Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (88% of openings; remainder still OCR), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Drama on the Fall of the First ParentDrama de primi parentis lapsu
col. 1163–1164page 1 of 8
PG 117:1163ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΑΛΜ Αγώνας, ἆθλα καὶ παλαίσματα βλέπων, Πρὸς γὰρ φίλον συμφοραῖς περιπεσόντα από το κίνημα.
Lu
HE ST
This to
TAX
“HIDE BINTI JEGTE
☑
KATI
Zvinc
* in
DİREK i
! Lawi'n
Ly
la mi suņus vall ja, mem
i mjac in
MÓLK VM¨
DIXEY ME
Noua 14:
In
ta di rum WUDE WEITUSED.
ulaz i pats (mas ai knņiback =
ஜீ அவர்
*
ރ
MI DEC
Di niya a
< R 1ɔm.
imp in ji
is nį “balis non a
was a un cu
ta Bursa viale quam at won
PRUIMNI TESTIMONY, JE #70
Ir
mes vill
Lain
que aumur zgrabil M
+ In
- = '
JJK's
W
TOX
CIPI
TE
in Mules LIE I
"
☑
♥ TVÍ SUM
StarI I MELIS÷
Kur: ", G
±m
nic
I it
DÉJE 5,1 5:cia
SDED L
reper Ext
at 1 måde 1165, p. M: 25 =
Tice H རལ =*.
TSLIE TEM liken pato, ma
SEST PAŽEM erat = 15², ut est na in
Taş Demekulum p. 645;49
17. 32 rict Socrate Præmak r.
7.5 log an e mai d'amiË JU UMONT Vir
23 Stack II.::
1 ru 1:1
VAG 15I, IA +
• TLA I
1"
6: hrc. enza ta stomme: MCKELL
* FAT DI Ein
Sogy a V. I. Ē. 1; 10 Israiez qutem, at №
**
RIGIT SA I,
1 Serm 111. pag 158, 923 (socratis noquiɛ coin wasVIERI TJERAI EK NIJE
199, p. 13. à
Sobre
habent. Cor,
in Eazian talajogē caret præpos
~3 Lås:> selzinas Loomu in coca!
zat
3ª Proza, quæ amɑ ma cư………',
eftat nominis scriptoris littera
rest and ism
34 Pariter Porphyrius Epist. ■ t
19: Tapiz à vierje zmiz, Alqu 20
Radni verone p. 650: «malitia es 17.
ma.» Georgius Lapitha ineditus, 37
5. 130: Nó có sức ăn ban
ASNO DICENTO
IGNATII DIACONI
DRAMA
DE PRIMI PARENTIS LAPSU
(BOISSONADE. Anecdoct., L. 436.)
IGNATII VERSUS IN ADAM.
Pugnas, certamina et luctas cernens, quæ pricodice regio 1630. pag. 2 3, 2. Præter titufu n supra descriptum hæc initio opusculi legunΙΓΝΑΤΙΟΥ ΣΤΙΧΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΑΛΜ
Αγώνας, ἆθλα καὶ παλαίσματα βλέπων,
tur: Πρὸς γὰρ φίλον συμφοραῖς περιπεσόντα από
το κίνημα.
col. 1165–1166page 2 of 8
PG 117:1165χαις ὁ προσερπύσας ὄφις λεξε συμπλακείς πάλαι, θρύλλητον ήτταν θαυμάσας, τιᾶς νῦν ἀρᾶς μεμνημένος ν ι βροτῶν εὗρεν φύσις, ντος τῆς πάλης ὑπερτέρου, ὐτοῖς συμφορᾶς ἐπαισθάνου, γχὼς τῶν ὁμοίων σκαμμάτων. εἶδε τῶν νοητῶν τὴν φύσιν ν δύστηνος ἐκ φθορᾶς δράκων, – σύμπηξιν, ἀῤῥήτῳ τάχει, χθεῖσαν τε καὶ βουλῇ μόνῃ, τὸν τῆς ἄνω κληρουχίας, Αρχὰς, καὶ Σεραφεὶμ, καὶ Θρόνους, ους, τάξεις τα φρικτῶν ᾿Αγγέλων, όν, καὶ πᾶσαν τὴν άστρων θέσιν, αἱ πῦρ, ἀέρα ξὺν αἰθέρι, 5) διφρεύοντα πρὸς τὴν ἡμέραν, πυρσεύοντα νύκτα προσφόρως, νηκτὰ πάντα καὶ πτηνών γένος, κόσμον ἐν λόγῳ πεφηνότα, χειρὶ καὶ προβουλίῳ μόνῳ ὴν ὕπαρξιν ἐνθεεστέραν, την δειχθέντα τῶν τεταγμένων ς άλλου προκριθέντα τῷ λόγῳ, πάτης ἔνθεν ἠξιωμένον, εδεῖχθαι τοῦ Θεοῦ κατ' εικόνα (β), αὐτοῦ πᾶσαν ἐκ φθόνου πάλην, κε τῆς Ἐδὲμ τοῦ χωρίου, λειτο καὶ φυτουργεῖν καὶ μένειν ἐκεῖθεν ἐντρυφῶν γεωργίαις. τὸ πάντων θαῦμα τῆς Κω τόπων, άκλυστον ὥσπερ ἀρδεύον ὕδωρ πάντων δεικνύει μαιεύτριαν, φερόντων τέρψεως εὐμορφίαν, ἂν ὄψιν ἐστιώντων εἰς ἄγαν. εδοικώς ὁ πλάνης προσεγγίσαι. χειρὶ τοῦ Θεοῦ λελημμένῳ ἐκεῖθεν ὄψιν ὡραϊσμένῳ, ήσεισι τῇ φύσει νωθεστέρα, πρὸς ἄνδρα προσβολή σοφωτέρα, βοηθὸν καὶ συνεργὸν τοῦ βίου ἐς ἐκείνου μικρὸν ἐξελών τρύφος, Σε καὶ δεδωκεν αὐτῷ πανσόφως, νίων δώρημα καὶ πόνων ἄκος αἱ παρασχὼν ἐντολῶν ὑποσχέσεις, αὐτοῖς γεν. όφις ράχων εύρε, φρεσὶν φρεσί. 3) λελουχώς. Λόγῳ καὶ εἶπεν ὁ ός... παράγειν Πῶς οὖν ἡ γέγονεν ἄνθρωπος; πῶς δὲ αὕτη οὐκ οὖσα παρ γετο Λόγῳ μόνῳ ρηθέντι ὑπ' αὐτοῦ... ἄνθρωπον ἐκ μὴ ὄντως ἐς τὸ εἶναι παρ. ήγαγε. Φωστήρα Ύδωρ,
DRAMA DE PRIMI PARENTIS LAPSU.
χαις ὁ προσερπύσας ὄφις
λεξε συμπλακείς πάλαι,
θρύλλητον ήτταν θαυμάσας,
τιᾶς νῦν ἀρᾶς μεμνημένος
ν ι βροτῶν εὗρεν φύσις,
ντος τῆς πάλης ὑπερτέρου,
ὐτοῖς συμφορᾶς ἐπαισθάνου,
γχὼς τῶν ὁμοίων σκαμμάτων.
εἶδε τῶν νοητῶν τὴν φύσιν
ν δύστηνος ἐκ φθορᾶς δράκων,
– σύμπηξιν, ἀῤῥήτῳ τάχει,
χθεῖσαν τε καὶ βουλῇ μόνῃ,
τὸν τῆς ἄνω κληρουχίας,
Αρχὰς, καὶ Σεραφεὶμ, καὶ Θρόνους,
ους, τάξεις τα φρικτῶν ᾿Αγγέλων,
όν, καὶ πᾶσαν τὴν άστρων θέσιν,
αἱ πῦρ, ἀέρα ξὺν αἰθέρι,
5) διφρεύοντα πρὸς τὴν ἡμέραν,
πυρσεύοντα νύκτα προσφόρως,
νηκτὰ πάντα καὶ πτηνών γένος,
κόσμον ἐν λόγῳ πεφηνότα,
χειρὶ καὶ προβουλίῳ μόνῳ
ὴν ὕπαρξιν ἐνθεεστέραν,
την δειχθέντα τῶν τεταγμένων
ς άλλου προκριθέντα τῷ λόγῳ,
πάτης ἔνθεν ἠξιωμένον,
εδεῖχθαι τοῦ Θεοῦ κατ' εικόνα (β),
· αὐτοῦ πᾶσαν ἐκ φθόνου πάλην,
κε τῆς Ἐδὲμ τοῦ χωρίου,
λειτο καὶ φυτουργεῖν καὶ μένειν
ἐκεῖθεν ἐντρυφῶν γεωργίαις.
τὸ πάντων θαῦμα τῆς Κω τόπων,
άκλυστον ὥσπερ ἀρδεύον ὕδωρ
πάντων δεικνύει μαιεύτριαν,
φερόντων τέρψεως εὐμορφίαν,
ἂν ὄψιν ἐστιώντων εἰς ἄγαν.
εδοικώς ὁ πλάνης προσεγγίσαι.
χειρὶ τοῦ Θεοῦ λελημμένῳ
· ἐκεῖθεν ὄψιν ὡραϊσμένῳ,
ήσεισι τῇ φύσει νωθεστέρα,
πρὸς ἄνδρα προσβολή σοφωτέρα,
: βοηθὸν καὶ συνεργὸν τοῦ βίου
ἐς ἐκείνου μικρὸν ἐξελών τρύφος,
Σε καὶ δεδωκεν αὐτῷ πανσόφως,
νίων δώρημα καὶ πόνων ἄκος·
αἱ παρασχὼν ἐντολῶν ὑποσχέσεις,
) Codex, αὐτοῖς γεν. In fine addidi όφις: potuit
ράχων addi. Librarii manus nunc est prorsus
ida.
:) Codex, εύρε, quod relinquere in poemate id
us secure poteram. Sic v. 61, φρεσὶν scripsi
φρεσί.
3) Codex, λελουχώς.
4) Λόγῳ: Si quidem Deus aiebat modo,et omnia
bant. Nota sunt Geneseos verba, καὶ εἶπεν ὁ
ός... Quod sequitur παράγειν de re eadem adbi-
.it Joannes Chrys. Eclog. pag. 422: Πῶς οὖν ἡ
γέγονεν ἄνθρωπος; πῶς δὲ αὕτη οὐκ οὖσα παρ
γετο; ubi Matthæius, Auctor Philopatridis 13,
'luce inenarrabili seu Deo: Λόγῳ μόνῳ ρηθέντι
mis parentibus adrepens serpens per blandimenta
allocutus olim præparavit, et famosam cladem
stupens, et antiquam maledictionem in memoriam
nunc revocans, quam ex his mortalium excepit
natura, cum inimicus in pugna superior apparuit,
tuum in illis infortunium conjice, tanquam similem casum sortitus.
Nam cum vidit spiritualium naturam qui prius
ceciderat miserabili ruina draco, et inferiorem
creationem indicibili celeritate, verbo tantum et
voluntate perfectam, augustam scilicet supernam
sedem, Cherubim, Potestates, Seraphim, Thronos,
Archangelos ordinesque tremendorum angelorum,
terram, cœlum et omnem astrorum dispositionem
Baquam quoque et ignem, aerem cum æthere, luminare unum curru diem illuminans, alterumque
pulchre noctem illustrans, bestias, natantium et
volucrium genus omne, et mundum universum in
verbo apparentem, hominemque manu et voluntate
sola sumentem diviniorem exsistentiam, et dominatorem ostensum omnium subjectorum, tanquam
ab omni alio ratione differentem, omni honore hic
dignum habitum, eo quod ostensus sit factus ad
Dei imaginem, movet contra illum ab invidia bellum, usquedum abigat ex Edenis sede, in qua
collocatus erat ut operaretur et custodiret, et inde
eductis fructibus lætaretur.
Eden erat Orientis locorum omnium miraculum,
quem quadruplici flumine quasi irrigans aqua
fructuum omnium feracem ostendebat, decoram
venustatem ubique pandentium, et aspectus comedentium admodum delectantium. Ad quem tremebundus seductor cum accessisset, talem qualis e
manu Dei exierat, et inde oculos pulchritudine
juvantem. Evanı adit natura socordiorem et ad
alliciendum virum solertiorem,quam in udjutricem
et comitem vitæ ex illius costa parvum eliciens
fragmentum formaverat Deus et dederat ei sapienter, somni munus et laborum solatium. Quibus
etiam proferens mandatorum significationem, omnium arborum usum concessit, dum una tantum
ὑπ' αὐτοῦ... ἄνθρωπον ἐκ μὴ ὄντως ἐς τὸ εἶναι παρ.
ήγαγε.
Codex alio ordine versus disposuit, Φωστήρα
Ύδωρ, quem mutavi, sententiæ ut nitidius concinnarentur, et præeunte ipsa narrationis in Genesi serie.
Gen. 1, 26, 27.
Gen. 11, 15.
lbid. 8.
Ibid. 10.
Ibid. 9.
Ibid. 18.
Ibid. 21.
Ibid.
col. 1167–1168page 3 of 8
PG 117:1167Πάντων φυτών προὔτρεψε τὴν ἐξουσίαν, Ἐνὸς δὲ ὡς μάλιστα μὴ ψαύειν ὅλως Ὥς, εἰ φάγοιεν δεινὸν ἐκτίσαι μόρον, Εἴπερ δὲ μὴ τρώσειαν αὐτοῦ τὸν νόμον, Βιοῦν ἀλύπως εἰς χρόνων ευκληρίας. Ταύτῃ προσελθών, καὶ κορυσθεὶς καὶ πάλιν, Χωρεῖ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνας, καὶ λέγει ΟΦΙΣ. Τί δὴ πρὸς ὑμᾶς εἶπεν ὁ Πλάσας, γύναι; «Μὴ τοῦδε προσψαύσητε τοῦ φυτοῦ μόνος. ο Ὡς μὴ θεοὶ γένησθε βασκήνας, ἔφη. ΕΥΑ. Εφησε παντὸς ἐκ ξύλου βεβρωκέναι Τούτου δὲ γεῦσιν τοῦ φυτοῦ φυγεῖν μόνον, Ὡς μὴ λάβοιμεν ἀντὶ βρώσεως μόρον. ΟΦΙΣ. ὡς. 'Η θρύπτεται μὲν ἀπρεπῶς ὀρχουμένῃ, Στρέφει δὲ τὰς κόρας τῶν ὁμμάτων Πρὸς, οὕς τὸ χαυνὸν ὄμμα λοξῶται θέλει. 1630: Στρέφει δὲ πυκνὰ τὰς Φαλαγγοσώ στας, πεζοτοξοκράτας. πεζοτοξοτοκράτας φάγοιε. κορεσθεί. Μὴ δὴ σὺ ταῦτα σαῖς φρεσὶν λαβοῦ, γύναι "Ηδει γάρ· εἰ φάγοιτε τοῦ ξύλου μόνου Εσεσθε πάντως ὡς θεοί, δεδορκότες. ΒΓΑ 'Αδάμ προσῆλθες τάνδρί μου καὶ δεσπότῃ; Η πάντα θαρσῶν ἦκες ὡς ἐμὲ, ξένε; Ἔγνως γὰρ ὡς πέφυκα τοῦδε δευτέρα. ΟΦΙΣ. Ἀδὰμ θελούσης οὐδὲν ἰσχύει, γύναι Εφέψεται γὰρ, εἰ παραινέσεις, λόγοις, Καὶ δέξεται τάχιστα, σὺν σοὶ καὶ φάγη. ΕΥΑ. Όντως προσῆλθες ὡς ἐχούσῃ δειλίαν, Καὶ μηχαναίς με τοῦτον ἐκλῦσαι λέγεις Πρόσειμι λοιπόν, εἴ γε δέξεται τάδε. ΟΦΙΣ. Μὴ δὴ προσέλθῃς τἀνδρὶ, γεύσεως ἀτερ. Πρώτη δὲ πειράθητι, καὶ πρώτη φάγει Πείσεις γὰρ οὕτως εὐπετως· γυνὴ γὰρ εἴ. ΕΥΑ. Επεισας ὡς φάγοιμι, καὶ τῷ συζύγῳ Φαγεῖν παραινέσαιμι, σύμβουλε ξένε, Εἰ δὴ τύχοιμεν, ὧνπερ εἶπας, ἐλπίδων. μόνον Ε' περ άλλο τι τῶν ἀγαθῶν τὸν βίον ὀνίνησι, τούτου οὐχ ἦσαν, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἡ ἱστορία, επωφελές τι πράγμα και λυσιτελές. τούτου, τοῦτον, ... τὸν βίον ὀνίνησι τοῦτον, οὐχ ἵστη ὀνίνησιν) ἡ ἱστορία προσήλθες προσῆλθον. προ σῆλθον ἑλκύσαι,
IGNATHI DIACONI
abstinerent: quod si comederint,sevam incurrere Πάντων φυτών προὔτρεψε τὴν ἐξουσίαν,
debebunt mortem; si vero non violarint ejus legem, vivere sine dolore in temporum beatam
seriem. Ad hanc accedens (serpens) et quasi ad
pugnam jam accinctus, in certamina ipsa ruit et
dicit:
SERPENS.
Cur vobis dixit Creator, o mulier, «Non tangetis ex hac sola arbore?» Ne dii flatis, invidus
dixit.
EVA.
Dixit ut ex omni ligno comedamus; hac autem
arbore solum abstineamus, ne manducando mortem incurramus.
SERPENS.
Ne talia mente concipias, mulier: scit enim, si
comederitis ex hac arbore sola, vos futuros admodum esse deos, oculis clare cernentės.
EVA.
Adiisti Adam virum meum et dominum? num
omnino confidens ad illum ut ad me venisti, hospes? Scis enim me posteriorem illo creatam esse.
SERPENS.
Adam, si tu vis, non resistit, mulier; parebit
enim, si hunc hortaris tuis verbis, cedet cito et
tecum comedet.
EVA.
Revera ad me accessisti ut ad timidiorem, et
artibus me illum victuram esse dicis; tandem
illum adeo, an ista excipiat.
SERPENS.
Ne virum adeas, antequam comedas. Prior pro
ba, et prior comede; suadebis enim ita facilius;
mulier enim es.
EVA.
Suasisti ut comedam, et meum conjugem ut
comedat exhorter, hospes consiliator, si obtineamus, quam dixisti, spem.
Genes. 11, 16.
Ἐνὸς δὲ ὡς μάλιστα μὴ ψαύειν ὅλως
Ὥς, εἰ φάγοιεν δεινὸν ἐκτίσαι μόρον,
Εἴπερ δὲ μὴ τρώσειαν αὐτοῦ τὸν νόμον,
Βιοῦν ἀλύπως εἰς χρόνων ευκληρίας.
Ταύτῃ προσελθών, καὶ κορυσθεὶς καὶ πάλιν,
Χωρεῖ πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνας, καὶ λέγει·
ΟΦΙΣ.
Τί δὴ πρὸς ὑμᾶς εἶπεν ὁ Πλάσας, γύναι;
«Μὴ τοῦδε προσψαύσητε τοῦ φυτοῦ μόνος. ο
Ὡς μὴ θεοὶ γένησθε βασκήνας, ἔφη.
ΕΥΑ.
Εφησε παντὸς ἐκ ξύλου βεβρωκέναι·
Τούτου δὲ γεῦσιν τοῦ φυτοῦ φυγεῖν μόνον,
Ὡς μὴ λάβοιμεν ἀντὶ βρώσεως μόρον.
ΟΦΙΣ.
Versus in codice brevior est; inserui ὡς. Est
etiam decurtatus Pisides De vanit. 177, Fortunam
describens, 'Η θρύπτεται μὲν ἀπρεπῶς ὀρχουμένῃ,
Στρέφει δὲ τὰς κόρας τῶν ὁμμάτων Πρὸς, οὕς τὸ
χαυνὸν ὄμμα λοξῶται θέλει. plenius rescribendum
e cod. 1630: Στρέφει δὲ πυκνὰ τὰς Nec est integer Theod. Diacon. Acroas. 11, 136: Φαλαγγοσώ
στας, πεζοτοξοκράτας. Propono satis obviam emendationem, πεζοτοξοτοκράτας: duces peditum sagittariorum.
Codex, φάγοιε.
Codex, κορεσθεί.
Genes. II, 4.
Ibid ut, 17.
lbid. 111, 5.
Ibid 11, 16, 17.
Ibid. 11, 5.
Μὴ δὴ σὺ ταῦτα σαῖς φρεσὶν λαβοῦ, γύναι·
"Ηδει γάρ· εἰ φάγοιτε τοῦ ξύλου μόνου
Εσεσθε πάντως ὡς θεοί, δεδορκότες.
ΒΓΑ
'Αδάμ προσῆλθες τάνδρί μου καὶ δεσπότῃ;
Η πάντα θαρσῶν ἦκες ὡς ἐμὲ, ξένε;
Ἔγνως γὰρ ὡς πέφυκα τοῦδε δευτέρα.
ΟΦΙΣ.
Ἀδὰμ θελούσης οὐδὲν ἰσχύει, γύναι·
Εφέψεται γὰρ, εἰ παραινέσεις, λόγοις,
Καὶ δέξεται τάχιστα, σὺν σοὶ καὶ φάγη.
ΕΥΑ.
Όντως προσῆλθες ὡς ἐχούσῃ δειλίαν,
Καὶ μηχαναίς με τοῦτον ἐκλῦσαι λέγεις
Πρόσειμι λοιπόν, εἴ γε δέξεται τάδε.
ΟΦΙΣ.
Μὴ δὴ προσέλθῃς τἀνδρὶ, γεύσεως ἀτερ.
Πρώτη δὲ πειράθητι, καὶ πρώτη φάγει
Πείσεις γὰρ οὕτως εὐπετως· γυνὴ γὰρ εἴ.
ΕΥΑ.
Επεισας ὡς φάγοιμι, καὶ τῷ συζύγῳ
Φαγεῖν παραινέσαιμι, σύμβουλε ξένε,
Εἰ δὴ τύχοιμεν, ὧνπερ εἶπας, ἐλπίδων.
Forsan, μόνον Parum tribuo huic conjecture
Cæterum ex illa litterarum v et v similitudine fart
est initio statim ipso Leonis Diaconi emendatio.
non omnino, si quid video, necessaria: Ε' περ άλλο
τι τῶν ἀγαθῶν τὸν βίον ὀνίνησι, τούτου οὐχ ἦσαν,
ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἡ ἱστορία, επωφελές τι πράγμα και
λυσιτελές. Codex, non τούτου, sed τοῦτον, guod
servaverim:... τὸν βίον ὀνίνησι τοῦτον, οὐχ ἵστη
(scilicet ὀνίνησιν) ἡ ἱστορία: «Si quid aliud com
modum vitam hanc juvat, non minus, imo etiam
magis ei prodest historia, res utilis ac bonæ frugo
plena.»
Codex cum dittograpbia, προσήλθες et 50perius προσῆλθον. Electio non fuit 'dubia, cum προ
σῆλθον sensu careat.
Forsan ἑλκύσαι, quamvis nihil lucretur
Ignatius, si verbo improprio verbum substituetar
non proprium.
col. 1169–1170page 4 of 8
PG 117:1169ΟΦΙΣ. αδείας τὰς ὑποσχέσεις δίδου. χείας τὰς ἐμὰς λήψῃ, γύναι ραδύνον οἶδε μή τίκτειν χάριν › τερπνὸν τοῦδε τοῦ φυτοῦ βλέπων, ὡς μάλιστα γεῦσιν καὶ θέαν. καὶ γένοιο θεῖος, εἰ φάγοις. ΑΔΑΜ. δῶρον, εἰ παρέσχε τις ξένος; ς θεὸν θήσει με γεῦσις, εἰ φάγω; ρ οὐδεὶς, ὃς μεθέξει βρωμάτων. ΒΥΛ. δὲ βέλτιόν τι τοῦ γνῶναι, φίλε, καλῶν τε αἱ κακῶν ἐν τῷ βίῳ; μετασχὼν τοῖν δυοῖν πεῖραν λάβοις. ΑΔΑΜ. ὡς γέτις· τεθέντας ἐκβαίνων· ὅρους Κτίσας ἔπηξεν ηκριβωμένως; λάπης, τάλαινα, τῇ ῥαθυψία! ΒΓΑ. ὡς ἀφορμὰς τὰς σαλευούσας όρους, ἱ πρόσαψον, ἣν δέδοικας, αἰτίαν, , σε λύσω παντελῶς ὀφλήματος. ΑΔΑΜ. , γέγευμαι· καὶ φθορὰν εἶσω, γύναι, τω συνεισρέουσαν ἐν τῇ κοιλίᾳ, ῆς, ἐγομαι, δεινὸς εἰσπέσῃ μόρος. ΕΥΑ. τὴν ἐμὴν τρύχουσιν ἔνδον γαστέρα νες, ἂς εἴληφα γεύσει τοῦ ξύλου. οὗ με παρήπαρε δυσμενὴς ὄφις. ΑΔΑΜ. μνοί φανέντες φεῦ 1 γύναι, τὰ νῦν φράσον ριστελοῦμεν αισχύνην πῶς; Εἰπέ μοι. οὐ γὰρ ὡς οὐκ ἔστιν αἰσχύνης σκέπη. ΕΥΔ. ταχεῖα ταῦτα φύλλα συκῆς ὡς βλέπεις ούτοις περιστείλωμεν αἰσχύνης θέαν ραχὺς γὰρ ἡμῖν συμπεσείται νῦν βίος ΑΔΑΜ. Εγνως τὸ δεινὸν ὀψέ πως τῶν σφαλμάτων, καὶ τῆς δοθείσης νῦν ἐπᾔσθου ζημίας Οὐκοῦν τὸ κέρδος εἰσδέχου τῶν πρακτέων 12: ᾿Αν δοῦναι τι ὑποσχεθῇς τινι, ταχέως δίδου, Μὴ δόξας μεταμεληθείς, τὴν χάριν ἀφανίσης. Τὸ χαλκοβαφες τῆς μαχαίρης μαχαίρας) μου στόμα πολλῶν ἐκπέπωκεν αἱμάτων. ρεύμα πολλῶν... ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν. εἰσπέσοι. πρὸς τὸν ἄνδρα (καὶ γὰρ εὐθὺς ἀφικτο κατὰ τύχην εἰποῦσα τὸ πᾶν, ἐδεῖτο αὐτὴν ἀποκτεῖναι· μηδὲ γὰρ ἂν ἀτυχησάσῃ τὰ τοιαῦτα ζῆν ἔχειν καλῶς. έχειν ἔχη. ἔχοι βλέ, Πρακτέων, πεπραγμένων, πράξεων.
ΟΦΙΣ.
DRAMA DE PRIMI PARENTIS LAPSU.
αδείας τὰς ὑποσχέσεις δίδου.
χείας τὰς ἐμὰς λήψῃ, γύναι·
ραδύνον οἶδε μή τίκτειν χάριν
ETA.
› τερπνὸν τοῦδε τοῦ φυτοῦ βλέπων,
ὡς μάλιστα γεῦσιν καὶ θέαν.
καὶ γένοιο θεῖος, εἰ φάγοις.
'
δῶρον, εἰ παρέσχε τις ξένος;
ς θεὸν θήσει με γεῦσις, εἰ φάγω;
ρ οὐδεὶς, ὃς μεθέξει βρωμάτων.
ΒΥΛ.
δὲ βέλτιόν τι τοῦ γνῶναι, φίλε,
καλῶν τε αἱ κακῶν ἐν τῷ βίῳ;
· μετασχὼν τοῖν δυοῖν πεῖραν λάβοις.
ὡς γέτις· τεθέντας ἐκβαίνων· ὅρους
Κτίσας ἔπηξεν ηκριβωμένως;
λάπης, τάλαινα, τῇ ῥαθυψία!
ΒΓΑ.
ὡς ἀφορμὰς τὰς σαλευούσας όρους,
ἱ πρόσαψον, ἣν δέδοικας, αἰτίαν,
, σε λύσω παντελῶς ὀφλήματος.
, γέγευμαι· καὶ φθορὰν εἶσω, γύναι,
τω συνεισρέουσαν ἐν τῇ κοιλίᾳ,
ῆς, ἐγομαι, δεινὸς εἰσπέσῃ μόρος.
ΕΥΑ.
τὴν ἐμὴν τρύχουσιν ἔνδον γαστέρα
νες, ἂς εἴληφα γεύσει τοῦ ξύλου.
οὗ
με παρήπαρε δυσμενὴς ὄφις.
μνοί φανέντες φεῦ 1 γύναι, τὰ νῦν φράσον·
ριστελοῦμεν αισχύνην πῶς; Εἰπέ μοι.
οὐ γὰρ ὡς οὐκ ἔστιν αἰσχύνης σκέπη.
ΕΥΔ.
ταχεῖα ταῦτα φύλλα συκῆς ὡς βλέπεις
ούτοις περιστείλωμεν αἰσχύνης θέαν·
ραχὺς γὰρ ἡμῖν συμπεσείται νῦν βίος·
Εγνως τὸ δεινὸν ὀψέ πως τῶν σφαλμάτων,
καὶ τῆς δοθείσης νῦν ἐπᾔσθου ζημίας·
Οὐκοῦν τὸ κέρδος εἰσδέχου τῶν πρακτέων
Hanc sententiam pluribus illustravi ad Eu
ripidis Erechtheum t. V, p. 450 Georgius Lapitha
12: ᾿Αν δοῦναι τι ὑποσχεθῇς τινι, ταχέως δίδου,
Μὴ δόξας μεταμεληθείς, τὴν χάριν ἀφανίσης. Adde
Gruter. ad P. Syrum 779.
Addidit, metro syllabam postulante; Theodorus Prodromus Rhod. 1, p. 73: Τὸ χαλκοβαφες
τῆς μαχαίρης (imo μαχαίρας) μου στόμα πολλῶν
ἐκπέπωκεν αἱμάτων. Propono To ρεύμα πολλῶν...
Debnisset auctor superius monere arborem
hanc esse ξύλον τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν.
Codex, εἰσπέσοι. Permutatio vocalium ad
SERPENS.
Ne tardas pollicitationes præsta, meas autem
quam citissime accipies, mulier; nam quod tardat
nescit favorem conciliare.
EVA.
Vir gratiam hujus arboris cernens, gustum
æque ac visum delectantis, accipe, et files divinus
si comederis.
ADAM.
Divinumne donum præstitit aliquis hospes? et
quomodo deum me statuet esca, si comedo? deus
enim non est qui escas sumit.
EVA.
Potesne quærere aliquid melius, dilecte, quam
cognitionem naturæ bonorum et malorum in vita?
Fructum hunc comedens, utriusque experimentum
sume.
ADAM.
Et quomodo aliquis positos trangredietur terminos, quos Creator tam precise fixit? quantum
errasti, infelix, socordia!
EVA.
Obstacula sunt vacillantia hi termini; in me rejice quam reformidas causam, et ego te admodum
culpa liberabo.
ADAM.
Ecce, comedi: et corruptionem intus sentio
mulier, in viscera se insinuantem, e qua, suspicor
sæva orietur mors.
EVA.
Et meum intus ventrem torquent dolores quos e
ligni fructu excepi, ex quo me seduxit serpens
inimicus.
ADAM.
Nudi videmur, pro! mulier, nunc loquere: Pudorem quomodo induemus? dic mihi. Video enim
nullum esse pudoris tegumentum.
EVA.
Aspera sunt hæc fici folia, ut cernis: his nostrum
pudorem operiemus. Aspera enim nobis continget
nunc vita.
ADAM.
Cognoscis nunc tarde nimis gravitatem culpæ, et
sentis pœnam quam dedimus: igitur præmium accipe actionum.
emendationem dncebat. Libanius Epist. 551: 'H &
πρὸς τὸν ἄνδρα (καὶ γὰρ εὐθὺς ἀφικτο κατὰ τύχην
εἰποῦσα τὸ πᾶν, ἐδεῖτο αὐτὴν ἀποκτεῖναι· μηδὲ γὰρ
ἂν ἀτυχησάσῃ τὰ τοιαῦτα ζῆν ἔχειν καλῶς. Codex
1000 pro έχειν habet ἔχη. quæ varietas, modo iu
ἔχοι abeat, poterit placere: cum mutata syntaxis
narrationem paulo vividiorem reddere videatur.
Genes. III, 7.
Ibid.
Codex βλέ, fine evanido.
Πρακτέων, pro πεπραγμένων, vel πράξεων.
Sic sermone abutebantur. Nicephorus Xanthopulus
col. 1171–1172page 5 of 8
PG 117:1171Οντως βασιλεὺς καὶ λόγοις καὶ πρακτέοις Οπηνίκα παρὰ τῷ Υἱῷ αὐτῆς καὶ Θεῷ τὰ τῶν βροτῶν πρακτέα τοῖς ἀδεκάστοις ζυγοῖς καὶ σταθμοῖς Ταλαντεύεται. 733: Καὶ γὰρ χωρις εἰς ἕκαστον πρακτέα Πάντων μόνος, βέλτιστε, σύγ κλείσας φέρει. 903: ᾿Αλλὰ τὰ λαμπρὰ τοῦ στρα τηγοῦ πρακτέα. ΕΥΛ. Βγνων παρακλαπεῖσα τὸν νοῦν ἀφρόνως. Καὶ τὰς ὑποφθείρουσα, σύζυγε, φρένες Οθεν δέδειγμαι τῆς φθορᾶς παραιτία, ΑΔΑΜ. Οὐκ αἰσθάνῃ τοῖς ὠσὶν, ὦ γύναι, ψύφος, Ανωθεν, ὥσπερ ἐκ Θεοῦ, κτυπουμένου Ὡς εὐλαβοῦμαι τὴν δίκην τῶν δρωμένων! ΕΥΑ. Ποδῶν θεοῦ πάρεστιν εἰς ὦτα κτύπος, Οὗ δειλιῶσα τὴν παῤῥησίαν φέρειν, Σὺν σοὶ κρυβήναι μᾶλλον εὐδοκώ, φίλε. ΑΔΑΜ. Ποῖος τόπος κρύψει με; Καὶ κρυβήσομαι Οὐδεὶς γὰρ ἔξω τοῦ Θεοῦ τόπος πέλει, Εν ᾧ φυγών λάθοιμι. Πλὴν ὅπου, γύναι. ΘΕΟΣ. δειλιώντα. δειλιώντες, Ποῖος με κρύψει (καὶ κρυβήσομαι τόπος; 73: Τον πατέρα σχὼν εὐφνα παιδότριβα: παιδοτρίβην, παιδότριβα σχὼν εὐφυᾶ τὸν πατέρα, 33: "Ανδρος, μετεῖπεν, εὐσεβεῖς δικάσε πολοι. δικασπόλοι. 75: Χαιρέτω σύμπας οὐρα νὸς ὅτι σὲ κάτω πε... κάτω πέμψε, κατώρθωσε, κατώκισε, κατέπεμψε. κάτω πέμψε Αδάμ τὸ πάντων κτισμάτων ὑπερφέρον, Τὸ τῆς ἐμῆς μέλημα χειρὸς καὶ κτέαρ. Ποῦ νῦν ἕβης; Καὶ ποῖος ἀνθ' οἵου πέλεις; ΑΔΑΜ. Οἱ σοί λόγοι με γυμνόν όντα καὶ πόδες Εἰς προῦπτον οὐκ ἐῶσιν· ἀλλά γε Δεινή φυγή με συμποδίζει καὶ φόβος. ΘΕΟΣ. Τίς ὦ τάλαν, σὰς νῦν παρήγαγε φρένας, Καὶ τὴν γ΄μνωσιν άρτι δεικνύει βλέπειν, Εἰ μὴ προσῆλθες οἷς προσελθεῖν οὐ θέμις ΑΔΑΜ. Γυναικὶ πεισθεὶς, ἣν δέδωκας, ὁ Πλάκ Πολλὴν φερούσῃ πεισμονὴν ἐκ τοῦ λέγες Ξύλῳ προσῆλθον, οὗ φαγεῖν οὐκ ἦν θέμις ΘΕΟΣ Ἐπεὶ γυναικὸς εὐρέθης ἡττημένος. ν. 951. Καθίσταμαι σο: τὸν βίον διδάσκαλος, και Διδάσκαλος καθίσταμαι σοι τοῦ βίου με Ο καινοφανής χος ἤλυθες. Ἦλθες. Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος Ήλθες, Τηλέμα φησὶ τὸ ἔπος ἤλυθες. ὁ καινοφανής σύ Τ. ἦλθες Δίσκ
EVA.
IGNATII DIACONI
Cognosco me mente errasse imprudenter, et
tuam, conjux. perdidisse mentem. Ideo ostendor
ut corruptionis causa.
ADAM.
Nonne auribus percipis, mulier, fragorem ex
alto, tanquam ex Deo, sonantem? Quomodo fugiam
pœnam facinoris?
EVA.
Pedum Dei ad aures sonus pervenit, cujus severitatem ferre metuens, tecum occultari potius
velim, dilecte.
ADAM.
Quis occultabit me locus? qui occultabor? Nullus enim extra Deum locus est, in quem fugiens
abscondar. Attamen sequere,
mulier.
DEUS.
Adam creaturis omnibus excellentior, manus
meæ opus et possessio, quo nunc abiisti? Et qualis a tali factus es?
ADAM.
Tua verba me nudum et pedes in præsentiam
venire non sinunt; sed tristis fuga et timor me
detinent.
DEUS.
Quis, o infelix, tuam nunc mentem seduxit, et
tuam nuditatem hic oculis ostendit, nisi transgressus fueris quæ transgredi non fas erat?
ADAM.
Mulieri fidens, quam dederas, Creator, magnam
persuasionem sermone ferenti, ad lignum accessi,
e quo comedere non fas erat.
DEUS.
Quoniam mulieri cedens inventus es, et a mea
in catalogo imperatorum Byzantinorum, de Michaele Palmologo: Οντως βασιλεὺς καὶ λόγοις καὶ
πρακτέοις: qui versus deest in codd. 1630 et 2991
A. Leo Diacon. x. 11, p. 110: C: Οπηνίκα παρὰ
τῷ Υἱῷ αὐτῆς (Mariæ deipara) καὶ Θεῷ τὰ τῶν
βροτῶν πρακτέα τοῖς ἀδεκάστοις ζυγοῖς καὶ σταθμοῖς
Ταλαντεύεται. Phile carm. v. 733: Καὶ γὰρ χωρις
εἰς ἕκαστον πρακτέα Πάντων μόνος, βέλτιστε, σύγ
κλείσας φέρει. Ibid. 903: ᾿Αλλὰ τὰ λαμπρὰ τοῦ στρατηγοῦ πρακτέα.
Genes. 11, 8.
ΕΥΛ.
Βγνων παρακλαπεῖσα τὸν νοῦν ἀφρόνως.
Καὶ τὰς ὑποφθείρουσα, σύζυγε, φρένες
Οθεν δέδειγμαι τῆς φθορᾶς παραιτία,
Οὐκ αἰσθάνῃ τοῖς ὠσὶν, ὦ γύναι, ψύφος,
Ανωθεν, ὥσπερ ἐκ Θεοῦ, κτυπουμένου
Ὡς εὐλαβοῦμαι τὴν δίκην τῶν δρωμένων!
ΕΥΑ.
Ποδῶν θεοῦ πάρεστιν εἰς ὦτα κτύπος,
Οὗ δειλιῶσα τὴν παῤῥησίαν φέρειν,
Σὺν σοὶ κρυβήναι μᾶλλον εὐδοκώ, φίλε.
Ποῖος τόπος κρύψει με; Καὶ κρυβήσομαι
Οὐδεὶς γὰρ ἔξω τοῦ Θεοῦ τόπος πέλει,
Εν ᾧ φυγών λάθοιμι. Πλὴν ὅπου, γύναι.
ΘΕΟΣ.
Codex, δειλιώντα. Possit et δειλιώντες, nec
id pejus, scribi
Versus est, puto, corruptus; violatur enim
accentus lex penultimi. Velim reponi: Ποῖος με
κρύψει (καὶ κρυβήσομαι τόπος; Theodorus Prodrom Rhod. ii, pag. 73: Τον πατέρα σχὼν εὐφνα
παιδότριβα: vel erit scribendum παιδοτρίβην, vel
transponendum, παιδότριβα σχὼν εὐφυᾶ τὸν πατέρα,
Idem I, p. 33: "Ανδρος, μετεῖπεν, εὐσεβεῖς δικάσε
πολοι. Hic est lapsus Gaulmini de more properantis, vel typothetæ: legitima scriptura restituatur,
δικασπόλοι. Phile ult, 75: Χαιρέτω σύμπας οὐρα
νὸς ὅτι σὲ κάτω πε... Sic cum lacuna mutilus codex. Wernsdorfii conjectura sunt nonnullæ, κάτω
πέμψε, κατώρθωσε, κατώκισε, et, quam prætulit,
κατέπεμψε. Equidem κάτω πέμψε receperim, cum
Αδάμ τὸ πάντων κτισμάτων ὑπερφέρον,
Τὸ τῆς ἐμῆς μέλημα χειρὸς καὶ κτέαρ.
Ποῦ νῦν ἕβης; Καὶ ποῖος ἀνθ' οἵου πέλεις;
Οἱ σοί λόγοι με γυμνόν όντα καὶ πόδες
Εἰς προῦπτον οὐκ ἐῶσιν· ἀλλά γε
Δεινή φυγή με συμποδίζει καὶ φόβος.
ΘΕΟΣ.
Τίς ὦ τάλαν, σὰς νῦν παρήγαγε φρένας,
Καὶ τὴν γ΄μνωσιν άρτι δεικνύει βλέπειν,
Εἰ μὴ προσῆλθες οἷς προσελθεῖν οὐ θέμις:
Γυναικὶ πεισθεὶς, ἣν δέδωκας, ὁ Πλάκ
Πολλὴν φερούσῃ πεισμονὴν ἐκ τοῦ λέγες
Ξύλῳ προσῆλθον, οὗ φαγεῖν οὐκ ἦν θέμις
ΘΕΟΣ·
Ἐπεὶ γυναικὸς εὐρέθης ἡττημένος.
reliqua verba quæ proposuit metrum violent
ν. 951. Καθίσταμαι σο: τὸν βίον διδάσκαλος, και
sic legi: Διδάσκαλος καθίσταμαι σοι τοῦ βίου με
sanigr videtur vers. 955: Ο καινοφανής
χος ἤλυθες. Manifestissime respicitur Od. 1, 5
Ἦλθες. Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος: quod si mea
nisset Wernsdorfius, quam scripsit notalam
sisset. Sic Julianus Epist. 8: Ήλθες, Τηλέμα
φησὶ τὸ ἔπος: ubi notavi Heilerus lectionis rartatem ἤλυθες. Et Phile in clausula versas Ki
scripsisse videtur. Jam deerit syllaba, forsan»
restituenda, ὁ καινοφανής σύ Τ. ἦλθες Δίσκ
cum spondeum vitaverit in fine, malim fere abu
versu abstinere, præsertim cum unum et alter
noverim qui sint accentui rebelliores. In talike
dicendus erit voluisse aliquid rhythmi veteris
nere, servato tamen religiose duodenario syllab
rum numero. At id tenendum, si nonnunquam &
ipsis fuerit poetis neglecta lex accentus. non e
criticis et emendatoribus negligendam. Sic sy
peccavit Wernsdorfius.
Genes. 111, 9.
Ibid. 10.
Ibid. 11.
Ibid 12,
Ibid. 17.
'
'
col. 1173–1174page 6 of 8
PG 117:1173ῆς ἐφετμῆς τῆς ἐμῆς παρεκλάπης, γεωργών τὰς ἀκάνθας τοῦ βίου, ν ἐπαύξων σὺν στεναγμῷ καὶ λύπας δὲ τέκνα σὺν λύπαις, θνητή φύσις. σι τὸ πρόσωπον ἐῤῥαντισμένος, ; τὸν ἄρτον ἐν κόποις καὶ φροντίσιν, ἐὼν γῆς γηγενής, παλινδρόμες β) φάγη. φαγῇ. δραμεῖν πάλιν, δρά πάλιν. Οὐκ οἶδα πῶς τὸ πλάσμα τῶν ἐνυπνίων ως πράγμα δεικνύς, καὶ φρενοφθόρῳ βίῳ Αισθητικὴν ὁρῶν τὴν ἀναίσθητον πλάνην. βιψ, βίᾳ. Πλήν μικρὸν οὔπω καὶ παρῆλθεν ἡ χάρις. Εὐθὺς γὰρ αὐτὸν ζημιοί τῆς οὐσίας. ζημιοί: Εὔφωνος ὄρνις ἄγγελος τῆς ἡμέρας ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΕΙΣ ΠΑΥΛΟΝ ΤΟΝ ΙΔΙΟΝ ΜΑΘΗΤΩΝ. Απορον βίου τὸ τέρμα, τὸ μὴ τρέχῃς ἀδήλως ἀρετὴν δίωξον ἔνθεν, [ν' ἐκεῖθεν ὄλβον εὕροις. Βίος οὐ πέφυκε μίμνειν Πόα εὐμάραντος ἐστιν, Ανύπαρκτός ἐστιν ὄλβος 'Ατύπωτόν ἐστιν ἴχνος. Βλέπε πῶς πάντα κόνις, πάντα [δὲ τέφρη, Όσα γὰρ κόσμος ἔχει τύμβος ὑφέ. Γοερὸν κένωσε δάκρυ Εμὸν εἰς τάφον τεκοῦσα, Οπερ εἰ μόνον δοκεύεις, [ξει. Εραδίῃ πόνον συνέξεις. Δακρύων γέμουσι τύμβοι, Απλέτων γέμουσιν οἴκτων Ο γὰρ εἰς τάφον προκύψας Συνέλεξεν ἔνθεν άλγος. Εμὸν εἰς τάφον σὸν ὄμμα Διάρας, σκόπευε γαῖαν Εμὲ γὰρ βάδαμνον ὥσπερ Νέον ἐξέκοψεν "Αδης. Ζοφερὸν δόμον πετάσσας Ακόρεστος εἷλε Πλούτων Ἐμὲ Παῦλον ὥσπερ ἔρνος Απαλὸν, τεμὼν πρὸ ὥρας. θάνατος νέων τὸ κάλλος Ολον ὡς χλόην θερίζει Δρεπάνη πέλει γὰρ οὗτος ᾿Α διεξόδευτος ὄντως. Ιδε ποῦ τρέχεις, ἐπίσχες Ιδε πῶς φθορᾷ συνάπτῃ Οσον ἂν δράμῃς γὰρ ἔνθεν Τάφον οὐδαμῶς περάσσῃς. Κόνις ὡς πέφυκε κόσμος Ομίχλη, θύελλα, τέφρη ᾿Ανέμων δίκην τὰ πάντα Αέρος χύσιν μιμεῖται. Λαγόσι μ' έκρυψε γατα Λόγον οὐ φέροντα πάμπαν Φθορὰ γὰρ πέδησε γλώτταν, Μέλες σκέδασσε πάντα. Μογερούς πόνους τις εὗρεν;
ῆς ἐφετμῆς τῆς ἐμῆς παρεκλάπης,
γεωργών τὰς ἀκάνθας τοῦ βίου,
CARMEN IN PAULUM.
ν ἐπαύξων σὺν στεναγμῷ καὶ λύπας
δὲ τέκνα σὺν λύπαις, θνητή φύσις.
σι τὸ πρόσωπον ἐῤῥαντισμένος,
; τὸν ἄρτον ἐν κόποις καὶ φροντίσιν,
ἐὼν γῆς γηγενής, παλινδρόμες
2) Genes. 121, 18.
3) Ibid. 16.
4)
Ibid.
5) Ibid. 19.
præscriptione recessisti, eris cultura vacans spinarum vitæ, augens et multiplicans inter gemitus
tuas ærumnas paries autem filios in doloribus,
mortalis natura; sudoribus vultum rigans, come·
des panem in laboribus et curis, donec a terra
oriundus ad terram revertaris.
β) Codex, φάγη. In Genesi recte φαγῇ.
7) In hoc metri genere tam facili lex accentus
sificatorem impedivit, ut syntaxi insolita uterenisi forsan scripserit, δραμεῖν πάλιν, vel δράπάλιν. Ob inobservatam eam accentus regulam
Lores carminum politicorum sæpe, ut modo ostenam, muneri suo defuerunt. Unum etiam addam
mplum.Pisides De venit. 122: Οὐκ οἶδα πῶς τὸ
πλάσμα τῶν ἐνυπνίων ως πράγμα δεικνύς, καὶ
φρενοφθόρῳ βίῳ Αισθητικὴν ὁρῶν τὴν ἀναίσθητον
πλάνην. Morellus emendat, βιψ, scilicet «nocente
mentibus telo.» Sed ea correctione sententia vix
juvatur, et metrum pessum datur. Legi velim, βίᾳ.
Cui loco amplius etiam prodesse quid vetat? Pergit
Pisides: Πλήν μικρὸν οὔπω καὶ παρῆλθεν ἡ χάρις.
Εὐθὺς γὰρ αὐτὸν ζημιοί τῆς οὐσίας. Non dicitur
quis ζημιοί: videlicet, Εὔφωνος ὄρνις ἄγγελος τῆς
ἡμέρας: quem pulchrum versum commode reperi
in cod. 1630.
ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ
ΕΙΣ ΠΑΥΛΟΝ ΤΟΝ ΙΔΙΟΝ ΜΑΘΗΤΩΝ.
IGNATII DIACONI GRAMMATICI
Απορον βίου τὸ τέρμα,
τὸ μὴ τρέχῃς ἀδήλως·
ἀρετὴν δίωξον ἔνθεν,
[ν' ἐκεῖθεν ὄλβον εὕροις.
Βίος οὐ πέφυκε μίμνειν
Πόα εὐμάραντος ἐστιν,
Ανύπαρκτός ἐστιν ὄλβος
'Ατύπωτόν ἐστιν ἴχνος.
Βλέπε πῶς πάντα κόνις, πάντα
[δὲ τέφρη,
Όσα γὰρ κόσμος ἔχει τύμβος ὑφέ.
Γοερὸν κένωσε δάκρυ
Εμὸν εἰς τάφον τεκοῦσα,
Οπερ εἰ μόνον δοκεύεις,
[ξει.
IN PAULUM SUUM DISCIPULUM.
(Apud MATRANGA, Anecdot. t. II, 664.)
Εραδίῃ πόνον συνέξεις.
Δακρύων γέμουσι τύμβοι,
Απλέτων γέμουσιν οἴκτων·
Ο γὰρ εἰς τάφον προκύψας
Συνέλεξεν ἔνθεν άλγος.
Εμὸν εἰς τάφον σὸν ὄμμα
Διάρας, σκόπευε γαῖαν
Εμὲ γὰρ βάδαμνον ὥσπερ
Νέον ἐξέκοψεν "Αδης.
Ζοφερὸν δόμον πετάσσας
Ακόρεστος εἷλε Πλούτων
Ἐμὲ Παῦλον ὥσπερ ἔρνος
Απαλὸν, τεμὼν πρὸ ὥρας.
θάνατος νέων τὸ κάλλος
Ολον ὡς χλόην θερίζει·
Incertus vitæ terminus, ideo ne curras incaute:
virtutem sectare ibi, ut illic felicitatem invenias.
Vita non ad morandum nata est, gramen est
cito marcens, caduca felicitas, vestigium vix impressum.
Ecce omnia pulvis, omnia cinis sunt; quanta
enim mundus habet, sepulcrum hauriet.
Lamentabilem exhausit fletum quæ me in meum
sepulcrum peperit; quod si solum observas, corde
dolorem senties.
Lacrymis implentur tumuli,inexpletis implentur
lamentis; qui enim ad tumulum se convertit,inde
marorem suscepit.
Meum in sepulcrum tuum oculum aperiens, terΔρεπάνη πέλει γὰρ οὗτος
᾿Α διεξόδευτος ὄντως.
Ιδε ποῦ τρέχεις, ἐπίσχες
Ιδε πῶς φθορᾷ συνάπτῃ·
Οσον ἂν δράμῃς γὰρ ἔνθεν
Τάφον οὐδαμῶς περάσσῃς.
Κόνις ὡς πέφυκε κόσμος
Ομίχλη, θύελλα, τέφρη
᾿Ανέμων δίκην τὰ πάντα
Αέρος χύσιν μιμεῖται.
Λαγόσι μ' έκρυψε γατα
Λόγον οὐ φέροντα πάμπαν
Φθορὰ γὰρ πέδησε γλώτταν,
Μέλες σκέδασσε πάντα.
Μογερούς πόνους τις εὗρεν;
ram contemplare; me enim ut recens arbustum
exsecuit Tartarus.
Tenebrosam domum pandens insatiabilis rapuit
Pluto me Paulum, tanquam mollem florem ante
tempus secans.
Mors juvenum formam omnem ut herbam metit falx enim est illa vere inevitabilis.
Vide quo curras, in equere; vide ut ad ruinam
deveneris; quantumvis enim ibi festinaveris sepulcrum minime evitabis.
Ut pulvis est mundus, vapor, nimbus, cinis:
ventorum instar omnia aeris congeriem imitantur.
Sinu me terra condidit ratione nondum præditum: nam linguam ligavit fatum,membraque om
nia solvit.
Iambics of the Same According to the AlphabetIambi ejusdem secundum alphabetum
col. 1175–1176page 7 of 8
Carmen ejusdem in Paulum suum discipulum
PG 117:1175Τίς έτευξεν άμμι τύμβον; Τίς ἔπλεξεν άμμι θρήνον; ᾿Αδὰμ ἐχθρὸς, Εὔα κάλλος. Ο πέλων αὐτομολίης άφθιτος [αυλη, Αναφερῶν ἐκ νεκάδων, Χριστέ, μέσ [ῥῦσαι. Νέκυν απνοόν με ρίψε, Κέαρ εἰς πόλον δ' ἀπῆρε, Λόγον ὧν ἔπρηξεν ἔνθεν. Ακριβῆ Θεῷ παρέξειν. Ξύνες ὡς ξένον τὸ θαῦμα Νέον ὡς στάχυν γὰρ αὖθις Κόνιν, ἤν βλέπεις, μὲ νέρθεν Απὸ γῆς θεὸς συνάξει. Ο χρόνος τρέχει, τί μέλλεις; Ο κριτής, σκόπει, πάρεστιν Διδόναι δίκην δικαίαν Οπόσων έπρηξας ἔργων. Πάτερ, ὦ Πάτερ Θεέ μου, *Ος ἔχεις πνοὴν ἑκάστου, Παλάμαις έτευξας όνπερ, Καθάρας, δίκης με ῥῦσαι. Ροβίου φλέγοντος οἴμοι Τότε πῶς άκαυστον ἕξω, Ον ἐγὼ ρύπον συνῆξα; Καλάμης γὰρ ἔσχον ἔργα. Στέφανος κλυτός μ' ἔδεκτο *Ος ἔπαθλον ἦρε πρῶτος, Ος ἴδεν πόλου βαγέντος Πατρὶ συγκαθεδρον για. Μάκαρ, εὐδαιμονίης οἶμον οδεύ [σας, Εμὲ Χριστοῦ λιμέσιν Παῦλον [ἐνόρμα Τεὸν εἰς δόμον με κεύθων, Στέφανε, τρόμῳ λιγαίνω Θεὸν ἴλαον γενέσθαι, Οτε μοι κρίσιν προστάξει. Ὑπένερθε μὲν καλύψει Μερόπων άπαντες Αλης Αγλαοστόλος δὲ παρα Φάος εἰς ἅπαντας έξει Νεκύων τ' εθενίτη Σὺν τοῖς ἐν μεγάροις Πείς φίλον ὡς τέχος σε μέτε, Καλέω, πατὴρ δὲ περίστους Δάκρυσιν λιπών, παρ' έμει Χαρὰν εἰς ἃληπτον Ελλα Χαριεστάτην προσήθην Ελάσας, τέκος δ' ἀπήχθης Πατέρα ξένον γὰρ εὕρες Θεόν, ὅς τέτευχε πάντα Ψεκασι ῥαναντες ὕμνον Δακρυσι βρέχοιτε με την Νέκυσιν γέρας γὰρ ύμνος, Θεὸς ἥδεται δὲ τούτοις. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ. Ο Ανω πτέρωσον πρὸς Θεόν σου τὰς φρένας, Βίον πόθησον ἔνθεον ἡγνισμένον.
Τίς έτευξεν άμμι τύμβον;
Τίς ἔπλεξεν άμμι θρήνον;
᾿Αδὰμ ἐχθρὸς, Εὔα κάλλος.
Ο πέλων αὐτομολίης άφθιτος
[αυλη,
Αναφερῶν ἐκ νεκάδων, Χριστέ, μέσ
[ῥῦσαι.
Νέκυν απνοόν με ρίψε,
Κέαρ εἰς πόλον δ' ἀπῆρε,
Λόγον ὧν ἔπρηξεν ἔνθεν.
Ακριβῆ Θεῷ παρέξειν.
Ξύνες ὡς ξένον τὸ θαῦμα·
Νέον ὡς στάχυν γὰρ αὖθις
Κόνιν, ἤν βλέπεις, μὲ νέρθεν
Απὸ γῆς θεὸς συνάξει.
Ο χρόνος τρέχει, τί μέλλεις;
Ο κριτής, σκόπει, πάρεστιν
Διδόναι δίκην δικαίαν
Οπόσων έπρηξας ἔργων.
Πάτερ, ὦ Πάτερ Θεέ μου,
IGNATII DIACONI VERSUS.
*Ος ἔχεις πνοὴν ἑκάστου,
Παλάμαις έτευξας όνπερ,
Καθάρας, δίκης με ῥῦσαι.
Ροβίου φλέγοντος οἴμοι
Τότε πῶς άκαυστον ἕξω,
Ον ἐγὼ ρύπον συνῆξα;
Καλάμης γὰρ ἔσχον ἔργα.
Στέφανος κλυτός μ' ἔδεκτο
*Ος ἔπαθλον ἦρε πρῶτος,
Ος ἴδεν πόλου βαγέντος
Πατρὶ συγκαθεδρον για.
Μάκαρ, εὐδαιμονίης οἶμον οδεύ
[σας,
Εμὲ Χριστοῦ λιμέσιν Παῦλον
[ἐνόρμα·
Τεὸν εἰς δόμον με κεύθων,
Στέφανε, τρόμῳ λιγαίνω
Θεὸν ἴλαον γενέσθαι,
Οτε μοι κρίσιν προστάξει.
Ὑπένερθε μὲν καλύψει
Μερόπων άπαντες Αλης
Αγλαοστόλος δὲ παρα
Φάος εἰς ἅπαντας έξει
Νεκύων τ' εθενίτη
Σὺν τοῖς ἐν μεγάροις Πείς
φίλον ὡς τέχος σε μέτε,
Καλέω, πατὴρ δὲ περίστους
Δάκρυσιν λιπών, παρ' έμει
Χαρὰν εἰς ἃληπτον Ελλα
Χαριεστάτην προσήθην
Ελάσας, τέκος δ' ἀπήχθης
Πατέρα ξένον γὰρ εὕρες
Θεόν, ὅς τέτευχε πάντα
Ψεκασι ῥαναντες ὕμνον
Δακρυσι βρέχοιτε με την
Νέκυσιν γέρας γὰρ ύμνος,
Θεὸς ἥδεται δὲ τούτοις.
Quis duros invenit labores? Quis nobis sepul- mium tulit, qui cœlis apertis vidit Patri and
crum paravit? Quis nobis luctum invexit? Adami
inimicus, Evæ forma.
O tu, qui splendor es fuga nescius, tenebrosis
• cadaveribus, Christe, libera me.
Corpus letho inanimum projecit, animum autem
in cœlum tulit, rationem de his quæ egit ibi strictam Deo redditurum.
Audi ut mirum sit prodigium | recentem seu
spicam, rursum pulverem quem cernis factum me
e terræ sinu Deus educet.
Tempus currit, quid moraris? Ecce Judex adest
justam dicturus sententiam de his quæcunque
gesseris operibus.
Pater, o Pater Dei mei, qui cujusque animam
tenes, quem manibus formasti maledictionis a
sententia me libera.
Fluctus ardentis, heu mihi! quomodo tunc a
flammis servabo incolumem quam ego maculam
contraxi? Paleæ enim opera admisi.
Stephanus illustris me excepit, qui primus prætem Filium.
Beate, qui beatitudinis semitam percurrie,
Paulum ad Christi portum fac appellere;
Tuam in domum me condens, Stephase
tremore supplico Deum propitium fieri, ç
mihi judicium statuet.
Inferius quidem occultabit mortales ones”.
tarus, præco autem splendide vestitus n.
omnes reducet.
Mortuorum omnium immortalium kız
in tuas ædes Paulum inducas.
Dilectum ut natum te mater voco...
senex a lacrymis temperans, nobiscum...
lem in lætitiam intres.
Jucundissimam juventutem insequebans me
sed abductus es: patrem enim novum in..
Deum, qui omnia creavit.
Guttis hymnum irrorantes, ne lacrymis mal”.
cite; mortuis enim præmium est hymnus, þ.
autem his delectatur.
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ
ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ.
EJUSDEM IGNATII
IAMBI SECUNDUM ALPHABETUM.
(Borsson. Anecd. t. IV, p. 436.)
Superne attolle ad Deum tuam montem.
Vitam secundum Deum dilige purificatam.
codice 3058, p. 32, 1. Aliud Ignatii poema
alphabeticum indicavi t. I, p. 161, ubi de illis alphabetis poeticis monui, et tria edidi. Simile poema
Ο Ανω πτέρωσον πρὸς Θεόν σου τὰς φρένας,
Βίον πόθησον ἔνθεον ἡγνισμένον.
exstat in codice Bodleianæ: vide Gaisfordii Clu
kianorum manuscriptorum Catalogum pae ›
col. 1177–1178page 8 of 8
PG 117:1177αν βάδιζε· μὴ τὰ τῆς γαίας φρόνει, οι πένητι χεῖρα κειμένῳ κάτω. γων φερίστων ἠγλαϊσμένων πόθει. τει τὰ τερπνὰ τῶν ἐκεῖθεν ἐλπίδων. γλῶττα ἀεὶ ἀγαθὰ προσφθεγγέτω. ρα βλέποιο, μὴ γένῃ, τῶν δαιμόνων. νη βεβήλων μηδαμῶς ὁδοιπόρει. αῦσόν τε καὶ στέναξον, πλύνον σοὺς ρύπους. γους σοφῶν μίμησον καὶ σοφὸς ἔσῃ. ἢ τοὺς ἐπαίνους, ἀλλὰ τοὺς ψόγους, φεύγε. τὸν σεαυτὸν ποίει ἡγλαϊσμένον. νους ξένιζε, καὶ Χριστός σε ξενίσει (2-3). ρκους βδελύσσου ψυχικοὺς ὀδωδότας, λοῦτον ἄχρηστον νέμων εὐχρήστῳ τρόπῳ. ευστὸν τὸν κόσμον ὡς ἀραχνώδη νόει. αρκός τε τὸ φρόνημα τῆξον ἐνθέως. ὰ δ' ὅπλα φωτὸς ἀντὶ πορφύρας φόρει. 'ψῶν σεαυτὸν μὴ ἐν μεγάλοις βλέπε, όβῳ Θεοῦ σύγκαμψον τὸν σὸν αὐχένα. αίρων βάδιζε τὸν ἐπίμοχθον βίον. ἔγου παρ' άλλου μᾶλλον ἢ θέλεις ψέγειν. Δ' τᾶν, φύλαξον ταῦτα καὶ μέγας ἔσῃ. με αούντες. εἰ δὲ.... αἰτις (2 3) ξενίση. νέμε νεῖμον. συγκαψον. ἢ μᾶλλον. θέλε θέλοις. ταῦτα φύλαξον 125: Καλλίαν δὲ Σικελὸν τὸν ἐκ Ταυρομενίου Σ. δὲ Καλλ.... 58: Ἐν ᾖ πόλις ὑπόκειται Ο Πλευρὼν καὶ ἱερόν. Πλευρὼν ἐν ᾗ πόλ. ὑπόκ.... ΝΕΙΛΟΥ ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ *. Αγει τὸ θεῖον τοὺς πονηροὺς εἰς δίκην. Βέβαιος ἔσῃ, Θεὸν ἀεὶ σχὼν φίλον. Γενού ποθεινὸς τῶν Θεοῦ θεσπισμάτων. Δίκαιον φιλῶν, μοίρας δικαίων τύχης. Επαινον φίλει, μὴ ψόγῳ περιπέσης. Ζήσεις βίον ἄριστον, εἰ ῥᾷστα δράττεις
ד'
NILI EPARCHI VERSUS.
αν βάδιζε· μὴ τὰ τῆς γαίας φρόνει,
οι πένητι χεῖρα κειμένῳ κάτω.
γων φερίστων ἠγλαϊσμένων πόθει.
τει τὰ τερπνὰ τῶν ἐκεῖθεν ἐλπίδων.
γλῶττα ἀεὶ ἀγαθὰ προσφθεγγέτω.
ρα βλέποιο, μὴ γένῃ, τῶν δαιμόνων.
νη βεβήλων μηδαμῶς ὁδοιπόρει.
αῦσόν τε καὶ στέναξον, πλύνον σοὺς ρύπους.
γους σοφῶν μίμησον καὶ σοφὸς ἔσῃ.
ἢ τοὺς ἐπαίνους, ἀλλὰ τοὺς ψόγους, φεύγε.
τὸν σεαυτὸν ποίει ἡγλαϊσμένον.
νους ξένιζε, καὶ Χριστός σε ξενίσει (2-3).
ρκους βδελύσσου ψυχικοὺς ὀδωδότας,
λοῦτον ἄχρηστον νέμων εὐχρήστῳ τρόπῳ.
ευστὸν τὸν κόσμον ὡς ἀραχνώδη νόει.
αρκός τε τὸ φρόνημα τῆξον ἐνθέως.
ὰ δ' ὅπλα φωτὸς ἀντὶ πορφύρας φόρει.
'ψῶν σεαυτὸν μὴ ἐν μεγάλοις βλέπε,
όβῳ Θεοῦ σύγκαμψον τὸν σὸν αὐχένα.
αίρων βάδιζε τὸν ἐπίμοχθον βίον.
ἔγου παρ' άλλου μᾶλλον ἢ θέλεις ψέγειν.
Δ' τᾶν, φύλαξον ταῦτα καὶ μέγας ἔσῃ.
Sic barbare. Lambecius alicubi scripsit με
αούντες. Vide notata ad Planud. Met. p. 37, 311.
Sed in Juliano talia non sunt ferenda Scripserat
mperator elegantissimus Epist. 40, εἰ δὲ.... αἰτις:
nunc calami lapsu recentis altis irrepsit. Ita pecsant homines et docti et diligentes. Quæ cum cerno,
mihi quantum timeo, nec valde docto ac cujus di
ligentíam variæ sæpius ac multiplices impediunt
occupationes!
(2 3) Codex, ξενίση.
Scripsisse puto Ignatium νέμε vel νεῖμον.
▲ In terra gradere, sed ne ea, quæ terræ sunt, sape
Porrige pauperi manum inferius jacenti.
Opera optima decus præstantia dilige.
Exquire delicias cœlestis spei.
Lingua semper bona eloquatur.
Præda cave ne fias dæmoniorum.
Vestigia profanorum nunquam sequaris.
Defle et lacrymare, maculas ablue tuas.
Sermones sapientum imitare, et sapiens eris.
Non laudes, sed detractationes fuge.
Templum teipsum effice bene ornatum.
Hospites excipe, et Christus te excipiet.
Juramenta detestare mundana male olentia.
Inutiles divitias utili modo administra.
Fragilem mundum ut araneæ telam reputa.
Carnis quoque prudentiam secundum Deum dis-
[solve.
Arma autem lucis pro purpura gere.
Teipsum elevans ne in magna conspicias.
Timore Dei flecte tuum collum.
Gaudens ambula per operosam vitam,
Vitupereris ab alio potius quam vituperare velis.
Amabo, hæc serva, et magnus eris.
Codex, συγκαψον.
Codex, ἢ μᾶλλον. Malim θέλε vel θέλοις.
Codex. ταῦτα φύλαξον Etsi non curent isti
poetastri pedum ordinem, puto restituendam quantitatem, quæ a librario potius quam ab auctore
pessumdata videri queat. Transpositione prodero
Scymno sic edito v. 125: Καλλίαν δὲ Σικελὸν τὸν
ἐκ Ταυρομενίου Ut sit metrum, rescribam: Σ. δὲ
Καλλ.... Dicmarchus 58: Ἐν ᾖ πόλις ὑπόκειται
Ο Πλευρὼν καὶ ἱερόν. Transpono, Πλευρὼν ἐν ᾗ πόλ.
ὑπόκ.... Conf. v. 74.
ANNO INCERTO
ΝΕΙΛΟΥ
ΙΑΜΒΟΙ ΚΑΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ *.
NILI EPARCHI
VERSUS ALPHABETICI
Αγει τὸ θεῖον τοὺς πονηροὺς εἰς δίκην.
Βέβαιος ἔσῃ, Θεὸν ἀεὶ σχὼν φίλον.
Γενού ποθεινὸς τῶν Θεοῦ θεσπισμάτων.
Δίκαιον φιλῶν, μοίρας δικαίων τύχης.
Επαινον φίλει, μὴ ψόγῳ περιπέσης.
Ζήσεις βίον ἄριστον, εἰ ῥᾷστα δράττεις·
(BOISSONAD. ibid. p. 438.)
• Ex codice 3058, p. 32, 2. Cui e plurimis Nilis
tribuendi sint hi versus non queo discernere. Dum
Ducit Deus improbos in pœnam.
Firmus eris, Deum semper habens amicum.
Esto studiosus Dei oraculorum.
Justum amans, sortem justorum obtinebis.
Laudem dilige, ne in detrectationem cadas.
Vives vitam optimam, si optima amplecteris.
melius quid docear, Nilo eparcho, cæteris nobiliori,
tribuam,qui nonnunquam ligata usus est oratione.
Continue reading PG 117: Christophorus Protoasecretis →≣ entire volume