Diplomatic text · vision-corrected (sonnet, page-by-page) · Migne scan — scholarios OCR + scan in the Page/Facsimile views — PG column chips mark the printed columns.
Lament of the Blessed Mary Embracing the Body of ChristPlanctus B. Mariae corpus Christi amplexantis
col. 123–124page 1 of 5
PG 114:123τῶν ἀρχῆς τῆ Ῥωμαίων ἐπικρατείᾳ. Martyrium sanctorum Romani et martyrii Nocerie.
Ἔτος μὲν ἤδη τέμπτον ἀνεστύχει τῷ εἰκελεῖ Ἰουστίνῳ τῆς τῶν Ῥωμαίων ἀρχῆς τῶν σκήπτρων ἐπιλαμψάντων. Martyrium S. Arethae et sociorum.
Ζήνων ἤδη τὴν αὐτοκράτορα Ῥωμαίοις διέπων ἀρχήν. Vita et res gesta Theodorae Alexandrinae.
Ἦδη μὲν τῆν παρὰ τοῦ πλάσαντος ἡμᾶς δοθεῖσαν φυλάττοντες ἐντολήν. Commentarius in sanctum apostolum Matthiaeum.
Ἦν ἄρα καὶ τοῦτο τῆς μεγίστης πάλαι, καὶ περιφανεστάτης ἐν πόλει Ῥώμης, μή μόνον τῷ κάλλει καινόν. Vita sanctae Melaniae Romanae.
Ἤνεγκε Κωνσταντῖνος ὁ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου τρίτος υἱός. Vita sancti Pauli Homologetae.
Θεὸν τὰ χρῆμα ἡ ἀρετὴ καὶ πολλῆς ἀξία. Vita sancti Stephani junioris.
Ἰδόμεθα πρότερον ἔχοντες τὸν Ἰσαὰκ ἐξ οὗ καὶ τὴν προσηγορίαν ἐσχήκαμεν. Commentarius in Abdiam prophetam.
Ἱέρωνι υἱῷ γεννάδῳ πατρὸς μὲν ἡ ξενίτεια τῶν Καππαδόκων, πόλις δὶ Τύανα. Martyrium S. Hieronis et sociorum, qui in Melitene martyrium passi sunt.
Ἴσμεν πολλοῖς ἱστοριαι τε καὶ βίοις. Martyrium sancti apostoli Timothei.
Καὶ ἡ καλλίων, τῶν πάλαι ὁ Νικηφόρος φημί. Μαξιμιανοῦ τοῦ δυσσεβοῦς ἄρξαντος. Martyrium sanctae Julianae in urbe Nicomediam.
Καὶ πάντων μὲν τῶν κατὰ θεόν πολιτευσάντων ὁ βίος τοῖς εἰσδέχουσι ὠφελιμώτατος. Vita et res gestae Joannis Chrysostomi.
Καὶ τὸν ἄλλον μὲν τῶν Χριστοῦ μαρτύρων δῆλα πολύ τε καὶ μέγα τοῖς σπουδάζει. Martyrium S. Bonifacii Romani.
Καὶ τῶν καλῶν ἴσται τὴν μνήμη, εἰ παραδοῦλε τῶν Ἰμαριγελίῳ βίον πεπλῆσθαι [127] ζητῇ. Vita S. Amphilochii episcopi Iconiensi.
Καὶ τὸ περὶ τῶν ἄλλων ἁγίων ἀεξίθεον, καὶ δεῖ μνήμη. Narratio de miraculo facto a Michaele Archangela apud Chonae.
Κάλλιστα τὸ ἄξιον ἡ ἀρετή, καὶ ἄξιον θαῦν ἐδαφίτη τι καὶ ἐπεράστιον. Vita S. Gregorii episcopi Agrigentini.
Καλοί μέν καὶ οἱ τῶν μαρτύρων ἄθλοι. Vita S. D Aispi Stylitae.
Καλλίστων εἰσὶ μέγεγος τῶν αὐτοῦ πατέρα οἱ Ῥωμαίων σκήπτρα ἔχοντες. Vita et martyrium sanctae Eugeniae et illius parentum.
Κλειανθίου τοῦ δυσσεβοῦς βασιλεύοντος, Λυσίας τῷ τούτῳ δοὺξ ὤν. Martyrium S. Severiani.
Λευκανοῦ τοῦ δυσσεβοῦς κατὰ τῆς θρης μέρη ἀν διδόρχεται τοῖς Ἰουδαίοις. Martyrium S. Apostoli et martyris Ananiae.
Μᾶρκε ὁ μέγας οὗτος τοῦ Χριστοῦ μάρτυς, καὶ περιφανής. Martyrium sancti Mamantis.
Μαξιμιανοῦ ὁ βασιλεὺς πολλῷ παρὰ τῶν οὐδειδῶν πλεῖον. Martyrium S. Barbarae.
Μαξιμιανοῦ βασιλεύοντος τοῦ τυράννου, καὶ τῆς οἰκουμένης σχεδὸν ἁπάσης. Martyrium sanctorum Sergii et Bacchi.
Μαξιμιανῷ τῆς βασιλείας ἡγεμονεύοντος, καὶ τὰ τῆς βασιλεί. Martyrium S. Sosontis.
Μαξιμιανοῦ τοῦ τυράννου· ἀνὰ πᾶσαν ἀρχήν σε ἐλαύνοντος κλαυθμοῖς ἐκδίκοις διάκειται. Martyrium sancti Vari et sociorum.
Μαξιμιανοῦ καὶ Μαξίμου τοῦ βασιλεῖ πολλῇ τε ἀσχέτῳ ὁ ὁρμή, Martyrium S. Theodori Tevonis.
Μάρτυρος εἰς ψυχῆς ὠφέλειαν. Vita S. Spiridonis Thaumaturgi.
Μεγάλοθεν τοῦ Χριστοῦ παθόντος, εἴπερ ἄλλο τι λυσιτελὲς καὶ ὠφέλιμον. Martyrium sanctorum Carpi, Papyli et sociorum.
Μετὰ διακοσιοστὴν καὶ πεντηκοστὸν ἔτος τῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀναλήψεως. Martyrium S. Clementis Ancyrani episcopi.
Μετὰ τὴν σωτήριον ἐπὶ τῆς τοῦ Λόγου ἐπιδημίαν. Res gestae Cornelii Centurionis.
Μετὰ τὴν τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν. Martyrium sancti Artemii.
Μετὰ τὴν ἀπὸ τῆς τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ παρουσίας. Martyrium sanctorum Menae, Hermogenis et Eugraphi.
Νικηπόρεος ἀγῶνας τοῦ μάρτυρος Νικήτα πανηγυριζόμεν σήμερον. Martyrium S. Nicetae Gothhi.
Τοῦ θεοῦ Λόγου διὰ τὴν ἐκ τῆς παρακοῆς ἐπενηνεγμένην ἡμῖν τῶν ἀγαθῶν ἔκπτωσιν. Martyrium sancti Longini centurionis.
Νουμεριανοῦ τὰ Ῥωμαίων σκήπτρα παρὰ πατέρων διεξιόντος. Martyrium S. Babylae episcopi Antiocheni.
Μετὰ τε ἀπεγγελθῆναι πανταχοῦ τὸ σωτήριον κήρυγμα. Martyrium S. Sophiae et illius filiorum Pisteos, Elpidis et Agapes.
[128] Ξενοφῶν ὁ θαυμάσιος ἤτω μὲν ἐκ τάξεως τῶν πυλῶν. Martyrium sancti Xenophontis et illius filiorum Arcadii et Joannis.
Οἱ κατὰ τὸν καιρὸν Πεντηκοστῆς. De morte et Assumptione B. Mariae Virginis.
Οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος θεῷ ἀρέσαντες, καὶ τῶν βασιλέων ἡμῶν καὶ σκήπτρων. Laudatio sancti martyris Basilei archiepiscopi Amosiae.
Οἰκεῖος καὶ ξένος τῆς θεαμεστίας Ξένης βίος. Vitae et res gestae sanctae Eusebiae, quae in Xenem nomen immutavit suum.
Οἱ ὄρθιον καὶ τὸν πρόσθεν γίγνεσθαι βίον ἀδύνατον. Vita sancti martyris Martiniani.
Ὁ τι μή πολύ τῶν ἀγγέλων ἀρθμεῖσθαι ἐνδοξότερος, ἡ φύσιν ὁ θεὸς ἡμᾶς. Commentarius in S. Joannem apostolum Evangelistam.
Ὁ τοῦ θεοῦ Λόγος ἀΐδιος ἐκεῖνος υἱὸ τῷ Πατρί. Martyrium sanctorum Guriae, Sammonae et Abibi.
Ὀλλεντιανὸς μετὰ τῶν πατέρων Ἰεδονιακού. Vita Sancti Ambrosii episcopi Mediolanensis.
Ὂν εἰκ οἶδε τῶν Νεωτέρων ὅσοι μὲν θεόδι
Josepho ab Hebræis structæ insidiæ: et in Isaa- ἐπιβουλὴ, καὶ ἐν τῷ Ισαακ, τὸ τοῦ θανάτου ὁμοίως
cio mortis similitudo. Reliquum est Jonæ, tuæ μα. Λείπεται οὖν τὸ τοῦ Ἰωνᾶ τῆς ἀναστάσεώς
resurrectionis arcanum.
σου μυστήριον.
Væ mihi miseræ! in lapide demortuus jaces,qui Οἵμοι! ὅτι ἐν λίθῳ κεῖσαι νεκρός, ὁ ἐκ τῶν λίθον
ex lapidibus filios suscitas Abraham. Etenim si pro- ἐγείρων τέκνα τῷ ᾽Αβραάμ. Εἰ γὰρ οὔ, τῶν λίθων
pter tuam salutarem passionem disruptis lapidibus, ῥαγέντων διὰ τὸ πάθος σου τὸ σωτήριον, πολλοί
quam plurimi nomini tuo non credidissent, non ha- σου τῷ ὀνόματι πεπιστεύκασιν, οὐκ εἶχες που κατ
beres ubi caput declinares vivus, tu Judæis dixisti, και τὴν κεφαλὴν ζῶν, εἶπας Ἰουδαίοις αὐτὸς, οὓς
quos propter dolosas cogitationes vulpes compel- ἀλώπεκας ᾐνίξω διὰ τοὺς δολεροὺς αὐτῶν λογισμούς,
lasti; sed demortuus illud reclinasti in cruce,cum ἀλλ' ἔκλινας ταύτην τεθνηκώς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ,
substratam ut lectulum latronis Gdem comperisses. ὑπεστρωμένην ὡς κλίνην εὑρὼν εὐγνώμονος τὴν
Offendit me sol, concinit canticorum modulatrix. πίστιν λῃστοῦ. Παρέβλαψε με ὁ ἥλιος, λεγέτω ἡ ᾀσμαOccidit sol, cum nundum inclinasset meridies, τίζουσα. Επέου ὁ ἥλιος ἔτι μεσούσης ἡμέρας.
Jeremias enuntiat. Profecto enin el solem sensibus Ιερεμίας φθεγγέσθω μοι. Ναὶ γὰρ καὶ ἥλιον αἰ.
obnoxium tristitia involvit, cum sol intellectualis σθητὸν ὑπέδραμε στύγνασις, τοῦ νοητοῦ ἡλίου τῆς
justitiæ defecisset; el saxa rupta sunt, quibuscum δικαιοσύνης εκλείποντος. Καὶ πέτραι ῥῇξιν ὑπο
una disrumpi cor meum baud multum abierit. Ο ήνεγκαν, αἷς συρραγήναι κι δυνεύει ἡ καρδία μου.
caro sancta! quæ ex sanguinibus meis mirum in ως σὰρξ ἀγία, ἥτις ἐξ αἱμάτων ἐμῶν ἐτυρώθης
modumn coagulata es: namque antiquum debitum ὑπερφυώς. Τὸ γὰρ ἀρχατον χρέος ἀπελόμην πληsufficientissime restitui. In hoc mihi,Domine,calos ρέστατον. Εἰς τοῦτο μοι τοὺς οὐρανοὺς ὑπέκλινας,
declinasti; et ut imber super lanam descendisti, ut Δέσποτα, καὶ ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον κατέβη, ἵνα καὶ
mortem subires, quæ sanctorum dormientium cor- νεκροσιν ὑποστῆς, ἁγίων μὲν κεκοιμημένων εξεγεί
pora exsuscitarel, me vero tui Genitricem intcri- ρουσαν σώματα, νεκροῦσαν δὲ τὴν τεκουσάν σε. Τί
meret. Quæ hæc sunt, Fili desideratissime? Absque ταῦτα, παῖ ποθεινότατε; 'Αβλαβῶς μὲν ἐμίχθη
damno olim quæ immisceri apta non erant, com- πάλαι τὰ ἄμικτα, καὶ πῦρ θεότητος ἄϋλον, σπλαγ
mnista sunt, et ignis divinitatis non materialus vis- χνον ἐμὸν οὐ κατέφλεξεν· ἄρτι δ' ἑτέρων πῦρ τὰ
cera mea non exussit; at nunc alius ignis intima ἐντός μου βόσκεται ἅπαντα, καὶ μέσην τὴν καρδίαν
mea singula depascitur, et cor medium convulne- λυμαίνεται. Χαρᾶς ἐγγύας δι' ἀγγέλου παρέλαβον,
rat.Latitire sponsionem accepi per angelum,lacry- καὶ ἀφειλόμην δάκρυον πᾶν ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς
masque omnes e facie terra exterminavi: nihilo- πλὴν ἀλλὰ τοῦτο μόνον τοῖς ἐμοῖς πιαίνεται δάκρυσιν.
minus hæ meis hinc lacrymis increscunt. Descendis Εἰς ᾅδου καταβαίνεις οἶδ' ὅτι, τὰς ἐγκεκλεισμένας
ad inferos, animas, quæ ibi obserantur, sat novi, ἀπολύσων ψυχάς, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐμὴν ἐκεῖσε συγκα
liberaturus, verum meam illuc una tecum corripis, τεσπᾷς, ἔπνουν νεκρόν παρατρέχων με. τε νεκρέ
cum me mortuam spirantem prætereas, o mortue γυμνέ, καὶ ζῶντος Λόγε Θεοῦ, Εκουσίως ὑψωθῆναι
nude, et vivi Dei verbum,sponte ad crucem alius κατακεκριμένε σταυρῷ, ἵνα πάντας ελκύσης προς
tolli condemnate, ut omnes ad te traheres!Quod- ἑαυτόν! Ποιόν σου τῶν μελῶν τοῦ σώματος ἔμεινεν
nam ex tuis membris tormento non subjacuit? Ο απαθές; – θεία μοι κορυφὴ ἀκάνθας δεδεγμένη, καὶ
divinum mihi caput spinis perfossum, easque cordi ταύτας ἐμπήξασα τῇ καρδίᾳ μου! ν κοσμία καὶ
meo infigens! O venerandum sacrumique corpus, ἱερὰ κεφαλή, ἥτις πάλαι μὲν οὐκ εἶχες που κλι
quod olim non habebas, ubi declinans quiesceres: θῆναι καὶ ἀναπαύσασθαι: νῦν δὲ πρὸς ταφήν μόνον
nunc solum ad sepulturam inclinatum est, quietem έκλίθης, καὶ ἀναπέπαυσαι, καὶ κατὰ τὸν Ἰακώβ, ὡς
consecutum, et ut Jacobus aiebat, veluti Leu obdor- λέων κεκοίμησαι! ν ποθεινὴ καὶ ἐρασμία μοι κεmisisti! O desideratum concupitumque mili caput φαλή, καλάμῳ κετυμμένη, ὡς ἀνορθώσῃς τὸν ὡς σα
calamo percussum, ut calamum imbellis damonis θρὸν τῷ πονηρῷ κατεαγότα κάλαμον, καὶ μακρὰν τοῦ
ardibus disruptum. longeque a par:diso factum, παραδείσου γενόμενον! σιαγόνες δεδεγμένα:
instaurares! O maxillæ alapis foedatre! O us meliis η ραπίσματα! το στόμα σίμβλον ἕτερον μέλιτος, εἰ
alius favus, licet amarissimum fel degustasli, et " καὶ χολῆς ἐγεύσω πικροτάτης, καὶ ὄξους ἐποτίσθης
acerrimum acetum potionem sumnpsisti! Ο os intra δριμύτατον! ν στόμα ούπερ οὐχ εὑρέθη δίλος ένα
quod dolus inventus non est, etsi dolosum osculum τός, εἰ καί σε δολερὸν εἰς θάνατον προσέδωκε φίλη
te prodidit ad mortem! O manus, quæ hominem μα! Ὦ χεῖρες, αἱ τὸν ἄνθρωπον πλαστουργήσεσαι,
creastis, et nunc cruci affixa, et ad inferos proten - καὶ νῦν προσηλωμένοι μὲν τῷ σταυρῷ, ἐν ᾧδον δὲ
sæ,manum illius arripitis,quæ olim lignum tetigit προτεινόμεναι, καὶ χειρὸς ἀπτόμεναι τῆς ἀψαμένης
et a lapsu Adamum universum exciiatis! Ο lalus τοῦ ξύλου πάλαι, καὶ τοῦ πτώματος ὅλον τὸν ᾿Αδαμ
lancea perforatum propter eam, quæ ex latere ἐξεγείρουσαι! ω πλευρά λογγεσθεῖσα διὰ τὴν ἐκ
creata fuerat, primam matrem! O pedes, qui per πλευρᾶς πλαθεῖσαν προμήτορα! ω πόδες, ἐφ' ὑπ
aquas, veluti per terram processistis, et fluidam δάτων πεζεύσαντες, καὶ τὴν ῥοώδη, φύσιν εἰλικρινῶς
naturain manifeste sanctificastis!
ἁγιάσαντές!
O
Vae mihi, Fili, ipsa parente antiquior, quas sepulcbrales lamentationes, et quas laudationes funcρκοι, Υιέ, μητρός παλαιότερε! Ποίους θρήνους
ἐπιτυμβίους, καὶ τίνας ὕμνους ἐπικηδίους σοι άσομαι;
col. 125–126page 2 of 5
PG 114:125Ὁλίγοι στέφανοι μακαρίζει ἡμῖν τί μέσον γῆν ὁ Σωτήρων ἡμῖν τὸν νόμον ἐδωρήσατο. Ὁλίγον βίον ὁρᾷν διελθλήρωσε τὴν γὰρ νοητῷ πολὶ σοι τῆς τιμῆς αἰτήσαμεν. Ὁλίγη γραφὴ ἰσχύει τῶ γῆς· σοὶ τῆν φύσιν ταύτην, ἔως τοῦ μεγάλη δ' ἔνοικος θεότης ἐκεῖ· Ἔκ τινῶν ψυχῶν ξύλω μεγάλω πρόσφερε ἱερευόμενοι αὐτοῦ· Μήλων ἀδρανὴς κατηγορεῖν τῆς δυνάμεως, φῶς ψυχὴ τῆς, τίκτει δὲ αἴει κόρους δυνατοὺς πνεύματος, ψυχὴ τῶν ἐπισκόπους ξύλον Νίλου. Σεῦ δεδώκαμεν θεὸν ἐπισκεφθεῖσα μὴ ἀντιφιλεῖσθαι ποτε. Χάρις οὖν ἡμῖν ἐκ θεοῦ μέλη. Εὔχου σου μεγαλεῖν τῆς θαυμαστῆς αὐτοῦ φύσεως. Τοιαῦτα τῷ χειμῶνι τεχθεῖσα ἱστορίαν, Οὕτω γοῦν βρέφος εἰδολολατρεία ἀπετέλει· ἄγγελος ἦν μεταλαβεῖν ἀγαθοῖς ἀγαθά. Αἴτησε τῷ νῦν ἡ θεόσδοτος φύσις, ἐδίωκε τε βρέφη νεκρῷ θεοῦ ζωοποιήσεως φωτὶ, Τοῦ δὲ γοῦν μεγαλεῖν φύλακος, μεγαλεῖ ὁ βασιλεὺς ἐνδοξαζόμενος. Τρέφει δ' ἀπαύστω δόξαν ἄγγελος ἄνωθεν ἄρχοντος ὀρθοδόξων βαδιζόντων· Ἔτι ἐκεῖσε δωρεῶν πλέκων εἰρήνην· Ἀκτίνως δωρεῶν πνευματικῶν ἁγιάζουσαν· ἐδιδάσκετο τῶ βαπτίσματι τιμῆσαι τὸ χριστεπώνυμον πλῆθος. Ἄλλα τε κεφαλαίω μεγίστῳ ἐκολάσθη, Τοῦτ' ἦν ψυχὴ μετὰ τῆς τοιαύτης εὐλαβείας· Ὁ δὲ θεοφόρος πατὴρ ὁ κλέος Ζαχαρίας ἰδεῖν τε φθασάντων εὐσεβείας. Ἄρτι ἐπισκεφθεῖσα θεοφόρε φιλέλληνος ἀπόστολε τὴν πιστὴν τιμᾶσθαι. Ἄρχοντες συνελθόντες, οἱ εἰδὼς μετὰ κάμπου τοῦτον θεοφόρου· Τελεστικῇ δὲ τὸν μέγαν ζῆλον ψυχοσωτηρίαν, Οἱ κοινωνοῦντες ἐφωτίζοντο. Ἐκ δὲ Σολομῶν σοφισθεὶς ἦν, εὐαγγελίων πατριάρχης, Δωρεῶν οὕτω θεῖον ἐπισκόπης τάγμα ἐρχόμενον ψυχῆς, ἐλπίδος θεοφόρε. Ὁ δ' ἦν τῶν ὑπεραιρόντων ἁγίων θυγατέρα, ἐπ' οὐρανίω φωτὶ θεοφόρου ψυχολόγω, Σύνοδός ἐστι· Καὶ ἐξελέγχθη ὑπὲρ τῶν ἡγεμόνων ψυχῶν Θεῖα τε καὶ μέρη πάντοθεν ὑπεραρθεῖσα ψυχή. Ζαχαρίου τε καὶ τὸ τοιοῦτον ἐστι Σολομῶντος πόλεμον. Νεφέλης δὲ τοῦτο ψυχαγωγεῖ τε καὶ ζωτικοῖς βρέφεσιν, Ὀρφανοὶ δ' ἦσαν θαυματουργεῖν ἀξίως τοῦ τε βαπτίσματος καὶ τοῦ εὐαγγελίου ψυχοσωτηρίου, εὐλαβείας λόγος ἦν.
S. MARIE PLANCTUS.
Οὐκέτι στάμνος μανναδόχος ἐγώ· τὸ μάννα γὰρ τὸ bres tibi decanlavero? Non amplius urna sum ego
ψυχοτρόφον ἀμφὶ τὸν τάφον ἐκκέχυται. Οὐκέτι βάτος mannæ receptaculum: manna siquidem animas
ἐγὼ ἀκατάφλεκτος· ὅλη γὰρ νοητῷ πυρί σου τῆς enutriens circa sepulchrum effusum est. Non amταφής καταπέφλεγμαι. Οὐκέτι χρυσή λυχνία ἐγώ… plius rubusincombustus;tota siquidem intellectuali
τὸ γὰρ φῶς ὑπὸ τὸν μόδιον τέθειται, ὡς πολλὰ lui monuinentiigneexusta sum. Non amplius candeτὰ μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς ἐνέδειξέ μοι! Ἐκ πασῶν labrum aureum; lumen siquidem sub modio posiγενεῶν ἐξελέξω με. Γλώσσας προφητῶν ἐτράνωσης Il est Ut magnifica ostendit mihi, qui potens est!
δι' ἐμέ. Μέλλων οὐρανόθεν καταφοιτάν, ὡς οἶδας Fx omnibus nationibus elegisti me. Prophetarum
αὐτὸς, τὴν ἐμὴν εἰς τὸν κόσμον ἀνέμενες πρόοδον, linguas mei causa disertas effecisti. De cœlo proμὴ ἔχων σκεῦος ὑποδοχῆς θεότητος ἄξιον. Σοι μό- gressurus, ut bene ipse nosti, meum in mundum
και κατεγγυήσαντό με καὶ πρὸ συλλήψεως οι γεννή progressum exspectasti, cum non haberes vas, quod
τορες. Εἰς φῶς ἐξήχθην τοῦτο τοῦ βίου, καὶ βρα. esset dignum, et capax divinitatis. Tibi soli, et anχύτατα τοῖς γονεῦσι παρέμεινα. Ὁμοῦ γὰρ μαστούς tequam ipsa conciperer, parentes mei me desponἀπεταξάμην καὶ γάλακτι, καὶ συναπεταξάμην καὶ derunt. In lumen hoc vitæ educta sum, et brevissiτοῖς γεννήτορσι, καὶ ὅλη ὅλῳ προσαπεδόθην σοι, mo tempore cum parentibus commorata, tota toto
καὶ ναῷ ἀνετέθην, ναός γενησομένη σοι καθαρώτατος" tibi reddor, et in templo offeror, templum tibi fuὉ πατήρ μου καὶ ἡ μήτηρ μου ἐγκατέλιπόν με, σὺ tura purissimum. Pater meus et mater mea dereli.
δὲ με προσελάβου, καὶ δι᾿ ἀγγέλου ἐξέτρεψας, καὶ ὃ querunt me, tu vero me assumpsisti, et pavisti per
φησὶν ὁ Δαυίδ. "Αρτον ἀγγέλων ἔφαγεν ἄνθρωπος. angelumn. Et quod ait David, Punem angelorum
"Αγγελον εἶδον πρωτοστάτην, ὡς Δεσποίνη προσομι- malucavit homo Angelum vidi principem,mecum
λουντά ροι· ὃν Ζαχαρίας πρὶν ἰδὼν ἐκωφεύσατο, καὶ veluti Domina ccmmunicantem; quem prius Zac
γλωττοπέδην ὑπέμεινεν. Καὶ ἠγαλλιάσατο και βρέ- charias intuitus auditum amisit, et lingua ligamen
φως ἔνδον γαστρός, καὶ τὸν ἀσπασμὸν ἠμείψατο τῷ sustinuit. Et exultavit iufans in utero, et saltu saluσκιρτήματι, σὲ προσκυνοῦν τὸν ἐν γαστρὶ μου κυρ- tationi respondit, te adorans, qui in utero meo
φορούμενον. Νόμου; ἐν ἐμοὶ κατέλυσας φύσεω;. geslabaris. Naturæ in me leges dissolvisti. Sine
Ασπόρως συνελήφθης, ὡς οἶδας, καὶ μετὰ τόκον με semine conceptus, ut scis, et post partu me virgiπαρθένου ετήρησας. Τέθεικάς με μητέρα ἐπὶ τέκνῳ nem conservasti; effecisti me matrem de Filio l2εὐφραινομένην, κατὰ τὸν δι᾿ ἐμὲ θεοπάτορα, καὶ tantem, ut qui propter me Dei parens audiit, proπασῶν ὑπερκειμένην θυγατέρων, ἄς ὁ Σολομών nuntiat, et omnibus filiabus superiorem, quas Saπροηνίξατο. Βασιλεῖς, καὶ πτωχευούσῃ μοι, δουλου lomon præsignificaverat. Reges mihi, licet res esπρεπῆ παρέσχον προσκύνησιν. Οὐρανών με πλατυ- sent paupercula, servilem adorationem exibuerunt.
τέραν ἀνέδειξας, ἐξ ἧς ὁ τῆς δόξης ἔλαμψεν "Ηλιος. Ο Calis ipsis me ampliorem ostendisti, ex qua gloriæ
Καὶ ἵνα τα λοιπά τῶν περὶ ἐμὲ τεραστίων πα- sul resplenduit; et ut reliqua, quæ circa me admiραδραμοῦμαι, μακαριστὴν ἐν πάσαις γενεαίς με- rabilia patrata sunt, silentio præteream, per me
πεποίηκας, καὶ δι' ἐμοῦ τὸν ἄνω κόσμον πληρωθή- beatam in omnibus generationibus mundum supeκαι διγκονόμησας. Νῦν οὐκ οἶδ' ὅπως ταῦτα συγκέ- riorem compleri constituisti. Nunc vero, nescio qua
γνται· καὶ ἀχινθίῳ μοι τὸ μέλι συμφέρεται. Καὶ ratione hac confusa sunt omnia, et mel mihi ex
γὰρ συννεκροῦσθαι προάγομαι νῦν, καὶ συνθάπτομαι, absinthio commiscetur. Namque nunc una tecum
καὶ μέχρις άδον συγκαταβαίνειν τοι. Νεφέλην με φω- commori cogor,una tecum sepulcro contegi,simulτὸς ὁ προβλέπων ὠν ατον, ἀντὶ νεφελῶν, ὡς ἔοικε, que una tecum ad inferos progredi. Nebulata me
τὰ δάκρυα στάζουσαν. Μήποτε ἄρα περὶ μοῦ καὶ τοῦτο lucis prævidens ille nuncupavit, pro nebulis, ut viπροείρηται, Εγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιών detur, lacrimas fundendem. Annon de me eliam
ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελῶνι; Ἰδοὺ γὰρ ἀποτετρυγημένοσ- illud pronuntiatum est, Derelinquetur flia Sion veluti
μοι πρόκειται ή βίτρο; τῆς ζωῆς ὁ ἀκήρατος, δ τὸ tabernaculum in vinea? Ecce enim prorsus vindemiatus
ζωηφόρον αἷμα κενώσα; ὡς οἶνον, πιστῶν καρδίας est vitæ racemus incorruptus, qui vivificum sanευφραίνοντα. Βαβαί, πῶς ὁ κατάψυχρος οὗτος λίθος, guinem, veluti vinum fidelium animas lætificantem
ὡς σιδήρω πληττόμενος τῷ κραταιῷ σου βραχίονι effudisti, Papæ, quomodo frigidissimus hic lapis
σπινθῆρας ἐπιπέμπει νοητοὺς τῇ καρδίᾳ μου! Τί ferro, valido tuo brachio percussus, scintillas aniμὲ καὶ διαῤῥήγνυμι τὸ στέρνον, καὶ μυστικώτερον mæ meæ intellectuales emittit. Quare non pectus
τάφον ἀντιλαξεύσω, ὡς ἐν σπλάγχνοις μου καὶ πάλιν perrumpo, et arcaniorem tibi sepulturam concido,
εἰσδέξωμαι, καὶ ἐγκαρδίων κηδεύσω σε; Λεπὰς ἐγὼ ut in visceribus meis te rursus excipiam,el in corde
μυστική της πέτρας οὐκ ἀκρορηγνυμένη, τῆς τὸν meo sepulturam tibi condam? Concha ego mystica
μαργαρίτην φερούσης μου, τὸν ἐξ ἀστραπῆς τῆς sum, quæ a saxo non abcinditur margarifero, qui
θεαυγούς ἐμφυέντα μοι.
ex divinitus illuminato fulgetro mihi adhæsit.
" ν οἷς ἀνθ' οἷον ὁρῶ! Αστήρ ἡμεροφιὴς τῷ του
κετῷ του παρὰ τῆς σῆς ἐκκινουργήθη μεγαλειότητος,
και σε λεληθότως τεχθέντα οὐρανὸς ἀνεκήρυττεν,
ἀλλὰ σήμερον καὶ αὐτὸν τὸν αἰσθητὸν ἔκρυψης ἥλιον,
καὶ νύκτα ἐν ἡμέρα μέσῃ παρήνεγκας, τοὺς ἀπεQuae nunc pro quibus intueor! Stella interdiu
coruscans, cun nascereris,a tua magnificentia nova
designata est, et clam te natum coelum prædicabat;
sed hodie ipsum quoque solem sensilem abscondisti, et noctem ipso meridie, refellentem impios,
col. 127–128page 3 of 5
PG 114:127τῆς τῶν ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου Ἀρμενίας καὶ συνεταίρων. Τιμόθεον τὸν μέγαν ἤνεγκε μὲν ἡ Λυκαόνων. Τοὺς εὐλογητάς, ὡς φησὶ πρὸς τὸν Ἀβραὰμ ὁ Θεός, εὐλογήσω. Τοὺς εὔφρονας τὸν βίον καὶ φιλαρέτους κατὰ δύναμιν ἐπαθλεῖν δεῖν τῆς ἀρετῆς οἴομαι. Τράτανοί τὰ ῥωμαϊκὰ σκῆπτρα διέποντος. Τοῦ τοῦ Θεοῦ σεβασμίου βασιλέως πολλὴ μὲν πρόνοια καὶ σπουδή. Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἴδιον συνεὼν τοῦ μαρτυρεῖν καὶ ἄρχειν τῶν ἐθνῶν. Πολλοὶ κατὰ διαφόρους καιρούς κατὰ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐκείνου μαθητῶν θρασυνθέντες. Πρόβατα τοῦ κτίστου τοῖς Σύριοις εὐαρέστησε. Σαφέστατα πολὺ τῆς Σωτηρίας ἐστὶ εὖ μάλα παρέχειν. Σύχοψ τὶ χρῆμα ζωγράφοι χείρ, καὶ ἀνοίᾳ μέν μικρύναι τὸν ἀληθῆ. Τοῦ ἀγαθοῦ ἀνδρὸς ἀναγράφοντος τὰς πράξεις. Τὸ θαυμαστὰ Θεοῦ τῶν αὐτῶν ἀναγγύρων πατρὶ μέν. Τὴν πρὸς ἀρετὴν ὁδὸν φέρουσαν τράχεια εἶναι, καὶ ἄνωθεν μὴ εὐχερῆ. Τοῦ Χριστοῦ ποίμνην ἐπειρᾶτο πλαναθεμένην ὁ δυσμενής. Τῆς ἄγαν ἀνοίας νῦν ὅτε ἀφέγγησε τὰ μέλη φέγγει. Τοῖς μεγάλης πόλεως ἱερεῦσι ὑπὸ τοῦ Περσῶν βασιλέως ἄλωσι. Τῆς πρὸς τὸν Λίβανον Φοινίκης πόλεις εὐδαίμονες, καὶ προτέρων. Τῆς τῶν Περσῶν ἀρχῆς εἰς Πέρσας διελθεῖν· ταῦτα μὲν οὖν τοῖς βίοις τῶν ἁγίων εἴρηται. Ἀλλὰ δεῖ μνημονεύειν ὡς ὁ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς τῶν ἁγίων ἁπάντων βίους ἔγραψεν, οὐ μὴν ἀλλὰ ἅπερ εἶπεν ὁ θεσπέσιος παραλαμβάνει σπουδῇ, μηδ᾽ ὁτιοῦν ἄλλο τοῦ ἀνδρὸς εὐφημίας ἄξιον ὑπολιπόμενος, μήτε καθίσκοντο πρὸς ἀρετὴν εὐφημίας δρόκωνας· ἀλλ᾽ οὕτως ἀεὶ τούτων ἐκεῖσε ἀποχωρῶντα, καὶ οὕτως.
invexisti. Persas ibi genua flectentes stella advoca- βοῦντας ἐλέγχουσαν Πέρσας ἐκεῖ γονυπετοῦντας ὁ
vit; hic notos et amicos deiciclarum metus longe ἀστὴρ μετεστείλατο, ὧδε καὶ γνωστούς τε καὶ φίλους
dissipavit. Ibi munerum adductio et adoratio: hic ὁ τῶν θεοκτόνων φόβος ἀπεμακρύνατο. Εκεῖσε δώ
vestimentorum partitio et irrisio, et injuriarum co- ρων προσαγωγή καὶ προσκύνησις, ἐνταῦθα χιτώνων
rona. Nunc Judai, ut antea quærebant signum e μερισμὸς καὶ χλευασμός, και στέφανος ὕβρεων. Ν
colo, intueantur solem obtenebratum, et lumen Ἰουδαῖοι, ὡς πρὶν ἐξήτουν ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον, βλε
occulentem dignis caligine. Nunc elinanimalum hoc πέτωσαν ἥλιον σκοτιζόμενων, καὶ τὸ φῶς ἐκ τῶν
templum pro Judæorum more te deploral. Quemad- ἀξίων σκότους συγκρύπτοντα. Νῦν καὶ ὁ ἄψυχος οὔ
modum enim Judai, cum quis Deo maledicebat, τος ναὸς κατὰ τὴν Ἰουδαϊκὴν πενθεί σε συνήθειαν.
vestimenta sua scindebant, ita et hoc veluti vesti. Ως γὰρ Ἰουδαῖοι βλασφημούντός τινος εἰς Θεὸν τοὺς
mentum velum scindit te conspiciensa Dei hostibus έαυτῶν χιτῶνας διέσχιζαν, οὕτω δὴ καὶ οὗτος, ὡς για
improbe ac indigne pertractatum. Conteritur et τῶνα περισχίζει τὸ καταπέτασμα, παρὰ τῶν θεομά
terra motibus divexata,tuaque passione coangusta- χων παροινούμενον βλέπων σε. Συντρίβεται καὶ γῆ
ta; sed ubinam sunt, quinque millia hominum,quos σειομένη, παθαινομένη τῷ πάθει σου. ᾿Αλλὰ ποῦ τὸ
mirandum in modum enutrivisti? Solus equidem πλῆθος τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν, οἷς θαυματουρ
Josephus audacler, libereque Pilatum allocutus γήσας ἐξέθρεψας, ὅτι μόνος Ἰωσήφ προς Πιλάτον
corpus tuum expostulavit, ne insepultum abjiceretur. Ubi sunt infrmorum catus, quos ex variis
morbis sanasti, vel quos ab inferis eduxisti? Solus
Nicodemus clavos e manibus, pedibusque tuis extrahit, et totum te e ligno depositum meis hisce
ulnis, gemens ipse ac fremens apponit, quæ le et
antea, cum infans esses, non sine voluptate gestavere. Manus siquidem hæ meæ et ante infanti facto administrarunt,et nunc justa per solventes adserviunt.O dira funera! Demortuis vitam donans,ante
meos oculos demortuus jaces. Et olim quidem circa
pueriles fascias studium et operam impendi, et nunc
funebria tibi apparans conturbor. Tepidis uulis te
lavi, et nunc calidioribus te lacrymis obruo. Uinis
maternis sustentabam, sed subsultantem, et puerorum morejocantem,nuncrursuste iisden sustineo,
sed exanimem et mortuorum more jacentem. Tum
labia mihi dulcibus, ac roscidis tuis labis irrorabantur. Tum ego beata dici poteram, quod præter
exspectationem Creatoris mei parens apparui: et
nunc rursus, ut sim misera contigit, quod mei Filii
funus accuro. Ibi dolores in partu efugi; hic dolo -
res, dum te sepelio, sustineo. More infantium sæpenumero in pectore obdormivisti,etnunc mortuorun in modum in iisdem obdormis.Næillæ Symeon
beatus fuit, qui te in templo meis e manibus accepit.
Propheta siquidem et læta,et mihi gloriosa valicinati sunt, ipse vero solus et trislia, et mæroria plena
prædixit. O quomodo sputis foedari sustinuisti, qui
sputo tuo, oculos de novo efformasti! Quomodo
alapas tolerasti, qui flagello res divinas cauponantes
percussisti. Quomodo probrosam sustines mortem,
Fili sceleris espers? Perforatæ sunt manus tuæ,
pedesque, sed clavos ipsa in mediam animam meam
puncturis dirissimis adactos persentio. Lalus luum
confossum est, sed et meum cor eodem ipso tempore confodiebatur. Doloribus una tecum crucialfixa sum, et una tecum tormentis commortua, una
tecum sepelior. Quid mihi et vitæ meæ, duin tu
longe es, ο Creator meus,et Fili desideratissime.
πόνοις, νενεκρωμαί σου τῳ πάθει, καὶ συνθαπτομένῳ
παροντος, ὦ πλαστουργό μου καὶ Υἱὲ ποθεινότατε.
Sed ubinam et discipulorum chorus ut una meτολμηρῶς ἐπαῤῥησιάσατο, καὶ τὸ σῶμά σου ᾐτήσατο, ὡς ἂν μὴ διαμείνῃ καὶ ἀταφον. Ποῦ τῶν
ἀσθενῶν αἱ χορεῖαι, οὓς ἐν ποικίλων ἐρύσω νοση
μάτων. Η ποῦ καὶ ἀπὸ ᾄδου ἐξήγειρας, ὅτι μόνος
Νικόδημος τοὺς ἤλους τῶν χειρῶν, καὶ τῶν πυλῶν
σου διίστησι, καὶ ὅλον ἐκ τοῦ ξύλου σε καθελών
έμαῖς ἀγκάλαις ἐπωδύνως ἐντέθεικεν, αἴ σε καὶ
πρώην ὄντα βρέφος χαρμοσύνως εβάστασαν. Καὶ
γὰρ χεῖρες ἐμπί, καὶ πρὶν βρεφουργηθέντα ἐξυπηρέ
τησαν, καὶ νῦν κηδευομένῳ δουλεύουσιν. Η πικρών
ἐνταρίων! ὅτι νεκροῖς τὸ ζῆν χαρισάμενος, πρὸ
ὀφθαλμῶν μου νενέκρωσαι. Καὶ πάλαι σε ἀμφὶ τὰ
βρεφικά διακονήσασα σπάργανα, καὶ περὶ τὰ VEκρικά σου τυρβάζομαι. Χλιαροῖς ἐλουσάμην σε
c νάμασιν, καὶ θερμοτέροις ἄρτι καταντλώ σε τοῖς
δάκρυσιν. 'Ωλέναις μητρικαῖς ἐνεκούφιζον, ἀλλὰ
σκιρτώντα καὶ κατὰ νηπίου; ἀλλόμενον. 'Ανακου
φίζω σε καὶ νῦν ταῖς αὐταῖς, ἀλλ᾽ ἄπνουν, καὶ κατὰ
νεκροὺς ἀνακείμενον. Ενέβαπτόν μου τότε τὰ χείλη
τους μελιχρούς σου καὶ δροσώδεσί σου χείλεσι.
Μακαρίζεσθεί με τηνικαῦτα παρῆν, ὅτι παραδόξως
ὡράθην τοῦ πλαστουργοῦ μου λοχεύτρια, Νῦν δὲ
πάλιν νύξεσθαι με αντεπεγένετο, ὅτι παρευρέθην
τοῦ Υἱοῦ μου κηδεύτρια. Εκεῖ ὠδῖνας ἐν τῷ τίκτειν
ἐξέφυγον· ἔνθεν ὀδύνας ἐν τῷ θάπτειν εἰσδέχομαι.
Βρεφοπρεπώς μοι πολλάκις ἐν τοῖς στέρνοις ἀφο
ύπνωσας, καὶ νῦν νεκροπρεπῶς ἐν τούτοις κεκοί
μησαι. Μακαρίζω τὸν Συμεών, τὸν ἐξ ἐμῶν χειρῶν
ἐν τῷ ναῷ σε δεξάμενον. Προφῆται γὰρ καὶ τὰ
χαροποιὰ καὶ τὰ τῆς δόξης μοι προεφήτευσαν· αὐτός
δε μόνος τὰ σκυθρωπά, καὶ τὰ τῆς λύπης προείπετο.
"ω! πῶς ἐμπτισθῆναι κατεδέξω, ὃς διὰ πτύσματος
σου ὀφθαλμούς έκαινούργησας; Πώς ῥαπισμάτων
ἠνέσχου, ὃς διὰ φραγγελλίου τοὺς θεοκαπήλους ἐμάστίξας, καὶ τῶν ἱερῶν θριγγίων ἐξήλασας; Πώς
ὑπομένεις θάναττον επονείδιστον, Τίς ἀναμάρτητε;
Ετρήθης χεῖρας καὶ πόδας, ἀλλὰ τοὺς ἤλους ἔγνων
εἰς μέσην μου τὴν ψυχὴν τὰς οδύνας ἐμπέμποντας.
Τὴν πλευρὰν ἐκεντήθης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐμή καρδία
τηνικαύτα συνεκεντεῖτο σοι. Εσταυρωμαί σου τοῖς
συμθάπτομαι. Τί ἐμοὶ καὶ τῷ βίῳ μου, [σου] μὴ
᾿Αλλὰ ποὺ τῶν μαθητῶν ἡ χορός, ἵνα μοι παθαι
νόμῳ παρεδίδουν· Ἐπαίνεσε δ᾿ ἐφεύρημα, καί τε πρᾶξαι συνεβούλευε. Τυπώσεις δ᾿ ἐπέτεινε, χεῖρας ὤρεξε καὶ οὐδὲ ἀρκεσθεῖσα μόνοις, ὅτε ἦλθεν ὁ πρωτεύων τῶν νηπίων, τοῦτ᾿ ἔστιν ὁ υἱός, ὁ μέλλων αὐτὴν τῆς πρωτείας, ἤγουν σοῦ δοῦναί τε καὶ ἐγκαλεῖσθαι, αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἐβούλετο, καὶ ἐπ᾿ αὐτῷ τοῦτο φρίσσει μὲν ψυχή. Ὁ μέν γε εἶπεν αὐτῷ καταπλήξει, τὸ δέ φησι παρελθεῖν ἐπείσθη· κατ᾿ ἐκεῖνα καὶ αὐτῷ τοῦ δαίμονος ἐπελθόντος, ἀεὶ δὲ τοὺς ἀδυνάτους ἐλεῶν φαύλους τε ἅμα καὶ χρηστοὺς τιμῶν. Ὁ μέν γε εἶπεν αὐτῷ βλάπτεσθαι, τὸ δέ φησι διαπεσεῖν οὐκ εἴα· ἄλλοτε δέ πως ἐν τοῖς τῆς τύχης χαλεπωτέροις ζητοῦσι χεῖρα ὀρέγειν. Νῦν νεκρᾶς προβάτου βορᾶς ἀπελθεῖν, νῦν καὶ ἀμνοὶ παρεκτὸς ἐκ κωλύοντος· ἑαυτόν φησιν ὁμολογεῖν εἰλικρινῶς θέλειν· ὁ δὲ μυρίους χυθέντας ἐν θλίψεσι παρηγόρει· Ἰούδας ἠργάσατο μὲν ἀγρὸν αἵματος, ἀριθμοῦ ἄγοντος, καίτοι γε ἄπρακτος ἦν· ἀλλ᾿ ὅμως τοτὲ μὲν εὐλαβείᾳ πίστεως ἐκεκόσμητο, νῦν δέ ἐστι μετ᾿ ἀτιμίας γεγονὼς ἀδόκιμος· Νῖλος τοίνυν ἀμύθητος ἀγαθῶν, ἀνελλιπῶς τε εἰς πάντας πηγάζων, ἀεί τε συνδυαζόμενος πρὸς ἰσότητα, δεδωκότος αὐτῷ τοῦ Θεοῦ τὴν ἐξουσίαν, τῆς σοφίας οἰκονόμει, Κύριε· ὅτι δόξαν μοι προσεφώνησεν, ἢ ὡς θνητῷ προσέθηκεν· δέον δὲ πολλοῖς συνεζευγμένην ὁρᾶν τὴν εὐεξίαν, ἵνα παύσηται τοῦτο τὸ γαῦρον καὶ ἀπατηλόν, ἐλπίδα κατάστησον βεβαίαν τῇ σαυτοῦ σοφίᾳ εὑρεῖν.
invexisti. Persas ibi genua flectentes stella advoca- βοῦντας ἐλέγχουσαν Πέρσας ἐκεῖ γονυπετοῦντας ὁ
vit; hic notos et amicos deiciclarum metus longe ἀστὴρ μετεστείλατο, ὧδε καὶ γνωστούς τε καὶ φίλους
dissipavit. Ibi munerum adductio et adoratio: hic ὁ τῶν θεοκτόνων φόβος ἀπεμακρύνατο. Εκεῖσε δώ
vestimentorum partitio et irrisio, et injuriarum co- ρων προσαγωγή καὶ προσκύνησις, ἐνταῦθα χιτώνων
rona. Nunc Judai, ut antea quærebant signum e μερισμὸς καὶ χλευασμός, και στέφανος ὕβρεων. Ν
colo, intueantur solem obtenebratum, et lumen Ἰουδαῖοι, ὡς πρὶν ἐξήτουν ἐξ οὐρανοῦ σημεῖον, βλε
occulentem dignis caligine. Nunc elinanimalum hoc πέτωσαν ἥλιον σκοτιζόμενων, καὶ τὸ φῶς ἐκ τῶν
templum pro Judæorum more te deploral. Quemad- ἀξίων σκότους συγκρύπτοντα. Νῦν καὶ ὁ ἄψυχος οὔ
modum enim Judai, cum quis Deo maledicebat, τος ναὸς κατὰ τὴν Ἰουδαϊκὴν πενθεί σε συνήθειαν.
vestimenta sua scindebant, ita et hoc veluti vesti. Ως γὰρ Ἰουδαῖοι βλασφημούντός τινος εἰς Θεὸν τοὺς
mentum velum scindit te conspiciensa Dei hostibus έαυτῶν χιτῶνας διέσχιζαν, οὕτω δὴ καὶ οὗτος, ὡς για
improbe ac indigne pertractatum. Conteritur et τῶνα περισχίζει τὸ καταπέτασμα, παρὰ τῶν θεομά
terra motibus divexata,tuaque passione coangusta- χων παροινούμενον βλέπων σε. Συντρίβεται καὶ γῆ
ta; sed ubinam sunt, quinque millia hominum,quos σειομένη, παθαινομένη τῷ πάθει σου. ᾿Αλλὰ ποῦ τὸ
mirandum in modum enutrivisti? Solus equidem πλῆθος τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν, οἷς θαυματουρ
Josephus audacler, libereque Pilatum allocutus γήσας ἐξέθρεψας, ὅτι μόνος Ἰωσήφ προς Πιλάτον
corpus tuum expostulavit, ne insepultum abjiceretur. Ubi sunt infrmorum catus, quos ex variis
morbis sanasti, vel quos ab inferis eduxisti? Solus
Nicodemus clavos e manibus, pedibusque tuis extrahit, et totum te e ligno depositum meis hisce
ulnis, gemens ipse ac fremens apponit, quæ le et
antea, cum infans esses, non sine voluptate gestavere. Manus siquidem hæ meæ et ante infanti facto administrarunt,et nunc justa per solventes adserviunt.O dira funera! Demortuis vitam donans,ante
meos oculos demortuus jaces. Et olim quidem circa
pueriles fascias studium et operam impendi, et nunc
funebria tibi apparans conturbor. Tepidis uulis te
lavi, et nunc calidioribus te lacrymis obruo. Uinis
maternis sustentabam, sed subsultantem, et puerorum morejocantem,nuncrursuste iisden sustineo,
sed exanimem et mortuorum more jacentem. Tum
labia mihi dulcibus, ac roscidis tuis labis irrorabantur. Tum ego beata dici poteram, quod præter
exspectationem Creatoris mei parens apparui: et
nunc rursus, ut sim misera contigit, quod mei Filii
funus accuro. Ibi dolores in partu efugi; hic dolo -
res, dum te sepelio, sustineo. More infantium sæpenumero in pectore obdormivisti,etnunc mortuorun in modum in iisdem obdormis.Næillæ Symeon
beatus fuit, qui te in templo meis e manibus accepit.
Propheta siquidem et læta,et mihi gloriosa valicinati sunt, ipse vero solus et trislia, et mæroria plena
prædixit. O quomodo sputis foedari sustinuisti, qui
sputo tuo, oculos de novo efformasti! Quomodo
alapas tolerasti, qui flagello res divinas cauponantes
percussisti. Quomodo probrosam sustines mortem,
Fili sceleris espers? Perforatæ sunt manus tuæ,
pedesque, sed clavos ipsa in mediam animam meam
puncturis dirissimis adactos persentio. Lalus luum
confossum est, sed et meum cor eodem ipso tempore confodiebatur. Doloribus una tecum crucialfixa sum, et una tecum tormentis commortua, una
tecum sepelior. Quid mihi et vitæ meæ, duin tu
longe es, ο Creator meus,et Fili desideratissime.
πόνοις, νενεκρωμαί σου τῳ πάθει, καὶ συνθαπτομένῳ
παροντος, ὦ πλαστουργό μου καὶ Υἱὲ ποθεινότατε.
Sed ubinam et discipulorum chorus ut una meτολμηρῶς ἐπαῤῥησιάσατο, καὶ τὸ σῶμά σου ᾐτήσατο, ὡς ἂν μὴ διαμείνῃ καὶ ἀταφον. Ποῦ τῶν
ἀσθενῶν αἱ χορεῖαι, οὓς ἐν ποικίλων ἐρύσω νοση
μάτων. Η ποῦ καὶ ἀπὸ ᾄδου ἐξήγειρας, ὅτι μόνος
Νικόδημος τοὺς ἤλους τῶν χειρῶν, καὶ τῶν πυλῶν
σου διίστησι, καὶ ὅλον ἐκ τοῦ ξύλου σε καθελών
έμαῖς ἀγκάλαις ἐπωδύνως ἐντέθεικεν, αἴ σε καὶ
πρώην ὄντα βρέφος χαρμοσύνως εβάστασαν. Καὶ
γὰρ χεῖρες ἐμπί, καὶ πρὶν βρεφουργηθέντα ἐξυπηρέ
τησαν, καὶ νῦν κηδευομένῳ δουλεύουσιν. Η πικρών
ἐνταρίων! ὅτι νεκροῖς τὸ ζῆν χαρισάμενος, πρὸ
ὀφθαλμῶν μου νενέκρωσαι. Καὶ πάλαι σε ἀμφὶ τὰ
βρεφικά διακονήσασα σπάργανα, καὶ περὶ τὰ VEκρικά σου τυρβάζομαι. Χλιαροῖς ἐλουσάμην σε
c νάμασιν, καὶ θερμοτέροις ἄρτι καταντλώ σε τοῖς
δάκρυσιν. 'Ωλέναις μητρικαῖς ἐνεκούφιζον, ἀλλὰ
σκιρτώντα καὶ κατὰ νηπίου; ἀλλόμενον. 'Ανακου
φίζω σε καὶ νῦν ταῖς αὐταῖς, ἀλλ᾽ ἄπνουν, καὶ κατὰ
νεκροὺς ἀνακείμενον. Ενέβαπτόν μου τότε τὰ χείλη
τους μελιχρούς σου καὶ δροσώδεσί σου χείλεσι.
Μακαρίζεσθεί με τηνικαῦτα παρῆν, ὅτι παραδόξως
ὡράθην τοῦ πλαστουργοῦ μου λοχεύτρια, Νῦν δὲ
πάλιν νύξεσθαι με αντεπεγένετο, ὅτι παρευρέθην
τοῦ Υἱοῦ μου κηδεύτρια. Εκεῖ ὠδῖνας ἐν τῷ τίκτειν
ἐξέφυγον· ἔνθεν ὀδύνας ἐν τῷ θάπτειν εἰσδέχομαι.
Βρεφοπρεπώς μοι πολλάκις ἐν τοῖς στέρνοις ἀφο
ύπνωσας, καὶ νῦν νεκροπρεπῶς ἐν τούτοις κεκοί
μησαι. Μακαρίζω τὸν Συμεών, τὸν ἐξ ἐμῶν χειρῶν
ἐν τῷ ναῷ σε δεξάμενον. Προφῆται γὰρ καὶ τὰ
χαροποιὰ καὶ τὰ τῆς δόξης μοι προεφήτευσαν· αὐτός
δε μόνος τὰ σκυθρωπά, καὶ τὰ τῆς λύπης προείπετο.
"ω! πῶς ἐμπτισθῆναι κατεδέξω, ὃς διὰ πτύσματος
σου ὀφθαλμούς έκαινούργησας; Πώς ῥαπισμάτων
ἠνέσχου, ὃς διὰ φραγγελλίου τοὺς θεοκαπήλους ἐμάστίξας, καὶ τῶν ἱερῶν θριγγίων ἐξήλασας; Πώς
ὑπομένεις θάναττον επονείδιστον, Τίς ἀναμάρτητε;
Ετρήθης χεῖρας καὶ πόδας, ἀλλὰ τοὺς ἤλους ἔγνων
εἰς μέσην μου τὴν ψυχὴν τὰς οδύνας ἐμπέμποντας.
Τὴν πλευρὰν ἐκεντήθης, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐμή καρδία
τηνικαύτα συνεκεντεῖτο σοι. Εσταυρωμαί σου τοῖς
συμθάπτομαι. Τί ἐμοὶ καὶ τῷ βίῳ μου, [σου] μὴ
᾿Αλλὰ ποὺ τῶν μαθητῶν ἡ χορός, ἵνα μοι παθαι
24 Sermons on MoralsSermones de moribus XXIV
col. 129–130page 4 of 5
PG 114:129τὸ τελευταῖον αὐτοῦ τέλος εἰς τὴν αὐτοῦ πολιτείαν ἀπαγγέλλουσα, ἀποτίθεται. Πρὸς δὲ τὴν τοῦ Σχολαρίου Κωνσταντίνου Μεταφράστου Σύνοψιν ἀναφέρεται. Τ. Octob. εἰς δὲ τὴν τοῦ Κωνσταντίνου Συλλογήν. Ἡ δὲ τοῦ συγγραφέως τοῦ Μεταφραστοῦ διήγησις ἀρχὴν εἴληφεν ἀπὸ τῆς τοῦ βίου ἀρχῆς, καὶ δηλοῖ τίνων ἦν γονέων ὁ ὅσιος, ποῦ τε τραφεὶς καὶ παιδευθείς, εἶτα κατὰ τί μοναχὸς γεγονώς, πῶς τε ἤσκει, καὶ τίνων κατηξιώθη χαρισμάτων ἐκ Θεοῦ· καὶ τέλος ἐκτίθεται τὸν τρόπον τῆς αὐτοῦ κοιμήσεως, μνείαν τε ποιεῖται τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου αὐτοῦ. Ἅπαντα δὲ ταῦτα παρειλήφαμεν ἐκ τοῦ Βαρβερινιανοῦ κώδικος τῆς κατὰ Ῥώμην Βιβλιοθήκης Κολλεγίου τῶν Ἑλλήνων ὑπ' ἀριθμ. α΄. Φέρεται δὲ ἐκεῖ καὶ ἕτερος βίος τοῦ αὐτοῦ ἁγίου γεγραμμένος παρ' ἄλλου τινός, οὗ ἡ ἀρχή· Ἐν κόσμῳ μὲν ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ζῆσαι. Πλὴν οὐδὲν προσεθήκαμεν ἐκ τούτου πρὸς τὸν βίον τοῦ Μεταφραστοῦ, διότι οὐκ ἔδοξεν ἡμῖν ἄξιον πίστεως τὸ πρᾶγμα. Εἰπόντες δὲ ἄνω τίνος ἕνεκεν ἡμεῖς οἱ Βολλανδισταὶ ὀλίγα τινὰ προσεθήκαμεν τῷ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ βίῳ, ἐπὶ τὸν βίον αὐτὸν τοῦ ἁγίου μεταβαίνομεν, ὃν ὁ Μεταφραστὴς ἐξέδωκεν ἐκ παλαιῶν ὑπομνημάτων, διορθώσας αὐτὸν καὶ εἰς καθαρωτέραν φράσιν μεταβαλών.
SYMEONIS METAPHRASTE.
LECTORI.
In libro inter raros rarissimo, cui titulus: Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικών. etc., Venetiis 1782, fol.,
γ. 699 754 legitur Symeonis Melaphraste cominentarius in sermones 50 S. Mararii Ægyptii, sub hoc
titulo: Παράφρασις Συμεών του Μεταφραστοῦ εἰς ρν' κεφάλαια εἰς τοὺς πεντήκοντα λόγου του
ἁγίου Μακαρίου Αἰγυπτίου. Incipit: Περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι λόγος α'. — Pag. 704: Τοῦ αὐτοῦ
περὶ προσευχῆς. – 709: Τοῦ αὐτοῦ περὶ ὑπομονῆς καὶ διακρίσεως. — 719: Τοῦ αὐτοῦ περὶ ὑψώσεως τοῦ
ναός. – 720. Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἀγαπης.
Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἐλευθερίας νοός. Hæc tamen omnia
jamdudum edita sunt sub nomine ipsius Macarii (jure, ut videtur, non suo) et exstant Patrologice
nostra ton. XXXIV, col. 84.-965.
PRECATIONES.
(Ex Horlogio Græcorum in precibus ad Communionem, Ed. Venet. Pinelli, 1644, p. 610),
Precatio Symeonis Metaphrastœ.
Λ
Εὐχὴ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ.
Qui solus purus et integer es. Domine, qui per Ο μόνος καθαρος καὶ ἀκήρατος Κύριος, ὁ δι' οί
ineffabilem benignitatis sensum, nostram totam στον φιλανθρωπίας ἀνεκδιήγητον, τὸ ἡμέτερον ὅλον
naturam a sumpsisti ex puro et virginali sanguine προσλαβόμενος φύραμα ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ παρθενια
ejus quæ supra na uram te concepit Spiritus divini κῶν αἱμάτων τῆς ὑπερφυώς κυησάσης σε, Πνεύ
influentia, et alerni Palris beneplacio, Christe ματος θείου ἐπελεύσει, καί εὐδοκίᾳ Πατρὸς ἀϊδίου,
Jesu, Dei sapientia, pax et virtus; qui in corpore Χριστὲ Ἰησοῦ σοφία Θεοῦ, καὶ εἰρήνη καὶ δύναμις·
tuo vivificas et salutares passiones expertus es, ὁ τῷ προσλήμματί σου τα ζωοποιὰ καὶ σωτήρια
crucem, clavos, lanceam, mortem; mortifica mei πήθη καταδεξάμενος, τὸν σταυρὸν, τοὺς ἤλους, τὴν
corporis exitiosas animæ passiones; qui in se- λόγχην, τὸν θάνατον, νέκρωσόν μου τα ψυχοφθόρα
pulcro tuo Inferni regnum dejecisti, sepeli mea πάθη τοῦ σώματος· ὁ τῇ ταφῇ σου τὰ τοῦ ᾅδου
prava consilia per bonas cogitationes, et nequitia σκυλεύσας βασίλεια, θάψον μου διὰ τῶν ἀγαθῶν λος
spiritus dissipa; qui vivifica tua post tres dies γισμῶν τὰ πονηρὰ διαβούλια, καὶ τὰ τῆς πονηρίας
resurrectione, primum parentem lapsum susci- πνεύματα διασκέδασον· ὁ τῇ τριημέρῳ σου καὶ ζωης
tasti, suscita mne peccato prostratrum penitentia φόρο Αναστάσει, τὸν πεπτωκότα προπάτορα ανα
sensus mihi subministraus; qui gloriosa tua as- σνέσας, ἀνάστησόν με τῇ ἁμαρτία κατολισθήσαντα,
censione, assumptam carnem deificasti, et sede ad τρόπους μοι μετανοίας ὑποτιθέμενος· ὁ τῇ ἐνδόξῳ
dexteram Patris honorasti, dignum me effice per του ἀναλήψει, τῆς σαρκὸς θειώσας τὸ πρόσλημμα,
sanctorum mysteriorum tuorum participationem, καὶ τοῦτο τῇ δεξιᾷ καθέδρα τιμήσας τοῦ Πατρὸς,
ut dextrum salvatorum locum obtineam; qui Pa- ἀξίωσόν με διὰ τῆς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων μετα
racleti Spiritus adventu, vasa gloriosa sanctos tuos λήψεως, τῆς δεξιᾶς μερίδος τῶν σωζομένων τυχεῖν'
discipulos effecisti, me quoque ejus advenientis ὁ τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ παρακλήτου Πνεύματος, σκεύη
habitaculum ostende; qui debet iterum venire ad τίμια τοὺς ἱερούς σου μαθητάς έργασάμενος, δο
judicandum orbem in justitia, rasta mihi ut oc- χεῖον καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνάδειξον ἐπελεύσεως· ὁ
curram tibi in nubibus sanctis tuis, ut sine fine μέλλων πάλιν ἔρχεσθαι κρῖναι τὴν οἰκουμένην ἐν δι
glorificem et celebrem te cum aterno tuo Palri, καιούνῃ, εὐδόκησιν κἀμὲ προϋπαντῆσαί σοι ἐν νε
el sanctissimo, bono et vivifico tuo Spiritu, nunc φέλαις, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ μου σὺν πᾶσι τοῖς
et semper, et in sæcula sæculorum. Amen. ἁγίοις σου, ἵνα ἀτελευτήτω; δοξολογῶ καὶ ἀνυμνῶ
σε σὺν τῷ ἀνάρχη του Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῳ του Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ,
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Ejusdem precatio altera.
Ut in tremendo tuo et personarum non acceptionem faciente tribunali aslans, Christe Deus, et
sententiam expectans, et rationem reddens meorum
male gestorum, ita hodie ante adventum diei mea
condemnationis,in sancto tuo allari assistens coram te et venerandis sanctis angelis tuis, sub meæ
conscientiae pondere incurvatus, offero iniqua mea
Ο
Εὐχὴ ἑτέρα τοῦ αὐτοῦ
καὶ
ὡς ἐπὶ του φοβερού σου καὶ ἀπροσωπολήπτου
παρεστηκώς βήματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ δίκας ὑπὸ
έχων, καὶ λόγον ποιούμενος τῶν ἐμοὶ πεπραγμένων
κακών, οὕτω σήμερον πρὸ τοῦ φθάσαι σὴν ἡμέραν
τῆς κατακρίσεως μου, ἐπὶ τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρί
περιστάμενος ἐνώπιόν σου, καὶ τῶν φοβερῶν καὶ
ἁγίων ἀγγέλων σου, κατακαμπτόμενος ὑπὸ τοῦ ἰδίου
συνείδοτα, πρόφερε μὲν πανηγύ μοι καὶ ἑδ-ράσεις φαιδράς, ἀγερωχίαν κὰπ δι ἐφ' ἑκάσ-τῳ, Κύρις, τὴν ἐπίκλησιν μου, καὶ ἐφ' πᾶσι τάξε ἀμαρτίαις μου. Ἐκ Σοῦ γὰρ αἰτῶμεν τὸ σωτήριον τῆς κεφαλῆς εἰ ἀνωδύνε μοι· εἴτε γὰρ λέγεις κἀκεί· ἐν οἷς ἀμαρτίαν ἐν τοῖς ὅλης ψυχῆς, τοῦτ ἔκ τε δεσμῷ μοι, ἔνδοθεν τε ἐκτός, φαίνεταί γε τελεία, χαρίζεσθαί τε αὐτοὺς εἰς τήν ψυχὴν μοι, ἀφαιρουμένης, τοπικῆς, μαζωλῆς, παρεμφερεστέρης τε τοῦ δεσμοῦ τοῦ ψυχικοῦ· ἀφ' ἧς ἁμαρτίας, ῥύπτουσαι γλώσσης, βρωτικῶν χλευαστάς, ψευδοφιλήτων, φθόνοι, φιλεχθρίαι, φιλοτιμίαι, κατακρίσεις, ἐκδίκησεις, συκοφαντίας, ψευδολογίαν, παρεμφανίσεις, κατηγορίας, ψυχωφελέντων, ψευδοαδελφίας, συκαλήθεντα, βίαιον, ἀπεχθανόμενα μοι τελικῶς. Καὶ αὖθι, Κύρι, ἔνδον ἐλέους τοῦ Δεσπότου· ἀκουσόν μου τὴν λύπης πρὸς τοὺς ποθητούς σου ἐν τῷ ὅλης ἀρετῆς εἰς τῆς ἁμαρτίας ἀρεθαμένου, καὶ πᾶσαν ἁμαρτίαν χωρίσεις ἀπεμαυτόν μου.
Ἀλλ᾽, καθάπερτε ἐκκλίνει, εὐδοκία ἔτι, κατηγοροῦντί μου τὸν χρησάμενόν ἐν σῶμα, καὶ ἐκ τοῦ τῆς χρηστότητος οὐ ἀπεκάλυπτο αὐτῷ, ἀφαιρούμενα γε ἐν τῷ ἐφηβεύοντος ἐν χαρίτι βωμολόχοι, καὶ εἴπωμεν αὐτοῖς ἐν ἐφηβεύοντος ἐν χαρίτι θεσμοδόσαντος, εἰ δὲ μεγίστοις συνε-χόμεθα τε τε ψυχικοῖς ἀδικήμασι κἀκεῖσε πρὸς δεσμοῦ τὸ θέλοντι. Πλησιάζω γε μεγίστη πάσης ψυχῆς ἡ ἀποδοθεῖσα ἐπικαλουμένης ἐκτενοῦσα κατεμβαίνει δαίμοσι, βωμολόχοις, καὶ βλέψῃ με ἐν λόγος, καὶ πρὸς ἐκ ἐφηβεύοντος τοῦ γοῦν· ἡμῖν νῆσοι ἐν ἐν γλώσσα ἀνεχόμενοι εὐδοκεῖν φεύγεις καθ' οἱ λόγος τοῦ βωμολόχου, ἐπιφανεῖσα ἔχεις ἡμῖν παρά ψυχολόγοις δεσμῶν τε κατολισθάνοντι αἴσθησιν δεδεμένη.
Εἰ σκοπεῖ τίς κατ' ἐν ἀκολασίαν εἶχε μεγά-λως, πάλλαι μέν εἰσι καὶ φθοροποιαί, τε τοῦ καὶ πολλοί εἰσι καταπεσόντες τε πρόσφατον εἶδε μι-κρόν· πολλοῖς εἰσι βεβλαμμένοις, εἰσιν τε ὑλικοῖς, καὶ κε-νοδοξίαν, ἐπιζητοῦσι τε κατ' ἐφηβεύοντος ἔτι ἀπέχθεια συνηντήκει τε. Πῶς γε μέν, Κύριε, νόσῳ τε κεκαμμένοις, παθολόγοις δόγμασι κατ' εὐσέβεια ἐλέησον, τῇ σῇ ἀγαθότητι ἔντεχνος, σωτηρίου τε τοῦ ζημιοῦν πέπτωκα τε· ἀλλ᾽ εἴ τοι κε μοι τὸ ἁμαρτήσαντι ψυχικῶς τε τῆς ἐπανορθώσεως φέρεις τε τῶν εὐσεβῶν ἐκαστιγάσθαι χαρίζεις δε ἅπαξ μεγάλοις τε τοῦ πρὸς σε εἴ τι ψυχῇ κατ' εἰς ψυχικόν τε πρόσφατόν σοι.
Ἦν σκοπεῖ δέ κατ' ἐφ' ἑαυτόν τρόπον εὑρεῖν τρίτον εἰδε προβάλλωμεν. Ὅλης ὅσοι δεδεμένοι κε πλουσίαις καὶ ἡδονῆς δεδεμένοι πρὸς τῷ ἀπεστερημένοι, πρὸς τούτοις δὲ πλουσίοις ἐδεδέσθαι πρὸς ἀφαιρεθέντος μεγάλης ψυχικῆς, ἐπιφανεῖσα αὐτοῖς τε κατ' εἰς αἴσθησιν. Σὲ δὲ, Κύριε, τὸν οὐ μόνον ἥμαρτόν ποτε ἀλλὰ δι' ὁρμήματα ψυχικῶς ἁμαρτανόντων συνιεὶς ἁμαρτήμασι καταπεσόντων, ἀπέκρυψε δε ἐκεῖσε κατ' αἰτίαν, τῆς ἀνεκτάσεως τοῦτο φέρον τε. Ἀποκόπτεις δέ, Κύριε, τόν οὐ μόνον πρὸ τοῦ ἥμαρτον, ἀλλὰ δὲ ἐν ὅλης ψυχικῆς κατεστρεμμένης, εἴτε τοιούτοις ψυχικοῖς ἐπικλήσεσι τε ἐρεύγεται, εἴτε ἁμαρτίας ἐπιπρόσθεσιν ἀπεστρεμμένους, καθ' ἅπαξ ἀμαρτεῖν τε, τεκμηρίων παρεκβάντες. Ὅρα δή, Κύριε, ψυχικοῖς τε ἡμῖν ἁμαρτάνουσι, εἴτε εἰς ἁμαρτίαν ψυχικῶς εἰσελθοῦσι, δίδου τε κατ' ἀρετὴν ψυχικῆς κατεστρεμμένης ἡμᾶς τε ἐλέησον.
SYMEONIS METAPHRASTE.
LECTORI.
In libro inter raros rarissimo, cui titulus: Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικών. etc., Venetiis 1782, fol.,
γ. 699 754 legitur Symeonis Melaphraste cominentarius in sermones 50 S. Mararii Ægyptii, sub hoc
titulo: Παράφρασις Συμεών του Μεταφραστοῦ εἰς ρν' κεφάλαια εἰς τοὺς πεντήκοντα λόγου του
ἁγίου Μακαρίου Αἰγυπτίου. Incipit: Περὶ τελειότητος ἐν πνεύματι λόγος α'. — Pag. 704: Τοῦ αὐτοῦ
περὶ προσευχῆς. – 709: Τοῦ αὐτοῦ περὶ ὑπομονῆς καὶ διακρίσεως. — 719: Τοῦ αὐτοῦ περὶ ὑψώσεως τοῦ
ναός. – 720. Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἀγαπης.
Τοῦ αὐτοῦ περὶ ἐλευθερίας νοός. Hæc tamen omnia
jamdudum edita sunt sub nomine ipsius Macarii (jure, ut videtur, non suo) et exstant Patrologice
nostra ton. XXXIV, col. 84.-965.
PRECATIONES.
(Ex Horlogio Græcorum in precibus ad Communionem, Ed. Venet. Pinelli, 1644, p. 610),
Precatio Symeonis Metaphrastœ.
Λ
Εὐχὴ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ.
Qui solus purus et integer es. Domine, qui per Ο μόνος καθαρος καὶ ἀκήρατος Κύριος, ὁ δι' οί
ineffabilem benignitatis sensum, nostram totam στον φιλανθρωπίας ἀνεκδιήγητον, τὸ ἡμέτερον ὅλον
naturam a sumpsisti ex puro et virginali sanguine προσλαβόμενος φύραμα ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ παρθενια
ejus quæ supra na uram te concepit Spiritus divini κῶν αἱμάτων τῆς ὑπερφυώς κυησάσης σε, Πνεύ
influentia, et alerni Palris beneplacio, Christe ματος θείου ἐπελεύσει, καί εὐδοκίᾳ Πατρὸς ἀϊδίου,
Jesu, Dei sapientia, pax et virtus; qui in corpore Χριστὲ Ἰησοῦ σοφία Θεοῦ, καὶ εἰρήνη καὶ δύναμις·
tuo vivificas et salutares passiones expertus es, ὁ τῷ προσλήμματί σου τα ζωοποιὰ καὶ σωτήρια
crucem, clavos, lanceam, mortem; mortifica mei πήθη καταδεξάμενος, τὸν σταυρὸν, τοὺς ἤλους, τὴν
corporis exitiosas animæ passiones; qui in se- λόγχην, τὸν θάνατον, νέκρωσόν μου τα ψυχοφθόρα
pulcro tuo Inferni regnum dejecisti, sepeli mea πάθη τοῦ σώματος· ὁ τῇ ταφῇ σου τὰ τοῦ ᾅδου
prava consilia per bonas cogitationes, et nequitia σκυλεύσας βασίλεια, θάψον μου διὰ τῶν ἀγαθῶν λος
spiritus dissipa; qui vivifica tua post tres dies γισμῶν τὰ πονηρὰ διαβούλια, καὶ τὰ τῆς πονηρίας
resurrectione, primum parentem lapsum susci- πνεύματα διασκέδασον· ὁ τῇ τριημέρῳ σου καὶ ζωης
tasti, suscita mne peccato prostratrum penitentia φόρο Αναστάσει, τὸν πεπτωκότα προπάτορα ανα
sensus mihi subministraus; qui gloriosa tua as- σνέσας, ἀνάστησόν με τῇ ἁμαρτία κατολισθήσαντα,
censione, assumptam carnem deificasti, et sede ad τρόπους μοι μετανοίας ὑποτιθέμενος· ὁ τῇ ἐνδόξῳ
dexteram Patris honorasti, dignum me effice per του ἀναλήψει, τῆς σαρκὸς θειώσας τὸ πρόσλημμα,
sanctorum mysteriorum tuorum participationem, καὶ τοῦτο τῇ δεξιᾷ καθέδρα τιμήσας τοῦ Πατρὸς,
ut dextrum salvatorum locum obtineam; qui Pa- ἀξίωσόν με διὰ τῆς τῶν ἁγίων σου μυστηρίων μετα
racleti Spiritus adventu, vasa gloriosa sanctos tuos λήψεως, τῆς δεξιᾶς μερίδος τῶν σωζομένων τυχεῖν'
discipulos effecisti, me quoque ejus advenientis ὁ τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ παρακλήτου Πνεύματος, σκεύη
habitaculum ostende; qui debet iterum venire ad τίμια τοὺς ἱερούς σου μαθητάς έργασάμενος, δο
judicandum orbem in justitia, rasta mihi ut oc- χεῖον καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνάδειξον ἐπελεύσεως· ὁ
curram tibi in nubibus sanctis tuis, ut sine fine μέλλων πάλιν ἔρχεσθαι κρῖναι τὴν οἰκουμένην ἐν δι
glorificem et celebrem te cum aterno tuo Palri, καιούνῃ, εὐδόκησιν κἀμὲ προϋπαντῆσαί σοι ἐν νε
el sanctissimo, bono et vivifico tuo Spiritu, nunc φέλαις, τῷ ποιητῇ καὶ πλάστῃ μου σὺν πᾶσι τοῖς
et semper, et in sæcula sæculorum. Amen. ἁγίοις σου, ἵνα ἀτελευτήτω; δοξολογῶ καὶ ἀνυμνῶ
σε σὺν τῷ ἀνάρχη του Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῳ του Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ,
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Ejusdem precatio altera.
Ut in tremendo tuo et personarum non acceptionem faciente tribunali aslans, Christe Deus, et
sententiam expectans, et rationem reddens meorum
male gestorum, ita hodie ante adventum diei mea
condemnationis,in sancto tuo allari assistens coram te et venerandis sanctis angelis tuis, sub meæ
conscientiae pondere incurvatus, offero iniqua mea
Ο
Εὐχὴ ἑτέρα τοῦ αὐτοῦ
καὶ
ὡς ἐπὶ του φοβερού σου καὶ ἀπροσωπολήπτου
παρεστηκώς βήματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς, καὶ δίκας ὑπὸ
έχων, καὶ λόγον ποιούμενος τῶν ἐμοὶ πεπραγμένων
κακών, οὕτω σήμερον πρὸ τοῦ φθάσαι σὴν ἡμέραν
τῆς κατακρίσεως μου, ἐπὶ τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρί
περιστάμενος ἐνώπιόν σου, καὶ τῶν φοβερῶν καὶ
ἁγίων ἀγγέλων σου, κατακαμπτόμενος ὑπὸ τοῦ ἰδίου
col. 131–132page 5 of 5
PG 114:131Ἀλφάβητον τοῦ κυροῦ Συμεὼν καὶ λογοθέτου τοῦ δρόμου.
Ἀπὸ θλιβερῶν δάκρυα, ἀπὸ καρδίας πόνους, Ἀπὸ ψυχῆς μετάνοιαν προσφέρω σοι τῷ Κτίστῃ. Βῆτα μοι γῦν ἀγαθῶν σε αἰτεῖσθαι πράξεις· Ἤδειν μεταμόρφωσίν σε γλυπτεῖς εἴδωλα. Γένος βροτῶν εἴδωλον, οἷα, πρὸς ἀρετήν·
Ἀλλ᾽ ἐγώ, φεῦ! παράβρωμαι καὶ τὴν ἐλέγχον φύσιν. Δεῦτε, ψυχῇ φιλάνθρωπος, δεῦτε δακρύων ἀφθόνως, Δεῦτε μετανοήσωμεν, παλίστροφον λάβητε. Ἐγὼ καὶ θρηνοῦμαι· εἰ νεκρὸς ὢν ἐσώθην.
Ζητεῖ, κτωλὰ ἄμεμπτον, ἦ ἔρχεὶ νῦν φανεῖτε. Ζῆν μᾶλλον σύνδρομον ὅλος μὴ γεννηθῆναι· Ἦρα τίς μοι ἐπαρεῖ, δέσποτα, τοῖς καρδίαις; Ἡ Βυζαντίοις ἰδίᾳ ἐκεῖσε τρέχω ταπεινῶς. Θανάτου τῷ μυκηνόμῳ νεκροὶ τὰ μετὰ ζῆλα. Θέλω τοῖς πλέον ὅλη τὰ μετὰ τέλος τύχη. Ἰδοὺ τὰ τέκνα τῆς ἐμῆς ψυχῆς, λόγε, Καὶ συμπαθῶν ἐπίστρεψε, καὶ μή με ἀπαρτίσθαι. Κολάζειν, οἶδα, δέσποτα, γράψον με ἐν ζῇ βίῳ. Λέων πρέπει πεῖτέ μοι, λόγε ὁ φεύγεσθαι.
Μένος αἴσεις ὢν ἡμάρτης. Ἀλλά σωπεῖτε μόνε. Σὺ μόνος διαφεύγεις, καὶ Κτίστε ὄντας μόνος. Νυκτὸς πράξεις ἐμπρόσθεις, φωτὸς λόγῳ θεώσεως. Ὅθεν καὶ περίμεινέ με πρῶτος τῷ φιλοφθόρῳ. Ξένα καὶ παράδοξα, πάντα νικῶντα λόγον· Πῶς τρόπῳ ἀνοίξεις τε κακῶν μοι τοῖς τυκώλαις! Τάξις καὶ μέτρα, δέσποτα Φεῦγε! καὶ πῶς ὁπλίσεις;
SYMEONIS METAPHRASTÆ PRECATIONES.
Quis eriget me in talibus malis constitutum, et in που. Τίς ἀναστήσει με τὸν ἐν τοσούτοις κακοῖς, καὶ
tanta peccata lapsum? In te, Domine, speravi, τοσούτοις περιπεσόντα πλημμελήμασιν; Επὶ σοι,
Deus meus; si est mit i spes salutis, si vincit beni- Κύριε, ἤλπισα, ὁ Θεός μου· εἰ ἔστι μοι σοτηρίες
gnitas tua multitudinem iniquitatum mearum, sis ἐλπὶς, οἱ νικᾷ ἡ φιλανθρωπία σου τα πλήθη τῶν
mihi Salvator, et secundum miserationes tuas et ἀνομῶν μου, γενοῦ μοι Σωτήρ, καὶ κατὰ τοὺς οἱ·
misericordias tuas, solve, dimitte, et relaxa mihi κτιρμούς σου καὶ τὰ ἐλέη σου, ἄνες, ἄφες, συγχώ
quanta tibi peccavi; quia multis malis impleta est ρησόν μοι πάντα ὅσα τοι ἥμαρτον· ὅτι πολλῶν και
anima mea, et non est in me salutis spes. Miserere κῶν ἡ ψυχή μου ἐπλήσθη, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ σωmei, Deus, secundum magnam misericordiam τηρίας ἐλπὶς, ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα
tuam, et ne retribuas mibi secundum opera mea, ἔλεός σου, καὶ μὴ ἀποδῴης μοι κατὰ τὰ ἔργα μου
sed converte, suscipe, libera animam meam a malis ἀλλ' ἐπίστρεψον, ἀντιλαβοῦ, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου
in quibus nata est et ab exitialibus inclinationibus, ἀπὸ τῶν συμφυέντων αὐτῇ κακῶν, καὶ δεινῶν προsalva me propter misericordiam tuam, ut ubi ab- λήψεων σώσόν με ἕνεκεν τοῦ ἑλέους σου, ἵνα ὅπου
undavit delictum, superabundet gratia tua; et lau- ἡ ἁμαρτία επλεόνασεν, ὑπερπερισσεύσῃ ἡ χάρις
dabo, et glorificabo te semper omnibus diebus vitæ
σου· καὶ αἰνέτω, καὶ δοξάσω σε διὰ παντὸς, πάσας
mem. Tu es enim Deus penitentium, et Salvater 5 τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Σὺ γὰρ εἴ Θεὸς τῶν μετα
peccantium, et tibi gloriam conferimus cum æter- νοούντων, καὶ Σωτὴρ τῶν ἁμαρτανόντων, καὶ σοῦ
no tuo Patre, et sanctissimo, bono et vivifco tuo τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί,
spiritu, nunc et semper, et in sæcula sæculorum. καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύ
Amen.
ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰών
νων. Αμήν.
Versus ejusdem.
Qui das mihi carnem tuam escam libens,
Qui ignis es indignos consumens,
Ne me comburas, Creator meus.
Potius intra in membrorum meorum compagines,
In omnes artus, in renes et cor meum.
Στίχοι τοῦ αὐτοῦ.
Ο δοὺς τροφήν μοι σάρκα σὴν ἐκουσίως,
Ο πύρ ὑπάρχων, καὶ φλέγων ἀναξίους,
Μὴ δὴ καταφλέξῃς με, με, πλαστουργό μου
Μᾶλλον δίελθε πρὸς μελῶν μου συνθέσεις,
Εἰς πάντας ἀρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
Ure autem spinas omnium meorum delictorum; Φλέξον δ᾽ ἀκάνθας τῶν ὅλων μου πταισμάτων
Animam emunda, mentem sanctifica,
Frena obfirma, ossaque simul;
Sensuum illumina quintuplicein facultatem,
Totum me tuo timore constringe;
Semper vigila, cerva, et custodi mne,
Ab omni opere et verbo animam perdente.
Purifica, emunda et dirige me,
Exorna, instrue et illumina me.
Ostende me habitaculum Spiritus solius,
Et nunquam habitatio peccati.
Ut domus tua sim communionis dono.
Ψυχὴν κάθαρον, ἁγίασον τὰς φρένας,
Ο Τὰς ἡνίας στήριξον ὀστέοις ἅμα·
Αἰσθήσεων φώτισον ἁπλῆν πεντάδα·
Ολον με τῷ τῷ συγκαθήλωσον φόβῳ·
Αεὶ σκέπε, φρούρει τε καί φύλαττέ με,
Ἐκ παντὸς ἔργου καὶ λόγου ψυχοφθρόρου
Αγνιζε, καὶ κάθαρε, καὶ ῥυθμιζέ με,
Κάλλυνε, συνέτιζε, καὶ φώτιζέ με
Δετξόν με σὲν σκήνωμα πνεύματος μόνου,
Καὶ μηκέτι σκήνωμα τῆς ἁμαρτίας,
Ιν' ὡς σὸν οἶκον εἰσόδῳ κοινωνίας
Πρέσβεις φέρω σοι πάντας ἡγιασμένους,
Ut ignis me fugiat, omnis male agens,omnis libido, ως πῦρ με φεύγῃ, πᾶς κακοῦργος, πᾶν πάθος,
Intercessores offero tibi omnes sanctos,
Incorporeorum ordines,
Præcursorem tuum, sapientes apostolos,
El cum his tuam puram et immaculatem Matrem;
Quorum orationes, auisericors, suscipe, Christe mi,
Et filium lucis tuum servam effice.
Tu enim es solus sanctificatio nostra,
O bone, animarumque nostrarum splendor;
Et tibi, ut decet, tanquam Deo ac Domino
Gloriam omnes quotidie offerimus.
Τάς ταξιαρχίας τε τῶν ἀσωμάτων,
Τον πρόδρομον σου, τους σοφούς ἀποστόλους,
Πρὸς τοῖσδε σὴν ἄχραντον ἁγνὴν Μητέρα
Οταν
ν εάς λιτάς, εὔσπλαγχνε, δέξαι, Χριστέ μου,
Καὶ φωτὸς παῖδα τὸν σὸν ἔργασαι λάτριν
Σὺ γὰρ ὑπάρχεις ἁγιασμὸς καὶ μόνος
Ημῶν, ἀγαθὲ, τῶν ψυχῶν καὶ λαμπρότης
Καὶ σοὶ πρεπόντως ὡς θεῷ καὶ Δεσπότη
Δόξαν άπαντες πέμπομεν καθ' ἡμέραν.
Στίχοι Συμεώνος τοῦ Μεταφραστοῦ.
Μέλλων φαγεῖν, ἄνθρωπε, σῶμα Δεσπότου, Φόβῳ πρόσιθι, μὴ φλεγῇς· μὴ τυγχάνει. Θεῖον δὲ πίνων αἷμα πρὸς μετουσίαν, Πρῶτον κατελλάγηθι τοῖς σε λυποῦσι, Ἔπειτα θαῤῥῶν μυστικὴν βρῶσιν φάγε.
Ἕτεροι αὐτοῦ.
Πρὸ τοῦ μετασχεῖν τῆς φρικώδους θυσίας Τοῦ ζωοποιοῦ σώματος τοῦ Δεσπότου, Τῷδε πρόσευξαι τῷ τρόπῳ μετὰ τρόμου· Ἰδοὺ βαδίζω πρὸς θεῖαν κοινωνίαν, Πλαστουργέ, μή με κατάφλεξε τῇ μεθουσίᾳ· Πῦρ γὰρ ὑπάρχεις τοὺς ἀναξίους φλέγων, Ἀλλ' οὖν καθαρόν ἐκ πάσης με κηλῖδος.
Τοῦ αὐτοῦ.
Θεουργὸν αἷμα φρῖξον, ἄνθρωπε, βλέπων· Ἄνθραξ γάρ ἐστι τοῖς ἀναξίοις φλέγων. Θεοῦ τὸ σῶμα καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει· Θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως.
Τοῦ αὐτοῦ.
Ἐπεὶ δὲ τύχῃς τῆς καλῆς μετουσίας, Τῶν ζωοποιῶν μυστικῶν δωρημάτων, Ὕμνησον εὐθὺς εὐχαρίστησον μέγα, Καὶ τάδε θερμῶς ἐκ ψυχῆς θεῷ λέγε· δόξα σοι, ὁ θεός· δόξα σοι, ὁ θεός· δόξα σοι, ὁ θεός.
SYMEONIS METAPHRASTÆ PRECATIONES.
Quis eriget me in talibus malis constitutum, et in που. Τίς ἀναστήσει με τὸν ἐν τοσούτοις κακοῖς, καὶ
tanta peccata lapsum? In te, Domine, speravi, τοσούτοις περιπεσόντα πλημμελήμασιν; Επὶ σοι,
Deus meus; si est mit i spes salutis, si vincit beni- Κύριε, ἤλπισα, ὁ Θεός μου· εἰ ἔστι μοι σοτηρίες
gnitas tua multitudinem iniquitatum mearum, sis ἐλπὶς, οἱ νικᾷ ἡ φιλανθρωπία σου τα πλήθη τῶν
mihi Salvator, et secundum miserationes tuas et ἀνομῶν μου, γενοῦ μοι Σωτήρ, καὶ κατὰ τοὺς οἱ·
misericordias tuas, solve, dimitte, et relaxa mihi κτιρμούς σου καὶ τὰ ἐλέη σου, ἄνες, ἄφες, συγχώ
quanta tibi peccavi; quia multis malis impleta est ρησόν μοι πάντα ὅσα τοι ἥμαρτον· ὅτι πολλῶν και
anima mea, et non est in me salutis spes. Miserere κῶν ἡ ψυχή μου ἐπλήσθη, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοὶ σωmei, Deus, secundum magnam misericordiam τηρίας ἐλπὶς, ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα
tuam, et ne retribuas mibi secundum opera mea, ἔλεός σου, καὶ μὴ ἀποδῴης μοι κατὰ τὰ ἔργα μου
sed converte, suscipe, libera animam meam a malis ἀλλ' ἐπίστρεψον, ἀντιλαβοῦ, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου
in quibus nata est et ab exitialibus inclinationibus, ἀπὸ τῶν συμφυέντων αὐτῇ κακῶν, καὶ δεινῶν προsalva me propter misericordiam tuam, ut ubi ab- λήψεων σώσόν με ἕνεκεν τοῦ ἑλέους σου, ἵνα ὅπου
undavit delictum, superabundet gratia tua; et lau- ἡ ἁμαρτία επλεόνασεν, ὑπερπερισσεύσῃ ἡ χάρις
dabo, et glorificabo te semper omnibus diebus vitæ
σου· καὶ αἰνέτω, καὶ δοξάσω σε διὰ παντὸς, πάσας
mem. Tu es enim Deus penitentium, et Salvater 5 τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου. Σὺ γὰρ εἴ Θεὸς τῶν μετα
peccantium, et tibi gloriam conferimus cum æter- νοούντων, καὶ Σωτὴρ τῶν ἁμαρτανόντων, καὶ σοῦ
no tuo Patre, et sanctissimo, bono et vivifco tuo τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί,
spiritu, nunc et semper, et in sæcula sæculorum. καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύ
Amen.
ματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰών
νων. Αμήν.
Versus ejusdem.
Qui das mihi carnem tuam escam libens,
Qui ignis es indignos consumens,
Ne me comburas, Creator meus.
Potius intra in membrorum meorum compagines,
In omnes artus, in renes et cor meum.
Στίχοι τοῦ αὐτοῦ.
Ο δοὺς τροφήν μοι σάρκα σὴν ἐκουσίως,
Ο πύρ ὑπάρχων, καὶ φλέγων ἀναξίους,
Μὴ δὴ καταφλέξῃς με, με, πλαστουργό μου
Μᾶλλον δίελθε πρὸς μελῶν μου συνθέσεις,
Εἰς πάντας ἀρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.
Ure autem spinas omnium meorum delictorum; Φλέξον δ᾽ ἀκάνθας τῶν ὅλων μου πταισμάτων
Animam emunda, mentem sanctifica,
Frena obfirma, ossaque simul;
Sensuum illumina quintuplicein facultatem,
Totum me tuo timore constringe;
Semper vigila, cerva, et custodi mne,
Ab omni opere et verbo animam perdente.
Purifica, emunda et dirige me,
Exorna, instrue et illumina me.
Ostende me habitaculum Spiritus solius,
Et nunquam habitatio peccati.
Ut domus tua sim communionis dono.
Ψυχὴν κάθαρον, ἁγίασον τὰς φρένας,
Ο Τὰς ἡνίας στήριξον ὀστέοις ἅμα·
Αἰσθήσεων φώτισον ἁπλῆν πεντάδα·
Ολον με τῷ τῷ συγκαθήλωσον φόβῳ·
Αεὶ σκέπε, φρούρει τε καί φύλαττέ με,
Ἐκ παντὸς ἔργου καὶ λόγου ψυχοφθρόρου
Αγνιζε, καὶ κάθαρε, καὶ ῥυθμιζέ με,
Κάλλυνε, συνέτιζε, καὶ φώτιζέ με
Δετξόν με σὲν σκήνωμα πνεύματος μόνου,
Καὶ μηκέτι σκήνωμα τῆς ἁμαρτίας,
Ιν' ὡς σὸν οἶκον εἰσόδῳ κοινωνίας
Πρέσβεις φέρω σοι πάντας ἡγιασμένους,
Ut ignis me fugiat, omnis male agens,omnis libido, ως πῦρ με φεύγῃ, πᾶς κακοῦργος, πᾶν πάθος,
Intercessores offero tibi omnes sanctos,
Incorporeorum ordines,
Præcursorem tuum, sapientes apostolos,
El cum his tuam puram et immaculatem Matrem;
Quorum orationes, auisericors, suscipe, Christe mi,
Et filium lucis tuum servam effice.
Tu enim es solus sanctificatio nostra,
O bone, animarumque nostrarum splendor;
Et tibi, ut decet, tanquam Deo ac Domino
Gloriam omnes quotidie offerimus.
Τάς ταξιαρχίας τε τῶν ἀσωμάτων,
Τον πρόδρομον σου, τους σοφούς ἀποστόλους,
Πρὸς τοῖσδε σὴν ἄχραντον ἁγνὴν Μητέρα
Οταν
ν εάς λιτάς, εὔσπλαγχνε, δέξαι, Χριστέ μου,
Καὶ φωτὸς παῖδα τὸν σὸν ἔργασαι λάτριν
Σὺ γὰρ ὑπάρχεις ἁγιασμὸς καὶ μόνος
Ημῶν, ἀγαθὲ, τῶν ψυχῶν καὶ λαμπρότης
Καὶ σοὶ πρεπόντως ὡς θεῷ καὶ Δεσπότη
Δόξαν άπαντες πέμπομεν καθ' ἡμέραν.
Continue reading PG 114: Operum Pars Secunda - Opera Historica, etc →≣ entire volume