo hic
luent, in futuro vero solvent; blasphemia autem
in Spiritum, neque in præsenti neque in futuro
remittetur; etenim universum est tale peccatum.
Blasphemanti in Spiritum non remittetur. Hoc
autem dicit de sancto Spiritu et signis quæ faciebat. Dicendo vero: Non remittelur neque in hec
seculo neque in futuro, de non penitentibus loquitur.
Vens. 33. Illud, Aut facile arborem malam, et
Распознавание текста
col. 1109–1110page 43 of 200
PG 106:1109καρπόν αὐτοῦ «πρόν· ἢ τὰ δένδρον καλόν, καὶ Αυς Ει τον καρπὸν αὐτοῦ καλόν, περὶ ἑαυτοῦ λέγει. Η διαβάλετε, φησί, τὰ σημεῖα καὶ τὸν ποιοῦντα ἰμί, ἢ ἀποδέξασθα· ἐπεὶ τοῦτο καὶ βαζ· καὶ μὴ λέγετε Ἐν τῷ Βεελζεβούλ ἐκβάλλεις τὰ δαιμόνια. Γεννήματα αυτούς καλος εχεινῶν, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς προγόνοις μέγα ἐφρόνουν· κακοὶ δὲ ὄντες ἀνήρων τοὺς προγόνους, ὡς ἐκεῖναι. Τό, Γενεά άπιστος καὶ μοιχαλίς, καὶ διὰ τοὺς αὐτῶν πατέρα; λέγει καὶ διὰ τοὺς ἐκείνους· ἐπίπ σαν γὰρ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῖς θαύμασιν· ἡπίστησαν δὲ καὶ αὐτοὶ ἀρτίω; μαχα λίδα δὲ λέγει αὐτοὺς συναγωγήν, ὅτι ἀφέντες τὸν Θεὸν οἱ πατέρες αὐτῶν ἐξεπόρνευσαν ἐν τοῖς δαίμοσιν· οὗτοι δὲ αὐτὸν παραγενόμενον προσδέξεσθαι οὐκ ἠθέλησαν. Τὸ λέγειν αὐτοῖς, ὅτι θὰ διαθήσεται ὑμῖν την μεῖον, εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ιωνά, τὴν τριήμερον ταφὴν καὶ ἀνάστασιν λέγει. Καρδίαν τῆς γῆς τὸν τάφον λέγει. Τοὺς Νινευΐτας λέγει κατακρίνει τὴν γενεὰν οὖν τῶν, ὅτι ἐκεῖ μὲν δοῦλος ἐκ κήτους καταστροφήν βαρβάροις μηδὲν θαῦμα ποιήσας ἐκήρυττεν, καὶ ὑπηκούετο· ὧδε Δεσπότης ἐκ θανάτου βασιλείαν εὐαγγελιζόμενος ἐννόμοις ἀνθρώποις μετά θαυμάτων ἐδίδασκεν, καὶ οὐκ εισηκούετο. Ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε. Εκεῖνος μὲν γὰρ περὶ δένδρων καὶ ξύλων καὶ φύσεώς τινος διελέγετο, οὗτος δ' ὑπὲρ ἀποῤῥήτων καὶ οὐρανίων μυστηρίων. Πῶς νοεῖται καὶ ποίᾳ διάνοια λέγει, ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ πονηρὸν ὅταν ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὰ ἑξῆς; Ο λέγει τοιού τόν ἐστιν, ὅτι Έλυτρωσάμην ὑμᾶς ἐξ εἰδώλων διὰ προφητῶν, τοῦ πνεύματος τοῦ ἀκαθάρτου διωχθέν τοῦ ἀφ' ὑμῶν, εἶτα τὸν οἶκον οὐκ ἐσαρώσατε· λοιπὸν πλειόνων κακών άξιοι γενήσεσθε. Διὰ τί ἐπιτιμᾷ πράως τῇ μητρὶ λέγων, Τίς ἐστιν ή μήτηρ μου; Καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; Πρῶτον μὲν τὴν διδασκαλίαν προτιμῶν τῶν γε νεῶν· ἔπειτα δὲ τῆς κενοδοξίας ἀπαλλάξαι βουλόμε καὶ τὴν μητέρα· ἐβούλετο γὰρ ἐπιδείξασθαι τῷ λαῷ ὅτι κρατεῖ αὐτοῦ καὶ ὑπακούεται· εἰ γὰρ μὴ τοῦτο ἦν, ἔδες εἰσελθοῦσαν ἀκούειν μετὰ τοῦ ὄχλου, ἕως ἂν τὸν λόγον καταπαύσῃ· ἔπειτα δὲ χρὴ ὁρᾷν τίς ἐστιν καὶ ὁ ἐπιτιμῶν, ὅτι Θεὸς καὶ Θεοῦ Υἱ ὅμως οὐδὲν ἔχει, ὅτι οὐκ εἴ μου μήτηρ, ἀλλὰ πρὸς τὴν εἰπόντα ἀποτείνεται λέγων· ἔπειτα καὶ διδύ σκει μὴ θαῤῥοῦντας συγγενείᾳ ἀμελεῖν ἀρετῆς καὶ διδασκαλίας. ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'. Τίνος χάριν ἐκάθισεν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ οὕτως ἐδίδασκεν; Βουλήμενος ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ καὶ μὴ κατα ἀπιν πάντας εἶναι, Περί τίνος λέγει, Καὶ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων του σπείρειν; Περὶ αὐτοῦ λέγει· σπέρμα μὲν ὁ θεῖος λόγος νοεῖται· καὶ τὸ μὲν παρὰ τὴν ὁδὸν, οἱ βάναυσοι
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTA ATATIS.
fractum ejus malum, qut facile arberem bonam, & καρπόν αὐτοῦ «πρόν· ἢ τὰ δένδρον καλόν, καὶ
et fructum εjus denum, de se ipsa dicit, Αυς
accusate, inquit, mea signa et me qui illa facio,
aut excipite; quoniam illud necessarium est, neque
dicatis: In Beelzebub ejicis dæmonia.
VERS. 34. les viperarum genimina vocat, quod
ob suos patres magna sendebant; sed cum mali
essent patres suos destruebant ut viperæ.
VERS. 39. Generatio incredula et adultera, de
gerum patribus et de ipsis dictum est. Nam non
çı ediderunt patres eorum in deserto prodigiis;
non crediderant ipsi nuperrime: adulteram vera
dicit eos esse synagogam, quia derelinquenfes
Deum patres eorum mechati erant in daemonibus;
isti autem illum advenientem recipere non volierant.
Signum non dabitur nisi signum Jonæ, dicitur
illis ad annuntiandum triun dierum sepulturam
et resurectionem.
Vess. 40. Cor terræ sepulcrum designat.
Veas. 41. Ninivitas dieit condemnatures illorum
generationem, quia illic quidem servus e celo egressus destructionem harbaris, nullum miraculum
faciens, prædicavit et auditus est; hic Dominus
e morte triumphans regnum evangelisans homipibus sub lege viventibus cum miraculis docuit
et nou obauditus est,
VERS. 42. Ecce plusquam Salomon hiç: ille
enim de arboribus, lignis et natura aliqua disgerobat, hic autem de arcanis et cœlestibus myste- ɑ
riis.
Yens. 43. Quomodo Intelligendum et explicancum quod dicit, Spiritus immundus et malus exierit
ab komine; et reliqua? Quod dicit tale est: Liberavi vos ex idolis per prophetas, spiritu immundo
expulso e vobis; deinde domum non scopis mundavistis: postremo majoribus malis digni effìciemini.
Vers. 18. Cur leniter matrem objurgat diceudo,
Que est malar meg? Ει qui sunt fratres mei?
Prime prædicationem anteponens fabilis, deinde
a vana gloria matrem eximere volens. Volebat
enim plebi ostendere ae illi dominari et ab illa obaudiri. Nisi enim illud foret, oporteret venientem
matrem audire cum turbe, donec loqui cesseve.
rit; deinde vero necesse est videre quis sit ille qui
objurgat, Deus nempe et Dei Filius; simul non
dicit, Minime mater mea es; sed ad loquentem fari
prosequitur. Demum docet ne cognationibus inflati,
virtutem et doctrinam negligamus.
CAPUT XIII.
VERS. 1. Quare sedit in navicula, et ita docebat? Volens omnes adversum se et non a tergo
habere.
Vens. 3. Cur dicit, et exiit qui seminat seminare!
Propter hoc dicit: semen quidem verbum divinum intelligitur; et quod juxta viam, desides et
τον καρπὸν αὐτοῦ καλόν, περὶ ἑαυτοῦ λέγει. Η
διαβάλετε, φησί, τὰ σημεῖα καὶ τὸν ποιοῦντα ἰμί,
ἢ ἀποδέξασθα· ἐπεὶ τοῦτο καὶ βαζ· καὶ μὴ λέγετε·
Ἐν τῷ Βεελζεβούλ ἐκβάλλεις τὰ δαιμόνια.
Γεννήματα αυτούς καλος εχεινῶν, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς
προγόνοις μέγα ἐφρόνουν· κακοὶ δὲ ὄντες ἀνήρων
τοὺς προγόνους, ὡς ἐκεῖναι.
Τό, Γενεά άπιστος καὶ μοιχαλίς, καὶ διὰ τοὺς
αὐτῶν πατέρα; λέγει καὶ διὰ τοὺς ἐκείνους· ἐπίπ
σαν γὰρ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῖς
θαύμασιν· ἡπίστησαν δὲ καὶ αὐτοὶ ἀρτίω; μαχα
λίδα δὲ λέγει αὐτοὺς συναγωγήν, ὅτι ἀφέντες τὸν
Θεὸν οἱ πατέρες αὐτῶν ἐξεπόρνευσαν ἐν τοῖς δαίμο
σιν· οὗτοι δὲ αὐτὸν παραγενόμενον προσδέξεσθαι
οὐκ ἠθέλησαν.
Τὸ λέγειν αὐτοῖς, ὅτι θὰ διαθήσεται ὑμῖν την
μεῖον, εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ιωνά, τὴν τριήμερον
ταφὴν καὶ ἀνάστασιν λέγει.
Καρδίαν τῆς γῆς τὸν τάφον λέγει.
Τοὺς Νινευΐτας λέγει κατακρίνει τὴν γενεὰν οὖν
τῶν, ὅτι ἐκεῖ μὲν δοῦλος ἐκ κήτους καταστροφήν
βαρβάροις μηδὲν θαῦμα ποιήσας ἐκήρυττεν, καὶ
ὑπηκούετο· ὧδε Δεσπότης ἐκ θανάτου βασιλείαν
εὐαγγελιζόμενος ἐννόμοις ἀνθρώποις μετά θαυμάτων
ἐδίδασκεν, καὶ οὐκ εισηκούετο.
Ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε. Εκεῖνος μὲν γὰρ
περὶ δένδρων καὶ ξύλων καὶ φύσεώς τινος διελέγετο,
οὗτος δ' ὑπὲρ ἀποῤῥήτων καὶ οὐρανίων μυστηρίων.
Πῶς νοεῖται καὶ ποίᾳ διάνοια λέγει, ὅτι τὸ
πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ πονηρὸν ὅταν ἐξέλθῃ
ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὰ ἑξῆς; Ο λέγει τοιού
τόν ἐστιν, ὅτι Έλυτρωσάμην ὑμᾶς ἐξ εἰδώλων διὰ
προφητῶν, τοῦ πνεύματος τοῦ ἀκαθάρτου διωχθέν
τοῦ ἀφ' ὑμῶν, εἶτα τὸν οἶκον οὐκ ἐσαρώσατε· λοιπὸν
· πλειόνων κακών άξιοι γενήσεσθε.
Διὰ τί ἐπιτιμᾷ πράως τῇ μητρὶ λέγων, Τίς ἐστιν
ή μήτηρ μου; Καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου;
Πρῶτον μὲν τὴν διδασκαλίαν προτιμῶν τῶν γενεῶν· ἔπειτα δὲ τῆς κενοδοξίας ἀπαλλάξαι βουλόμεκαὶ τὴν μητέρα· ἐβούλετο γὰρ ἐπιδείξασθαι τῷ λαῷ
ὅτι κρατεῖ αὐτοῦ καὶ ὑπακούεται· εἰ γὰρ μὴ τοῦτο
ἦν, ἔδες εἰσελθοῦσαν ἀκούειν μετὰ τοῦ ὄχλου, ἕως
ἂν τὸν λόγον καταπαύσῃ· ἔπειτα δὲ χρὴ ὁρᾷν τίς
ἐστιν καὶ ὁ ἐπιτιμῶν, ὅτι Θεὸς καὶ Θεοῦ Υἱ
ὅμως οὐδὲν ἔχει, ὅτι οὐκ εἴ μου μήτηρ, ἀλλὰ πρὸς
τὴν εἰπόντα ἀποτείνεται λέγων· ἔπειτα καὶ διδύ
σκει μὴ θαῤῥοῦντας συγγενείᾳ ἀμελεῖν ἀρετῆς καὶ
διδασκαλίας.
Τίνος χάριν ἐκάθισεν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ οὕτως
ἐδίδασκεν; Βουλήμενος ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ καὶ μὴ κατα
ἀπιν πάντας εἶναι,
Περί τίνος λέγει, Καὶ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων του
σπείρειν; Περὶ αὐτοῦ λέγει· σπέρμα μὲν ὁ θεῖος
λόγος νοεῖται· καὶ τὸ μὲν παρὰ τὴν ὁδὸν, οἱ βάναυσοι
j
Распознавание текста
col. 1111–1112page 44 of 200
PG 106:1111και βάθυμοι· εἰσὶ δὲ ἐν τῇ πέτρᾳ οἱ ἀσθενέστεροι, μόνον λαβόντες καὶ μὴ ἀναμοχλεύοντες εἰς τὸ δέξα σθαι· οἱ δ' ἐν ταῖς ἀκάνθαις, οἱ ἐν μερίμναις, Τίς ὁ καρποφορῶν τὰ ἑκατόν; τίς ὁ τὰ ἑξήκοντα; τίς ὁ τριάκοντα; Ἔστι δὲ ἑκατὸν, παρθενία· τὰ ἑξήκοντα, γάμος σεμνὸς καὶ σώφρων, μεριζόμενος μετὰ Χριστοῦ τὰ ὑπάρχοντα· τὰ δὲ τριάκοντα, ὁμοίως γάμος σεμνὸς καὶ σώφρων τὴν τρίτην διδούς μοίραν, προδήλως φυλαττομένων καὶ τῶν λοιπῶν ἀρετῶν. Δια τί νῦν μὲν ἐν παραβολαῖς διαλέγεται, ὅτε δὲ ἐπὶ τοῦ ὅρους ἐδίδασκεν οὐχ οὕτως; Ὅτι τότε μὲν ὄχλος ἄκακος ἦν, νῦν δὲ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι. Τό, "Οστις ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περιστ 12. σευθήσεται, καὶ τὰ ἑξῆς, δηλοῖ· Όταν τις προθυμίαν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ καὶ τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἅπαντα, Αὕτη ἡ παραβολὴ περὶ τῶν αἱρέσεων διαλαμπ βάνει. Η περὶ τῶν ζιζανίων παραβολή ή λέγουσα, ὅτι Ἐν τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχ θρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθε, ζιζάνια λέγει τοὺς αἱρετικούς· τοὺς δὲ ὑπνοῦντας, τοὺς ἱερεῖς· ὅτι δὲ ὥσπερ τὸ ζιζάνιον ἔοι κεν τῷ σίτῳ, οὕτως καὶ ἡ αἵρεσις τῇ ἀληθείᾳ· ὥστε διηνεκώς φυλακῆς δεῖ· ἄλλοι δὲ τὴν παραβολὴν ταύ τὴν εἰς τὰς ἐπιβουλὰς τῶν δαιμόνων ἐνενόησαν. *Οτε δὲ ἐβλάστησεν ό χόρτος, τότε ἐφάνη καὶ τὰ ζιζάνια. Παρὰ μὲν τῇ ἀρχῇ συσκιάζουσιν οι αἱρετικοὶ ἑαυτούς· ἐπ᾿ ἂν δὲ πολλὴν λάβωσι παρ ῥησίαν, τότε τὸν ἐὰν ἐκχέουσιν. Θερισμὸν νῦν τὴν συντέλειαν λέγει· ζιζάνια δὲ τοὺς αἱρετικοὺς, οὓς καὶ κωλύει ἀναιρεῖσθαι· οὐ μένα τοι γε μὴ περικόπτεσθαι αὐτῶν τὴν παῤῥησίαν καὶ τὰς συνόδους· καὶ ἀλλαχοῦ θερισμὸν τὴν ὑπακοὴν τῶν ἀκουσάντων, ὡς μὲν θερισμός πολύς, οἱ δὲ ἐρ γάται, ἤτοι οἱ διδάσκαλοι, ὀλίγοι· δώδεκα γὰρ ἦσαν οἱ μαθηταί. Οἱ θερισταὶ ἄγγελοί εἰσιν οἱ μισοῦντες τάς αἱρέ σεις, καὶ ἐκκόψαι αὐτὰς βουλόμενοι· τὸ δὲ, ἐκκό ψαι, δηλοῖ τὴν αὐτῶν σφαγήν· οὐκ ἐπιτρέπει δὲ ὁ Θεός, ἵνα μὴ πολέμων κινηθέντων, ἐν τῷ κατασφάττεσθαι αὐτοὺς ἀνάγκη πολλὴ καὶ τοὺς τοῦ σίτου, ἤχουν τοὺς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τῇ σφαγῇ ὑπο πίπτειν. Ἵνα οὖν τοῦτο μὴ γένηται, ἔτι δὲ καὶ διὰ τὸ ἐπιστρέψαι τοὺς αἱρετικούς, ἔστιν ὅτε ἴσως γέν νηται σἶτος τὰ ζιζάνια, παντελῶς ἐκώλυσε τὴν ἀναί ρεσιν αὐτῶν. Τό, Αναβλέψατε ότι αἱ χῶραι λευκαί εἰσιν, τὴν τελείαν ὑπακοὴν τῶν πιστευσάντων λέγει. ἔστι δὲ ὅτε θερισμόν τὴν συντέλειαν· ἔστι δὲ ὅπου καὶ θερισμὸν καὶ σπόρον αὐτὸ καλεῖ, πρὸς ἄλλο καὶ ἄλλο λαμβανόμενον. Κόκκον σινάπεως τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν λέξ γει, τὴν διὰ τοῦ κηρύγματος φανερωθεῖσαν· ἐπειδὴ σπόρον ἔχει τὸ λάχανον, τοῦτο αὐξηθὲν δὲ μεῖζον γίνεται τῶν λαχάνων· οὕτως καὶ ἐπὶ τοῦ κηρύγμα» τος πάντων οἱ ἀπόστολοι ἀσθενέστεροι ὄντες, ἐξ ἡπλωσαν τὸ κήρυγμα πανταχού.
και βάθυμοι· εἰσὶ δὲ ἐν τῇ πέτρᾳ οἱ ἀσθενέστεροι, segnes sunt; in petra autem imbecilliores, solum
μόνον λαβόντες καὶ μὴ ἀναμοχλεύοντες εἰς τὸ δέξα
σθαι· οἱ δ' ἐν ταῖς ἀκάνθαις, οἱ ἐν μερίμναις,
Τίς ὁ καρποφορῶν τὰ ἑκατόν; τίς ὁ τὰ ἑξήκοντα;
τίς ὁ τριάκοντα; Ἔστι δὲ ἑκατὸν, παρθενία· τὰ
ἑξήκοντα, γάμος σεμνὸς καὶ σώφρων, μεριζόμενος
μετὰ Χριστοῦ τὰ ὑπάρχοντα· τὰ δὲ τριάκοντα,
ὁμοίως γάμος σεμνὸς καὶ σώφρων τὴν τρίτην διδούς
μοίραν, προδήλως φυλαττομένων καὶ τῶν λοιπῶν
ἀρετῶν.
Δια τί νῦν μὲν ἐν παραβολαῖς διαλέγεται, ὅτε δὲ
ἐπὶ τοῦ ὅρους ἐδίδασκεν οὐχ οὕτως; Ὅτι τότε μὲν
ὄχλος ἄκακος ἦν, νῦν δὲ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι.
modo recipientes el non convitentes ad conservan,
dum; qui vero in spinis, curis anxiati.
VERS. 8. Quis fructum dedit centesimum?
quis sexagesimum? Quis tricesimum? Qui cen
tesinum, virginitas; qui seragesimum, matrimo
nium honorabile el castum dividens cum Christo quæ
possidet; qui tricesimum, etiam matrimonium honorabile et castum tertiam dans partein, modo
rite observentur reliquæ virtutes.
VERS. 40. Cur nunc quidem in parabulis loquitur, cum in monte nou tali modo docuerit? Quia
tunc turba innocens erat, nunc vero Scribæ sunt et
Pharisei.
Τό, "Οστις ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περιστ VERS. 12. Illud, Qui habet, dabitur ei et abκησευθήσεται, καὶ τὰ ἑξῆς, δηλοῖ· Όταν τις προθυ- dabil, et reliqua; ostendit alicui, dum favorem
μίαν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ καὶ τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ þabeat, danda esse a Deo quoque omnia.
ἅπαντα,
Αὕτη ἡ παραβολὴ περὶ τῶν αἱρέσεων διαλαμπ
βάνει.
Η περὶ τῶν ζιζανίων παραβολή ή λέγουσα, ὅτι Ἐν
τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχ
θρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου
καὶ ἀπῆλθε, ζιζάνια λέγει τοὺς αἱρετικούς· τοὺς δὲ
ὑπνοῦντας, τοὺς ἱερεῖς· ὅτι δὲ ὥσπερ τὸ ζιζάνιον ἔοικεν τῷ σίτῳ, οὕτως καὶ ἡ αἵρεσις τῇ ἀληθείᾳ· ὥστε
διηνεκώς φυλακῆς δεῖ· ἄλλοι δὲ τὴν παραβολὴν ταύ
τὴν εἰς τὰς ἐπιβουλὰς τῶν δαιμόνων ἐνενόησαν.
*Οτε δὲ ἐβλάστησεν ό χόρτος, τότε ἐφάνη καὶ
τὰ ζιζάνια. Παρὰ μὲν τῇ ἀρχῇ συσκιάζουσιν οι
αἱρετικοὶ ἑαυτούς· ἐπ᾿ ἂν δὲ πολλὴν λάβωσι παρ
ῥησίαν, τότε τὸν ἐὰν ἐκχέουσιν.
Θερισμὸν νῦν τὴν συντέλειαν λέγει· ζιζάνια δὲ
τοὺς αἱρετικοὺς, οὓς καὶ κωλύει ἀναιρεῖσθαι· οὐ μένα
τοι γε μὴ περικόπτεσθαι αὐτῶν τὴν παῤῥησίαν καὶ
τὰς συνόδους· καὶ ἀλλαχοῦ θερισμὸν τὴν ὑπακοὴν
τῶν ἀκουσάντων, ὡς μὲν θερισμός πολύς, οἱ δὲ ἐργάται, ἤτοι οἱ διδάσκαλοι, ὀλίγοι· δώδεκα γὰρ ἦσαν
οἱ μαθηταί.
Οἱ θερισταὶ ἄγγελοί εἰσιν οἱ μισοῦντες τάς αἱρέ
σεις, καὶ ἐκκόψαι αὐτὰς βουλόμενοι· τὸ δὲ, ἐκκόψαι, δηλοῖ τὴν αὐτῶν σφαγήν· οὐκ ἐπιτρέπει δὲ ὁ
Θεός, ἵνα μὴ πολέμων κινηθέντων, ἐν τῷ κατασφάτ
τεσθαι αὐτοὺς ἀνάγκη πολλὴ καὶ τοὺς τοῦ σίτου,
ἤχουν τοὺς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τῇ σφαγῇ ὑποπίπτειν. Ἵνα οὖν τοῦτο μὴ γένηται, ἔτι δὲ καὶ διὰ
τὸ ἐπιστρέψαι τοὺς αἱρετικούς, ἔστιν ὅτε ἴσως γέν
νηται σἶτος τὰ ζιζάνια, παντελῶς ἐκώλυσε τὴν ἀναί
ρεσιν αὐτῶν. Τό, Αναβλέψατε ότι αἱ χῶραι λευκαί
εἰσιν, τὴν τελείαν ὑπακοὴν τῶν πιστευσάντων λέγει.
ἔστι δὲ ὅτε θερισμόν τὴν συντέλειαν· ἔστι δὲ ὅπου
καὶ θερισμὸν καὶ σπόρον αὐτὸ καλεῖ, πρὸς ἄλλο καὶ
ἄλλο λαμβανόμενον.
Κόκκον σινάπεως τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν λέξ
γει, τὴν διὰ τοῦ κηρύγματος φανερωθεῖσαν· ἐπειδὴ
σπόρον ἔχει τὸ λάχανον, τοῦτο αὐξηθὲν δὲ μεῖζον
γίνεται τῶν λαχάνων· οὕτως καὶ ἐπὶ τοῦ κηρύγμα»
τος πάντων οἱ ἀπόστολοι ἀσθενέστεροι ὄντες, ἐξἡπλωσαν τὸ κήρυγμα πανταχού.
VERS. 18. Ipsa parabola de hæresilius tractal.
VERS. 25. Parabola de zizaniis dicta est, quia
cum dormirent homines, venit inimicus et seminavit zizania in medio tritici et abiit. Zizania
hæreticos designant; homines dormientes, sacerdotes; sed ut zizania similia sunt tritico, sic hæresis veritati, ita ut necesse sit perpetuo vigilare,
Alii autem hanc parabolam de insidiis dæmOAUM
intellexerunt.
VERS. 26. Cum autem crevisset herba, tunc apparuerunt et zizania. In principio quidem occulant
se hæretici, sed cum multam libertatem ceperint,
tunc venenum difundunt.
VERs. 30. Messem hic consummationem dicit;
zizania bæreticos, quos prohibet destrui, non autem
reprimni eorum libertatem et conventicula; et alibi
messem dicit audientium obsequium, ul, Messis
quidem multa, operarii autem, il est praedicatures,
pauci: duodecim enim erant discipuli.
Messores angeli sunt odientes bæreses, et volentes illas succidere; snocidere autem hæreticorum
destructionem siguißcat, Non autem permittit Deus,
ne in, bellorum turbationibus ad eos occidendos
magna angustia in triticum, id est, in eos qui fidem
tenent orthodoxam, recidat; ut erga talia non contingant, adde autem quando per conversionem
hæreticorum fit ut pariter zizania triticum fiant,
absolute probibuit eorum destructionem, Illud
Aspicile quoniam campi albi sunt, perfectum obsequium credentium ostendit; est autem quando
messis consummatin, et ubi messis semen ipsum
vocetur et pro alio el al´o sumatur,
Vers. 31. Granum sinapis regnum cœlorum
adumbrat, quod per prædicationem revelatum est.
Quoniam seminationem habet olus, cum crevit
majus fit oleribus; ita et in prædicatione omnibus
apostoli debiliores cum fuerint, quocunque pradi
cationem extenderunt,
Распознавание текста
col. 1113–1114page 45 of 200
PG 106:1113Τό, Ομοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ζύμη, ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἔκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτο τρία, ἕως οὗ ἐζυμώθη όλον. Ζύμη ὁ θεῖος λόγος ή ἐν τοῖς ἀποστόλοις, ο μεταστήσας πρὸς τὴν ἑαυτῶ δύναμιν τὸν πάντα κόσμον· ὥσπερ ἡ ζύμη προς τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν τὸ ἄλευρον· τρία δὲ σάτα, τί πολλὰ λέγει· ἐπὶ πλήθους γὰρ τὸν ἀριθμὸν είχε λαμβάνειν ἡ Γραφὴ πέφυκε· ἀλλὰ καὶ οἱ ἔξω, ὡς τό, ο Τρισμάκαρες Δαναοί. Ὅτι ἐν παραβολαῖς ἐλάλει αὐτοῖς, εἰς ἐρωτησιν αὐτοὺς προτρεπόμενος· ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ἠρώτησεν, ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπῆλθεν. Διὰ τί προσῆλθον αὐτῷ μετὰ παῤῥησίας ζητούντες τὴν λύσιν τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων; Ὅτι έξη ἤκουσαν· ὑμῖν δέδοται ἀκούειν τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας· καὶ διὰ τί κατ' ἰδίαν ἐρωτῶσιν; Οὐ τῷ πλήθει βασκαίνοντες, ἀλλὰ τὸν νόμον Χριστοῦ φυ λάττοντες τὸν λέγοντα, ὅτι αὐτοῖς οὐ δέδοται. Ὡς δεινοτέρας οὔσης τῆς τῶν ζιζανίων παραβολής, ταύ την ἐρωτῶσι· τὴν δὲ τοῦ σινάπεως καὶ τῆς ζύμης παρῆκαν. Χρὴ εἰδέναι, ὅτι ὅτε μὲν σπείρει, δι' ἐπι τοῦ σπείρει· λέγει γάρ. Ο σπείρων τὸ καλίτ σπέρμα, ἔστιν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου· ὅτε δὲ κα λάζει, διὰ τῶν ἀγγέλων τοῦτο ποιεῖ· οὕτω; δείκνυτ καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἐν τῷ σπείρειν, ήγουν το διδάσκειν, καὶ τὸ πρὸς τιμωρίαν ἡλλοτριωμένον. Διὰ τί, ἀναχωρησάντων τῶν ἔχλων, τοῖς μαθηταῖς ἐν παραβολαῖς διαλέγεται; Ἐπειδὴ σοφώτεροι ἐκ τῶν εἰρημένων ήδη παραβολῶν ἐγένοντο. Ἐν τῷ κολάζειν· μνήσθητι δὲ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τῶν Σοδομιτῶν τοῦτο ποιεῖ. Τίνος χάριν ἀλλαχοῦ οἱ δίκαιοι ἁρπάζονται πρώτ τοι, νῦν δὲ ὅτι μετὰ τὸ ἐμβληθῆναι τοὺς ἁμαρτωλούς εἰς κόλασιν, τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν; Αρπά ζονται μὲν πρῶτοι οἱ δίκαιοι ἐρχομένου Χριστοῦ εἰς ἀπάντησιν· παραγενομένου δὲ αὐτοῦ καὶ παραδοθέν των εἰς κόλασιν τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε εἰς βασιλείαν οὐρανῶν ἀπέρχονται οἱ δίκαιοι. Ο μαργαρίτης ὁ τίμιος ἔστιν ἀπὸ θαλάσσης, καὶ πολλῆς τιμῆς ἀξιός ἐστιν διὰ τὸ δυσεύρετον. Οὐ παρέχει βρῶσιν, ἀλλὰ καύχημα· οὐ παρέχει ποτε ἀπόλαυσιν, ἀλλ᾽ εὐδοξίαν πολλῶν χρημάτων ποιοῦσαν ὄγκον· οὗτος δ' ἐπικουφίζει το βάρος. βραχίων μεγάλα δύναται· καὶ σύντομος εἰς τὸ βασταχθῆ. και, καὶ εὐμετάθετος εἰς ἀποκατάστασιν, ῥᾳδίως κρύπτεται, καὶ δυσκόλως εὑρίσκεται. Οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· οὕτως ἐστὶν ὁ Θεὸς λό γος, ἐν βραχεῖ πολλὴν δύναμιν περιέχων σαφώς. Οὐ πρόκειται εἰς βρῶσιν· οὐ γάρ ἐστιν πρόσκαιρος οὐκ ἔστιν πενήτων χρῆσις, ἀλλὰ τῶν πλουτούντων ἐν γνώσει ἡ κατάληψις· οὐδεὶς αὐτὸν ἔχειν δύναται τῶν πτωχῶν ἐν ἀρετῇ· τελείων δὲ κτῆμα γίνεται Καὶ μετ' ὀλίγα· Ο μαργαρίτης λίθος ἐστὶν ἐκ σαρ κῶν γενόμενος, ὅτι ἐκ τῶν ὀστρέων προέρχεται. Τις οὖν μὴ πιστεύσειεν ὅτι καὶ Θεὸς ἐκ σώματος ἄν θρωπος γεγέννηται; ἐκεῖνον οὐχ ἡ συνουσία των κόγχων συνιστᾷ, ἀλλ᾽ ἡ τῆς ἀστραπῆς καὶ τοῦ ὕδα τος σύγκρασις· οὕτως καὶ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν τῇ Παρθένῳ ἐκ τῆς ἡδονῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
VERS. 33. Simile est regnum Dei fermento, quod
accipiens mulier abscondit in farinæ satis tribus,
donec fermentatum est totum. Fermentum divinum
verbum in apostolis est, quod penetrat per suam
virtutem universum mundum, velut fermentum
per suam vim farinam. Tria sala, pro multis dicuntur; pro multitudine enim hunc numerum sumere Scriptura suevit; sed etiam exteri, ut: «Ter
beati Danai. ›
VERS. 36. Cum in parabolis loquebatur eis,
interrogans ad eos se dirigebat; cum nullus interrogaret, dimittens eos abiit.
Cur ad illum adeunt cum libertate quærentes
explicationem parabole zizaniorum? Quia jam
audierant: Vobis datum est audire mysteria regni.
Et cur in particulari interrogant? Non quod multitudini inviderint, sed ut Christi legem servarent
dicentis aliis non esse datum. Tanquam de extranea magis zizaniorum parabola interrogant, parabolas vero sinapis et fermenti prætermittunt. Οportet scire quod quandoquidem seminat, per se seminat; dicit enim: Qui seminat bonum semen Filius
est hominis; quando autem castigat, per angelus
illud facit. Ostendit sic benignitatem in seminando,
id est in prædicando, et a pœnis sumendis aversionem.
Vers. 37. Cur, amotis turbis, discipulos in parabolis alloquitur? Quoniam sapientiores ex jam
dictis parabolis facti erant.
Vens. 42. In supplicio sumendo. Memento autem
quod in Abraham et Sodomitis idem fecerit.
VERS. 45. Quare alias justi adducuntur primi,
hic autem postquam præcipitati sunt peccatores
in condemnationen, tunc justi fulgebunt? Adducuntur prini justi venienti Christo obviam ituri;
astante autem illo et traditis ad supplicium peccatoribus, tunc in regnum cœlorum intrant justi.
VERS. 45. Margarita pretiosa a mari est, et niagni pretii æstimatur ob difficultatem inveniendi.
Non escam praebet, sed jactantiam; non potus
jucunditatem præbet, sed multarum divitiarum
famam, superbiam producentem. Eadem levis est
ponderis; parvaque cum sit, magna potest, et
præcisa ad transportandum, et mobilis ad restau•
randum in locum suum, facile absconditur, et
dificile invenitur. Ita est regnum coelorum; ita
est Deus Verbum in parvo magnam virtutem indubie possidens; non profertur ad escam, non
enim est momentaneum; non est pauperibus in
usum, sed in cognitione divitibus in possessionem; nullus eum habere potest virtute indigentium; perfectorum vero acquisitio fit. Et post
pauca. Margarita lapis est e carnibus ortus, qui
nempe ex ostreis provenit: quis ergo crederet
Deum quoque e carne hominem natum esse? Illam
non concharum coitus producit, sed fulguris et
aquæ commistio; ita et Christus conceptus est in
Virgine, ex operatione Spiritus sancti, produccnc
Τό, Ομοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ζύμη,
ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἔκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτο
τρία, ἕως οὗ ἐζυμώθη όλον. Ζύμη ὁ θεῖος λόγος ή
ἐν τοῖς ἀποστόλοις, ο μεταστήσας πρὸς τὴν ἑαυτῶ
δύναμιν τὸν πάντα κόσμον· ὥσπερ ἡ ζύμη προς
τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν τὸ ἄλευρον· τρία δὲ σάτα, τί
πολλὰ λέγει· ἐπὶ πλήθους γὰρ τὸν ἀριθμὸν είχε
λαμβάνειν ἡ Γραφὴ πέφυκε· ἀλλὰ καὶ οἱ ἔξω, ὡς
τό, ο Τρισμάκαρες Δαναοί.
Ὅτι ἐν παραβολαῖς ἐλάλει αὐτοῖς, εἰς ἐρωτησιν
αὐτοὺς προτρεπόμενος· ἐπειδὴ δὲ οὐδεὶς ἠρώτησεν,
ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπῆλθεν.
Διὰ τί προσῆλθον αὐτῷ μετὰ παῤῥησίας ζητούντες
τὴν λύσιν τῆς παραβολῆς τῶν ζιζανίων; Ὅτι έξη
ἤκουσαν· ὑμῖν δέδοται ἀκούειν τὰ μυστήρια τῆς
βασιλείας· καὶ διὰ τί κατ' ἰδίαν ἐρωτῶσιν; Οὐ τῷ
πλήθει βασκαίνοντες, ἀλλὰ τὸν νόμον Χριστοῦ φυλάττοντες τὸν λέγοντα, ὅτι αὐτοῖς οὐ δέδοται. Ὡς
δεινοτέρας οὔσης τῆς τῶν ζιζανίων παραβολής, ταύ
την ἐρωτῶσι· τὴν δὲ τοῦ σινάπεως καὶ τῆς ζύμης
παρῆκαν. Χρὴ εἰδέναι, ὅτι ὅτε μὲν σπείρει, δι' ἐπι
τοῦ σπείρει· λέγει γάρ. Ο σπείρων τὸ καλίτ
σπέρμα, ἔστιν ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου· ὅτε δὲ κα
λάζει, διὰ τῶν ἀγγέλων τοῦτο ποιεῖ· οὕτω; δείκνυτ
καὶ τὴν φιλανθρωπίαν ἐν τῷ σπείρειν, ήγουν το
διδάσκειν, καὶ τὸ πρὸς τιμωρίαν ἡλλοτριωμένον.
Διὰ τί, ἀναχωρησάντων τῶν ἔχλων, τοῖς μαθηταῖς
ἐν παραβολαῖς διαλέγεται; Ἐπειδὴ σοφώτεροι ἐκ τῶν
εἰρημένων ήδη παραβολῶν ἐγένοντο.
Ἐν τῷ κολάζειν· μνήσθητι δὲ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ
Ἀβραὰμ καὶ τῶν Σοδομιτῶν τοῦτο ποιεῖ.
Τίνος χάριν ἀλλαχοῦ οἱ δίκαιοι ἁρπάζονται πρώτ
τοι, νῦν δὲ ὅτι μετὰ τὸ ἐμβληθῆναι τοὺς ἁμαρτωλούς
εἰς κόλασιν, τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν; Αρπά
ζονται μὲν πρῶτοι οἱ δίκαιοι ἐρχομένου Χριστοῦ εἰς
ἀπάντησιν· παραγενομένου δὲ αὐτοῦ καὶ παραδοθέν
των εἰς κόλασιν τῶν ἁμαρτωλῶν, τότε εἰς βασιλείαν
οὐρανῶν ἀπέρχονται οἱ δίκαιοι.
Ο μαργαρίτης ὁ τίμιος ἔστιν ἀπὸ θαλάσσης, καὶ
πολλῆς τιμῆς ἀξιός ἐστιν διὰ τὸ δυσεύρετον. Οὐ
παρέχει βρῶσιν, ἀλλὰ καύχημα· οὐ παρέχει ποτε
ἀπόλαυσιν, ἀλλ᾽ εὐδοξίαν πολλῶν χρημάτων ποιού
σαν ὄγκον· οὗτος δ' ἐπικουφίζει το βάρος. Βραχι
ὢν μεγάλα δύναται· καὶ σύντομος εἰς τὸ βασταχθῆ.
και, καὶ εὐμετάθετος εἰς ἀποκατάστασιν, ῥᾳδίως
κρύπτεται, καὶ δυσκόλως εὑρίσκεται. Οὕτως ἐστὶν
ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν· οὕτως ἐστὶν ὁ Θεὸς λό
γος, ἐν βραχεῖ πολλὴν δύναμιν περιέχων σαφώς.
Οὐ πρόκειται εἰς βρῶσιν· οὐ γάρ ἐστιν πρόσκαιρος
οὐκ ἔστιν πενήτων χρῆσις, ἀλλὰ τῶν πλουτούντων
ἐν γνώσει ἡ κατάληψις· οὐδεὶς αὐτὸν ἔχειν δύναται
τῶν πτωχῶν ἐν ἀρετῇ· τελείων δὲ κτῆμα γίνεται
Καὶ μετ' ὀλίγα· Ο μαργαρίτης λίθος ἐστὶν ἐκ σαρ
κῶν γενόμενος, ὅτι ἐκ τῶν ὀστρέων προέρχεται. Τις
οὖν μὴ πιστεύσειεν ὅτι καὶ Θεὸς ἐκ σώματος ἄν
θρωπος γεγέννηται; ἐκεῖνον οὐχ ἡ συνουσία των
κόγχων συνιστᾷ, ἀλλ᾽ ἡ τῆς ἀστραπῆς καὶ τοῦ ὕδα
τος σύγκρασις· οὕτως καὶ ὁ Χριστὸς συνελήφθη ἐν
τῇ Παρθένῳ ἐκ τῆς ἡδονῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
Распознавание текста
col. 1115–1116page 46 of 200
PG 106:1115ἐκ τοῦ φυράματος αὐτῆς συστήσαντος τῷ Θεῷ τὴν πρόσληψιν. Ἐὰν μὴ πωλήσῃς, οὔτ᾽ ἂν πράξης πίστιν· ήγουν, Εἰ μὴ ἔχῃς ἐλεημοσύνην, οὐδὲ πίστις σε ὠφελήσει. Χρὴ γινώσκειν ὅτι διέστηκεν ή παραβολή της τα γήνης τῇ τῶν ζιζανίων· ἐκεῖ γὰρ διὰ αἵρεσιν ἀπόλο λυνται· καὶ οἱ πρὸ ταύτης τῆς παραβολῆς, λέγω δή, οἱ εἰς τὸν σπόρον, διὰ τὸ μὴ προσέχειν τοῖς λεγομές νοις· οὗτοι δὲ διὰ βίου πονηρίαν οἵτινες πάντων εἰσὶν ἀθλιώτεροι, τῆς μὲν γνώσεως ἐπιτυχόντες, οὐ δυνηθέντες δὲ δεόντως σωθῆναι. Δεῖ εἰδέναι ὅτι τοσαῦταί εἰσιν ὁδοὶ τῆς ἀπωλείας, ἢ διὰ τῆς πέτρης ἢ διὰ τῶν ἀκανθῶν, ἢ διὰ τῆς ὁδοῦ, ἡ διὰ τῶν ζιζανίων, ἢ διὰ τῆς σαγήνης· ἀλη θῶς ἄρα πλατεῖα ἐστιν ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν. Το Πᾶς Γραμματεύς, φησίν, μαθητευθείς τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οικοδεσπότῃ, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυρού αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. Γραμματέα λέγει τὸν εἰδότα τὸν νόμον, ὃν ἐπιγνόντα καὶ τὰ τῆς χάριτος εικάζει πλούσιον δυνάμενον ἔχειν πολλά· τὸ δὲ καινὰ καὶ παλαιὰ ἐκβάλλειν, ἀντὶ τοῦ, ἀπὸ τῆς Καινῆς καὶ Παλαιᾶς Γραφῆς διαλέγεσθαι, δύναται. Διὰ τί ἐν μὲν τῇ Καπερναούμ ἐποίησεν σημεία, ἐν δὲ τῇ πατρίδι, τὴν Ναζαρὲθ λέγω, οὐκ ἐποίησεν; Διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τὸ λέγειν αὐτούς Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτονος υἱός; Έξ ὧν καὶ ὁ Χριστός λέγει, ὅτι Πᾶς προφήτης ἐν τῇ οἰκείᾳ πατρίδι άτιμος. Οὐ δεῖ δὲ ἀπὸ τῶν εὐτελῶν γονέων κακίζειν τινάς· ἐπεὶ καὶ Δαβίδ, καὶ ᾿Αμώς, καὶ Μωϋσῆς, καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐξουδενωθήσονται. Διὰ τί ἐποίησεν μὲν σημεία, ὀλίγα δὲ πάνυ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ; ἵνα μὴ δόξῃ ὑπεροράν αὐτοὺς ὡς πολέμιος καὶ ἐχθρός· πολλὰ δὲ οὐκ ἐποίησεν ὡς ἐν Καπερναούμ, ἵνα μὴ αὐτοὺς ἀπιστοῦντας κατακρίνῃ μειζόνως. ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'. Αποθανόντος τοῦ Ἰωάννου ἢ καὶ παραδιδομένου, ὅτε ήκουσαν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πλείονας έχει μαθητάς ὁ Χριστὸς, διὰ τί κατιδίαν ἀνεχώρησεν; Ὅτι καιρὸς τοῦ πάθους οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἀνθρωπικώτερον διοικεῖ, μὴ βουλόμενος γνωσθήναι ὅτι ὁ Χριστός ἐστι· διδ καὶ τοῖς μαθηταῖς ἔλεγεν μηδενὶ εἰπεῖν, ὅτι ἐστιν ὁ Χριστός· μετὰ γὰρ τὴν ἀνάστασιν ἐβούλετο τούτο γενέσθαι γνωριμώτερον. Διὰ τί ἀεὶ οὐκ ἐν πολιτείᾳ ἡ ἀεὶ οὐκ ἐν ἐρημία διῆγε; Καὶ ἀεὶ μὲν ἐν πολιτεία οὐ διῆγεν ἢ ἐδίδασκεν, ἵνα μὴ κατηγορηθῇ ὡς μαχόμενος την πολι τείαν, καὶ ἀποσχίζων ἐκεῖθεν τους πολλούς. Διὰ τί οὐκ ἀπαιτεῖ πίστιν τοῖς ὄχλοις; Ὅτι τὸ παρακολουθεῖν καὶ τὸ ἐν ἐρημίαις ἔρχεσθαι καὶ τὸ προσκαρτερεῖν καὶ δίψης ἀνέχεσθαι, τὴν πίστιν αὐτ τόθεν γνώριμον ἔχει. Διὰ τί οὐκ εἶπεν, Δίδωμι αὐτοῖς φαγεῖν, ἀλλὰ, Υμεῖς δότε αὐτοῖς; Εἰρωνικώτερόν πως λέγων
ἐκ τοῦ φυράματος αὐτῆς συστήσαντος τῷ Θεῷ τὴν tis ex illius carne corpoream Deo assumptioπρόσληψιν.
Ἐὰν μὴ πωλήσῃς, οὔτ᾽ ἂν πράξης πίστιν· ήγουν,
Εἰ μὴ ἔχῃς ἐλεημοσύνην, οὐδὲ πίστις σε ὠφελήσει.
Χρὴ γινώσκειν ὅτι διέστηκεν ή παραβολή της τα
γήνης τῇ τῶν ζιζανίων· ἐκεῖ γὰρ διὰ αἵρεσιν ἀπόλο
λυνται· καὶ οἱ πρὸ ταύτης τῆς παραβολῆς, λέγω δή,
οἱ εἰς τὸν σπόρον, διὰ τὸ μὴ προσέχειν τοῖς λεγομές
νοις· οὗτοι δὲ διὰ βίου πονηρίαν οἵτινες πάντων
εἰσὶν ἀθλιώτεροι, τῆς μὲν γνώσεως ἐπιτυχόντες, οὐ
δυνηθέντες δὲ δεόντως σωθῆναι.
Δεῖ εἰδέναι ὅτι τοσαῦταί εἰσιν ὁδοὶ τῆς ἀπωλείας,
ἢ διὰ τῆς πέτρης ἢ διὰ τῶν ἀκανθῶν, ἢ διὰ τῆς
ὁδοῦ, ἡ διὰ τῶν ζιζανίων, ἢ διὰ τῆς σαγήνης· ἀληθῶς ἄρα πλατεῖα ἐστιν ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν
ἀπώλειαν.
Το Πᾶς Γραμματεύς, φησίν, μαθητευθείς τῇ
βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ
οικοδεσπότῃ, ὅστις ἐκβάλλει ἐκ τοῦ θησαυρού
αὐτοῦ καινὰ καὶ παλαιά. Γραμματέα λέγει τὸν
εἰδότα τὸν νόμον, ὃν ἐπιγνόντα καὶ τὰ τῆς χάριτος
εικάζει πλούσιον δυνάμενον ἔχειν πολλά· τὸ δὲ καινὰ
καὶ παλαιὰ ἐκβάλλειν, ἀντὶ τοῦ, ἀπὸ τῆς Καινῆς καὶ
Παλαιᾶς Γραφῆς διαλέγεσθαι, δύναται.
Διὰ τί ἐν μὲν τῇ Καπερναούμ ἐποίησεν σημεία, ἐν
δὲ τῇ πατρίδι, τὴν Ναζαρὲθ λέγω, οὐκ ἐποίησεν;
Διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν, καὶ διὰ τὸ λέγειν αὐτούς·
Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτονος υἱός; Έξ ὧν καὶ ὁ
Χριστός λέγει, ὅτι Πᾶς προφήτης ἐν τῇ οἰκείᾳ
πατρίδι άτιμος. Οὐ δεῖ δὲ ἀπὸ τῶν εὐτελῶν γονέων
κακίζειν τινάς· ἐπεὶ καὶ Δαβίδ, καὶ ᾿Αμώς, καὶ
Μωϋσῆς, καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐξουδενωθήσονται.
Διὰ τί ἐποίησεν μὲν σημεία, ὀλίγα δὲ πάνυ ἐν τῇ
πατρίδι αὐτοῦ; ἵνα μὴ δόξῃ ὑπεροράν αὐτοὺς ὡς
πολέμιος καὶ ἐχθρός· πολλὰ δὲ οὐκ ἐποίησεν ὡς ἐν
Καπερναούμ, ἵνα μὴ αὐτοὺς ἀπιστοῦντας κατακρίνῃ
μειζόνως.
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'.
Αποθανόντος τοῦ Ἰωάννου ἢ καὶ παραδιδομένου,
ὅτε ήκουσαν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι πλείονας έχει μαθητάς
ὁ Χριστὸς, διὰ τί κατιδίαν ἀνεχώρησεν; Ὅτι καιρὸς
nem.
VERS. 46. Nisi vendideris, non emere poteris
fdem; id est, nisi eleemosynam feceris, non libi
proderit fides.
VERS. 47. Oportet cognoscere quod differat parabola sagenæ a zizaniorum parabola. Illic enim
ob hæresim disperduntur, et hi quoque qui ante
eamdem parabolam, hos dico qui sunt in seminationis parabola, co quod non dictis obtemperent:
sed hic ob vitæ nequitiam, qui nempe pejores
omnibus sunt, cognitionem quidem adepti, sed non
valentes recte salvari.
VERS. 50. Sciendum est tam multas esse perditionis vias, sive per petram, aut spinas, aut viam,
sive per zizania, sive per sagenamn; vere igitur est
lata via quæ ducit ad perditionem.
VERS. 52. Omnis Scriba, dicit, doctus in regno
celorum, similis est homini patrifamilias, qui profert de thesauro suo uova et celera. Scribam dicit
legis peritum, quem scientem et gratiæ dona possidentem multa habere posse supponit. Nova et
vetera proferre, idem sonat ac posse de Veteri et
Nova Scriptura disserere.
VERS. 58. Cur in Capharnaum fecit signa, et in
patria, id est in Nazareth, non fecit? Propter eorum
incredulitatem, et eo quod dicebant: Nonne hic
est fabri filius? Ex quo Christus dicit omnen prophetam in propria patria esse sine honore. Nou
oportet autem ob parentum mediocritatem quosdam exprobrare, cuin David, Anos, Moyses, et
omnes prophetæ infimam originem habuerint.
Cur fecit quidem signa, admodum vero pauca
in patria sua? Ne videretur illos despicere ut inimicus et infensus; multa autem non fecit ut in Caplarnaum. ne illos incredulos magis condemnaret.
CAPUT XIV.
VERS. 1. Mortuo Joanne aut ad supplicium tradito, cum audierunt Judæi plures habere discipulos Christum, cur seorsum se contulit? Quia
τοῦ πάθους οὐκ ἦν, καὶ ὅτι ἀνθρωπικώτερον διοικεῖ, tempus passionis non erat, et humanieri modo se
μὴ βουλόμενος γνωσθήναι ὅτι ὁ Χριστός ἐστι· διδ
καὶ τοῖς μαθηταῖς ἔλεγεν μηδενὶ εἰπεῖν, ὅτι ἐστιν ὁ
Χριστός· μετὰ γὰρ τὴν ἀνάστασιν ἐβούλετο τούτο
γενέσθαι γνωριμώτερον.
Διὰ τί ἀεὶ οὐκ ἐν πολιτείᾳ ἡ ἀεὶ οὐκ ἐν ἐρημία
διῆγε; Καὶ ἀεὶ μὲν ἐν πολιτεία οὐ διῆγεν ἢ ἐδίδασκεν, ἵνα μὴ κατηγορηθῇ ὡς μαχόμενος την πολι
τείαν, καὶ ἀποσχίζων ἐκεῖθεν τους πολλούς.
Διὰ τί οὐκ ἀπαιτεῖ πίστιν τοῖς ὄχλοις; Ὅτι τὸ
παρακολουθεῖν καὶ τὸ ἐν ἐρημίαις ἔρχεσθαι καὶ τὸ
προσκαρτερεῖν καὶ δίψης ἀνέχεσθαι, τὴν πίστιν αὐτ
τόθεν γνώριμον ἔχει.
Διὰ τί οὐκ εἶπεν, Δίδωμι αὐτοῖς φαγεῖν, ἀλλὰ,
Υμεῖς δότε αὐτοῖς; Εἰρωνικώτερόν πως λέγων
gerit, nolens cognosci ut Christus. Ideo et discipulis jubebat nemini dicerent quod Christus esset.
Nam post resurrectionem volebat id fieri illustre
magis.
VERS. 13. Quare semper aut in societate, aut
semper in solitudine non degit? Semper in societate non degit vel docuit, ne accusaretur societati
infensus fuisse, et ab ea multos avertere.
VERS. 14. Cur non fidem a turbis expedit? Quia
sequi illum, in desertis iter facere, et perseverare,
et sitim sustinere, fidem per se evidcutem faciebant.
VERS. 16. Cur non dixit, Do illis manducare, sed,
Date vos illis? Ironicum quoddam eis dicens, quo.
Распознавание текста
col. 1117–1118page 47 of 200
PG 106:1117πρὸς αὐτοὺς, ἐπειδὴ ὡς ἀνθρώπῳ προτεῖχον αὐτῷ ης ἔτι· διὸ καὶ λέγουσιν· Οὐκ ἔχομεν εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ιχθύας. Τὸ ἐπὶ στιβάδος αὐτοὺς ἀνακλίναι, καὶ τὸ εἰς ἄδειαν εἶναι, μηδὲν πλέον ἄρτων δοῦναι καὶ τὸ προ θεῖναι αὐτὰ κοινά, ταπεινοφροσύνην καὶ τὸ ὅμοιον καὶ ἴσον καὶ ἐγκράτειαν, τῷ κοινὰ εἶναι πάντα ἐπει δευεν, Τίνος χάριν ἀνέβλεψεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εὐλό γησεν; Ἵνα δείξῃ ὅτι ἀπὸ τοῦ Πατρός ἐστιν· καὶ ὅτι ἁπτόμενος τραπέζης χρὴ προσεύχεσθαι, τῷ τὴν τρο φὴν παρέχοντι εὐχαριστοῦντες. Οὐ ποιεῖ ἐκ μὴ ὄντων ἀλλ' ἐξ ὄντων τοὺς ἄρτους, ἐμφράττων τὸ Μαρκίωνος καὶ Μανιχαίων στόμα τῶν τὴν κτίσιν ἀλλοτριούντων αὐτοῦ· ἅμα ὅτι καὶ τὰ δρώμενα έργα αὐτοῦ ἐστιν· καὶ αὐτὸς ὁ εἰπών Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετά. Διὰ τί ἐκέλευσεν περισσεῦσαι άρτους καὶ ἄρτων κλάσματα; ἵνα μὴ νομισθῇ φαντασία το γεγονός, ἀλλ᾽ ἐλεγχθῇ ἐκ τῶν περιττῶν καὶ ὁρωμένων εἰς τὴν αύριον καὶ ἐσθιομένων, ὅτι κἀκεῖνα ἀληθῆ ἦταν. Ἐν ἐρήμῳ ποιεῖ τὸ τῶν ἄρτων θαῦμα, ἵνα μὴ δάξωσιν ἀπὸ κώμης λαβεῖν ἄρτους· καὶ ἡ ὥρα δὲ διὰ τοῦτο ἐδηλώθη. υψὲ γὰρ ἦν, φησίν. Μετὰ τὸ θαῦμα εὐθὺς ἐμβαίνει εἰς τὸ πλοῖον, δι δάσκων μὴ ἐκ κενοδοξίας ἐπισύρειν ὄχλους, ὀνόματος ἕνεκεν κενού, Τοσοῦτον ἐθαύμασεν ὁ ὄχλο;, ὅτι καὶ βασιλέα ἐθέ λησαν ποιῆσαι αὐτόν· καίτοι γε ἐπὶ τῶν ἄλλων θαυ μάτων οὐδαμοῦ τοῦτο ποιήσαντες. Τὸ πρῶτον κλυδωνιζομένοις βοηθεῖ ἐξ ἑτοίμοι, ἄρτι δὲ ἐξ κλυδωνίζεσθαι μέσον τῆς θαλάσσης, ὑπομένειν διδάσκων αὐτούς· οὐκ εὐθὺς δὲ παρίσταται, γυμνάζων αὐτοὺς εἰς ἐπιθυμίαν αὐτοῦ μείζονα, καὶ παιδεύων μὴ ταχέως λύσιν ἐπιζητεῖν τῶν δεινῶν. Διὰ τί οὐκ εἶπεν Πέτρος, Κέλευσόν μοι βαδίσαι ἐπὶ τὰ ὕδατα, ἀλλὰ, 'Ελθεῖν πρὸς σέ; Επειδὴ τὰ μὲν ἐπιδείξεως ἦν, τοῦτο δὲ ἀγάπης. Δια το ἐπιτρέψας ελθεῖν πρὸς αὐτὸν, ἀφῆκεν κα. ταποντίζεσθαι; Διὰ δὲ τῶν πραγμάτων πείθειν ἐπι χειρεῖ ὡς οὐ δυνατὸν οὕτως οὐδέν ἐστιν τὸ εἶναι ἐγ γὺς τοῦ Χριστοῦ ὅπου οὐκ ἔνι πίστις. Διὰ τί πρὶν τοὺς ἀνέμους παῦσαι, τῆς χειρὸς ἐλά δετο; Ἵνα δείξῃ ὅτι οὐχ ἡ γαλήνη ἔσωσεν, ἀλλ' αὐτός. Δείχνυσιν ὡς ὅτι εἰ μὴ ἠπίστησας διστάσας, οὐ περιετράπης ἄν· διὰ τοῦτο καὶ τοῦ ἀνέμου πνέοντος, ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ ἐποίησε περιπατεῖν. ΚΕΦΑΛ. (Ε' Τίνος ἕνεκεν διαλέγονται αὐτῷ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι; Εἰς ὀργὴν αὐτὸν κινῆσαι βουλόμενοι, ἵνα εἴπερ ἐξουδενώσει τους πρε σβυτέρους, κατηγορήσωσιν αὐτοῦ Διὰ τί ἤσθιον ἀνίπτοις χερσὶν οἱ ἀπόστολοι; Οὐκ
miam ut homini adhuc illi adhærebaut; ilco re- πρὸς αὐτοὺς, ἐπειδὴ ὡς ἀνθρώπῳ προτεῖχον αὐτῷ
spondent: Non habemus nisi quinque panes et duos
pisces.
VEBS. 19. Hæc, super fenum omnes discumbere,
et securos esse, quod nihil magis panum et pişeium datum erit, et apponere illa communia,
hunilitatem, æqualitatem, et abstiuentiam, hoc solo
quod omnia sunt communia edocebant.
Cur aspexit in cœlum et benedixit? Ut ostenderet se a Patre esse, et ad mensam accedendo
cportere preces et gratiarum actiones ad illum qui
escan praebet dirigere.
Non facit e non exsistentibus, sed ex exsistentibus pauibus, occludens Marcionis et Manichsorum os creationem illi almuentium: simul quia
quæ videntur opera illius sunt, et ipse qui loquitur:
Educat aquas inferiores.
VERS. 20. Cur jussit superesse panes et panum
fragmenta? Ne putaretur phantasiam esse quod
factum erat, sed probaretur per superantia et dia
crasţino videnda et comedenda, illu‹l verum esse,
VERS. 21. In deserto facit panum miraculum, ης
videantur e pago panes sumpsisse; et lora ejusdem
causa indicata fuit: Sero jam erat, dicunt.
VERS. 22. Post miraculum confestim in naviculam ascendit, docens nou ou vanam gloriam
turbas trahere post se, vani nominis gratia.
Tantum admirata est turba, ut regem voluerint
illum facere; attamen in aliis miraculis nullibi
idem contigit.
VERS. 24. Primo fluctu jactatis auxiliatur a proposito; mox autem sinit jactari in maris medio,
sustinere illos docens: non confestim autem adveait, exercens cos ad majorem ipsius desiderium,
et monens me celeriter exspectent periculorum
Liberationem.
ne
VERS. 28. Cur non dixit Petrus, Jube me ambulare super aquas, sed, Jube me ad te venire? Quia
prius ex ostentatione, posterius autem e charitate
esl.
VERS. 30. Cur cum permisisset venire ad se,
aqua mergi dimisit? Eo quod ardens erat et adnitens, non prohibuit; sed rebus persuadere suscipit,
non ita possibile esse prope Christumn esse, quando
non adest fides.
VERS. 31. Cur, antequam ventos sedaret, manum
apprehendit? Ut ostenderet illum non a tranquillo
salvatum esse, sed a Christo ipso.
Ostendit quod Nisi non credidisses dubitans,
non eversus esses: ideo vento flante, illum apprehendit et ambulare fecit.
CAPUT XV.
VERS. 1. Quare illum alloquuntur Scriba et Pharisæi ab Hierosolymis? Ad iram illum excitare volentes, ut si seniores contempserit, illum accusarent.
VERE. 2. Cur manducabant illolis manibus apoP
ἔτι· διὸ καὶ λέγουσιν· Οὐκ ἔχομεν εἰ μὴ πέντε
ἄρτους καὶ δύο ιχθύας.
Τὸ ἐπὶ στιβάδος αὐτοὺς ἀνακλίναι, καὶ τὸ εἰς
ἄδειαν εἶναι, μηδὲν πλέον ἄρτων δοῦναι καὶ τὸ προ
θεῖναι αὐτὰ κοινά, ταπεινοφροσύνην καὶ τὸ ὅμοιον
καὶ ἴσον καὶ ἐγκράτειαν, τῷ κοινὰ εἶναι πάντα ἐπει
δευεν,
Τίνος χάριν ἀνέβλεψεν εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εὐλό
γησεν; Ἵνα δείξῃ ὅτι ἀπὸ τοῦ Πατρός ἐστιν· καὶ ὅτι
ἁπτόμενος τραπέζης χρὴ προσεύχεσθαι, τῷ τὴν τρο
φὴν παρέχοντι εὐχαριστοῦντες.
Οὐ ποιεῖ ἐκ μὴ ὄντων ἀλλ' ἐξ ὄντων τοὺς ἄρτους,
ἐμφράττων τὸ Μαρκίωνος καὶ Μανιχαίων στόμα τῶν
τὴν κτίσιν ἀλλοτριούντων αὐτοῦ· ἅμα ὅτι καὶ τὰ
δρώμενα έργα αὐτοῦ ἐστιν· καὶ αὐτὸς ὁ εἰπών·
Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετά.
Διὰ τί ἐκέλευσεν περισσεῦσαι άρτους καὶ ἄρτων
κλάσματα; ἵνα μὴ νομισθῇ φαντασία το γεγονός,
ἀλλ᾽ ἐλεγχθῇ ἐκ τῶν περιττῶν καὶ ὁρωμένων εἰς
τὴν αύριον καὶ ἐσθιομένων, ὅτι κἀκεῖνα ἀληθῆ
ἦταν.
Ἐν ἐρήμῳ ποιεῖ τὸ τῶν ἄρτων θαῦμα, ἵνα μὴ
δάξωσιν ἀπὸ κώμης λαβεῖν ἄρτους· καὶ ἡ ὥρα δὲ
διὰ τοῦτο ἐδηλώθη. υψὲ γὰρ ἦν, φησίν.
Μετὰ τὸ θαῦμα εὐθὺς ἐμβαίνει εἰς τὸ πλοῖον, δι
δάσκων μὴ ἐκ κενοδοξίας ἐπισύρειν ὄχλους, ονόμα
τος ἕνεκεν κενού,
Τοσοῦτον ἐθαύμασεν ὁ ὄχλο;, ὅτι καὶ βασιλέα ἐθέ
λησαν ποιῆσαι αὐτόν· καίτοι γε ἐπὶ τῶν ἄλλων θαυμάτων οὐδαμοῦ τοῦτο ποιήσαντες.
Τὸ πρῶτον κλυδωνιζομένοις βοηθεῖ ἐξ ἑτοίμοι,
ἄρτι δὲ ἐξ κλυδωνίζεσθαι μέσον τῆς θαλάσσης,
ὑπομένειν διδάσκων αὐτούς· οὐκ εὐθὺς δὲ παρίστα
ται, γυμνάζων αὐτοὺς εἰς ἐπιθυμίαν αὐτοῦ μείζονα,
καὶ παιδεύων μὴ ταχέως λύσιν ἐπιζητεῖν τῶν δεινῶν.
Διὰ τί οὐκ εἶπεν Πέτρος, Κέλευσόν μοι βαδίσαι
ἐπὶ τὰ ὕδατα, ἀλλὰ, 'Ελθεῖν πρὸς σέ; Επειδὴ τὰ
μὲν ἐπιδείξεως ἦν, τοῦτο δὲ ἀγάπης.
Δια το ἐπιτρέψας ελθεῖν πρὸς αὐτὸν, ἀφῆκεν κα.
ταποντίζεσθαι; Διὰ δὲ τῶν πραγμάτων πείθειν ἐπιχειρεῖ ὡς οὐ δυνατὸν οὕτως οὐδέν ἐστιν τὸ εἶναι ἐγ
γὺς τοῦ Χριστοῦ ὅπου οὐκ ἔνι πίστις.
Διὰ τί πρὶν τοὺς ἀνέμους παῦσαι, τῆς χειρὸς ἐλά
δετο; Ἵνα δείξῃ ὅτι οὐχ ἡ γαλήνη ἔσωσεν, ἀλλ'
αὐτός.
Δείχνυσιν ὡς ὅτι εἰ μὴ ἠπίστησας διστάσας, οὐ
περιετράπης ἄν· διὰ τοῦτο καὶ τοῦ ἀνέμου πνέοντος,
ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ ἐποίησε περιπατεῖν.
Τίνος ἕνεκεν διαλέγονται αὐτῷ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύ
μων Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι; Εἰς ὀργὴν αὐτὸν
κινῆσαι βουλόμενοι, ἵνα εἴπερ ἐξουδενώσει τους πρε
σβυτέρους, κατηγορήσωσιν αὐτοῦ
Διὰ τί ἤσθιον ἀνίπτοις χερσὶν οἱ ἀπόστολοι; Οὐκ
Распознавание текста
col. 1119–1120page 48 of 200
PG 106:1119ἐπιτηδεύοντες καὶ ὡς νόμον ἔχοντες τοῦτο, ἀλλὰ παρορῶντες· οὔτε τὸ μὴ νίπτεσθαί τι ἔχοντες, ἀλλ' ὡς ἔτυχεν, ἑκάτερον ποιοῦντες Ὁ Χριστὸς οὐ λέγει ὅτι καλῶς ποιοῦσιν ἢ κακῶ; τοῦτο μὲν ἵνα μὴ τοὺς ἀποστόλους τὸ ἄνιπτον νομοθετήσῃ καὶ θρασείς ποιήσῃ· τοῦτο δὲ ἵνα μὴ τὸν τῶν πρεσβυτέρων νόμον βεβαιώσῃ, τοὺς βαπτισμούς λέγω καὶ τὰς νίψεις· οὐδὲ κατηγορεί τῶν πρεσβυτέρων ὡς παρανόμων, ἀλλ' ἐφ᾽ ἕτερον ερώτημα μετα βαίνει. Τί ἐστιν, ὓς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρὶ, Δῶρον δ ἂν ἐξ ἐμοῦ ἀφεληθῇς, οὐ μὴ τιμήσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ; Τοιοῦτόν ἐστιν· Ἐπαίδευσαν τοὺς νέους εὐσεβείας σχήματι καταφρονεῖν τῶν γονέων· οἷον εἴ τις εἶπεν τῷ υἱῷ, Δός μοι τὸ πρόβατον τοῦτο ὅ ἔχεις, ἢ τὸν μόσχον, ἢ ἄλλο τι, ἔλεγεν πρὸς τὸν πατέρα ὁ υἱός· Δῶρόν ἐστιν τῷ Θεῷ τοῦτο δ θέλεις ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῆναι, καὶ οὐ δύναμαι δοῦναι σοι αὐτή· καὶ διπλοῦν ἐγίνετο κακόν οὔτε γὰρ τῷ Θεῷ προσῆγον, καὶ τοὺς γονέας τοῦ ζητουμένου ὀνόματι τῆς προσφορᾶς ἀπεστέρουν, ἄλ λον δι' ἄλλου ὑβρίζοντες, Θεὸν διὰ γονεῖς, καὶ γου νεῖς διὰ Θεόν· οὕτως ἐντρέψας αὐτούς, πρὸς τὸν ὄχλον ποιεῖται τὸν λίγον. Διὰ τί τῶν ἀποστόλων εἰπόντων ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίσθησαν, εἶπεν αὐτὸς, Αφετε αυτούς· ἀλ λαχοῦ δὲ φαίνεται εἰπών· "Ινα δὲ μὴ σκανδαλίσωμεν αὐτούς; "Οτι ἔστι καιρός· καὶ οἶδεν αὐτὸς πότε μὴ καταφρονεῖν· χρὴ μέντοι ὁρᾷν, καὶ ὅταν εὐλόγως σκανδαλίζωνται, ταχέως αὐτοὺς διορθοῦν ὅταν δὲ ἀλόγως, εἰς οὐδὲν τοῦτο λογίζεσθαι. Διὰ τί εἰς ὁδὸν ἐθνῶν τοὺς μαθητάς μὴ ἀπελθεῖν, αὐτὸς φαίνεται εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος ἐλθών; Διὰ τοὺς Ἰουδαίους διδαχθέντας καὶ μὴ πεο πιστευκότας, τοῖς ἔθνεσιν ἀνοίξαι θύραν ὁδῷ προβαίνων. Τίνος ένεκεν εἰπὼν, κραζούσης της Χαναναίας, πρῶτ τον μὲν οὐκ απεκρίθη αὐτῇ λόγον, ὅτε δὲ καὶ ἀπεκρίθη, ἄπαρόν τι ἀπεκρίθη αὐτῇ; Διὰ τῆς σιγῆς καὶ τῶν τοιούτων λόγων ἐκκαλεῖσθαι καὶ δεῖξαι τῷ λαῷ τὸ πρόθυμον αὐτῆς βουληθείς, ὡς προγινώσκων τὸν θερμὸν θυμὸν αὐτῆς. Διὰ τί, κραζούσης αὐτῆς, οἱ ἀπόστολοι εἰπόντες, Απόλυσον αὐτὴν, οὐχ ὑπηκούσθησαν, ἀλλ' ὅτε αὐτὴ πολλὰ ἐδεήθη; "Οτι βούλεται τοὺς ὑπευθύνους αὐτοὺς ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ' οὐχ ἑτέρους μᾶλλον ὑπὲρ ἐκείνων δέεσθαι. Διὰ τί τῇ μὲν Χαναναία κραζούσῃ μόλις ὑπήκουσεν, τοῖς δὲ ἀνελθοῦσιν εἰς τὸ ὄρος εὐθέως μὴ δεη θεῖσιν; Οὐχ ὅτι κρείσσονα πίστιν εἶχον, ἀλλ᾽ ἵνα έχε κόψῃ τὴν πρόφασιν· ὅσῳ γὰρ ἄν τις μείζον εὐεργετῆται τοσοῦτον ὑπεύθυνος, μὴ θελήσας γενέσθαι βελτίων ἑαυτοῦ. Τί δήποτε ἀρτίως οὐκ εἶπον, Απόλυσον τοὺς ἔχλους, οἱ ἀπόστολοι, καὶ ταῦτα τριῶν παρελθουσών ἡμερῶν; Επειδὴ ἐκ τῶν προτέρων ἄρτων καὶ τοῦ ἐκεῖθεν θαύματος βελτίους ἐγένοντο, διὰ τοῦτο οὐδὲ
ἐπιτηδεύοντες καὶ ὡς νόμον ἔχοντες τοῦτο, ἀλλὰ stoli? Non observabant neque ut legem istul halie
παρορῶντες· οὔτε τὸ μὴ νίπτεσθαί τι ἔχοντες, ἀλλ'
ὡς ἔτυχεν, ἑκάτερον ποιοῦντες
Ὁ Χριστὸς οὐ λέγει ὅτι καλῶς ποιοῦσιν ἢ κακῶ;
τοῦτο μὲν ἵνα μὴ τοὺς ἀποστόλους τὸ ἄνιπτον νομο
θετήσῃ καὶ θρασείς ποιήσῃ· τοῦτο δὲ ἵνα μὴ τὸν
τῶν πρεσβυτέρων νόμον βεβαιώσῃ, τοὺς βαπτισμούς
λέγω καὶ τὰς νίψεις· οὐδὲ κατηγορεί τῶν πρεσβυ
τέρων ὡς παρανόμων, ἀλλ' ἐφ᾽ ἕτερον ερώτημα μεταβαίνει.
Τί ἐστιν, ὓς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρὶ,
Δῶρον δ ἂν ἐξ ἐμοῦ ἀφεληθῇς, οὐ μὴ τιμήσῃ
τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ; Τοιοῦτόν
ἐστιν· Ἐπαίδευσαν τοὺς νέους εὐσεβείας σχήματι
καταφρονεῖν τῶν γονέων· οἷον εἴ τις εἶπεν τῷ υἱῷ,
Δός μοι τὸ πρόβατον τοῦτο ὅ ἔχεις, ἢ τὸν μόσχον, ἢ
ἄλλο τι, ἔλεγεν πρὸς τὸν πατέρα ὁ υἱός· Δῶρόν ἐστιν
τῷ Θεῷ τοῦτο δ θέλεις ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῆναι, καὶ οὐ
δύναμαι δοῦναι σοι αὐτή· καὶ διπλοῦν ἐγίνετο κακόν·
οὔτε γὰρ τῷ Θεῷ προσῆγον, καὶ τοὺς γονέας τοῦ
ζητουμένου ὀνόματι τῆς προσφορᾶς ἀπεστέρουν, ἄλ
λον δι' ἄλλου ὑβρίζοντες, Θεὸν διὰ γονεῖς, καὶ γου
νεῖς διὰ Θεόν· οὕτως ἐντρέψας αὐτούς, πρὸς τὸν
ὄχλον ποιεῖται τὸν λίγον.
Διὰ τί τῶν ἀποστόλων εἰπόντων ὅτι οἱ Φαρισαῖοι
ἐσκανδαλίσθησαν, εἶπεν αὐτὸς, Αφετε αυτούς· ἀλ
λαχοῦ δὲ φαίνεται εἰπών· "Ινα δὲ μὴ σκανδαλί
σωμεν αὐτούς; "Οτι ἔστι καιρός· καὶ οἶδεν αὐτὸς
πότε μὴ καταφρονεῖν· χρὴ μέντοι ὁρᾷν, καὶ ὅταν
εὐλόγως σκανδαλίζωνται, ταχέως αὐτοὺς διορθοῦν·
ὅταν δὲ ἀλόγως, εἰς οὐδὲν τοῦτο λογίζεσθαι.
Διὰ τί εἰς ὁδὸν ἐθνῶν τοὺς μαθητάς μὴ ἀπελθεῖν,
αὐτὸς φαίνεται εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος
ἐλθών; Διὰ τοὺς Ἰουδαίους διδαχθέντας καὶ μὴ πεο
πιστευκότας, τοῖς ἔθνεσιν ἀνοίξαι θύραν ὁδῷ προβαίνων.
Τίνος ένεκεν εἰπὼν, κραζούσης της Χαναναίας, πρῶτ
τον μὲν οὐκ απεκρίθη αὐτῇ λόγον, ὅτε δὲ καὶ ἀπεκρίθη,
ἄπαρόν τι ἀπεκρίθη αὐτῇ; Διὰ τῆς σιγῆς καὶ τῶν
τοιούτων λόγων ἐκκαλεῖσθαι καὶ δεῖξαι τῷ λαῷ
τὸ πρόθυμον αὐτῆς βουληθείς, ὡς προγινώσκων τὸν
θερμὸν θυμὸν αὐτῆς.
Διὰ τί, κραζούσης αὐτῆς, οἱ ἀπόστολοι εἰπόντες,
Απόλυσον αὐτὴν, οὐχ ὑπηκούσθησαν, ἀλλ' ὅτε
αὐτὴ πολλὰ ἐδεήθη; "Οτι βούλεται τοὺς ὑπευθύνους
αὐτοὺς ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ' οὐχ ἑτέρους μᾶλλον ὑπὲρ
ἐκείνων δέεσθαι.
Διὰ τί τῇ μὲν Χαναναία κραζούσῃ μόλις υπήκουσεν, τοῖς δὲ ἀνελθοῦσιν εἰς τὸ ὄρος εὐθέως μὴ δεη
θεῖσιν; Οὐχ ὅτι κρείσσονα πίστιν εἶχον, ἀλλ᾽ ἵνα έχε
κόψῃ τὴν πρόφασιν· ὅσῳ γὰρ ἄν τις μείζον ευεργετῆται τοσοῦτον ὑπεύθυνος, μὴ θελήσας γενέσθαι
βελτίων ἑαυτοῦ.
Τί δήποτε ἀρτίως οὐκ εἶπον, Απόλυσον τοὺς
ἔχλους, οἱ ἀπόστολοι, καὶ ταῦτα τριῶν παρελθουσών
ἡμερῶν; Επειδὴ ἐκ τῶν προτέρων ἄρτων καὶ τοῦ
ἐκεῖθεν θαύματος βελτίους ἐγένοντο, διὰ τοῦτο οὐδὲ
bant, sed parum curabant; neque non lavari aliquid habebant, sed ut contingebat utrumque facicbant.
VERS. 3. Christus non dicit eos bene aut male
agere; prius quidem, ne apostolis legem faciat non
lavari et audaces efficiat; posterius autemi, ne seniorum legem confirmet, ablutiones dico et lavationes. Non accusat seniores ut legis violatores,
sed ad aliam interrogationem transit.
VERS. 5. Quid est illud, Quicunque dixerit patri
aut matri: Munus quod est ex me, tibi proderit; et
non honorificabit patrem suam aut matrem suam?
Ita intelligitur: Instruebant juvenes pietatis sperie
contemnere parentes; ita ut, si quis diceret filio:
Da mihi hanc ovent quam habes aut vitulam aut
aliud quid, responderet patri filius: Munus est Deo
illud quod vis ut ex me tibi prosit, et non possum
illud dare tibi; et duplex malum ageret: nam non
Deo offerebant, et parentes postulato oblationis nomine privabant, unum per alium offendentes, Deum
per parentes, el parentes per Deum. Sic linquens
eos, ad turbam sermonem dirigit.
VERS. 12. Cur apostolis dicentibus quod Pharisæi scandalizati sint, inquit ille: Sinite illos; alibi
autem invenitur dicens: Ne illos scandalizemus?
Quia opportunitas postulat, et scit ille nunquam
contemnere. Oportet tamen videre, et quando merito scandalizantur, celeriter eos relevare, quando
autem immerito, pro nihilo id reputare.
VERS. 21. Cer, cum dixerit discipulis non cant
ad viam gentium, ipse videtur in partes Tyri el Sidonis ire? Propter Juniæos edoctos et non credentes, gentibus januam aperire koc itinere incipit.
VERS. 23. Cujus causa, clamante Caramans,
primo quilem non respondit illi verbum; cum autem respondit, durum quoddam illi respondit? Per
silentium et talia verba excitare et popułu ostendere ejus ardorem volebat, ut prænoscens ferventem ejus animum.
Cur, clamante illa, apostoli dicentes, Dimitte
eam, non exauditi sunt, sed quando illa inultuin rogavit? Quia vult illos de se invicem bene thereri,
sed non alios magis pro aliis rogare.
Cur ciamantem Chananæam ægre exaudivit, et
hos qui in montem ascenderant confestim exaudivit
vel non rogantes? Non quia majorem fidem babebant, sed ut excusationem adimeret. Nam quanto
majus aliquis beneficium accipit, tanto fit majoris
debitor.
VERS. 32. Quid confestim non dixerunt apostoli,
Dimitte turbas, sed cum jam effluxissent dies tres?
Quia ex panum priori, et ex isto posteriori miraculo meliores facti erant; ideo non dicunt quod
Распознавание текста
col. 1121–1122page 49 of 200
PG 106:1121λέγουσιν ὅπερ ἐπὶ τῶν πέντε ἄρτων, ὅτι καὶ εἰ ταῦτά ἐστιν εἰς τοσούτους; Τὸ ἐγκρατὲς τῶν ἀποστόλων καὶ ἐκ τούτου δεί. κνυται, ὅτι τοσούτων ὄντων ἀνδρῶν ἐπὶ ξένης καὶ ἐρημίας, πέντε άρτους μόνον εἶχον. Διὰ τί ἐπὶ μὲν τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν, χωρίς λέγω γυναικῶν καὶ παιδίων, δώδεκα κόφινος περιές σευσαν πέντε ἄρτων ὄντων, ἐνταῦθα δὲ τετρακισχιλίων ὄντων, καὶ ἑπτὰ ἄρτων ἑπτὰ σπυρίδες; Η τοίνυν ἔστιν εἰπεῖν ὅτι αἱ σπυρίδες τῶν κοφίνων μείζους ἦσαν, ἵνα μὴ ἡ ἰσότης τοῦ σημείου εἰς λήθην αὐτοὺς ἐμβάλῃ τοῦ ἑνὸς διάφορος γέγονεν ὁ ἀριθμὸς περισσευσάντων. Διὰ τοῦτο ἀφεὶς αὐτοὺς, εἰς πλοῖον εἰσῆλθεν, ἴπι μὴ ἀκολουθήσωσιν αὐτῷ· καὶ γὰρ ἤθελον αὐτὸν βα σιλέα ποιῆσαι. Φεύγων οὖν καὶ τῆς τυραννίδος την ὑποψίαν, ἀφῆκεν αὐτούς. ΚΕΦΑΛ. 19. Ποῖον σημεῖον ἐξ οὐρανοῦ ζητοῦσιν οἱ Φαρισαίο τὸν Χριστόν; Ἵνα στήσῃ τὸν ἥλιον, ἢ τὴν σελήνην χαλινώσῃ, ἢ κεραυνούς κατενέγκῃ, ἢ τὸν αέρα μεταβάλῃ, δ καὶ δέδοται· ἄλλος γὰρ ὁ νῦν καὶ δὶ, καὶ άλλος ὁ τῆς μελλούσης ἡμέρας, ὅτε ταῦτα γενήσετα ἐγὼ δέ φημι ὅτι κἂν μὴ εὐθὺς ὑπήκουσεν αὐτῶν ὥσπερ προστασσόντων, ὕστερον ἔδειξεν ότι δύνατα ποιεῖν· ἥλιος γὰρ καὶ σελήνη ἐσκοτίσθη, καὶ σεισμός γέγονε· καὶ τὸ ἐν τῷ ἱερῷ καταπέτασμα διεσχίσθη γέγονε δὲ τὸ τοῦ ἡλίου πάθος οὐ λόγῳ ἐκλείψεις φυσικῆς, ἀλλὰ λόγῳ δυνάμεως. Υποκριτὰς δὲ αὐτοὺς καλεῖ ὅτι ἕτερα μὲν διά λουν, ἕτερα δὲ ἐφρόνουν· διὰ τοῦτο οὐδὲ δέδωκε το μεῖον· οὐ γὰρ διὰ τὸ πιστεῦσαι ἐζήτουν, ἀλλ᾿ ὥστε ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ· ἐπεὶ πῶς ἂν οὐκ ἔδωκεν ὁ δυνά μενος, ὁ τῇ Χαναναίᾳ λέγων, Οὐκ ἔστι καλόν 14 δ βεῖν τῶν τέκνων τὸν ἄρτον καὶ δοῦναι τοῖς κι ναρίοις; καὶ ὅτι εἰπόντος αὐτοῦ, τὸ σημεῖον Ιωτό τοῦ προφήτου δοθήσεται ὑμῖν, οὐκ ἐρωτῶσι τ ποτε ἦν· διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπῆλθει. Τὸ, Προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης των Φαρισαίων, ἀπὸ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν λέγει. Τί οἰκονομεῖ ἐν τῷ λέγειν τοῖς ἀποστόλοις, Όλι γόπιστοι; Επιτιμᾷ αὐτούς· οὐ γὰρ πανταχού ξ πραότης καλόν. 13. Διὰ τί εἰς Καισάρειαν τὴν Φιλίππου ἐπαγερν αὐτοὺς ἐρωτᾷ, Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εί ναι; Ως μακρὰν αὐτῶν ὄντων τῶν Ἰουδαίων καὶ τῆς ἀγωνίας· ἔστι δὲ καὶ ἄλλη Καισάρεια ή Στρά τωνος· μετὰ πολλὰ δὲ θαύματα ἐρωτᾷ καὶ εἰς έρωτα, Τίνα με λέγουσιν οἱ Γραμματεῖς, ἀλλὰ τοῦ δέ κάστου πλήθους τὴν γνώμην· Υἱὸν δὲ ἀνθρώπου ἐπὶ τὴν πολλάκις λέγει, βουλόμενος τὴν οἰκονομίαν έχε λογεῖσθαι. Προσέχετε, παρακαλῶ, τῇ δυνάμει τῶν λέξεων ὅπου μὲν γὰρ τὰς ἑτέρων ἀπήντησεν δόξας, προσ ἔθηκε τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Τίνα γάρ με, φησίν λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν γιν τοῦ ἀνθρά που; Ὅπου δὲ τὴν αὐτῶν κρίσιν ἐζήτει, προσέθηκεν τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλὰ τί; Υρες
in quinque panibus, Quid hæc sunt inter tan- λέγουσιν ὅπερ ἐπὶ τῶν πέντε ἄρτων, ὅτι καὶ εἰ
ταῦτά ἐστιν εἰς τοσούτους;
tos?
VERS. 34. Apostolorum temperantia ex hoc elucet,
quod tam multi viri cum essent, in aliena et doserta terra, quinque panes solum habebant.
VERS. 57. Cur in quinque millibus virorum,
præter mulieres et pueros, duodecim cophini superaverunt ex quinque panibus, hic vero in quatuor millibus, e septem panibus septem sportæ?
Dicendum sane est sportas fuisse cophinis majores; ne æqualitas in simili miraculo in oblivionem eos inducat unius, differens factus est numerus eorum quæ superaverant.
Τὸ ἐγκρατὲς τῶν ἀποστόλων καὶ ἐκ τούτου δεί.
κνυται, ὅτι τοσούτων ὄντων ἀνδρῶν ἐπὶ ξένης καὶ
ἐρημίας, πέντε άρτους μόνον εἶχον.
Διὰ τί ἐπὶ μὲν τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν, χωρίς
λέγω γυναικῶν καὶ παιδίων, δώδεκα κόφινος περιές
σευσαν πέντε ἄρτων ὄντων, ἐνταῦθα δὲ τετρακισχι
λίων ὄντων, καὶ ἑπτὰ ἄρτων ἑπτὰ σπυρίδες; Η
τοίνυν ἔστιν εἰπεῖν ὅτι αἱ σπυρίδες τῶν κοφίνων
μείζους ἦσαν, ἵνα μὴ ἡ ἰσότης τοῦ σημείου εἰς λήθην
αὐτοὺς ἐμβάλῃ τοῦ ἑνὸς διάφορος γέγονεν ὁ ἀριθμὸς
περισσευσάντων.
Διὰ τοῦτο ἀφεὶς αὐτοὺς, εἰς πλοῖον εἰσῆλθεν, ἴπι
μὴ ἀκολουθήσωσιν αὐτῷ· καὶ γὰρ ἤθελον αὐτὸν βα
VERS. 39. Ob id dimnittens eos, in navicuam conscendit, ne illum sequerentur: elenim volebant regen eum facere; fugiens igitur dominationis ambi- σιλέα ποιῆσαι. Φεύγων οὖν καὶ τῆς τυραννίδος την
lionem, illos dimisit.
CAPUT XVI.
VERS. 1. Quale signum e cœlo petunt a Christo
Pharisæi? Ut solem detineat, aut lunam refrenet,
aut fulmina emittat, aut aerem perturbet, quod
eſiam datum est; aliud enim præsens est tempus,
aliud future diei tempus, quando ista fent. Ego
autem dico illum quamvis non obtemperaverit iis
tanquam præcipientibus, postremo ostendisse se
facere illa posse. Sol enim et luna obtenebrati sunt,
et tremor terræ factus est, et in templo velum
scissum est. Accidit autem solis defectus non ratione naturalis eclipsis, sed ratione potentiæ.
Vens. 3. Hypocritas eos vocat, quia alia quidem
loquebantur, alia vero sentiebant: ob hanc causam
non signum dedit; non enim ad credendum petebant, sed ad illum capiendum; cum nullo modo dederit cum potest, qui dicit Chananææ: Non est bonum sumere panem filiorum, et mittere canibus;
et cum illo dicente, Signum Jonæ prophetæ vobis
dabitur, non interrogent quodnam forte esset. Ideo
ille relictis illis abiit.
VERS. 6. Cavele a fermento Pharisæorum, il est,
ab eorum doctrina.
VERS. 8. Quid intendit dicens apostolis, Modica
fidei? Illos objurgat, non enim ubique mansuetudo
bonum est.
ὑποψίαν, ἀφῆκεν αὐτούς.
Ποῖον σημεῖον ἐξ οὐρανοῦ ζητοῦσιν οἱ Φαρισαίο
τὸν Χριστόν; Ἵνα στήσῃ τὸν ἥλιον, ἢ τὴν σελήνην
χαλινώσῃ, ἢ κεραυνούς κατενέγκῃ, ἢ τὸν αέρα με
ταβάλῃ, δ καὶ δέδοται· ἄλλος γὰρ ὁ νῦν καὶ δὶ, καὶ
άλλος ὁ τῆς μελλούσης ἡμέρας, ὅτε ταῦτα γενήσετα
ἐγὼ δέ φημι ὅτι κἂν μὴ εὐθὺς ὑπήκουσεν αὐτῶν
ὥσπερ προστασσόντων, ὕστερον ἔδειξεν ότι δύνατα
ποιεῖν· ἥλιος γὰρ καὶ σελήνη ἐσκοτίσθη, καὶ σεισμός
γέγονε· καὶ τὸ ἐν τῷ ἱερῷ καταπέτασμα διεσχίσθη
γέγονε δὲ τὸ τοῦ ἡλίου πάθος οὐ λόγῳ ἐκλείψεις
φυσικῆς, ἀλλὰ λόγῳ δυνάμεως.
Υποκριτὰς δὲ αὐτοὺς καλεῖ ὅτι ἕτερα μὲν διά
λουν, ἕτερα δὲ ἐφρόνουν· διὰ τοῦτο οὐδὲ δέδωκε το
μεῖον· οὐ γὰρ διὰ τὸ πιστεῦσαι ἐζήτουν, ἀλλ᾿ ὥστε
ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ· ἐπεὶ πῶς ἂν οὐκ ἔδωκεν ὁ δυνά
μενος, ὁ τῇ Χαναναίᾳ λέγων, Οὐκ ἔστι καλόν 14δ
βεῖν τῶν τέκνων τὸν ἄρτον καὶ δοῦναι τοῖς κι
ναρίοις; καὶ ὅτι εἰπόντος αὐτοῦ, τὸ σημεῖον Ιωτό
τοῦ προφήτου δοθήσεται ὑμῖν, οὐκ ἐρωτῶσι τ
ποτε ἦν· διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπῆλθει.
Τὸ, Προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης των Φαρισαίων,
ἀπὸ τῆς διδασκαλίας αὐτῶν λέγει.
Τί οἰκονομεῖ ἐν τῷ λέγειν τοῖς ἀποστόλοις, Όλι
γόπιστοι; Επιτιμᾷ αὐτούς· οὐ γὰρ πανταχού ξ
πραότης καλόν.
VERS. 13. Cur Casarcam Philippi deveniens in- Διὰ τί εἰς Καισάρειαν τὴν Φιλίππου ἐπαγερν
terrogat eos: Quem me dicunt homines esse? Quia =
procul erant illi a Judæis et eorum aggressionibus.
Est autem alia Cæsarea Stratonis. Post multa autem
miracula interrogat; et non interrogat, Quem me
dicunt Scriba? sed innoxii populi sententiam rogat.
Filium autem hominis sæpe se dicit, volens incarnationem patenter cognosci.
VERS. 16. Attendite, quæso, ad vim verborum.
Ubi enim aliorum sciscitatus est opiniones, adhibuit Filii hominis nomen: Quem enim, inquit, dicunt homines esse Filtum hominis? Ubi autem illorum sententiam exposcit, non adhibet Filii hominis
nomen. Quid vero? Vos autem, quem me esse dicitis?
αὐτοὺς ἐρωτᾷ, Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εί
ναι; Ως μακρὰν αὐτῶν ὄντων τῶν Ἰουδαίων καὶ
τῆς ἀγωνίας· ἔστι δὲ καὶ ἄλλη Καισάρεια ή Στρά
τωνος· μετὰ πολλὰ δὲ θαύματα ἐρωτᾷ καὶ εἰς
έρωτα, Τίνα με λέγουσιν οἱ Γραμματεῖς, ἀλλὰ τοῦ δέκάστου πλήθους τὴν γνώμην· Υἱὸν δὲ ἀνθρώπου ἐπὶ
τὴν πολλάκις λέγει, βουλόμενος τὴν οἰκονομίαν έχε
λογεῖσθαι.
Προσέχετε, παρακαλῶ, τῇ δυνάμει τῶν λέξεων
ὅπου μὲν γὰρ τὰς ἑτέρων ἀπήντησεν δόξας, προσ
ἔθηκε τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Τίνα γάρ με, φησίν
λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν γιν τοῦ ἀνθρά
που; Ὅπου δὲ τὴν αὐτῶν κρίσιν ἐζήτει,
προσέθηκεν τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου· ἀλλὰ τί; Υρες
Cúzia
Распознавание текста
col. 1123–1124page 50 of 200
PG 106:1123δὲ τίνα με λέγετε εἶναι Οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι, φησὶν, η ἄνθρωποι υἱόν με νομίζουσιν εἶναι τοῦ Ἰωσήφ, υἱὸν ἀνθρώπου, καὶ πλέον οὐδέν· οὐ γὰρ ἔλαβόν μου πεῖραν τοσαύτην τῆς θεϊκῆς μου ἐξουσίας· ἀλλ' ὑμεῖς οἱ λαβόντες, τίνα με λέγετε εἶναι; οὐ λέγω τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα μὴ πρὸς τὴν ἐμὴν ἀπόφασιν δρά μητε· οὐ λέγω πάλιν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἵνα μὴ τὴν ὑμῶν ψῆφον ἁρπάσω· οὐδὲν ἐμαυτὸν νῦν γε καλῶς τὰ πράγματα μόνον ὑμῖν χειραγωγὰ τῆς ἀποκρίσεως δέδωκα. Οτι Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶν τος, λέγει Πέτρος· Υἱὸν Θεοῦ λέγων καθαρῶς καὶ ἐκ τῆς αὐτοῦ οὐσίας, ἀλλ' οὐχὶ ὡς οἱ ἐν τῷ πλοίῳ, οὐδὲ ὡς ὁ Ναθαναὴλ ἕνα τῶν πολλῶν, ἀλλὰ γνησίως διὰ τοῦτο καὶ τὸ, Βὰρ Ἰωνᾶ, λέγει, ἀντὶ τοῦ, υἱέ δηλῶν, ὅτι ὡς σὺ τοῦ Ἰωνᾶ φύσει, οὕτως ἐγὼ τοῦ Θεοῦ εἰμι Υιός. Απορούντων τῶν μαθητῶν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς εἰκὸς ταῦτα λεγόντων· Υἱὸν αὐτὸν Θεοῦ Πέτρος είν πών, μακαρίζεται. Μάρθα πάλιν οὐχ Υἱὸν αὐτὸν εἶπεν Θεοῦ; Ναί γάρ, Κύριε, φησίν, ἐγὼ πεπί στευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. Τί οὖν ἐκείνη μακαρισμῶν οὐκ ἠξιώθη τινῶν, ἀλλὰ Πέτρος ὡς τι καινόν εἰπὼν μακαρίζεται; ἡμεῖς πάλιν συμφώνως ὅτε τῇ θαλάσσῃ καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπετίμησεν, οὐχ ὡς Υἱὸν Θεοῦ αὐτὸν προσεκυνήσαμεν καὶ μετὰ φωνῆς ἐβοήσαμεν, ᾿Αληθῶς Θεοῦ Υἱὸς εἶ; διὰ τί μακαρίους ἡμᾶς οὐκ ἐκάλεσεν τότε; Ταῦτα τῶν μαθητῶν ἐνθυ μουμένων, ὁ Δεσπότης επάγει· Βὰρ Ἰωνᾶ, τους ἐστιν, Υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ. Ὡς ἐκήρυξας γάρ μου, φησί, τὸν Πατέρα, οὕτω κἀγὼ κηρύττω σου τὸν πατέρα μὴ χρήζων μὲν τοῦ σοῦ μνημονεῦσαι πατρὸς, δεῖξαι δὲ βουλόμενος τὸ ταυτοφυὲς ἐμοῦ καὶ Πατρός· εἰκόνα σὲ, καὶ τὸν σὸν πατέρα, ἐμοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς προστίθημι νῦν ἐκ τῶν καθ' ὑμᾶς μανθανέτωσαν ἅπαντες Υἱοῦ καὶ Πατρὸς τὴν ταυτότητα. Ὃν γὰρ τρόπον ὅμοιος σὺ τῷ Ἰωνᾷ κατὰ φύσιν, οὕτως ὅμοιος ἐγὼ τῷ Πατρὶ κατ' ουσίαν· ὡς οὐκ εἶ σὺ κτίσμα τοῦ οἱ νείου πατρός, ἀλλὰ γέννημα, οὕτω; οὐδὲ ἐγὼ κτίσμα τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ γέννημα· σὺ ἀνθρώπου, ἐγὼ θεὸς ἐκ Θεοῦ· σὺ γεγέννησαι ἐκ τοιούτου, ἐγὼ φῶς ἐκ φωτός· σὺ ὅμοιος ἐξ ὁμοίου, κἀγὼ ὅμοιος ἐξ ὁμοίου διὰ τοῦτο μακαρίζω τὸν Πέτρον, ὅτι περ οὐχ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων Υιόν με Θεοῦ προσηγόρευσαν κατὰ χάριν, οὕτω ὁ Πέτρος· ἀλλ' ὡς αὐτὸς ἀληθῶς υἱὸς τοῦ οἰκείου πατρὸς οὕτως Υἱόν με ἀληθῆ προσείπεν τοῦ Θεοῦ· ὡς αὐτὸς ἀρχὴν ἔχων ἐξ ἀρχὴν ἔχοντος ἐγεννήθη, οὕτως ἀναρχόν με Υἱὸν ἀνάρχου Πατρὸς ἀνεκήρυξεν ὡς αὐτὸς θνητὸς ἐκ θνητοῦ, οὕτως ἀθάνατόν με Υἱὸν ἐξ ἀθανάτου Πατρός ώμολόγησεν· διὰ τοῦτο γάρ με Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος προσηγόρευσεν ὁ γὰρ τοῦ ζῶντος Υἱὸς ζῶν καὶ αὐτὸς, ἀτρέπτου Πατρὸς ἄτρε πτος πάντως Υἱός· ἔοικεν ἀεὶ κατὰ πάντα τῷ γε γεννηκότι τὸ γέννημα· καὶ οὕτως ἀθάνατόν με Θεὸν ἀθανάτου καὶ ζῶντος Υἱὸν προσηγόρευσεν ὅτι περ μετὰ μικρὸν ἂν ἀκούσῃ θάνατον καὶ σταυρὸν, εὐθὺς ναρκήσας βοήσῃ λέγων· Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. Οὔπω γὰρ ἔγνω τῆς σαρκός μου
δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; Οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι, φησὶν, η Alii enim, dicit, homines alium Joseph me esse puἄνθρωποι υἱόν με νομίζουσιν εἶναι τοῦ Ἰωσήφ,
υἱὸν ἀνθρώπου, καὶ πλέον οὐδέν· οὐ γὰρ ἔλαβόν μου
πεῖραν τοσαύτην τῆς θεϊκῆς μου ἐξουσίας· ἀλλ' ὑμεῖς
οἱ λαβόντες, τίνα με λέγετε εἶναι; οὐ λέγω τὸν Υἱὸν
τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα μὴ πρὸς τὴν ἐμὴν ἀπόφασιν δράμητε· οὐ λέγω πάλιν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἵνα μὴ τὴν
ὑμῶν ψῆφον ἁρπάσω· οὐδὲν ἐμαυτὸν νῦν γε καλῶς
τὰ πράγματα μόνον ὑμῖν χειραγωγὰ τῆς ἀποκρίσεως δέδωκα.
Οτι Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, λέγει Πέτρος· Υἱὸν Θεοῦ λέγων καθαρῶς καὶ
ἐκ τῆς αὐτοῦ οὐσίας, ἀλλ' οὐχὶ ὡς οἱ ἐν τῷ πλοίῳ,
οὐδὲ ὡς ὁ Ναθαναὴλ ἕνα τῶν πολλῶν, ἀλλὰ γνησίως·
διὰ τοῦτο καὶ τὸ, Βὰρ Ἰωνᾶ, λέγει, ἀντὶ τοῦ, υἱέ·
δηλῶν, ὅτι ὡς σὺ τοῦ Ἰωνᾶ φύσει, οὕτως ἐγὼ τοῦ
Θεοῦ εἰμι Υιός.
Απορούντων τῶν μαθητῶν καὶ πρὸς ἑαυτοὺς
εἰκὸς ταῦτα λεγόντων· Υἱὸν αὐτὸν Θεοῦ Πέτρος είν
πών, μακαρίζεται. Μάρθα πάλιν οὐχ Υἱὸν αὐτὸν
εἶπεν Θεοῦ; Ναί γάρ, Κύριε, φησίν, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ
εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. Τί οὖν ἐκείνη μακαρι
σμῶν οὐκ ἠξιώθη τινῶν, ἀλλὰ Πέτρος ὡς τι καινόν
εἰπὼν μακαρίζεται; ἡμεῖς πάλιν συμφώνως ὅτε τῇ
θαλάσσῃ καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπετίμησεν, οὐχ ὡς Υἱὸν
Θεοῦ αὐτὸν προσεκυνήσαμεν καὶ μετὰ φωνῆς ἐβοήσαμεν, ᾿Αληθῶς Θεοῦ Υἱὸς εἶ; διὰ τί μακαρίους
ἡμᾶς οὐκ ἐκάλεσεν τότε; Ταῦτα τῶν μαθητῶν ἐνθυ
μουμένων, ὁ Δεσπότης επάγει· Βὰρ Ἰωνᾶ, τους
ἐστιν, Υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ. Ὡς ἐκήρυξας γάρ μου, φησί,
τὸν Πατέρα, οὕτω κἀγὼ κηρύττω σου τὸν πατέρα·
μὴ χρήζων μὲν τοῦ σοῦ μνημονεῦσαι πατρὸς, δεῖξαι
δὲ βουλόμενος τὸ ταυτοφυὲς ἐμοῦ καὶ Πατρός· εἰκόνα
σὲ, καὶ τὸν σὸν πατέρα, ἐμοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς προστί
θημι νῦν ἐκ τῶν καθ' ὑμᾶς μανθανέτωσαν ἅπαντες
Υἱοῦ καὶ Πατρὸς τὴν ταυτότητα. Ὃν γὰρ τρόπον
ὅμοιος σὺ τῷ Ἰωνᾷ κατὰ φύσιν, οὕτως ὅμοιος ἐγὼ
τῷ Πατρὶ κατ' ουσίαν· ὡς οὐκ εἶ σὺ κτίσμα τοῦ οἱνείου πατρός, ἀλλὰ γέννημα, οὕτω; οὐδὲ ἐγὼ κτίσμα
τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ γέννημα· σὺ ἀνθρώπου, ἐγὼ θεὸς
ἐκ Θεοῦ· σὺ γεγέννησαι ἐκ τοιούτου, ἐγὼ φῶς ἐκ
φωτός· σὺ ὅμοιος ἐξ ὁμοίου, κἀγὼ ὅμοιος ἐξ ὁμοίου
διὰ τοῦτο μακαρίζω τὸν Πέτρον, ὅτι περ οὐχ ὥσπερ
tant, filium hominis et nihil amplius; non enim
tantam a me receperunt probationem divinæ meæ
potestatis. Sed vos qui recepistis, quem me esse dicitis? Non dico filium hominis, ne ad meam apparentiam recurratis; non dico rursum filium Dei, ne
vestrum suffragium præveniam. Nihil me nunc
voco; res tantum vobis sententiam promoventes
dedi.
Quod Petrus dicit, Tu es Christus, Filius Dei
riri; Filium Dei vocat proprie et ex sua natura,
sed non ut illi qui erant in navigio, neque ut Nathanael unum e multis, sed legitimum Filium. Ideo
et Christus dicit: Bar Jona, et non Jonæ fili, ostendens quod, Sicut tu Jouæ natura es filius, sic
ego Dei sum Filius.
VERS. 17. Hæsitantibus discipulis, et intra se
verisimiliter talia dicentibus: Petrus illum Filium
Dei vocans beatus dicitur. Martha iterum nonne
Filium Dei illum esse dixit? Ita; nam dicit, Domine,
ego credidi quia tu es Christus, Filius Dei, qui in
hunc mundum venisti, quid ergo illa non beata dici
digna inventa est, cum Petrus, ceu aliquid novi
dicens, beatus prædicatur? Nos quoque unanimiter
quando mari et ventis imperavit, nonne ut Filium
Dei illum adoravimus et voce magna clamavimus:
Vere Filius Dei es? Cur beatos nos non tunc vocavit? Talia discipulis cogitantibus, Dominus adjicit:
Bar Jona, id est, Hli Jonæ, ut prædicasti, inquit,
meum Patrem, sic ego quoque prædico tuum patrem; non quidem necesse habens tuum patrem
memorare, sed volens ostendere communem mei et
Patris naturam, nunc et patrem tuum ut imaginem
mei et Patris mei propono; e quibus secundum vos
discant omnes Patris et Filii naturæ similitudinem.
Nam quo modo similistu Jones secundum naturam,
sic ego similis sum Patri secundum substantiam; ut
tu non es creatus, sed genitus a proprio patre, ita ego
non creatus sum a Patre, sed genitus; tu homo de
homine, ego Deus de Deo; tu genitus es de tali, ego
lumen de lumine; tu similis de simili, ego quoque similis de simili. Ob hanc causam beatum dico Petrum,
quia non ut cateri homines Filium Dei me proclaοἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων Υιόν με Θεοῦ προσηγόρευσαν p naverunt secundum gratiam, ita Petrus, sed ut ipse
κατὰ χάριν, οὕτω ὁ Πέτρος· ἀλλ' ὡς αὐτὸς ἀληθῶς υἱὸς
τοῦ οἰκείου πατρὸς οὕτως Υἱόν με ἀληθῆ προσείπεν τοῦ
Θεοῦ· ὡς αὐτὸς ἀρχὴν ἔχων ἐξ ἀρχὴν ἔχοντος ἐγεννήθη,
οὕτως ἀναρχόν με Υἱὸν ἀνάρχου Πατρὸς ἀνεκήρυξεν
ὡς αὐτὸς θνητὸς ἐκ θνητοῦ, οὕτως ἀθάνατόν με Υἱὸν
ἐξ ἀθανάτου Πατρός ώμολόγησεν· διὰ τοῦτο γάρ με
Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος προσηγόρευσεν ὁ γὰρ τοῦ
ζῶντος Υἱὸς ζῶν καὶ αὐτὸς, ἀτρέπτου Πατρὸς ἄτρεπτος πάντως Υἱός· ἔοικεν ἀεὶ κατὰ πάντα τῷ γε
γεννηκότι τὸ γέννημα· καὶ οὕτως ἀθάνατόν με Θεὸν
ἀθανάτου καὶ ζῶντος Υἱὸν προσηγόρευσεν ὅτι περ
μετὰ μικρὸν ἂν ἀκούσῃ θάνατον καὶ σταυρὸν, εὐθὺς
ναρκήσας βοήσῃ λέγων· Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ
ἔσται σοι τοῦτο. Οὔπω γὰρ ἔγνω τῆς σαρκός μου
vere filius est proprii patris, ita Filium me verum
prædicavit Dei; ut ipse initium habens ex habente
initium genitus est, ita æternum me Filium æterni
Patris proclamavit; ut ipse mortalis de mortali, ita
immortalem me Filium de immortali Patre confessus
est; ideo enim me Filium Dei vivi proclamavit. Nam
vivi Patris Filius vivus et ipse, immutabilis Patris
immutabilis omnino Filius. Similis semper est in
omnibus genitori genitus; et ita immortalem me
Deum immortalis et vivi Filium prædicavit. Quod si
brevi audierit mortem et crucem, confestim stupens
clamabit dicens: Absit ale, Domine, non erit tibi hoc.
Nondum enin cognoscebat carnis meæ passionen,
et propter hoc increpationem a me recipiet; nonРаспознавание текста
col. 1125–1126page 51 of 200
PG 106:1125τὸ πάθος· καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιτίμησίν μου δέξηται οὔπω τὴν οἰκονομίαν ἔγνω τὴν πατρικὴν, ἀλλ' οὕτως ἀθάνατόν με γινώσκει Θεόν ότιπερ και περὶ τῆς σαρκὸς τῆς ἐμῆς ἀμφίβολον ἔχει τὸ τέλος οὐ γὰρ νομίζει τὴν ὑπὸ ζωῆς φερομένην στον δύνασθαι θανάτῳ κρατεῖσθαι· διὰ τοῦτο πρὸς αὐτὸν εἶπον ἐγώ· Μακάριος εἶ, Σίμων βὰρ Ιωνά την ἔννοιαν ἐξηγούμενος Πέτρου, τὴν δύναμιν τῆς τα τρικῆς ἀποκαλύψεως φράζων· διὰ τοῦτο μακάριο; εξ ὅτιπερ ὡς σὺ υἱὸς τοῦ Ἰωνᾶ, οὕτως καμὲ γιν προσηγόρευσας τοῦ Πατρὸς, καὶ πρῶτος εὐηγγελίσα Ει τὴν κτίσιν· ὅτιπερ Υἱὸν ὁ Πατήρ ὅμοιον αὐτῷ καὶ οὐσίαν ἐγέννησε. Οὐκ εἶπεν ἁπλῶς· Ο Πατήρ εν τοῖς οὐρανοῖς, ἀλλ', ο Πατήρ μου, υπεξαίρων έμπν τὸν τῆς κτίσεως· καὶ ἰδιόν μου λέγων Πατέρα, την Πατέρα. Επειδὴ γὰρ καὶ ἀνθρώπων Πατὴρ ὁ θεὸς ὠνομάζετο (λέγει γὰρ ὁ προφήτης Οὐχὶ Ματίν πάντων ἡμῶν ὁ Θεός;), διὰ τοῦτο Ιδιόν μου Πα. τέρα προσείπον τὸν Θεὸν, ὡς ὄντα Πατέρα, οὐχ ὡς κατὰ χάριν Πατέρα, ἀλλ' ὡς κατὰ φύσιν. Νήψον, "Αρεις, καὶ μικρὸν τῆς μανίας ἀπόστη εἶδες Πατρὸς ἐξουσίαν· βλέπε καὶ Υἱοῦ αὐθεντίαν. Καγώ δέ σοι λέγω. Καγώ. Ως μετὰ αὐθεντίας ἀπεκάλυψεν ὁ Πατήρ, οὕτως κἀγὼ μετ' αὐθεντίας ἀποκαλύπτω τὸ μέ· Κἀγὼ δέ σοι λέγω, ἐκεῖνες εἶπεν, οὐ τοῦτο· κἀγὼ δέ σοι λέγω τοῦτο, ὅτι σὺ εἶ Πέτρο,· ὡς ἐκήρυξάς μου τὸ ἴδιον καὶ ἀσάλευτε τῆς θεότητος, οὕτως κἀγὼ κηρύττω σου τὸ τῆς ὁμολογίας ἀπάλευτον· ἐξ ὧν εἶπας, την προσηγορίαν κομίζου. Τὸ ᾿Επὶ ταύτῃ πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Σε κλησίαν, ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ λέγει· πέτραν δὲ λέγει εἰς τὸ στερὰν εἶναι τὴν τοιαύτην πίστιν· Ἐκκλησίαν δὲ εἶπεν ὅτι πολλοὶ μέλλουσιν πιστεύει Τί λέγεις, "Αρεις; τί λέγεις, Ευνόμιε; οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, εἶπεν ὁ Χριστός· οὐκ εἶπεν· Οἰκοδομήσω τὴν τοῦ Πατρὸς Ἐκκλησίας, Εἶδες αὐθεντίαν Υἱοῦ, εἶδες ἐξουσίαν Δεσπότου ἰδοὺ ὁ Υἱὸς Ἐκκλησίαν κέκτηται μόνος· δός μα την τοῦ Πατρὸς Ἐκκλησίαν· ἄμοιρος ὁ Πατήρ Εκκλησίας ἀκτήμων ὁ Πατήρ Ἐκκλησίας· εἰ μὴ μία ουσία Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, οὐδὲ Εκκλησία μία Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, πῶς Υἱοῦ κοινωνήσει τῇ Ἐκκλησίᾳ Πατέρα Καίτοι εἰ ὑπεξούσιος ἦν ὁ Υἱὸς καὶ γυμνὸς αὐθεντία, οὐκ ὤφειλεν εἰπεῖν· Οἰκοδομήσω τὴν τοῦ Πατρός Εκκλησίαν; Ορᾶς ὡς εἴ τις δουλεύει ταῖς λέξεσιν, καὶ μὴ τοῖς ἐνθυμήμασιν ἔπεται, πρὸς κρημνού καθάπερ σύ, πίπτει καὶ βάραθρα. Τὸ, Πύλαι ᾄδον οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς, ὡς ἡγοῦμαι, τοὺς θανάτους λέγει τοὺς διὰ τῶν αἱρέπων καὶ εἰδωλολατρῶν ἐπιφερομένους ἐπὶ τῶν πιστευόν των τὰ σώματα, καὶ μὴ ἰσχυσάντων τι ποιῆσαι κατισχῦσαι αὐτῶν. Διὰ τί λέγει, Καὶ ἐγὼ δέ σοι τὰς κλεῖς τοῖ οὐρανοῦ; Ομοιον ἑαυτὸν δεικνὺς τῷ Πατρί. Τ ἐκεῖνος, φησὶν, ἔδωκε τὸ χάρισμα τῆς γνώσεως την της, οὕτως ἐγὼ τὸ λύειν καὶ δεσμεῖν· οὐκ εἶπεν γάρ' Παρακαλέσας δώσω. ᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν αὐτοῖς
dum consilium Patris cognoscebat, sed ita immer- τὸ πάθος· καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπιτίμησίν μου δέξηται
talem Deum me cognoscit. Ideo de carne mea οὔπω τὴν οἰκονομίαν ἔγνω τὴν πατρικὴν, ἀλλ'
passionem ambiguam habet, non enim putat indu- οὕτως ἀθάνατόν με γινώσκει Θεόν ότιπερ και
nventum vitam iudaeus posse a morte possideri. περὶ τῆς σαρκὸς τῆς ἐμῆς ἀμφίβολον ἔχει τὸ τέλος
Ob eam rem illi ergo dixi: Beatus es, Simon Bar οὐ γὰρ νομίζει τὴν ὑπὸ ζωῆς φερομένην στον
Jona; cogitationem Petri explicans, vim paternæ δύνασθαι θανάτῳ κρατεῖσθαι· διὰ τοῦτο πρὸς αὐτὸν
revelationis exponens: Ideo beatus es, quia sicut εἶπον ἐγώ· Μακάριος εἶ, Σίμων βὰρ Ιωνά την
tu filius Jonæ, ita et me Filiam prædicasti Patris, et ἔννοιαν ἐξηγούμενος Πέτρου, τὴν δύναμιν τῆς τα
primus evangelizasti meam originem, quod nempe τρικῆς ἀποκαλύψεως φράζων· διὰ τοῦτο μακάριο; εξ
Filium Pater similem sibi secundum substantiam ὅτιπερ ὡς σὺ υἱὸς τοῦ Ἰωνᾶ, οὕτως καμὲ γιν
genuit. Non dixit simpliciter, Pater, aut, Qui in celis προσηγόρευσας τοῦ Πατρὸς, καὶ πρῶτος εὐηγγελίσα
est, sed, Pater meus, me a creatione eximens. Ει τὴν κτίσιν· ὅτιπερ Υἱὸν ὁ Πατήρ ὅμοιον αὐτῷ καὶ
particularem mei dicens Patrem, Patrem; quoniam οὐσίαν ἐγέννησε. Οὐκ εἶπεν ἁπλῶς· Ο Πατήρ εν
enim et hominum Pater Deus nominatus est: dicit
τοῖς οὐρανοῖς, ἀλλ', ο Πατήρ μου, υπεξαίρων έμπν
enim propheta: Nonne Pater omnium nostrum τὸν τῆς κτίσεως· καὶ ἰδιόν μου λέγων Πατέρα, την
Deus? Ideo particularem mei Patrem compellavi, Πατέρα. Επειδὴ γὰρ καὶ ἀνθρώπων Πατὴρ ὁ θεὸς
tanquam Patrem non secundum gratiam, sed secundum naturam.
VERS. 18. Resipisce, Arie, et paulo a furore
quiesce: cogno-cis Patris potentiam, vide et Filii
auctoritatem, Et ego dico tibi. Εt ego: ut cum
auctoritate revelavit Pater, ita et ego cum auctoriLale revelo meipsum. Et ego dico tibi, iste dixit,
non illud. Et ego dico tibi illud quia tu es Petrus:
ut prædicasti de me propriam et firmam divinitatem, ita el ego prædico tuæ confessionis firmitatemn. Ex bis quæ dixisti, appellationem accipe.
Super hanc petram ædificabo Ecclesiam meam,
in confessione dicit: petram autem dicit quia firma
est talis fides; Ecclesiam vero vocat quia multi
credere debent.
Quid dicis, Arie? quid dicis, Eunomie? Ædificabo Ecclesiam meam, inquit Christus; non dixit,
Edificabo Patris Ecclesiam. Noscis auctoritatem
Filii, noscis potestatem Domini, ecce Filius Ecclesiam possidet solus. Da mihi Patris Ecclesiam;
exsors est Ecclesiæ Pater, exclusus ab Ecclesia Pater; nisi una sit substantia Patris et Filii; non Ec·
clesia una Patris et Filii est, quomodo Filii Ecclesiæ participabit Pater? Attamen, si inferior substantia esset Filius et auctoritate privatus, nonne
debuit dicere: Edificabo Patris Ecclesiam? Vides
ut, si quis verbis hæreat, neque suas cogitationes
sequatur, in praecipitia, sicut tu, et in abyssos cadit.
Portæ inferi non prævalebunt adversus eam, de
nortibus, ut opinor, dicit illatis ab haereticis et idololatris credentium corporibus, neque valentibus
aliquid facere, aut adversus eos prævalentibus.
VERS. 19. Cur dicit, Et ego tibi dabo claves regni
cœlorum? Similem se Patri ostendens. Ut iste, dicit, dedit donum confessionis istius, sic ego solvendi et ligandi donum: non enim dixit: Advocans dabo.
VERS. 21. Exinde cœvil Jesus ostendere illis quia
ὠνομάζετο (λέγει γὰρ ὁ προφήτης Οὐχὶ Ματίν
πάντων ἡμῶν ὁ Θεός;), διὰ τοῦτο Ιδιόν μου Πα.
τέρα προσείπον τὸν Θεὸν, ὡς ὄντα Πατέρα, οὐχ ὡς
κατὰ χάριν Πατέρα, ἀλλ' ὡς κατὰ φύσιν.
Νήψον, "Αρεις, καὶ μικρὸν τῆς μανίας ἀπόστη
εἶδες Πατρὸς ἐξουσίαν· βλέπε καὶ Υἱοῦ αὐθεντίαν.
Καγώ δέ σοι λέγω. Καγώ. Ως μετὰ αὐθεντίας
ἀπεκάλυψεν ὁ Πατήρ, οὕτως κἀγὼ μετ' αὐθεντίας
ἀποκαλύπτω τὸ μέ· Κἀγὼ δέ σοι λέγω, ἐκεῖνες
εἶπεν, οὐ τοῦτο· κἀγὼ δέ σοι λέγω τοῦτο, ὅτι σὺ εἶ
Πέτρο,· ὡς ἐκήρυξάς μου τὸ ἴδιον καὶ ἀσάλευτε
τῆς θεότητος, οὕτως κἀγὼ κηρύττω σου τὸ τῆς
ὁμολογίας ἀπάλευτον· ἐξ ὧν εἶπας, την προσηγορίαν
κομίζου.
Τὸ ᾿Επὶ ταύτῃ πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Σε
κλησίαν, ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ λέγει· πέτραν δὲ λέγει εἰς
τὸ στερὰν εἶναι τὴν τοιαύτην πίστιν· Ἐκκλησίαν
δὲ εἶπεν ὅτι πολλοὶ μέλλουσιν πιστεύει
Τί λέγεις, "Αρεις; τί λέγεις, Ευνόμιε; Οἰκοδο
μήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, εἶπεν ὁ Χριστός· οὐκ
εἶπεν· Οἰκοδομήσω τὴν τοῦ Πατρὸς Ἐκκλησίας,
Εἶδες αὐθεντίαν Υἱοῦ, εἶδες ἐξουσίαν Δεσπότου
ἰδοὺ ὁ Υἱὸς Ἐκκλησίαν κέκτηται μόνος· δός μα την
τοῦ Πατρὸς Ἐκκλησίαν· ἄμοιρος ὁ Πατήρ Εκκλησίας
ἀκτήμων ὁ Πατήρ Ἐκκλησίας· εἰ μὴ μία ουσία
Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, οὐδὲ Εκκλησία μία Πατρὸς καὶ
Υἱοῦ, πῶς Υἱοῦ κοινωνήσει τῇ Ἐκκλησίᾳ Πατέρα
Καίτοι εἰ ὑπεξούσιος ἦν ὁ Υἱὸς καὶ γυμνὸς αὐθεντία,
οὐκ ὤφειλεν εἰπεῖν· Οἰκοδομήσω τὴν τοῦ Πατρός
Εκκλησίαν; Ορᾶς ὡς εἴ τις δουλεύει ταῖς λέξεσιν,
καὶ μὴ τοῖς ἐνθυμήμασιν ἔπεται, πρὸς κρημνού
καθάπερ σύ, πίπτει καὶ βάραθρα.
Τὸ, Πύλαι ᾄδον οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς, ὡς
ἡγοῦμαι, τοὺς θανάτους λέγει τοὺς διὰ τῶν αἱρέπων
καὶ εἰδωλολατρῶν ἐπιφερομένους ἐπὶ τῶν πιστευόν
των τὰ σώματα, καὶ μὴ ἰσχυσάντων τι ποιῆσαι
κατισχῦσαι αὐτῶν.
Διὰ τί λέγει, Καὶ ἐγὼ δέ σοι τὰς κλεῖς τοῖ
οὐρανοῦ; Ομοιον ἑαυτὸν δεικνὺς τῷ Πατρί. Τ
ἐκεῖνος, φησὶν, ἔδωκε τὸ χάρισμα τῆς γνώσεως την
της, οὕτως ἐγὼ τὸ λύειν καὶ δεσμεῖν· οὐκ εἶπεν γάρ'
Παρακαλέσας δώσω.
᾿Απὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν αὐτοῖς
Распознавание текста
col. 1127–1128page 52 of 200
PG 106:1127ὅτι δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν. Από τότε, πότε; Ὅτε ἔπηξεν ἐν αὐτοῖς τὸ δόγμα τὸ ὀρθόν· ἐνόμιζον; γὰρ πολλῷ βέλτιον τὸ μὴ ἀποθανεῖν αὐτόν. Το, Απαρνησάσθω ἑαυτὸν, τοιοῦτόν ἐστιν Ὥσπερ, φησὶν, ἑτέρου τυπτομένου, ἢ τὴν ἐπὶ θα νάτῳ ἀγομένου ή μαστιζομένου, οὐκ ἀεὶ παριστάμεθα, οὐ βοηθούμεν, οὐ πάσχει τι πρὸς αὐτὸν τοσο οὗτον ὁ ὁρῶν, οὕτω οὐδὲ ἐφ' ἑαυτῶν, κἂν ἐλαυνώμεθα, κἂν θνήσκωμεν, δεῖ ἡμᾶς πολλοῦ λόγον ποιεῖσθαι τούτων, Τὸ, Αράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι, τὸν θάνατον λέγει, καὶ θάνατον τὸν ἐπονείδιστον. Τό, Ος ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτὴν, περὶ τῆς παρὰ τὸ δέον σωτηρίας λέγει, τὴν ἐκ τῶν κινδύνων διαφυγὴν ἀπώλειαν και λῶν· ὥσπερ καὶ τοὐναντίον σωτηρίαν, τὴν δοκοῦσαν ἀπώλειαν. Τ, Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, βα σιλείαν αὐτοῦ λέγων τὴν μεταμόρφωσιν, οὐ τὴν ἀνάληψιν, ὡς ἡγοῦμαι· ὧδε γάρ τινὲς, ἐκεῖ δὲ πάντ τες. Καὶ ἄλλως· Εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκό των, καὶ ἑξῆ;· διὰ τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ιωάννην φησίν· οὗτοι γὰρ ἐν τῇ μεταμορφώσει συμ παρελήφθησαν, ἣν καλεῖ βασιλείαν αὐτοῦ· ὡς ἐκφή νασαν τῆς ἐξουσίας τὸ ἄφατον, καὶ τῆς πρὸς τὸν Πατέρα γνησιότητας τὸ σφοδρὸν καὶ ἀπαράλλακτον ἐν αὐτῇ γὰρ καὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ φρικτὸν ὑπεδήλωσε προοίμιον ταύ την ἐκείνης, καὶ οἷον βεβαίωσιν ἐνδειξάμενος. ΚΕΦΑΛ. ΙΖ'. Καὶ μεθ' ἡμέρας ἐξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, καὶ τὰ ἑξῆς, ἐν τῷ μεταμορφοῦσθαι· ἄλλος δὲ εὐαγγελιστὴς μεθ' ἡμέρα; ὀκτὼ λέγει, οὐκ ἐναντιούμενος, ἀλλὰ τὴν ὅτε ἐφθέγξατο, καὶ τὴν ὅτε ἀνήγαγεν εἰ πών· ὁ δὲ τὰς διὰ μέσου μόνας είρηκεν. Διὰ τί τοὺς τρεῖς μόνους λαμβάνει εἰς τὸ ὄρος; ὡς ἀξιωτέρους και σφόδρα φιλοῦντας· καὶ γὰρ ὁ Πέτρος σφόδρα ἐφίλει αὐτόν· Ἰωάννης δὲ ἐκ τοῦ σφόδρα φιλεῖσθαι· Ιάκωβος δὲ ἀπὸ τῆς ἀποκρίσεως τῆς μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἧς ἀπεκρίθη, ότι Δυνάμεθα πιεῖν τὸ ποτήριον. Τὸ φαινόμενον φῶς ὑπὲρ ήλιον ἦν· εἶπεν δὲ ὁ εὐ αγγελιστής ὡς ὁ ἥλιος, ἐπειδὴ τὸ ἄστρον τοῦτο μόνον γνώριμον ἐστιν ἐν ὑπερβολῇ φωτός. Λευκὸς ἦν ὡς χιών· οὐκ ἔχω ἄλλην ύλην λευκοτέραν. Ὅτι γὰρ ὑπὲρ ἥλιον ἔλαμψεν, ἀπὸ τοῦ ἑξῆς δείκνυται, Καὶ ἔπεσον χαμαὶ οἱ μαθηταί· εἰ δὲ ὡς ὁ ἥλιος ἔλαμψεν, οὐκ Επιπτον οἱ μαθηταί· ἥλιον γὰρ ἔβλεπον καθ' ἡμέ ραν καὶ οὐκ ἔπιπτον· ἀλλ' ἐπειδὴ ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψεν, καὶ ὑπὲρ τὴν χιόνα, διὰ τοῦτο μὴ φέροντες τὴν λαμπηδόνα κατέπεσον. Εἰπέ μοι οὖν, εὐαγγελιστὰ, ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψε, καὶ σὺ λέγεις ὡς ὁ Ήλιος; Ναίο γνώριμον σοι θέλω ποιῆσαι τὸ φῶς· οὐκ Έχω ἄλλο ἄστρον· οὐκ ἔχω ἄλλην εἰκόνα, τὴν ἐν τοῖς Ει
ὅτι δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν. Από τότε, πότε; oportet eum multa pali: quando, exinde? Quando
Ὅτε ἔπηξεν ἐν αὐτοῖς τὸ δόγμα τὸ ὀρθόν· ἐνόμιζον βxit in eis dogma rectum; putabant enim multo
γὰρ πολλῷ βέλτιον τὸ μὴ ἀποθανεῖν αὐτόν.
melius esse illum non mori.
Το, Απαρνησάσθω ἑαυτὸν, τοιοῦτόν ἐστιν·
Ὥσπερ, φησὶν, ἑτέρου τυπτομένου, ἢ τὴν ἐπὶ θα
νάτῳ ἀγομένου ή μαστιζομένου, οὐκ ἀεὶ παριστά
μεθα, οὐ βοηθούμεν, οὐ πάσχει τι πρὸς αὐτὸν τοσο
οὗτον ὁ ὁρῶν, οὕτω οὐδὲ ἐφ' ἑαυτῶν, κἂν ἐλαυνώμεθα, κἂν θνήσκωμεν, δεῖ ἡμᾶς πολλοῦ λόγον ποιεί
σθαι τούτων,
Τὸ, Αράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολου
θείτω μοι, τὸν θάνατον λέγει, καὶ θάνατον τὸν ἐπονείδιστον.
Τό, Ος ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτὴν, περὶ τῆς παρὰ τὸ δέον σωτηρίας
λέγει, τὴν ἐκ τῶν κινδύνων διαφυγὴν ἀπώλειαν και
λῶν· ὥσπερ καὶ τοὐναντίον σωτηρίαν, τὴν δοκοῦσαν
ἀπώλειαν.
Τ, Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων οἳ οὐ μὴ
γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσιν τὸν Υἱὸν τοῦ
ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, βασιλείαν αὐτοῦ λέγων τὴν μεταμόρφωσιν, οὐ τὴν
ἀνάληψιν, ὡς ἡγοῦμαι· ὧδε γάρ τινὲς, ἐκεῖ δὲ πάντ
τες. Καὶ ἄλλως· Εἰσίν τινες τῶν ὧδε ἑστηκό
των, καὶ ἑξῆ;· διὰ τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ
Ιωάννην φησίν· οὗτοι γὰρ ἐν τῇ μεταμορφώσει συμπαρελήφθησαν, ἣν καλεῖ βασιλείαν αὐτοῦ· ὡς ἐκφήνασαν τῆς ἐξουσίας τὸ ἄφατον, καὶ τῆς πρὸς τὸν
Πατέρα γνησιότητας τὸ σφοδρὸν καὶ ἀπαράλλακτον·
ἐν αὐτῇ γὰρ καὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τὸ
ἀξίωμα καὶ τὸ φρικτὸν ὑπεδήλωσε προοίμιον ταύτην ἐκείνης, καὶ οἷον βεβαίωσιν ἐνδειξάμενος.
Καὶ μεθ' ἡμέρας ἐξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς
τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, καὶ
τὰ ἑξῆς, ἐν τῷ μεταμορφοῦσθαι· ἄλλος δὲ εὐαγγε
λιστής μεθ' ἡμέρα; ὀκτὼ λέγει, οὐκ ἐναντιούμενος,
ἀλλὰ τὴν ὅτε ἐφθέγξατο, καὶ τὴν ὅτε ἀνήγαγεν εἰπών· ὁ δὲ τὰς διὰ μέσου μόνας είρηκεν.
Διὰ τί τοὺς τρεῖς μόνους λαμβάνει εἰς τὸ ὄρος;
ὡς ἀξιωτέρους και σφόδρα φιλοῦντας· καὶ γὰρ ὁ
Πέτρος σφόδρα ἐφίλει αὐτόν· Ἰωάννης δὲ ἐκ τοῦ
σφόδρα φιλεῖσθαι· Ιάκωβος δὲ ἀπὸ τῆς ἀποκρίσεως
τῆς μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ ἧς ἀπεκρίθη, ότι Δυνάμεθα
πιεῖν τὸ ποτήριον.
Τὸ φαινόμενον φῶς ὑπὲρ ήλιον ἦν· εἶπεν δὲ ὁ εὐ
αγγελιστής ὡς ὁ ἥλιος, ἐπειδὴ τὸ ἄστρον τοῦτο μόνον
γνώριμον ἐστιν ἐν ὑπερβολῇ φωτός. Λευκὸς ἦν ὡς
χιών· οὐκ ἔχω ἄλλην ύλην λευκοτέραν. Ὅτι γὰρ ὑπὲρ
ἥλιον ἔλαμψεν, ἀπὸ τοῦ ἑξῆς δείκνυται, Καὶ ἔπεσον
χαμαὶ οἱ μαθηταί· εἰ δὲ ὡς ὁ ἥλιος ἔλαμψεν, οὐκ
Επιπτον οἱ μαθηταί· ἥλιον γὰρ ἔβλεπον καθ' ἡμέραν καὶ οὐκ ἔπιπτον· ἀλλ' ἐπειδὴ ὑπὲρ τὸν ἥλιον
ἔλαμψεν, καὶ ὑπὲρ τὴν χιόνα, διὰ τοῦτο μὴ φέροντες
τὴν λαμπηδόνα κατέπεσον. Εἰπέ μοι οὖν, εὐαγγε
λιστὰ, ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψε, καὶ σὺ λέγεις ὡς ὁ
Ήλιος; Ναίο γνώριμον σοι θέλω ποιῆσαι τὸ φῶς· οὐκ
Έχω ἄλλο ἄστρον· οὐκ ἔχω ἄλλην εἰκόνα, τὴν ἐν τοῖς
PATROL. GR. CVI.
p
Vers. 24. Illud, Abneget semetipsum, tale est:
Sicut, inquit, alteri percusso, aut ad mortem ducto,
aut flagellato, non semper succurrimus, uon opitalamur, non omnis qui videt talia patitur pro illo,
sic neque nos in nobis, licet expellamur, licet moriamur, oportet multi facere talia.
Tollat crucem suam el sequatur me, mortem intelligit, et mortem contumeliosam.
VERS. 25. Qui voluerit animam suam salvam fa
cere, perdet eam, de salute in officio complendo die
cit, periculorum fugam perditionem vocaus; ut e
contrario salutem dicit, quod videtur perditio.
YERS. 28. Sunt quidam de hic stantibus qué non
gustabunt mortem, donec videant Filium hominis ve
nienĭem in regno suo; regnum summ dicit suam
transfigurationem, non ascensionem, ut opinor;
nam illam quidam videbunt, hanc vero omnes. Aliter: Sunt quidam de hic stantibus, etc.; de Petro,
Jacobo et Joanne loquitur; hi enim in transfiguratione cum illo assumpli sunt, quam vocat regnum
suum; quasi manifestantem potentiam ejus ineffabilem, et unionem cum Patre mirabilem et incornparabilem. lui illa enim secundi sui adventus maj
stalem et terrorem subostendit; præludium illam
hnjus, et quasi confirmationem proponens.
CAPUT XVII.
VERS. 1. Ει post dies sex assumil Jesus Petrum,
et Jacobum, et Joannem, et reliqua, et transfiguratus
est. Alius autem evangelista post dies octo dicit,
non contraria dicens, sed diem quo locutus est, et
diem quo subiit in montem adjiciens; iste vero
solos dies intermedios dixit.
Cur tres solos sumit in montem subiturus? Ut
digniores et valde illum amantes. Etenim Petrus
multum illum diligebat; Joannes multum ab illo
diligebatur; Jacobus autem, ob responsum quod
cum fratre responderat, Possumus bibere calicem.
VERS. 2. Resplenduit facies magis quam sol; dicit
autem evangelista sicut sol, quoniam sidus istud solum exemplum est splendidissimæ lucis. Alla sicut
nix; non nusco aliam inateriam albam magis. Quod
autem magis quam sol resplenduit, sequentia ostendunt: ceciderunt in terram discipuli. Si vero sicut
sol resplenduisset, non cecidissent discipuli; solem
enim singulis diebus videbant et non cadebant; sed
quoniam magis quam sol resplenduit, et magis quam
nix, ideo non sustinentes splendorem ceciderunt.
Die mihi igitur, evangelista, magis quam sol resplenduit cur tu dicis sicut sol? Exemplum tibi volo dare
lucis, non habeo sidus aliud, non habeo aliam si36
Распознавание текста
col. 1129–1130page 53 of 200
PG 106:1129τελείᾳ τῆς λέξεως εναπομείνῃς. άστροις βασιλεύουσαν· ταύτην εἶπον ἵνα μὴ τῇ εὐ Διὰ τί Ηλίας καὶ Μωσῆς εἰς μέσον άγεται; Πρώ τον μὲν ἵνα δείξῃ ὅτι οὔτε Ἠλίας ἐστὶν ὡς ἔλεγον, οὔτε Μωσῆς· δεύτερον, ἵνα μὴ περὶ ὧν ἐνεκάλουν αὐτῷ ὡς παρανόμων, δείξη ότι ψεῦδός ἐστιν· οὐ γὰρ ἂν συνωμίλουν· τρίτον ἵνα μάθωσιν ὅτι καὶ θανάτο καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει, τὴν μὲν ἐνεγκών, τὸν δὲ ἐναι στήσας· τί δὲ συνελάλουν τὴν δόξαν ἦν ἔμελλε πλ ροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ; Τουτέστιν τὸ πάθος καὶ τὸν σταυρὸν, καὶ τὴν ἀνάστασιν, καὶ τὰ ὅμοια. Διὰ τί λέγει ὁ Πέτρος, Καλὸν ἡμᾶς ὧδε εἶναι εἰς ἐρημίαν; Διὰ τὸ ἀκοῦσαι ὅτι παραδοθήσεται εἰς θάνατον ὁ Χριστός· καὶ τοῦτο Λουκᾶς δηλῶν ἔλεγεν ὅτι, Εἰ καὶ μὴ ᾔδει τί ἐλάλει. Ἀπὸ νεφέλης δὲ ἡ φωνή, ὅτι οὕτως ἐκτάνετο ὁ Θεός· φωτεινὴ δὲ ὅτι οὐ φοβῆσαι ἐβούλετο· ὅπου γὰρ ἀπειλή, ἐκεῖ σκοτεινή, ὥσπερ ἐν Σινά ρει· διὰ τοῦτο μετὰ τὸ ἀφανεῖς γενέσθαι τόν τε Μωσέα καὶ Ηλίαν, τότε γίνεται ἡ φωνὴ, ἵνα μὴ ἐπ' αὐτῶν τινος, ἀλλ' ἐπὶ Χριστὸν λογισθῇ ἡ φωνὴ ἡ ἐρχομένη. Οὐ τὸν Χριστὸν μόνον ὑπέλαβεν ή νεφέλη, ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς, ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι Χριστός ἀφῆκεν τὴν φωνήν. Τό, Εν ᾧ εὐδόκησα, ἀντὶ τοῦ Ἐν ᾧ ἀναπείν μαι, δηλοῖ· προσέθετο δὲ τὸ, Αὐτοῦ ἀκούετε, ἵνα καν σταυρωθῇ, μὴ ῥᾳθυμήσωσιν. Διὰ τί ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος τῆς φωνῆς γενομένης οὐ κατέπεσον, ὧδε δὲ τοῦτο πάσχουσιν; Ἐπειδὴ ἐκεῖ μὲν ὄχλος, ὧδε δὲ ἔρημος καὶ ὕψος, καὶ μόνοι μεθ' ἡσυχίας, καὶ τὸ γινόμενον κατ᾽ ὀφθαλμούς τρι κτὸν φῶς ἄκρατον καὶ νεφέλη, ἅπερ τοῦτο παθεῖν εποίει. Τί ἐστιν τὸ, Βεβαρημένοι ἦσαν ὕπνῳ; Ότι πολλῷ κατείχοντο κάρῳ· τοῦτο δὲ ἀπὸ τῆς δομική ἐκείνης τῆς θαυμαστής ἦν γεγενημένον. δε Διὰ τί λέγει μηδενὶ εἰπεῖν ἕως ἂν ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ; Ἐπειδὴ ὅσῳ μείζονα ἐλέγετο, τοσοῦτον εἰς φθόνον καὶ ἀπιστίαν ὄντες, δυσπαράδεκτα εἶχον αὐτά μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν, ἐκ μέσου μὲν ὁ φθονούμενης καὶ οἱ μὲν ἀπόστολοι ἤδη πιστεύοντες, οἱ δὲ ὄχλο τὰ παρὰ τῶν ἀποστόλων θαύματα ὁρῶντες πιστεύσειαν ἄν. Επηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταί, ὅτι Οι γραμματεις λέγουσιν Ηλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρώτων· καὶ πόλιν τοῦτο ἔλεγον; Ἐκράτει μὲν ὁ λόγος καὶ περιεφέρετο κακῶς νοούμενος παρὰ τῶν Γραμματέων· ὥσπερ καὶ οἱ περὶ τοῦ Χριστοῦ· ἡ δὲ ἀλήθεια ἔχει οὕτω;· Αί μὲν Γραφαί, δύο λέγουσι παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ταύτην καὶ τὴν μέλλουσαν· καὶ οἱ προφῆται ἑκατέρας πρόδρομον τὸν Ηλίαν ἔσεσθαι λέγουσιν· τῆς γὰρ ἄλλης ὁ Ἰωάννης ἐγίνετο, ἂν καὶ Ἠλίαν ὁ Χριστὸς καλεῖ, οὐκ ἐπειδὴ Ἠλίας ἦν, ἀλλ' ἐπειδὴ τὴν διαχρ νίαν ἐπλήρωσεν Ηλίου· οἱ Γραμματεῖς οὖν συγχέω τες ταῦτα, τῆς δευτέρα; ἐμνημόνευον μόνης· αὐτὸς δέ φησι πρὸς τοὺς μαθητάς Ηλίας μὲν ἔρχεται καὶ ἀποκαταστήσει πάντα. Ποια πάντα; Απερί προφήτης έλεγε μάλα· Αποστελώ, φησί, σύν άττα
τελείᾳ τῆς λέξεως εναπομείνῃς.
nilitudinem quæ in sideribus principatum obti- άστροις βασιλεύουσαν· ταύτην εἶπον ἵνα μὴ τῇ εὐ
neat, hac usus sum, ne verbi egestate delinearis.
VERS. 3. Cur Elias et Moyses in medium adducuntur? Primo, ut ostenderetur quia non Elias est,
ut dixi, neque Moyses; secundo, ne in illis de quibus
illum arguebant ut legis violatorem, ostenderetur
quia mendax est: non enim cum illo conversati
faissent; tertio, ut discant eum mortis et vitæ potestatem habere, qui nempe illum profert, et hunc
suscitat. Quid vero dicebant gloriam quam completurus erat in Jerusalem? Id est, passionem ejus, et
crucem, et resurrectionem, et similia.
VERS. 4. Cur dicit Petrus, Bonum est nos hic esse
in solitudine? Quia audiebat tradendum esse ad
mortem Christum: et illud Lucas ostendens dicit,
Nesciens quid diceret.
VERS. 5. Vox de nube, quia sic Deus cognoscebatur; lucida autem nubes, quia timeri non volebat. Ubi enim metus, ibi tenebrosa est nubes, ut in
monte Sina. Ideo postquam disparuissent Moyses et
Eliss, tunc fit vox, ne de illorum aliquo, sed de
Christo intelligatur vox quæ audita est.
Non Christum solum operuit nubes, sed etiam
diseipulos, ne putaretur Christus vocem emisisse.
licet
lllud, In quo complacui, idem sonat ac, in quo
quiesco. Additum est autem, Illum audite, ne,
crucifigatur, deficiant snimo.
VERS. 6. Cur, quando in baptismate vox facta
est, non ceciderunt, hic autem istud accidit? Quia
in baptismate turba erat, hic vero desertum et altitudo, solique erant per solitudinem, et ante oculos
splendens prodigium lucis purissimæ et nubes hos
tale experiri facil.
VERS. 7. Quid est, Gravati erant somno? Quia
magno possidebantur stupore; hoc autem a visione
illa miraculosa oriebatur.
VERS. 9. Cur dicit nemini dicant donec a mortuis resurgal? Quia quanto majora dicta fuissent,
tanto invidia et incredulitate laborantes illa ægre
magis accepta habuissent; sed post resurrectionen,
e medio ablato illo quem oderint, et aportolis jam
credentibus, turbæ apostolorum miracula cernentes
credere poterunt.
Διὰ τί Ηλίας καὶ Μωσῆς εἰς μέσον άγεται; Πρώ
τον μὲν ἵνα δείξῃ ὅτι οὔτε Ἠλίας ἐστὶν ὡς ἔλεγον,
οὔτε Μωσῆς· δεύτερον, ἵνα μὴ περὶ ὧν ἐνεκάλουν
αὐτῷ ὡς παρανόμων, δείξη ότι ψεῦδός ἐστιν· οὐ γὰρ
ἂν συνωμίλουν· τρίτον ἵνα μάθωσιν ὅτι καὶ θανάτο
καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει, τὴν μὲν ἐνεγκών, τὸν δὲ ἐναι
στήσας· τί δὲ συνελάλουν τὴν δόξαν ἦν ἔμελλε πλ
ροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ; Τουτέστιν τὸ πάθος καὶ τὸν
σταυρὸν, καὶ τὴν ἀνάστασιν, καὶ τὰ ὅμοια.
Διὰ τί λέγει ὁ Πέτρος, Καλὸν ἡμᾶς ὧδε εἶναι εἰς
ἐρημίαν; Διὰ τὸ ἀκοῦσαι ὅτι παραδοθήσεται εἰς
θάνατον ὁ Χριστός· καὶ τοῦτο Λουκᾶς δηλῶν ἔλεγεν
ὅτι, Εἰ καὶ μὴ ᾔδει τί ἐλάλει.
Ἀπὸ νεφέλης δὲ ἡ φωνή, ὅτι οὕτως ἐκτάνετο ὁ
Θεός· φωτεινὴ δὲ ὅτι οὐ φοβῆσαι ἐβούλετο· ὅπου γὰρ
ἀπειλή, ἐκεῖ σκοτεινή, ὥσπερ ἐν Σινά ρει· διὰ τοῦτο
μετὰ τὸ ἀφανεῖς γενέσθαι τόν τε Μωσέα καὶ Ηλίαν,
τότε γίνεται ἡ φωνὴ, ἵνα μὴ ἐπ' αὐτῶν τινος, ἀλλ'
ἐπὶ Χριστὸν λογισθῇ ἡ φωνὴ ἡ ἐρχομένη.
Οὐ τὸν Χριστὸν μόνον ὑπέλαβεν ή νεφέλη, ἀλλὰ
καὶ τοὺς μαθητάς, ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι Χριστός
ἀφῆκεν τὴν φωνήν.
Τό, Εν ᾧ εὐδόκησα, ἀντὶ τοῦ Ἐν ᾧ ἀναπείν
μαι, δηλοῖ· προσέθετο δὲ τὸ, Αὐτοῦ ἀκούετε, ἵνα
καν σταυρωθῇ, μὴ ῥᾳθυμήσωσιν.
Διὰ τί ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος τῆς φωνῆς γενομένης
οὐ κατέπεσον, ὧδε δὲ τοῦτο πάσχουσιν; Ἐπειδὴ
ἐκεῖ μὲν ὄχλος, ὧδε δὲ ἔρημος καὶ ὕψος, καὶ μόνοι
μεθ' ἡσυχίας, καὶ τὸ γινόμενον κατ᾽ ὀφθαλμούς τρι
κτὸν φῶς ἄκρατον καὶ νεφέλη, ἅπερ τοῦτο παθεῖν
εποίει.
VERS. 10. Interrogaverunt eum discipuli: Quid
Scribe dicunt, quod Eliam oporteat primum venire?
et unde hoc dicebant? Obtinebat hic sermo et proferebatur male intellectus a Scribis, ut et qui de
Christo erant. Veritas autem se it: habebat; Scripturæ quidem duos memorant Christi adventus,
hane et futuram, et prophetæ utriusque præcursorem Eliam futurum esse dicunt. Nam unius Joannes
ſuit præcursor, quem Eliam vocat Christus, non
quod sit Elias, sed quod ministerium Elie implevit.
Scribæ igitur hæc confundentes, secundi solius
mentionem faciebant; ille autem dicit ad discipulos: Elias quidem venit et restituet omnia. Quæ omnia? Quæ propheta dicebat præsertim: Mittam, inquit, angelum meum, et reliqua. Et hoc fet quando
Τί ἐστιν τὸ, Βεβαρημένοι ἦσαν ὕπνῳ; Ότι
πολλῷ κατείχοντο κάρῳ· τοῦτο δὲ ἀπὸ τῆς δομική
ἐκείνης τῆς θαυμαστής ἦν γεγενημένον.
δε
Διὰ τί λέγει μηδενὶ εἰπεῖν ἕως ἂν ἐκ νεκρῶν
ἀναστῇ; Ἐπειδὴ ὅσῳ μείζονα ἐλέγετο, τοσοῦτον εἰς
φθόνον καὶ ἀπιστίαν ὄντες, δυσπαράδεκτα εἶχον αὐτά
μετὰ δὲ τὴν ἀνάστασιν, ἐκ μέσου μὲν ὁ φθονούμενης
καὶ οἱ μὲν ἀπόστολοι ἤδη πιστεύοντες, οἱ δὲ ὄχλο
τὰ παρὰ τῶν ἀποστόλων θαύματα ὁρῶντες πιστεύ
σειαν ἄν.
Επηρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταί, ὅτι Οι γραμματεις
λέγουσιν Ηλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρώτων· καὶ πόλιν
τοῦτο ἔλεγον; Ἐκράτει μὲν ὁ λόγος καὶ περιεφέρετο
κακῶς νοούμενος παρὰ τῶν Γραμματέων· ὥσπερ καὶ
οἱ περὶ τοῦ Χριστοῦ· ἡ δὲ ἀλήθεια ἔχει οὕτω;· Αί
μὲν Γραφαί, δύο λέγουσι παρουσίας τοῦ Χριστοῦ,
ταύτην καὶ τὴν μέλλουσαν· καὶ οἱ προφῆται ἑκατέρας
πρόδρομον τὸν Ηλίαν ἔσεσθαι λέγουσιν· τῆς γὰρ
ἄλλης ὁ Ἰωάννης ἐγίνετο, ἂν καὶ Ἠλίαν ὁ Χριστὸς
καλεῖ, οὐκ ἐπειδὴ Ἠλίας ἦν, ἀλλ' ἐπειδὴ τὴν διαχρ
νίαν ἐπλήρωσεν Ηλίου· οἱ Γραμματεῖς οὖν συγχέω
τες ταῦτα, τῆς δευτέρα; ἐμνημόνευον μόνης· αὐτὸς
δέ φησι πρὸς τοὺς μαθητάς Ηλίας μὲν ἔρχεται
καὶ ἀποκαταστήσει πάντα. Ποια πάντα; Απερί
προφήτης έλεγε μάλα· Αποστελώ, φησί, σύν άττα
Распознавание текста
col. 1131–1132page 54 of 200
PG 106:1131λόν μου, καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ τοῦτο γενήσεται ὅτ' ἂν τὰ ἐγκαταλελειμμένα τοῦ Ἰσραὴλ βούλεται σωθῆναι, ἵνα μὴ ἄρδην ἀπόλωνται εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ παρουσίαν· ὅταν οὖν λέγῃ, ὅτι Ηλίας ἔρχεται καὶ ἀποκαταστήσει, περὶ τοῦ ἐν τῇ δευτέρα παρουσίᾳ λέγει· ὅτ' ἂν δὲ λέγῃ ὁ μέλλων ἔρχεσθαι Ηλίας, Οὗτός ἐστιν, κατὰ τὸν τρόπον τῆς διακονίας τὸν Ἰωάννην Ηλίαν καλεί. Τοῦ σεληνιαζομένου ὁ πατὴρ σφόδρα ἦν άπιστος" ἐδείκνυτο δὲ τοῦτο ἔκ τε τοῦ εἰπεῖν πρὸς τὸν Χριστόν Εἰ δύνασαι, βοήθησον. Διὰ τί μέμφεται τοῖς ἀποστόλοις, εἰ ἄπιστός ἐστιν ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ οὐ τεθεραπεύκασιν; Δεικνὺς ὅτι ἡ. μεγάλη πίστις καὶ τελεία ἀρετὴ τῶν θαυματουργούντων δύναται καὶ χωρὶς πίστεως τῶν θεραπευομένων ἐνεργεῖν. Ὥσπερ γὰρ ἡ πίστις τῶν προτερ χομένων καὶ παρ᾽ ἐλαττόνων λαμβάνει τὴν ἴασιν, ὡς ἐπὶ τοῦ Κορνηλίου· οὕτως τῶν ποιούντων τὰ ση μεία ήρκεσεν ἡ δύναμις και μη πιστευόντων τινῶν ὡς ἐπὶ τοῦ Ελισσαίου· ὅτι οὐδενὸς πιστεύσαντος, νεκρὸς ἀνέστη· χρὴ δὲ εἰδέναι ὅμως ὅτι οὐ πάντες οἱ μαθηταὶ ἠσθένησαν τῇ πίστει· οἱ γὰρ στύλοι οὐκ ἦσαν ἐκεῖ. Διὰ τί εἶπεν, Ο γενεά άπιστος καὶ διεστραμμένη! Επειδὴ ὁ ἄπιστος ἀνὴρ οὗτος ἐπὶ τοῦ ὄχλου ἐντυγχάνει κατὰ τῶν μαθητῶν· βουλόμενος οὖν ἀπαλλάξαι ἐκείνους μὲν ἐγκλήματος, ἐκεῖνον δὲ ὕβρεως, ἵνα μὴ ἐξαπορήσῃ, κοινοποιεῖται τὸν λόγον ἀληθεύων καὶ περὶ τῶν ἄλλων· εἰκὸς γὰρ ἦν πολλοὺς τῶν παρόντων σκανδαλισθῆναι. Τό, Ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; δείκνυσιν ὅτι ἐσπάζετο τὸν θάνατον, καὶ βάρος εἶναι τὸ μετ' αὐτ τῶν ἐλογίζετο. Ὣς κόκκον σινάπεως τὴν πίστιν λέγει, δεικνὺς ὅτι τὸ ἐλάχιστον τῆς γνησίας πίστεως καὶ ὄρη δύναται μεταθεῖναι· εἰ δὲ καὶ οὐδαμοῦ ὄρη μετετέθη, τὸ ἐγεῖραι νεκροὺς οὐκ ἔλαττον. Πόθεν τὰ δίδραχμα ἐτελεῖτο; Ὅτε τὰ πρωτότοκα τῶν Αἰγυπτίων ἀπέκτεινεν ὁ Θεὸς, τότε τὴν Λευτ φυλὴν ἀντ᾿ αὐτῶν ἔλαβεν. Εἶτα ἐπειδὴ τῶν παρ Α' γυπτίοις πρωτοτόκων ἐλάττων ἦν ὁ τῆς φυλῆς ἀριθμ μᾶς, ἀντὶ τῶν λειπόντων εἰς τὸν ἀριθμὸν, σίκλον ἐκέλευσεν εἰσενεχθῆναι· ἐξ ἐκείνου οὖν ἔθος ἐκρά τησεν τὰ πρωτότοκα τὸν φόρον τοῦτον εἰσφέρειν. Οἱ η τὰ δίδραχμα λαμβάνοντες τῷ Πέτρο προσέρχονται ἐπιεικῶς δὲ ἐπειδὴ ἀπένεμον αὐτῷ τινὰ αἰδὼ διὰ τὰ σημεία. Γῷ Χριστῷ καὶ Πέτρῳ ὡς πρωτοτόκοις οὖσιν ἀπαιτεῖται τὸ δίδραχμον. Τὸ λέγειν τὸν Χριστόν, Τί σοι δοκεῖ, Σίμων; οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τίνων λαμβάνουσιν τέλη ἢ κήνσον; τοιοῦτον ἔχει τὸν νοῦν Ελεύθερος, φη σὶν, εἰμὶ τοῦ δοῦναι τὴνσον· εἰ γὰρ βασιλεῖς τῆς γῆς οὐ παρὰ τῶν υἱῶν αὐτῶν λαμβάνουσιν, ἀλλὰ παρὰ τῶν ἀρχομένων· οὐ δώσω, φησίν, ἐγώ, οὐκ ἐπιγείου βασιλέως, ἀλλὰ τοῦ τῶν οὐρανῶν ὧν υἱὸς βασιλέως. Τὸ προειπεῖν, ὅτι Εὑρήσεις στατῆρα ἐν τῷ ἰχθύς, καὶ τὸ πρώτως τὸν ἰχθὺν ἐμπεσεῖν, καὶ ὥσπερ ἄγ
λόν μου, καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ τοῦτο γενήσεται ὅτ' ἂν reliquias Israel salvari voluerit, ne penitus disper
τὰ ἐγκαταλελειμμένα τοῦ Ἰσραὴλ βούλεται σωθῆναι,
ἵνα μὴ ἄρδην ἀπόλωνται εἰς τὴν δευτέραν αὐτοῦ
παρουσίαν· ὅταν οὖν λέγῃ, ὅτι Ηλίας ἔρχεται καὶ
ἀποκαταστήσει, περὶ τοῦ ἐν τῇ δευτέρα παρουσίᾳ
λέγει· ὅτ' ἂν δὲ λέγῃ ὁ μέλλων ἔρχεσθαι Ηλίας,
Οὗτός ἐστιν, κατὰ τὸν τρόπον τῆς διακονίας τὸν
Ἰωάννην Ηλίαν καλεί.
dantur in secundo ejus adventu. Cum ergo dicit¯
quia Elias venit et restituet, de hoc quod in secundo
adventu fiet loquitur. Cum autem dicit qui venturus
est Elias: Iste est, secundum rationem ministerii
Joannem Eliam vocat,
Τοῦ σεληνιαζομένου ὁ πατὴρ σφόδρα ἦν άπιστος"
ἐδείκνυτο δὲ τοῦτο ἔκ τε τοῦ εἰπεῖν πρὸς τὸν Χριστόν·
Εἰ δύνασαι, βοήθησον.
Διὰ τί μέμφεται τοῖς ἀποστόλοις, εἰ ἄπιστός ἐστιν
ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ οὐ τεθεραπεύκασιν; Δεικνὺς ὅτι ἡ.
μεγάλη πίστις καὶ τελεία ἀρετὴ τῶν θαυματουρ
γούντων δύναται καὶ χωρὶς πίστεως τῶν θεραπευομένων ἐνεργεῖν. Ὥσπερ γὰρ ἡ πίστις τῶν προτερχομένων καὶ παρ᾽ ἐλαττόνων λαμβάνει τὴν ἴασιν,
ὡς ἐπὶ τοῦ Κορνηλίου· οὕτως τῶν ποιούντων τὰ σημεία ήρκεσεν ἡ δύναμις και μη πιστευόντων τινῶν
ὡς ἐπὶ τοῦ Ελισσαίου· ὅτι οὐδενὸς πιστεύσαντος,
νεκρὸς ἀνέστη· χρὴ δὲ εἰδέναι ὅμως ὅτι οὐ πάντες οἱ
μαθηταὶ ἠσθένησαν τῇ πίστει· οἱ γὰρ στύλοι οὐκ
ἦσαν ἐκεῖ.
Διὰ τί εἶπεν, Ο γενεά άπιστος καὶ διεστραμ
μένη! Επειδὴ ὁ ἄπιστος ἀνὴρ οὗτος ἐπὶ τοῦ ὄχλου
ἐντυγχάνει κατὰ τῶν μαθητῶν· βουλόμενος οὖν
ἀπαλλάξαι ἐκείνους μὲν ἐγκλήματος, ἐκεῖνον δὲ
ὕβρεως, ἵνα μὴ ἐξαπορήσῃ, κοινοποιεῖται τὸν λόγον
ἀληθεύων καὶ περὶ τῶν ἄλλων· εἰκὸς γὰρ ἦν πολλοὺς
τῶν παρόντων σκανδαλισθῆναι.
Τό, Ἕως πότε ἔσομαι μεθ' ὑμῶν; δείκνυσιν ὅτι
ἐσπάζετο τὸν θάνατον, καὶ βάρος εἶναι τὸ μετ' αὐτ
τῶν ἐλογίζετο.
Ὣς κόκκον σινάπεως τὴν πίστιν λέγει, δεικνὺς ὅτι
τὸ ἐλάχιστον τῆς γνησίας πίστεως καὶ ὄρη δύναται
μεταθεῖναι· εἰ δὲ καὶ οὐδαμοῦ ὄρη μετετέθη, τὸ
ἐγεῖραι νεκροὺς οὐκ ἔλαττον.
Πόθεν τὰ δίδραχμα ἐτελεῖτο; Ὅτε τὰ πρωτότοκα
τῶν Αἰγυπτίων ἀπέκτεινεν ὁ Θεὸς, τότε τὴν Λευτ
φυλὴν ἀντ᾿ αὐτῶν ἔλαβεν. Εἶτα ἐπειδὴ τῶν παρ Α'-
γυπτίοις πρωτοτόκων ἐλάττων ἦν ὁ τῆς φυλῆς ἀριθμ
μᾶς, ἀντὶ τῶν λειπόντων εἰς τὸν ἀριθμὸν, σίκλον
ἐκέλευσεν εἰσενεχθῆναι· ἐξ ἐκείνου οὖν ἔθος ἐκρά
τησεν τὰ πρωτότοκα τὸν φόρον τοῦτον εἰσφέρειν. Οἱ η
τὰ δίδραχμα λαμβάνοντες τῷ Πέτρο προσέρχονται·
ἐπιεικῶς δὲ ἐπειδὴ ἀπένεμον αὐτῷ τινὰ αἰδὼ διὰ τὰ
σημεία.
Γῷ Χριστῷ καὶ Πέτρῳ ὡς πρωτοτόκοις οὖσιν
ἀπαιτεῖται τὸ δίδραχμον.
Τὸ λέγειν τὸν Χριστόν, Τί σοι δοκεῖ, Σίμων; οἱ
βασιλεῖς τῆς γῆς ἀπὸ τίνων λαμβάνουσιν τέλη
ἢ κήνσον; τοιοῦτον ἔχει τὸν νοῦν Ελεύθερος, φησὶν, εἰμὶ τοῦ δοῦναι τὴνσον· εἰ γὰρ βασιλεῖς τῆς γῆς
οὐ παρὰ τῶν υἱῶν αὐτῶν λαμβάνουσιν, ἀλλὰ παρὰ
τῶν ἀρχομένων· οὐ δώσω, φησίν, ἐγώ, οὐκ ἐπιγείου
βασιλέως, ἀλλὰ τοῦ τῶν οὐρανῶν ὧν υἱὸς βασιλέως.
Τὸ προειπεῖν, ὅτι Εὑρήσεις στατῆρα ἐν τῷ ἰχθύς,
καὶ τὸ πρώτως τὸν ἰχθὺν ἐμπεσεῖν, καὶ ὥσπερ ἄγVERS. 14. Lunatici pater valde incredulus erat';
quod ostendebat dicendo Christo: Si poles, opem
fer.
VERS. 15. Cur arguit apostolos, si incredulus est,
quod flium suum non curaverint? Ostendens magnam fidem et perfectam virtutem miracula operantium posse vel absque fide eorum qui curantur
valere. Sicut enim fides accedentium vel ab inferioribus accipit curationem, ut in Cornelio, ita operantium signa profuit vis vel quibusdam non credentibus, ut in Elisæo, quia, nullo credente, mortuus excitatus est. Oportet autem scire nihilominus
non omnes discipulos infirmos fuisse in fide; columnæ enima non ibi erant.
Vers. 16. Cur dixit, O generatio incredula el perversa! Quia incredulus vir iste in turba versabatur
contra discipulos. Volens ergo eximere illos a culpa,
hunc autem a contumelia, ne desperaret, communem facit sermonem, vera quoque dicens de aliis:
verisimile enim erat multos præsentium scandalizatos esse.
Illud, Quousque ero vobiscum? ostendit eum mortem amplexum esse, et graviter ferre quod cum illis erat.
Vers. 19. Ut granum sinapis fidem dicit, ostendens vel minimum veræ fidei montes posse transferre; si vero nusquam montes transtulerit, suscitare mortuos nou inferius est.
Tras. 25. Quare didrachma solvebatur? Quando
primogenita Ægyptiorum mactavit Deus, tune tribum Levi pro illis assumpsit. Deinde quoniam primogenitis Egyptiorum inferior erat tribus nume
rus, pro deficientibus a numero, siclum præcepit
conferri: ex hoc igitur mos obtinuit primogenitos
hunc tributum solvere. Qui didrachma colligunt ad
Petrum accedunt; verisimiliter autem tribuebast
illi quoddam obsequium propter signa.
Christo et Petro, tanquam primogenitis, petitur didrachma.
VERS. 24. Quod dicit Cliristus, Quid tibi videtur,
Simon? reges terræ a quibus accipiunt tributum vel
censum? ita intelligi debet: Liber sum, dicit, a
dando censu; si enim reges terræ a filiis suis non
accipiunt, sed a subditis, non ego, inquit, dabo,
cum non terrestris regis, sed cœlorum regis Filius
sim.
Vras. 26. Prædicero quod Invenies staterom in
pisce, et primo in piscem incidere, et ut baum
Распознавание текста
col. 1133–1134page 55 of 200
PG 106:1133κιστρον τὸν λόγον αὐτοῦ εἰς τὴν ἄβυσσον ἐλθεῖν, ίκας, μεγάλου θαύματος ἄξιον. ΚΕΦΑΛ. 17. Διὰ τί λέγεται, Ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ προσῆλθεν οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες, Τίς ἄρα μείζων ἐστίν; Ἐπειδὴ ἔπαθον ἀνθρώπινον, ἐπεὶ προεπι μήθη ο Πέτρος ὡς πρωτότοκος· καὶ γὰρ εἷς τῶν δύο, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, λέγω, πρωτότοκος ἦν καὶ οὐδαμῶς τι τοιοῦτον ἐποίησεν ὑπὲρ αὐτῶν. Αἰσχυνόμενοι οὖν ὅπερ ἔπαθον ὁμολογῆσαι, οὐ λέ γουσι μέν, ὅτι διὰ τί τοῦτον προτιμάς; αορίστως θ ἐρωτῶσι· Τίς μείζων ἐστίν; Ὅτε μὲν γὰρ τοὺς τρεῖς εἶδον προτιμωμένους, οὐδὲν ἔπαθον· ὅτι δὲ τοῦτον μόνον, ήλγησαν· καὶ οὐ μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλ' ὅτι καὶ τὰς κλεῖς ἔλαβε, καὶ ἐμακαρίσθη· τὸ δὲ παι δίον ὑπέδειξεν, δεικνὺς ὅτι φθόνου καὶ κενοδοξίας καὶ τούτων πρωτείων ἐρᾷν, ἀναισθήτως ἔχει, καὶ τὰ ἐναντία καὶ τὰ τίμια ὁμοίως λογίζεται. Τό, Ος ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτο ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, σημαίνει ὅτι οὐ μόνον ἀκάκους δεῖ εἶναι, ἀλλὰ καὶ τοιούτους τιμήν δέει, ἀμερίμνους, φησὶ, καὶ ἀμελεῖς καὶ εὐκαταφρονήτους. Τό, 'Ανάγκη ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα, λέγειν, οὗ τὸ αὐθαίρετον τῆς ἐλευθερίας ἑκάστου ἀνείλεν, ἀλλὰ τὸ πάντως ἐσόμενον ὑπὸ πονηρῶν ἀνθρώπων πο λέγει. Εἰπὼν, Ἐὰν ἡ χεὶρ σου ἢ ὁ ποὺς σου ἡ ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίσῃ σε, βάλε αὐτὸν ἀπὸ σου, φίλον λέγει τὸν ἐν τάξει μέλους διὰ φιλίαν ὄντα μὲν, εἰς δὲ ψυχικὴν ὠφέλειαν οὐχ ὑπάρχοντα, Τίνες εἰσὶν οἱ μικροί, οἷς μὴ καταφρονεῖν προστάτ σει; Οι πτωχοί, οἱ ἄγνωστοι, οἱ εὐτελεῖς. Εἰπών, Οἱ ἄγγελοι αὐτῶν, ἔδειξαν ότι πάντες αγγέλους ἔχουσιν· τὸ δὲ λέγειν, ὅτι Βλέπουσιν τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός μου, διὰ τὴν πολλὴν παρότ σίαν καὶ τιμὴν ἣν ἔχουσιν λέγει. Διὰ τί λέγει, ὅτι Ἐὰν ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελ φός σου, καὶ τὰ ἑξῆς; Μεταξὺ δύο γενέσθαι τον ἔλεγχον, ἵνα μὴ αἰσχυνθῇ ὁ ἐλεγχόμενος, καὶ δυσδιόρθωτος γένηται. Οὐκ ἄγει τὸν λυπήσαντα πρὸς τὸν λυπηθέντα, ἀλλὰ τοῦτον πρὸς ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ὁ ἠδικηκὼς οὐκ εὐκόλως ἂν ἔλθοι αἰσχυνόμενος· διὰ τοῦτο πρὸς ἐκεῖνον, τοῦ τον έλκει. Τί ἐστιν τὸ λεγόμενον, ὅτι Δύο ὑμῶν ἐὰν συμ φωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς, περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἂν αιτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς; Περί ποίων λέγει δύο; Περὶ τῶν ἀγγελικὴν πολιτείαν ἐχόντων· ὅσα γὰρ ἂν οὗτοι μετὰ ὁμονοίας αἰτήσωνται περὶ τοῦ πλησίον, ἐπιτεύξονται. Το, Εβδομήκοντα καὶ ἑπτὰ, οὐκ ἀριθμὸν δηλοί, ἀλλὰ τὸ ἄπειρον· ὥσπερ τό, μυρία, καὶ ὥσπερ τὰ Στεῖρα ἔτεκεν ἑπτὰ, ἀντὶ τοῦ, πολλά. Τὰ μυρία τάλαντα & ὁ Θεὸς ἀφῆκεν, καὶ τὰ ἔχει τὴν & ὁ δοῦλος οὐκ ἀφῆκεν, τὴν ὑπερβάλλουσαν του
vocem suam in abyssum mittere, magna admira- κιστρον τὸν λόγον αὐτοῦ εἰς τὴν ἄβυσσον ἐλθεῖν,
tionis dignum est.
CAPUT XVIII.
VERS. 1. Cur dicitur, In illa hora accesserunt
discipuli ad Jesum dicentes: Quis, putas, major esi?
Quia humanum sentiebant; nam præhonoratus est
Petrus ut primogenitus; etenim unus e duobus,
Jacobum et Joannem dico, primogenitus erat; et
nullo modo talo aliquid fecit in illis. Erubescentes
ergo fateri quod sentiebant, non dicunt quidem,
Cur illum præhonoras? sed indeterminate, interrogant, Quis major est? Quandoquidem tres illos
videbant prælionorari, nihil senserunt; quando autem illum solum, doluerunt; non solum autem propter hoc, sed etiam quia claves accepit, et beatus
dictus est. Parvulum statuit, ostendens quod invidiam, vanam gloriam, et primum locuin sectari,
isti indifferens sit, et contraria et honores similiter
istam reputare.
VERS. 5. Qui susceperit parvulum talem in nomine meo, me suscipit, significat eos nou solum innoxios esse debere, sed etiam tales cum honore
suscipere, scilicet, hos qui parvi pendentur, negliguntur et contemnuntur.
VERS. 7. Necesse est ut veniant scandala; id dicendo non libertatem voluntatis cujusque adenil,
sed quod semper ab hominibus nequam continget
prædicit.
VERS. 8. Dicendo, Si manus lua, vel pes ίκας,
ant oculus tuus scandalizat te, projice eum abs te,
amicum innuit qui membrorum instar ob amicitiam est quidem, sed qui ad spiritualem utilitatem
non confert.
VERS. 10. Qui sunt pusilli, quos non contemnere
praecipit? Pauperes, incogniti, simplices.
Dicens, angeli eorum, ostendit omnes habere
angelos: dicendo, Vident faciem Patris mei propter
magnam libertatem et honorem quo fruuntur, sic
1oquitur.
VERS. 40. Cur dicit, Si peccaverit in le frater
tuus, et reliqua? Inter duos fiat correptio, ne crubescat correptus, et inemendalībis flat.
Non ducit affigentem ad affictum, sed vice versa,
quoniam ille qui injustitiam fecit non facile voniret propter ruborem; ideo ad hunc illum adducit.
Vers. 19. Quid est quod dicitur, Si duo ex vobis
consenserint super terram, de omni re quam petierint,
fies illis? De quibusnam dicit duo? De his qui
angelicam vitam ducunt; quanta enim isti cum
unanimitate potierint erga proximum, obtinebunt.
Værs. 22. Septuagies septies, non pro numero
sumitur, sed pro innumero: ut dicitur decem millia, ut sterilis peperit septem, id est, multos.
Väas. 24. Decem millia talenta quæ Deus remi-
·sit, et centum quæ servus non remisit, Dei indulμεγάλου θαύματος ἄξιον.
Διὰ τί λέγεται, Ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ προσῆλθεν
οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες, Τίς ἄρα μείζων
ἐστίν; Ἐπειδὴ ἔπαθον ἀνθρώπινον, ἐπεὶ προεπι
μήθη ο Πέτρος ὡς πρωτότοκος· καὶ γὰρ εἷς τῶν
δύο, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, λέγω, πρωτότοκος ἦν
καὶ οὐδαμῶς τι τοιοῦτον ἐποίησεν ὑπὲρ αὐτῶν.
Αἰσχυνόμενοι οὖν ὅπερ ἔπαθον ὁμολογῆσαι, οὐ λέγουσι μέν, ὅτι διὰ τί τοῦτον προτιμάς; αορίστως θ
ἐρωτῶσι· Τίς μείζων ἐστίν; Ὅτε μὲν γὰρ τοὺς
τρεῖς εἶδον προτιμωμένους, οὐδὲν ἔπαθον· ὅτι δὲ
τοῦτον μόνον, ήλγησαν· καὶ οὐ μόνον διὰ τοῦτο, ἀλλ'
ὅτι καὶ τὰς κλεῖς ἔλαβε, καὶ ἐμακαρίσθη· τὸ δὲ παι
δίον ὑπέδειξεν, δεικνὺς ὅτι φθόνου καὶ κενοδοξίας καὶ
τούτων πρωτείων ἐρᾷν, ἀναισθήτως ἔχει, καὶ τὰ
ἐναντία καὶ τὰ τίμια ὁμοίως λογίζεται.
Τό, Ος ἐὰν δέξηται παιδίον τοιοῦτο ἐπὶ τῷ
ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, σημαίνει ὅτι οὐ μόνον
ἀκάκους δεῖ εἶναι, ἀλλὰ καὶ τοιούτους τιμήν δέει,
ἀμερίμνους, φησὶ, καὶ ἀμελεῖς καὶ εὐκαταφρονή
τους.
Τό, 'Ανάγκη ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα, λέγειν, οὗ τὸ
αὐθαίρετον τῆς ἐλευθερίας ἑκάστου ἀνείλεν, ἀλλὰ
τὸ πάντως ἐσόμενον ὑπὸ πονηρῶν ἀνθρώπων πο
λέγει.
Εἰπὼν, Ἐὰν ἡ χεὶρ σου ἢ ὁ ποὺς σου ἡ
ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίσῃ σε, βάλε αὐτὸν ἀπὸ
σου, φίλον λέγει τὸν ἐν τάξει μέλους διὰ φιλίαν
ὄντα μὲν, εἰς δὲ ψυχικὴν ὠφέλειαν οὐχ ὑπάρχοντα,
Τίνες εἰσὶν οἱ μικροί, οἷς μὴ καταφρονεῖν προστάτ
σει; Οι πτωχοί, οἱ ἄγνωστοι, οἱ εὐτελεῖς.
Εἰπών, Οἱ ἄγγελοι αὐτῶν, ἔδειξαν ότι πάντες
αγγέλους ἔχουσιν· τὸ δὲ λέγειν, ὅτι Βλέπουσιν τὸ
πρόσωπον τοῦ Πατρός μου, διὰ τὴν πολλὴν παρότ
σίαν καὶ τιμὴν ἣν ἔχουσιν λέγει.
Διὰ τί λέγει, ὅτι Ἐὰν ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελ
φός σου, καὶ τὰ ἑξῆς; Μεταξὺ δύο γενέσθαι τον
ἔλεγχον, ἵνα μὴ αἰσχυνθῇ ὁ ἐλεγχόμενος, καὶ δυσδιόρθωτος γένηται.
Οὐκ ἄγει τὸν λυπήσαντα πρὸς τὸν λυπηθέντα, ἀλλὰ
τοῦτον πρὸς ἐκεῖνον, ἐπειδὴ ὁ ἠδικηκὼς οὐκ εὐκόλως
ἂν ἔλθοι αἰσχυνόμενος· διὰ τοῦτο πρὸς ἐκεῖνον, τοῦ
τον έλκει.
Τί ἐστιν τὸ λεγόμενον, ὅτι Δύο ὑμῶν ἐὰν συμ
φωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς, περὶ παντὸς πράγμα
τος οὗ ἂν αιτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς; Περί
ποίων λέγει δύο; Περὶ τῶν ἀγγελικὴν πολιτείαν
ἐχόντων· ὅσα γὰρ ἂν οὗτοι μετὰ ὁμονοίας αἰτήσων
ται περὶ τοῦ πλησίον, ἐπιτεύξονται.
Το, Εβδομήκοντα καὶ ἑπτὰ, οὐκ ἀριθμὸν δηλοί,
ἀλλὰ τὸ ἄπειρον· ὥσπερ τό, μυρία, καὶ ὥσπερ τὰ
Στεῖρα ἔτεκεν ἑπτὰ, ἀντὶ τοῦ, πολλά.
Τὰ μυρία τάλαντα & ὁ Θεὸς ἀφῆκεν, καὶ τὰ ἔχει·
τὴν & ὁ δοῦλος οὐκ ἀφῆκεν, τὴν ὑπερβάλλουσαν του
Распознавание текста
col. 1135–1136page 56 of 200
PG 106:1135Θεοῦ συγχώρησιν καὶ μακροθυμίαν πρὸς τὴν ἡμε τέραν μικροψυχίαν δείκνυσιν· ὅτι ἐκεῖνος μὲν ἄμε τρα συγχωρεί (τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ, μυρία)· ἡμεῖς δὲ οὐδὲ τὰ ἀριθμητὰ συγχωρούμεν· δείκνυσι δὲ διὰ τούτου πόσον Θεὸς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἐστιν ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος. Σὺν τῷ ὀφείλοντι τὰ μυρία τάλαντα διὰ τί καὶ τὴν αὐτοῦ γυναῖκα καὶ τὰ παιδία διακελεύει πραθήναι; Οὐχ ὡς ὠμός, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτὸν εἰς ἱκετηρίαν ἀγαγών συγχωρήσῃ, οὐχ ἵνα πραθῇ· εἰ γὰρ διὰ τὸ πραθῆναι τοῦτο ἐποίει, οὐκ ἂν συνεχώρει· οὐ συγχωρεῖ δὲ πρὸ τῆς ἀποφάσεως, ἵνα αὐτὸν ἐλευθεροῦ ὀφειλημάτων, ἵνα κἀκεῖνος τὸν ὁμόδουλον συγχωρήσῃ. ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'. Ὁ Χριστὸς ἐρωτώμενος οὔτε ἀεὶ σιγᾷ, ἵνα μὴ νομίσωσιν λανθάνειν, οὔτε ἀεὶ ἐλέγχει ἵνα παιδεύσῃ ἐκ τοῦ ἡμέρως φέρειν αὐτὸν, κἀκείνους τὸ μακρόθυμον. Τί δηλοῖ τὸ, Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός; Τοῦτο λέγει, ὅτι Διὰ τοῦτο συνήφθη ἵνα ἐν ὦσιν· ἢ ἐκεῖνο, ὅτι Εἰ αἰτίαν λήψε ται καὶ παρανομεῖ ὁ ἀνὴρ ἐπὶ τούτοις ἐκβάλλων τὴν γυναῖκα, κουφότερόν ἐστιν μᾶλλον πρὸς ἐπιθυμίαν μάχεσθαι φύσεως, ἢ πρὸς γυναῖκα πονηράν. Καὶ ἄλλως· Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετά τῆς γυναικός, τουτέστιν εἰ διὰ τοῦτο συνήφθη, ἵνα ἐν ὦσιν, καὶ ἀδιάσπαστοι μένωσιν παρ' ὅλον τὸν βίον, και μοχθηρὰ λίαν καὶ θηριώδης ἡ γυνή, οὐ συμφέρει, καὶ ἑξῆς. Η καὶ οὕτως· Εἰ αἰτίαν λήψεται καὶ παρανομεῖ ὁ ἀνὴρ ἐπὶ τούτοις ἐκβάλλων τὴν γυναῖκα, οὐ συμφέρει γαμῆσαι· κουφότερον γὰρ πρὸς ἐπιθυμίαν μάχεσθαι καὶ πρὸς ἑαυτὸν, ἢ πρὸς γυναῖκα πονηρὰν καὶ πολλῆς γέμουσαν ἀναισχυντίας. Τίνος ένεκεν οἱ μαθηταὶ ἀπεσόβουν τὰ παιδία ἅπερ προσηνέχθη αὐτῷ ἐπὶ τῷ εὔξασθαι αὐτοῖς; Τύ φου ἕνεκεν· αὐτὸς δὲ διδάσκων αὐτοὺς μετριάζειν καὶ τύφον καταπατεῖν, λαμβάνει καὶ ἐναγκαλίζεται καὶ προσεύχεται· καὶ διδάσκει, ἵνα & τῇ φύσει έχει τα παιδία, τῇ προαιρέσει έργαζώμεθα ἡμεῖς. Τον προσελθόντα νεανίσκον τῷ Χριστῷ καὶ εἰ πόντα· Διδάσκαλε αγαθέ, τινὲς μὲν ὡς ὕπουλον διαβάλλουσιν, ἐγὼ δὲ χρημάτων δοῦλον μόνον, οὐ παραιτησαίμην εἰπεῖν· ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς τοιού τον αὐτὸν ὄντα ἤλεγξε· ἐπεὶ καὶ Μάρκος λέγει, Εμβλέψας αὐτῷ οἷον ἠγάπησεν αὐτόν· καὶ ὅτι εἰ τοῦτο ἦν, ἐδήλωσεν ἂν αὐτὸς ὁ εὐαγγελιστής, ὡς ἐπὶ τοῦ νομικοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων· καὶ εἰ τοῦτο ἦν, οὐκ ἀπῆλθε λυπούμενος· καὶ ἐλεγχθῆναι δὲ εἶχεν πειράζων ὡς καὶ οἱ ἄλλοι. Πῶς νοητέον τὸ, Οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἰς ὁ Θεός; μή ποτε δὲ καὶ ἑαυτὸν ἐκβάλλει τοῦ εἶναι ἀγαθόν; Πρῶτον μὲν οὐχ ὅτι οὐκ ἔστι τις ἀνθρώπων ἀγαθὸς, τοῦτο λέγει, ἀλλὰ παραβάλλων τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα πρὸς ἡμᾶς· ἔπειτα δὲ οὐκ εἶπεν, ὅτι οὐκ εἰμὶ ἀγαθός, ἀλλ᾽ Οὐδεὶς ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ὡς ἀνθρώπῳ αὐτῷ ψιλῶς προσῆλθε· τοῦτο λέγει δήθεν καὶ περὶ
Θεοῦ συγχώρησιν καὶ μακροθυμίαν πρὸς τὴν ἡμε- gentiam et longanimitatem nostrae pusillanimitati
τέραν μικροψυχίαν δείκνυσιν· ὅτι ἐκεῖνος μὲν ἄμετρα συγχωρεί (τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ, μυρία)· ἡμεῖς δὲ
οὐδὲ τὰ ἀριθμητὰ συγχωρούμεν· δείκνυσι δὲ διὰ
τούτου πόσον Θεὸς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἐστιν ἀγαθὸς
καὶ φιλάνθρωπος.
Σὺν τῷ ὀφείλοντι τὰ μυρία τάλαντα διὰ τί καὶ τὴν
αὐτοῦ γυναῖκα καὶ τὰ παιδία διακελεύει πραθήναι;
Οὐχ ὡς ὠμός, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτὸν εἰς ἱκετηρίαν ἀγαγών
συγχωρήσῃ, οὐχ ἵνα πραθῇ· εἰ γὰρ διὰ τὸ πραθῆναι
τοῦτο ἐποίει, οὐκ ἂν συνεχώρει· οὐ συγχωρεῖ δὲ πρὸ
τῆς ἀποφάσεως, ἵνα αὐτὸν ἐλευθεροῦ ὀφειλημάτων,
ἵνα κἀκεῖνος τὸν ὁμόδουλον συγχωρήσῃ.
ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'.
Ὁ Χριστὸς ἐρωτώμενος οὔτε ἀεὶ σιγᾷ, ἵνα μὴ
νομίσωσιν λανθάνειν, οὔτε ἀεὶ ἐλέγχει ἵνα παιδεύσῃ
ἐκ τοῦ ἡμέρως φέρειν αὐτὸν, κἀκείνους τὸ μακρόθυμον.
Τί δηλοῖ τὸ, Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώ
που μετὰ τῆς γυναικός; Τοῦτο λέγει, ὅτι Διὰ τοῦτο
συνήφθη ἵνα ἐν ὦσιν· ἢ ἐκεῖνο, ὅτι Εἰ αἰτίαν λήψεται καὶ παρανομεῖ ὁ ἀνὴρ ἐπὶ τούτοις ἐκβάλλων τὴν
γυναῖκα, κουφότερόν ἐστιν μᾶλλον πρὸς ἐπιθυμίαν
μάχεσθαι φύσεως, ἢ πρὸς γυναῖκα πονηράν. Καὶ
ἄλλως· Εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετά
τῆς γυναικός, τουτέστιν εἰ διὰ τοῦτο συνήφθη, ἵνα ἐν
ὦσιν, καὶ ἀδιάσπαστοι μένωσιν παρ' ὅλον τὸν βίον,
και μοχθηρὰ λίαν καὶ θηριώδης ἡ γυνή, οὐ συμφέ
ρει, καὶ ἑξῆς. Η καὶ οὕτως· Εἰ αἰτίαν λήψεται καὶ
παρανομεῖ ὁ ἀνὴρ ἐπὶ τούτοις ἐκβάλλων τὴν γυναῖκα,
οὐ συμφέρει γαμῆσαι· κουφότερον γὰρ πρὸς ἐπιθυμίαν μάχεσθαι καὶ πρὸς ἑαυτὸν, ἢ πρὸς γυναῖκα
πονηρὰν καὶ πολλῆς γέμουσαν ἀναισχυντίας.
Τίνος ένεκεν οἱ μαθηταὶ ἀπεσόβουν τὰ παιδία
ἅπερ προσηνέχθη αὐτῷ ἐπὶ τῷ εὔξασθαι αὐτοῖς; Τύφου ἕνεκεν· αὐτὸς δὲ διδάσκων αὐτοὺς μετριάζειν
καὶ τύφον καταπατεῖν, λαμβάνει καὶ ἐναγκαλίζεται
καὶ προσεύχεται· καὶ διδάσκει, ἵνα & τῇ φύσει έχει
τα παιδία, τῇ προαιρέσει έργαζώμεθα ἡμεῖς.
praestare ostendit. Nain ille quidem innumerabilia
remituit, id enim sonat decem millia; nos aulem
ne numerabilia quidem remittimus. Per hoc ostenditur quantum Deus præ hominibus bonus sit et
benignus.
Cum illo qui debebat decem millia talenta, cur
illius mulierem et filios venundari jussit? Non
tanquam crudelis sit, sed ut illum ad supplican
dum adducens illi ignoscat, nom ut vendantur; si
enim ut vendantur hoc fecisset, non ignosceret.
Non ignoscit autem antequam rationem ponat, ut
illum liberet a debitis, et ut ille conservo SHQ
ignoscala
CAPUT XIX.
VERS. 4. Christus cum interrogatur, non semper tacet, ne ignorare putetur; non semper confundit, ut doceat, ferendo ipse cum mansuetudine,
et ipsos longanimitatem.
VERS. 10. Quid ostendit istud, Si ita est causa
hominis cum uxore? etc. Dicitur istud, quod per
boc conjunctus sit ut unum sint; aut illud, quod si
accusatus fuerit, et legem violaverit vir in his
uxorem dimittendo, longe levius sit contra naturæ
concupiscentiam pugnare quam contra malam mu
lierem. Et aliter: si ita est causa hominis cum
uxore, id est si per hoc conjunctus est ut unum
sint, et inseparabiles manent per totam vitam,
etsi perversa et maligna multum fuerit uxor, non
expedit, etc. Vel ita: si accusatus fuerit et legem
violaverit vir in his uxorem dimittendo, non expedit nubere; levius enim est contra concupiscentiam
pugnare et contra seipsum, quam contra mulierem
malam et impudentia multa refertam.
VERS. 13. Quam ob causam discipuli increpabant
parvulos qui ad illum aferebantur ut illis oraret?
Superbiæ causa. Ille autem docens eos moderationem et superbiæ contemptum, parvulos excipi',
manus imponit et eis orat; docet etiam, ut
nos, quod natura parvuli sunt, intentione eliciamur.
Vans. 16. Accedentem ad Christum adolescentem
et dicentem: Μagister bone, quidam ut dissimulaΤον προσελθόντα νεανίσκον τῷ Χριστῷ καὶ εἰ
πόντα· Διδάσκαλε αγαθέ, τινὲς μὲν ὡς ὕπουλον
διαβάλλουσιν, ἐγὼ δὲ χρημάτων δοῦλον μόνον, οὐ tum reprehendunt; ego autem divitiarum servum
παραιτησαίμην εἰπεῖν· ἐπειδὴ καὶ ὁ Χριστὸς τοιού -
τον αὐτὸν ὄντα ἤλεγξε· ἐπεὶ καὶ Μάρκος λέγει,
Εμβλέψας αὐτῷ οἷον ἠγάπησεν αὐτόν· καὶ ὅτι εἰ
τοῦτο ἦν, ἐδήλωσεν ἂν αὐτὸς ὁ εὐαγγελιστής, ὡς
ἐπὶ τοῦ νομικοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων· καὶ εἰ τοῦτο ἦν,
οὐκ ἀπῆλθε λυπούμενος· καὶ ἐλεγχθῆναι δὲ εἶχεν
πειράζων ὡς καὶ οἱ ἄλλοι.
Πῶς νοητέον τὸ, Οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἰς ὁ Θεός;
μή ποτε δὲ καὶ ἑαυτὸν ἐκβάλλει τοῦ εἶναι ἀγαθόν;
Πρῶτον μὲν οὐχ ὅτι οὐκ ἔστι τις ἀνθρώπων ἀγαθὸς,
τοῦτο λέγει, ἀλλὰ παραβάλλων τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθό
τητα πρὸς ἡμᾶς· ἔπειτα δὲ οὐκ εἶπεν, ὅτι οὐκ εἰμὶ
ἀγαθός, ἀλλ᾽ Οὐδεὶς ἀνθρώπων, ἐπειδὴ ὡς ἀνθρώπῳ
αὐτῷ ψιλῶς προσῆλθε· τοῦτο λέγει δήθεν καὶ περὶ
tantummodo non abnuerim dicere: quoniam Christus talem illum esse pronuntiavit. Nam et Marcus
dicit, Intuens eum dilexit eum. Et si illud foret,
patefecisset ipse evangelista, ut in legis perito et
aliis; si illud foret, non abiisset tristis; et accusari
meruisset ut tentator velut quidam alii.
VERS. 17. Quomodo intelligendum, Nemo bonus
nisi sotus Deus? nonne fortassis de se ipso negat
esse se bonum? Primum quidem, non quod sit
nullas homo bonus, hoc dicit, sed confert Dei bonitatem cum nostra; deinde non dixit, Non sum
bonus, sed nemo hominum, quoniam iste ut ad
hominem merum ad illum accesserat. Hoc dixit
Распознавание текста
col. 1137–1138page 57 of 200
PG 106:1137ἑαυτοῦ· ταοῦτο δὲ καὶ, Εὲ ὑμεῖς πονηροί όντες οἴδατε: διδόναι, οὐ πάντων πονηρίαν κατηγορεί, ἀλλὰ τὴν ἐν ἀνθρώποις ἀγαθότητα τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγα θότητι παραβάλλων. Διὰ τί πρὸς τοὺς μαθητάς, ἀπελθόντος τοῦ ἐρω τήσαντος, ὁ Χριστὸς λέγει πλουσίοις μὴ οὔσι, πώς δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; Παιδεύων αὐτοὺς μὴ αἰσχύνεσθαι τη πενίᾳ. Ἐπεὶ πένητες ἦσαν, πῶς λέγουσιν, Τίς ἄρα δύο καται σωθῆναι; Ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων άλ γοῦντες ὡς ὑπὲρ αὐτῶν. Το, Καθήσεσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνων, ἀντὶ του, Συνδοξασθήσεσθε· τὸ δὲ, κρίνοντες, ἀντὶ τοῦ, κατακρίνοντες· οὐ γὰρ δὴ δικασταὶ μέλλουσιν εἶναι εἰς γὰρ κατάκρισιν τῶν ὁμοφύλων οι πιστεύσαντες Έσονται. Τό, "Οστις ἀφῆκεν γυναῖκα, ἢ τῆς ἢ τόδε, οὐ διάζευξιν εἰσάγει τῶν γυναικῶν, ἀλλ' ὅμοιόν ἐστιν τῷ, ῾Ο ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, εὑρήσει αὐτ τήν· ἵνα προτιμῶμεν ἐν τοῖς διωγμοῖς τὴν εἰστ βειαν, ὑπὲρ γυναῖκα καὶ οἰκίας καὶ φίλους· ἡ ὅταν γυνὴ ἄπιστός ἐστιν ἢ ἀνὴρ, τότε δι᾽ εὐσέβειαν διαζεύγνυται, εἰ μὴ δύναται διορθῶσαι καὶ αὐτήν· καθώς καὶ Παῦλος ἔλεγεν· εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωρι ζέσθω. Τό, Πολλοὶ ἔσονται ἔσχατοι, πρῶτοι· καὶ πρῶ τοι, ἔσχατοι, Ἰουδαίους καὶ ἐθνικούς λέγει. ΚΕΦΑΛ. Κ'. Περὶ τῶν ἐργατῶν χρὴ νοεῖν, ἀμπελῶνα τὴν έργασίαν τῆς ἀρετῆς· χρόνον τῆς ἐργασίας, τὸν παρόντα βίον· ἐργάτας δὲ διαφόρους, τοὺς ἐν διαφέ ροις ἡλικίαις· τὸ δὲ εἰσάγειν γογγύζοντάς τινας, οὐ νομίσομεν ἁγίους φθονεῖν ἐκεῖθεν καθαρὰ γὰρ τὰ ἐκεῖθεν φθόνου· ἀλλὰ τὰ τῆς παραβολῆς οὐ καὶ πάντα ζητεῖν· παραβολὴ γὰρ ἐστιν· τὰ δὲ συντείνοντα πρὸς σκοπὸν μόνον δρέπεσθαι τὸν φθόνοι καὶ εἰς ὑπερβολὴν τοῦ εὐεργετηθέντος εἰσάγει ὁ λόγος. Αμπελῶνα τὰ ἐπιτάγματα τοῦ Θεοῦ λέγει και τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ· χρόνον δὲ τῆς ἐργασίας, τὸν παρόντα βίον· ἐργάτας δὲ διαφόρους καλουμένους ἐπὶ τὰ προστάγματα περὶ τρίτην καὶ ἔκτην καὶ ἐννά τὴν ὥραν καὶ ἐνδεκάτην, τοὺς ἐν διαφόροις ηλικίας προσελθόντας εὐδοκιμήσαντας. Τὸ προσκαλεῖσθαι τὸν μὲν τρίτην, τὸν δὲ ἐκτην, τὸν δὲ ἐννάτην, οὐ προκρίνοντός ἐστιν ἀδίκως, ἀλλὰ γινώσκοντος ὅτι ἔμελλον ὑπακοῦσαι αὐτῷ· οὕτως καὶ ὁ Παῦλος οὐκ ἐκ προοιμίων ἐκέκλητο, ἀλλ' ὅτι ἔμελλεν πεισθήσεσθαι· ὅτι δὲ πάντας ἤθελεν ἐξ ἀρχῆς μισθώσασθαι, λέγει καὶ ἡ παραβολή, ότι Εξῆλθεν τοῦ μισθώσασθαι, καὶ ὅτι ἐκεῖνος ἤθελεν μισθωθῆναι λέγει· Οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. Τὸ εὐθὺς μετὰ τὴν παραβολὴν λεγόμενον, ότι Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρώτοι, οὐ δεῖ θαυμάζειν ὡς μὴ συναγόμενον ἐκ τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ δεῖ νοεῖν
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE ETATIS.
sane de seipso quoque. Illud autem, Vos, licet silis ἑαυτοῦ· ταοῦτο δὲ καὶ, Εὲ ὑμεῖς πονηροί όντες
mali, nostis bona dare, non omnium malitiam
arguit, sed hominum bonitatem cum Dei bonitate
confert.
VERS. 23. Cur ad discipulos loquens, cum abiisset qui interrogaverat, Christus dicit eis non certo
divitibus, quia dives difficile intrabit in regnum
Dei? U moneret eos non paupertatem erubescere.
Vras. 25. Cum pauperes essent, quomodo dicunt, Quis ergo poterit salvus esse? Erga alios
homines, nempe dolentes tanquam erga semetipsos.
Vers. 28. Sedebilis super sedes duodecim, idem
est ac Conglorificabimini; judicantes, pro condemnantes. Non enim certe judices esse debent;
nam in condemnationem concivium erunt, qui
crediderunt.
Vans. 29. Qui reliquerit uxorem, etc., non divortium ab uxoribus inducit, sed simile est huic,
Qui perdit animam suam, inveniet eam; ut in his
que persequimur religionem præ uxore, domo et
amicis præferamus; vel quando uxor infidelis est,
aut vir, tunc ob religionem divortium fit, si non
potest illa emendari. Ita Paulus dixit: Si infidelis
separatur, separetur.
VRRS. 30. Multi erunt novissimi, primi; et primi,
rovissimi, de Judæis et ethnicis dicitur.
CAPUT XX.
VERS. 1. De operariis intelligere oportet, vineam
esse virtutis operationem; tempus operationis,
hanc præsentem vitam; operarios autem diversos,
homines diversarum ætatum. Quod autem aliqui
murmurantes inducantur, non putemus sanctos
invidiam illic concipere; nam illic omnia invidia
carent. Sed non omnes parabolæ partes explicari
debent, parabola enim est; sed quæ tendunt ad
aptandum proposito invidiam vel exaggeratam ejus
qui beneficium accepit, solummodo inducit sermo.
Vineam Dei præcepta et sua mandata dicit; tempus operationis, præsentem vitam; operarios diversos
vocatos ad mandata implenda circa tertiam, sextam,
nonam et undecimam horam, homines in diversis
ætatibus accedentes et præmium acquirentes.
VERS. 3. Quod vocentur tertia, sexta, et nona
hora, non praejudicantis est injuste, sed cognoscentis quod hi debeant ipsi obtemperare. Sic et
Paulus non in initiis fuit vocatus, sed quando debuit obedire. Quod autem voluerit in principio
conducere, dicit etiam parabola, quia exiit conducere; et quod iste voluerit conduci, dicit, nemo
nos conduxit.
Vans. 16. Quod confestim post parabolam dicitur, sic erunt novissimi primi, non admirari oportet
tanquam non ex parabola consequens, sed intelliοἴδατε: διδόναι, οὐ πάντων πονηρίαν κατηγορεί,
ἀλλὰ τὴν ἐν ἀνθρώποις ἀγαθότητα τῇ τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητι παραβάλλων.
Διὰ τί πρὸς τοὺς μαθητάς, ἀπελθόντος τοῦ ἐρω
τήσαντος, ὁ Χριστὸς λέγει πλουσίοις μὴ οὔσι, πώς
δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν
τοῦ Θεοῦ; Παιδεύων αὐτοὺς μὴ αἰσχύνεσθαι τη
πενίᾳ.
Ἐπεὶ πένητες ἦσαν, πῶς λέγουσιν, Τίς ἄρα δύο
καται σωθῆναι; Ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων άλγοῦντες ὡς ὑπὲρ αὐτῶν.
Το, Καθήσεσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνων, ἀντὶ του,
Συνδοξασθήσεσθε· τὸ δὲ, κρίνοντες, ἀντὶ τοῦ,
κατακρίνοντες· οὐ γὰρ δὴ δικασταὶ μέλλουσιν εἶναι·
εἰς γὰρ κατάκρισιν τῶν ὁμοφύλων οι πιστεύσαντες
Έσονται.
Τό, "Οστις ἀφῆκεν γυναῖκα, ἢ τῆς ἢ τόδε, οὐ
διάζευξιν εἰσάγει τῶν γυναικῶν, ἀλλ' ὅμοιόν ἐστιν
τῷ, ῾Ο ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, εὑρήσει αὐτ
τήν· ἵνα προτιμῶμεν ἐν τοῖς διωγμοῖς τὴν εἰστ
βειαν, ὑπὲρ γυναῖκα καὶ οἰκίας καὶ φίλους· ἡ ὅταν
γυνὴ ἄπιστός ἐστιν ἢ ἀνὴρ, τότε δι᾽ εὐσέβειαν διαζεύγνυται, εἰ μὴ δύναται διορθῶσαι καὶ αὐτήν· καθώς
καὶ Παῦλος ἔλεγεν· εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωρι
ζέσθω.
Τό, Πολλοὶ ἔσονται ἔσχατοι, πρῶτοι· καὶ πρῶ
τοι, ἔσχατοι, Ἰουδαίους καὶ ἐθνικούς λέγει.
Περὶ τῶν ἐργατῶν χρὴ νοεῖν, ἀμπελῶνα τὴν
έργασίαν τῆς ἀρετῆς· χρόνον τῆς ἐργασίας, τὸν
παρόντα βίον· ἐργάτας δὲ διαφόρους, τοὺς ἐν διαφέ
ροις ἡλικίαις· τὸ δὲ εἰσάγειν γογγύζοντάς τινας, οὐ
νομίσομεν ἁγίους φθονεῖν ἐκεῖθεν καθαρὰ γὰρ τὰ
ἐκεῖθεν φθόνου· ἀλλὰ τὰ τῆς παραβολῆς οὐ καὶ
πάντα ζητεῖν· παραβολὴ γὰρ ἐστιν· τὰ δὲ συντεί
νοντα πρὸς σκοπὸν μόνον δρέπεσθαι τὸν φθόνοι
καὶ εἰς ὑπερβολὴν τοῦ εὐεργετηθέντος εἰσάγει ὁ
λόγος.
Αμπελῶνα τὰ ἐπιτάγματα τοῦ Θεοῦ λέγει και
τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ· χρόνον δὲ τῆς ἐργασίας, τὸν
παρόντα βίον· ἐργάτας δὲ διαφόρους καλουμένους
ἐπὶ τὰ προστάγματα περὶ τρίτην καὶ ἔκτην καὶ ἐννά
τὴν ὥραν καὶ ἐνδεκάτην, τοὺς ἐν διαφόροις ηλικίας
προσελθόντας εὐδοκιμήσαντας.
Τὸ προσκαλεῖσθαι τὸν μὲν τρίτην, τὸν δὲ ἐκτην,
τὸν δὲ ἐννάτην, οὐ προκρίνοντός ἐστιν ἀδίκως, ἀλλὰ
γινώσκοντος ὅτι ἔμελλον ὑπακοῦσαι αὐτῷ· οὕτως
καὶ ὁ Παῦλος οὐκ ἐκ προοιμίων ἐκέκλητο, ἀλλ'
ὅτι ἔμελλεν πεισθήσεσθαι· ὅτι δὲ πάντας ἤθελεν ἐξ
ἀρχῆς μισθώσασθαι, λέγει καὶ ἡ παραβολή, ότι
Εξῆλθεν τοῦ μισθώσασθαι, καὶ ὅτι ἐκεῖνος ἤθελεν
μισθωθῆναι λέγει· Οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο.
Τὸ εὐθὺς μετὰ τὴν παραβολὴν λεγόμενον, ότι
Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρώτοι, οὐ δεῖ θαυμάζειν
ὡς μὴ συναγόμενον ἐκ τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ δεῖ νοεῖν
Распознавание текста
col. 1139–1140page 58 of 200
PG 106:1139ὅτι ὥσπερ τοῦτο συνέβη, φησὶν, οὕτως κἀκεῖνο γενή σεται. Χρὴ εἰδέναι ὅτι αἱ παραβολαί αὗται οἷον ἡ τῶν παρθένων, ἡ τῆς σαγήνης, ἡ τῶν ἀκανθῶν, ἡ τοῦ δένδρου τοῦ ἀκάρπου, τὴν ἀπὸ τῶν ἔργων ἀρετὴν ἐπιζητοῦσιν. Διὰ τὰ μετὰ τοσαύτης περιουσίας νῦν ἐπιβαίνει τοῖς Ἱεροσολύμοις; Ἐπεὶ τότε μὲν προοίμια ἦν οἰκονομίας, νῦν δὲ ὅτε τῆς αὐτοῦ δυνάμεως πεῖραν ἔδωκε, μετὰ πλείονος περιφανείας ἔρχεται· ἐπεὶ καὶ ὁ σταυρὸς ἐν θύραις ἦν, τὰ μέλλοντα αὐτοῖς ἐκβαί. νειν ἐπιδεικνύμενος. Διὰ τί οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου προσῆλθον αὐτῷ περὶ προσ εδρίας διαλεγόμενοι; Επειδή, καθώς φησιν ἕτερος εὐαγγελιστής, διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι τὴν Ἱερουσαλήμ, δοκεῖ ὅτι καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἐγγὺς ἐστιν· εἰ δὲ δ εὐαγγελιστὴς οὗτος περὶ τῆς μητρὸς αὐτῶν λέγει ὅτι αὐτὴ ᾐτήσατο, ὡς ἐξ ἀμφοτέρων γενόμενον τοῦτο εἶπεν, ἵνα πλέον δυσωπηθῇ· ᾐσχύνοντο γάρ μόνοι τοῦτο λέγειν. Τὸ εἰπεῖν αὐτὸν, Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε, ἀντὶ τοῦ, οὐδὲν πνευματικὸν, φησίν. Εἰ δὲ καὶ περὶ τῆς ἄνω δόξης ήτουν, οὐδὲ οὕτως καλῶς ήτουν. Τὴν δὲ προεδρίαν ἐζήτουν τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι καθιεῖσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνους, μὴ νομίσαντες τὸ, Δου ξασθήσεσθε, δι' ἀρετὴν, ἀλλὰ τὸ, Καθίσαι· καὶ κρί νοντες, μὴ νοήσαντες τὸ, Κατακρίνοντες, ἀλλὰ τὸ, Δικάζοντες. Τό, Δύνασθε τὸ ποτήριον, ὃ ἐγὼ πίνω πιεῖν, τὰς σφαγὰς καὶ τὰς βασάνους λέγει καὶ τὸ μαρτύριον· ποτήριον δὲ εἶπεν αὐτὸ, ἵνα προθυμοτέρους ποιήσῃ τῷ εὐκόλῳ τοῦ λόγου, καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐφελκύσηται· καὶ βάπτισμα δὲ αὐτὸ καλεῖ, ὡς καθάρσιον τῆς οἰκουμένης. Καὶ πῶς λέγει, Οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι; Επείπερ οὐκ ἔστιν οὔτε ἐκεῖθεν τοιαύτη καθέδρα· ἡ δῆλον ὅτι πρὸς τὴν ὑπόνοιαν λέγει συγκαταβαίνων. Τὸ δὲ, Οἷς ήτοίμασται, ἐκ τῶν πόνων καὶ τῶν ἱδρώτων· τοῦτο δὲ οὐκ ἐκβάλλει ἔξω τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον αὐτοῦ δείκνυσιν. Ὅτι δὲ ἐξουσίαν ἔχει, ἄκουσον Εγώ δέ σοι δώσω τὰς κλεῖς τῶν οὐρανῶν· καὶ ὁ Παῦλος δὲ οὕτω δηλῶν ἔλεγεν• Λοιπὸν ἀπόκειται μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι Κύριος, καὶ πᾶσιν τοῖς ἡγαπηκόσιν τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. Εἰ οἱ δύο τῶν δέκα κατεξανίσταντο, καὶ οἱ δέκα ἐφθύνουν τοῖς δυσὶν, οὐ χρὴ δὲ τοῦτο σκοπεῖν, ἀλλὰ τα τελευταία αὐτῶν. Διὰ τί συνεχώρει Χριστὸς ἐπιστομίζεσθαι τοὺς τυφλοὺς ὑπὸ τοῦ ὄχλου; Ἵνα μειζόνως αὐτῶν ἡ προ θυμία φαίνηται· διὰ τοῦτο οὐδὲ έρωτα, Πι στεύετε; Διὰ τί ἐρωτᾷ, Τι θέλετε ποιήσω ὑμῖν; Ἵνα μή τις νομίσῃ, ὅτι Αλλα βουλομένοις λαλεῖς, ἄλλα δίδως καὶ ἵνα τοὺς ἄλλους εἰς μείζονα ζῆλον ἀγάγῃ. "Ετερον δὲ ἵνα δείξῃ τῆς δωρεάς δικαίως ἀπολαύοντας· ὥσπερ ἐπὶ τῆς Χαναναίας καὶ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ τῆς Ει
ὅτι ὥσπερ τοῦτο συνέβη, φησὶν, οὕτως κἀκεῖνο γενή- gere quia, sicut illud accidit, sic et hoc quoque
σεται.
Χρὴ εἰδέναι ὅτι αἱ παραβολαί αὗται οἷον ἡ τῶν
παρθένων, ἡ τῆς σαγήνης, ἡ τῶν ἀκανθῶν, ἡ τοῦ
δένδρου τοῦ ἀκάρπου, τὴν ἀπὸ τῶν ἔργων ἀρετὴν
ἐπιζητοῦσιν.
Διὰ τὰ μετὰ τοσαύτης περιουσίας νῦν ἐπιβαίνει
τοῖς Ἱεροσολύμοις; Ἐπεὶ τότε μὲν προοίμια ἦν
οἰκονομίας, νῦν δὲ ὅτε τῆς αὐτοῦ δυνάμεως πεῖραν
ἔδωκε, μετὰ πλείονος περιφανείας ἔρχεται· ἐπεὶ καὶ
ὁ σταυρὸς ἐν θύραις ἦν, τὰ μέλλοντα αὐτοῖς ἐκβαί.
νειν ἐπιδεικνύμενος.
Διὰ τί οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου προσῆλθον αὐτῷ περὶ προσ
εδρίας διαλεγόμενοι; Επειδή, καθώς φησιν ἕτερος
εὐαγγελιστής, διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι τὴν Ἱερουσαλήμ,
δοκεῖ ὅτι καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ ἐγγὺς ἐστιν· εἰ δὲ δ
εὐαγγελιστὴς οὗτος περὶ τῆς μητρὸς αὐτῶν λέγει ὅτι
αὐτὴ ᾐτήσατο, ὡς ἐξ ἀμφοτέρων γενόμενον τοῦτο
εἶπεν, ἵνα πλέον δυσωπηθῇ· ᾐσχύνοντο γάρ μόνοι
τοῦτο λέγειν.
Τὸ εἰπεῖν αὐτὸν, Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε, ἀντὶ
τοῦ, οὐδὲν πνευματικὸν, φησίν. Εἰ δὲ καὶ περὶ τῆς
ἄνω δόξης ήτουν, οὐδὲ οὕτως καλῶς ήτουν. Τὴν δὲ
προεδρίαν ἐζήτουν τῶν ἄλλων, ἐπειδὴ εἶπεν, ὅτι Καθ
ιεῖσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνους, μὴ νομίσαντες τὸ, Δου
ξασθήσεσθε, δι' ἀρετὴν, ἀλλὰ τὸ, Καθίσαι· καὶ κρίνοντες, μὴ νοήσαντες τὸ, Κατακρίνοντες, ἀλλὰ τὸ,
Δικάζοντες.
Τό, Δύνασθε τὸ ποτήριον, ὃ ἐγὼ πίνω πιεῖν,
τὰς σφαγὰς καὶ τὰς βασάνους λέγει καὶ τὸ μαρτύ‐
ριον· ποτήριον δὲ εἶπεν αὐτὸ, ἵνα προθυμοτέρους
ποιήσῃ τῷ εὐκόλῳ τοῦ λόγου, καὶ πρὸς ἑαυτὸν ἐφελκύ
σηται· καὶ βάπτισμα δὲ αὐτὸ καλεῖ, ὡς καθάρσιον
τῆς οἰκουμένης.
Καὶ πῶς λέγει, Οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι; Επείπερ
οὐκ ἔστιν οὔτε ἐκεῖθεν τοιαύτη καθέδρα· ἡ δῆλον ὅτι
πρὸς τὴν ὑπόνοιαν λέγει συγκαταβαίνων. Τὸ δὲ, Οἷς
ήτοίμασται, ἐκ τῶν πόνων καὶ τῶν ἱδρώτων· τοῦτο
δὲ οὐκ ἐκβάλλει ἔξω τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον
αὐτοῦ δείκνυσιν. Ὅτι δὲ ἐξουσίαν ἔχει, ἄκουσον
Εγώ δέ σοι δώσω τὰς κλεῖς τῶν οὐρανῶν· καὶ
ὁ Παῦλος δὲ οὕτω δηλῶν ἔλεγεν• Λοιπὸν ἀπόκειται
μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει
μοι Κύριος, καὶ πᾶσιν τοῖς ἡγαπηκόσιν τὴν
ἐπιφάνειαν αὐτοῦ.
Εἰ οἱ δύο τῶν δέκα κατεξανίσταντο, καὶ οἱ δέκα
ἐφθύνουν τοῖς δυσὶν, οὐ χρὴ δὲ τοῦτο σκοπεῖν, ἀλλὰ
τα τελευταία αὐτῶν.
Διὰ τί συνεχώρει Χριστὸς ἐπιστομίζεσθαι τοὺς
τυφλοὺς ὑπὸ τοῦ ὄχλου; Ἵνα μειζόνως αὐτῶν ἡ προ
θυμία φαίνηται· διὰ τοῦτο οὐδὲ έρωτα, Πιστεύετε;
Διὰ τί ἐρωτᾷ, Τι θέλετε ποιήσω ὑμῖν; Ἵνα μή
τις νομίσῃ, ὅτι Αλλα βουλομένοις λαλεῖς, ἄλλα δίδως·
καὶ ἵνα τοὺς ἄλλους εἰς μείζονα ζῆλον ἀγάγῃ. "Ετερον
δὲ ἵνα δείξῃ τῆς δωρεάς δικαίως ἀπολαύοντας· ὥσπερ
ἐπὶ τῆς Χαναναίας καὶ τοῦ ἑκατοντάρχου καὶ τῆς
fiet.
Oportet scire has parabolas, quales sunt virginuin, sagenæ, spinarum, aut arboris sterilis, virtutem ab operibus exigere.
VERS. 17. Cur cum tanto comitatu nunc ascendit
Hierosolymam? Cum tunc quidem initia erant
prædicationis, nunc autem, cum sua potestatis
probationes dedit, cum majore splendore venit.
Nam et crux proxima erat, quæ illis evenire debebant ostendens.
VERS. 20. Cur filii Zebedæi ad illum accesserunt
de præeminentia alloquentes? Quia, ut dicit alius
evangelista, appropinquabat Hierosolymis, videtur
quia regnum ejus prope est: si vero evangelista
iste de matre eorum dicit quod ipsa petierit, quasi
ex utrinque factam esse petitionem innuit, ut magis
turpis videatur; pudebat enim illos solos talia
dicere.
VERS. 22. Hæc verba, Nescitis quid pelatis, pro,
nihil spirituale petitis, adbibet. Si vero de gloria
cœlesti petivissent, non pulchre ita petivissent;
præeminentiam autem expetebant præ aliis, quoniam dixit: Sedebitis super sedes duodecim, non intelligentes illud, glorifcabimini, ob virtutem, sed
ob altam sedem; et, illud, judicantes, non intelligentes ut condemnantes, sed ut judicium exercentes.
Potestis bibere calicem quem ego bibiturus sum?
violentias, et cruciatus, et martyrium significat.
Calicem autem vocat istud, ut animos magis eis
addat sermonis lenitate, et ad se eos attrahat; et
baptisma illud vocat, quasi orbis lustrale.
VERS. 23. Ει quomodo dicit; now eat meum dare?
siquidem non est ne illic quidem talis sedes; aut
patel illum ad allegoriam loquendo Jescendisse.
Illud autem, Quibus paratum est, per labores,
puta, et sudores: hoc vero non ejus adimit potestatem, sed ejus justitiam exhibet; quod enim potestatem habeat, audi: Ego autem tibi dabo clares
regni cœlorum; et Paulus idem indicans dixit: In reliquo reposita est mihi corona justitiæ, quam reddet
mihi Dominus, et omnibus qui diligunt adventum
ejus.
VERS. 25. Si duo decem aliis insurgunt, et decem
alii duos oderunt, non oportet ad illud attendere,
sel ad eorum extrema.
VERS. 31. Cur consentit Christus increpari
cæcos a turba? ut magis eorum ardor appareat.
Ideo non interrogat, creditis?
Vans. 33. Cur interrogat: Quid vullis ut faciam
vobis? ne quis putet quia alia volentibus loqueris,
alia das; et ut alios in majorem invidiam inducat;
aliter autem ut ostendat hos juste benevolentia
fruentes, ut in Chauanza, et centurione, et hamorРаспознавание текста
col. 1141–1142page 59 of 200
PG 106:1141η αιμορροούσης· μᾶλλον δὲ αὐτὴν καὶ κλέπτουσαν τὴν Ιατρείαν Χριστὸς δήλην ἔσχατον ποιεί. Διὰ τί οὕτως ἐρωτα, Τί θέλετε; Οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλ᾽ ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτοὺς φανερῶσαι τὸ ἔλκος καὶ ἐπιθῇ τὸ φάρμακον. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Πολλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πώλου θεωρεῖται· τὸ προειπεῖν ὅτι εὑρήσουσιν· τὸ ὅτι οὐ γογγύσει ὁ κύριος αὐτοῦ, κἂν πένης ἐστὶν, μέτρον φιλονεικίας παρέχων καὶ οὐ θρασύτητος. Εἰς ὄνον εκαθέσθη, καὶ προφητείαν ἐπλήρου, ὅτι οὐ μόνον διδάσκει τὰ θεῖα, ἀλλὰ καὶ τὸν τῶν ἀνθρώπων βίον διορθονται. Διὰ τῆς εὐτελείας, Ονον ὃς μόνον εἰς χρείαν, ἔστιν ὅτι τῶν ἀσθενούν των διδάσκει εὐπορεῖν· ἀλλ᾽ οὐχ ἵππους καὶ ἡμιόνους, ἐξ ὧν πόλεμοι. Καὶ πτωχὴν μητέρα ἔσχεν, καὶ ἐν σπηλαίῳ τίκτεται, καὶ ἐν φάτνη τίθεται, καὶ κριτ θίνους παρατίθησιν ἄρτους, καὶ ἐξ ἀγορᾶς ἐσθίει, καὶ ἀπὸ χόρτου στιβάδα ποιεῖ, καὶ ἱμάτια· εὐτελῆ ἀμφιέννυται, οἰκίαν δὲ οὐκ ἔσχεν, καὶ ἵππον μὴ ἔχων, ἐκ τῆς οδοιπορίας εκοπία· καὶ καθεύδων ἐπὶ γῆς ἔκειτο· καὶ λύπης μέτρα τιθεὶς οὐκ ἐθρήνει. Οὕτως τὸ πάντα κοινὰ εἶναι, κανόνας ἐτίθει· καὶ τοιοῦτον τρόπον διώκειν, οἷον αὐτὸς ἐπεδείκνυτο, διδασκαλίαν ἐποιεῖτο. Περὶ τοῦ ἐκβάλλειν τὸν Κύριον πάντας τοὺς πωλοῦντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ Ἰωάννης αὐτὸν τοῦτο λέγει πεποιηκέναι· κἀκεῖνος μὲν ἐν ἀρχῇ τοῦ Εὐαγγελίου οὗτος δὲ πρὸς τῷ τέλει. Ὅθεν εἰκὸς δεύτερον γενέ σθαι· καὶ δῆλον ἀπὸ τοῦ χρόνου, καὶ ἀπὸ τῆς ἀποκρίν σεως· ἐκεῖ μὲν γὰρ σπήλαιον λέγει λῃστῶν, ἐνταῦθα δὲ οἶκον ἐμπορίου. Διὰ τί λέγουσιν οἱ ἱερεῖς· Οὐκ ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; Τῷ φθόνῳ πνιγόμενοι· διὸ καὶ ἐπιπλήτ των αὐτοὺς ἀποκρίνεται· Ναι· οὐδέποτε ἀνέγνωτε; καὶ τὰ ἑξῆς. Πῶς πρωΐας πεινά; Ότι συνεχώρησε τη σαρκί τοῦτο παθεῖν. Διὰ τί κατηράσατο καὶ ἔψυξεν τὴν συχῆν; θαῤῥεῖν ποιῶν τοὺς μαθητάς, καὶ ὅτι οὐ μόνον εὐεργετείν δύναμαι, ἀλλὰ καὶ τιμωρίαν ἐπενεγκεῖν. Διά τί τὴν συχὴν ἔψυξεν, καὶ οὐκ ἄλλο φυτόν; Επειδὴ ὑγρότα τον τῶν ἄλλων ἐστὶν, ἵνα θαυμαστωθῇ μᾶλλον το για νόμενον. Το, Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; τοιύτον ἔχει τὸν νοῦν· ἦτουν, Ἱερεὺς μὴ ὤν, ἢ διδάσκαλος με χειροτονηθείς, πῶς τοσαύτην ἐξουσίαν ἐπεδείξω; Τί ἔχει ἡ Χριστοῦ ἀπόκρισις; θαυμαστῶς πολὺ καὶ μέγα ποιῶν· ἐρωτᾷ γὰρ αὐτοὺς περὶ Ἰωάννου, επι Πόθεν αὐτοῦ τὸ βάπτισμα; Καὶ γὰρ εἰ μὲν εἶπον, Ἐκ Θεοῦ, εἶπεν ἄν· Καὶ διὰ τί οὐ πιστεύετε αὐτῷ εἰ δὲ εἶπον, Ἐξ ἀνθρώπων, ἐφοβοῦντο τοὺς ὄχλους μὴ λιθοβολήσωσιν αὐτούς· μέγαν γὰρ εἶχον τὸν Ἰωάννην. Τί σημαίνουσι τὰ τέκνα τὰ δύο περὶ ὧν φησινέ Χριστός; Τὸν λαὸν τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων, ὅτι οἱ μὲν ὑπήκουσαν τὸν νόμον καὶ οὐκ ἀπῆλθεν οἱ δὲ οὐκ ἤκουσαν καὶ ἀπῆλθον· ὅθεν τὸ συνετα α
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE ETATIS.
rhoissa. Magis aulem istam vel sanationem furan- η αιμορροούσης· μᾶλλον δὲ αὐτὴν καὶ κλέπτουσαν τὴν
tem Christus ultimo manifestam facit.
Ιατρείαν Χριστὸς δήλην ἔσχατον ποιεί.
Cur ita interrogat, Quid vultis? non quod ignoret,
sed ut cogat illos patefacere morbum et remedium
adhibeat.
CAPUT XXI.
VERS. 2. Mulla in pullo considerantur: prædicit
quod iuvenient, quod non murmurabit dominus
ejus, quamvis pauper fuerit, terminum jurgiis præbens et non audaciæ; in asinamı conscendit, et
prophetiam implevit, quia non modo docet divina,
sed etiam quæ dirigere possunt hominum vitam.
Per modestiam asino utitur qui solum ad utilitatem
est, ita debilibus docens nos contentos esse; sed
non equos et hemiones, qui ad bella sunt; et pauperem matrem habuit, et in spelunca paritur, et in
præsepio ponitur, et hordeaceos panes apponit, et
comedit ex foro, et pro lecto fœnum habet, et vestibus simplicibus induitur; domum autem non babuit, neque equum possidens itinere lassatus est,
et dormiens in terra jacebat, et dolori terminos
ponens non querebatur; sic omnia esse communia regulam ponebat; et talem vitæ genus sequi,
qualem ipse exhibebat, doctrinam instituebat.
VERS. 12. De ejectione, quam fecit Dominus,
omnium horum qui vendebant in templo, Joannes
quoque idern fecisse narrat; sed ille in Evangelii
initio, Matthæus autem circa finem, unde verisimile est secundo fieri. Et patet e tempore el ex
ejus sententia: hic enim speluncam latronum dicit, illic autem domum negotiationis.
VERS. 16. Cur dicunt sacerdotes: Non audis quid
isti dicunt? invidia scilicet suffocati. Ideo et objurgans illos respondet: Utique: nunquam legistis? et
reliqua.
Vans. 18. Quomodo mane esurit? Quia concedit
carni hoc pati.
VERS. 19. Cur maledixit ficui et siccavit illam?
Ut animum discipulis daret, et quia non solum
benefacere possum, sed et pœnas sumere. Cur
ficum siccavit, et non aliam plantam? Quia humidissima est ex omnibus aliis, ut magis admiraren -
tur prodigium.
VERS. 23. In qua potestate hæc facis? ita intelligendum cst: rogabant, sacerdos cum non sis, neque doctor, neque ordinatus, quomodo tantain
potestatem ostendisti?
VERS.24. Quid habet Christi responsum? Magnum
quidem est et mirabile. Interrogat enim eos de
Joannne, unde erat ejus baptismus?.Etenim si dixissent, ex Deo, dixisset eis, quare non creditis ei?
si vero dixissent ex hominibus, turbam timebant ne
ab illa lapidarentur; magnus enim habebatur illi
Joannes.
VERS. 28. Quid significant hi duo filii de quibus
loquitur Christus? Populum gentium et populumn
Judæorum, eo quod bi quidem legem audierunt et
non abierunt in vincam; illi autem non legem audic1;
Διὰ τί οὕτως ἐρωτα, Τί θέλετε; Οὐκ ἀγνοῶν,
ἀλλ᾽ ἵνα ἀναγκάσῃ αὐτοὺς φανερῶσαι τὸ ἔλκος καὶ
ἐπιθῇ τὸ φάρμακον.
Πολλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πώλου θεωρεῖται· τὸ προειπεῖν
ὅτι εὑρήσουσιν· τὸ ὅτι οὐ γογγύσει ὁ κύριος αὐτοῦ,
κἂν πένης ἐστὶν, μέτρον φιλονεικίας παρέχων καὶ
οὐ θρασύτητος. Εἰς ὄνον εκαθέσθη, καὶ προφητείαν
ἐπλήρου, ὅτι οὐ μόνον διδάσκει τὰ θεῖα, ἀλλὰ καὶ τὸν
τῶν ἀνθρώπων βίον διορθονται. Διὰ τῆς εὐτελείας,
Ονον ὃς μόνον εἰς χρείαν, ἔστιν ὅτι τῶν ἀσθενούν
των διδάσκει εὐπορεῖν· ἀλλ᾽ οὐχ ἵππους καὶ ἡμιό
νους, ἐξ ὧν πόλεμοι. Καὶ πτωχὴν μητέρα ἔσχεν, καὶ
ἐν σπηλαίῳ τίκτεται, καὶ ἐν φάτνη τίθεται, καὶ κριτ
θίνους παρατίθησιν ἄρτους, καὶ ἐξ ἀγορᾶς ἐσθίει,
καὶ ἀπὸ χόρτου στιβάδα ποιεῖ, καὶ ἱμάτια· εὐτελῆ
ἀμφιέννυται, οἰκίαν δὲ οὐκ ἔσχεν, καὶ ἵππον μὴ
ἔχων, ἐκ τῆς οδοιπορίας εκοπία· καὶ καθεύδων
ἐπὶ γῆς ἔκειτο· καὶ λύπης μέτρα τιθεὶς οὐκ ἐθρήνει.
Οὕτως τὸ πάντα κοινὰ εἶναι, κανόνας ἐτίθει· καὶ
τοιοῦτον τρόπον διώκειν, οἷον αὐτὸς ἐπεδείκνυτο,
διδασκαλίαν ἐποιεῖτο.
Περὶ τοῦ ἐκβάλλειν τὸν Κύριον πάντας τοὺς πωλούν
τας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ Ἰωάννης αὐτὸν τοῦτο λέγει
πεποιηκέναι· κἀκεῖνος μὲν ἐν ἀρχῇ τοῦ Εὐαγγελίου
οὗτος δὲ πρὸς τῷ τέλει. Ὅθεν εἰκὸς δεύτερον γενέσθαι· καὶ δῆλον ἀπὸ τοῦ χρόνου, καὶ ἀπὸ τῆς ἀποκρίν
σεως· ἐκεῖ μὲν γὰρ σπήλαιον λέγει λῃστῶν, ἐνταῦθα
δὲ οἶκον ἐμπορίου.
Διὰ τί λέγουσιν οἱ ἱερεῖς· Οὐκ ἀκούεις τί οὗτοι
λέγουσιν; Τῷ φθόνῳ πνιγόμενοι· διὸ καὶ ἐπιπλήτ
των αὐτοὺς ἀποκρίνεται· Ναι· οὐδέποτε ἀνέγνωτε;
καὶ τὰ ἑξῆς.
Πῶς πρωΐας πεινά; Ότι συνεχώρησε τη σαρκί
τοῦτο παθεῖν.
Διὰ τί κατηράσατο καὶ ἔψυξεν τὴν συχῆν; θαῤῥεῖν
ποιῶν τοὺς μαθητάς, καὶ ὅτι οὐ μόνον εὐεργετείν
δύναμαι, ἀλλὰ καὶ τιμωρίαν ἐπενεγκεῖν. Διά τί τὴν
συχὴν ἔψυξεν, καὶ οὐκ ἄλλο φυτόν; Επειδὴ ὑγρότα
τον τῶν ἄλλων ἐστὶν, ἵνα θαυμαστωθῇ μᾶλλον το για
νόμενον.
Το, Ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; τοιύτον
ἔχει τὸν νοῦν· ἦτουν, Ἱερεὺς μὴ ὤν, ἢ διδάσκαλος με
χειροτονηθείς, πῶς τοσαύτην ἐξουσίαν ἐπεδείξω;
Τί ἔχει ἡ Χριστοῦ ἀπόκρισις; θαυμαστῶς πολὺ καὶ
μέγα ποιῶν· ἐρωτᾷ γὰρ αὐτοὺς περὶ Ἰωάννου, επι
Πόθεν αὐτοῦ τὸ βάπτισμα; Καὶ γὰρ εἰ μὲν εἶπον,
Ἐκ Θεοῦ, εἶπεν ἄν· Καὶ διὰ τί οὐ πιστεύετε αὐτῷ·
εἰ δὲ εἶπον, Ἐξ ἀνθρώπων, ἐφοβοῦντο τοὺς ὄχλους
μὴ λιθοβολήσωσιν αὐτούς· μέγαν γὰρ εἶχον τὸν
Ἰωάννην.
Τί σημαίνουσι τὰ τέκνα τὰ δύο περὶ ὧν φησινέ
Χριστός; Τὸν λαὸν τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν Ἰουδαίων,
ὅτι οἱ μὲν ὑπήκουσαν τὸν νόμον καὶ οὐκ ἀπῆλθεν
οἱ δὲ οὐκ ἤκουσαν καὶ ἀπῆλθον· ὅθεν τὸ συνετα α
Распознавание текста
col. 1143–1144page 60 of 200
PG 106:1143σμένον λύει λέγων, ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρα γῶν. Ανθρωπον οικοδεσπότην τὸν Θεὸν λέγει, ἀμπελῶνα δὲ καὶ ληνὸν καὶ πύργον τὸν νόμον όν δέδωκεν, καὶ τὴν πόλιν ἣν ἀνέστησεν, καὶ τὸν ναὸν ἂν ἤγειρενο γεωργούς δὲ, τοὺς Ἰουδαίου;· ἔδωκε δὲ αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δοθέντα. Τὸ δὲ, ἀπεδήμησεν, τὴν πολλὴν μακροθυμίαν σημαίνει· ὅτιπερ οὐκ ἀεὶ παρὰ πόδας ἐπάγει τὰς τιμωρίας. Οἱ δὲ ἀποσταλέντες δοῦλοι, οἱ προφῆταί εἰσιν· καρπὸς δὲ ἡ ὑπακοὴ τοῦ νόμου ἐστίν· τὸ δὲ, Ἴσως εντραπήσονται τὸν υἱὸν, εἶπεν οὐχ ὡς ἀγνοῶν, ἀλλὰ μέγα δεῖξαι τὸ ἁμάρτημα βουλόμενος· ἔξω δὲ εἶπεν ὅτι ἀπέκτειναν αὐτὸν τοῦ ἀμπελῶνος, ἐπειδὴ ἔξω τῆς πόλεως ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον ἡμῶν. Λίθον ἑαυτὸν καλεῖ, οἰκοδόμους δὲ τοὺς διδασκάλους τῶν Ἰουδαίων· ἀπεδοκίμασαν δὲ, λέγει, ἐν τῷ λέγειν αὐτούς· Οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὗτος πλανᾷ τὸν κόσμον· και, Σαμαρείτης ἐστίν τὸ δὲ, Εγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας, ὅτι τὰ δι εστῶτα ἔθνη καὶ Ἰουδαίους τοὺς πιστεύσαντας εἰς ἐν συνήψεν· τὸ δὲ, Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστιν θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅτι οὐδαμῶς ἐστιν αὕτη ἡ γωνία εναντία Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ θαυ μαστὴ ἡμῖν· τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι Ο πεσὼν ἐπὶ τὸν λί θον τοῦτον, συνθλασθήσεται· ἐφ' δν δ' ἂν πέση λικμήσει αὐτὸν, δύο ηνίξατο ἀπωλείας, μίαν τοῦ σκανδαλισθῆναι, ὅ ἐστιν προσκόψαι· τοῦτο γὰρ δηλοί τὸ πεσεῖν ἐπὶ τὸν λίθον· ἑτέραν δὲ τὴν ἀπὸ τῆς ἁλώ σεως αὐτῶν καὶ συμφορᾶς· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὴν ἀνάστασιν ηνίξατο τὴν ἑαυτοῦ. ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'. Ἡ μὲν τοῦ ἀμπελῶνος παραβολή, τὰ πρὸ τοῦ σταυροῦ ηνίξατο· αὕτη δὲ τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγει. Γάμος ἡ ἐνανθρώπησις, διὰ τὸ χαρᾶς γέμειν πνευματικῆς· ἐπεὶ καὶ νυμφίον αὐτὸν ὁ Ἰωάννης καλεῖ· κεκλημένους δὲ λέγει, ἐπεὶ πρὸ πολλοῦ ἐκλή θησαν· ἐκλήθησαν δὲ διὰ τῶν προφητῶν. "Αριστος δὲ, τὴν πολλὴν εὐφροσύνην τῶν θαυμάτων λέγει ἀλλ' οὐδὲ οὕτως αὐτοὺς ἐνέτρεψεν, ἀλλ' ἀγροὺς καὶ τὰ παρόντα τῆς εὐφροσύνης ταύτης προετίμησαν. Ποίους δὲ δούλους ὕβρισαν; Τοὺς ἀποστόλους· αύ τοὶ γὰρ αὐτοὺς μετὰ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζοντο τὸ δὲ πέμψαι τὰ στρατόπεδα αὐτοῦ καὶ ἀπολέσαι τοὺς φονεῖς, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐμπρῆσαι, τὰ γενόμενα ἐπὶ Ουεσπασιανοῦ λέγει. Τί ἐστιν τὸ, Οὐκ ἦσαν ἄξιοι οι κεκλημένοι; Εδει, φησὶν, αὐτοὺς μηδὲ κληθῆναι· ἀλλ᾽ ἵνα μὴ καταλίπῃ αὐτοῖς πρόφασιν, καίπερ εἰδὼς τὴν ἀπι στίαν αὐτῶν, ἔπεμψεν. Τί ἐστιν τὸ, Εξέλθετε εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς διεξόδους; Περὶ τῶν ἐθνῶν λέγει· καὶ γὰρ οὐκ ἐν ὁδῷ οἷον ἐν νόμῳ, ἀλλ᾽ ἔξωθεν τῆς ὀρθῆς ὑπῆρχαν ὁδοῦ· ἔνδυμα δὲ γάμου ἐστὶν βίος ὀρθός. Τ', Ο κλαυθμὸς καὶ βρυγμός τῶν ὀδόντων, ἐκεῖνο ἐστιν, τὸ εἰς ἀκαρτερή τους. ὀδύνας εἰσελθεῖν. Ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο τοὺς ὄχλους, δημοσίων ἀδικη
σμένον λύει λέγων, ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι runt et abierunt in vineam. Unde quod operti
προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐραγῶν.
Ανθρωπον οικοδεσπότην τὸν Θεὸν λέγει, ἀμπελῶνα
δὲ καὶ ληνὸν καὶ πύργον τὸν νόμον όν δέδωκεν, καὶ
τὴν πόλιν ἣν ἀνέστησεν, καὶ τὸν ναὸν ἂν ἤγειρενο
γεωργούς δὲ, τοὺς Ἰουδαίου;· ἔδωκε δὲ αὐτοῖς φυλάσσειν τὰ δοθέντα. Τὸ δὲ, ἀπεδήμησεν, τὴν πολλὴν
μακροθυμίαν σημαίνει· ὅτιπερ οὐκ ἀεὶ παρὰ πόδας
ἐπάγει τὰς τιμωρίας. Οἱ δὲ ἀποσταλέντες δοῦλοι,
οἱ προφῆταί εἰσιν· καρπὸς δὲ ἡ ὑπακοὴ τοῦ νόμου
ἐστίν· τὸ δὲ, Ἴσως εντραπήσονται τὸν υἱὸν,
εἶπεν οὐχ ὡς ἀγνοῶν, ἀλλὰ μέγα δεῖξαι τὸ ἁμάρτημα
βουλόμενος· ἔξω δὲ εἶπεν ὅτι ἀπέκτειναν αὐτὸν
τοῦ ἀμπελῶνος, ἐπειδὴ ἔξω τῆς πόλεως ἐσταύρωσαν
τὸν Κύριον ἡμῶν.
Λίθον ἑαυτὸν καλεῖ, οἰκοδόμους δὲ τοὺς διδασκά
λους τῶν Ἰουδαίων· ἀπεδοκίμασαν δὲ, λέγει, ἐν
τῷ λέγειν αὐτούς· Οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὗτος
πλανᾷ τὸν κόσμον· και, Σαμαρείτης ἐστίν·
τὸ δὲ, Εγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας, ὅτι τὰ δι
εστῶτα ἔθνη καὶ Ἰουδαίους τοὺς πιστεύσαντας εἰς
ἐν συνήψεν· τὸ δὲ, Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ
ἔστιν θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅτι οὐδαμῶς
ἐστιν αὕτη ἡ γωνία εναντία Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ θαυ
μαστὴ ἡμῖν· τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι Ο πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον, συνθλασθήσεται· ἐφ' δν δ' ἂν πέση
λικμήσει αὐτὸν, δύο ηνίξατο ἀπωλείας, μίαν τοῦ
σκανδαλισθῆναι, ὅ ἐστιν προσκόψαι· τοῦτο γὰρ δηλοί
τὸ πεσεῖν ἐπὶ τὸν λίθον· ἑτέραν δὲ τὴν ἀπὸ τῆς ἁλώσεως αὐτῶν καὶ συμφορᾶς· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὴν
ἀνάστασιν ηνίξατο τὴν ἑαυτοῦ.
Ἡ μὲν τοῦ ἀμπελῶνος παραβολή, τὰ πρὸ τοῦ
σταυροῦ ηνίξατο· αὕτη δὲ τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν
λέγει. Γάμος ἡ ἐνανθρώπησις, διὰ τὸ χαρᾶς γέμειν
πνευματικῆς· ἐπεὶ καὶ νυμφίον αὐτὸν ὁ Ἰωάννης
καλεῖ· κεκλημένους δὲ λέγει, ἐπεὶ πρὸ πολλοῦ ἐκλή
θησαν· ἐκλήθησαν δὲ διὰ τῶν προφητῶν. "Αριστος
δὲ, τὴν πολλὴν εὐφροσύνην τῶν θαυμάτων λέγει·
ἀλλ' οὐδὲ οὕτως αὐτοὺς ἐνέτρεψεν, ἀλλ' ἀγροὺς καὶ
τὰ παρόντα τῆς εὐφροσύνης ταύτης προετίμησαν.
Ποίους δὲ δούλους ὕβρισαν; Τοὺς ἀποστόλους· αύ
τοὶ γὰρ αὐτοὺς μετὰ τὴν ἀνάστασιν εὐηγγελίζοντο
τὸ δὲ πέμψαι τὰ στρατόπεδα αὐτοῦ καὶ ἀπολέσαι
τοὺς φονεῖς, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐμπρῆσαι, τὰ
γενόμενα ἐπὶ Ουεσπασιανοῦ λέγει.
Τί ἐστιν τὸ, Οὐκ ἦσαν ἄξιοι οι κεκλημένοι;
Εδει, φησὶν, αὐτοὺς μηδὲ κληθῆναι· ἀλλ᾽ ἵνα μὴ
καταλίπῃ αὐτοῖς πρόφασιν, καίπερ εἰδὼς τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν, ἔπεμψεν.
Τί ἐστιν τὸ, Εξέλθετε εἰς τὰς πλατείας καὶ
τὰς διεξόδους; Περὶ τῶν ἐθνῶν λέγει· καὶ γὰρ
οὐκ ἐν ὁδῷ οἷον ἐν νόμῳ, ἀλλ᾽ ἔξωθεν τῆς ὀρθῆς
ὑπῆρχαν ὁδοῦ· ἔνδυμα δὲ γάμου ἐστὶν βίος ὀρθός.
Τ', Ο κλαυθμὸς καὶ βρυγμός τῶν ὀδόντων,
ἐκεῖνο ἐστιν, τὸ εἰς ἀκαρτερή τους. ὀδύνας εἰσελθεῖν.
Ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο τοὺς ὄχλους, δημοσίων ἀδικη
erat aperit dicens, quia publicani et meretrices
præcedent vos in regnum cœlorum.
Vens. 33. Hominem patrem familias Deum dicit,
vineɔm et torcular et turrem, legem quam dedit,
urbem quam ædificavit, et templum quod exstruxit;
agricolas autem Judæos. Dedit vero eis custodire
dona sua. Illud, Profectus est, magnam longanimitatem significat; quia non semper celeres
infigit poenas. Qui missi sunt servi, prophetae sunt; fructus autem, legis observatio est. Illud autem, forte verebuntur flium, dixit
non ut ignorans, sed magnam ostendere volens
iniquitatem. Dixit autem hos occidisse illum extra
vineam, quia extra urlem crucifxerunt Dominum
nostrum.
Vers. 42. Lapidem se vocat, ædificantes autem doctores Judzorum. Reprobaverunt autem,
inquit, dicendo: Non ex Deo est, iste seducit mundum; et, Samaritanus est. Illud vero; Factus est in
caput anguli, quia separatas gentes et Judæos qui
crediderunt in unum compegit; Domino factum
est istud, et est mirabile in oculis nostris, quia minime ipse est angulus contrarius Deo, sed et nobis
admirandus; illud autem, Qui offenderit in kuno
lapidem collidetur, in quem ceciderit conteret eum,
duas innuit perditiones, unam e scandalo, quod
est offendere; hoc enim indicat offendere in lapidem; alteram autem ex illorum obsidione et
destructione; per hoc autem etiam suam resurrectionem innuit
CAPUT XXII.
VERS. 2. Vineæ parabola quæ crucem antecedunt
indicat; hæc autent quæ resurrectionem sequuntur
nuntial. Nuptiæ incarnatio est, quæ spirituali gaudio impletur. Nam et sponsum illum Joannes vocat.
Invitatos autem dicit, quia jampridem vocati erant.
Vocati erant per prophetas. Prandium autem megnum miraculorum gaudium vocat; sed non ita
illos convertit, sed villas suas, id est, præsens istud
gaudium, prætulerunt. Quos autem servos contuineliis affecerunt? Apostolos: hi enim illos post resurrectionem evangelizaverunt. Exercitus suos
mittere et perdere homicidas illos, et civitatemn
illorum succendere, quæ sub Vespasiane contigerunt
prædicit.
Vras. 8. Quid est, qui invitati erant, non fuerunt
digni? oportuisset, inquit, eos non invitari; sed
ut non illis excusationem linqueret, licet sciens
illorum incredulitatem, misit.
Vers. 9. Quid est, Ite ad plateas et exitus viarum?
de gentibus dictum est. Etenim non in via quasi
in lege, sod extra rectam viamn versabantur; vestis
autem nuptialis est vita recta.
VERS. 13. Fletus et stridor dentium, dolorum intolerabilium invasionem designant.
VERS. 15. Quoniam timebant turbas publicorum
Распознавание текста
col. 1145–1146page 61 of 200
PG 106:1145χημάτων παγίδας ἱστῶσιν εἰς γὰρ τὴν τῶν Ῥω μαίων ἀρχὴν τῶν πραγμάτων αὐτοῖς μετατεθέντων, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι Θευδᾶς καὶ Ἰούδας διὰ τοῦτο ἀπὸ έθανον ἀποστασίαν ἐκ Ρωμαίων μελετήσαντες, εδού λοντο καὶ αὐτὸν εἰς τοιαύτην ὑποψίαν ἐνεγκεῖν διὰ τοῦτο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτῶν καὶ τοὺς τοῦ Ηρώδου στρατιώτας ἔπεμψαν, διπλοῦν ὁρύττοντας τὸν βόθρον, ἵνα εἰ μὲν ὑπὲρ τῶν Ηρωδιανῶν ἀποκρίνηται, αὐτοὶ ἐγκαλέσωσιν· εἰ δὲ ὑπὲρ αὐτῶν, ἐκεί νος· καίτοι γε ἦν δεδωχὼς τὰ δίδραχμα· ἀλλ' οὐκ ᾔδεσαν ἐκεῖνοι· ἐρώτων δὲ μέσον όχλου, μείζονα ποιοῦντες τὴν μαρτυρίαν· Οίδαμεν ότι ἀληθὲς εἶ Πῶς οὖν ἐλέγετε ὅτι πλάνος ἐστίν; Τοῦτο οὖν καλα κεύοντες λέγουσιν, οὐ λέγουσι δ' ἔτι τὸ συμφέρον, ἀλλὰ, Τί σοι δοκεῖ; Τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι οὐ βλέπεις εἰς πρόσωπον, περὶ Καίσαρος καὶ Ἡρώδου αἰν τονται. Ἐκ τῶν οἰκείων οὖν στομάτων αὐτοὺς και τακρίναι βουλόμενος λέγει· Τίνος ἡ εἰκών; Ἵνα ἐκείνων εἰπόντων, μὴ δόξῃ οὗτος εἰπεῖν τι. Ἵνα ούτ μὴ εἴπωσιν, ὅτι ᾿Ανθρώποις ἡμᾶς ὑποτάττεις, εἶ πεν καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ· διὸ καὶ ὁ Παῦλος, Απόδοτε πᾶσιν τὰς ὀφειλάς, λέγει. Δύο αἱρέσεις εἰσὶν, ἡ τῶν Φαρισαίων καὶ ἡ τῶν Σαδδουκαίων. Οἱ μὲν Σαδδουκαίοι οὔτε ἀνάστασιν οὔτε ἀγγέλους πιστεύουσιν· οἱ δὲ Φαρισαῖος ὁμολογοῦσιν ἀμφότερα. Διὰ τί ὁ μὲν Ματθαιός φησιν, ότι πειράζων πρώ τησεν οὗτος ὁ νομικός οὕτως· ὁ δὲ Μάρκος φησιν, ὅτι εἰδὼς ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη αὐτῷ, εἶπεν αὐτῷ Οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Οὐκ ἐναντιούμενοι αὐτοῖς· ἠρώτησεν γὰρ ἐν ἀρχῇ πει ράζων· ἀπὸ δὲ τῆς Χριστοῦ ἀποκρίσεως ἐπηνέθη. ΚΕΦΑΛ. ΚΓ. Τό, Πάντα όσα αν λέγουσιν ὑμῖν οἱ ἱερεῖς ποιεῖν, ποιεῖτε, λέγει. Ἐπειδὴ τὰ τοῦ Θεοῦ λέγω σιν, οὐ τὰ ἑαυτῶν, ἐκείνων μὲν διὰ τούτου τὴν κατα ηγορίαν μείζονα ποιῶν, τούτων δὲ τὴν ἀφορμὴν ἐκκόπτων, ἵνα μὴ διὰ τὴν τῶν διδασκάλων φαυλότητε ἀναιρήσῃ τὴν διδαχήν. Τί σημαίνει τὸ, Δεσμεύουσι, καὶ τὰ ἑξῆς; Τὸ πολύ λὴν μὲν καὶ ἄκραν ἀπαιτεῖν παρὰ τῶν ἀρχομένων βίου ἀκρίβειαν, πολλὴν δὲ αὐτοῖς ἐπιτρέπειν τὴν ἄδειαν. Ο τοὐναντίον τὸν ἄρχοντα ἔχειν χρή· ἐ μὲν τοῖς καθ᾿ ἑαυτὸν ἀσύγγνωστον εἶναι καὶ πικρὸν δικαστήν, ἐν δὲ τοῖς τῶν ἀρχομένων συγγνωμονικών καὶ ἡμερον· οἱ λόγοις μόνοις φιλοσοφοῦντες, ἀσύγ γνωστοι καὶ βαρεῖς, ὡς ἄπειροι τῆς δι' ἔργων δυσ κολίας. Διὰ τί οὐκ εἶπεν ὅτι, Οὐ δύνανται, οὐδὲ θέλουσιν, οὐδὲ πάλιν ὅτι βαστάσαι, ἀλλὰ, δακτύλω κινῆσαι; ὅπερ μεῖζον αὐτοῖς ἔγκλημα γίνεται. Κα! περὶ μὲν τῆς ὠμότητος αὐτῶν ταῦτα. Τί ἐστιν Τὰ φυλακτήρια αὐτῶν πλατύνουσιν, καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν πτερυγίων αὐτῶν; Τὰ μὲν οὖν φυλακτήρια μικρά βιβλία εἰσίν. Ἐπειδὴ γὰρ συνεχῶς ἐπελανθάνοντο τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ, ἐκέλευσεν ἐγγραφῆναι μικροῖς βι βλίοις τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, καὶ ἐξηρτῆσθαι αὐτὰ
d lictorum laqueos tendunt. Nam per Romanorum χημάτων παγίδας ἱστῶσιν
imperium res cum immutatæ illis essent, cum
sciebant Theudam et Judam ideo occisos esse quod
in Romanos rebellionem meditati fuissent, voluerunt et illum in talem suspicionem adducere. Quam
ob esusam cum suis discipulis Herodis milites miserunt, duplicem fossani aperientes, ut si quidem
erga Herodianos responderit, ipsi incusent; si vero
erga ipsos, isti. Attamen datum fuerat didrachma,
se nesciebant isti. Interrogant autem in medio
turbe, majorem facientes declarationem, Scimus
quia veraz es; quomodo ergo dicebatis quia seductor est? hoc igitur per adulationem dicunt; non
dicunt vero modo quod utile est, sed quid tibi videtur?
addentos, non respicis in personam, de Cæsare et
Herode alludunt. Ille igitur propriis eorum oribus
volens illos condemnare: Cujus est imago? inquit, ul,
illis loquentibus, non videatur ipse aliquid dixisse.
Ne igitur dicant quia hominibus nos subjicis, dixit,
que sunt Dei, Deo. Ideo Paulus quoque: Solvile,
inquit, omnibus debila.
Vers. 23. Duo hæreses sunt, una Pharisæorum,
a'tera Sadducæorum. Sadducæi quidem neque resurrectionem neque angelos esse credunt; Pharisæi
vero utrumque profitentur.
Vers. 35. Cur Matthæus dicit quod tentans eum
interrogaverit sic iste legis doctor, Marcus autem,
quod videns quoniam sapienter respondisset, dixerit
illi, Non es longe a regno Dei? Now inter se adversantur; interrogavit enim in principio tentans,
sed Christi responsione laudatus est.
CAPUT XXIII.
Vers. 3. Omnia quæcunque dixerint vobis sacerdoles facere, facile, inquit, quoniam quæ Dei sunt.
dicunt, non quæ sua sunt; de istis quidem per hoc
inajorem accusationem faciens, sed eorum aversionem dimovens, ne per doctorum contemptum doctrinam destruat.
Vens. 4. Quid significat, Alligant? etc. Maguam
et perfectam a subditis exigere intos vitæ rectitudinem, magnam vero sibi ipsis permittere licentiam.
Contrarium ille qui præest agere debet: in his quidem quae ad ipsum spectant inexorabilis et austerus
judex esse, in his autem quæ ad subditos attinent
andulgens et mansuetus. Qui verbis solis philosophantur, inexorabiles sunt et severi, tanquam ignorantes illam, quæ ex operibus oritur, difficultatem.
Cur ergo dixit quod Non possunt, neque volunt,
neque iterum volunt non ferre, sed, digito movere?
Quod illis tunc majorem culpam facit. Et illa quiJem de eorum crudelitate.
VERS. 5. Quid est istud, Dilatant phylacteria sua,
st magnificant fimbrias suas? Phylacteria parvi libri
sunt. Nam cum continuo obliviscerentur beneficiorum Dei, jussit inscribi parvis libris 'sua miracula,
et eos manibus infigi. Ideo et dictum est: Erunt
firmà in oculis tuis, quæ vocabant phylacteria. Fim1148
· εἰς γὰρ τὴν τῶν Ῥω
μαίων ἀρχὴν τῶν πραγμάτων αὐτοῖς μετατεθέντων,
ἐπειδὴ εἶδον ὅτι Θευδᾶς καὶ Ἰούδας διὰ τοῦτο ἀπὸ
έθανον ἀποστασίαν ἐκ Ρωμαίων μελετήσαντες, εδού
λοντο καὶ αὐτὸν εἰς τοιαύτην ὑποψίαν ἐνεγκεῖν·
διὰ τοῦτο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτῶν καὶ τοὺς τοῦ
Ηρώδου στρατιώτας ἔπεμψαν, διπλοῦν ὁρύττοντας
τὸν βόθρον, ἵνα εἰ μὲν ὑπὲρ τῶν Ηρωδιανῶν ἀποκρίνηται, αὐτοὶ ἐγκαλέσωσιν· εἰ δὲ ὑπὲρ αὐτῶν, ἐκεί
νος· καίτοι γε ἦν δεδωχὼς τὰ δίδραχμα· ἀλλ' οὐκ
ᾔδεσαν ἐκεῖνοι· ἐρώτων δὲ μέσον όχλου, μείζονα
ποιοῦντες τὴν μαρτυρίαν· Οίδαμεν ότι ἀληθὲς εἶ
Πῶς οὖν ἐλέγετε ὅτι πλάνος ἐστίν; Τοῦτο οὖν καλακεύοντες λέγουσιν, οὐ λέγουσι δ' ἔτι τὸ συμφέρον,
ἀλλὰ, Τί σοι δοκεῖ; Τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι οὐ βλέπεις
εἰς πρόσωπον, περὶ Καίσαρος καὶ Ἡρώδου αἰν:
τονται. Ἐκ τῶν οἰκείων οὖν στομάτων αὐτοὺς και
τακρίναι βουλόμενος λέγει· Τίνος ἡ εἰκών; Ἵνα
ἐκείνων εἰπόντων, μὴ δόξῃ οὗτος εἰπεῖν τι. Ἵνα ούτ
μὴ εἴπωσιν, ὅτι ᾿Ανθρώποις ἡμᾶς ὑποτάττεις, εἶπεν καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ· διὸ καὶ ὁ Παῦλος,
Απόδοτε πᾶσιν τὰς ὀφειλάς, λέγει.
Δύο αἱρέσεις εἰσὶν, ἡ τῶν Φαρισαίων καὶ ἡ τῶν
Σαδδουκαίων. Οἱ μὲν Σαδδουκαίοι οὔτε ἀνάστασιν
οὔτε ἀγγέλους πιστεύουσιν· οἱ δὲ Φαρισαῖος ὁμολο
γοῦσιν ἀμφότερα.
Διὰ τί ὁ μὲν Ματθαιός φησιν, ότι πειράζων πρώ
τησεν οὗτος ὁ νομικός οὕτως· ὁ δὲ Μάρκος φησιν,
ὅτι εἰδὼς ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη αὐτῷ, εἶπεν αὐτῷ
Οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ; Οὐκ
ἐναντιούμενοι αὐτοῖς· ἠρώτησεν γὰρ ἐν ἀρχῇ πει·
ράζων· ἀπὸ δὲ τῆς Χριστοῦ ἀποκρίσεως ἐπηνέθη.
Τό, Πάντα όσα αν λέγουσιν ὑμῖν οἱ ἱερεῖς
ποιεῖν, ποιεῖτε, λέγει. Ἐπειδὴ τὰ τοῦ Θεοῦ λέγωσιν, οὐ τὰ ἑαυτῶν, ἐκείνων μὲν διὰ τούτου τὴν κατα
ηγορίαν μείζονα ποιῶν, τούτων δὲ τὴν ἀφορμὴν
ἐκκόπτων, ἵνα μὴ διὰ τὴν τῶν διδασκάλων φαυλότητε
ἀναιρήσῃ τὴν διδαχήν.
Τί σημαίνει τὸ, Δεσμεύουσι, καὶ τὰ ἑξῆς; Τὸ πολύ
λὴν μὲν καὶ ἄκραν ἀπαιτεῖν παρὰ τῶν ἀρχομένων
βίου ἀκρίβειαν, πολλὴν δὲ αὐτοῖς ἐπιτρέπειν τὴν
ἄδειαν. Ο τοὐναντίον τὸν ἄρχοντα ἔχειν χρή· ἐ
μὲν τοῖς καθ᾿ ἑαυτὸν ἀσύγγνωστον εἶναι καὶ πικρὸν
δικαστήν, ἐν δὲ τοῖς τῶν ἀρχομένων συγγνωμονικών
καὶ ἡμερον· οἱ λόγοις μόνοις φιλοσοφοῦντες, ἀσύγ
γνωστοι καὶ βαρεῖς, ὡς ἄπειροι τῆς δι' ἔργων δυσ
κολίας. Διὰ τί οὐκ εἶπεν ὅτι, Οὐ δύνανται, οὐδὲ
θέλουσιν, οὐδὲ πάλιν ὅτι βαστάσαι, ἀλλὰ, δακτύλω
κινῆσαι; ὅπερ μεῖζον αὐτοῖς ἔγκλημα γίνεται. Κα!
περὶ μὲν τῆς ὠμότητος αὐτῶν ταῦτα.
Τί ἐστιν Τὰ φυλακτήρια αὐτῶν πλατύνουσιν,
καὶ μεγαλύνουσι τὰ κράσπεδα τῶν πτερυγίων
αὐτῶν; Τὰ μὲν οὖν φυλακτήρια μικρά βιβλία εἰσίν.
Ἐπειδὴ γὰρ συνεχῶς ἐπελανθάνοντο τῶν εὐεργε
σιῶν τοῦ Θεοῦ, ἐκέλευσεν ἐγγραφῆναι μικροῖς βι
βλίοις τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, καὶ ἐξηρτῆσθαι αὐτὰ
Распознавание текста
col. 1147–1148page 62 of 200
PG 106:1147τῶν χειρῶν αὐτῶν. Διὰ καὶ ἔλεγεν Εσται ἀσά λευτα ἐν ὀφθαλμοῖς σου, ἅτινα εκάλουν φυλαχτής ρια· τὰ δὲ κράσπεδα σημαίνει κλωσμα δακίνθινον τοῦτο γὰρ ὥσπερ παιδίοις ἐκέλευσε ποιεῖν, καὶ ἐπὶ τῷ ἱματίῳ περὶ τὴν ὡαν περὶ τοὺς πόδας ἀποῤῥάπτεσθαι, ἵνα προσέχοντες ἀναμιμνήσκωνται τῶν ἐν τηλῶν. Δείκνυσιν οὖν αὐτοῖς, οὐκ ἐπὶ τοῖς μεγάλοις εὐτελέσιν. Ειπών, Πατέρα μὴ καλέσητε, οὐ τοῦτο λέγει, ἀλλ᾽ ἵνα γινώσκωσιν τὸν κυρίως Πατέρα, λέγω δὲ τὸν Θεόν· οὕτως χρή νοεῖν καὶ τὸ, Μὴ κληθῆτε Ραββί, καὶ ἀναγκαίοις κενοδοξούντας, ἀλλ' ἐπὶ τούτοις τοῖς Τό, Κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμε προσθεν τῶν ἀνθρώπων, τοῦτο λέγει, ὅτι Αλλους κωλύετε, αὐτοὶ μὴ εἰσερχόμενος. Τί δέ ἐστι, τοὺς εἰσερχομένους; Τοὺς ἐπιτηδείως ἔχοντας εἰσελθεῖν. Πῶς δὲ ἐκώλυον; Διὰ τὸ μηδὲν αὐτοὺς ἐργάζεσθαι ἀγαθόν· ἐκείνους γάρ βλέπων ὁ λαὸς ὡμοιοῦντο αὐτοῖς. Το, Περιάγετε την θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν ποιῆσαι ένα προσήλυτον· καὶ ὅτ' ἂν γένηται, ποιεῖτε αὐτὸν υἱόν γεέννης διπλότερον ὑμῶν, τοῦτο λέγει, ὅτι οὐδὲ διὰ τὸ μόλις αὐτὸν σαγηνεῦ σκι, καὶ μετὰ μυρίων πόνων τοῦτο αὐτὸ, φείδεσθε αὐτοῦ, ἀλλὰ παρασκευάζετε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διὰ τῆς ὑμῶν πράξεως γενέσθαι. Το, υἱὸν γεέννης, δηλοῖ αὐτογέενναν· ὥσπερ, τοὺς υἱοὺς ἀνθρώπων, τοὺς ἀνθρώπους. Τί ἐστιν τὸν ᾿Αποδεκατοῦσε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον, καὶ τὰ ἐξῆς; Οτι τὰ μικρὰ ἀποδεκατοῦντες, τὰ δὲ μεγάλα οὐδαμῶς· ὥστε διὰ τὸ φανῆναι ότι τὸν νόμον φυλάττετε, οὐ διὰ τὸ ἀπὸ ψυχῆς δοῦναι ἐστι τοῦτο. Οδηγοὺς τυφλῶν καλεῖ αὐτοὺς, ὅτι οὔτε αὐτοὶ τὸ καλὸν ἐγίνωσκον, καὶ ἄλλους ὁδηγοῦντες ἐνέπαιζον. κώνωπα εκάλεσεν τους σωματικούς καθαρμούς μικρὰ γὰρ ἦν καὶ οὐδέν. Κάμηλον δὲ, τὴν κάθαρσιν τῆς ψυχῆς, ὅπερ ἐστὶν ἀρετή· μεγάλη γάρ ἐστιν καὶ ὑψηλὴ, ἧς ἡμέλουν καὶ ἀφανῆ ἐποίουν, ὥσπερ καταπεπωκότες τὰ ψυχικά. Μέλλων δεῖξαι ὡς τῇ ἔνδον καθαρότητι ἀκολουθεῖ καὶ ἡ ἔξω, ἡ δὲ ἔξω οὐκέτι τῇ ἔνδον, λέγει ἀπὸ πράγματος, ὅτι Καθαρίζετε τὸ ἔξω τοῦ ποτηρίου καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμει ἁρπαγῆς καὶ ἀδικίας· καθάρισον πρῶτον τὸ ἔνδον, καὶ τὰ ἐξῆς. Καὶ τάφους κεκονιαμένους λέγων, ὅμοιον τοῦ που τηρίου νοηθήσεται, διὰ κενοδοξίαν λεγόμενον. Οικοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητών. Οὐχ ὡς οἰκοδομούντων μνήματα, ἀλλ' ὡς ἀντιποιουμένων αὐτῶν καὶ λεγόντων, ὅτι Εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τοῖς αἵμασιν αὐτῶν. Ἐποίουν δὲ τοῦτο, κρείττονας καὶ ἀγαθοὶ μᾶλλον τῶν πατέρων αὐτῶν φαίνεσθαι βουλόμενοι. Τίνος ένεκεν καταγινώσκει αὐτῶν ὡς υἱῶν ὄντων τῶν φονευσάντων τους προφήτας; οὐδὲ γὰρ ἔγκλημα τοῦτο, ἐὰν μὴ κοινωνῇ τῇ γνώμῃ τοῦ πατρὸς ὁ υἱός
briæ autem hyacinthinum ornatum designant; id
enim ut parvulis jussit facere, et in veste circa oram
juxta pedes adaptari, ut ob oculos habentes mandiatorum non obliviscantur. Ostendit ergo eis vanam
ees non in magnis et necessariis gloriam, sed in his
levibus affeclare.
SCHOLIA VETERA IN MATTH.EUM.
τῶν χειρῶν αὐτῶν. Διὰ καὶ ἔλεγεν Εσται ἀσάλευτα ἐν ὀφθαλμοῖς σου, ἅτινα εκάλουν φυλαχτής
ρια· τὰ δὲ κράσπεδα σημαίνει κλωσμα δακίνθινον·
τοῦτο γὰρ ὥσπερ παιδίοις ἐκέλευσε ποιεῖν, καὶ ἐπὶ
τῷ ἱματίῳ περὶ τὴν ὡαν περὶ τοὺς πόδας ἀποῤῥά
πτεσθαι, ἵνα προσέχοντες ἀναμιμνήσκωνται τῶν ἐν
τηλῶν. Δείκνυσιν οὖν αὐτοῖς, οὐκ ἐπὶ τοῖς μεγάλοις
εὐτελέσιν.
Ειπών, Πατέρα μὴ καλέσητε, οὐ τοῦτο λέγει,
ἀλλ᾽ ἵνα γινώσκωσιν τὸν κυρίως Πατέρα, λέγω δὲ
τὸν Θεόν· οὕτως χρή νοεῖν καὶ τὸ, Μὴ κληθῆτε
Ραββί,
καὶ ἀναγκαίοις κενοδοξούντας, ἀλλ' ἐπὶ τούτοις τοῖς
Τό, Κλείετε τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμε
προσθεν τῶν ἀνθρώπων, τοῦτο λέγει, ὅτι Αλλους
κωλύετε, αὐτοὶ μὴ εἰσερχόμενος. Τί δέ ἐστι, τοὺς
εἰσερχομένους; Τοὺς ἐπιτηδείως ἔχοντας εἰσελθεῖν.
Πῶς δὲ ἐκώλυον; Διὰ τὸ μηδὲν αὐτοὺς ἐργάζεσθαι
ἀγαθόν· ἐκείνους γάρ βλέπων ὁ λαὸς ὡμοιοῦντο
αὐτοῖς.
Το, Περιάγετε την θάλασσαν καὶ τὴν ξηρὰν
ποιῆσαι ένα προσήλυτον· καὶ ὅτ' ἂν γένηται,
ποιεῖτε αὐτὸν υἱόν γεέννης διπλότερον ὑμῶν,
τοῦτο λέγει, ὅτι οὐδὲ διὰ τὸ μόλις αὐτὸν σαγηνεῦσκι, καὶ μετὰ μυρίων πόνων τοῦτο αὐτὸ, φείδεσθε
αὐτοῦ, ἀλλὰ παρασκευάζετε αὐτὸν υἱὸν γεέννης διὰ
τῆς ὑμῶν πράξεως γενέσθαι. Το, υἱὸν γεέννης,
δηλοῖ αὐτογέενναν· ὥσπερ, τοὺς υἱοὺς ἀνθρώπων,
τοὺς ἀνθρώπους.
Τί ἐστιν τὸν ᾿Αποδεκατοῦσε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ
ἄνηθον, καὶ τὰ ἐξῆς; Οτι τὰ μικρὰ ἀποδεκατοῦντες, τὰ δὲ μεγάλα οὐδαμῶς· ὥστε διὰ τὸ φανῆναι ότι
τὸν νόμον φυλάττετε, οὐ διὰ τὸ ἀπὸ ψυχῆς δοῦναι
ἐστι τοῦτο.
Οδηγοὺς τυφλῶν καλεῖ αὐτοὺς, ὅτι οὔτε αὐτοὶ τὸ
καλὸν ἐγίνωσκον, καὶ ἄλλους ὁδηγοῦντες ἐνέπαι
ζον. κώνωπα εκάλεσεν τους σωματικούς καθαρμούς
μικρὰ γὰρ ἦν καὶ οὐδέν. Κάμηλον δὲ, τὴν κάθαρσιν
τῆς ψυχῆς, ὅπερ ἐστὶν ἀρετή· μεγάλη γάρ ἐστιν
καὶ ὑψηλὴ, ἧς ἡμέλουν καὶ ἀφανῆ ἐποίουν, ὥσπερ
καταπεπωκότες τὰ ψυχικά.
Vans. 9. Dicens, Patrem nolite vocare; non ita
intelligi debet, sed ut cognoscant præcipe¿ wnntrem, id est Deum. Eodem modo intelligendum est,
Nolite vocare Rubbi.
Vers. 13. Clauditis regnum cœlorum ante homines, quasi diceret, quia alios prohibetis, ipsi non
intratis. Quid est autem illud: Introeuntes? qui
facile intrare possunt. Quomodo prohibebant? nul
lum bonum faciendo; nain eos aspiciens populus
imitabatur.
VERS. 15. Circuitis mare et aridam ut faciatis unIM
proselylam; et cum fuerit facius, facitis eum filium
gehenna duplo quam vos; hoc dicit, quia non postquam aegre istum ceperitis, et cum multis laboribus, illo abstinetis, sed paratis illum filium gehenna
per vestrum agendi modum fieri. Filium gehennæ,
idem sonat ac gehennam ipsam, ut filii hominum,
homines.
VERS. 23. Quidl est, decimalis mentham et anethum
et reliqua? Quia parva decimantes erant, magna
autem minime: ita ut, ad ostendendum quia legem
servatis, non ad dandum ex animo, hoc faciatis.
VERS. 24. Duces cæcorum vocat eos, quod non
ipsi bonum cognoscebant, et alios ducentes decipiebant. Culicem vocat corporeas ablutiones; parva
enim erant et quasi nihil, camelum autem animæ
ablutionem, quæ virtus est. Magna enim est et alta,
quam negligebant et invisibilem faciebant, tanquam
glutientes spritualia.
VERS. 26. Oslendere debens est mundationem ejus
quod intus est, sequi mundationem ejus quod est
foris, non autem vice versa, dicit ad rem: Mandalis
quod deforis est calicis et paropsidis; intus autem
Μέλλων δεῖξαι ὡς τῇ ἔνδον καθαρότητι ἀκολουθεῖ
καὶ ἡ ἔξω, ἡ δὲ ἔξω οὐκέτι τῇ ἔνδον, λέγει ἀπὸ
πράγματος, ὅτι Καθαρίζετε τὸ ἔξω τοῦ ποτηρίου
καὶ τῆς παροψίδος, ἔσωθεν δὲ γέμει ἁρπαγῆς καὶ
ἀδικίας· καθάρισον πρῶτον τὸ ἔνδον, καὶ τὰ pleni estis rapina et immunditiis: munda prius
ἐξῆς.
Καὶ τάφους κεκονιαμένους λέγων, ὅμοιον τοῦ που
τηρίου νοηθήσεται, διὰ κενοδοξίαν λεγόμενον.
Οικοδομεῖτε τοὺς τάφους τῶν προφητών. Οὐχ
ὡς οἰκοδομούντων μνήματα, ἀλλ' ὡς ἀντιποιουμένων
αὐτῶν καὶ λεγόντων, ὅτι Εἰ ἦμεν ἐν ταῖς ἡμέραις
αὐτῶν, οὐκ ἂν ἦμεν κοινωνοὶ τοῖς πατράσιν ἡμῶν
ἐν τοῖς αἵμασιν αὐτῶν. Ἐποίουν δὲ τοῦτο, κρείττονας καὶ ἀγαθοὶ μᾶλλον τῶν πατέρων αὐτῶν φαίνε
σθαι βουλόμενοι.
Τίνος ένεκεν καταγινώσκει αὐτῶν ὡς υἱῶν ὄντων
τῶν φονευσάντων τους προφήτας; οὐδὲ γὰρ ἔγκλημα
τοῦτο, ἐὰν μὴ κοινωνῇ τῇ γνώμῃ τοῦ πατρὸς ὁ υἱός·
quod intus est, et reliqua.
Vans. 27. Sepulcra dealbala vocans, intelligetur
codem modo quo calicem dicit, ob vanam gloriam
ita locutus.
VERS. 29. Edificatis sepulcra prophetarum; non
quod didcent monumenta, sed quod per ambitionem dicant: Si fuissemus in diebus patrum nostrorum, non essemus socli eorum in sanguine prophetarum. Illud autem faciebant volendo majores
et meliores patribus suis videri.
VERS. 31. Quare illos arguit quod filii sint eorum
qui prophetas occiderunt? non enim culpa eorumn
est, nisi communicaverit voluntati patris filius;
Распознавание текста
col. 1149–1150page 63 of 200
PG 106:1149ἐκοινώνουν δὲ φονεύοντες· διὰ τοῦτο μέμφεται αύτ τους. Τί ἐστιν τὸ,Πληρώσατε καὶ ὑμεῖς τὸ μέτρον των πατέρων ὑμῶν; Οὐκ ἐπιτάττων τοῦτό φησιν, ἀλλὰ προαναφωνῶν τὸ ἐσόμενον, τοῦτ' ἔστιν τὴν αὐτοῦ σφαγήν. Διὰ τί λέγει αὐτοὺς Γεννήματα εχιδνών; Την κατά κακίαν συγγένειαν αἰνιττόμενος· ὡς ἂν ἔλεγεν, ότι Ὥσπερ ἐκεῖνα ἔοικεν τοῖς γονεύσιν κατὰ τὴν τοῦ τοῦ λύμην, οὕτω καὶ ὑμεῖς τοῖς ὑμῶν πατράσι κατὰ τ φονικὸν ἐοίκατε. Περὶ ποίων λέγει· 'Ιδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω προφήτας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς; Περὶ τῶν ἀποτεί λων καὶ τῶν μαθητῶν αὐτῶν· καὶ γὰρ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν προεφήτευσαν. Τίς δέ ἐστιν οὗτος ὁ Ζαχαρίας περὶ οὗ εἶπεν, Εως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου; Ο μὲν τὸν Ἰωάννου πατέρα φασίν· οἱ δὲ τὸν προφήτην οἱ δὲ ἕτερόν τινα διώνυμον ἱερέα, ἂν καὶ Ἰωθεί φησιν ή Γραφή. Τό, Οὐ μὴ ἴδητε ἀπ᾽ ἄρτι, περὶ τοῦ καιροῦ λέγει τοῦ μέχρι τοῦ σταυροῦ· τὸ δὲ, Εως ἂν εἴπητε, Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, περὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας λέγει· τότε γὰρ πάντες αὐτὸν προσκυνήσουσιν. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Τί ἐστιν, Εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν; Ότι ἐκηρύχθη μὲν πανταχοῦ, οὐκ ἐπιστεύθη δ πανταχοῦ. Τὸ τέλος· ἦτο ἡ τῆς Ἱερουσαλὴμ άλωσις, φησίν, ἀλλ' οὐχ ἡ τοῦ κόσμου συντέλεια. Τί ἐστιν τὸ, Βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως; Τὸν ἐν δριάντα λέγει Τίτου τοῦ ἑλόντος τὴν πόλιν, δ; μετά τὸ λαβεῖν τὴν Ἱερουσαλὴμ ἔστησεν τὸ εἴδωλον εν τοῦ. Βδέλυγμα δὲ ἐρημώσεως, τὸν ἀνδριάντα το τότε ἑλόντος τὴν πόλιν λέγει· ἐρημώσεως δὲ αὐτ λέγει, ὡς ἐρημώσαντα τὴν πόλιν καὶ τὸν ναόν. Τί ἔστιν τὸ, Εὔξασθε μὴ γένηται ἡ φυγὴ ἐ χειμῶνι καὶ ἐν Σαββάτῳ; Ἐν χειμώνι, διὰ τὸ δύσκολον τῆς φυγῆς· ἐν Σαββάτῳ, διὰ τὸν κωλύοντα νόμον οδεύειν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ. Τί ἐστιν τὸ, Εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέρα ἐκεῖναι; Εἰ ἐπὶ πλέον, φησὶν, ἐκράτησεν ὁ πόλεμος τῶν Ῥωμαίων ὁ κατὰ τῆς πόλεως, ἅπαντες δ ἀπώλοντο Ἰουδαίοι. Διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἐκολιδά θησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι· ἐκλεκτούς λέγει τοὺς τ χάριτι ἤδη πιστεύσαντας. Διὰ τί περὶ τῆς ἁλώσεις Ἱερουσαλὴμ οὐ λέγει Ἰωάννης; Ἵνα μὴ δόξῃ τισὶν ἀπὸ τῆς ἱστορίας γεγραφέναι ταῦτα ἢ ὡς ἀκούσες έζησε γὰρ μέχρι πολλοῦ. Ἀλλὰ οἱ πρὸ τῆς ἐνώ σεως τελευτήσαντες, αὐτοὶ ἃ ἤκουσαν ἐκ Χριστο γεγράφασιν. Ἐπειδὴ δύο ερωτήσεις προσήνεγκαν οι μαθητεί τῷ Χριστῷ, μίαν περὶ τῆς συντελείας τῶν Ἱεροσ λύμων, καὶ ἑτέραν περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου, εἰπὼν περὶ τῆς τῶν Ἱεροσολύμων τά τε προάγοντε σημεῖα, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ τῷ πάθει, καὶ τὴν ὑπερβα λὴν τοῦ πάθους, καὶ τὴν μετὰ τὸ πάθος ἐπὶ τῇ καλε
coumanicabant autem occidendo; ideo illos arguit. ἐκοινώνουν δὲ φονεύοντες· διὰ τοῦτο μέμφεται αύτ
VERS. 32. Quid est, Implete et vos mensuram
patrum vestrorum? Non præcipit ut impleant, sed
prædicit quod futurum est, id est, suam ipsius iınmolationem.
Vers. 33. Cur dicit illos Genimina viperarum?
consanguinitatem per malitiam innuit; quasi diceret: Sicut illæ parentibus similes suut per veneui tabem, ita et vos patribus vestris, per occisiones similes estis.
VERS. 34. De quibus dicit: Ecce ego mitto prophetas et sapientes et scribas? De apostolis et corum discipulis. Nam multi eorum prophetaverunt.
VERS. 33. Quis est iste Zacharias de quo dicit
Usque ad sanguinem Zachariæ filii Barachiœ? Alii
quidem Joannis patrem dicunt; alii vero prophetam; quidam denique alterum duo nomina habentem sacerdotem, quem etiam Jodæ Scriptura dicit.
VERS. 39. Illud, Non me videbitis amodo, de teinpore dicit quod est usque ad crucifixionem; et
illud, Donec dicatis: Benedictus qui venit in nomine Domini, de secundo ejus adventu dicitur:
tunc enim oðnues illum adorabunt.
CAPUT XXIV.
Vzrs. 14. Quid est, In testimonium omnibus gentibus? Quia prædicatum est quidem ubique, non autem
creditum est ubique.
Consummatio; sane Jerusalem expugnationem
indicat, non autem mundi finem.
VERS. 15. Quid est, Abominatio desolationis?
Effigiem dicit Titi qui urbem ceperat, et post expugnatum Jerusalem statuam suam erexit. Abominatio desolationis, effigies illius qui tunc urbem cepit
dicitur; desolatio autem vocatur, quod desolatus
est civitatem et templum.
Vers. 20. Quid est, Orate ut non fiat fuga in
hieme vel Sabbato? in hieme, ob difficultatem
fuge; in Sabbato, ob legem prohibentem hac die
iter facere.
VERS. 23. Quid est, Nisi breviati fuissent dies
illi? Si magis, inquit, durasset bellum Romanorum
contra civitatem, omnes periissent Judri. Sed
propter electos breviabuntur dies illi; electos dicit
qui jam gratia crediderant. Cur de Jerusalem
expugnatione non loquitur Joannes? Ne videatur
quibusdam ex historia scripsisse ista aut ex auditu. Vixit enim multis annis; sed qui ante espaguationem mortui erant, quæ ipsi a Christo audierant, scripserunt.
VERS. 25. Quoniam duas interrogationes protulerant ad Christum discipuli, unam de consummatione Jerusalem, alteram de fine mundi, postquam
de Jerusalem destructione et præcedentia signa
patefecit, et quæ calamitatem comitabuntur et calamitatis immensitatem, et Dei post calamitatem beτους.
Τί ἐστιν τὸ,Πληρώσατε καὶ ὑμεῖς τὸ μέτρον των
πατέρων ὑμῶν; Οὐκ ἐπιτάττων τοῦτό φησιν, ἀλλὰ
προαναφωνῶν τὸ ἐσόμενον, τοῦτ' ἔστιν τὴν αὐτοῦ
σφαγήν.
Διὰ τί λέγει αὐτοὺς Γεννήματα εχιδνών; Την κατά
κακίαν συγγένειαν αἰνιττόμενος· ὡς ἂν ἔλεγεν, ότι
Ὥσπερ ἐκεῖνα ἔοικεν τοῖς γονεύσιν κατὰ τὴν τοῦ τοῦ
λύμην, οὕτω καὶ ὑμεῖς τοῖς ὑμῶν πατράσι κατὰ τ
φονικὸν ἐοίκατε.
Περὶ ποίων λέγει· 'Ιδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω προφή
τας καὶ σοφοὺς καὶ γραμματεῖς; Περὶ τῶν ἀποτεί
λων καὶ τῶν μαθητῶν αὐτῶν· καὶ γὰρ πολλοὶ ἐξ
αὐτῶν προεφήτευσαν.
Τίς δέ ἐστιν οὗτος ὁ Ζαχαρίας περὶ οὗ εἶπεν,
Εως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου υἱοῦ Βαραχίου; Ο
μὲν τὸν Ἰωάννου πατέρα φασίν· οἱ δὲ τὸν προφήτην
οἱ δὲ ἕτερόν τινα διώνυμον ἱερέα, ἂν καὶ Ἰωθεί
φησιν ή Γραφή.
Τό, Οὐ μὴ ἴδητε ἀπ᾽ ἄρτι, περὶ τοῦ καιροῦ λέγει
τοῦ μέχρι τοῦ σταυροῦ· τὸ δὲ, Εως ἂν εἴπητε,
Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου,
περὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας λέγει· τότε γὰρ
πάντες αὐτὸν προσκυνήσουσιν.
Τί ἐστιν, Εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσιν;
Ότι ἐκηρύχθη μὲν πανταχοῦ, οὐκ ἐπιστεύθη δ
πανταχοῦ.
Τὸ τέλος· ἦτο ἡ τῆς Ἱερουσαλὴμ άλωσις, φησίν,
ἀλλ' οὐχ ἡ τοῦ κόσμου συντέλεια.
Τί ἐστιν τὸ, Βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως; Τὸν ἐν
δριάντα λέγει Τίτου τοῦ ἑλόντος τὴν πόλιν, δ; μετά
τὸ λαβεῖν τὴν Ἱερουσαλὴμ ἔστησεν τὸ εἴδωλον εν
τοῦ. Βδέλυγμα δὲ ἐρημώσεως, τὸν ἀνδριάντα το
τότε ἑλόντος τὴν πόλιν λέγει· ἐρημώσεως δὲ αὐτ
λέγει, ὡς ἐρημώσαντα τὴν πόλιν καὶ τὸν ναόν.
Τί ἔστιν τὸ, Εὔξασθε μὴ γένηται ἡ φυγὴ ἐ
χειμῶνι καὶ ἐν Σαββάτῳ; Ἐν χειμώνι, διὰ τὸ
δύσκολον τῆς φυγῆς· ἐν Σαββάτῳ, διὰ τὸν κωλύοντα
νόμον οδεύειν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
Τί ἐστιν τὸ, Εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέρα
ἐκεῖναι; Εἰ ἐπὶ πλέον, φησὶν, ἐκράτησεν ὁ πόλεμος
τῶν Ῥωμαίων ὁ κατὰ τῆς πόλεως, ἅπαντες δ
ἀπώλοντο Ἰουδαίοι. Διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἐκολιδά
θησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι· ἐκλεκτούς λέγει τοὺς τ
χάριτι ἤδη πιστεύσαντας. Διὰ τί περὶ τῆς ἁλώσεις
Ἱερουσαλὴμ οὐ λέγει Ἰωάννης; Ἵνα μὴ δόξῃ τισὶν
ἀπὸ τῆς ἱστορίας γεγραφέναι ταῦτα ἢ ὡς ἀκούσες
έζησε γὰρ μέχρι πολλοῦ. Ἀλλὰ οἱ πρὸ τῆς ἐνώ
σεως τελευτήσαντες, αὐτοὶ ἃ ἤκουσαν ἐκ Χριστο
γεγράφασιν.
Ἐπειδὴ δύο ερωτήσεις προσήνεγκαν οι μαθητεί
τῷ Χριστῷ, μίαν περὶ τῆς συντελείας τῶν Ἱεροσ
λύμων, καὶ ἑτέραν περὶ τῆς συντελείας τοῦ κόσμου,
εἰπὼν περὶ τῆς τῶν Ἱεροσολύμων τά τε
προάγοντε
σημεῖα, καὶ τὰ ἐν αὐτῷ τῷ πάθει, καὶ τὴν ὑπερβα
λὴν τοῦ πάθους, καὶ τὴν μετὰ τὸ πάθος ἐπὶ τῇ καλε
Распознавание текста
col. 1151–1152page 64 of 200
PG 106:1151δώσει τῶν ἡμερῶν ἐκείνων φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, νῦν μεταβαίνει καὶ ἐπὶ τὴν τοῦ κόσμου συντέλειαν τὸ δὲ, τότε, οὐκ ἔστιν ἐμφαντικὸν τοῦ μετὰ τὸ, εὐ θέως, ἀλλὰ μόνον καιροῦ παραστατικόν ἐστιν ἐκεί νου, καθ᾽ ἂν τὰ ῥηθησόμενα μέλλει γίνεσθαι· καὶ τούτῳ κέχρηται πολλάκις τῷ ἰδιώματι ἡ τοῦ εὐαγγελίου Γραφή. Πληρώσας περὶ τῶν Ἱεροσολύμων, εἰς τὴν ἑαυ τοῦ διαβαίνει δευτέραν παρουσίαν, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς τὰ σημεῖα· εἶτα, Τότε, φησίν, ἐάν τις εἴπῃ, δε ὁ Χριστὸς, μὴ πιστεύσητε. Τὸ δὲ, τότε, οὐ τῆς ἀκολουθίας ἐστὶ τοῦ καιροῦ, ἀλλὰ τὰ τοῦ τότε καιροῦ μόνα· ὅπου γὰρ ἀκολουθίαν ἐβούλετο εἰπεῖν τὸν εὐθέως, λέγει· ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ τὸ, τότε. Οὕτω καὶ ὅτ' ἂν λέγῃ· Εν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις παραγίνεται Ἰωάννης· καίτοι γε μεταξύ γέγονεν ἔτη ἀλλ᾽ ἔθος τῇ Γραφῇ τούτῳ κε χρῆσθαι τῆς ἱστορίας τῷ τρόπῳ. Οὕτω δὴ καὶ ἐνα ταῦθα, τὸν μέσον ἅπαντα χρόνον παρελθὼν ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων ἕως τῶν προοιμίων τῆς συντελείας τοῦ σύμπαντος κόσμου λέγει, Τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ότι δε ὁ Χριστός. Πῶς νοητέον τὸν Ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ οἱ ἀετοὶ συναχθήσονται; Τοῦτό ἐστιν, τὸ πλῆθος τῶν ἀγγέ λῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἁγίων πάντων μετὰ Χριστοῦ εὑρεθήσονται. Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλίψιν τῶν ἡμερῶν ἐκεί νων, ο ήλιος μεταστραφήσεται εἰς αἷμα. Πότε λέ γει; Μετὰ τὴν τοῦ ᾿Αντιχρίστου ἔλευσιν. Καὶ ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται· οὐκ ἀφανιζόμενος, ἀλλὰ νι χώμενος τῷ φωτὶ τῆς παρουσίας αὐτοῦ. Τὰ δὲ ἄστρα πεσεῖται, ὅτι οὐκ ἔσται αὐτῶν χρεία νυκτὸς οὐκ οὔσης· ἢ μᾶλλον οὐ πεσεῖται, ἀλλὰ τῷ φωτὶ ἀμαυρωθήσεται, ὡς νομίζειν πεσεῖν, καθὼς καὶ ὁ ἥλιος. Περὶ ποίου σημείου λέγει, ὅτι φανήσεται ἐν τῷ οὐρανῷ; Περὶ τοῦ σταυροῦ· ὥστε τοῦ ἡλίου φαιδρότερος ἔσται· φανήσεται δὲ τὴν τῶν Ἰουδαίων ἐπιστομίζων ἄνοιαν. Αναστάντων συλλέξουσιν ἄγγελοι συλλέγοντας δὲ νεφέλαι ἁρπάξουσιν. Περὶ ποίας γενεάς εἶπεν, ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη, ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται; Οὐ περὶ τῆς τότε γενεᾶς ταῦτα λέγει, ἀλλὰ περὶ τῆς τῶν πιστῶν. Οἶδεν γὰρ γενεάν οὐκ ἀπὸ τῆς τῶν χρόνων ἀκολουθίας, ἀλλ' ἀπὸ τῆς τῶν τρόπων θρη σκείας χαρακτηρίζειν. Ποία γενιά; Ἡ τῶν πιστῶν δηλονότι. "Ινα γὰρ μή τις εἴπῃ ὅτι σημείων καὶ τεράτων ἐπιδεικνυμένων, πάντες κατ' ἐκεῖνο καιροῦ απατηθήσονται, ἐπήγαγεν· Οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γε νεά· οἷον, Πολλοί, φησὶν, πιστοὶ καὶ ἀνεξαπάτητος διαμενοῦσιν καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς συντελείας· ἡ γενεὰ τὸ ἀνθρώπινον γένος, τοῦτ' ἔστιν, ὅτι Πάντα ἃ εἶπον ἐκβήσεται, καὶ ὄψεται αὐτὰ τὸ ἀνθρώπινον. Πῶς νοεῖται τὸ, Ο οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μή; Εὐκολώτερον γάρ, φησίν, ἀφανισθῆναι τὰ πεπηγότα καὶ ἀκίνητα, ἢ τῶν ἐμῶν τι διαπεσεῖν. Εστιν τὸ λέγειν, ὅτι οἶδεν περὶ τῆς ἡμέρας Νου
mundi finem. Vox autem illa tunc non significat post
hoc statim, sed solum indicat tempus illud, que
illa quæ dicturus est debent fleri: et illa sæpius usa
est significatione Evangelii Scriptura.
δώσει τῶν ἡμερῶν ἐκείνων φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, nevolentiam in breviando dies illos, nunc transit ad
νῦν μεταβαίνει καὶ ἐπὶ τὴν τοῦ κόσμου συντέλειαν·
τὸ δὲ, τότε, οὐκ ἔστιν ἐμφαντικὸν τοῦ μετὰ τὸ, εὐ
θέως, ἀλλὰ μόνον καιροῦ παραστατικόν ἐστιν ἐκεί
νου, καθ᾽ ἂν τὰ ῥηθησόμενα μέλλει γίνεσθαι· καὶ
τούτῳ κέχρηται πολλάκις τῷ ἰδιώματι ἡ τοῦ Εὐαγγε
λίου Γραφή.
Πληρώσας περὶ τῶν Ἱεροσολύμων, εἰς τὴν ἑαυ
τοῦ διαβαίνει δευτέραν παρουσίαν, καὶ λέγει τοῖς
μαθηταῖς τὰ σημεῖα· εἶτα, Τότε, φησίν, ἐάν τις
εἴπῃ, δε ὁ Χριστὸς, μὴ πιστεύσητε. Τὸ δὲ,
τότε, οὐ τῆς ἀκολουθίας ἐστὶ τοῦ καιροῦ, ἀλλὰ τὰ
τοῦ τότε καιροῦ μόνα· ὅπου γὰρ ἀκολουθίαν ἐβούλετο
εἰπεῖν τὸν εὐθέως, λέγει· ἐνταῦθα δὲ οὐχ οὕτως,
ἀλλὰ τὸ, τότε. Οὕτω καὶ ὅτ' ἂν λέγῃ· Εν ἐκείναις
ταῖς ἡμέραις παραγίνεται Ἰωάννης· καίτοι γε
μεταξύ γέγονεν ἔτη ἀλλ᾽ ἔθος τῇ Γραφῇ τούτῳ κε
χρῆσθαι τῆς ἱστορίας τῷ τρόπῳ. Οὕτω δὴ καὶ ἐνα
ταῦθα, τὸν μέσον ἅπαντα χρόνον παρελθὼν ἀπὸ τῆς
ἁλώσεως τῶν Ἱεροσολύμων ἕως τῶν προοιμίων τῆς
συντελείας τοῦ σύμπαντος κόσμου λέγει, Τότε ἐάν
τις ὑμῖν εἴπῃ, ότι δε ὁ Χριστός.
Πῶς νοητέον τὸν Ὅπου τὸ πτῶμα, ἐκεῖ οἱ ἀετοὶ
συναχθήσονται; Τοῦτό ἐστιν, τὸ πλῆθος τῶν ἀγγέ
λῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ἁγίων πάντων μετὰ
Χριστοῦ εὑρεθήσονται.
Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλίψιν τῶν ἡμερῶν ἐκεί
νων, ο ήλιος μεταστραφήσεται εἰς αἷμα. Πότε λέ
γει; Μετὰ τὴν τοῦ ᾿Αντιχρίστου ἔλευσιν. Καὶ ὁ
ἥλιος σκοτισθήσεται· οὐκ ἀφανιζόμενος, ἀλλὰ νιχώμενος τῷ φωτὶ τῆς παρουσίας αὐτοῦ. Τὰ δὲ ἄστρα
πεσεῖται, ὅτι οὐκ ἔσται αὐτῶν χρεία νυκτὸς οὐκ
οὔσης· ἢ μᾶλλον οὐ πεσεῖται, ἀλλὰ τῷ φωτὶ ἀμαυρωθήσεται, ὡς νομίζειν πεσεῖν, καθὼς καὶ ὁ ἥλιος.
Περὶ ποίου σημείου λέγει, ὅτι φανήσεται ἐν τῷ
οὐρανῷ; Περὶ τοῦ σταυροῦ· ὥστε τοῦ ἡλίου φαιδρό
τερος ἔσται· φανήσεται δὲ τὴν τῶν Ἰουδαίων ἐπι
στομίζων ἄνοιαν.
Αναστάντων συλλέξουσιν ἄγγελοι συλλέ
γοντας δὲ νεφέλαι ἁρπάξουσιν.
Περὶ ποίας γενεάς εἶπεν, ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ
γενεὰ αὕτη, ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται; Οὐ
περὶ τῆς τότε γενεᾶς ταῦτα λέγει, ἀλλὰ περὶ τῆς
τῶν πιστῶν. Οἶδεν γὰρ γενεάν οὐκ ἀπὸ τῆς τῶν
χρόνων ἀκολουθίας, ἀλλ' ἀπὸ τῆς τῶν τρόπων θρησκείας χαρακτηρίζειν. Ποία γενιά; Ἡ τῶν πιστῶν
δηλονότι. "Ινα γὰρ μή τις εἴπῃ ὅτι σημείων καὶ
τεράτων ἐπιδεικνυμένων, πάντες κατ' ἐκεῖνο καιροῦ
απατηθήσονται, ἐπήγαγεν· Οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεά· οἷον, Πολλοί, φησὶν, πιστοὶ καὶ ἀνεξαπάτητος
διαμενοῦσιν καὶ ἐπ' αὐτῆς τῆς συντελείας· ἡ γενεὰ
τὸ ἀνθρώπινον γένος, τοῦτ' ἔστιν, ὅτι Πάντα ἃ εἶπον
ἐκβήσεται, καὶ ὄψεται αὐτὰ τὸ ἀνθρώπινον.
Πῶς νοεῖται τὸ, Ο οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύ
σονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μή; Εὐκολώτερον γάρ,
φησίν, ἀφανισθῆναι τὰ πεπηγότα καὶ ἀκίνητα, ἢ
τῶν ἐμῶν τι διαπεσεῖν.
Εστιν τὸ λέγειν, ὅτι οἶδεν περὶ τῆς ἡμέρας
Cum compleverit que de Jerosolymis, ad suum
transit secundum adventum, et dicit discipulis signa.
Deinde, Tunc, inquit, si quis vobis dixerit, Hic est
Christus, nolite credere, Illa vox tunc, non tempus
proxime sequens exprimit, sed solummodo tempus
quod postea tunc continget. Nam ubi tempus proxime sequens vult significare, statim sonat; hic
autem non ita, sed tunc habet. Sic quoque dici potest: In illis temporibus venit Joannes; attamen
interea anni effluxerant: sed mox est Scripturæ
uti hac narrationis forma. Ita ibi etiam omittens
omne tempus ab expugnatione Jerusalem usquejad
initia consummationis universi mundi, dicit:
Tunc, si quis nobis dixerit: Hic est Christus.
Veas. 28. Quomodo intelligenilum; Ubi fuerit
corpus, illic congregabuntur et aquila? Id est, mul
titudo angelorum et omnium sanctorum cum
Christo invenientur.
'
Vɛas. 29. Statim autem post tribulationem dierum illorum, sol convertetur in sanguinem; forte
dicit post Antechristi adventum. Et sol obscurabitur;
non invisibilis factus, sed superatus lumine adventus Christi. Stellæ autem cadent, quia non eis
opus erit, cum nox non aderit; aut potius, non
cadlent, sod luce privabuntur, ita ut putentur
dere, velut sol ipse,
VERS. 30. De quo signo dicit quod apparebit
tu cœlo? De cruce, quæ sole splendidior erit; apparebit autem ad exprobrandam Judæorum stultitiam.
Vers. 31. Suscitatos congregabunt angeli, congre‐
gantesque nubes auferent.
Vans. 34. De qua generatione dicit, quot, Nου
præteribil generatio hæc, donec omnia hæc fiant?
Non de generatione tunc vivente illa'dicit, sed de
generatione credentium. Scit enim generationem
non a successione temporum, sed a morum pietate
notare. Qusenam generatio? Credentium siue dubio.
Etenim ne quis dicat omnes, signis et prodigus
factis, hoc tempore decipiendos fore, adjecit: Non
prateribit generatio; quasi diceret: multi credentes
et ab errore tuli permanebunt in consummatione
ipsa: aut generatio de humano genere dicitur, id
est, omnia quæ dixi evenient, et videbit ea humanum genus.
VERs. 55. Quomodo intelligitur: Cœlum zt terra
transibunt, verba autem mea non transium? (Qcilius enim est, inquit, e conspectu tolli fra et
immobilia, quam aliquid meorum verborum frustrari.
Vans. 36. Dicendum est: De die illa nemo scit,
Распознавание текста
col. 1153–1154page 65 of 200
PG 106:1153Η ἐκείνης οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, οὐδὲ Υιός εἰ μὴ μόνος ὁ Πατήρ διὰ μὲν τὸ λέγειν ἐγ γέλους, επιστομίζει τοῦ μὴ ζητεῖν· διὰ δὲ τοῦ εἰς πεῖν, οὐδὲ ὁ Υἱός, κωλύει μηδὲ ἐννοεῖν. Διὰ τοῦτ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγει αὐτοῖς· Οὐχ ὑμῶν ἐστα γνώναι χρόνους ἢ καιροὺς, οὓς ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία ἔθετο ὁ Πατήρ. Οὐκ ἀγνοεῖ οὖν· πῶς γὰρ κ' ε πάντα ἐγένετο, ὃς γινώσκει τὸν Πατέρα, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ κρυπτά τῶν ἐξεταζομένων; ἀλλ' ἡγεῖται τοῦτο συμφέρον αὐτοῖς. Τότε, φησίν, δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ· δ εἰς παραλαμβάνεται, καὶ ὁ εἰς ἀφίεται. Αγρός, εί σμος· εἷς οὖν σώζεται, εἷς δ' εἰς πόλεσιν ἀφίετε περὶ τῆς ἁλώσεως τοῦτο καὶ τῆς αἰχμαλωσίας αὐτῶν. Δύο αλήθουσαι ἐν τῷ μύλῳ· μία παραλαμβάνεται, καὶ μία ἀφίεται. ᾿Αληθούσας εκάλεσεν της ἐν πτωχείᾳ διάγοντας. Μία παραλαμβάνεται, τα μία ἀφίεται· ὁμοίως νοεῖται τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Κ Λουκᾶς, Καὶ δύο ἐπὶ τῆς κλίνης, λέγει, όπερ την μαίνει τοὺς ἐν πλούτῳ. Δείκνυται δὲ διὰ τούτου ότι καὶ πτωχοὶ καὶ πλούσιοι καὶ δοῦλοι καὶ δεσπάσει παραλαμβάνονται καὶ ἀφίενται, εἴτε νοητώς επι αἰσθητῶς διὰ τὴν ἅλωσιν νοηθείη. Διὰ τί οὖν λέγει, Τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν; βουλ μενος πάντως έναγωνίους εἶναι. Τί δηλοῖ τὸ, Εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποία ήτα λακῇ ὁ κλέπτης έρχεται; Αντὶ τοῦ, Εἰ δεις, φησίν, οἱ πολλοὶ πότε ἀποθανοῦνται, πάντως ἂν καὶ ἐκείνην μόνην τὴν ὥραν ἐσπούδασαν μετανοήσαι. Εἰπὼν, Τίς ἄρα ὁ πιστὸς δοῦλος; Οὐκ ἀγνών τοῦτο εἶπε, ἀλλ᾽ ἵνα δείξῃ τὸ σπάνιον καὶ πολύτιμο Οὕτως οὖν καὶ τῷ Ἀδὰμ εἰπών· Ποῦ εἶ; οὐκ ἐγκών εἶπεν, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτὸν ἐμβάλῃ εἰς ἀπολογίαν, Φρά νιμον καὶ πιστὸν λέγει τὸν δοῦλον ή παραβολή; π στὸν μὲν, ὡς σώζοντα τὸ κεφάλαιον· φρόνιμον ὡς κατεργαζόμενον τὸ τάλαντον. Καὶ ἐπὶ τῶν Σν δόμων διὰ τοῦτο εἶπεν· Καταβὰς ὄψομαι εἰ καὶ τὴν κραυγὴν αὐτῶν συντελοῦνται· εἰ δὲ μή, το γνῶ, ὅπως ἡμᾶς παιδεύσῃ μή ποτε ἀπόφασιν ἐν πράγματι διδόναι, πρὶν τελείως ανακρινόμενον τι πράγματα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προφήτου διὰ τοῦτο εἶπεν, Ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν, καὶ, Ἐὰν ἄρα συνώσιν, μπ μὴ δόξῃ ἡ πρόῤῥησις παρὰ τοῖς ἀνοήτοις ἀνατες στιχή τις εἶναι πρὸς παρακοήν. Ἐν δὲ τῷ Εὐαγγείο διὰ τοῦτο εἶπεν· ἴσως εντραπήσονται τον Γιάν μου, ἵνα δείξῃ ὅτι ὤφειλον τοῦτο ποιῆσαι καὶ ἐντρα τῆναι τὸν Υἱόν. Τί δηλοῖ τὸν Ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ὑπάρχουσι τοῦ καταστήσει αὐτόν; Αντὶ τοῦ, Τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν παρέξει αὐτῷ. ΚΕΦΑΛ. ΚΕ'. Η παραβολὴ τῶν παρθένων περὶ ἐλεημοσύνης λέγει· ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῦ πιστοῦ δούλου καὶ τοῦ ἀγνώστε νος, καθολικώτερον περὶ πάσης ὠφελείας λέγει, με εἰς τὸν πλησίον ἐπιδείκνυσθαι χρήν ἐπὶ δὲ αὐτή; περὶ ἐλεημοσύνης. Τί ἐστιν ὁ λέγει ὁ Ἀπόστολος, Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχε
neque angeli calorum, neque Filius, nisi solus Pater. Η ἐκείνης οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, οὐδὲ
Dicendo quidem, neque angeli, os comprimit ne Υιός εἰ μὴ μόνος ὁ Πατήρ διὰ μὲν τὸ λέγειν ἐγ
interrogent; dicendo vero neque Filius, vetat me γέλους, επιστομίζει τοῦ μὴ ζητεῖν· διὰ δὲ τοῦ εἰς
meditentur. Ideo post resurrectionem dicit eis: πεῖν, οὐδὲ ὁ Υἱός, κωλύει μηδὲ ἐννοεῖν. Διὰ τοῦτ
Non est vestrum nosse tempora el momenta, quæ μετὰ τὴν ἀνάστασιν λέγει αὐτοῖς· Οὐχ ὑμῶν ἐστα
Pater posuit in sua polestate. Non ignorat igitur; γνώναι χρόνους ἢ καιροὺς, οὓς ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία
quomodo euim ignoraret ille per quem omnia facta ἔθετο ὁ Πατήρ. Οὐκ ἀγνοεῖ οὖν· πῶς γὰρ κ' ε
sunt, qui cognoscit Patrem, et profunda Dei, et
πάντα ἐγένετο, ὃς γινώσκει τὸν Πατέρα, καὶ τὰ
abscondita quæsitorum? Sed arbitratur hoc esse βάθη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὰ κρυπτά τῶν ἐξεταζομένων;
illis profuturum.
ἀλλ' ἡγεῖται τοῦτο συμφέρον αὐτοῖς.
Vers. 40. Tunc, inquit, duo erunt in fagro, unus
assumetur, et unus relinquetur. Ager, mundus est;
unus igitur salvatur, alter vero in damnationem
mittitur; de illorum expugnatione et captivitale
istud dicit.
Vɛra. 41. Duæ molentes in mola; una assumitur
et una relinquitur. Molentes vocavit, qui in paupertate degunt. Una assumitur, et una relinquitur;
similiter de homine intelligitur. Lucas autem dicit:
Duo erunt in cubili, quod significat eos qui in divitiis degunt. Ostendit autem per hoc pauperes et
divites, servos et dominos assumi et relinqui, sive
spiritualiter, sive realiter de expugnatione intelligatur.
VERS. 62. Cur ergo dicit: Diem et horam? vult
semper esse paratos.
Vzas. 43. Quid significat illud: Si sciret pater
familias qua rigilia fur venturus esset? quasi dicere:
Si scirent multi quando morituri sint, semper ad
illam solam horam pœnitere studerent.
Τότε, φησίν, δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ· δ εἰς
παραλαμβάνεται, καὶ ὁ εἰς ἀφίεται. Αγρός, εί
σμος· εἷς οὖν σώζεται, εἷς δ' εἰς πόλεσιν ἀφίετε:·
περὶ τῆς ἁλώσεως τοῦτο καὶ τῆς αἰχμαλωσίας
αὐτῶν.
Δύο αλήθουσαι ἐν τῷ μύλῳ· μία παραλαμβά
νεται, καὶ μία ἀφίεται. ᾿Αληθούσας εκάλεσεν της
ἐν πτωχείᾳ διάγοντας. Μία παραλαμβάνεται, τα
μία ἀφίεται· ὁμοίως νοεῖται τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Κ
Λουκᾶς, Καὶ δύο ἐπὶ τῆς κλίνης, λέγει, όπερ την
μαίνει τοὺς ἐν πλούτῳ. Δείκνυται δὲ διὰ τούτου ότι
καὶ πτωχοὶ καὶ πλούσιοι καὶ δοῦλοι καὶ δεσπάσει
παραλαμβάνονται καὶ ἀφίενται, εἴτε νοητώς επι
αἰσθητῶς διὰ τὴν ἅλωσιν νοηθείη.
Διὰ τί οὖν λέγει, Τὴν ἡμέραν καὶ ὥραν; βουλ
μενος πάντως έναγωνίους εἶναι.
Τί δηλοῖ τὸ, Εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποία ήτα
λακῇ ὁ κλέπτης έρχεται; Αντὶ τοῦ, Εἰ δεις,
φησίν, οἱ πολλοὶ πότε ἀποθανοῦνται, πάντως ἂν καὶ
ἐκείνην μόνην τὴν ὥραν ἐσπούδασαν μετανοήσαι.
Εἰπὼν, Τίς ἄρα ὁ πιστὸς δοῦλος; Οὐκ ἀγνών
τοῦτο εἶπε, ἀλλ᾽ ἵνα δείξῃ τὸ σπάνιον καὶ πολύτιμο
Οὕτως οὖν καὶ τῷ Ἀδὰμ εἰπών· Ποῦ εἶ; οὐκ ἐγκών
εἶπεν, ἀλλ᾽ ἵνα αὐτὸν ἐμβάλῃ εἰς ἀπολογίαν, Φρά
νιμον καὶ πιστὸν λέγει τὸν δοῦλον ή παραβολή; π
στὸν μὲν, ὡς σώζοντα τὸ κεφάλαιον· φρόνιμον
ὡς κατεργαζόμενον τὸ τάλαντον. Καὶ ἐπὶ τῶν Σν
δόμων διὰ τοῦτο εἶπεν· Καταβὰς ὄψομαι εἰ καὶ
τὴν κραυγὴν αὐτῶν συντελοῦνται· εἰ δὲ μή, το
γνῶ, ὅπως ἡμᾶς παιδεύσῃ μή ποτε ἀπόφασιν ἐν
πράγματι διδόναι, πρὶν τελείως ανακρινόμενον τι
πράγματα. Ἐπὶ δὲ τοῦ προφήτου διὰ τοῦτο εἶπεν,
Ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν, καὶ, Ἐὰν ἄρα συνώσιν, μπ
μὴ δόξῃ ἡ πρόῤῥησις παρὰ τοῖς ἀνοήτοις ἀνατες
Vans. 45. Dicendo: Quis est fidelis servus non
ignorat illud, sed vult ostendere quam rarum et
pretiosumn. Ita igitur ad Adam loquens: Ubi ex!
dicit, non ignorans, sed hunc adducere volens ad
excusandum se. Prudentem et fidelem dicit servum
parabola: fidelem quidem, quod servaverit capitale;
prudentem vero, quod operatus est in talento. Et in
Sodomis idcirco dicit: Descendens videbo uirum
secundum clamorem eorum compleverint; annon est
ira, ut sciam; ut nos moneat ne unquam senitentiam in rebus demus, priusquam perfecte res dijudicaverimus. In propheta ideo dieit: Si forte
audierint; et, Si forte consenserint, ne videatur data
ab insensatis jussio ad necessitatem adigere parendi.in Evangelio autem ideo dicit: Forte verebantur στιχή τις εἶναι πρὸς παρακοήν. Ἐν δὲ τῷ Εὐαγγείο
Filium meum, ut ostendat quod debuerint id agers
et Filium vereri.
Vans. 47. Quid indicat illud: Super omnia bong
qua constituet eum? id est, regnum cœlorum iði
praestabit.
CAPUT XXV.
Vens. 1. Parabola virginum de eleemosyna dicitur. Sed in tdeli et in insensato servo, generaliter
magis de omni officio loquitur, quod in proximum
implere oportet: in ista autem de eleemosyna. Quid
est quod dicit Apostolus, De virginibus autem præcaptum Domini non habeo? Laudo quidem, inquit,
διὰ τοῦτο εἶπεν· ἴσως εντραπήσονται τον Γιάν
μου, ἵνα δείξῃ ὅτι ὤφειλον τοῦτο ποιῆσαι καὶ ἐντρα
τῆναι τὸν Υἱόν.
Τί δηλοῖ τὸν Ἐπὶ πᾶσιν τοῖς ὑπάρχουσι
τοῦ καταστήσει αὐτόν; Αντὶ τοῦ, Τὴν βασιλείαν
τῶν οὐρανῶν παρέξει αὐτῷ.
Η παραβολὴ τῶν παρθένων περὶ ἐλεημοσύνης
λέγει· ἀλλ᾽ ἐπὶ τοῦ πιστοῦ δούλου καὶ τοῦ ἀγνώστε
νος, καθολικώτερον περὶ πάσης ὠφελείας λέγει, με
εἰς τὸν πλησίον ἐπιδείκνυσθαι χρήν ἐπὶ δὲ αὐτή;
περὶ ἐλεημοσύνης. Τί ἐστιν ὁ λέγει ὁ Ἀπόστολος,
Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχε
Распознавание текста
col. 1155–1156page 66 of 200
PG 106:1155Επαινῶ μὲν γὰρ, φησίν, τὸν κατορθοῦντα, οὐκ ἀναγκάζω δὲ τὸν μὴ βουλόμενον, οὐδὲ ἐπίταγμα το πράγμα ποιῶ. Διὰ τί λέγει μωρὰς τὰς παρθένους τὰς πέντε; Διότι τὸν δριμύτερον καὶ πολεμικώτερον τῶν σω μάτων πόλεμον βαστάσαι δυνηθεῖσαι, τὸν κουφότερον τῆς μεταδόσεως τρόπον οὐκ ἐφυλάξαντο. "Οσω τις εἰς τὸ ἧττον ἥττηται, τοσοῦτο μᾶλλον ἀσύγγνωστος διὰ τοῦτο οὖν μωραί. Εἰ δὲ αὗται μωραί, οἱ μηδὲ παρθενίαν φυλάξαντες καὶ πλεονεξία κεκρατημένος, τί κληθήσονται καὶ πείσονται; Αἱ λαμπάδες οὖν σημαίνουσι, τῆς παρθενίας τὸ λαμπρόν· τὸν ἔλεον, τὴν ἐλεημοσύνην· τὸ δὲ χρονίζειν τὸν Νυμφίον, τὸν οὐκ ὀλίγον χρόνον εἰς τὸ φα νῆναι· τὸ δὲ καθεύδειν, τὸν θάνατον· τὸ δὲ περὶ μέσας νύκτας, ἢ ὅτι ἐν νυκτὶ ἡ ἀνάστασις, ἢ ὅτι ἀπροοράτως καὶ ἀγνώστως· τὸ δὲ αἰτῆσαι παρὰ τῶν φρονίμων καὶ μὴ λαβεῖν ἔλεον, ὅτι οὐδεὶς τῶν δι καίων ἐκεῖ τότε προστῆναι τινος δύναται ἢ βοη θῆσαι. Τί ἐστιν τὸ, Πορεύεσθε καὶ ἀγοράσατε; Τοῦτο εἶπεν τῇ παραβολῇ παραμένων, καὶ ὑφαίνων αὐτήν ἢ εἰρωνικῶς νοητέον, ότε, φησίν, οὐκ ἔστιν. Κατ' ἔλλειψιν περιοδικὴν εἴρηται· λείπει γὰρ οὕτως· Καὶ ὁ Κύριος ἐπιτελέσει· ἢ ἡ παραβολὴ οὐ πρὸς ἀνταπόδοσιν, ἀλλ' ὡς αὐτοτελὴς καὶ τοῦ προ ηγουμένου ῥητοῦ αἰτία εἴρηται οἷον Οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. Διὰ τί; Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν, οὕτως ἔρχετα:· ἀπὸ κοινοῦ γὰρ τὸ ἔρχεται· τὸ αἰ φνίδιον δὲ διὰ τοῦτο παρίστησιν τῆς παρουσίας αὐτ τοῦ. Εἶτα ἐξυφαίνει τὸ παράδειγμα. Ος εκάλεσε, φησὶν, τοὺς ἰδίους δούλους, καὶ ἑξῆς· ἔστι δὲ καὶ χωρὶς τοῦ ἀπὸ κοινοῦ τὸ ῥητὸν ὡς ἔχει φράσεως ἐκλαβεῖν· οἷον, Γρηγορείτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχε ται. Διατί; Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσεν τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρ χοντα αὐτοῦ· καὶ γὰρ ὑποστιγμῆς μὲν κατὰ τὴν Ανάγνωσιν παραλαμβανομένης ἐν τῷ, ἀποδημῶν, τε λείας δὲ ἐν τῷ αὐτοῦ, ἀβίαστος ὁ νοῦς καὶ ἡ τοῦ λόγου σύνταξις. Διὰ τί λέγει ὅτι παραδοὺς τὰ τάλαντα τοῖς δούλοις ἀπεδήμησε "Η τὴν μακροθυμίαν ἐνδεικνύμενος, ή τὸν παρατεταμένον καιρόν, μέχρι τῆς ἀναστάσεως. Τάλαντον οὖν ἡ ἑκάστου δύναμις ἦν ἔλαβε παρά Θεοῦ. Τὸ δὲ, Εδει σε καταβαλεῖν τὸ τάλαντόν μου, τοῦτο λέγει, τὸ εἰπεῖν καὶ παραινέσαι καὶ συμβουλεῦσαι η συμβουλευθῆναι ἡ παραινεθῆναι. ᾿Αργύριον δὲ καλεῖ τα λόγια τραπεζίτας δὲ, τοὺς ἀκούοντας· τόκον δὲ τὴν τῶν ἔργων ἐπίδειξιν καὶ ἐργασίαν ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἀρθῆναι δὲ χελεύει τὸ δοθὲν τάλαντον, τοῦτ᾽ ἔστιν τὸ χάρισμα, ἀπ' αὐτοῦ, καὶ προστεθῆναι τῷ ἔχοντι· λέ γει δὲ περὶ διδασκάλων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Διὰ τί ἐρίφους τοὺς ἁμαρτωλούς, πρόβατα δὲ τοὺς δικαίους λέγει; Ὅτι ἐξ ἐρίφων πρόσοδος οὐδεμία, ἐκ δὲ προβάτων πολλή, ἐξ ἐρίου, ἐκ τοκετῶν, ἐκ
Επαινῶ μὲν γὰρ, φησίν, τὸν κατορθοῦντα, οὐκ bene conversantem, non cogo non volentem, non
ἀναγκάζω δὲ τὸν μὴ βουλόμενον, οὐδὲ ἐπίταγμα το
πράγμα ποιῶ.
Διὰ τί λέγει μωρὰς τὰς παρθένους τὰς πέντε;
Διότι τὸν δριμύτερον καὶ πολεμικώτερον τῶν σω
μάτων πόλεμον βαστάσαι δυνηθεῖσαι, τὸν κουφότερον
τῆς μεταδόσεως τρόπον οὐκ ἐφυλάξαντο. "Οσω τις
εἰς τὸ ἧττον ἥττηται, τοσοῦτο μᾶλλον ἀσύγγνωστος·
διὰ τοῦτο οὖν μωραί. Εἰ δὲ αὗται μωραί, οἱ μηδὲ
παρθενίαν φυλάξαντες καὶ πλεονεξία κεκρατημένος,
τί κληθήσονται καὶ πείσονται;
Αἱ λαμπάδες οὖν σημαίνουσι, τῆς παρθενίας τὸ
λαμπρόν· τὸν ἔλεον, τὴν ἐλεημοσύνην· τὸ δὲ χρονιζειν τὸν Νυμφίον, τὸν οὐκ ὀλίγον χρόνον εἰς τὸ φα
νῆναι· τὸ δὲ καθεύδειν, τὸν θάνατον· τὸ δὲ περὶ
μέσας νύκτας, ἢ ὅτι ἐν νυκτὶ ἡ ἀνάστασις, ἢ ὅτι
ἀπροοράτως καὶ ἀγνώστως· τὸ δὲ αἰτῆσαι παρὰ τῶν
φρονίμων καὶ μὴ λαβεῖν ἔλεον, ὅτι οὐδεὶς τῶν δι
καίων ἐκεῖ τότε προστῆναι τινος δύναται ἢ βοηθῆσαι.
Τί ἐστιν τὸ, Πορεύεσθε καὶ ἀγοράσατε; Τοῦτο
εἶπεν τῇ παραβολῇ παραμένων, καὶ ὑφαίνων αὐτήν·
ἢ εἰρωνικῶς νοητέον, ότε, φησίν, οὐκ ἔστιν.
Κατ' ἔλλειψιν περιοδικὴν εἴρηται· λείπει γὰρ
οὕτως· Καὶ ὁ Κύριος ἐπιτελέσει· ἢ ἡ παραβολὴ οὐ
πρὸς ἀνταπόδοσιν, ἀλλ' ὡς αὐτοτελὴς καὶ τοῦ προ
ηγουμένου ῥητοῦ αἰτία εἴρηται οἷον Οὐκ οἴδατε τὴν
ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
ἔρχεται. Διὰ τί; Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν,
οὕτως ἔρχετα:· ἀπὸ κοινοῦ γὰρ τὸ ἔρχεται· τὸ αἰφνίδιον δὲ διὰ τοῦτο παρίστησιν τῆς παρουσίας αὐτ
τοῦ. Εἶτα ἐξυφαίνει τὸ παράδειγμα. Ος εκάλεσε,
φησὶν, τοὺς ἰδίους δούλους, καὶ ἑξῆς· ἔστι δὲ καὶ
χωρὶς τοῦ ἀπὸ κοινοῦ τὸ ῥητὸν ὡς ἔχει φράσεως
ἐκλαβεῖν· οἷον, Γρηγορείτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν
ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχε
ται. Διατί; Ωσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσεν
τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρ
χοντα αὐτοῦ· καὶ γὰρ ὑποστιγμῆς μὲν κατὰ τὴν
Ανάγνωσιν παραλαμβανομένης ἐν τῷ, ἀποδημῶν, τε
λείας δὲ ἐν τῷ αὐτοῦ, ἀβίαστος ὁ νοῦς καὶ ἡ τοῦ
λόγου σύνταξις.
præceptum hanc rem facio.
VERS. 2. Cur dicit fatuas virgines illas quinque?
Quia acerbius et difficilius in corpora bellum sustinere cum potuissent, levius olei sumptionis oldcium non expleverint. Quanto quis in minori vineitor, tanto minus ignoscendus. Ideo igitur stultæ
sunt; si vero istæ stultæ, qui non virginitatem servaverunt et avaritiæ paruerunt, quomodo vocabuntur et credent?
VERS. 3. Lampades ergo significant virginitatis
splendorem; oleum vero, eleemosynami Sponsi
mora, tempus non breve ad se ostendendum; somnus, mortem; media nos, aut in nocte resurrectionem, aut non visam neque cognitam; petitio vero
olei a sapientibus et negatio, nullum justorum illic
prodesse aut opem ferre alicui tunc posse.
VERS. 9. Quid est: Ite et emite? Id dicit parabolæ insistendo et illam explicando; aut ironice
intelligendus est quasi non invenietis, diceret.
Vans. 14. Per phrasis ellipsin dicitur; deest euim
istud: Dominus retribuet sicut, etc; vel parabola
non correlationem obtinet, sed ut independentis et
præcedentis dicti exemplum exponitur; quale est:-
Nescitis diem neque horam in qua Filius hominis
veniet. Quare? Ut enim homo peregrinans, sic ve
niet; indeterminate enim sumitur illud: Veniet.
Repentinum autem per hoc statuit ejus adventum;
deinde explicat exemplum: qui vocavit, ait, servos
suos, etc. Est autem necessarium non indeterminate, ut phrasis se habet, dictum intelligere: scilicet, vigilate ergo, quia nescitis diem neque horam, in qua Alius hominis veniet. Quare sicut enim
homo peregre proficiscens vocavit servos suos el
tradidit illis bona sua. Etenim per virgulam legendo
appositam post peregre proficiscens, punctum vero
post sua, non coacta est intelligentia et orationis
syntaxis.
VERS. 19. Cur dicit quia cum dedisset talenta
Διὰ τί λέγει ὅτι παραδοὺς τὰ τάλαντα τοῖς δούλοις
ἀπεδήμησε; "Η τὴν μακροθυμίαν ἐνδεικνύμενος, ή servis, profectus est? Aut ut ostendat longanimit
τὸν παρατεταμένον καιρόν, μέχρι τῆς ἀναστάσεως.
Τάλαντον οὖν ἡ ἑκάστου δύναμις ἦν ἔλαβε παρά Θεοῦ.
Τὸ δὲ, Εδει σε καταβαλεῖν τὸ τάλαντόν μου, τοῦτο
λέγει, τὸ εἰπεῖν καὶ παραινέσαι καὶ συμβουλεῦσαι η
συμβουλευθῆναι ἡ παραινεθῆναι. ᾿Αργύριον δὲ καλεῖ
τα λόγια τραπεζίτας δὲ, τοὺς ἀκούοντας· τόκον δὲ τὴν
τῶν ἔργων ἐπίδειξιν καὶ ἐργασίαν ἐπὶ τὸ κρεῖττον·
ἀρθῆναι δὲ χελεύει τὸ δοθὲν τάλαντον, τοῦτ᾽ ἔστιν τὸ
χάρισμα, ἀπ' αὐτοῦ, καὶ προστεθῆναι τῷ ἔχοντι· λέ
γει δὲ περὶ διδασκάλων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ.
Διὰ τί ἐρίφους τοὺς ἁμαρτωλούς, πρόβατα δὲ τοὺς
δικαίους λέγει; Ὅτι ἐξ ἐρίφων πρόσοδος οὐδεμία,
ἐκ δὲ προβάτων πολλή, ἐξ ἐρίου, ἐκ τοκετῶν, ἐκ
tem, aut tempus quo distabat a resurrectione. Talentum ergo est cujusque vis quam a Deo recepit;
illud autem: Oportuit te committere talentum meuIR,
dicitur ad significandum monita et consilia dare,
aut mouita et consilia excipere: pecunism autem
vocat verba; nummularios, eos qui audiunt; usuram vero operum manifestationem et operationem
iu melius. Tolli autem jubet quod dederat talentum, id est, gratiam quæ ex illo est, et addi ei qui.
habet; loquitur de doctoribus ut in superiore
gradu.
Vens. 33. Cur hædos peccatores, oves autem
justos vocat? Quia ex hadis proventus nullus, ex
ovibus autemt multus, in lana, partubus, lacte,
Распознавание текста
col. 1157–1158page 67 of 200
PG 106:1157γάλακτος, ἐκ τυροῦ. Ἀλλὰ τὰ μὲν ἄλογα, ἀπὸ φύ σεως· ἡμεῖς δὲ ἐκ προαιρέσεως. Κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασι λείαν. Οὐκ εἶπεν, λάβετε, ἀλλ' ὡς πατρῶς καὶ ὑμῶν ἤδη ὄντα, Κληρονομήσατε. Τὴν ἐλεημοσύνην λέγει, Ότι οὐκ εδώκατέ με φαγεῖν· καὶ οὐ τοῦτο μόνον εἶχον, ἀλλ' αὐτό γυμνα περιέβαλον· καὶ ὁ κουφότερον ἦν, οὐδὲ ἄλλων του ἐπεσκέψαντο. ΚΕΦΑΛ. Κα'. Τί ἐστιν τὸ Συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς; Ελίξει ὅτι τὰ Ἰουδαϊκὰ ἀρχὴν ἐλάμβανεν διαλύεσθαι. Ὁ μὲν γὰρ Μωσῆς ἕνα εἶναι ἀρχιερέα ἐκέλευσεν· καὶ τελευτήσαντος, τότε ἕτερον γίνεσθαι. Τότε δὲ πολλὰ ἦταν ἀρχιερεῖς· ἐνιαύσιοι γὰρ ἐγίνοντα· καὶ τῶν σαφέστερον δηλοί Λουκάς, Ἐξ ἐφημερίας αὐτὰ εἶναι 'Αβια λέγων, περὶ τοῦ Ζαχαρίου διαλε μένος. Τί λέγουσιν, Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ; Εδεδοίκεισαν γὰρ τὸν ἱπὸν ὅτι πίστιν εἶχον εἰς Χριστόν· διὸ καὶ τὴν ἑορτὴν ἀνέμενον παρελθεῖν. Διά τί ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ τοῦτο μητ μονεύει γενέσθαι; Ἵνα δείξῃ πόθεν παροῦσε ἡ γυνή τῷ Χριστῷ προσῆλθεν, ἐκ τοῦ ἐκεῖνον ἐσθῆναι καὶ καὶ τὴν φήμην εἶναι. Η γυνή αὕτη δοκεῖ μὲν εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή παρὰ τοῖς εὐαγγελισταῖς ἅπασιν, οὐκ ἔστι δέ· ἀλλ' ἡ παρὰ μὲν τοῖς τρισί, μία τις εἶναί μοι δοκεῖ καὶ ἡ αὐτή· οὐκέτι δὲ καὶ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἐστὶν ἡ αὐτῇ, ἀλλ' ἑτέρα τις θαυμαστὴ ἡ τοῦ Λαζάρου ἀδελφή, Διὰ τί οὐ δημοσίᾳ, ἀλλ' ἐν οἰκίᾳ ἔρχεται ἡ πόρη Ἐπειδὴ αἰσχροτάτη ἦν καὶ ᾐσχύνετο ἐπὶ ὄχλου· ε γὰρ ὡς ἡ αἱμόρρους, ἢ ὡς ἡ χήρα, ἢ ὡς ἡ Μάρθα απαντῇ. Διὰ τί ταῖς θριξὶν ἀπέμασσεν; Ἐπι πλέον ἢ κατὰ ἄνθρωπον αὐτὸν ἐτίμα· δ τιμιώτερ είχε προσφέρουσα τὴν ἑαυτῆς κεφαλὴν ἀντὶ απ δόνος. Διὰ τί ἀγανακτοῦσιν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Εἰς εἰ ἡ ἀπώλεια αὕτη; Ἐπειδὴ περὶ ἐλεημοσύνης ήκουσε πολλά συνεχώρησε δὲ καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτό χεθῆναι τὸ μύρον, ἀπὸ πολλῆς συγκαταβάσεως. Διὰ τί λέγουσιν αὐτοῖς τό, Ἐδύνατο, επετίμησεν αὐτοῖς; ἵνα μὴ τῆς γυναικὸς τὴν σπουδὴν καὶ τὴν πίστιν εἰς τὸ ἐξαπορηθῆναι ἐμβάλωσιν. Διὰ τί οὐδένα ἆθλον πνευματικὸν τέθεικε, ἀλλὰ τὴν εἰς ἀεὶ μνήμην; Επειδή ήρκει τοῦτο καὶ περὶ ἐκείνων πεῖσαι θαῤῥεῖν αὐτήν. Εργον καλὸν εἰρ γάσατο, ὡς εἶπεν Χριστός· εὔθηλον ὅτι καὶ μισθ ἄξιον λήψεται. Τὸ δὲ εἰπεῖν, Εἰς τὸν ἐνταφιασμέν μου ἐποίησεν, τοῦτο εἶπεν προλέγων τὸ πάθος, ὡς πάντως εἰδὼς καὶ τοῦτο ἀναμιμνήσκων αὐτοῖς. Τίνος χάριν εἶπεν· Τότε πορευθεὶς Ἰούδας εἰς τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Ισκαριώτης; Ίνα δείξη ὅτι οὐδὲ ἡ πίστις τῆς γυναικὸς ἔκαμψεν αὐτόν. Δύ δεκα, εἶπεν, ἵνα δείξῃ ὅτι ἐκ τῶν κορυφαίων δι' Ἰούδαν δὲ Ισκαριώτην εἶπεν, ἐπεὶ καὶ ἄλλο; ξε
caseo: alia quidem brula a natura sua, nos autem / γάλακτος, ἐκ τυροῦ. Ἀλλὰ τὰ μὲν ἄλογα, ἀπὸ φύ
a nostra voluntate.
Vers. 31. Possidete paratum vobis regnum; non
dicit: Accipite, sed ut paterna et jam vestra, Possidete.
VERS. 42. De eleemosyna loquitur: Quod non
dedistis mihi ananducare; et non hoc tantum admiserunt, sed non nudum operuerunt; et quod levius
est, non infirmum visitaverunt.
CAPUT XXVI.
Vans. 3. Quid est: Congregali sunt principes sacerdotum? Ostenduntur Judaica initium sumere
dissolutionis. Nam Moyses unum esse sacerdotum
principem jussit; et hoc mortuo, tunc alterum
statui. Sed tum erant multi sacerdotum principes,
annuales enim Gebant: et hoc clarius ostendit Lucas dicens, loquendo de Zacharia: Hunc de vice
Atia esse.
Vers. 5. Quid dicunt: Non in die festo, ne tumultus fieret in populo? timebant enim populum, eo
quod fidem habebat in Christum; ideo diem festum
exspectaverunt ut præteriret.
Vans. 6. Cur in domo Simonis leprosi id memoFatur factum esse? Ut ostenderetur quare mulier
ad Christum accesserit, quod nempe iste curatus
fuerat nuper et erat de hoc fama.
VERS. 7. Mulier illa videtur quidem una et eadem in omnibus evangelistis, non est autem sic:
sed quæ in tribus legitur, una mihi videtur esse
et eadem; minime vero apud Joannem eadem est,
sed altera quædam admiranda Lazari soror. Cur
non in publico, sed intra domum adest meretrix?
Quia turpis erat et propter turbam erubescebat:
hon enim ut hæmorrhoissa, aut ut vidua, aut ut Marthia obviam adit. Cur capillis tersit? Quia magis
quam pro bomine illum honorificabat; quod honorificentius egit, afferens suum caput pro linteo.
VERS. 8. Cur indignantur discipuli dicentes:
Utquid perditio hæc? Quia de eleemosyna multa
sc:ebat; permisit autem super caput suum effundi
unguentum, per magnam condescendentiam.
VERS. 10. Cur dicentibus illis potuit, objurgationem facit? ne mulieris curam et fdem ad metum
illi faciendum adhibeant.
Vans. 43. Car nullam spirituale pretium dedit,
sed memoriam perpetuam? Quia sufficiebat hoc vel
ju istis ad persuadendum ut animum sumeret illa.
Opus bonam operata erat, ut ait Christus; patet
illam dignam mercedem recepturam esse. Dicendo:
Ad sepeliendum me fecit, loquitur prædicens passionem, quasi semper eam cernens et illis in recordationem adducens.
VERS. 14. Quam ob causam dicitur: Tune abiit
uæus de duodecim, Judas qui dicebatur Iscariotes?
Ut ostendatur mulieris fide illum non fuisse permotum; Duodecim, ut ostendatur illum e præcipuis
caso; Judas Iscariotes dicitur, quia alter erat Juσεως· ἡμεῖς δὲ ἐκ προαιρέσεως.
Κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασι
λείαν. Οὐκ εἶπεν, λάβετε, ἀλλ' ὡς πατρῶς καὶ
ὑμῶν ἤδη ὄντα, Κληρονομήσατε.
Τὴν ἐλεημοσύνην λέγει, Ότι οὐκ εδώκατέ με
φαγεῖν· καὶ οὐ τοῦτο μόνον εἶχον, ἀλλ' αὐτό γυμνα
περιέβαλον· καὶ ὁ κουφότερον ἦν, οὐδὲ ἄλλων του
ἐπεσκέψαντο.
Τί ἐστιν τὸ Συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς; Ελίξει
ὅτι τὰ Ἰουδαϊκὰ ἀρχὴν ἐλάμβανεν διαλύεσθαι. Ὁ
μὲν γὰρ Μωσῆς ἕνα εἶναι ἀρχιερέα ἐκέλευσεν· καὶ
τελευτήσαντος, τότε ἕτερον γίνεσθαι. Τότε δὲ πολλὰ
ἦταν ἀρχιερεῖς· ἐνιαύσιοι γὰρ ἐγίνοντα· καὶ τῶν
σαφέστερον δηλοί Λουκάς, Ἐξ ἐφημερίας αὐτὰ
εἶναι 'Αβια λέγων, περὶ τοῦ Ζαχαρίου διαλε
μένος.
Τί λέγουσιν, Μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος
γένηται ἐν τῷ λαῷ; Εδεδοίκεισαν γὰρ τὸν ἱπὸν
ὅτι πίστιν εἶχον εἰς Χριστόν· διὸ καὶ τὴν ἑορτὴν
ἀνέμενον παρελθεῖν.
Διά τί ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ τοῦτο μητ
μονεύει γενέσθαι; Ἵνα δείξῃ πόθεν παροῦσε ἡ γυνή
τῷ Χριστῷ προσῆλθεν, ἐκ τοῦ ἐκεῖνον ἐσθῆναι καὶ
καὶ τὴν φήμην εἶναι.
Η γυνή αὕτη δοκεῖ μὲν εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή
παρὰ τοῖς εὐαγγελισταῖς ἅπασιν, οὐκ ἔστι δέ· ἀλλ' ἡ
παρὰ μὲν τοῖς τρισί, μία τις εἶναί μοι δοκεῖ καὶ ἡ
αὐτή· οὐκέτι δὲ καὶ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἐστὶν ἡ αὐτῇ,
ἀλλ' ἑτέρα τις θαυμαστὴ ἡ τοῦ Λαζάρου ἀδελφή,
Διὰ τί οὐ δημοσίᾳ, ἀλλ' ἐν οἰκίᾳ ἔρχεται ἡ πόρη
Ἐπειδὴ αἰσχροτάτη ἦν καὶ ᾐσχύνετο ἐπὶ ὄχλου· ε
γὰρ ὡς ἡ αἱμόρρους, ἢ ὡς ἡ χήρα, ἢ ὡς ἡ Μάρθα
απαντῇ. Διὰ τί ταῖς θριξὶν ἀπέμασσεν; Ἐπι
πλέον ἢ κατὰ ἄνθρωπον αὐτὸν ἐτίμα· δ τιμιώτερ
είχε προσφέρουσα τὴν ἑαυτῆς κεφαλὴν ἀντὶ απ
δόνος.
Διὰ τί ἀγανακτοῦσιν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Εἰς εἰ
ἡ ἀπώλεια αὕτη; Ἐπειδὴ περὶ ἐλεημοσύνης ήκουσε
πολλά συνεχώρησε δὲ καὶ κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτό
χεθῆναι τὸ μύρον, ἀπὸ πολλῆς συγκαταβάσεως.
Διὰ τί λέγουσιν αὐτοῖς τό, Ἐδύνατο, επετίμησεν
αὐτοῖς; ἵνα μὴ τῆς γυναικὸς τὴν σπουδὴν καὶ τὴν
πίστιν εἰς τὸ ἐξαπορηθῆναι ἐμβάλωσιν.
Διὰ τί οὐδένα ἆθλον πνευματικὸν τέθεικε, ἀλλὰ
τὴν εἰς ἀεὶ μνήμην; Επειδή ήρκει τοῦτο καὶ περὶ
ἐκείνων πεῖσαι θαῤῥεῖν αὐτήν. Εργον καλὸν εἰρ
γάσατο, ὡς εἶπεν Χριστός· εὔθηλον ὅτι καὶ μισθ
ἄξιον λήψεται. Τὸ δὲ εἰπεῖν, Εἰς τὸν ἐνταφιασμέν
μου ἐποίησεν, τοῦτο εἶπεν προλέγων τὸ πάθος, ὡς
πάντως εἰδὼς καὶ τοῦτο ἀναμιμνήσκων αὐτοῖς.
Τίνος χάριν εἶπεν· Τότε πορευθεὶς Ἰούδας εἰς
τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Ισκαριώτης; Ίνα δείξη
ὅτι οὐδὲ ἡ πίστις τῆς γυναικὸς ἔκαμψεν αὐτόν. Δύ
δεκα, εἶπεν, ἵνα δείξῃ ὅτι ἐκ τῶν κορυφαίων δι'
Ἰούδαν δὲ Ισκαριώτην εἶπεν, ἐπεὶ καὶ ἄλλο; ξε
Распознавание текста
col. 1159–1160page 68 of 200
PG 106:1159Ἰούδας. Διὰ οὖν τῆς ἐπωνυμίας χωρίζει αὐτὸν, ἵνα μὴ δόξῃ ἐκεῖνος εἶναι. Χρὴ δὲ εἰδέναι, καὶ αὐτομάτῳ κινήσει τοῦτο ποιεῖ καὶ χρυσίου ὀλίγου. Πρώτην τῶν Αζύμων τὴν πρὸ τῶν Ἀζύμων φησίν· ειώθασι γὰρ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ἀεὶ ἀριθμεῖν τὴν ἡμέραν, καὶ ταύτης μνημονεύειν, καθ' ἣν ἐν τῇ Εσπέρᾳ τὸ Πάσχα ἔμελλεν θύεσθαι· τῇ γὰρ πέμπτῃ τῶν Σαββάτων προσῆλθον· καὶ ταύτηνὁ μὲν τὴν πρὸ τῶν Ἀζύμων καλεῖ, τὸν καιρὸν λέγων καθ' εν προσῆλθον· ὁ δὲ οὕτω λέγει· "Ηλθεν δὲ ἡ ἡμέρα τῶν Ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ Πάσχα· ὁ δὲ ἄλλος εὐαγγελιστής τὴν ἑσπέραν λέγει· ἀπὸ γὰρ τῆς ἑσπέρας ἤρχετο τὸ Πάσχα. Διὰ τί ἐρωτῶσι που ποιήσουσιν τὸ Πάσχα; Διὰ τὸ μὴ ἔχειν αὐτὸν κατ αγώγιον μήτε οἰκίαν. Διὰ τί ἐπιτελεῖ τὸ Πάσχα; Ινα δείξῃ ὅτι μὴ ὑπεναντίας τῷ νόμῳ ἐστίν. Διὰ τί πρὸς ἄγνωστον πέμπει ἄνθρωπον; Δεικνύς ὅτι πάντα ὑπακούει· καὶ εἰ ἤθελεν, οὐδὲ ἔπαθεν. *Ανω γὰρ τὴν διάνοιαν τοῦ μὴ γνωρίζοντος πείσα;, ὥσπερ καὶ τοῦ κυρίου τῆς ὄνου, πῶς οὐκ ἂν τοὺς σταυρωτὰς ἔπεισεν, εἰ ἐβούλετο; Ἐγὼ δὲ οὐ θαυ μάζω μόνον ὅτι ἄγνωστος ἂν ὑπεδέξατο, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ κίνδυνον ὑφορώμενος κατεφρόνησε σημεῖον δὲ αὐτοῖς δίδωσι τὸν τὸ κεράμιον βαστάζοντα, ἐπειδὴ τὸν τόπον ἡγνόουν. Τό, Ρίψον τὰ χρήματα, οὐ κελεύοντός ἐστιν, ἀλλὰ συμβούλου ὄντος. Ο πορνεύσας πρὸ νόμου καὶ ἐν νόμῳ καὶ μετὰ νόμον, πολλὴν ἔχει τὴν διαφορὰν καὶ τοῦ ἁμαρτήματος καὶ κατα κρίματος. Επόρνευσεν τις ἱερεὺς ὤν· ἐπόρνευσεν τινος ἱερέως θυγάτηρ· ἡ μὲν ἀνῄρητο, ἡ δὲ κατ επρήθετο· οὐ μόνον ὡς πλέον, οἶμαι, διδαχθεῖσα, ἀλλὰ καὶ τὸν ἱερέα δεικνῦσα ὅση ή κατάκρισις, μᾶλλον εἰ ἐκεῖνος πορνεύσειεν. Επορνεύθη τις βιαίως, επορνεύθη τις πλουσία, πενομένη· πολὺ τὸ διάφορον. Επόρνευσέν τις ἀβάπτιστος, βεβαπτισμένος πολὺ τὸ μέσον τούτων. Διὰ τί εἶπεν, Εἰς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με; Βου λόμενος αὐτὸν μὴ αἰσχυνθέντα καὶ ἀπογνόντα, ὡς ἤδη νοηθέντα, μετανοῆσαι καὶ διασῶσαι αὐτόν. Καὶ διὰ τί αὐτὸν ἐξεκάλυψεν; Επειδὴ ἔλεγον· Μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; καὶ ἀπετεθνήκεσαν τῷ δέει· ἵνα μὴ τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῶσιν. Τίνος ένεκεν μετ' αὐτοῦ ἔβαπτεν ὁ προδότης; Ἀπὸ πολλῆς ιταμότητος· οὐδὲ γὰρ λοιπὸν ἐτίμα τὸν Διδάσκαλον. Χριστὸς δὲ ἐκαρτέρει, λανθάνειν βουλόμενος, ἵνα διὰ τούτου ἐπιστρέψῃ αὐτόν· ἢ καὶ ἡμᾶς παιδεύων μακροθυμεῖν πρὸς ἀναισχυντοῦντας. Διὰ τί λέγει, Ὁ μὲν Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου υπάγει, καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ; Προσέθηκεν τό, γέγραπται, ἵνα μὴ νομίσωσιν ἀσθένειαν εἶναι τὸ πράγμα· ἔτι δὲ καὶ τὸν προδότην διορθούμενος ἵνα νομίσας ἀποκείμενον αὐτῷ τὸ παθεῖν, ὡς μὴ τὸ πᾶν πταίσας, αὐτὸς καμφθῇ πρὸς μετάνοιαν. Ποίῳ σκοπῷ λέγει Ἰούδας τὸ, Μήτι ἐγώ εἰμι; Αναισχύντῳ καὶ ὑπόπτῳ συνειδήσει τυπτόμενος. Διὰ τί οὕτως εἶπεν Χριστός, Σὺ εἶπας, ἀλλ' οὐχὶ, Ο μιαρὰ καὶ ἀχάριστε; 'Ανεξικακίας ὅρους ἡμῖν τιθεις. Διὰ τί ἐγκαλεῖται Ἰούδας, τὰ γεγραμμένα
Ἰούδας. Διὰ οὖν τῆς ἐπωνυμίας χωρίζει αὐτὸν, ἵνα das; per cognomem igitur, designatur, ne videatur
μὴ δόξῃ ἐκεῖνος εἶναι. Χρὴ δὲ εἰδέναι, καὶ αὐτομάτῳ
κινήσει τοῦτο ποιεῖ καὶ χρυσίου ὀλίγου.
Πρώτην τῶν Αζύμων τὴν πρὸ τῶν Ἀζύμων
φησίν· ειώθασι γὰρ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ἀεὶ ἀριθμεῖν
τὴν ἡμέραν, καὶ ταύτης μνημονεύειν, καθ' ἣν ἐν τῇ
Εσπέρᾳ τὸ Πάσχα ἔμελλεν θύεσθαι· τῇ γὰρ πέμπτῃ
τῶν Σαββάτων προσῆλθον· καὶ ταύτηνὁ μὲν τὴν
πρὸ τῶν Ἀζύμων καλεῖ, τὸν καιρὸν λέγων καθ' εν
προσῆλθον· ὁ δὲ οὕτω λέγει· "Ηλθεν δὲ ἡ ἡμέρα
τῶν Ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ Πάσχα· ὁ δὲ
ἄλλος εὐαγγελιστής τὴν ἑσπέραν λέγει· ἀπὸ γὰρ
τῆς ἑσπέρας ἤρχετο τὸ Πάσχα. Διὰ τί ἐρωτῶσι που
ποιήσουσιν τὸ Πάσχα; Διὰ τὸ μὴ ἔχειν αὐτὸν κατ
αγώγιον μήτε οἰκίαν. Διὰ τί ἐπιτελεῖ τὸ Πάσχα; Ινα
δείξῃ ὅτι μὴ ὑπεναντίας τῷ νόμῳ ἐστίν.
Διὰ τί πρὸς ἄγνωστον πέμπει ἄνθρωπον; Δεικνύς
ὅτι πάντα ὑπακούει· καὶ εἰ ἤθελεν, οὐδὲ ἔπαθεν.
*Ανω γὰρ τὴν διάνοιαν τοῦ μὴ γνωρίζοντος πείσα;,
ὥσπερ καὶ τοῦ κυρίου τῆς ὄνου, πῶς οὐκ ἂν τοὺς
σταυρωτὰς ἔπεισεν, εἰ ἐβούλετο; Ἐγὼ δὲ οὐ θαυμάζω μόνον ὅτι ἄγνωστος ἂν ὑπεδέξατο, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ
κίνδυνον ὑφορώμενος κατεφρόνησε σημεῖον δὲ
αὐτοῖς δίδωσι τὸν τὸ κεράμιον βαστάζοντα, ἐπειδὴ
τὸν τόπον ἡγνόουν. Τό, Ρίψον τὰ χρήματα, οὐ
κελεύοντός ἐστιν, ἀλλὰ συμβούλου ὄντος. Ο πορνεύ
σας πρὸ νόμου καὶ ἐν νόμῳ καὶ μετὰ νόμον, πολλὴν
ἔχει τὴν διαφορὰν καὶ τοῦ ἁμαρτήματος καὶ κατα·
κρίματος. Επόρνευσεν τις ἱερεὺς ὤν· ἐπόρνευσεν
τινος ἱερέως θυγάτηρ· ἡ μὲν ἀνῄρητο, ἡ δὲ κατ
επρήθετο· οὐ μόνον ὡς πλέον, οἶμαι, διδαχθεῖσα,
ἀλλὰ καὶ τὸν ἱερέα δεικνῦσα ὅση ή κατάκρισις,
μᾶλλον εἰ ἐκεῖνος πορνεύσειεν. Επορνεύθη τις
βιαίως, επορνεύθη τις πλουσία, πενομένη· πολὺ τὸ
διάφορον. Επόρνευσέν τις ἀβάπτιστος, βεβαπτισμένος πολὺ τὸ μέσον τούτων.
Διὰ τί εἶπεν, Εἰς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με; Βουλόμενος αὐτὸν μὴ αἰσχυνθέντα καὶ ἀπογνόντα, ὡς
ἤδη νοηθέντα, μετανοῆσαι καὶ διασῶσαι αὐτόν. Καὶ
διὰ τί αὐτὸν ἐξεκάλυψεν; Επειδὴ ἔλεγον· Μήτι ἐγώ
εἰμι, Κύριε; καὶ ἀπετεθνήκεσαν τῷ δέει· ἵνα μὴ τῇ
περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῶσιν.
iste alter esse. Oportet autem scire illum hoc proprio motu et ob levem pecuniam agere.
VERS. 17. Primam Azymorum, diem ante Azymos
dicit. Solebant enim a vespera semper diem numerare, et de ista loqui, in qua ad vesperam Pascha immolari debebat. Nam ad quintam a Sabbato
processerant, et istam unus quidem diem ante Azymos vocat, tempus indicans ad quod processerant;
alter vero sic dicit: Venerat autem dies Azymorum,
in qua oportebat immolari Pascha; alius autem
evangelista vesperam dicit, nam a vespera incipie
bat Pascha. Cur interrogant: Ubi comnedemus Pa
scha? Eo quod non haberet habitationem neque
domum. Cur celebrat Pascha? Ut ostendat se legi
adversantem non esse.
Τίνος ένεκεν μετ' αὐτοῦ ἔβαπτεν ὁ προδότης;
Ἀπὸ πολλῆς ιταμότητος· οὐδὲ γὰρ λοιπὸν ἐτίμα
τὸν Διδάσκαλον. Χριστὸς δὲ ἐκαρτέρει, λανθάνειν
βουλόμενος, ἵνα διὰ τούτου ἐπιστρέψῃ αὐτόν· ἢ καὶ
ἡμᾶς παιδεύων μακροθυμεῖν πρὸς ἀναισχυντοῦντας.
Διὰ τί λέγει, Ὁ μὲν Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου υπάγει,
καθώς γέγραπται περὶ αὐτοῦ; Προσέθηκεν τό,
γέγραπται, ἵνα μὴ νομίσωσιν ἀσθένειαν εἶναι τὸ
πράγμα· ἔτι δὲ καὶ τὸν προδότην διορθούμενος·
ἵνα νομίσας ἀποκείμενον αὐτῷ τὸ παθεῖν, ὡς μὴ τὸ
πᾶν πταίσας, αὐτὸς καμφθῇ πρὸς μετάνοιαν.
Ποίῳ σκοπῷ λέγει Ἰούδας τὸ, Μήτι ἐγώ εἰμι;
Αναισχύντῳ καὶ ὑπόπτῳ συνειδήσει τυπτόμενος.
Διὰ τί οὕτως εἶπεν Χριστός, Σὺ εἶπας, ἀλλ' οὐχὶ,
Ο μιαρὰ καὶ ἀχάριστε; 'Ανεξικακίας ὅρους ἡμῖν
τιθεις. Διὰ τί ἐγκαλεῖται Ἰούδας, τὰ γεγραμμένα
PATROL. GR. CVI.
Vans. 18. Cur ad ignotum hominem mittit?
Ostendens omnia illi subesse; el si voluerit, non passus fuerit; nam superno motu hominis non eum
noscentis mentem persuadens ut domini asinæ,
quomodo non crucifixores persuasisset, si voluisset?
Ego vero, non solum admiror quod ignotus cum ill
fuerit, hunc acceperit, sed quod periculum suspiciens parum curaverit. His vero signum dat Christus bominem urnam gerentem, quoniam locum
non cognoscebant. Libationes (unde, non præcipientis, sed consilianlis est. Qui meretricatus est
ante legem, in lege et post legem multam præbet
differentiam et in culpa: et in condemnatione. Mere
tricatus est quidam sacerdos; ineretricata est cujusdam sacerdotis filia; illa quidem ablata est, illa
autem venundata est; non solum magis, ut opinor,
edocta, sed sacerdoti ostendens quæ fuerit condemnatio, præsertim si iste meretricatus sit. Meretricatur
quædam violenter, meretricatur quædam dives, pauper: multa est differentia. Meretricatus est non baptizatus, aut baptizatus: multum interest inter eos.
VERS. 21. Cur dicit: Unus vestrum me traditurus
est? Vult illum, etsi non erubescit et negat, jamı
intellectum se sentientem pœnitere et salvari. Et
cur illum patefecit? Quia dicebant: Nunquid ego
sum, Domine? et timore disperibant, ue nimio luctu
affligerentur.
VERS. 23. Quare cum illo intingit proditor? Ob
magnam inpudentiam, nam jam non honorabat
Magistrum. Christus autem sustinebat, occultare
volens, ut per hoc illum converteret; aut ut nos
moneret longanimos esse in impudentes.
VERS. 24. Cur dicit: Filius quidem hominis vadit, sicut scriptum est de illo? Addidit illud, scri
plum est, ne putarent rem debilitatem esse; adhuc
autem ut proditorem corrigeret, ut arbitratus ei
reservatum esse pati tanquam omnia complenti,
ipse adducatur ad pœnitentiam.
Vers. 25. Qua ratione dicit Judas: Nunquid ego
sum? Impudenti et diffidenti conscientia motus. Gur
ita dicit Christus: Tx dixisti, et non, Sceleste ot
ingrate? Patientiæ terminos nobis statuens. Cur
arguitur Judas fecisse quæ a prophetis scripta
Распознавание текста
col. 1161–1162page 69 of 200
PG 106:1161παρὰ προφητῶν ποιήσα;; Ἐπειδὴ οὐταύτῃ τῇ γνώμη τοῦτο πεποίηκεν, ἀλλὰ πονηρά προαιρέσει χρὴ γὰρ τὸν σκοπὸν ἐξετάζειν πανταχοῦ. Διά τί εὐκ ἐρωτ ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰούδας, Μή τι ἐγώ εἰμε; ἀλλ' ὡς ἔσχα τος; Εδόκει τέως λανθάνειν· τὸ δὲ εἰπεῖν, ἃ δ δάσκαλε, διασύροντος τοῦτό ἐστι καὶ ἰταμοῦ. Πῶς ὁ Ματθαῖάς φησιν καὶ οἱ ἄλλοι τῶν εὐαγγελιστών, ὅτι ὅτε συνετάξατο περὶ τῆς προδοσίας ὁ.;, τότε αὐτὸν ὁ διάβολος εἷλεν, ὁ δὲ Ἰωάννης λέγε ἔτι, Μετὰ τὸ ψωμίον εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατα νᾶς; Οτι διακωδωνίσας αὐτὸν ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ταῖ ραν ποιησάμενος, οὕτω τελείως εἰσῆλθεν· ὥστε τὸ ἀμφότερα ἀληθῆ ἐστιν. Τοσοῦτον ἦν ἀμεταμέλητη ὁ Ἰούδας, ὅτι καὶ τῆς κοινωνίας μεταλαχών έμεινεν ἀσυνείδητος. "Οθεν τοῦτο δηλῶν ὁ Ἰωάννης Ελεγει, ? ὅτι Μετὰ τὸ ψωμὸν εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατανάς, Πο Διὰ τί εἰ τὸ Πάσχα ἤσθιον, παρανόμως ήσθιον; Ο γὰρ ἀνακειμένους ἔδει φαγεῖν· ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τῷ ἐσθίειν τὸ Πάσχα ἀνέκειντο, ἀλλὰ μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτὸ, λαν τὸν ἑστιώμενοι. Διὰ τί ἐν τῷ Πάσχα κλᾷ τὸν ἄρτον; Ἵνα μάθωμεν καὶ τῆς Παλαιᾶς αὐτὸν ὄντα νομοθέτην, καὶ τὰ ἐν τῇ χάριτι διὰ νόμου σκιαγραφηθέντα. Μετὰ τὸ φαγεῖν τὸ ὀνομικὸν Πάσχα, είτουν την ἀμνὸν, οὕτω παραδίδωσι τὸ τῆς χάριτος Πάσχα επ τοῦ ἄρτου. Αἷμα δὲ Καινῆς Διαθήκης λέγει, ὡς της Παλαιάς αἷμα μὲν ἐχούσης, ἀλλ᾽ ἐξ ἀλόγων· λέγει δὲ καὶ τὴν αἰτίαν τῆς κενώσεως τοῦ αἵματος· Ὑπὲρ πολλών, φησίν, ἁμαρτωλῶν ἐκχυνόμενον. Διὰ τί λέγει, Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν; ἐκεῖνο, φησίν, εἰς τὴν τῆς Αἰγύπτου μνήμην καὶ ἔξοδον, οὕτω νῦν εἰς τὸν ἐμὸν θάνατον, καὶ τὴν ὑμῶν δι' ἐμοῦ ἐκ πλάνης έξοδον. Πῶς νοεῖται τὸ, Απάρτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γεν νήματος τῆς ἀμπέλου ταύτης, ἕως αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου· ἱηλά δὲ τὴν βασιλείαν τοῦ Πατρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἀνάστασιν γέννημα δὲ τῆς ἀμπέλου, τὸν οἶνων· ἕως οὗ, τ σὶν, ἐκ νεκρῶν ἀναστῶ, οὐ μὴ πίω· ἔπιεν τ μετὰ τὴν ἀνάστασιν. ἵνα μὴ φάντασμα αὐτὸν νομό σωσιν. "Οθεν καὶ ἐν Πράξεσι γράφει· Οίτινες σιν εφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ. Βασιλείαν Πα τρὸς ἐνταῦθα τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁ Δεσπότης καλεῖ· καινὸν δὲ πιεῖν τὸ ποτήριον, τοῦτ' ἔστι καινο καὶ παραδόξω;· οὐ γὰρ, ὡς πρότερον, τοῦ σώματο βρώσεως δεομένου κατὰ φύσιν καὶ πόσεως, ἀλλ᾽ ὑπερφυῶς ἀφθαρτισθέντος ἤδη καὶ μηδενὸς δεομέν.. τὸ σύνολον. Διὰ τί τὸ, Ὑμνήσαντες δὲ ἐξῆλθον, κεῖται; Αντί του, Μετ' εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας ἔλαβαν την κοινωνίαν. Διὰ τί εἰς τὸ ὄρος ἐξῆλθεν; Ἵνα μὴ δόξη κρύπτεσθαι· ἔσπευδεν γὰρ ἐπὶ τὸν τόπον ἐλθεῖν τὸν καὶ Ἰούδα γνώριμον. Διὰ τί λέγει τὸ, Πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐκ ἐμοί; Ὁμοῦ μὲν καὶ τὴν πρόγνωσιν δηλῶν, ὑμῖ δὲ καὶ τοὺς σκανδαλισθησομένους ἐννοῶν. Διὰ τί λέγει, ὅτι "Οψομαι ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλ
erant? Quoniam non hac mente illud fecit, sed παρὰ προφητῶν ποιήσα;; Ἐπειδὴ οὐταύτῃ τῇ γνώμη
maligna intentione; oportet enim propositum in
omnibus esquirere. Cur non interrogat a principio
Judas: Nunquid ego sum? sed post alios? putabat
modo latere; dicendo autem, Magister, irridenter et
impudenter loquitur. Quomodo Matthæus dicit, et
evangelista alii, quod ubi præparavit proditionem
Judas, tunc invasit eum diabolus; Joannes vero
dicit, Post buccellam intravit in eum Satanas? Quia
illum in principio inspiraus tantum et tentans,
postremo sic intravit, ita ut utrumque verum videatur. Tantum erat impœniteus Judas, ut vel
post communionis participationem remanserit
obduratus; inde Joannes id innuens dicit, Post
buccellam intravit in eum Satanas. Cur si Pascha
τοῦτο πεποίηκεν, ἀλλὰ πονηρά προαιρέσει χρὴ γὰρ
τὸν σκοπὸν ἐξετάζειν πανταχοῦ. Διά τί εὐκ ἐρωτ
ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰούδας, Μή τι ἐγώ εἰμε; ἀλλ' ὡς ἔσχα
τος; Εδόκει τέως λανθάνειν· τὸ δὲ εἰπεῖν, ἃ δ
δάσκαλε, διασύροντος τοῦτό ἐστι καὶ ἰταμοῦ. Πῶς ὁ
Ματθαῖάς φησιν καὶ οἱ ἄλλοι τῶν εὐαγγελιστών,
ὅτι ὅτε συνετάξατο περὶ τῆς προδοσίας ὁ.;,
τότε αὐτὸν ὁ διάβολος εἷλεν, ὁ δὲ Ἰωάννης λέγε:
ἔτι, Μετὰ τὸ ψωμίον εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατα
νᾶς; Οτι διακωδωνίσας αὐτὸν ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ταῖ
ραν ποιησάμενος, οὕτω τελείως εἰσῆλθεν· ὥστε τὸ
ἀμφότερα ἀληθῆ ἐστιν. Τοσοῦτον ἦν ἀμεταμέλητη
ὁ Ἰούδας, ὅτι καὶ τῆς κοινωνίας μεταλαχών έμεινεν
ἀσυνείδητος. "Οθεν τοῦτο δηλῶν ὁ Ἰωάννης Ελεγει,
comederunt, contra legem comederunt? Nam recu- ὅτι Μετὰ τὸ ψωμὸν εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸν ὁ Σατανάς,
bantes non licebat comedere. Sed non comedendo
Pascha recubabant, postquam vero comedissent,
illud reliquum manducando.
VERS. 26. Cur in Pascha panem frangit? Πο
discamus illum vel veteris legis esse auctorein, et
que sunt legis gratiæ per veterem legem adumbrata
esse.
VERS. 27. Pastquam legale Pascha comedissent,
id est, agnum, illis tradit gratiæ. Pascha per
panem.
VERS. 98. Sanguinen Novi Testamenti dicit,
quia sanguinem Vetus non habuit nisi brulorum.
Dicit autem causam effusionis sanguinis, quia pro
nullis peccatoribus effuditur. Cur dicit: loc facite in meam commemorationem? Ut istud, inquit,
fit in memoriam Ægypti et egressionis, ita nunc
in meam mortem, et vestram per me ex errore
egressionem.
"
VERS. 29. Οuomodo intelligitur, Amodo non bibam de hoc genimine vitis, donec illud bibam novum
in regno Patris mei? Ostendit per regnum Patris
suam resurrectionem; per genimen autem vitis,
vinum; Donec, ait, e mortuis resurgam,non bibam:
bibit autem post resurrectionem, ne phantasma
illum putarent: unde in Actibus scribitur: Quicunque
cum illo manducavimus et bibimus. Regnum Patris
ibi resurrectionem suam Dominus vocat; novum
autem bibere calicem, id est nove et admirabiliter:
non enim ut primum corpore ejus esca egente
secundum naturam et potu, sed supernaturaliter
jam incorruptibili facto et nullius admodum egente.
Vens, 50. Cur dicitur: Hymno diclo exierunt?
Id est, cum gratiarum actione et laudum hymno
receperunt communionem. Cur in montem exiit?
Ne videretur abscondere se. Curabat euim in locum ire Judæ cognitum.
VERS. 31. Cur dicit: Omnes scandalisabimini in
Διὰ τί εἰ τὸ Πάσχα ἤσθιον, παρανόμως ήσθιον; Ο
γὰρ ἀνακειμένους ἔδει φαγεῖν· ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τῷ ἐσθίειν
τὸ Πάσχα ἀνέκειντο, ἀλλὰ μετὰ τὸ φαγεῖν αὐτὸ, λαν
τὸν ἑστιώμενοι.
Διὰ τί ἐν τῷ Πάσχα κλᾷ τὸν ἄρτον; Ἵνα μάθωμεν
καὶ τῆς Παλαιᾶς αὐτὸν ὄντα νομοθέτην, καὶ τὰ ἐν τῇ
χάριτι διὰ νόμου σκιαγραφηθέντα.
Μετὰ τὸ φαγεῖν τὸ ὀνομικὸν Πάσχα, είτουν την
ἀμνὸν, οὕτω παραδίδωσι τὸ τῆς χάριτος Πάσχα επ
τοῦ ἄρτου.
Αἷμα δὲ Καινῆς Διαθήκης λέγει, ὡς της Παλαιάς
αἷμα μὲν ἐχούσης, ἀλλ᾽ ἐξ ἀλόγων· λέγει δὲ καὶ τὴν
αἰτίαν τῆς κενώσεως τοῦ αἵματος· Ὑπὲρ πολλών,
φησίν, ἁμαρτωλῶν ἐκχυνόμενον. Διὰ τί λέγει,
Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν;
ἐκεῖνο, φησίν, εἰς τὴν τῆς Αἰγύπτου μνήμην καὶ
ἔξοδον, οὕτω νῦν εἰς τὸν ἐμὸν θάνατον, καὶ τὴν
ὑμῶν δι' ἐμοῦ ἐκ πλάνης έξοδον.
Πῶς νοεῖται τὸ, Απάρτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γεν
νήματος τῆς ἀμπέλου ταύτης, ἕως αὐτὸ πίνω
καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Πατρός μου· ἱηλά
δὲ τὴν βασιλείαν τοῦ Πατρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἀνάστασιν
γέννημα δὲ τῆς ἀμπέλου, τὸν οἶνων· ἕως οὗ, τ
σὶν, ἐκ νεκρῶν ἀναστῶ, οὐ μὴ πίω· ἔπιεν τ
μετὰ τὴν ἀνάστασιν. ἵνα μὴ φάντασμα αὐτὸν νομό
σωσιν. "Οθεν καὶ ἐν Πράξεσι γράφει· Οίτινες σιν
εφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ. Βασιλείαν Πατρὸς ἐνταῦθα τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁ Δεσπότης
καλεῖ· καινὸν δὲ πιεῖν τὸ ποτήριον, τοῦτ' ἔστι καινο
καὶ παραδόξω;· οὐ γὰρ, ὡς πρότερον, τοῦ σώματο
βρώσεως δεομένου κατὰ φύσιν καὶ πόσεως, ἀλλ᾽
ὑπερφυῶς ἀφθαρτισθέντος ἤδη καὶ μηδενὸς δεομέν..
τὸ σύνολον.
Διὰ τί τὸ, Ὑμνήσαντες δὲ ἐξῆλθον, κεῖται; Αντί
του, Μετ' εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας ἔλαβαν την
κοινωνίαν. Διὰ τί εἰς τὸ ὄρος ἐξῆλθεν; Ἵνα μὴ δόξη
κρύπτεσθαι· ἔσπευδεν γὰρ ἐπὶ τὸν τόπον ἐλθεῖν τὸν
καὶ Ἰούδα γνώριμον.
Διὰ τί λέγει τὸ, Πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐκ
me? Sinut quidem præscientiam ostendens, simul ἐμοί; Ὁμοῦ μὲν καὶ τὴν πρόγνωσιν δηλῶν, ὑμῖ
autem scandalizandos innuens.
Vres. 52. Cur dicit: Videbo vos in Galilaam?
δὲ καὶ τοὺς σκανδαλισθησομένους ἐννοῶν.
Διὰ τί λέγει, ὅτι "Οψομαι ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλ
Распознавание текста
col. 1163–1164page 70 of 200
PG 106:1163λαίαν Ἵνα τοῦ φόβου ἀπαλλάξῃ· μακρὰν γὰρ τῶν Ἰουδαίων ἦν ἡ Γαλιλαία. Διὰ τί ἀφίησιν τὸν Πέτρον πεσείν; "Ινα μὴ αὐθάδης εἴη, μηδὲ αὐτῷ θαῤῥῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν καὶ οἱ ἄλλοι ἰδόντες, παύσονται θαρ ρεῖν ἑαυτοῖς· καὶ ἵνα συγχωρηθεὶς ὡς ἀπόστολος τοῖς πταίσασι συγχωρήσῃ. Διὰ τοῦτο οὖν τῆς ἄνωθεν ροπῆς ἐγυμνώθη, τὴν φύσιν αὐτοῦ ἐλέγχοντος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τί εὔχεται χωρίς των μαθητῶν; Κατ' ιδίαν εὔχεσθαι ἡμᾶς διδάσκων. Διὰ τί τοὺς τρεῖς μόνους παραλαμβάνει τότε; Ως τῆς δόξης αὐτοῦ θεωρούς· καὶ ἵνα οἱ ἄλλοι ὡς ἀτελέστεροι μὴ καταπέσωσιν. Ενεκεν τίνος εὔχεται; ἵνα μὴ ὑπόκρισις εἶναι δοκῇ τὸ πρᾶγμα· ἐπιρρέουσι δ' ιδρώτες δι' αὐτὴν ταύτην τὴν αἰτίαν. Διὰ τί λέγει, Προσεύχεσθε ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν; Παιδεύων μὴ ἀπαυθαδιάζεσθαι, ἀλλὰ συντετρίφθαι τὴν διάνοιαν. Τρίτη εὐχὴ τὸ, Γενηθήτω τὸ θέλημά σου· δει κνὺς ὅτι σφόδρα συνάδει τῷ θελήματι τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι πανταχοῦ τούτῳ ἔπεσθαι δεῖ καὶ ἐπιζητεῖν. Προσηύξατο τρίτον, δεικνὺς ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν· τὸ γὰρ δεύτερον καὶ τρίτον ἐν τῇ Γραφῇ βεβαιώσεώς ἐστι δεικτικών. Διὰ τί ἦλθεν ἐκ δευτέρου πρὸς αὐτούς; Καὶ ἀγω νιῶν ὡς ἄνθρωπος περὶ τοῦ θανάτου, καὶ ἐλέγξαι αὐτοὺς βουλόμενος· ὅτι οὕτως κατεβαπτίσθησαν, ὡς μηδὲ τῆς παρουσίας αὐτοῦ αἰσθέσθαι. Διὰ τί δὲ οὐ διυπνίζει αὐτούς; Ως μὴ πλῆξαι πεπληγότας. Διὰ τί λέγει, ὅτι Καθεύδετε λοιπὸν καὶ ἀνα παύεσθε; καὶ μὴν τότε γρηγορῆσαι ἔδει ἀλλὰ δεικνὺς ὅτι οὐκ οἴσουσιν οὐδὲ τὴν ὄψιν· καὶ ὅτι δεῖ πάντως ἤδη αὐτὸν παραδοθῆναι, τοῦτό φησιν. Διὰ τί λέγει, Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν, ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με; Ἵνα δείξῃ ὡς οὐκ ἔφευε γεν, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεχεν αὐτῷ· ἵνα μάθωσιν ὡς οὐκ ἀσθένεια, ἀλλ' οἰκονομίας ἦν τὸ ὅλον ἢ ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανὸν λέγων καὶ τοὺς τότε καὶ τοὺς νῦν ἐγείρεσθαι. Τὸ μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων εἶπεν ἐλθεῖν ἀπὸ τῶν ἱερέων, διδάσκων ὡς τοιαῦτα ἦν τὰ ἱερατικὰ αὐτῶν σκεύη καὶ κωμωδῶν αὐτούς. Διὰ τί σημεῖον δέδωκεν ὁ προδότης; Διότι πολλάκις κατασχεθείς, διῆλθεν διὰ μέσου αὐτῶν. Διὰ τί εἶπεν, Εταιρε ἐφ᾽ ᾧ πάρει; Τὸ μὲν, ἑταῖρε, εἶπεν, ὥστε ἐντρέψαι αὐτόν· τὸ δὲ, ἐφ᾽ ᾧ πάρει; ὅτι οὐχὶ ἀγάπης σκοπῷ τοῦτο δρᾷς, ἀλλὰ πονηρά γνώμῃ. Πόθεν εἶχεν μάχαιραν Πέτρος; Ἀπὸ τοῦ δείπνου τοῦ νομικοῦ· ἀρνίον γὰρ ἔφαγε. Τίνος χάριν εἶπεν, ὅτι Πάντες οἱ λαβόντες μά χαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται; Τοὺς μαθητάς παραμυθούμενος τῇ τιμωρίᾳ τῶν ἐπιβουλευόντων ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι καὶ πολλοὶ τοῦτο πάσχουσιν οἱ δρῶντες· εἰ δὲ τὸ, πάντες, πρόσκει ται, ἀντὶ τοῦ, οι
SCHOLIA VETERA IN MATTII.EUM.
λαίαν; Ἵνα τοῦ φόβου ἀπαλλάξῃ· μακρὰν γὰρ τῶν Ut a netu eos liberet; longe enim a Judaeis erat
Ἰουδαίων ἦν ἡ Γαλιλαία.
Διὰ τί ἀφίησιν τὸν Πέτρον πεσείν; "Ινα μὴ αὐθά
δης εἴη, μηδὲ αὐτῷ θαῤῥῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνθρωπί
νην ἀσθένειαν καὶ οἱ ἄλλοι ἰδόντες, παύσονται θαρ
ρεῖν ἑαυτοῖς· καὶ ἵνα συγχωρηθεὶς ὡς ἀπόστολος
τοῖς πταίσασι συγχωρήσῃ. Διὰ τοῦτο οὖν τῆς ἄνωθεν
ροπῆς ἐγυμνώθη, τὴν φύσιν αὐτοῦ ἐλέγχοντος τοῦ
Θεοῦ.
Διὰ τί εὔχεται χωρίς των μαθητῶν; Κατ' ιδίαν
εὔχεσθαι ἡμᾶς διδάσκων.
Διὰ τί τοὺς τρεῖς μόνους παραλαμβάνει τότε; Ως
τῆς δόξης αὐτοῦ θεωρούς· καὶ ἵνα οἱ ἄλλοι ὡς ἀτελέστεροι μὴ καταπέσωσιν.
Ενεκεν τίνος εὔχεται; ἵνα μὴ ὑπόκρισις εἶναι
δοκῇ τὸ πρᾶγμα· ἐπιρρέουσι δ' ιδρώτες δι' αὐτὴν
ταύτην τὴν αἰτίαν.
Διὰ τί λέγει, Προσεύχεσθε ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς
πειρασμόν; Παιδεύων μὴ ἀπαυθαδιάζεσθαι, ἀλλὰ
συντετρίφθαι τὴν διάνοιαν.
Τρίτη εὐχὴ τὸ, Γενηθήτω τὸ θέλημά σου· δει·
κνὺς ὅτι σφόδρα συνάδει τῷ θελήματι τοῦ Θεοῦ, καὶ
ὅτι πανταχοῦ τούτῳ ἔπεσθαι δεῖ καὶ ἐπιζητεῖν.
Προσηύξατο τρίτον, δεικνὺς ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν· τὸ
γὰρ δεύτερον καὶ τρίτον ἐν τῇ Γραφῇ βεβαιώσεώς
ἐστι δεικτικών.
Διὰ τί ἦλθεν ἐκ δευτέρου πρὸς αὐτούς; Καὶ ἀγω
νιῶν ὡς ἄνθρωπος περὶ τοῦ θανάτου, καὶ ἐλέγξαι
αὐτοὺς βουλόμενος· ὅτι οὕτως κατεβαπτίσθησαν, ὡς
μηδὲ τῆς παρουσίας αὐτοῦ αἰσθέσθαι. Διὰ τί δὲ οὐ
διυπνίζει αὐτούς; Ως μὴ πλῆξαι πεπληγότας.
Διὰ τί λέγει, ὅτι Καθεύδετε λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε; καὶ μὴν τότε γρηγορῆσαι ἔδει ἀλλὰ
δεικνὺς ὅτι οὐκ οἴσουσιν οὐδὲ τὴν ὄψιν· καὶ ὅτι δεῖ
πάντως ἤδη αὐτὸν παραδοθῆναι, τοῦτό φησιν.
Διὰ τί λέγει, Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν, ἰδοὺ
ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με; Ἵνα δείξῃ ὡς οὐκ ἔφευε
γεν, ἀλλὰ μᾶλλον προσέτρεχεν αὐτῷ· ἵνα μάθωσιν
ὡς οὐκ ἀσθένεια, ἀλλ' οἰκονομίας ἦν τὸ ὅλον ἢ ἀπὸ
γῆς εἰς οὐρανὸν λέγων καὶ τοὺς τότε καὶ τοὺς νῦν
ἐγείρεσθαι.
Τὸ μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων εἶπεν ἐλθεῖν ἀπὸ
τῶν ἱερέων, διδάσκων ὡς τοιαῦτα ἦν τὰ ἱερατικὰ
αὐτῶν σκεύη καὶ κωμωδῶν αὐτούς.
Διὰ τί σημεῖον δέδωκεν ὁ προδότης; Διότι πολλά
κις κατασχεθείς, διῆλθεν διὰ μέσου αὐτῶν.
Διὰ τί εἶπεν, Εταιρε ἐφ᾽ ᾧ πάρει; Τὸ μὲν,
ἑταῖρε, εἶπεν, ὥστε ἐντρέψαι αὐτόν· τὸ δὲ, ἐφ᾽ ᾧ
πάρει; ὅτι οὐχὶ ἀγάπης σκοπῷ τοῦτο δρᾷς, ἀλλὰ
πονηρά γνώμῃ.
Πόθεν εἶχεν μάχαιραν Πέτρος; Ἀπὸ τοῦ δείπνου
τοῦ νομικοῦ· ἀρνίον γὰρ ἔφαγε.
Τίνος χάριν εἶπεν, ὅτι Πάντες οἱ λαβόντες μάχαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται; Τοὺς μαθητάς
παραμυθούμενος τῇ τιμωρίᾳ τῶν ἐπιβουλευόντων
ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι καὶ πολλοὶ τοῦτο πάσχουσιν οἱ
δρῶντες· εἰ δὲ τὸ, πάντες, πρόσκει ται, ἀντὶ τοῦ, οι
Galilza.
Vers. 34. Cur sinit Petrum cadere? Ne nimium
de se confidens sit, neque animosus, sed ut propter
humanam infirmitatem cadere alii cermentes de se
confidere cessent; et ut veniam cum acceperit
apostolus, cadentibus veniam concedat. Ideo igitur
superno auxilio destitutus est, Deo naturam ejus
confundente.
VERS. 36. Cur orat absque discipulis? Ut nos
seorsim orare doceat.
VERS. 37. Cur tres solos tunc assumit? Tanquam
gloriæ suæ testes, et ut alii imperfectiores non
concidant.
VERS. 39. Quam ob causam orat? Ne hypocrisis
res esse videatur; manant auteni sudores propter
eamdem rationem.
VERS. 41. Cur dicit; Orate ne intretis in tentationem? Ut moneal confidentiores non esse, sed
mente conteri.
VERS. 42. Tertia oratio est, Fiat voluntas tua:
ostendit se admodum consentire voluntati Dei, et
eam semper sequendam et quærendam esse. Oravit
tertio, ut ostenderet se hominem esse. Nam secundo et tertio in Scriptura confirmationis est
argumentum.
VERS. 43. Cur secundo venit ad eos? Et ut homo
luctans contra mortem, et arguere eos volens, quia
adeo erant gravati, ut præsentiam ejus non senserint. Cur autem non eos excitat? ne jam afflictos
aigal.
Vens. 45. Cur dicit: Dormite jam et requiescite?
Attamen tunc vigilare oportebat: sed ut ostendat
eos ipsius aspectum non laturos, et illum jam
tradi omnino necessarium esse, hoc dicit.
VERS. 46. Cur dicit: Surgile, eamus hinc, ecce
appropinquavit qui me tradel? Ut ostendat se non
fugere, sed potius proditori obviam ire; ut discant illud non esse debilitatem, sed omnino
excogitatum propositum; aut dicit a terra ad cœlum
hos qui tunc erant et bos qui nunc sunt surgere.
VERS. 47. Cum gladiis et fustibus dicuntur venire
qui missi sunt a sacerdotibus, ad ostendendum
talem esse sacerdotalem eorum apparatum et irridendum eos.
VERS. 48. Cur signum dedit proditor? Quia saepe
comprehensus, transivit per medium eorum.
VERS. 50. Cur dicit: Amice, ad quid venisti?
Dicit, amice, ut illum convertat; et, ad quid ve
nisti? quasi diceret: Non charitatis causa illud agis,
sed maligna intentione.
VERS. 51. Unde babebat gladium Petrus? cœna
legali; agnum enim comederat.
Vers. 52. Cujus causa dicit: Omnes qui acceperint gladium, gladio peribunt? discipulos ut moneat
punitione violenta patrantium. Ego vero dico
multos id pati quod faciunt.; si autem omnes dicitur, pro multis intelligendum est. Et exteri quoque,
Распознавание текста
col. 1165–1166page 71 of 200
PG 106:1165πολλοί, χρή νοεῖν· καὶ οἱ ἔξω γάρ, οιωνοίσί τε πάσι, λέγοντες, ἀντὶ τοῦ, πολλοῖς, νοοῦσιν αὐτό. Πρὸς Καϊάφαν αὐτὸν ἀπήγαγον, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἐν ἱερεύς· οὕτω δὲ ἐνυκτέρευον καὶ ἡγρύπνουν ἐπὶ τούτῳ, ὡς μὴ φαγεῖν τότε τὸ Πάσχα, ἀλλ' ἐν ἑτέρα ἡμέρᾳ· διὸ καὶ ἐν τούτῳ τὸν νόμον ἔλυσαν δι' ἐπιθε μίαν σφαγῆς· εἶπεν γὰρ ὁ Ἰωάννης ὅτι πρωΐα ἦν, καὶ ἐπήγαγεν, Οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ᾽ ἵνα φάγωσιν τὸ Πάσχα οὐ γὰρ ἂν ὁ Χριστὸς παρέβη τὸν νόμον φαγὼν αὐτὸ τῇ ἑσπέρα πρὸ τοῦ δέοντος. Πῶς εἰσι ψευδομάρτυρες οἱ κατὰ Χριστοῦ; Απ τοῦ λέγειν αὐτούς· Δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ· Οὐ γὰρ εἶπεν οὕτως, ἀλλὰ, Λύσατε τίτ ναὸν τοῦτον· οὔτε δὲ πάλιν περὶ τοῦ ναοῦ εἶπεν, ἀλλὰ περὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ· ὁ δὲ μαρτυρῶν, τὸν νοῦν τοῦ λεγομένου ῥητοῦ εἰδέναι θέλει. Διὰ τί ἐσιώπα ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως ερωτώμενος, Οτι ἀνόητα ἦν τὰ τῆς κρίσεως, οὐδενὸς ἀκούοντας ἄλλου κριτοῦ ἢ συγκριτοῦ· καὶ γὰρ τὸ μὲν σχέμι δικαστηρίου ἦν μόνον, ὁ δὲ τρόπος ληστών. Διέρρηξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, σφοδροτέραν την κατηγορίαν ποιῶν, καὶ μέγα κακὸν δεῖξαι βουλόμενος τὸ εἰρημένον. Γίνονται οὖν αὐτοὶ καταδικάζοντας, αὐτοὶ κρίνοντε;, αὐτοὶ ψηφιζόμενοι, πάντα αίτι γινόμενοι. Διὰ τί λάθρα οὐκ ἀνεῖλον αὐτόν; Ἐπειδὴ ἐβούλοντο καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ διαβαλεῖν· ὅτι δὲ ἐξουσίαν εἶ χον καὶ αὐτοὶ μόνοι αὐτὸν ἀνελεῖν, ἄκουσον τι Πιλά τος λέγει· Λάβετε αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. Διὰ τί ἀναιρεῖν μέλλοντες αὐτὸν, ἐνέπτυον εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ; Διὰ τὴν ἀκόλαστον τρόπον αὐτῶν καὶ τὸν πολὺν φθόνον. Παίοντες ἔλεγον· Προφήτευσον ἡμῖν εἰς ἐστιν ὁ παίσας σε· τοῦτο δὲ ἐποίουν διὰ τὸ λέγεσθαι αὐτὸν προφήτην· ἕτερος δὲ τῶν εὐαγγελιστών φησιν ἐπι περιβάλλοντες τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τῷ ἱματίῳ, ταύτα ἐποίουν. Πῶς ὁ μὲν Ματθαιός φησιν, ὅτι εἶπεν ὁ Χριστὸς το Πέτρψ· Πρὶν ἀλέκτορα φωνήσαι τρὶς ἀπαρνήσι με; ὁ δὲ Μάρκος λέγει ὅτι ὅτε ἅπαξ ηρνήσατο, τότε πρῶτον ἐφώνησεν ὁ ἀλεκτρυών· ὅτε δὲ τρίτον, τὸ δεύτερον; πῶς οὖν εὑρεθήσονται ἀληθῆ ἀμφότερα, Επειδή καθ' ἑκάστην ἀγωγὴν καὶ τρίτον καὶ τέταρ τον φωνεῖν εἴωθεν ὁ ἀλεκτρυών, δηλῶν ὁ Μάρκες ὅτι οὐδὲ ἡ φωνὴ αὐτὸν ἐπέσχεν, καὶ εἰς μνήμην ἤγαγε, τοῦτό φησιν· τοσοῦτον δὲ ἦν ἀποτεθνηκὼς τὴν δέει, ὅτι οὐδὲ ἐμνήσθη τοῦ λεχθέντος· καὶ τοῦτο ὁ Λουκᾶς δηλῶν, ὅτι Ενέβλεψεν εἰς αὐτὸν ὁ Χρ στὸς, εἶπεν. Διά τί λέγει, ὅτι Εξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν αι κρῶς; Επειδὴ φανερῶς οὐκ ἐτόλμα κλαύσαι, ἵνα με κατηγορηθῇ ὡς μαθητής. ΚΕΦΑΛ. ΚΖ'. Διὰ τί ἀπέστρεψεν τὰ ἀργύρια; Ἐπειδὴ οὐκ ἔφε ρεν τὸ συνειδός μαστίζον αὐτόν. Τὸ εἰπεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρου,
avibus omnibus, dicendo, pro multis, omnibus in- πολλοί, χρή νοεῖν· καὶ οἱ ἔξω γάρ, οιωνοίσί τε πάσι,
telligunt.
VERS. 57. Ad Caipham illum duxerunt, eo quod
crat sacerdos. Sic autem pernoctabant et vigilabant
interea, ut non comederent tunc Pascha, sed in
altera die: ideo et in hoc legem solverant ob cupiditatem homicidii. Dicit enim Joannes, quod erat
mane, et adjicit: Non introierunt in pratorium, ut
non contaminarentur, sed ut manducarent Pascha.
Non enim violavisset Christus legem manducando
Pascha in vespera, priusquam opus foret.
VERS. 60. Quomodo sunt falsi testes in Chri
stum? Ab eo quod dicunt illi: Possum destruere
templum Dei. Non enim talia dixerat, sed, Destruile
templum istud. Non autem de templo dixit, sed de
corpore suoi teslis vero scire debet significationem
verbi quod dictum est.
VERS. 63. Cur tacebat interrogatus a pontifice?
Quia insanum crat tale judicium, nullo alio audiente judice aut assessore; etenim tribunalis ratio
non erat alia ac latronum mos.
VERS. 65. Scidit vestimenta sua, acriorem
accusationem faciens, et magnum ostendere
malum volens quod dictum erat. Fiunt ergo accusatores iidem, iidem judices, iidem sententiam feretes, omnia iidem fiunt.
VERS. 66. Cur clam non abstulerant? Quia volebant et de eo opinionem destruere; quod autem
potestatem habuerint vel ipsi soli eum auferendi,
audi Pilatum quid dicat: Accipite eum vos et
secundum legem vestram judicale eum.
VERS. 67. Cur illum mactare debentes, expirebant in faciem ejus? Ob suos insolentes mores et
magnum odium
VERS. 68. Cedentes dicebant: Prophetiza nobis,
quis est qui te percussit. Hoc autem faciebant eo
quod propheta diceretur. Alius vero evangelista
dixit eos faciem ejus velamento operuisse ut percuLerent.
λέγοντες, ἀντὶ τοῦ, πολλοῖς, νοοῦσιν αὐτό.
Πρὸς Καϊάφαν αὐτὸν ἀπήγαγον, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἐν
ἱερεύς· οὕτω δὲ ἐνυκτέρευον καὶ ἡγρύπνουν ἐπὶ
τούτῳ, ὡς μὴ φαγεῖν τότε τὸ Πάσχα, ἀλλ' ἐν ἑτέρα
ἡμέρᾳ· διὸ καὶ ἐν τούτῳ τὸν νόμον ἔλυσαν δι' ἐπιθε
μίαν σφαγῆς· εἶπεν γὰρ ὁ Ἰωάννης ὅτι πρωΐα ἦν,
καὶ ἐπήγαγεν, Οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον,
ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ᾽ ἵνα φάγωσιν τὸ Πάσχα
οὐ γὰρ ἂν ὁ Χριστὸς παρέβη τὸν νόμον φαγὼν αὐτὸ
τῇ ἑσπέρα πρὸ τοῦ δέοντος.
Πῶς εἰσι ψευδομάρτυρες οἱ κατὰ Χριστοῦ; Απ
τοῦ λέγειν αὐτούς· Δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν
τοῦ Θεοῦ· Οὐ γὰρ εἶπεν οὕτως, ἀλλὰ, Λύσατε τίτ
ναὸν τοῦτον· οὔτε δὲ πάλιν περὶ τοῦ ναοῦ εἶπεν,
ἀλλὰ περὶ τοῦ σώματος αὐτοῦ· ὁ δὲ μαρτυρῶν, τὸν
νοῦν τοῦ λεγομένου ῥητοῦ εἰδέναι θέλει.
Διὰ τί ἐσιώπα ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως ερωτώμενος,
Οτι ἀνόητα ἦν τὰ τῆς κρίσεως, οὐδενὸς ἀκούοντας
ἄλλου κριτοῦ ἢ συγκριτοῦ· καὶ γὰρ τὸ μὲν σχέμι
δικαστηρίου ἦν μόνον, ὁ δὲ τρόπος ληστών.
Διέρρηξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, σφοδροτέραν την
κατηγορίαν ποιῶν, καὶ μέγα κακὸν δεῖξαι βουλόμενος
τὸ εἰρημένον. Γίνονται οὖν αὐτοὶ καταδικάζοντας,
αὐτοὶ κρίνοντε;, αὐτοὶ ψηφιζόμενοι, πάντα αίτι
γινόμενοι.
Διὰ τί λάθρα οὐκ ἀνεῖλον αὐτόν; Ἐπειδὴ ἐβούλοντο
καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ διαβαλεῖν· ὅτι δὲ ἐξουσίαν εἶ
χον καὶ αὐτοὶ μόνοι αὐτὸν ἀνελεῖν, ἄκουσον τι Πιλά
τος λέγει· Λάβετε αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν
κρίνατε αὐτόν.
Διὰ τί ἀναιρεῖν μέλλοντες αὐτὸν, ἐνέπτυον εἰς τὸ
πρόσωπον αὐτοῦ; Διὰ τὴν ἀκόλαστον τρόπον αὐτῶν
καὶ τὸν πολὺν φθόνον.
Παίοντες ἔλεγον· Προφήτευσον ἡμῖν εἰς ἐστιν ὁ
παίσας σε· τοῦτο δὲ ἐποίουν διὰ τὸ λέγεσθαι αὐτὸν
προφήτην· ἕτερος δὲ τῶν εὐαγγελιστών φησιν ἐπι
περιβάλλοντες τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τῷ ἱματίῳ, ταύτα
ἐποίουν.
Πῶς ὁ μὲν Ματθαιός φησιν, ὅτι εἶπεν ὁ Χριστὸς το
Πέτρψ· Πρὶν ἀλέκτορα φωνήσαι τρὶς ἀπαρνήσι
με; ὁ δὲ Μάρκος λέγει ὅτι ὅτε ἅπαξ ηρνήσατο, τότε
πρῶτον ἐφώνησεν ὁ ἀλεκτρυών· ὅτε δὲ τρίτον, τὸ
δεύτερον; πῶς οὖν εὑρεθήσονται ἀληθῆ ἀμφότερα,
VERS. 74. Qnomodo Matthæus memorat Christum Petro dixisse: Antequam gallus cantet, ter me
negabis; Marcus autem dicit ubi semel tantum
negaverat, tunc primum gallum cantasse, et ubi
tertio negaverit, secumlo gallum cantasse? quomodo igitur vera invenientur utraque? Quia Επειδή καθ' ἑκάστην ἀγωγὴν καὶ τρίτον καὶ τέταρ
secundum unamquamque narrationem, et tertio
et quarto vocem dare solebat gallus, ostendit Marcus quod vox avis non Petruin detinuit, neque in
memoriam revocavit; adeo enim erat pavore perculsus, ut nihil recordatus sit eorum quæ dicta erant.
Idem ostendens Lucas dicit, Dominus respexit in eum.
VERS. 75. Cur dicitur: quod Egressus foras ferit
amare? Quia aperte flere non audebat, ne accusaretur ut discipulus.
CAPUT XXVII.
VERS. 3. Cur retulit argenteos? Quia non sustinekat conscientiam ipsum flagellantem.
VERS. 4. Cum dicunt principes sacerdatum et
τον φωνεῖν εἴωθεν ὁ ἀλεκτρυών, δηλῶν ὁ Μάρκες
ὅτι οὐδὲ ἡ φωνὴ αὐτὸν ἐπέσχεν, καὶ εἰς μνήμην
ἤγαγε, τοῦτό φησιν· τοσοῦτον δὲ ἦν ἀποτεθνηκὼς τὴν
δέει, ὅτι οὐδὲ ἐμνήσθη τοῦ λεχθέντος· καὶ τοῦτο ὁ
Λουκᾶς δηλῶν, ὅτι Ενέβλεψεν εἰς αὐτὸν ὁ Χρ
στὸς,
εἶπεν.
Διά τί λέγει, ὅτι Εξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν αι·
κρῶς; Επειδὴ φανερῶς οὐκ ἐτόλμα κλαύσαι, ἵνα με
κατηγορηθῇ ὡς μαθητής.
Διὰ τί ἀπέστρεψεν τὰ ἀργύρια; Ἐπειδὴ οὐκ ἔφε
ρεν τὸ συνειδός μαστίζον αὐτόν.
Τὸ εἰπεῖν τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρου,
Распознавание текста
col. 1167–1168page 72 of 200
PG 106:1167Σὺ δψει, μέγιστον αὐτοῖς ἔγκλημα καὶ τοῦτο φαίνονται γὰρ μαρτυροῦντες τῇ τόλμῃ· καὶ κατα κρίνουσι μὲν τὸν Ἰούδαν, ὑπὸ δὲ τοῦ πάθους οὐκ ἀναχαιτίζονται· κατακρίνονται δὲ καὶ ἐκ τοῦ μὴ βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορδωνᾶν, ἀλλ' ἀγοράσαι τόπον εἰς ταφὴν τῶν ξένων, ἀπὸ φόνου εὐποιίαν ποιοῦντες ὃς ἀγρὸς κηρύττει ἀεὶ τὸ πρᾶγμα ἐλέγχων αὐτούς. Διὰ τί οὖν ἀγξάμενος ὡς μὴ μετανοήσας νομίζεται; Οτι προεξήγαγεν αὐτὸν τῆς μετανοίας, ἵνα μηδὲν ἐντεῦθεν καρπώσηται. Διὰ τί οὐ λέγουσιν τῷ Πιλάτῳ ὅσα οἱ μάρτυρες εἴ πον, ἀλλ' εἰς δημόσια εγκλήματα τὴν κατηγορίαν ποιοῦσιν; Ἐπειδὴ ἐγίνωσκον ὡς ὁ Πιλάτος οὐδὲν ἔχει τὰ νόμιμα αὐτῶν. Ὁ Χριστὸς ἐρωτηθεὶς, Εἱ σὺ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἶπεν· Σὺ εἶπας; Διὰ τοῦ εἰπεῖν, Σὺ εἶπας, ὡμολόγησεν εἶναι βασιλεύς, ἀλλ' ἐπουράνιος· 8 καὶ ἀλλαχοῦ σαφέστερον ἔλεγεν πρὸς αὐτοὺς, ὅτι 'Ἡ ἐμὴ βασιλεία οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Βραχέα ἀποκρίνεται, καὶ πάλιν σιγᾷ ἀπὸ γὰρ τῆς παντελούς σιγῆς δόξαν αὐθαδείας δέξασθαι εἶχεν· ἐκ δὲ τοῦ πολλὰ λέγειν, οὐ πεῖσαι αὐτοὺς ἔμελλεν ἐτύφλωττον γὰρ ἐχόντες. Διὰ τί οὐκ εἶπεν, ὅτι Φόρους δέδωκα, καὶ ἑτέρους καταβαλέσθαι ἐκέλευσα, καὶ ἡνίκα ήθελόν με ποιῆσαι βασιλέα, ἔφυγον; "Οτι διεφθαρμένον ἦν αὐτῶν τὸ δικαστήριον. Ο Πιλάτος ἐθαύμασεν τὴν ἐπιείκειαν ἐκ τῆς σι γῆς· ἐπειδὴ δὲ ἐβούλετο αὐτὴν ἀπολογούμενον ἀπαλ λαγῆναι, διὰ τοῦτο εἶπεν· Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσιν; Ἐπειδὴ δὲ πάλιν οὐδὲν ἀπὸ εκρίθη, ἕτερον μηχανᾶται, ἵνα ὡς κατάδικον χαρίσωνται αὐτὸν τῇ ἑορτῇ κατὰ τὸ ἔθος αὐτῶν· οὕτως τὸν κριτὴν μᾶλλον παρακαλοῦντα οὐχ ὑπήκουον οἱ ὑπὸ χεῖρα, ἀπὸ πολλῆς παρανομίας καὶ φθόνου. Διὰ τί λῃστὴν εἰπὼν, προσέθηκεν εἰπεῖν καὶ, ἐπίσημον; Ὥστε μηδὲ σκιᾶς ἀπολογίαν καταλιπεῖν, ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τοιούτου αντηλλάξαντο. Διὰ τί οὐχ ὁ Πιλάτος ὁρᾷ τὸ ὄναρ, ἀλλ' ἡ γυνή; "Η ὅτι ἀξία ἦν μᾶλλον ἢ ὅτι αὐτὸς εἰ εἶδεν, οὐκ ἂν ἐπιστεύθη ὡς βουλόμενος ἀπολῦσαι αὐτόν· ἢ οὐδ᾽ ἂν ἐξεῖπεν· κριτὴς γὰρ ἦν· καὶ ἵνα ὁ ἀνὴρ πάθῃ τὴν ψυχὴν διὰ τὴν γυναῖκα· καὶ ἵνα, ὡς γυνή, κατάδηλον ποιήσῃ πᾶσι καὶ γνωσθῇ. Οὐ σταυρῶσαι μόνον θέλοντες, ἀλλὰ καὶ πονηρὰν αὐτῷ βουλόμενοι περιθεῖναι δόξαν· ἐνόμιζον γάρ κατασκευάζειν ἐκ τούτου ὅτι τοῦ λῃστοῦ χείρων ἦν καὶ οὕτω παράνομος, ώς μήτε ἑορτῆς ἀξιώμαν, σώ ζεσθαι· πάντα γὰρ τούτου ἕνεκεν ἐποίουν ὥστε αὐτοῦ τὴν ὑπόληψιν διαβάλλειν· διὰ τοῦτο καὶ τοὺς δύο λῃστὰς αὐτῶν συνεσταύρωσαν· ἀλλ' ἡ ἀλήθεια οὐ μόνον οὐ συνεσκιάζετο, ἀλλὰ καὶ μειζόνως διέλαμπεν. Καὶ διὰ τοῦ, Τί οὖν ποιήσω αὐτόν; ἐντρέπει αὐτοὺς, καὶ κυρίους ἐκείνους μᾶλλον ἢ αὐτὸν ποις ται τῆς ψήφου. Εἰ καὶ τὰς χεῖρας ένιψεν ο Πιλάτος ἀθῶον ἑαυτὸν ἀποκαλῶν, ἀλλ' ὅμως ὑπὸ μαλακίας καὶ ἀνανδρείας
Σὺ δψει, μέγιστον αὐτοῖς ἔγκλημα καὶ τοῦτο· seniores: Tu videris, maximum sibi peccatum et
φαίνονται γὰρ μαρτυροῦντες τῇ τόλμῃ· καὶ κατακρίνουσι μὲν τὸν Ἰούδαν, ὑπὸ δὲ τοῦ πάθους οὐκ
ἀναχαιτίζονται· κατακρίνονται δὲ καὶ ἐκ τοῦ μὴ
βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορδωνᾶν, ἀλλ' ἀγοράσαι τόπον
εἰς ταφὴν τῶν ξένων, ἀπὸ φόνου εὐποιίαν ποιοῦντες·
ὃς ἀγρὸς κηρύττει ἀεὶ τὸ πρᾶγμα ἐλέγχων αὐτούς.
Διὰ τί οὖν ἀγξάμενος ὡς μὴ μετανοήσας νομίζε
ται; Οτι προεξήγαγεν αὐτὸν τῆς μετανοίας, ἵνα
μηδὲν ἐντεῦθεν καρπώσηται.
Διὰ τί οὐ λέγουσιν τῷ Πιλάτῳ ὅσα οἱ μάρτυρες εἴπον, ἀλλ' εἰς δημόσια εγκλήματα τὴν κατηγορίαν
ποιοῦσιν; Ἐπειδὴ ἐγίνωσκον ὡς ὁ Πιλάτος οὐδὲν
ἔχει τὰ νόμιμα αὐτῶν. Ὁ Χριστὸς ἐρωτηθεὶς, Εἱ σὺ
ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἶπεν· Σὺ εἶπας; Διὰ
τοῦ εἰπεῖν, Σὺ εἶπας, ὡμολόγησεν εἶναι βασιλεύς,
ἀλλ' ἐπουράνιος· 8 καὶ ἀλλαχοῦ σαφέστερον ἔλεγεν
πρὸς αὐτοὺς, ὅτι 'Ἡ ἐμὴ βασιλεία οὐκ ἔστιν ἐκ
τοῦ κόσμου τούτου.
Βραχέα ἀποκρίνεται, καὶ πάλιν σιγᾷ ἀπὸ γὰρ τῆς
παντελούς σιγῆς δόξαν αὐθαδείας δέξασθαι εἶχεν· ἐκ
δὲ τοῦ πολλὰ λέγειν, οὐ πεῖσαι αὐτοὺς ἔμελλεν·
ἐτύφλωττον γὰρ ἐχόντες.
Διὰ τί οὐκ εἶπεν, ὅτι Φόρους δέδωκα, καὶ ἑτέρους
καταβαλέσθαι ἐκέλευσα, καὶ ἡνίκα ήθελόν με ποιῆσαι
βασιλέα, ἔφυγον; "Οτι διεφθαρμένον ἦν αὐτῶν τὸ
δικαστήριον.
Ο Πιλάτος ἐθαύμασεν τὴν ἐπιείκειαν ἐκ τῆς σι
γῆς· ἐπειδὴ δὲ ἐβούλετο αὐτὴν ἀπολογούμενον ἀπαλ
λαγῆναι, διὰ τοῦτο εἶπεν· Οὐκ ἀκούεις πόσα σου
καταμαρτυροῦσιν; Ἐπειδὴ δὲ πάλιν οὐδὲν ἀπὸ
εκρίθη, ἕτερον μηχανᾶται, ἵνα ὡς κατάδικον χαρίσων
ται αὐτὸν τῇ ἑορτῇ κατὰ τὸ ἔθος αὐτῶν· οὕτως τὸν
κριτὴν μᾶλλον παρακαλοῦντα οὐχ ὑπήκουον οἱ ὑπὸ
χεῖρα, ἀπὸ πολλῆς παρανομίας καὶ φθόνου.
Διὰ τί λῃστὴν εἰπὼν, προσέθηκεν εἰπεῖν καὶ,
ἐπίσημον; Ὥστε μηδὲ σκιᾶς ἀπολογίαν καταλιπεῖν,
ὅτι τοιοῦτον ὑπὲρ τοιούτου αντηλλάξαντο.
Διὰ τί οὐχ ὁ Πιλάτος ὁρᾷ τὸ ὄναρ, ἀλλ' ἡ γυνή; "Η
ὅτι ἀξία ἦν μᾶλλον ἢ ὅτι αὐτὸς εἰ εἶδεν, οὐκ ἂν
ἐπιστεύθη ὡς βουλόμενος ἀπολῦσαι αὐτόν· ἢ οὐδ᾽
ἂν ἐξεῖπεν· κριτὴς γὰρ ἦν· καὶ ἵνα ὁ ἀνὴρ πάθῃ τὴν
ψυχὴν διὰ τὴν γυναῖκα· καὶ ἵνα, ὡς γυνή, κατάδηλον
ποιήσῃ πᾶσι καὶ γνωσθῇ.
Οὐ σταυρῶσαι μόνον θέλοντες, ἀλλὰ καὶ πονηρὰν
αὐτῷ βουλόμενοι περιθεῖναι δόξαν· ἐνόμιζον γάρ
κατασκευάζειν ἐκ τούτου ὅτι τοῦ λῃστοῦ χείρων ἦν
καὶ οὕτω παράνομος, ώς μήτε ἑορτῆς ἀξιώμαν, σώ
ζεσθαι· πάντα γὰρ τούτου ἕνεκεν ἐποίουν ὥστε αὐτοῦ
τὴν ὑπόληψιν διαβάλλειν· διὰ τοῦτο καὶ τοὺς δύο
λῃστὰς αὐτῶν συνεσταύρωσαν· ἀλλ' ἡ ἀλήθεια οὐ
μόνον οὐ συνεσκιάζετο, ἀλλὰ καὶ μειζόνως διέλαμπεν.
Καὶ διὰ τοῦ, Τί οὖν ποιήσω αὐτόν; ἐντρέπει
αὐτοὺς, καὶ κυρίους ἐκείνους μᾶλλον ἢ αὐτὸν ποις
ται τῆς ψήφου.
Εἰ καὶ τὰς χεῖρας ένιψεν ο Πιλάτος ἀθῶον ἑαυτὸν
ἀποκαλῶν, ἀλλ' ὅμως ὑπὸ μαλακίας καὶ ἀνανδρείας
illud faciunt. Nam videntur facinus attestantes;
et condemnant quidem Judam, sed per ejus niserandam sortem non detinentur. Condemnantur
autem ex hoc quod non miserint argenteos in corbonam, sed emerint loeum in sepulturam peregrinorum, ex homicidio beneficentiam exercentes:
qui ager rem proclamat semper illos incusans.
VERS. 5. Cur igitur laqueo suspensus est, ita ut
non pœnituisse videatur? Quia se a pœnitentia
primo avertit, ut nullum inde fructum retulerit.
VERS. 11. Cur non dicunt Pilato quod testes dixerant, sed de publicis criminibus accusationem
faciunt? Quia cognoscebant Pilatum pro nihilo
habere quæ de eorum lege erant. Christus interrogalus: Tu es rex Judæorum? dicit: Tu dicis. Repondendo, Tu dicis, confessus est se regem esse,
sed cœlestem. Et alias clarius illis dixit: Regnum
meum non est ex hoc mundo.
VERS. 12. Breviter respondet et iterum tacet:
nam ex absoluto silentio arrogantiæ opinionem sibi
conciliabat; sed multa licendo, illos persuadere
non debebat; nam cæci erant voluntarii.
VERS. 13. Cur non dicit: Tribula solvi, et aliis
jussi ut conferrent, et quando me regem facere ve
luerunt, fugi? Quia corruptum erat eorum tribunał,
VERS. 14. Pilatus miratus est ejus in silenlo
moderationem; quoniam autem volebat illum, postquam se defendisset, dimittere, ideo dicit: Non
audis quanta adversum te dicunt testimonia? Quia
vero iterum nihil respondit, aliud intentat, scilicet
ut illum quasi condemnatum in die festo secundum
suam consuetudinem gratia donent. Sic judicem
vel potius supplicantem non audierunt ejus subditi,
ob magnam injustitiam et invidiam.
Vens. 16. Cur de latrone loquendo, additur insignem? Ita ut ne umbra quidem apologiæ relinquatur, quod talem pro tali dimiserint.
VERS. 19. Cur non Pilatus habet somnium, sed
uxor? Vel quia digna magis erat; vel quia ipse, si
villisset, non crederetur, quasi volens illum dimittere;
vel non manifestavisset, judex enim erat; et ut vir
patiatur in anima sua per suam uxorem, et ut illa, prout mulier, manifestum omnibus faciat et divulget.
Vens. 20. Non solum crucifigere volunt, sed malam illi volunt famam imponere. Putabant enim
praestare ex eo quod latrone pejor erat et adeo nocens, ut die festi privilegio non salvatus fuisset.
Omn'a enim hujus rei causa faciebant ita ut ejus
existimationem perverterent; ideo etiam duos latrones cum eo crucifixerunt. Sed veritas non solum
non latuit, sed etiam magis emienit.
VERs. 22. Et per illud: Quid igitur faciam de
eo? illos confundere tentat, et dominos illos facit
magis quam seipsum suffragii.
Vers. 24. Et si manus laverit Pilatus, innocentem se proclamans, sed tamen per debilitatem
Распознавание текста
col. 1169–1170page 73 of 200
PG 106:1169τοῦτο διεπράττετο· ἔδει γὰρ μὴ παραδοῦναι αὐτὸν, ἀλλ' ἐξαρπάσαι, καθὰ καὶ ὁ ἑκατονταρχῆς τὸν Παῦ λον ὕστερον· διὰ τοῦτο καὶ ἔγκλημα προσάπτει αυτ τῷ ὁ Χριστὸς λέγων, ότι Μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει ὁ παραδιδούς με σοί· ὥστε οὐδὲ ἐκεῖνος ἔξω ἦν αμαρτίας. Τίνος ένεκεν ἐφραγέλλωσιν παραδιδούς ἵνα στην ρωθῇ; Σχήμα περιτιθέναι καταδίκου τῇ κρίσει βου λόμενος. Διὰ τί μέσον αὐτὸν τῶν λῃστῶν σταυροῦσιν; Ἵνα τῇ δόξῃ τῇ ἐκείνων κοινωνήσῃ, καὶ τῷ δοκεῖν ὕβρις αὐτῷ γένηται. Πῶς ὁ μὲν Λουκάς φησιν, ὅτι ὁ εἷς λῃστὴς ἐπιτίμα τῷ ἄλλῳ βλασφημοῦντι, ὁ δὲ Ματθαῖος ὅτι ἀμφότερα ὕβριζον αὐτὸν καὶ ὠνείδιζον; 'Αμφότερα γέγονεν πρότερον γὰρ ὠνείδιζον ἀμφότεροι, ὕστερον δὲ οὐχ ότι. Οὐκ ἦν ἐκλείψεως τρόπος δ ἐπὶ τὸν ἥλιον τότε γίν γονεν· οὐ γὰρ τοσαύτας ώρας Εκλειψις κρατεί. Θεέ μου, Διὰ τί λέγει τὸ, Ηλί, Ηλί, τοῦτ' ἔστιν, Θεέ μου, ἵνα τί με εγκατέλιπες; Ἵνα δείξῃ ότι μέχρι τέλους ἐτίμα τὸν Πατέρα, καὶ οὐκ ἦν ἀντίθεος. Τοῦ καταπετάσματος ἡ σχίσις ἐρημίαν τοῦ ναοῦ σημαίνει. Καὶ ἄλλως· Τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω· μονονουχί περιῤῥηξαμένων καὶ αὐτῶν τῶν πάλαι τὸ ἱερὸν ἐνοικούντων ἀγγέλων περιῤῥηξάντων τε τὸ σεμνὸν ὕφασμα, ὡς ἂν γυμνός καὶ ἔρημος ἀπολειφθεὶς τῆς αὐτῶν φρουρᾶ; ὁ τῶν ἀδάτων καὶ ἀδύτων τύπος, Έτοιμος ἐχθροῖς καὶ πολεμίοις κατασταίη. Ο κεντυρίων διὰ τοῦτο ἐπίστευσεν, ὅτι μετ' εξουσίας ἀπέθανεν· φασὶν δὲ ὅτι καὶ μαρτύριόν ἐστιν τοῦ κεντυρίωνος, τούτου ανδρισαμένου ἐν τῇ πίστει καὶ μαρτυρήσαντος. Η τοῦ Κυρίου Μήτηρ· ταύτην γὰρ Ἰακώβου 13 ρίαν καλεῖ. Ως βούλεσθε σφραγίσασθε, λέγει, ἀπαλλάττων πάντας ὑποψίας· ἐδύναντο γὰρ εἰπεῖν, εἰ οὐκ ἐσφράγισαν, ὅτι οἱ στρατιῶται παραδεδώκασιν τὸ σῶμα τοῖς μαθηταῖς. ΚΕΦΑΛ. ΚΗ. Ο σεισμός γίνεται διὰ τοὺς στρατιώτας. Ὁ ἄγγε λος ἦλθεν τοῦ λίθου ἕνεκεν καὶ διὰ τὰς γυναῖκας. Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, λέγει, πολλὴν τὴν τιμήν ἐνδεικνύμενος εἰς αὐτάς· φοβεῖσθαι γάρ, φησίν, μέ νους δεῖ τοὺς Ἰουδαίους. Διὰ τί οὔτε βραδέως ἀνέστη οὔτε ταχέως; Ότι τ μὲν θάττον ἀναστῆναι αὐτὸν, οὐκ εἶχεν ἔγκλημα δὲ βραδέως, εἶχον ἀντιλέγειν. Εσχάτην όψιν εἶναι νομίζω τὴν ἐν τῇ Γαλιλαία, ὅτε αὐτοὺς ἐξέπεμπε βαπτίσοντας· εἶτα τῆς ἀνα λήψεως. Τό, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, τὴν τῶν δογμάτων καὶ τὴν τῶν ἀρετῶν διδαχὴν λέγει.
socordiam id commisit scelus. Οportebat enim τοῦτο διεπράττετο· ἔδει γὰρ μὴ παραδοῦναι αὐτὸν,
non illum tradere, sed eripere, ut centurio Paulum
posterius. Idcirco et culpam attribuit illi Christus
dicendo: Qui me tradidit tibi majus peccatum habet;
ergo ipse a peccato non erat iunocens.
VERS. 26. Quare flagellavit cum traderet eum ad
crucifigendum? Apparentiam condemnati illi dare
sententia volens.
VER. 58. Cur me lium illum inter latrones crucifiguut? Ut illorum iufaniam participet, et videatur
contumelia affici.
Vers. 44. Quomodo Lucas dicit quod unus latro
increpabat alterum blasphemantem, Matthæus autem quod uterque ei improperabant et convitiabantur? Utruinque factum est; primo enim ambo conviciabantur, postea vero minime.
VERS. 45. Non fuit eclipsis modus quod tune
in sole contigit; non enim tam multas horas eclipsis durat.
VERS. 46. Cur dicit, Eli, Eli, id est Deus miens,
Deus meus, ut quid dereliquisti me? Ut ostendat
quod usque ad finem honorabat Patrem, neque
impius erat.
Vers. 51. Veli scissio vastationem templi significat. Et aliter: Velum templi scissum est in duas
partes a summo usque deorsum; rumpentibus sane
ipsis qui antea templum habitabant, angelis, rumpentibus conspicuam hanc telam; ut nudalus et
vacuatus eorum custodia relictus hic impenetra -
bilis et inaccessus locus, inimicis et hostibus apertus prastetur.
VERS. 54. Centurio ob id credidit, quod cum
potestate moriebatur. Ferunt autem martyrium
subiisse hunc centurionem confirmatum in fide et
illum confitentem.
VERS. 56. Domini Mater; nam Mariam Jacobi
jllam vocat.
VERS. 65. Sigillate sicut vultis, inquit, omnes
suspiciones adimens. Pulerant enim dicere, si non
sigillatum esset, milites corpus tradidisse discipu -
lis.
CAPUT XXVIII.
VERS. 2. Terra motus factus est propter milites.
Angelus venit ob lapidem et mulieres.
VERS. 5. Nolite timere vos, dicit, magnum honorem illis hoc verbo præstans; timere enim, ait, solos
oportet Judæos.
VERS. 6. Cur non tarde nec cito resurrexit?
Quia citior illius resurrectio non accusationem
habuisset, tardior autem contradictionem invenisset.
VeRs. 7. Ultimam apparitionem reor csse eam
quæ facta est in Galilæa, quando illos misit ad baptizandum; deinde ascensio.
VERS. 19. Euntes docele omnes gentes, dogmatum
et virtutum doctrinam indicat.
ἀλλ' ἐξαρπάσαι, καθὰ καὶ ὁ ἑκατονταρχῆς τὸν Παῦ
λον ὕστερον· διὰ τοῦτο καὶ ἔγκλημα προσάπτει αυτ
τῷ ὁ Χριστὸς λέγων, ότι Μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει ὁ
παραδιδούς με σοί· ὥστε οὐδὲ ἐκεῖνος ἔξω ἦν
αμαρτίας.
Τίνος ένεκεν ἐφραγέλλωσιν παραδιδούς ἵνα στην
ρωθῇ; Σχήμα περιτιθέναι καταδίκου τῇ κρίσει βου
λόμενος.
Διὰ τί μέσον αὐτὸν τῶν λῃστῶν σταυροῦσιν; Ἵνα
τῇ δόξῃ τῇ ἐκείνων κοινωνήσῃ, καὶ τῷ δοκεῖν ὕβρις
αὐτῷ γένηται.
Πῶς ὁ μὲν Λουκάς φησιν, ὅτι ὁ εἷς λῃστὴς ἐπιτίμα
τῷ ἄλλῳ βλασφημοῦντι, ὁ δὲ Ματθαῖος ὅτι ἀμφότερα
ὕβριζον αὐτὸν καὶ ὠνείδιζον; 'Αμφότερα γέγονεν
πρότερον γὰρ ὠνείδιζον ἀμφότεροι, ὕστερον δὲ οὐχ
ότι.
Οὐκ ἦν ἐκλείψεως τρόπος δ ἐπὶ τὸν ἥλιον τότε γίν
γονεν· οὐ γὰρ τοσαύτας ώρας Εκλειψις κρατεί.
Θεέ μου,
Διὰ τί λέγει τὸ, Ηλί, Ηλί, τοῦτ' ἔστιν,
Θεέ μου, ἵνα τί με εγκατέλιπες; Ἵνα δείξῃ ότι
μέχρι τέλους ἐτίμα τὸν Πατέρα, καὶ οὐκ ἦν ἀντίθεος.
Τοῦ καταπετάσματος ἡ σχίσις ἐρημίαν τοῦ ναοῦ
σημαίνει. Καὶ ἄλλως· Τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ
ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω· μονονουχί
περιῤῥηξαμένων καὶ αὐτῶν τῶν πάλαι τὸ ἱερὸν
ἐνοικούντων ἀγγέλων περιῤῥηξάντων τε τὸ σεμνὸν
ὕφασμα, ὡς ἂν γυμνός καὶ ἔρημος ἀπολειφθεὶς τῆς
αὐτῶν φρουρᾶ; ὁ τῶν ἀδάτων καὶ ἀδύτων τύπος,
Έτοιμος ἐχθροῖς καὶ πολεμίοις κατασταίη.
Ο κεντυρίων διὰ τοῦτο ἐπίστευσεν, ὅτι μετ'
εξουσίας ἀπέθανεν· φασὶν δὲ ὅτι καὶ μαρτύριόν
ἐστιν τοῦ κεντυρίωνος, τούτου ανδρισαμένου ἐν τῇ
πίστει καὶ μαρτυρήσαντος.
Η τοῦ Κυρίου Μήτηρ· ταύτην γὰρ Ἰακώβου 13ρίαν καλεῖ.
Ως βούλεσθε σφραγίσασθε, λέγει, ἀπαλλάττων
πάντας ὑποψίας· ἐδύναντο γὰρ εἰπεῖν, εἰ οὐκ ἐσ
φράγισαν, ὅτι οἱ στρατιῶται παραδεδώκασιν τὸ σῶμα
τοῖς μαθηταῖς.
Ο σεισμός γίνεται διὰ τοὺς στρατιώτας. Ὁ ἄγγε
λος ἦλθεν τοῦ λίθου ἕνεκεν καὶ διὰ τὰς γυναῖκας.
Μὴ φοβεῖσθε ὑμεῖς, λέγει, πολλὴν τὴν τιμήν
ἐνδεικνύμενος εἰς αὐτάς· φοβεῖσθαι γάρ, φησίν, μέ
νους δεῖ τοὺς Ἰουδαίους.
Διὰ τί οὔτε βραδέως ἀνέστη οὔτε ταχέως; Ότι τ
μὲν θάττον ἀναστῆναι αὐτὸν, οὐκ εἶχεν ἔγκλημα
δὲ βραδέως, εἶχον ἀντιλέγειν.
Εσχάτην όψιν εἶναι νομίζω τὴν ἐν τῇ Γαλιλαία,
ὅτε αὐτοὺς ἐξέπεμπε βαπτίσοντας· εἶτα τῆς ἀνα
λήψεως.
Τό, Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη,
τὴν τῶν δογμάτων καὶ τὴν τῶν ἀρετῶν διδαχὴν
λέγει.
Распознавание текста
col. 1171–1172page 74 of 200
PG 106:1171Τῶν ἀποστόλων μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου μὴ ὄντων ἐν ζωῇ, πῶς λέγει Χριστός, Ἔσομαι μεθ' ὑμῶν μέχρι τούτου; Ὡς ἐνὶ σώματι διαλέγεται πᾶσι τοῖς πιστοῖς. ΕΙΣ ΜΑΡΚΟΝ. ΚΕΦΑΛ. Θ'. Ερωτᾷ πόσον χρόνον ἔχει τοῦτο παθῶν, οὐχ ὡς ἀγνοῶν, ἀλλ' εἰς χρηστὰς ἐλπίδας αὐτὸν ἄγων. Τό, Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι, τοιοῦτόν ἐστιν· εἰς αὐτὸν περιτρέπει τὸ ἔγκλημα, δεικνὺς αὐτῷ, ὅτι Ἐὰν πιστεύσῃς, δύ νασαι καὶ αὐτὸς θεραπεύειν. Αφίησιν αὐτὸν σπαράττεσθαι, οὐ πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ διὰ τὸν πατέρα, ἵνα πλέον θαυμάσας ἐπαναχθῇ εἰς πίστιν· ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους συναγομένους, ἐπε ετίμησεν, φεύγων τὸ φιλότιμον. Σεληνιαζόμενον αὐτὸν καλεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς ἀπὸ τῆς τῶν πολλῶν ψευδοῦς ὑπονοίας. Ἐρωτῶσιν διὰ τί οὐκ ἠδυνήθησαν τὸν δαίμονα ἐκε βαλεῖν, ἀγωνιώντες μήποτε τὴν χάριν ἀπώλεσαν. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Ἐκεῖνος άνθρωπον αὐτὸν ἐνόμιζεν εἶναι καὶ οὐ Θεόν· καὶ τοῦτον ἔχει τὸν νοῦν ἡ ἀπόκρισις· Εἰ μὲν γάρ, φησίν, ἄνθρωπόν με νομίζεις καὶ οὐ Θεὸν εἶναι, μή με λέγῃς ἀγαθόν· οὐ γὰρ διαφέρει ἀνα θρωπίνη φύσει τὴ ἀγαθὸν, ἀλλὰ Θεῷ μόνῳ. Καὶ ἐπιφέρει· Τὰς ἐντολὰς οἶδας. Εἰρηκότος δὲ ἐκείνου Ποίας; ἔφη τλ, Ου μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀπεκρίνατο λέγων· Ταῦτα πάντα ἐφύ λαξα ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; Εφη αὐτῷ Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ύπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ· καὶ λαβὼν τὸν σταυρόν σου ἀκολουθεῖ μοι. Διὰ τούτου οὖν ἔδειξεν ὅτι καὶ αὐτῷ διαφέρει τὸ ἀγαθόν· οὐ γὰρ τῷ μὴ ἀγαθῷ δύναταί τις ἀκολουθῶν, ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσαι. Πράγμα προμελετηθὲν οὐκ ἔχει τὴν ἀπὸ τοῦ αιφνιδίου ταραχήν· ὅπερ καὶ ὁ Δαβίδ ἔλεγεν· Ετοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην· τοῦτο καὶ ἐν ταῖς βρονταῖς γίνεται· προλαβοῦσα γὰρ ἡ ἀστραπὴ διδά σκει τὸν νοῦν, ὅτι δεῖ δέξασθαι τὴν βροντήν, ἵνα τῇ προσδοκίᾳ λύσῃ τὸν μείζονα φόβον· οὕτω καὶ ὁ Σω τὴρ ἵνα μὴ ἀθρόον ὑπὸ τοῦ πάθους ταραχθῶσιν οἱ μαθητα, πολλάκις εἶπεν· Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ιεροσόλυμα καὶ οὐδὲν ἧττον εθορύβησαν ὑπὸ τοῦ πάθου;· ὡς τὸν Σωτῆρα ὀνειδίσαι τοὺς ἀποστόλους, καὶ εἰπεῖν μετὰ τὴν ἀνάστασιν· Οὗτοί εἰσιν οἱ λόο
SCHOLIA VETERA IN MARCUM.
Τῶν ἀποστόλων μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου μὴ
ὄντων ἐν ζωῇ, πῶς λέγει Χριστός, Ἔσομαι μεθ'
ὑμῶν μέχρι τούτου; Ὡς ἐνὶ σώματι διαλέγεται
πᾶσι τοῖς πιστοῖς.
Vers. 20. Apostolis usque ad consummationem
mundi non viventibus, quomodo dicit Christus:
Ero vobiscum usque ad consummationem sæculi?
Quia unɔ corpore omnibus credentibus unitur.
ΕΙΣ ΜΑΡΚΟΝ.
SCHOLIA IN MARCI EVANGELIUM
Ex iisdem membranis bibliotheca Vaticana.
!
Ερωτᾷ πόσον χρόνον ἔχει τοῦτο παθῶν, οὐχ ὡς
ἀγνοῶν, ἀλλ' εἰς χρηστὰς ἐλπίδας αὐτὸν ἄγων.
Τό, Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ
πιστεύοντι, τοιοῦτόν ἐστιν· εἰς αὐτὸν περιτρέπει
τὸ ἔγκλημα, δεικνὺς αὐτῷ, ὅτι Ἐὰν πιστεύσῃς, δύνασαι καὶ αὐτὸς θεραπεύειν.
Αφίησιν αὐτὸν σπαράττεσθαι, οὐ πρὸς ἐπίδειξιν,
ἀλλὰ διὰ τὸν πατέρα, ἵνα πλέον θαυμάσας ἐπαναχθῇ
εἰς πίστιν· ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους συναγομένους, ἐπε
ετίμησεν, φεύγων τὸ φιλότιμον. Σεληνιαζόμενον αὐτὸν
καλεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς ἀπὸ τῆς τῶν πολλῶν ψευδοῦς
ὑπονοίας.
Ἐρωτῶσιν διὰ τί οὐκ ἠδυνήθησαν τὸν δαίμονα ἐκ- ε
βαλεῖν, ἀγωνιώντες μήποτε τὴν χάριν ἀπώλεσαν.
Ἐκεῖνος άνθρωπον αὐτὸν ἐνόμιζεν εἶναι καὶ οὐ
Θεόν· καὶ τοῦτον ἔχει τὸν νοῦν ἡ ἀπόκρισις· Εἰ μὲν
γάρ, φησίν, ἄνθρωπόν με νομίζεις καὶ οὐ Θεὸν
εἶναι, μή με λέγῃς ἀγαθόν· οὐ γὰρ διαφέρει ἀνα
θρωπίνη φύσει τὴ ἀγαθὸν, ἀλλὰ Θεῷ μόνῳ. Καὶ
ἐπιφέρει· Τὰς ἐντολὰς οἶδας. Εἰρηκότος δὲ ἐκείνου
Ποίας; ἔφη τλ, Ου μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, καὶ
τὰ ἑξῆς. Ἀπεκρίνατο λέγων· Ταῦτα πάντα ἐφύ
λαξα ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ; Εφη αὐτῷ·
Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ύπαγε πώλησόν σου τὰ
ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν
ἐν οὐρανῷ· καὶ λαβὼν τὸν σταυρόν σου ἀκολού
θει μοι. Διὰ τούτου οὖν ἔδειξεν ὅτι καὶ αὐτῷ διαφέρει τὸ ἀγαθόν· οὐ γὰρ τῷ μὴ ἀγαθῷ δύναταί τις
ἀκολουθῶν, ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσαι.
Πράγμα προμελετηθὲν οὐκ ἔχει τὴν ἀπὸ τοῦ
αιφνιδίου ταραχήν· ὅπερ καὶ ὁ Δαβίδ ἔλεγεν· ετοι·
μάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην· τοῦτο καὶ ἐν ταῖς
βρονταῖς γίνεται· προλαβοῦσα γὰρ ἡ ἀστραπὴ διδά
σκει τὸν νοῦν, ὅτι δεῖ δέξασθαι τὴν βροντήν, ἵνα τῇ
προσδοκίᾳ λύσῃ τὸν μείζονα φόβον· οὕτω καὶ ὁ Σω
τὴρ ἵνα μὴ ἀθρόον ὑπὸ τοῦ πάθους ταραχθῶσιν οἱ
μαθητα, πολλάκις εἶπεν· Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς
Ιεροσόλυμα καὶ οὐδὲν ἧττον εθορύβησαν ὑπὸ τοῦ
πάθου;· ὡς τὸν Σωτῆρα ὀνειδίσαι τοὺς ἀποστόλους,
καὶ εἰπεῖν μετὰ τὴν ἀνάστασιν· Οὗτοί εἰσιν οἱ λόο
CAPUT IX.
VERS. 20. Rogat quantum temporis est ex quo
ei hoc accidit, non ut ignorans, sed in spem salutarem illum agens.
VERS. 22. Si poles credere, omnia possibilia sunt
credenti; ita intelligi debet: in ipsum culpam rejicit, ostendens, quia Si crederes, posses et ipse
sanare.
Vres. 25. Sinit eum discerpi, non in ostentationem, sed propter patrem, ut magis admiratus
adducatur ad fidem; videns autem turbas congregalas, increpavit fugiens ambitionem. Lunaticum
hunc vocat evangelista ab erronea multorum opizione.
VERS. 27. Interrogant quare non potuissent ejicore dæmonium, anxii ne gratiam forte perdiderint.
CAPUT I.
VERS. 18. Iste hominem illum putabat esse, non.
Deum; et sensum hunc habet responsio. Si enim,
inquit, hominem me putas et non Deum esse, ne medicas bonum: non enim pertinet ad humanam
naturam bonitas, sed ad Deum solum. Et adjicit:
Precepta nosti; rogante autem eo, Qua? dicit: Non
adulterabis, non occides, etc. Respondit dicens:
Hæc omnia observavi a juventute mea, quid adhue
deest? dixit illi: Si vis perfectus esse, rade, vende
quæcunque possides, et da pauperibus, et habebis
thesaurum in cœlo; et tollens crucem tuam sequere
me. Per hoc igitur ostendit ei sibi bonitatem convenire, non enim non bonum aliquls sequi potest, ad
possidendam vitam æternam.
VERS. 33. Res præmeditata noa habet hanc e
repentino turbationem. Quod et David dixit: Paratus sum et non sum turbatus: hoc in tonitru accidit.
Præmissum enim fulgur monetmentem, expectandum
esse tonitru, ut exspectatione solvatur major metus:
ita etiam Salvator ne simul in passione turbentur
discipuli, sæpius dicit: Ecce ascendimus Jerosoly -
mam; et non minus in passione turbati sunt; ita.
ut Salvator objurgare debeat apostolos et dicere
post resurrectionem: Mi sunt sermones mei quos
dixi vobis, quia oportet Filium hominis multa pati.
Распознавание текста
col. 1173–1174page 75 of 200
PG 106:1173γοι μου οὓς ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν. Ωνείδιζεν αὐτοὺς ὅτι τὸν σκοπὸν οὐκ ἐπλήρωσαν, δι᾽ ἂν ὁ Σωτὴρ προείπεν, Προείπον, φησίν, ἵνα μὴ ταραχθῆτε, καὶ ὁ θόρυ βος ὑμῶν ἐκράτησεν. ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'. Πληγὴν ἀνθρώποις οὐκ ἐπήνεγκεν πώποτε, ἀλλ' ἐν εὐργεσίαις μόναις τὴν δύναμιν ἐπεδείξατο. Δεῖξαι οὖν βουλόμενος, ὅτι καὶ κολάζειν ἐστὶν δυνατός, οὐκ ἀνθρώπους ἀνεῖλεν, ἀλλὰ συχῆν κατεξήρανεν. ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Οὐδὲ τῇ λέξει λυπεῖ· οὐ γὰρ εἶπεν, Φοβηθήσονται τὸν Υἱόν, ἀλλ᾽, Εντραπήσονται· ὡς περὶ καθό μων, οὐ πονηρῶν, διαλεχθείς· καὶ μὴν οὐκ ἐνετράπησαν, ἀλλ᾽ ἀπέκτειναν μᾶλλον. Αρ' οὖν τους μέλο λοντας ἡγνόησεν ὁ Πατήρ; Καὶ οὐκ ἀγνοεῖ μόνον, ἀλλὰ καὶ προλέγει· οἱ δὲ οὐκ ἐνετράπησαν· ἄπαγ τῆς μανίας! Οὐ γὰρ ψεύδεται Πατήρ, ἀλλὰ πρὸς τὸ χρήσιμον τὴν ἄγνοιαν πλάττει· διὰ τοῦτο καὶ ὁ Υιός μιμούμενος τὸν Πατέρα, καὶ κατὰ τοῦτο τὴν πρὸς αὐτὸν δεικνὺς ὁμοιότητα. ΚΕΦΑΛ. ΙΓ. Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, φησὶν, οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ ὁ Υἱός· οὐκ ἀγνοῶν τὴν ἡμέραν ἦς ἐστιν ποιητής, ἀλλὰ πρὸς τὸ χρήσιμον τῶν ἀνθρώ των πλαττόμενος ἄγνοιαν. Οὐ γὰρ συνέφερεν τας ἀνθρώποις τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ὥσπερ οὐδὲ ἑκάστῳ συμφέρει μαθεῖν τῆς τελευτῆς τὴν ἡμέραν. Εμελλεν γάρ τις τῇ προγνώσει θαῤῥῶν πάντα μὲν τὸν χρόνον κακίᾳ καὶ πονηρίᾳ συζήν, κατ' αὐτὴν δὲ τὴν ἡμέραν εὐλάβειαν πλάττεσθαι· νῦν δὲ τὸ ἄδηλον τῆς ἡμέρας σπουδαίους τους βουλομένους ποιεί, ἑκάστην ἡμέραν ἐσχάτην νομίζοντας. Πῶς εἶν φησιν, Εντραπήσονται τον Υιόν μου; Τὸ πρέπον γενέσθαι καὶ ὀφείλον εἰπὼν, οὐ τὸ ἐκβησόμενον πάντως· ἅμα καὶ κλέπτων αὐτῶν τὴν πρὸς τὸ χεῖρον ῥοπὴν, καὶ συλῶν κολακείαν πρὸς τὸ συμφέρον. Εἰ μὲν γὰρ εἶπεν, Πέμψωμεν τὸν Υἱόν, οἶδα δὲ ὅτι σταυρώσουσι τοῦτον· εὐθὺς κατὰ τῶν εὐαγγελίων ήρπαζεν τὴν φωνὴν ὁ Ἰουδαῖος· Αὐτὸς εἶπεν, ὅτι σταυρώσομεν αὐτόν· καὶ πῶς ἐμέλλομεν μὴ σταυροῦν; πῶς ἀπόφασιν ἀνελεῖν ἐδυνάμεθα θείαν; Διὰ τοῦτό φησιν· Ἐντραπήσονται τὸν Υἱόν μου. Τί γὰρ οὐκ ἔπραξεν ὁ Υἱὸς ἐντρέψαι τούτους δυνά μενον; Καὶ πρῶτον ὅτι Δεσπότης ὤν, μορφὴν δουλικὴν ἐπορίσατο, καὶ θνητὸν ἐνδὺς ἀθανασίαν διένειμεν, αὐτὴν τὴν παρουσίαν ποιησάμενος ήμερον, ὡς εἰς τῶν προλαβόντων δούλων, μᾶλλον δὲ καὶ μετριωτέραν οἱ μὲν γὰρ καὶ κτημάτων ευπόρουν, αὐτὸς δὲ οὐδὲ ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίναι· καὶ οἱ μὲν δοῦλοι πολλάκις καὶ πληγὰς ἐπήνεγκαν τούτοις, αὐτὸς δὲ πληγὴν ἀν θρώποις οὐκ ἐπήνεγκεν πώποτε, ἀλλ' ἐν εὐεργεσία μόναις τὴν δύναμιν ἐπεδείξατο, Δεῦτε πρός με, βοῶν, οὐκ ἀναμένων ἐκείνους αὐτῷ προσελθεῖν. Αντὶ τοῦ, οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἂν ᾄδει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ ἐπεὶδ' ὁ Πατὴρ οἶδε, καὶ ὁ Υἱός. ΚΕΦΑΛ. 13. Τὰ δύο τηρεῖ· καὶ τοὺς ἀποστόλους ἐφοδιάζει
lilos objurgavit quod propositum non impleverint, γοι μου οὓς ἔλεγον ὑμῖν, ὅτι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ
propter quod Salvator prædixerat. Prædizi, inquit,
ut non turbemini, et turbatio vos occupavit.
CAPUT XI.
VERS. 20. Plagam hominibus nunquam intulit,
sed in beneficiis tantum potestatem ostendit.
Volens ergo ostendere sibi possibile esse castigare, non homines destruxit, sed ficum siccavit.
CAPUT XII.
VERS. 6. Non voce utitur austera. Non enim
dicit: Timebunt filium meum, sed, Reverebuntur,
ut de negligentibus et non malignis locutus; et
ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν. Ωνείδιζεν αὐτοὺς ὅτι τὸν
σκοπὸν οὐκ ἐπλήρωσαν, δι᾽ ἂν ὁ Σωτὴρ προείπεν,
Προείπον, φησίν, ἵνα μὴ ταραχθῆτε, καὶ ὁ θόρυ
βος ὑμῶν ἐκράτησεν.
Πληγὴν ἀνθρώποις οὐκ ἐπήνεγκεν πώποτε, ἀλλ'
ἐν εὐργεσίαις μόναις τὴν δύναμιν ἐπεδείξατο. Δεῖξαι
οὖν βουλόμενος, ὅτι καὶ κολάζειν ἐστὶν δυνατός, οὐκ
ἀνθρώπους ἀνεῖλεν, ἀλλὰ συχῆν κατεξήρανεν.
Οὐδὲ τῇ λέξει λυπεῖ· οὐ γὰρ εἶπεν, Φοβηθήσονται
τὸν Υἱόν, ἀλλ᾽, Εντραπήσονται· ὡς περὶ καθό
μων, οὐ πονηρῶν, διαλεχθείς· καὶ μὴν οὐκ ἐνετρά
certe non reveriti sunt, sed potius occiderunt. πησαν, ἀλλ᾽ ἀπέκτειναν μᾶλλον. Αρ' οὖν τους μέλο
Num igitur quod facere debebant ignoravit Pater?
non solum non ignorat, sed et prædicit; hi non
reveriti sunt. Proh dementia! Non enim mentitur
Pater, sed ad utilitatem ignorantiam simulat. Ideo
et Filius imitatur Patrem, et in hoc ostendit cum
illo similitudinem.
CAPUT XIII.
VERS. 32. De die autem illo, inquit, nemo scit
neque Filius. Non ignorat diem cujus auctor
ipse est,'sed ad utilitatem hominum ignorantiam simulat. Non enim proderat hominibus scire judicii
diem, ut non cuique prodest scire mortis diem.
Quisque enim præscientia ista fidens omne tempus
in peccato et nequitia consumeret, ad ipsam autem
diem pietatem prorogaret. Nunc vero inscientia diei
studiosos eos qui volunt efficit, quamque diem
ultimam putantes. Quomodo igitur dicit: Reverebuntur Filium meum? Quod decet et debetur exsequendo et nunquam violando: simul dissimulat
corum ad pejus propensionem, et punitionem ad
beneficium vertit. Si enim dixisset: Mittamus
Filium, scio autem quod illum crucifigent, statim contra Evangelia vocem corripuisset Judæus: Hic dixit quod illum crucifigam, et quomodo
debuisset non crucifigi? quomodo assertionem divinam eludere possemus? Ideo dicit: Reverebuntur
Filium meum. Quid enim non fecit Filius quod
convertere illos posset? Primum, Dominus cum esset,
formam servi accepit et mortale induens immorta-D
litatem communicavit, ipsum adventum præstans
mansuetum, ut unus præcedentium servorum,
multo autem vel modestiorem. Illi enim bonis ſruebantur, ille vero non habebat ubi caput reclinaret;
et servi quidem sæpe plagas his intulerunt, ille
vero plagam hominibus nunquam intulit, sed beneficiis solum potestatem exhibuit: Venite ad me, clamat, non exspectans donec hi ad se accederent.
Pro, Neque Filius sciret, nisi Paler, cum Pater et Filius sciunt.
CAPUT XIV.
VERS. 15. Duo hae observat: apostolos instruit
λοντας ἡγνόησεν ὁ Πατήρ; Καὶ οὐκ ἀγνοεῖ μόνον,
ἀλλὰ καὶ προλέγει· οἱ δὲ οὐκ ἐνετράπησαν· ἄπαγ
τῆς μανίας! Οὐ γὰρ ψεύδεται Πατήρ, ἀλλὰ πρὸς τὸ
χρήσιμον τὴν ἄγνοιαν πλάττει· διὰ τοῦτο καὶ ὁ
Υιός μιμούμενος τὸν Πατέρα, καὶ κατὰ τοῦτο τὴν
πρὸς αὐτὸν δεικνὺς ὁμοιότητα.
Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, φησὶν, οὐδεὶς
οἶδεν, οὐδὲ ὁ Υἱός· οὐκ ἀγνοῶν τὴν ἡμέραν ἦς
ἐστιν ποιητής, ἀλλὰ πρὸς τὸ χρήσιμον τῶν ἀνθρώ
των πλαττόμενος ἄγνοιαν. Οὐ γὰρ συνέφερεν τας
ἀνθρώποις τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ὥσπερ οὐδὲ
ἑκάστῳ συμφέρει μαθεῖν τῆς τελευτῆς τὴν ἡμέραν.
Εμελλεν γάρ τις τῇ προγνώσει θαῤῥῶν πάντα μὲν
τὸν χρόνον κακίᾳ καὶ πονηρίᾳ συζήν, κατ' αὐτὴν δὲ
τὴν ἡμέραν εὐλάβειαν πλάττεσθαι· νῦν δὲ τὸ ἄδηλον
τῆς ἡμέρας σπουδαίους τους βουλομένους ποιεί,
ἑκάστην ἡμέραν ἐσχάτην νομίζοντας. Πῶς εἶν
φησιν, Εντραπήσονται τον Υιόν μου; Τὸ πρέπον
γενέσθαι καὶ ὀφείλον εἰπὼν, οὐ τὸ ἐκβησόμενον
πάντως· ἅμα καὶ κλέπτων αὐτῶν τὴν πρὸς τὸ
χεῖρον ῥοπὴν, καὶ συλῶν κολακείαν πρὸς τὸ συμφέρον. Εἰ μὲν γὰρ εἶπεν, Πέμψωμεν τὸν Υἱόν, οἶδα δὲ
ὅτι σταυρώσουσι τοῦτον· εὐθὺς κατὰ τῶν Εὐαγγε
λίων ήρπαζεν τὴν φωνὴν ὁ Ἰουδαῖος· Αὐτὸς εἶπεν,
ὅτι σταυρώσομεν αὐτόν· καὶ πῶς ἐμέλλομεν μὴ
σταυροῦν; πῶς ἀπόφασιν ἀνελεῖν ἐδυνάμεθα θείαν;
Διὰ τοῦτό φησιν· Ἐντραπήσονται τὸν Υἱόν μου.
Τί γὰρ οὐκ ἔπραξεν ὁ Υἱὸς ἐντρέψαι τούτους δυνά
μενον; Καὶ πρῶτον ὅτι Δεσπότης ὤν, μορφὴν δουλι
κὴν ἐπορίσατο, καὶ θνητὸν ἐνδὺς ἀθανασίαν διένειμεν,
αὐτὴν τὴν παρουσίαν ποιησάμενος ήμερον, ὡς εἰς τῶν
προλαβόντων δούλων, μᾶλλον δὲ καὶ μετριωτέραν οἱ
μὲν γὰρ καὶ κτημάτων ευπόρουν, αὐτὸς δὲ οὐδὲ
ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίναι· καὶ οἱ μὲν δοῦλοι πολλάκις
καὶ πληγὰς ἐπήνεγκαν τούτοις, αὐτὸς δὲ πληγὴν ἀν
θρώποις οὐκ ἐπήνεγκεν πώποτε, ἀλλ' ἐν εὐεργεσία
μόναις τὴν δύναμιν ἐπεδείξατο, Δεῦτε πρός με,
βοῶν, οὐκ ἀναμένων ἐκείνους αὐτῷ προσελθεῖν.
Αντὶ τοῦ, οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἂν ᾄδει, εἰ μὴ ὁ Πατήρ
ἐπεὶδ' ὁ Πατὴρ οἶδε, καὶ ὁ Υἱός.
Τὰ δύο τηρεῖ· καὶ τοὺς ἀποστόλους ἐφοδιάζει
Распознавание текста
Ancient Scholia on MarkScholia vetera in Marcum
col. 1175–1176page 76 of 200
PG 106:1175ἐρωτῆσαι τὸν οἰκοδεσπότην· καὶ ἵνα μὴ νομίσωσιν ἀγνοεῖν, τὸν τόπον λέγει· Αὐτὸς ὑμῖν δείξει ἀνά γαιον μέγα έστρωμένον. Εἰ προλέγεις τὸν τόπον, διὰ τί λέγεις τοῖς μαθηταῖς ἐρωτῆσαι περὶ τοῦ τό που; Πρὶν ἐρωτήσομεν· τί οὖν ἐρωτῶμεν; Ναί, φησίν· κἀμοὶ πρέπει προλέγειν ὡς Θεῷ, καὶ ὑμᾶς ἐρωτᾷν ὡς ἀνθρώπους· οὐδαμοῦ δὲ Χριστός παρα δίδωσι τὸ μυστήριον ἐν ταπεινοῖς τόποις, ἀλλ' ἐν τῇ ὀρεινῇ ἢ ἐν ὑπερώῳ· οὐδὲν γὰρ κατάγαιον ἐπὶ Χρι στοῦ· διὰ τοῦτο καὶ ὅτε τὴν ἐπιφοίτησιν ἐδέχοντο τοῦ ἁγίου Πνεύματος οἱ ἀπόστολοι, ἐν ὑπερῴῳ ἦσαν συνο ηγμένοι. Τότε, φησὶν, ἀπέστειλεν δύο ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἑτοιμάσαι τὸ Πάσχα, Πέτρον καὶ 'Ιωάννην. Πέτρος ἦν ὁ ὁμολογήσας, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος· Ἰωάν νης δὲ ἔμελλε κηρύττειν τὸν Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Αποστέλλει τὸν θεμέλιον τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸν υἱὸν τῆς βροντῆς· ἵνα ἐν μὲν τῷ θεμελίῳ πήξῃ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον, ἐν δὲ τῷ υἱῷ τῆς βροντῆς, ἀστράψῃ τὰ τῆς εὐσεβείας εντάλματα. Πάν λιν διὰ τί Πέτρον καὶ Ἰωάννην ἀποστέλλει; Ἰωάν της παρθένος ἦν, Πέτρος ἀπὸ σεμνογαμίας, ἵνα δειχθῇ ὅτι καὶ τῇ σεμνογαμίᾳ καὶ τῇ παρθενία ἤπλωται τὸ δῶρον· καὶ γίνονται κοινωνοί τοῦ Πάσχα καὶ οἱ ἐν σεμνογαμίᾳ καὶ οἱ ἐν παρθενία καλῶς ζῶντες· ἀποστέλλει παρθενίαν καὶ σεμνογα μίαν ἑτοιμάσαι αὐτῷ τὸ πάσχα· ὥσπερ ἐν τῷ ὄρει Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν παρέστησεν· τὸν μὲν ἀπὸ σε μνογαμίας, τὸν δὲ ἀπὸ παρθενίας λάμποντα, ἵνα φανῇ σεμνογαμία καὶ παρθενία παρεστώσαι Χριστῷ. ΚΕΦΑΛ. ΙΕ Ἀντὶ τοῦ, λαμπράν καὶ μηδὲν θανάτου φέρουσαν σημεῖον· διὸ καὶ τὸν κεντυρίωνα πλέον τοῦτο ἢ τὸ καταπέτασμα σχιζόμενον εἰς τὴν περὶ τοῦ Υἱοῦ θεογνωσίαν ἐπηγάγετο. Τί δ᾽ ἦν ὁ ἔκραξεν, ἢ τὸ, Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμάμου; ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΛΑΙΑ ΕΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ. Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ανατάξασθαι διήγησιν ἀντὶ τοῦ, ὅτι χωρὶς χαρίσματος ἦλθον εἰς τὴν ἀνα γραφὴν τοῦ Εὐαγγελίου· τί οὖν ἐστιν ὁ λέγει; Το
putent, locum dicit: Ipse vobis ostendet cœnaculum
grande stratum. Si locum prædicis, cur dicis discipulis ut interrogent de loco? prius rogabimus:
Quid igitur interrogamus? Ita, dicit, et mihi convenit prædicere tanquam Deo, et vobis interrogare
ut hominibus. Minime autem Christus tradit mysterium in humilibus locis, sed in elevato et sublimi.
Nullum enim erat humile et terrenum in Christo.
Ideo et quando communicationem sancti Spiritus
receperunt apostoli, in alto loco congregati erant.
Tunc dicitur Mittit duos ex discipulis suis ut
pararent Pascha, Petrum et Joannem. Petrus erat
qui confessus fuerat, Tu es Christus Filius Dei
viventis; Joannes autem debebat annuntiare: In
principio erat Verbum et Verbum erat apud Deum,
ἐρωτῆσαι τὸν οἰκοδεσπότην· καὶ ἵνα μὴ νομίσωσιν ad interrogandum de domus domino, et ne ignorare
ἀγνοεῖν, τὸν τόπον λέγει· Αὐτὸς ὑμῖν δείξει ἀνάγαιον μέγα έστρωμένον. Εἰ προλέγεις τὸν τόπον,
διὰ τί λέγεις τοῖς μαθηταῖς ἐρωτῆσαι περὶ τοῦ τό
που; Πρὶν ἐρωτήσομεν· τί οὖν ἐρωτῶμεν; Ναί,
φησίν· κἀμοὶ πρέπει προλέγειν ὡς Θεῷ, καὶ ὑμᾶς
ἐρωτᾷν ὡς ἀνθρώπους· οὐδαμοῦ δὲ Χριστός παραδίδωσι τὸ μυστήριον ἐν ταπεινοῖς τόποις, ἀλλ' ἐν τῇ
ὀρεινῇ ἢ ἐν ὑπερώῳ· οὐδὲν γὰρ κατάγαιον ἐπὶ Χριστοῦ· διὰ τοῦτο καὶ ὅτε τὴν ἐπιφοίτησιν ἐδέχοντο τοῦ
ἁγίου Πνεύματος οἱ ἀπόστολοι, ἐν ὑπερῴῳ ἦσαν συνο
ηγμένοι. Τότε, φησὶν, ἀπέστειλεν δύο ἐκ τῶν
μαθητῶν αὐτοῦ ἑτοιμάσαι τὸ Πάσχα, Πέτρον
καὶ 'Ιωάννην. Πέτρος ἦν ὁ ὁμολογήσας, ὅτι Σὺ εἶ
ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος· Ἰωάν
νης δὲ ἔμελλε κηρύττειν τὸν Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος,
καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ
Λόγος. Αποστέλλει τὸν θεμέλιον τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ τὸν υἱὸν τῆς βροντῆς· ἵνα ἐν μὲν τῷ θεμελίῳ
πήξῃ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον, ἐν δὲ τῷ υἱῷ τῆς
βροντῆς, ἀστράψῃ τὰ τῆς εὐσεβείας εντάλματα. Πάν
λιν διὰ τί Πέτρον καὶ Ἰωάννην ἀποστέλλει; Ἰωάν
της παρθένος ἦν, Πέτρος ἀπὸ σεμνογαμίας, ἵνα
δειχθῇ ὅτι καὶ τῇ σεμνογαμίᾳ καὶ τῇ παρθενία
ἤπλωται τὸ δῶρον· καὶ γίνονται κοινωνοί τοῦ
Πάσχα καὶ οἱ ἐν σεμνογαμίᾳ καὶ οἱ ἐν παρθενία
καλῶς ζῶντες· ἀποστέλλει παρθενίαν καὶ σεμνογαμίαν ἑτοιμάσαι αὐτῷ τὸ πάσχα· ὥσπερ ἐν τῷ ὄρει
Μωϋσῆν καὶ Ἠλίαν παρέστησεν· τὸν μὲν ἀπὸ σεμνογαμίας, τὸν δὲ ἀπὸ παρθενίας λάμποντα, ἵνα
φανῇ σεμνογαμία καὶ παρθενία παρεστώσαι Χριστῷ.
Ἀντὶ τοῦ, λαμπράν καὶ μηδὲν θανάτου φέρουσαν
σημεῖον· διὸ καὶ τὸν κεντυρίωνα πλέον τοῦτο ἢ τὸ
καταπέτασμα σχιζόμενον εἰς τὴν περὶ τοῦ Υἱοῦ
θεογνωσίαν ἐπηγάγετο. Τί δ᾽ ἦν ὁ ἔκραξεν, ἢ τὸ,
Πάτερ, εἰς χεῖρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά
μου;
€
et Deus erat Verbum. Mittit Ecclesiæ fundamentum,
et Alium tonitrui, ut in fundamento quidem figat
religionis mysterium, in filio autem tonitrui, fulminet religionis præcepta. Iterum cur Petrum et
Joannem mittit? Joannes virgo erat, Petrus in
bonorabili conjugio: ut ostenderetur quod et honorabili conjugio et virginitati effusum sit donum; et
flunt Paɛchæ communicantes qui in honorabili conjugio et qui in virginitate bene vivunt. Miuit virginitatem et honorabile conjugium ut parent illi
Pascha; ut in monte Moysen et Eliam produxit,
illum quidem in honorabili conjugio, hunc vero in
virginitate elucentem, ut ostendatur honorabile conjugium et virginitatem astitisse juxta Christum.
CAPUT XV.
VERS. 37. Pro, vocem validam et nullum mortis
signum ferentein. Ideo et istud magis quam veli
scissio centurionem ad Dei in Filio agnitionem perduxit. Quid vero clamavit? Illud certe: Pater, in
manus tuas commendo spiritum meum.
ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΛΑΙΑ
ΕΙΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ.
(Ex antiquis membranis bibliothecæ Vaticană. Mai Class. Auct., tom. IX, p. 431.)
Ἐπειδὴ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ανατάξασθαι διήγησιν
ἀντὶ τοῦ, ὅτι χωρὶς χαρίσματος ἦλθον εἰς τὴν ἀναγραφὴν τοῦ Εὐαγγελίου· τί οὖν ἐστιν ὁ λέγει; Το
CAPUT PRIMUM.
VERS. 1. Quoniam multi conati sunt ordinare
narrationem, pro, cum sine dono gratiæ accessernnt
a | scriptionem Evangelii: quid est igitur quod dicit?
Распознавание текста
col. 1177–1178page 77 of 200
PG 106:1177ἐπιγεγραμμένον κατὰ Αἰγυπτίους Εὐαγγέλιον, και τὸ ἐπιγεγραμμένον τῶν Δώδεκα Ευαγγέλιον ἀνατρί ψαντες ἐπεχείρησαν, ἀλλὰ ψευδῶς εἰς ἄλλων διομ. Οἱ δὲ εὐαγγελισταί οὐκ ἐπεχείρησαν καὶ ἀτέλεσ.1 κατέλιπον, διὰ τὸ μὴ καλῶς γράψαι· ἔγραψαν γὰρ ἀληθῶς, ὅτι ὁ λέγει ὁ Παῦλος. Οὗ ὁ ἔπαινος ἐκ |Ι. ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, τὸν Λουκᾶν λέγει τὸν ἀπόστολον, Τί λέγει ἐξ ἐφημερίας Αβιά; Ότι δύο ἦσαν κατά διαδοχὴν ἱερεῖς τὴν λειτουργίαν ποιοῦντες, ὁ ᾿Αβιά, καὶ ὁ Ζαχαρίας. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖνος ἐλειτούργησε μετ' ἐκεῖνον λειτουργεί, φησί, Ζαχαρίας. Πρῶτον μὲν τῷ σχήματι τὸν ἱερέα φοβεῖ, ἵν᾿ εὐλαβέστερος ἐκεῖνες τῷ φόβῳ γενόμενος, δέξηται περιχαρῶς τὸ μυστήριον. Τί τοῦτο γάρ; φησί· πολλάκις θυσίας προς αγαγών ἄγγελον οὐκ ἐθεασάμην· οὐκ ᾿Απρὼν ὁ τιμέ της ἀρχιερεὺς ἄγγελον εἶδεν εἰς τὸν ναὸν εἰσελθών, οὐκ Ἰωσεδέκ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας. Ἐν ἀπόροις τοίνυν ὑπάρχοντι τῷ Ζαχαρίᾳ, καὶ φόβῳ πολλῷ κατεχομέν τῷ (ἄδηλος γὰρ τέως ὁ σκοπός της όψεως ήν), της σει φωνὴν πρὸς αὐτὸν ὁ Γαβριὴλ χειραγωγῶν ἀφοβία εἶπεν δὲ πρὸς αὐτὴν ἄγγελος Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία. Πρῶτον μὲν αὐτοῦ διαλύει τὸν φόβον, ἵν᾿ ἀπαρέχει τῇ ψυχῇ τὴν ἀγγελίαν εἰσδέξηται. Ωσπερ γὰρ ἐπὶ σαλευομένῳ ὕδατι οὐκ ἔνεστιν ἀκριβῶς τὴν δύν ἐνοπτρίζεσθαι, οὕτως φόβῳ σαλευομένη ψυχή, είχ μία τε δέξασθαι διδασκαλίαν τινὰ μὴ καθαρθείσα τῷ φόβῳ· διὰ τοῦτο εἶπε πρὸς αὐτήν· Μὴ φοβοῦ· οι έχω σοι φέρων λυπηρὰν ἀναγγελίαν, οὐκ ἀπειλὲν κατὰ τοῦ ἔθνους κομίζων, οὐχ ὥσπερ ὁ Σαμουήλ το Ο Ηλίᾳ ἀνατροπὴν ἱερωσύνης μηνύων. Διὰ τί ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου εἱστήκει ὁ ἄγγελος; Ότι δεξιὸν μήνυμα πομέζων παρήν. 1:1 τί εἶπεν, τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος; Ἐπειδὴ ἦν καὶ ἕτερον χαλκοῦν θυσιαστήριον τῶν καρπωμάτων. Ποία ἐστὶν ἀκολουθία, ὅτι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ παρακαλοῦντος Ζαχαρίου, εἰσακουσθήναί φησι τὴν δέησιν σου ὁ ἄγγελος; καὶ περὶ τίνος εἶπεν· Καὶ λήψη Υιόν; Ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης ἔμελλε δεικνύειν τῷ ἐπὶ τὸν Χριστὸν λέγων, Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἄρα τοῦτό ἐστιν. 17.: Τί ἐστι τὸ, Ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ηλιού; Τὸ μὲν, Ἐν πνεύματι, ὅτι τὸ αὐτὸ ἅγιον Πνεύμα έξει καὶ ὁ Ἠλίας· τὸ δὲ, Εν δυνάμει, διὰ τὴ μέ γεθος τῆς διακονίας· ὁ μὲν γὰρ τῆς δευτέρας ὁ Ηλίας παρουσίας ἔσται κῆρυξ, ὁ Ἰωάννης δὲ τῆς πρώτης· ἢ τὸ ἐν προαιρέσει Ἠλιοῦ καὶ θαύματ νοήσομεν, ὡς ἡγοῦμαι. Πῶς νοητέον τό, Επιστρέ και καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα; Τέχνη τους ἀποστόλους λέγει, πατέρας δὲ τοὺς Ἰουδαίους. Επι στρέψει οὖν τοὺς Ἰουδαίους εἰς τὴν τῶν ἀποστόλων διδασκαλίαν. Ο γὰρ περὶ Χριστοῦ τοιαῦτα μαρτυρήσας, συνεισήγαγε τῇ αὐτῇ μαρτυρίᾳ καὶ τὸ Χριστοῦ μαθητὰς, καὶ τὸ ἀξιόπιστον αὐτοῖς ἐκ τοῦ του κατεσκεύασεν· οὕτως δὲ καὶ τὸν ᾿Απειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, νοηθήσεται. Τίνος ένεκεν Ζαχαρίας μὲν ἀμφιβάλλων κατεκρίν θη, παρθένος δὲ ἀμφιβάλλουσα πρὸς τὸν ἀγγείω
Illud cui titulus est ad Ægyptios Evangelium, et cui / ἐπιγεγραμμένον κατὰ Αἰγυπτίους Εὐαγγέλιον, και
titulus Evangelium duodecim scribere conati sunt,
sed mendaciter sub aliorum uomine. Evangelist
enim non conati sunt, nec imperfecta reliquerunt,
non scribendo bene; scripserunt enim ex veritate:
quia quod dicit Paulus, Cujus laue est ex Evangelio,
Lucam designat ut apostolum.
VeRs. 5. Quid dicit, vice Abia? Quia duo erant
alternis vicibus facientes liturgiam sacerdotes,
Alúas, et Zacharias. Cum igitur iste ministraverat,
post illum ministrat, inquit, Zacharias. Primo quidem aspectu sacerdotem terret, ut circumnspectus
magis hoc terrore factus recipiat helanter myster
rium. Quid est hoc? dicit: sæpe victimas adducens
angelum non videram? Aaron primus sacerdotum
princeps non vidit ang:lum, cum intraret in Sanctum, neque Josedec magnus ille sacerdos. In
anxietate igitur Zacharia versalo, et magno
timore perterrito, ignotum enim interim erat propositum apparitionis, vocem dirigit Gabriel securitatem illi praestans. Dixit autem illi angelus:
Ne timeas, Zuckaria, Primo quidein ejus timorem
amovel, ut animo non turbato angeli verba excipial. Ut enim in agilatam uudam non licet visui
penetrare, ita timore turbata mens non capax est
accipiendi doctrinam ullam, quandiu timore non
soluta est. Ideo dixit ei: Ne timeus; non venio ad
te ferens molestum nuntium, non minas in gentem
proferens, non ut Samuel Heli, sacerdotii ablationemn
nuntians.
VERS. 11. Cur a destris altaris incensi stetit angelus? quia dextrum nuntium afferens aderat. Cur
dicit: Altaris incensi? Quia erat etiam alterum altare sereum oblationum.
VERS. 13. Quænam est connexio? Pro populo deprecanti Zachariæ, angelus dicit: Exaudita est deprecatio tua; et de quo dicit: Paries filium? quia
Joannes debebat ostendere Christum populo, dicens:
Ecce Agnus Dei, qui tollit peccatum mundi, illud
igitur erga populum dictum est.
τὸ ἐπιγεγραμμένον τῶν Δώδεκα Ευαγγέλιον ἀνατρί
ψαντες ἐπεχείρησαν, ἀλλὰ ψευδῶς εἰς ἄλλων διομ.
Οἱ δὲ εὐαγγελισταί οὐκ ἐπεχείρησαν καὶ ἀτέλεσ.1
κατέλιπον, διὰ τὸ μὴ καλῶς γράψαι· ἔγραψαν γὰρ
ἀληθῶς, ὅτι ὁ λέγει ὁ Παῦλος. Οὗ ὁ ἔπαινος ἐκ |Ι.
ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, τὸν Λουκᾶν λέγει τὸν ἀπόστολον,
Τί λέγει ἐξ ἐφημερίας Αβιά; Ότι δύο ἦσαν κατά
διαδοχὴν ἱερεῖς τὴν λειτουργίαν ποιοῦντες, ὁ ᾿Αβιά,
καὶ ὁ Ζαχαρίας. Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖνος ἐλειτούργησε μετ'
ἐκεῖνον λειτουργεί, φησί, Ζαχαρίας. Πρῶτον μὲν τῷ
σχήματι τὸν ἱερέα φοβεῖ, ἵν᾿ εὐλαβέστερος ἐκεῖνες
τῷ φόβῳ γενόμενος, δέξηται περιχαρῶς τὸ μυστή
ριον. Τί τοῦτο γάρ; φησί· πολλάκις θυσίας προς
αγαγών ἄγγελον οὐκ ἐθεασάμην· οὐκ ᾿Απρὼν ὁ τιμέ
της ἀρχιερεὺς ἄγγελον εἶδεν εἰς τὸν ναὸν εἰσελθών,
οὐκ Ἰωσεδέκ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας. Ἐν ἀπόροις τοίνυν
ὑπάρχοντι τῷ Ζαχαρίᾳ, καὶ φόβῳ πολλῷ κατεχομέν
τῷ (ἄδηλος γὰρ τέως ὁ σκοπός της όψεως ήν), της
σει φωνὴν πρὸς αὐτὸν ὁ Γαβριὴλ χειραγωγῶν ἀφοβία
εἶπεν δὲ πρὸς αὐτὴν ἄγγελος Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία.
Πρῶτον μὲν αὐτοῦ διαλύει τὸν φόβον, ἵν᾿ ἀπαρέχει
τῇ ψυχῇ τὴν ἀγγελίαν εἰσδέξηται. Ωσπερ γὰρ ἐπὶ
σαλευομένῳ ὕδατι οὐκ ἔνεστιν ἀκριβῶς τὴν δύν
ἐνοπτρίζεσθαι, οὕτως φόβῳ σαλευομένη ψυχή, είχ
μία τε δέξασθαι διδασκαλίαν τινὰ μὴ καθαρθείσα τῷ
φόβῳ· διὰ τοῦτο εἶπε πρὸς αὐτήν· Μὴ φοβοῦ· οι
έχω σοι φέρων λυπηρὰν ἀναγγελίαν, οὐκ ἀπειλὲν
κατὰ τοῦ ἔθνους κομίζων, οὐχ ὥσπερ ὁ Σαμουήλ το
Ο Ηλίᾳ ἀνατροπὴν ἱερωσύνης μηνύων.
Διὰ τί ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου εἱστήκει ὁ
ἄγγελος; Ότι δεξιὸν μήνυμα πομέζων παρήν. 1:1
τί εἶπεν, τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος;
Ἐπειδὴ ἦν καὶ ἕτερον χαλκοῦν θυσιαστήριον τῶν
καρπωμάτων.
Ποία ἐστὶν ἀκολουθία, ὅτι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ παρακά
λοῦντος Ζαχαρίου, εἰσακουσθήναί φησι τὴν δέησιν
σου ὁ ἄγγελος; καὶ περὶ τίνος εἶπεν· Καὶ λήψη
Υιόν; Ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης ἔμελλε δεικνύειν τῷ ἐπὶ
τὸν Χριστὸν λέγων, Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων
τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου· ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἄρα
τοῦτό ἐστιν.
VERS. 17. Quid est: In spiritu et virtute Elia? Τί ἐστι τὸ, Ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ηλιού;
In spiritu, quidem, quod eumdem Spiritum sanctum Τὸ μὲν, Ἐν πνεύματι, ὅτι τὸ αὐτὸ ἅγιον Πνεύμα
habebit ac Elias; In virtute autem, propter mini- έξει καὶ ὁ Ἠλίας· τὸ δὲ, Εν δυνάμει, διὰ τὴ μέ
sterii magnitudinem. Nam secundi quidem adventus
Elias præco erit, Joannes vero primi; vel de voluntate et prodigiis Eliæ intelligi etiam potest, ut arbitror. Quomodo intelligendum illud: Convertet corda
patrum in filios? Filios apostolos dicit, patres
autem Judæos; convertet igitur Judæos ad apostolorum prædicationem. Qui enim de Christo tale
testimonium perhibuit, conjunxit codem testimonio
Christi discipulos, et ex hoc illis credibilitatem
asseruit; sic enim, Incredulos ad prudentiam justorum, intelligendum est.
Vens. 20. Quam ob causam Zacharias haesitans
reprehensus est, Virgo vero hæsitans etiam
γεθος τῆς διακονίας· ὁ μὲν γὰρ τῆς δευτέρας ὁ
Ηλίας παρουσίας ἔσται κῆρυξ, ὁ Ἰωάννης δὲ τῆς
πρώτης· ἢ τὸ ἐν προαιρέσει Ἠλιοῦ καὶ θαύματ
νοήσομεν, ὡς ἡγοῦμαι. Πῶς νοητέον τό, Επιστρέ
και καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα; Τέχνη τους
ἀποστόλους λέγει, πατέρας δὲ τοὺς Ἰουδαίους. Επι
στρέψει οὖν τοὺς Ἰουδαίους εἰς τὴν τῶν ἀποστόλων
διδασκαλίαν. Ο γὰρ περὶ Χριστοῦ τοιαῦτα μαρτύ
ρήσας, συνεισήγαγε τῇ αὐτῇ μαρτυρίᾳ καὶ τὸ
Χριστοῦ μαθητὰς, καὶ τὸ ἀξιόπιστον αὐτοῖς ἐκ τοῦ·
του κατεσκεύασεν· οὕτως δὲ καὶ τὸν ᾿Απειθεῖς ἐν
φρονήσει δικαίων, νοηθήσεται.
Τίνος ένεκεν Ζαχαρίας μὲν ἀμφιβάλλων κατεκρίν
θη, παρθένος δὲ ἀμφιβάλλουσα πρὸς τὸν ἀγγείω
Распознавание текста
Ancient Scholia on LukeScholia vetera in Lucam
col. 1179–1180page 78 of 200
PG 106:1179οὐδαμῶς κατεκρίθη; Πῶς γὰρ ἔσται μοι, φησί, τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Τί ποτ' οὖν το παράδοξον τοῦτο; Μὴ ἀδικία παρὰ τῷ Θεῷ; Μη γένοιτο! Ζαχαρίας μὲν οὖν εἰκότως έδωκε δίκην ἔχων μὲν παραδείγματα πλεῖστα τοῦ στείρας καὶ γεγηρακυίας τεκεῖν, ὅμως εἰς οὐδὲν ἀποβλέψας τῶν προτέρων, καίτοι νομομαθής τις ὢν καὶ τὸν νόμον ἐξηγούμενος πᾶσιν· ἐχρῆν γὰρ αὐτὸν εἰς Ἀβραὰμ ἀπιδεῖν καὶ τὴν Σάββαν· ἐχρῆν αὐτὸν ἐνθυμηθῆναι Ρεβέκκαν· ἐχρῆν ἐνθυμηθῆναι τοῦ Σαμψὼν τὴν μητέρα· ἐχρῆν τὴν Ἑλκανὰ καὶ τὴν 'Ανναν καὶ τὴν Δαβίδ ψάλλονται Ο κατοικίζων στείραν ἐν οἴκῳ, μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην. Διὰ τοῦτο γοῦν ἐπὶ τῆς γλώττης δέχεται δίκην τῆς μηδὲν ἐκ τῆς ἀναγνώσεις ὠφεληθείσης τοῦ νόμου· ἡ δὲ Παρ θένος ἀμφιβάλλουσα, δίκην οὐκ ἔδωκε, πρῶτον μὲν ὅτι μήτηρ ήμελλε εἶναι τοῦ μέλλοντος κρίνειν τὸν κόσμον· οὐκ ἐτόλμα δὲ Γαβριήλ δίκην ἐπιθεῖναι τῇ μητρὶ τοῦ Κριτοῦ, προσεκύνει δὲ φρίττων, ὁρῶν ἐν αὐτῇ τὸν πλαστουργοῦντα Θεόν. Ἐχρὴν γὰρ ἐκεί τὴν ἀθάνατον τὴν γαστέρα φυλάξαι, ἐν ᾗ τὸν δεύτερον Ἀδὰμ ἐξωγράφει· χωρὶς δὲ τούτων οὐδὲ δίκαιον ἦν τὴν Παρθένον ὑποσχεῖν δίκην τῆς λέξεως τῆς ἀμφιβολίας· οὐ γὰρ εἶχε ἡ Παρθένος εἰκόνα τῶν ἐν αὐτῇ τελουμένων, οὐκ εἶχεν ἐνοπτρίσασθαι τὸ τηλε κοῦτον μυστήριον· διὰ τοῦτό φησι· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο; οὐ γὰρ ἤκουσα Παρθένον δίχα μίξεως γε γεννηκυλάν ποτε· οἶδα τεκούσας πολλὰς, ἀλλὰ μει νάσας παρθένους μετὰ τὸν τόκον οὐκ οἶδα. Διὰ τί ἐκ τῆς στείρας ἡ Θεοτόκος γεννᾶται; Ἐπεὶ οὖν ἔμελλεν ἡ Θεοτόκος Παρθένος ἐκ τῆς ᾿Αννης τίκτεσθαι, οὐκ ἐτόλμα ἡ φύσις προλαβεῖν τὸ τῆς χάριτος βιάστημα, ἀλλ' ἔμενεν άκαρπος έως ἡ χάρις τὸν καρτὸν ἐβλάστησεν· ἔδει γὰρ πρωτότοκον τεχθῆναι τὴν τεξομένην πρωτότοκον πάσης κτίσεως, ἐν ᾧ τὰ πάντα συνέστηκε. Τό, Διελογίζετο ή παρθένος ποταπός εἴη ἀσπασμὸς οὗτος, ἀντὶ τοῦ, Μὴ ἄρα τις ἄτοπος ὡς ἐξ ἀνδρὸς πρὸς κόρην, ἢ θεῖος· ἐπειδὴ καὶ Θεοῦ μνήμη ἐστὶν ἐν αὐτῷ, διὰ τὸ λέγειν αὐτόν· Ο Κύριος μετὰ σοῦ. Οτι τὸν Κληθήσεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, σωτὴρ σημαίνει ἡ σωτηρία Θεοῦ καὶ ἴασις. Διὰ τί οὐκ εἶπεν, Υἱὸς Υψίστου ὑπάρχει, ἀλλὰ κληθήσεται; Διὰ τὸ ἀνθρώπινον τοῦτο λέγεται· ἐκλήθη γὰρ καὶ ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος τῇ μετοχῇ τῆς θείας φύσεως Υἱὸς Θεοῦ. Τὸ, Δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τῇ οἰκονομία ἁρμόττει· θρόνον δὲ οὐκ αἰσθητόν, ἀλλὰ τὸν μηδὲν θνητὸν ὡς ἐπίκηρον ἔχοντα, τὸν καθ' ὅλης τῆς οἰκουμένης Ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακώβ, νοήσομεν, τοὺς ἐγκεν τρισθέντας ἐπὶ τὸν τοῦ Ἰακὼβ οἶκον ἐθνικούς λέγει τὸ δὲ, Καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος, τὴν ὡς θεοῦ αἰωνίαν βασιλείαν λέγει. Οὐκ ἀπιπεῖ πρὸς τὸν λόγον, ἀλλ' ἀπαιτεῖ τὸν τρόπον. Ο οὖν Ζαχαρίας ἐπίστηκεν· ἡ δὲ Παρθένος οὐκ ἀπιστεῖ. Ἐκεῖνος ἔλεγε· Κατὰ τί γνώσομαι; ἐζήτει σημείον λαβεῖν ἵνα πιστεύσῃ· ἡ δὲ Παρθένος
οὐδαμῶς κατεκρίθη; Πῶς γὰρ ἔσται μοι, φησί, minime reprehensa est? Angelo enim respon
τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Τί ποτ' οὖν
το παράδοξον τοῦτο; Μὴ ἀδικία παρὰ τῷ Θεῷ; Μη
γένοιτο! Ζαχαρίας μὲν οὖν εἰκότως έδωκε δίκην
ἔχων μὲν παραδείγματα πλεῖστα τοῦ στείρας καὶ
γεγηρακυίας τεκεῖν, ὅμως εἰς οὐδὲν ἀποβλέψας τῶν
προτέρων, καίτοι νομομαθής τις ὢν καὶ τὸν νόμον
ἐξηγούμενος πᾶσιν· ἐχρῆν γὰρ αὐτὸν εἰς Ἀβραὰμ
ἀπιδεῖν καὶ τὴν Σάββαν· ἐχρῆν αὐτὸν ἐνθυμηθῆναι
Ρεβέκκαν· ἐχρῆν ἐνθυμηθῆναι τοῦ Σαμψὼν τὴν
μητέρα· ἐχρῆν τὴν Ἑλκανὰ καὶ τὴν 'Ανναν καὶ τὴν
Δαβίδ ψάλλονται Ο κατοικίζων στείραν ἐν οἴκῳ,
μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην. Διὰ τοῦτο
γοῦν ἐπὶ τῆς γλώττης δέχεται δίκην τῆς μηδὲν ἐκ
τῆς ἀναγνώσεις ὠφεληθείσης τοῦ νόμου· ἡ δὲ Παρθένος ἀμφιβάλλουσα, δίκην οὐκ ἔδωκε, πρῶτον μὲν
ὅτι μήτηρ ήμελλε εἶναι τοῦ μέλλοντος κρίνειν τὸν
κόσμον· οὐκ ἐτόλμα δὲ Γαβριήλ δίκην ἐπιθεῖναι τῇ
μητρὶ τοῦ Κριτοῦ, προσεκύνει δὲ φρίττων, ὁρῶν ἐν
αὐτῇ τὸν πλαστουργοῦντα Θεόν. Ἐχρὴν γὰρ ἐκεί
τὴν ἀθάνατον τὴν γαστέρα φυλάξαι, ἐν ᾗ τὸν δεύτε
ρον Ἀδὰμ ἐξωγράφει· χωρὶς δὲ τούτων οὐδὲ δίκαιον
ἦν τὴν Παρθένον ὑποσχεῖν δίκην τῆς λέξεως τῆς
ἀμφιβολίας· οὐ γὰρ εἶχε ἡ Παρθένος εἰκόνα τῶν ἐν
αὐτῇ τελουμένων, οὐκ εἶχεν ἐνοπτρίσασθαι τὸ τηλε
κοῦτον μυστήριον· διὰ τοῦτό φησι· Πῶς ἔσται μοι
τοῦτο; οὐ γὰρ ἤκουσα Παρθένον δίχα μίξεως γεγεννηκυλάν ποτε· οἶδα τεκούσας πολλὰς, ἀλλὰ μει
νάσας παρθένους μετὰ τὸν τόκον οὐκ οἶδα. Διὰ τί
ἐκ τῆς στείρας ἡ Θεοτόκος γεννᾶται; Ἐπεὶ οὖν
ἔμελλεν ἡ Θεοτόκος Παρθένος ἐκ τῆς ᾿Αννης τίκτεσθαι, οὐκ ἐτόλμα ἡ φύσις προλαβεῖν τὸ τῆς χάριτος
βιάστημα, ἀλλ' ἔμενεν άκαρπος έως ἡ χάρις τὸν
καρτὸν ἐβλάστησεν· ἔδει γὰρ πρωτότοκον τεχθῆναι
τὴν τεξομένην πρωτότοκον πάσης κτίσεως, ἐν ᾧ τὰ
πάντα συνέστηκε.
Τό, Διελογίζετο ή παρθένος ποταπός εἴη
ἀσπασμὸς οὗτος, ἀντὶ τοῦ, Μὴ ἄρα τις ἄτοπος
ὡς ἐξ ἀνδρὸς πρὸς κόρην, ἢ θεῖος· ἐπειδὴ καὶ Θεοῦ
μνήμη ἐστὶν ἐν αὐτῷ, διὰ τὸ λέγειν αὐτόν· Ο Κύριος
μετὰ σοῦ.
dit: Quomodo fet istud, quoniam virum non cognosco? Quæ ergo est ista anomalia? nonne injustitia apud Deum? Absit! Zacharias quidem
ergo pœna mulctatus est; habens quidem exempla
plurima sterilis et ætate provectæ parientis, attamen non ad anteriora tempora respicit, licet
legis peritus sit et legem omnibus exponat. Oporte
bat enim illum in Abraham respicere et in Saram,
πportebat recordari Rebeccam, oportebat recordari
Samson matrem, Elcana et Annam et David canentem in Psalmis, Qui habitare facit sterilem in domo,
matrem in filios lætantem. Ob eam igitur causam in
lingua ponam recipit, quod nullain e legis cogni
tione utilitatem retulerit. Virgo autem hæsitans,
poenam non recipit, primum quidem quia mater esse
debebat futuri mundi Judicis; non ausus est autem
Gabriel pœnain sumere de matre Judicis, adorat
vero tremens, videns in illa Deum creationis auetorem. Oportebat enim illam immortalem uterum
conservare in quo secundus Adam conclusus erat.
Præter illa vero non erat justum virgluem pœnas
dare ob sermonis amphibologiam. Non enim habebat virgo exemplum rerum quæ in ipsa complebantur, non habehat videro ut in speculo tantum mysterium. Ideo dicit: Quomodo fiet mihi istud? non
enim audivi virginem sine coitu unquam generasse;
scio multas peperisse, sed virgines mansisse post
partum nullas scio. Cur ex sterili Deiparens nascitur? Quia igitur debebat virgo Deiparens ex Anna
nasci, non audebat natura producere bunc gratiæ
fructum, et sterilis mansit donec gratia hunc fructum germinare fecit. Oportebat enim primogenitam
nasci quæ paritura erat primogenitum totius creation's in quo omnia constant.
Οτι τὸν Κληθήσεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς,
σωτὴρ σημαίνει ἡ σωτηρία Θεοῦ καὶ ἴασις. Διὰ τί
οὐκ εἶπεν, Υἱὸς Υψίστου ὑπάρχει, ἀλλὰ κληθήσεται; Διὰ τὸ ἀνθρώπινον τοῦτο λέγεται· ἐκλήθη
γὰρ καὶ ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος τῇ μετοχῇ τῆς θείας
φύσεως Υἱὸς Θεοῦ. Τὸ, Δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς
τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, τῇ οἰκονο
μία ἁρμόττει· θρόνον δὲ οὐκ αἰσθητόν, ἀλλὰ τὸν
μηδὲν θνητὸν ὡς ἐπίκηρον ἔχοντα, τὸν καθ' ὅλης τῆς
οἰκουμένης
Ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακώβ, νοήσομεν, τοὺς ἐγκεντρισθέντας ἐπὶ τὸν τοῦ Ἰακὼβ οἶκον ἐθνικούς λέγει·
τὸ δὲ, Καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος,
τὴν ὡς θεοῦ αἰωνίαν βασιλείαν λέγει.
Οὐκ ἀπιπεῖ πρὸς τὸν λόγον, ἀλλ' ἀπαιτεῖ τὸν
τρόπον. Ο οὖν Ζαχαρίας ἐπίστηκεν· ἡ δὲ Παρθένος
οὐκ ἀπιστεῖ. Ἐκεῖνος ἔλεγε· Κατὰ τί γνώσομαι;
ἐζήτει σημείον λαβεῖν ἵνα πιστεύσῃ· ἡ δὲ Παρθένος
VERS. 29. Illud, Cogitabat virgo qua esset isla
salutatio, dicitur pro, nonne esset indecens salutatio viri ad puellam nisi divina: quoniam Dei
mentionem faciebat, dicendo: Dominus tecum.
VERS. 32. Illud, Vocabitur nomen ejus Jesus, Salvatorem significat aut Dei salutem et sanationem. Cur
non dicit, Filius Altissimi est, sed, Vocabitur?
Propter humanum ita loquitur, nam vocatus est
homo Dominicus unione naturæ divinæ Filius Dei.
Illud, Dabit illi Dominus Deus thronum David patris
ejus, incarnationi adaptatur. Thronum autem innuit
non materialem, sed nihil mortala nec caducum
habentem, et in universum orbem dominantem.
VERS. 55. In domum Jacob, ut intelligendum est,
excitatos in domum Jacob ethnicos dicit. Et regni
ejus non erit finis, regnum ut regnum Dei æternum
indicat.
Vers. 34. Non sermoui diffidit, sed modum exquiit. Zacharias igitur credere alnuit, virgo au
tem credere annuit. Ilic dixit: Unde hoc sciam?
quarcus signum accipere ut credat, virgo autem diРаспознавание текста
col. 1181–1182page 79 of 200
PG 106:1181λέγει· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο; Ὁ μὲν λόγο; ἀξιο πιστος, ὁ δὲ τρόπος ἄπορος· οὐκ οἶδεν ἡ φύσις λέγεις. Ἐπεὶ οὖν καλῶς ἠρώτα, ὁ ἄγγελος προς αὐτήν· Συγγνώμη σοι ἀπορούσῃ. Τῷ μὲν γὰρ Ζαχα ρίᾳ οὐ συγγινώσκει, ἀλλ' ἐπεστόμισεν αὐτὸν κατές άπιστήσαντα, τῇ δὲ Παρθένῳ συγγινώσκει· οὐ γὰρ ἦν ὑπόδειγμα παρθένῳ· στείρας δὲ πολλὰ ἦν τὰ ὑποδείγματα· διὰ τοῦτο τῷ Ζαχαρίας σιωπὴν ἀντὶ τιμωρίας επιτίθησιν. Ινα τί επέρχεται ἅγιον; Επειδὴ ἁγία μὲν ὑπάρ χεις· δεῖ δέ σε γενέσθαι ἁγιωτέραν· ὅτ' ἂν γὰρ λάθη ὁ τέκτων ξύλον, ἢ ὁ χαλκεύς σίδηρον, ὅτι αὐτὸ πι θαίρει καὶ ἐπιτηδειότερον πρὸς τὴν τέχνην ἐργάζεται. Καὶ σὺ τοίνυν παρθένος μὲν εἶ, δεῖ δὲ σ ἁγιωτέραν γενέσθαι, ἵνα τὸν ἅγιον συλλάβης. Ο Γαβριὴλ ἐμφαίνων τὴν ἑρμηνείαν τῶν τριῶν ὑπὸ στάσεων οὕτωσὶ ἔλεγεν Υψιστος γὰρ ὁ Πατήρ. Δύναμις Υψίστου & Υιός· διὸ περὶ τοῦ Πατρὸς ἐπι Υψιστος. Σὺ μόνος Υψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν. Ολη, φησί, ἡ Τριάς σοι πάρεστιν, ὦ Παρθένε, την ἀνάκτησιν ποιουμένη τῆς κτίσεως, ἡ εἰποῦσα τεία Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ' ὁμοίωσιν. Οὐ γὰρ ἔμελλεν ἐπὶ μὲν τοῦ ἀγνώ μονο; 'Αδάμ τοῦ πρώτου παρεῖναι, τῷ δὲ δευτέρω μὴ συνήφθαι λαμπρῶς. Πνεύμα ἅγιον· ἰδοὺ τὰ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δύναμις, ἰδοὺ πάλιν ο Υιός Χριστὸς γὰρ Θεοῦ δύναμις καὶ Θεού σοφία. Τ στος· ἰδοὺ πάλιν ὁ Πατήρ τῇ φωνῇ ταύτῃ κηρύπε ται. Καὶ δύναμις Υψίστου ἐπισκιάσει τα. Την Υϊόν λέγει· Χριστὸς γὰρ Θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ σοφία. Τό, Ἐπισκιάσει σοι, ἀντὶ τοῦ, Περιβαλεῖ σε καὶ χαρακώσει σε καὶ κύκλῳ σου ἔσται. Ούτως αναγνωστέον· Διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον κληθήσεται Υιός Θεοῦ. Οὐχ ἁπλῶς ὁ ἄγγελος το γεννώμενον τὸ ἅγιον εὐθὺς ἐπιθεὶς, ἀλλ' εἰπὼν, Τὸ γεννώμενον, ἐπειδὴ κοινή τις ὑπῆρχε ἡ φωνὴ πρὸς τοὺς ἐκ γυναικὸς τικτομένους, ἵνα μὴ τὸ θαῦμα τη κοινωνίᾳ τῆς λέξεως σμικρυνθῇ, εἰπὼν, Διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ, εὐθὺς ὥσπερ τινὶ φόβῳ κα τηθεὶς πρὸς ἔκπληξιν καταστάσεως, και λογισάμεν νος τοῦ τικτομένου τὴν δύναμιν, καὶ ἔσων ἀγαθῶν πρόξενος ἔσται τῷ γένει, φοβερῶς ἐκε κραύγασεν, Αγιος, τὴν αὐτὴν τοῖς σεραφὶμ φωνὴν ἐπὶ τούτῳ βοῶν. Οὐ γὰρ ἔξω τῆς Τριάδας ὁρῶ, ού γυμν 1 αὐτὸν βλέπω τῆς ἀϊδίου θεότητος· διὰ τοῦτο καγω μνήμην τῆς Τριάδος πεποίημαι. Εμφαντικὸν τὸ, συγγενής σου, διανοίας τινός, Μηδείς σε, φησί, ὦ Παρθένε, διὰ τὸ τοῦ τάχου το ράδοξον, ἄλλης τινός φύσεως νομιζέτω· μηδεὶς ἀπ τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον θαῦμα, τῆς ἀνθρωπίνης φύπως ἔξω ποιείτω· μηδεὶς ἀρνείσθω τὴν ὑπὸ σοῦ λαμβανομένην μορφήν, συγγενῆ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχειν συγγενὴς τῆς Ἐλισάβετ ὑπάρχεις, κἂν δεσπόεις τῆς Ελισάβετ γενήσῃ, τῆς αὐτῆς ἐκείνης καθέστηκε φύσεως, τὸ αὐτὸ ταύτῃ σῶμα φοροῦσα, τὴν αὐτὴν ἔχουσα ψυχήν. Καὶ ἄλλως· Πῶς τῷ μὲν Ζαχαρὶς οὐ συγγινώσκει ὁ ἄγγελος, τῇ δὲ Παρθένῳ ἀπιστούση συγγινώσκει; Οτι ἐκεῖνος πολλὰ εἶχε τὰ παραδεί. γματα· πολλαὶ γὰρ στεῖραι ἔτεκον, παρθένο; δὲ αὐ
cit: Quomodo fiet mihi istud? Sermo quilem credi- λέγει· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο; Ὁ μὲν λόγο; ἀξιο
bilis, sed modus difficilis; nescit natura quæ dicis.
Cum igitur bene interrogal, angelus illi dicit, ignoscitur tibi haesitanti. Nam Zacharia non ignoscit,
sed.illum increpavit male diffidentem, virgini autem
ignoscit. Non enim erat exemplum Virgini; sterili
aulem mulla erant exempla; ideo Zachariam lacere
cogit in pœuam incredulitatis.
πιστος, ὁ δὲ τρόπος ἄπορος· οὐκ οἶδεν ἡ φύσις
λέγεις. Ἐπεὶ οὖν καλῶς ἠρώτα, ὁ ἄγγελος προς
αὐτήν· Συγγνώμη σοι ἀπορούσῃ. Τῷ μὲν γὰρ Ζαχα
ρίᾳ οὐ συγγινώσκει, ἀλλ' ἐπεστόμισεν αὐτὸν κατές
άπιστήσαντα, τῇ δὲ Παρθένῳ συγγινώσκει· οὐ γὰρ
ἦν ὑπόδειγμα παρθένῳ· στείρας δὲ πολλὰ ἦν τὰ
ὑποδείγματα· διὰ τοῦτο τῷ Ζαχαρίας σιωπὴν ἀντὶ
τιμωρίας επιτίθησιν.
Ινα τί επέρχεται ἅγιον; Επειδὴ ἁγία μὲν ὑπάρ
χεις· δεῖ δέ σε γενέσθαι ἁγιωτέραν· ὅτ' ἂν γὰρ λάθη
ὁ τέκτων ξύλον, ἢ ὁ χαλκεύς σίδηρον, ὅτι αὐτὸ πι·
θαίρει καὶ ἐπιτηδειότερον πρὸς τὴν τέχνην ἐργάζε
ται. Καὶ σὺ τοίνυν παρθένος μὲν εἶ, δεῖ δὲ σ
ἁγιωτέραν γενέσθαι, ἵνα τὸν ἅγιον συλλάβης. Ο
VERS. 35. Cur dicit sanctum"? Quia sancta quidem
tu es, oportet autem sanctiorem te fieri. Quando
enim sumit artifex lignum, aut faber ferrum, adhuc
illud purius et aptius ad artem exercendam efficit:
et tu igitur virgo quidem es, oportet autem te sanctiorem fieri, ut sanctum concipias. Gabriel manifestans explicationem trium Personarum sic dixit: Γαβριὴλ ἐμφαίνων τὴν ἑρμηνείαν τῶν τριῶν ὑπὸ
Altissimus enim Pater est; virtus Altissimi Filius;
ideo de Patre dicit quod Altissimus est, Tu solus
Altissimus in omnem terram. Tolta, inquit, Trinitas
adest tibi, o Virgo, restaurationem creationis operans, quæ dixit olim: Faciamus hominem ad ima·
ginem nostram et similitudinem. Non enim debuit
quidem in ingrato Adam primo adesse, secundo
autent non mirabiliter coaptari Spiritus sanctus:
reco Spiritus sanctus, et virtus, erce iterum Filius.
Christus enim virtus et sapientia Dei, Altissimus;
ccce iterum Pater bac voce proclamatur. Et virtus
Altissimi obumbrabit tibi; Filium indicat, Christus
enim Dei virtus et Dei sapientia. Obumbrabit tibi,
pro, circumdabit te et vallabit to et circum te erit.
Ita legendum: Iden et quod nascetur ex te sanclum,
vocabitur Filius Dei; non simpliciter angelus quod
nascetur sanctum statim exprimit, sed dicit: Quod
nascetur, quoniam communis quædam est vox ad
omnes quos mulier parit, ne miraculum communi
Late locutionis deprimatur, dicit: Ideo et quod
nascetur ex te, statim tanquam timore quodam occupatus ob stupendam incarnationem, et contemplatus ejus qui nascitur potestatem, et quantorum
bonorum auctor futurus sit humano generi, tromendo exclamavit: Sanctus, eamdem ac seraphim
vocem in illo proferens. Non enim ſoris a Trinitate
video, non privatum eum cerno æterna divinitate;
ideo et ego memoriam Trinitatis feci.
VERS. 56. Illud, Cognata tua, sensum quemdam
Insinuat. Nemo te, inquit, o virgo, ob partus tui
miraculum, alius cujusvis naturæ esse putet; nemo
ob humanitatem superans prodigium, humanæ naturæ exsortem te faciat; nemo neget a te sumptam
formam cognatam hominum esse. Cognata Elisabeth
tu es; licet Elisabeth Domina facta sis, eadem ac
ipsa constas natura, idem ac ipsa corpus gerens,
eamdem habens animam. Et aliter: Quomodo Zachariæ non ignoscit angelus, Virgini vero non credenti ignoscit? Quia ille multa habebat exempla.
Multæ enim steriles pepererant, virgo autem nulla;
unde ignosci meruit dicens, Quomodo fiet mihi istud,
στάσεων οὕτωσὶ ἔλεγεν Υψιστος γὰρ ὁ Πατήρ.
Δύναμις Υψίστου & Υιός· διὸ περὶ τοῦ Πατρὸς ἐπι
Υψιστος. Σὺ μόνος Υψιστος ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.
Ολη, φησί, ἡ Τριάς σοι πάρεστιν, ὦ Παρθένε, την
ἀνάκτησιν ποιουμένη τῆς κτίσεως, ἡ εἰποῦσα τεία
Ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ
καθ' ὁμοίωσιν. Οὐ γὰρ ἔμελλεν ἐπὶ μὲν τοῦ ἀγνώ
μονο; 'Αδάμ τοῦ πρώτου παρεῖναι, τῷ δὲ δευτέρω
μὴ συνήφθαι λαμπρῶς. Πνεύμα ἅγιον· ἰδοὺ τὰ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δύναμις, ἰδοὺ πάλιν ο Υιός
Χριστὸς γὰρ Θεοῦ δύναμις καὶ Θεού σοφία. Τ
στος· ἰδοὺ πάλιν ὁ Πατήρ τῇ φωνῇ ταύτῃ κηρύπε
ται. Καὶ δύναμις Υψίστου ἐπισκιάσει τα. Την
Υϊόν λέγει· Χριστὸς γὰρ Θεοῦ δύναμις καὶ θεοῦ
σοφία. Τό, Ἐπισκιάσει σοι, ἀντὶ τοῦ, Περιβαλεῖ
σε καὶ χαρακώσει σε καὶ κύκλῳ σου ἔσται. Ούτως
αναγνωστέον· Διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον
κληθήσεται Υιός Θεοῦ. Οὐχ ἁπλῶς ὁ ἄγγελος το
γεννώμενον τὸ ἅγιον εὐθὺς ἐπιθεὶς, ἀλλ' εἰπὼν, Τὸ
γεννώμενον, ἐπειδὴ κοινή τις ὑπῆρχε ἡ φωνὴ πρὸς
τοὺς ἐκ γυναικὸς τικτομένους, ἵνα μὴ τὸ θαῦμα τη
κοινωνίᾳ τῆς λέξεως σμικρυνθῇ, εἰπὼν, Διὸ καὶ τὸ
γεννώμενον ἐκ σοῦ, εὐθὺς ὥσπερ τινὶ φόβῳ κα
τηθεὶς πρὸς ἔκπληξιν καταστάσεως, και λογισάμεν
νος τοῦ τικτομένου τὴν δύναμιν, καὶ ἔσων ἀγαθῶν
πρόξενος ἔσται τῷ γένει, φοβερῶς ἐκε κραύγασεν,
Αγιος, τὴν αὐτὴν τοῖς σεραφὶμ φωνὴν ἐπὶ τούτῳ
βοῶν. Οὐ γὰρ ἔξω τῆς Τριάδας ὁρῶ, ού γυμν
1 αὐτὸν βλέπω τῆς ἀϊδίου θεότητος· διὰ τοῦτο καγω
μνήμην τῆς Τριάδος πεποίημαι.
Εμφαντικὸν τὸ, συγγενής σου, διανοίας τινός,
Μηδείς σε, φησί, ὦ Παρθένε, διὰ τὸ τοῦ τάχου το
ράδοξον, ἄλλης τινός φύσεως νομιζέτω· μηδεὶς ἀπ
τὸ ὑπὲρ ἄνθρωπον θαῦμα, τῆς ἀνθρωπίνης φύπως
ἔξω ποιείτω· μηδεὶς ἀρνείσθω τὴν ὑπὸ σοῦ λαμβα
νομένην μορφήν, συγγενῆ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχειν
συγγενὴς τῆς Ἐλισάβετ ὑπάρχεις, κἂν δεσπόεις τῆς
Ελισάβετ γενήσῃ, τῆς αὐτῆς ἐκείνης καθέστηκε
φύσεως, τὸ αὐτὸ ταύτῃ σῶμα φοροῦσα, τὴν αὐτὴν
ἔχουσα ψυχήν. Καὶ ἄλλως· Πῶς τῷ μὲν Ζαχαρὶς οὐ
συγγινώσκει ὁ ἄγγελος, τῇ δὲ Παρθένῳ ἀπιστούση
συγγινώσκει; Οτι ἐκεῖνος πολλὰ εἶχε τὰ παραδεί.
γματα· πολλαὶ γὰρ στεῖραι ἔτεκον, παρθένο; δὲ αὐ
Распознавание текста
col. 1183–1184page 80 of 200
PG 106:1183δεμία· ὅθεν καὶ συγγνώμης ἔτυχε λέγουσα· Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ὅτι παρθένος οὖσα τέξομαι; Πῶς συγγενή λέγει τὴν Ἐλισάβετ τῆς Θεοτόκου; Η ὡς ἐξ ἑνὸς προπάτορος τοῦ Ἰακώβ, εἴτε διὰ τὸ πρὸ τῆς νομοθεσίας λαβεῖν τὸν ᾿αρὼν ἐκ τῆς τοῦ Λευῒου λῆς ὄντα γυναῖκα τὴν Ἐλισάβετ, θυγατέρα οὖσαν τοῦ Αμιναδάμ, τὴν ἀδελφὴν Ναασσὼν ἐκ τῆς τοῦ Ἰούδα φυλῆς ὑπάρχοντος. Οτι διὰ τὴν τοῦ ἀγγέλου φωνὴν ἀπῆλθεν ἡ Παρ θένος εἰς τὴν ὀρεινὴν· εἶπεν γάρ· Ἰδοὺ Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυία. Οτι τότε επλήσθη Πνεύματος ἁγίου ὁ ἐν Γαστρίων Ἰωάννης, καὶ μετεδίδου τῆς χάριτος τῇ μητρὶ, καὶ ἐπροφήτευε λοιπὸν ἡ Ἐλισάβετ, Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, λέγουσα, καὶ εὐλογημένος ὁ καρ πὸς τῆς κοιλίας [σου]. Οτι καλῶς καρπὸν κοιλίας ὠνόμασε τὸ ἐν αὐτῇ, ὅτι χωρὶς ἀνδρὸς ἦν· οἱ γὰρ ἐκ πατέρων, ἐκείνων εἰσὶ καρποί, ἀλλ' οὐχὶ μητρός. Οτι τὸ, Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου· πνεῦμα καὶ ψυχὴν τὸ αὐτὸ λέγει. Εποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ. Βραχίονα Πατρὸς, τὸν Υἱὸν λέγει, ἀντὶ τοῦ, ἰσχύν. Πεινώντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ ἑξῆς. Τους Ἰουδαίους καὶ τὰ ἔθνη λέγει, οὓς ἀπώσατο καὶ δ προσελάβετο. Εμνήσθη τοῦ ἐλέους αὐτοῦ, καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν. Διὰ τὸν ἐνευλογηθήσονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη, λέγει. Οτι τὸ, Εμεινεν Μαριάμ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς παρὰ τῇ Ἐλισάβετ, ἀντὶ τοῦ, ἕως τῆς γεννήσεως Ἰωάννου· τῷ ἔκτῳ γὰρ ἦλθε μηνί. Οτι τό, Εμεινε δὲ, τοῦ παραδόξου θεωροῦσα τὴν ἔκβασιν καὶ ἐπὶ τοῖς καθ' ἑαυτὴν ἀποροῦσα, καὶ τί δεήσει γενέσθαι [μανθάνειν] βουλομένη. Οτι οὐχ ἁπλῶς εἶπεν ή Ελισάβετ, Ιωάννης κληθήτω, ἀλλὰ ὡς προφῆτις… οὐδὲ γὰρ ἐγίνωσκε τὰ χρηματισθέντα τῷ Ζαχαρίᾳ ἄλαλος γὰρ ἐκεῖνος ἦν. Οτι Ιωάννης, χάρις Θεοῦ, ἑρμηνεύεται, ἀπὸ τῆς Ἑβραΐδος γλώττης εἰς τὴν Ἑλληνίδα μεταβαλλόμενος. Διὰ τί προκατασκευάζεται ή σιωπή Ζαχαρίου, εἶτα τὴ λαλεῖν αὐτῷ δίδοται; "Ινα πάντες θαυμάσον τες ὡς ἀκούσαντες τὸ παράδοξον, δέξωνται τὸν Ἰωάν την κηρύττοντα, ἔχοντες τῇ μνήμῃ ἔναυλον τὸ θαῦμα. "Οτι τὸν Εὐλογητός Κύριος ο Θεός τοῦ Ἰσραὴλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ, καὶ ὅλη ἡ προφητεία εἰς Χριστὸν καὶ περὶ Χριστοῦ ἐστιν. Οτι τὸ ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν τοιοῦ τόν ἐστιν, ὅτι τὸ ἐφ᾿ ἡμᾶς γενόμενον ἔλεος, καὶ πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν ἀνατρέχει· κοινωνοί γάρ εἰσι τῆς εὐφροσύνης ἡμῶν, φησί, καὶ αὐτοὶ ὡς αἰσθανόμενοι. Πώς νοητέον το, Οι κον δν ὤμοσε, καὶ ἐξῆς; Ὅτι εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· Πληθύνων πληθυνῶ τὸ
Elizabeth dicit Deiparentis? vel quod ex uno avo
Jacob erant, vel quod ante legis promulgationem
Aaron duxit uxorem Elisabeth e tribu Levi, filiam
Aminadab, et sororem Naasson qui erat ex tribu
Juda.
δεμία· ὅθεν καὶ συγγνώμης ἔτυχε λέγουσα· Πῶς quod, virgo cum sim, pariam? Quomodo cognatam
ἔσται μοι τοῦτο, ὅτι παρθένος οὖσα τέξομαι; Πῶς
συγγενή λέγει τὴν Ἐλισάβετ τῆς Θεοτόκου; Η ὡς
ἐξ ἑνὸς προπάτορος τοῦ Ἰακώβ, εἴτε διὰ τὸ πρὸ τῆς
νομοθεσίας λαβεῖν τὸν ᾿αρὼν ἐκ τῆς τοῦ Λευῒου
λῆς ὄντα γυναῖκα τὴν Ἐλισάβετ, θυγατέρα οὖσαν τοῦ
Αμιναδάμ, τὴν ἀδελφὴν Ναασσὼν ἐκ τῆς τοῦ Ἰούδα
φυλῆς ὑπάρχοντος.
Οτι διὰ τὴν τοῦ ἀγγέλου φωνὴν ἀπῆλθεν ἡ Παρ
θένος εἰς τὴν ὀρεινὴν· εἶπεν γάρ· Ἰδοὺ Ελισάβετ
ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυία.
Οτι τότε επλήσθη Πνεύματος ἁγίου ὁ ἐν γαστρὶ
ὢν Ἰωάννης, καὶ μετεδίδου τῆς χάριτος τῇ μητρὶ,
καὶ ἐπροφήτευε λοιπὸν ἡ Ἐλισάβετ, Εὐλογημένη
σὺ ἐν γυναιξί, λέγουσα, καὶ εὐλογημένος ὁ καρ
πὸς τῆς κοιλίας [σου].
Οτι καλῶς καρπὸν κοιλίας ὠνόμασε τὸ ἐν αὐτῇ,
ὅτι χωρὶς ἀνδρὸς ἦν· οἱ γὰρ ἐκ πατέρων, ἐκείνων
εἰσὶ καρποί, ἀλλ' οὐχὶ μητρός.
Οτι τὸ, Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ
ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου· πνεῦμα καὶ ψυχὴν τὸ
αὐτὸ λέγει.
Εποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ. Βραχίονα
Πατρὸς, τὸν Υἱὸν λέγει, ἀντὶ τοῦ, ἰσχύν.
Πεινώντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν, καὶ ἑξῆς. Τους
Ἰουδαίους καὶ τὰ ἔθνη λέγει, οὓς ἀπώσατο καὶ δ
προσελάβετο.
Εμνήσθη τοῦ ἐλέους αὐτοῦ, καθὼς ἐλάλησε
πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν. Διὰ τὸν Ἐνευλογηθή
σονται ἐν τῷ σπέρματί σου πάντα τὰ ἔθνη,
λέγει.
Οτι τὸ, Εμεινεν Μαριάμ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς
παρὰ τῇ Ἐλισάβετ, ἀντὶ τοῦ, ἕως τῆς γεννήσεως
Ἰωάννου· τῷ ἔκτῳ γὰρ ἦλθε μηνί. Οτι τό, Εμεινε
δὲ, τοῦ παραδόξου θεωροῦσα τὴν ἔκβασιν καὶ ἐπὶ
τοῖς καθ' ἑαυτὴν ἀποροῦσα, καὶ τί δεήσει γενέσθαι
[μανθάνειν] βουλομένη. Οτι οὐχ ἁπλῶς εἶπεν ή
Ελισάβετ, Ιωάννης κληθήτω, ἀλλὰ ὡς προφῆτις…
οὐδὲ γὰρ ἐγίνωσκε τὰ χρηματισθέντα τῷ Ζαχαρίᾳ
ἄλαλος γὰρ ἐκεῖνος ἦν.
Οτι Ιωάννης, χάρις Θεοῦ, ἑρμηνεύεται, ἀπὸ
τῆς Ἑβραΐδος γλώττης εἰς τὴν Ἑλληνίδα μεταβαλλόμενος.
Διὰ τί προκατασκευάζεται ή σιωπή Ζαχαρίου,
VERS. 39. Propter angeli sermonem exiit virgo ad
montana: dixerat enim: Ecce Elisabeth cognata
tua et ipsa concepit.
VERS. 41. Tunc impietus est Spiritu sancto in
utero inclusus adhuc Joánnes, et partitus est gratiam cum matre, et prophetizavit postremo Elisabeth: Benedicta tu in mulieribus, dicens, et benedictus fructus ventris tui.
VERS. 42. Recte fructus ventris vocatur quod in
illa est, quia absque viro erat; nam patrum filii
sunt fructus, sed non matris.
VERS. 46. Magnificat anima mea Dominant, et
exsultavit spiritus meus; spiritus et anima idem
sunt.
VERS. 51. Fecit potentiam in brachio suo; urachium Patris Filius dicitur, ut ejus robur.
VERS. 53. Esurientes implevit bonis, etc.; Judæos
et gentes designat, quos repulit, et quas assumpsit.
VERS. 53. Recordatus est misericordia sua, sicut
locutus est ad patres nostros: hoc dicit propter illud: Benedicentur in semine tuo omnes gentes.
VERS. 56. Mansit Maria mensibus tribus apud
Elizabeth, id est, usque ad nativitatem Joanuis,
nam sexto mense venerat. Mansit autem, miraculi
ut contemplaret exitum, et de suis propriis anxia,
et quid oporteat fierì scire volens. Non simpliciter
dixit Elizabeth, Joannes vocetur, sed tanquam prophetissa, nesciebat enim quæ nunciata erant Za
Za-´¨
charis, mutus enim iste erat.
VERS. 60. Joannes, Gratia Dei interpretatur, c
lingua Hebraica in Græcam translatus.
VERS. 64. Cur prius eficitur mutus Zacharias,
εἶτα τὴ λαλεῖν αὐτῷ δίδοται; "Ινα πάντες θαυμάσον- postea autem loquela ei redditur? Ut omnes admiτες ὡς ἀκούσαντες τὸ παράδοξον, δέξωνται τὸν Ἰωάν
την κηρύττοντα, ἔχοντες τῇ μνήμῃ ἔναυλον τὸ
θαῦμα.
"Οτι τὸν Εὐλογητός Κύριος ο Θεός τοῦ Ἰσραὴλ,
ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ
αὐτοῦ, καὶ ὅλη ἡ προφητεία εἰς Χριστὸν καὶ περὶ
Χριστοῦ ἐστιν.
Οτι τὸ ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν τοιοῦ
τόν ἐστιν, ὅτι τὸ ἐφ᾿ ἡμᾶς γενόμενον ἔλεος, καὶ πρὸς
τοὺς πατέρας ἡμῶν ἀνατρέχει· κοινωνοί γάρ εἰσι
τῆς εὐφροσύνης ἡμῶν, φησί, καὶ αὐτοὶ ὡς αἰσθανό
μενοι.
Πώς νοητέον το, Οι κον δν ὤμοσε, καὶ ἐξῆς;
Ὅτι εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· Πληθύνων πληθυνῶ τὸ
rantes audiendo prodigium, excipiant Joannem
prælicantem, habcntes recentem prodigii memoriam.
VERS. 68. Benedictus Dominus Deus Israel, quia
visitavit et fecit redemptionem plebis suæ; el tota
illa prophetia in Christum et de Christo est.
VERS. 72. Illud. Facere misericordiam cum patribus nostris, tale est: Facta in nos misericordia,
ad patres quoque nostros retrogreditur; participes
enim sunt nostri gaudii, et ipsi quasi illud sentiunt.
VERS. 73. Quomodo intelligendum. Jusjurandum
quod juravit, et quæ sequuntur? quod Deus illi dixit,
Распознавание текста
col. 1185–1186page 81 of 200
PG 106:1185σπέρμα σου· ἐπληθύνθη γὰρ τὸ σπέρμα Αβραάμ Ει εἰς σπέρμα καὶ τῶν ἐθνῶν λογισθέντων αὐτῷ ἀπ Χριστοῦ εἰς ὃν ἐκεῖνοι ἐπίστευσαν. Ὅτι παράδοξον ώς γέννησιν ἔσχεν ὁ Ἰωάννης, οὕτω καὶ παράδοξον αἴσθησιν· ὅτ' ἂν γὰρ λέγη, και σύ, παιδίον, ὡς πρὸς ἀκούοντα λέγει καὶ ἐναν μενον. Προφητεύει δὲ ἐν τῷ λέγειν. Προπορεύση γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι ὁδοὺς απ τοῦ· τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι μετ' ἀλέγον οὐ μέρα ἔχειν αὐτὸν παρ' ἑαυτῷ τρεφόμενον. Γνώσιν σωτήριας τίνα λέγει ὁ Ζαχαρίας; Την εξ Χριστὸν σωτήριον πίστιν, καὶ ὅτι ἡ γνώσις τῆς τηρίας, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν ἔσται. ΚΕΦΑΛ. Β'. Οτι ἡ ἀπογραφή χρήσιμος γίνεται, ἵνα πληρωθή ή Γραφή ή λέγουσα· Καὶ σὺ, Βηθλεέμ, οἶκος το Εφραθά. Η απογραφή γίνεται, τὴν Θεοτόκον ἐκεί θεν ἐκπέμπουσα, Διὰ τί εἶπεν ὁ εὐαγγελιστής, Τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον; Ως πρωτεύοντα ἐν πᾶσιν. Ὅτι ἐν τῇ φάτνῃ τίθεται, ἵνα ἡμᾶς τῆς ἀλογίας λυτρώσεται. Ποιά εἰσιν & συνετήρει πάντα η Μαριάμ; Όπ εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος, ὅσα νῦν ὑμνοῦσιν ἀγγεία, ὅσα λέγουσι ποιμένες. Συνέκρινε δὲ ἐκ πάντων, ὅτι Θεός ἐστιν ὁ τεχθεὶς ἐξ αὐτῆς. Ὅτι τὸ τῆς περιτομής κοπέν, οἱ μὲν εἰς τὰ τέσ σαρα στοιχεῖα ἀναλυθήναι λέγουσιν, οἱ δὲ ἐπὶ γῆς βιφῆναι, ἵνα ἁγιάσῃ τὴν γῆν, ὡς καὶ τὸ ἰχεθὲν αὐτοῦ αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ· οἱ δὲ ὅτι ἐτήρησεν αὐτὸ ᾧ σ τρόπῳ, ἐν τῇ αὐτοῦ ἀναστάσει προσλαβόμενος αὐτ καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἀναστάσει τὸ σῶμα το ἡμέτερον πλῆρες ἀποληψόμεθα. Οτι τὸ λέγειν τὸν εὐαγγελιστὴν τὸν Οτε ἐπλη σθησαν αἱ ἡμέρα τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατά τὸν νόμον, καλῶς ἐπήγαγεν· μόνου γὰρ ἦν ἀκαθές του, καθαρὸν τεκεῖν. Ὅτι τὸ περὶ τοῦ Συμεὼν εἰρημένον. ότι "Ην προσ δεχόμενος παράκλησιν τοῦ ᾿Ισραήλ, τοῦτό ἐστι Πότε διὰ τοῦ Χριστοῦ παράκλησιν, ήταν παραμο θίαν εὕροι ὁ Ισραήλ. Τό, Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου, ἐν εἰρήνῃ· τὸ μὲν, Απολύεις, περὶ τῆς ἐν σαρκὶ ζωῆς εἶπεν· τὸ δὲ, Κατὰ τὸ ῥῆμα σου, ὅτι χρησμὸς ἦν αὐτῷ τοιοῦτος δοθείς. Τὸ κεῖσθαι τὸν Κύριον εἰς πτῶσιν πολλῶν καὶ ἀνάστασιν ἐν τῷ Ἰσραὴλ, ἐπαινετῶς μόνον νοούμε τ νον, εἰς πτῶσιν μὲν κεῖται τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν πιο στευόντων παθῶν τε καὶ πονηρῶν λογισμῶν, ἀν στασιν δὲ τῶν ἀρετῶν καὶ παντὸς θεοφιλούς λογ σμοῦ. Πῶς νοητέον, Καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενες; Σημεῖον, διὰ τὸν σταυρὸν καὶ τὸ ἐκεῖ πάθος· ἀν τιλεγόμενον δὲ, ὅτι οἱ μὲν παθητὸν αὐτοῦ τὸ πάθος εἶπον, οἱ δὲ οὗ καὶ οἱ μὲν χοϊκὸν, οἱ δὲ ἐπουράνιον λέ γουσιν· ὅτι δὲ σημεῖον ὁ σταυρός, ἄκουσον· καὶ ἔθηκε Μωυσῆς τὸν ὅριν ἐπὶ σημείου, τουτέστιν ἐπὶ ξύλου
Multiplicas multiplicabo semen tuum; multiplica- σπέρμα σου· ἐπληθύνθη γὰρ τὸ σπέρμα Αβραάμ
tum est enim semen Abrahæ in semen, gentibus in
ipso benedictis per Christum in quem isti crediderunt.
VERs. 76. Ut mirabilem habuerat nativitatem
Joannes, ita mirabilem habet quoque intelligentiam;
quando enim dicitur, Et tu, puer, tanquam ad audientem et intelligentem dicitur. Prophetizat autem dicendo: Præibit enim ante faciem Domini
parare vias ejus: id autem significat quod paulo
post non debet puerum habere in domo sua educalum.
VERS. 77. Scientiam salutis quamnam dicit Za
charias? Salutiferam in Christum fidem, et quia
scientia salutis in peccatorum remissione erit.
CAPUT II.
VERS. 1. Ista descriptio utilis fit ad implendam
Scripturam dicentem: Ει ιu, Bethleem, domus
Ephratha. Descriptio fit, emittendo illine Deiparam.
VERs. 7. Cur dicit evangelista Filium ejus primegenitum? Ut primum inter omnes. In præsepio ponitur, ut nos ab insania liberet.
VERS. 19. Quæ sunt illa quæ conservabat omnia
Maria? Quanta dixerat illi angelus, quanta nune
angeli cantant, quanta dicunt pastores; ex omnibus
autem concludebat Deum esse qui ex illa natus est.
VERS. 21. Quod in circumcisione secatum est,
alii dicunt in quatuor elementa dissolutum fuisse,
alii in terram jactum esse ut sanctificaret terram,
ut postea sanguis ejus et aqua; alii autem Christum
id conservasse quo scivit modo, et in sua resurrectione sibi restituisse; etenim et nos in resurreetione corpus nostrum integrum accipiemus.
VERS. 22. Dicente evangelista: Postquam impleti
sunt dies purgationis ejus secundum legem, bene adjecit, nam sulius impuri erat purum parere.
VERS. 25. Quod de Simeon dicitur, Erat exspeclans consolationem Israel, illud est: quando per
Christum consolationem, scilicet correctionem, Inveniret Israel.
VERS. 29. Nunc dimittis servum tuum, Domine,
secundum verbum tuum in pace.· Nunc dimittis, de
εἰς σπέρμα καὶ τῶν ἐθνῶν λογισθέντων αὐτῷ ἀπ
Χριστοῦ εἰς ὃν ἐκεῖνοι ἐπίστευσαν.
Ὅτι παράδοξον ώς γέννησιν ἔσχεν ὁ Ἰωάννης,
οὕτω καὶ παράδοξον αἴσθησιν· ὅτ' ἂν γὰρ λέγη, και
σύ, παιδίον, ὡς πρὸς ἀκούοντα λέγει καὶ ἐναν
μενον. Προφητεύει δὲ ἐν τῷ λέγειν. Προπορεύση
γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι ὁδοὺς απ
τοῦ· τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι μετ' ἀλέγον οὐ μέρα:
ἔχειν αὐτὸν παρ' ἑαυτῷ τρεφόμενον.
Γνώσιν σωτήριας τίνα λέγει ὁ Ζαχαρίας; Την εξ
Χριστὸν σωτήριον πίστιν, καὶ ὅτι ἡ γνώσις τῆς
τηρίας, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν ἔσται.
Οτι ἡ ἀπογραφή χρήσιμος γίνεται, ἵνα πληρωθή
ή Γραφή ή λέγουσα· Καὶ σὺ, Βηθλεέμ, οἶκος το
Εφραθά. Η απογραφή γίνεται, τὴν Θεοτόκον ἐκεί
θεν ἐκπέμπουσα,
Διὰ τί εἶπεν ὁ εὐαγγελιστής, Τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν
πρωτότοκον; Ως πρωτεύοντα ἐν πᾶσιν. Ὅτι ἐν τῇ
φάτνῃ τίθεται, ἵνα ἡμᾶς τῆς ἀλογίας λυτρώσεται.
Ποιά εἰσιν & συνετήρει πάντα η Μαριάμ; Όπ
εἶπεν αὐτῇ ὁ ἄγγελος, ὅσα νῦν ὑμνοῦσιν ἀγγεία,
ὅσα λέγουσι ποιμένες. Συνέκρινε δὲ ἐκ πάντων, ὅτι
Θεός ἐστιν ὁ τεχθεὶς ἐξ αὐτῆς.
Ὅτι τὸ τῆς περιτομής κοπέν, οἱ μὲν εἰς τὰ τέσ
σαρα στοιχεῖα ἀναλυθήναι λέγουσιν, οἱ δὲ ἐπὶ γῆς
βιφῆναι, ἵνα ἁγιάσῃ τὴν γῆν, ὡς καὶ τὸ ἰχεθὲν αὐτοῦ
αἷμα καὶ τὸ ὕδωρ· οἱ δὲ ὅτι ἐτήρησεν αὐτὸ ᾧ σ
τρόπῳ, ἐν τῇ αὐτοῦ ἀναστάσει προσλαβόμενος αὐτ
καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἀναστάσει τὸ σῶμα το
ἡμέτερον πλῆρες ἀποληψόμεθα.
Οτι τὸ λέγειν τὸν εὐαγγελιστὴν τὸν Οτε ἐπλη
σθησαν αἱ ἡμέρα τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατά
τὸν νόμον, καλῶς ἐπήγαγεν· μόνου γὰρ ἦν ἀκαθές
του, καθαρὸν τεκεῖν.
Ὅτι τὸ περὶ τοῦ Συμεὼν εἰρημένον. ότι "Ην προσ
δεχόμενος παράκλησιν τοῦ ᾿Ισραήλ, τοῦτό ἐστι
Πότε διὰ τοῦ Χριστοῦ παράκλησιν, ήταν παραμο
θίαν εὕροι ὁ Ισραήλ.
Τό, Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα,
κατὰ τὸ ῥῆμά σου, ἐν εἰρήνῃ· τὸ μὲν, Απολύεις,
vita in carne dicit; secundum verbum tuum, quod περὶ τῆς ἐν σαρκὶ ζωῆς εἶπεν· τὸ δὲ, Κατὰ τὸ ῥῆμα
prophetia talis ei data erat.
VERS. 34. Quod positus sit Dominus in ruinam
et in resurrectionen multorum in Israel, laudabiliter solum intelligitur. In ruinam quidem positus est
passionum et malarum cogitationum in quoque
credentium, in resurrectionem autem virtutum et
omnis cogitationis Deo placentis. Quomodo intelligendum est: Et in signum cui contradicetur? Signum, pro cruce et passione quam in illa subiit; cui
contradicetur, quia hi quidem passibilem in passione
illum dicebant, illi vero non passibilem; et hi quidem terrestrem, illi vero calestem. Quod signum
σου, ὅτι χρησμὸς ἦν αὐτῷ τοιοῦτος δοθείς.
Τὸ κεῖσθαι τὸν Κύριον εἰς πτῶσιν πολλῶν καὶ
ἀνάστασιν ἐν τῷ Ἰσραὴλ, ἐπαινετῶς μόνον νοούμε τ
νον, εἰς πτῶσιν μὲν κεῖται τῶν ἐν ἑκάστῳ τῶν πιο
στευόντων παθῶν τε καὶ πονηρῶν λογισμῶν, ἀν
στασιν δὲ τῶν ἀρετῶν καὶ παντὸς θεοφιλούς λογ
σμοῦ. Πῶς νοητέον, Καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενες;
-Σημεῖον, διὰ τὸν σταυρὸν καὶ τὸ ἐκεῖ πάθος· ἀντιλεγόμενον δὲ, ὅτι οἱ μὲν παθητὸν αὐτοῦ τὸ πάθος
εἶπον, οἱ δὲ οὗ καὶ οἱ μὲν χοϊκὸν, οἱ δὲ ἐπουράνιον λέγουσιν· ὅτι δὲ σημεῖον ὁ σταυρός, ἄκουσον· καὶ ἔθηκε
Μωυσῆς τὸν ὅριν ἐπὶ σημείου, τουτέστιν ἐπὶ ξύλου
· sit crus, audi: Posuit Moyses serpentem in signo, id est, in ligno.
Распознавание текста
col. 1187–1188page 82 of 200
PG 106:1187Ὅτι τλ, Σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, περὶ τοῦ πάθους λέγει τοῦ Χριστοῦ· τὸ δὲ, Οπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί, δηλοῖ ὅτι μετὰ τὸν σκανδαλισμὸν τὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ γενόμενον τοῖς τε μαν θηταῖς καὶ αὐτῇ τῇ Θεοτόκῳ, τάχιστά τις ἴασις ἐπ ακολουθήσει εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑτέρως Οπως ἂν ἑκάστου ὁ λογισμὸς ἀποδειχθῇ ὅπως ὑπὲ ετόπαζε περὶ αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ ἀγαπῶν αὐτὸν καὶ τίς ὁ μισῶν. Τι λέγει ὅτι ἡ προφῆτις 'Αννα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Θεῷ; Ἀντὶ τοῦ, Εὐχαρίστει· ἐλάλει δὲ περὶ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸς εἴη ὁ Αυτρωτής, αὐτὸς ὁ Σωτὴρ, οὗτος εἰς χαρὰν περιτρέψει την κατήφειαν. Ηύξανε σοφία και χάριτι, οὐκ ἐν τῷ προσλαμβάνειν τι· ἀεὶ γὰρ εἶχε τὸ πλῆρες· ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου τῇ τοῦ σώματος ηλικίᾳ συνεκτείνοντος κατὰ βραχὺ τῆς σοφίας καὶ τῆς χάριτος τὴν ἔκφανσιν. Ὅτι πῶς λέγει ἡ παναγία Θεοτόκος, Ἰδοὺ ἐγὼ καὶ ὁ πατήρ σου οδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε; Επισταμένη ὅτι ἐκ παρθενίας ἐστὶν ἀμολύντου, διὰ τοὺς ἀκούοντας διδασκάλους, ἐπειδὴ ἐνόμιζον αὐτὸν ἐκ πορνείας εἶναι. Πῶς ἐνόμιζον αὐτὸν ἀπο εληλυθέναι; ἆρα ὡς πλανώμενον ἢ ὅτι ἀπόλωλε; Οὐχί· ἀλλ' ὡς νομίζοντες ὅτι κατέλιπεν αὐτοὺς ἢ ἀπέστη ἀπ' αὐτῶν· διὸ καὶ αὐτὴ ὡς ἐκείνου πατέρα τὸν Ἰωσὴφ ὠνόμασε διὰ τοὺς Ἰουδαίους· αὐτὸς τὴν ὑπόνοιαν ἐκκόπτων ταύτην πάλιν ἔλεγεν· Οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι με; πατέρα αὐτοῦ δηλῶν τὸν Θεὸν, ἀλλ᾽ οὐ τὸν Ἰωσήφ· ἐν τοῖς τοῦ Πατρὸς δὲ εἶπεν διὰ τὸν ναὸν ἐν ᾧ ἦν, ὅπου καὶ εὑρέθη ζητούμενος. Διὰ τί γράψει· Καὶ ἦν ὑποτασσόμενος τοῖς γονεῦσιν αὐτοῦ; Παράδειγμα τὸν αὐτοῦ βίον καὶ χωρὶς τῆς διδαχῆς ποιούμενος ἡμῖν. "Οτι τὸ, Αύξανε σοφίᾳ καὶ ἡλικία, σημαίνει ότι συμπαρῆγε τῷ χρόνῳ τῆς ἡλικίας, τὴν ἔλλαμψιν τῆς Θεότητος. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Διὰ τί μέμνηται τοῦ χρόνου τῶν ἀρχόντων λέγων Εν έτει πεντεκαιδεκάτῳ Τιβερίου Καίσαρος; Ἵνα γνῶμεν ὅτι ἐν τοῖς τῆς ἐνανθρωπήσεως χρόνοις καθόλου ἄρχων Ἰουδαῖος ἐξέλιπεν, Διὰ τί γέγονε τὸ ῥῆμα τῷ Ἰωάννῃ ἐν τῇ ἐρήμῳ; Ἐπειδὴ πολλὰ τὰ τέκνα δι' αὐτοῦ ἔμελλε γίνεσθαι τῆς ἐρήμου καὶ ἀνάνδρου ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδος, Οτι τὸ μὲν τῶν Ἰουδαίων βάπτισμα πάντη άτι λὲς ἦν· τὸ Ἰωάννου τελειότερον διὰ μετανοίας· το δὲ Χριστοῦ ἐξαλείφον χωρίς μετανοίας αμαρτίας. Πώς νοητέον τὸ πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται, καὶ πᾶς βουνὸς ταπεινωθήσεται; Επειδὴ γὰρ εἶπεν· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου· ἀποκρίνεται ὥσπερ ἐκ τοῦ διαποροῦντος πῶς τοῦτο ἐνδέχεται, λέγων ὅτι πᾶν τὸ πρὸς τὸν τῆς ἀρετῆς δρόμου ἐμποδίζον, διορθωθήσεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ· ὅπερ
Ὅτι τλ, Σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται
ῥομφαία, περὶ τοῦ πάθους λέγει τοῦ Χριστοῦ· τὸ δὲ,
Οπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν
διαλογισμοί, δηλοῖ ὅτι μετὰ τὸν σκανδαλισμὸν τὸν
ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ γενόμενον τοῖς τε μαν
θηταῖς καὶ αὐτῇ τῇ Θεοτόκῳ, τάχιστά τις ἴασις ἐπ
ακολουθήσει εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑτέρως·
Οπως ἂν ἑκάστου ὁ λογισμὸς ἀποδειχθῇ ὅπως ὑπὲ
ετόπαζε περὶ αὐτοῦ, καὶ τίς ὁ ἀγαπῶν αὐτὸν καὶ τίς
ὁ μισῶν.
Τι λέγει ὅτι ἡ προφῆτις 'Αννα ἀνθωμολογεῖτο τῷ
Θεῷ; Ἀντὶ τοῦ, Εὐχαρίστει· ἐλάλει δὲ περὶ αὐτοῦ,
ὅτι αὐτὸς εἴη ὁ Αυτρωτής, αὐτὸς ὁ Σωτὴρ, οὗτος εἰς
χαρὰν περιτρέψει την κατήφειαν.
Ηύξανε σοφία και χάριτι, οὐκ ἐν τῷ προσλαμ
βάνειν τι· ἀεὶ γὰρ εἶχε τὸ πλῆρες· ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ
Λόγου τῇ τοῦ σώματος ηλικίᾳ συνεκτείνοντος κατὰ
βραχὺ τῆς σοφίας καὶ τῆς χάριτος τὴν ἔκφανσιν.
Ὅτι πῶς λέγει ἡ παναγία Θεοτόκος, Ἰδοὺ ἐγὼ
καὶ ὁ πατήρ σου οδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε;
Επισταμένη ὅτι ἐκ παρθενίας ἐστὶν ἀμολύντου,
διὰ τοὺς ἀκούοντας διδασκάλους, ἐπειδὴ ἐνόμιζον
αὐτὸν ἐκ πορνείας εἶναι. Πῶς ἐνόμιζον αὐτὸν ἀπο
εληλυθέναι; ἆρα ὡς πλανώμενον ἢ ὅτι ἀπόλωλε;
Οὐχί· ἀλλ' ὡς νομίζοντες ὅτι κατέλιπεν αὐτοὺς ἢ
ἀπέστη ἀπ' αὐτῶν· διὸ καὶ αὐτὴ ὡς ἐκείνου πατέρα
τὸν Ἰωσὴφ ὠνόμασε διὰ τοὺς Ἰουδαίους· αὐτὸς τὴν
ὑπόνοιαν ἐκκόπτων ταύτην πάλιν ἔλεγεν· Οὐκ ᾔδειτε
ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι με; πατέρα
αὐτοῦ δηλῶν τὸν Θεὸν, ἀλλ᾽ οὐ τὸν Ἰωσήφ· ἐν τοῖς
τοῦ Πατρὸς δὲ εἶπεν διὰ τὸν ναὸν ἐν ᾧ ἦν, ὅπου καὶ
εὑρέθη ζητούμενος.
· Διὰ τί γράψει· Καὶ ἦν ὑποτασσόμενος τοῖς
γονεῦσιν αὐτοῦ; Παράδειγμα τὸν αὐτοῦ βίον καὶ
χωρὶς τῆς διδαχῆς ποιούμενος ἡμῖν.
"Οτι τὸ, Αύξανε σοφίᾳ καὶ ἡλικία, σημαίνει ότι
συμπαρῆγε τῷ χρόνῳ τῆς ἡλικίας, τὴν ἔλλαμψιν
τῆς Θεότητος.
Διὰ τί μέμνηται τοῦ χρόνου τῶν ἀρχόντων λέγων·
Εν έτει πεντεκαιδεκάτῳ Τιβερίου Καίσαρος;
Ἵνα γνῶμεν ὅτι ἐν τοῖς τῆς ἐνανθρωπήσεως χρόνοις
καθόλου ἄρχων Ἰουδαῖος ἐξέλιπεν,
Διὰ τί γέγονε τὸ ῥῆμα τῷ Ἰωάννῃ ἐν τῇ ἐρήμῳ;
Ἐπειδὴ πολλὰ τὰ τέκνα δι' αὐτοῦ ἔμελλε γίνεσθαι
τῆς ἐρήμου καὶ ἀνάνδρου ἢ τῆς ἐχούσης τὸν ἄνδος,
Οτι τὸ μὲν τῶν Ἰουδαίων βάπτισμα πάντη άτιλὲς ἦν· τὸ Ἰωάννου τελειότερον διὰ μετανοίας· το
δὲ Χριστοῦ ἐξαλείφον χωρίς μετανοίας αμαρτίας.
Πώς νοητέον τὸ πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται,
καὶ πᾶς βουνὸς ταπεινωθήσεται; Επειδὴ γὰρ
εἶπεν· Ετοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου· ἀποκρίνεται ὥσπερ ἐκ τοῦ διαποροῦντος πῶς τοῦτο ἐνδέχεται, λέγων ὅτι πᾶν τὸ πρὸς τὸν τῆς ἀρετῆς δρόμου
ἐμποδίζον, διορθωθήσεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ· ὅπερ
Vers. 55. I'uam ipsius animam pertransibit gladius, de passione dicitur Christi. Ut revelentur ex
multis cordibus cogitationes, ostendit quod si seandalum in cruce Christi datum fuerit discipulis et
ipsi Deiparæ, confestim quædam sanatio secutura
sit per fidem in Christo. Aut aliter ut cujusque cogitatio reveletur, quomodo de illo reputaverit et
quis. arbaverit et quis oderit eum.
VERS. 58. Quid significat istud, Anna prophclissa
confitebatur Deo? id est gratias agebat. Loquebatur
autem de illo, illum futurum esse Redemptorem,
Salvatorem, et in lætitiam conversurum tristitiam.
VERS. 40. Crescebat sapientia et gratia, non iu
accipiendo quidpiam, semper enim habuit plenitu
dinem, sed quod Deus Verbum secundum corporis
incrementum expromebat sensim sapientiæ et gratiæ manifestationem.
VERS. 48. Quomodo dicit sanctissima Deipara:
Ecce ego et Pater tuus dolentes quærebamus te?
Sciens so virginitatem inviolatain servare, ita loquitur ob doctores audientes, quia putabant illum
e fornicatione natum esse. Quomodo putabant eum
abiisse? num quod errasset aut periisset? minime;
sed putabant eum illos reliquisse et abesse ab illis.
Ideo et ipsa Joseph ut ejus patrem vocavit propter
Judæos. Ille hanc suspicionem ut adimeret dixit:
Nesciebatis quia in his quæ Patris mei sunt oportėt
me esse? patrem suum Deum ostendens, et non Jo-
&eph. In his qua Patris sunt, dixit, propter templum in quo erat quando quæsitus inveniretur.
VERS. 51. Cur scribitur: Et erat subditus parentibus suis? Ut exemplum nobis præteretur ejus
vita vel absque doctrina.
VERS. 52. Profciebat sapientia et clale, signi
ficat tempus ætatis consequi Divinitatis manifeslationem.
CAPUT III.
VERS. 4. Cur tempus principum memorat, dicendo: Anno quinto decimo Tiberii Cæsaris? Ut cognoscamus quod in temporibus incarnationis Judæorum principatus omnino cessaverat.
Vers. 2. Cur Tactum est verbum Domini super
Joannem in deserto? Quia plures Glii per illum fieri
debebant derelictæ et sine viro, quam habentis
virum.
VERS. 3. Judæorum quidem baptisma admodum
imperfectum erat, Joannis perfectius per pœniten❤
tiam; Christi vero baptisma mundans peccata sine
poenitentia,
VeRs. 5. Quomodo intelligendum: Omnis vallis
implebitur, et omnis mons humiliabitur? Quoniam
enim dixis: Parale viam Domini, respondet, quasi
aliquis dubitaret quomodo id contingere possit,
dicendo: Omune contra virtutis cursum obstaculuma
auferetur a Christo, qualis est mons; et si malitia
Распознавание текста
col. 1189–1190page 83 of 200
PG 106:1189ἐστὶν ἄρος, καν βαθος κακίας ἔχῃ, πρὸς ἐξίσωσιν ἑτοιμασθήσεται. Τι λέγει, καὶ ὄνται πᾶσα σὰρξ τὸ Σωτήριο τοῦ Θεοῦ; Τουτέστιν, οὐκέτι Ἰουδαῖος, καὶ ὅ τις καὶ ἡ τις, ἀλλὰ πρὸς τὰ πέρατα τῆς γῆς κηρυχθήσεται. Ὅτι ἐρωτώμενος ὑπὸ τῶν ὄχλων ὁ Ἰωάννης, ἐκε στῳ οἰκεῖον βοήθημα τέθεικε· τοῖς μὲν ὄχλοις, φύ αλλήλῳ φρονήματι κεχρῆσθαι, τελώναις δὲ τὴν πλεονεξίαν κωλύειν, στρατιώταις δὲ μηδένα δια σείειν. Διὰ τί τριακονταέτης ἔρχεται ἐπὶ τὸ βάπτισμα; Επειδή μεμαρτυρημένη ἐστὶν ἡ ἡλικία ταύτη· ούτω καὶ Ἀδὰμ τέλειος επλάσθη, καὶ νόμον ἐδέχεται φυσικόν. Διαφωνία τις εἶναι δοκεῖ περὶ τὴν κατά Ματθαίον, ἀπὸ Σολομῶντος αὐτὸν γενεαλογεῖν, καὶ σάρκα γέννησιν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ· τῷ τὸν μὲν φθάνειν εἰς τὸν Ματθᾶν, καὶ Ἰακώβ, καὶ Ἰωσήφι τὸν δὲ Λουκᾶν, ἀπὸ τοῦ Νάθαν, καὶ φθάνειν εἰς τὸν Ματθάν, καὶ Ηλι, καὶ Ἰωσὴφ, ἀναμφιβόλως έκαστον αὐτὸν ἕτερον καταλήγειν γένος. Καὶ δοκεῖ τῶν αἱ νάτων εἶναι τὸν Ἰωσὴφ τὸν νομισθέντα άνδρα της παναγίας Θεοτόκου τόν τε Ἰακὼς τὸν Ηλὶ ἐσχηκε και πατέρα. Αλλά κατανοήσωμεν τὴν δοκούσαν εἶναι διαφωνίαν· τρίτος ἀπὸ τέλους κατὰ τὴν Μα θαίου γενεαλογίαν ἐστὶν ὁ Ματθαν, πέμπτος δὲ ἐπὶ τέλους κατὰ τὸν Λουκᾶν ὁ Μελχί. Τούτων τῶν δύν κατά διαφόρους χρόνους γαμετή γέγονεν ἡ Ἐσθε τοῦ γὰρ Ματθὰν προειληφότος αὐτὴν καὶ παιδο ποιήσαντος ἐξ αὐτῆς τὸν Ἰακὼς καὶ τελευτήσαντος, χήραν αὐτὴν οὖσαν ἐκ τῆς αὐτῆς φυλῆς, ἄλλης ἂ συγγενείας, ηγάγετο ὁ Μελχί, καὶ ἐπαιδοποίησεν ἐξ αὐτῆς τὸν Ηλί. Ὁ Ἰακὼβ τοιγαροῦν καὶ ὁ Ἑλλ ὁμομήτριοι τυγχάνουσιν ἀδελφοὶ ἐκ τῆς Ἐσθέν ἀγαγομένου δὲ τοῦ Ἑλὶ γυναῖκα ὡς ἀτέκνου τελε τήσαντος, κατὰ τὸν νόμον εἰσῆλθεν ὁ Ἰακὼν προς αὐτὴν, ὡς ἀδελφὸς, παιδοποιήσων τῷ τελευτήσαντα ἀδελφῷ τῷ Ἡλί. Επαιδοποίησεν οὖν τὸν Ἰωσήφ, καὶ εὑρέθη ὁ Ἰωσήφ, υἱὸς μὲν ὢν φύσει τοῦ Ἰακώβ, νόμῳ δὲ τοῦ 'Ηλί· ὁ Ματθαῖος δὲ τὸν κατὰ φύσιν λέγων πρω τέρα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν Ἰακὼβ εἶπεν, καὶ τὸ γένος ὅθεν ὁ Ἰωσὴφ κατάγεται· ὁ δέ γε Λουκᾶς τὸν κατά νόμον λέγων πατέρα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν Ἡλὶ εἶπεν, καὶ τὸ γένος ὅθεν ὁ Ἠλι κατάγεται· ὅθεν τῶν δύο πατέρων εἰς τὸν Δαβὶδ ἀνατρεχόντων, πᾶσα περιῄρηται ἀμφισβήτησις. ΚΕΦΑΛ. Δ'. Πῶς νοεῖται τὸ, Εδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βα σιλείας τοῦ κόσμου ἐν στιγμῇ χρόνου; ἀντὶ τοῦ, Διέγραψε τῷ λόγῳ τὴν οἰκουμένην, καὶ ὡς τρόποντινὰ ἐπεδείκνυεν, ὡς ᾤετο, ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ πάντα. Πῶς νοεῖται τὸ, Υπέστρεψεν Ἰησοῦς ἐν τῇ δι νάμει τοῦ Πνεύματος εἰς Γαλιλαίαν; Διὰ τὰς θεοσημείας λέγει τοῦτο, ὥσπερ ἐπετέλει τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὡς οἰκείᾳ αὐτοῦ δυνάμει τούτῳ χρώμενος, ἀλλ' οὐχ, ὡς οἱ ἅγιοι, ἔξωθεν καὶ πεπορισμένην ταύτην λαβών. Ὅτι τὰ ἐν τῷ προφήτη Ησαΐα γεγραμμένα, ἐν αὐτῷ ἐπληρώθη· αὐτὸς γὰρ ὁ χρισθεὶς τῇ θεότητα, αὐτὸς ὁ τοὺς ἁλιεῖς εὐαγγελισάμενος, αὐτὸς ὁ τοὺς ὑπὸ τοῦ πονηροῦ αἰχμαλωτισθέντας φυσάμενος.
profundum occurral, in æquale et planum compara- ἐστὶν ἄρος, καν βαθος κακίας ἔχῃ, πρὸς ἐξίσωσιν
bitur.
ἑτοιμασθήσεται.
Ver«. 6. Quid significat: Videbit omnis caro
Salutare Dei? ld est, non Judzus, et hic vel ille;
sed ad terminos terræ prædicabitur.
Vres. 11. Interrogatus a turbis Joannes, cuique
propriam opem tulit: turbis quidem, ut mutua
claritate ulantur; publicanis, avaritiam prohibet;
militibus, neminem ut concutiant.
Τι λέγει, καὶ ὄνται πᾶσα σὰρξ τὸ Σωτήριο
τοῦ Θεοῦ; Τουτέστιν, οὐκέτι Ἰουδαῖος, καὶ ὅ τις καὶ ἡ
τις, ἀλλὰ πρὸς τὰ πέρατα τῆς γῆς κηρυχθήσεται.
Ὅτι ἐρωτώμενος ὑπὸ τῶν ὄχλων ὁ Ἰωάννης, ἐκε
στῳ οἰκεῖον βοήθημα τέθεικε· τοῖς μὲν ὄχλοις, φύαλλήλῳ φρονήματι κεχρῆσθαι, τελώναις δὲ τὴν
πλεονεξίαν κωλύειν, στρατιώταις δὲ μηδένα δια
σείειν.
Διὰ τί τριακονταέτης ἔρχεται ἐπὶ τὸ βάπτισμα;
Επειδή μεμαρτυρημένη ἐστὶν ἡ ἡλικία ταύτη· ούτω
καὶ Ἀδὰμ τέλειος επλάσθη, καὶ νόμον ἐδέχεται
φυσικόν. Διαφωνία τις εἶναι δοκεῖ περὶ τὴν κατά
Ματθαίον, ἀπὸ Σολομῶντος αὐτὸν γενεαλογεῖν, καὶ
σάρκα γέννησιν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ· τῷ τὸν μὲν
φθάνειν εἰς τὸν Ματθᾶν, καὶ Ἰακώβ, καὶ Ἰωσήφι
τὸν δὲ Λουκᾶν, ἀπὸ τοῦ Νάθαν, καὶ φθάνειν εἰς τὸν
Ματθάν, καὶ Ηλι, καὶ Ἰωσὴφ, ἀναμφιβόλως έκαστον
αὐτὸν ἕτερον καταλήγειν γένος. Καὶ δοκεῖ τῶν αἱ
νάτων εἶναι τὸν Ἰωσὴφ τὸν νομισθέντα άνδρα της
παναγίας Θεοτόκου τόν τε Ἰακὼς τὸν Ηλὶ ἐσχηκε
και πατέρα. Αλλά κατανοήσωμεν τὴν δοκούσαν
εἶναι διαφωνίαν· τρίτος ἀπὸ τέλους κατὰ τὴν Μα
θαίου γενεαλογίαν ἐστὶν ὁ Ματθαν, πέμπτος δὲ ἐπὶ
τέλους κατὰ τὸν Λουκᾶν ὁ Μελχί. Τούτων τῶν δύν
κατά διαφόρους χρόνους γαμετή γέγονεν ἡ Ἐσθε·
τοῦ γὰρ Ματθὰν προειληφότος αὐτὴν καὶ παιδο
ποιήσαντος ἐξ αὐτῆς τὸν Ἰακὼς καὶ τελευτήσαντος,
χήραν αὐτὴν οὖσαν ἐκ τῆς αὐτῆς φυλῆς, ἄλλης ἂ
συγγενείας, ηγάγετο ὁ Μελχί, καὶ ἐπαιδοποίησεν ἐξ
αὐτῆς τὸν Ηλί. Ὁ Ἰακὼβ τοιγαροῦν καὶ ὁ Ἑλλ
ὁμομήτριοι τυγχάνουσιν ἀδελφοὶ ἐκ τῆς Ἐσθέν
ἀγαγομένου δὲ τοῦ Ἑλὶ γυναῖκα ὡς ἀτέκνου τελε
τήσαντος, κατὰ τὸν νόμον εἰσῆλθεν ὁ Ἰακὼν προς
αὐτὴν, ὡς ἀδελφὸς, παιδοποιήσων τῷ τελευτήσαντα
ἀδελφῷ τῷ Ἡλί. Επαιδοποίησεν οὖν τὸν Ἰωσήφ, καὶ
εὑρέθη ὁ Ἰωσήφ, υἱὸς μὲν ὢν φύσει τοῦ Ἰακώβ, νόμῳ
δὲ τοῦ 'Ηλί· ὁ Ματθαῖος δὲ τὸν κατὰ φύσιν λέγων πρω
τέρα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν Ἰακὼβ εἶπεν, καὶ τὸ γένος
ὅθεν ὁ Ἰωσὴφ κατάγεται· ὁ δέ γε Λουκᾶς τὸν κατά
VERS. 3. Cur triginta annos habens venit ut baptizetur? Quia ætas illa jam confirmata est; ita
Adam perfectus creatus est, et naturalem legem
recepit. Discordantia quædam esse videtur de generatione secundum carnem Domini Jesu Christi:
Matthæi quideın genealogia a Salomone incipit et
desinit in Matham et Jacob et Joseph: Lucæ vero
genealogia a Nathan descendit, et desinit in Mathat,
Heli et Joseph, ita indubie quisque eorum aliam
generationem exponit; et videtur impossibile esse
Joseph qui nominatur vir sanctissimæ Deiparæ
et Jacob patrem Heli habuisse. Sed
recognoscemus
apparentem tantum esse discordantiam: Tertius a
fine secundum Matthæi genealogiam est Mathan.
quintus autem a fine secundum Lucam est Melehi.
Horum duorum diversis temporibus uxor facta est
Estha. Mathan enim cum illam duxisset primo, et
ex ea Jacob suscepisset, mortuus est; viduam illam
ex eadem tribu, sed altera cognatione, duxit
Melehi, et suscepit ex ea Hell. Jacob igitur et Heli
ejusdem matris sunt fratres ex Estha nati; Heli
vero cum uxorem duxisset et sine liberis mortuus
esset, Jacob, secundum legem, intravit ad illam ut
frater alios suscitaturus fratri suo Heli. Suscepit
ergo Joseph, et inventus est Joseph, filius secundum
naturam Jacob, secundum legem Heli. Mathæus vero
naturalem meinorans Joseph patrem Jacob dixit, et
generationem e qua Joseph descendit; Lucas autem
legalem patrem Joseph nominans Heli dixit, et generationem e qua feli descendit. Inde duobus patribus
in David coadunatis, omnis æquivocatio adimitur.
νόμον λέγων πατέρα τοῦ Ἰωσήφ, τὸν Ἡλὶ εἶπεν, καὶ τὸ γένος ὅθεν ὁ Ἠλι κατάγεται· ὅθεν τῶν δύο
πατέρων εἰς τὸν Δαβὶδ ἀνατρεχόντων, πᾶσα περιῄρηται ἀμφισβήτησις.
CAPUT IV.
VERS. 5. Quomodo intelligitur: Ostendit illi omnia
regna mundi in momento temporis? id est, descripsit
oratione orbem terre, et quodam modo ostendit,
ut putabat, in sua cogitatione omnia.
VERS. 4. Quomodo intelligi potest: Regressus est
Jesus in virtute Spiritus in Galilæam? Propter divina
miracula istud dicitur, quæ complebat Jesus virtuto
sancti Spiritus, tanquam propria sua virtute illo
utens, sed non, ut sancti, ab externo et praestataun
hanc virtutem recipiens.
VERS. 18. Quæ in Isaia propheta scripta erant,
in illo impleta sunt; ipse enim est unctus divinitate,
ipse piscatores evangelizans, ipse mall captivitati
subjectos liberans.
Πῶς νοεῖται τὸ, Εδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βα
σιλείας τοῦ κόσμου ἐν στιγμῇ χρόνου; ἀντὶ τοῦ,
Διέγραψε τῷ λόγῳ τὴν οἰκουμένην, καὶ ὡς τρόπον
τινὰ ἐπεδείκνυεν, ὡς ᾤετο, ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ
πάντα.
Πῶς νοεῖται τὸ, Υπέστρεψεν Ἰησοῦς ἐν τῇ δι
νάμει τοῦ Πνεύματος εἰς Γαλιλαίαν; Διὰ τὰς
θεοσημείας λέγει τοῦτο, ὥσπερ ἐπετέλει τῇ δυνάμει
τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὡς οἰκείᾳ αὐτοῦ δυνάμει
τούτῳ χρώμενος, ἀλλ' οὐχ, ὡς οἱ ἅγιοι, ἔξωθεν καὶ
πεπορισμένην ταύτην λαβών.
Ὅτι τὰ ἐν τῷ προφήτη Ησαΐα γεγραμμένα, ἐν
αὐτῷ ἐπληρώθη· αὐτὸς γὰρ ὁ χρισθεὶς τῇ θεότητα,
αὐτὸς ὁ τοὺς ἁλιεῖς εὐαγγελισάμενος, αὐτὸς ὁ τοὺς
ὑπὸ τοῦ πονηροῦ αἰχμαλωτισθέντας φυσάμενος.
Распознавание текста
col. 1191–1192page 84 of 200
PG 106:1191Διὰ τί εὐφημεῖ αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον λέγον, οίδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ; Ὑπονοών διὰ τῆς τοιαύτης εὐφημίας ὅτι κενῆς δόξης αὐτὸν ἐραστὴν ἀποτελεῖ. Διὰ τί συνεχώρησεν αὐτῷ ὁ Κύριος ρίψαι τὸν ἄν θρωπον ἐν ᾧ ἦν; Ἵνα δῆλον γένηται πᾶσιν ὅτι τὸ δαιμόνιον ἐλάλησε, καὶ οὐκ ἐκ τῆς καρδίας τοῦ ἀν θρώπου Κύριος. ΚΕΦΑΛ. Ε'. Οτι διὰ τῶν ἁλιευτικῶν ἐπιτηδευμάτων αλιεύει τοὺς μαθητὰς καὶ ἁλιεῖς ὁ Χριστὸς εἰπών· Χαλά σατε τὸ δίκτυον. ΚΕΦΑΛ. Γ'. δ Τί ἐστιν ὁ λέγει ὁ εὐαγγελιστής, Ἐν Σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ; Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης οὕτως λέγει, ὅτι δευτερόπρωτον εἴρηται ἐπειδὴ δεύτερον μὲν ἦν τοῦ Πάσχα, πρῶτον δὲ τῶν ἀζύμων. Εἰ δὲ Σάββατον είρηται, μὴ θαυμάσῃ;· Σάβ βατον εἴρηται πᾶσα ἑορτή, δηλοῖ δὲ κατάπαυσιν καὶ ἀργίαν. Διὰ τί ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν, φησί, διανυκτερεύων ἐν τῇ προσ ευχῇ τοῦ Θεοῦ; Εδειξε διὰ τούτου, ὡς Κύριλλος φησι, τύπον ἀσκητικὸν, ὑποδεικνύων διὰ πραγμάτ των αὐτοῖς ὡς καὶ διὰ λόγων, ὅτ' ἂν λέγῃ· Σὺ δὲ, δι' ἂν προσεύχῃ, κλεῖσον τὴν θύραν σου. ΚΕΦΑΛ. Ζ'. Οτι ἡ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου ἐλθοῦσα γυνή, ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, οὔτε ἡ παρὰ τῷ Μάρκῳ ἐστὶν, οὔτε ἡ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ, οὔτε ἡ παρὰ τῷ Ματθαίῳ. ἐκεῖναι μὲν γὰρ πρὸς αὐτὸ τὸ πάθος τοῦτο ἐποίησαν, αὕτη δὲ ἐν μέσοις τοῖς σημείοις. Διὰ τί λέγει τῇ γυναικὶ, Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε; Διὰ τὸ πιστεῦσαι αὐτὴν ὅτι δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας. ΚΕΦΑΛ. Θ'. Οτι τὸ λέγειν τοὺς μαθητὲς πρὸς Χριστόν, Διο δάσκαλε, εἰδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου δαι μόνια εκβάλλοντα, οὐκ ἔστι φθονούντων ὁ λόγος, ἀλλὰ μαθεῖν ἐθελόντων, εἰ καὶ ἄλλοις τοῦτο δο θήσεται. Ὅτι τὸν Ὅστις οὐ καθ' ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστι, τοῦτο λέγει, Τῶν ἀγαπώντων με, οίτινες εἰς δόξαν μου πληρούν θέλουσι, τῇ παρ' ἐμοὶ χάριτι στε φανοῦνται. Διὰ τί ἐν τῷ ἐπιστῆσαι τοὺς ἀποστόλους τινάς καὶ εἰπόντων τῶν μαθητῶν πρὸς Χριστόν, Κύριε, θέλεις είπωμεν πυρ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς; ἐπετίμησεν αὐτοῖς; Περι στέλλων τὴν ὀξυθυμίαν αὐτῶν καὶ ἀπήνειαν, ἀνεξικακεῖν ἀεὶ, οὐ μόνον νῦν· τοῦτο δὲ εἶπον πρὸ; Ἠλίαν ἀφορῶντες· οὕτως οὐ τελέως τῆς νέας χάριτος κεκρατήκεσαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς νόμον ἐσκόπουν τὸν παλαιόν. Ὅτι ὁ εἰπὼν, ᾿Ακολουθήσω σοι, Κύριε, ἀλλὰ πρῶτον ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς ἐν τῷ εἴκῳ μου, ἀξιοζήλωτον μὲν ὑπόσχεσιν ἐνεδείξατο
VERS. 34. Cur prædicat eum spiritus immundus
dicens: Scio te quis sis, sanctus Dei? Suspicabatur
per hanc laudem illum vanæ gloriæ amatorem effiSCHOLIA VETERA IN LUCAM.
Διὰ τί εὐφημεῖ αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον
λέγον, οίδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ; Ὑπονοών
διὰ τῆς τοιαύτης εὐφημίας ὅτι κενῆς δόξης αὐτὸν
ἐραστὴν ἀποτελεῖ.
Διὰ τί συνεχώρησεν αὐτῷ ὁ Κύριος ρίψαι τὸν ἄν
θρωπον ἐν ᾧ ἦν; Ἵνα δῆλον γένηται πᾶσιν ὅτι τὸ
δαιμόνιον ἐλάλησε, καὶ οὐκ ἐκ τῆς καρδίας τοῦ ἀνθρώπου Κύριος.
Οτι διὰ τῶν ἁλιευτικῶν ἐπιτηδευμάτων αλιεύει
τοὺς μαθητὰς καὶ ἁλιεῖς ὁ Χριστὸς εἰπών· Χαλάσατε τὸ δίκτυον.
δ
Τί ἐστιν ὁ λέγει ὁ εὐαγγελιστής, Ἐν Σαββάτῳ
δευτεροπρώτῳ; Ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης
οὕτως λέγει, ὅτι δευτερόπρωτον εἴρηται ἐπειδὴ
δεύτερον μὲν ἦν τοῦ Πάσχα, πρῶτον δὲ τῶν Αζύμων. Εἰ δὲ Σάββατον είρηται, μὴ θαυμάσῃ;· Σάβ
βατον εἴρηται πᾶσα ἑορτή, δηλοῖ δὲ κατάπαυσιν καὶ
ἀργίαν.
Διὰ τί ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν, φησί, διανυκτερεύων ἐν τῇ προσ
ευχῇ τοῦ Θεοῦ; Εδειξε διὰ τούτου, ὡς Κύριλλος
φησι, τύπον ἀσκητικὸν, ὑποδεικνύων διὰ πραγμάτ
των αὐτοῖς ὡς καὶ διὰ λόγων, ὅτ' ἂν λέγῃ· Σὺ δὲ,
δι' ἂν προσεύχῃ, κλεῖσον τὴν θύραν σου.
Οτι ἡ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου ἐλθοῦσα γυνή,
ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, οὔτε ἡ παρὰ τῷ Μάρκῳ ἐστὶν,
οὔτε ἡ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ, οὔτε ἡ παρὰ τῷ Ματθαίῳ.
ἐκεῖναι μὲν γὰρ πρὸς αὐτὸ τὸ πάθος τοῦτο ἐποίησαν,
αὕτη δὲ ἐν μέσοις τοῖς σημείοις.
Διὰ τί λέγει τῇ γυναικὶ, Ἡ πίστις σου σέσωκέ
σε; Διὰ τὸ πιστεῦσαι αὐτὴν ὅτι δύναται ἀφιέναι
ἁμαρτίας.
Οτι τὸ λέγειν τοὺς μαθητὲς πρὸς Χριστόν, Διο
δάσκαλε, εἰδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου δαι
μόνια εκβάλλοντα, οὐκ ἔστι φθονούντων ὁ λόγος,
ἀλλὰ μαθεῖν ἐθελόντων, εἰ καὶ ἄλλοις τοῦτο δο
θήσεται.
Ὅτι τὸν Ὅστις οὐ καθ' ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστι,
τοῦτο λέγει, Τῶν ἀγαπώντων με, οίτινες εἰς δόξαν
μου πληρούν θέλουσι, τῇ παρ' ἐμοὶ χάριτι στε
φανοῦνται.
Διὰ τί ἐν τῷ ἐπιστῆσαι τοὺς ἀποστόλους τινάς
καὶ εἰπόντων τῶν μαθητῶν πρὸς Χριστόν, Κύριε,
θέλεις είπωμεν πυρ καταβῆναι ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ
καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς; ἐπετίμησεν αὐτοῖς; Περιστέλλων τὴν ὀξυθυμίαν αὐτῶν καὶ ἀπήνειαν, ανεξικακεῖν ἀεὶ, οὐ μόνον νῦν· τοῦτο δὲ εἶπον πρὸ; Ἠλίαν
ἀφορῶντες· οὕτως οὐ τελέως τῆς νέας χάριτος
κεκρατήκεσαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς νόμον ἐσκόπουν τὸν
παλαιόν.
Ὅτι ὁ εἰπὼν, ᾿Ακολουθήσω σοι, Κύριε, ἀλλὰ
πρῶτον ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς ἐν τῷ
εἴκῳ μου, ἀξιοζήλωτον μὲν ὑπόσχεσιν ἐνεδείξατο·
PATROL. GR. CVI.
cere.
VERS. 35. Cur permisit ei Dominus projicere
hominem in quo erat? Ut manifestum fìat omnibus
quod dæmonium locutus fuerat, et non ex corde
hominis istius Dominus.
CAPUT V.
VERS. 2. Per piscatorias artes piscatur discipulos
piscator ipse Christus dicens: Lazute rete.
CAPUT VI.
VERS. 1. Quid est quod dicit evangelista, In
Sabbato secundo primo? Sanctus Isidorus Pelusiola
ita dicit, secundum primum dici quia secundum
quidem est Paschæ, primum autem Azymnorum. Si
vero Sabbatum dicitur, ne admireris: Sabbatıın
dicitur omnis festus dies, indicat requiem et olium.
VERS. 12. Cur exiit Jesus in montem orare, Et
erat, dicitur, pernoctane in oratione Dei? Ostendit
per hoc, ut Cyrillus dicit, exemplum asceticum,
exhibens rebus illis priusquam verbis, quando dixit:
Tu vero cum oras, claude januam tuam.
CAPUT VII.
VERS. 37. Illa quæ in Pharisæi domum venit
mulier quæ erat peccatrix, non eadem est quæ apud
Marcum, apud Joannem et apud Matthæum: isis
enim circa passionem ipsam hinc egerunt, illa vero
inter media miracula.
VERS. 50. Cur dicit mulieri: Fides tua te salvan
fecit? Quia credebat illum posse peccata dimittere.
CAPUT IX.
Vers. 49. Cum dicunt discipuli ad Christum
Præceptor, vidimus quemdam in nomine tuo ejicieu -
tem dæmonia, non est invidentium sermo, sed discere volentium num et aliis istud concedendum
foret.
VERS. 50. Qui non est adversum vos, pro vobis est,
scilicet illorum qui me diligunt, quicunque in gloriam meam complere volunt, gratia mea coronautur.
Vers. 54. Cur, cum quidam apostolis non credidissent, et discipuli dixissent ad Christum, Domine,
vis dicamus ut ignis descendat de cœlo et consumat
eos, increpavit illos? Ut reprimeret eorum iram et
savitiam, et moneret patientiam semper non
tantum nunc: id vero dixerant ad Eliam respicientes; ita non perfecte alluc nova gratia duccbantur, sed ad legem veterem aspiciebant.
VERS. 61. Qui dixit: Sequar te, Domine; sed prins
permitte mihi renuntiare omnibus quæ in domo mea
sunt, æmulatione quidem dignam promissionem
Распознавание текста
col. 1193–1194page 85 of 200
PG 106:1193τὸ δὲ ζητεῖν ἀποτάξασθαι, μεμερισμένου ἐστὶν εξ Ο διανοία. Οτι οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα ἐπ' ἄροτρον, καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ωσπερ γάρ, φησὶν, ὁ γηπόνο; τοῦ ἀροτριῶν ἀρξάμενος, ὅτ' ἂν δυνήσῃ πρὸς τὸ λείπον, τὸ πᾶν ἀπώλεσεν· οὕτως καὶ ὁ κατὰ θεόν ἐργαζόμενος, εἰ πρὸς ἄλλο τι ἀσχολούμενος είν ρεθῇ. ΚΕΦΑΛ. Γ. Διὰ τί ἄλλους ἑβδομήκοντα μαθητὰς προσελάβετο Επειδὴ πολλὴ ἔμελλεν ἡ διδαχή γίνεσθαι, καὶ παν λαχοῦ καὶ πρὸς Ἰουδαίους καὶ πρὸς τὰ ἔθνη. Τί σημαίνει το, Εθεώρουν τὸν Σατανά, ὡς ἀστραπὴν πεσόντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ; Τούτο δήμο, ὅτι Εἰ ὁ ἄρχων αὐτῶν κατέπεσεν, οἱ δοῦλοι τί προσ δοκῶσι παθεῖν δι' ὑμῶν;. Ὡς ἀστραπὴν δὲ εἶπι, έπειδὴ φωτεινὸς ἦν τὴν φύσιν, εἰ καὶ σκοτεινός για γονε τὴν προαίρεσιν. Ο γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεός, τούτο καλόν· ὁ δὲ μετεποίησεν ὁ διάβολος, τοῦτο κακόν ἢ τὸ ἐξ ὕψους εἰς γῆν κατενηνεγμένον δηλοῖ ἐκ δέξη; εἰς ἀτιμίαν. Ὅτι τὸν Πατεῖν ἐπάνω όφεων καὶ σκορπίων. περὶ τῶν δαιμόνων λέγει. Τό, Μὴ χαίρετε ὅτι τὸ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται, ἀντὶ τοῦ, Μὴ κενά ξεῖτε. Τη, Χαίρετε δὲ, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐ διὰ μέλανος, ἀλλὰ διὰ μνήμες Θεοῦ, λέγει. Ὅτι ὁ νομικός ἑτέροις ἔλαβε τον πλησίον, την δοξῶν· ἐν γὰρ τῷ λέγειν, Τίς ἐστί μου πλησίον, τοῦτο ὑποτίθεται· Τίς, φησὶν, ἴσος μας; πλησίον νοῶν τὸν δίκαιον τῷ δικαίῳ· αὐτὸς δὲ τῇ συμπαθείς ἔλεγε, καὶ τῷ τρόπῳ τῆς θεραπείας. Ανθρωπος κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλής εἰς Ιεριχώ, ἀπὸ τῆς ἐν παραδείσῳ υψηλής και εἰρηνικῆς διαγωγής· τοῦτο γὰρ εἰρήνην σημαίνει Πρὸς τὴν Ἱεριχὼ τὴν κοίλην καὶ χθαμαλὴν καὶ καὶ ματώδη καὶ πνιγηρὰν κατωλέσθησαν, ήγουν το εμπαθή ζωήν. Δῃστὰς δὲ λέγει, τῶν δαιμόνων τ σύστημα, ἢ τὰ πάθη, ἅτινα τῶν ἀμφιασμάτων της ἀρετῆς ἐκδύσαντες αὐτὸν, τὰ τῆς ἁμαρτίας τραύματα ἐπέθηκαν. τὸν πταίσαντα θεραπεύσαντα. Λευΐτας δὲ καὶ ἱερεῖς, τὸν νόμον λέγει, ὡς μ Τὸ δὲ, 'Αντιπαρῆλθεν, ἀντὶ τοῦ, Ἰδὼν τὴν ἐναν τίαν ἔδωκε πάλιν ὅθεν ἦλθε, μηδὲν ὠφελήσεις. Ο δὲ Σαμαρείτης, ἢ ὁ δοκῶν εὐτελῆς εἶναι, ὡς αὐτὸς ἐνομίζετο καὶ ἐκαλεῖτο παρ' αὐτῶν· ἡ ἐκ πό του τὸν διὰ τοῦ αὐτοῦ φυράματος πάντα καὶ τ δαῖον καὶ ἐθνικὸν προσλαβόμενον λέγει. Ὑποζύγιον δὲ, τὸ αὐτοῦ σῶμα λέγει· έζευξε για τῇ ἀνθρωπότητι τὴν θεότητα· ἐπιστές, ἁμαρτίας εθεράπευσεν, ήγουν τὰ τραύματα. Οἶνον δὲ τὸν δὲν δασκαλικὸν τρόπον τὸν στύφοντα καλεῖ. Σὺν Ελεν δὲ, ὅτι φιλανθρωπίᾳ τοῦτον ἐκέρασε τὸν λόγον τοῦτ δὲ διὰ τὸ συνανακλίνεσθαι τελώναις. Τὸ δὲ, τὸ ἴδιον ὑποζύγιον ἀνεβίβασεν αὐτὸν, ἐν ἑαυτ γὰρ ἡμᾶς ἐφόρεσε· ἐσμὲν γὰρ μέλη τοῦ σώματ
exhibebat; sed quarere ut renuntiaret fuctuantis τὸ δὲ ζητεῖν ἀποτάξασθαι, μεμερισμένου ἐστὶν εξ
est animi.
VERS. 62. Nemo mittens manum ad aratrum et
respiciens retro, aptus est regno Dei. Ut euim, dicit,
agricola arare cum cœperit, si in reliquo cessaverit, totam perdet, ita et qui secundum Deum
operatur, si ad aliud quidpiam otiari iuventus
fuerit.
CAPUT X.
VERS. 1. Cur alios septuaginta discipulos assumpsit? Quia multa debebat fieri prædicatio, et in
multis locis, ad Judæos et ad gentes.
VERS. 18. Quid signifcat: Videbam Salanam aut
fulgur e calo cadentem? Ostenditur bis, quia si illorum princeps decidit, servi quid a vobis pati exspeetabunt? Ut fulgur, dicit, quia splendidus natura
erat, etsi tenebrosus factus sit voluntate. Quod
enim facit Deus, hoe bonum est; quod autem nutavit diabolus, illud malum: vel quod ex alto in
terram defertur ostendit e gloria in opprobrium cadens.
Vɛas. 19. Calcare super serpentes et scorpiones, de
dæmonibus dicitur.
VERs. 20. Nolite gaudere quoniam spiritus vobis
subjiciuntur; id est, nolite vana gloriari. Gaudete
autem quod nomina vestra scripta sunt in cœlis, nou
de airamento, sed de memoria Dei dicit.
VERS. 29. Legis peritus aliter habuit proximum,
vana gloriatus: dicendo enim: Quis est meus prosi.
mus? hoc proponit: quis, ait, mihi æqualis est?
proximum justum habens justi. Jesus autem per
indulgentiam locutus est, et per modum curationis.
VED. 50. Homo descendebat a Jerusalem in Jericho, ab eximia et pacifica in paradiso vita; hoc
enim pacem significat. Ad Jericho, cavam, demissam, ardentem et arclam dejectus est, id est ad
serum notam vitam. Latrones dicit demonum catervam, aut passiones quæ virtutis vestimentis eum
nudantes, peccati vulnera înfixerunt.
Ο
διανοία.
Οτι οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα ἐπ' ἄροτρον,
καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν
βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ωσπερ γάρ, φησὶν, ὁ γηπόνο;
τοῦ ἀροτριῶν ἀρξάμενος, ὅτ' ἂν δυνήσῃ πρὸς τὸ
λείπον, τὸ πᾶν ἀπώλεσεν· οὕτως καὶ ὁ κατὰ θεόν
ἐργαζόμενος, εἰ πρὸς ἄλλο τι ἀσχολούμενος είν
ρεθῇ.
Διὰ τί ἄλλους ἑβδομήκοντα μαθητὰς προσελάβετο
Επειδὴ πολλὴ ἔμελλεν ἡ διδαχή γίνεσθαι, καὶ παν
λαχοῦ καὶ πρὸς Ἰουδαίους καὶ πρὸς τὰ ἔθνη.
Τί σημαίνει το, Εθεώρουν τὸν Σατανά, ὡς
ἀστραπὴν πεσόντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ; Τούτο δήμο,
ὅτι Εἰ ὁ ἄρχων αὐτῶν κατέπεσεν, οἱ δοῦλοι τί προσ
δοκῶσι παθεῖν δι' ὑμῶν;. Ὡς ἀστραπὴν δὲ εἶπι,
έπειδὴ φωτεινὸς ἦν τὴν φύσιν, εἰ καὶ σκοτεινός για
γονε τὴν προαίρεσιν. Ο γὰρ ἐποίησεν ὁ Θεός, τούτο
καλόν· ὁ δὲ μετεποίησεν ὁ διάβολος, τοῦτο κακόν
ἢ τὸ ἐξ ὕψους εἰς γῆν κατενηνεγμένον δηλοῖ ἐκ δέξη;
εἰς ἀτιμίαν.
Ὅτι τὸν Πατεῖν ἐπάνω όφεων καὶ σκορπίων.
περὶ τῶν δαιμόνων λέγει. Τό, Μὴ χαίρετε ὅτι τὸ
πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται, ἀντὶ τοῦ, Μὴ κενά
ξεῖτε. Τη, Χαίρετε δὲ, ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη
ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐ διὰ μέλανος, ἀλλὰ διὰ μνήμες
Θεοῦ, λέγει.
• Ὅτι ὁ νομικός ἑτέροις ἔλαβε τον πλησίον, την
δοξῶν· ἐν γὰρ τῷ λέγειν, Τίς ἐστί μου πλησίον,
τοῦτο ὑποτίθεται· Τίς, φησὶν, ἴσος μας; πλησίον
νοῶν τὸν δίκαιον τῷ δικαίῳ· αὐτὸς δὲ τῇ συμπαθείς
ἔλεγε, καὶ τῷ τρόπῳ τῆς θεραπείας.
To, Ανθρωπος κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλής
εἰς Ιεριχώ, ἀπὸ τῆς ἐν παραδείσῳ υψηλής και
εἰρηνικῆς διαγωγής· τοῦτο γὰρ εἰρήνην σημαίνει
Πρὸς τὴν Ἱεριχὼ τὴν κοίλην καὶ χθαμαλὴν καὶ καὶ
ματώδη καὶ πνιγηρὰν κατωλέσθησαν, ήγουν το
εμπαθή ζωήν. Δῃστὰς δὲ λέγει, τῶν δαιμόνων τ
σύστημα, ἢ τὰ πάθη, ἅτινα τῶν ἀμφιασμάτων της
ἀρετῆς ἐκδύσαντες αὐτὸν, τὰ τῆς ἁμαρτίας τραύματα
ἐπέθηκαν.
VERS. 32. Per Levitas et sacerdotes legem designat, ut quæ non cadentem curaverat. Periransiil, τὸν πταίσαντα θεραπεύσαντα.
id est, videns retrocessit iterum unde venerat, nihil
opis ferens.
Λευΐτας δὲ καὶ ἱερεῖς, τὸν νόμον λέγει, ὡς μ
VERS. 33. Samaritanus autem, vel modestus esse
videtur, ut ipse reputabatur et vocabatur ab eis;
vel ex học omnem hominem per hanc appellationem, Judæum et ethnicum assumptum dicit.
TERS. 34. Jumentum corpus suum dicit, junxit
enim humanitati divinitatem; imponens, peccata
sanavit, id est vulnera. Vinum doctrinæ rationem
asperam vocat. Cum oleo autem, quia benignitate
sermonem istum temperavit; id vero ut se inclinaret publicanis. In jumentum suum imposuit
illum; nam in se nos tulit, sumus enim membra
corporis ejus. Stabulum, Ecclesiam vocat omnes
Τὸ δὲ, 'Αντιπαρῆλθεν, ἀντὶ τοῦ, Ἰδὼν τὴν ἐναν
τίαν ἔδωκε πάλιν ὅθεν ἦλθε, μηδὲν ὠφελήσεις.
Ο δὲ Σαμαρείτης, ἢ ὁ δοκῶν εὐτελῆς εἶναι, ὡς
αὐτὸς ἐνομίζετο καὶ ἐκαλεῖτο παρ' αὐτῶν· ἡ ἐκ πό
του τὸν διὰ τοῦ αὐτοῦ φυράματος πάντα καὶ τ
δαῖον καὶ ἐθνικὸν προσλαβόμενον λέγει.
Ὑποζύγιον δὲ, τὸ αὐτοῦ σῶμα λέγει· έζευξε για
τῇ ἀνθρωπότητι τὴν θεότητα· ἐπιστές, ἁμαρτίας
εθεράπευσεν, ήγουν τὰ τραύματα. Οἶνον δὲ τὸν δὲν
δασκαλικὸν τρόπον τὸν στύφοντα καλεῖ. Σὺν Ελεν
δὲ, ὅτι φιλανθρωπίᾳ τοῦτον ἐκέρασε τὸν λόγον τοῦτ
δὲ διὰ τὸ συνανακλίνεσθαι τελώναις. Τὸ δὲ,
τὸ ἴδιον ὑποζύγιον ἀνεβίβασεν αὐτὸν, ἐν ἑαυτ
γὰρ ἡμᾶς ἐφόρεσε· ἐσμὲν γὰρ μέλη τοῦ σώματ
*Esi
Распознавание текста
col. 1195–1196page 86 of 200
PG 106:1195αὐτοῦ, Πανδοχείον δὲ τὴν Ἐκκλησίαν καλεῖ τὴν πάν-; τας δεχομένην· ἀλλὰ μὴ κατὰ τὴν νόμον λέγουσαν Αμμανίτης καὶ Μωαβίτης εἰς ἐκκλησίας Κυρίου οὐκ εἰσελεύσεται. Τὸ δὲ δοῦναι τῷ πανδοχεί δύο δηνάρια εἰς ἐπιμέλειαν αὐτοῦ, σημαίνει τοῖς τῆς Ἐκκλησίας ἐπ όπταις ἀποστόλοις καὶ διδασκάλοις λέγειν· ὅτι Εν τῇ δευτέρᾳ ἐλεύσει μου τὸν μισθὸν τοῖς ἐπιμελησα, μένοις διδασκάλοις ἀποδώσω. Οτι κρεῖττον τῆς φιλοξενίας, ἡ πίστις· καὶ τοῦτο δηλοῖ Χριστὸς ἐν τῇ Μάρθᾳ καὶ τῇ Μαρίᾳ· ἐκείνης γὰρ περὶ τὴν διακονίαν ασχολουμένης, ταύτην προς ἔκρινε Χριστὸς ὡς τὸν λόγον ἀκούουσαν αὐτοῦ· ἀλλ' ὅμως τὴν μὲν οὐκ ἀπέστρεψεν ἀφ᾽ ὧν ἐποίπι, τὴν δὲ προσεδέξατο ἐφ᾽ οἷς προσεῖχεν, ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'. Τό, Ζητεῖτε καὶ κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν, καὶ τὸ, Πορεύεσθε ἐν νυκτὶ πρὸς τὸν φίλον εἰς τὸ λαβεῖν τι, τὴν ὄχλησιν καὶ τὸ μὴ ταχέως τῆς εὐχῆς ἀφίστασθαι λέγει· νύκτα δὲ εἶπεν, μᾶλλον δὲ μεσονύκτιον, τὰς ἐσχάτας καὶ πρὸς τῷ τέλει ἐλπί. τας ἡμῶν· οἰκοδεσπότην δὲ, τὸν Θεὸν αὐτόν· τρείς δὲ ἄρα ὠνόμασε, τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα πίστιν. Ὁ δὲ φίλος ὁ παραγενόμενος ἐξ ὁδοῦ ἐπιξενωθεὶς αὐτῷ, νοηθείη ἂν εἰκότως ὁ ἄγγελος, ήγουν οἱ ἄγγελοι οἱ πρὸς τὰ ἔσχατα παραγινόμενοι παραλαβεῖν ἡμᾶς· φιλοῦσι γὰρ ἡμᾶς καὶ αὐτοὶ ὡς φιλανθρώπου Θεού φιλάνθρωποι ὑπηρέται· τὰ δ παιδία τὰ ἐπὶ τῆς κλίνης αναπαυόμενα, τους τραφέντας ὡς τὰ παιδία καὶ ἐν ἁπλῇ καρδίᾳ πεπιστευκότας τῷ Εὐαγγελίῳ, καὶ ἠξιωμένους τῷ Κυρίῳσυν αναπαύεσθαι· ἀναίδειαν δὲ ἐνταῦθα λέγει τὴν μεθ' ἀπομονῆς ἐπιτεταμένην προσευχήν. Διὰ τί τῆς γυναικός ειπούσης, Μακαρία η κοιλία ἡ βαστάσασά σε, αὐτὸς εἶπεν· Μενούνγε μακά ριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ; Διὰ τὸν καιρὸν καὶ τοὺς παρισταμένους τοῦτο λέγει καὶ διὰ τὸ φιλότιμον, Τίνος ένεκεν πονηρῶν ὄντων τῶν Φαρισαίων, πρὸς αὐτὸν κληθεὶς παρ' ἑνὸς αὐτῶν ἀπῆλθε; Νουθετῆσαι τούτους βουλόμενος καὶ ἡμερῶσαι· ἐσκανδαλίσθη δὲ & Φαρισαῖος ὅτι οὐ πρὸ τοῦ ἀρίστου ἐβαπτίσθη, ἀσυν έτως· Μωσῆς γὰρ οὐδαμοῦ προσέταξε τοῦτο ποιεῖν ἡ γὰρ διὰ τῶν ὑδάτων ἀπόνιψις, χρειώδης ἐστὶν πρὸς ρύπον σωματικόν, ἀκαθαρσίαν δὲ ψυχῆς ἀπαλλάξας οὐ δύναται. Περὶ τοῦ Ζαχαρίου οὗ εἶπεν Κύριος, ὅτι μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου ἐσφάγη, ο Νύσης φησίν, ὅτι ὁ πατὴρ ἦν τοῦ Προδρόμου· καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἀπο εχώρισε μετὰ τὸν ἄφθορον τόκον τὴν παναγίαν Θεο τόκον Μαρίαν τοῦ ταῖς παρθένοις ἀποκεκληρωμένου τόπου ἐν τῷ ναῷ (ἦν δὲ οὗτος ὁ τόπος μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου), κατέσφαξαν. ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Διὰ τί πρὸς τὸν εἰπόντα αὐτῷ, Διδάσκαλε, εἰπε τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι μετ' ἐμοῦ τὴν κληρονομίαν, ἀποκριθείς είπεν "Ανθρωπε, τίς με κατ έστησε κριτὴν ἡ μεριστὴν ἐφ' ἡμᾶς; Εἶπεν δὲ ει
αὐτοῦ, Πανδοχείον δὲ τὴν Ἐκκλησίαν καλεῖ τὴν πάν- accipientem; sed non legis instar, dicentem: Amτας δεχομένην· ἀλλὰ μὴ κατὰ τὴν νόμον λέγουσαν·
Αμμανίτης καὶ Μωαβίτης εἰς ἐκκλησίας Κυρίου
οὐκ εἰσελεύσεται.
Τὸ δὲ δοῦναι τῷ πανδοχεί δύο δηνάρια εἰς ἐπιμέ
λειαν αὐτοῦ, σημαίνει τοῖς τῆς Ἐκκλησίας ἐπ
όπταις ἀποστόλοις καὶ διδασκάλοις λέγειν· ὅτι Εν
τῇ δευτέρᾳ ἐλεύσει μου τὸν μισθὸν τοῖς ἐπιμελησα,
μένοις διδασκάλοις ἀποδώσω.
Οτι κρεῖττον τῆς φιλοξενίας, ἡ πίστις· καὶ τοῦτο
δηλοῖ Χριστὸς ἐν τῇ Μάρθᾳ καὶ τῇ Μαρίᾳ· ἐκείνης
γὰρ περὶ τὴν διακονίαν ασχολουμένης, ταύτην προς
ἔκρινε Χριστὸς ὡς τὸν λόγον ἀκούουσαν αὐτοῦ· ἀλλ'
ὅμως τὴν μὲν οὐκ ἀπέστρεψεν ἀφ᾽ ὧν ἐποίπι, τὴν δὲ
προσεδέξατο ἐφ᾽ οἷς προσεῖχεν,
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'.
Τό, Ζητεῖτε καὶ κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν,
καὶ τὸ, Πορεύεσθε ἐν νυκτὶ πρὸς τὸν φίλον εἰς
τὸ λαβεῖν τι, τὴν ὄχλησιν καὶ τὸ μὴ ταχέως τῆς
εὐχῆς ἀφίστασθαι λέγει· νύκτα δὲ εἶπεν, μᾶλλον δὲ
μεσονύκτιον, τὰς ἐσχάτας καὶ πρὸς τῷ τέλει ἐλπί.
τας ἡμῶν· οἰκοδεσπότην δὲ, τὸν Θεὸν αὐτόν· τρείς
δὲ ἄρα ὠνόμασε, τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ ἅγιον
Πνεῦμα πίστιν. Ὁ δὲ φίλος ὁ παραγενόμενος ἐξ ὁδοῦ
ἐπιξενωθεὶς αὐτῷ, νοηθείη ἂν εἰκότως ὁ ἄγγελος,
ήγουν οἱ ἄγγελοι οἱ πρὸς τὰ ἔσχατα παραγινόμενοι
παραλαβεῖν ἡμᾶς· φιλοῦσι γὰρ ἡμᾶς καὶ αὐτοὶ ὡς
φιλανθρώπου Θεού φιλάνθρωποι ὑπηρέται· τὰ δ
παιδία τὰ ἐπὶ τῆς κλίνης αναπαυόμενα, τους τρα
φέντας ὡς τὰ παιδία καὶ ἐν ἁπλῇ καρδίᾳ πεπιστευκότας τῷ Εὐαγγελίῳ, καὶ ἠξιωμένους τῷ Κυρίῳσυναναπαύεσθαι· ἀναίδειαν δὲ ἐνταῦθα λέγει τὴν μεθ'
ἀπομονῆς ἐπιτεταμένην προσευχήν.
Διὰ τί τῆς γυναικός ειπούσης, Μακαρία η κοιλία
ἡ βαστάσασά σε, αὐτὸς εἶπεν· Μενούνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ; Διὰ τὸν
καιρὸν καὶ τοὺς παρισταμένους τοῦτο λέγει καὶ διὰ
τὸ φιλότιμον,
Τίνος ένεκεν πονηρῶν ὄντων τῶν Φαρισαίων, πρὸς
αὐτὸν κληθεὶς παρ' ἑνὸς αὐτῶν ἀπῆλθε; Νουθετῆσαι
τούτους βουλόμενος καὶ ἡμερῶσαι· ἐσκανδαλίσθη δὲ
& Φαρισαῖος ὅτι οὐ πρὸ τοῦ ἀρίστου ἐβαπτίσθη, ἀσυν
έτως· Μωσῆς γὰρ οὐδαμοῦ προσέταξε τοῦτο ποιεῖν·
ἡ γὰρ διὰ τῶν ὑδάτων ἀπόνιψις, χρειώδης ἐστὶν πρὸς
ρύπον σωματικόν, ἀκαθαρσίαν δὲ ψυχῆς ἀπαλλάξας
οὐ δύναται.
Περὶ τοῦ Ζαχαρίου οὗ εἶπεν Κύριος, ὅτι μεταξὺ τοῦ
ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου ἐσφάγη, ο Νύσης φησίν,
ὅτι ὁ πατὴρ ἦν τοῦ Προδρόμου· καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἀπο
εχώρισε μετὰ τὸν ἄφθορον τόκον τὴν παναγίαν Θεοτόκον Μαρίαν τοῦ ταῖς παρθένοις ἀποκεκληρωμένου
τόπου ἐν τῷ ναῷ (ἦν δὲ οὗτος ὁ τόπος μεταξὺ τοῦ
ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου), κατέσφαξαν.
Διὰ τί πρὸς τὸν εἰπόντα αὐτῷ, Διδάσκαλε, εἰπε
τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι μετ' ἐμοῦ τὴν κληρο
νομίαν, ἀποκριθείς είπεν "Ανθρωπε, τίς με κατ
έστησε κριτὴν ἡ μεριστὴν ἐφ' ἡμᾶς; Εἶπεν δὲ
monita et Moabita in ecclesiam Domini non intrabit,
VERS. 37. Dare stabulario duos denarios ut curam de illo habeat, significat eum Ecclesiæ præfeclis dicere apostolis et doctoribus, in secundo meq
adventu mercedem doctoribus qui curam habue
rint retribuam.
VERS. 42, Hospitalitate melior est fides. ad eliam
ostendit Christus in Martha et Maria. Hane enim in
ministerio cessantem antepouit Christus ut sermones ipsius audiențem; sed tamen non illam avertit
ab operibus quæ exercebat, sed alteram acceptam
babuit in his quæ præstabat.
CAPUT XI.
VERS. 9. Quærise et pulsate of aperietur vobis,
ει ite media nocte ad amicum ad recipiendum
aliquid his importunitatem et non promptere
ab oratione cessationem ostendit. Noctem vers
dicit, aut potius mediam noster, extremas nostras esse spes et in finem speciantes; domus
dominum, Deum ipsum; tres autem nominavit,
fidem in Patrem et Filium et Spiritum sanctum
innucas. Amicus vero venjens e via et abeo hospítio
acceptus, intelligi potest verisimiliter angelus, id
est angeli qui in extremis veniunt ad suscipiendum
nos; amant enim nos et ipei ut benigni benignitatis
Dei ministri. Pueri qui in cubiti quiescunt, hi suut
qui conversi sunt ut pueri et in simplici corde cre
diderunt Evangelio, et digui habiti sunt cum Do
mino quiescere. Improbitatem vero bie dicit orationem cum patientia perseverantem.
VERS. 27. Cur, muliere dicente, Beatus venter
qui te portavit, ille dixit, Quinimo beati qui audiunt
verbum Dei? Propter tempus et circumstantes ita
loquitur, et etiam ad rejiciendam laudem.
Vens. 37. Quam ob causam, mali cum essent
Pharisæi, invitatus ab uno ex illis, vadit ad euni
Ut placaret et mansuefaceret illos. Scandalizatus
est autem Pharisæus quod ante prandium non baplizatus esset, Immerito; Moyses enim minime præceperat hoc agere; nam ablutio per aquam, sorti -
bus corporis utilis est amovendis, immunditian
vero animæ auferre non potes!.
VERS. 51. De Zacharia de quo dicit Dominus,
quod inter templum et altare occisus est, Nyssenus
dicit illam fuisse Præcursoris patrem; et quia non
prohibuit post imnaeulatum partum sanctam Dei -
param Mariam ab illo qui a virginibus occupabatur
loco in templo (erat antem iHe locus inter templum
et altare), occisum fuisse.
CAPUT XII.
VERS. 13. Car dicenti cuidam, Magister, dic fratri
meo u dividat meam hæreditatem, respondit dicens:
Homo, quis me constituil judicem aut divisorem super pos? Id autem dixit, et quia anteponcbat iste
Распознавание текста
col. 1197–1198page 87 of 200
PG 106:1197τοῦτο καὶ διὰ τὸ προκρίνειν αὐτὸν τὰ γήινα των ο θείων, καὶ διὰ τὸ προειπεῖν· ἀπὸ δὲ τοῦ αέροντος τὰ σὰν μὴ ἀπαίτει. Οὐ γὰρ ἐστι, φησὶν, ἐν τῷ περιο σεύειν τινὶ ἡ ζωή, διὰ τὸ μὴ τῷ πλούτῳ συνεχτεί νεσθαι τὸ τῆς ζωῆς μέτρον Τὸ 8, Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον, τοῦτ ἀντὶ τοῦ, Μὴ ἀπιστήσῃς, εἴρηται· μικρὸν δὲ ὀνομάζειτοὺς ἁγίους, ἢ ἐπειδὴ παράκειται μικρότης τους ἁγίοις ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἑκουσίως ἀκτήμοσιν· ἡ δὲ τὸ ἡττᾶσθαι τῇ τῶν ἀγγέλων πληθύν. Έστωσαν αἱ ὀσφθες ὑμῶν περιεζωσμέναι τῆς διανοίας έτοιμον εἰς φιλεργίαν τῶν χρηστών ἔργων· διόπερ ὁ διδασκαλικής λύχνος ψυχούσθω καὶ άρδευέσθω ὑπὸ τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς. Γάμους ο όνομάζει, διὰ τὸ μὴ εἶναι ἐκεῖθέν τι κατηφές. Δωρ νυκτῶν, λέγει, διὰ τὸ ἄδηλον· τὸ δὲ, Ἐν τῇ δει τέρᾳ καὶ τρίτῃ φυλακῇ, λέγειν αὐτὸν, τοὺς ἀναμέν νοντας τὴν παρουσίαν αὐτοῦ. Μακάριοι, φησίν, οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. Περιζώσεται γὰρ καὶ διακινήσει αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν, ὅτι τοῖς ἴσοις ἡμᾶς ἀνταμεί ται, καὶ οἷον κάμνοντας ἀνακτήσεται, τρυφές των παραθεὶς τὰς πνευματικάς. "Η πρώτην μεν φυλακής τὴν πρώτην ἡλικίαν· δευτέραν, τὴν δευτέραν ἡλικίαν τρίτην, τὴν ἐπὶ τὸ γῆρας. Διὰ τί ὁ δοῦλος ὁ μὴ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου αὐτοῦ ὑπεῖχε λόγον; Διότι μὴ ἠθέλησεν εἰδέναι, ἐν νάμενος μαθεῖν· ποῖος ἀπαλλάξει λόγος του χρήναι πολλὰς ὑπομεῖναι πληγέ; τὸν εἰδότα καὶ ῥαθυμοῦντε; Εἰπὼν, Παντὶ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ' αὐτοῦ, ἔδειξαν ὅτι φορτικώτερον τῶν διδασκόν των ἐστὶ τὸ κρῖμα. Γὴν ἡμῶν τὰ σκηνώματα λέγει, εἰς ἃ βούλετα ταχέως ἀναφθῆναι τὴν ὀξυκίνητον τῆς διδασκαλίας αὐτῶν καὶ διάπυρον πράξιν. Χριστὸς ἁμαρτωλούς, οὐ μὴν τῶν πεπονθότων τούς. ΚΕΦΑΛ. ΙΓ. Περὶ δὲ τῶν Γαλιλαίων ὧν ἀπήγγειλαν τῷ Χριστῷ ὅτι τὸ αἷμα αὐτῶν ὁ Πιλάτος έμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν, χρὴ γινώσκειν ὅτι οὗτοί εἰσιν οἱ τοῖς δόγμασιν ἐξ ακολουθήσαντες Ιούδα τοῦ Γαλιλαίου, οὗ καὶ αὐτό; Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων μέμνηται ῶν δὲ τὸ δόγμα τοῦ Ἰούδα, ὡς Ιώσηπος λέγει ἐδίδασκε γὰρ μηδένα κύριον λέγειν μήτε κατά τιν λοφροσύνην· καὶ τὰς θυσίας δὲ τὰς ὑπὲρ τῶν Ῥω η μαίων βασιλέων προσφερομένας καὶ τῆς αὐτῶν τ τηρίας ὡς μὴ ἐκ τοῦ Μωσέως οὖσας, ἀπέκοπταν ἐπὶ τούτοις ἀγανακτήσας ο Πιλάτος παρ' αυτή ταῖς κατὰ τὸν νόμον προσφερομέναις θυσίαις ὑπ αὐτῶν, κατέσφαξεν αὐτούς. Λέγει οὖν αὐτός χείρονας, ἁμαρτωλοὺς δὲ διὰ τὸ στασιάσαι είν Ὅτι ὁ πύργος ἐφ᾽ οὔ; ἔπεσε, καὶ τοὺς δεκαετο κατέσχεν, ἐσήμαινε διὰ μὲν τοῦ πύργου, την πο λιν· διὰ τῶν καταχωσθέντων, τοὺς ἑαλωκότα; π Τίτου. Ἡ τῆς συχῆς παραβολή, τὴν ἀκαρπίαν ἐλέγχε τῆς Ἱερουσαλήμ, φύλλα μόνον πικρὰ ποιούσης και ἀνθηρὰ τῷ φαίνεσθαι, καρπὸν δὲ μὴ ἐχούσης την τον λέγει εληλυθέναι, διὰ Μωϋσέως, διὰ τῶν προφη
terrestris divinis, et quia jam ante dixerat: Aufe- τοῦτο καὶ διὰ τὸ προκρίνειν αὐτὸν τὰ γήινα των
renti tibi tua noli recusare. Non enim est, inquit, in
superabundantia vita, nam non cum divitiis extenditur vite mensura.
VERS. 52. Notite timere, pusillus gres, pro, nolite
dimdlere, dicitur. Pusillum autem vocal sauctos,
vel quia pusillus locus in hoc mundo sanctis reservatur, ut qui voluntarie sunt pauperes; vel quia
angelorum multitudini inferiores sunt namero.
VERS. 59. Sixt lumbi vestri pracincti; vel mens
parata sit ad operationem utilium: ideo doctrinæ
lucerna excitetur et ardescat ad virtutis exercitium. Nuptias vocat, eo quod illic non inest tristitia; Intempesta nocte dicit, propter incertitudinem;
in secunda et tertia vigilia ostendit hos qui exspectant ejus adventum. Beati, inquit, servi illi; se erim
præcinget et ministrabit illis, id est, tanquam æqualibus nobis succedet et ut laborantes relevabit, delicias uobis praestans spiritualos. Vel prima vigilia,
primam ætatem, secunda, secundam, et tertia senectutem indicat.
Vens. 48. Cur servus qui non cognovit voluntatem domini sui rationem reddidit? Quia non cognoscere voluit, cum discere potuisset. Idem innuit
sermo oportere cognoscentem el negligentem multis
plagis vapulare. Dicendo: Omni cui multum datum
est, multum quaretur ab eo, ostendit gravius esse
docentium judicium.
VERS. 49. Terran vorat nostras habitationes, in
ο
θείων, καὶ διὰ τὸ προειπεῖν· ἀπὸ δὲ τοῦ αέροντος
τὰ σὰν μὴ ἀπαίτει. Οὐ γὰρ ἐστι, φησὶν, ἐν τῷ περιο
σεύειν τινὶ ἡ ζωή, διὰ τὸ μὴ τῷ πλούτῳ συνεχτεί
νεσθαι τὸ τῆς ζωῆς μέτρον
Τὸ 8, Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον, τοῦτ
ἀντὶ τοῦ, Μὴ ἀπιστήσῃς, εἴρηται· μικρὸν δὲ ὀνομάζει
τοὺς ἁγίους, ἢ ἐπειδὴ παράκειται μικρότης τους
ἁγίοις ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἑκουσίως ἀκτήμοσιν· ἡ δὲ
τὸ ἡττᾶσθαι τῇ τῶν ἀγγέλων πληθύν.
Έστωσαν αἱ ὀσφθες ὑμῶν περιεζωσμέναι·
τῆς διανοίας έτοιμον εἰς φιλεργίαν τῶν χρηστών
ἔργων· διόπερ ὁ διδασκαλικής λύχνος ψυχούσθω καὶ
άρδευέσθω ὑπὸ τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς. Γάμους ο
όνομάζει, διὰ τὸ μὴ εἶναι ἐκεῖθέν τι κατηφές. Δωρ
νυκτῶν, λέγει, διὰ τὸ ἄδηλον· τὸ δὲ, Ἐν τῇ δει
τέρᾳ καὶ τρίτῃ φυλακῇ, λέγειν αὐτὸν, τοὺς ἀναμέν
νοντας τὴν παρουσίαν αὐτοῦ. Μακάριοι, φησίν, οἱ
δοῦλοι ἐκεῖνοι. Περιζώσεται γὰρ καὶ διακινήσει
αὐτοῖς· τοῦτό ἐστιν, ὅτι τοῖς ἴσοις ἡμᾶς ἀνταμεί
ται, καὶ οἷον κάμνοντας ἀνακτήσεται, τρυφές των
παραθεὶς τὰς πνευματικάς. "Η πρώτην μεν φυλακής
τὴν πρώτην ἡλικίαν· δευτέραν, τὴν δευτέραν ἡλικίαν
τρίτην, τὴν ἐπὶ τὸ γῆρας.
Διὰ τί ὁ δοῦλος ὁ μὴ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου
αὐτοῦ ὑπεῖχε λόγον; Διότι μὴ ἠθέλησεν εἰδέναι, ἐν
νάμενος μαθεῖν· ποῖος ἀπαλλάξει λόγος του χρήναι
πολλὰς ὑπομεῖναι πληγέ; τὸν εἰδότα καὶ ῥαθυμοῦντε;
Εἰπὼν, Παντὶ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται
παρ' αὐτοῦ, ἔδειξαν ὅτι φορτικώτερον τῶν διδασκόν
των ἐστὶ τὸ κρῖμα.
Γὴν ἡμῶν τὰ σκηνώματα λέγει, εἰς ἃ βούλετα
quibus vult incendi celeriter vividam et igneam præ. ταχέως ἀναφθῆναι τὴν ὀξυκίνητον τῆς διδασκαλίας
αὐτῶν καὶ διάπυρον πράξιν.
dicationis eorum actionem.
CAPUT XIII.
VERS. 1. De Galilæis de quibus muntiatum est
Christo quod sanguinem eorum Pilatus miscuit cum
sacrificiis, oportet scire istos esse secutos dogmata
Judæ Galilaei, cujus ipse Lucas in Actibus aposto
lorum meminit. Tale erat ergo Judæ dogma, ut Josephus dixit: Docebat neminem vocandum esse dominum nisi per familiaritatem, et sacrificia Romanos erga imperatores oblata et eorum salutem non
secundum Moysem esse, et velanda fore. Ob haec
iratus Pilatus contra sacrilicia ipsa secundum legem
ab ipsis oblata, illos occidere jussit. Dicit ergo
Christus qui possi erant non peccatores pejores
fuisse, sed peccatores quoniam divisi erant.
Χριστὸς ἁμαρτωλούς, οὐ μὴν τῶν πεπονθότων
τούς.
VERS. 4. Turris cecidit in eos, et decem et oelo
occidit, urbem per hanc turrem signifcavit, et per
occisos, mactandos a Tito.
VERS. 6. Ficus parabola sterilitatem argnit, folia
tantum amara producentis et flores ad speciem, sed
fructum non ferentis: ter dicit venisse; per Moysen,
per prophetas, et per ipsum. Evangelica ista ficus,
Περὶ δὲ τῶν Γαλιλαίων ὧν ἀπήγγειλαν τῷ Χριστῷ
ὅτι τὸ αἷμα αὐτῶν ὁ Πιλάτος έμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν,
χρὴ γινώσκειν ὅτι οὗτοί εἰσιν οἱ τοῖς δόγμασιν ἐξ·
ακολουθήσαντες Ιούδα τοῦ Γαλιλαίου, οὗ καὶ αὐτό;
Λουκᾶς ἐν ταῖς Πράξεσι τῶν ἀποστόλων μέμνηται
ῶν δὲ τὸ δόγμα τοῦ Ἰούδα, ὡς Ιώσηπος λέγει
ἐδίδασκε γὰρ μηδένα κύριον λέγειν μήτε κατά τιν
λοφροσύνην· καὶ τὰς θυσίας δὲ τὰς ὑπὲρ τῶν Ῥω
η μαίων βασιλέων προσφερομένας καὶ τῆς αὐτῶν τ
τηρίας ὡς μὴ ἐκ τοῦ Μωσέως οὖσας, ἀπέκοπταν
ἐπὶ τούτοις ἀγανακτήσας ο Πιλάτος παρ' αυτή
ταῖς κατὰ τὸν νόμον προσφερομέναις θυσίαις ὑπ
αὐτῶν, κατέσφαξεν αὐτούς. Λέγει οὖν αὐτός
χείρονας, ἁμαρτωλοὺς δὲ διὰ τὸ στασιάσαι είν
Ὅτι ὁ πύργος ἐφ᾽ οὔ; ἔπεσε, καὶ τοὺς δεκαετο
κατέσχεν, ἐσήμαινε διὰ μὲν τοῦ πύργου, την πο
λιν· διὰ τῶν καταχωσθέντων, τοὺς ἑαλωκότα; π
Τίτου.
Ἡ τῆς συχῆς παραβολή, τὴν ἀκαρπίαν ἐλέγχε
τῆς Ἱερουσαλήμ, φύλλα μόνον πικρὰ ποιούσης και
ἀνθηρὰ τῷ φαίνεσθαι, καρπὸν δὲ μὴ ἐχούσης την
τον λέγει εληλυθέναι, διὰ Μωϋσέως, διὰ τῶν προφη
Распознавание текста
col. 1199–1200page 88 of 200
PG 106:1199τῶν, δι' ἑαυτοῦ. Ἡ εὐαγγελική συχῆ, ἡ ἀνθρωπό τῆς ἐστίν· ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ· ὁ δὲ ἀμπελουργός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ φιλοπονῆσαι καὶ ἐκκαθάραι τὸν ἀμπελῶνα ἐλθών. Ὁ δὲ Θεὸς καὶ Πατὴρ ὁ καὶ οἰκοδεσπότης, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ κελεύων τὴν συ κῆν ὡς ἄκαρπον ἐκκοπῆναι. Τὸ δὲ, Αφες αὐτήν καὶ τούτῳ τῷ ἔτει, λέγειν, διὰ νόμου και προφητῶν οὐκ ἐβελτιώθησαν, καὶ τοῖς ἐμοῖς ἀρδευθῆναι δόγμασιν· ὡς εἰ μὲν ποιήσωσι καρπόν, εὖ· εἰ δὲ μή, εἰς τὸ μέλλον εκκόψεις, εἰς τὸν ἔπειτα αἰῶνα καὶ εἰς τὴν κρίσιν. Εστι δὲ ἡ μὲν πρώτη αθέτησις, ἡ ἐν τῷ πα ραδείσῳ· ἡ δευτέρα, ἡ ἐν τῷ νόμῳ· ἡ τρίτη, ἡ ἐν τῇ χάριτι. Η συγκύπτουσα χαμαί, ἔπαθε τοῦτο ἐκ σατανικῆς ἀγριότητος, ὡς παρειραμένη παρὰ Θεοῦ δι' οἰκεία δηλονότι πταίσματα. Το, Εξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, τῶν Φαρι σαίων λεγόντων, ἐκ φθόνου ἐπτί· οὐδὲ γὰρ ἤθελον ὠφελεῖσθαί τινας, οὐδὲ θεοσημείας γίνεσθαι ἀπὸ φθόνου. Ἐν δὲ τῷ λέγειν αὐτοὺς, Ηρώδης σε θέλει ἀποκτεῖναι, προφασιζόμενοι Ελεγον καὶ ἐκφοβοῦντες. Διὸ καὶ ὡς γινώσκων ότι ψεύδονται, λέγει Εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· καὶ τινὲς μὲν ἐνόμισαν, ἀλώπεκα τὸν Ηρώδην λέγειν· οὐχ οὕτως δὲ ἔχει ἀλλὰ ἀλώπεκα λέγει τὴν ἐκείνων δολιότητα καὶ σκαιότητα, εὐφυέστατα μέση χρώμενος φωνῇ· οὐ γὰρ εἶπεν, Εκείνῃ τῇ ἀλώπεκι, ἀλλά, Ταύτη. Επι πλήττων δὲ αὐτούς, λέγει· Ἰδοὺ δαιμόνια εκβάλλω καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ· διὰ τοῦ εἰπεῖν, τελειοῦμαι, τὸν θάνατον αὐτοῦ μηνύει, καὶ ὅτι ἐκών, καὶ οὔτε Ηρώδης, οὔτε αὐτοί, πρὸ καιροῦ τι ποιήσαιεν. Τὸ, Οὐκ ἐνδέχεται προφήτην, έξω Ἱερουσαλὴμ ἀποθανεῖν, λέγειν αὐτὸν, ὡς κατηγορίαν εἰσάγει τὸν λόγον. ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'. Ο εἰπὼν, Μακάριος ὅστις φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οὐ τέλειος ἦν· ἐνόμιζε γὰρ σωματικὴν βρῶσιν εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ. Τό, Ανθρωπός τις εποίησε δεῖπνον, ἄνθρωπον, τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα λέγει· αἱ γὰρ εἰκόνες τῶν πα ραβολῶν, πλάττουσιν ἀλήθειαν· οὐκ αὐταὶ δὲ πάνω τως εἰσὶν ἀλήθειαι. Δεῖπνον, φησί, πεποίηκεν, οὐκ ἄριστον· ἐπὶ γὰρ συντελείᾳ τὸ Χριστοῦ πάθος τὴν οικουμενικὴν πανήγυριν. Εκάλεσε δὲ πολλούς, τὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων. Τίς δὲ ὁ ἀπεσταλμένος ν καὶ δοῦλόν φησιν; Αὐτὸς ὁ Χριστὸς διὰ τὴν σάρκα μορφὴν δούλου ἀνέλαβε. Τί δὲ ἡτοίμασε τοῖς κεκλημένοις; Αμαρτιῶν ἄφεσιν, υἱοθεσίας λαμπρότητα. Τὸ δὲ, Ἥρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι, τοῦτό ἐστι, τὸ ἐξ ἑνὸς συνθήματος μηδένα λόγον ποιησαμένους τῆς κλήσεως, γεωδεστέροις ἀσυνέτως προσνενευκότες· κέκληνται δὲ ἀντ' ἐκείνων οἱ εἰς τὰς πλα τείας καὶ τὰς ῥύμας, οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαϊκῆς πληθύος ἀσθενῆ τε καὶ ἀγεννῆ τὴν διάνοιαν έως τινὸς ἔχοντες καὶ ἀφεγγῆ καὶ χωλεύουσαν· ὑγιεῖς δὲ καὶ εύρωστοι διὰ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. Τὸ δὲ, ἔτι τόπος ἐστὶ, λέγει τον δειπνοκλήτορα, διὰ τοὺς ἀγροικοτέρους λέγει πάντη καὶ κτηνοπρεπείς.
autem, Filius Dei ad laborandam et mundandam
vineam veniens, Deus autem Pater et. domus dominus, ille est qui jubet ficum ut sterilem succidi.
Dimitte illam et hoc anno, dicitur, per. legem et
prophetas non meliores effecti sunt, et meis sine
rigari doctrinis, siquidem bonum fecerint. fructum;
sin autem, in futurum succides, in sequentem alatem et in judicium. Prima autem est reprobatio,
quæ in Paradiso; secunda, quæ in lege; tertia
vero, qua in gratia.
τῶν, δι' ἑαυτοῦ. Ἡ εὐαγγελική συχῆ, ἡ ἀνθρωπό- humanitas est: domus dominus, Deus Paler; cultor
τῆς ἐστίν· ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ· ὁ δὲ
ἀμπελουργός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ φιλοπονῆσαι καὶ
ἐκκαθάραι τὸν ἀμπελῶνα ἐλθών. Ὁ δὲ Θεὸς καὶ Πατὴρ
ὁ καὶ οἰκοδεσπότης, ἐκεῖνος ἐστιν ὁ κελεύων τὴν συκῆν ὡς ἄκαρπον ἐκκοπῆναι. Τὸ δὲ, Αφες αὐτήν
καὶ τούτῳ τῷ ἔτει, λέγειν, διὰ νόμου και προφητῶν
οὐκ ἐβελτιώθησαν, καὶ τοῖς ἐμοῖς ἀρδευθῆναι δόγμασιν· ὡς εἰ μὲν ποιήσωσι καρπόν, εὖ· εἰ δὲ μή, εἰς
τὸ μέλλον εκκόψεις, εἰς τὸν ἔπειτα αἰῶνα καὶ εἰς τὴν
κρίσιν. Εστι δὲ ἡ μὲν πρώτη αθέτησις, ἡ ἐν τῷ πα
ραδείσῳ· ἡ δευτέρα, ἡ ἐν τῷ νόμῳ· ἡ τρίτη, ἡ ἐν
τῇ χάριτι.
Η συγκύπτουσα χαμαί, ἔπαθε τοῦτο ἐκ σατανικῆς
ἀγριότητος, ὡς παρειραμένη παρὰ Θεοῦ δι' οἰκεία
δηλονότι πταίσματα.
Το, Εξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, τῶν Φαρι
σαίων λεγόντων, ἐκ φθόνου ἐπτί· οὐδὲ γὰρ ἤθελον
ὠφελεῖσθαί τινας, οὐδὲ θεοσημείας γίνεσθαι ἀπὸ
φθόνου. Ἐν δὲ τῷ λέγειν αὐτοὺς, Ηρώδης σε θέλει
ἀποκτεῖναι, προφασιζόμενοι Ελεγον καὶ ἐκφοβοῦν
τες. Διὸ καὶ ὡς γινώσκων ότι ψεύδονται, λέγει·
Εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· καὶ τινὲς μὲν ἐνόμισαν,
ἀλώπεκα τὸν Ηρώδην λέγειν· οὐχ οὕτως δὲ ἔχει·
ἀλλὰ ἀλώπεκα λέγει τὴν ἐκείνων δολιότητα καὶ σκαιό
τητα, εὐφυέστατα μέση χρώμενος φωνῇ· οὐ γὰρ
εἶπεν, Εκείνῃ τῇ ἀλώπεκι, ἀλλά, Ταύτη. Επι
πλήττων δὲ αὐτούς, λέγει· Ἰδοὺ δαιμόνια εκβάλλω
καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ· διὰ τοῦ εἰπεῖν, τελειοῦμαι,
τὸν θάνατον αὐτοῦ μηνύει, καὶ ὅτι ἐκών, καὶ οὔτε
Ηρώδης, οὔτε αὐτοί, πρὸ καιροῦ τι ποιήσαιεν.
Τὸ, Οὐκ ἐνδέχεται προφήτην, έξω Ιερουσα
λὴμ ἀποθανεῖν, λέγειν αὐτὸν, ὡς κατηγορίαν εἰσάγει
τὸν λόγον.
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'.
Ο εἰπὼν, Μακάριος ὅστις φάγεται ἄριστον ἐν
τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, οὐ τέλειος ἦν· ἐνόμιζε
γὰρ σωματικὴν βρῶσιν εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ.
Τό, Ανθρωπός τις εποίησε δεῖπνον, ἄνθρωπον,
τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα λέγει· αἱ γὰρ εἰκόνες τῶν πα
ραβολῶν, πλάττουσιν ἀλήθειαν· οὐκ αὐταὶ δὲ πάνω
τως εἰσὶν ἀλήθειαι. Δεῖπνον, φησί, πεποίηκεν, οὐκ
ἄριστον· ἐπὶ γὰρ συντελείᾳ τὸ Χριστοῦ πάθος τὴν
οικουμενικὴν πανήγυριν. Εκάλεσε δὲ πολλούς,
τὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων. Τίς δὲ ὁ ἀπεσταλμένος ν
καὶ δοῦλόν φησιν; Αὐτὸς ὁ Χριστὸς διὰ τὴν σάρκα
μορφὴν δούλου ἀνέλαβε. Τί δὲ ἡτοίμασε τοῖς κεκλημένοις; Αμαρτιῶν ἄφεσιν, υἱοθεσίας λαμπρότητα.
Τὸ δὲ, Ἥρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι, τοῦτό
ἐστι, τὸ ἐξ ἑνὸς συνθήματος μηδένα λόγον ποιησαμένους τῆς κλήσεως, γεωδεστέροις ἀσυνέτως προσνενευκότες· κέκληνται δὲ ἀντ' ἐκείνων οἱ εἰς τὰς πλατείας καὶ τὰς ῥύμας, οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαϊκῆς πληθύος
ἀσθενῆ τε καὶ ἀγεννῆ τὴν διάνοιαν έως τινὸς ἔχοντες
καὶ ἀφεγγῆ καὶ χωλεύουσαν· ὑγιεῖς δὲ καὶ εύρωστοι
διὰ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. Τὸ δὲ, ἔτι τόπος
ἐστὶ, λέγει τον δειπνοκλήτορα, διὰ τοὺς ἀγροικοτέ
ρους λέγει πάντη καὶ κτηνοπρεπείς.
VERS. 11. Quæ ad terram inclinata erat, loo
paliebatur ex Satana crudelitate, tanquam a Deo
derelicta propter suas culpas evidenter.
VERS. 31. Exi et vade hinc, quæ dicuntur a Pharisæis, ex invidia prodeunt; non enim volebant
eminere quospiam, nec divina signa facere, propter invidiam. Cum autem dicunt: Herodes vult te
occidere; per prætextum dicunt et timorem. Ideo
cognoscens ille hos mentiri, dicit: Dicile vulpi isti.
Quidam putaverunt per vulpem Herodem designari;
non autein sic se habet; sed vulpem dicit eorum
astutiam et ineptiam, rectissime proximo usus vocabulo, non enim dicit vulpi illi, sed isti. Objurgans vero illos, addit: Ecce ejicio dæmonia et sanitales perficio; dicendo, Consummor, mortem suam innuit, et quod libens moritur, et quod neque Herodes neque ipsi ante tempus quoddam facere possint.
VERS. 33. Non capit prophetam perire extra Jerusalem, de se dicit, tanquam accusationem verbum istud adjiciens.
CAPUT XIV.
VERS. 15. Qui dicit: Beatus qui manducabit panem in regno cælorum, non recte loquitur; putabat
enim corporalem escam esse in cœlo.
VERS. 6. Homo quidam fecit cœnam. Per hominem
Deus Pater designatur; figuræ enim parabolarum
verum fingunt; illa autem non omnino sunt vera.
Cenam dicit, non prandium, id est, in consummationè per Christi passionem orbis congregationem. Vocavit multos, multitudinem nempe Judæorum. Quis vero missus ille quem servum dicit?
Christus ipse qui per carnem formam servi acceμit. Quid paravit invitatis? peccatorum remissionein, adoptionis prærogativamn. Ceperunt simul excusare; id est una convenientes ut nullius invitationein facerent, terrestrioribus imprudenter se dederunt. Invitati sunt autem pro illis qui in plateis
et vicis erant, qui e Judaica multitudine debilem,
et ignobilem, et obscuram, et claudam usquedum
intelligentiam habuerant. Sani autem et valentes
per fidem in Christum facti sunt. Sed, adhuc locus
est, dicit servus ad invitandum missus, ob rusticiores et jumentis aptos ita locutus.
Распознавание текста
col. 1201–1202page 89 of 200
PG 106:1201ciνίκης κι ένα Τὸ ἐκ τῆς τοῦ πύργου οἰκοδομῆς ἡμῖν ὑποδηλούν μενον, τοῦτό ἐστιν, ἵνα οἱ τὴν εὐκλεά ζωήν κατη θοῦν ἐλόμενοι, τὴν ἀρκοῦσαν ἐν τούτῳ προθυμίαν, τῷ ἑαυτῶν ἐγκαταθέμενοι νοῖ διατελώσιν. Τὸ &, Ἡ εἰς βασιλεύς πορευόμενος ἐν ἑτέρα βασιλεῖ συμβαλεῖν εἰς πόλεμον; καὶ τὰ ἑξῆς τοῦτο σημαίνει, ὅτι Πρὸς τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐπαν ἡμῖν ὁ ἀγών, καθώς ο Απόστολός φησιν· ἔτι τ καὶ πρὸς τὸ φρόνημα τῆς σαρκός. Διὰ τὸν θεῖο έχοντες βοηθόν, μηδαμῶς περὶ εἰρήνης τοὺς ἐχθρούς ἡμῶν δαίμονας ἐρωτήσωμεν, ὅπερ ἐστὶ δουλωθῆναι τοῖς πάθεσιν· ἀλλὰ μᾶλλον ἀντιστῶμεν αὐτοῖς, τότ κραταιὸν Θεὸν ἡμῶν εἰς ἀντίληψιν ἐλοψύχως και ἀδιαλείπτως ἐπικαλούμενοι. ΚΕΦΑΛ. ΙΕ'. Περὶ τῆς δραχμής φησιν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ούτως, ὅτι Λύχνον ἦψε Χριστός, δηλονότι τὴν ἑαυτοῦ σάρες, καὶ τὴν οἰκίαν ἐσάρωσε, τῆς ἁμαρτίας τὸν κόσμον ἀποκαθαίρων· καὶ τὴν δραχμὴν ἐζήτησε, τὴν βασι λικὴν εἰκόνα συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι· καὶ συγ καλεῖ τὰς φίλας δυνάμεις ἐπὶ τῇ τῆς δραχμής εὑρ σει· καὶ κοινωνούς ποιεῖται τῆς εὐφροσύνης, ὃς καὶ τῆς οἰκονομίας μύστιδας επεποίητο. η Εἰπὼν ὁ Δεσπότης Χριστός, ὅτι "Ανθρωπός τις εἶχε δύο υιούς, ἁμαρτωλοὺς λέγει καὶ δικαίους νεώτερον δὲ λέγει τὸν υἱὸν, οὐ διὰ τὸν χρόνον, ἀλλὰ διὰ τὸν τρόπον. Τὸ δὲ, Δός μοι τὸ ἐπιβάλλον με ρος τῆς οὐσίας, ἀντὶ τοῦ. Αὐτεξούσιος ἐθέλω είναι καὶ οὐχ ὑπείκειν σοι· ἔδωκε δὲ αὐτῷ ὁ πατὴρ το ἐπιβάλλον, τὴν αὐτεξουσιότητα, τὴν φυσικὸν νόμο. Τὸ δὲ, Απεδήμησεν, οὐ τοπικῶς νοήσεις, ἀλλὰ προαιρετικῶς· ἀπὸ Θεοῦ ἀπέστη, καὶ ὁ Θεὸς ἀπ' αὐτοῦ. Τὸ δὲ, 'Ανήλωσε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, το ἐστι, τὸν ἔμφυτον λογισμόν, τὴν σωφροσύνην, και τὰ ἑξῆς. Γέγονε δὲ αὐτῷ λίμὸς τοῦ ἀκοῦται λόγω Θεοῦ. 'Εκολλήθη δέ, φησὶ, ἐνὶ τῶν πολιτών, ήταν δαίμονι, Διδ. Επεμψεν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βα σκειν χοίρους· χοιρώδη βίον ἔχειν. Οὕτως γάρ τι μῶσιν οἱ δαίμονες τοὺς τιμῶντας αὐτούς. Έδωσε δὲ χοίρους· χρονίσας γὰρ τῇ κακίᾳ, καὶ διδάσκαλος ἀσωτίας γίνεται. Τὸ δὲ, Επεθύμει ἐκ τῶν περὶ τίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ, τοῦτό ἐστιν ὅτι ἄλλους διδάσκων τὰ κακὰ, αὐτὸς τῶν κακῶν οὐκ ἐλάμβανε κόρον. Κεράτια δὲ τὴν ἡμερ τίαν εἰκάζει, ὅτι γλυκέα ἐστὶν ἐκεῖνα καὶ τραχέαι ὥσπερ καὶ ἡ ἁμαρτία. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν, αυτό ἐστι, λογισάμενο; τὰ πρότερον, εἶπεν· Πόσο μία σθιοι τοῦ Πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων των ἐστι κατηχούμενοι ἀπὸ Γραφών. Αναστὰς ἡμε πρὸς τὸν πατέρα. Αναστὰς ἐκ τῆς ἡδονῆς, ξύλα πρὸς τὸν Θεόν. Ετι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἔντος, ἀντὶ τοῦ, Προέλαβεν ἡ εὐεργεσία τὴν μετάνοιαν· καὶ τα ἑξῆς ἔχει τὴν ἀκολουθίαν. Ενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην· τουτέστι, τὴν πίστιν. Καὶ δότε την δακτύλιον, την σφραγίδα, τουτέστι τὸ βάπτισμα Καὶ ὑποδήματα, τὴν εὐαγγελικὴν ὁδόν. Μόσχα δὲ σιτευτόν, τὸν ευθέντα Χριστὸν ὑπὲρ τῆς οἰκον μένης, την μετάληψιν. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεση. Χαρὰ γὰρ γίνεται ἐν οὐρανοῖς ἐφ' ἐπὶ άμαρ
VERS. 28. Quod nóbis ex ædificatione turris
ostenditur, hoc est: qui susceperint vitam egregie
dirigere, sufcientem in eo ardorem, in suo proposito stabiles exhibeant.
Vers 31. Aut quis rèx ¡¡urus committere bellum
adversus alium regem, etc...; id eo siguidcatur,
contra adversarias potestates nobis prælium este,
ut dicit Apostolus; adhuc etiam contra prudentiam
carnis. Ideo Deum habentes auxiliatorem, minime
de pace ad nostros hostes damones legationem
mittamus, quod est passionibus servire: sed potius illis resistamus, potentem Deum nostrum in
auxilium toto animo et sine mora advocantes.
CAPUT XV.
Vans. 8. De drachma ita loquitur S. Gregorius:
Accendit lucernam Christus, evidenter suam carnem significans, et domum everrit, mundum a peccato purgans; drachmam quæsivit, id est regis
hguram passionibus deletam; et convocat amicas
potentias in inventione drachmæ, et participes facil
suæ lætitia, quas instituti sui cooperatrices fece
rat.
Vans. 11. Dicens Dominus Christus: Homo qui
dam duos filios, peccatores indicat et justos. Adolescentiorem vero dicit filium, 'non ob ætatein sed
ob mores. Da mihi portionem substantiæ quæ me
contingit, id est, independens volo esse et non parere tibi. Dedit autem illi pater quod contingebat,
independentiam aut þegem naturalem. Peregre profectus est, non locum sed voluntatem mutans, a
Deo recessit, et Deus quoque ab illo. Diesipavit substantiam suam, id est, naturaleın rationem, prudentiam, et alia. Facta est autem illi fames audiendi verbum Dei. Et Adhasil uni ciνίκης regionis
illius, id est dæmoni; ideo Misit illum in villam
suam ut pasceret porcos, porcorum vitam habiturus: ita enim honorant dæmones honorantes ipsos,
el pasccbat percos! Veterascens enim in malitia,
Bagitiorum doctor efficitur. Cupiebat implere ventrem suum de siliquis quae purei manducabant, et
nemo illi dabat; id est: alios mala docens, ipse
malorum non satietatem sumebat. Siliquæ peccatum indicânt, quia suaves et asperæ sunt illæ, ut
peccatum. In se autem reversus, id est priora cogitans, dixit: Quanti mercenarii patris mei abundant pane, id est, edocentur Scripturis! Surgens
venit ad patrem; surgens a voluptate venit ad
Deum. Cum autem adhuc longe esset, id est prævemit benignitas pœnitentiam; et reliqua habent quæ
sequuntur. Proferte stolam primam, id est, Adem.
Et date annulum in sigillum, id est, baptisma, et
calceamenta, evangelicam viam. Vitulum autem
saginalum, Christum immolatum ad orbis conversionem. Εt coeperunt epulari. Nam gaudium κι ένα
cœlis super uno peccatore pœnitentiam agente. Quod
autem murmuravit senior, non invidiam in sancto
esse eum peccatores salvi funt, sed superabundantiam benignitatis ostendens hoc dicitur. Quoniam
Τὸ ἐκ τῆς τοῦ πύργου οἰκοδομῆς ἡμῖν ὑποδηλούν
μενον, τοῦτό ἐστιν, ἵνα οἱ τὴν εὐκλεά ζωήν κατη
θοῦν ἐλόμενοι, τὴν ἀρκοῦσαν ἐν τούτῳ προθυμίαν,
τῷ ἑαυτῶν ἐγκαταθέμενοι νοῖ διατελώσιν.
Τὸ &, Ἡ εἰς βασιλεύς πορευόμενος ἐν ἑτέρα
βασιλεῖ συμβαλεῖν εἰς πόλεμον; καὶ τὰ ἑξῆς
τοῦτο σημαίνει, ὅτι Πρὸς τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐπαν
ἡμῖν ὁ ἀγών, καθώς ο Απόστολός φησιν· ἔτι τ
καὶ πρὸς τὸ φρόνημα τῆς σαρκός. Διὰ τὸν θεῖο
έχοντες βοηθόν, μηδαμῶς περὶ εἰρήνης τοὺς ἐχθρούς
ἡμῶν δαίμονας ἐρωτήσωμεν, ὅπερ ἐστὶ δουλωθῆναι
τοῖς πάθεσιν· ἀλλὰ μᾶλλον ἀντιστῶμεν αὐτοῖς, τότ
κραταιὸν Θεὸν ἡμῶν εἰς ἀντίληψιν ἐλοψύχως και
ἀδιαλείπτως ἐπικαλούμενοι.
糖
Περὶ τῆς δραχμής φησιν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ούτως,
ὅτι Λύχνον ἦψε Χριστός, δηλονότι τὴν ἑαυτοῦ σάρες,
καὶ τὴν οἰκίαν ἐσάρωσε, τῆς ἁμαρτίας τὸν κόσμον
ἀποκαθαίρων· καὶ τὴν δραχμὴν ἐζήτησε, τὴν βασι
λικὴν εἰκόνα συγκεχωσμένην τοῖς πάθεσι· καὶ συγ
καλεῖ τὰς φίλας δυνάμεις ἐπὶ τῇ τῆς δραχμής εὑρ
σει· καὶ κοινωνούς ποιεῖται τῆς εὐφροσύνης, ὃς καὶ
τῆς οἰκονομίας μύστιδας επεποίητο.
η
Εἰπὼν ὁ Δεσπότης Χριστός, ὅτι "Ανθρωπός τις
εἶχε δύο υιούς, ἁμαρτωλοὺς λέγει καὶ δικαίους
νεώτερον δὲ λέγει τὸν υἱὸν, οὐ διὰ τὸν χρόνον, ἀλλὰ
διὰ τὸν τρόπον. Τὸ δὲ, Δός μοι τὸ ἐπιβάλλον με
ρος τῆς οὐσίας, ἀντὶ τοῦ. Αὐτεξούσιος ἐθέλω είναι
καὶ οὐχ ὑπείκειν σοι· ἔδωκε δὲ αὐτῷ ὁ πατὴρ το
ἐπιβάλλον, τὴν αὐτεξουσιότητα, τὴν φυσικὸν νόμο.
Τὸ δὲ, Απεδήμησεν, οὐ τοπικῶς νοήσεις, ἀλλὰ
προαιρετικῶς· ἀπὸ Θεοῦ ἀπέστη, καὶ ὁ Θεὸς ἀπ'
αὐτοῦ. Τὸ δὲ, 'Ανήλωσε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, το
ἐστι, τὸν ἔμφυτον λογισμόν, τὴν σωφροσύνην, και
τὰ ἑξῆς. Γέγονε δὲ αὐτῷ λίμὸς τοῦ ἀκοῦται λόγω
Θεοῦ. 'Εκολλήθη δέ, φησὶ, ἐνὶ τῶν πολιτών, ήταν
δαίμονι, Διδ. Επεμψεν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βα
σκειν χοίρους· χοιρώδη βίον ἔχειν. Οὕτως γάρ τι
μῶσιν οἱ δαίμονες τοὺς τιμῶντας αὐτούς. Έδωσε
δὲ χοίρους· χρονίσας γὰρ τῇ κακίᾳ, καὶ διδάσκαλος
ἀσωτίας γίνεται. Τὸ δὲ, Επεθύμει ἐκ τῶν περὶ
τίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ,
τοῦτό ἐστιν ὅτι ἄλλους διδάσκων τὰ κακὰ, αὐτὸς τῶν
κακῶν οὐκ ἐλάμβανε κόρον. Κεράτια δὲ τὴν ἡμερ
τίαν εἰκάζει, ὅτι γλυκέα ἐστὶν ἐκεῖνα καὶ τραχέαι
ὥσπερ καὶ ἡ ἁμαρτία. Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν, αυτό
ἐστι, λογισάμενο; τὰ πρότερον, εἶπεν· Πόσο μία
σθιοι τοῦ Πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων των
ἐστι κατηχούμενοι ἀπὸ Γραφών. Αναστὰς ἡμε
πρὸς τὸν πατέρα. Αναστὰς ἐκ τῆς ἡδονῆς, ξύλα
πρὸς τὸν Θεόν. Ετι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἔντος, ἀντὶ
τοῦ, Προέλαβεν ἡ εὐεργεσία τὴν μετάνοιαν· καὶ τα
ἑξῆς ἔχει τὴν ἀκολουθίαν. Ενέγκατε τὴν στολὴν
τὴν πρώτην· τουτέστι, τὴν πίστιν. Καὶ δότε την
δακτύλιον, την σφραγίδα, τουτέστι τὸ βάπτισμα
Καὶ ὑποδήματα, τὴν εὐαγγελικὴν ὁδόν. Μόσχα
δὲ σιτευτόν, τὸν ευθέντα Χριστὸν ὑπὲρ τῆς οἰκον
μένης, την μετάληψιν. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεση.
Χαρὰ γὰρ γίνεται ἐν οὐρανοῖς ἐφ' ἐπὶ άμαρ
Распознавание текста
col. 1203–1204page 90 of 200
PG 106:1203τωλῷ μετανοοῦντι. Τὸ δὲ ὅτι ἐγόγγυσε ὁ πρεσβύτερος, οὐ φθόνον εἰσάγει τῷ ἁγίῳ ἐν τῷ σώζεσθαι τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν φιλανθρωπίαν ἐμφάναι βουλόμενος τούτο λέγει. Οτι δὲ ἡ παραβολὴ οὕτως λέγει, οὐ χρὴ πάντα τὰ τῆς παρα βολῆς ἐρευνᾶν, όμως οὖν ὡς προασφαλίζεται τοὺς ἀγαθοὺς τοιαῦτα λέγων, μὴ δέξασθαι φθόνον ἐπὶ σωτηρία ἁμαρτωλῶν. "Αλλοι δὲ λέγουσι τὸν μὲν πρεσβύτερον, ἀγγέλους· τὴν δὲ νεώτερον, ἀνθρώπους· ἕτεροι τὸν μὲν πρεσβύτερον, τὸν κατὰ σάρκα Ἰσραὴλ δηλοῦσθαι· διὰ δὲ τοῦ νεωτέρου, τὰ ἔθνη· ὁ δὲ ἅγιος Κύριλλος ταῦτα οὐ δέχεται. ΚΕΦΑΛ. 14. *Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔστιν οὖν ὁ σκοπός ὡς πρὸς παι ραβολὴν μὴ πάντα ἔχουσαν. Βούλεται γὰρ ὁ τῶν ὅλων Θεὸς ἵν᾿ ἀπερισπάστως ὑπηρετῶμεν αὐτῷ· δείκνυσι δὲ διὰ ταύτης ότιπερ εἰ μὲν βούλοιντό τινες πάσαν τὴν ἐπὶ γῆς αὐτῶν καταλιπεῖν περιουσίαν, κἂν οίκο νόμοι γενέσθωσαν τῶν πτωχευόντων, συμμεριστές τῶν ὑπαρχόντων τούτους ποιούμενοι, ὅπως φίλους καὶ μάρτυρας τῆς εὐσπλαγχνίας κτησάμενοι, ὅτ' ἂν αὐτοῖς ἡ ἐπίγειος ἐκλείποι ζωή, τύχωσι τόπου εν νός· εἰ δὲ μὴ βούλοιντο, αποτεθοῦνται πάντως τῆς οικονομίας· καὶ διὰ τὴν ἀπανθρωπότητα, τῷ αἰωνίῳ παραδοθήσονται κυρί. Τί ἐστι τὸ, 'Ο πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ; "Ηγουν ἐν τῷ γηΐνῳ καὶ εὐτελεῖ τούτῳ πλούτη, καλῶς δαπανών εἰς τοὺς δεομένους. Τοῦτον τὸν πλοῦτον, καὶ ἄδικον μαμωνά λέγει ἐν τοῖς πνευματικοῖς· ὁ δὲ τοὐναντίον καὶ ἐν ἐκείνῳ ἄπιστος. Οτι ἀλλότριον τὴν τῶν κτημάτων περιουσίαν ὠνόμασεν, ὡς οὐκ ἐκ φύσεως, ἀλλ᾽ ἐπίκτητα ἡμῖν ὄντα. «Ἐγὼ γὰρ καὶ τὰ ἐμὰ καὶ τὰ ἔξωθεν, ε ὡς οἱ Έξω λέγουσιν. "Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος. Το όνομα οὐ λέγει τοῦ πλουσίου· λέγει γὰρ ὁ Θεὸς περὶ τῶν μὴ φοβουμένων αὐτόν· Οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν δια χειλέων μου. Εχει δὲ ὁ λόγος, ὡς ἦν ἐν Ἱερο σολύμοις Λάζαρος τις ονόματι, κατ' ἐκεῖνο τοῦ και ροῦ ἐσχάτην νοσῶν πενίαν καὶ ἀρρωστίαν· οὗ μνη μυνεῦσαι λέγεται τὸν Κύριον ὡς εἰς παράδειγμα λαβόντα αὐτὸν γνωριζόμενον· μηδεὶς δὲ νομιζέτω ὅτι γέγονεν ἤδη ἀνταπόδοσις· ἔστι γὰρ παραβολὴ τὸ λεγόμενον. Διὰ τί ἐν τοῖς κόλποις αὐτὸν ᾿Αβραὰμ ὁρᾷ; Ἵνα λάβῃ συναίσθησιν τῆς μισοξενίας τον φιλόξενον Αβραάμ. Διὰ τί πρὸς τὸν Λάζαρον οὐ λέγει, ἀλλὰ πρὸς τὸν Αβραάμ; Επειδὴ ἐνόμιζε μνησικακεῖν αὐτῷ πάν τω, οὐκ ἔχει δὲ, ὅτι Ελαβες, ἀλλ' ὅτι ἀπέλαβες. ὡς ἀμοιβὴν τῆς αὐτοῦ προαιρέσεως. Τὸ δὲ, Χάσμα μέγα ἐστήρικται, τὴν τῶν δικαίων διαφορὰν αινίττε και πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς· αἰτεῖ δὲ τὸν Λάζαρον ἀναστῆναι, ἵν᾿ ἰδόντες αὐτόν, φησί, πιστεύσωσι τοῖς γὰρ προφήταις, οὐχ οὕτω πιστεύουσι· τοῦτο δὲ ὅτι ὡς μύθους τους προφήτας ἔχουσιν, ἐξ αὐτοῦ ἐγιο νωσκεν. Οτι δὲ ὁ μὴ Μωσέως ἀκούων, οὐδὲ νεκροῦ ἀνισταμένου ἀκούσει, ἔδειξαν οἱ Ἰουδαῖοι, μήτε Μω σές πιστεύσαντες, μήτε τοὺς ὑπὸ Χριστοῦ ἐγερ
quæ continet exquirere; simul-igitur ac bonos talia
dicendo præmunit, nou invidiam accipere de peccatoruni salute. Alii vero seniorem dicunt angelos
esse; adolescentiorem autem homines. Aki quidem
per seniorem, Israel carnalem factum designari; et
per adolescentiorem, gentes. Sanctus vero Cyrillus
id non recipit.
τωλῷ μετανοοῦντι. Τὸ δὲ ὅτι ἐγόγγυσε ὁ πρεσβύ- aulem sic parabola loquitur, non oportet ounia.
τερος, οὐ φθόνον εἰσάγει τῷ ἁγίῳ ἐν τῷ σώζεσθαι
τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν φιλαν
θρωπίαν ἐμφάναι βουλόμενος τούτο λέγει. Οτι δὲ ἡ
παραβολὴ οὕτως λέγει, οὐ χρὴ πάντα τὰ τῆς παραβολῆς ἐρευνᾶν, όμως οὖν ὡς προασφαλίζεται τοὺς
ἀγαθοὺς τοιαῦτα λέγων, μὴ δέξασθαι φθόνον ἐπὶ
σωτηρία ἁμαρτωλῶν. "Αλλοι δὲ λέγουσι τὸν μὲν
πρεσβύτερον, ἀγγέλους· τὴν δὲ νεώτερον, ἀνθρώπους· ἕτεροι τὸν μὲν πρεσβύτερον, τὸν κατὰ σάρκα
Ἰσραὴλ δηλοῦσθαι· διὰ δὲ τοῦ νεωτέρου, τὰ ἔθνη· ὁ δὲ ἅγιος Κύριλλος ταῦτα οὐ δέχεται.
*Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἔστιν οὖν ὁ σκοπός ὡς πρὸς παι
ραβολὴν μὴ πάντα ἔχουσαν. Βούλεται γὰρ ὁ τῶν ὅλων
Θεὸς ἵν᾿ ἀπερισπάστως ὑπηρετῶμεν αὐτῷ· δείκνυσι
δὲ διὰ ταύτης ότιπερ εἰ μὲν βούλοιντό τινες πάσαν
τὴν ἐπὶ γῆς αὐτῶν καταλιπεῖν περιουσίαν, κἂν οίκονόμοι γενέσθωσαν τῶν πτωχευόντων, συμμεριστές
τῶν ὑπαρχόντων τούτους ποιούμενοι, ὅπως φίλους
καὶ μάρτυρας τῆς εὐσπλαγχνίας κτησάμενοι, ὅτ' ἂν
αὐτοῖς ἡ ἐπίγειος ἐκλείποι ζωή, τύχωσι τόπου εν
νός· εἰ δὲ μὴ βούλοιντο, αποτεθοῦνται πάντως τῆς
οικονομίας· καὶ διὰ τὴν ἀπανθρωπότητα, τῷ αἰωνίῳ
παραδοθήσονται κυρί.
Τί ἐστι τὸ, 'Ο πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ; "Ηγουν ἐν τῷ
γηΐνῳ καὶ εὐτελεῖ τούτῳ πλούτη, καλῶς δαπανών
εἰς τοὺς δεομένους. Τοῦτον τὸν πλοῦτον, καὶ ἄδικον
μαμωνά λέγει ἐν τοῖς πνευματικοῖς· ὁ δὲ τούναν
τίον καὶ ἐν ἐκείνῳ ἄπιστος.
Οτι ἀλλότριον τὴν τῶν κτημάτων περιουσίαν
ὠνόμασεν, ὡς οὐκ ἐκ φύσεως, ἀλλ᾽ ἐπίκτητα ἡμῖν
ὄντα. «Ἐγὼ γὰρ καὶ τὰ ἐμὰ καὶ τὰ ἔξωθεν, ε ὡς οἱ
Έξω λέγουσιν.
"Ανθρωπός τις ἦν πλούσιος. Το όνομα οὐ λέγει·
τοῦ πλουσίου· λέγει γὰρ ὁ Θεὸς περὶ τῶν μὴ φοβουμένων αὐτόν· Οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν
δια χειλέων μου. Εχει δὲ ὁ λόγος, ὡς ἦν ἐν Ἱερο
σολύμοις Λάζαρος τις ονόματι, κατ' ἐκεῖνο τοῦ και
ροῦ ἐσχάτην νοσῶν πενίαν καὶ ἀρρωστίαν· οὗ μνη
μυνεῦσαι λέγεται τὸν Κύριον ὡς εἰς παράδειγμα
λαβόντα αὐτὸν γνωριζόμενον· μηδεὶς δὲ νομιζέτω
ὅτι γέγονεν ἤδη ἀνταπόδοσις· ἔστι γὰρ παραβολὴ τὸ
λεγόμενον.
Διὰ τί ἐν τοῖς κόλποις αὐτὸν ᾿Αβραὰμ ὁρᾷ; Ἵνα
λάβῃ συναίσθησιν τῆς μισοξενίας τον φιλόξενον
Αβραάμ.
Διὰ τί πρὸς τὸν Λάζαρον οὐ λέγει, ἀλλὰ πρὸς τὸν
Αβραάμ; Επειδὴ ἐνόμιζε μνησικακεῖν αὐτῷ πάν
τω, οὐκ ἔχει δὲ, ὅτι Ελαβες, ἀλλ' ὅτι ἀπέλαβες.
ὡς ἀμοιβὴν τῆς αὐτοῦ προαιρέσεως. Τὸ δὲ, Χάσμα
μέγα ἐστήρικται, τὴν τῶν δικαίων διαφορὰν αινίττεκαι πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς· αἰτεῖ δὲ τὸν Λάζαρον
ἀναστῆναι, ἵν᾿ ἰδόντες αὐτόν, φησί, πιστεύσωσι·
τοῖς γὰρ προφήταις, οὐχ οὕτω πιστεύουσι· τοῦτο δὲ
ὅτι ὡς μύθους τους προφήτας ἔχουσιν, ἐξ αὐτοῦ ἐγιο
νωσκεν. Οτι δὲ ὁ μὴ Μωσέως ἀκούων, οὐδὲ νεκροῦ
ἀνισταμένου ἀκούσει, ἔδειξαν οἱ Ἰουδαῖοι, μήτε Μω·
σές πιστεύσαντες, μήτε τοὺς ὑπὸ Χριστοῦ ἐγερ
CAPUT XVI.
VERS. 1. Homo quidam erat dives, qui habebat vill
cum, etc. Propositum igitur tale est, ut in parabola
quæ omnia non includit. Vult enim Deus universorum nos sine impedimento illi ministrare. Ostendit
autem per hanc parabolam, quia si quidam voluerint omnem in terra suam relinquere substantiam;
et facti sint pauperem dispensatores, participes
illos divitiarum facientes, tanquam amicos et
testes misericordiæ adepti, quando illis defecerit
terrestris vita, locum aliquem obtinebunt; si vero
nen voluerint, a villicatione omnino amovebuntur,
et ob suam inhumanitatem, æterne tradentur
igni.
Vers. 10. Quid est illud, Qui fidolis est in mir
ximo? Id est, in terrestri et tenui isto thesauro, bene
prodigus in indigentes; bune thesaurum iniqu
quoque mammona_dicit is spiritualibus; qui contra
autem est in illo infidelis ask..
Yeas. 19. Alienam bonorum possessionem nomi
nal, tanquam non ex natura, sed nobis acquisita
sunt: «Ego enim et mes, et aliena,» ut gentiles
dicunt,
Vzas. 19. Homo quidam erat dives; divitis istius
nomea noa dicit. Dicit enim Deus de his qui uon
timent eum, Non recordabor nominum corum per
lubia mea. Habet autem sermo, fuisse in Jerusalem
Lazarum quemdam nomine, in hoc temporis extrema paupertate et valetudine laborans. Non meminisse Dominus dicitur, ut in exemplum præbens
hominem quemdam cognitum: nemo autem arbitretur jam factam esse retributionem, nam ibi parabola est quod dicitur.
VERS. 23. Cur in sinu Abrahz illum vi:let? u
exprobratorem accipiat sua: inhospitalitatis hospitalem Abraham.
VERS. 24. Cur ad Lazarum non loquitur, sed adl
Abraham?, Quia putabat omnino inalam de se memoriam eum servare; et non dicitur, Cepisti, sed,
Accepisti ut premium luæ ipsius voluntatis. Chaos
maguuni firmatum est, ad ostendendam justos inter
et peccatores distantiam. Rogat autem ut Lazarus
resurgat, ut videntes eum, ait, credant; prophetis
enim non ita credunt: quod antem prophetas ut
fabularum narratores babeant ex seipso cognoscit,
Quod ille qui Moysen non audit, non mortuum re
surgentem auditarus sit, ostenderunt Judæi Moysem
non credentes, neque illos quos Christus susciРаспознавание текста
col. 1205–1206page 91 of 200
PG 106:1205θέντας· κόλπους δὲ 'Αβραάμ, τὰς θειοτάτας λήξεις ὁ ἅγιος Διονύσιος λέγει. ΚΕΦΑΛ. ΙΖ'. Ὅτι περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων ἁγίων φησὶν ὁ ᾿Από στολος· Διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας. Οἱ ἀπόστολοι οὖν τοῦτο εἰδότες, λέγουσι τῷ Χριστῷ Πρόσθες ἡμῖν πίστιν. Οὐκ αἰτοῦσι δὲ πίστιν ἁπλῶς οὐ γὰρ ἦσαν ἄπιστοι· ἀλλὰ προσθήκην πίστεως, τουτέστι τὴν εἰς τοῦτο βεβαίωσιν. Ὅτι τὸν Τίς ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ποιμαίνοντα, καὶ τὰ ἑξῆς, διδάσκει ὅτι τῆς Δεσποτικής ἐξουσίας ἡ δύναμις ὡς όφλημα πανταχοῦ παρὰ τῶν οἰκετῶν ζητεῖ τὴν ὑποταγήν. Οὐ γὰρ χάριν, φησίν, όμολογήσει, κἂν εἰ γένοιτο παρ' αὐτοῦ πᾶν ὅπερ ἔδει γενέσθαι· ἀλλὰ μὴ πληροῦντος μὲν, κίνδυνος πάρο ροῦντος δὲ, οὐδεμία Εσται χάρις. Ἐν τῷ λέγειν, ὅτι 'Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι, τί λέγει; Ὅτι Ἐν ταῖς προαιρέσεων ὑμῶν, φησί, κεῖται τὸ ἐκλέξασθαι ταύτην. Τι λέγειν βούλεται Χριστὸς ὅτ' ἂν φῇ· Ἐλεύσαν ται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε; Τους ἐστι, τῆς ἐπὶ γῆς συνδιαγωγῆς αὐτοῦ· καίτοι καὶ ἔσχατον συνόντες αὐτῷ· τοῦτο δὲ ἔλεγε διὰ τὰς θλία ψεις ἂς ἔμελλον ὑπομένειν ὑπὸ τῶν τυράννων. ΚΕΦΑΛ. ΙΗ. Τί ἂν εἴη ὁ κριτὴς οὗτος; λεγέτω Δαβίδ· 'Ο θεός κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ μακρόθυμος· ὡς ἔστιν αὐτοῦ ἀκοῦσαι καὶ πάλιν λέγοντος, ὅτι οὔτι ἐξ ἐξόδων, οὔτε ἀπὸ δυσμών, οὔτε ἀπὸ ἐρήμων ὀρέων, ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστιν· ἔχει δὲ ὡς πάλιν ἰδίαν ὁ Θεὸς, ποίαν ταύτην; Τὴν Ἐκκλησίαν. Δε δοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ θεοῦ. Αὕτη ἡ πόλις μίμημά ἐστι τῆς οὐρανοπόλεω; τε ρουσαλήμ. Μήτε Θεὸν φοβούμενος, μήτε άνθρωπο ἐντρεπόμενος· ὁ γὰρ Θεὸς οὔτε Θεὸν ἔχει ἐν φοβη θήσεται, οὐδὲ ἄνθρωπον ἐν ἐντραπήσεται· προσωποληψία γὰρ οὐκ ἔστι παρ' αὐτῷ. Πάσα ψυχὴ ἐκκλησιαστική ή τόν ποτε διάβολον ἄνδρα εάσασα καὶ ἀπορρίψασα, καὶ Χριστὸν ἐνστερνισαμένη, χήρα τυγχάνει, καὶ δέεται καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν καὶ νύκτα τοῦ κριτοῦ, λέγουσα· Ἐκδίκησίν ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου. Τίς δ' ἂν εἴη ὁ ἀντίδικο; καθ' οὗ εὐχόμεθα νυκτὸς καὶ ἡμέρας; Λεγέτω ἡ ἀπόστολος Πέτρος· Τεκνία, ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διὰ βολος, ὡς λέων ωρυόμενος διέρχεται ζητών της καταπιεῖν. με Ὅτι ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας, οὐκ ἔστιν ὁ Θεός, ὡς οἱ πολλοὶ φλυαρούντες λέγουσιν· ἀλλά τις ἦν κριτής ἄδικος κατ' ἐκεῖνο καιροῦ, ὡς ὁ Χρυσόστομος λέγει, πρὸς ἐν ἐξ αὐτοῦ τὴν παραβολὴν ποιείται Χριστό; βούλεται δὲ διὰ τούτου δεῖξαι, μὴ ἐκκακεῖν ἐν τῷ προσεύχεσθαι. Ἐν δὲ τῷ λέγειν, Πόσω μάλλον ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος! ἄλλον εἶναι τὸν ἄδικον κριτὴν, καὶ ἄλλον τὸν Θεόν. Αλλ' ὅτε ἀκούσῃς τὴν Θεὸν κριτὴν ἀδικίας, μὴ φοβηθῇς εἰπεῖν αὐτὸν κρι τὴν ἀδικίας, καὶ οὐ δικαιοσύνης· Δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται.
Laverat. Sinum vero Abrahæ divina otia sanctus θέντας· κόλπους δὲ 'Αβραάμ, τὰς θειοτάτας λήξεις
Dionysius dicit.
ὁ ἅγιος Διονύσιος λέγει.
CAPUT XVII.
Vens. 5. De antiquioribus sanctis dicit apostolus,
Per fidem vicerunt regna: apostoli ergo id scientes,
dicunt Christo: Adauge nobis fidem. Non petunt simpliciter fidem, non enim erant infideles, sed auginentum fidei, id est in fide confirmationem.
Vers. 7. Quis ex vobis habens servum pascentem; etc.... Docet bis Dominicz auctoritatis potestatem ut debitum semper a famulis obedientiam exigere; non enim, ait, gratiam esse fatebitur etsi ab
illo factum fuerit quod deri oportebat, sed non im -
pleati, periculum est; implenti autem, nulla habetur
gratia.
Vens. 21. Dicendo: Regnum Dei intra vos est,
quid innuit? In nostris nempe esse voluntalibus,
illud regnum eligere.
Vers. 22. Quid dicere vult Christus cum ait: Venieus dies quando desiderabitis videre unum diem Filii
hominis, et non videbitis? Id est, ejus in terra conversationis; quamvis ultimo cum illo futuri estis.
Hoc autem dixit ob tribulationes quas debebant
sustinere a tyrannis.
CAPUT. XVIII.
VERS. 2. Quis esse potest bie judex? dicat David:
Dous judex justus, fortis et patiens; ut audiri potest
etiam dicens: Neque ab egressu solis, neque ab occasu, neque a desertis montibus, quoniam Deus judex,
est. Habet autem quasi propriam civitatem Deus,
quamnam illam? Ecclesiam. Gloriosa dicta sunt de te,
civitas Dei. Ista civitas imitatio est cœleatis civitatis
Jerusalem. Deum non timebat, neque hominem reverebatur: Deus enim non Deum habet quem timeat,
neque hominem quem revereatur; personarum enim
acceptio non est apud illum.
VERS. 5. Omnis anima in Ecclesia calumniatorem
virum cum reliquerit et rejecerit, et Christum amplexa fuerit, vidua est, et sollicitat omni die et nocte
judicem, dicens: Vindica me ab adversario meo.
Quis est autem hic adversarius (contra quem precamur nocte ac die tdicat apostolus Petrus: Filioli,
adversarins vester diabotus, ut leo rugiens circuit
quærens quem devoret.
VERS. 6. Judex iniquitatis, non est Deus,
multi loquaces dicunt, sed quidam erat judex iniquus
in illo tempore, ut Chrysostomus inquit, in quem ex
ipso parabolam instruit Christus. Vult autem per
id ostendere non cessandum esse ab oratione. Dicendo vero, Quanto magis Pater vester cœtestis, ali um
esse iniquum judicem, alium esse Deum indicat. Sed
cum intellexeris Deum esse judicem iniquitatis, non
timebis dicere illum esse judicom iniquitatis et non
justitiae: Justo enim lex non exsistit.
Ὅτι περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων ἁγίων φησὶν ὁ ᾿Από
στολος· Διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας.
Οἱ ἀπόστολοι οὖν τοῦτο εἰδότες, λέγουσι τῷ Χριστῷ
Πρόσθες ἡμῖν πίστιν. Οὐκ αἰτοῦσι δὲ πίστιν ἁπλῶς·
οὐ γὰρ ἦσαν ἄπιστοι· ἀλλὰ προσθήκην πίστεως,
τουτέστι τὴν εἰς τοῦτο βεβαίωσιν.
Ὅτι τὸν Τίς ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ποιμαί
νοντα, καὶ τὰ ἑξῆς, διδάσκει ὅτι τῆς Δεσποτικής
ἐξουσίας ἡ δύναμις ὡς όφλημα πανταχοῦ παρὰ τῶν
οἰκετῶν ζητεῖ τὴν ὑποταγήν. Οὐ γὰρ χάριν, φησίν,
όμολογήσει, κἂν εἰ γένοιτο παρ' αὐτοῦ πᾶν ὅπερ ἔδει
γενέσθαι· ἀλλὰ μὴ πληροῦντος μὲν, κίνδυνος πάρο
ροῦντος δὲ, οὐδεμία Εσται χάρις.
Ἐν τῷ λέγειν, ὅτι 'Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς
ὑμῶν ἐστι, τί λέγει; Ὅτι Ἐν ταῖς προαιρέσεων
ὑμῶν, φησί, κεῖται τὸ ἐκλέξασθαι ταύτην.
Τι λέγειν βούλεται Χριστὸς ὅτ' ἂν φῇ· Ἐλεύσαν
ται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ
Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε; Τους
ἐστι, τῆς ἐπὶ γῆς συνδιαγωγῆς αὐτοῦ· καίτοι καὶ
ἔσχατον συνόντες αὐτῷ· τοῦτο δὲ ἔλεγε διὰ τὰς θλία
ψεις ἂς ἔμελλον ὑπομένειν ὑπὸ τῶν τυράννων.
Τί ἂν εἴη ὁ κριτὴς οὗτος; λεγέτω Δαβίδ· 'Ο θεός
κριτὴς δίκαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ μακρόθυμος· ὡς
ἔστιν αὐτοῦ ἀκοῦσαι καὶ πάλιν λέγοντος, ὅτι οὔτι
ἐξ ἐξόδων, οὔτε ἀπὸ δυσμών, οὔτε ἀπὸ ἐρήμων
ὀρέων, ὅτι ὁ Θεὸς κριτής ἐστιν· ἔχει δὲ ὡς πάλιν
ἰδίαν ὁ Θεὸς, ποίαν ταύτην; Τὴν Ἐκκλησίαν. Δε
δοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ, ἡ πόλις τοῦ θεοῦ.
Αὕτη ἡ πόλις μίμημά ἐστι τῆς οὐρανοπόλεω; τερουσαλήμ. Μήτε Θεὸν φοβούμενος, μήτε άνθρωπο
ἐντρεπόμενος· ὁ γὰρ Θεὸς οὔτε Θεὸν ἔχει ἐν φοβη
θήσεται, οὐδὲ ἄνθρωπον ἐν ἐντραπήσεται· προς
ωποληψία γὰρ οὐκ ἔστι παρ' αὐτῷ.
Πάσα ψυχὴ ἐκκλησιαστική ή τόν ποτε διάβολον
ἄνδρα εάσασα καὶ ἀπορρίψασα, καὶ Χριστὸν ἐνστερνισαμένη, χήρα τυγχάνει, καὶ δέεται καθ᾿ ἑκάστην
ἡμέραν καὶ νύκτα τοῦ κριτοῦ, λέγουσα· Ἐκδίκησίν
ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου. Τίς δ' ἂν εἴη ὁ ἀντίδικο;
καθ' οὗ εὐχόμεθα νυκτὸς καὶ ἡμέρας; Λεγέτω ἡ
ἀπόστολος Πέτρος· Τεκνία, ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διὰ
βολος, ὡς λέων ωρυόμενος διέρχεται ζητών της
καταπιεῖν.
με
Ὅτι ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας, οὐκ ἔστιν ὁ Θεός, ὡς
οἱ πολλοὶ φλυαρούντες λέγουσιν· ἀλλά τις ἦν κριτής
ἄδικος κατ' ἐκεῖνο καιροῦ, ὡς ὁ Χρυσόστομος λέγει,
πρὸς ἐν ἐξ αὐτοῦ τὴν παραβολὴν ποιείται Χριστό;
βούλεται δὲ διὰ τούτου δεῖξαι, μὴ ἐκκακεῖν ἐν τῷ
προσεύχεσθαι. Ἐν δὲ τῷ λέγειν, Πόσω μάλλον ὁ
Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος! ἄλλον εἶναι τὸν ἄδικον
κριτὴν, καὶ ἄλλον τὸν Θεόν. Αλλ' ὅτε ἀκούσῃς τὴν
Θεὸν κριτὴν ἀδικίας, μὴ φοβηθῇς εἰπεῖν αὐτὸν κρι
τὴν ἀδικίας, καὶ οὐ δικαιοσύνης· Δικαίῳ γὰρ νόμος
οὐ κεῖται.
Распознавание текста
col. 1207–1208page 92 of 200
PG 106:1207Τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ τελώνου ἡ παραβολὴ ὑπο δείκνυσιν ὅτι ἐπιστημόνως δεῖ προσεύχεσθαι· πολλὰ γὰρ αὐτοῦ τὰ ἐγκλήματα. Εθαύμασε γὰρ αὐτὸς αὐτὸν, καὶ πολλοὺς ἑτέρους σὺν τῷ τελώνῃ κατέκρινεν. 'Αληθὲς οὖν τὸ γεγραμμένον ῥητὸν, ὅτι Εστι δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ. Οτι πῶς ὁ μὲν Φαρισαίος μεγαλορρημονήσας ἐπὶ τοῖς οἰκείοις δικαιώμασι κατακέκριται, ὁ δὲ Ἰὼβ ἐπὶ τούτῳ αὐτῷ μᾶλλον καὶ δεδικαίωται; Οτι οὗτος μὲν μηδενὸς ἀντιπίπτοντος καὶ παρακινοῦντος ἐρεθίζοντος, μεγαλοῤῥημονεῖ· ὁ δὲ ἐν μὲν τῷ εὐδο κιμεῖν, ἔκρυσεν ἑαυτόν· ἐν δὲ τῷ κατηγορεῖσθαι ὑπὸ τοῦ Ἐλιφὰς ἢ τοῦ διαβόλου, ἀποδύεται τὰ ἐπισ φερόμενα εγκλήματα. (Τοῦ Πηλουσιώτου.) Οτι λέγει ὁ εὐαγγελιστής, ὅτι οὐδὲν τούτων συν ἧκαν, ἀλλ᾽ ἦν τοῦτο τὸ ῥῆμα κεκρυμμένον ἀπ' αὐτῶν, ἤγουν περὶ τῆς ἀναστάσεως. Διὰ τί; Ἐπειδὴ οὐδέπω ᾔδεισαν ἀκριβῶς τὰ παρὰ τῶν προφητῶν ἐπ' αὐτῷ λεγόμενα, ὡς ἁλιεῖς. Ὅτι ὁ τυφλὸς ἀκούων τῶν Γραφῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ Δαβὶδ καὶ Θεὸν εἶχεν αὐτὸν, καὶ ἐπιστομιζόμενος οὐκ ἔπαυεν· ὅθεν καὶ ἀκούει· Η πίστις σου σέ σωκέ σε· ἀφίησι δὲ αὐτὸν λαλεῖν καὶ βοᾷν, τὴν πίσ στιν αὐτοῦ δεικνύων τοῖς συνοῦσιν. Ὅτι φῶς γέγονεν ἡ φωνὴ τῷ τυφλῷ· ἐκ φωτός γὰρ ἦν ὁ λόγος ἀληθινοῦ· οὗτος καθεὶς ἠκολούθει αὐτῷ. ΚΕΦΑΛ. 10. Διὰ τί ὁ Ζακχαῖος ὁ τελώνης υποδεξάμενος Χρι στὴν, τοῖς ἡδικημένοις τετραπλοῦν ἀπέδωκε; Κατὰ τὸν νόμον τοῦτο πεποίηκε, τὸν κελεύοντα ἀντὶ ἑνὸς τέσσαρα πρόβατα ἀποτιννύειν. Ὁ μὲν Ζακχαίος ἀγνοῶν δ ἐποίει, θερμῷ ζήλῳ φερόμενος καὶ θείῳ έρωτι φλεγόμενος, ἐπὶ συκομορέαν ἀνέτρεχεν· ὁ δὲ γε Κύριος μυστικόν τι θεωρήσας, έλεγε· Κατάβηθι ἐντεῦθεν, κατάβηθι ἀπὸ τῆς συκομορέας μνήσθητι ὅτι ὁ 'Αδάμ γυμνωθεὶς, ὑπὸ τὴν συχῆν ἐκρύπτετο· σὺ θέλων σωθῆναι, ἐπὶ συχὴν μὴ ἀνάτρεχε· δεῖ με τοῦτο τὸ συκόμορον ξηράναι, καὶ ἄλλο φυτεῦσαι σταυρόχριστον δένδρον. Ο σκοπός τῆς παρούσης παραβολῆς, ὅλην παρ ιστα τῆς Χριστοῦ οἰκονομίας τὴν δύναμιν. "Ανθρωπος γὰρ ὢν ἀνέβη λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν· δηλονότι ἐνανθρωπήσαντι τῷ Υἱῷ ὁ Πατὴρ καὶ ἡ τοῦ Λόγου ὑπόστασις δέδωκε τῷ προσλήμματι τὴν βασιλείαν. Οἱ δὲ μισοῦντες αὐτὸν οἱ πολίτα:, αὐτοί εἰσιν οἱ Ἰου δαῖοι. Ποίους δὲ δούλους καλέσας τούτοις διένειμε τὰς δέκα μνάς; Τους τελείους τὴν ἕξιν, τους μυστ αγωγεῖν ἑτέρους εἰδότας· ὑποστρέψαντος μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ εὐγενοῦς, εὐγενοῦς διὰ τὴν θεότητα ὄντος, ἐντρυφήσουσι δεκαπλασιάσαντες καὶ πενταπλασιάσαντες. Επάνω οὖν δέκα πόλεων ἢ πέντε γενήσονται· τουτέστι, δοξασθήσονται πλειόνως ἢ πρότερον· ἀτιμία δὲ ἔσται τοῖς δεν νικηθείσι. Τῷ δὲ κρύψαντι τὸ τάλαντον, του το ἐστι τὴν χάριν ἦν ἕκαστος ἔλαβε, λέγει· Διὰ τί τοῖς τραπεζίταις; τουτέστι, Διὰ τί μὴ προὔθηκας εἰς ἀπόλαυσιν τοῖς εὖ εἰδόσι δοκιμάζειν τὰ παρὰ σοῦ; Ἐγὼ γὰρ ἐλθὼν, ἔπραξα ἂν, τοῦτό ἐστιν, απήτησα
Τοῦ Φαρισαίου καὶ τοῦ τελώνου ἡ παραβολὴ ὑποδείκνυσιν ὅτι ἐπιστημόνως δεῖ προσεύχεσθαι· πολλὰ
γὰρ αὐτοῦ τὰ ἐγκλήματα. Εθαύμασε γὰρ αὐτὸς
αὐτὸν, καὶ πολλοὺς ἑτέρους σὺν τῷ τελώνῃ κατέκρι
νεν. 'Αληθὲς οὖν τὸ γεγραμμένον ῥητὸν, ὅτι Εστι
δίκαιος ἀπολλύμενος ἐν δικαίῳ αὐτοῦ.
Οτι πῶς ὁ μὲν Φαρισαίος μεγαλορρημονήσας ἐπὶ
τοῖς οἰκείοις δικαιώμασι κατακέκριται, ὁ δὲ Ἰὼβ
ἐπὶ τούτῳ αὐτῷ μᾶλλον καὶ δεδικαίωται; Οτι οὗτος
μὲν μηδενὸς ἀντιπίπτοντος καὶ παρακινοῦντος
ἐρεθίζοντος, μεγαλοῤῥημονεῖ· ὁ δὲ ἐν μὲν τῷ εὐδο
κιμεῖν, ἔκρυσεν ἑαυτόν· ἐν δὲ τῷ κατηγορεῖσθαι
ὑπὸ τοῦ Ἐλιφὰς ἢ τοῦ διαβόλου, ἀποδύεται τὰ ἐπισ
φερόμενα εγκλήματα. (Τοῦ Πηλουσιώτου.)
Οτι λέγει ὁ εὐαγγελιστής, ὅτι οὐδὲν τούτων συνἧκαν, ἀλλ᾽ ἦν τοῦτο τὸ ῥῆμα κεκρυμμένον ἀπ'
αὐτῶν, ἤγουν περὶ τῆς ἀναστάσεως. Διὰ τί; Ἐπειδὴ
οὐδέπω ᾔδεισαν ἀκριβῶς τὰ παρὰ τῶν προφητῶν
ἐπ' αὐτῷ λεγόμενα, ὡς ἁλιεῖς.
Ὅτι ὁ τυφλὸς ἀκούων τῶν Γραφῶν, καὶ ἀπὸ τοῦ
Δαβὶδ καὶ Θεὸν εἶχεν αὐτὸν, καὶ ἐπιστομιζόμενος
οὐκ ἔπαυεν· ὅθεν καὶ ἀκούει· Η πίστις σου σέσωκέ σε· ἀφίησι δὲ αὐτὸν λαλεῖν καὶ βοᾷν, τὴν πίσ
στιν αὐτοῦ δεικνύων τοῖς συνοῦσιν.
Ὅτι φῶς γέγονεν ἡ φωνὴ τῷ τυφλῷ· ἐκ φωτός
γὰρ ἦν ὁ λόγος ἀληθινοῦ· οὗτος καθεὶς ἠκολούθει
αὐτῷ.
Vers. 10. Pharisæi et publicani parabola ostendit
oportere scienter orare. Multa enim illius eraut
peccata: seipsum admirabatur, et multos cæteros
cum publicano condemnabat. Verum igitur est quo.l
scriptum est verbum, Justus perit in justitia sua.
VERS. 14. Quomodo Pharisæus quidem superbiens
in propriis justitiis condemnatur, Job autem in eodem magis justificatur? Quia ille quidem nemine contradicente vel turbante aut excitante, superbit; hic
vero cum laudatur se abscondit; et cum accusatur
ab Eliphaz vel a diabolo, illata crimina repellit. (Ita
Pelusiota.)
VERS. 31. Dicit evangelista: Nihil horum intellexerunt, sed erat verbum istud absconditum ab eiς.
id est, de resurrectione, quare? Quia nondum recte
sciebant quæ de fillo a prophetis dicebantur, utpote piscatores.
VERS. 35. Cæcus audiens Scripturas, illum ut Filium David et Deum habuit, et clamare non cessavit.
Unde audit, Fides tua te salvum fecit. Sinit eum autem loqui et clamare, ut ostendat præsentibus ejus
Bdem.
Vers. 42. Lux facta est vox sua cæco, e luce enim
erat veritatis sermo. Iste sanatus sequebatur eum.
CAPUT XIX.
VERS. 8. Cur Zachæus publicanus qui Christum
Διὰ τί ὁ Ζακχαῖος ὁ τελώνης υποδεξάμενος Χρι
στὴν, τοῖς ἡδικημένοις τετραπλοῦν ἀπέδωκε; Κατὰ excepit, his quos defraudavit quadruplum reddit?
τὸν νόμον τοῦτο πεποίηκε, τὸν κελεύοντα ἀντὶ ἑνὸς
τέσσαρα πρόβατα ἀποτιννύειν. Ὁ μὲν Ζακχαίος
ἀγνοῶν δ ἐποίει, θερμῷ ζήλῳ φερόμενος καὶ θείῳ
έρωτι φλεγόμενος, ἐπὶ συκομορέαν ἀνέτρεχεν· ὁ δὲ
γε Κύριος μυστικόν τι θεωρήσας, έλεγε· Κατάβηθι
ἐντεῦθεν, κατάβηθι ἀπὸ τῆς συκομορέας μνήσθητι
ὅτι ὁ 'Αδάμ γυμνωθεὶς, ὑπὸ τὴν συχῆν ἐκρύπτετο· σὺ
θέλων σωθῆναι, ἐπὶ συχὴν μὴ ἀνάτρεχε· δεῖ με
τοῦτο τὸ συκόμορον ξηράναι, καὶ ἄλλο φυτεῦσαι
σταυρόχριστον δένδρον.
Ο σκοπός τῆς παρούσης παραβολῆς, ὅλην παριστα τῆς Χριστοῦ οἰκονομίας τὴν δύναμιν. "Ανθρωπος
γὰρ ὢν ἀνέβη λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν· δηλονότι
ἐνανθρωπήσαντι τῷ Υἱῷ ὁ Πατὴρ καὶ ἡ τοῦ Λόγου
ὑπόστασις δέδωκε τῷ προσλήμματι τὴν βασιλείαν.
Οἱ δὲ μισοῦντες αὐτὸν οἱ πολίτα:, αὐτοί εἰσιν οἱ Ἰου
δαῖοι. Ποίους δὲ δούλους καλέσας τούτοις διένειμε
τὰς δέκα μνάς; Τους τελείους τὴν ἕξιν, τους μυστ
αγωγεῖν ἑτέρους εἰδότας· ὑποστρέψαντος μετὰ τὸ
λαβεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ εὐγενοῦς,
εὐγενοῦς διὰ τὴν θεότητα ὄντος, ἐντρυφήσουσι δεκαπλασιάσαντες καὶ πενταπλασιάσαντες. Επάνω οὖν
δέκα πόλεων ἢ πέντε γενήσονται· τουτέστι, δοξασθήσονται πλειόνως ἢ πρότερον· ἀτιμία δὲ ἔσται τοῖς
δεν νικηθείσι. Τῷ δὲ κρύψαντι τὸ τάλαντον, του το
ἐστι τὴν χάριν ἦν ἕκαστος ἔλαβε, λέγει· Διὰ τί τοῖς
τραπεζίταις; τουτέστι, Διὰ τί μὴ προὔθηκας εἰς
ἀπόλαυσιν τοῖς εὖ εἰδόσι δοκιμάζειν τὰ παρὰ σοῦ;
Ἐγὼ γὰρ ἐλθὼν, ἔπραξα ἂν, τοῦτό ἐστιν, απήτησα
Secundum legem hoc fecit præcipientem pro una
quatuor oves solvere. Zachus quidem nesciena
quod agebat, ardenti zelo molus et divino amore
flagrans, in sycomorum ascendit. Dominus autenı
mysteriosum quid cernens dixit. Descende inde, descende a sycomoro: memento Adam nudatum, sub
ficu se abscondisse; tu volens salvari, in ſicum non
ascende oportet me hanc sycomorum siccare, et
aliam plantare Christi crucifxi arborem.
VERS. 12. Propositum præsentis parabola, unt
versam instituti Christi virtutem exhibet. Homo
enim cum esset, ascendit accipere sibi regnum;
evidenter homini facto Filio Pater et Verbi persona
dedit assumptæ humanitati regnum).Cives autem qui
eum oderant, Judæi sunt. Quos vero servos vocans,
divisit eis deeem mnas? Perfectos moribus, alios
initiare scientes. Reverso post acceptum regnum
homine nobili, nobili quidem ob divinitatem, lætabuntur qui decuplum fecerant, et qui quintuplum;
nam super decem ant quinque civitates fent: id est,
Glorificabuntur magis quam antea. Dedecus autem
erit his qui pigritia superati sunt. Ei qui talentum
abscondit, id est gratiam quam quisque recepit, dicit: Quare non dedisti tabulariis, id est, Cur non
proposuisti in usuram his qui bene noverant probare quæ erant apud te? Ego enim veniens exegitsem, id est, Rogavissem cum usurə quod meum erat.
Et illi quidem bona receperunt; hi autem qui nolueРаспознавание текста
col. 1209–1210page 93 of 200
PG 106:1209σὺν τόπῳ τὸ ἐμόν· καὶ οἱ μὲν ἀπέλαβον τὰ ἀγαθά οἱ δὲ μὴ θελήσαντες τὸν εὐγενῆ ἄνθρωπον βασιλεύσει ἐπ' αὐτούς, κατεσφάγησαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. Λέγει δὲ ἅπερ ἔπαθον ἔσχατον ἐν τῇ ἁλώσει· καὶ ἐν τῇ τρ βερᾷ αὐτοῦ ἐλεύσει, πάντες ώς σφαγῇ τῇ χαλάσει παραδοθήσονται. Ὅτι ἐδάκρυσεν ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος· ἵνα δείξῃ ὅτι λυπεῖται περὶ αὐτῆς, ὅθεν καὶ μετά τριακονταπέντε έτη τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ, ἡ ἅλωσις γέγονεν, ἀναβολὴν μετανοίας τοῦ Θεοῦ πα συμένου περὶ αὐτῆς. Τὸ 83, Εἰ ἔγνως καὶ σὺ τὸ πρὸς εἰρήνην, τοῦτό ἐστιν, ὅτι χρήσιμα και ένα γκαῖα πρὸς τὸ εἰρηνεῦσαι θεῷ διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς χάριτος, οὐκ ἂν τοιαῦται σε θλίψεις περιέμενη, ἀλλ' ἐκρύβη, φησιν, ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου· ἀντὶ τοῦ, Εκουσίως οὐκ ἠθέλησας εἰδέναι. Καιρὸν δὲ λέγει τῆς ἐπισκοπῆς σου, ἦν αὐτὸς ἐποιήσατο κατελθὼν ὡς ἐπισκεψόμενος αὐτους. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Οτι ἡ χήρα δύο οβολούς προσήγαγε· ταῦτα γέρ εἰσι τὰ λεπτά· προσεδέχθη δὲ ὑπερβαλλόντως· ότι ὥσπερ ἀποκτωμένη ὅλον αὐτῆς τὸν βίον, μεγαλογία χως πάντα προσήγαγεν. ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'. Ὅτι εἰπών, Επεθύμησα τούτου τοῦ Πάσχα με γεῖν μεθ' ὑμῶν, δείκνυσιν ὅτι ἐκουσίως ἔπαθεν. Πῶς νοεῖται τὸ λέγειν αὐτὸν, 'Εγώ ἐν μέσῳ ὁμῶς εἰμι ὡς διακονῶν; Τοῦτο διὰ τὸ πρόσλημμα λέγει. Το, ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείς μου, διὰ τὴν τῶν ἁγίων ἐκεῖθεν λαμπρότητα λέγει, ἀπὸ μεταφοράς των συναριστών των τοῖς βασιλεῦσιν. Διὰ τί τοὺς ἄλλους ἀφεὶς, πρὸς τὸν Πέτρον της Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ Σατανᾶς ἐξητήσατο ὑμᾶς σινιώσαι ὡς τὸν σίτον; Ἵνα παιδεύσῃ αὐτὸν μὴ ἑαυτῷ θαῤῥεῖν. Τί δέ ἐστι συνιάσαι; Ταράξεις, βλά ψαι· ἔθος γὰρ τῷ Σατανᾷ τοὺς εὐδοκιμοῦντας ἐξαν τεῖσθαι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ Ἰώδ. Τὸ δὲ λέγειν αὐτὸν, Εγὼ ἐδεήθην περί σας, έδειξεν ὅτι ὡς ἄνθρωπος προσεύχεται· τὸ δέ, Επι στρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου, ἵνα μὴ Ο εἰς ἀπόγνωσιν ἐμπέσωσιν, ἀντὶ τοῦ, Γενοῦ στήριγμα καὶ διδάσκαλος τῶν διὰ πίστεως ἰόντων. Πῶς πρὸ τούτου μὲν πήραν καὶ χαλκόν καὶ μάθει καὶ τὰ ἄλλα λέγει μὴ κεκτῆσθαι, νῦν λέγει, ὅτι ὅ ἔχων, φησί, βαλάντιον ἀράτω ὁμοίως καὶ πήραν καὶ ὁ μὴ ἔχων, πωλησάτω τὸ ἱμάτιον αὐτή καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν; Κατ' ἀρχὰς μὲν καί ραν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως διδούς, ἔδειξεν ὅτι ἐκεῖνον ἔχοντες, οὐδενὸς δέονται τούτων εἰς τὸ κήρυγμα, ὡς πρὸς τὰ ἔθνη ἀπερχόμενοι· πρὸς δὲ τῷ είναι τοῦ πάθους, τὴν ἐν Ἰουδαίᾳ νῦν ἐσομένην αὐτῶν πτωχείαν αινίττεται, ὅτι στερηθήσονται πολλών τέως καὶ πεινάσουσι καὶ γυμνοὶ ἔσονται, καὶ ἐν τ τοῖς τὴν οἰκείαν φιλοσοφίαν ἐνδείξονται. Ἔτι δ τοῦτο λέγει, ἵνα καὶ μετριάζειν μάθωσιν· ἔτι 65, 5
fumt hominem nobilem regnare super se, interfecti σὺν τόπῳ τὸ ἐμόν· καὶ οἱ μὲν ἀπέλαβον τὰ ἀγαθά·
sunt coram eo. Dicit autem quæ passi sunt postremo in expugnatione urbis; et in timendo ejus
adventu, omnes at interfectioni, supplicio tradentur.
Vers. 41. Flevit super Jerusalem benignus Dominus, ut ostenderet se de illa dolere; inde post
quinque et triginta annos ab ejus ascensione, expugnatio facta est, Deo spatium penitentiæ erga
illam praestante. Si cognovisses et tu que ad pacem
tibi, id est, quod utilia et necessaria ad pacem
eum Deo habendam, per fdem et gratiam essent,
non tales tribulationes te circumdedissent; sed abscondita sunt, inquit, ab oculis tuis; id est, libenter scire noluisti. Tempus autem risitationis tuæ,
illa dicitur quam fecit descendens utque eos vistlans.
CAPUT XXI.
VERS. 2. Vidua obola duo obtulit, hæc enim
sunt minuta, accepit autem abundantius; quia totam suam vitam largiens, magno animo obtulerat.
CAPUT XXII.
Vras. 15. Dicendo, Desideravi hoc Pascha mod
ducare vobiscum, ostendit se sponte sua passum
esse.
Vens. 97. Quomodo intelligiter quod dicit: In
modio vestrum sum sicut qui ministrat? De humanitate sua hoc dicit.
VERs. 30. Us edatis et bibatis super mensam
moam in regno meo. Propter sanctorum illic felicitatem dicit per metaphoram convivantium cum regibus.
Vans. 51. Cur alios linquens, Petrum alloquitur,
Simon, Simon, ecce Salanas expetivit vos ut cribram
ret sicul triticum? Ut illum moueret me in se confdat. Quid est cribrare? agitare, nocere; mos enim
eat Satanae hos qui probantur appetere, ut videmus in Job.
Voss. 39. Dicendo, Ego rogavi pro le, ostendit s
ut hominem rogare. Conversus coufrima fratres
tos, ne in desperationem cndant, id est, las robur
et magister eorum qui per filem ambulant.
Vers. 35. Quomodo postquam dixit non peram,
pocuniam, baculum et alia habeant, nunc dicit:
Qui habet sacculum tollat, similiter et peram; el
qui non habet, vendat tunicam suam et emai gladium?
Prius illorum virtutem tentare volens, ostendebat
mihil habentes, nihil illis defuturum ex his ad
prædicationem, tanquam ad fouites euntibus. Posterius autom circa passionem, illos»unc manentous in Judae paupertatem indicat, quod privabuntur omnibus modo, et esurient, et audi erunt, et in
lis suam philosophiam exhibebunt. Adhuc autem
et id dieit ut modesti esse discant; adhuc, ut ca se
aliquid inferant, non autem, ut socordes, totum ex
οἱ δὲ μὴ θελήσαντες τὸν εὐγενῆ ἄνθρωπον βασιλεύσει
ἐπ' αὐτούς, κατεσφάγησαν ἔμπροσθεν αὐτοῦ. Λέγει
δὲ ἅπερ ἔπαθον ἔσχατον ἐν τῇ ἁλώσει· καὶ ἐν τῇ τρ
βερᾷ αὐτοῦ ἐλεύσει, πάντες ώς σφαγῇ τῇ χαλάσει
παραδοθήσονται.
Ὅτι ἐδάκρυσεν ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ ὁ φιλάνθρωπος
Κύριος· ἵνα δείξῃ ὅτι λυπεῖται περὶ αὐτῆς, ὅθεν καὶ
μετά τριακονταπέντε έτη τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ, ἡ
ἅλωσις γέγονεν, ἀναβολὴν μετανοίας τοῦ Θεοῦ πα
συμένου περὶ αὐτῆς. Τὸ 83, Εἰ ἔγνως καὶ σὺ τὸ
πρὸς εἰρήνην, τοῦτό ἐστιν, ὅτι χρήσιμα και ένα
γκαῖα πρὸς τὸ εἰρηνεῦσαι θεῷ διὰ τῆς πίστεως καὶ
τῆς χάριτος, οὐκ ἂν τοιαῦται σε θλίψεις περιέμενη,
ἀλλ' ἐκρύβη, φησιν, ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου· ἀντὶ τοῦ,
Εκουσίως οὐκ ἠθέλησας εἰδέναι. Καιρὸν δὲ λέγει
τῆς ἐπισκοπῆς σου, ἦν αὐτὸς ἐποιήσατο κατελθὼν
ὡς ἐπισκεψόμενος αὐτους.
Οτι ἡ χήρα δύο οβολούς προσήγαγε· ταῦτα γέρ
εἰσι τὰ λεπτά· προσεδέχθη δὲ ὑπερβαλλόντως· ότι
ὥσπερ ἀποκτωμένη ὅλον αὐτῆς τὸν βίον, μεγαλογία
χως πάντα προσήγαγεν.
Ὅτι εἰπών, Επεθύμησα τούτου τοῦ Πάσχα με
γεῖν μεθ' ὑμῶν, δείκνυσιν ὅτι ἐκουσίως ἔπαθεν.
Πῶς νοεῖται τὸ λέγειν αὐτὸν, 'Εγώ ἐν μέσῳ ὁμῶς
εἰμι ὡς διακονῶν; Τοῦτο διὰ τὸ πρόσλημμα λέγει.
Το, ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης
μου ἐν τῇ βασιλείς μου, διὰ τὴν τῶν ἁγίων ἐκεῖθεν
λαμπρότητα λέγει, ἀπὸ μεταφοράς των συναριστών
των τοῖς βασιλεῦσιν.
Διὰ τί τοὺς ἄλλους ἀφεὶς, πρὸς τὸν Πέτρον της
Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ Σατανᾶς ἐξητήσατο ὑμᾶς
σινιώσαι ὡς τὸν σίτον; Ἵνα παιδεύσῃ αὐτὸν μὴ
ἑαυτῷ θαῤῥεῖν. Τί δέ ἐστι συνιάσαι; Ταράξεις, βλά
ψαι· ἔθος γὰρ τῷ Σατανᾷ τοὺς εὐδοκιμοῦντας ἐξαν
τεῖσθαι, ὥσπερ καὶ ἐπὶ Ἰώδ.
Τὸ δὲ λέγειν αὐτὸν, Εγὼ ἐδεήθην περί σας,
έδειξεν ὅτι ὡς ἄνθρωπος προσεύχεται· τὸ δέ, Επι
στρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου, ἵνα μὴ
Ο εἰς ἀπόγνωσιν ἐμπέσωσιν, ἀντὶ τοῦ, Γενοῦ στήριγμα
καὶ διδάσκαλος τῶν διὰ πίστεως ἰόντων.
Πῶς πρὸ τούτου μὲν πήραν καὶ χαλκόν καὶ μάθει
καὶ τὰ ἄλλα λέγει μὴ κεκτῆσθαι, νῦν λέγει, ὅτι ὅ
ἔχων, φησί, βαλάντιον ἀράτω ὁμοίως καὶ πήραν
καὶ ὁ μὴ ἔχων, πωλησάτω τὸ ἱμάτιον αὐτή
καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν; Κατ' ἀρχὰς μὲν καί
ραν τῆς αὐτοῦ δυνάμεως διδούς, ἔδειξεν ὅτι ἐκεῖνον
ἔχοντες, οὐδενὸς δέονται τούτων εἰς τὸ κήρυγμα,
ὡς πρὸς τὰ ἔθνη ἀπερχόμενοι· πρὸς δὲ τῷ είναι
τοῦ πάθους, τὴν ἐν Ἰουδαίᾳ νῦν ἐσομένην αὐτῶν
πτωχείαν αινίττεται, ὅτι στερηθήσονται πολλών
τέως καὶ πεινάσουσι καὶ γυμνοὶ ἔσονται, καὶ ἐν τ
τοῖς τὴν οἰκείαν φιλοσοφίαν ἐνδείξονται. Ἔτι δ
τοῦτο λέγει, ἵνα καὶ μετριάζειν μάθωσιν· ἔτι 65, 5
Распознавание текста
col. 1211–1212page 94 of 200
PG 106:1211το άκο καὶ παρ' ἑαυτῶν τι εἰσενέγκωσιν, ἀλλὰ μὴ τὸ πᾶν ὥσπερ ἐν ἀψύχοις τισὶ τῆς τοῦ Θεοῦ ῥοπῆς νομίζηται. Ἐν δὲ τῷ λέγειν ἀγοράσαι μαχαίρας, τὴν ἔφοδον τῶν Ἰουδαίων προλέγει την κατ' αὐτοῦ, ταῦτα λέο γων δι' αἰνίγματος· καθαρῶς δὲ οὐ βούλεται λέγειν τὴν προδοσίαν, ἵνα μὴ θορυβήσῃ αὐτούς. Εἰπόντων δὲ, Ιδού, Κύριε, ὧδε δύο μάχαιραι, καὶ τὸ λεχθέν μὴ συνιέντων, αὐτός φησιν· ἱκανόν. Εἰ μὲν οὖν ἀν θρωπίνης βοηθείας ἐδεῖτο, οὐδὲ εἰ ἑκατὸν ἦσαν μάχαιραι ἱκαναὶ ἦσαν· ἐπειδὴ δὲ μὴ τοῦτο, καὶ αἱ δύο περιτταί· ὥστε χάριν μηνύσεως τῆς προδοσίας ταῦτα λέγει· ἵνα γνώσιν ὅτι προεγίνωσκεν, οὐχ ἕνεκεν τοῦ χρῆσθαι τὰ εἰρημένα. Οτι, ίδρωσεν ὡσεὶ θρόμβους αίματος, τὴν ἀνθρωπότητα δηλῶν· τὸ δὲ, Ενίσχυσεν αὐτὸν ἄγω γελος, οὐχ ὡς δεόμενον, ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥητὸν τὸ λέγον· Καὶ ἐνισχυσάτωσαν αὐτῷ πάντες άγ γελοι Θεοῦ· τοῦτό ἐστι, Διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς θαυμασιότητος δοξολογῶν αὐτὸν ὁ ἄγγελος ἐφαίνετο, οἷα λέγων, Σή ἐστιν ἡ ἰσχὺς, Δέσποτα· σὺ γὰρ ἴσχυβας κατὰ θανάτου, ἐλευθερώσας τὸ γένος τὸ τῶν ἀνθρώπων. ΚΕΦΑΛ. ΚΙ. Ὅτι ἄπιστος ἦν ή κατηγορία ἣν κατηγορείτο Χριστὸς ὑπὸ Ἰουδαίων· οὔτε γὰρ φόρον εκώλυσε Καίσαρι δοῦναι, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ αὐτὸς δέδωκε να οὔτε γὰρ βασιλεῦσαι ἡβούλετο, ἀλλὰ καὶ βουλομένων αὐτῶν τοῦτο ποιῆσαι, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν. Αλαζον νικὸς οὐκ ἦν· παρὸς γὰρ ἔδενς· καὶ τοῦτο ἐνόησε μὲν ὁ Πιλάτος· ἐρωτᾷ δὴ χλευάζων αὐτούς· δὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, εἰ καὶ γι Κύριος το ὄντως εἶναι βασιλεὺς οὐκ ἀρνεῖται. Διὰ τί πρὸς Ηρώδην παρὰ Πιλάτου πεμφθείς, οὐδὲ ἀποκρίνεται; Ἐπειδὴ οὐκ ἔδει πρὸς ἄνθρωπον ἀποκρίνεσθαι οὐδὲν ἄξιον ἀποκρίσεως ἔχοντα· πάλιν δὲ οὐδὲ διδασκαλίας ἦν ὁ καιρὸς, οὐδὲ ἐπιδείκνυσθαι σημείων δύναμιν, τῷ πρὸς τεραστίων όψιν φιλοθεάμονι μᾶλλον, ἢ σημεία θείας δυνάμεως ἰδεῖν βου λομένη. "Οτι Ηρώδης χλευάζει τὸ σεμνὸν καὶ τίμιον· μαρ τυρεῖ δὲ δ' ὧν χλευάζει ότι μηδὲν ἄδικον ἔπραξε Χριστός· οὐ γὰρ ἐσθῆτος ἔδει λαμπρᾶς ἐπὶ τοῦ καπόν τι δεδρακότος ἢ εἰρηκότος· ὅθεν Ἰουδαῖοι καὶ οὕτω καταισχύνονται, ἐκ τοῦ δικαστηρίου καὶ τῆς κατηγορίας αὐτῶν, ἀπιόντος τοῦ κατηγορουμένου μετά λαμπρῶς ἐσθῆτος· εἰ καὶ διαπαίζων Ἡρώδης εποίει τοῦτο· οὐκ ἂν δὲ τοῦτο διεπράξατο είπερ έργῆς ἦν καιρός. Μαρτυρεῖ δὲ αὖθις καὶ ὁ Πιλάτος ότι ψήφος ἦν αὐτὴ τοῦ Ἡρώδου, μηδὲν ἠδικηκέναι τὸν Κύριον, ἐξ ὧν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας εἶπε], ὅτι προσηνέγκατέ μοι τον άνθρωπον τουτονί ἀποστρέφοντα τὸν λαὸν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν ἀνακρίνας, οὐδὲν οὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ ὧν κατηγορεῖτε αὐτοῦ· ἀλλ' οὐδὲ Ηρώδης. Ὅτι πάτριον ἦν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἀπολύειν ἕνα ὅπερ εἰδὼς ὁ Πιλάτος, συνεβούλευσε τοῦτον μᾶλλον ἀπολῦσαι, ἀλλ' ὁ φθόνος οὐκ εἴασεν. εκμί,
deorum in se invasionem dicit, loquens per musi
gmata; clare autem non vult de proditione loqui, το
illos conturbet, Gum dicunt, Eace, Domine, άκο
gladii hic, et dicta non intellexerunt, ipse dicit:
Satis est. Si quidem igitur humano auxilio eguisset,
non vel centum gladil satis fuissent; quoniam autem illud non est, duo nimis sunt; ita ut ad innuendam proditionem ita loquatur, ut eognoscant
quia præsciret, et non ad adbibenda quæ icebat.
καὶ παρ' ἑαυτῶν τι εἰσενέγκωσιν, ἀλλὰ μὴ τὸ πᾶν Dei virtute exspectant. Dicendo, gladium amat, Suὥσπερ ἐν ἀψύχοις τισὶ τῆς τοῦ Θεοῦ ῥοπῆς νομίζηται.
Ἐν δὲ τῷ λέγειν ἀγοράσαι μαχαίρας, τὴν ἔφοδον
τῶν Ἰουδαίων προλέγει την κατ' αὐτοῦ, ταῦτα λέο
γων δι' αἰνίγματος· καθαρῶς δὲ οὐ βούλεται λέγειν
τὴν προδοσίαν, ἵνα μὴ θορυβήσῃ αὐτούς. Εἰπόντων
δὲ, Ιδού, Κύριε, ὧδε δύο μάχαιραι, καὶ τὸ λεχθέν
μὴ συνιέντων, αὐτός φησιν· ἱκανόν. Εἰ μὲν οὖν ἀν
θρωπίνης βοηθείας ἐδεῖτο, οὐδὲ εἰ ἑκατὸν ἦσαν μά
χαιραι ἱκαναὶ ἦσαν· ἐπειδὴ δὲ μὴ τοῦτο, καὶ αἱ δύο
περιτταί· ὥστε χάριν μηνύσεως τῆς προδοσίας
ταῦτα λέγει· ἵνα γνώσιν ὅτι προεγίνωσκεν, οὐχ
ἕνεκεν τοῦ χρῆσθαι τὰ εἰρημένα.
Οτι, ίδρωσεν ὡσεὶ θρόμβους αίματος, τὴν
ἀνθρωπότητα δηλῶν· τὸ δὲ, Ενίσχυσεν αὐτὸν ἄγω
γελος, οὐχ ὡς δεόμενον, ἀλλ᾽ ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥητὸν
τὸ λέγον· Καὶ ἐνισχυσάτωσαν αὐτῷ πάντες άγγελοι Θεοῦ· τοῦτό ἐστι, Διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς
θαυμασιότητος δοξολογῶν αὐτὸν ὁ ἄγγελος ἐφαίνετο,
οἷα λέγων, Σή ἐστιν ἡ ἰσχὺς, Δέσποτα· σὺ γὰρ
ἴσχυβας κατὰ θανάτου, ἐλευθερώσας τὸ γένος τὸ τῶν
ἀνθρώπων.
Ὅτι ἄπιστος ἦν ή κατηγορία ἣν κατηγορείτο
Χριστὸς ὑπὸ Ἰουδαίων· οὔτε γὰρ φόρον εκώλυσε
Καίσαρι δοῦναι, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ αὐτὸς δέδωκε να
οὔτε γὰρ βασιλεῦσαι ἡβούλετο, ἀλλὰ καὶ βουλομένων
αὐτῶν τοῦτο ποιῆσαι, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν. Αλαζον
νικὸς οὐκ ἦν· παρὸς γὰρ ἔδενς· καὶ τοῦτο ἐνόησε
μὲν ὁ Πιλάτος· ἐρωτᾷ δὴ χλευάζων αὐτούς· δὺ εἶ
ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, εἰ καὶ γι Κύριος το
ὄντως εἶναι βασιλεὺς οὐκ ἀρνεῖται.
Διὰ τί πρὸς Ηρώδην παρὰ Πιλάτου πεμφθείς,
οὐδὲ ἀποκρίνεται; Ἐπειδὴ οὐκ ἔδει πρὸς ἄνθρωπον
ἀποκρίνεσθαι οὐδὲν ἄξιον ἀποκρίσεως ἔχοντα· πάλιν
δὲ οὐδὲ διδασκαλίας ἦν ὁ καιρὸς, οὐδὲ ἐπιδείκνυσθαι
σημείων δύναμιν, τῷ πρὸς τεραστίων όψιν φιλοθεά
μονι μᾶλλον, ἢ σημεία θείας δυνάμεως ἰδεῖν βουλομένη.
"Οτι Ηρώδης χλευάζει τὸ σεμνὸν καὶ τίμιον· μαρ
τυρεῖ δὲ δ' ὧν χλευάζει ότι μηδὲν ἄδικον ἔπραξε
Χριστός· οὐ γὰρ ἐσθῆτος ἔδει λαμπρᾶς ἐπὶ τοῦ καπόν
τι δεδρακότος ἢ εἰρηκότος· ὅθεν Ἰουδαῖοι καὶ οὕτω
καταισχύνονται, ἐκ τοῦ δικαστηρίου καὶ τῆς κατηγορίας αὐτῶν, ἀπιόντος τοῦ κατηγορουμένου μετά
λαμπρῶς ἐσθῆτος· εἰ καὶ διαπαίζων Ἡρώδης εποίει
τοῦτο· οὐκ ἂν δὲ τοῦτο διεπράξατο είπερ έργῆς ἦν
καιρός. Μαρτυρεῖ δὲ αὖθις καὶ ὁ Πιλάτος ότι ψήφος
ἦν αὐτὴ τοῦ Ἡρώδου, μηδὲν ἠδικηκέναι τὸν Κύριον,
ἐξ ὧν πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας {εἶπε],
ὅτι προσηνέγκατέ μοι τον άνθρωπον τουτονί
ἀποστρέφοντα τὸν λαὸν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον
ὑμῶν ἀνακρίνας, οὐδὲν οὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
τούτῳ ὧν κατηγορεῖτε αὐτοῦ· ἀλλ' οὐδὲ Ηρώδης.
Ὅτι πάτριον ἦν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἀπολύειν ἕνα
ὅπερ εἰδὼς ὁ Πιλάτος, συνεβούλευσε τοῦτον μᾶλλον
ἀπολῦσαι, ἀλλ' ὁ φθόνος οὐκ εἴασεν.
VERS. 44. Sudavit quasi gultas sanguinis, humanitas ita ostenditur. Angelus confertatus est εκμί,
non ope indigentem, sed ut impleretur verbum
quod dicebant: Confortentur eum omnes angeli
Dei; id est, ob magnitudinem prodigii glorifeans
eum angelus apparuit talia dicens: Tua est virtus,
Domine; nam tu contra mortem prævalens, liberasti gerus hominum,
CAPUT XXIII.
VERs. 2. Incredibilis erat accusatio qua accusabatur Christus a Judœis. Non enku tributam vetuerat dare Cæsari, sed potius illud ipse solvit; non
enim regnare volebat, sed volentibus turbis id facere, abiit inde. Superbus non erat, nam peritus
ambulabat: et hoc intellexit quidem Pilatus. 18
terrogat igitur, hos illudens, Tu es res Judæorum?
quamvis Dominus regem revera se non negat.
VERs. 7. Gur ad Merodem a Pilato missus, nihil
respondet? Quia non respondendum cet homini quί
nibil responsione dignum babet. Simul et docendi
aðn erat tempus, neque ostendendi signorum virlutem, homini spectaculorum stupendorum magis
avido, quam signa divina virtutis videre volenti.
Vans. 11. Herodes illudis quod nobile et hono
randum est. Attestatur autem hæc ipsa irrisio
Christum nihil noxii admisisse. Non enim oportebat veste induere regali hominem qui mali aliquid
aut fecisset aut dixisset. Inde Judaei etiam ipsi
erubescunt ex eorum tribunali et accusations
exeuntera, accusatum veste regali indui. Etsi per
Iuiuin Herodes hoc gesserit, non illud tamen fe
cisset, quoniam in tempus erat. Testaur rursum
et Pilatus suum esse idem ac Herodis suffragium,
nihil criminis in Domino esse. Ex quo principibus
sacerdotum et magistratibus dicit. (VERs. 14.) Obtuliatis miki kominem kune averieniem populum, et
ecce ego coram vobis interrogans, nullam causam
invent in homine isto ex his in quibus eum accusatis, sed neque Herodes.
VERS. 17. Mos erat illis per diem festum dimittere
umam: Quod sciens Pilatus, proposuit illam politis
dimittere, sed invidia non conscatit.
Распознавание текста
col. 1213–1214page 95 of 200
PG 106:1213Οι τροπαιούχος Διὰ τί ἐπιτιμὰ τὰς κλαιούσας γυναίκας ὅτι ἐπὶ τὸν σταυρὸν ἤρχετο; Ως τροπαιούχος τοῦ θανάτου τῷ μὲν γὰρ ἄκοντι συμπάθεια παράκλησιν φέρει το δὲ ἐκόντι, ὕβριν· διὰ τοῦτο ἐπετίμησε ταύτας· καὶ τὰ μέλλοντα συμβήσεσθαι προεμήνυσεν, ἅπερί Ρωμαίων πόλεμος εἰργάσατο. Ξύλον ἀγρὸν ἑαυτὸν λέγει, διὰ τὴν ἐν τῷ σώματι αὐτοῦ θείαν ζωὴν τὴν ἀμάραντον, καὶ τὸ ἔγκαρπον καὶ εὐθαλές· ὁ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Βὶ ἐμέ, φησί, τοιαύταις δειναῖς ὑποβεβλήκασιν ἀτιμίαις οἱ Ρω μαίων στρατιῶται καὶ ὁ τούτων στρατηγός Πιλάτος, τί δράσουσιν ὑμῖν τῷ ξηρῷ ξύλῳ καὶ ἀκάρπῳ τῷ λαῷ τῶν Ἰουδαίων προσπολεμοῦντα τὰ τῶν Ῥωμαίων στρατόπεδα, μηδὲν ἐπ' αὐτῷ τῷ λαῷ τῶν Ἰουδαίων δηλονότι τεθαυμασμένων καὶ καρπών δικαιοσύνης ἐχόντων βλέποντες, ἐφ' οἷς ἦν εἰκὸς τιμῆς καὶ ? φειδοῦς ἀξιωθῆναι τῆς παρ' αὐτῶν; μᾶλλον δὲ και τακαύσουσιν ὑμᾶς ώσπερ ξύλον ξηρόν, ήγουν πολύ κήσουσι τῆς εἰς τὸν Σωτῆρα δυσσεβείας ένεκεν. Πῶς Ματθαῖος μὲν καὶ Μάρκος τους δύο λέγουσι λῃστὲς ὀνειδίσαι τὸν Κύριον, Λουκᾶς δὲ τὸν ἔνα; Ὅτι ἐν ἀρχῇ μὲν οἱ δύο λησταί παραπλήσια τους Ἰουδαίοις ἐφθέγγοντο, χαριζόμενοι αὐτοῖς, εἴπως τινὰ βοήθειαν εὕροιεν παρ' αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ἀπερ προσεδόκων ήργησαν, θάτερος των ληστών, αὐτός το ἀνένηψε καὶ τὸν ἄλλον εἰς τοῦτο προετρέπετο. Πόθεν δὲ ὁ εἷς ἀνένηψεν; οὕτω γὰρ ἦν τὰ κατὰ τὸν σταυρὸν θεασάμενος θαύματα. Ἐκ τῶν λόγων ἴσως ὧνπερ ο Κύριος παρρησίᾳ εἶπεν πρὸς τὸν Πατέρα- Πάτερ, άφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην· οὐ γὰρ οἴδατι τί ποιοῦσιν. με Ὅτι ὁ μὲν Ματθαῖος καὶ Μάρκος επειγόμενα πρὸς ἕτερα εἰπόντας ἕως οὗ ώνείδιζον αὐτὸν οἱ λῃ σταί, τὰ λοιπὰ τῆς ἱστορίας τῆς περὶ τὸν σταυρὸν παρέλιπον, Λουκᾶς δὲ ἀφέμενος τῶν προτέρων, ὡς παρὰ τοῖς ἄλλοις εἰρημένων, τὰ παραλειφθέντε ἐκείνοις, τουτέστι τὴν τοῦ ἑνὸς λῃστοῦ ἐπίγνωσιν ἱστορεῖ, ἀπὸ τῆς φωνῆς ἀρξάμενος ἦν ὁ Κύριος εἶπεν Πάτερ, άφες αὐτοῖς. Πῶς ἡ τοῦ Δεσπότου ὑπόσχεσις εἰς τὸν λῃστὴν πε πλήρωται; Ως Θεοῦ· εἰ γὰρ καὶ ἐν ᾅδῃ ὑπῆρχε, καὶ ἐν οὐρανῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παραδείσῳ ὡς Θεός. Ὅτι καὶ τοῦ Ἀποστόλου λέγοντος· Ενα μὴ χωρίς ἡμῶν τελειωθῶσι, πῶς ἀπέλαβεν ὁ λῃστὴς παράδεισον; Ὅτι οὐκ αὐτή ἐστιν ἡ ἐπαγγελία ἣν Παῦλος λέγει, ἀλλὰ τὰ οὐράνια ἀγαθά· οὐ γὰρ εἰς παράδεισον ἡμῖν ἐπαγγέλλεται ὁ Θεὸς εἰσελθεῖν. Ποῦ πεπλήρωται τὸ λεγόμενον, ὅτι "Οτ' ἂν ὑψωθώ, τότε πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτόν; Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ πεπλήρωται, καὶ ἐπὶ τῆς ἀναλήψεω;" ἐπὶ μὲν τοῦ σταυροῦ, ὅτι ἤρξατο σαγηνεύειν πολλούς, ὅθεν καὶ ὁ ἑκατόνταρχος ἰδὼν τὰ γινόμενα, ἐδόξας τὸν Θεόν· καὶ ὁ λῃστής, μὴ ἰδών. "Ετυπτον δὲ καὶ τὰ στήθη τῶν Ἰουδαίων τινές, κατανυττόμενοι πάν τως καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἐρχόμενοι. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Διὰ τί ἐπιφαίνεται τοῖς μαθηταῖς τοῖς πορευομένοι; εἰς Ἐμμαούς; Ἐπειδὴ ἀπιστίᾳ εἴχοντο τέως και
Væns. 28. Cur increpat flentes mulieres quando
ad crucem ibat? Οι τροπαιούχος mortis. ilii enim
qui invite moritur commiseratio eolatium adfert, illi
autem qui libenter, injuriam facit. Ideo increpavit
illas, et futura evenionda prædixit, quæ Romanorum bellum induxit.
Διὰ τί ἐπιτιμὰ τὰς κλαιούσας γυναίκας ὅτι ἐπὶ
τὸν σταυρὸν ἤρχετο; Ως τροπαιούχος τοῦ θανάτου·
τῷ μὲν γὰρ ἄκοντι συμπάθεια παράκλησιν φέρει το
δὲ ἐκόντι, ὕβριν· διὰ τοῦτο ἐπετίμησε ταύτας· καὶ
τὰ μέλλοντα συμβήσεσθαι προεμήνυσεν, ἅπερί
Ρωμαίων πόλεμος εἰργάσατο.
Ξύλον ἀγρὸν ἑαυτὸν λέγει, διὰ τὴν ἐν τῷ σώματι
αὐτοῦ θείαν ζωὴν τὴν ἀμάραντον, καὶ τὸ ἔγκαρπον
καὶ εὐθαλές· ὁ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Βὶ ἐμέ, φησί,
τοιαύταις δειναῖς ὑποβεβλήκασιν ἀτιμίαις οἱ Ρω
μαίων στρατιῶται καὶ ὁ τούτων στρατηγός Πιλάτος,
τί δράσουσιν ὑμῖν τῷ ξηρῷ ξύλῳ καὶ ἀκάρπῳ τῷ λαῷ
τῶν Ἰουδαίων προσπολεμοῦντα τὰ τῶν Ῥωμαίων
στρατόπεδα, μηδὲν ἐπ' αὐτῷ τῷ λαῷ τῶν Ἰουδαίων
VERS. 31. Lignum viride scipsum dicit, ob divinam in suo corpore vitam immortalem, et fructus
el fores producentem. Quod autem dicit, tale est:
Si me, inquit, tantis et tam sævis oneraverunt opprobriis Romani nilites et illorum præfectus Pilates,
quid facient vobis ligno arido et sterili, Judæorum
populo, bellantia Romanorum agmina, nullam in
ipso Judzorum populo niirabilium et fructum justitiæ habentium rerum cernentes, quarum causa δηλονότι τεθαυμασμένων καὶ καρπών δικαιοσύνης
justum foret illos honore et venia dignos haberi ab S ἐχόντων βλέποντες, ἐφ' οἷς ἦν εἰκὸς τιμῆς καὶ
ipsis? imo vero comburent vos ut lignum aridum, φειδοῦς ἀξιωθῆναι τῆς παρ' αὐτῶν; μᾶλλον δὲ και
id est, vos expugnabunt ob vestram in Salvatorem τακαύσουσιν ὑμᾶς ώσπερ ξύλον ξηρόν, ήγουν πολύ
impietatem.
κήσουσι τῆς εἰς τὸν Σωτῆρα δυσσεβείας ένεκεν.
VERS. 39. Quomodo Matthæus quidem et Marcus
duos dicunt latrones Christo improperare in cruce,
Lucas vero unumi tantum? quoniam in initio duo
latrones similia Judæis conviciabantur, illos blandientes si forte aliquam opem apud illos invenerint. Sed postquam quæ exspectabant inutilia visa
sunt, unus e latronibus et in se reversus est, et
alterum ad idem exhortabatur. Unde autem unus
in se reversus est, nondum enim viderat quæ facta
sunt in cruce prodigia? verbis fortasse quibus
Christus libere Patrem compellabat, Pater, dimille
illis hoc peccatum, nesciunt enim quod faciunt.
VERS. 42. Mathæus quidem et Marcus festinantes
alia narrare usque ad illud, Latrones improperabant el, reliquam gestorum in cruce historiam
praetermiserunt. Lucas autem priora præteriens,
tanquam ab aliis dicta, quae praetermiserant illi,
in est, unius latronis conversionem narrat, incipiendo a verbis quæ dixit Dominus: Pater, dimille illis.
–
Πῶς Ματθαῖος μὲν καὶ Μάρκος τους δύο λέγουσι
λῃστὲς ὀνειδίσαι τὸν Κύριον, Λουκᾶς δὲ τὸν ἔνα;
Ὅτι ἐν ἀρχῇ μὲν οἱ δύο λησταί παραπλήσια τους
Ἰουδαίοις ἐφθέγγοντο, χαριζόμενοι αὐτοῖς, εἴπως
τινὰ βοήθειαν εὕροιεν παρ' αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ ἀπερ
προσεδόκων ήργησαν, θάτερος των ληστών, αὐτός το
ἀνένηψε καὶ τὸν ἄλλον εἰς τοῦτο προετρέπετο. Πόθεν
δὲ ὁ εἷς ἀνένηψεν; οὕτω γὰρ ἦν τὰ κατὰ τὸν σταυρὸν
θεασάμενος θαύματα. Ἐκ τῶν λόγων ἴσως ὧνπερ ο
Κύριος παρρησίᾳ εἶπεν πρὸς τὸν Πατέρα- Πάτερ,
άφες αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην· οὐ γὰρ οἴδατι
τί ποιοῦσιν.
VERS. 43. Quomodo Domini promissio ad latronom impleta est? tanquam a Deo facta. Si enim in
inferno, et in caelo adest, sed etiam in paradiso, με
Deus, Apostolo dicente, Ne sine nobis consummentur, quomodo excepit latro paradisum? quia non
illa est promissio de qua Paulus dicit, sed coelestia
bona. Non enim in paradisum nobis a Deo promittitur intrare. Ubi impletum est quod dixit: Quando
exaltatus fuero, omnes traham ad meipsum? Hoc in
cruce impletum est et in ascensione. In cruce
quidem, quia incepit multos attrahere cum centurio videns quæ flebant glorificavit Deum, et latro
nou videns. Percutiebant autem pectora sua Judæorum aliqui, commoti admodum et ad conversionem
tendentes.
CAPUT XXIV.
VERS. 15. Cur apparet discipulis euntibus Emmaum? Quoniam interim incredulitate laborabant.
Ὅτι ὁ μὲν Ματθαῖος καὶ Μάρκος επειγόμενα
πρὸς ἕτερα εἰπόντας ἕως οὗ ώνείδιζον αὐτὸν οἱ λῃ
σταί, τὰ λοιπὰ τῆς ἱστορίας τῆς περὶ τὸν σταυρὸν
παρέλιπον, Λουκᾶς δὲ ἀφέμενος τῶν προτέρων, ὡς
παρὰ τοῖς ἄλλοις εἰρημένων, τὰ παραλειφθέντε
ἐκείνοις, τουτέστι τὴν τοῦ ἑνὸς λῃστοῦ ἐπίγνωσιν
ἱστορεῖ, ἀπὸ τῆς φωνῆς ἀρξάμενος ἦν ὁ Κύριος εἶπεν·
Πάτερ, άφες αὐτοῖς.
Πῶς ἡ τοῦ Δεσπότου ὑπόσχεσις εἰς τὸν λῃστὴν πε
πλήρωται; Ως Θεοῦ· εἰ γὰρ καὶ ἐν ᾅδῃ ὑπῆρχε, καὶ
ἐν οὐρανῷ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παραδείσῳ ὡς Θεός.
Ὅτι καὶ τοῦ Ἀποστόλου λέγοντος· Ενα μὴ χωρίς
ἡμῶν τελειωθῶσι, πῶς ἀπέλαβεν ὁ λῃστὴς
παράδεισον; Ὅτι οὐκ αὐτή ἐστιν ἡ ἐπαγγελία
ἣν Παῦλος λέγει, ἀλλὰ τὰ οὐράνια ἀγαθά· οὐ γὰρ
εἰς παράδεισον ἡμῖν ἐπαγγέλλεται ὁ Θεὸς εἰσελθεῖν.
Ποῦ πεπλήρωται τὸ λεγόμενον, ὅτι "Οτ' ἂν ὑψωθώ,
τότε πάντας ελκύσω πρὸς ἐμαυτόν; Τοῦτο καὶ ἐπὶ
τοῦ σταυροῦ πεπλήρωται, καὶ ἐπὶ τῆς ἀναλήψεω;"
ἐπὶ μὲν τοῦ σταυροῦ, ὅτι ἤρξατο σαγηνεύειν πολλούς,
ὅθεν καὶ ὁ ἑκατόνταρχος ἰδὼν τὰ γινόμενα, ἐδόξας
τὸν Θεόν· καὶ ὁ λῃστής, μὴ ἰδών. "Ετυπτον δὲ καὶ
τὰ στήθη τῶν Ἰουδαίων τινές, κατανυττόμενοι πάν
τως καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἐρχόμενοι.
Διὰ τί ἐπιφαίνεται τοῖς μαθηταῖς τοῖς πορευομένοι;
εἰς Ἐμμαούς; Ἐπειδὴ ἀπιστίᾳ εἴχοντο τέως και
Распознавание текста
col. 1215–1216page 96 of 200
PG 106:1215πῶς, ἄκουσον. Λέγουσι γὰρ, ὅτι Ἡμεῖς ἐλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστι· καὶ τῶν γυναικῶν δὲ οἱ λόγοι ὡσεὶ λῆρος ἐφάνησαν, καὶ ἄλλα λέγουσιν τοιαῦταπολλά. Διὰ τί μετὰ τὴν ἀνάστασιν ὁμιλῶν αὐτοῖς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν; Ἵνα εἰς πλείονα πόθον αὐτοὺς ἐφελκύσηται, ἄλλως τε δὲ καὶ οὐκ εἶχε, φησίν, ἔτι τὸ σῶμα τὸ θεῖον ἐκεῖνο οὕτως ὡς πρότερον συνδιάγειν μετ' αὐτῶν ἀεί· λεπτότερον γὰρ ἦν καὶ θεοειδέστερον. Οτι οὐκ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ εὗρον τους δώδεκα καὶ ἀπήγ γειλαν τὰ κατὰ τὸν Κύριον καὶ τὴν ὁδὸν, ἀλλὰ μετά τινας ὥρας ὅσας εἰκὸς ἦν αὐτοῖς ποιῆσαι τὸ διάστημα τῶν ἑξήκοντα σταδίων βαδίζοντας· ἐν αἷς διὰ μέσου καὶ ὁ Δεσπότης ὤφθη τῷ Σίμωνι. Κἀκεῖνοι μὲν ἔλεγον τοῖς δυσὶ ὅτι ὄντως ηγέρθη ὁ Κύριος καὶ ὤφθη τῷ Σίμωνι· αὐτοὶ δὲ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου. Ταῦτα δὲ, φησί, λαλούντων αὐτῶν, αὐτὸς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν, οὐκέτι κρατουμένων τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Ὅτι τὸ, Εὐλογήσας αὐτοὺς ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανὸν, μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας χρὴ νοείν γεγονέναι. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ. Διά τί ἀπὸ θεολογίας ήρξατο; "Ινα μὴ τῇ τῶν ἄλλων εὐαγγελιστῶν κατὰ σάρκα γεννήσει ἀκολουθῶν, νομίσωσι τὸν Χριστὸν οἱ ἄνθρωποι ψιλόν ἄνθρωπον ἀλλ᾽ οὖν οὐδὲ οὗτος τῆς οἰκονομίας ἡμέλησεν· ἀλλ᾽ οὐδὲ ἐκεῖνοι τὰ κατὰ σάρκα λέγοντες, τῆς θείας γεννήσεως ἡμέλησαν. Διὰ τί εἶπεν, Ἐν ἀρχῇ; Διὰ τὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ πρεσβύτερον τιμήν, καὶ τίθε σθαι Θεόν. Διὰ τί, ἀφεὶς τὸν Πατέρα, περὶ τοῦ Υἱοῦ διαλέγεται; Διότι ἐκεῖνος δῆλος ἦν, κἂν μὴ ὡς Παν τὴρ, ἀλλ᾽ οὖν ὡς Θεός· ὁ δὲ Υἱὸς ἡγνοεῖτο. Τὸ δὲ, *Ην, οὐδὲν ἕτερον δηλοί, εἰ μὴ τοῦ εἶναι δηλωτικὸν καὶ ἀπείρως εἶναι. Λόγον δὲ αὐτὸν καλεῖ, ἵνα μὴ παθητὴν τὴν γέννησιν υπολάβωμεν, καὶ διὰ τὸ ἀπαγγεῖλαι τὰ τοῦ Πατρός. Διὰ τί Λόγον εἶπεν μετὰ τῆς τοῦ ἄρθρου προσθήκης; Οπως τῶν λοιπῶν λόγων χωρίσῃ· οὐσίμ γὰρ ἀπαθὴς οὗτος καὶ Θεός. Οτι Θεὸν καὶ Θεὸν εἰπὼν (καὶ γὰρ, Θεός, φησίν, ἦν ὁ Λόγος), οὐκ ἐμφαίνει το μέσον τῆς θεότητος ἐπειδὴ οὐχ ἧττον Θεὸς ὁ Υἱός. Ὅτι διὰ τοῦ Ἐν ἀρχῇ ἦν, τὸ ἀΐδιον αὐτοῦ δείκνυσι διὰ δὲ τοῦ, Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν
πῶς, ἄκουσον. Λέγουσι γὰρ, ὅτι Ἡμεῖς ἐλπίζομεν Quomodo, audi. Dicunt enim: Nos sperabamus
ὅτι αὐτός ἐστι· καὶ τῶν γυναικῶν δὲ οἱ λόγοι
ὡσεὶ λῆρος ἐφάνησαν, καὶ ἄλλα λέγουσιν τοιαῦτα
πολλά.
Διὰ τί μετὰ τὴν ἀνάστασιν ὁμιλῶν αὐτοῖς ἄφαντος
ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν; Ἵνα εἰς πλείονα πόθον αὐτοὺς
ἐφελκύσηται, ἄλλως τε δὲ καὶ οὐκ εἶχε, φησίν, ἔτι
τὸ σῶμα τὸ θεῖον ἐκεῖνο οὕτως ὡς πρότερον συνδι
ἄγειν μετ' αὐτῶν ἀεί· λεπτότερον γὰρ ἦν καὶ θεοειδέστερον.
Οτι οὐκ αὐτῇ τῇ ὥρᾳ εὗρον τους δώδεκα καὶ ἀπήγ
γειλαν τὰ κατὰ τὸν Κύριον καὶ τὴν ὁδὸν, ἀλλὰ μετά
τινας ὥρας ὅσας εἰκὸς ἦν αὐτοῖς ποιῆσαι τὸ διάστημα
τῶν ἑξήκοντα σταδίων βαδίζοντας· ἐν αἷς διὰ μέσου
καὶ ὁ Δεσπότης ὤφθη τῷ Σίμωνι. Κἀκεῖνοι μὲν
ἔλεγον τοῖς δυσὶ ὅτι ὄντως ηγέρθη ὁ Κύριος καὶ
ὤφθη τῷ Σίμωνι· αὐτοὶ δὲ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ,
καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.
Ταῦτα δὲ, φησί, λαλούντων αὐτῶν, αὐτὸς ἔστη ἐν
μέσῳ αὐτῶν, οὐκέτι κρατουμένων τῶν ὀφθαλμῶν
αὐτῶν.
Ὅτι τὸ, Εὐλογήσας αὐτοὺς ἀνεφέρετο εἰς τὸν
οὐρανὸν, μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας χρὴ νοείν
γεγονέναι.
quia ipse est; et mulierum sermones quasi nugas
æstimant, et alia dicunt multa similia.
VERS. 31. Cur post resurrectionem dum confabularetur cum eis, evanuit ab oculis eorum? Ut ad
majus desiderium illos adduceret, aliter autem
non habet, dicit, corpus istud divinum adhuc
vobiscum ut antea semper conversari; subtilius
enim divinius factum est.
VERS. 35. Non in ipsa hora invenerunt duodecim et narravernut de Domino et de itinere, sed
post aliquot horas, quantum necesse fuit ut eundo
percurrerent sexaginta stadiorum iter. Interca
Dominus apparuit quoque Simoni, et alii dicebant
lis duobus quia vere surrexit Dominus et apparuit
Simoni; isti autem narrabant quæ gesta erant in
vin, et quomodo cognoverunt eum in fractione
panis. Dum autem loquuntur, dicit evangelista,
ipse stetit in medio eorum, non oculis suis fidentium.
VERS. 51. Benedicens eis ferebatur in cœlum, post
quadraginta dies factum esse intelligendurn est.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ,
SCHOLIA IN JOANNEM.
Ex iisdem membranis bibliothecæ Vaticanæ.
· Διά τί ἀπὸ θεολογίας ήρξατο; "Ινα μὴ τῇ τῶν ἄλλων
εὐαγγελιστῶν κατὰ σάρκα γεννήσει ἀκολουθῶν,
νομίσωσι τὸν Χριστὸν οἱ ἄνθρωποι ψιλόν ἄνθρωπον
ἀλλ᾽ οὖν οὐδὲ οὗτος τῆς οἰκονομίας ἡμέλησεν· ἀλλ᾽
οὐδὲ ἐκεῖνοι τὰ κατὰ σάρκα λέγοντες, τῆς θείας
γεννήσεως ἡμέλησαν. Διὰ τί εἶπεν, Ἐν ἀρχῇ; Διὰ
τὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ πρεσβύτερον τιμήν, καὶ τίθε
σθαι Θεόν. Διὰ τί, ἀφεὶς τὸν Πατέρα, περὶ τοῦ Υἱοῦ
διαλέγεται; Διότι ἐκεῖνος δῆλος ἦν, κἂν μὴ ὡς Παν
τὴρ, ἀλλ᾽ οὖν ὡς Θεός· ὁ δὲ Υἱὸς ἡγνοεῖτο. Τὸ δὲ,
*Ην, οὐδὲν ἕτερον δηλοί, εἰ μὴ τοῦ εἶναι δηλωτικὸν
καὶ ἀπείρως εἶναι. Λόγον δὲ αὐτὸν καλεῖ, ἵνα μὴ
παθητὴν τὴν γέννησιν υπολάβωμεν, καὶ διὰ τὸ
ἀπαγγεῖλαι τὰ τοῦ Πατρός. Διὰ τί Λόγον εἶπεν μετὰ
τῆς τοῦ ἄρθρου προσθήκης; Οπως τῶν λοιπῶν
λόγων χωρίσῃ· οὐσίμ γὰρ ἀπαθὴς οὗτος καὶ Θεός.
Οτι Θεὸν καὶ Θεὸν εἰπὼν (καὶ γὰρ, Θεός, φησίν, ἦν
ὁ Λόγος), οὐκ ἐμφαίνει το μέσον τῆς θεότητος·
ἐπειδὴ οὐχ ἧττον Θεὸς ὁ Υἱός.
CAPUT PRIMUM.
Vans. 1. Cur a theologia incepit? Ne si aliorum
evangelistarum de generatione secundum carnem
narrationem secutus esset, habeant Christum homines ut merum hominem; sed igitur neque Joannes
incarnationem neglexit, neque alii quæ de carne
erant dicentes divinam ejus generationem parum
cnraverunt. Cur dicit: In principio? Quia homines
quod vetus magis est honorant et Deum statuunt.
Cur Patrem mittens, de Filio disserit? Quia ille
noscebatur etsi non ut Pater, sed tamen ut Deus.
Filius autem non cognoscebatur. Hæc vox, Frat,
nihil aliud ostendit nisi esse evidenter et infinite.
Verbum autem illum vocat, ne generationem passibilem supponamus, et quia quæ Patris sunt nui:-
tiabat. Cur verbum vocat cum appositione articuli?
Ut a reliquis Verbis distinguat; substantia enim
Impassihilis ille et Deus. Deum et Deum nominado,
nans Deus, ait, erat Verbum, non iudicat aliquid
medium in divinitate; cum non minus Deus sit Filius.
eternitatein
Vens 2. Dicendo, In principio erat,
Ὅτι διὰ τοῦ Ἐν ἀρχῇ ἦν, τὸ ἀΐδιον αὐτοῦ
δείκνυσι· διὰ δὲ τοῦ, Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν ejus ostendit; Erat in principio apud Deum; ne arРаспознавание текста
col. 1217–1218page 97 of 200
PG 106:1217Θεόν, δηλοῖ, ὅτι Μη νομίσης πρεσβυτέραν είναι Ει κατά φησί, τὴν ὕπαρξιν τοῦ Πατρός· ὡς γὰρ ἐπι γασμα τοῦ ἡλίου ἐξ αὐτῆς ὂν τῆς τοῦ ἡλίου φύσεως, οὐχ ὕστερον εἶναί φαμεν τῆς ἡλιακής φύσεως ούτω καὶ ὁ Λόγος, καὶ ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὕστερον αὐτοῖ Ὅτι τ), Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο· τουτέστι οὐ τὰ αἰσθητὰ καὶ ἀπτά, ἀλλὰ καὶ τὰ νοητά. Οὐ χρὴ δὲ τὴν τελείαν στιγμὴν οὐδὲ ἐν ἐπιθεῖναι, κατὰ τοὺς αἱρετικούς· ἐκεῖνοι γὰρ οὕτως λέγουσιν Ο γέγονεν, ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν· βουλόμενοι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, κτίσμα λέγειν. Εἶτα εἰπὼν περὶ τῆς ἐξ μιουργίας, επάγει καὶ περὶ τῆς προνοίας. Ἵνα γέρ μὴ ἀπιστῶσιν ὅτι πῶς ἔκτισε, λέγει· Εν αὐτῷ ζωή τουτέστιν ὅτι ἐν αὐτῷ ζῇ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ προνοεῖτας· δ καὶ περὶ τοῦ Πατρός· Ὅτι ἐν αὐτῷ ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν. Τί ἐστι, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων; Νοητὸν φῶς λέγει τὴν ψυχὴν φωτίζον αὐτήν. Τί ἐστιν, ὅτι τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτία φαίτει; Σκοτίαν λέγει, ἢ τὸν θάνατον, ἢ τὴν πλάνην. Οπ μέγας Γρηγόριος, τὴν κατὰ σάρκα τοῦ Χριστοῦ γει· ἄλλοι δὲ τὴν διδαχὴν λέγουσι φῶς. Η σκοτία δὲ αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Επειδή θε ἡ πλάνη ἐνίκησεν αὐτὸν, οὔτε θάνατο;, οὔτε τὰ ἀν θρώπινα πάθη. Εγένετο, οὐ τὸ ἐγεννήθη ἢ τὸ εἶναι ἁπλῶς θηλα, ἀλλὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς τὸν τρόπον δηλοί. Τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον. Καὶ πῶς ἀφώτα στοι πολλοί; Τό γε ἧκον εἰς αὐτὸν, πάντα ἐφώτισεν, Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. Κόσμον ἐντεῦδε τὸ χυδαίον καὶ δημώδες λέγει, καὶ τὸ τῷ κόσμῳ προσηλωμένον. Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε. Περὶ τῶν Ἰουδαίων λέγει, ὡς ἐξαιρέτου λαοῦ καὶ περιουσίου. Ποῖον τόπον ἀφεὶς ὁ τὰ πάντα πληρῶν ἦλθε; Τόπον μὲν οὐδένα ημετέρει τῇ δὲ πρὸς ἡμᾶς συγκαταβάσει τοῦτο εἰργάσατο. Εδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι. Οὐκ εἶπεν, ὅτι Εποίησεν αὐτοὺς, ἀλλ', Ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν. — Καὶ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Οὐ τῆς φύσεως αὐτοῦ μεταπεσούσης εἰς σάρκα, ἀλλὰ μενούσης αὐτῆς ὅπερ ἦν, τὴν τοῦ δούλου μορφήν ἀναλαβε ύσης. Τὸ δὲ, Εγένετο, πρόσκειται παχέως οὕτω πως διὰ τοὺς λέξοντας αὐτὸν ἐν φαντασία. Τί ἐστι τὸ, Εσκήνωσεν ἐν ἡμῖν; Τὸ, ἐσκήνωσεν, οὗ ταυτόν ἐστι τῷ σκηνοῦντι· ὥστε ἐκ τούτο ελύθη καὶ τὸ, ο λόγος σάρξ ἐγένετο. Ο με θεῖος ἀπόστολος Παῦλος τὴν τοῦ Λόγου γνώσιν ἐκ μέρους Εφη γινώσκειν· δ δε μέγας εὐαγγελιστής Ιωάννης, τεθεάσθαι λέγει πλήρη την δόξαν α τοῦ, δόξαν ὡς Μονογενούς παρὰ Πατρὸς, πλήρ της χάριτος καὶ ἀληθείας. Καὶ μήποτε ὁ μὲν ἄγμή Παῦλος τὴν ὡς Θεοῦ λόγου γνῶσιν ἐκ μέρους της γινώσκειν. Ἐκ γὰρ τῶν ἐνεργειῶν ποσώς μόνον νιώσκεται. Η γὰρ ἐπ' αὐτῷ κατ᾽ οὐσίαν τε καὶ ὑπ στασιν γνώσις, ὁμοίως πᾶσιν ἀγγέλοις τε καὶ ἀνθρώποις καθέστηκε ἄβατος, κατ' οὐδὲν οὐδενὶ γινωσκομένη. Ο ἅγιος Ἰωάννης τέλειον δεν ἀνθρώποις τὸν τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου μνηθείς λόγου
bitreris, inquit, praeessinsu exsistentium Patris; ut Θεόν, δηλοῖ, ὅτι Μη νομίσης πρεσβυτέραν είναι
enim solis splendor qui ex ipsa natura solis est,
non posteriorem esse dicimus solis naturæ, ita et
Verbum ex eo est nec eo posterius est.
VERS. 5. Omnia per ipsum facta sunt: kl est, non
solum sensibilia et visibilia, sed etiam spiritualia.
Non oportet autem finalem notam non ad in appo -
nere ut faciunt hæretici dicentes: quod factum
est in ipso vita erat; volentos Spiritum sanclum creaturam dicere. Deinde de creatione loquens,
adjicit de providentia: Ut enim non dubitemus quomodo fecerit dicit, In ipso vita erat; id est, in ipso
omnia vivunt, et in ipso providentur; et quod de
Patre dicitur: In ipso vivimus, movemur ei suIUS.
Vans. 4. Quid est: Vita erat lux hominum
spiritualem dicit lucem animam ipsam illuminantem.
VERS. 5. Quid est: Lux in tenebris lucet? Tenebras
vocal aut mortem aut errorem. Gregorius autem
· magnus de carne Christi intelligit; alii autem lucem
dicunt doctrinain esse. Tenebræ eam non comprekenderunt. Quia neque error illum superavit, neque
mors, neque humanæ passiones.
VERS. 6. Fuit, non natus est, esse simpliciter
ostendit; sed missionis ipsius nodum Iudicat.
VERS. 9. llluminat omnem hominem, et quomodo
multi sunt sine luce? veniens enim in omnem kowinem illuxit.
VERS. 10. Ει mandus eum non cognorit: mudum ibi quod terrestre et ignobile est vouni, et quod
vocat,
mundo adhaeret.
VERS. 11. In propria venis, de Judaeis dictum est,
tanquam præcipuo et potenti populo. Quem locum
linquens qui omnia replet, venit? Locum quidem
nullum mutavit, sed ad nos descendendo hoc fecit.
VERS. 12. Dedit eis potestatem filios Dei fieri:
Non dixit fecit eos, sed dedit eis potestatem. Et
Verbum caro facium est; non natura ejus in carnem
transmutala, sed manente quod erat, et formare
servi accipiente. Factum est, dicitur materialiter,
ut ita dicam, ob eos qui contendunt eum fuisse
fantasticum,
VERS. 14. Quid est, flabitavis in nobis? Habitavit
non idem sonat ac habitat; ita ut ex hoe sequatur
quod Verbum caro factum est. Divinus quidem
apostolus Paulus Verbi cognit onem habere ex
parte dicit. Magnus auivi evangelina Joannes,
vidisse dicit plenam gloriam ejus, gloriam κατά
Unigeniti a Patre, plexum gratiæ el veritatis. Et
nusquam quidem sanctus Paulus cognitionem
tanquam Dei Verbi ex parte habere dicit; nam er
operationibus tantum quodammodo cognoscitur.
Cognitio enim de illo secundum substantiam et
personau), pariter omuibus augelis et hominibars
exstat inaccessa et in nullo nulli habenda. Sauctus
autem Joaunes perfectum pro hominibus incarna -
tionis Verbi sermonein faciens, gloriam Yerli ut
φησί, τὴν ὕπαρξιν τοῦ Πατρός· ὡς γὰρ ἐπι
γασμα τοῦ ἡλίου ἐξ αὐτῆς ὂν τῆς τοῦ ἡλίου φύσεως,
οὐχ ὕστερον εἶναί φαμεν τῆς ἡλιακής φύσεως ούτω
καὶ ὁ Λόγος, καὶ ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὐχ ὕστερον αὐτοῖ
Ὅτι τ), Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο· τουτέστι
οὐ τὰ αἰσθητὰ καὶ ἀπτά, ἀλλὰ καὶ τὰ νοητά.
Οὐ χρὴ δὲ τὴν τελείαν στιγμὴν οὐδὲ ἐν ἐπιθεῖναι,
κατὰ τοὺς αἱρετικούς· ἐκεῖνοι γὰρ οὕτως λέγουσιν
Ο γέγονεν, ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν· βουλόμενοι τὸ Πνεῦμα
τὸ ἅγιον, κτίσμα λέγειν. Εἶτα εἰπὼν περὶ τῆς ἐξ
μιουργίας, επάγει καὶ περὶ τῆς προνοίας. Ἵνα γέρ
μὴ ἀπιστῶσιν ὅτι πῶς ἔκτισε, λέγει· Εν αὐτῷ ζωή
sἶ· τουτέστιν ὅτι ἐν αὐτῷ ζῇ πάντα, καὶ ἐν αὐτῷ
προνοεῖτας· δ καὶ περὶ τοῦ Πατρός· Ὅτι ἐν αὐτῷ
ζῶμεν, καὶ κινούμεθα, καὶ ἐσμέν.
Τί ἐστι, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων;
Νοητὸν φῶς λέγει τὴν ψυχὴν φωτίζον αὐτήν.
Τί ἐστιν, ὅτι τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτία φαίτει;
Σκοτίαν λέγει, ἢ τὸν θάνατον, ἢ τὴν πλάνην. Οπ
μέγας Γρηγόριος, τὴν κατὰ σάρκα τοῦ Χριστοῦ -
γει· ἄλλοι δὲ τὴν διδαχὴν λέγουσι φῶς.
Η σκοτία δὲ αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. Επειδή θε
ἡ πλάνη ἐνίκησεν αὐτὸν, οὔτε θάνατο;, οὔτε τὰ ἀν
θρώπινα πάθη.
Εγένετο, οὐ τὸ ἐγεννήθη ἢ τὸ εἶναι ἁπλῶς θηλα,
ἀλλὰ τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς τὸν τρόπον δηλοί.
Τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον. Καὶ πῶς ἀφώτα
στοι πολλοί; Τό γε ἧκον εἰς αὐτὸν, πάντα ἐφώτισεν,
Καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. Κόσμον ἐντεῦδε
τὸ χυδαίον καὶ δημώδες λέγει, καὶ τὸ τῷ κόσμῳ
προσηλωμένον.
Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε. Περὶ τῶν Ἰουδαίων λέγει, ὡς
ἐξαιρέτου λαοῦ καὶ περιουσίου. Ποῖον τόπον ἀφεὶς ὁ
τὰ πάντα πληρῶν ἦλθε; Τόπον μὲν οὐδένα ημετέρει
τῇ δὲ πρὸς ἡμᾶς συγκαταβάσει τοῦτο εἰργάσατο.
Εδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα θεοῦ γενέσθαι.
Οὐκ εἶπεν, ὅτι Εποίησεν αὐτοὺς, ἀλλ', Ἔδωκεν
αὐτοῖς ἐξουσίαν. — Καὶ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο.
Οὐ τῆς φύσεως αὐτοῦ μεταπεσούσης εἰς σάρκα, ἀλλὰ
μενούσης αὐτῆς ὅπερ ἦν, τὴν τοῦ δούλου μορφήν
ἀναλαβε ύσης. Τὸ δὲ, Εγένετο, πρόσκειται παχέως
οὕτω πως διὰ τοὺς λέξοντας αὐτὸν ἐν φαντασία.
Τί ἐστι τὸ, Εσκήνωσεν ἐν ἡμῖν; Τὸ, ἐσκήνω
σεν, οὗ ταυτόν ἐστι τῷ σκηνοῦντι· ὥστε ἐκ τούτο
ελύθη καὶ τὸ, ο λόγος σάρξ ἐγένετο. Ο με
θεῖος ἀπόστολος Παῦλος τὴν τοῦ Λόγου γνώσιν ἐκ
μέρους Εφη γινώσκειν· δ δε μέγας εὐαγγελιστής
Ιωάννης, τεθεάσθαι λέγει πλήρη την δόξαν α
τοῦ, δόξαν ὡς Μονογενούς παρὰ Πατρὸς, πλήρ
της χάριτος καὶ ἀληθείας. Καὶ μήποτε ὁ μὲν ἄγμή
Παῦλος τὴν ὡς Θεοῦ λόγου γνῶσιν ἐκ μέρους της
γινώσκειν. Ἐκ γὰρ τῶν ἐνεργειῶν ποσώς μόνον
νιώσκεται. Η γὰρ ἐπ' αὐτῷ κατ᾽ οὐσίαν τε καὶ ὑπ
στασιν γνώσις, ὁμοίως πᾶσιν ἀγγέλοις τε καὶ ἀνθρώ
ποις καθέστηκε ἄβατος, κατ' οὐδὲν οὐδενὶ γινωσκο
μένη. Ο ἅγιος Ἰωάννης τέλειον δεν ἀνθρώποις
τὸν τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου μνηθείς λόγου
Распознавание текста
Ancient Scholia on JohnScholia vetera in Joannem
col. 1219–1220page 98 of 200
PG 106:1219τὴν ὡς σάρκα. Λίγου δόξαν ἔφη θεάσασθαι· τουτέστι ἡ τὸν λόγον, ήγουν τον σκοπόν καθ᾽ ἂν ὁ Θεὸς γέγονεν άνθρωπος, πλήρη χάριτος εθεάσατο καὶ ἀληθείας. Οὐ γὰρ καθὸ κατ᾽ οὐσίαν Θεὸς καὶ τῷ Θεῷ Πατρὶ ὁμοούσιος ὁ Μονογενής κεχαρίτωται· ἀλλὰ καθό φύ σει κατ' οικονομίαν γέγονεν ἄνθρωπο;, καὶ ἡμῖν ὁμοούσιος δι' ἡμᾶς κεχαρίτωται τους χρήζοντας χάριτος ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ, διὰ παντὸς κατὰ πᾶσαν ἡμῶν προκοπὴν τὴν ἀναλογούσαν χάριν δεχό μενος. Ὥστε ὁ τὸν λόγον τέλειον ἐν αὐτῷ φυλάξας, ἀβέβηλον τοῦ δι' ἡμᾶς σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου την πλήρη χάριτος καὶ ἀληθείας κομίσηται δόξαν τοῦ δι' ἡμᾶς ἑαυτὸν καθ' ἡμᾶς δοξάσαντος, καὶ ἁγιάσαντος κατὰ τὴν αὐτοῦ παρουσίαν. "Οτ' ἂν γάρ, φησίν, ἐκεῖνος φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα. Δόξαν ὡς Μονογενούς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. Τὸ δὲ, ὡς, ἐνταῦθα ούχι παραβολῆς, ἀλλ' ὁμοιώσεως· ἀντὶ τοῦ, Οἵαν έπρεπεν ἔχειν μου νογενῆ καὶ γνήσιον Υιόν όντα. Ιωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ, τίνος χάριν τοῦτο λέγει. "Οτι μεγάλη ἦν ή δόξα τότε τοῦ Ἰωάννου, καὶ τοσοῦτον μεγάλη, ὅτι καὶ Ἰώσηπος διὰ τὴν τού του τελευτήν λέγει τὴν πόλιν ἀφανισθῆναι. Τί ἐστι τό, κέκραγε; Την παρρησίαν αὐτοῦ διὰ τούτου δηλοί. Τό, Εμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτος μου ήν, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος. Τὸ ὀπίσω, ἀντὶ τοῦ, Ο μετ' ἐμὲ κηρύττων. Τὸ δὲ, ἔμπροσθέν μου, ἀντὶ, τοῦ, λαμπρότερος, ἐντιμότερος. Τὸ δὲ, πρῶτός μου ἦν, Ὅτι οὐκ ἐκ τινος προκοπής, φησί, πρῶτον με ὄντα ὀπίσω πεποίηκεν εἶναι, ἀλλ' ἀεὶ πρῶτος ἦν· εἰ καὶ ὕστερον παραγίνεται. Τί ἐστι τὸ, Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν; Ὅτι οὐ μεθεκτὴν ἔχει τὴν δι ρεάν, ἀλλὰ αὐτοπηγὴν καὶ αὐτορίζαν, ὥστε ἀντὶ τοῦ ὑπερτελείου βούλεται λέγειν τὸ ὄνομα τοῦ πληρώματος. Καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ἀντὶ τῆς παλαιᾶς, τὴν καινήν. Ὅτι τὸ, ἂν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, τὸ ὁμοούσιον δηλοί. Ὅτι τὸν Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, λέ γειν αὐτὸν πῶς νοήσομεν; Ἐπὶ τὸν προφήτην κατ έφυγεν, ἀξιόπιστον λόγον ποιῶν· καὶ γὰρ ὁ Ἡσαΐας τοῦτό φησιν. Ον ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 'Αντὶ τοῦ, Περὶ εὖ ὑμεῖς ἀληθῆ δόξαν οὐκ ἔχετε. Οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὸ ὑπόδημα λύσαι. Την ἐσχάτην διακονίαν ἐν τούτῳ δηλοῖ. Διά τί μνημονεύει ὅτι ταῦτα ἐν Βηθαβαρᾷ ἐγένετο; Ἵνα μή τις εἴπῃ, ὅτι ἐν γωνίᾳ, καὶ οὐκ ἐν πλήθει ἐπαρρησιάσατο. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τὰ ἀκριβὴ τῶν ἀντιγράφων, ἐν Βηθαβαρᾷ ἡ γὰρ Βηθανία οὐχὶ πέ ραν τοῦ Ἰορδάνου, ἀλλ' ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ἐστίν. "Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀμνὸν αὐτὸν καλεῖ, τῆς προφητείας ἀναμιμνήσκων αὐτοὺς τοῦ Ἡσαΐου, καὶ τῆς σκιάς του τύπου. "Εμπροσθέν μου γέγονεν. Αντί τοῦ, ἐντιμότερος· ἐντιμότερος δὲ διὰ τὸ βαπτίσαι ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, διὰ τὸ τὰς ἁμαρτίας λαβεῖν τοῦ κόσμου.
τὴν ὡς σάρκα. Λίγου δόξαν ἔφη θεάσασθαι· τουτέστι ἡ in carne vidisse dixit: id est, radionem, vel propo
τὸν λόγον, ήγουν τον σκοπόν καθ᾽ ἂν ὁ Θεὸς γέγονεν
άνθρωπος, πλήρη χάριτος εθεάσατο καὶ ἀληθείας.
Οὐ γὰρ καθὸ κατ᾽ οὐσίαν Θεὸς καὶ τῷ Θεῷ Πατρὶ
ὁμοούσιος ὁ Μονογενής κεχαρίτωται· ἀλλὰ καθό φύσει κατ' οικονομίαν γέγονεν ἄνθρωπο;, καὶ ἡμῖν
ὁμοούσιος δι' ἡμᾶς κεχαρίτωται τους χρήζοντας
χάριτος ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ, διὰ παντὸς κατὰ
πᾶσαν ἡμῶν προκοπὴν τὴν ἀναλογούσαν χάριν δεχό
μενος. Ὥστε ὁ τὸν λόγον τέλειον ἐν αὐτῷ φυλάξας,
ἀβέβηλον τοῦ δι' ἡμᾶς σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου την
πλήρη χάριτος καὶ ἀληθείας κομίσηται δόξαν τοῦ δι'
ἡμᾶς ἑαυτὸν καθ' ἡμᾶς δοξάσαντος, καὶ ἁγιάσαντος
κατὰ τὴν αὐτοῦ παρουσίαν. "Οτ' ἂν γάρ, φησίν,
ἐκεῖνος φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα. Δόξαν
ὡς Μονογενούς παρὰ Πατρός, πλήρης χάριτος
καὶ ἀληθείας. Τὸ δὲ, ὡς, ἐνταῦθα ούχι παραβολῆς,
ἀλλ' ὁμοιώσεως· ἀντὶ τοῦ, Οἵαν έπρεπεν ἔχειν μου
νογενῆ καὶ γνήσιον Υιόν όντα.
Ιωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ, τίνος χάριν τοῦτο
λέγει. "Οτι μεγάλη ἦν ή δόξα τότε τοῦ Ἰωάννου,
καὶ τοσοῦτον μεγάλη, ὅτι καὶ Ἰώσηπος διὰ τὴν τού
του τελευτήν λέγει τὴν πόλιν ἀφανισθῆναι. Τί ἐστι
τό, κέκραγε; Την παρρησίαν αὐτοῦ διὰ τούτου δηλοί.
Τό, Εμπροσθέν μου γέγονεν, ότι πρώτος μου ήν,
ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος. Τὸ ὀπίσω, ἀντὶ τοῦ, Ο
μετ' ἐμὲ κηρύττων. Τὸ δὲ, ἔμπροσθέν μου, ἀντὶ,
τοῦ, λαμπρότερος, ἐντιμότερος. Τὸ δὲ, πρῶτός μου
ἦν, Ὅτι οὐκ ἐκ τινος προκοπής, φησί, πρῶτον με
ὄντα ὀπίσω πεποίηκεν εἶναι, ἀλλ' ἀεὶ πρῶτος ἦν· εἰ
καὶ ὕστερον παραγίνεται.
Τί ἐστι τὸ, Ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς
πάντες ἐλάβομεν; Ὅτι οὐ μεθεκτὴν ἔχει τὴν δι
ρεάν, ἀλλὰ αὐτοπηγὴν καὶ αὐτορίζαν, ὥστε ἀντὶ τοῦ
ὑπερτελείου βούλεται λέγειν τὸ ὄνομα τοῦ πληρώματος. Καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· ἀντὶ τῆς παλαιᾶς,
τὴν καινήν.
Ὅτι τὸ, ἂν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, τὸ
ὁμοούσιον δηλοί.
Ὅτι τὸν Ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, λέγειν αὐτὸν πῶς νοήσομεν; Ἐπὶ τὸν προφήτην κατ
έφυγεν, ἀξιόπιστον λόγον ποιῶν· καὶ γὰρ ὁ Ἡσαΐας
τοῦτό φησιν.
Ον ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 'Αντὶ τοῦ, Περὶ εὖ ὑμεῖς
ἀληθῆ δόξαν οὐκ ἔχετε.
Οὗ οὐκ εἰμὶ ἄξιος τὸ ὑπόδημα λύσαι. Την
ἐσχάτην διακονίαν ἐν τούτῳ δηλοῖ.
Διά τί μνημονεύει ὅτι ταῦτα ἐν Βηθαβαρᾷ ἐγένετο;
Ἵνα μή τις εἴπῃ, ὅτι ἐν γωνίᾳ, καὶ οὐκ ἐν πλήθει
ἐπαρρησιάσατο. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι τὰ ἀκριβὴ τῶν
ἀντιγράφων, ἐν Βηθαβαρᾷ ἡ γὰρ Βηθανία οὐχὶ πέ
ραν τοῦ Ἰορδάνου, ἀλλ' ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων
ἐστίν.
"Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Ἀμνὸν αὐτὸν καλεῖ,
τῆς προφητείας ἀναμιμνήσκων αὐτοὺς τοῦ Ἡσαΐου,
καὶ τῆς σκιάς του τύπου.
"Εμπροσθέν μου γέγονεν. Αντί τοῦ, ἐντιμότε
ρος· ἐντιμότερος δὲ διὰ τὸ βαπτίσαι ἐν Πνεύματι
ἁγίῳ, διὰ τὸ τὰς ἁμαρτίας λαβεῖν τοῦ κόσμου.
situm propter quod Deus homo factus est, plenum
gratiæ et veritatis vidit. Non enim prout secundum
substantiam Deus et Deo Patri consubstantialis
Unigenitus gratia donatus est; sed prout natura per
incarnationem facius est homo, et nobis consulMandialis, propter nos gratia donatus est gratian
accipientes ex ejus plenitudine et omnino ad omnem
nostrum profectum proportionatam gratiam recipit:
ita ut rationem perfectam in se conservans, my>lerium Dei Verbi propter nos incarnati præ se feral
plenitudinis gratiæ et veritatis gloriam, ejus qui
propter nos et secundum nos se ipsum glorificavit,
et sanctificavit per suam præsentiam; Cum enim
dicitur, ipse manifestabitur, similes ei erimus. Gloriam quasi Unigeniti a Patre, plenum gratiæ et
veritatis: quasi, ibi non comparationem sed similitudinem iudicat; id est, gloriam qualem convenit
habere unigenitum et proprium Filium.
Vers. 15. Joannes testimonium perhibet de ipso;
cujus causa hoc dicitur? Quia magna erat tunc
gloria Joannis, et quanto majorem, quod Josephus
dicit per ejus mortem civitatem obscuratam fuisse.
Quid est istud, Clumavit? Hoc ostenditur ejus in
dicendo libertas. Qui ante me factus est, quia prior
me erat, post me venturus est. Post, id est, Post
me prædicans; Ante me, id est, nobilior, dignior;
Prior me erat, quia non ex profectu aliquo, prior
me cum sit, post me esse incepit, sed semper prior
erat, etiamsi postea venerit.
VERS. 16. Quid est: De plenitudine ejus nos omnes
accepimus? Quia non communicatam liberalitatem
habet, sed propriam radicem et fontem in se possidentem, ita ut pro superabundantia sumi debeat
vos plenitudo, Et gratiam pro gratia; id est, pro
veteri, novam.
Vers. 18. Qui est in sinu Putris, consubstantialem indicat.
VERS. 23. Ego vox clamantis in deserto, quomodo
intelligi debet quod dicit? ad prophetam aufugit,
snum fide dignum sermonem ut faceret: nam id
Isaias dicit.
Vers. 26. Quem vos nescitis; id est, De quo vos
veram opinionem non habetis.
VERS. 27. Cujus non sum dignus calceamentum
solvere; imam ministerium hoc significat.
VERS. 28. Cur narrat hæc in Bethabara facta
fuisse? Ne quis dicat illum in angulo et non coram
multitudine libere locutum esse. Oportet aulem
scire recte dicere quædaın exemplaria, in Bethabara,
nam Bethania non est trans Jordanem, sed juxta
Jerusalem est.
VERS. 29. Ecce Agnus Dei; agnum eum vocal,
prophetiæ illis memoriam revocans Istiz, et urnbrarum figuraz.
VERS. 30. Ante me factus est, id est, Nobilior;
nobilior autem, quia baptizabit in Spiritu sancto, nd
tollendum peccatum mundi,
Распознавание текста
col. 1221–1222page 99 of 200
PG 106:1221Τι Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτὸν, λέγει, διὰ τὸ εἶναι αὐτο, συγγενῆ κατὰ σάρκα. Καὶ γὰρ ὁ ἄγγελος πρὸς τὴν Μαρίαν· Ἰδοὺ Ελισάβετ ή συγγενής σου. Τη οὖν μὴ δόξῃ χαρίζεσθαι διὰ τὴν συγγένειαν τότε φησὶ καὶ, "Οτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ αὐτόν· καὶ, Ἐφ' ἂν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα και βαῖνον. Ταῦτα πάντα, ἀληθεύων μὲν λέγει, τὴν ὑπόνοιαν ἀναιρεί. Ὅτι ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει Ἴδε· ἵνα διττῶς καὶ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ διὰ τῆς φωνῆς τοὺς μὴ προσεσχηκότας ελκύσηται. Διὰ τί ἐρωτᾷ, Τί θέλετε; ὁ πάντα γινώσκων; Ἵπ ἐφελκύσηται αὐτοὺς διὰ τῆς ἐρωτήσεως. ὓς ἀλλαχοῦ λέγει, ὅτι οὐκ ἔχει ποῦ τὴν περι τὴν κλίνει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὧδε λέγει Ερχεσθε καὶ ἴδετε; Οὐ τὸ μὴ μένειν ἐν οἰκίᾳ δ γεν ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ μὴ εὐπορεῖν οἰκίαν καὶ σκέτη ἰδίαν. Διὰ τί ὅτε ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ Ἰωάν νου, ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπεσημήνατο λέγων· θραπτώς δεκάτῃ; Ἵνα τὴν σπουδὴν αὐτῶν ἐκ τῆς ὥρας ἐπι δείξηται. Διὰ τί τὸ τοῦ ἑτέρου οὐκ ἐγνώρισεν όνομα, αλλά τὸ τοῦ ᾿Ανδρέου μόνον; Διὰ τὸ αὐτὸν εἶναι τὸν μέ γοντα. Διὰ τί λέγει· Σὺ κληθήση κηρᾶς, καὶ ὅτι ούχ, Εγώ σε καλέσω; Ὅτι τέως ἀρχὴ ἦν, καὶ οὐκ ἐδεν λετο τὴν αὐθεντίαν δείξαι. Τί σημαίνει τὸν Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον ρωτήσε ὄντα ὑπὸ τὴν συκήν εἶδόν σε; Τὸ κατ' αὐτὴν τὴν . ὥραν ὅτε ἐν τῇ συχῇ οὐδενὸς παρόντος, μόνος ὁ δὲ λιππος τῷ Ναθαναήλ κατ' ιδίαν περὶ Χριστοῦ κ ελέγετο. Πῶς εἶπεν αὐτῷ 'Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ; Υἱὸν Θεοῦ οὐχ &; ὁ Πέτρος ὕστερον φύσει, ἀλλ' ὡς ἐν ἀρετῇ ὄντα πλ ὕστερον προσδοκώμενον. Διὰ τί εἶπεν ὁ Χριστός· Ἀπάρτι ὄψεσθε τὸν οὐν ρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τὰ ἑξῆς; ᾿Απὸ τῆς γῆς αὐτὸν κατασμικρῶν, ὅτι Θεός ἐστι. Τὸ δὲ, ἀναβαίνοντες, δηλοῖ, ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναλήψεως καὶ το τάφου καὶ τοῦ ἱδρῶτος. ΚΕΦΑΛ. Β'. Τὸ δὲ, Τί ἐμοὶ καὶ σοὶ, γύναι; οὕτω έχει ή ώρα μου, τούτου ένεκα έλεγεν, ὥστε μὴ ὑποπτευθῆναι γινόμενον θαῦμα. Καὶ γὰρ οὐ παρὰ τῆς μητρός παρακληθῆναι ἐχρῆν, ἀλλ' ὑπὸ τῶν κλη' ἐντων. Τί ἐστι τὸ, Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου; Οὐκ ἀνάγκῃ ὡρῶν υποκείμενος, οὐδὲ ὥρας παρατηρούμενος ὁ χρόνο Δημιουργός' ἀλλ' ὅτι πάντα μετὰ καιρού προσηκό τως ἐργάζεται· ἐπεὶ οἱ μαθηταὶ οὐδέπω εδεσαν οὐδέ τις τῶν φίλων παρεκάλει εἰς τοῦτο, οὐδὲ δήμος ἦν πρὸς θαύματα· διὰ τοῦτο λέγει· Οὔπω ἥκει ή ώρα μου. Ὅτι τοῖς διακόνοις εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ· υ τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε. Εδει γὰρ ὅτι οὐκ ἔστι νείας ἦν ἡ παραίτησις, ἀλλὰ τοῦ μὴ δόξας επιβε πτειν αὐτὸν τοῖς θαύμασιν. Οὐχ ἁπλῶς δὲ εἶπεν, Κατὰ τὸν καθαρισμόν των
Vans. 33. Et ego nesciebam eum, dicit; quia secundum carnem ejus cognatus eram. Etenim angelus Marie dixit: Ecce Elizabeth cognata iua. Τι
ergo non videatur gratia donatus esse ob cognaLionem, dicit: Vidi Spiritum descendentem in illum.
Et, Super quem videris Spiritum descendentem. Hæc
omnia, veritati consona quidem dicit, et per ea
conjecturas adimit.
VERS. 36. Respiciens Jesum ambulantem, dixit,
Ecce; ut duplici mado, per oculos et per vocem, non
obsecutos attraheret.
VERS. 38. Cur interrogat, Quid quaritis, omnia
sciens? Ut adducat eos ad se per interrogationem.
Vees. 59. Qui alius dicit: Non habet ubi capκί
reclinet Filius hominis, quomodo hic dicit: Venite
et videte? Non illic in domo non manere dixit, sed
non possidere domum nec habitatiouem propriam.
Cur, cum ad illum venissent Joannis discipuli,
evangelista notavit dicendo: Hora erat quasi decima?
Ut illorum ardorem per horam ostenderet.
Vans. 41. Cur alterius non indicavit nomen, sed
tantum Andreæ nomen? Quia ipse qui scribit erat.
VERS. 42. Cur dicit: Tu vocaberis Cephas, et
non, Ego te vocabo? Quia tunc initium erat, et nolebat auctoritatem suam revelare.
Vans. 48. Quid significat illud: Priusquam e
Philippus vocaret, cum esses sub ficu, vidi te? Ea
cadem hora cum sub fcu nemo adessel, Philippus
solus Nathanael seorsum de Christo loquebatur.
VERS. 49. Quomodo dicit, Rabbi? Tu es Filius Dei,
tu es Rex Israel? Filium Dei non, ut Petrus postea,
natura dicit, sed ut in virtute est et postea habetur.
VERS. 51. Cur dicit Christus: Amen dico vobis,
videbitis calum apertum, elc? terra se paululum
elevans, quia Deus est; Ascendentes indicat, in
cruce, in ascensione, in sepultura et in baptisumate.
CAPUT II.
Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτὸν, λέγει, διὰ τὸ εἶναι αὐτο,
συγγενῆ κατὰ σάρκα. Καὶ γὰρ ὁ ἄγγελος πρὸς τὴν
Μαρίαν· Ἰδοὺ Ελισάβετ ή συγγενής σου. Τη
οὖν μὴ δόξῃ χαρίζεσθαι διὰ τὴν συγγένειαν τότε
φησὶ καὶ, "Οτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ἐπ
αὐτόν· καὶ, Ἐφ' ἂν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα και
βαῖνον. Ταῦτα πάντα, ἀληθεύων μὲν λέγει, τὴν
ὑπόνοιαν ἀναιρεί.
Ὅτι ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει·
Ἴδε· ἵνα διττῶς καὶ διὰ τῶν ὀφθαλμῶν, καὶ διὰ τῆς
φωνῆς τοὺς μὴ προσεσχηκότας ελκύσηται.
Διὰ τί ἐρωτᾷ, Τί θέλετε; ὁ πάντα γινώσκων; Ἵπ
ἐφελκύσηται αὐτοὺς διὰ τῆς ἐρωτήσεως.
ὓς ἀλλαχοῦ λέγει, ὅτι οὐκ ἔχει ποῦ τὴν περι
τὴν κλίνει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, πῶς ὧδε λέγει·
Ερχεσθε καὶ ἴδετε; Οὐ τὸ μὴ μένειν ἐν οἰκίᾳ δ:
γεν ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ μὴ εὐπορεῖν οἰκίαν καὶ σκέτη
ἰδίαν. Διὰ τί ὅτε ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ Ἰωάν
νου, ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπεσημήνατο λέγων· θραπτώς
δεκάτῃ; Ἵνα τὴν σπουδὴν αὐτῶν ἐκ τῆς ὥρας ἐπι
δείξηται.
Διὰ τί τὸ τοῦ ἑτέρου οὐκ ἐγνώρισεν όνομα, αλλά
τὸ τοῦ ᾿Ανδρέου μόνον; Διὰ τὸ αὐτὸν εἶναι τὸν μέ
γοντα.
Διὰ τί λέγει· Σὺ κληθήση κηρᾶς, καὶ ὅτι ούχ,
Εγώ σε καλέσω; Ὅτι τέως ἀρχὴ ἦν, καὶ οὐκ ἐδεν
λετο τὴν αὐθεντίαν δείξαι.
Τί σημαίνει τὸν Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον ρωτήσε
ὄντα ὑπὸ τὴν συκήν εἶδόν σε; Τὸ κατ' αὐτὴν τὴν
. ὥραν ὅτε ἐν τῇ συχῇ οὐδενὸς παρόντος, μόνος ὁ δὲ
λιππος τῷ Ναθαναήλ κατ' ιδίαν περὶ Χριστοῦ κ
ελέγετο.
Vers. 4. Quid mihi et tibi est, mulier? nondum
venit hora mea. Propterea ita loquitur, ut non suspicio habeatur de facto miraculo: etenim non
oportebat a matre expeti, sed ab invitatis. Quid est:
Nondum venit hora mea? Non horarum necessitati
subjectus, neque horarum observator est temporum Creator; sed quod omnia in tempore convenienter operatur: cum discipuli nondum viderant,
neque aliquis amicorum ad id hortatus fuerat, nou
erat ob miracula notus; ideo dicit, Nondum venit
hora mea.
VERS. 5. Dicit mater ejus ministris: Quodcunque
dixerit vobis, facite. Sciebat enim repulsam non ex
debilitate esse, sed quod ipse non volebat in miracula irruens videri.
Vess. 6. Non simpliciter dicit: Secundum puri-
Πῶς εἶπεν αὐτῷ 'Ραββί, σὺ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ,
σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ; Υἱὸν Θεοῦ οὐχ &;
ὁ Πέτρος ὕστερον φύσει, ἀλλ' ὡς ἐν ἀρετῇ ὄντα πλ
ὕστερον προσδοκώμενον.
Διὰ τί εἶπεν ὁ Χριστός· Ἀπάρτι ὄψεσθε τὸν οὐν
ρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τὰ ἑξῆς; ᾿Απὸ τῆς γῆς αὐτὸν
κατασμικρῶν, ὅτι Θεός ἐστι. Τὸ δὲ, ἀναβαίνοντες,
δηλοῖ, ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καὶ τῆς ἀναλήψεως καὶ το
τάφου καὶ τοῦ ἱδρῶτος.
Τὸ δὲ, Τί ἐμοὶ καὶ σοὶ, γύναι; οὕτω έχει ή ώρα
μου, τούτου ένεκα έλεγεν, ὥστε μὴ ὑποπτευθῆναι
γινόμενον θαῦμα. Καὶ γὰρ οὐ παρὰ τῆς μητρός
παρακληθῆναι ἐχρῆν, ἀλλ' ὑπὸ τῶν κλη' ἐντων. Τί
ἐστι τὸ, Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου; Οὐκ ἀνάγκῃ ὡρῶν
υποκείμενος, οὐδὲ ὥρας παρατηρούμενος ὁ χρόνο
Δημιουργός' ἀλλ' ὅτι πάντα μετὰ καιρού προσηκό
τως ἐργάζεται· ἐπεὶ οἱ μαθηταὶ οὐδέπω εδεσαν
οὐδέ τις τῶν φίλων παρεκάλει εἰς τοῦτο, οὐδὲ δήμος
ἦν πρὸς θαύματα· διὰ τοῦτο λέγει· Οὔπω ἥκει ή
ώρα μου.
Ὅτι τοῖς διακόνοις εἶπεν ἡ μήτηρ αὐτοῦ· υ τι
ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε. Εδει γὰρ ὅτι οὐκ ἔστι
νείας ἦν ἡ παραίτησις, ἀλλὰ τοῦ μὴ δόξας επιβε
πτειν αὐτὸν τοῖς θαύμασιν.
Οὐχ ἁπλῶς δὲ εἶπεν, Κατὰ τὸν καθαρισμόν των
Распознавание текста
col. 1223–1224page 100 of 200
PG 106:1223Ἰουδαίων· ἀλλ᾽ ἵνα μή τινες τῶν ἀπίστων ὑποπτεύσωσιν ὅτι τρυγίας τις εναπομείνας, εἶτα τοῦ ὕδατος ἐπιβληθέντος καὶ κραθέντος, οἶνος λεπτότατος γέγονε, δείκνυσιν ὅτι οὐδέποτε ἐκεῖνα γέγονεν οίνου δοχεῖα· ἐπειδὴ γὰρ ἄνυδρός ἐστιν ἡ Παλαιστίνη, καὶ οὐκ ἦν πολλαχοῦ κρήνας εὑρίσκειν, ἐπλήρουν ἀεὶ τὰς ὑδρίας ὕδατος, ὥστε μὴ τρέχειν εἰς ποτα μούς, εἰ γένοιντο ἀκάθαρτοι. Ἐξ οὐκ ὄντων δὲ οὐ ποιεῖ οἶνον, περικόπτων ἑκὼν τὸ μέγεθος τῶν θαυ μάτων. Ὅτι πρῶτον τῷ ἀρχιτρικλίνῳ δοθῆναι κελεύει, ὡς νήφοντι. Καὶ γὰρ οἱ τὴν τοιαύτην διακονίαν πεπι στευμένοι μάλιστά εἰσι νήφοντες, ὥστε ἐν κόσμῳ καὶ τάξει πάντα διατίθεσθαι. Εἰ γὰρ τοῖς ἄλλοις ἐδέθη, εἶπον ἂν ὅτι μεθύουσι, καὶ ἀλόγοις καὶ μὴ διακρίνουσιν ἔδωκε πιεῖν. Διὰ τί τὸν νυμφίον ἐφώνησεν ὁ ἀρχιτρίκλινος, καὶ οὐ τοὺς διακόνους; Οὕτω γὰρ ἂν καὶ τὸ θαῦμα ἐξω εκαλύφθη κατ' οίκονομίαν γέγονε τοῦτο, ἵνα μὴ πάν τες γνῶσιν. Ὅτι ὁ βασιλικὸς διὰ τοῦτο αὐτὸν πρὸς τὴν τοῦ παιδὸς ὑγείαν προσεκαλέσατο, διὰ τὸ μαθεῖν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον· ὅπερ καὶ παρα δηλῶν ὁ εὐαγγελιστὴς ἔλεγεν, ὅπου ἐποίησε τὸ ὕδωρ οἶνον· οὐχ ἁπλῶς δὲ οἶνον ἐποίησεν, ἀλλὰ οἶνον κάλλιστον. Διὰ τί κατέβη εἰς Καπερναούμ; Η διὰ τὴν εἰς Μητέρα τιμὴν, ἵν᾿ ἀποκαταστήση την Μητέρα καὶ τοὺς ἀδελφούς. Καὶ διὰ τί εἰς Καπερναούμ οὐκ ἐποίησε σημεία; Ότι οὐχ ὑγιῶς προσέκειντο αὐτῷ καὶ τοῦτο ἐδήλωσεν εἰπών· Καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τῶν οὐρανῶν ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου κατα βήσῃ. Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὅτι Ην ἐγγὺς τὸ Πάσχα τῶν Ιουδαίων, δείκνυσιν ἡμῖν ὅτι οὐ πρὸ πολλῶν πάνυ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἐβαπτίσατο. Ὅτι τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγων· Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου, οἶκον ἐμπορίου· ἕτερος δὲ εὐαγγελιστὴς λέγει, σπήλαιον λῃστῶν. Ὅθεν οὐ κατὰ τὸν αὐτὸν καιρὸν ἀμφότερα γέγονεν· ἐκεῖ μὲν γὰρ πρὸς αὐτὸ τὸ πάθος ἐλθὼν, ἐνταῦθα δὲ ἐν προοιμίοις τῶν σημείων ὑφειμένως τῇ ἐπιτιμήσει. Ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ λόγος καὶ ὁ χρόνος διάφορος, διχῶς τὸ πραχθέν. Οτι τὸ λέγειν αὐτοὺς, Τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν ὅτι ταῦτα ποιεῖς; ἐσχάτης ἀπονοίας ἐστί· ποίου γὰρ σημείου χρεία ἦν ὥστε τὰ κακῶς γινόμενα παι σαι, ήγουν τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφεσθαι; Οτι τό, Λύσατε καὶ ἐγερῶ, δύο εἰσάγει ναή ματα, καὶ ὅτι ἀναστήσεται, καὶ ὅτι Θεὸς ὁ ἀναστήσων· ἑαυτὸν γὰρ εἶπεν· Ἐγερῶ. Πῶς νοητέον τὸν Ἐν τεσσαράκοντα καὶ ἐξ ἔτε σιν ᾠκοδομήθη ὁ ναός; Τὴν ὑστέραν οἰκοδομήν ἐδήλωσεν· ἐπὶ γὰρ Κύρου ήρχθη τὸ ἔργον, εἶτα ἀνεκόπη· μετὰ δὲ ταῦτα πάλιν ἤρχθη ἐπὶ Δαρείου ἐπὶ γὰρ Σολομῶντος εἰς εἴκοσι ἔτη ἐκτίσθη. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Ὅτι ὁ Νικόδημος νυκτὸς ἤρχετο· ἐφοβεῖτο γάρ.
His suspicentur aliquem fæces reliquisse, deinde
aqua injecta et inimista, vinum tenuissinum factum esse, ostendit quod ill:e urnæ nunquam vini
receptoria fuissent; cum eim Palæstina sine
aqua sit, et difficile sit in multis locis fontes invenire, implebant semper hydrias aqua, ne ad rivos
currerent, si impuri fierent. Sed e nihilo non vinum facit, sponte minuens miraculi magnitudinem.
Ἰουδαίων· ἀλλ᾽ ἵνα μή τινες τῶν ἀπίστων ὑπο- fcationem Judcorum, sed ne quidam ex incredu
πτεύσωσιν ὅτι τρυγίας τις εναπομείνας, εἶτα τοῦ
ὕδατος ἐπιβληθέντος καὶ κραθέντος, οἶνος λεπτότατος
γέγονε, δείκνυσιν ὅτι οὐδέποτε ἐκεῖνα γέγονεν οίνου
δοχεῖα· ἐπειδὴ γὰρ ἄνυδρός ἐστιν ἡ Παλαιστίνη,
καὶ οὐκ ἦν πολλαχοῦ κρήνας εὑρίσκειν, ἐπλήρουν
ἀεὶ τὰς ὑδρίας ὕδατος, ὥστε μὴ τρέχειν εἰς ποταμούς, εἰ γένοιντο ἀκάθαρτοι. Ἐξ οὐκ ὄντων δὲ οὐ
ποιεῖ οἶνον, περικόπτων ἑκὼν τὸ μέγεθος τῶν θαυ
μάτων.
Ὅτι πρῶτον τῷ ἀρχιτρικλίνῳ δοθῆναι κελεύει, ὡς
νήφοντι. Καὶ γὰρ οἱ τὴν τοιαύτην διακονίαν πεπιστευμένοι μάλιστά εἰσι νήφοντες, ὥστε ἐν κόσμῳ
καὶ τάξει πάντα διατίθεσθαι. Εἰ γὰρ τοῖς ἄλλοις
ἐδέθη, εἶπον ἂν ὅτι μεθύουσι, καὶ ἀλόγοις καὶ μὴ
διακρίνουσιν ἔδωκε πιεῖν.
Διὰ τί τὸν νυμφίον ἐφώνησεν ὁ ἀρχιτρίκλινος, καὶ
οὐ τοὺς διακόνους; Οὕτω γὰρ ἂν καὶ τὸ θαῦμα ἐξω
εκαλύφθη κατ' οίκονομίαν γέγονε τοῦτο, ἵνα μὴ πάν
τες γνῶσιν. Ὅτι ὁ βασιλικὸς διὰ τοῦτο αὐτὸν πρὸς τὴν
τοῦ παιδὸς ὑγείαν προσεκαλέσατο, διὰ τὸ μαθεῖν
τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον· ὅπερ καὶ παραδηλῶν ὁ εὐαγγελιστὴς ἔλεγεν, ὅπου ἐποίησε τὸ
ὕδωρ οἶνον· οὐχ ἁπλῶς δὲ οἶνον ἐποίησεν, ἀλλὰ οἶνον
κάλλιστον.
VERS. 8. Primo architriclino ferri jubet, tanquam
jejuno. Nam qui tale ministerium implent multum
sunt temperantes, ut omnia cum ordine et ornatu
disponant. Si enim aliis datum fuisset, diceretur
illis jam ebriis, et sine ratione, et non discernentibus potum fuisse datum.
Διὰ τί κατέβη εἰς Καπερναούμ; Η διὰ τὴν εἰς
Μητέρα τιμὴν, ἵν᾿ ἀποκαταστήση την Μητέρα καὶ
τοὺς ἀδελφούς. Καὶ διὰ τί εἰς Καπερναούμ οὐκ
ἐποίησε σημεία; Ότι οὐχ ὑγιῶς προσέκειντο αὐτῷ·
καὶ τοῦτο ἐδήλωσεν εἰπών· Καὶ σύ, Καπερναούμ,
ἡ ἕως τῶν οὐρανῶν ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου καταβήσῃ.
Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὅτι Ην ἐγγὺς τὸ Πάσχα τῶν
Ιουδαίων, δείκνυσιν ἡμῖν ὅτι οὐ πρὸ πολλῶν πάνυ
ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἐβαπτίσατο.
Ὅτι τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐξέβαλεν
ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγων· Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ
Πατρός μου, οἶκον ἐμπορίου· ἕτερος δὲ εὐαγγελιστης λέγει, σπήλαιον λῃστῶν. Ὅθεν οὐ κατὰ τὸν
αὐτὸν καιρὸν ἀμφότερα γέγονεν· ἐκεῖ μὲν γὰρ πρὸς
αὐτὸ τὸ πάθος ἐλθὼν, ἐνταῦθα δὲ ἐν προοιμίοις τῶν
σημείων ὑφειμένως τῇ ἐπιτιμήσει. Ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ
λόγος καὶ ὁ χρόνος διάφορος, διχῶς τὸ πραχθέν.
Οτι τὸ λέγειν αὐτοὺς, Τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν
ὅτι ταῦτα ποιεῖς; ἐσχάτης ἀπονοίας ἐστί· ποίου
γὰρ σημείου χρεία ἦν ὥστε τὰ κακῶς γινόμενα παι
σαι, ήγουν τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφεσθαι;
Οτι τό, Λύσατε καὶ ἐγερῶ, δύο εἰσάγει ναή
ματα, καὶ ὅτι ἀναστήσεται, καὶ ὅτι Θεὸς ὁ ἀναστήσων· ἑαυτὸν γὰρ εἶπεν· Ἐγερῶ.
Πῶς νοητέον τὸν Ἐν τεσσαράκοντα καὶ ἐξ ἔτε
σιν ᾠκοδομήθη ὁ ναός; Τὴν ὑστέραν οἰκοδομήν
ἐδήλωσεν· ἐπὶ γὰρ Κύρου ήρχθη τὸ ἔργον, εἶτα
ἀνεκόπη· μετὰ δὲ ταῦτα πάλιν ἤρχθη ἐπὶ Δαρείου -
ἐπὶ γὰρ Σολομῶντος εἰς εἴκοσι ἔτη ἐκτίσθη.
Ὅτι ὁ Νικόδημος νυκτὸς ἤρχετο· ἐφοβεῖτο γάρ.
PATROL. GR. CVI.
VERS. 9. Cur sponsum vocavit architriclinus, et
non ministros? Ita enim miraculum revelatum fuisset; ex instituto istud factum est ne omnes cognoscerent. Regulus ideo illum ad sanitatem filio
dandam vocavit, quod didicerat illum hoc signum
fecisse; quod designans evangelista dicit, ubi fecit
aquam vinum; non vinum simpliciter fecit, sed vinum optimum.
VERS. 12. Cur descendit in Capharnaum? Certe
ob matris reverentiam, ut se matri et fratribus restitueret. Et cur in Capharnaum signa non fecit? Quia
immoderate illum urgebant: id quoque ostendit dicens: Et tu, Capharnaum, quæ usque ad cœlum
ascendisti, ad infernum descendisti.
VERS. 13. Dicendo quoniam, Prope erat Pascha Ju.
dæorum, ostendit nobis quod paucis ante Pascha
diebus fuit baptizatus.
'
VERS. 14. Vendentes et ementes ejecit e templo
dicens: Nolite facere domum Patris mei domum negotiationis; alius evangelista dicit, speluncam latronum. Unde arguitur non codem tempore utrumque
factum esse; nam illic ad passionem appropinquans,
ibi autem in initio signorum modesta voce increpando. Cum igitur tempus et sermo diversa sint,
bis illud factum est.
VERS. 18. Cum illi dicunt: Quod signum nobis
ostendis quia hæc facis? summam dementiam ostendunt. Cujus enim signi opus erat nt male acta desinerent, id est ut peccatores converterentur?
VERS. 19. Solvile et excilabo; duas sententias
includit, et quod resurget, et quod Deus est qui
resurget; dicit enim dese: Excitabo.
VERS. 20. Quomodo intelligendum: Quadraginta
et sex annis ædificatum est templum? Ultimam æði·
ficationem memorat; nam sub Cyro inceptum est.
opus, deinde interruptum; postea vero rursus inceptum est sub Dario; sub Salomone enim¸ vigintf
annis exstructum fuit.
CAPUT 11.
VERS. 1. Nicodemus nocte venit, timebat enim,
Распознавание текста
col. 1225–1226page 101 of 200
PG 106:1225Οὗτός ἐστιν ὁ λαλῶν ἐν μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου υπ Ει Χριστοῦ· Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τινὰ, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ πρότερον τί λαλεῖ; Οὗτος καὶ τολμήσης ᾐτήσατο τὸ σῶμα. Καὶ ἕτερον δὲ ὁ Νικόδημος λέγει πρὸς Χριστὸν, ὅτι οὐδεὶς δύναται τὰ σημεῖα ὁ ποιεῖς ποιῆσαι, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ. Τί ἐστιν, ᾿Εὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύν ναται περὶ ἐμοῦ καλῶς δοξάσαι; Τὸ δὲ, ἄνωθεν, ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. Διά τί τὰ δύο καὶ οὐχὶ μόνον τὸ Πνεῦμα αυτορα; ένομίσθη πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ βαπτίσματος Σύνθετος ὁ ἄνθρωπος, καὶ οὐχ ἁπλοῦς, ὡς ἀκριβῶς ἐπιστάμεθα· καὶ διὰ τοῦτο τῷ διπλῷ καὶ συνεζευγμένῳ τὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια φάρμακα πρὸς θεραπεία απεκληρώθη· σώματι μὲν τῷ φαινομένῳ, ὕδωρ αἰσθητόν· ψυχῇ δὲ τῇ ἀοράτῳ, Πνεῦμα τὸ ἀφανές πίστει καλούμενον, ἀῤῥήτως παραγενόμενον· ὕδω δὲ ὑπηρετεῖ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς καθάρσεως. Ἔπει γὰρ εἰώθαμεν καὶ ῥύπῳ βορβόρου τὸ σῶμα καθυμ σθὲν, ὕδατι ῥύπτοντες καθαρὴν ἀποφαίνειν· διὰ τοπο καὶ ἐπὶ τῆς μυστικῆς πράξεως αὐτὸ παραλαμβάν μεν· τῷ αἰσθητῷ πράγματι, τὴν ἀσώματον δηλον τις λαμπρότητα. Καὶ μετ' ὀλίγα· Πρὸς δὲ χρείαν, αἱ τρεῖς καταδύσεις παραλαμβάνονται· τοῦτο τυπ χάνει· Τέσσαρα στοιχεία γνωρίζομεν, ἀφ' ὧν ἡ κα σμος ἔχει τὴν σύστασιν, πῦρ, τηρ, γῆ, καὶ ύδως, Ο τοίνυν Θεὸς ἡμῶν καὶ Σωτὴρ τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οικονομίαν πληρῶν, τὸ τέταρτον τούτων ὑπῆλθε π γῆν, ἵν᾽ ἐκεῖθεν τὴν ζωὴν ἀνατείλῃ· ἡμεῖς δὲ τὰ Ο βάπτισμα παραλαμβάνοντες εἰς μίμησιν τοῦ Κυρίου καὶ διδασκάλου καὶ καθηγεμόνος ἡμῶν, εἰς τὴν τῶν οὐ θαπτόμεθα· αὐτὴ γὰρ τοῦ νεκρωθέντος παν λῶς σώματος γίνεται σκέπη, τὴν ἀσθένειαν καὶ φα ρὰν τῆς φύσεως ἡμῶν περιστέλλουσα· ἐπὶ δὲ τῆς τῆς τὸ συγγενές στοιχεῖον τὸ ὕδωρ ἐρχόμενοι, ἐκεῖν ἑαυτοὺς ἐγκρύπτομεν, ὡς ὁ Σωτὴρ τῇ γῇ· καὶ τρία τον τοῦτο ποιήσαντες, τὴν τριήμερον τῆς ἀναπα σεως χάριν ἐξεικονίζομεν. Τί ἐστι· τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος, πνεῦμά έστι; Γέννησιν ἐνταῦθα, τὴν κατὰ τιμὴν καὶ χάριν λέγει διὰ τοῦ βαπτίσματος αναγέννησ καὶ υἱοθεσίαν. Διὰ τί φέρει παράδειγμα λέγων· Τὸ Πνεῦμα ἐπιτ θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, εἰτ οἶδας δὲ πόθεν ἔρχεται καὶ ποὺ ὑπάγει; Επι τὸ νόημα τοιοῦτον· Εἰ γὰρ, φησὶ, τοῦ ἀνέμου, οὗ τῆ αἰσθήσει δέχῃ τὴν ἀκοὴν, τὴν ὁρμὴν δὲ ἑρμηνεύσει οὐκ οἶδας, πῶς τὴν ἀπὸ τοῦ θείου Πνεύματος ἐνέρω γειαν περιεργάζη νοήσαι; Εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε (τουτέστι, περὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς καὶ χάριν γεννήσεως· πῶς ἐὰν είπω ὑμῖν τὰ ἐλε ράνια (τουτέστι, περὶ τῆς ἀποῤῥήτου, καὶ ἀφράστη γεννήσεως); Αλλοι δὲ τὸ ἐπίγειον, περὶ τῆς τῶ ἀνέμου ἐνεργείας νοοῦσιν. Εἰ δὲ τὸ βάπτισμα, ἐπὶ γειον λέγει, ἢ διὰ τὸ ἐν τῇ γῇ τελεῖσθαι, ἢ πρὸς σύγκρισιν τῆς ἄνωθεν αὐτοῦ γεννήσεως. Διὰ τί εἶπε τὸ, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὰ οὐρανὸν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς;
1ste est qui loquitur in medio Evangelio de Christo: Οὗτός ἐστιν ὁ λαλῶν ἐν μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου υπ
Num lez nostra judicat aliquem, nisi prius audiverit
ab ipso quid dicat? Iste ausus est corpus expetere, et
altera vice Nicodemus dicit Christo: Nemo polest
facere signa quæ facis, nisi Deus fuerit cum illo.
VERS. 3. Quid est: Nisi quis renatus fuerit ex alto,
non polest de me bene cogitare? Ex alto, id est, e
cœlo.
VERS. 5. Cur duo, et non tantum Spiritus, sumcere putetur al Baptismi perfretionem? Compositus
est bomo et non simplex, ut reste scimus; et ob
eam rem duplici et composito cognata et similia
remedia in sanationem adhibita sunt; corpori quiden visibili, aqua sensibilis; animæ vero Invisibili, Spiritus incorporalis. Ad fidem vocatur, quæ
sine verbo datur; aqua autem prodest að ostendendam purificationem; quum enim soleamus
corpus sordido luto deformatum, aqua lavantes
mundum ostendere, ideo et in mystica actione idom
suscipimusre sensibili, spiritualem ostendinius
splendorem. Ει paulo post. In usu vero, tres im
mersiones adhibentur. Illud ideo contingit: Quatuor elementa cognoscimus, e quibus mundus coustat, ignem, aerem, terram et aquam. Deus ergo
noster et Salvator propter nos incarnationem perfiriens in unum ex bis quatuor terram descendit, ut
inde vitam produceret. Nos autem baptismum suBcipientes in imitationem Domini, magistri et ducis
nostri, non in terra quidem sepelimur; illa enim
mortui tantum corporis habitatio ût, infirmitatem
et corruptionem nostræ naturæ operiens. Sed in
cognatum terræ elementum aquam intrantes, illa
nosmet occultamus, ut Salvator terra; et ter id facientes, trium dierumn ejus resurrectionis gratiam
imitamur.
Vers. 6. Quid est: Quod natum est e Spiritu,
spiritus est? Ibi nativitatem secundum gloriam et
gratiam dicit per baptismi regenerationem et adoptionem.
VERS. 8. Cur exemplum affert dicens: Spiritus
ubi vult spirat, et vocem ejus audis, sed nescis unde
veniat et quo vadal? Talis est ista sententia: Si
enim, ait, venti cujus sensatione auditum percipis,
vim explicare nescis, quomodo divini Spiritus operationem conaberis intelligere?
VERS. 10. Si terrena dixi vobis et non creditis (il
est, de baptismo et de nativitate secundum gratiam): Quomodo si dixero vobis cœlestia (id est, de
inedabili generatione)? Alii autem terrenum intelligunt de venti operatione; si vero baptismum terrehum dicit, vel quia in terra perficitur, vel per comparationem cœlesti ipsius generationi.
VERS. 13. Cur dixit: Nemo ascendit in calum,
nisi qui descendit de cælo? Ut Nicodemum einendaret
Χριστοῦ· Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τινὰ, ἐὰν μὴ
ἀκούσῃ πρότερον τί λαλεῖ; Οὗτος καὶ τολμήσης
ᾐτήσατο τὸ σῶμα. Καὶ ἕτερον δὲ ὁ Νικόδημος λέγει
πρὸς Χριστὸν, ὅτι οὐδεὶς δύναται τὰ σημεῖα ὁ
ποιεῖς ποιῆσαι, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ.
Τί ἐστιν, ᾿Εὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύν
ναται περὶ ἐμοῦ καλῶς δοξάσαι; Τὸ δὲ, ἄνωθεν,
ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.
Διά τί τὰ δύο καὶ οὐχὶ μόνον τὸ Πνεῦμα αυτορα;
ένομίσθη πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ βαπτίσματος
Σύνθετος ὁ ἄνθρωπος, καὶ οὐχ ἁπλοῦς, ὡς ἀκριβῶς
ἐπιστάμεθα· καὶ διὰ τοῦτο τῷ διπλῷ καὶ συνεζευ
γμένῳ τὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια φάρμακα πρὸς θεραπεία
απεκληρώθη· σώματι μὲν τῷ φαινομένῳ, ὕδωρ
αἰσθητόν· ψυχῇ δὲ τῇ ἀοράτῳ, Πνεῦμα τὸ ἀφανές
πίστει καλούμενον, ἀῤῥήτως παραγενόμενον· ὕδω
δὲ ὑπηρετεῖ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς καθάρσεως. Ἔπει
γὰρ εἰώθαμεν καὶ ῥύπῳ βορβόρου τὸ σῶμα καθυμ
σθὲν, ὕδατι ῥύπτοντες καθαρὴν ἀποφαίνειν· διὰ τοπο
καὶ ἐπὶ τῆς μυστικῆς πράξεως αὐτὸ παραλαμβάν
μεν· τῷ αἰσθητῷ πράγματι, τὴν ἀσώματον δηλον
τις λαμπρότητα. Καὶ μετ' ὀλίγα· Πρὸς δὲ χρείαν,
αἱ τρεῖς καταδύσεις παραλαμβάνονται· τοῦτο τυπ
χάνει· Τέσσαρα στοιχεία γνωρίζομεν, ἀφ' ὧν ἡ κα
σμος ἔχει τὴν σύστασιν, πῦρ, τηρ, γῆ, καὶ ύδως,
Ο τοίνυν Θεὸς ἡμῶν καὶ Σωτὴρ τὴν ὑπὲρ ἡμῶν
οικονομίαν πληρῶν, τὸ τέταρτον τούτων ὑπῆλθε π
γῆν, ἵν᾽ ἐκεῖθεν τὴν ζωὴν ἀνατείλῃ· ἡμεῖς δὲ τὰ
Ο βάπτισμα παραλαμβάνοντες εἰς μίμησιν τοῦ Κυρίου
καὶ διδασκάλου καὶ καθηγεμόνος ἡμῶν, εἰς τὴν τῶν
οὐ θαπτόμεθα· αὐτὴ γὰρ τοῦ νεκρωθέντος παν
λῶς σώματος γίνεται σκέπη, τὴν ἀσθένειαν καὶ φα
ρὰν τῆς φύσεως ἡμῶν περιστέλλουσα· ἐπὶ δὲ τῆς
τῆς τὸ συγγενές στοιχεῖον τὸ ὕδωρ ἐρχόμενοι, ἐκεῖν
ἑαυτοὺς ἐγκρύπτομεν, ὡς ὁ Σωτὴρ τῇ γῇ· καὶ τρία
τον τοῦτο ποιήσαντες, τὴν τριήμερον τῆς ἀναπα
σεως χάριν ἐξεικονίζομεν.
Τί ἐστι· τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος,
πνεῦμά έστι; Γέννησιν ἐνταῦθα, τὴν κατὰ τιμὴν
καὶ χάριν λέγει διὰ τοῦ βαπτίσματος αναγέννησ
καὶ υἱοθεσίαν.
Διὰ τί φέρει παράδειγμα λέγων· Τὸ Πνεῦμα ἐπιτ
θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, εἰτ
οἶδας δὲ πόθεν ἔρχεται καὶ ποὺ ὑπάγει; Επι
τὸ νόημα τοιοῦτον· Εἰ γὰρ, φησὶ, τοῦ ἀνέμου, οὗ τῆ
αἰσθήσει δέχῃ τὴν ἀκοὴν, τὴν ὁρμὴν δὲ ἑρμηνεύσει
οὐκ οἶδας, πῶς τὴν ἀπὸ τοῦ θείου Πνεύματος ἐνέρω
γειαν περιεργάζη νοήσαι;
Εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε
(τουτέστι, περὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς καὶ
χάριν γεννήσεως· πῶς ἐὰν είπω ὑμῖν τὰ ἐλε
ράνια (τουτέστι, περὶ τῆς ἀποῤῥήτου, καὶ ἀφράστη
γεννήσεως); Αλλοι δὲ τὸ ἐπίγειον, περὶ τῆς τῶ
ἀνέμου ἐνεργείας νοοῦσιν. Εἰ δὲ τὸ βάπτισμα, ἐπὶ
γειον λέγει, ἢ διὰ τὸ ἐν τῇ γῇ τελεῖσθαι, ἢ πρὸς
σύγκρισιν τῆς ἄνωθεν αὐτοῦ γεννήσεως.
Διὰ τί εἶπε τὸ, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὰ
οὐρανὸν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς;
Распознавание текста
col. 1227–1228page 102 of 200
PG 106:1227τὸν Νικόδημον διορθώσηται, ἐπεὶ ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος. Έκκόπτει οὖν αὐτοῦ τὸ φρόνημα εἰς τὸ μὴ ἔχειν αὐτὸν διδή. σκαλον. Διὰ τί εἶπε· Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ; Πρῶτον μὲν, ἵνα μάθωμεν ὅτι συγγενῆ τὰ παλαιὰ τοῖς νέοις, καὶ ἵνα γνῶμεν ὅτι οὐ κακόν· ἔπειτα ὅτι εἰ πρὸς εἰκόνα χαλκὴν ὄρεω; βλέποντες οἱ Ἰουδαῖοι διέφυγον θάνατον, πολλῷ μᾶλλον εἰς τὸν ἑσταυρωμένον πιστεύοντες. Διὰ τοῦτο ἐπήγαγεν· "Ινα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν, μὴ ἀπόληται. Τὸ, Οὐκ ἀπέστειλε τον Υιόν αὐτοῦ ἵνα κρίνῃ. τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον· τὴν γὰρ κρίσιν, φησὶν, ἐν τῇ δευτέρα ἐλεύσει δεῖ γενέσθαι. Ο πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν, οὐ κρίνεται. Φυ λάττων δηλονότι καὶ τὰς ἐκείνου ἐντολάς. Ἐνταῦθα δὲ τὸ, Οὐ κατακρίνεται, νοήσεις. Ὁ δὲ μὴ πιο στεύων, ήδη κέκριται. Πῶς; Ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπι στεῖν, κολασίς ἐστι, τῇ τοῦ πράγματος καταδικαζόμενος φύσει· ὥσπερ ὁ φονεύς, καὶ μὴ κρίνοντός τινος μὴ καταδικασθῇ, τῇ τοῦ πράγματος καταδεδίκασται φύσει. Ὁ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν, ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς. Ο τῷ Χριστιανισμῷ προστρέχων δηλονότι. Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὅτι, Μετὰ ταῦτα ἐξῆλθεν ὁ Ιη τοὺς εἰς τὴν 'Ιουδαίαν γῆν, δείκνυσιν ὅτι ἐν ταῖς ἑρταῖς εἰς τὴν πόλιν ἀνῄει καὶ διδάσκειν καὶ θαυματουργεῖν. Ὅτι καὶ οἱ μαθηταὶ καὶ ὁ Ἰωάννης ἐβάπτιζε, τὸ δὲ τέλος ἐπετίθει Χριστὸς τὸ Πνεῦμα χαριζόμενος. Τί σημαίνει ἡ λεγομένη ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ιωάννου πρός τινα Ἰουδαῖον περὶ καθαρισμοῦ; Την ζηλοτυπίαν αὐτῶν ἢν εἶχον ἀεὶ πρὸς τοὺς τοῦ Χριστοῦ μαθητὰς πρὸς αὐτόν τε τὸν Χριστὸν, ὡς τοῦ παρὰ αὐτῶν βαπτίσματος πλέον ἔχοντος τῶν τοῦ Χριστοῦ μαθητῶν· ὅτι δὲ τοῦτό ἐστι, τὰ ἑξῆς δηλοί. Ἦλθον γὰρ πρὸς τὸν Ἰωάννην λέγοντες· 'Ραββί, δς ἦν μετὰ σοῦ, τουτέστιν δς τάξιν ἔχει μαθητοῦ, αποσχίσας βαπτίζει· ἀντὶ τοῦ, " σὺ μεμαρτύρηκας, ἀντὶ τοῦ, Ὃν σὺ ἐβάπτισας. Τί ἐστι τὸ, Χαρᾷ χαίρω; Διὰ τὸ ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ Νυμφίου τὴν Νύμφην ἐπιγνῶναι αὐτόν. Ὁ λέο γει τοιοῦτόν ἐστιν· ἀντὶ τοῦ, Εἰ μὴ προσῆλθεν ἡ Νύμφη, τουτέστιν ὁ λαὸς, ήγουν ἡ Ἐκκλησία, τῷ νυμφίῳ Χριστῷ, τότε ἂν ἤλγησα· νῦν δὲ τούτου γενομένου, ὡς φίλος χαρᾷ χαίρω. Τί σημαίνει· 'Ο άνωθεν ερχόμενος, ἐπάνω πάνε των ἐστί; Τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς δόξης αὐτοῦ ὑπεροχήν. Τὸν δὲ ἐκ τῆς γῆς ὄντα καὶ λαλοῦντα, ἑαυτόν φησιν, οὐχ ὅτι δὲ γήινα ἔλεγεν, ἀλλὰ παρα βάλλων τὰ αὐτοῦ πρὸς τὸν Χριστόν. Ὅτι δὲ εἶπεν· Την μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει, ἀντὶ τοῦ, Ολίγοι, φησίν· ὥσπερ γὰρ τὸν Πάντες, ἐπὶ τῶν πολλῶν νοεῖται, οὕτω καὶ τὸ, Ψύδο εἰς, ἐπὶ τῶν ὀλίγων. Τί ἐστιν· Ο γὰρ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθῆς ἐστιν; Ἀντὶ τοῦ,
SCIOLIA VETERA IN JOANNEM.
τὸν Νικόδημον διορθώσηται, ἐπεὶ ἐκεῖνος εἶπεν, & cum ille dixerit: Scimus quia a Deo venisti magister.
ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος. Έκκόπτει
οὖν αὐτοῦ τὸ φρόνημα εἰς τὸ μὴ ἔχειν αὐτὸν διδή.
σκαλον.
Διὰ τί εἶπε· Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν
ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ; Πρῶτον μὲν, ἵνα μάθωμεν ὅτι
συγγενῆ τὰ παλαιὰ τοῖς νέοις, καὶ ἵνα γνῶμεν ὅτι οὐ
κακόν· ἔπειτα ὅτι εἰ πρὸς εἰκόνα χαλκὴν ὄρεω;
βλέποντες οἱ Ἰουδαῖοι διέφυγον θάνατον, πολλῷ
μᾶλλον εἰς τὸν ἑσταυρωμένον πιστεύοντες. Διὰ
τοῦτο ἐπήγαγεν· "Ινα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν,
μὴ ἀπόληται.
Τὸ, Οὐκ ἀπέστειλε τον Υιόν αὐτοῦ ἵνα κρίνῃ.
τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσῃ τὸν κόσμον· τὴν γὰρ
κρίσιν, φησὶν, ἐν τῇ δευτέρα ἐλεύσει δεῖ γενέσθαι.
Ο πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν, οὐ κρίνεται. Φυλάττων δηλονότι καὶ τὰς ἐκείνου ἐντολάς. Ἐνταῦθα
δὲ τὸ, Οὐ κατακρίνεται, νοήσεις. Ὁ δὲ μὴ πιο
στεύων, ήδη κέκριται. Πῶς; Ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπιστεῖν, κολασίς ἐστι, τῇ τοῦ πράγματος καταδικαζό
μενος φύσει· ὥσπερ ὁ φονεύς, καὶ μὴ κρίνοντός
τινος μὴ καταδικασθῇ, τῇ τοῦ πράγματος καταδεδίκασται φύσει.
Ὁ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν, ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς.
Ο τῷ Χριστιανισμῷ προστρέχων δηλονότι.
Διὰ τοῦ εἰπεῖν, ὅτι, Μετὰ ταῦτα ἐξῆλθεν ὁ Ιητοὺς εἰς τὴν 'Ιουδαίαν γῆν, δείκνυσιν ὅτι ἐν ταῖς
ἑρταῖς εἰς τὴν πόλιν ἀνῄει καὶ διδάσκειν καὶ θαυ
ματουργεῖν.
Ὅτι καὶ οἱ μαθηταὶ καὶ ὁ Ἰωάννης ἐβάπτιζε, τὸ
δὲ τέλος ἐπετίθει Χριστὸς τὸ Πνεῦμα χαριζόμενος.
Τί σημαίνει ἡ λεγομένη ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν
Ιωάννου πρός τινα Ἰουδαῖον περὶ καθαρισμοῦ;
Την ζηλοτυπίαν αὐτῶν ἢν εἶχον ἀεὶ πρὸς τοὺς τοῦ
Χριστοῦ μαθητὰς πρὸς αὐτόν τε τὸν Χριστὸν, ὡς τοῦ
παρὰ αὐτῶν βαπτίσματος πλέον ἔχοντος τῶν τοῦ
Χριστοῦ μαθητῶν· ὅτι δὲ τοῦτό ἐστι, τὰ ἑξῆς δηλοί.
Ἦλθον γὰρ πρὸς τὸν Ἰωάννην λέγοντες· 'Ραββί, δς
ἦν μετὰ σοῦ, τουτέστιν δς τάξιν ἔχει μαθητοῦ,
αποσχίσας βαπτίζει· ἀντὶ τοῦ, " σὺ μεμαρτύρηκας, ἀντὶ τοῦ, Ὃν σὺ ἐβάπτισας.
Τί ἐστι τὸ, Χαρᾷ χαίρω; Διὰ τὸ ἐκ τῆς φωνῆς
τοῦ Νυμφίου τὴν Νύμφην ἐπιγνῶναι αὐτόν. Ὁ λέο
γει τοιοῦτόν ἐστιν· ἀντὶ τοῦ, Εἰ μὴ προσῆλθεν ἡ
Νύμφη, τουτέστιν ὁ λαὸς, ήγουν ἡ Ἐκκλησία, τῷ
νυμφίῳ Χριστῷ, τότε ἂν ἤλγησα· νῦν δὲ τούτου
γενομένου, ὡς φίλος χαρᾷ χαίρω.
Τί σημαίνει· 'Ο άνωθεν ερχόμενος, ἐπάνω πάνε
των ἐστί; Τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς δόξης αὐτοῦ
ὑπεροχήν. Τὸν δὲ ἐκ τῆς γῆς ὄντα καὶ λαλοῦντα,
ἑαυτόν φησιν, οὐχ ὅτι δὲ γήινα ἔλεγεν, ἀλλὰ παραβάλλων τὰ αὐτοῦ πρὸς τὸν Χριστόν.
Ὅτι δὲ εἶπεν· Την μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς
λαμβάνει, ἀντὶ τοῦ, Ολίγοι, φησίν· ὥσπερ γὰρ τὸν
Πάντες, ἐπὶ τῶν πολλῶν νοεῖται, οὕτω καὶ τὸ, Ψύδο
εἰς, ἐπὶ τῶν ὀλίγων.
Τί ἐστιν· Ο γὰρ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν
ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθῆς ἐστιν; Ἀντὶ τοῦ,
Tollit igitur ejus superbiam in non habendo eum
magistrum.
VERS. 14. Cur dixit: Sicut Moyses exaltavil serpentem in deserto? Primo quidem, ut discamus COgnata esse vetera novorum, et ut cognoscamus id
non malum fuisse; deinde si ad imaginem æream
serpentis aspicientes Judi mortem vitabant, multo
magis qui in crucifixum credunt; ideo adjecit:
Ut omnis qui credit in eum non pereat.
• VERS. 17. Non misit Filium suum ut judicet
mundum, sed ut salvet mundum. Judicium enimn,
inquit, in secundo adventu oportet fieri.
Vers. 18. Qui credit in Filium, non judicatur.
Id est evidenter, qui observat ejus mandata; ibi autem, Non condemnatur, intelliges. Qui aulem non
credit, jam judicatus est. Quomodo? Quia ipsa incredulitas supplicium est actus natura condemnato:
ut homicida, etsi a judice nullo condemnatus fuerit, actus natura condemnatus est.
VERS. 21. Qui facit veritatem, venit ad lucem. 1
est, qui ad Christianismum accedit.
Vers. 22. Dicendo quod, Post hæc venit Jesus in
terram Judæam, ostendit illum diebus festis in civitatem ascendere, ut doceret et signa faceret.
Vens. 23. Discipuli et Joannes baptizaliant, perfectionem autem adjecit Christus Spiritum donans.
VERS. 25. Quid significat quæstio, de qua dicitur,
ex discipulis Joannis cum aliquo Judæo de purifi -
catione? Zelotypiam qua isti laborabant semper
contra Christi discipulos et contra ipsum Christum,
ut baptismo ab ipsis collato majus quid habente
quam baptismus Christi discipulorum; quod autem
id fuerit, quæ sequuntur ostendunt. Nam venerunt
ad Joannem dicentes: Rabbi, qui erat tecum, id est,
qui discipuli nomen habet, separatus baptizat,
quasi dixerint: Cui tu testimonium perhibuisti, quem
tu baptizasti.
VERS. 29. Quid est, Gaudio gandet? Quia a voce
Sponsi Sponsum agnoscit Sponsa; quod dicit tałe
est: Si non venisset Sponsa, id est populus vel tro
clesia, ad sponsum Christus, tune dolebam, nunc
autem hoc facto ut amicus gaudio gaudeo.
VERS. 31. Quid significat: Qui desursum venit,
super omnes est? Superabundantem gloriæ illius
magnitudinem. Qui est de terra et de terra loquitar, de se dicit, non quod terrena loquatur, sed
sua confert cum Christo.
VERS. 32. Testimonium ejus nemo accipit, id est,
Pauci accipiunt; ut enim omnes pro multis intelligitur, ia, Nemo, pro paucis.
VERS. 33. Qui est: Qui enim accepit ejus testimonium, signavit quia Deus verax est? ld est, qui ili
Распознавание текста
col. 1229–1230page 103 of 200
PG 106:1229"Ωστε ὁ μὴ τούτῳ πιστεύων, καὶ τῷ Πατρὶ ἀπ στεῖ τὸ γὰρ, Εσφράγισεν, ἐνταῦθα, Έδειξε, πο μαίνει. Τί ἐστι τὸ, Οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ θεὸς Πνεῦμα; Ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει. Ἡμεῖς μὲν οὖν, φησί, μέτρῳ τὴν ἐνέργειαν λαμβάνομεν αὐτὸς δὲ ὁλόκληρον πᾶσι τὴν ἐνέργειαν παρέχει. ΚΕΦΑΛ. Δ'. Οτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ' οἱ μαθη ταί· οἱ δὲ ἀπαγγέλλοντες ἔλεγον τοιαῦτα, όπως τ εγείρωσι τοὺς ἀκούοντας ὅτι ὁ Χριστὸς βαπτίζει ἔλεγον δὲ μὴ γινώσκοντες τὸν τοῦ Ἰωάννου στο τέν ἂν εἶχεν εἰς Χριστόν. Πῶς νοητέον τὸν ᾿Εδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διά τῆς Σαμαρείας; Οτ' ἂν, φησὶν, ἀπήλαυνον αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπὶ τὰ ἔθνη ἤρχετο. Πόθεν ἐκλήθησαν Σαμαρείται, καὶ πῶς συνέστησαν; Σομὰρ τὸ ἔρις μέ γετο ἀπὸ τοῦ κτησαμένου καθάπερ καὶ Ἡσαΐα; φησ Καὶ ἡ κεφαλὴ Σομόρων Εφραίμι· ἀλλ' οἱ οἰκοῦντες οἱ Σαμαρείται, ἀλλ᾽ Ἰσραηλῖται ἐλέγον το χρόνου δὲ προ ϊόντος προσέκρουσαν τῷ Θεῷ, καὶ βασιλεύσαντες θα καὶ ἀνῆλθε Φελγαφατάρ, πόλεις τε εἶχε πολλές, τα ἐπέθετο τῷ Ἠλᾷ, καὶ ἀνελὼν αὐτὸν, Ὥσ᾽ ἐ τὴν βασι λείαν ἔδωκε· καὶ ἐπὶ τοῦτον ἐλθὼν ὁ Σαλαμανασάρ, είχε πόλεις ἑτέρας, καὶ φόρου εποίησεν ὑποτελείς. 'Α οὗτος τὸ μὲν πρῶτον ἦρξεν ὕστερον δὲ ἀπέστη τῆς ἀρχῆς, καὶ πρὸς τὴν τῶν Αἰθιόπων κατέφυγε συμμετ χίαν. Εγνω τοῦτο ὁ ᾿Ασσύριος, καὶ ἐπιστρατεύσας ταί ἀνελὼν αὐτοὺς, οὐκέτι τὸ ἔθνος ἐκεῖ μένειν ἀφίησι διὰ τὴν τῆς στάσεως ὑποψίαν· ἀλλὰ ἐξ αὐτῶν, τῆς μὲν εἰς Βαβυλῶνα ἤγαγε καὶ Μήδους· ἐκεῖθεν τ ἔθνη διαφόρων τόπων ἀγαγών, κατώκισεν ἐν τῇ Σε μαρείς, ὥστε λοιπὸν ἀσφαλῆ αὐτῷ τὴν ἀρχὴν εἶναι τῶν οἰκείων ἐχόντων τὸν τόπον. Τούτων δὲ γε αμέ νων, βουλόμενος ὁ Θεὸς δεῖξαι τὴν αὐτοῦ δύναμ καὶ ὡς οὐ δι' ἀσθένειαν ἐξέδωκεν Ἰουδαίους, ελε δι' ἁμαρτίας, ἐπαφίησι λέοντας τοῖς βαρβάροις, αν τινες ἐλυμαίνοντο τὸ ἔθνος ἅπαν. Απηγγέλη εν ταῦτα τῷ βασιλεῖ, καὶ πέμπει ἱερέα τινὰ τὸν παρα δώσοντα αὐτοῖς τὸν Θεοῦ νόμον· ἀλλ' ὅμως τ οὕτως ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἀσεβείας ἀπέστησαν. Χρ του προϊόντος, τῶν μὲν εἰδώλων ἀπέστησαν, ἐσέδο: το δὲ τὸν Θεόν· καὶ τῶν πραγμάτων ἐν τούτοις ὄντων, ἀνελθόντες οἱ Ἰούδα, ζηλοτύπως πρὸς αὐτοὺς εἶχεν, ἅτε πρὸς ἀλλοφύλους, καὶ ἀπὸ τοῦ ὄρους Σαμαρίτας αὐτοὺς ἐκάλουν. Καὶ οὐ μικρὰ ἐντεῦθεν ἦν δ' λονεικία· οὐδὲ γὰρ ταῖς Γραφαῖς ἁπάσει; ἐχρῶντα ἀλλὰ Μωσέα, τοὺς δὲ προφήτας, ουχί. Εφιλοι είχαν μέντοι εἰς τὴν εὐγένειαν ἰσωθῆναι αὐτοὺς, καὶ ἔτι λοτιμοῦντο ἐπὶ τῷ ᾿Αβραάμ, καὶ πρόγονον αίτι ἐπεγράφοντο, ἅτε ἀπὸ τῆς Χαλδαίας ὄντα. Ο Ἰουδαῖοι μετὰ πάντων τῶν ἐθνικῶς ζώντων, κι τούτους ἑβδελύσσοντο. Εἰπὼν ὅτι, Κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, κα ξεν ὅτι οὕτως ἐβάδιζεν εὐτόνως ὡς καὶ κοπιάσαι· ε γὰρ ὑποζυγίοις ἐκέχρητο, παιδεύων ἡμῖν τὸ ἀπέραν τον, καὶ μὴ πολλῶν δεῖσθαι. Ἐπὶ γῆν δὲ, ἀλλ' οὐκ
non credit, Patri quoque non credit; nam, Sigmarit "Ωστε ὁ μὴ τούτῳ πιστεύων, καὶ τῷ Πατρὶ ἀπ
bic idem sonat ac, Significat.
στεῖ τὸ γὰρ, Εσφράγισεν, ἐνταῦθα, Έδειξε, πο
μαίνει.
VERS. 34. Quid est: Non enim ad mensuram dal
Deus Spiritum? Ibi de operatione loquitur. Nos quidem igitur, ait, cum mensura operationem recipimus; ille autem plenam omnibus operationem
præstat.
CAPUT IV.
Vras. 2. Jesus ipse non baptizabat, sel discipuli,
sed nuntiantes de illo id dicebant ut excitarent
audientes quia Christus baptizat. Dicebant autem,
quia non cognoscebaut propositum Joannis quod in
Christum habebat.
Τί ἐστι τὸ, Οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ θεὸς
Πνεῦμα; Ἐνταῦθα τὴν ἐνέργειαν λέγει. Ἡμεῖς
μὲν οὖν, φησί, μέτρῳ τὴν ἐνέργειαν λαμβάνομεν
αὐτὸς δὲ ὁλόκληρον πᾶσι τὴν ἐνέργειαν παρέχει.
Οτι αὐτὸς ὁ Χριστὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ' οἱ μαθη
ταί· οἱ δὲ ἀπαγγέλλοντες ἔλεγον τοιαῦτα, όπως τ
εγείρωσι τοὺς ἀκούοντας ὅτι ὁ Χριστὸς βαπτίζει
ἔλεγον δὲ μὴ γινώσκοντες τὸν τοῦ Ἰωάννου στο τέν
ἂν εἶχεν εἰς Χριστόν.
Πῶς νοητέον τὸν ᾿Εδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διά
τῆς Σαμαρείας; Οτ' ἂν, φησὶν, ἀπήλαυνον αὐτὸν
οἱ Ἰουδαῖοι, ἐπὶ τὰ ἔθνη ἤρχετο. Πόθεν ἐκλήθησαν
Σαμαρείται, καὶ πῶς συνέστησαν; Σομὰρ τὸ ἔρις μέ
γετο ἀπὸ τοῦ κτησαμένου καθάπερ καὶ Ἡσαΐα; φησ
Καὶ ἡ κεφαλὴ Σομόρων Εφραίμι· ἀλλ' οἱ οἰκοῦντες οἱ
Σαμαρείται, ἀλλ᾽ Ἰσραηλῖται ἐλέγον το χρόνου δὲ προ
ϊόντος προσέκρουσαν τῷ Θεῷ, καὶ βασιλεύσαντες θα
καὶ ἀνῆλθε Φελγαφατάρ, πόλεις τε εἶχε πολλές, τα
ἐπέθετο τῷ Ἠλᾷ, καὶ ἀνελὼν αὐτὸν, Ὥσ᾽ ἐ τὴν βασι
λείαν ἔδωκε· καὶ ἐπὶ τοῦτον ἐλθὼν ὁ Σαλαμανασάρ, είχε
πόλεις ἑτέρας, καὶ φόρου εποίησεν ὑποτελείς. 'Α
οὗτος τὸ μὲν πρῶτον ἦρξεν ὕστερον δὲ ἀπέστη τῆς
ἀρχῆς, καὶ πρὸς τὴν τῶν Αἰθιόπων κατέφυγε συμμετ
χίαν. Εγνω τοῦτο ὁ ᾿Ασσύριος, καὶ ἐπιστρατεύσας ταί
ἀνελὼν αὐτοὺς, οὐκέτι τὸ ἔθνος ἐκεῖ μένειν ἀφίησι
διὰ τὴν τῆς στάσεως ὑποψίαν· ἀλλὰ ἐξ αὐτῶν, τῆς
μὲν εἰς Βαβυλῶνα ἤγαγε καὶ Μήδους· ἐκεῖθεν τ
ἔθνη διαφόρων τόπων ἀγαγών, κατώκισεν ἐν τῇ Σε
μαρείς, ὥστε λοιπὸν ἀσφαλῆ αὐτῷ τὴν ἀρχὴν εἶναι
τῶν οἰκείων ἐχόντων τὸν τόπον. Τούτων δὲ γε αμέ
νων, βουλόμενος ὁ Θεὸς δεῖξαι τὴν αὐτοῦ δύναμ
καὶ ὡς οὐ δι' ἀσθένειαν ἐξέδωκεν Ἰουδαίους, ελε
δι' ἁμαρτίας, ἐπαφίησι λέοντας τοῖς βαρβάροις, αν
τινες ἐλυμαίνοντο τὸ ἔθνος ἅπαν. Απηγγέλη εν
ταῦτα τῷ βασιλεῖ, καὶ πέμπει ἱερέα τινὰ τὸν παρα
δώσοντα αὐτοῖς τὸν Θεοῦ νόμον· ἀλλ' ὅμως τ
οὕτως ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἀσεβείας ἀπέστησαν. Χρ
του προϊόντος, τῶν μὲν εἰδώλων ἀπέστησαν, ἐσέδο: το
VERS. 4. Quomodo intelligendum: Oportebat
quem eum transire per Samariam? Quia expulerant
cum Judai, ad gentes ibat. Unde vocati sunt Samaritani, et quomodo constituti erant? Somer
mons quidam dicebatur a possidente, ut Isaias dicit:
Et caput Somorum Ephraïm. Sed incolæ non Samaritani sed Israelitævocabantur.Temporis autem lapsu
in Deum offenderunt, et regnante Placee venit
Phelgaphasar, urbes cepit multas et dedit Ela, et
hunc auferens, Osee regnum dedit. Sed in istum
progrediens Salmanasar, cepit urbes alias, et tributa
imposuit. Sed is e primo quidem regnavit, postea
vero regno excessit ad societatem Æthiopum confugiens. Cognovit id Assyrius et impugnans et
auferens cos, non gentem illic manere permisit ob
suspicionem seditionis; ex his autem, plurimos in
Babyloniam et Mediam adduxit, et inde gentes e diversis locis adducens, constituit in Samaria, ita ut
postremo securum sibi regnum faceret, locum babentibus incolis. Quibus gestis, volens Deus ostendere suam potentiam, et se non per debilitatem
tradidisse Judæos, sed ob illorum peccata, misit
leones in barbaros, qui vastaverunt gentem totam.
Nuntiatum est ergo regi, et mittit sacerdotem
quemdam qui illis præberet legem Dei. Sed nihilominus non ideo ex plenitudine suæ impietatis
abscesserunt. Tempore elapso, idolis quidem renuntiaverunt, et adoraverunt Deum. Rebus ita se
habentibus, ascendentes hi qui erant ex Judæa, invidiose in illos se gesserunt, quasi in alienigenas, δὲ τὸν Θεόν· καὶ τῶν πραγμάτων ἐν τούτοις ὄντων,
et a monte Samaritanos vocaverunt. Non parva
autem exinde orta est inimicitia; nam non omnibus
Scripturis utebantur, sed Moysis libris, minime vero
prophetarum. Æmulabantur autem in generis nobilitate iis æquales esse, et de Abraham gloriabantur, et patrem illum esse præ se ferebant, ulpote qui e Chaldara esset. Judæi autem cum omnibus qui gentiliter vivebant, hos quoque exsecrabantur.
Vers. 6. Dicendo quod: Jesus fuligatus erat ex
itinere, ostendit illum ita ardenter iter fecisse ut
fatigatus foret. Non enim jumentis utebatur, docens
ņos mediocritatem neque magna cupere. In terra
ἀνελθόντες οἱ Ἰούδα, ζηλοτύπως πρὸς αὐτοὺς εἶχεν,
ἅτε πρὸς ἀλλοφύλους, καὶ ἀπὸ τοῦ ὄρους Σαμαρί
τας αὐτοὺς ἐκάλουν. Καὶ οὐ μικρὰ ἐντεῦθεν ἦν δ'
λονεικία· οὐδὲ γὰρ ταῖς Γραφαῖς ἁπάσει; ἐχρῶντα
ἀλλὰ Μωσέα, τοὺς δὲ προφήτας, ουχί. Εφιλοι είχαν
μέντοι εἰς τὴν εὐγένειαν ἰσωθῆναι αὐτοὺς, καὶ ἔτι·
λοτιμοῦντο ἐπὶ τῷ ᾿Αβραάμ, καὶ πρόγονον αίτι
ἐπεγράφοντο, ἅτε ἀπὸ τῆς Χαλδαίας ὄντα. Ο
Ἰουδαῖοι μετὰ πάντων τῶν ἐθνικῶς ζώντων, κ1ι
τούτους ἑβδελύσσοντο.
Εἰπὼν ὅτι, Κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, κα
ξεν ὅτι οὕτως ἐβάδιζεν εὐτόνως ὡς καὶ κοπιάσαι· ε
γὰρ ὑποζυγίοις ἐκέχρητο, παιδεύων ἡμῖν τὸ ἀπέραν
τον, καὶ μὴ πολλῶν δεῖσθαι. Ἐπὶ γῆν δὲ, ἀλλ' οὐκ
Распознавание текста
col. 1231–1232page 104 of 200
PG 106:1231ἐπὶ θρόνου καθέζεται, καὶ παρὰ πηγῇ διὰ τὸ ψύχος διὰ τοῦτο καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδήλου αν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἔκτη. Τὸ δὲ ἄτυφον αὐτοῦ φαίνεται ἐκ τοῦ μόν ναν καταλειφθῆναι ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ τὸ περὶ τὰς τρο φὰς ἡμελημένον ἐκ τοῦ ἀπελθεῖν τοὺς μαθητάς ἀγοράσαι τροφὰς δείκνυται. Καὶ μετ' ὀλίγα· Πῶς δύναται, φησίν, ἴσος εἶναι ὁ Υἱὸς τῷ Πατρί; Ο γὰρ Θεός οὐδέποτε κοπιῇ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐκοπίασε. Ακουε γὰρ τοῦ προφήτου λέγοντος Ησαΐου· Ο Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὁ Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει· οὐδὲ ἔστιν ἐξεύρεσις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ. Σύμφημι καγώ τοι, Εὐνό μις, ὅτι Θεὸς οὐδέποτε κοπιᾷ ἀλλ' ὅτ' ἂν ἀκούσῃς Ἰησοῦν κεκοπιακέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, μὴ τὴν Θεόν Λόγον τὸν ἐν αὐτῷ φαντάζου κεκοπιακέναι, ἀλλὰ τὴν τοῦ δούλου μορφήν· Θεὸς γὰρ οὐδὲ πώποτε κοπιᾷ, πάθος οὐκ ἐπιδέχεται. "Οτι δὲ ὁ Θεὸς Λόγος ἦν τῇ τοῦ δούλου μορφῇ, λεγέτω καὶ ὁ Ἰωάννης" Καὶ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν· οὐ τραπεὶς καὶ μεταβληθεὶς, ἀλλὰ σάρκα προσλαβών. Ἵνα οὖν δειχθῇ ὅτι καὶ ἄνθρωπος ἐστι, κεκοπίακεν. Πῶς ὁ λέγων εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσελθεῖν, Σαμαρείταις διελέγετο; Κατὰ τύχην ἐξῆλθεν ἡ γυνὴ ἀντλῆσαι ὕδωρ· τῷ δὲ Χριστῷ ἡ καθέδρα διὰ τὸν κόπον γέγονεν, οὐ μὴν διὰ τὴν γυναῖκα. Πόθεν αὐτὸν Ἰουδαῖον ἐγνώρισεν ὄντα; ᾿Απὸ τοῦ σχήματος καὶ ἀπὸ τῆς φωνῆς. Το, Πόθεν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, εἶπε πρὸς τὴν πηγὴν ἐξετάζουσα τοῦ ὕδατος, τὸ ἐκείνου ὕδωρ. Οὐδὲ γὰρ, φησί, κρείττων εἴ τοῦ Ἰακὼς, ἵνα κρεῖτο τον ὕδωρ δῷς. Πῶς λέγει: Ἰακὼβ ὁ πατὴρ ἡμῶν ἔδωκεν ἡμῖν τὴν πηγὴν ταύτην; Χρὴ γινώσκειν ὅτι ὁ τόπος ἦν ἔνθα περὶ τῆς Δείνας οἱ περὶ τὸν Λευὶ καὶ Συμεὼν ἀγανακτοῦντες, τὸν χαλεπὸν ἐκεῖνον εἰργάσαντο φόνον. Ποῖόν ἐστι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν ὁ λέγει Χριστός παρ ἔχειν; Ο καθαρμὸς ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἡ παραψυχὴ ἡ ἐκ πίστεως. Τό, Οι πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσ εκύνησαν, τοὺς περὶ τὴν ᾿Αβραάμ δηλοῖ καὶ γὰρ ἐκεῖ φασι τὸν υἱὸν ἀνενηνοχέναι. Πῶς λέγει, ὅτι Ὑμεῖς προσκυνεῖτε δ οὐκ οἴδατε; Ο "Οτι μερικὸν Θεὸν καὶ τοπικὸν ἐνόμιζον εἶναι· οὕτως γὰρ καὶ Πέρσαις πέμψαντες ἀπήγγειλαν, ὅτι ὁ τοῦ τόπου Θεὸς αὐτοὺς λυμαίνεται. Πῶς λέγει, ὅτι Ἡμεῖς προσκυνοῦμεν δ οίδαμεν; Πρὸς τὴν ὑπόνοιαν τῆς γυναικὸς λέγει· εἶχε γὰρ αὐτὸν ὡς προφήτην Ιου δαῖον. Τοιούτους γὰρ ὁ Πατήρ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτ τὸν ζητεῖ, τοὺς μὴ τόπῳ περικλείοντας την λατρείαν. Πνεῦμα ὁ Θεὸς τὸ ἀσώματον λέγει, καὶ ὅτι ἡ λα τρεία αὐτοῦ ἀσώματος θέλει εἶναι, καὶ διὰ τοῦ ἐν ἡμῖν ἀσωμάτου προέρχεσθαι. Πόθεν Σαμαρεῖται τὸ προσδοκᾶν τὸν Χριστὸν εἶ χον, τον Μωσέα μόνον, ἀλλ' οὐ τοὺς προφήτας ἔχον τες; Ἐκ τοῦ λέγειν τὸν Ἰακώβ, ὅτι ουκ εκλείψει Ει
æstum: ob eam rem quoque evangelista dicit:
Erat autem hora quasi sesta. Illius autem a fastu
aversio cernitur in eo quod solus in itinere invenitur et illius circa cibos indifferentia ex eo ostenditur quọd discipuli abierant ut cibos emerent. Et
paulo post: Quomodo potest, dicitur, æqualis esse
filius patri? non enim Deus unquam fatigatur; Jesus vero fatigatus erat. Andi enim prophetam
Isaiam dicentem: Deus æternus, Deus qui consti
tuit terra extremitates, non esuriet, non fatigabitur;
non est inventio illius prudentiæ.
Concedo et
ego tibi, Eunomie, Deum nunquam fatigari; sed
quando audieris Jesum fatigatum esse ex itinere,
noli arbitrari Deum Verbum in illo fatigatum, sed
ἐπὶ θρόνου καθέζεται, καὶ παρὰ πηγῇ διὰ τὸ ψύχος vero et non in cathedra sedet, et juxta fontem ob
διὰ τοῦτο καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐδήλου αν δὲ ὡσεὶ
ὥρα ἔκτη. Τὸ δὲ ἄτυφον αὐτοῦ φαίνεται ἐκ τοῦ μόν
ναν καταλειφθῆναι ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ τὸ περὶ τὰς τρο
φὰς ἡμελημένον ἐκ τοῦ ἀπελθεῖν τοὺς μαθητάς
ἀγοράσαι τροφὰς δείκνυται. Καὶ μετ' ὀλίγα· Πῶς
δύναται, φησίν, ἴσος εἶναι ὁ Υἱὸς τῷ Πατρί; Ο γὰρ
Θεός οὐδέποτε κοπιῇ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐκοπίασε. Ακουε
γὰρ τοῦ προφήτου λέγοντος Ησαΐου· Ο Θεὸς ὁ
αἰώνιος, ὁ Θεὸς ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς,
οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει· οὐδὲ ἔστιν ἐξεύρεσις
τῆς φρονήσεως αὐτοῦ. Σύμφημι καγώ τοι, Εὐνόμις, ὅτι Θεὸς οὐδέποτε κοπιᾷ ἀλλ' ὅτ' ἂν ἀκούσῃς
Ἰησοῦν κεκοπιακέναι ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, μὴ τὴν
Θεόν Λόγον τὸν ἐν αὐτῷ φαντάζου κεκοπιακέναι,
ἀλλὰ τὴν τοῦ δούλου μορφήν· Θεὸς γὰρ οὐδὲ πώποτε
κοπιᾷ, πάθος οὐκ ἐπιδέχεται. "Οτι δὲ ὁ Θεὸς Λόγος
ἦν τῇ τοῦ δούλου μορφῇ, λεγέτω καὶ ὁ Ἰωάννης"
Καὶ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν
ἡμῖν· οὐ τραπεὶς καὶ μεταβληθεὶς, ἀλλὰ σάρκα
προσλαβών. Ἵνα οὖν δειχθῇ ὅτι καὶ ἄνθρωπος ἐστι,
κεκοπίακεν.
Πῶς ὁ λέγων εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσελθεῖν,
Σαμαρείταις διελέγετο; Κατὰ τύχην ἐξῆλθεν ἡ γυνὴ
ἀντλῆσαι ὕδωρ· τῷ δὲ Χριστῷ ἡ καθέδρα διὰ τὸν
κόπον γέγονεν, οὐ μὴν διὰ τὴν γυναῖκα.
Πόθεν αὐτὸν Ἰουδαῖον ἐγνώρισεν ὄντα; ᾿Απὸ τοῦ
σχήματος καὶ ἀπὸ τῆς φωνῆς.
Το, Πόθεν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, εἶπε πρὸς
τὴν πηγὴν ἐξετάζουσα τοῦ ὕδατος, τὸ ἐκείνου ὕδωρ.
Οὐδὲ γὰρ, φησί, κρείττων εἴ τοῦ Ἰακὼς, ἵνα κρεῖτο
τον ὕδωρ δῷς.
Πῶς λέγει: Ἰακὼβ ὁ πατὴρ ἡμῶν ἔδωκεν ἡμῖν
τὴν πηγὴν ταύτην; Χρὴ γινώσκειν ὅτι ὁ τόπος ἦν
ἔνθα περὶ τῆς Δείνας οἱ περὶ τὸν Λευὶ καὶ Συμεὼν
ἀγανακτοῦντες, τὸν χαλεπὸν ἐκεῖνον εἰργάσαντο
φόνον.
Ποῖόν ἐστι τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν ὁ λέγει Χριστός παρἔχειν; Ο καθαρμὸς ἐξ αὐτοῦ, καὶ ἡ παραψυχὴ ἡ ἐκ
πίστεως.
Τό, Οι πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσ
εκύνησαν, τοὺς περὶ τὴν ᾿Αβραάμ δηλοῖ καὶ γὰρ
ἐκεῖ φασι τὸν υἱὸν ἀνενηνοχέναι.
Πῶς λέγει, ὅτι Ὑμεῖς προσκυνεῖτε δ οὐκ οἴδατε; Ο
"Οτι μερικὸν Θεὸν καὶ τοπικὸν ἐνόμιζον εἶναι· οὕτως
γὰρ καὶ Πέρσαις πέμψαντες ἀπήγγειλαν, ὅτι ὁ τοῦ
τόπου Θεὸς αὐτοὺς λυμαίνεται. Πῶς λέγει, ὅτι Ἡμεῖς
προσκυνοῦμεν δ οίδαμεν; Πρὸς τὴν ὑπόνοιαν τῆς
γυναικὸς λέγει· εἶχε γὰρ αὐτὸν ὡς προφήτην Ιουδαῖον.
Τοιούτους γὰρ ὁ Πατήρ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτ
τὸν ζητεῖ, τοὺς μὴ τόπῳ περικλείοντας την λατρείαν.
Πνεῦμα ὁ Θεὸς τὸ ἀσώματον λέγει, καὶ ὅτι ἡ λα
τρεία αὐτοῦ ἀσώματος θέλει εἶναι, καὶ διὰ τοῦ ἐν
ἡμῖν ἀσωμάτου προέρχεσθαι.
Πόθεν Σαμαρεῖται τὸ προσδοκᾶν τὸν Χριστὸν εἶχον, τον Μωσέα μόνον, ἀλλ' οὐ τοὺς προφήτας ἔχοντες; Ἐκ τοῦ λέγειν τὸν Ἰακώβ, ὅτι ουκ εκλείψει
formam servi; Deus enim nunquam fatigatur, dom
lorem non patitur. Sed quod Deus Verbum esset in
servi forma, dicat Joannes: Ει Verbum caro faciunt
est, et habitavit in nobis. Non conversuum, non transmutatum, sed carnem assumens; ut igitur ostenderetur quia homo est, fatigatus est.
VERS. 7. Quomodo qui dicebat non intrare in ci
vitatem Samaritanorum, cum Samaritanis loquebatur? Forte venit mulier ad hauriendam aquam;
Christus autem sederat propter lassitudinem, non
propter mulierem.
VERS. 9. Unde Judæum illum esse cognovit?
vestimento et voce.
VERS. 11. Unde habes aquam vivam, dicit in fontes
aque illius aquam exquirens. Nunquid enim, dieit,
major es Jacob, ut meliorem des aquam?
VERS. 12. Quomodo dicit: Jacob pater noster
dedit nobis hunc puleum? Oportet scire hunc esse
locum ubi propter Dinam filii Levi et Sincon iratî
atrocem hanc cædem fecerant.
VERS. 14. Qualis est aqua vivens quam dicit
Christus Præstare? purificatio quæ ´ex ipso est, et
levamen quod est ex fide.
VERS. 20. Patres nostri in monte isto adoraverunt,
de Abraham dicit; etenim illic fertur hunc filium
obtulisse.
Vras. 92. Quomodo dicit: Vos adoralis qucd
nescitis? Quia particularem et focalem Deum putabant esse. Ita enim Persis mittentes nuntiaverant,
Deum loci illos depopulari. Quomodo dicit: Nos
adoramus quod scimus? Secundum mulieris opinionem loquitur, quæ habebat eum prophetam Judæum.
VERS. 23. Tales enim Pater quærit qui adorent
eum, qui loco non terminent suam adorationem,
VERS. 24. Spiritus est Deus incorporalis, inquit,
et illius adoratio incorporalis etiam esse debet, et
ex incorporali nostra parte exire.
VERS. 25. Unde Samaritani expectationem Messiæ habebant, qui nempe Moysem solum et non
prophetas admittebant? verbis Jacob: Non aufeРаспознавание текста
col. 1233–1234page 105 of 200
PG 106:1233ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρών αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθῃ ᾧ ἀπόκειται· καὶ αὐτὸς Με σης Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος. Καὶ ἐθαύμασαν ότι μετά γυναικὲς ἐλάβει. Τί ἐθαύμαζον; Τὸ ἄτυφον, τὸ μεθ' ὑπερβολής της νὸν, ὅτι πενιχρᾷ καὶ Σαμαρείτιδι διελέγετο θεὸς ἐν. Δεῦτε, ἴδετε μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός. Διὰ τί λέγει τὸν Μήτε; Οὐκ ἐκ τῆς οἰκείας αὐτὸν ἀπὸ φάσεως παρεισαγαγειν βουλομένη, ἀλλὰ καὶ αὐτος τῆς τοιαύτης ψήφου ποιήσαι κοινωνούς βουλομένη, Τό, Ηρώτων δὲ οἱ μαθηταὶ τὸν Χριστόν· 'Ραΐίι, καλῶ, σημαίνει. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ότι τετράμηνόν ἐστι, καὶ ὁ θερισμός έρχεται; Χώρας μὲν καὶ θερισμὸν το πλῆθος τῶν ψυχῶν λέγει τῶν ἑτοίμων πρὸς ὑπὸ χὴν τοῦ κηρύγματος· ὀφθαλμοὺς δὲ ἐνταῦθα καὶ τοὺς τῆς διανοίας καὶ τοῦ σώματος λέγει· εώρων κετόν τὸ πλῆθος τῶν Σαμαρειτῶν ἐρχόμενον. Ο γὰρ θερίζων, φησί, μισθὸν λαμβάνει, καὶ ευτ άγει καρπὸν εἰς ζωής· αἰώνιον· ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστι Προφῆται, φησίν, ἔσπειραν, ἀλλ' οὐκ ἐθέμισαν τ μὴν ἀπεστέρηνται ἡδονῆς, ἀλλὰ σὺν ἡμῖν χαίρουσα, εἰ καὶ μὴ σὺν ἡμῖν θερίζουσι. Τοῦτο δὲ οὐ συμ βαίνει ἐν τοῖς αἰσθητοῖς· οὐχ ὁμοῦ γὰρ χαίροντ», ἐὰν ἄλλος σπείρῃ καὶ ἄλλος θερίση. Οτι ἡ Καπερναούμ οὐκ ἐπίμα αὐτὸν πατρὸς τὰ τοῦ οὖσα· ἡ γὰρ συνήθεια εὐκαταφρονήτους παλι εἴωθεν. Ὅτι καὶ Σαμαρείται καὶ Ναζηραῖοι καὶ Γε λιλαίοι πιστεύουσιν εἰς αἰσχύνην Ἰουδαίων τῶν ἐν γέντων αὐτὸν, Σαμαρεῖτα· καὶ πάλιν· Ἐκ Ναζαρέν δύναταί τι καλόν εἶναι; Διὰ τί καλεῖ βασιλικόν; Ητοι ἀπὸ βασιλικής τ γόμενον σειρᾶς, εἴτε ἀξίωμά ἐστιν ἀρχῆς οὕτω κα λούμενον. Τινὲς μὲν οὖν αὐτὸν ἐκεῖνον νομίζουν την παρὰ τῷ Ματθαίῳ· δείκνυται δὲ ἕτερος ὧν πρ ἐκεῖνον, οὐκ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πίστεως. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καὶ βουλόμενοι τον Χριστὸν ἐλθεῖν, ἀξιοῖ μένειν· οὗτος δὲ εἰς τὴν οἰκία ἕλκει· κἀκεῖνος μέν, Οὐκ εἰμὶ ἄξιος, λέγει αυτός δὲ καὶ κατεπείγει· κἀκείνου μὲν ὁ παῖς παρέπει κατείχετο, τούτου δὲ πυρετῷ. Διὰ τί λέγει αὐτῷ· Πορεύου, ὁ υἱός σου ζη Ἵνα δείξῃ αὐτῷ ὅτι καὶ ἀπών θεραπεύει· ἀσθενής γὰρ ἦν ἐν τῷ λέγειν, ὅτι Κατάβηθι, Κύριε, α ἀποθανεῖν τὸν Υἱόν μου. Ὅτι οὐχ ἁπλῶς τὸν Δεύτερον, προσέθηκεν, αλλά δεικνύς, ὅτι καὶ δευτέρου σημείου γενομένου, ο πρὸς τὸ ὕψος τῶν Σαμαρειτῶν ἔφθασαν τῶν οὐδὲ ἐν σημείον έωρακότων. ΚΕΦΑΑ. Ε. Ἑορτὴν ἐνταῦθα τὴν Πεντηκοστήν φησι. εχῶς δὲ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐπιχωριάζει· τοῦτο μὲν ἵνα δείξῃ μετ᾿ αὐτῶν ἑορτάζειν· τοῦτο δὲ διὰ τὸ πλῆθος· μάλιστα γὰρ ἐν ταύταις ταῖς ἡμέρες ἀφελέστεροι συνέτρεχαν.
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERT BETATIS.
13%
retur sceptrum de Juda et dux de femore eius, donec ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρών
veniat qui mittendus est; et Moyses ipse dicit:
Prophetam vobis suscitabit Dominus.
VERs. 27. Et admirabantur quia cum muliere
loquebatur. Quid admirabantur? Modestiam, sumɔam humilitatem, quia pauperculæ mulieri, cum
Deus esset, loquebatur.
Værs. 29. Venite, videte nunquid ipse est Christus.
Car dicit, Nunquid? Non vult illos per propriam
suam indicationem adducere, sed participes facere
cupit ejusdem opinionis.
VERS. 31. Rogabant autem eum discipuli: Rabbi,
manduca. Patria eorum lingua, Rogare, Exhortari,
significat.
VERS. 35. Nonne vos dicitis quod adhuc quatuor
nienses sunt ut missis veniat? Regiones quidem et
messem vocal multitudinem animarum paratarum
al recipiendam prædicationem. Oculos hic dicit
mentis et corporis; nam videbant etiam multitudinem Samaritanorum venientium.
VERS. 36. Qui meti, inquit, mercedem accipit,
et congregat fructum in vitam aternam; ut et qui
seminat, simul gaudeat et qui melit. Quod dicit
tain est: Prophetæ seminaverunt, sed non messile-
∙runt; non quidem gaudio privantur, sed vobiscum
gaudent, licet vobiscum non metant. Id vero non
contingit in corporalibus, non enim similiter gaudent, si alius seminaverit et alius metat.
VERS. 44. Capharnaum non honorabat eum, uNpote ejus patria. Consuetudo enim contemptibiles
solet facere. Samaritani et Gal³kui et Nazareni credunt ad confusionem Judæorum dicentium illum
Samarilamum esse; et iterum: Nazareth potest
aliquid boni esse?
Vers. 46. Cur vocatur regulus? vel quod e regia
surpe ortus erat, vel erat nomen quoddam dignitat:s. Quidam igitur eumdem esse putant ac ille qui
apud Matthæum invenitur. Pater autem illum alterum esse, non ob dignitatem tantum, sed ob fidem
quoque. Nam hic Christum venire volentem manere cupit; ista vero in domum inducit. Unus
quidem dicit: Nou sum diguus; alter vero excitat;
unius filius languore, alterius febre laborabat.
VERS, 50. Cur dicit illi: Vade, filius tuus vivit?
ut ostendat iki quod vel absens sanat; debilis enim
erat cum dicitur: Desaende, Domine, antequam moriatur filius meus.
VERG. 56. Non simpliciter, Secundum, proposuit,
sed ostendit quod, facto secundo signo, non propter
samaritanorum altam mansionem deerant qui Don
unum signum viderant.
CAPUT V.
Vres. 1. Divin festum ibi Pentecostes dicit. Solebat autem in festis commorari; ut ostenderet se
cum illis festum celebrare; hoc vero propter multitudinem, nam maxime in kis diebus mediocres magis concurrebant.
αὐτοῦ, ἕως ἂν ἔλθῃ ᾧ ἀπόκειται· καὶ αὐτὸς Με
σης Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος.
Καὶ ἐθαύμασαν ότι μετά γυναικὲς ἐλάβει. Τί
ἐθαύμαζον; Τὸ ἄτυφον, τὸ μεθ' ὑπερβολής της
νὸν, ὅτι πενιχρᾷ καὶ Σαμαρείτιδι διελέγετο θεὸς ἐν.
Δεῦτε, ἴδετε μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός. Διὰ
τί λέγει τὸν Μήτε; Οὐκ ἐκ τῆς οἰκείας αὐτὸν ἀπὸ
φάσεως παρεισαγαγειν βουλομένη, ἀλλὰ καὶ αὐτος
τῆς τοιαύτης ψήφου ποιήσαι κοινωνούς βουλομένη,
Τό, Ηρώτων δὲ οἱ μαθηταὶ τὸν Χριστόν· 'Ραΐίι,
podys. Ti żyywplep aůtův pwvf, tì, Epwrw, Vaţaκαλῶ, σημαίνει.
Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ότι τετράμηνόν ἐστι, καὶ ὁ
θερισμός έρχεται; Χώρας μὲν καὶ θερισμὸν το
πλῆθος τῶν ψυχῶν λέγει τῶν ἑτοίμων πρὸς ὑπὸ
χὴν τοῦ κηρύγματος· ὀφθαλμοὺς δὲ ἐνταῦθα καὶ τοὺς
τῆς διανοίας καὶ τοῦ σώματος λέγει· εώρων κετόν
τὸ πλῆθος τῶν Σαμαρειτῶν ἐρχόμενον.
Ο γὰρ θερίζων, φησί, μισθὸν λαμβάνει, καὶ ευτ
άγει καρπὸν εἰς ζωής· αἰώνιον· ἵνα καὶ ὁ σπείρων
ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστι
Προφῆται, φησίν, ἔσπειραν, ἀλλ' οὐκ ἐθέμισαν τ
μὴν ἀπεστέρηνται ἡδονῆς, ἀλλὰ σὺν ἡμῖν χαίρουσα,
εἰ καὶ μὴ σὺν ἡμῖν θερίζουσι. Τοῦτο δὲ οὐ συμ
βαίνει ἐν τοῖς αἰσθητοῖς· οὐχ ὁμοῦ γὰρ χαίροντ»,
ἐὰν ἄλλος σπείρῃ καὶ ἄλλος θερίση.
Οτι ἡ Καπερναούμ οὐκ ἐπίμα αὐτὸν πατρὸς τὰ
τοῦ οὖσα· ἡ γὰρ συνήθεια εὐκαταφρονήτους παλι
εἴωθεν. Ὅτι καὶ Σαμαρείται καὶ Ναζηραῖοι καὶ Γε
λιλαίοι πιστεύουσιν εἰς αἰσχύνην Ἰουδαίων τῶν ἐν
γέντων αὐτὸν, Σαμαρεῖτα· καὶ πάλιν· Ἐκ Ναζαρέν
δύναταί τι καλόν εἶναι;
Διὰ τί καλεῖ βασιλικόν; Ητοι ἀπὸ βασιλικής τ
γόμενον σειρᾶς, εἴτε ἀξίωμά ἐστιν ἀρχῆς οὕτω κα
λούμενον. Τινὲς μὲν οὖν αὐτὸν ἐκεῖνον νομίζουν την
παρὰ τῷ Ματθαίῳ· δείκνυται δὲ ἕτερος ὧν πρ
ἐκεῖνον, οὐκ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ
τῆς πίστεως. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ καὶ βουλόμενοι τον
Χριστὸν ἐλθεῖν, ἀξιοῖ μένειν· οὗτος δὲ εἰς τὴν οἰκία
ἕλκει· κἀκεῖνος μέν, Οὐκ εἰμὶ ἄξιος, λέγει αυτός
δὲ καὶ κατεπείγει· κἀκείνου μὲν ὁ παῖς παρέπει
κατείχετο, τούτου δὲ πυρετῷ.
Διὰ τί λέγει αὐτῷ· Πορεύου, ὁ υἱός σου ζη
Ἵνα δείξῃ αὐτῷ ὅτι καὶ ἀπών θεραπεύει· ἀσθενής
γὰρ ἦν ἐν τῷ λέγειν, ὅτι Κατάβηθι, Κύριε, α
ἀποθανεῖν τὸν Υἱόν μου.
Ὅτι οὐχ ἁπλῶς τὸν Δεύτερον, προσέθηκεν, αλλά
δεικνύς, ὅτι καὶ δευτέρου σημείου γενομένου, ο
πρὸς τὸ ὕψος τῶν Σαμαρειτῶν ἔφθασαν τῶν οὐδὲ ἐν
σημείον έωρακότων.
ΚΕΦΑΑ. Ε.
Ἑορτὴν ἐνταῦθα τὴν Πεντηκοστήν φησι.
εχῶς δὲ ἐν ταῖς ἑορταῖς ἐπιχωριάζει· τοῦτο μὲν
ἵνα δείξῃ μετ᾿ αὐτῶν ἑορτάζειν· τοῦτο δὲ διὰ τὸ
πλῆθος· μάλιστα γὰρ ἐν ταύταις ταῖς ἡμέρες
ἀφελέστεροι συνέτρεχαν.
Распознавание текста
col. 1235–1236page 106 of 200
PG 106:1235Οτι τὸ ἐν τῇ προβατική κολυμβήθρα τελούμενον, τύπος ἦν τοῦ βαπτίσματος. Οτι οὓς ἀπῄτει πίστιν οὐ πρὸ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ μετὰ τὸ ἰδεῖν αὐτὸν θαύματα πεποιηκότα ἀπῄτει. Ηρε δὲ τὸν ἑαυτοῦ κράβαττον, ἐπειδὴ ἅμα ήκουσε, πιστεύσας ηγέρθη. Διὰ τί οὐκ ἐρωτῶσιν αὐτόν, Τίς ἐστιν ὁ ποιήσας ὑγιῆ; ἀλλ', Ὁ εἰπών σοι· Αρον τὸν κράββατόν σου; Από πολλῆς κακουργίας· ἄνω γὰρ καὶ κάτω τὴν δοκοῦσαν παράβασιν εἰς μέσον ἦγον τοῦ Σαββάτου. Διὰ τί ἐξένευσε ποιήσας τὸ θαῦμα; "Ινα μὴ πλέον παρασκευάσῃ αὐτοὺς ἐκκαῆναι· οἶδε γὰρ καὶ ὄψις μόνη τοῦ διαφθονουμένου οὐ μικρὸν τοῖς βασκαίνουσιν ἐνιέναι σπινθήρα. Διὰ τί λέγει· Ιδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρ τανε; "Αμα μὲν ὅτι ἐξ ἁμαρτιῶν ἐτέχθη τῷ ἀν θρώπῳ τὸ νόσημα· ἔπειτα δὲ ἵνα μάθωμεν ὡς ἡ ἀτελεύτητος κόλασις, οὐκ ἔχει ἀποκατάστασιν· οὖ τος γὰρ ἁμαρτήσας, μικροῦ δεῖν ὅλην ζωήν ἀνθρώ. που κολάζετο. Οὐδὲ γὰρ ἐν χρόνῳ τὰ ἁμαρτήματα κρίνεται, ἀλλ' ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν πεπλημμελημένων· καὶ τοῦτο δὲ μανθάνομεν, ὅτι κἂν χαλεπήν δῶμεν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν δίκην, εἶτα τοῖς αὐτοῖς περιπέσωμεν, χαλεπώτερα πολλῷ πεισόμεθα μᾶλλον ὡς ἀναίσθητος γὰρ καὶ καταφρονητής κολάζεται τότε. Καὶ διὰ τί οὐ πάντες ὧδε παιδεύονται; "Οτι μακροτέρας δέονται κολάσεως, ἢ κατὰ χρόνον ζωῆς ἀνθρωπίνης· καὶ ὅτι τοῦτό ἐστι, λέγοντος ἄκουσον Παύλου· Κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. "Οτι τὰ νοσήματα ἢ δι᾽ ἁμαρτίας, ὥσπερ καὶ ἐν ταῖς Βασι λείαις ὁρῶμέν τινα ποδαλγία κατασχεθέντα· καὶ δι' εὐδοκίμησιν ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ· γίνεται καὶ ἀπὸ ῥᾳ θυμίας καὶ ἀπὸ γαστριμαργίας. Οτι τὸ, Ο Πατήρ μου ἕως ἄρτι εργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι, τὸ ὁμοιούσιον δείκνυσι· καὶ ἀνάγων αὐτοὺς ἕνα προσέχωσιν αὐτῷ ὡς Θεῷ· ὅτι ἡ προ νοητική δύναμις καὶ ἐν Σαββάτῳ ἐστί· ῥεῖ γὰρ τὸ ὕδωρ καὶ σπερμαίνει πάντα, καὶ αὔξει καὶ κινεῖται. Τὸ, Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ ποιεῖν οὐδὲν, ἀντὶ τοῦ, Ανευ τοῦ Πατρός· ήγουν, οὐδὲν ἀλλότριον, οὐδὲν ξένον. Εἰ γὰρ μὴ τοῦτό ἐστι τὸ, Ο Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι, ἐναντιωθήσεται τού τι τὸ ῥητόν "Α γὰρ, φησὶν, ὁ Πατήρ ποιεῖ, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ· καὶ τοῦτο δὲ πάλιν τὸ ὁμοούσιον κυροῖ. Καὶ μετ' ὀλίγα· Τό, Οὐ δύναται, οὐκ ἀσθενείας, ἀλλὰ τῆς ἄκρας πρὸς τὸν Πατέρα ταυτο φυΐας με πίστωσις· τὸ γὰρ ἀδύνατον ἐφ᾽ Υἱοῦ οὐ τὸ ἀνεγχώρητον δείκνυσιν· ὡς τὸ ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, οὐκ ἀσθενείας, ἀλλ᾽ ἄκρας δυνάμεως ένδειξις. Σφόδρα γὰρ ἐν τῷ ἀληθεύειν πολλὴν ἔχων τὴν δύ ναμιν, οὐκ ἂν ὑπ' ἀσθενείας κατενεχθείη πρὸς τὸ ψεῦδος· οὕτως τὸ, Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ ποιεῖν οὐδὲν, ἀνεχώρητόν φησι τὸν Υἱὸν διῃρημέν νην τοῦ Πατρὸς ἔχειν ενέργειαν. Οὐ γὰρ δυνατὸν τὸ γέννημα δίχα τοῦ γεννήσαντος τί ποιεῖν· οὐκ ἐγχωρεῖ τὸ ἀπαύγασμα δίχα τοῦ Πατρὸς ἀνατέλλειν οὐκ ἔνεστι τὴν κλάδον δίχα τῆς ῥίζης φέρειν καρ
IN JOANNEM.
VERS. 2. Quod in probatica piscina complebatur,
figura erat baptismi.
SCHOLIA VETERA
Οτι τὸ ἐν τῇ προβατική κολυμβήθρα τελούμενον,
τύπος ἦν τοῦ βαπτίσματος.
Οτι οὓς ἀπῄτει πίστιν οὐ πρὸ τῶν θαυμάτων,
ἀλλὰ μετὰ τὸ ἰδεῖν αὐτὸν θαύματα πεποιηκότα
ἀπῄτει.
Ηρε δὲ τὸν ἑαυτοῦ κράβαττον, ἐπειδὴ ἅμα ήκουσε,
πιστεύσας ηγέρθη. Διὰ τί οὐκ ἐρωτῶσιν αὐτόν, Τίς
ἐστιν ὁ ποιήσας ὑγιῆ; ἀλλ', Ὁ εἰπών σοι· Αρον
τὸν κράββατόν σου; Από πολλῆς κακουργίας· ἄνω
γὰρ καὶ κάτω τὴν δοκοῦσαν παράβασιν εἰς μέσον
ἦγον τοῦ Σαββάτου.
Διὰ τί ἐξένευσε ποιήσας τὸ θαῦμα; "Ινα μὴ πλέον
παρασκευάσῃ αὐτοὺς ἐκκαῆναι· οἶδε γὰρ καὶ ὄψις
μόνη τοῦ διαφθονουμένου οὐ μικρὸν τοῖς βασκαί
νουσιν ἐνιέναι σπινθήρα.
Διὰ τί λέγει· Ιδε, ὑγιὴς γέγονας, μηκέτι ἁμάρ
τανε; "Αμα μὲν ὅτι ἐξ ἁμαρτιῶν ἐτέχθη τῷ ἀν
θρώπῳ τὸ νόσημα· ἔπειτα δὲ ἵνα μάθωμεν ὡς ἡ
ἀτελεύτητος κόλασις, οὐκ ἔχει ἀποκατάστασιν· οὖτος γὰρ ἁμαρτήσας, μικροῦ δεῖν ὅλην ζωήν ἀνθρώ.
που κολάζετο. Οὐδὲ γὰρ ἐν χρόνῳ τὰ ἁμαρτήματα
κρίνεται, ἀλλ' ἐν αὐτῇ τῇ φύσει τῶν πεπλημμελημένων· καὶ τοῦτο δὲ μανθάνομεν, ὅτι κἂν χαλεπήν
δῶμεν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν δίκην, εἶτα τοῖς αὐτοῖς πε
ριπέσωμεν, χαλεπώτερα πολλῷ πεισόμεθα μᾶλλον·
ὡς ἀναίσθητος γὰρ καὶ καταφρονητής κολάζεται
τότε. Καὶ διὰ τί οὐ πάντες ὧδε παιδεύονται; "Οτι
μακροτέρας δέονται κολάσεως, ἢ κατὰ χρόνον ζωῆς
ἀνθρωπίνης· καὶ ὅτι τοῦτό ἐστι, λέγοντος ἄκουσον
Παύλου· Κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου παιδευόμεθα,
ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. "Οτι τὰ
νοσήματα ἢ δι᾽ ἁμαρτίας, ὥσπερ καὶ ἐν ταῖς Βασι
λείαις ὁρῶμέν τινα ποδαλγία κατασχεθέντα· καὶ δι'
εὐδοκίμησιν ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ· γίνεται καὶ ἀπὸ ῥᾳθυμίας καὶ ἀπὸ γαστριμαργίας.
Οτι τὸ, Ο Πατήρ μου ἕως ἄρτι εργάζεται,
κἀγὼ ἐργάζομαι, τὸ ὁμοιούσιον δείκνυσι· καὶ ἀνάγων
αὐτοὺς ἕνα προσέχωσιν αὐτῷ ὡς Θεῷ· ὅτι ἡ προνοητική δύναμις καὶ ἐν Σαββάτῳ ἐστί· ῥεῖ γὰρ τὸ
ὕδωρ καὶ σπερμαίνει πάντα, καὶ αὔξει καὶ κινεῖται.
Τὸ, Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ ποιεῖν οὐδὲν,
ἀντὶ τοῦ, Ανευ τοῦ Πατρός· ήγουν, οὐδὲν ἀλλότριον,
οὐδὲν ξένον. Εἰ γὰρ μὴ τοῦτό ἐστι τὸ, Ο Πατήρ μου ἕως
ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι, ἐναντιωθήσεται τού
τι τὸ ῥητόν "Α γὰρ, φησὶν, ὁ Πατήρ ποιεῖ, ταῦτα καὶ
ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ· καὶ τοῦτο δὲ πάλιν τὸ ὁμοούσιον
κυροῖ. Καὶ μετ' ὀλίγα· Τό, Οὐ δύναται, οὐκ
ἀσθενείας, ἀλλὰ τῆς ἄκρας πρὸς τὸν Πατέρα ταυτοφυΐας με πίστωσις· τὸ γὰρ ἀδύνατον ἐφ᾽ Υἱοῦ οὐ
τὸ ἀνεγχώρητον δείκνυσιν· ὡς τὸ ἀδύνατον ψεύσασθαι
Θεόν, οὐκ ἀσθενείας, ἀλλ᾽ ἄκρας δυνάμεως ένδειξις.
Σφόδρα γὰρ ἐν τῷ ἀληθεύειν πολλὴν ἔχων τὴν δύναμιν, οὐκ ἂν ὑπ' ἀσθενείας κατενεχθείη πρὸς τὸ
ψεῦδος· οὕτως τὸ, Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ
ποιεῖν οὐδὲν, ἀνεχώρητόν φησι τὸν Υἱὸν διῃρημέν
νην τοῦ Πατρὸς ἔχειν ενέργειαν. Οὐ γὰρ δυνατὸν τὸ
γέννημα δίχα τοῦ γεννήσαντος τί ποιεῖν· οὐκ
ἐγχωρεῖ τὸ ἀπαύγασμα δίχα τοῦ Πατρὸς ἀνατέλλειν·
οὐκ ἔνεστι τὴν κλάδον δίχα τῆς ῥίζης φέρειν καρVERS. 6. Non fidem ab eis exigebat ante miracula, sed postquam illum miracula facientem
viderant, exigebat.
VERS. 9. Tulit grabatum suum, cum simul audivit, credens surrexit. Cur non illum interrogant:
Quis est qui fecit te sanum, Qui dixit tibi: Tolle
grabatum tuum? Ob magnam malitiam; nam indis
criminatim transgressionem quam libuerat intra
Sabbatum admittebant.
VERS. 13. Cur declinavit postquam miraculum
fecissel? Ne magis his præberet excitationis occasionen). Sciebat enim visum solum ejus quem oderint non parvam invidis scintillam injicere.
VERS. 14. Cur dicit: Eece, sanus factus es, noli
peccare? Simul quidem, quia e peccatis homini
morbus ortus est; deinde autem, ut discamus supplicium æternum non habere redhibitionem. Iste
enim quia peccaverat, fere totam hominis per vitam puniebatur. Non enim ex tempore peccata fudicantur, sed ex natura ipsa offensarum. Et id
discimus quia licet asperam demus de peccato purnam, si deinde in eadem incidamus, multo acerbiora fore credendum est. Ut insensibilis et contemptor tunc punitur: et cur non omnes ibi corri·
piuntur? quia longiore indigent pœna quam pro
tempore humanæ vitæ; et quod sic se res habeat
audi Paulum dicentem; Judicati a Domino corripimur, ne cum hoc mundo damnemur. Morbi incurrunt ob peccatum, ut in palatiis videmus aliquem
podagra laborantem, et ob bonam famam, ut in
Job videmus; oriuntur etiam e pigritia et gula.
VERS. 17. Pater meus usque modo operatur et
ego operor, consubstantialitatem ostendit; et eos
inducit ab obediendum illi ut Deo; quia Providentiæ virtus et in Sabbato exsistit; fluit enim aqua, et
omnia seminantur, crescunt et moventur.
Voss. 19. Non potest filius a se farere quidquam,
pro Sine Patre; id est nihil alienum, nibil exterum.
Si enim jøtud non idem est ac: Pater meus usque
modo operatur et ego operor, contradictoria forent
hæc verba inter se. Qua enim, ait, Pater facit, hac
et Filius similiter facit: etid rursus consubstantia -
litatem arguit. Εt paulo post. Non potest, argumen
tum est non infirmitatis, sed summæ Patri similitudinis. Nam impossibilitas in filio non illicitum
signifcal, ut impossibilitas mentiendi in Deo indicium est non infirmitatis, sed summæ potestatis.
Nam magnam maxime ad dicendam veritatem hahens potentiam, non infirmitate ferretur unquam
ad mendacium; ita cum non potest Filius a se fa.
cere quidquam, illicitum dicitur esse filio ut habeat distinctam a patre operationem. Non enim
possibile est genitum extra genitorem quidquam
facere, non licet splendorem extra patrem emittere.
non licet truncum extra radicem fructum facere;.
Распознавание текста
col. 1237–1238page 107 of 200
PG 106:1237πόν· οὐ δύναται ῥεῖν ποταμὸς τῆς βλυζούσης της ο Ει μένος πηγῆς. Πῶς οὖν, μακάριε, ερμήνευσαν ἡμῖν, εὐαγγελιστά, τὸ τοιοῦτον· εἰπὲ τὸ ἀκόλουθον ὁ ἐ έκρυψεν "Αρειος. Καὶ μετ' ὀλίγα Ὥσπερ εἴ τις κα κοῦργος καὶ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐκ τῶν Γραφῶν ἀπ δεῖξαι τολμήσει. Εἰ γάρ τις τὸ, Εἶπεν ἄφρων ἐν καρ δίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεὸς, τὴν ἀρχὴν ἀφελόμενος, λέγει τὴν Γραφήν ειρηκέναι μὴ εἶναι Θεόν, προφέρων μόνον τὸ, Οὐκ ἔστι Θεός, ἆρ' οὐ δόξειε τοῖς ἀγνοῦσιν ἐκ τῶν Γραφών διαλέγεσθαι; ἀλλ' ὅμως κατατεμών τὴν Γραφὴν ἀσεβής, ἀλλ' οὐχ ὡς ἐκ Γραφῆς λαϊῶν εὐσεβῆς ὁ τοιοῦτος, τὴν Γραφὴν ἑαυτῇ πολεμούσει δεικνὺς τὴν ἀλήθειαν ψεῦδος διελέγχειν πειράται, Τοῦτο καὶ σὺ ποιεῖς, ὦ Αρεις. Διὰ τί γὰρ γράψας, Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ ποιεῖν οὐδὲν, οὐκέ προσέθηκας τὸ ἀκόλουθον· γὰρ ἂν ὁ Πατὴρ ποιή, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ; ᾿Αλλ' ἐφοβήθη; τοῦτο προσθεῖναι, ἔδεισας τὸν ἀναφυόμενον ἔλεγχον, Εἰ γὰρ ὁμοίως τῷ Πατρὶ ποιεί, δηλονότι μετά απ θεντίας ποιεῖ, δῆλον ὡς οὐχ ὁμοίως ποιεῖ· μάτην κατὰ σέ γε βοῇ· γὰρ ἂν ὁ Πατὴρ ποιεῖ, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. Τὸ γὰρ Ομοιον ψεύδεται, εἰ μὴ κατὰ πάντα ὅμοιον, ἢ διὰ τοῦτο κατέκρυψας. Οὐχ ἕτερα μὲν ὁ Πατήρ, ἕτερα δὲ ὁ Υἱός ἀπεργεν ζεται, ἀλλὰ ταῦτα ποιεῖ ἅπερ ἐκεῖνος ποιεῖ. Τί ούν, εἴποι, εἰ μὲν τὰ αὐτὰ ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ, ἀσθενεστέρα δὲ δυνάμει καὶ τρόπω προσχωρούμενος; Διὰ τοῦ φησὶν, εἶπον· Ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ Ακούεις, ὦ Αρειε, τό, Ομοίως, καὶ τὸ ἀνόμοιονλί γεις; Ομοίως ποιεῖ μετὰ τῆς αὐτῆς αὐθεντία, μετὰ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Εἰ γὰρ ὡς ὑπεχνίων ποιεῖ, οὐχ ὁμοίως ποιεῖ· εἰ ὁμοίως ποιεῖ, οὐχ ὡς ὑπακούων ποιεῖ· εἰ ὡς κτίσμα ποιεί, οὐχ ὁμοίως τας Πῶς νοητέον τὸ, Καὶ μείζονα τούτων δείξει απ τῷ ἔργα ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε; Τὸ δὲ, Δείξει, τίμι λέγει, ἵνα τὴν μανίαν αὐτῶν συστείλῃ. Τὸ δὲ μείξτ ποιῆσαι Χριστὸν, τί ἐστιν ἄλλο, ἀλλὰ νεκρός ἐγεῖραι; Το Ωσπερ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς κα ζωοποιεῖ, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεί Τὸ μὲν γὰρ, Ὥσπερ ὁ Πατὴρ ἐγείρει, τῆς δικ μεως δείκνυσι τὴν ἀπαραλλαξίαν· τὸ δὲ, Οές θέλει ζωοποιεῖ, τῆς ἐξουσίας τὴν ἰσότητ Καὶ ἄλλως· Τὴν πρὸς τὸν Πατέρα ταυτότητα να τοῦ, ὥσπερ καὶ οὕτως, ἐνδείξαντος, σὺ τοῦτο χρό μας, τούτο μόνον τὸ εὐθὺς ἀκόλουθον ἔγραψες. Οι γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίση πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ· ἐκ τοῦ, δέδωκεν, υπο νηρέ, τὸν Υἱὸν διαβάλλειν θελήσας. Δέον γὰρ πάπι γράψαι τὴν λέξιν ἔχουσαν οὕτως• Ωσπερ γὰς ἐ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεί, είτε καὶ ὁ Υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ· οὐδὲ γὰρ ὁ Πατές κρίνει οὐδένα, πᾶσαν δὲ τὴν κρίσιν δέδωκε το Υἱῷ. Εἰ γὰρ ἄδεις συνηγοροῦσαν σοι τὴν Γραφήν οὐκ ἂν ἐνόθευσας ταύτην, οὐκ ἂν ἔκρυψας τ ὑψηλὰ τοῦ Χριστοῦ, οὐκ ἂν τὰ μὲν τῆς Γραφῆς παρεποίησας, τῶν δὲ τὰς ἀρχὰς μόνας προέγραψα τῶν δὲ τὰς τελευταίας μόνας προσβάλου· ἀλλ' είδαν
nou polest fuere rivus distinctus a fonte e quu πόν· οὐ δύναται ῥεῖν ποταμὸς τῆς βλυζούσης της
oritur. Quoquo modo igitur, beate Evangelista,
istud nobis interpretare, dic consequentia quæ obscuravit Arius. Et post pauca. Ut si quis homo nequam Deum non esse ex Scripturis demonstrare
ausus fuerit, si quis enim per illud, Dixit insipiens
in corde suo: Non est Deus. primis verbis ademptis,
dixerit Scripturam affirmare Deum non esse, proferens tantum, Non est Deus, a quo videbitur ignorantibus e Scripturis disseruisse? Sed similiter
Scripturam lacerans impius, sed non prout e Scri·
ptura loquitur impius est iste, Scripturam sibi pugnantem ostendens veritatem de mendacio convincere nititur. Hoc enim tu facis, ο Arie. Cur enim
postquam scripsisti, Non potest Filius a se facere
quidquam, minime adjecisti quæ sequuntur. Qua
enim Puter fecerit, hæc et Filius similiter facit? Sed
timuisti hoc adjicere, veritus ortam înde demonstrationem. Si enim similiter Patri facit, evidenter
cum auctoritate facit, ergo non similiter facit:
incassum juxta te clamat, Que enim Pater facit,
hac et Filius similiter facit; Similiter, enim mentitur, si de omnibus non dicitur similiter, vel tu per
hoc obscuravisti.
Non alia quidem Pater, alia vero filius operatur;
sed hæc facit quæ ille facit. Cur igitur diceret, si
filius eadem facit ac pater, infirmiore potentia et
modo inferior est? ob hoc dixi, ait: 11æc et Filius
similiter facit. Aulis, Arie, Similiter, et tu dicis
Non similiter? similiter facit cum eadem virtute,
cum eadem potestate. Si enim ut obediens facit,
pou similiter facit; si ut creatura facit, non similiter facit.
VERS. 20. Quomodo intelligendum: Et majora
his demonstrabit ei opera, ut vos miremini? Demonstrabit, rursus dicitur ut furorem corum reprimat;
majora autem faciet Christus, quid est aliud, nisi
imorínos suscitare?
VERS. 21. Sicut Pater suscitat mortuos et vivificat, ita et Filius quos vult vivificat. Nam dicendo:
Sicut Pater suscitat, potentia ostendit æqualitatem;
et, Quos vult vivificat, potestatis paritatem.
VERS. 22. Ει aliter: Christo suam cum Patre
similitudinem per eas voces sicut et ita ostendente,
tu id occultans, hoc solum quod sequitur proxime
scripsisti: Non enim Pater judicat quemquam, sed
omne judicium dedit Filio. Ex illo verbo, Dedit, o
maligne, Filium deprimere voluisti. Necesse enim
erat exscribere lectionem quæ ita se habet: Sicut
enim Pater suscitat mortuos et vivificat, ita et Filius quos vult vivificat, num enim Pater judicat
quemquam, sed omne judicium dedit Filio. Si euim
vidisses consentientem tibi Scripturam, non illam
adulteravisses, non occultavisses Christi dignita -
Tem, non verba Scripturæ adulteravisses, non initia
sola exscripsisses, aut conclusiones solas protulisses; sed si in onmi justitia locutus esses, salva
μένος πηγῆς. Πῶς οὖν, μακάριε, ερμήνευσαν ἡμῖν,
εὐαγγελιστά, τὸ τοιοῦτον· εἰπὲ τὸ ἀκόλουθον ὁ ἐ--
έκρυψεν "Αρειος. Καὶ μετ' ὀλίγα Ὥσπερ εἴ τις κα
κοῦργος καὶ τὸ μὴ εἶναι Θεὸν ἐκ τῶν Γραφῶν ἀπ
δεῖξαι τολμήσει. Εἰ γάρ τις τὸ, Εἶπεν ἄφρων ἐν καρ·
δίᾳ αὐτοῦ· Οὐκ ἔστι Θεὸς, τὴν ἀρχὴν ἀφελόμενος,
λέγει τὴν Γραφήν ειρηκέναι μὴ εἶναι Θεόν, προφέρων
μόνον τὸ, Οὐκ ἔστι Θεός, ἆρ' οὐ δόξειε τοῖς ἀγνοῦσιν
ἐκ τῶν Γραφών διαλέγεσθαι; ἀλλ' ὅμως κατατεμών
τὴν Γραφὴν ἀσεβής, ἀλλ' οὐχ ὡς ἐκ Γραφῆς λαϊῶν
εὐσεβῆς ὁ τοιοῦτος, τὴν Γραφὴν ἑαυτῇ πολεμούσει
δεικνὺς τὴν ἀλήθειαν ψεῦδος διελέγχειν πειράται,
Τοῦτο καὶ σὺ ποιεῖς, ὦ Αρεις. Διὰ τί γὰρ γράψας,
Οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ἀφ' ἑαυτοῦ ποιεῖν οὐδὲν, οὐκέ
προσέθηκας τὸ ἀκόλουθον· γὰρ ἂν ὁ Πατὴρ ποιή,
ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ; ᾿Αλλ' ἐφοβήθη;
τοῦτο προσθεῖναι, ἔδεισας τὸν ἀναφυόμενον ἔλεγχον,
Εἰ γὰρ ὁμοίως τῷ Πατρὶ ποιεί, δηλονότι μετά απ
θεντίας ποιεῖ, δῆλον ὡς οὐχ ὁμοίως ποιεῖ· μάτην
κατὰ σέ γε βοῇ· γὰρ ἂν ὁ Πατὴρ ποιεῖ, ταῦτα
καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. Τὸ γὰρ Ομοιον ψεύδεται,
εἰ μὴ κατὰ πάντα ὅμοιον, ἢ διὰ τοῦτο κατέκρυψας.
Οὐχ ἕτερα μὲν ὁ Πατήρ, ἕτερα δὲ ὁ Υἱός ἀπεργεν
ζεται, ἀλλὰ ταῦτα ποιεῖ ἅπερ ἐκεῖνος ποιεῖ. Τί ούν,
εἴποι, εἰ μὲν τὰ αὐτὰ ὁ Υἱὸς τῷ Πατρὶ, ἀσθενεστέρα
δὲ δυνάμει καὶ τρόπω προσχωρούμενος; Διὰ τοῦ
φησὶν, εἶπον· Ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ
Ακούεις, ὦ Αρειε, τό, Ομοίως, καὶ τὸ ἀνόμοιονλί
γεις; Ομοίως ποιεῖ μετὰ τῆς αὐτῆς αὐθεντία,
μετὰ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Εἰ γὰρ ὡς ὑπεχνίων
ποιεῖ, οὐχ ὁμοίως ποιεῖ· εἰ ὁμοίως ποιεῖ, οὐχ ὡς
ὑπακούων ποιεῖ· εἰ ὡς κτίσμα ποιεί, οὐχ ὁμοίως τας
Πῶς νοητέον τὸ, Καὶ μείζονα τούτων δείξει απ
τῷ ἔργα ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε; Τὸ δὲ, Δείξει, τίμι
λέγει, ἵνα τὴν μανίαν αὐτῶν συστείλῃ. Τὸ δὲ μείξτ
ποιῆσαι Χριστὸν, τί ἐστιν ἄλλο, ἀλλὰ νεκρός
ἐγεῖραι;
Το Ωσπερ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς κα
ζωοποιεῖ, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεί
Τὸ μὲν γὰρ, Ὥσπερ ὁ Πατὴρ ἐγείρει, τῆς δικ
μεως δείκνυσι τὴν ἀπαραλλαξίαν· τὸ δὲ, Οές θέλει
ζωοποιεῖ, τῆς ἐξουσίας τὴν ἰσότητ
Καὶ ἄλλως· Τὴν πρὸς τὸν Πατέρα ταυτότητα να
τοῦ, ὥσπερ καὶ οὕτως, ἐνδείξαντος, σὺ τοῦτο χρό
μας, τούτο μόνον τὸ εὐθὺς ἀκόλουθον ἔγραψες. Οι
γὰρ ὁ Πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίση
πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ· ἐκ τοῦ, δέδωκεν,
υπο
νηρέ, τὸν Υἱὸν διαβάλλειν θελήσας. Δέον γὰρ πάπι
γράψαι τὴν λέξιν ἔχουσαν οὕτως• Ωσπερ γὰς ἐ
Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεί, είτε
καὶ ὁ Υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ· οὐδὲ γὰρ ὁ Πατές
κρίνει οὐδένα, πᾶσαν δὲ τὴν κρίσιν δέδωκε το
Υἱῷ. Εἰ γὰρ ἄδεις συνηγοροῦσαν σοι τὴν Γραφήν
οὐκ ἂν ἐνόθευσας ταύτην, οὐκ ἂν ἔκρυψας τ
ὑψηλὰ τοῦ Χριστοῦ, οὐκ ἂν τὰ μὲν τῆς Γραφῆς
παρεποίησας, τῶν δὲ τὰς ἀρχὰς μόνας προέγραψα
τῶν δὲ τὰς τελευταίας μόνας προσβάλου· ἀλλ' είδαν
Распознавание текста
col. 1239–1240page 108 of 200
PG 106:1239ἐπὶ πᾶσι δικαίοις ἐφθέγγου, σῶα πάντως τὰ κεφά λαια τῶν Γραφῶν προέφερες. Διὰ τί αὐτοῖς λέγει, ὅτι, Τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ; εἰς φόβον αὐτοὺς ἐμβάλλων· ὥσπερ δὲ τὸ. Εδωκε ζωὴν, ἀντὶ τοῦ, Εγέννησεν αὐτὸν ζῶντα, ἔστιν, οὕτως καὶ τὸ, *Εδωκεν αὐτῷ κρίσιν, ἀντὶ τοῦ, Κριτὴν αὐτὸν ἐγέν νησε. Πάλιν ἐκ τοῦ εἰπεῖν, ῾Ο Πατήρ μου ἕως άρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι, ἔδειξε τὸ ὁμότιμον. Ἠθέλησαν αὐτὸν διὰ τοῦτο ἀποκτεῖναι Ἰουδαῖοι· διὸ τὴν λέξιν μὲν καθυφίησι, τὰ νοήματα δὲ τὰ αὐτὰ προτίθησιν οὕτω λέγων· Οὐ δύναται ποιεῖν οὐδὲν ἀφ' ἑαυτοῦ ὁ Υἱός. Εἶτα πάλιν ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἀν ἀγει λέγων· γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, φησί, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως, φησί, ποιεῖ. Εἶτα πάλιν ἐπὶ τὸ ταπεινότερον· Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτως καὶ ὁ Υἱός. Εἶτα τὸ ταπεινὸν ὁμοῦ καὶ ὑψηλόν· Οὐδὲ γὰρ ὁ Πατὴρ κρί και οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ. Εἶτα ἐπὶ τὸ ὑψηλότατον· "Ινα πάντες τιμῶσι τὸν Υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν Πατέρα. Οὕτως τὸν λό γον ποικίλλει· ὥστε τοῖς μὲν τότε γενέσθαι εύπα ράδεκτον, καὶ τοὺς νῦν ὠφεληθῆναι ἀπὸ τῶν ὑψηλών. Εἶτα ὅτι συμπέπλεκται ἡ τιμὴ τοῦ Υἱοῦ τῇ τιμῇ τοῦ Πατρός, λέγει· Ὁ μὴ τιμῶν τὸν Υἱόν, οὐ τιμᾷ τὸν Πατέρα. Τὸ δὲ, Εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκε ἀπὸ τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ζωὴν, τὸ, Εἰς κρίσιν, ἀντὶ τοῦ. Οὐ κολάζεται, οὐ κατακρίνεται. Θάνατον δὲ, οὐ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν αἰώνιον· ὥσπερ καὶ ζωὴν, οὐ ταύτην, ἀλλὰ τὴν αἰωνίαν. Ερχεται ώρα καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροί ἀκούσωσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ ἀνθρώπου καὶ ζή σονται. Περὶ Λαζάρου καὶ τοῦτο ὁμοίως λέγει. "Ωσπερ γάρ, φησὶν, ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ. Τὴν τοῦ, ἔδωκε, λέξιν ἐνταῦθα τέθεικε ἐπὶ τῷ δεῖξαι μόνον τὰ δύο πρόσωπα· ἡ τοῦτο λέγει, τὸ ἐγείρειν νεκροὺ;, οὕτω καὶ τῷ Υἱῷ δέδωκε· τοῦτο δὲ, τῆς ὑποστάσεως τὸ ἀπαράλλακτον εἰσάγει. Το, Καθὼς ἀκούω κρίνω, δηλοί, οὐ διδασκαλίαν, ἀλλὰ τὸ τῆς ψήφου ἴσον· ὡς ἂν ἔλεγε· Οὕτω κρίνω ὡσανεὶ αὐτὸς ὁ Πατὴρ ὁ κρίνων εἴη. Τί λέγει· Η κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, καὶ τὰ ἑξῆς; Τοῦτο δὲ τοιοῦτόν ἐστιν Εμελλον λέγειν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Ἐὰν σὺ μαρτυρῇς περὶ σεαυτοῦ, ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθείας. Διὰ τοῦτο οὖν προλαβὼν τοῦτο εἶπε, ὡσανεὶ ἔλεγε· Ἴσως ἐρεῖτέ μοι· Σοὶ οὐ πιστεύομενοὐδὲ γὰρ ἑαυτῷ μαρτυρήσας ἀξιόπιστος ἐν ἀνθρώποις. Οὐ τοίνυν πρὸς τὴν ἀξίαν τὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸς τὴν ὑπόνοιαν τὴν ἐκείνων, καὶ τὴν μέλλουσαν παρ' ἐκείνων ἀντίθεσιν ἐπάγεσθαι, δεικνὺς αὐτοῖς ὅτι οἶδὲ αὐτῶν τὰ ἀπόῤῥητα τῆς διανοίας. Οταν δὲ λέ γει, ὅτι 'Αληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ, αὐτῶν δείκνυσι τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν. Οτι ὡς Θεὸν ἀξιόπιστον αὐτὸν ἔδει νομίζειν, τρεῖς παραγαγών μαρτυρίας τῶν λεγομένων, τὰ ἔργα τὰ ὑπ' αὐτοῦ γινόμενα, τοῦ Πατρὸς τὴν μαρτυρίαν, τὸ Ιωάννου κήρυγμα. Επιφέρει γοῦν· Αλλος ἐστὶν ὁ
ἐπὶ πᾶσι δικαίοις ἐφθέγγου, σῶα πάντως τὰ κεφά· omnino capita Scripturarum proposuisses. Cur diλαια τῶν Γραφῶν προέφερες. Διὰ τί αὐτοῖς λέγει,
ὅτι, Τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ; εἰς φόβον
αὐτοὺς ἐμβάλλων· ὥσπερ δὲ τὸ. Εδωκε ζωὴν, ἀντὶ
τοῦ, Εγέννησεν αὐτὸν ζῶντα, ἔστιν, οὕτως καὶ τὸ,
*Εδωκεν αὐτῷ κρίσιν, ἀντὶ τοῦ, Κριτὴν αὐτὸν ἐγέν
νησε. Πάλιν ἐκ τοῦ εἰπεῖν, ῾Ο Πατήρ μου ἕως άρτι
ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι, ἔδειξε τὸ ὁμότιμον.
Ἠθέλησαν αὐτὸν διὰ τοῦτο ἀποκτεῖναι Ἰουδαῖοι· διὸ
τὴν λέξιν μὲν καθυφίησι, τὰ νοήματα δὲ τὰ αὐτὰ
προτίθησιν οὕτω λέγων· Οὐ δύναται ποιεῖν οὐδὲν
ἀφ' ἑαυτοῦ ὁ Υἱός. Εἶτα πάλιν ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἀνἀγει λέγων· γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, φησί, ταῦτα
καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως, φησί, ποιεῖ. Εἶτα πάλιν ἐπὶ τὸ
ταπεινότερον· Ὥσπερ γὰρ ὁ Πατὴρ ἐγείρει τοὺς
νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτως καὶ ὁ Υἱός. Εἶτα τὸ
ταπεινὸν ὁμοῦ καὶ ὑψηλόν· Οὐδὲ γὰρ ὁ Πατὴρ κρίκαι οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ
Υἱῷ. Εἶτα ἐπὶ τὸ ὑψηλότατον· "Ινα πάντες τιμῶσι
τὸν Υἱὸν καθὼς τιμῶσι τὸν Πατέρα. Οὕτως τὸν λόγον ποικίλλει· ὥστε τοῖς μὲν τότε γενέσθαι εύπαράδεκτον, καὶ τοὺς νῦν ὠφεληθῆναι ἀπὸ τῶν ὑψηλών.
Εἶτα ὅτι συμπέπλεκται ἡ τιμὴ τοῦ Υἱοῦ τῇ τιμῇ τοῦ
Πατρός, λέγει· Ὁ μὴ τιμῶν τὸν Υἱόν, οὐ τιμᾷ τὸν
Πατέρα.
Τὸ δὲ, Εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκε
ἀπὸ τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ζωὴν, τὸ, Εἰς κρίσιν,
ἀντὶ τοῦ. Οὐ κολάζεται, οὐ κατακρίνεται. Θάνατον
δὲ, οὐ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν αἰώνιον· ὥσπερ καὶ ζωὴν,
οὐ ταύτην, ἀλλὰ τὴν αἰωνίαν.
Ερχεται ώρα καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροί
ἀκούσωσι τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ ἀνθρώπου καὶ ζή
σονται. Περὶ Λαζάρου καὶ τοῦτο ὁμοίως λέγει.
"Ωσπερ γάρ, φησὶν, ὁ Πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ,
οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ. Τὴν
τοῦ, ἔδωκε, λέξιν ἐνταῦθα τέθεικε ἐπὶ τῷ δεῖξαι
μόνον τὰ δύο πρόσωπα· ἡ τοῦτο λέγει, τὸ ἐγείρειν
νεκροὺ;, οὕτω καὶ τῷ Υἱῷ δέδωκε· τοῦτο δὲ, τῆς
ὑποστάσεως τὸ ἀπαράλλακτον εἰσάγει.
cit eis quia, Omne judicium dedit Filio? Illos ut
in metum injiciat; sicut autem, dedit ritam, pro,
genuit eum viventem, dicitur; ita, Dedit ei judicium,
pro, genuit eum judicem, dicitur. iterum, dicendo,
Pater meus usque modo operatur et ego operor,
ostendit paritatem dignitatis. Volebant eum propter hoc mactare Judaei; ideo sermonem quidem
omittit, sententias autem easdem profert ita dicendo: Non potest Filius a se facere quidquam.
Deinde iterum ad sublimia attollit dicens: Quæ enim
ille fecerit, hæc et Filius similiter facit. Deinde rursus aut humiliora descendens: Sicut enim Pater suscilat mortuos et vivificat, ita et Filius. Deinde humile simul et sublime: Neque enim Pater judicat
quemquam, sed omne judicium dedit Filio; postea
ad sublimissima; Ut omnes honorificent Filium,
sicut honorificant Patrem. la sermonem variat, ut
his quæ tunc audiebant fleret acceptabilis, et his
qui nunc legunt utilitatem præstet ex sublimitate
sermonis. Deinde quia completus est honor Filii
honore Patris, dicit: Qui non honorificat Filium,
non honorificat Patrem.
Το, Καθὼς ἀκούω κρίνω, δηλοί, οὐ διδασκαλίαν,
ἀλλὰ τὸ τῆς ψήφου ἴσον· ὡς ἂν ἔλεγε· Οὕτω κρίνω
ὡσανεὶ αὐτὸς ὁ Πατὴρ ὁ κρίνων εἴη. Τί λέγει· Η
κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστὶν, ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα
τὸ ἐμὸν, καὶ τὰ ἑξῆς; Τοῦτο δὲ τοιοῦτόν ἐστιν
Εμελλον λέγειν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Ἐὰν σὺ μαρτυρῆς περὶ σεαυτοῦ, ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν
ἀληθείας. Διὰ τοῦτο οὖν προλαβὼν τοῦτο εἶπε,
ὡσανεὶ ἔλεγε· Ἴσως ἐρεῖτέ μοι· Σοὶ οὐ πιστεύομεν
οὐδὲ γὰρ ἑαυτῷ μαρτυρήσας ἀξιόπιστος ἐν ἀνθρώποις. Οὐ τοίνυν πρὸς τὴν ἀξίαν τὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸς
τὴν ὑπόνοιαν τὴν ἐκείνων, καὶ τὴν μέλλουσαν παρ'
ἐκείνων ἀντίθεσιν ἐπάγεσθαι, δεικνὺς αὐτοῖς ὅτι
οἶδὲ αὐτῶν τὰ ἀπόῤῥητα τῆς διανοίας. Οταν δὲ λέγει, ὅτι 'Αληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ, αὐτῶν
δείκνυσι τῶν πραγμάτων τὴν φύσιν.
Οτι ὡς Θεὸν ἀξιόπιστον αὐτὸν ἔδει νομίζειν, τρεῖς
παραγαγών μαρτυρίας τῶν λεγομένων, τὰ ἔργα τὰ
ὑπ' αὐτοῦ γινόμενα, τοῦ Πατρὸς τὴν μαρτυρίαν, τὸ
Ιωάννου κήρυγμα. Επιφέρει γοῦν· Αλλος ἐστὶν ὁ
VERS. 24. In judicium non venit, sed transiit a
morte ad vitam; in judicium, pro, non punitur et
non condemnatur, dicit. Mors illa non est præsens
mors, sed æterna; sicut vita non est præsens, sed
æterna vita.
VERS. 25. Venit hora et nunc est, quando mortui audient vocem Filii hominis et vivent. De Lazaro
et id similiter dicit.
VERS. 26. Sicut enim, ait, Pater habet vitam in
semetipso, ita dedit et Filio habere vitam in semelipso, hanc vocem dedit ibi adhibet ad ostendendum tantum duas personas; vel id dicit, suscitare
mortuos, ita et dedit Filio, boc autem hypostasis
similitudinem inducit.
VERS. 30. Sicut audio judico, ostendit non magisterium, sed sententiae paritatem; quasi diceret:
Ita judico, ut ipse Paler julicaret. Quid significat:
Judicium meum justum est, quia non quæro volun -
tatem meam, etc? Istud tale est: Debuerunt Judæi
dicere illi: Si tu testimonium dederis de te ipso, les
timonium tuum non est verum. Ideo igitur præveniens id dixit, quasi diceret: Forsan dicelis mili:
Non tibi credimus; non enim qui de se testimonium
dal, dignus tide est inter homines. Non igitur propter suam dignitatem, sed propter illorum suspicionem, et objectionem quæ ab illis opponi debebat, ostendit eis se cogitationes eorum abscondita
noscere quum vero dicit verum esse suum testimonium, ostendit rerum ipsarum naturam.
VERS. 31. Quod ut Deumn credibilem illum habere
oporteat, tria profert testimonia suorum dictorum,
opera quæ ab ipso sunt facta, Patris testimonium,
et Joannis præconium. Infert nempe, Alius est qui
Распознавание текста
col. 1241–1242page 109 of 200
PG 106:1241μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ, περὶ Ἰωάννου λέγων. Ἵνα δὲ μὴ λέγωσιν, ὅτι Χαριζόμενός σοι τοῦτο ἐποίησεν, ἐπ φέρει· Ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ιωάννην καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ· οὐκ ἂν δὲ, φησὶν, ἀπεστείλατε, εἰ μὴ ἀξιόπιστον αὐτὸν ἡγεῖσθε. Τί ἐστι τὸν Ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου την μαρτυρίαν οὐ λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε; Ἐγὼ μὲν, φησί, οὐκ ἐδεόμην τῆς τούτου μαρτυρίας, Θεὸς ὤν, τῆς ἀνθρωπίνης· ἐπειδὴ δὲ μᾶλλον αὐτῷ προσέχετε ἤπερ ἐμοί, διὰ τοῦτο ὑμᾶς ἀναμιμνήσκω τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ. Λύχνον δὲ καιόμενον λέγει τὸν Ἰωάννην, διὰ τὸ μὴ οίκοθεν ἔχειν τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος. Τί ἐστι τὸ, Υμεῖς ἠθελήσατε ἀγαλ λιασθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ; Δηλοί ὅτι ἀπεδέξαντο μὲν τὰ εἰρημένα παρὰ Ἰωάννου, καὶ ὀρθὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν εἶχον, ἀλλὰ πρόσκαιρος ἦν καὶ ἀβέβαιος ἐκείνη ἡ σπουδή. Εἰ γὰρ ἐπέμειναν, ταχέως ἂν αὐτούς ἐχειραγώγησε πρὸς Χριστόν. Τί δέ ἐστι τὸν Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω; Τοῦ Ἰωάννου, καὶ ποίαν ταύτην, δηλῶν λέγει· Τα έργα & ἔδωκέ μοι ὁ Πατὴρ ἵνα ποιώ, αὐτὰ μαρ τυρεῖ ὅτι ὁ Πατήρ με ἀπέστειλεν, Οτι ὁ πέμψας με Πατὴρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. Ποῦ; Ὅτ' ἂν εἶπεν· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. Τί ἐστι τὸν οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε, Τούτο λέγει, ὅτι περὶ Θεὸν οὔτε φωνή ἐστιν, ούτε εἶδος· τοῦτο δὲ εἶπεν ἵνα μὴ ἔχωσι λέγειν ότι Μωσεί λελάληκεν ὁ Θεός. Οὐκ εἶπεν, Ανάγνωτε, ἀλλ', Ερευνᾶτε· οὐ γὰρ ἡ ψιλὴ ἀνάγνωσις παριστᾷ τὴν γνῶσιν, ἀλλ᾽ ἡ ἀκριβῆς κατανόησις παρίστησι τὸ ζητούμενον. Περὶ τίνος λέγει, ὅτι 'Ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε; Περὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου λέγειὁ ΚΕΦΑΛ. Γ'. Διὰ τί ἀπῆλθε πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος; Διὰ τὸ μὴ ἐκ τῶν εἰρημένων φθόνον κινηθῆναι. Διὰ τί οὐκ ἀνῆλθεν οὖν εἰς τὸ Πάσχα, ἀλλ᾽ εἰς τὴν Γαλιλαίαν, κἀκεῖθεν εἰς Καπερναούμ; Ἠρέμα λοιπὸν ὑπεκλύων τὸν νόμον, ἀφορμὴν λαμβάνων ἀπὸ τῆς Ἰουδαϊκῆς πονηρίας. Τί ἐστι τὸ, Αναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ, εἶπεν; "Οτι οὐδέποτε ἁπλῶς ἐκάθητο, ἀλλὰ μετά κηδεμονίας τῆς πρὸς τοὺς μαθητάς. Τί ἐστιν ὅτι σὲ μὲν ἄλλοι εὐαγγελισταί τοὺς μαθητάς φασι προσελθόντας ἐρωτᾷν καὶ παρακαλεῖν ὥστε μὴ ἀπολύσε αὐτοὺς νήστεις, οὗτος δὲ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸν Φίλιππον ἐρωτηθῆναι παρὰ Χριστοῦ; Δοκεῖ οὖν μοι ἀμφότερα εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ γενόμενα και ροῦ. Διὰ τί ἐρωτᾷ τὸν Φίλιππον; Ἐπειδὴ ἐγίνωσκε, τίς ἐδέετο πλείονος διδασκαλίας· οὗτος γὰρ ἐστιν ἐ λέγων· Δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα, καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. Διὰ τί λέγει· Πόθεν [ἀγοράσομεν άρτους,]
testimonium perhibet de me, et scio quia verum est μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ
testimonium ejus; de Joanne loquens. Ne autem
dicant, ut tibi placeret, hoc fecit, addit: Vos mi.
sistis ad Joannem, et testimonium perhibuit veritati.
Non enim, ait, misissetis, si non credibilem illumn
labuissetis.
VERS. 34. Quid: est Ego non ab homine lestinonium recipio; sed hac dico ut vos salvi silis? ego
quidem, inquit, non egebam illius testimonio, cum
Deus sim, humano. Quoniam autem magis illi
olmatitis quam mili, ideo vobis testimonium cjus
profero.
VERS. 35. Lucernam ardentem vocal Joannem,
quia non propriam lucem habebat scd lucem spiritus gratia. Quid est: Vos voluistis ad horam exsullare in luce ejus? ostenditur quia receperant quidem quæ a Joanne dicebantur, et rectum de illo
judicium egerant, Bel temporale et non stabile fuit
hoe studium. Si enim perseverassent, celeriter eos
manuduxisset ad Christum.
Vers. 36. Quid est: Ego autem habeo testimonium majus? id est, majus Joannis testimonio; et
quale sit istud ostendens dicit: Opera enim quae
dedit mihi Paler ut faciam, testimoniam perhibet quia
Pater misit me.
Vers. 37. Qui minit me Pater, ipse testimonium
perhibuit de me. Ubi? quando dixit; Hic est Filiua
meus dilectus.
Quid est: Neque vocem ejus audistis? id dicit,
quia in Deo non vos est neque facies; et ne dicere
possint Moysi Deum locutum fuisse.
VERS. 59. Non dicit, Legite, sed, Scrutamini. Non
enim mera lectura præstaret scientiam, sed assidua
meditatio præstat quod quæritur.
VER». 43. De quo dicit: Si alius venerit in nomine suo illum recipietis? De Antichristo loquilur.
CAPUT VI.
VERS. 1. Cur abiit trans mare Galilea Tiberiadis? ut ex his quæ dixerat invidiam non excitaret.
VERS. 3. Cur non ascendit in Pascha, sed in Galilaea, et illic in Capliarnaun? sensim tandem legem
solvebat, occasionem sumens e Judæorum malitia.
VERS. 5. Quidt, Sublevans oculos suos et videns,
dixit Quia nunquam simpliciter consedit, sed curam habendo de suis discipulis. Quid est, quod alii
evangelistæ dixerint discipulos accedentes interrogare et hortari ne sinat ſame perire, Joannes autem Philippum a Christo interrogari? Mihi ergo
videtur utraque esse vera, sed non in eodem tempore habita. Cur interrogat Philippum? quoniam
sciebat quis indigeret majore institutione. Iste
enim est qui dicit: Ostende nobis Patrem et sufficit
yobis. Cur dicit: Unde ememus pancs, ut manducent
ki? Num ut ignorans quæ fieri debebant? absit;
μαρτυρία αὐτοῦ, περὶ Ἰωάννου λέγων. Ἵνα δὲ μὴ
λέγωσιν, ὅτι Χαριζόμενός σοι τοῦτο ἐποίησεν, ἐπ:-
φέρει· Ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ιωάννην καὶ
μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ· οὐκ ἂν δὲ, φησὶν, ἀπ
εστείλατε, εἰ μὴ ἀξιόπιστον αὐτὸν ἡγεῖσθε.
Τί ἐστι τὸν Ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου την μαρτυ
ρίαν οὐ λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς
σωθῆτε; Ἐγὼ μὲν, φησί, οὐκ ἐδεόμην τῆς τούτου
μαρτυρίας, Θεὸς ὤν, τῆς ἀνθρωπίνης· ἐπειδὴ δὲ
μᾶλλον αὐτῷ προσέχετε ἤπερ ἐμοί, διὰ τοῦτο ὑμᾶς
ἀναμιμνήσκω τῆς μαρτυρίας αὐτοῦ.
Λύχνον δὲ καιόμενον λέγει τὸν Ἰωάννην, διὰ τὸ
μὴ οίκοθεν ἔχειν τὸ φῶς, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς τοῦ Πνεύμα
τος χάριτος. Τί ἐστι τὸ, Υμεῖς ἠθελήσατε ἀγαλ
λιασθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ; Δηλοί
ὅτι ἀπεδέξαντο μὲν τὰ εἰρημένα παρὰ Ἰωάννου, καὶ
ὀρθὴν περὶ αὐτοῦ κρίσιν εἶχον, ἀλλὰ πρόσκαιρος ἦν
καὶ ἀβέβαιος ἐκείνη ἡ σπουδή. Εἰ γὰρ ἐπέμειναν,
ταχέως ἂν αὐτούς ἐχειραγώγησε πρὸς Χριστόν.
Τί δέ ἐστι τὸν Ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω;
Τοῦ Ἰωάννου, καὶ ποίαν ταύτην, δηλῶν λέγει· Τα
έργα & ἔδωκέ μοι ὁ Πατὴρ ἵνα ποιώ, αὐτὰ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Πατήρ με ἀπέστειλεν,
Οτι ὁ πέμψας με Πατὴρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε
περὶ ἐμοῦ. Ποῦ; Ὅτ' ἂν εἶπεν· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός
μου ὁ ἀγαπητός.
Τί ἐστι τὸν οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε,
Τούτο λέγει, ὅτι περὶ Θεὸν οὔτε φωνή ἐστιν, ούτε
εἶδος· τοῦτο δὲ εἶπεν ἵνα μὴ ἔχωσι λέγειν ότι Μωσεί
λελάληκεν ὁ Θεός.
Οὐκ εἶπεν, Ανάγνωτε, ἀλλ', Ερευνᾶτε· οὐ γὰρ ἡ
ψιλὴ ἀνάγνωσις παριστᾷ τὴν γνῶσιν, ἀλλ᾽ ἡ ἀκριβῆς
κατανόησις παρίστησι τὸ ζητούμενον.
Περὶ τίνος λέγει, ὅτι 'Ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ
ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε; Περὶ τοῦ ᾿Αντιχρίστου λέ
γειο
Διὰ τί ἀπῆλθε πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας
τῆς Τιβεριάδος; Διὰ τὸ μὴ ἐκ τῶν εἰρημένων φθόνον
κινηθῆναι.
Διὰ τί οὐκ ἀνῆλθεν οὖν εἰς τὸ Πάσχα, ἀλλ᾽ εἰς τὴν
Γαλιλαίαν, κἀκεῖθεν εἰς Καπερναούμ; Ἠρέμα λοιπὸν
ὑπεκλύων τὸν νόμον, ἀφορμὴν λαμβάνων ἀπὸ τῆς
Ἰουδαϊκῆς πονηρίας.
Τί ἐστι τὸ, Αναβλέψας τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ,
εἶπεν; "Οτι οὐδέποτε ἁπλῶς ἐκάθητο, ἀλλὰ μετά
κηδεμονίας τῆς πρὸς τοὺς μαθητάς. Τί ἐστιν ὅτι σὲ
μὲν ἄλλοι εὐαγγελισταί τοὺς μαθητάς φασι προσελ
θόντας ἐρωτᾷν καὶ παρακαλεῖν ὥστε μὴ ἀπολύσε:
αὐτοὺς νήστεις, οὗτος δὲ ὁ εὐαγγελιστὴς τὸν Φίλιππον
ἐρωτηθῆναι παρὰ Χριστοῦ; Δοκεῖ οὖν μοι ἀμφότερα
εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ' οὐκ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ γενόμενα και
ροῦ. Διὰ τί ἐρωτᾷ τὸν Φίλιππον; Ἐπειδὴ ἐγίνωσκε,
τίς ἐδέετο πλείονος διδασκαλίας· οὗτος γὰρ ἐστιν ἐ
λέγων· Δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα, καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν.
Διὰ τί λέγει· Πόθεν [ἀγοράσομεν άρτους,] Ira
Распознавание текста
col. 1243–1244page 110 of 200
PG 106:1243φάγωσιν οὗτοι; "Αρα ὡς ἀγνοῶν τὸ μέλλον γενέ σθαι; ἄπαγε! ἀλλὰ διὰ τὸ εἰρηκέναι τὸν Φίλιπτ που, ὅτι Διακοσίων δηναρίων, καὶ τὰ ἑξῆς. Εἰρω νικὸν οὖν τὸν λόγον ποιεῖται. Διά τί ἐπὶ μὲν τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τοῦ Λαζάρου καὶ ὅτε τὴν θάλασσαν ἐχαλίνου οὐκ ηύξατο, νῦν δὲ εύχεται; Τύπους ἡμῖν διδούς, ἵνα ἐν τῷ τροφῆς μετα λαμβάνειν ἡμᾶς, εὐχώμεθα. Διά τί συνεχώρησε περισσεῦσαι ταῦτα; Οὐ δι' ἐπίδειξιν, ἀλλ᾽ ἵνα μὴ φαντασία δόξῃ τὸ γενηθέν. Οὐκ ἔδωκε δὲ τοῖς ὄχλοις βαστάζειν, ἀλλὰ τοῖς μαθητ ταῖς· ἐπειδὴ τούτους μάρτυρας ἔδει εἶναι μᾶλλον καὶ κήρυκα; τῶν θαυμάτων. Οτι χρὴ θαυμάσαι ὅτι ισαρίθμους τῶν μαθητῶν τοὺς κοφίνους τῶν λειψάνων ἐποίησε περισσεῦσαι, η ἵνα ἐν τῷ βαστάζειν μιμνήσκωνται. Διὰ τί θαυμάζουσιν οἱ ὄχλοι τοῦτο μᾶλλον τὸ ση μεῖον; Δι' ὑπερβολὴν γαστριμαργίας. Τί λέγει, Μὴ μεριμνήσητε, φησίν, εἰς τὴν αύριον; Δη καὶ δὲ οὐ τὸ μὴ μεριμνᾷν, ἀλλὰ τὸ μὴ προσε γλῶσθαι τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς βιωτικοῖς πράγμασιν ἔξεστι δὲ ἐργαζόμενον μηδὲν, εἰς τὴν αὔριον θησαυ ρίξειν· οὐ γὰρ ταυτόν μέριμνα καὶ ἐργασία. Τί ἐστι τὸ, Ενός ἐστι χρεία; Οὐ περὶ ἔργου νῦν ἐστι καὶ ἐργασίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ δεῖν καιρὸν εἰ δέναι, καὶ μὴ τὸν τῆς ἀκροάσεως πρὸς τὰ σαρκικά ἀναλίσκειν. Οὐ τοίνυν ἀργίαν νομοθετῶν, ἀλλὰ προσ ηλῶν τῇ ἀκροάσει ταῦτα ἔλεγεν. Τί ἐστι, Τοῦτον γὰρ ὁ Πατὴρ ἐσφράγισεν; 'Αντί τοῦ, Ο Θεός· τουτέστιν ἀπέδειξε διὰ τῆς αὐτοῦ μαρ τυρίας. Τίνος ένεκεν εἶπον· Οἱ πατέρες ἡμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ; Νομίζοντες αὐτὸν ἐρεθίσαι εἰς τὸ ποιῆσαί τι σημεῖον τοιοῦτον, ὅπερ αὐτοὺς θρέψει σαρκικῶς· τοῦτο γὰρ ἐπεθύμουν διὰ γαστριμαργίας ὑπερβολήν. Διὰ τί λέγει· Οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρ τον, καὶ τὰ ἑξῆς; Αρτον δὲ ἀληθινὸν καλεῖ, οὐκ ἐπειδὴ ψευδὲς ἦν τὸ θαῦμα τὸ ἐπὶ τοῦ μάννα, ἀλλ᾽ ὅτι τύπος ἦν, οὐκ αὐτοαλήθεια. Διὰ τί λέγουσι, Κύριε, δὸς ἡμῖν πάντοτε τοῦτον τὸν ἄρτον; Ἐπειδὴ ἔτι αἰσθητόν πρᾶγμα ἐνόμιζον. Πῶς νοητέον το, Αρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ; Οὐκ Ἰουδαίοις μόνον, ἀλλὰ καὶ τῇ οἰκουμένῃ. Ζωὴν δὲ λέγει, ἐπεὶ πάντες ἦσαν νεκρωθέντες τῇ ἁμαρτία. Τί ἐστι τὸ, Πᾶν ὃ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει; Ὅτι αἱ τὸ τυχὸν πρᾶγμα ἡ πίστις ἡ εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ τῆς ἄνωθεν δεῖται ῥοπῆς, καὶ ψυχῆς τινος γενναίας καὶ εὐγνώμονος, δεχομένης πίστει τὴν τοῦ Πνεύματος ἀποκάλυψιν. Διὰ τ', εἰπόντων αὐτῶν, οὐχ οὗτός ἐστιν Ιη σοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ; μὴ ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Οὐκ εἰμί; Διὰ τὸ μήπω δύνασθαι τὸν θαυμαστὸν τόπον ἀκοῦσαι τὸν ἐκ παρθένου· εἰ δὲ τὸν κατά σάρκα οὐκ ἡδύναντο ἀκοῦσαι, πολλῷ μᾶλλον τὴν ἄῤῥητον καὶ ἄνω γέννησιν. Διά τί εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν προς
rum, etc. Ironicum igitur sermonem habet.
φάγωσιν οὗτοι; "Αρα ὡς ἀγνοῶν τὸ μέλλον γενέ- sed quia dixerat Philippus, Ducentorum denarioσθαι; ἄπαγε! ἀλλὰ διὰ τὸ εἰρηκέναι τὸν Φίλιπτ
που, ὅτι Διακοσίων δηναρίων, καὶ τὰ ἑξῆς. Εἰρω
νικὸν οὖν τὸν λόγον ποιεῖται.
Διά τί ἐπὶ μὲν τοῦ παραλυτικοῦ καὶ τοῦ Λαζάρου
καὶ ὅτε τὴν θάλασσαν ἐχαλίνου οὐκ ηύξατο, νῦν δὲ
εύχεται; Τύπους ἡμῖν διδούς, ἵνα ἐν τῷ τροφῆς μετα
λαμβάνειν ἡμᾶς, εὐχώμεθα.
Διά τί συνεχώρησε περισσεῦσαι ταῦτα; Οὐ δι'
ἐπίδειξιν, ἀλλ᾽ ἵνα μὴ φαντασία δόξῃ τὸ γενηθέν.
Οὐκ ἔδωκε δὲ τοῖς ὄχλοις βαστάζειν, ἀλλὰ τοῖς μαθητ
ταῖς· ἐπειδὴ τούτους μάρτυρας ἔδει εἶναι μᾶλλον καὶ
κήρυκα; τῶν θαυμάτων.
Οτι χρὴ θαυμάσαι ὅτι ισαρίθμους τῶν μαθητῶν
τοὺς κοφίνους τῶν λειψάνων ἐποίησε περισσεῦσαι, η
ἵνα ἐν τῷ βαστάζειν μιμνήσκωνται.
Διὰ τί θαυμάζουσιν οἱ ὄχλοι τοῦτο μᾶλλον τὸ ση
μεῖον; Δι' ὑπερβολὴν γαστριμαργίας. Τί λέγει,
Μὴ μεριμνήσητε, φησίν, εἰς τὴν αύριον; Δηκαὶ δὲ οὐ τὸ μὴ μεριμνᾷν, ἀλλὰ τὸ μὴ προσε
γλῶσθαι τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς βιωτικοῖς πράγμασιν·
ἔξεστι δὲ ἐργαζόμενον μηδὲν, εἰς τὴν αὔριον θησαυρίξειν· οὐ γὰρ ταυτόν μέριμνα καὶ ἐργασία.
Τί ἐστι τὸ, Ενός ἐστι χρεία; Οὐ περὶ ἔργου
νῦν ἐστι καὶ ἐργασίας, ἀλλὰ περὶ τοῦ δεῖν καιρὸν εἰ
δέναι, καὶ μὴ τὸν τῆς ἀκροάσεως πρὸς τὰ σαρκικά
ἀναλίσκειν. Οὐ τοίνυν ἀργίαν νομοθετῶν, ἀλλὰ προσηλῶν τῇ ἀκροάσει ταῦτα ἔλεγεν.
Τί ἐστι, Τοῦτον γὰρ ὁ Πατὴρ ἐσφράγισεν; 'Αντί
τοῦ, Ο Θεός· τουτέστιν ἀπέδειξε διὰ τῆς αὐτοῦ μαρτυρίας.
Τίνος ένεκεν εἶπον· Οἱ πατέρες ἡμῶν ἔφαγον τὸ
μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ; Νομίζοντες αὐτὸν ἐρεθίσαι εἰς
τὸ ποιῆσαί τι σημεῖον τοιοῦτον, ὅπερ αὐτοὺς θρέψει
σαρκικῶς· τοῦτο γὰρ ἐπεθύμουν διὰ γαστριμαργίας
ὑπερβολήν.
Διὰ τί λέγει· Οὐ Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρ
τον, καὶ τὰ ἑξῆς; Αρτον δὲ ἀληθινὸν καλεῖ, οὐκ
ἐπειδὴ ψευδὲς ἦν τὸ θαῦμα τὸ ἐπὶ τοῦ μάννα, ἀλλ᾽
ὅτι τύπος ἦν, οὐκ αὐτοαλήθεια.
Διὰ τί λέγουσι, Κύριε, δὸς ἡμῖν πάντοτε τοῦτον
τὸν ἄρτον; Ἐπειδὴ ἔτι αἰσθητόν πρᾶγμα ἐνόμιζον.
Πῶς νοητέον το, Αρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβὰς
ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ; Οὐκ
Ἰουδαίοις μόνον, ἀλλὰ καὶ τῇ οἰκουμένῃ. Ζωὴν δὲ
λέγει, ἐπεὶ πάντες ἦσαν νεκρωθέντες τῇ ἁμαρτία.
Τί ἐστι τὸ, Πᾶν ὃ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, πρὸς
ἐμὲ ἥξει; Ὅτι αἱ τὸ τυχὸν πρᾶγμα ἡ πίστις ἡ εἰς
αὐτὸν, ἀλλὰ τῆς ἄνωθεν δεῖται ῥοπῆς, καὶ ψυχῆς
τινος γενναίας καὶ εὐγνώμονος, δεχομένης πίστει τὴν
τοῦ Πνεύματος ἀποκάλυψιν.
Διὰ τ', εἰπόντων αὐτῶν, οὐχ οὗτός ἐστιν Ιησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ; μὴ ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Οὐκ
εἰμί; Διὰ τὸ μήπω δύνασθαι τὸν θαυμαστὸν τόπον
ἀκοῦσαι τὸν ἐκ παρθένου· εἰ δὲ τὸν κατά σάρκα οὐκ
ἡδύναντο ἀκοῦσαι, πολλῷ μᾶλλον τὴν ἄῤῥητον καὶ
ἄνω γέννησιν.
Διά τί εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν προς
VERS. 11. Cur neque in paralytico, neque in Lazaro, neque quando mare sedavit, oravit; nunc vero
orat? exempla nobis ut det, ut in sumendo cibo
oremus.
VERS. 12. Cur permisit tantum superare? non ad
ostentationem, sed ne videretur fantastice istud factum esse. Non dedit autem auferenda turbis sed
discipulis; quoniam illos oportebat testes esse potius et præcones miraculorum.
VERS. 13. Admirandum est quod aquales discipulis numero cophinos fragmentorum superare fecerit, ut in tollendis meminerint,
VERS, 14. Cur admirantur turba hoc magis signum? propter gulæ immoderantiam. Cur dixit:
Ne solliciti sitis in crastinum? Intelligit non
sollicitum esse, sed non adhærere mundo et mortalibus negotiis. Licet autem absque anxietate
in crastinum thesaurizare; illud enim non est sollicitudo neque anxietas. Quid est: Uuum est necessarium? Non de opere præsenti et actione dicitur, sed
de necessitate sciendi tempus, et non adhibendi tem -
pus auditionis verbi ad obeunda terrestria. Non
¡taque otium præscribens, sed auditionem commendans ita locutus est.
VERS. 27. Quid est: Hunc enim Pater signavit!
id est, Deus hunc patefecit per suum testimo-
.:ium.
VERS. 31. Cujus causa dicunt: Patres nostri
manducaverunt manna in deserto? Putabant illum
excitare ad faciendum signum tale, quod eos nutriat secundum carnem; et id cupiebant proеr
gulæ immoderantiam.
VERS. 39. Cur dicit: Non Moyses dedit vobis
panem, etc.? Panem autem verum vocat, non quia
mendax fuerit mannæ prodigium, sed quia figura
erat, non veritas ipsa.
VERS. 34. Quare dicuut: Domine, da nobis semper panem hunc? Quia adhuc materialem rem putabant. Quomodo intelligendum: Panis Dei est qui
de cœlo descendit et dat vitam mundo? Non Judæis,
tantum, sed universo orbi; vitam autem dicit,
cum omnes essent mortui per peccatum.
VERS. 37. Quid est: Omne quod dat mihi Pater,
ad me veniet? quia non fortuita res est fides in illum,
sed virtute ex alto indiget, et anima quadam generosa et magnanima recipiente per fidem Spiritus
revelationem.
VERS, 42. Cur dicentibus illis; Nonne hic est Jesus
flius Joseph, non responlit: Non sum? Quia nondum poterant mirabilem comprehendere partum ex
virgine. Si autem partum secundum carnem non
intelligere potuissent, multo minus ineffabilem et
cwlestem generationcm.
VERS. 41. Cur dicit: Nemo polest venire ad me..
Распознавание текста
col. 1245–1246page 111 of 200
PG 106:1245με, ἐὰν μὴ ὁ Πατήρ μου ἑλκύσῃ αὐτόν; θὰ τὸν ἐκ βίας αινίττεται, ἀλλὰ τὸν πολλῆς ἐκ Θεοῦ ἀπολαύοντα συμμαχίας. Τί ἐστιν ὁ λέγει Γραφικόν Εσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ; "Οτι τότε δι' ἀνθρώπων ἐμάνθανον τὰ τοῦ Θεοῦ, νῦν δὲ δι' αὐτοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Πῶς ἀκουστέον· Τὸν Πατέρα οὐδεὶς ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ; Οὐ χρὴ δὲ κατὰ τὸν τῆς αιτίας λόγον νοεῖν ἐνταῦθα· πάντες γὰρ ἐκ θεο ἐσμεν· ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀληθοῦς γεννήσεως. ὓς ἂν φάγῃ ἐκ τοῦ ἄρτου τούτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. "Η τὴν σάρκα λέγει, ἢ τὰ σωτήρια δια δάγματα. Διὰ τί ἀληθῆ βρῶσιν καὶ ἀληθῆ πόσιν; Διὰ τὸ σώζειν τὰς ψυχὰς τῶν πίστει λαμβανόντων, ἀλλ' οὐκ ἀπολλύειν ὥσπερ τὴν πρόσκαιρον βρῶσιν. "Οτι ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα, ἐν ἐμοὶ μένει. Τὴν δι' αὐτοῦ τοῦ ἐν αὐτῷ Χριστῷ ἀνάκρασιν λέγει, τὴν διὰ τῆς μεταλήψεως. Τί ἐστι· Καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτη ἡμέρᾳ; Τό, Κάγώ, δείκνυσιν αὐτὸν ἱσοστάσιον τοῦ Πατρός. Καγώ ζω διὰ τὸν Πατέρα, πως νοητέον; Οτι καθώς έστι ζωὴ ὁ Πατήρ, οὕτω κἀγὼ ζῶ. Καὶ ὁ τρώγων με, κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ. Ζωὴν λέγων συνεχῶς τὴν ἀνάστασιν τὴν ἐκεῖθεν. Διὰ τί ζωή; μέμνηται πανταχοῦ; Οτι ποθεινὸν τοῦτο ἀνθρώπου, καὶ οὐδὲν οὕτως ἡδὺ ὡς τὸ μὴ ἀποθανεῖν. Διὰ τί ἐν συναγωγαῖς καὶ ἐν ἑορταῖς ἐδίδασκεν; Ὁμοῦ μὲν τὸ πλῆθος θηράσαι θέλων, ὁμοῦ καὶ δεῖ κνύων ἑαυτὸν οὐκ ἐναντίον τῷ Πατρί. Διά τί ἔλεγεν· Ἐὰν ἴδητε τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου αναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον; Καὶ διὰ τού των ἀπάγων αὐτοὺς ὡς οὐκ ἔστι τοῦ Ἰωσήφ. Τί ἐστιν ὅπερ εἶπε, Τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ ζωο ποιοῦν; Τὸ πνευματικῶς ἀκούειν αὐτοὺς τῶν παρ αὐτοῦ λεγομένων. Ο γὰρ σαρκικῶς ἀκούων, οὐδὲν ὠφεληθήσεται. Σαρκικὸν δέ ἐστι τὸ ἀκούειν πῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκε, καὶ πῶς ἔδει τὴν σάρκα φαγεῖν, ἅπερ ἔδει μυστικῶς καὶ πνευματικῶς νοεῖν. Διὸ καὶ ἐπάγει· Τὰ ῥήματα & ἐγὼ λελάληκα ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή. Τουτέστι, Πνευματικά ἐστιν, οὐδὲν ἔχοντα σαρκικόν. Πῶς νοητέον τδ, Ηδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς οἰτινές εἰσιν οἱ μὴ πιστεύοντες; Από καταβολής, φησί, κόσμου· τοῦτο δὲ περὶ Ἰούδα καὶ τῶν ἀπιστηδέν των Ἰουδαίων. Τί δηλοί, ὅτι Πολλοὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἀπῆλ θεν εἰς τὰ ὀπίσω; Οὐ περὶ τῶν δώδεκα λέγει, ἀλλὰ περὶ ἄλλων μαθητῶν αὐτῶν τῶν ἀποστόλων· ὅτι δὲ οὕτως ἐστὶ, δῆλον ἐκ τοῦ λέγειν τοῖς μαθηταῖ;· Νὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν; Διὰ τί, εἰπόντος τοῦ Πέτρου, Ποῦ ἀπελευσόμεθα, οὐκ ἐμακάρισεν αὐτὸν ὁ Χριστός; ἵνα μὴ δόξῃ διά τὸ ἐμμεῖναι αὐτοὺς, κολακεύειν αὐτούς.
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE AETATIS.
misi Pater meus traxerit eum? Non coactum innuit, με, ἐὰν μὴ ὁ Πατήρ μου ἑλκύσῃ αὐτόν; θὰ τὸν ἐκ
sed magnum recipientem a Deo auxilium.
βίας αινίττεται, ἀλλὰ τὸν πολλῆς ἐκ Θεοῦ ἀπολαύοντα
συμμαχίας.
VERS. 45. Quid est quod dicit scriptum: Erunt
omnes docibiles Dei? Quia tunc per homines quæ
sunt Dei discebant; nunc autem per ipsum Dei Filium et sanctum Spiritum.
VERS. 46. Quomodo intelligendum: Patrem nemo
vidit, nisi is qui est a Deo? Non oportet autem id
inteligere secundnm cause rationem, nam omnes
a Deo sumus, sed secundum modum veræ generationis.
VERS. 52. Qui manducaverit ex hoc pane, vivet
in æternum. Aut carnem dicit aut salutis præcepta.
VERS. 53. Cur verum dicit cibum et verum potum? Quia salvat animas fide recipientium, et non
perit sicut cibus temporalis.
in me
VERS. 54. Qui manducat mean carnem,
manet: indicat unam per hoc ipsuın cum Christo
conjunctionem, quæ ex transformatione oritur.
VERS. 55. Quid est: Et ego resuscitabo eum in
novissimo die? Et ego, ostendit illum æqualem
Patri.
VERS. 53. Εt ego vivo per Patrem, quomodo
intelligendum? Quod sicut vita est Pater ita et ego
vivo. Et, qui manducat me, et ipse vivet per me. Vitam
dicens frequenter resurrectionem exhinc. Cur de
vita ubique loquitur? Quia desiderabile est istud
hominibus, et nihil tam jucundum quam non
mori.
VERS. 60. Cur in synagogis et in festis diebus
cocebat? Sive quidem volens multitudinem apprehendere, sive ostendens se non adversari Patri.
VERS. 63. Cur dixit: Si videritis Filium hominis
ascendentem ubi erat prius? ut per hoc illis persudet se non esse ex Joseph.
VERS. 64. Quid est quod dicit: Spiritus est qui
vivificat? Si spiritualiter audiunt illi quæ ab ipso
dicuntur. Nam qui carnaliter audit, nihil proficiel;
carnale autem est audire quoniodo e cœlo descenderit, et quomodo oporteat carnem manducare,
quæ oporteret mystice et spiritualiter intelligere.
Ideo addit: Verba quæ locutus sum vobis, spiritus
et vita sunt, id est, Spiritualia sunt, nihil carnalis
habentia.
VERS. 65. Quomodo intelligendum: Sciebat enim
ab initio qui essent non credentes? Id est, a mundi
principio; et hæc dicit de Juda et Judæis incredulis.
VERS. 67. Quid indicat: quod multi discipulorum
ejus abierunt retro? Non de duodecim dicitur, sed de
aliis discipulis ac ipsis apostolis. Quod autem ita
se res habeat, ostendit quod discipulis dicit: Nunquid et vos vultis abire?
VERS. 69. Cur, dicente Petro, Ad quem ibimus?
non beatum dixit illum Christus? Ne videretur quia
perseverabant, se illis adulari.
Τί ἐστιν ὁ λέγει Γραφικόν Εσονται πάντες
διδακτοὶ Θεοῦ; "Οτι τότε δι' ἀνθρώπων ἐμάνθανον
τὰ τοῦ Θεοῦ, νῦν δὲ δι' αὐτοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ
τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Πῶς ἀκουστέον· Τὸν Πατέρα οὐδεὶς ἑώρακεν,
εἰ μὴ ὁ ὢν ἐκ τοῦ Θεοῦ; Οὐ χρὴ δὲ κατὰ τὸν τῆς
αιτίας λόγον νοεῖν ἐνταῦθα· πάντες γὰρ ἐκ θεο
ἐσμεν· ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον τῆς ἀληθοῦς γεννή
σεως.
ὓς ἂν φάγῃ ἐκ τοῦ ἄρτου τούτου, ζήσεται εἰς
τὸν αἰῶνα. "Η τὴν σάρκα λέγει, ἢ τὰ σωτήρια δια
δάγματα.
Διὰ τί ἀληθῆ βρῶσιν καὶ ἀληθῆ πόσιν; Διὰ τὸ
σώζειν τὰς ψυχὰς τῶν πίστει λαμβανόντων, ἀλλ'
οὐκ ἀπολλύειν ὥσπερ τὴν πρόσκαιρον βρῶσιν.
"Οτι ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα, ἐν ἐμοὶ μένει.
Τὴν δι' αὐτοῦ τοῦ ἐν αὐτῷ Χριστῷ ἀνάκρασιν λέγει,
τὴν διὰ τῆς μεταλήψεως.
Τί ἐστι· Καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτη
ἡμέρᾳ; Τό, Κάγώ, δείκνυσιν αὐτὸν ἱσοστάσιον τοῦ
Πατρός.
Καγώ ζω διὰ τὸν Πατέρα, πως νοητέον; Οτι
καθώς έστι ζωὴ ὁ Πατήρ, οὕτω κἀγὼ ζῶ. Καὶ ὁ
τρώγων με, κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ. Ζωὴν λέγων
συνεχῶς τὴν ἀνάστασιν τὴν ἐκεῖθεν. Διὰ τί ζωή;
μέμνηται πανταχοῦ; Οτι ποθεινὸν τοῦτο ἀνθρώπου,
καὶ οὐδὲν οὕτως ἡδὺ ὡς τὸ μὴ ἀποθανεῖν.
Διὰ τί ἐν συναγωγαῖς καὶ ἐν ἑορταῖς ἐδίδασκεν;
Ὁμοῦ μὲν τὸ πλῆθος θηράσαι θέλων, ὁμοῦ καὶ δεῖκνύων ἑαυτὸν οὐκ ἐναντίον τῷ Πατρί.
Διά τί ἔλεγεν· Ἐὰν ἴδητε τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου
αναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον; Καὶ διὰ τού
των ἀπάγων αὐτοὺς ὡς οὐκ ἔστι τοῦ Ἰωσήφ.
Τί ἐστιν ὅπερ εἶπε, Τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ ζωο·
ποιοῦν; Τὸ πνευματικῶς ἀκούειν αὐτοὺς τῶν παρ
αὐτοῦ λεγομένων. Ο γὰρ σαρκικῶς ἀκούων, οὐδὲν
ὠφεληθήσεται. Σαρκικὸν δέ ἐστι τὸ ἀκούειν πῶς ἐκ
τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκε, καὶ πῶς ἔδει τὴν σάρκα
φαγεῖν, ἅπερ ἔδει μυστικῶς καὶ πνευματικῶς νοεῖν.
Διὸ καὶ ἐπάγει· Τὰ ῥήματα & ἐγὼ λελάληκα ὑμῖν,
πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή. Τουτέστι, Πνευματικά ἐστιν,
οὐδὲν ἔχοντα σαρκικόν.
Πῶς νοητέον τδ, Ηδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς οἰτινές
εἰσιν οἱ μὴ πιστεύοντες; Από καταβολής, φησί,
κόσμου· τοῦτο δὲ περὶ Ἰούδα καὶ τῶν ἀπιστηδέν·
των Ἰουδαίων.
Τί δηλοί, ὅτι Πολλοὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἀπῆλ
θεν εἰς τὰ ὀπίσω; Οὐ περὶ τῶν δώδεκα λέγει, ἀλλὰ
περὶ ἄλλων μαθητῶν αὐτῶν τῶν ἀποστόλων· ὅτι δὲ
οὕτως ἐστὶ, δῆλον ἐκ τοῦ λέγειν τοῖς μαθηταῖ;· Νὴ
καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;
Διὰ τί, εἰπόντος τοῦ Πέτρου, Ποῦ ἀπελευσόμεθα,
οὐκ ἐμακάρισεν αὐτὸν ὁ Χριστός; ἵνα μὴ δόξῃ διά
τὸ ἐμμεῖναι αὐτοὺς, κολακεύειν αὐτούς.
Распознавание текста
col. 1247–1248page 112 of 200
PG 106:1247ΚΕΦΑΛ. Ζ'. Διὰ τί λέγουσι πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, Με τάβηθι ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ιουδαίαν; Δοκεῖ μὲν ἀπὸ φιλίας εἰρῆσθαι· ἔστι δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ δει λίας καὶ φιλοδοξίας σκώπτουσι. Τὸ μὲν γὰρ εἰπεῖν, Οὐδὲ ἔτι ἐν κρυπτῷ ποιεῖ, δειλίαν ἐγκαλούντων ἐστί τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν ἐν φανερῷ εἶναι, φιλοδοξίαν. Τί ἐστι τὸ ῾Ο καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν, δ δὲ καιρὸς ὁ ὑμέτερος πάντοτε ἔρημος; Καιρόν ἴδιον τὸν τοῦ σταυροῦ λέγων, καιρὸν δὲ ἔρημον πάντοτε· Οτι, φησὶν, οὐκ ἀναιρήσουσιν ὑμᾶς, κἂν ἀεὶ μετ᾿ αὐτῶν ἦτε. Πῶς νοητέον τό, Ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πεπλήρωται; "Οτι ἔδει καὶ σημεῖα γε νέσθαι. Οὐ δύναται ὁ κόσμος μισεῖν ὑμᾶς ὡς τὰ αὐτοῦ βουλομένους· ἐμὲ δέ, φησί, μισεῖ, ὅτι ἐλέγχω αὐτόν. Διὰ τί οὐκ ἀναβαίνει μετὰ τῶν ἀδελφῶν, ἀλλ' ἔσχατον; Τοῦτο μὲν μή βουλόμενος δῆλον ἑαυτὸν καταστήσειν, καθὼς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο· ἀναβαίνει δὲ, ἵνα μὴ δειλίας εἶναι νομίσωσιν ἐκεῖνοι τὸ μεῖναι κάτω. Τίνος ένεκεν ζητοῦντες αὐτὸν, οὐκ ὀνομαστὶ ἔλε γον, ἀλλὰ, Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Ἀπὸ πολλῆς εἰμω νείας καὶ φθόνου. Πῶς νοητέον τὸ, ‘Ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντές με; "Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν Οὐδὲν ἔχω παρηλλαγμένον, εἰ καὶ ὑπόστασις ἄλλη εἰμί· ἀλλ' οὕτω καὶ λέγω καὶ πράττω, ὡς μὴ νομί ζεσθαι Ετερόν τι παρὰ τὸν Πατέρα. Τί δηλοῖ τὸ, Ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν; Τουτέστιν, Ο εραστής τοῦ βίου τοῦ κατ' ἀρετὴν γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς· ἀντὶ τοῦ, υς ἀποβλέπει εἰς τοὺς προφήτας, γνώσεται τὴν ἐμὴν διδαχήν. “Οτι χρὴ σκοπῆσαι ὅτι τοῦ ταπεινά φθέγγεσθαι αὐτὸν, πολλαί εἰσιν αἰτίαι, οἷον διὰ τὸ μὴ ἀγέννητον εἶναι νομισθῆναι· διὰ τὸ μὴ ἀντίθεον· διὰ τὸ σάρκα περιβεβλῆσθαι· διὰ τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀκουόντων· διὰ τὸ διδάσκειν τοὺς ἀνθρώπους μετριάζειν. Τὰ δὲ ὑψηλὰ φθέγγεσθαι, μίαν εὕροι τις αἰτίαν, διὰ τὸ μέγεθος τῆς θείας φύσεως. Τί ἐστιν ο λέγει, ὅτι οὐ Μωσῆς ἔδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; Ἐπειδὴ γὰρ ἐνεκάλουν αὐτῷ ὅτι τὸ Σάββα τον έλυε, πρὸς τούτο ἵσταται, ώσανεί· Ο νόμος εἶπεν Οὐ φονεύσεις· ὑμεῖς δὲ φονεύετε. Αφέντες οὖν τὸ ἑαυτοὺς καταδικάζειν, περὶ τούτου ἐμοὶ ἐγκαλείτε ὡ: παραβαίνοντι τὸν νόμον ὅτι τεθεράπευκα ἄνε θρωπον. Τί λέγει καὶ, Διὰ τί Διὰ τοῦτο] Μωσῆς δέ δωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μω σέως ἐστὶν, ἀλλ' ἐκ τῶν πατέρων; Ο νοῦς τοιοῦτος ἐστι· Διά τί, φησίν, οὐδεὶς ἐνεκάλεσε Μωσεί ή ἠπείθησε κελεύοντι διὰ τὴν περιτομὴν λύεσθαι τὸ Σάββατον; Δηλονότι ὡς Σαββάτου, τῆς περιτομῆς οὔσης κυριωτέρας, καίτο: οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Μωσέως ἡ περιτομή. Ταῦτα δὲ ἔλεγε θέλων δεῖξαι, ὅτι μεῖζον
Διὰ τί λέγουσι πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, Μετάβηθι ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ιουδαίαν; Δοκεῖ μὲν
ἀπὸ φιλίας εἰρῆσθαι· ἔστι δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλὰ δειλίας καὶ φιλοδοξίας σκώπτουσι. Τὸ μὲν γὰρ εἰπεῖν,
Οὐδὲ ἔτι ἐν κρυπτῷ ποιεῖ, δειλίαν ἐγκαλούντων ἐστί·
τὸ δὲ καὶ εἰπεῖν ἐν φανερῷ εἶναι, φιλοδοξίαν.
Τί ἐστι τὸ ῾Ο καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν, δ
δὲ καιρὸς ὁ ὑμέτερος πάντοτε ἔρημος; Καιρόν
ἴδιον τὸν τοῦ σταυροῦ λέγων, καιρὸν δὲ ἔρημον
πάντοτε· Οτι, φησὶν, οὐκ ἀναιρήσουσιν ὑμᾶς, κἂν
ἀεὶ μετ᾿ αὐτῶν ἦτε. Πῶς νοητέον τό, Ὁ καιρὸς ὁ
ἐμὸς οὔπω πεπλήρωται; "Οτι ἔδει καὶ σημεῖα γενέσθαι.
Οὐ δύναται ὁ κόσμος μισεῖν ὑμᾶς ὡς τὰ αὐτοῦ
βουλομένους· ἐμὲ δέ, φησί, μισεῖ, ὅτι ἐλέγχω
αὐτόν.
Διὰ τί οὐκ ἀναβαίνει μετὰ τῶν ἀδελφῶν, ἀλλ'
ἔσχατον; Τοῦτο μὲν μή βουλόμενος δῆλον ἑαυτὸν
καταστήσειν, καθὼς ἐκεῖνοι ἐβούλοντο· ἀναβαίνει δὲ,
ἵνα μὴ δειλίας εἶναι νομίσωσιν ἐκεῖνοι τὸ μεῖναι
κάτω.
Τίνος ένεκεν ζητοῦντες αὐτὸν, οὐκ ὀνομαστὶ ἔλε
γον, ἀλλὰ, Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; Ἀπὸ πολλῆς εἰμωνείας καὶ φθόνου.
Πῶς νοητέον τὸ, ‘Ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ,
ἀλλὰ τοῦ πέμψαντές με; "Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν·
Οὐδὲν ἔχω παρηλλαγμένον, εἰ καὶ ὑπόστασις ἄλλη
εἰμί· ἀλλ' οὕτω καὶ λέγω καὶ πράττω, ὡς μὴ νομίζεσθαι Ετερόν τι παρὰ τὸν Πατέρα.
Τί δηλοῖ τὸ, Ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ
ποιεῖν; Τουτέστιν, Ο εραστής τοῦ βίου τοῦ κατ'
ἀρετὴν γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς· ἀντὶ τοῦ, υς
ἀποβλέπει εἰς τοὺς προφήτας, γνώσεται τὴν ἐμὴν
διδαχήν.
“Οτι χρὴ σκοπῆσαι ὅτι τοῦ ταπεινά φθέγγεσθαι
αὐτὸν, πολλαί εἰσιν αἰτίαι, οἷον διὰ τὸ μὴ ἀγέννητον
εἶναι νομισθῆναι· διὰ τὸ μὴ ἀντίθεον· διὰ τὸ σάρκα
περιβεβλῆσθαι· διὰ τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀκουόντων· διὰ
τὸ διδάσκειν τοὺς ἀνθρώπους μετριάζειν. Τὰ δὲ
ὑψηλὰ φθέγγεσθαι, μίαν εὕροι τις αἰτίαν, διὰ τὸ
μέγεθος τῆς θείας φύσεως.
Τί ἐστιν ο λέγει, ὅτι οὐ Μωσῆς ἔδωκεν ὑμῖν τὸν
νόμον; Ἐπειδὴ γὰρ ἐνεκάλουν αὐτῷ ὅτι τὸ Σάββατον έλυε, πρὸς τούτο ἵσταται, ώσανεί· Ο νόμος εἶπεν·
Οὐ φονεύσεις· ὑμεῖς δὲ φονεύετε. Αφέντες οὖν τὸ
ἑαυτοὺς καταδικάζειν, περὶ τούτου ἐμοὶ ἐγκαλείτε
ὡ: παραβαίνοντι τὸν νόμον ὅτι τεθεράπευκα ἄνε
θρωπον.
Τί λέγει καὶ, Διὰ τί (leg. Διὰ τοῦτο] Μωσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μω
σέως ἐστὶν, ἀλλ' ἐκ τῶν πατέρων; Ο νοῦς τοιοῦτος
ἐστι· Διά τί, φησίν, οὐδεὶς ἐνεκάλεσε Μωσεί ή
ἠπείθησε κελεύοντι διὰ τὴν περιτομὴν λύεσθαι τὸ
Σάββατον; Δηλονότι ὡς Σαββάτου, τῆς περιτομῆς
οὔσης κυριωτέρας, καίτο: οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Μωσέως
ἡ περιτομή. Ταῦτα δὲ ἔλεγε θέλων δεῖξαι, ὅτι μεῖζον
CAPUT VII.
VERS. 5. Cur dicunt illi fratres ejus: Transi hinc
in Judæam? videntur quidem ob amicitiam locuti
esse. Non autem ita est, sed timiditatem et gloriæ
cupiditatem intendunt. Dicendo enim, quod non
jam in occulto faciat, timiditatem exprobrautium
est; dicendo autem palam esse, gloriæ cupiditatem.
VERS. 6. Quid est: Tempus meum nondum advenit, tempus autem vestrum semper est paratum? Tem
pus suum crucifixionis tempus dicit, et tempus semper paratum. Quia, inquit, non vos auferent, quanvis semper cum eis fueritis. Quomodo intelligendum: Tempus meum nondum impletum est? Quia
oportet quoque signa fieri.
VERS. 7. Non potest mundus odisse vos, tanquam
quæ sua sunt volentes; me autem odit, quia condemno cum.
VERS. 8. Cur non ascendit cum fratribus, sed
postea? quia non vult quidem seipsum manifestum
facere, ut ipsi volebant: ascendit autem, ne timiditatem isti putent, si infra maneret.
VERs. 11. Quam ob causam quærentes eum non nominantes dicunt, sed, Ubi est ille? Ob magnam ironiam et invidiam.
VERS. 16. Quomodo intelligendum: Mea doctrina non est mea, sed ejus qui misit me? Quod dicit tale
est: Nihil habeo diversum, licet persona alia sim.
Seal ita loquor el ago ut non habear aliud quid
Patre.
VERS. 17. Quid signifcat: Si quis voluerit volun.
latem ejus facere? Id est, Qui amat vitam quæ es
secundum virtutem cognoscet de doctrina;. vel,
Qui in prophetas respicit, cognoscet meam doctrinam.
VERS. 18. Considerare oportet illi humiliter loquendi multas causas esse, scilicet, ut nothus esse,
non reputetur; ut non impius in Deum crederetur
quia carne iudutus erat; quia infirmi erant auditores; ut doceret homines modestos esse, vel sublimia dicentes, unam inveniat aliquis causam ob
magnitudinem divina natura.
VERS. 19. Quid est quod dicit: Nonne Moyses
dedit nobis legem? Quoniam enim exprobrabant
illi quod Sabbatum solveret, ideo instat: Lex dicit:
Non occides; vos autem occiditis. Omittentes igitur vos ipsos condemnare, de hoc me incusatis ut
violatorem legis, quia sanavi bominem.
VERS. 22. Quid dicit: Propterea Moyses dedit
vobis circumcisionem, non quia ex Moyse est, sed
es patribus? Sensus talis est: Cur, ait, nemo exprobrav:t Moysi, aut obedire abnuit jubenti per circumcisionem solvi Sabbatum? Evidenter quod Sabbato
major est circumcisio, attamen non est a Moyse
circumcisio. Hæc autem dixit ut ostenderet se opus
circumcisione majus fecisse. Dicendo autem totum
Распознавание текста
col. 1249–1250page 113 of 200
PG 106:1249ἔργον ἐποίησε τῆς περιτομῆς αὐτός. Διὰ δὲ τοῦ εἰς πεῖν ὅλον ἄνθρωπον, δείκνυσι μερικὴν ὑγείαν την περιτομὴν πρὸς τὴν τοῦ παραλυτικοῦ τελείαν γενο μένην. Τὸ, Καὶ ἐμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμὶ, ἀλ ὅθεν ὁ πέμψας με, καὶ τὰ ἑξῆς. Εἰπὼν δὲ, "Ον ὑμεῖς οὐκ οἴδατε, τὴν διὰ τῶν ἔργων ἄγνοιαν λέγει· οὐ γὰρ ἀγνοίας ἦν τὸ ἁμάρτημα, ἀλλὰ κακίας. Τὸ δὲ, Παρ' αὐτοῦ εἰμι, ἀντὶ τοῦ, Μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι· τοῦτο δὲ εἶπεν, ὥστε μὴ νομισθῆναι ἀλλότριος τοῦ Θεοῦ. Τί δεικνύει τὸ εἰς τὴν ἑορτὴν αὐτῶν αὐτὸν ζητεῖ πιάσαι; Τὴν γνώμην αὐτῶν τὴν ἄθεον, ὅτι οὐδὲ ἐν ναῷ τοιαῦτα ποιεῖν ἐφοβοῦντο. Πῶς ἔχει ὅτι τῶν ὄχλων οἱ μὲν ἀγαθὸν αὐτὸν εἶχον, οἱ δὲ οῦ, ἀλλὰ πλάνον; Εκείνη μὲν οὖν, ὡς δοκῶ, ἡ δόξα τῶν πολλῶν ἐστιν, αὕτη δὲ τῶν τίν. νούντων ἀρχιερέων. Τό, όπου εἰμὶ ἐγώ, οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθει, σημαίνει ὅτι οὐκ ἔμελλεν εναπομένειν τῷ θανάτας ἐκεῖ γὰρ πάντες ἡμεῖς ἀπερχόμεθα. Τί σημαίνει ἐν τῷ λέγειν διασποράν; Ούτω ε ἔθνη ἐκάλουν οἱ Ἰουδαῖοι ὡς πανταχού διεσπαρμέ Διὰ τί λέγει ὁ εὐαγγελιστής ὅτι τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα τῇ μεγάλῃ; Διὰ τὸ τὴν πρώτην καὶ τὴν τελευταία μεγάλην εἶναι· τὰ γὰρ μεταξὺ μᾶλλον εἰ; τρυφὴν ἀνήλισκον. Ἦλθε δὲ ἐν τῇ ἐσχάτῃ διδάσκων επι μνημονεύεσθαι τὰ λεγόμενα, καὶ εἰς λήθην ἐλθεῖς αὐτὰ ὑπὸ τῆς τρυφῆς τῶν μέσων ἡμερῶν. Πώς νοητέον το, Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ, καθώς εἶπεν ἡ Γραφὴ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζωντος; Κοιλίαν ἐνταῦθα την καρδίαν λέγει· καθάπερ καὶ ἀλλαχοῦ λέγει· καὶ τὴν νόμον σου ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. Ποῦ εἶπενή Γραφή Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύτα σιν; Η ἐνταῦθα δεῖ ὑποστίξαι, εἰς τὸ, Καθὼς εἶπεν ἡ Γραφή λέγω ἵνα ᾖ τὸ, Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι, τῆς αὐτοῦ ἀποφάσεως. Ἐπὶ γὰρ ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἐλεύσεται ὁ Θεός, ὡς τοῦτο τῆς Γραφῆς ἐμνημόνευσε. Τὸ δὲ, 'Ρεύσαντι, τὸ δαψιλὲς τῆς χάριτος αινίττεται. Ζῶν δὲ λέγει, ἐν τὸ ἐνεργεῖν ἀεί· ἔλεγε δὲ τοῦτο, φησί, περὶ τοῦ Πνεύματος. Τί ἐστιν ὅπερ εἶπεν, Ούπω γὰρ ἦν Πνεύμα άγι δεδομένον; Ὅτι τῶν προφητῶν διὰ Πνεύματο ἁγίου λαλησάντων, συνεστάλη τέως ἐν τῷ μέσῳ ἡ τοιαύτη χάρις· ἔμελλε δὲ δίδοσθαι μετὰ τὸν σταυρόν, διὰ τοῦτο ἐπιφέρει· Οτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδεξι σθη. Δόξαν δὲ τὸν σταυρὸν καλεῖ· ἐγὼ ἐὲ τὴν ἀπὸ ληψιν τὴν τελείως δείξασαν ὅτι ἔστι Θεός. Η τ οὔπω ἦν, νοήσεις, Οὐκ ἦν γνωρισθὲν ἀνθρώποις τ Πνεῦμα. "Οτι χρὴ γινώσκειν ὅτι οἱ ἀπόστολοι του τοῦ πάθους τὰς ἰάσεις οὐ Πνεύματι ἁγίῳ, ἀλλὰ τ᾿ παρὰ τοῦ Χριστοῦ ἐξουσίᾳ ἐποίουν. Ὅτε δὲ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκουμένην, τότε λέγει· λάβετε Πνεῦμα ἄγων· καὶ πάλιν τῇ Πεντηκοστή ξλθεν έσ αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα.
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE AETATIS.
hominem, ostendit particularem medelam esse ἔργον ἐποίησε τῆς περιτομῆς αὐτός. Διὰ δὲ τοῦ εἰς
circumcisionem si cum integra paralytici sanatione
quam fecit comparetur.
VERS. 28. Et me scitis, et unde sum, sed unde
qui misit me, etc. Dicens autem, Quem vos nescitis,
illam quæ ex operibus est ignorantiam significat.
Non enim ignorantiæ erat culpa, sed nequitiæ. Ab
ipso sum, id est, Cum ipso sum; quod dicitur,
ne putetur alienus esse a Deo.
VERS. 30. Quid ostendit, quod in die festo eorum quærebant eum apprehendere? Mentem eorum impiam, quia non in templo talia facere meLuebant.
VERS. 51. Quid est quod e turba alii quidem bonum esse eum habuerint, alii vero minime sed
seductorem? illa quidem, ut mihi videtur, erat
multorum opinio; hæc autem invidorum sacerdotum principum.
VERS. 34. Ubi ego sum, vos non potestis venire,
significat quia non debebat immanere in morte,
huc enim omnes nos dilabimur.
Vans. 35. Quid significat quod dicuut dispersionem? la gentes vocabant Judai, tanquam ubique
dispersa.
VERS. 37. Cur dicit evangelista, in novissimo de
magno? quia primus et ultimus dies magnus erat;
interpositi magis in comessationibus consumeban -
tur. Venit autem in novissimo die docens ut revocaret in memoriam quæ dixerat, et quæ in oblivionem intermediorum dierum comessationibus venerant.
Veas. 38. Quomodo intelligendum: Qui credit
in me, sicut dicit Scriptura, flumina de ventre ejus
fluent aqua viva? Ventrem ibi pro corde dicit; sicut
alibi dicitur Legem tuam in medio ventris mei.
Ubi dixit Scriptura: Flumina de ventre ejus fluent.
Aut ibi oportet delere, Sicut dixit Scriptura. Dico
illa verba, Flumina de ventre ejus fluent aquæ vivæ,
esse illius sententiæ verba. Nam quia Scriptura
attestatur quoniam Deus veniet, ideo Scripturam
cital. Fluent, gratis abundantiam indicat; Aque
vivæ, ob ejus perpetuam actionem; hoc autem dirit
de Spiritu.
πεῖν ὅλον ἄνθρωπον, δείκνυσι μερικὴν ὑγείαν την
περιτομὴν πρὸς τὴν τοῦ παραλυτικοῦ τελείαν γενο
μένην.
Τὸ, Καὶ ἐμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμὶ, ἀλ
ὅθεν ὁ πέμψας με, καὶ τὰ ἑξῆς. Εἰπὼν δὲ, "Ον ὑμεῖς
οὐκ οἴδατε, τὴν διὰ τῶν ἔργων ἄγνοιαν λέγει· οὐ γὰρ
ἀγνοίας ἦν τὸ ἁμάρτημα, ἀλλὰ κακίας. Τὸ δὲ, Παρ'
αὐτοῦ εἰμι, ἀντὶ τοῦ, Μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι· τοῦτο δὲ
εἶπεν, ὥστε μὴ νομισθῆναι ἀλλότριος τοῦ Θεοῦ.
Τί δεικνύει τὸ εἰς τὴν ἑορτὴν αὐτῶν αὐτὸν ζητεῖ
πιάσαι; Τὴν γνώμην αὐτῶν τὴν ἄθεον, ὅτι οὐδὲ ἐν
ναῷ τοιαῦτα ποιεῖν ἐφοβοῦντο.
Πῶς ἔχει ὅτι τῶν ὄχλων οἱ μὲν ἀγαθὸν αὐτὸν
εἶχον, οἱ δὲ οῦ, ἀλλὰ πλάνον; Εκείνη μὲν οὖν, ὡς
δοκῶ, ἡ δόξα τῶν πολλῶν ἐστιν, αὕτη δὲ τῶν τίν.
νούντων ἀρχιερέων.
Τό, όπου εἰμὶ ἐγώ, οὐ δύνασθε ὑμεῖς ἐλθει,
σημαίνει ὅτι οὐκ ἔμελλεν εναπομένειν τῷ θανάτας
ἐκεῖ γὰρ πάντες ἡμεῖς ἀπερχόμεθα.
Τί σημαίνει ἐν τῷ λέγειν διασποράν; Ούτω ε
ἔθνη ἐκάλουν οἱ Ἰουδαῖοι ὡς πανταχού διεσπαρμέ
va.
Διὰ τί λέγει ὁ εὐαγγελιστής ὅτι τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρα
τῇ μεγάλῃ; Διὰ τὸ τὴν πρώτην καὶ τὴν τελευταία
μεγάλην εἶναι· τὰ γὰρ μεταξὺ μᾶλλον εἰ; τρυφὴν
ἀνήλισκον. Ἦλθε δὲ ἐν τῇ ἐσχάτῃ διδάσκων επι
μνημονεύεσθαι τὰ λεγόμενα, καὶ εἰς λήθην ἐλθεῖς
αὐτὰ ὑπὸ τῆς τρυφῆς τῶν μέσων ἡμερῶν.
Πώς νοητέον το, Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ, καθώς
εἶπεν ἡ Γραφὴ, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ
ρεύσουσιν ὕδατος ζωντος; Κοιλίαν ἐνταῦθα την
καρδίαν λέγει· καθάπερ καὶ ἀλλαχοῦ λέγει· καὶ τὴν
νόμον σου ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. Ποῦ εἶπενή
Γραφή Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύτα
σιν; Η ἐνταῦθα δεῖ ὑποστίξαι, εἰς τὸ, Καθὼς εἶπεν
ἡ Γραφή λέγω ἵνα ᾖ τὸ, Ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας
αὐτοῦ ρεύσουσι, τῆς αὐτοῦ ἀποφάσεως. Ἐπὶ
γὰρ ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ, ὅτι ἐλεύσεται ὁ Θεός, ὡς
τοῦτο τῆς Γραφῆς ἐμνημόνευσε. Τὸ δὲ, 'Ρεύσαντι,
τὸ δαψιλὲς τῆς χάριτος αινίττεται. Ζῶν δὲ λέγει, ἐν
τὸ ἐνεργεῖν ἀεί· ἔλεγε δὲ τοῦτο, φησί, περὶ τοῦ Πνεύματος.
Vens. 39. Quid est quod dicit: Nendum enim erat
Spiritus datus? quia prophetis per Spiritum sanctum
locutis, recondita crat interim talis gratia. Debebat
anten dari post crucem, ideo adjicit: Quia Jesus
nondum glorificatus erat. Gloriam autem crucem
vocat; ego vero ascensionem, ut perfecte exhibentem quia Deus est; vel, nondum erat, intelliges, id
est non erat cognitus hominibus Spiritus. Oportet
scire apostolos ante passionem sanationes non per
Spiritum sanctum, sed per potestatem a Christo
datam fecisse. Quando autem misit illos in orbem,
tunc dicit Accipite Spiritum sanctum, et iterum
in Pentecoste venit in eos Spiritus.
Τί ἐστιν ὅπερ εἶπεν, Ούπω γὰρ ἦν Πνεύμα άγι
δεδομένον; Ὅτι τῶν προφητῶν διὰ Πνεύματο
ἁγίου λαλησάντων, συνεστάλη τέως ἐν τῷ μέσῳ ἡ
τοιαύτη χάρις· ἔμελλε δὲ δίδοσθαι μετὰ τὸν σταυρόν,
διὰ τοῦτο ἐπιφέρει· Οτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδεξι
σθη. Δόξαν δὲ τὸν σταυρὸν καλεῖ· ἐγὼ ἐὲ τὴν ἀπὸ
ληψιν τὴν τελείως δείξασαν ὅτι ἔστι Θεός. Η τ
οὔπω ἦν, νοήσεις, Οὐκ ἦν γνωρισθὲν ἀνθρώποις τ
Πνεῦμα. "Οτι χρὴ γινώσκειν ὅτι οἱ ἀπόστολοι του
τοῦ πάθους τὰς ἰάσεις οὐ Πνεύματι ἁγίῳ, ἀλλὰ τ᾿
παρὰ τοῦ Χριστοῦ ἐξουσίᾳ ἐποίουν. Ὅτε δὲ ἀπέστει
λεν αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκουμένην, τότε λέγει· λάβετε
Πνεῦμα ἄγων· καὶ πάλιν τῇ Πεντηκοστή ξλθεν έσ
αὐτοὺς τὸ Πνεῦμα.
Распознавание текста
col. 1251–1252page 114 of 200
PG 106:1251ΚΕΦΑΛ. Η'. Διὰ τί λέγει τὸ, Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου; Ἐπειδὴ ἔλεγον αὐτὸν ἐκ τῆς Γαλιλαία; εἶναι, ἐπισ φέρει, ὅτι οὐκ ἐξ αὐτῆς καὶ οὐ δι' αὐτὴν ἦλθον, φησίν, οὐδὲ διὰ τὴν Παλαιστίνην, ἀλλὰ διὰ τὸ τὸν ἅπαντα κόσμον φωτίσαι. Τὸ δὲ, Οὐ περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀντὶ τοῦ, Ἐν τῇ πλάνη κεῖται. Τὸ, Υμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε, τὸ ἀδίκως κρίνειν λέγει· καθάπερ καὶ τὸ κατὰ σάρκα ζην, τὸ φαύλως ζῇν. Διά τί ἀλλαχοῦ λέγων, ότι ο Πατήρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ, ἐνταῦθα λέγει· Ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα; Οτι τοῦτο οὐ περὶ τοῦ μέλλοντος λέγει καιροῦ, ἐκεῖνο δὲ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας. Εἰπὼν δὲ, ὅτι Μόνος οὐκ εἰμὶ, ἀλλ' ἐγὼ καὶ ὁ πέμψας με Πατήρ, δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἐγὼ μόνος καταδικάζω ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὁ Πατήρ ή, ὡς ἐγώ, οὐδὲ ἐγώ, εἰ μὴ ὡς ὁ Πατήρ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπίφερει, ὅτι, Καὶ ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται, ὅτι δύο ἀν-. θρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθῆς ἐστιν· ἢ τοῦτο λέγε:, ἵνα δείξῃ ὅτι ὁμοούσιος τοῦ Πατρός ἐστιν. Τί ἐστι τὸ, Οὔπω εληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ; Τοῦτό ἐστι τὸ, Οὐδέπω καιρὸς ἦν ἐπιτήδειος καθ' δν ήθε Σε σταυρωθῆναι. Ἐν τῷ λέγειν τὸν Χριστὸν συνεχῶς, ὅτι Εγώ ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με, διὰ τὸ κατασείειν αὐτῶν τὰς ψυχὰς, ἐκεῖνοι ἐπιφέρουσι· Μήτι ἀποκτενεῖ ἑαυτόν; καὶ τὰ ἑξῆς· αὐτὸς ἀναιρῶν αὐτῶν τὴν ὑποψίαν, φησίν· Ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ τῶν ἄνω εἰμί. Ο δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Ὑμεῖς ἐκ τοῦ κόσμου ὄντες καὶ ἄνθρωποι πεφυκότες, τοιαῦτα λογίζεσθε. Τι σημαίνει, ὅτι Ἐὰν μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν; Επει δὴ ἦλθεν ἵνα ἄρῃ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐκεῖνοι οὐκ ἐδέξαντο, ἐξ ἀνάγκης ἐν ταύταις αὐτοὺς ἀπο θανεῖν λέγει. Ερωτῶσι δὲ αὐτήν· Σὺ τίς εἶ; ὁ δὲ ἀποκρίνεται· 25. Τὴν ἀρχὴν ὅτι καὶ λαλῶ ὑμῖν. Τοῦτο δὲ τοιοῦτόν ἐστιν· Ἐπειδὴ θαύματα καὶ διδασκαλίαν ἀκούοντες καὶ ἰδόντες ἐρωτᾶτε τίς εἰμι, τὸ ὅλως ἀκούειν τῶν λόγων τῶν ἐμῶν ἀνάξιοί έστε, μήτι γε καὶ μαθεῖν ὅτι ἐγώ εἰμι. Ὑμεῖς γὰρ πάντα πειράζοντες φθέγ γεσθε, ἵνα με μὴ νομίσητε, ὅτι τοσαῦτα ἀκούων παρ' ὑμῶν, δι' ἀσθένειαν οὐκ ἐξέρχομαι, ἢ ὅτι οὐκ οἶδα ὑμῶν τὰς διανοίας, ἰδοὺ λέγω ὑμῖν ὅτι δύναμαι ὑμᾶς ἐλέγξαι· οὐκ ἐλέγξαι δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ κολάσαι τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ, Πολλὰ ἔχω λαλεῖν περὶ ὑμῶν καὶ κρίνειν. Τῷ δὲ, Ταῦτα λαλῶ εἰς τὸν κόσ σμον, ἐδήλωσε ὅτι εἰς τὰ ἔθνη μέλλε.. Τί ἐστιν ὁ λέγει, ὅτι "Οτ' ἂν ὑψώσητε τὸν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι; "Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· ὅτι εγώ εἰμι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Διὰ τί ἐπισημαίνει ὁ Εὐαγγελιστής, λέγων· Ταῦτα αὐτοῦ καλοῦντος, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν; Ποια ταῦτα; τὰ ταπεινὰ ῥήματα. Ποία; Οἷον τὸν Απ' Ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ λαλῶ οὐδὲν, ὅπερ τὸ ἴσον πρὸς τὸν Πατέρα σημαίνει· ἐκεῖνοι δὲ τὸ ἔλαττον νοοῦσι· καὶ
Διὰ τί λέγει τὸ, Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου;
Ἐπειδὴ ἔλεγον αὐτὸν ἐκ τῆς Γαλιλαία; εἶναι, ἐπισ
φέρει, ὅτι οὐκ ἐξ αὐτῆς καὶ οὐ δι' αὐτὴν ἦλθον, φησίν,
οὐδὲ διὰ τὴν Παλαιστίνην, ἀλλὰ διὰ τὸ τὸν ἅπαντα
κόσμον φωτίσαι. Τὸ δὲ, Οὐ περιπατήσει ἐν τῇ
σκοτίᾳ, ἀντὶ τοῦ, Ἐν τῇ πλάνη κεῖται.
Τὸ, Υμεῖς κατὰ τὴν σάρκα κρίνετε, τὸ ἀδίκως
κρίνειν λέγει· καθάπερ καὶ τὸ κατὰ σάρκα ζην, τὸ
φαύλως ζῇν. Διά τί ἀλλαχοῦ λέγων, ότι ο Πατήρ
κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε
τῷ Υἱῷ, ἐνταῦθα λέγει· Ἐγὼ οὐ κρίνω οὐδένα;
Οτι τοῦτο οὐ περὶ τοῦ μέλλοντος λέγει καιροῦ,
ἐκεῖνο δὲ περὶ τῆς δευτέρας παρουσίας.
Εἰπὼν δὲ, ὅτι Μόνος οὐκ εἰμὶ, ἀλλ' ἐγὼ καὶ ὁ
πέμψας με Πατήρ, δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἐγὼ μόνος
καταδικάζω ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ ὁ Πατήρ ή, ὡς ἐγώ, οὐδὲ
ἐγώ, εἰ μὴ ὡς ὁ Πατήρ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπίφερει, ὅτι, Καὶ
ἐν τῷ νόμῳ τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται, ὅτι δύο ἀν-.
θρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθῆς ἐστιν· ἢ τοῦτο λέγε:,
ἵνα δείξῃ ὅτι ὁμοούσιος τοῦ Πατρός ἐστιν.
Τί ἐστι τὸ, Οὔπω εληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ; Τοῦτό
ἐστι τὸ, Οὐδέπω καιρὸς ἦν ἐπιτήδειος καθ' δν ήθε
Σε σταυρωθῆναι.
–
Ἐν τῷ λέγειν τὸν Χριστὸν συνεχῶς, ὅτι Εγώ
ὑπάγω καὶ ζητήσετέ με, διὰ τὸ κατασείειν αὐτῶν
τὰς ψυχὰς, ἐκεῖνοι ἐπιφέρουσι· Μήτι ἀποκτενεῖ
ἑαυτόν; καὶ τὰ ἑξῆς· αὐτὸς ἀναιρῶν αὐτῶν τὴν
ὑποψίαν, φησίν· Ὑμεῖς ἐκ τῶν κάτω ἐστέ, ἐγὼ ἐκ
τῶν ἄνω εἰμί. Ο δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· Ὑμεῖς
ἐκ τοῦ κόσμου ὄντες καὶ ἄνθρωποι πεφυκότες, τοιαῦτα
λογίζεσθε.
Τι σημαίνει, ὅτι Ἐὰν μὴ πιστεύσητε ὅτι ἐγώ
εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν; Επει
δὴ ἦλθεν ἵνα ἄρῃ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ἐκεῖνοι
οὐκ ἐδέξαντο, ἐξ ἀνάγκης ἐν ταύταις αὐτοὺς ἀποθανεῖν λέγει.
CAPUT VIII.
VERS. 12. Cur dicit: Ego sum lux mundi? quoniam dicebant eum a Galilæa esse, exponit se non ex
illa esse aut ob illam venisse, neque ob Palæstinam,
sed ad illuminandum mundum universum. Non
ambulabit in tenebris, id est, non in errore manet.
VERS. 15. Vos secundum carnem judicatis. De injusto judicio dicit; sicut secundum carnem vivere,
male vivere significat. Cur alias dicens; quia Pater
non judicat quemquam, sed omne judicium dedit Filio;
ibi dicit Ego non judico quemquam? quia hoc
non de futuro tempore dicit, illud vero de secundo
adventu.
VERS. 16. Dicendo: Solus non sum, sed ego el qui
misit me Pater, ostendit quia, Non ego solus condemno vos, sed etiam Pater; vel Ut ego, non ege,
nisi ut Pater. Quamobrem et subjicit quod, Et in
lege restra scriptum est quia duorunt hominum testimonium verum est; vel hoc dicit, ut ostendat se
consubstantialem Patri esse.
VERS. 20 Quid est, Nondum venerat hora ejus?
Ll est, nondum tempus erat aptum, in quo volebat
crucifigi.
Vans. 21. Cum dicit frequenter Christus, Ega
vado el qua'retis me, ut anima eorum commoveal,
isti subjiciunt: Nunquid interficiet se ipsum? etc.;
et ille, ut eorum suspiciones adimal, dicit: Vos de
deorsum estis, ega de supernis sum. Quod autem
dicit tale est: Vos cum e mundo silis et homines
natura, talia cogitatis.
VERS. 21. Quidl significat: Si non crediaeritis quia
ego sum, moriemini in peccatis vestris? quoniam vemit ut tolleret peccatum mundi, et isti non receperunt, necessario in peccato illos morituros dicit.
Ερωτῶσι δὲ αὐτήν· Σὺ τίς εἶ; ὁ δὲ ἀποκρίνεται· VERS. 25. Interrogant autem eum: Tu quis es?
Τὴν ἀρχὴν ὅτι καὶ λαλῶ ὑμῖν. Τοῦτο δὲ τοιοῦτόν respondet autem: Principium, quod et loquor vobis.
ἐστιν· Ἐπειδὴ θαύματα καὶ διδασκαλίαν ἀκούοντες Id autem tale est: Quoniam miracula et doctrinanı
καὶ ἰδόντες ἐρωτᾶτε τίς εἰμι, τὸ ὅλως ἀκούειν τῶν audientes et videntes interrogatis quis sim, omnino
λόγων τῶν ἐμῶν ἀνάξιοί έστε, μήτι γε καὶ μαθεῖν audire verba mea indigni estis, neque discere quid
ὅτι ἐγώ εἰμι. Ὑμεῖς γὰρ πάντα πειράζοντες φθέγ- ego sim. Vos enim omnia tentantes dicitis, ne puγεσθε, ἵνα με μὴ νομίσητε, ὅτι τοσαῦτα ἀκούων παρ'
tetis me tanta a vobis audientem, per imbecillitaὑμῶν, δι' ἀσθένειαν οὐκ ἐξέρχομαι, ἢ ὅτι οὐκ οἶδα
tem non abire. Vel quia non scio vestras cogitatioὑμῶν τὰς διανοίας, ἰδοὺ λέγω ὑμῖν ὅτι δύναμαι ὑμᾶς nes, ecce dico vobis me posse vos convincere; non
ἐλέγξαι· οὐκ ἐλέγξαι δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ κολάσαι fantum autem convincere, sel et castigare. I enim
τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ, Πολλὰ ἔχω λαλεῖν περὶ ὑμῶν
καὶ κρίνειν. Τῷ δὲ, Ταῦτα λαλῶ εἰς τὸν κόσ
σμον, ἐδήλωσε ὅτι εἰς τὰ ἔθνη μέλλε..
Τί ἐστιν ὁ λέγει, ὅτι "Οτ' ἂν ὑψώσητε τὸν Υἱόν
τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι; "Ο
λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· ὅτι εγώ εἰμι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Διὰ τί ἐπισημαίνει ὁ Εὐαγγελιστής, λέγων· Ταῦτα
αὐτοῦ καλοῦντος, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν;
Ποια ταῦτα; τὰ ταπεινὰ ῥήματα. Ποία; Οἷον τὸν
Απ'
Ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ λαλῶ οὐδὲν, ὅπερ τὸ ἴσον πρὸς τὸν
Πατέρα σημαίνει· ἐκεῖνοι δὲ τὸ ἔλαττον νοοῦσι· καὶ
est: Multa habeo de vobis loqui el.judicare; et: hoc,
Loquor in mundo, ostendit se in gentibus focuturum esse.
VERS. 28. Quid est quod dicit: Cum exal`averitis
Filium hominis, tunc cognoscetis quid ego sim?
quod dicit tale est: Quia ego sum Filius Dei.
Vans. 30. Cur memorat evangelista dicens: Mac
ilto loquente, multi crediderant in eum? Quæ hæc?
humilia dicta. Quæ scilicet, me ipso non loquor
quidquam, quod æqualitatem cum latre significat.
Isti vero inferioritatem intelligunt; et ille, non reliРаспознавание текста
col. 1253–1254page 115 of 200
PG 106:1253αὐτὸς οὐκ ἀφῆκε με μόνον ὁ Πατήρ, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀρεστὰ αὐτοῦ ποιῶ πάντοτε. Τί ἐστιν, Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δουλές ἐστι τῆς ἁμαρτίας, ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἑξῆς; Διά τούτω ἠρέμα καὶ τὰ διὰ τοῦ νόμου καταβάλλει, καὶ αὐτὴ συνιστῶν ἐν τῷ ἐπιφέρειν· Ὁ δὲ Υἱὸς οἰκοδεσπότης ἐστὶ· διδ, φησί, Μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Εἶτα δειχνύ; τὸ ὁμοούσιον, λέγει· Ἐὰν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώση, ἐλεύθεροι ἔσεσθε. Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, κα τὰ ἑξῆς. Τοῦτο λέγει αὐτοῖς διὰ τὸν φόνον, καὶ ἔτι τοῦτο ἐπιφέρει· Ἐκεῖνος ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποπτε νος ἐστὶν, ὥσπερ, φησὶ, καὶ ὑμεῖς. Καὶ ὁ πατή αὐτοῦ ψεύστης. Ο πατὴρ τοῦ ψεύδους, τουτέστιν ὁ διάβολος, γεννήσας τὸ ψεῦδος, ψεύστης ἐστίν. Τό, Τις ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας; Τοῦτο ἐκ τοῦ ἄνω συνάγεται ῥητοῦ. Ἐπειδὴ για εἶπεν, ὅτι Ψεῦσταί ἐστε, καὶ τοῦ τὸ ψεύδος γεννήσαντος διαβόλου ἐστέ· ὥστε μὴ δυνάμενο: ἀληθῶς ἐλέγξαι, κατηγοροῦντες δὲ ματαίως ψεῦσταί ἐστι, ψεύστου πατρὸς τοῦ διαβόλου τέκνα· καὶ οὔτε Αόρις φατε, οὔτε τοῦ Θεοῦ. Οτι οὐδαμοῦ Σαμαρείτην αὐτὸν λεγόντων τω δαίων, πῶς λέγουσιν, ὅτι οὐ καλῶς αὐτὸν ἐλέγ μεν; Δηλονότι πολλάκις αὐτῶν εἰπόντων. Πῶς νοητέον· Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτὸν, ἡ λέξε μου οὐδέν ἔστι; Τοῦτο δὲ πρὸς τὴν ἐκείνων εἶπει ὑπόνοιαν· ὥσπερ καὶ τὸ, Η μαρτυρία μου εἰς ἔστιν ἀληθής. Τί ἔστιν, ὅτι ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀγαλλιά σατο, ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμὴν, καὶ εἶδε, καὶ ἐχάρη; Ημέραν ἐνταῦθα λέγει τὴν τοῦ σταυροῦ, ἣν ἐν τῇ προσφορᾷ τῇ τοῦ Ἰσαὰκ προετύπωσε, Ἐπαινεῖ δὲ ὡς εὐφρανθέντα διὰ τὸν σταυρὸν το Αβραάμ, δεῖξαι θέλων ὅτι οὐκ ἄκων ἐπὶ τὸ πάθη Έρχεται. Διὰ τί λέγουσι· Πεντήκοντα έτη οὔπω έχεις, καὶ ᾿Αβραὰμ εώρακας; Οὕτως ἐνόμιζεν αὐτὸν τοῦ ούτων εἶναι ἐτῶν, τριακοντατριῶν ἔντα. Τί λέγει· Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγώ εἰμε; 0 ὡς Θεὸς δηλονότι. Τὸ δὲ, Εγώ είμι, λέγειν, επ οὐχὶ, Ἐγὼ ἤμην, ἔμφασιν ἔχει τοῦτο τὸ βήμα την κῶς εἶνα:· καὶ σημαντική ἐστιν αὕτη ἡ ῥῆσις, την τὸς ἀπηλλαγμένη χρόνου· διὸ καὶ βλάσφημον αὐτή ἐδόκει εἶναι τὸ ῥῆμα. ΚΕΦΑΛ. Θ'. * Διά τί οὕτως ἀλόγως ἐρωτῶσιν, ὅτι Τίς ήμαρτε; οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ; Αλογον δέ ἐστι τὸ ἐμῶ τημα. Ἐκεῖνος γὰρ πρὶν γεννηθῇ πῶς ἂν ἡμαρτεν, ὑπὲρ δὲ γονέων πῶς ἂν καὶ δίκην ἔδωκε, πριν τῶν νηθῇ; μᾶλλον μὲν οὖν γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, ἐστιν ἐς εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα ἤγαγεν αὐτοὺς, τὸ τοῦ τ ραλυτικοῦ θαῦμα· ἐκεῖ γὰρ εἶπεν αὐτῷ ὁ Χρισ Μηκέτι ἁμαρτᾷν ἁμάρτανε], ἵνα μὴ χείμα τί σοι γένηται. Διὰ τί ἔπτυσε καὶ πηλὸν ποιήσας ἔχρις α ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ· Δεικνύων ὅτι ὁ καὶ τὸν
quit me solum Pater, quia ego placita cjus facio αὐτὸς οὐκ ἀφῆκε με μόνον ὁ Πατήρ, ὅτι ἐγὼ τὰ
semper.
VERS. 34. Quid est, Qui facit peccatum, servus
est peccati; servus autem non manet in domo in
æternum, etc.? Per hæc sensim quæ ex lege erant
destruit, et seipsum extollit subjiciendo: Filius autem domus dominus est: ideo ait: Manet in alernum. Deinde ostendens consubstantialitatem, dicit:
Si filius vos liberaverit, liberi eritis.
VERS. 44. Vos ex patre diabolo estis, etc. Hoc
dicit illis ob homicidium, et ideo illud subjicit:
Ille homicida erat ab initio, sicut vos, inquit. Εt
mendax pater ejus. Pater mendacii, id est diabolus,
qui producens mendacium, mendax est.
VERS. 46. Quis ex vobis arguet me de peccato?
Hoc e præcedentibus dictis concluditur. Quoniam
enim dixit, Mendaces estis, et diaboli estis mendacium producentis, ita ut vere arguere non possitis,
accusantes autem vane mendaces sitis, mendacis
patris diaboli filii; et neque Abraham, neque Dei
filii esse prætendite.
VERS. 48. Minime dicentes Judæi illum Samaritanum esse, quomodo dicunt: Nonne bene illi dicebamus nos, etc.? Evidenter pluries dixerant.
VERS. 54. Quomodo audiendum: Si ego glorifico
me ipsum, yloria mea nihil est? Id dicit juxta eorum
opinionem; ut et, Testimonium meum non est
verum.
Vers. 56. Quid est: Abraham pater vester exsultarit ut videret diem meum, et vidit, et gavisus est?
Diem ibi dicit crucis diem, quem in oblatione Isaac
præfiguraverat. Laudat autem Abraham quasi gaudentem de cruce, ostendere volens se non invitum
ad passionem ire.
ἀρεστὰ αὐτοῦ ποιῶ πάντοτε.
Τί ἐστιν, Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δουλές
ἐστι τῆς ἁμαρτίας, ὁ δὲ δοῦλος οὐ μένει ἐν τῇ
οἰκίᾳ εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἑξῆς; Διά τούτω
ἠρέμα καὶ τὰ διὰ τοῦ νόμου καταβάλλει, καὶ αὐτὴ
συνιστῶν ἐν τῷ ἐπιφέρειν· Ὁ δὲ Υἱὸς οἰκοδεσπότης
ἐστὶ· διδ, φησί, Μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Εἶτα δειχνύ;
τὸ ὁμοούσιον, λέγει· Ἐὰν ὁ Υἱὸς ὑμᾶς ἐλευθερώση,
ἐλεύθεροι ἔσεσθε.
Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ διαβόλου ἐστέ, κα
τὰ ἑξῆς. Τοῦτο λέγει αὐτοῖς διὰ τὸν φόνον, καὶ ἔτι
τοῦτο ἐπιφέρει· Ἐκεῖνος ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποπτε
νος ἐστὶν, ὥσπερ, φησὶ, καὶ ὑμεῖς. Καὶ ὁ πατή
αὐτοῦ ψεύστης. Ο πατὴρ τοῦ ψεύδους, τουτέστιν
ὁ διάβολος, γεννήσας τὸ ψεῦδος, ψεύστης ἐστίν.
VERS. 57. Cur dicunt: Quinquaginta annos nondum habes, et Abraham vidisti? Sic putabant eum
tot annos natum, cum triginta tantum natus erat.
VERS. 58. Quid dicit: Antequam Abraham fieret,
ec sum? Ut Deus evidenter. Ego sum, dicit, sed
non, Ego eram; hoc verbum exprimit illum perpetuo
esse; el significativa quoque est ipsa vox, omni
tempore soluta: idco blasphema videtur illis esse
quod dixit.
CAPUT IX.
VERS. 2. Cur ita insipienter interrogant, Quis
peccavit, hic aut parentes ejus? Insipiens est autumn,
interrogatio. Nam ille priusquam nasceretur, quomodo peccavisset? ob parentes autem quomodo
poenas dedisset, priusquam nasceretur? potius quidem parentes ob filios: quod autem illos ad talem
interrogationem inducit, paralytici miraculum est.
Nam illic dixit ei Christus: Noli peccare, ne deterius
quid tibi contingat.
Vers. 6. Cur exspuit et fecit lutum et linivit
oculos cæci? Ostendens et qui Adam formavit illum
Τό, Τις ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;
Τοῦτο ἐκ τοῦ ἄνω συνάγεται ῥητοῦ. Ἐπειδὴ για
εἶπεν, ὅτι Ψεῦσταί ἐστε, καὶ τοῦ τὸ ψεύδος γεννή
σαντος διαβόλου ἐστέ· ὥστε μὴ δυνάμενο: ἀληθῶς
ἐλέγξαι, κατηγοροῦντες δὲ ματαίως ψεῦσταί ἐστι,
ψεύστου πατρὸς τοῦ διαβόλου τέκνα· καὶ οὔτε Αόρις
φατε, οὔτε τοῦ Θεοῦ.
Οτι οὐδαμοῦ Σαμαρείτην αὐτὸν λεγόντων τω
δαίων, πῶς λέγουσιν, ὅτι οὐ καλῶς αὐτὸν ἐλέγ
μεν; Δηλονότι πολλάκις αὐτῶν εἰπόντων.
Πῶς νοητέον· Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτὸν, ἡ λέξε
μου οὐδέν ἔστι; Τοῦτο δὲ πρὸς τὴν ἐκείνων εἶπει
ὑπόνοιαν· ὥσπερ καὶ τὸ, Η μαρτυρία μου εἰς
ἔστιν ἀληθής.
Τί ἔστιν, ὅτι ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀγαλλιά
σατο, ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμὴν, καὶ εἶδε,
καὶ ἐχάρη; Ημέραν ἐνταῦθα λέγει τὴν τοῦ σταυροῦ,
ἣν ἐν τῇ προσφορᾷ τῇ τοῦ Ἰσαὰκ προετύπωσε,
Ἐπαινεῖ δὲ ὡς εὐφρανθέντα διὰ τὸν σταυρὸν το
Αβραάμ, δεῖξαι θέλων ὅτι οὐκ ἄκων ἐπὶ τὸ πάθη
Έρχεται.
Διὰ τί λέγουσι· Πεντήκοντα έτη οὔπω έχεις,
καὶ ᾿Αβραὰμ εώρακας; Οὕτως ἐνόμιζεν αὐτὸν τοῦ
ούτων εἶναι ἐτῶν, τριακοντατριῶν ἔντα.
Τί λέγει· Πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγώ εἰμε; 0:
ὡς Θεὸς δηλονότι. Τὸ δὲ, Εγώ είμι, λέγειν, επ
οὐχὶ, Ἐγὼ ἤμην, ἔμφασιν ἔχει τοῦτο τὸ βήμα την
κῶς εἶνα:· καὶ σημαντική ἐστιν αὕτη ἡ ῥῆσις, την
τὸς ἀπηλλαγμένη χρόνου· διὸ καὶ βλάσφημον αὐτή
ἐδόκει εἶναι τὸ ῥῆμα.
* Διά τί οὕτως ἀλόγως ἐρωτῶσιν, ὅτι Τίς ήμαρτε;
οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ; Αλογον δέ ἐστι τὸ ἐμῶ
τημα. Ἐκεῖνος γὰρ πρὶν γεννηθῇ πῶς ἂν ἡμαρτεν,
ὑπὲρ δὲ γονέων πῶς ἂν καὶ δίκην ἔδωκε, πριν τῶν
νηθῇ; μᾶλλον μὲν οὖν γονεῖς ὑπὲρ τέκνων, ἐστιν ἐς
εἰς τοῦτο τὸ ἐρώτημα ἤγαγεν αὐτοὺς, τὸ τοῦ τ
ραλυτικοῦ θαῦμα· ἐκεῖ γὰρ εἶπεν αὐτῷ ὁ Χρισ
Μηκέτι ἁμαρτᾷν [leg. ἁμάρτανε], ἵνα μὴ χείμα
τί σοι γένηται.
Διὰ τί ἔπτυσε καὶ πηλὸν ποιήσας ἔχρις α
ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ· Δεικνύων ὅτι ὁ καὶ τὸν
Распознавание текста
col. 1255–1256page 116 of 200
PG 106:1255Ἀδὰμ πλάτας, αὐτός εστι. Καὶ ἄλλως· Ἵνα μὴ νο μισθῇ τὸ θαῦμα τῆς κολυμβήθρας. καὶ οἱ προσα Διὰ τί ἀμφιβάλλουσιν οἱ γείτονες αὐτοῦ λοιποὶ λέγοντες, ὅτι οὐκ ἔστιν οὗτος ὁ αιτῶν; Διὰ τὸ παράδοξον· ἐγὼ δὲ λέγω διὰ τὸ ἀναβλέψαι, καὶ τρόπον τινὰ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ἀνοιχθέντων, ὥσπερ ἕτερον ἀπὸ τούτου τὸ σχῆμα μικρὸν διαλλαγῆναι τῇ τῶν ὀφθαλμῶν ἀνεώξει. Πόθεν εγίνωσκεν ὅτι διὰ τοῦ πτύσματος ἰάθη; Τὸ μὲν ἀπὸ τῆς ἀφῆς, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς ἀκοῆς γενο μένης πρὸς γῆν. Διὰ τί οὐκ ἐρωτῶσι τὸν τυφλόν, Πῶς ἀνέβλεψας; ἀλλὰ, Πῶς ἀνέφξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Διδόντες αὐτῷ πρόφασιν τοῦ διαβαλεῖν αὐτόν. Τίνες εἰσὶν οἱ εἰπόντες τῷ τυφλῷ· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ; Οἱ συσχισθέντες ἀπὸ τῶν ἄλλων· ἔχει γὰρ οὕτως, ὅτι Σχίσμα δὲ ἦν ἐν αὐτοῖς. Διὰ τί ἔστησαν τοὺς τοῦ τυφλοῦ γονεῖς μέσον; Οπως εἰς ἀγωνίαν αὐτοὺς ἐμβάλωσι· καὶ μετὰ κακουργίας ἐρωτῶσιν· Οὗτός ἐστιν ὃν ὑμεῖς λέ γετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Μονονουχί λέγοντες ὺν ὑμεῖς ἐποιήσατε τυφλὸν τῇ φήμῃ. Πῶς λέγουσι· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ, ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστι, καὶ πῶς ὅτε ἔλεγεν ὁ Χριστός, Τίς ελέγχει με περὶ ἁμαρτίας; οὐκ εἶπόν τι; Ὥστε νῦν ματαιολογοῦσι. Τὸ δὲ, Δὲς δόξαν τῷ Θεῷ, ὡς ἐκείνου, φησί, μηδὲν ἐνεργήσαντος. Ὅτι ὁ τυφλὸς ὅτ' ἂν λέγῃ· Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; κωμῳδῶν τοῦτο λέγει ἠρέμα καὶ διαπαίζων αὐτοὺς, καὶ δεικνύς, ὅτι Εγώ ἤδη μαθητή; αὐτοῦ εἰμι. Διὰ τί λέγουσιν· Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Την τύφλωσιν αὐτοῦ διὰ τούτου αινίττονται. Τίνος ἕνεκεν ἐρωτᾷ ὁ Χριστὸς τὸν τυφλόν· Σὺ πι στεύεις εἰς τὸν Υἱ ν τοῦ Θεοῦ; Καὶ τότε μετά τοσαύτην αντίρρησιν ἣν ἐποιήσατο πρὸς Ἰουδαίους. οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλὰ βουλόμενος αὐτὸν γνωρίσαι, ὅτι πολλοῦ τιμᾶται τὴν αὐτοῦ πίστιν. Τί ἐστιν ὁ λέγει Χριστός· Εἰς κρίμα ἐγὼ ἦλθον εἰς τὸν κόσμον; Ἀντὶ τοῦ, Εἰς μείζονα κόλασιν, φησὶ, καὶ κατάκριμα τῶν μὴ πιστευόντων. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Τί ἐστιν δ λέγει Χριστός, ότι Πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται ἦσαν καὶ λῃσταί; Οὐ Περὶ τῶν προφητῶν λέγει, καθὼς οἱ μὴ δεχόμενοι τα Μωσαϊκά Μανιχαίοι λέγουσι· δι᾿ ἐκείνων γὰρ ἐπίστευσαν οἱ πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ· ἄλλως τε οὐκ ἂν αὐτοὺς κλέπτας ἔλεγεν περὶ ὧν λέγει· Εἰ ἠκούετε Μωσέως καὶ τῶν Γραφῶν, ἡκούετε ἂν ἐμοῦ· ἀλλὰ περὶ τίνος λέγει; Περὶ Θευδᾶ καὶ Ἰούδα καὶ τῶν λοιπῶν στα σιαστῶν οἱ εἰς Χριστοῦ ἦλθον δνομα. Τίνα λέγει νομὴν εὑρήσει; Η τροφήν λέγει, ἢ κυ ριότητα· τουτέστιν ἔνδον μένει, καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἔξω βήσεται. Πὼς δὲ νοεῖται τὸ, "Ινα ζωήν ἔχωσι, καὶ περιστίν
Ἀδὰμ πλάτας, αὐτός εστι. Καὶ ἄλλως· Ἵνα μὴ νο- esse. Εt aliter: Ne reputetur miraculum pisμισθῇ τὸ θαῦμα τῆς κολυμβήθρας.
καὶ οἱ
προσα
Διὰ τί ἀμφιβάλλουσιν οἱ γείτονες αὐτοῦ
λοιποὶ λέγοντες, ὅτι οὐκ ἔστιν οὗτος ὁ
αιτῶν; Διὰ τὸ παράδοξον· ἐγὼ δὲ λέγω διὰ τὸ
ἀναβλέψαι, καὶ τρόπον τινὰ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ
ἀνοιχθέντων, ὥσπερ ἕτερον ἀπὸ τούτου τὸ σχῆμα
μικρὸν διαλλαγῆναι τῇ τῶν ὀφθαλμῶν ἀνεώξει.
Πόθεν εγίνωσκεν ὅτι διὰ τοῦ πτύσματος ἰάθη;
Τὸ μὲν ἀπὸ τῆς ἀφῆς, τὸ δὲ ἀπὸ τῆς ἀκοῆς γενο
μένης πρὸς γῆν.
Διὰ τί οὐκ ἐρωτῶσι τὸν τυφλόν, Πῶς ἀνέβλεψας;
ἀλλὰ, Πῶς ἀνέφξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; Διδόντες
αὐτῷ πρόφασιν τοῦ διαβαλεῖν αὐτόν.
Τίνες εἰσὶν οἱ εἰπόντες τῷ τυφλῷ· Σὺ τί λέγεις
cing.
VERS. 8. Cur dubitant vicini ejus et alii dicentes:
Nonne hic est iste qui mendicabat? Ob magnitudinem
prodigii; ego autem dicc, quia videbat, et quodammodo apertis oculis, tanquam alius ab isto aspeclus parum differebat ab oculorum apertura. Unde
cognovit quod per sputum sanatus fuisset? Tactu
quidem, vel sono sputi cadentis in terram.
VERS. 10 Cur non interrogant cæcum: Quomodo vidisti? sed, Quomodo aperuit tibi oculos? Præs
bentes illi occasionem Christum calumniandi.
VERS. 17. Quinam sunt qui dicunt ceco, Tu quid
περὶ αὐτοῦ; Οἱ συσχισθέντες ἀπὸ τῶν ἄλλων· ἔχει dicis de illo? Qui ab aliis divisi erant; et ila se res
γὰρ οὕτως, ὅτι Σχίσμα δὲ ἦν ἐν αὐτοῖς.
Διὰ τί ἔστησαν τοὺς τοῦ τυφλοῦ γονεῖς μέσον;
Οπως εἰς ἀγωνίαν αὐτοὺς ἐμβάλωσι· καὶ μετὰ
κακουργίας ἐρωτῶσιν· Οὗτός ἐστιν ὃν ὑμεῖς λέ
γετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; Μονονουχί λέγοντες·
ὺν ὑμεῖς ἐποιήσατε τυφλὸν τῇ φήμῃ.
Πῶς λέγουσι· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ, ἡμεῖς οἴδαμεν
ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστι, καὶ πῶς
ὅτε ἔλεγεν ὁ Χριστός, Τίς ελέγχει με περὶ ἁμαρτίας;
οὐκ εἶπόν τι; Ὥστε νῦν ματαιολογοῦσι. Τὸ δὲ, Δὲς
δόξαν τῷ Θεῷ, ὡς ἐκείνου, φησί, μηδὲν ἐνεργήσαν
τος.
babet, quia Schisma erat inter eos.
VERS. 18. Cur adduxerunt parentes cæci in medium? Ut in luctam eos injicerent; et cum malignitate interrogant: Hic est quem vos dicitis quia cœcus natus est? fere dicentes, Quem vos fecistis cacum fama.
Vans. 24. Quomodo dicunt, Da gloriam Der,
nos scimus quia hic homo peccator est? et quomodo,
quando dicebat Christus, Quis arguet me de pec
cato, non dixerunt quidquam? Qnod nunc futilia
loquuntur. Da gloriam Deo, quasi dicerent, Iste
nihil operatur.
VERS. 27. Cæcus, quando dicit, Nunquid et voς
vultis discipuli ejus fieri? irridens loquitur et sen·
Ὅτι ὁ τυφλὸς ὅτ' ἂν λέγῃ· Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε
αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; κωμῳδῶν τοῦτο λέγει
ἠρέμα καὶ διαπαίζων αὐτοὺς, καὶ δεικνύς, ὅτι Εγώ – sim illos illudens, et ostendens se ejus discipulun
ἤδη μαθητή; αὐτοῦ εἰμι.
Διὰ τί λέγουσιν· Εν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης
ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; Την τύφλωσιν αὐτοῦ
διὰ τούτου αινίττονται.
Τίνος ἕνεκεν ἐρωτᾷ ὁ Χριστὸς τὸν τυφλόν· Σὺ πι
στεύεις εἰς τὸν Υἱ ν τοῦ Θεοῦ; Καὶ τότε μετά
τοσαύτην αντίρρησιν ἣν ἐποιήσατο πρὸς Ἰουδαίους.
οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλὰ βουλόμενος αὐτὸν γνωρίσαι, ὅτι
πολλοῦ τιμᾶται τὴν αὐτοῦ πίστιν.
Τί ἐστιν ὁ λέγει Χριστός· Εἰς κρίμα ἐγὼ ἦλθον
εἰς τὸν κόσμον; Ἀντὶ τοῦ, Εἰς μείζονα κόλασιν,
φησὶ, καὶ κατάκριμα τῶν μὴ πιστευόντων.
Τί ἐστιν δ λέγει Χριστός, ότι Πάντες ὅσοι ἦλθον
πρὸ ἐμοῦ, κλέπται ἦσαν καὶ λῃσταί; Οὐ Περὶ τῶν
προφητῶν λέγει, καθὼς οἱ μὴ δεχόμενοι τα Μωσαϊκά
Μανιχαίοι λέγουσι· δι᾿ ἐκείνων γὰρ ἐπίστευσαν οἱ
πιστεύσαντες τῷ Χριστῷ· ἄλλως τε οὐκ ἂν αὐτοὺς
κλέπτας ἔλεγεν περὶ ὧν λέγει· Εἰ ἠκούετε Μωσέως
καὶ τῶν Γραφῶν, ἡκούετε ἂν ἐμοῦ· ἀλλὰ περὶ τίνος
λέγει; Περὶ Θευδᾶ καὶ Ἰούδα καὶ τῶν λοιπῶν στα
σιαστῶν οἱ εἰς Χριστοῦ ἦλθον δνομα.
Τίνα λέγει νομὴν εὑρήσει; Η τροφήν λέγει, ἢ κυ
ριότητα· τουτέστιν ἔνδον μένει, καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἔξω
βήσεται.
Πὼς δὲ νοεῖται τὸ, "Ινα ζωήν ἔχωσι, καὶ περιστίν
PATROL. GR. CVI
jam esse.
VERS. 34. Cur dicu.it: In peccatis natus es c
tus, et tu duces nos? Cacitatem ejus his verbis.
innuunt.
Vers. 35. Quam oo causam interrogat Christus
cæcum, Tu credis in Filium Dei? Et tunc quidem,
post talem responsionem quai Juſtæis dederat, non
ignorans, sed volens illum scire quia multi æstimabat ejus fidem.
VERS. 39. Quid est quod dicit Christus: In judicium ego in hunc mundum veni? Quasi diceret, In
majorem castigationem et condemnationem horum
qui non credunt.
CAPUT X.
VERS. 8. Quid est quod dicit Christus, Omnes
quotquot venerunt ante me, fures erant et latrones?
Non de prophetis dicit, ut qui Mosaica non recipiunt Manichæi dicunt; per illos enim crediderant
qui in Christum crediderant. Aliter, non illos fures
dixisset de quibus dicit: Si non obaudivistis
Moysem et prophetas, obaudite me. Sed de quo dicit?
De Theuda et Juda et cæteris seditiosis qui in
Christi nomine venerant.
VERS. 9. Quæ, dicit, pascua inveniet? Aut cibum
dicit, aut auctoritatem: id est intus manet, et nemo
foras euin emittet.
Vers. 10. Quomodo intelligitur: Ut vitam habeant
Распознавание текста
col. 1257–1258page 117 of 200
PG 106:1257ἔχωσι; Ζωὴν μὲν τὴν διδασκαλίαν, τὸ δὲ τοῦτον Ει περισσότερον τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν. Τί δηλοῖ τὸ, Ο ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴς αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων; Τὸ ἐκτίθεν πάθος εἰσάγει. Ποῦ πεπλήρωται ἐπ᾿ αὐτῷ τὸ ἐναντίον τὸ λεγόμεν νον παρ' αὐτοῦ, ὅτι θεωρεῖ τὸν λύκον, καὶ ἀίηση αὐτὰ καὶ φεύγει; "Οτε αὐτὸς συλληφθεὶς οὐκ ἔτι γεν, ἀλλ᾽ εἶπεν μᾶλλον· "Αφετε τούτους ὑπάγειν οἱ δὲ περὶ Θευδῶν καὶ Ἰούδαν οὐχ οὕτως ἐποίησαν. Οτι τό, Καθώς γινώσκει ὁ Πατήρ, καγώ τα νώσκω τον Πατέρα, τὸ ἴσον καὶ ὁμοούσιον δηλ. Τί ἐστιν ὁ λέγει Χριστός· Και άλλα πρόβατα ἔχω; Περὶ τῶν ἐθνῶν τῶν πιστευσάντων λέγει. Ότι, Κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν. Ἐνταῦθα τὸ δεῖ εὐκ ἀνάγκην εἰσάγει, ἀλλὰ τοῦ πάντως ἐσομένου δηλωτι χόν. Περὶ ποίας ἐντολῆς λέγει, ὅτι Ταύτην ἔλαβον παρὰ τοῦ Πατρός μου; Τὸ ἀποθανεῖν ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Διὰ τί, Δαιμόνιον ἔχεις, λέγουσιν αὐτῷ; Ἐπειδὴ πλέον ἢ κατὰ ἄνθρωπον ἦν τὰ λεγόμενα παρ' αὐτό, καὶ οὐ τῆς κοινῆς συνηθείας. Τίνα λέγει ἡμέραν ἐγκαινίων γενέσθαι ἐν Ἱερο σολύμοις; Χρή γινώσκειν ὅτι μεγάλη τις ἦν αὐτης ἑορτὴ καὶ δημοτελής· τὴν γὰρ ἡμέραν καθ' ἐν ὀνας ᾠκοδομήθη ἐπανελθόντων ἀπὸ τῆς μακράς αἰχμαίο σίας ταύτην ἦγον. Τὸ ἐρώτημα δ ποιοῦνται λέγοντες. Ἕως πότε της ψυχὴν ἡμῶν αἵρεις, δοκεῖ πόθου τινὸς καὶ φάσ μαθίας ἔστι δὲ μετὰ διανοίας ἐφθαρμένης καὶ ὑπό λου. Τῶν γὰρ ἔργων βοώντων ἐβούλοντο μαθείν, επιστομίζειν αὐτὸν ἀπὸ τῶν λόγων βουλόμενο Τὸν Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν, τὴν Ισοτιμία ἐμφαίνει καὶ τὸ ὁμοούσιον· ὅθεν καὶ αὐτοὶ οὕτως νοήσαντες τὸ λεχθέν, λίθοις ἔβαλλον αὐτὸν λέγοντες Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλ' ὅτι ὡς θρωπος ων, ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν. Καὶ πῶς ἐπιφέρει τὸν Ἐγὼ εἶπον· Θεοί ἐστε; Τοὺς χάριτι μιμνησκόμενος υιούς, λοιπὸν χάριτι είν γεν ἑαυτὸν, τοῦτο δὲ κακεῖνοι ἦσαν· 8 λέγει το τόν ἐστιν· Εἰ οἱ χάριτι τοῦτο λαβόντες οὐκ ἐγχε λοῦνται, θεοὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες, πῶς ἐγὼ δικαίως ἐπιτιμῶμαι ὁ φύσει τοῦτο ἔχων; Καὶ ὅτι οὕτως ἐστίν, ἄκουσον τί ἐπιφέρει. Εἰ γὰρ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ Πατρός μου κα πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε· Ἐπειδὴ γὰρ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ἀμήχανον ἦν ἰδεῖν, ἀπὸ τῆς τῶν ἔργων τητος καὶ ταυτότητος τὸ τῆς ἀπαραλλαξίας παρέχετα Οτι, Εγὼ ἐν τῷ Πατρὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν έχει, τουτό ἐστιν· Οὐδὲν ἄλλο εἰμὶ ἐγὼ ἢ ὅπερ ὁ Πατές, μένων Υἱὸς, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐκεῖνος ἢ ὅπερ ἐγώ, μίν νων Πατήρ. Διὰ τί οὐδὲν σημεῖον Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἐπαίζει; Καὶ γάρ φησι· Σημεῖον ἐποίησεν οὐδον. υίκης
et abundantius habeant? Vitam quidem doctrinam, ἔχωσι; Ζωὴν μὲν τὴν διδασκαλίαν, τὸ δὲ τοῦτον
et quod hoc abundantius est, regnum cœlorum
vocat.
VERS. 11. Quid ostendit: Bonus paster animam
suam ponit pro ovibus? Spontaneam passionem inducit.
VERS. 12. Ubi impletum est in illo contrarium
ejus quod dicit: quia Videt lupum et dimittit ores,
et fugit? Quando ipse comprehensus non effugit, sed
dixit potius: Sinite eos abire. Theudas autem et
Judas idem non fecerant.
VERS. 15. Sicut novit me Paler, et ego cognosco
Patrem, æqualitatem et consubstantialitatem ostendit,
VERS. 16. Quid est quod dicit Christus: Et alias
ores habeo? De gentibus quæ crediderunt dicit. Ει
illas oportet me adducere. Ibi oportet non necessitatem inducit, sed manifestationem ejus quod futurum est.
Vers. 18. De quo mandato dicit: quia, Mandatum accepi a Patre meo? Mortem pro mundo pati.
VERS. 20. Cur dicunt ei, Dæmonium habes? Quia
majora quam pro homine erant quæ dicebat, et
non e communi usu.
VERS. 22. Quem diem dicunt encæniorum fieri
in Jerusalem? Oportet scire hunc festum diem magrum esse et publicum, hunc enim diem in quo templum aedificatum est a redeuntibus e longa captivitale celebrabant.
VERS. 24. Interrogatio quam faciunt dicentes:
Quousque animam nostram tollis? videtur e quodamn
desiderio oriri et cognitionis studio; fit autem cum
mente corrupta et dissimulata. Nam clamantibus
operibus discere volebant, illius os verbis occludere
tcutantes.
VERs. 30. Ego et Pater unum sumus, æqualitatem indicat et consubstantialitatem. Inde ipsi quoque ita intelligentes quod dixerat, lapidibus cum
impetebant dicentes: Non propter opus bonum lapidamus te, sed quia, homo cum sis, facis teipsum
Denm.
VERS. 34. Εt quomolo subjicit: Ego dixi: Dii
estis? Hos qui gratia sunt fibi proponit, tandemi se
gratia filium esse, huc autem et isti erant. Quod diπερισσότερον τὴν τῶν οὐρανῶν βασιλείαν.
Τί δηλοῖ τὸ, Ο ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴς
αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων; Τὸ ἐκτίθεν
πάθος εἰσάγει.
Ποῦ πεπλήρωται ἐπ᾿ αὐτῷ τὸ ἐναντίον τὸ λεγόμεν
νον παρ' αὐτοῦ, ὅτι θεωρεῖ τὸν λύκον, καὶ ἀίηση
αὐτὰ καὶ φεύγει; "Οτε αὐτὸς συλληφθεὶς οὐκ ἔτι
γεν, ἀλλ᾽ εἶπεν μᾶλλον· "Αφετε τούτους ὑπάγειν
οἱ δὲ περὶ Θευδῶν καὶ Ἰούδαν οὐχ οὕτως ἐποίησαν.
Οτι τό, Καθώς γινώσκει ὁ Πατήρ, καγώ τα
νώσκω τον Πατέρα, τὸ ἴσον καὶ ὁμοούσιον δηλ.
Τί ἐστιν ὁ λέγει Χριστός· Και άλλα πρόβατα
ἔχω; Περὶ τῶν ἐθνῶν τῶν πιστευσάντων λέγει. Ότι,
Κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν. Ἐνταῦθα τὸ δεῖ εὐκ
ἀνάγκην εἰσάγει, ἀλλὰ τοῦ πάντως ἐσομένου δηλωτι
χόν.
Περὶ ποίας ἐντολῆς λέγει, ὅτι Ταύτην ἔλαβον παρὰ
τοῦ Πατρός μου; Τὸ ἀποθανεῖν ὑπὲρ τοῦ κόσμου.
Διὰ τί, Δαιμόνιον ἔχεις, λέγουσιν αὐτῷ; Ἐπειδὴ
πλέον ἢ κατὰ ἄνθρωπον ἦν τὰ λεγόμενα παρ' αὐτό,
καὶ οὐ τῆς κοινῆς συνηθείας.
Τίνα λέγει ἡμέραν ἐγκαινίων γενέσθαι ἐν Ἱερο
σολύμοις; Χρή γινώσκειν ὅτι μεγάλη τις ἦν αὐτης
ἑορτὴ καὶ δημοτελής· τὴν γὰρ ἡμέραν καθ' ἐν ὀνας
ᾠκοδομήθη ἐπανελθόντων ἀπὸ τῆς μακράς αἰχμαίο
σίας ταύτην ἦγον.
Τὸ ἐρώτημα δ ποιοῦνται λέγοντες. Ἕως πότε της
ψυχὴν ἡμῶν αἵρεις, δοκεῖ πόθου τινὸς καὶ φάσ
μαθίας ἔστι δὲ μετὰ διανοίας ἐφθαρμένης καὶ ὑπό
λου. Τῶν γὰρ ἔργων βοώντων ἐβούλοντο μαθείν,
επιστομίζειν αὐτὸν ἀπὸ τῶν λόγων βουλόμενο
Τὸν Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν, τὴν Ισοτιμία
ἐμφαίνει καὶ τὸ ὁμοούσιον· ὅθεν καὶ αὐτοὶ οὕτως
νοήσαντες τὸ λεχθέν, λίθοις ἔβαλλον αὐτὸν λέγοντες
Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλ' ὅτι ὡς
θρωπος ων, ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν.
Καὶ πῶς ἐπιφέρει τὸν Ἐγὼ εἶπον· Θεοί ἐστε;
Τοὺς χάριτι μιμνησκόμενος υιούς, λοιπὸν χάριτι είν
γεν ἑαυτὸν, τοῦτο δὲ κακεῖνοι ἦσαν· 8 λέγει το
cit tale cst: Si illi qui gratia hoc receperunt, non τόν ἐστιν· Εἰ οἱ χάριτι τοῦτο λαβόντες οὐκ ἐγχε
accusantur quod deos se vocaverant, quomodo ego
juste reprehendor qui natura hoc habeo? Et quod
ita sit, audi quid subjiciat.
VERS. 37. Si enim non facio opera Patris mei,
nolite credere mihi: si autem facio; et si miki non
vullis credere, operibus credite. Quoniam enim substantiam ejus impossibile esset videre, ab operum
paritate et æqualitate similitudo demonstratur.
VERS. 38. Quia ego in Patre et Pater in me est;
id est, Nihil aliud ego sum ac quod Pater, manens
Filius, et nihil aliud iste est ac quod ego, manens
Pater.
VERS. 41. Cur nullum signum Joannes præcursor
fecit? etenim dicitur: Signum fecit nullum. Instiλοῦνται, θεοὺς ἑαυτοὺς καλοῦντες, πῶς ἐγὼ δικαίως
ἐπιτιμῶμαι ὁ φύσει τοῦτο ἔχων; Καὶ ὅτι οὕτως ἐστίν,
ἄκουσον τί ἐπιφέρει.
Εἰ γὰρ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ Πατρός μου κα
πιστεύετέ μοι· εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε,
τοῖς ἔργοις πιστεύσατε· Ἐπειδὴ γὰρ τὴν οὐσίαν
αὐτοῦ ἀμήχανον ἦν ἰδεῖν, ἀπὸ τῆς τῶν ἔργων
τητος καὶ ταυτότητος τὸ τῆς ἀπαραλλαξίας παρέχετα
Οτι, Εγὼ ἐν τῷ Πατρὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν έχει,
τουτό ἐστιν· Οὐδὲν ἄλλο εἰμὶ ἐγὼ ἢ ὅπερ ὁ Πατές,
μένων Υἱὸς, καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐκεῖνος ἢ ὅπερ ἐγώ, μίν
νων Πατήρ.
Διὰ τί οὐδὲν σημεῖον Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἐπαίζει;
Καὶ γάρ φησι· Σημεῖον ἐποίησεν οὐδον. υίκης
Распознавание текста
col. 1259–1260page 118 of 200
PG 106:1259μίας ἔργον ἦν καὶ τοῦτο τῆς θείας, μηδὲν σημεῖον τὸν Ἰωάννην ποιῆσαι· ὡς ἂν ἀληθῶς λίχνος ότι χθείη, μὴ δυνάμενος φαίνειν παρόντος ἡλίου. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. "Οτι ἡ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ, οὐκ ἔστιν ἡ αὐτὴ ἡ παρὰ τῷ Ματθαίῳ, οὐδὲ ἡ παρὰ τῷ Λουκῇ· ἄλλη γὰρ καὶ ἄλλη ἐστὶν ἐκείνη αὕτη δὲ ἑτέρα ἐστὶν, ἀλλὰ σεμνή τις καὶ σπουδαία καὶ γὰρ περὶ τὴν ὑποδοχὴν ἐσπούδαζε τοῦ Χριστοῦ. "Οτι σφόδρα θα βοῦσαι εἰς Χριστὸν οὐκ ἔρχονται αὗται, ὡς ὁ ἑκατόνταρχος καὶ ὁ ἄρχων τοῦ βασιλικοῦ, ἀλλὰ ἀποστέλλουσι μηνύσασαι. Ὅτι τοσοῦτον ἦταν πιστεύουσαι τῷ Χριστῷ αἱ περὶ Μάρθαν, ὅτι ἀκούσασαι, Ἡ ἀσθένεια αὕτη οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀποθανόντος τοῦ ἀδελφοῦ οὐκ ἐσκανδαλίσθησαν. Τί ἐστιν τὸ λεγόμενον παρὰ Χριστοῦ· Οὐχὶ δώ δεκὰ εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; “Ο λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Εἰ ὁ τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπων ἐν ἀσφαλείᾳ ἐστὶ, πολλῷ μᾶλλον ὁ μετ᾿ ἐμοῦ ὢν δια παντὸς, τοῦ δημιουργοῦ τοῦ φωτό;. Πῶς ἄλογον νοεῖται τὸ αὐτοῖς πιστεύειν; "Οτι διὰ τὸ ἐξυπνίσαι ἐκεῖ παραγίνεται, διὸ καὶ λέγουσιν, Εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται· οὐ περὶ ὕπνου νομί ζουσι λέγειν αὐτὸν, οὐδὲ περὶ θανάτου· ἀλλὰ αἰνιγμα νομίζουσι τι αὐτὸν λέγειν· ἐπεὶ πῶς πέντε στάδια πορευομένου αὐτοῦ, οὐκ ἂν ἔφθασεν ἐξυπνίσαι; Πως λέγει ὁ Θωμάς Αγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀπο θάνωμεν μετ' αὐτοῦ; Τινὲς μὲν οὖν προθυμούμενον αὐτὸν τοῦτο λέγουσιν εἰπεῖν· τινὲς δὲ δειλιῶντα καὶ εἰρωνευόμενον. Πόθεν ή Μάρθα ἔλεγε πρὸς τὸν Χριστόν, ότι οίδα ἀναστήσεται ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ; Ἐκ τῆς αὐτοῦ διδασκαλίας· ἤκουσε γὰρ αὐτοῦ πολλὰ τοιαῦτα. Διὰ τί λάθρα καλεῖ τὴν ἀδελφήν; Ἵνα μὴ ἀκού. σαντες ὅτι περὶ Χριστοῦ λαλεῖ αὕτη, ἀναχωρήσωσιν ἔλεγεν γάρ, ὅτι Εἴ τις Χριστὸν καλέσει, ἀποσυνάγωγος γένηται. Τί ἐστι τὸν Ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι; Τοῦτό ἐστιν ἀντὶ τοῦ. Ἐπετίμησε τῷ πάθει επισχὼν τὴν σύγχυσιν τῶν δακρύων. Δια τί ὁ πάντα εἰδὼς, Ποῦ τεθείκατε αὐτὶν, ἐρω τα; Οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλὰ μὴ βουλόμενος ἑαυτὸν ἐπιῤῥίπτειν τῷ θαύματι. Διὰ τί λέγουσι τὸ, Οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ποιήσας ἀνοιχθῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; Διεφθαρμένῳ σκοπῷ, ὡς ἐνδιαβάλλοντες τὸ θαῦμα ἐκεῖνο ὡς μὴ γεγονός. Διὰ τί εὔχεται; Μᾶλλον δὲ εὐχῆς σχῆμα ἀναλαμβάνει· φησί γάρ· Διὰ τὸν περιεστῶτα ὄχλον εἶ πον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με απέστειλας. "Ο δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Ἵνα μὴ ἀντίθεόν με να μίσωσι. Διὰ τί λέγει· "Αφετε αὐτὸν ὑπάγειν; Ἵνα μη ἐπαγόμενος αὐτὸν δόξῃ κομπάζειν. Διὰ τί λέγουσιν, ὅτι ᾿Εὰν ἀφῶμεν αὐτὸν, έρω χονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ αἱρουσιν ἡμῶν τὸ ἔθνος
μίας ἔργον ἦν καὶ τοῦτο τῆς θείας, μηδὲν σημεῖον tuti divini hoc fuit, ut Joannes nullum signum feceτὸν Ἰωάννην ποιῆσαι· ὡς ἂν ἀληθῶς λίχνος ότι
χθείη, μὴ δυνάμενος φαίνειν παρόντος ἡλίου.
"Οτι ἡ παρὰ τῷ Ἰωάννῃ ἀλείψασα τὸν Κύριον
μύρῳ, οὐκ ἔστιν ἡ αὐτὴ ἡ παρὰ τῷ Ματθαίῳ, οὐδὲ
ἡ παρὰ τῷ Λουκῇ· ἄλλη γὰρ καὶ ἄλλη ἐστὶν ἐκείνη
αὕτη δὲ ἑτέρα ἐστὶν, ἀλλὰ σεμνή τις καὶ σπουδαία
καὶ γὰρ περὶ τὴν ὑποδοχὴν ἐσπούδαζε τοῦ Χριστοῦ.
"Οτι σφόδρα θα βοῦσαι εἰς Χριστὸν οὐκ ἔρχονται
αὗται, ὡς ὁ ἑκατόνταρχος καὶ ὁ ἄρχων τοῦ βασιλικοῦ, ἀλλὰ ἀποστέλλουσι μηνύσασαι.
Ὅτι τοσοῦτον ἦταν πιστεύουσαι τῷ Χριστῷ αἱ
περὶ Μάρθαν, ὅτι ἀκούσασαι, Ἡ ἀσθένεια αὕτη οὐκ
ἔστι πρὸς θάνατον, ἀποθανόντος τοῦ ἀδελφοῦ οὐκ
ἐσκανδαλίσθησαν.
Τί ἐστιν τὸ λεγόμενον παρὰ Χριστοῦ· Οὐχὶ δώ
δεκὰ εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; “Ο λέγει τοιοῦτόν
ἐστιν· Εἰ ὁ τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπων ἐν
ἀσφαλείᾳ ἐστὶ, πολλῷ μᾶλλον ὁ μετ᾿ ἐμοῦ ὢν διαπαντὸς, τοῦ δημιουργοῦ τοῦ φωτό;.
Πῶς ἄλογον νοεῖται τὸ αὐτοῖς πιστεύειν; "Οτι διὰ
τὸ ἐξυπνίσαι ἐκεῖ παραγίνεται, διὸ καὶ λέγουσιν,
Εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται· οὐ περὶ ὕπνου νομί
ζουσι λέγειν αὐτὸν, οὐδὲ περὶ θανάτου· ἀλλὰ αἰνιγμα
νομίζουσι τι αὐτὸν λέγειν· ἐπεὶ πῶς πέντε στάδια
πορευομένου αὐτοῦ, οὐκ ἂν ἔφθασεν ἐξυπνίσαι;
Πως λέγει ὁ Θωμάς Αγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀπο
θάνωμεν μετ' αὐτοῦ; Τινὲς μὲν οὖν προθυμούμε
νον αὐτὸν τοῦτο λέγουσιν εἰπεῖν· τινὲς δὲ δειλιῶντα
καὶ εἰρωνευόμενον.
Πόθεν ή Μάρθα ἔλεγε πρὸς τὸν Χριστόν, ότι οίδα
ἀναστήσεται ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ; Ἐκ τῆς αὐτοῦ
διδασκαλίας· ἤκουσε γὰρ αὐτοῦ πολλὰ τοιαῦτα.
Διὰ τί λάθρα καλεῖ τὴν ἀδελφήν; Ἵνα μὴ ἀκού.
σαντες ὅτι περὶ Χριστοῦ λαλεῖ αὕτη, ἀναχωρήσωσιν·
ἔλεγεν γάρ, ὅτι Εἴ τις Χριστὸν καλέσει, ἀποσυνάγωγος γένηται.
Τί ἐστι τὸν Ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι; Τοῦτό
ἐστιν ἀντὶ τοῦ. Ἐπετίμησε τῷ πάθει επισχὼν τὴν
σύγχυσιν τῶν δακρύων.
rit; et lucerna· vere ostenderetur, quæ lucere non
potest præsente sole.
CAPUT XI.
VERS. 2. Quæ apud Joannem unxit Dominum
unguento, non est eadem ac quæ apud Matthæum,
neque apud Lucam, alia est enim ac alia hæc. Ista
autem diversa est, sed conspicua quædam el studiosa, nam ob Christi receptionem satagebat.
VERS. 3. Multum in Christum confidentes non
ipsæ ierunt ut centurio et regulus, sed mittunt ad
nuntiandum.
VERS. 4. Tantum erant in Christum credentes
Martha et ejus soror, ut, cum audivissent, Infirmilas hæc non est ad mortem, mortuo fratre non scandalizatæ fuerint.
Δια τί ὁ πάντα εἰδὼς, Ποῦ τεθείκατε αὐτὶν, ἐρω
τα; Οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλὰ μὴ βουλόμενος ἑαυτὸν ἐπιῤῥίπτειν τῷ θαύματι.
Διὰ τί λέγουσι τὸ, Οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ποιήσας
ἀνοιχθῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι
ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; Διεφθαρμένῳ σκοπῷ,
ὡς ἐνδιαβάλλοντες τὸ θαῦμα ἐκεῖνο ὡς μὴ γεγονός.
Διὰ τί εὔχεται; Μᾶλλον δὲ εὐχῆς σχῆμα ἀναλαμ
βάνει· φησί γάρ· Διὰ τὸν περιεστῶτα ὄχλον εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με απέστειλας. "Ο
δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστιν· Ἵνα μὴ ἀντίθεόν με να
μίσωσι.
Διὰ τί λέγει· "Αφετε αὐτὸν ὑπάγειν; Ἵνα μη
ἐπαγόμενος αὐτὸν δόξῃ κομπάζειν.
Διὰ τί λέγουσιν, ὅτι ᾿Εὰν ἀφῶμεν αὐτὸν, έρω
χονται οἱ Ρωμαῖοι καὶ αἱρουσιν ἡμῶν τὸ ἔθνος
VERS. 9. Quid est quod dicitur a Christo, Nonne
duodecim horæ sunt diei? Quod dicit tale est: Si
ille qui lucem mundi istius videt in securitate est,
multo magis qui mecum est creatore omnis lucis.
VERS. 12. Quomodo insipienter intelligitur eos
credere? Quia ad excitandum eum huc vadit, ideo
dicunt, Si dormit, salvus erit. Non de somno putant
eum loqui, neque de morte; sed ambiguum quoddam
putant eum dicere.Nam quomodo quinque stadiorum
itinere facto, non festinavisset ɔd excitandum cum?
Veas. 16. Quomodo dicit Thomas: Eamas et nos,
ut moriamur eum eo? Quidam igitur eum per ardorem id dixisse putant, quidam autem per timiditatem et ironice.
VERS. 23. Unde Martha dixit Christo, Scio quiα
resurget in norissimo die? Ex ejus doctrina; audierat
enim ab illo multa similia.
VERS. 28. Cur clain vocal sororem? Ne, audientes
quod illa de Christo loqueretur, recederent. Dicebatur enim, Si quis Christum vocaverit, e synagoga
expellatur.
VERS. 33. Quid est, Infremuit spiritu? Id est
animi motui obstitit lacrymarum effusioncı colibens.
VERS. 54. Cur ille qui scit omnia interrogat:
Ubi posuistis eum? Non ignorat, sed non vult in miraculum irruere.
VERS. 37. Cur dicunt: Non potuit hic qui aperuit oculos cæci, facere ut hic non moreretur? Perverso proposito quasi calumniantes miraculum illud
tanquam non factum.
VERS. 41. Cur orat? Polius autem orationis apparentiam sumit: dicit enim: Propter populum qui
circumstat, dixi, ut credant quia tu me misisti.
Quod dicit tale est, Ne impium me liabeant,
VERS. 44. Cur dicit: Sanile eum abire? Ne illum
ad se adducens videatur nimis superbire.
Vers. 48. Cur dicunt: Si dimittimus eum, renient
Romani, et tollent nostram gentem et urbem? Popu -
Распознавание текста
col. 1261–1262page 119 of 200
PG 106:1261καὶ τὴν πόλιν Τὸν λαὸν ἐπισεῖσαι σπουδάζοντας, ὡς μελλόντων αὐτῶν κινδυνεύειν δι' αὐτὸν ἐπὶ ὑπο ψία τυραννίδος. Τί σημαίνει ὁ λέγει· Ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου; Ἵνα δείξῃ ὅτι ὠνηταὶ ἦσαν οἱ ἀρχαὶ τῶν ἱερέων· ἀλλὰ καὶ οὕτως παρῆν τὸ Πνεῦμα· προεξή τευσε γὰρ καὶ ἄχων ὁ Καϊάφας. Οτι τὸ, Συμφέρει ἵνα εἰς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ, καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται, οὕτως τῷ στόματ κέχρηται ὡς ἱερέως, τῆς δὲ μιαράς καρδίας είχ ἥψατο· οὕτως Ναβουχοδονόσορ, καὶ Φαραώ, καὶ Βα λαάμ. Διὰ τί λέγει, Ινα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν; Τέκνα Θεοῦ τὰ ἔθνη και λεῖ ἀπὸ τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι. ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Διὰ τί κλέπτῃ ὄντι τῷ Ἰούδᾳ ἐνεχείρισε τὸ γλωσσόκομον; Ινα την φιλαργυρίαν αὐτοῦ ἐκείνη. Διὰ τί μέμνηται ἐνταῦθα ὁ Χριστὸς ἐνταφιασμού; Ἐντρέψαι τὸ Ἰούδαν βουλόμενος, καὶ δεῖξαι ὅτι τὴν προδοσίαν νοεῖ. Διὰ τί ἔλαβον τὰ βάϊα τῶν φοινίκων καὶ τὸν Ὡσαννά, ἔλεγον, ὁ ἑρμηνεύεται· Σῶσον δή; Επιλ μείζονα ή προφήτην αὐτὸν εἶχον, θαυμάζοντες δια τὸν Λάζαρον. Πῶς οἱ μὲν ἄλλοι, φασίν, εὐαγγελισταί λέγουσιν, ὅτι "Επεμψε καὶ εἶπεν· Λύσατε τὴν ὄνον καὶ τὶν πῶλον· οὗτος δὲ, οὐδὲν τοιοῦτον· ἀλλ' ὅτι ἀνάριον εὑρὼν, εκάθισεν ἐπ' αὐτό; Αμφότερα ἐγένετο ἀπέστειλε γὰρ, καὶ ἠνέχθη, καὶ ἐνεχθὲν ὡς εὑρὼν ἐκάθισεν. Ὅτι οἱ εἰπόντες Φαρισαῖοι πρὸς ἑαυτούς· θεωρείτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδὲν, ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ὑπάγει, τῶν πιστευόντων μὲν ἦσαν, οὐ τολμώντων δὲ παῤῥησιάζεσθαι. Τίνες ἦσαν οἱ Ἕλληνες οἱ συναναβάντες ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ; Οἵτινες προσῆλθον καὶ τὰ Φιλίππῳ λέγοντες· θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. Οἱ ἐγγὺς ὄντες λοιπὸν τοῦ προσήλυτοι γενέσθαι, τους ἐστι τῷ Ἰουδαϊσμῷ προσελθεῖν. τὸ πάθος ἐλθεῖν πάντων πεπληρωμένων. Πῶς νοητέον· Ελήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Επειδὴ Ἕλληνες καὶ τὰ ἔθνη συν ήρχοντο, Ἰουδαῖοι δὲ ἠπίστουν, Καιρός, φησίν, ἐπὶ Πῶς νοητέον τό, Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος του σίτου πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, καρπὸν πολὺν φέρει; Ο λέγειτοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι Παθόντος μου καὶ θανέντος, μαι λον αυξηθήσεται τὸ κήρυγμα. Τί ἐστιν, Ο φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ο τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ ποιῶν τὰς ἀτόπους· ὁ δὲ μισῶν, ὁ μὴ εἴκων αὐτῇ κελευούσῃ τὰ βλάπτοντα. Τί ἐστι τὸ, Ὁ ἐμοὶ διακονῶν, ἐμοὶ ἀκολουθείτω; Ο τὴν διδασκαλίαν καὶ ὑποταγὴν ἐνδεικνύμενος, φησί, καὶ τὸν θάνατόν μου μιμείσθω· εἶτα τιθεὶς τὸ ἐκ αθλον, "Ινα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἐκεῖ ἔσται.
fum commovere studentes, quasi deberent illi ob καὶ τὴν πόλιν; Τὸν λαὸν ἐπισεῖσαι σπουδάζοντας,
eum periclitari tyrannidis suspicione.
Vers. 49. Quid significat quod dicit: Princeps sacerdotum anni illius? Ut ostendat venales esse sacerdotum dignitates; sed etiam aderat Spiritus, nam
prophetavit vel invitus Caiphas.
Vers. 50. Expedit ut unus homo moriatur et non
tota gens pereat. Ita ore sacerdotis utitur Spiritus,
cor autem nocens non tangit: ita Nabuchodonosor,
Pharao, Balaam.
VERS. 52. Cur dicit, Ut filios Dei dispersos congregaret in unum? Filios Dei gentes vocat ab hoc
quod futurum est.
CAPUT XII.
VERS. 6. Cur, cum fur esset Judas, commiserat
ei loculos? Ut ejus avaritiam adimeret.
Vers. 7. Cur loquitur ibi Christus de sepultura?
Judam convertere volens, et ostendere illum proditionem cogitare.
Vins. 13. Cur acceperunt ramos palmarum, et
clamaverunt Hosanna, quod interpretatur satre?
Quia majorem propheta illum habebant, admirantes
propter Lazarum.
Vans. 14. Quomodo alii evangelista, inquiunt, die
cunt quia Misit et dixit: Solvile asinam et pullum;
hic vero nihil simile dicit, sed quia invenit Jesus
asellum, et sedit super eum. Utraque evenerunt.
Misit enim et adductus est et super adductum ut
inveniens sedit.
Voss. 19. Dicentes Pharisæi ad semetipsos: Videtis quia nihil proficitis, ecce mundus post eum
abit; ex credentibus erant, sed non aperte fateri
audentibus.
VERS. 20. Qui erant gentiles qui ascenderant ut
adorarent in die festo? Qui accesserunt dicentes
Philippo; Volumus Jesum videre. Qui prope erant ut
proselyti ferent, id est, accederent ad Judaismum.
ὡς μελλόντων αὐτῶν κινδυνεύειν δι' αὐτὸν ἐπὶ ὑποψία τυραννίδος.
Τί σημαίνει ὁ λέγει· Ὁ ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ
ἐκείνου; Ἵνα δείξῃ ὅτι ὠνηταὶ ἦσαν οἱ ἀρχαὶ τῶν
ἱερέων· ἀλλὰ καὶ οὕτως παρῆν τὸ Πνεῦμα· προεξή
τευσε γὰρ καὶ ἄχων ὁ Καϊάφας.
Οτι τὸ, Συμφέρει ἵνα εἰς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ,
καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται, οὕτως τῷ στόματ
κέχρηται ὡς ἱερέως, τῆς δὲ μιαράς καρδίας είχ
ἥψατο· οὕτως Ναβουχοδονόσορ, καὶ Φαραώ, καὶ Βαλαάμ.
Διὰ τί λέγει, Ινα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν; Τέκνα Θεοῦ τὰ ἔθνη και
λεῖ ἀπὸ τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι.
Διὰ τί κλέπτῃ ὄντι τῷ Ἰούδᾳ ἐνεχείρισε τὸ
γλωσσόκομον; Ινα την φιλαργυρίαν αὐτοῦ ἐκείνη.
Διὰ τί μέμνηται ἐνταῦθα ὁ Χριστὸς ἐνταφιασμού;
Ἐντρέψαι τὸ Ἰούδαν βουλόμενος, καὶ δεῖξαι ὅτι τὴν
προδοσίαν νοεῖ.
Διὰ τί ἔλαβον τὰ βάϊα τῶν φοινίκων καὶ τὸν
Ὡσαννά, ἔλεγον, ὁ ἑρμηνεύεται· Σῶσον δή; Επιλ
μείζονα ή προφήτην αὐτὸν εἶχον, θαυμάζοντες δια
τὸν Λάζαρον.
Πῶς οἱ μὲν ἄλλοι, φασίν, εὐαγγελισταί λέγουσιν,
ὅτι "Επεμψε καὶ εἶπεν· Λύσατε τὴν ὄνον καὶ τὶν
πῶλον· οὗτος δὲ, οὐδὲν τοιοῦτον· ἀλλ' ὅτι ἀνάριον
εὑρὼν, εκάθισεν ἐπ' αὐτό; Αμφότερα ἐγένετο·
ἀπέστειλε γὰρ, καὶ ἠνέχθη, καὶ ἐνεχθὲν ὡς εὑρὼν
ἐκάθισεν.
Ὅτι οἱ εἰπόντες Φαρισαῖοι πρὸς ἑαυτούς· θεωρείτε
ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδὲν, ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ
ὑπάγει, τῶν πιστευόντων μὲν ἦσαν, οὐ τολμώντων
δὲ παῤῥησιάζεσθαι.
Τίνες ἦσαν οἱ Ἕλληνες οἱ συναναβάντες ἵνα προσ
κυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ; Οἵτινες προσῆλθον καὶ τὰ
Φιλίππῳ λέγοντες· θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν.
Οἱ ἐγγὺς ὄντες λοιπὸν τοῦ προσήλυτοι γενέσθαι, τους
ἐστι τῷ Ἰουδαϊσμῷ προσελθεῖν.
VERS. 23. Quomodo intelligendum, Venit hora ut
glorificetur Filius Dei? Quoniam gentiles et gentes
couveniebant, Judzi vero non credebant, Tempus
est, inqnit, ad passionem ire, omnibus comn- τὸ πάθος ἐλθεῖν πάντων πεπληρωμένων.
pletis.
Πῶς νοητέον· Ελήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ
Υἱὸς τοῦ Θεοῦ; Επειδὴ Ἕλληνες καὶ τὰ ἔθνη συν
ήρχοντο, Ἰουδαῖοι δὲ ἠπίστουν, Καιρός, φησίν, ἐπὶ
VERS. 24. Quomodo intelligendum, Nisi granum
frumenti cadens in terram mortuum fuerit, ipsum
solum manet; si autem mortuum fuerit, fructum multum affert? Quod dicit tale est: Cum passus et
mortuus fuero, magis augebitur prædicatio.
VERS. 25. Quid est: Qui amat animam suam? Qui
passiones suas facit efrenatas, qui autem odit, qui
non cedit animæ volenti nocentia.
Vans. 26. Quid est: Qui mihi ministrat, me sequatur? Qui doctrinam et obedientiam præ se fert,
inquit, mortem quoque meam imitetur. Deinde
præmium proponens: Ubi sum ego, illic et minister
meus erit.
Πῶς νοητέον τό, Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος του σίτου
πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει·
ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, καρπὸν πολὺν φέρει; Ο λέγει
τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι Παθόντος μου καὶ θανέντος, μαι
λον αυξηθήσεται τὸ κήρυγμα.
Τί ἐστιν, Ο φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Ο τὰς
ἐπιθυμίας αὐτοῦ ποιῶν τὰς ἀτόπους· ὁ δὲ μισῶν, ὁ
μὴ εἴκων αὐτῇ κελευούσῃ τὰ βλάπτοντα.
Τί ἐστι τὸ, Ὁ ἐμοὶ διακονῶν, ἐμοὶ ἀκολουθείτω;
Ο τὴν διδασκαλίαν καὶ ὑποταγὴν ἐνδεικνύμενος, φησί,
καὶ τὸν θάνατόν μου μιμείσθω· εἶτα τιθεὶς τὸ ἐκαθλον, "Ινα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἐκεῖ
ἔσται.
Распознавание текста
col. 1263–1264page 120 of 200
PG 106:1263Οτι ἡ περὶ τὸν θάνατον δειλία, οἷον το, Πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης, καὶ ὅσα ἔμοια, τῆς οἰκονομίας ἐστὶν, οὐ τῆς θεότητος, ήγουν τῆς ἀνθρωπείας φύσεως. Πώς νοητέον το, Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα; Τοῦτό ἐστιν, Αγαγε λοιπὸν ἐπὶ τὸν σταυρόν· καὶ ὅτι ὑπὲρ ἀληθείας ἀποθνήσκει, δόξαν εἰς τὸν Θεὸν τὸ πράγμα καλῶν. Τί λέγει ἡ ἄνωθεν φωνή, Καὶ ἐδόξασα, καὶ πάλιν δοξάσω; Ὅτι Ἐδόξασα μὲν ἐν τοῖς πρὸ τούτου· δοξάσω δὲ καὶ μετὰ τὸν σταυ ρόν. Διὰ τί ὁ ὄχλος ἀκούσας τῆς φωνῆς, Έλεγε βροντήν γεγονέναι; Ότι τρανὴ καὶ εὐσημος ἦν, καὶ διὰ τὸ ταχέως ἀποπτῆναι ἐνομίσθη τοῖς παχυτέροις βροντή τὸν ἦχον ἀκούσασιν· οἱ δὲ εἰπόντες, "Αγγελος αὐτῷ λελάληκεν, έναρθρον μὲν τὴν φωνὴν ᾔδεσαν· τί δὲ ἐσήμαινεν, οὐκέτι ᾔδεσαν. Πῶς νοητέον τὸ Νῦν ὁ ἄρχων του κόσμου τού του κέκριται; Δηλοῖ, ὅτι Ἐπεὶ ἐξ ἀρχῆς ἠπατήθη 6 ἄνθρωπος καὶ ὑπεύθυνος ἐγένετο καὶ ἀπέθανεν, ἐπι δημήσει καὶ ἐν ἐμοὶ, καὶ οὐ πράξει όσα βούλεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐκδικηθήσεται ὁ κόσμος· ἄλλοι δὲ περὶ Πιλάτου τοῦτο νοοῦσιν. Τί ἐστι τὸ, "Οτ' ἂν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν; Περὶ τοῦ σταυροῦ λέγει τὸ δὲ, πάντας, διὰ τὰ ἔθνη πρόσκειται. Καὶ ἄλλως Οὐκ εἶπεν, Καλέσω, ἀλλ᾽, Ελκύσω τοὺς πάντας· τὸ βίαιον δεικνὺς τοῦ κηρύγματος τὸ τῶν Εὐαγγελίων δραστικὸν ὑποφαίνων, τὸ τῆς – χάριτος δηλῶν ἀνεμπόδιστον· ὅτι πάντας προσάγει τῇ πίστει, ὅτι πάντας εὐεργετείν μηχανᾶται. Τί ἐστι τὸ, Ινα υἱοὶ φωτὸς γένησθε; Τουτέστιν Εμοι. Πώς νοητέον τό, Ινα πληρωθῇ ὁ λόγος ἂν εἶπεν Ἡσαΐας; Τοῦτο τὸ, ἵνα, οὐκ αἰτιολογίας ἐστὶν, ἀλλ' ἐκβάσεως. Πῶς νοητέον τὸ, Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν; Τοιοῦ τον καὶ, Παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἀδόκιμον νοῦν, τοῦτό ἐστι, συνεχώρησεν, ἀφῆκεν. Οὐ γὰρ ἐνεργοῦντα αὐτὸν ταῦτα λέγει, ἀλλ' ἐκ τῆς αὐτοπονηρίας ταῦτα γινόμενα δείκνυσιν. Οὕτως καὶ ὁ ἥλιος τῶν ἀσθε νούντων πλήττει τὰς ὄψεις, οὐ παρὰ τὴν ἀσθένειαν τῶν ὑποδεχομένων. Ὅτι οὐκ εἶπεν, Ο πιστεύων ἐμοὶ, ἀλλ', Ὁ πι στεύων εἰς ἐμέ· τὸ ἀπαράλλακτον πρὸς τὴν τοῦ Πατ τρὸς οὐσίαν δεικνύς· ὅμοιον δὲ καὶ τὸ, Ο θεωρών ἐμὲ, θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. Πώς νοητέον τό, Ὁ ἀθετῶν ἐμέ, ἔχει τὸν κρί νοντα αὐτόν; Τίνα ἔχει τὸν κρίνοντα; Εἰ γὰρ ὁ Πατὴρ οὐδένα κρίνει, καὶ σὺ λέγεις, Οὐκ ἦλθον κρί ναι τὸν κόσμον, τίς κρίνει τοὺς μὴ πιστεύοντα;; Ο λόγος, φησίν, δν λελάληκα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν ἀντὶ τοῦ, ἐν τάξει κατηγόρου στήσεται. Ότι ταπεινώσεως τελείας καὶ τῆς ἀνθρωπότητος Ένδειξις τὸ λέγειν αὐτὸν, ὅτι 'Ο Πατὴρ ἐκεῖνος μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί είπω καὶ τί λαλήσω.
Οτι ἡ περὶ τὸν θάνατον δειλία, οἷον το, Πάτερ,
σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης, καὶ ὅσα ἔμοια, τῆς
οἰκονομίας ἐστὶν, οὐ τῆς θεότητος, ήγουν τῆς ἀνθρω
πείας φύσεως.
Πώς νοητέον το, Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα;
Τοῦτό ἐστιν, Αγαγε λοιπὸν ἐπὶ τὸν σταυρόν· καὶ
ὅτι ὑπὲρ ἀληθείας ἀποθνήσκει, δόξαν εἰς τὸν Θεὸν τὸ
πράγμα καλῶν. Τί λέγει ἡ ἄνωθεν φωνή, Καὶ
ἐδόξασα, καὶ πάλιν δοξάσω; Ὅτι Ἐδόξασα μὲν
ἐν τοῖς πρὸ τούτου· δοξάσω δὲ καὶ μετὰ τὸν σταυ
ρόν.
Διὰ τί ὁ ὄχλος ἀκούσας τῆς φωνῆς, Έλεγε βροντήν
γεγονέναι; Ότι τρανὴ καὶ εὐσημος ἦν, καὶ διὰ τὸ
ταχέως ἀποπτῆναι ἐνομίσθη τοῖς παχυτέροις βροντή
τὸν ἦχον ἀκούσασιν· οἱ δὲ εἰπόντες, "Αγγελος αὐτῷ
λελάληκεν, έναρθρον μὲν τὴν φωνὴν ᾔδεσαν· τί δὲ
ἐσήμαινεν, οὐκέτι ᾔδεσαν.
Πῶς νοητέον τὸ Νῦν ὁ ἄρχων του κόσμου τού
του κέκριται; Δηλοῖ, ὅτι Ἐπεὶ ἐξ ἀρχῆς ἠπατήθη 6
ἄνθρωπος καὶ ὑπεύθυνος ἐγένετο καὶ ἀπέθανεν, ἐπιδημήσει καὶ ἐν ἐμοὶ, καὶ οὐ πράξει όσα βούλεται,
καὶ διὰ τοῦτο ἐκδικηθήσεται ὁ κόσμος· ἄλλοι δὲ περὶ
Πιλάτου τοῦτο νοοῦσιν.
Τί ἐστι τὸ, "Οτ' ἂν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας
ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν; Περὶ τοῦ σταυροῦ λέγει·
τὸ δὲ, πάντας, διὰ τὰ ἔθνη πρόσκειται. Καὶ
ἄλλως Οὐκ εἶπεν, Καλέσω, ἀλλ᾽, Ελκύσω
τοὺς πάντας· τὸ βίαιον δεικνὺς τοῦ κηρύγματος·
τὸ τῶν Εὐαγγελίων δραστικὸν ὑποφαίνων, τὸ τῆς –
χάριτος δηλῶν ἀνεμπόδιστον· ὅτι πάντας προσάγει
τῇ πίστει, ὅτι πάντας εὐεργετείν μηχανᾶται.
Τί ἐστι τὸ, Ινα υἱοὶ φωτὸς γένησθε; Τουτέστιν·
Εμοι.
Πώς νοητέον τό, Ινα πληρωθῇ ὁ λόγος ἂν εἶπεν
Ἡσαΐας; Τοῦτο τὸ, ἵνα, οὐκ αἰτιολογίας ἐστὶν, ἀλλ'
ἐκβάσεως.
Πῶς νοητέον τὸ, Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλ
μοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν; Τοιοῦ
τον καὶ, Παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς ἀδόκιμον νοῦν,
τοῦτό ἐστι, συνεχώρησεν, ἀφῆκεν. Οὐ γὰρ ἐνεργοῦντα
αὐτὸν ταῦτα λέγει, ἀλλ' ἐκ τῆς αὐτοπονηρίας ταῦτα
γινόμενα δείκνυσιν. Οὕτως καὶ ὁ ἥλιος τῶν ἀσθε
νούντων πλήττει τὰς ὄψεις, οὐ παρὰ τὴν ἀσθένειαν
τῶν ὑποδεχομένων.
Ὅτι οὐκ εἶπεν, Ο πιστεύων ἐμοὶ, ἀλλ', Ὁ πι
στεύων εἰς ἐμέ· τὸ ἀπαράλλακτον πρὸς τὴν τοῦ Πατ
τρὸς οὐσίαν δεικνύς· ὅμοιον δὲ καὶ τὸ, Ο θεωρών
ἐμὲ, θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με.
Πώς νοητέον τό, Ὁ ἀθετῶν ἐμέ, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν; Τίνα ἔχει τὸν κρίνοντα; Εἰ γὰρ ὁ
Πατὴρ οὐδένα κρίνει, καὶ σὺ λέγεις, Οὐκ ἦλθον κρίναι τὸν κόσμον, τίς κρίνει τοὺς μὴ πιστεύοντα;;
Ο λόγος, φησίν, δν λελάληκα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτόν·
ἀντὶ τοῦ, ἐν τάξει κατηγόρου στήσεται.
Ότι ταπεινώσεως τελείας καὶ τῆς ἀνθρωπότητος
Ένδειξις τὸ λέγειν αὐτὸν, ὅτι 'Ο Πατὴρ ἐκεῖνος μοι
ἐντολὴν ἔδωκε τί είπω καὶ τί λαλήσω.
VERS. 27. Circa mortem timur, quale est, Puter,
salva me ex hac hora, et quanta similia sunt, instituti sunt non divinitatis, humanæ puta naturæ.
VERS. 28. Quomodo intelligendum, Paler, glorifica nomen tuum? Id est,Duc me tandem ad crucem;
et quia pro veritate moritur, rem vocat gloriam in
Deum. Quid dicit vox ex alto: Et glorificavi el
iterum glorificabo? Glorificavi quidem in his quæ
præcesserunt; glorificabo autem post crucem.
VERS. 27. Cur turba audiens vocem licebat lonitroum esse factum? Quia valida et clara erat, et
quod celeriter desiit, putaverunt stolidiores tonitrui fragorem audivisse. Alii autem dicebant:
Angelus ei locutus est. Articulatam quidem vocem
sciel:ant; quid vero signifcaverat, minime sciebant.
VERS. 31. Quomodo intelligendum: Nunc princeps mundi hujus judicatus est? Ostendit quia, cum
ab initio homo deceptus est, et reus factus est, et
mortuus est, ad me etiam accedet, et non faciet
quanta vult, et propter hoc judicabitur mundus.
Alii autem de Pilato hoc intelligunt.
VERS. 32. Quid est: Cum exultatus fuero a terra,
omnes traham ad meipsum? De cruce dicit; omnes
autem propter gentes dicitur. Et aliter. Non dixit,
Vocabo, sed, Traham omnes: robur indicans prasdicationis, Evangeliorum cficaciam ostendens, et
gratia vim invictam, quia omnes ducit ad βdem, et
omnes ad bonum faciendum instruit.
Vers. 36. Quid est, Ut filii lucis sitis? Id est,
Mihi.
VERS. 38. Quomodo intelligendum, Ut sermo
Isaiæ ¸impleretur? Ut signum est non causæ sed
erentus.
VERS. 40. Quomodo intelligendum: Excæcavit
oculos eorum et induravit cor eorum? Idem est,
ac, Tradidit illos in spiritum reprobatum, id est,
sustinere desiit. Non enim operantem illum hæc
dicit, sed hæc propriam per malitiam eorum evenire ostendit. Ita sol debilium visum lædit, non per
debilitatem sustinentium.
Yens. 44. Non dixit: Qui credit mihi, sed, Qui
credit in me; similitudinem cum Patris substantia
ostendens: idem est autem, Qui videt me, videt
eum qui misit me.
VERS. 48. Quomodo intelligendum, Qui spernit
me, habet qui judicet eum? Quem habet judicem?
Si enim Pater non judicat quemquam, et tu dicis:
Non veni ut judicem mundum, quis judicat hos qui
non credunt? Sermno, inquit, quem locutus sum,
ille judicabit eum, id est in reorum numerum.
statuet.
VERS. 49. Perfect humilitatis et humanitatis indicium est quod dicit: Pater ipse mihi mandatum
dedit quid dicam et quid loquar,
Распознавание текста
col. 1265–1266page 121 of 200
PG 106:1265ΚΕΦΑΛ. 15. Οτι μετάβασιν τὸν θάνατον καλεῖ· τὸ δὲ, Εἰς τέ λος ἠγάπησεν αὐτοὺς, ἀντὶ τοῦ. Οὐκ ἐνέλειψεν δ ἔδει τὸν σφόδρα ἀγαπῶντα ποιῆσαι. Οτι ἰδίους αυτ τοὺς λέγει κατὰ τὸν τῆς οἰκειώσεως λόγον, ἐπεὶ καὶ ἄλλους ιδίους καλεῖ κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας λόγου ὡς ὅτ' ἂν λέγῃ· Οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. Τό, Πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατήρ, τὴν τῶν πιστῶν σωτηρίαν λέγει. Τί ἐστι τὸ, ῎Ερχεται πρὸς τὸν Σίμωνα Πέτριν; Ὑπόνοιαν δίδωσιν ὅτι τοῦ προδότου πρῶτον ἔνιψε. Τύ, Σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας; τοιοῦτόν ἐστιν Σὺ ὁ διὰ τῶν χειρῶν τούτων τυφλοὺς ὀμματώσας καὶ λεπρούς καθαρίσας. Πῶς οἱ ἕτεροι οὐκ ἀνθ ίστανται; Ἐπειδὴ πρῶτον ἔνιψε τὸν προδότην, ἐκεῖ νος δὲ διὰ πολλὴν ιταμότητα κατεκλίθη, καὶ τότε πρὸς Πέτρον ἦλθε δεύτερον ὄντα τῇ κατακλίσει, ὅθεν οἱ λοιποὶ ὑπὸ τῆς ἀγανακτήσεως ἐπὶ Πέτρῳ γενομένης παιδευθέντες ἀνέσχοντο. Τί σημαίνει τό, “Ο ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι; Τὴν εἰς ἔσχατον ἐκ τούτου ταπεινοφροσύνην λέγε φανήσεσθαι. Ενόμισεν ὁ Πέτρος ὅτι ἡ ἀπόνιψις αύτη, ἁμαρ τιῶν ἦν ἄφεσις, καὶ ἤθελε δι' ὅλου τοῦ σώματος κα δεῖν ἄφεσιν· ἡ δὲ οὐχ ἁμαρτιῶν ἄφεσις ἦν, ἀλλ' εὐλαβείας υπόθεσις· Υπόδειγμα γάρ, φησίν, ἔδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε. Τι λέγει, ότι Ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι μόνον, καὶ τὰ ἑξῆς: Διὰ τοῦ λόγου τούτου μεταμελῆσαι τὸν προδότην διδάσκων καὶ τῆς ἐπὶ προδοσίαν ὁδοῦ ἀφίστασθαι. Πῶς λέγει, Καθαρεί ἐστε, οὐδέπω τῶν ἁμαρτημάτων ἀπηλλαγμένοι, οὐδὲ Πνεύματος ἠξιωμένοι; Διὰ τοῦτο τὸ φῶς αὐ τοὺς δέξασθαι, καὶ τῆς πλάνης ἀναχωρῆσαι τῆς Ἰου δαϊκής. Ωδε γυμνοί τὴν αὐθεντίαν, εξέβαλε τὴν τοῦ δούλου μορφήν, καὶ εἰσάγει τὴν τοῦ Θεοῦ. Διὰ τί ἀνέκειτο ὁ Ἰωάννης ἐπὶ τὸν κόλπον τοῦ Χριστοῦ; Δεικνὺς ὅτι πόρρω προδοσίας ἐστὶ τὸ το σοῦτον θαῤῥεῖν ἐπ' αὐτῷ καὶ παρρησιάζεσθαι· ὁ δὲ Χριστὸς συγχωρεί, τὴν ἀθυμίαν αὐτοῦ θεραπεύουν. Διὰ τί ἀπέκρυψε τὸ οἰκεῖον ὄνομα λέγων, ἂν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς; Διὰ τὴν πολλὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὸ Ο μὴ ἐπιδείκνυσθαι. Διὰ τί ἔνευσεν ὁ Πέτρος τῷ Ἰωάννῃ ἐρωτήσαι; Ἐπειδὴ θερμὸς ὢν πολλάκις ἀποκριθεὶς ἐπεστομίσθη, τούτου χάριν δεδοικώς διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου του λεται μαθεῖν. Δια τί ἐρωτηθέντος τοῦ Κυρίου τίς ἐστιν, εἶπεν ῇ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω; Ἔβαψε δὲ καὶ ἔδωκε, καὶ οὐδὲ οὕτως νοοῦσιν ἰδόντες ὅτι δέδωκε. Τίς έστι, Λάθρα πρὸς Ιωάννην εἶπεν τοῦτο; Ωστε μηδὲ ἀκοῦσαί τινα. Καὶ γὰρ ὁ Ἰωάννης καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸ στῆθος ἀναπεσὼν ἐρωτᾷ πρὸς τὴ οὖς· διὸ οὐδὲ συνήεσαν, ἢ τάχα αὐτὸν διεσπάσαντο, καὶ μάλιστα Πέτρος. Διὰ τί ψωμίον ἐπιδοὺς οὕτως Ελέγχει; Εφελκόμενος αὐτὸν εἰς οἰκτον, καὶ βουλε μενος ἐντρέψαι αυτόν,
CAPUT XIII.
VERS. 1. Transitum mortem vocat: Ad finem
dilexit eos, id est, Non omisit quod oportebat valde
diligentem facere. Suos illos dicit secundum familiaritatis rationem, nam alios suos vocat secundum
creationis rationem; ut cum dicitur; Sui eum non
receperunt.
VERS. 3. Omnia dedit illi Pater, de salute fidelium dicit.
Οτι μετάβασιν τὸν θάνατον καλεῖ· τὸ δὲ, Εἰς τέ
λος ἠγάπησεν αὐτοὺς, ἀντὶ τοῦ. Οὐκ ἐνέλειψεν δ
ἔδει τὸν σφόδρα ἀγαπῶντα ποιῆσαι. Οτι ἰδίους αυτ
τοὺς λέγει κατὰ τὸν τῆς οἰκειώσεως λόγον, ἐπεὶ καὶ
ἄλλους ιδίους καλεῖ κατὰ τὸν τῆς δημιουργίας λόγου
ὡς ὅτ' ἂν λέγῃ· Οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.
Τό, Πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατήρ, τὴν τῶν πιστῶν
σωτηρίαν λέγει.
Τί ἐστι τὸ, ῎Ερχεται πρὸς τὸν Σίμωνα Πέτριν;
Ὑπόνοιαν δίδωσιν ὅτι τοῦ προδότου πρῶτον ἔνιψε.
Τύ, Σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας; τοιοῦτόν ἐστιν
Σὺ ὁ διὰ τῶν χειρῶν τούτων τυφλοὺς ὀμματώσας
καὶ λεπρούς καθαρίσας. Πῶς οἱ ἕτεροι οὐκ ἀνθ
Vans. 6. Quid est, Venit ad Simonem Petrum?
Conjecturam præbet quod proditorem primum lavaverit: Tu mihi lavas pedes? Id est, Tu qui per istas
manus cæcus visum et leprosis sanitatem præstas?
Quoinodo alii non resistunt? Quia primum lavaverat proditorem, iste autem primus ob magnam ar- ίστανται; Ἐπειδὴ πρῶτον ἔνιψε τὸν προδότην, ἐκεῖ
rogantiam mensæ accubabat, et tunc ad Petrum
venit secundum in mensæ ordine; inde cæteri, per
objurgationem Petro factam moniti, se permiserunt.
VERS.
7. Quid significat; Quod ego facio, tu mescis modo? Suan ex hoc humilitatem in finem dieit manifestandam esse.
VERS. 9. Arbitratus est Petrus quod lavatio isla
peccatorum esset remissio, et volebat per totum
corpus recipere. Non autem erat peccatorum remissio, sed benevolentia indicium. Facmplum
enim dedi vobis, ait, ut quemadmodum ego feci,
ila et vos facialis.
VERS. 10. Quid dicit: Qui lotus est non indiget
nisi ut pedes lavel, etc.? Per læc verba poenitere proditorem monens, et a via proditionis desistere.
Quomodo dicit: Mundi estis, cum nondum peccatis
liberati essent, neque Spiritum recepissent? Quia
lucem acceperant, et ab errore Judaice recesserant.
Ibi auctoritatem revelat, scrvi formam deponit, et
formain Dei induit.
VERS. 25. Cur recumbebat Joannes in sinu Chris
sti? Ut ostenderet longe a proditione abesse tantum in illum confidere et libere loqui. Christus
autem siuit, ejus vecordiam curans. Cur nomen
suum celavit dicens, Quem diligebat Jesus? Propter
magnam humilitatem et ostentationis fugam.
Vens. 24. Cur inuuit Petrus Joanni ut interrogaret? Quia, cum ardens esset, sæpe respondentis os
occlusum est, quam ob causam timens per medium
Joannis discere vult.
VERs. 26. Cur interrogatus Dominus, Quis est,
respondet: Cui ego intinctum panem porrexero?
intinxit autem et dedit, et non ita intelligunt qui legunt dederat. Quis est, secreto Joanni¡ dixit illud,
ita ut nemo audiret. Etenim Joannes propter hoc
super pectus recumbens in aure interrogat; ideo non
omnes colloquebantur, vel celeriter interruperunt
eum, et inprimis Petrus. Cur buccellam tradendo
ita convincit? Inducens eum ad fletum, et volens
eum convertere.
νος δὲ διὰ πολλὴν ιταμότητα κατεκλίθη, καὶ τότε πρὸς
Πέτρον ἦλθε δεύτερον ὄντα τῇ κατακλίσει, ὅθεν οἱ
λοιποὶ ὑπὸ τῆς ἀγανακτήσεως ἐπὶ Πέτρῳ γενομένης
παιδευθέντες ἀνέσχοντο.
Τί σημαίνει τό, “Ο ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι;
Τὴν εἰς ἔσχατον ἐκ τούτου ταπεινοφροσύνην λέγε:
φανήσεσθαι.
Ενόμισεν ὁ Πέτρος ὅτι ἡ ἀπόνιψις αύτη, ἁμαρ
τιῶν ἦν ἄφεσις, καὶ ἤθελε δι' ὅλου τοῦ σώματος κα
δεῖν ἄφεσιν· ἡ δὲ οὐχ ἁμαρτιῶν ἄφεσις ἦν, ἀλλ'
εὐλαβείας υπόθεσις· Υπόδειγμα γάρ, φησίν,
ἔδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ
ὑμεῖς ποιῆτε.
Τι λέγει, ότι Ὁ λελουμένος οὐκ ἔχει χρείαν ἢ τοὺς
πόδας νίψασθαι μόνον, καὶ τὰ ἑξῆς: Διὰ τοῦ λόγου
τούτου μεταμελῆσαι τὸν προδότην διδάσκων καὶ τῆς
ἐπὶ προδοσίαν ὁδοῦ ἀφίστασθαι. Πῶς λέγει, Καθαρεί
ἐστε, οὐδέπω τῶν ἁμαρτημάτων ἀπηλλαγμένοι,
οὐδὲ Πνεύματος ἠξιωμένοι; Διὰ τοῦτο τὸ φῶς αὐ
τοὺς δέξασθαι, καὶ τῆς πλάνης ἀναχωρῆσαι τῆς Ἰου
δαϊκής. Ωδε γυμνοί τὴν αὐθεντίαν, εξέβαλε τὴν τοῦ
δούλου μορφήν, καὶ εἰσάγει τὴν τοῦ Θεοῦ.
Διὰ τί ἀνέκειτο ὁ Ἰωάννης ἐπὶ τὸν κόλπον τοῦ
Χριστοῦ; Δεικνὺς ὅτι πόρρω προδοσίας ἐστὶ τὸ τοσοῦτον θαῤῥεῖν ἐπ' αὐτῷ καὶ παρρησιάζεσθαι· ὁ δὲ
Χριστὸς συγχωρεί, τὴν ἀθυμίαν αὐτοῦ θεραπεύουν.
Διὰ τί ἀπέκρυψε τὸ οἰκεῖον ὄνομα λέγων, ἂν ἠγάπα
ὁ Ἰησοῦς; Διὰ τὴν πολλὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὸ
Ο μὴ ἐπιδείκνυσθαι.
Διὰ τί ἔνευσεν ὁ Πέτρος τῷ Ἰωάννῃ ἐρωτήσαι;
Ἐπειδὴ θερμὸς ὢν πολλάκις ἀποκριθεὶς ἐπεστομίσθη,
τούτου χάριν δεδοικώς διὰ μέσου τοῦ Ἰωάννου του
λεται μαθεῖν.
Δια τί ἐρωτηθέντος τοῦ Κυρίου τίς ἐστιν, εἶπεν
ῇ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω; Ἔβαψε δὲ καὶ
ἔδωκε, καὶ οὐδὲ οὕτως νοοῦσιν ἰδόντες ὅτι δέδωκε.
Τίς έστι, Λάθρα πρὸς Ιωάννην εἶπεν τοῦτο; Ωστε
μηδὲ ἀκοῦσαί τινα. Καὶ γὰρ ὁ Ἰωάννης καὶ διὰ
τοῦτο πρὸς τὸ στῆθος ἀναπεσὼν ἐρωτᾷ πρὸς τὴ
οὖς· διὸ οὐδὲ συνήεσαν, ἢ τάχα αὐτὸν διεσπάσαντο,
καὶ μάλιστα Πέτρος. Διὰ τί ψωμίον ἐπιδοὺς οὕτως
Ελέγχει; Εφελκόμενος αὐτὸν εἰς οἰκτον, καὶ βουλε
μενος ἐντρέψαι αυτόν,
Распознавание текста
col. 1267–1268page 122 of 200
PG 106:1267Πῶς νοητέον δ εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστός, ὅτι ΟΑ ποιεῖς, τάχιον ποίησον; Οὐ προστάσσοντός ἐστι τοῦτο, ἀλλὰ ὀνειδίζοντος καὶ εἰρωνευομένου. Πῶς αὐτὸς κελεύων, μή πήραν, μή χαλκόν, μὴ ῥάβδον ἐπιφέρεσθαι, γλωσσόκομον ἐπεφέρετο; Ἵνα μάθωμεν ὅτι καὶ τὸν σφόδρα ἀκτήμονα, πολλὴν δεῖ πρόνοιαν τῶν πενήτων ποιεῖσθαι. Διὰ τί τὸν καιρὸν ἡ εὐαγγελιστὴς λέγει· 'Ην δὲ νὺξ ὅτε ἐξῆλθεν Ἰούδας; Ἵνα μάθωμεν αὐτοῦ τὴν ιταμότητα, ὅτι οὐδὲ ὁ καιρὸς αὐτὸν ἔσχε τῆς ὁρμῆς. Οπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν. Δείκνυσιν ὅτι ὁ θάνατος αὐτοῦ, μετάστασίς τίς ἐστι καὶ μετάθεσις ἀμείνων εἰς τόπον σώματα δεχόμενον φθαρτὰ πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν. Διὰ τὸ ἐρωτᾷ ὁ Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις; Οὐ τοσοῦτον ἐβουλόμενος μαθεῖν, ὅσον ἀκολουθῆσαι διὰ θερμότητα. ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'. Πιστεύετε εἰς τὸν Θεὸν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. Τὸ ὁμοούσιον δηλοί. Τὸ λέγειν τὸν Θωμᾶν, Κύριε, οὐκ οἴδαμεν που ὑπάγεις, ἀπὸ δειλίας τοῦτο λέγει. Τό, Δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα, καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν, αἰσθητοῖς ὀφθαλμοῖς ἐβόα τοῦτο ἰδεῖν· ἐξ οὗ ὁ Υἱὸς ἐπιφέρει τὸ, Οὐκ ἔγνωκάς με· τοῦτο γὰρ ἐστίναὐτὸς, ὅπερ ἐστὶν ὁ Πατήρ. Διὰ τί λέγει· Καὶ ἄλλον Παράκλητον πέμψει; Καταισχύνων καὶ τοὺς τοῦ Σαβελλίου καὶ ᾿Αρείου. Τῷ μὲν γὰρ εἰπεῖν, ἀλλον, τῆς ὑποστάσεως τὸ διάφορον δείκνυσιν· τῷ δὲ εἰπεῖν, Παράκλητον, τῆς οὐσίας τὸ ὅμοιον· ἵνα δὲ μὴ νομίσωσι σαρκωθησόμενον αὐτὸ, επιφέρει· “Ο ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν ἢ κόσμον τους πονηρούς λέγει. Εἰπὼν, ὅτι Εγώ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε, οὐχὶ τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν λέγει ζωήν. Ὅτι τὸ, Καθὼς ἀπέστειλέ με, κἀγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς, τὸ ὁμοούσιον δηλοί. Εἰ γὰρ μὴ οὕτως αὐτὸ ἐκλαβών μεθα, οὐδὲν διοίσει τῶν ἀποστόλων ὁ Χριστός. Τί ἐστι τὸ λεγόμενον· Κύριε, τί γέγονεν, ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ; Ἐνόμιζον ὄναρ ὀφθήσεσθαι αὐτοῖς, ἢ ὡς τοὺς νεκροὺς ὁρῶμεν. “Οτι τό, Ὁ λόγος δν ἠκούσατε οὐκ ἔστιν ἐμὸς, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με Πατρός, δείκνυσιν ὅτι οὐδὲν ἔξω τοῦ Πατρὸς φθέγγεται. Τίς ὁ πορευόμενος πρὸς τὸν Πατέρα, ὦ Αρειε; Ο Θεός Λόγος· ἀλλ' ἐν τοῖς κόλποις ἦν καὶ ἔστιν ἀεὶ τοῦ Πατρός. Τί γὰρ ἐχωρίσθη Πατρός; Ίνα πορευθῇ πρὸς τὸν Πατέρα· ἐξέπεσε τῶν κόλπων, ῖν ἐπανέλθῃ πρὸς τούτους. Τί οὖν ἐστιν; Η βλεπου μένη φύσις πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεται· τὸ συγγενὲς ἡμῶν, τὸ ἐκ γῆς, πρὸς τὸν ἐν οὐρανοῖς, οὗ πέρ ἐστι μείζων ὁ Πατήρ. Ωσπερ τοίνυν βραχύ τι παρ' ἀγγέλους ἡλαττώσθαι λεγόμενος, οὐκ ἔστιν ἐλάτ των ἀγγέλων (τὸ γὰρ βραχύ τι παρ' ἀγγέλους Αλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου - καθό, φησίν, είλετο Χριστός θανάτου γεύ σκο ο
!
Πῶς νοητέον δ εἶπεν αὐτῷ ὁ Χριστός, ὅτι ΟΑ
ποιεῖς, τάχιον ποίησον; Οὐ προστάσσοντός ἐστι
τοῦτο, ἀλλὰ ὀνειδίζοντος καὶ εἰρωνευομένου.
Πῶς αὐτὸς κελεύων, μή πήραν, μή χαλκόν, μὴ
ῥάβδον ἐπιφέρεσθαι, γλωσσόκομον ἐπεφέρετο; Ἵνα
μάθωμεν ὅτι καὶ τὸν σφόδρα ἀκτήμονα, πολλὴν δεῖ
πρόνοιαν τῶν πενήτων ποιεῖσθαι.
Διὰ τί τὸν καιρὸν ἡ εὐαγγελιστὴς λέγει· 'Ην δὲ
νὺξ ὅτε ἐξῆλθεν Ἰούδας; Ἵνα μάθωμεν αὐτοῦ
τὴν ιταμότητα, ὅτι οὐδὲ ὁ καιρὸς αὐτὸν ἔσχε τῆς
ὁρμῆς.
Οπου ἐγὼ ὑπάγω, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.
Δείκνυσιν ὅτι ὁ θάνατος αὐτοῦ, μετάστασίς τίς ἐστι
καὶ μετάθεσις ἀμείνων εἰς τόπον σώματα δεχόμενον
φθαρτὰ πρὸ τοῦ ἀποθανεῖν.
Διὰ τὸ ἐρωτᾷ ὁ Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;
Οὐ τοσοῦτον ἐβουλόμενος μαθεῖν, ὅσον ἀκολουθῆσαι
διὰ θερμότητα.
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'.
Πιστεύετε εἰς τὸν Θεὸν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.
Τὸ ὁμοούσιον δηλοί.
Τὸ λέγειν τὸν Θωμᾶν, Κύριε, οὐκ οἴδαμεν που
ὑπάγεις, ἀπὸ δειλίας τοῦτο λέγει.
Τό, Δεῖξον ἡμῖν τὸν Πατέρα, καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν,
αἰσθητοῖς ὀφθαλμοῖς ἐβόα τοῦτο ἰδεῖν· ἐξ οὗ ὁ Υἱὸς
ἐπιφέρει τὸ, Οὐκ ἔγνωκάς με· τοῦτο γὰρ ἐστιν
αὐτός, ὅπερ ἐστὶν ὁ Πατήρ.
Διὰ τί λέγει· Καὶ ἄλλον Παράκλητον πέμψει;
Καταισχύνων καὶ τοὺς τοῦ Σαβελλίου καὶ ᾿Αρείου. Τῷ
μὲν γὰρ εἰπεῖν, ἀλλον, τῆς ὑποστάσεως τὸ διάφορον
δείκνυσιν· τῷ δὲ εἰπεῖν, Παράκλητον, τῆς οὐσίας
τὸ ὅμοιον· ἵνα δὲ μὴ νομίσωσι σαρκωθησόμενον
αὐτὸ, επιφέρει· “Ο ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν·
ἢ κόσμον τους πονηρούς λέγει.
Εἰπὼν, ὅτι Εγώ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε, οὐχὶ τὴν
παροῦσαν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν λέγει ζωήν. Ὅτι τὸ,
Καθὼς ἀπέστειλέ με, κἀγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς, τὸ
ὁμοούσιον δηλοί. Εἰ γὰρ μὴ οὕτως αὐτὸ ἐκλαβών
μεθα, οὐδὲν διοίσει τῶν ἀποστόλων ὁ Χριστός.
Τί ἐστι τὸ λεγόμενον· Κύριε, τί γέγονεν, ὅτι
ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ
κόσμῳ; Ἐνόμιζον ὄναρ ὀφθήσεσθαι αὐτοῖς, ἢ ὡς
τοὺς νεκροὺς ὁρῶμεν.
VERS. 27. Quomodo intelligendum quod dixit
illi Christus, Quod facis fac citius? Non jubentis est,
sed exprobrantis et irridentis.
VERS. 29. Quomodo ille præcipiens ne peram,
as, vel baculumn gerant, loculos gerebat 9 Ut discamus vel maxime egenum, mɔgnam habeat pauperum
providentiam oportere.
“Οτι τό, Ὁ λόγος δν ἠκούσατε οὐκ ἔστιν ἐμὸς,
ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με Πατρός, δείκνυσιν ὅτι
οὐδὲν ἔξω τοῦ Πατρὸς φθέγγεται.
Τίς ὁ πορευόμενος πρὸς τὸν Πατέρα, ὦ Αρειε;
Ο Θεός Λόγος· ἀλλ' ἐν τοῖς κόλποις ἦν καὶ ἔστιν
ἀεὶ τοῦ Πατρός. Τί γὰρ ἐχωρίσθη Πατρός; Ίνα
πορευθῇ πρὸς τὸν Πατέρα· ἐξέπεσε τῶν κόλπων,
ῖν ἐπανέλθῃ πρὸς τούτους. Τί οὖν ἐστιν; Η βλεπου
μένη φύσις πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεται· τὸ συγγενὲς ἡμῶν, τὸ ἐκ γῆς, πρὸς τὸν ἐν οὐρανοῖς, οὗ πέρ
ἐστι μείζων ὁ Πατήρ. Ωσπερ τοίνυν βραχύ τι παρ'
ἀγγέλους ἡλαττώσθαι λεγόμενος, οὐκ ἔστιν ἐλάτ
των ἀγγέλων (τὸ γὰρ βραχύ τι παρ' ἀγγέλους
Αλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ
θανάτου - καθό, φησίν, είλετο Χριστός θανάτου γεύVERS. 30. Cur tempus dicit evangelista: Erat
autem nos quando exivit Judas? Ut discamus ejus
audaciam, quia tempus non illum a proposito
delinuit.
VERS. 36. Quo ego vado, vos non polestis venire;
ostendit mortem suam esse quemdam transitum
et transmutationem meliorem in locum corpora
recipientem corruptibilia antequam morerentur.
VERS. 37. Cur interrogal Petrus, Domine, quo
vadis? Non volens tantum scire, quantum sequi
ob suum ardorem.
CAPUT XIV.
VERS. 1. Creditis in Deum, et in me credite;
consubstantialitatem ostendit.
VERS. 5. Dicens Thomas, Domine, nescimus σκο
vadis, ea timiditate loquitur.
VERS. 8. Ostende nobis Patrem, et sufficit nobis.
Corporalibus oculis rogabat videre. Ex quo Filius
subjicit. Non cognovistis me, hoc est ille, quod est
Pater.
VERS. 16. Cur dicit: Alium Paracletum mittel?
Confundens Sabellianos et Arianos. Dicendo enim
alium, personæ diversitatem ostendit; dicendo
autem Paracletum, substantiæ similitudinem; ut
non putant eum incarnatum esse, subjicit: Quem
mundus non potest accipere; per mundum malos
designat.
VERS. 19. Dicendo: Ego vivo et vos vivelis, non
præsentem, sed futuram vitam loquitur. Sicut
misil me, et ego mitto vos, consubstantialitatem
ostendit. Si enim non ita id intelligeremus, nihil
differret ab apostolis Christus.
VERS. 22. Quid est quod dicitur: Domine, quid
factum est, quia nobis manifestaturus es te ipsum et
non mundo? Putabant somnium videre, vel ut
mortuos videmus.
VERS. 24. Sermo quem audistis non est meus,
sed ejus qui misit me Patris, ostendit se nihil extra
Patremn dicere.
VERS. 28. Quis vadit ad Patrem, ο Arie? Deus
Verbum; sed in sinu Patris erat et est semper.
Quid enim avulsum est a Patre? Ut vadat ad
Patrema sinu abscessit ut ad sinum rediret. Quid
est igitur? visibilis natura ad Patrem vadit; quod
est cognatum nobis, quod est e terra, ad illum qui
est in cœlis, non tamen Pater major est; ut igitur
qui paulo minor angelis effectus esse dictus est,
non angelis minor est, nam paulo minorem angelis
effectum, videmus Jesum per passionem mortis.
Quia elegit Christus mortem gustare, cui non
participant angeli; ita se minorem Padre dicens,
Распознавание текста
col. 1269–1270page 123 of 200
PG 106:1269σασθαι, οὗπερ οὐ μετέχουσιν ἄγγελος)· οὕτως ἐι τὸν ἐλάττονα λέγων Πατρός, οὐκ ἔστιν ἐλάττων Πατρός. Αλλ' ἐγώ, φησί, κατὰ τὸν τῆς θεότητες λόγον, ἐλάττονα λέγων τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς, καὶ τὸ μείζων ἀκούων περὶ τοῦ Πατρός, νοῦ καίως. Αλλ' οὔπω το μείζων διαφορὰν ἐργάζεται φύσεως. Πᾶν γὰρ τὸ μεῖζον, ὁμογενούς μεῖζον ἂν καλοίτο ὥστε δι' ὧν μείζονα λέγεις, διὰ τούτων όμως, στον λέγεις. Τὸ γὰρ μεῖζον καὶ ἔλαττον, ἐπὶ τῆς μιας οὐσίας παρείληπται. Καὶ ἵνα τῶν ἔξω περὶ τούτων καταλίπω τοὺς ὄρους, ἐκ τῆς θείας Γραφῆς μάνθεις τοῦτο. Μείζων, φησίν, ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσῃ; οὐ μιᾶς ὑπῆρχον οὐσίας; καὶ οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βα πτιστοῦ; Τί οὖν; ἑτεροούσιος Ἰωάννης τῶν ἐν γεν νητοῖς γυναικών; Καὶ ὁ μακάριος Ἰακώβ, καὶ οὗτος ὑψωθήσεται, ἀλλ' ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ νεωτερον μείζων αὐτοῦ ἔσται. Ὥστε εἰ καὶ τῷ τῆς θεότητος λόγῳ τὸ μεῖζον ἐκλάβοις, ὁ τοῦ ἑτερουσία σοι μᾶλλον διαλύεται λόγος· τοῦ δὲ ἑτερουσίας λυθέντος, καὶ τὰ τῆς σῆς θρησκείας ἐκλέλυτα καὶ σφίγγων τὸ μεῖζον, ἐμοὶ τὸ ἐμπούστον σφίγγεις· τὸ δὲ ὁμοούσιον σφίγγων, διαλύεις τὸ μεῖζον. Οὐκ ἔχει γὰρ οὐσίας μέτρα θεός· ο δέχεται τὸ μεῖζον καὶ ἧττον ἡ ἀπερίγραφες φ σις. Τί γὰρ μεῖζον Πατήρ Υἱοῦ; Πώς; χρόνῳ; ἀλλ᾽ ἄχρονος ὁ Πατήρ· ἀλλ' ἀπερίγραφος ούτω, Σταθμῷ; καὶ τί τὸ τὴν οὐσίαν ἐκείνην σταθμίοι; Αξία; ἀλλ' ἐν ἀξίωμα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Τὰ γὰρ ἐμὰ, φησί, Πάτερ, πάντα σά ἐστι, καὶ τὰ τὰ ἐμά· καὶ, Ο Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ θεὶς ἦν ὁ Λογος. Θεός, ὦ Αρειε, τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον οὐκ ἔχει· τὸ μεῖζον καὶ τὸ μικρὸν ἐπ' αὐτοῦ περι τήν. ᾿Απαράβλητος ἡ φύσις ἐκείνη, ἀσύγκριτον της οὐσίας ἐκείνης τὸ μέγεθος. Αν κατὰ σύγκρο ἐπινοήσῃς τὸ μείζον, τῇ συγκρίσει τὴν οὐσίαν έλα τώσεις· καὶ τὸ μεῖζον ἐπὶ Θεοῦ, εἰ μὴ συγκαταδι σει πρὸς τὴν ὁρωμένην ἀποληφθὲν φύσιν, τὴν οὐν σίαν τὴν θείαν σμικρύνει. Τὰ γὰρ ἀσύγκριτα κατιόντα πρὸς σύγκρισιν ἐλαττοῦν τὴν οἰκείαν ουσίαν, οὐ δοξάζειν ἐπίσταται. η Τίνα λέγει ἄρχοντα τοῦ κόσμου; Τὸν διάβολον Τὸ δὲ λέγειν, ὅτι Εν ἐμοὶ εὑρήσει οὐδὲν, Αξίτη, φησί, θανάτου "οὐδὲν δείξει κατ᾿ ἐμοῦ· ἄλλοι ἐξ νοοῦσι τὸν Πιλάτον. ᾿Αρχοντα δὲ τὸν διάβολον λέγει, ἐπεὶ ἄρχει τῶν ἑαυτοὺς παραδιδόντων αὐτῷ· ἐπεὶ εἰ ἦρξε γῆς καὶ θαλάσσης, ἀνέστρεψεν ἂν πάντα. Διὰ τί εἶπεν· Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν; Ἐπεὶ ἦσαν ἐν καταδήλῳ χωρίῳ. Απάγων οὖν αἱν τοὺς τέως φόβου, τοῦτο καὶ λέγει καὶ ποιεῖ. ΚΕΦΑΛ. ΙΕ. Πῶς νοεῖται τὸ, Πάντα ὅσα παρὰ τοῦ Πατρός μου ἤκουσα, έγνώρισα ὑμῖν, καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ λέγειν αὐτὸν, Πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ' οὐ δύ νασθε βαστάζειν ἄρτι; Οὐδὲν ἄλλο διὰ τοῦ πάντα καὶ τοῦ ἀκοῦσαι κατασκευάζει, ἢ ὅτι οὐδὲν ἀλλο τριον φθέγγεται, ἀλλὰ τὰ τοῦ Πατρός. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ. Κόσμου τους τους
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERT.E ETATIS.
non est Patre minor. Sed ego, inquit, secundum σασθαι, οὗπερ οὐ μετέχουσιν ἄγγελος)· οὕτως ἐ1ι·
divinitatis rationem, minorem dicens Filium Patre,
et majus quoddam de Patre audiens, bene cogito;
sed nunquam majus istud differentiam naturæ facit.
Nam omne majus, eodem genere majus dici potest;
ița ut de quibus majorem esse dicis, de illis consubstantialem esse dicis. Majus enim et minus in
una substantia accipitur; et ut alienas de his prætermittam definitiones, a divina Scripura id disce:
Major, inquit, qui prophetat quam qui lingua loquitur; numquid unius non sunt substantiæ? Et non
surrexit in natis mulierum major Joanne Baptista:
quid ergo? alterius substantiæ est Joannes ac nati
raulierum? Et beatus Jacob dicit; Iste augebitur, sed
frater ejus minor, major illo erit. Itaque, licet in
divinitatis ratione majus istud accipias, ratio sub.
stautiæ diversitatis magis removetur; remota aulem
diversi:ate substantiæ, tuæ religionis doginata
removentur, et majus proponens, mihi consubstantialitatem proponis; proponens autem consubstantialitatem, majus amoves. Nam substantiæ non
mensuras habet Deus; non accipit majus vel minus
incircumscripta natura. Quid enim majus habet
Pater Filio? quomodo?tempore? sed sine tempore
est Pater; sed incircumscriptus est stabilitate? Sed
quid substantiam istam stabilire potest? Dignitate,
sed una dignitas est Patris et Filii; Mea enim, inquit,
Pater, omnia tua sunt, et tua mea: el, Verbum erat
apud Deum, et Deus erat Verbum. Deus, o Arie, nec
inajus nec minus habet; majus et minus in illo supervacaneum est dicere. Incomparabilis est ista
natura, incomposita hujus substantia magnitudo.
Si de compositione majus intellexeris, compositione
substantiam minueres; et majus in Deo, nisi sumnatur quadam condescendentia ad visibilem naturam,
substantiam divinam imminuit. Nam incomposita
ad compositionem descendentia minuere suam natiram, non attollere intelliguntur.
τὸν ἐλάττονα λέγων Πατρός, οὐκ ἔστιν ἐλάττων
Πατρός. Αλλ' ἐγώ, φησί, κατὰ τὸν τῆς θεότητες
λόγον, ἐλάττονα λέγων τὸν Υἱὸν τοῦ Πατρὸς, καὶ
τὸ μείζων ἀκούων περὶ τοῦ Πατρός, νοῦ καίως.
Αλλ' οὔπω το μείζων διαφορὰν ἐργάζεται φύσεως.
Πᾶν γὰρ τὸ μεῖζον, ὁμογενούς μεῖζον ἂν καλοίτο·
ὥστε δι' ὧν μείζονα λέγεις, διὰ τούτων όμως, στον
λέγεις. Τὸ γὰρ μεῖζον καὶ ἔλαττον, ἐπὶ τῆς μιας
οὐσίας παρείληπται. Καὶ ἵνα τῶν ἔξω περὶ τούτων
καταλίπω τοὺς ὄρους, ἐκ τῆς θείας Γραφῆς μάνθεις
τοῦτο. Μείζων, φησίν, ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν
γλώσσῃ; οὐ μιᾶς ὑπῆρχον οὐσίας; καὶ οὐκ ἐγήγερ
ται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ Βα·
πτιστοῦ; Τί οὖν; ἑτεροούσιος Ἰωάννης τῶν ἐν γεν
νητοῖς γυναικών; Καὶ ὁ μακάριος Ἰακώβ, καὶ οὗτος
ὑψωθήσεται, ἀλλ' ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ νεωτερον
μείζων αὐτοῦ ἔσται. Ὥστε εἰ καὶ τῷ τῆς θεότη
τος λόγῳ τὸ μεῖζον ἐκλάβοις, ὁ τοῦ ἑτερουσία
σοι μᾶλλον διαλύεται λόγος· τοῦ δὲ ἑτερουσίας
λυθέντος, καὶ τὰ τῆς σῆς θρησκείας ἐκλέλυτα:·
καὶ σφίγγων τὸ μεῖζον, ἐμοὶ τὸ ἐμπούστον
σφίγγεις· τὸ δὲ ὁμοούσιον σφίγγων, διαλύεις
τὸ μεῖζον. Οὐκ ἔχει γὰρ οὐσίας μέτρα θεός· ο
δέχεται τὸ μεῖζον καὶ ἧττον ἡ ἀπερίγραφες φ
σις. Τί γὰρ μεῖζον Πατήρ Υἱοῦ; Πώς; χρόνῳ;
ἀλλ᾽ ἄχρονος ὁ Πατήρ· ἀλλ' ἀπερίγραφος ούτω,
Σταθμῷ; καὶ τί τὸ τὴν οὐσίαν ἐκείνην σταθμίοι;
Αξία; ἀλλ' ἐν ἀξίωμα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Τὰ γὰρ
ἐμὰ, φησί, Πάτερ, πάντα σά ἐστι, καὶ τὰ τὰ
ἐμά· καὶ, Ο Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ θεὶς
ἦν ὁ Λογος. Θεός, ὦ Αρειε, τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον
οὐκ ἔχει· τὸ μεῖζον καὶ τὸ μικρὸν ἐπ' αὐτοῦ περι
τήν. ᾿Απαράβλητος ἡ φύσις ἐκείνη, ἀσύγκριτον της
οὐσίας ἐκείνης τὸ μέγεθος. Αν κατὰ σύγκρο
ἐπινοήσῃς τὸ μείζον, τῇ συγκρίσει τὴν οὐσίαν έλα:·
τώσεις· καὶ τὸ μεῖζον ἐπὶ Θεοῦ, εἰ μὴ συγκαταδι
σει πρὸς τὴν ὁρωμένην ἀποληφθὲν φύσιν, τὴν οὐν
σίαν τὴν θείαν σμικρύνει. Τὰ γὰρ ἀσύγκριτα κατιόντα πρὸς σύγκρισιν ἐλαττοῦν τὴν οἰκείαν ουσίαν,
οὐ δοξάζειν ἐπίσταται.
Vans. 30. Quem dicit principem mundi? Diabolum. Dicendo autem, In me non inveniet quidquam,
dignum morte, inquit, nihil contra me ostended.
Alii Pilatum intelligunt. Principem autem Diabolum vocat, cum imperet his qui se illi tradunt;
nam si imperaverit terra et mari, omnia perturbaمان
Vans. 31. Cur dixit, Surgile, camus hinc? Quia
erant in loco aperto; illos igitur ut a timore interim
amoveret, hoc dicit et facit.
CAPUT XV.
VERS. 15. Quomodo intelligitur, Omnia quacun
que audivi a Patre meo, nota feci vobis? et cum
iterum alias dicit, Multa habeo vobis dicere, sed
ron potestis portare modo? nihi aliud per omnia
et audivi significat, ac nihil alienum loquitur, sed
quæ Patris suut.
Veas. 18. Si mundus vas adit: Per muidum
η
Τίνα λέγει ἄρχοντα τοῦ κόσμου; Τὸν διάβολον
Τὸ δὲ λέγειν, ὅτι Εν ἐμοὶ εὑρήσει οὐδὲν, Αξίτη,
φησί, θανάτου "οὐδὲν δείξει κατ᾿ ἐμοῦ· ἄλλοι ἐξ
νοοῦσι τὸν Πιλάτον. ᾿Αρχοντα δὲ τὸν διάβολον λέγει,
ἐπεὶ ἄρχει τῶν ἑαυτοὺς παραδιδόντων αὐτῷ· ἐπεὶ εἰ
ἦρξε γῆς καὶ θαλάσσης, ἀνέστρεψεν ἂν πάντα.
Διὰ τί εἶπεν· Εγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν;
Ἐπεὶ ἦσαν ἐν καταδήλῳ χωρίῳ. Απάγων οὖν αἱν
τοὺς τέως φόβου, τοῦτο καὶ λέγει καὶ ποιεῖ.
Πῶς νοεῖται τὸ, Πάντα ὅσα παρὰ τοῦ Πατρός
μου ἤκουσα, έγνώρισα ὑμῖν, καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ
λέγειν αὐτὸν, Πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ' οὐ δύ
νασθε βαστάζειν ἄρτι; Οὐδὲν ἄλλο διὰ τοῦ πάντα
καὶ τοῦ ἀκοῦσαι κατασκευάζει, ἢ ὅτι οὐδὲν ἀλλο
τριον φθέγγεται, ἀλλὰ τὰ τοῦ Πατρός.
Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ. Κόσμου τους τους
Распознавание текста
col. 1271–1272page 124 of 200
PG 106:1271ροὺς ἀνθρώπους λέγει τοὺς τὰ κοσμικά φρονοῦντας. Τον Παράκλητον, λέγει, δν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν, ὅτι ὡς ὁ Πατὴρ πέμπει, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς τὸ ἅγιον Πνεῦμα, οὐχ ὡς δοῦλον δὲ, ἀλλ' ὡς συμφυΐας καὶ ὑποταγής, ὁ ἐστιν ἐνεργείας. Τὰ, Ἐὰν μὴ ἐγὼ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται, λέγειν, οὐ δοῦλον δείκνυσι τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ ἴσον καὶ ὅμοιον. Περὶ δικαιοσύνης δὲ, ὅτι πρὸς τὸν Πατέρα μου ὑπάγω, καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με, τοῦτό ἐστιν, ὅτι Ανεπίληπτον παρεσχόμην βίον· καὶ τούτου τεκμήρια τὸ πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεσθαί με. Τ, Ο άρχων του κόσμου τούτου κέκριται, ἀντὶ τοῦ, Καταδεδίκασται παλαίσας μετ᾿ ἐμοῦ. Τί ἐστιν, Οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει; Ομοιόν ἐστιν ὁ καὶ περὶ αὐτ τοῦ οὐ καλῶ, δεῖξαι θέλων τὸ ἀπαράλλακτον καὶ πρὸς τὸ Πνεῦμα· Καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν, ήγουν τὸ Ποῦ εἰμι, καὶ ὅσα ἄλλα. Πῶς ἄνω καὶ κάτω τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἴσον δει κνύων τοῦ Πατρὸς καὶ αὐτοῦ, ἐνταῦθα λέγει, ὅτι Ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει, καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν; Οὐδὲν ἕτερον ἐμφαίνει ἢ ὅτι ἴσον ἐστι, καὶ οὐ μείζον, ἅπερ ἦν ἐκ τῶν ἄνω ῥημάτων· καὶ διὰ τὸ λέγειν ᾿Εκεῖνος ἐμὲ δοξάσει· καὶ ἐπιφέρει, "Οτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει. Πῶς δὲ νοηθήσεται τὸν ᾿Εκεῖνος ἐμὲ δοξάσει; ᾿Αντὶ τοῦ, Ἐν τῷ ὀνόματί μου δώσει τὰς ἐνεργείας ὑμῖν. Περὶ ποίας ώρας λέγει, ὅτι Ερχεται ώρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν; Τὸν τῆς ἀνα στάσεως αὐτοῦ χρόνον [λέγει·] καὶ γὰρ ἐπὶ μὲν ἡμέρας συνὴν ὁμιλῶν αὐτοῖς. Τί ἐστι τὸ, Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε; Τοῦτό ἐστιν, Ινα μὴ ἐκβάλλη τε ἀπὸ τῆς ὑμῶν διανοίας. ΚΕΦΑΛ. 14'. Διὰ τί ἀλλαχοῦ καὶ γόνατα κάμπτει καὶ εὔχεται; Οτι ἀρετὴν φανερώσων ἦλθεν, οὐχὶ τὴν θεότητα αὐτ τοῦ μόνον· τὸν δὲ παιδεύοντα, οὐ διὰ ῥημάτων μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πραγμάτων χρὴ παιδεύειν. Δείξαι θέλων ὅτι οὐκ ἄκων ἐπὶ τὸ πάθος έρχεται, φησί Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, δόξασόν σου τὸν Υἱόν, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἰδοὺ γὰρ εὔχεται τοῦτο γενέσθαι, καὶ δόξαν τὸ πρᾶγμα καλεῖ. Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν. Πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν οὐκ ὄντων, οὐχὶ πρὸς αὐγ κρισιν τοῦ Υἱοῦ. Τί οὖν, ὦ Αρειε; ὁ λέγων, Εγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια, τῆς ἀληθείας ἐκπέπτωκεν; Ούκο οὖν εἰ μὴ ἔστι Θεὸς ἀληθινὸς ὁ Υἱός, οὐδὲ Θεὸς ἂν καλοῖτο δικαίως· τὸ γὰρ μὴ ἂν ἀληθῶς, πῶς ἂν κληθείη Θεός; Τί οὖν ἐκείνην ποιήσομεν τὴν φωνὴν, τὸν Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος; Ακούεις Θεὸν τὸν Λόγον. Καὶ τοῦτο, φησίν, ἦν Λόγος, ὅπερ ἐκεῖνος ἦν πρὸς ἄν ἦν, τουτέστι Θεός. Οὐκοῦν εἰ μὲν οὐκ ἔστι Θεὸς ἀληθινὸς ὁ Υἱὸς, ἀνάγκη σε τοῦτον ψευδή να μίζειν Θεόν· εἰ δὲ ψευδῆ, τοῦτον Θεὸν οὐκ ἂν τολμή
ροὺς ἀνθρώπους λέγει τοὺς τὰ κοσμικά φρονοῦντας. homines malos ostendit qui mundana sapiunt.
Τον Παράκλητον, λέγει, δν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν,
ὅτι ὡς ὁ Πατὴρ πέμπει, οὕτως καὶ ὁ Υἱὸς τὸ ἅγιον
Πνεῦμα, οὐχ ὡς δοῦλον δὲ, ἀλλ' ὡς συμφυΐας καὶ
ὑποταγής, ὁ ἐστιν ἐνεργείας.
KE AA. IG'.
Τὰ, Ἐὰν μὴ ἐγὼ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ
ἐλεύσεται, λέγειν, οὐ δοῦλον δείκνυσι τὸ Πνεῦμα,
ἀλλὰ ἴσον καὶ ὅμοιον.
Περὶ δικαιοσύνης δὲ, ὅτι πρὸς τὸν Πατέρα μου
ὑπάγω, καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με, τοῦτό ἐστιν, ὅτι
Ανεπίληπτον παρεσχόμην βίον· καὶ τούτου τεκμήρια τὸ πρὸς τὸν Πατέρα πορεύεσθαί με.
Τ, Ο άρχων του κόσμου τούτου κέκριται,
ἀντὶ τοῦ, Καταδεδίκασται παλαίσας μετ᾿ ἐμοῦ.
Τί ἐστιν, Οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' ὅσα
ἂν ἀκούσῃ λαλήσει; Ομοιόν ἐστιν ὁ καὶ περὶ αὐτ
τοῦ οὐ καλῶ, δεῖξαι θέλων τὸ ἀπαράλλακτον καὶ
πρὸς τὸ Πνεῦμα· Καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ
ὑμῖν, ήγουν τὸ Ποῦ εἰμι, καὶ ὅσα ἄλλα.
Πῶς ἄνω καὶ κάτω τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἴσον δεικνύων τοῦ Πατρὸς καὶ αὐτοῦ, ἐνταῦθα λέγει, ὅτι
Ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει, καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν;
Οὐδὲν ἕτερον ἐμφαίνει ἢ ὅτι ἴσον ἐστι, καὶ οὐ μείζον,
ἅπερ ἦν ἐκ τῶν ἄνω ῥημάτων· καὶ διὰ τὸ λέγειν·
᾿Εκεῖνος ἐμὲ δοξάσει· καὶ ἐπιφέρει, "Οτι ἐκ τοῦ
ἐμοῦ λαμβάνει. Πῶς δὲ νοηθήσεται τὸν ᾿Εκεῖνος
ἐμὲ δοξάσει; ᾿Αντὶ τοῦ, Ἐν τῷ ὀνόματί μου δώσει
τὰς ἐνεργείας ὑμῖν.
Vens. 26. Paracletum, dicit, quem ego millam vobis; quia sicut Pater Filium mittit, ita et Filius
sanctum Spiritum, non autem ut servum, sed ut
ejusdem naturæ et subordinatæ operationis.
CAPUT XVI..
Vens. 7. Nisi abiero, Paracleius non veniet? Non
servum ostendit Spiritum, sed æqualem et similem.
VERS. 8. De justitia vero: Quia add Patrem vado,
et non videbitis me; id est, quia irreprehensibilem
traduxi vitam, et hujus rei indicium est, quod ad
Patrem vado.
VERS. 11. Princeps mundi hujus judicatus est, id
Best, condemnatus est quod mecum luctatus est.
Περὶ ποίας ώρας λέγει, ὅτι Ερχεται ώρα ὅτε
οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν; Τὸν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ χρόνον [λέγει·] καὶ γὰρ ἐπὶ μὲν
ἡμέρας συνὴν ὁμιλῶν αὐτοῖς.
Τί ἐστι τὸ, Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἵνα ἐν ἐμοὶ
εἰρήνην ἔχητε; Τοῦτό ἐστιν, Ινα μὴ ἐκβάλλη τε
ἀπὸ τῆς ὑμῶν διανοίας.
Vens. 13. Quid est, Non enim loquetur a seipso,
sed quæ audierit loquetur? Idem est ac, De illo non
loquor; volens ostendere æqualitatem cum Spiritu.
Et ventura nuntiabit vobis, id est, Ubi sum ego, c
alia quælibet.
VERS. 14. Quomodo Spiritum sanctum omnino
æqualem Patri et sibi ostendens, ibi dicit: De meo
accipiet et annuntiabit vobis? Nihil aliud indicat
nisi quod æqualis est nec major, quod erat intellectum ex præcedentibus dictis; et dicendo: Ille
me glorificabit, subjicit, et de meo accipiet. Quomodo autem intelligetur, Ille me glorificabit? Id
est, lu nomine meo dabit vobis operationes.
VERS. 25. De qua hora dicit: Venit hora cum jam
non in proverbiis loquar vobis? De tempore suæ
resurrectionis dicit; elenim in dies aderat cum
illis colloquens.
VERS. 33. Quid est: Hæc locutus sum vobis ut in
me pacem habeatis? Id est, Me non ejiciatis e mente
vestra.
CAPUT XVII.
Διὰ τί ἀλλαχοῦ καὶ γόνατα κάμπτει καὶ εὔχεται;
Οτι ἀρετὴν φανερώσων ἦλθεν, οὐχὶ τὴν θεότητα αὐτ
τοῦ μόνον· τὸν δὲ παιδεύοντα, οὐ διὰ ῥημάτων
μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ πραγμάτων χρὴ παιδεύειν. Δείξαι
θέλων ὅτι οὐκ ἄκων ἐπὶ τὸ πάθος έρχεται, φησί·
Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, δόξασόν σου τὸν Υἱόν,
καὶ τὰ ἑξῆς. Ἰδοὺ γὰρ εὔχεται τοῦτο γενέσθαι, καὶ enim orat hoc deri, et gloriam hanc rem vocat.
δόξαν τὸ πρᾶγμα καλεῖ.
VERS. 1. Cur alias genua fecit et orat? Quia
virtutem manifestaturus venit, non solum divinitatem suam; docentem autem, non solum verbis,
sed et actibus oportet docere. Ostendere volens
quod non invitus ad passionem graditur dicit:
Pater, venit hora, glorifica Filium tuum, etc., ecce
Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν.
Πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῶν οὐκ ὄντων, οὐχὶ πρὸς αὐγ
κρισιν τοῦ Υἱοῦ. Τί οὖν, ὦ Αρειε; ὁ λέγων, Εγώ
εἰμι ἡ ἀλήθεια, τῆς ἀληθείας ἐκπέπτωκεν; Ούκο
οὖν εἰ μὴ ἔστι Θεὸς ἀληθινὸς ὁ Υἱός, οὐδὲ Θεὸς ἂν
καλοῖτο δικαίως· τὸ γὰρ μὴ ἂν ἀληθῶς, πῶς ἂν
κληθείη Θεός; Τί οὖν ἐκείνην ποιήσομεν τὴν φωνὴν,
τὸν Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν
Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος; Ακούεις Θεὸν τὸν
Λόγον. Καὶ τοῦτο, φησίν, ἦν Λόγος, ὅπερ ἐκεῖνος ἦν
πρὸς ἄν ἦν, τουτέστι Θεός. Οὐκοῦν εἰ μὲν οὐκ ἔστι
Θεὸς ἀληθινὸς ὁ Υἱὸς, ἀνάγκη σε τοῦτον ψευδή να
μίζειν Θεόν· εἰ δὲ ψευδῆ, τοῦτον Θεὸν οὐκ ἂν τολμή
VERS. 3. Ut cognoscant te solum Deum verum;
de oppositione dicit eorum qui dii non sunt, non
de unione Filii. Quid ergo, Arie: qui dicit: Egu
sum veritas, a veritate abscessit? Ergo si non est
verus Deus Filius, non Deus merito dici posset.
Quod enim non est vere, quomodo vocaretur Deus?
quid igitur faciemus de hac voce, In principio erat
Verbum, et Verbum erat apud Deum, et Deus erat
Verbum? Audis Deum esse Verbum; et illud di
cit, erat Verbum, quod istud erat apud quod erat,
id est apud Deum. Ergo si quidem non est Deus
verus Filius, necesse est te hunc falsum reputare
Deum. Si vero falsum hunc Deum non auderes
Распознавание текста
col. 1273–1274page 125 of 200
PG 106:1273σῃς εἰπεῖν. Ανάγκη Θεὸν ἀληθινὸν αὐτὸν εἶναι ἀληθινὸς δὲ θεὸς, ἀληθινῷ Θεῷ ὁμοούσιος ἄν καλοῖτο δικαίως· τῆς παρ' ἑκατέρῳ μιᾶς ἀληθείας μίαν καὶ τὴν οὐσίαν δεικνύσης. Εἶτα ἀναγινώσκεις μὲν τη μόνος ἀληθινὸς θεός· ὡς δὲ τυφλὸς προσκόπτων τῷ ῥήματι τούτῳ, μόνῳ τῷ Πατρὶ προσαρμόζεις. Πάν θεν, είπέ μοι, περὶ τοῦ Πατρὸς εἰρῆσθαι μαθὼν τὴν φωνήν; Εκ τῆς λέξεως; ἀλλ᾽ οὐκ ὀνομάζει Π τέρα· οὐ γὰρ εἶπεν, Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ Πατέρα· ἀλλ' ἀφέτωσαν τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν, Θεὸν, ὅ ἐστι προσηγορία Τριάδος και σημασία· ἀλλ' οὐδὲ πάλιν, Ον ἀπέστειλα; Υ μονογενῆ, εἶπεν, ἀλλ᾽, Ἰησοῦν Χριστόν· εὐθὺς τῇ Χριστὸς προσηγορία νύττων σου τὸν διαλογισμέν τῆς οἰκονομίας μνησθῆναι. Εἰ μὲν γὰρ εἶπε, Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, ἀναγκαίως ἐπῆγε Θεοῦ προσηγορίαν· ἐπειδὴ δὲ οὐκ εἶπεν Πατέρα, διὰ τοῦτο παρῆκεν εἰπεῖν καὶ Υἱόν, Οὐ γὰρ πρόσωπα, ἀλλὰ φύσεις ἡμῖν παρεδίδου· τὸ μὲν ἀληθινὸν, τὴν θείαν φύσιν· τὸ δὲ, Ὃν ἀπέστε λας Ἰησοῦν Χριστὸν, τὴν ἀνθρωπείαν· καθώς Πα λός φησιν· Εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸ γὰρ τὸ ἀποστεῖλαι, οὐκ ἀνθρωπείαν φύσιν σημαίνει. Ο γάρ και πρὶν τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐν τῷ κόσμῳ ὤν, καθώς φησιν ὁ εὐαγγελιστής, ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, πῶς ἀπὸ εστέλλετο ὁ ὢν ἐν τῷ κόσμῳ; ᾿Αλλὰ τίς ἀπεστάλη; Η βλεπομένη μορφή. Τί ούν, φησί, βούλεται, καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν; Πάλιν ἐρωτα;; Ακουε· ἵνα μὴ τὴν οἰκονομίαν ἀρνήσῃ· ἵνα μὴ δοξολογῶν, τῆς θεότητος τὴν οἰκονομίαν χωρίς, ἀλλ᾽ ἅμα θεότητι συνεπινοῇς τὸ ληφθέν· ἶναι μίαν μὲν τὴν θείαν φύσιν ἐν Τριάδι γινώσκης· τὴν δὲ ἐπ' ἐσχάτων ληφθεῖσαν καὶ ἀποσταλεῖσαν μορφὴν ὡς χαρακτῆρα βλέπῃς θεότητος, ὡς πρόσωπον ἀδια ρετον ταύτης. Τό, Εγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν δ' αὐτοῦ τῶν ἀνθρωπων πρὸς τὸν Πατέρα λατρείαν λέγει. Πῶς νοητέον τὸ, Εργον ἐτελείωσα ὁ ἔδωκάς μοι ἵνα ποιήσω, καίτοι γε ἀρχὴν ἔτι εἶχε τὸ πράγμα; Τὸ μέλλον ὡς παρὸν λέγει· ἢ ὅτι Τὸ ἐμεν τοῦ πᾶν ἐποίησα. Πῶς νοεῖται τὸ, Δόξασόν με τη δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρά ? σοί; Διὰ τὸ περικείμενον ἔνδυμα τῆς σαρκὸς λέγει. Τὸ δὲ, παρὰ σοὶ, ἀντὶ τοῦ, μετὰ σοῦ καὶ σὺν σα οὐ γὰρ εἶπεν, Ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ἄλλως· Οὐχ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ταῦτα λέγει, ἀλλ' ὑπὲρ τοῦ Ἀδὰμ, ἂν καὶ ἀνέλαβεν. Ωσπερ γάρ τις εἰσέρχεται εἰς τὸ δικα στήριον καὶ πάντα τὰ ἐγκλήματα του κατηγορε μένου ἐνδύεται, καὶ ὡς ὑπὲρ ἑαυτοῦ λέγει ἐπὶ τὸ δικαστοῦ, καίτοι ὢν αὐτὸς ἀνεύθυνος· τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ἀναλαμβάνει τὰ ἡμῶν ἐγκλήματα ἀναμάρτητος ών. Αμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησε, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύει· Δόξασόν με τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρά σοί. Ἐπὶ ἀφθαρσία γὰρ ἤμην πεποιημένος ἐγὼ ὁ Αδάμ, συνόμιλος Θεῷ ἐτύγχανον· ἀγγέλοις ἔμεν ὁμοτράπεζος, Πνεύματος ἁγίου χάριν καὶ δόξαν ἐπ'
dicere, necesse est Deum verum hunc esse; verus & σῃς εἰπεῖν. Ανάγκη Θεὸν ἀληθινὸν αὐτὸν εἶναι·
autern Deus vero Deo consubstantialis vocaretur
merito, una apud utrumque veritate, unam quoque substantiam ostendente. Deinde legis quidem,
solus Deus verus; ut autem cæcus in hoc verbum
offendens, soli Patri attribuis. Unde, quæso, de
Patre dictam esse didicisti hanc vocem? ● textu!
Sed non nominat Patrem, non enim dicit: Ut
cognoscant te solum Deum verum et Patrem; sed
concedant solum Deum verum, Deum, ut est Trinitatis denominatio et significatio, sed non rursus
quem misisti Filium Unigenitum, dicit: sed Jesum
Christum; statim Christi vocabulo tuam incitans
rationem ut incarnationis meminerit. Siquidem
enim dixisset: Ut cognoscant te solum Deum ve
rum et Patren, necessario adjecisset Dei denoninationem; cum autem non Patrem dixit, ideo
omisit Filium dicere. Non enim personas, sed naturas nobis præbuit, et quod dicit verum, de divina natura dicit; et, quem misisti Jesum Christum, de humana dicit natura. Sicit Paulus dicit:
Unus mediator Dei et hominum, homo Jesus Christus. Ipsum enim misisti, nonne humanam naturam ostendit? Nam qui ante incarnationem in
mundo erat, sicut dicit evangelista, in mundo
erat, quomodo mitteretur cum jam in mundo esset?
Sed quid missum est? Visibilis forma. Quid igitur
vult, Et quem misisti Jesum Christum? Rursus
interrogas? Audi: ue incarnationem neges, ne
psallendo a divinitate incarnationem sejungas, sed
nna cum divinitate concipias humanitatem assumplam; ut unam quidem divinam naturam in Trinitate agnoscas, sed novissime assumptam et mis
sam formam ut figuram divinitatis cernas, ut faciem ejus inseparabilem.
Vers. 4. Ego te glorificari super terram; cultum
Patris ab bominibus per se exhibitum dicit.
ἀληθινὸς δὲ θεὸς, ἀληθινῷ Θεῷ ὁμοούσιος ἄν καλοῖτο
δικαίως· τῆς παρ' ἑκατέρῳ μιᾶς ἀληθείας μίαν καὶ
τὴν οὐσίαν δεικνύσης. Εἶτα ἀναγινώσκεις μὲν τη
μόνος ἀληθινὸς θεός· ὡς δὲ τυφλὸς προσκόπτων τῷ
ῥήματι τούτῳ, μόνῳ τῷ Πατρὶ προσαρμόζεις. Πάν
θεν, είπέ μοι, περὶ τοῦ Πατρὸς εἰρῆσθαι μαθὼν τὴν
φωνήν; Εκ τῆς λέξεως; ἀλλ᾽ οὐκ ὀνομάζει Π1τέρα· οὐ γὰρ εἶπεν, Ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον
ἀληθινὸν Θεὸν καὶ Πατέρα· ἀλλ' ἀφέτωσαν τὸν μόνον
ἀληθινὸν Θεὸν, Θεὸν, ὅ ἐστι προσηγορία Τριάδος και
σημασία· ἀλλ' οὐδὲ πάλιν, Ον ἀπέστειλα; Υ
μονογενῆ, εἶπεν, ἀλλ᾽, Ἰησοῦν Χριστόν· εὐθὺς
τῇ Χριστὸς προσηγορία νύττων σου τὸν διαλογισμέν
τῆς οἰκονομίας μνησθῆναι. Εἰ μὲν γὰρ εἶπε, Ἵνα
γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ Πατέρα,
ἀναγκαίως ἐπῆγε Θεοῦ προσηγορίαν· ἐπειδὴ δὲ οὐκ
εἶπεν Πατέρα, διὰ τοῦτο παρῆκεν εἰπεῖν καὶ Υἱόν,
Οὐ γὰρ πρόσωπα, ἀλλὰ φύσεις ἡμῖν παρεδίδου· τὸ
μὲν ἀληθινὸν, τὴν θείαν φύσιν· τὸ δὲ, Ὃν ἀπέστε:
λας Ἰησοῦν Χριστὸν, τὴν ἀνθρωπείαν· καθώς Πα
λός φησιν· Εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων,
ἄνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸ γὰρ τὸ ἀποστεί
λαι, οὐκ ἀνθρωπείαν φύσιν σημαίνει. Ο γάρ και
πρὶν τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐν τῷ κόσμῳ ὤν, καθώς
φησιν ὁ εὐαγγελιστής, ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, πῶς ἀπὸ
εστέλλετο ὁ ὢν ἐν τῷ κόσμῳ; ᾿Αλλὰ τίς ἀπεστάλη;
Η βλεπομένη μορφή. Τί ούν, φησί, βούλεται, καὶ
ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν; Πάλιν ἐρωτα;;
Ακουε· ἵνα μὴ τὴν οἰκονομίαν ἀρνήσῃ· ἵνα μὴ
δοξολογῶν, τῆς θεότητος τὴν οἰκονομίαν χωρίς,
ἀλλ᾽ ἅμα θεότητι συνεπινοῇς τὸ ληφθέν· ἶναι μίαν
μὲν τὴν θείαν φύσιν ἐν Τριάδι γινώσκης· τὴν δὲ ἐπ'
ἐσχάτων ληφθεῖσαν καὶ ἀποσταλεῖσαν μορφὴν ὡς
χαρακτῆρα βλέπῃς θεότητος, ὡς πρόσωπον ἀδια
ρετον ταύτης.
Τό, Εγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὴν δ'
αὐτοῦ τῶν ἀνθρωπων πρὸς τὸν Πατέρα λατρείαν
λέγει.
Πῶς νοητέον τὸ, Εργον ἐτελείωσα ὁ ἔδωκάς
μοι ἵνα ποιήσω, καίτοι γε ἀρχὴν ἔτι εἶχε τὸ
πράγμα; Τὸ μέλλον ὡς παρὸν λέγει· ἢ ὅτι Τὸ ἐμεν
τοῦ πᾶν ἐποίησα. Πῶς νοεῖται τὸ, Δόξασόν με τη
δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρά
VERS. 5. Quomodo intelligendum: Opus consummavi quod dedisti mihi ut faciam, attamen adhuc
in principio res est? Futurum ut præsens dicit; vel
quod ex me erat omne consummavi, Quomodo intelligendum, Glorifca ne gloria quam habui priusquam mundus esset, apud te? Ob carnis circum- σοί; Διὰ τὸ περικείμενον ἔνδυμα τῆς σαρκὸς λέγει.
jectum indumentum dicit. Apud te, pro, Cum te
et juxta te; non enim dicit in terra. Et aliter. Non
pro se hæc dicit, sed pro Adam quem assumpsit.
Sicut enim aliquis intrat in prætorium et omnibus
accusati criminibus induitur, et tanquam pro se
coram judice loquitur, licet ipse fuerit innocens,
eodem modo Dominus noster assumit nostra crimina, cum sine percato esset; peccatum enim non
fecit, et pro nobis legatione fungitur. Glorifica me
gloria quam habui priusquam mundus esset, apud
te: in incorruptione enim factus eram ego Adam,
conversatione Dei fruebar, angelorum mensæ participabam, Spiritus sancti gratiam et gloriam in
fronte ferebam: hanc per mean transgressionem
Τὸ δὲ, παρὰ σοὶ, ἀντὶ τοῦ, μετὰ σοῦ καὶ σὺν σα·
οὐ γὰρ εἶπεν, Ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ἄλλως· Οὐχ ὑπὲρ
ἑαυτοῦ ταῦτα λέγει, ἀλλ' ὑπὲρ τοῦ Ἀδὰμ, ἂν καὶ
ἀνέλαβεν. Ωσπερ γάρ τις εἰσέρχεται εἰς τὸ δικα
στήριον καὶ πάντα τὰ ἐγκλήματα του κατηγορε
μένου ἐνδύεται, καὶ ὡς ὑπὲρ ἑαυτοῦ λέγει ἐπὶ τὸ
δικαστοῦ, καίτοι ὢν αὐτὸς ἀνεύθυνος· τὸν αὐτὸν
τρόπον καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν ἀναλαμβάνει τὰ ἡμῶν
ἐγκλήματα ἀναμάρτητος ών. Αμαρτίαν γὰρ οὐκ
ἐποίησε, καὶ ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύει· Δόξασόν με
τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον, πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι, παρά
σοί. Ἐπὶ ἀφθαρσία γὰρ ἤμην πεποιημένος ἐγὼ ὁ
Αδάμ, συνόμιλος Θεῷ ἐτύγχανον· ἀγγέλοις ἔμεν
ὁμοτράπεζος, Πνεύματος ἁγίου χάριν καὶ δόξαν ἐπ'
Распознавание текста
col. 1275–1276page 126 of 200
PG 106:1275ὄψεως ἔφερον· ταύτην διὰ τῆς ἐμῆς παραβάσεως ἀπώλεσα. Νῦν ἱκετεύω, Δόξασόν με, Πάτερ, τῇ δόξῃ ᾖ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι. Διὸ ἄνωθεν ἀντιφθέγγεται ὁ Πατήρ Καὶ ἐδόξασα τότε ἐν τῷ παραδείσῳ, καὶ πάλιν δοξάσω, εἰς τε τὴν αὐτὴν τοῦ παραδείσου τιμὴν καὶ τρυφήν σε πάλιν ἀποκαταστήσω. Οτι δὲ ταῦτα ὅτε ἔλεγεν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶχε τὴν δόξαν ἴσην τῷ Πατρὶ, αὐτὸς ἔλε γεν· Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν· καὶ ὁ ἑωρα κὼς ἐμὲ. ἑώρακε τὸν Πατέρα. Καὶ ὁ Ἰωάννης βολ Ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀλη θείας. Τὸ, Νῦν ἔγνωκαν, οὐ δι' ἑαυτὸν λαλεῖ, ἀλλὰ διὰ τοὺς μαθητάς. Τὰ ἐμὰ πάντα σὰ ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά. Την μεγίστην ισοτιμίαν δηλοί. Τὸ, Τήρησον αὐτοὺς, Πάτερ. καὶ τὸ, "Οτε ἤμην ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτούς, πρὸς τὴν ἐκείνων ὑπόνοιαν λέγεται· ἐνόμιζον γὰρ ὅτι τεθνηκώς οὐ τηρήσει αὐτούς. Τό, Καθὼς οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου, οὐκ ἔστιν ἀπαράλλακτον ἀκριβείας, ὥσπερ τό, Καθώς ἐγὼ καὶ σὺ ἔν ἐσμεν, ήγουν ἐκ τῶν τὰ κοσμικά φρονούντων. Τί έστιν, Αγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου; τουτέστιν, Αγίους ποίησον αὐτοὺς διὰ τῆς τοῦ Πνεύ ματος δόσεως· παιδεύων δίδαξον αὐτοὺς τὴν ἀλή Οειαν. Τί ἐστι τὸ, Ὑπὲρ αὐτῶν ἁγιάζω ἐμαυτόν; Τουτέστιν, Προσφέρω σοι θυσίαν ἐμαυτόν· αἱ γὰρ βυσίαι, ἅγιοι λέγονται· ὡς τὸ, Αγιάσεις μοι τὸ πρόβατον, ἐν τῇ Παλαιά. Τό, Ἵνα πάντες, φησὶν, ἐν ὥσι, καθώς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ, κἀγὼ ἐν σοὶ, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἐν ὦσι, πάλιν τὸ, καθώς, οὐκ ἀκριβοῦς ἐξισώσεως ὡς ἐπ' αὐτῷ· οὐδὲ γὰρ δυνατόν· ἀλλ᾿ ὥσπερ ὅτ᾽ ἂν λέγῃ· Γίνεσθε οικτείρμονες ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν· οὕτω καὶ ἐνταῦθα. Τί δέ ἐστι τὸ, ἐν ἡμῖν; Τὰ ἐν τῇ πίστει τῇ εἰς ἡμᾶς. Ανω καὶ κάτω διά πάντων τὸν Υἱὸν ἀπεστάλθαι προφέρεις, ὦ Αρεις, ὡς μείζονος μὲν τοῦ ἀποστέλλοντος ὄντος, ἐλάττονος δὲ τοῦ ἀποστελλομένου. Αν οὖν ἐκ τῆς θείας Γραφῆς καὶ τὸν Πατέρα σοι δείξω ἀποστελλόμενον, ὦ Αρεις, καταλύεις τὸν πόλεμον; Σπεῦδε πρὸς τὸν Υἱόν μεμηνὼς. Υπελείφθη γάρ, φησί, Ἰακώβ μόνος, καὶ ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ' αὐτοῦ ἕως πρωί. Εἶδε δὲ ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν· καὶ ἥψατο τοῦ πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλά τος τοῦ μηροῦ αὐτοῦ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ' αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ παλαίων· Απόστειλύν ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐ μή σε ἀποστείλω; ἐὰν μή με εὐλογήσῃς. Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Οὐ κληθήσεται τὸ ὄνομά σου Ιακώβ, ἀλλ' Ισραήλ έσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετά Θεοῦ, καὶ μετὰ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ. Τίς ὁ λέγων, Αρειε· Απόστειλαν με· ἀνέβη γὰρ ὁ δρ Βρος; οὐχ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ; Πρὸς τίνα δὲ ὁ Ἰα κὼβ ἐβόα· Οὐ μή σε αποστείλω, ἐάν μή με εύλο γήσης; οὐ πρὸς τὴν τῶν ὅλων Θεὸν καὶ Πατέρα; με ο
1273°
habui priusquam mundus esset. Ideo ex alto contestatur Pater, Et glorificavi tunc in paradiso, et irerum glorificabo, et in eamdem paradisi gloriam et
voluptatem te iterum constituam. Quod autem, he
cum diceret Filius Dei æqualem habuerit cum Patre gloriam, ipse dixit: Ego et Puler unum sumus,
et qui videt me, videt et Patrem; et Joannes clamat:
Vidimus gloriam ejus, gloriam quasi Unigeniti a
Patre, plenum gratiæ et veritatis.
ὄψεως ἔφερον· ταύτην διὰ τῆς ἐμῆς παραβάσεως amisi; nunc oro: Glorifica me, Pater, gloria quam
ἀπώλεσα. Νῦν ἱκετεύω, Δόξασόν με, Πάτερ, τῇ δόξῃ
ᾖ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι. Διὸ ἄνωθεν
ἀντιφθέγγεται ὁ Πατήρ Καὶ ἐδόξασα τότε ἐν τῷ
παραδείσῳ, καὶ πάλιν δοξάσω, εἰς τε τὴν αὐτὴν
τοῦ παραδείσου τιμὴν καὶ τρυφήν σε πάλιν
ἀποκαταστήσω. Οτι δὲ ταῦτα ὅτε ἔλεγεν ὁ Υἱός
τοῦ Θεοῦ εἶχε τὴν δόξαν ἴσην τῷ Πατρὶ, αὐτὸς ἔλε
γεν· Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐσμεν· καὶ ὁ ἑωρα
κὼς ἐμὲ. ἑώρακε τὸν Πατέρα. Καὶ ὁ Ἰωάννης βολ
Ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀλη
θείας.
Τὸ, Νῦν ἔγνωκαν, οὐ δι' ἑαυτὸν λαλεῖ, ἀλλὰ διὰ
τοὺς μαθητάς.
Τὰ ἐμὰ πάντα σὰ ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά. Την
μεγίστην ισοτιμίαν δηλοί.
Τὸ, Τήρησον αὐτοὺς, Πάτερ. καὶ τὸ, "Οτε
ἤμην ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτούς, πρὸς τὴν
ἐκείνων ὑπόνοιαν λέγεται· ἐνόμιζον γὰρ ὅτι τεθνηκώς
οὐ τηρήσει αὐτούς.
Τό, Καθὼς οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου, οὐκ
ἔστιν ἀπαράλλακτον ἀκριβείας, ὥσπερ τό, Καθώς
ἐγὼ καὶ σὺ ἔν ἐσμεν, ήγουν ἐκ τῶν τὰ κοσμικά
φρονούντων.
Τί έστιν, Αγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου;
τουτέστιν, Αγίους ποίησον αὐτοὺς διὰ τῆς τοῦ Πνεύ
ματος δόσεως· παιδεύων δίδαξον αὐτοὺς τὴν ἀλή
Οειαν.
Τί ἐστι τὸ, Ὑπὲρ αὐτῶν ἁγιάζω ἐμαυτόν;
Τουτέστιν, Προσφέρω σοι θυσίαν ἐμαυτόν· αἱ γὰρ
βυσίαι, ἅγιοι λέγονται· ὡς τὸ, Αγιάσεις μοι τὸ
πρόβατον, ἐν τῇ Παλαιά.
Τό, Ἵνα πάντες, φησὶν, ἐν ὥσι, καθώς σύ,
Πάτερ, ἐν ἐμοὶ, κἀγὼ ἐν σοὶ, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν
ἡμῖν ἐν ὦσι, πάλιν τὸ, καθώς, οὐκ ἀκριβοῦς ἐξισώ
σεως ὡς ἐπ' αὐτῷ· οὐδὲ γὰρ δυνατόν· ἀλλ᾿ ὥσπερ
ὅτ᾽ ἂν λέγῃ· Γίνεσθε οικτείρμονες ὡς ὁ Πατὴρ
ὑμῶν· οὕτω καὶ ἐνταῦθα. Τί δέ ἐστι τὸ, ἐν ἡμῖν;
Τὰ ἐν τῇ πίστει τῇ εἰς ἡμᾶς. Ανω καὶ κάτω διά
πάντων τὸν Υἱὸν ἀπεστάλθαι προφέρεις, ὦ Αρεις,
ὡς μείζονος μὲν τοῦ ἀποστέλλοντος ὄντος, ἐλάττονος
δὲ τοῦ ἀποστελλομένου. Αν οὖν ἐκ τῆς θείας Γραφῆς
καὶ τὸν Πατέρα σοι δείξω ἀποστελλόμενον, ὦ Αρεις,
καταλύεις τὸν πόλεμον; Σπεῦδε πρὸς τὸν Υἱόν με
μηνώς. Υπελείφθη γάρ, φησί, Ἰακώβ μόνος, καὶ
ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ' αὐτοῦ ἕως πρωί. Εἶδε
δὲ ὅτι οὐ δύναται πρὸς αὐτόν· καὶ ἥψατο τοῦ
πλάτους τοῦ μηροῦ αὐτοῦ, καὶ ἐνάρκησε τὸ πλάτος τοῦ μηροῦ αὐτοῦ ἐν τῷ παλαίειν αὐτὸν μετ'
αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ παλαίων· Απόστειλύν
ἀνέβη γὰρ ὁ ὄρθρος. Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐ μή σε
ἀποστείλω; ἐὰν μή με εὐλογήσῃς. Καὶ εἶπεν
αὐτῷ· Οὐ κληθήσεται τὸ ὄνομά σου Ιακώβ, ἀλλ'
Ισραήλ έσται τὸ ὄνομά σου, ὅτι ἐνίσχυσας μετά
Θεοῦ, καὶ μετὰ ἀνθρώπων δυνατὸς ἔσῃ. Τίς ὁ
λέγων, Αρειε· Απόστειλαν με· ἀνέβη γὰρ ὁ δρ
Βρος; οὐχ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ; Πρὸς τίνα δὲ ὁ Ἰακὼβ ἐβόα· Οὐ μή σε αποστείλω, ἐάν μή με εύλο
γήσης; οὐ πρὸς τὴν τῶν ὅλων Θεὸν καὶ Πατέρα;
με
VERS. 7. Nunc cognoverunt. Non propter se loquitur, sed propter discipulos.
VERS. 10. Omnia mea tua sunt, et tua muca;
maximam equalitatem ostenlit.
VER. 11. Serva eos, Pater, el, Cum essem in
mundo, ego servabam eos, ob eorum opinionem «licitur; nunc putabant illum cum mortuus fuerit,
non eos servaturum.
VERS. 16. Sicut ego non sum ds mundo; id est de
his qui mundana sapiunt; quod sensu ab co differt, sicut Αt ego et tu unum sumus.
VERS. 17. Quid est, Sanctifica eos in veritate
tua? [l est, sanctos effice illos per Spiritus donum instruens, doce illos veritatem.
VERS. 19. Quid est: Pro eis ego sanctifico meipsum? id est, ofero tibi meipsum hostiam. Nam
hostiæ sanctæ dicuntur: ut, Sanctificabis mihi
ovem, in Veteri dicitur.
VERS.21. Ut omnes, inquit,unum sint sicut tu, Pa'er,
in me, el ego in te, ut et ipsi in nobis unum sint;
rursus illud, sicut sensus ejusdem est ac in eodem
statu. Nam impossibile foret, sed sicut idem sonat
ac si dici posset. Estote misericordes, sicut Pater
vester; ita quoque et ibi, quid est, in nobis? In fide
quæ in nos est. Omnino et in omuibus Filium
missum esse prætendis, o Arie, quia major quiden est qui mittit, minor vero qui mittitur. Si igi.
tur e divina Scriptura Patrem quoque missum tibį
ostendero, ο Arie, bellum deseres. Perge in Filium
furere. Relictus est enimn, dicitur, Jacob solus, et
luctabatur vir cum eo usque mane. Vidit quod eum
superare non posset, et tetigit nervum femoris ejus et
emarcuit nervus femoris ejus luctando contra illum;
dixitque ei luctans: Dimitte me, nam ascendit aurora.
Hic autem dixit: Non dimittam te, nisi benedixeris
mihi, Atille: Non appellabitur nomen tuum Jacob,
sed Israel nomen erit tuum; quoniam contra Deum
fortis fuisti, et contra komines prævalens eris. Quis
dicit, Arie, Dimitte me, ascendit enim aurora?
nonne Deus et Pater? Ad quem zero Jacob clamal:
Non te dimittam, nisi benedixeris mihi? nonne ad
Deum et Patrem universorum? Vidi enim, Deum
facie ad faciem, et salvata est anima mea. Sed quid
de Filio diceris locutum esse? Sed et ita inane est
uum sophisma. Nempe Deus cum sit Filus ab
Распознавание текста
col. 1277–1278page 127 of 200
PG 106:1277Εἶδον γὰρ Θεόν, φησί, πρόσωπον πρὸς πρόσωπα, καὶ ἐσώθη ἡ ψυχή μου. Αλλά τί περὶ Υἱοῦ μένη εἰρῆσθαι; ᾿Αλλὰ καὶ οὕτως κενόν σοι τὸ σόφισμα. Θεὸς γὰρ ὢν καὶ ὁ Υἱὸς, ὑπ' ἐλάττονος ἀνδρὸς ἐπι εστάλη· καὶ τὸ τῆς ἀποστολῆς ὄνομα οὐκ ἔδειξε τ ἀπεσταλμένον ἐλάττονα. Οὐκοῦν εἰ παρὰ ἀνθρώποι Θεὸς ἀποσταλῆνα: βοῶν, οὐδαμῶς ἐλάττων ἀνθρώ. που, οὐκ ἄρα οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἐλάττων Πατρός, παρέ Πατρὸς ἀπεστάλθαι λεγόμενος. 'Αλλ' ἐκεῖ, φησί, συγκαταβάσεως καὶ οἰκονομίας ὁ λόγος ὑπάρχει ἐγὼ γὰρ τέως περὶ τῆς σαρκὸς εἰρῆσθαι τὸν λόγον κατασμικρύνειν οὐκ οἶδεν, ὅτε καὶ Πατὴρ οἰκονομ ἀλλ' ὅτι καὶ τὸ τῆς ἀποστολῆς ὄνομα, την μονογενῆ κῶς κηρύττεται ἀπεστάλθαι, καὶ τὴν ἀΐδιον φύσιν οὐδαμῶς ἐλαττονται. Τό, Εγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ, οὕτως για νοεῖν, ὅτι ἔδωκε τὴν δόξαν αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς γενομένης, καὶ τὸν Πατέρα έχων μεθ' ἑαυτού, ώστε αυτή συγκρατείν. Αλλαχοῦ δὲ οὐχ οὕτως φησίν· οὐ γὰρ δι' αὐτοῦ τὸν Πατέρα παραγενέσθαι, ἀλλ' αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα παραγενέσθαι, καὶ μονὴν παρ' ανα ποιεῖν. Πῶς νοητέον το, Ηγάπησας αὐτοὺς, καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας; Πάλιν τό, καθώς, ὡς ἀνθρώπους έγι πηθῆναι ἐγχωρεῖ νοῆσαι ἡμῖν δίδωσιν ὅπερ ἐξ τουν ἀεί. Διὰ τί λέγει τὸ Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος τ εὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων; Ο λέγει τοιοῦτόν ἐκ τιν· Ἰουδαῖοι λέγουσιν αὐτοὶ μέν σε γινώσκειν, ἐμὲ δέ σε ἀγνοεῖν· ἀλλὰ τοὐναντίον· ἐκεῖνοι μὲν ἀγνοείς. σε, ἐγὼ δέ σε ἐγίνωσκον καὶ γινώσκω. Το Εγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου και της ρίσω, πως νοηθήσεται; καὶ τί λοιπὸν τὸ Πνεῦμα για ρίσει αὐτοῖς; Τοῦτο λέγει, ἵνα δείξη ότι και τι τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ ἐστι· καὶ λέγει γὰρ ἀλλαγο Οτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει. Ἵνα ἡ ἀγάπη τ ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς μείνῃ. Ἐὰν γὰρ μέλος, φησὶν ὅτι οὐκ ἀπέσχισμαι ἐγὼ ἀπὸ σοῦ, ἀλλ' ε γνήσιος Υιός σου καὶ σφίδρα Αγαπημένος καὶ συντ μένος, πάντως τὴν πίστιν τὴν εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἀγ την τηρήσουσιν ἀκριβῆ· ἀγαπώντων δὲ αὐτῶν ὡς χρὴ, κἀγὼ μενῶ ἐν αὐτοῖς. ΚΕΦΑΛ. ΙΗ. Τίνος χάριν ἐρωτα· Τίνα ζητεῖτε; Δείξαι θέλει ὅτι ἐκὼν ἐπὶ τὸ πάθος ἔρχεται. Πόθεν εἶχεν ὁ Πέτρος μάχαιραν; Ἐμοὶ δοκεῖ πρὸς τοῦτο αὐτὸ παρεσκευασμένος· ἡ ἀπὸ τῆς θυσία τοῦ ἀρνοῦ τοῦ Πάσχα. Καὶ πῶς μὴ ἀμύνασθαι Σ λευσθεὶς, ἀμύνεται; Οὐχ αὐτῷ, ἀλλὰ τῷ διδασκόν βοηθεῖ, ὡς δοκεῖ· ἔπειτα οὐδὲ τέλειος πως ἦν, ο ἀπηρτισμένος ἤδη, ὁ Πέτρος. Διά τί τὸ ὄνομα τέλεια τοῦ δούλου ὁ εὐαγγελιστής; Ὥστε τοῖς τότε ἀνακ σκουσιν ἐξεῖναι ζητῆσαι καὶ περιεργάσασθαι εί ένας γέγονε τὰ γεγενημένα. Επ' αὐτὴν οὖν ὥρμησε την κεφαλὴν αὐτοῦ· διὰ τοῦτο καὶ τὸ δεξιὸν ὠτίον λίστα Διὰ τί θαυματουργεῖ Χριστός; Καὶ τὴν ἰσχὺν ἐν κνύων,καὶ τὸ μὴ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ποιεῖν τιν, μην τοῖς λῃσταῖς, διδάσκων. Τό, Πάντες εἰ λαβέστες
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE ETATIS.
homine inferiore missus est, et missionis vorabu· Εἶδον γὰρ Θεόν, φησί, πρόσωπον πρὸς πρόσωπα,
Jum non ostendit inferioritatem ejus qui mittitur.
Ergo si ab homine Dus missum se esse clamal,
minime inſerior est homine; non ergo nec Filius
Patri inferior, cum dicitur a Patre missum esse.
Sed ibi, dicit, condescendentiæ et propositi locutio
est, ego interea de carne sermonem feci. Sed quia
missionis vocabulum, Unigenitum inıminuere non
potest, quan:lo Pater a proposito dicitur missum
ease, neque in æterna natura illo modo inferior efficitur.
καὶ ἐσώθη ἡ ψυχή μου. Αλλά τί περὶ Υἱοῦ μένη
εἰρῆσθαι; ᾿Αλλὰ καὶ οὕτως κενόν σοι τὸ σόφισμα.
Θεὸς γὰρ ὢν καὶ ὁ Υἱὸς, ὑπ' ἐλάττονος ἀνδρὸς ἐπι
εστάλη· καὶ τὸ τῆς ἀποστολῆς ὄνομα οὐκ ἔδειξε τ
ἀπεσταλμένον ἐλάττονα. Οὐκοῦν εἰ παρὰ ἀνθρώποι
Θεὸς ἀποσταλῆνα: βοῶν, οὐδαμῶς ἐλάττων ἀνθρώ.
που, οὐκ ἄρα οὐδὲ ὁ Υἱὸς ἐλάττων Πατρός, παρέ
Πατρὸς ἀπεστάλθαι λεγόμενος. 'Αλλ' ἐκεῖ, φησί,
συγκαταβάσεως καὶ οἰκονομίας ὁ λόγος ὑπάρχει
ἐγὼ γὰρ τέως περὶ τῆς σαρκὸς εἰρῆσθαι τὸν λόγον
κατασμικρύνειν οὐκ οἶδεν, ὅτε καὶ Πατὴρ οἰκονομ
ἀλλ' ὅτι καὶ τὸ τῆς ἀποστολῆς ὄνομα, την μονογενῆ
κῶς κηρύττεται ἀπεστάλθαι, καὶ τὴν ἀΐδιον φύσιν οὐδαμῶς ἐλαττονται.
VERS. 23. Ego in illis et tu in me, ita intelligi
Τό, Εγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοὶ, οὕτως για
debet: Dedit gloriam suam in illis versalus, et Pa- νοεῖν, ὅτι ἔδωκε τὴν δόξαν αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς γενόμε
trem habens secum, ut illos conservet. Alibi autem
now ita loquitur; non enim per ipsum Patrem ve
mire dicit, sed ipsum et Palrem venire, et malsionem apud illum facere.
VERS. 23. Quomodo intelligendum, Dileristi cos
sicut me dilexisti? Iterum illud, sicut intelligere nobis dat, ut homines diligi concede, quod semper
quæsivi.
Vɛas. 25. Cur dicit: Pater juste, mundus te non
cognovit, ego autem te cognovi? Quod dicit tale est:
Judæi dicunt illi te sibi cognosci, me autem tibi
non cognosci; sed e contrario, isti quite non le
cognoscunt, ego autem te cognovi et cognoSCO.
Vans. 96. Notum feci eis nomen tuum, et notum
faciam, quomodo intelligetur? Et quid tandem
Spiritus notum faciet eis? id dicit, ut ostendat
quod quæ sunt Spiritus, et ipsius sint; dicit enim
aljbi: De meo accipiet. Ut dilectio qua dilexisti me
in ipsis maneat. Si enim didicerint, inquit, me non
a te separari, sed esse proprium Filium tuum et
maxime dilectum et conjunctum, omnino fidem in
me et dilectionem drmiter servabunt. Diligentibus
autem eis ut oportet, et ego manebo in eis.
CAPUT XVIII.
Vens. 4. Quam ob causam interrogal, Quem quaritis? Ostendere volens se sponte ad passionem
ingredi.
VERS. 10. Unde habuit Petrus gladium? Mihi
videtur ad id illum sibi procurasse; aut ab immɔlatione agni Paschalis. Et quomodo non in defen -
sionem vocatus, defendit? Non sibi; sed magistro
auxiliatur, ut videtur; deinde perfectus nondum
erat, neque confirmatus in bono Petrus. Cur servi
nomen exposuit evangelista? Ut illis qui tunc legebant liceret exquirere et explorare an reipsa facta
tuerint quæ narrabantur. Ipsum ergo caput illius
Inpetit, ideo et aurem dexteram, dicit. Cur miracilum facit Christus? Ut virtutem ostendat, et malum
pro malo non reddere, etiam latronibus, doceat.
Omnes qui gladium sumpserint, gladio peribunt; mihi
νης, καὶ τὸν Πατέρα έχων μεθ' ἑαυτού, ώστε αυτή
συγκρατείν. Αλλαχοῦ δὲ οὐχ οὕτως φησίν· οὐ γὰρ
δι' αὐτοῦ τὸν Πατέρα παραγενέσθαι, ἀλλ' αὐτὸν καὶ
τὸν Πατέρα παραγενέσθαι, καὶ μονὴν παρ' ανα
ποιεῖν.
Πῶς νοητέον το, Ηγάπησας αὐτοὺς, καθὼς ἐμὲ
ἠγάπησας; Πάλιν τό, καθώς, ὡς ἀνθρώπους έγι
πηθῆναι ἐγχωρεῖ νοῆσαι ἡμῖν δίδωσιν ὅπερ ἐξ
τουν ἀεί.
Διὰ τί λέγει τὸ Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος τ
εὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων; Ο λέγει τοιοῦτόν ἐκ
τιν· Ἰουδαῖοι λέγουσιν αὐτοὶ μέν σε γινώσκειν, ἐμὲ
δέ σε ἀγνοεῖν· ἀλλὰ τοὐναντίον· ἐκεῖνοι μὲν ἀγνοείς.
σε, ἐγὼ δέ σε ἐγίνωσκον καὶ γινώσκω.
Το Εγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου και της
ρίσω, πως νοηθήσεται; καὶ τί λοιπὸν τὸ Πνεῦμα για
ρίσει αὐτοῖς; Τοῦτο λέγει, ἵνα δείξη ότι και τι
τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ ἐστι· καὶ λέγει γὰρ ἀλλαγο
Οτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει. Ἵνα ἡ ἀγάπη τ
ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς μείνῃ. Ἐὰν γὰρ μέλος,
φησὶν ὅτι οὐκ ἀπέσχισμαι ἐγὼ ἀπὸ σοῦ, ἀλλ' ε
γνήσιος Υιός σου καὶ σφίδρα Αγαπημένος καὶ συντ
μένος, πάντως τὴν πίστιν τὴν εἰς ἐμὲ καὶ τὴν ἀγ
την τηρήσουσιν ἀκριβῆ· ἀγαπώντων δὲ αὐτῶν ὡς
χρὴ, κἀγὼ μενῶ ἐν αὐτοῖς.
Τίνος χάριν ἐρωτα· Τίνα ζητεῖτε; Δείξαι θέλει
ὅτι ἐκὼν ἐπὶ τὸ πάθος ἔρχεται.
Πόθεν εἶχεν ὁ Πέτρος μάχαιραν; Ἐμοὶ δοκεῖ πρὸς
τοῦτο αὐτὸ παρεσκευασμένος· ἡ ἀπὸ τῆς θυσία
τοῦ ἀρνοῦ τοῦ Πάσχα. Καὶ πῶς μὴ ἀμύνασθαι Σλευσθεὶς, ἀμύνεται; Οὐχ αὐτῷ, ἀλλὰ τῷ διδασκόν
βοηθεῖ, ὡς δοκεῖ· ἔπειτα οὐδὲ τέλειος πως ἦν, ο
ἀπηρτισμένος ἤδη, ὁ Πέτρος. Διά τί τὸ ὄνομα τέλεια
τοῦ δούλου ὁ εὐαγγελιστής; Ὥστε τοῖς τότε ἀνακ
σκουσιν ἐξεῖναι ζητῆσαι καὶ περιεργάσασθαι εί ένας
γέγονε τὰ γεγενημένα. Επ' αὐτὴν οὖν ὥρμησε την
κεφαλὴν αὐτοῦ· διὰ τοῦτο καὶ τὸ δεξιὸν ὠτίον λίστα
Διὰ τί θαυματουργεῖ Χριστός; Καὶ τὴν ἰσχὺν ἐν
κνύων,καὶ τὸ μὴ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ποιεῖν τιν, μην
τοῖς λῃσταῖς, διδάσκων. Τό, Πάντες εἰ λαβέστες
Распознавание текста
col. 1279–1280page 128 of 200
PG 106:1279μάχαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται, ἐμοὶ δοκεῖ, τὸ οἱ πάντες, ἀντὶ τοῦ, πολλοί, κεῖται, ὡς τὸν Οἰω νοῖσί τε πᾶσι. Α, 5.] Διὰ τί λέγει· ακολούθει αὐτῷ Πέτρος καὶ ὁ ἄλ λος μαθητής; "Οτε μὲν γὰρ ἐπὶ τὸ στῆθος ἀνέπεσεν, εἰκότως χάριν αφιλοτιμίας τοῦτο κρύβει· νῦν δὲ τί; Διά ταύτην αἰτίαν, ἵνα μὴ δόξῃ κομπάζειν ὅτι, πάντων φυγόντων, μόνος ήκολούθησεν ἠναγ κάσθη δὲ καὶ ἑαυτοῦ ἐπιμνησθῆναι,ἵνα δείξῃ ὅτι ἀκρι σως πάντα οἶδε τὰ ἐν τῇ αὐλῇ, ἅτε ἔνδον συνεισελθὼν· διὰ τοῦτο καὶ μέμνηται ὅτι γνωστὸς ἦν τῷ ἀρχιερεῖ, ἵνα δείξῃ ὅτι ἐδύνατο συνεισελθεῖν. Διὰ τί, καθ' ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ ὁρῶν αὐτὸν ὁ ἀρ χιερεὺς, νῦν ἐρωτᾷ τὴν διδαχὴν αὐτοῦ, καὶ ποῦ εἶεν οἱ μαθηταὶ, καὶ τίνος ἕνεκεν αὐτοὺς συνέλεξε, καὶ τί βουλόμενος, καὶ ἐπὶ τίσι; Τοῦτο ἠρώτα ὡς στασιαστὴν καὶ νεωτεροποιὸν ἐλέγξαι θέλων, ὡς ἐργαστηρίου τινὸς ὄντος πονηροῦ. Πῶς λέγει ὁ Χριστὸς, Ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδὲν, καίπερ πολλὰ λαλήσας τοῖς μαθηταῖς ἐν κρυπτῷ; Περὶ ὧν ἐκεῖνοι ἐνόμιζον ἀποκρίνεται, στάσεις λέγω καὶ ταραχὰς δηλῶν. Τὸ εἰπεῖν, Τί με επερωτᾷς, ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας, οὐκ αὐθαδειαζομένου ἐστὶν, ἀλλὰ παρρησιαζομένου εἰς ἀλήθειαν. Τὸ Εἰ μὲν κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις; Καὶ διὰ τί μὴ ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλην, ὡς ἐδίδασκε; Καὶ λέγουσι τινες ὑπ'ψυχρα καὶ ἀπιστα· ἐγὼ δὲ λέγω ότι ἡ Χριστοῦ νομοθεσία, πρός γείτονας, πρὸς ἀδεύοντος, πρὸς τοὺς ἐν οἴκῳ, πρὸς πολεμίους αὐτοὺς, ἀλλ' οὐ πρὸς κριτήρια ἔνθα φυλάττεσθαι τὸ δίκαιον βούλεται. δε γὰρ ἡ σιωπὴ καταδίκην εἰσήγεν, ὡς καλῶς το φθέντο; αὐτοῦ, ὃ οὐκ ἔδει. Διὰ τί ἄγουσιν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ πραιτώριον; Ἐπειδὴ ὑπὸ Ρωμαίους ἦσαν, καὶ χωρὶς αὐτῶν ἐποίουν οὐδὲν ἐν τοῖς δημοσίοις πρά γμασι, καὶ ἐδεδοίκεσαν δὲ μὴ δώσουσι δίκην ώς και τηγόρησαν ματαίως. Τί ἐστιν ἐν τῷ λέγειν, "Ινα Οι γωσι τὸ Πάσχα; καὶ πῶς Χριστὸς ἦν αὐτὸ πεποιηκὼς τῇ μιᾷ τῶν ᾿Αζύμων; Πάσχα ἐνταῦθα τὴν ἑορ τὴν πᾶσαν λέγει. Ερωτηθέντες, Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἀποκρίνονται· Εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός, οὐκ ἂν σοι παρεδώκαμεν αύτ τόν· οὕτως πανταχοῦ παραιτοῦνται τὴν ἐξ εὐθείας κατηγορίαν. Διὰ τί λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος· Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς, καὶ ἑξῆς; Απαλλαγῆναι ἀδικίας βουλόμενος. Διά τί οὐκ ἐπ' αὐτῶν ποιεῖται τὴν ἐξέτασιν, ἀλλ' ἰδίᾳ; Εἰσῆλθε γὰρ εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλά τος· ἐπειδὴ μεγάλην τινὰ ὑπόνοιαν εἶχον περὶ αὐ τοῦ, καὶ ἐβούλετο μὴ θορυβούντων Ἰουδαίων πάντα ἀκριβῶς μαθεῖν. Διά τί λέγει Χριστός, Ἀφ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέ γεις, ἢ ἄλλοι σοι εἶπον; Τὴν πονηρὰν τῶν Ἰου
omnibus.
μάχαιραν, ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται, ἐμοὶ δοκεῖ, videtur omnes pro multis dici, ut istul, Avibus
τὸ οἱ πάντες, ἀντὶ τοῦ, πολλοί, κεῖται, ὡς τὸν Οἰω
νοῖσί τε πᾶσι. [HOWER. Il. Α, 5.]
Διὰ τί λέγει· ακολούθει αὐτῷ Πέτρος καὶ ὁ ἄλ
λος μαθητής; "Οτε μὲν γὰρ ἐπὶ τὸ στῆθος ἀνέπε
σεν, εἰκότως χάριν αφιλοτιμίας τοῦτο κρύβει· νῦν
δὲ τί; Διά ταύτην αἰτίαν, ἵνα μὴ δόξῃ κομπάζειν
ὅτι, πάντων φυγόντων, μόνος ήκολούθησεν ἠναγ
κάσθη δὲ καὶ ἑαυτοῦ ἐπιμνησθῆναι,ἵνα δείξῃ ὅτι ἀκρι
σως πάντα οἶδε τὰ ἐν τῇ αὐλῇ, ἅτε ἔνδον συνεισελθών· διὰ τοῦτο καὶ μέμνηται ὅτι γνωστὸς ἦν τῷ
ἀρχιερεῖ, ἵνα δείξῃ ὅτι ἐδύνατο συνεισελθεῖν.
Διὰ τί, καθ' ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ ὁρῶν αὐτὸν ὁ ἀρ
χιερεὺς, νῦν ἐρωτᾷ τὴν διδαχὴν αὐτοῦ, καὶ ποῦ εἶεν
οἱ μαθηταὶ, καὶ τίνος ἕνεκεν αὐτοὺς συνέλεξε, καὶ τί
βουλόμενος, καὶ ἐπὶ τίσι; Τοῦτο ἠρώτα ὡς στασιαστὴν καὶ νεωτεροποιὸν ἐλέγξαι θέλων, ὡς ἐργαστη
ρίου τινὸς ὄντος πονηροῦ.
Πῶς λέγει ὁ Χριστὸς, Ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα
οὐδὲν, καίπερ πολλὰ λαλήσας τοῖς μαθηταῖς ἐν
κρυπτῷ; Περὶ ὧν ἐκεῖνοι ἐνόμιζον ἀποκρίνεται,
στάσεις λέγω καὶ ταραχὰς δηλῶν.
Τὸ εἰπεῖν, Τί με επερωτᾷς, ἐπερώτησον τοὺς
ἀκηκοότας, οὐκ αὐθαδειαζομένου ἐστὶν, ἀλλὰ παρῥησιαζομένου εἰς ἀλήθειαν.
Τὸ Εἰ μὲν κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ
τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις; Καὶ διὰ
τί μὴ ἔστρεψε καὶ τὴν ἄλλην, ὡς ἐδίδασκε; Καὶ
λέγουσι τινες ὑπ'ψυχρα καὶ ἀπιστα· ἐγὼ δὲ λέγω ότι
ἡ Χριστοῦ νομοθεσία, πρός γείτονας, πρὸς ἀδεύοντος,
πρὸς τοὺς ἐν οἴκῳ, πρὸς πολεμίους αὐτοὺς, ἀλλ' οὐ
πρὸς κριτήρια ἔνθα φυλάττεσθαι τὸ δίκαιον βούλεται.
δε γὰρ ἡ σιωπὴ καταδίκην εἰσήγεν, ὡς καλῶς το
φθέντο; αὐτοῦ, ὃ οὐκ ἔδει.
Vers. 15. Cur dicitur: Sequebatur cum Petrus et
alius discipulus? nam cum super pectus recubnit,
merito humilitatis causa illud celat, nunc veic
quid? Ob eamdem causam, ne videatur gloriari
quod, omnibus fugientibus, solus secutus sit. Conclus est autem de se mentionem facere, ut ostenderet certissime omnia se scire quæ farta sunt in aula,
utpote intus ingressus erat. Propterea memorat
etiam se esse notum pontifici, ut ostendat licuisse
ei una intrare.
VERS.19. Cur, cum quotidie in templo illum videret pontifex, nunc interrogat de doctrina ejus, el
ubi essent discipuli,et quam ob causam hos elegerit,
et quid volens, et in quibus? Hoc interrogat, volens
ut seditiosum et novatorem cum arguere, quasi
mali quemdam fabricatorem.
VERS. 20. Quomodo dicit Christus: in occulto lo
cutus sum nihil, quamvis multa in secreto discipulis locutus fuerit? De his quæ isti cogitabant respondet, seditionum, dico, et turbationum crimine.
VERS. 21. Dicendo: Quid me interrogas, interroga eos qui audierunt; non arrogantis est, sed libere
pro veritate loquentis.
VERS. 23. Si male locutus sum, testimonium perhibe de malo; si vero bene, quid me cædis? et cur
non præbuit alteram genam, ut docuerat? Quidarı
etiam dicunt frivola et incredibilia; ego autem dico
Christi mandatum ad vicinos, viatores, hos qui în
domo sunt inimicos ipsos attinere, sed non in judiciis, ubi jus defendi vult. Hic enim silentium condemnationem induxisset tanquam juste oppre si,
quod non fieri oportebat.
VERS. 28. Cur ducunt eum a Caipla in prætorium? Quia sub Romanis erant,et sine eis nihil agebant in rebus publicis, et timebant nɛ punirentur
quasi vanæ accusationis auctores. Quid est in co
Διὰ τί ἄγουσιν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ
πραιτώριον; Ἐπειδὴ ὑπὸ Ρωμαίους ἦσαν, καὶ
χωρὶς αὐτῶν ἐποίουν οὐδὲν ἐν τοῖς δημοσίοις πράγμασι, καὶ ἐδεδοίκεσαν δὲ μὴ δώσουσι δίκην ώς και
τηγόρησαν ματαίως. Τί ἐστιν ἐν τῷ λέγειν, "Ινα cd quod dicitur, Οι manducarent Pascha? et quomodo
γωσι τὸ Πάσχα; καὶ πῶς Χριστὸς ἦν αὐτὸ πεποιηκῶς τῇ μιᾷ τῶν ᾿Αζύμων; Πάσχα ἐνταῦθα τὴν ἑορ
τὴν πᾶσαν λέγει.
Ερωτηθέντες, Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά
τοῦ ἀνθρώπου τούτου; ἀποκρίνονται· Εἰ μὴ ἦν
οὗτος κακοποιός, οὐκ ἂν σοι παρεδώκαμεν αύτ
τόν· οὕτως πανταχοῦ παραιτοῦνται τὴν ἐξ εὐθείας
κατηγορίαν.
Διὰ τί λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλάτος· Λάβετε αὐτὸν
ὑμεῖς, καὶ ἑξῆς; Απαλλαγῆναι ἀδικίας βουλόμενος.
Διά τί οὐκ ἐπ' αὐτῶν ποιεῖται τὴν ἐξέτασιν, ἀλλ'
ἰδίᾳ; Εἰσῆλθε γὰρ εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλά
τος· ἐπειδὴ μεγάλην τινὰ ὑπόνοιαν εἶχον περὶ αὐ
τοῦ, καὶ ἐβούλετο μὴ θορυβούντων Ἰουδαίων πάντα
ἀκριβῶς μαθεῖν.
Διά τί λέγει Χριστός, Ἀφ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις, ἢ ἄλλοι σοι εἶπον; Τὴν πονηρὰν τῶν ἸουChristus Pascha celebravit una Azymoruni? Pascha
ib. omnem festivitatem significat.
VERS. 29. Interrogati, Quam accusationem ferrent contra hominem istum, respondent: Si non
fuisset ille malafactor, non tibi tradidissemus eum.
lia ubique abnuunt accusationem directam,
Vers. 51. Cur dicit illis Pilatus: Sumite eum ros,
Ab
et reliqua? Al injustitia eximere se volens.
VERS. 33. Cur coram illis interrogationem non
fecit, sed scorsum? introivit enim in prætorium
iterum Pilatus. Quia magnam quamdam opinionem de illo babebat, et volebat ille, non turbantibus Judaeis, omnia rite discere.
Vens. 34. Cur dicit Christus: De te ipso hoc dicis,
an alii dixerunt tibi? Revelans malam Judæorum
Распознавание текста
col. 1281–1282page 129 of 200
PG 106:1281δαίων ἐκκαλύπτων γνώμην, καὶ ὑπὸ τοῦ Πελάτ κατηγορηθῆναι αὐτοὺς βουλόμενος, ὡς ἐκεῖναι το τη λέγουσιν. Διὰ τί ἀπεκρίθη τὸ Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ εἰι ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου; Οπερ ἐλειά. τέως ο Πιλάτος, διέλυσε Χριστός, τὴν τῆς τυραν δος ὑποψίαν· ὁ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστι· Βασιλ μὲν εἰμί, φησίν, ἀλλ' οὐ τοιοῦτος. Πῶς τοῦ Πιλάτου εἰπόντος, ὅτι οὐκοῦν βα λεὺς εἶ σύ; ὁ Χριστὸς λέγει· Εἰς τοῦτο γεγ νημαι; Εδειξεν ὅτι οὐδὲν μετὰ ταῦτα τρία ἔχει ζωὴν, ὥστε καὶ ὅτ' ἂν ἀκούσωμεν, ὅτι καὶ ὁ Πατήρ ἔχει ζωὴν, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζω ἔχειν, μηδὲν ἄλλο ἢ τὴν γέννησιν νομίζομεν. 1. λέγειν αὐτὸν, Εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμ β σημαίνειν βούλεται, ὅτι Ινα τοῦτο αὐτὸ δείξω κι πείσω πάντας, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κύριος, καὶ διστα της εἰμί· ἐπισπάσασθαι θέλων διὰ τούτων τὴν Π λάτον. Διὰ τί εἰπὼν, Τί ἐστιν ἀλήθεια, ὁ Πελάτος 2 ίσταται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔρχεται; Συνείδεν ό:: 22 ροῦ δεῖται τὸ ἐρώτημα· ἔδει δὲ αὐτὸν ἐξαρτάτ τέως τῆς τῶν Ἰουδαίων ὁρμῆς· διὰ τοῦτο ἐξ πρὸς αὐτούς. ΚΕΦΑΛ. ΙΘ' Διὰ τί ἐμαστίγωσεν αὐτὸν ὁ Πιλάτος; Βαλίμης ἐκλῦσαι τὴν ὁρμὴν αὐτῶν καὶ παραμυθήσασθαι τη ὀργὴν καὶ τὸν φθόνον αὐτῶν· καὶ ὅτι τοῦτο ἀλη άκουσον λέγοντος τοῦ Πιλάτου· Λάβετε αυτ Ο ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐδεμίαν αίτε εὑρίσκω ἐν αὐτῷ. Πῶς νοητέον τὸ, Εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένου ότι θεν; τὸ Δεδομένον ἐνταῦθα, τὸ συγκεχωρημέ ἐστίν· ὡς ἂν ἔλεγεν· Εἴασε μὲν ταῦτα γενέτι Θεός· οὐ μὴν διὰ τοῦτο τῆς ἁμαρτίας ὑμεῖς ἐπὶ ἔσεσθε, τοιαύτην προαίρεσιν πονηράν κεκτημ Πῶς ὁ μὲν Μάρκος τρίτην ώραν λέγει στους θῆναι, ὁ δὲ Ἰωάννης ἔκτην; Ὁ μὲν τῆς ἀποφάσεις λέγει τὴν ὥραν, ὁ δὲ τῆς σταυρώσεως αυτής γονται γὰρ ἀπὸ τότε τιμωρεῖσθαι ἀπότε τὴν 15 φασιν ὁ κριτὴς δοίη. Τὸ λέγειν τὸν Πιλάτον, Πε βασιλεὺς ὑμῶν, εἰρωνευομένου ἐστὶ πρὸς αὐτο ὡς ἂν ἔλεγεν, ὅτι Οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτ καθ' ὑμᾶς δὲ, Ιδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. Ὅτι ἐν τῷ λέγειν αὐτοὺς, Οὐκ ἔχομεν βαλα εἰ μὴ Καίσαρα, δείκνυνται ὅτι Θεὸν βασιλές τ βουλόμενο: ἔχειν, ἄνθρωπον ᾑρετίσαντο ἔχειν τοῦτο τέλεον καὶ ὑπὸ Ῥωμαίους παρεδόθησαν. Καὶ ἑαυτῷ ὁ Κύριος τὸν σταυρὸν ἐξαστι καθά φησι Ἰωάννης· καὶ πάλιν, Σίμων ή ανή πος ἔφερεν αὐτὸν, κατὰ τοὺς ἄλλους εἰσιν. στάς· καὶ γὰρ ἀμφότερα γέγονεν ἐπὶ π Ὣς μὲν οὖν κατὰ τοῦ διαβόλου τρόπαιον ἐξατο πρῶτος τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ· καὶ γὰρ οὐκ ἀνεταζόμενος ἤρχετο εἰς τὴν θάνατον· καὶ πάλιν ἐξασα ζεν αὐτὸν Σίμων ὁ ἄνθρωπος, ἵνα γνωσθῇ πάσιν ἐπ οὐ τὸν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὸν τῶν ἀνθρώπων ἀπολιτε θάνατον ὁ Κύριος. Καὶ ἄλλως· Διὰ τί ὁ μὲν Πετο
mentem, et a Pilato illos accusari volens, tanquam δαίων ἐκκαλύπτων γνώμην, καὶ ὑπὸ τοῦ Πελάτ
talia dixissent.
Vers. 56. Cur respondit, Regnum meum non est
de hoc mundo? Quod timuerat Pilatus hactenus,Christus amovet tyrannidis suspicionem. Quod autem
dicit tale est: Rex quidem sum, ait, sed non
talis.
κατηγορηθῆναι αὐτοὺς βουλόμενος, ὡς ἐκεῖναι το τη
λέγουσιν.
Διὰ τί ἀπεκρίθη τὸ Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ εἰι
ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου; Οπερ ἐλειά.
τέως ο Πιλάτος, διέλυσε Χριστός, τὴν τῆς τυραν
δος ὑποψίαν· ὁ δὲ λέγει τοιοῦτόν ἐστι· Βασιλ
μὲν εἰμί, φησίν, ἀλλ' οὐ τοιοῦτος.
Πῶς τοῦ Πιλάτου εἰπόντος, ὅτι οὐκοῦν βα
λεὺς εἶ σύ; ὁ Χριστὸς λέγει· Εἰς τοῦτο γεγ
νημαι; Εδειξεν ὅτι οὐδὲν μετὰ ταῦτα τρία
ἔχει ζωὴν, ὥστε καὶ ὅτ' ἂν ἀκούσωμεν, ὅτι καὶ
ὁ Πατήρ ἔχει ζωὴν, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζω
ἔχειν, μηδὲν ἄλλο ἢ τὴν γέννησιν νομίζομεν. 1.
λέγειν αὐτὸν, Εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμ
VERS. 57. Quomodo Pilato dicente. Ergo rex es
tu? Christus dicit: Ego in hoc natus sum? Ostendit se nihil præter ea assumptum habere; ita ut
quando audiverimus, Sicut Puter habet vitam, ita
dedit et Filio vitam habere, nihil aliud ac nativitatem reputemus. Quando dicit: Ad hoc veni iu mundum, significare intendit, Ut hoc ipsum ostenderem
el persuaderem omnibus ine esse regem et β σημαίνειν βούλεται, ὅτι Ινα τοῦτο αὐτὸ δείξω κι
Dominum; vultque per hæc Pilatum adducere.
VERS. 88. Cur dicens, Quid est veritas, Pilatus
surgit et ad illos vadit? Intelligit tempus requirere
talem quæstionem. Oportebat autem eripere illum
interea a Judæorum furore ideo exivit ad illos.
CAPUT XIX.
Vers. 1. Cur flagellavit eum Pilatus? Volebat
furorem eorum placare et iram et invidiam sedare.
Et quod id verum sit, audi Pilatum dicentem: Sumite eum vos et crucifigite, ego enim nullam invenio
in eo causam.
Vans. 11. Quomodo intelligendum: Nisi tibi
datum fuerit desuper? Datum ibi permissum significat: Quasi diceret, Permisit quidem hæc fieri
Deus; non ideo certe culpæ vos expertes eritis, qui
talem malam voluntatem habueritis.
Vans. 14. Quomodo Marcus tertia hora dicit
crucifixum esse. Joannes autern sexta? Ille quidem
sententiæ horam notat, hic autem crucifixionis;
dicuntur enim supplicio affici a tempore quo sententia aut judicium, latum sit. Dicens Pilatus, Ecce
rex vester, ironice ad eos loquitur, quasi diceret,
Nullam invenio in eo causam; secundum vos autem,
Ecce res vester.
Vans. 15. Dicentes, Non habemus regem nisi
Casarem, ostendunt quia Deum regein habere nolentes, hominem habere elegerint: ideo postremo
Romanis subjecti fuerunt.
VERS. 17. Εt sibi Dominus crucem bajulavit, velut
dicit Joannes, Et humo Simon nomine simul illam
portavit secundum alios evangelistas; etenim
utraque facta sunt. Tanquam igitur e diabolo tropæum primus crucem suam bajulavit, nam non
coactus ibat ad mortem. Et simul bajulavit Simon,
ul nosceretur omnibus non suam sed omnium hominum mortem subire Doininum. Et aliter. Cur
Joannes Christum dicit sibi crucem bajulasse, èt
cæteri evangelista Simonem Cyrenæum decipientes
πείσω πάντας, ὅτι Βασιλεὺς καὶ Κύριος, καὶ διστα
της εἰμί· ἐπισπάσασθαι θέλων διὰ τούτων τὴν Π
λάτον.
Διὰ τί εἰπὼν, Τί ἐστιν ἀλήθεια, ὁ Πελάτος 2ίσταται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔρχεται; Συνείδεν ό:: 22ροῦ δεῖται τὸ ἐρώτημα· ἔδει δὲ αὐτὸν ἐξαρτάτ
τέως τῆς τῶν Ἰουδαίων ὁρμῆς· διὰ τοῦτο ἐξ
πρὸς αὐτούς.
ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'
Διὰ τί ἐμαστίγωσεν αὐτὸν ὁ Πιλάτος; Βαλίμης
ἐκλῦσαι τὴν ὁρμὴν αὐτῶν καὶ παραμυθήσασθαι τη
ὀργὴν καὶ τὸν φθόνον αὐτῶν· καὶ ὅτι τοῦτο ἀλη
άκουσον λέγοντος τοῦ Πιλάτου· Λάβετε αυτ
Ο ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐδεμίαν αίτε
εὑρίσκω ἐν αὐτῷ.
Πῶς νοητέον τὸ, Εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένου ότι
θεν; τὸ Δεδομένον ἐνταῦθα, τὸ συγκεχωρημέ
ἐστίν· ὡς ἂν ἔλεγεν· Εἴασε μὲν ταῦτα γενέτι
Θεός· οὐ μὴν διὰ τοῦτο τῆς ἁμαρτίας ὑμεῖς ἐπὶ
ἔσεσθε, τοιαύτην προαίρεσιν πονηράν κεκτημ
Πῶς ὁ μὲν Μάρκος τρίτην ώραν λέγει στους
θῆναι, ὁ δὲ Ἰωάννης ἔκτην; Ὁ μὲν τῆς ἀποφάσεις
λέγει τὴν ὥραν, ὁ δὲ τῆς σταυρώσεως αυτής
γονται γὰρ ἀπὸ τότε τιμωρεῖσθαι ἀπότε τὴν 15
φασιν ὁ κριτὴς δοίη. Τὸ λέγειν τὸν Πιλάτον, Πε
βασιλεὺς ὑμῶν, εἰρωνευομένου ἐστὶ πρὸς αὐτο
ὡς ἂν ἔλεγεν, ὅτι Οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτ
καθ' ὑμᾶς δὲ, Ιδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν.
Ὅτι ἐν τῷ λέγειν αὐτοὺς, Οὐκ ἔχομεν βαλα
εἰ μὴ Καίσαρα, δείκνυνται ὅτι Θεὸν βασιλές τ
βουλόμενο: ἔχειν, ἄνθρωπον ᾑρετίσαντο ἔχειν
τοῦτο τέλεον καὶ ὑπὸ Ῥωμαίους παρεδόθησαν.
Καὶ ἑαυτῷ ὁ Κύριος τὸν σταυρὸν ἐξαστι
καθά φησι Ἰωάννης· καὶ πάλιν, Σίμων ή ανή
πος ἔφερεν αὐτὸν, κατὰ τοὺς ἄλλους εἰσιν.
στάς· καὶ γὰρ ἀμφότερα γέγονεν ἐπὶ π
Ὣς μὲν οὖν κατὰ τοῦ διαβόλου τρόπαιον ἐξατο
πρῶτος τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ· καὶ γὰρ οὐκ ἀνετα
ζόμενος ἤρχετο εἰς τὴν θάνατον· καὶ πάλιν ἐξασα
ζεν αὐτὸν Σίμων ὁ ἄνθρωπος, ἵνα γνωσθῇ πάσιν ἐπ
οὐ τὸν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὸν τῶν ἀνθρώπων ἀπολιτε
θάνατον ὁ Κύριος. Καὶ ἄλλως· Διὰ τί ὁ μὲν Πετο
Распознавание текста
col. 1283–1284page 130 of 200
PG 106:1283νης αὐτὸν τὸν Χριστὸν λέγει τὸν σταυρὸν βαστάξαι? ἑαυτοῦ, οἱ δὲ λοιποὶ εὐαγγελισταί Σίμωνα τὸν Κυρηναῖον ἀπατήσαντες ἀγγαρεύοντες αὐτὸν εἰς τὸ βασ στάζειν; Ὅτι εἰς τὸν Κρανίου τόπον σταυροῦται, ἐπειδὴ ἐκεῖ λέγεται ὁ Ἀδὰμ τετάφθαι. Ενθα οὖν ὁ θάνατος ἐβασίλευσεν, ἐκεῖ τὸ τρόπαιον ἔστησεν. Διὰ τί ἐπιγράφει τὸν σταυρὸν ὁ Πιλάτος; ἀμυνόμενος τοὺς Ἰουδαίους ὡς οὐ κατὰ λῃστήν ἐστιν, ὅθεν, καὶ οὐ μια γλώττῃ, ἀλλὰ τρισσαῖς τὴν μανίαν αὐτῶν ἅπασι δηλῶν. Οθεν καὶ αὐτῇ τῇ γραφῇ βασκαίνοντες ἔλεγον· Μὴ γράφε· Ο βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ' ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι Βασιλεύς εἰμὶ τῶν Ἰου δαίων· ᾠκονομήθη δὲ γραφῆναι καὶ διὰ τὴν εὕρεσιν αὐτοῦ ἔσχατον. Αδάμ εἰς τὸν παράδεισον ἐξεδύσατο τὰ ἱμάτια ἔδει γὰρ τοῦτο ποιῆσαι καὶ ἀπεκδύσασθαι τοὺς χι τῶνας, οὓς ἔλαβεν ἐκβαλλόμενος ὁ ᾿Αδὰμ ἐκ τοῦ πα ραδείσου. Ο πάντα γὰρ τὰ ἡμῶν δι' ἡμᾶς ἀναδεξάμενος, ἐνεδύσατο ταῦτα, ἵνα καὶ ἀπεκλύσηται, καὶ ἀντὶ τούτων ἡμᾶς ἐνδύσῃ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν. Εἰ; τέσ σαρα δὲ διαμερίζονται, ἐπειδήπερ ὑπὲρ τῆς ἁμαρ τίας τῆς τετραμερούς οἰκουμένης, ἀνατολῆς καὶ δύο σεως, ἄρκτου καὶ μεσημβρίας εφόρει ταῦτα. Τοῦτον ἐνεδύσατο τὸν χιτῶνα, ἵνα πιστεύσωσιν οἱ Ἰουδαῖοι ὅτι οὐκ ἀπὸ γῆς, ἀλλ᾽ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἦν ὁ Λόγος δ καὶ ὅτι οὐ μεριστής, ἀλλ' ἀμέριστός ἐστι τοῦ Πατ τρός· καὶ ὅτι γινόμενος ἄνθρωπος οὐ ῥεραμμένον εἶχε τὸ σῶμα ἐξ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸ;, ἀλλ᾽ ἐκ Παρ θένου μόνης ὑφαμμένον τῇ τοῦ Πνεύματος τέχνῃ. Οθεν τὰ μὲν ἄλλα διαμερίζονται· μεριστὰ γὰρ ἦν τὸν δὲ χιτῶνα μόνον οὐκ ηδυνήθησαν σχίσαι, φόβῳ τοῦ δι' αὐτοῦ γνωριζομένου σημείου· καὶ τοῦτο γὰρ οὐκ αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦ κρεμαμένου Σωτῆρος τὸ ἔργον ἦν· ἵνα τούτου μείνῃ καὶ ὁ κατὰ τῶν Ἰουδαίων ἔλεγχος ὁ μετ' οὐ πολὺ γενόμενος· ὅτι τὸ μὲν και ταπέτασμα ἐσχέσθαι, ὁ δὲ χιτών τοῦ σταυρουμένου οὐδὲ ὑπὸ δημίων διηρέθη, ἀλλ' ἔμεινεν ὁλόκληρος μένει γὰρ τὸ Εὐαγγέλιον διὰ παντὸς ὁλόκληρον, τῶν σκιῶν διαιρουμένων. Διὰ τί σταυρούμενος, τῷ μαθητῇ τὴν Μητέρα παι ραδίδωσι; Παιδεύων ἡμᾶς μέχρις εσχάτης ἀναπνοῆς τῶν γονέων φροντίζειν. Πάλιν καὶ ἐνταῦθα περὶ αὑτοῦ λέγων ἐπιφέρει τὸν μαθητὴν ἂν ἠγάπα μετ τριάζων, ἐπεὶ καὶ τὴν αἰτίαν εἶπεν ἂν δι᾿ ἣν ἡγαπᾶτο. Διὰ τί πρὸ τοῦ σταυροῦ ἀγωνιᾷ καὶ ἱδροὶ καὶ φοβεῖται, ἐνταῦθα δὲ τῷ μαθητῇ λαλεῖ καὶ τῇ μητρί, καὶ τῷ λῃστῇ; Οτι ἐκεῖ μὲν τὸ ἀνθρώπινον δείκνυσιν, ἐνταῦθα δὲ τὴν θείαν δύναμιν ὡς οὐ δέδοικεν. Τί ἐστι τὸ, Εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται; 'Αντὶ τοῦ, τὰ τῆς οἰκονομία; ἅπαντα πεπλήρωται. Οτι καὶ μετὰ τὸ ποτισθῆναι ὄξον, λέγει τό, τετέ λεσται· ἀντὶ τοῦ, πεπλήρωται ή προφητεία. Διὰ τί λέγει, ὅτι Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρ ἔδωκε τὸ πνεῦμα; Δεικνὺς ὅτι ὅτε ἐβούλετο, τότε καὶ ἀπέθανε. Πρότερον γὰρ οἱ ἀποθνήσκοντες ἀπο θνήσκουσι, καὶ οὕτως κλίνουσι τὴν κεφαλὴν· οὗτος δὲ τὸ ἀνάπαλιν. Ότι χαριζόμενοι τοῖς Ἰουδαίοις μετὰ τὸ τεθνάναι,
νης αὐτὸν τὸν Χριστὸν λέγει τὸν σταυρὸν βαστάξαι sugariavisse ut tolleret crucem? Deest solutio.)
ἑαυτοῦ, οἱ δὲ λοιποὶ εὐαγγελισταί Σίμωνα τὸν Κυρηναῖον ἀπατήσαντες ἀγγαρεύοντες αὐτὸν εἰς τὸ βασ
στάζειν;
Ὅτι εἰς τὸν Κρανίου τόπον σταυροῦται, ἐπειδὴ
ἐκεῖ λέγεται ὁ Ἀδὰμ τετάφθαι. Ενθα οὖν ὁ θάνατος
ἐβασίλευσεν, ἐκεῖ τὸ τρόπαιον ἔστησεν.
Διὰ τί ἐπιγράφει τὸν σταυρὸν ὁ Πιλάτος; Αμυνό
μενος τοὺς Ἰουδαίους ὡς οὐ κατὰ λῃστήν ἐστιν, ὅθεν,
καὶ οὐ μια γλώττῃ, ἀλλὰ τρισσαῖς τὴν μανίαν αὐτῶν
ἅπασι δηλῶν. Οθεν καὶ αὐτῇ τῇ γραφῇ βασκαίνοντες
ἔλεγον· Μὴ γράφε· Ο βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ'
ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι Βασιλεύς εἰμὶ τῶν Ἰου
δαίων· ᾠκονομήθη δὲ γραφῆναι καὶ διὰ τὴν εὕρεσιν
αὐτοῦ ἔσχατον.
Αδάμ εἰς τὸν παράδεισον ἐξεδύσατο τὰ ἱμάτια·
ἔδει γὰρ τοῦτο ποιῆσαι καὶ ἀπεκδύσασθαι τοὺς χι
τῶνας, οὓς ἔλαβεν ἐκβαλλόμενος ὁ ᾿Αδὰμ ἐκ τοῦ πα
ραδείσου. Ο πάντα γὰρ τὰ ἡμῶν δι' ἡμᾶς ἀναδεξάμενος, ἐνεδύσατο ταῦτα, ἵνα καὶ ἀπεκλύσηται, καὶ ἀντὶ
τούτων ἡμᾶς ἐνδύσῃ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν. Εἰ; τέσσαρα δὲ διαμερίζονται, ἐπειδήπερ ὑπὲρ τῆς ἁμαρ
τίας τῆς τετραμερούς οἰκουμένης, ἀνατολῆς καὶ δύο
σεως, ἄρκτου καὶ μεσημβρίας εφόρει ταῦτα. Τοῦτον
ἐνεδύσατο τὸν χιτῶνα, ἵνα πιστεύσωσιν οἱ Ἰουδαῖοι
ὅτι οὐκ ἀπὸ γῆς, ἀλλ᾽ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἦν ὁ Λόγος·
δ
καὶ ὅτι οὐ μεριστής, ἀλλ' ἀμέριστός ἐστι τοῦ Πατ
τρός· καὶ ὅτι γινόμενος ἄνθρωπος οὐ ῥεραμμένον
εἶχε τὸ σῶμα ἐξ ἀνδρὸς καὶ γυναικὸ;, ἀλλ᾽ ἐκ Παρ
θένου μόνης ὑφαμμένον τῇ τοῦ Πνεύματος τέχνῃ.
Οθεν τὰ μὲν ἄλλα διαμερίζονται· μεριστὰ γὰρ ἦν·
τὸν δὲ χιτῶνα μόνον οὐκ ηδυνήθησαν σχίσαι, φόβῳ
τοῦ δι' αὐτοῦ γνωριζομένου σημείου· καὶ τοῦτο γὰρ
οὐκ αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦ κρεμαμένου Σωτῆρος τὸ ἔργον
ἦν· ἵνα τούτου μείνῃ καὶ ὁ κατὰ τῶν Ἰουδαίων
ἔλεγχος ὁ μετ' οὐ πολὺ γενόμενος· ὅτι τὸ μὲν και
ταπέτασμα ἐσχέσθαι, ὁ δὲ χιτών τοῦ σταυρουμένου
οὐδὲ ὑπὸ δημίων διηρέθη, ἀλλ' ἔμεινεν ὁλόκληρος
μένει γὰρ τὸ Εὐαγγέλιον διὰ παντὸς ὁλόκληρον,
τῶν σκιῶν διαιρουμένων.
Διὰ τί σταυρούμενος, τῷ μαθητῇ τὴν Μητέρα παι
ραδίδωσι; Παιδεύων ἡμᾶς μέχρις εσχάτης ἀναπνοῆς
τῶν γονέων φροντίζειν. Πάλιν καὶ ἐνταῦθα περὶ
αὑτοῦ λέγων ἐπιφέρει τὸν μαθητὴν ἂν ἠγάπα μετ
τριάζων, ἐπεὶ καὶ τὴν αἰτίαν εἶπεν ἂν δι᾿ ἣν ἡγαπᾶτο.
Διὰ τί πρὸ τοῦ σταυροῦ ἀγωνιᾷ καὶ ἱδροὶ καὶ
φοβεῖται, ἐνταῦθα δὲ τῷ μαθητῇ λαλεῖ καὶ τῇ μητρί,
καὶ τῷ λῃστῇ; Οτι ἐκεῖ μὲν τὸ ἀνθρώπινον δείκνυ
σιν, ἐνταῦθα δὲ τὴν θείαν δύναμιν ὡς οὐ δέδοικεν.
Τί ἐστι τὸ, Εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη
τετέλεσται; 'Αντὶ τοῦ, τὰ τῆς οἰκονομία; ἅπαντα
πεπλήρωται.
Οτι καὶ μετὰ τὸ ποτισθῆναι ὄξον, λέγει τό, τετέ
λεσται· ἀντὶ τοῦ, πεπλήρωται ή προφητεία.
Διὰ τί λέγει, ὅτι Καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρ
ἔδωκε τὸ πνεῦμα; Δεικνὺς ὅτι ὅτε ἐβούλετο, τότε
καὶ ἀπέθανε. Πρότερον γὰρ οἱ ἀποθνήσκοντες ἀπο
θνήσκουσι, καὶ οὕτως κλίνουσι τὴν κεφαλὴν· οὗτος
δὲ τὸ ἀνάπαλιν.
Ότι χαριζόμενοι τοῖς Ἰουδαίοις μετὰ τὸ τεθνάναι,
VERS. 13. In Calvariæ loro crucifigitur, quia hic
dicitur Adam fuisse sepultum. Ubi enim mors re
gnaverat, ibi tropæum erexit.
VER:. 19. Cur inscribit crucem Pilatus? Judaeos
ut reprimeret, quia non latronis crux est; unde
non una lingua sed tribus furorem illorum omnibus
ostendit, unde inscriptionem non ferentes dixerunt:
Noli scribere, Rex Judæorum, sed quodille dixit, Rex
sum Judæorum. Notum est autem ita scriptum
fuisse per crucis novissimam inventionem.
VERS. 23. Adam in paradiso veslibus carebat,
oportebat enim idem contingere, et vestimentis
nudari quæ accepit Adam expulsus e paradiso.
Qui enim omnia nostra pro nolis assumpseral;
hæc induerat ut et erueretur, et illorum loco nos
vita et innocentia vestiret. In quatuorsautem partes
dividuntur, quoniam ob peccata orbis quatripartiti, orientis et occidentis, arcti et meridici, illa
gerebat. Ilac induebatur tunica, ut crederent
Judæi non a terra, sed a cœlo venisse Verbum, et
non divisum, sed indivisum a Patre esse, et hominem factum non habuisse corpus consutum a viro
et mulicre, sed e Virgine sola formatum Spiritus
operatione. Inde alia quidem dividuntur, consuta
enim erant; tunicam autem solain non potuerunt
dividere, timore signi per eam manifestati. Et hoc
non eorum sed pendentis e cruce Salvatoris opus
fuit; ut hac manente, maneret etiam contra Judaeus
condemnatio quæ non ita pridem facta fuerat.
Nam velum templi discissum est, et tunica crucifixi
non a concivibus divisa est, sed integra mansit.
Manet autem Evangelium omnino integrum,tenebris
ablatis.
VERS. 26. Cur crucifixus discipulo Matrem commendat? Ut nos doceat usque ad extremum spiritum
de parentibus curam habere. Rursus et ibi de seipso
loquens dicit discipulum quem diligebat; per modestiam, nam causam dicit cur diligeretur
VERs. 27. Quare ante crucifixionem agonizat, sndat
et timet, ibique ad discipulum loquitur et ad matrem,
et ad latronem? Ut illie quidem humanum osten:-
dat, hic autem divinam potestatem utpote non timuit.
VERS. 28. Quid est: Sciens Jesus quia omnia jam
Consummata sunt. Id est, quod omnia redemptionis
opera completa sunt.
VERS. 29. Postquam accepisset acetum, dicit,
Consummatum est, id est impleta est prophetia.
VERS. 30. Cur dicitur: Inclinato capite tradidit
spiritum? ut ostenderetur illum, quando voluit tune
mortuum esse. Prius enim moribundi moriuntur
quam caput inclinant; ille vero contra.
Vers. 31. Ut placeant Judæis postquam mortuns
Распознавание текста
col. 1285–1286page 131 of 200
PG 106:1285νύττουσιν αὐτῷ λόγχην. Ὅτι Αἷμα καὶ ὕδωρ ἐξῆλθε, τὸ μὲν ἡ δεικνύον αὐτὸν ἄνθρωπον, τὸ δὲ ὑπὲρ ἄνθρωπον· ἢ ὅτι τὸ μὲν ὕδωρ σημαίνει τὴ βάπτισμα, τὸ δὲ αἷμα τὸ πόμα ἡμῖν τὸ πνευματικόν. Τί ἐστιν· Εἰς ὃν ἐξεκέντησαν; Ἀντὶ τοῦ, Ὃν τοῖς ἥλοις προσήλωσαν· καὶ οὐκ εἶπεν, ύψονται ἐν ἐξεκέντησαν, ἀλλ', Εἰς ὃν ἐξεκέντησαν. Τί ἐστι τ), εἰς ἔπ; Σταυρὸς ἦν εἰς ὃν ἐξεκέντησαν· πρὸ δὲ τῆς παρουσίας, τοῦ σταυροῦ· ὥσπερ βασιλικόν σημείον τὸ λεγόμενον κατὰ τὴν κοινὴν συνήθειαν αίγνον προ τρέχει τῆς Χριστοῦ παρουσίας καὶ βασιλείας ὑπὸ τῶν ἀγγέλων δοξαζόμενον, καὶ φανήσεται ὁ σταυρός ἐπὶ γῆς, σκέπων ἥλιον, ἀμβλύνων σελήνην. Διὰ τί εἷς τῶν οἱ μαθητῶν αἰτεῖ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, ὅς ἐστιν Ἰωσήφ; Ἐμοὶ δοκεῖ τῶν ἐπισήμων εἶναι καὶ τῷ Πιλάτῳ γνώριμος. ΚΕΦΑΛ. Κ'. Εἰς τί φέρουσι τὰ μύρα; Εἰς συντήρησιν τοῦ σύν ματος· ἐπὶ πολὺ γὰρ πέφυκε ταῦτα φυλάττειν ἀπο πτα τὰ σώματα. Οτι οὐδεὶς κλέπτων νεκρών σχολαιότερον έργα, μενος ἀφίησι τὰ ὀθόνια, μάλιστα συγκεκολλημένων ὄντων αὐτῶν τῇ σαρκὶ ἀπὸ σμύρνης. Διὰ τί φαίνονται αὐτῇ οἱ ἄγγελοι καθήμενοι; Εἰς ἐρώτησιν ἐπαγόμενοι αὐτὴν, καὶ ὥστε μὴ θροςθήνα. Τίνος ένεκεν λαλοῦσα πρὸς τοὺς ἀγγέλους ἐστράτ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ὁρᾷ τὸν Κύριον; Ἐμοὶ δοκεῖ οἱ ἄγγελοι μὲν τὸν Κύριον ὁρῶντες, αὐτὴ δὲ τοῖς ὁρῶντας αὐτὴν ὁρῶσα, κατενόησεν ὅτι τινὰ πρὸς τ ὀπίσω αὐτῆς βλέπουσι καὶ ἐστράφη. Οὕτως τοῖς μὲν ἀγγέλοις, θαυμαστὸς ἀνεφάνη· τῇ δὲ γυναικὶ οὐχ ἵνα μὴ θρνήσῃ· καὶ δῆλον ἐξ ὧν καὶ κηπουρὸν αὐτὸν ἐνόμισεν. Ομοιον τῶν ἐν γενέσει καὶ φθορά δημιουργία νομίζων τὸν Κύριον, εἰς κηπουρὸν αὐτὸν γνωρί κατὰ τὴν Μαγδαληνὴν Μαρίαν· διὸ πρὸς ὠφέλειαν φεύγει τοῦ τοιούτου τὴν ἀφὴν ὁ Δεσπότης, μέσω παρ' αὐτῷ δυνηθεὶς ἀναβῆναι πρὸς τὸν Πατέρα, λέγων· Μή μου ἅπτου· γινώσκεται γὰρ βλάπτ σθαι τὸν μετὰ τοιαύτης αὐτῷ προσερχόμενον τ πεινοτέρας προσλήψεως. Διὰ τί λέγει αὐτῇ· Μαρια; Είρωνι ὡς νόησαν την τοῦ ὀνόματος ἐκφώνησιν· ἀκούει δὲ τοῦτο, διὰ τὸ ἐς νεκρὸν αὐτὸν ζητεῖν χαμαίζηλον ούσαν. Διὰ τί λέγει· Μὴ μου άπτου; Εβούλετο ὡς ἐν ὄντος αὐτοῦ πάλιν συνεἶναι αὐτῷ· ὁ δὲ ἀπάγων αὐτὴνἀπὸ τοιούτου λογισμοῦ, λέγει αἰτίαν τοῦτο, τὸ, Οὐπε γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν Πατέρα· ὡς ἂν ἔλεγαν Ἐκεῖ σπεύδω καὶ ἐπείγομαι. Τὸν δὲ ἐκεῖ μέλλοντος ἀπιέναι, οὐκ ἔδει μετὰ τῆς αὐτῆς ὁρῶν διανοίας ξε καὶ πρὸ τούτου. Τὸ λέγειν αὐτὸν, Θεόν μου και Θεὸν ὑμῶν, καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Πατέρα μετ καὶ τὸν ᾿Αναβαίνω, οἰκονομίας εἰσὶ βήματα και λόγοι πρὸς τὴν μή μεγάλα φανταζομένην της Χριστοῦ. Πῶς αὐτὸν φάντασμα οὐκ ἐνόμισαν εἰσελθόντε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καὶ ἀθρόον; Ὅτι γι προεἶπεν αὐτοῖς, καὶ πολλὴν τὴν πίστιν εἰργάτες
OPUSCULA SCRIPTURISTICA INCERTE STATIS.
fuit, illi lanceam infigunt. Sanguis et aqua exii νύττουσιν αὐτῷ λόγχην. Ὅτι Αἷμα καὶ ὕδωρ ἐξῆλθε,
hæc quidem hominem esse significans, illa vero
supra hominem. Vel aqua significat baptismum, et
sanguis potum nostrum spiritualem.
VERS. 37. Quid est: In quem transfixerunt? Id
est, quemn clavis crucifixerant. Εt non dicit, Videbunt quem transfixerunt, sed, In quem transfizerunt,
Quid est, in quem? Crux erat in quam transfixerant;
sed ante adventum Christi crucis tanquam regale insigne, quod communi usu dicitur signum, præcedis
Christi adventum et regnum, ab angelis glorificatum; et crux videbitur in terra, solem obscurans
et luuam delens.
VERS. 38. Cur unus e septuaginta discipulis, qui
est Joseph, petit corpus Jesu? Mihi videtur e præcipuis esse et Pilato notus.
CAPUT XX.
Vers. 1. Ad quid ferunt unguenta? Ad conservationen corporis; multum enim hæc proderant ad
conservanda sine corruptione corpora.
Vers. 5. Nemo furans mortuum, lentius agendo
linquit linteamina, præsertim carui per myrrhamı
adhærentia.
VERs. 12. Cur apparent ei angeli sedentes? ut
illam ad interrogationem adducant, et ne exclumet.
VERS. 14. Quare loquens ad angelos, conversa
est retrorsum, et videt Dominum? Mihi videtur
angelos quidem Dominum videre, illa vero hos
ipsam videntes aspiciens intellexit aliquem ab illis
retro cerni, et conversa est. Ita augelis quidem
miraculosus apparuit, mulieri autem minime, ne
clamores tolleret; et manifestum videret cum hortulanum eum putavit esse.
VERS. 15. Eumdem in vita et in morte creatorem
Dominum reputans, ut hortulanum eum habet cum
Maria Magdalene, ideo ad utilitatem fugit illius tactum Dominus, nondum cum ex se potuisset ad
Patrem ascendere, dicens: Noli me tangere. Cognoscitur enim lædi illum qui cum ea ad ipsum
venerat humiliore aspectu.
VERS. 16. Cur dicit illi, Maria? Ironicam intellige
nominis appellationem; id autem intendit, illam
eo quod eum ut mortuum quærit, terrestrem esse.
Vans. 17. Cur dicit: Noli me tangere volebat
¡lla quasi ipse fuerit, cum illo rursus conversari;
ille autem amovens eam ab hac cogitatione, dicit
hanc causam: Nondum enim ascendi ad fairem,
quasi diceret, Hic ardeo et excitor, sed qui huc
abire debet, non oportet eum cum eadem mente
videre qua antea. Dicendo, Deum meum et Deum
vestrum, Patrem meum et Patrem vestrum, el ascendo, verbis aptis utitur et sermonibus ad illam
quæ magna non sentiebat de Christo.
VERS. 19. Quomodo illum non phantasma pulaverunt intrautem januis clausis et sine voce? Quia
mulier praedixerat eis, et multam Gdem præstiterat;
τὸ μὲν ἡ δεικνύον αὐτὸν ἄνθρωπον, τὸ δὲ ὑπὲρ
ἄνθρωπον· ἢ ὅτι τὸ μὲν ὕδωρ σημαίνει τὴ βάπτι
σμα, τὸ δὲ αἷμα τὸ πόμα ἡμῖν τὸ πνευματικόν.
Τί ἐστιν· Εἰς ὃν ἐξεκέντησαν; Ἀντὶ τοῦ, Ὃν
τοῖς ἥλοις προσήλωσαν· καὶ οὐκ εἶπεν, ύψονται ἐν
ἐξεκέντησαν, ἀλλ', Εἰς ὃν ἐξεκέντησαν. Τί ἐστι τ),
εἰς ἔπ; Σταυρὸς ἦν εἰς ὃν ἐξεκέντησαν· πρὸ δὲ τῆς
παρουσίας, τοῦ σταυροῦ· ὥσπερ βασιλικόν σημείον
τὸ λεγόμενον κατὰ τὴν κοινὴν συνήθειαν αίγνον προ
τρέχει τῆς Χριστοῦ παρουσίας καὶ βασιλείας ὑπὸ
τῶν ἀγγέλων δοξαζόμενον, καὶ φανήσεται ὁ σταυρός
ἐπὶ γῆς, σκέπων ἥλιον, ἀμβλύνων σελήνην.
Διὰ τί εἷς τῶν οἱ μαθητῶν αἰτεῖ τὸ σῶμα τοῦ
Ἰησοῦ, ὅς ἐστιν Ἰωσήφ; Ἐμοὶ δοκεῖ τῶν ἐπισήμων
εἶναι καὶ τῷ Πιλάτῳ γνώριμος.
Εἰς τί φέρουσι τὰ μύρα; Εἰς συντήρησιν τοῦ σύν
ματος· ἐπὶ πολὺ γὰρ πέφυκε ταῦτα φυλάττειν ἀπο
πτα τὰ σώματα.
Οτι οὐδεὶς κλέπτων νεκρών σχολαιότερον έργα,
μενος ἀφίησι τὰ ὀθόνια, μάλιστα συγκεκολλημένων
ὄντων αὐτῶν τῇ σαρκὶ ἀπὸ σμύρνης.
Διὰ τί φαίνονται αὐτῇ οἱ ἄγγελοι καθήμενοι; Εἰς
ἐρώτησιν ἐπαγόμενοι αὐτὴν, καὶ ὥστε μὴ θροςθήνα.
Τίνος ένεκεν λαλοῦσα πρὸς τοὺς ἀγγέλους ἐστράτ
εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ὁρᾷ τὸν Κύριον; Ἐμοὶ δοκεῖ::
οἱ ἄγγελοι μὲν τὸν Κύριον ὁρῶντες, αὐτὴ δὲ τοῖς
ὁρῶντας αὐτὴν ὁρῶσα, κατενόησεν ὅτι τινὰ πρὸς τ
ὀπίσω αὐτῆς βλέπουσι καὶ ἐστράφη. Οὕτως τοῖς μὲν
ἀγγέλοις, θαυμαστὸς ἀνεφάνη· τῇ δὲ γυναικὶ οὐχ
ἵνα μὴ θρνήσῃ· καὶ δῆλον ἐξ ὧν καὶ κηπουρὸν αὐτὸν
ἐνόμισεν.
Ομοιον τῶν ἐν γενέσει καὶ φθορά δημιουργία
νομίζων τὸν Κύριον, εἰς κηπουρὸν αὐτὸν γνωρί
κατὰ τὴν Μαγδαληνὴν Μαρίαν· διὸ πρὸς ὠφέλειαν
φεύγει τοῦ τοιούτου τὴν ἀφὴν ὁ Δεσπότης, μέσω
παρ' αὐτῷ δυνηθεὶς ἀναβῆναι πρὸς τὸν Πατέρα,
λέγων· Μή μου ἅπτου· γινώσκεται γὰρ βλάπτ
σθαι τὸν μετὰ τοιαύτης αὐτῷ προσερχόμενον τ
πεινοτέρας προσλήψεως.
Διὰ τί λέγει αὐτῇ· Μαρια; Είρωνι ὡς νόησαν την
τοῦ ὀνόματος ἐκφώνησιν· ἀκούει δὲ τοῦτο, διὰ τὸ ἐς
νεκρὸν αὐτὸν ζητεῖν χαμαίζηλον ούσαν.
Διὰ τί λέγει· Μὴ μου άπτου; Εβούλετο ὡς ἐν
ὄντος αὐτοῦ πάλιν συνεἶναι αὐτῷ· ὁ δὲ ἀπάγων αὐτήν
ἀπὸ τοιούτου λογισμοῦ, λέγει αἰτίαν τοῦτο, τὸ, Οὐπε
γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν Πατέρα· ὡς ἂν ἔλεγαν
Ἐκεῖ σπεύδω καὶ ἐπείγομαι. Τὸν δὲ ἐκεῖ μέλλοντος
ἀπιέναι, οὐκ ἔδει μετὰ τῆς αὐτῆς ὁρῶν διανοίας ξε
καὶ πρὸ τούτου. Τὸ λέγειν αὐτὸν, Θεόν μου και
Θεὸν ὑμῶν, καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Πατέρα μετ
καὶ τὸν ᾿Αναβαίνω, οἰκονομίας εἰσὶ βήματα και
λόγοι πρὸς τὴν μή μεγάλα φανταζομένην της
Χριστοῦ.
Πῶς αὐτὸν φάντασμα οὐκ ἐνόμισαν εἰσελθόντε
κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καὶ ἀθρόον; Ὅτι γι
προεἶπεν αὐτοῖς, καὶ πολλὴν τὴν πίστιν εἰργάτες
Распознавание текста
col. 1287–1288page 132 of 200
PG 106:1287ἄλλως δὲ καὶ τρανὴν καὶ ἡμερον ὄψιν αὐτοῖς ἐπ εδείξατο. Το, Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς, τὴν ἰσοτιμίαν δείκνυσιν αὐτοῖς. Τὸ, Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον, πως νοεῖται, εἰπόντος αὐτοῦ, Ἐὰν μὴ ἐγὼ ἀπέλθω, οὐ μὴ ἔλθῃ ἐκεῖνος; Τινές φασιν ὅτι οὐ τὸ Πνεῦμα ἔδωκεν, ἀλλ' ἐπιτηδείους αὐτοὺς διὰ τοῦ ἐμφυσήματος κατεσκεύασεν, ἢ ὅτι κατὰ ἁμαρτημάτων ἐξουσία ἐδόθη αὐτοῖς τοῦτο ὕστερον δὲ διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τὰ μείζονα, ὅ ἐστι θαύματα· λέγει γάρ, ὅτι Τότε λήψεσθε δύο ναμιν. Πῶς πάντων συνηγμένων ὁ Θωμᾶς ἀπελιμπάνετο μόνος; Εἰκὸς ἦν ἀπὸ τῆς διασπορᾶς τῆς ἤδη γενομένης μηδέπω αὐτὸν ἐπανελθεῖν. Διὰ τί μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ ὁρᾷ αὐτὸν, καὶ οὐκ εὐθύ;; Οπως διδαχθῇ διὰ τῶν ἀποστόλων καὶ θερμότερος γένηται. Πῶς ἄφθαρτον σῶμα ἁπτὸν, ἐγένετο θνητῇ χειρ., καὶ τοὺς τύπους ἐδείκνυτο ἔχειν; Τοῦτο λεπτὸν καὶ κοῦφον, ὡς κεκλεισμένων εἰσῆλθε τῶν θυρῶν, ἵνα πιστευθῇ ἡ ἀνάστασις, ταῦτα δείκνυται· καὶ τρώγει δὲ διὰ τοῦτο αὐτό. Περὶ ποίων σημείων λέγει ὁ εὐαγγελιστής· Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς; Ἐμοὶ δοκεῖ τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν· ἐπιφέρει γάρ, Ενώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἀλλ' οὐχὶ, Τῶν ὄχλων. Οτι οὐκ ἔγραψαν ἅπαντα οἱ εὐαγγελισταί, ἀλλὰ ἄλλος ἄλλα, φεύγοντες τὸ φιλότιμον καὶ κενόδοξον· ὅσον δὲ μόνον πρὸς πίστιν συντελεῖ· διὸ καὶ ἐπι φέρει· Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε. ΚΕΦΑΛ. ΚΛ. Ὅτι μετὰ τὴν ἀνάστασιν οὐκ ἐβλέπετο, εἰ μὴ συγκατέβη, διὰ τὸ λοιπὸν ἄφθαρτον εἶναι τὸ σῶμα καὶ ἀκήρατον. "Οτι οἱ περὶ Πέτρον καὶ Ἰωάννην τὴν οἰκείαν τέχνην μετήεσαν, ἐπεὶ μήτε αὐτὸς Χριστὸς αὐτοῖς συνῆν, μήτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δοθὲν ἦν· ἐπιστὰς δὲ αὐτοῖς κάμνουσι περὶ τὴν ἄγραν λέγει· Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; Τοῦτο δὲ λέγει, ὡς μέλ λων τι ὠνήσασθαι παρ' αὐτῶν. Οτι τὴν ἀνθρακιὰν καὶ τὸ ἐπικείμενον ὀψάριον, καὶ τὸν ἄρτον, οὐκ ἐξ ὑποκειμένης ὕλης ειργάσατο ὁ Χριστὸς, ἐπὶ τὸ θαυμαστότερον ἄγων τὰ σημεῖα 6 ἐκέλευσε δὲ ἐκ τῶν ἐψαρίων ὧν ἐπίασαν ἐνεγκεῖν, δεικνὺς ὅτι τὸ ἐρώμενον οὐκ ἦν φάντασμα· καὶ ὅτι μὲν αὐτὸς ἦν, ᾔδεσαν, κἂν ξένην ἐπιφέρει τὴν μορ φήν· ἐφοβοῦντο δὲ ἑρωτῆσαι. Διὰ τί ἐρωτᾷ αὐτοῦ αὐτὸν] τρίτον τί, Φιλεῖς με; Τὸ τρισσὸν ἐξαλείφων τῆς ἀρνήσεως, καὶ δεικνὺς ὅσου τιμάται τὴν προστασίαν τῶν οἰκείων προβάτων λέγει γὰρ εὐθύς· Βόσκε τὰ ἀργία μου. Ὅτι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τέλειος ἀνὴρ ἦν ὁ Πέτρος. Λέγει γὰρ ὁ Χριστός· "Οτε ἧς νεώτερος· εἶτα καὶ, “Οτ' ἂν γηράσης. Τί σημαίνει ἐν τῷ λέγειν· Ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν; Δείκνυσιν ὅτι τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ παθεῖν, δόξα τοῦ πάσχοντός ἐστι καὶ τιμή.
ἄλλως δὲ καὶ τρανὴν καὶ ἡμερον ὄψιν αὐτοῖς ἐπ- aliter autem, et evidenter et facile illis conspicienεδείξατο.
dirm se dedit.
Το, Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κἀγὼ πέμπω
ὑμᾶς, τὴν ἰσοτιμίαν δείκνυσιν αὐτοῖς.
Τὸ, Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον, πως νοεῖται, εἰπόντος
αὐτοῦ, Ἐὰν μὴ ἐγὼ ἀπέλθω, οὐ μὴ ἔλθῃ ἐκεῖνος;
Τινές φασιν ὅτι οὐ τὸ Πνεῦμα ἔδωκεν, ἀλλ' ἐπιτηδείους αὐτοὺς διὰ τοῦ ἐμφυσήματος κατεσκεύασεν,
ἢ ὅτι κατὰ ἁμαρτημάτων ἐξουσία ἐδόθη αὐτοῖς τοῦτο·
ὕστερον δὲ διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ τὰ μείζονα, ὅ
ἐστι θαύματα· λέγει γάρ, ὅτι Τότε λήψεσθε δύο
ναμιν.
Πῶς πάντων συνηγμένων ὁ Θωμᾶς ἀπελιμπάνετο
μόνος; Εἰκὸς ἦν ἀπὸ τῆς διασπορᾶς τῆς ἤδη γενομένης μηδέπω αὐτὸν ἐπανελθεῖν.
Διὰ τί μεθ᾿ ἡμέρας ὀκτὼ ὁρᾷ αὐτὸν, καὶ οὐκ εὐθύ;;
Οπως διδαχθῇ διὰ τῶν ἀποστόλων καὶ θερμότερος
γένηται.
Πῶς ἄφθαρτον σῶμα ἁπτὸν, ἐγένετο θνητῇ χειρ.,
καὶ τοὺς τύπους ἐδείκνυτο ἔχειν; Τοῦτο λεπτὸν καὶ
κοῦφον, ὡς κεκλεισμένων εἰσῆλθε τῶν θυρῶν, ἵνα
πιστευθῇ ἡ ἀνάστασις, ταῦτα δείκνυται· καὶ τρώγει
δὲ διὰ τοῦτο αὐτό.
Περὶ ποίων σημείων λέγει ὁ εὐαγγελιστής· Πολλὰ
μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς;
Ἐμοὶ δοκεῖ τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν· ἐπιφέρει γάρ,
Ενώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἀλλ' οὐχὶ, Τῶν
ὄχλων. Οτι οὐκ ἔγραψαν ἅπαντα οἱ εὐαγγελισταί,
ἀλλὰ ἄλλος ἄλλα, φεύγοντες τὸ φιλότιμον καὶ κενόδο
ξον· ὅσον δὲ μόνον πρὸς πίστιν συντελεῖ· διὸ καὶ ἐπιφέρει· Ταῦτα δὲ γέγραπται, ἵνα πιστεύσητε.
Ὅτι μετὰ τὴν ἀνάστασιν οὐκ ἐβλέπετο, εἰ μὴ
συγκατέβη, διὰ τὸ λοιπὸν ἄφθαρτον εἶναι τὸ σῶμα
καὶ ἀκήρατον.
"Οτι οἱ περὶ Πέτρον καὶ Ἰωάννην τὴν οἰκείαν
τέχνην μετήεσαν, ἐπεὶ μήτε αὐτὸς Χριστὸς αὐτοῖς
συνῆν, μήτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον δοθὲν ἦν· ἐπιστὰς
δὲ αὐτοῖς κάμνουσι περὶ τὴν ἄγραν λέγει· Παιδία,
μή τι προσφάγιον ἔχετε; Τοῦτο δὲ λέγει, ὡς μέλλων τι ὠνήσασθαι παρ' αὐτῶν.
Οτι τὴν ἀνθρακιὰν καὶ τὸ ἐπικείμενον ὀψάριον,
καὶ τὸν ἄρτον, οὐκ ἐξ ὑποκειμένης ὕλης ειργάσατο
Vans.21. Sicut misit me Pater, et ergo mitto vos,
æqualitatem cum Patre eis ostendit.
VERS. 22. Accipite Spiritum sanctum, quomodo
intelligitur, cum dixerit, Si non abiero, non veniet
ille? Quidam dicunt quod Spiritum non dedit, sed
paralos illos per gratia effusionem effecit, vel quod
contra peccata potestas illis data est ibi, postea
autem per Spiritum et majora data sunt, velut miracula; dicit euim: Tunc accipietis virtutem.
VERS. 24. Quomodo omnibus congregatis Thomas
aberat solus? Verisimile erat a dispersione jam facta
nondum illum rediisse.
VERS. 26. Cur post dies octo videt eum et non
statim? Ut doceatur ab apostolis et ardenticr
fiat.
VERS. 27. Quomodo incorruptibile corpus tangi
potuit mortali manu, et stigmata ostendit habere?
Illud leve erat et subtile cum clausis intravit januis; ut crederetur resurrectio ista exhibentur, et
propter eamdem causamı manducat.
VERS. 30. De quibus signis dicit evangelista:
Multa quidem et alia signa fecit Jesus? Mihi videtur
csse quæ post resurrectionem fecit; subjicit enim,
In conspectu discipulorum suorum, sed non in conspecta turbarum. Non scripserunt omnia evangelistæ, sed alius alia, fugientes superbiam et vanam
gloriam; quantum autem solummodo ad fide:n proCficit, ideo adjecit: Hæc autem scripta sunt, ul
credutis.
CAPUT XXI.
VERS. 1. Post resurrectionem non cernebatur
utrum non se facilem præberet quia jam incorruptibile erat corpus et integrum.
VERS. 3. Petri et Joannis socii suam artem exercebant, cum neque Christus ipse cum eis erat neque Spiritus sauctus datus erat. Stans autem juxta
illos laborantes circa littus dicit: Pueri, nunquid
pulmentarium habetis? Hoc dicit, velut volens aliquid
ab eis emere.
VERS. 9. Prunas et superpositum piscem et panem, non ex subjecta materia facit Christus, adὁ Χριστὸς, ἐπὶ τὸ θαυμαστότερον ἄγων τὰ σημεῖα mirandum magis signum cxerens. Jussit autem 6
ἐκέλευσε δὲ ἐκ τῶν ἐψαρίων ὧν ἐπίασαν ἐνεγκεῖν,
δεικνὺς ὅτι τὸ ἐρώμενον οὐκ ἦν φάντασμα· καὶ ὅτι
μὲν αὐτὸς ἦν, ᾔδεσαν, κἂν ξένην ἐπιφέρει τὴν μορ
φήν· ἐφοβοῦντο δὲ ἑρωτῆσαι.
Διὰ τί ἐρωτᾷ αὐτοῦ [f. αὐτὸν] τρίτον τί, Φιλεῖς
με; Τὸ τρισσὸν ἐξαλείφων τῆς ἀρνήσεως, καὶ δεικνὺς
ὅσου τιμάται τὴν προστασίαν τῶν οἰκείων προβάτων
λέγει γὰρ εὐθύς· Βόσκε τὰ ἀργία μου.
Ὅτι ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τέλειος ἀνὴρ ἦν ὁ Πέτρος.
Λέγει γὰρ ὁ Χριστός· "Οτε ἧς νεώτερος· εἶτα καὶ,
“Οτ' ἂν γηράσης.
Τί σημαίνει ἐν τῷ λέγειν· Ποίῳ θανάτῳ δοξάσει
τὸν Θεόν; Δείκνυσιν ὅτι τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ παθεῖν,
δόξα τοῦ πάσχοντός ἐστι καὶ τιμή.
PATROL. GR. CVI.
piscibus quos ceperant afferre, ostendens quia quoi
videbant phantasma non erat. Et quod ipse esset
viderunt, quamvis alienum gerens aspectum. Timebant autem interrogare.
VERS. 17. Cur interrogat eum ter, Amas me?
trinam ut deleret negationem, et ostenderet quanti
æstimet præfecturam suarum ovium, dicit enim
statim: Pasce agnos meos.
Vers. 18. In tempore crucifixionis adultus jam
vir erat Petrus: dicit enim Christus, Cum esses junior, deinde, Cum autem senueris.
VERS. 19. Quid significat dicendo: Qua morte glorifcaturus esset Deum? Ostendit pali pro Christo,
gloriam patientis esse et honorem.
Распознавание текста
col. 1289–1290page 133 of 200
PG 106:1289οται. Μνήσθητι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπὶ πίνει; Εκχεον τὸ πλούσιόν σου Ελεος, πᾶσι παρέχων τὰ περὶ σωτηρίαν αιτήματα· καὶ ὧν ἡμεῖς οὐκ ἐμνημονί σαμεν δι' ἄγνοιαν ή λήθην ἢ πλῆθος ονομάτων, κ. τὸς μνημόνευσον, ὁ Θεὸς, ὁ εἰδὼς ἑκάστου τὴν ἠλε κίαν καὶ τὴν προσηγορίαν, ὁ εἰδὼς ἔκαστον ἐκ παι λίας μητρὸς αὐτοῦ. Σὺ γὰρ εἰ Κύριος ή βοήθεια τῶν ἀβοηθήτων, ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, ὁ τῶν χειμαζομένων Σωτὴρ, ὁ τῶν πλεόντων λιμὴν, ὁ τις νοσούντων Ιατρός· αὐτὸς τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γενο ὁ εἰδὼς ἔκαστον καὶ τὸ αἴτημα αὐτοῦ, οἶκον καὶ τὴν χρείαν αὐτοῦ, ῥῦσαι, Κύριε, τὴν πόλιν ταύτην, με πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ λιμού, λοιμού, σεισμό, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλὰ φύλων, καὶ ἐμφυλίου πολέμου. Ἐκφώνησις. Εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν τοῦδε, ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Εκκλησίας ἐν εἰρήνῃ σῶον, ἔντιμον, ὑγια, μακροημερεύοντα, καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας. Ο διάκονος τὰ δίπτυχα τῶν ζώντων· ὁ δὲ Ιερούς κλώμενος ἐπεύχεται. Μνήσθητι, Κύριε, πάσης Ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξει, τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας. [ Μνήσθητι Κύριε, τοῦ δούλου σου Νικολά ἅμα συμβίου καὶ τέκνων καὶ τῶν γονέων αὐτοῦ. ] Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Ἰωάννου. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Νικολάου. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Θεοδώρου ἁγίας σωτηρίας, καὶ ἄφες ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου "Άννης. [Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Παντελέση μαχαρίας μνήμης, καὶ ἄφες ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. ] τ Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου 'Αννης + Στ ματηνής. [ Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου Εἰρήνης, με καρίας μνήμης, καὶ ἄφε; ἁμαρτιῶν αὐτῆ;. ] [Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου Μοσχάνας.] οιητής.
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
OPUSCULA LITURGICA
SANCTI BASILII LITURGIA,
Non modo ab edita Græca in multis diversa, verum etiam ab ea, quam Eus. Renaudot is
Collectione liturgiarum orientalium (t. 1, p. 57) ex codice Regio primus edidit, longe
recedens.
(Ex Uffenbachianæ Biblioth mss. Græc. opera Jo. Henr. Mau ed. Cod. ix secoli.}
Memento nostrum, Domine Deus, ac super omnes
effunde misericordiæ thesaurum, dans cuivis quod
au salutem abs te petit; etiam illorum, quos per
ignorantiam, vel oblivionem, vel nominum mukitudinem non memoravinus, memento, Deus, qui
cujusque ætatem et nomen nostri, qui quemque a
matris suæ utero cognovisti. Τu enim, Domine,
auxilium cs illorum qui auxilio carent, tu spes
desperantium, tu tempestate jactatorum servator,
tu navigantium portus, tu ægrotantium medicus;
esto omnibus bis omnia: qui singulos et eorum
peditiones nosti, domum et necessitates eorum,
defende, Domine, hanc urbem, et quamlibet civitatem et regionem a fame, pestilentia, terræ motu,
aquarum illuvie igne, ense, exterorum incursu, et
bello intestino.
Alla voce.
Imprimis memento, Domine, archiepiscopi hujus
nostri, quem sanctis tuis ecclestis in pace salvum
presla, honoratum, sanum, longevum, recte spargentem verbum verititas tuæ.
Diaconus diptycha vivorum legit: sacerdos autem
inclinatus oται.
Memento, Domine, omnis orthodoxorum episcopatus, eorum qui recte distribuunt verbum veritatis
tue.
Memento, Domine servi tui Nicolai, una cum
conjuge, liberis et parentibus ejus.
Memento, Domine, servi tui Joannis.
Memento, Domine, servi tui Nicolai.
Μνήσθητι, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ ἐπὶ πίνει;
Εκχεον τὸ πλούσιόν σου Ελεος, πᾶσι παρέχων τὰ περὶ
σωτηρίαν αιτήματα· καὶ ὧν ἡμεῖς οὐκ ἐμνημονί
σαμεν δι' ἄγνοιαν ή λήθην ἢ πλῆθος ονομάτων, κ.
τὸς μνημόνευσον, ὁ Θεὸς, ὁ εἰδὼς ἑκάστου τὴν ἠλε
κίαν καὶ τὴν προσηγορίαν, ὁ εἰδὼς ἔκαστον ἐκ παι
λίας μητρὸς αὐτοῦ. Σὺ γὰρ εἰ Κύριος ή βοήθεια
τῶν ἀβοηθήτων, ἡ ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, ὁ τῶν
χειμαζομένων Σωτὴρ, ὁ τῶν πλεόντων λιμὴν, ὁ τις
νοσούντων Ιατρός· αὐτὸς τοῖς πᾶσι τὰ πάντα γενο
ὁ εἰδὼς ἔκαστον καὶ τὸ αἴτημα αὐτοῦ, οἶκον καὶ τὴν
χρείαν αὐτοῦ, ῥῦσαι, Κύριε, τὴν πόλιν ταύτην, με
πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ἀπὸ λιμού, λοιμού, σεισμό,
καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, ἐπιδρομῆς ἀλλὰ
φύλων, καὶ ἐμφυλίου πολέμου.
Ἐκφώνησις.
Εν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου
ἡμῶν τοῦδε, ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Εκκλησίας
ἐν εἰρήνῃ σῶον, ἔντιμον, ὑγια, μακροημερεύοντα,
καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας.
Ο διάκονος τὰ δίπτυχα τῶν ζώντων· ὁ δὲ Ιερούς
κλώμενος ἐπεύχεται.
Μνήσθητι, Κύριε, πάσης Ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξει,
τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας.
[ Μνήσθητι Κύριε, τοῦ δούλου σου Νικολά
ἅμα συμβίου καὶ τέκνων καὶ τῶν γονέων αὐτοῦ. ]
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Ἰωάννου.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Νικολάου.
+ Memento, Domine, servi tui Theodori, saicta G [+ Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Θεοδώρου
salutis, et dimitte illius peccata.
Memento, Domine, servæ tuæ Ainæ.
Memcnto, Domine, servi tui Pantelet, felicis nemoriæ, et dimitte illius peccata †
DRC.
Memento, Domine, servæ tuæ Annæ StamateMemento, Domine, servæ tuæ Irenes, feticis memoriæ, et dimiue illius peccata.
Memento, Domine, servæ tuæ Moschanæ.
Mine initium liturgiæ facilius, eo quod nulla
alia charta incipiat a majore littera. Deesse videtur
aliquid ab initio,
ἁγίας σωτηρίας, καὶ ἄφες ἁμαρτιῶν αὐτοῦ.
Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου "Άννης.
[Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου σου Παντελέση
μαχαρίας μνήμης, καὶ ἄφες ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. ] τ
Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου 'Αννης + Στ
ματηνής.
[ Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου Εἰρήνης, με
καρίας μνήμης, καὶ ἄφε; ἁμαρτιῶν αὐτῆ;. ]
[Μνήσθητι, Κύριε, τῆς δούλης σου Μοσχάνας.]
Quæ signis [] inclusa sunt recentior additi
manus; relictummyue erat spatium intra ipsum les
tum, ut iuscribi potueriuit oιητής.
Распознавание текста
Liturgical Minor Works: Liturgy of Saint BasilOpuscula Liturgia - Liturgia sancti Basilii
col. 1291–1292page 134 of 200
PG 106:1291Μνήσθητι, Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου καὶ τῆς ἐμῆς ἀναξιότητας, συγχώρησόν μοι παν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον, καὶ μὴ διὰ τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας κωλύσῃς τὴν χάριν τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος ἀπὸ τῶν πρωκειμένων δώρων. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χρι στῷ διακονίας, καὶ παντὸς ἱερατικού τάγματος, καὶ μηδένα ἡμῶν καταισχύνης τῶν κυκλούντων τὸ ἅγιάν σου θυσιαστήριον. Επίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστό. τητί σου, Κύριε· ἐπιφάνηθι ἡμῖν ἐν τοῖς πλουσίοις του οἰκτιρμοίς. Ευκράτους καὶ ἐπωφελεῖς τοὺς ἀέρας ἡμῖν χάρισαι, όμβρους ειρηνικούς τῇ γῇ πρὸς καρ ποφορίαν δενδρῆσαι· εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου.. Παύσον τὰ σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν· σβέσον τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος· πάντας ἡμᾶς πρόσδεξαι εἰς τὴν βασιλείαν σου, τοὺς φωτὸς καὶ ἡμέρας υἱοὺς ἀναδέξας εἰς τὴν εἰρήνην· καὶ τὴν σὴν ἀγάπην χάρισαι ἡμῖν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν.... .. Αμειψαι αὐτοὺς τοῖς πλουσίοις σου καὶ ἐπουρανίοις χαρίσμασι. Χάρισαι αὐτοῖς ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ ἐπουράνια, ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια, ἀντὶ τῶν φθαρτῶν τὰ ἄφθαρτα. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν ἐρημίαις, καὶ ὄρεσι, καὶ σπηλαίοις, καὶ ταῖς ὁπαῖς τῆς γῆς. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν παρθενίᾳ καὶ εὐλαβείᾳ καὶ ἀσκήσει καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν εὐσεβεστάτων καὶ πιστοτάτων ἡμῶν βασιλέων, οὓς ἐδικαίωσας βασιλεύειν ἐπὶ τῆς γῆς· ὅπλῳ ἀληθεία;, ὅπλῳ εὐδοκίας στεφάνωσον αὐτούς· ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ πολέμου· ἐνίσχυσον αὐτῶν τὸν βραχίονα ὕψωσον αὐτῶν τὴν δεξιάν κράτυνον αὐτῶν τὴν βασ σιλείαν· ὑπόταξον αὐτοῖς πάντα τὰ βάρβαρα ἔθνη, τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα. Χάρισαι αὐτοῖς βαθεῖαν καὶ ἀναφαίρετον εἰρήνην· λάλησον εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας σου, καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου, ἵνα ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. Μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, καὶ τῶν ἐν τῷ παλατίῳ ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ παντὸς τοῦ στρατοπέδου τους στρατηγοὺς ἐν ἀγαθότητι διατήρησον· τοὺς πονηροὺς ἀγαθοὺς ποίησον ἐν τῇ χρη στότητί σου. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, καὶ τῶν δι᾽ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων, καὶ ἐλέησον αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἑλέους σου· τὰ ταμιεία αὐτῶν ἐμπλησον παντὸς ἀγαθοῦ· τὰς συζυ γίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοία διατήρησον τὰ νήπια ἔκθρεψον· τὴν νεότητα παιδαγώγησον· τὸ γῆρας περικράτησον· τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύνης σαι· τοὺς ἐσκορπισμένους επισυνάγαγε· τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγ.γε, καὶ σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καὶ ἀποστολική Εκκλησία· τοὺς ὀχλουμένους ιμπ.
S. BASILII LITURGIA.
Μνήσθητι, Κύριε, κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν
σου καὶ τῆς ἐμῆς ἀναξιότητας, συγχώρησόν μοι παν
πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον, καὶ μὴ διὰ
τὰς ἐμὰς ἁμαρτίας κωλύσῃς τὴν χάριν τοῦ ἁγίου
σου Πνεύματος ἀπὸ τῶν πρωκειμένων δώρων.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χρι
· στῷ διακονίας, καὶ παντὸς ἱερατικού τάγματος, καὶ
μηδένα ἡμῶν καταισχύνης τῶν κυκλούντων τὸ ἅγιάν
σου θυσιαστήριον. Επίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστό.
τητί σου, Κύριε· ἐπιφάνηθι ἡμῖν ἐν τοῖς πλουσίοις
· του οἰκτιρμοίς. Ευκράτους καὶ ἐπωφελεῖς τοὺς ἀέρας
ἡμῖν χάρισαι, όμβρους ειρηνικούς τῇ γῇ πρὸς καρποφορίαν δενδρῆσαι· εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ
ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου.. Παύσον τὰ σχίσματα
τῶν Ἐκκλησιῶν· σβέσον τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν·
τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον
τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος· πάντας ἡμᾶς
πρόσδεξαι εἰς τὴν βασιλείαν σου, τοὺς φωτὸς καὶ
ἡμέρας υἱοὺς ἀναδέξας εἰς τὴν εἰρήνην· καὶ τὴν σὴν
ἀγάπην χάρισαι ἡμῖν, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν....
.. Αμειψαι αὐτοὺς τοῖς πλουσίοις σου καὶ ἐπουρα
νίοις χαρίσμασι. Χάρισαι αὐτοῖς ἀντὶ τῶν ἐπιγείων
τὰ ἐπουράνια, ἀντὶ τῶν προσκαίρων τὰ αἰώνια, ἀντὶ
τῶν φθαρτῶν τὰ ἄφθαρτα.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν ἐρημίαις, καὶ ὄρεσι, καὶ
σπηλαίοις, καὶ ταῖς ὁπαῖς τῆς γῆς.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν ἐν παρθενίᾳ καὶ εὐλαβείᾳ
καὶ ἀσκήσει καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων.
Μνήσθητι, Κύριε, τῶν εὐσεβεστάτων καὶ πιστο·
τάτων ἡμῶν βασιλέων, οὓς ἐδικαίωσας βασιλεύειν
ἐπὶ τῆς γῆς· ὅπλῳ ἀληθεία;, ὅπλῳ εὐδοκίας στε
φάνωσον αὐτούς· ἐπισκίασον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν
ἐν ἡμέρᾳ πολέμου· ἐνίσχυσον αὐτῶν τὸν βραχίονα·
ὕψωσον αὐτῶν τὴν δεξιάν κράτυνον αὐτῶν τὴν βασ
σιλείαν· ὑπόταξον αὐτοῖς πάντα τὰ βάρβαρα ἔθνη,
τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα. Χάρισαι αὐτοῖς βαθεῖαν
καὶ ἀναφαίρετον εἰρήνην· λάλησον εἰς τὴν καρδίαν
αὐτῶν ἀγαθὰ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας σου, καὶ παντὸς
τοῦ λαοῦ σου, ἵνα ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν ἤρεμον καὶ
ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνό
τητι.
Μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, καὶ
τῶν ἐν τῷ παλατίῳ ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ παντὸς τοῦ
στρατοπέδου τους στρατηγοὺς ἐν ἀγαθότητι διατή
ρησον· τοὺς πονηροὺς ἀγαθοὺς ποίησον ἐν τῇ χρηστότητί σου.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, καὶ
τῶν δι᾽ εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων, καὶ ἐλέησον
αὐτοὺς καὶ ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἑλέους σου· τὰ
ταμιεία αὐτῶν ἐμπλησον παντὸς ἀγαθοῦ· τὰς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ ὁμονοία διατήρησον τὰ
νήπια ἔκθρεψον· τὴν νεότητα παιδαγώγησον· τὸ
γῆρας περικράτησον· τοὺς ὀλιγοψύχους παραμύνης
σαι· τοὺς ἐσκορπισμένους επισυνάγαγε· τοὺς πεπλανημένους ἐπανάγ.γε, καὶ σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου
καθολικῇ καὶ ἀποστολική Εκκλησία· τοὺς ὀχλουμένους
Quæ sequuntur exstant in S. Basilii liturgia
Syriaca, quam tomo I exhibet Renaudot. Omnia
Memento, Domine, pro multitudine misericordiæ
tuæ, et moæ indignitatis, condona mihi oume delictum voluntarium et non voluptarium, neque ab
peccata mea gratiam sancti Aui Spiritus ab his propositis denis arceas.
Memento, Domine, presbyteratus, et in Christo
diaconatus, totiusque ordinis sacri, neque ullum e
nobis qui sanctum tuum altare cingimus, opprobείο
allicias. Visita nos in tua benignitate, Domine,
u anifestare nobis in abundantibus quis misericordiis. Bene temperatum et salutarem aera concedo,
pluviasque salutiferas terræ ad fructus arborum
producendos. Benedic coronæ anni benignitatis
ιμπ. Abole Ecclesiarum schismata exstingue frquifręmitus gentium; „exorientes hæreses, celeriter dissolve
potentia sancti Spiritus tui; quies nus in regnum
tuum recipe; nos lucis et diei alios in pacen
assumens; et luam charitatem concede nobis, Domine, Deus noster.
"
.Remunera illos abundantibus tuis et coelestibus
donis. Largire ipsis pro terrenis coelestia, pro temporalibus æterna, pro.corruptibilibus incorruptibilia.
Memento, Domine, illorum qui in desertis, in
montibus, speluncis et subterraneis locis degunt.
Memento, Domine, eorum qui in virginitate, religione, ascesi, et honesta vitæ ratione' degunt.
Memento, Domine, religiosissimorum et fidelissimorum imperatorum nostrorum, quibus imperare
in hac terra concessisti; armis veritatis, armis
bonæ voluntatis corona illos; protege illorum caput
in die belli, robora brachium ipsorum; exalia
eorum dexteram; confirma eorum imperium; subige
illis omnes barbaras gentes qua bellum facere
volunt. Præsta illis profundam et imnobilem pacem; inspira in corda eoruin quæ sunt bona ecclesiæ tuæ et toti populo tuo, ut sub tranquillo
corum regimine placidam et pacatam vitam agamus in omni pietate et honestate.
Memento, Domine, omnis dignitatis et potestatis,
et fratrum nostrorum in palatio; et totius exercitus
duces in bonitate conserva; malos bonos effice in tua
benignitate.
Memento, Domine, circumstantis populi, et
corum qui ob legitimas causæ absunt, et miserere
eorum et nostri pro multitudine misericordiæ tuæ:
cellaria eorum omni bono reple; conjugia eorum in
pace et concordia conserva; parvulos nutri, juvenes
educa, senes robora, animo dejectes consolare, dispersos collige, oberrantes reduc, et cum sancta tua
catholica et apostolica Ecclesia conjunge; vexatos a
spiritibus immundis libera; cum navigantibus navi
ga, iter facientiam comes esto, viduis patrocinare,
etiam quæ ad proximam usque lacunam cernuntur,
babes in vulgari Græca S Basilii liturgia.
Распознавание текста
col. 1293–1294page 135 of 200
PG 106:1293ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ελευθέρωσον· τ πλέουσι σύμπλευσον· τοῖς ὁδοιποροῦσε συνόδευαν χηρών πρόστηθε· ὀρφανῶν ὑπεράσπισον· αἰχμαλώτους ῥῦσαι· νοσοῦντας ἴασαι· τῶν ἐν οἰκήμασι, μετ άλλοις, ἐξορίαις, πικραῖς δουλείαις, καὶ πάση θέ ψει, καὶ ἀνάγκῃ, καὶ περιστάσει ὄντων μνημόνευαν, ὁ Θεὸς, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης το εὐσπλαγχνίας, καὶ τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς, καὶ τῶν μισούντων, καὶ τῶν ἐντειλαμένων εὔχεσθαι ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου.. Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπε μεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τῶν προτεθέντων τιμίων δώρων, ὑπὲρ τοῦ ἁγίο οἴκου τούτου, καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας, κα φόβου εἰσιόντων. Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεις, ὀργῆς καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Εὐχὴ προσκομιδῆς μετὰ τὴν ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζη τῶν θείων δώρων ἀπόθεσιν. Κύριε ὁ Θεός, ὁ κτίσας ἡμᾶς καὶ ἀγαγὼν εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, ὁ ὑποδείξας ἡμῖν ὁδοὺς εἰς σωτη ρίαν, ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἐπι κάλυψιν· σὺ εἶ ὁ θέμενος ἡμᾶς εἰς τὴν διακονία, ταύτην, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματός του Αγίου. Εὐδόκησον δὴ, Κύριε, τοῦ γενέσθαι ἡμᾶς διακόνες τῆς Καινῆς σου Διαθήκης, λειτουργοὺς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων. Πρόσδεξαι ἡμᾶς προσεγγίζοντας το ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλένης σου, ἵνα γενώμεθα ἄξιοι τοῦ προσφέρειν και την λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων, καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγκι μάτων, ἣν προσδεξάμενος εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερόν σου θυσιαστήριον εἰς ὀσμὴν εὐωδίας, ἀντικατάπεμψον ἡμῖν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου σου Πνευ ματο. Επίβλεψον ἐφ' ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, καὶ ἔπιδε ἰπὶ τὴν λατρείαν ἡμῶν ταύτην, καὶ πρόσδεξαι αὐτήν, ὡς προσεδέξω Αβελ τὰ δῶρα, Νῶς τὰς θυσίας, Αβραὰμ τὰς ὁλοκαρπώσεις, Μωσέως καὶ Ααρών τὰς ἱερωσύνας, Σαμουήλ τὰς εἰρηνικάς· ὡς πα εδέξω ἐκ τῶν ἁγίων σου ἀποστόλων τὴν ἀληθινὴν ταύτην λατρείαν, οὕτω καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν πρόσδεξαι τὰ δῶρα ταῦτα ἐν τ χρηστότητί σου, Κύριε, ἵνα καταξιωθέντες λειτουργεῖν ἀμέμπτως τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, εύρωμεν τὸν μισθὸν τῶν πιστῶν καὶ φρονίμων οἰκονόμων ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ φοβερᾷ τῆς ἀνταποδόσεως σου εξ δικαίας. Αντιλαβοῦ σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξη ἡμᾶς, ὁ Θεός. Τὴν ἡμέραν πῦσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον παρὰ τῷ Κυρίῳ αίτησώμεθα. Αγγελον εἰρήνης, πιστόν, ὁδηγόν, φύλακα ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν. Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
12%
orphanos protege, captivos redime, ægrolos sana: ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων ελευθέρωσον· τ
qui in carceribus, fodinis, exsiliis, acerta servitute, πλέουσι σύμπλευσον· τοῖς ὁδοιποροῦσε συνόδευαν
et omni sflictione, necessitate et periculo versantur,
eorum recordare, Deus, et omnium qui maxima
lla egent commiseratione, et qui nos diligunt, vel
odio habent, qui voluerunt nos preces fundere
pro ipsis, et omni populo tuo.
Christe Deus noster, et tibi gloriam offerimus,
cum æterno tuo Patre et sanctissime, optimo, et
vivifico tuo Spiritu, nunc et semper et in sæcula
sæculorum.
χηρών πρόστηθε· ὀρφανῶν ὑπεράσπισον· αἰχμαλω
τους ῥῦσαι· νοσοῦντας ἴασαι· τῶν ἐν οἰκήμασι, μετ·
άλλοις, ἐξορίαις, πικραῖς δουλείαις, καὶ πάση θέ
ψει, καὶ ἀνάγκῃ, καὶ περιστάσει ὄντων μνημόνευαν,
ὁ Θεὸς, καὶ πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης το
εὐσπλαγχνίας, καὶ τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς, καὶ τῶν
μισούντων, καὶ τῶν ἐντειλαμένων εὔχεσθαι ὑπὲρ
αὐτῶν, καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ σου..
Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπε
μεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ, καὶ τῷ Παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Compleamus orationem nostram Domino pro
Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ
hisce propositis venerandis donis, pro æde hac τῶν προτεθέντων τιμίων δώρων, ὑπὲρ τοῦ ἁγίο
sacra, et iis qui cum fide, pietate et timore cam
ingrediuntur.
Ut liberet nos ab omni afflictione, ira et necessitate, Dominum deprecemur.
οἴκου τούτου, καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας, κα
φόβου εἰσιόντων.
Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεις,
ὀργῆς καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Oratio oblationis post depositionem donorum divino- Εὐχὴ προσκομιδῆς μετὰ τὴν ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζη
rum in sancla mensa.
Domine Deus, qui nos condidisti, in hanc vitam
deduxisti, vias salutis nobis ostendisti, concessisti
coelestium mysteriorum revelationem; tu es, qui nos
ad hoc ministerium constituis in virtute Spiritus
tui sancti. Placeat tibi, Domine, ut sinus nos mimistri tui novi testamenti, administratores sanetorum tuorum mysteriorum. Recipe nos ad sanclum tuum altare accedentes, pro multitudine misericordie tuæ, ut digni eliciamur ad oferendum
tibi rationale hoc et incruentum sacrificium pro
nostris peccatis et totius populi ignorantiis, quod
suscipiens in sancto et supracalesti et spirituali
altari tuo in odorem suavitatis, ejus loco mitte
nobis gratiam sancti tui Spiritus. Respice in nos,
Deus, et aspice in hunc cultum nostrumi, et suscipe illum sicut recepisti Abel munera, Noe sacrificia, Abraham holocausta, Mosis et Aaron sacra,
Samuel pacifica; sicut recepisti a sanctis tuis
apostolis verum hunc cultum, ita et ex manibus nostris, quamvis peccatorum, suscipe dona hæc in tua
beniguitate, Domine, ut digni babiti qui ministremus sine offensa ad sanctum altare tuum inveniamus mercedem fidelium prudentiumque administratorum in die tremenda justæ retributionis
τῶν θείων δώρων ἀπόθεσιν.
Κύριε ὁ Θεός, ὁ κτίσας ἡμᾶς καὶ ἀγαγὼν εἰς
τὴν ζωὴν ταύτην, ὁ ὑποδείξας ἡμῖν ὁδοὺς εἰς σωτη
ρίαν, ὁ χαρισάμενος ἡμῖν οὐρανίων μυστηρίων ἐπι
κάλυψιν· σὺ εἶ ὁ θέμενος ἡμᾶς εἰς τὴν διακονία,
ταύτην, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματός του Αγίου.
Εὐδόκησον δὴ, Κύριε, τοῦ γενέσθαι ἡμᾶς διακόνες
τῆς Καινῆς σου Διαθήκης, λειτουργοὺς τῶν ἁγίων
σου μυστηρίων. Πρόσδεξαι ἡμᾶς προσεγγίζοντας το
ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλένης
σου, ἵνα γενώμεθα ἄξιοι τοῦ προσφέρειν και την
λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν ὑπὲρ τῶν
ἡμετέρων ἁμαρτημάτων, καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγκι
μάτων, ἣν προσδεξάμενος εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουρά
νιον καὶ νοερόν σου θυσιαστήριον εἰς ὀσμὴν εὐωδίας,
ἀντικατάπεμψον ἡμῖν τὴν χάριν τοῦ ἁγίου σου Πνευ
ματο. Επίβλεψον ἐφ' ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, καὶ ἔπιδε ἰπὶ
τὴν λατρείαν ἡμῶν ταύτην, καὶ πρόσδεξαι αὐτήν,
ὡς προσεδέξω Αβελ τὰ δῶρα, Νῶς τὰς θυσίας,
Αβραὰμ τὰς ὁλοκαρπώσεις, Μωσέως καὶ Ααρών
τὰς ἱερωσύνας, Σαμουήλ τὰς εἰρηνικάς· ὡς πα
εδέξω ἐκ τῶν ἁγίων σου ἀποστόλων τὴν ἀληθινὴν
ταύτην λατρείαν, οὕτω καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν
τῶν ἁμαρτωλῶν πρόσδεξαι τὰ δῶρα ταῦτα ἐν τ
χρηστότητί σου, Κύριε, ἵνα καταξιωθέντες λειτουρ
γεῖν ἀμέμπτως τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, εύρωμεν
τὸν μισθὸν τῶν πιστῶν καὶ φρονίμων οἰκονόμων ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ φοβερᾷ τῆς ἀνταποδόσεως σου εξ
δικαίας.
Juva, serva, miserere et custodi nos, Deus.
Diem omnem perfectum, sanctum, pacificum,
et peccatis carentem a Domino exposcamus.
Angelum pacis, fidelem, ducem, custodem animarum nostrarum atque corporum.
Honesta et quæ conducunt animabus nostris, et
li liturgia S. Basilii Alexandrina apud Renaudot, in plerisque conveniens huic legitur oratio.
Αντιλαβοῦ σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξη
ἡμᾶς, ὁ Θεός.
Τὴν ἡμέραν πῦσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ
ἀναμάρτητον παρὰ τῷ Κυρίῳ αίτησώμεθα.
Αγγελον εἰρήνης, πιστόν, ὁδηγόν, φύλακα
ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.
Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ
Sequentes 15 versus sæpius occurrunt in liturgia quæ S. Chrysostomo ascribitur.
Распознавание текста
col. 1295–1296page 136 of 200
PG 106:1295εἰρήνην τῷ κόσμῳ δώρησαι, παρὰ τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτε λέσαι. Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ, καὶ καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα. Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογουμένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ᾿Αειπαρθένου Μαρίας, καὶ πάν των τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλή λους καὶ πάντας διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ μονογενοῦς σου Υιού, μεθ᾽ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εἰρήνη πᾶσιν. Αγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν. Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν. Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετά φόβου· πρόσχω μεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν. Ἐκφώνησις. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν ᾿Ανάσχωμεν τὰς καρδίας. Ευχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ. Ὁ ἱερεὺς ἐπεύχεται. Ο ὢν, Δέσποτα καὶ Θεὸς, Πατήρ, παντοκρά του, προσκυνητέ· ἄξιον ὡς ἀληθῶς, καὶ δίκαιον, καὶ πρέπον τῇ μεγαλοπρεπείς τῆς ἁγιωσύνης σου, σε αἱ νεῖν, σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ προσκυνεῖν, σὲ εὐ χαριστεῖν, σὲ δοξάζειν τὸν μόνον ὄντως ὄντα Θεόν, καὶ σοὶ προσφέρειν ἐν καρδίᾳ συντετριμμένῃ καὶ πνεύματι ταπεινώσεως τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ἡμῶν· ὅτι σὺ εἶ ὁ χαρισάμενος ἡμῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας. Καὶ τίς ἱκανὸς λαλῆσαι τὰς δυνα στείας σου; ἀκουστας ποιῆσαι πάσας τὰς αἰνέσεις σοῦ; ἢ διηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου ἐν παντὶ καιρῷ; Δέσποτα τῶν ἁπάντων, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς, καὶ πάσης κτίσεως ὁρωμένης τε καὶ οὐχ ὁρωμένης, ὁ καθήμενος ἐπὶ θρόνου δόξης, καὶ ἐπιβλέπων ἀβύσσους· ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀπερί στραπτε, ἀναλλοίωτε, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησ σοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος τῆς ἐλπίδος ἡμῶν, ὅς ἐστιν εἰκὼν τῆς σῆς ἀγαθότητος, σφραγὶς ἰσότυπος ἐν ἑαυτῷ, δεικνύς σε τὸν Πατέρα Λόγος ζῶν, Θεὸς ἀληθινὸς, ἡ πρὸ αἰώνων σοφία, ζωή, ἁγιασμός, δύναμις, τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν, παρ' οὗ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐξεφάνη, τὸ τῆς ἀληθείας πνεῦμα, τὸ τῆς υιοθεσίας χάρισμα, ὁ ἀῤῥαβὼν τῆς μελλούσης κληρονομίας, ἡ ἀπαρχὴ τῶν αἰωνίων ἀγαπ θῶν, ἡ ζωοποιὸς δύναμις, ἡ πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, παρ' οὗ πᾶσα κτίσις λογική τε καὶ νοερά δυναμουμένη σοι λατρεύει, καὶ σοὶ τὴν ἄΐδιον ἀναπέμπει δοξολογίαν, ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά· σὲ γὰρ αἰνοῦσιν "Αγγελοι, Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, ᾿Αρχαί, Εξουσίαι, Δυνάμεις, καὶ τὰ πολυσώματα Χερουβίμ· σοὶ παρ ἓξ πτέρυγες
S. BASILII LITURGIA.
εἰρήνην τῷ κόσμῳ δώρησαι, παρὰ τὸν ὑπόλοιπον pacem mundo donari, ut reliquum vitae nostra tenχρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτε
λέσαι.
Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα,
ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ, καὶ καλὴν ἀπολογίαν ἐπὶ
φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα. Τῆς
παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογουμένης Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ᾿Αειπαρθένου Μαρίας, καὶ πάν
των τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλή
λους καὶ πάντας διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ μονογενοῦς
σου Υιού, μεθ᾽ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ
ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Εἰρήνη πᾶσιν. Αγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν
ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν.
Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν.
Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετά φόβου· πρόσχω
μεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν.
Ἐκφώνησις.
Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ
ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ ἡ κοινωνία τοῦ
ἁγίου Πνεύματος εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν
᾿Ανάσχωμεν τὰς καρδίας.
Ευχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ.
Ὁ ἱερεὺς ἐπεύχεται.
pus in pace et pœnitentia finïamus.
Christianum finem vitæ nostræ, doloris et turpi -
tudinis expertem, pacatum, et bonam defensionem
ante tribunal tremendum Christi poscamus.
Sanctissimæ, immaculatæ, benedictæ Dominæ
nostræ Deiparæ et semper Virginis Mariæ, et omnium
sanctorum memoriam agentes, nos ipsos et invicem
et omnes (commendamus) per misericordiam Unigeniti Filii tui, quocum benedictus es, cum sanctissimo, optimo et vivifico Spiritu, nunc et semper,
et in sæcula sæculorum.
Pax omnibus. Diligamus nos invicem, ut in unanimitate confiteamur.
Fores, fores. Attente audiamus.
Stemus decenter, stemus reverenter: attenda -
mus sanctam anaphoram in pace proferre.
Alla voce.
Gratia Domini nostri Jesu Christi, charitas Dei
et Patris, et communicatio sancti Spiritus sit cum
omnibus vobis.
Sursum corda.
Gratias agamus Domino.
Sacerdos orat
Tu qui es, Domine et Deus, Pater, omnipotens,
adorande; dignum vere, et justum et conveniens
majestati sanctitatis tuæ, te laudare, te celebrare,
Ο ὢν, Δέσποτα καὶ Θεὸς, Πατήρ, παντοκρά
του, προσκυνητέ· ἄξιον ὡς ἀληθῶς, καὶ δίκαιον, καὶ
πρέπον τῇ μεγαλοπρεπείς τῆς ἁγιωσύνης σου, σε αἱ
νεῖν, σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ προσκυνεῖν, σὲ εὐ- Cte benedicere, te adorare, tibi gratias agere, te
χαριστεῖν, σὲ δοξάζειν τὸν μόνον ὄντως ὄντα Θεόν,
καὶ σοὶ προσφέρειν ἐν καρδίᾳ συντετριμμένῃ καὶ
πνεύματι ταπεινώσεως τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν
ἡμῶν· ὅτι σὺ εἶ ὁ χαρισάμενος ἡμῖν τὴν ἐπίγνωσιν
τῆς σῆς ἀληθείας. Καὶ τίς ἱκανὸς λαλῆσαι τὰς δυνα
στείας σου; ἀκουστας ποιῆσαι πάσας τὰς αἰνέσεις
σοῦ; ἢ διηγήσασθαι πάντα τὰ θαυμάσιά σου ἐν παντὶ
καιρῷ; Δέσποτα τῶν ἁπάντων, Κύριε οὐρανοῦ καὶ
γῆς, καὶ πάσης κτίσεως ὁρωμένης τε καὶ οὐχ ὁρωμένης, ὁ καθήμενος ἐπὶ θρόνου δόξης, καὶ ἐπιβλέπων
ἀβύσσους· ἄναρχε, ἀόρατε, ἀκατάληπτε, ἀπερί
στραπτε, ἀναλλοίωτε, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησ
σοῦ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος τῆς
ἐλπίδος ἡμῶν, ὅς ἐστιν εἰκὼν τῆς σῆς ἀγαθότητος,
σφραγὶς ἰσότυπος ἐν ἑαυτῷ, δεικνύς σε τὸν Πατέρα·
Λόγος ζῶν, Θεὸς ἀληθινὸς, ἡ πρὸ αἰώνων σοφία,
ζωή, ἁγιασμός, δύναμις, τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν, παρ'
οὗ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐξεφάνη, τὸ τῆς ἀληθείας
πνεῦμα, τὸ τῆς υιοθεσίας χάρισμα, ὁ ἀῤῥαβὼν τῆς
μελλούσης κληρονομίας, ἡ ἀπαρχὴ τῶν αἰωνίων ἀγαπ
θῶν, ἡ ζωοποιὸς δύναμις, ἡ πηγὴ τοῦ ἁγιασμοῦ, παρ'
οὗ πᾶσα κτίσις λογική τε καὶ νοερά δυναμουμένη σοι
λατρεύει, καὶ σοὶ τὴν ἄΐδιον ἀναπέμπει δοξολογίαν,
ὅτι τὰ σύμπαντα δοῦλα σά· σὲ γὰρ αἰνοῦσιν "Αγγελοι,
Αρχάγγελοι, Θρόνοι, Κυριότητες, ᾿Αρχαί, Εξουσίαι,
Δυνάμεις, καὶ τὰ πολυσώματα Χερουβίμ· σοὶ παρQuæ sequuntur omnia usque ad lacunam
ἓξ πτέρυγες exstant in liturgia Syriaca S. Basilii
glorificare solum vere Deum, et tibi offerre in
corde contrito et spiritu humilitatis rationabilem
hunc cultum nostrum: tu enim dedisti nobis cognitionem tuæ veritatis. Εt quis aptus erit eloqui
potentias tuas? aut celebrare laudes tuas? aut
enarrare omnia tua in omni tempore admiranda?
Domine universorum, coli, terra, et omnis crea -
turæ visibilis et invisibilis, qui sedes in throno
gloria, et intueris abyssos: æterne, invisibilis,
incomprehensibilis, immutabilis, invariabilis, Paler
Domini nostri Jesu Christi, magni Dei et Salvatoris spei nostræ, qui est imago bonitatis tuæ, sigillum eamdem tecum, Pater, formam exhibens:
Verbum vivum, Deus verus, sapientiæ quæ fuit
ante secula, vita, sanctitas, viruis, lumen verum,
quod revelavit nobis Spiritum sanctum, Spiritum
illum veritatis, donum adoptionis, pignus futura
hæreditatis, primitias æternorum bonorum, virtu
tem vitæ effectricem, sanctitatis fontem, ex quo
omnis creatura ratione et intellectu prædita tibi
servit, æternamque tibi gloriæ prædicationem offert; tibi enim inserviunt omnia: te celebrant
Angeli, Archangeli, Throni, Dominationes, Principatus, Potestates, Virtutes, multasqne figuras
referentes Cherubim; circum te stant Seraphim,
sex ala..... Fac ut dum nos iugredimur simul
apud Renaudot.
Legitur in vulgata Graeca liturgia S. Basilii.
Распознавание текста
col. 1297–1298page 137 of 200
PG 106:1297ίστανται κύκλῳ τα Σεραφὶρ, ἐξ πτέρυγες..... πέτραν σὺν τῇ εἰσόδης ἡμῶν εἴσοδον άγιων ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ἡμῖν καὶ συνδοξολογούντων της σὴν ἀγαθότητα· ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πα κατι, νῦν καὶ ἀεὶ [καὶ] εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εὐχὴ τοῦ Τρισαγίου. Ὁ Θεός, ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, ὁ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφίμ ἀνυμνούμενος, καὶ ὑπὸ πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμ παντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα τὴν καὶ ὁμοίωσιν, καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας, καὶ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν, καὶ μὴ πας ομῶν ἁμαρτάνοντα, ἀλλὰ θέμενος ἐπὶ σωτηρία μετά νειαν· ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀν αξίους δούλους σου, καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ στήναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου, καὶ τὴν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν καὶ δοξολογίαν προσάγειν· αὐτὸς, Δέσποτα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ στο ματος ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν Τρισάγιον ὕμνον, καὶ ἐπίσκεψον ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου συγχέ ρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα εκούσιόν τε καὶ ἀχν στον ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα, καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρα; τῆς ζωῆς ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου, καὶ πάντων ἁγίων τῶν ἀπ' αἰῶνός σοι εὐαρεστησάν των. Εκφώνησις. Ότι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἐγ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Μετὰ τὸν Ἀπόστολον καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ὁ διά κονος. Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, καὶ ἐξ 23 της διανοίας εἴπωμεν. Κύριε παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν. θεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον Ελέησον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, κατὰ τὸ μέγα Ελεός του δεόμεθά σου, Κύριε, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον. Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν εὐσεβεστάτων καὶ θεοστ λάκτων βασιλέων ἡμῶν κράτους, νίκης, διαμονής. εἰρήνης, υγιείας, σωτηρίας αὐτῶν, καὶ τοῦ Κύριο τὸν Θεὸν ἡμῶν ἐπιπλέον συνεργῆσαι, κατευοδώσει αὐτοὺς ἐν πᾶσι, καὶ ὑποτάξαι ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον. Εὐχὴ τῆς ἐκτενούς ἱκεσίας. Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτενὴ ταύτην ἱκεσίαν πρός δεξαι παρὰ τῶν σῶν δούλων, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς καὶ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοὺς οἰκτιρμούς του κατάπεμψον ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὴν λαόν στι τὸν ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ πλούσιον Ελεος. Εκφώνησις. Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχει;
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
imtrocam angeli, qut nobiscum ministrent, team» ίστανται κύκλῳ τα Σεραφὶρ, ἐξ πτέρυγες..... πέτραν
que bonitatem colatulent. Etenim gloria omnis,
honor, adoratio tibi convenit, Patri, et Filio, et
saneso Spiritmi, nunc et in sæcnta sæculorum.
Oratio Trisagii.
Deus sancte, in sanctis habitans, quem ter sancla voce Seraphim collaudant, quem quidquid in
caelo est virtutis adorat; qui ex nihilo produxisti
rerum omnes essentias; qui hominem creasti a:l
tui imaginem ac similitudinem, et omnibus donis
ornasti, et das petenti sapientiam et intellectumn,
qui peccatorem non despicis, sed ad salutem pœnitentiam largiris; qui nos humiles et servos tuos
indignos dignos judicasti, ut hac etiam hora consistamus ante gloriæ sanctum altare tuum, et debitam tibi adorationem et collaudationem offeramus; ipse, Domine, accipe etiam ex nostro peccatorum ore ter sanctum kýmňum, et visita nos in
ma bénignitate; condona nobis omné delictum
voluntarium et involuntarium; sanctifea animas
nostras et corpora, et da nobis in sanctitate tibi
inservire cunctis diebus vitæ nostræ, intercessione
sanctæ Deiparæ, et omnium sanctorum qui tibi
unquam placuerunt.
Exclamatio.
Etenim sanctus es, Deus noster, ibique gloriañi
iribuimus, Patri, et filio, et sancio Spiritui, nunc
et semper et in sæcula sæculorum.
Post Apostolum et Evangelium diaconum dicit:
Dicamus omnes toto animo, et tota mente dicamus.
Domine; omnipotens, Deus Patrum nostrorum,
te rogamus, exaudi et miserere:
Miserere nostri, Deus, secundum magnam misericordiam tuam, rogamus te; exaudi et miserere.
σὺν τῇ εἰσόδης ἡμῶν εἴσοδον άγιων ἀγγέλων γενέσθαι,
συλλειτουργούντων ἡμῖν καὶ συνδοξολογούντων της
σὴν ἀγαθότητα· ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ
προσκύνησις, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πα
κατι, νῦν καὶ ἀεὶ [καὶ] εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Εὐχὴ τοῦ Τρισαγίου.
Ὁ Θεός, ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, ὁ
τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφίμ ἀνυμνούμενος, καὶ
ὑπὸ πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμ
παντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα τὴν καὶ
ὁμοίωσιν, καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας,
καὶ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν, καὶ μὴ πας
ομῶν ἁμαρτάνοντα, ἀλλὰ θέμενος ἐπὶ σωτηρία μετά
νειαν· ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀν
αξίους δούλους σου, καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ στήναι
κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου,
καὶ τὴν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν καὶ δοξολογίαν
προσάγειν· αὐτὸς, Δέσποτα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ στο
ματος ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν Τρισάγιον ὕμνον,
καὶ ἐπίσκεψον ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου συγχέ
ρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα εκούσιόν τε καὶ ἀχν
στον ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα, καὶ
δὸς ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρα;
τῆς ζωῆς ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου,
καὶ πάντων ἁγίων τῶν ἀπ' αἰῶνός σοι εὐαρεστησάν
των.
Εκφώνησις.
Ότι ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν
ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἐγ
Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων.
Μετὰ τὸν Ἀπόστολον καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ὁ διά
κονος.
Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, καὶ ἐξ 23
της διανοίας εἴπωμεν.
Κύριε παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν.
θεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον
Ελέησον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, κατὰ τὸ μέγα Ελεός του
δεόμεθά σου, Κύριε, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν εὐσεβεστάτων καὶ θεοστ
Oramus etiam pro religiosissimorum a Deoque
custoditorum imperatorum nostrorum potentia, λάκτων βασιλέων ἡμῶν κράτους, νίκης, διαμονής.
victoria, perseverantia, pace, sanitate, salute, et
Dominus Deus noster adjuvet eos, bonos exitus
largiatur eis in omnibus, et subjiciat illorum pedibus omnem hostení et adversarium.
Ord'ió assiduæ supplicationis.
b.mine, Deus noster, assiduam hauc supplicationem accipé a servis tuis, ei miserere nostri
secundum multitudinem misericordiæ tuæ, et miserationes tuas immitte super nos et super omnem
populum tuum, qui exspectat a te divitem misericordiam.
Exclamatio.
Etentim misericors et benignus es, Deus; tibique
εἰρήνης, υγιείας, σωτηρίας αὐτῶν, καὶ τοῦ Κύριο
τὸν Θεὸν ἡμῶν ἐπιπλέον συνεργῆσαι, κατευοδώσει
αὐτοὺς ἐν πᾶσι, καὶ ὑποτάξαι ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῶν
πάντα ἐχθρὸν καὶ πολέμιον.
Εὐχὴ τῆς ἐκτενούς ἱκεσίας.
Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐκτενὴ ταύτην ἱκεσίαν πρός
δεξαι παρὰ τῶν σῶν δούλων, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς καὶ
τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου, καὶ τοὺς οἰκτιρμούς του
κατάπεμψον ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὴν λαόν στι
τὸν ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ πλούσιον Ελεος.
Εκφώνησις.
Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχει;
Распознавание текста
col. 1299–1300page 138 of 200
PG 106:1299σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ο διάκονος. Εὔξασθε, οἱ κατηχούμενοι τῷ Κυρίῳ. Οι πιστοί ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων δεήθητε, ἵνα κατηχήσῃ αὐς τοὺς τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς δικαιοσύνης, ενώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ. Σῶσον, ἐλέησον, ἀντιλαβοῦ καὶ διαφύλαξον αὐτοὺς τῇ απ χάριτι. Οἱ κατηχούμενος, τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε Εὐχὴ κατηχουμένων πρὸ τῆς ἀναφορᾶς. Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς κατοικῶν, καὶ ἐπιβλέπων ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα σου, ἐπίβλεψιν ἐπὶ τοὺς δούλους σου τοὺς κατηχουμένους, τοὺς ὑποχετ κλικότας τοὺς ἑαυτῶν αὐχένας ἐνώπιόν σου· δὸς αὐτ τοῖς τὸν ἐλαφρὸν ζυγόν σου· ποίησον αὐτοὺς μέλη τῆς ἁγίας σου Ἐκκλησίας, καὶ καταξίωσον αὐτοὺς τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ τοῦ ἐνδύματος τῆς ἀφθαρσίας, εἰς ἐπίγνωσιν σου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Εκφώνησις. Ἵνα καὶ αὐτοὶ σὺν ἡμῖν δοξάζωσι τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπές όνομά σου, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 'Ο διάκονος. Οσοι κατηχούμενοι, προέλθετε· οἱ κατηχούμενοι, προέλθετε· ὅσοι κατηχούμενοι, προέλθετε μήτις τῶν κατηχουμένων· ὅσοι πιστοί, ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰ Γήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθώμεν, Εὐχὴ πιστῶν 4, μετὰ τὸ ἁπλωθῆναι τὸ εἰλητόν. Σύ, Κύριε, κατέδειξας ἡμῖν τὸ μέγα τοῦτο τῆς σωτηρίας μυστήριον· σὺ κατηξίωσας ἡμᾶς τοὺς τα πεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου γενέσθαι λειτουργοὺς τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου· σὺ ἱκάνωσαν ἡμᾶς τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος εἰς τὴν διακονίαν ταύτην, ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ενώπιον τῆς ἁγίας δόξης του προσαγάγωμεν σοι θυσίαν αι νέσεως· σὺ γὰρ εἶ ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι. Δς, Κύριε, καὶ ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων αμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων δεκτήν γενέσθαι την θυσίαν ἡμῶν καὶ εὐπρόσδεκτον ἐνώπιόν σου. Ο διάκονος. Αντιλαβοῦ, σώσον, ἐλέησον, και διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, τῇ σῇ χάριτι. Σοφία. Εκφώνησις. "Ότι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ο διάκονος. Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
S. BASILII LITURGIA.
σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, gloriam referimus, Patri, et Filios, et sancto Spi
καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς rityi, ηunc et semper et in sæcula seculorum.
αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ο διάκονος.
Εὔξασθε, οἱ κατηχούμενοι τῷ Κυρίῳ. Οι πιστοί
ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων δεήθητε, ἵνα κατηχήσῃ αὐς
τοὺς τὸν λόγον τῆς ἀληθείας, ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς τὸ
Εὐαγγέλιον τῆς δικαιοσύνης, ενώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ
αὐτοῦ καθολικῇ καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ. Σῶσον,
ἐλέησον, ἀντιλαβοῦ καὶ διαφύλαξον αὐτοὺς τῇ απ
χάριτι.
Οἱ κατηχούμενος, τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ
κλίνατε
Εὐχὴ κατηχουμένων πρὸ τῆς ἀναφορᾶς.
Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ ἐν οὐρανοῖς κατοικῶν, καὶ
ἐπιβλέπων ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα σου, ἐπίβλεψιν ἐπὶ
τοὺς δούλους σου τοὺς κατηχουμένους, τοὺς ὑποχετ
κλικότας τοὺς ἑαυτῶν αὐχένας ἐνώπιόν σου· δὸς αὐτ
τοῖς τὸν ἐλαφρὸν ζυγόν σου· ποίησον αὐτοὺς μέλη
τῆς ἁγίας σου Ἐκκλησίας, καὶ καταξίωσον αὐτοὺς
τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, τῆς ἀφέσεως τῶν
ἁμαρτιῶν, καὶ τοῦ ἐνδύματος τῆς ἀφθαρσίας, εἰς
ἐπίγνωσιν σου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Εκφώνησις.
Ἵνα καὶ αὐτοὶ σὺν ἡμῖν δοξάζωσι τὸ πάντιμον καὶ
μεγαλοπρεπές όνομά σου, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ,
καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς
αἰῶνας τῶν αἰώνων.
'Ο διάκονος.
Οσοι κατηχούμενοι, προέλθετε· οἱ κατηχούμενοι,
προέλθετε· ὅσοι κατηχούμενοι, προέλθετε μήτις
τῶν κατηχουμένων· ὅσοι πιστοί, ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰ
Γήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθώμεν,
Εὐχὴ πιστῶν 4, μετὰ τὸ ἁπλωθῆναι τὸ εἰλητόν.
Σύ, Κύριε, κατέδειξας ἡμῖν τὸ μέγα τοῦτο τῆς
σωτηρίας μυστήριον· σὺ κατηξίωσας ἡμᾶς τοὺς τα
πεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου γενέσθαι λειτουρ
γοὺς τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου· σὺ ἱκάνωσαν
ἡμᾶς τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος εἰς τὴν
διακονίαν ταύτην, ἵνα ἀκατακρίτως στάντες ενώπιον
τῆς ἁγίας δόξης του προσαγάγωμεν σοι θυσίαν αι
νέσεως· σὺ γὰρ εἶ ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι.
Δς, Κύριε, καὶ ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων αμαρτημάτων
καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων δεκτήν γενέσθαι την
θυσίαν ἡμῶν καὶ εὐπρόσδεκτον ἐνώπιόν σου.
Ο διάκονος.
Αντιλαβοῦ, σώσον, ἐλέησον, και διαφύλαξον
ἡμᾶς, ὁ Θεὸς, τῇ σῇ χάριτι.
Σοφία. Εκφώνησις.
"Ότι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,
νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
!
Ο διάκονος.
Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Diaconus.
Orate, catechumeni, Dominum. Vos fideles, procatechumenis orata, ut instruat eos verbo veritatis,
revelet eis Evangelium justitiæ, conjungal cas cumsanela sua catholica et apostolica Ecclesia. Serva,
miserere, excipe et custodi illos tua gratia.
Vos, catechumeni, capita vestra coram Dominc
inclinate.
Oratio catechumenorum ante expulsionem.
Domine Deus noster, qui in cœlis habitas, et
omnia opera tua respicis, respice servos tuos catechumenos, qui suas cervices inclinaverunt coram
te: da illis suave jugum tuum, fac eos membra
sanctæ tuæ Ecclesiæ, et dignos illos redde lavacro
regenerationis, remissione peccatorum, et indumento incorruptionis, ad cognitionem tui, qui verus
es Deus noster.
Exclamatio.
Ut et ipsi nobiscum glorificent honorandum et
augustum nomen tuum, Patris, Filjj, et Spirits
sancti, nunc et semper, et in sacula sculorum.
Diaconus.
Quotquot estis catechumeni, recedite; catechu
meni, recedit; quotquot eštis catechumeni, recdite. Nullus catechumenorụm hic. Quotquot estis
fideles, etiam atque etiam in pace Dominum deprecemur.
Oratio fidelium 1, post expansionem liutei.
Tu, Domine, ostendisti nobis magnam hoc satutis mysterium: tu dignatus es nos humiles et indignos servos tuos ministros fieri sancti tui altaris;
tu dignos nos effice virtute sancti tui Spiritus ad
hoc ministerium, ut sine offensa stantes ante sanctam gloriam tuam offeramus tibi hostiam laudis:
tu enim es qui operaris omnia in omnibus. Far,
Dumine, ut pro nostris delictis et ignorantiis populi
gratum tibi sit hoc sacrificium nostrum et acceptum
coram te.
Diaconus.
Juva, serva, miserere, et custodi nos, Deus, tua
gratia.
Sapientia. Exclamatio.
Nam tibi convenit omnis gloria, honor et adoratio, Patri, et Filio, et sancto Spiritui, nunc ef
semper, et in sacula szculorum.
Diaconus.
Etiam atque etiam in pace Dominum deprecemur.
Распознавание текста
col. 1301–1302page 139 of 200
PG 106:1301Εὐχὴ πιστῶν β. Ο Θεός, ὁ ἐπισκεψάμενος ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμῶς τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν, ὁ στήσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου κατενώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ, σὺ ἐνίσχυσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος εἰς τὴν διακονίαν ταύτην, καὶ δὸς ἡμῖν λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ἡμῶν εἰς τὸ ἐπικαλεῖσθαι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος ἐπὶ τῶν μελλόντων προστίθεσθαι δώρων. 'Ο διάκονος Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι. Σοφία. Εκφώνησις. Ὅπως ὑπὸ του κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι, σοὶ δόξαν ἀναπέμπωμεν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εὐχὴ ἦν ποιεῖ ὁ ἱερεὺς καθ' ἑαυτὸν τοῦ Σε ρουβικοῦ ἀδόμενος [Γ. ᾀδομένου]. Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικοίς επιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἡ προσεγγίζειν ή λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης τὸ γὰρ διακονεῖν σοι, μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίοις δυνάμεσιν· ἀλλ' ὅμως διὰ τὴν ἄρατον καὶ άμετρόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλού τως γέγονας άνθρωπος, καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἔχει μάτισας, καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀνα μάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων· σὺ γὰρ μόνος, Κύρι Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπι γείων· ὁ ἐπὶ θρόνου Χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφίμ Κύριος, καὶ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ· ὁ μέ νος ἅγιος, καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος· σὲ τίνων δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον, ἐπίβλεψαν ἐπ' ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλον σου, τελ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συν ειδήσεως πονηρᾶς, καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει το ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατεία; χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζι, και ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶμα καὶ τὴ τίμιον αἷμα. Σοὶ γὰρ προσέρχομαι κλίνας τὸν ἐμπν τοῦ αὐχένα, καὶ δέομαί σου, μὴ ἀποστρέψης τ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς μετα παίδων σου· ἀλλ᾽ ἀξίωσον προσενεχθῆναι σοι ὑπ' ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τα δώρα ταῦτα· σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφορέ μενος..... τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παρὰ τοῦ Κυρίου αίτη σώμεθα. Τὸν ἐπίλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι. Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀνώδυνα, ἐν επαίσχυντα, εἰρηνικὰ, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπ τοῦ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ αίτησώμεθα. Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τη
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
Oratio fidelium 2.
Deus, qui in misericordia et miserationibus visitasti nostram humilitatem, qui statuisti nos humiles
et peccatores et indignos vervos tuos ante sanctam
gloriam tuam ut ministremus altari sancto tuo,
corrobora nos virtute sancti tui Spiritus ad hoc
ministerium, et da nobis sermonem, dum os aperimus nostrum, ad invocandum gratiam saneti tui
Spiritus in hos qui debent hæc munera offerre.
Diaconus.
Juva, serva, miserere, custoli nos, Deus, tua
gratia.
Sapientia. Exclamatio.
Ut tua potentia servati semper, tibi gloriam referamus, Patri, et Filio, et sancto Spiritui, nunc et
semper, et in sæcula seculorum.
Oratio quam recital sacerdos intra se, quando
Cherubicum accinit.
Nemo dignus est eorum, qui illigati sunt carnalibus desideriis et voluptatibus, accedere, appropinquare aut ministrare tibi, Rex gloriæ. Siquidem tibi
ministrare, magnum quid est et tremendumn ipsis
coelestibus potestatibus. Nihilominus pro tua ineffabili et immensa Imenignitate, sine conversione vel
mutatione factus es homo, summusque sacerdos
noster constitutus, solemnis hujus et incruenti
sacrificii celebrationem tradidisti nobis, tanquan
Dominus omnium. Tu enim solus, Domine Deus
noster, dominaris coelestibus et terrestribus; tu
Cherubico throno veheris, tu Seraphim rex, Israelque Dominus es; tu solus sanctus, et in sanctis inhabitans. Te igitur exoro solum bonum et propitiabilem, respice me peccatorem et inutilem servum
tuum, et purga mentem meam et cor meum a cogitatione prava, et idoneum me redde virtute tui
saucti Spiritus, ut indutus gratia sacerdotii, assistam sanctæ tuæ huic mensæ, et consecrem sanctum
et Immaculatum corpus tuum et pretiosum sanguinem. Ad te enim accedo inclinata cervice mea, et
deprecor te, noli faciem tuam a me avertere, neque ejicias ex filiorum tuorum numero: sed diΕὐχὴ πιστῶν β.
Ο Θεός, ὁ ἐπισκεψάμενος ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμῶς
τὴν ταπείνωσιν ἡμῶν, ὁ στήσας ἡμᾶς τοὺς ταπει
νοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου κατεν
ώπιον τῆς ἁγίας δόξης σου λειτουργεῖν τῷ ἁγίῳ
σου θυσιαστηρίῳ, σὺ ἐνίσχυσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει τοῦ
ἁγίου σου Πνεύματος εἰς τὴν διακονίαν ταύτην, καὶ
δὸς ἡμῖν λόγον ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ἡμῶν εἰς τὸ
ἐπικαλεῖσθαι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος
ἐπὶ τῶν μελλόντων προστίθεσθαι δώρων.
'Ο διάκονος
Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ
Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Σοφία.
Εκφώνησις.
Ὅπως ὑπὸ του κράτους σου πάντοτε φυλαττόμε
νοι, σοὶ δόξαν ἀναπέμπωμεν τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ,
καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς
αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Εὐχὴ ἦν ποιεῖ ὁ ἱερεὺς καθ' ἑαυτὸν τοῦ Σε
ρουβικοῦ ἀδόμενος [Γ. ᾀδομένου].
Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικοίς
επιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἡ προσεγγί
ζειν ή λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης τὸ γὰρ
διακονεῖν σοι, μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς
ἐπουρανίοις δυνάμεσιν· ἀλλ' ὅμως διὰ τὴν ἄρατον καὶ
άμετρόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλού
τως γέγονας άνθρωπος, καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἔχει·
μάτισας, καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀνα
μάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς
Δεσπότης τῶν ἁπάντων· σὺ γὰρ μόνος, Κύρι
Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπι
γείων· ὁ ἐπὶ θρόνου Χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν
Σεραφίμ Κύριος, καὶ Βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ· ὁ μέ
νος ἅγιος, καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος· σὲ τίνων
δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον, ἐπίβλεψαν
ἐπ' ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλον σου, τελ
καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συν
ειδήσεως πονηρᾶς, καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει το
ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατεία;
χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζι, και
ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶμα καὶ τὴ
τίμιον αἷμα. Σοὶ γὰρ προσέρχομαι κλίνας τὸν ἐμπν·
τοῦ αὐχένα, καὶ δέομαί σου, μὴ ἀποστρέψης τ
πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς μετα
παίδων σου· ἀλλ᾽ ἀξίωσον προσενεχθῆναι σοι ὑπ'
ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τα δώρα
ταῦτα· σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ ὁ προσφορέ
gnum eflica qui oferam tibi, ego peccator et indignus servus luus, hæc dona: tu enim es qui offers
et offerris... lonesta et conducibilia animabus nostris, et pacem mundo a Domino rogemus.
μενος..... τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παρὰ τοῦ Κυρίου αίτη
σώμεθα.
Ut reliquum tempus vitæ nostræ in pace et pœnttentia absolvamus.
Christianum finem vitæ nostræ, doloris et confusionis expertem, pacatum, et bonam defensionem
coram tremendo tribunali Cbristi rogemus.
Unitatem fidei et communionem Spiritus sancti
Tam in liturgia S, Chrysostomi qua:
S. Gregorii Alexandrina et alibi legitur hæc oraΤὸν ἐπίλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ
καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι.
Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀνώδυνα, ἐν
επαίσχυντα, εἰρηνικὰ, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπ
τοῦ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ αίτησώμεθα.
Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τη
Lio.
· Multa hie desunt et forsan integra ebazta.
Распознавание текста
col. 1303–1304page 140 of 200
PG 106:1303ἁγίου Πνεύματος αιτησάμενοι, ἑαυτούς, καὶ ἀλλή λους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα. Εκφώνησις Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα ἡμῶν, παῤῥησσίας ἀκατακρίτως τολμᾷν ἐπικαλεῖσθαί σε τὸν ἐπου ράνιον Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς..... Εκφώνησις. Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Εἰρήνη πᾶσιν. 'Ο διάκονος. Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε. ῾Ο Ιερεύς κλινόμενος ἐπεύχεται Δέσποτα ἡμῶν, Κύριε, ὁ Πατήρ τῶν οἰκτιρμῶν, καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, τοὺς ὑποκεκλικότας σοι τὰς ἑαυτῶν κεφαλὰς εὐλόγησον, ἁγίασον, φρού ρησον, ὀχύρωσον, ἐνδυνάμωσον· ἀπὸ παντὸς ἔργου πονηροῦ ἀπόστησον, παντὶ δὲ ἔργῳ ἀγαθῷ σύναψον, καὶ καταξίωσον ακατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράν των τούτων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων, εἰς ἄγεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν. Εκφώνησις. Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μου νογενούς σου Υιού, μεθ᾿ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ο Ιερεύς κλινόμενος έπεύχεται. Πρόσχες, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου, καὶ ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς βασιλείας σου· καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς, ὁ ἄνω τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος, καὶ ὧδε ἡμῖν ἀορίστως συν ὠν· καὶ καταξίωσον τῇ κραταιά σου χειρὶ μετα δοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου σώματός σου καὶ τοῦ τι μίου αἵματος, καὶ δι' ἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ. Ο διάκονος. Προσεύχωμεν. Ο ἱερεύς. Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις. τελειωθείσης, καὶ τῶν ἁγίων λει ψάνων ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ἀρθέντων τραπέζης, ἐπεύ χεται ὁ ἱερούς. Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐπὶ τῇ μεταλήψει τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων, ἀθανάτων καὶ ἐπουρανίων μυστηρίων, & ἔδωκας ἡμῖν ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἡμῶν, καὶ ἰάσει τῶν ἡμῶν πάντα γὰρ ἀπέδωκας ἡμῖν. Εκφώνησις. Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μια καρδίᾳ δοξά ζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπές
S. BASILII LITURGIA.
ἁγίου Πνεύματος αιτησάμενοι, ἑαυτούς, καὶ ἀλλή- rogantes, nos ipsos, et alios iuvicem, et totam vie
λους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ tam nostram Christo Deo committamus.
παραθώμεθα.
Εκφώνησις
Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα ἡμῶν, παῤῥης
σίας ἀκατακρίτως τολμᾷν ἐπικαλεῖσθαί σε τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα, καὶ λέγειν·
Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.....
Εκφώνησις.
Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ
δόξα, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων.
Εἰρήνη πᾶσιν.
'Ο διάκονος.
Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε.
῾Ο Ιερεύς κλινόμενος ἐπεύχεται·
Δέσποτα ἡμῶν, Κύριε, ὁ Πατήρ τῶν οἰκτιρμῶν,
καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως, τοὺς ὑποκεκλικότας
σοι τὰς ἑαυτῶν κεφαλὰς εὐλόγησον, ἁγίασον, φρούρησον, ὀχύρωσον, ἐνδυνάμωσον· ἀπὸ παντὸς ἔργου
πονηροῦ ἀπόστησον, παντὶ δὲ ἔργῳ ἀγαθῷ σύναψον,
καὶ καταξίωσον ακατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράν
των τούτων καὶ ζωοποιῶν μυστηρίων, εἰς ἄγεσιν
ἁμαρτιῶν, εἰς Πνεύματος ἁγίου κοινωνίαν.
Εκφώνησις.
Exclamatio.
Fac etiam nos dignos, Domine noster, ut confidente animo, damnationis immunes, audeamus invocare te cœlestem Patrem dicendo:
Pater noster, qui es in calis.....
Exclamatio.
Quoniam tuum est regnum et potestas et gloria,
Patris, et Filii, et Spiritus sancti, nunc et semper,
et in sæcula sæculorum.
Pax omnibus.
Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μου
νογενούς σου Υιού, μεθ᾿ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ
παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, καὶ
νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ο Ιερεύς κλινόμενος έπεύχεται.
Πρόσχες, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ
ἁγίου κατοικητηρίου σου, καὶ ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς
βασιλείας σου· καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς, ὁ ἄνω
τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος, καὶ ὧδε ἡμῖν ἀορίστως συν
ὠν· καὶ καταξίωσον τῇ κραταιά σου χειρὶ μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου σώματός σου καὶ τοῦ τι
μίου αἵματος, καὶ δι' ἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ.
Ο διάκονος.
Προσεύχωμεν.
Ο ἱερεύς.
Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις.
'0.
τελειωθείσης, καὶ τῶν ἁγίων λει
ψάνων ἀπὸ τῆς ἱερᾶς ἀρθέντων τραπέζης, ἐπεύχεται ὁ ἱερούς.
Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐπὶ τῇ
μεταλήψει τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων, ἀθανάτων καὶ
ἐπουρανίων μυστηρίων, & ἔδωκας ἡμῖν ἐπὶ εὐεργε
σίᾳ ἡμῶν, καὶ ἰάσει τῶν ἡμῶν πάντα γὰρ
ἀπέδωκας ἡμῖν.
Εκφώνησις.
Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μια καρδίᾳ δοξά
ζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπές
Diaconus.
Capita vestra Domino inclinate.
Sacerdos inclinatus oral:
Dominator nostri, Domine, Pater miserationum
et Deus totius consolationis, inclinantes tibi sua
capita benedicito, sancti lento, custodito, confirmato,
roborato; ab omni opere pravo averte, omni autem operi bono apta, et dignos effice sine reprehensione participare his immaculatis et vivificis
mysteriis, in remissionem peccatorum in commnnicationem sancti Spiritus.
Exclamatio.
Gratia et miserationibus et benignitate unigeniti
tui Filii, quocum benedictus es, cum sancto et bono
et vivifico Spiritu, et nunc et semper, ct in sæcula
Saculorum.
Sacerdos inclinatus orat.
Auende, Domine Jesu Christe, Deus noster, ex
habitaculo sancto tuo, et e throno gloriæ regni tui;
et veni ad sanctificandum nos, qui superne cum
Patre sedes, et hic nobis identidem ades; et dignos
nos effice potenti tua manu participare nos tuo immaculato corpori et pretioso sanguini, et per nos
omnem populum.
Oremus.
Sancta sanctis.
Diaconus.
Sacerdos.
Completa, et sanctis fragmentis a sacra
mensa ablatis, sacerdos orat.
Gratias agimus tibi, Domine, Deus noster, in participatione sanctorum et immaculatorum, immortalium et cœlestium mysteriorum, quæ dedisti nobis
ad profectum nostrum, et salutem..... nostrorum;
omnia enim nobis dedisti.
Exclamatio.
Et da nobis in uno ore et une corde glorificare
et celebrare honorandum et augustum nomeh
Habes eadem in S, Basilii liturgia Alexandrina apud Renaudot.
Распознавание текста
col. 1305–1306page 141 of 200
PG 106:1305όνομά σου, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτή ρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν. Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἔτι καὶ η ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθώμεν, Όπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξι μενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ κα ρὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευ ματικῆς, ἀντικαταπέμψοι ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, δεηθῶμεν. Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ὁ ἱερεὺς ἐπεύχεται Ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σώζειν, σὺ ἡμᾶς δ δαξον εὐχαριστεῖν σοι ἀξίως τῶν εὐεργεσιών σου, ἐποίησας καὶ ποιεῖς μεθ᾿ ἡμῶν· σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος τὰ δῶρα ταῦτα· καθάρισον ἡμή; ἀπὸ παντὸς μολυσμού σαρκὸς καὶ πνεύματος, και δίδαξον ἐπιτελεῖν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ σου, ἵνα ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν ὑπὸ δεχόμενοι τὴν μερίδα τῶν ἁγιασμάτων σου, ἐκαθώ μεν τῷ ἁγίῳ σώματι καὶ αἵματι τοῦ Χριστοῦ πο καὶ ὑποδεξάμενοι αὐτὰ ἀξίως σχῶμεν τὸν Χριστόν κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, καὶ γενώμενα ναὸς τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος. Ναί, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ μηδένα ἡμῶν ἔνοχον ποιήσῃς τῶν φριχτών τι τούτων καὶ ἐπουρανίων μυστηρίων, μηδὲ ἀσθεν ψυχῇ καὶ σώματι ἐκ τοῦ ἀναξίως αὐτῶν μεταλαμβάνειν· ἀλλὰ δὸς ἡμῖν μέχρι τῆς ἐσχάτης ἡμῶν ἀναπνοῆς ἀξίως ὑποδέχεσθαι τὴν μερίδα τῶν ἅγια σμάτων σου, εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου, εἰς ἀπεῖν γίαν εὐπρόσδεκτον τὴν ἐπὶ τοῦ φοβερού βήματος τοῦ Χριστοῦ σου· ὅπως ἂν καὶ ἡμεῖς μετά πάντων τῶν ἁγίων, τῶν ἀπ' αἰῶνός σοι εὐαρεστημένων, γενώμεθα μέτοχοι τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν, ὡ ἡτοίμασας τοῖς ἀγαπῶσί σε, Κύριε, Ο διάκονος. ᾿Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξη ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι. Τὴν ἡμέραν πᾶσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον παρὰ τῷ Κυρίῳ αίτησώμεθα, Αγγελον εἰρήνης, πιστόν, ὁδηγὸν, φύλακα των ψυχῶν καὶ τῶν σώματων, Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ τῶν σαν μάτων. Αὐτὸς, Δέσποτα τῶν ἁπάντων, δς γενέσθαι ἡμέ τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἷματος κα Χριστοῦ σου, εἰς πίστιν ἀκαταίσχυντον, εἰς ἀγάπη ἀνυπόκριτον, εἰς πλησμονὴν σοφίας, εἰς Κασινά χῆς καὶ σώματος, εἰς ἀποτροπήν παντὸς ἐναντία, εἰς περιποίησιν τῶν ἐντολῶν σου, εἰς ἀπολογία εὐπρόσδεκτον τὴν ἐπὶ φοβεροῦ βήματος του Χριστού σου.
OPUSCULA LITURGICA INCERTE ATATIS.
tuum, Patris, Filii, et Spiritus sancti, mmic et sem- όνομά σου, τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου
per, et in sacula saculorum.
Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων.
Et erit misericordia magni Dei et Salvatoris nostri
Jesu Christi cum amnibus vobis.
Omnium sanctorum commemorationem farientes,
etiam atque etiam la pace Dominum deprece
mur.
Ut benignus Deus noster, accipiens ea in sanclum el cœleste et spirituale suum altare, in odorem suavitatis spiritualis, pro eis emittat nobis
divinam gratiam et donum Spirius sancti, deprecentur.
Ut liberemur ab omni angustia, ira, necessitate,
Dominum deprecenjur.
Sacerdos vrát.
Deus noster, Deus salutis, doce nos gratias agere
tibi dignas tuis beneficiis, quæ præstitisti et præstas nobis; tu es Deus noster, excipiens hac dona,
purifica nos ab omni macula carnis et spiritus, et
doce perficere sanctificationem in timore tao, ut in
puro conscientia testimonio nostre suscipientes
partem tuorum horum sacramentorum, uniamur
cum sancto corpore et sanguine Christi tui, et recipientes illa digne habeamus Christum inhabitantem
in cordibus nostris, et Hamus templum sancti tui
Spiritus. Certe, Deus noster, nullum e nobis facias reum tremendorum istorum et cœlestium mysteriorum, neque ægrota anima el corpore esse ob
indignam illorum susceptionem; sed da nobis usque ad ultimum nostrum spiritum digne recipere
partem sacramentorum tuorum, in viaticum vitæ
æternæ, in defensionem propitiabilem coram tremendo tribunali Christi tui; ut et nos cuin ommibus
sanctis, qui tibi ab eterno placuerum, famus participes æternorum tuorum bonorum, quæ parasti diligentibus te, Domine.
Diaconus
Juva, serva, miserere, et custodi nos, Deus, tua
gratia.
Omnem diem perfectam, sanctam, pacifcam, et -
innocentem a Domino deprecemur,
Angelun pacis, fidelem ducem, custodem auimarum et corporum,
Indulgentian et remissionem peccatorum et
culparum animarum nostrarum et corporum.
Ipse, Dominator omnium, da Geri nobis communicationem sancti corporis et sanguinis Christi tui,
in fidem non erubescentem, charitatem non fucatam,
abundantiam sapientiæ, sanitatem animæ et corporis, aversionem omnis contrarii, in observationem præceptorum tuorum, et defensionem propi4 abilem ante tremendum tribunal Christi tui.
Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτή
ρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν.
Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἔτι καὶ 1η
ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθώμεν,
Όπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξι
μενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ κα
ρὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον, εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευ
ματικῆς, ἀντικαταπέμψοι ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ
τὴν δωρεὰν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, δεηθῶμεν.
Ὑπὲρ τοῦ ῥυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως,
ὀργῆς, ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ ἱερεὺς ἐπεύχεται
Ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σώζειν, σὺ ἡμᾶς δ
δαξον εὐχαριστεῖν σοι ἀξίως τῶν εὐεργεσιών σου,
ἐποίησας καὶ ποιεῖς μεθ᾿ ἡμῶν· σὺ εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν,
ὁ προσδεξάμενος τὰ δῶρα ταῦτα· καθάρισον ἡμή;
ἀπὸ παντὸς μολυσμού σαρκὸς καὶ πνεύματος, και
δίδαξον ἐπιτελεῖν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ σου, ἵνα ἐν
καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν ὑπὸ
δεχόμενοι τὴν μερίδα τῶν ἁγιασμάτων σου, ἐκαθώ
μεν τῷ ἁγίῳ σώματι καὶ αἵματι τοῦ Χριστοῦ πο
καὶ ὑποδεξάμενοι αὐτὰ ἀξίως σχῶμεν τὸν Χριστόν
κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, καὶ γενώμενα
ναὸς τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος. Ναί, ὁ Θεὸς ἡμῶν,
καὶ μηδένα ἡμῶν ἔνοχον ποιήσῃς τῶν φριχτών τι
τούτων καὶ ἐπουρανίων μυστηρίων, μηδὲ ἀσθεν
ψυχῇ καὶ σώματι ἐκ τοῦ ἀναξίως αὐτῶν μεταλαμ
βάνειν· ἀλλὰ δὸς ἡμῖν μέχρι τῆς ἐσχάτης ἡμῶν
ἀναπνοῆς ἀξίως ὑποδέχεσθαι τὴν μερίδα τῶν ἅγια·
σμάτων σου, εἰς ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου, εἰς ἀπεῖν
γίαν εὐπρόσδεκτον τὴν ἐπὶ τοῦ φοβερού βήματος
τοῦ Χριστοῦ σου· ὅπως ἂν καὶ ἡμεῖς μετά πάντων
τῶν ἁγίων, τῶν ἀπ' αἰῶνός σοι εὐαρεστημένων,
γενώμεθα μέτοχοι τῶν αἰωνίων σου ἀγαθῶν, ὡ
ἡτοίμασας τοῖς ἀγαπῶσί σε, Κύριε,
Ο διάκονος.
᾿Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξη
ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Τὴν ἡμέραν πᾶσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ
ἀναμάρτητον παρὰ τῷ Κυρίῳ αίτησώμεθα,
Αγγελον εἰρήνης, πιστόν, ὁδηγὸν, φύλακα των
ψυχῶν καὶ τῶν σώματων,
Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν
πλημμελημάτων τῶν ψυχῶν ἡμῶν καὶ τῶν σαν
μάτων.
Αὐτὸς, Δέσποτα τῶν ἁπάντων, δς γενέσθαι ἡμέ
τὴν κοινωνίαν τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἷματος κα
Χριστοῦ σου, εἰς πίστιν ἀκαταίσχυντον, εἰς ἀγάπη
ἀνυπόκριτον, εἰς πλησμονὴν σοφίας, εἰς Κασινά
χῆς καὶ σώματος, εἰς ἀποτροπήν παντὸς ἐναντία,
εἰς περιποίησιν τῶν ἐντολῶν σου, εἰς ἀπολογία
εὐπρόσδεκτον τὴν ἐπὶ φοβεροῦ βήματος του Χριστού
σου.
Est hae oratio in vulgari lit. S. Basilii et in Alexandrina apud Renaudot.
Распознавание текста
col. 1307–1308page 142 of 200
PG 106:1307Ορθοὶ μεταλαχόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράν των, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν τοῦ Χρι στοῦ μυστηρίων, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ. Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, ἀεὶ διαφύλαξον αὐ τοὺς, ὁ θεὸς, τῇ σῇ χάριτι. Τὴν ἡμέραν πᾶσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον αίτησάμενοι, ἑαυτοὺς, καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ παραθώμεθα. Επιφώνησις. Οτι εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀνα πέμπομεν, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύ ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν. Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν Εὐχὴ ὀπισθάμβωνος εκφωνουμένη. Ο εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε, καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σολ πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου· τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας του φύλαξον· ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν του οίκου σου σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκή σου δυνάμει, καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκε κλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου. Εκφώνησις. Οτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ, καὶ πᾶν δώρημα τέλει ἄνωθέν ἐστι καταβεῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προς κύνησιν ἀναπέμπομεν. ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ Σὺν Θεῷ ἀρχόμενον ἀπὸ μηνός Σεπτεμβρίου μέχρι μηνός Αὐγούστου. ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ. α΄. Ἀρχὴ τῆς ἐνδίκτου, καὶ τοῦ ὁσίου Πατρός ἡμῶν Συμεών. β'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μάμαντος. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Τῆς Θεοτόκου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Ἰωάννου καὶ Παύλου. γ. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ανθίμου. δ'. Τοῦ ἁγίου Βαβύλου. ε'. Τοῦ προφήτου Ζαχαρίου. Γ΄. Τοῦ ἁγίου Ευδοξίου. 5. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σώζοντος.
SYNAXARIUM.
Ορθοὶ μεταλαχόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων, εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ.
Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, ἀεὶ διαφύλαξον αὐ
τοὺς, ὁ θεὸς, τῇ σῇ χάριτι.
Τὴν ἡμέραν πᾶσαν τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ
ἀναμάρτητον αίτησάμενοι, ἑαυτοὺς, καὶ ἀλλήλους,
καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ παραθώμεθα.
Επιφώνησις.
Οτι εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύ
ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν.
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν
Εὐχὴ ὀπισθάμβωνος εκφωνουμένη. Ο εὐλογῶν
τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε, καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σολ
πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν
κληρονομίαν σου· τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας του
φύλαξον· ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν
του οίκου σου σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκή σου
δυνάμει, καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας
ἐπὶ σέ. Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκε
κλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς βασιλεῦσιν ἡμῶν,
τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου.
Εκφώνησις.
Οτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ, καὶ πᾶν δώρημα τέλει
ἄνωθέν ἐστι καταβεῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν
φώτων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προςκύνησιν ἀναπέμπομεν.
Rite participes facti divinorum, sanctorum, immaculatorum, immortalium, cœlestium et vivificorum Christi mysteriorum, gratias agamus Domino.
Juva, serva, miserere, et custodi eos, Deus, tu
gratia.
Omnem diem perfectam, sanctam, pacificam et
innoxiam expetentes, nos ipsos, et alios invicem,
totamque vita:n nostram Christo committamus.
Exclamatio.
Quoniam es sanctificatio nostra, et tibi gloriam
referimus, Patri et Filio et Spiritni samete, nunc
et semper, et in sæcula sæculoruın.
In pace discedamus.
Dominum deprecemur.
Orutio quæ retro ambonem dicitur. Qui benedicis benedicentibus tibi, Domine, et sanctificas qui
in te credunt, salva populum tuum, et benedie hæreditati tua. Plenitudinent Ecclesiæ tuæ custodi,
sanctifica eos qui decorem domus tuæ diligunt; us
eos vicissim glorifica diving potentia ma, et ne derelinquas nos qui speramus in te. Paeem modo
two largire, Ecclesiis tuis, sacerdotibus, regibus
nostris, exercitui, et omni populo tae.
Exclamatio.
Quoniam omne donum) bonum, et omne munus
perfectum de cœlo descendit a te Patre luminum, et
tibi gloriam et gratiarum actionem et adorationem
deferimus.
Legitur lire oralio etiam in vulgari Graeca S. Basilii liturgia.
ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ
Σὺν Θεῷ ἀρχόμενον ἀπὸ μηνός Σεπτεμβρίου μέχρι μηνός Αὐγούστου.
SYNAXARIUM
Cum Deo incipiens a mense Septembri usque ad mensem Augustum.
(Bibl. Laurentiana. BANDINI, cod. Gr. x sc.)
ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ.
α΄. Ἀρχὴ τῆς ἐνδίκτου, καὶ τοῦ ὁσίου Πατρός
ἡμῶν Συμεών.
β'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μάμαντος.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Τῆς Θεοτόκου.
4. Initium indictionis, et beati Patris nostri
Sincon.
2. Sancti martyris Mamantis.
Eadem die Deiparæ.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Ἰωάννου καὶ Παύλου.
γ. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ανθίμου.
δ'. Τοῦ ἁγίου Βαβύλου.
ε'. Τοῦ προφήτου Ζαχαρίου.
Γ΄. Τοῦ ἁγίου Ευδοξίου.
5. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σώζοντος.
Eadem die Joannis et Pauli.
3. Sancti sacromartyris Anthimi.
4. Sancti Babylæ.
5. Prophetae Zachariz.
6. Sancti Eudoxii.
7. Sancti martyris Sozontis.
Распознавание текста
col. 1309–1310page 143 of 200
PG 106:1309Εἰς τὸν ὄρθρον τῆς Θεοτόκου. Εἰς τὴν παννυχίδα τῆς Θεοτόκου. η'. Τὸ γενέσιον τῆς Θεοτόκου. θ. Ἰωακεὶμ καὶ "Αννης. ι. Εἰς τὴν προσκύνησιν τοῦ τιμίου ξύλου. τα'. Εἰς τὴν προσκύνησιν. ιβ. Εἰς τὴν προσκύνησιν, καὶ τοῦ ἁγίου Αύτη νόμου. ιγ'. Εἰς τὴν προσκύνησιν. – Σάββατον πρὸ τῆς Ὑψώσεως. Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως. εδ'. Εἰς τὴν παννυχίδα της Υψώσεως. Σάββατον μετὰ τὴν Ὕψωσιν. Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν. α΄. Η ς' σύνοδος, καὶ τῶν ἁγίων μαρτύρων Αχαι κίου καὶ Νικήτα. ις'. Τῆς ἁγίας Εὐφημίας. ιζ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευλαμπίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιη'. Τῆς ἁγίας Θεοδώρης. ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τροφίμου, καὶ τῶν είν αὐτῷ. κ. Τοῦ ἁγίου Ευσταθίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Κοδράτου. κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Φωκά. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Τοῦ προφήτου Ίων.1. κγ'. Η σύλληψις τοῦ Προδρόμου. κα'. Τῆς ἁγίας Θέκλας. κε'. Τῆς ὁσίας Εὐφροσύνης, καὶ τῆς λιτής του Ο Κάμπου. κς΄. Η μετάστασις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ θεο λόγου. κζ'. Τοῦ ἁγίου Καλλιστράτου. κη'. Τοῦ ὁσίου Χαρίτωνος. κθ'. Τοῦ ὁσίου Κυριακού. 2'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου της μεγάλης Αρμενία, ΜΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. α΄. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανανίου. Τῇ αὐτῇ. Τοῦ ἁγίου Δομνίνου καὶ Ῥωμανού. β'. Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης. γ'. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου. δ. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ιεροθέου. ε'. Τῆς ἁγίας Χαριτίνης. ς'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμά. 5. Τῶν ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου. η'. Τῆς ὁσίας Πελαγίας. θ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ᾿Αλφαίου. ι. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευλαμπίου καὶ Κύλαμ πίας. ια'. Ἡ ὀρθοδοξία τῆς ζ' συνόδου. ιβ'. Τῶν ἁγίων Πρόβου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιγ. Τῶν ἁγίων Κάρπου, καὶ Πατύλου. ιδ'. Τῶν ἁγίων Ναζαρίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιε'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λουκιανού. ις'. Τοῦ ἁγίου Λογγίνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιζ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ισιδώρου, καὶ τῶν εν αὐτῷ. ιη'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Λουκά.
OPUSCULA LITURGICA INCERTE ÆTATIS.
In matutino Deiparæ.
In nocturno Deiparæ.
8. Nativitas Deiparæ.
9. Joachim et Annæ.
10. In adoratione venerandi ligni.
11. In adoratione.
12. In adoratione, et sancti Antonymi.
13. In adoratione.
Sabbatum ante exaltationem.
Dominica ante exaltationem.
14. In nocturno exaltationis.
Sabbatum post exaltationem.
- Dominica post exaltationem.
15. Sexta synodus, et sanctorum martyrum
Acacii et Nicetæ.
13. Sanctae Euphemis.
17. Sanctorum martyrum Eulampii, et sociorum
ejus.
18. Sancts Theodora.
49. Sancti martyris Trophimi, et sociorum
rjHs.
20. Sancti Eustathii, et sociorum cjus.
21. Sancti apostoli Codrati.
22. Sancti martyris Phocæ.
Eadem die prophetæ Jona.
23. Conceptio Precursoris.
24. Sanctæ Theclæ.
25. Sanctæ Euphrosynæ, et litaniæ Campi.
26. Depositio sancti Joannis Theologi.
27. Sancti Callistrali.
28. Beati Charitonis.
29. Beati Cyriaci.
30. Sancti Gregorii magna Armenie.
1. Sancti apostoli Ananiæ.
· Eadem die sancti Domuini, et Romani.
2. Sancti Cypriani et Justinæ.
5. Sancta Charitinae.
3. Sancti Dionysii.
4. Sancti apostoli Serothei.
6. Sancti apostoli Thome.
7. Sanctorum Sergii et Bacchi.
8. Beate Pelagiæ.
9. Sancti apostoli Jacobi Alphai.
10. Sanctorum martyrum Eulampii et Eulampiæ.
11. Orthodoxia septima synodi.
12. Sanctorum Prohi et sociorum ejus.
13. Sanctorum Carpi et Patyli.
14. Sanctorum Nazarii et sociorum ejus.
'
15. Sancti martyris Luciani.
16. Sancti Longini et sociorum ejus.
17. Sanctorum martyrum Isidori et sociorum
ejus.
18. Sancti apostoli Luca.
- Εἰς τὸν ὄρθρον τῆς Θεοτόκου.
- Εἰς τὴν παννυχίδα τῆς Θεοτόκου.
η'. Τὸ γενέσιον τῆς Θεοτόκου.
θ. Ἰωακεὶμ καὶ "Αννης.
ι. Εἰς τὴν προσκύνησιν τοῦ τιμίου ξύλου.
τα'. Εἰς τὴν προσκύνησιν.
ιβ. Εἰς τὴν προσκύνησιν, καὶ τοῦ ἁγίου Αύτη
νόμου.
ιγ'. Εἰς τὴν προσκύνησιν.
– Σάββατον πρὸ τῆς Ὑψώσεως.
Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως.
εδ'. Εἰς τὴν παννυχίδα της Υψώσεως.
- Σάββατον μετὰ τὴν Ὕψωσιν.
- Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν.
α΄. Η ς' σύνοδος, καὶ τῶν ἁγίων μαρτύρων Αχαι
κίου καὶ Νικήτα.
ις'. Τῆς ἁγίας Εὐφημίας.
ιζ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευλαμπίου, καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ.
ιη'. Τῆς ἁγίας Θεοδώρης.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τροφίμου, καὶ τῶν είν
αὐτῷ.
κ. Τοῦ ἁγίου Ευσταθίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Κοδράτου.
κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Φωκά.
- Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Τοῦ προφήτου Ίων.1.
κγ'. Η σύλληψις τοῦ Προδρόμου.
κα'. Τῆς ἁγίας Θέκλας.
κε'. Τῆς ὁσίας Εὐφροσύνης, καὶ τῆς λιτής του
Ο Κάμπου.
κς΄. Η μετάστασις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ θεο
λόγου.
κζ'. Τοῦ ἁγίου Καλλιστράτου.
κη'. Τοῦ ὁσίου Χαρίτωνος.
κθ'. Τοῦ ὁσίου Κυριακού.
2'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου της μεγάλης Αρμενία,
ΜΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ.
α΄. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανανίου.
Τῇ αὐτῇ. Τοῦ ἁγίου Δομνίνου καὶ Ῥωμανού.
β'. Τοῦ ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ Ἰουστίνης.
γ'. Τοῦ ἁγίου Διονυσίου.
δ. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ιεροθέου.
ε'. Τῆς ἁγίας Χαριτίνης.
ς'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμά.
5. Τῶν ἁγίων Σεργίου καὶ Βάκχου.
η'. Τῆς ὁσίας Πελαγίας.
θ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ᾿Αλφαίου.
ι. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευλαμπίου καὶ Κύλαμ
πίας.
ια'. Ἡ ὀρθοδοξία τῆς ζ' συνόδου.
ιβ'. Τῶν ἁγίων Πρόβου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιγ. Τῶν ἁγίων Κάρπου, καὶ Πατύλου.
ιδ'. Τῶν ἁγίων Ναζαρίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιε'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λουκιανού.
ις'. Τοῦ ἁγίου Λογγίνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιζ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ισιδώρου, καὶ τῶν εν
αὐτῷ.
ιη'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Λουκά.
Распознавание текста
SynaxarionSynaxarium
col. 1311–1312page 144 of 200
PG 106:1311ιθ'. Τοῦ ἁγίου Μνάσωνος, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Αρτεμίου. κα'. Τοῦ ὁσίου Ιλαρίωνος. 13. Τοῦ ἁγίου Αβερκίου. κγ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ Θεοῦ [ 'Αδελφοθέου]. κδ'. Τοῦ ἁγίου 'Αρέθα, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κε'. Τῶν ἁγίων Νοταρίων. κς'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Δημητρίου. κα. Τοῦ ἁγίου Αρτεμιδώρου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κη'. Τοῦ ἁγίου Στεφάνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κθ'. Τοῦ ὁσίου 'Αβραμίου. λ'. Τοῦ ἁγίου Κυριακοῦ πατριάρχου. λα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Στάχυος, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ. α'. Τῶν ἁγίων Αναργύρων. β'. Τοῦ ἁγίου ᾿Ακινδύνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. γ΄. Τοῦ ἁγίου Ακεψιμα, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. δ. Τῆς ἁγίας Θεοδότης. ε'. Τῶν ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Επιστήμης. 5. Τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητοῦ. ζ'. Τῶν ἁγίων λγ' μαρτύρων. η'. Τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ. θ'. Τοῦ ἁγίου Τιμοθέου, καὶ Μαύρας. ι'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ορέστου. ια΄. Τοῦ ἁγίου Μηνᾶ, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιβ'. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος. ιγ. Τοῦ Χρυσοστόμου. ιδ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου. ιε'. Τῶν ἁγίων ὁμολογητών. ις'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ματθαίου. ιζ'. Λείπ. ιηʹ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Πλάτωνος καὶ Ῥω μανοῦ. ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νεοφύτου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κ'. Τοῦ ἁγίου Μαξίμου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κα'. Τὰ ῾Αγια τῶν ἁγίων. κβ'. Τῆς ἁγίας Κικιλίας. κγ'. Τοῦ ἁγίου Αμφιλοχίου. κδ'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ ᾿Ακράγαντος. κε'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Κλήμεντος καὶ Πέτρου. κς'. Τοῦ ὁσίου Αλυπίου. κζ'. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Πέρσου. κη'. Τοῦ ἁγίου Ειρηνάρχου. χθ'. Τοῦ ὁσίου Θεοδούλου. λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανδρέου. ΜΗΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. α΄. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ναούμ. β'. Τοῦ προφήτου Αμβακούμ, γ΄. Τοῦ προφήτου Σοφονίων. δ'. Τῆς ἁγίας Βαρβάρας. ε'. Τοῦ ὁσίου Σάβα. 5. Τοῦ ἁγίου Νικολάου. ζ. Τοῦ ὁσίου Αμβροσίου. η'. Τοῦ ὁσίου Σωφρονίου επισκόπου Κύπρου. θ'. Η σύλληψις τῆς ἁγίας Αννης
SYNAXARIUM.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου Μνάσωνος, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Αρτεμίου.
κα'. Τοῦ ὁσίου Ιλαρίωνος.
13. Τοῦ ἁγίου Αβερκίου.
κγ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ
Θεοῦ [ 'Αδελφοθέου].
κδ'. Τοῦ ἁγίου 'Αρέθα, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κε'. Τῶν ἁγίων Νοταρίων.
κς'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Δημητρίου.
κα. Τοῦ ἁγίου Αρτεμιδώρου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κη'. Τοῦ ἁγίου Στεφάνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κθ'. Τοῦ ὁσίου 'Αβραμίου.
λ'. Τοῦ ἁγίου Κυριακοῦ πατριάρχου.
λα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Στάχυος, καὶ τῶν σὺν
αὐτῷ.
ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ.
α'. Τῶν ἁγίων Αναργύρων.
β'. Τοῦ ἁγίου ᾿Ακινδύνου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
γ΄. Τοῦ ἁγίου Ακεψιμα, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
δ. Τῆς ἁγίας Θεοδότης.
ε'. Τῶν ἁγίων Γαλακτίωνος καὶ Επιστήμης.
5. Τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητοῦ.
ζ'. Τῶν ἁγίων λγ' μαρτύρων.
η'. Τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ.
θ'. Τοῦ ἁγίου Τιμοθέου, καὶ Μαύρας.
ι'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ορέστου.
ια΄. Τοῦ ἁγίου Μηνᾶ, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιβ'. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος.
ιγ. Τοῦ Χρυσοστόμου.
ιδ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου.
ιε'. Τῶν ἁγίων ὁμολογητών.
ις'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ματθαίου.
ιζ'. Λείπ.
ιηʹ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Πλάτωνος καὶ Ῥω
μανοῦ.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νεοφύτου, καὶ τῶν σὺν
αὐτῷ.
κ'. Τοῦ ἁγίου Μαξίμου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
κα'. Τὰ ῾Αγια τῶν ἁγίων.
κβ'. Τῆς ἁγίας Κικιλίας.
κγ'. Τοῦ ἁγίου Αμφιλοχίου.
κδ'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ ᾿Ακράγαντος.
κε'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Κλήμεντος καὶ Πέτρου.
κς'. Τοῦ ὁσίου Αλυπίου.
κζ'. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Πέρσου.
κη'. Τοῦ ἁγίου Ειρηνάρχου.
χθ'. Τοῦ ὁσίου Θεοδούλου.
λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανδρέου.
ΜΗΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ.
α΄. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ναούμ.
β'. Τοῦ προφήτου Αμβακούμ,
γ΄. Τοῦ προφήτου Σοφονίων.
δ'. Τῆς ἁγίας Βαρβάρας.
ε'. Τοῦ ὁσίου Σάβα.
5. Τοῦ ἁγίου Νικολάου.
ζ. Τοῦ ὁσίου Αμβροσίου.
η'. Τοῦ ὁσίου Σωφρονίου επισκόπου Κύπρου.
θ'. Η σύλληψις τῆς ἁγίας Αννης
19. Sancti Mnesionis et sociorum ejus.
20. Sancti martyris Artemii.
21. Beati Hilarionis.
23. Sancti Abercii.
23. Sancti apostoli Jacobi fratris Dei
24. Sancti Arelle et sociorum ejus.
25. Sanctorum Notariorum.
26. Sancti martyris Demetrii.
27. Sancti Artemidori et sociorum ejus.
28. Sancti Stephani et sociorum ejus.
29. Beati Arbramii.
30. Sancti Cyriaci patriarchæ.
31. Sancti apostoli Stachii, et sociorum ejus.
1. Sanctoruin Anargyrorum.
2. Sancti Acindyni et sociorum ejus.
3. Sancti Acepsinæ et sociorum ejus.
4. Sanctæ Theodotæ.
5. Sanctorum Galastionis et Epistemies.
6. Sancti Pauli confessor is.
7. Sanctorum Triginta trium martyrum.
8. Archangeli Michael.
9. Sancti Timothei et Maure.
10. Sancti martyris Oresti.
11. Sancti Menæ et sociorum ejus.
12. Sancti Joannis Eleemosynarii.
13. S. Chrysostomi.
14. Sancti apostoli Philippi.
15. Sanctorum confessorum.
16. Sancti apostoli Matthei.
17. Nullius lit mentio.
18. Sanctorum martyrum Platonis et Romani.
19. Sancti martyris Neophyti et sociorum ejus.
20. Sancti Maximi et sociorum ejus.
21. Sancta sanctorum.
22. Sancta Ceciliæ.
23. Sancti Amphilochii.
24. Sancti Gregorii Acragantis.
25. Sanctorum martyrum Clementis et Petri.
26. Beati Alypii.
27. Sancti Jacobi Persæ.
28. Sancti Irenarchi.
29. Beati Theoduli.
50. Sancti apostoli Andrea.
1. Sancti propheta Nabum.
2. Propheta Habacuc.
3. Prophete Sophonia.
4. Sancta Barbara.
5. Beati Saba.
6. Sancti Nicolai.
7. Beati Ambrosii.
8. Beati Sophronii episcopi Cypri.
9. Conceptio sanctæ Annæ.
Распознавание текста
col. 1313–1314page 145 of 200
PG 106:1313ι. Τοῦ ὁσίου Αμφιλοχίου. ια΄. Τοῦ ὁσίου Δανιήλ του Στυλ του. ιβ'. Τοῦ ὁσίου Σπυρίδωνος. ιγ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευστρατίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιδ'. Τῶν ἁγίων Φιλήμονος, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, ιε'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ελευθερίας. ις. Τοῦ προφήτου Αγγαίου. εξ'. Τῶν ἁγίων γ' παίδων, καὶ Δανιήλ, τη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σεβαστιανού. ιθ'. Τοῦ ἁγίου Πρόμου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ κ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ιγνατίου. κα'. Τῆς ἁγίας Ιουλιανής. κβ'. Τῆς ἁγίας Αναστασίας. κγ'. Τῶν ἁγίων ι' τῶν ἐν Κρήτῃ. Σάββατον τῶν ἁγίων Πατέρων Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πατέρων. κδ. Εἰς τὴν παραμονὴν τῆς Χριστοῦ γεννήσεως. κε'. Εἰς τὸν ὄρθρον. – Εἰς τὴν λειτουργίαν. κς'. Τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. κζ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Στεφάνου. κή'. Τῶν ἁγίων δισμυρίων, καὶ Στεφάνου του νέου. Σάββατον μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννηση, Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν. κθ'. Τῶν ἁγίων νηπίων. 2. Τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου. λα΄. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου. ΜΗΝ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΣ. α'. Εἰς τὴν περιτομὴν, καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, β'. Τοῦ ἁγίου Σιλβέστρου. γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Γορδίου. δ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ζωσίμου. Σάββατον πρὸ τῶν Φώτων. – Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων. ε'. Εἰς τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων. ς'. Εἰς τὸν ὄρθρον. Εἰς τὴν λειτουργίαν. ζ. Τοῦ Προδρόμου. Σάββατον μετὰ τὰ Φῶτα. Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα. η'. Τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου Ῥώμης. θ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Πολυεύκτον. ι'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης. ια΄. Τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου. ιβ'. Τοῦ ὁσίου Στεφάνου. ιγ'. Τοῦ ἁγίου Ἐρμύλου, καὶ Στρατονίκως. ιδ. Τῶν ἁγίων Ἀββάδων τῶν ἐν τῇ Ραϊθῷ. ιε΄. Τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ πτωχού. ις'. Τῆς τιμίας αλύσεως τοῦ ἁγίου Πέτρου. ιζ. Τοῦ ἁγίου Αντωνίου. ιη'. Τοῦ ἁγίου Αθανασίου καὶ Κυρίλλου. ιθ. Τοῦ ὁσίου Μακαρίου, κ'. Τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου. κα'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νεοφύτου. κβ'. Τοῦ ἁγίου Τιμοθέου. κγ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Κλήμεντος καὶ Ἀγαθ αγγέλου.
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
10. Beati Amphilochii.
44. Beati Daniel Stylitæ.
12. Beati Spyridonis.
13. Sanctorum martyrum Eustratii el sectorumi
ejus.
14. Sanctorum Philemonis et sociorum ejus.
15. Sancti martyris Eleutherii.
16. Prophetæ Aggæi.
47. Sanctorum trium puerorum et Daniel.
18. Sancti martyris Sebastiani.
19. Sancti Promi et sociorum ejus.
20. Sancti sacromartyris Ignatii.
21. Sanctæ Julianæ.
22. Sanctæ Anastasia.
23. Sanctorum Decem in Creta.
Sabbatum sanctorum PatrUSA.
Dominica sanctorum Patrum.
24. In exspectatione nativitatis Christi.
25. In matutino.
- In liturgia.
26. Sanctissimæ Deiparæ.
27. Sancti martyris Stephani.
28. Sanctorum viginti millium, et Stephani junioris.
Sabbatum post. Christi nativitatem.
Dominica post Christi nativitatem.
29. Sanctorum parvulorum.
30. Beati Marcelli.
31. Sancti Irenei.
4. In Circumcisione, et sancti Basilii.
2. Sancti Silvestri.
3. Sancti martyris Gordii.
4. Sancti martyris Zosini.
Sabbatum ante luces.
Dominica ante luces.
5. In exspectatione lucium.
6. In matutino.
·In liturgia.
7. S. Præcursoris.
Sabbatum post luces.
- Dominica post luces.
8. Sancti Hippolyti Romæ.
9. Sancti martyris Polyeucti.
10. Sancti Gregorii Nysseni.
11. Beati Theodosii.
12. Beati Stephani.
15. Sancti Ermyli et Stratonicis.
14. Sanctorum Abbatum iu Raitko.
15. Beati Joannis mendici.
16. Venerandæ calenæ saneti Petri.
17. Sancti Antonii.
18. Sancti Athanasii, et Cyrilli.
19. Beati Macarii.
20. Beati Euthymii.
21. Sancti martyris Neophyti.
22. Sancti Timothei.
25. Sanctorum martyrum Clementis
tlangeli.
el Agaι. Τοῦ ὁσίου Αμφιλοχίου.
ια΄. Τοῦ ὁσίου Δανιήλ του Στυλ του.
ιβ'. Τοῦ ὁσίου Σπυρίδωνος.
ιγ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ευστρατίου, καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ.
ιδ'. Τῶν ἁγίων Φιλήμονος, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ,
ιε'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ελευθερίας.
ις. Τοῦ προφήτου Αγγαίου.
εξ'. Τῶν ἁγίων γ' παίδων, καὶ Δανιήλ,
τη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σεβαστιανού.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου Πρόμου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ
κ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ιγνατίου.
κα'. Τῆς ἁγίας Ιουλιανής.
κβ'. Τῆς ἁγίας Αναστασίας.
κγ'. Τῶν ἁγίων ι' τῶν ἐν Κρήτῃ.
— Σάββατον τῶν ἁγίων Πατέρων
- Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πατέρων.
κδ. Εἰς τὴν παραμονὴν τῆς Χριστοῦ γεννήσεως.
κε'. Εἰς τὸν ὄρθρον.
– Εἰς τὴν λειτουργίαν.
κς'. Τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
κζ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Στεφάνου.
κή'. Τῶν ἁγίων δισμυρίων, καὶ Στεφάνου του
νέου.
— Σάββατον μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννηση,
- Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν.
κθ'. Τῶν ἁγίων νηπίων.
2. Τοῦ ὁσίου Μαρκέλλου.
λα΄. Τοῦ ἁγίου Ειρηναίου.
ΜΗΝ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΣ.
α'. Εἰς τὴν περιτομὴν, καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου,
β'. Τοῦ ἁγίου Σιλβέστρου.
γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Γορδίου.
δ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ζωσίμου.
Σάββατον πρὸ τῶν Φώτων.
– Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων.
ε'. Εἰς τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων.
ς'. Εἰς τὸν ὄρθρον.
- Εἰς τὴν λειτουργίαν.
ζ. Τοῦ Προδρόμου.
Σάββατον μετὰ τὰ Φῶτα.
Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα.
η'. Τοῦ ἁγίου Ἱππολύτου Ῥώμης.
θ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Πολυεύκτον.
ι'. Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης.
ια΄. Τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου.
ιβ'. Τοῦ ὁσίου Στεφάνου.
ιγ'. Τοῦ ἁγίου Ἐρμύλου, καὶ Στρατονίκως.
ιδ. Τῶν ἁγίων Ἀββάδων τῶν ἐν τῇ Ραϊθῷ.
ιε΄. Τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ πτωχού.
ις'. Τῆς τιμίας αλύσεως τοῦ ἁγίου Πέτρου.
ιζ. Τοῦ ἁγίου Αντωνίου.
ιη'. Τοῦ ἁγίου Αθανασίου καὶ Κυρίλλου.
ιθ. Τοῦ ὁσίου Μακαρίου,
κ'. Τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου.
κα'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νεοφύτου.
κβ'. Τοῦ ἁγίου Τιμοθέου.
κγ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Κλήμεντος καὶ Ἀγαθ
αγγέλου.
Распознавание текста
col. 1315–1316page 146 of 200
PG 106:1315κδ'. Τῆς ὁσίας Ξένης. κε'. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. κς'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Αστερίου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. κα. Ἡ ἐπάνοδος τοῦ Χρυσοστόμου. κη'. Τοῦ ὁσίου Εφραίμ. κθ'. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου. λ'. Τοῦ ὁσίου Ξενοφώντος. λα'. Τοῦ ἁγίου Κύρου καὶ Ἰωάννου. ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ͵ α΄. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τρύφωνος β΄. Εἰς τὴν ὑπαπαντὴν τοῦ ὄρθρου. Εἰς τὴν λειτουργίαν. γ΄. Τοῦ δικαίου Συμεών. δ'. Τοῦ ὁσίου Ἰσιδώρου του Πηλουσιώτου. ε'. Τῆς ἁγίας Αγάθης. ς'. Λείπ. ζ'. Τοῦ ἁγίου Παρθενίου. η'. Λείπ. θ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νικηφόρου. ι'. Τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους. ια΄. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Βλασίου. ιβ'. Τοῦ ἁγίου Μελετίου. ιγ'. Τοῦ ὁσίου Μαρτινιανοῦ. ιδ. Τοῦ ὁσίου Αυξεντίου. ιε'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θνησίμου. ις. Τοῦ ἁγίου Παμφίλου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιζ. Τῆς ὁσίας Μαριάμνης. τη'. Τοῦ ὁσίου Λέοντος πάπα Ρώμης. ιθ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Μαξίμου, καὶ τῶν σὺν 19. αὐτῷ. κ'. Τοῦ ὁσίου Παφνουτίου. κα'. Τοῦ ὁσίου Τιμοθέου. κβ'. Τοῦ ἁγίου Θωμά πατριάρχου. κγ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Πολυκάρπου. κδ. Η εὕρεσις τῆς κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου. κε'. Τοῦ ἁγίου Ταρασίου πατριάρχου. κς'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Παπίου, καὶ τῶν συν αὐτῷ. κι'. Τοῦ ἁγίου Πορφυρίου. κη'. Τοῦ ὁσίου καὶ ὁμολογητοῦ Βασιλείου. ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ. α'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Ευδοκίας. β'. Λείπο γ΄. Τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου. δ'. Τοῦ ὁσίου Ησυχίου. ε'. Τοῦ ἁγίου Κόνωνος. 5. Τῶν ἁγίων μβ' μαρτύρων. ζ'. Τῶν ἁγίων ζ' τῶν ἐν Χερσῶνι ἐπισκόπων. η'. Τοῦ ὁσίου Θεοφυλάκτου. θ'. Τῶν ἁγίων μ'. ι. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Κοδράτου. ια΄. Τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πατριάρχου. ιβ'. Τοῦ ἁγίου Θεοφάνους. ιγ. Τοῦ ἁγίου Σαβίνου. ιδ'. Λείπ.
κδ'. Τῆς ὁσίας Ξένης.
κε'. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
SYNAXARIUM.
κς'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Αστερίου, καὶ τῶν
σὺν αὐτῷ.
κα. Ἡ ἐπάνοδος τοῦ Χρυσοστόμου.
24. Beatæ Xenæ.
25. Gregorii Theologi.
26. Sanctorum martyrum Asterii et sociorum
ejus.
27. Relitus Chrysostomi.
κη'. Τοῦ ὁσίου Εφραίμ.
κθ'. Τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου.
λ'. Τοῦ ὁσίου Ξενοφώντος.
λα'. Τοῦ ἁγίου Κύρου καὶ Ἰωάννου.
ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ͵
α΄. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τρύφωνος
28. Beati Ephraim.
29. Sancti Ignatii.
30. Beati Xenophontis.
31. Sancti Cyri et Joannis.
1. Sancti martyris Tryphonis.
2. In occursu matutini.
In liturgia.
3. Justi Simeon.
β΄. Εἰς τὴν ὑπαπαντὴν τοῦ ὄρθρου.
- Εἰς τὴν λειτουργίαν.
γ΄. Τοῦ δικαίου Συμεών.
δ'. Τοῦ ὁσίου Ἰσιδώρου του Πηλουσιώτου.
ε'. Τῆς ἁγίας Αγάθης.
5. Sanctæ Agathæ.
ς'. Λείπ.
ζ'. Τοῦ ἁγίου Παρθενίου.
η'. Λείπ.
θ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νικηφόρου.
ι'. Τοῦ ἁγίου Χαραλάμπους.
ια΄. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Βλασίου.
ιβ'. Τοῦ ἁγίου Μελετίου.
ιγ'. Τοῦ ὁσίου Μαρτινιανοῦ.
ιδ. Τοῦ ὁσίου Αυξεντίου.
ιε'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θνησίμου.
ις. Τοῦ ἁγίου Παμφίλου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιζ. Τῆς ὁσίας Μαριάμνης.
τη'. Τοῦ ὁσίου Λέοντος πάπα Ρώμης.
4. Beati Isidori Pelusiotæ.
6. Nullius fit mentio,
7. Sancti Parthenii.
8. Nullius fit mentio,
9. Sancti martyris Nicephori.
40. Sancti Charalampii.
11. Sancti sacromatyris Blasii.
12. Sancti Meletii.
13. Beati Martiniani.
14. Beati Auxentii.
15. Sancti apostoli Onesimi.
16. Sancti Pamphili, et sociorum ejus.
17. Beatæ Mariannæ.
48. Beati Leonis papæ Romani.
ιθ'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Μαξίμου, καὶ τῶν σὺν G 19. Sanctorum martyrum Maximi et sociorus
αὐτῷ.
κ'. Τοῦ ὁσίου Παφνουτίου.
κα'. Τοῦ ὁσίου Τιμοθέου.
κβ'. Τοῦ ἁγίου Θωμά πατριάρχου.
κγ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Πολυκάρπου.
κδ. Η εὕρεσις τῆς κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου.
κε'. Τοῦ ἁγίου Ταρασίου πατριάρχου.
κς'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Παπίου, καὶ τῶν συν
αὐτῷ.
κι'. Τοῦ ἁγίου Πορφυρίου.
κη'. Τοῦ ὁσίου καὶ ὁμολογητοῦ Βασιλείου.
ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ.
α'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Ευδοκίας.
β'. Λείπο
γ΄. Τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου.
δ'. Τοῦ ὁσίου Ησυχίου.
ε'. Τοῦ ἁγίου Κόνωνος.
5. Τῶν ἁγίων μβ' μαρτύρων.
ζ'. Τῶν ἁγίων ζ' τῶν ἐν Χερσῶνι ἐπισκόπων.
η'. Τοῦ ὁσίου Θεοφυλάκτου.
θ'. Τῶν ἁγίων μ'.
ι. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Κοδράτου.
ια΄. Τοῦ ἁγίου Σωφρονίου πατριάρχου.
ιβ'. Τοῦ ἁγίου Θεοφάνους.
ιγ. Τοῦ ἁγίου Σαβίνου.
ιδ'. Λείπ.
ejus.
20. Beati Paphnutii.
21. Beati Timothei.
22. Sancti Thoma patriarcha.
23. Sancti sacromartyris Polycarpi.
24. Iuventio capitis Precursoris.
25. Sancti Tarasii patriarchæ.
26. Sancti martyris Papii et sociorum ejus.
27. Sancti Porphyrii.
28. Beati confessoris Basilii.
1. Sancta martyris Budorize.
2. Nullius fit mentio.
3. Sancti Basilisci.
4. Beati Hesychii.
5. Sancti Cononis.
6. Sanctorum duorum et quadraginta “martyrum.
7. Sanctorum septem in Chersone episcoporum.
8. Beati Theophylacti.
9. Sanctorum Quadraginta.
10. Sancti martyris Codrasi.
11. Sancti Sophronii patriarchs.
12. Sancti Theophanis.
13. Sancti Sabini.
14. Nulla mentio.
Распознавание текста
col. 1317–1318page 147 of 200
PG 106:1317ιε'. Τοῦ σεισμοῦ. ις'. Λείπ. ιζ. Τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Αλεξίου, ιη'. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολυμιτάνου. ιθ'. Τῶν ἁγίων Χρυσάνθου καὶ Δαρείας. κ'. Λείπ. κα'. Λείπ. κβ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βασιλείου. κγ'. Λείπ. κδ'. Λείπ. κε'. Ο εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου. εἰς τὴν λειτουργίαν. κς'. Λείπ. κα'. Τῆς ἁγίας Ματρώνας. κη'. Λείπο κθ'. Λείπ. λ'. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. λα. Λείπο ΜΗΝ ΑΠΡΙΛΛΙΟΣ. α'. Τῆς ὁσίας Μαρίας. β'. Τῶν ἁγίων ᾿Αμφιανοῦ, καὶ ᾿Εδεσίου. γ. Λείπ. δ. Τοῦ ἁγίου Θεοδούλου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ε. Λείπο 5'. Τοῦ ἁγίου Ευτυχίου πατριάρχου. ζ. Τοῦ ἁγίου Ρουφίνου. η'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Ρούφου καὶ τῶν τῶν αὐτῷ. θ'. Λείπ. ε. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τερεντίου. ια΄. Τοῦ ἁγίου ᾿Αντίπα. ιβ. Λείπ. ιγ. Λείπ. ιδ. Λείπ. κ'. Λείπ. ις'. Τῆς ἁγίας Αγάπης, καὶ τῶν σὺν αὐτῇ. ιζ. Λείπ. ιηʹ. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου. ιθ'. Λείπ. κ'. Αείπ. και. Λείπ. κβ'. Τοῦ ὁσίου Θεοδώρου Σικεώτου. κγ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Γεωργίου. κδ. Λείπ. κι'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Μάρκου. κς'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου. κζ'. Λείπ. κη. Λείπ. κθ'. Τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ συγγενοῦς τοῦ Κυρίου 2. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ Θεοῦ. ΜΗΝ ΜΑΙΟΣ. α. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ιερεμίου. β. Τοῦ ἁγίου Αθανασίου. γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τιμοθέας, δ. Λείπ. δ. Λείπ. 5. Τοῦ δικαίου Ιώδ 5. Λείπ.
15. Terræ motus.
16. Nulla mentio.
17. Hominis Dei Alexil.
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
18. Sancti Cyrilli Jerosolymitani.
19. Sanctorum Chryrauli et Daria.
20. Nulla mentio.
21. Nulla mentio.
29. Sancti sacromartyris Basilii.
23. Nulla mentio.
24. Nulla mentio.
25. Annuntiatio Deipart.
- In¸liturgia.
26. Nulla mentio.
27. Sancte Matronae.
28. Nulla mentio.
29. Nulla mentio.
30. Sancti Joannis Cl.mnaci.
51. Nulla mentio.
1. Beate Mariz.
2. Sanctorum Ampliani et Elesii.
3. Nulla mentio.
4. Sancti Theoduli et sociorum ejus.
5. Nulla mentio.
6. Sancti Eutychii patriarehe.
7. Sancti Rufini.
8. Sanctorum apostolorum Rua et sociorum
ejus.
9. Nulla mentio.
10. Sancti martyris Terentii.
ιε'. Τοῦ σεισμοῦ.
ις'. Λείπ.
ιζ. Τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Αλεξίου,
ιη'. Τοῦ ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολυμιτάνου.
ιθ'. Τῶν ἁγίων Χρυσάνθου καὶ Δαρείας.
κ'. Λείπ.
κα'. Λείπ.
κβ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βασιλείου.
κγ'. Λείπ.
κδ'. Λείπ.
κε'. Ο εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου.
εἰς τὴν λειτουργίαν.
κς'. Λείπ.
κα'. Τῆς ἁγίας Ματρώνας.
κη'. Λείπο
κθ'. Λείπ.
λ'. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος.
λα. Λείπο
ΜΗΝ ΑΠΡΙΛΛΙΟΣ.
α'. Τῆς ὁσίας Μαρίας.
β'. Τῶν ἁγίων ᾿Αμφιανοῦ, καὶ ᾿Εδεσίου.
γ. Λείπ.
δ. Τοῦ ἁγίου Θεοδούλου, καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ε. Λείπο
5'. Τοῦ ἁγίου Ευτυχίου πατριάρχου.
ζ. Τοῦ ἁγίου Ρουφίνου.
η'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Ρούφου καὶ τῶν τῶν
αὐτῷ.
θ'. Λείπ.
ε. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τερεντίου.
ια΄. Τοῦ ἁγίου ᾿Αντίπα.
11. Sancti Antipæ.
12. Nulla mentio.
13. Nulla mentio.
14. Nulla mentio.
ιβ. Λείπ.
ιγ. Λείπ.
ιδ. Λείπ.
15. Nulla mentio.
16. Sancte Agapes, et sociarum cjus.
17. Nulla mentio.
18. Sancti Jacobi.
19. Nulla inentio.
20. Nulla mentio.
κ'. Λείπ.
ις'. Τῆς ἁγίας Αγάπης, καὶ τῶν σὺν αὐτῇ.
ιζ. Λείπ.
ιηʹ. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου.
ιθ'. Λείπ.
κ'. Αείπ.
21. Nulla mentio.
22. Beati Theodori Siceoti.
23. Sancti martyris Georgil.
24. Nulla mentio.
25. Sancti apostoli Marci.
26. Sancti sacronartyris Basilii.
27. Nulla mentio.
28. Nulla mentio.
29. Sancti Simeon cognati Domini.
80. Sancti Jacobi fratris Dei.
1. Sancti propheta Jeremia.
2. Sancti Athanasii.
5. Sancti martyris Timothei.
4. Nulla mentio.
5. Nulla mentio.
6. Justi Job.
7. Nulla mentio.
και. Λείπ.
κβ'. Τοῦ ὁσίου Θεοδώρου Σικεώτου.
κγ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Γεωργίου.
κδ. Λείπ.
κι'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Μάρκου.
κς'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου.
κζ'. Λείπ.
κη. Λείπ.
κθ'. Τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ συγγενοῦς τοῦ Κυρίου
2. Τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ Θεοῦ.
ΜΗΝ ΜΑΙΟΣ.
α. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ιερεμίου.
β. Τοῦ ἁγίου Αθανασίου.
γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τιμοθέας,
δ. Λείπ.
δ. Λείπ.
5. Τοῦ δικαίου Ιώδ
5. Λείπ.
Распознавание текста
col. 1319–1320page 148 of 200
PG 106:1319η΄. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μάρτυρος Ακακίου. θ'. Τοῦ προφήτου Ἠσαΐου. φόρου. Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Χριστο ι. Τοῦ ἀποστόλου Σίμωνος. ια΄. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μωκίου. ιβ'. Τοῦ ὁσίου Επιφανίου καὶ Γερμανού. ιγ. Λείπ. ιδ΄. Τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου, καὶ Παχωμίου. ιε'. Λείπ. ις. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ζαχαρίου. ιζ'. Λείπ. ιθ'. Τοῦ ἁγίου Πατρικίου. κ. Τοῦ ἁγίου θαλελαίου. κα'. Τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου, καὶ Ελένης. κβ'. Τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου. κγ'. Λείπο κδ'. Τοῦ ὁσίου Συμεὼν τοῦ θαυμαστοῦ ὄρους. κε'. Λείπ. κς'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ιούδα. κζ'. Λείπ. κη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ελαδίου. κθ'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Θεοδοσίας. 2. Λείπ. λα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανδρονίκου. ΜΗΝ ΙΟΥΝΙΟΣ. α'. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου. β'. Τοῦ ἁγίου Νικηφόρου πατριάρχου. γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λουκιανού. δ. Τοῦ ἁγίου Μητροφάνους. ε'. Λείπ. 5'. Τοῦ ἁγίου Δωροθέου. ζ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Θεοδότου. η'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Θεοδώρου Εὐχαΐτου. θ'. Λείπ. ι. Λείπ. ια΄. Τῶν ἀποστόλων Βαρθολομαίου, και Βαρνάβα. ιβ'. Τοῦ ὁσίου Ονουφρίου. ιγ'. Τῆς ἁγίας Ακυλίνης. ιδ. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ελισσαίου. ιε'. Λείπ. ις'. Τοῦ ἁγίου Τύχωνος. ιζ'. Τοῦ ἁγίου Μανουὴλ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λεοντίου. ιθ'. Τοῦ ἁγίου Ζωσίμου. κ'. Λείπ. κα'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ. κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ευσεβίου. κγ'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Αγριππίνας. κι'. Τὸ γενέσιον τοῦ Προδρόμου. κε'. Τῆς ἁγίας Φεβρωνίας. κς'. Τοῦ ὁσίου Σαμψών. κζ'. Λείπ. κη'. Τοῦ ἁγίου Κύρου καὶ Ἰωάννου. κθ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου. λ'. Τῶν ιβ' ἀποστόλων.
η΄. Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μάρτυρος Ακακίου.
θ'. Τοῦ προφήτου Ἠσαΐου.
φόρου.
SYNAXARIUM.
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Χριστοι. Τοῦ ἀποστόλου Σίμωνος.
ια΄. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μωκίου.
ιβ'. Τοῦ ὁσίου Επιφανίου καὶ Γερμανού.
ιγ. Λείπ.
ιδ΄. Τοῦ ἁγίου Ἰσιδώρου, καὶ Παχωμίου.
ιε'. Λείπ.
ις. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ζαχαρίου.
ιζ'. Λείπ.
in'. Aeln.
8. Sancti Joannis Theologi.
Eadem die, martyris Acacii.
9. Prophetæ Isaiæ.
Eadem die, sancti martyris Christophort,
10. Apostoli Simonis.
11. Sancti martyris Mocii.
12. Beati Epiphanii et Germani.
13. Nulla mentio.
14. Sancti Isidori et Pachomii.
15. Nulla mentio.
16. Sancti prophetæ Zachariæ.
17. Nulla mentio.
18. Nulla mentio.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου Πατρικίου.
κ. Τοῦ ἁγίου θαλελαίου.
19. Sancti Patricii.
20. Sancti Thalelæi.
κα'. Τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου, καὶ Ελένης.
κβ'. Τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου.
κγ'. Λείπο
κδ'. Τοῦ ὁσίου Συμεὼν τοῦ θαυμαστοῦ ὄρους.
κε'. Λείπ.
κς'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ιούδα.
κζ'. Λείπ.
κη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ελαδίου.
κθ'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Θεοδοσίας.
2. Λείπ.
λα'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανδρονίκου.
ΜΗΝ ΙΟΥΝΙΟΣ.
21. Sanctorum Constantini et Helenes.
22. Sancti Basilisci.
25. Nulla mentio.
24. Beati Simeon mirabilis montis.
25. Nulla mentio.
26. Sancti apostoli Judz.
27. Nulla mentio.
28. Sancti martyris Eladii.
29. Sanctæ martyris Theodosiæ.
30. Nulla mentio.
51. Sancti apostoli Andronici.
2. Sancti Nicephori patriarche.
α'. Τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου.
1. Sancti Justini.
β'. Τοῦ ἁγίου Νικηφόρου πατριάρχου.
γ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λουκιανού.
δ. Τοῦ ἁγίου Μητροφάνους.
ε'. Λείπ.
5'. Τοῦ ἁγίου Δωροθέου.
ζ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Θεοδότου.
η'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Θεοδώρου Εὐχαΐτου.
θ'. Λείπ.
ι. Λείπ.
ια΄. Τῶν ἀποστόλων Βαρθολομαίου, και Βαρνάβα.
ιβ'. Τοῦ ὁσίου Ονουφρίου.
ιγ'. Τῆς ἁγίας Ακυλίνης.
ιδ. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ελισσαίου.
ιε'. Λείπ.
ις'. Τοῦ ἁγίου Τύχωνος.
ιζ'. Τοῦ ἁγίου Μανουὴλ καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιη'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λεοντίου.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου Ζωσίμου.
κ'. Λείπ.
κα'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἰουλιανοῦ.
κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ευσεβίου.
κγ'. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Αγριππίνας.
κι'. Τὸ γενέσιον τοῦ Προδρόμου.
κε'. Τῆς ἁγίας Φεβρωνίας.
κς'. Τοῦ ὁσίου Σαμψών.
κζ'. Λείπ.
κη'. Τοῦ ἁγίου Κύρου καὶ Ἰωάννου.
κθ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.
λ'. Τῶν ιβ' ἀποστόλων.
PATROL. GR. CVI.
3. Sancti martyris Luciani
4. Sancti Metrophanis.
5. Nulla mentio.
6. Sancti Dorothei.
7. Sancti martyris Theodoti.
8. Sancti martyris Theodori Euchai:
9. Nulla mentio.
10. Nulla mentio.
11. Apostolorum Bartholomæi et Barnaba.
12. Beati Onuphrii.
13. Sancta Acyling.
14. Sancti prophetæ Elisæi.
15. Nulla mentio.
16. Sancti Tychonis.
17. Sancti Manuel et sociorum eius.
18. Sancti martyris Leontii.
19. Sancti Zosimi.
20. Nulla mentio.
21. Sancti martyris Juliani.
22. Sancti martyris Eusebii.
23. Sanctæ martyris Agrippinæ.
24. Nativitas præcursoris.
25. Sancta Febroniz.
26. Beati Samson.
27. Nulla mentio.
28. Sancti Cyri et Joannis
29. Sanctorum apostolorum Petri el Pauli.
30. Duodecim apostolorum
Распознавание текста
col. 1321–1322page 149 of 200
PG 106:1321ΜΗΝ ΙΟΥΛΙΟΣ. α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων. β'. Τῆς τιμίας ἐσθῆτος. γ. Λείπ. δ'. Τοῦ ὁσίου Ανδρέου Κρήτης. ε'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φουρτουνάτου. ς'. λείπο 5. Λείπ. η'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Προκοπίου. θ'. Τοῦ ἁγίου Παγκρατίου. ι'. Τῶν ἁγίων με μαρτύρων. ια. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Ευφημίας. ιβ'. Λείπ. ιγ. Λείπ. ιδ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων ᾿Ακύλα καὶ Σύ... (αρα ιε'. Τοῦ ἁγίου Κηρύκου καὶ Ἰουλίττης. ις'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Αθηνογένους. ιζ. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Μαρίνας. ιη'. Τοῦ ἁγίου Αιμιλιανοῦ. ιθ'. Τοῦ ὁσίου Δίου καὶ Μαρίνας. κ'. Τοῦ ἁγίου Ηλίου. κα'. Τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Σαλού. κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Φωκά. κγ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τροφίμου. κα. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Χριστίνης. κε'. Ἡ κοίμησις τῆς ἁγίας Αννης. κς'. Λείπ. κι'. Τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος. κη'. Τῶν ἀποστόλων Προχόρου και Νικάνωρος. κθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Καλλινίκου. λ'. Τῶν ἁγίων Σίλα καὶ Σιλουανού. λα'. Λείπ. ΜΗΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. α΄. Τῶν Μακκαβαίων. β'. Τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου, Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῶν ἁγίων ἑπτὰ παίδων τῶν ἐν Ἐφέσῳ. γ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Δαλμάτου. δ. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Εὐδοκίας. ε'. Τοῦ ἁγίου Εὐσιγνίου. 5΄. Η μεταμόρφωσις εἰς τὸν ὄρθρον. Εἰς τὴν ἱε τουργίαν. ζ. Λείπο η'. Τοῦ ἁγίου Αιμιλιανού. θ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ματθία. ι'. Τοῦ ἁγίου Λαυρεντίου. ια. Λείπ. ιβ'. Τῶν ἁγίων Φωτίου καὶ Ἀνική του. ιγ΄. Τοῦ ὁσίου Μαξίμου. δ. Λείπ. ιε'. Τῆς παναγίας, εἰς ἔρθρον. Εἰς τὴν λειτουργίας. ις'. Τοῦ ἁγίου Διομήδους. ιζ'. Τοῦ ἁγίου Μύρωνος. ιη'. Τοῦ ἁγίου Φλόρου καὶ Λαύρου. ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ανδρέου.
OPUSCULA LITURGICA INCERTÆ ÆTATIS.
1. Sanctorum anargyrorum.
2. Veneranda vestis.
3. Nulla mentio.
4. Beati Andreæ Cretensis.
5. Sancti apostoli Fortunati.
6. Nulla mentio.
7. Nulla mentio.
8. Sancti martyris Procopii.
9. Sancti Pancratii.
10. Sanctorum quinque et quadraginta martyrum.
11. Sancts martyris Euphemia.
12. Nulla mentio.
13. Nulla mentio.
14. Sanctorum apostolorum Aquila et Si.....
15. Sancti Ciryci et Julittæ.
16. Sancti martyris Athenogenis.
17. Sanctæ martyris Marinæ.
18. Sancti Emiliani.
19. Beati Dii et Marine.
20. Sancti Eliæ.
21. Sancti Simeon Sali.
22. Sancti martyris Phocæ.
23. Sancti martyris Trophimi.
24. Sanctæ martyris Christinæ.
25. Nulla mentio.
26. Sancti Panteleemonis.
27. Apostolorum Procori et Nicanoris.
28. Sancti martyris Callinici.
29. Sanctorum Silæ et Sylvani.
30. Nulla mentio.
1. Machabæorum.
2. Sancti protomartyris Stephani.
Eadem die, sanctorum septem puerorum
Ephesi.
5. Beati patris nostri Dalmati,
4. Sanciæ martyris Eudocia
5. Sancti Eusignii.
6. Transfiguratio in natutino. In liturgia.
7. Nulla mentio.
8. Sancti Emiliani.
9. Sancti apostoli Matthiæ.
10. Sancti Laurentii.
11. Nulla mentio.
12. Sanctorum Photii et Aniceti.
13. Beati Maximi.
14. Nulla mentio.
15. Sanctissima Virginis, in matutino. In tilergia.
16. Sancti Diomedis.
17. Sancti Myronis.
18. Sancti Flori et Lauri.
19. Sancti martyris Andrez.
ΜΗΝ ΙΟΥΛΙΟΣ.
α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων.
β'. Τῆς τιμίας ἐσθῆτος.
γ. Λείπ.
δ'. Τοῦ ὁσίου Ανδρέου Κρήτης.
ε'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φουρτουνάτου.
ς'. λείπο
5. Λείπ.
η'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Προκοπίου.
θ'. Τοῦ ἁγίου Παγκρατίου.
ι'. Τῶν ἁγίων με μαρτύρων.
ια. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Ευφημίας.
ιβ'. Λείπ.
ιγ. Λείπ.
ιδ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων ᾿Ακύλα καὶ Σύ... (αρα
scripla littera µ.)
ιε'. Τοῦ ἁγίου Κηρύκου καὶ Ἰουλίττης.
ις'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Αθηνογένους.
ιζ. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Μαρίνας.
ιη'. Τοῦ ἁγίου Αιμιλιανοῦ.
ιθ'. Τοῦ ὁσίου Δίου καὶ Μαρίνας.
κ'. Τοῦ ἁγίου Ηλίου.
κα'. Τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Σαλού.
κβ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Φωκά.
κγ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Τροφίμου.
κα. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Χριστίνης.
κε'. Ἡ κοίμησις τῆς ἁγίας Αννης.
κς'. Λείπ.
κι'. Τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος.
κη'. Τῶν ἀποστόλων Προχόρου και Νικάνωρος.
κθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Καλλινίκου.
λ'. Τῶν ἁγίων Σίλα καὶ Σιλουανού.
λα'. Λείπ.
ΜΗΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ.
α΄. Τῶν Μακκαβαίων.
β'. Τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου,
Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ τῶν ἁγίων ἑπτὰ παίδων τῶν ἐν
Ἐφέσῳ.
γ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Δαλμάτου.
δ. Τῆς ἁγίας μάρτυρος Εὐδοκίας.
ε'. Τοῦ ἁγίου Εὐσιγνίου.
5΄. Η μεταμόρφωσις εἰς τὸν ὄρθρον. Εἰς τὴν ἱε
τουργίαν.
ζ. Λείπο
η'. Τοῦ ἁγίου Αιμιλιανού.
θ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ματθία.
ι'. Τοῦ ἁγίου Λαυρεντίου.
ια. Λείπ.
ιβ'. Τῶν ἁγίων Φωτίου καὶ Ἀνική του.
ιγ΄. Τοῦ ὁσίου Μαξίμου.
:δ. Λείπ.
ιε'. Τῆς παναγίας, εἰς ἔρθρον. Εἰς τὴν λειτουρ
γίας.
ις'. Τοῦ ἁγίου Διομήδους.
ιζ'. Τοῦ ἁγίου Μύρωνος.
ιη'. Τοῦ ἁγίου Φλόρου καὶ Λαύρου.
ιθ'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ανδρέου.
Распознавание текста
col. 1323–1324page 150 of 200
PG 106:1323κ'. Τοῦ ἁγίου Θαδδαίου. κα'. Τοῦ ἁγίου Λουκίου. κα. Τοῦ ἁγίου Αγαθονίκου. κγ'. Λείπ. κδ'. Λείπ. κε'. ᾿Αποστόλου Τίτου. κς'. Μάρτυρος Ανδρονίκου. κζ'. Τοῦ ὁσίου Ποιμένος κη'. Τοῦ ἁγίου Μωϋσή. κθ'. 'Η ἀποτομὴ τοῦ Προδρόμου. λ'. Λείπ. λα'. Τῆς τιμίας ζώνης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αρχὴ τοῦ Μηνολογίου, ήτοι τῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν. ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ. α΄. Ἀρχὴ τῆς ἐνδίκτου, καὶ μνήμη τοῦ ὁσίου πα τρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Στυλίτου, β'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μάμαντος, καὶ τοῦ ὁσίου Ιωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. γ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ανθίμου. δ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βαβύλα. ε'. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ζαχαρίου τοῦ πατρὸς τοῦ Προδρόμου. 5'. Τοῦ ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ ἐν ταῖς Χώναις τῆς Φρυγίας. η'. Τὸ γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. θ'. Τῶν ἁγίων καὶ δικαίων Ἰωακεὶμ καὶ ᾿Αννης Σάββατον πρὸ τῆς ὑψώσεως. Κυριακὴ πρὸ τῆς ὑψώσεως. ιγ'. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς ἁγίας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἀναστάσεως. ιδ. Ἡ ὕψωσις τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ, Σάββατον μετὰ τὴν ὕψωσιν. Κυριακὴ μετὰ τὴν ὕψωσιν. ιε'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Νικήτα. ις'. Τῆς ἁγίας μαγαλομάρτυρος Ευφημίας. κ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου. κγ'. Η σύλληψις τοῦ τιμίου Προδρόμου. κδ'. Τῆς ἁγίας πρωτομάρτυρος Θέκλης. κς'. Ἡ μετάστασις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεο λόγου. κη'. Τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ Χαρίτωνος. 2. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου τῆς μεγά της Αρμενίας. ΜΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ. α'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανανίου, καὶ τοῦ ὁσίου Ρωμανοῦ. β'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ καὶ Ἰου στίνης.
κ'. Τοῦ ἁγίου Θαδδαίου.
κα'. Τοῦ ἁγίου Λουκίου.
κα. Τοῦ ἁγίου Αγαθονίκου.
κγ'. Λείπ.
κδ'. Λείπ.
κε'. ᾿Αποστόλου Τίτου.
κς'. Μάρτυρος Ανδρονίκου.
κζ'. Τοῦ ὁσίου Ποιμένος
κη'. Τοῦ ἁγίου Μωϋσή.
κθ'. 'Η ἀποτομὴ τοῦ Προδρόμου.
λ'. Λείπ.
SYNAXARIUM ALTERUM.
λα'. Τῆς τιμίας ζώνης τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
20. Sancti Thaddæi.
21. Sancti Lucii.
22. Sancti Agathonici.
23. Nulla mentio.
24. Nulla mentio.
25. Apostoli Titi.
26. Martyris Andronici.
27. Beati Pastoris.
28. Saneti Moysis.
29. Decollatio Præcursoris.
30. Nulla mentio.
31. Venerandæ zonæ sanctissimæ Deiparæ.
ALIUD SYNAXARIUM.
(BANDINI ibid. p. 154, ex cod. seculi sn.)
Αρχὴ τοῦ Μηνολογίου, ήτοι τῶν ἑορτασίμων
ἡμερῶν.
ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ.
α΄. Ἀρχὴ τῆς ἐνδίκτου, καὶ μνήμη τοῦ ὁσίου πα
τρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Στυλίτου,
β'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Μάμαντος, καὶ τοῦ ὁσίου
Ιωάννου τοῦ Νηστευτοῦ.
γ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ανθίμου.
δ'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Βαβύλα.
ε'. Τοῦ ἁγίου προφήτου Ζαχαρίου τοῦ πατρὸς τοῦ
Προδρόμου.
5'. Τοῦ ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ ἐν ταῖς Χώναις
τῆς Φρυγίας.
η'. Τὸ γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
θ'. Τῶν ἁγίων καὶ δικαίων Ἰωακεὶμ καὶ ᾿Αννης
Σάββατον πρὸ τῆς ὑψώσεως.
Κυριακὴ πρὸ τῆς ὑψώσεως.
ιγ'. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς ἁγίας Χριστοῦ τοῦ
Θεοῦ ἡμῶν ἀναστάσεως.
ιδ. Ἡ ὕψωσις τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ σταυροῦ,
Σάββατον μετὰ τὴν ὕψωσιν.
Κυριακὴ μετὰ τὴν ὕψωσιν.
ιε'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Νικήτα.
ις'. Τῆς ἁγίας μαγαλομάρτυρος Ευφημίας.
κ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου.
κγ'. Η σύλληψις τοῦ τιμίου Προδρόμου.
κδ'. Τῆς ἁγίας πρωτομάρτυρος Θέκλης.
κς'. Ἡ μετάστασις τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεο
λόγου.
κη'. Τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ ὁμολογητοῦ
Χαρίτωνος.
2. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Γρηγορίου τῆς μεγά
της Αρμενίας.
ΜΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ.
α'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ανανίου, καὶ τοῦ ὁσίου
Ρωμανοῦ.
β'. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ καὶ Ἰου
στίνης.
Initium Kalendarii sive festorum dierum:
MENSIS SEPTEMBRIS.
1. Initium indictionis, et commemoratio beati
patris nostri Symeonis Stylitæ.
2. Sancti martyris Mamantis, et beati Joannis
Jejunatoris.
3. Sancti saeromartyris Anthimi.
4. Sancti secromartyris Babylz.
5. Sancti prophetae Zachariae patris Præcursaris.
6. Exercitus ducis Michael Chonis Phrygia.
8. Nativitas sanctissimæ Deiparæ.
9. Sanctorum et justorum Joacim et Annæ.
Sabbatum ante exaltationem.
Dominica ante exaltationem.
13. Dedicatio templi sanctæ Christi Dei nostri
resurrectionis.
14. Exaltatio venerandæ et vitifers crucis, Sabbatum post Exaltationem.
Dominica post Exaltationem.
15. Sancti magni martyris Niceta.
16. Sanctae maguæ martyris Euphemiz
20. Sancti magni martyris Eustathii.
23. Conceptio venerandi Præcursoris.
24. Sanctæ protomartyris Theclæ.
26. Transitus sancti Joannis Theologi.
28. Beati Patris nostri et confessoris Charitonis.
30. Sancti sacromartyris Gregorii magnæ ArmicDim.
1. Sancti apostoli Ananii, et beati Romani.
2. Sancti sacromartyris Cypriani et Justina.
Распознавание текста
col. 1325–1326page 151 of 200
PG 106:1325γ. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονύσιος του Αρι παγίτου. 5'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμά. ζ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου. ις'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λογγίνου τοῦ ἑκατοντάρχου. ιη'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστού Λουκά κ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου. κα'. Τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰλαρίωνος τοῦ με γάλου. κβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Αβερκίου. κγ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδειξε Θέου [ 'Αδελφοθέου). κδ'. Τοῦ ἁγίου μαρτυρος Αρέθα, καὶ τῶν τῶν αὐτῷ. κε'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων νοταρίων Μαρκε καὶ Μαρτυρίου. κς'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καὶ ἀνάμνησις τοῦ μεγάλου σεισμοῦ. ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ. α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανά β'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ακινδύνου καὶ τῶν εἶν αὐτῷ. δ'. Τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητού. η΄. Η σύναξις τῶν ἀσωμάτων. ιβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Και μόνος. ιγ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρ σοστόμου. Ο ι'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου. ις'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Να θαίου. ιζ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου το Θαυματουργοῦ. κα'. Η είσοδος τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. κε'. Τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων Κλήμεντος Ρώμης, καὶ Πέτρου Αλεξανδρείας. κζ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Ιακώβου τοῦ Πέρ σου. κη'. Τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Στεφάνου τοῦ Νέα λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ πρωτοκλήτου Αν δρέου. ΜΗΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. δ. Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Βαρβάρα. ε'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάβα. ς'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου. θ. Ἡ σύλληψις τῆς ἁγίας Αννης. ιβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σπυριώνης. ιγ. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων Εύστρο καὶ τῶν σὺν αὐτῷ. ιζ. Τῶν ἁγίων τριῶν παίδων καὶ Δαντὶ το προφήτου. κ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ θεος σε Κυριακὴ τῶν ἁγίων προπάτρων. Σάββατον πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως. Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως. κδ. Τῇ παραμονῇ τῆς Χριστοῦ γεννήσεις. κα'. Ἡ Χριστοῦ γέννησις.
OPUSCULA LITURGICA INCERTE ÆTATIS.
5. Sancti sacromartyris Dionysii Areopagite.
6. Saneti apostoli Thomæ.
7. Sanctorum martyrum Sergii et Bacchi.
16. Sancti martyris Longiui centurionis.
18. Sancti apostoli et evangelista Luca.
20. Sancti magni martyris Artemii.
21. Beati patris nostri Hilarionis magni
32. Sancti patris nostri Abercii.
23. Sancti apostoli Jacobi fratris Dei.
24. Saneti martyris Arethæ et sociorum ejus.
γ. Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονύσιος του Αρι
παγίτου.
25. Sanctorum martyrum notariorum Marciani
et Martyrii.
26. Sancti magni martyris Demetrii, et commemoratio magni terræ motus.
4. Sanctorum anargyrorum Cosmæ et Damiani.
2. Sauctorum martyrum Acindyni, et sociorum
ejus.
6. Sancti Pauli confessoris.
8. Congregatio incorporalium.
19. Sancti patris nostri Joannis Eleemosynarii.
13. Sancti patris nostri Joannis Chrysostomi.
14. Sancti apostoli Philippi,
16. Sancti apostoli et evangelista Matthen.
17. Sancti patris nostri Gregorii Thaumaturgi.
21. Præsentatio sanctissimæ Deiparæ.
25. Sanctorum sacromartyrum Clementis Romani, et Petri Alexandrini.
27. Sancti magni martyris Jacobi Perse.
28. Sancti sacromartyris Stephani Junioris.
30. Sancti apostoli et primi vocali Andrez.
4. Sanctæ magnæ martyris Barbaræ.
5. Beati patris nostri Sabæ.
6. Sancti patris nostri Nicolai.
9. Conceptio sanctæ Annæ.
12. Sancti patris nostris Spyridonis.
13. Sanctorum magnorum martyrum Eustratii el
gociorum ejus.
17. Sanctorum trium puerorum et Daniel propleta.
20. Sancti sacromartyris Ignatii Theophori.
Dominica sanctorum patrum.
Sabbatum ante Christi nativitatem.
Dominica ante Christi nativitatem.
24. In exspectatione nativitatis Christi.
25. Christi nativitas.
5'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμά.
ζ. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Σεργίου καὶ Βάκχου.
ις'. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λογγίνου τοῦ ἑκατον
τάρχου.
ιη'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστού Λουκά
κ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Αρτεμίου.
κα'. Τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἰλαρίωνος τοῦ με
γάλου.
κβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Αβερκίου.
κγ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἀδειξε
Θέου [ 'Αδελφοθέου).
κδ'. Τοῦ ἁγίου μαρτυρος Αρέθα, καὶ τῶν τῶν
αὐτῷ.
κε'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων νοταρίων Μαρκε
καὶ Μαρτυρίου.
κς'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, καὶ
ἀνάμνησις τοῦ μεγάλου σεισμοῦ.
ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ.
α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανά
β'. Τῶν ἁγίων μαρτύρων Ακινδύνου καὶ τῶν εἶν
αὐτῷ.
δ'. Τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ ὁμολογητού.
η΄. Η σύναξις τῶν ἀσωμάτων.
ιβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Και
μόνος.
ιγ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρ
σοστόμου.
Ο ι'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου.
ις'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Να
θαίου.
ιζ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου το
Θαυματουργοῦ.
κα'. Η είσοδος τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
κε'. Τῶν ἁγίων ἱερομαρτύρων Κλήμεντος Ρώμης,
καὶ Πέτρου Αλεξανδρείας.
κζ'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Ιακώβου τοῦ Πέρ
σου.
κη'. Τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Στεφάνου τοῦ Νέα
λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ πρωτοκλήτου Αν
δρέου.
ΜΗΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ.
δ. Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Βαρβάρα.
ε'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάβα.
ς'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου.
θ. Ἡ σύλληψις τῆς ἁγίας Αννης.
ιβ'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Σπυριώνης.
ιγ. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων Εύστρο
καὶ τῶν σὺν αὐτῷ.
ιζ. Τῶν ἁγίων τριῶν παίδων καὶ Δαντὶ το
προφήτου.
κ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ θεος σε
Κυριακὴ τῶν ἁγίων προπάτρων.
Σάββατον πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως.
Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως.
κδ. Τῇ παραμονῇ τῆς Χριστοῦ γεννήσεις.
κα'. Ἡ Χριστοῦ γέννησις.
Распознавание текста
Second SynaxarionSynaxarium alterum
col. 1327–1328page 152 of 200
PG 106:1327κς'. Ἡ σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. κζ'. Τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Σάβ βατον μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν. Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν. κθ'. Τῶν ἁγίων νηπίων. λα'. Τῆς ὁσίας Μελάνης τῆς Ρωμαίας. ΜΗΝ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΣ. α'. Η κατά σάρκα περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου τοῦ μεγάλου. β'. Τοῦ ἁγίου Σιλβέστρου πάπα Ρώμης. γ'. Η σύναξις τῶν ἁγίων ὁ ἀποστόλων. Σάββατον πρὸ τῶν Φώτων. Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων. ε'. Τῇ παραμονῇ τῶν Φώτων. ς'. Τὰ ἅγια Θεοφάνια. θ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Πολυεύκτου. τ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Νύσσης. ια΄. Τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ κοινοβιάρχου. ιδ'. Τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ καλυβίτου. ις'. Η προσκύνησις τῆς τιμίας ἀλύσεως τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Πέτρου. ιζ. Τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν ᾿Αντων νίου τοῦ μεγάλου. ιη'. Τῶν ἐν ἁγίοις πατέρων ἡμῶν ᾿Αθανασίου καὶ Κυρίλλου. κ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Εὐθυμίου τοῦ μεγά λου. κα'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ. κγ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Κλήμεντος καὶ ᾿Αγαθαγγέλου. κε'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. κζ'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἰωάν νου τοῦ Χρυσοστόμου. λα'. Τῶν ἁγίων Αναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου. ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ. α'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Τρύφωνος. β. Η υπαπαντὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι στοῦ. γ'. Τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Συμεὼν τοῦ θεοδόχου. η'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου του στρατηλάτου. ιζ. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος. κδ'. Ἡ εὕρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ προδρόμου. ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ. θ'. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων μ' τῶν ἐν Σεβαστείᾳ. κε'. Ο εὐαγγελισμός τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. ΜΗΝ ΑΠΡΙΛΛΙΟΣ. α'. Τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. κβ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Συκεώτου.
SYNAXARIUM ALTERUM.
κς'. Ἡ σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
κζ'. Τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Σάβ
βατον μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν.
Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν.
κθ'. Τῶν ἁγίων νηπίων.
λα'. Τῆς ὁσίας Μελάνης τῆς Ρωμαίας.
ΜΗΝ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΣ.
α'. Η κατά σάρκα περιτομὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς
ἡμῶν Βασιλείου τοῦ μεγάλου.
β'. Τοῦ ἁγίου Σιλβέστρου πάπα Ρώμης.
γ'. Η σύναξις τῶν ἁγίων ὁ ἀποστόλων.
Σάββατον πρὸ τῶν Φώτων.
Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων.
ε'. Τῇ παραμονῇ τῶν Φώτων.
ς'. Τὰ ἅγια Θεοφάνια.
θ. Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Πολυεύκτου.
τ. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ
Νύσσης.
ια΄. Τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ κοινοβιάρχου.
ιδ'. Τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ καλυβίτου.
ις'. Η προσκύνησις τῆς τιμίας ἀλύσεως τοῦ ἁγίου
ἀποστόλου Πέτρου.
ιζ. Τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν ᾿Αντων
νίου τοῦ μεγάλου.
ιη'. Τῶν ἐν ἁγίοις πατέρων ἡμῶν ᾿Αθανασίου καὶ
Κυρίλλου.
κ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Εὐθυμίου τοῦ μεγά
λου.
κα'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ.
κγ'. Τοῦ ἁγίου Ιερομάρτυρος Κλήμεντος καὶ
᾿Αγαθαγγέλου.
κε'. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ
Θεολόγου.
κζ'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
λα'. Τῶν ἁγίων Αναργύρων Κύρου καὶ Ἰωάννου.
ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ.
α'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Τρύφωνος.
β. Η υπαπαντὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι
στοῦ.
γ'. Τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Συμεὼν τοῦ θεοδόχου.
η'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου του
στρατηλάτου.
ιζ. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου τοῦ
Τήρωνος.
κδ'. Ἡ εὕρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρό
μου.
ΜΗΝ ΜΑΡΤΙΟΣ.
θ'. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων μ' τῶν ἐν Σεβαστεία.
κε'. Ο εὐαγγελισμός τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
ΜΗΝ ΑΠΡΙΛΛΙΟΣ.
α'. Τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.
κβ'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Συ
κεώτου.
26. Congregatio sanctissima Deipare,
27. Sancti protomartyris Stephani.
Sabbatuin post Christi nativitatem.
Dominica post Christi nativitatem.
29. Sanctorum parvulorum.
31. Beal Melaniæ Romane.
1. Circumcisio secundum carnem Domini nostri
Jesu Christi, et commemoratio sancti patris nostri
Basilii magni.
2. Sancti Sylvestri papæ Romani.
3. Congregatio sanctorum septuaginta apostolorum.
Sabbatum ante Luces.
Dominica ante Luces.
5. In exspectatione Lucium.
6. Saucta Dei manifestatio.
9. Sancti martyris Polyeucti.
10. Sancti patris nostri Gregorii Nysseni.
11. Sancti Theodosii coenobiarcha.
45. Beati Joannis calybitæ.
16. Adoratio venerandæ catenæ sancti Petri apostoli.
47. Beati et theophori patris nostri Antonii mas
gni.
18. Sanctorum nostrorum patrum Athanasii et
Cyrilli.
20. Beati patris nostris Euthymii magni.
21. Beati patris nostri Maximi confessoris.
23. Sancti sacromartyris Clementis et Agathangeli.
25. Sancti patris nostri Gregorii Theologi.
27. Translatio reliquiarum sancti Joannis Chrysostomi.
31. Sanctorum anargyrorum Cyri et Joannis,
1. Sancti magni martyris Tryphonis.
2. Presentatio Domini nostri Jesu Christi.
3. Sancti et justi Simeonis qut Deum accepit.
8. Sancti magni martyris Theodori exercitus
præfecti.
17. Sancti magni martyris Theodori Teronis.
24. Inventio venerandi capitis Præcursoris,
9. Sanctorum magnorum martyrum quadraginta
in Sebastia.
25. Annuntiatio sanctissimæ Deiparæ.
1. Beatæ Mariæ Ægyptiacæ.
12. Beati patris nostri Theodori Syceole,
Распознавание текста
col. 1329–1330page 153 of 200
PG 106:1329κγ'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Γεωργίου. λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου. ΜΗΝ ΜΑΙΟΣ. β. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανασίου το μεγάλου. η'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάν νου τοῦ Θεολόγου. κα'. Τῶν ἁγίων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων Κατ σταντίνου καὶ Ἑλένης. κδ'. Τοῦ ὁσίου Συμεὼν τοῦ ἐν τῷ θαυμαστῷ ὄρει. κε'. Ἡ εὔρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ προδρόμου. ΜΗΝ ΙΟΥΝΙΟΣ. η. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου πο στρατηλάτου. ιθ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρθολομαίον, καὶ Βι νάδα. α'. Τὸ γενέθλιον τοῦ Προδρόμου. κι'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σαμψών του ξεν χου. κη'. Ἡ ἀνακομιδή των λειψάνων τῶν ἁγίων Κ ρου καὶ Ἰωάννου. κθ'. Τῶν ἁγίων καὶ κορυφαίων ἀποστόλων Πέτρα. καὶ Παύλου. λ'. Η σύναξις τῶν ἁγίων ιβ' ἀποστόλων. ΙΟΥΛΙΟΣ. α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανού, β'. Η κατάθεσις τῆς τιμίας ἐσθῆτος τῆς ὑπ αγίας Θεοτόκου. η. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Προκοπίου. κα'. Τῆς ἁγίας μεγάλης μάρτυρος Εὐφημία:. ιε'. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων Κηρύκου και Ιουλίττης. ις'. Τῶν ἁγίων πατέρων τῶν ἐν ταῖς δ' συνέδε ιζ. Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης κ'. Τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου προφήτου Ηλίου. κβ'. Τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνής. κα'. Τῆς ἁγίας Αννης τῆς μητρὸς τῆς Θεοτύχει κς'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος λ'. Τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Εὐδοκίμου. ΜΗΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ. α'. Τῶν ἁγίων Μακκαβαίων. β'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου προστ μάρτυρος Στεφάνου. 5. Η μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ὑπὸ Χριστοῦ. ιε΄. Η κοίμησις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. ις'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἁγίου Μανδηλίου. κδ. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρθολομαίου Τίτου. κθ'. Η ἀποτομὴ τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προ δρόμου. λα. Η κατάθεσις τῆς τιμίας ζώνης τῆς ὑπ αγίας Θεοτόκου.
OPUSCULA LITURGICA INCERTE ÆTATIS.
23. Sancti magni martyris Georgii.
30. Sancti apostoli Jacobi.
2. Sancti patris nostri Athanasii magni.
8. Sancti spostoli et evangelistas Joannis thelogi.
21 Sanctorum imperatorum et pariter apostolo
rum Constantini et Helenes.
24. Beati Simeonis in monte mirabili.
25. Inventio vénerandi capitis Præcursoris.
8. Sancti magni martyris Theodori exercitus
præfecti.
19. Sanctorum apostolorum Bartholomæi et Barnabæ.
24. Nativitas Præcursoris.
27. Beati patris nostri Samson lospitalarii.
28. Translatio reliquiarum sanctorum Cyri et
Juanhis.
99. Sanctorum et principum apostolorum Petri
et Pauli.
30. Congregatio sanctorum duodecim apostolo❤
rúm.
1. Sanctorum anargyrorum Cosmæ et Damiani.
2. Depositio venerandæ vestis sanctissimæ Deipare.
8. Saneti magni martyris Procopii.
11. Sanctæ magnæ martyris Euphemiæ.
15. Sanctorum magnorum martyrum Ciryci et
Julittae.
16. Sanctorum patrum qui in sex synodis adfucrunt.
17. Sanetæ magnæ martyris Marinæ.
20. Sancti et gloriosi propheta Elis.
22. Sanctæ Mariæ Magdalenæ.
25. Sauce Anuæ matris Deiparae.
26. Sancti magni martyris Pantelecnonis.
30. Sancti et justi Eudocimi.
HENSIS AUGUSTUS.
1. Sanctorum Machabæorum.
2. Translatio reliquiarum sancti protomartyris
Stephani.
6. Transfiguratio Domini nostri Jesu Christi.
45. Dormnitio sanctissima Deipara.
16. Translatio sancti Mandelii.
24. Sanctorum apostolorum Bartholomæi et Titi.
29. Decollatio venerandi capitis Precursoris.
31. Depositio venerandæ zonæ sanctissimæ Deipare.
κγ'. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Γεωργίου.
λ'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἰακώβου.
ΜΗΝ ΜΑΙΟΣ.
β. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν ᾿Αθανασίου το
μεγάλου.
η'. Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάν
νου τοῦ Θεολόγου.
κα'. Τῶν ἁγίων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων Κατ
σταντίνου καὶ Ἑλένης.
κδ'. Τοῦ ὁσίου Συμεὼν τοῦ ἐν τῷ θαυμαστῷ ὄρει.
κε'. Ἡ εὔρεσις τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρό
μου.
ΜΗΝ ΙΟΥΝΙΟΣ.
η. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Θεοδώρου πο
στρατηλάτου.
ιθ'. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρθολομαίον, καὶ Βι
νάδα.
α'. Τὸ γενέθλιον τοῦ Προδρόμου.
κι'. Τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σαμψών του ξεν
χου.
κη'. Ἡ ἀνακομιδή των λειψάνων τῶν ἁγίων Κ
ρου καὶ Ἰωάννου.
κθ'. Τῶν ἁγίων καὶ κορυφαίων ἀποστόλων Πέτρα.
καὶ Παύλου.
λ'. Η σύναξις τῶν ἁγίων ιβ' ἀποστόλων.
MHN ΙΟΥΛΙΟΣ.
α'. Τῶν ἁγίων ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανού,
β'. Η κατάθεσις τῆς τιμίας ἐσθῆτος τῆς ὑπ
αγίας Θεοτόκου.
η. Τοῦ ἁγίου μεγάλου μάρτυρος Προκοπίου.
κα'. Τῆς ἁγίας μεγάλης μάρτυρος Εὐφημία:.
ιε'. Τῶν ἁγίων μεγάλων μαρτύρων Κηρύκου και
Ιουλίττης.
ις'. Τῶν ἁγίων πατέρων τῶν ἐν ταῖς δ' συνέδε
ιζ. Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης
κ'. Τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου προφήτου Ηλίου.
κβ'. Τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Μαγδαληνής.
κα'. Τῆς ἁγίας Αννης τῆς μητρὸς τῆς Θεοτύχει
κς'. Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος
λ'. Τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου Εὐδοκίμου.
ΜΗΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ.
α'. Τῶν ἁγίων Μακκαβαίων.
β'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου προστ
μάρτυρος Στεφάνου.
5. Η μεταμόρφωσις τοῦ Κυρίου ἡμῶν ὑπὸ
Χριστοῦ.
ιε΄. Η κοίμησις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου.
ις'. Ἡ ἀνακομιδὴ τοῦ ἁγίου Μανδηλίου.
κδ. Τῶν ἁγίων ἀποστόλων Βαρθολομαίου
Τίτου.
κθ'. Η ἀποτομὴ τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προ
δρόμου.
λα. Η κατάθεσις τῆς τιμίας ζώνης τῆς ὑπ
αγίας Θεοτόκου.
Распознавание текста
col. 1331–1332page 154 of 200
PG 106:1331Εὐαγγέλια εἰς μνήμης διαφόρους ἁγίων. Εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Εἰς ἐγκαίνια ναοῦ. Εἰς ἀσωμάτους. Εἰς τὸν Πρόδρομον. Εἰς προφήτας. Εἰς ἀποστόλους. Εἰς μάρτυρας. Εἰς ἕνα μάρτυρα. Εἰς γυ ναῖκας μάρτυρας. Εις Ιεράρχας. Εἰς ἱερομάρτυρας. Εἰς ὁσίους. Εἰς ὁσιομάρτυρας. Εἰς ὀτίας γυναῖκας. Εἰς σχῆμα. Εἰς ἀσθενεῖς. Εἰς κοιμηθέντας. Εἰς σεισμόν. Εἰς ἐμπρησμόν. Εἰς ἀνομβρίαν. Εἰς ἐπι δρομὴν ἐθνῶν. Εἰς ἐπινίκια βασιλέων. Ἐπὶ ἐξομολογουμένων. Εἰς πᾶσαν αἴτησιν. Οπως χρὴ δέχεσθαι τοὺς ἀπὸ Ἀθιγγάνων τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει προσερχομένους, καὶ βαπτίζεσθαι μέλλοντας. Ο δεῖνα ἀπὸ Μελχισεδεκιτῶν, τῶν καὶ Θεοδοτιανῶν, καὶ ᾿Αθιγγάνων προσιών τῇ πίστει τῶν Χρι στιανῶν, οὐ διά τινα βίαν, ἢ ἀνάγκην, ἢ φόβον, ἢ ἐπήρειαν, ἢ πενίαν, ἢ διὰ χρέως, ή Έγκλημα κατ' ἐμοῦ κινούμενον, ἢ διὰ ἕτερόν τινα τρόπον ἀπηγορευμένον, ἀλλ' ὡς ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ καρδίας τὸν Χριστὸν ἀγαπώσης, καὶ τὴν αὐτοῦ πίστιν, ἀναθεματίζω πᾶσαν τὴν τῶν Μελχισεδεκιτών, ήτοι Θεοδοτιανῶν καὶ ᾿Αθιγγάνων αἵρεσιν, καὶ τοὺς αἱρεσιάρχας ἅπαντας, Θεόδοτον, φημὶ, τὸν Σκυτέα, καὶ τοὺς αὐτοῦ μαθητὰς Ἀσκληπιάδην, καὶ Ἑρμόφιλον, καὶ Απολλωνίδην, καὶ Θεόδοτον τὸν Τραπεζίτην, ὅστις μάλιστα γέγονεν ἀρχηγὸς τῆς αἱρέσεως ταύτης. Αναθεματίζω καὶ τοὺς καθεξής διδασκάλους τῶν ᾿Αθιγγάνων, ὅσοι κατὰ γενεὰν ἑκάστην ἄχρι τοῦ νῦν γεγόνασι, καὶ ὅσοι σήμερόν εἰσι, καὶ γίνεσθαι μέλλουσιν. ᾿Αναθεματίζω πάντας τοὺς φρονοῦντας, καὶ δοξάζοντας, καὶ διδάσκοντας, καὶ λέγοντας, ὅτι ὁ Μελχισεδέκ οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἀλλὰ δύναμις Θεοῦ μεγάλη διατρίβουσα ἐν ἀκατονομάστοις τόποις, καὶ ὅτι μείζων τοῦ Χριστοῦ ἐστιν ἐκεῖνος, καὶ διὰ τοῦτο λέγεται ὁ Χριστός, ὡς δεύτερος, καὶ ὑποδεέστερος, κατὰ τὴν ἐκείνου τάξιν ἱερατεύειν. ἀναθεματίζω τοὺς λέγοντας, ὅτι Μελχισεδέκ, ήτοι ή μετ γάλη δύναμις, ὁ Θεὸς, καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο καλεῖται ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος. Αναθεματίζω τους φυλάττοντας μὲν, ὡς Ἰουδαίους τὸ Σάββατον, ὡς ἐθνικούς δὲ καὶ τὴν περιτομήν διαπτύοντας, καὶ τὸ βάπτι τια. Αναθεματίζω τοὺς χρωμένους μαντείαις, καὶ φαρμακείαις, καὶ γοητείαις, καὶ δι' αὐτῶν καὶ βλάπτειν, καὶ ὠφελεῖν ἀνθρώπους επαγγελλομένους. Αναθεματίζω τοὺς ἐπικαλουμένους δαιμόνιά τινα, ὧν τὰ πρῶτα καλοῦνται Σωρού, καὶ Σοχάν, καὶ Αρχέ, καὶ δι' αὐτῶν τὴν Σελήνην δῆθεν ἕλκοντας πρὸς ἑαυτοὺς, καὶ ἐρωτῶντας αὐτὴν περὶ ὧν βούλονται. Αναθεματίζω τοὺς ἐπιτιθέντας τοῖς ἄστρα
FORMULA ABJURATIONIS ATHINGANORUM.
Εὐαγγέλια εἰς μνήμης διαφόρους ἁγίων.
Εἰς τὴν ὑπεραγίαν Θεοτόκον. Εἰς ἐγκαίνια ναοῦ. Εἰς
ἀσωμάτους. Εἰς τὸν Πρόδρομον. Εἰς προφήτας. Εἰς
ἀποστόλους. Εἰς μάρτυρας. Εἰς ἕνα μάρτυρα. Εἰς γυναῖκας μάρτυρας. Εις Ιεράρχας. Εἰς ἱερομάρτυρας.
Εἰς ὁσίους. Εἰς ὁσιομάρτυρας. Εἰς ὀτίας γυναῖκας.
Εἰς σχῆμα. Εἰς ἀσθενεῖς. Εἰς κοιμηθέντας. Εἰς
σεισμόν. Εἰς ἐμπρησμόν. Εἰς ἀνομβρίαν. Εἰς ἐπιδρομὴν ἐθνῶν. Εἰς ἐπινίκια βασιλέων. Ἐπὶ ἐξομο
λογουμένων. Εἰς πᾶσαν αἴτησιν.
Evangelia in commemorationes sanctorum diversas.
In sanctissimam Deiparam. In dedicationem templi. tu incorporales. In Præcursorem. In prophetas.
In apostolos. In martyres. In unum martyrem. In
mulieres martyres. In pontifices. In sacromartyres.
In beatos. In beatos martyres. In beatas mulieres.
In vestitum. In infirmos. In hos qui dormierunt. In
terræ motum. In incendium. In pluviam. In incursionem gentium. In victorias imperatorum. In confitentibus. In omnem supplicationem.
FORMULA ABJURATIONIS ATHINGANORUM.
(BANDINI lib. cit. p. 420.)
orthodoxam accedunt, et baptizari debent.
Οπως χρὴ δέχεσθαι τοὺς ἀπὸ Ἀθιγγάνων τῇ Quomodo debeant recipi qui ab Athinganis ad fidem
ὀρθοδόξῳ πίστει προσερχομένους, καὶ βαπτί
ζεσθαι μέλλοντας.
Ο δεῖνα ἀπὸ Μελχισεδεκιτῶν, τῶν καὶ Θεοδοτιανῶν, καὶ ᾿Αθιγγάνων προσιών τῇ πίστει τῶν Χριστιανῶν, οὐ διά τινα βίαν, ἢ ἀνάγκην, ἢ φόβον, ἢ
ἐπήρειαν, ἢ πενίαν, ἢ διὰ χρέως, ή Έγκλημα κατ'
ἐμοῦ κινούμενον, ἢ διὰ ἕτερόν τινα τρόπον ἀπηγορευμένον, ἀλλ' ὡς ἐξ ὅλης ψυχῆς, καὶ καρδίας τὸν
Χριστὸν ἀγαπώσης, καὶ τὴν αὐτοῦ πίστιν, ἀναθεματίζω πᾶσαν τὴν τῶν Μελχισεδεκιτών, ήτοι Θεοδοτίανῶν καὶ ᾿Αθιγγάνων αἵρεσιν, καὶ τοὺς αἱρεσιάρχας
ἅπαντας, Θεόδοτον, φημὶ, τὸν Σκυτέα, καὶ τοὺς
αὐτοῦ μαθητὰς Ἀσκληπιάδην, καὶ Ἑρμόφιλον, καὶ
Απολλωνίδην, καὶ Θεόδοτον τὸν Τραπεζίτην, ὅστις
μάλιστα γέγονεν ἀρχηγὸς τῆς αἱρέσεως ταύτης.
Αναθεματίζω καὶ τοὺς καθεξής διδασκάλους τῶν
᾿Αθιγγάνων, ὅσοι κατὰ γενεὰν ἑκάστην ἄχρι τοῦ
νῦν γεγόνασι, καὶ ὅσοι σήμερόν εἰσι, καὶ γίνεσθαι
μέλλουσιν. ᾿Αναθεματίζω πάντας τοὺς φρονοῦντας,
καὶ δοξάζοντας, καὶ διδάσκοντας, καὶ λέγοντας,
ὅτι ὁ Μελχισεδέκ οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἀλλὰ δύναμις
Θεοῦ μεγάλη διατρίβουσα ἐν ἀκατονομάστοις τόποις,
καὶ ὅτι μείζων τοῦ Χριστοῦ ἐστιν ἐκεῖνος, καὶ διὰ
τοῦτο λέγεται ὁ Χριστός, ὡς δεύτερος, καὶ ὑποδεέ
στερος, κατὰ τὴν ἐκείνου τάξιν ἱερατεύειν. Αναθε
ματίζω τοὺς λέγοντας, ὅτι Μελχισεδέκ, ήτοι ή μετ
γάλη δύναμις, ὁ Θεὸς, καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο καλεῖται ἀπάτωρ,
ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος. Αναθεματίζω τους φυλάτ
τοντας μὲν, ὡς Ἰουδαίους τὸ Σάββατον, ὡς ἐθνικούς
δὲ καὶ τὴν περιτομήν διαπτύοντας, καὶ τὸ βάπτιτια. Αναθεματίζω τοὺς χρωμένους μαντείαις, καὶ
φαρμακείαις, καὶ γοητείαις, καὶ δι' αὐτῶν καὶ
βλάπτειν, καὶ ὠφελεῖν ἀνθρώπους επαγγελλομένους.
• Αναθεματίζω τοὺς ἐπικαλουμένους δαιμόνιά τινα,
ὧν τὰ πρῶτα καλοῦνται Σωρού, καὶ Σοχάν, καὶ
Αρχέ, καὶ δι' αὐτῶν τὴν Σελήνην δῆθεν ἕλκοντας
πρὸς ἑαυτοὺς, καὶ ἐρωτῶντας αὐτὴν περὶ ὧν βούλονται. Αναθεματίζω τοὺς ἐπιτιθέντας τοῖς ἄστραTalis... a Melchisedecitis, et Theodotianis, et
Allunganis accedens ad fidem Christianorum, non
ob quamlibet vim, aut necessitatem, aut timorem,
aut minas, aut paupertatem, aut ob debitum, vel
accusationem contra me illatam, aut ob aliam
quamlibet rationem prohibitam, sed quasi e tola
anima, et toto corde Christum diligente, et ejus
fidem, anathematizo omnem Melchisedecitorum,
id est Theodotianoruin et Athinganorum hæresim,
et omnes haeresiarchas, Theodotum, dico, sutore,
et illius discipulos Asclepiadem et Hermophilum,
et Apollonidem, et Theodotum nummularium, quicunque praesertim fuerit dux istius hæresis. Anathematizo etiam sequentes doctores Athinganorum,
quicunque in quaque generatione usque nunc exstiterunt, et quicunque hodie exsistunt, et feri debent.
Anathematizo omnes cogitantes, opinantes, docentes et dicentes Melchisedec non fuisse hominem,
sed virtutem Dei magnam residentem in locis innominatis, et majorem illum Christo esse, et ob hoc
dici Christum quasi secundum, et inferiorem,
secundum ejus ordinem sacerdotem esse. Anathematizo dicentes, Melchisedec, id est hanc virtutem
magnam, Deum et patrem Domini nostri Jesu Christi esse, et ob id vocari sine patre, sine matre,
sine genealogia. Anathematizo observantes quidem
Sabbatum, ut Judæos, et contemnentes, ut ethnicos, cireumcisionem et baptismum. Anathematizo
utentes divinationibus, et philtris, et magiis, et
profitentes per hæc nocivum et profeetum hominibus præstari. Anathematizo invocantes quædam
dæmonia, quorum prima vocantur Soru, Sochan
et Arche, et per ea Lunam inde ad se attrahentes,
et interrogantes illam de quibus placet.... Anathematizo imponentes stellis hominum nomina, et
per dæmoniorum phantasias has in invicem moveri
contendentes; et ita dicentes; stella talis….. stellam
Распознавание текста
col. 1333–1334page 155 of 200
PG 106:1333σιν ἀνθρώπων ὀνόματα, καὶ διὰ φαντασίας και με νιώδους κινεῖν αὐτοὺς κατ' ἀλλήλων στρατευομέν νους, καὶ οὕτω φημίζοντας, ὡς ὁ τοῦ δεῖνος ἀστέρ τὸν τοῦ δεῖνος ἔσβεσε, καὶ δεῖ πάντως εἶναι τρ ταιότερον τόνδε ἐκείνου, καὶ εὐτυχέστερον. Αναλ ματίζω τοὺς ἐν προσποιήσει καθαρότητος με τ θρωπίαν διδάσκοντας, καὶ βδελυσσομένους τόνι ἄνθρωπον, ὅστις αὐτοῖς οὐκ ἔστιν ὁμόπιστος, καὶ διὰ τοῦτο μήτε προσεγγίζειν τινὶ σκούτῳ, μία προσεγγίζεσθαι παρά τινος ανεχομένους, μήτε διά και τι, μήτε λαμβάνειν διὰ χειρῶν· εἰ δὲ γένητα κ κατὰ τύχην τοιοῦτον, εὐθὺς ἐπὶ καθαρισμούς και λουτρὰ χωροῦντας, ὡς με μολυσμένους, καὶ ἀκαθάρτους γεγονότας. Αναθεματίζω πρὸς τούτοις και πᾶν ἕτερον ἔθος, καὶ ἐπιτήδευμα, καὶ πᾶσαν την ξιν τῶν ᾿Αθιγγάνων, φανερώς, ή λαθραίως της αὐτῶν τελουμένην. Ταῦτα τοίνυν ἅπαντα ἀναθεματίζω, καὶ ἀποστρεφόμενος, καὶ ἀποτατούμενος αὐτοῖς, συντάσσομαι τῷ Χριστῷ, καὶ πιστεύω εἰς ἕνα θεὸν Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανό. καὶ γῆς. ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ Ἐκ παλαιᾶς ἱστορίας συλλεγεῖσα, καὶ ἀνάμνησιν δηλοῦσα τοῦ παραδόξως γενομένου θαύματα, ἡνίκα Πέρσαι καὶ Βάρβαροι τὴν βασιλίδα ταύτην πολέμῳ περιεκύκλωσαν· οἱ καὶ ἀπώλοντο νείας δίκης πειραθέντες· ἡ δὲ πόλις ασινής συντηρηθείσα πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, ετησίως ἱστα είδει εὐχαριστήριον. ᾿Ακάθιστον τὴν ἡμέραν κατονομάζουσα. τῆς ᾿Ακαθίστου Ἐν τοῖς χρόνοις Ηρακλείου τοῦ τῶν Ῥωμαίο βασιλέως, Κοσρόης ὁ τῶν Περσῶν ἀρχὴν ἔχων, ἐν έστειλε βάρβαρον αὐτοῦ στρατηγὸν μετὰ δυνάμεις βαρείας, πᾶσαν τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους έφαν καταίρο μεῖν, δίκην σκηπτοῦ τινὸς ἐμπιπρῶντα καὶ 138 καίοντα καὶ ἀφανίζοντα. Οὗτος κατὰ πολλές π τὴν ἑίαν λεηλατῶν, καὶ ὀλοθρεύων τοὺς παρατη χάνοντας αὐτῷ Ῥωμαίους, οὐδενὸς κωλύοντος, ἡ πρ ἐπὶ πολὺ φορὰν αὐτοῦ ἀνακόπτοντος (ἅτε τῶν μαϊκῶν δυνάμεων μάλιστα τεταπεινωμένων,
talis... exstinxit, et oportet omnino ut sit ille hoc σιν ἀνθρώπων ὀνόματα, καὶ διὰ φαντασίας και με
potentior et felicior. Anathematizo docentes homi- νιώδους κινεῖν αὐτοὺς κατ' ἀλλήλων στρατευομέν
num odium sub apparentia puritatis, et detestan- νους, καὶ οὕτω φημίζοντας, ὡς ὁ τοῦ δεῖνος ἀστέρ
tes omnem hominem, quicunque non est ejusdem τὸν τοῦ δεῖνος ἔσβεσε, καὶ δεῖ πάντως εἶναι τρ
lilei ac ipsi, et ob hoc non permittentes se ad ta- ταιότερον τόνδε ἐκείνου, καὶ εὐτυχέστερον. Αναλ
lem hominem accedere, nec alium quemvis acce- ματίζω τοὺς ἐν προσποιήσει καθαρότητος με τ
dore, neque dare illi aliquid aut manibus accipere: θρωπίαν διδάσκοντας, καὶ βδελυσσομένους τόνι
si autem aliquid hujusmodi forte evenerit, statim ἄνθρωπον, ὅστις αὐτοῖς οὐκ ἔστιν ὁμόπιστος, καὶ
ad purificationes, et ablutiones recurrentes, quasi
διὰ τοῦτο μήτε προσεγγίζειν τινὶ σκούτῳ, μία
pollutos et immundos factos. Anathematizo cum προσεγγίζεσθαι παρά τινος ανεχομένους, μήτε διά
his omnem etiam consuetudinem, moren, et om- και τι, μήτε λαμβάνειν διὰ χειρῶν· εἰ δὲ γένητα κ
nem actionem Athinganoruın, palam aut clam ab κατὰ τύχην τοιοῦτον, εὐθὺς ἐπὶ καθαρισμούς και
illis patratam. Hæc igitur omnia anathematizo, et λουτρὰ χωροῦντας, ὡς με μολυσμένους, καὶ ἀκαθάρ
aversus, et profugus ab illis, Christo me addico, τους γεγονότας. Αναθεματίζω πρὸς τούτοις και
et Credo in unum Deum Patrem, omnipotentem, πᾶν ἕτερον ἔθος, καὶ ἐπιτήδευμα, καὶ πᾶσαν την
factorem cali et terre...
ξιν τῶν ᾿Αθιγγάνων, φανερώς, ή λαθραίως της
αὐτῶν τελουμένην. Ταῦτα τοίνυν ἅπαντα ἀναθεματίζω, καὶ ἀποστρεφόμενος, καὶ ἀποτατούμενος
αὐτοῖς, συντάσσομαι τῷ Χριστῷ, καὶ πιστεύω εἰς ἕνα θεὸν Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανό.
καὶ γῆς.
OPUSCULA MORALIA.
ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ
Ἐκ παλαιᾶς ἱστορίας συλλεγεῖσα, καὶ ἀνάμνησιν δηλοῦσα τοῦ παραδόξως γενομένου θαύματα,
ἡνίκα Πέρσαι καὶ Βάρβαροι τὴν βασιλίδα ταύτην πολέμῳ περιεκύκλωσαν· οἱ καὶ ἀπώλοντο νείας
δίκης πειραθέντες· ἡ δὲ πόλις ασινής συντηρηθείσα πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, ετησίως ἱστα
είδει εὐχαριστήριον. ᾿Ακάθιστον τὴν ἡμέραν κατονομάζουσα.
UTILIS NARRATIO
veteri_collecta historia, novum miraculum in memoriam revocans ac declarans, editum,
cum Persæ ac Barbari urbem hanc regiam obsedissent: qui et perierunt, dire
ulciscente Numine, urbe interim, quam Dei Genitriz suis intercessionibus servariln
columem, votis annuis gratiarum actionis cantica exinde exsolvente, indicta rei hju
die anniversaria, τῆς ᾿Ακαθίστου nomine.
(COMBEFIS. Auctar. II, 805.)
Administrante Heraclio rem Romanam, Cosroes
Persarum rex, Barbarorum exercitum suum cum
gravi misit virtute, ut orientales omnes Romani
imperii provincias excurreret, haud aliter ac fulgur
quoddam omnia incendentem, absumentem ac
destruentem. Hic, secure admodum atque libero
Orientem depopulatus, ac obviis quibusque Romanis, weinine prohibente, ejusve late procedentem
impetum retardante, internecioni datis: Quippe
cum Romane vires valde dejecto essent, ejus qui
Grati animi multam significationem habet
illius sacræ diei observantia, cujus totam noctem in
sacris vigiliis orantes agunt, ingentia illa beneficia
recolendo, quæ hic perstringuntur. Videri potest
Ἐν τοῖς χρόνοις Ηρακλείου τοῦ τῶν Ῥωμαίο
βασιλέως, Κοσρόης ὁ τῶν Περσῶν ἀρχὴν ἔχων, ἐν
έστειλε βάρβαρον αὐτοῦ στρατηγὸν μετὰ δυνάμεις
βαρείας, πᾶσαν τὴν ὑπὸ Ῥωμαίους έφαν καταίρο
μεῖν, δίκην σκηπτοῦ τινὸς ἐμπιπρῶντα καὶ 138
καίοντα καὶ ἀφανίζοντα. Οὗτος κατὰ πολλές π
τὴν ἑίαν λεηλατῶν, καὶ ὀλοθρεύων τοὺς παρατη
χάνοντας αὐτῷ Ῥωμαίους, οὐδενὸς κωλύοντος, ἡ πρ
ἐπὶ πολὺ φορὰν αὐτοῦ ἀνακόπτοντος (ἅτε τῶν
μαϊκῶν δυνάμεων μάλιστα τεταπεινωμένων,
S. Nicephorus, qui videtur accuratius prose
res illius temporis. Quæ damus paucis differunt d
e habent Synaxaria, excepto tantuni Eiba
iis que
Распознавание текста
Moral Minor Works: On the Feast of the AkathistOpuscula Moralia - De festo τησ Αχαθιστου
col. 1335–1336page 156 of 200
Formula abjurationis Athinganorum
PG 106:1335ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ ρυτάτῃ καὶ θηριώδει ὠμότητα τοῦ τηνικαῦτα τὴν Ρωμαίων διέποντος ἀρχὴν, τοῦ τυράννου Φωκά τοῦ στρατιώτου), φθάσας εἰς Χαλκηδόνα, τίθεται λοιπὸν ἐπ' αὐτῆς χάρακα, καὶ πάντα τὰ πρὸς πολιορκίαν ταύτης τῆς μεγαλοπόλεως ἐξευτρεπίζει· τοῦτο γὰρ αὐτῷ καὶ βεβούλευτο, καὶ τρόπῳ παντὶ ἐσπουδάζετο. Ταῦτα ὁρῶν ὁ Ἡράκλειος, μετὰ τὸν τυραννήσαντα Φωκᾶν ἄρτι τῆς βασιλείας έπειλημμένος, σφόδρα περιαλγής και κατώδυνος γεγονώς, λιπὼν τὰ βασί λεια, διὰ τοῦ Εὐξείνου πόντου, συναγαγὼν τὰς ἔτι περιούσας τῶν στρατευμάτων δυνάμεις, ἀθρόως οὐδὲν προμαθόντων τῶν ἐν Περσίδι, τῇ χώρᾳ προσ βάλλει. Γνοὺς δὲ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ βασιλέως ὁ Σκύθης Χαγάνος, εὐθὺς εἴχετο ἔργου· καὶ τὴν μὲν θάλασσαν, πλοίων ἐπλήρου τῶν παρ' αὐτοῖς, ἃ διὰ τὸ ἐξ ἑνὸς ἐπιμήκους σχεδιάζεσθαι ξύλου, μονόξυλα βαρβάρω φωνῇ προσαγορεύονται, τὴν δὲ γῆν, ἱππέων τι καὶ πεζῶν. Ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλίδα λαός, ὑπὸ Σεργίου τοῦ τὴν πατριαρχείαν ἔχοντος τότε, πολλά παρεκαλεῖτο, καὶ πρὸς τὸ μὴ πίπτειν ἐδιδάσκετο, θαλ γεῖτε, τέκνα, λέγοντος· καὶ μόνον εἰς Θεὸν τὰς ἐλπίδας ἡμῶν τῆς σωτηρίας ἀναθώμεθα, καὶ πρὸς αὐτὸν χεῖρας, καὶ ὄμματα ἐξ ὅλης ψυχῆς αἴρωμεν, καὶ αὐτὸς τὰ περιστοιχίσαντα ἡμᾶς κακὰ λύσει, καὶ πάντα τὰ καθ' ἡμῶν διασκεδάσει τῶν βαρβάρων βουλεύματα. Τούτοις θαρ ρήσας τοῦ Σεργίου τοῖς λόγοις ὁ ἐν τῇ πόλει λαός, ἔμενον πάντες τῇ πίστει νευρούμενοι, τῇ εἰς τὴν ἄχραντον Θεοτόκον, καὶ τὸν ἐξ αὐτῆς εὐδοκήσαντα διὰ φιλανθρωπίαν τεχθῆναι Χριστὸν καὶ Θεὸν ἡμῶν καὶ προσδεχόμενοι τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἰδεῖν ἐπ᾿ αὐτοὺς, ἑκαρτέρουν τῇ ἐλπίδι, οὗ μετὰ μικρὸν καὶ ἠξιώθησαν, καὶ τῆς ἐλπίδος κενοὶ οὐκ ἐξέπεσον. Ὁ δὲ παρὰ βασιλέως εἰς φυλακὴν τῆς πόλεως καταλειφθεὶς, Βῶνος όνομα, ὅσα δυνατὸν ἦν ἀντιμης χανᾶσθαι, πάντα πράττων καὶ ποιῶν, οὐκ ἠμέλει. Βούλεται γὰρ ὁ Θεὸς ἡμᾶς, μὴ ἀργοὺς καὶ ἀπρά κτους καθῆσθαι, ἀλλά τι καὶ ἐνεργεῖν, καὶ ἐπινοεῖσθαι μέν τινα καὶ ἀφ᾿ ἡμῶν, ἐπ' αὐτὸν δὲ πᾶσαν ἔχειν σωτηρίας τὴν προσδοκίαν. Οὕτω καὶ τῷ Ἰησοῦ τῷ παιδὶ Ναυή, ενέδρας ποιῆσαι κατὰ τῆς Γαί, ἐνα ετείλατο· καὶ τὸν Γεδεών κατὰ τῶν Μαδιηναίων ὑδρίαις, καὶ λαμπάσι ἐξώπλισεν. Αλλ' ὁ μὲν Βῶ νος τείχη ὠχύρου, καὶ πάντα τὰ πρὸς πολεμικὴν χρείαν ἐξήρτυε· Σέργιος δὲ ὁ ἱεράρχης, τὰς ἱερὰς εἰκόνας τῆς Θεομήτορος, αἷς μάλιστα καὶ βρέφος ὁ Σωτὴρ ἐξεικονισθεὶς, ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρὸς ἐνα εφέρετο, ταύτας λαβών, περιῄει τὰ τείχη· τῇ μὲν πόλει, ἀσφάλειαν ἐκ τούτου περιποιούμενος· τοῖς δὲ Βερδάροις καὶ πολεμίοις, πτόησιν καὶ ὄλεθρον καὶ φυγήν· & πάντα μικρὸν ὕστερον ἐπελθόντα αὐτοῖς, ἀφανισμῷ ἅπαντας δέδωκε παντελεί. Οἱ κατὰ τὴν Χαλκηδόνα στρατοπεδευσάμενο: Πέρ σαι ήρξαντο πυρπολεῖν τὰ πέριξ τῆς Χαλκηδόνος καὶ γειτνιάζοντα, καὶ τἆλλα πάντα ποιεῖν, ὅσα τοῖς πολιορκεῖν προθεμένοις ἐργάζεσθαι σύνηθες· ὡσαύ ιρ
DE FESTO ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ
ρυτάτῃ καὶ θηριώδει ὠμότητα τοῦ τηνικαῦτα τὴν imperium Romanum regebat gravissima ac ferina
Ρωμαίων διέποντος ἀρχὴν, τοῦ τυράννου Φωκά τοῦ
στρατιώτου), φθάσας εἰς Χαλκηδόνα, τίθεται λοιπὸν
ἐπ' αὐτῆς χάρακα, καὶ πάντα τὰ πρὸς πολιορκίαν
ταύτης τῆς μεγαλοπόλεως ἐξευτρεπίζει· τοῦτο γὰρ
αὐτῷ καὶ βεβούλευτο, καὶ τρόπῳ παντὶ ἐσπουδάζετο.
Ταῦτα ὁρῶν ὁ Ἡράκλειος, μετὰ τὸν τυραννήσαντα
Φωκᾶν ἄρτι τῆς βασιλείας έπειλημμένος, σφόδρα
περιαλγής και κατώδυνος γεγονώς, λιπὼν τὰ βασί
λεια, διὰ τοῦ Εὐξείνου πόντου, συναγαγὼν τὰς ἔτι
περιούσας τῶν στρατευμάτων δυνάμεις, ἀθρόως
οὐδὲν προμαθόντων τῶν ἐν Περσίδι, τῇ χώρᾳ προσβάλλει. Γνοὺς δὲ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ βασιλέως ὁ
Σκύθης Χαγάνος, εὐθὺς εἴχετο ἔργου· καὶ τὴν μὲν
θάλασσαν, πλοίων ἐπλήρου τῶν παρ' αὐτοῖς, ἃ διὰ τὸ
ἐξ ἑνὸς ἐπιμήκους σχεδιάζεσθαι ξύλου, μονόξυλα
βαρβάρω φωνῇ προσαγορεύονται, τὴν δὲ γῆν, ἱππέων
τι καὶ πεζῶν.
crulelitate, tyranni Ploce viri militaris, attrit::
Chalcedonem veniens, in ea deinceps vallum ponit,
atque opportuna omnia ad niagnam hanc obsilendam civitatem disponit: ita enim illi constitutum
erat, hocque modis omnibus studebat. Hae videns
Heraclius, qui nuper post tyrannum Phocam inperii regimen susceperat, valde anxius, gravique
dolore affectus, relicta regia, collectis Romanis
copiis, quæ superstites erant, per Pontum Euxinum, repente, cum nihil Persæ cognovissent, eorum regionem invadit. Cognita autem Chaganus
Scytha imperatoris expeditione, statim operi insistit: ac mare quidem Scythicis replet monoxylis
lintribus, sic barbara voce nuncupatis, quod ex
uno prælongo ligno, tumultuario velut opere confecta sint; terram vero equestri milite ac pedestri.
Sergius interim patriarcha, populum in urbe
regia constitutum multis hortabatur, docebatque
ut ne animis conciderent. Confidite, aiebat, filii,
inque Deum solum nostræ spem salutis referamus,
atque ad eum manus ac oculos ex toto animo levemus, ipseque mala dissolvet quæ nos circumsielerunt, ac omnia adversum nos Barbarorum dissipabil
consilia. His Sergii sermonibus animatus populus,
qui erat in urbe, manserunt omnes, fide in intemeratam Deiparamı roborati, atque in eum, qui ex
ipsa per clementiam nasci voluit, Christum Deum
Ὁ δὲ κατὰ τὴν βασιλίδα λαός, ὑπὸ Σεργίου τοῦ
τὴν πατριαρχείαν ἔχοντος τότε, πολλά παρεκα
λεῖτο, καὶ πρὸς τὸ μὴ πίπτειν ἐδιδάσκετο, θαλ
γεῖτε, τέκνα, λέγοντος· καὶ μόνον εἰς Θεὸν τὰς
ἐλπίδας ἡμῶν τῆς σωτηρίας ἀναθώμεθα, καὶ
πρὸς αὐτὸν χεῖρας, καὶ ὄμματα ἐξ ὅλης ψυχῆς
αἴρωμεν, καὶ αὐτὸς τὰ περιστοιχίσαντα ἡμᾶς
κακὰ λύσει, καὶ πάντα τὰ καθ' ἡμῶν διασκε
δάσει τῶν βαρβάρων βουλεύματα. Τούτοις θαρ
ρήσας τοῦ Σεργίου τοῖς λόγοις ὁ ἐν τῇ πόλει λαός,
ἔμενον πάντες τῇ πίστει νευρούμενοι, τῇ εἰς τὴν
ἄχραντον Θεοτόκον, καὶ τὸν ἐξ αὐτῆς εὐδοκήσαντα nostrum, perseverabantque forti animo, exspe
διὰ φιλανθρωπίαν τεχθῆναι Χριστὸν καὶ Θεὸν ἡμῶν·
καὶ προσδεχόμενοι τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἰδεῖν ἐπ᾿ αὐτοὺς,
ἑκαρτέρουν τῇ ἐλπίδι, οὗ μετὰ μικρὸν καὶ ἠξιώθησαν, καὶ τῆς ἐλπίδος κενοὶ οὐκ ἐξέπεσον.
Ὁ δὲ παρὰ βασιλέως εἰς φυλακὴν τῆς πόλεως
καταλειφθεὶς, Βῶνος όνομα, ὅσα δυνατὸν ἦν ἀντιμης
χανᾶσθαι, πάντα πράττων καὶ ποιῶν, οὐκ ἠμέλει.
Βούλεται γὰρ ὁ Θεὸς ἡμᾶς, μὴ ἀργοὺς καὶ ἀπρά
κτους καθῆσθαι, ἀλλά τι καὶ ἐνεργεῖν, καὶ ἐπινοεῖ
σθαι μέν τινα καὶ ἀφ᾿ ἡμῶν, ἐπ' αὐτὸν δὲ πᾶσαν
ἔχειν σωτηρίας τὴν προσδοκίαν. Οὕτω καὶ τῷ Ἰησοῦ
τῷ παιδὶ Ναυή, ενέδρας ποιῆσαι κατὰ τῆς Γαί, ἐνα
ετείλατο· καὶ τὸν Γεδεών κατὰ τῶν Μαδιηναίων
ὑδρίαις, καὶ λαμπάσι ἐξώπλισεν. Αλλ' ὁ μὲν Βῶ
νος τείχη ὠχύρου, καὶ πάντα τὰ πρὸς πολεμικὴν
χρείαν ἐξήρτυε· Σέργιος δὲ ὁ ἱεράρχης, τὰς ἱερὰς
εἰκόνας τῆς Θεομήτορος, αἷς μάλιστα καὶ βρέφος ὁ
Σωτὴρ ἐξεικονισθεὶς, ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρὸς ἐνα
εφέρετο, ταύτας λαβών, περιῄει τὰ τείχη· τῇ μὲν
πόλει, ἀσφάλειαν ἐκ τούτου περιποιούμενος· τοῖς δὲ
Βερδάροις καὶ πολεμίοις, πτόησιν καὶ ὄλεθρον καὶ
φυγήν· & πάντα μικρὸν ὕστερον ἐπελθόντα αὐτοῖς,
ἀφανισμῷ ἅπαντας δέδωκε παντελεί.
Οἱ κατὰ τὴν Χαλκηδόνα στρατοπεδευσάμενο: Πέρ
σαι ήρξαντο πυρπολεῖν τὰ πέριξ τῆς Χαλκηδόνος
καὶ γειτνιάζοντα, καὶ τἆλλα πάντα ποιεῖν, ὅσα τοῖς
πολιορκεῖν προθεμένοις ἐργάζεσθαι σύνηθες· ὡσαύ
* Jesue is 1. • Judic.
ιρ
ctantes videre misericordiam ejus super ipsos,
quam brevi post consequi meruerunt, nec vacui a
sua spe exciderunt.
Is autem qui ad urbis custodiam ab imperatore
relictus fuerat, Bonus nomine, nihil non adversus
Barbarorum machinamenta sedulo moliebatur,
quantæ vires erant. Vult enim Deus, ut ne inertes
ac otiosi desideamus; sed ut etiam aliquid operæ
conferamus; et ut quædam quidem a nobis ipsi
inveniamus, ac spem tamen omnem salutis in ipso
habeamus. Sic etiam jussit Jesu filio Nave ut insidias poneret adversus Gai ', Gedeonemque hydriis
ac lampadibus adversus Madianitas instruxit º.
Gæterum Bonus quidem muniebat muros, omniaque bello opportuna parabat: at Sergius pontifex,
sacras Dei Genitricis imagines, quibus maxime
infans quoque Salvator in ulnis Matris repræsentabatur, assumens, muros circuibat, ea supplicatione, cum urbi tutamen concilians, tum Barbaris
ac hostibus consternationem, interitum ac fugam;
quæ brevi eis illata, omnimodo exterminio tradiderunt.
Quoniam vero Persæ ad Chalcedouis muros castra metati, omnia in circuitu ac vicina Chalcedoni,
cœperant igni vastare, omniaque alia iis consueta
facere, quibus constitutum est ut urbem aliquam
Распознавание текста
col. 1337–1338page 157 of 200
PG 106:1337τως δὲ καὶ οἱ Σκύθαι καὶ Βάρβαροι, τὰ παραπλήσια τοῖς Πέρσαις ποιοῦντες ἐφαίνοντο· λαβὼν πάλιν ὁ πατριάρχης τὸν ἀχειροποίητον τύπον τοῦ Κυρίου, καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν τῆς παναγίου τιμίαν ἐσθῆτα· ἔτι τε τὰ ζωοποιὰ ξύλα, διὰ τῶν τειχῶν περιήρχετο· καὶ μετὰ δακρύων τό, Εξεγέρθητι, Κύριε, έλεγεν προσευχόμενος, καὶ δια σκορπισθήσονται οἱ ἐχθροί σου· καὶ ἐκλείψουσιν ὡς καπνός, καὶ τακήσονται ὡς πρὸς ἀπὸ προσ ώσπου πυρός. Ούπω τρεῖς ἡμέραι διῆλθον τῆς γενομένης πυρπολήσεως, καὶ προσέβαλε πανστρατιᾷ τῇ πόλει ὁ τῶν Σκυθῶν ἀρχηγός· τοσαύτη δὲ ἦν ἡ φάλαγξ τῶν πολεμίων, εἰς τε πλῆθος ἀναρίθμητον συντεταμένη, καὶ ὅπλων περιβολαίς κατησφαλισμένος, ὡς, ἵνα τὸ πᾶν ἐξ ὀλίγου δηλώσω, δέκα Σκύθας πρὸς ἕνα Ῥω μαῖον συῤῥήγνυσθαι· ἀλλ᾽ ὅμως ἡ ἀρχιστράτηγος καὶ προπολεμοῦσα τῶν Χριστιανῶν ἄχραντος Δ. σποινα, ἡ ταχίστη τῶν ἐπικαλουμένων ἐπίκουρος, διὰ τῶν λαχόντων στρατιωτών, κατὰ τὸν θεῖον αὐτῇ; ναὸν τὸν ἐν τῇ Πηγή, πολλούς τῶν ἐκστρατευτι μένων Σκυθῶν ἀνελοῦσα, οὐ μόνον τοῦ Σκυθάρχου τὸ θράσος κατέβαλε τῷ τοιούτῳ στρατηγήματι, ἀλλὰ καὶ τῆς μελλούσης συμβαίνειν αὐτοῖς παντελούς ἀπωλείας, ὀλίγῳ ὕστερον, οἷον ἀρραβῶνά τινα τ γεγονὸς ἔχειν αὐτὸν, τέως ἐποίησε. Ἐκ τούτου γάρ μέγα φρονήσαντες οἱ Ρωμαῖοι, καὶ θάρσους ἐπι πλησθέντες πολλοῦ, συμπλοκάς καθ' εκάστην σχείν ἐποιοῦντο πρὸς αὐτούς· ἔχοντες ὑπερμαχούσαν μὲν, τὴν τοῦ Θεοῦ Μητέρα, καὶ ῥωμαλεωτέρους ἀποδει ἀχειροποίητον τῆς ἀκαθίστου
1°33
OPUSCULA MORALIA INCERT.E ÆTATIS.
expugnent; ac similiter Scytha ac Barbari, eadem & τως δὲ καὶ οἱ Σκύθαι καὶ Βάρβαροι, τὰ παραπλήσια
et ipsi atque Persa facere videbantur; accipiens
iterum patriarcha, Domini ac Salvatoris nostri
Jesu Christi imaginem non manufactam ac vestem pretiosam sacratissimæ Mariæ; ad hæc vero,
etiam vivifica ligna, urbis muros circuibat, ac cum
lacrymis, orabat dicens: Exsurge, Domine, et dissipabuntur inimici tui: et sicut fumus deficient, et
fluent sicut cera a facie ignis *.
τοῖς Πέρσαις ποιοῦντες ἐφαίνοντο· λαβὼν πάλιν ὁ
πατριάρχης τὸν ἀχειροποίητον τύπον τοῦ Κυρίου,
καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν τῆς
παναγίου τιμίαν ἐσθῆτα· ἔτι τε τὰ ζωοποιὰ ξύλα,
διὰ τῶν τειχῶν περιήρχετο· καὶ μετὰ δακρύων τό,
Εξεγέρθητι, Κύριε, έλεγεν προσευχόμενος, καὶ δια
σκορπισθήσονται οἱ ἐχθροί σου· καὶ ἐκλείψουσιν
ὡς καπνός, καὶ τακήσονται ὡς πρὸς ἀπὸ προσ
ώσπου πυρός.
Ούπω τρεῖς ἡμέραι διῆλθον τῆς γενομένης πυρ
πολήσεως, καὶ προσέβαλε πανστρατιᾷ τῇ πόλει ὁ
τῶν Σκυθῶν ἀρχηγός· τοσαύτη δὲ ἦν ἡ φάλαγξ τῶν
πολεμίων, εἰς τε πλῆθος ἀναρίθμητον συντεταμένη,
καὶ ὅπλων περιβολαίς κατησφαλισμένος, ὡς, ἵνα τὸ
πᾶν ἐξ ὀλίγου δηλώσω, δέκα Σκύθας πρὸς ἕνα Ῥω
μαῖον συῤῥήγνυσθαι· ἀλλ᾽ ὅμως ἡ ἀρχιστράτηγος
καὶ προπολεμοῦσα τῶν Χριστιανῶν ἄχραντος Δ.
σποινα, ἡ ταχίστη τῶν ἐπικαλουμένων ἐπίκουρος,
διὰ τῶν λαχόντων στρατιωτών, κατὰ τὸν θεῖον αὐτῇ;
ναὸν τὸν ἐν τῇ Πηγή, πολλούς τῶν ἐκστρατευτι
μένων Σκυθῶν ἀνελοῦσα, οὐ μόνον τοῦ Σκυθάρχου
τὸ θράσος κατέβαλε τῷ τοιούτῳ στρατηγήματι, ἀλλὰ
καὶ τῆς μελλούσης συμβαίνειν αὐτοῖς παντελούς
ἀπωλείας, ὀλίγῳ ὕστερον, οἷον ἀρραβῶνά τινα τ
γεγονὸς ἔχειν αὐτὸν, τέως ἐποίησε. Ἐκ τούτου γάρ
μέγα φρονήσαντες οἱ Ρωμαῖοι, καὶ θάρσους ἐπι
πλησθέντες πολλοῦ, συμπλοκάς καθ' εκάστην σχείν
ἐποιοῦντο πρὸς αὐτούς· ἔχοντες ὑπερμαχούσαν μὲν,
Vixdum tertins dies ab ea populatione transierat,
cum Scytharum dux, exercitum omnem urbi admovet. Tantæ porro erant hostium copiæ, cum et
numero pene innumerabili, tum etiam armorum
munitionibus apprime instructo milite; ut, quo
rem universam ex paucis declarem, decem Scythæ
cum uno Romano conflicturi essent. Nihilominus
tamen Christianorum exercitus præses ipsa ac
propugnatrix intemerata Deipara; illa, eorum qui
invocant, celerrima adjutrix, plures excurrentium
Scytharum ad divinum ipsius templum quod in
Fonte vocant per levioris armaturæ milites,
urcans, nedum eo stratagemate Scytharum ducis
audaciam repressit, sed et ut etiam quod acciderat, velut arrhabonem ac præludium futuri postmodum omnimodi eorum interitus haberet, interim
effecit. Exinde enim Romani animos assumentes,
multaque fiducia aucti, manus in dies cum hoste
conserebant; pugnante pro eis ac auxiliante Deipara, robustioresque efficiente; confundente au- c τὴν τοῦ Θεοῦ Μητέρα, καὶ ῥωμαλεωτέρους ἀποδει
Psal. LXVII, 1 seqq.
Existimat Gretserus, c. 15, De imaginibus
non manufactis, non fuisse bane Salvatoris imaginem, quam Sergius circumgestaret, archetypam
ἀχειροποίητον Heraclio in expeditione Persarum
habente ejusmodi imaginem archetypam, illam
nimirum Camulianensem, quæ sola non manufacta
tunc temporis erat in urbe regia. Verum ut demus
unam duntaxat fuisse ejusmodi imaginem, nihil
est, quo probet unam potius quam alteram fuisse
archetypam: ac sit conjectura, potius vere archetypam relictam urbi præsidio, ubi et ipsa tutior videreinr. Vel certe, ut ex monumentis" loquamur, dato
asportasse Heraclium imaginem non manufactam archetypam, sibi et exercitui futuram præsidio, relicta
sit Sergio ei similis, divinitusque expressa ex illa sub
Tiberio imperatore, cum mulier quædam patricia in
ægritudine impetrasset deferri in domum suam ad aliquot dies, non manufactam primam imaginem;
qua de re Menæa: ubi etiam legimus Sergium accepisse sic expressam imaginem a cœnobio cui
patricia legaverat, ac retinuisse, donec divinis terjoribus coactus est restituere. Quod subditur de
lignis vivificis, oportet intelligi de portione aliqua
ligni crucis, quales ab ca Hierosolymis avellebantur, ontequam a Persis tolleretur, non de cruce ipsa, quam Heraclius nondum receperat ex Perside.
Deipare vestis videtur e Blachernis sublata sub
hos timores, eo modo quo narrat auctor tractatus
in ejus depositionem, quando etiam intercesserunt
illa pacis colloqui», quæ idem auctor indicat, de
quibus illic ex Zon. Erat illa circumgestatio humili
pietate cum satisfactio pro injuriosa tractatione,
tum supplicatio pro auxilio.
Effusior est Nicephorus in landando hor
templo, lib. xv, c. 25, quod ait a Leone Magno
stadio ab urbe, ad alteram partem urbis, að auream
ejus portam, ceu alterum a Blachernarum templo
urbis propugnaculum, regia magnificentia exstruclum. Illic ergo Constantinopolitani habentes prasidium, felicius velitando Dei Genitricis auxilio,
vincere didicerunt. Ut autem magnum ad victoriam
ac liberationem civitatis, præcipuumque momentum
divina protectio Mariæ intercessionibus contulerit,
ac ita merito Græci agnoverint, recolentes beneficium annua hac celebritate τῆς ἀκαθίστου· band 13men videtur res confecta iis prodigiis, quæ ponunt
aliqui, ac aliis mediis quam humanis, ac fis proximis, ut ex S. Nicephoro ac Zonar., solidiori veritate
scribentibus, potest colligi: quamobrem segmentum
puto quod Cedrenus narrat, et ex eo Baronius
ann. 625 de muliere visa egredi e Blachernanım
porta, quam Barbari putaverint uxorem Heraclii,
ad ipsum egredientem, etc., qua disparente in
mutuas cædes sint conversi, etc., atque utinamı
unus Cedrenus ita fidem elevasset veræ historiæ,
nec tam multi imitati essent velut etiam qui por.
tento liberationis Caroli 2 et Barcinonensi carcere
regis Aragonum, Sanmaxianensibus nostris pignori
bus offecere plurimum; non (quod forte putabant, siquidem inepta pietas, eoque non pietas hæc parturiit) momentum ad fidem contulere. Prudens itaqus
Heraclius, urbe discedens ad expeditionem, non
destituit forti milite, in quo licet pauco, eam Deus
Barbarorum nubem ab ea suaviter dispulit, excepta
tempestate, qua plures absorptos, ac fere corum
periisse reliquias, auctorum est consensio.
Распознавание текста
col. 1339–1340page 158 of 200
PG 106:1339ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ. κνύουσαν· τὰ δὲ τῶν Σκυθῶν συγχέουσαν μηχανή. ματα, καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν σφάλλουσαν, καὶ τὴν ἐμπειρίαν τὴν ἐν πολέμοις. Ἐπὶ τούτοις, κοινῇ γνώμῃ τοῦ πατριάρχου καὶ τοῦ λαοῦ, πέμπονταί τινες ἐκ τῆς πόλεως μετὰ δώ ρων, εἰρηνικά τε λαλῆσαι τοῖς Σκύθαις, καὶ πρὸς εἰρήνην αὐτοὺς ἐκκαλέσασθαι. Αλλ' ὁ θὴρ μᾶλλον ἢ ἄνθρωπος οὐ μόνον οὐ δέχεται τὴν εἰρηνικην πρόσο κλησιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιφερόμενα δώρα λαβών, ἀπράκτους ἀποπέμπει, τοῦτο μόνον αὐτοῖς ἐπει πών· Μὴ ἀπατᾶσθε ἐπὶ τῷ Θεῷ, ᾧ πιστεύετε πάντως γὰρ αύριον τὴν πόλιν ὑμῶν λήψομαι, καὶ ταύτην ἔρημον θήσω· χάριν δὲ συμπαθείας, ἀδείας δίδωμι γυμνούς ἐξελθόντας, ὅπου βού λεσθε ἀπελθεῖν. Τὸ λοιπὸν, πορεύεσθε, ἕτερον φιλάνθρωπον παρ' ἐμοῦ μηδὲν ἀναμένοντες. Ταῦτα παρὰ τῶν πεμφθέντων ἀκούσαντες, στενάξαντες ἀπὸ μέσης καρδίας, εἰς οὐρανοὺς τὰς χεῖο σας ἀνέτειναν, καὶ δάκρυσι πολλοῖς ἐπικλυζόμενοι, Υπερασπιστά, ἔλεγον, Κύριε, ὁ πᾶσι τοῖς ὑπερ ηφάνοις ἀντιτασσόμενος, οὗ τὸ κράτος ἀνε!κα στον καὶ ἡ δεσποτεία ακατάλυτος, άκουσον τοὺς λόγους τοῦ Βαρβάρου οὓς ἀπέστειλεν ὀνει είζων σε τὸν πάντων δεσπόζοντα, καὶ ῥῦσαι πόλιν κληρονομίας σου, καὶ λαὸν σῷ κεκλημένον ὀνόματι μή ποτε είπωσι· Ποῦ ἔστιν ὁ Θεός αὐτῶν; ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὁ λαός· Θεὸς δὲ, την Περ σῶν πρὸς τὸν Χαγάνον διάβασιν ἣν ἐμελέτησαν, ἀπεκώλυσε· πατάξας οὐκ ὀλίγους, ὧν πρὸς ἀλλή τους ἀπέστελλον. Δύο δὲ καὶ τρεῖς ἐφεξῆς ἡμέρας ( ἀκροβολισμοῖς καὶ τοπικοῖς ἐφόδοις τοῦ πολεμεῖν οὐκ ἐπαύσαντο. Εργον δὲ ἦν ἐκ μελέτης ἑτοιμαζόμενον τῷ κυνί, κατὰ μὲν γῆν, μηχανὰς τειχομαχι κές παραστῆσαι καὶ ἐλεπόλει;· κατὰ θάλασσαν δὲ, τὰ παρὰ Σκύθαις ἐξαρτᾶσαι μονόξυλα ὑπὲρ ἀριθμὸν ὑπάρχοντα. Ὥστε καθ' ἕνα καιρὸν καὶ μίαν ἡμέραν, κροτῆσαι κατὰ τῆς πόλεως πόλεμον, ἐκ γῆς ὁμοῦ καὶ θαλάττης. Ἐν ὅσῳ δὲ τὸν τοιοῦτον ἐξήρτυε πόλεμον, λαβών ὅσον εἶχεν ἐν ἱππεῦσιν ἐπίλεκτον, ἐν τοῖς ἀναπλεο μένοις τοῦ πόντου γέγονε μέρεσι, τῷ Περσικῷ στρατῷ ἐπιδεικνύμενος· κἀκεῖνος δὲ τὰ ὅμοια ἔπραττε· μᾶλλον δὲ, ὁ μὲν ἐξ ᾿Ασίας, ὁ δὲ ἐξ Εὐ ρώπης, καθάπερ θῆρες ἄγριοι ωρύοντο κατὰ τῆς πόλεως, ἔτοιμον ταύτην ἔχειν νομίζοντες θήραμα. Αλλά τις λαλήσει τοῦ Θεοῦ τὰ τότε θαυμάσια; τίς δὲ τῆς Παρθένου τὴν εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίαν διηγήσασθαι ἐξισχύσει; ὡς γὰρ ἡ Χαγάνος τοὺς τοῦ Κερα της κόλπους επλήρωσε μονοξύλων, καὶ τοῖς ἑαυτοῦ ὁπλίταις ἐπειρᾶτο, διὰ μὲν τῶν πολεμούντων εἰς γῆν, τὰ τείχη καταβαλεῖν τῆς πόλεως· διὰ δὲ τῶν ναυ μαχούντων ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Κέρατος, εὐχερῆ τὴν
DE FESTO ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ.
κνύουσαν· τὰ δὲ τῶν Σκυθῶν συγχέουσαν μηχανή. tem Scytharum machinamenta, eorumque virtutemn
ματα, καὶ τὴν δύναμιν αὐτῶν σφάλλουσαν, καὶ τὴν ac peritiam bellicam deludente.
ἐμπειρίαν τὴν ἐν πολέμοις.
Ἐπὶ τούτοις, κοινῇ γνώμῃ τοῦ πατριάρχου καὶ
τοῦ λαοῦ, πέμπονταί τινες ἐκ τῆς πόλεως μετὰ δώ
ρων, εἰρηνικά τε λαλῆσαι τοῖς Σκύθαις, καὶ πρὸς
εἰρήνην αὐτοὺς ἐκκαλέσασθαι. Αλλ' ὁ θὴρ μᾶλλον ἢ
ἄνθρωπος οὐ μόνον οὐ δέχεται τὴν εἰρηνικην πρόσο
κλησιν, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπιφερόμενα δώρα λαβών,
ἀπράκτους ἀποπέμπει, τοῦτο μόνον αὐτοῖς ἐπει·
πών· Μὴ ἀπατᾶσθε ἐπὶ τῷ Θεῷ, ᾧ πιστεύετε
πάντως γὰρ αύριον τὴν πόλιν ὑμῶν λήψομαι,
καὶ ταύτην ἔρημον θήσω· χάριν δὲ συμπαθείας,
ἀδείας δίδωμι γυμνούς ἐξελθόντας, ὅπου βού
λεσθε ἀπελθεῖν. Τὸ λοιπὸν, πορεύεσθε, ἕτερον
φιλάνθρωπον παρ' ἐμοῦ μηδὲν ἀναμένοντες.
Ταῦτα παρὰ τῶν πεμφθέντων ἀκούσαντες, στενάξαντες ἀπὸ μέσης καρδίας, εἰς οὐρανοὺς τὰς χεῖο
σας ἀνέτειναν, καὶ δάκρυσι πολλοῖς ἐπικλυζόμενοι,
Υπερασπιστά, ἔλεγον, Κύριε, ὁ πᾶσι τοῖς ὑπερηφάνοις ἀντιτασσόμενος, οὗ τὸ κράτος ἀνε!κα
στον καὶ ἡ δεσποτεία ακατάλυτος, άκουσον
τοὺς λόγους τοῦ Βαρβάρου οὓς ἀπέστειλεν ὀνει·
είζων σε τὸν πάντων δεσπόζοντα, καὶ ῥῦσαι
πόλιν κληρονομίας σου, καὶ λαὸν σῷ κεκλημέ
νον ὀνόματι μή ποτε είπωσι· Ποῦ ἔστιν ὁ Θεός
αὐτῶν; ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὁ λαός· Θεὸς δὲ, την Περσῶν πρὸς τὸν Χαγάνον διάβασιν ἣν ἐμελέτησαν,
ἀπεκώλυσε· πατάξας οὐκ ὀλίγους, ὧν πρὸς ἀλλή
τους ἀπέστελλον. Δύο δὲ καὶ τρεῖς ἐφεξῆς ἡμέρας (
ἀκροβολισμοῖς καὶ τοπικοῖς ἐφόδοις τοῦ πολεμεῖν
οὐκ ἐπαύσαντο. Εργον δὲ ἦν ἐκ μελέτης ετοιμαζό
μενον τῷ κυνί, κατὰ μὲν γῆν, μηχανὰς τειχομαχι
κές παραστῆσαι καὶ ἐλεπόλει;· κατὰ θάλασσαν δὲ,
τὰ παρὰ Σκύθαις ἐξαρτᾶσαι μονόξυλα ὑπὲρ ἀριθμὸν
ὑπάρχοντα. Ὥστε καθ' ἕνα καιρὸν καὶ μίαν ἡμέραν,
κροτῆσαι κατὰ τῆς πόλεως πόλεμον, ἐκ γῆς ὁμοῦ καὶ
θαλάττης.
Ἐν ὅσῳ δὲ τὸν τοιοῦτον ἐξήρτυε πόλεμον, λαβών
ὅσον εἶχεν ἐν ἱππεῦσιν ἐπίλεκτον, ἐν τοῖς ἀναπλεομένοις τοῦ πόντου γέγονε μέρεσι, τῷ Περσικῷ
στρατῷ ἐπιδεικνύμενος· κἀκεῖνος δὲ τὰ ὅμοια
ἔπραττε· μᾶλλον δὲ, ὁ μὲν ἐξ ᾿Ασίας, ὁ δὲ ἐξ Εὐρώπης, καθάπερ θῆρες ἄγριοι ωρύοντο κατὰ τῆς
πόλεως, ἔτοιμον ταύτην ἔχειν νομίζοντες θήραμα.
Αλλά τις λαλήσει τοῦ Θεοῦ τὰ τότε θαυμάσια; τίς δὲ
τῆς Παρθένου τὴν εἰς ἡμᾶς εὐσπλαγχνίαν διηγήσασθαι ἐξισχύσει; ὡς γὰρ ἡ Χαγάνος τοὺς τοῦ Κερα
της κόλπους επλήρωσε μονοξύλων, καὶ τοῖς ἑαυτοῦ
ὁπλίταις ἐπειρᾶτο, διὰ μὲν τῶν πολεμούντων εἰς γῆν,
τὰ τείχη καταβαλεῖν τῆς πόλεως· διὰ δὲ τῶν ναυμαχούντων ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Κέρατος, εὐχερῆ τὴν
Intercipiente ac excurrente Romano fortissimo milite, ut ex Zonara colligi potest. Etiaın
S. Nicephorus maximam Sclavorum stragem faclam narrat, ubi hostium stratagema detectum fuisst, immittente Bono patricio in incautos, ac veint
suis subsidio venientes, ut erat conventum ad signum sublati ignis e Blachernarum munitione, me-
His ita habentibus, communi Patriarchæ populi -
que consilio, destinantur quidam ex urbe cum
muneribus, qui et pacifce Scythas alloquerentur,
eosque ad pacis fœdera provocarent. Enimvero,
non tam homo ille quam bellua, nedum pacis
illa monita non suscepit, verum etiam acceptis
muneribus, quæ inferebantur, re infecta legatos
remisit, bæc ad eos tantum adjiciens: Ne decipiamini in Deo, cui creditis: prorsus enim in crastinum vestram capiam ac desolabo civitatem. Quadım
nihilominus pietate, liberum facio ut nudi exeuntes,
quo vultis, abeatis. Cæterum abite, nihil a me ampltoris exspectaturi clementiæ.
His cives auditis, ex iis qui legatione functi
essent, gementes ex imo pectore, manus in cœlum
tetenderunt; imbreque lacrymarum offusi: Protector, inquiebant, Domine, qui universis superbis
resistis; cujus est incomparabilis potentia, et dominatio insolubilis; audi verba Barbari illius, quæ
misit improperans tibi omnium Domino, et libera
urbem hæreditatis tuæ, ac populum, qui a te nomen
habet; nequando dicant, ubi est Deus eorum? Ac
quidem haec populus: Deus antem, Persarum ad
Chaganum transitum prohibuit, quem melitabantur, multis eorum cæsis quos subsidio mittebant. Porro non cessarunt, biduo toto seu tri luo,
velitationibus, ac paucorum per loca certaminibus
pugnare. Hoc autem canis ille consilio moliebatur,
ut terra quidam machinas admoveret diruendis
muris, ac urbi expugnaulae; niari autem, Scyllarum aptaret lembos, quos habebat innumerabiles,
ut uno tempore ac eadem hora, te ra simul ac
mari, pugna civitati ingrueret.
Tanto igitur instructo belli apparatu, accipiens
quidquid equitum lectius erat, venit ad partes Ponti,
quibus navigabatur, seque ipsum Persarum exercitui ostendit; illeque vicissim eadem facit: seu
potius, alter quidem ex Asia, ex Europa alter, uti
feræ bestiæ rugiunt adversus civitatem, promptam
sibi prædam sperantes fore. Verum quis loquetur
Dei tunc exhibita mirabilia? Quis vero Virginis in
nos impensiorem clementiam ac misericordiam possit enarrare? Nam ubi Chaganus sinus Cornu lintribus, ac milite implevisset, ita moliens, ut per
eos quidem qui terra pugnabant, muros civitatis dejiceret; per eos autem qui in sinibus Cornu navalemn pugnam erant inituri, facile in urbem invaderet
dio ipso itinere expeditissimam Romanam classem;
quam hostium cladem ista forte indicent, postquam secuta sit illa hostium irruptio ad muros hie
narrata, quam Romani immensa cæde eorum depulerint, depugnante pro cis mari interim immissa
tempestate in hostium classem, Deipara Virgine.
Распознавание текста
col. 1341–1342page 159 of 200
PG 106:1341κατ' αὐτῆς ἔχειν ἐπίβασιν· πάντοθεν αὐτοῦ, ὁ θεὸς καὶ ἡ Δέσποινα Παρθένος, απράκτους καὶ κενὸς τὰς ἐλπίδας ἀπέδειξαν. Τοσοῦτον γὰρ πλῆθος καθ' ἔχει στον μέρος τοῦ τείχους τὸ Ῥωμαϊκόν στράτευμα, τῶν πολεμίων ἀνεῖλεν, ὡς μηκέτι τοὺς ζῶντας δύο νασθαι κατακαίειν τοὺς θνήσκοντας. Καὶ τοῦτο μὲν γέγονε διὰ τῶν ἀπὸ γῆς πολεμούντων. Τῶν δὲ ἀπὸ τῆς θαλάσσης προσιόντων πολεμίων, αύτανδρα τὰ μονόξυλα, πρὸ τοῦ ἐν Βλαχέρναις θείου ναοῦ, ἡ θεο τόκος καὶ Δέσποινα ἐβύθισεν, ἀθρόως ἐξαίσιον καὶ βίαιον καταιγίδα κατ' αὐτῶν ἐγείρασα πνεύματος. Ως γὰρ πλησίον ἐγένοντο τοῦ θείου ταύτης οίκω, σφόδρα ὑψωθεῖσα ἡ θάλασσα, καὶ διαιρεθεῖσα θείῳ πνεύματι εἰς διαιρέσεις, πάντας άρδην κατεπόντισε καὶ κατέδυσεν αὐτοῖς μονοξύλοις. Καὶ ἦν ἰδεῖν την καῦτα μέγιστον καὶ ἄφραστον τεράστιον· ἴτα καὶ ὄρεσι κύματα ποιοῦσαν, καὶ τρόπον ἀγρίου θερά ἐξογκουμένην καὶ μαινομένην, καὶ τοῖς ἐχθροῖς τῆς Θεομήτορος ἀποτόμως ἐπιπηδῶσαν, καὶ ἀντλεῖς κατεσθίουσαν· ὥσπερ ποτὲ καὶ τοὺς Αἰγυπτίους πεν ποίηκε, καταδιώκοντας τὸν πάλαι Ισραήλ, τρόπῳ καινῷ πεζεύοντα δι' αὐτῆς. Οὕτω ἡ προπολεμούσα τῆς ἰδίας πόλεως ἡ Θεοτόκος καὶ προασπίζουσα, το παράδοξον ἀναιμακτὶ τρόπαιον ἔστησε τρόπῳ τοιούτῳ καὶ στρατηγήματι, τοὺς μὲν κατὰ τῆς οἰκείας κλη ρονομίας πόλεμον ἀκήρυκτον καταγαγόντας, καὶ ὅπλα ἐπ' αὐτὴν ἄραντας, ἄρδην ποντώσασα, και ἔργον θαλαττίων ρευμάτων ἀποφήνασα· τὸν δὲ τάς τῆς σωτηρίας ἐλπίδας ἐν ταύτῃ καὶ μόνη [ἴσ. ἐσχη κότα, ἡ λείπ.] σαλεύοντα κλῆρον, ἐκ τῶν προσπεσόντων δεινῶν ἀπαθῆ πάντη διαφυλάξασα. κιν, Τότε δή, τότε καὶ αὐτὸς ὁ τούτων ἔξαρχος αὐτο όπτης γενόμενος τῆς τοιαύτης ἀπωλείας τοῦ ἰδίου στο ρατεύματος, αὐτοῦ που σὺν ὁπλίταις ἱππεῦσιν ἐφ' ὑψηλοῦ τόπου ἱστάμενος, χερσὶ τὸ στῆθος καὶ τὸ πρόσωπον ἔτυπτεν· οἱ δὲ ἐντὸς τοῦ τείχους πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἀνταγωνισάμενοι, ἐπεὶ ἔμαθεν τὸν ἐν τῇ θαλάσσῃ γενόμενον Βαρβάροις ὄλεθρον, εὐθέως θείᾳ δυνάμει ρωσθέντες, καὶ τῇ τῆς Παρθένου ἰσχύλ φραξάμενοι, τὰς πύλας τῶν τειχῶν ἀνεπέτασαν, καὶ σὺν βοῇ καὶ ἀλαλαγμῷ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπεξέδρα. μον. Τοσαύτη δὲ περιέσχε χαρὰ καὶ δύναμις τὸ ἡμέτερον, τοὺς δὲ Βαρβάρους δειλία, ὡς καὶ παῖδα; καὶ γύναια κατ' ἐκείνων ὁρμήσαντας, εἰς αὐτὸ πα ραγενέσθαι τῶν ἐχθρῶν τὸ στρατόπεδον. Τότε ἦν ὁρᾷν, ένα χιλίους διώκοντα· καὶ δύο, μυριάδα; μετακινοῦντα. Τοιαύτη ή πάναγνος καὶ παρθένος τοιαύτη ἡ Θεοτόκος καὶ Δέσποινα· ἰσχὺν τοῖς ἀν ισχύροις, καὶ δύναμιν τοῖς ἀδυνάτοις, δεδώρηται. Ως δὴ ὁ ἥλιος ἔδυ, καὶ νὺξ κατέλαβε, τὰς πολιορκητικὰς μηχανάς, ὥσπερ ἐφ᾽ ἁμαξῶν ἐκόμισαν οἱ Βάρδα ροι, πάσας τῷ πυρὶ παραδεδώκασι· καὶ χάρις τῇ Θεοτόκῳ, παρασκευασαμένῃ γενέσθαι τῶν ἰδίων πόν νων καὶ μηχανῶν αὐτουργοὺς αὐτοὺς καὶ ἐμπρηστὰς. Ὁ δὲ ἱεράρχης, καὶ ὁ λοιπὸς λαὸς, τὰς χεῖρας διαπετάσαντες εἰς τὸν οὐρανὸν, σὺν δάκρυσι, χαρί
eique applicaret, undequaque Deus ac Deipara κατ' αὐτῆς ἔχειν ἐπίβασιν· πάντοθεν αὐτοῦ, ὁ θεὸς
Virgo, infectas ejus ac vacuas exspectationes fecere.
Tautam enim multitudinem bostium ab utraque
muri parte interfecit Romanus miles, ut qui erant
superstites, minime jam, defunctorum cadaveribus
concremandis, sufficerent. Et hoc quidem eorum
farinus, qui terra pugnabant. Eos autem hostium,
qui mari adoriebantur, una cum lintribus, e regione
divini Blachernarum templi Deipara Virgo, ac Domina, submersit, immanem subito ac violentam in
eos, vehementioris datus excitans tempestatem.
καὶ ἡ Δέσποινα Παρθένος, απράκτους καὶ κενὸς τὰς
ἐλπίδας ἀπέδειξαν. Τοσοῦτον γὰρ πλῆθος καθ' ἔχει
στον μέρος τοῦ τείχους τὸ Ῥωμαϊκόν στράτευμα,
τῶν πολεμίων ἀνεῖλεν, ὡς μηκέτι τοὺς ζῶντας δύο
νασθαι κατακαίειν τοὺς θνήσκοντας. Καὶ τοῦτο μὲν
γέγονε διὰ τῶν ἀπὸ γῆς πολεμούντων. Τῶν δὲ ἀπὸ
τῆς θαλάσσης προσιόντων πολεμίων, αύτανδρα τὰ
μονόξυλα, πρὸ τοῦ ἐν Βλαχέρναις θείου ναοῦ, ἡ θεο
τόκος καὶ Δέσποινα ἐβύθισεν, ἀθρόως ἐξαίσιον καὶ
βίαιον καταιγίδα κατ' αὐτῶν ἐγείρασα πνεύματος.
Cum enim propiores divinæ huic ædi accessissent, multo tumore elatum mare, fatuque a Deo
immisso divisum in divisiones, omnes funditus cum
actuariis ipsorum lembis submersit absorpsitque.
Erat hic videre maximum quoddam ac ineffabile
prodigium, ut et fuctus montium iustar attolleret,
atque in modum feræ bestiæ intumesceret, fureretque, atque in hostes Dei Genitricis præceps irrueret,
ac crudeliter devoraret; ut olim devoravit absorpsitque Egyptios persequentes antiquumn Israel,
cum ille nova quadam ratione, pedibus iter per
ipsum ageret. Sic Virgo Deipara, suæ propugnatrix civitatis atque tutrix, mirabile tropæum, invento hoc ac stratagemate, incruentam erexit; eos
quidem, qui adversus suam ipsius hæreditatem iinplacabile bellum gererent, ac arma in ipsam tulissent,omnino submergens, ac marinis ductibus agendos tradeus; ipsam autem suam surtem, quæ in ip53, eaque sola spem posuisset, luctuanten, ab
immanibus malis, quæ invasissent, penitus servans
incolumemn.
Ως γὰρ πλησίον ἐγένοντο τοῦ θείου ταύτης οίκω,
σφόδρα ὑψωθεῖσα ἡ θάλασσα, καὶ διαιρεθεῖσα θείῳ
πνεύματι εἰς διαιρέσεις, πάντας άρδην κατεπόντισε
καὶ κατέδυσεν αὐτοῖς μονοξύλοις. Καὶ ἦν ἰδεῖν την
καῦτα μέγιστον καὶ ἄφραστον τεράστιον· ἴτα καὶ
ὄρεσι κύματα ποιοῦσαν, καὶ τρόπον ἀγρίου θερά
ἐξογκουμένην καὶ μαινομένην, καὶ τοῖς ἐχθροῖς τῆς
Θεομήτορος ἀποτόμως ἐπιπηδῶσαν, καὶ ἀντλεῖς
κατεσθίουσαν· ὥσπερ ποτὲ καὶ τοὺς Αἰγυπτίους πεν
ποίηκε, καταδιώκοντας τὸν πάλαι Ισραήλ, τρόπῳ
καινῷ πεζεύοντα δι' αὐτῆς. Οὕτω ἡ προπολεμούσα
τῆς ἰδίας πόλεως ἡ Θεοτόκος καὶ προασπίζουσα, το
παράδοξον ἀναιμακτὶ τρόπαιον ἔστησε τρόπῳ τοιούτῳ
καὶ στρατηγήματι, τοὺς μὲν κατὰ τῆς οἰκείας κλη
ρονομίας πόλεμον ἀκήρυκτον καταγαγόντας, καὶ
ὅπλα ἐπ' αὐτὴν ἄραντας, ἄρδην ποντώσασα, και
ἔργον θαλαττίων ρευμάτων ἀποφήνασα· τὸν δὲ τάς
τῆς σωτηρίας ἐλπίδας ἐν ταύτῃ καὶ μόνη [ἴσ. ἐσχη
κότα, ἡ λείπ.] σαλεύοντα κλῆρον, ἐκ τῶν προσπε
σόντων δεινῶν ἀπαθῆ πάντη διαφυλάξασα.
Tunc sane, tunc temporis, ipse etiam horum
praefectus, exercitus sui cladem tantam oculis inspectans, sublimi quodam loco cum equestribus
copiis constitutus, pectus vultumque manu percutiebat. Ille autem qui intra muros adversus hostes
certamen habuerant, ut cladem didicerunt, quam
Barbari in mari accepissent, divina protiuus virtute
roborati, Virginisque freti potentia, aperuerunt civitatis portas, sublatoque clamore ac ululatu, inpressionem in hostes fecerunt. Tanta. porro vis
gaudii tantaque virtus nostros habuit, Barbaros
autem tantus pavor, ut etiam pueri ac mulieres in
eos irruentes, in ipsa hostium castra penetraverint.
Tune utique videre erat, ut, unus persequeretur
mille; duoque fugarent decem millia *. Talis est intemerata illa, ac Virgo: talis Deipara Dominaque;
potentia, inipotentes; virtuteque, virtute destitutus
donavit. Cæterum ubi sole occidente nox advenisset, machinas expugnanda urbi comparatus, quas
Barbari in curribus advexerant, omnes igni tradiderunt ac plane gratias Deiparæ, quæ effecerit, ut
jidem ipsi suorum laborum ac machinarum incensores essent, qui fuissent auctores. Patriarcha autem ac reliquus populus, manibus in cœlum expansis, gratiarum actionis cantica, in lacrymas effusi,
• Deut. xxxi, 50.
• Exod. κιν, 1 seqq.
Τότε δή, τότε καὶ αὐτὸς ὁ τούτων ἔξαρχος αὐτο
όπτης γενόμενος τῆς τοιαύτης ἀπωλείας τοῦ ἰδίου στο
ρατεύματος, αὐτοῦ που σὺν ὁπλίταις ἱππεῦσιν ἐφ'
ὑψηλοῦ τόπου ἱστάμενος, χερσὶ τὸ στῆθος καὶ τὸ
πρόσωπον ἔτυπτεν· οἱ δὲ ἐντὸς τοῦ τείχους πρὸς
τοὺς ἐχθροὺς ἀνταγωνισάμενοι, ἐπεὶ ἔμαθεν τὸν ἐν
τῇ θαλάσσῃ γενόμενον Βαρβάροις ὄλεθρον, εὐθέως
θείᾳ δυνάμει ρωσθέντες, καὶ τῇ τῆς Παρθένου ἰσχύλ
φραξάμενοι, τὰς πύλας τῶν τειχῶν ἀνεπέτασαν, καὶ
σὺν βοῇ καὶ ἀλαλαγμῷ κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐπεξέδρα.
μον. Τοσαύτη δὲ περιέσχε χαρὰ καὶ δύναμις τὸ
ἡμέτερον, τοὺς δὲ Βαρβάρους δειλία, ὡς καὶ παῖδα;
καὶ γύναια κατ' ἐκείνων ὁρμήσαντας, εἰς αὐτὸ πα
ραγενέσθαι τῶν ἐχθρῶν τὸ στρατόπεδον. Τότε ἦν
ὁρᾷν, ένα χιλίους διώκοντα· καὶ δύο, μυριάδα;
μετακινοῦντα. Τοιαύτη ή πάναγνος καὶ παρθένος
τοιαύτη ἡ Θεοτόκος καὶ Δέσποινα· ἰσχὺν τοῖς ἀν
ισχύροις, καὶ δύναμιν τοῖς ἀδυνάτοις, δεδώρηται. Ως
δὴ ὁ ἥλιος ἔδυ, καὶ νὺξ κατέλαβε, τὰς πολιορκητι
κὰς μηχανάς, ὥσπερ ἐφ᾽ ἁμαξῶν ἐκόμισαν οἱ Βάρδαροι, πάσας τῷ πυρὶ παραδεδώκασι· καὶ χάρις τῇ
Θεοτόκῳ, παρασκευασαμένῃ γενέσθαι τῶν ἰδίων πόν
νων καὶ μηχανῶν αὐτουργοὺς αὐτοὺς καὶ ἐμπρη
στάς. Ὁ δὲ ἱεράρχης, καὶ ὁ λοιπὸς λαὸς, τὰς χεῖρας
διαπετάσαντες εἰς τὸν οὐρανὸν, σὺν δάκρυσι, χαρί
Распознавание текста
col. 1343–1344page 160 of 200
PG 106:1343ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ. πτήρια ᾗδον, καὶ ἔλεγον· 'Η δεξιά σου, Κύριε, δε δόξασται ἐν ἰσχύϊ· ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἔθραυσεν ἐχθροὺς, καὶ τῷ πλήθει τῆς δόξης σου συνέτριψας τοὺς ὑπεναντίους. Καὶ οὕτω μὲν ὁ παράφρων Χαγάνος πλήθει δυσ αριθμήτῳ ἐπιστρατεύσας, μετ' αἰσχύνης ὑπέστρεψ μεν· ὁμοίως καὶ τὸ Περτικὸν στράτευμα ὁ ἐπαγαγών, χεῖρα ἐπὶ στόματι θεὶς, καὶ τὸ πρόσωπον καλυψάμενος, ἀπὸ τῶν τοσούτων χιλιάδων, εὐαριθμήτους συνεπαγόμενος, μετ' αἰσχύνης τὴν ἰδίαν χώραν συν έλαβεν. Οὕτως ἡ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ ἀγαθότητος ὑπουργός, ἡ παναγία καὶ ὑπεράμωμος ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ἡ τῶν Χριστιανῶν κραταιὰ ἀντίληψις, τῆς περὶ ἡμᾶς ἀντιλήψεως τὴν ἰσχὺν ἐπεδείξατο· οὕτω μεγάλην ἡμῖν καὶ παράδοξον τὴν σωτηρίαν κεχά οισται, ἧστινος εὐεργεσίας εἰς ἀνάμνησιν, τὴν παρ οῦσαν ετησίως πανδημεί σύναξιν ποιοῦμεν, καὶ παννύχιον ἄγομεν ἑορτὴν εὐχαριστηρίους ᾠδὰς αὐτῇ προσφέροντες· ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον.. Μετὰ παραδρομὴν δὲ χρόνων τριάκοντα καὶ ἕξ, τὴν βασιλείαν ιθύνοντος Κωνσταντίνου τοῦ Πωγωνάτου, πάλιν κατέλαβε τὸ τῶν ᾿Αγαρηνῶν σμήνος ἐν στόλῳ μεγάλῳ τὴν Κωνσταντίνου πόλιν, καὶ παραυ είχα, προσώρμισαν τῇ παραλίῳ τοῦ Ἑβδόμου· ὑφ' ὧν ναυμαχίαι καθεκάστην ἐγίνοντο, ἀπὸ ἐαρινοῦ καιροῦ μέχρι φθινοπωρινοῦ· χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου, περαιούμενος ὁ τῶν Σαρακηνών στόλος, ἐχείμαζεν ἐν Κυζίκῳ· καὶ πάλιν ἀρχομένου βαρος ἐκεῖθεν ἀναγόμενος, ὁμοίως τοῦ διὰ θαλάσσης είχετο πολέμου. Ἑπτὰ οὖν ἔτεσι τοῦ πολέμου διαρκέσαντος, ὁ τῶν Σαρακηνῶν στόλο; πάμπολλα πλοῖα ἀπο βαλών, καὶ πολλοὺς καὶ ἀναριθμήτους, καὶ μαχί μους ἄνδρας, ἔτι τε πλείστην σκευήν ὧν ἐπεφέρετο χρειωδῶν, ὑπέστρεψε καὶ αὐτὸς διακενής εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐν τοῖς μέρεσι τοῦ Συλαίου γενόμενος, ὑπὸ σφο δρῶν καὶ ραγδαίων ἀνέμων ἐπιπνευσάντων αὐτοῖς, κατὰ δικαίαν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἄρδην ἀπώλετο. Οὕτω κατὰ διαφόρους καιροὺς τῇδε τῇ θεόθεν φυλαττομένη πόλει προσβάλλοντες οἱ ἀλιτήριοι, τὰ τῆς μανιώδους ὁρμῆς αὐτῶν ἀποπληροῦντες, άπρακτοι καὶ αἰσχύνης πλήρεις ὑπέστρεφον. ᾿Αλλὰ πάλιν, ἐπεὶ πάντοθεν αὐτοῖς ἡ δυναστεία ήρθη προς μέγεθος, καὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυ σμῶν ηὐξήθη, καὶ εἰς πλῆθος ἐπέδωκε, πρότερον μὲν κατέλαβαν τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν· είθ' οὕτως, τὴν Αἴγυπτον καὶ Λιβύην, διδόντες λόγον τοῖς Χριστιανοῖς, ὡς οὐ βιάσονται αὐτοὺς παραδῆναι τὴν ἀμώμητον καὶ ὀρθόδοξον εἰς Χριστὸν τὸν Θεὸν πρὸς τοῖς πελάζουσι τοῦ Συλαίου γενόμενοι
DE FESTO ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ.
πτήρια ᾗδον, καὶ ἔλεγον· 'Η δεξιά σου, Κύριε, δε in hac verba panxere: Dealera tua, Domine, maδόξασται ἐν ἰσχύϊ· ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε,
ἔθραυσεν ἐχθροὺς, καὶ τῷ πλήθει τῆς δόξης σου
συνέτριψας τοὺς ὑπεναντίους.
Καὶ οὕτω μὲν ὁ παράφρων Χαγάνος πλήθει δυσαριθμήτῳ ἐπιστρατεύσας, μετ' αἰσχύνης ὑπέστρεψ
μεν· ὁμοίως καὶ τὸ Περτικὸν στράτευμα ὁ ἐπαγαγών,
χεῖρα ἐπὶ στόματι θεὶς, καὶ τὸ πρόσωπον καλυψά
μενος, ἀπὸ τῶν τοσούτων χιλιάδων, εὐαριθμήτους
συνεπαγόμενος, μετ' αἰσχύνης τὴν ἰδίαν χώραν συνέλαβεν. Οὕτως ἡ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ ἀγαθό
τητος ὑπουργός, ἡ παναγία καὶ ὑπεράμωμος Θεοτόκος, ἡ τῶν Χριστιανῶν κραταιὰ ἀντίληψις, τῆς
περὶ ἡμᾶς ἀντιλήψεως τὴν ἰσχὺν ἐπεδείξατο· οὕτω
μεγάλην ἡμῖν καὶ παράδοξον τὴν σωτηρίαν κεχάοισται, ἧστινος εὐεργεσίας εἰς ἀνάμνησιν, τὴν παροῦσαν ετησίως πανδημεί σύναξιν ποιοῦμεν, καὶ
παννύχιον ἄγομεν ἑορτὴν εὐχαριστηρίους ᾠδὰς αὐτῇ
προσφέροντες· ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐς τοσοῦτον..
gnificata est in fortudine: dextera tua, Domine, percussit inimicum, et in multitudine gloriæ tuæ contrivisti inimicos *.
Sic autem insipiens Chaganus, qui innumerabili
multitudine expeditionem fecisset, confusus reversus est: simili quoque ratione, qui ducebat Persarum exercitum, manum ori imponens, ac vultum
οperiens, paucos secum e tot millibus ducens, cum
pudore in suam venit regionem. In hunc modum,
divinæ œconomiæ ac bonitatis ministra, illa sanctissima prorsusque immaculata Dei Genitrix, potens illa Christianorum defensio, suæ in nos defensionis potentiam ostendit: sic magna nos ac mirabili salute impertivit; in cujus beneficii memoriam,
præsentem quot annis collectam totius populi conventu solemnem agimus, noctemque totam celebrem habentes, eidem pro gratiarum actione offerimus canticorum laudem, atque hæc hactenus.
Verum, ubi jam anni sex supra triginta ab·.
hinc effluxissent, Constantino Pogonato regente
imperium, iterum Agarenorum examen ingenti Constantinopolim classe petit, statimque appulsi sunt,
ad portum Hebdomi; quotidie vero committebant navalia prælia, a vere ad autumnum, tumque
hieme veniente transfretabant, ac Cyzici hiemabant: iterumque ineunte vere inde reducta classe,
simili modo navibus prælia inibant. Cum itaque
bellum in annos septem protractum fuisset, ac
Μετὰ παραδρομὴν δὲ χρόνων τριάκοντα καὶ ἕξ,
τὴν βασιλείαν ιθύνοντος Κωνσταντίνου τοῦ Πωγω
νάτου, πάλιν κατέλαβε τὸ τῶν ᾿Αγαρηνῶν σμήνος ἐν
στόλῳ μεγάλῳ τὴν Κωνσταντίνου πόλιν, καὶ παραυείχα, προσώρμισαν τῇ παραλίῳ τοῦ Ἑβδόμου· ὑφ'
ὧν ναυμαχίαι καθεκάστην ἐγίνοντο, ἀπὸ ἐαρινοῦ
καιροῦ μέχρι φθινοπωρινοῦ· χειμῶνος δὲ ἐπιγενομένου, περαιούμενος ὁ τῶν Σαρακηνών στόλος,
ἐχείμαζεν ἐν Κυζίκῳ· καὶ πάλιν ἀρχομένου βαρος
ἐκεῖθεν ἀναγόμενος, ὁμοίως τοῦ διὰ θαλάσσης είχετο
πολέμου. Ἑπτὰ οὖν ἔτεσι τοῦ πολέμου διαρκέσαν- classis Saracenorum naves plurimas, multosque,
τος, ὁ τῶν Σαρακηνῶν στόλο; πάμπολλα πλοῖα ἀποβαλών, καὶ πολλοὺς καὶ ἀναριθμήτους, καὶ μαχί
μους ἄνδρας, ἔτι τε πλείστην σκευήν ὧν ἐπεφέρετο
χρειωδῶν, ὑπέστρεψε καὶ αὐτὸς διακενής εἰς τὰ ἴδια·
καὶ ἐν τοῖς μέρεσι τοῦ Συλαίου γενόμενος, ὑπὸ σφο
δρῶν καὶ ραγδαίων ἀνέμων ἐπιπνευσάντων αὐτοῖς,
κατὰ δικαίαν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ, ἄρδην ἀπώλετο. Οὕτω
κατὰ διαφόρους καιροὺς τῇδε τῇ θεόθεν φυλαττομένῃ πόλει προσβάλλοντες οἱ ἀλιτήριοι, τὰ τῆς
μανιώδους ὁρμῆς αὐτῶν ἀποπληροῦντες, άπρακτοι
καὶ αἰσχύνης πλήρεις ὑπέστρεφον.
nec facile numerabiles, atque in illis, bellatores viros ac strenuos, amisisset; ad hæc vero multa
jactura necessarii commeatus fuisset; ipsa quoque
inanis ad sua reversa est: cumque ad Syl:ri venisset partes vehementi ventorum turbine jactata, per justam Dei iram penitus deleta est. Ita
diversis temporibus hanc a Deo conservatam urbeni
miseri illi adorientes, furoris sui impetum expleturi, re infecta, ac confusione pleni, coacti sunt re
dire.
Rursus tamen, quod eorum dominatio undequaque in majora crementa promovisset, atque ab ortu
ad occasumn aucla esset, ac multitudine diffuss;
᾿Αλλὰ πάλιν, ἐπεὶ πάντοθεν αὐτοῖς ἡ δυναστεία
ήρθη προς μέγεθος, καὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ηὐξήθη, καὶ εἰς πλῆθος ἐπέδωκε, πρότερον
μὲν κατέλαβαν τὴν τῶν Περσῶν βασιλείαν· είθ' primum quidem ceperunt Persarum reguum; tumοὕτως, τὴν Αἴγυπτον καὶ Λιβύην, διδόντες λόγον
τοῖς Χριστιανοῖς, ὡς οὐ βιάσονται αὐτοὺς παραδῆναι
τὴν ἀμώμητον καὶ ὀρθόδοξον εἰς Χριστὸν τὸν Θεὸν
• Exod. xv.
Incidit tempus hoc in Pogonati annos, quibus vivo adhuc patre imperavit, a quibus etiam 6
synodus, ejus imperii annos numeravit: qua de
re satis ad Acta ejusdem synodi.
Marcell. Comnes, et Hist. Miscella vocant,
Septimum. Erat suburbium Constantinopolitanum,
septem milliaribus ab urbe Constantinopoli.
Sic etiam S. Nicephorus, πρὸς τοῖς πελάζουσι
τοῦ Συλαίου γενόμενοι ubi non bene interpres, ad
Sylæum mare propius accedunt: aliud ex alio redque Ægyptum et Africam, jurata Christianis fide,
ut ne eos inculpatam rectamque in Christum Deum
nostrum fidem, prævaricari cogerent: quam tamen
dens proprium nomen, adjectione illa litteræ. Zonar. Cum classis reliquiæ jam ad Sylæum pervenissent, etc. Videtur promontorium aliquod in Pamphylia, cujus Sylæus, ipsa eadem ac Perge, ut in
jure Græco-Romano, metropolis erat; quanquam
ipsa posita erat ad mediterranea: unde et subdit
Zonar, si qui evasissent ex hoc naufragio, eos Cibyræolarum ducem delevisse; nimirum, in eadem
Asia minori, ubi ponuntnr duæ Cilyra, altera major in Phrygia; minor altera in Cilicia.
Распознавание текста
col. 1345–1346page 161 of 200
PG 106:1345ἡ ἡμῶν πίστιν, ὅπερ οὐκ ἐφύλαξαν· ἀλλὰ πολλούς μάρτυρας ἀπέδειξαν, διὰ τὸ μὴ πατηθῆναι ὑπ' αὐτῶν τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ τοῦ τιμίου. Τοῦτο γὰρ πράτ τειν τοὺς Χριστιανούς ἠνάγκαζον, καὶ ὡς ἔφην, πᾶται τὴν γῆν ἐπῆλθον λεηλατοῦντες, ἐπιδραμόντες δ καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αιθίοπας καὶ τὰ Μαυρούσια ἔθνη, Λίβυάς τε καὶ Ισπανούς, ἔσχατον πάντων, ἐπ εστράτευσαν καὶ κατὰ ταύτης τῆς βασιλίδος πόλεως, βουλόμενοι ταύτην ἐλεῖν. Τοῦ δὲ βασιλέως Λέοντα; τοῦ Ἰσαύρου ἄρτι τῆς βασιλείας ἐπειλημμένου προ θεμένου δοῦναι αὐτοῖς τέλη, αὐτοὶ καὶ φύλακας ἐγ καταστῆσαι τῇ πόλει κατεβιάζοντο. Εθάῤῥουν γὰρ τῷ πλήθει τοῦ τε οἰκείου καὶ μισθοφόρου στρατού, καὶ τῷ ἐξευτρεπισθέντι ἀπείρῳ ναυμαχική στάση, δς εἰς χίλια καὶ ὀκτακόσια πλοία πᾶς ἀπηρίθμητα, ὡς οἱ τὰς χρονικάς συντάξεις πεφιλοπονηκότες εν έγραψαν. θέντες δὲ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν πρὸ τοῦ ἄστες οἱ πεπλανημένοι Χριστομάχοι, τέως μὲν οὐδεμίαν προσβολὴν τοῖς τείχεσι προσήγον, διὰ τὸ σχολάζειν ἐπὶ κτίσεις οικημάτων, ὡς οἴκοι μένοντες, άφορε μένοι μὲν φρόνησιν καὶ λογισμόν· τὸ δὲ ἀληθές, ὑπὸ Θεοῦ κωλυόμενοι, ματαιώσαντος αὐτοὺς ἐν τοῖς οἰκείοις διαβουλίοις. Ὁ δὲ κατὰ τὴν πόλιν φιλόχριστος λαός, διηνεκείς μετὰ δακρύων ποιούμενοι τά λιτὰς, ὥσπερ ἔθος αὐτοῖς ποιεῖν, καὶ ἐν εἰρηνα καταστάσει, τό τε πάνσεπτον ξύλον τοῦ σταυροῦ τ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ λαβόντες, καὶ τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς πανάγνου Παρθένου, π ριῄεσαν τὸ τεῖχος, αίροντες ἐπὶ Θεὸν τὰς χεῖρας, καὶ λέγοντες· Ανάστηθι, Κύριε, μὴ ἀπώσῃ τὸν λούν σου εἰς τέλος· ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ήχησαν, κα οἱ μισοῦντές σε ἦραν κεφαλήν. Μὴ δῶς τὴν κλη ρονομίαν σου εἰς ὄνειδος, τοῦ κατάρξαι ἡμῶν ἔθνη, μήποτε εἴπωσι· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν, ἀλλὰ γνώτωσαν ότι όνομά σοι Κύριος Ἰησοῖς Χριστὸς, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. ο που Μαυρούσιοι, Εἰς δέ τις τῶν πολεμίων ᾿Αγαρηνός, βλασφήμος βήμασι Κωνσταντίαν καλῶν τὴν πόλιν, καὶ τὴν Ἐκ κλησίαν ψιλῷ ὀνόματι Σοφίαν προσαγορεύων, εἰς τι βάραθρον σὺν τῷ ἱππῳ αὐτοῦ καταπεσών, αν εφθάρη. ᾿Αλλὰ καὶ ὁ κῆρυξ αὐτῶν, ἐν ὑψηλῷ ξύλα ἀνελθών, πρὸς τὸ κηρύξαι τὴν μιαρὰν αὐτῶν προσ ευχήν, καὶ αὐτὸς ὁμοίως κατενεχθεὶς, βιαίως την ἄθεον ψυχὴν ἀπέρρηξεν. Εἶτα κατὰ Βουλγάρων έχ στρατεύειν διαγνόντες, δύο στρατηγοί γεγονότες, μὲν πολιορκεῖν κατελείφθη τὴν πόλιν· ὁ δὲ, πολ τοὺς Βουλγάρους πολεμήσων ἀπῄει· οἷς καὶ συμ βαλόντες, ἡττῶνται, καὶ πίπτουσιν ὑπὲρ δισμυρίους Οἱ δὲ περιλειφθέντες τοῦ ὀλέθρου διασωθέντες, σύν αἰσχύνῃ πολλῇ, πρὸς τοὺς, ἀφ᾽ ὧν διηρέθησαν. ἐπανέστρεφον. Πειρώμενοι δὲ μετὰ τὴν ὑποστροφή διὰ τῶν ἐπαγομένων πλοίων ἐπὶ τὸ ἐν Βλαχέρνα μέρος ἐλθεῖν, τῇ ἐκταθείσῃ ἀπὸ τοῦ περάματος μὲν
nihil serraverunt, imo plures affecerunt martyrio, ἡ ἡμῶν πίστιν, ὅπερ οὐκ ἐφύλαξαν· ἀλλὰ πολλούς
quod pretiose crucis signum sprevissent pedibus
conculcare. Hoc quippe Christianos cogebant. At, ut
dicekam, terram omnem depopulantes pervaserunt.
Cum autem Indos quoque ac Æthiopes, necuon
Maurusios Afros item ac Hispanos incarsassent,
ad extremum, adversus hanc quoque regiam urbem
castra moverunt, quo eam caperent. Caterum Leone
Isauro imperatore, constitutum habente ut tributa
eis penderet, illi abunde etiam militem in urbe ad
præsidium cogebant recipere: freti nimirum multitudine exercitus, tum propri¡ ipsorum, tum quem
sub mercede merentem habebant, classeque ad navalem pugnam expedita, tantaque navium multitudine, ut pene infinita, ad mille ac octingenta navigia,
lola accenseretur, quemadmodum scripsere, qui
illorum temporum historiam annalesque texuerunt.
μάρτυρας ἀπέδειξαν, διὰ τὸ μὴ πατηθῆναι ὑπ' αὐτῶν
τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ τοῦ τιμίου. Τοῦτο γὰρ πράτ
τειν τοὺς Χριστιανούς ἠνάγκαζον, καὶ ὡς ἔφην, πᾶται
τὴν γῆν ἐπῆλθον λεηλατοῦντες, ἐπιδραμόντες δ
καὶ Ἰνδοὺς καὶ Αιθίοπας καὶ τὰ Μαυρούσια ἔθνη,
Λίβυάς τε καὶ Ισπανούς, ἔσχατον πάντων, ἐπ
εστράτευσαν καὶ κατὰ ταύτης τῆς βασιλίδος πόλεως,
βουλόμενοι ταύτην ἐλεῖν. Τοῦ δὲ βασιλέως Λέοντα;
τοῦ Ἰσαύρου ἄρτι τῆς βασιλείας ἐπειλημμένου προ
θεμένου δοῦναι αὐτοῖς τέλη, αὐτοὶ καὶ φύλακας ἐγκαταστῆσαι τῇ πόλει κατεβιάζοντο. Εθάῤῥουν γὰρ
τῷ πλήθει τοῦ τε οἰκείου καὶ μισθοφόρου στρατού,
καὶ τῷ ἐξευτρεπισθέντι ἀπείρῳ ναυμαχική στάση,
δς εἰς χίλια καὶ ὀκτακόσια πλοία πᾶς ἀπηρίθμητα,
ὡς οἱ τὰς χρονικάς συντάξεις πεφιλοπονηκότες εν
έγραψαν.
θέντες δὲ τὸ στρατόπεδον αὐτῶν πρὸ τοῦ ἄστες
οἱ πεπλανημένοι Χριστομάχοι, τέως μὲν οὐδεμίαν
προσβολὴν τοῖς τείχεσι προσήγον, διὰ τὸ σχολάζειν
ἐπὶ κτίσεις οικημάτων, ὡς οἴκοι μένοντες, άφορε
μένοι μὲν φρόνησιν καὶ λογισμόν· τὸ δὲ ἀληθές,
ὑπὸ Θεοῦ κωλυόμενοι, ματαιώσαντος αὐτοὺς ἐν τοῖς
οἰκείοις διαβουλίοις. Ὁ δὲ κατὰ τὴν πόλιν φιλόχρι·
στος λαός, διηνεκείς μετὰ δακρύων ποιούμενοι τά
λιτὰς, ὥσπερ ἔθος αὐτοῖς ποιεῖν, καὶ ἐν εἰρηνα
καταστάσει, τό τε πάνσεπτον ξύλον τοῦ σταυροῦ τ
Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ λαβόντες,
καὶ τὴν ἁγίαν εἰκόνα τῆς πανάγνου Παρθένου, π
ριῄεσαν τὸ τεῖχος, αίροντες ἐπὶ Θεὸν τὰς χεῖρας, καὶ
λέγοντες· Ανάστηθι, Κύριε, μὴ ἀπώσῃ τὸν λούν
σου εἰς τέλος· ὅτι ἰδοὺ οἱ ἐχθροί σου ήχησαν, κα
οἱ μισοῦντές σε ἦραν κεφαλήν. Μὴ δῶς τὴν κλη
ρονομίαν σου εἰς ὄνειδος, τοῦ κατάρξαι ἡμῶν
ἔθνη, μήποτε εἴπωσι· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν,
ἀλλὰ γνώτωσαν ότι όνομά σοι Κύριος Ἰησοῖς
Χριστὸς, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.
Cum itaque errones illi Christi hostes e regione urbis milites collocassent, interim quidem
nullam in muros impressionem fecerunt, quod velut in suis quique lǝribus versarentur, domibus
exstruendis vacarent: plane destituti prudentia ac
ratione; seu, ut dicam quod res habet, Deo impediente, ac in suis ipsorum consiliis, stultos faciente. Qui autem in civitate erat Christi amans
populus, juges cum lacrymis supplicationes faciens,
velut solemne habet rerum etiam tranquillo statu,
venerabilissimumque crucis Domini ac Salvatoris
nostri Jesu Christi lignum ferens, necnon castissime Virginis sacram imaginem, murum circuibal, ο
tollens ad Deum manus, dicensque:. Exsurge,
Domine; ne repellas populum tuum in finem: quoniam ecce inimici tui sonuerunt, et qui oderunt te,
sxtulerunt caput. Ne des hæreditatem tuam in confusionem, ut gentes dominentur nostri; nequando
ficant, ubi est Deus eorum? sed cognoscant quiα που
men tibi Dominus Jesus Christus, in gloriam Dei
Patris.
Porro autem, ut unus quis hostium Agarenus
blasphemis vocibus, Constantiam vocasset, ac ecclesiam nudo nomine appellasset Sapientiam, in
quamdam præceps cum equo factus foveam interiit.
Sed et eorum præco, cum ascendisset in altam
arborem, ad eorum exsecrandam precationem vocis praeconio efferenda, simili et ipse ratione cadens, violenta morte impiam animam abrupit. Postmodum vero cum creati duo exercitus duces in
Bulgaros movere decrevissent, alter quidem relictus
est, qui expugnaret urbem; alter expeditionem
contra Bulgaros suscepit: cum quibus congressi,
vincuntur, ac supra duo millia cadunt. Qui autem
evaserunt necem, multo pudore affecti ad eos
quibus discesserant, revertuntur. Cum autem reversi conarentur immissis navigiis in Blachernarum partem irrumpere, extensa catena a trajectus
Μαυρούσιοι, inquit Ortelius, quædam gens Phanica in Africa, circa Tripolim et Syrtim Magnam,
yut hodie Pacali dicuntur, etc. Habent Zonar.,
Čeorenus, et alii eadem fere a Saracenis et in SaΕἰς δέ τις τῶν πολεμίων ᾿Αγαρηνός, βλασφήμος
βήμασι Κωνσταντίαν καλῶν τὴν πόλιν, καὶ τὴν Ἐκ
κλησίαν ψιλῷ ὀνόματι Σοφίαν προσαγορεύων, εἰς
τι βάραθρον σὺν τῷ ἱππῳ αὐτοῦ καταπεσών, αν
εφθάρη. ᾿Αλλὰ καὶ ὁ κῆρυξ αὐτῶν, ἐν ὑψηλῷ ξύλα
ἀνελθών, πρὸς τὸ κηρύξαι τὴν μιαρὰν αὐτῶν προσ
ευχήν, καὶ αὐτὸς ὁμοίως κατενεχθεὶς, βιαίως την
ἄθεον ψυχὴν ἀπέρρηξεν. Εἶτα κατὰ Βουλγάρων έχ
στρατεύειν διαγνόντες, δύο στρατηγοί γεγονότες,
μὲν πολιορκεῖν κατελείφθη τὴν πόλιν· ὁ δὲ, πολ
τοὺς Βουλγάρους πολεμήσων ἀπῄει· οἷς καὶ συμ
βαλόντες, ἡττῶνται, καὶ πίπτουσιν ὑπὲρ δισμυρίους
Οἱ δὲ περιλειφθέντες τοῦ ὀλέθρου διασωθέντες, σύν
αἰσχύνῃ πολλῇ, πρὸς τοὺς, ἀφ᾽ ὧν διηρέθησαν.
ἐπανέστρεφον. Πειρώμενοι δὲ μετὰ τὴν ὑποστροφή
διὰ τῶν ἐπαγομένων πλοίων ἐπὶ τὸ ἐν Βλαχέρνα
μέρος ἐλθεῖν, τῇ ἐκταθείσῃ ἀπὸ τοῦ περάματος μὲν
racenos gesta sub Leone Isauro, cajas fuerunt iur
tia quam unis auspicatiora. Fuit Umarus, qui sævit
contra fidem datam in Christianos.
Распознавание текста
col. 1347–1348page 162 of 200
PG 106:1347ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ. χρι τῶν Γαλάτου ἀλύσει κωλυθέντες οὐκ ἴσχυον ποιῆσαι ὅπερ προέθεντο. Ανακλασθέντες δὲ, ἀνῆλθον εἰς τὸ στενόν· καὶ ὥρμισαν τὰ πλοῖα αὐτῶν εἰς τὸ λεγόμενον Σωσθένιον, καὶ εἰς ἑτέρους βραχυτάτους λιμένας, ὧν τὰ πλείω, ὑπὸ χειμώνος σφοδροῦ καὶ πνεύματος συνεθλάσθησαν, ἐξ ὧν τὰ μείζονα οἱ Ρωμαῖοι πυρπο πολοῦσι. Καὶ ἡ μὲν πόλις ἐστενοχωρεῖτο τροφάς μὴ ἔχουσα, αὐτοὶ δὲ πάντα ἀφειδώς τὰ προστυγχάνοντα ἀφανίσαντες, καὶ μηδὲν εἰς ἀποτροφὴν ἑαυτῶν καταλελοιπότες, εἰς τοιαύτην περιέπεσον ἀπορίαν λιμοῦ, ὡς σαρχῶν ἀνθρωπίνων καὶ ζώων τεθνηκότων ἀπογεύσασθαι. Ὕστερον δὲ καὶ τὴν ἀνθρωπίνην και προν μετὰ βραχυτάτου φυράματος προσμάττοντες, καὶ ἐξοπτῶντες: κλιβάνῳ, ἤσθιον· ὥστε ἐκ τούτου πολλοὺς τῶν ὀνομαστῶν αὐτῶν καὶ μαχητῶν, τῇ πόλει προσφυῆναι. Καὶ Αἰγύπτιοι μεν, διώκοντες τοὺς ἐξ Ισραήλ, Κατέδυσαν εἰς βυθὸν ὡσεὶ λίθος ἐπήγαγε γὰρ ἐπ' αὐτοὺς Κύριος τὸ ὕδωρ τῆς θα λάσσης, καὶ πόντῳ ἐκάλυψεν αὐτούς. Σαρακηνοὶ δὲ φεύγοντες ἀφ᾿ ἡμῶν, τὰ αὐτὰ τούτοι; πει πόνθασι. Λαίλαπι γὰρ καὶ καταιγίδι ξενοφυεί τε καὶ βρασματώδει κατὰ θάλασσαν, σχεδόν ἅπας ἐκεῖνος ὁ χιλιόναυς διόλωλε στόλος. Κατὰ γὰρ τὸ Αἰγαῖον πέ λαγος τοῦ πλείστου στόλου καταπλέοντος, χάλαζα μὲν ἐξ οὐρανοῦ κατηνέχθη ραγδαίως· ὥσπερ δὲ σέ. δηρος τῷ πυρὶ προσομιλήσας ἀναθερμαίνει τὸ ψυ χρόν, οὕτω δὴ καὶ οἱ τῆς χαλάζης λίθοι, τοῖς θαλατ τίαις ρεύμασιν ἐμπεσόντες, ἀναβράσαι ταῦτα περ ποιήκασι, καὶ τῷ τοιούτῳ βρασμῷ διαλυθείσης τῆς ἐπικεχρωσμένης πίσσης ταῖς ὁλκάσι τῶν πολεμίων, αὐθωρὸν τῷ βυθῷ κατεδύοντο, δέκα μόνον αὐτοῖς περισωθέντων πλοίων. Καὶ ἦν ἰδεῖν ἐν πάσαις ταῖς νήσεις, ἀκταῖς τε καὶ προβόλοις λιμένων καὶ ὅρμων, σωρηδόν τοὺς νεκροὺς αὐτῶν διεῤῥιμμένους. Ταῦτα μὲν ἅπαντα εἰς γενεὰν ἑτέραν, ψαλ μικῶς εἰπεῖν, διηγείστωσαν, καὶ ἅπαν στόμα Χρι στιανών, προσφωνείτω τὸ ἱερὸν λόγιον μετὰ τοῦ Δα 6:δ, λέγοντος· Σύ, Κύριε, συνέτριψας τὰς κεφα ἀπὸ τῶν Γαλάτου ἕως τὰ τείχη ως Ελληνες μὲν οὖν ὡς ἐπύθοντο ἐπιέναι σφίσι τὸν βασιλέα στόλου διὰ θαλάσσης, πέδας σιδηρᾶς διατείνοντες, ἀπὸ τῆς κατ' ἀντικρὺ πόλεως, ἐς τὸ τεῖχος τοῦ Βυζαντίου, παρὰ τὴν ἀκρόπολιν καλουμένην. Καὶ τάς τε ναῦς, ὅσαι ἔτυχον παραγενόμεναι αὐτοῦ, αἱ μὲν μετὰ ξυμμαχιών, αἱ δὲ καὶ εμπορίας χάριν, φέροντες καθίστασαν ἐς τὰς πέο δας· καὶ οὕτω διενοούντο διακωλύειν τὸν βασιλέως στόλων, μὴ παριέναι εἴσω, ἐς τὸν Βυζαντίου λιμένα. Διήκει γὰρ ἐντὸς ἐπὶ σταδίοις κατὰ μὲν τὴν πόλιν ὀγδοήκοντα· ἐπὶ δὲ τὴν ἄλλην ήπειρον της χώρας, ἐπὶ ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα. juπια
DE FESTO ΤΗΣ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ.
χρι τῶν Γαλάτου ἀλύσει κωλυθέντες οὐκ ἴσχυον parte altera ad adversam Galatæ partem, proποιῆσαι ὅπερ προέθεντο.
Ανακλασθέντες δὲ, ἀνῆλθον εἰς τὸ στενόν· καὶ
ὥρμισαν τὰ πλοῖα αὐτῶν εἰς τὸ λεγόμενον Σωσθέ
νιον, καὶ εἰς ἑτέρους βραχυτάτους λιμένας, ὧν τὰ
πλείω, ὑπὸ χειμώνος σφοδροῦ καὶ πνεύματος συν
εθλάσθησαν, ἐξ ὧν τὰ μείζονα οἱ Ρωμαῖοι πυρπο
πολοῦσι. Καὶ ἡ μὲν πόλις ἐστενοχωρεῖτο τροφάς
μὴ ἔχουσα, αὐτοὶ δὲ πάντα ἀφειδώς τὰ προστυγχά
νοντα ἀφανίσαντες, καὶ μηδὲν εἰς ἀποτροφὴν ἑαυτῶν
καταλελοιπότες, εἰς τοιαύτην περιέπεσον ἀπορίαν
λιμοῦ, ὡς σαρχῶν ἀνθρωπίνων καὶ ζώων τεθνηκότων
ἀπογεύσασθαι. Ὕστερον δὲ καὶ τὴν ἀνθρωπίνην και
προν μετὰ βραχυτάτου φυράματος προσμάττοντες,
καὶ ἐξοπτῶντες: κλιβάνῳ, ἤσθιον· ὥστε ἐκ τούτου
πολλοὺς τῶν ὀνομαστῶν αὐτῶν καὶ μαχητῶν, τῇ
πόλει προσφυῆναι. Καὶ Αἰγύπτιοι μεν, διώκοντες
τοὺς ἐξ Ισραήλ, Κατέδυσαν εἰς βυθὸν ὡσεὶ λίθος
ἐπήγαγε γὰρ ἐπ' αὐτοὺς Κύριος τὸ ὕδωρ τῆς θα
λάσσης, καὶ πόντῳ ἐκάλυψεν αὐτούς. Σαρακηνοὶ δὲ φεύγοντες ἀφ᾿ ἡμῶν, τὰ αὐτὰ τούτοι; πει
πόνθασι. Λαίλαπι γὰρ καὶ καταιγίδι ξενοφυεί τε καὶ
βρασματώδει κατὰ θάλασσαν, σχεδόν ἅπας ἐκεῖνος ὁ
χιλιόναυς διόλωλε στόλος. Κατὰ γὰρ τὸ Αἰγαῖον πέλαγος τοῦ πλείστου στόλου καταπλέοντος, χάλαζα
μὲν ἐξ οὐρανοῦ κατηνέχθη ραγδαίως· ὥσπερ δὲ σέ.
δηρος τῷ πυρὶ προσομιλήσας ἀναθερμαίνει τὸ ψυχρόν, οὕτω δὴ καὶ οἱ τῆς χαλάζης λίθοι, τοῖς θαλατ
τίαις ρεύμασιν ἐμπεσόντες, ἀναβράσαι ταῦτα περ
ποιήκασι, καὶ τῷ τοιούτῳ βρασμῷ διαλυθείσης τῆς
ἐπικεχρωσμένης πίσσης ταῖς ὁλκάσι τῶν πολεμίων,
αὐθωρὸν τῷ βυθῷ κατεδύοντο, δέκα μόνον αὐτοῖς
περισωθέντων πλοίων. Καὶ ἦν ἰδεῖν ἐν πάσαις ταῖς
νήσεις, ἀκταῖς τε καὶ προβόλοις λιμένων καὶ ὅρμων,
σωρηδόν τοὺς νεκροὺς αὐτῶν διεῤῥιμμένους.
Ταῦτα μὲν ἅπαντα εἰς γενεὰν ἑτέραν, ψαλ
μικῶς εἰπεῖν, διηγείστωσαν, καὶ ἅπαν στόμα Χριστιανών, προσφωνείτω τὸ ἱερὸν λόγιον μετὰ τοῦ Δα6:δ, λέγοντος· Σύ, Κύριε, συνέτριψας τὰς κεφα
*Exod. IV, 5. Psal. ci, 19.
Endem sensu Synaxarium editum, ἀπὸ τῶν
Γαλάτου ἕως τὰ τείχη ως ιοlus ipse clauderetur
sinus. Non meminerunt bujus catena S. Nicephorus nec Zonar. Laonicus tamen 1. vii Turcicarum
rerum, vel eamdem, vel similem describit. Sic enim
ait supremam urbis Constantinopolitanæ obsidionem referens: Ελληνες μὲν οὖν ὡς ἐπύθοντο ἐπιέναι
σφίσι τὸν βασιλέα στόλου διὰ θαλάσσης, πέδας σιδηρᾶς διατείνοντες, ἀπὸ τῆς κατ' ἀντικρὺ πόλεως,
ἐς τὸ τεῖχος τοῦ Βυζαντίου, παρὰ τὴν ἀκρόπολιν
καλουμένην. Καὶ τάς τε ναῦς, ὅσαι ἔτυχον παραγε
νόμεναι αὐτοῦ, αἱ μὲν μετὰ ξυμμαχιών, αἱ δὲ καὶ
εμπορίας χάριν, φέροντες καθίστασαν ἐς τὰς πέο
δας· καὶ οὕτω διενοούντο διακωλύειν τὸν βασιλέως
στόλων, μὴ παριέναι εἴσω, ἐς τὸν Βυζαντίου λιμένα.
Διήκει γὰρ ἐντὸς ἐπὶ σταδίοις κατὰ μὲν τὴν πόλιν
ὀγδοήκοντα· ἐπὶ δὲ τὴν ἄλλην ήπειρον της χώρας,
ἐπὶ ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα. Graci ubi intellexere
adversum se adventare classem regium, catenas ſerreas ab urbe, quæ ex adverso erat (nempe Pera
seu Galata) extenderunt in Byzantii portuin juπια
arcem quam vocant. Naves praterea, quotquot adhibiti sunt id præstare quod decreverant.
Eo successu animum despondentes, sese in angustum sinuði receperunt; suaque navigia ad portum
dictum Sosthenium aliosque angustissimos appulerunt, ac pars major valida tempestate ac vento
contrita sunt, quorum majora Romani incenderunt.
Ac quidem civitas ciborum penuria arctabatur:
hostes vero cum obvia quæque nullo discrimine
devastassent, nihilque ad necessarium commeatum
sibi reliquissent, in eam annonæ penuriam redacti
sunt, ut neque ab humanis carnibus, aut animalium
ultro mortuorum cadaveribus abstinuerint. Quin et
postea, humana ipsa stercora, exiguo fermento
subigentes, ac clibano excoquentes, esitarunt; ut
ideo multi inter illos viri illustres, ac fortes bellatores, in urbem dilapsi sint. Ac Ægyptii quidem,
persequentes Israelem, demersi sunt in profundum
sicut lapis: induxit enim Dominus, super eos aquas
maris, et ponto operuit eos'. At Saracenis fugam a
nobis arripientibus, eadem acciderunt. Oloria
siquidem procella, insolitaque, ac magni aestus in
mari tempestate, tota pene millenaria illa classis
periit. Cum enim pars maxima ad Ægæum nare
navigasset, horrenda grando e caelo cecidit. Quem -
admodum autem, si ignis ferro accedat, naturam
frigidamn in calorem solvit; sic sane et grandinei
lapides marinis fluctibus illisi, æstu quodam fervidum faciebant; eoque æstu dissoluta pice qua
hostium naves obducta erant, inspicientibus oculis profundo mergebantur; ut tantum decem
incolumes ex eo naufragio superaverint. Eratque
videre, insulis omnibus, orisque, littoribus, ac
proinontoriis, eorum mortuos acervatim hinc inde
congestos.
Sane vero universa hæc, ut loquar cum Psalnisla, enarrentur in generatione allera": osque
omne Christianorum sacrum illud oraculum cum
Davide acclamet, ac dicat: Contribulasti capita
erant, quarum quædam auxilii ferendi gratia, quadam mercium appulerant, intra catenas sistunt, arbitrantes ea se ratione exclusuros aditu regiam classem, ne intra portum veniret. Is enim ad urbem
palet stadiis octuaginta, inque continentem aliam
sese porrigit stadiis centum et quinquaginta. Eadem
fere Frauizes, I. 111, c. 8, ut et Sabel. in historia
Venet. I. vii, apud quem turris illa apud Lao
nicum innominata, Gallorum turris appellatur:
ab eorum forte præsidio dum urbe potirentur.
Grande opus hujus catenæ, ut tamen tradente Deo
nequiverit Turcas portu prohibere. De duabus catenis, quibuis Xerces Bosphorum revinxit haud procal Constantinopoli, egregie Gillius in suo Bosphoro, a quo etiam Constantinopolitani portus
amplior notitia potest peti.
Ita quoque Zonaras, addens quinque ex
illis, abunde captas a Romanis, ut aliæ tantum
quinque superaverint cladis ad suos nuntiæ. Videri potest S. Niceph. satis accurate ista describens
in Leone.
Распознавание текста
col. 1349–1350page 163 of 200
PG 106:1349Χν, 1 λὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος· προστιθέτω δὲ καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ἐξόδου Ἰσραὴλ άσμα μεγαλοφώνως Ασωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται. Ενταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, καὶ πρὸς τὸ ὕψος ἀφορῶν τῶν μεγίστων θαυμασίων τοῦ Θεοῦ καὶ Δεσπότου, καὶ τῆς ὑπεραγίας καὶ μόνης Θεοτόκου, ἄφωνος ὑπ' ἐκπλήξεως γίνομαι, οὐχ εὑρίσκων λό γους ισορρόπους τοῖς πράγμασι. Ποία γὰρ μεγαλύ φωνος γλῶσσα, τὴν Παρθένον καὶ Θεοτόκον ἀξίως εὐφημήσει; πῶς παραδόξως ὑμνήσει την παράδοξον ταύτης χάριν, καὶ τὴν πηγὴν τῆς φιλανθρωπίας δοξάσει, καὶ τὴν εὐχαριστίαν προσοίσει; Εδει μὲν γὰρ ἡμᾶς, τὴν δι' ἔργων εὐχαριστίαν προσάγειν τῇ θέα μήτορι. Ταύτῃ γὰρ ἤδεται μᾶλλον αὐτή τε καὶ ὁ ταύτης Υἱός, ήπερ αὐλῶν καὶ ὀργάνων μουσικωτά ταις ᾠδαῖς. Αὕτη δέ ἐστιν, ὡς ἐγώ φημι, ἀγάπη άνυπόκριτος, νόμου καὶ προφητῶν οὖσα κεφάλαιο φιλαδελφία ἀνόθευτος, συμπάθεια ἀνεπίστροφος, παρθενία ἔνθεος, γάμος ἔννομος, σωφροσύνη ἀκατέ γνωστος, δικαιοσύνη σύντονος, ἀνδρείᾳ κατὰ τῶν παθῶν ἔμμονος, φρόνησις εύτακτος, ἐλεγμούς δαψιλής, εγκράτεια άτυφος, ταπείνωσις είχε ένν κτος· καὶ πρὸς τούτοις, βίας άληπτος, τρέπε εύχρηστος, ἦθος μέτριον, νοῦς εὐσύνετος, στόμα εύλαλον, γλώσσα εὔφημος, λόγος εύλογος, δηλα μὸς οὐκ ἀκόλαστος, χεῖρες οὐκ ἀκρατεῖς, πόλις οὐκ ἐξεῖς πρὸς κακίαν, θυμὸς οὐκ ἀλόγιστος καὶ παρασύρων τὸν λογισμὸν τῷ τῆς μανίας ρεύματι κἄλλα, οἷς ἂν ὁ κατ' εἰκόνα πεποιημένος άνθρωπος, Ο καὶ μετὰ Θεοῦ τεταγμένος, ὡς κόσμῳ πολυτελεῖ καὶ ὡραίῳ ἐγκαλλωπίσαιτο. Διὰ τούτων ἔδει τῇ Θεοτόκῳ εὐχαριστεῖν, ἐπεὶ καὶ τὴν εὐχαριστίαν ἔργοις, ἀλλ' οὐ λόγοις ὁρίζεσθεί φασιν οἱ ταῦτα σοφοί. Ἐπεὶ δὲ τὸ τῆς φύσεως ἡμῶν ἀσθενές, καὶ τὸ τῆς διανοίας νωθρὸν ἀποκνεῖν ἡμές πρὸς τὸ τῆς ἀρετῆς ἐπίπονον ποιεῖ, καὶ βραχέα τού της απτόμεθα, καὶ ὅσῳ εἰπεῖν, ἄκρῳ δαχτύλων, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἔκτισιν τῆς εὐχαριστίες ἐνδεῶς ἔχομεν, κἂν τὴν διὰ ῥημάτων ψιλῶν εἰσενέγ χωμεν. Υψώσαντες τὴν φωνὴν ἑαυτῶν, καὶ τάς φρένας μετεωρίσαντες, οὕτως εἴπωμεν ἐν λεία. γμῷ· Σὺ μὲν, ὦ Δέσποινα Θεοτόκε, τὸ φιλάνθρωπον ἐκ τῆς φύσεως ἔχουσα, οὐ διέλιπες προνοουμένη τοῦ γένους ἡμῶν, ἀλλ᾿ ὥσπερ μήτηρ κοινὴ τοῦ τῶν Χριστιανῶν γένους, φιλόπαις ὁμοῦ καὶ φυλα στέργος, οὕτως ἀεὶ τὰς σὰς εὐεργεσίας ἐπιχορηγεί ἡμῖν, διασώζουσα, περισκέπουσα, φυλάττοντα κινδύνων ἐλευθεροῦσα, πειρασμῶν ἀπαλλάττουσα ἡμεῖς δὲ ἀντὶ τούτων, εὐχαριστοῦμεν, ἀνακηρύτο τομεν τὰς χάριτας, οὐ κρύπτομεν εὐεργεσία.. Αδομεν μεγαλοφώνως τὰ σὲ θαυμάσις, την τη δεμονίαν δοξάζομεν, την πρόνοιαν μεγαλύ μεν, τὴν προστασίαν ὑμνοῦμεν, τὴν βοήθειαν ἐτι θειάζομεν, τὴν εὐσπλαγχνίαν δοξολογοῦμεν. Καὶ μὴν τοῖς παρελθοῦσι μεμνημένοι τῶν σῶν δωρεῶν, καὶ ἐξ ὅσων κινδύνων ἐῤῥύσθημεν διὰ σοῦ, ταύτην σοι τὴν εὐχαριστήριον ᾠδὴν ὡς χρέος προσάγομεν
draconum in aqua Ad huc accedat et canticum
pro exitu Israelis magnifica voce: Cantemus Domino; gloriose enim magnificatus est 10.
Huc loci deducto sermone, animoque in Dei ac
Domini, præsanctæque ac solius Deiparae, maximorum mirabilium sublimitatem intendens, præ
stupore elinguis flo, deficientibus verbis ut rem
possim æquare. Quae enim lingua magnisons, Virgiueni ac Deiparam, dignis præconiis possit celebrare? Quomodo autem mirabiliter mirabilem ejus
laudabit gratiam funtemque clementiæ magnificabit, ac gratias referet? Equidem par erat, ut eas
Dei Genitrici gratias referremus, que ipsis constant operibus. Quippe es, ejusque Nalus præ tibiarum ac organorum modulatissimis cauticis, iis
delectatur. Sunt vero, ut ego pronuntio, charilas
nou Gcta, quæ summa est legis et prophetarum;
sincera fraterna dilectio; compassio non affectata
ac ex animo; divina virginitas; legitima nuptiz;
irreprehensibilis castitas: justitiæ vigor; conslaus
fortitudo adversus vitia; composita prudentia; largæ eleemosynæ; continentia non turnens; humilitas
ad compunctionem facilis: ad hæc autem, vita sine
crimine; boni mores ac modesti; animus prudens;
os bene loquens; lingua favens; sermo rationabilis;
oculus non impudicus; manus nihil incontinentes;
ira non sine judicio, vel furoris impetu secus rationem trauens; aliaque, quibus homio ad Dei factus
imaginem, ac ordinatus cum Deo ceu pretioso ac
venustissimo mundo ambitiose ornctur.
lis oportebat Deiparæ Virgini gratias referre;
quando et morales philosophi, operibus dicunt,
non verbis, gratiarum actionem definiri. Quia nihilominus imbecilli natura, ac animo segnes, ad
virtutis labores pigriores efficimur, leviusque eam
attingimus, atque, ut dicunt, extremo digito, eoque
referendis gratiis earumque exsolvendo debito
impares sumus; vel nudis saltem verbis constantes
gratias inferamus. Levantes ergo vocem nostram,
ac mentes sublime erigentes, in hunc modum jubilo
dicamus: Equidem Deipara Domina, insitam a natura clementiam habens,,haudquaquam genti nostræ
providentia defuisti: sed velut communis Christiause gentis parens, Gliorum amans, ac visceribus
affluens, sic semper tua nobis beneficia impertis;
nos salvans; protegens; custodiens, a periculis
liberans; eruens a tentationibus. Nos autem pro
ejusmodi gratias agimus; alto vocis præconio agnoscimus dona; beneficia non occultamus; magnifice
canimus tua mirabilia, tuum in nos studium ac
curam glorifcamus; maguidcamus providentiam;
protectionem laudamus; auxilium ceu quid divinum
efferimus; misericordiam sermone celebramus.
Atque pro iis quidem quæ præcesserunt, tuorum
memores donorum, ac ex quam multis tuo favore
eruti simus periculis, gratiarum actionis canticum
*Psal. lxxiii, 13. 10 Exod.
Χν, 1
λὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος· προστιθέτω
δὲ καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ἐξόδου Ἰσραὴλ άσμα μεγαλοφώνως·
Ασωμεν τῷ Κυρίῳ· ἐνδόξως γὰρ δεδόξασται.
Ενταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, καὶ πρὸς τὸ ὕψος
ἀφορῶν τῶν μεγίστων θαυμασίων τοῦ Θεοῦ καὶ
Δεσπότου, καὶ τῆς ὑπεραγίας καὶ μόνης Θεοτόκου,
ἄφωνος ὑπ' ἐκπλήξεως γίνομαι, οὐχ εὑρίσκων λόγους ισορρόπους τοῖς πράγμασι. Ποία γὰρ μεγαλύ
φωνος γλῶσσα, τὴν Παρθένον καὶ Θεοτόκον ἀξίως
εὐφημήσει; πῶς παραδόξως ὑμνήσει την παράδοξον
ταύτης χάριν, καὶ τὴν πηγὴν τῆς φιλανθρωπίας
δοξάσει, καὶ τὴν εὐχαριστίαν προσοίσει; Εδει μὲν γὰρ
ἡμᾶς, τὴν δι' ἔργων εὐχαριστίαν προσάγειν τῇ θέα
μήτορι. Ταύτῃ γὰρ ἤδεται μᾶλλον αὐτή τε καὶ ὁ
ταύτης Υἱός, ήπερ αὐλῶν καὶ ὀργάνων μουσικωτά
ταις ᾠδαῖς. Αὕτη δέ ἐστιν, ὡς ἐγώ φημι, ἀγάπη
άνυπόκριτος, νόμου καὶ προφητῶν οὖσα κεφάλαιο
φιλαδελφία ἀνόθευτος, συμπάθεια ἀνεπίστροφος,
παρθενία ἔνθεος, γάμος ἔννομος, σωφροσύνη ἀκατέ
γνωστος, δικαιοσύνη σύντονος, ἀνδρείᾳ κατὰ τῶν
παθῶν ἔμμονος, φρόνησις εύτακτος, ἐλεγμούς
δαψιλής, εγκράτεια άτυφος, ταπείνωσις είχε ένν
κτος· καὶ πρὸς τούτοις, βίας άληπτος, τρέπε
εύχρηστος, ἦθος μέτριον, νοῦς εὐσύνετος, στόμα
εύλαλον, γλώσσα εὔφημος, λόγος εύλογος, δηλα
μὸς οὐκ ἀκόλαστος, χεῖρες οὐκ ἀκρατεῖς, πόλις
οὐκ ἐξεῖς πρὸς κακίαν, θυμὸς οὐκ ἀλόγιστος καὶ
παρασύρων τὸν λογισμὸν τῷ τῆς μανίας ρεύματι
κἄλλα, οἷς ἂν ὁ κατ' εἰκόνα πεποιημένος άνθρωπος,
Ο καὶ μετὰ Θεοῦ τεταγμένος, ὡς κόσμῳ πολυτελεῖ καὶ
ὡραίῳ ἐγκαλλωπίσαιτο.
Διὰ τούτων ἔδει τῇ Θεοτόκῳ εὐχαριστεῖν, ἐπεὶ
καὶ τὴν εὐχαριστίαν ἔργοις, ἀλλ' οὐ λόγοις ὁρίζεσθεί
φασιν οἱ ταῦτα σοφοί. Ἐπεὶ δὲ τὸ τῆς φύσεως ἡμῶν
ἀσθενές, καὶ τὸ τῆς διανοίας νωθρὸν ἀποκνεῖν ἡμές
πρὸς τὸ τῆς ἀρετῆς ἐπίπονον ποιεῖ, καὶ βραχέα τού
της απτόμεθα, καὶ ὅσῳ εἰπεῖν, ἄκρῳ δαχτύλων,
καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἔκτισιν τῆς εὐχαριστίες
ἐνδεῶς ἔχομεν, κἂν τὴν διὰ ῥημάτων ψιλῶν εἰσενέγ
χωμεν. Υψώσαντες τὴν φωνὴν ἑαυτῶν, καὶ τάς
φρένας μετεωρίσαντες, οὕτως εἴπωμεν ἐν λεία.
γμῷ· Σὺ μὲν, ὦ Δέσποινα Θεοτόκε, τὸ φιλάνθρωπον
ἐκ τῆς φύσεως ἔχουσα, οὐ διέλιπες προνοουμένη
τοῦ γένους ἡμῶν, ἀλλ᾿ ὥσπερ μήτηρ κοινὴ τοῦ
τῶν Χριστιανῶν γένους, φιλόπαις ὁμοῦ καὶ φυλα
στέργος, οὕτως ἀεὶ τὰς σὰς εὐεργεσίας ἐπιχορηγεί
ἡμῖν, διασώζουσα, περισκέπουσα, φυλάττοντα
κινδύνων ἐλευθεροῦσα, πειρασμῶν ἀπαλλάττουσα
ἡμεῖς δὲ ἀντὶ τούτων, εὐχαριστοῦμεν, ἀνακηρύτο
τομεν τὰς χάριτας, οὐ κρύπτομεν εὐεργεσία..
Αδομεν μεγαλοφώνως τὰ σὲ θαυμάσις, την τη
δεμονίαν δοξάζομεν, την πρόνοιαν μεγαλύ
μεν, τὴν προστασίαν ὑμνοῦμεν, τὴν βοήθειαν ἐτι
θειάζομεν, τὴν εὐσπλαγχνίαν δοξολογοῦμεν. Καὶ
μὴν τοῖς παρελθοῦσι μεμνημένοι τῶν σῶν δωρεῶν,
καὶ ἐξ ὅσων κινδύνων ἐῤῥύσθημεν διὰ σοῦ, ταύτην
σοι τὴν εὐχαριστήριον ᾠδὴν ὡς χρέος προσάγομεν
Распознавание текста
col. 1351–1352page 164 of 200
PG 106:1351οὐκ ἀντάξιον μὲν οὖσαν ταῖς σαῖς εὐεργεσίαις· τι γὰρ ἂν καὶ εἴη τούτων αντάξιον; πλὴν, φίλα σου τὰ τῶν σῶν παίδων ψελλίσματα· ἐπὶ δὲ τοῖς ἐνεστῶσι καὶ λυποῦσιν ἡμᾶς, παρακαλοῦμεν τὴν σὴν ὀξυτάτην βοήθειαν· δεόμεθα τῆς σῆς ἀντιλήψεως λύσαι τὰ ἐν τῷ μέσῳ προσκόμματα· διασκεδάσαι τὴν ἐπέχουσαν ἡμᾶς νεφέλην τε καὶ σκοτόμαιναν, ὑφ᾽ ἧς ὥσπερ ἐν νυκτομαχίᾳ βάλλομέν τε καὶ βαλλόμεθα· ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ὥσπερ οι μαινόμενοι, τῶν ἰδίων σαρχῶν ἀπτόμεθα, καὶ ἀγνοοῦμεν τους συγγενεῖς, καὶ τὸ ὁμό φυλον οὐκ ἐπιγινώσκομεν. Καὶ ταῦτα τολμῶμεν· τίο νες; οἱ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς, τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, τῆς αὐτῆς πίστεως, τοῦ αὐτοῦ βαπτίσματος, τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας, τῶν αὐτῶν μυστηρίων ἠξιωμένοι, ἵνα μὴ λόγον ἀποτείνωμεν μακρόν. Διὰ τοῦτο ἱκετεύο μεν τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν, οἶκτον λαβεῖν τοῦ σοῦ λαοῦ καὶ τῆς κληρονομίας σου, καὶ στῆναι πρέσβιν πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα θεὸν ἡμῶν, καὶ βοηθῆσαι μὲν ἡμῖν τὰ ἔσχατα κινδυνεύουσιν, ἐξελέσθαι δὲ ἡμᾶς συμφορῶν ἀνηκέστων. Ορᾷς ὅσοις, ὦ Δέσ ποινα, κακοῖς περιαντλούμεθα. Ανάστηθι οὖν καὶ μὴ ἀπώσῃ εἰς τέλος. Ἵνα τί τὸ πρόσωπόν σου ἀπο στρέφεις, καὶ ἐπιλανθάνεις τῆς πτωχείας ἡμῶν; Διάλυσον τοὺς ἐπικειμένους φόβους και τρόμους ἄνελα τὰς φιλονείκους ενστάσεις· παῦσον τὰς μά χας καὶ τοὺς πολέμους· κόπασον τὴν καθ' ἡμῶν κινηθεῖσαν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ θραῦσιν· καταπράϋνον τὰς ἐν τῷ μέσῳ στάσεις καὶ ταραχάς, καὶ γα λήνην καὶ εἰρήνην βράβευσον τοῖς οἰκέταις σου ἵνα ταῖς πολλαῖς εὐεργεσίαις προστεθείσης καὶ ταύτης, ἀνακηρύττωμεν δια παντὸς τὰ σὰ τεράστια. ο Αλλ' ἐνταῦθα γενόμενοι, καὶ τὰ ἱστία τοῦ λόγου χαλάσαντες, εἰς τὸν ἀσφαλῆ τῆς σιωπῆς ὡρμή σωμεν λιμένα· ἐκεῖνο πάλιν τους συνειλεγμένους ἀναμνήσαντες, μὴ ἀγνώμονας φανῆναι περὶ τὴν εὐεργέτιν καὶ Δέσποιναν· μηδὲ διὰ τῶν ἔργων εὐεργετουμένους, ὀκνεῖν τὴν διὰ τῶν λόγων εὐχαριστίαν προσφέρειν· καὶ γὰρ πάλιν, εἰς ἡμᾶς τὸ κέρ ὡς ἐπάνεισιν. Ἐὰν γὰρ ἐπὶ τοῖς φθάσασιν εὐχάριστοι γενώμεθα, μεγάλην ἑαυτοῖς πρὸς τὰ μέλλοντα εὐτρεπίσομεν παρρησίαν, καὶ τῶν ἀποῤῥήτων ἀγα θῶν ἐπιτύχομεν· χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυ μίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν. Επη χρυσᾶ. Εγώ σε φιλῶν, καὶ πρὸ τῶνδε τῶν λόγων, Μέλλον δὲ πενθῶν ὑπὸ φιλοσοφίας,
IAMBI ASCETICI.
οὐκ ἀντάξιον μὲν οὖσαν ταῖς σαῖς εὐεργεσίαις· τι hoc, ceu debitum tibi offerimus; non velut luis
γὰρ ἂν καὶ εἴη τούτων αντάξιον; πλὴν, φίλα σου
τὰ τῶν σῶν παίδων ψελλίσματα· ἐπὶ δὲ τοῖς ἐνεστῶσι καὶ λυποῦσιν ἡμᾶς, παρακαλοῦμεν τὴν σὴν
ὀξυτάτην βοήθειαν· δεόμεθα τῆς σῆς ἀντιλήψεως
λύσαι τὰ ἐν τῷ μέσῳ προσκόμματα· διασκεδάσαι τὴν
ἐπέχουσαν ἡμᾶς νεφέλην τε καὶ σκοτόμαιναν, ὑφ᾽ ἧς
ὥσπερ ἐν νυκτομαχίᾳ βάλλομέν τε καὶ βαλλόμεθα· ἢ
μᾶλλον εἰπεῖν, ὥσπερ οι μαινόμενοι, τῶν ἰδίων σαρχῶν
ἀπτόμεθα, καὶ ἀγνοοῦμεν τους συγγενεῖς, καὶ τὸ ὁμόφυλον οὐκ ἐπιγινώσκομεν. Καὶ ταῦτα τολμῶμεν· τίο
νες; οἱ τοῦ αὐτοῦ Πατρὸς, τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, τῆς
αὐτῆς πίστεως, τοῦ αὐτοῦ βαπτίσματος, τῆς μιᾶς
Ἐκκλησίας, τῶν αὐτῶν μυστηρίων ἠξιωμένοι, ἵνα
μὴ λόγον ἀποτείνωμεν μακρόν. Διὰ τοῦτο ἱκετεύο
μεν τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν, οἶκτον λαβεῖν τοῦ σοῦ
λαοῦ καὶ τῆς κληρονομίας σου, καὶ στῆναι πρέσβιν
πρὸς τὸν ἐκ σοῦ τεχθέντα θεὸν ἡμῶν, καὶ βοηθῆσαι
μὲν ἡμῖν τὰ ἔσχατα κινδυνεύουσιν, ἐξελέσθαι δὲ
ἡμᾶς συμφορῶν ἀνηκέστων. Ορᾷς ὅσοις, ὦ Δέσ
ποινα, κακοῖς περιαντλούμεθα. Ανάστηθι οὖν καὶ μὴ
ἀπώσῃ εἰς τέλος. Ἵνα τί τὸ πρόσωπόν σου ἀπο
στρέφεις, καὶ ἐπιλανθάνεις τῆς πτωχείας ἡμῶν;
Διάλυσον τοὺς ἐπικειμένους φόβους και τρόμους
ἄνελα τὰς φιλονείκους ενστάσεις· παῦσον τὰς μά
χας καὶ τοὺς πολέμους· κόπασον τὴν καθ' ἡμῶν
κινηθεῖσαν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ θραῦσιν· καταπράϋνον τὰς ἐν τῷ μέσῳ στάσεις καὶ ταραχάς, καὶ γα
λήνην καὶ εἰρήνην βράβευσον τοῖς οἰκέταις σου·
ἵνα ταῖς πολλαῖς εὐεργεσίαις προστεθείσης καὶ
ταύτης, ἀνακηρύττωμεν δια παντὸς τὰ σὰ τεράστια.
congrue beneficiis respondeat: quid enim etiam iis
congruum haberi possit: enimvero amica habes
filiorum balbutimenta: Pro iis autem malis quæ
ingruunt, ac nobis molesta sunt, obsecranus ut
festine auxilium impendas. Rogamus pro tuo pa
trocinio ac tutela, ut tollas offendicula iu melio
exsistentia; dispellas vero occupantem nebulan
ac atram caliginem, qua cæcati, ceu nocturna
pugna, calimus pariter, cædimurque; vel ut melius
dicam, uti furiosi, nostras ipsorum carnes discerpinus; non agnoscimus cognalos, ac contribules nescimus. Atque hæc audenius: Quinam vero?
Qui nimirum dignatione divina, cumdem Patrem;
Christum unam, eamdem fidem, idem baptisna,
unam Ecclesiam, sacramenta communis (ut ne in
longum sermo abeat) habemus. Quamobrem sup
plices obsecramnus tuam clementiam, ut tui populi,
ac tuæ hæreditatis miserearis, adsisque intercedens apud natum ex te Deum nostrum, ac nobis
in extreme constitutis periculo auxilieris, atque a
deploratis eripias calamitatibus. Vides, ο Domina,
quot undique malis absumamur: Exsurge igitur,
e! ne repellas in finem. Cur faciem tuam avertis, et
oblivisceris inopiæ nostræ ¹¹? Dissolve incun:bentes nobis timores ac tremores; tollc contentiosas opponentium pugnas; seda pugnos ac bella; siste motan in nos
Dei iram ac contritionem; compone medias nostrum
seditiones ac turbationes, tuisque famulis tranquil -
litatem ac pacem concede; ut pluribus illis beneficiis, quibus nos cumulasti, accedente benefcio hoc,
tua prodigia sempiterno præconio celebremus.
Αλλ' ἐνταῦθα γενόμενοι, καὶ τὰ ἱστία τοῦ λόγου
χαλάσαντες, εἰς τὸν ἀσφαλῆ τῆς σιωπῆς ὡρμήσωμεν λιμένα· ἐκεῖνο πάλιν τους συνειλεγμέ
νους ἀναμνήσαντες, μὴ ἀγνώμονας φανῆναι περὶ
τὴν εὐεργέτιν καὶ Δέσποιναν· μηδὲ διὰ τῶν ἔργων
εὐεργετουμένους, ὀκνεῖν τὴν διὰ τῶν λόγων εὐχαρι
στίαν προσφέρειν· καὶ γὰρ πάλιν, εἰς ἡμᾶς τὸ κέρὡς ἐπάνεισιν. Ἐὰν γὰρ ἐπὶ τοῖς φθάσασιν εὐχάριστοι γενώμεθα, μεγάλην ἑαυτοῖς πρὸς τὰ μέλλοντα
εὐτρεπίσομεν παρρησίαν, καὶ τῶν ἀποῤῥήτων ἀγα
θῶν ἐπιτύχομεν· χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυμίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος gloria ac potestas in sæcula. Amen.
εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν.
Hue autem deducto sermone, ac cjus contrahentes vela, ad tutum silentii portum applicemus; hoc
iterum admonentes collectum cœtum, ut ne ingrali erga benefcam ac Dominam videamur; neque,
qui ipsis rebus beneficio simus affecti, vel saltem
verbis gratiarum actionem offerre negligamus: in
quos nimirum iterum revertatur commodum. Siquidem enim pro prioribus bonis grati fuerimus,
magnam nobis ad futura fiduciam comparabimus,
ac assequemur inenarrabilia ac arcana bona; gratia ac misericordia Domini nostri Jesu Christi cui
VERSUS IAMBICI DE REBUS ASCETICIS.
(E ms. sæc. xv Bibl. Laurent. Bandini, I, 105.)
Επη χρυσᾶ.
Εγώ σε φιλῶν, καὶ πρὸ τῶνδε τῶν λόγων,
Μέλλον δὲ πενθῶν ὑπὸ φιλοσοφίας,
Psal. XL,
PATROL. GR. CVI.
Carmina aurea.
Te diligens plusquam valeat os dicere,
Ac dolens etiam ob ingentem vim amoris,
Распознавание текста
col. 1353–1354page 165 of 200
PG 106:1353Η Νεκρῷ γάρ ἐστιν ἀκριβῶς εἰκασμένη, Ὁ μὴ λέγῳ πρέποντι κοσμῶν τὴν φύσιν, Προβθηκά σας, βέλτιστε, γυμνὸν τὸν βίον, ὡς ἂν διδαχθῇς τὰς κινὰς ὑποκρίσεις, Καὶ μὴ ταραχθῆς ὑπὸ τῆς ἀπειρίας, Ὥσπερ μίμους φοβηρὸν εἰ βλέπει βρέφος, Καὶ νῦν δὲ τουτὶ τὸ χρυσοῦν πάσχων πάθος, Κἂν αὐτὸς ὑπόχαλκος ευρέθης φίλος, Καὶ καθάπερ δύσοιστον ἀτμήθης μέλος, Πληγεὶς ἐφ' ἡμᾶς δυσμενούς γλώττης βέλει, Πάλιν παραινώ μὴ περιχαίνειν κάτω, Μὴ ζῆν κυνηδόν, μὴ ῥοφῆς τὸ πᾶν θέλε. Εἰ γὰρ ἔχεις βούλιμον οὐχ έξεις κόρον, Πρὶν ἂν πίνῃς κυλικίδος ἐμπίκρων πόνων, Καὶ τῶν περιττῶν ἐκφορείς τὴν κυπρίων, Η κατασαπῇς, καὶ βοῆς ἐπὶ κλίνης, Ἐμῶν τὰ κοινὰ τῇ στροφῇ τῶν ἐλπίδων. Η καὶ προληφθεὶς δυστυχῶς τῆς ἑβδόμης Πρὸς τὴν ἀκατάλυτον ἀχθῆς ὀγδόην, Ην ἐσχάτην κρίσιμον εὑρῶν δακρύσεις, Ἐπεὶ γαληνὸν τὸν κριτὴν οὐ δεικνύει. Δεῖ γὰρ ἐς αὐτὴν ἀποδημήσαντά σε Ποινὰς ὑποσχεῖν ἀντὶ τῶν πεπραγμένων. Ο τίς ὁ βαθὺς καὶ θορυβώδης χάρος! ὑφ' οὗ θανατῶν οὐ σκοπεῖς τὸ συμφέρον. Καθεύδομεν γὰρ ὑπὸ τῆς ἀπληστίας, Καὶ νυκτομαχεῖν ἀξιοῦμεν τὴν φύσιν, Τὸ τῆς ὅλης ἄπιστον ηγνοηκότες Τί τοῦτο ποιεῖ;; ἵνα τί δ' οὔπω βλέπεις; Αλλ' ἀμβλυωπεῖς ἐν σαφεῖ μεσημβρία, Τα κρυπτά σου βλέφαρα μὴ παρατρίδων; Ο χρυσός ὠχρός ἐστιν ἀλγῶν τῷ φθόνῳ. Καὶ γὰρ ἐπ' αὐτὸν ὡς βαρὺς ἔρπει δράκων Τὴν τοῦ χρόνου κίνησιν ἀντισυστρέφων, Ὑφ᾿ ἧς τὸν ἰὸν τῆς φθορᾶς ἀναπτύει. Καὶ σὺ παρ' αὐτῷ προσδοκᾷς τὰ βελτίω, Τὸ τῆς τύχης εἴδωλον αἰσχρῶς φαιδρύνων; Οφθαλμὲ γῆς, ήλιε, πῶς τάδε βλέπεις; Πλὴν εἰ μὲν ὡς παῖς εὐμενὴ τοῦτον κρίνεις. Μικροψύχου γάρ ἐστιν ἀνδρὸς ἡ κρίσις Τί δῆτα παθῶν, οὐ καλῶν ὁρᾷς τον φίλον; Στρεβλεῖς γὰρ αὐτὸν ἐγκρατῶς, καὶ συμπνίγεις Κἂν αὐτὸς ὡς ἄληπτος εἰς ἄλλους τρέχει Τῆς σῆς φυλακῆς τὰς λαβὰς ἀνατρέπων. Εἰ δ' αὖ πονηρὸν τοῦτο γὰρ ὄντως κρίσεις. Τί τὸν φονευτὴν οὐ στυγεῖς, οὐ δ' ἐκκλίνεις, Οὐδὲ πρὸς οἰκτράς θάττον ὠθεῖς γαστέρας; Ως ἀνέχῃς μᾶλλον τι κερδαίνειν μέγα. Άνθρωπε, κατάμαθε τὴν κοινὴν φύσιν Ἐκ τῶν πρὸς ἀπόδειξιν ὑποκειμένων, Καὶ ρίψον εἰς γῆν τὸν διάκενον τύφον. ὑμᾶς τὰ φυτὰ, πῶς μὲν ἡδᾷ, καὶ βρύσι, Μετὰ χρόνον δέ τινα γηρᾷ, καὶ φθίνει; Τοῦτ' αὐτὸ καὶ σόν ἐστιν, ὡς οἶδας, πάθος. Καὶ νῦν μὲν ἀνθεῖς, ἀλλ' ἀπανθήσεις πάλιν, Τῆς τοῦ τελευτῆς ἀντενεχθέντος ψύχους Δέδοικα γοῦν ἔγωγε τὴν ἀκαρπίαν Ἡ γὰρ ἀπειλὴ τῆς τομῆς με συγχέει. Γνῶθι σεαυτὸν, ἴδε τὸν ῥοῦν τοῦ χρόνου,
Qui mortao prorsus est adsimilis,
Si res, ut sunt et ut decet, non exprimit,
Η Νεκρῷ γάρ ἐστιν ἀκριβῶς εἰκασμένη,
Ὁ μὴ λέγῳ πρέποντι κοσμῶν τὴν φύσιν,
Nedam, o bone, tibi vitam (contemplandam) obtuli, Προβθηκά σας, βέλτιστε, γυμνὸν τὸν βίον,
Ut vana sie kgmenta posses discere,
Nec te male expertum pericla frangerent,
Ut pavidus si larvas infans videt,
Cum adhuc aureo labores morbo.
At quamvis ipse fictus deprehendaris amicus,
Et tanquam male cohærens membrum abscindaris,
Linguæ cruento vulneratus spiculo,
Rursus le moneo, ne circum terrenis inhies,
Ne vivas ut canis et exhaurire velis omnia.
Si forte enim esuris, statim haud eris satur.
Nisi ante biberis calicem amaris plenum laboribus
Et supervacaneum alvi pondus ejeceris,
Vel corrumperis et conspurcabis loetum,
Atque ita omnes mew spes inversæ concident;
Vel misore præventus septima
Ad insuperabilem traheris octavam,
Quam ultimam sentions decretoriam Bebis,
Quia serenum tibi judicem non ostendet,
Necesso est enim te illis proficisci,
Et pœnas filio de factis rocipere.
O quam gravis, o quam turbidus tuus est sopor!
Per quem morti proximus, quid decent, won vidcs.
Dormimis enim, quamvis inexplebiles,
Et pro nobis noctu pugnare credimus naturam,
Quam res sit infida ignorantes.
Quid hoc agis? cur tale non vides malum)?
· Caculiens, dum Phoebus est altissimus,
Cacas nec atteris tuas jam palpebras?
Pallidum est aurum quasi dolens invidia.
Hæc enim in ipsum ut gravis serpens irrepit
Qui se imorquens cursum accelerat,
Et venenum corruptionis expuit.
´Simplex ab ipso et æquiora postulas,
Foti impium numen decorans turpiter?
O sol, oculus terræ, quomodo hæc videa?
Ac si tu, ut puer, aurum quid benignum judicas,
(Vere cnim pusillanimi viri hoc est judicium).
Cur igitur male, non bene amicum excipis?
Nam ipsum valide torques et strangulas,
Quamvis, ut teneri nescius, ad alios currat,
Ansas custodiæ frangens tuæ,
Si autem hoc esse malum reapse judicas,
Cur interfectorem non odisti, ac fugis,
Statim nec ad ventres nefandos projicis?
Ut sufferas majora lucrari magis.
Homo, precor, jam disce naturam omnium
Ex rebus istis, quæ valent ostendere,
Et mitte vauas in solum superbias.
Vides plantas ut virent et pullulant,
Et post aliquod tempus senescunt et cadunt?
Ilive eadem ipsa te manet, ut nosti, infirmitas,
Et nunc flores quidem, defloresces iterum,
Cum frigus mortis te occupaverit.
Fructus tamen nullos adesse tunc vereor;
Illa enim excisionis me terret comminatio.
Cognosce te, et cognosce fluxum temporis.
ὡς ἂν διδαχθῇς τὰς κινὰς ὑποκρίσεις,
Καὶ μὴ ταραχθῆς ὑπὸ τῆς ἀπειρίας,
Ὥσπερ μίμους φοβηρὸν εἰ βλέπει βρέφος,
Καὶ νῦν δὲ τουτὶ τὸ χρυσοῦν πάσχων πάθος,
Κἂν αὐτὸς ὑπόχαλκος ευρέθης φίλος,
Καὶ καθάπερ δύσοιστον ἀτμήθης μέλος,
Πληγεὶς ἐφ' ἡμᾶς δυσμενούς γλώττης βέλει,
Πάλιν παραινώ μὴ περιχαίνειν κάτω,
Μὴ ζῆν κυνηδόν, μὴ ῥοφῆς τὸ πᾶν θέλε.
Εἰ γὰρ ἔχεις βούλιμον οὐχ έξεις κόρον,
Πρὶν ἂν πίνῃς κυλικίδος ἐμπίκρων πόνων,
Καὶ τῶν περιττῶν ἐκφορείς τὴν κυπρίων,
Η κατασαπῇς, καὶ βοῆς ἐπὶ κλίνης,
Ἐμῶν τὰ κοινὰ τῇ στροφῇ τῶν ἐλπίδων.
Η καὶ προληφθεὶς δυστυχῶς τῆς ἑβδόμης
Πρὸς τὴν ἀκατάλυτον ἀχθῆς ὀγδόην,
Ην ἐσχάτην κρίσιμον εὑρῶν δακρύσεις,
Ἐπεὶ γαληνὸν τὸν κριτὴν οὐ δεικνύει.
Δεῖ γὰρ ἐς αὐτὴν ἀποδημήσαντά σε
Ποινὰς ὑποσχεῖν ἀντὶ τῶν πεπραγμένων.
Ο τίς ὁ βαθὺς καὶ θορυβώδης χάρος!
ὑφ' οὗ θανατῶν οὐ σκοπεῖς τὸ συμφέρον.
Καθεύδομεν γὰρ ὑπὸ τῆς ἀπληστίας,
Καὶ νυκτομαχεῖν ἀξιοῦμεν τὴν φύσιν,
Τὸ τῆς ὅλης ἄπιστον ηγνοηκότες
Τί τοῦτο ποιεῖ;; ἵνα τί δ' οὔπω βλέπεις;
Αλλ' ἀμβλυωπεῖς ἐν σαφεῖ μεσημβρία,
Τα κρυπτά σου βλέφαρα μὴ παρατρίδων;
Ο χρυσός ὠχρός ἐστιν ἀλγῶν τῷ φθόνῳ.
Καὶ γὰρ ἐπ' αὐτὸν ὡς βαρὺς ἔρπει δράκων
Τὴν τοῦ χρόνου κίνησιν ἀντισυστρέφων,
Ὑφ᾿ ἧς τὸν ἰὸν τῆς φθορᾶς ἀναπτύει.
Καὶ σὺ παρ' αὐτῷ προσδοκᾷς τὰ βελτίω,
Τὸ τῆς τύχης εἴδωλον αἰσχρῶς φαιδρύνων;
Οφθαλμὲ γῆς, ήλιε, πῶς τάδε βλέπεις;
Πλὴν εἰ μὲν ὡς παῖς εὐμενὴ τοῦτον κρίνεις.
Μικροψύχου γάρ ἐστιν ἀνδρὸς ἡ κρίσις -
Τί δῆτα παθῶν, οὐ καλῶν ὁρᾷς τον φίλον;
Στρεβλεῖς γὰρ αὐτὸν ἐγκρατῶς, καὶ συμπνίγεις
Κἂν αὐτὸς ὡς ἄληπτος εἰς ἄλλους τρέχει
Τῆς σῆς φυλακῆς τὰς λαβὰς ἀνατρέπων.
Εἰ δ' αὖ πονηρὸν τοῦτο γὰρ ὄντως κρίσεις.
Τί τὸν φονευτὴν οὐ στυγεῖς, οὐ δ' ἐκκλίνεις,
Οὐδὲ πρὸς οἰκτράς θάττον ὠθεῖς γαστέρας;
Ως ἀνέχῃς μᾶλλον τι κερδαίνειν μέγα.
Άνθρωπε, κατάμαθε τὴν κοινὴν φύσιν
Ἐκ τῶν πρὸς ἀπόδειξιν ὑποκειμένων,
Καὶ ρίψον εἰς γῆν τὸν διάκενον τύφον.
ὑμᾶς τὰ φυτὰ, πῶς μὲν ἡδᾷ, καὶ βρύσι,
Μετὰ χρόνον δέ τινα γηρᾷ, καὶ φθίνει;
Τοῦτ' αὐτὸ καὶ σόν ἐστιν, ὡς οἶδας, πάθος.
Καὶ νῦν μὲν ἀνθεῖς, ἀλλ' ἀπανθήσεις πάλιν,
Τῆς τοῦ τελευτῆς ἀντενεχθέντος ψύχους -
Δέδοικα γοῦν ἔγωγε τὴν ἀκαρπίαν·
Ἡ γὰρ ἀπειλὴ τῆς τομῆς με συγχέει.
Γνῶθι σεαυτὸν, ἴδε τὸν ῥοῦν τοῦ χρόνου,
Распознавание текста
Ascetic IambicsIambi ascetici
col. 1355–1356page 166 of 200
PG 106:1355Τῆς ἡδονῆς τὸ νέκταρ ὀψὲ γοῦν φύγε Καὶ γὰρ ὀδυνῶν προξενεί σοι πικρίαν. Εως τίνος χρήματα, καὶ λειτουργίαι, Τάχα δὲ καὶ κτήματα, και παροινίας, Μέχρι τίνος κόλακες ἐκλύσουσί σε; Γενοῦ δανειστής, τῷ Θεῷ δὸς τὸν βίον Οφειλέτης γάρ ἐστι, καὶ χρεωλύτης, Καὶ τὰς δανειστής, κἂν δοκῇς μὴ λαμβάνειν, Κατοψοφαγῶν τῆς ψυχῆς σου τὸ χρέος. Πλὴν δε κοινὴ τῶνδε τῶν ὄντων φύσις Τὸ σὸν πρὸς αὐτὴν οὐκ ἀπαιτήσει χρέος Πάντως κἂν ἀλγης, και φιλόψυχος ἔχῃς, Οἰχήσεται γὰρ εἰς τὸ πῦρ ἡ θερμότης, Τὸ ξηρὸν εἰς γῆν, εἰς ὕδωρ ἡ ψυχρότης, Αὴρ δ' ἐπ' αὐτὸν καὶ τὸ ρευστὸν ἁρπάσει. Κείσῃ δὲ νεκρὸς ὑπὸ γυμνοῖς ὀστέοις, Ὁ νῦν περιττὸς, καὶ κατεβλακευμένος, Οφις δὲ τοῦ τένοντος εκρηγήσεται. Τί πῦρ ἐν ὀργῇ κατὰ τοῦ πέλας πνέεις; Τι δὲ βρυχηθμοὺς αὐθαδῶς ὑποκρίνῃ, Καὶ τῇ λεοντῇ τὰς χρυσᾶς πάντων ψύχας, Καὶ ζῶν ἀτερπῆ καὶ φιλῶν περὶ βίον; Τί δ' ὡς φάγος πάρδαλις υπόδρα βλέπεις, Καὶ δεινοπαθεῖς, καὶ λαρυγγίζεις μάτην Αντικρυς ἡμίγυμνε σεμνό κοχλία, Μᾶλλον δὲ γύψ ἄνωθεν ἁρπάζων κρέα, Πλὴν ούτε νεβρῶν, οὔτε περδίκων πάλιν. ᾿Ανδρῶν δὲ, παπαὶ! δυστυχῶν, καὶ σωφρόνων; Πλούσιος εἶ, δέδιθι τὴν τότε φλόγα. Τις γὰρ ἀναψύξει σε διψώντα δρόσος, Εἰ μὴ σὺ τοὺς πένητας ἐνθάδε θρέψεις; Σύνες τίς ὁ πλάσας σε καὶ μεταπλάσας, Επείπερ εἰς χοῦν ἐκπεσών συνετρίβης; “Η τίς χάριν σὴν καὶ Θεὸς, καὶ σαρκίον, Καὶ τίς πεπονθώς, καὶ παθῶν μείνα, δίχα, Παθῶν ἀμιγῆ, καὶ φθορᾶς ἔδειξε σε; Ταῦτα σκόπει, βέλτιστε, σωφρόνως ἔχων, Καὶ μηκέτι θαύμαζε τὴν ἀμετρίαν. Τὰ γὰρ ἔτι μέλλοντα μὴ σχόντι βλέπειν, Ο τῆς τελευτῆς ἀγνοεῖταί σοι χρόνος. Ὥσπερ τὸ νῦν πῦρ οὐδὲ μετρίως φλέγει, Πυρὸς γὰρ εἰκὼν ἐστιν, οὐ πῦρ τὴν φύσιν, Οὕτω θεατὰ καὶ τὸ πῦρ τὸ παμφάγον. Ὁ θυμὸς ἐξέκαυσε τυράννου βρέμων, Τοῖς τῶν νέων σώμασιν εὑρέθη δρόσος, Απόκρυφον πῦρ ζωγραφοῦν πρὶν ἄλλο τι Ως ἂν διδαχθῇς τὸν Θεὸν πῦρ καὶ δρόσος, Εἰς τὴν βάτον πῦρ, εἰς δὲ τὸν πόκον δρόσος. Μὴ διδράσῃς μάλιστα τὸν τύπον βλέπων. Μὴ γὰρ ὅλως ἔφλεξε νηδύν Παρθένου Σαρκός μετασχών, καὶ Θεὸς μείνας πάλιν. Εστήκασι δὲ τῆς φλογὸς ζῶντες μέσον, Καὶ τεττίγων ᾄδουσιν οἱ παῖδες τρόπον Σιτούμενοι γὰρ τῆς ἐνεχθείσης δρόσου, Ὡς ἐν θέρει στέγουσι τὴν δεῦρο ζέσιν. Πεπήγασι δ' οὖν τῆς βοῆς πεπαυμένοι Τὴν γὰρ σιωπής ζωγραφούσι τον τύπον,
IAMBI ASCETICI.
Τῆς ἡδονῆς τὸ νέκταρ ὀψὲ γοῦν φύγε·
Καὶ γὰρ ὀδυνῶν προξενεί σοι πικρίαν.
Εως τίνος χρήματα, καὶ λειτουργίαι,
Τάχα δὲ καὶ κτήματα, και παροινίας,
Μέχρι τίνος κόλακες ἐκλύσουσί σε;
Γενοῦ δανειστής, τῷ Θεῷ δὸς τὸν βίον·
Οφειλέτης γάρ ἐστι, καὶ χρεωλύτης,
Καὶ τὰς δανειστής, κἂν δοκῇς μὴ λαμβάνειν,
Κατοψοφαγῶν τῆς ψυχῆς σου τὸ χρέος.
Πλὴν δε κοινὴ τῶνδε τῶν ὄντων φύσις
Τὸ σὸν πρὸς αὐτὴν οὐκ ἀπαιτήσει χρέος
Πάντως κἂν ἀλγης, και φιλόψυχος ἔχῃς,
Οἰχήσεται γὰρ εἰς τὸ πῦρ ἡ θερμότης,
Τὸ ξηρὸν εἰς γῆν, εἰς ὕδωρ ἡ ψυχρότης,
Αὴρ δ' ἐπ' αὐτὸν καὶ τὸ ρευστὸν ἁρπάσει.
Κείσῃ δὲ νεκρὸς ὑπὸ γυμνοῖς ὀστέοις,
Ὁ νῦν περιττὸς, καὶ κατεβλακευμένος,
Οφις δὲ τοῦ τένοντος εκρηγήσεται.
Τί πῦρ ἐν ὀργῇ κατὰ τοῦ πέλας πνέεις;
Τι δὲ βρυχηθμοὺς αὐθαδῶς ὑποκρίνῃ,
Καὶ τῇ λεοντῇ τὰς χρυσᾶς πάντων ψύχας,
Καὶ ζῶν ἀτερπῆ καὶ φιλῶν περὶ βίον;
Τί δ' ὡς φάγος πάρδαλις υπόδρα βλέπεις,
Καὶ δεινοπαθεῖς, καὶ λαρυγγίζεις μάτην
Αντικρυς ἡμίγυμνε σεμνό κοχλία,
Μᾶλλον δὲ γύψ ἄνωθεν ἁρπάζων κρέα,
Πλὴν ούτε νεβρῶν, οὔτε περδίκων πάλιν.
᾿Ανδρῶν δὲ, παπαὶ! δυστυχῶν, καὶ σωφρόνων;
Πλούσιος εἶ, δέδιθι τὴν τότε φλόγα.
Τις γὰρ ἀναψύξει σε διψώντα δρόσος,
Εἰ μὴ σὺ τοὺς πένητας ἐνθάδε θρέψεις;
Σύνες τίς ὁ πλάσας σε καὶ μεταπλάσας,
Επείπερ εἰς χοῦν ἐκπεσών συνετρίβης;
“Η τίς χάριν σὴν καὶ Θεὸς, καὶ σαρκίον,
Καὶ τίς πεπονθώς, καὶ παθῶν μείνα, δίχα,
Παθῶν ἀμιγῆ, καὶ φθορᾶς ἔδειξε σε;
Ταῦτα σκόπει, βέλτιστε, σωφρόνως ἔχων,
Καὶ μηκέτι θαύμαζε τὴν ἀμετρίαν.
Τὰ γὰρ ἔτι μέλλοντα μὴ σχόντι βλέπειν,
Ο τῆς τελευτῆς ἀγνοεῖταί σοι χρόνος.
Ὥσπερ τὸ νῦν πῦρ οὐδὲ μετρίως φλέγει,
Πυρὸς γὰρ εἰκὼν ἐστιν, οὐ πῦρ τὴν φύσιν,
Οὕτω θεατὰ καὶ τὸ πῦρ τὸ παμφάγον.
Ὁ θυμὸς ἐξέκαυσε τυράννου βρέμων,
Τοῖς τῶν νέων σώμασιν εὑρέθη δρόσος,
Απόκρυφον πῦρ ζωγραφοῦν πρὶν ἄλλο τι·
Ως ἂν διδαχθῇς τὸν Θεὸν πῦρ καὶ δρόσος,
Εἰς τὴν βάτον πῦρ, εἰς δὲ τὸν πόκον δρόσος.
Μὴ διδράσῃς μάλιστα τὸν τύπον βλέπων.
Μὴ γὰρ ὅλως ἔφλεξε νηδύν Παρθένου
Σαρκός μετασχών, καὶ Θεὸς μείνας πάλιν.
Εστήκασι δὲ τῆς φλογὸς ζῶντες μέσον,
Καὶ τεττίγων ᾄδουσιν οἱ παῖδες τρόπον
Σιτούμενοι γὰρ τῆς ἐνεχθείσης δρόσου,
Ὡς ἐν θέρει στέγουσι τὴν δεῦρο ζέσιν.
Πεπήγασι δ' οὖν τῆς βοῆς πεπαυμένοι·
Τὴν γὰρ σιωπής ζωγραφούσι τον τύπον,
Et suave tandem gaudii nectar fuge,
Fert scilicet tristem dolorum copiam.
Quousque tandem, quæso, munera et bona,
Aurique copia et furor dementiæ,
Quousque te omnes blaudientes divident?
Sis fenerator; da tuam vitam Deo;
Est namque debitor, fidemque liberat,
Tuusque fenerator, quamvis non videaris accipere,
Sibi devorans animæ tuæ debitum.
Natura sed, gentes quæ in unum colligit,
Debes quod illi non reposcit debitum?
Quamvis semper doleas et vitam ames,
Abibit in ignem qui tibi inest calor,
Siccum in terram, in aquam frigidum,
Et aer bumidum et fluxum abripiet.
Tu vero mortuus jacebis sub nudis ossibus,
Qui nunc nimia torpes pinguedine,
Et serpens tuæ superbiæ disrumpetur,
Cur ignem iratus contra proximum spiras,
Et rugitus feroces videris emittere,
Et leonina pelle indutus insolescis,
Vivasque injucunde et ames vitam?
Cur vorax ut pardalis torve circum tueris,
Et imaginosum pateris, et clamas inaniter,
Vere horrida atque nuda limax insolens,
Aut vultur e summo auferens carnem poło,
Non hinnulorum, sive perdicum tamen,
Sed, heu! virorum pauperum et temperantium!
Dives es, time futuram flammam.
Quo enim rore refrigeraberis tune sitiens,
Si tu pauperes hic non alueris?
Cognosce quis te finxerit et refinxerit,
Quandoquidem in pulverem es reversurus:
Vel quis tui gratia Deus una simul et care,
Quis, inquam, passus, quamvis passioni non sub -
[ditus,
Ostendit te futurum passionibus et corruptione
liberum?
Hæc considera, optime, sobrie te gerens,
Neque amplius de immensitate obstupescas,
Nam quæ sunt futura non licet videre,
Et ignoratur quæ sit finis temporis.
Sicut ignis quo nunc utimur, non urit modice,
Nan ignis est imago, non ignis natura,
Sic contemplare ignem devorantem omnia.
Accendit olim hunc mens tyranni fervida,
Sed ros puellis factus est gaudentibus,
Arcanum ignem indicans, quam quid aliud;
Ut intelligas Deum esse ignem et rorem,
Ignem in rubo, et rorem in vellere.
Nec multum distabis a vero, si typum perpendas;
Nam uterum omnino non combussit Virginis,
Qui particeps carnis Dous semper inanet.
In medio Bammarum vivi steterunt,
Et ciendarum more canebant pueri;
Nam enutriti super induto rore,
Loci exustionem, ut illa aetatis tempore, ferebant.
Stabant firmi cessantes a clamoribus:
Ipso enim silentio sypum indicabant,
Распознавание текста