Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
ProemProoemium
Constitution XXConstitutio XX
col. 1137–1138page 1 of 9
PG 107:1137Κῶ καὶ κῶ ἡ τοῦ πτωχοῦ ἐπικράτησις. Βλέπε δὲ σὺ ὁ τὰ θεῖα φρονῶν καὶ τὰ θεῖα φέρων Επ' ώμων, μή σου ή κόνις όνειδος γένηται, καὶ πώ Έγωνα Βαθὺν ἐνδίκως καρήσῃ, καὶ μεγάλως ἀγριωθήσῃ Αὐτὸς ὁ φόνου σύμβουλος ἀρχιερεὺς, οὗ τὸ ὄνομα Ἰω. Καὶ ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἡλειμμένος Επώνυμος Μεταχείμ Ευσέβεια. Τὴν πέτραν οἰκῶν ἄγε δεύρό μοι, ξένε, Θρήνους προλιπών καὶ βίον τὸν ἀγρότην, Καὶ ζῆθ᾽ ὁ νεκρὸς καὶ κατεστυγνασμένος, Συναγαγών κάλλιστα, πάντα σκορπίσας, Αδικίας ἔπαθλον ἀνομημένον, Οταν δ' ὁ μείζων ἀστὴρ ὀφθήσει μέλας, Γυμνὸς πάλιν όδευσον εἰς γῆς πυθμένας. Εὐλάβεια. Ο νεκρὸς ἤδη καὶ θέᾳ λελησμένος Οίδασι πολλοί, καν μηδεὶς τοῦτον βλέπῃ Ὡς ἐκ μέθης δὲ φανεὶς ἀθρόως Σκήπτρα κρατήσει τῆσδε τῆς βασιλείας. Στύλος γὰρ ὀρθεὶς ἐν πόλῳ κεκλωσμένος, Κήρυξ ἀφανὴς τρὶς ἀνακράξει μέγα "Απιτε σπουδῇ πρὸς δυσμάς ἑπταλόφου Εὕρητε δ' ἄνδρα οἰκέτην ἐμὸν φίλον Αξατε τοῦτον εἰς βασιλείας δόμους, Μηνόκρανον, μείλιχον, πραύν, υψίνουν, Τὸ μέλλον ἐξύτατον εἰδέναι μᾶλλον. Καὶ πάλιν ἕξεις, ἐπτάλοφε, τὸ κράτος. Ρω Ο Δελησμένος. λελυμένος.
ὉΒΛΟΌΒΟΜ
Εὐσέδεια.
Qui tres pueros de camino ignis liberavit, ille
assumpta carne advenit, et cruci clavis affixus sa-
lutem nobis reddit, qui solus est benedictus et
gloriosus Patrum Deus.
Cur unguenta fertis in manu? Quem quzritis ?
Qui tribus pueris apparuit, clamabat in. sepulcro
y angelus, is resurrexit Christus Deus noster, simul-
que mortalium naturam ex inferni antris eripuit.
Salve, o ter beatum lignum, et divinum, erux .
lumen his, qui in tenebris. degunt, que mundo
quatmor finibus constanti illustratione tua radios
resurrectionis Christi premonstrasti. Dignare, ut
omnes fideles ad Pascha pertingant.
Hac die odorem halant unguenta ex divinis my-
rotheciis, crux nimirum vitali unguento delibota.
Odoremur eclestem, quam halat, auram ; eamque
cum fide adoremus in szcula.
Adesto, Eliszee, dic palam , quidnam lignum il-
lud, quod in aquam demisisti ? Crux Christi, qua
ex profundo interitus extraceti sumus : eam adora-
Tous fideliter in szeeula,
; Jacob olim prefigurans erucem tuam , Christe,
adorabat fastigium divinse virge Joseph , pravi-
dens eam esse regni Lui sceptrum tremendum ,
quam nune fideliter in secula adoramus.
Omnium prophetarum tu decantatissimum es
praconium. Porta enim Dei es, urna aurea ; terra
saneta, o Virgo Dei Sponsa, quie eoncepisti in
carne Jesum Christum , qui est gloriosus Patrum.
Deus.
Ὃ νεκρὸς ἤδη καὶ θέᾳ λελησμένος (48),
Οἴδασι πολλοὶ, χἂν μηδεὶς τοῦτον βλέπῃ"
Ὡς ἔχ μέθης δὲ φανεὶς ἀθρόως
Σκχῆπτρα κρατήσει τῆσδς τῆς βασιλείας.
Στύλος γὰρ ὀφθεὶς ἐν πόλῳ χεκλωσμένος,
Κήρυξ ἀφανὴς τρὶς ἀνακράξει μέγα"
γλπιτε σπουδῇ πρὸς δυσμὰς ἑπταλόφου"
Βῦρητε δ' ἄνδρα οἰχέτην ἐμὸν φίλον "
ΚΆξατε τοῦτον εἰς βασιλείας δόμους,
Μηνόκρανον, μείλιχον, πραῦν, ὑψίνουν,
Τὸ μέλλον ὀξύτατον εἰδέναι μᾶλλον.
Καὶ πάλιν ἕξεις, ἑπτάλοφε, τὸ κράτος.
Τὰ υὶ υἱῖαθ Ἰατφίνοῦ 65. δἱ Ὦθιβ, ἴῃ βϑριογιηι
ἀοβοοπαϊϑεῖ, οὐ. ϑμμεῖα οἰδιβιγα γε οι β4η8. οοη τος
εἰβιῖ, δὲ υπουίαϊ γοβαγγοχογαι!, σ᾽ ογίδ γαβυγροι οι!
τὰὰ, Οἰιτίβιθ ΘΙ νΔΓΟΥ οτμπί ροίθη.
ϑθρυϊογιηι ἔασι, ΟΝτβίδ, νἰταιη μηδ! ρνοδυχί!.
Ῥοπεΐπαβ δηΐμι Υἰτφ6, Πα ΕΠ 005 ὅτι ΒΘρα οΓΒ τῶ).
πόσα δροϊδιπαϑιι, 50 νη! , ααΐ ἴῃ. νἱμοι 9. δϑεῖβ..
Ερὸ δοΐπι, υΐ πνανάϊ δὰπὶ βοἰαιο, ἴααν δἀνοηΐ,
Unam in tribus personis substantiam inconfuse
glorifico. Neque tres natura divido Patrem, Filium,
et Spiritum sanctum. Unus enim Deus est in om-
nibus.
Hie mortuus, eujus faciem nullus novit,
Multis notus est, quamvis a nemine vidcatur.
Tanquam ex ebrietate surgens, repente
Jmperium tenebit hujus regni. H
Columna enim apparens in coelo fatolis ;
Prco invisibilis tor cxelamabit vehementer :
* Properate ad occidentalem partern urbis septem col-
[lium :
Invenietis virum incolam meum amicum *
Deducite eum in regiam domum,
Sapientem, "ranquillum, mitem, ingenio suMi-
[mem,
Futuri acerrimum investigatorem ;
Et iterum habebis tu, urbs, scptem. collium-impe-
; Teiarn:
Ko. et Ko, Mendici vietoria, sive, imperium pau-
[peris.
Cave vero tu, qui divina intelligis, et divina
Wumeris gestas, ne tuus cinis opprobrium fiat, et
[ua
Promissa parba juste tondeatur, et valde agrestis
Reddaris. Ipse homicidii consiliarius summus $a-
' [cerdos,
Cujus nomen fo. Et revelabitur unetus
Cognomine Menachim.
Qui petram incolis veni hue, hospes,
Luctum relinquens et vilam agrestem.
Et revivisce qui mortuus et tristis eras,
Congregans optima, omnia dissipans,
Injustitig. praemium illegitimum.
Quando vero major stella apparebit nigra.
Nudus iterum revertere ad ima terr.
col. 1139–1140page 2 of 9
PG 107:1139Προτίμησις. Ἰδοὺ πάλιν ἄνθρωπος ἐκ πρώτου γένους, Κρυβέντος εἰς γῆν τρισαναρίθμους κύκλους, Γυμνός πρόεισιν ἐκ πέτρας Ανηλίου, Καὶ δευτέρου λάμποντος ἄρχεται βίου, Εἰκὼν παλιζωίας ἀληθεστάτης. Πλὴν ἀρτιάκις ἀρτίων διπλουμένων Τῶν ἡλίων, ἔπεισι νεκρός τὴν πέτραν. Προχείρισις. Δέξαι τὸ δῶρον, μὴ κατόκνει μοι, γέρων. ᾿Αλλὰ λαβὼν, κράτιστε του τέλους έχου. Καὶ πρὸς καλόν εὔθυνε τὴν σκηπτουχίαν, Τ' άλλα τε πάντα, μὴ δεδοικὼς τὸν χρόνον. Καὶ γὰρ ἄνωθεν τοῦτον είληχας μόνον. Τριτταῖς δὲ παγαῖς ἐγκυκλουμένου χρόνου, Μιας δεκάδος ἀστέρος πληρουμένου, Καλῶς τελεύτα τῷ καθιερωμένῳ. Τί δὲ τεθηπὼς ἀγγελίαν εἰσδέχῃ Αφες, ἄριστε, τὴν φυτοῦ κατοικίαν. Επου καλοῦντι προς προκειμένην δόξαν. Καλῶς δ᾽ ἀνύσας τὴν ἐν ἀρχαῖς ἡμέραν, Καλοῦ τέλους͵ ἐμπλησον ἅπασαν κτίσιν. Καὶ πρὸς μονὰς ἔδευε τὰς οὐρανίους. Ἐν σοὶ γὰρ ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν καὶ τέλος. Π. Π. Καλοῦ βίου τέτευχας ἐξ ἀδοξίας. Ἐξ ἀρετῆς δ' ἔσχηκας εὐτυχεῖς πλέον Αλλ' οὐδ' ὅλως, ἄριστε, κερδανείς χάριν Φθόνος φθάσας γὰρ προκρινεί σοι τὴν βλάβην Οὐκ ἀστοχήσεις τῆς ἄνω κληρουχίας. των ηλίων ἔπεισι. τὸν ἥλιον άπεισι. Εὐτυχεῖς πλέον. ή τύχης πλέον. '13' οὐδ' όλως, ἄριστε, κερδανείς χάριν. λιγui οὐδ' όλως ἀδόλως Παραφράσεως
Προτίμησις.
Ἰδοὺ πάλιν ἄνθρωπος ἐκ πρώτου γένους,
Κρυβέντος εἰς γῆν τρισαναρίθμους κύκλους,
Γυμνός πρόεισιν ἐκ πέτρας Ανηλίου,
Καὶ δευτέρου λάμποντος ἄρχεται βίου,
Εἰκὼν παλιζωίας ἀληθεστάτης.
Πλὴν ἀρτιάκις ἀρτίων διπλουμένων
Τῶν ἡλίων, ἔπεισι νεκρός τὴν πέτραν.
Προχείρισις.
Δέξαι τὸ δῶρον, μὴ κατόκνει μοι, γέρων.
᾿Αλλὰ λαβὼν, κράτιστε του τέλους έχου.
Καὶ πρὸς καλόν εὔθυνε τὴν σκηπτουχίαν,
Τ' άλλα τε πάντα, μὴ δεδοικὼς τὸν χρόνον.
Καὶ γὰρ ἄνωθεν τοῦτον είληχας μόνον.
Τριτταῖς δὲ παγαῖς ἐγκυκλουμένου χρόνου,
Μιας δεκάδος ἀστέρος πληρουμένου,
Καλῶς τελεύτα τῷ καθιερωμένῳ.
Τί δὲ τεθηπὼς ἀγγελίαν εἰσδέχῃ
Αφες, ἄριστε, τὴν φυτοῦ κατοικίαν.
Επου καλοῦντι προς προκειμένην δόξαν.
Καλῶς δ᾽ ἀνύσας τὴν ἐν ἀρχαῖς ἡμέραν,
Καλοῦ τέλους͵ ἐμπλησον ἅπασαν κτίσιν.
Καὶ πρὸς μονὰς ἔδευε τὰς οὐρανίους.
Ἐν σοὶ γὰρ ἀρχὴ τῶν ἀγαθῶν καὶ τέλος.
Π. Π.
Καλοῦ βίου τέτευχας ἐξ ἀδοξίας.
Ἐξ ἀρετῆς δ' ἔσχηκας εὐτυχεῖς πλέον
Αλλ' οὐδ' ὅλως, ἄριστε, κερδανείς χάριν
Φθόνος φθάσας γὰρ προκρινεί σοι τὴν βλάβην
Οὐκ ἀστοχήσεις τῆς ἄνω κληρουχίας.
των ηλίων ἔπεισι. τὸν ἥλιον
άπεισι.
Εὐτυχεῖς πλέον. ή τύχης πλέον.
'13' οὐδ' όλως, ἄριστε, κερδανείς χάριν.
λιγui
οὐδ' όλως ἀδόλως
Παραφράσεως
Prehonoratio.
ORACULUM XIV (icone 14).
Ecce iterum homo e primo genere
Occultate infinitis annis in terra
Nudus progreditur ex obscura petra
Et alterius splendidæ vitæ initium facit.
Imago novæ vitæ verissimæ
Verum pari modo paribus duobus duplicatis
Solibus, delitescet mortuus in petra.
Electio.
Accipe hoc donum, ne renue, o senex.
Accipe, fortissine, et finein considera,
Et ad optima dirige imperium
Aliaque omnia non metuens tempus.
Etenim desuper hoc accepisti
Triplicibus quippe processibus circumacto tem
Unius decadis stella impleta,
Feliciter norere sacerdoti.
[pore,
Quid vero obstupefactus nuntium accipis?
Relinque, amice, hominis habitationen,
Sequere le vocantem ad propositain gloriam.
Cum vero honeste impleveris imperii tui diem,
Sancto fine imple universam creationem,
Et ad habitationes proficiscere cœlestes.
Nam in te est principium bonorum et finis.
XV (icone 15).
ORACULUM XVI (icone 16).
Felicem vitam attigisti ex ignominia.
virtute autem plus, quam a fortuna habuisti.
Sal now onuino, amice, lucrifacies gratiam
Invidia enim præveniens ante objiciet tibi damnum.
Non tamen aberrabis a superna hæreditate.
Cod. Amst.
Lege,
Antiqnus interpres ita vertit: non dole,
optime, tibi hec gratia parla est. Videtur ergo in
codice ejus pro scriptum fuisse,
Hactenus ea quæ ex ms. codice Georgii Douzæ Janus Ralgersius Var. Lect. lib. v, c. 8,
primus Græce et Latine in lucem edidit. Oraculum vero prosa oratione scriptum, quod
præcedentibus rhythmicis subjunxi, ex codice ms. Bibliotheca Amsterodamensis desum
ptum est, neque antea ullibi fuit editum. Continet autem Paraphrasin ultimorum undecin
Oraculorum Leonis, quibus agitur de quo nescio futuro optimo imperatore, qui a Deo
electus, et quasi e morte suscitatus, imperium Constantinopolitanum adepturus erat, et
Græcorum mores reformaturus. Ceterum quis hujus auctor sit, nondum satis
mihi constat: id duntaxat persuasissimum habeo, nec Scholarii eam esse, nec Rhuzani,
quorum Explicationes Vaticiniorum Constantinopolitanorum aliquoties citat Meursius in
Glossario Græco-barbaro.
EpilogueEpilogus
col. 1141–1142page 3 of 9
PG 107:1141ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ ΤΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΧΡΗΣΜΩΝ. Περὶ τοῦ θρυλλουμένου πτωχοῦ καὶ ἐκλεκτοῦ βασιλέως τοῦ γνωστοῦ καὶ ἀγνώστου, τοῦ κατοικοῦντος ἐν τῇ πρώτῃ ἄκρα τῆς Βυσαντί δος Ὁ ἀληθινός βασιλεὺς, ας κατοικεῖ ἐν ὑγρῷ τόπῳ διὰ τὸ καυστικόν· ἦν ἐδίωξαν τῆς οἰκίας αὐτοῦ ἄνθρωπος· καὶ δεδώκασι τὴν στρωμνὴν αὐτοῦ ἐν ταῖς νήσοις, πλέοντος καὶ ἁλιεύοντας εβδοματικῷ Εβδόμα χρόνῳ, εἰς τὸ τέλος τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀποτ καλυφθήσεται. Παρακολουθήσει δὲ οὗτος ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ λιβός καὶ ἔσται ὁ πρῶτος δεύτερος καὶ ὁ δεύτερος πρώτος. Τί μετὰ τοῦτο ποιείν τὰ φονευτήρια ἐν μέσῳ τῆς πόλεως, ἐν τῷ λεωφόρῳ πλακωτή; Εν ἡμέρᾳ παρασκευῇ ὥρᾳ τρίτῃ τῆς ἡμέ ρας, καὶ τριῶν ταραττομένων ὁ τρίτος πρῶτος καὶ ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἡλειμμένος· ὁ μέλλων ἀποκαλυφθῆναι διὰ τόξων καὶ σημείων Κυρίου φα νήσεται· ἐνηχήθη παρὰ τοῦ ὁρωμένου Αγγέλου τοῦ ἀποκαλυφθέντος ὡς ἀνθρώπου λευκοφόρου εὐνούχου καὶ εἰς τὸ οὖς αὐτοῦ εἴπῃ αὐτοῦ καθεύδοντος, καὶ τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ λαβόμενος εἴπῃ. Έγειρας, ὁ καθεύδων, καὶ ἀνάστα ἐκ τοῦ μνημείου· καὶ ἐπι φαύσει σοι ὁ Χριστός προσκαλεῖται γάρ σε τοῦ ποι μαίνειν λαὸν περιούσιον· καὶ ἐκ δευτέρου αὐτῷ εἴπῃ Εξελθε, ὁ κεκρυμμένος, μηκέτι κρύπτου, πολλοί σε ζητοῦσι· πάντες ἐξελεύσονται, σὺ δὲ μόνος εἰσελεύσῃ. Καὶ ἐκ τρίτου δώσει αὐτῷ πλάκας λιθίνες, ἐν αἷς ἐγκεχάρακται ἐντολαί δύο· ἐκδικῆσαι καὶ ἐθινα ποιῆσαι χρηστά, καὶ ἀσέβειαν ἐκδιώξαι· καὶ τοὺς τὰ Σοδομιτικά έργα ποιοῦντας πυρικαύστους ποιή σαι ὡσαύτως καὶ τοὺς κακοὺς ἱερεῖς ἐκ τοῦ ἱεροῦ διώ ξας· καὶ τοὺς ἀξίου; εἰς τὸ θεῖον ἀποκαταστῆσαι, Έχει δὲ οὗτος σημεία· ὁ δουξ τοῦ μεγάλου δακτύλου του δεξιού ποδός τηλώμα ἔχων, ἡ λαλιὰ αὐτοῦ ἡδεῖα ἡ ὄψις αὐτοῦ εὐειδής· τὸ εἶδος αὐτοῦ γυνα κενον· μέσος τὴν ἡλικίαν, φαλακρός, μικρόν, πολιός, εἰς εὐαρέστησιν τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. τηλώμα ΝΟΤΕ. Ἐν τῇ πρώτῃ ἄκρα τῆς Βυσαντίδος. κατοικῶν, ἐν τῷ ἄκα τῆς Βυσαντίδος. Ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ λιβός. Δράκοντα συρίξουσι τὸν λιθοκτόνον. 'Ο τρίτος πρώτος. Καὶ ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἡλειμμένος. Ενηχήθη παρὰ τοῦ ὁρωμένου ἀγγέλου, τοῦ ἀποκαλυφθέντος ὡς ἀνθρώπου λευκοφόρου ευνούχου.: Καὶ δύο ἄγγελος ἐν ἐμοιώματι ἀνθρώπου λευκοφόρου ευνούχου. Πέρ νησεν αὐτῷ λευκοφόρος τις εὐνοῦχος; Εγνω ὁ βασιλεύς, ὅτι ἄγγε δός ἐστι Κυρίου. Καὶ τοὺς τὰ Σοδομιτικὰ ἔργα ποιοῦντας. Καὶ - ἷς ἀσελγὴς καὶ φένῳ κεγραμμένος Μοιχὺς, ἅρπαξ, ἄδικος, ἀῤῥενοφθόρος Τα λοίσθια λεύσσουσι προϋμμάτων φάος.
ORACULA. ANONYMI PARAPHRASIS.
ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΠΑΡΑΦΡΑΣΙΣ
ANONYMI PARAPHRASIS ORACULORUM LEONIS IMP (").
ΤΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΧΡΗΣΜΩΝ.
Περὶ τοῦ θρυλλουμένου πτωχοῦ καὶ ἐκλεκτοῦ
βασιλέως τοῦ γνωστοῦ καὶ ἀγνώστου, τοῦ
κατοικοῦντος ἐν τῇ πρώτῃ ἄκρα τῆς Βυσαντί
δος (48).
Ὁ ἀληθινός βασιλεὺς, ας κατοικεῖ ἐν ὑγρῷ τόπῳ
διὰ τὸ καυστικόν· ἦν ἐδίωξαν τῆς οἰκίας αὐτοῦ cl
ἄνθρωπος· καὶ δεδώκασι τὴν στρωμνὴν αὐτοῦ ἐν
ταῖς νήσοις, πλέοντος καὶ ἁλιεύοντας εβδοματικῷ
Εβδόμα χρόνῳ, εἰς τὸ τέλος τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀποτ
καλυφθήσεται. Παρακολουθήσει δὲ οὗτος ἐν ταῖς
ἡμέραις τοῦ λιβός (87), καὶ ἔσται ὁ πρῶτος δεύτε-
ρος καὶ ὁ δεύτερος πρώτος. Τί μετὰ τοῦτο ποιείν
τὰ φονευτήρια ἐν μέσῳ τῆς πόλεως, ἐν τῷ λεωφόρῳ
πλακωτή; Εν ἡμέρᾳ παρασκευῇ ὥρᾳ τρίτῃ τῆς ἡμέ
ρας, καὶ τριῶν ταραττομένων ὁ τρίτος πρῶτος (48).
καὶ ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἡλειμμένος (49) · ὁ μέλλων
ἀποκαλυφθῆναι διὰ τόξων καὶ σημείων Κυρίου φα
νήσεται· ἐνηχήθη παρὰ τοῦ ὁρωμένου Αγγέλου τοῦ
ἀποκαλυφθέντος ὡς ἀνθρώπου λευκοφόρου ευνού
χου (50), καὶ εἰς τὸ οὖς αὐτοῦ εἴπῃ αὐτοῦ καθεύ
δοντος, καὶ τῆς δεξιᾶς αὐτοῦ λαβόμενος εἴπῃ. Έγειρας,
ὁ καθεύδων, καὶ ἀνάστα ἐκ τοῦ μνημείου· καὶ ἐπι-
φαύσει σοι ὁ Χριστός προσκαλεῖται γάρ σε τοῦ ποι
μαίνειν λαὸν περιούσιον· καὶ ἐκ δευτέρου αὐτῷ εἴπῃ·
Εξελθε, ὁ κεκρυμμένος, μηκέτι κρύπτου, πολλοί σε
ζητοῦσι· πάντες ἐξελεύσονται, σὺ δὲ μόνος εἰσελεύ
σῃ. Καὶ ἐκ τρίτου δώσει αὐτῷ πλάκας λιθίνες, ἐν
αἷς ἐγκεχάρακται ἐντολαί δύο · ἐκδικῆσαι καὶ ἐθινα
ποιῆσαι χρηστά, καὶ ἀσέβειαν ἐκδιώξαι· καὶ τοὺς τὰ
Σοδομιτικά έργα ποιοῦντας (51) πυρικαύστους ποιή-
σαι ὡσαύτως καὶ τοὺς κακοὺς ἱερεῖς ἐκ τοῦ ἱεροῦ διώ-
ξας· καὶ τοὺς ἀξίου; εἰς τὸ θεῖον ἀποκαταστῆσαι,
Έχει δὲ οὗτος σημεία· ὁ δουξ τοῦ μεγάλου δακτύ
λου του δεξιού ποδός τηλώμα ἔχων, ἡ λαλιὰ αὐτοῦ
ἡδεῖα ἡ ὄψις αὐτοῦ εὐειδής· τὸ εἶδος αὐτοῦ γυνα
κενον· μέσος τὴν ἡλικίαν, φαλακρός, μικρόν, πολιός,
εἰς εὐαρέστησιν τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς.
(47) Ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ λιβός.
τοῦ ἀποκαλυφθέντος ὡς ἀνθρώπου λευκοφόρου
Καὶ δύο ἄγγελος ἐν
δός ἐστι Κυρίου.
De prædicto mendico, electo imperatore, noto et
ignoto, præcipuam arcem Byzantinæ urbis ha-
bitaturo.
Verus ille imperator, humidos ob calorem ha-
bitans locos, postquam homines illam ex propria
domo expulerint, sedemque habere coegerint in
insulis, ubi navigationem piscatoriamque artem
exercet per totam hebdomadam, tandem ex Ismaeli-
tis revelabitur. Sequetur ille in Libys diebus ; erit,
qui primus, sccundus, et qui secundus primus.
Cur postea ( illius erit in officio) cædes patrare
in media urbe, in forensi platea?ln die Paras-
ceve, tertia hora, tribus torbatis, tertius primus
evadit ; et unctus revelabitur, qui, revelandus,
arcubus signisqne Dui manifestabitur, vocatus
ab angele quem horoo albo vestitus significat. Qui
ad ejus dormientis aures, apprehensa dextra, di-
xerit : « Expergiscere, o qui dorinis, et ex monu-
mento surge ; super te illucescet Christins : to
euim vocat ut populum numerosum pascas ; »
et denuo dixerit : « Egredere, qui in obscuro ja-
cebas, neque jam sis occultatus : te quærunt multi,
omnes egredientur ; tu vero solus ingredieris » ;
eique postea lapideas dabit tabulas, in quibus
duo insculpta præcepta, scilicet ; pœnas e malis
sumendas, justa utiliaque inter populos elicienda,
expellendam impietatem, solomitica operantes
flammis tradendus, corruptos sacerdotes ex templo
ejiciendos, castos vero diviuis restituendos, ad
placandom Deum cali et terra.
Talia autem ejus sunt signa : ungulus medii dextri
babeus, dulcis loquela ; vultus
pedis digili τηλώμα
amœnus, muliebris quidem; ætas media; calvities,
et jam albescentes capilli; varia vastaque scien-
col. 1143–1144page 4 of 9
PG 107:1143προφητείας μετέχων καὶ μεταδιδούς· ἡ ῥις αὐτοῦ ἐπικεκυφυΐα· οἱ ὀφθαλμοὶ μετέωροι· πένης, κεκαρμένος, καὶ ῥάκια ἐνδεδυμένος, διὰ τὸ μὲν χρησιμεύειν. "Εσται δὲ πραΰς καὶ φιλάνθρωπο; εὐμετάδοτος, μεγαλόψυχος, φοβερός, γενναῖος. Ἡ δεξιὰ αὐτοῦ ἁρμοὺς δύο σειράς· καὶ σταυρούς πορφυροῦς ἔχων ἐπὶ τοὺς δύο ὠμοπλάτας, ἐπὶ τοῦ στή θους δὲ καὶ ἐπὶ τὸν αὐχένα αὐτόριον. Σειρὰς ἐπὶ τῶν πλευρῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου, καὶ ἐπὶ τῶν μη ρῶν καὶ βραχιόνων· τὸ δὲ ὄνομα τοῦ βασιλέως κε κρυμμένον ἐν τοῖς ἔθνεσι. Όμοιοι δὲ τῇ ἐσχάτη ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμη. Γράφεται δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ πρώτου γράμματος ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ, ἤτοι ἐν τῷ τριακοσιοστῷ πρώτῳ. Φυλάττων θεοσέβειαν, καὶ ή πολυΐστωρ, καὶ μᾶλλον εἰδὼς προορατικὸς καὶ αὐτοφίον ὀκτωκαιδεκάτῳ, τριακοσιοστῷ πρώτῳ. προφητείαν· ὃν ἐδόκουν οἱ ἄνθρωποι ὡς οὐδὲν ὄντα, οκτωκαιδεκάτῳ. καὶ εἰς οὐδὲν χρησιμεύοντα. Επιθήσει Κύριος τὴν χείρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κορυφὴν αὐτοῦ, καὶ χρίσει αὐτ τὸν ἔλαιον εἰς τὰ τέλη τῶν ἡμερῶν, δς γραφθήσεται ἠλειμμένος, καὶ ἐξελεύσεται κατὰ τῶν Ισμαηλιτών. Καὶ κρατήσει αὐτοὺς, ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις εκείναις θλιβήσονται οἱ ἄνθρωποι, καὶ δώσουσι τὰ πρόσωπα αὐτῶν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ χοῦν πάσουσν ἐπὶ τὰς κε φαλὰς αὐτῶν, καὶ βοήσουσι πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ τότε εισακούσεται Κύριος τῆς δεήσεως αὐτῶν, καὶ θήσει τὰ ὦτα ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, καὶ ἀποστελεῖ τὸν ἀρχ ἀγγελον αὐτοῦ ἐν σχήματι ἀνθρώπου, καὶ αὐλισθήσεται ἐν ταῖς νήσοις Καὶ εὑρήσει τὸν ἅγιον αὐτοῦ, τὸν ἠλειμμένον παρ' οὐδενὸς βλεπόμενον, καὶ παρὰ μηδενὸς γνωριζόμενον, τον χρηστὸν καὶ ἄχρη στον, τὸν πτωχὸν καὶ μὴ ὑστερούμενον τὸν ελεοῦντα, καὶ ἐλεούμενον, τὸν γυμνὸν καὶ βύσσινα ήμφιεσμένον τὸν νεκρὸν ὄντα τῷ σώματι, καὶ εὖ πνουν καὶ ζῶντα τῷ πνεύματι· Ο άρτιος καὶ κυλο λός, ὁ προκατάρξας καὶ εἰς οὐδὲν χρησιμεύων. Ο ἀδαὴς καὶ πολλὰ εἰδώς· Ο τοῖς πᾶσι σκοτεινὸς, καὶ ἀφανής, τῷ δὲ Θεῷ καὶ ἑαυτῷ φανερό; ὁ ἐκ μοίρας δουλικῆς, καὶ ἐκ γένους βασιλικού καταγόμενος Βασιλέως υἱὸς καὶ αὐτὸς βασιλεὺς τῆς δόξης· κατοικῶν ἐν τῷ ἄκρῳ τῆς Βυζαντίδος, ἀπὸ τῆς δυτικῆς τῆς πόλεως πύλης πλησίον τοῦ σίγματος Αὐτοῦ ἡ ἀνατροφὴ ἐκ γένους ὀγδοήκοντα ψήφους ἔχων τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ δωδεκά του στοιχείου· τὸ δὲ ἕτερον γράφεται ἀπὸ τοῦ πρώτ Πολιός, πολυΐστωρ, και μάλα ειδώς. Ως άγαν πρέσβυς καὶ πολὺς ἐχέφρων. Προορατικὸς καὶ προφητείας μετέχων. Τὸ μέλλον ὀξύτατον εἰδέναι μᾶλλον. Εσται δὲ πραῖς καὶ φιλάνθρωπος, Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, ὑψίνουν. Λη τριχόνδολος, Και αυλισθήσεται ἐν ταῖς νήσοις. Ελθὼν δὲ δισσῶς τὰς νήσους ἑπταταύλους. Τὸν πτωχὸν καὶ μὴ ὑστερούμενον. ή πτωχού Επικράτησις. ῾Ο ἐκ μοίρας δουκικῆς καὶ ἐκ γένους βα σιλικοῦ καταγόμενος. Μόνος ἀναχθεὶς ἐξ ἀνακτόρων κλέους. Ἀπὸ τῆς δυτικῆς τῆς πόλεως πύλης. Απιτε σπουδῇ πρὸς δυσμὰς ἑπταλύψου. Πλησίον τοῦ σίγματος.
LEONIS PHILOSOPHI
προφητείας μετέχων (53), καὶ μεταδιδούς· ἡ ῥις
αὐτοῦ ἐπικεκυφυΐα· οἱ ὀφθαλμοὶ μετέωροι· πένης,
κεκαρμένος, καὶ ῥάκια ἐνδεδυμένος, διὰ τὸ μὲν
χρησιμεύειν. "Εσται δὲ πραΰς καὶ φιλάνθρωπο; (54),
εὐμετάδοτος, μεγαλόψυχος, φοβερός, γενναῖος. Ἡ
δεξιὰ αὐτοῦ ἁρμοὺς δύο σειράς· καὶ σταυρούς πορ
φυροῦς ἔχων ἐπὶ τοὺς δύο ὠμοπλάτας, ἐπὶ τοῦ στή
θους δὲ καὶ ἐπὶ τὸν αὐχένα αὐτόριον. Σειρὰς ἐπὶ τῶν
πλευρῶν, καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου, καὶ ἐπὶ τῶν μη-
ρῶν καὶ βραχιόνων· τὸ δὲ ὄνομα τοῦ βασιλέως κε
κρυμμένον ἐν τοῖς ἔθνεσι. Όμοιοι δὲ τῇ ἐσχάτη
ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμη. Γράφεται δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ πρώτου
γράμματος ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ, ἤτοι ἐν τῷ
τριακοσιοστῷ πρώτῳ. Φυλάττων θεοσέβειαν, καὶ
ή πολυΐστωρ, καὶ μᾶλλον εἰδὼς (52), προορατικὸς καὶ
κάτῳ,
τριακοσιοστῷ πρώτῳ. Pietatem
Β προφητείαν· ὃν ἐδόκουν οἱ ἄνθρωποι ὡς οὐδὲν ὄντα,
οκτωκαιδεκάτῳ.
καὶ εἰς οὐδὲν χρησιμεύοντα. Επιθήσει Κύριος τὴν
χείρα αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κορυφὴν αὐτοῦ, καὶ χρίσει αὐτ
τὸν ἔλαιον εἰς τὰ τέλη τῶν ἡμερῶν, δς γραφθήσεται
ἠλειμμένος, καὶ ἐξελεύσεται κατὰ τῶν Ισμαηλιτών.
Καὶ κρατήσει αὐτοὺς, ὅτι ἐν ταῖς ἡμέραις εκείναις
θλιβήσονται οἱ ἄνθρωποι, καὶ δώσουσι τὰ πρόσωπα
αὐτῶν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ χοῦν πάσουσν ἐπὶ τὰς κε
φαλὰς αὐτῶν, καὶ βοήσουσι πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν
τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ τότε εισακούσεται
Κύριος τῆς δεήσεως αὐτῶν, καὶ θήσει τὰ ὦτα ἐπὶ
τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, καὶ ἀποστελεῖ τὸν ἀρχ
ἀγγελον αὐτοῦ ἐν σχήματι ἀνθρώπου, καὶ αὐλισθή
σεται ἐν ταῖς νήσοις (55). Καὶ εὑρήσει τὸν ἅγιον
αὐτοῦ, τὸν ἠλειμμένον παρ' οὐδενὸς βλεπόμενον, καὶ
παρὰ μηδενὸς γνωριζόμενον, τον χρηστὸν καὶ ἄχρη
στον, τὸν πτωχὸν καὶ μὴ ὑστερούμενον (56), τὸν
ελεοῦντα, καὶ ἐλεούμενον, τὸν γυμνὸν καὶ βύσσινα
ήμφιεσμένον τὸν νεκρὸν ὄντα τῷ σώματι, καὶ εὖ
πνουν καὶ ζῶντα τῷ πνεύματι· Ο άρτιος καὶ κυλο
λός, ὁ προκατάρξας καὶ εἰς οὐδὲν χρησιμεύων. Ο
ἀδαὴς καὶ πολλὰ εἰδώς· Ο τοῖς πᾶσι σκοτεινὸς, καὶ
ἀφανής, τῷ δὲ Θεῷ καὶ ἑαυτῷ φανερό; ὁ ἐκ μοίρας
δουλικῆς, καὶ ἐκ γένους βασιλικού καταγόμενος (57),
Βασιλέως υἱὸς καὶ αὐτὸς βασιλεὺς τῆς δόξης· κατοι
κῶν ἐν τῷ ἄκρῳ τῆς Βυζαντίδος, ἀπὸ τῆς δυτικῆς
τῆς πόλεως πύλης (58) πλησίον τοῦ σίγματος (50).
Αὐτοῦ ἡ ἀνατροφὴ ἐκ γένους ὀγδοήκοντα ψήφους
ἔχων τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ δωδεκά-
του στοιχείου· τὸ δὲ ἕτερον γράφεται ἀπὸ τοῦ πρώτ
(54) Εσται δὲ πραῖς καὶ φιλάνθρωπος, etc.
Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, ὑψίνουν.
(57) ῾Ο ἐκ μοίρας δουκικῆς καὶ ἐκ γένους βα-
tia ; prudentia, divinationisque participatio et
communicatio ; demissus nasus; oculi ad cœlum
erecti ; paupertas, sordidæ laceræque vestes,
propterea quod aliis studuerit. Erit enim mitis,
lamanus, liberalis, magnanimus, terribilis, gene-
rosus. Insignis ejus destra eo quod in scapulis duæ
calens ; ad omoplatas (3) duæ purpurea cruces;
in pectore autem et ad collum αὐτοφίον (?) præ-
terea catenæ in lateribus, in jugulo, in femoribus
brachiisque. Nomen imperatoris in gentibus occul.
tatum, simile ultimo diei, septimo, litteris confla-
tum qua sunt a prima littera verbi οκτωκαιδε
sive verborum
divinationemque colit : eum vero homines pro
rihilo reputaverunt, scilicet nunquam utilem. Im-
ponet Dominus manum suam in capite ejus
illumque oleo unget in supremis diebus, unde
unctus scribetur. Egredietur ex Ismaelitis, et super
eos dominabitur; illis enim in diebus homines
conterentur, facies suas ad terram prosternent,
pulverem super capita sua effundent, clamantes
ad Dominum coeli et terra. Tunc exaudiet Domi-
nus preces eorum, aures ad incolas terræ incli-
nans, suumque sub humana forma mittel archan•
gelum, qui, postquam per insulas versatus fuerit,
inveniet sanctum, mactum hominem, nulli ho-
mini visum, nulli cognitum ; utilem et inutilem ;
menlicum et non egenum ; misericordem et mi-
sericordiam moventem; nudum et lino pretioso
vestitam : corpore mortuum et valido spiritu
viventem ; sanum et infirmum; imperantem el
nihil proficientem ; ignarum et multa scientem ;
omnibus obscurum ignotumque, Deo autem et
sibi manifestum ; servili conditione viventem, sed
genere imperiali ortum ; imperatoris alium, ipsum
que gloriæ imperatorem. Sedebit autem in arce
Byzantii, longe ab occidentali porta, in sigmatis
regione. lllius educatio ex nativitale octoginta
calculos babens nomen ejus. Est enim a duode
cima littera ; alterum autem a prima littera scri-
Erit assimilatus
bitur in verbo
Deo Altissimo. Patri ejus nomen divinum. Cui
profundum ingenium. Sine patre est et sine matre,
sine genealogia. Simul et ex una uxore liberos
suscepit, alios quidem et filias.
Ista aulem libe- D
col. 1145–1146page 5 of 9
PG 107:1145του γράμματος ἐν τῷ ἐκτωκαιδεκάτῳ. Εσται δὲ ἀφωμοιωμένος τῷ Θεῷ τῷ ὑψίστῳ. Τὸ δὲ ὄνομα τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ θεῖον. Ος ἐστιν ὑψίνους· ἔστι δὲ ἀπά τωρ, ἀμήτωρ, καὶ ἀγενεαλόγητος· ἅμα δὲ καὶ τρικόν δηλος (59') ἐκ συνουσίας παῖδας ποιήσας γυναίκα μίαν, τοὺς μὲν ἄῤῥενας, τὰς δὲ θηλείας. Καὶ ταῦτα τῶν παι δων καὶ τῶν γυναικῶν τὰ ὀνόματα ἅμα μ', δ', γ', α', α', α', ι Καὶ ἔσται δὲ δῆλα ταῦτα ἀπὸ τοῦ σημείου τοῦ ὄνυχος του δεξιού ποδός, καὶ ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτοῦ, ὅς ἐστι στρεβλὸς ὀφθαλμὸς τῆς πορ νείας. Καὶ ἅγιος τῷ Κυρίῳ· ἐλαίας ἔχων εἰς τὰ δεξιά μέρη, εἰς τε τὸ ὑπομάζιον· καὶ μᾶλλον τοῦ ὠμοπλάτου, ἐπί τε τοῦ μηροῦ καὶ τοῦ ὠτός, καὶ ἐπὶ τὴν δεξιὰν ἀφρὺν διὰ τὸ τῆς ἐλεημοσύνης μέσ τρον. Εξερυθραίνων τὰ μήλα χαρίεις. Εὐμήκης τὸ γένειον μεσηλιωμένον, ἔχων τὴν ὑπήνην ἅμα τῇ κρατί. Μείλιχος μελισταγής, μελάθριξ, ἀναφάλαντος, γη ραιός, νικητής, τροπαιοῦχος. "Αναξ ἀνάκτων ἄριστος. Κατοικῶν ἐν τῇ τετραπύλῳ ἐπὶ τὸ ψυχρότερον μέ ρος τοῦ σίγματος, καὶ ἐν τῷ νοτιαίῳ μέρει τῆς θα λάσσης, καὶ ἐν τόπῳ ἀσήμῳ καὶ βορβορώδει· ἐξερ χομένου ἐκ τῆς πύλης τῆς χρυσέας, καὶ τῆς Ξυλοκέρκου· πάντα τὰ ἀντακάταντα, κατάντα, νόγια κρε μεῖ· τὸ δὲ σκήνωμα ἔχων ἡνωμένον ἐκ δύο ἀξωπυ λῶν. Ἡ δεξιὰ μὲν ὁδὸς πλατεῖα, καὶ λιθόστρωτος, ἔχουσι λίθους ξεφὺς καὶ τετραδιαίους. Οφιώδης κείμενος καὶ θηριώδης στύλος τέταρτος, καὶ διφρο λάτης θηλυκή ίσταται ἀπέναντι τῆς σκηνῆς αὐτοῦ. Καὶ κρατεί στέφανον κράζων τὴν τύχην τοῦ ἐκλεκτοῦ βασιλέως. Απέναντι τῆς σκηνῆς αὐτοῦ ἵδρυμα θεανδρικὸν θυόμενον, καὶ προσκυνούμενον, ὑπ' αὐτοῦ ἔχων ζώνην μίαν· καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ γλυπτόν. Φέρων τε τὸν πόλεμον, καὶ τῶν ξανθῶν τὰς μηχα νάς τὰς χύσεις τῶν αἱμάτων εἰς κυλί πων ἐν τῇ γῇ ἐστρωμένον. Εχων ἐπὶ τοῦ νότου τὸν ἄρχοντα τῶν θηρίων, καὶ ἐπὶ τοῦ στήθους τὸν τοῦ στρατοῦ τύπον. Εὐωνύμου δὲ μέρους τοῦ σκηνώματος αὐτοῦ ὁδὸς ἐστενωμένη, βυρίσκη· καὶ ὕδατος πλημ μύρα, καὶ βαθεῖα, καὶ πλημμυροῦσα, καὶ ἠχοῦσα, καὶ κυμαινόμενα ἐπὶ τὴν ἀκρότομον θάλασσαν τῆς Επταλόφου, καὶ ποταμός βρυχώμενος ἀπὸ τῆς σιδή ρᾶς ἀκροτόμου ἀναδίδοται. Ος ἐστιν ἐλάτινος πεφυ τευμένη ἐν τῇ αὐτοῦ γεννήσει· ἔχων παρακλόνους ἐπάνω αὐτῶν τῶν ἐλατίνων, καλιὰ ἐρνέου ἐπέχων λαμοῦ. Εχων βλαστοὺς καὶ ἰδέας ὀρνέων, καὶ περι στερῶν· ἐν ᾧ καὶ πύργος μέγιστος, καὶ θηριώδη τείχη. Διακονούμενος ὑπὸ μελανδύτου· ἐλεῶν τε καὶ ἐλεούμενος· ἔστι δὲ δυσώνυμος κήλησις αὐτοῦ θηριώνυμος λύκος, καὶ αὐτῇ τῇ τάξει πέφυκεν Ιλούστριος φυλάττειν πᾶσαν θεοσέβειαν, καὶ προφητείαν. Οὐ προφητάρξας, καὶ εἰς μηδὲν χρησιμεύσας, ὃν ἐξουδένουν οἱ ἄνθρωποι ὡς νεκρὸν ὄντα, καὶ μηδὲν χρησ σιμεύοντα. Αποκαλύψει ὁ Θεὸς καὶ ἐμφανίσει, καὶ Δη τρικόνδυλος, Καὶ τῶν ξανθῶν τὰς μηχανάς. νόγια Ει Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθόν γένος. Τὰς χύσεις τῶν αἱμάτων. Σφαγαὶ γὰρ ἐν σοὶ καὶ προχύσεις αἱμάτων.
του γράμματος ἐν τῷ ἐκτωκαιδεκάτῳ. Εσται δὲ
ἀφωμοιωμένος τῷ Θεῷ τῷ ὑψίστῳ. Τὸ δὲ ὄνομα τοῦ
Πατρὸς αὐτοῦ θεῖον. Ος ἐστιν ὑψίνους· ἔστι δὲ ἀπά
τωρ, ἀμήτωρ, καὶ ἀγενεαλόγητος· ἅμα δὲ καὶ τρικόν
δηλος (59') ἐκ συνουσίας παῖδας ποιήσας γυναίκα μίαν,
τοὺς μὲν ἄῤῥενας, τὰς δὲ θηλείας. Καὶ ταῦτα τῶν παι
δων καὶ τῶν γυναικῶν τὰ ὀνόματα ἅμα μ', δ', γ', α',
α', α', ι Καὶ ἔσται δὲ δῆλα ταῦτα ἀπὸ τοῦ σημείου
τοῦ ὄνυχος του δεξιού ποδός, καὶ ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ
ὀφθαλμοῦ αὐτοῦ, ὅς ἐστι στρεβλὸς ὀφθαλμὸς τῆς πορ
νείας. Καὶ ἅγιος τῷ Κυρίῳ· ἐλαίας ἔχων εἰς τὰ
δεξιά μέρη, εἰς τε τὸ ὑπομάζιον· καὶ μᾶλλον τοῦ
ὠμοπλάτου, ἐπί τε τοῦ μηροῦ καὶ τοῦ ὠτός, καὶ
ἐπὶ τὴν δεξιὰν ἀφρὺν διὰ τὸ τῆς ἐλεημοσύνης μέσ
τρον. Εξερυθραίνων τὰ μήλα χαρίεις. Εὐμήκης τὸ
γένειον μεσηλιωμένον, ἔχων τὴν ὑπήνην ἅμα τῇ κρατί.
Μείλιχος μελισταγής, μελάθριξ, ἀναφάλαντος, γη
ραιός, νικητής, τροπαιοῦχος. "Αναξ ἀνάκτων ἄριστος.
Κατοικῶν ἐν τῇ τετραπύλῳ ἐπὶ τὸ ψυχρότερον μέ
ρος τοῦ σίγματος, καὶ ἐν τῷ νοτιαίῳ μέρει τῆς θα
λάσσης, καὶ ἐν τόπῳ ἀσήμῳ καὶ βορβορώδει· ἐξερ
χομένου ἐκ τῆς πύλης τῆς χρυσέας, καὶ τῆς ξυλοκέρ
κου· πάντα τὰ ἀντακάταντα, κατάντα, νόγια κρε
μεῖ· τὸ δὲ σκήνωμα ἔχων ἡνωμένον ἐκ δύο ἀξωπυ
λῶν. Ἡ δεξιὰ μὲν ὁδὸς πλατεῖα, καὶ λιθόστρωτος,
ἔχουσι λίθους ξεφὺς καὶ τετραδιαίους. Οφιώδης
κείμενος καὶ θηριώδης στύλος τέταρτος, καὶ διφρο
λάτης θηλυκή ίσταται ἀπέναντι τῆς σκηνῆς αὐτοῦ.
Καὶ κρατεί στέφανον κράζων τὴν τύχην τοῦ ἐκλεκτοῦ
βασιλέως. Απέναντι τῆς σκηνῆς αὐτοῦ ἵδρυμα θεαν
δρικὸν θυόμενον, καὶ προσκυνούμενον, ὑπ' αὐτοῦ
ἔχων ζώνην μίαν· καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ γλυπτόν.
Φέρων τε τὸν πόλεμον, καὶ τῶν ξανθῶν τὰς μηχα
νάς τὰς χύσεις τῶν αἱμάτων εἰς κυλί
πων ἐν τῇ γῇ ἐστρωμένον. Εχων ἐπὶ τοῦ νότου τὸν
ἄρχοντα τῶν θηρίων, καὶ ἐπὶ τοῦ στήθους τὸν τοῦ
στρατοῦ τύπον. Εὐωνύμου δὲ μέρους τοῦ σκηνώματος
αὐτοῦ ὁδὸς ἐστενωμένη, βυρίσκη· καὶ ὕδατος πλημ
μύρα, καὶ βαθεῖα, καὶ πλημμυροῦσα, καὶ ἠχοῦσα,
καὶ κυμαινόμενα ἐπὶ τὴν ἀκρότομον θάλασσαν τῆς
Επταλόφου, καὶ ποταμός βρυχώμενος ἀπὸ τῆς σιδή
ρᾶς ἀκροτόμου ἀναδίδοται. Ος ἐστιν ἐλάτινος πεφυ
τευμένη ἐν τῇ αὐτοῦ γεννήσει· ἔχων παρακλόνους
ἐπάνω αὐτῶν τῶν ἐλατίνων, καλιὰ ἐρνέου ἐπέχων
λαμοῦ. Εχων βλαστοὺς καὶ ἰδέας ὀρνέων, καὶ περι
στερῶν· ἐν ᾧ καὶ πύργος μέγιστος, καὶ θηριώδη
τείχη. Διακονούμενος ὑπὸ μελανδύτου· ἐλεῶν τε καὶ
ἐλεούμενος· ἔστι δὲ δυσώνυμος κήλησις αὐτοῦ θηριώ
νυμος λύκος, καὶ αὐτῇ τῇ τάξει πέφυκεν Ιλούστριος
φυλάττειν πᾶσαν θεοσέβειαν, καὶ προφητείαν. Οὐ
προφητάρξας, καὶ εἰς μηδὲν χρησιμεύσας, ὃν ἐξου
δένουν οἱ ἄνθρωποι ὡς νεκρὸν ὄντα, καὶ μηδὲν χρησ
σιμεύοντα. Αποκαλύψει ὁ Θεὸς καὶ ἐμφανίσει, καὶ
Δη τρικόνδυλος,
Καὶ τῶν ξανθῶν τὰς μηχανάς.
νόγια
Ει
Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθόν γένος.
Τὰς χύσεις τῶν αἱμάτων.
Σφαγαὶ γὰρ ἐν σοὶ καὶ προχύσεις αἱμάτων.
rorum mulierumque nomina constant ex litteris
(59') ter articulalos digilos ha
bens?
Huc perti
met ille versus oraculi de restitutione Constantino
poleos
notantibus numeros 40, 4, 3, 1, 1, 1, 10; quæ
manifesta erunt ex unguli pedis dextri signo, et
ex dextro oculo, qui est versutus meretricis
oculus. Sanctus ante Deum est. Olivas habens in
dextra corporis parte, subter manillas, præser
tim in omoplata (?) Femore, aure, et ad dextrum
supercilium secundum miserationis gradum. Sua
viter genis erubescens. Longum ei mentum mystace
coronatum. Blandus, mellifluus, nigro capillo, aute
riore capitis parte calvus, senex, victor, trium
phans. Rex regum optimus. Habitans in tetrapylo,
in humidiore sigmatis parte, in maris littore
aquoso, inferiore et canoso. lili egredienti foras
duæ porte, una quidem aurea, altera ligno con
Πala armataque (?) Omnia sursum devrsumquo
suspendit. Ei tabernaculum duabus clausum
portis in axo vertentibus. Dextrum limen pla
num, versicoloribus straium lapidibus quaterno
ordine dispositis. Ad draconis formam columına
quarta est. Currum agens mulier ante Labernacu
lum stat. Hono coronam in fronte gerens fortu
nam electi imperatoris proclamat. Ante tabernacu
lum statua Dei hominis immolati et adorati, zona una
cincta, cujus nomen insculptum. Bellum bellicaque
Πανorum populorum exercet, funditque cruoris
in terræ calicem, ferarum reginam in dorso, et
in pectore belli signum habens delineata. Sinistræ
vero portæ limen arctum, detersum. Unda re
dundans profunda, magnumnque sonans contra
præruptum septemcollis urbis littus irruit rugiens
que longo fluctu a ripa ferrea refugit. Pinus est in
codem ac ille tempore nata surculos ex altissimis
ramis eniittens. Quibus avis nidus insidet. Apparent
levissimæ avium columbarumque species. Ibi
turris altissima et moenia formidanda. Illi servit
homo nigro vestimento indutus. Miserantem mi
serantur. Illum male dicerent blanditorem, qui
proprie lupus. In eodem ordine nascctur Illustris,
servaturus omnem pietatem omnemque divinatio
nem. Non præfectus prophetis, neque in ulla ro
utilis, quem homines despiciebant quasi mortuum
inutilemnque. Revelabit Deus et clarum faciet
unctum in ultimis diebus, unclum a ventre matris
oleo sancto. Sic manifestabitur: apparebit sidus per
tres dies tresque loras noctis, interdum a (die
festo ) Matris Altissimi, non una e (notis) plane
tis, usque ad festum salutaris Christi nativitatis.
(audietur præco clara voce clamans, evocans
et revelans speratum. Tum populus videns audiens
que tonautem præconis vocem commovebitur,
surgensque cum lætitia et metu se speratum non
boscere clamabit: omnesque, postquam fer
Videtur autem loqui de Latinis.
Respicit ad hunc
oraculi octavi versum
col. 1147–1148page 6 of 9
PG 107:1147Κύριε, ἐλέησον, Χρίσει αὐτὸν ἔλαιον εἰς τὰ τέλη τῶν ἡμερῶν· ὅς (ὠφραδών), ἐστιν ἡλειμμένος ἀπὸ γαστρὸς ἐλαίου ἁγίου αὐτοῦ. Αποκαλυφθήσεται δὲ οὕτως· φανήσεται ἀστὴρ ἡμέ ρας· τρεῖς, καὶ νυκτὸς ὥρας γ', μέσον τῆς πόλεως ἕω τῆς Μητρὸς τοῦ Ὑψίστου. Ὁ δὲ ἀστὴρ οὐκ ἔστιν ἐκ τῶν πλανήτων, ἀλλ' ἡ ὡς ἐμφαίνει εἰς τὴν ότι τήριον γέννησιν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κήρυξ βοῶν τρα νῶς· ἐν ταῖς τρισὶν ἡμέραις ἀνακαλῶν καὶ ἀνακαλύπτων τὸν ἐλπιζόμενον. Τότε ὁ δῆμος ὁρῶν καὶ ἀκούων τὴν τοῦ κηρύγματος βροντώδη φωνὴν ἐκπλαγήσονται· καὶ ἐξεστηκότες ἅμα τῇ χαρᾷ καὶ τῷ φόβῳ βοήσουσιν ἀγνοεῖν τὸν ἐλπιζόμενον· τότε ὁρώντων πάν των, καὶ τὸ, Κύριε, ἐλέησον, θερμῶς, ἐκτενῶς βοών των καὶ τὰ μέτωπα αὐτῶν εἰς τὴν γῆν κρούσαντες, καὶ χοῦν εἰς τὰς κεφαλὰς αὑτῶν πάσαντες, καὶ στενάξαντες καὶ δάκρυα χύσαντες διὰ τὴν ἐπιοῦσαν αὐ τοῖς θλίψιν. Παρακληθήσεται τὸ θεῖον καὶ εὐμενῶς προσδέξεται τὴν δέησιν αὐτῶν· καὶ ἱλέῳ ὄμματι ἐπι βλέψει ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν· διὰ τοὺς κατα ληφθέντας τότε ἐκλεκτούς γνωσθήσεται ὁ ἐκλεκτός δραθήσεται ἐν τῷ οὐρανῷ νεφώδες στερέωμα τοῦ ἡλίου, ἔχον τὸ μέγεθος ὥσπερ ἄλωνος θερινῆς ἁλωῶν τῶν βωῶν ἐξ, κάτωθεν δὲ κρεμασθήσεται στρατὸς εὐωνύμως δὲ τοῦ στρατοῦ τοῦ πορφύρου, ἐκτεταμένον τόξον, οἷον διέθετο τοῖς πράγμασιν ἡμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον· ἀγνοούντων δὲ πάντων τὸν ἐλπιζόμενον, ἀνακλασθήσεται τὸ τόξον διὰ τοῦ νωτιαίου μέρους δ ἐστιν εὐτελούμενον ἐν τῷ εἰλήματι τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ δειχθήσεται τῇ θέσει τῆς καλιᾶς τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέως· τότε οἱ λαοὶ δόντες δόξαν τῷ Θεῷ δρομαίως σπεύσουσιν ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ τόξου· καὶ λαβόντες τὸν πολυτίμητον καὶ γηραιὸν ἀνακτορίδην μετά λαμπάδων, καὶ βαίων, καὶ ὠφραδῶν· ὅτι ποικίλως φερῶσι ἂν αὐτὸν ἐν τῇ μεγάλῃ Σιών. Καὶ ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ ἀληθινὸς βασιλεὺς ἀπέναντι τῆς καλιᾶς αὐτοῦ ἀναμέσον δύο ἀψίδων, καὶ ἐνδάλ ματος ἐφίψους ἱσταμένου, ὁ φανεὶς ἀστὴρ ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ ἐκχυθήσεται καὶ δώσει αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας, καὶ χρίσει αὐτὸν φῶς νοερόν. Καὶ ὁ κήρυξ βροντοφωνῶν, καὶ μὴ φαινόμενος, ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν λαὸν εἴπη· Αρεστός ὑμῖν οὗτός ἐστι; τότε λήψεται πάντας φόβος, καὶ τρόμος καὶ ἔκστασις εἰς τὴν τοῦ κηρύγματος βροντιαίαν φωνήν. Καὶ εἶθ' οὕτως τύπτοντες τὰ στήθη μετὰ δακρύων καὶ στεναγμῶν, τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν ἄραντες εἴπωσι· Ναί, Κύριε, ὅτι σὺ ἔδωκας αὐτὸν, άριστὸς ἡμῖν ἐστι· καὶ προσκυνήσαντες αὐτόν, ἀνά ξουσιν αὐτὸν εἰς τὴν μεγάλην Σιών. Καὶ προσευξάμενος, καὶ σφραγίσας τὰς πύλας ἀνοιχθήσονται εύ στρεμμένων πάντων καὶ ὁρώντων· οἱ δὲ ἐκεῖσε ὄντες φύγωσι μετά πολλοῦ τοῦ φόβου, καὶ προσευξάμενοι ἀναβιβάσαντες ἐφ' ὑψηλοῦ τόπου καλέσωσιν αὐτὴ βα σιλέα ἔχοντα αὐτὸν ἐκ γένους, εἶθ' οὕτως ὑμνήσαντες ὑποστρέψαντες οἴκαδε, καὶ οὕτως ἄξουσιν ἐν τῷ παλατίῳ νυκτός, καὶ ἀλλοιωθήσονται τὰ σημεῖα Οδηγήσουσι δὲ αὐτὸν καὶ δύο ἄγγελοι ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπου λευκοφόρου ευνούχου· καὶ εἰς τὰ ὦτα αὐτ τοῦ λαλήσουσι τί μέλλει πράττειν. Πολλοὶ δὲ ἐπ' αὐτὸν θελήσαντες ἐπιβαλεῖν τὰς χεῖρας, οὐκ ἐπιβάλλουσι βλέποντες τὰ σημεῖα καὶ κρατούμενοι ὑπὸ τῶν ἀγγέ λων εἴπωσιν ἐν ἑαυτοῖς· Οὐ ηκούομεν χρηστόν Κυρίου. Καὶ κήρυξ βοῶν τρανώς. Κήρυξ ἀφανὴς τρὶς ἀναπράξει μέγα. Ινδάλματος ἐφίψους. ἐφίπτου. νεὶ ἐφ᾽ ὕψους ἱσταμένου, ἐφ' ὑψηλοῦ τόπου.
Κύριε, ἐλέησον, Χρίσει αὐτὸν ἔλαιον εἰς τὰ τέλη τῶν ἡμερῶν· ὅς
(ὠφραδών),
ἐστιν ἡλειμμένος ἀπὸ γαστρὸς ἐλαίου ἁγίου αὐτοῦ.
Αποκαλυφθήσεται δὲ οὕτως· φανήσεται ἀστὴρ ἡμέ
ρας· τρεῖς, καὶ νυκτὸς ὥρας γ', μέσον τῆς πόλεως
ἕω τῆς Μητρὸς τοῦ Ὑψίστου. Ὁ δὲ ἀστὴρ οὐκ ἔστιν
ἐκ τῶν πλανήτων, ἀλλ' ἡ ὡς ἐμφαίνει εἰς τὴν ότι
τήριον γέννησιν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ κήρυξ βοῶν τρα
νῶς· ἐν ταῖς τρισὶν ἡμέραις ἀνακαλῶν καὶ
ἀνακαλύπτων τὸν ἐλπιζόμενον. Τότε ὁ δῆμος ὁρῶν καὶ
ἀκούων τὴν τοῦ κηρύγματος βροντώδη φωνὴν ἐκπλα
γήσονται· καὶ ἐξεστηκότες ἅμα τῇ χαρᾷ καὶ τῷ φόβῳ
βοήσουσιν ἀγνοεῖν τὸν ἐλπιζόμενον· τότε ὁρώντων πάν
των, καὶ τὸ, Κύριε, ἐλέησον, θερμῶς, ἐκτενῶς βοών
των καὶ τὰ μέτωπα αὐτῶν εἰς τὴν γῆν κρούσαντες,
καὶ χοῦν εἰς τὰς κεφαλὰς αὑτῶν πάσαντες, καὶ στενά
ξαντες καὶ δάκρυα χύσαντες διὰ τὴν ἐπιοῦσαν αὐ
τοῖς θλίψιν. Παρακληθήσεται τὸ θεῖον καὶ εὐμενῶς
προσδέξεται τὴν δέησιν αὐτῶν· καὶ ἱλέῳ ὄμματι ἐπι
βλέψει ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν· διὰ τοὺς κατα
ληφθέντας τότε ἐκλεκτούς γνωσθήσεται ὁ ἐκλεκτός
δραθήσεται ἐν τῷ οὐρανῷ νεφώδες στερέωμα τοῦ ἡλίου, ἔχον τὸ μέγεθος ὥσπερ ἄλωνος θερινῆς ἁλωῶν
τῶν βωῶν ἐξ, κάτωθεν δὲ κρεμασθήσεται στρατὸς εὐωνύμως δὲ τοῦ στρατοῦ τοῦ πορφύρου, ἐκτεταμένον
τόξον, οἷον διέθετο τοῖς πράγμασιν ἡμῶν εἰς διαθήκην αἰώνιον· ἀγνοούντων δὲ πάντων τὸν ἐλπιζόμενον,
ἀνακλασθήσεται τὸ τόξον διὰ τοῦ νωτιαίου μέρους δ ἐστιν εὐτελούμενον ἐν τῷ εἰλήματι τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ
δειχθήσεται τῇ θέσει τῆς καλιᾶς τοῦ ἀληθινοῦ βασιλέως· τότε οἱ λαοὶ δόντες δόξαν τῷ Θεῷ δρομαίως
σπεύσουσιν ἐπὶ τὸ ἄκρον τοῦ τόξου· καὶ λαβόντες τὸν πολυτίμητον καὶ γηραιὸν ἀνακτορίδην μετά
λαμπάδων, καὶ βαίων, καὶ ὠφραδῶν· ὅτι ποικίλως φερῶσι ἂν αὐτὸν ἐν τῇ μεγάλῃ Σιών.
Καὶ ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ ἀληθινὸς βασιλεὺς ἀπέναντι
τῆς καλιᾶς αὐτοῦ ἀναμέσον δύο ἀψίδων, καὶ ἐνδάλ
ματος ἐφίψους ἱσταμένου, ὁ φανεὶς ἀστὴρ ἀπὸ
τοῦ δεξιοῦ μέρους τοῦ στρατοῦ ἐκχυθήσεται καὶ δώσει
αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας, καὶ χρίσει αὐτὸν φῶς νοερόν.
Καὶ ὁ κήρυξ βροντοφωνῶν, καὶ μὴ φαινόμενος, ἀπὸ
τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὸν λαὸν εἴπη· Αρεστός ὑμῖν
οὗτός ἐστι; τότε λήψεται πάντας φόβος, καὶ τρόμος
καὶ ἔκστασις εἰς τὴν τοῦ κηρύγματος βροντιαίαν
φωνήν. Καὶ εἶθ' οὕτως τύπτοντες τὰ στήθη μετὰ
δακρύων καὶ στεναγμῶν, τὰς χεῖρας εἰς οὐρανὸν
ἄραντες εἴπωσι· Ναί, Κύριε, ὅτι σὺ ἔδωκας αὐτὸν,
άριστὸς ἡμῖν ἐστι· καὶ προσκυνήσαντες αὐτόν, ἀνά
ξουσιν αὐτὸν εἰς τὴν μεγάλην Σιών. Καὶ προσευξά
μενος, καὶ σφραγίσας τὰς πύλας ἀνοιχθήσονται εύ
στρεμμένων πάντων καὶ ὁρώντων· οἱ δὲ ἐκεῖσε ὄντες
φύγωσι μετά πολλοῦ τοῦ φόβου, καὶ προσευξάμενοι
ἀναβιβάσαντες ἐφ' ὑψηλοῦ τόπου καλέσωσιν αὐτὴ βα
σιλέα ἔχοντα αὐτὸν ἐκ γένους, εἶθ' οὕτως ὑμνήσαν
τες ὑποστρέψαντες οἴκαδε, καὶ οὕτως ἄξουσιν ἐν τῷ
παλατίῳ νυκτός, καὶ ἀλλοιωθήσονται τὰ σημεῖα
Οδηγήσουσι δὲ αὐτὸν καὶ δύο ἄγγελοι ἐν ὁμοιώματι
ἀνθρώπου λευκοφόρου ευνούχου· καὶ εἰς τὰ ὦτα αὐτ
τοῦ λαλήσουσι τί μέλλει πράττειν. Πολλοὶ δὲ ἐπ' αὐτὸν
θελήσαντες ἐπιβαλεῖν τὰς χεῖρας, οὐκ ἐπιβάλλουσι
βλέποντες τὰ σημεῖα καὶ κρατούμενοι ὑπὸ τῶν ἀγγέ
λων εἴπωσιν ἐν ἑαυτοῖς· Οὐ ηκούομεν χρηστόν Κυρίου.
Καὶ κήρυξ βοῶν τρανώς.
Κήρυξ ἀφανὴς τρὶς ἀναπράξει μέγα.
Ινδάλματος ἐφίψους.
ἐφίπτου. νεὶ ἐφ᾽ ὕψους ἱσταμένου,
ἐφ' ὑψηλοῦ τόπου.
ventcr clamaverint vultibus terram
ferientes, pulveremque supra capita efundentes,
propter imminentem ipsis tribulationem gement et
flebunt, Invocabitur Deus qui benigne preces eorum
suscipiet, mansueloque oculo terra incolas aspi
ciet et inter omnes electos electus agnoscetur.
Videbitur in carlo per nebulam orbis solis, quasi
æstiva area sex bobus trita magnus (61°) Inferius
autem in suspenso stabit exercitus, et a sinistra
militum purpuratorum arcus tensus, qualis in
rebus nostris constitutus fuit ad perpetuum fœderis
perpetui signum. Cunctis vero speratum infician
tibus frangetur arcus ex inclinata parte quæ est
in cœlo involucro perfectissima et manifestabitur
in structione domus veri imperatoris. Tunc po
puli gloriam Deo reddentes ad arcum summum
festinanter current, suscipientesque venerandum
granderumque regen cum lampadibus, palmis
magnaque pompa [?] ut sic variis cum
testimoniis férant in magnam Sion.
Cum autem venerit verus imperator ante do
mum suam inter duas apsides, et imago ejus
in altum fuerit erecta, sidus quod apparuerat
effundetur in ejus manu et illum spirituali unget
Jumine. Præco autem voce tonans, sed non visus,
c cœlo dicet populo: Istene vobis placet? Tunc
oinnes metu, tremore, stupore corripientur, tonante
præconis voce: ita ut pectora tundentes cum lacry
mis et gemitibus, manusque ad cœlum tollentes
respondeant: Certe, Domine, quia dedisti, nobis
in gratia est; et illum, postquam adoraverint, in
magnam Sion inducent. Porta autem, cum illas
oraus sigillaverit, cunctis videntibus orantibusque
aperientur. Qui illic erant primum conterriti
fugient; sed, postquam oraverint, in celsa loca
revertentur, eum imperatorem salutantes, gene
ris jure possidentem; et deinde cum cauticis
illum noctu ducent ad palatium, cujus signa mu
tabuntur. Duo erunt itineris duces angeli, hu
mana eunuchorum figura, vestibus albis induti, qui
ad aures ejus quid faciendum sit susurrabunt.
Multi autem in eum mauus injicere volentes,
visis signis, ab angelis prohibebuntur, et intra
se dicent Dei benignitatem non intelleximus.
Propriis calenis constringimur, peccatores le
gibus reluctantes, ipsi inclytorum nominum,
et tributa cum impiis sacerdotibus exigentes. >
(61°) Vel, magnitudine areœ œstiva sex bobus tritæ
aquus.
Ηuc pertinet ille
oraculi decimi tert:i versus
Legendum videtur
τd est, ut paulo
post ait,
col. 1149–1150page 7 of 9
PG 107:1149Πάντες δὲ οἰκείαις σειραῖς σφιγγόμεθα οἱ τῶν ἁμαρ τιῶν καὶ παρανομιῶν αὐτῶν τε ἐνδόξων ὀνομάτων, καὶ τῶν τοὺς φόρους τελούντων συνἱερεῦσιν ἀσεβεστάτοις πολλοὶ δὲ ἀποδράσουσιν εἰς τοὺς φεγγώδεις τόπους καὶ στραγγαλιώδεις τῆς οἰκουμένης. Καὶ πάντες δοξά σαντες τὸν Θεὸν ἠρεμήσουσιν· ἀνὴρ δὲ τῶν τῆς Ανατολῆς· τῷ καὶ τῇ τύχῃ περιφανής· ἀπὸ πενίας καὶ αὐτὸς ὤν, καὶ ἐκ δόξης εἰς δόξαν μεταβαίνων τῆς ἐναρέτου πολιτείας· εἰς ἄκρον μετερχόμενος πολύ τῷ ὄντι καὶ ταῖς θριξὶ λάμπων· καὶ ἐλπίδα ἔχων τοῦ ἀοράτου Θεοῦ παρόμοιος τῷ πτωχῷ καὶ ἐκλεκτός· καὶ αὐτὸς τῆς ἄνω κλησίας τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐμφορηθείς Τῆς ἄνω κλησίας τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ εμφορηθείς. Οὐκ ἀστοχήσεις τῆς ἄνω κληρουχίας. ΤΟΥ ΣΟΦΩΤΑΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ. Βύζαντος αὐλὴ, Εστία Κωνσταντίνου, Ῥώμη, Βαβυλών, καὶ Σιών ἄλλη νέα, Τρὶς τρὶς ἑκατὸν καὶ σὺ συνάρξεις κράτος Μιᾶς ἐν αὐτοῖς ὑστερούσης εικάδος. Ως χοῦν ἀθροίσεις τῶν ἐθνῶν τὸ χρυσίον, Καὶ πάσας ἄρξεις τὰς πέριξ φυλαρχίας. Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθόν γένος Πάσαν τεφρώσει καὶ τὸ σὸν λύσει κράτος. Εσῃ πάλιν γὰρ, ὥσπερ οὐδ' ἀρξαμένη. Εως Θεοῦ δάκτυλος ὀφθεὶς ἐξ ἔω, Χειρός ῥυείσης δακτύλους πλήσει δύο, Αἰχμὰς φέροντας, αὔρας ὡς ἐκ καμίνου, Αἰς τὸν πατρῷον ἐκδικήσουσι μόρον. Ήξουσι δ' αὖθις κυκλόθεν τὰ σὰ τέκνα Εὐθείας, ὥσπερ ἐκ κύκλου πρὸς κεντρίον Εφ᾽ οἷς δικαίοις ἐκβιβάσει τὴν δίκην. Καινὴ τὸ λοιπὸν ἡ καινὴ πάλιν ἔσῃ, Καὶ κρεῖττον ἄρξεις τῶν ἐθνῶν, ἤπερ πάλαι. Δόξης γὰρ οἶκος σὺ Θεοῦ χρηματίσεις, Τοῖς ίχνεσί σου προσπεσόντων τῶν πέλας. ΝΟΤΑ. 'Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθὸν γένος. πυρίστατον πῦρ ὕστατον. ξανθοί φέρων τε τὸν πόλεμον καὶ τῶν ξανθών τὰς μηχανάς. (ι.
ORACULA.
Πάντες δὲ οἰκείαις σειραῖς σφιγγόμεθα οἱ τῶν ἁμαρ-
τιῶν καὶ παρανομιῶν αὐτῶν τε ἐνδόξων ὀνομάτων, καὶ
τῶν τοὺς φόρους τελούντων συνἱερεῦσιν ἀσεβεστάτοις·
πολλοὶ δὲ ἀποδράσουσιν εἰς τοὺς φεγγώδεις τόπους καὶ
στραγγαλιώδεις τῆς οἰκουμένης. Καὶ πάντες δοξά-
σαντες τὸν Θεὸν ἠρεμήσουσιν· ἀνὴρ δὲ τῶν τῆς
Ανατολῆς· τῷ καὶ τῇ τύχῃ περιφανής· ἀπὸ πενίας
καὶ αὐτὸς ὤν, καὶ ἐκ δόξης εἰς δόξαν μεταβαίνων τῆς
ἐναρέτου πολιτείας· εἰς ἄκρον μετερχόμενος πολύ
Οὐκ ἀστοχήσεις τῆς ἄνω κληρουχίας.
ΤΟΥ ΣΟΦΩΤΑΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΧΡΗΣΜΟΣ ΠΕΡΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ.
· Βύζαντος αὐλὴ, Εστία Κωνσταντίνου,
Ῥώμη, Βαβυλών, καὶ Σιών ἄλλη νέα,
Τρὶς τρὶς ἑκατὸν καὶ σὺ συνάρξεις κράτος
Μιᾶς ἐν αὐτοῖς ὑστερούσης εικάδος.
Ως χοῦν ἀθροίσεις τῶν ἐθνῶν τὸ χρυσίον,
Καὶ πάσας ἄρξεις τὰς πέριξ φυλαρχίας.
Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθόν γένος (65)
Πάσαν τεφρώσει καὶ τὸ σὸν λύσει κράτος.
Εσῃ πάλιν γὰρ, ὥσπερ οὐδ' ἀρξαμένη.
Εως Θεοῦ δάκτυλος ὀφθεὶς ἐξ ἔω,
Χειρός ῥυείσης δακτύλους πλήσει δύο,
Αἰχμὰς φέροντας, αὔρας ὡς ἐκ καμίνου,
Αἰς τὸν πατρῷον ἐκδικήσουσι μόρον.
Ήξουσι δ' αὖθις κυκλόθεν τὰ σὰ τέκνα
Εὐθείας, ὥσπερ ἐκ κύκλου πρὸς κεντρίον
Εφ᾽ οἷς δικαίοις ἐκβιβάσει τὴν δίκην.
Καινὴ τὸ λοιπὸν ἡ καινὴ πάλιν ἔσῃ,
Καὶ κρεῖττον ἄρξεις τῶν ἐθνῶν, ἤπερ πάλαι.
Δόξης γὰρ οἶκος σὺ Θεοῦ χρηματίσεις,
Τοῖς ίχνεσί σου προσπεσόντων τῶν πέλας.
(65) 'Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθὸν γένος.
τῷ ὄντι καὶ ταῖς θριξὶ λάμπων· καὶ ἐλπίδα ἔχων τοῦ ἀοράτου Θεοῦ παρόμοιος τῷ πτωχῷ καὶ ἐκλεκτός· καὶ
αὐτὸς τῆς ἄνω κλησίας τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ ἐμφορηθείς (64).
(64) Τῆς ἄνω κλησίας τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ
εμφορηθείς.
Βύζαντος αὐλὴ, ἑστία Κωνσταντίνου,
Ῥώμη, Βαδυλὼν, καὶ Σιὼν ἄλλη νέα,
Τρὶς τρὶς ἑκατὸν καὶ σὺ συνάρξεις κράτος
Μιᾶς ἐν αὐτοῖς ὑστερούσης εἰκάδος."
Ὡς χοῦν ἀθροίσεις τῶν ἐθνῶν τὸ χρυσίον,
Καὶ πάσας ἄρξεις τὰς πέριξ φυλαρχίας.
Αλλά σε πυρίστατον καὶ ξανθὸν γένος (05)
Πᾶσαν τεφρώσει καὶ τὸ σὸν λύσει κράτος.
"Ἔσῃ πάλιν γὰρ, ὥσπερ οὐδ' ἀρξαμένη.
“Ἕως Θεοῦ δάχτυλος ὀφθεὶς ἐξ ξω,
Χειρὸς ῥνείσης δαχτύλους πλήσει δύο,
Αἰχμὰς φέροντας, αὔρας ὡς ἐχ καμίνου,
Αἷς τὸν πατρῷον ἐχδικήσουσι μόρον.
"Βξουσι δ᾽ αὖθις κυκλόθεν τὰ σὰ τέχνα
Εὐθείας, ὥσπερ ἐχ κύκλου πρὸς κεντρίον
Ἐφ᾽ οἷς δικαίοις ἐχδιδάσει τὴν δίχην.
Καινὴ τὸ λοιπὸν ἡ καινῇ πάλιν ἔσῃ,
Καὶ κρεῖττον ἄρξεις τῶν ἐθνῶν, ἧπερ πάλι
Δόξης γὰρ οἶχος σὺ Θεοῦ χρηματίσεις,
Τοῖς ἔχνεσί σου προσπεσόντων τῶν πέλας.
A Multi per loca terra luce perfusa et arcta elu-
gient; et cuncti feum glorificantes in pace mane-
bunt. Vir autem ex Orientalibus, his rebus for-
tunaque illustris, natus pauper, ex gloria ad
gloriam bene ordinati imperii succedet sumniaque
adipiscetur, corpore et coma fulgens, spem Dei
invisibilis habens, mendico similis, attamen ele-
cius, ipse e supermo cætu luceque divina (inter
homines ) missus.
versum :
Quod jam pridem editum fuit a Leunclavio in fine Annalium Constantini Manassis.
Byzantis aula, pii Constantini domus
Roma, atque Babylon, et Sion quædam nova,
Regno ter et ter centenis tibi fas frui
Saltem vicenis annis deficientibus.
Ceu pulverem, aurum collectura es gentium,
Simul vicinis imperatura omnibus,
Sed te perustum ab igne, te flavum genus
Totam incinerabit, et regnum evertet tuum,
Eris quasi non unquam fuisses antea;
Donec ab Oriente conspectus digitus Dei,
Digitos manus jam perditæ implebit duos,
Hastas gerentes e camino auras velnt,
Fatum quibus paternum ulturi sunt grave.
Tunc liberi tui venturi sunt undique
Recta velut ad centrum ex circuli ambitu.
B Jus exsequeris per quos justos, ceu decet.
Adeoque tunc rursum futura tu nova es
Meliusque nationes reclura, ac prius.
Nam gloriæ Dei domus vocaberis,
Ubi se ad pedes tuos vicini adjecerint.
col. 1151–1152page 8 of 9
Figure 1. Figure 2, Figure 5. Figure 4.
col. 1153–1154page 9 of 9
Figure 5. Figure 6. Figure 7. Figure 8.
Continue reading PG 107: Expositio Oraculorum →≣ entire volume