Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
Index of Chapters and Titles of the WorkIndex capitum et titulorum operis
Typikon or RuleTypicum sive Regula
col. 987–988page 1 of 70
Index capitum et titulorum operisPrologus interpretis
PG 127:987ε'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναζουσῶν. ς'. Περὶ τοῦ ἐν ἑνὶ οἰκίσκῳ τὰς μοναζούσας πάσας μένειν. ζ'. Περὶ τοῦ δωρεὰν ἀποκείρεσθαι τὰς ἀποκείρεσθαι μελλούσας, καὶ πότε ἔσται δεκτὸν τὸ προσαγόμενον. η'. Περὶ τοῦ τὰ παρὰ κοσμικῶν θεοφιλεῖ σκοπῷ ἀφιερούμενα, τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης, κινη τά τε καὶ ἀκίνητα, δεκτέα εἶναι. θ'. Περὶ τοῦ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφοριζόμενα, ἀνεκποίητα εἶναι, κινητά τε καὶ ἀκίνητα. ι. Περὶ τοῦ, πότε κινητὸν τῆς μονῆς ἐκποιεῖσθαι δύναται. ια΄. Περὶ τοῦ πῶς δεῖ ἐπιλέγεσθαι καὶ προχειρίζεσθαι τὴν ἡγουμένην. ιβ'. Περὶ τοῦ χωρίς πάθους γίνεσθαι τὴν ἐπι λογὴν τῆς ἡγουμένης, καὶ προχείρισιν, καὶ τῶν διακονητριών. ιγ΄. Περὶ μετακινήσεως τῆς μὴ ὡς δεῖ ἡγουμε νευούσης. ιδ. Περὶ τοῦ οἰκονόμον δεῖν εἶναι ἐν τῇ μονῇ εὐνοῦχον, καὶ σεμνοῦ βίου. ιε'. Περὶ τῶν ἱερέων. ις'. Περὶ τοῦ πάσας τὰς μοναζούσας ὑφ' ένα εἶναι πνευματικὸν Πατέρα. ιζ'. Περὶ τοῦ πῶς οἱ παραβάλλοντες ἐφείλου σιν ἐντυγχάνειν ταῖς μοναχαῖς, καὶ τίνες, καὶ πότε. τηʹ. Περὶ τοῦ παρὰ τίνος δεῖ γίνεσθαι τὰς προχειρίσεις τῶν διακονητριῶν, καὶ πῶς. ιθ'. Περὶ τῆς σκευοφυλακίσσης. κ. Περὶ τῆς ἐκκλησιαρχίασης. κα'. Περὶ τῆς τὰ ἐδώδιμα εἰσοδιαζούσης τε καὶ ἐξοδιαζούσης διακονητρίας, καὶ τῆς παρὰ ταύ της ὀφειλούσης γίνεσθαι τούτων ἀπογραφῆς. κβ'. Περὶ τῆς οἰνοχόης. κγ'. Περὶ τῆς ὡρειαρίας. κδ. Περὶ τῆς τῶν δοχεια τῶν διακονίας. κε'. Περὶ τῆς τραπεζαρίας, καὶ τῆς ταύτης δια κονίας. κς'. Περὶ προχειρίσεως ἐπιστημοναρχίσσης, καὶ τῆς διακονίας αὐτῆς. κζ'. Περὶ τῶν ἐργοδοτριῶν. κη'. Περὶ τῶν ἐν τῷ βεστίῳ δοχειαριῶν. κι'. Περὶ τῆς πυλωροῦ. λ'. Περὶ τοῦ πόσον χρόνον δεῖ περιμένειν ἐν τῇ μονῇ τὴν ἔξωθεν εἰσιοῦσαν, καὶ μέλλουσαν ἀπο κείρεσθαι. λα'. Περὶ τοῦ τίνας δεῖ ἀποστέλλεσθαι εἰς τὴν τῶν κτημάτων τῆς μονῆς πρόνοιαν. λβ'. Περὶ ἀκολουθίας πρώτης, τρίτης τε καὶ ἕκτης ὥρας. λγ'. Περὶ τῶν μεσωρίων τῆς πρώτης, τρίτης τε καὶ ἕκτης ὥρας, τῶν τυπικῶν, τῆς ἱερᾶς λειτουργίας καὶ τῆς ἁγίας μεταλήψεως. λδ'. Περὶ τοῦ πόσους ἄρτους δεῖ προσφέρεσθαι καθ' ἑκάστην Λειτουργίαν, καὶ ὑπὲρ τίνων. λε'. Περὶ τῆς ἐννάτης ὥρας, ἑσπερινοῦ, καὶ τῆς παννυχίδες.
5. De numero monialium.
6. Quod in una domo moniales omnes habitare debeant.
7. Quod gratis tondenda sint quas detonderi contingel. Et quandonam suscipiendum erit quod offeretur.
8. Quod quæ a sacularibus pio proposito monasterio Gratia plenæ consecrantur, mobilia seu immobilia, admittenda sint.
9. Quod quæ monasterio assignantur, sive mobilia
seu immobilia, nunquam sint alienanda.
10. Quandonam bonum mobile monasterii alienari
possit.
11. Quomodo eligenda et ordinanda sit prafecta.
12. Quod citra affectum fieri debeat præfecta et
officialium electio et ordinatio
13. De amotione ejus quæ secus quam par est
præfecte munus obit.
14. Quod economus in monasterio esse debeat eunuchus et honestæ vitæ.
15. De sacerdotibus.
16. Quod omnes moniales sub uno Patre spirituali
esse debeant.
17. Qua ratione qui ad monasterium accedunt,
moniales alloqui debeant, et quinam, et quandonam.
18. quanam feri debeat officialium institutio, et
quomodo.
19. De scevophylacissa seu vasorum custode.
20. De ecclesiarchissa seu ecclesia praposita.
21. De officiuli quæ esui necessaria percipit et expendit; et quod hæc ab ipsa scripto mandari debeant.
22. De vini custode.
23. De horrearia.
21. De officio depositariarum.
25. De refectoraria, et ejus officio.
26. De institutione epistemonarchi:sæ sive disciplinæ præposiæ, et ejus officio.
27. De præpositis operum.
28. De depositariis vestiarii.
29. De ostiaria.
50. Quanto tempore in monasterio exspectare des
beat quæ extrinsecus advenit, et tondenda est.
31. Quinam ad curanda monasterii prædia mittendi sint.
32. De Officio primæ, tertiæ et sextæ horæ.
33. De mesoriis seu mediis horis prima, tertia et
sextæ horæ, de typicis, de sacra Liturgia, et de sancla communione.
54. Quot pauces in qualibet Liturgia offerendi sint,
et pro quibus.
35. De hora nona, vespertino, et pannychide, siva
pervigilio.
ε'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναζουσῶν.
ς'. Περὶ τοῦ ἐν ἑνὶ οἰκίσκῳ τὰς μοναζούσας
πάσας μένειν.
ζ'. Περὶ τοῦ δωρεὰν ἀποκείρεσθαι τὰς ἀποκείρεσθαι μελλούσας, καὶ πότε ἔσται δεκτὸν τὸ
προσαγόμενον.
η'. Περὶ τοῦ τὰ παρὰ κοσμικῶν θεοφιλεῖ σκοπῷ
ἀφιερούμενα, τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης, κινη
τά τε καὶ ἀκίνητα, δεκτέα εἶναι.
θ'. Περὶ τοῦ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφοριζόμενα,
ἀνεκποίητα εἶναι, κινητά τε καὶ ἀκίνητα.
ι. Περὶ τοῦ, πότε κινητὸν τῆς μονῆς ἐκποιεῖσθαι δύναται.
ια΄. Περὶ τοῦ πῶς δεῖ ἐπιλέγεσθαι καὶ προχει
ρίζεσθαι τὴν ἡγουμένην.
ιβ'. Περὶ τοῦ χωρίς πάθους γίνεσθαι τὴν ἐπι·
λογὴν τῆς ἡγουμένης, καὶ προχείρισιν, καὶ τῶν
διακονητριών.
ιγ΄. Περὶ μετακινήσεως τῆς μὴ ὡς δεῖ ἡγουμενευούσης.
ιδ. Περὶ τοῦ οἰκονόμον δεῖν εἶναι ἐν τῇ μονῇ
εὐνοῦχον, καὶ σεμνοῦ βίου.
ιε'. Περὶ τῶν ἱερέων.
ις'. Περὶ τοῦ πάσας τὰς μοναζούσας ὑφ' ένα
εἶναι πνευματικὸν Πατέρα.
ιζ'. Περὶ τοῦ πῶς οἱ παραβάλλοντες ἐφείλου
σιν ἐντυγχάνειν ταῖς μοναχαῖς, καὶ τίνες, καὶ
πότε.
τηʹ. Περὶ τοῦ παρὰ τίνος δεῖ γίνεσθαι τὰς προχειρίσεις τῶν διακονητριῶν, καὶ πῶς.
ιθ'. Περὶ τῆς σκευοφυλακίσσης.
κ. Περὶ τῆς ἐκκλησιαρχίασης.
κα'. Περὶ τῆς τὰ ἐδώδιμα εἰσοδιαζούσης τε καὶ
ἐξοδιαζούσης διακονητρίας, καὶ τῆς παρὰ ταύτης ὀφειλούσης γίνεσθαι τούτων ἀπογραφῆς.
κβ'. Περὶ τῆς οἰνοχόης.
κγ'. Περὶ τῆς ὡρειαρίας.
κδ. Περὶ τῆς τῶν δοχεια τῶν διακονίας.
κε'. Περὶ τῆς τραπεζαρίας, καὶ τῆς ταύτης δια
κονίας.
κς'. Περὶ προχειρίσεως ἐπιστημοναρχίσσης,
καὶ τῆς διακονίας αὐτῆς.
κζ'. Περὶ τῶν ἐργοδοτριῶν.
κη'. Περὶ τῶν ἐν τῷ βεστίῳ δοχειαριῶν.
κι'. Περὶ τῆς πυλωροῦ.
λ'. Περὶ τοῦ πόσον χρόνον δεῖ περιμένειν ἐν τῇ
μονῇ τὴν ἔξωθεν εἰσιοῦσαν, καὶ μέλλουσαν ἀπο
κείρεσθαι.
λα'. Περὶ τοῦ τίνας δεῖ ἀποστέλλεσθαι εἰς τὴν
τῶν κτημάτων τῆς μονῆς πρόνοιαν.
λβ'. Περὶ ἀκολουθίας πρώτης, τρίτης τε καὶ
ἕκτης ὥρας.
λγ'. Περὶ τῶν μεσωρίων τῆς πρώτης, τρίτης τε
καὶ ἕκτης ὥρας, τῶν τυπικῶν, τῆς ἱερᾶς Λειτουρ
γίας καὶ τῆς ἁγίας μεταλήψεως.
λδ'. Περὶ τοῦ πόσους ἄρτους δεῖ προσφέρεσθαι
καθ' ἑκάστην Λειτουργίαν, καὶ ὑπὲρ τίνων.
λε'. Περὶ τῆς ἐννάτης ὥρας, ἑσπερινοῦ, καὶ τῆς
παννυχίδες.
col. 989–990page 2 of 70
PG 127:989λς'. Περὶ τῶν ἀποδείπνων. 25. Περὶ νυκτερινῆς ἀκολουθίας. λη'. Περὶ τῆς μεσονυκτίον ἀκολουθίας. 10'. Περὶ ἐνάρξεως ὄρθρου. μ'. Περὶ τῆς εἰς τὴν τράπεζαν κλήσεως, καὶ τῆς ἐν αὐτῇ διαγωγής. μα'. Περὶ τοῦ ἐάν τις ἐν τῇ ἐστιάσει ἀτακτῇ. μβ'. Περὶ τοῦ ἐάν τις περὶ προκαθεδρίας ἀμφισβητή. μγ'. Περὶ τοῦ μὴ ζητεῖν τι παρ' ἀλλήλων. μδ'. Περὶ τοῦ ἀπαραίτητον εἶναι ταῖς ὑγιαινούσαις τὴν κοινὴν τράπεζαν, καὶ περὶ νοσουσῶν. με'. Περὶ τοῦ καὶ δευτέραν γίνεσθαι ἑστίασιν. μς'. Περὶ τῆς ἐν λιταῖς ἡμέραις τροφῆς. μζ'. Περὶ τῆς ἐν τῇ μεγάλῃ Τεσσαρακοστή τρο φῆς. μη'. Περὶ τῆς ἐν τῇ των ἁγίων ἀποστόλων Τεσσαρακοστῇ, καὶ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων προ φῆς. μθ'. Περὶ τοῦ μὴ λαθροφαγεῖν. ν. Περὶ ἀκτησίας. να'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν τὰς μοναχὰς ἐπὶ τοῦ τυ πικοῦ ὑποθήκαις περὶ τῆς κοινοβιακῆς διαγωγής ἀθυμεῖν. νβ'. Περὶ τοῦ πᾶσαν τὴν διοίκησιν τῶν μοναζουσῶν ἀπὸ τῶν εἰσόδων γίνεσθαι τῆς μονῆς. νγ'. Περὶ τοῦ μὴ ἐξωμονίτιδας, ἢ καταπεμ πτὰς προσδέχεσθαι ἐν τῇ μονῇ. νδ'. Περὶ τοῦ καὶ ἐξωκουρίτιδας δέχεσθαι ἐνα ρέτους, εἰ μὴ βασιλικῇ ἢ ἀρχοντικῇ χρήσαιντο δυναστεία. νε'. Περὶ τοῦ μη ἀλλοιοῦσθαί ποτε τὴν κοινοβιακὴν διαγωγήν. νς'. Περὶ τοῦ τὴν αὐτὴν εἶναι πασῶν τῶν μοναζουσῶν βρῶσιν τε καὶ πόσιν, καὶ ἐνδυμασίαν, χωρὶς τῶν ἀῤῥώστων. νζ'. Περὶ τοῦ παραβάλλειν ἰατρὸν ἐν τῇ μονῇ, καὶ περὶ τῆς τῶν ἀσθενούντων προνοίας. νη'. Περὶ λουτροῦ. να'. Περὶ τῆς κατὰ τὴν κοίμησιν τῆς ἁγίας Θεοτόκου ἑορτῆς. ξ'. Περὶ τῆς κατὰ τὴν γέννησιν τῆς Θεοτόκου ἑορτῆς. ξα'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. ξ'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς. ξγ'. Περὶ τῆς τῶν ἁγίων Παθῶν φωταψίας. ξδ'. Περὶ τοῦ γίνεσθαι μετάδοσιν καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἐν τῷ πυλῶνι. ξε'. Περὶ τοῦ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς ἐπήκοον πασῶν κατὰ μῆνα. ξς'. Περὶ τῆς τοῦ θείου ναοῦ καθημερινῆς φωτο αγωγίας. ξζ'. Περὶ τῶν κύκλῳ τοῦ τρούλλου κρεμαμένων κρατήρων, καὶ τῶν λοιπῶν. ξη'. Περὶ τῶν ὀφειλόντων ἅπτεσθαι κηρίων. ξη. Περὶ τοῦ ὕδατος.
λς'. Περὶ τῶν ἀποδείπνων.
25. Περὶ νυκτερινῆς ἀκολουθίας.
λη'. Περὶ τῆς μεσονυκτίον ἀκολουθίας.
10'. Περὶ ἐνάρξεως ὄρθρου.
TYPICUM,
μ'. Περὶ τῆς εἰς τὴν τράπεζαν κλήσεως, καὶ
τῆς ἐν αὐτῇ διαγωγής.
μα'. Περὶ τοῦ ἐάν τις ἐν τῇ ἐστιάσει ἀτακτῇ.
μβ'. Περὶ τοῦ ἐάν τις περὶ προκαθεδρίας αμφι
σβητῇ.
μγ'. Περὶ τοῦ μὴ ζητεῖν τι παρ' ἀλλήλων.
μδ'. Περὶ τοῦ ἀπαραίτητον εἶναι ταῖς ὑγιαινούσαις τὴν κοινὴν τράπεζαν, καὶ περὶ νοσουσῶν.
με'. Περὶ τοῦ καὶ δευτέραν γίνεσθαι ἑστίασιν.
μς'. Περὶ τῆς ἐν λιταῖς ἡμέραις τροφῆς.
μζ'. Περὶ τῆς ἐν τῇ μεγάλῃ Τεσσαρακοστή τροφῆς.
μη'. Περὶ τῆς ἐν τῇ των ἁγίων ἀποστόλων
Τεσσαρακοστῇ, καὶ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων προφῆς.
μθ'. Περὶ τοῦ μὴ λαθροφαγεῖν.
ν. Περὶ ἀκτησίας.
να'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν τὰς μοναχὰς ἐπὶ τοῦ τυ
πικοῦ ὑποθήκαις περὶ τῆς κοινοβιακῆς διαγωγής
ἀθυμεῖν.
νβ'. Περὶ τοῦ πᾶσαν τὴν διοίκησιν τῶν μονα
ζουσῶν ἀπὸ τῶν εἰσόδων γίνεσθαι τῆς μονῆς.
νγ'. Περὶ τοῦ μὴ ἐξωμονίτιδας, ἢ καταπεμ
πτὰς προσδέχεσθαι ἐν τῇ μονῇ.
νδ'. Περὶ τοῦ καὶ ἐξωκουρίτιδας δέχεσθαι ἐναρέτους, εἰ μὴ βασιλικῇ ἢ ἀρχοντικῇ χρήσαιντο
δυναστεία.
νε'. Περὶ τοῦ μη ἀλλοιοῦσθαί ποτε τὴν κοινοβιακὴν διαγωγήν.
νς'. Περὶ τοῦ τὴν αὐτὴν εἶναι πασῶν τῶν μο
ναζουσῶν βρῶσιν τε καὶ πόσιν, καὶ ἐνδυμασίαν,
χωρὶς τῶν ἀῤῥώστων.
νζ'. Περὶ τοῦ παραβάλλειν ἰατρὸν ἐν τῇ μονῇ,
καὶ περὶ τῆς τῶν ἀσθενούντων προνοίας.
νη'. Περὶ λουτροῦ.
να'. Περὶ τῆς κατὰ τὴν κοίμησιν τῆς ἁγίας
Θεοτόκου ἑορτῆς.
ξ'. Περὶ τῆς κατὰ τὴν γέννησιν τῆς Θεοτόκου
ἑορτῆς.
ξα'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
ξ3'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς.
ξγ'. Περὶ τῆς τῶν ἁγίων Παθῶν φωταψίας.
ξδ'. Περὶ τοῦ γίνεσθαι μετάδοσιν καθ' ἑκάστην
ἡμέραν ἐν τῷ πυλῶνι.
ξε'. Περὶ τοῦ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς
ἐπήκοον πασῶν κατὰ μῆνα.
ξς'. Περὶ τῆς τοῦ θείου ναοῦ καθημερινῆς φωτο
αγωγίας.
ξζ'. Περὶ τῶν κύκλῳ τοῦ τρούλλου κρεμαμέ
νων κρατήρων, καὶ τῶν λοιπῶν.
ξη'. Περὶ τῶν ὀφειλόντων ἅπτεσθαι κηρίων.
ξη. Περὶ τοῦ ὕδατος.
56. De Apodipnis seu Completorio.
37. De nocturno Officio.
33. De Officio mediæ noclis.
39. De initio Matutini.
40. De vocatione ad mensam, et de disciplina ibi
servanda.
41. Quid agendum si aua in refectione immodeste
se gesserit.
42. Quid agendum si qua de prjori consessu disputarit.
43. Quod nihil ab invicem quærendum sit.
44. Quod quæ bene valent communem mensam detrectare nequeant: et de infirmis.
45. Quod secunda fieri debeat refectio.
46. De victu in diebus Litaniarum sive processionunt.
47. De victu in magna Quadragesima.
48. De victu in Quadragesima sanctorum apostelorum, et Christi Nataliliorum.
49. Quod clam comedendum non sit.
50. De paupertate.
51. Quod non debeant moniales ob typici de cœnobitico instituto pracepta animo deficcre.
52. Quod omnes expensæ monialium ex monaste -
rii reditibus fieri debeant.
53. Quod cromonitides, sive extraneæ moniales,
aut dimissæ in monasterium admittendæ non sint,
54. Quod exocuritides, sive extra monasterium detonsæ, virtute præditæ, admittendæ sint: nisi imperatoria, aut magnatis cujuspiam potestate usæ fuerint.
55. Quod carnobiticum institutum nunquam immutandum sit.
56. Quod idem esse debeat monialium omnium
cibus, polus ct indumentum, exceptis infirmis.
57. De accessu medici ad monasterium, et de infirmarum cura.
58. De balneo.
59. De solemnitate in Dormitione sancta Deipare.
60. De solemnitate in Nativitate Deiparæ.
61. De festo Christi Natalitiorum.
62. De festo Occursus.
63. De luminari sacrarum Passionum.
64. Quod eleemosyna quotidie fieri debeat ad
ostium.
65. Quod singulis mensibus typicum legi debeat,
omnibus audientibus.
66. De quotidiano divini templi luminari.
67. De crateribus in circulo trulli suspensis, et de
reliquis.
68. De cercis accendendis.
69. De aqua.
Author's ProemProoemium auctoris
col. 991–992page 3 of 70
Proœmium auctoris
PG 127:991ό. Περὶ τοῦ ταφείου των μοναζουσῶν. κα'. Περὶ διαφόρων μνημοσύνων ὀφειλόντων ετησίως τελεῖσθαι. οβ'. Περὶ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι νιπτῆρος τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πέμπτη. Ογ'. Περὶ τοῦ μὴ γίνεσθαι μετασχηματισμούς ἐν ταῖς οἰκοδομαῖς τῆς μονῆς. οδ'. Περὶ τοῦ ἀκατόπτευτον πάντη διαμένειν τὴν μονήν. σε. Περὶ τοῦ μηδὲ ψάλτας συγκαλεῖσθαι ἐν τῇ ἑορτῇ, ἀλλ᾽ ἄβατον εἶναι καὶ τούτοις τὴν μο νήν. ος'. Περὶ τοῦ πῶς τε καὶ ποῦ δεῖ θάπτεσθαι τὰς ἀπὸ τῶν παίδων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐγγόνων, ἐν τῇ μονῇ αἱρουμένας ταφῆναι, καὶ πῶς τὰ τούτων γίνεσθαι μνημόσυνα. οζ'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεγονότων βρεσείων καὶ τυπικῶν τῆς σεβασμίας μονῆς τῆς κεχαριτωμένης, καὶ ὅπου ἕκαστον ὀφείλει ἀποτεθῆναι. ση'. Παρακλητική παραίνεσις πρὸς τὰς μονα χάς. οθ'. Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ νεουργηθέντων παρά τῆς βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημά των. π. Περὶ τῶν ὀφειλουσῶν ἔχειν τὴν ἐφορείαν τῆς μονῆς. Περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς μονῆς. ΤΥΠΙΚΟΝ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ, Τῆς ἐκ βάθρων νεουργηθείσης καὶ συστάσης παρὰ τῆς εὐσεβεστάτης Αὐγούστης ΚΥΡΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΗΣ ΔΟΥΚΑΙΝΗΣ, κατὰ τὴν αὐτῆς πρόσταξιν καὶ γνώμην ὑφηγηθέν τε καὶ ἐκτεθέν. Πολλῶν μὲν ἡμῖν ἀγαθῶν, καὶ μεγάλων, ὦ θεοῦ Λόγου ζῶντος Μῆτερ, ὠδίνων ἄνευ, καὶ μετὰ τόκον παρθενίας πάλιν κειμήλιον παραγέστατον, ὁ σὸς Υἱὸς, καὶ Θεὸς, ἀρχηγὸς, καὶ δοτήρ έχρημάτισεν, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ὡς ἀληθῶς Ἰησοῦς, καὶ Θεὸς μεθ' ἡμῶν, τὸ μέγα τοῦτο κατὰ τὸν ἅγιον Ησαΐαν του Εμμανουήλ σημαινόμενον, καὶ σεβάσμιον· ἔκ τε τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶνα: παραγαγών, καὶ τὸ εὖ εἶ ναι διὰ πάντων ἡμῖν χαρισάμενος, καὶ λόγῳ τετιμηκὼς, καὶ κριτήρια τῶν ὄντων, αἴσθησίν τε καὶ νοῦν δωρησάμενος· καὶ τούτοις τῶν ἐπὶ γῆς διαστήσας ζώων, καὶ βασιλέα τούτοις ἐπιστήσας τὸν ἄνθρωπον βασιλευόμενον ἄνωθεν.
70. De sepulcro menialium.
IRENES AUGUSTE
71. De variis commemorationibus per annum fa
ciendis.
72. De luvipedio quod in sancta et magna feria
quinta fieri debet.
73. Quod in ædificiis monasterii mutationes fieri
non debeant.
74. Quod monasterium externorum oculis nuliatenus patere debeat.
75. Quod neque psalta advocandi sint ad aliquam
solemnitatem: sed illis quoque inaccessum esse debeat monasterium.
76. Quomodo et ubinam sepeliendæ sint filiæ et
neptes nostræ, quæ in monasterio sepeliri volent: et
qua ratione fieri debeant earum commemorationes.
77. De numero breviculorum, et typicorum venerandi monasterii Gratia-plenæ et ubinam quodlibet
corum sit reponendum.
78. Adhortatoria parænesis ad monachas.
79. De sumptuosioribus ædibus a mea majestate in
monasterio nuper ædificatis.
80. De iis quæ monasterii inspectionem habere de
bent.
De ambitu monasterii.
ό. Περὶ τοῦ ταφείου των μοναζουσῶν.
κα'. Περὶ διαφόρων μνημοσύνων ὀφειλόντων
ετησίως τελεῖσθαι.
οβ'. Περὶ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι νιπτῆρος τῇ
ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πέμπτη.
Ογ'. Περὶ τοῦ μὴ γίνεσθαι μετασχηματισμούς
ἐν ταῖς οἰκοδομαῖς τῆς μονῆς.
οδ'. Περὶ τοῦ ἀκατόπτευτον πάντη διαμένειν
τὴν μονήν.
σε. Περὶ τοῦ μηδὲ ψάλτας συγκαλεῖσθαι ἐν
τῇ ἑορτῇ, ἀλλ᾽ ἄβατον εἶναι καὶ τούτοις τὴν μο
νήν.
ος'. Περὶ τοῦ πῶς τε καὶ ποῦ δεῖ θάπτεσθαι
τὰς ἀπὸ τῶν παίδων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐγγόνων, ἐν
τῇ μονῇ αἱρουμένας ταφῆναι, καὶ πῶς τὰ τούτων
γίνεσθαι μνημόσυνα.
οζ'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεγονότων βρεσείων
καὶ τυπικῶν τῆς σεβασμίας μονῆς τῆς κεχαριτωμένης, καὶ ὅπου ἕκαστον ὀφείλει ἀποτεθῆναι.
ση'. Παρακλητική παραίνεσις πρὸς τὰς μονα
χάς.
οθ'. Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ νεουργηθέντων παρά
τῆς βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημά
των.
π. Περὶ τῶν ὀφειλουσῶν ἔχειν τὴν ἐφορείαν
τῆς μονῆς.
Περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς μονῆς.
ΤΥΠΙΚΟΝ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΜΙΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΤΗΣ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ,
Τῆς ἐκ βάθρων νεουργηθείσης καὶ συστάσης παρὰ τῆς εὐσεβεστάτης Αὐγούστης
ΚΥΡΑΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΤΗΣ ΔΟΥΚΑΙΝΗΣ,
κατὰ τὴν αὐτῆς πρόσταξιν καὶ γνώμην ὑφηγηθέν τε καὶ ἐκτεθέν.
TYPICUM VENERANDI MONASTERII
SANCTISSIME DEIPARE KECHARITOMENES, SEU GRATIA-PLENA
FUNDAMENTIS NUPER EXSTRUCTI ET CONDITI PIISSIMA AUGUSTA
DOMNA IRENE DUCÆNA,
JUXTA EJUS JUSSIONEM ET SENTENTIAN ENARRATUM ET EDITUM.
Multorum quidem magnorumque bonorum (o
Dei Verbi viventis Mater sine partus dolore, et post
partum virginitatis rursum Thesaurus purissimus)
nobis auctor et largitor fuit Filius tuus et Deus,
Salvator noster revera Jesus, et nobiscum Deus:
(magnum illud et venerandum juxta sanctum
Isaiam, Emmanuel nomine significatum) qui nos ex
nibilo in naturam produxit, præstantemque omnino naturam nobis donavit: qui nos ratione hono⚫
rɔvit, et rerum judices sensum mentemque largitus
est; ut iis nos distingueret a brutis terræ animantibus, quibus regem imposuit hominem superno
Regi subditum.
Πολλῶν μὲν ἡμῖν ἀγαθῶν, καὶ μεγάλων, ὦ θεοῦ
Λόγου ζῶντος Μῆτερ, ὠδίνων ἄνευ, καὶ μετὰ τόκον
παρθενίας πάλιν κειμήλιον παραγέστατον, ὁ σὸς
Υἱὸς, καὶ Θεὸς, ἀρχηγὸς, καὶ δοτήρ έχρημάτισεν, ὁ
Σωτὴρ ἡμῶν, ὡς ἀληθῶς Ἰησοῦς, καὶ Θεὸς μεθ'
ἡμῶν, τὸ μέγα τοῦτο κατὰ τὸν ἅγιον Ησαΐαν του
Εμμανουήλ σημαινόμενον, καὶ σεβάσμιον· ἔκ τε
τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶνα: παραγαγών, καὶ τὸ εὖ εἶ
ναι διὰ πάντων ἡμῖν χαρισάμενος, καὶ λόγῳ τετιμηκὡς, καὶ κριτήρια τῶν ὄντων, αἴσθησίν τε καὶ νοῦν
δωρησάμενος· καὶ τούτοις τῶν ἐπὶ γῆς διαστήσας
ζώων, καὶ βασιλέα τούτοις ἐπιστήσας τὸν ἄνθρωπον
βασιλευόμενον ἄνωθεν.
col. 993–994page 4 of 70
PG 127:993Καὶ τί ἀνταποδώσομεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;» τῇ δημιουργία συμπαραζεύξας καὶ πρόνοιαν, καὶ οὐδίπω μέχρι καὶ δεῦρο τὰς τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν δαψιλεῖς πηγὰς ἐπισχών· ἐξ οὗ δὴ καὶ οὐρανὸν ἐγύρωσε, καὶ χρόνον διέστησε, καὶ ἀέρα ἐξέχεε, καὶ ὑφήπλωσε γῆν, καὶ τῶν ὁρω μένων ἐπίπτην τὸν ἄνθρωπον κατεστήσατο. Μεγάλα μὲν οὖν δὴ καὶ ταῦτα, καὶ τῆς παρακτικωτάτης τούτων καὶ συνεκτικωτάτης δυνάμεως άξια. Καὶ κατὰ τὴν μέγαν φάναι Δαβίδ· › Ελεον αὐτοῦ τίς ἐκε ζητήσει ποτὲ καὶ ἀλήθειαν;» 'Αλλ' οἷον δή σε ἡμῖν ἀγαθὸν ὁ μεγαλόδωρος έδω ρήσατο, Πνεύματός τε ἁγίου ἐπέλευσις, καὶ Ὑψίστου ἐπισκιάσασα δύναμις, καὶ ναὸν ἑαυτῷ λογικόν τε καὶ ἔμψυχον, ἀχράντως τε καὶ ἀμεταβόλως ἐκ τῶν σῶν παρθενικῶν πανάγνων αἱμάτων ὑποστησάμενος· καὶ ὑπὸ χρόνον ἄτερ πατρὸς ἐκ σοῦ γεννηθείς, ὁ πρὸ αιώ νων άτερ μητρός φὺς ἐκ Πατρός; 'Αλλ' οἷον δή σε ἡμῖν ἀγαθὸν, ὅπερ ἔφην, ὁ καὶ τῶν ἄλλων ἡμῖν ἀγα θῶν δοτὴρ ἐδωρήσατο, κλίμακα τὸ ἐπάρας, καὶ ὑφ απλώσας σε γέφυραν πρὸς οὐρανὸν ἀνάγουσαν, ἢ μετάγουσαν τὸ ἀνθρώπινον; Οὐδ᾽ εἰ ξύμπαντα τὸν οὐρανὸν πρὸς φωνὴν ἀναλυθῆναι μίαν ἐγέν νετο, ἀξίως ἂν, οἶμαι, ἡρμήνευσεν, ἢ ἐξύμνησε τὸ μεγαλεῖον τοῦ δώρου τούτου τὸ ἀξιόθεον. «Τις γὰρ λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου; ἢ τις ἀκουστά, ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ; ν ἢ ποία γλῶσσα τὰς ἑκάστοτε διὰ σοῦ θεοσημίας, ὦ κα χαριτωμένη τοῦ Θεοῦ Λόγου Μῆτερ, ἐκδιηγήσεται, αἷς καὶ τὸ τῆς εἰς Θεὸν στερέωμα πίστεως μένει ἀκράδαντον, καὶ ἀσεβείας καθαιρεῖται τὰ ὀχυρώμα. τα, καὶ ἡ ἱερὰ θρησκεία κατὰ Χριστὸν ἐπὶ τῷ θεμε λίῳ τῶν ἀποστόλων ἀραρότως ἐστήρικται; Τίς ἐξεί ποι τὰς τῶν σῶν θαυμάτων μεγαλειότητας; τίς τὰ κατά διαφόρους καιροὺς ἐξηγήσεται τέρατα; τίς ἐξαγγελεί σοι τὰ μεγαλεῖα, ἢ τὰ παράδοξα ἐξυμνή σειεν, οἷς καὶ βασιλείαν κρατύνεις, καὶ καθαιρεῖς το ραννίδας, καὶ ἐπ' ἐλπίδι εὐζωΐας μελλούσης τὸ φύλο λον [γρ. φύλον] κατασκηνοῖς τὸ Χριστιανικώτατον; Ἐμοὶ δὲ δὴ τίς ἂν γένοιτο λόγος, ὦ τῶν ὑπερ κοσμίων ἁπάντων Θεογεννήτρια τὴν τῶν περὶ ἐμέ σου θαυμασίων ἐξ ἀπαλών ονύχων εἰς τόδε ήλι κίας μεγαλειότητα, ἡ ἁπλῶς ἐξηγούμενος ή πειρώμενος ἐξυμνεῖν, καὶ τὸ τῆς περὶ ἐμέ σου ἐκ σπαργάνων ἔτι χρηστότητος ἐξηγήσασθαι πέλαγος; Τά τε γάρ μοι πρὸς γένεσιν (ὢ τοῦ μὲν ἡμετέρου, γένους σωτηριωδέστατον αὔχημα, τῶν δὲ ἐν οὐρα νοῖς ὁμηγύρεων ἐν ταῖς ἐπουρανίοις, ὡς εἰκὸς, παι ηγύρεσι περιλάλητον ἀγαλλίαμα), ἐξ εὐσεβοῦς τε γένους, καὶ πρὸς ἀρετὴν εὐφυούς, εὐμενείᾳ Θεοῦ, καὶ ταῖς σοῖ; ἐπιστασίαις, καὶ ἀντιλήψεσι, τὴν ἀρχὴν ἐκληρώσατο· τά τε πρὸς ἀναγωγὴν καὶ παιδείαν, 'Ω των υπερκοσμίων απάντων θεογεννήτρια. Θεοτόκος μου, ΘΕΟΤΟΚΟΣ ἡμῶν. Εξηγούμενος.
TYPICUM.
• Καὶ τί ἀνταποδώσομεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων
ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;» τῇ δημιουργία συμπαρα
ζεύξας καὶ πρόνοιαν, καὶ οὐδίπω μέχρι καὶ δεῦρο
τὰς τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν δαψιλεῖς πηγὰς ἐπισχών· ἐξ
οὗ δὴ καὶ οὐρανὸν ἐγύρωσε, καὶ χρόνον διέστησε,
καὶ ἀέρα ἐξέχεε, καὶ ὑφήπλωσε γῆν, καὶ τῶν ὁρωμένων ἐπίπτην τὸν ἄνθρωπον κατεστήσατο. Μεγάλα
μὲν οὖν δὴ καὶ ταῦτα, καὶ τῆς παρακτικωτάτης
τούτων καὶ συνεκτικωτάτης δυνάμεως άξια. Καὶ
κατὰ τὴν μέγαν φάναι Δαβίδ· › Ελεον αὐτοῦ τίς ἐκε
ζητήσει ποτὲ καὶ ἀλήθειαν;»
Et Quid retribuemus Domino
pro omnibus
quæ retribuit nobis?, qui creationi providentiam
copulavit, et qui hactenus nobis largos bonorum
fontes nunquam præclusit; ex quo et cœlum in gy•
rum composuit, et tempus distinxit, et aerem effudit, et terram explicavit, et hominem visibilium
inspectorem constituit. Magna equidem hære, et
summa potestate ea producente et conservante
digna. Et ut cum magno David loquamur: «Mise.
ricordiam et veritatem ejus quis unquam requiret ¹? ›
Sed quale te bonum magnificus ille, Spiritusque
sancti adventus, et Altissimi virtus obumbrans,
nobis donavit, cum ex tuo virginali et castissimo
sanguine templum sibi rationale et animatum, nec
'Αλλ' οἷον δή σε ἡμῖν ἀγαθὸν ὁ μεγαλόδωρος έδωρήσατο, Πνεύματός τε ἁγίου ἐπέλευσις, καὶ Ὑψίστου
ἐπισκιάσασα δύναμις, καὶ ναὸν ἑαυτῷ λογικόν τε καὶ
ἔμψυχον, ἀχράντως τε καὶ ἀμεταβόλως ἐκ τῶν σῶν
παρθενικῶν πανάγνων αἱμάτων ὑποστησάμενος· καὶ labe nec mutatione interveniente paravit, et in
G
ὑπὸ χρόνον ἄτερ πατρὸς ἐκ σοῦ γεννηθείς, ὁ πρὸ αιώνων άτερ μητρός φὺς ἐκ Πατρός; 'Αλλ' οἷον δή σε
ἡμῖν ἀγαθὸν, ὅπερ ἔφην, ὁ καὶ τῶν ἄλλων ἡμῖν ἀγαθῶν δοτὴρ ἐδωρήσατο, κλίμακα τὸ ἐπάρας, καὶ ὑφ
απλώσας σε γέφυραν πρὸς οὐρανὸν ἀνάγουσαν, ἢ
μετάγουσαν τὸ ἀνθρώπινον; Οὐδ᾽ εἰ ξύμπαντα
τὸν οὐρανὸν πρὸς φωνὴν ἀναλυθῆναι μίαν ἐγέν
νετο, ἀξίως ἂν, οἶμαι, ἡρμήνευσεν, ἢ ἐξύμνησε
τὸ μεγαλεῖον τοῦ δώρου τούτου τὸ ἀξιόθεον. «Τις
γὰρ λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου; ἢ τις
ἀκουστά, ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ; ν ἢ
ποία γλῶσσα τὰς ἑκάστοτε διὰ σοῦ θεοσημίας, ὦ κα
χαριτωμένη τοῦ Θεοῦ Λόγου Μῆτερ, ἐκδιηγήσεται,
αἷς καὶ τὸ τῆς εἰς Θεὸν στερέωμα πίστεως μένει
ἀκράδαντον, καὶ ἀσεβείας καθαιρεῖται τὰ ὀχυρώμα.
τα, καὶ ἡ ἱερὰ θρησκεία κατὰ Χριστὸν ἐπὶ τῷ θεμε
λίῳ τῶν ἀποστόλων ἀραρότως ἐστήρικται; Τίς ἐξείποι τὰς τῶν σῶν θαυμάτων μεγαλειότητας; τίς τὰ
κατά διαφόρους καιροὺς ἐξηγήσεται τέρατα; τίς
ἐξαγγελεί σοι τὰ μεγαλεῖα, ἢ τὰ παράδοξα ἐξυμνήσειεν, οἷς καὶ βασιλείαν κρατύνεις, καὶ καθαιρεῖς το
ραννίδας, καὶ ἐπ' ἐλπίδι εὐζωΐας μελλούσης τὸ φύλο
λον [γρ. φύλον] κατασκηνοῖς τὸ Χριστιανικώτατον;
Ἐμοὶ δὲ δὴ τίς ἂν γένοιτο λόγος, ὦ τῶν ὑπερκοσμίων ἁπάντων Θεογεννήτρια τὴν τῶν περὶ
ἐμέ σου θαυμασίων ἐξ ἀπαλών ονύχων εἰς τόδε ήλι
κίας μεγαλειότητα, ἡ ἁπλῶς ἐξηγούμενος ή
πειρώμενος ἐξυμνεῖν, καὶ τὸ τῆς περὶ ἐμέ σου ἐκ
σπαργάνων ἔτι χρηστότητος ἐξηγήσασθαι πέλαγος;
Τά τε γάρ μοι πρὸς γένεσιν (ὢ τοῦ μὲν ἡμετέρου,
γένους σωτηριωδέστατον αὔχημα, τῶν δὲ ἐν οὐρα
νοῖς ὁμηγύρεων ἐν ταῖς ἐπουρανίοις, ὡς εἰκὸς, παι
ηγύρεσι περιλάλητον ἀγαλλίαμα), ἐξ εὐσεβοῦς τε
γένους, καὶ πρὸς ἀρετὴν εὐφυούς, εὐμενείᾳ Θεοῦ, καὶ
ταῖς σοῖ; ἐπιστασίαις, καὶ ἀντιλήψεσι, τὴν ἀρχὴν
ἐκληρώσατο· τά τε πρὸς ἀναγωγὴν καὶ παιδείαν,
• Psal. cxv, 12. • Psai. Lx, 8. 3 Psal. cv, 2.
tempore sine patre ex te est genitus, qui ante sæcula sine matre ex Patre natus est? Sed quale te
bonum, ut dixi, aliorum quoque dator bonorum
nobis largitus est, dum te scalam erexit, et pontem
te extendit, qui humanum genus ad cœlum evehat
et traducat? Si totum cœlum in vocem unam resolvi contingeret, non digne, puto, doni hujus magniLicentiam Deo dignam explicaret, vel decantarel.
• Quis enim loquetur potentias Domini, aut quis
auditas faciet omnes laudes ejus ³? › Aut quæ lingua, o gratia plena Dei Verbi Mater, divina signa
omni tempore et ubique per te edita enarrabit,
quibus et firmamentum fidei in Deum inconcussun
manet, et impietatis præsidia subvertuntur, et
sacra secundum Chris:um religio super fundanentum apostolorum solide firmata est? Quis miraculorum tuorum magnitudinem eloquetur? quis diversis temporibus exhibita prodigia enarrabit? quis
magnificentiam tuam enuntiabi:? aut mirabilia
decantabit, quibus imperium roboras, Lyrannides
evertis, et genus Christianissimum in spe beatæ et
futurae vitæ collocas?
Ego vero quo utar sermone, Dei Genitrix coelestium omnium Domina, si tuorum erga me mirabilium a teneris unguiculis ad hoc usque ætatis
magnificentiam vel simpliciter recitavero, vel laudibus celebrare tentavero; et si tuæ ab incunabulis
etiamnum benignitatis erga me pelagus enarrare
voluero? Nam quod ad ortum meum spectat (o nostri quidem generis admodum salutaris gloriatio,
beatorum vero coetuum in cœlestibus, ut par est,
celebritatibus præclara exsultatio), ex pio et ad
virtutem proclivi genere, Dei benignitate, tuaque
cura et patrocinio ductus est. Quod vero ad educationem et institutionem, sub præstantissimis legiMontfauconii
'Ω των υπερκοσμίων απάντων Θεογεννή
τρια. Hæc loquendi ratio in hoc Typico insolens
non est, sic alias reperie est Θεοτόκος μου, Θεοτό
κος ἡμῶν.
notæ.
Εξηγούμενος. Auguste scriba non advertens,
sibi in persona dominæ suæ loquendum esse,
masculino interdum utitur genere.
col. 995–996page 5 of 70
PG 127:995ὑπὸ καλλίστοις νόμοις πεπαιδαγώγηται· καὶ ἐν ἔθε σιν (ἀπέστω φθόνος, καὶ κόμπου βάρος) οὐδὲν ἐπα γομένοις ἐπισεσυρμένον, ἢ δυσανάγωγον. Καὶ τοῦτο πάντως δῶρον Θεοῦ, καὶ τῆς Θεομήτορος σου. Τα τε πρὸς τὴν χρονικὴν σαφῶς τελειότητα, τίνι τῶν ἁπάντων, ἢ ἀπατῶν, οὕτως ὡς ἐμοὶ τῇ σῇ θεραπαίνῃ, διὰ πάντων εὐάδωσας πρὸς τὴ εὐμαρέστερον; ἢ τοῖς νοητοῖς καὶ ἀκηράτοι; ὡς ἀληθῶς προσσωτοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη βασίλισσα, καὶ ἐκ δεξιῶν ἑστῶτα τοῦ παντοκράτορος. Ταῖς γὰρ δὴ κατ' ἀνθρώπους εὐετηρίαι;, τὰ κατ' ἐμὲ πανταχόθεν περικυκλώσασα, ἢ ἐπικλύσασα, καὶ οὐδὲν ὅτι τῆς κάτω ἀνθρωπίνης εὐροίας τῶν περὶ ἐμὲ περιβόλων στή σασα πόρρωθεν, ἔτι με καὶ πρὸς τὸ τῆς κατ' ἀν θρώπους εὐδαιμονίας ακρότατον, οἷς οἶδες λόγοις, τὴν βασιλείαν ἀνήγαγες. Τούτοις τὸ ἐν πορφύρα τέθεικας γονιμώτατον τῇ μητρικῇ μοι σχέσει, καὶ κλήσει, τὴν μητρομήτορα προσθεμένη, καὶ πατρ μήτορα. Τούτοις τὸ τῆς βασιλικῆς δυναστείας μέχρι καὶ τήμερον παρέζευξας παρατατικώτερον, τὰς καλλινίκους ὑπὲρ βασιλέως ἐπιμαχίας ἐν δεινοῖς, καὶ καιροῖς κινδυνώδεσι, τὰ τούτου κατά βαρβάρων ὑπ σου συμμάχω μεγάλα τε καὶ τῇ Ῥωμαίων ἐπικρατεῖς σωτήρια τρόπαια, τὰς τῶν φιλτάτων ἡμῖν αναῤῥώσεις ἐν νόσοις, ἢ καὶ ἀναβλύσεις ἐκ φάρυγγος ἁρπάζοντος λέοντος. • Προσθήσοις δέ γε καὶ ἔτι ἡμέρας τοῦ βασιλέως,» καὶ σύμμαχος τούτῳ κατά βαρβάρων ἀπρόσμαχος γίνοιο· ἵνα δή σοι καὶ ἡ κλι ρονομία, καὶ ἡ χειρισθεῖτά σοι μεγαλόπολις, πηγή Ο καὶ ρίζα τῆς εὐσεβείας ἀειθαλής διασώζηται και ἀένναος. Αγγέλων οὖν ἐπὶ τούτοις ἀφεῖσα γλώσσαις, αἴτι νές ποτε ἀγγέλων γλῶσσαι πεφύκασι τὴν σὴν εὐφη μεῖν τε καὶ γεραίρειν μεγαλειότητα, καὶ τὸ ὑπὲρ τοὺς ἀνωτάτω, καὶ πρεσβυτάτους θρόνους, καὶ τὰ χερουβὶμ ἀκηλίδωτον, καὶ ἀμόλυντον, καὶ νοερᾶς ἀνθομολογεῖσθαί σοι, διὰ τὸ περὶ ἡμᾶς συμπαθές τε καὶ φιλάνθρωπον· μόνον ἐγὼ τὸν ἐπιστρεπτικών ἀντεισφέρω σοι μάλα ζέοντα έρωτα, τὸν προνοη τικώτατόν τε καὶ σωστικώτατον, μετὰ τοῦ μονογενοῦς τε καὶ Πρωτοτόκου τρεφούση περὶ τὸ ἀνθρώπι τον έρωτα. Καί μοι τὸ φρικτόν τε καὶ μέγα τῆς σῆς Θεοτο κίας ἀξίωμα, περιλάλημα θυμηρέστατον, καὶ ἐννό ημα ἀδιάληπτον, ἐπί τε τὴν σὴν ἱερὰν λοχείαν, πᾶσαν ἡδονὴν εὐαγῆ καὶ τρυφὴν καλῶν. Καὶ οὐδέν μοι πάντων οὕτω χαριέστατον ἄκουσμα, ή διηγημα, ὡς τὰ περὶ σὲ θαυμάσια, καὶ μυστήρια, καὶ τὸ τῆς ἐφ' ἡμᾶς ἐπιῤῥοίας τῶν ἀγαθῶν ἐκ Θεοῦ διὰ σοῦ μέσσης ἀένναον, Πορφύρα. Ἀλλὰ γὰρ ἐπὶ τουτοις ἄξιον μὲν οὐδὲν εἶναι παρ' ἡμῖν οἶδα, τῆς σῆς ὑπὲρ λόγον καὶ νοῦν ἁγιότητος
bus et moribus (absit invidia et jactantia molestia) ὑπὸ καλλίστοις νόμοις πεπαιδαγώγηται· καὶ ἐν ἔθε
nihil dissoluti vel pravæ consuetudinis secum trahentibus curata est. Et hoc plane Dei, et tui Dei
Matris donum. Quod autem ad temporalem felicitatem liquido attinet, cui omnium cujusvis sexus,
ut mihi famulæ tuæ, ad feliciora prosperum iter per
omnia parasti? o Regina spiritualibus, et vere incorruptis fimbriis circumamicta, varietate circumdata ', et stans a dextris Omnipotentis: cum enim
omnia mea secundis quoad hominem rebus circumdederis, vel potius perfuderis, et nihil humanæ
prosperitatis a circuitu meo amoveris; me insuper
ad felicitatis humanæ fastigium, quibus nosti rationibus, ad imperium scilicet evexisti. Iis maximam
In purpura fecunditatem addidisti, cum me matrem
prius factam et vocatam, aviam insaper maternam,
et aviam paternam effici et nuncupari tribuisti. Iis
adjecisti maximum imperatoriæ potestatis ad hanc
usque diem incrementum; præclara et victricia
imperatori in arduis casibus periculosisque temporibus auxilia: ejusdem magna, Romano que imperio
salutaria tropæa, quæ te opitulante de Barbaris
retulit: charissimorum nostrorum morbo laborantiam restitutam sanitatem, sive potius e faucibus rapientis leonis liberationen. Dies super dies
regis insuper adijcias", et esto illi invicta adversus Barbaros belli socia: ut hæreditas lua et curæ
tuæ credita magna urbs, fons et radix pietatis semper virens et perennis servetur.
Angelorum igitur linguis hæc dimittens, quibus
quidem angelorum linguis id natura tributum est,
ut magnitudinem tuam, necnon incontaminatam et
immaculatam tuam puritatem, ipsos supremos antiquissimosque Thronos et Cherubim superantem,
celebrare valcant, et laudibus ornare, ac spiritualiter tibi confiteri ob tuam erga nos commiserationem et benignitatem; solum ego ferventissimum amorem in vicem offero tibi, quæ cum
Unigenito ac Primogenito tuo providentissimum
saluberrimumque erga bumanum genus amorem
nutrivisti.
σιν (ἀπέστω φθόνος, καὶ κόμπου βάρος) οὐδὲν ἐπα
γομένοις ἐπισεσυρμένον, ἢ δυσανάγωγον. Καὶ τοῦτο
πάντως δῶρον Θεοῦ, καὶ τῆς Θεομήτορος σου. Τα τε
πρὸς τὴν χρονικὴν σαφῶς τελειότητα, τίνι τῶν
ἁπάντων, ἢ ἀπατῶν, οὕτως ὡς ἐμοὶ τῇ σῇ θεραπαί
νῃ, διὰ πάντων εὐάδωσας πρὸς τὴ εὐμαρέστερον; ἢ
τοῖς νοητοῖς καὶ ἀκηράτοι; ὡς ἀληθῶς προσσωτοίς
περιβεβλημένη, πεποικιλμένη βασίλισσα, καὶ ἐκ
δεξιῶν ἑστῶτα τοῦ παντοκράτορος. Ταῖς γὰρ δὴ κατ'
ἀνθρώπους εὐετηρίαι;, τὰ κατ' ἐμὲ πανταχόθεν πε
ρικυκλώσασα, ἢ ἐπικλύσασα, καὶ οὐδὲν ὅτι τῆς κάτω
ἀνθρωπίνης εὐροίας τῶν περὶ ἐμὲ περιβόλων στή
σασα πόρρωθεν, ἔτι με καὶ πρὸς τὸ τῆς κατ' ἀνθρώπους εὐδαιμονίας ακρότατον, οἷς οἶδες λόγοις,
τὴν βασιλείαν ἀνήγαγες. Τούτοις τὸ ἐν πορφύρα
τέθεικας γονιμώτατον τῇ μητρικῇ μοι σχέσει, καὶ
κλήσει, τὴν μητρομήτορα προσθεμένη, καὶ πατρ
μήτορα. Τούτοις τὸ τῆς βασιλικῆς δυναστείας μέχρι
καὶ τήμερον παρέζευξας παρατατικώτερον, τὰς καλλινίκους ὑπὲρ βασιλέως ἐπιμαχίας ἐν δεινοῖς, καὶ
καιροῖς κινδυνώδεσι, τὰ τούτου κατά βαρβάρων ὑπ
σου συμμάχω μεγάλα τε καὶ τῇ Ῥωμαίων ἐπικρα
τείς σωτήρια τρόπαια, τὰς τῶν φιλτάτων ἡμῖν
αναῤῥώσεις ἐν νόσοις, ἢ καὶ ἀναβλύσεις ἐκ φάρυγ
γος ἁρπάζοντος λέοντος. • Προσθήσοις δέ γε καὶ ἔτι
ἡμέρας τοῦ βασιλέως,» καὶ σύμμαχος τούτῳ κατά
βαρβάρων ἀπρόσμαχος γίνοιο· ἵνα δή σοι καὶ ἡ κλι
ρονομία, καὶ ἡ χειρισθεῖτά σοι μεγαλόπολις, πηγή
Ο καὶ ρίζα τῆς εὐσεβείας ἀειθαλής διασώζηται και
ἀένναος.
Αγγέλων οὖν ἐπὶ τούτοις ἀφεῖσα γλώσσαις, αἴτινές ποτε ἀγγέλων γλῶσσαι πεφύκασι τὴν σὴν εὐφη
μεῖν τε καὶ γεραίρειν μεγαλειότητα, καὶ τὸ ὑπὲρ
τοὺς ἀνωτάτω, καὶ πρεσβυτάτους θρόνους, καὶ τὰ
χερουβὶμ ἀκηλίδωτον, καὶ ἀμόλυντον, καὶ νοερᾶς
ἀνθομολογεῖσθαί σοι, διὰ τὸ περὶ ἡμᾶς συμπαθές
τε καὶ φιλάνθρωπον· μόνον ἐγὼ τὸν ἐπιστρεπτικών
ἀντεισφέρω σοι μάλα ζέοντα έρωτα, τὸν προνοη -
τικώτατόν τε καὶ σωστικώτατον, μετὰ τοῦ Μονογε
νοῦς τε καὶ Πρωτοτόκου τρεφούση περὶ τὸ ἀνθρώπι
τον έρωτα.
Καί μοι τὸ φρικτόν τε καὶ μέγα τῆς σῆς ΘεοτοEt mihi quidem jucundissimum est, tremendam
et magnam divini tui partus dignitatem decantare, κίας ἀξίωμα, περιλάλημα θυμηρέστατον, καὶ ἐννόcujus cogitatum enarrare nequeo; ad tuum vero
sacrum puerperium omnem sanctam lætitiam et
voluptatem advoco. Ac nihil mihi inter omnia æque
jucundum auditu vel narratu, atque tua mirabilia
et mysteria, necnon perennis bonorum influxus,
qui a Deo per te intermediam ad nos usque
decurrit.
Verum pro istis nihil apud nos esse novi dignum
tua omnem sermonem et intellectum superante
Psal. ALiv 10. * Psal. Lx, 7.
ημα ἀδιάληπτον, ἐπί τε τὴν σὴν ἱερὰν λοχείαν,
πᾶσαν ἡδονὴν εὐαγῆ καὶ τρυφὴν καλῶν. Καὶ οὐδέν
μοι πάντων οὕτω χαριέστατον ἄκουσμα, ή διηγημα,
ὡς τὰ περὶ σὲ θαυμάσια, καὶ μυστήρια, καὶ τὸ τῆς
ἐφ' ἡμᾶς ἐπιῤῥοίας τῶν ἀγαθῶν ἐκ Θεοῦ διὰ σοῦ μέσ
σης ἀένναον,
Montfauconii
Πορφύρα. Sic vocabatur domus Constantinopoli, in septo imperialis palatii sita, in qua imperatrices parere solebant, unde nomen PorphyroἈλλὰ γὰρ ἐπὶ τουτοις ἄξιον μὲν οὐδὲν εἶναι παρ'
ἡμῖν οἶδα, τῆς σῆς ὑπὲρ λόγον καὶ νοῦν ἁγιότητος
notae.
geniti. Anna Comn. Alexiadis, 1. vi, et alii Ilisturise
Byzantinæ auctores passim.
col. 997–998page 6 of 70
PG 127:997καθάπερ οὐδὲ τοῦ τὸ ἡμέτερον ἐκ τοῦ πτωχεύσαντος φύραμα, οἷς οὐδὲν ἑαυτῶν, ἀλλὰ τὰ πάντα Θεοῦ, καὶ ἡμεῖς. Γεννησάσῃ γάρ σοι τον Λόγον ὑπὲρ λόγον, τὴν ἄϋλον, τό τε ἀνενδεὲς ἐντεῦθεν ἀπεκληρώθη καὶ τέλειον, καὶ τὰ τῆς κάτω ρεούσης ὕλης οὐκ ἔν τιμα. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς ἔτι περὶ τὰ κάτω στρεφόμεναι, καὶ ζῶσι κατ' ἄνθρωπον, ἀμήχανον θειοτέραις τισὶν ἀπαρχαῖς, καὶ ὑπὲρ τὴν ὕλην τὸ τῆς περὶ σὲ πίστεως ζέον ἐνδείκνυσθαι· σοί τε τῇ τοῦ Λόγου Μητρί, τὸ τοῦ Λόγου συγκαταβατικόν τε καὶ μέτριον, διὰ ζήλων τε καὶ μιμήσεως, ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν τε καὶ καθ' ἡμᾶς, εὐαγῆ καὶ αὕτη ναὸν δειμαμένη τῷ ἁγίῳ ναῷ σοι, καὶ ἐν δικαιοσύνῃ, κατὰ τὸν σὸν προ πάτορα, καὶ μέγαν Δαβίδ, θαυμαστῷ, ὑμνῳδούς σοι μονοτρόπους, καὶ τῇ θείᾳ μακαριότητι τοῦ παρ' ἡμῖν σώφρονος θήλεος γένους, ἐν τούτῳ κατῴκισα· τὰ ἐτήσιά τε καὶ ἡμερήσια κατὰ λόγον ἀναγκαῖα τῷ ἀποῤῥύτῳ τοῦ σώματος, ἀπὸ τῶν σῶν μεγάλων ἐμοὶ δωρεῶν ἑκάστῃ τούτων επιμετρήσασα κατὰ τὸ ἀνά λογον. Μᾶλλον δὲ καὶ κοινοβιακὴν διὰ πάντων κατα στήσατα ταύταις τὴν ἄσκησιν, καὶ πανταχόθεν περὶ τὴν ἱερὰν πολιτείαν τῷ θείῳ τούτῳ συντάγματι τὸ ἀπερίσπαστον περιποιησαμένη και συγκροτήσασα. Δί δή μοι καὶ κατ' ἐλπίδα τε καὶ εὐχὴν, τὸν ἀσκη τικὸν διαθέουσι δίαυλον, ἐξ οὗ δὴ τὴν καλὴν ἐκείνην ὁμολογίαν περὶ τὴν ἱερὰν ταύτην μάνδραν, Θεοῦ τε καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων ἐνώπιον ὡμολόγησαν. Καὶ οὐδὲ ἐνταῦθά μοι αἱ ἐπὶ σοι, Παρθένε Μῆτερ Θεοῦ, ἐλπίδες διημαρτήκασι, καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις εὐ χαριστήρια χοροί σοι πάντως ἀγγέλων ἀνοίσουσιν, οὓς ἐπὶ σωτηρία χαίρειν ἀνθρώπου, καὶ μεγάλα σκιρτάν διαγορεύει τὰ Εὐαγγέλια. Αλλ' ἐγὼ μὲν οὕτω δή σοι τῇ τεκούσῃ τὸν ποι μένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν, ἐν Θεοῦ πόθου πιο ριουσία τὴν ἱερὰν ἐδειμάμην μάνδραν, καὶ ἀγέλην λόγῳ τετιμημένην, τῇ τοῦ πρώτου, ἢ καὶ ἑνὸς ποι μένος, κατὰ τὸν σοφὸν Σολομῶντα μητρί σοι προσ ήγαγον. Σὺ δέ μοι (ὦ, τί ἄν σέ τις εἰπὼν ὀρθῶς προσείποι; τὴν κεχαριτωμένην παρά Θεῷ, τὴν ὑπὲρ τὰ δρώμενα, τὴν ὑπὲρ τὰ νοούμενα, τὴν τοὺς ὅρους ὑπερβᾶσαν τῆς φύσεως, τὴν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων μεσίτιδα· τί τὰ πολλὰ μηκύνω; τὴν ἀληθῶς ὑπὸ παρθενίᾳ καὶ ἁγνότητι Θεομήτορα), σὺ δέ μοι τὴν ἐγκάρδιον πίστιν ἐπιεικῶς διαβασανίσασα, δέξαι τὴν ἀπαρχὴν εὐμενῶς, καὶ μὴ ἀπώσῃ μοι τὴν προσαγωγὴν, μηδὲ ἀποστρέψῃς ἀπὸ τῆς παιδός σου τὸ πρόσω ωπόν σου ἀλλὰ τῷ δεξιῷ τῆς ἀρχῆς πρόσθες καὶ τὸ τοῦ πέρατος αἴσιον, τὰς τοῖς τοῦ παναγίου περιηργυρωμένας χαρίσμασι Πνεύματος, καὶ αὕτη κατὰ τὸν Μωϋσέα διεῖσα, παναμώμητε, πτέρυγας, καὶ τὴν καλὴν ταύτην μάνδραν οὕτω περιθριγκώσασα, καὶ τῷ περιιόντι, καὶ τίνα καταπίοι ζητοῦντι, καὶ τοὺς ἱερούς περιβόλους ὑπὸ λιμῷ τε καὶ δόλῳ περιοδεύοντι λέοντι, τὴν ἀνατεθεῖσαν ταύτην ἀγέλην τῇ σῇ, Παρ ο ο
TYPICUM.
καθάπερ οὐδὲ τοῦ τὸ ἡμέτερον ἐκ τοῦ πτωχεύσαντος sanctitate: ut neque illo qui nostram ex te massam
φύραμα, οἷς οὐδὲν ἑαυτῶν, ἀλλὰ τὰ πάντα Θεοῦ, καὶ
ἡμεῖς. Γεννησάσῃ γάρ σοι τον Λόγον ὑπὲρ λόγον,
τὴν ἄϋλον, τό τε ἀνενδεὲς ἐντεῦθεν ἀπεκληρώθη καὶ
τέλειον, καὶ τὰ τῆς κάτω ρεούσης ὕλης οὐκ ἔντιμα.
Ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῖς ἔτι περὶ τὰ κάτω στρεφομέναι, καὶ ζῶσι κατ' ἄνθρωπον, ἀμήχανον θειοτέραις
τισὶν ἀπαρχαῖς, καὶ ὑπὲρ τὴν ὕλην τὸ τῆς περὶ σὲ
πίστεως ζέον ἐνδείκνυσθαι· σοί τε τῇ τοῦ Λόγου
Μητρί, τὸ τοῦ Λόγου συγκαταβατικόν τε καὶ μέτριον,
διὰ ζήλων τε καὶ μιμήσεως, ἐκ τῶν παρ' ἡμῖν τε
καὶ καθ' ἡμᾶς, εὐαγῆ καὶ αὕτη ναὸν δειμαμένη τῷ
ἁγίῳ ναῷ σοι, καὶ ἐν δικαιοσύνῃ, κατὰ τὸν σὸν προπάτορα, καὶ μέγαν Δαβίδ, θαυμαστῷ, ὑμνῳδούς σοι
μονοτρόπους, καὶ τῇ θείᾳ μακαριότητι τοῦ παρ' ἡμῖν
σώφρονος θήλεος γένους, ἐν τούτῳ κατῴκισα· τὰ
ἐτήσιά τε καὶ ἡμερήσια κατὰ λόγον ἀναγκαῖα τῷ
ἀποῤῥύτῳ τοῦ σώματος, ἀπὸ τῶν σῶν μεγάλων ἐμοὶ
δωρεῶν ἑκάστῃ τούτων επιμετρήσασα κατὰ τὸ ἀνάλογον. Μᾶλλον δὲ καὶ κοινοβιακὴν διὰ πάντων καταστήσατα ταύταις τὴν ἄσκησιν, καὶ πανταχόθεν περὶ
τὴν ἱερὰν πολιτείαν τῷ θείῳ τούτῳ συντάγματι τὸ
ἀπερίσπαστον περιποιησαμένη και συγκροτήσασα.
Δί δή μοι καὶ κατ' ἐλπίδα τε καὶ εὐχὴν, τὸν ἀσκητικὸν διαθέουσι δίαυλον, ἐξ οὗ δὴ τὴν καλὴν ἐκείνην
ὁμολογίαν περὶ τὴν ἱερὰν ταύτην μάνδραν, Θεοῦ τε
καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων ἐνώπιον ὡμολόγησαν.
Καὶ οὐδὲ ἐνταῦθά μοι αἱ ἐπὶ σοι, Παρθένε Μῆτερ
Θεοῦ, ἐλπίδες διημαρτήκασι, καὶ τὰ ἐπὶ τούτοις εὐ
χαριστήρια χοροί σοι πάντως ἀγγέλων ἀνοίσουσιν, οὓς
ἐπὶ σωτηρία χαίρειν ἀνθρώπου, καὶ μεγάλα σκιρτάν
διαγορεύει τὰ Εὐαγγέλια.
Αλλ' ἐγὼ μὲν οὕτω δή σοι τῇ τεκούσῃ τὸν ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν, ἐν Θεοῦ πόθου πιο
ριουσία τὴν ἱερὰν ἐδειμάμην μάνδραν, καὶ ἀγέλην
λόγῳ τετιμημένην, τῇ τοῦ πρώτου, ἢ καὶ ἑνὸς ποι
μένος, κατὰ τὸν σοφὸν Σολομῶντα μητρί σοι προσ
ήγαγον. Σὺ δέ μοι (ὦ, τί ἄν σέ τις εἰπὼν ὀρθῶς
προσείποι; τὴν κεχαριτωμένην παρά Θεῷ, τὴν ὑπὲρ
τὰ δρώμενα, τὴν ὑπὲρ τὰ νοούμενα, τὴν τοὺς ὅρους
ὑπερβᾶσαν τῆς φύσεως, τὴν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων
μεσίτιδα· τί τὰ πολλὰ μηκύνω; τὴν ἀληθῶς ὑπὸ
παρθενίᾳ καὶ ἁγνότητι Θεομήτορα), σὺ δέ μοι τὴν
ἐγκάρδιον πίστιν ἐπιεικῶς διαβασανίσασα, δέξαι τὴν
ἀπαρχὴν εὐμενῶς, καὶ μὴ ἀπώσῃ μοι τὴν προσαγω
γήν, μηδὲ ἀποστρέψῃς ἀπὸ τῆς παιδός σου τὸ πρόσω
ωπόν σου ἀλλὰ τῷ δεξιῷ τῆς ἀρχῆς πρόσθες καὶ τὸ
τοῦ πέρατος αἴσιον, τὰς τοῖς τοῦ παναγίου περιηργυρωμένας χαρίσμασι Πνεύματος, καὶ αὕτη κατὰ
τὸν Μωϋσέα διεῖσα, παναμώμητε, πτέρυγας, καὶ
τὴν καλὴν ταύτην μάνδραν οὕτω περιθριγκώσασα, καὶ
τῷ περιιόντι, καὶ τίνα καταπίοι ζητοῦντι, καὶ τοὺς
ἱερούς περιβόλους ὑπὸ λιμῷ τε καὶ δόλῳ περιοδεύοντι
λέοντι, τὴν ἀνατεθεῖσαν ταύτην ἀγέλην τῇ σῇ, Παρ-
• Psal LXIV. 6. ▼ Psal. LxvII, 6.
* Deut. SX511,
emendicavit; apud nos, inquam, qui nihil nostrum
habemus, sed omnia Dei, et nos ipsi. Tihi enim
quæ supra omnem rationem Verbum materiæ expers genuisti, hinc tributum est ut nullo egeas, et
perfecta sis, et ut quæcunque defluente materia
constant, nullius apud te sint pretii.
At quandoquidem impossibile est, ut qui adhuc
inter hæc infima versantur, et qui secundum hominem vitam degunt, divinioribus quibusdam et
materia sublimioribus primitiis, ferventis in te
fidei dent specimen; tibi Verbi Matri (Verbi scilicet attemperatione et humilitate) per zelum et
imitationem, ex iis quæ apud nos et secundum nos
sunt, ipsa sacrum templum adificavi, tibi, c sanclo templo, et juxta progenitorem tuum et magnum David ‹ in æquitate mirabili •:: in quo
cantatrices tibi et divinæ beatitudini ‹ unius morise pudico apud nos femineo sexu inhabitare
feci '.. Εt necessaria annuo et quotidiano caduci
corporis usui, ex magnis a te mihi concessis douis,
servata proportione, singulis congruenter assignavi.
Quin et cenobiticam omnino ipsis tradidi Regulam,
id maxime et ex omni parte curans, hocque divino
Instituto illis concilians, ut in sacra illa conversatione alienis curis expediantur.
Illæ vero juxta spem et votum meum asceticur
decurrunt stadium, ex quo pulchram illam professionem apud sacrum hoc ovile, in conspectu Dei
et electorum angelorum emisere. Neque mea in te
spe, ο Virgo Mater Dei, hac in parte lapsa sum; ac
pro iis gratias tibi sane referent angelorum chori,
quos de salute hominis gaudere et magnopere
exultare dicant Evangelia.
Sic quidem tibi, quæ magnum ovium Pastorem
peperisti, in divini amoris abundantia sacram
illam exstruxi caulam; et gregem ratione honoratun, tibi primi, imno unici Pastoris, juxta sapientemn
Salomonem, Matri obtuli. Tu vero, (o quid te di̟-
cendo quis recte compellaverit? gratia plenam
apud Deum, quæ es super omnia visibilia, et super
omnia quæ intellectu apprehenduntur, quæ naturæ
terminos superasti; Dei et hominum mediam! quid
multis moror? salva revera virginitate et castitate
Dei Matrem!) tu, inquam, interna fide mea satis
explorata, has primitias benevolo animo suscipias,
et munus istud a me oblatum ne respueris, neque
avertas faciem tuam a filia tua: sed fausto initio
prosperum finem adjungas, expandensque juxta
Moysen tuas sanctissimi Spritus donis deargentatas
alas, o immaculata, ita pulchram ejusmodi caulam
circummunias, gregemque istum tuæ magnificentiæ
consecratum, ο Virgo et Mater, nunquam circumveniri sinas per insidias circumeuntis et quem
devoret querentis leonis, qui cum fame et dolo sacrum septum circuit: femincumque sororum ani11.
col. 999–1000page 7 of 70
PG 127:999θένε καὶ μῆτερ, μεγαλειότητι συντηρούσα καθάπαξ ἀνεπιβούλευτον, καὶ τὸ θῆλυ πρὸς ἀρετὴν ἀῤῥενο σα τῇ ἀδελφότητι, καὶ τὴν πανσθενή σου δεξιάν ὑπερέχουσα τοῦ καλοῦ τοῦδε ποιμνίου κατὰ τὴν δετ νέχειαν· ὡς μηδεμίαν καὶ πάλιν ἐν ταύταις Εὔαν εὑρεῖν τὸν ἀρχαῖον πτερνιστήν τε καὶ δράκοντα, ἢ ψιθυρίσαι ταύτης πρὸς ὦτα θανατηφόρα σοφίσματα, καὶ πρὸς ᾅδου κατάγοντα πέταυρον. Αλλ' ἅμα κάτ σας ὑπὸ τὴν σὴν κραταιοτάτην αυλιζομένας ἀντίληψιν, τὸν ἱερὸν, καθ' ἑτέραν ἐπιβολὴν, μελισσώνα τοῦτον περιβομβεῖν ἐμμελέστατα, τὸν τῆς ἀρετῆς εργαζομένας καρπὸν ὑπὲρ μέλι γλυκάζοντα, ἐν αὐτῇ ἁγίᾳ Θεοῦ προσκυνούσας ἀχράντως τῷ κρείττον. Θεῷ θυσίαν θυούσας αἰνέσεως· τῆς ἡμέρας ἑπτάκις ἐπὶ τὰ τῆς θείας δικαιοσύνης αἰνούσα; μαρτύρια καὶ τήν τε θείαν μακαριότητα, τήν τε σὴν ἀνυμνού. σας μεγαλειότητα· ἐπὶ τὰ τῆς ὑπερουσίου Θεότητας κρίματα εξεγειρομένας· μετὰ τοῦ Δαβὶδ μεσονύκτιο, ἐν ταῖς νυξὶν ἐπαιρούσας ὁσίας χείρας, χωρίς διαλογισμῶν, εἰς τὰ ἅγια· ἐν ἐκκλησίαις τὸν Θεὸν εὐλο γούσας Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ· τὸν χοῦν κενού σας, τὸν νοῦν πτερούσας· δουλευούσας τῷ Κυρίῳ ζεούσας τῷ πνεύματι· ἀλλήλας κατανοούσας εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης, καὶ καλῶν ἔργων κατὰ τὸν θεῖον Απόστολον. Ἐν τούτοις δή μοι τὴν ποίμνην ταύτην, ὦ κεχα ριτωμένη τοῦ Λόγου Μῆτερ, καὶ τῶν ἁπάντων Βασί λισσα, διατήρει τε καὶ διάσωξε, ὡς ἐντεῦθεν κακίαν τε τούτων πᾶσαν καὶ ἄγνοιαν ἐξελαύνεσθαι, καὶ διὰ τῆς καθάρσεως ἀεὶ βαδίζειν ταύτας πρὸς καθαρότητα, Ο καὶ τὰς τούτων Ικετηρία; εἰς ὦτα Κυρίου Σαβαώθ ἀνατείνεσθαί τε καὶ εἰσοικίζεσθαι· καὶ οὕτως ἡμῖν ἐκεῖθεν ἐρήκειν ἅπαν ὅ τι σωτήριον τῇ ἱερατεία, τῇ βασιλείᾳ, τῷ κατὰ Χριστὸν πολιτεύματι· ὡς ἐν τεῦθεν καὶ τὸν τοῦ Χριστοῦ βασιλείαν δίεποντα, ἐν ακεραιότητι εὐσεβείας διέπειν τε τὸ ὑπήκοον, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ καὶ εὐστάθειαν πραγματεύεσθαι, ἐν καλοῖς παγγενῆ [[.-νει] συντηρούμενον, καὶ βαρ βάρους τροπούμενον, ὅσοι τε ὁρατεὶ, καὶ ὅσοι ἀόρα τοι· ὅσοι τε τὰ νῶτα τούτῳ τηροῦσιν, ὅσοι κατὰ στέρνων τοῦτον πειρῶνται παίειν· ὅσοι τε ὑπερόριοι, καὶ ὅσοι αὐθιγενεῖς, ἢ ἐγκόλπιοι τούτῳ δράκοντες, τὸ ἀπευκταῖόν τε καὶ ἀπώματον. Τοιοῦτον δή σοι τὸν βασιλέα μετὰ τῶν ἐξ αὐτοῦ. τὸν τά τε ἄλλα, καὶ περὶ τὴν ἀπαρχήν μοι ταύτην ὁμογνώμονα, καὶ συνέριθον εὐγνώμονα, καὶ ὁμόδουλον· ὁ καλὸς οὗτος τῆς ποίμνης ευχόμενος όμιλος, τῷ κατὰ Χριστὸν ἐπιμήκιστον περισώζεσθαι πολιτεύματι· κατὰ λόγον δήπου πάντως τῆς σῆς ἐπικουρίας δεῖται καὶ κραταιᾶς, ὡς εἰκὸς ἀντιλήψεως περὶ τὸ μέγα λίαν αἴτημα τοῦτο, καὶ τῇ οἰκουμένῃ σωτή ριον· ἧς ἀπούσης, καὶ μηδὲ τῆς θείας ροπῆς παρούσης, οὐδὲν καλὸν οὐδενὶ τῶν ἁπάντων κατορθοῦν εὐ πετές. Τοιαῦτά σοι τὰ παρ' ἡμῶν, ὦ Θεομήτορ, ἁπάσης κτίσεως Δέσποινα, ἐπί τε τοῖς παρεληλυθόσιν εύχα ριστήρια, ἐπί τε τοῖς μέλλουσιν ἱκετήρια. Καὶ
mum in virilem ad virtutem immules: fortissima θένε καὶ μῆτερ, μεγαλειότητι συντηρούσα καθάπαξ
dextera tua præclarum hunc gregem assidue protegas, ut antiquus supplantator et draco nullam
pud ipsas Evam rursus inveniat, cujus auribus
exitiales et ad inferni laqueum deducentes cavillationes susurret. Sed simul omnes sub tuo validissimio patrocinio stationem habentes, diversoque
studio incumbentes, circa sacrum hoc alveare cum
suavissima modulatione bombilent: virtutis fruclum super mel dulcem operantes: in aula sancta
Dei adorantes purissime Dominum: Deo sacrificantes hostiam laudis 10: septies in die laudem
dicentes super testimonia justitiæ divinæ ": divinam beatitudinem tuamque magnitudinem celebrantes 19: ad confitendum super judicia superŝubstantialis Deitatis surgentes: cum Davide media
nocte extollentes sanctas manus 18, sine sermocinationibus, in sancta: in Ecclesiis benedicentes
Deo Domino de fontibus Israel ": terram evacuantes,
mentem quasi alis sublevantes: Domino
servientes, spiritu ferventes 18: considerantes
invicem in provocationem charitatis et bonorum
operum ', juxta sanctum Apostolum.
In his itaque mihi, o gratia plena Verbi Mater,
ct omnium Regina, gregem hunc conserves et
custodias, ut hine omnis malitia et ignorantia ab
iis expellatur, et per purgationem semper accedant
ad puritatem; carumque supplicationes ad aures
Domini Sabaoth attollantur et inducantur; eoque
pacto nobis inde adveniat quodcunque salutare,
sacerdotio videlicet, imperio, et reipublicae Christianæ; ut hinc qui Christi imperium administrat,
in pietatis integritate subditos regat; pacem mundo
et tranquillitatem conciliet, in bonis omnis generis
servetur; Barbarosque in fugam vertat, seu visibiles
sive invisibiles; cum eos qui dorsum ejus observant,
tum eos qui pectus ejus ferire conantur; sive
exteros, sive indigenas, seu dracones in ejus sinu
versantes, exsecrandum et abominandum malum.
ἀνεπιβούλευτον, καὶ τὸ θῆλυ πρὸς ἀρετὴν ἀῤῥενο
σα τῇ ἀδελφότητι, καὶ τὴν πανσθενή σου δεξιάν
ὑπερέχουσα τοῦ καλοῦ τοῦδε ποιμνίου κατὰ τὴν δετνέχειαν· ὡς μηδεμίαν καὶ πάλιν ἐν ταύταις Εὔαν
εὑρεῖν τὸν ἀρχαῖον πτερνιστήν τε καὶ δράκοντα, ἢ
ψιθυρίσαι ταύτης πρὸς ὦτα θανατηφόρα σοφίσματα,
καὶ πρὸς ᾅδου κατάγοντα πέταυρον. Αλλ' ἅμα κάτ
σας ὑπὸ τὴν σὴν κραταιοτάτην αυλιζομένας ἀντίλη
ψιν, τὸν ἱερὸν, καθ' ἑτέραν ἐπιβολὴν, μελισσώνα
τοῦτον περιβομβεῖν ἐμμελέστατα, τὸν τῆς ἀρετῆς
εργαζομένας καρπὸν ὑπὲρ μέλι γλυκάζοντα, ἐν αὐτῇ
ἁγίᾳ Θεοῦ προσκυνούσας ἀχράντως τῷ κρείττον.
Θεῷ θυσίαν θυούσας αἰνέσεως· τῆς ἡμέρας ἑπτάκις
ἐπὶ τὰ τῆς θείας δικαιοσύνης αἰνούσα; μαρτύρια -
καὶ τήν τε θείαν μακαριότητα, τήν τε σὴν ἀνυμνού.
σας μεγαλειότητα· ἐπὶ τὰ τῆς ὑπερουσίου Θεότητας
κρίματα εξεγειρομένας· μετὰ τοῦ Δαβὶδ μεσονύκτιο,
ἐν ταῖς νυξὶν ἐπαιρούσας ὁσίας χείρας, χωρίς διαλο
γισμῶν, εἰς τὰ ἅγια· ἐν ἐκκλησίαις τὸν Θεὸν εὐλο
γούσας Κύριον ἐκ πηγῶν Ἰσραήλ· τὸν χοῦν κενούσας, τὸν νοῦν πτερούσας· δουλευούσας τῷ Κυρίῳ -
ζεούσας τῷ πνεύματι· ἀλλήλας κατανοούσας εἰς
παροξυσμὸν ἀγάπης, καὶ καλῶν ἔργων κατὰ τὸν
θεῖον Απόστολον.
Ἐν τούτοις δή μοι τὴν ποίμνην ταύτην, ὦ κεχαριτωμένη τοῦ Λόγου Μῆτερ, καὶ τῶν ἁπάντων Βασί
λισσα, διατήρει τε καὶ διάσωξε, ὡς ἐντεῦθεν κακίαν
τε τούτων πᾶσαν καὶ ἄγνοιαν ἐξελαύνεσθαι, καὶ διὰ
τῆς καθάρσεως ἀεὶ βαδίζειν ταύτας πρὸς καθαρότητα,
Ο καὶ τὰς τούτων Ικετηρία; εἰς ὦτα Κυρίου Σαβαώθ
ἀνατείνεσθαί τε καὶ εἰσοικίζεσθαι· καὶ οὕτως ἡμῖν
ἐκεῖθεν ἐρήκειν ἅπαν ὅ τι σωτήριον τῇ ἱερατεία,
τῇ βασιλείᾳ, τῷ κατὰ Χριστὸν πολιτεύματι· ὡς ἐν
τεῦθεν καὶ τὸν τοῦ Χριστοῦ βασιλείαν δίεποντα, ἐν
ακεραιότητι εὐσεβείας διέπειν τε τὸ ὑπήκοον, καὶ
εἰρήνην τῷ κόσμῳ καὶ εὐστάθειαν πραγματεύεσθαι,
ἐν καλοῖς παγγενῆ [[.-νει] συντηρούμενον, καὶ βαρβάρους τροπούμενον, ὅσοι τε ὁρατεὶ, καὶ ὅσοι ἀόρα
τοι· ὅσοι τε τὰ νῶτα τούτῳ τηροῦσιν, ὅσοι κατὰ
στέρνων τοῦτον πειρῶνται παίειν· ὅσοι τε ὑπερόριοι, καὶ ὅσοι αὐθιγενεῖς, ἢ ἐγκόλπιοι τούτῳ δράκοντες, τὸ ἀπευκταῖόν τε καὶ ἀπώματον.
Τοιοῦτον δή σοι τὸν βασιλέα μετὰ τῶν ἐξ αὐτοῦ.
Ejusmodi itaque imperatorem cum suis, ut in
aliis, in istis quoque primitiis offerendis mihi p τὸν τά τε ἄλλα, καὶ περὶ τὴν ἀπαρχήν μοι ταύτην
concordem, socium benevolum, et conservum
meum, egregius hujus ovilis cœtus rogat Christianæ
reipublicæ incolumem diutius servari; omnique
pacto ad hanc maximam orbique salutarem petitionem impetrandam, tuo auxilio, validoque tuo (ut
vero consentaneum est) patrocinio opus habet: quo
deficiente, atque adeo divino non adstante impulsu,
nulli omnium bonum aliquod operari in promptu est.
Ejusmodi tibi a nobis prodeunt, o Dei Mater,
omnis creaturæ Domina, pro præteritis gratiarum
actiones, pro futuris supplicationes. Et contingat
ὁμογνώμονα, καὶ συνέριθον εὐγνώμονα, καὶ ὁμόδουλον· ὁ καλὸς οὗτος τῆς ποίμνης ευχόμενος όμιλος, τῷ
κατὰ Χριστὸν ἐπιμήκιστον περισώζεσθαι πολιτεύ
ματι· κατὰ λόγον δήπου πάντως τῆς σῆς ἐπικουρίας
δεῖται καὶ κραταιᾶς, ὡς εἰκὸς ἀντιλήψεως περὶ τὸ
μέγα λίαν αἴτημα τοῦτο, καὶ τῇ οἰκουμένῃ σωτήριον· ἧς ἀπούσης, καὶ μηδὲ τῆς θείας ροπῆς παρού
σης, οὐδὲν καλὸν οὐδενὶ τῶν ἁπάντων κατορθοῦν εὐπετές.
Τοιαῦτά σοι τὰ παρ' ἡμῶν, ὦ Θεομήτορ, ἁπάσης
κτίσεως Δέσποινα, ἐπί τε τοῖς παρεληλυθόσιν εύχα
ριστήρια, ἐπί τε τοῖς μέλλουσιν ἱκετήρια. Καὶ
18 Psal. cxxxi, 2. 14 Psal.
• Psal. xcvIII, 9 10 Psal. cxv. 17. " Psal. cxvi, 164. ¹ Psal. Lxx, 8.
18 Rom. x1, 11. 16 Hebr. x, 21.
col. 1001–1002page 8 of 70
PG 127:1001γένοιτο δὴ ἡμῖν κατά τε τόνδε τὸν βίον τὸν ταραχώδη καὶ πολυκύμονα, ὑπὸ τὰς σὰς αὐλίζεσθαι πτέρυγα; ὡς τόν τε μὴ ὑπὸ ταύταις σκεπτόμενον, ἀλλὰ καὶ περὶ τὸ τοῦ κόσμου μέσον, ἢ τὸ τῶν κοσμικῶν πραγμάτ των κέντρον στρεφόμενον, ἀμήχανον, ἢ καὶ τελέως ἀδύνατον μὴ φλέγεσθαι ἐπ' ἀνθράκων βαδίζοντα, ἢ ἐπ' ἀκανθῶν μὴ ἀμύττεσθαι, ἢ ἐπὶ ξιφῶν μὴ αἱμάττεσθαι. Κατά τὲ γοῦν τὸν παρόντα βίον τὸν πολυκίνητον, καὶ φιλομετάβολον, οὕτω δή σε τὴν καλλονὴν Ἰακὼς ὑπέρμαχον ἔχειν ἡμῖν ἐν πᾶσιν ἀπρόσμαχον γένοιτο, τὰς τῶν σφετέρων ἐλπίδων ἀγκύρας ὅλας τῆς σῆς χρηστότητος ἐξαρτήσασι· κατά τε λῆξιν τὴν μέλλουσαν, εὑρεῖν σε πάλιν προστάτιδα περὶ τὸ φρικτόν τε καὶ μέγα τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Βασιλέως κριτήριον· ὅτε δὴ καὶ τοὺς λόγους τῶν ἐν τῇ καλῇ Ναζαρέτ μεγάλων εὐαγγελίων τῆς ἐν σοὶ παναῤῥήτου του Λόγου σαρ κώσεως, καὶ τῶν κατὰ τὴν ἱερὰν Βηθλεὲμ ἐν τῇ φάτνη σπαργάνων, οἱ τῆς ἀρετῆς ἐργάται συνήσουσι τρανότερον τε καὶ καθαρώτερον. ᾿Αλλὰ τοιαῦτα μὲν δὴ τῇ ὑπερλάμπρῳ καὶ θείᾳ κιβωτῷ σοι τοῦ ἁγιάσματος, τὰ παρ' ἡμῶν εὐχαριστήριά τε καὶ ἱκετήρια. "Α δὲ δὴ περί τε τῆς ἱερᾶς σοι μάνδρας, καὶ τῆς τῶν κατ' αὐτὴν ἡμῖν διατετύπωται καταστάσεως, ταῦτά ἐστιν. ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ. Περὶ τοῦ ἐλευθέραν καὶ αὐτοδέσποτον εἶναι τὴν τῆς κεχαριτωμένης, καὶ πανάγνου Θεομήτορος μονήν. Βούλομαι τὴν ὑπ᾿ ἐμοῦ συστᾶσαν τῆς κεχαριτωμένης Δεσποίνης μου Θεοτόκου μονὴν, μέχρι μὲν ἂν ἐγὼ τῇ αὐτῆς ἐκτενεῖ πρεσβείᾳ καὶ χάριτι ἐν τῇ παρούσῃ διατηρῶμαι ζωῇ, καθ᾿ ὃν ἂν αὐτὴ θέλω τρόπον διοικεῖσθαι καὶ διεξάγεσθαι· μετὰ δὲ τὴν ἐμὴν ἀποβίωσιν (ἄνθρωπος γὰρ οὖσα, θανεῖν ἀπεκ δέχομαι, καὶ τὸ κοινὸν ἐπιγνῶναι χρέος τῆς φύσεως), Ελευθέραν εἶναι, καὶ αὐτοδέσποτον, καὶ πάσης χει ρὸς καὶ δεσποτείας ἀπεξενωμένην· καὶ μηδενὶ τῶν ἁπάντων ἐπ' αὐτῇ προσεἶναι ὁτιοῦν δίκαιον, ἢ προ νόμιον· ἀλλὰ παντάπασιν οὖσαν ἐλευθέραν μένειν καθ᾿ ἑαυτὴν, καὶ ἐφ' ἑαυτῆς διοικεῖσθαι κατὰ τὰ παρ' ἐμοῦ ῥητῶς ἐνταῦθα διατυπωθησόμενα· μήτε βασιλικοῖς, ἢ ἐκκλησιαστικοῖς, ἢ προσωπικοῖς έτε δήποτε ὑποτιθεμένην δικαίοις, μήτε κατὰ δωρεάν, ἢ ἐπίδοσιν, ἢ ἐφορίαν, ἢ οἰκονομίαν, ἢ ἐπιτήρησιν, ἢ ἑτέραν τινὰ πρότασιν, προσώπῳ οἰῳδήτιν:, ἢ μονῇ, ἢ εὐαγεῖ οἴκῳ, ἢ τῷ ὀρφανοτροφείῳ, ἢ ἑτέρῳ σεκρέτῳ ή ξενῶνί τινι ἀνατιθεμένην· ἀλλ' ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν μόνης της κεχαριτωμένης παρθενομήτορος, ᾗ δὴ καὶ ἀνατέθειται, κεῖσθαι μένουσαν ἐστ αεὶ, καὶ παρὰ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγουμενούσης ἐν αὐτῇ, κυβερνάσθαί τε καὶ διεξάγεσθαι κατὰ τὰ παρόντα ἡμῶν διατάγματα. Σεκρέτῳ.
TYPICUM.
γένοιτο δὴ ἡμῖν κατά τε τόνδε τὸν βίον τὸν ταραχώδη quidem nobis in hac turbulenta fluctibusque jaκαὶ πολυκύμονα, ὑπὸ τὰς σὰς αὐλίζεσθαι πτέρυγα;·
ὡς τόν τε μὴ ὑπὸ ταύταις σκεπτόμενον, ἀλλὰ καὶ περὶ
τὸ τοῦ κόσμου μέσον, ἢ τὸ τῶν κοσμικῶν πραγμάτ
των κέντρον στρεφόμενον, ἀμήχανον, ἢ καὶ τελέως
ἀδύνατον μὴ φλέγεσθαι ἐπ' ἀνθράκων βαδίζοντα, ἢ
ἐπ' ἀκανθῶν μὴ ἀμύττεσθαι, ἢ ἐπὶ ξιφῶν μὴ αἱμάττεσθαι.
Κατά τὲ γοῦν τὸν παρόντα βίον τὸν πολυκίνητον,
καὶ φιλομετάβολον, οὕτω δή σε τὴν καλλονὴν Ἰακὼς
ὑπέρμαχον ἔχειν ἡμῖν ἐν πᾶσιν ἀπρόσμαχον γένοιτο,
τὰς τῶν σφετέρων ἐλπίδων ἀγκύρας ὅλας τῆς σῆς
χρηστότητος ἐξαρτήσασι· κατά τε λῆξιν τὴν μέλλου
σαν, εὑρεῖν σε πάλιν προστάτιδα περὶ τὸ φρικτόν τε
καὶ μέγα τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Βασιλέως κριτήριον· ὅτε
δὴ καὶ τοὺς λόγους τῶν ἐν τῇ καλῇ Ναζαρέτ μεγάλων
εὐαγγελίων τῆς ἐν σοὶ παναῤῥήτου του Λόγου σαρ
κώσεως, καὶ τῶν κατὰ τὴν ἱερὰν Βηθλεὲμ ἐν τῇ φάτνη
σπαργάνων, οἱ τῆς ἀρετῆς ἐργάται συνήσουσι τρανότερόν τε καὶ καθαρώτερον. ᾿Αλλὰ τοιαῦτα μὲν δὴ τῇ
ὑπερλάμπρῳ καὶ θείᾳ κιβωτῷ σοι τοῦ ἁγιάσματος,
τὰ παρ' ἡμῶν εὐχαριστήριά τε καὶ ἱκετήρια. "Α δὲ
δὴ περί τε τῆς ἱερᾶς σοι μάνδρας, καὶ τῆς τῶν κατ'
αὐτὴν ἡμῖν διατετύπωται καταστάσεως, ταῦτά
ἐστιν.
Περὶ τοῦ ἐλευθέραν καὶ αὐτοδέσποτον εἶναι τὴν
τῆς κεχαριτωμένης, καὶ πανάγνου Θεομήτορος
μονήν.
Βούλομαι τὴν ὑπ᾿ ἐμοῦ συστᾶσαν τῆς κεχαριτω
μένης Δεσποίνης μου Θεοτόκου μονὴν, μέχρι μὲν ἂν
ἐγὼ τῇ αὐτῆς ἐκτενεῖ πρεσβείᾳ καὶ χάριτι ἐν τῇ
παρούσῃ διατηρῶμαι ζωῇ, καθ᾿ ὃν ἂν αὐτὴ θέλω
τρόπον διοικεῖσθαι καὶ διεξάγεσθαι· μετὰ δὲ τὴν
ἐμὴν ἀποβίωσιν (ἄνθρωπος γὰρ οὖσα, θανεῖν ἀπεκδέχομαι, καὶ τὸ κοινὸν ἐπιγνῶναι χρέος τῆς φύσεως),
Ελευθέραν εἶναι, καὶ αὐτοδέσποτον, καὶ πάσης χειρὸς καὶ δεσποτείας ἀπεξενωμένην· καὶ μηδενὶ τῶν
ἁπάντων ἐπ' αὐτῇ προσεἶναι ὁτιοῦν δίκαιον, ἢ προνόμιον· ἀλλὰ παντάπασιν οὖσαν ἐλευθέραν μένειν
καθ᾿ ἑαυτὴν, καὶ ἐφ' ἑαυτῆς διοικεῖσθαι κατὰ τὰ
παρ' ἐμοῦ ῥητῶς ἐνταῦθα διατυπωθησόμενα· μήτε
βασιλικοῖς, ἢ ἐκκλησιαστικοῖς, ἢ προσωπικοῖς έτε
δήποτε ὑποτιθεμένην δικαίοις, μήτε κατὰ δωρεάν,
ἢ ἐπίδοσιν, ἢ ἐφορίαν, ἢ οἰκονομίαν, ἢ ἐπιτήρησιν,
ἢ ἑτέραν τινὰ πρότασιν, προσώπῳ οἰῳδήτιν:, ἢ
μονῇ, ἢ εὐαγεῖ οἴκῳ, ἢ τῷ ὀρφανοτροφείῳ, ἢ ἑτέρῳ
σεκρέτῳ ή ξενῶνί τινι ἀνατιθεμένην· ἀλλ' ὑπὸ
τὴν ἐξουσίαν μόνης της κεχαριτωμένης Παρθενομήτορος, ᾗ δὴ καὶ ἀνατέθειται, κεῖσθαι μένουσαν ἐστ
αεὶ, καὶ παρὰ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγουμενούσης
ἐν αὐτῇ, κυβερνάσθαί τε καὶ διεξάγεσθαι κατὰ τὰ
παρόντα ἡμῶν διατάγματα.
17 Psal. xlvi, 5.
ctata vita, sub alis tuis stationem habere. Difficillimum namque est, imo potius omnino fieri nequit,
eum qui illis non tegitur, sed circa mundi medium
vel centrum rerum mundanarum versatur, nor
comburi super carbones ambulantem, aut super
spinas non lacerari, vel super gladios non cruentari.
In hac igitur vita plurimis motibus et mutationibus obnoxia, te speciem Jacob 17,, invictam
in omnibus propugnatricem habeamus, qui spei
nostræ anchoras universas in tua mansuetudine
fiximus. In futura vero sorte, te rursus Patronam
inveniamus ad horrendum magnumque Filii tui et
Regis tribunal, quando virtutis operarii, tum magnorum atque faustorum in præclara Nazareth nuntiorum, de ineffabili Verbi in te incarnatione,
tum pannorum sacræ Bethleem præsepii, rationem
apertius et purius intelligent. Sed hac quidem
tibi splendidissimæ divinæque arcæ sanctificationis,
a nobis prodeant gratiarum actiones et supplica -
tiones. Quæ vero de tibi sacro ovili, deque instituto
in eo versantium a nobis sancita sunt, haec sunt.
CAPUT PRIMUM,
Quod liberum suique juris esse debeat gratia plenæ et
custissimæ Dei Matris monasterium.
Volo a me conditum gratia plenæ Dominæ meæ
Deiparæ monasterium, quoad quidem ego assidua
ejus intercessione et gratia in præsenti vita superstes ero, qua voluero ratione administrari et regi.
At post obitum meum (ut enim homo sum, me
morituram exspecto et commune naturæ debitum
agnituram liberum esse et sui juris, omnique
manu et dominio solutum. Nullus omnium jus
quodlibet, vel privilegium in illud obtineat; sed
omnino liberum apud se maneat, et per seipsum
administretur, juxta ea quæ hic a me expresse sancienda sunt, neque imperatorio, aut ecclesiastico,
aut personæ cujuscunque juri unquam subjiciatur: nulla causa, nempe doni, vel factæ accessionis,
aut inspectionis, aut ceconomie, vel observationis,
nec quolibet alio prætextu; nulli persona, aut
inonasterio, sacræ domui, aut orphanotrophio, vel
alii secreto, aut hospitio addictum sit. Sed sub
potestate solius gratia plenæ Virginis Matris, cui
dicatum est, semper maneat, et ab ea quæ illis
diebus præfectæ munus in ipso obierit, gubernetur
et administretur, juxta præsentes nostras sanctiones,
Montfauconii
Σεκρέτῳ. Tribunal juridicum, in quo etiam
archivia asservabantur. Erant plura Constantinopoli secreta variis negotiis deputata, de quibus
¡use summæ vir eruditionis Cangius in Glossario
PATROL. GR. CXXVII.
notæ.
Græco; fusius autem in sua Constantinopoli Christiana, ubi de secretis omnibus Constantinopolitan.s
videsis.
Chapter IICaput II
col. 1003–1004page 9 of 70
Caput Primum
PG 127:1003Ὁ μὲν γὰρ κράτιστός μου βασιλεὺς κῦρος Αλέ ξιος ὁ Κομνηνός, ἂν δῴη Κύριος ὁ Θεὸς μακραίωνα διαβιῶναι ζωὴν, καὶ εἰς γῆρας ἐλάσαι βαθύ, τοιαύ την ἕξει τὴν ἐπὶ τῇ μονῇ ἐξουσίαν, ὁποίαν δὴ καὶ ἐγώ. Μετὰ δὲ τὴν τοῦ κρατίστου μου βασιλέως τῶν ἐντεῦθεν ἐκδημίαν, οὐ βούλομαι τὴν τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου μονὴν ὑπό τινος τῶν ἁπάντων διοικεῖσθαι καὶ διεξάγεσθαι, ἐλευθέραν καὶ αὐτοδέσποτον ἐσαεὶ διαμένουσαν, καθὼς ἀνωτέρω λεπτομερέστερον διείληπται· ἀλλ' αὐτὴν ἐφ' ἑαυτῆς διοι κεῖσθαι καὶ διακυβερνᾶσθαι παρὰ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγουμενούσης ἐν αὐτῇ, κατὰ τὴν τοῦ παρόν της τυπικού διαταγήν. Εἴ τις δὲ βουληθείη ποτὲ ἐν οιωδήποτε χρόνῳ, καθ' οιονδήτινα τρόπον καταδουλώσασθαι ταύτην ἡμῶν τὴν μονὴν, καὶ ὑπὸ ἐξουσίαν ἑτέρου θέσθαι τινὸς καν βασιλεὺς εἴη, καν πατριάρχης, και άλλος τις τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἢ συγκλητικών, κἂν αὐτὴ ἡ προεστῶσα, ἡ οἰκονόμος, ἤ τις ἁπλῶς τῶν νῦν ἐν ταύτῃ ἀδελφῶν ἐξ ἐπηρείας δαιμονικῆς παρακεκινή μένη, οὐ μόνον ἔνοχος ἔσται τῷ θείῳ σώματι καὶ αἵματι τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ καὶ ἀνάθεμα ἔσται, καθώς φησιν ὁ θεῖος Από στολος, καὶ τῇ ἀρᾷ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων Πατέρων υπόδικος γένηται. "Οτι ὅπερ ἐκ ζεούσης καρδίας καὶ πίστεως ἐξ ἐλαχίστου μέρους τῶν πρὸς τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου πρὸς ἡμᾶ; εὐεργεσιών συνεστησάμεθα μοναστήριον, καὶ τῇ έξουσίᾳ καὶ δεσποτείᾳ αὐτῆς τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου ἡμῶν ὑπεθέμεθα, ἐκ πάντων ἁπλῶς ἐλεύ θερον αὐτὸ τυγχάνειν θελήσαντος, τοῦτο οὗτος κακο τρόπῳ γνώμῃ καὶ δολερᾷ, ὑπὸ ἐξουσίαν ἀνθρώπων διεφθαρμένων ἴσως καὶ πονηρῶν, καὶ πρὸς οὐδὲν ἄλλο βλεπόντων, ἢ κέρδος ολέθριον, αθλίως ὁ ἄθλιος ποιήσασθαι ἐμελέτησεν. ΚΕΦΑΛ. Β'. Περὶ τοῦ δεῖν κοινοβιακὴν τὴν διαγωγήν μετιέναι τὰς ἐν τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης τὸν μονήρη βίον διανυούσας. Περί γε μὴν τῆς διαγωγῆς τῶν μοναζουσῶν, καὶ τῆς ὕλης ἐν τῇ μονῇ πολιτείας, ἐφεξῆς σαφέστερόν τε καὶ διὰ βραχέων εἰρῆσθαι καλόν· διορισθήσεται δὲ τὰ περὶ τούτου καθὰ τοῖς θείοις Πατράσι περ τῶν ἄρτι ἀποταξαμένων διηυκρίνηταί τε καὶ διηγόρευται. Διεγνώκατι γὰρ, καὶ νενομοθετήκασι, κοινοβιακὴν ὑπεισέρχεσθαι πολιτείαν, καὶ εἰς ὑποταγὴν ἐκδίδοσθαι, ἀρνησαμένους τὸ θέλημα, τοὺς ἄρτι τὸν πολυκύμονα φυγόντας κόσμον, καὶ προσπεφευγότας τῷ τοῦ μονήρους βίου ἀκυμάντῳ λιμένι, ἅτε δεομένους κ.βερνήτου καὶ ὁδηγοῦ, ὡς τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα τυφλὸν περιφέροντας, καὶ μὴ οἴους τε ὄντας ἑαυτοῖς ἐπαρχεῖν διὰ τὴν τοῦ καλοῦ ἄγνοιαν. Τούτοις εν πειθομένη, βούλομαι, καὶ σφόδρα βούλομαι ἐν κοινο διακῇ διαγωγῇ τε καὶ καταστάσει τὰς μοναζούσας ἐν τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης Μητροπαρθένου δια ζῆν, καὶ τὸν τῆς τοιαύτης πολιτείας κανόνα ἐσπεὶ κύριον εἶναι παρ' αὐτῇ ἀναλλοίωτόν τε καὶ ἀμετάτρεπτον, καὶ πάσῃ περιστάσει ἀσάλευτον μέχρι τῆς τοῦ παντὸς τοῦδε συστάσεως, κατά μηδένα τρόπο
Porro præstantissimus imperator meus, dommus
Alexius Comnenus, quem concedat Dominus Deus
Jongam ducere vitam, et ad summam senectutem
pervenive; eadem gaudebit in monasterium potestate, qua el ego. Postquam vero præstantissimus
imperator meus hinc migraverit, nolo monasterium
gratia plenæ Deiparæ meæ a quoquam administrari
et regi. (Quod liberum semper et sui juris permanere debet, ut fusins supra declaratum est.) Sed
per seipsum administrctur et gubernetur ab ea quæ
per id temporis præfecta in illo erit, juxta præsentis typici constitutionem.
Si quis vero voluerit quovis tempore, quolibet
modo subjicere hoc nostrum monasterium, et in
Ὁ μὲν γὰρ κράτιστός μου βασιλεὺς κῦρος Αλέ
ξιος ὁ Κομνηνός, ἂν δῴη Κύριος ὁ Θεὸς μακραίωνα
διαβιῶναι ζωὴν, καὶ εἰς γῆρας ἐλάσαι βαθύ, τοιαύτην ἕξει τὴν ἐπὶ τῇ μονῇ ἐξουσίαν, ὁποίαν δὴ καὶ
ἐγώ. Μετὰ δὲ τὴν τοῦ κρατίστου μου βασιλέως τῶν
ἐντεῦθεν ἐκδημίαν, οὐ βούλομαι τὴν τῆς κεχαριτω
μένης μου Θεοτόκου μονὴν ὑπό τινος τῶν ἁπάντων
διοικεῖσθαι καὶ διεξάγεσθαι, ἐλευθέραν καὶ αὐτοδέσποτον ἐσαεὶ διαμένουσαν, καθὼς ἀνωτέρω λεπτομερέστερον διείληπται· ἀλλ' αὐτὴν ἐφ' ἑαυτῆς διοι
κεῖσθαι καὶ διακυβερνᾶσθαι παρὰ τῆς κατὰ τὴν
ἡμέραν ἡγουμενούσης ἐν αὐτῇ, κατὰ τὴν τοῦ παρόν
της τυπικού διαταγήν.
Εἴ τις δὲ βουληθείη ποτὲ ἐν οιωδήποτε χρόνῳ,
καθ' οιονδήτινα τρόπον καταδουλώσασθαι ταύτην
alterius cujusque ditionem redigere; is licet impe. ἡμῶν τὴν μονὴν, καὶ ὑπὸ ἐξουσίαν ἑτέρου θέσθαι
rator fuerit, vel patriarcha, seu quivis alius ecclesiastica, vel senatoriæ dignitatis, sive ipsa præfecta,
vel œconomus, vel etiam quædam e sororibus nunc
in illo degentibus, nocivo diaboli impulsu mola;
ron solum reus erit divini corporis et sanguinis
Dei et Salvatoris nostri Jesu Christi; sed et anathema erit, ut ait divinus Apostolus, et maledictioni trecentorum decem et octo Patrum obnoxius
fict. Quia quod ferventi corde et fide monasterium
condidimus, e minima parte beneficiorum quibus a
gratia plena Deſpara aucti sumus, et potestati dominioque ipsius gratia plenæ Deiparæ nostræ subeginus, volentes ut omnino liberum esset; illud
ipsum perverso et doloso proposito, in ditionem
hominum corruptorum forte et malignorum, nihilque aliud nisi lucrum exitiale spectantium, redigere improbe improbus ille molitus est.
CAPUT II.
Quod quæ in monasterio Gratia-plenæ monasticam
vitam degunt, cœnobiticum institutum amplecti
debeant.
Operæ pretium fuerit de disciplina monialium,
deque universa in monasterio vitæ ratione, clarius
deinceps et paucis dicere. Hæc vero definientur
secundum ea quæ a sanctis Patribus, de iis qui
nuper sæculo sese abdicarunt, discrete tradita et
precepta sunt. Decreverunt enim legemque tulerunt, ut ii qui recens e mundo plurimis fluctibus
agitato secesserint, et ad tranquillum monastica
vitæ portum confugerint, cœnobiticum subeant
institutum, et abnegantes propriam voluntatem,
obedientiæ sese tradant, quippe qui gubernatore
et duce indigeant, cum mentis oculis cæci circumferantur, et propter boni ignorantiam sibi ipsis
sufficere non valeant. lis igitur morem gerens volo
et impeuse volo, ut monasterii Gratia-plenæ Virg:-
nis Matris moniales, in cœnobitica disciplina et
vitæ ratione degant, utque hujusmodi conversationis regula in illo semper vigeat, immutataque,
invariabilis, et in quocumque casu inconcussa perseveret, donec universum hoc constiterit. Et nullo
τινὸς καν βασιλεὺς εἴη, καν πατριάρχης, και άλλος
τις τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἢ συγκλητικών, κἂν αὐτὴ
ἡ προεστῶσα, ἡ οἰκονόμος, ἤ τις ἁπλῶς τῶν νῦν ἐν
ταύτῃ ἀδελφῶν ἐξ ἐπηρείας δαιμονικῆς παρακεκινήμένη, οὐ μόνον ἔνοχος ἔσται τῷ θείῳ σώματι καὶ
αἵματι τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ·
ἀλλὰ καὶ ἀνάθεμα ἔσται, καθώς φησιν ὁ θεῖος Από
στολος, καὶ τῇ ἀρᾷ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ
ἁγίων Πατέρων υπόδικος γένηται. "Οτι ὅπερ ἐκ
ζεούσης καρδίας καὶ πίστεως ἐξ ἐλαχίστου μέρους
τῶν πρὸς τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου πρὸς ἡμᾶ;
εὐεργεσιών συνεστησάμεθα μοναστήριον, καὶ τῇ
έξουσίᾳ καὶ δεσποτείᾳ αὐτῆς τῆς κεχαριτωμένης
Θεοτόκου ἡμῶν ὑπεθέμεθα, ἐκ πάντων ἁπλῶς ἐλεύ
θερον αὐτὸ τυγχάνειν θελήσαντος, τοῦτο οὗτος κακοτρόπῳ γνώμῃ καὶ δολερᾷ, ὑπὸ ἐξουσίαν ἀνθρώπων
διεφθαρμένων ἴσως καὶ πονηρῶν, καὶ πρὸς οὐδὲν
ἄλλο βλεπόντων, ἢ κέρδος ολέθριον, αθλίως ὁ ἄθλιος
ποιήσασθαι ἐμελέτησεν.
Περὶ τοῦ δεῖν κοινοβιακὴν τὴν διαγωγήν μετιέναι
τὰς ἐν τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης τὸν μονήρη
βίον διανυούσας.
Περί γε μὴν τῆς διαγωγῆς τῶν μοναζουσῶν, καὶ
τῆς ὕλης ἐν τῇ μονῇ πολιτείας, ἐφεξῆς σαφέστερόν
τε καὶ διὰ βραχέων εἰρῆσθαι καλόν· διορισθήσεται
δὲ τὰ περὶ τούτου καθὰ τοῖς θείοις Πατράσι περ
τῶν ἄρτι ἀποταξαμένων διηυκρίνηταί τε καὶ διηγόρευται. Διεγνώκατι γὰρ, καὶ νενομοθετήκασι, κοινοβιακὴν ὑπεισέρχεσθαι πολιτείαν, καὶ εἰς ὑποταγὴν
ἐκδίδοσθαι, ἀρνησαμένους τὸ θέλημα, τοὺς ἄρτι τὸν
πολυκύμονα φυγόντας κόσμον, καὶ προσπεφευγότας
τῷ τοῦ μονήρους βίου ἀκυμάντῳ λιμένι, ἅτε δεομέ
νους κ.βερνήτου καὶ ὁδηγοῦ, ὡς τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα
τυφλὸν περιφέροντας, καὶ μὴ οἴους τε ὄντας ἑαυτοῖς
ἐπαρχεῖν διὰ τὴν τοῦ καλοῦ ἄγνοιαν. Τούτοις εν
πειθομένη, βούλομαι, καὶ σφόδρα βούλομαι ἐν κοινο
διακῇ διαγωγῇ τε καὶ καταστάσει τὰς μοναζούσας
ἐν τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης Μητροπαρθένου διαζῆν, καὶ τὸν τῆς τοιαύτης πολιτείας κανόνα ἐσπεὶ
κύριον εἶναι παρ' αὐτῇ ἀναλλοίωτόν τε καὶ ἀμετάτρεπτον, καὶ πάσῃ περιστάσει ἀσάλευτον μέχρι τῆς
τοῦ παντὸς τοῦδε συστάσεως, κατά μηδένα τρόπο
col. 1005–1006page 10 of 70
PG 127:1005παραχαραττόμενον, ἢ ἀλλοιούμενον, μηδὲ παρακινούμενον δι' ήντιναούν αἰτίαν, ἢ πρόφασιν· μὴ διὰ πλοῦτον, μὴ διὰ πενίαν, μὴ δι' ἀφορίαν ἢ εὐφορίαν, μὴ δι' ἄλλην ἐποιανοῦν εὐλογοφανὴ αἰτίαν, ἢ ἀφορ μήν· ἀλλὰ πάντη τε καὶ πάντως την κοινοβιακὴν φυλάττεσθαι διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μέχρι παντὸς ἀπαράθραυστον· κἂν εἰς δύο μοναζουσῶν διάρκειαν περιστῆναι συμβῇ τὴν ὅλην πρόσοδον τῆς μονῆς, καὶ αὐτὰς κοινοῦιακῶς βουλόμεθα ζῇν, καὶ τῷ τῆς διαγωγής ταύτης κανόνι στοιχεῖν. Κἂν μὲν τῶν ἡγουμένων τις ἐναντίον βουληθῇ, τὰς μοναχὰς ἀντι λέγειν· εἰ δ' αἱ μοναχαί, τὴν ἡγουμένην ἀντιπίπτειν εἰ δὲ καὶ σύμπασαι συμφρονήσαιεν, τὴν τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένην τα παρ' ἡμῶν διατεταγμένα διεκδικεῖν. Εἰ δὲ καὶ αὕτη ἐκείναις συναπαχθείη, ἄδειαν ἐκχωρούμεν παντὶ τῷ βουλομένῳ, ὑπὲρ εὐ. σεβοῦς ἀγωνίζεσθαι πράγματος, εἰ μή γε παρὰ τῶν συγγενῶν ἡμῶν τοῦτο γένηται, καὶ δικαστηρίῳ, προσιέναι δι' αὐτὸ τὸ καλὸν, καὶ τὸν ὑπὲρ τούτου μισθὸν, καὶ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα, ζητεῖν ἔχειν τὸ ἐνεργόν· καὶ τὰς πρωταιτίους τῆς τοῦ κοινοβιακῶς τὴν καταλύσεως, ἐξωθεῖν τῆς μονῆς, καὶ μὴ νομίζειν τοῦτο μικρὸν εἶναι κατόρθωμα, ἀλλὰ καὶ πάνυ μέγα καὶ σωτήριον. ΚΕΦΑΛ. Γ'. Περὶ τῶν εἰς ἀντίληψιν τῆς μονῆς τεταγμένων, καὶ περὶ τοῦ κρατεῖν καὶ ὅσα ἐν τῇ διαθήκη μου περὶ τῆς μονῆς διατάξομαι, ἴσα τῷ παρ ρέντι τυπικῷ, δ καὶ ὀφείλει ἔχειν τὸ ἀνα λοίωτον καὶ ἄτρεπτον εσαεί. Ἐπεὶ δὲ τῶν ἀναγκαίων ἦν φροντίσαι τὴν βασι λείαν μου, ὅπως καὶ μετὰ τὴν ἀμφοτέρων ἡμῶν ἀπὸ τῶν ἐνθένδε μετάστασιν, ἡ τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου μονὴ εὐποροίη τῶν ἀντιληψομένων, ἵνα μὴ καὶ τοῖς τὰ ἀλλότρια συλώσι διάρπαγμα γένηται, οἷα μὴ ὑπὸ σκέπην τινὰ καὶ ἀσφάλειαν φρουρουμένη, τοῦτο δὴ καὶ πεποίηκα, καὶ κατὰ λόγον ἀρί στης οικονομίας βούλομαι την περιπόθητόν μου θυ γατέρα, καὶ πορφυρογέννητου μοναχὴν κυρὰν Εὐδο κίαν περιέπειν αὐτὴν, καὶ συγκροτεῖν, καὶ διεκδικεῖν, καὶ ἀποτρέπειν παντοίως τους πειρωμένους αὐτῇ ἐπηρεάζειν· καὶ ὅτε τι ἴσως τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ παραθραύεσθαι κινδυνεύει, κωλύειν, ἅτε μοναχὴν οὖσαν, καὶ μέλλουσαν τῇ τοιαύτῃ μονῇ ἐγκαρτερεῖν. Μετὰ μέντοι τὴν ταύτης πρὸς τὰ ἐκεῖθεν μετά στασιν, ἐκεῖναι εἰς τὴν τῆς μονῆς ἐφορείαν καὶ ἀν τίληψιν καταστήσονται, αἷς ἡ βασιλεία μου τὸ τοιοῦ τον δίκαιον δώσει, ἢ διὰ προσθήκης ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ γινομένης, ἢ καὶ διά τινος ἐγγράφου τελευταίας βουλήσεως. Καὶ ὅσα γὰρ ἂν ἐν ταῖς τελευταίαις μου βουλήσεσι διατυπώσωμαι περὶ τῆς μονῆς ταύτης, καὶ πάντων τῶν ὑπ' αὐτὴν, οὕτω βούλομαι κἀκεῖνα κρατεῖν, ὥσπερ ἂν εἰ τῷ παρόντι μου το πικῷ ἐνεγράφησαν· καὶ οὕτω καὶ ταῦτα ἀναλλοίωτα ἐσαεὶ διαμένειν, ὃν τρόπον καὶ τὰ διωρισμένα ἐνταυθοῖ· ἀλλὰ καί τινα τῶν ἐν τούτῳ γραφέντων μοι εἰ βουληθῶ ἀλλοιῶσαι ἐνδιαθήκως, πάντως καὶ τοῦτο
TYPICUM.
παραχαραττόμενον, ἢ ἀλλοιούμενον, μηδὲ παρακι- modo adulteretur, vel mutetur, aut pervertatur,
νούμενον δι' ήντιναούν αἰτίαν, ἢ πρόφασιν· μὴ διὰ
πλοῦτον, μὴ διὰ πενίαν, μὴ δι' ἀφορίαν ἢ εὐφορίαν,
μὴ δι' ἄλλην ἐποιανοῦν εὐλογοφανὴ αἰτίαν, ἢ ἀφορ
μήν· ἀλλὰ πάντη τε καὶ πάντως την κοινοβιακὴν
φυλάττεσθαι διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μέχρι παντὸς
ἀπαράθραυστον· κἂν εἰς δύο μοναζουσῶν διάρκειαν
περιστῆναι συμβῇ τὴν ὅλην πρόσοδον τῆς μονῆς,
καὶ αὐτὰς κοινοῦιακῶς βουλόμεθα ζῇν, καὶ τῷ τῆς
διαγωγής ταύτης κανόνι στοιχεῖν. Κἂν μὲν τῶν
ἡγουμένων τις ἐναντίον βουληθῇ, τὰς μοναχὰς ἀντιλέγειν· εἰ δ' αἱ μοναχαί, τὴν ἡγουμένην ἀντιπίπτειν
εἰ δὲ καὶ σύμπασαι συμφρονήσαιεν, τὴν τῆς μονῆς
ἀντιλαμβανομένην τα παρ' ἡμῶν διατεταγμένα
διεκδικεῖν. Εἰ δὲ καὶ αὕτη ἐκείναις συναπαχθείη,
ἄδειαν ἐκχωρούμεν παντὶ τῷ βουλομένῳ, ὑπὲρ εὐ.
σεβοῦς ἀγωνίζεσθαι πράγματος, εἰ μή γε παρὰ τῶν
συγγενῶν ἡμῶν τοῦτο γένηται, καὶ δικαστηρίῳ,
προσιέναι δι' αὐτὸ τὸ καλὸν, καὶ τὸν ὑπὲρ τούτου
μισθὸν, καὶ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα, ζητεῖν
ἔχειν τὸ ἐνεργόν· καὶ τὰς πρωταιτίους τῆς τοῦ
κοινοβιακῶς τὴν καταλύσεως, ἐξωθεῖν τῆς μονῆς,
καὶ μὴ νομίζειν τοῦτο μικρὸν εἶναι κατόρθωμα,
ἀλλὰ καὶ πάνυ μέγα καὶ σωτήριον.
Περὶ τῶν εἰς ἀντίληψιν τῆς μονῆς τεταγμένων,
καὶ περὶ τοῦ κρατεῖν καὶ ὅσα ἐν τῇ διαθήκη
μου περὶ τῆς μονῆς διατάξομαι, ἴσα τῷ παρ
ρέντι τυπικῷ, δ καὶ ὀφείλει ἔχειν τὸ ἀναλοίωτον καὶ ἄτρεπτον εσαεί.
Ἐπεὶ δὲ τῶν ἀναγκαίων ἦν φροντίσαι τὴν βασι
λείαν μου, ὅπως καὶ μετὰ τὴν ἀμφοτέρων ἡμῶν ἀπὸ
τῶν ἐνθένδε μετάστασιν, ἡ τῆς κεχαριτωμένης μου
Θεοτόκου μονὴ εὐποροίη τῶν ἀντιληψομένων, ἵνα
μὴ καὶ τοῖς τὰ ἀλλότρια συλώσι διάρπαγμα γένηται,
οἷα μὴ ὑπὸ σκέπην τινὰ καὶ ἀσφάλειαν φρουρού
μένη, τοῦτο δὴ καὶ πεποίηκα, καὶ κατὰ λόγον ἀρίστης οικονομίας βούλομαι την περιπόθητόν μου θυ
γατέρα, καὶ πορφυρογέννητου μοναχὴν κυρὰν Εὐδο
κίαν περιέπειν αὐτὴν, καὶ συγκροτεῖν, καὶ διεκδι
κεῖν, καὶ ἀποτρέπειν παντοίως τους πειρωμένους
αὐτῇ ἐπηρεάζειν· καὶ ὅτε τι ἴσως τῶν ἐν τῷ παρόντι
τυπικῷ παραθραύεσθαι κινδυνεύει, κωλύειν, ἅτε
μοναχὴν οὖσαν, καὶ μέλλουσαν τῇ τοιαύτῃ μονῇ
ἐγκαρτερεῖν.
Μετὰ μέντοι τὴν ταύτης πρὸς τὰ ἐκεῖθεν μετάστασιν, ἐκεῖναι εἰς τὴν τῆς μονῆς ἐφορείαν καὶ ἀν
τίληψιν καταστήσονται, αἷς ἡ βασιλεία μου τὸ τοιοῦ
τον δίκαιον δώσει, ἢ διὰ προσθήκης ἐν τῷ παρόντι
τυπικῷ γινομένης, ἢ καὶ διά τινος ἐγγράφου τελευταίας βουλήσεως. Καὶ ὅσα γὰρ ἂν ἐν ταῖς τελευ
ταίαις μου βουλήσεσι διατυπώσωμαι περὶ τῆς μονῆς
ταύτης, καὶ πάντων τῶν ὑπ' αὐτὴν, οὕτω βούλομαι
κἀκεῖνα κρατεῖν, ὥσπερ ἂν εἰ τῷ παρόντι μου το
πικῷ ἐνεγράφησαν· καὶ οὕτω καὶ ταῦτα ἀναλλοίωτα
ἐσαεὶ διαμένειν, ὃν τρόπον καὶ τὰ διωρισμένα ἐνταυθοῖ· ἀλλὰ καί τινα τῶν ἐν τούτῳ γραφέντων μοι εἰ
βουληθῶ ἀλλοιῶσαι ἐνδιαθήκως, πάντως καὶ τοῦτο
ob quamcunque causam vel prætextum; nec divitiarum nec paupertatis cansa, nec propter sterili -
tatem, nec propter fertilitatem, nec ob quamlibet
aliam specie rationabilem causam vel occasionem;
sed cœnobiticam regulam et institutionem penitas
inconcussain custodiant. Etsi totus monasterii
proventus eo deveniret, ut duabus tantum monialibus sufficeret; volumus nihilominus ut ille cœnobitice vivant, et conversationis hujus regulam seetentur. Si vero præfectarum quæpiam opposituin
volucrit, contradirant moniales; si moniales, renita -
tur præfecta. Si omnes autem inter se consenserint,
monasterii patrona, quæ a nobis statuta sunt, tueatur. Si vero ipsa quoque in earum sententiam abducatur, cuilibet volenti liberam concedimus
facultatem, ut pii operis causa contendat (nisi coguati nostri id egerint, et ad judiciale forum
accedat ipsius boni et honesti studio, ac mercedis pro eo recipiendæ causa; studeatque uị quæ
a nobis statuta sunt exsecutioni mandentur. Eas
vero quæ cœnobilicæ vitæ dissolvendæ in primis
cau-æ fuerint, e monasterio pellat. Existimetque
non parvi momenti esse id operis, sed valde magnum et salutare.
CAPUT III.
Quænam de monasterii patrocinio sancita sint; et
quod obtinere debeant quæcunque in testamento
meo de monasterio statuam, æque ac præsens typicum, quod itidem nunquam mutandum et variandum est.
Quandoquidem necesse erat majestatem meam
curare, ut post amborum nostrum hinc discessum
gratia-plenæ Deiparæ meæ monasterio patronæ
semper suppeterent, ne aliena rapientium præda
fat, si nulla protectione et praesidio maniatur; id
quoque effeci. Volo enim ut dilecta filia mea et
porphyrogenita monialis donna Eudocia, ad normam optimæ œconomiæ ipsum administret, conservet et tueatur, omninoque absterreat eos qui
damnum ipsi inferre moliti fuerint. Et si quid eorum quæ in hoc typico habentur violari aliquando
periclitetur, utpote monacha, et in hoc monasterio vitam exactura, id prohibeal.
Post ejus vero ad superos translationem, illæ in
monasterii inspectionem et patrocinium constituentur, quibus imperium meum id juris concesserit,
vel per additamentum in hoc typie factumn, vel
per aliquod rescriptam supreme voluntatis. Vole
onim ut quæcunque suprema mea voluntate et
sententia de hoc monasterio, deque iis quæ adl
ipsum spectant, decrevero, perinde obtineant, ac si
in hoc typico meo descripta essent, et æque immutata semper maneant, alque ea quæ hic lege sancita
sunt. Imo si quid eorum quæ hic a me descripta
sunt testamento mee mutare voluero, id omnino
penes me erit: et nullum discrimen eatenus repu-
Chapter IVCaput IV
col. 1007–1008page 11 of 70
Caput III
PG 127:1007ἐξέσται μοι, καὶ οὐδεμία διαφορά λογισθήσεται τῷ παρόντι μου τυπικῷ πρὸς τὴν τελευταίαν μου βού λησιν, ὅσον εἰς τὸ ἐπίσης κρατεῖν ἰσχυρῶς πάντα τὰ δι' ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῖς τῆς μονῆς τῇ βασιλείᾳ μου δόξαντα· εἰ μή πού τινα τῶν ἐνταυθοί γεγραμμένων, ὡς εἴρηται, σχολὴν ἀπὸ τῆς διαθήκης μου δέ ξονται. Τῇ προφάσει δὲ ταύτῃ οὐκ ὀφείλει τις τῶν αἷς ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς μονῆς παρὰ τῆς βασιλείας μου ἐγκεχώρηται, ἐξουσιάζειν τινὸς τῶν ἐν αὐτῇ, οὐ παραχαράττειν τι τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ διωρισμένων, οὐ τὴν ἡγουμένην μεθιστᾷν, οὐ μοναχὰ; κατατάττειν, οὐκ εἰσάγειν, οὐκ ἐξάγειν, οὐκ ἐκλο γισμοῖς τισιν ὑποτιθέναι, ἢ αὐτὴν τὴν ἡγουμένην, ἢ τὸν οἰκονόμον, ή τινα των μοναζουσῶν, ἐφ᾽ οἷς διοικοῦσί τε καὶ προνοοῦνται, οὐ τῶν εἰσοδιαζομένων τε καὶ ἐξοδιαζομένων εἴδησιν ἀπαιτεῖν, ἢ λαμβάνειν τι ἀπὸ τῆς μονῆς τὸ σύνολον ἐπιχειρεῖν, ἢ νοσφίζεσθαι τὸ οἱονοῦν, ἢ διατάττεσθαι ἐπιχειρεῖν. Τὴν γὰρ διοίκησιν τῆς μονῆς, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὴν πάν των, ἀπερικλόνητον ανατιθέαμεν αὐτῇ τῇ προεστώσῃ καὶ ταῖς μοναχαῖς, κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ περίληψιν. Ἐπὶ δὲ τούτῳ μόνῳ τὰς ῥηθείσας ἐφιστῶμεν τῇ μονῇ, ἐπὶ τῷ συγκροτεῖν τε καὶ περιέπειν αὐτὴν τε καὶ τὰ ὑπ' αὐτήν· καὶ σκανδαλιζομένας ἴσως τις μοναχὰς εἰρηνεύειν, καὶ ἀποσοβεῖν τοὺς ἐθέλοντας τοῖς τῆς μονῆς ἐπεμβαίνειν δικαίοις· ἡ παραθραύειν τι τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ διηγορευμένων. Αρ κέσει δὲ αὐταῖς τὸ μνημονεύεσθαι μόνον καθεκάστην ἐν τῇ μονῇ, καὶ μετὰ θάνατον τοῖς ἱεροῖ; διπτύχοι; γράφεσθαι. Τὸ γὰρ παρὸν ἡμῶν τυπικὸν βουλόμεθα ἔχειν τὸ κράτος ἀκλόνητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον μέχρι παντός, μὴ προσθήκην τινὰ δεχόμενον, μὴ ἀφαίρεσιν, μὴ μεταποίησιν. Οὐδέποτε γάρ τι τῶν ἐν τούτῳ διηγορευμένων καὶ διαγορευθησομένων παραβαθήσεται, ή τινα τρόπον, ἢ μεταποίησιν δέξεται παρ' αὐτι νοσοῦν, οὐδὲ ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ, κἂν πολλῷ κρείττονα διατάγματα καὶ οἰκονομήματα, εἴτε παρ' αὐτῆς τῆς ἡγουμένης, εἴτε παρὰ τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης εἰσάγειτο τῇ μονῇ, ἐξ ὧν προσδοκάται αὐτήν τε, καὶ τὰ ὑπ' αὐτὴν, ἐπίδοσιν μεγίστην λα βεῖν, καὶ κατάστασιν κρείττονα. ΚΕΦΑΛ. Δ'. Περὶ τοῦ πῶς ἂν διάγοιεν ἐν τῇ μονῇ αἱ ἐκ τῶν ἐγγόνων ἡμῶν ἀποκειρόμεναι, καὶ ἐν ταύτῃ παραχωρηθεῖσαι διάγειν, καὶ αἱ ἐκ τῶν περιφανεστέρου βίου καὶ σεμνοῦ προσερχόμενα τῇ τοιαύτῃ μονῇ, καὶ ἀποκειρόμεναι ἐν αὐτῇ. Ἐὰν δέ τις τῶν θυγατέρων τῆς περιποθήτου μου πορφυρογεννήτου κυρᾶ; "Αννης, ἢ τῆς περιποθήτου μου πορφυρογεννήτου κυρᾶς Μαρίας, ἐν τῇ τοιαύτη μονῇ τὴν κοσμικήν τρίχα θελήσειε κείρασθαι, ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἔξω ἀποκαρεῖσα εἰσέλθοι, παραδεκτέα ἔσται. Καὶ εἰ μὲν τῷ αὐτῷ τύπῳ τε καὶ κανόνι ἐμ μένειν βούλοιτο ἔν τε τῇ διαγωγῇ, καὶ διαίτῃ, καὶ κατοικίᾳ, καὶ πάσῃ ἄλλῃ τῶν ἐν ταύτῃ ἀσκουσών καταστάσει, μηδέν τι παρηλλαγμένον, καὶ τῆς τῶν λοιπῶν μοναζουσῶν πολιτείας αλλότριον ἐπιδεικνυ
tabitur mter praesens typicum meum, et supre- ἐξέσται μοι, καὶ οὐδεμία διαφορά λογισθήσεται τῷ
mam meam voluntatem, quatenus æque firmiter
stent quæ per ambo illa de rebus monasterii ab
imperio meo decreta fuerint: nisi forte quædam
corum quæ hic descripta sunt, ut dictum est, per
testamentum meum irrita fierent.
Iloc tamen prætextu non debet quæpiam carum,
quibus a majestate inca concessum fuerit monasterii patrocinium,in aliquam monasterii rem potestatem sibi arrogare, vel quidquam in hoc typico
definitum adulterare, aut præfectam amovere, vel
moniales admittere, seu pro libito introducere vel
ejicere, aut ex quibusdam consiliis ipsam præfectam, sive œconomum, sive aliquam e monialibus
in iis quarum curam et administrationem gerunt,
sibi subjicere, aut redituum et impensarum notitiam postulare: nec quidlibet e monasterio sibi
sumere conabitur, nec quidquam in res suas transferre, vel de eo disponere aggredietur. Nam nonasterii omniumque rerum ejus administrationem
ipsi præfectæ et monialibus imperturbatam committimus, ut in typico declaratur. Hac enim solum
de causa prædictas monasterio imponimus, ut
ipsum cum bonis suis conservent et protegant,
altercantes moniales in pacem agant, illosque absterreant qui jura monasterii usurpare, aut quidpiam hoc typico sancitum rescindere vellent. Sed
satis habere debent, dum quotidie in monasterio
memoria carum fiat, et post obitum in sacris diptychis describantur.
Volumus enim præsens typicum omnino firmum
inviolatumque semper vigere, et neque additamentum, vel detractionem aut mutationem admittere. Nunquam enim quidpiam in eo declaratum
aut declarandum rescindetur, nec modo aut varietate quavis a quocunque, vel unico temporis momento, afficietur, etiamsi multo meliores sanctiones, et domesticæ rei gerendæ constitutiones,
sive ab ipsa præfecta, sive a monasterii patrona in
monasterium inducerentur, quibus etiam maximum
ejus bonorumque ipsius augmentum, et melior
rerum status exspectaretur.
CAPUT IV.
Quomodo in monasterio versari debeant neptes 1:ostræ
quas detonderi continget, quibusque in illo degere
concedetur, necnon quæ ex clariori et splendida
vita ad hoc monasterium accedentes, in eo londentur.
Si quæ ex filiabus dilectæ meæ porphyrogenitæ
donna Anna, aut dilectæ meæ porphyrogenita
domnæ Mariæ, in hoc monasterio mundanos capil -
los suos delon«leri voluerit, vel etiam ab iis qui
foris sunt detonsa accesserit, admittenda erit. Et
si quidem eidem vivendi formæ et regulæ stare
voluerit, ita ut in disciplina, in victus ratione, in
habitatione, in universo denique alio monacharum
in eo versantium instituto, nihil diversum, et a
exterarum monialium conversatione alienum exhiπαρόντι μου τυπικῷ πρὸς τὴν τελευταίαν μου βού
λησιν, ὅσον εἰς τὸ ἐπίσης κρατεῖν ἰσχυρῶς πάντα τὰ
δι' ἀμφοτέρων ἐπὶ τοῖς τῆς μονῆς τῇ βασιλείᾳ μου
δόξαντα· εἰ μή πού τινα τῶν ἐνταυθοί γεγραμμέ
νων, ὡς εἴρηται, σχολὴν ἀπὸ τῆς διαθήκης μου δέ
ξονται.
Τῇ προφάσει δὲ ταύτῃ οὐκ ὀφείλει τις τῶν αἷς
ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς μονῆς παρὰ τῆς βασιλείας μου
ἐγκεχώρηται, ἐξουσιάζειν τινὸς τῶν ἐν αὐτῇ, οὐ
παραχαράττειν τι τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ διωρι
σμένων, οὐ τὴν ἡγουμένην μεθιστᾷν, οὐ μοναχὰ;
κατατάττειν, οὐκ εἰσάγειν, οὐκ ἐξάγειν, οὐκ ἐκλο
γισμοῖς τισιν ὑποτιθέναι, ἢ αὐτὴν τὴν ἡγουμένην, ἢ
τὸν οἰκονόμον, ή τινα των μοναζουσῶν, ἐφ᾽ οἷς
διοικοῦσί τε καὶ προνοοῦνται, οὐ τῶν εἰσοδιαζομένων
τε καὶ ἐξοδιαζομένων εἴδησιν ἀπαιτεῖν, ἢ λαμβάνειν
τι ἀπὸ τῆς μονῆς τὸ σύνολον ἐπιχειρεῖν, ἢ νοσφί
ζεσθαι τὸ οἱονοῦν, ἢ διατάττεσθαι ἐπιχειρεῖν. Τὴν
γὰρ διοίκησιν τῆς μονῆς, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὴν πάν
των, ἀπερικλόνητον ανατιθέαμεν αὐτῇ τῇ προεστώσῃ
καὶ ταῖς μοναχαῖς, κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ περίληψιν.
Ἐπὶ δὲ τούτῳ μόνῳ τὰς ῥηθείσας ἐφιστῶμεν τῇ
μονῇ, ἐπὶ τῷ συγκροτεῖν τε καὶ περιέπειν αὐτὴν τε
καὶ τὰ ὑπ' αὐτήν· καὶ σκανδαλιζομένας ἴσως τις
μοναχὰς εἰρηνεύειν, καὶ ἀποσοβεῖν τοὺς ἐθέλοντας
τοῖς τῆς μονῆς ἐπεμβαίνειν δικαίοις· ἡ παραθραύειν
τι τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ διηγορευμένων. Αρ
κέσει δὲ αὐταῖς τὸ μνημονεύεσθαι μόνον καθεκάστην ἐν τῇ μονῇ, καὶ μετὰ θάνατον τοῖς ἱεροῖ;
διπτύχοι; γράφεσθαι.
Τὸ γὰρ παρὸν ἡμῶν τυπικὸν βουλόμεθα ἔχειν τὸ
κράτος ἀκλόνητόν τε καὶ ἀπαράτρωτον μέχρι παντός,
μὴ προσθήκην τινὰ δεχόμενον, μὴ ἀφαίρεσιν, μὴ
μεταποίησιν. Οὐδέποτε γάρ τι τῶν ἐν τούτῳ διηγορευμένων καὶ διαγορευθησομένων παραβαθήσεται,
ή τινα τρόπον, ἢ μεταποίησιν δέξεται παρ' αὐτινοσοῦν, οὐδὲ ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ, κἂν πολλῷ κρείτ
τονα διατάγματα καὶ οἰκονομήματα, εἴτε παρ' αὐτῆς
τῆς ἡγουμένης, εἴτε παρὰ τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης εἰσάγειτο τῇ μονῇ, ἐξ ὧν προσδοκάται
αὐτήν τε, καὶ τὰ ὑπ' αὐτὴν, ἐπίδοσιν μεγίστην λα
βεῖν, καὶ κατάστασιν κρείττονα.
Περὶ τοῦ πῶς ἂν διάγοιεν ἐν τῇ μονῇ αἱ ἐκ τῶν
ἐγγόνων ἡμῶν ἀποκειρόμεναι, καὶ ἐν ταύτῃ
παραχωρηθεῖσαι διάγειν, καὶ αἱ ἐκ τῶν περι
φανεστέρου βίου καὶ σεμνοῦ προσερχόμενα
τῇ τοιαύτῃ μονῇ, καὶ ἀποκειρόμεναι ἐν αὐτῇ.
Ἐὰν δέ τις τῶν θυγατέρων τῆς περιποθήτου μου
πορφυρογεννήτου κυρᾶ; "Αννης, ἢ τῆς περιποθήτου
μου πορφυρογεννήτου κυρᾶς Μαρίας, ἐν τῇ τοιαύτη
μονῇ τὴν κοσμικήν τρίχα θελήσειε κείρασθαι, ἢ καὶ
ἀπὸ τῶν ἔξω ἀποκαρεῖσα εἰσέλθοι, παραδεκτέα
ἔσται. Καὶ εἰ μὲν τῷ αὐτῷ τύπῳ τε καὶ κανόνι ἐμμένειν βούλοιτο ἔν τε τῇ διαγωγῇ, καὶ διαίτῃ, καὶ
κατοικίᾳ, καὶ πάσῃ ἄλλῃ τῶν ἐν ταύτῃ ἀσκουσών
καταστάσει, μηδέν τι παρηλλαγμένον, καὶ τῆς τῶν
λοιπῶν μοναζουσῶν πολιτείας αλλότριον ἐπιδεικνυ
col. 1009–1010page 12 of 70
PG 127:1009μένη. εὐαπόδεκτος αὐτὴ καὶ Θεῷ καὶ ἐμοὶ, ὑπὲρ τῆς ἀρίστης μεταβολῆς, καὶ δεξιᾶς ἀλλοιώσεως. Εἰ δ᾽ ἐκ τῆς συνήθους ἴσως ἀβροτέρας διαγωγής, εἰς τὴν ἄγαν σκληρὰν μεταπεσεῖν μὴ δύναιτο, τοὺς μὲν λογισμοὺς ἑαυτῆς, καὶ τὰς πράξεις ἀναθήσει καὶ αὕτη τῷ κοινῷ Πατρὶ τῶν μοναζουσῶν, ἐξαγορευομένη αὐτῷ ἐπίσης καὶ ταῖς λοιπαῖς· διαίτῃ δὲ καὶ ψαλμῳδία χρήσεται τῇ κατὰ δύναμιν ἑαυτῆς, ἐν τῷ δοθησομένῳ αὐτῇ κελλίῳ, ήγουν τῇ ὄπισθεν τοῦ μύακος τῆς τραπέζης τῶν μοναζουσῶν ἐχομένως τοῦ περιβόλου αὐτῶν ἀνεγερθείσῃ μικρᾷ τροπικῇ μετὰ τοῦ παρακελλίου, καὶ τῆς χρειώδους ἄλλης ἀκολουθίας τοῦ τοιούτου οικήματος ιδιαζόντως διά γουσα, καὶ ἐστιωμένη ἐπέκεινα τῆς τῶν ἄλλων μοναζουσῶν συνήθους διαίτης, καθὼς ἂν ἤ τε κατάστασις τῆς ἀποκειραμένης ἀπαιτῇ, καὶ ἡ τῆς καθηγουμένης διάκρισις οἰκονομήσῃ. Επ' ἀδείας τε ἔσται αὐτῇ ἔχειν καὶ δύο γυναῖκας τὰς ἐκδουλευούσας αὐτῇ ἐλευθέρας, εἴτε καὶ δούλας, ὀφειλούσας διοικεῖσθαι ἀπὸ τῶν τῆς μονῆς. Ανδράσι μέντοι ἀβάτου ὁρισθέντος εἶναι τοῦ μου ναστηρίου, είπερ ἄρα βούλοιτό τισι συντυχεῖν αὐτὴ τῶν οἰκείων αὐτῆς, εἴτε ἀναγκαία χρεία καλεῖ, οὐκ ἐξέσται αὐτῇ ἐντὸς τῆς μονῆς τούτους εἰσαγαγεῖν ἀλλ' ἐξελεύσεται αὕτη μετὰ καὶ βουλῆς τῆς καθε ηγουμένης εἰς τὸ πρὸς τὸν πυλῶνα ἐξάγον διαβατικὸν, κἀκεῖσε τούτοις συνομιλήσασα, εἰσελεύσεται αὖθις εἰς τὴν μονὴν, ἄβατον αὐτήν, ὡς εἴρηται, ἀνω δράσι διαφυλάττουσα. Εἰ δέ τις τῶν τοιούτων οὐ δύναται τῷ περὶ τῆς ἐξελεύσεως τῆς μονῆς ὁρισθέντι ἐπὶ ταῖς λοιπαῖς μοναζούσαις ἐν τῷ παρόντι ἡμῶν τυπικῷ ἐμμένειν τύπῳ, παραχωρηθήσεται παρὰ τῆς καθηγουμένης, περιστατικοῦ τινος αὐτῇ συμβάντος, ἐξέρχεσθαι τῆς μονῆς μετὰ μιᾶς τῶν γηραιοτέρων καὶ σεμνοτέρων ἀδελφῶν, ἣν ἂν ἡ καθηγουμένη βούλοιτο. Καὶ ἡ μὲν μοναχὴ εὐθὺς ὑποστρέψει· ἐκείνη δὲ θεασαμένη τὸν ἀσθενοῦντα συγγενῆ αὐτῆς δύο εἴτε καὶ τρεῖς ἡμέρας, ὑποστρέψει πρὸς τὴν μονήν. Εἰ δὲ καὶ τὰ ἔσχατα πνεῖ ὁ ἀσθενῶν συγγενὴς αὐτῆς, καρτερήσει ἐκεῖσε μέχρις ἂν ἐκεῖνος τέλει τοῦ βίου χρήσηται. Είχε καὶ ἡ τούτου τελευτή, πρὸς μίαν ἢ καὶ δύο ἡμέρας ἐπεκτείνεται, ἢ καὶ πλεῖον, καὶ ἐκ τότε πρὸς τὴν μονὴν ὑποστρέψει. Ἀλλὰ καὶ εἴ τις ἑτέρα τῶν ἐκ περιφανεστέρου βίου καὶ καταστάσεως σεμνής, βουληθείη ἐν τῇ τοιαύτῇ μονῇ τὴν κοσμικὴν ἀποθέσθαι τρίχα, ἢ καὶ ἀπὸ τῶν ἔξω ἀποκαρεῖσα εἰσέλθοι, παραδεκτέα ἔσται Μύαξ τῆς τραπέζης τῶν μοναζουσῶν, Τροπικῇ. κήσα … τὰς ἐν τῷ πατριαρχείῳ εἰκόνας του μια κροῦ σεκρέτου, διὰ μουσαίου ούσας ἔξεσεν, καὶ τοῦ μεγάλου σεκρέτου τῆς τροπικῆς ἐξ ὑλογραφίας οὔση; κατήνεγκεν. τροπικήν, Διοικεῖσθαι.
TYPICUM.
μένη. εὐαπόδεκτος αὐτὴ καὶ Θεῷ καὶ ἐμοὶ, ὑπὲρ τῆς buerit, accepta erit hæc Deo et mihi,
ἀρίστης μεταβολῆς, καὶ δεξιᾶς ἀλλοιώσεως.
Εἰ δ᾽ ἐκ τῆς συνήθους ἴσως ἀβροτέρας διαγωγής,
εἰς τὴν ἄγαν σκληρὰν μεταπεσεῖν μὴ δύναιτο, τοὺς
μὲν λογισμοὺς ἑαυτῆς, καὶ τὰς πράξεις ἀναθήσει
καὶ αὕτη τῷ κοινῷ Πατρὶ τῶν μοναζουσῶν, ἐξαγο
ρευομένη αὐτῷ ἐπίσης καὶ ταῖς λοιπαῖς· διαίτῃ δὲ
καὶ ψαλμῳδία χρήσεται τῇ κατὰ δύναμιν ἑαυτῆς, ἐν
τῷ δοθησομένῳ αὐτῇ κελλίῳ, ήγουν τῇ ὄπισθεν τοῦ
μύακος τῆς τραπέζης τῶν μοναζουσῶν ἐχομένως
τοῦ περιβόλου αὐτῶν ἀνεγερθείσῃ μικρᾷ τροπικῇ
μετὰ τοῦ παρακελλίου, καὶ τῆς χρειώδους ἄλλης
ἀκολουθίας τοῦ τοιούτου οικήματος ιδιαζόντως διάγουσα, καὶ ἐστιωμένη ἐπέκεινα τῆς τῶν ἄλλων μοναζουσῶν συνήθους διαίτης, καθὼς ἂν ἤ τε κατάστασις
τῆς ἀποκειραμένης ἀπαιτῇ, καὶ ἡ τῆς καθηγουμένης
διάκρισις οἰκονομήσῃ. Επ' ἀδείας τε ἔσται αὐτῇ
ἔχειν καὶ δύο γυναῖκας τὰς ἐκδουλευούσας αὐτῇ
ἐλευθέρας, εἴτε καὶ δούλας, ὀφειλούσας διοικεῖσθαι
ἀπὸ τῶν τῆς μονῆς.
Ανδράσι μέντοι ἀβάτου ὁρισθέντος εἶναι τοῦ μου
ναστηρίου, είπερ ἄρα βούλοιτό τισι συντυχεῖν αὐτὴ
τῶν οἰκείων αὐτῆς, εἴτε ἀναγκαία χρεία καλεῖ, οὐκ
ἐξέσται αὐτῇ ἐντὸς τῆς μονῆς τούτους εἰσαγαγεῖν·
ἀλλ' ἐξελεύσεται αὕτη μετὰ καὶ βουλῆς τῆς καθε
ηγουμένης εἰς τὸ πρὸς τὸν πυλῶνα ἐξάγον διαβατι
κὸν, κἀκεῖσε τούτοις συνομιλήσασα, εἰσελεύσεται
αὖθις εἰς τὴν μονὴν, ἄβατον αὐτήν, ὡς εἴρηται, ἀνω
δράσι διαφυλάττουσα.
Εἰ δέ τις τῶν τοιούτων οὐ δύναται τῷ περὶ τῆς
ἐξελεύσεως τῆς μονῆς ὁρισθέντι ἐπὶ ταῖς λοιπαῖς
μοναζούσαις ἐν τῷ παρόντι ἡμῶν τυπικῷ ἐμμένειν
τύπῳ, παραχωρηθήσεται παρὰ τῆς καθηγουμένης,
περιστατικοῦ τινος αὐτῇ συμβάντος, ἐξέρχεσθαι τῆς
μονῆς μετὰ μιᾶς τῶν γηραιοτέρων καὶ σεμνοτέρων
ἀδελφῶν, ἣν ἂν ἡ καθηγουμένη βούλοιτο. Καὶ ἡ μὲν
μοναχὴ εὐθὺς ὑποστρέψει· ἐκείνη δὲ θεασαμένη τὸν
ἀσθενοῦντα συγγενῆ αὐτῆς δύο εἴτε καὶ τρεῖς ἡμέρας,
ὑποστρέψει πρὸς τὴν μονήν. Εἰ δὲ καὶ τὰ ἔσχατα
πνεῖ ὁ ἀσθενῶν συγγενὴς αὐτῆς, καρτερήσει ἐκεῖσε
μέχρις ἂν ἐκεῖνος τέλει τοῦ βίου χρήσηται. Είχε
καὶ ἡ τούτου τελευτή, πρὸς μίαν ἢ καὶ δύο ἡμέρας
ἐπεκτείνεται, ἢ καὶ πλεῖον, καὶ ἐκ τότε πρὸς τὴν
μονὴν ὑποστρέψει.
Ἀλλὰ καὶ εἴ τις ἑτέρα τῶν ἐκ περιφανεστέρου
βίου καὶ καταστάσεως σεμνής, βουληθείη ἐν τῇ
τοιαύτῇ μονῇ τὴν κοσμικὴν ἀποθέσθαι τρίχα, ἢ καὶ
ἀπὸ τῶν ἔξω ἀποκαρεῖσα εἰσέλθοι, παραδεκτέα ἔσται
optimam illam mutationem et felicem
sionem.
propter
converSi vero ex assueta forte molliori vitæ ratione ɔd
valde duram e' asperam transire nequiverit, cogitationes quidem et opera sua declarabit et ipsa
communi Patri monialium, et ut cæteræ ipsi confitebitur victus vero ratione et psalmodia utetur
juxta vires suas in assignanda sibi cella, nimirum
in excitata pone mytulum mensæ monialium, carumque ambitui adjacente parva tropica, cum adjuncta
sibi cellula et reliquis ejusmodi domicilio congruentibus; illicque degat et comedat peculiari,
et a consueta reliquarum monialium diversa victus
ratione, prout detonsæ vires postularint, et præfectæ discretio constituerit. Εt penes ipsam erit duas
habere mulieres, sive liberas sive servas, sibi ministrantes, quæ seorsim a monasterii famulabus
habitabunt.
Cum autem monasterium viris inaccessum esse
definitum sit, si quidem ipsa quosdam sibi familiarium alloqui voluerit, necessitate id postulante, non licebit illi eos in monasterium intromittere sed ipsa e sententia præfectæ exibit ad pervium transitum qui est ad atrium, et postquam
ibi cum illis conversata fuerit, ingredietur rursus
in monasterium, curabitque ut viris inaccessum
c sit, ut dictum est.
Si vero earum quædam obsequi nequeat regulæ
de egressu e monasterio, pro cæteris monialibus
in præsenti typico traditæ, concedatur ei a præfecta (casu quopiam ipsi accidente), ut e monasterio excedat cum una e sororibus ætate grandioribus et honestioribus, quamcunque praefecta voluerit. Et monialis quidem statim revertatur: illa
vero postquam ægrum cognatum viserit duos vel
tres dies, redibit ad monasterium. Si vero infirmus
consanguineus extremos eflet spiritus, illic manebit donec vita functus sit. Quod si ejus obitus að
unum vel duos dies, aut plus protrahatur, ex tune
ad monasterium revertetur.
Sed et si alia quæpiam ex clariore vita et splendido statu, voluerit in hoc monasterio sæculares
deponere capillos: vel si ab externis detonsa ac
cesserit, ipsa quoque admittetur. Et si quidem
Montfauconii nola.
Μύαξ τῆς τραπέζης τῶν μοναζουσῶν, id est,
locus ad collocandam sacram mensam instar mytuli sive conchæ exstructus. Consule Glossarium
mediæ et infimæ Græcitatis ab eruditissimo Cangio
nuper editum.
Τροπικῇ. Hanc vocem semel invenio in
Theophanis Chronographia, p. 373, edit. Reg. Ntκήσα...... τὰς ἐν τῷ πατριαρχείῳ εἰκόνας του μια
κροῦ σεκρέτου, διὰ μουσαίου ούσας ἔξεσεν, καὶ τοῦ
μεγάλου σεκρέτου τῆς τροπικῆς ἐξ ὑλογραφίας οὔση;
κατήνεγκεν. Goarus ibi τροπικήν, vertit ambitum,
non incommode arbitror, quanquam mihi omnino
planum non est quid illud sit.
Διοικεῖσθαι. Duplici ratione hic et infra intelligi potest: 1. ut sensus sit illas fanulas a monasterii ancillis regendas esse; 2. ipsas a monasterii
famulabus segregatas oportere. Hanc interpreta -
tionem ut magis genuinam et vero similiorem
omplexi sumus.
Chapter VCaput V
col. 1011–1012page 13 of 70
PG 127:1011καὶ αΰτη. Καὶ εἰ μὲν τῷ αὐτῷ τύπῳ τε καὶ κανόνι ἐμμένειν βούλοιτο, ἔν τε διαγωγῇ καὶ διαίτῃ καὶ κατοικίᾳ, καὶ πάσῃ ἄλλῃ τῶν ἐν ταύτῃ μοναχῶν καταστάσει, εύαπάδεκτος Θεῷ καὶ ἐμοί. Εἰ δ᾽ ἴσως πρὸς τὴν κοινὴν κατοικίαν ἀποκνέοι [απονεύοι?], κατὰ τοῦτο μόνον ἔσται διαλλάττουσα πρὸς τὴν πα σαν διαγωγήν καὶ κατάστασιν τῶν μοναζουσῶν, κατὰ τὸ ἔχειν δηλαδὴ εἰς ἰδίαν κατοικίαν τὴν δηλω θεῖσαν τροπικὴν, ἐχχωρουμένη ἔχειν εἰς ὑπηρεσίαν καὶ μίαν ὑπούργισσαν διοικουμένην ἀπὸ τῶν τῆς μονῆς. Ἐν ἄλλοις δέ τισ: παρὰ τὰ ἐνταῦθα διηγορευμένα περὶ αὐτῶν, ἡ τοῦ κοινοβίου ἀκρίβεια παρά τῆς καθηγουμένης ἐπ' αὐταῖς οὐ παραθεωρηθήσεται. Οὐ γὰρ ἐπὶ καταστροφῇ καὶ ἀταξίᾳ τῆς κοινοβιακής καταστάσεως παραδέχεσθαι ταύτας διωρισάμεθα ἀρκεῖ γὰρ καὶ ἡ ὁρισθεῖσα ἐν αὐταῖς παραλλαγή. Εἰ δ᾽ ἴσως κατά τι τὴν μονὴν παραβλάπτειν ἐξ ἀπασῶν τούτων πειραθείη τις, οἷα πολλὰ τὰ τῆς ἀβουλίας, ή τινας τῶν μοναζουσῶν ἐν τῷ ἰδίῳ καλ λίῳ παραδέχεσθαι, καὶ συνομιλεῖν, ἐπὶ σκανδάλῳ καὶ διασχισμῷ τῆς ὅλης ἀδελφότητος, οὐ δύναται δὲ διορθώσασθαι ταύτην ή καθηγουμένη, ἀνασταλήσεται καὶ ἄκουσα παρὰ τῆς τηνικαῦτα τῆς μονῆς ἀντι λαμβανομένης. ΚΕΦΑΛ. Ε'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναζουσῶν. Εσονται μὲν οὖν αἱ μοναχαὶ τῆς κεχαριτωμένης καὶ ὑπεραχράντου Δεσποίνης Θεοτόκου εἰκοσιτέσσαρες τὸν ἀριθμὸν, αἱ τῇ τῆς ἐκκλησίας υπηρεσίᾳ καὶ ψαλμῳδίᾳ, καὶ ταῖς τῆς μονῆς διακονίαις προσανέχειν ὀφείλουσαι διηνεκώς. Εἰ δέ γε τῇ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου εὐμενείᾳ, τὰ τῆς ὑπ' αὐτὴν μου νῆς ἐπίδοσιν ἀξιόλογον ἐθενδήποτε λάθοι, ὡς καὶ εἰ; πλειόνων αὐτάρκειαν ἐξαρκοῦντα εὑρίσκεσθαι, ὁ τῶν μοναζουσῶν ὄρος τῷ τριάκοντα περιγραφέσθω ἀριθμῷ, ἢ καὶ μικρόν τι τοῦτον υπερβαινέτω, καὶ ὁριζέσθω μέχρι τῶν τεσσαράκοντα, ὧν πλείους εἶναι τὰς ἐν τῇ μονῇ ἀσκουμένας ἀπαγορεύομεν, τῆς ἡγουμένης τῷ ἀριθμῷ τούτῳ μὴ περιεχομένης, μήτε μὴν τῶν δύο παιδίων (ανατρέφεσθαι γὰρ καὶ δύο παιδία ἐν τῇ μονῇ διοριζόμεθα, καὶ ἀνάγεσθαι, καὶ παιδεύεσθαι, καὶ καταρτίζεσθαι, καὶ ἀποκείρεσθαι ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, μήτε τῶν ἐξ ὑπουρ Ο γισσῶν, ἃς τυποῦμεν εἶναι ἐν τῇ μονῇ εἰς ὑπηρεσίαν τῆς ἀδελφότητος· ὧν μὴ ἀρκουσῶν, καὶ ἑτέρα μία, εἴτε καὶ δύο παραληφθήσονται. ᾿Αλλὰ καὶ τὴν μέχρι τῶν τεσσαράκοντα τῶν μοναζουσῶν ἐπίδοσιν ἐπιτρέπομεν· εἴ γε τὸν κανόνα καὶ τὸν ὅρον τῆς κοινοβιακής καταστάσεως, ἂν τετυπώ καμεν φυλάττοιεν αἱ μονάζουσαι ἀπαράθραυστον, καὶ οὐ τὸ πλῆθος ἐμποδίζει τὴν τούτων ἀκρίβειαν. Εἰ δέ τις ἀκαταστασίας ἀφορμὴ ἡ αὔξησις τῶν μου ναζουσῶν γένηται, σχολάζειν παντάπασι τὸν ἀριθμὸν τοῦτον διοριζόμεθα. Προηγουμένως γὰρ ἡμῖν φροντὶς τῆς τῶν μοναζουσῶν, καὶ τῆς κοινοβιακής καταστάσ σεως, οὐχὶ πολλὰς εἶναι τὰς μοναζούσας, ἐστιν.
eidem forma vivendi et regula stare voluerit, ac καὶ αΰτη. Καὶ εἰ μὲν τῷ αὐτῷ τύπῳ τε καὶ κανόνι
in disciplina, in victus ratione, in habitaculo, et
reliquo omni monialium hujus monasterii statu
versari, accepta erit Deo et mihi. Si vero in communi habitaculo degere renuerit, in hoc tantum
ab universa monacharum disciplina et constitutione
discrepabit; nempe privatum domicilium inhabitabit, memoratam scilicet tropicam seu ambitum.
Concedaturque ei ut habeat ancillam unam sibi
ministrantem, a monasterii famulabus semolam.
His vero exceptis quæ hic circa illas declarata sunt,
in aliis quibuscunque præfecta nihil rigoris cœnobiticæ disciplinæ ipsis relaxabit. Nec enim in exitium et perturbationem cœnobiticæ disciplinæ ipsas
admittere jussimus; sufficit namque statutuin illis
discrimen.
Si quæ autem ex his omnibus monasterium in
aliquo lædere molita fuerit (ut plerumque solet
amentia), aut quasdam monialium in propria cella
suseeperit, et una confabulata fuerit, cum scandalo
et dissidio universarum sororum, neque possit
eam præſocta emendare: remittetur etiam invita
ab ea quæ tunc erit monasterii patrona.
CAPUT V.
De numero monialium.
Erunt itaque moniales gratia plenæ et immaeuLale Domina Deiparæ numero viginti quatuor, que
ecclesiae ministerio, psalmodiæ et monasterii om.
eiis assidue operam dare debent. Si vero gratia
plenæ Deiparæ benevolentia monasterium ipsi dicatum non spernendum incrementum undecunque acceperit, ut pluribus alendis necessaria repe
riantur, monialium terminus ad triginta numero
ɛ¡rcumscribâtur, vel etiam paululum illum excedat, et ad quadraginta terminetur. Plures autem
in monasterio degere moniales prohibemus, præ
fecta in học numero non comprehensa, ut neque
duabus puellulis (duas namque puellulas in monasterio ali, educi, doceri, perfecte institui ac demum
congruo tempore detonderi statuimus),
sex ancillis quas in sororum ministerium definimus esse in monasterio: quibus non sufficientibus, una vel duæ præterea adsumentur.
neque
Sed et usque ad quadraginta monacharum numerum augeri concedimus, si tamen moniales regulam et legem quam de cœnobitico instituto saneivimus, infraetam servaverint, et nisi numerus
ille carum sedulitati impedimento fuerit. Si vero
monialium augmentum perturbationis occasio evadat, definimus ut ille numerus omnino desinat. Id
enim in primis nobis curæ est, monialium disciplina et cœnobiticum institutum, non vero multas
numero esse moniales.
ἐμμένειν βούλοιτο, ἔν τε διαγωγῇ καὶ διαίτῃ καὶ
κατοικίᾳ, καὶ πάσῃ ἄλλῃ τῶν ἐν ταύτῃ μοναχῶν
καταστάσει, εύαπάδεκτος Θεῷ καὶ ἐμοί. Εἰ δ᾽ ἴσως
πρὸς τὴν κοινὴν κατοικίαν ἀποκνέοι [απονεύοι?],
κατὰ τοῦτο μόνον ἔσται διαλλάττουσα πρὸς τὴν πασαν διαγωγήν καὶ κατάστασιν τῶν μοναζουσῶν,
κατὰ τὸ ἔχειν δηλαδὴ εἰς ἰδίαν κατοικίαν τὴν δηλω
θεῖσαν τροπικὴν, ἐχχωρουμένη ἔχειν εἰς ὑπηρεσίαν
καὶ μίαν ὑπούργισσαν διοικουμένην ἀπὸ τῶν τῆς
μονῆς. Ἐν ἄλλοις δέ τισ: παρὰ τὰ ἐνταῦθα διηγορευμένα περὶ αὐτῶν, ἡ τοῦ κοινοβίου ἀκρίβεια παρά
τῆς καθηγουμένης ἐπ' αὐταῖς οὐ παραθεωρηθήσεται.
Οὐ γὰρ ἐπὶ καταστροφῇ καὶ ἀταξίᾳ τῆς κοινοβιακής
καταστάσεως παραδέχεσθαι ταύτας διωρισάμεθα·
ἀρκεῖ γὰρ καὶ ἡ ὁρισθεῖσα ἐν αὐταῖς παραλλαγή.
Εἰ δ᾽ ἴσως κατά τι τὴν μονὴν παραβλάπτειν ἐξ
ἀπασῶν τούτων πειραθείη τις, οἷα πολλὰ τὰ τῆς
ἀβουλίας, ή τινας τῶν μοναζουσῶν ἐν τῷ ἰδίῳ καλ
λίῳ παραδέχεσθαι, καὶ συνομιλεῖν, ἐπὶ σκανδάλῳ
καὶ διασχισμῷ τῆς ὅλης ἀδελφότητος, οὐ δύναται δὲ
διορθώσασθαι ταύτην ή καθηγουμένη, ἀνασταλήσεται
καὶ ἄκουσα παρὰ τῆς τηνικαῦτα τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης.
Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μοναζουσῶν.
Εσονται μὲν οὖν αἱ μοναχαὶ τῆς κεχαριτωμένης
καὶ ὑπεραχράντου Δεσποίνης Θεοτόκου εἰκοσιτέσσαρες τὸν ἀριθμὸν, αἱ τῇ τῆς ἐκκλησίας υπηρεσίᾳ καὶ
ψαλμῳδίᾳ, καὶ ταῖς τῆς μονῆς διακονίαις προσανέχειν ὀφείλουσαι διηνεκώς. Εἰ δέ γε τῇ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου εὐμενείᾳ, τὰ τῆς ὑπ' αὐτὴν μου
νῆς ἐπίδοσιν ἀξιόλογον ἐθενδήποτε λάθοι, ὡς καὶ εἰ;
πλειόνων αὐτάρκειαν ἐξαρκοῦντα εὑρίσκεσθαι, ὁ
τῶν μοναζουσῶν ὄρος τῷ τριάκοντα περιγραφέσθω
ἀριθμῷ, ἢ καὶ μικρόν τι τοῦτον υπερβαινέτω, καὶ
ὁριζέσθω μέχρι τῶν τεσσαράκοντα, ὧν πλείους εἶναι
τὰς ἐν τῇ μονῇ ἀσκουμένας ἀπαγορεύομεν, τῆς
ἡγουμένης τῷ ἀριθμῷ τούτῳ μὴ περιεχομένης,
μήτε μὴν τῶν δύο παιδίων (ανατρέφεσθαι γὰρ καὶ
δύο παιδία ἐν τῇ μονῇ διοριζόμεθα, καὶ ἀνάγεσθαι,
καὶ παιδεύεσθαι, καὶ καταρτίζεσθαι, καὶ ἀποκείρε
σθαι ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι, μήτε τῶν ἐξ ὑπουρ
Ο γισσῶν, ἃς τυποῦμεν εἶναι ἐν τῇ μονῇ εἰς ὑπηρε
σίαν τῆς ἀδελφότητος· ὧν μὴ ἀρκουσῶν, καὶ ἑτέρα
μία, εἴτε καὶ δύο παραληφθήσονται.
᾿Αλλὰ καὶ τὴν μέχρι τῶν τεσσαράκοντα τῶν μοναζουσῶν ἐπίδοσιν ἐπιτρέπομεν· εἴ γε τὸν κανόνα καὶ
τὸν ὅρον τῆς κοινοβιακής καταστάσεως, ἂν τετυπώ
καμεν φυλάττοιεν αἱ μονάζουσαι ἀπαράθραυστον,
καὶ οὐ τὸ πλῆθος ἐμποδίζει τὴν τούτων ἀκρίβειαν.
Εἰ δέ τις ἀκαταστασίας ἀφορμὴ ἡ αὔξησις τῶν μου
ναζουσῶν γένηται, σχολάζειν παντάπασι τὸν ἀριθμὸν
τοῦτον διοριζόμεθα. Προηγουμένως γὰρ ἡμῖν φροντὶς
τῆς τῶν μοναζουσῶν, καὶ τῆς κοινοβιακής καταστάσ
σεως, οὐχὶ πολλὰς εἶναι τὰς μοναζούσας, ἐστιν.
col. 1013–1014page 14 of 70
PG 127:1013ΚΕΦΑΛ. Γ'. Περὶ τοῦ ἐν ἑνὶ οἰκίσκῳ τὰς μοναζούσας πάσας μένειν. Αὗται μὲν οὖν ἅπασαι ἐν ἑνὶ κοιτωνίσκῳ ὀφεί λουσιν ὑπνοῦν, τῷ παρὰ τῆς βασιλείας μου ἐπ' αὐτῷ τούτῳ νεουργηθέντι, καὶ ἀφορισθέντι· πᾶσαι πάσαις κατάδηλοι· ἵνα δὴ τὰς φιλοπόνους μιμῶνται αἱ ρα θυμότεραι, πρὸς παροξυσμὸν ἀρετῆς, καὶ καλῶν ἔργων. Εἰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν μοναζουσῶν ὑπερβαίνει τὴν τοῦ οἰκίσκου χώρησιν, μέρος τι τοῦ παρακειμένου οἰκίσκου οἰκήσουσιν αἱ μὴ χωρούμεναι ἐν τῷ ἀφορισθέντι κοιτωνίσκῳ· τὸ δ᾽ ἄλλο μέρος χρήσιμον ἔσται αὐταῖς, ὅτε τοῖς ἐργοχείροις σχολάζουσιν ὑπ' ὄψιν τῆς ἡγουμένης, ἅπερ ἂν αὐτὴ ἐπιτάξειεν ἑκάστῃ τούτων, μιᾶς ἐξ αὐτῶν ἀναγινωσκούσης τι τῶν τῆς θείας Γραφῆς, ὅπερ ἂν δόξῃ τῇ ἡγουμένῃ εἶναι κατάλληλον, καὶ μεθέλκον πρὸς θείαν ἡδονὴν, καὶ τὸν ἐκ τῆς ἐργασίας πόνον ἐκλύον. Οι μέντοι νεουργηθέντες κοιτωνίσκοι παρὰ τῆς βασιλείας μου, καὶ ἀφορισθέντες ταῖς μοναζούσαις εἰς καταμονὴν, καὶ αἱ λοιπαὶ κέλλαι αἱ ἐντὸς τῆς μονῆς πρὸς οἰανδήτινα χρείαν ἀφορισθεῖσαι ταῖς μοναζούσαις, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μενούσι σχήματος, καὶ τῆς αὐτῆς καταστάσεως, μήτε διώροφα γινόμενα, μήτε ἀλλοίως μετασχηματιζόμενα. ΚΕΦΑΛ. Ζ. Περὶ τοῦ δωρεὰν ἀποκείρεσθαι τὰς ἀποκείρεσθαι μελλούσας, καὶ πότε ἔσται δεκτὸν τὸ προσ αγόμενον. Δωρεὰν δὲ προσλαμβάνεσθαι καὶ ἀποκείρεσθαι τὰς προσιούσας βουλόμεθα, καὶ τῇ ῥηθείσῃ τῶν ἀδελφῶν καταριθμεῖσθαι ποσότητι, δόσεως ἄνευ τινός· οὔτε γὰρ ἀποταγὴν παρέξει τις, οὔτε συνήθειαν, οὔτε προσένεξιν ἐπιζητηθήσεται [[. ἐπιζηθήσ.]. οὔτε τὸ λεγόμενον τραπεζιατικὸν οὔτ᾽ ἄλλο τι ὁποιῳδήποτε ὀνόματι κατονομαζόμενον. Τὰ τοιαῦτα γὰρ ἀνυποταξίας ἀφορμὴ, ἀντιλογίας τε, καὶ ἀπειθείας, ταῖς παρεχούσαις γίνονται· καὶ οὐκ αὐτοὶ μόνον τὰ μέγιστα καταβλάπτονται ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ ἀδελφότητι κακὸν ὑπόδειγμα γίνονται. Διὰ ταῦτα γοῦν βούλομαί τε καὶ διορίζομαι δω ρεάν, καὶ δόσεω; ἄνευ παντοίας, εἰσδέχεσθαι τῇ μονῇ τὰς ἀποκείρεσθαι μελλούσας, μηδὲν ἐπιζητουμένας τὸ σύνολον. Εἴ τις δὲ ἐξ αὐτῶν οἰκειοθελῶς προσαγαγεῖν βουληθείη τι τῶν ἑαυτῆς, εἴτε ἀκίνη τον τὸ προσαγόμενον, προσδεχθήσεται. Τὸ γὰρ ὡς ἀνάθημα τῇ κεχαριτωμένῃ, καὶ παναχράντῳ Δε σποίνῃ ἡμῶν ἐκ πίστεως προσαγόμενον, καὶ εἰς σύστασιν μὲν τῆς μονῆς, μνήμην δὲ καὶ ψυχῆς ὠφέλειαν τῇ διδούσῃ ἐσόμενον, οὐκ ἀποπέμπεσθαι χρή. Πλήν, μὴ πρόκρισίν τινα διὰ τοῦτο τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν ἡ διδούσα ἔχειν ὑπολαμβανέτω, ἀλλ᾽ ἴστω ὡς ἐπίσης ἔσται ταῖς πάσαις, καὶ τῷ τῆς μονῆς Προσένεξιν. ᾤετο προσένεξιν ἀφαίρεσιν, καὶ πρόσθεσιν τὴν μετάθε σεν, προτέναξιν Τραπεζιατικόν.
TYPICUM.
CAPUT VI.
Περὶ τοῦ ἐν ἑνὶ οἰκίσκῳ τὰς μοναζούσας πάσας Quod in una domo moniales omnes habitare debeant.
μένειν.
Αὗται μὲν οὖν ἅπασαι ἐν ἑνὶ κοιτωνίσκῳ ὀφεί
λουσιν ὑπνοῦν, τῷ παρὰ τῆς βασιλείας μου ἐπ' αὐτῷ
τούτῳ νεουργηθέντι, καὶ ἀφορισθέντι· πᾶσαι πάσαις
κατάδηλοι· ἵνα δὴ τὰς φιλοπόνους μιμῶνται αἱ ραθυμότεραι, πρὸς παροξυσμὸν ἀρετῆς, καὶ καλῶν
ἔργων. Εἰ δὲ τὸ πλῆθος τῶν μοναζουσῶν ὑπερβαίνει
τὴν τοῦ οἰκίσκου χώρησιν, μέρος τι τοῦ παρακειμένου οἰκίσκου οἰκήσουσιν αἱ μὴ χωρούμεναι ἐν τῷ
ἀφορισθέντι κοιτωνίσκῳ· τὸ δ᾽ ἄλλο μέρος χρήσιμον
ἔσται αὐταῖς, ὅτε τοῖς ἐργοχείροις σχολάζουσιν ὑπ'
ὄψιν τῆς ἡγουμένης, ἅπερ ἂν αὐτὴ ἐπιτάξειεν
ἑκάστῃ τούτων, μιᾶς ἐξ αὐτῶν ἀναγινωσκούσης τι
τῶν τῆς θείας Γραφῆς, ὅπερ ἂν δόξῃ τῇ ἡγουμένῃ
εἶναι κατάλληλον, καὶ μεθέλκον πρὸς θείαν ἡδονὴν,
καὶ τὸν ἐκ τῆς ἐργασίας πόνον ἐκλύον.
Οι μέντοι νεουργηθέντες κοιτωνίσκοι παρὰ τῆς
βασιλείας μου, καὶ ἀφορισθέντες ταῖς μοναζούσαις
εἰς καταμονὴν, καὶ αἱ λοιπαὶ κέλλαι αἱ ἐντὸς τῆς
μονῆς πρὸς οἰανδήτινα χρείαν ἀφορισθεῖσαι ταῖς
μοναζούσαις, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ μενούσι σχήματος, καὶ
τῆς αὐτῆς καταστάσεως, μήτε διώροφα γινόμενα,
μήτε ἀλλοίως μετασχηματιζόμενα.
Περὶ τοῦ δωρεὰν ἀποκείρεσθαι τὰς ἀποκείρεσθαι
μελλούσας, καὶ πότε ἔσται δεκτὸν τὸ προσαγόμενον.
Δωρεὰν δὲ προσλαμβάνεσθαι καὶ ἀποκείρεσθαι τὰς
προσιούσας βουλόμεθα, καὶ τῇ ῥηθείσῃ τῶν ἀδελφῶν
καταριθμεῖσθαι ποσότητι, δόσεως ἄνευ τινός· οὔτε
γὰρ ἀποταγὴν παρέξει τις, οὔτε συνήθειαν, οὔτε
προσένεξιν ἐπιζητηθήσεται [[. ἐπιζηθήσ.]. οὔτε τὸ
λεγόμενον τραπεζιατικὸν οὔτ᾽ ἄλλο τι ὁποιῳδήποτε ὀνόματι κατονομαζόμενον. Τὰ τοιαῦτα γὰρ
ἀνυποταξίας ἀφορμὴ, ἀντιλογίας τε, καὶ ἀπειθείας,
ταῖς παρεχούσαις γίνονται· καὶ οὐκ αὐτοὶ μόνον τὰ
μέγιστα καταβλάπτονται ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ
λοιπῇ ἀδελφότητι κακὸν ὑπόδειγμα γίνονται.
Διὰ ταῦτα γοῦν βούλομαί τε καὶ διορίζομαι δω
ρεάν, καὶ δόσεω; ἄνευ παντοίας, εἰσδέχεσθαι τῇ
μονῇ τὰς ἀποκείρεσθαι μελλούσας, μηδὲν ἐπιζητουμένας τὸ σύνολον. Εἴ τις δὲ ἐξ αὐτῶν οἰκειοθελῶς
προσαγαγεῖν βουληθείη τι τῶν ἑαυτῆς, εἴτε ἀκίνη
τον τὸ προσαγόμενον, προσδεχθήσεται. Τὸ γὰρ ὡς
ἀνάθημα τῇ κεχαριτωμένῃ, καὶ παναχράντῳ Δε
σποίνῃ ἡμῶν ἐκ πίστεως προσαγόμενον, καὶ εἰς
σύστασιν μὲν τῆς μονῆς, μνήμην δὲ καὶ ψυχῆς
ὠφέλειαν τῇ διδούσῃ ἐσόμενον, οὐκ ἀποπέμπεσθαι
χρή.
Πλήν, μὴ πρόκρισίν τινα διὰ τοῦτο τῶν λοιπῶν
ἀδελφῶν ἡ διδούσα ἔχειν ὑπολαμβανέτω, ἀλλ᾽ ἴστω
ὡς ἐπίσης ἔσται ταῖς πάσαις, καὶ τῷ τῆς μονῆς
Ipsæ quidem oinnes dormire debent in uno
cubiculo, a mea majestate ea de causa recens exstructo, et ad id designato, cunctis cuneta manifestæ, ut segniores studiosas imitentur, ad provocationem virtutis et bonorum operum. Si vero
multitudo monialium domicilii capacitatem excedat, partem quamdam adjacentis domicilii ex occupabunt, quæ in designato cubiculo contineri nequeunt. Residua vero pars usui erit eis, cum
nuum operibus incumbent in conspectu præfect»,
quæ singulis illa jusserit operantes, una earum
aliquid ex divina Scriptura legente, quod præfecta consentaneum visum fuerit, quodque ad divinam latitiam tralat, et laborem operis dissolvat.
maCubicula vero recens excitata a majestate mea,
monialibusque in domicilium assignata, necnon
reliquæ cellæ intra monasterium sit, ad quemvis
usum monialibus adscriptæ, in eadem forma et
statu manebunt, neque duplici contignatione instruentur, nec in aliquam formam traducentur.
CAPUT VII.
Quod gratis tondendæ sint, quas detonderi continget,
et quandonam suscipiendum est quod offertur.
Accedentes gratis admitti, detonderi, et memorato sororum numero citra donum quodlibet adscribi volumus. Neque enim renuntiationem afferet
quæpiam, neque consuetum donum, nec ab ea requiretur accessio, vel quod dicitur trapeziaticum
seu mensarium, aut quidvis aliud quocunque
nomine vocatum. Talia enim inobedientiæ, contradictionis, et contumaciæ sunt occasio illa afferentibus ac non solum ipsæ magno hinc damno
afficiuntur, sed et cæteris sororibus malo sunt
exemplo.
Quocirca volo et statuo, ut quæ tondendæ erunt,
gratis et citra donum quodcunque in monasterium
admittantur, nec quidquam ab illis postuletur. Si
quæ vero illarum, sua sponte ex bonis suis aliquid
offerre voluerit, sive mobilis, sive immobilis fuerit
res oblata, recipietur. Quod enim ut donum gràtia plenæ et immaculatæ Dominæ nostræ ex fide
offertur, et ad rem quidem monasterii stabiliendam,
ad memoriam vero animæque utilitatem danti futurum est, nequaquam repudiandum est.
Cæterum, quæ aliquid dedit, ne propterea se
reliquis sororibus in aliquo præponendam autumet,
sed sciat parem sibi fore cum omnibus conditioMontfauconii nota.
(8 Προσένεξιν. Semel tantum hanc vocem reperinus, nempe Nicete Choniatæ lib. 11, ᾤετο
προσένεξιν ἀφαίρεσιν, καὶ πρόσθεσιν τὴν μετάθε
σεν, ubi ex antithesi patet, προτέναξιν esse, alditionem, sive accessionem.
Τραπεζιατικόν. Videtur fuisse donum pro
mensa, sive pro victu afferri solitum ab iis quæ in
monasteria ingrediebantur.
Chapter VIII, IXCaput VIII, IX
col. 1015–1016page 15 of 70
Caput VI, VII
PG 127:1015τύπῳ πρὸς ἀνάγκης ἕξει ἀκολουθεῖν. "Αν δέ γέ ποτε πειρασθεῖσα ἐκ δαιμόνων, οἷα πολλὰ τὰ τῆς ἀβου λίας, ἐκστῆναι μὲν τῆς μονῆς πειραθῇ, βούλοιτο δὲ καὶ τὸ δεδωρημένον ἀναλαβεῖν, οὐ δοτέον αὐτῇ τοῦτο, κἂν ὅ τι τύχῃ ὅν· τὸ γὰρ ἅπαξ Θεῷ ἀφιερωθέν ἀναφαίρετον, καὶ ὁ ἀφαιρούμενο; ἱερόσυλος. Ὁποῖον δὲ τὸ ἱεροσυλεῖν ἔχει τὸ ἐπιτίμιον πάντες ἴσασι, καν ἡμεῖς μὴ λέγωμεν. Ὥστε ἡ ἂν προσάγῃ τὸ οἰκεῖον ἀκίνητον, ἢ κινητόν, ἀναγινωσκέτω ταῦτα τὰ ῥήματα πρότερον. Καὶ εἴπερ ἐλευθέρω σκοπῷ καὶ θεοφιλεί ποιεῖται τὴν προσαγωγήν, ώς μήτε ἀναληψομένη ὕστερον, μήτε προτίμησίν τινα ἐντεῦθεν τῶν ἄλλων ἀδελφῶν ζητοῦσα, τότε δὴ προσδεχέσθω τὸ δῶρον αὐτῆς, καὶ τῇ Κεχαριτωμένῃ ἀνατεθείσθω, παρ' ἧς καὶ ὁ μισθὸς αὐτῇ τῆς πίστεως ἀποδοθήσεται. ΚΕΦΑΛ. Η'. Περὶ τοῦ παρὰ κοσμικῶν θεοφιλεῖ σκοπῷ ἀφιε ρούμενα τῇ μονῇ τῆς Κεχαριτωμένης, κινητά τε καὶ ἀκίνητα, δεκτέα εἶναι. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τις τῶν κοσμικών, ἢ τῶν παίδων ἡμῶν, ἢ τῶν ἄλλως συγγενῶν, ἢ καὶ πάντη ἀλλο τρίων θεοφιλεί γνώμῃ, καὶ προαιρέσει κινούμενος, κινητὰ ἢ ἀκίνητά τινα τῇ μονῇ ἀφιερῶσαι προέ λοιτο, υπεραποδεχόμεθα μὲν τοῦτον τῆς θεοφιλούς προαιρέσεως, εἰδότες ὅτι καὶ παρὰ Θεοῦ πολλαπλασίονα τὴν μισταποδοσίαν κομίζεται. Βουλόμεθα δὲ τὴν τῶν παρ' αὐτοῦ ἀφιερωθέντων ἀκινήτων πρόσοδον, μὴ εἰς πλεονασμὸν τῆς τῶν μοναχῶν κατακενοῦσθαι διαίτης, ή τινα ἄλλην ἐναλ λαγὴν τῶν παρ' ἡμῶν διατεταγμένων· ἀλλ᾽ εἰς τε προσθήκην μοναχῶν τῷ αὐτῷ κανόνι χρωμένων, εἰς τε διαδόσεις πενήτων, ὡς ἄρα ἐκεῖνος βούλοιτο, καὶ εἰς ἑορτῶν καὶ μνημοσύνων ἀναλώματα. Οὐκ ἐξέ σται γὰρ τοῖς προσάγουσι τῇ ἀφορμῇ τῶν προσαγομένων τύπους τινάς καινίζειν, ἢ διατάγματα εναντία τοῖς ἡμετέροις διατυπώμασιν· ἀλλὰ τὰ μὲν προς ενεχθέντα θεοφιλεῖ σκοπῷ, λήψονται αἱ μονάζουσαι καὶ ὅσα περὶ μνημοσύνων καὶ διαδόσεων διατυπώ σονται οἱ προσάγοντες, ἐνεργήσουσι, πλέον δὲ τού των οὐδὲν, ὡς προείρηται. ΚΕΦΑΛ. Θ'. Περὶ τοῦ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφοριζόμενα, ἀν εκποίητα εἶναι, κινητά τε καὶ ἀκίνητα. Θέλω δὲ καὶ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφορισθέντα, ἢ ἀφορισθησόμενα, ἢ ὁπωσοῦν προσγενησόμενα, οὐκ ἀκίνητα μόνον, ἀλλὰ καὶ κινητά, ἀκίνητα μένειν, καὶ ἀνεκποίητα παρ' αὐτῇ, μὴ δωρούμενα, μὴ ἀντ αλλαττόμενα, μὴ πωλούμενα, μὴ ὁπωσδηποτούν ἀποκτώμενα· κἂν διπλάσιον, ἢ τριπλάσιον, ἢ δεκα πλάσιον εἴη τὸ ἀντὶ τοῦ ἐκποιουμένου διδόμενον. Ἱεροσυλία γὰρ ἄντικρυς τὸ ποιῆσαί τι τοιοῦτον, καὶ γενόμενον καταδέξασθαι, καὶ ὁ τοιοῦτόν τι ποιήσας, ἢ ἀναδεχόμενος, κἂν βασιλεὺς εἴη, κἂν πατριάρχης, κἂν ἄρχων, κἂν Ιδιώτης, ἢ ἡ ἡγουμένη τῆς μονῆς, ἢ και τις τῶν ἐν αὐτῇ μοναχῶν, ἐκεῖνος μὲν λόγους ὑφέξει τῷ φοβερῷ καὶ δικαίῳ Κριτῇ τὸ δ' ἐκποιηθὲν ἀκίνητον, ἀποκαθίστασθαι πάλιν τῇ
nem, et monasterii regula necessario sibi obse- τύπῳ πρὸς ἀνάγκης ἕξει ἀκολουθεῖν. "Αν δέ γέ ποτε
quendum fore. Si vero a dæmonibus tenta:a (ul
sæpe solet amentia), exire quidem e monasterio conata fuerit, volueritque donum resumere, nequaquam dandum est illi, quodcunque illud fuerit.
Quod enim semel Deo consecratum est, resumi nequit, et qui illud resumit, sacrilegus est. Quali
vero pœna plectatur sacrilegium, omnes norunt,
licet id nos minime dixerimus. Itaque quæ proprium bonum seu mobile sive immobile obtulerit,
legat prius hæc verba: et si quidem libero et pio
proposito donum obtulerit, ut nunquam a se imposterum resumendum, neque hinc pluris aliis sororibus haberi postularit, tunc admittatur donum
ejus, et gratia plenæ reponatur, a qua fidei suæ
mercedem recipiet.
CAPUT VIII.
Quod quæ a sæcularibus pio proposito, monasterio
Gratia-plena consecrantur, mobilia, seu immotilia, admittenda sint.
Sed et si quis e sæcularibus, vel liberis nostris,
aut alia ratione cognatis, sive omnino alienis, Deo
- dilecta sententia et proposito motus, mobilia aut
immobilia quædam monasterio consecrare voluerit;
hunc quidem lubentissime suscipimus ob pium -
lud propositum, scientes ipsum a Deo multo copiosiore mercede donandum.
ilVolumus vero, ut immobilium ab ipso consecratorum proventus, non ad victus monacharum redundantiam, nec ad quamvis aliam statutorum nostroium immutationem absumatur: sed ad augmentum monialium eadem regula utentium, et ad largitiones pauperibus faciendas, ut ipsi libuerit:
necnon ad sumptus pro solemnitatibus et commemorationibus. Neque enim licebit offerentibus, donorum occasione leges quasdam innovare, aut statuta
nostris sanctionibus adversantia. Sed moniales
dona quidem pio proposito oblata suscipient, et
quæcunque largitores de commemorationibus et
erogationibus statuent, exsequentur; plus vero iis
nihil, ut dictum est.
CAPUT IX.
Quod quæ monasterio assignantur, sive mobilia sive
immobilia, nunquam sint alienanda.
Volo ut omnia monasterio assignata, aut assiguanda, vel quovis modo comparanda, non solum
immobilia, sed et mobilia, immota semper, et nunquam alienata apud ipsum maneant, et neque dentur, aut commutentur, aut vendantur, seu quomodocunque distrahantur: licet duplo, aut triplo, vel
decuplo majus fuerit quod in vicem distrahendæ
rei datur; nam sacrilegium plane est hujusmodi
quidpiam facere, aut factum admittere. Et qui
tale quid fecerit aut admiserit, is licet imperator
fuerit, vel patriarcha, vel magistratus, aut privatus, aut præfecta monasterii, vel etiam quædam
in eo degentium monialium; ille quidem tremendo
et justo Judici rationem reddet; sancio autem ut
πειρασθεῖσα ἐκ δαιμόνων, οἷα πολλὰ τὰ τῆς ἀβου
λίας, ἐκστῆναι μὲν τῆς μονῆς πειραθῇ, βούλοιτο δὲ
καὶ τὸ δεδωρημένον ἀναλαβεῖν, οὐ δοτέον αὐτῇ τοῦτο,
κἂν ὅ τι τύχῃ ὅν· τὸ γὰρ ἅπαξ Θεῷ ἀφιερωθέν
ἀναφαίρετον, καὶ ὁ ἀφαιρούμενο; ἱερόσυλος. Ὁποῖον
δὲ τὸ ἱεροσυλεῖν ἔχει τὸ ἐπιτίμιον πάντες ἴσασι, καν
ἡμεῖς μὴ λέγωμεν. Ὥστε ἡ ἂν προσάγῃ τὸ οἰκεῖον
ἀκίνητον, ἢ κινητόν, ἀναγινωσκέτω ταῦτα τὰ ῥήματα
πρότερον. Καὶ εἴπερ ἐλευθέρω σκοπῷ καὶ θεοφιλεί
ποιεῖται τὴν προσαγωγήν, ώς μήτε ἀναληψομένη
ὕστερον, μήτε προτίμησίν τινα ἐντεῦθεν τῶν ἄλλων
ἀδελφῶν ζητοῦσα, τότε δὴ προσδεχέσθω τὸ δῶρον
αὐτῆς, καὶ τῇ Κεχαριτωμένῃ ἀνατεθείσθω, παρ' ἧς
καὶ ὁ μισθὸς αὐτῇ τῆς πίστεως ἀποδοθήσεται.
Περὶ τοῦ παρὰ κοσμικῶν θεοφιλεῖ σκοπῷ ἀφιε
ρούμενα τῇ μονῇ τῆς Κεχαριτωμένης, κινητά
τε καὶ ἀκίνητα, δεκτέα εἶναι.
᾿Αλλὰ καὶ εἴ τις τῶν κοσμικών, ἢ τῶν παίδων
ἡμῶν, ἢ τῶν ἄλλως συγγενῶν, ἢ καὶ πάντη ἀλλο
τρίων θεοφιλεί γνώμῃ, καὶ προαιρέσει κινούμενος,
κινητὰ ἢ ἀκίνητά τινα τῇ μονῇ ἀφιερῶσαι προέ
λοιτο, υπεραποδεχόμεθα μὲν τοῦτον τῆς θεοφιλούς
προαιρέσεως, εἰδότες ὅτι καὶ παρὰ Θεοῦ πολλαπλασίονα τὴν μισταποδοσίαν κομίζεται.
Βουλόμεθα δὲ τὴν τῶν παρ' αὐτοῦ ἀφιερωθέντων
ἀκινήτων πρόσοδον, μὴ εἰς πλεονασμὸν τῆς τῶν
μοναχῶν κατακενοῦσθαι διαίτης, ή τινα ἄλλην ἐναλ
λαγὴν τῶν παρ' ἡμῶν διατεταγμένων· ἀλλ᾽ εἰς τε
προσθήκην μοναχῶν τῷ αὐτῷ κανόνι χρωμένων, εἰς
τε διαδόσεις πενήτων, ὡς ἄρα ἐκεῖνος βούλοιτο, καὶ
εἰς ἑορτῶν καὶ μνημοσύνων ἀναλώματα. Οὐκ ἐξέσται γὰρ τοῖς προσάγουσι τῇ ἀφορμῇ τῶν προσαγομένων τύπους τινάς καινίζειν, ἢ διατάγματα εναντία
τοῖς ἡμετέροις διατυπώμασιν· ἀλλὰ τὰ μὲν προςενεχθέντα θεοφιλεῖ σκοπῷ, λήψονται αἱ μονάζουσαι·
καὶ ὅσα περὶ μνημοσύνων καὶ διαδόσεων διατυπώ
σονται οἱ προσάγοντες, ἐνεργήσουσι, πλέον δὲ τού
των οὐδὲν, ὡς προείρηται.
Περὶ τοῦ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφοριζόμενα, ἀνεκποίητα εἶναι, κινητά τε καὶ ἀκίνητα.
Θέλω δὲ καὶ πάντα τὰ τῇ μονῇ ἀφορισθέντα, ἢ
ἀφορισθησόμενα, ἢ ὁπωσοῦν προσγενησόμενα, οὐκ
ἀκίνητα μόνον, ἀλλὰ καὶ κινητά, ἀκίνητα μένειν,
καὶ ἀνεκποίητα παρ' αὐτῇ, μὴ δωρούμενα, μὴ ἀνταλλαττόμενα, μὴ πωλούμενα, μὴ ὁπωσδηποτούν
ἀποκτώμενα· κἂν διπλάσιον, ἢ τριπλάσιον, ἢ δεκαπλάσιον εἴη τὸ ἀντὶ τοῦ ἐκποιουμένου διδόμενον.
Ἱεροσυλία γὰρ ἄντικρυς τὸ ποιῆσαί τι τοιοῦτον,
καὶ γενόμενον καταδέξασθαι, καὶ ὁ τοιοῦτόν τι
ποιήσας, ἢ ἀναδεχόμενος, κἂν βασιλεὺς εἴη, κἂν
πατριάρχης, κἂν ἄρχων, κἂν Ιδιώτης, ἢ ἡ ἡγουμένη
τῆς μονῆς, ἢ και τις τῶν ἐν αὐτῇ μοναχῶν, ἐκεῖνος
μὲν λόγους ὑφέξει τῷ φοβερῷ καὶ δικαίῳ Κριτῇ·
τὸ δ' ἐκποιηθὲν ἀκίνητον, ἀποκαθίστασθαι πάλιν τῇ
col. 1017–1018page 16 of 70
PG 127:1017μονῇ διορίζομαι, σπουδῇ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου, ἐκ τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων τὴν περὶ τούτου φροντίδα ἔχοντος, τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης, καὶ τῶν λοιπῶν μοναχῶν ὑπομιμνησκουσῶν, καὶ ἀνακαλουμένων αὐτό· καὶ παντὸς ἑτέρου τοῦ μένου τὴν ἐκδίκησιν σπεύδοντος δι᾿ εὐσέβειαν. ΚΕΦΑΛ. Ι. Περὶ τοῦ πότε κινητὸν τῆς μονῆς ἐκποιεῖσθαι δύναται. Η μὲν οὖν τῶν ἀκινήτων ἐκποίησις οὕτως ἔσται κεκωλυμένη παντάπασι· τῶν δὲ κινητῶν ἐκ μιᾶς καὶ μόνης αἰτίας εὔλογον ἡγεῖται ἡ βασιλεία μου τὴν ἐκποίησιν· ὁπηνίκα τις βλάβη μεγάλη προσγένηται τῇ μονῇ, ἢ τοῖς ὑπ' αὐτὴν κτήμασιν ἐξ ἐπιδρομής ἐθνῶν, ἢ ἐμπρησμοῦ, ἢ σεισμοῦ, ἀποροίη δὲ τὸ μοναστήριον χρημάτων, εἰς ἐπανόρθωσιν τοῦ βλα βέντος. Τηνικαῦτα γὰρ ἐφίημι ἐκποιεῖσθαί τινα τῶν κινητῶν εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀκινήτων. Καὶ τότε δὲ, ἵνα πρὸς ἁγίας ἐκκλησίας, καὶ θείους ναούς ἡ ἐκποίησις γίνεται, ὥστε μεἶναι τὰ ἱερὰ πάλιν ἱερὰ, καὶ μὴ κοινωθῆναι τὰ ἅγια. Τὰ γὰρ ἅπαξ ἀφιερωθέντα, μὴ δεῖν κοινοῦσθαι, τοῖς πᾶσι καθέστηκε γνώριμον. Προαιρούμεθα δὲ τὴν τῶν κινητῶν ἐκποίησιν διὰ τὴν τῶν ἀκινήτων ἐπανόρθωσιν, οὐχ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ὡς ἂν οιηθείη τις· ἀλλ' ὅτι πολλῷ μᾶλλον οἶδεν ὠφελεῖν τὴν μονὴν ἡ τῶν ἀκινήτων πρόσοδος καὶ ὅτι ἐκ μὲν τῆς τῶν ἀκινήτων ὠφελείας, δυνατόν ἐστιν ὅτε κινητὰ ἐπικτήσασθαι· τὸ δ' ἐναντίον ἐστὶ δυσχερές. Καὶ ταύτην δὲ τὴν ἐκποίησιν οὐκ ἀνεξετάστως οὕτως συγχωροῦμεν, οὐδ᾽ ἐν παραβύστῳ, οὐδ᾽ ἐν γωνία γίνεσθαι, οὐδὲ μέρει τινὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ γινωσκομένην, ἀγνοουμένην δὲ ταῖς λοιπαῖς· ἀλλὰ τῆς προεστώσης, τοῦ οἰκονόμου, τῆς ἐκκλησιαρχίσω σης τῆς σκευοφυλακίσσης, καὶ τῶν λοιπῶν προκρίτων διακονητριῶν, καὶ τῶν ἱερέων τῆς μονῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνιόντων, καὶ περὶ τῆς προκειμένης ἐξόδου διαγινωσκόντων, καὶ περὶ τοῦ ἐκποιηθησομέ νου είδους διασκοπουμένων, ἔπειτά τινων μετακαλουμένων εἴδησιν ἐχόντων ἀκριβῆ, τοῦ ἀπεμποληθησο μένου, πρακτικὸν δὲ διατιμήσεως ἐκτιθεμένων, τὸ σὺν τοῖς χαρτίοις τῆς μονῆς ἀποτεθῆναι καὶ διατηρεῖσθαι ὀφείλον, πάντων δὲ τούτων μετὰ εἰδήσεω; τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης γινομένων. ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'. Περὶ τοῦ πῶς δεῖ ἐπιλέγεσθαι, καὶ προχειρίζεσθαι τὴν καθηγουμένην. Περὶ δὲ ἐπιλογῆς καὶ προχειρίσεως ἡγουμένης, ἤδη διαληπτέον· νῦν μὲν γὰρ ἐποίησε καθηγουμένην ἡ βασιλεία μου, ἣν ἐποίησε· καὶ αὖθις εἰ δεήσει ἡγουμένης, ἕως ἂν ζῶ, παρ' ἐμοῦ γενήσεται. Μετὰ δὲ τὴν ἐμὴν μετάστασιν κρατήσει τὰ τῆς παρούσης μου διατάξεως. Διορίζομαι γὰρ, εἰ μὲν προσδόκιμος καὶ προεγνωσμένη ἡ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγουμένης γένηται τελευτή, προσέρχεσθαι αὐτῇ πᾶσαν τὴν
TYPICUM.
μονῇ διορίζομαι, σπουδῇ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου, quod alienatum est, monasterio restituatur, studio
ἐκ τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων τὴν περὶ τούτου sanctissimi patriarchæ, cui secundum leges et caφροντίδα ἔχοντος, τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης, nones rei hujusce cura incumbit, patrona monaκαὶ τῶν λοιπῶν μοναχῶν ὑπομιμνησκουσῶν, καὶ sterii, cæterisque monialibus ipsum monentibus, ilἀνακαλουμένων αὐτό· καὶ παντὸς ἑτέρου τοῦ βουλο-Judque revocantibus, et quocunque alio, cui libuerit,
μένου τὴν ἐκδίκησιν σπεύδοντος δι᾿ εὐσέβειαν.
ΚΕΦΑΛ. Ι.
Περὶ τοῦ πότε κινητὸν τῆς μονῆς ἐκποιεῖσθαι
δύναται.
Η μὲν οὖν τῶν ἀκινήτων ἐκποίησις οὕτως ἔσται
κεκωλυμένη παντάπασι· τῶν δὲ κινητῶν ἐκ μιᾶς
καὶ μόνης αἰτίας εὔλογον ἡγεῖται ἡ βασιλεία μου τὴν
ἐκποίησιν· ὁπηνίκα τις βλάβη μεγάλη προσγένηται
τῇ μονῇ, ἢ τοῖς ὑπ' αὐτὴν κτήμασιν ἐξ ἐπιδρομής
ἐθνῶν, ἢ ἐμπρησμοῦ, ἢ σεισμοῦ, ἀποροίη δὲ τὸ
μοναστήριον χρημάτων, εἰς ἐπανόρθωσιν τοῦ βλαβέντος. Τηνικαῦτα γὰρ ἐφίημι ἐκποιεῖσθαί τινα τῶν
κινητῶν εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν ἀκινήτων. Καὶ τότε
δὲ, ἵνα πρὸς ἁγίας ἐκκλησίας, καὶ θείους ναούς ἡ
ἐκποίησις γίνεται, ὥστε μεἶναι τὰ ἱερὰ πάλιν ἱερὰ,
καὶ μὴ κοινωθῆναι τὰ ἅγια. Τὰ γὰρ ἅπαξ ἀφιερωθέντα, μὴ δεῖν κοινοῦσθαι, τοῖς πᾶσι καθέστηκε
γνώριμον.
Προαιρούμεθα δὲ τὴν τῶν κινητῶν ἐκποίησιν διὰ
τὴν τῶν ἀκινήτων ἐπανόρθωσιν, οὐχ ἁπλῶς καὶ ὡς
ἔτυχεν, ὡς ἂν οιηθείη τις· ἀλλ' ὅτι πολλῷ μᾶλλον
οἶδεν ὠφελεῖν τὴν μονὴν ἡ τῶν ἀκινήτων πρόσοδος·
καὶ ὅτι ἐκ μὲν τῆς τῶν ἀκινήτων ὠφελείας, δυνατόν
ἐστιν ὅτε κινητὰ ἐπικτήσασθαι· τὸ δ' ἐναντίον ἐστὶ
δυσχερές.
Καὶ ταύτην δὲ τὴν ἐκποίησιν οὐκ ἀνεξετάστως
οὕτως συγχωροῦμεν, οὐδ᾽ ἐν παραβύστῳ, οὐδ᾽ ἐν
γωνία γίνεσθαι, οὐδὲ μέρει τινὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ
γινωσκομένην, ἀγνοουμένην δὲ ταῖς λοιπαῖς· ἀλλὰ
τῆς προεστώσης, τοῦ οἰκονόμου, τῆς ἐκκλησιαρχίσω
σης τῆς σκευοφυλακίσσης, καὶ τῶν λοιπῶν
προκρίτων διακονητριῶν, καὶ τῶν ἱερέων τῆς μονῆς
ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνιόντων, καὶ περὶ τῆς προκειμένης
ἐξόδου διαγινωσκόντων, καὶ περὶ τοῦ ἐκποιηθησομένου είδους διασκοπουμένων, ἔπειτά τινων μετακαλουμένων εἴδησιν ἐχόντων ἀκριβῆ, τοῦ ἀπεμποληθησομένου, πρακτικὸν δὲ διατιμήσεως ἐκτιθεμένων, τὸ
σὺν τοῖς χαρτίοις τῆς μονῆς ἀποτεθῆναι καὶ διατηρεῖσθαι ὀφείλον, πάντων δὲ τούτων μετὰ εἰδήσεω;
τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης γινομένων.
Περὶ τοῦ πῶς δεῖ ἐπιλέγεσθαι, καὶ προχειρίζεσθαι
τὴν καθηγουμένην.
Περὶ δὲ ἐπιλογῆς καὶ προχειρίσεως ἡγουμένης,
ἤδη διαληπτέον· νῦν μὲν γὰρ ἐποίησε καθηγουμένην
ἡ βασιλεία μου, ἣν ἐποίησε· καὶ αὖθις εἰ δεήσει
ἡγουμένης, ἕως ἂν ζῶ, παρ' ἐμοῦ γενήσεται. Μετὰ δὲ
τὴν ἐμὴν μετάστασιν κρατήσει τὰ τῆς παρούσης
μου διατάξεως. Διορίζομαι γὰρ, εἰ μὲν προσδόκιμος
καὶ προεγνωσμένη ἡ τῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἡγουμέ
νης γένηται τελευτή, προσέρχεσθαι αὐτῇ πᾶσαν τὴν
De istis officiis infra suo loco.
pietatis ergo, restitutionem urgente.
CAPUT X.
Quandonam bonum mobile monasterii alienari
possit.
Alienatio itaque immobilium sic omnino prohibita erit mobilium vero alienationem ex una et sola
causa rationi consentaneam existimat imperatoria
mea majestas quando scilicet ingens aliquod damnum monasterio, aut rebus ejus accesserit ex incursu videlicet gentium, vel ex incendio, aut terræ
motu; monasteriumque destitutum fuerit pecuniis ad
restaurationem illius, quod detrimento affectum est.
Eo enim casu concedo ut alienetur aliquid mobilium, ad restauranda immobilia: et tunc ea lege,
ut ad sanctas ecclesias et divina templa alienatio
fiat, ut quæ sacra sunt, rursus sacra maneant, et
sancta non polluantur. Quæ enim semel consecrata
sunt, non polluenda esse, omnibus notum est.
Præoptamus autem mobilium alienationem, propter immobilium in integrum restitutionem, non
temere et ex levi causa, ut quis forte putarit; sed
quod immobilium proventus multo majoris utilitatis
monasterio esse soleat; et quia ex immobilium
fructu possunt quandoque mobilia comparari; oppositum vero difficile est.
Hanc autem alienationem non absque prævio
examine, neque in occulto vel in angulo fieri concedimus; neque quibusdam in monasterio id scientibus, reliquis vero ignorantibus, sed prefecta,
œconomo, ecclesiæ præposita, scevophylacissa seu
vasorum cus:ode, cæterisque præcipuis official bus,
et monasterii sacerdotibus in unum convenientibus,
ac de præsenti sumptu dijudicantibus, deque specie
alienanda deliberantibus. Deinde quidam advocabuntur, quibus res vendenda probe nota sit, qui
actum æstimationis edent, cum chartis monasterii
reponendum et asservandum. Hæc omnia vero fient
sciente monasterii patrona.
CAPUT XI.
Quomodo eligenda et ordinanda sit præfecta.
De electione et ordinatione præfectæ jam disserendum est; et nunc quidem cam præfectam constituit majestas mea, quam constituere libuit. Et si
rursus præfecta opus fuerit, donec in vivis ero, a
me instituetur. Post discessum vero meum, præsens statutum meum obtinebit. Sancio enim, ut si
quidem exspectatus et præscitus fuerit præfectæ
illitus emporis obitus, sorores omues ipsam adeant,
notæ.
Montfauconii
Chapter X, XICaput X, XI
col. 1019–1020page 17 of 70
PG 127:1019ἀδελφότητα, καὶ κοινῇ γνώμῃ τούτων τε καὶ αὐτῆς, ὡς εἴδησιν ἐχούσης τῆς ἑκάστης τῶν μοναζουσῶν πολιτείας τε καὶ διαγωγῆς, ἐπιλέγεσθαι τρεῖς τὰς βίῳ κεκοσμημένας, καὶ λόγῳ καὶ φρονήσει διαφερούσας, καὶ εἰς προστασίαν ψυχῶν καὶ ἱατρείαν σου φωτέρας τε, καὶ ἐμπειροτέρας τῶν ἄλλων γνωριζομένας καὶ ὁμολογουμένας, εἴτε ἀπὸ τῶν διακονητριών τοιαῦταί τινες εὑρίσκονται, εἴτε καὶ ἀπὸ τῶν νο πῶν μοναχῶν. Εἰ δὲ ἀδοκήτως οὕτως συμβῇ τὴν προεστῶσαν τὴν βίον καταλιπεῖν, περὶ διαδόχου μηδὲν μήτε σκοπή σασαν, μήτε γνωρίσασαν τηνικαῦτα πᾶσαν καθ' ἑαυτὴν συναχθεῖσαν τὴν ἀδελφότητα, ποιεῖσθαι τὴν τῶν τριῶν ἐπιλογήν, παρουσίᾳ καὶ τῆς κατὰ και ροὺς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς. Διαστάσεως δὲ & ἀναφυομένης, καὶ φιλονεικίας διεγειρομένης ἐν αὐτ ς περὶ οὗ ἡ παράκλησις, δι' οὗ καὶ ἡ σύστασις τῆς μονῆς, καὶ ἡ τῆς σωτηρίας ὑμῶν ἐλπίς. ταῖς ὅπερ ἀπεύχομαι), περὶ τὴν ἐπιλογὴν, ἡ τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένη λύσει τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν κρίσιν προτιμωμένη τοῦ ἀρετῇ καὶ καταστάσει πνευματικῇ ὑπερέχοντος μέρους· μελήσει δὲ αὐτῇ πάντως, τοῦ ἐλευθέρως καὶ ἀπαθῶς ποιεῖσθαι τὴν διάγνωσιν· εἰ μὴ βούλοιτο τὸν πάσης κτίσεως Κρι τὴν καὶ Δεσπότην πλαγίως ἰδεῖν κατ' αὐτῆς φερόμεν νον, διὰ τὸ καὶ αὐτὴν ἴσως πλαγιάσαι (ὅπερ ἀπεύ χομαι), ἐν ἀδίκῳ κρίσει τὸ δίκαιον. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐκλογῆς. Ἡ δὲ τῆς μιᾶς τῶν ἐπιλεγεισῶν πρόκρισίς τε καὶ προχείρισις τοιόνδε τρόπον ἐνεργηθήσεται· Γρα φήσεται παρὰ τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς τῶν μοναζουσῶν ἐν χάρταις ἴσοις τε καὶ ὁμοίοις, τρισί, τάδε Δέσποτα Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ καρδιογνῶστα, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου τῆς κεχαριτωμένης, ἀνάδειξον ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλαῖς, εἰ ἀξίαν ἔκρινας τοῦ τῆς ἡγουμενείας ἡμῶν ἀξιώματος τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν τήνος. Καὶ ἐν τοῖς ἑτέροις χαρτίοις τὰ αὐτὰ πάλιν ῥήματα, τῶν ὀνομάτων μόνων εναλλαττομένων, καὶ σφραγίδι ἐνσημανθέντες οἱ χάρται παρὰ τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης, ὑπὸ τοῦ ἱερέως ἐπ' ὄψει ταύτης, καὶ τῆς ἀδελφότητος, τῇ ἱερᾷ τραπέζῃ ἐντεθήσονται ἐν ἑσπε ρινῷ τοῦ Σαββάτου· ἢ εἰ φθάσοι τότε ἑορτή τις τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἀγρυπνίας ἐπιτελεσθείσης, καὶ ἱκεσίας όλοψύχου ἐκ συντετριμμένης και δίας πρὸς Θεὸν γενομένης παρ' ὑμῶν, τιμιώταταί μοι μητέρες, ὡς ἀναγκαίου τοῦ πράγματος ὄντος ὥσπερ (8 μὴ γένοιτο!) καὶ ἡ κατάλυσις. Δι᾿ οὗ Καὶ τῇ ἐπαύριον, τῆς θείας λειτουργίας τελεσθείσης, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ταύτης, ἔτι τοῦ ἱερέως τὴν ἱερατικὴν ἐνδεδυμένου στολὴν, τρισάγιον γενή σεται παρ' ὑμῶν, καὶ τροπάρια ταῦτα ψαλθήσονται" Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε. Δόξα. Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἴδε. Καὶ νοῦν. Μονογενές ὁμοούσια. Η Καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκτενή αἴτησιν ποιήσεται, ἀναφωνήσας μετὰ τὰς ἄλλας αιτήσεις καὶ τὸ, «Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀποκαλύψαι ἡμῖν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν τὴν ἀξίαν τῆς προστασίας ἡμῶν.» Καὶ ὑμεῖς ἐπισ φωνήσεσθε τὸν Κύριε, ἐλέησον λ, καὶ γονυκλισίας
et communi sententia harum et illius, utpote sin- ἀδελφότητα, καὶ κοινῇ γνώμῃ τούτων τε καὶ αὐτῆς,
gularum monialium conversationis et vitæ rationis
notitiam habentis, tres eligantur bona vila ornatæ,
ratione et prudentia præstantes, quæ ad curam et
medelam animarum aliis sapientiores et peritiores
habeantur et prædicentur: sive ex officialibus hujusmodi quædam reperiantur, sive etiam ex reliquis
monialibus.
ὡς εἴδησιν ἐχούσης τῆς ἑκάστης τῶν μοναζουσῶν
πολιτείας τε καὶ διαγωγῆς, ἐπιλέγεσθαι τρεῖς τὰς
βίῳ κεκοσμημένας, καὶ λόγῳ καὶ φρονήσει διαφερούσας, καὶ εἰς προστασίαν ψυχῶν καὶ ἱατρείαν σου
φωτέρας τε, καὶ ἐμπειροτέρας τῶν ἄλλων γνωριζο
μένας καὶ ὁμολογουμένας, εἴτε ἀπὸ τῶν διακονητριών
τοιαῦταί τινες εὑρίσκονται, εἴτε καὶ ἀπὸ τῶν νο:-
πῶν μοναχῶν.
Εἰ δὲ ἀδοκήτως οὕτως συμβῇ τὴν προεστῶσαν τὴν
βίον καταλιπεῖν, περὶ διαδόχου μηδὲν μήτε σκοπή
σασαν, μήτε γνωρίσασαν τηνικαῦτα πᾶσαν καθ'
ἑαυτὴν συναχθεῖσαν τὴν ἀδελφότητα, ποιεῖσθαι τὴν
τῶν τριῶν ἐπιλογήν, παρουσίᾳ καὶ τῆς κατὰ και
ροὺς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς. Διαστάσεως δὲ
Si vero ita inopinato obtigerit præfectam vita
fungi, ut de sibi successura nihil prospexerit vel
notum fecerit, tum omnes sorores in unum coactæ,
trium electionem facient, præsente quoque illius
temporis patrona monasterii. Oborto vero dissidio,
aut excitata inter ipsas contentione circa electionem (quod ne flat deprecor), patrona monasterii & ἀναφυομένης, καὶ φιλονεικίας διεγειρομένης ἐν αὐτ
contentionem solvet, præferetque judicium partis
virtute et spirituali instituto præcellentis. Curabit
quoque ut consultatio libere et absque privatis
affectibus procedat: nisi voluerit omnis creaturæ
Judicem et Dominum contra se oblique irruentem
videre, si et ipsa injusto forte judicio (quod deprecor) jus oblique tractarit. Et hæc quidein de
electione.
ς
Cooptatio vero et promotio unius ex electis, hoc
pacto fiet: Patre spirituali monialium in tribus
chartis æqualibus et similibus hæc scribentur:
• Despala Domine noster Jesu Christe, cordium
cognitor, intercessionibus immaculatæ Dominæ nostræ Deiparæ gratia plenæ, ostende nobis peccatricibus, si dignam judicasti præfecturæ nostræ inuneris sororem nostram N., Et in reliquis chartis
eadem rursus verba, nominibus solum mutatis.
Tum chartæ a monasterii patrona sigillo obsignatæ,
a sacerdote sacræ mensæ imponentur, in conspectu
ipsius patronæ et monialium, in vespertino Sabbati:
vel si tum occurrerit festum aliquod Salvatoris nostri
Jesu Christi, aut immaculatæ Dominæ nostræ Deiparæ, exactis vigiliis, et toto animo supplicationes
ex contrito corde, Deo a vobis peragentur, honoratissimæ matres, utpote necessario operi incumbentibus, a quo pendet consolatio, ex quo oritur stabilimentum monasterii, ut e converso (quod absit!)
destructio, per quod habetur spes vestræ salutis.
περὶ οὗ ἡ παράκλησις, δι' οὗ καὶ ἡ σύστασις τῆς μονῆς,
καὶ ἡ τῆς σωτηρίας ὑμῶν ἐλπίς.
Et die sequenti, completa divina liturgia, post
ejus finem sacerdote adhuc stolam sacerdotalem
induto, persolvetur a vobis trisagium, et hi troparii
cantabuntur: • Miserere nobis, Domine. Gloria.
Domine, respice de colo et vide. Et nunc. Unigenite consubstantialis.» Et sacerdos protensam petitionem faciet, exclamans post alias orationes, et
illud: ‹ Insuper precamur ut Dominus Deus noster
manifestet nobis eam quæ digna est præfecturæ
nostræ. › Vosque acclamantes dicetis: Kyrie, eleison, tricenis vicibus, et genuflexiones facictis quinταῖς ὅπερ ἀπεύχομαι), περὶ τὴν ἐπιλογὴν, ἡ τῆς
μονῆς ἀντιλαμβανομένη λύσει τὴν ἀμφιβολίαν, τὴν
κρίσιν προτιμωμένη τοῦ ἀρετῇ καὶ καταστάσει
πνευματικῇ ὑπερέχοντος μέρους· μελήσει δὲ αὐτῇ
πάντως, τοῦ ἐλευθέρως καὶ ἀπαθῶς ποιεῖσθαι τὴν
διάγνωσιν· εἰ μὴ βούλοιτο τὸν πάσης κτίσεως Κριτὴν καὶ Δεσπότην πλαγίως ἰδεῖν κατ' αὐτῆς φερόμεν
νον, διὰ τὸ καὶ αὐτὴν ἴσως πλαγιάσαι (ὅπερ ἀπεύ
χομαι), ἐν ἀδίκῳ κρίσει τὸ δίκαιον. Καὶ ταῦτα μὲν
περὶ τῆς ἐκλογῆς.
Ἡ δὲ τῆς μιᾶς τῶν ἐπιλεγεισῶν πρόκρισίς τε καὶ
προχείρισις τοιόνδε τρόπον ἐνεργηθήσεται· Γραφήσεται παρὰ τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς τῶν μονα
ζουσῶν ἐν χάρταις ἴσοις τε καὶ ὁμοίοις, τρισί, τάδε·
• Δέσποτα Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ καρδιογνώ
στα, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου τῆς κεχαριτωμένης, ἀνάδειξον ἡμῖν
τοῖς ἁμαρτωλαῖς, εἰ ἀξίαν ἔκρινας τοῦ τῆς ἡγουμε
νείας ἡμῶν ἀξιώματος τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν τήνος.
Καὶ ἐν τοῖς ἑτέροις χαρτίοις τὰ αὐτὰ πάλιν ῥήματα,
τῶν ὀνομάτων μόνων εναλλαττομένων, καὶ σφραγίδι
ἐνσημανθέντες οἱ χάρται παρὰ τῆς μονῆς ἀντιλαμ
βανομένης, ὑπὸ τοῦ ἱερέως ἐπ' ὄψει ταύτης, καὶ τῆς
ἀδελφότητος, τῇ ἱερᾷ τραπέζῃ ἐντεθήσονται ἐν ἑσπε
ρινῷ τοῦ Σαββάτου· ἢ εἰ φθάσοι τότε ἑορτή τις τοῦ
Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ τῆς παναχράντου
Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ἀγρυπνίας επιτελεσθεί
σης, καὶ ἱκεσίας όλοψύχου ἐκ συντετριμμένης και
δίας πρὸς Θεὸν γενομένης παρ' ὑμῶν, τιμιώταταί
μοι μητέρες, ὡς ἀναγκαίου τοῦ πράγματος ὄντος
ὥσπερ (8 μὴ γένοιτο!) καὶ ἡ κατάλυσις. Δι᾿ οὗ
Καὶ τῇ ἐπαύριον, τῆς θείας λειτουργίας τελεσθεί
σης, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν ταύτης, ἔτι τοῦ ἱερέως
τὴν ἱερατικὴν ἐνδεδυμένου στολὴν, τρισάγιον γενήσεται παρ' ὑμῶν, καὶ τροπάρια ταῦτα ψαλθήσονται"
• Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε. Δόξα. Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ
οὐρανοῦ, καὶ ἴδε. Καὶ νοῦν. Μονογενές ὁμοούσια. Η
Καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκτενή αἴτησιν ποιήσεται, ἀναφωνήσας μετὰ τὰς ἄλλας αιτήσεις καὶ τὸ, «Ἔτι δεόμεθα
ὑπὲρ τοῦ ἀποκαλύψαι ἡμῖν Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν
τὴν ἀξίαν τῆς προστασίας ἡμῶν.» Καὶ ὑμεῖς ἐπισ
φωνήσεσθε τὸν Κύριε, ἐλέησον λ, καὶ γονυκλισίας
col. 1021–1022page 18 of 70
PG 127:1021ποιήσετε ιε, τοῦτο καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ πρὸς θεὸν ἀνα-; μητέρα σεβάσεσθε, καὶ διάθεσιν καὶ ὑπακοὴν πρὸς τάσει τῶν χειρῶν ὑμῶν ἐπιφωνοῦσαι ἑαυταῖς·. Ο Θεὸς ὁ καρδιογνώστης, ἀνάδειξον ἡμῖν ταῖς ἁμαρ τωλαῖς τὴν ἀξίαν τῆς προστασίας ἡμῶν.» Καὶ μετὰ ταύτας τάς γονυκλισίας, ὁ ἱερεὺς τρεῖς αὐτὸς γουν κλισίας ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας τραπέζης βαλών μέχρι γῆς, ἔτι τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνδεδυμένος, καὶ τὸ αὐτὸ πρόσρημα κἀκεῖνος ἐπιλέγων, ἕνα τῶν τριῶν ἀναλήψεται χάρτην οὗ δεδομένου παρ' αὐτοῦ τοῦ ἱερέως, ἐνώπιον πάσης τῆς ἀδελφότητος, πρὸς τὴν οἰκείαν σφραγίδα αὐτῷ ἐπιθεῖσαν· ἐπιγνώσεται μὲν αὕτη τὸ ἑαυτῆς ἐκσφράγισμα, ἀνοιγήσεται δὲ πάν των ὁρώντων ὁ χάρτης, καὶ ἧς τὸ ὄνομα ἐν ἐκείνῳ ἐγγεγραμμένον φανῇ, του τυπικοῦ ἡμῶν καὶ τῆς βακτηρίας ἐν τῷ πρὸ τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου τύπῳ κειμένων, τρεῖς γονυκλισίας ποιήσασα, λήψεται ταύβ τα, ἀποσκοπούσα καὶ ἐν ἑαυτῇ ἀναλογιζομένη ὅθεν. ταῦτα λαμβάνει, καὶ τίνι ὑπισχνείται φυλάττειν αὐτὰ, καὶ ὅτι ἄγγελοι τὴν αὐτῆς ὑπόσχεσιν ἀπογράφονται, οἵτινες μέλλουσιν αὐτὴν εἰς τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο εἰσαγαγεῖν δικαστήριον, λόγους τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποσχέσεων ἀποδώσουσαν. Εἶτα στήσεται εἰς τὴν ἀποκεκληρωμένον τῇ ἡγουμένῃ τόπον, καὶ πᾶσαι αὐτῇ τὸν θεῖον προσάξουσιν ἀσπασμὸν, μετά δὲ τὸν ἀσπασμὸν δόξα τῷ Θεῷ ἀναπεμφθήσεται, καὶ ἡ ἀπόλυσις ἔψεται τῇ συνήθει τοῦ ἱερέως εὐχῇ. Αὕτη δὲ ὑμῶν ἔσται εἰς τὸ ἑξῆς προεστῶσα, ἣν καὶ ὡς αὐτὴν ἕξετε, ὡς θεοχειροτόνητον. Εὐκταῖον οὖν ἐστί μοι πάντοτε ἐν ὑμῖν εἶναι αὐτ ταῖς εὐπορίαν τῶν ἀξίων τῆς προστασίας, καὶ μηδέ ποτε τὰς πρὸς τοῦτο τὸ πρᾶγμα προσφυείς μονα ζούσας ἐπιλιπεῖν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ μονῇ, ταύτῃ τῆς κεχαριτωμένης, ἀλλ᾽ ὁσάκις ἂν γένηται χρεία προ χειρίσεως ἡγουμένης, ἐξ αὐτῶν τῶν ἐν ταύτῃ ἀσκουμένων μοναχῶν ἐξεῖναι γίνεσθαι τὴν ἐπιλογὴν, ἅτε καὶ θεμέλιον ἄριστον σὺν Θεῷ τῆς μοναχικῆς καὶ κοινοβιακῆς διαγωγής καταβεβλημένων, καὶ κατάλληλον τῷ θεμελίῳ τὴν τῆς ἐναρέτου πολιτείας ποιουμένων οἰκοδομήν. Εἰ δὲ καὶ τριῶν τοιούτων μοναζουσῶν οὐκ ἔστιν εὐπορία ἐν τῇ μονῇ, ἀλλὰ δύο μό ναι εὑρίσκονται ἄξιαι τῆς τοιαύτης προστασίας, καὶ αὖναι ἀρκέσουσι, καὶ μόνων τῶν δύο τούτων ἀπο γραφομένων, τὰ ἑξῆς, ὡς εἴρηται, προχωρήσουσιν. Εἰ δ' ὅπερ ἀπεύχεται ἡ βασιλεία μου, μία ἀξία τῆς προστασίας ταύτης φαίνεται ὑπάρχειν ἐν τῇ μονῇ, τότε ἡ κατὰ καιροὺς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένη εὑρήσει δευτέραν μοναχὴν ἐξ ἑτέρου μοναστηρίου εὐλαβή, καὶ δόκιμον εἰς ἡγουμενείαν· καὶ οὕτω πάλιν τῶν δύο τούτων ἀπογραφομένων, τῆς τε οὔσης ἐν τῇ μονῇ, καὶ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης, ὡς εἴρηται, τηρηθήσονται τὰ τῆς ἀκολουθίας, ὡς γέγραπται, καὶ οὕτως ἡ ἐκείνῃ δοκοῦσα, καὶ ἀναδεικνυμένη αξία εἰς ἡγουμενείαν προχειρισθήσεται. ΚΕΦΑΛ. ΙΒ' Περὶ τοῦ χωρὶς πάθους γίνεσθαι τὴν ἐπιλογὴν τῆς ἡγουμένης, καὶ προχείρισιν, καὶ τῶν διὰ κονητριών. Εεν άλλα παρακαλοῦμεν, τιμιώταται ἡμῶν μητέ ρες, τῆς ἐκλογῆς τῶν ἡγουμένων παρ' ὑμῶν ὀφει
TYPICUM.
ποιήσετε ιε, τοῦτο καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ πρὸς θεὸν ἀνα- decim; in extensione mamum vestrarum ad Deum,
apud vos acclamantes illud: Deus cordium coguitor, ostende nobis peccatricibus digram prafe
cturæ nostre.» Et post has genuflexiones, sacerdos, facta coram sancta mensa triplici genuflexione
usque ad terram, adhuc stołam sacerdotalem in
dutus, ae eadem verba dicens, unam
ex tribus
chartis assumet, qua ab ipso sacerdote data in conspectu omnium sororum, ei quæ proprium ipsi
sigillum imposuerat, agnoscet quidem ipsa suam
obsignationem: charta vero omnibus videntibus
aperietur; et cujus nomen in illa descriptum visum
fuerit, ea typicum nostruin et baculum in loco qui
est ante altare posita, factis tribus genuflexionibus
assumet: considerans et secum perpendens, undenam illa accipiat, cuinam polliceatur se illa servaturam, et quod angeli ejus promissionem describant,
qui ad horrendum illud tribunal eam introducent,
expletorum promissorum rationem reddituram.
Deinceps collocabitur in loco praefeet: assignato;
et omnes ipsi divinum offerent amplexum; post
quom amplexum, gloria Deo referetur, et dimissio
sequetur per consuetat sacerdotis orationem. Ipsa
vero vobis in posterum prafer ta erit, quam ut
matrem coletis, et sic erga illam affectæ eritis,
ipsique obedietis, ac si a Deo ordinata esset,
μητέρα σεβάσεσθε, καὶ διάθεσιν καὶ ὑπακοὴν πρὸς
τάσει τῶν χειρῶν ὑμῶν ἐπιφωνοῦσαι ἑαυταῖς·. Ο
Θεὸς ὁ καρδιογνώστης, ἀνάδειξον ἡμῖν ταῖς ἁμαρτωλαῖς τὴν ἀξίαν τῆς προστασίας ἡμῶν.» Καὶ μετὰ
ταύτας τάς γονυκλισίας, ὁ ἱερεὺς τρεῖς αὐτὸς γουν
κλισίας ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας τραπέζης βαλών μέχρι
γῆς, ἔτι τὴν ἱερατικὴν στολὴν ἐνδεδυμένος, καὶ τὸ
αὐτὸ πρόσρημα κἀκεῖνος ἐπιλέγων, ἕνα τῶν τριῶν
ἀναλήψεται χάρτην οὗ δεδομένου παρ' αὐτοῦ τοῦ
ἱερέως, ἐνώπιον πάσης τῆς ἀδελφότητος, πρὸς τὴν
οἰκείαν σφραγίδα αὐτῷ ἐπιθεῖσαν· ἐπιγνώσεται μὲν
αὕτη τὸ ἑαυτῆς ἐκσφράγισμα, ἀνοιγήσεται δὲ πάν
των ὁρώντων ὁ χάρτης, καὶ ἧς τὸ ὄνομα ἐν ἐκείνῳ
ἐγγεγραμμένον φανῇ, του τυπικοῦ ἡμῶν καὶ τῆς
βακτηρίας ἐν τῷ πρὸ τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου τύπῳ
κειμένων, τρεῖς γονυκλισίας ποιήσασα, λήψεται ταύ- β
τα, ἀποσκοπούσα καὶ ἐν ἑαυτῇ ἀναλογιζομένη ὅθεν.
ταῦτα λαμβάνει, καὶ τίνι ὑπισχνείται φυλάττειν
αὐτὰ, καὶ ὅτι ἄγγελοι τὴν αὐτῆς ὑπόσχεσιν ἀπογράφονται, οἵτινες μέλλουσιν αὐτὴν εἰς τὸ φοβερὸν
ἐκεῖνο εἰσαγαγεῖν δικαστήριον, λόγους τῆς ἐκπληρώ
σεως τῶν ὑποσχέσεων ἀποδώσουσαν. Εἶτα στήσεται
εἰς τὴν ἀποκεκληρωμένον τῇ ἡγουμένῃ τόπον, καὶ
πᾶσαι αὐτῇ τὸν θεῖον προσάξουσιν ἀσπασμὸν, μετά
δὲ τὸν ἀσπασμὸν δόξα τῷ Θεῷ ἀναπεμφθήσεται, καὶ
ἡ ἀπόλυσις ἔψεται τῇ συνήθει τοῦ ἱερέως εὐχῇ. Αὕτη
δὲ ὑμῶν ἔσται εἰς τὸ ἑξῆς προεστῶσα, ἣν καὶ ὡς
αὐτὴν ἕξετε, ὡς θεοχειροτόνητον.
Εὐκταῖον οὖν ἐστί μοι πάντοτε ἐν ὑμῖν εἶναι αὐτ
ταῖς εὐπορίαν τῶν ἀξίων τῆς προστασίας, καὶ μηδέ
ποτε τὰς πρὸς τοῦτο τὸ πρᾶγμα προσφυείς μονα- c
ζούσας ἐπιλιπεῖν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ μονῇ, ταύτῃ τῆς
κεχαριτωμένης, ἀλλ᾽ ὁσάκις ἂν γένηται χρεία προ
χειρίσεως ἡγουμένης, ἐξ αὐτῶν τῶν ἐν ταύτῃ ἀσκουμένων μοναχῶν ἐξεῖναι γίνεσθαι τὴν ἐπιλογὴν, ἅτε
καὶ θεμέλιον ἄριστον σὺν Θεῷ τῆς μοναχικῆς καὶ
κοινοβιακῆς διαγωγής καταβεβλημένων, καὶ κατάλ
ληλον τῷ θεμελίῳ τὴν τῆς ἐναρέτου πολιτείας ποιουμένων οἰκοδομήν. Εἰ δὲ καὶ τριῶν τοιούτων μονα
ζουσῶν οὐκ ἔστιν εὐπορία ἐν τῇ μονῇ, ἀλλὰ δύο μόναι εὑρίσκονται ἄξιαι τῆς τοιαύτης προστασίας, καὶ
αὖναι ἀρκέσουσι, καὶ μόνων τῶν δύο τούτων ἀπογραφομένων, τὰ ἑξῆς, ὡς εἴρηται, προχωρήσουσιν.
Εἰ δ' ὅπερ ἀπεύχεται ἡ βασιλεία μου, μία ἀξία τῆς
προστασίας ταύτης φαίνεται ὑπάρχειν ἐν τῇ μονῇ,
τότε ἡ κατὰ καιροὺς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένη
εὑρήσει δευτέραν μοναχὴν ἐξ ἑτέρου μοναστηρίου
εὐλαβή, καὶ δόκιμον εἰς ἡγουμενείαν· καὶ οὕτω πάλιν
τῶν δύο τούτων ἀπογραφομένων, τῆς τε οὔσης ἐν
τῇ μονῇ, καὶ τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης, ὡς εἴρηται,
τηρηθήσονται τὰ τῆς ἀκολουθίας, ὡς γέγραπται, καὶ
οὕτως ἡ ἐκείνῃ δοκοῦσα, καὶ ἀναδεικνυμένη αξία εἰς
ἡγουμενείαν προχειρισθήσεται.
Περὶ τοῦ χωρὶς πάθους γίνεσθαι τὴν ἐπιλογὴν
τῆς ἡγουμένης, καὶ προχείρισιν, καὶ τῶν διὰ
κονητριών.
Εεν άλλα παρακαλοῦμεν, τιμιώταται ἡμῶν μητέ
ρες, τῆς ἐκλογῆς τῶν ἡγουμένων παρ' ὑμῶν ὀφει
Porro optabile mihi est, ut apud vos ipsas præfectura dignæ semper suppetant; et ut monachæ ad
id negotii idoneæ, in sanctissimo hoc gratia plena
monasterio nunquam deficiant, sed quoties opus
fuerit præfectam ordinari, ex ipsis monialibus in
eo ascetice degentibus fieri queat clectio: quippe
quæ fundamentum optimum monasticæ et cœnobiticæ vitæ cum Deo positæ fuerint, et fundamento
consentaneum probe conversationis ædificium construant. Si vero trium hujusmodi monacharuin
non est copia in monasterio, sed duæ tantum tali
praefectura dignæ reperiuntur, ipsæ sufficient; iisqne
duabus solis descriptis, cætera, ut dictum est,
procedant. Si autem (quod majestas mea deprecatur) unica prefectura digna videatur esse in monasterio, tunc que per il temporis patrona est
monasterii, alteram ex alio monasterio piam et
probatam monacham ad præfecturam inveniat. Et
sic rursus his duabus descriptis, ea scilicet quæ in
monasterio est, et ea quæ aliunde, ut dictum est,
accersita est, ea servabuntur, que de boc ritu et
officio scripta sunt; et sic quæ illi digna visa el
manifestata fuerit, ad præfecturam promovebitur.
CAPUT XII.
Quod citra affectum fieri debeat præfectæ et officialium
electio et ordinatio.
Agedum hortamur vos, honoratissimæ matres nostræ, ut cum facienda a vobis erit præfectæ electio,
Chapter XIICaput XII
col. 1023–1024page 19 of 70
PG 127:1023λούσης γίνεσθαι, καὶ τῆς τῶν λοιπῶν διακονητριών προκρίσεως παρὰ τῆς καθηγουμένης γινομένης, ἀπὸ έστω ἔρις, ἀπέστω φθόνος, ἀπέστω ματαία προσπαθείᾳ, καὶ χάρις ἀλόγιστος· κρίσει δέ τοι ὀρθῇ, καὶ στοχασμῷ ἀκριβεῖ, καὶ ἀληθείᾳ, ὡς ἐφορῶντος τοῦ τα πάντα βλέποντος ὀφθαλμοῦ, παρ' ὑμῶν ἡ κρίσις τε καὶ δοκιμασία γινέσθω. Μὴ χωρήσητε τοίνυν εἰς διαμάχας καὶ ἀμφιγνωμοσύνας προκρίνουσαι· ἀλλ' ἐν ἐμογνωμοσύνῃ, καὶ εἰρήνῃ, καὶ ἀγάπῃ τὴν ἐκλελεγμένην ἐκλέγοισθε. Οὐδεμία δὲ ἔσται, τῆς ἐκλογῆς καὶ προκρίσεως γινομένης, ἡ πρὸς τὸ ἡγουμενεύειν, ἢ ἑτέραν τινα διακονίαν μετέρχεσθαι ἀναξίως ἐπιπηδῶσα, χρόνους τυχόν προβαλλομένη, ἢ ἐνέργειαν, ἢ εὐγένειαν, η η προσαγωγήν κτημάτων τινῶν, ἡ χρημάτων· ἀλλο ἐκείνη ἔσται προτιμητέα ἐν ὑμῖν, ἥτις ἂν εἴη τοιαύτη, εἴαν ὁ λόγος ἀνωτέρω ὑπέγραψε· κἂν ἐκ νέου τύχῃ ἀποκαρεῖσα, κἂν ἐξ ἰδιωτικῆς τύχης τῇ μονῇ προσελήλυθε. Πᾶσαν οὖν εὔνοιαν, πᾶσαν ὑποταγήν, πᾶσαν εὐ πείθειαν τῇ ἡγουμένῃ ὑμῶν ἀποσώζοιτε, καθάπερ τινὰ τῶν θείων Πατέρων είρηται λέγοντι·. Εἰ γὰρ ὑπὲρ ἡμῶν λόγον ἀποδοῦναι μέλλουσιν οἱ ἡμῶν ἐπιμελόμενοι, πῶς οὐχὶ κατὰ πάντα τούτοις ὑποταγή. σόμεθα, καὶ ὡς κεφαλῇ τὰ λοιπὰ μέρη του σώματος ὑπακούσομέν τε καὶ ἐξυπηρετήσομεν; καθώς φησε καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος·. Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ὡς λόγον ἀποδώσοντες.» ᾿Αλλὰ καὶ πρὸς ἀλλήλας ἀγάπην, εἰρήνην, ὁμό νοιαν φυλάττουσαι εἴητέ μοι, ἀλλήλων ὑπερκαιόμε ναι, ἀλλήλας ὑποστηρίζουσαι, νουθετοῦσαι, παρα καλοῦσαι, ἀνεχόμεναι· πᾶν εἴ τι χρηστόν, εἴ τι σω τήριον, εἴ τις ἀρετὴ, καὶ εἴ τις ἔπαινος, σπεύδουσα εἰς δύναμιν κατορθοῦν· φησὶ γὰρ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· «Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγα πᾶτε ἀλλήλους, καθώς κἀγὼ ὑμᾶς ἠγάπησα· ν και, Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.» Καὶ σὺ δὲ, ὦ μῆτερ πνευματικὴ τῆς ἱερᾶς ταύτης ποίμνης, καὶ ὁδηγέ, μετρία ἔσο ταῖς ἀδελφαῖς κηδε μονική, καὶ τὸ ὅλον μητρικὴν αὐταῖς ἀποσώζουσα τὴν εὔνοιαν. Ναὶ παρακαλοῦμεν, πατῶν κήδου, καὶ πασῶν ἀντέχου, νουθετοῦσα, παραινοῦσα, διδάσκουσα, παρακαλοῦσα, νοσούσας ὑγιάζουσα, ἀσθενούσας ὑποστηρίζουσα, ὀλιγοψυχούσας παραμυθουμένη, ἁμαρτανούσας ἐπιστρέφουσα· καὶ καθώς φησιν ὁ ἅγιος Βασίλειος λέγων·. Αὐτὸς ὁ καθηγούμενος, ὡς πατὴρ παίδων γνησίων ἐπιμελόμενος, ἐπισκέψεται τὴν καθ' ἑνὸς ἑκάστου χρείαν, καὶ τὴν ἁρμόζουσαν εἰσάξει κατὰ τὸ δυνατὸν θεραπείαν, καὶ ἐπιμέλειαν, καὶ τὸ κατ' ἀλήθειαν ἀσθενοῦν μέλος, εἴτε σωματικῶς, εἴτε ψυχικῶς, μετὰ ἀγάπης καὶ τῆς πνευματικῆς εὐνοίας διαβαστάσει.» ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'. Περὶ μετακινήσεως τῆς μὴ ὡς δεῖ ἡγουμενευούσης. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως. Τὰ δὲ ἐξῆς ῥηθῆναι μέλο
IRENES AUGUSTE
e: curn a præfecta Gat oficialium delectus, absit λούσης γίνεσθαι, καὶ τῆς τῶν λοιπῶν διακονητριών
contentio, absit invidia, alsit vana affectio, et gratia
inconsiderata. Sed recto judicio, justo scopo, et
cum veritate, quasi observante illo oculo qui
omnia respicit, sic a vobis judicium et examen fiat.
Ne procedatis igitur ad pugnas et dissensiones inter
cligendum; sed cum consensu, pace et charitate
electam promoveatis.
προκρίσεως παρὰ τῆς καθηγουμένης γινομένης, ἀπὸ
έστω ἔρις, ἀπέστω φθόνος, ἀπέστω ματαία προσπά
θεια, καὶ χάρις ἀλόγιστος· κρίσει δέ τοι ὀρθῇ, καὶ
στοχασμῷ ἀκριβεῖ, καὶ ἀληθείᾳ, ὡς ἐφορῶντος τοῦ
τα πάντα βλέποντος ὀφθαλμοῦ, παρ' ὑμῶν ἡ κρίσις
τε καὶ δοκιμασία γινέσθω. Μὴ χωρήσητε τοίνυν εἰς
διαμάχας καὶ ἀμφιγνωμοσύνας προκρίνουσαι· ἀλλ'
ἐν ἐμογνωμοσύνῃ, καὶ εἰρήνῃ, καὶ ἀγάπῃ τὴν έκλελεγμένην ἐκλέγοισθε.
Οὐδεμία δὲ ἔσται, τῆς ἐκλογῆς καὶ προκρίσεως
γινομένης, ἡ πρὸς τὸ ἡγουμενεύειν, ἢ ἑτέραν τινα
διακονίαν μετέρχεσθαι ἀναξίως ἐπιπηδῶσα, χρόνους
τυχόν προβαλλομένη, ἢ ἐνέργειαν, ἢ εὐγένειαν, η
Electione vero et promotione facta, nulla indigne insiliat ad præfecturam, aut aliud quovis officium ambiendum, annos forte prætendens, vel in
agendo solertiam, vel nobilitatem, aut datas possessiones, vel pecunias. Sed illa inter vos antepo- η προσαγωγήν κτημάτων τινῶν, ἡ χρημάτων· ἀλλο
nenda erit, quæ talis fuerit, qualem superior sermo
descripsit; quamvis nuper detonsa fuerit, quamvis
ex privata fortuna ad monasterium accesserit.
Omnem igitur benevolentiam, omnem obedientiam, omne obsequium præfectæ vestræ servaveritis, ut a quodam divinorum Patrum dictum est:
• Si enim pro nobis rationem reddituri sunt qui
nostri curam gerunt, quomodo non omnino iis subditi erimus, et ut capiti reliqua menbra corporis
obediemus, et ministrabimus, ut dicit et divinus
apostolus: «Obedite præpositis vestris et subjaccle
eis; ipsi enim pervigilant, quasi rationem pro animabus vestris reddituri 18, )
Sed et ad invicem charitatem, pacem et concordiam servaveritis, pro aliis mutuo ardentes, invicem suffulcientes, admonentes, consolantes, sustinentes, quidquid utile, quidquid salutare, si qua
virtus, si qua laus, id pro viribus operari studentes.
Dicit enim Dominus noster Jesus Christus: ‹ Hæc
mando vobis ut diligatis invicem, sicut et ego dilexi
VOS; et:. In hoc cognoscent omnes quod discipuli mei estis, si dilexeritis invicem 20.
Tu quoque, o Mater spiritualis sacri hujus ovilis, et viæ dus, moderata esto sororibus curatrix,
maternam ipsis omnino servans benevolentiam:
ctiam id rogamus, omnes curato, omnium sollicitudinem geras, monendo, adhortando, docendo,
rogando,ægras sanando, infirmas sustentando, animo deficientes consolando, peccantes convertendo;
et ut dicit sanctus Basilius: Ipse præfectus ut
pater genuinos filios curans, singulorum necessitates observabit, et pro facultate congruum afferet remedium et sollicitudinem; quod vero membrum revera infirmatur, sive corporaliter sive spiritualiter, cum charitate et spirituali benevolentia
portabit.»
CAPUT XIII.
De amotione ejus quæ secus quam par est præfectæ
munus obit.
ἐκείνη ἔσται προτιμητέα ἐν ὑμῖν, ἥτις ἂν εἴη τοιαύτη, εἴαν ὁ λόγος ἀνωτέρω ὑπέγραψε· κἂν ἐκ νέου
τύχῃ ἀποκαρεῖσα, κἂν ἐξ ἰδιωτικῆς τύχης τῇ μονῇ
προσελήλυθε.
Πᾶσαν οὖν εὔνοιαν, πᾶσαν ὑποταγήν, πᾶσαν εὐ
πείθειαν τῇ ἡγουμένῃ ὑμῶν ἀποσώζοιτε, καθάπερ
τινὰ τῶν θείων Πατέρων είρηται λέγοντι·. Εἰ γὰρ
ὑπὲρ ἡμῶν λόγον ἀποδοῦναι μέλλουσιν οἱ ἡμῶν ἐπιμελόμενοι, πῶς οὐχὶ κατὰ πάντα τούτοις ὑποταγή. -
σόμεθα, καὶ ὡς κεφαλῇ τὰ λοιπὰ μέρη του σώματος
ὑπακούσομέν τε καὶ ἐξυπηρετήσομεν; καθώς φησε
καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος·. Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις
ὑμῶν, καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ
τῶν ψυχῶν ὑμῶν, ὡς λόγον ἀποδώσοντες.»
᾿Αλλὰ καὶ πρὸς ἀλλήλας ἀγάπην, εἰρήνην, ὁμό
νοιαν φυλάττουσαι εἴητέ μοι, ἀλλήλων ὑπερκαιόμε
ναι, ἀλλήλας ὑποστηρίζουσαι, νουθετοῦσαι, παρα
καλοῦσαι, ἀνεχόμεναι· πᾶν εἴ τι χρηστόν, εἴ τι σω
τήριον, εἴ τις ἀρετὴ, καὶ εἴ τις ἔπαινος, σπεύδουσα:
εἰς δύναμιν κατορθοῦν· φησὶ γὰρ καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς Χριστός· «Ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγα
πᾶτε ἀλλήλους, καθώς κἀγὼ ὑμᾶς ἠγάπησα· ν και,
• Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί
ἐστε, ἐὰν ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.»
Καὶ σὺ δὲ, ὦ μῆτερ πνευματικὴ τῆς ἱερᾶς ταύτης
ποίμνης, καὶ ὁδηγέ, μετρία ἔσο ταῖς ἀδελφαῖς κηδε -
μονική, καὶ τὸ ὅλον μητρικὴν αὐταῖς ἀποσώζουσα
τὴν εὔνοιαν. Ναὶ παρακαλοῦμεν, πατῶν κήδου, καὶ
πασῶν ἀντέχου, νουθετοῦσα, παραινοῦσα, διδάσκουσα, παρακαλοῦσα, νοσούσας ὑγιάζουσα, ἀσθενούσας
ὑποστηρίζουσα, ὀλιγοψυχούσας παραμυθουμένη,
ἁμαρτανούσας ἐπιστρέφουσα· καὶ καθώς φησιν ὁ
ἅγιος Βασίλειος λέγων·. Αὐτὸς ὁ καθηγούμενος, ὡς
πατὴρ παίδων γνησίων ἐπιμελόμενος, ἐπισκέψεται
τὴν καθ' ἑνὸς ἑκάστου χρείαν, καὶ τὴν ἁρμόζουσαν
εἰσάξει κατὰ τὸ δυνατὸν θεραπείαν, καὶ ἐπιμέλειαν,
καὶ τὸ κατ' ἀλήθειαν ἀσθενοῦν μέλος, εἴτε σωματι
κῶς, εἴτε ψυχικῶς, μετὰ ἀγάπης καὶ τῆς πνευματι
κῆς εὐνοίας διαβαστάσει.»
Περὶ μετακινήσεως τῆς μὴ ὡς δεῖ ἡγουμενευούσης.
Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως. Τὰ δὲ ἐξῆς ῥηθῆναι μέλο
20 Joan. x1, 55.
Et hæc quidem ita se habeant. Quæ vero posthác
18 Hebr. viii, 17. 19 Joan. XVI,
Chapter XIIICaput XIII
col. 1025–1026page 20 of 70
PG 127:1025λοντα περὶ τῆς μετὰ τὴν ἡμῶν παρέλευσιν ἡγου μενευούσης, καὶ τῶν μετ' ἐκείνην ἡγουμενευουσῶν, οὐκ ἐβουλόμην γραφῇ παραδοῦναι· οὐδὲ γὰρ ἔδει τὴν ἅπαξ εἰς τοῦτο κεκριμένην, τῆς τοιαύτης στάσεώς τε καὶ τάξεως μεθιστάν. Αλλ' ἦν μὲν ἀρεστὴν τοῦτο, καὶ ἀποδεκτέον, εἴπερ ἡ φύσις ἡμῶν ἄτρεπτός τε καὶ ἀναλλοίωτος ἦν· ἐπεὶ δὲ τοῦτο οὐκ ἔστι (τροπό μεθα γὰρ αὖθις, καὶ ἀλλοιούμεθα, οἷα τὰ ἀνθρώπινα, καὶ τιμῆς ἀξιούμενοι, πρὸς τὴν τῶν καλῶν ἐργα σίαν μᾶλλον χαυνούμεθα, εᾳθυμίᾳ εἴκοντες τὰ πολλὰ, ὡς φιλούσης τῆς ἀρχῆς τοὺς εἰς αὐτὴν ἀνηγμένους ὑποχαυνοῦν, ὁπότε πλείω τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν προσοχὴν ἐπιδείκνυσθαι ἔδει), διὰ ταῦτα καὶ γραφῇ παραδοτέον τὸ πρᾶγμα, καὶ κολαστέον εἰς δύναμιν. Εἰ μὲν οὖν ἄτρεπτος μένοι ή καθηγουμένη, τῆς ἀρετῆς ἐπιεικῶς ἀντεχομένη, δι᾿ ἣν καὶ ταύτης ἠξιώθη τῆς τάξεως, ἀμετακίνητος ἔσται τῆς ἀρχῆς ταύ της καὶ ἀδιάπτωτος· εἰ δὲ ἀδόκιμόν τε καὶ ἀσύμφορον ὁ χρόνος αὐτὴν ἀπελέγξει, ὡς, εἴτε τῆς προ στασίας τῶν ἀδελφῶν ἀμελῶν τε καὶ καταφρονητικῶς ἐχομένην, εἴτε τοῖς ἑαυτῆς συγγενέσι χαριζομένην, εἴτε τι τῶν τῆς μονῆς, ἢ αὐτὴν νοσφιζομένην, ἢ ἑτέρῳ τινὶ ὑποτιθεῖσαν καὶ καταπροδιδοῦσαν, εἴτε τι τῶν τοῦ τυπικοῦ διαταγμάτων παραθραύουσαν ὅλως, και τοῖς ἑαυτῆς στοιχούσαν θελήμασι, καὶ διὰ ταῦτα πρὸς κυβέρνησιν ψυχῶν ἀνεπιτήδειον ἐλεγχομένην εἰ μὲν οὕτως κακῶς ζῶσα ἑαυτῆς ποτε γένοιτο, καὶ τῶν κακῶν ἀπόσχοιτο, τῆς τε πρὸς τὰ κρείττω καὶ σωτηριώδη φερούσης ἅπτοιτο· ἔστω καὶ ἡγουμενου. τω. Εἰ δὲ αὐτὴ μένοι μὴ τῶν κακῶν ἀποσχομένη, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον αὐτοῖς ἐπεκτεινομένη· ἐκείνην μὲν τὴν ἀδόκιμον μετατίθεσθαι τῆς προστασίας ὑμῶν, παρὰ τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης διοριζόμεθα, ἐκλογὴν δὲ πάλιν, καὶ ψῆφον ἑτέραν γίνεσθαι, καὶ προχείρισιν ἑτέρας ἡγουμένης, κατὰ τὰ ἀνωτέρω διατεταγμένα. Ἡ δὲ ἀποβληθεῖσα τῆς ἡγουμενείας, εἰ μὲν διὰ γῆρας, ἢ καὶ ἀφέλειαν ταύτης μετακινηθείη, καὶ βούλοιτο αὖθις καθῆσθαι, καὶ προσμένειν ἐν τῇ μονῇ, ὡς μία τῶν ἀδελφῶν, καὶ τῇ προεστώσῃ ἐφ᾽ ἅπασιν ὑποτάσσεσθαι, μὴ κατά τι λυμαινομένη τῇ τῆς μου νῆς εὐταξίς, μηδὲ ταράττουσα, ἢ ταραττομένη, ἔστω καὶ οὕτως ἐν αὐτῇ. 'Η δὲ ὡς πρὸς λύμην τῆς μονῆς συστάσεως γεγονέναι καταφανεῖσα, καὶ τῆς τάξεως ταύτης καὶ καταστάσεως, καὶ πρὸς ἀθέτησιν τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ τῆς βασιλείας μου δια τεταγμένων, ἐκδιώκεσθαι παντελῶς, ἵνα μὴ σκανδάλου αἰτία καὶ ταῖς λοιπαῖς γένηται. ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'. Περὶ τοῦ οἰκονόμον δεῖν εἶναι ἐν τῇ μονῇ, εὐνοῦχον καὶ σεμνοῦ βίου. Καὶ οἰκονόμον δὲ διορίζεται ἡ βασιλεία μου είναι ἐν τῇ μονῇ, διοικοῦντα τὰ ταύτῃ ἀνήκοντα κατ' ἐπι τροπὴν τῆς ἡγουμένης, καὶ τὰ ἐν τούτοις οἰκονομούμενον κατὰ τὴν ἐκείνης βούλησιν. Καὶ νῦν μέν ἐστιν ὁ ὤν, παρὰ τῆς βασιλείας μου γεγονώς, κἂν ἑτέρου δεήσῃ, παρὰ τῆς βασιλείας μου ἕτερος εἰσαχθήσεται. Ἐπὰν δὲ τῶν τῇ δε μεταστῶ, παρὰ τῆς ἡγουμένης γενήσεται, εἴτε ἐκ τῶν ἱερουργούντων ἐν τῇ μονῇ,
TYPICUM.
λοντα περὶ τῆς μετὰ τὴν ἡμῶν παρέλευσιν ἡγου- dicenda sunt, de ca quæ post obitum nostrum preμενευούσης, καὶ τῶν μετ' ἐκείνην ἡγουμενευουσῶν,
οὐκ ἐβουλόμην γραφῇ παραδοῦναι· οὐδὲ γὰρ ἔδει τὴν
ἅπαξ εἰς τοῦτο κεκριμένην, τῆς τοιαύτης στάσεώς
τε καὶ τάξεως μεθιστάν. Αλλ' ἦν μὲν ἀρεστὴν τοῦτο,
καὶ ἀποδεκτέον, εἴπερ ἡ φύσις ἡμῶν ἄτρεπτός τε
καὶ ἀναλλοίωτος ἦν· ἐπεὶ δὲ τοῦτο οὐκ ἔστι (τροπόμεθα γὰρ αὖθις, καὶ ἀλλοιούμεθα, οἷα τὰ ἀνθρώπι
να, καὶ τιμῆς ἀξιούμενοι, πρὸς τὴν τῶν καλῶν ἐργα
σίαν μᾶλλον χαυνούμεθα, εᾳθυμίᾳ εἴκοντες τὰ πολλὰ,
ὡς φιλούσης τῆς ἀρχῆς τοὺς εἰς αὐτὴν ἀνηγμένους
ὑποχαυνοῦν, ὁπότε πλείω τὸν ἀγῶνα καὶ τὴν προσοχὴν
ἐπιδείκνυσθαι ἔδει), διὰ ταῦτα καὶ γραφῇ παραδο
τέον τὸ πρᾶγμα, καὶ κολαστέον εἰς δύναμιν.
Εἰ μὲν οὖν ἄτρεπτος μένοι ή καθηγουμένη, τῆς
ἀρετῆς ἐπιεικῶς ἀντεχομένη, δι᾿ ἣν καὶ ταύτης ἠξιώθη τῆς τάξεως, ἀμετακίνητος ἔσται τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ ἀδιάπτωτος· εἰ δὲ ἀδόκιμόν τε καὶ ἀσύμφο
ρον ὁ χρόνος αὐτὴν ἀπελέγξει, ὡς, εἴτε τῆς προστασίας τῶν ἀδελφῶν ἀμελῶν τε καὶ καταφρονητικῶς
ἐχομένην, εἴτε τοῖς ἑαυτῆς συγγενέσι χαριζομένην,
εἴτε τι τῶν τῆς μονῆς, ἢ αὐτὴν νοσφιζομένην, ἢ
ἑτέρῳ τινὶ ὑποτιθεῖσαν καὶ καταπροδιδοῦσαν, εἴτε τι
τῶν τοῦ τυπικοῦ διαταγμάτων παραθραύουσαν ὅλως,
και τοῖς ἑαυτῆς στοιχούσαν θελήμασι, καὶ διὰ ταῦτα
πρὸς κυβέρνησιν ψυχῶν ἀνεπιτήδειον ἐλεγχομένην
εἰ μὲν οὕτως κακῶς ζῶσα ἑαυτῆς ποτε γένοιτο, καὶ
τῶν κακῶν ἀπόσχοιτο, τῆς τε πρὸς τὰ κρείττω καὶ
σωτηριώδη φερούσης ἅπτοιτο· ἔστω καὶ ἡγουμενου.
τω. Εἰ δὲ αὐτὴ μένοι μὴ τῶν κακῶν ἀποσχομένη, εἰ
μὴ καὶ μᾶλλον αὐτοῖς ἐπεκτεινομένη· ἐκείνην μὲν
τὴν ἀδόκιμον μετατίθεσθαι τῆς προστασίας ὑμῶν,
παρὰ τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης διοριζόμεθα,
ἐκλογὴν δὲ πάλιν, καὶ ψῆφον ἑτέραν γίνεσθαι, καὶ
προχείρισιν ἑτέρας ἡγουμένης, κατὰ τὰ ἀνωτέρω
διατεταγμένα.
Ἡ δὲ ἀποβληθεῖσα τῆς ἡγουμενείας, εἰ μὲν διὰ
γῆρας, ἢ καὶ ἀφέλειαν ταύτης μετακινηθείη, καὶ
βούλοιτο αὖθις καθῆσθαι, καὶ προσμένειν ἐν τῇ μονῇ,
ὡς μία τῶν ἀδελφῶν, καὶ τῇ προεστώσῃ ἐφ᾽ ἅπασιν
ὑποτάσσεσθαι, μὴ κατά τι λυμαινομένη τῇ τῆς μου
νῆς εὐταξίς, μηδὲ ταράττουσα, ἢ ταραττομένη,
ἔστω καὶ οὕτως ἐν αὐτῇ. 'Η δὲ ὡς πρὸς λύμην τῆς
μονῆς συστάσεως γεγονέναι καταφανεῖσα, καὶ τῆς
τάξεως ταύτης καὶ καταστάσεως, καὶ πρὸς ἀθέτησιν
τῶν ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ τῆς βασιλείας μου διατεταγμένων, ἐκδιώκεσθαι παντελῶς, ἵνα μὴ σκανδά
λου αἰτία καὶ ταῖς λοιπαῖς γένηται.
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ'.
Περὶ τοῦ οἰκονόμον δεῖν εἶναι ἐν τῇ μονῇ, εὐνοῦ
χον καὶ σεμνοῦ βίου.
Καὶ οἰκονόμον δὲ διορίζεται ἡ βασιλεία μου είναι
ἐν τῇ μονῇ, διοικοῦντα τὰ ταύτῃ ἀνήκοντα κατ' ἐπιτροπὴν τῆς ἡγουμένης, καὶ τὰ ἐν τούτοις οἰκονομούμενον κατὰ τὴν ἐκείνης βούλησιν. Καὶ νῦν μέν ἐστιν
ὁ ὤν, παρὰ τῆς βασιλείας μου γεγονώς, κἂν ἑτέρου
δεήσῃ, παρὰ τῆς βασιλείας μου ἕτερος εἰσαχθήσεται.
Ἐπὰν δὲ τῶν τῇ δε μεταστῶ, παρὰ τῆς ἡγουμένης
γενήσεται, εἴτε ἐκ τῶν ἱερουργούντων ἐν τῇ μονῇ,
fecta erit, necnon de iis quæ ipsi succedent, mole
bam scripto tradere: neque enim decebat, semel ad
hoc munus electam, ab hoc statu et ordine amovere.
Sed illud quidem gratum et amplectendum fuisset, si natura nostra immutabilis et immobilis
esset: cum vero id non est (vertimur enin denno
et immutamur, ut solent humana; et cum honore
afficimur ad bona opera molliores evadimus, segnitiei ut plurimum cedentes: solet quippe dominaus segniores efficere qui ad illum evehuntur, ubi
plus certaminis et attentionis exhibere opus fuisset),
idcirco et res est scripto tradenda, et pro viribus
corrigenda.
Si itaque præfecta non mutetur, et vírtuti, ut par
est, adhæreat, cujus gratia tali gradu donata est,
ab hac præfectura nequaquam amovebitur, vel
excidet. Si vero improbam et damnosam eam esse
tempus arguerit, sive curæ sororum negligenter et
cum contemptu operam dederit, sive cognatis suis
gratificata fuerit, vel aliquid monasterii sibi vindi -
caverit, vel alii cuipiam subduxerit et tradiderit;
sive quodcunque hujus typici præceptum violaverit,
et ad suam voluntatem incesserit, ac propterea ad
gubernationem animarum non idonea evincatur;
si quidem sie improbe vivens ad se aliquando redeat, et a malis abstineat, viæque ad meliora et
salutaria ferenti insistut: esto, præfecturam relineat. Si vero eadem uuaneat, nec a malis abstineat,
imo impensius iis incumbat, statuimus illam quidem improbam amoveri a præfectura vestra per
monasterii patronam, et rursus fieri electionetu
aliudlque suffragium et ordinationem alterius prae
fecta, juxta ea quæ superius sancita sunt.
Quæ vero a præfectura ejecta est, si quidem propler senectutem et animi imbecillitatem amota
fuerit, et voluerit rursus residere et permanere
in monasterio, ut una e sororibus, et in omnibus
præfectæ subjici, nihil perniciei afferens bono monasterii ordini, neque turbas movens, neque perturbata, sic in illo maneat. Quæ vero in perniciem
constitutionis monasterii, necnon hujus ordinis et
status, esse videtur, et quæ in hoc typico a mea
majestate statuta sunt contemptui habitura putatur,
ejiciatur omnino, ne scandali causa cæteris evadat.
CAPUT XIV.
Quod economus in monasterio esse debeat eunuchus et honestæ vitæ.
Statuit quoque imperium meum, ut œconomus
sit in monasterio, quæ ad illud spectant ex mandato præfectæ administrans, et quæ in ipsis continen·
tur ad ejus nutum dispensans. Et qui nunc quidem
est, a mea majestate creatus est; ac si alterius opus
fuerit, ab imperio meo inducetur. Ubi autem hinc
translatus fuero, a præfecta instituetur, sive ex sacer
dotibus monasterii, si quispiam corum strenuus
Chapter XIVCaput XIV
col. 1027–1028page 21 of 70
PG 127:1027εἴ τις τούτων ένεργή; ἔσται, καὶ τοῦ οἰκονομεῖν ἄξιο; δηλονότι· εἴτε καὶ ἔξωθεν δοκιμαζόμενος, καὶ προ χειριζόμενος, κατὰ τόνδε τὸν τρόπον· Μετὰ τὴν ἐξ Ερεύνης τούτου ἐπιλογῆν, καὶ τὴν τῶν ποιητέων εξ δησιν αὐτοῦ, ἐμφανισθεὶς καὶ τῇ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς μονῆς ἐχούσῃ, ὡς ἂν γνωρίζοιτο παρ' αὐτῆς· εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τῆς μονῆς, καὶ μικρὸν ἐπιμείνας, τρισαγίου γενομένου παρὰ τῶν ἀδελφῶν, πεσών προσ κυνήσει τάς τε ἄλλας τῶν ἁγίων θείας εἰκόνας, καὶ τὴν σεπτὴν καὶ πανίερον τῆς κεχαριτωμένης θεοτόκου. Εἶτα ἀσπασάμενος, εὐξαμένου τοῦ ἱερέως τὴν τῆς ἀπολύσεως εὐχὴν, ἐξελεύσεται τοῦ ναοῦ, καὶ ἔσται τὸ ἀπὸ τοῦδε οἰκονόμος, καὶ φροντιεῖ τῶν τῆς μονῆς, μεταγεγραμμένον ιδία λαμβάνων καὶ τὸ πολ ρὸν κεφάλαιον τὰ περὶ αὐτοῦ δηλοῦν. Εσται καὶ αὐτῷ ἔργον περισπούδαστον, ἡ τῶν υποκειμένων τῇ μονῇ ἀκινήτων πάντων, τῶν ἐκτός τε καὶ ἐντὸς τῆς μεγαλοπόλεως ἐπιτήρησις, καὶ τῶν προνοητῶν, καὶ οἱ τῶν οἰκολόγων λογαριασμοί, ἡ ανακεράμωσις τῆς μονῆς, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὴν μετ' ἐπιμελείας ἁρμοζούσης γινομένη κατ' ἔτος, ἡ τῶν ἴσως γινομένων ἐν τῇ μονῇ συμπτωμάτων ἀνόρθωσις, διὰ προστάξεως τῆς καθηγουμένης, ἀγωνίζεσθαι πρὸς τοῦτο, καὶ ἐπιμελεῖσθαι ὀφείλοντι· πρὸς τούτοις ἡ φροντὶς τῶν, ἐξ εὐλόγων ἐπιδόσεων, εἰσ όδων, καὶ τοῦ πάντα τὰ ἐν τοῖς κτήμασι, καὶ τοῖς οἰκήμασιν οἰκονομεῖσθαι πρὸς τὸ λυσιτελέστερον, καὶ μὴ συγχωρεῖσθαι τοὺς κατὰ καιρὸν προνοουμένους τῶν τοιούτων, ἢ ἀμελῶς διακείσθαι περὶ τὴν ἀντί ληψιν τούτων, καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπίδοσιν· ἡ νοσφίζεσθαί τινας τῶν εἰσόδων, καὶ ἴδιον κέρδος τις θέναι. ᾿Αλλὰ καὶ ἐπιμελῶς τὴν πρόνοιαν τούτων ποιείσθαι, καὶ τὰς εἰσόδους ἀκαινοτομήτους προς ἀγειν τῇ μονῇ, καὶ τὰ μὲν γενήματα, καὶ τὰ λοιπά εἴδη, κατὰ τὴν ἐπιτήδειον καιρὸν ἀποστέλλεσθαι, τῶν διακομίζειν ταῦτα ὀφειλόντων πλοίων εγκαίρως ἀπο στελλομένων, τὰ δὲ λογάρια εἰσκομίζεσθαι τῇ μονῇ, καὶ παρουσίᾳ τοῦ οἰκονόμου ταῦτα παραδίδοσθαι τῇ καθηγουμένῃ, καὶ τῇ δοχειαρίᾳ, δι' ἀποδείξεως αὐτ τῶν σημειουμένης παρ' αὐτῶν, εἶτα καὶ καταστρων νυομένης εἰς τὴν εἰσοδοέξοδον τοῦ δοχείων. Εἰ δ᾽ ἴσως ὁ οἰκονόμος ἀποδημεῖ ἐν τοῖς ἔξω διάγων, παρουσίᾳ τοῦ παροικονόμου, τὴν τῶν εἰσιδιαζομένων λογαρίων παράδοσιν γίνεσθαι πρὸς αὐτά;. Εἰ δὲ καὶ ὁ παροικονόμος ἐν τοῖς ἔξω ἀποδημεῖ, καὶ μέναις τῇ τε καθηγουμένῃ καὶ τῇ δοχειαρίᾳ, ταῦτα εἰσκομίζεσθαι, καὶ παρ' αὐτῶν, ὡς εἴρηται, τὰς ἀποδείξεις γίνεσθαι. Ακρίβειαν δὲ ποιεῖσθαι τὴν οἰκονόμον, ὥστε τοὺς τῶν προνοητῶν λογαριασμούς ποιεῖν κατὰ τὸν καιρὸν τὸν προσήκοντα, καὶ μὴ ὑπερτίθεσθαι τούτους, ἀλλὰ μᾶλλον διέρχεσθαι ἀπανταχοῦ τῶν κτημάτων, καὶ ἐφορᾷν αὐτούς τε τοὺς προνοητάς, καὶ τὰ κτήματα, καὶ σπουδάζειν ἔρχεσθαι ταῦτα εἰς ἐπίδοσιν, ἐπισ σκέπτεσθαι δὲ καὶ τὰ διὰ πόλεως τῇ μονῇ διαφέρον τα, ὡς ἐνδέχεται, κἀντεῦθεν ἐξ ἔργων αὐτῶν, παρα ιστῶν τὸ τῆς οἰκονομίας αὐτοῦ ἔργον, καὶ τοὺς παρ' Καταστρωννύειν,
fuerit, dignus scilicet administrandi; sive etiam ex- εἴ τις τούτων ένεργή; ἔσται, καὶ τοῦ οἰκονομεῖν ἄξιο;
trinsecus approbatus, et coeptatus fuerit, hoc pacto:
Postquam prævio examine electus fuerit, ac de rebus agendis instructus, et in conspectum venerit ejus
quæ observationem habet monasterii, ut ipsi notus
sit: ingressus in templum monasterii, parum sistet,
dictoque a sororibus trisagio, procidens adorabit
cum alias divinas sanctorum imagines, tum venerandam sacratissimamque gratia plena Deiparx.
Dehinc facta salutationé, postquam sacerdos dimissionis orationem dixerit, egredietur e templo, et
ab eo tempore œconomus erit, et curabit res monasterii: hocque caput quæ ad ipsum spectant declarans transcriptum secum accipiet.
δηλονότι· εἴτε καὶ ἔξωθεν δοκιμαζόμενος, καὶ προ
χειριζόμενος, κατὰ τόνδε τὸν τρόπον· Μετὰ τὴν ἐξ
Ερεύνης τούτου ἐπιλογῆν, καὶ τὴν τῶν ποιητέων εξ
δησιν αὐτοῦ, ἐμφανισθεὶς καὶ τῇ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς
μονῆς ἐχούσῃ, ὡς ἂν γνωρίζοιτο παρ' αὐτῆς· εἰσελ
θὼν εἰς τὸν ναὸν τῆς μονῆς, καὶ μικρὸν ἐπιμείνας,
τρισαγίου γενομένου παρὰ τῶν ἀδελφῶν, πεσών προσ
κυνήσει τάς τε ἄλλας τῶν ἁγίων θείας εἰκόνας, καὶ
τὴν σεπτὴν καὶ πανίερον τῆς κεχαριτωμένης Θεοτό
κου. Εἶτα ἀσπασάμενος, εὐξαμένου τοῦ ἱερέως τὴν
τῆς ἀπολύσεως εὐχὴν, ἐξελεύσεται τοῦ ναοῦ, καὶ
ἔσται τὸ ἀπὸ τοῦδε οἰκονόμος, καὶ φροντιεῖ τῶν τῆς
μονῆς, μεταγεγραμμένον ιδία λαμβάνων καὶ τὸ πολρὸν κεφάλαιον τὰ περὶ αὐτοῦ δηλοῦν.
Εσται καὶ αὐτῷ ἔργον περισπούδαστον, ἡ τῶν
υποκειμένων τῇ μονῇ ἀκινήτων πάντων, τῶν ἐκτός
τε καὶ ἐντὸς τῆς μεγαλοπόλεως ἐπιτήρησις, καὶ cl
τῶν προνοητῶν, καὶ οἱ τῶν οἰκολόγων λογαριασμοί, ἡ
ανακεράμωσις τῆς μονῆς, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὴν μετ'
ἐπιμελείας ἁρμοζούσης γινομένη κατ' ἔτος, ἡ τῶν
ἴσως γινομένων ἐν τῇ μονῇ συμπτωμάτων ἀνόρθω
σις, διὰ προστάξεως τῆς καθηγουμένης, ἀγωνίζε
σθαι πρὸς τοῦτο, καὶ ἐπιμελεῖσθαι ὀφείλοντι· πρὸς
τούτοις ἡ φροντὶς τῶν, ἐξ εὐλόγων ἐπιδόσεων, εἰσόδων, καὶ τοῦ πάντα τὰ ἐν τοῖς κτήμασι, καὶ τοῖς
οἰκήμασιν οἰκονομεῖσθαι πρὸς τὸ λυσιτελέστερον, καὶ
μὴ συγχωρεῖσθαι τοὺς κατὰ καιρὸν προνοουμένους
τῶν τοιούτων, ἢ ἀμελῶς διακείσθαι περὶ τὴν ἀντί
Officium ejus cai enixe operam dabit, erit, observalio immobilium omnium quæ monasterio subjacent, sive extra, sive intra magnam urbem: computationes procuratorum et collectorum: reparatio
tectorum monasterii, necnon eorum quæ ipsi subsunt, quæ congrua sollicitudine quotannis facienda
est instauratio ruinarum quæ forte monasterio
ol:tigerint, jubente præfecta; is enim ad id negotii
maxime contendere, ipsique curam impendere debet: ad hac cura proventuum, ex legitimis accessionibus procedentium. Curabit quoque ut omnia
qut in predis, sive in domibus sunt, ad majorem
utilitatem administrentur. Neque concedat, ut qui
tunc temporis iis prospiciunt, vel eorum conservationem et in melius processum neglectui habeant, ληψιν τούτων, καὶ πρὸς τὸ κρεῖττον ἐπίδοσιν· ἡ
vei aliquid proventnum subducant, et in proprium
lucrum seponam. Sed curet at iis sollicite prospi
ciant, ac mihil innovando reditus ad monasterium
afferant, ut frages cæterasque species opportuno
tempore mittant, navigiis eas transvecturis tempe.
stive missis utque computationes ad monasterium
deferant, et praesente economo, præfects et depositariæ illas tradant per declarationem eorum að
ipsis subsignatam, quæ postea inserenda erit in
reditibus, et sumptibus receptacufi. Si vero conomus absit forisque degat, præsente parœconomo
allata computa ipsismet tradentur. Si parœcondmus quoque absens extra monasterium versetar,
præfectæ et depositariæ solis hæc afferentur, et ab
ipsis, ut dictum est, fient declarationes.
νοσφίζεσθαί τινας τῶν εἰσόδων, καὶ ἴδιον κέρδος τις
θέναι. ᾿Αλλὰ καὶ ἐπιμελῶς τὴν πρόνοιαν τούτων
ποιείσθαι, καὶ τὰς εἰσόδους ἀκαινοτομήτους προς
ἀγειν τῇ μονῇ, καὶ τὰ μὲν γενήματα, καὶ τὰ λοιπά
εἴδη, κατὰ τὴν ἐπιτήδειον καιρὸν ἀποστέλλεσθαι, τῶν
διακομίζειν ταῦτα ὀφειλόντων πλοίων εγκαίρως ἀποστελλομένων, τὰ δὲ λογάρια εἰσκομίζεσθαι τῇ μονῇ,
καὶ παρουσίᾳ τοῦ οἰκονόμου ταῦτα παραδίδοσθαι τῇ
καθηγουμένῃ, καὶ τῇ δοχειαρίᾳ, δι' ἀποδείξεως αὐτ
τῶν σημειουμένης παρ' αὐτῶν, εἶτα καὶ καταστρωννυομένης εἰς τὴν εἰσοδοέξοδον τοῦ δοχείων. Εἰ
δ᾽ ἴσως ὁ οἰκονόμος ἀποδημεῖ ἐν τοῖς ἔξω διάγων,
παρουσίᾳ τοῦ παροικονόμου, τὴν τῶν εἰσιδιαζομένων
λογαρίων παράδοσιν γίνεσθαι πρὸς αὐτά;. Εἰ δὲ καὶ
ὁ παροικονόμος ἐν τοῖς ἔξω ἀποδημεῖ, καὶ μέναις
τῇ τε καθηγουμένῃ καὶ τῇ δοχειαρίᾳ, ταῦτα εἰσκομίζεσθαι, καὶ παρ' αὐτῶν, ὡς εἴρηται, τὰς ἀποδεί
ξεις γίνεσθαι.
Studeatque economus, ut congruo tempore procuratorum computa faciat, neque illa differat; sed
ubique prædiorum pervadat, et observet cum procuratores, tum ipsa prædia: óperamque navet ut
in melius procedant. Inspiciet quoque qua per urbem ad monasterium attinent, quoad fieri poterit,
atque hinc ex ipsis operibus œconomiæ suæ offcium exhibebit. Rationes quoque annuas procura -
torum, et collectorum a se factas in monasterium
Ακρίβειαν δὲ ποιεῖσθαι τὴν οἰκονόμον, ὥστε τοὺς
τῶν προνοητῶν λογαριασμούς ποιεῖν κατὰ τὸν καιρὸν
τὸν προσήκοντα, καὶ μὴ ὑπερτίθεσθαι τούτους, ἀλλὰ
μᾶλλον διέρχεσθαι ἀπανταχοῦ τῶν κτημάτων, καὶ
ἐφορᾷν αὐτούς τε τοὺς προνοητάς, καὶ τὰ κτήματα,
καὶ σπουδάζειν ἔρχεσθαι ταῦτα εἰς ἐπίδοσιν, ἐπισ
σκέπτεσθαι δὲ καὶ τὰ διὰ πόλεως τῇ μονῇ διαφέρον
τα, ὡς ἐνδέχεται, κἀντεῦθεν ἐξ ἔργων αὐτῶν, παρα
ιστῶν τὸ τῆς οἰκονομίας αὐτοῦ ἔργον, καὶ τοὺς παρ'
Montfauconii nom.
Καταστρωννύειν, Gracis est inserere, vulgo, inserer, enregistrer.
col. 1029–1030page 22 of 70
PG 127:1029αὐτοῦ γινομένους ετησίως λογαριασμούς τῶν προνο ητῶν, καὶ τῶν οἰκολόγων εἰσκομίζειν τῇ μονῇ, καὶ παραδιδόναι τῇ καθηγουμένῃ καθ᾿ ἕκαστον ἔτος, ως ἂν ἐπιτηρῶνται παρ' αὐτῆς, καὶ οὕτω γίνηται ἡ τῶν προνοητῶν ἀθώωσις παρ' αὐτῆς. Εἰ δὲ πολλάκις τῶν κατὰ καιροὺς οἰκονόμων τις εὑρεθείη μὴ ταῦτα οὕτω διαπραττόμενος κατὰ τὴν ἀνωτέρω περίληψιν, μεταστήσεται τῆς οἰκονομίας, κοινουμένης τὸν περὶ τούτου λόγον τῆς καθηγουμέ. νης, μετὰ καὶ τῆς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς, γενήσεται ἕτερος ἀξιόλογος. Συνοπτικῶς δὲ τοῦτο διορίζεται ἡ βασιλεία μου, για πάντα μετ' ειδήσεως καὶ βουλῆς τῆς καθηγουμένης οικονομῶνται παρὰ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν οι κονόμου. Εσται δὲ σὺν αὐτῷ καὶ παροικονόμος, ὁ εἷς τῶν ἐν τῇ μονῇ ἀφωρισμένων ἱερέων, καθώς εἰ ρήσεται· ἔργον ἔχων καὶ αὐτὸς, τὸ πάντα τὰ εἶσο διαζόμενα ἐν τῇ μονῇ λογάρια, γενήματα, καὶ λοιπά είδη προσγράφεσθαι, καὶ ἔχειν εἴδησιν τούτων. "Οτε δὲ ἴσως καὶ οἰκονόμος μὴ πάρεστι, μετὰ προστάξεως τῆς καθηγουμένης ἐνεργῶν ἔσται τὰ παρ' αὐτῆς ἐπι ταττόμενα. ΚΕΦΑΛ. ΙΕ'. Περὶ τῶν ἱερέων. Καὶ ἱερέας εἶναι δεῖ περὶ τὴν μονὴν δύο, μονα χούς, εὐνούχους, τὸ ἀἰδέσιμον ἀπὸ τῆς πολιτείας ἔχοντας, ἐπιεικείς, συνεσταλμένους, εἰδότας ὑπαναγινώσκειν καλῶς τὰ ἱερὰ τῆς θείας Γραφῆς λόγια. Απορία δὲ τούτων, καὶ μὴ μοναχούς, ευνούχους δὲ, μεμαρτυρημένους ἐπ' ἀρετῇ καὶ θεοσεβείᾳ, ὡς ἂν ταῖς αὐτῶν ἱεραῖς εὐλογίαις, καὶ εὐπροσδέκτοις εὐσ χαῖς, ἡ ἀδελφότης βοηθουμένη πρὸς τὴν τῆς ἀρετῆς ἐργασίαν, εὐάρεστον ᾠδὴν εἰς ὦτα Κυρίου Σαβαώθ ἀναπέμποιεν· ὁ δὲ τὰς ὑπὲρ ἡμῶν ἱκεσίας αὐτῶν προσιέμενος εὐμενῶς, ἀφήσει ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἐν καιρῷ κρίσεως. ᾿Απὸ δὲ τῶν τοιούτων δύο ἱερέων, ὁ εἷς ἔσται καὶ παροικονόμος, ὡς ἐν τῷ τοῦ οἰκονόμου κεφαλαίω περιείληπται πλατύτερον. Οπηνίκα δὲ ὁ οἰκονόμος, εἴτε ὡς ἀδόκιμος τυχών παρασταλῇ, εἴτε τοῦ βίου μεταστῇ, ὁ παροικονόμος ἄξιος ων τοῦ οἰκονομεῖν, ἵνα ἀποκαθισταται οἰκονόμος· ἀντ᾽ ἐκείνου δὲ, εἰσάγηται εὐθὺς ἕτερος, οἷον ὁ λόγος ἄνωθεν παρ έστησεν. ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'. Περὶ τοῦ πάσας τὰς μοναζούσας ὑφ᾽ ἕνα εἶναι πνευματικὸν Πατέρα. Βούλομαι δὲ πάσας τὰς μοναζούσας ἐνὶ πνευματικῷ Πατρὶ τοὺς ἑαυτῶν λογισμοὺς ἀναφέρειν, καὶ μάλιστα εὐνούχῳ, ἀρετῇ διαλάμποντι, καὶ πολλὴν ἔκ τε τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀσκήσεως συναγαγόντι τὴν πεῖραν τῆς τῶν λογισμῶν ἀναδοχῆς, ἱκανῷ ψυχαῖς ἐξομολογουμέναις κατάλληλα προσφέρειν τὰ φάρ μακα. ΚΕΦΑΛ. ΙΖ'. Περὶ τοῦ πῶς οἱ παραβάλλοντες ὀφείλουσιν ἐνα τυγχάνειν ταῖς μοναχαῖς, καὶ τίνες, καὶ πότε. Εἰ καὶ πολλαχοῦ τῶν ἀσκητικῶν παραγγελμάτων διηγόρευται τοῖς Πατράσι, συγγένειαν μοναχοῖς
TYPICUM.
αὐτοῦ γινομένους ετησίως λογαριασμούς τῶν προνο- deferet, et præfecta singulis annis tradet, ut exafirimentur ab ipsa, sicque ab ea flat proćuratoruin
accepilatio.
ητῶν, καὶ τῶν οἰκολόγων εἰσκομίζειν τῇ μονῇ, καὶ
παραδιδόναι τῇ καθηγουμένῃ καθ᾿ ἕκαστον ἔτος, ως
ἂν ἐπιτηρῶνται παρ' αὐτῆς, καὶ οὕτω γίνηται ἡ τῶν
προνοητῶν ἀθώωσις παρ' αὐτῆς.
Εἰ δὲ πολλάκις τῶν κατὰ καιροὺς οἰκονόμων τις
εὑρεθείη μὴ ταῦτα οὕτω διαπραττόμενος κατὰ τὴν
ἀνωτέρω περίληψιν, μεταστήσεται τῆς οἰκονομίας,
κοινουμένης τὸν περὶ τούτου λόγον τῆς καθηγουμέ.
νης, μετὰ καὶ τῆς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς,
γενήσεται ἕτερος ἀξιόλογος.
Συνοπτικῶς δὲ τοῦτο διορίζεται ἡ βασιλεία μου,
για πάντα μετ' ειδήσεως καὶ βουλῆς τῆς καθηγου
μένης οικονομῶνται παρὰ τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν οι
κονόμου. Εσται δὲ σὺν αὐτῷ καὶ παροικονόμος, ὁ
εἷς τῶν ἐν τῇ μονῇ ἀφωρισμένων ἱερέων, καθώς εἰρήσεται· ἔργον ἔχων καὶ αὐτὸς, τὸ πάντα τὰ εἶσοδιαζόμενα ἐν τῇ μονῇ λογάρια, γενήματα, καὶ λοιπά
είδη προσγράφεσθαι, καὶ ἔχειν εἴδησιν τούτων. "Οτε
δὲ ἴσως καὶ οἰκονόμος μὴ πάρεστι, μετὰ προστάξεως
τῆς καθηγουμένης ἐνεργῶν ἔσται τὰ παρ' αὐτῆς ἐπιταττόμενα.
Περὶ τῶν ἱερέων.
Καὶ ἱερέας εἶναι δεῖ περὶ τὴν μονὴν δύο, μοναχούς, εὐνούχους, τὸ ἀἰδέσιμον ἀπὸ τῆς πολιτείας
ἔχοντας, ἐπιεικείς, συνεσταλμένους, εἰδότας υπαν
αγινώσκειν καλῶς τὰ ἱερὰ τῆς θείας Γραφῆς λόγια.
Απορία δὲ τούτων, καὶ μὴ μοναχούς, ευνούχους δὲ,
μεμαρτυρημένους ἐπ' ἀρετῇ καὶ θεοσεβείᾳ, ὡς ἂν
ταῖς αὐτῶν ἱεραῖς εὐλογίαις, καὶ εὐπροσδέκτοις εὐσ
χαῖς, ἡ ἀδελφότης βοηθουμένη πρὸς τὴν τῆς ἀρετῆς
ἐργασίαν, εὐάρεστον ᾠδὴν εἰς ὦτα Κυρίου Σαβαώθ
ἀναπέμποιεν· ὁ δὲ τὰς ὑπὲρ ἡμῶν ἱκεσίας αὐτῶν
προσιέμενος εὐμενῶς, ἀφήσει ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα
ἐν καιρῷ κρίσεως.
᾿Απὸ δὲ τῶν τοιούτων δύο ἱερέων, ὁ εἷς ἔσται καὶ
παροικονόμος, ὡς ἐν τῷ τοῦ οἰκονόμου κεφαλαίω
περιείληπται πλατύτερον. Οπηνίκα δὲ ὁ οἰκονόμος,
εἴτε ὡς ἀδόκιμος τυχών παρασταλῇ, εἴτε τοῦ βίου
μεταστῇ, ὁ παροικονόμος ἄξιος ων τοῦ οἰκονομεῖν,
ἵνα ἀποκαθισταται οἰκονόμος· ἀντ᾽ ἐκείνου δὲ, ไvi
εἰσάγηται εὐθὺς ἕτερος, οἷον ὁ λόγος ἄνωθεν παρ
έστησεν.
Περὶ τοῦ πάσας τὰς μοναζούσας ὑφ᾽ ἕνα εἶναι
πνευματικὸν Πατέρα.
Βούλομαι δὲ πάσας τὰς μοναζούσας ἐνὶ πνευμα
τικῷ Πατρὶ τοὺς ἑαυτῶν λογισμοὺς ἀναφέρειν, καὶ
μάλιστα εὐνούχῳ, ἀρετῇ διαλάμποντι, καὶ πολλὴν ἔκ
τε τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀσκήσεως συναγαγόντι τὴν
πεῖραν τῆς τῶν λογισμῶν ἀναδοχῆς, ἱκανῷ ψυχαῖς
ἐξομολογουμέναις κατάλληλα προσφέρειν τὰ φάρ
μακα.
Περὶ τοῦ πῶς οἱ παραβάλλοντες ὀφείλουσιν ἐνα
τυγχάνειν ταῖς μοναχαῖς, καὶ τίνες, καὶ πότε.
Εἰ καὶ πολλαχοῦ τῶν ἀσκητικῶν παραγγελμάτων
διηγόρευται τοῖς Πατράσι, συγγένειαν μοναχοῖς
Si vero quis ex œconomis cujusvis temporis
plerumque deprehendatur res secus gerens quam
superius declaratum sit, amovebitur ab economia, et re prius communicata a prefecta patrona
Ionasterii, alter hujusce muneris dignus creabitur.
In summa autem statuit majestas mea, ut omnia
eum notitia et voluntate præfectæ administrentur
ab eo qui per id temporis erit, œconomo. Erit
autem cum eo et parœconomos, unus ex designatis in monasterio sacerdotibus, ut dicetur; cujus
quoque officium erit, ut omnia in monasterio recepla computa, fruges, et reliquas species describal,
eorumque notitiam habeat. Ubi vero non adest
@conomus, jussu præfect faciet quæcunque ina
praeceperit.
CAPUT XV.
De sacerdotibus.
Sacerdotes quoque duo esse debent in monasteMio, monachi, eunuchi, propter conversationem ve
nerandi, mansueti, moderati; qui sciant sacra divinæ Scripture oracula recte explanare. Horum
vero inopla etiam non monachi, eunuchi tamen,
virtutis et erga Deum pietatis testimonio arnati;
ut sacris eorum benedictionibus, et acceptissimis
orationibus sorores ad virtutis exercitium adjutæ,
beneplacitum cantum ad aures Domini Sabaoth
omittant qui ipsarum pro nobis supplicationes
benevole admittens, dimittet nobis debita in tem
pore judicii.
Ex his vero duobus sacerdotibus unus erit et
pareconomus, ut in econoni capite fusius decla
ratam est. Cbi vero economus sive forte at improbus ejectus fuerit, sive vita excesserit, parece
n'omus dignus administrandi economus constituatur, illiusque loco cito inducatur alter, al supra
déclaratum est.
CAPUT XVI.
Quod omnes moniales sub uno Patre spirituali esse
debeant.
Volo autem omnes moniales uno Patri spirituali
cogitationes suas referre, in primis eunucho, virtute fulgenti, qui multam per ætatem et exercitationem ad excipiendas cogitationes experientiam
compararit, aplusque sit ad ferendum congrua confitentibus animabus remedia.
CAPUT XVII.
Qua ratione qui ad monasterium accedunt debeant
alloqui monials, et quinam, et quandonam.
Etsi in pluribus asceticorum præceptorum locis
Patres edixerint, nullam esse monachis cognatio-
Chapter XV-XVIICaput XV - XVII
col. 1031–1032page 23 of 70
PG 127:1031μηδεμίαν εἶναι ἐπὶ γῆς· ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν κελεύομεν, ἵνα εἴπερ παραβάλλῃ τῇ μονῇ γυνή, μήτηρ τυχόν μοναζούσης, ἢ ἀδελφή, η νύμφη ἐπ' ἀδελφῷ, εἰσελεύσεται εἰς τὸ μοναστήριον, τῆς ἡγουμένης ἐπιτρεπούσης, καὶ συνεστιαθεῖσα ταῖς μοναχαῖς τὴν παρατεθεῖσαν τροφήν, ὑποχωρήσῃ πρὸς ἑσπέραν, εἴπερ ὑγιαίνουσαν ἰδεῖν συγγενῆ παρεγένετο· καὶ τοῦτο δράσει ἅπαξ ἢ δις τοῦ ἐνιαυ τοῦ· εἰ δὲ νοσοῦσαν καὶ νόσον βαρείαν, εἰ μὲν μήτηρ εἴη, ἐγκαταμενεῖ τῇ μονῇ, καὶ παρεδρεύσει τῇ να σούσῃ θυγατρί· καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν ταῖς μοναχαῖς ὁμοίως συνεστιαθεῖσα, πρὸς ἑσπέραν υπου χωρήσει. Εἰ δὲ ἀδελφὴ τυγχάνει, ἢ νύμφη ἐπ' ἀτελ φῷ, ἢ ἀνεψιὰ ἀπὸ ἀδελφῆς ἢ ἀδελφοῦ, ἡ πρὸς θέαν αφικομένη, πάντη τε καὶ πάντως πρὸς ἣν ἂν ἡμέραν ἀφίκηται πρὸς ἑσπέραν ὑποχωρήσει. Εἰ δὲ ἀνὴρ εἴη ὁ πρὸς θέαν παραβαλών, πατὴρ τυχὸν, ἢ ἀδελφὸς, ἢ ἐπ' ἀδελφῇ γαμβρός, εἰς μὲν τὸ μοναστήριον οὐδαμῶς εἰσελεύσεται· ἄβατον γὰρ τοῦτο παντάπασιν ἀνδράσιν ἡ βασιλεία μου διορίζεται, καὶ κεκλεισμένον διηνεκώς. Εξωθεν δὲ κρούσ σαντος αὐτοῦ, τῆς ἡγουμένης ὑπομνησθείσης, ή θεα θῆναι ζητουμένη μονάζουσα κελεύσει ταύτης ἀφίξεται πρὸς τὸν πυλῶνα, συναφίξεται δὲ καὶ ἡ καθηγουμένη, εἴπερ ἐθέλει καὶ δύναιτο, ἡ κελευσάσης αὐτῆς, μία τῶν γηραλεωτέρων καὶ τιμιωτέρων μοναζουσῶν. Καὶ τῆς θύρας ἀνοιγείσης πρὸς τῷ πυλῶνι στὰς, καὶ βραχύ τι διομιλήσας τῇ μοναχῇ, ἀπελεύσεται. Εἰ δ᾽ ἴσως ἡ μοναχὴ, ἧς πρὸς τὴν θέαν ὁ πατὴρ ἀφίκετο, ἢ ὁ ἀδελφὸς, ἢ ὁ ἐπ᾽ ἀδελφῇ γαμβρός, νοτοίη, καὶ οὕτως ἔχοι ὡς μηδὲ τῷ πυλῶνι προσβαλεῖν δύνασθαι, οὐκ εἰσελεύσεται μὲν οὐδὲ οὕτω τις αὐτῶν εἰς τὸ μου ναστήριον. Εἰ δὲ βούλοιτο ἡ νοσοῦσα, καὶ ἀναγκαῖον ἡγοῖτο, τὸν παραβαλόντα ἰδεῖν συγγενῆ, φορείῳ βα σταχθεῖσα, καὶ πρὸς τῷ πυλῶνι γενομένη, θεασάσθω αὐτὸν ἐκεῖσε, καὶ ἐπαναχθήτω· τὸ γὰρ δοῦναι πρόσ φασιν εἰσόδου τοῖς ἀνδράσι πρὸς τὴν μονὴν, καὶ μὴ τὴν ἔξω πύλην εὐθὺς ἀποκεκλεῖσθαι πᾶσι, σφόδρα φορτικὸν τῇ βασιλείᾳ μου καὶ ἀβούλητον. Δέος γὰρ μή τι συνέλθῃ βλάβος ἐπηρείας δαιμονικῆς ταῖς τῷ ἀγνῷ Νυμφίῳ νυμφευομέναις· καὶ διὰ τοῦτο πάσης εἰσόδου τοὺς ἄνδρας ἀπείργεσθαι προσήκειν ἡγοῦμαι, καὶ οὕτως διακελεύομαι. Τὸ δ' αὐτὸ κρατείτω, κάν εἰ τῇ προεστώσῃ ἐντευξόμενος ἀνὴρ τῇ μονῇ παρα βάλοι. Εἰ δ᾽ ἴσως τῶν μοναζουσῶν τινος πατὴρ, ἢ μήτηρ νοσοίη, καὶ οὕτως ἔχοι ὥστε τὰ τελευταῖα πνεῖν, βούλοιτο δὲ ἡ μονάζουσα ἧς ὁ πατὴρ, ἢ ἡ μήτηρ άῤῥωστοίη, καὶ ἀναγκαῖον ἡγοῖτο τὸν ἀσθενοῦντα πατέρα, ἢ τὴν μητέρα ἰδεῖν, ἐξελεύσεται τῆς μονῆς προστάξει τῆς καθηγουμένης, συμπαραλαβοῦσα δύο τινὰς τῶν γηραλεωτέρων καὶ σεμνοτέρων μοναζουσ σῶν, καὶ θεασαμένη τὸν νοσοῦντα πατέρα τυχὸν, ἢ τὴν μητέρα, πρὸς ἑσπέραν ἐπανακάμψει πρὸς τὴν μονὴν, μηδαμοῦ ἀνεχομένη μεῖναι ἔξωθεν τῆς μου νῆς. Αὐτοὺς μέντοιγε τους προνοουμένους τῶν τῆς μονῆς, καὶ τοὺς ἄλλως παραβάλλοντας, οἷς ἀναγκαίον ἐστιν ἴσως καὶ χρειώδες θεάσθαι παρὰ τῆς καθηγου
nem super terram: altamen ob humanam infirmi- μηδεμίαν εἶναι ἐπὶ γῆς· ἀλλὰ διὰ τὴν ἀνθρωπίνην
tatem jubemus, ut si quidem mulier ad monasterium accesserit, mater forte cujusdam monialis,
aut soror, aut fratris uxor, ingrediatur in monasterium concedente præfecta; et postquam cum
monialibus appositum cibum sumpserit, recedet ad
vesperam, si quidem valentem cognatam visum
accesserit: idque faciet semel aut bis in anno. Si
vero infirmam, et gravi morbo detentam: si quiden mater fuerit, in monasterio manebit, et agro.
tanti filiæ assidebit. Secundo autem die, ubi similiter cum monialibus cibum sumpserit, ad vesperam
recedet. Si vero soror fuerit, aut fratris uxor, aut
ex sorore vel fratre neptis, quæ visendi gratia
accessit, omnino qua die venerit ad vesperam discedet.
Si autem vir fuerit qui visum accedit, pater
forte, vel frater, aut sororis conjux, in monasterium quidemn nullatenus ingredietur; illud namque
viris prorsus inaccessum, ac perpetuo clausum esse
statuit imperium meum. Ipso a foris pulsante, monitaque præfecta, quæ videri desideratur monialis,
jussu ejus ad ostium accedet, una autem ibit et
præfecta, si voluerit et potuerit, vel ipsa jubente
una ex senioribus et venerabilioribus monialibus.
Jauua vero aperta, stans ipse ad ostium, et paucis
monialem allocutus, abscedet. Si autem monacha
ad quam visendam pater, vel frater, aut sororis
maritus accessit, egrotaverit, sicque se habuerit,
ut ad ostium accedere nequeat, nec eo quidem
casu aliquis eorum ingredietur in monasterium.
Si tamen ægra voluerit et necessarium duxerit,
accedentem consanguineum videre, sella deportata, et ad ostium locata, videat eum illic, et
dehinc reducatur, valde enim molestum esset imperio meo, et voluntati meæ repugnans, si daretur
viris occasio ingressus in monasterium, et exterior
porta non continuo omnibus clauderetur; timendum enim ne quædam nocumenti diabolici pernicies casto sponso desponsalis una ingrederetur.
Quocirca omni ingressu viros arcendos existimo, et
ila jubeo. Idem quoque obtineat, etiam si quis
vir præfectam allocuturus ad monasterium accedat.
Si vero cujusnam monialium pater aut mater
unquam ægrotaverit, eoque redactus sit ut extremos spiritus exhalet, volueritque monacha, cujus
pater aut mater infirmatur, et necesse duxerit
agrotantem patrem, aut matrem invisere, egredietur e monasterio jussu præfectæ, duas e senioribus et venerabilioribus monialibus secum assumens, et postquam viderit ægrum sive patrem sive
matrem, ad vesperam revertetur ad monasterium,
nullo modo sustinens foris monasterium manere.
Ne ipsos quidem procuratores rerum monasterii,
neque eos qui alia de causa accedunt, quibus necesɛarium forte ct utile est videri a præfecta, intra
ἀσθένειαν κελεύομεν, ἵνα εἴπερ παραβάλλῃ τῇ μονῇ
γυνή, μήτηρ τυχόν μοναζούσης, ἢ ἀδελφή, η νύμφη
ἐπ' ἀδελφῷ, εἰσελεύσεται εἰς τὸ μοναστήριον, τῆς
ἡγουμένης ἐπιτρεπούσης, καὶ συνεστιαθεῖσα ταῖς
μοναχαῖς τὴν παρατεθεῖσαν τροφήν, ὑποχωρήσῃ
πρὸς ἑσπέραν, εἴπερ ὑγιαίνουσαν ἰδεῖν συγγενῆ
παρεγένετο· καὶ τοῦτο δράσει ἅπαξ ἢ δις τοῦ ἐνιαυ
τοῦ· εἰ δὲ νοσοῦσαν καὶ νόσον βαρείαν, εἰ μὲν μήτηρ
εἴη, ἐγκαταμενεῖ τῇ μονῇ, καὶ παρεδρεύσει τῇ να
σούσῃ θυγατρί· καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν ταῖς
μοναχαῖς ὁμοίως συνεστιαθεῖσα, πρὸς ἑσπέραν υπου
χωρήσει. Εἰ δὲ ἀδελφὴ τυγχάνει, ἢ νύμφη ἐπ' ἀτελ
φῷ, ἢ ἀνεψιὰ ἀπὸ ἀδελφῆς ἢ ἀδελφοῦ, ἡ πρὸς θέαν
αφικομένη, πάντη τε καὶ πάντως πρὸς ἣν ἂν ἡμέραν
ἀφίκηται πρὸς ἑσπέραν ὑποχωρήσει.
Εἰ δὲ ἀνὴρ εἴη ὁ πρὸς θέαν παραβαλών, πατὴρ
τυχὸν, ἢ ἀδελφὸς, ἢ ἐπ' ἀδελφῇ γαμβρός, εἰς μὲν τὸ
μοναστήριον οὐδαμῶς εἰσελεύσεται· ἄβατον γὰρ
τοῦτο παντάπασιν ἀνδράσιν ἡ βασιλεία μου διορίζε
ται, καὶ κεκλεισμένον διηνεκώς. Εξωθεν δὲ κρούσ
σαντος αὐτοῦ, τῆς ἡγουμένης ὑπομνησθείσης, ή θεα
θῆναι ζητουμένη μονάζουσα κελεύσει ταύτης ἀφίξε
ται πρὸς τὸν πυλῶνα, συναφίξεται δὲ καὶ ἡ καθηγου
μένη, εἴπερ ἐθέλει καὶ δύναιτο, ἡ κελευσάσης αὐτῆς,
μία τῶν γηραλεωτέρων καὶ τιμιωτέρων μοναζουσῶν.
Καὶ τῆς θύρας ἀνοιγείσης πρὸς τῷ πυλῶνι στὰς, καὶ
βραχύ τι διομιλήσας τῇ μοναχῇ, ἀπελεύσεται. Εἰ δ᾽
ἴσως ἡ μοναχὴ, ἧς πρὸς τὴν θέαν ὁ πατὴρ ἀφίκετο,
ἢ ὁ ἀδελφὸς, ἢ ὁ ἐπ᾽ ἀδελφῇ γαμβρός, νοτοίη, καὶ
οὕτως ἔχοι ὡς μηδὲ τῷ πυλῶνι προσβαλεῖν δύνασθαι,
οὐκ εἰσελεύσεται μὲν οὐδὲ οὕτω τις αὐτῶν εἰς τὸ μου
ναστήριον. Εἰ δὲ βούλοιτο ἡ νοσοῦσα, καὶ ἀναγκαῖον
ἡγοῖτο, τὸν παραβαλόντα ἰδεῖν συγγενῆ, φορείῳ βασταχθεῖσα, καὶ πρὸς τῷ πυλῶνι γενομένη, θεασάσθω
αὐτὸν ἐκεῖσε, καὶ ἐπαναχθήτω· τὸ γὰρ δοῦναι πρόσ
φασιν εἰσόδου τοῖς ἀνδράσι πρὸς τὴν μονὴν, καὶ μὴ
τὴν ἔξω πύλην εὐθὺς ἀποκεκλεῖσθαι πᾶσι, σφόδρα
φορτικὸν τῇ βασιλείᾳ μου καὶ ἀβούλητον. Δέος γὰρ
μή τι συνέλθῃ βλάβος ἐπηρείας δαιμονικῆς ταῖς τῷ
ἀγνῷ Νυμφίῳ νυμφευομέναις· καὶ διὰ τοῦτο πάσης
εἰσόδου τοὺς ἄνδρας ἀπείργεσθαι προσήκειν ἡγοῦμαι,
καὶ οὕτως διακελεύομαι. Τὸ δ' αὐτὸ κρατείτω, κάν
εἰ τῇ προεστώσῃ ἐντευξόμενος ἀνὴρ τῇ μονῇ παρα-
βάλοι.
Εἰ δ᾽ ἴσως τῶν μοναζουσῶν τινος πατὴρ, ἢ μήτηρ
νοσοίη, καὶ οὕτως ἔχοι ὥστε τὰ τελευταῖα πνεῖν,
βούλοιτο δὲ ἡ μονάζουσα ἧς ὁ πατὴρ, ἢ ἡ μήτηρ
άῤῥωστοίη, καὶ ἀναγκαῖον ἡγοῖτο τὸν ἀσθενοῦντα
πατέρα, ἢ τὴν μητέρα ἰδεῖν, ἐξελεύσεται τῆς μονῆς
προστάξει τῆς καθηγουμένης, συμπαραλαβοῦσα δύο
τινὰς τῶν γηραλεωτέρων καὶ σεμνοτέρων μοναζουσ
σῶν, καὶ θεασαμένη τὸν νοσοῦντα πατέρα τυχὸν, ἢ
τὴν μητέρα, πρὸς ἑσπέραν ἐπανακάμψει πρὸς τὴν
μονὴν, μηδαμοῦ ἀνεχομένη μεῖναι ἔξωθεν τῆς μου
νῆς.
Αὐτοὺς μέντοιγε τους προνοουμένους τῶν τῆς
μονῆς, καὶ τοὺς ἄλλως παραβάλλοντας, οἷς ἀναγκαίον
ἐστιν ἴσως καὶ χρειώδες θεάσθαι παρὰ τῆς καθηγου
col. 1033–1034page 24 of 70
PG 127:1033μένης, οὐκ ἔνδοθεν τῆς μονῆς ἐντυγχάνειν ταύτῃ βουλόμεθα, ἀλλ' ἐξελεύσεται αὕτη μετὰ δύο, ἢ καὶ τριῶν γραῶν τῶν εὐλαβεστέρων ἄχρι τοῦ ἔσω πυλῶ νος, καὶ μεταξὺ τῶν δύο πυλώνων εντεύξεται τοῖς παραγινομένοις, καὶ φροντίσει τῶν τῆς μονῆς· εἶτ' αὖθις εἰς τὴν μονὴν ἐλεύσεται, ἄβατον ταύτην φυ λάττουσα ἀνδράσιν, ὡς εἴρηται. Ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἐπά ναγκες ἔργον, δι' 8 μέλλει ἐξέρχεσθαι καὶ ἐντυγχάνειν τοῖς εἰσβάλλουσιν, ἵνα μὴ ἐξέρχηται, ἀλλ᾽ ἵνα ὑπομιμνήσκηται, εἴτε παρὰ τοῦ οἰκονόμου, εἴτε παρὰ τοῦ πρεσβυτέρου, καὶ ὅ δοκεῖ συμφέρον οίκο νομεῖται παρ' αὐτῆς. Εἰ δὲ γυνὴ πρὸς θέαν αὐτῆς εἰς τὴν μονὴν ἀφίκοιτο, τῇ γνώμῃ ταύτης τὸ πρᾶ γμα ἀνατιθέαμεν· οὐ γὰρ ἂν παρὰ τοὺς ἀσκητικούς κανόνας τὴν ἔντευξιν ποιήσασθαι ὑπομείνειε πρὸς τὴν ἔξωθεν παραβάλλουσαν. Εἰ δέ τις τῶν βίῳ σεμνῷ κεκοσμημένων γυναικῶν, κοσμικῶν ἢ μοναχῶν ἀπὸ τῶν ἔξω, διὰ τὴν τῶν ἐν αὐτῇ ἀσκουμένων μοναζουσῶν ἀρετὴν, θελήσει πα ραβαλεῖν τῇ μονῇ, οὐ κωλυθήσεται παντάπασιν, ἀλλ᾽ εἰσελεύσεται ἐν αὐτῇ προστάξει τῆς καθηγουμένης καὶ συνεστιαθεῖσα ταῖς μοναχαῖς, πρὸς ἑσπέραν ὑποχωρήσει. Εἰ δὲ βούλοιτο ἡ παραβάλλουσα, καὶ ἀναγκαῖον ἡγοῖτο μεῖναι ἐν τῇ μονῇ, ἐγκαταμενεῖ ἐν αὐτῇ, καὶ τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ὑποχωρήσει. Καὶ τοῦτο γενήσεται ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἐφ' ἑκάστῃ τῶν παραβαλλουσῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. Αἱ τουτονὶ τὸν τρόπον παραγενόμεναι ἀνάπαυσιν ἕξουσιν ἐν τῷ πλη σίον τοῦ πυλῶνος γενομένῳ ἀρχονταρικίῳ καὶ εἰσελεύσονται διὰ τοῦ ἐκεῖσε παρόντος διαβατικοῦ καὶ ἐξελεύσονται ἐν τῇ μονῇ. ΚΕΦΑΛ. ΙΗ'. Περὶ τοῦ παρὰ τίνος δεῖ γίνεσθαι τὰς προχειρίσεις τῶν διακονητριῶν, καὶ πῶς. Πασῶν δὲ τῶν τῆς μονῆς διακονητριῶν τὴν πρό κρισίν τε καὶ προχείρισιν ἡ καθηγουμένη ἔσται ποιοῦσα, κατὰ γνώμην εἰκείαν καὶ προκρίνουσα καὶ προχειριζομένη. Οσάκις γὰρ ἂν δεήσῃ προχειρισθῆναι τινα εἰς ὅποιανοῦν διακονίαν, αἱ κλεῖδες μὲν πρὸ τοῦ ἱεροῦ τεθήσονται βήματος καὶ τὰ παρὰ τῆς τοιαύτης διακονίας ῥήματα σὺν αὐταῖς, ἐκ τοῦ παρ όντος τυπικοῦ τῆς βασιλείας μου μεταλαμβανόμενα. Τρισαγίου δὲ γενομένου, προσελεύσεται ἡ εἰς τὴν "Αρχονταρικίῳ. ἀρχονταρίκιον 79, δεσποτικὰ οἰκήματα άρχοντα ρίχιον χονταρίκιον ἐξάγον διαβατικόν ἀρχονταρίκιον Βήμα,
TYPICUM.
egredietur cum duabus vel tribus ætate grandioribus et pietate clarioribus usque ad ostium interius
ac inter duo ostia accedentes alloquetur, et curabit res monasterii; dehinc rursus ingredietur in
monasterium, quod viris inaccessum custodiet, ut
dictum est. Si vero negotium cujus gratia egressura est, et advenientes allocutura, non sit neces
sarium, ne excat, sed moneatur sive ab œconomo
sive a presbytero, et quod congruum et utile videtur ipsa disponat. Si vero mulier ad se invisen -
dam ad monasterium venerit, rem ejus sententiæ
remittimus: neque enim contra monasticas legcs
colloquium miscere sustinuerit, cum ea quæ extrinsecus accedit.
μένης, οὐκ ἔνδοθεν τῆς μονῆς ἐντυγχάνειν ταύτῃ monasterium ipsam convenire volumus: sed ipsa
βουλόμεθα, ἀλλ' ἐξελεύσεται αὕτη μετὰ δύο, ἢ καὶ
τριῶν γραῶν τῶν εὐλαβεστέρων ἄχρι τοῦ ἔσω πυλῶνος, καὶ μεταξὺ τῶν δύο πυλώνων εντεύξεται τοῖς
παραγινομένοις, καὶ φροντίσει τῶν τῆς μονῆς· εἶτ'
αὖθις εἰς τὴν μονὴν ἐλεύσεται, ἄβατον ταύτην φυ
λάττουσα ἀνδράσιν, ὡς εἴρηται. Ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἐπάναγκες ἔργον, δι' 8 μέλλει ἐξέρχεσθαι καὶ ἐντυγχά
νειν τοῖς εἰσβάλλουσιν, ἵνα μὴ ἐξέρχηται, ἀλλ᾽ ἵνα
ὑπομιμνήσκηται, εἴτε παρὰ τοῦ οἰκονόμου, εἴτε
παρὰ τοῦ πρεσβυτέρου, καὶ ὅ δοκεῖ συμφέρον οίκο
νομεῖται παρ' αὐτῆς. Εἰ δὲ γυνὴ πρὸς θέαν αὐτῆς
εἰς τὴν μονὴν ἀφίκοιτο, τῇ γνώμῃ ταύτης τὸ πρᾶγμα ἀνατιθέαμεν· οὐ γὰρ ἂν παρὰ τοὺς ἀσκητικούς
κανόνας τὴν ἔντευξιν ποιήσασθαι ὑπομείνειε πρὸς τὴν
ἔξωθεν παραβάλλουσαν.
Εἰ δέ τις τῶν βίῳ σεμνῷ κεκοσμημένων γυναικῶν,
κοσμικῶν ἢ μοναχῶν ἀπὸ τῶν ἔξω, διὰ τὴν τῶν ἐν
αὐτῇ ἀσκουμένων μοναζουσῶν ἀρετὴν, θελήσει παραβαλεῖν τῇ μονῇ, οὐ κωλυθήσεται παντάπασιν, ἀλλ᾽
εἰσελεύσεται ἐν αὐτῇ προστάξει τῆς καθηγουμένης
καὶ συνεστιαθεῖσα ταῖς μοναχαῖς, πρὸς ἑσπέραν
ὑποχωρήσει. Εἰ δὲ βούλοιτο ἡ παραβάλλουσα, καὶ
ἀναγκαῖον ἡγοῖτο μεῖναι ἐν τῇ μονῇ, ἐγκαταμενεῖ ἐν
αὐτῇ, καὶ τῇ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ὑποχωρήσει. Καὶ τοῦτο
γενήσεται ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἐφ' ἑκάστῃ τῶν
παραβαλλουσῶν εὐλαβῶν γυναικῶν. Αἱ τουτονὶ τὸν
τρόπον παραγενόμεναι ἀνάπαυσιν ἕξουσιν ἐν τῷ πλησίον τοῦ πυλῶνος γενομένῳ ἀρχονταρικίῳ καὶ
εἰσελεύσονται διὰ τοῦ ἐκεῖσε παρόντος διαβατικοῦ
καὶ ἐξελεύσονται ἐν τῇ μονῇ.
Περὶ τοῦ παρὰ τίνος δεῖ γίνεσθαι τὰς προχειρί
σεις τῶν διακονητριῶν, καὶ πῶς.
Πασῶν δὲ τῶν τῆς μονῆς διακονητριῶν τὴν πρόκρισίν τε καὶ προχείρισιν ἡ καθηγουμένη ἔσται
ποιοῦσα, κατὰ γνώμην εἰκείαν καὶ προκρίνουσα καὶ
προχειριζομένη. Οσάκις γὰρ ἂν δεήσῃ προχειρισθήναί τινα εἰς ὅποιανοῦν διακονίαν, αἱ κλεῖδες μὲν πρὸ
τοῦ ἱεροῦ τεθήσονται βήματος καὶ τὰ παρὰ τῆς
τοιαύτης διακονίας ῥήματα σὺν αὐταῖς, ἐκ τοῦ παρόντος τυπικοῦ τῆς βασιλείας μου μεταλαμβανόμενα.
Τρισαγίου δὲ γενομένου, προσελεύσεται ἡ εἰς τὴν
Si qua autem ex mulicribus honesta vita ornatis,
sæcularibus vel extraneis monialibus, ob virtutem
monialium ascetice in monasterio versantium,
voluerit ad illud accedere, nullatenus prohibebitur,
sed in illud introibit jussu præfectæ: et sumpta
cum monialibus refectione, ad vesperam recedet.
Si vero quæ accessit, voluerit et necessarium duxerit manere in monasterio, in ipso manebit, et
sequenti die discedet. Et id semel aut bis per
annum concedetur singulis piis mulieribus ad
monasterium accedentibus. Quæ hoc pacto accedent
somnum capient in archontaricio prope ostium sito,
et per eum qui illic est transitum ingredientur in
monasterium, et ab eo egredientur.
CAPUT XVIII.
quanam fieri debeat officialium institutio, et quomolo.
Omnium monasterii officialium electionem et
institutionem præfecta faciet, propria illas sententia eligens et instituens. Quoties enim opus
fuerit quamdam institui ad quodlibet oficium,
claves quidem ante sacrum ponentur adytum, et
una cum illis verba ejusdem officii ex præsenti
imperii mei typico transsumpta. Trisagio aulein
dicto, accedet quæ ad illud oficium designata est:
et facta triplici genuflexione, acceptisque clavibus,
Montfauconii nota.
"Αρχονταρικίῳ. Existimat vir eruditissimus
ἀρχονταρίκιον id esse quod, cap. 79, δεσποτικὰ
οἰκήματα vocatur. Ab illa tamen sententia hæc me
abducunt: 1. Despoticæ doinus 150 cubitis ab ostio
distabant, ut cernere est capite ultimo; άρχοντα
ρίχιον autem dicitur fuisse prope ostium: at in
admodum angusto monasterio, ut istud erat, id non
diceretur prope ostium, quod ab co tanto spatio
distaret. Εt quod magis urget, despoticæ donus
ad oppositam ostio plagam sitæ erant: nam qui
caput ultimum, de situ monasterii, diligenter considerabit, deprehendet despoticas domos versus
aquilonem, ostium vero ad meridiem situm fuisse.
Ostium autem unicum erat in monasterio, quod in
interius et exterius dividebatur, ut ex pluribus Typici
locis intelligere est. 2. Quis credat eas quæ secessus
gratia ad monasterium accedebant, ad imperatoriam
dmun, ubi magnus virorum mulierumque famuLates habitabat, cubitum amandatas fuisse. 3. 'ApPATROL, GR. CXXVII.
χονταρίκιον videtur vox diminutiva, quae domibus
illis amplissimis, ut habetur cap. 79, convenire
nequit. Nec officit quod hic dicitur: Ingredientur
in monasterium per ἐξάγον διαβατικόν; hinc enim
non putandum, eas e monasterii septo egressas
fuisse; nam cap. 17, jubetur ut præfecta, quæ
procuratores alloquendi causa ad ostium accedit,
ipsos alloquatur inter duo ostia, nempe interius
et exterius, et dehinc ingrediatur in monasterium,
tametsi illa e monasterio nullatenus egrediebatur.
Dicendum igitur, ἀρχονταρίκιον fuisse cellam
quamdam prope ostium non interius, sed exterius,
sive primum monasterii ingressum, intra septum
monasterii; quod rem diligentius consideranti
patebit. Cur autem sic vocetur, ignoratur.
Βήμα, ea pars ecclesiæ quæ apud nos
presbyterium vocatur, quod presbyteris et ministris
altaris assignata sit, de quo fuse eruditus Pater
Goar in Notis ad Euchologium.
Chapter XIXCaput XIX
col. 1035–1036page 25 of 70
Caput XVIII
PG 127:1035διακονίαν ἀφορισθεῖσα· τρίτον τε γονυκλιτήσισα, καὶ τὰς κλεῖς εἰληφυῖα, ὑποκλινεῖ μετὰ τοῦτο τῇ καθηγουμένῃ τὴν κεφαλὴν, πρότερον πεσοῦσα παρά τοὺς πόδας τῆς καθηγουμένης, καὶ ἀναστᾶσα. Η δὲ προχειριεῖται ταύτην, ἐπειποῦσα τάδε τὰ ῥήματα Η υπεράμωμος καὶ κεχαριτωμένη Θεοτόκος ἀφορίζει σε εἰς τὴν διακονίαν τήνδε. Ἐν μέντοι ταῖς δια κονία:ς αἷς οὐ πρόσεισι κλεῖδες, ἀρκέτουσιν εἰς προχείρισιν τὰ παρὰ τῆς καθηγουμένης επιλεγόμενα τῆς προχειρίσεως βήματα, καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ πρὸ τοῦ ἁγίου βήματος τόπου ἀνάληψις τῶν περὶ ἑκάστης διακονίας εγγράφων, ὡς εἴρηται, διαταγμάτων. Χρὴ δὲ καὶ τὰς διακονητρίας τὰ τῆς ἐμπεπιστευμένης ἑκάστη τούτων διακονίας ἰδικά παραγγέλματα, ἐκ τοῦ πρὸ τοῦ ἁγίου βήματος τόπου παραλαμβάνειν, ὡς ἂν εἰ δείη, ὅθεν τε ἀναδέχεται τὴν διακονίαν, καὶ ὅπως ὑπισχνῆται ταύτην διέπειν. Ο τις δὲ τούτων νοσφιζομένη τύχῃ ἄχρι καὶ τοῦ τυχόντος, μένῃ Θεοτόκῳ, ἀφ᾽ ἧς ἄρα τὰς κλεῖς παρέλαβεν. ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'. Περὶ τῆς σκευοφυλακίσσης. Καὶ σκευοφυλάκισσαν εἶναι βούλομαι ἐν τῇ μονῇ. ἥτις ὀφείλει φυλάττειν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἔπιπλα, καὶ παντοίας ἐπιμελείας ἀξιοῦν αὐτὰ, παραδιδόμενα ταύτῃ δι' ἐγγράφου, καὶ ἀξιοπίστου τῆς παραδόσεως πρακτικού. Ωσαύτως καὶ τὸ εἰσαγόμενον κηρίον ἐν τῇ μονῇ ἡ αὐτὴ ὀφείλει παραλαμβάνειν, καὶ προσ γράφεσθαι κατὰ λεπτὸν τὰς εἰσοδοεξόδους αὐτοῦ, καὶ λογαριάζεσθαι παρὰ τῆς ἡγουμένης. Η αὐτὴ δὲ ὀφείλει ἔσωθεν τῆς μονῆς διὰ γυναικῶν κατασκευάζειν τὰ κηρία τὰ εἰς φωταψίαν πά σαν τοῦ ναοῦ ἐξοδιάζεσθαι ετησίως διορισθέντα, κατὰ τὸν τυπωθέντα παρὰ τῆς βασιλείας μου σταυ Ομὲν [σταθμὸν], καὶ παραδιδόναι τῇ ἐκκλησιαρχία σῃ· ἡ δὲ τὴν τῆς ἐκκλησίας ποιήσεται φωταγωγία», καθὼς ἐν τοῖς ἐφεξῆς εἰρήσεται. Δεῖ δὲ ταύτην τα μὲν τῆς καθημερινῆς χρείας, καὶ τὰ ἐν ταῖς ἑορταῖς χρειώδη, παραδιδόναι τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ εἰς ὑπηρεσίαν τῆς ἐκκλησίας· ὅτε δὲ καιρὸς, παραλαμβάνειν πάλιν ταῦτα ἐξ αὐτῆς, καὶ παραφυλάττειν τὰ δὲ ἐπέκεινα τῶν χρειωδῶν ἔχειν ἐν τῷ σκευοφυλακείῳ ἐγκεκλεισμένα καὶ βεβουλλωμένα παρὰ τῆς καθη γουμένης, καὶ αὐτῆς πάντα τὰ ταύτῃ ἐμπεπιστευμένα ἀντιπαραδιδόναι ὀφειλούσης, ὁπηνίκα κἂν τῆς τοιαύτης διακονίας μετακινοῖτο, κατὰ τὸ γεγονός πρὸς αὐτὴν τῆς παραδόσεως πρακτικόν. Επ' ἐξου σίας γάρ ἐστι τῇ καθηγουμένῃ μεθιστᾷν τὰς διακονούσας καὶ ἐναλλάττειν καθ' ἂν εἰρήσεται τρόπον. Τὰς γὰρ ἐφ' ἑκάστῃ τῶν διακονιών προκεχειρισμέ νας, προσεκτικῶς μὲν, καὶ θεοφόβως αὐτὰς μετιούσας, ἐᾶν ἀμετακινήτους δίκαιον· ἀμελούσας δὲ αὐτ τῶν, καὶ καταφρονούσας, ἴσως δὲ καὶ δολιευομένας ἐν αὐταῖς, μεθιστᾷν, καὶ ἑτέρας ἀποκαθιστᾷν. Εἰ ὑπόδικος ἔσται τῇ παναχράντῳ καὶ κεχαριτω Ἡ αὐτὴ οὐ σκευοφυλάκισσα μόνον ἔσται, ἀλλὰ καὶ χαρτοφυλάκισσα, μετὰ ἀπογραφῆς τὰ χαρτα πάντα δικαιώματα τῆς μονῆς παραλαμβάνουσα, καὶ παραφυλάττουσα ταῦτα, καὶ παντοίας ἐπιμελείας ἀξιοῦσα, καὶ μηδὲ σητόβρωτα συγχωροῦσα γίνεσθαι. Χρείας δὲ χαρτίου τινὸς γινομένης, ὁρισμῷ τῆς καθη γουμένης ἐξενέγκῃ τὸ ζητούμενον χαρτίον, καὶ ἐπι
caput postea praefectæ inclinabit, prius procidens διακονίαν ἀφορισθεῖσα· τρίτον τε γονυκλιτήσισα,
ad pedes ejusdem, et postca surgens. Illa vero eam
instituet, hæc verba dicens: • Immaculata et
gratia plena Deipara designat te ad officium N.,
In quibus vero officiis claves non sunt, ad institutionem sufficient ejusdem institutionis verba a
præfecta prolata, et acceptio descriptorum de
singulis officiis statutorum, ex loco qui ante sanctum
adytum situs est, ut dictum est. Oportet aulem,
ut unaquæque officialium specialia statuta commissi
sibi officii, e loco ante sanctum adytum sito, accipiat, ut consideret, et unde oficium desumal, et
qui polliceatur se illud administraturam.
καὶ τὰς κλεῖς εἰληφυῖα, ὑποκλινεῖ μετὰ τοῦτο τῇ
καθηγουμένῃ τὴν κεφαλὴν, πρότερον πεσοῦσα παρά
τοὺς πόδας τῆς καθηγουμένης, καὶ ἀναστᾶσα. Η δὲ
προχειριεῖται ταύτην, ἐπειποῦσα τάδε τὰ ῥήματα
• Η υπεράμωμος καὶ κεχαριτωμένη Θεοτόκος ἀφορί
ζει σε εἰς τὴν διακονίαν τήνδε. Ἐν μέντοι ταῖς διακονία:ς αἷς οὐ πρόσεισι κλεῖδες, ἀρκέτουσιν εἰς προχείρισιν τὰ παρὰ τῆς καθηγουμένης επιλεγόμενα τῆς
προχειρίσεως βήματα, καὶ ἡ ἀπὸ τοῦ πρὸ τοῦ ἁγίου
βήματος τόπου ἀνάληψις τῶν περὶ ἑκάστης διακονίας
εγγράφων, ὡς εἴρηται, διαταγμάτων. Χρὴ δὲ καὶ
τὰς διακονητρίας τὰ τῆς ἐμπεπιστευμένης ἑκάστη
τούτων διακονίας ἰδικά παραγγέλματα, ἐκ τοῦ πρὸ τοῦ ἁγίου βήματος τόπου παραλαμβάνειν, ὡς ἂν εἰδείη, ὅθεν τε ἀναδέχεται τὴν διακονίαν, καὶ ὅπως ὑπισχνῆται ταύτην διέπειν.
CAPUT XIX.
De sceuophylacissa seu vasorum custode.
Volo vasorum custodem esse in monasterio, cui
incumbet sacra vasa et supellectilia custodire,
omnique cura et studio ea digna habere: quæ ipsi
tradentur per scriptum et fide dignum traditionis
actum. Ο Ceram similiter monasterio allatam ipsa
percipere debet, ejusque perceptionem et usum
minutatim describere, et rationem præfectæ reddere.
Eidem incumbet, cereos intra monasterium mulierum opera præparare, quos in universum templi
luminare quotannis impendi definitum est, juxta
statutum a majestate mea pondus: illosque tradcra ecclesiæ præposita, quæ lucernarii ecclesia
curam geret, ut in sequentibus dicetur. Ipsa quoque debet, quæ quotidiani sunt usus, et quæ solemnitatibus inserviunt, ecclesiarchissæ in ecclesiæ
ministerium tradere, et congruo tempore eadem
ab illa resumere et custodire: quæ autem redundant in scevophylacio seu sacrario, inclusa et
sigillata, cum a præfecta, tum a seipsa, asservare.
Et omnia sibi credita reddere tenebitur saltem
ubi ab hujusmodi officio amovebitur, juxta sibi
factum traditionis actum. Nam penes præfectam
est officiales amovere et mutare juxta modum dicendum. Eas namque quæ ad singula officia electæ,
studiose et in Dei timore ipsis incumbunt, justum
est immotas sinere: si vero negligenter et cum
contemptu, sive etiam fraudulenter illis fungantur,
illas amoverc, et alias instituere. Si quæ autem
quidpiam quantumvis minimum subripuerit, obnoxia erit immaculatæ et gratia plenæ Deiparæ, a
qua claves accepit.
τις δὲ τούτων νοσφιζομένη τύχῃ ἄχρι καὶ τοῦ τυχόντος,
μένῃ Θεοτόκῳ, ἀφ᾽ ἧς ἄρα τὰς κλεῖς παρέλαβεν.
Ipsa vero non modo vasorum custos erit, sed et
chartarum; omniaque chartacea monasterii instrumenta cum rescripto accipiet, conservabit, et
omnimoda sollicitudine digna habebit, neque a
tineis abrodi sinet. Si autem cujuspiam chartæ
opus fuerit, jussu præfectæ postulatam chartam
deferet et tradet, scribens qualis illa sit, et quis
ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'.
Περὶ τῆς σκευοφυλακίσσης.
Καὶ σκευοφυλάκισσαν εἶναι βούλομαι ἐν τῇ μονῇ.
ἥτις ὀφείλει φυλάττειν τὰ ἱερὰ σκεύη καὶ ἔπιπλα,
καὶ παντοίας ἐπιμελείας ἀξιοῦν αὐτὰ, παραδιδόμενα
ταύτῃ δι' ἐγγράφου, καὶ ἀξιοπίστου τῆς παραδόσεως
πρακτικού. Ωσαύτως καὶ τὸ εἰσαγόμενον κηρίον ἐν
τῇ μονῇ ἡ αὐτὴ ὀφείλει παραλαμβάνειν, καὶ προσ
γράφεσθαι κατὰ λεπτὸν τὰς εἰσοδοεξόδους αὐτοῦ,
καὶ λογαριάζεσθαι παρὰ τῆς ἡγουμένης.
Η αὐτὴ δὲ ὀφείλει ἔσωθεν τῆς μονῆς διὰ γυναικῶν κατασκευάζειν τὰ κηρία τὰ εἰς φωταψίαν πά
σαν τοῦ ναοῦ ἐξοδιάζεσθαι ετησίως διορισθέντα,
κατὰ τὸν τυπωθέντα παρὰ τῆς βασιλείας μου σταυ
Ομὲν [σταθμὸν], καὶ παραδιδόναι τῇ ἐκκλησιαρχία
σῃ· ἡ δὲ τὴν τῆς ἐκκλησίας ποιήσεται φωταγωγία»,
καθὼς ἐν τοῖς ἐφεξῆς εἰρήσεται. Δεῖ δὲ ταύτην τα
μὲν τῆς καθημερινῆς χρείας, καὶ τὰ ἐν ταῖς ἑορταῖς
χρειώδη, παραδιδόναι τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ εἰς ὑπηρε
σίαν τῆς ἐκκλησίας· ὅτε δὲ καιρὸς, παραλαμβάνειν
πάλιν ταῦτα ἐξ αὐτῆς, καὶ παραφυλάττειν τὰ δὲ
ἐπέκεινα τῶν χρειωδῶν ἔχειν ἐν τῷ σκευοφυλακείῳ
ἐγκεκλεισμένα καὶ βεβουλλωμένα παρὰ τῆς καθηγουμένης, καὶ αὐτῆς πάντα τὰ ταύτῃ ἐμπεπιστευ
μένα ἀντιπαραδιδόναι ὀφειλούσης, ὁπηνίκα κἂν τῆς
τοιαύτης διακονίας μετακινοῖτο, κατὰ τὸ γεγονός
πρὸς αὐτὴν τῆς παραδόσεως πρακτικόν. Επ' ἐξου
σίας γάρ ἐστι τῇ καθηγουμένῃ μεθιστᾷν τὰς διακονούσας καὶ ἐναλλάττειν καθ' ἂν εἰρήσεται τρόπον.
Τὰς γὰρ ἐφ' ἑκάστῃ τῶν διακονιών προκεχειρισμέ
νας, προσεκτικῶς μὲν, καὶ θεοφόβως αὐτὰς μετιούσας, ἐᾶν ἀμετακινήτους δίκαιον· ἀμελούσας δὲ αὐτ
τῶν, καὶ καταφρονούσας, ἴσως δὲ καὶ δολιευομένας
ἐν αὐταῖς, μεθιστᾷν, καὶ ἑτέρας ἀποκαθιστᾷν. Εἰ
ὑπόδικος ἔσται τῇ παναχράντῳ καὶ κεχαριτω
Ἡ αὐτὴ οὐ σκευοφυλάκισσα μόνον ἔσται, ἀλλὰ
καὶ χαρτοφυλάκισσα, μετὰ ἀπογραφῆς τὰ χαρτα
πάντα δικαιώματα τῆς μονῆς παραλαμβάνουσα, καὶ
παραφυλάττουσα ταῦτα, καὶ παντοίας ἐπιμελείας
ἀξιοῦσα, καὶ μηδὲ σητόβρωτα συγχωροῦσα γίνεσθαι.
Χρείας δὲ χαρτίου τινὸς γινομένης, ὁρισμῷ τῆς καθηγουμένης ἐξενέγκῃ τὸ ζητούμενον χαρτίον, καὶ ἐπι-
col. 1037–1038page 26 of 70
PG 127:1037δώσει, προσγραφομένη, ὁποῖόν τε τὸ χαρτίον ἐστὶ, καὶ τίς ὁ τοῦτο ἀναλαβόμενος. Ημερῶν δέ τινων μετὰ τοῦτο διελθουσῶν, ὑπομνήσει την καθηγουμέν νην, καὶ ἀνακαλέσεται τὸ ἐκβληθέν, ὡς εἴρηται, χαρτίον, καὶ οὐκ ἐάσει παραπόλλυσθαι. Ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ εἰσοδιαζόμενον ἐν τῇ μονῇ κηρίον κατὰ πολὺ ἐπέκεινα τῆς ἐξόδου ἐστὶ, διορίζεται ἡ βασιλεία μου, πέντε μόνα κεντηνάρια υποκρατ τεῖσθαι ἐξ αὐτοῦ, λόγῳ τῆς ἐκκλησίας καὶ λοιπῆς ἐξόδου· τὸ δὲ λοιπὸν ἅμα τῷ εἰσοδιασθῆναι, εὐθὺς διαπωλεῖσθαι, καὶ δίδοσθαι εἰς ἑτέρας ἐξόδους τῆς μονῆς. ΚΕΦΑΛ. Κ'. Περὶ τῆς ἐκκλησιαρχίσσης. Ἡ μέν τοι ἐκκλησιάρχισσα παρὰ τῆς καθηγουμένης προχειριζομένη, ἥτις ἂν αὐτῇ δόξῃ πρὸς τὴν τοιαύτην διακονίαν προσφοράς τε καὶ ἐπιτηδεία, παραλαμβάνουσα πάντα ἀπὸ τῆς σκευοφυλακίσσης τὰ μὲν ἐν τῷ ναῷ τῆς μονῆς ὀφείλοντα χρησιμεύειν, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς προχειρίσεως, διὰ πρακτικοῦ τὰ δ᾽ ἄλλα τὰ ἐν ταῖς ἑορταῖς, ἢ τῇ καθημερινῇ χρήσει πρόσφορα, κατὰ τὸν δέοντα καιρόν. Αὕτη φροντιεῖ τοῦ συνήθους κόσμου τῆς ἐκκλησίας, καὶ τῆς ἀφωρισμένης ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ ἑκάστοτε φωταψίας· τὰ τετυπωμένα κηρία εἰργασμένα παρα λαμβάνουσα ἀπὸ τῆς σκευοφυλακίσσης, τά τε εἰς καθημερινὴν χρείαν, καὶ τὰ εἰς ἑκάστην ἑορτὴν αναλίσκεσθαι τυπωθέντα. Ποιεῖσθαι δὲ φροντίδα καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν τῇ ψαλμῳδία καταστάσεως, καθὼς ἔθος ἐστὶ ταῖς ἐκκλησιαρχίσσαις. Οφείλει δὲ ἔχειν ἡ κατὰ καιροὺς Εκκλησιάρ χιστα, καὶ παρεκκλησιάρχισσαν συμπονοῦσαν αὐτῇ, καὶ καθυπηρετοῦσαν, καὶ συνεργοῦσαν εἰς τὴν ἀνα κειμένην αὐτῇ διακονίαν. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Περὶ τῆς τὰ ἐδώδιμα εἰσοδιαζούσης τε, καὶ ἐξου διαζούσης διακονητρίας, καὶ τῆς παρ' αὐτῆς ὀφειλούσης γίνεσθαι τούτων απογραφῆς. Ωσαύτως καὶ τὴν τὰ εἰσοδιαζόμενα πάντα τῇ μονῇ βρώσιμα εἰσοδιάζουσάν τε καὶ ἐξοδιάζουσαν διακονήτριαν, διοριζόμεθα κατά μικρὸν ἀπογράφεσθαι τὰς εἰσόδους, πόσαι τε, καὶ πότε, καὶ ὅθεν τὰς δὲ ἐξόδους ποιεῖν φανερῶς, κατὰ τὴν τῆς ἡγου μένης πρόσταξιν· εἴπερ μέλλοι τῇ μὲν ἑαυτῆς δια κονίᾳ τὸ ἄμεμπτον περιποιεῖσθαι, καὶ ἀπρόσκοπον, τῇ δὲ ἀδελφότητι πάσῃ τὸ ἀσκανδάλιστον, καὶ ἀτάραχον, καὶ πάσας πληροφορεῖν. ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'. Περὶ τῆς οἰνοχόης. Καὶ οἰνοχόην προχειριεῖται ἡ καθηγουμένη, ὀφεί λουσαν παραλαμβάνειν πάντα τὸν εἰσοδιαζόμενον ἐν τῇ μονῇ οἶνον, παλαιόν τε καὶ νέον, καὶ προσγρά φεσθαι τοῦτον, καὶ ἐξοδιάζειν ἔνθα παρὰ τῆς ἡγου μένης προσταχθῇ. Κεντηνάρια. Η κατά καιρούς.
TYPICUM.
diebus, monebit præfectam, et repelet eductam,
ut dictum est, chartam, nec sinet eam deperire.
δώσει, προσγραφομένη, ὁποῖόν τε τὸ χαρτίον ἐστὶ, illam assumpserit. Elapsis posthac quibusdam
καὶ τίς ὁ τοῦτο ἀναλαβόμενος. Ημερῶν δέ τινων
μετὰ τοῦτο διελθουσῶν, ὑπομνήσει την καθηγουμέν
νην, καὶ ἀνακαλέσεται τὸ ἐκβληθέν, ὡς εἴρηται,
χαρτίον, καὶ οὐκ ἐάσει παραπόλλυσθαι.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τὸ εἰσοδιαζόμενον ἐν τῇ μονῇ κηρίον
κατὰ πολὺ ἐπέκεινα τῆς ἐξόδου ἐστὶ, διορίζεται ἡ
βασιλεία μου, πέντε μόνα κεντηνάρια υποκρατ
τεῖσθαι ἐξ αὐτοῦ, λόγῳ τῆς ἐκκλησίας καὶ λοιπῆς
ἐξόδου· τὸ δὲ λοιπὸν ἅμα τῷ εἰσοδιασθῆναι, εὐθὺς
διαπωλεῖσθαι, καὶ δίδοσθαι εἰς ἑτέρας ἐξόδους τῆς
μονῆς.
Περὶ τῆς ἐκκλησιαρχίσσης.
Ἡ μέν τοι ἐκκλησιάρχισσα παρὰ τῆς καθηγου
Quandoquidem autem percepta in monasterio
cera, expensam ejus multum excedit, statuit imperium meum ut ex ea quinque tantum centenaria
retineantur pro ecclesia, et reliquo usu; residuum
vero cum primum perceptum fuerit, statim vendatur, et ad alias monasterii expensas tradatur.
CAPUT XX.
De ecclesiarchissa, seu ecclesiæ præposita.
Ecclesiæ præposita per præfectam electa, quæ
μένης προχειριζομένη, ἥτις ἂν αὐτῇ δόξῃ πρὸς τὴν videlicet ipsi ad tale ollicium apta et idonea visa
τοιαύτην διακονίαν προσφοράς τε καὶ ἐπιτηδεία,
παραλαμβάνουσα πάντα ἀπὸ τῆς σκευοφυλακίσσης
τὰ μὲν ἐν τῷ ναῷ τῆς μονῆς ὀφείλοντα χρησιμεύειν,
κατὰ τὸν καιρὸν τῆς προχειρίσεως, διὰ πρακτικοῦ·
τὰ δ᾽ ἄλλα τὰ ἐν ταῖς ἑορταῖς, ἢ τῇ καθημερινῇ
χρήσει πρόσφορα, κατὰ τὸν δέοντα καιρόν. Αὕτη
φροντιεῖ τοῦ συνήθους κόσμου τῆς ἐκκλησίας, καὶ
τῆς ἀφωρισμένης ἐν τῷ παρόντι τυπικῷ ἑκάστοτε
φωταψίας· τὰ τετυπωμένα κηρία εἰργασμένα παραλαμβάνουσα ἀπὸ τῆς σκευοφυλακίσσης, τά τε εἰς
καθημερινὴν χρείαν, καὶ τὰ εἰς ἑκάστην ἑορτὴν
αναλίσκεσθαι τυπωθέντα. Ποιεῖσθαι δὲ φροντίδα καὶ
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν τῇ ψαλμῳδία καταστάσεως,
καθὼς ἔθος ἐστὶ ταῖς ἐκκλησιαρχίσσαις.
Οφείλει δὲ ἔχειν ἡ κατὰ καιροὺς Εκκλησιάρ
χιστα, καὶ παρεκκλησιάρχισσαν συμπονοῦσαν αὐτῇ,
καὶ καθυπηρετοῦσαν, καὶ συνεργοῦσαν εἰς τὴν ἀνακειμένην αὐτῇ διακονίαν.
Περὶ τῆς τὰ ἐδώδιμα εἰσοδιαζούσης τε, καὶ ἐξου
διαζούσης διακονητρίας, καὶ τῆς παρ' αὐτῆς
ὀφειλούσης γίνεσθαι τούτων απογραφῆς.
Ωσαύτως καὶ τὴν τὰ εἰσοδιαζόμενα πάντα τῇ
μονῇ βρώσιμα εἰσοδιάζουσάν τε καὶ ἐξοδιάζουσαν
διακονήτριαν, διοριζόμεθα κατά μικρὸν ἀπογράφεσθαι τὰς εἰσόδους, πόσαι τε, καὶ πότε, καὶ ὅθεν
τὰς δὲ ἐξόδους ποιεῖν φανερῶς, κατὰ τὴν τῆς ἡγου
μένης πρόσταξιν· εἴπερ μέλλοι τῇ μὲν ἑαυτῆς διακονίᾳ τὸ ἄμεμπτον περιποιεῖσθαι, καὶ ἀπρόσκοπον,
τῇ δὲ ἀδελφότητι πάσῃ τὸ ἀσκανδάλιστον, καὶ ἀτάραχον, καὶ πάσας πληροφορεῖν.
Περὶ τῆς οἰνοχόης.
Καὶ οἰνοχόην προχειριεῖται ἡ καθηγουμένη, ὀφεί
λουσαν παραλαμβάνειν πάντα τὸν εἰσοδιαζόμενον ἐν
τῇ μονῇ οἶνον, παλαιόν τε καὶ νέον, καὶ προσγρά
φεσθαι τοῦτον, καὶ ἐξοδιάζειν ἔνθα παρὰ τῆς ἡγου
μένης προσταχθῇ.
fuerit, omnia quidem quæ in tenplo monasterii
usui esse debent a vasorum custode per actum
accipiet tempore electionis: alia vero festis solemnibus et quotidiano usui convenientia, congruo
tempore. Ipsa curabit consuetum ecclesiæ ornatum,
et definitum in præsenti typico singulis temporibus
luminare, statutos cereos paratos accipiens a vasorum custode, sive quos ad quotidianum usum,
sive quos ad singulas solemnitates absumi definitum
est. Sollicitudinem quoque geret ecclesiasticæ in
psalmodia disciplina, ut moris est ecclesiæ præpositis.
Oportet autem ut ecclesiæ præposita parecclesiarchissam habeat se adjuvantem, sibi ministrantem, et una operam navantem officio sibi incumbenti.
CAPUT XXI.
De officiali quæ esui necessaria percipit et expendit,
el quod hæc ab ipsa scriplo mandari debeant.
Officialem similiter omnia esui apta, ad monasterium comportata percipientem et expendentem,
statuimus minutatim describere quæ percepit,
quanta, quando et unde obvenerint; expensas
autem juxta mandatum præfectæ palam facere:
si voluerit ministerium quidem suum irreprehensum et inculpatum servare, sorores vero omnes
sine scandalo et perturbatione esse, omnibusque
animum explere.
CAPUT XXII.
De vini custode.
Vini quoque custodem instituet præfecta, cui
incumbet vinum omne monasterio allatum vetus
et novum percipere, describere, et expendere ubi
a præfecta jussum fuerit.
Montfauconii notæ.
Κεντηνάρια. Centenarium centum libris
constat, cum in ponderibus, tum in pecuniis.
Η κατά καιρούς. Quasi dicas, quæ per tempora erit, frequens in hoc opere loquendi modus;
at cum vix apte exprimi queat, et nihil ad sensuin
addat, censuito omittitur.
Chapter XXIII. XXIVCaput XXIII. XXIV
col. 1039–1040page 27 of 70
Caput XX - XXII
PG 127:1039ΚΕΦΑΛ. ΚΓ. Περὶ τῆς ὡρειαρίας. Καὶ ὡρειαρίαν δὲ καταστήσει ἡ καθηγουμένη, ὀφείλουσαν τὰ γενήματα πάντα παραλαμβάνειν, ἔτι δὲ καὶ τὰ ὄσπρια, καὶ τὰς ἐξόδους τούτων ποιεῖσθαι, προστάξει τῆς καθηγουμένης· ἔτι τε παντοίως επι μελεῖσθαι τούτων, ἵνα μὴ ἐξ ἀμελείας τυχὸν ἐν τοῖς ὡρείοις ἀπόλλωνται. ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Περὶ τῆς τῶν δοχειαριῶν διακονίας. Περὶ δὲ τῆς τῶν νομισμάτων εἰσόδου τε καὶ ἐξε δου, φυλακῆς τε, καὶ ἀπογραφῆς, ἤδη λεκτέον. Δύο γὰρ δοχειαρίας τυποῦμεν εἶναι ἐν τῇ μονῇ, ὧν τὴν μὲν μίαν κρατεῖν τὸ κιβώτιον τῶν τῆς εἰσοδοεξόδου νομισμάτων· τὴν δὲ ἑτέραν κρατεῖν τὸ βέστιον τῶν ἐνδυμάτων· καὶ αὐτὴ γὰρ δοχειαρία ὀνομασθήσεται. Ἡ γοῦν δοχειαρία τῆς εἰσόδου τῶν νομισμάτων, ἅμα τῇ ἑτέρα δοχειαρίᾳ τῇ ἐπὶ τοῦ βεστίου, ειδήσει καὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης ἀπογράψεται πᾶσαν εἴσοδον διὰ νομισμάτων, εἰσιδιαζομένην εἰς τὸ με ναστήριον, οἷα καὶ ὅθεν ἐστίν. Ἐκβάλλουσα δὲ ἀπ᾿ αὐτῶν προστάξει τῆς καθηγουμένης ποσότητα να μισμάτων, ὅσην ἂν αὐτὴ ἡ καθηγουμένη θελήση, καὶ προσγραφομένη ταύτην ἐν τῷ μικρῷ προσγρά φῳ, μετὰ τῆς ἑτέρας δοχειαρίας, αὐτὴ παραλήψεται ταύτην, καὶ ἐξοδιάσει ἔνθα ἡ καθηγουμένη προστάξει, προσγράφου λεπτομερούς τῆς ἐξόδου τῶν τοιού των νομισμάτων γινομένου παρ' αὐτῆς. Ητις μετὰ τὸ πληρῶσαι τὰ νομίσματα ἀποκομίσει τὸν πρόσο γραφον, καὶ λογαριασθήσεται παρὰ τῆς καθηγουμένης, ἐνώπιον καὶ τῆς ἑτέρας δοχειαρίας. Καὶ ἀπογραφαὶ τῶν τοιουτοτρόπως ἐξοδιαζομένων νομι σμάτων, ἐν ἰδιάζοντι κοντακίῳ καταστρωννύ μεναι, εἰς τὸ δοχεῖον κεῖσθαι ὀφείλουσιν. Εἶθ' οὕτως ἀναλήψεται πάλιν ἕτερα νομίσματα ἡ δοχειαρία προστάξει τῆς καθηγουμένης. Καὶ οὕτως γενήσεται εἰς τὸ διηνεκές. Το μέντοι κιβώτιον τῶν τοιούτων νομισμάτων τῆς εἰσοδοεξόδου, ὀφείλει ἐσφραγισμένων είναι παρά τε τῶν δύο δοχειαριῶν, καὶ αὐτῆς τῆς καθηγουμένης. Ετερον δὲ κιβώτιον βουλόμεθα κεῖσθαι ἐν τῷ σκευοφυλακείῳ, ἐσφραγισμένον παρά τε τῆς καθη γουμένης, τοῦ οἰκονόμου, τῆς σκευοφυλακίσσης, καὶ τῶν δοχειαριῶν, ὅπερ ὀφείλει ἔχειν τὰ ἐναπόθετα νομίσματα. "Οτε γοῦν συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, καὶ εὑρίσκεται, τῷ τῆς Κεχαριτωμένης ἐλέει, περιτο τεύοντά τινα νομισμάτων παλαιᾶς ποιότητος ὄντα, μὴ χρειώδη τηνικαῦτα τυγχάνοντα τῇ μονῇ, ἐναποτίθεσθαι ταῦτα τῷ εἰρημένῳ κιβωτίῳ, ἀποσφραγιζο μένῳ, καὶ σφραγιζομένῳ, καθώς ανωτέρω είρηται προσγραφήν τε γίνεσθαι τῆς τῶν νομισμάτων ἀπο θέσεως· ὥσπερ πάλιν (ὅπερ ἀπεύχομαι), τυχηρού τινος συμβάντος εἰς τὴν μονὴν, ὥστε μὴ ἔχειν τὰ πρὸς ἔξοδον ταύτης ἀλλαχόθεν, ἀποσφραγίζεσθαι τὸ Βέστιον. βεστιάριον, βέστιον Κοντακίῳ. Κοντάκιον κοντάκιον τό μον,
CAPUT XXIII.
De horrearia.
Horreariam quoque statuet præfecta, cujus officium erit, fruges omnes et legumina percipere,
eaque expendere jussu præfectæ; ac omnimodam
eorum curam gerere, ne forte incuria in horreis
depereant.
CAPUT XXIV.
De officio depositariarum.
Περὶ τῆς ὡρειαρίας.
Καὶ ὡρειαρίαν δὲ καταστήσει ἡ καθηγουμένη,
ὀφείλουσαν τὰ γενήματα πάντα παραλαμβάνειν, ἔτι
δὲ καὶ τὰ ὄσπρια, καὶ τὰς ἐξόδους τούτων ποιεῖσθαι,
προστάξει τῆς καθηγουμένης· ἔτι τε παντοίως επι
μελεῖσθαι τούτων, ἵνα μὴ ἐξ ἀμελείας τυχὸν ἐν τοῖς
ὡρείοις ἀπόλλωνται.
Περὶ τῆς τῶν δοχειαριῶν διακονίας.
Περὶ δὲ τῆς τῶν νομισμάτων εἰσόδου τε καὶ ἐξε
δου, φυλακῆς τε, καὶ ἀπογραφῆς, ἤδη λεκτέον. Δύο
γὰρ δοχειαρίας τυποῦμεν εἶναι ἐν τῇ μονῇ, ὧν τὴν
μὲν μίαν κρατεῖν τὸ κιβώτιον τῶν τῆς εἰσοδοεξόδου
De perceptione et expensa pecuniarum, necnon
de earum custodia et descriptione, jam dicendum
est. Duas enim depositarias in monasterio esse
statuimus, quarum una quidem arculam receptarum et insumendarum pecuniarum custodiet; al- νομισμάτων· τὴν δὲ ἑτέραν κρατεῖν τὸ βέστιον
tera vero vestiarium indumentorum asservabit: τῶν ἐνδυμάτων· καὶ αὐτὴ γὰρ δοχειαρία ὀνομασθή
nam et ipsa depositaria vocabitur.
Depositaria itaque receptarum pecuniarum, una
cum altera depositaria vestiarii, sciente et præsente præfecta, describet omnem reditum pecuniarum in monasterio receptarum, nempe cujusmodi et undenam illa sint. Extrahet autem ex
ipsis jussu præfectæ summam pecuniarum quantanı
ipsa præfecta voluerit, et describet illam in parva
schedula, cum alia depositaria; quam ipsa suscipiet et expendet ubi præfecta jusserit, taliumque
pecuniarum expensam minutatim in codice describet. Et postquam pecuniæ absumptæ fuerint, codicem deferet, rationemque præfectæ reddet in conspectu alterius depositaria. Rescripta autem pecu- G
niarum sic expensarum, proprio contacio inserta
in receptaculo jacere debent. Dehinc depositaria
´eodem modo alias pecunias jussu præfectæ resumet. Et sic fiet in perpetuum. Arculam vero
hujusmodi pecuniarum perceptarum et insumendarum, sigillatam oportet a duabus depositariis, et
ab ipsa præfecta.
σεται.
Ἡ γοῦν δοχειαρία τῆς εἰσόδου τῶν νομισμάτων,
ἅμα τῇ ἑτέρα δοχειαρίᾳ τῇ ἐπὶ τοῦ βεστίου, ειδήσει
καὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης ἀπογράψεται πᾶσαν
εἴσοδον διὰ νομισμάτων, εἰσιδιαζομένην εἰς τὸ με
ναστήριον, οἷα καὶ ὅθεν ἐστίν. Ἐκβάλλουσα δὲ ἀπ᾿
αὐτῶν προστάξει τῆς καθηγουμένης ποσότητα να
μισμάτων, ὅσην ἂν αὐτὴ ἡ καθηγουμένη θελήση,
καὶ προσγραφομένη ταύτην ἐν τῷ μικρῷ προσγρά
φῳ, μετὰ τῆς ἑτέρας δοχειαρίας, αὐτὴ παραλήψεται
ταύτην, καὶ ἐξοδιάσει ἔνθα ἡ καθηγουμένη προστά
ξει, προσγράφου λεπτομερούς τῆς ἐξόδου τῶν τοιούτων νομισμάτων γινομένου παρ' αὐτῆς. Ητις μετὰ
τὸ πληρῶσαι τὰ νομίσματα ἀποκομίσει τὸν πρόσο
γραφον, καὶ λογαριασθήσεται παρὰ τῆς καθηγου
μένης, ἐνώπιον καὶ τῆς ἑτέρας δοχειαρίας. Καὶ
ἀπογραφαὶ τῶν τοιουτοτρόπως ἐξοδιαζομένων νομι
σμάτων, ἐν ἰδιάζοντι κοντακίῳ καταστρωννύμεναι, εἰς τὸ δοχεῖον κεῖσθαι ὀφείλουσιν. Εἶθ' οὕτως
ἀναλήψεται πάλιν ἕτερα νομίσματα ἡ δοχειαρία
προστάξει τῆς καθηγουμένης. Καὶ οὕτως γενήσεται
εἰς τὸ διηνεκές. Το μέντοι κιβώτιον τῶν τοιούτων νομισμάτων τῆς εἰσοδοεξόδου, ὀφείλει ἐσφραγισμένων
είναι παρά τε τῶν δύο δοχειαριῶν, καὶ αὐτῆς τῆς καθηγουμένης.
Alteram autem arculam reponi volumus in scevophylacio, seu sacrario, sigillatam a præfecta, œconomo, vasorum custode et depositariis, in qua
recondita pecunia servabuntur. Expleto igitur
anno, si miseratione Gratia-plene, residuæ quædam
pecunia antiquæ qualitatis reperiantur, quæ mo.
nasterio per id temporis necessariæ non sint, in
memorata arcula recondentur, sublato prius sigillo,
ac deinde restituto, ut supra dictum est: fialque
rescriptum reconditæ pecumiæ; ut si (quod absit
casu quopiam in monasterio obtingente, necessaria
ad ejus expensas aliunde non suppetant; avulso
illius arculæ sigillo ab iis qui illam obsignarant,
summa quædam pecuniæ educatur, et ad receptaΕτερον δὲ κιβώτιον βουλόμεθα κεῖσθαι ἐν τῷ
σκευοφυλακείῳ, ἐσφραγισμένον παρά τε τῆς καθη
γουμένης, τοῦ οἰκονόμου, τῆς σκευοφυλακίσσης, καὶ
τῶν δοχειαριῶν, ὅπερ ὀφείλει ἔχειν τὰ ἐναπόθετα
νομίσματα. "Οτε γοῦν συμπληρωθῇ ὁ χρόνος, καὶ
εὑρίσκεται, τῷ τῆς Κεχαριτωμένης ἐλέει, περιτο
τεύοντά τινα νομισμάτων παλαιᾶς ποιότητος ὄντα,
μὴ χρειώδη τηνικαῦτα τυγχάνοντα τῇ μονῇ, ἐναπο
τίθεσθαι ταῦτα τῷ εἰρημένῳ κιβωτίῳ, ἀποσφραγιζομένῳ, καὶ σφραγιζομένῳ, καθώς ανωτέρω είρηται·
προσγραφήν τε γίνεσθαι τῆς τῶν νομισμάτων ἀπο
θέσεως· ὥσπερ πάλιν (ὅπερ ἀπεύχομαι), τυχηρού
τινος συμβάντος εἰς τὴν μονὴν, ὥστε μὴ ἔχειν τὰ
πρὸς ἔξοδον ταύτης ἀλλαχόθεν, ἀποσφραγίζεσθαι τὸ
Montfauconii notæ.
Βέστιον. Vulgo dicitur βεστιάριον, nam
βέστιον est ipsum indumentum. Moschopulus, in
Ecloga vocum Atticaruin.
Κοντακίῳ. Vox hæc varie usurpatur. 1. κοντάκιον est pars Oficii divini de qua fuse Goarus
in Notis ad Euchologium. 2. Arcadius de Concordia.
dicit esse membranam rotundo ligno circumvolvi
solitam. 3. Μoschopulus ait κοντάκιον esse τό
μον, seu volumen, quo sensu hic accipi debet.
col. 1041–1042page 28 of 70
PG 127:1041τοιοῦτον κιβώτιον παρὰ τῶν σφραγιζόντων, καὶ ἐκ βάλλεσθαι ποσότητα νομισμάτων τινά, καὶ δίδοσθαι ταῦτα εἰς τὸ δοχεῖον, καὶ προβαίνειν τὰς ἐξόδους, καθὼς ἄνωθεν εἴρηται. ΚΕΦΑΛ. ΚΕ'. Περὶ τῆς τραπεζαρίας, καὶ τῆς ταύτης διακονίας. Μετὰ δὲ τῶν ἄλλων διακονητριών, ων οἶδε δεῖσθα ἡ τῶν κοινοβιακῶς ζώντων διαγωγή, προχειριεῖται ἡ ἡγουμένη καὶ τραπεζαρίαν· διακονοῦσαν μὲν καὶ τἆλλα ὅσαπερ ἡ κελλαρέα αὐτῇ ἐπιτρέψειε, καὶ ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ἑστιάσει περιέρχεσθαι τὴν τράπεζαν ἡσυχῆ καὶ ἠρεμαίως ὀφείλουσαν· καὶ εἴ τινας ἴδο τῶν ἀδελφῶν διοχλούσας καὶ ταραττομένας, ἢ ψιθυ ριζούσας, ηρέμα ταύτας ἡσυχίας ὑπομιμνήσκειν, η καὶ συμβουλεύειν αὐταῖς ψάλλειν κατὰ νοῦν, καὶ ὁμιλίας ἀπέχεσθαι. Καὶ προσέτι μελήσει ταύτῃ, καὶ ἡ τῶν ἀδελφῶν ἀκριβολογία· καὶ τὸ μὴ ἀγνοῆσαι, τίς μὲν αὐτῶν οὐ παρῆν ἐν τῇ εὐχαριστία, τίς δὲ ἀπελείφθη εἰς τὴν ἑστίασιν· καὶ περὶ ἑκάστης αναγγέλλειν τῇ προς στώσῃ. Η κατ' οἰκείαν ἐπιλογήν τε καὶ πρόκρισιν τὰς διακονεῖν ὀφειλούσας, ὡς πολλάκις είρηται, προχειριζομένη, ἐπ' ἀδείας ἕξει, τὰς μὲν ἀκαταγνώστως τὴν πιστευθεῖσαν ἐνεργούσας διακονίαν, ἐὰν εἴ γε βούλοιτο ἐπὶ πλεῖστον ταύταις ἐνασχολεῖσθαι· τὰς δὲ μὴ ὡς θέμις, ὅπερ ἀπείη, ταύτας μεταχειχιζομένας, ὡς ἀδοκίμους μετακινεῖν, ἑτέρας δὲ ἀντικαθιστᾷν. Καὶ ἡ μὲν καθηγουμένη ἐπὶ ταύ ταις πράξει τὰ κατὰ γνώμην ἑαυτῇ καὶ ἀρέσκειαν. Ἐγὼ δὲ πάσαις παραγγέλλω ταῖς ἡντιναοῦν διακονίαν πεπιστευμέναις μέχρι τῶν ἐσχάτων, καὶ ὡς ἐν μέρει χάριτος αἰτῶ παρ' αὐτῶν, τὸ καλῶς τε καὶ θεο φιλῶς ἑκάστην τὴν ἑαυτῆς ἀνύειν διακονίαν· καὶ οὕτω διακεῖσθαι πρὸς τὴν τῶν ἀνηκόντων ἐκπλήρωσιν, ὡς καὶ πιστευομένας τὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῷ Θεῷ ὑφεξούσας τὸν ἐπὶ τούτοις λόγον, ὥσπερ ἔχει καὶ ἡ ἀλήθεια. Πάνω τα γὰρ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς τὰ παρ' ἡμῶν εἰς ἀλλή λους γινόμενα φιλανθρώπως εἰς ἑαυτὸν ἀναδέχεται, καθὼς τὰ ἱερὰ διδάσκουσιν ἡμᾶς Εὐαγγέλια, ἐν οἷς λέγων αὐτὸς φαίνεται·. Εφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ Εφ᾽ τούτων, ἐμοὶ ἐποιήσατε· καὶ ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.» Καὶ παρακαλῶ ολοψύχως τῶν διακονιῶν ἔχεσθαι, καὶ μὴ ὀλιγωρεῖν, ἢ ἀπογινώσκειν, ὡς τὴν ἑαυτῶν ἀπολωλεκυίας ὠφέλειαν, ἀπολιμπανομένας τῶν θείων συνάξεων ἐκ τῆς εἰς τὰς διακονίας ασχολίας· ἀλλ᾽ εὐθύμως μᾶλλον ἔχειν καὶ χαρμοσύνως διακελεύομαι, ὅτι ἐνίσχυσεν αὐτὰς ὁ Κύριος ταῖς πρεσβείαις τῆς ἀπειράνδρου και κεχαριτωμένης Μητρὸς αὐτοῦ, ταῖς αὐτῶν ἀδελφαῖς κατὰ μίμησιν ἐκείνου διακονῆσαι, ὅς φησιν· ι Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ θεῖναι τὴν ψυχήν μου λύτρον ἀντὶ πολ λῶν.» Ορᾶτε, ἀδελφαὶ, ποῖον αὐταὶ ἔργον ἀποπλη ροῦτε, ὁρᾶτε τίνα μιμεῖσθε, βλέπετε ὅτι τὸ κεφάλαιον παντὸς ἀγαθοῦ τὴν ἀγάπην μετέρχεσθε. Χαίρειν μὲν οὖν δεῖ καὶ σκιρτἂν ὑμᾶς, ὅτι 8 μόλις δύναιντ'
TYPICUM.
expensæ, quo superius dictum est.
τοιοῦτον κιβώτιον παρὰ τῶν σφραγιζόντων, καὶ ἐκ- culum depositi tradatur, eoque pacto procedant
βάλλεσθαι ποσότητα νομισμάτων τινά, καὶ δίδοσθαι
ταῦτα εἰς τὸ δοχεῖον, καὶ προβαίνειν τὰς ἐξόδους,
καθὼς ἄνωθεν εἴρηται.
Περὶ τῆς τραπεζαρίας, καὶ τῆς ταύτης διακο·
νίας.
Μετὰ δὲ τῶν ἄλλων διακονητριών, ων οἶδε δεῖσθα:
ἡ τῶν κοινοβιακῶς ζώντων διαγωγή, προχειριεῖται
ἡ ἡγουμένη καὶ τραπεζαρίαν· διακονοῦσαν μὲν καὶ
τἆλλα ὅσαπερ ἡ κελλαρέα αὐτῇ ἐπιτρέψειε, καὶ ἐν
αὐτῇ δὲ τῇ ἑστιάσει περιέρχεσθαι τὴν τράπεζαν
ἡσυχῆ καὶ ἠρεμαίως ὀφείλουσαν· καὶ εἴ τινας ἴδο:
τῶν ἀδελφῶν διοχλούσας καὶ ταραττομένας, ἢ ψιθυριζούσας, ηρέμα ταύτας ἡσυχίας ὑπομιμνήσκειν, η
καὶ συμβουλεύειν αὐταῖς ψάλλειν κατὰ νοῦν, καὶ
ὁμιλίας ἀπέχεσθαι.
Καὶ προσέτι μελήσει ταύτῃ, καὶ ἡ τῶν ἀδελφῶν
ἀκριβολογία· καὶ τὸ μὴ ἀγνοῆσαι, τίς μὲν αὐτῶν
οὐ παρῆν ἐν τῇ εὐχαριστία, τίς δὲ ἀπελείφθη εἰς τὴν
ἑστίασιν· καὶ περὶ ἑκάστης αναγγέλλειν τῇ προςστώσῃ. Η κατ' οἰκείαν ἐπιλογήν τε καὶ πρόκρισιν
τὰς διακονεῖν ὀφειλούσας, ὡς πολλάκις είρηται,
προχειριζομένη, ἐπ' ἀδείας ἕξει, τὰς μὲν ἀκαταγνώστως τὴν πιστευθεῖσαν ἐνεργούσας διακονίαν,
ἐὰν εἴ γε βούλοιτο ἐπὶ πλεῖστον ταύταις ἐνασχολεί
σθαι· τὰς δὲ μὴ ὡς θέμις, ὅπερ ἀπείη, ταύτας
μεταχειχιζομένας, ὡς ἀδοκίμους μετακινεῖν, ἑτέρας
δὲ ἀντικαθιστᾷν. Καὶ ἡ μὲν καθηγουμένη ἐπὶ ταύταις πράξει τὰ κατὰ γνώμην ἑαυτῇ καὶ ἀρέσκειαν.
Ἐγὼ δὲ πάσαις παραγγέλλω ταῖς ἡντιναοῦν διακονίαν πεπιστευμέναις μέχρι τῶν ἐσχάτων, καὶ ὡς ἐν
μέρει χάριτος αἰτῶ παρ' αὐτῶν, τὸ καλῶς τε καὶ θεοφιλῶς ἑκάστην τὴν ἑαυτῆς ἀνύειν διακονίαν· καὶ οὕτω
διακεῖσθαι πρὸς τὴν τῶν ἀνηκόντων ἐκπλήρωσιν, ὡς
καὶ πιστευομένας τὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῷ Θεῷ ὑφεξούσας
τὸν ἐπὶ τούτοις λόγον, ὥσπερ ἔχει καὶ ἡ ἀλήθεια. Πάνω
τα γὰρ ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς τὰ παρ' ἡμῶν εἰς ἀλλήλους γινόμενα φιλανθρώπως εἰς ἑαυτὸν ἀναδέχεται,
καθὼς τὰ ἱερὰ διδάσκουσιν ἡμᾶς Εὐαγγέλια, ἐν οἷς
λέγων αὐτὸς φαίνεται·. Εφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ
Εφ᾽
τούτων, ἐμοὶ ἐποιήσατε· καὶ ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε,
οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.»
Καὶ παρακαλῶ ολοψύχως τῶν διακονιῶν ἔχεσθαι,
καὶ μὴ ὀλιγωρεῖν, ἢ ἀπογινώσκειν, ὡς τὴν ἑαυτῶν
ἀπολωλεκυίας ὠφέλειαν, ἀπολιμπανομένας τῶν θείων
συνάξεων ἐκ τῆς εἰς τὰς διακονίας ασχολίας· ἀλλ᾽
εὐθύμως μᾶλλον ἔχειν καὶ χαρμοσύνως διακελεύομαι,
ὅτι ἐνίσχυσεν αὐτὰς ὁ Κύριος ταῖς πρεσβείαις τῆς
ἀπειράνδρου και κεχαριτωμένης Μητρὸς αὐτοῦ, ταῖς
αὐτῶν ἀδελφαῖς κατὰ μίμησιν ἐκείνου διακονῆσαι,
ὅς φησιν· ι Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακο
νῆσαι, καὶ θεῖναι τὴν ψυχήν μου λύτρον ἀντὶ πολ
λῶν.» Ορᾶτε, ἀδελφαὶ, ποῖον αὐταὶ ἔργον ἀποπλη
ροῦτε, ὁρᾶτε τίνα μιμεῖσθε, βλέπετε ὅτι τὸ κεφάλαιον
παντὸς ἀγαθοῦ τὴν ἀγάπην μετέρχεσθε. Χαίρειν
μὲν οὖν δεῖ καὶ σκιρτἂν ὑμᾶς, ὅτι 8 μόλις δύναιντ'
* Matth. xxv, 40. 39 Matth, xx, 28.
CAPUT XXV.
De refectoraria, et de ejus officio.
Cum aliis officialibus quibus egere solet cœnobitice viventium institutum, eliget præfecta et refectorariam, quæ cum in aliis quibuscunque a
cellaria sibi mandatis ministrabit, tum in ipsa
refectione, mensam quiete et pedetentim circuibit.
Et si quas sororum viderit turbas excitantes, aut
perturbatas, vel susurrantes, leniter eas monebit ut
quiescant, hortabiturque ut mente psallant, et a
colloquio abstineant.
Insuper curæ erit ipsi, exactam sororum rationem numerumque habere: neque ignorabit quænam earum gratiarum actioni non adfuerit, quæ -
nam a refectione abfuerit; et de singulis præfectam
certiorem faciet. Cui, ut propria electione et
cooptatione officiales instituenti, ut sæpenumero
dictum est, integrum erit, eas quæ inculpate credito
sibi officio funguntur, sinere, si quidem voluerit,
ipsis diutius operam dare: quæ vero illa secus
quam par est, quod absit, administrant, ut improbas amovere, et earum loco alias instituere. Et
præfecta quidem ex sententia et libito suo erga
ipsas se geret. Ego vero omnes adhortor, quibus
quodlibet vel minimum officium concreditum est,
et quasi vice gratiæ ab ipsis postulo, ut singulæ
recte et ad Dei placitum, officium suum persolvant:
sicque se habeant ad exsecutionem rerum ad se
spectantium, ac si Dei negotia sibi commissa esscnt, de quibus Deo rationem reddituræ essent, ut
revera se habet. Benignus enim Deus, quæcunque
pro aliis mutuo agimus, benigne in seipsum recipit, ut sancta docent nos Evangelia, ubi dicens
ipse perhibetur: «In quantum fecistis uni illorum,
mihi fecistis, et in quantum non fecistis, neque
mihi fecistis ".
Et rogo, ut toto animo officiis suis operam navent, neque illa negligant, vel animum despondeant, ac si dispereat earum emolumentum, quippe
quæ pro negotiis officii sui divinos conventus deserere cogantur: sed hortor magis, ut bono et
læto sint animo, quod Dominus ipsas roborarit
intercessionibus viri expertis et gratia plenæ Matris
ejus, ad ministrandum sororibus suis, ad imitationem illius qui ait: «Non veni ministrari, sed
ministrare, et ponere animam meam redemptionem
pro multis ".» Videle, sorores, quale ipsa opus
impleatis, videte quem imitemini, considerate quod
caput omnis boni charitatem consequamini. Gaudere igitur vos oportet et exsultare, quia quod vix
Chapter XXVICaput XXVI
col. 1043–1044page 29 of 70
Caput XXV
PG 127:1043ἂν κατορθῶσαι αἱ τῇ εὐχῇ προσανέχουσαι, ἔργῳ καί ἑκάστην αὐταὶ ἐκπληροῦτε. Μακάριαί ἐστε τῆς ἐν ταῦθα ἀσχολίας, καὶ ζηλωταί. Καλὴ μὲν γὰρ καὶ ἡ προσευχή, καὶ σφόδρα καλὴ, Θεῷ προσομιλεῖν ἡμᾶς ποιοῦσα, καὶ ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανόν αίρουσα· κρείσσων δὲ ἄρα καὶ μείζων πολλῷ πλέον ἡ ἀγάπη. Ἐκείνη μὲν γὰρ μέρος ἀρετῆς καὶ τοῦ ὅλου μέρους τῆς τελειότητος ἀπότμημα τι καὶ μόριον· ἡ δὲ ἀγάπη, κεφαλὴ καὶ ἀπαρτισμός. Καὶ γὰρ καὶ τὴν ὑψοποιὸν ταπείνωσιν συνεζευγμένην ἑαυτῇ δείκνυσι, καὶ τὴν ἐλεημοσύνην, καὶ τὴν φιλανθρωπίαν, δι᾽ ἃ καὶ μᾶλ λον ὁ Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ ἃ καλεῖται ὁ Θεὸς, καὶ δι᾽ ὧν ὁ ἄνθρωπος Θεὸς ἀποδείκνυται, καὶ τῷ οὐρανίῳ Πατρὶ ὅμοιος. Ινατί γοῦν τὸν θησαυρὸν πάντων τούτων τῶν ἀγαθῶν ἀφεῖσαι καὶ τὴν κεφα λὴν, ἐπὶ τὰ κάτω καὶ πρὸς ἑνὸς ἐπίκτησιν, τρέχετε; δέον τὴν κεφαλὴν φθασάσας εὐπετῶς, κατέχειν τε ἀσφαλῶς, καὶ πάντα ποιεῖν ὥστε μὴ ταύτης έκπε σεῖν. Δεδοίκαμεν, φησὶ, διὰ τὴν τοῦ κανόνος ὑστέ ρησιν. ᾿Αλλὰ μὴ δεδίατε· ἡ γὰρ καθαρὰ ἐξαγόρευ σες τὸ ὑστέρημα ταύτης ἀναπληρώσει ὑμῖν, τὴν συγ χώρησιν δικαίως ἐπιβραβεύουσα. Μόνον μὴ ῥᾳθυμίας ᾗ τὸ ὑστέρημα. Τοῦτο φοβεῖσθε, τούτῳ προσέχετε εἰ δὲ τοῦτο μὴ εἴη, χαίρετέ μοι τῶν διακονιών προ θύμως ἐχόμεναι. ΚΕΦΑΛ. Κα'. Περὶ προχειρίσεως ἐπιστημοναρχίσσης καὶ τῆς διακονίας αὐτῆς. Η καθηγουμένη μέντοι· καὶ ἐπιστημονάρχισαν προβαλεῖται, ἣν κατ' οἰκείαν ἐπιλογὴν τῆς τοιαύτης διακονίας λογίζεται ἀξίαν, ὀφείλουσαν τῆς μοναδικῆς καταστάσεως καὶ εὐκοσμίας φροντίζειν ἔν τε ταῖς κοιναῖς συνελεύσεσι, καὶ ὑμνῳδίαις διαθρεῖν, μή πού τινες τῶν ἀδελφῶν τῆς ὑμνῳδίας ἀφέμεναι ἀλλήλαις διομιλῶσι, καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἐντεύξεως κατολιγωροῦσαι, ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ συντυγχάνωσιν· ἔν τε ταῖς κοιναῖς πρὸς ἑστίασιν συνελεύσεσι ταύτας ἐπισκοπεῖν, ὡς ἂν ἐν τῇ πρεπούσῃ μοναχαῖς διαμείνωσιν ἡσυχίᾳ καὶ κοσμιότητι· ἀλλὰ μὴν καὶ ἐν ταῖς ὅλαις [ἄλλαις?] ἀναστροφαίς τε τούτων καὶ διαγω γαῖς, ἀκριβῶς τὰ κατ᾿ αὐτὰς ἐπιτηρεῖν. Κἂν ἴδῃ τινὰς τούτων, ἢ συγκαθημένας ἀλλήλαις, καὶ ἀνό νητα διομιλούσας, ἢ καὶ καθ᾿ ἑαυτὰς ἀπράκτους καὶ ἀργὰς διαμενούσας, ἂς ὁ μέγας Απόστολος μηδὲ ἐσθίειν παρακελεύεται· ἢ ἄλλο τι ποιούσας ἀπᾄδον ἐπαγγέλματος μοναδικοῦ, καὶ θεοφιλοῦς ἀλλότριον καὶ πνευματικῆς καταστάσεως, προσιέναι ταύταις ἡμέρως, καὶ ἀδελφικῶς, καὶ πράως, καὶ ἀγαπητικῶς εἰσηγεῖσθαι τὰ δέοντα, καὶ τὰ συμφέροντα του θετεῖν, παυσαμένας τῶν οὐδεμίαν ὄνησιν ἐχόντων ψιθυρισμῶν, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ψυχοβλαβῶν, εἰ καὶ μὴ δι' ἄλλο τι, καθάτον γοῦν τῆς πρὸς Θεὸν ὁμιλίας Επιστημοναρχίσσης. Ο βασιλεὺς γὰρ, οἷα κοινὸς τῶν Ἐκκλησιῶν ἐπιστημονάρχης καὶ ῶν, καὶ ὀνομαζόμενος, καὶ συνοδικαῖς γνώμαις ἐπιστατεῖ, καὶ τὸ κῦρος ταύταις χαρίζεται.
ob
eficere potuerint quæ orationi incumbunt, id vos ἂν κατορθῶσαι αἱ τῇ εὐχῇ προσανέχουσαι, ἔργῳ καί
opere quotidie adimpletis. Beatæ estis ob illud negotii, et æmulatione dignæ; nam bona quidem est
oratio et admodum bona, quæ nos Deo colloqui
facit, et a terra ad cœlum evehit; sed multo melior
et multo major est charitas. Illa enim est pars virtutis, et universæ perfectionis segmentum et portio
quædam. Charitas vero est ejus caput et consummatio; exaltantem enim humilitatem sibi conjunctam
exhibet, necnon misericordiam et benignitatem,
quas inprimis Deus factus est homo, quarum Deus
nomine vocatur; et per quas homo Deus exhibetur, et cœlesti Patri similis. Cur itaque thesauro
et capite illorum omnium bonorum dimisso, ad inferiora, et ad unius adeptionem curritis? Satius
quippe esset caput prius nullo negotio occupare,
ac firmiter comprehendere, omniaque facere ne eo
excidatis. Timemus, dicet quædam, ob officii divini prætermissionem; sed ne timeatis; pura enim
eonfessio ejusmodi vobis prætermissionem supplebit, veniam jure vobis concilians. Tantummodo
prætermissio hæc a segnitie non procedat: id timeatis, id attendatis: si vero illud non fuerit,
gaudete alacri animo officiis incumbentes.
CAPUT XXVI.
De institutione epistemonarchisse, seu disciplina
prapositæ, et ejus officio.
ἑκάστην αὐταὶ ἐκπληροῦτε. Μακάριαί ἐστε τῆς ἐνταῦθα ἀσχολίας, καὶ ζηλωταί. Καλὴ μὲν γὰρ καὶ ἡ
προσευχή, καὶ σφόδρα καλὴ, Θεῷ προσομιλεῖν ἡμᾶς
ποιοῦσα, καὶ ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανόν αίρουσα· κρείσ
σων δὲ ἄρα καὶ μείζων πολλῷ πλέον ἡ ἀγάπη.
Ἐκείνη μὲν γὰρ μέρος ἀρετῆς καὶ τοῦ ὅλου μέρους
τῆς τελειότητος ἀπότμημα τι καὶ μόριον· ἡ δὲ ἀγάπη,
κεφαλὴ καὶ ἀπαρτισμός. Καὶ γὰρ καὶ τὴν ὑψοποιὸν
ταπείνωσιν συνεζευγμένην ἑαυτῇ δείκνυσι, καὶ τὴν
ἐλεημοσύνην, καὶ τὴν φιλανθρωπίαν, δι᾽ ἃ καὶ μᾶλ
λον ὁ Θεὸς γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ ἃ καλεῖται ὁ Θεὸς,
καὶ δι᾽ ὧν ὁ ἄνθρωπος Θεὸς ἀποδείκνυται, καὶ τῷ
οὐρανίῳ Πατρὶ ὅμοιος. Ινατί γοῦν τὸν θησαυρὸν
πάντων τούτων τῶν ἀγαθῶν ἀφεῖσαι καὶ τὴν κεφαλὴν, ἐπὶ τὰ κάτω καὶ πρὸς ἑνὸς ἐπίκτησιν, τρέχετε;
δέον τὴν κεφαλὴν φθασάσας εὐπετῶς, κατέχειν τε
ἀσφαλῶς, καὶ πάντα ποιεῖν ὥστε μὴ ταύτης έκπεσεῖν. Δεδοίκαμεν, φησὶ, διὰ τὴν τοῦ κανόνος ὑστέ
ρησιν. ᾿Αλλὰ μὴ δεδίατε· ἡ γὰρ καθαρὰ ἐξαγόρευσες τὸ ὑστέρημα ταύτης ἀναπληρώσει ὑμῖν, τὴν συγχώρησιν δικαίως ἐπιβραβεύουσα. Μόνον μὴ ῥᾳθυμίας
ᾗ τὸ ὑστέρημα. Τοῦτο φοβεῖσθε, τούτῳ προσέχετε·
εἰ δὲ τοῦτο μὴ εἴη, χαίρετέ μοι τῶν διακονιών προθύμως ἐχόμεναι.
Περὶ προχειρίσεως ἐπιστημοναρχίσσης καὶ
τῆς διακονίας αὐτῆς.
Η καθηγουμένη μέντοι· καὶ ἐπιστημονάρχισαν
προβαλεῖται, ἣν κατ' οἰκείαν ἐπιλογὴν τῆς τοιαύτης
διακονίας λογίζεται ἀξίαν, ὀφείλουσαν τῆς μοναδι
κῆς καταστάσεως καὶ εὐκοσμίας φροντίζειν ἔν τε
ταῖς κοιναῖς συνελεύσεσι, καὶ ὑμνῳδίαις διαθρεῖν,
μή πού τινες τῶν ἀδελφῶν τῆς ὑμνῳδίας ἀφέμεναι
ἀλλήλαις διομιλῶσι, καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἐντεύξεως
κατολιγωροῦσαι, ἑτέρα τῇ ἑτέρᾳ συντυγχάνωσιν· ἔν
τε ταῖς κοιναῖς πρὸς ἑστίασιν συνελεύσεσι ταύτας
ἐπισκοπεῖν, ὡς ἂν ἐν τῇ πρεπούσῃ μοναχαῖς διαμεί
νωσιν ἡσυχίᾳ καὶ κοσμιότητι· ἀλλὰ μὴν καὶ ἐν ταῖς
ὅλαις [ἄλλαις?] ἀναστροφαίς τε τούτων καὶ διαγω
γαῖς, ἀκριβῶς τὰ κατ᾿ αὐτὰς ἐπιτηρεῖν. Κἂν ἴδῃ
τινὰς τούτων, ἢ συγκαθημένας ἀλλήλαις, καὶ ἀνόνητα διομιλούσας, ἢ καὶ καθ᾿ ἑαυτὰς ἀπράκτους καὶ
ἀργὰς διαμενούσας, ἂς ὁ μέγας Απόστολος μηδὲ
Præfecta epistemonarchissam insuper designabit,
quam propria electione talis officii dignam duxerit, &
cui incumbet monasticæ disciplinæ et modestiæ
curam gerere, ac in communibus conventibus, et
cantu dispicere, num quædam sororum, cantu dimisso, invicem confabulentur, et colloquium cum
Deo negligentes, altera alteri colloquantur. In communibus quoque ad cibum sumendum conventibus
illas observabit, ut in quiete et modestia monialibus decenti permaneant. Sed et in universis earum
conversationibus et exercitiis, sedulo quæ ad ipsas
spectant observabit. Et si viderit quasdam earum
seu una sedentes, et de inutilibus colloquentes,
sive apud se nihil operantes, et otio torpentes;
quibus magnus Apostolus, neque manducare præcipit vel aliud quidvis agentes monasticæ et
Deo dilecta professioni absonum, et a spirituali ἐσθίειν παρακελεύεται· ἢ ἄλλο τι ποιούσας ἀπᾄδον
instituto alienum ipsas leniter et cum sororis
affectu adeat, ac mansuete et cum charitate quæ
decent, eas moneat, et utilia suadeat, nempe ut
nihil utilitatis habentibus, quin et animæ noxiis
susurris supersedentes (etsi nulla alia de causa,
quatenus saltem a divina conversatione iis incumbentes abducunt) divinis laudibus celebrandis
13 | Thess. 111, 10.
ἐπαγγέλματος μοναδικοῦ, καὶ θεοφιλοῦς ἀλλότριον
καὶ πνευματικῆς καταστάσεως, προσιέναι ταύταις
ἡμέρως, καὶ ἀδελφικῶς, καὶ πράως, καὶ ἀγαπητι
κῶς εἰσηγεῖσθαι τὰ δέοντα, καὶ τὰ συμφέροντα του
θετεῖν, παυσαμένας τῶν οὐδεμίαν ὄνησιν ἐχόντων
ψιθυρισμῶν, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ ψυχοβλαβῶν, εἰ καὶ
μὴ δι' ἄλλο τι, καθάτον γοῦν τῆς πρὸς Θεὸν ὁμιλίας
Montfauconii no'æ.
Επιστημοναρχίσσης. Meursius ex responsione Demetrii Chomateni ad Cabasilam, hæc refert:
Ο βασιλεὺς γὰρ, οἷα κοινὸς τῶν Ἐκκλησιῶν ἐπι·
στημονάρχης καὶ ῶν, καὶ ὀνομαζόμενος, καὶ συν
οδικαῖς γνώμαις ἐπιστατεῖ, καὶ τὸ κῦρος ταύταις
χαρίζεται. «Imperator enim, utpote qui communis
Ecclesiarum epistemonarcha et sit et vocetur, synodicis decretis præest, ipsisque auctoritatem dat. ›
Epistemonarchissa igitur sie vocatur, quod disciplinæ sororum præsit et invigilet. Officium zelatricis apud plerasque nostri ævi moniales, huic non
absimile est.
col. 1045–1046page 30 of 70
PG 127:1045τὰς χρωμένας ἀπάγουσι, ταῖς εἰς τὸν Θεὸν προσανέχειν δοξολογίαις, καὶ τοῖς ἀδομένοις προσερείδειν τὸν νοῦν· φεύγειν δὲ τὴν πάσης κακίας ἀρχηγόν, ἀργίαν, καὶ τὸν σοφὸν τὰ θεῖα μιμεῖσθαι Δαβίδ, Κατὰ μόνας εἰμὶ ἐγώ, ο λέγοντα· καὶ τοῖς ἰδίοις τόποις ἐφησυχάζειν, ἢ εὐχῇ προσκειμένας, ἢ ἐργό χειρον μεταχειριζομένας, πρὸς ἀνατροπὴν ἀκηδίας τῆς ὀλεθρίου, μελέτην τε τοῦ φρικτοῦ θανάτου ἔχειν διηνεκή, καὶ μνήμην ἀκατάπαυστον τῆς φοβερωτά της τῆς κρίσεως. Τῶν δὲ μοναζουσῶν περὶ τὸ ἐργόχειρον διαπονου σῶν, μία τούτων ἡ παρὰ τῆς ἡγουμένης ἐπιτρεπομένη, ἔσται ἀναγινώσκουσα, εἰς ἐπήκοον πασῶν, τὰ ἱερὰ καὶ σωτήρια τῆς θείας Γραφῆς λόγια. ΚΕΦΑΛ. ΚΖ'. Περὶ τῶν ἐργοδοτριών. Καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων δὲ ἡ καθηγουμένη δύο τινὰς τῶν μοναζουσῶν καταστήσει, &ς ἂν τῶν λοιπῶν προ κρίνῃ, ὀφειλούσας την χρειώδη τῷ ἐργοχείρῳ τῶν μοναζουσῶν ὕλην λαμβάνειν μετὰ προσγράφου κατά καιρὸν ἀπὸ τοῦ δοχείου, καὶ ἐργοδοτεῖν ταύτην ταῖς ἐργαζομέναις προστάξει καὶ τῆς καθηγουμένης. Αὐθές τε εἰδήσει ταύτης, παραλαμβάνειν τὰ έργο δοθέντα εἰργασμένα, καὶ παραδιδόναι ταῖς εἰς τὸ δοχεῖον τοῦ βεστίου ἐνεργούσαις μετὰ προσγράφου. ὡς ἂν καὶ ταῦτα κατὰ τὴν τῆς ἡγουμένης ἐξοδιάζωνται πρόσταξιν. ΚΕΦΑΛ. ΚΗ. Περὶ τῶν ἐν τῷ βεστίῳ δοχειαριῶν. Αἱ δὲ δοχειαρίαι τοῦ βεστίου τῶν ἐνδυμάτων τῶν μοναζουσῶν (καὶ αὐταὶ γὰρ δοχειαρίαι ὀνομασθήσονται) ὀφείλουσι παραλαμβάνειν πάντα τὰ εἰς ἐνδυμενίαν τῶν μοναζουσῶν χρησιμεύειν ὀφείλοντα μετὰ προσγράφου, καὶ ἐξοδιάζειν ταῦτα διὰ προστάτ ξεως τῆς ἡγουμένης, ἔνθα ἂν αὐτὴ βούληται. Αν αὐταὶ δὲ παραλήψονται καὶ τὰ λοιπὰ πάντα τὰ εἰς ὑπηρεσίαν τῶν μοναζουσῶν· ἤγουν σαγία, πιλωτά, ἐφαπλώματα, τὰ εἰς τὸ λουτρὸν χρειώδη, καὶ ἁπλῶς πάντα. Καὶ ἐξοδιάσουσιν ἔνθα ἂν ἡ καθηγουμένη προστάξῃ, προσγραφὰς καὶ τῆς ἐξόδου τούτων ποιούμεναι, καὶ λογαριαζόμεναι παρ' αὐτῆς. ΚΕΦΑΛ. ΚΘ'. Περὶ τῆς πυλωρού. ᾿Αλλὰ καὶ τὴν τὰς κλεῖς τοῦ πυλῶνος κατέχειν ὀφείλουσαν, ἣν καὶ πυλωρὸν ὀνομάζομεν, ή καθη γουμένη ὀφείλει προχειρίζεσθαι, ᾗ και φροντίς ἔσται, τοῦ μηδόλως γνώμης άτερ τῆς ἡγουμένης τὸν πυλῶνα ἀνοίγεσθαι· μήτε μὴν εἰσιέναι τινὰς εἰς τὸ μοναστήριον, ἄνευ εἰδήσεως τῆς καθηγουμένης. Διὰ γὰρ τοῦτο, καὶ τὸ περὶ τούτων κεφάλαιον, τὸ διαλαμβάνον, πῶς, καὶ πότε, καὶ τίνες τῶν παρα βαλλόντων ταῖς μοναχαῖς ἐντυγχάνειν ὀφείλουσι, μεταγραφὲν ἐγχειρισθήσεται αὐτῇ, ὡς ἂν εἴδησιν τῶν τοῦ τυπικοῦ ῥημάτων ἔχουσα, υπομιμνήσκῃ τὴν καθηγουμένην, καὶ προστάξει αὐτῆς αἱ ἐντεύξεις γίνωνται κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ δύναμιν. Γραῦς ο
TYPICUM.
τὰς χρωμένας ἀπάγουσι, ταῖς εἰς τὸν Θεὸν προσανέ- attendant, atque verbis cantus mentem applicent:
χειν δοξολογίαις, καὶ τοῖς ἀδομένοις προσερείδειν
τὸν νοῦν· φεύγειν δὲ τὴν πάσης κακίας ἀρχηγόν,
ἀργίαν, καὶ τὸν σοφὸν τὰ θεῖα μιμεῖσθαι Δαβίδ,
• Κατὰ μόνας εἰμὶ ἐγώ, ο λέγοντα· καὶ τοῖς ἰδίοις
τόποις ἐφησυχάζειν, ἢ εὐχῇ προσκειμένας, ἢ ἐργόχειρον μεταχειριζομένας, πρὸς ἀνατροπὴν ἀκηδίας
τῆς ὀλεθρίου, μελέτην τε τοῦ φρικτοῦ θανάτου ἔχειν
διηνεκή, καὶ μνήμην ἀκατάπαυστον τῆς φοβερωτά
της τῆς κρίσεως.
Τῶν δὲ μοναζουσῶν περὶ τὸ ἐργόχειρον διαπονου -
σῶν, μία τούτων ἡ παρὰ τῆς ἡγουμένης ἐπιτρεπομένη, ἔσται ἀναγινώσκουσα, εἰς ἐπήκοον πασῶν, τὰ
ἱερὰ καὶ σωτήρια τῆς θείας Γραφῆς λόγια.
Περὶ τῶν ἐργοδοτριών.
Καὶ ἐπὶ τῶν ἔργων δὲ ἡ καθηγουμένη δύο τινὰς
τῶν μοναζουσῶν καταστήσει, &ς ἂν τῶν λοιπῶν προκρίνῃ, ὀφειλούσας την χρειώδη τῷ ἐργοχείρῳ τῶν
μοναζουσῶν ὕλην λαμβάνειν μετὰ προσγράφου κατά
καιρὸν ἀπὸ τοῦ δοχείου, καὶ ἐργοδοτεῖν ταύτην ταῖς
ἐργαζομέναις προστάξει καὶ τῆς καθηγουμένης.
Αὐθές τε εἰδήσει ταύτης, παραλαμβάνειν τὰ έργοδοθέντα εἰργασμένα, καὶ παραδιδόναι ταῖς εἰς τὸ
δοχεῖον τοῦ βεστίου ἐνεργούσαις μετὰ προσγράφου.
ὡς ἂν καὶ ταῦτα κατὰ τὴν τῆς ἡγουμένης ἐξοδιά
ζωνται πρόσταξιν.
Περὶ τῶν ἐν τῷ βεστίῳ δοχειαριῶν.
Αἱ δὲ δοχειαρίαι τοῦ βεστίου τῶν ἐνδυμάτων τῶν
μοναζουσῶν (καὶ αὐταὶ γὰρ δοχειαρίαι ὀνομασθήσονται) ὀφείλουσι παραλαμβάνειν πάντα τὰ εἰς
ἐνδυμενίαν τῶν μοναζουσῶν χρησιμεύειν ὀφείλοντα
μετὰ προσγράφου, καὶ ἐξοδιάζειν ταῦτα διὰ προστάτ
ξεως τῆς ἡγουμένης, ἔνθα ἂν αὐτὴ βούληται. Αν
αὐταὶ δὲ παραλήψονται καὶ τὰ λοιπὰ πάντα τὰ εἰς
ὑπηρεσίαν τῶν μοναζουσῶν· ἤγουν σαγία, πιλωτά,
ἐφαπλώματα, τὰ εἰς τὸ λουτρὸν χρειώδη, καὶ ἁπλῶς
πάντα. Καὶ ἐξοδιάσουσιν ἔνθα ἂν ἡ καθηγουμένη
προστάξῃ, προσγραφὰς καὶ τῆς ἐξόδου τούτων ποιούμεναι, καὶ λογαριαζόμεναι παρ' αὐτῆς.
Περὶ τῆς πυλωρού.
᾿Αλλὰ καὶ τὴν τὰς κλεῖς τοῦ πυλῶνος κατέχειν
ὀφείλουσαν, ἣν καὶ πυλωρὸν ὀνομάζομεν, ή καθηγουμένη ὀφείλει προχειρίζεσθαι, ᾗ και φροντίς
ἔσται, τοῦ μηδόλως γνώμης άτερ τῆς ἡγουμένης
τὸν πυλῶνα ἀνοίγεσθαι· μήτε μὴν εἰσιέναι τινὰς
εἰς τὸ μοναστήριον, ἄνευ εἰδήσεως τῆς καθηγου
μένης. Διὰ γὰρ τοῦτο, καὶ τὸ περὶ τούτων κεφάλαιον,
τὸ διαλαμβάνον, πῶς, καὶ πότε, καὶ τίνες τῶν παραβαλλόντων ταῖς μοναχαῖς ἐντυγχάνειν ὀφείλουσι,
μεταγραφὲν ἐγχειρισθήσεται αὐτῇ, ὡς ἂν εἴδησιν
τῶν τοῦ τυπικοῦ ῥημάτων ἔχουσα, υπομιμνήσκῃ τὴν
καθηγουμένην, καὶ προστάξει αὐτῆς αἱ ἐντεύξεις
γίνωνται κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ δύναμιν. Γραῦς
4 Psal. cxL, 10.
et ut fugiant omnis malitiæ causam, otium, ac in
divinis sapientem David imitentur, ο Singulariter
sum ego > dicentem; utque in propriis locis
quiescant, sive orationi incumbentes, sive manu
aliquid operantes, ad eversionem exitialis pigritia;
horrendamque mortem perpetuo meditentur, et
indesinentem terribilissimi diei judicii servent
memoriam.
Monialibus vero operi manuum incumbentibus
illarum una quam jusserit præfecta, leget audientibus omnibus, sacra et salutaria divinæ Scripturæ
oracula.
CAPUT XXVII.·
De prapositis operum.
Super opera quoque duas monachas præfecta
constituet, quas cæteris prætulerit; quæ debent
necessariam operi manuum materiam cum rescripto, congruo tempore accipere e receptaculo,
et illam elaborandam operantibus tradere jussu
præfects, ac rursus cum illius notitia, illa accipere
quæ prius ad opus tradita jam confecta sunt, et
ca cum rescripto tradere iis quæ in vestiarii receptaculo operantur: ut et ipsa juxta præfecta
mandatum expendantur.
CAPUT XXVIII.
De depositariis vestiarii.
Depositariæ vestiarii indumentorum pro monialibus (nam et ipsa depositariæ vocabuntur) omnia
quæ ad vestitum monialium usui esse debent, cum
rescriplo accipient, et ea jussu præfectæ expendent,
ubi ipsa voluerit. Ipsæmet vero accipient cætera
omnia quæ monialibus usui sunt, saga scilicet,
coactilia, stragulas, quae ad balnea inserviunt, et
uno verbo, omnia. Expendent autem illa, cum
præfecla jusserit; ac expensæ illorum rescripta
facient: harum vero rationes a præfecta repetentur.
CAPUT XXIX.
De ostiaria.
Sed et eam quæ claves ostii servare debet, quam
ideo vocamus ostiariam, præfecta instituet; qu
curabit ut citra præfectæ serentiain ostium nullatenus aperiatur, et ut nullæ in monasterium ingrediantur, vel ab eo egrediantur, inscia præfecta.
Quocirca caput his de rebus agens, quomodo nempe,
quando, et quinam ex accedentibus debeant cum
monialibus colloqui, transcriptum ipsi tradetur, ut
verborum typici prudens, præfectam moneat, ejusque jussu, juxta vim typici, colloquia fant. Anus
autein esse debet quæ ad hoc officium deputatur,
vitaque honestæ, ac omnium sororum testimonio
comprobata; quæ singulis diebus ad vesperam
Chapter XXXCaput XXX
col. 1047–1048page 31 of 70
Caput XXVII - XXIX
PG 127:1047μέντοι ὀφείλει εἶναι ἡ εἰς ταύτην τὴν διακονίαν προβαλλομένη, καὶ βίου σεμνοῦ, καὶ μεμαρτυρημένη παρὰ πάσης τῆς ἀδελφότητος· ἥτις καὶ καθ' ἑκάστην ἑσπέραν τὰς κλεῖς εἰσκομίζουσα· ἔσται τη ἀφιγμένους συγγενεῖς ὄψεται ἄνευ προτροπῆς τῆς καθηγουμένῃ. Καὶ οὐδὲ αὐτὴ τοὺς ἐπὶ θέαν αὐτῆς ἡγουμένης, ἐπιτροπῇ δὲ ταύτης θεάσεται αὐτοὺς καθὼς ἂν ἐπιτραπείη. η Διηνεκώς μέντοι προσμένειν αὐτὴν ἐν τῷ πυλῶνι, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου, ἀλλὰ καθῆσθαι καὶ αὐτ τὴν ἐν τῷ ἀφωρισμένῳ οἰκίσκῳ μετὰ τῆς ἀδελφότητος, διορίζεται. Εἴ τις δὲ χρεία γένηται παραβάλλειν ταύτην ἐν τῷ πυλῶνι ἀναδιδαχθεῖσαν διὰ τοῦ κώδωνος, ὅτι καλοῖτο πρὸς τὸν πυλῶνα, προστάξει τῆς καθηγουμένης ἀπελεύσεται, καὶ τὴν διακονίαν, ὁποία ἐστὶ, πληρώσασα, εἰσελεύσεται αὖθις και συγκαθεσθήσεται ταῖς λοιπαῖς. ΚΕΦΑΛ. Λ'. Περὶ τοῦ πόσον χρόνον δεῖ περιμένειν ἐν τῇ μονῇ τὴν ἔξωθεν εἰσιοῦσαν, καὶ μέλλουσαν ἀποκείρεσθαι. Αἴ γε μὴν ἀποκείρεσθαι μέλλουσαι, καὶ τὸν ὡρι σμένον τῶν μοναχῶν ἀναπληροῦν ἀριθμὸν, εἰ μὲν βούλονται, τὰς τρίχας ἀποθέμεναι, τὸ τῆς ὑποταγῆς ἱμάτιον καὶ τὸν μανδύαν μόνον ἐπενδύσασθαι, περιμενοῦσι τὸν ἑξαμηνιαῖον καιρόν. Εἰ δέ γε συν ήθεις τινὲς, καὶ τῶν ἀξιολογωτέρων τυγχάνοιεν, ὡς αὐταί τε ἐπιγινώσκεσθαι ὁποῖαι τὸν βίον εἰσὶ, καὶ τὴν τοῦ μοναστηρίου διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μη δαμῶς ἀγνοεῖν, ὅτε κρινεῖ ἡ ἡγουμένη συμφέρον εἶναι, κατὰ τὸν τύπον ἀποκαρήσονται. Αἱ δὲ βουλόμεναι τὸ ἅγιον σχῆμα ἐξ αὐτῆς ἐπενδύσασθαι· εἰ μὲν εἶεν γυναῖκες εὐλαβεῖς, καὶ τὸν μοναχικὸν βίον ἐν κοσμικῷ διανύουσαι σχήματι, οὐδ' αὐταὶ περιμενοῦσι τὸν τῆς δοκιμασίας καιρόν, τουτ ἐστι τὴν τριετίαν ἣν οἱ ἅγιοι Πατέρες εἰς πεῖραν καὶ δοκιμασίαν, ταῖς ἄλλως ἐχούσαις κατὰ τὸν βίον, κανονικῶς ἀφωρίσαντο· ἀλλ' ἀρκέσει ταύ ταῖς εἰς ἀπόπειραν παντελῆ, καὶ ὁ ἐξαμηνιαίος χρόνος, καὶ τὸ τηνικαῦτα τεύξονται τοῦ ἐφετοῦ, καθὼς καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι διηγόρευτα:. Εἰ δὲ τῶν ἀγνοουσῶν τε καὶ ἀγνοουμένων τυγχάνοιεν, ἑβδομάδα μίαν ἡμερῶν τῇ μονῇ περιμείνασαι, περιβαλοῦνται τὰ μοναχικὰ περιβόλαια, καὶ ὑπηρετεῖν ἐν ταῖς κατὰ δύναμιν διακονίαις ἐπιταττόμεναι προσ καρτερήσουσι τῇ μονῇ τριετίαν· τοῦ μεγάλου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος μή καταξιούμεναι, πριν ἂν ὁ τῆς τριετίας χρόνος αὐταῖς ἀφεθῇ εἰς πεῖραν, καὶ δοκίμους αὐτὰς καὶ ἀξίας τῆς τηλικαύτης βιοτῆς παραστήσῃ. Τοῦτον γὰρ τὸν καιρὸν κρατεῖν, καὶ αἱ ἐπὶ ταύταις κείμεναι διατάξεις ὡρίσαντο· πλὴν εἰ μή πού τις βαρεία προσπεσοῦσα νόσος τὸν χρόνον ἀναγκάσοι συσταλῆναι τῆς δοκιμασίας. Μανδύαν.
claves deferet ad præfectam. Et ne ipsa quidem se μέντοι ὀφείλει εἶναι ἡ εἰς ταύτην τὴν διακονίαν
visendi eausa accedentes cognatos videbit, citra
præfectæ permissum, annuente autem illa, invisat
eos quo pacto sibi concessum fuerit.
προβαλλομένη, καὶ βίου σεμνοῦ, καὶ μεμαρτυρη
μένη παρὰ πάσης τῆς ἀδελφότητος· ἥτις καὶ καθ'
ἑκάστην ἑσπέραν τὰς κλεῖς εἰσκομίζουσα· ἔσται τη
ἀφιγμένους συγγενεῖς ὄψεται ἄνευ προτροπῆς τῆς
καθηγουμένῃ. Καὶ οὐδὲ αὐτὴ τοὺς ἐπὶ θέαν αὐτῆς
ἡγουμένης, ἐπιτροπῇ δὲ ταύτης θεάσεται αὐτοὺς καθὼς ἂν ἐπιτραπείη.
Porro non vult imperium meum, eam ad ostium
perpetuo manere; sed statuit, ut ipsa quoque in assignato domicilio cum sororibus resideat. Si qua
vero necessitas postularit eam ad ostium accedere,
nempe a tintinnabulo monitam se ad ostium vocari, jussu præfectæ abscedet; et ubi officium,
quodcunque illud fuerit, impleverit, rursus ingredietur, et cum cæteris sedebit.
CAPUT XXX.
Quanto tempore in monasterio exspectare debeat
quæ extrinsecus advenit, et tonderi debet.
Quæ tonderi debent, et definitum monialium numerum implere, si quidem voluerint depositis ca -
pillis, obedientiæ vestimentum, et məndyan solum
induere, sex mensium tempus exspectabunt. Si
vero familiares quædam, et honestiores fuerint, ac
probe sciatur quales vita sint, monasteriique disciplinam et institutum nullatenus ignoraverint, ubi
præfecta consentaneum judicabit, juxta formam
tondebuntur.
Quæ vero habitum sanctum ab ipsa indui volunt,
si quidem piæ mulieres fuerint, et vitam monasticam in sæculari habitu degerint: neque ipsæ probationis tempus exspectabunt, nempe triennium,
quod sancti Patres ad experimentum et probationem, iis quæ aliam vitam duxerint, canonice definiere. Sed ad totam probationem, sex mensium
tempus ipsis satis erit, tuneque optatum assequentur, ut a sanctis Patribus decretum est. Si vero ex
ignorantibus et ignotis fuerint, postquam hebdomadam unam dierum in monasterio exspectaverint,
monasticis vestimentis induentur, et ministrare
jussæ in assignatis juxta vires officiis, per triennium in monasterio perseverabunt: nec magno et
angelico habitu donabuntur, donec triennii tempus
ad earum experimentum absolutum fuerit, et speclatas ipsas tantaque vita dignas manifestaverit.
Hoc enim tempus obtinere, latæ de illis leges definierunt: nisi gravis quidam morbus accideus tempus probationis contrahere coegerit.
η
Διηνεκώς μέντοι προσμένειν αὐτὴν ἐν τῷ πυλῶνι,
οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου, ἀλλὰ καθῆσθαι καὶ αὐτ
τὴν ἐν τῷ ἀφωρισμένῳ οἰκίσκῳ μετὰ τῆς ἀδελφότη
τος, διορίζεται. Εἴ τις δὲ χρεία γένηται παραβάλλειν
ταύτην ἐν τῷ πυλῶνι ἀναδιδαχθεῖσαν διὰ τοῦ κώδω
νος, ὅτι καλοῖτο πρὸς τὸν πυλῶνα, προστάξει τῆς
καθηγουμένης ἀπελεύσεται, καὶ τὴν διακονίαν,
ὁποία ἐστὶ, πληρώσασα, εἰσελεύσεται αὖθις και
συγκαθεσθήσεται ταῖς λοιπαῖς.
Περὶ τοῦ πόσον χρόνον δεῖ περιμένειν ἐν τῇ
μονῇ τὴν ἔξωθεν εἰσιοῦσαν, καὶ μέλλουσαν
ἀποκείρεσθαι.
Αἴ γε μὴν ἀποκείρεσθαι μέλλουσαι, καὶ τὸν ὡρι
σμένον τῶν μοναχῶν ἀναπληροῦν ἀριθμὸν, εἰ μὲν
βούλονται, τὰς τρίχας ἀποθέμεναι, τὸ τῆς ὑποταγῆς
ἱμάτιον καὶ τὸν μανδύαν μόνον ἐπενδύσασθαι,
περιμενοῦσι τὸν ἑξαμηνιαῖον καιρόν. Εἰ δέ γε συν
ήθεις τινὲς, καὶ τῶν ἀξιολογωτέρων τυγχάνοιεν, ὡς
αὐταί τε ἐπιγινώσκεσθαι ὁποῖαι τὸν βίον εἰσὶ, καὶ
τὴν τοῦ μοναστηρίου διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μηδαμῶς ἀγνοεῖν, ὅτε κρινεῖ ἡ ἡγουμένη συμφέρον
εἶναι, κατὰ τὸν τύπον ἀποκαρήσονται.
Αἱ δὲ βουλόμεναι τὸ ἅγιον σχῆμα ἐξ αὐτῆς ἐπεν·
δύσασθαι· εἰ μὲν εἶεν γυναῖκες εὐλαβεῖς, καὶ τὸν
μοναχικὸν βίον ἐν κοσμικῷ διανύουσαι σχήματι, οὐδ'
αὐταὶ περιμενοῦσι τὸν τῆς δοκιμασίας καιρόν, τουτ
ἐστι τὴν τριετίαν ἣν οἱ ἅγιοι Πατέρες εἰς
πεῖραν καὶ δοκιμασίαν, ταῖς ἄλλως ἐχούσαις κατὰ
τὸν βίον, κανονικῶς ἀφωρίσαντο· ἀλλ' ἀρκέσει ταύταῖς εἰς ἀπόπειραν παντελῆ, καὶ ὁ ἐξαμηνιαίος
χρόνος, καὶ τὸ τηνικαῦτα τεύξονται τοῦ ἐφετοῦ,
καθὼς καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι διηγόρευτα:. Εἰ δὲ
τῶν ἀγνοουσῶν τε καὶ ἀγνοουμένων τυγχάνοιεν,
ἑβδομάδα μίαν ἡμερῶν τῇ μονῇ περιμείνασαι, περιβαλοῦνται τὰ μοναχικὰ περιβόλαια, καὶ ὑπηρετεῖν
ἐν ταῖς κατὰ δύναμιν διακονίαις ἐπιταττόμεναι προσ
καρτερήσουσι τῇ μονῇ τριετίαν· τοῦ μεγάλου καὶ
ἀγγελικοῦ σχήματος μή καταξιούμεναι, πριν
ἂν ὁ τῆς τριετίας χρόνος αὐταῖς ἀφεθῇ εἰς πεῖραν,
καὶ δοκίμους αὐτὰς καὶ ἀξίας τῆς τηλικαύτης βιοτῆς
παραστήσῃ. Τοῦτον γὰρ τὸν καιρὸν κρατεῖν, καὶ αἱ
ἐπὶ ταύταις κείμεναι διατάξεις ὡρίσαντο· πλὴν εἰ
μή πού τις βαρεία προσπεσοῦσα νόσος τὸν χρόνον
ἀναγκάσοι συσταλῆναι τῆς δοκιμασίας.
Montfauconii notæ.
Μανδύαν. Est genus vestimenti, ab humeris
ad pedes defluentis, quod non solum monachis, sed
et episcopis usui erat: de quo Goarus, in Notis
ad Euchologium, fuse et erudite suo more dispulat.
De definita triennii probatione, vide Joannem
Zonaram ad canonem quintum synodi primæ et
secunda..
De magni et angelici habitus susceptione et
ejus officio, vide Euchologium.
col. 1049–1050page 32 of 70
PG 127:1049ΚΕΦΑΛ. ΛΑ'. Περὶ τοῦ τίνας δεῖ ἀποστέλλεσθαι εἰς τὴν τῶν κτημάτων τῆς μονῆς πρόνοιαν. Οἱ δέ γε ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν τῶν κτημάτων τῆς μονῆς πρόνοιαν, μὴ διὰ συγγένειαν, ἢ οικειότητα, ἢ ἑτέραν τινὰ τοιαύτην αἰτίαν προτιμάσθωσαν· ἀλλὰ πολλὴν φροντίδα τιθέσθωσαν, ἥ τε καθηγουμένη, καὶ ὁ κατὰ καιροὺς οἰκονόμος, εὑρίσκειν ἀνθρώπους εύ υπολήπτους, καὶ ὀλιγαρκεῖς, ἀναπαύοντας μὲν καὶ τοὺς ἐν τοῖς κτήμασι, καὶ μηδενός νοσφιζομένους τῶν τῇ μονῇ ἀνηκόντων, πεῖράν τε ἔχοντας εἰς τὰ γεωργικά. Τῆς δὲ τούτων ἀποστολῆς ἡ καθηγουμένη ἕξει τὴν ἐξουσίαν, ὡσαύτως καὶ τῆς διαδοχῆς, ὅτε εὑρεθοῖεν [εὑρεθεῖεν] τῆς ὀρθότητος εκτραπέν τεῖ, οὓς ὀφείλει ὁ οἰκονόμος ἐφορᾷν, ὅτε παρὰ τῆς ἡγουμένης πεμφθείη τοὺς συγκλεισμοὺς ἐποπτεύ σων, καὶ τοὺς ἐπισκεπτίτας λογαριάσων, καὶ πάντα δεόντως οἰκονομήσων. ΚΕΦΑΛ. ΛΒ'. Περὶ ἀκολουθίας πρώτης, τρίτης τε και εκτης ὥρας. ᾿Αλλὰ μέχρι τούτου περὶ τούτων διαλεχθέντες, φέρε, περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς λοιπὸν ἀκολουθίας διαληψόμεθα· καὶ ἵνα γε ἀπὸ φωτὸς ἀρξώμεθα, ἀπὸ της πρώτης ἡμερινῆς ὥρας τὴν ἀρχὴν ποιησώμεθα τὸν Θεὸν κατὰ τοῦτο μιμούμενοι, τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως ἀπὸ τῆς τοῦ φωτὸς δημιουργίας ἀρξά μενον. Μετὰ τοίνυν τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὀρθρινῆς δοξολογίας, δεῖ συνάπτειν ἡμᾶς τὴν πρώτην ώραν κατὰ τὸ συνειθισμένον, καὶ ἐπὶ τῷ τέλει ταύτης λέ γεσθαι τὴν εὐχὴν ταύτην· Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ ώρα. Καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν γίνεσθαι τὰς συνήθεις γονυκλισίας, ταῖς μὲν δυνατωτέ ραις ἀπὸ γῆς ἄνευ προσευχαδίου ταῖς ἀσε θενεστέραις δὲ, καὶ μετά τινος ὑποστηρίγματος ταπεινοῦ, καὶ βοηθήματος. Ἔστι δὲ ἡ γονυκλισία, μετάνοιας δεκαπέντε, ὧν αἱ μὲν πρῶται τρεῖς ὀφείλουσι γίνεσθαι σχολαιότερον, καὶ οἷον βραδύτερον ἔν τε τῇ συστάσει, καὶ τῇ τῶν γονάτων κλίσει ὥστε δύνασθαι ἑκάστην ὑμῶν, ἑστῶσαν μὲν καὶ τὰς χεῖρας ἐκτεταμένας ἔχουσαν λέγειν καθεκάστην ἐκ τρίτου τό·. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τῇ ἁμαρτωλῷ εἶτα κλίνασαν τὰ γόνατα καὶ τὴν κεφαλὴν ἕως γῆς, τρίτον λέγειν ὁμοίως τό, «Ημαρτόν σοι, Κύριε, συγχώρησόν μοι.» Καὶ τὰς μὲν τρεῖς γονυκλισία; οὕτως ὑμῖν ποιητέον, τὰς δὲ λοιπὰς δώδεκα συντομώτερον· ὡς ἐφάπαξ λέγειν ἑκάστην ἐν τῇ τῶν γου νάτων κλίσει, καὶ τῇ στάσει ἅπαξ τὰ προειρημένα τῆς ἱκετείας βήματα. Ποιήσεσθε δὲ τάς τε τῶν γο νάτων κλίσεις, καὶ τὰς ἀνανεύσεις, οὐχ ὅτε δοκεῖ ἑκάστῃ, ἀτάκτως καὶ ἀλληνάλλως, ἀλλ' ὡς ἐν σῶμα, ἅμα μὲν κλινόμεναι, ἅμα δὲ ἀνιστάμεναι· καὶ ὁδηγῷ Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ ὥρᾳ, ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, προσκυνούμενος Χρι στὸς ὁ Θεὸς ὁ μακρόθυμος, Προσευχάδιον μετάνοιαι
TYPICUM.
Περὶ τοῦ τίνας δεῖ ἀποστέλλεσθαι εἰς τὴν τῶν
κτημάτων τῆς μονῆς πρόνοιαν.
CAPUT XXXΙ.
Quinam ad curanda monasterii prædia mittendi sint
Qui ad prædia monasterii curanda mittuntur, ne
affinitatis seu familiaritatis gratia, aut ob quam.am
aliam similem causam cooptentur. Sed magnam
sollicitudinem gerant præfecta, et illius temporis
œconomus, quo homines reperiant qui vili con -
duci possint, frugales, qui cohibeant eos qui in
prædiis versantur; nihil rerum monasterii subripientes, agriculturæ peritos. Hos mittendi potestatem habebit præfecta, similiter et immutandi, ubi
a probitate declinantes deprehensi fuerint; quos
debet œconomus observare, cum a præfecta missus
fuerit, inclusiones inspecturus, cum inspectoribus
Οἱ δέ γε ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν τῶν κτημάτων τῆς
μονῆς πρόνοιαν, μὴ διὰ συγγένειαν, ἢ οικειότητα, ἢ
ἑτέραν τινὰ τοιαύτην αἰτίαν προτιμάσθωσαν· ἀλλὰ
πολλὴν φροντίδα τιθέσθωσαν, ἥ τε καθηγουμένη, καὶ
ὁ κατὰ καιροὺς οἰκονόμος, εὑρίσκειν ἀνθρώπους εύ
υπολήπτους, καὶ ὀλιγαρκεῖς, ἀναπαύοντας μὲν καὶ
τοὺς ἐν τοῖς κτήμασι, καὶ μηδενός νοσφιζομένους
τῶν τῇ μονῇ ἀνηκόντων, πεῖράν τε ἔχοντας εἰς τὰ
γεωργικά. Τῆς δὲ τούτων ἀποστολῆς ἡ καθηγουμένη
ἕξει τὴν ἐξουσίαν, ὡσαύτως καὶ τῆς διαδοχῆς, ὅτε
εὑρεθοῖεν [εὑρεθεῖεν] τῆς ὀρθότητος εκτραπέν
τεῖ, οὓς ὀφείλει ὁ οἰκονόμος ἐφορᾷν, ὅτε παρὰ τῆς
ἡγουμένης πεμφθείη τοὺς συγκλεισμοὺς ἐποπτεύ- rationem initurus, et omnia ut convenit adminiσων, καὶ τοὺς ἐπισκεπτίτας λογαριάσων, καὶ πάντα
δεόντως οἰκονομήσων.
Περὶ ἀκολουθίας πρώτης, τρίτης τε και εκτης
ὥρας.
᾿Αλλὰ μέχρι τούτου περὶ τούτων διαλεχθέντες,
φέρε, περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς λοιπὸν ἀκολουθίας
διαληψόμεθα· καὶ ἵνα γε ἀπὸ φωτὸς ἀρξώμεθα, ἀπὸ
της πρώτης ἡμερινῆς ὥρας τὴν ἀρχὴν ποιησώμεθα·
τὸν Θεὸν κατὰ τοῦτο μιμούμενοι, τῆς τοῦ κόσμου
συστάσεως ἀπὸ τῆς τοῦ φωτὸς δημιουργίας ἀρξά
μενον. Μετὰ τοίνυν τὴν συμπλήρωσιν τῆς ὀρθρινῆς
δοξολογίας, δεῖ συνάπτειν ἡμᾶς τὴν πρώτην ώραν
κατὰ τὸ συνειθισμένον, καὶ ἐπὶ τῷ τέλει ταύτης λέγεσθαι τὴν εὐχὴν ταύτην· Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ
πάσῃ ώρα. Καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν γίνεσθαι
τὰς συνήθεις γονυκλισίας, ταῖς μὲν δυνατωτέ
ραις ἀπὸ γῆς ἄνευ προσευχαδίου ταῖς ἀσε
θενεστέραις δὲ, καὶ μετά τινος ὑποστηρίγματος
ταπεινοῦ, καὶ βοηθήματος. Ἔστι δὲ ἡ γονυκλισία,
μετάνοιας δεκαπέντε, ὧν αἱ μὲν πρῶται τρεῖς
ὀφείλουσι γίνεσθαι σχολαιότερον, καὶ οἷον βραδύτε
ρον ἔν τε τῇ συστάσει, καὶ τῇ τῶν γονάτων κλίσει·
ὥστε δύνασθαι ἑκάστην ὑμῶν, ἑστῶσαν μὲν καὶ τὰς
χεῖρας ἐκτεταμένας ἔχουσαν λέγειν καθεκάστην ἐκ
τρίτου τό·. Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τῇ ἁμαρτωλῷ·
εἶτα κλίνασαν τὰ γόνατα καὶ τὴν κεφαλὴν ἕως γῆς,
τρίτον λέγειν ὁμοίως τό, «Ημαρτόν σοι, Κύριε,
συγχώρησόν μοι.» Καὶ τὰς μὲν τρεῖς γονυκλισία;
οὕτως ὑμῖν ποιητέον, τὰς δὲ λοιπὰς δώδεκα συντο
μώτερον· ὡς ἐφάπαξ λέγειν ἑκάστην ἐν τῇ τῶν γου
νάτων κλίσει, καὶ τῇ στάσει ἅπαξ τὰ προειρημένα
τῆς ἱκετείας βήματα. Ποιήσεσθε δὲ τάς τε τῶν γονάτων κλίσεις, καὶ τὰς ἀνανεύσεις, οὐχ ὅτε δοκεῖ
ἑκάστῃ, ἀτάκτως καὶ ἀλληνάλλως, ἀλλ' ὡς ἐν σῶμα,
ἅμα μὲν κλινόμεναι, ἅμα δὲ ἀνιστάμεναι· καὶ ὁδηγῷ
straturus.
CAPUT XXXII.
De officio primæ, tertiæ et sextæ horæ.
Sed postquam de his bactenus disseruimus, age,
de ecclesiastico deinceps officio dicamus; et ut a
luce incipiamus, a prima hora diurna initium ducamus, in hoc Deum imitantes, qui mundi constitutionem a lucis creatione inchoavit. Completa itaque matutina Laude, subjungenda nobis est de
more prima hora, in cujus fine dicenda hæc oratio: c Qui in omni tempore et omni hora.. Εt
post orationem fant consuete genuflexiones, a robustioribus quidem ad terram sine proseuchadio:
ab infirmioribus vero adhibito humili fulcimento
et adjutorio. Est autem genuflexio reverentiæ quindecim, quarum tres priores lentius fieri debent et
quasi tardius, cum inter standum, tum ingenuum
flexione: ut unaquæque vestrum stans et manibus
expansis dicere possit ter ad singulas, illud:
• Deus, propitius esto mihi peccatrici.» Deinde
flectens genua et caput usque ad terram, ter similiter dicere illud: • Peccavi tibi, Domine, ignosce
mihi.» Et tres quidem genuflexiones sic a vobis faciendæ reliquæ vero duodecim celerius: ut quælibet semel dicat in genuum flexione, et semel inter standum prædicta supplicationis verba. Genuum vero flexiones, et erectiones facictis, non
ubi singulis libitum fuerit, incomposite, et quoquomodo sed quasi unum corpus; una flectentes, et
una vos crigentes; duce utrarumque utentes Ecclesiæ præposita, ante sacrum adytum stante, et
flexione quidem flexionem, erectione vero erectionem commonstrante. Et hoc quidem officium diei,
in quo vice c. Deus Dominus, Alleluia,» cantatur.
Montfauconii nota.
Orationem, Ὁ ἐν παντὶ καιρῷ, καὶ πάσῃ
ὥρᾳ, ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς, προσκυνούμενος Χρι
στὸς ὁ Θεὸς ὁ μακρόθυμος, etc., habes in Horologio Græco Venetiis edito, quod si consulas, plurima
bis similia reperies.
Προσευχάδιον erat ceu gradus quidam quo
genuflectentes innitebantur, de quo eruditissimus
Cangins in Glossario Græco.
Quid sint μετάνοιαι seu reverentiæ in hoc
capite explicatur; fusius autem in Notis Goari ad
Euchologium.
Chapters XXXI, XXXIICaput XXXI, XXXII
col. 1051–1052page 33 of 70
PG 127:1051χρώμεναι ἀμφοτέρων, τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ πρὸ τοῦ ἁγιου βήματος ἐστώσῃ, καὶ τῇ κλίσει μὲν τὴν κλί. σιν ὑποδεικνύσῃ, τῇ ἀνανεύσει δὲ τὴν ἀνάνευσιν. Ἀλλ' αὕτη μὲν ἀκολουθία ἡμέρας, ἐν ᾗ ἀντὶ τοῦ, Θεός Κύριος 'Αλληλούϊα, ο ψάλλεται. Εἰ μέντοι ἀκολουθίαν ἔχει ἡ ἡμέρα, καὶ Ἀπολυτίκιον καὶ τὸ, ο Θεός Κύριος, ο ψάλλεται· αἱ μὲν τρεῖς πρῶται γονυκλισίαι τελεσθήσονται μετά τῶν τῆς ἱκετείας βημάτων, καθώς προείρηται· α! δώδεκα δὲ σχολάσουσι, καὶ οὐδαμῶς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ἀλλ' ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν τελεσθήσονται. Μετὰ μέντοι τὰς τρεῖς βραδυτέρας γονυκλισίας ἐκφωνήσετε εκτεταμέναις ταῖς χερσὶ τὸ, «Ο Θεός ὁ προαιώνιος, ὁ πάσης κτίσεως δημιουργός Καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν ταύτην ἀνάγνωσις ὑμῖν προ τεθήσεται ἡ κατήχησις μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν, ποιήσετε τὸ τετυπωμένον ὑπὲρ ἡμῶν τρισάγιον. Καὶ ἕως μὲν ὁ Θεὸς ἐθέλει με ζῇν, ἵνα λέγητε τροπάρια ταῦτα (30)·. Ελέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς. Δόξα Ἐλπὶς τοῦ κόσμου ἀγαθή. Και νῦν. Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί.» Τελευτησάσης δέ μου, ἵνα λέγητε τροπάρια αναπαύσιμα - Μνή σθητι, Κύριε, ὡς ἀγαθὸς, τῆς δούλης σου. Δόξα. Ανάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν. Καὶ νῦν. Οὐδεὶς προσ τρέχων ἐπὶ σοί. Η καταφυγὴ καὶ δύναμις.» Καὶ ἐπὶ τούτοις τὸ, «Κύριε, ἐλέησον, ο ιε'. Εἶτα καὶ τὴν εὐχὴν ἐπισυνάψετε ταύτην·. Ὁ ἀποστέλλων τὸ φῶς» Πάσας μέντοι τὰς εὐχὰς χερσὶν ἀνατεταμέναις εὔξεσθε. Τελειωθείσης δὲ τῆς δηλωθείσης εὐχῆς, καὶ τοῦ ἱερέως τὴν συνήθη ἐπειπόντος εὐχὴν, ὑμεῖς μὲν πᾶσαι ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν πεσεῖσθε ἡ δὲ προεστῶσα παντὸς ἀρχηγὸς ὑμῖν γινομένη ἀγα θοῦ, οὕτω πως ἐρεῖ·. Εὔξασθε ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀδελ φαὶ, τῷ Κυρίῳ, ἵνα ῥυσθῶ ἐκ τῶν παθῶν, καὶ τῶν σκανδάλων τοῦ Πονηροῦ.» Καὶ ὑμεῖς ἀποκριθήσε Η Ει ῾Ο Θεός σώσαι σε, τιμία μήτερ· εὖξαι καὶ σὺ ὑπὲρ ἡμῶν, ἁγία μήτερ, ἵνα ῥυσθῶμεν ἐκ τῶν παθῶν, καὶ τῶν σκανδάλων τοῦ Πονηροῦ. Εἶτα πάλιν ἐκείνη ἐπευχομένη ἐρεῖ· ι Ο Θεός, δι' εὐχῶν τῶν Πατέρων ἡμῶν, σώσαι πάσας ἡμᾶς. Καὶ οὔτ τως ἀναστᾶσαι πορεύεσθε εἰς τὸ κοινὸν τῆς συνδιαγωγῆς οἴκημα, κἀκεῖσε γενόμεναι, πάσης ἀφέξεσθε ματαίας ἀπασχολίας, ἀνθέξεσθε δὲ πᾶσαι τῶν ἔργω χείρων ὑμῶν, μιᾶς τινος μέσον ὑμῶν καθημένης, καὶ ἀναγινωσκούσης, ἥτις ἂν παρὰ τῆς ἡγουμένης προσταχθείη, καὶ ὅπερ ἂν κελευσθείη. Ἡ γὰρ ἀνάγνωσις πάσας μὲν ἀποκωλύσει ματαίας καὶ ἀνω σθε Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Απολυτίκιον. κοίμησις κοιμητήριον κοιμητήριον Τροπάρια. Δόξα. τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. καὶ νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν, Ὁ ἐξαποστέλλων το φως,
χρώμεναι ἀμφοτέρων, τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ πρὸ τοῦ ἁγιου βήματος ἐστώσῃ, καὶ τῇ κλίσει μὲν τὴν κλί.
σιν ὑποδεικνύσῃ, τῇ ἀνανεύσει δὲ τὴν ἀνάνευσιν. Ἀλλ' αὕτη μὲν ἀκολουθία ἡμέρας, ἐν ᾗ ἀντὶ τοῦ,
• Θεός Κύριος 'Αλληλούϊα, ο ψάλλεται.
At si dies officium habeat, et dimissorium, et si
‹ Deus Dominus › cantetur; tres quidem primæ
genuflexiones persolventur cum verbis supplicationis, ut dictum est: a duodecim vero supersedebitis, et nullatenus in ecclesia, sed in dormitorio vestro persolventur. Post tres autem tardiores genuflexiones, exclamabitis expansis manibus illud:
• Deus qui es ante sæcula, omnis creaturæ conditor.»
Εἰ μέντοι ἀκολουθίαν ἔχει ἡ ἡμέρα, καὶ ἀπολυτίκιον καὶ τὸ, ο Θεός Κύριος, ο ψάλλεται· αἱ
μὲν τρεῖς πρῶται γονυκλισίαι τελεσθήσονται μετά
τῶν τῆς ἱκετείας βημάτων, καθώς προείρηται· α!
δώδεκα δὲ σχολάσουσι, καὶ οὐδαμῶς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ,
ἀλλ' ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν τελεσθήσονται.
Μετὰ μέντοι τὰς τρεῖς βραδυτέρας γονυκλισίας
ἐκφωνήσετε εκτεταμέναις ταῖς χερσὶ τὸ, «Ο Θεός
ὁ προαιώνιος, ὁ πάσης κτίσεως δημιουργός
Καὶ μετὰ τὴν εὐχὴν ταύτην ἀνάγνωσις ὑμῖν προτεθήσεται ἡ κατήχησις μετὰ δὲ τὴν ἀνάγνω
σιν, ποιήσετε τὸ τετυπωμένον ὑπὲρ ἡμῶν τρισάγιον.
Καὶ ἕως μὲν ὁ Θεὸς ἐθέλει με ζῇν, ἵνα λέγητε τρο
πάρια ταῦτα (30)·. Ελέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον
ἡμᾶς. Δόξα Ἐλπὶς τοῦ κόσμου ἀγαθή. Και
νῦν. Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί.» Τελευτησάσης
δέ μου, ἵνα λέγητε τροπάρια αναπαύσιμα - Μνή
σθητι, Κύριε, ὡς ἀγαθὸς, τῆς δούλης σου. Δόξα.
Ανάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν. Καὶ νῦν. Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί. Η καταφυγὴ καὶ δύναμις.» Καὶ
ἐπὶ τούτοις τὸ, «Κύριε, ἐλέησον, ο ιε'. Εἶτα καὶ τὴν
εὐχὴν ἐπισυνάψετε ταύτην·. Ὁ ἀποστέλλων τὸ
φῶς» Πάσας μέντοι τὰς εὐχὰς χερσὶν ἀνατεταμέναις εὔξεσθε. Τελειωθείσης δὲ τῆς δηλωθείσης
εὐχῆς, καὶ τοῦ ἱερέως τὴν συνήθη ἐπειπόντος εὐχὴν,
ὑμεῖς μὲν πᾶσαι ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν πεσεῖσθε·
ἡ δὲ προεστῶσα παντὸς ἀρχηγὸς ὑμῖν γινομένη ἀγα
θοῦ, οὕτω πως ἐρεῖ·. Εὔξασθε ὑπὲρ ἐμοῦ, ἀδελ
φαὶ, τῷ Κυρίῳ, ἵνα ῥυσθῶ ἐκ τῶν παθῶν, καὶ τῶν
σκανδάλων τοῦ Πονηροῦ.» Καὶ ὑμεῖς ἀποκριθήσε
Et post illam orationem lectio vobis subjungetur,
nempe catechesis; et peracta lectione, trisagium
pro nobis institutum persolvetis. Et quandiu quidem Deus me in vivis voluerit, dicetis troparia
hæc: • Miserere nostri, Domine, miserere nostri. Η
Gloria. Spes mundi bona. Et nunc. Nullus ad te
currens.» Me autem defuncta, dicetis troparia
funerea: • Memento, Domine admodum bone,
famulae ture. Gloria. Da requiem, Salvator noster.
Et nunc. Nullus ad te currens. Refugium et virtus.» Ad hæc Kyrie eleison quindecies. Dehinc orationem istam addelis: c Qui mittis lumen.» Om.
nes igitur orationes expansis manibus dicetis. Finita
vero prædicta oratione; postquam sacerdos consuetam orationem dixerit, vos quidem omnes in
vultum ad terram procidetis. Præfecta vero omnis
boni dux vobis facta, sic dicet: «Orate pro nie,
sorores, Dominum, ut liberer a passionibus, et
scandalis maligni.» Ει vos respondebitis: «Deus
salvam te facial, veneranda Mater, ora et ta pro
nobis, sancta Mater, ut liberemur a passionibus, et
scandalis maligni. Deinde illa orans dicet: ‹ Deus • ῾Ο Θεός σώσαι σε, τιμία μήτερ· εὖξαι καὶ
per orationes Patrum nostrorum salvet nos omnes. › σὺ ὑπὲρ ἡμῶν, ἁγία μήτερ, ἵνα ῥυσθῶμεν ἐκ τῶν
Et sic surgentes, pergetis ad communem conversa παθῶν, καὶ τῶν σκανδάλων τοῦ Πονηροῦ.» Εἶτα
tionis domum, et cum illuc adveneritis, ab omni πάλιν ἐκείνη ἐπευχομένη ἐρεῖ· ι Ο Θεός, δι' εὐχῶν
vano negotio abstinebitis, vestrisque manuum ope- τῶν Πατέρων ἡμῶν, σώσαι πάσας ἡμᾶς.» Καὶ οὔτ
ribus omnes incumbetis, una in medio vestrum τως ἀναστᾶσαι πορεύεσθε εἰς τὸ κοινὸν τῆς συνδιαsedente et legente, quam scilicet præfecta jusserit, γωγῆς οἴκημα, κἀκεῖσε γενόμεναι, πάσης ἀφέξεσθε
et quod præceperit. Lectio enim omnia vana, in- ματαίας ἀπασχολίας, ἀνθέξεσθε δὲ πᾶσαι τῶν ἔργω
utilia, seu etiam nociva colloquia arcebit; magnum χείρων ὑμῶν, μιᾶς τινος μέσον ὑμῶν καθημένης,
vero fructum ipsi attendere volentibus conciliabit. καὶ ἀναγινωσκούσης, ἥτις ἂν παρὰ τῆς ἡγουμένης
προσταχθείη, καὶ ὅπερ ἂν κελευσθείη. Ἡ γὰρ ἀνάγνωσις πάσας μὲν ἀποκωλύσει ματαίας καὶ ἀνω·
σθε
Montfauconii notæ.
Cantus, Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, sim in triodio, nonnunquam in Mendis legi jubetur,
εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, certis et ascribitur sancto Theodoro Studitæ.
temporibus dicebatur, ut videre est in Horologio
Græcorum.
Απολυτίκιον. Est versus, quo Ollicium
terminatur.
Ut vox κοίμησις apud Graecos usurpatur pro
dormitione, et pro obitu, sic κοιμητήριον usu venit
cum pro dormitorio, tum pro cœmeterio. At quandoquidem nullum erat in hoc monasterio cometerium; sed moniales in monasterio cellareæ sepeliebantur bine fit ut, excepto capite de sepultura, semper κοιμητήριον dormitorium intelligi
debeat.
Haec oratio habetur in Horologio ad horam
primam; dicitur esse Basilii Magni.
Catechesis illa videtur eadem esse quæ pasΤροπάρια. De hujus vocis etymologia, ex
Zonara verbis, fuse disputat Goarus in Notis ad
Euchologium, ubi tamen nihil certum concludit.
Quidquid sit, certum est illa troparia fuisse breves
quasdam periodos recitari vel cantari solitas, quæ
passim occurrunt in Off. Gr.
Δόξα. Supple τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ
τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Versus καὶ νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς
τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν, non immediate
subjungitur ut plurimum, sed mediante quodami
versu aut tropario.
Oratio, Ὁ ἐξαποστέλλων το φως, habetur
Horologii, Venetiis editi, p. 151. Dicitur Basilii
Magni.
col. 1053–1054page 34 of 70
PG 127:1053φελεῖς, ἢ καὶ βλαπτικές συντυχίας, μεγάλην δὲ προξενήσει τὴν ὠφέλειαν ταῖς προσέχειν αὐτῇ βουλομέναις. ΚΕΦΑΛ. ΛΓ'. Περὶ τῶν μεσωρίων τῆς πρώτης, τρίτης τε, καὶ ἕκτης ὥρας, τῶν τυπικῶν, τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, καὶ τῆς ἁγίας μεταλήψεως. Καταλαμβανούσης δὲ τῆς προσηκούσης ώρας, προυσθήσεται τὸ ξύλον· κἀκεῖσε ψαλεῖτε τὰ μεσώ ρια της πρώτης, τήν τε τρίτην, καὶ ἔκτην ὥραν, μετὰ τῶν μεσωρίων, τῶν εὐχῶν, καὶ τῶν μετανοιῶν, ἔνθα ἂν ἡ καθηγουμένη βουληθῇ, εἴτε ἐν τῷ κοιμητηρίῳ, εἴτε ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἐξωάρθηκι. Ψα λεῖτε δὲ καὶ τὰ τυπικὰ ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἄρθηκι ὅτε μέντοι γίνεται ἀγρυπνία, οὐ ποιήσετε μετάνοιαν ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν, διὰ τὸν ἐκ τῆς ἀγρυπνίας κύπων, οὔτε κατὰ τὸ δωδεκαήμερον οὔτε κατά τὴν ὅλην πεντηκοστήν, οὔτε μὴν κατὰ τὰς μεθεώρ. τους ἐννέα ἡμέρας τῆς Κοιμήσεως τῆς ὑπερ αγίας Θεοτόκου, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆς ρός μου Χριστοῦ, οὐκ ἐν αὐταῖς ταῖς ἑορτασίμοις ἡμέραις τῶν ἐνδόξων καὶ πανευφήμων δώδεκα ᾿Αποστόλων, οὐ κατὰ πᾶν Σάββατον. Η γε μὴν ἱερὰ καὶ θεία λειτουργία ἐκτελεῖσθαι ὀφείλει καθ ἑκάστην Τετράδα, Παρασκευήν, Σάββατον, καὶ Κυ Ριακὴν, καὶ κατὰ τὰς ἑορτάς. Ἐν μέντοιγε ταῖς τὸ Συναξάριον Εἰσηγοῦμαι δὲ ὑμῖν, ἀδελφαί, τῆς θείας τελουμέ της ἱερουργίας, προσεκτικωτέρας ἑαυτὰς ἑαυτῶν γίνεσθαι, καὶ φόβου καὶ φρίκης μεστὰς παρεστάναι θειότερα γὰρ, καὶ φρικωδέστερα, και φοβερώτερα τὰ ἐν ταύτῃ τελούμενα, τῇ πάντα λόγον καὶ νοῦν ὑπερβαινούσῃ πανυπερτίμῳ ἱερουργήσει τοῦ πανα χράντου σώματος καὶ αἵματος Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἐν ᾗ μάλιστα προσεκτέον, καὶ πάντα λογισμὸν ῥυπαρὰν ἀποδιωκτέον, καὶ μόνον λογιστέον τὸ τελούμενον θεῖον, ὑπὲρ κατάληψιν μέγα καὶ φο περὶν μυστήριον. Οὕτω τε τῶν θείων ἁγια σμάτων μεταληπτέον τὰς, ὅσαις ἄρα καὶ μεταλαμβάνειν συγκεχώρηται. Τεσσαρακοσταῖς, γίνεσθαι ὀφείλει καθώς περιέχει Ἐπειδὴ οὖν ἡ τῶν ἁγιασμάτων μετάληψις, ψυχῆς ἐστι φωτισμὸς τοῖς ἐγγὺς τῆς ἀξίας· ὁ δὲ ἀναξίως μεταλαμβάνων, κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, και θώς φησιν ὁ θεῖος Απόστολος, συνεχέστερον μὲν βουλόμεθα τούτων μεταλαμβάνειν ὑμᾶς, ὅμως τὴν ἐπὶ τῇ θείᾳ μεταλήψει διάκρισιν τῷ πνευματικῷ ὑμῶν Πατρὶ ἀνατιθέαμεν, εἰδήσει καὶ τῆς καθηγού Δωδεκαήμερον. μεθεόρτους ἡμέρας τῆς μεταμορφώσεως, 2. 443: Εορτάζομεν ταύτην εἰς τὸ κοινὸν ἐπὶ τοῦ μέσου ἡμέρας οκτώ, μεθεόρτους
TYPICUM
φελεῖς, ἢ καὶ βλαπτικές συντυχίας, μεγάλην δὲ προξενήσει τὴν ὠφέλειαν ταῖς προσέχειν αὐτῇ βου
λομέναις.
Περὶ τῶν μεσωρίων τῆς πρώτης, τρίτης τε, καὶ
ἕκτης ὥρας, τῶν τυπικῶν, τῆς ἱερᾶς λειτουρ
γίας, καὶ τῆς ἁγίας μεταλήψεως.
CAPUT XXXIII.
De mesoriis, seu mediis horis primæ, tertiæ el sextæ
hora, de typico, de sacra liturgia, et de sancta communione.
Adveniente congrua hora, lignum pulsabitur: et
illic psalletis mesoria primæ, necnon tertiam, et
sextam horam cum mesoriis, et reverentiis ubi præfecta voluerit, sive in dormitorio, sive in exteriori
ecclesiæ vestibulo. Typica etiam psalletis in ecclesiæ ferula. Porro quando vigiliæ fiunt, non facietis
reverentiam in dormitorio vestro, ob vigiliarum
laborem; neque per dodecahemerum, neque per
universam Pentecosten, nec etiam per novem dies
ante Dormitionem sanctissimæ Deiparæ, post Transfigurationem Salvatoris mei Christi sequentes;
Καταλαμβανούσης δὲ τῆς προσηκούσης ώρας,
προυσθήσεται τὸ ξύλον· κἀκεῖσε ψαλεῖτε τὰ μεσώρια της πρώτης, τήν τε τρίτην, καὶ ἔκτην ὥραν,
μετὰ τῶν μεσωρίων, τῶν εὐχῶν, καὶ τῶν μετανοιῶν,
ἔνθα ἂν ἡ καθηγουμένη βουληθῇ, εἴτε ἐν τῷ κοιμη
τηρίῳ, εἴτε ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἐξωάρθηκι. Ψαλεῖτε δὲ καὶ τὰ τυπικὰ ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἄρθηκι·
ὅτε μέντοι γίνεται ἀγρυπνία, οὐ ποιήσετε μετάνοιαν
ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν, διὰ τὸν ἐκ τῆς ἀγρυπνίας
κύπων, οὔτε κατὰ τὸ δωδεκαήμερον οὔτε κατά
τὴν ὅλην πεντηκοστήν, οὔτε μὴν κατὰ τὰς μεθεώρ.
τους (54-5) ἐννέα ἡμέρας τῆς Κοιμήσεως τῆς ὑπερ- neque in ipsis solemnibus diebus gloriosorum et
αγίας Θεοτόκου, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆς
ρός μου Χριστοῦ, οὐκ ἐν αὐταῖς ταῖς ἑορτασίμοις
ἡμέραις τῶν ἐνδόξων καὶ πανευφήμων δώδεκα
᾿Αποστόλων, οὐ κατὰ πᾶν Σάββατον. Η γε μὴν
ἱερὰ καὶ θεία λειτουργία ἐκτελεῖσθαι ὀφείλει καθ
ἑκάστην Τετράδα, Παρασκευήν, Σάββατον, καὶ ΚυΡιακὴν, καὶ κατὰ τὰς ἑορτάς. Ἐν μέντοιγε ταῖς
τὸ Συναξάριον
Εἰσηγοῦμαι δὲ ὑμῖν, ἀδελφαί, τῆς θείας τελουμέ
της ἱερουργίας, προσεκτικωτέρας ἑαυτὰς ἑαυτῶν
γίνεσθαι, καὶ φόβου καὶ φρίκης μεστὰς παρεστάναι·
θειότερα γὰρ, καὶ φρικωδέστερα, και φοβερώτερα
τὰ ἐν ταύτῃ τελούμενα, τῇ πάντα λόγον καὶ νοῦν
ὑπερβαινούσῃ πανυπερτίμῳ ἱερουργήσει τοῦ παναχράντου σώματος καὶ αἵματος Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ
Θεοῦ ἡμῶν· ἐν ᾗ μάλιστα προσεκτέον, καὶ πάντα
λογισμὸν ῥυπαρὰν ἀποδιωκτέον, καὶ μόνον λογιστέον
τὸ τελούμενον θεῖον, ὑπὲρ κατάληψιν μέγα καὶ φοπερὶν μυστήριον. Οὕτω τε τῶν θείων ἁγια
σμάτων μεταληπτέον τὰς, ὅσαις ἄρα καὶ μεταλαμβάνειν συγκεχώρηται.
celebratissimorum duodecim apostolorum, nec in
quocunque Sabbato. Sacra vero et divina liturgia
celebrari debet singulis feriis quartis, Parascevis
sive feriis sextis, Sabbato et Dominica, necnon in
solemnitatibus. In Quadragesimis autem fiat prout
continetur in Synaxario.
Τεσσαρακοσταῖς, γίνεσθαι ὀφείλει καθώς περιέχει
Hortor autem vos, sorores, ut dum divinum
offertur sacrificium, attentiores vobis ipsis sitis, utque timoris ac tremoris plenæ assistatis (diviniora
enim, horribiliora, atque terribiliora sunt quæ celebrantur) omnem sermonem et intellectum superanti, ac super omnia honorando sacrificio imma.
culati corporis et sanguinis Christi veri Dei nostri:
in quo maxime attendendum est, et omnis sordida
cogitatio fuganda: solumque animo volvendum est,
divinum, et supra omnem comprehensionem magnum et terribile mysterium quod celebratur. Sicque divinis sanctificationibus communicandum est,
quibuscunque iis communicare concessum est.
Quandoquidem igitur sanctificationum communicatio animæ illuminatio est, iis qui propemodum
digni sunt; qui vero indigne communicat, judicium
sibi manducat et bibit, ut dicit divinus ApostoJus volumus quidem ut iis frequentius participetis, attamen discretionem circa divinam commuἘπειδὴ οὖν ἡ τῶν ἁγιασμάτων μετάληψις, ψυχῆς
ἐστι φωτισμὸς τοῖς ἐγγὺς τῆς ἀξίας· ὁ δὲ ἀναξίως
μεταλαμβάνων, κρίμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, και
θώς φησιν ὁ θεῖος Απόστολος, συνεχέστερον μὲν
βουλόμεθα τούτων μεταλαμβάνειν ὑμᾶς, ὅμως τὴν
ἐπὶ τῇ θείᾳ μεταλήψει διάκρισιν τῷ πνευματικῷ
ὑμῶν Πατρὶ ἀνατιθέαμεν, εἰδήσει καὶ τῆς καθηγού- nionem faciendam Patri vestro spirituali remitti -
1 Cor. x1, 29.
Montfauconii notæ.
Δωδεκαήμερον. id est, duodecim dies inter
Nativitatem et Epiphaniam Domini intercedentes.
(34-35) Hunc esse genuinum hujus loci sen -
sum nullatenus ambigo, nec alias congruenter
intelligi posse existinio; nam: 1. Si μεθεόρτους
ἡμέρας referas ad Dormitionem, et dicas ipsos
esse dies Dormitionem Deiparæ subsequentes, ut
nonnulli existimant, qui intelliges hæc verba,
τῆς μεταμορφώσεως, etc. 2. lui nullis Græcorum Officiorum libris de illis novem diebus
post Dormitionem celebrari solitis mentio habetur. 3. Plures agunt de diebus post Transfigurationem celebrari solitis; affero locum ex Nicone, {De jejuniis, tom. Ill Monum. Eccl. Græcæ
Cotelerii, p. 443: Εορτάζομεν ταύτην εἰς τὸ κοινὸν
ἐπὶ τοῦ μέσου ἡμέρας οκτώ, id est, Hoc est festum
communiter in medio, octo diebus celebramus, et
id infra repetit. Nec obest quod bic octo tantum
dies, novem autem in typico memorantur. Nam
typicum satis communi usu, seu potius abusu,
ipsam diem Transfigurationis in illis novem includit, nec medios solum dies, sed ipsum festum in
ter μεθεόρτους minus apte refert.
Synaxarium erat liber rituum.
Oificium in sancta communione in Morologio
quare.
Chapter XXXIVCaput XXXIV
col. 1055–1056page 35 of 70
Caput XXXIII
PG 127:1055μένης· ἀκοινώνητον δέ τινα ἑαυτὴν ἡγεῖσθαι ἄνευ τῆς ἐκείνου εἰδήσεως, οὐκ ἐπαινετόν· κατάκριτος δὲ ἔσται ἡ τοῦτο ποιοῦσα, ὡς ἴδιον ἐκπληροῦσα θέ λημα. Τὰς μέντοι μεταλαμβάνειν ὀφειλούσας, ἐνδεχόμενον ἐστι τὴν ἐπὶ τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει ἀκολουθίαν ψάλ λειν, κοινήν τε κοινῶς τὴν γονυκλισίαν ἀλλήλαις ποιούσας, διδόναι συγχώρησιν, καὶ οὕτως τῶν ζωο ποιῶν μεταλαμβάνειν ἁγιασμῶν. ΚΕΦΑΛ. ΑΔ'. Περὶ τοῦ πόσους ἄρτους δεῖ προσφέρεσθαι καθ' ἑκάστην λειτουργίαν, καὶ ὑπὲρ τίνων. Καθ᾿ ἑκάστην δὲ ἡμέραν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργία ἑπτὰ ἄρτοι προσενεχθήσονται, εἷς Δεσποτικός, ὅτε ρος τῆς κεχαριτωμένης ἡμῶν Δεσποίνης καὶ θεοτόκου, ἕτερος τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἁγίου, ἄλλος ὑπὲρ λύτρου καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ τε κρατίστου μου βασιλέως καὶ ἐμοῦ· ἕτερος ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μοναχῶν, ἄλλος ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γο νέων καὶ λοιπῶν συγγενῶν ἡμῶν, καὶ ἕτερος ὑπὲρ τῶν ζώντων παίδων, καὶ γαμβρῶν, καὶ λοιπῶν συγ γενῶν ἡμῶν. Καὶ μετὰ θάνατον δὲ ἡμῶν, ἰδιαζόντως ὁ ῥηθεὶς ἄρτος ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἡμετέρων προσενεχθήσεται ἁμαρτιῶν, καὶ οὕτως γενήσεται ἐς τὸ διηνεκές. Εἰ δέ τις ἐξ ἀμφοτέρων ἡμῶν προτελευτήσει τοῦ ἑνὸς, ὁ μὲν εἰς ἄρτος πάλιν ἰδιαζόντω; ὑπὲρ τοῦ ζῶντος προσκομισθήσεται· ἕτερος δὲ αὖθις ὑπὲρ Ο τοῦ τελευτήσαντος προσαχθήσεται. Μετὰ δὲ τὸν τοῦ ἐπιζήσαντος θάνατον, εἷς πάλιν ὑπὲρ ἀμφοτέρων προσενεχθήσεται. Κατ᾿ ἕκαστον δὲ Σάββατον, καὶ σταυρία ὀφείλουσι προσκομίζεσθαι ὑπὲρ τῶν προκεκοιμημένων γονέων, καὶ παίδων, καὶ νυμφῶν ἡμῶν, καὶ τῶν εἰς τὸ μετα έπειτα κοιμηθησομένων, ἐπὶ τοῖς τέσσαρσιν ἔν οἱ καὶ ὀφείλουσιν ἐγγράφεσθαι ἐν τοῖς διπτύχοις, καὶ μνημονεύεσθαι κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ περίληψιν. Ωσαύτως καὶ ὑπὲρ τῶν ζώντων καὶ ἀναγραφομένων ἐν τοῖς διπτύχοις καὶ τῷ τυπικῷ· καὶ καθ᾿ ἑκάστην Κυριακήν, ἕτερα σταυρία ἐπίσης τοῖς κεκοιμημένοις προσκομισθήσονται. ΚΕΦΑΛ. ΛΕ. Περὶ τῆς ἐννάτης ὥρας, ἑσπερινοῦ, καὶ παννυχίδος. Ωσαύτως καὶ τὰ τῆς ἐννάτης ὥρας μεσώρια ἐν τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν ψάλλεσθαι βουλόμεθα, τοῦ μετ κροῦ συμβόλου κρουομένου. Τήν γε μὴν ἐννάτην ὥραν ψάλλειν ὑμᾶς δεῖ, καθὼς καὶ τὰς προδιαλη φθείσας ὥρας, μετά τε τῶν μεσωρίων αὐτῆς, καὶ τῶν μετανοιῶν, τοῦ σημαντῆρος πάσας συγκαλοῦντος ὡς ἔθος. Καὶ ὁ ἑσπερινὸς δὲ ὕμνος κατὰ τὴν τοῦ Συναξαρίου ὑμῖν τελούμενος ἔσται περίληψιν καὶ συναπτῶς ἡ παννυχίς. Ἐπεὶ δὲ σήμερον ἐν τῇ παννυχίδι ἓξ τροπάρια καθ' ἑκάστην ᾠδὴν ψάλλον ται, μετὰ τὴν ἡμῶν πρὸς Κύριον ἐκδημίαν· τὰ μὲν τέσσαρα ὀφείλουσι ψάλλεσθαι κατὰ τὸ Συναξάριον, τὰ δὲ δύο εἶναι νεκρώσιμα.
mus, cum notitia præfect: neque vero laudabile μένης· ἀκοινώνητον δέ τινα ἑαυτὴν ἡγεῖσθαι ἄνευ
est, quandam, absque ejus notitia, sibi non communicandum esse judicare; damnataque erit quæ
illud egerit, quippe quæ suam expleverit voluntatem.
Par est autem ut quæ communicaturæ sunt,
officium in sancta communione solitum psallant, et
in communi communem ad invicem genuflexionem
facientes, veniam mutuo concedant: sicque vivificis
sanctificationibus participent.
CAPUT XXXIV.
Quot panes in qualibet liturgia offerendi sint, et
pro quibus.
τῆς ἐκείνου εἰδήσεως, οὐκ ἐπαινετόν· κατάκριτος
δὲ ἔσται ἡ τοῦτο ποιοῦσα, ὡς ἴδιον ἐκπληροῦσα θέ
λημα.
Τὰς μέντοι μεταλαμβάνειν ὀφειλούσας, ἐνδεχόμε
νόν ἐστι τὴν ἐπὶ τῇ ἁγίᾳ μεταλήψει ἀκολουθίαν ψάλ
λειν, κοινήν τε κοινῶς τὴν γονυκλισίαν ἀλλήλαις
ποιούσας, διδόναι συγχώρησιν, καὶ οὕτως τῶν ζωοποιῶν μεταλαμβάνειν ἁγιασμῶν.
Περὶ τοῦ πόσους ἄρτους δεῖ προσφέρεσθαι καθ'
ἑκάστην λειτουργίαν, καὶ ὑπὲρ τίνων.
Καθ᾿ ἑκάστην δὲ ἡμέραν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργία
Singulis diebus in divina liturgia septem panes
offerentur, unus Dominicus, aller gratia plenæ ἑπτὰ ἄρτοι προσενεχθήσονται, εἷς Δεσποτικός, ὅτεDominæ nostra et Deiparæ, alius sancti illius diei,
alius pro redemptione et remissione peccatorum
præstantissimi mei imperatoris, necnon meorum;
alius pro monialibus quæ dormierint, alius pro
parentibus, et cæteris cognatis nostris qui dormierint; et alius pro vivis filiis, generis, et reliquis
alinibus nostris. Post mortem vero nostram, memoratus panis pro remissione peccatorum nostrorum
speciatim offeretur, et sic fiet in perpetuum. Si quis
autem ex ambobus nobis, prius altero moriatur, unus
quidem panis denuo pro vivente speciatim, alter
vero rursus pro defuncto offeretur. Post mortem
autem ejus qui superstes fuerat, unus iterum pro
ambobus offeretur.
ρος τῆς κεχαριτωμένης ἡμῶν Δεσποίνης καὶ Θεοτό
κου, ἕτερος τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἁγίου, ἄλλος ὑπὲρ
λύτρου καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ τε κρατίστου
μου βασιλέως καὶ ἐμοῦ· ἕτερος ὑπὲρ τῶν κεκοιμη
μένων μοναχῶν, ἄλλος ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων γονέων καὶ λοιπῶν συγγενῶν ἡμῶν, καὶ ἕτερος ὑπὲρ
τῶν ζώντων παίδων, καὶ γαμβρῶν, καὶ λοιπῶν συγγενῶν ἡμῶν. Καὶ μετὰ θάνατον δὲ ἡμῶν, ἰδιαζόντως
ὁ ῥηθεὶς ἄρτος ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἡμετέρων προσε
νεχθήσεται ἁμαρτιῶν, καὶ οὕτως γενήσεται ἐς τὸ
διηνεκές. Εἰ δέ τις ἐξ ἀμφοτέρων ἡμῶν προτελευτή
σει τοῦ ἑνὸς, ὁ μὲν εἰς ἄρτος πάλιν ἰδιαζόντω; ὑπὲρ
τοῦ ζῶντος προσκομισθήσεται· ἕτερος δὲ αὖθις ὑπὲρ
Ο τοῦ τελευτήσαντος προσαχθήσεται. Μετὰ δὲ τὸν τοῦ
ἐπιζήσαντος θάνατον, εἷς πάλιν ὑπὲρ ἀμφοτέρων
προσενεχθήσεται.
Singulis vero Sabbatis offerendæ sunt parvæ
cruces pro iis qui jam dormierunt parentibus,
filiis et nuribus nostris, et pro iis qui postea dor-.
mient; pro quaternis, una: qui et describendi sunt
in diptychis, eorumque facienda commemoratio,
ut in typico continetur. Pro vivis pariter qui in
diptychis, et in typico descripti sunt, singulis
Dominicis aliæ cruces, juxta numerum dormientium, offerentur.
CAPUT XXXV.
De hora nona, vespertino, et pannychide sive
pervigilio.
Volumus ut mesoria horæ nonæ in dormitorio
vestro similiter psallantur, parvo signo pulsato.
Nonam vero horam psallere vos oportet sicut horas
de quibus superius tractatum est, cum mesoriis
ejus, et reverentiis, signo omnes de more convocante. Vespertina vero laus a vobis persolvetur,
ut in Synaxario declaratur; et continuo pannychis
tive pervigilium. Quandoquidem autem hodie in
pannychide, sex troparia in singulis, canticis canuntur, post nostrum ad Deum discessum, quatuor
quidem juxta Synaxarium cantabuntur, duo vero
erunt funerea.
Κατ᾿ ἕκαστον δὲ Σάββατον, καὶ σταυρία ὀφείλουσι
προσκομίζεσθαι ὑπὲρ τῶν προκεκοιμημένων γονέων,
καὶ παίδων, καὶ νυμφῶν ἡμῶν, καὶ τῶν εἰς τὸ μετα
έπειτα κοιμηθησομένων, ἐπὶ τοῖς τέσσαρσιν ἔν·
οἱ καὶ ὀφείλουσιν ἐγγράφεσθαι ἐν τοῖς διπτύχοις,
καὶ μνημονεύεσθαι κατὰ τὴν τοῦ τυπικοῦ περίληψιν.
Ωσαύτως καὶ ὑπὲρ τῶν ζώντων καὶ ἀναγραφομένων
ἐν τοῖς διπτύχοις καὶ τῷ τυπικῷ· καὶ καθ᾿ ἑκάστην
Κυριακήν, ἕτερα σταυρία ἐπίσης τοῖς κεκοιμημένοις
προσκομισθήσονται.
Περὶ τῆς ἐννάτης ὥρας, ἑσπερινοῦ, καὶ παννυχίδος.
Ωσαύτως καὶ τὰ τῆς ἐννάτης ὥρας μεσώρια ἐν
τῷ κοιμητηρίῳ ὑμῶν ψάλλεσθαι βουλόμεθα, τοῦ μετ
κροῦ συμβόλου κρουομένου. Τήν γε μὴν ἐννάτην
ὥραν ψάλλειν ὑμᾶς δεῖ, καθὼς καὶ τὰς προδιαληφθείσας ὥρας, μετά τε τῶν μεσωρίων αὐτῆς, καὶ
τῶν μετανοιῶν, τοῦ σημαντῆρος πάσας συγκαλοῦν·
τος ὡς ἔθος. Καὶ ὁ ἑσπερινὸς δὲ ὕμνος κατὰ τὴν
τοῦ Συναξαρίου ὑμῖν τελούμενος ἔσται περίληψιν
καὶ συναπτῶς ἡ παννυχίς. Ἐπεὶ δὲ σήμερον ἐν τῇ
παννυχίδι ἓξ τροπάρια καθ' ἑκάστην ᾠδὴν ψάλλον
ται, μετὰ τὴν ἡμῶν πρὸς Κύριον ἐκδημίαν· τὰ μὲν
τέσσαρα ὀφείλουσι ψάλλεσθαι κατὰ τὸ Συναξάριον,
τὰ δὲ δύο εἶναι νεκρώσιμα.
Chapter XXXVCaput XXXV
col. 1057–1058page 36 of 70
PG 127:1057ΚΕΦΑΛ. ΛϚ'. Περὶ τῶν Ἀποδείπνων. Ἡ δέ γε τῶν Ἀποδείπνων ἀκολουθία μετὰ τὸ δεῖπνον ὑμῖν τελεσθήσεται ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας ἐξωάρθηκι, ἐν ᾧ καὶ τὰ γόνατα κλιτέον ὑμῖν· εἰ μή γε τὸ, ο Θεός Κύριος, ο ψάλλοιτο. ΚΕΦΑΛ. ΛΖ'. Περὶ τῆς νυκτερινῆς ἀκολουθίας. Καὶ μετὰ τὴν τῶν ᾿Αποδείπνων συμπλήρωσιν, τοῦ ἱερέως τὴν συνήθη ἐπειπόντος εὐχὴν, ὑμεῖς μὲν ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν πεσεῖσθε προσέχουσαι τῇ καθ ηγουμένῃ· ἐκείνης δὲ πρὸς ὑμᾶς εἰπούσης, ο Συγ χωρήσατέ μοι ἐν Κυρίῳ, ἀδελφαί· ἥμαρτον γὰρ καὶ ἔργῳ, καὶ λόγῳ, καὶ κατὰ διάνοιαν· ν κἀκείνης ἐπευξαμένης ὑμῖν καὶ εἰπούσης· ι Ο Θεός δι' εὐβ χῶν τῶν πατέρων ἡμῶν συγχωρήσαι πάσαις ἡμῖν· ο οὕτως ἀπάρξασθε τῆς νυκτερινῆς ἀκολουθίας, κατὰ τὸν τύπον εἰς τὸ κοιμητήριον ἀφικόμεναι, εἴτε ἐν τὸς τοῦ κοιμητηρίου, εἴτε ἐκτὸς ἐκτελεῖν ταύτην ὀφείλουσαι· καθὼς ἂν ὅ τε καιρὸς ἀπαιτοίη, καὶ ἡ καθηγουμένη βούλοιτο· ἣν ἐκπληρώσασαι, πλήρεις εὐφροσύνης πνευματικῆς εἰς ὕπνον τραπήσεσθε. ΚΕΦΑΛ. ΛΗ'. Περὶ τῆς μεσονυκτίου ἀκολουθίας. Ἐν καιρῷ δὲ προσήκοντι τῆς τελούσης τὴν τῆς ἐκκλησιαρχίας διακονίαν, μετάνοιαν τῇ καθηγουμένη βαλλούσης, καὶ τὸ ξύλον κρουσάσης, την μετ σονυχτίου ἀκολουθίαν ἐν τῷ ἄρθηκι τῆς ἐκκλησίας παραγενόμεναι, ἐκτελέσετε. Οὐδὲ αὐτῆς τῆς διυπνι βάσης ὑμᾶς ἀπολιμπανομένης, ἀλλ᾽ ἅμα τε σύν ὑμῖν ψαλλούσης, καὶ τὰς τοῦ ναοῦ φωταγωγούς ἀναπτούσης. Τῆς δὲ μεσονυκτίου ὑμνῳδίας ὑμῖν τε λεισθείσης, κρουσθήσεται τὸ μέγα σημαντήριον, προσέτι δὲ καὶ τὸ χαλκοῦν· καὶ οὕτως ἀπάρξεσθε τῆς ὀρθρινῆς ἀκολουθίας, ἧς ἡ ἔναρξις ἐφεξῆς εἰ ρήσεται. ΚΕΦΑΛ. ΑΘ. Περὶ ἐνάρξεως Ορθρου. Μετὰ δὲ τὸ κρουσθῆναι τὸ χαλκοῦν σημαντήριον, ὁ ἱερεὺς εὐλογήσει τὸν Θεὸν, τὸν τύπον τοῦ τιμίου σταυροῦ ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας τραπέζης τῷ θυμιατηρίῳ τυπῶν. Εἶτα ἅμα τῇ τοῦ Θεοῦ αἰνέσει, τρισ αγίου γενομένου παρ' ὑμῶν, τὸν ἐννεακαιδέκατον καὶ εἰκοστὸν ψαλμὸν ἔσεσθε, μετὰ τῶν συνήθων τροπαρίων καὶ τοῦ, «Κύριε, ἐλέησον, ο ὡς οἷόν τε μετὰ ισότητος καὶ προσοχῆς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἔσονται ψαλλόμενα παρ' ὑμῶν, ἔστ᾽ ἂν ὁ κράτιστός μου βασιλεὺς ἐν τοῖς ζῶσιν ᾗ· εἴη δὲ ἐπιμήκιστον, ὦ Κύριε καὶ Θεοτόκε· ἐπειδὰν δὲ τῶν τῇδε μεταστῇ, ψαλμοὶ μὲν ὑμῖν ἀδόμενοι ἔσονται, το, ο Κύριος ποιμαίνει με· ν καὶ τὸ, ο Σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ Θεὸς, ἐν Σιών.» Τροπάρια δὲ καὶ αὐτὰ ἀναπαύσιμα· «Μνή σθητι, Κύριε. 'Ανάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν. Δόξα. Καὶ νῦν.» Μετὰ δὲ τὸ τελεσθῆναι τὸ τρισάγιον, ἡ ἐκκλησιάρ ο
TYPICUM.
Περὶ τῶν Ἀποδείπνων.
Ἡ δέ γε τῶν Ἀποδείπνων ἀκολουθία μετὰ τὸ
δεῖπνον ὑμῖν τελεσθήσεται ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας
ἐξωάρθηκι, ἐν ᾧ καὶ τὰ γόνατα κλιτέον ὑμῖν· εἰ
μή γε τὸ, ο Θεός Κύριος, ο ψάλλοιτο.
CAPUT XXXVI.
De Apodipnis seu Completorio.
Completorii officium post cœnam a vobis persolvetur in exteriori ecclesiæ vestibulo; in quo etiam
genua vobis flectenda sunt: nisi Deus Dominus ›
psallatur.
CAPUT XXXVII.
De nocturno officio.
Absoluto Completorio, postquam sacerdos consuetam orationem dixerit, vos quidem in vultum
ad terram procidetis præfectæ attendentes: et cum
illa vobis dixerit: • Ignoscite mihi in Domino, 50rores, peccavi enim opere, verbo et cogitatione; ›
ac pro vobis oraverit, dicens: • Deus per oratioΠερὶ τῆς νυκτερινῆς ἀκολουθίας.
Καὶ μετὰ τὴν τῶν ᾿Αποδείπνων συμπλήρωσιν,
τοῦ ἱερέως τὴν συνήθη ἐπειπόντος εὐχὴν, ὑμεῖς μὲν
ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν πεσεῖσθε προσέχουσαι τῇ καθηγουμένῃ· ἐκείνης δὲ πρὸς ὑμᾶς εἰπούσης, ο Συγ
χωρήσατέ μοι ἐν Κυρίῳ, ἀδελφαί· ἥμαρτον γὰρ καὶ
ἔργῳ, καὶ λόγῳ, καὶ κατὰ διάνοιαν· ν κἀκείνης
ἐπευξαμένης ὑμῖν καὶ εἰπούσης· ι Ο Θεός δι' εὐ- β nes Patrum nostrorum ignoscat omnibus nobis,
χῶν τῶν πατέρων ἡμῶν συγχωρήσαι πάσαις ἡμῖν· ο
οὕτως ἀπάρξασθε τῆς νυκτερινῆς ἀκολουθίας, κατὰ
τὸν τύπον εἰς τὸ κοιμητήριον ἀφικόμεναι, εἴτε ἐντὸς τοῦ κοιμητηρίου, εἴτε ἐκτὸς ἐκτελεῖν ταύτην
ὀφείλουσαι· καθὼς ἂν ὅ τε καιρὸς ἀπαιτοίη, καὶ ἡ
καθηγουμένη βούλοιτο· ἣν ἐκπληρώσασαι, πλήρεις
εὐφροσύνης πνευματικῆς εἰς ὕπνον τραπήσεσθε.
Περὶ τῆς μεσονυκτίου ἀκολουθίας.
Ἐν καιρῷ δὲ προσήκοντι τῆς τελούσης τὴν τῆς
ἐκκλησιαρχίας διακονίαν, μετάνοιαν τῇ καθηγου
μένη βαλλούσης, καὶ τὸ ξύλον κρουσάσης, την μετ
σονυχτίου ἀκολουθίαν ἐν τῷ ἄρθηκι τῆς ἐκκλησίας
παραγενόμεναι, ἐκτελέσετε. Οὐδὲ αὐτῆς τῆς διυπνιβάσης ὑμᾶς ἀπολιμπανομένης, ἀλλ᾽ ἅμα τε σύν
ὑμῖν ψαλλούσης, καὶ τὰς τοῦ ναοῦ φωταγωγούς
ἀναπτούσης. Τῆς δὲ μεσονυκτίου ὑμνῳδίας ὑμῖν τε
λεισθείσης, κρουσθήσεται τὸ μέγα σημαντήριον,
προσέτι δὲ καὶ τὸ χαλκοῦν· καὶ οὕτως ἀπάρξεσθε
τῆς ὀρθρινῆς ἀκολουθίας, ἧς ἡ ἔναρξις ἐφεξῆς εἰ
ρήσεται.
Περὶ ἐνάρξεως Ορθρου.
Μετὰ δὲ τὸ κρουσθῆναι τὸ χαλκοῦν σημαντήριον,
ὁ ἱερεὺς εὐλογήσει τὸν Θεὸν, τὸν τύπον τοῦ τιμίου
σταυροῦ ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας τραπέζης τῷ θυμιατηρίῳ τυπῶν. Εἶτα ἅμα τῇ τοῦ Θεοῦ αἰνέσει, τρισsic inchoabitis nocturnum officium, juxta formam
ad dormitorium pergentes; et sive intra, sive extra
dormitorium illud explere debetis, ut tempus postularit, et ut præfecta voluerit; quod cum expleve.
ritis, plenæ lælitiæ spiritualis somno vos dabitis,
CAPUT XXXVIII.
De officio mediæ noctis.
Congruo tempore, cum ea quæ ecclesiæ præpo.
situra fungitur, reverentiam præfectæ fecerit, et
lignum pulsaverit; postquam ad ecclesiæ arthecem
seu vestibulum adveneritis, mediæ noctis officium
persolvetis, ne ipsa quidem quæ vos excitavit absente, sed una vobiscum psallente, et templi luminaria accendente. Expleto autern a vobis medi
noctis cantu, magnum signum pulsabitur, ac insuper, aneum: et sic incipietis matutinum olicium,
de cujus initio deinceps dicetur.
CAPUT XXXIX.
De initio Matutini.
Postquam æneum signum pulsatum fuerit, sacerdos benedicet Deum, figuram venerandæ crucis
coram sancta mensa, thuribulo efformans. Dehinc,
una cum Dei laude trisagio a vobis dicto, decimum
αγίου γενομένου παρ' ὑμῶν, τὸν ἐννεακαιδέκατον nonum et vicesimum psalmum cantabitis, cum
καὶ εἰκοστὸν ψαλμὸν ἔσεσθε, μετὰ τῶν συνήθων
τροπαρίων καὶ τοῦ, «Κύριε, ἐλέησον, ο ὡς οἷόν τε
μετὰ ισότητος καὶ προσοχῆς. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν
ἔσονται ψαλλόμενα παρ' ὑμῶν, ἔστ᾽ ἂν ὁ κράτιστός
μου βασιλεὺς ἐν τοῖς ζῶσιν ᾗ· εἴη δὲ ἐπιμήκιστον,
ὦ Κύριε καὶ Θεοτόκε· ἐπειδὰν δὲ τῶν τῇδε μεταστῇ,
ψαλμοὶ μὲν ὑμῖν ἀδόμενοι ἔσονται, το, ο Κύριος
ποιμαίνει με· ν καὶ τὸ, ο Σοὶ πρέπει ὕμνος, ὁ Θεὸς,
ἐν Σιών.» Τροπάρια δὲ καὶ αὐτὰ ἀναπαύσιμα· «Μνήσθητι, Κύριε. 'Ανάπαυσον, Σωτὴρ ἡμῶν. Δόξα. Καὶ
νῦν.»
Μετὰ δὲ τὸ τελεσθῆναι τὸ τρισάγιον, ἡ ἐκκλησιάρ
16 Psal. CSXV,
1. 37 Psal. LXIV, 1.
solitis tropariis, et • Kyrie eleison,» cumn æquali -
tate et attentione, quoad fieri poterit. Sed hæc
quidem a vobis psallentur, donec præstantissimus
meus imperator in vivis' fuerit (id vero diutissimum sit, ο Domine, et Deipara); postquam autem
hinc translatus fuerit, hi Psalmi a vobis cantabuntur: c Dominus pascit me 16,, et: • Te decet
hymnus, Deus in Sion 4., Troparia vero, et ipsa
funerea: «Memento, Domine. Da requiem, Salvator -
noster. Gloria. Et nunc.
Absoluto autem trisagio, ecclesiæ præposita
Chapter XLCaput XL
col. 1059–1060page 37 of 70
Caput XXXVI - XXXIX
PG 127:1059χισσα τοῦ ἐξαψάλμου ἀπάρξεται σχολαίως τε καὶ προσεκτικῶς ᾅδουσα αὐτό, καὶ ἡσύχῳ ὑπάδουσα τῇ φωνῇ· ἵν' ἔχοιεν ἀκολουθεῖν αὐτῇ αἱ λοιπαὶ ἀπρο. σκόπως, καὶ ἀπλανῶς, καὶ διεξιέναι καθ' ἑαυτὰς τὰ βήματα τῶν Ψαλμών. Οὕτω τε μετὰ τὴν τοῦ ἐξα ψάλμου ἐκπλήρωσιν, ἡ πᾶσα τοῦ Ὄρθρου ἀκόλουθα τελεσθήσεται κατὰ τὴν τοῦ Συναξαρίου περίληψιν· ὅπερ δὴ Συναξάριον καὶ περὶ τῆς τῶν ἁγίων νηστειῶν ἀκολουθίας, ἀκριβέστατα ὑμῖν ὑποθήσει. Καθὰ καὶ διαπρακτέον τά τε ἄλλα ὑμῖν, καὶ δὴ καὶ τὰς ἀγρυπνίας ἐν πάσῃ Κυριακῇ Δεσποτικῇ ἑορτῇ, καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων μνήμαις, ἃς διέξεισι τὸ Συναξάριον. Πλὴν ἐνταῦθα συγκαταβαίνουσα ἡ βασιλεία μου τῇ ἀσθενείᾳ ὑμῶν, καὶ περὶ τῶν ἀγρυπνιῶν συμπαθέστερον τι ἐπινενόηκε. Βούλομαι γὰρ, καὶ διορίζου μαι, τὰς μὲν ἐπὶ ταῖς Δεσποτικαῖς ἑορταῖς τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, καὶ τῆς παν άγνου Δεσποίνης καὶ Θεοτόκου, τελεῖσθαι μελλούσας ἀγρυπνίας, πάσας ολονυκτίους γίνεσθαι, καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ μεγάλου Κανόνος καὶ τὴν τῶν ἁγίων Παθῶν ἔτι γε μὴν καὶ τὴν τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ, καὶ τὴν τῶν ἁγίων καὶ κορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Τὰς δέ γε ἐπὶ τῶν Κυριακῶν ἡμερῶν, εἰ μή που ταύταις καὶ τῶν Δεσποτικῶν μία συνδράμῃ ἑορτῶν, θέρους μὲν τρί της ώρας, χειμωνος δὲ τετάρτης ἀρχομένης έκτε. λεῖν. Εἰ δέ που τύχοι δύο ἐν μιᾷ ἑβδομάδι συνδραμεῖν ἀγρυπνίας, μίαν μὲν, Δεσποτικής τινος ἑορτῆς, ἑτέραν δὲ, τῶν ἐν ταῖς Κυριακαῖς τετυπωμένων. Τὴν μὲν οὖν Δεσποτικὴν, εἴτε δὴ προηγήσεται, εἴτε καὶ μή, ολονύκτιον γίνεσθαι ἐντελλόμεθα· τὴν δὲ τῆς Κυριακής, ἕκτης ὥρας ἀρχομένης· ἴν' οὕτω μικρὸν ἀναπαυσάμεναι, προθυμότεραι τοῖς ἔμπροσθεν για νοισθε. Καὶ ἐπὶ τῷ ὄρθρῳ δὲ τῆς μετὰ τὴν ὁλονύ κτιον ἀγρυπνίαν ἡμέρας, βραδύτερον ὑμᾶς τοῦ συνή θους, ὡσεὶ μίαν ὥραν ἐξανίστασθαι ἡ βασιλεία μου βούλεται, καὶ ὀρθρίζειν· ἵνα τὰ σώματα ὑμῶν ἀπὸ τοῦ κόπου ἀνακτηθέντα, εἰς τὴν οἰκείαν αὖθις ἀπο καταστῶσιν ἰσχύν. 'Εξαψάλμου. Μεγάλου κανόνος. ΚΕΦΑΛ. Μ'. Περὶ τῆς εἰς τὴν τράπεζαν κλήσεως, καὶ τῆς ἐν αὐτῇ διαγωγής. Ἐπειδὴ περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας τὰ δοκοῦντα διείληπται, δεῖ λοιπὸν εἰπεῖν καὶ περὶ τῆς ἑστιάσεως τῶν μοναζουσῶν. Πληρωθείσης τοίνυν τῆς ἱερᾶς καὶ θείας λειτουργίας, ἐν τῷ ἄρθηκε προσμένειν ὀφείλουσιν, ἐκδεχόμεναι τὴν διὰ τοῦ συνήθους ξύλου πρόσκλησιν ἐπὶ τὴν κοινὴν τράπεζαν. Τοῦ ξύ λου δὲ κρουσθέντος, συνεξιέναι τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ, προσκυνεῖν δὲ τῇ προεστώσῃ, καὶ οὕτω τοῦ συνή θους ἀρξαμένας ψαλμοῦ ἠρεμαίᾳ καὶ καθηκούσῃ τῇ Τῶν ἁγίων Παθών.
hexapsalmum seu sex psalmos incipiet, lente et χισσα τοῦ ἐξαψάλμου ἀπάρξεται σχολαίως τε
attente illud canens, et quieta demissaque voce
psallens; ut reliquæ citra lapsum et errorem eam
subsequi valeant, et apud seipsas verba Psalmorum
mente revolvere. Et sic post expletum hexapsalmum, universum Matutini officium persolvetur, at
in Synaxario continetur, quod Synaxarium de
sanctorum quoque jejuniorum officio accuratissime
vos edocebit, necnon quomodo vobis peragenda
sint cum alia, tum vigiliæ, in omni Dominica, festo
Domini, et reliquis sanctorum memoriis', quas
enarrat Synaxarium.
Cæterum, imperatoria mea majestas hic vestræ
infirmitati se attemperans, circa vigilias clementius
quidpiam excogitavit. Volo enim et statuo, ut omnes vigiliæ in festis Domini Dei et Salvatoris nostri,
necnon castissimæ Dominæ et Deiparæ peragendæ,
per totam noctem agantur; pariterque vigilia magni Canonis, sacrarum Passionum, insuper Exaltationis venerandæ crucis, et sanctorum coryphæorumque apostolorum Petri et Pauli. Vigilias autem
quæ ante Dominicos dies peraguntur, nisi cum ip‐
sis festum aliquod Domini nostri concurrat, æstate
quidem tertia hora, hieme vero quarta incipiente,
explebitis. Si autem contigerit duas in hebdomade
una vigilias concurrere, unam quidem cujusdam
festi Domini, alteram vero ex illis quæ in Dominicis statutæ sunt: Domini quidem vigiliam sive
præcesserit, sive non, per totam noctem exigi ju- c
bemus, Dominicæ vero vigiliam sexta hora incipiente compleri: ut sic modico somno capto, alaGriores in sequentibus evadatis. Et in matutino diei
pervigilium subsequentis, solito tardius quasi una
hora vos surgere vult imperium meum, et matutinum agere; ut corpora vestra a labore recreata,
in proprium rursus robur restituantur.
καὶ προσεκτικῶς ᾅδουσα αὐτό, καὶ ἡσύχῳ ὑπάδουσα
τῇ φωνῇ· ἵν' ἔχοιεν ἀκολουθεῖν αὐτῇ αἱ λοιπαὶ ἀπρο.
σκόπως, καὶ ἀπλανῶς, καὶ διεξιέναι καθ' ἑαυτὰς τὰ
βήματα τῶν Ψαλμών. Οὕτω τε μετὰ τὴν τοῦ ἐξαψάλμου ἐκπλήρωσιν, ἡ πᾶσα τοῦ Ὄρθρου ἀκολου
θα τελεσθήσεται κατὰ τὴν τοῦ Συναξαρίου περίλη
ψιν· ὅπερ δὴ Συναξάριον καὶ περὶ τῆς τῶν ἁγίων
νηστειῶν ἀκολουθίας, ἀκριβέστατα ὑμῖν ὑποθήσει.
Καθὰ καὶ διαπρακτέον τά τε ἄλλα ὑμῖν, καὶ δὴ καὶ
τὰς ἀγρυπνίας ἐν πάσῃ Κυριακῇ Δεσποτικῇ ἑορτῇ,
καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων μνήμαις, ἃς διέξεισι τὸ Συναξάριον.
Πλὴν ἐνταῦθα συγκαταβαίνουσα ἡ βασιλεία μου
τῇ ἀσθενείᾳ ὑμῶν, καὶ περὶ τῶν ἀγρυπνιῶν συμπαθέστερόν τι ἐπινενόηκε. Βούλομαι γὰρ, καὶ διορίζου
μαι, τὰς μὲν ἐπὶ ταῖς Δεσποτικαῖς ἑορταῖς τοῦ
Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν, καὶ τῆς παν
άγνου Δεσποίνης καὶ Θεοτόκου, τελεῖσθαι μελλούσας
ἀγρυπνίας, πάσας ολονυκτίους γίνεσθαι, καὶ αὐτὴν
τὴν τοῦ μεγάλου Κανόνος καὶ τὴν τῶν ἁγίων
Παθῶν ἔτι γε μὴν καὶ τὴν τῆς Ὑψώσεως τοῦ
τιμίου Σταυροῦ, καὶ τὴν τῶν ἁγίων καὶ κορυφαίων
ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Τὰς δέ γε ἐπὶ τῶν
Κυριακῶν ἡμερῶν, εἰ μή που ταύταις καὶ τῶν
Δεσποτικῶν μία συνδράμῃ ἑορτῶν, θέρους μὲν τρί
της ώρας, χειμωνος δὲ τετάρτης ἀρχομένης έκτε.
λεῖν. Εἰ δέ που τύχοι δύο ἐν μιᾷ ἑβδομάδι συνδραμεῖν
ἀγρυπνίας, μίαν μὲν, Δεσποτικής τινος ἑορτῆς,
ἑτέραν δὲ, τῶν ἐν ταῖς Κυριακαῖς τετυπωμένων.
Τὴν μὲν οὖν Δεσποτικὴν, εἴτε δὴ προηγήσεται, εἴτε
καὶ μή, ολονύκτιον γίνεσθαι ἐντελλόμεθα· τὴν δὲ τῆς
Κυριακής, ἕκτης ὥρας ἀρχομένης· ἴν' οὕτω μικρὸν
ἀναπαυσάμεναι, προθυμότεραι τοῖς ἔμπροσθεν για
νοισθε. Καὶ ἐπὶ τῷ ὄρθρῳ δὲ τῆς μετὰ τὴν ὁλονύκτιον ἀγρυπνίαν ἡμέρας, βραδύτερον ὑμᾶς τοῦ συνή
θους, ὡσεὶ μίαν ὥραν ἐξανίστασθαι ἡ βασιλεία μου
βούλεται, καὶ ὀρθρίζειν· ἵνα τὰ σώματα ὑμῶν ἀπὸ τοῦ κόπου ἀνακτηθέντα, εἰς τὴν οἰκείαν αὖθις ἀπο
καταστῶσιν ἰσχύν.
CAPUT XL.
De vocatione ad mensam,et de disciplina ibi servanda.
Quandoquidem de ecclesiastico officio, ut nobis
visum est, tractavimus, de refectione monialium
deinceps dicendum Absoluta igitur sacra et divina
liturgia, in arthece seu vestibulo manere debent,
exspectantes vocationem ad communem mensam
per solitum lignum. Pulsato vero ligno, una exibunt cum ecclesiarchissa, et præfectæ reverentiam
facient, et sic postquam demissa et congruenti voce
consuetum inceperint psalmum nempe, ‹ Exaltabo
Montfauconii
'Εξαψάλμου. id est sex Psalmi Laudum,
nempe XLIII, XXXVII, II, LXXXVII, CII, CILU. Horologium
in Off. Matutini, quo nomine intelliguntur Laudes.
Μεγάλου κανόνος. Festum magni Canonis
occurrit feria quinta quintæ hebdomadis Quadragesimæ, id est, ante Dominicam Passionis; nam
illa hebdomas est ordine quinta apud Græcos, ut
ΚΕΦΑΛ. Μ'.
Περὶ τῆς εἰς τὴν τράπεζαν κλήσεως, καὶ τῆς ἐν
αὐτῇ διαγωγής.
Ἐπειδὴ περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας τὰ
δοκοῦντα διείληπται, δεῖ λοιπὸν εἰπεῖν καὶ περὶ τῆς
ἑστιάσεως τῶν μοναζουσῶν. Πληρωθείσης τοίνυν τῆς
ἱερᾶς καὶ θείας λειτουργίας, ἐν τῷ ἄρθηκε προσμέ
νειν ὀφείλουσιν, ἐκδεχόμεναι τὴν διὰ τοῦ συνήθους
ξύλου πρόσκλησιν ἐπὶ τὴν κοινὴν τράπεζαν. Τοῦ ξύ
λου δὲ κρουσθέντος, συνεξιέναι τῇ ἐκκλησιαρχίασῃ,
προσκυνεῖν δὲ τῇ προεστώσῃ, καὶ οὕτω τοῦ συνήθους ἀρξαμένας ψαλμοῦ ἠρεμαίᾳ καὶ καθηκούσῃ τῇ
notæ.
apud nos quarta. Dicitur magni Canonis, quia magnus Canon sancti Andrea Cretensis illo die canebatur.
Τῶν ἁγίων Παθών. Vigilia sacrarum Passionum occurrit nocte intercedente inter feriam
quintam in Coena Domini et feriam sextam in Pa·
rasceve.
་
col. 1061–1062page 38 of 70
PG 127:1061ἀναγνώσει, καὶ ταύτῃ μὲν τὰς ψυχὰς ευφραίνητε, φωνῇ, ἤγουν τοῦ, Υψώσω σε, ὁ Θεός μου, ο βασι λεύς μου, ο ηρέμα βαδίζειν ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ τὴν ψαλμὸν πληρωσάσας, καθέζεσθαι εὐτάκτως και θὼς ἂν ἡ καθηγουμένη τάξῃ καὶ τὰ τῆς καθέδρας αὐτῶν· οὕτω τε τῶν παρατιθεμένων εὐχαρίστως μεταλαμβάνειν· γινομένης συνήθως ἀναγνώσεως, χωρὶς θορύβου καὶ ταραχῆς, μόνης της προεστώσης, εἴ τι βούλοιτο φθεγγομένης, καὶ αὐτῆς ἠρεμαίως, καὶ τῆς ἀποκρίνεσθαι πρὸς αὐτὴν ὀφειλούσης ἠρε μαιοτέρᾳ τῇ φωνῇ χρωμένης, καὶ ὀλίγοις, ὡς οἷόν τε, καὶ συντεταγμένοις τοῖς ῥήμασιν· ὡς ἂν ἄκρας ἡσυχίας οὔσης ἐν τῇ τραπέζῃ, μόνῃ προσέχητε τῇ καὶ πιαίνητε, τοῖς δὲ παρατιθεμένοις τὰ σώματα τρέφητε. ΚΕΦΑΛ. ΜΑ'. Περὶ τοῦ ἐάν τις ἐν τῇ ἑστιάσει ἀτακτῇ. Ἐὰν δέ τις ἐν τῷ ἑστιᾶσθαι ὑμᾶς ταράσσουσα φαίνοιτο καὶ ταρασσομένη, θορυβοῦσά τε καὶ θορυ κουμένη, καὶ συγχέουσα τὴν ἀνάγνωσιν ἀκαίροις καὶ ἀπρεπέσι ῥήμασι, καὶ τὴν γαληνιαίαν τε καὶ ἠρεμαίαν κατάστασιν ἀφανίζουσα· κατασιγαζέσθω παρὰ τῆς τραπεζαρία; ἡσύχῳ παραινέσει τε καὶ νουθετήσει καὶ παυομένη μὲν ἐάσθω· ἐπιμένουσα δὲ, Ἐξεγειρέσθω τῆς τραπέζης καὶ ἄκουσα ὁρισμῷ τῆς καθη γουμένης· ἥτις, εἰ βούλοιτο, καὶ τὸ τῆς ἀτροφίας ἐπιτίμιον αὐτῇ ἐπιθήσει, ἢ καὶ ἄλλως, ὡς δοκεῖ, σωφρονίσει. ΚΕΦΑΛ. ΜΒ'. Περὶ τοῦ ἐάν τις περὶ προκαθεδρίας ἀμφισβητῇ. Ἐὰν δὲ καὶ μέχρι τοσούτου ταῖς αὔραις τις ὑμῶν ῥιπισθείη τοῦ Πονηροῦ, ὥστε δόξης ματαίας φροντίζειν καὶ προκαθεδρίας, καὶ προβάλλεσθαι πρὸς τοῦτο ἢ χρονιωτέραν ἐν τῇ μονῇ διαγωγήν, ἡ ἄλλην ἐνέρ γειαν ὁποιανοῦν· ἐντέλλομαι ἐν Κυρίῳ τὸν ἔσχατον αὐτῇ τόπον ἀποκληροῦν. Κἂν μὲν διορθωθείη, τῷ Θεῷ χάρις· εἰ δὲ ἀδιόρθωτος μένοι, ἐκδιώκειν αὐτὴνἀπὸ τῆς μονῆς, ὅπως μὴ καὶ ταῖς ἄλλαις τῆς τοιαύ της λύμης μεταδῷ. ΚΕΦΑΛ. ΜΓ. Περὶ τοῦ μὴ ζητεῖν τι παρ' ἀλλήλων. Ἐν μέντοιγε τῷ ἀριστᾷν, ἀλλήλαις οὐδαμῶς μετα- 1 δώσετε, οὔτε βρώματός τινος, οὔτε πόματος, ἄχρι γοῦν καὶ ῥανίδος τυχόν μικρᾶς εἰς τὸ καταψύξαι τὸ κερασθὲν ποτήριον, καὶ ζέον πλέον τοῦ δέοντος. Αλλ' ἡ δεομένη τοιούτου τινὲς μετ' εὐλαβείας ὅτι μάλιστα πολλῆς καὶ σεμνότητος παρὰ τῆς καθηγουμένης τὸ ἐνδέον αἰτήσεται. Κἂν μὲν τύχοι ταύτης ἐπινευούσης, κομιεῖται τὸ κελευσθέν· εἰ δὲ μή, συστελεῖ ἑαυτὴν, καὶ καθεσθήσεται μετὰ σιωπῆς, εὐχαριστοῦσα διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἐντολήν. Οὕτως οὖν ἐστια θεῖσαι ἐγερθήσεσθε ἀπὸ τῆς τραπέζης, καὶ τὴν τυπικὴν ἀκολουθίαν, καὶ τὴν εὐχὴν ἐκπληρώσασαι, εἰς τὸ κοιμητήριον ἀπελεύσεσθε.
TYPICUM.
mensam. Et expleto psalmo, cum debito ordine sedebunt, ut præfecta consessum ordinaverit, et sic
quæ apposita sunt cuni gratiarum actione sument.
Fialque de more lectio, sine tumultu et turba; sola
præfecta, si quid voluerit, loquente, sed demissa
voce, et quæ ipsi respondere debet demissiore voce
utetur, et paucis, quantum poterit, compositisque
verbis; ut summa quiete ad mensam facta, soli
lectioni attendatis, et ea quidem animas exhilaretis
et impinguetis, appositis vero corpus alatis.
ἀναγνώσει, καὶ ταύτῃ μὲν τὰς ψυχὰς ευφραίνητε,
φωνῇ, ἤγουν τοῦ, • Υψώσω σε, ὁ Θεός μου, ο βασι- te, Deus meus, Rex meus, quiete procedent ad
λεύς μου, ο ηρέμα βαδίζειν ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ
τὴν ψαλμὸν πληρωσάσας, καθέζεσθαι εὐτάκτως και
θὼς ἂν ἡ καθηγουμένη τάξῃ καὶ τὰ τῆς καθέδρας
αὐτῶν· οὕτω τε τῶν παρατιθεμένων εὐχαρίστως
μεταλαμβάνειν· γινομένης συνήθως ἀναγνώσεως,
χωρὶς θορύβου καὶ ταραχῆς, μόνης της προεστώσης,
εἴ τι βούλοιτο φθεγγομένης, καὶ αὐτῆς ἠρεμαίως,
καὶ τῆς ἀποκρίνεσθαι πρὸς αὐτὴν ὀφειλούσης ἠρεμαιοτέρᾳ τῇ φωνῇ χρωμένης, καὶ ὀλίγοις, ὡς οἷόν
τε, καὶ συντεταγμένοις τοῖς ῥήμασιν· ὡς ἂν ἄκρας
ἡσυχίας οὔσης ἐν τῇ τραπέζῃ, μόνῃ προσέχητε τῇ
καὶ πιαίνητε, τοῖς δὲ παρατιθεμένοις τὰ σώματα τρέφητε.
Περὶ τοῦ ἐάν τις ἐν τῇ ἑστιάσει ἀτακτῇ.
Ἐὰν δέ τις ἐν τῷ ἑστιᾶσθαι ὑμᾶς ταράσσουσα
φαίνοιτο καὶ ταρασσομένη, θορυβοῦσά τε καὶ θορυ
κουμένη, καὶ συγχέουσα τὴν ἀνάγνωσιν ἀκαίροις καὶ
ἀπρεπέσι ῥήμασι, καὶ τὴν γαληνιαίαν τε καὶ ἠρεμαίαν
κατάστασιν ἀφανίζουσα· κατασιγαζέσθω παρὰ τῆς
τραπεζαρία; ἡσύχῳ παραινέσει τε καὶ νουθετήσει
καὶ παυομένη μὲν ἐάσθω· ἐπιμένουσα δὲ, ἐξεγειρέσθω τῆς τραπέζης καὶ ἄκουσα ὁρισμῷ τῆς καθηγουμένης· ἥτις, εἰ βούλοιτο, καὶ τὸ τῆς ἀτροφίας
ἐπιτίμιον αὐτῇ ἐπιθήσει, ἢ καὶ ἄλλως, ὡς δοκεῖ, σωφρονίσει.
Περὶ τοῦ ἐάν τις περὶ προκαθεδρίας ἀμφισβητῇ.
Ἐὰν δὲ καὶ μέχρι τοσούτου ταῖς αὔραις τις ὑμῶν
ῥιπισθείη τοῦ Πονηροῦ, ὥστε δόξης ματαίας φροντί
ζειν καὶ προκαθεδρίας, καὶ προβάλλεσθαι πρὸς τοῦτο
ἢ χρονιωτέραν ἐν τῇ μονῇ διαγωγήν, ἡ ἄλλην ἐνέρ
γειαν ὁποιανοῦν· ἐντέλλομαι ἐν Κυρίῳ τὸν ἔσχατον
αὐτῇ τόπον ἀποκληροῦν. Κἂν μὲν διορθωθείη, τῷ
Θεῷ χάρις· εἰ δὲ ἀδιόρθωτος μένοι, ἐκδιώκειν αὐτὴν
ἀπὸ τῆς μονῆς, ὅπως μὴ καὶ ταῖς ἄλλαις τῆς τοιαύτης λύμης μεταδῷ.
Περὶ τοῦ μὴ ζητεῖν τι παρ' ἀλλήλων.
Ἐν μέντοιγε τῷ ἀριστᾷν, ἀλλήλαις οὐδαμῶς μετα- 1
δώσετε, οὔτε βρώματός τινος, οὔτε πόματος, ἄχρι
γοῦν καὶ ῥανίδος τυχόν μικρᾶς εἰς τὸ καταψύξαι τὸ
κερασθὲν ποτήριον, καὶ ζέον πλέον τοῦ δέοντος. Αλλ'
ἡ δεομένη τοιούτου τινὲς μετ' εὐλαβείας ὅτι μάλιστα
πολλῆς καὶ σεμνότητος παρὰ τῆς καθηγουμένης τὸ
ἐνδέον αἰτήσεται. Κἂν μὲν τύχοι ταύτης ἐπινευού
σης, κομιεῖται τὸ κελευσθέν· εἰ δὲ μή, συστελεῖ
ἑαυτὴν, καὶ καθεσθήσεται μετὰ σιωπῆς, εὐχαρι
στοῦσα διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἐντολήν. Οὕτως οὖν ἐστιαθεῖσαι ἐγερθήσεσθε ἀπὸ τῆς τραπέζης, καὶ τὴν
τυπικὴν ἀκολουθίαν, καὶ τὴν εὐχὴν ἐκπληρώσασαι,
εἰς τὸ κοιμητήριον ἀπελεύσεσθε.
19 Psal. cxLiv, 1.
CAPUT XLI.
Quid agendum, si qua in refectorio immodeste se
gesserit.
Si qua vero dum vos cihum sumetis perturbans
visa fuerit, et perturbata, tumultum movens, aut
commota, et confundens lectionem intempestivis et
indecentibus verbis, ac tranquillitatem, atque quietum statum tollens: tacere jubeatur a refectoraria,
leni adhortatione et monitione et si quidem quicverit, sinatur; si autem perseveraverit, amoveatur
a mensa vel invita, jussu præfectæ, quæ si libuerit, abstinentiæ a cibo pœnam ipsi imponet, vel
eam aliter, ut visum fuerit, castigabit.
CAPUT XLII.
Quid agendum, si qua de priori sede disputarit.
Si vero vestrum quæpiam eousque auris maligni
ventiletur, ut de inani gloria et priori consessu sollicita sit, et ea de causa prætendat, vel diuturniorem in monasterio conversationem, aut aliud quodlibet opus: jubeo in Domino ut ultimus ei locus
assignetur. Εt si quidem se emendaverit, Deo sit
gratia; si vero obstinala manserit, expellatur e
monasterio, ne aliis ejusmodi labem communicet.
CAPUT XLIII.
Quod nihil ab invicem quærendum sit.
Inter prandendum ad invicem nullatenus impertietis cibum quemlibet aut potum, ne quidem usque
ad stillam aquæ ad refrigerandum mistum poculum,
plus quam oportet ebulliens. Sed quæ hujusmodi
quopiam indiget, cum maxima reverentia et honestate, a præfecta necessariam rem postulabit. Et si
illa annuente id obtinuerit, quod jussum est auferet sin minus, seipsam cohibebit, et cum silentio
sedebit gratias agens propter Dei mandatum. Sic
igitur refectæ a mensa surgetis, typicoque officio
atque oratione expletis, ad dormitorium pergetis.
Chapter XLIV-XLVICaput XLIV - XLVI
col. 1063–1064page 39 of 70
Caput XLI - XLIII
PG 127:1063ΚΕΦΑΛ. ΜΑ'. Περὶ τοῦ ἀπαραίτητον εἶναι ταῖς ὑγιαινούσαις τὴν κοινὴν τράπεζαν, καὶ περὶ νοσουσῶν. Ταύτην δὲ τὴν κοινῇ εὐτρεπισθεῖσαν ὑμῖν τρά πεζαν, αἱ μὲν ὑγιαίνουσαι, ἀπροφάσιστον, καὶ ἀπαραίτητον ἔξετε· καὶ οὐδεμία ἔσται πρόφασις ἱκανὴ πρὸς παραίτησιν τῆς εἰς τὸ κοινὸν ἑστιατόριον συνελεύσεως. Αἱ ἀσθενοῦσαι δὲ ἰσχυρῶς, καὶ οὕτως ὥστε μή δύνασθαι τῆς κλίνης ἐξανίστασθαι ἢ ἀταράχως ὑπνοῦν, ἀλλ' ἐνοχλοῦσαι, καὶ ἐνοχλού μεναι, κατὰ γνώμην τῆς καθηγουμένη; ἐν ἰδιάζοντι κελλίῳ τεύξονται ἀναπαύσεως, καὶ θεραπείας ἐπισ μελεστέρας. Φροντιεῖ δὲ ἡ καθηγουμένη καὶ τῶν νοσουσῶν ἐπιμελέστερον, ὡς οἰκείων μελῶν· καὶ παρέξει ταύταῖς τὰ κατάλληλα προς διατροφὴν, πρόνοιάν τε ποιήσεται καὶ τῆς ἄλλης αὐτῶν ἀνα παύσεως. ΚΕΦΑΛ. ΜΕ. Περὶ τοῦ καὶ δευτέραν γίνεσθαι ἐστίασιν. Τοίνυν μετὰ τὸ τὰς μοναχὰς ἀναστῆναι τῆς τρα πέζης, ἑστίασις δευτέρα γινέσθω ἄρτων τε παρατιθεμένων καὶ βρωμάτων, ὅσα ἐν τῇ πρώτῃ παρατέθειται τραπέζῃ. Καὶ ἑστιάσθωσαν οἱ διακονήσασα:. Μὴ ἐξέστω δὲ, ὅπερ καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἑστιάσει τυπωθῆναι διέλαθεν, ἀνισταμένῃ τῆς τραπέζης, αἴρειν τι μεθ᾿ ἑαυτῆς ἐκ τῶν παρακειμένων, μήτε ἄρτον, μήθ' ἕτερόν τι· ἀλλὰ μηδὲ τῶν μοναχῶν τις αἰτείτω μεθ᾿ ἑαυτῆς λαβεῖν, ἢ μαγειρείαν, ἢ ὅσπριον, ἢ ἄλλο τι, ἀλλὰ κοινῇ πᾶσαι ἐστιάσθωσαν. ΚΕΦΑΛ. ΜϚ'. Περὶ τῆς ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέραις τροφῆς. Ἡ δὲ τροφὴ ὑμῶν ἔσται ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέρας κατὰ τὸ ἄριστον· Τρίτῃ μὲν, καὶ Πέμπτῃ, καὶ Σ βάτῳ, καὶ Κυριακῇ, ἐδέσματα δύο ή τρία, ε! τῇ καθηγουμένῃ δοκοίη, δι᾿ ἰχθύων καὶ τυροῦ· ἐν δὲ τῇ δευτέρα, δύο ή τρία δι' ἐσπρίων ἑψητῶν σὺν ἐλαίῳ, καὶ ὀστρακοδέρμων, εἰ εὑρίσκοντο· τετράδι τε καὶ Παρασκευή δύο ή τρία εδέσματα δι' οσπρίων έψη τῶν σὺν ἐλαίῳ καὶ λαχάνων ὁμοίως. Εἰ δὲ καὶ ἐν αὐταῖς, τῇ δευτέρα, φημί, τετράδι τε, καὶ παρασκευῇ παρά τινων φιλοχρίστων γένηται παράκλησις ἢ ἑορτὴ τύχῃ Δεσποτική, ή τινος τῶν δώδεκα ἁγίων ἀποστόλων, ἢ τῶν ἐπισήμων μαρ τύρων, ἢ ἱεραρχῶν, ἐσθίειν καὶ τότε ἰχθύας, αὐτῆς ἡγουμένης ταύτου φροντιζούσης· εἰ μή τις ἴη [εἴη?] παρ' ἑτέρων παράκλησις. Ἡ δὲ πόσις ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς λιταῖς ἡμέραις ἔσται μετὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου ὅτε δὲ τῇ προεστώσῃ δόξει, καὶ ἐπαυξηθήσεται καθόσον αὐτῇ βουλητόν. Κατὰ δὲ τὸ δεῖπνον τῶν αὐτῶν ἡμερῶν παρατεθήσεται ὑμῖν ἄρτος, καὶ λάχανα τὰ κατὰ Παράκλησις. παράκλησις Εξαγίου.
Quòd
quæ
CAPUT XLIV.
bene valent communem mensam detrectare
nequeant, et de infirmis.
In hac autem communi vobis parata mensa, dum
bene valebitis, nullo prætextu nullaque petitione
admissa, refectionem sumetis; et nulla erit idonea
occasio detrectandi conventum in commune refectorium. Quæ vero graviter ægrotant, et sic ut a
lecto surgere aut tranquille dormire nequeant, sed
turbas moveant et turbatæ sint; jussu præfectæ in
peculiari cella, quiete et accuratiore obsequio donabuntur. Præfecta vero ægras diligentius quasi
propria membra curabit; ipsisque ad victum congruentia tribuet, sollicitudinemque geret de alia
carum recreatione.
CAPUT XLV.
Quod secunda fieri debeat refectio.
Postquam igitur moniales a mensa surrexerint,
altera fiat refectio, appositis panibus et cibis, quantum in prima mensa appositi sunt, et reficiantur
quæ ministravere. Neque liceat (quod in prima
refectione statuere, memoria excidit) surgenti a
mpensa, quidpiam secum ex appositis, sive panem,
sive quid aliud, tollere. Sed neque monacharum
quædam pulmentum vel legumina, aut quidquam
aliud secum sumere petat, sed in communi omnes
reficiantur.
CAPUT XLVI.
De victu in diebus litaniarum, seu processionum.
Cibus vester in diebus processionum ad prandium
erit, tertia quidem et quinta feria, Sabbato et Dominica, duo fercula aut tria, si præfectæ visum
fuerit, ex piscibus et caseo. Secunda feria, duo vel
tria ex leguminibus coctis cum oleo, et ex conchyliis, si reperiantur. Tetrade vero et Parasceve, seu
quarta, et sexta feria, duo vel tria fercula ex leguminibus co 't' cum oleo, et ex oleribus simili
modo.
Si autem in ipsis feriis secunda, quarta et Parasceve a quibusdam Christi amantibus fiat consolatio, aut Domini solemnitas occurrat, sive quædam
duodecim sanctorum apostolorum, vel insignium
martyrum, seu pontificum; tunc pisces quoque comedetis, hoc curante præfecta; nisi quædam accedat ab aliis consolatio.
Polus vero vester in omnibus litaniarum diebus,
erit cum majore hexagio: at ubi præfectæ visum
fuerit, augebitur quantum ipsi libuerit. Ad cœnam
autem eorumdem dierum apponetur vobis panis cum
oleribus secundum tempestatem, et modici fructus
Περὶ τοῦ ἀπαραίτητον εἶναι ταῖς ὑγιαινούσαις
τὴν κοινὴν τράπεζαν, καὶ περὶ νοσουσῶν.
Ταύτην δὲ τὴν κοινῇ εὐτρεπισθεῖσαν ὑμῖν τράπεζαν, αἱ μὲν ὑγιαίνουσαι, ἀπροφάσιστον, καὶ
ἀπαραίτητον ἔξετε· καὶ οὐδεμία ἔσται πρόφασις
ἱκανὴ πρὸς παραίτησιν τῆς εἰς τὸ κοινὸν ἐστιατό
ριον συνελεύσεως. Αἱ ἀσθενοῦσαι δὲ ἰσχυρῶς, καὶ
οὕτως ὥστε μή δύνασθαι τῆς κλίνης ἐξανίστασθαι
ἢ ἀταράχως ὑπνοῦν, ἀλλ' ἐνοχλοῦσαι, καὶ ἐνοχλού
μεναι, κατὰ γνώμην τῆς καθηγουμένη; ἐν ἰδιάζοντι
κελλίῳ τεύξονται ἀναπαύσεως, καὶ θεραπείας ἐπισ
μελεστέρας. Φροντιεῖ δὲ ἡ καθηγουμένη καὶ τῶν
νοσουσῶν ἐπιμελέστερον, ὡς οἰκείων μελῶν· καὶ
παρέξει ταύταῖς τὰ κατάλληλα προς διατροφὴν,
πρόνοιάν τε ποιήσεται καὶ τῆς ἄλλης αὐτῶν ἀνα
παύσεως.
Περὶ τοῦ καὶ δευτέραν γίνεσθαι ἐστίασιν.
Τοίνυν μετὰ τὸ τὰς μοναχὰς ἀναστῆναι τῆς τραπέζης, ἑστίασις δευτέρα γινέσθω ἄρτων τε παρατι
θεμένων καὶ βρωμάτων, ὅσα ἐν τῇ πρώτῃ παρατέ
θειται τραπέζῃ. Καὶ ἑστιάσθωσαν οἱ διακονήσασα:.
Μὴ ἐξέστω δὲ, ὅπερ καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἑστιάσει
τυπωθῆναι διέλαθεν, ἀνισταμένῃ τῆς τραπέζης,
αἴρειν τι μεθ᾿ ἑαυτῆς ἐκ τῶν παρακειμένων, μήτε
ἄρτον, μήθ' ἕτερόν τι· ἀλλὰ μηδὲ τῶν μοναχῶν τις
αἰτείτω μεθ᾿ ἑαυτῆς λαβεῖν, ἢ μαγειρείαν, ἢ ὅσπριον,
ἢ ἄλλο τι, ἀλλὰ κοινῇ πᾶσαι ἐστιάσθωσαν.
ΚΕΦΑΛ. ΜϚ'.
Περὶ τῆς ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέραις τροφῆς.
Ἡ δὲ τροφὴ ὑμῶν ἔσται ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέρας
κατὰ τὸ ἄριστον· Τρίτῃ μὲν, καὶ Πέμπτῃ, καὶ Σ26βάτῳ, καὶ Κυριακῇ, ἐδέσματα δύο ή τρία, ε! τῇ
καθηγουμένῃ δοκοίη, δι᾿ ἰχθύων καὶ τυροῦ· ἐν δὲ τῇ
δευτέρα, δύο ή τρία δι' ἐσπρίων ἑψητῶν σὺν ἐλαίῳ,
καὶ ὀστρακοδέρμων, εἰ εὑρίσκοντο· τετράδι τε καὶ
Παρασκευή δύο ή τρία εδέσματα δι' οσπρίων έψη
τῶν σὺν ἐλαίῳ καὶ λαχάνων ὁμοίως.
Εἰ δὲ καὶ ἐν αὐταῖς, τῇ δευτέρα, φημί, τετράδι
τε, καὶ παρασκευῇ παρά τινων φιλοχρίστων γένηται
παράκλησις ἢ ἑορτὴ τύχῃ Δεσποτική, ή τινος
τῶν δώδεκα ἁγίων ἀποστόλων, ἢ τῶν ἐπισήμων μαρ
τύρων, ἢ ἱεραρχῶν, ἐσθίειν καὶ τότε ἰχθύας, αὐτῆς
ἡγουμένης ταύτου φροντιζούσης· εἰ μή τις ἴη [εἴη?]
παρ' ἑτέρων παράκλησις.
Ἡ δὲ πόσις ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς λιταῖς ἡμέραις
ἔσται μετὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου ὅτε δὲ τῇ
προεστώσῃ δόξει, καὶ ἐπαυξηθήσεται καθόσον αὐτῇ
βουλητόν. Κατὰ δὲ τὸ δεῖπνον τῶν αὐτῶν ἡμερῶν
παρατεθήσεται ὑμῖν ἄρτος, καὶ λάχανα τὰ κατὰ
¡Montfauconii notæ.
Παράκλησις. Eodem fere sensu hic usurpatur, quo consolatio apud Latinos: hæc enim erat
parva cœna monachis in solatium concessa. In hoc
auten typico παράκλησις ut plurimum accipitur
pro refectione extraordinaria, in qua pisces vel
conchylia apponebantur.
Εξαγίου. Vulgo apud Graecos auctores vox
hæc usu venit pro pondere sex unciarum, hic au -
tem pro mensura.
col. 1065–1066page 40 of 70
PG 127:1065καιρὸν, καὶ ὁπῶραι μικραὶ κατὰ γνώμην τῆς προ εντώσης. Τὸ δέ τοι πόμα δοθήσεται μετὰ τοῦ μεί ζονος ἐξαγίου. ΚΕΦΑΛ, ΜΖ'. Περὶ τῆς ἐν τῇ μεγάλῃ Τεσσαρακοστῇ τροφῆς. Ταῦτα μὲν ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέραις τοῦ ἐνιαυτοῦ. Εν δέ γε ταῖς τῶν ἁγίων Νηστειῶν οὐχ οὕτως. Καὶ πρό γε τῶν ἄλλων, ἐν τῇ πρώτῃ καὶ μεγίστῃ, ἧς κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς πρώτης ἑβδομάδος, ήγουν κατὰ τὴν δευτέραν, μήθ' ἱερουργητέον, μήτε τρα πέζης φροντιστέον, ἢ βρώσεως· ταῖς μέντοι ἑξῆς ἡμέραις τῆς τοιαύτης ἑβδομάδος, καὶ τράπεζαν πα μαθετέον, καὶ βρώσεως τὴν αἱρουμένην μεταληπτέον, ἥτις δὲ ἔσται ἐξ ὀσπρίων διαβρόχων υδατι, καὶ ὠμῶν τινων λαχάνων, ἴσως καὶ ὀπωρῶν. Πόμα δὲ πίεσθε θερμὸν ὕδωρ κυμίνῳ συνηρτυμένον Εν μέντοι τῇ Παρασκευῇ έψητά τινα βρωτέον ὑμῖν ἐδέσματα δύο, τὸ μὲν ἐν μετὰ ἐλαίου, τὸ δὲ ἕτερον χωρὶς ἐλαίου· καὶ οἶνον ποτέον μετὰ τοῦ μείζονος Εξαγίου διδόμενον, διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγίου μεγα λομάρτυρος Θεοδώρου ἣν ἡ προεστῶσα ὀφείλει ἐπιτελεῖν χρεωστικῶς, καὶ παρακαλεῖν ὑμᾶς κατά τὴν τοῦ Σαββάτου ἡμέραν, καὶ ὀστρακοδέρμοις τὴν ἀδελφότητα ἐστιᾷν. Εἰ δὲ παρά τινος τῶν φιλοχρίστων παράκλησις γένοιτο, καὶ δι᾿ ἰχθύων ἑστιαθή σεσθε. Ἡ μὲν δὲ [. δή] πρώτη ἑβδομὰς τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οὕτως ὑμῖν ἀνυέσθω· τοῖς δὲ Σάββασι πᾶσι, καὶ ταῖς Κυριακαῖς τῆς αὐτῆς ἁγίας νηστείας, τρία παρατιθέσθω ὑμῖν ἐδέσματα μαγειρευτά μετέχοντα ἐλαίου. Διδόσθω δὲ καὶ εἰς πόσιν τὸ σύνηθες μέγα κρασοβόλιον, τὸ δ' αὐτὸ γινέσθω καὶ τῇ τετράδι τῆς μεσονηστίμου, καὶ τῇ πέμπτῃ τοῦ μεγάλου Κανόνος. Ταῖς δέ γε τρίταις καὶ πέμ πταις ταῖς ἄλλαις, δύο μὲν ὑμῖν ἐδέσματα παρατεθήσονται μαγειρευτά, ἀμφότερα ελαίου μετέχοντα εἶνες δὲ τῷ ἐλάττονι ἐξαγίῳ μετρούμενος. Τὰς μέν του δευτέρας δύο εδέσματα μαγειρευτά παρατεθήσονται· ὧν τὸ ἐν μετὰ ἐλαίου, τὸ δὲ ἕτερον ἐλαίου ἀμέτοχον. Καὶ οἶνος δὲ τῷ ἐλάττονι ἐξαγίῳ μετρού μενο;, ὅπερ ἐστὶ τοῦ μείζονος τὸ ἥμισυ. Τὰς δὲ τετράδας καὶ παρασκευάς δύο ἐδέσματα μαγειρευτά μὲν, ἐλαίου δὲ ἀμέτοχα· καὶ ἡ πόσις οἶνος τῷ ἐλάτ τονι ἐξαγίῳ μετρούμενος. Εἰ δὲ ἐν δευτέρᾳ τινί, ἢ τρίτῃ, ἢ πέμπτῃ, ἢ Σα βάτῳ, ἢ Κυριακῇ τύχῃ τὴν μνήμην συνδραμεῖν τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου ἢ τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα, ἢ τῆς ἑορτῆς τοῦ εὐαγγελισμοῦ, καὶ δι᾿ ἰχθύων ἑστιατέον, καὶ οἴνου Υδωρ κυμίνῳ συνηρτυμένον. Θεοδώρου.
TYPICUM.
καιρὸν, καὶ ὁπῶραι μικραὶ κατὰ γνώμην τῆς προ- juxta præfectæ sententiam. lotus vero dabitur cum
εντώσης. Τὸ δέ τοι πόμα δοθήσεται μετὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου.
Περὶ τῆς ἐν τῇ μεγάλῃ Τεσσαρακοστῇ τροφῆς.
Ταῦτα μὲν ἐν ταῖς λιταῖς ἡμέραις τοῦ ἐνιαυτοῦ.
Εν δέ γε ταῖς τῶν ἁγίων Νηστειῶν οὐχ οὕτως. Καὶ
πρό γε τῶν ἄλλων, ἐν τῇ πρώτῃ καὶ μεγίστῃ, ἧς κατὰ
τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς πρώτης ἑβδομάδος, ήγουν
κατὰ τὴν δευτέραν, μήθ' ἱερουργητέον, μήτε τρα
πέζης φροντιστέον, ἢ βρώσεως· ταῖς μέντοι ἑξῆς
ἡμέραις τῆς τοιαύτης ἑβδομάδος, καὶ τράπεζαν παμαθετέον, καὶ βρώσεως τὴν αἱρουμένην μεταληπτέον,
ἥτις δὲ ἔσται ἐξ ὀσπρίων διαβρόχων υδατι, καὶ
ὠμῶν τινων λαχάνων, ἴσως καὶ ὀπωρῶν. Πόμα δὲ
πίεσθε θερμὸν ὕδωρ κυμίνῳ συνηρτυμένον Εν
μέντοι τῇ Παρασκευῇ έψητά τινα βρωτέον ὑμῖν
ἐδέσματα δύο, τὸ μὲν ἐν μετὰ ἐλαίου, τὸ δὲ ἕτερον
χωρὶς ἐλαίου· καὶ οἶνον ποτέον μετὰ τοῦ μείζονος
Εξαγίου διδόμενον, διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου ἣν ἡ προεστῶσα ὀφείλει
ἐπιτελεῖν χρεωστικῶς, καὶ παρακαλεῖν ὑμᾶς κατά
τὴν τοῦ Σαββάτου ἡμέραν, καὶ ὀστρακοδέρμοις τὴν
ἀδελφότητα ἐστιᾷν. Εἰ δὲ παρά τινος τῶν φιλοχρί
στων παράκλησις γένοιτο, καὶ δι᾿ ἰχθύων ἑστιαθήσεσθε.
Ἡ μὲν δὲ [1. δή] πρώτη ἑβδομὰς τῆς ἁγίας καὶ
μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οὕτως ὑμῖν ἀνυέσθω· τοῖς
δὲ Σάββασι πᾶσι, καὶ ταῖς Κυριακαῖς τῆς αὐτῆς
ἁγίας νηστείας, τρία παρατιθέσθω ὑμῖν ἐδέσματα
μαγειρευτά μετέχοντα ἐλαίου. Διδόσθω δὲ καὶ εἰς
πόσιν τὸ σύνηθες μέγα κρασοβόλιον, τὸ δ' αὐτὸ γινέσθω
καὶ τῇ τετράδι τῆς μεσονηστίμου, καὶ τῇ πέμπτῃ
τοῦ μεγάλου Κανόνος. Ταῖς δέ γε τρίταις καὶ πέμπταις ταῖς ἄλλαις, δύο μὲν ὑμῖν ἐδέσματα παρατε
θήσονται μαγειρευτά, ἀμφότερα ελαίου μετέχοντα·
εἶνες δὲ τῷ ἐλάττονι ἐξαγίῳ μετρούμενος. Τὰς μέν
του δευτέρας δύο εδέσματα μαγειρευτά παρατεθή
σονται· ὧν τὸ ἐν μετὰ ἐλαίου, τὸ δὲ ἕτερον ἐλαίου
ἀμέτοχον. Καὶ οἶνος δὲ τῷ ἐλάττονι ἐξαγίῳ μετρούμενο;, ὅπερ ἐστὶ τοῦ μείζονος τὸ ἥμισυ. Τὰς δὲ
τετράδας καὶ παρασκευάς δύο ἐδέσματα μαγειρευτά
μὲν, ἐλαίου δὲ ἀμέτοχα· καὶ ἡ πόσις οἶνος τῷ ἐλάτ
τονι ἐξαγίῳ μετρούμενος.
majore hexagio.
CAPUT XLVII.
De victu in magna Quadragesima.
Hæc quidem in diebus processionum anni. In
sacrorum vero jejuniorum diebus, non sic. Et ante
alia in primo et maximo jejunio, cujus prima die
primæ hebdomadis, nempe feria secunda, neque
sacrificandum, neque de mensa aut cibo curandum
est: diebus vero sequentibus hujus hebdomadis
mensa apponenda est, et cibum sumet quæ voluerit,
nempe legumina aqua madefacta, necnon cruda
quædam olera, vel forte fructus. In potum vero bibetis aquam calidam cumino conditam. In Parasceve tamen cocta quædam vobis comedenda sunt,
nimirum fercula duo, unum quidem cum oleo,
aliud vero absque oleo; vinumque bibendum cun!
majori hexagio dalum, ob festum sancti magni martyris Theodori, quod cum debito ritu præfectanı
celebrare oportet, et consolari vos in die Sabbati,
sororesque conchyliis excipere. Si vero a quodam
ex Christo devotis consolatio accedet, pisces quoque comedetis.
Prima itaque hebdomas sanciæ et magnæ Quadragesima sic a vobis exigetur. Sabbatis autem
omnilus, et Dominicis ejusdem sancti jejunii, tria
apponentur vobis cocta fercula, oleo condita. Detur
autem in potum solitum magnum crasobolium seu
cyathus. Idipsum fat tetrade sive feria quarta medii
jejunii, et feria quinta magni Canonis. Tertiis vero
et quintis feriis reliquis, duo quidem vobis fercula
cocta apponentur, ambo oleo condita; vinum vero
minoris hexagii mensura. Feriis autem secundis
duo fercula cocta apponentur, quorum unum cum
oleo, alterum vero absque oleo; et vinum mensura
minoris hexagii, quod est majoris media
pars. Feriis
quartis et Parascevis, duo fercula, cocta quidem,
sed oleo non condita in potum autem, vinum minoris hexagii mensura.
Εἰ δὲ ἐν δευτέρᾳ τινί, ἢ τρίτῃ, ἢ πέμπτῃ, ἢ Σα6βάτῳ, ἢ Κυριακῇ τύχῃ τὴν μνήμην συνδραμεῖν τῆς
εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου
ἢ τῶν ἁγίων Τεσσαράκοντα, ἢ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καὶ δι᾿ ἰχθύων ἑστιατέον, καὶ οἴνου
Si vero cum quadam feria secunda, sive tertia,
sive quinta, vel Sabbato, vel Dominica concurrerit
memoria Inventionis venerandi capitis Præcursoris, aut sanctorum Quadraginta, sive festi AnnunLialionis; et pisces comedendi sunt, et vinum dannotae.
Montfauconii
Υδωρ κυμίνῳ συνηρτυμένον. Aqua cumino condita, qua non soli Græci monachi et moniales, sed et Latini utebantur, ut videre est in
Regula Magistri, cap. 43, ubi de Quadragesima
agens, hæc habet: Firmis vero, vel suo volo abstinentibus, mista salibus cum cumino vel apii semine
calida aqua misceatur. Vide notam Hugonis Me -
nardi nostri in hunc locum, Concord. Regul. p. 841.
Θεοδώρου. Is erat sanctus Theodorus tyro,
cujus solemnitas 17 Februarii occurrit; ac præter
PATROL. GR. CXXVII.
hanc solemnitatem, memoria ejusdem sancti quotannis recolebatur Sabbato primo Quadragesima,
ob magnum miraculum ab ipso eadem die editum,
de quo fusius Triodion Græc. In cujus sancti honorem, non modo die Sabbati quo ejus memoria recolebatur, sed et feria sexia pracedenti jejunii
rigorem relaxare jubentur moniales.
Duplex Inventio capitis sancti Joannis Ba
ptiste celebrabatur 24 Febr. Vide Menæa et eruditiss. Cangium.
Chapter XLVIICaput XLVII
col. 1067–1068page 41 of 70
PG 127:1067μεταδοτέον τῷ μείζονι ἐξαγίῳ, ή οίκοθεν όψωνιζο μένων τῶν ἰχθύων, ἢ παρακλήσεως στελλομένης παρὰ τῶν φιλοχρίστων. Εἰ δέ τις τῶν εἰρημένων ἑορτῶν, ἐν μιᾷ τῶν τῆς πρώτης εβδομάδος ἡμερῶν τύχῃ τελεῖσθαι, ἐπίσης ταῖς τρίταις καὶ πέμπταις τῶν ἄλλων ἑβδομάδων τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς ἑστιατέον ἐν βρώμασιν, οἴνου δὲ μεταδοτέον τῷ μεί ζονι εξαγίῳ. Τὰς ἄλλας τοίνυν πάσας ἁγίας ἡμέρας τῆς Τεσσαρακοστῆς, οὐκ ἐξέσται ὑμῖν ἰχθυοφαγεῖν τὸ σύνολον, εἰ μὴ παράκλησις ἴσως πεμφθείη παρά τινος ἐν Σαββάτῳ, ἢ Κυριακῇ. Τῆς ἑορτῆς δὲ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐπιστάσης, λαμπρῶς ἑορταστέον εἰς δύναμιν, καὶ ἰχθύων μετα ληπτέον, οίκοθεν όψωνιζομένων, καὶ οἴνου ποτέον διὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου. Ιχθυοφαγήσετε δὲ ἐν τῇ ἁγίᾳ ταύτῃ ἑορτῇ, ὡς εἴρηται, ἐὰν μὴ τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ ἑβδομάδι συνδράμῃ· τότε γὰρ τοῖς ὀστρα κοδέρμοις χρήσεσθε μόνοις, μᾶλλον δὲ παρακληθήσεσθε, διὰ τὴν ἑορτήν. Ἐπεὶ τὰς τρεῖς ἡμέρας ταύτης τῆς ἑβδομάδος, ήγουν δευτέρα, τρίτῃ, καὶ τετράδι διάγειν εἰκὸς, τισὶν οσπρίοις διαβρόχοις, καὶ λαχάνοις ὠμοῖς, καὶ ὁπώραις ταῖς παρατυχούσαις αρκού μεναι, καὶ τῷ κυμινάτῳ θερμῷ πόματι. Εἰ δὲ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ καὶ τρίτῃ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης εβδο μάδος συνδράμῃ ἡ προδηλωθεῖσα ἑορτὴ τοῦ εὐαγγελισμοῦ, ἢ τῇ μεγάλῃ πέμπτῃ, τοῖς ὀστρακοδέρμος χρήσεσθε μόνοις· εἰ δὲ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ τετράδι, καὶ Παρασκευῇ, ἢ καὶ αὐτῷ τῷ μεγάλῳ Σαββάτῳ, τῇ μὲν μεγάλῃ τετράδι, καὶ τῇ μεγάλη Παρασκευή οσπρίοις τισὶν ἐψητοῖς, καὶ λαχάνοις σὺν ἐλαίῳ, ἀρ κεσθήσεσθε· μεταληπτέον δὲ καὶ οἴνου τῷ μείζονι ἐξαγίῳ. Ἐν δὲ τῷ ἁγίῳ Σαββάτῳ, ἀπέστω πᾶσα μέσ ριμνα περισπασμὸν ἐμποιοῦσα. Οὐ γὰρ διὰ τὴν ἑορτὴν καταλύσετε τὴν τοῦ μεγάλου Σαββάτου νησ στείαν, ᾧ μόνῳ νηστεύειν ἀπὸ πάντων κανονικῶς παρελάβομεν. Ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τηρητέον τὰς τῶν θείων Πατέρων διατάξεις, καὶ ἐργαστέον ὑμῖν ὡς δυνατόν, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, πᾶν ἕτερον ἐν αὐταῖς ἀγαθόν. ι Καὶ γὰρ,» φησί, κ τοῦτό ἐστι τὸ ἑορτάζειν, ἡμῶν ψυχῇ τι θησαυρίζειν τῶν ἑστώ των καὶ κρατουμένων, ἀλλὰ μὴ τῶν ὑποχωρούντων καὶ λυομένων, καὶ μικρὰ σαινόντων τὴν αἴσθησιν, τὰ πλεῖστα δὲ βλαπτόντων κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον.» Καὶ πάλιν Αρκετὸν τῷ σώματι ἡ κακία αὐτοῦ τί δὲ δεῖ τῇ φλογὶ πλείονος ὕλης, ἢ τῷ θηρίῳ δαψιλεστέρας τροφῆς, ἵνα μᾶλλον δυσκάθεκτον γένη ται, καὶ τοῦ λογισμοῦ βιαιότερον; Διὰ ταῦτα γοῦν ἑορταστέον πνευματικώς, ο Τῇ τοίνυν ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πέμπτῃ, ὅτε μὴ ἑορ τάζομεν τὸν Εὐαγγελισμὸν, κατὰ τὰς τρίτας καὶ πέμπτα; τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡ ἑστίασις ἔσται ὑμῖν ἐν τοῖς ἐδέσμασιν· ὁ δὲ οἶνο; τῷ μείζονι ἐξαγίῳ. Τῇ μέντοι ἁγίᾳ Παρασκευῇ, εἰ μὴ ἡ προλεχθεῖσα ἑορτὴ τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου συνδράμῃ, οὐδόλως μαγειρευτέον λαχάνων δέ τινων ἡμῶν, καὶ ἐπωρῶν μεταληπτέον"
dum est mensura magni lexagii: sive pisces domus a μεταδοτέον τῷ μείζονι ἐξαγίῳ, ή οίκοθεν όψωνιζο
sumptibus in obsonium dentur, sive consolatio a
Christi amatoribus mittatur. Si quam vero meinoTatarum solemnitatum in aliqua dierum prinæ heldomadis celebrari contingat, perinde atqne in ter-
∙tiis et quintis feriis aliarum hebdomadum sanctæ
Quadragesimæ cibi comedendi sunt; vinum autem
dandum majoris hexagii mensura. In aliis itaque
omnibus sanctis Quadragesimæ diebus, nullatenus
licebit vobis pisces comedere, nisi forte consolatio
`a quopiam missa fuerit Sabbato, aut Dominica.
Adveniente autem Annuntiationis festo, splendide pro viribus celebrandum est, piscesque comedendi sunt, domus sumptibus in obsonium comparati vinumque bibendum mensura majoris hexagii.
Pisces auten in sancta illa solemnitate comedetis, 5
ut dictum est, nisi in sancta et magna hebdomade
-occurrerit: tunc enim solis conchyliis utemini, seu
polius consolationem accipietis ob solemnitatem.
Nam tres dies illius hebdomadis, secundam scilicet,
tertiam et quartam feriam, vos exigere par est, quiLusdam leguminibus madefaclis, oleribus crudis,
et fructibus forte obviis, contentas, cum calido
cuminato potu. Si vero dictum Annuntiationis festum cum secunda aut tertia feria sauctæ et magnæ
hebdomada concurrerit, vel cum magna quinta
feria, solis conchyliis utemini: si autem cum magna feria quarta, Parasceve, vel ipso magno Sabbato; in magna quidem feria quarta et magna Parasceve, legumina quædam cocta et olera cum oleo
vobis sufficient: vinique sumetis majus hexagium.
In sancto autem Sabbato absit omnis cura animum
distrahens ob festum namque illud non solvetis
jejunium magni Sabbati, in quo solo omnibus absdinendum esse canonice accepimus; sed potius
servanda divinorum Patrum statuta, ac in ipsis pro
viribus, juxta Theologum Gregorium, aliud omne
bonum vobis efficiendum est.. Etenim, inquit
illud est festum agere, menti nostræ aliquid eorum
thesaurizare, quæ stabilia sunt et retinentur non
autem suffugiunt et dilabuntur, leviterque sensum
demulcent, ut plurimum autem nocent, meo quidem judicio.» Et rursus: ‹ Sufficit corpori malitia
sua; quid flammæ ampliore materia opus est, aut
bellur copiosiore cibo, ut efrenatior reddatur, et
ratiocinio violentior? quocirca nobis spiritualiter
feriandum est. ›
In sancta igitur et magna quinta feria, quando
non celebramius Annuntiationem, sicut in tertiis et
quintis feriis reliquarum hebdomadum, Quadragesimæ refectionem sumetis, quantum ad fercula;
vinum vero mensura majoris hexagii. In sancta autem Parasceve, nisi prius memorata immaculate
Dominæ nostræ Deiparæ solemnitas cum ea concurrerit, nihil omnino coquendum est; oleribus
Orat. 44 in Pentecost.
μένων τῶν ἰχθύων, ἢ παρακλήσεως στελλομένης
παρὰ τῶν φιλοχρίστων. Εἰ δέ τις τῶν εἰρημένων
ἑορτῶν, ἐν μιᾷ τῶν τῆς πρώτης εβδομάδος ἡμερῶν
τύχῃ τελεῖσθαι, ἐπίσης ταῖς τρίταις καὶ πέμπταις
τῶν ἄλλων ἑβδομάδων τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς
ἑστιατέον ἐν βρώμασιν, οἴνου δὲ μεταδοτέον τῷ μεί
ζονι εξαγίῳ. Τὰς ἄλλας τοίνυν πάσας ἁγίας ἡμέρας
τῆς Τεσσαρακοστῆς, οὐκ ἐξέσται ὑμῖν ἰχθυοφαγεῖν τὸ
σύνολον, εἰ μὴ παράκλησις ἴσως πεμφθείη παρά
τινος ἐν Σαββάτῳ, ἢ Κυριακῇ.
Τῆς ἑορτῆς δὲ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐπιστάσης,
λαμπρῶς ἑορταστέον εἰς δύναμιν, καὶ ἰχθύων μετα
ληπτέον, οίκοθεν όψωνιζομένων, καὶ οἴνου ποτέον
διὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου. Ιχθυοφαγήσετε δὲ ἐν τῇ
ἁγίᾳ ταύτῃ ἑορτῇ, ὡς εἴρηται, ἐὰν μὴ τῇ ἁγίᾳ καὶ
μεγάλῃ ἑβδομάδι συνδράμῃ· τότε γὰρ τοῖς ὀστρα
κοδέρμοις χρήσεσθε μόνοις, μᾶλλον δὲ παρακληθήσε
σθε, διὰ τὴν ἑορτήν. Ἐπεὶ τὰς τρεῖς ἡμέρας ταύτης
τῆς ἑβδομάδος, ήγουν δευτέρα, τρίτῃ, καὶ τετράδι
διάγειν εἰκὸς, τισὶν οσπρίοις διαβρόχοις, καὶ λαχά
νοις ὠμοῖς, καὶ ὁπώραις ταῖς παρατυχούσαις αρκού
μεναι, καὶ τῷ κυμινάτῳ θερμῷ πόματι. Εἰ δὲ καὶ ἐν
τῇ δευτέρᾳ καὶ τρίτῃ τῆς ἁγίας καὶ μεγάλης εβδομάδος συνδράμῃ ἡ προδηλωθεῖσα ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγε
λισμοῦ, ἢ τῇ μεγάλῃ πέμπτῃ, τοῖς ὀστρακοδέρμος
χρήσεσθε μόνοις· εἰ δὲ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ τετράδι,
καὶ Παρασκευῇ, ἢ καὶ αὐτῷ τῷ μεγάλῳ Σαββάτῳ,
τῇ μὲν μεγάλῃ τετράδι, καὶ τῇ μεγάλη Παρασκευή
οσπρίοις τισὶν ἐψητοῖς, καὶ λαχάνοις σὺν ἐλαίῳ, ἀρ
κεσθήσεσθε· μεταληπτέον δὲ καὶ οἴνου τῷ μείζονι
ἐξαγίῳ. Ἐν δὲ τῷ ἁγίῳ Σαββάτῳ, ἀπέστω πᾶσα μέσ
ριμνα περισπασμὸν ἐμποιοῦσα. Οὐ γὰρ διὰ τὴν
ἑορτὴν καταλύσετε τὴν τοῦ μεγάλου Σαββάτου νησ
στείαν, ᾧ μόνῳ νηστεύειν ἀπὸ πάντων κανονικῶς
παρελάβομεν. Ἀλλὰ καὶ μᾶλλον τηρητέον τὰς τῶν
θείων Πατέρων διατάξεις, καὶ ἐργαστέον ὑμῖν ὡς
δυνατόν, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, πᾶν ἕτερον
ἐν αὐταῖς ἀγαθόν. ι Καὶ γὰρ,» φησί, κ τοῦτό ἐστι
τὸ ἑορτάζειν, ἡμῶν ψυχῇ τι θησαυρίζειν τῶν ἑστώ
των καὶ κρατουμένων, ἀλλὰ μὴ τῶν ὑποχωρούντων
καὶ λυομένων, καὶ μικρὰ σαινόντων τὴν αἴσθησιν,
τὰ πλεῖστα δὲ βλαπτόντων κατὰ τὸν ἐμὸν λόγον.»
Καὶ πάλιν
• Αρκετὸν τῷ σώματι ἡ κακία αὐτοῦ·
τί δὲ δεῖ τῇ φλογὶ πλείονος ὕλης, ἢ τῷ θηρίῳ δαψιλεστέρας τροφῆς, ἵνα μᾶλλον δυσκάθεκτον γένηται, καὶ τοῦ λογισμοῦ βιαιότερον; Διὰ ταῦτα γοῦν
ἑορταστέον πνευματικώς, ο
Τῇ τοίνυν ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πέμπτῃ, ὅτε μὴ ἑορ
τάζομεν τὸν Εὐαγγελισμὸν, κατὰ τὰς τρίτας καὶ
πέμπτα; τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων τῆς Τεσσαρακοστῆς,
ἡ ἑστίασις ἔσται ὑμῖν ἐν τοῖς ἐδέσμασιν· ὁ δὲ οἶνο;
τῷ μείζονι ἐξαγίῳ. Τῇ μέντοι ἁγίᾳ Παρασκευῇ, εἰ
μὴ ἡ προλεχθεῖσα ἑορτὴ τῆς παναχράντου Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου συνδράμῃ, οὐδόλως μαγειρευτέον·
λαχάνων δέ τινων ἡμῶν, καὶ ἐπωρῶν μεταληπτέον"
Montfauconii notæ.
col. 1069–1070page 42 of 70
PG 127:1069καὶ οἴνου τῷ μείζονι διδομένου εξαγίῳ, διὰ τὴν ἐκ τῆς ἀγρυπνίας κόπον. Ἐν δὲ τῷ ἁγίῳ Σαββάτῳ ἀπέστω πᾶσα μέριμνα περισπασμὸν ἐμποιοῦσα· μόνος δὲ διακλυσμός γινέσθω κατὰ τὸ ἔθος, κἂν ἡ τῆς παναχράντου Δε σποίνης ἡμῶν Θεοτόκου συνδράμῃ ἑορτὴ τοῦ εὐαγγελισμοῦ. Τοῦτον μὲν δὴ τὸν τρόπον ἡ ἐν τῇ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστῇ δίαιτα τῶν τροφῶν ὑμῶν ἐχέτω, τῆς περὶ τῶν ἀσθενουσῶν φροντίδος, τῇ δια κρίσει τῆς προεστώσης ανατεθείσης· τὰ δὲ τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων αὐτίκα δὴ τυπωθήσεται. ΚΕΦΑΛ. ΜΗ'. Περὶ τῆς ἐν τῇ τῶν ἁγίων Αποστόλων τεσσαρακοστῇ καὶ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων τρό φῆς. Μετὰ τὸ τελεσθῆναι τὴν πᾶσαν ἀκολουθίαν τῶν τε ὡρῶν, καὶ τῆς θείας λειτουργίας, ὡς τὸ Συναξάριον διέξεισι, καλείτω ὑμᾶς ἡ τράπεζα κατὰ τὸν ἄνω διαταγέντα τύπον ἑβδόμης ὥρας ἐνισταμένης, ἐν ᾗ κατὰ μὲν τὴν δευτέραν, τετράδα, καὶ Παρασκευήν, δύο ἐδέσματα ὑμῖν σὺν ἐλαίῳ ἁψητὰ ἐσθιέσθω, καὶ οἶνος πινέσθω διὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου. Κατὰ δὲ τὰς τρίτας, καὶ τὰς πέμπτας, δύο ή τρία ὅμοια ἐδέσματα, καθὼς ἡ προεστῶσα θελήσει. Τὰ δὲ Σάβ βατα, καὶ τὰς Κυριακάς, καὶ ἰχθύων μεταληπτέον οἴκοθεν παρεχομένων, εἰ μὴ διάκρισις παρά τις νος στέλλοιτο. Καὶ οἶνος δὲ ἐν ἀπάσαις ταῖς ἡμέ ραις, ὁ μετὰ τοῦ μείζονος ἔσται ἐξαγίου. ᾿Αλλὰ καὶ δεῖπνος [ἰσ. δεῖπνον, δεῖπνος] ἐν ἁπάσαις παρατιθέσθω ἄρτου, καὶ λαχάνων ὠμῶν καὶ ὀπωρῶν, τῶν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖ νον, καὶ οἶνο; ὁ τοῦ μείζονος ἐξαγίου, διὰ τὸ καυσῶδες καὶ ξηραντικὸν τοῦ καιροῦ. "Αν δέ τις ἴῃ παράκλησις, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ημερα μεταληπτέον καὶ τότε ἰχθύων, εὐχαριστούσας. Καὶ ἡ τῶν ἁγίων δὲ τοῦ Χριστοῦ Γενεθλίων Τεσ σαρακοστή, ὁμοία ἔσται τῇ τῶν ἁγίων Αποστόλων, ἔν τε ταῖς βρώσεσι, καὶ ταῖς πότεσι· καὶ ἡ ἀκο λουθία ἔσται πᾶσα κατὰ τὸ Συναξάριον. Δυσὶ δὲ τού τοις μόνοις ἡ ἐν ταύτῃ τῇ Τεσσαρακοστῇ δίαιτα τῆς τῶν ἁγίων Αποστόλων παραλλάττειν ὀφείλει· τῷ τε ἅπαξ ἐστιᾶσθαι ἐννάτη γὰρ ὥρα τὴν ἑστίασιν ὑμῖν παραθήσει, νηστείας αγομένης. Νηστεία δὲ εἴη πάντως, ὁπότε τὸ, ο Θεός Κύριος, ἐν τῷ ὄρθρῳ μὴ ψάλλοιτο· ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις δείπνου βραχέως παρατιθεμένου ὑμῖν διὰ τὸ ἄριστον μὴ κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν γίνεσθαι, ἀλλὰ ταχύτερον), καὶ τῷ οἶνον δίδοσθαι τῷ ἐλάττονι κρασοβολίῳ ἐν τῷ δείπνῳ ἐν ταῖς ἡμέραις, ἐν οἷς δειπνεῖν συγκεχώ Διακλυσμός, Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν οὐκ ἐξερχόμεθα τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καθώ ἡμεθα ἐν τοῖς τόποις ἡμῶν, καὶ εἰσέρχεται ὁ κολλα ρίτης, καὶ ἐπιδίδωσι τοῖς ἀδελφοῖς ἀνὰ κλάσματος ἄρτου, καὶ ἀνὰ ἐξ ἰσχάδων, ἢ φοινίκων, καὶ ἀπὸ ἑνὸς ερασιβολίου οίνου, ἡμῶν δὲ διακλυομένων. διακλυσμῷ Διάκρισις παράκλησις.
106)
TYPICUM.
καὶ οἴνου τῷ μείζονι διδομένου εξαγίῳ, διὰ τὴν ἐκ autem quibusdam crudis, et fructibus refectio suτῆς ἀγρυπνίας κόπον.
menda est; et vinum cum majore hexagio dandum,
ob vigiliarum laborem.
Ἐν δὲ τῷ ἁγίῳ Σαββάτῳ ἀπέστω πᾶσα μέριμνα
περισπασμὸν ἐμποιοῦσα· μόνος δὲ διακλυσμός
γινέσθω κατὰ τὸ ἔθος, κἂν ἡ τῆς παναχράντου Δε
σποίνης ἡμῶν Θεοτόκου συνδράμῃ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγ
γελισμοῦ. Τοῦτον μὲν δὴ τὸν τρόπον ἡ ἐν τῇ ἁγία
καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστῇ δίαιτα τῶν τροφῶν ὑμῶν
ἐχέτω, τῆς περὶ τῶν ἀσθενουσῶν φροντίδος, τῇ διακρίσει τῆς προεστώσης ανατεθείσης· τὰ δὲ τῶν ἁγίων
᾿Αποστόλων αὐτίκα δὴ τυπωθήσεται.
Περὶ τῆς ἐν τῇ τῶν ἁγίων Αποστόλων Τεσσαρα
κοστῇ καὶ τῶν Χριστοῦ Γενεθλίων τρό
φῆς.
At in sancto Sabbato absit omnis cura animum
distrahens: solumque dilutum de more hat; quamvis immaculate Dominæ nostræ Deiparæ Annuntiationis festum concurrerit. Ea victus ratione in
sancta et magna Quadragesima utemini; infirmarum cura præfectæ discretioni reposita. De sanclorum apostolorum (Quadragesima) illico statuetur.
CAPUT XLVIII.
De victu in Quadragesima sanctorum apostolorum et
Christi Natalitiorum.
Postquam totum officium Horarum et divinæ
liturgiæ expleveritis, ut Synaxarium narrat, advocet
vos mensa, juxta superius statutam formam, instante septima hora: ubi secunda quidem, quarta
feria et Parasceve, duo fercula cum oleo cocta comedetis; vinumque bibetis magni hexagii mensura.
Tertiis vero et quintis feriis, duo vel tria similia fercula, ut præfecta voluerit. Sabbatis autem et Dominicis pisces quoque edendi sunt domus sumptibus
appositi, nisi discretio a quopiam millatur, et vinum cunctis diebus cum majore hexagio dabitur.
Sed et cœna quotidie apponatur, nempe panis,
diera cruda, et fructus illius tempestatis, vinumque mensura majoris hexagii, propter æstum et siccitatem temporis. Si qua vero accedat consolatio.
aliis quoque diebus pisces comedetis gratias agenΜετὰ τὸ τελεσθῆναι τὴν πᾶσαν ἀκολουθίαν τῶν τε
ὡρῶν, καὶ τῆς θείας λειτουργίας, ὡς τὸ Συναξάριον
διέξεισι, καλείτω ὑμᾶς ἡ τράπεζα κατὰ τὸν ἄνω
διαταγέντα τύπον ἑβδόμης ὥρας ἐνισταμένης, ἐν ᾗ
κατὰ μὲν τὴν δευτέραν, τετράδα, καὶ Παρασκευήν,
δύο ἐδέσματα ὑμῖν σὺν ἐλαίῳ ἁψητὰ ἐσθιέσθω, καὶ
οἶνος πινέσθω διὰ τοῦ μείζονος ἐξαγίου. Κατὰ δὲ
τὰς τρίτας, καὶ τὰς πέμπτας, δύο ή τρία ὅμοια
ἐδέσματα, καθὼς ἡ προεστῶσα θελήσει. Τὰ δὲ Σάββατα, καὶ τὰς Κυριακάς, καὶ ἰχθύων μεταληπτέον
οἴκοθεν παρεχομένων, εἰ μὴ διάκρισις παρά τις
νος στέλλοιτο. Καὶ οἶνος δὲ ἐν ἀπάσαις ταῖς ἡμέ
ραις, ὁ μετὰ τοῦ μείζονος ἔσται ἐξαγίου. ᾿Αλλὰ καὶ
δεῖπνος [ἰσ. δεῖπνον, quanquam alibi reperiatur
δεῖπνος] ἐν ἁπάσαις παρατιθέσθω ἄρτου, καὶ λαχά G
νων ὠμῶν καὶ ὀπωρῶν, τῶν κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, καὶ οἶνο; ὁ τοῦ μείζονος ἐξαγίου, διὰ τὸ καυ
σῶδες καὶ ξηραντικὸν τοῦ καιροῦ. "Αν δέ τις ἴῃ παράκλησις, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ημερα μεταληπτέον καὶ
τότε ἰχθύων, εὐχαριστούσας.
Καὶ ἡ τῶν ἁγίων δὲ τοῦ Χριστοῦ Γενεθλίων Τεσ
σαρακοστή, ὁμοία ἔσται τῇ τῶν ἁγίων Αποστόλων,
ἔν τε ταῖς βρώσεσι, καὶ ταῖς πότεσι· καὶ ἡ ἀκολουθία ἔσται πᾶσα κατὰ τὸ Συναξάριον. Δυσὶ δὲ τούτοις μόνοις ἡ ἐν ταύτῃ τῇ Τεσσαρακοστῇ δίαιτα τῆς
τῶν ἁγίων Αποστόλων παραλλάττειν ὀφείλει· τῷ
τε ἅπαξ ἐστιᾶσθαι ἐννάτη γὰρ ὥρα τὴν ἑστίασιν
ὑμῖν παραθήσει, νηστείας αγομένης. Νηστεία δὲ
εἴη πάντως, ὁπότε τὸ, ο Θεός Κύριος, ἐν τῷ
ὄρθρῳ μὴ ψάλλοιτο· ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις δείπνου
βραχέως παρατιθεμένου ὑμῖν διὰ τὸ ἄριστον μὴ
κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν γίνεσθαι, ἀλλὰ ταχύτερον),
καὶ τῷ οἶνον δίδοσθαι τῷ ἐλάττονι κρασοβολίῳ ἐν τῷ
δείπνῳ ἐν ταῖς ἡμέραις, ἐν οἷς δειπνεῖν συγκεχώ
tes.
Quadragesima quoque Christi Natalitiorum simi.
tis erit Quadragesimæ sanctorum Apostolorum,
quoad cibum et potum, totumque olicium fiet juxta
Synaxarium. His duobus duntaxat diferet hujus
Quadragesima victus, a victu Quadragesimæ sanctorum Apostolorum; quod semel comedatur, nona
enim hora vobis refectionem apponet, dum jejunatur (jejunium vero semper servabitur, ubi, ‹ Deus
Dominus, in Malutino non psalletur: aliis diebus modica cæna apponetur vobis, eo quod pran
dium, non hora nona, sed citius sumptum fuerit):
et quod vinum detur minoris crasobolii seu cyathi
mensura ad cœnam, quibus diebus cœnare conces
sum est. In festo autem Ingressus Deiparæ in SanMontfauconii nota.
Διακλυσμός, quid sit, his Triodii verbis
mdicatur in Oficio Sabbati sancti: Μετὰ δὲ τὴν
ἀπόλυσιν οὐκ ἐξερχόμεθα τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ καθώ
ἡμεθα ἐν τοῖς τόποις ἡμῶν, καὶ εἰσέρχεται ὁ κολλαρίτης, καὶ ἐπιδίδωσι τοῖς ἀδελφοῖς ἀνὰ κλάσματος
ἄρτου, καὶ ἀνὰ ἐξ ἰσχάδων, ἢ φοινίκων, καὶ ἀπὸ ἑνὸς
ερασιβολίου οίνου, ἡμῶν δὲ διακλυομένων. id est:
Post dimissionem non egredimur ex ecclesia, sed
in locis nostris sedemus; et ingreditur cellarites,
datque fratribus singulis frustum panis, sex caricas,
vel sex dactylos, et ex uno vini crasobolio neb.s
vero dilutis, etc. De διακλυσμῷ item, in typico
sancti Sabæ, et alibi sæpe.
Quadragesima sanctorum Aposto.orum observabatur a diebus Pentecostes exclusive ad festum sanctorum apostolorum Petri et Pauli. Quadragesima vero Christi Natalitiorum a decima quinta
Novembris ad Christi Nativitatem. Quartam addebant plurimi Quadragesimam ante Dormitionem
Deiparae.
Διάκρισις eodem omnino sensu usurpatur,
quo supra παράκλησις.
Chapter XLIX-LICaput XLIX - LI
col. 1071–1072page 43 of 70
Caput XLVIII
PG 127:1071ρηται. Εν δέ γε τῇ ἑορτῇ τῆς εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων εἰσίδου τῆς Θεοτόκου, καὶ ἰχθύσι τρα φήσεσθε κἂν μηδεὶς προσενέγκοι· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἡμέραις, ὅτε παρά τινος προσενεχθείεν. ΚΕΦΑΛ. ΜΟ'. Περὶ τοῦ μὴ λαθροφαγεῖν. Τῶν μὲν οὖν κατὰ τὴν τροφὴν οὕτως ὑμῖν διατυ πωθέντων, καὶ ἀποχὴν λαθραίας βρώσεως τε καὶ πόσεως εἰσηγούμεθα· καὶ φεύγετε ταύτην ὁπότη δύναμις· ἐκεῖνο διὰ παντὸς φέρουσαι κατά νοῦν, ὅτι καὶ κατ᾿ ἀρχὰς βρῶσις ἡμᾶς ὑπήγαγε τῷ θανάτῳ παρήκοος, καὶ τῆς ἐν παραδείσῳ διαγωγῆς ἀπεστέρησε, τοῦ πονηροῦ καὶ ἀρχεκάκου δαίμονος αὐτὴν εἰσ ηγησαμένου· ὅστις ἐξ ἐκείνου καὶ μέχρι τοῦ νῦν, οὐ παύεται τοῖς τὸν κατ᾿ αὐτοῦ πόλεμον ἀναδεξαμένοις, ὡς ἀρχαῖον ὅπλον τὴν λαθραίαν καὶ ἀπηγορευμένην γεῦσιν βρωτοῦ τινος ἢ ποτοῦ προβαλλόμενος, καὶ μὴ μόνον προβαλλόμενος, ἀλλὰ καὶ συνηγορῶν τῇ λαθραίᾳ γεύσει, καὶ κατὰ φύσιν εἶναι λέγων τὸ πρᾶγμα καὶ ἀναιτίατον. Υμεῖς δὲ μὴ ἀγνοήσητε αὐτοῦ τὰ νοήματα, πρὸς τὸ τέλος τῆς συμβουλῆς ἀφορῶσαι, ὅτι παράβασίς ἐστιν ἐντολῆς. ΚΕΦΑΛ. Ν'. Περὶ ἀκτησίας. Ἵνα γοῦν τὴν τοιαύτην παγίδα τοῦ πονηροῦ εἰ χερῶς ὑπερβαίνητε, ἀκτησίαν ἐσχάτην ἡμεῖς ὑμῖν ἐπιτάττομεν, τὰ μέγιστα συμβαλέσθαι δυναμένην ἣν φυλάττουσαι, ἀμογητὶ τὸν τῆς λαθραιοφαγοπου σίας διαδιδράσκοιτε κίνδυνον· ὁ γὰρ ἔχων μηδέν, τι νος ἂν γεύσοιτο; "Ακραν τοιγαροῦν ἀκτησίαν ἀσκή σατε, οὐκ ἐν χρήμασι μόνον μέχρι καὶ ὀβολοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν βρώμασί τε καὶ πόμασι μέχρι τοῦ ἐλαχίστου. Ωστε γὰρ μὴ παραβαίνεσθαι τὴν τοιαύτην ἐντολὴν ἡμῶν, καὶ τῇ προεστώσῃ εἰσηγούμεθα, ὁσάκις, καὶ ὅτε βούλοιτο διερευνᾷν ὑμᾶς, καὶ μηδὲν πλέον ἔχειν ἐν τῶν παρὰ τοῦ κοινοβιακοῦ κανόνος συγχωρουμένων. ΚΕΦΑΛ. ΝΑ'. Περὶ τοῦ μὴ δεῖν τὰς μοναχὰς ἐπὶ ταῖς τοῦ τυ πικοῦ ὑποθήκαις περὶ τῆς κοινοβιακῆς διαγωγῆς ἀθυμεῖν. Ταῖς τοιαύταις ἡμῶν ὑποθήκαις καὶ εἰσηγήσεσιν οὐ μόνον μὴ ἀθυμεῖν ὑμᾶς, μηδ' ἄχθεσθαι, ἀλλὰ καὶ χαίρειν καὶ ἀγαλλιᾶσθαι εἰκός· ὅτι πάσης ἀπολελυμέναι φροντίδος, ἐν ἔργον ἀπερίσπαστον ἔξετε τὴν τῆς πνευματικῆς σωτηρίας φροντίδα καὶ ἐπιμέλειαν. Τράπεζάν τε γὰρ κοινὴν ὑμῖν ἡτοιμάσαμεν οὐδενὸς τῶν ἀναγκαίων ἐπιδεῖ· ἦν καὶ ἕξετε μέχρι παντός ἀπαραίτητόν τε καὶ ἀπροφάσιστον, κατ' οὐδένα τρό πον αὐτὴν παραιτούμεναι. Κἂν γὰρ δι᾿ ἄσκησιν λέγῃ τις ἐθέλειν τῆς κοινῆς τραπέζης ἀπολιμπάνεσθαι, ἀλλ' ἐξὸν καὶ παρούσῃ γενέσθαι μὲν ἑκάστου τῶν παρατιθεμένων, κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον. Εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων εισόδου. ἐρωτήσει 18.
cta sanctorum piscibus vescemini, etsi nullus obtu- ρηται. Εν δέ γε τῇ ἑορτῇ τῆς εἰς τὰ Ἅγια τῶν
Jerit; aliis vero diebus, ubi a quopiam oblati
fuerint.
CAPUT XLIX.
Quod clam comedendum non sit.
fis quæ ad victum spectant sic vobis constitutis,
suademus, ut a furtivo esu et potu abstineatis,
illumque tota virtute fugiatis: illud semper in
mente versantes, quod ab initio esus inobsequens
nos morti subegit, nosque a paradisi habitatione
privavit, maligno malorunique auctore diabolo, ipsum inducente, qui ab illo tempore usque ad præsens, non cessat iis qui bellum contra ipsum susceperint, antiquissimum telum, furtivam scilicet et prohibitam degustationem cibi alicujus vel potus, objicere, et non solum objicere, sed etiam patrocinari fure
tivæ degustationi, dicens, eam rem esse secundum
naturam, et culpa vacare. Vos vero ejus cogitationes ne ignoretis, ad finem consilii respicientes, quia
Aransgressio præcepti est.
CAPUT L.
De paupertate.
Ut igitur talem maligni laqueum facile transiliatis extremam vobis paupertatem præcipimus, quæ
maxime prodesse potest: quam servantes, sine labore furtivi esus vel potus periculum effugeritis;
qui enim nihil habet, quidnam gustaverit? Summæ
igitur paupertati operam date, non tantum in pecuniis usque ad obolum, sed et in cibo et potu
usque ad minimum quodlibet. Quo enim hujusmodi
nostrum præceptum non violetur, hortamur præfectam ut quoties, et quando voluerit, vos perlustret, et nihil plus habere sinat, quam a cœnobitica regula concedatur.
CAPUT LI.
Quod non debeant moniales ob typici de cœnobitico
instituto præcepta, animo deficere.
Ob hujusmodi nostra præcepta, et admonitiones,
par est vos non solum animo non deficere, neque p
Gravari, sed etiam gaudere et exsultare; quod omni
cura solutæ, unum opus absque distractione habeatis, curam scilicet, et sollicitudinem spiritualis
salutis. Mensam enim communem vobis paravimus
nulla re necessaria indigentem, a qua, nulla causa
vel prætextu abesse poteritis, nullo modo eam
detrectantes; etsi quoque aliqua diceret, se exercitationis gratia a communi mensa velle abessa.
Attamen licet præsenti, ex singulis quæ apponuntur gustare quidem, juxta magnum Basilium
ἁγίων εἰσίδου τῆς Θεοτόκου, καὶ ἰχθύσι τρα
φήσεσθε κἂν μηδεὶς προσενέγκοι· ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις
ἡμέραις, ὅτε παρά τινος προσενεχθείεν.
ΚΕΦΑΛ. ΜΟ'.
Περὶ τοῦ μὴ λαθροφαγεῖν.
Τῶν μὲν οὖν κατὰ τὴν τροφὴν οὕτως ὑμῖν διατυ
πωθέντων, καὶ ἀποχὴν λαθραίας βρώσεως τε καὶ
πόσεως εἰσηγούμεθα· καὶ φεύγετε ταύτην ὁπότη
δύναμις· ἐκεῖνο διὰ παντὸς φέρουσαι κατά νοῦν, ὅτι
καὶ κατ᾿ ἀρχὰς βρῶσις ἡμᾶς ὑπήγαγε τῷ θανάτῳ
παρήκοος, καὶ τῆς ἐν παραδείσῳ διαγωγῆς ἀπεστέ
ρησε, τοῦ πονηροῦ καὶ ἀρχεκάκου δαίμονος αὐτὴν εἰσηγησαμένου· ὅστις ἐξ ἐκείνου καὶ μέχρι τοῦ νῦν,
οὐ παύεται τοῖς τὸν κατ᾿ αὐτοῦ πόλεμον ἀναδεξαμένοις, ὡς ἀρχαῖον ὅπλον τὴν λαθραίαν καὶ ἀπηγορευμένην γεῦσιν βρωτοῦ τινος ἢ ποτοῦ προβαλλόμενος,
καὶ μὴ μόνον προβαλλόμενος, ἀλλὰ καὶ συνηγορῶν
τῇ λαθραίᾳ γεύσει, καὶ κατὰ φύσιν εἶναι λέγων τὸ
πρᾶγμα καὶ ἀναιτίατον. Υμεῖς δὲ μὴ ἀγνοήσητε
αὐτοῦ τὰ νοήματα, πρὸς τὸ τέλος τῆς συμβουλῆς
ἀφορῶσαι, ὅτι παράβασίς ἐστιν ἐντολῆς.
Περὶ ἀκτησίας.
Ἵνα γοῦν τὴν τοιαύτην παγίδα τοῦ πονηροῦ εἰ
χερῶς ὑπερβαίνητε, ἀκτησίαν ἐσχάτην ἡμεῖς ὑμῖν
ἐπιτάττομεν, τὰ μέγιστα συμβαλέσθαι δυναμένην
ἣν φυλάττουσαι, ἀμογητὶ τὸν τῆς λαθραιοφαγοπου
σίας διαδιδράσκοιτε κίνδυνον· ὁ γὰρ ἔχων μηδέν, τι
νος ἂν γεύσοιτο; "Ακραν τοιγαροῦν ἀκτησίαν ἀσκή -
σατε, οὐκ ἐν χρήμασι μόνον μέχρι καὶ ὀβολοῦ, ἀλλὰ
καὶ ἐν βρώμασί τε καὶ πόμασι μέχρι τοῦ ἐλαχίστου.
Ωστε γὰρ μὴ παραβαίνεσθαι τὴν τοιαύτην ἐντολὴν
ἡμῶν, καὶ τῇ προεστώσῃ εἰσηγούμεθα, ὁσάκις, καὶ
ὅτε βούλοιτο διερευνᾷν ὑμᾶς, καὶ μηδὲν πλέον ἔχειν
ἐν τῶν παρὰ τοῦ κοινοβιακοῦ κανόνος συγχωρουμένων.
Περὶ τοῦ μὴ δεῖν τὰς μοναχὰς ἐπὶ ταῖς τοῦ τυ
πικοῦ ὑποθήκαις περὶ τῆς κοινοβιακῆς διαγω
γῆς ἀθυμεῖν.
Ταῖς τοιαύταις ἡμῶν ὑποθήκαις καὶ εἰσηγήσεσιν
οὐ μόνον μὴ ἀθυμεῖν ὑμᾶς, μηδ' ἄχθεσθαι, ἀλλὰ καὶ
χαίρειν καὶ ἀγαλλιᾶσθαι εἰκός· ὅτι πάσης ἀπολελυμέναι φροντίδος, ἐν ἔργον ἀπερίσπαστον ἔξετε τὴν
τῆς πνευματικῆς σωτηρίας φροντίδα καὶ ἐπιμέλειαν.
Τράπεζάν τε γὰρ κοινὴν ὑμῖν ἡτοιμάσαμεν οὐδενὸς
τῶν ἀναγκαίων ἐπιδεῖ· ἦν καὶ ἕξετε μέχρι παντός
ἀπαραίτητόν τε καὶ ἀπροφάσιστον, κατ' οὐδένα τρό
πον αὐτὴν παραιτούμεναι. Κἂν γὰρ δι᾿ ἄσκησιν
λέγῃ τις ἐθέλειν τῆς κοινῆς τραπέζης ἀπολιμπά
νεσθαι, ἀλλ' ἐξὸν καὶ παρούσῃ γενέσθαι μὲν ἑκάστου
τῶν παρατιθεμένων, κατὰ τὸν μέγαν Βασίλειον.
Montfauconii nota.
Εἰς τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων εισόδου. Festum
Ingressus Deiparæ in Sancta sanctorum, est festum
Præsentationis, in quo Deipara ingressa est in
templum.
Basil. Reg. fusius disputatarum Ερωτή
σει 18.
col. 1073–1074page 44 of 70
PG 127:1073Οπερ και τὸν ἐπιγινόμενον τῇ νηστείᾳ καταβάλλειν εἴωθε τύφον· μὴ ἐσθίειν δὲ, ὡς εἶναι μόνην εὐπαράδεκτον αἰτίαν εἰς ἀπόλειψιν τῆς κοινῆς ἑστιάσεως, νόσον τῇ προεστώσῃ τῆς μονῆς οὐκ ἀγνοουμένην. ΚΕΦΑΛ. ΝΒ. Περὶ τοῦ πᾶσαν τὴν διοίκησιν τῶν μοναζουσῶν ἀπὸ τῶν εἰσόδων γίνεσθαι τῆς μονῆς. Καὶ ἄμφια δὲ καὶ περιβλήματα, καὶ σκεπάσματα, καὶ τὴν λοιπὴν χρείαν ἀπὸ τῶν ἀφορισθεισῶν τῇ μονῇ προσόδων γίνεσθαι ὑμῖν διορίζομαι, κατὰ τὸν προσήκοντα καιρὸν προεξωνούμενα καὶ ἀποτιθέμενα προσήκων δὲ καιρὸς, καθ᾽ ἂν οὐκ ἐπιλείπουσι τὰ τοιαῦτα εἴδη, ἀλλὰ καὶ εὑρίσκονται δαψιλέστερα, καὶ πιπράσκονται εὐωνότερα. Καὶ ἁπλῶς πᾶσιν ἱμῶν τὴν ἀναγκαίαν διοίκησιν, ἵνα μὴ τὰ καθ' ἕκαστον ἀπαριθμῶμαι, ἀπὸ τῆς μονῆς γίνεσθαι διατάττομαι. Καὶ ἔσται οὕτω ταῦτα γινόμενα· ὥστε τὸ τοῦ κοινοβίου ὄνομα ἐπαληθεύειν, ἀλλὰ μὴ χω λεύειν τῇ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου μονῇ. Εσον ται δὲ πάντως καὶ φροντισταί τούτων, καὶ ἐπιμεληταὶ παρὰ τῆς καθηγουμένης προϊστάμεναι, καὶ φροντίζουσαι μή μόνον τὰ καινὰ μὴ καταβλάπτεσθαι, ἀλλὰ καὶ τὰ πεπονηκότα ἐπισκευάζεσθαι. Ταῦτα οὕτω διαταττόμεθα γίνεσθαι, ὥστε πάσης βιωτικῆς φροντίδος ὑμᾶς μένειν ἀπηλλαγμένας, και διηνεκές ἔργον ἔχειν, ἑαυτῶν τε καὶ ἡμῶν ὑπερεύχεσθαι. ΚΕΦΑΛ. ΝΓ. Περὶ τοῦ μὴ ἐξωμονίτιδας, ἢ καταπεμπτὰς προσ δέχεσθαι ἐν τῇ μονῇ. Εξωμονίτιδας δὲ ἢ καταπεμπτὰς οὔτε εἶναι, οὔτε ὀνομάζεσθαι βούλομαι. Ταύτῃ του καὶ διατάττομαι ἐξωμονίτιν μηδαμῶς προσδέχεσθαι, κἂν περι φανοῦς εἴη τύχης, κἂν περιουσίας εὐποροίη πολλῆς κἀντεῦθεν προσαγωγήν τινα περιττήν τε καὶ δαψιλῆ, ἢ προσφέρῃ, ἢ ἐπαγγέλληται, ὑπὲρ τοῦ ῥητά τινα κομίζεσθαι σιτηρέσια· ἀθέτησις γὰρ τὸ τοιού τόν ἐστι τῆς ἡμετέρας καὶ γνώμης, καὶ διατάξεως. Προῖκα μὲν γὰρ, καὶ δόσεως ἄνευ ἡστινοσοῦν ταῖς τὴν κοινοβιακὴν ἀσπαζομέναις διαγωγήν, καὶ μηδὲν πλέον παρὰ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα ἔχειν ἢ λαμβάνειν ἐπιζητούσαις, τὰς τῆς μονῆς πύλας Ανα οἴξαμεν. Δόσιν δὲ ἐπὶ ῥητοῖς τισι γινομένην, καὶ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα παραχαράττουσαν οὐδα μῶς προσιέμεθα. Καταπεμπτὴν δὲ τίς ἂν εἰς ἐλευθέραν μονὴν παραπέμψειε, καὶ μόνῃ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου ἀνατεθεῖσαν τε, καὶ πιστευθεῖσαν, καὶ ταύτην ἔχουσαν εκδικητήν; Τίς δ᾽ ἂν ἐθε λήσῃ τὴν πανάμωμον ἑαυτῷ ἐκπολεμῶσαι τοῦ Λόγου Μητέρα ἀνθρώπῳ φθαρτῷ χαριζόμενος; Μηδεὶς τοῦτο βουληθείη ποτέ, μηδ' οὕτως φρονήσοι κακῶς. Τῷ μὲν γὰρ συντηροῦντι τὰ δόξαντα τοῖς προσενεγ κοῦσι Θεῷ, μισθός ἐστιν οὐ μικρὸς ἀποκείμενος, τοῖς ἀθετεῖν δὲ καὶ παραχαράττειν πειρωμένοις, αἰώνιος ήτοίμασται κόλασις.
TYPICUM.
Οπερ και τὸν ἐπιγινόμενον τῇ νηστείᾳ καταβάλ- (quod et superbian quæ inter jejunandum oritur
λειν εἴωθε τύφον· μὴ ἐσθίειν δὲ, ὡς εἶναι μόνην
εὐπαράδεκτον αἰτίαν εἰς ἀπόλειψιν τῆς κοινῆς ἐστιά
σεως, νόσον τῇ προεστώσῃ τῆς μονῆς οὐκ ἀγνοου
μένην.
Περὶ τοῦ πᾶσαν τὴν διοίκησιν τῶν μοναζουσῶν
ἀπὸ τῶν εἰσόδων γίνεσθαι τῆς μονῆς.
dejicere solet) nec tamen comedere; ut sola causa
admittenda, ad deserendum communem mensam,
sit morbus monasterii profectæ non ignotus.
CAPUT LIA
Quod omnes expensæ moniatium ex monasterii redi.
tibus fieri debeant.
Indumenta, amictus, velamina et reliqua necessaria, ex assignatis monasterio proventibus dari vobis
definio; quae congruo tempore prius empla, et recondita esse debent: congruum vero tempus est, quo
tales species non deficiunt, sed et copiose reperiuntur et viliore pretio emuntur. Et summatim ne singula enumerem, omnes necessarios vestros sumptus
a monasterio ſeri præcipio. Et hæc ita se habebunt,
ut cœnobii nomen vere conveniat gratia plenæ
Deiparæ monasterio, et non claudicet. Horum autem sollicitæ curatrices, et custodes erunt quæ a
præfecta instituentur; et curabunt, non solu nr ut.
nova detrimento non afficiantur, sed etiam ut detrita instaurentur. Hæc ita fieri disposuimus, ut
omni hujus vitæ cura liberæ maneatis, perpetuumque
opus habeatis, pro vobis ipsis et pro nobis orare.
Καὶ ἄμφια δὲ καὶ περιβλήματα, καὶ σκεπάσματα,
καὶ τὴν λοιπὴν χρείαν ἀπὸ τῶν ἀφορισθεισῶν τῇ
μονῇ προσόδων γίνεσθαι ὑμῖν διορίζομαι, κατὰ τὸν
προσήκοντα καιρὸν προεξωνούμενα καὶ ἀποτιθέμενα·
προσήκων δὲ καιρὸς, καθ᾽ ἂν οὐκ ἐπιλείπουσι τὰ
τοιαῦτα εἴδη, ἀλλὰ καὶ εὑρίσκονται δαψιλέστερα,
καὶ πιπράσκονται εὐωνότερα. Καὶ ἁπλῶς πᾶσιν
ἱμῶν τὴν ἀναγκαίαν διοίκησιν, ἵνα μὴ τὰ καθ'
ἕκαστον ἀπαριθμῶμαι, ἀπὸ τῆς μονῆς γίνεσθαι δια
τάττομαι. Καὶ ἔσται οὕτω ταῦτα γινόμενα· ὥστε
τὸ τοῦ κοινοβίου ὄνομα ἐπαληθεύειν, ἀλλὰ μὴ χωλεύειν τῇ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου μονῇ. Εσονται δὲ πάντως καὶ φροντισταί τούτων, καὶ ἐπιμεληταὶ παρὰ τῆς καθηγουμένης προϊστάμεναι, καὶ
φροντίζουσαι μή μόνον τὰ καινὰ μὴ καταβλάπτε
σθαι, ἀλλὰ καὶ τὰ πεπονηκότα ἐπισκευάζεσθαι.
Ταῦτα οὕτω διαταττόμεθα γίνεσθαι, ὥστε πάσης βιωτικῆς φροντίδος ὑμᾶς μένειν ἀπηλλαγμένας, και
διηνεκές ἔργον ἔχειν, ἑαυτῶν τε καὶ ἡμῶν ὑπερεύχεσθαι.
Περὶ τοῦ μὴ ἐξωμονίτιδας, ἢ καταπεμπτὰς προσδέχεσθαι ἐν τῇ μονῇ.
Εξωμονίτιδας δὲ ἢ καταπεμπτὰς οὔτε εἶναι,
οὔτε ὀνομάζεσθαι βούλομαι. Ταύτῃ του καὶ διατάτ
τομαι ἐξωμονίτιν μηδαμῶς προσδέχεσθαι, κἂν περιφανοῦς εἴη τύχης, κἂν περιουσίας εὐποροίη πολλῆς
κἀντεῦθεν προσαγωγήν τινα περιττήν τε καὶ δαψιλή, ἢ προσφέρῃ, ἢ ἐπαγγέλληται, ὑπὲρ τοῦ ῥητά
τινα κομίζεσθαι σιτηρέσια· ἀθέτησις γὰρ τὸ τοιού -
τόν ἐστι τῆς ἡμετέρας καὶ γνώμης, καὶ διατάξεως.
Προῖκα μὲν γὰρ, καὶ δόσεως ἄνευ ἡστινοσοῦν ταῖς
τὴν κοινοβιακὴν ἀσπαζομέναις διαγωγήν, καὶ μηδὲν
πλέον παρὰ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα ἔχειν ἢ
λαμβάνειν ἐπιζητούσαις, τὰς τῆς μονῆς πύλας Ανα
οἴξαμεν. Δόσιν δὲ ἐπὶ ῥητοῖς τισι γινομένην, καὶ τὰ
παρ' ἡμῶν διατεταγμένα παραχαράττουσαν οὐδα
μῶς προσιέμεθα.
Καταπεμπτὴν δὲ τίς ἂν εἰς ἐλευθέραν μονὴν
παραπέμψειε, καὶ μόνῃ τῇ κραταιᾷ χειρὶ τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου ἀνατεθεῖσαν τε, καὶ πιστευθεί
σαν, καὶ ταύτην ἔχουσαν εκδικητήν; Τίς δ᾽ ἂν ἐθε
λήσῃ τὴν πανάμωμον ἑαυτῷ ἐκπολεμῶσαι τοῦ Λόγου
Μητέρα ἀνθρώπῳ φθαρτῷ χαριζόμενος; Μηδεὶς
τοῦτο βουληθείη ποτέ, μηδ' οὕτως φρονήσοι κακῶς.
Τῷ μὲν γὰρ συντηροῦντι τὰ δόξαντα τοῖς προσενεγ
κοῦσι Θεῷ, μισθός ἐστιν οὐ μικρὸς ἀποκείμενος,
τοῖς ἀθετεῖν δὲ καὶ παραχαράττειν πειρωμένοις,
αἰώνιος ήτοίμασται κόλασις.
CAPUT LIH.
Quod exomonitides, sive extraneœ moniales, aut di̟-
missæ in monasterio non sint recipiendæ.
Exomonitides aut dimissas, nec esse, nec noninari volo. Quocirca præcipio, ut exomonitis seu
extranea monialis nullatenus recipiatur, licet
splendidæ sit fortunæ, quamvis opibus multis
abundet, hincque accessionem ingentem et copiosam sive obtulerit, sive promiserit, nempe statam
quamdam annonam deferre; iHud namque nostræ
sententiæ et jussionis transgressio est. Gratis enim
et citra donum quodcunque portas monasterii
aperuimus iis quæ cœnobilicum institutum amplectuntur, et nihil præter ea quæ a nobis statuta
sunt habere et accipere quærunt. Donationem
vero quibusdam conditionibus factam, et statula
nostra adulterantem, nullatenus admittimus.
Dimissam autem quis transmiserit ad monaste -
rium liberum, et soli robustæ gratia plenæ Deiparæ manui repositum, atque creditum, et ipsam
habens vindicem? Quis enim ut homini mortali
gratificetur, voluerit immaculatam Dei Matrem ad
bellum contra se suscipiendum excitare? nullus
unquam id. voluerit, nec adeo prava mente præditus fuerit. Ei enim qui servaverit quæ statuta
sunt ab iis qui Deo quidpiam obtulerint, non modica merces reposita est: illi vero qui ipsa violarc
et adulterare tentaverit, æternum paratum est supplicium.
Chapter LIV, LVCaput LIV, LV
col. 1075–1076page 45 of 70
Caput LII, LIII
PG 127:1075ΚΕΦΑΛ. ΝΔ'. Περὶ τοῦ καὶ ἐξωκουρίτιδας δέχεσθαι ἐναρέτους, εἰ μὴ βασιλικῇ ἢ ἀρχοντικῇ χρήσαιντο δυνα στεία. Εἰ μέντοι τις τῶν βίῳ θεοφιλεί σεμνυνομένων μοναζουσῶν, καὶ καλὸν ἐπὶ τούτῳ κτησαμένων δια μα, καὶ σαφῆ τὰ ἴχνη τῶν ἀρετῶν ἐπιδεικνυμένων, ἢ πόθῳ τῷ πρὸς τὴν μονὴν, ἢ ἔρωτι τῆς ἐν αὐτῇ διαγωγής, ἢ καὶ διαθέσει τῇ πρὸς ἡμᾶς, μέρος βου ληθείη γενέσθαι τῆς ἀδελφότητος, αιδούμεθα καὶ ἐρυθριῶμεν ἀποκλείσαι τῇ τοιαύτῃ τὴν εἴσοδον. Ταύτῃ τοι καὶ διοριζόμεθα, ὑπτίαις, δ δὴ λέγεται, ταύτην χερσὶν ὑποδέχεσθαι· καὶ μᾶλλον εἰ προσίῃ μὴ βασιλικῆς δεηθεῖσα ἐξουσίας, μὴ ἀρχοντικῇ ἐπι κουρία χρησαμένη, ἢ πατριαρχικῇ, κατὰ τὰς παρα τηρήσεις μέντοι τὰς ἐν τοῖς ἀσκητικοῖς κανόσι δι ηγορευμένας τοῖς ἁγίοις Πατράσι, περὶ τῶν ἐξ ἑτέρου μοναστηρίου εἰς ἕτερον μεταβαινουσών. Καὶ πῶς γὰρ ἂν ἄλλως δείξαιμεν ὅτι τιμητέον ἡ ἀρετὴ, καὶ λόγου τοῖς νοῦν ἔχουσιν ἄξιον; Πλὴν τὸ περὶ τῆς τοιαύτης εἰρημένον μοναχῆς, εἰς τὰς μὴ τοιαύτας οὐδαμῶς ἐλκυσθήσεται εἰς ὑπό δειγμα, οὐδὲ δώσει χώραν ἀφορμῆς τοῖς ζητοῦσιν ἀφορμάς, πρὸς τὸ τὰ καθεστηκότα συγχεῖν, καὶ τὰ καλῶς διωρισμένα μεταπλάττειν τε καὶ μεταμορφοῦν, καὶ μὴ πρὸς τὸν διωρισμένον ἀπευθύνειν σκου πὸν, ἀλλὰ μεθέλκειν εἰς τὸ ἴδιον βούλημα. Κἂν γὰρ ὡς τοιαύτη μέν τις παραδεχθείη, οταν ὁ λόγος προανεφώνησεν, ελεγχθείη δὲ μὴ τοιαύτη οὗ σα (αλλοιούμενοι γάρ ἐσμεν μάλιστα πάντων οἱ ἄν θρωποι), καὶ φανείη πρὸς βλάβην οὖσα τῆς μονῆς, ἢ τῶν ἐν αὐτῇ, ἀλλ' οὐκ ὄνησιν, ἐξέσται τῇ καθ ηγουμένῃ μετὰ τῆς προσηκούσης αἰδοῦς τε καὶ ἡμε ρότητος, ἀπειπεῖν αὐτῇ τὴν ἐν τῇ μονῇ λοιπὸν διαγωγήν, καὶ μετ' εὐχῶν ἀποπέμψασθαι. ΚΕΦΑΛ. ΝΕ. Περὶ τοῦ μὴ ἀλλοιοῦσθαί ποτε τὴν κοινοβιακὴν διαγωγής Περί γε μὴν τῆς κοινοβιακῆς διαγωγής εἴρηται μὲν πολλάκις, καὶ πολλαχοῦ τοῦ παρόντος συντάγματος, εἰρήσετα: δὲ καὶ νῦν, ὡς οἷόν τε διὰ βραχέων. "Ο γάρ βούλομαι, σφόδρα βούλομαι· βούλομαι δὲ τὴν κοινοβιακήν διαγωγὴν καὶ κατάστασιν ἐμπαραμεί ναι τῇ μονῇ ἀναλλοίωτόν τε καὶ ἀμετάτρεπτον μέχρι τῆς τοῦ παντὸς τοῦδε συστάσεως, κατὰ μηδένα λό γον παραχαραττομένην, ἢ ἀλλοιουμένην, μηδὲ παρα κινουμένην δι' ήντιναοῦν αἰτίαν, ἢ πρόφασιν· μὴ διὰ πλοῦτον, μὴ διὰ πενίαν, μὴ δ' ἀφορίαν, ἢ εὐ φορίαν, μὴ δι' ἄλλην ὁποιανοῦν εὐλογοφανῆ αἰτίαν, ἢ ἀφορμήν· ἀλλὰ πάντη τε καὶ πάντως τὴν κοινοβιακὴν φυλάττεσθαι διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μέχρι παντός ἀπαράθραυστον· κἂν εἰς δύο μοναζουσῶν διάρκειαν περιστῆναι συμβῇ τὴν ὅλην πρόσοδον τῆς μονῆς,
CAPUT LIV.
Quod exocuritides, seu extra monasterium detonsæ
virtute præditæ, admittendæ sint; nisi imperatoria,
vel magnatis cujuspiam potestate usæ fuerint.
Si vero quædam pia vita ornatarum monacharum,
quæ ex eo bonum nomen sibi conciliarit, et manifesta virtutum vestigia ostenderit, seu desiderio
monasterii, sive amore instituti ejus, vel etiam
alfectu erga nos, cotui sororum aggregari voluerit,
veremur et erubescimus tali ingressum claudere.
Quocirca jubemus, supinis eam, ut dicitur, nanibus suscipi: maxime si accedat, imperatoria non
implorata potestate, neque magnalis cujuspiam,
aut patriarchæ auxilio adhibito, juxta observationes quae in asceticis canonibus a sanctis Patribus
declaratæ sunt, circa eas quæ ex alio monasterio in
aliud transmigrant. Qui enim alias virtutem honorandam, et apud cordatos laude dignam ostenderimus?
Cæterum, quod de hujusmodi monacha dictum
est, ad alias non similes in exemplum nullatenus
trahetur, neque occasionem dabit occasiones quærentibus, ut confundant ea quæ constant, et ul
transmutent, atque in aliam formam traducant illa
que recte constituta sunt, utque ad definitum scopum non colliment, sed ad propriam voluntatem
illa secum trabant.
Si vero aliqua ut talis suscipiatur qualem superius declaravimus, talisque non esse arguatur,
(mulabiles enim sumus maxime omnium, homines)
et videatur in perniciem monasterii esse, necnon
earum quæ in illo degunt, nedum ad utilitatem;
Heebit præſectæ, congrua cum reverentia et mansuetudine ulteriorem in monasterio commorationem
ipsi interdicere, eamque cum orationibus dimittere.
CAPUT LV.
Quod eœnobilicum institutum nunquam immulandum sit.
De cœnobitico instituto plerumque, et in pluribus praesentis syntagmatis locis dictum est, et
nunc quoque dicetur, paucis, quoad fieri poterit;
quod enim volo impense volo; volo autem cenobiticam disciplinam et constitutionem immutatam
et invariatam in monasterio perseverare, donec
universum hoc constiterit, et nulla ratione adulte -
rari, aut mutəri, sive perverti, quacunque causa vel
praetextu; nec divitiarum, nec paupertatis gratia,
neque ob sterilitatem, neque ob fertilitatem, nec ob
quamcunque aliam specie rationabilem causam vel
occasionem; sed eœnobiticam vitæ rationem, et diseiplinam penitus infractam omni tempore perseve·
rare. Et si totus monasterii proventus eo deveniret,
ut duabus tantum monialibus sufficeret, volumus
Περὶ τοῦ καὶ ἐξωκουρίτιδας δέχεσθαι ἐναρέτους,
εἰ μὴ βασιλικῇ ἢ ἀρχοντικῇ χρήσαιντο δυνα
στεία.
Εἰ μέντοι τις τῶν βίῳ θεοφιλεί σεμνυνομένων
μοναζουσῶν, καὶ καλὸν ἐπὶ τούτῳ κτησαμένων δια
μα, καὶ σαφῆ τὰ ἴχνη τῶν ἀρετῶν ἐπιδεικνυμένων,
ἢ πόθῳ τῷ πρὸς τὴν μονὴν, ἢ ἔρωτι τῆς ἐν αὐτῇ
διαγωγής, ἢ καὶ διαθέσει τῇ πρὸς ἡμᾶς, μέρος βουληθείη γενέσθαι τῆς ἀδελφότητος, αιδούμεθα καὶ
ἐρυθριῶμεν ἀποκλείσαι τῇ τοιαύτῃ τὴν εἴσοδον.
Ταύτῃ τοι καὶ διοριζόμεθα, ὑπτίαις, δ δὴ λέγεται,
ταύτην χερσὶν ὑποδέχεσθαι· καὶ μᾶλλον εἰ προσίῃ
μὴ βασιλικῆς δεηθεῖσα ἐξουσίας, μὴ ἀρχοντικῇ ἐπικουρία χρησαμένη, ἢ πατριαρχικῇ, κατὰ τὰς παρατηρήσεις μέντοι τὰς ἐν τοῖς ἀσκητικοῖς κανόσι διηγορευμένας τοῖς ἁγίοις Πατράσι, περὶ τῶν ἐξ ἑτέρου
μοναστηρίου εἰς ἕτερον μεταβαινουσών. Καὶ πῶς
γὰρ ἂν ἄλλως δείξαιμεν ὅτι τιμητέον ἡ ἀρετὴ, καὶ
λόγου τοῖς νοῦν ἔχουσιν ἄξιον;
Πλὴν τὸ περὶ τῆς τοιαύτης εἰρημένον μοναχῆς,
εἰς τὰς μὴ τοιαύτας οὐδαμῶς ἐλκυσθήσεται εἰς ὑπό
δειγμα, οὐδὲ δώσει χώραν ἀφορμῆς τοῖς ζητοῦσιν
ἀφορμάς, πρὸς τὸ τὰ καθεστηκότα συγχεῖν, καὶ τὰ
καλῶς διωρισμένα μεταπλάττειν τε καὶ μεταμορ
φοῦν, καὶ μὴ πρὸς τὸν διωρισμένον ἀπευθύνειν σκου
πὸν, ἀλλὰ μεθέλκειν εἰς τὸ ἴδιον βούλημα.
Κἂν γὰρ ὡς τοιαύτη μέν τις παραδεχθείη, οταν ὁ
λόγος προανεφώνησεν, ελεγχθείη δὲ μὴ τοιαύτη οὗ
σα (αλλοιούμενοι γάρ ἐσμεν μάλιστα πάντων οἱ ἄν
θρωποι), καὶ φανείη πρὸς βλάβην οὖσα τῆς μονῆς,
ἢ τῶν ἐν αὐτῇ, ἀλλ' οὐκ ὄνησιν, ἐξέσται τῇ καθ
ηγουμένῃ μετὰ τῆς προσηκούσης αἰδοῦς τε καὶ ἡμε
ρότητος, ἀπειπεῖν αὐτῇ τὴν ἐν τῇ μονῇ λοιπὸν
διαγωγήν, καὶ μετ' εὐχῶν ἀποπέμψασθαι.
Περὶ τοῦ μὴ ἀλλοιοῦσθαί ποτε τὴν κοινοβιακὴν
διαγωγής
Περί γε μὴν τῆς κοινοβιακῆς διαγωγής εἴρηται
μὲν πολλάκις, καὶ πολλαχοῦ τοῦ παρόντος συντά
γματος, εἰρήσετα: δὲ καὶ νῦν, ὡς οἷόν τε διὰ βραχέων.
"Ο γάρ βούλομαι, σφόδρα βούλομαι· βούλομαι δὲ τὴν
κοινοβιακήν διαγωγὴν καὶ κατάστασιν ἐμπαραμεί
ναι τῇ μονῇ ἀναλλοίωτόν τε καὶ ἀμετάτρεπτον μέχρι
τῆς τοῦ παντὸς τοῦδε συστάσεως, κατὰ μηδένα λόγον παραχαραττομένην, ἢ ἀλλοιουμένην, μηδὲ παρα
κινουμένην δι' ήντιναοῦν αἰτίαν, ἢ πρόφασιν· μὴ
διὰ πλοῦτον, μὴ διὰ πενίαν, μὴ δ' ἀφορίαν, ἢ εὐ
φορίαν, μὴ δι' ἄλλην ὁποιανοῦν εὐλογοφανῆ αἰτίαν, ἢ
ἀφορμήν· ἀλλὰ πάντη τε καὶ πάντως τὴν κοινοβιακὴν
φυλάττεσθαι διαγωγὴν καὶ κατάστασιν μέχρι παντός
ἀπαράθραυστον· κἂν εἰς δύο μοναζουσῶν διάρκειαν
περιστῆναι συμβῇ τὴν ὅλην πρόσοδον τῆς μονῆς,
Montfauconii nota.
Hic repetuntur quæ capite secundo dicta sunt.
col. 1077–1078page 46 of 70
PG 127:1077καὶ αὐτές κοινοβιακῶς βουλόμεθα ζῆν, καὶ τῷ τῆς διαγωγής ταύτης κανόνι στοιχεῖν. Κἂν μὲν τῶν ἡγουμένων τις ἐναντίον βουληθή, τὰς μοναχὰς ἀντιλέγειν· εἰ δ' αἱ μοναχαί, τὴν ἡγουμένην ἀντιπίπτειν· εἰ δὲ σύμπασαι συμφωνήσαιεν, τὴν τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένην, τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα διεκδικεῖν· εἰ δὲ καὶ αὕτη ἐκείναις συναπαχθείη, ἄδειαν ἐκχωροῦμεν παντὶ τῷ βουλομένῳ, ὑπὲρ εὐσεβοῦς ἀγωνίζεσθαι πράξεως, καὶ δικαστηρίῳ προσιέναι, δι' αὐτὸ τὸ καλὸν, καὶ τὸν ὑπὲρ τούτου μισθὸν, καὶ τὰ παρ' ἡμῶν διατεταγμένα ζητεῖν ἔχειν τὸ ἐνεργόν· καὶ τὰς πρωταιτίους τῆς τοῦ κοινοβιακῶς ζῇν καταλύσεως, ἐξωθεῖν τῆς μονῆς· καὶ μὴ νομίζειν τοῦτο μικρὸν εἶναι κατόρθωμα, ἀλλὰ καὶ πάνυ μέγα, καὶ σωτήριον. ΚΕΦΑΛ. ΝΕ. Περὶ τοῦ τὴν αὐτὴν εἶναι πασῶν τῶν μοναζουσῶν βι ωσίν τε καὶ πόσιν, καὶ ἐνδυμενίαν, χωρὶς τῶν ἁῤῥώστων. Ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ τοῦτο διοριζόμεθα, ἵνα πά σαις ὑμῖν ἡ αὐτὴ τροφή τε καὶ πόσις εἴη, Ενδυσίς τε καὶ ὑπόδυσις [ἰσ. ὑπόδησις, καὶ μὴ διαφορά τίς ποτε τούτων ἐν ὑμῖν γένηται. Τοῖς αὐτ τοῖς δὲ χρήσεσθε πᾶσαι, φημὶ δὴ, ἡ ἡγουμένη, ἡ ἐκκλησιάρχισσα, αἱ προέχουσαι τῷ χρόνῳ καὶ τῇ ἀρετῇ, καὶ τῇ του βίου περιφανείᾳ, καὶ αἱ τούτων κατὰ ταῦτα λειπόμεναι. Μόνας γὰρ ἐκείνας θερα πευτέον ἐφ᾽ ἅπασι, καὶ χειραγωγητέον, ὅσαι δὴ καὶ προφανεῖς ἀῤῥωστίας περίκεινται, καὶ διὰ τοῦτο δέονται τυχὸν κρείττονος βρώσεως τε καὶ πόσεως, πρὸς σύστασιν τοῦ ταλαιπώρου αὐτῶν σώματος. Τοῦτο γὰρ καὶ διακρίσεως, οἶμαι, καὶ τὴν συνείδησιν τῶν λοιπῶν διατηρεῖ ἀσκανδάλιστον. ΚΕΦΑΛ. ΝΖ'. Περὶ τοῦ παραβάλλειν ἰατρὸν ἐν τῇ μονῇ, καὶ περὶ τῆς τῶν ἀσθενούντων [ἰσ. ἀσθενουσῶν] προνοίας. ᾿Αναγκαῖον δὲ ἐστι τῇ μονῇ ἡμῶν ἐνδημεῖν καί τινα ἰατρὸν διὰ τὴν τῶν ἀσθενουσῶν ἀδελφῶν ἐπι μέλειαν καὶ ἐπίσκεψιν, εὐνοῦχον ἢ γηραιόν, παρα βάλλοντα τῇ μονῇ, καὶ ἐπισκεπτόμενον τὰς ἀσθενούσας, καὶ κατάλληλα τοῖς νοσήμασι τὰ τῆς θεραπείας εἰσφέροντα. Δεῖ δὲ ποιεῖσθαι καὶ αὐτὴν τὴν καθ ηγουμένην τὴν τῶν ἀῤῥώστων ἐπιμέλειαν οὐχ ἁπλῶς, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἐνδεχόμενον, ἐν τῇ βρώσει καὶ πόσει, καὶ τοῖς λοιποῖς χρειώδεσιν. ᾿Αφ ορίσαι δὲ κελλίον ἰδιάζον ἐπὶ τῇ ἀναπαύσει αὐτῶν, καὶ ἰατρείας ἐξωνεῖσθαι, ὅτε καιρὸς ἐπιτήδειος, καὶ κατασκευάζειν, καὶ ἀποτίθεσθαι ἐν αὐτῷ, καὶ πάντα τὰ λυσιτελοῦντα ταῖς καμνούσαις. Καὶ αἱ ἀδελφαί δὲ ἡμῶν αἱ ἄρρωστοι, μὴ τούτῳ τεθαῤῥηκυῖαι, ἐκλυέτωσαν ἑαυτὰς ζητοῦσαι περιττά τινα, καὶ ἅπερ ἴσως οὐδ' εἰς ἀκοὴν ποτε ἐδέξαντο. Μήτιγε εἶδον ἢ ἔφαγον· ἀλλὰ συνεχέτωσαν ἑαυτὰς, καὶ συστελλά τωσαν, ἀρχούμεναι ἐκείνοις καὶ μόνοι, οἷς ἄρα ή τοῦ καιροῦ καὶ τῆς εὐπορίας περιφορὰ ταύτας δε ξι ὗται.
TYPICUM.
καὶ αὐτές κοινοβιακῶς βουλόμεθα ζῆν, καὶ τῷ τῆς tamen ut illæ cœnobitice vivant, et instituti hujus
διαγωγής ταύτης κανόνι στοιχεῖν.
regulam sectentur.
Κἂν μὲν τῶν ἡγουμένων τις ἐναντίον βουληθή,
τὰς μοναχὰς ἀντιλέγειν· εἰ δ' αἱ μοναχαί, τὴν
ἡγουμένην ἀντιπίπτειν· εἰ δὲ σύμπασαι συμφωνήσαιεν, τὴν τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένην, τὰ παρ'
ἡμῶν διατεταγμένα διεκδικεῖν· εἰ δὲ καὶ αὕτη
ἐκείναις συναπαχθείη, ἄδειαν ἐκχωροῦμεν παντὶ τῷ
βουλομένῳ, ὑπὲρ εὐσεβοῦς ἀγωνίζεσθαι πράξεως,
καὶ δικαστηρίῳ προσιέναι, δι' αὐτὸ τὸ καλὸν, καὶ
τὸν ὑπὲρ τούτου μισθὸν, καὶ τὰ παρ' ἡμῶν διατε
ταγμένα ζητεῖν ἔχειν τὸ ἐνεργόν· καὶ τὰς πρωταιτίους τῆς τοῦ κοινοβιακῶς ζῇν καταλύσεως, ἐξωθεῖν
τῆς μονῆς· καὶ μὴ νομίζειν τοῦτο μικρὸν εἶναι
κατόρθωμα, ἀλλὰ καὶ πάνυ μέγα, καὶ σωτήριον.
Περὶ τοῦ τὴν αὐτὴν εἶναι πασῶν τῶν μοναζουσῶν
βι ωσίν τε καὶ πόσιν, καὶ ἐνδυμενίαν, χωρὶς
τῶν ἁῤῥώστων.
Ἐπὶ δὲ τούτοις καὶ τοῦτο διοριζόμεθα, ἵνα πά
σαις ὑμῖν ἡ αὐτὴ τροφή τε καὶ πόσις εἴη, Ενδυσίς τε
καὶ ὑπόδυσις [ἰσ. ὑπόδησις, calceamentum], καὶ μὴ
διαφορά τίς ποτε τούτων ἐν ὑμῖν γένηται. Τοῖς αὐτ
τοῖς δὲ χρήσεσθε πᾶσαι, φημὶ δὴ, ἡ ἡγουμένη, ἡ
ἐκκλησιάρχισσα, αἱ προέχουσαι τῷ χρόνῳ καὶ τῇ
ἀρετῇ, καὶ τῇ του βίου περιφανείᾳ, καὶ αἱ τούτων
κατὰ ταῦτα λειπόμεναι. Μόνας γὰρ ἐκείνας θερα
πευτέον ἐφ᾽ ἅπασι, καὶ χειραγωγητέον, ὅσαι δὴ καὶ
προφανεῖς ἀῤῥωστίας περίκεινται, καὶ διὰ τοῦτο
δέονται τυχὸν κρείττονος βρώσεως τε καὶ πόσεως,
πρὸς σύστασιν τοῦ ταλαιπώρου αὐτῶν σώματος.
Τοῦτο γὰρ καὶ διακρίσεως, οἶμαι, καὶ τὴν συνείδησιν
τῶν λοιπῶν διατηρεῖ ἀσκανδάλιστον.
Περὶ τοῦ παραβάλλειν ἰατρὸν ἐν τῇ μονῇ, καὶ
περὶ τῆς τῶν ἀσθενούντων [ἰσ. ἀσθενουσῶν]
προνοίας.
Et si quidem præfcetarum quædam contrarium
voluerit, contradicant moniales: si moniales, renitatur præfecta. Si autem omnes inter se consenserint, monasterii patrona quæ a nobis statuta
sunt vindicet: si vero illa quoque in earum sententiam abducatur, facultatem concedimus cuilibet
volenti, ut pii operis causa conten:!at, et ad judiciale forum accedat ipsius boni et mercedis pro
eo recipiendæ gratia; ac studeat, ut quæ a nobis
statuta sunt exsecutioni mandentur: eas vero quæ
coenobiticæ vitæ dissolvendæ in primis causæ
ſuere, e monasterio pellat, et existimet non parvi
momenti esse id operis, sed valde magnum et
salutare.
᾿Αναγκαῖον δὲ ἐστι τῇ μονῇ ἡμῶν ἐνδημεῖν καί
τινα ἰατρὸν διὰ τὴν τῶν ἀσθενουσῶν ἀδελφῶν ἐπι·
μέλειαν καὶ ἐπίσκεψιν, εὐνοῦχον ἢ γηραιόν, παραβάλλοντα τῇ μονῇ, καὶ ἐπισκεπτόμενον τὰς ἀσθενού
σας, καὶ κατάλληλα τοῖς νοσήμασι τὰ τῆς θεραπείας
εἰσφέροντα. Δεῖ δὲ ποιεῖσθαι καὶ αὐτὴν τὴν καθηγουμένην τὴν τῶν ἀῤῥώστων ἐπιμέλειαν οὐχ ἁπλῶς,
ἀλλὰ κατὰ τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἐνδεχόμενον, ἐν τῇ
βρώσει καὶ πόσει, καὶ τοῖς λοιποῖς χρειώδεσιν. ᾿Αφ
ορίσαι δὲ κελλίον ἰδιάζον ἐπὶ τῇ ἀναπαύσει αὐτῶν,
καὶ ἰατρείας ἐξωνεῖσθαι, ὅτε καιρὸς ἐπιτήδειος, καὶ
κατασκευάζειν, καὶ ἀποτίθεσθαι ἐν αὐτῷ, καὶ πάντα
τὰ λυσιτελοῦντα ταῖς καμνούσαις. Καὶ αἱ ἀδελφαί
δὲ ἡμῶν αἱ ἄρρωστοι, μὴ τούτῳ τεθαῤῥηκυῖαι,
ἐκλυέτωσαν ἑαυτὰς ζητοῦσαι περιττά τινα, καὶ ἅπερ
ἴσως οὐδ' εἰς ἀκοὴν ποτε ἐδέξαντο. Μήτιγε εἶδον ἢ
ἔφαγον· ἀλλὰ συνεχέτωσαν ἑαυτὰς, καὶ συστελλά
τωσαν, ἀρχούμεναι ἐκείνοις καὶ μόνοι, οἷς ἄρα ή
τοῦ καιροῦ καὶ τῆς εὐπορίας περιφορὰ ταύτας δε
ξι ὗται.
CAPUT LVI.
Quod idem esse debeat omnium monialium cibus,
potus et indumentum, exceptis infirmis.
Præterea et hoc statuimus, ut omnibus vobis:
idem sit cibus et potus, indumentum et vestis
interior, et in iis nullam unquam inter vos intercedat discrimen: sed iisdem omnes utemini, dico
autem præfecta, ecclesiæ præposita, quæ præeunt
ætate, virtute et vitæ claritate, ac quæ ipsis inferiores in illis sunt. lis enim solis curam impendendum in omnibus, et suceurrendum, quæ manifesto morbo detentæ jacent, quocirca meliore forte
cibo et polu ad instaurationem miseri sui corporis
opus habent. Illud enim, ut puto, ad discretionen
pertinet, et
et cæterarum [conscientiam scandalo
immunem servat.
¡CAPUT LVIL
De accessu medici ad monasterium, et de infirmatum
cura.
Necesse est etiam medicum quempiam in monasterio vestre versari, ad curandas visitandasque
sorores, eunuchum aut senem; qui accedat ad
monasterium, infirmas visitet, et congrua morbis
remedia afferat. Oportet autem ut ipsa præfecta
infrmarum sollicitudinem gerat, non quoquomodo,
sed secundum necessitatem et facultatem, in cibo,
potu, et reliquis commodis. Assignet vero privatam
cellulam ubi requiescant, et curet ut medicamenta
congruo tempore emantur, præparentur, et in ipsa
reponantur; itemque omnia morbo laborantibus
conducentia. Ne tamen sorores nostræ infirmæ,
hinc sumpta confidentia, effundant, seipsas, superflua quædam postulantes, et quæ forte ne auditu
quidem unquam percepere, nedum viderint, aut
comederint; sed cohibeant, et coerceant seipsas,
iis solis contentæ, quæ temporis et abundantia
opportunitas illis suppeditarerit.
Chapter LVIII-LXCaput LVIII - LX
col. 1079–1080page 47 of 70
Caput LVI, LVII
PG 127:1079ΚΕΦΑΛ. ΝΗ. Περὶ λουτροῦ. Λοιπὸν δ᾽ ἂν εἴη καὶ περὶ λουτροῦ διαλαβεῖν. κελεύομεν οὖν λούεσθαι τὰς ὑγιαινούσας μοναζούσας καθ᾿ ἕκαστον μῆνα· αἱ δὲ νοσοῦσαι, οσάκις ἂν ὁ τῆς νόσου διαγνώμων ἰατρὸς συμφέρον ὑπάρχειν εἴποι τὸ λούσασθαι, ὅστις καὶ περὶ τῆς καταλλήλου τη νόσῳ λαλήσει τροφής. ΚΕΦΑΛ. ΝΘ. Περὶ τῆς κατὰ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου ἑορτῆς. Ἐν αὐτῇ πρώτῃ τῇ κοιμήσει τῆς κεχαριτωμένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, αἱρομένων τῶν κρατήρων, κρεμάσθωσαν ἀργυρᾶ πολυκάνδηλα τὰ πολυφώτια, καὶ αἱ ἀργυραί χυτροκανδῆλαι, καὶ οἱ ἀργυροί κρατῆρες, καὶ ἐλαίῳ μετὰ ὕδατος ἀρτυό μενα ἀπτέσθωσαν πάντα. Κηρία δὲ πηγνύσθωσαν μετὰ βαμβακηρού νήματ τος ἔν τε ταῖς λάμναις τῶν τέμπλων καὶ τῶν προσκυνήσεων, τὰ πληροῦντα αὐτὰς, στα θμὸν ἓξ οὐγγιῶν ἕκαστον ἕλκοντα. Ἐν δὲ τοῖς πρὸ τῆς προκειμένης εἰς προσκύνησιν ἁγίας εἰκόνος τῆς Θεοτόκου ἱσταμένοις δωδεκαφωτίοις μανουαλίοις λιτραῖα, μετὰ βαμβακηρού νήματος. Εἰς δὲ τὴν ἐκκλησίαν ἱστάσθωσαν ἐπὶ μανουαλίων λαμπάδες ἐξαλιτραῖαι τέσσαρες, παρ' ἑκάτερα δὲ τοῦ σεπτοῦ θυσιαστηρίου δύο εξαρύγγιοι. Ἐν δὲ τοῖς τάφοις τοῖς ὁπουδήποτε, ὀφείλουσιν ίστασθαι, κη ρία τετραούγγια ἀνὰ ἐν, ὅτε τεθῶσι λείψανα ῥοδοστάγματα δὲ, καὶ ξυλαλόαι, καὶ θημιάματα ὀφεί λουσι χορηγεῖσθαι, ὅθεν ἂν συνορᾷ ἡ ἡγουμένη ἐνδεχόμενον εἶναι. Διαδιδόσθω δὲ, καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην ἐν τῷ πυλῶνι τοῖς ἀδελφοῖς ἡμῶν τοῖς πένησι ψωμία μὲν μοδίων τριῶν, νουμμία δὲ νομισμάτων τρα χέων ἓξ, παρεχέσθω δὲ καὶ ὑπὲρ οψωνίου νεα ρῶν ἰχθύων τῆς τραπέζης τῶν Ἀνασκουμένων ἀδελ φῶν, νομίσματα τραχέα τὰ ἀρκοῦντα. ΚΕΦΑΛ. Ε. Περὶ τῆς κατὰ τὴν Γέννησιν τῆς Θεοτόκου ἑορτῆς. Ἐν δὲ τῇ ἑορτῇ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ὀφεί λουσιν ἅπτεσθαι ἀπὸ τῶν ἱσταμένων κηρίων ἐν τοῖς Πρώτῃ τῇ κοιμήσει. Πολυκάνδηλα. κάνδηλα χυτροκανδῆλαι, Βαμβακηρὸν νῆμα, Λάμναις. Λάμναι, σιδηροὺς ὀχεὺς ὂν λάμναν καλοῦσιν, Τέμπλων. τέμπλον Μανουάλια, Λαμπάδες. Ψωμία ψωμί. Νουμμία δὲ νομισμάτων τραχέων. Νόμισμα τραχύ, νουμμία νουμία γάλ κα
CAPUT LVIH.
De balneo.
Restat ut de balneo agatur. Jubemus itaque u
bene valentes monachæ singulis mensibus laventur;
ægræ vero, quoties morbi peritus medicus lotionem
utilem esse dixerit: qui etiam morbo congruentem
victum indicabit.
CAPUT LIX.
De solemnitate in Dormitione Deiparæ.
In ipsa prima Dormitione gratia plenæ Dominæ
nostra Deipara, sublatis crateribus, suspendantur
argentea polycardela multis luminibus instructa,
argenteæ chytrocandele et argentei crateres; et
oleo cum aqua adornata hæc omnia accendantur.
Cerei vero compingantur cum bambacino filo,
seu ellychnio, in lamnis templorum et adorationum
statuendi, qui ipsas lamnas impleant, singuli pondo
sex unciarum. In candelabris autem duodenorum
luminum, collocatis ante sanctam Deiparæ imaginem, propositam ad adorationem, cerei unius libræ
cum ellychnio bambacino. In ecclesia vero, candelabris imponantur quatuor cerei sex librarum;
in utroque venerandi altaris latere, duo sex unciarum. In monumentis ubicunque sint, statui debent
cerei quatuor unciarum, in singulis unus, cum
defuncta corpora ibi deposita fuerint. Aqua autem
rosacea, lignum aloes, et suflimenta tum subministrabuntur, cum præfecta id expedire judicaverit.
Dentur etiam in hoc festo ad ostiam fratribus
nostris pauperibus, panes quidem trium modiorum,
nummi vero nomismatum seu solidorum asperorum
sex; vice autem obsonii recens captorum piscium,
ad mensam ascetice degentium sororum appositi,
solidi asperi qui satis sint, sive qui æquivaleant.
CAPUT LX
De solemnitate in Nativitate Deiparæ.
In solemnitate autem Nativitatis Deiparæ, ex
cereis in candelabris duodenornm luminum positis,
Περὶ λουτροῦ.
Λοιπὸν δ᾽ ἂν εἴη καὶ περὶ λουτροῦ διαλαβεῖν. Κελεύομεν οὖν λούεσθαι τὰς ὑγιαινούσας μοναζούσας
καθ᾿ ἕκαστον μῆνα· αἱ δὲ νοσοῦσαι, οσάκις ἂν ὁ τῆς
νόσου διαγνώμων ἰατρὸς συμφέρον ὑπάρχειν εἴποι
τὸ λούσασθαι, ὅστις καὶ περὶ τῆς καταλλήλου τη
νόσῳ λαλήσει τροφής.
Περὶ τῆς κατὰ τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου ἑορτῆς.
Ἐν αὐτῇ πρώτῃ τῇ κοιμήσει τῆς κεχαριτω
μένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, αἱρομένων τῶν
κρατήρων, κρεμάσθωσαν ἀργυρᾶ πολυκάνδηλα
τὰ πολυφώτια, καὶ αἱ ἀργυραί χυτροκανδῆλαι, καὶ
οἱ ἀργυροί κρατῆρες, καὶ ἐλαίῳ μετὰ ὕδατος ἀρτυόμενα ἀπτέσθωσαν πάντα.
Κηρία δὲ πηγνύσθωσαν μετὰ βαμβακηρού νήματ
τος ἔν τε ταῖς λάμναις τῶν τέμπλων
καὶ τῶν προσκυνήσεων, τὰ πληροῦντα αὐτὰς, στα
θμὸν ἓξ οὐγγιῶν ἕκαστον ἕλκοντα. Ἐν δὲ τοῖς πρὸ
τῆς προκειμένης εἰς προσκύνησιν ἁγίας εἰκόνος τῆς
Θεοτόκου ἱσταμένοις δωδεκαφωτίοις μανουαλίοις
λιτραῖα, μετὰ βαμβακηρού νήματος. Εἰς δὲ τὴν
ἐκκλησίαν ἱστάσθωσαν ἐπὶ μανουαλίων λαμπά
δες ἐξαλιτραῖαι τέσσαρες, παρ' ἑκάτερα δὲ τοῦ
σεπτοῦ θυσιαστηρίου δύο εξαρύγγιοι. Ἐν δὲ τοῖς
τάφοις τοῖς ὁπουδήποτε, ὀφείλουσιν ίστασθαι, κηρία τετραούγγια ἀνὰ ἐν, ὅτε τεθῶσι λείψανα ῥοδοστάγματα δὲ, καὶ ξυλαλόαι, καὶ θημιάματα ὀφεί
λουσι χορηγεῖσθαι, ὅθεν ἂν συνορᾷ ἡ ἡγουμένη
ἐνδεχόμενον εἶναι.
Διαδιδόσθω δὲ, καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην ἐν τῷ
πυλῶνι τοῖς ἀδελφοῖς ἡμῶν τοῖς πένησι ψωμία
μὲν μοδίων τριῶν, νουμμία δὲ νομισμάτων τρα
χέων ἓξ, παρεχέσθω δὲ καὶ ὑπὲρ οψωνίου νεα
ρῶν ἰχθύων τῆς τραπέζης τῶν Ἀνασκουμένων ἀδελ
φῶν, νομίσματα τραχέα τὰ ἀρκοῦντα.
Περὶ τῆς κατὰ τὴν Γέννησιν τῆς Θεοτόκου
· ἑορτῆς.
Ἐν δὲ τῇ ἑορτῇ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ὀφεί
λουσιν ἅπτεσθαι ἀπὸ τῶν ἱσταμένων κηρίων ἐν τοῖς
Montfauconii notæ.
Πρώτῃ τῇ κοιμήσει. Dicitur prima Dormitio, non quod secunda celebretur, sed quod hæc
esset præcipua et niaxima omnium monasterii
solemnitatum.
Πολυκάνδηλα. Funale multis lampadibus
ornatum, e laqueari ecclesiæ pendens. Cang. in
Gloss. Greco. Non candelabrum, ut ait Meursius,
nam κάνδηλα lampadem, non candelam significat.
χυτροκανδῆλαι, lampades instar olla concava..
Βαμβακηρὸν νῆμα, est filum vel ellychnium,
ex bambace, seu gossipio, vulgo coton, ad compingendam ceram.
Λάμναις. Λάμναι, sunt laminæ, de quibus
Glossae ms. σιδηροὺς ὀχεὺς ὂν λάμναν καλοῦσιν, id
est, ferreum retinaculum, quod lamnam vocant;
hæ autem laminæ in circulum compositæ erant,
illas enim cerei implebant, ut in textu cernis. Vide
utrumque eruditiss. Gangii Glossarium.
Τέμπλων. τέμπλον videtur esse ciborium,
seu tegnen, ac umbraculum altaris, et sacra mens,
quod forte a cymbæ figura cymbarium dicitur, in
Sylloge epistolarum Hibernicarum. Hæc eruditus
Cotelerius, tomo Ill Monum. Ecclesiæ Græca, cui
consonat summus vir Cangius in Glossario Græco.
Cum igitur nihil certius habeamus, ad laudatos viros
remittimus.
(58 ) Μανουάλια, candelabra, quod scilicet manu
gestari soleant. Hæc vox passim occurrit apud sequioris ævi Græcos.
Λαμπάδες. Magni cerei, sive faces.
Ψωμία apud Graecos medii avi, panes significant, apud nuperos dicitur ψωμί.
Νουμμία δὲ νομισμάτων τραχέων. Νόμισμα
τραχύ, seu solidus asper, duodecim milliaresiis sive
argenteis ante reformationem Alexii Comneni, quatuor vero post illam reformationem æquivalebat.
νουμμία vero, quæ in sequenti Opere νουμία γάλ
κα vocantur, erat moneta omnium minutissime,
col. 1081–1082page 48 of 70
PG 127:1081δωδεκαφωτίοις, ἀνὰ ἐξ, εἰς τὸ τέμπλον ἕξ, καὶ ἐψώ γιον ταῖς μοναχαῖς τὸ ἀρκοῦν χορηγεῖσθαι. Ωσαύτως δὲ ὀφείλει γίνεσθαι καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, καὶ ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Δημητρίου, καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου τὰ "Αγια τῶν ἁγίων ΚΕΦΑΛ. ΞΑ'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Ἐν δὲ τῇ ἑορτῇ τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, ἡ μὲν φωταψία ὁμοία ἔσται τῇ τῆς Κοιμήσεως, ὡσαύ τως δὲ καὶ τὸ ὀψώνιον τῶν μοναχῶν. Ἡ δὲ ἐν τῷ πυλῶνι διάδοσις ἔσται μοδίων δύο, καὶ νομισμάτων τεσσάρων. Αὕτη δὲ ἡ φωταψία ἀρκέσει, καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν Φώτων ἡ δὲ ἐν τῷ τυλῶνι διάδοσις ὁμοία ἔσται τῇ προειρημένῃ ἑορτῇ, ήγουν τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως, ὁμοίως καὶ τὸ τῶν μου ναχῶν ὀψώνιον. ΚΕΦΑΛ. ΞΒ'. Περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἐν δέ γε τῇ ἑορτῇ τῆς Ὑπαπαντῆς ὀφείλουσιν ἅπτεσθαι ἐν τοῖς δωδεκαφωτίοις ἀνὰ κηρία ἓξ, ἀπὸ τῶν πρὶν ἱσταμένων· εἰς δὲ τὸ τέμπλον ὁμοίως ἀνὰ ἔξ. '11 δέ γε ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Βαϊοφόρου ὁμοίως τὴν αὐτὴν ἕξουσι φωταψίαν. ΚΕΦΑΛ. ΕΓ'. Περὶ τῆς τῶν ἁγίων Παθών φωταψίας. Η μέντοι φωταψία τῆς κατὰ τὴν ἁγίαν καὶ με γάλην πέμπτην ἑορτῆς, ὁμοίως τῇ τῆς Κοιμήσεω; γενήσεται. Ωσαύτως καὶ ἡ ἐν τῷ πυλῶνι διάδοσις ὁμοία ἔσται τῇ τῆς προειρημένης ἑορτῆς, χωρίς τοῦ ὀψωνίου. Ἡ δέ γε ἁγία καὶ μεγάλη Κυριακή τὴν αὐτὴν ἕξει φωταψίαν τε καὶ διάδοσιν, καὶ τὸ ὀψώνιον τῇ ἀνωτέρω ῥηθείσῃ ἑορτῇ. Ή δέ γε τῆς Αναλήψεως ἑορτὴ, καὶ ἡ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡσαύ τως δὲ καὶ ἡ τῶν ἁγίων Αποστόλων, ὁμοίαν ἔξουσι τὴν φωταψίαν καὶ τὸ ὀψώνιον τῇ ἑορτῇ τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου. Η δέ γε ἑορτὴ τῆς μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀφείλει γίνεσθαι ὁμοία τῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Η δὲ διάδοσις ἔστω σίτου μοδίων δύο, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων τεσσάρων. ΚΕΦΑΛ. Δ'. Περὶ τοῦ γίνεσθαι μετάδοσιν καθ' ἑκάστην ἡμέη ραν ἐν τῷ πυλῶνι. Δέον δέ ἐστι καὶ ἐν τῷ πυλῶνι γίνεσθαι διάδοσιν καθ' ἑκάστην ἡμέραν, ψωμία σίτου μοδίου τοῦ τρί του, ἤτοι ταῖς τρισὶν ἡμέραις, σίτου μοδίου ἑνός ὡς καὶ τῶν περισσευμάτων τῆς τραπέζης ἑκάστης ἡμέρας ὀφειλόντων δίδοσθαι, ὡς ἂν διὰ τῆς πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἱλαρᾶς ἐλεημοσύνης, ἱλαρὸν καὶ ὑμεῖς καὶ δαψιλῆ τὸν ἐκ Θεοῦ ἔλεον ἀπολάβητε. Τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων. εισόδου, τῶν Φώτων, Μεγάλην πέμπτην. Μεγάλη πέμπτη
TYPICUM.
δωδεκαφωτίοις, ἀνὰ ἐξ, εἰς τὸ τέμπλον ἕξ, καὶ ἐψώ- sex accenai debent, in templo sex; et obsonium
γιον ταῖς μοναχαῖς τὸ ἀρκοῦν χορηγεῖσθαι.
Ωσαύτως δὲ ὀφείλει γίνεσθαι καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς
Ὑψώσεως τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, καὶ ἡ
ἑορτὴ τοῦ ἁγίου μάρτυρος Δημητρίου, καὶ ἡ ἑορτὴ
τῆς Θεοτόκου τὰ "Αγια τῶν ἁγίων
Περὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
Ἐν δὲ τῇ ἑορτῇ τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως, ἡ
μὲν φωταψία ὁμοία ἔσται τῇ τῆς Κοιμήσεως, ὡσαύ
τως δὲ καὶ τὸ ὀψώνιον τῶν μοναχῶν. Ἡ δὲ ἐν τῷ
πυλῶνι διάδοσις ἔσται μοδίων δύο, καὶ νομισμάτων
τεσσάρων. Αὕτη δὲ ἡ φωταψία ἀρκέσει, καὶ κατὰ
τὴν ἑορτὴν τῶν Φώτων ἡ δὲ ἐν τῷ τυλῶνι
διάδοσις ὁμοία ἔσται τῇ προειρημένῃ ἑορτῇ, ήγουν
τῆς τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως, ὁμοίως καὶ τὸ τῶν μου
ναχῶν ὀψώνιον.
Περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς.
Ἐν δέ γε τῇ ἑορτῇ τῆς Ὑπαπαντῆς ὀφείλουσιν
ἅπτεσθαι ἐν τοῖς δωδεκαφωτίοις ἀνὰ κηρία ἓξ, ἀπὸ
τῶν πρὶν ἱσταμένων· εἰς δὲ τὸ τέμπλον ὁμοίως ἀνὰ
ἔξ. '11 δέ γε ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, καὶ ἡ ἑορτὴ
τῆς Βαϊοφόρου ὁμοίως τὴν αὐτὴν ἕξουσι φωταψίαν.
ΚΕΦΑΛ. ΕΓ'.
Περὶ τῆς τῶν ἁγίων Παθών φωταψίας.
monialibus quantum satis erit, suppeditabitur. -
Eodem modo celebrabitur festum Exaltationis
venerandæ et vivificæ Crucis, festum sancti martyris Demetrii, et festum Deiparæ Sancta sanctorum.
CAPUT LXI.
De festo Christi Nutalitiorum.
In festo Nativitatis Christi, luminare idem erit
quod in festo Dormitionis, similiterque obsonium
monialium. Erogatio autem ad ostium erit duorum
modiorum, et quatuor nomismatum. Ipsummet
luminare sufficiet et in festo Luminum: eleemosyna vero ad ostium, eadem erit, quæ prædicto
festo, nempe Christi Nativitatis, similiterque obsonium monialium.
Η μέντοι φωταψία τῆς κατὰ τὴν ἁγίαν καὶ με
γάλην πέμπτην ἑορτῆς, ὁμοίως τῇ τῆς Κοιμήσεω;
γενήσεται. Ωσαύτως καὶ ἡ ἐν τῷ πυλῶνι διάδοσις
ὁμοία ἔσται τῇ τῆς προειρημένης ἑορτῆς, χωρίς
τοῦ ὀψωνίου. Ἡ δέ γε ἁγία καὶ μεγάλη Κυριακή
τὴν αὐτὴν ἕξει φωταψίαν τε καὶ διάδοσιν, καὶ τὸ
ὀψώνιον τῇ ἀνωτέρω ῥηθείσῃ ἑορτῇ. Ή δέ γε τῆς
Αναλήψεως ἑορτὴ, καὶ ἡ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡσαύ
τως δὲ καὶ ἡ τῶν ἁγίων Αποστόλων, ὁμοίαν ἔξουσι
τὴν φωταψίαν καὶ τὸ ὀψώνιον τῇ ἑορτῇ τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου. Η δέ γε ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ, ὀφείλει γίνεσθαι ὁμοία τῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς
Θεοτόκου. Η δὲ διάδοσις ἔστω σίτου μοδίων δύο, καὶ
νουμμία νομισμάτων τραχέων τεσσάρων.
CAPUT LXII.
De festo Occursus, seu Purificationis.
In festo Occursus accendantur in candelabris
duodenorum luminum, sex cerei, ex iis qui antea
ibi positi sunt in templo pariter sex. Festum
Annuntiationis et festum Palmarum eodem luminari gaudebunt.
CAPUT LXIII
De luminari sacrarum Passionum.
Luminare festi sanctæ et magnæ quintæ ferian,
erit ut in festo Dormitionis. Erogatio quoque ad
ostium eadem erit quæ in prædicto festo, excepto
obsonio. Sancta autem et magna Dominica, luminare, erogationem et obsonium, eadem habebit,
quæ supra memorata solemnitas. Festum vero
Ascensionis, Pentecostes, necnon sanctorum apostołorum, eodem gaudebunt luminari et obsonio,
quo festum Nativitatis Deiparæ. Festum autem
Transfigurationis Domini Dei et Salvatoris nostri
Jesu Christi, par esse debet festa Dormitionis Deiparæ; in eleemosynam vero dentur frumenti modii
duo, et nummi nomismalum asperorum quatuor.
CAPUT LXIV.
Περὶ τοῦ γίνεσθαι μετάδοσιν καθ' ἑκάστην ἡμέ- η Quod eleemosyna quotidie fieri dcbeat ad ostium.
ραν ἐν τῷ πυλῶνι.
Δέον δέ ἐστι καὶ ἐν τῷ πυλῶνι γίνεσθαι διάδοσιν
καθ' ἑκάστην ἡμέραν, ψωμία σίτου μοδίου τοῦ τρί
του, ἤτοι ταῖς τρισὶν ἡμέραις, σίτου μοδίου ἑνός·
ὡς καὶ τῶν περισσευμάτων τῆς τραπέζης ἑκάστης
ἡμέρας ὀφειλόντων δίδοσθαι, ὡς ἂν διὰ τῆς πρὸς
τοὺς ἀδελφοὺς ἱλαρᾶς ἐλεημοσύνης, ἱλαρὸν καὶ ὑμεῖς
καὶ δαψιλῆ τὸν ἐκ Θεοῦ ἔλεον ἀπολάβητε.
Eleemosynam quotidie ad ostium fieri oportet,
panes scilicet ex tertia parte modii frumenti,
nempe ternis diebus, modius frumenti unus; necnon mensæ reliquiæ quæ quotidie erogari debent,
quo per hilarem eleemosynam fratribus distributam, hilarem vos et copiosam Dei misericordiam
consequamini.
Montfauconii notæ.
atque adeo eleemosynis erogandis aptissima. Sed
de iis plura in sequenti Rationario.
Τὰ Ἅγια τῶν ἁγίων. Supple εισόδου, ingressus in Sancta sanctorum, id est, festum PræSentationis B. Virginis.
Festum τῶν Φώτων, sive luminum, est fc.
slum Epiphaniæ, qua die in honorem baptismatis
Christi plura lumina apud Græcos accenduntur.
Μεγάλην πέμπτην. Μεγάλη πέμπτη est
feria quinta in Coena Domini.
Dominica Resurrectionis Donini.
Chapters LXV - LXIXCaput LXV - LXIX
col. 1083–1084page 49 of 70
Caput LXI - LXIV
PG 127:1083ΚΕΦΑΛ. ΞΕ. Περὶ τοῦ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς ἐπήκοιν πασῶν κατὰ μῆνα. Ἐπὶ πᾶσι καὶ τοῦτο παραφυλακτέον οὐδὲν ἧττον τῶν ἄλλων, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον, ὡς ἀρχήν τε, καὶ αἰ τίαν τῆς ἀμεταπτώτου τῶν διατετυπωμένων τηρής σεως, καὶ τοῦ ὅλου τῆς μονῆς καταρτισμοῦ· φημὶ δὴ τὸ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς ἐπήκοον πασῶν τῶν ἐν τῇ μονῇ, καθ᾿ ἑκάστην Νουμηνίαν· ἵνα τῇ συνεχεῖ ἀναγνώσει μάλιστα παράμονα καὶ ἀνεξ άλειπτα εἴη τὰ διατετυπωμένα, καὶ πρὸς συνεθισμὸν τῆς τούτων πληρώσεως εὔοδα. "Α δεῖ πάσῃ φυλακῇ τηρεῖν ἔμπρακτα καὶ ἐνεργά, καὶ ὡς νόμους θείους ἀπαραβάτως καὶ ἀναλλοιώτως ἔχοντα, μήθ' ὑπὸ χρό νου παλαιούμενα καὶ ἀφανιζόμενα, μήθ' ὑπό τινος ἐπηρείας, ἢ βιωτικῆς περιτροπῆς ἀμαυρούμενα, μήθ' ὑπὸ ῥαθυμίας τῇ λήθῃ παραδιδόμενα, μήθ' ὡς ἐπαχθῆ ὑπ' ἀνασκησίας ἀποπειόμενα ΚΕΦΑΛ. ΕϚ'. Περὶ τῆς τοῦ θείου ναοῦ καθημερινῆς φωταγωγίας. Ἔστω τοίνυν ἡ κατὰ τὸν θεῖον ναόν καθημερινή φωταγωγία τοιαύτη· κανδῆλαι ἀκοίμητοι νυχθημε ριναὶ διατηρείσθωσαν, ἐν μὲν τῷ μύακι μία, ἔμπροσθεν τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου μία, ἐν τῷ τέμπλῳ μία, ἐν τῷ ἄρθηκι μία, καὶ ἐν τῷ ἐξωάρθηκε ἑτέρα. Οταν δὲ ἔν τινι τάφῳ φθάσῃ τεθῆναι λείψανον, ὀφείλει ἅπτειν κανδήλα μία. ΚΕΦΑΛ. ΞΖ'. Περὶ τῶν κύκλῳ τοῦ τρούλλου κρεμαμένων κρα τήρων, καὶ τῶν λοιπῶν. Οἱ δὲ ἐν μέσῳ τοῦ χοροῦ κρεμάμενοι κρατῆρες, ἀπτέσθωσαν μὲν εἰς παρ᾽ ἕνα, κατ' ἀρχὰς τῶν τε λουμένων συνήθως ἐν τῷ ναῷ συνάξεων, κατ' ὄρθρον, ἑσπερινὸν, καὶ λειτουργίαν· σβεννύσθωσαν δὲ πά λιν κατὰ τὰ τέλη τούτων· τὸ αὐτὸ δὲ γινέσθω και περὶ πάσας τὰς τοῦ τέμπλου κανδήλας. ΚΕΦΑΛ. ΞΗ'. Περὶ τῶν ὀφειλόντων ἅπτεσθαι κηρίων. Κηρία δὲ ἁπτέσθωσαν νυχθημερινὰ ἀκοίμητα, ἐν μὲν τῷ βήματι, ἔν· καὶ ἔμπροσθεν τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου, ἕν. Οφείλουσι δὲ τὰ δωδεκα φώτια ἴστασθαι ἐν ταῖς προσκυνήσεσι διὰ παντὸς, ἐξ ὧν ὀφείλει ἅπτεσθαι ἐν τῇ ψαλμῳδίᾳ καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν ἓν, καὶ ἐν τῷ τέμπλῳ ἔν·. σβέννυσθαι δὲ ἐν τῇ ἀπολύσει· ἐν δὲ ταῖς ἑορταῖς ταῖς μὴ ἀναγεγραμμέναις ἐν τῷ τυπικῷ, τρία· ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν τῷ τέμπλῳ, τρία. Πλὴν ἐν ταῖς ἤδη ῥηθείσαις μεγίσταις ἑορταῖς ἀντὶ τῶν ἀποκεκαυμένων κηρίων, ολόκληρα πηγνύσθωσαν. "Α δεῖ πάλιν φυλάττεσθαι, ὡς ἂν ὑπουργήσωσι μέχρι τελείας καύσεως ἐν ταῖς καθω ημεριναῖς. ΚΕΦΑΛ. ΕΘ'. Περὶ τοῦ ὕδατος. Ἐπεὶ δὲ πολλὰ μοχθήσασα ἡ βασιλεία μου, τῇ τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ ἡδυνήθη καὶ ὕδωρ ἀένναον ἀπο κομίσαι ἐν τοῖς μοναστηρίοις αὐτῆς· γεγόνασι δὲ
CAPUT LXV.
Quod singulis mensibus, typicum tegi debeat, omnibus audientibus.
Illud observandum nihilominus quam cætera
omnia, nisi forte magis, utpote principium et
causa immutabilis statutorum observationis, et universæ monasterii perfectionis; nimirum ut singulis
Neomeniis sive Kalendis legatur typicum, omnibus
quæ in monasterio sunt audientibus; ut assidua
lectione, maxime Grma et indelebilia sint, quæ
statuta sunt, et ut facile sit eorum exsecution
assuescere. Quæ ut opere jugiter compleantur
omni sollicitudine curandum: et ut divinæ leges
nunquam temerari aut mutari debent, nec tempore antiquari vel deleri, nec damno quopiam aut
seculari vicissitudine oblitterari, nec per segnitiem oblivioni tradi, nec ut onerosa per cessatio
nem excuti.
CAPUT LXVI.
De quotidiano divini templi luminari.
Quotidianum divini templi luminare hujusmodi
sit: Lampades nec die nec nocte exstinguenda
serventur, in mytulo quidem una, ante gratia
plenam Deiparam una; in arthece seu vestibulo
una; in exoarthece sive exterioris vestibulo alia. Ubi
vero contigerit cadaver in quodam sepulcro collocari, lampas una accendenda est.
CAPUT LXVII.
De crateribus in circulo trulli suspensis, et de reliquis.
Crateres in medio chori suspensi, accendantur
quidem unus post alium, initio conventuum qui
de more in templo fiunt in Matutino, Vespertino,
et Liturgia; exstinguantur vero iis expletis: et
sic fat de omnibus templi lampadibus.
CAPUT LXVIII.
De cereis accendendis.
Cerei accendantur nec die nec nocte unquam
exstinguendi, in sacro adyto unus, ante gratia
plenam Deiparam meam unus. Candelabra vero
duodenorum luminum semper poni debent in
adorationibus, ex quibus unus cereus per psalmodiam quotidie accendi debet, et in templo, unus,
exstinguendi officio absoluto in festis autem in
typico non descriptis, tres: similiter in templo,
tres. Caeterum, in maximis supra memoratis festis
vice absumptorum cereorum integri compingantur,
qui rursus servari debent, ut usque ad extremam
ustionem quotidiano usyi inserviant.
CAPUT LXIX
De aqua.
Quandoquidem majestas mea postquam multum
laboravit, potuit, Deo auxiliante, aquam perennem
ad monasteria sua deducere; et factæ sunt duæ
Περὶ τοῦ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς ἐπήκοιν
πασῶν κατὰ μῆνα.
Ἐπὶ πᾶσι καὶ τοῦτο παραφυλακτέον οὐδὲν ἧττον
τῶν ἄλλων, εἰ μὴ καὶ μᾶλλον, ὡς ἀρχήν τε, καὶ αἰ
τίαν τῆς ἀμεταπτώτου τῶν διατετυπωμένων τηρής
σεως, καὶ τοῦ ὅλου τῆς μονῆς καταρτισμοῦ· φημὶ
δὴ τὸ ἀναγινώσκεσθαι τὸ τυπικὸν εἰς ἐπήκοον πασῶν
τῶν ἐν τῇ μονῇ, καθ᾿ ἑκάστην Νουμηνίαν· ἵνα τῇ
συνεχεῖ ἀναγνώσει μάλιστα παράμονα καὶ ἀνεξάλειπτα εἴη τὰ διατετυπωμένα, καὶ πρὸς συνεθισμὸν
τῆς τούτων πληρώσεως εὔοδα. "Α δεῖ πάσῃ φυλακῇ
τηρεῖν ἔμπρακτα καὶ ἐνεργά, καὶ ὡς νόμους θείους
ἀπαραβάτως καὶ ἀναλλοιώτως ἔχοντα, μήθ' ὑπὸ χρό
νου παλαιούμενα καὶ ἀφανιζόμενα, μήθ' ὑπό τινος
ἐπηρείας, ἢ βιωτικῆς περιτροπῆς ἀμαυρούμενα,
μήθ' ὑπὸ ῥαθυμίας τῇ λήθῃ παραδιδόμενα, μήθ' ὡς
ἐπαχθῆ ὑπ' ἀνασκησίας ἀποπειόμενα
Περὶ τῆς τοῦ θείου ναοῦ καθημερινῆς φωταγω
γίας.
Ἔστω τοίνυν ἡ κατὰ τὸν θεῖον ναόν καθημερινή
φωταγωγία τοιαύτη· κανδῆλαι ἀκοίμητοι νυχθημε
ριναὶ διατηρείσθωσαν, ἐν μὲν τῷ μύακι μία, ἔμπρο
σθεν τῆς κεχαριτωμένης Θεοτόκου μία, ἐν τῷ τέμπλῳ
μία, ἐν τῷ ἄρθηκι μία, καὶ ἐν τῷ ἐξωάρθηκε ἑτέρα.
Οταν δὲ ἔν τινι τάφῳ φθάσῃ τεθῆναι λείψανον,
ὀφείλει ἅπτειν κανδήλα μία.
Περὶ τῶν κύκλῳ τοῦ τρούλλου κρεμαμένων κρα
τήρων, καὶ τῶν λοιπῶν.
Οἱ δὲ ἐν μέσῳ τοῦ χοροῦ κρεμάμενοι κρατῆρες,
ἀπτέσθωσαν μὲν εἰς παρ᾽ ἕνα, κατ' ἀρχὰς τῶν τελουμένων συνήθως ἐν τῷ ναῷ συνάξεων, κατ' ὄρθρον,
ἑσπερινὸν, καὶ λειτουργίαν· σβεννύσθωσαν δὲ πά
λιν κατὰ τὰ τέλη τούτων· τὸ αὐτὸ δὲ γινέσθω και
περὶ πάσας τὰς τοῦ τέμπλου κανδήλας.
Περὶ τῶν ὀφειλόντων ἅπτεσθαι κηρίων.
Κηρία δὲ ἁπτέσθωσαν νυχθημερινὰ ἀκοίμητα, ἐν
μὲν τῷ βήματι, ἔν· καὶ ἔμπροσθεν τῆς κεχαριτω
μένης μου Θεοτόκου, ἕν. Οφείλουσι δὲ τὰ δωδεκαφώτια ἴστασθαι ἐν ταῖς προσκυνήσεσι διὰ παντὸς, ἐξ
ὧν ὀφείλει ἅπτεσθαι ἐν τῇ ψαλμῳδίᾳ καθ᾿ ἑκάστην
ἡμέραν ἓν, καὶ ἐν τῷ τέμπλῳ ἔν·. σβέννυσθαι δὲ ἐν
τῇ ἀπολύσει· ἐν δὲ ταῖς ἑορταῖς ταῖς μὴ ἀναγεγραμ
μέναις ἐν τῷ τυπικῷ, τρία· ὡσαύτως δὲ καὶ ἐν τῷ
τέμπλῳ, τρία. Πλὴν ἐν ταῖς ἤδη ῥηθείσαις μεγίσταις
ἑορταῖς ἀντὶ τῶν ἀποκεκαυμένων κηρίων, ολόκληρα
πηγνύσθωσαν. "Α δεῖ πάλιν φυλάττεσθαι, ὡς ἂν
ὑπουργήσωσι μέχρι τελείας καύσεως ἐν ταῖς καθω
ημεριναῖς.
Περὶ τοῦ ὕδατος.
Ἐπεὶ δὲ πολλὰ μοχθήσασα ἡ βασιλεία μου, τῇ
τοῦ Θεοῦ συνεργίᾳ ἡδυνήθη καὶ ὕδωρ ἀένναον ἀποκομίσαι ἐν τοῖς μοναστηρίοις αὐτῆς· γεγόνασι δὲ
col. 1085–1086page 50 of 70
PG 127:1085και με ρίστραι δύο ισόμετροι, διορίζομαι ἀπὸ μὲν τῆς μιᾶς ἀρδεύεσθαι τὸ γυναικεῖον μοναστήριον, καὶ τὰ Δεσποτικὰ οἰκήματα, ἅπερ ἐποίησεν ἡ βασι λεία μου· ἀπὸ δὲ τῆς ἑτέρας, τὸ ἀνδρῷον. Εἴπερ δὲ γένηται κλάσμα ἐν τοῖς τοιούτοις παρολο κίοις, ὀφείλει επανορθοῦσθαι ἀπὸ τῶν λαμβανόντων τὸ τοιοῦτον ὕδωρ. Ἐπεὶ δὲ ἐτυπώθη παρὰ τῆς βα σιλείας μου εἶναι ὑδραγωγούς δύο χάριν τοῦ ἀγωγού τοῦ τοιούτου ὕδατος, ὀφείλουσι προνοεῖσθαι ὁ μὲν εἷς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μοναστηρίου, ὁ δὲ ἕτερος ἀπὸ τοῦ ἑτέρου. Εἴ ποτε δὲ γένηται κλάσμα ἐν τῷ ἀγωγῷ τῷ εἰσάγοντι τὸ τοιοῦτον ὕδωρ ὀφείλει γίνεσθαι πρακτικὸν παρά τινος τῶν τριβούνων καὶ δίδοσθαι τὴν ἔξοδον ἀπ' ἀμφοτέρων τῶν μοναστηρίων ἐξ ἴσου, καὶ ἐπανορθοῦσθαι αὐτὸν, καὶ ἔχειν τὸ ὕδωρ ἀένναον. ΚΕΦΑΛ. Θ'. Περὶ τοῦ ταφείου τῶν μοναζουσῶν. Ταῦτα μὲν δὴ οὕτως ᾠκονόμηταί τε καὶ διατέτακται. Ἐπεὶ δὲ καὶ ταφεῖον ἀναγκαῖον ἦν κατασκευασθῆναι ἐπὶ τῇ ἀποθέσει τῶν λειψάνων τῶν πρὸς Κύ ριον ἐκδημουσῶν μοναζουσῶν, τὸ δὲ στενόχωρον τῆς μονῆς οὐ παρεῖχεν χώραν εἰς τὴν τοῦ τοιούτου ἀν ἐγερτιν, ἀνελάβετο ἡ βασιλεία μου ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας τὴν μονὴν τὰ Κελλαραίας, πατριαρχικὴν μὲν οὖσαν, ἀφιερωθεῖσαν δὲ τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου χάριν ταφείου τῶν ἐν αὐτῇ ἀσκουμένων μοναζουσῶν· καθὸ καὶ τὸ παρὰ τοῦ ἁγιωτάτου καὶ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κυροῦ Νικολάου γεγονὸς ἐπὶ τοῦτο διατρανοῖ ὑπό μνημα. Καὶ δὴ τυποῦμεν εἶναι ἐν αὐτῇ μοναζούσας τέσε σαρας, λαμβανούσας ἑκάστῳ ἐνιαυτῷ ἀπὸ τῆς μονῆς τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ἑκάστην αὐτῶν, σίτου ἀνὰ μόδια θαλάσσια δεκαοκτώ οἶνου ἀνά μέτρα θαλάσσια δώδεκα· τυροῦ ἀνὰ λίτρας πεντήκοντα οσπρίου ἀνὰ μόδιον ἕνα. Καὶ ὑπὲρ ῥόγας αὐτῶν ἀνὰ νομίσματα τραχέα εἴκοσι τέσσαρα, καὶ ἀντὶ ἐνδυμασία;, νόμισμα ἐν ὑπέρπυρον (68'). Ετι γε μὴν καὶ ἱερέα τινὰ κοσμικὸν τυποῦμεν ἀφορισθῆναι ἐκεῖσε, καὶ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ τοιούτῳ μοναστηρίῳ, ἐπί τε τῇ ψαλμῳδίᾳ καὶ φωταψίᾳ, καὶ πάσῃ τῇ προσηκούσῃ ἐπιμελείᾳ· τυπωθῆναι δὲ λαμ βάνειν αὐτὸν τὸ ἐνδεχόμενον ὑπὲρ τῆς τοιαύτης υπο ηρεσίας, ἀπὸ τῆς τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου μονῆς, ἀφ᾽ ἧς δίδοσθαι καὶ τὰ εἰς φωταψίαν τοῦ τοιούτου κοιμητηρίου, ήγουν καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν, ἐλαίου μέτρα θαλάσσια δύο, καὶ σίτου μόδια δώδεκα. Τὴν δὲ τῶν ἀποθνησκουσῶν μοναζουσῶν μετακο Μερίστραι Ἐν τοῖς τοιούτοις παρολκίοις. Τριβούνων. Μόδια θαλάσσια. Μόδης μόδιος, ὁ θαλάσσιος μόδης ὀφείλει χωρεῖν σίτου καθαροῦ καὶ ἀρύπου λίτρας τεσσαράκοντα Ρόγας. Υπέρπυρον.
TYPICUM.
και με ρίστραι (GG) δύο ισόμετροι, διορίζομαι ἀπὸ nieristra mensura æquales; statuo ut ab una
μὲν τῆς μιᾶς ἀρδεύεσθαι τὸ γυναικεῖον μοναστήριον,
καὶ τὰ Δεσποτικὰ οἰκήματα, ἅπερ ἐποίησεν ἡ βασι
λεία μου· ἀπὸ δὲ τῆς ἑτέρας, τὸ ἀνδρῷον.
Εἴπερ δὲ γένηται κλάσμα ἐν τοῖς τοιούτοις παρολο
κίοις, ὀφείλει επανορθοῦσθαι ἀπὸ τῶν λαμβανόντων
τὸ τοιοῦτον ὕδωρ. Ἐπεὶ δὲ ἐτυπώθη παρὰ τῆς βασιλείας μου εἶναι ὑδραγωγούς δύο χάριν τοῦ ἀγωγού
τοῦ τοιούτου ὕδατος, ὀφείλουσι προνοεῖσθαι ὁ μὲν
εἷς ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μοναστηρίου, ὁ δὲ ἕτερος ἀπὸ τοῦ
ἑτέρου. Εἴ ποτε δὲ γένηται κλάσμα ἐν τῷ ἀγωγῷ τῷ
εἰσάγοντι τὸ τοιοῦτον ὕδωρ ὀφείλει γίνεσθαι πρακτι
κὸν παρά τινος τῶν τριβούνων καὶ δίδοσθαι
τὴν ἔξοδον ἀπ' ἀμφοτέρων τῶν μοναστηρίων ἐξ ἴσου,
καὶ ἐπανορθοῦσθαι αὐτὸν, καὶ ἔχειν τὸ ὕδωρ ἀέν
ναον.
Περὶ τοῦ ταφείου τῶν μοναζουσῶν.
Ταῦτα μὲν δὴ οὕτως ᾠκονόμηταί τε καὶ διατέτα
κται. Ἐπεὶ δὲ καὶ ταφεῖον ἀναγκαῖον ἦν κατασκευα
σθῆναι ἐπὶ τῇ ἀποθέσει τῶν λειψάνων τῶν πρὸς Κύ
ριον ἐκδημουσῶν μοναζουσῶν, τὸ δὲ στενόχωρον τῆς
μονῆς οὐ παρεῖχεν χώραν εἰς τὴν τοῦ τοιούτου ἀνἐγερτιν, ἀνελάβετο ἡ βασιλεία μου ἀπὸ τῆς τοῦ
Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας τὴν μονὴν τὰ Κελλαραίας,
πατριαρχικὴν μὲν οὖσαν, ἀφιερωθεῖσαν δὲ τῇ μονῇ
τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου χάριν ταφείου
τῶν ἐν αὐτῇ ἀσκουμένων μοναζουσῶν· καθὸ καὶ τὸ
παρὰ τοῦ ἁγιωτάτου καὶ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου
κυροῦ Νικολάου γεγονὸς ἐπὶ τοῦτο διατρανοῖ ὑπόμνημα.
Καὶ δὴ τυποῦμεν εἶναι ἐν αὐτῇ μοναζούσας τέσε
σαρας, λαμβανούσας ἑκάστῳ ἐνιαυτῷ ἀπὸ τῆς μονῆς
τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ἑκάστην αὐτῶν,
σίτου ἀνὰ μόδια θαλάσσια δεκαοκτώ οἶνου ἀνά
μέτρα θαλάσσια δώδεκα· τυροῦ ἀνὰ λίτρας πεντή
κοντά
οσπρίου ἀνὰ μόδιον ἕνα. Καὶ ὑπὲρ ῥόγας
αὐτῶν ἀνὰ νομίσματα τραχέα εἴκοσι τέσσαρα, καὶ
ἀντὶ ἐνδυμασία;, νόμισμα ἐν ὑπέρπυρον (68').
Ετι γε μὴν καὶ ἱερέα τινὰ κοσμικὸν τυποῦμεν
ἀφορισθῆναι ἐκεῖσε, καὶ ὑπηρετεῖν ἐν τῷ τοιούτῳ
μοναστηρίῳ, ἐπί τε τῇ ψαλμῳδίᾳ καὶ φωταψίᾳ, καὶ
πάσῃ τῇ προσηκούσῃ ἐπιμελείᾳ· τυπωθῆναι δὲ λαμβάνειν αὐτὸν τὸ ἐνδεχόμενον ὑπὲρ τῆς τοιαύτης υπο
ηρεσίας, ἀπὸ τῆς τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου
μονῆς, ἀφ᾽ ἧς δίδοσθαι καὶ τὰ εἰς φωταψίαν τοῦ
τοιούτου κοιμητηρίου, ήγουν καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν,
ἐλαίου μέτρα θαλάσσια δύο, καὶ σίτου μόδια δώδεκα.
Τὴν δὲ τῶν ἀποθνησκουσῶν μοναζουσῶν μετακο
quidem earum, femineum monasterium adaquetur, necnon despoticæ domus quas imperium meum
exstruxit; ab alia vero, virorum monasterium.
Si autem in hujusmodi canalibus fiat fractura,
restaurari debet ab iis qui aquam illam accipiunt.
Cum vero ab imperatoria mea majestale constitutum fuerit, ut pro ejusmodi aquæductu duo
sint aquarii; curet unus eorum unius monasterii
aquam, alter vero alterius. Si autem fractura
unquam accidat in illo aquæductu, fiat actus a
quopiam tribunorum, sive notariorum, et ab ambobus monasteriis sumptus ex æquo suppeditentur, cumque restituant, et aqua perenni fruantur.
CAPUT LXX.
De sepulcro monacharum.
Ilæc quidem ita disposita et statuta sunt. Ut
autem necesse fuit sepulcrum parari ad deponenda
cadavera monacharum quæ ad Deum demigrarint,
angustia vero monasterii nobis locum minime dedit
ad illud excitandum: ascivit majestas mea a magna
Dei Ecclesia monasterium Cellarææ, patriarchale
quidem, consecratum vero, monasterio gratia plena
Deipara micr, in sepulcrum monialium in eo ascetice degentium, quemadmodum editum a sanctissimo et ecumenico patriarcha domno Nicolao
monumentum declarat.
Statuimus itaque ut quatuor in illo degant
moniales, quotannis accipientes a monasterio gratia
plcna Deipare meæ, singula frumenti modios
marinos octodecim, vini metra marina duodecim,
casei libras quinquaginta; leguminum modium
et pro earum rogis, nomismata aspera
viginti quatuor, ac pro vestitu nomisma unum hyperpyrum.
unum,
Statuimus insuper sacerdotem unum sæcularem
illic designari, qui in illo monasterio ministret, in
psalmodia, luminari, omnique sibi congruenti
muuere. Assignenturque illi quæ pro tali ministerio
cum accipere oportet a monasterio Gratia-plenæ,
a quo dabuntur quoque necessaria ad luminare
illius cœmcterii, nempe quotannis olei metra marina duo, et frumenti modii duodecim.
Obeuntium vero monialium translationem et
Montfauconii notæ.
Μερίστραι videntur fuisse canales ad deducendam aquam, ut paulo inferius indicatur, his
verbis, Ἐν τοῖς τοιούτοις παρολκίοις.
Τριβούνων. De variis tribunorum officiis,
et speciatim de illis qui notarii munus explebant,
Bulengerus, De imperio Rom. lib. v, cap 3.
Μόδια θαλάσσια. De modiis marinis hac
Meurs us: Μόδης pro μόδιος, modius. ὁ θαλάσσιος
μόδης ὀφείλει χωρεῖν σίτου καθαροῦ καὶ ἀρύπου
λίτρας τεσσαράκοντα ex arithmetica adespota. Id
est Modius marinus continere debet frumenti
puri et mundi libras quadraginta. De quo in sequenti tractatu De mensuris fusios.
Ρόγας. Rogæ sunt stipendia quibusdam
officiis affectata. Videtur tamen cum hoc loco, tum
in tabella redituum monasterii, rogam esse donarium pro obsonio assignatum; nam pro pane, vino
et vestimento necessaria speciatim assignantur.
(68') Υπέρπυρον. De numismatibus hyperpyrig
vide sæpius laudatum Cangium, lib. De numisma
tibus inferioris ævi, num. 80 ad calcem Glossariš
mediæ et infimæ Latinitatis.
Chapter LXXCaput LXX
col. 1087–1088page 51 of 70
PG 127:1087μιδήν τε καὶ ταφὴν, οὕτω διαταττόμεθα γίνεσθαι τελεῖσθαι μὲν ἐν τῷ ἐξωάσθηκε τὰ ἐπὶ τῇ τεθνεώση νενομισμένα, τήν τε ψαλμῳδίαν, φημὶ, καὶ τὴν τοῦ λειψάνου πᾶσαν ἀμφίασιν· καὶ οὕτω μετακομίζεσθαι εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Θεοτόκου, τὰ Κελλαραίας, μετὰ τῆς κλίνης βασταζομένην, ἢ παρὰ τῶν συν αδελφῶν αὐτῆς, ἢ παρὰ τῶν ὑπουργισσῶν, ἀκολου θουσῶν αὐτῇ τῶν μοναχῶν, ὅσας προστάξει ἡ καθ ηγουμένη· ἐκεῖσε δὲ ἐν τοῖς τῶν μοναζουσῶν ἀπο τίθεσθαι τάφοις· ἐν οἷς μόναι αἱ ἐν τῇ μονῇ τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ένασκούμεναι μοναχαὶ ὀφείλουσι θάπτεσθαι· μή τινος τῶν ἔξωθεν τοῦ καταλόγου τῆσδε τῆς ἀδελφότητος ταύταις συνθαπτομένης, κἂν συγγενής εἴη τῆς προεστώσης, ή τινος ἄλλης τῶν μοναχῶν, κἂν συνήθης, καν γνώριμος οὔτε μὴν διὰ προστάξεως τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης, ἵνα μὴ ξενοταφεῖον τὸ ταφεῖον τῶν μονα χῶν καταστῇ. Εἰ δὲ πειραθῇ τις τοῦτο ποιῆσαι, ἕξει μὲν καὶ ἀπὸ Θεοῦ τὴν κατάκρισιν διὰ τὴν τοῦ τυπο κοῦ παράβασιν· κωλυθήσεται δὲ καὶ παρὰ τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης. Αφορισθήσεται γε μήν μία σταταραία χάριν ταφῆς τῶν ὑπουργισσῶν τῶν τοιούτων μοναζουσῶν ἑτέρα λόγῳ τῶν ἡγουμενευουσῶν· ἑτέρα δὲ λόγῳ τῶν μεγαλοσχήμων· ἑτέρα λόγῳ τῶν λοιπῶν μοναχῶν, καὶ τῶν ὑπουργισσῶν ὅσαι εἰσὶ μοναχαὶ καὶ ἐνάρετοι· ἑτέρα λόγῳ τῶν ἐν τῇ μονῇ τῶν Κελλαραίας μοναχῶν. Αἱ δὲ ἀπελθοῦσαι μετὰ τῆς τελευτησάσης μοναχαί ἀδελφαί, ὑποστρέψασαι εἰς τὸ μοναστήριον ἑαυτῶν, μηκέτι ἀπερχέσθωσαν ἐκεῖ· ἀλλὰ τὰ τρίτα καὶ τὰ ἔννατα, καὶ τὰ τεσσαρακοστὰ τῆς ἀποιχομένης μοναχῆς ψαλλέσθωσαν μὲν καὶ παρὰ τοῦ ἐκεῖσε τε ταγμένου ἱερέως, τελείσθωσαν δὲ καὶ παρὰ τῶν μου ναζουσῶν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἐν ταῖς θείαις ἱερουργίαις αὗται μνημονευέσθωσαν, καὶ τῷ ὄρθρῳ καὶ τῷ ἑσπερινῷ ἄχρι τῶν Τεσσαρακοστῶν ἐν ταῖς ἐκτενέσι δεήσεσι, καὶ προσφορὰ δὲ ἰδικῶς ὑπὲρ αὐτῆς προσκομιζέσθω μέχρι τῆς τῶν Τεσσα ρακοστῶν αὐτῆς συμπληρώσεως. Σημειωτέον δὲ καὶ τὰς μνήμας ἑκάστης τῶν θνη σκουσῶν τὴν ἐκκλησιάρχισσαν, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτ τῶν τοῖς διπτύχοις ἐγγραπτέον· ἵνα μὴ ἀνεπίληστοι εἶεν αἱ τούτων μνῆμαι, καὶ τελῶνται ἀπαραλείπτως. Τα μέντοι δίπτυχα προτρεπόμεθα τοῖς ἱερεῦσι κατὰ πᾶσαν ἐπιέναι λειτουργίαν, εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἐν αὐτοῖς ἀπογεγραμμένων· ἵνα μὴ αὐτοὶ τὸ κρῖμα βαστάζωσι τῆς ἐκείνων ἀμνηστίας καὶ ἐλλείψεως ἵνα δὲ καὶ κοινὴ μνήμη πασῶν γίνηται τῶν μοναζουσῶν, καθ' ἑκάστην Παρασκευὴν μετὰ τὸ λυχνικὸν, εἰ μή τις ἑορτὴ κωλύει, ψαλλέτωσαν κανόνα νεκρώ σιμον αἱ μοναχαί, ποιοῦσαι καὶ παραστάσιμον Στραταραία. Παραστάσιμον. Οι παράστασις παραστάσιμον
IRENES AUGUSTE
sepulturam sic fieri præcipinnis. In exteriori quidem μιδήν τε καὶ ταφὴν, οὕτω διαταττόμεθα γίνεσθαι -
vestibulo perficientur, quæ pro defuncta statuta
sunt, psalmodia, dico, omnisque vestitus cadaveris,
sicque transferetur ad monasterium Deiparæ Cellarææ, cum lectulo seu feretro deportata, sive a
Sororibus suis, sive a famulabus: et moniales
sequentur ipsam, quotquot jubebit præfecta: illie
vero in sepulcris monacharum deponetur, in quibus solæ moniales in monasterio Gratia-plenæ Deiparæ meæ ascetice versantes sepeliri debent; ac
nulla extra sororum catalogum una cum ipsis sepelictur, licet cognata fuerit præfectæ, aut alterius
cujusdam e monialibus, tametsi familiaris et nota,
ne quidem jussu patronæ monasterii; ne monacharum sepulcrum, xenotaphium, sive extranearum
sepulcrum evadat. Si qua vero id efficere molita
fuerit, a Deo quidem condemnabitur, ob. typici
transgressionem; impedietur autem a monasterii
patrona.
Porro assignabitur una stataræa pro sepultura,
famulabus illarum monialium: altera præfectarum
gratia: alia pro iis quæ sunt magni habitus, alia
pro cæteris monialibus et famulabus quæ moniales sunt et virtute præditæ: alia pro monialibus
monasterii Cellaraæ.
Sorores vero moniales quæ cum defuncta abierant, reversæ ad monasterium suum, non ultra
illuc concedant; sed tertia, nona et quadragesima
defunctæ monachæ psallantur quidem a sacerdote
illic constituto; persolvantur vero a monialibus in
monasterio. In divinis quoque sacrificiis quotidie
fat earum memoria, necnon in matutino, vespertino, et protensis orationibus usque ad Quadragesima, et oblatio speciatim pro unaquaque deferatur,
donec Quadragesima illius compleantur.
τελεῖσθαι μὲν ἐν τῷ ἐξωάσθηκε τὰ ἐπὶ τῇ τεθνεώση
νενομισμένα, τήν τε ψαλμῳδίαν, φημὶ, καὶ τὴν τοῦ
λειψάνου πᾶσαν ἀμφίασιν· καὶ οὕτω μετακομίζεσθαι
εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Θεοτόκου, τὰ Κελλαραίας,
μετὰ τῆς κλίνης βασταζομένην, ἢ παρὰ τῶν συν
αδελφῶν αὐτῆς, ἢ παρὰ τῶν ὑπουργισσῶν, ἀκολουθουσῶν αὐτῇ τῶν μοναχῶν, ὅσας προστάξει ἡ καθηγουμένη· ἐκεῖσε δὲ ἐν τοῖς τῶν μοναζουσῶν ἀπο
τίθεσθαι τάφοις· ἐν οἷς μόναι αἱ ἐν τῇ μονῇ τῆς
κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ένασκούμεναι μοναχαὶ
ὀφείλουσι θάπτεσθαι· μή τινος τῶν ἔξωθεν τοῦ καταλόγου τῆσδε τῆς ἀδελφότητος ταύταις συνθαπτομένης, κἂν συγγενής εἴη τῆς προεστώσης, ή τινος
ἄλλης τῶν μοναχῶν, κἂν συνήθης, καν γνώριμος
οὔτε μὴν διὰ προστάξεως τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμ
βανομένης, ἵνα μὴ ξενοταφεῖον τὸ ταφεῖον τῶν μοναχῶν καταστῇ. Εἰ δὲ πειραθῇ τις τοῦτο ποιῆσαι, ἕξει
μὲν καὶ ἀπὸ Θεοῦ τὴν κατάκρισιν διὰ τὴν τοῦ τυπο
κοῦ παράβασιν· κωλυθήσεται δὲ καὶ παρὰ τῆς τῆς
μονῆς ἀντιλαμβανομένης.
Αφορισθήσεται γε μήν μία σταταραία χάριν
ταφῆς τῶν ὑπουργισσῶν τῶν τοιούτων μοναζουσῶν·
ἑτέρα λόγῳ τῶν ἡγουμενευουσῶν· ἑτέρα δὲ λόγῳ τῶν
μεγαλοσχήμων· ἑτέρα λόγῳ τῶν λοιπῶν μοναχῶν,
καὶ τῶν ὑπουργισσῶν ὅσαι εἰσὶ μοναχαὶ καὶ ἐνάρε
τοι· ἑτέρα λόγῳ τῶν ἐν τῇ μονῇ τῶν Κελλαραίας
μοναχῶν.
Αἱ δὲ ἀπελθοῦσαι μετὰ τῆς τελευτησάσης μοναχαί
ἀδελφαί, ὑποστρέψασαι εἰς τὸ μοναστήριον ἑαυτῶν,
μηκέτι ἀπερχέσθωσαν ἐκεῖ· ἀλλὰ τὰ τρίτα καὶ
τὰ ἔννατα, καὶ τὰ τεσσαρακοστὰ τῆς ἀποιχομένης
μοναχῆς ψαλλέσθωσαν μὲν καὶ παρὰ τοῦ ἐκεῖσε τε
ταγμένου ἱερέως, τελείσθωσαν δὲ καὶ παρὰ τῶν μου
ναζουσῶν ἐν τῷ μοναστηρίῳ, καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἐν
ταῖς θείαις ἱερουργίαις αὗται μνημονευέσθωσαν, καὶ
τῷ ὄρθρῳ καὶ τῷ ἑσπερινῷ ἄχρι τῶν Τεσσαρακοστῶν
ἐν ταῖς ἐκτενέσι δεήσεσι, καὶ προσφορὰ δὲ ἰδικῶς
ὑπὲρ αὐτῆς προσκομιζέσθω μέχρι τῆς τῶν Τεσσα
ρακοστῶν αὐτῆς συμπληρώσεως.
Notandæ sunt autem 'singularum defunctarum Σημειωτέον δὲ καὶ τὰς μνήμας ἑκάστης τῶν θνη -
memoriæ ab ecclesiæ præposita, et illarum nomina σκουσῶν τὴν ἐκκλησιάρχισσαν, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτ
in diptychis describenda, ne earum memoriæ τῶν τοῖς διπτύχοις ἐγγραπτέον· ἵνα μὴ ἀνεπίληστοι
obliterentur, sed sine omissione expleantur. Jube- εἶεν αἱ τούτων μνῆμαι, καὶ τελῶνται ἀπαραλείπτως.
mus itaque sacerdotibus, ut in singulis liturgiis Τα μέντοι δίπτυχα προτρεπόμεθα τοῖς ἱερεῦσι κατὰ
diptycha adeant, quo in memoriam revocent cas πᾶσαν ἐπιέναι λειτουργίαν, εἰς ἀνάμνησιν τῶν ἐν
quæ inibi descriptæ sunt, ne judicium ipsi ferant αὐτοῖς ἀπογεγραμμένων· ἵνα μὴ αὐτοὶ τὸ κρῖμα
earum oblivionis et omissionis: et ut communis βαστάζωσι τῆς ἐκείνων ἀμνηστίας καὶ ἐλλείψεως
memoria fiat omnium monacharum, singulis Para- ἵνα δὲ καὶ κοινὴ μνήμη πασῶν γίνηται τῶν μονα -
scevis seu feriis sextis post Jucernarium. Nisi ali- ζουσῶν, καθ' ἑκάστην Παρασκευὴν μετὰ τὸ λυχνικὸν,
quod festum impediat, psallant moniales canonem εἰ μή τις ἑορτὴ κωλύει, ψαλλέτωσαν κανόνα νεκρώ
funereum facientes parastasimum: protensa quo-· σιμον αἱ μοναχαί, ποιοῦσαι καὶ παραστάσιμον
Montfauconii notæ.
Στραταραία. Hæc vox rarissima videtur significare tumbam seu sepulcrum multis corporibus
humandis aptum.
Ut apud nos Missæ celebrantur die tertia,
septima, et tricesima post obitum, cum peculiaribus orationibus; sic apud Græcos diebus quarta,
nova, et quadragesima post obitum speciales dicuntur orationes. Consule Goarum in Notis ad
officium exsequiarum, quod in Euchologio babetur.
Παραστάσιμον. Οι παράστασις est reprzsentatio, sic παραστάσιμον vidctur esse reprzsentatio quædam in exsequiis defunctorum ſieri solita, quam nos cum fectica tapete nigro cooperta
facere solemus.
col. 1089–1090page 52 of 70
PG 127:1089και εκτενής δέησις γινέσθω ὑπὲρ τῶν προαπελθον σῶν πασῶν. Εν μέντοι τῷ Σαββάτῳ τῆς ἀπόκρεω καὶ τῷ Σαββάτῳ τῆς τυροφάγου καὶ τῷ Σαββάτῳ τῆς Πεντηκοστῆς, γινέσθω καὶ ὑπὲρ τῶν μοναζουσῶν καθ ἐν ὄνομα τῶν προαπελθουσῶν, μία, καὶ μνημο νευέσθωσαν καὶ αὐταί· ὡσαύτως καὶ ἐν τοῖς μνημοσύνοις ἑκάστης, γινέσθω ὑπὲρ αὐτῆς λειτουργία καὶ προσφορά. Οφείλουσι δὲ λαμβάνειν αἱ μοναχαὶ ἔν τε τῷ Σαββάτῳ τῆς ἀποκρέω, καὶ τῷ Σαββάτῳ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀνὰ προσφορὰν μίαν, εἰς μνημόσυνον τῶν γονέων αὐτῶν καὶ συγγενῶν· μετὰ δὲ τὸ προσ κομισθῆναι, συνάγεσθαι πάλιν παρὰ τῆς πυλωρού, καὶ δίδοσθαι ἐν τῷ πυλῶνι. ΚΕΦΑΛ. ΟΛ'. Περὶ διαφόρων μνημοσύνων ὀφειλόντων ετησίως τελεῖσθαι. Αρκούντως ἤδη περὶ τῶν τῆς μονῆς διαταξάμενοι, νῦν καὶ περὶ τῶν κεκοιμημένων γονέων ἡμῶν, καὶ ἀδελφῶν κατὰ σάρκα, καὶ παίδων, καὶ τῶν κοιμη θησομένων, διατυποῦμεν καὶ διατασσόμεθα. Πάντων γὰρ τὰ μνημόσυνα τῶν κάτωθεν ῥητῶς ἀναταττομέ νων, κατὰ τοὺς καιροὺς καὶ τὰς ἡμέρας τὰς ἐγγραφείσας τοιουτοτρόπως τελεισθήσονται. Βουλόμεθα γίνεσθαι παννυχίδα νεκρώσιμον, μετὰ τῆς παραστα σίμου, καὶ φωταψίαν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς συνήθους δαψιλεστέραν· προσάγεσθαί τε καὶ ἐν τῇ λειτουργίᾳ προσφορὰν ὑπὲρ τοῦ κοιμηθέντος, καὶ κόλυβα γίνεσθαι, καὶ μνημονεύεσθαι αὐτὸν ἐν ταῖς ἐκτενέσι δεήσεσι κατά τε τὴν παννυχίδα, καὶ τὸ ὄρθρον, και τὴν λειτουργίαν, καὶ τὸ ἑσπερινὸν, καὶ ταῖς μονα χαῖς δὲ, μὴ τὴν συνήθη παρατίθεσθαι τράπεζαν, ἀλλ᾽ ὀψωνίζειν, καὶ διαιτᾶσθαι, καθὰ καὶ ἐν ταῖς Δεσποτικαῖς ἑορταῖς προετυπώσαμεν γίνεσθαι, καθ' οἷον ἂν τύχῃ καιρὸν ἡ τοῦ τελευτήσαντος μνήμη. Πλὴν εἰ μὲν ἐν τετράδι τῶν λοιπῶν ἡμερῶν, ἢ Παρασκευή συνδράμοι τὸ μνημόσυνον, ὀστρακοδέρ μοι; καὶ μόνοις ἐστιαθήσονται, ἄνευ τῶν μνημοσύνων τοῦ κρατίστου καὶ ἁγίου μου βασιλέως. Εν γὰρ τοῖς μνημοσύνοις τούτου, κἂν ἐν τετράδι συνδράμοιεν καὶ Παρασκευῇ, καὶ ἰχθύες όψωνισθήσονται φιλοτίμως ταῖς μοναχαῖς εἰς ἑστίασιν· χρὴ γὰρ τὸν ἐξαίρετον ἐν ἀνθρώποις, καὶ τὸ μνημόσυνον ἐξαίρετον ἀποφέρεσθαι. Ἐν δὲ ταῖς λιταῖς ἁπάσαις ἡμέραις, καὶ ἐπὶ τοῖς τῶν λοιπῶν συγγενῶν ἡμῶν μνημοσύνοις ἰχθυοφαγήσουσιν. Εἰ δὲ ἔν τισι τῶν τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡμερῶν μνημόσυνόν τινος ἀπαντήσειεν, ἐν μόνῃ τῇ ἑσπέρᾳ τῆς Παρασκευῆς ἐκείνης τῆς ἑβδομάδος καθ' ἣν φθάσοι τὸ μνημόσυνον, ἡ παννυχὶς ἐπιτελεσθήσεται, καὶ τῷ ἐπιόντι Σαββάτῳ αἱ μοναχαὶ δι' όστρα Απόκρεω. τῆς ἀπόκρεω, τῆς ἀπόκρεω, τυροφάγου, Κόλυβα. έψητὸς σίτος,
TYPICUM.
και εκτενής δέησις γινέσθω ὑπὲρ τῶν προαπελθον- que oratio dicatur pro omnibus quæ ante deces
σῶν πασῶν.
Εν μέντοι τῷ Σαββάτῳ τῆς ἀπόκρεω καὶ τῷ
Σαββάτῳ τῆς τυροφάγου καὶ τῷ Σαββάτῳ τῆς
Πεντηκοστῆς, γινέσθω καὶ ὑπὲρ τῶν μοναζουσῶν
καθ ἐν ὄνομα τῶν προαπελθουσῶν, μία, καὶ μνημο
νευέσθωσαν καὶ αὐταί· ὡσαύτως καὶ ἐν τοῖς μνημο
σύνοις ἑκάστης, γινέσθω ὑπὲρ αὐτῆς λειτουργία καὶ
προσφορά. Οφείλουσι δὲ λαμβάνειν αἱ μοναχαὶ ἔν τε
τῷ Σαββάτῳ τῆς ἀποκρέω, καὶ τῷ Σαββάτῳ τῆς
Πεντηκοστῆς, ἀνὰ προσφορὰν μίαν, εἰς μνημόσυνον
τῶν γονέων αὐτῶν καὶ συγγενῶν· μετὰ δὲ τὸ προσκομισθῆναι, συνάγεσθαι πάλιν παρὰ τῆς πυλωρού,
καὶ δίδοσθαι ἐν τῷ πυλῶνι.
Περὶ διαφόρων μνημοσύνων ὀφειλόντων ετησίως
τελεῖσθαι.
Αρκούντως ἤδη περὶ τῶν τῆς μονῆς διαταξάμενοι,
νῦν καὶ περὶ τῶν κεκοιμημένων γονέων ἡμῶν, καὶ
ἀδελφῶν κατὰ σάρκα, καὶ παίδων, καὶ τῶν κοιμη
θησομένων, διατυποῦμεν καὶ διατασσόμεθα. Πάντων
γὰρ τὰ μνημόσυνα τῶν κάτωθεν ῥητῶς ἀναταττομένων, κατὰ τοὺς καιροὺς καὶ τὰς ἡμέρας τὰς ἐγγραφείσας τοιουτοτρόπως τελεισθήσονται. Βουλόμεθα
γίνεσθαι παννυχίδα νεκρώσιμον, μετὰ τῆς παραστα
σίμου, καὶ φωταψίαν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς συνήθους
δαψιλεστέραν· προσάγεσθαί τε καὶ ἐν τῇ λειτουργίᾳ
προσφορὰν ὑπὲρ τοῦ κοιμηθέντος, καὶ κόλυβα
γίνεσθαι, καὶ μνημονεύεσθαι αὐτὸν ἐν ταῖς ἐκτενέσι
δεήσεσι κατά τε τὴν παννυχίδα, καὶ τὸ ὄρθρον, και
τὴν λειτουργίαν, καὶ τὸ ἑσπερινὸν, καὶ ταῖς μοναχαῖς δὲ, μὴ τὴν συνήθη παρατίθεσθαι τράπεζαν,
ἀλλ᾽ ὀψωνίζειν, καὶ διαιτᾶσθαι, καθὰ καὶ ἐν ταῖς
Δεσποτικαῖς ἑορταῖς προετυπώσαμεν γίνεσθαι, καθ'
οἷον ἂν τύχῃ καιρὸν ἡ τοῦ τελευτήσαντος μνήμη.
Πλὴν εἰ μὲν ἐν τετράδι τῶν λοιπῶν ἡμερῶν, ἢ
Παρασκευή συνδράμοι τὸ μνημόσυνον, ὀστρακοδέρ
μοι; καὶ μόνοις ἐστιαθήσονται, ἄνευ τῶν μνημοσύνων τοῦ κρατίστου καὶ ἁγίου μου βασιλέως. Εν γὰρ
τοῖς μνημοσύνοις τούτου, κἂν ἐν τετράδι συνδράμοιεν καὶ Παρασκευῇ, καὶ ἰχθύες όψωνισθήσονται
φιλοτίμως ταῖς μοναχαῖς εἰς ἑστίασιν· χρὴ γὰρ τὸν
ἐξαίρετον ἐν ἀνθρώποις, καὶ τὸ μνημόσυνον ἐξαίρετον
ἀποφέρεσθαι. Ἐν δὲ ταῖς λιταῖς ἁπάσαις ἡμέραις,
καὶ ἐπὶ τοῖς τῶν λοιπῶν συγγενῶν ἡμῶν μνημοσύ
νοις ἰχθυοφαγήσουσιν.
Εἰ δὲ ἔν τισι τῶν τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς
ἡμερῶν μνημόσυνόν τινος ἀπαντήσειεν, ἐν μόνῃ τῇ
ἑσπέρᾳ τῆς Παρασκευῆς ἐκείνης τῆς ἑβδομάδος καθ'
ἣν φθάσοι τὸ μνημόσυνον, ἡ παννυχὶς ἐπιτελεσθήσε
ται, καὶ τῷ ἐπιόντι Σαββάτῳ αἱ μοναχαὶ δι' όστραserint.
Porro in Sabbato carnisprivii, in Sabbato lacticinii, et in Sabbato Pentecostes, pro defunctis
monialibus, ad singula nomina oratio una dicatur,
et memoria earum flat: similiter in uniuscujusque
commemorationibus, liturgia pro ipsa celebretur,
et fiat oblatio. Moniales autem Sabbato carnisprivii,
et Sabbato Pentecostes sunient unam oblationem in
commemorationem parentum et cognatorum Snorum; quæ postquam oblata fuerit, colligetur ab
ostiaria, et ad ostium erogabitur.
CAPUT LXXI.
De variis commemorationibus per annum faciendis.
Postquam res monasterii sufficienter disposuimus;
jam de iis qui dormierunt parentibus nostris,
fratribus secundum carnem, et filiis, necnon de iis
qui dormient, statuimus et ordinamus. Commemorationes enim omnium de quibus diserte infra
præcipiemus, temporibus et diebus descriptis hoc
modo persolventur. Volumus ut fiat pannychis
funerea cum parastasimo, et luminare in ecclesia
accendatur solito copiosius; et ut deferatur in
liturgia oblatio pro defuncto, colybaque fant: ut
memoria quoque ejus fiat in protensis orationibus
in pannychide seu pervigilio, in matutino, in
liturgia, et in vespertino; utque monialibus non
solita apponatur mensa, sed eodem obsonio et victu
utantur quo in Domini festis uti supra jussimus,
quoquo tempore defuncti memoria occurrat.
Cæterum, si quidem feria quarta vel Parasceve,
et non aliis diebus, occurrerit commemoratio, con◄
chyliis solis refcientur, exceptis commenorationibus præstantissimi et sancti imperatoris mei; in
ejus enim commemorationibus, etsi in feriam
quartam et Parasceven inciderint, pisces quoque
monialibus ad refectionem magnifice in obsonium
suppeditabuntur: par est enim qui præstat inter
homines, præstantiorem commemorationem obtinere. Omnibus vero litaniarum diebus, etiam in
cæterorum affinium nostrorum commemorationibus
pisces comedent.
Si autem quibusdamn magnæ Quadragesimæ diebus, cujuspiam commemoratio occurrat, sola vespera Parasceves hebdomadis in quam incidet commemoratio, fict pervigilium, et sequenti Sabbato
moniales conchyliis consolationem accipient. Si
notæ.
Montfauconii
Απόκρεω. Sabbatum τῆς ἀπόκρεω, est
Sabbatum post Dominicam Septuagesimæ. Hebdomada namque Septuagesime vocatur τῆς ἀπόκρεω,
quia in ea carnis usus terminatur apud Græcos.
Sabbatum τυροφάγου, est Sabbatum hebdomadis Sexagesimæ, in qua licet Græcis lacte et casco
vesci.
Κόλυβα. in Triodo ad Sabbatum primum
Quadragesimæ, vocantur έψητὸς σίτος, frumentum
coctum. Goarus vero in Notis ad exsequias Gracorum, fusius explicans quid illud sit, ait esse cibum variis frugibus, leguminibus et fructibus compositum. Vide quoque eruditissimi Cangii Glossa -
rium Græcum.
Chapter LXXICaput LXXI
col. 1091–1092page 53 of 70
PG 127:1091κοδέρμων παρακληθήσονται. Εἰ δέ τι: καὶ ἰχθύας ήκοι κομίζων αὐταῖς, καὶ τούτων ἑστιαθήσονται. Τῶν ἄλλων δύο Τεσσαρακοστῶν ἄνετον πᾶσαν ἡμέ ραν ἐχουσῶν εἰς τὸ ποιεῖν τὰ μνημόσυνα. Καὶ τὴν ἐν πυλῶνι δὲ διάδοσιν, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην βουλόμεθα γίνεσθαι, καθὰ ἐν τῇ ἑκάστης ὀνομασία δηλω θήσεται. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ κρατίστου μου βασιλέως κυροῦ ᾿Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλής, καὶ εἰς τὰς μοναχής διάκρισις. Διδέσθω δὲ καὶ ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία δέκα μοδίων, οίνου μέτρα ὀκτώ, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων δώδεκα. Καὶ τὰ ἐμὰ δὲ μνημόσυνα, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσω τοῦ σώματος, τοιαῦτα βούλομαι γίνεσθαι, οἷα καὶ τοῦ κρατίστου μου βασιλέως ἀπαραλλάκτως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του περιποθήτου υἱοῦ τῆς βασιλείας μου τοῦ Πορφυρογεννήτου και βασι λέως κυροῦ Ἰωάννου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν έχε δημήσῃ, καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλής, καὶ διά κρισις εἰς τὰς μοναχάς διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ τυ λῶνι ψωμία μοδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἕξ. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ φης τῆς βασιλείας μου καὶ δεσποίνη; κυρᾶς Εἰρή νης τῆς συζύγου αὐτοῦ, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ· καὶ γινέσθω φωταψία δαψιλήν, καὶ διά κρισις εἰς τὰς μοναχάς· διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ πι λών: ψωμία μεδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἕξ. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου υἱοῦ τῆς βασιλείας μου τοῦ Πορφυρογεννήτου και σεβαστοκράτορας κυροῦ ᾿Ανδρονίκου, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου γαμβροῦ τῆς βασιλείας μου κυροῦ Νικηφόρου τοῦ Καίσαρος, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου υἱοῦ τῆς βασιλείας μου κυροῦ Ἰσαακίου του πορφυρογεννήτου καὶ Καίσαρος, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδι μήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του περιποθήτου γαμ βροῦ τῆς βασιλείας μου κυροῦ Νικηφόρου τοῦ πανυπερσεβάστου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήση. ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου γαμ βροῦ τῆς βασιλείας μου τοῦ πανσεβάστου ὑπερτάτου κυροῦ Κωνσταντίνου καθ' ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδη μήσῃ, τὰ μὲν λοιπὰ ὁμοίως· τὸ δὲ ψωμίον μοδίων τριῶν, καὶ νουμμία τραχέων νομισμάτων τριών. Βασιλέως. Σεβαστοκράτορος.
quis vero pisces ipsis attulerit, iis reficientur. Aliis κοδέρμων παρακληθήσονται. Εἰ δέ τι: καὶ ἰχθύας
duabus Quadragesimnis liberum est quibuslibet diebus commemorationes facere. Distributionem quoque ad ostium die illa fieri volumus, prout ad singulorum dierum nomen indicabitur.
Fiant commemorationes præstantissimi mei imperatoris domni Alexii Comneni, qua die obierit:
accendaturque luminare copiosum, et monialibus
discretio tribuatur. Dentur autem ad ostium panes
decem modiorum, vini metra octo, et nummi numismatum asperorum duodecim. Commemorationes verɔ meas, qua die e corpore migravero, tales
fieri volo quales præstantissimi mei imperatoris
citra discrimen.
Fiant commemorationes dilecti filii meæ majestatis, Porphyrogeniti et imperatoris doni Joannis,
qua die obierit: fiatque luminare copiosum, et
discretio monialibus. Dentur vero ad portam panes
modiorum quinque, et nummi numismatum asperorum sex.
Fiant commemorationes dilectæ nurus imperii
mei et dominæ domnæ Irenes conjugis ejus, qua
die obierit fiatque amplum luminare, et discretio
monialibus. Dentur vero ad portam panes modiorum quinque, et nummi numismatum asperorum
sex.
Fiant commemorationes dilecti fìii meæ majestatis Porphyrogeniti et Sebastocratoris domni Andronici, qua die obierit, eodem modo.
Fiant commemorationes dilecti generi majestatis
mez domi Nicephori Casaris, qua die obierit, simili modo.
Fiant commemorationes dilecti filii imperii mei
do'mni Isaacii, Porphyrogeniti et Cæsaris, qua die
obierit, eodem modo.
Fiant commemorationes dilecti generi majes:atis meæ domni Nicephori panhypersebasti, qua die
emigrarit, eodem modo.
Fiant commemorationes dilecti generi imperii
mei pansebasti hypertati sive supremi domni Constantini, qua die emigraverit, reliqua quidem eodem modo, panes vero modiorum trium, nummique
numismatum asperorum trium.
ήκοι κομίζων αὐταῖς, καὶ τούτων ἑστιαθήσονται.
Τῶν ἄλλων δύο Τεσσαρακοστῶν ἄνετον πᾶσαν ἡμέ
ραν ἐχουσῶν εἰς τὸ ποιεῖν τὰ μνημόσυνα. Καὶ τὴν ἐν
πυλῶνι δὲ διάδοσιν, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην βουλόμεθα γίνεσθαι, καθὰ ἐν τῇ ἑκάστης ὀνομασία δηλω
θήσεται.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ κρατίστου μου
βασιλέως κυροῦ ᾿Αλεξίου τοῦ Κομνηνού, καθ᾽ ἣν ἂν
ἡμέραν ἐκδημήσῃ, καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλής,
καὶ εἰς τὰς μοναχής διάκρισις. Διδέσθω δὲ καὶ ἐν
τῷ πυλῶνι ψωμία δέκα μοδίων, οίνου μέτρα ὀκτώ,
καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων δώδεκα. Καὶ τὰ
ἐμὰ δὲ μνημόσυνα, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσω
τοῦ σώματος, τοιαῦτα βούλομαι γίνεσθαι, οἷα καὶ
τοῦ κρατίστου μου βασιλέως ἀπαραλλάκτως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του περιποθήτου υἱοῦ
τῆς βασιλείας μου τοῦ Πορφυρογεννήτου και βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν έχε
δημήσῃ, καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλής, καὶ διά
κρισις εἰς τὰς μοναχάς διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ τυ
λῶνι ψωμία μοδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων
τραχέων ἕξ.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ
φης τῆς βασιλείας μου καὶ δεσποίνη; κυρᾶς Εἰρή
νης τῆς συζύγου αὐτοῦ, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν
ἐκδημήσῃ· καὶ γινέσθω φωταψία δαψιλήν, καὶ διά
κρισις εἰς τὰς μοναχάς· διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ πι
λών: ψωμία μεδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων
τραχέων ἕξ.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου υἱοῦ
τῆς βασιλείας μου τοῦ Πορφυρογεννήτου και σεβα
στοκράτορας κυροῦ ᾿Ανδρονίκου, καθ᾽ ἣν ἂν
ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου
γαμβροῦ τῆς βασιλείας μου κυροῦ Νικηφόρου
τοῦ Καίσαρος, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου υἱοῦ
τῆς βασιλείας μου κυροῦ Ἰσαακίου του Πορφυ
ρογεννήτου καὶ Καίσαρος, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδι -
μήσῃ, ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του περιποθήτου γαμβροῦ τῆς βασιλείας μου κυροῦ Νικηφόρου τοῦ
πανυπερσεβάστου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήση.
ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου γαμβροῦ τῆς βασιλείας μου τοῦ πανσεβάστου ὑπερτάτου
κυροῦ Κωνσταντίνου καθ' ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδη
μήσῃ, τὰ μὲν λοιπὰ ὁμοίως· τὸ δὲ ψωμίον μοδίων
τριῶν, καὶ νουμμία τραχέων νομισμάτων τριών.
Montfauconii notæ.
Βασιλέως. Una scilicet cum patre imperantis.
Hæc Irene Hungariæ regis filia erat, de qua
et de tota familia Alexii fuse doctissimus vir Cangius, quem consule lib. De famil. Byzant.
Σεβαστοκράτορος. Nova dignitas ab Alexio
Commeno instituta; is erat ceu secundus imperator; sed in harum dignitatum ordine, quamplu
rimæ postea mutationes subiere. Vide Alexiad.,
Codinum, Bulengerun, etc.
Nicephorus Bryenius Anne Comnenæ conjus,
Caesar; quæ dignitas, ab imperatore tertia erat.
Alexiad. lib. m.
Ab Isaacio Trapezuntini principes originem
duxere.
Nicephorus Calacalo, conjux Marie, Porphyrogenita, panhypersebastus: quæ dignitas, eadems,
qua Caesar, sede gaudebat.
Constantinus hic Angelus cognominabatur,
et erat conjux Theodora Porphyrogenitæ.
col. 1093–1094page 54 of 70
PG 127:1093Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου ἐγ γόνης τῆς βασιλείας μου κυρᾶς Εἰρήνης τῆς Δουκαίνης, τῆς θυγατρὸς τῆς Πορφυρογεννήτου και Καισαρίσσης κυρᾶς "Αννης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν έχε δημήσῃ· καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλὴς, καὶ διά κρισις εἰς τὰς μοναχάς· διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ πυ λῶνι ψωμία μοδίων τεσσάρων, καὶ νουμμία νομι σμάτων τραχέων τεσσάρων. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυγα τρὸς τῆς βασιλείας μου τῆς Πορφυρογεννήτου και Καισαρίσσης κυρᾶς "Αννης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδη μήσῃ· καὶ γινέσθω φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις εἰς τὰς μοναχὰς, διδομένων ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία μοδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἐξ. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυ γατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου αυτ ρᾶς Μαρίας, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τα μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυγατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου κυρᾶς Ευδοκίας καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ φης τῆς βασιλείας μου τῆς σεβαστοκρατορίασης αυτ ρᾶς Εἰρήνης καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως· ψωμία δὲ μοδίων τριῶν. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ φῆς τῆς βασιλείας μου κυρᾶς Εἰρήνης τῆς Και σαρίσσης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυ γατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου κυρα; Θεοδώρας, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως. Μηνὶ Οκτωμβρίῳ ιδ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ μακαρίτου, ἁγίου, αὐθέντου καὶ περιποθή του πατρὸς τῆς βασιλείας μου, τοῦ πρωτοπροέδρου καὶ πρωτοβεστιαρίου καὶ μεγάλου δουκὸς τῶν σχολῶν τῆς Ἀνατολῆς κυροῦ ᾿Ανο δρονίκου τοῦ Δουκα τοῦ μετονομασθέντος τῷ ἁγίῳ καὶ ἀγγελικῳ μεγάλῳ σχήματα κυροῦ Αντω Αὐθέντου Πρωτοπρόεδρος, Πρωτοβεστιάριος, Δοὺξ τῶν σχολών. δούξ τῶν σχολῶν, εἰ κόμης τῶν σχολῶν, Δο μέστικος τῶν σχολών Τῷ ἁγίῳ καὶ ἀγγελικῷ μεγάλω σχήματι. Διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος μετονομασθείσης Ξένης.
Fiant commemorationes dilectæ neptis imperi
mei domnæ Irenes Ducænæ, filiæ Porphyrogenitæ
et Cæsarissæ domnæ Annæ, qua die obierit; et
flat copiosum luminare, et discretio monialibus:
denturque ad portam panes modiorum quatuor, et
nummi nomismatum asperorum quatuor.
TYPICUM.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου ἐγγόνης τῆς βασιλείας μου κυρᾶς Εἰρήνης τῆς
Δουκαίνης, τῆς θυγατρὸς τῆς Πορφυρογεννήτου και
Καισαρίσσης κυρᾶς "Αννης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν έχε
δημήσῃ· καὶ γινέσθω ἡ φωταψία δαψιλὴς, καὶ διάκρισις εἰς τὰς μοναχάς· διδόσθω δὲ καὶ ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία μοδίων τεσσάρων, καὶ νουμμία νομι
σμάτων τραχέων τεσσάρων.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυγα
τρὸς τῆς βασιλείας μου τῆς Πορφυρογεννήτου και
Καισαρίσσης κυρᾶς "Αννης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ· καὶ γινέσθω φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις
εἰς τὰς μοναχὰς, διδομένων ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία
μοδίων πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἐξ.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυ
γατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου αυτ
ρᾶς Μαρίας, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τα μνημόσυνα τῆς περιποθήτου
θυγατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου
κυρᾶς Ευδοκίας καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ,
ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ
φης τῆς βασιλείας μου τῆς σεβαστοκρατορίασης αυτ
ρᾶς Εἰρήνης καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ,
ὁμοίως· ψωμία δὲ μοδίων τριῶν.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου νύμ
φῆς τῆς βασιλείας μου κυρᾶς Εἰρήνης τῆς Και
σαρίσσης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ, ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου θυγατρὸς τῆς βασιλείας μου καὶ Πορφυρογεννήτου
κυρα; Θεοδώρας, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ,
ὁμοίως.
Μηνὶ Οκτωμβρίῳ ιδ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα
τοῦ μακαρίτου, ἁγίου, αὐθέντου καὶ περιποθήτου πατρὸς τῆς βασιλείας μου, τοῦ πρωτοπροέ
δρου καὶ πρωτοβεστιαρίου καὶ μεγάλου
δουκὸς τῶν σχολῶν τῆς Ἀνατολῆς κυροῦ ᾿Ανο
δρονίκου τοῦ Δουκα τοῦ μετονομασθέντος τῷ ἁγίῳ
καὶ ἀγγελικῳ μεγάλῳ σχήματα κυροῦ ΑντωFiant commemorationes dilectæ filiæ majestatis
meæ Porphyrogenitæ et Cæsarissæ domnæ Annæ,
qua die obierit, et flat amplum luminare, discretio
quoque monialibus: et dentur ad ostium panes
modiorum quinque et nummi numismatum asperorum sex.
Fiant commemorationes dilectæ filiæ imperii mei,
et Porphyrogenitæ domnæ Mariæ, qua die obierit,
simili modo.
Fiant commemorationes dilectæ filiæ majestatis
meæ et porphyrogenitæ domnæ Eudociæ, qua die
obierit, eodem modo.
Fiant commemorationes dilectæ nurus majestatis meæ sebastocratorissa. domnæ Irenes, qua
die obierit, eodem modo; panes vero modiorum
trium.
Fiant commemorationes dilectæ nurus majestatis meæ dona Irenes Cæsarissæ qua die obierit,
similiter.
Fiant commemorationes dilectæ filiæ imperatoriæ ne majestatis, et Porphyrogenitæ domus
Theodoræ, qua die obierit, simili modo,
Mense Octobri 14, fiant commemorationes beatæ
memoria, sancti, authentis et dilecti patris mafestatis meæ, protoproedri, protovestiarii, et magni
ducis scholarum Orientis domni Andronici Ducas,
qui per sanctum et angelicum magnum habitum,
cognominatus est domnus Antonius; et dentur ad
ostium panes modiorum quinque, et nummi nunotæ.
Montfauconii
Hæc Irene filia erat Nicephori Bryenii et
Annæ Commenæ Porphyrogenitæ, et extra ordinem
suum scripta est, ut crucibus in ms. depictis indicari videtur, quia cum in commemorationum ordine omissa fuisset, dehinc jussa est describi hoc
in loco, qui vacuus repertus est. Oboritur autem
quæstio, cur.videlicet Ducana vocetur, cum tamen
a Bryeniorum familia, a Ducæna diversa, ortum
duxerit: sed puto Irenen Augustam amore puellæ
ductam, ei non modo nomen proprium, sed el cognonen indidisse. Pater autem ipsam ab avia vebementius aliis neptibus amatam fuisse, tum quod
sola et neptibus in commemorationibus locum obtineat, tum quod capite 79, despoticarum domorum possessio ipsi transmittatur.
Eudocia a sponso Constantine Jasita se.
gregata fuerat ob ejus sævitiam; is ideo non memoratur.
Irenes sebastocratorissa, uxor Andronici sebastocratoris.
Hæc Irenes uxor erat Isaacii.
Αὐθέντου dignitas primariis tantum viris
et feminis tribuebatur.
Πρωτοπρόεδρος, erat primus præses, de quo
Codinus, De officiis Constantinop. et eruditiss. Cangius.
Πρωτοβεστιάριος, primus vestiarius, seu
princeps vestiarii, de quo Codinus, De officiis
Constant. et sæpius laudatum Cangii Glossarium
Græcum.
Δοὺξ τῶν σχολών. Scholæ erant turma
militares, quarum præfectus, δούξ τῶν σχολῶν, εἰ
apud Theophanem, κόμης τῶν σχολῶν, alibi: Δομέστικος τῶν σχολών vocatur.
Τῷ ἁγίῳ καὶ ἀγγελικῷ μεγάλω σχήματι.
Moris fuisse principibus et magnatibus aulæ Constantinopolitanæ utriusque sexus, ut monasticum
magnum habitum in hora mortis induerent, et
nomen mutarent, patet cum ex his locis, tum ex
Menais Græcorum, ubi ad decimam tertian. Augusti de Irene imperatrice dicitur: Διὰ τοῦ ἁγίου καὶ
ἀγγελικοῦ σχήματος μετονομασθείσης Ξένης. Neque
enim existimo, tot imperialis familiæ viros et
mulieres, quot hic habitu monastico induti memorantur, monachos vel moniales in vita sua
fuisse.
Chapter LXXIICaput LXXII
col. 1095–1096page 55 of 70
PG 127:1095νίου· καὶ διδόσθω ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία μοδίων Ο πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἕξ. Γιν σθω καὶ φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις εἰς τὰς μοναχάς. Μηνὶ Νοεμβρίῳ κα', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς ἡγιασμένης αυθεντίας καὶ μητρὸς τῆς βασι λείας μου κυρᾶς Μαρίας, τῆς διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγο γελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομασθείσης κυράς Ξένης, ὁμοίως. Μηνὶ Ἰουλίῳ ιβ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του μακαρίτου κυροῦ Ἰωάννου καὶ περιποθήτου πενθεροῦ τῆς βασιλείας μου, ὁμοίως. Μηνὶ Νοεμβρίῳ α', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς ἡγιασμένης μου δεσποίνης, καὶ πενθερᾶς τῆς βασιλείας μου, ὁμοίως. Μηνὶ Ἰανουαρίῳ θ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου αὐταδέλφου τῆς βασιλείας μου, καὶ πρωτοστράτορος κυροῦ Μιχαήλ τοῦ Δούκα· καὶ γινέσθω φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις εἰς τὰς μου ναχάς. Μηνὶ Φεβρουαρίῳ κ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου αὐταδέλφης τῆς βασιλείας μου, τῆς πανεντίμου καὶ παντί μου κυρᾶς Θεοδώρας τῆς διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομασθείσης κυρᾶς Εἰρήνης· καὶ γινέσθω ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου αυτο αδέλφου τῆς βασιλείας μου τοῦ πανσεβάστου σεβαστού κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα, τοῦ διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομασθέντος κυρού Αντωνίου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ· καὶ γενέ σθω ὁμοίως. Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου αυτ αδέλφης τῆς βασιλείας μου, τῆς πανσεβάστου σεβα στῆς κυράς "Αννης τῆς Δουκαίνης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέ ραν ἐκδημήσῃ πρό; Κύριον· καὶ γινέσθω ὁμοίως. Οἱ παῖδες ἡμῶν, ὅτε προς Κύριον ἐκδημήσουσιν, ἐγγραφήσονται ἐν τοῖς τῶν προαπελθέντων δικτύ χοις, καὶ τὰ μνημόσυνα πάντων ἔσονται τελούμενα, καθὼς ἀνωτέρω προείρηται. Εἰ δ᾽ ἴσω; τινὲς αὐτῶν καὶ ἀφιερώσουσι τῇ μονῇ ἡ κινητὰ ἀξιόλογα, ἢ ἀκίνητα, ὀφείλουσι τελεῖσθαι καὶ τὰ τούτων μνημόσυνα, κατὰ τὴν ἐκείνων διάταξιν. ΚΕΦΑΛ. ΟΒ'. Περὶ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι νιπτῆρος τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πέμπτη. Τῇ μέντοι ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πέμπτῃ ὀφείλει γίνε σθαι παρὰ τῆς τιμιωτάτης καθηγουμένης ὁ νιπτήρ ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας προνάῳ, ἔνθα εἰκόνισται καὶ ὁ τοῦ Σωτῆρος νιπτήρ κατὰ τὴν ἐμπεριεχομένην τῷ Συναξαρίῳ ἀκολουθίαν, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ τύπον. Καὶ τὸ θεῖον δὲ φώτισμα κατὰ τὴν παγκόσμιον τούτου ἑορτὴν, ἐν τῷ αὐτῷ αὖθις ἄρθηκι ἔσται τε λούμενον, ἐν ᾧ καὶ ἡ φιάλη ἵσταται, τῶν χαλκών πολυκανδήλων ἐν αὐτῇ κρεμαμένων, καὶ τὴν ἄναψιν Πρωτοστράτορος. πρωτοστράτωρ,
mismatum asperorum sex. Fiatque amplum lumi- νίου· καὶ διδόσθω ἐν τῷ πυλῶνι ψωμία μοδίων
mare, et discretio nonialibus.
Mense Novembri 21, fiant commemorationes
sanctificatæ authentriæ et matris majestatis meæ
domnæ Mariæ, qui per sanctum et angelicum magnum habitum cognominata est domna Xene, simili
modo.
Mense Julio 12, fiant commemorationes beatæ
memoriæ domni Joannis, et dilecti soceri imperatoriæ meæ majestatis, simili modo.
Mense Novembri 1, Gant commemorationes sanctificatæ dominæ meæ, et socrus majestatis meæ,
pari modo.
Mense Januario 9, flant commemorationes dilecti
fratris majestatis meæ, et protostratoris domni Michaelis Ducas; fatque amplum luminare, et discredio monialibus.
Mense Februario 20, fiant commemorationes dilectæ sororis majestatis meæ, admodum venerandæ
et honorandæ domnæ Theodoræ, quæ per sanctum
et angelicum magnum habitum cognominata est
domna Irene; et fat similiter.
Fiant commemorationes dilecti fratris imperii
mei, pansebasti sebasti donni Joannis Ducas, qui
per sanctum et angelicum magnum habitum cognominatus est domnus Antonius, qua die obierit;
et fiat similiter.
Fiant commemorationes dilectæ sororis majestatis meæ, pansebaṣtæ sebastæ domnæ Annæ Ducænæ,
qua die ad Dominum emigraverit; et fiat similiter.
Cum filii nostri ad Dominum migrabunt, inscribentur in diptychis eorum qui prius decessere, et
omnium commemorationes persolventur, ut superius dictum est. Quod si fortasse quidam eorum
sive mobilia quædam magni pretii, sive immobilia
monasterio consecraverint, commemorationes illorum fieri debent, ut ipsi statuerint.
CAPUT LXXII.
Ο
πέντε, καὶ νουμμία νομισμάτων τραχέων ἕξ. Γινσθω καὶ φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις εἰς τὰς
μοναχάς.
Μηνὶ Νοεμβρίῳ κα', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα
τῆς ἡγιασμένης αυθεντίας καὶ μητρὸς τῆς βασιλείας μου κυρᾶς Μαρίας, τῆς διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγο
γελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομασθείσης κυράς
Ξένης, ὁμοίως.
Μηνὶ Ἰουλίῳ ιβ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα του
μακαρίτου κυροῦ Ἰωάννου καὶ περιποθήτου πενθε
ροῦ τῆς βασιλείας μου, ὁμοίως.
Μηνὶ Νοεμβρίῳ α', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα
τῆς ἡγιασμένης μου δεσποίνης, καὶ πενθερᾶς
τῆς βασιλείας μου, ὁμοίως.
Μηνὶ Ἰανουαρίῳ θ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα
τοῦ περιποθήτου αὐταδέλφου τῆς βασιλείας μου, καὶ
πρωτοστράτορος κυροῦ Μιχαήλ τοῦ Δούκα· καὶ
γινέσθω φωταψία δαψιλής, καὶ διάκρισις εἰς τὰς μου
ναχάς.
Μηνὶ Φεβρουαρίῳ κ', τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα
τῆς περιποθήτου αὐταδέλφης τῆς βασιλείας μου, τῆς
πανεντίμου καὶ παντί μου κυρᾶς Θεοδώρας τῆς διὰ τοῦ
ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομα
σθείσης κυρᾶς Εἰρήνης· καὶ γινέσθω ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τοῦ περιποθήτου αυτο
αδέλφου τῆς βασιλείας μου τοῦ πανσεβάστου σεβαστού
κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Δούκα, τοῦ διὰ τοῦ ἁγίου καὶ
ἀγγελικοῦ μεγάλου σχήματος μετονομασθέντος κυρού
Αντωνίου, καθ᾿ ἣν ἂν ἡμέραν ἐκδημήσῃ· καὶ γενέσθω ὁμοίως.
Τελείσθωσαν τὰ μνημόσυνα τῆς περιποθήτου αυτ
αδέλφης τῆς βασιλείας μου, τῆς πανσεβάστου σεβα -
στῆς κυράς "Αννης τῆς Δουκαίνης, καθ᾽ ἣν ἂν ἡμέ
ραν ἐκδημήσῃ πρό; Κύριον· καὶ γινέσθω ὁμοίως.
Οἱ παῖδες ἡμῶν, ὅτε προς Κύριον ἐκδημήσουσιν,
ἐγγραφήσονται ἐν τοῖς τῶν προαπελθέντων δικτύ
χοις, καὶ τὰ μνημόσυνα πάντων ἔσονται τελούμενα,
καθὼς ἀνωτέρω προείρηται. Εἰ δ᾽ ἴσω; τινὲς αὐτῶν
καὶ ἀφιερώσουσι τῇ μονῇ ἡ κινητὰ ἀξιόλογα, ἢ ἀκί
νητα, ὀφείλουσι τελεῖσθαι καὶ τὰ τούτων μνημόσυνα,
κατὰ τὴν ἐκείνων διάταξιν.
De lavipedio quod in sancta et magna feria quinta, Περὶ τοῦ μέλλοντος γίνεσθαι νιπτῆρος τῇ ἁγίᾳ
fieri debet.
In sancta et magna feria quinta lotio pedum
fieri debet a reverendissima præfecta, in ecclesiæ
vestibulo, ubi repræsentatum est Salvatoris lavipedium, cum officio quod in Synaxario continetur,
et secuudu:n formam in eo descriptam.
Divina quoque illuminatio in festo ejus ubique
terrarum celebrato, in eodem rursum vestibulo
fiel, in quo posita est phiala, æneis polycandelis,
sive multiplicibus lampadibus in ea suspensis, quæ
ע
καὶ μεγάλη πέμπτη.
Τῇ μέντοι ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πέμπτῃ ὀφείλει γίνεσθαι παρὰ τῆς τιμιωτάτης καθηγουμένης ὁ νιπτήρ
ἐν τῷ τῆς ἐκκλησίας προνάῳ, ἔνθα εἰκόνισται καὶ ὁ
τοῦ Σωτῆρος νιπτήρ κατὰ τὴν ἐμπεριεχομένην τῷ
Συναξαρίῳ ἀκολουθίαν, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ τύπον.
Καὶ τὸ θεῖον δὲ φώτισμα κατὰ τὴν παγκόσμιον
τούτου ἑορτὴν, ἐν τῷ αὐτῷ αὖθις ἄρθηκι ἔσται τε
λούμενον, ἐν ᾧ καὶ ἡ φιάλη ἵσταται, τῶν χαλκών
πολυκανδήλων ἐν αὐτῇ κρεμαμένων, καὶ τὴν ἄναψιν
Montfauconii nota.
Hæc erat Anna Dalassena, Ducanæ familie
infensissima. Alexiad. lib. 1.
Πρωτοστράτορος. Stratorum erat equum
freno tenere, et conscendenti magistratui opem
ferre. Horum princeps erat πρωτοστράτωρ, qui
etiam exercitus pluries duxisse legitur. Goar. in
Notis ad Codinum.
col. 1097–1098page 56 of 70
PG 127:1097ὁλόφωτον δεχομένων· καθὰ δὴ καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας πολυκάνδηλα ἅπτεσθαι τηνικαῦτα ὀφείλουσι, μανουα λέων τε ἱσταμένων δύο ἔνθεν κἀκεῖθεν τῆς φιάλης μετὰ λαμπάδων. ΚΕΦΑΛ. ΟΓ. Περὶ τοῦ μὴ γίνεσθαι μετασχηματισμοὺς ἐν ταῖς οἰκοδομαῖς τῆς μονῆς. Ἐπεὶ δὲ ἡ περὶ ἐμὲ ἀνεξίκακος τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ καὶ τοῦτο ηὐδόκησε, καὶ περιοῦσα εἰσέτι ἐν τῇ παρούσῃ ζωῇ τὰς πάσας τοῦ μοναστηρίου οἰκοδομὰς ἀπήρτισα, μετασκευάσασα καὶ αὐτὸν τὸν ἐν τούτῳ θεῖον ναόν, προσεπισκευάσασα δὲ καὶ ἄρθηκα περικαλλή, καὶ ἐξωάρθηκα προσθεμένη διὰ καρικο ξύλου, καὶ τὸ μοναστήριον ἅπαν εἰς τὸ ἐμοὶ δοκοῦν σχῆμα, καὶ τὴν κατάστασιν περιεστησάμην τοῦτο θέλω καὶ βούλομαι ἵνα ὡς παρ' ἐμοῦ κατεσκευάσθης σαν τὰ ἐν αὐτῷ πάντα, οὕτω μένωσι, καὶ ἀμεταποίητα διατηρῶνται καὶ ἀναλλοίωτα. Κἂν ὑπὸ τοῦ χρόνου δὲ εἰ; φθορὰν συνελαθῶσι τινα, εἴτε μ κράν, εἴτε καὶ μείζονα, είτε καί τινι τῶν τυχηρῶν συμπτωμάτων μείωσιν πάθωσι· πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ σὺν Θεῷ ἐπανορθώνται σχῆμα, μελλήσεως ἄνευ πάτης καὶ ἀναβολῆς· καὶ μηδέποτε κατά τινα τρόπον αλ λοίωσιν δέξωνται, εἴτε κρείττονος καταστάσεως χάριν, ἢ ἄλλης οποιασοῦν αἰτίας. Οὐ γὰρ μετασκευασμὸν τινα ἐν αὐτοῖς θέλω γενέσθαι, οὔτε μὴν τῆς νῦν καταστάσεως ἄλλην βελτίονα τούτων, ἀλλ᾽ οὐδὲ πυλῶν, ἕτερον ἢ παραπόρτιον· ἡ ἁπλῶς εἰσόδου χώραν τινὰ πρὸς τὴν μονὴν ἀφ' ἑτέρου τόπου καινισθῆναι παρὰ τὴν σήμερον προστάξει τῆς βασιλείας μου γεγονυίαν. Ἐπεὶ δὲ καὶ ὄπισθεν τοῦ κοιμητηρίου τῶν μοναζουσῶν, ἤτουν τοῦ κοινοῦ κοιτωνίσκου αὐτῶν, τοῖχον ἐγχέρηγον ἡ βασιλεία μου ᾠκοδόμησε, τόπον ἀναπαύσεως καὶ παρηγορίας αὐταῖς ἀφορίζουσα διά τούτου, οὐδὲ ἐν τῷ τοιούτῳ τοίχῳ βούλομαι ὅλως ἀνοιγῆναι πόρταν ποτέ, ἢ παραπόρτιον, είτε θύραν τὴν αἱανοῦν, ἢ θυρίδα, εἴτε τοξικὴν, εἴτε μικρὰν ἐπὴν οἰανδήτινα· ἀλλὰ κἄν ποτε συμβῇ τῷ τοιούτῳ τοίχῳ μείωσις, εἴτε σύμπτωμα τὸ οἱονοῦν, πάλιν δι' ἐγχορήγου ἐπανορθοῦσθαι τὸ καταπεπτωκὸς, καὶ τὸ φθαρὲν εἰς τὸ πρώην ταχέως επανέρχεσθαι σχῆμα. Δεῖ δὲ πᾶσαν ἐπιμέλειαν τὴν τιμιωτάτην καθηγουμένην ἔχειν εἰς τε τὴν τῆς ὅλης μονῆς περιποίησιν, η καὶ ἀνακαίνισιν, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ πάντων βελτίωσιν, καὶ φιλοκαλίαν, καὶ τὴν ἀνακεράμωσιν· πρὸ δὲ πάντων καὶ ὑπὲρ πάντα εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ ἐκ κλησίαν, καὶ μηδὲ τοῦ σμικροτάτου καταφρονεῖν Τοῖχον ἐγχόρητον. Εγχόρητος εγχόρηγο», εγχόρηγον δ:᾽ ἐγχορήγου έγχή Λιμήν δι' ἐγχορήγου, και μαρμάρων πάλαι τῶν χρόνων ᾠκοδομή τω. εγχάρητον,
TYPICUM.
ὁλόφωτον δεχομένων· καθὰ δὴ καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας omnes accendentur. Eodem modo ecclesia polyπολυκάνδηλα ἅπτεσθαι τηνικαῦτα ὀφείλουσι, μανουα candela tum accendenda, candelabris duobus hine
λέων τε ἱσταμένων δύο ἔνθεν κἀκεῖθεν τῆς φιάλης et inde ad latera phiale positis cum facibus.
μετὰ λαμπάδων.
ΚΕΦΑΛ. ΟΓ.
Περὶ τοῦ μὴ γίνεσθαι μετασχηματισμοὺς ἐν ταῖς
οἰκοδομαῖς τῆς μονῆς.
Ἐπεὶ δὲ ἡ περὶ ἐμὲ ἀνεξίκακος τοῦ Θεοῦ φιλαν
θρωπία καὶ τοῦτο ηὐδόκησε, καὶ περιοῦσα εἰσέτι ἐν
τῇ παρούσῃ ζωῇ τὰς πάσας τοῦ μοναστηρίου οίκοδο·
μᾶς ἀπήρτισα, μετασκευάσασα καὶ αὐτὸν τὸν ἐν
τούτῳ θεῖον ναόν, προσεπισκευάσασα δὲ καὶ ἄρθηκα
περικαλλή, καὶ ἐξωάρθηκα προσθεμένη διὰ καρικοξύλου, καὶ τὸ μοναστήριον ἅπαν εἰς τὸ ἐμοὶ δοκοῦν
σχῆμα, καὶ τὴν κατάστασιν περιεστησάμην τοῦτο·
θέλω καὶ βούλομαι ἵνα ὡς παρ' ἐμοῦ κατεσκευάσθης
σαν τὰ ἐν αὐτῷ πάντα, οὕτω μένωσι, καὶ ἀμε
ταποίητα διατηρῶνται καὶ ἀναλλοίωτα. Κἂν ὑπὸ
τοῦ χρόνου δὲ εἰ; φθορὰν συνελαθῶσι τινα, εἴτε μ:-
κράν, εἴτε καὶ μείζονα, είτε καί τινι τῶν τυχηρῶν
συμπτωμάτων μείωσιν πάθωσι· πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ
σὺν Θεῷ ἐπανορθώνται σχῆμα, μελλήσεως ἄνευ πάτης
καὶ ἀναβολῆς· καὶ μηδέποτε κατά τινα τρόπον αλλοίωσιν δέξωνται, εἴτε κρείττονος καταστάσεως
χάριν, ἢ ἄλλης οποιασοῦν αἰτίας. Οὐ γὰρ μετασκευα
σμόν τινα ἐν αὐτοῖς θέλω γενέσθαι, οὔτε μὴν τῆς
νῦν καταστάσεως ἄλλην βελτίονα τούτων, ἀλλ᾽ οὐδὲ
πυλῶν, ἕτερον ἢ παραπόρτιον· ἡ ἁπλῶς εἰσόδου
χώραν τινὰ πρὸς τὴν μονὴν ἀφ' ἑτέρου τόπου καινι·
σθῆναι παρὰ τὴν σήμερον προστάξει τῆς βασιλείας
μου γεγονυίαν.
Ἐπεὶ δὲ καὶ ὄπισθεν τοῦ κοιμητηρίου τῶν μοναζουσῶν, ἤτουν τοῦ κοινοῦ κοιτωνίσκου αὐτῶν, τοῖχον
ἐγχέρηγον ἡ βασιλεία μου ᾠκοδόμησε, τόπον
ἀναπαύσεως καὶ παρηγορίας αὐταῖς ἀφορίζουσα διά
τούτου, οὐδὲ ἐν τῷ τοιούτῳ τοίχῳ βούλομαι ὅλως
ἀνοιγῆναι πόρταν ποτέ, ἢ παραπόρτιον, είτε θύραν
τὴν αἱανοῦν, ἢ θυρίδα, εἴτε τοξικὴν, εἴτε μικρὰν
ἐπὴν οἰανδήτινα· ἀλλὰ κἄν ποτε συμβῇ τῷ τοιούτῳ
τοίχῳ μείωσις, εἴτε σύμπτωμα τὸ οἱονοῦν, πάλιν δι'
ἐγχορήγου ἐπανορθοῦσθαι τὸ καταπεπτωκὸς, καὶ τὸ
φθαρὲν εἰς τὸ πρώην ταχέως επανέρχεσθαι σχῆμα.
Δεῖ δὲ πᾶσαν ἐπιμέλειαν τὴν τιμιωτάτην καθηγουμένην ἔχειν εἰς τε τὴν τῆς ὅλης μονῆς περιποίησιν, η
καὶ ἀνακαίνισιν, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ πάντων βελτίωσιν,
καὶ φιλοκαλίαν, καὶ τὴν ἀνακεράμωσιν· πρὸ δὲ
πάντων καὶ ὑπὲρ πάντα εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν, καὶ μηδὲ τοῦ σμικροτάτου καταφρονεῖν·
CAPUT LXXIII.
Quod in ædificiis monasterii mutationes fieri non
debeant.
Quandoquidem clementi Dei erga me benignitati
et hoc libuit, ut in præsenti adhuc vita degens
monasterii ædificia omnia perfecerim, divinum
ejus templum in aliam formam traduxerim, arthecem seu vestibulum pulcherrimum adornaverim,
exoarthecem sive exterius vestibulum ex carica
ligno addiderim, et monasterium totum in quam
volui formam et statum disposuerim: volo et statuo, ut sicut a me omnia in ipso adornata sunt,
sic permaneant, immutataque ac invariata serventur. Et si a tempore in jacturam aliquam, sive
parvam, sive majorem, deducantur, vel fortuito
quopiam casu imminutionen patiantur, rursus, Deo
juvante, in eamdem formam absque ulla mora vel
cunctatione restituantur; et nunquam quoquomodo
inımutentur, sive melioris status ergo, sive ob
aliam quamlibet causam. Nullam enim mutationem in ipsa induci volo, neque alium statum præsenti meliorem, sed neque aliud ostium aut portulam, aut summatim locum quempiam ingressus
in monasterium ex alia parte de novo aperiri,
præter eum qui hodie jussu majestatis meæ factus
exstat.
Cum autem pone dormitorium monacharum,
sive commune earum cubiculum, murum enchore.
gum mea majestas exstruxerit, locum ipsis recreationis et consolationis per illum disterminans; nolo
ut in bujusmodi muro porta unquam aperiatur,
aut portula, sive quævis janua, aut fenestra, seu
fenestella, aut aliud quodlibet foramen. Sed si
quando in hoc muro jactura sive ruina qualibet
contigerit, quod lapsum est rursus enchorego in
integrum restituatur, et quod læsum est, ad priorem cito redeat formam.
Summamque curam gerere debet reverendissiına
præfecta totius monasterii conservationis, et renovationis, ejusque in meliorem et'pulchriorem
statum progressus, necnon tectorum restaurationis ante omnia vero et super omnia, sanctæ Dei
ecclesiæ, cujus ne minimam quidem rem negligat;
Montfauconii notæ.
Τοῖχον ἐγχόρητον. Hæc vox Εγχόρητος lic
adjective, paulo infra substantive usurpatur. De
illa fuse disputarunt plures eruditi viri, fusius do -
ctissimus Cangius in Glossario Graco. Omissis
autem variis ea de re sententiis, meam breviter
expromam: existimo vocem εγχόρηγο», cum substantive, tum adjective, semper indicare materiam
aliquam construendis muris idoneam; et primo
qui em in hoc capite id planum videtur: nam ubi
Lene «isisset se murum εγχόρηγον (adjective) exstruxisse, jubet, ut si in illo muro mina contigerit,
PATROL. GR. CXXVII.
reslauretur δ:᾽ ἐγχορήγου (substan:ive) id est, eadem
materia qua prius exstructus fuerat, que έγχήprov vocabatur: præpositione enim o denotari
solut materia ex qua. Sic Alexiadis l. 1: Λιμήν
δι' ἐγχορήγου, και μαρμάρων πάλαι τῶν χρόνων
ᾠκοδομή τω. Certe omnia loca in laudato Gio sario
allata, de ma eria congrue intelligi possunt, ut con -
sideranti patebit. Cæterum, ut certum omnino noa
est quaenam materia sit εγχάρητον, plura tamen de
illa disputat laudatus Cangios in Notis ad Alexiadem,
et in Glossario Græco.
Chapter LXXIVCaput LXXIV
col. 1099–1100page 57 of 70
Caput LXXIII
PG 127:1099ἀλλὰ κἂν ἄχρι ἑνὸς ὑαλίου ή μείωσις γένηται, παρ εὐθὺς τὸν τοῦ λείψαντος τόπον ἀναπληροῦν δι' ἑτέρου, τὴν δέ γε ἀνακεράμωσιν τοῦ ὅλου μοναστηρίου, μετά πάσης ἐπιμελείας γίνεσθαι διορίζομαι. ΚΕΦΑΛ. ΟΔ'. Περὶ τοῦ ἀκατόπτευτον διαμένειν πάντη την μονήν. Καὶ τοῦτο μέντοι τῶν προδιηγορευμένων τινός οὐκ ἔλαττον τῇ βασιλείᾳ μου ἔδοξεν, ἀλλὰ τῶν ἐ; τὰ μάλιστα ἀναγκαίων, καὶ οὐ τῆς τυχούσης ἐπισκέψεως καὶ φροντίδος ἄξιον. Ἐπειδὴ γὰρ πάντη τε καὶ πανταχόθεν ἀκατόπτευτον τὸ τῶν μοναζουσῶν ἐν διαίτημα ἅπαν τὸ τῇ ἀσκήσει αὐτῶν παρὰ τῆς βασι λείας μου ἀφωρισμένον, διατηρεῖσθαι βούλομαι σύν Θεῷ εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον· εἰ γὰρ καὶ ἀποδέδεικται τῷ βουλομένῳ νοεῖν ὀρθῶς, ἀπὸ τῆς τῶν γραφέντων ἤδη περιλήψεως καὶ δυνάμεως· ὡς τὸ καινισθῆναι κατοπτείαν ἐν τούτῳ τινὰ τῶν ἀβουλήτων πάνυ καὶ ἀποτετραμμένων ἐστὶ τῷ σκοπῷ τῆς βασιλεία; μου· ἀλλὰ καὶ ῥητῶς τε καὶ ἰδιαζόντως δεῖν ᾠήθην, τῆς τοιαύτης ἐπ' αὐτῷ καινοτομίας ἀπαγόρευσιν θέσθαι· ἀποτρέπει τοιγαροῦν ἡ βασιλεία μου καὶ ἀποσοβεῖ εἰς τὸ παντελὲς διὰ ταύτης μου τῆς περὶ αὐτοῦ ἐπισκήψεως, τὸ ὁποιανδήτινα ἄποψιν πρός τι τῶν ἐντὸς τῆς ἀπονενεμημένης τῇ τῶν μοναζουσῶν διαγωγῇ περιοχῆς γενέσθαι χρόνῳ ποτὲ, ἢ πρὸς τὴν αὐλὴν αὐτῶν, εἴτε τὴν ἐντὸς, εἴτε τὴν ἔξωθεν, ἢ πρὸς τὸν περίβολον, ἐθενδήποτε, εἴτε τῶν Δεν σποτικῶν οἰκημάτων, εἴτε τῶν ἄλλων, εἴτε τῆς ἐκτὸς αὐλῆς τούτων, εἴτε τῆς ἐνδοτέρας, εἴτε γνώμη τῶν τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένων τινὸς, εἴτε καὶ ἄλ λως πως· καὶ οὐδέποτε ὅλως ἐξέσται τινὶ καθ' ἡντιναοῦν αἰτίαν, κἂν εὐλογοφανής πως αὕτη δοκῇ, ἀπο ψίν τινα πρὸς τὰ τοῦ μοναστηρίου καινίζειν, ή δικ ἡλιακοῦ τινος καὶ ὑψώματος, ἢ διὰ θύρας, είτε παραθυρίου, εἴτε θυρίδας, εἴτε μετρίας τινὸς ἀπῆς. Ἀλλὰ κἄν τι τολμηθῇ τοιοῦτον παρά τινος, είτε καὶ ἐξ ἀπροόπτου γένηται, παρευθὺς πρὸς ἀνάγκης τῇ τηνικαῦτα τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένῃ ἔσται, ἅμα τὸ τὴν ἐξ αὐτοῦ βλάβην διαγνωσθῆναι, εἰ καὶ ἐλαχίστη αὕτη ἐστὶ, χωρίς τινος διασκέψεως καὶ ὑποθέσεως τοῦτο περιαιρεῖν. Ακατόπτευτον γὰρ παντάπασιν, ὡς δεδήλωται, προσώπῳ παντὶ τὴν ἐν τὸς τοῦ οἰκείου σεμνείου διαγωγήν τῶν τῇ κεχαριτωμένη μου Θεομήτορι ἀνατεθειμένων μοναζουσών διαμένειν ἡ βασιλεία μου προμηθευομένη, οὕτω τὰ περὶ τούτου κατασφαλίζεται. ᾿Αλλ᾿ οὐδ᾽ ἐπὶ τῷ διαιρέτῃ ἐγχορήγῳ τοίχῳ τῆς τε ἔξω αὐλῆς, καὶ τοῦ τῆς μονῆς περιβολίου οἰκήματα τινα, ἢ προσκολληθῆναι, ἢ ἐποικοδομηθῆναι, μετά τὴν τῆς βασιλείας μου ἐκ τοῦ παρόντος βίου μετά στασιν, ἢ ἄλλο τι νεουργηθῆναι τὸ οἱονοῦν ἐκκεχωρημένον [ἐγκ.?] ἔσται· παντάπασι δὲ μᾶλλον κεκωλυμένον, ὡς καὶ τὸν τοιοῦτον τοῖχον ἐπὶ τοῦ σχήματος τοῦ αὐτοῦ διαμένειν τῆς βασιλείας μου βουλομένη, καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἣν ἂν εὑρεθείη τῇ ἡμέρᾳ τῆς πρὸς Θεὸν αὐτῆς ἐκδημίας, ἔχων, καὶ μὲ δὲ ὁποιανοῦν ἀλλοίωσιν ἐτεδήποτε δέξασθαι, ἢ κατά προσθήκην, ἢ κατὰ ὕφεσιν.
sed etiamsi exigui unius vitri jactura fiat, deficien ἀλλὰ κἂν ἄχρι ἑνὸς ὑαλίου ή μείωσις γένηται, παρ
tis locus per aliud statim repleatur. Restaurationem vero tectorum universi monasterii cum
omni sollicitudine fieri statuo.
CAPUT LXXIV.
Quod monasterium externorum oculis nullatenus
patere debeat.
.d non minoris momenti quam quidlibet ex supra memoratis majestati meæ visum est, imo inter
maxime necessaria, et non modica observatione et
cura dignum. Quandoquidem enim omnino et undique inaspectam omnem monialium habitationem,
ab imperio neo pro exercitiis earum assignatam,
omni tempore, Deo favente, conservari volo (nam
licet recte intelligere volenti ex jam scriptorum
contextu et vi demonstratum sit, a proposito majestatis meæ valde abhorrere et alienum esse, ut quidam in illum introspiciendi locus de novo detur;
putavi tamen hanc in illo innovationem expresse
et speciatim prohibendam esse); ideo vetat imperatoria mea majestas, et omnino prohibet, per hoc
meum de illa re decretum, ne qualiscunque prospectus in aliquid intra ambitum conversationi
monacharum assignatum unquam fiat, vel in aulam earum sive interiorem, sive exteriorem, aut
in septum: undecunquc, sive ex despoticis domibus, sive ex aliis; sive ex exteriori earum aula,
sive ex interiori; seu ex sententia cujuspiam ex
monasterii patronis, seu alio quovis modo. Et
nunquam in summa cuiquam licebit, quacunque
de causa, licet ea legitima forte visa fuerit, prospectum quempiam in monasterium de novo effcere, sive per quoddam solarium, aut summitatcm;
sive per januam vel ostiolum vel fenestram, aut
modicum quodvis foramen.
εὐθὺς τὸν τοῦ λείψαντος τόπον ἀναπληροῦν δι' ἑτέρου,
τὴν δέ γε ἀνακεράμωσιν τοῦ ὅλου μοναστηρίου, μετά
πάσης ἐπιμελείας γίνεσθαι διορίζομαι.
Περὶ τοῦ ἀκατόπτευτον διαμένειν πάντη την
μονήν.
Καὶ τοῦτο μέντοι τῶν προδιηγορευμένων τινός
οὐκ ἔλαττον τῇ βασιλείᾳ μου ἔδοξεν, ἀλλὰ τῶν ἐ;
τὰ μάλιστα ἀναγκαίων, καὶ οὐ τῆς τυχούσης ἐπισκέ
ψεως καὶ φροντίδος ἄξιον. Ἐπειδὴ γὰρ πάντη τε καὶ
πανταχόθεν ἀκατόπτευτον τὸ τῶν μοναζουσῶν ἐνδιαίτημα ἅπαν τὸ τῇ ἀσκήσει αὐτῶν παρὰ τῆς βασι
λείας μου ἀφωρισμένον, διατηρεῖσθαι βούλομαι σύν
Θεῷ εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον· εἰ γὰρ καὶ ἀποδέδεικται
τῷ βουλομένῳ νοεῖν ὀρθῶς, ἀπὸ τῆς τῶν γραφέντων
ἤδη περιλήψεως καὶ δυνάμεως· ὡς τὸ καινισθῆναι
κατοπτείαν ἐν τούτῳ τινὰ τῶν ἀβουλήτων πάνυ
καὶ ἀποτετραμμένων ἐστὶ τῷ σκοπῷ τῆς βασιλεία;
μου· ἀλλὰ καὶ ῥητῶς τε καὶ ἰδιαζόντως δεῖν ᾠήθην,
τῆς τοιαύτης ἐπ' αὐτῷ καινοτομίας ἀπαγόρευσιν
θέσθαι· ἀποτρέπει τοιγαροῦν ἡ βασιλεία μου καὶ
ἀποσοβεῖ εἰς τὸ παντελὲς διὰ ταύτης μου τῆς περὶ
αὐτοῦ ἐπισκήψεως, τὸ ὁποιανδήτινα ἄποψιν πρός τι
τῶν ἐντὸς τῆς ἀπονενεμημένης τῇ τῶν μοναζουσῶν
διαγωγῇ περιοχῆς γενέσθαι χρόνῳ ποτὲ, ἢ πρὸς τὴν
αὐλὴν αὐτῶν, εἴτε τὴν ἐντὸς, εἴτε τὴν ἔξωθεν, ἢ
πρὸς τὸν περίβολον, ἐθενδήποτε, εἴτε τῶν Δεν
σποτικῶν οἰκημάτων, εἴτε τῶν ἄλλων, εἴτε τῆς
ἐκτὸς αὐλῆς τούτων, εἴτε τῆς ἐνδοτέρας, εἴτε γνώμη
τῶν τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένων τινὸς, εἴτε καὶ ἄλ
λως πως· καὶ οὐδέποτε ὅλως ἐξέσται τινὶ καθ' ἡντιναοῦν αἰτίαν, κἂν εὐλογοφανής πως αὕτη δοκῇ, ἀποψίν τινα πρὸς τὰ τοῦ μοναστηρίου καινίζειν, ή δικ
ἡλιακοῦ τινος καὶ ὑψώματος, ἢ διὰ θύρας, είτε
παραθυρίου, εἴτε θυρίδας, εἴτε μετρίας τινὸς ἀπῆς.
Sed et si quid hujusmodi quispiam ausus fuerit,
id licet ex improviso factum sit, quæ tunc tem
poris patrona erit monasterii, cum primum nocumentum ex hoc emergens norit, licet illud minimum fuerit, tenebitur citra ullam deliberationem
et conditionem illud tollere. Nam, ut declaratum
est, majestas mea curam gerens, ut nonialium Gratia-plenæ Dei Matri consecratarum conversatio,
intra proprium monasterium, penitus inaspecta
omnibus personis maneat, sic illud lege sancit.
Sed neque juxta dirimentem murum enchoregum exterioris aulæ et monasterii ambitus, aut
supra eumdem domos ædificare licebit, post meæ
majestatis ab hac vita transmigrationein, nec aliud
quidpiam de novo construere: quinimo id prorsus velitum est, utpote volente mea majestate, ut
idem murus sub eadem forma perseveret, et in
quo statu repertus fuerit, qua die ad Deum illa
migrarit;'utque nullam unquam mutationem, sive
per additamentum, sive per imminutionem admittat.
Ἀλλὰ κἄν τι τολμηθῇ τοιοῦτον παρά τινος, είτε
καὶ ἐξ ἀπροόπτου γένηται, παρευθὺς πρὸς ἀνάγκης
τῇ τηνικαῦτα τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένῃ ἔσται,
ἅμα τὸ τὴν ἐξ αὐτοῦ βλάβην διαγνωσθῆναι, εἰ καὶ
ἐλαχίστη αὕτη ἐστὶ, χωρίς τινος διασκέψεως καὶ
ὑποθέσεως τοῦτο περιαιρεῖν. Ακατόπτευτον γὰρ
παντάπασιν, ὡς δεδήλωται, προσώπῳ παντὶ τὴν ἐν·
τὸς τοῦ οἰκείου σεμνείου διαγωγήν τῶν τῇ κεχαριτωμένη μου Θεομήτορι ἀνατεθειμένων μοναζουσών
διαμένειν ἡ βασιλεία μου προμηθευομένη, οὕτω τὰ
περὶ τούτου κατασφαλίζεται.
᾿Αλλ᾿ οὐδ᾽ ἐπὶ τῷ διαιρέτῃ ἐγχορήγῳ τοίχῳ τῆς τε
ἔξω αὐλῆς, καὶ τοῦ τῆς μονῆς περιβολίου οἰκήματα
τινα, ἢ προσκολληθῆναι, ἢ ἐποικοδομηθῆναι, μετά
τὴν τῆς βασιλείας μου ἐκ τοῦ παρόντος βίου μετάστασιν, ἢ ἄλλο τι νεουργηθῆναι τὸ οἱονοῦν ἐκκεχωρη
μένον [ἐγκ.?] ἔσται· παντάπασι δὲ μᾶλλον κεκωλυ
μένον, ὡς καὶ τὸν τοιοῦτον τοῖχον ἐπὶ τοῦ σχήματος
τοῦ αὐτοῦ διαμένειν τῆς βασιλείας μου βουλομένη,
καὶ ἐπὶ τῆς αὐτῆς καταστάσεως, ἣν ἂν εὑρεθείη τῇ
ἡμέρᾳ τῆς πρὸς Θεὸν αὐτῆς ἐκδημίας, ἔχων, καὶ
μὲ δὲ ὁποιανοῦν ἀλλοίωσιν ἐτεδήποτε δέξασθαι, ἢ
κατά προσθήκην, ἢ κατὰ ὕφεσιν.
col. 1101–1102page 58 of 70
PG 127:1101ΚΕΦΑΛ. ΟΕ'. Περὶ τοῦ μηδὲ ψάλτας συγκαλείσθαι ἐν τῇ ἑορτῇ, ἀλλ' άβατον εἶναι καὶ τούτοις τὴν μονήν. σιν, 'Ανδράσι δὲ τὴν πρὸς τὸ σεμνεῖον τοῦτο εἰσέλευ ὡς ἤδη δεδήλωται, παντοίως ἀπαγορεύουσα, οὐδὲ ψάλτας ἐν ἡμέρᾳ τυχὸν ἑορτῆ;, εἴτε μνημοσύνων εἰσέρχεσθαι όλως βούλομαι, ἐν τῇ κατ᾿ αὐτὸ ἐκκλησίᾳ ποτέ· ἀλλ᾽ αὐτὰς καὶ τότε τυγχάνειν τὰς μοναζούσας μόνας ὑμνῳδούς, μετὰ καὶ τῶν τεταγμένων ἐν τῇ μονῇ εὐλαβῶν ἱερέων. Καὶ τὸ ἑπταπάπαδον δὲ τὸ κατὰ τὸ Σάββατον τῆς Βαϊοφόρου ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ εἰωθὸς τελεῖσθαι, ἐν τῇ κατὰ τὸ κοιμητήριον ἐκκλησίᾳ, εἴτουν ἐν τῷ τα φείῳ διορίζομαι γίνεσθαι· καὶ τούτου ἐκεῖσε τελε σιουργουμένου, ἕνα τῶν ἑπτὰ ἱερέων εἰσιέναι ἐν τῇ μονῇ, καὶ τὴν ἐπὶ τῇ τοῦ ἁγίου ἐλαίου χρίσει εὐχὴν ποιοῦντα ταῖς μοναζούσαις, κάν τούτῳ ταύτας ἀλεί φοντα, παραχρῆμα εξιέναι. Καὶ ταῖς λιταῖς δὲ ταῖς ἐν τῇ μονῇ κατὰ τὴν ἐκε κλησιαστικὴν παράδοσιν ὀφειλούσαις γίνεσθαι παρὰ τῶν μοναζουσῶν, οὐ μακρά τις ἔσται περίοδος, ἀλλ᾽ ἀπὸ τοῦ ναοῦ διὰ τοῦ προνάου, καὶ τῆς ἐκεῖθεν πρὸς τὸ ἑξῆς φερούσης ἄχρι τῆς κοιμήσεως τῆς ὑπεραμώμου ἡμῶν Δεσποίνης καὶ Θεομήτορος ἀπελεύσονται τῆς ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ κοιτωνίσκου αὐτῶν, μετὰ καὶ τῶν τῆς μονῆς ἱερέων, τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον ἐπιφερομένων, σὺν τῷ τιμίῳ σταυρῷ, κἀκεῖσε ταύταις λήξει ἡ πρόοδος τῆς πρὸς τὰ πρόσω φορᾶς, τοῦ τε ἱερέως ἐνταῦθα τὴν ἐκτενῆ ποιουμένου εὐχὴν, ἐπαναστρέψουσιν αὖθις πρὸς τὸν ναόν. Ἐν μέντοι τῇ τῆς μονῆς ἁγίᾳ ταύτῃ ἐκκλησίᾳ (προστεθῆναι γὰρ καὶ τοῦτο δεῖν μοι ἐφάνη, ὡς δέον ἀποτραπῆναι, εἰ καί που ἴσω; τισὶν οὐ δοκεῖ ἀποτρόπαιον), εργοχείρου τινὸς ἐργασία με προβαινέτω, εἴτε ἐν ὑμνῳδίας καιρῷ, εἴτε ἐν ἀναγνώσει, εἴτε μὴν ἄλλοτέ ποτε. ΚΕΦΑΛ. ΟϚ'. Περὶ τοῦ πῶς τε καὶ ποῦ δεῖ θάπτεσθαι τὰς ἀπὸ τῶν παίδων ἡμῶν καὶ τῶν ἐγγόνων ἐν τῇ μονῇ αιρουμένας ταφῆναι, καὶ πῶς τὰ τούτων γίνε σθαι μνημόσυνα. Εἴ ποτε δὲ ἄρα τις τῶν θυγατέρων ἡμῶν, ἢ καὶ τῶν νυμφῶν, εἴτε καὶ τῶν ἐγγόνων, αἷς ἡ τῆς μονῆς Εφορεία ἀνατέθειται, καὶ ἡ τῶν πολυτελεστέρων οἰκημάτων χρῆσις, ἐν ταύτῃ τῇ μονῇ αἱρετίσαι τὸ ταφῆναι (οὐκ ἀπεικὸς γὰρ οὐδὲ περὶ τούτου διαλα 6:ῖν)· τὸ μοναδικὸν μὲν μεταμφιεσαμένη σχημα ἐξέσται τοῦτο αὐτῇ· ἄλλως δὲ οὐδαμῶς, καὶ τόπον ἕξειν ἐν τῷ ἐξωάρθηκι, εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ἰδίου λειψάνου, τὸν οἰκεῖον τάφον κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ ποιουμένη. Τὰ μνημόσυνα δὲ τῶν οὕτως ἐν ταύτῃ ταφησομέ νων, καὶ αἱ ἐν τοῖς τάφοις αὐτῶν φωταψίαι, τῶν μὲν μηδοτιοῦν ἐν τῇ μονῇ αἱρετισαμένων ἀφιερῶσαι, Επταπάπαδον. ἑπτὰ παπάς, εὐχέλαιον
ΚΕΦΑΛ. ΟΕ'.
TYPICUM.
Περὶ τοῦ μηδὲ ψάλτας συγκαλείσθαι ἐν τῇ ἑορτῇ,
ἀλλ' άβατον εἶναι καὶ τούτοις τὴν μονήν.
σιν,
'Ανδράσι δὲ τὴν πρὸς τὸ σεμνεῖον τοῦτο εἰσέλευ
ὡς ἤδη δεδήλωται, παντοίως ἀπαγορεύουσα,
οὐδὲ ψάλτας ἐν ἡμέρᾳ τυχὸν ἑορτῆ;, εἴτε μνημοσύνων εἰσέρχεσθαι όλως βούλομαι, ἐν τῇ κατ᾿ αὐτὸ
ἐκκλησίᾳ ποτέ· ἀλλ᾽ αὐτὰς καὶ τότε τυγχάνειν τὰς
μοναζούσας μόνας ὑμνῳδούς, μετὰ καὶ τῶν τεταγμένων ἐν τῇ μονῇ εὐλαβῶν ἱερέων.
Καὶ τὸ ἑπταπάπαδον δὲ τὸ κατὰ τὸ Σάββατον
τῆς Βαϊοφόρου ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ εἰωθὸς τελεῖσθαι, ἐν
τῇ κατὰ τὸ κοιμητήριον ἐκκλησίᾳ, εἴτουν ἐν τῷ ταφείῳ διορίζομαι γίνεσθαι· καὶ τούτου ἐκεῖσε τελεσιουργουμένου, ἕνα τῶν ἑπτὰ ἱερέων εἰσιέναι ἐν τῇ
μονῇ, καὶ τὴν ἐπὶ τῇ τοῦ ἁγίου ἐλαίου χρίσει εὐχὴν
ποιοῦντα ταῖς μοναζούσαις, κάν τούτῳ ταύτας ἀλεί
φοντα, παραχρῆμα εξιέναι.
Καὶ ταῖς λιταῖς δὲ ταῖς ἐν τῇ μονῇ κατὰ τὴν ἐκε
κλησιαστικὴν παράδοσιν ὀφειλούσαις γίνεσθαι παρὰ
τῶν μοναζουσῶν, οὐ μακρά τις ἔσται περίοδος, ἀλλ᾽
ἀπὸ τοῦ ναοῦ διὰ τοῦ προνάου, καὶ τῆς ἐκεῖθεν πρὸς
τὸ ἑξῆς φερούσης ἄχρι τῆς κοιμήσεως τῆς ὑπεραμώμου ἡμῶν Δεσποίνης καὶ Θεομήτορος ἀπελεύσονται
τῆς ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ κοιτωνίσκου αὐτῶν, μετὰ καὶ
τῶν τῆς μονῆς ἱερέων, τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον ἐπιφερομένων, σὺν τῷ τιμίῳ σταυρῷ, κἀκεῖσε ταύταις λήξει
ἡ πρόοδος τῆς πρὸς τὰ πρόσω φορᾶς, τοῦ τε ἱερέως
ἐνταῦθα τὴν ἐκτενῆ ποιουμένου εὐχὴν, ἐπαναστρέψουσιν αὖθις πρὸς τὸν ναόν.
Ἐν μέντοι τῇ τῆς μονῆς ἁγίᾳ ταύτῃ ἐκκλησίᾳ
(προστεθῆναι γὰρ καὶ τοῦτο δεῖν μοι ἐφάνη, ὡς δέον
ἀποτραπῆναι, εἰ καί που ἴσω; τισὶν οὐ δοκεῖ ἀποτρόπαιον), εργοχείρου τινὸς ἐργασία με προβαινέτω,
εἴτε ἐν ὑμνῳδίας καιρῷ, εἴτε ἐν ἀναγνώσει, εἴτε μὴν
ἄλλοτέ ποτε.
Περὶ τοῦ πῶς τε καὶ ποῦ δεῖ θάπτεσθαι τὰς ἀπὸ
τῶν παίδων ἡμῶν καὶ τῶν ἐγγόνων ἐν τῇ μονῇ
αιρουμένας ταφῆναι, καὶ πῶς τὰ τούτων γίνε
σθαι μνημόσυνα.
Εἴ ποτε δὲ ἄρα τις τῶν θυγατέρων ἡμῶν, ἢ καὶ
τῶν νυμφῶν, εἴτε καὶ τῶν ἐγγόνων, αἷς ἡ τῆς μονῆς
Εφορεία ἀνατέθειται, καὶ ἡ τῶν πολυτελεστέρων
οἰκημάτων χρῆσις, ἐν ταύτῃ τῇ μονῇ αἱρετίσαι τὸ
ταφῆναι (οὐκ ἀπεικὸς γὰρ οὐδὲ περὶ τούτου διαλα6:ῖν)· τὸ μοναδικὸν μὲν μεταμφιεσαμένη σχημα
ἐξέσται τοῦτο αὐτῇ· ἄλλως δὲ οὐδαμῶς, καὶ τόπον
ἕξειν ἐν τῷ ἐξωάρθηκι, εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ἰδίου
λειψάνου, τὸν οἰκεῖον τάφον κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῇ
ποιουμένη.
Τὰ μνημόσυνα δὲ τῶν οὕτως ἐν ταύτῃ ταφησομέ
νων, καὶ αἱ ἐν τοῖς τάφοις αὐτῶν φωταψίαι, τῶν μὲν
μηδοτιοῦν ἐν τῇ μονῇ αἱρετισαμένων ἀφιερῶσαι,
CAPUT LXXV.
Quod neque psaltæ advocandi sint ad aliquam s0lemnitatem, sed illis quoque inaccessum esse debeut
monasterium.
Cum viros ingressu in hoc monasterium, ut jam
declaratum est, omnino prohibeam; neque psaltas
in die cujuspiam solemnitatis, aut commemorationum, ingredi ullatenus volo in ecclesiam monasterii. Sed tunc etiam ipse moniales solæ sint cantatrices, una cum piis sacerdotibus in monasterio
statutis.
Heptapapadum autem Sabbato Palmarum semel
in anno fieri solitum, in ecclesia cœmeterii, sive
in loco sepulturæ fieri statuo; et eo illic expleto,
unum e septem sacerdotibus introire in monasterium; et ubi orationem in unctione sancti olei
monialibus dixerit, ac illo easdem unxerit, statiır
egredi.
In processionibus vero quæ juxta ecclesiasticam
traditionem in monasterio fieri debent a monialtbus, non longus erit circuitus; sed a templo per
vestibulum procedent, et per viam, qua inde itur
ad Dormitionem immaculatæ Dominæ nostra et
Dei Matris, extra commune earum cubiculum sitam;
una cum sacerdotibus monasterii sanctum evangelium cum veneranda cruce ferentibus: et illic
ab ulteriore processu cessabunt, et cum sacerdos
ibidem protensam orationem dixerit, denuo ad
templum revertentur.
Montfauconii
Επταπάπαδον. Officium sancti olei a septem
sacerdotibus celebrandum, voce composita ab ἑπτὰ
septem, et παπάς, presbyter: oleum vero illud
Porro in hac monasterii sancta ecclesia (id enim
addendum visum est mihi, cum deceat illud prolibere, licet fortasse quibusdam illud prohibendum
non videatur), nullum opus manuum exerceatur, sive cantus tempore, seu inter legendum,
sive alia quavis hora.
CAPUT LXXVI.
Quomodo et ubinam sepeliendæ sint filiæ et neptes
nostræ, quæ in monasterio sepeliri volent, et qua
ratione fieri debeant earum commemorationes.
Si qua e filiabus nostris, vel nuribus sive neptibus, quibus monasterli inspectio attributa sit, necnon sumptuosiorum ædium usus, in hoc monasterio
sepeliri unquam elegerit (neque enim absurdum
fuerit de illis agere), si monastico quidem habitu
indui voluerit, id penes illam erit (alias vero, nullatenus); et locum habebit in exteriori vestibulo
ad cadaveris sui depositionem, suumque sepulcrum, ut libuerit, construet.
Commemorationes vero earum quæ sic in illo
sepelientur, et luminaria in earum sepulcris, si
qnidem nihil monasterio consecrare voluerint, fient
nota
vocatur εὐχέλαιον eo quod oratio olei unctionem
semper comitetur. Goards in Notis ad Officium sancti
olei. Euchol.
Chapters LXXVII, LXXVIIICaput LXXVII, LXXVIII
col. 1103–1104page 59 of 70
Caput LXXV, LXXVI
PG 127:1103ἔσονται γινόμενα καθὼς ἡ βασιλεία μου διετάξατο, εφαπτούσης ἑκάστῳ τάφῳ καὶ κανδήλας ἀκοιμήτου μιᾶς. Τῶν δὲ καί τι οἴκοθεν προσενέγκαι καὶ ἀφιε ρῶσαι γνώμῃ καὶ προαιρέσει οἰκείᾳ ἀσπασαμένων, καθὼς ἂν αὗται ἀπὸ τῶν παρ' αὐτῶν δεδομένων τυ πώσαιεν, εἰς προσθήκην δηλονότι τῶν διωρισμένων παρ' ἡμῶν. Οὐκ ἐξέσται δέ τινι τῶν ἁπάντων, κἂν ἄρχων εἴη, κἂν ἰδιώτης, κἂν ἡγουμένη, κἂν μοναχή, καν προς αγωγήν μεγάλην, καὶ δαψιλῆ, καὶ ἐπωφελῆ ποιούμενος τῇ μονῇ, κατά τινα πρόφασιν, μετάθεσίν τινος τῶν ἐν αὐτῇ τεθησομένων λειψάνων βουλεύσασθαι, πολλοῦ γε εἰπεῖν διαπράξασθαι· ἤγουν ταφῆναι καὶ συντεθῆναι τούτοις ὅλως διαλογίσασθαι· πάνυ γάρ τοῦ τοιούτου βουλεύματός τε καὶ ἐνεργήματος πάν τας αναχαιτίζει ἡ βασιλεία μου διὰ τῆς παρούσης αὐτῆς γραφῆς. ΚΕΦΑΛ. ΟΖ'. Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεγονότων βρεβίων καὶ τυπικῶν τῆς σεβασμίας μονῆς τῆς Κεχαριτών μένης, καὶ ὅπου ἕκαστον ὀφείλει ἀποτεθῆναι. Ἐπεὶ δὲ καὶ τρία τυπικά γεγόνασι σωματῷα παρ' ἡμῶν, ἀπὸ βλαττίων ένδεδυμένα, καὶ τρία βρέκια σὺν τῷ παρόντι δηλονότι τυπικῷ καὶ τῷ βρεβίῳ τῶν τῇ μονῇ ἀφιερωθέντων πάντων διοριζόμεθα τὰ μὲν δύο τούτων, ήγουν τό τε τυπικὸν καὶ τὸ βρέβιον, τῷ θείῳ καὶ ἀσύλῳ καὶ ἱερῷ σκευοφυλακίῳ τῆς τοῦ Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας ἀποτεθῆναι, ὥσπερ καὶ ὅπου καὶ τὰ τῆς ἀνδρῴας μονῆς τοῦ Φιλανθρώπου ήγουν τό τε τυπικὸν καὶ τὸ βρέξιον· ὡς ἀνεξάλειπτα εἶναι εἰς τὸν αἰῶνα τὴν ἅπαντα, τὰ παρ' ἡμῶν ἐν τούτῳ περὶ τῆς μονῆς τοῦ Φιλανθρώπου διορισθέντα, καὶ τὰ ἀφορισθέντα αὐτῇ ἕτερα δὲ δύο εἶναι παρὰ ταῖς κατὰ καιροὺς τῆς μου νῆς ἀντιλαμβανομέναις, ὡς εἴδησιν ἔχειν ἀκριβή τῶν παρ' ἡμῶν ἐν τούτοις διωρισμένων. Τὰ δ' ἄλλα δύο, τό τε τυπικὸν καὶ τὸ βρέβιον ἐναποκεῖσθαι ἐν τῷ σκευοφυλακίῳ τῆς μονῆς τῆς Κεχαριτωμένης. Τι μέντοι ἕτερα δύο τεύχη, ὧν τὸ μὲν εἰς τυπικοῦ τάξιν γέγονε, τὸ δὲ ἕτερον εἰς βρεδίου, βαμβύκινα και ἀμφότερα ὄντα εἰς καθημερινὴν χρήσιν ἔσονται καὶ αὐτὰ τῇ μονῇ. ΚΕΦΑΛ. ΟΗ'. Παρακλητική πα αίνεσις πρὸς τὰς μοναχάς. Εστω μὲν οὖν ταῦτα ὅσα γε τῇ βασιλείᾳ μου βουλητὰ· εἴη δὲ εἰπεῖν καὶ τῷ Θεῷ εὐαπόδεκτα, καὶ τῇ Βλάττιον, Βρέδια. Βιβλία ἐς μέσον. προστίθεντο, βρέβια ταῦτα ἡ συνήθεια οἶδε καλεῖν, ἐν οἷς ἀνα γράφεται τὰ ἐν ἑκάστῳ τεμένει κειμήλια. Βρέβια Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ἀοιδίμου καὶ Παμμακαρίστου βασιλίσσης, καὶ κτητορίασης της σεβασμίας μονῆς τοῦ παντοκράτορος Σωτήρος Χριστοῦ, Εἰρή νης, τῆς διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος μετονομασθείσης Ξένης μοναχής. Βαμβύκινα. βαμβάκινα, βομβύ βάμβαξ.
ut imperatoria mea majestas disposuit: nempe ἔσονται γινόμενα καθὼς ἡ βασιλεία μου διετάξατο,
accendetur in singulis sepulcris lampas una perpetuo lucens; si vero aliquid de suo offerre proprio motu et sententia voluerint, fient ut ipsæ cx
bonis a se datis statuerint, in additamentum videlicet iis quæ nos designavimus..
Nec cuiquam omnium licebit, is licet magistra -
tus fuerit, vel privatus, sive præfecta, sive monialis, etsi magnam, largum, et utilem accessionem
monasterio fecerit, translationem cujuspiam in
ipso deponendorum cadaverum quolibet prætextu
moliri, nedum efficere, sive omnino conari, ut una
cum illis sepeliatur et deponatur; majestas enim
mea omnes ab hujusmodi proposito et opere per
præsens rescriptum suum prorsus cohibet.
CAPUT LXXVII.
De numero breviculorum et typicorum venerandi mo.
nasteris Gratia-plenæ, et ubinam quodlibet eorum
sit reponendum.
εφαπτούσης ἑκάστῳ τάφῳ καὶ κανδήλας ἀκοιμήτου
μιᾶς. Τῶν δὲ καί τι οἴκοθεν προσενέγκαι καὶ ἀφιε
ρῶσαι γνώμῃ καὶ προαιρέσει οἰκείᾳ ἀσπασαμένων,
καθὼς ἂν αὗται ἀπὸ τῶν παρ' αὐτῶν δεδομένων τυ
πώσαιεν, εἰς προσθήκην δηλονότι τῶν διωρισμένων
παρ' ἡμῶν.
Οὐκ ἐξέσται δέ τινι τῶν ἁπάντων, κἂν ἄρχων εἴη,
κἂν ἰδιώτης, κἂν ἡγουμένη, κἂν μοναχή, καν προς
αγωγήν μεγάλην, καὶ δαψιλῆ, καὶ ἐπωφελῆ ποιούμενος τῇ μονῇ, κατά τινα πρόφασιν, μετάθεσίν τινος
τῶν ἐν αὐτῇ τεθησομένων λειψάνων βουλεύσασθαι,
πολλοῦ γε εἰπεῖν διαπράξασθαι· ἤγουν ταφῆναι καὶ
συντεθῆναι τούτοις ὅλως διαλογίσασθαι· πάνυ γάρ
τοῦ τοιούτου βουλεύματός τε καὶ ἐνεργήματος πάν
τας αναχαιτίζει ἡ βασιλεία μου διὰ τῆς παρούσης
αὐτῆς γραφῆς.
Quandoquidem tria typica membranacea blattiis operta, necnon tria brevicula a nobis adornata
sunt, cum præsenti nempe typico, et breviculo
omnium monasterio consecratorum: statuimus ut
duo ex illis, typicum videlicet et breviculum, in
divino, tuto et sacro magnæ Dei Ecclesiæ scevophylacio seu sacrario deponantur, eodem modo et
loco quo typicum et breviculum monasterii virorum Philanthropi, sive Salvatoris depositum fuit;
ut indelebilia in omne sæculum essent, quæ a nobis in illo circa monasterium Philanthropi statuta
sunt, et quæ illi assignata sunt. Altera duo sint
apud quorumlibet temporum monasterii patronas,
ut accuratam illorum notitiam habeant, quæ a nobis in illis statuta sunt. Alia vero duo, typicum et
breviculum reponantur in sacrario monasterii Gratia-plena. Porro alii duo libri, quorum unus quidem in typici, alter vero in breviculi ordinem
exaratus est, ambo bambycini, quotidiano monasterii usui inserviant.
CAPUT LXXVIII.
Adhortatoria parænesis ad monachas.
Hæc itaque fuerint quæ imperio meo placita sunt,
liceat dicere, Deo etiam, et sanctissimæ meæ DeiΚΕΦΑΛ. ΟΖ'.
Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γεγονότων βρεβίων καὶ
τυπικῶν τῆς σεβασμίας μονῆς τῆς Κεχαριτών
μένης, καὶ ὅπου ἕκαστον ὀφείλει ἀποτεθῆναι.
Ἐπεὶ δὲ καὶ τρία τυπικά γεγόνασι σωματῷα παρ'
ἡμῶν, ἀπὸ βλαττίων ένδεδυμένα, καὶ τρία
βρέκια σὺν τῷ παρόντι δηλονότι τυπικῷ καὶ
τῷ βρεβίῳ τῶν τῇ μονῇ ἀφιερωθέντων πάντων·
διοριζόμεθα τὰ μὲν δύο τούτων, ήγουν τό τε τυπικὸν
καὶ τὸ βρέβιον, τῷ θείῳ καὶ ἀσύλῳ καὶ ἱερῷ σκευοφυλακίῳ τῆς τοῦ Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας ἀποτε
θῆναι, ὥσπερ καὶ ὅπου καὶ τὰ τῆς ἀνδρῴας μονῆς
τοῦ Φιλανθρώπου ήγουν τό τε τυπικὸν καὶ τὸ
βρέξιον· ὡς ἀνεξάλειπτα εἶναι εἰς τὸν αἰῶνα τὴν
ἅπαντα, τὰ παρ' ἡμῶν ἐν τούτῳ περὶ τῆς μονῆς τοῦ
Φιλανθρώπου διορισθέντα, καὶ τὰ ἀφορισθέντα αὐτῇ
ἕτερα δὲ δύο εἶναι παρὰ ταῖς κατὰ καιροὺς τῆς μου
νῆς ἀντιλαμβανομέναις, ὡς εἴδησιν ἔχειν ἀκριβή
τῶν παρ' ἡμῶν ἐν τούτοις διωρισμένων. Τὰ δ' ἄλλα
δύο, τό τε τυπικὸν καὶ τὸ βρέβιον ἐναποκεῖσθαι ἐν
τῷ σκευοφυλακίῳ τῆς μονῆς τῆς Κεχαριτωμένης. Τι
μέντοι ἕτερα δύο τεύχη, ὧν τὸ μὲν εἰς τυπικοῦ τάξιν
γέγονε, τὸ δὲ ἕτερον εἰς βρεδίου, βαμβύκινα και
ἀμφότερα ὄντα εἰς καθημερινὴν χρήσιν ἔσονται καὶ
αὐτὰ τῇ μονῇ.
ΚΕΦΑΛ. ΟΗ'.
Παρακλητική πα αίνεσις πρὸς τὰς μοναχάς.
Εστω μὲν οὖν ταῦτα ὅσα γε τῇ βασιλείᾳ μου βου
λητά· εἴη δὲ εἰπεῖν καὶ τῷ Θεῷ εὐαπόδεκτα, καὶ τῇ
Montfauconii notæ.
Βλάττιον, ex erudito Goaro in Notis ad Cedrenum et ad Codinum, est pannus sericus.
Βρέδια. Ηujus vocis explicationem ex his
verbis accipe: Βιβλία ἐς μέσον. προστίθεντο,
βρέβια ταῦτα ἡ συνήθεια οἶδε καλεῖν, ἐν οἷς ἀνα
γράφεται τὰ ἐν ἑκάστῳ τεμένει κειμήλια. Alexiad.
lib. vi. Βρέβια igitur seu brevicula erant codices
in quibus ecclesiarum cimelia describebantur.
De hoc monasterio haec in Menæis adl commemorationem Irenes Augusta 15 Augusti: Τῇ
αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ἀοιδίμου καὶ παμμακαρί
στου βασιλίσσης, καὶ κτητορίασης της σεβασμίας
μονῆς τοῦ παντοκράτορος Σωτήρος Χριστοῦ, Εἰρή
νης, τῆς διὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος
μετονομασθείσης Ξένης μοναχής. Incertum est autem, utrum hoc Philanthropi monasterium, illud
ipsum sit quod ab Alexio Comneno exstructum est,
sub S. Pachomii Regula, ut narrat Nicetas Choniates: quod ad quingentos monachos excrevisse
refert Anselmus Havelsbergensis.
Βαμβύκινα. Alias βαμβάκινα, vel βομβύ
x:va, ex vi nominis videntur esse chariæ ex quadam
lanugine, quæ Græce βάμβαξ. Lat. gossipium, velgr
coton. Eruditissimus tamen Cangius Bapбúzva putal
esse chartas ex pannis veteribus confectas, ex materia nempe quæ priori non multum absimis est.
col. 1105–1106page 60 of 70
PG 127:1105ὑπεραγίᾳ μου Θεοτόκῳ τῇ κεχαριτωμένῃ, καὶ τῇ ὠφελείᾳ ὑμῶν οὐκ ὀλίγα λυσιτελοῦντα. ὑμῖν δὲ τὸ ἑξῆς μελήσει φυλάξαι ἀπαράθραυστά τε καὶ ἀπεριποίητα μέχρι παντός· λέγω δὴ τὸ ἀπαραλείπτως τὴν παραδοθεῖσαν ὑμῖν ἀκολουθίαν ἐκτελεῖν ἐν πά σαις ταῖς συνάξεσι· τὸ φυλάττειν πίστιν καὶ τιμὴν τὴν ἁρμόζουσαν ταῖς προεστώσαις ὑμῶν· τὸ ἀλλήλας ἀγαπᾷν, καὶ σπουδάζειν ἑκάστην ἑκάστης προέχειν ἐν μετριοφροσύνῃ· συμπονεῖν δὲ πάσας ἀλλήλαις ἐν πᾶσιν ὡς ἑνὸς μέλη σώματος, καὶ τὰ ἀλλήλων ἀνα πληροῦν ὑστερήματα· μὴ πρὸς ἔρεις ὁρμᾶν, μή πρὸς φιλίας ἀπρεπεῖς, καὶ παρασυνάξεις, καὶ σχί σματα· ἀπέχεσθαι πρωτοκαθεδρίας, καὶ τῶν κο σμικών προτιμήσεων· πρὸς ἐν δὲ μόνον ὁρᾶν τὸ ἐναρέτως ζήν δηλονότι καὶ πολιτεύεσθαι, καὶ μηδὲν ἄλλο, εἰ δυνατόν, ἀναπνεῖν, ἢ λόγον σωτήριον, καὶ πᾶν τὸ εἰς οἰκοδομὴν τυγχάνον ψυχῆς καὶ ὠφέλειαν πρὸς τούτοις ἐξορίζειν ἀφ' ὑμῶν πάντων τῶν κακῶν τὴν πηγὴν, τὴν φιλοχρηματίαν λέγω, καὶ τὸ παρα κερδαίνειν ἀπὸ τῆς μονῆς, ἢ ἑτέρου τοῦ οἱουδή τινος τρόπου, καὶ ἀποτιθέναι καὶ θησαυρίζειν ἄχρι καὶ τοῦ τυχόντος, ἐν ᾧ μὴ ηὐτόκησεν ἡ προεστῶτα, μήτε ὁ δοθεὶς ὑμῖν Κανών συνεχώρησεν. Οὐ μὴν ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἐξ ἀμελείας, ἤ τινος ἑτέρας καταφρονήσεως ἐᾷν τι τῶν τῆς μονῆς παραπόλλυσθαι. Ἴσον γὰρ καὶ τοῦτο τῷ προτέρῳ, και τι διαφέρειν δοκῇ, καὶ τῆς ἴσης ἐνοχῆς παρὰ τῷ Θεῷ πρόξενον· τὴν παρρησίαν ὅση δύναμις ἐκκοπτέον, καὶ ἵνα συνελὼν εἴπω, πᾶν ὃ μὴ εἴη πρὸς σωτηρίαν ὁδηγοῦν ἐκδιωκτέον. Μὴ οὖν, ὦ τιμιώταταί μου μητέρες, μηδαμῶς τὰ βλάπτοντα προτιμήσωμεν, τὰ δὲ σώζοντα παραδράμωμεν. Οὐδὲ γάρ τι τῶν παραδοθέντων ὑμῖν ἀδύνα τον, ἢ δυσκατόρθωτον. Εἰ δὲ καί τι τούτων ἴσως τοιοῦτον νομίζοιτο, ἀλλ' ἀγωνιτώμεθα, ἀλλ' ὑπομείνωμεν, ἀλλὰ καρτερήσωμεν, φέρωμεν γενναίως, βια σώμεθα μικρὸν ἑαυτάς. Οὐ γὰρ ἀνέσεως ἕνεκα καὶ τρυφῆ; τὸν κόσμον κατελίπετε, ἀλλὰ σπουδῆς καὶ ἀγῶνος, τὸ κατὰ δύναμιν, πρὸς τὸ τυχεῖν τῶν ἐν ἐπαγγελίαι; ἀγαθῶν. Βιασώμεθα οὖν ἑαυτὰς, βιασώμεθα. «Βιαστή» γάρ ι ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρα νῶν, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.» Οὐδεὶς ἀμε λῶν ἔστησε τρόπαιον· οὐδεὶς ὑπνώττων καὶ ὁ ειρώτα των τὸν ἑαυτοῦ πολέμιον ετροπώσατο. Εκείνων εἰσὶν οἱ στέφανοι καὶ τὰ τρόπαια, τῶν κοπιώντων, τῶν ἀγωνιζομένων, τῶν ὑπομενόντων τὰ ἐκ τῶν ἀγώνων πονήματα. Διὰ πολλῶν θλίψεων, ο φησὶν ὁ Κύριος, ο δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.» Τοίνυν παρακαλῶ πάσας ὑμᾶς, ἀξίως πορεύθητε τῆς κλήσεως ὑμῶν. Παραστήσατε τὰ σώματα ὑμῶν ἅγια τῷ Κυρίῳ· ἀγαπᾶτε ἀλλήλας. Καλώς τρέχετε τὸν προκείμενον ὑμῖν ἀγῶνα.» Οσα καλά, ὅσα θεοφιλῆ, ταῦτα λογίζεσθε· & ἠκούσατε καὶ ἐμάθετε, ταῦτα ποιεῖν μὴ ἀπόσχησθε, μητέρες ἅγιαι, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος ἐστί, μνημονεύετε τῶν ψυχῶν ὑμῶν. ᾿Αλλὰ γὰρ ἐπιλαθέσθαι ἔοικα ἐμαυτῆς τοιαῦτα
TYPICUM.
ὑπεραγίᾳ μου Θεοτόκῳ τῇ κεχαριτωμένῃ, καὶ τῇ para gratia plena accepta, quæ vestra quoque utiὠφελείᾳ ὑμῶν οὐκ ὀλίγα λυσιτελοῦντα. ὑμῖν δὲ τὸ
ἑξῆς μελήσει φυλάξαι ἀπαράθραυστά τε καὶ ἀπεριποίητα μέχρι παντός· λέγω δὴ τὸ ἀπαραλείπτως
τὴν παραδοθεῖσαν ὑμῖν ἀκολουθίαν ἐκτελεῖν ἐν πά
σαις ταῖς συνάξεσι· τὸ φυλάττειν πίστιν καὶ τιμὴν
τὴν ἁρμόζουσαν ταῖς προεστώσαις ὑμῶν· τὸ ἀλλήλας
ἀγαπᾷν, καὶ σπουδάζειν ἑκάστην ἑκάστης προέχειν
ἐν μετριοφροσύνῃ· συμπονεῖν δὲ πάσας ἀλλήλαις ἐν
πᾶσιν ὡς ἑνὸς μέλη σώματος, καὶ τὰ ἀλλήλων ἀναπληροῦν ὑστερήματα· μὴ πρὸς ἔρεις ὁρμᾶν, μή
πρὸς φιλίας ἀπρεπεῖς, καὶ παρασυνάξεις, καὶ σχίσματα· ἀπέχεσθαι πρωτοκαθεδρίας, καὶ τῶν κο
σμικών προτιμήσεων· πρὸς ἐν δὲ μόνον ὁρᾶν τὸ
ἐναρέτως ζήν δηλονότι καὶ πολιτεύεσθαι, καὶ μηδὲν
ἄλλο, εἰ δυνατόν, ἀναπνεῖν, ἢ λόγον σωτήριον, καὶ
πᾶν τὸ εἰς οἰκοδομὴν τυγχάνον ψυχῆς καὶ ὠφέλειαν·
πρὸς τούτοις ἐξορίζειν ἀφ' ὑμῶν πάντων τῶν κακῶν
τὴν πηγὴν, τὴν φιλοχρηματίαν λέγω, καὶ τὸ παρα
κερδαίνειν ἀπὸ τῆς μονῆς, ἢ ἑτέρου τοῦ οἱουδή τινος
τρόπου, καὶ ἀποτιθέναι καὶ θησαυρίζειν ἄχρι καὶ τοῦ
τυχόντος, ἐν ᾧ μὴ ηὐτόκησεν ἡ προεστῶτα, μήτε ὁ
δοθεὶς ὑμῖν Κανών συνεχώρησεν. Οὐ μὴν ἀλλ᾽ οὐδ᾽
ἐξ ἀμελείας, ἤ τινος ἑτέρας καταφρονήσεως ἐᾷν τι
τῶν τῆς μονῆς παραπόλλυσθαι. Ἴσον γὰρ καὶ τοῦτο
τῷ προτέρῳ, και τι διαφέρειν δοκῇ, καὶ τῆς ἴσης
ἐνοχῆς παρὰ τῷ Θεῷ πρόξενον· τὴν παρρησίαν ὅση
δύναμις ἐκκοπτέον, καὶ ἵνα συνελὼν εἴπω, πᾶν ὃ μὴ
εἴη πρὸς σωτηρίαν ὁδηγοῦν ἐκδιωκτέον.
Μὴ οὖν, ὦ τιμιώταταί μου μητέρες, μηδαμῶς τὰ
βλάπτοντα προτιμήσωμεν, τὰ δὲ σώζοντα παραδρά
μωμεν. Οὐδὲ γάρ τι τῶν παραδοθέντων ὑμῖν ἀδύνα
τον, ἢ δυσκατόρθωτον. Εἰ δὲ καί τι τούτων ἴσως
τοιοῦτον νομίζοιτο, ἀλλ' ἀγωνιτώμεθα, ἀλλ' ὑπομεί
νωμεν, ἀλλὰ καρτερήσωμεν, φέρωμεν γενναίως, βιασώμεθα μικρὸν ἑαυτάς. Οὐ γὰρ ἀνέσεως ἕνεκα καὶ
τρυφῆ; τὸν κόσμον κατελίπετε, ἀλλὰ σπουδῆς καὶ
ἀγῶνος, τὸ κατὰ δύναμιν, πρὸς τὸ τυχεῖν τῶν ἐν
ἐπαγγελίαι; ἀγαθῶν. Βιασώμεθα οὖν ἑαυτὰς, βιασώ
μεθα. «Βιαστή» γάρ ι ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.» Οὐδεὶς ἀμε
λῶν ἔστησε τρόπαιον· οὐδεὶς ὑπνώττων καὶ ὁ ειρώτα
των τὸν ἑαυτοῦ πολέμιον ετροπώσατο. Εκείνων
εἰσὶν οἱ στέφανοι καὶ τὰ τρόπαια, τῶν κοπιώντων,
τῶν ἀγωνιζομένων, τῶν ὑπομενόντων τὰ ἐκ τῶν
ἀγώνων πονήματα. Διὰ πολλῶν θλίψεων, ο φησὶν
ὁ Κύριος, ο δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν
τῶν οὐρανῶν.» Τοίνυν παρακαλῶ πάσας ὑμᾶς,
ἀξίως πορεύθητε τῆς κλήσεως ὑμῶν. Παραστήσατε
τὰ σώματα ὑμῶν ἅγια τῷ Κυρίῳ· ἀγαπᾶτε ἀλλήλας.
• Καλώς τρέχετε τὸν προκείμενον ὑμῖν ἀγῶνα.» Οσα
καλά, ὅσα θεοφιλῆ, ταῦτα λογίζεσθε· & ἠκούσατε
καὶ ἐμάθετε, ταῦτα ποιεῖν μὴ ἀπόσχησθε, μητέρες
ἅγιαι, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος ἐστί, μνημονεύετε
τῶν ψυχῶν ὑμῶν.
᾿Αλλὰ γὰρ ἐπιλαθέσθαι ἔοικα ἐμαυτῆς τοιαῦτα
ss Matth. xι, 12. 30 Act. XIV,
31 Ephes. iv, 1.
litati non parum conferant. Vestrum erit deinceps
ea semper infracta, et nullo additamento affecta
custodire: dico autem traditum vobis officium sine
omissione in omnibus conventibus persolvere: ſidem et honorem præfectis vestris congruentem
servare; vos invicem amare, et studere ut singulæ
singulis modestia antecatis: quasi unius corporis
membra in omnibus omnes auxilium mutuo impendere, et aliæ aliarum defectus supplere ad
jurgia, ad inderentes amicitias, ad clandestinos
conventus, et ad dissidia nequaquam procedere:
abstinere a studio prioris consessus, et a sæcularibus prærogativis; et ad unum respicere, nempe
ut in virtute vitam transigatis, et nihil aliud, si
fieri potest, respiretis quam verbum salutare, et
quodcunque ad animæ aedificationem et utilitatem
conducit. Ad hæc exterminare a vobis omnium malorum fontem, pecuni cupiditatem dico, et sordidum lucrum, e monasterii rebus, aut alio quovis modo factum; nec quidquam quantumvis minimum recondere et thesaurizare, quod præfectæ
non libuerit, et Regula vobis tradita non concesscrit; sed nec incuria aut alio quopiam contemplu
sinere aliquid monasterii deperire; æquale enim
hoc est illo priori; ac licet in aliquo differre videatur, pari tamen noxa apud Deum obstringit: confidentia quantum fieri potest arcenda est, et, at
summatim dicam, quidquid ad salutem non ducit,
eliminandum.
Nullatenus igitur, honoratissimæ matres meæ,
quæ nocent pluris faciamus, et quæ ad salutem
conferunt prætermittamus. Nihil enim eorum quæ
vobis tradita sunt impossibile est aut ad exsecutionem arduum; si quid vero illorum bujusmodi
ſorte reputetur, at decertemus, at sustineamus, at
perseveremus, feramus generose, paululum nobis
ipsis vim inferamus. Non enim relaxationis aut
voluptatis causa mundum reliquistis, sed diligentia
et certaminis pro viribus, ut promissa bona assequamini. Vim igitur nobis inferamus, vin, inquam,
inferamus. Regnum enim cœlorum vim patitur,
et violenti rapiunt illud 2. › Nullus negligens trophæum erexit: nemo dormiens et somnians hostem
suum proligavit. Corona et tropæa laborantium
sunt, certantium, et sustinentium labores certami -
num. c Per multas tribulationes, ait Dominus,
oportet nos intrare in regnum cœlorum ". › Itaque
vos omnes adhortor, ut digne ambuletis vocatione vestra s.» Exhibete corpora vestra sancla
Domino: • Bene currite propositum vobis certamen.. Quæcunque bona, quæcunque Deo accepta, hæc cogitate: quæ audivistis et didicistis, hæc
exsequi ne cessetis. sanctæ matres, tempus breve
, mementote animarum vestrarum.
est as
'
Sed oblita mei ipsius videor, quæ vos isthæc
33 febr. xt, 1.
83 1 Cor. vit, 29.
Chapter LXXXIXCaput LXXXIX
col. 1107–1108page 61 of 70
PG 127:1107διανοηθεῖσα ὑμῖν, αὕτη ἁπάσης τυγχάνουσα κακίας ἀνάπλεως, καὶ πρὸς τὰς τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς κατατρο νητικῶς παντάπασι διακειμένη. Διά τοι τοῦτο περι παθῶς τὴν ὑμῶν παρακαλῶ ἀδελφότητα, μηδέποτε τῶν ἡμετέρων ἐπιλαθέσθαι ψυχῶν, ἀλλὰ διηνεχῶς ἐν ταῖς αὐτῶν περιφέρειν εὐχαῖς, τοὺς οὐρανοῦ τε καὶ γῆς ἀναξίους ἡμᾶς· ἐννοουμένας, εἰ μή τι ἄλλο, την τε [γ. γε] πολλὴν καὶ ζέουσαν ἡμῶν προθυμίαν, καὶ ἐπιτεταμένην σπουδὴν εἰς τὸ συστήσασθαί τε τὸ ἰε ρὸν ὑμῶν φροντιστήριον, καὶ τὴν ὑμῶν συναγαγεῖν ἀδελφότητα, καὶ τὰ εἰς σωματικὴν αὐτάρκειαν, καὶ ψυχικὴν ὠφέλειαν αὐτῆς πραγματεύσασθαι, δι' οἱ δὲν ἄλλο πάντως, ἢ τὸ καὶ τῶν ἰδίων ἐπιμελεῖσθα ψυχῶν, καὶ τῆς ἡμῶν ἀθλιότητος διηνεκώς ὑπερείχε σθαι, οὗ μηδέποτε ἐπιλάθοισθε· ἀλλ᾽ εἰ καὶ τῷ σώ ματι ἄπιμεν, τῷ πνεύματι παρεῖναι λογίζοισθε καὶ ὑμᾶς, τοῖς ὑμῶν τε προσπίπτειν ποσὶ, καὶ λίαν οἰκτρῶς καὶ μετὰ θερμῶν τῶν δακρύων τὴν ὑμῶν ὁμήγυριν δυσωπεῖν, περὶ τοῦ καὶ ἡμῶν ὑπερεύχεσθαι, τῶν ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους ἑπταικότων θεῷ, καὶ παρὰ τοῦτο πλείονος τῆς παρ' αὐτοῦ διὰ τῆς ὑμῶν ἁγίας εὐχῆς δεομένων χρηστότητος. Τῆς γοῦν ἡμῶν εὐτελείας προσευχόμενοι μὴ ἐπιλάθοισθε. Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ὁ καλέσας ἡμᾶς εἰς τὴν αἰων νιον αὐτοῦ δόξαν, διὰ τὴν πολλὴν αὐτοῦ καὶ ἄφατον ἀγαθότητα, καταρτίσαι ὑμᾶς, καὶ στηρίξαι εἰς τὴ ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, διὰ τοῦ μονογενούς Υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, ταῖς τῆς και χαριτωμένης ἡμῶν Θεοτόκου πρεσβείαις. 'Αμήν. ΕΙΡΗΝΗ ΕΝ ΧΩ ΤΟ 69 ΠΙΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΡΩΜΑΙΩΝ, Η ΔΟΥΚΑΙΝΑ ΚΕΦΑΛ. ΟΘ'. Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ νεουργηθέντων παρὰ τῆς βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημάτων ᾿Αναγκαῖον δὲ καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ τῆς κε Χαριτωμένης Θεομήτορος νεουργηθέντων παρὰ τῆς βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημάτων, τὰ εἰκότα διαλαβεῖν. Περὶ γὰρ τὴν σεβασμίαν ταύτην μονὴν, καὶ οἰκήματα λαμπρότερα οικοδομήσασα ἡ βασιλεία μου ἐκτὸς τῶν τῇ μονῇ ἀναγκαίων, καὶ τὴν χρείαν τῶν μοναζουσῶν ἐν ἅπασιν ἀποπληρούντων, προς καταγωγὴν ἰδίαν, δούλετο μὲν ἔχειν ταῦτα τὴν μα καρίτιδά μου πορφυρογέννητου μοναχὴν κυρὰν Εὐδο κίαν καὶ χρᾶσθαι τούτοις εἰς οἰκείαν καταμονὴν καὶ ἀνάπαυσιν. Αλλ' ἐπεὶ ἐκείνη προαναρπασθεῖσα τῶν
moneam, cum ipsa omni malitia plena sim, et διανοηθεῖσα ὑμῖν, αὕτη ἁπάσης τυγχάνουσα κακίας
divina præcepta despectui omnino habeam. Quocirca summo affectu id vos rogo, sorores, ut nunquam nostrarum obliviscamini animarum; sed nos
cœlo et terra indignos assidue in orationibus vestris circumferatis; in mente versantes, si non
aliud quidpiam, magnam saltem nostram et ferventem alacritatem, atque intentum studium construendi sacrum vestrum monasterium, vestrumque coetum congregandi, et quæ ad corporalem
necessitatem spiritualemque utilitatem conducunt,
ipsi parandi: non alia penitus de causa, nisi ut et
vestrarum animarum curam geratis, et pro miseria nostra assidue oretis. Id vestra nunquam
excidat memoria; sed corpore licet abfuerimus,
mente tamen nos adesse existimetis, et ad pedes
vestros procidere, ac valde miserabiliter, fervidis -
que lacrymis vestro cotui supplicare, ut pro nobis
oretis, qui plus omnibus hominibus Deo lapsi
sumus, quocirca majore ipsius per vestram sanctam orationem clementia egemus. Dum igitur
oratis, nostræ vilitatis ne obliviscamini.
Deus pacis qui vocavit nos ad æternam gloriam
suam, propter magnam et ineffabilem suam bonitalem, perfciat et frmet vos in sancta sua voluntate, per unigenitum Filium suum Dominum et Salvotorem nostrum Jesum Christum, et per sanctissimum vivificumque Spiritum, gratia plenæ nostræ
Deiparae intercessionibus. Amen.
IRENE IN CHRISTO DEO FIDELIS IMPERATRIX ROMANORUM, DUCÆNA.
CAPUT LXXΙΧ.
De sumptuosioribus ædibus a mea majestate in monasterio nuper exstructis.
Necesse est de sumptuosioribus quoque ædibus
ab imperatoria mea majestate in monasterio Gratia
plenæ Dei Matris nuper exstruetis quæ conveniunt
declarare. Cum enim circa venerandum hoc momasterium splendidiora domicilia imperium meum
excitaverit, præter ea quæ monasterio necessaria
sunt, et quibus monialium usui in omnibus jam
provisum est; volebat ut ea in propriam habitationem haberet beatæ memoriæ porphyrogenita mea
monialis domna Eudocia, illisque uteretur in domicilium et recreationem. Sed cum ipsa prius quam
R
Montfauconii
Hae manu propria imperatricis in ms. descripta sunt rubris characteribus, ut moris erat
Constantinopolitanis imperatoribus, et eorum uxoribus. In codice Regio post finem capitis præceden
tis quod ad calcem fere paginæ desinit, sequitur
Augustæ subscriptio magnis characteribus,
femineam manum redolet. Sed cum tota in hac
pagina contineri nequeat, ad sequentem paginam
absolvitur, quam fere mediam occupat. Deline
duo capita quæ sequuntur, non modico elapso
tempore, ut infra dicetur, diversa manu exarata
: unt. Hoc non sine causa animadvertimus: nam
hinc efficitur hunc codicem esse autographum;
si enim transsumptum tantum esset, nuila essel raἀνάπλεως, καὶ πρὸς τὰς τοῦ Θεοῦ ἐντολὰς κατατρο
νητικῶς παντάπασι διακειμένη. Διά τοι τοῦτο περιπαθῶς τὴν ὑμῶν παρακαλῶ ἀδελφότητα, μηδέποτε
τῶν ἡμετέρων ἐπιλαθέσθαι ψυχῶν, ἀλλὰ διηνεχῶς ἐν
ταῖς αὐτῶν περιφέρειν εὐχαῖς, τοὺς οὐρανοῦ τε καὶ
γῆς ἀναξίους ἡμᾶς· ἐννοουμένας, εἰ μή τι ἄλλο, την
τε [γ. γε] πολλὴν καὶ ζέουσαν ἡμῶν προθυμίαν, καὶ
ἐπιτεταμένην σπουδὴν εἰς τὸ συστήσασθαί τε τὸ ἰερὸν ὑμῶν φροντιστήριον, καὶ τὴν ὑμῶν συναγαγεῖν
ἀδελφότητα, καὶ τὰ εἰς σωματικὴν αὐτάρκειαν, καὶ
ψυχικὴν ὠφέλειαν αὐτῆς πραγματεύσασθαι, δι' οἱδὲν ἄλλο πάντως, ἢ τὸ καὶ τῶν ἰδίων ἐπιμελεῖσθα:
ψυχῶν, καὶ τῆς ἡμῶν ἀθλιότητος διηνεκώς ὑπερείχε
σθαι, οὗ μηδέποτε ἐπιλάθοισθε· ἀλλ᾽ εἰ καὶ τῷ σώ
ματι ἄπιμεν, τῷ πνεύματι παρεῖναι λογίζοισθε καὶ
ὑμᾶς, τοῖς ὑμῶν τε προσπίπτειν ποσὶ, καὶ λίαν
οἰκτρῶς καὶ μετὰ θερμῶν τῶν δακρύων τὴν ὑμῶν
ὁμήγυριν δυσωπεῖν, περὶ τοῦ καὶ ἡμῶν ὑπερεύχε
σθαι, τῶν ὑπὲρ πάντας ἀνθρώπους ἑπταικότων θεῷ,
καὶ παρὰ τοῦτο πλείονος τῆς παρ' αὐτοῦ διὰ τῆς
ὑμῶν ἁγίας εὐχῆς δεομένων χρηστότητος. Τῆς γοῦν
ἡμῶν εὐτελείας προσευχόμενοι μὴ ἐπιλάθοισθε.
Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ὁ καλέσας ἡμᾶς εἰς τὴν αἰων
νιον αὐτοῦ δόξαν, διὰ τὴν πολλὴν αὐτοῦ καὶ ἄφατον
ἀγαθότητα, καταρτίσαι ὑμᾶς, καὶ στηρίξαι εἰς τὴ
ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, διὰ τοῦ μονογενούς Υἱοῦ αὐτοῦ
τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ
τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, ταῖς τῆς και
χαριτωμένης ἡμῶν Θεοτόκου πρεσβείαις. 'Αμήν.
ΕΙΡΗΝΗ ΕΝ ΧΩ ΤΟ 69 ΠΙΣΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
ΡΩΜΑΙΩΝ, Η ΔΟΥΚΑΙΝΑ
Περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ νεουργηθέντων παρὰ τῆς
βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημάτων
᾿Αναγκαῖον δὲ καὶ περὶ τῶν ἐν τῇ μονῇ τῆς κεΧαριτωμένης Θεομήτορος νεουργηθέντων παρὰ τῆς
βασιλείας μου πολυτελεστέρων οικημάτων, τὰ εἰκότα
διαλαβεῖν. Περὶ γὰρ τὴν σεβασμίαν ταύτην μονὴν,
καὶ οἰκήματα λαμπρότερα οικοδομήσασα ἡ βασιλεία
μου ἐκτὸς τῶν τῇ μονῇ ἀναγκαίων, καὶ τὴν χρείαν
τῶν μοναζουσῶν ἐν ἅπασιν ἀποπληρούντων, προς
καταγωγὴν ἰδίαν, δούλετο μὲν ἔχειν ταῦτα τὴν μα
καρίτιδά μου πορφυρογέννητου μοναχὴν κυρὰν Εὐδο
κίαν καὶ χρᾶσθαι τούτοις εἰς οἰκείαν καταμονὴν καὶ
ἀνάπαυσιν. Αλλ' ἐπεὶ ἐκείνη προαναρπασθεῖσα τῶν
notæ.
tio, cur ea quæ diversa manu et diverso tempore
primum edita fuerant, diversa quoque manu transcriberentur. Cui sententiæ patrocinatur Augustæ
subscriptio ipsi enim soli licebat proprium nomen
rubris characteribus scribere, ut dictum est.
Hæc et sequentia præcedentibus, non modico
elapso tempore, addita fuisse, hinc evincitur, quod
præcedentia scripto tradita sint, Alexio imperatore, Andronico filio, et Εudocia filia adhuc viventibus; subsequentia vero iisdem fato functis.
Andronicus primus obiit: quem non diu post
secutus est pater Alexius; hujus morti aderat Eudocia tilia, qua ultima obiit.
col. 1109–1110page 62 of 70
PG 127:1109ἐλπίδων μου, πρὸς τὰς αἰωνίους μετέβη σκηνάς, καὶ ἡ ἦν ἀναγκαῖον τὸ διορίσασθαι τὴν βασιλείαν μου καὶ ἐπὶ τούτοις τὸ δοκοῦν αὐτῇ· τοῦτο δὴ καὶ ποιῶ, καὶ διορίζομαι, ἵνα μετὰ τὴν ἐμὴν τοῦ τῇδε βίου μετά στασιν, κατέχῃ καὶ νέμηται ἡ ποθεινοτάτη μου πορ φυρογέννητος καὶ Καισάρισσα κυρὰ "Αννα ἄχρις ἂν ζῇ κατὰ τὸ ἀκώλυτον, οὐ μόνον τὰ πάντα κελλία αυτ τῆς, ἐν οἷς καὶ ζώσης ἐμοῦ τὴν καταμονὴν ἐποιεῖτο, ἀλλὰ δὴ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ Κεχαριτωμένῃ οἰκήμα τα, όσα δηλονότι εἰς χρῆσιν ὑπῆρχον τῆς βασιλείας μου, καὶ τῶν παίδων καὶ τῶν ὑποχειρίων ἡμῶν ἀν ὁρῶν τε καὶ γυναικῶν, σὺν τῇ ἐξώ αὐλῇ, τῇ κατ' εὐθεῖαν κειμένῃ τῆς ἐντὸς αὐλῆς τῶν πολυτελεστέρων οικημάτων. Περὶ γὰρ τῆς ἄλλης αὐλῆς ἢ ἀμπε λών ποτε χρηματίζουσα εἰς αὐλὴν μετημείφθη, κρα τήσει ἡ περὶ αὐτῆς παρ᾿ ἐμοῦ γενησομένη ότεδήποτε ἔγγραφος πρόσταξις. Ετι γε μὴν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τοῦ ἁγίου Δημητρίου, σὺν τοῖς δυσὶ λουτροῖς, καὶ τῇ τρίτῃ μερίδι τοῦ εἰσαγομένου ἐν τοῖς τῆς μονῆς βρυτοῦ ὕδατος, καθώς δηλονότι παρ' ἐμοῦ κατέχονται, ὀφείλουσα πᾶσαν ἔχειν ἄδειαν καὶ ἐκ καινῆς ἕτερα οἰκήματα ἀνεγείρειν, οἷα βούλεται, καὶ τὰ ὄντα τά τε δεσποτικὰ καὶ τὰ ἄλλα ἀλλοιοῦν ὡς ἂν αἱρῆται, καὶ μεταποιεῖν εἰς ὅ θέλει σχῆμα· τοῦτο μόνον παραφυλάττουσα, τὸ μήτε βάρος νέον οιονδήποτε ἐπι Θεἶναι τῷ διαιρέτῃ τοίχῳ ἀμφοτέρων τῶν μονῶν, τοῦ τε Φιλανθρώπου δηλαδή, καὶ τῆς Κεχαριτωμένης, μήτε μὴν κατοπτείαν ἔχειν κατ' αὐτῶν. Μετὰ δὲ παρέλευσιν αὐτῆς, ἵνα ἔχῃ τὴν χρήσιν καὶ κατοχὴν καὶ νομὴν τῶν ἀναγεγραμμένων πάνω των ακινήτων καὶ λοιπῶν δικαίων, ή ποθεινοτάτη μου εγγόνη κυρὰ Εἰρήνη ἡ Δούκαινα, ή θυγάτηρ τῆς κυρᾶς "Αννης, κατὰ τὸ ἀδιάστικτον καὶ ἀνυπ εξαίρετον· μόνον καταλυθῆναι ὀφειλόντων μετὰ τὴν τοῦ τῇδε βίου μετάστασιν τῆς πορφυρογεννήτου κυ ρᾶς ῎Αννης, τῶν ἀπωρημένων οικημάτων Εξωθεν τοῦ διαιρέτου τοίχου, καὶ ἀποβλεπόντων πρὸς τὸν κῆπον τῆς τοῦ Φιλανθρώπου μονῆς, ἐν οἷς δηλονότι σήμερον καταμένει ἡ δηλωθεῖσα πορφυρογέννητος, ὀφείλοντος τοῦ τοιούτου τοίχου ὑψωθῆναι καὶ ἔτι πήχεις δύο. Μετὰ δὲ τελευτὴν τῆς κυρᾶς Εἰρήνης, εἰ μὲν ἐπὶ διαθήκῃ τελευτᾷ ἡ μήτηρ αὐτῆς ἡ πορ φυρογέννητος, ἵνα παραπέμπῃ ταῦτά τε τὰ δεσποτικά οἰκήματα, καὶ λοιπά, εἰς οἷον ἂν αἱροῖτο τῶν παί δων αὐτῆς, ἢ ἐγγόνων, η προεγγόνων· εἴτε ἄῤῥενος, εἴτε θήλεος γένους ἐστίν. Εἰ δὲ πρὸ τῆς κυρᾶς Εἰρή νης ἡ μήτηρ αὐτῆς τὸν τῇδε καταλύσει βίον, ἢ καὶ ὕστερον μὲν ἐκείνης, μὴ διάθηται δὲ περὶ τούτου ἀδιάφορον γάρ)· τότε τὸ δίκαιον τῆς κατοχῆς καὶ νομῆς τῶν ἀναγεγραμμένων οικημάτων καὶ λοιπῶν περιελεύσεται εἰς τὸν τῷ χρόνῳ προήκοντα, ἢ τὴν προήκουσαν τῶν παίδων, ἢ ἐγγόνων, η προεγγόνων τῆς πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννης μετὰ διαστίξεως μέντοι τοιαύτης· ὥστε εἰ μὲν τὸ πρόσωπον, ᾧ τὸ τοιοῦτον ἁρμόσει δίκαιον ἐπὶ διαθήκῃ τοῦ βίου τού του μεθίσταται, ἔχειν ἄδειαν παραπέμπειν ταῦτα εἰς οἷον ἂν βούλοιτο τῶν ἐξ αὐτοῦ καταγομένων παίδων, ἐγγόνων, καὶ ἐφεξῆς. Εἰ δὲ ἢ τοὺς καταγομένους ἐξ αὐτοῦ οὐκ ἔχοι, ἢ μὴ περὶ τούτου διάθηται, τηνι
TYPICUM.
ἐλπίδων μου, πρὸς τὰς αἰωνίους μετέβη σκηνάς, καὶ ἡ sperabam rapta, ad aeterna tabernacula transmigraἦν ἀναγκαῖον τὸ διορίσασθαι τὴν βασιλείαν μου καὶ
ἐπὶ τούτοις τὸ δοκοῦν αὐτῇ· τοῦτο δὴ καὶ ποιῶ, καὶ
διορίζομαι, ἵνα μετὰ τὴν ἐμὴν τοῦ τῇδε βίου μετά
στασιν, κατέχῃ καὶ νέμηται ἡ ποθεινοτάτη μου πορ
φυρογέννητος καὶ Καισάρισσα κυρὰ "Αννα ἄχρις ἂν
ζῇ κατὰ τὸ ἀκώλυτον, οὐ μόνον τὰ πάντα κελλία αυτ
τῆς, ἐν οἷς καὶ ζώσης ἐμοῦ τὴν καταμονὴν ἐποιεῖτο,
ἀλλὰ δὴ καὶ πάντα τὰ ἐν τῇ Κεχαριτωμένῃ οἰκήμα
τα, όσα δηλονότι εἰς χρῆσιν ὑπῆρχον τῆς βασιλείας
μου, καὶ τῶν παίδων καὶ τῶν ὑποχειρίων ἡμῶν ἀνὁρῶν τε καὶ γυναικῶν, σὺν τῇ ἐξώ αὐλῇ, τῇ κατ'
εὐθεῖαν κειμένῃ τῆς ἐντὸς αὐλῆς τῶν πολυτελεστέρων οικημάτων. Περὶ γὰρ τῆς ἄλλης αὐλῆς ἢ ἀμπελών ποτε χρηματίζουσα εἰς αὐλὴν μετημείφθη, κρατήσει ἡ περὶ αὐτῆς παρ᾿ ἐμοῦ γενησομένη ότεδήποτε
ἔγγραφος πρόσταξις. Ετι γε μὴν καὶ τὴν ἐκκλησίαν
τοῦ ἁγίου Δημητρίου, σὺν τοῖς δυσὶ λουτροῖς, καὶ
τῇ τρίτῃ μερίδι τοῦ εἰσαγομένου ἐν τοῖς τῆς μονῆς
βρυτοῦ ὕδατος, καθώς δηλονότι παρ' ἐμοῦ κατέχονται,
ὀφείλουσα πᾶσαν ἔχειν ἄδειαν καὶ ἐκ καινῆς ἕτερα
οἰκήματα ἀνεγείρειν, οἷα βούλεται, καὶ τὰ ὄντα τά
τε δεσποτικὰ καὶ τὰ ἄλλα ἀλλοιοῦν ὡς ἂν αἱρῆται,
καὶ μεταποιεῖν εἰς ὅ θέλει σχῆμα· τοῦτο μόνον παραφυλάττουσα, τὸ μήτε βάρος νέον οιονδήποτε ἐπιΘεἶναι τῷ διαιρέτῃ τοίχῳ ἀμφοτέρων τῶν μονῶν, τοῦ
τε Φιλανθρώπου δηλαδή, καὶ τῆς Κεχαριτωμένης,
μήτε μὴν κατοπτείαν ἔχειν κατ' αὐτῶν.
rit, et necesse fuerit, ut imperium meum de illis
quoque statueret, quod sibi visum esset: id efficio,
et statuo ut post meum ex hac vita discessum, di·
lectissima meɔ porphyrogenita et Cæsarissa domna
Anna, nullo obstante illa obtineat et possideat
donec vixerit, non solum omnes cellas suas, in
quibus, me quoque vivente, habitabat, sed etiam
omnia quæ in Kecharitomene seu Gratia-plena exstant domicilia, quæcunque videlicet usui fuere
majestati meæ, filiisque, et servis nostris, viris et
mulieribus, cum exteriore aula, quæ sita est e
regione interioris aulæ sumptuosiorum ædium. Nam
quod ad aliam aulam, quæ cum olim vinea fuisset,
in aulam mutata est, obtinebit quod quovis tempore scriptum circa illan decretum edam: nec non
ecclesiam Sancti Demetrii, cum duobus balneis,
et tertia parte scaturientis aquæ, quæ ad monasterium derivatur, quemadmodum scilicet a me
occupantur; et penes eam omnino erit alias de
novo domos excitare, quaslibet voluerit, et eas
quæ jam exs'ant cum despoticas, tum alias, immutare ut libuerit, et in quam voluerit formam traducere: id solum observans, ut novan quamcunque molem non imponat dirimenti muro amborum
monasteriorum, nempe Philanthropi seu Salvatoris,
et Kecharitomenes seu Gratia plenar, neque locum
habeat quo illa inspici queant.
Post obitum vero ejus, usum, possessionem et
dispensationem descriptorum omnium immobilium,
Μετὰ δὲ παρέλευσιν αὐτῆς, ἵνα ἔχῃ τὴν χρήσιν
καὶ κατοχὴν καὶ νομὴν τῶν ἀναγεγραμμένων πάνω
των ακινήτων καὶ λοιπῶν δικαίων, ή ποθεινοτάτη – reliquorun.que jurum obtineat dilectissima mea
μου εγγόνη κυρὰ Εἰρήνη ἡ Δούκαινα, ή θυγάτηρ
τῆς κυρᾶς "Αννης, κατὰ τὸ ἀδιάστικτον καὶ ἀνυπεξαίρετον· μόνον καταλυθῆναι ὀφειλόντων μετὰ τὴν
τοῦ τῇδε βίου μετάστασιν τῆς πορφυρογεννήτου κυ
ρᾶς ῎Αννης, τῶν ἀπωρημένων οικημάτων Εξωθεν
τοῦ διαιρέτου τοίχου, καὶ ἀποβλεπόντων πρὸς τὸν
κῆπον τῆς τοῦ Φιλανθρώπου μονῆς, ἐν οἷς δηλονότι
σήμερον καταμένει ἡ δηλωθεῖσα πορφυρογέννητος,
ὀφείλοντος τοῦ τοιούτου τοίχου ὑψωθῆναι καὶ ἔτι
πήχεις δύο. Μετὰ δὲ τελευτὴν τῆς κυρᾶς Εἰρήνης,
εἰ μὲν ἐπὶ διαθήκῃ τελευτᾷ ἡ μήτηρ αὐτῆς ἡ πορφυρογέννητος, ἵνα παραπέμπῃ ταῦτά τε τὰ δεσποτικά
οἰκήματα, καὶ λοιπά, εἰς οἷον ἂν αἱροῖτο τῶν παίδων αὐτῆς, ἢ ἐγγόνων, η προεγγόνων· εἴτε ἄῤῥενος,
εἴτε θήλεος γένους ἐστίν. Εἰ δὲ πρὸ τῆς κυρᾶς Εἰρή
νης ἡ μήτηρ αὐτῆς τὸν τῇδε καταλύσει βίον, ἢ καὶ
ὕστερον μὲν ἐκείνης, μὴ διάθηται δὲ περὶ τούτου
ἀδιάφορον γάρ)· τότε τὸ δίκαιον τῆς κατοχῆς καὶ
νομῆς τῶν ἀναγεγραμμένων οικημάτων καὶ λοιπῶν
περιελεύσεται εἰς τὸν τῷ χρόνῳ προήκοντα, ἢ τὴν
προήκουσαν τῶν παίδων, ἢ ἐγγόνων, η προεγγόνων
τῆς πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννης μετὰ διαστίξεως
μέντοι τοιαύτης· ὥστε εἰ μὲν τὸ πρόσωπον, ᾧ τὸ
τοιοῦτον ἁρμόσει δίκαιον ἐπὶ διαθήκῃ τοῦ βίου τού
του μεθίσταται, ἔχειν ἄδειαν παραπέμπειν ταῦτα εἰς
οἷον ἂν βούλοιτο τῶν ἐξ αὐτοῦ καταγομένων παίδων,
ἐγγόνων, καὶ ἐφεξῆς. Εἰ δὲ ἢ τοὺς καταγομένους ἐξ
αὐτοῦ οὐκ ἔχοι, ἢ μὴ περὶ τούτου διάθηται, τηνιneptis, domna Irene Ducaena, Alia domnæ Annæ,
citra ullam distinctionem et exceptionem; ea lege
tamen, ut post translationem ex hac vita porphy -
rogenitæ domn: Annæ, diruantur sublimes ædes
extra murum dirimentem sitæ, et ad hortum monasterii Philanthropi respicientes, in quibus nimirum hodie habitat præfata porphyrogenita, qui
murus duobus adhuc cubitis attolletur. Post obitum
autem domnæ Irenes, si quidem testato mater
ejus porphyrogenita mortem obierit, transmittat
ipsas despoticas domos et cætera ad quemcunque
voluerit e filiis, nepotibus, aut pronepotibus suis.
sive masculini sive feminini sexus. Si vero ante
domnam Irenem mater ejus praesenti vita fungatur,
vel post illam quidem, nihil tamen de illo testata
(indifferens enim est), tunc jus possessionis et usus
descriptarum ædium, et reliquorum, deveniet ad
ætate grandiorem cujusvis sexus e filiis, nepotibus,
aut pronepotibus porphyrogenita domnæ Annæ;
cum hujusmodi tamen distinctione, ut si quidem
persona cui tale jus competet testato hac vita migrarit, penes eam sit illa transmittere ad quemcunque volucrit ex oriundis a sc filiis, nepotibus
et sequentibus. Si autem vel oriundis careat, vel
de illo testata non fuerit, tunc memoratum jus
recurret ad ætate grandiorem cujusvis sexus ex
oriundis a porphyrogenita domna Anna. Et illa
distinctio semper valcat, quandiu oriundorum e
col. 1111–1112page 63 of 70
PG 127:1111καῦτα πάλιν δραμεῖν τὸ μνημονευθὲν δίκαιον προς τὸν τῷ χρόνῳ προήκοντα, ἢ τὴν προήκουσαν ἐκ τῶν ἀπὸ τῆς πορφυρογεννητου κυρᾶς Αννης· καὶ τὴν τοιαύτην διάστιξιν οὕτω μέχρι παντός προβαίνειν ἄχρις ἂν ἡ τῶν ἀπὸ τῆς σειρᾶς τῆς δηλωθείσης πορφυρογεννήτου διάρκεια περισώζηται. Οὐκ εἰς μόνους δὲ τοὺς παῖδας, ἢ ἐγγόνους ἢ προεγγόνους αὐτῆς παραπέμψει ἀπὸ διαθήκης τὸ τοιοῦτον δίκαιον ἡ πορφυρογέννητος, ὡς ἄνωθεν είρη ται, ἀλλὰ καὶ εἰ; μίαν τῶν ἐπί τινι τούτων νυμιτών αὐτῆς, ἣν ἂν βούλοιτο· καὶ καθέξει καὶ αὕτη ταύτα ὡσαύτως, εἴπερ μὴ πρὸς ἕτερον γάμον ἀπίδοι· εἰ γὰρ πρὸς τοῦτον ἀποκλίνοι, εὐθὺς ἐκπετεῖται τοῦ τοιούτου δικαίου, περιελευσομένου πάντως πρὸς τὴν ἐκ τῆς πορφυρογεννήτου σειράν· ὥσπερ οφείλει γίνε σθαι ἀπαραλλάκτως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πασῶν νυμ φῶν αἷς τὸ τοιοῦτον ἁρμότοι δίκαιον, ἀπὸ παρε πομπῆς τινος τῶν τοῦτο κτησαμένων, ὡς ἄνωθε είρηται. Οὐ γὰρ μόνῃ τῇ πορφυρογεννήτῳ, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐξ αὐτῆς καταγομένοις ἐξέσται παραπέμπειν τοῦτο ἀπὸ διαθήκης, εἰ βούλοιντο, εἰς μίαν τῶν ἐπὶ τοῖς ἐξ αὐτῆς νυμφῶν αὐτῶν· ἐκείνου τῶν ὁμολογουμένων εἶναι ὀφείλοντος, ὡς εἰ καὶ ἰδικώτερον τοῦ ἄρξενος γένους μνημονεύομεν μόνου. Αλλὰ καὶ τὸ θῆλυ συννοεῖσθαι τούτῳ ὀφείλει, καὶ ὡς καὶ αὐτὸ ἐκφωνούμενον λογίζεσθαι, ὅσον ἐπὶ τῷ περὶ τῶν οί κημάτων τούτων κεφαλαίῳ. Εἰ δ' (ὅπερ ἀπεύχομαι) ή συγγένεια ἐπιλείψει, ὡς μηδεμίαν ἐκ τῆς τοῦ γένους τῆς πορφυρογεννή του κυρᾶς ῎Αννης σειράς περισώζεσθαι, τηνικαῦτα διορίζομαι τὰ τοιαῦτα οἰκήματα εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς γυναικείας ταύτης μονῆς ἀποκαθίστασθαι· καὶ τὰ μὲν τῆς ἔξω αὐλῆς οἰκήματα μετασχηματίζεσθαι εἰς ἐνοικικά, καὶ τὴν πρόσοδον τούτων καρποῦσθαι τὴν μονὴν· τὰ δὲ τῆς ἔσω αὐλῆς περιελεῖν καὶ τῇ μὲν ὕλῃ χρήσασθαι, καθὼς αὐτῇ βουλητόν· τῷ δὲ ἐδάφει, εἰς περιβόλιά τε καὶ παραδείσους ἐπικερδεῖς, ὧν τὰς προσόδους ἁπάσας ἡ μονὴ καρπώσεται μετὰ καὶ τῶν λουτρῶν. Οι μέντοι τὴν νομήν τε καὶ οἴκησιν κατὰ καιροὺς έχειν ὀφείλοντες ἐν τοῖς δηλωθεῖσιν οἰκήμασιν, εὐτ λαβῶς ἐν αὐτοῖς διάξουσι, καὶ περικοπήν τινα τῇ μονῇ τῆς Κεχαριτωμένης τὸ σύνολον οὐκ ἐπάξουσιν. Εξουσι δὲ ἐπ' ἀδείας κτίζειν ἔνθα βούλονται ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν ἐκχωρηθέντων αὐτοῖ; οἰκη μάτων· καὶ τοσοῦτον ὑψοῦν, ὥστε μὴ κατοπτεύειν τι τῶν ἐν τῇ ἀνδρῴν μονῇ, εἴτε τῇ γυναικείᾳ. Αλλ οὐδὲ γύροθεν τῶν ἀργῶν τοίχων τῆς μονῆς, τῶν οἰκημάτων ἐπακουμβίσουσί τι οἴκημα· ἀλλ᾽ ελεύθερα πάντη ἔσονται, καθώς παρ' ἡμῶν γεγόν νασι. Ξένοις δὲ προσώποις ἢ δι᾽ ἀπεμπολήσεως, ἢ μισθώσεως, ἢ ἀνταλλαγῆς, ἡ δωρεᾶς, ἡ ὑποθήκης, ἢ ἐνεχύρου, ἢ ἑτέρου οιουδήποτε τρόπου, παρ' ού δενὸς τῶν προσώπων τῶν ὁρισθέντων ἔχειν τὴν τῶν μνημονευθέντων οἰκημάτων κατοχὴν, καὶ νομὴν, ἡ τούτων χρῆσις ὁπωσδήποτε ἐκχωρηθήσεται [ἐγχ. ] ἀλλ' οὐδὲ ἁπλῶς ἐνοικίσαι τινὰ ἕτερον ἐν αὐτοῖ; Αργῶν τοίχων. ἀργούς,
IRENES AUGUSTE
linea præfate porphyrogenita quispiam superstes καῦτα πάλιν δραμεῖν τὸ μνημονευθὲν δίκαιον προς
fuerit.
τὸν τῷ χρόνῳ προήκοντα, ἢ τὴν προήκουσαν ἐκ τῶν
ἀπὸ τῆς πορφυρογεννητου κυρᾶς Αννης· καὶ τὴν τοιαύτην διάστιξιν οὕτω μέχρι παντός προβαίνειν
ἄχρις ἂν ἡ τῶν ἀπὸ τῆς σειρᾶς τῆς δηλωθείσης πορφυρογεννήτου διάρκεια περισώζηται.
Nec ad solos filios, aut nepotes, aut pronepoles
suos tale jus per testamentum transmittet porphyrogenita, ut supra dictum est, sed et ad unam e
nuribus suis, illorum cujuslibet uxorem, quamcunque voluerit; quæ illa simili modo possidebit. si
quidem ad secundas nuptias non respexerit: si
enim ad illas declinarit, hujusmodi jure statim
excidet, et illud prorsus devolvetur ad porphyrogenita lineam: quod absque ullo discrimine servari
quoque debet erga alias omnes nurus, quibus tale
jus competet ex transmissione cujuspiam eorum
qui illa possederint, ut supra dictum est. Non enim
soli porphyrogenita, sed etiam oriundis ab ipsa
licebit illud per testamentum transmittere, si voluerint, ad aliquam e nuribus suis, uxorem cujuslibet
ab illa oriundi. Idque in confesso esse debet, quod
tametsi de solo masculino genere speciatim mentionem facimus, una tamen femininum intelligendum
est, et quasi expressum reputandum, quantum ad
caput de illis ædibus.
Si vero (quod absit) cognatio ita deficiat, ut nulla
ex linea porphyrogenitæ domnæ Annæ superstes
sit; sancio ut tum hæ domus in potestatem feminei hujusce monasterii redigantur, exteriorisque –
aulæ domus in conductitias mutentur, quarum proventu fruetur monasterium; interioris vero aulæ
domus de medio tollantur, quarum materia utetur
pro lubito solum autem in septa et quæstuosos
hortos convertet, quorum, nec non balneorum,
reditibus omnibus monasterium fruetur.
Qui igitur quolibet tempore habitationem et domicilium in praefatis domibus habebunt, religiose
in ipsis degent, nullamque omnino jacturam monasterio Gratia-plenæ inferent. At penes illos erit
ædificare ubi voluerint, intra ambitum concessarum sibi domorum, et sic attollere, ut nihil tamen
videre queant intra monasterium virorum, vel mulierum. Sed neque per circuitum supra muros dirimentes, aut domicilia monasteri¡ quamcunque
domum reclinabunt; sed libera omnino erunt, ut
a nobis exstructa sunt. nulla vero personarum
quibus præfatarum domorum possessio et habitatio
assignata est, usus earum extraneis personis unquam concedetur, sive venditione, sive mercede,
aut commutatione, aut dono, vel lypotheca, aut
oppigneratione, seu alio quovis modo. Sed
omnino permittetur, ut qui tale jus possidet, alium
Οὐκ εἰς μόνους δὲ τοὺς παῖδας, ἢ ἐγγόνους ἢ
προεγγόνους αὐτῆς παραπέμψει ἀπὸ διαθήκης τὸ
τοιοῦτον δίκαιον ἡ πορφυρογέννητος, ὡς ἄνωθεν είρη
ται, ἀλλὰ καὶ εἰ; μίαν τῶν ἐπί τινι τούτων νυμιτών
αὐτῆς, ἣν ἂν βούλοιτο· καὶ καθέξει καὶ αὕτη ταύτα
ὡσαύτως, εἴπερ μὴ πρὸς ἕτερον γάμον ἀπίδοι· εἰ
γὰρ πρὸς τοῦτον ἀποκλίνοι, εὐθὺς ἐκπετεῖται τοῦ
τοιούτου δικαίου, περιελευσομένου πάντως πρὸς τὴν
ἐκ τῆς πορφυρογεννήτου σειράν· ὥσπερ οφείλει γίνεσθαι ἀπαραλλάκτως καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων πασῶν νυμφῶν αἷς τὸ τοιοῦτον ἁρμότοι δίκαιον, ἀπὸ παρε
πομπῆς τινος τῶν τοῦτο κτησαμένων, ὡς ἄνωθε
είρηται. Οὐ γὰρ μόνῃ τῇ πορφυρογεννήτῳ, ἀλλὰ καὶ
τοῖς ἐξ αὐτῆς καταγομένοις ἐξέσται παραπέμπειν
τοῦτο ἀπὸ διαθήκης, εἰ βούλοιντο, εἰς μίαν τῶν ἐπὶ
τοῖς ἐξ αὐτῆς νυμφῶν αὐτῶν· ἐκείνου τῶν ὁμολο
γουμένων εἶναι ὀφείλοντος, ὡς εἰ καὶ ἰδικώτερον
τοῦ ἄρξενος γένους μνημονεύομεν μόνου. Αλλὰ καὶ
τὸ θῆλυ συννοεῖσθαι τούτῳ ὀφείλει, καὶ ὡς καὶ αὐτὸ
ἐκφωνούμενον λογίζεσθαι, ὅσον ἐπὶ τῷ περὶ τῶν οί
κημάτων τούτων κεφαλαίῳ.
Εἰ δ' (ὅπερ ἀπεύχομαι) ή συγγένεια ἐπιλείψει,
ὡς μηδεμίαν ἐκ τῆς τοῦ γένους τῆς πορφυρογεννή
του κυρᾶς ῎Αννης σειράς περισώζεσθαι, τηνικαῦτα
διορίζομαι τὰ τοιαῦτα οἰκήματα εἰς τὴν ἐξουσίαν
τῆς γυναικείας ταύτης μονῆς ἀποκαθίστασθαι· καὶ
τὰ μὲν τῆς ἔξω αὐλῆς οἰκήματα μετασχηματίζεσθαι
εἰς ἐνοικικά, καὶ τὴν πρόσοδον τούτων καρποῦσθαι
τὴν μονὴν· τὰ δὲ τῆς ἔσω αὐλῆς περιελεῖν καὶ τῇ
μὲν ὕλῃ χρήσασθαι, καθὼς αὐτῇ βουλητόν· τῷ δὲ
ἐδάφει, εἰς περιβόλιά τε καὶ παραδείσους ἐπικερδεῖς, ὧν τὰς προσόδους ἁπάσας ἡ μονὴ καρπώσεται
μετὰ καὶ τῶν λουτρῶν.
Οι μέντοι τὴν νομήν τε καὶ οἴκησιν κατὰ καιροὺς
έχειν ὀφείλοντες ἐν τοῖς δηλωθεῖσιν οἰκήμασιν, εὐτ
λαβῶς ἐν αὐτοῖς διάξουσι, καὶ περικοπήν τινα τῇ
μονῇ τῆς Κεχαριτωμένης τὸ σύνολον οὐκ ἐπάξου
σιν. Εξουσι δὲ ἐπ' ἀδείας κτίζειν ἔνθα βούλονται
ἐντὸς τῆς περιοχῆς τῶν ἐκχωρηθέντων αὐτοῖ; οἰκη -
μάτων· καὶ τοσοῦτον ὑψοῦν, ὥστε μὴ κατοπτεύειν
τι τῶν ἐν τῇ ἀνδρῴν μονῇ, εἴτε τῇ γυναικείᾳ. Αλλ
οὐδὲ γύροθεν τῶν ἀργῶν τοίχων τῆς μονῆς,
τῶν οἰκημάτων ἐπακουμβίσουσί τι οἴκημα· ἀλλ᾽
ελεύθερα πάντη ἔσονται, καθώς παρ' ἡμῶν γεγόν
νασι. Ξένοις δὲ προσώποις ἢ δι᾽ ἀπεμπολήσεως, ἢ
μισθώσεως, ἢ ἀνταλλαγῆς, ἡ δωρεᾶς, ἡ ὑποθήκης,
ἢ ἐνεχύρου, ἢ ἑτέρου οιουδήποτε τρόπου, παρ' ούδενὸς τῶν προσώπων τῶν ὁρισθέντων ἔχειν τὴν τῶν
μνημονευθέντων οἰκημάτων κατοχὴν, καὶ νομὴν, ἡ
τούτων χρῆσις ὁπωσδήποτε ἐκχωρηθήσεται [ἐγχ. 1]
in ipsis habuaturam introducat, cum ipse forte - ἀλλ' οὐδὲ ἁπλῶς ἐνοικίσαι τινὰ ἕτερον ἐν αὐτοῖ;
neque
Montfauconii notæ.
Αργῶν τοίχων. Muros dirimendi solum causa exstructos vocat ἀργούς, seu otiosos, quod
quilan aedificii molem ferant,
col. 1113–1114page 64 of 70
PG 127:1113συγχωρηθήσεται ὁ τὸ τοιοῦτον κτησάμενος δίκαιον,; ἔχων ἴσως ἀλλαχοῦ τὴν οἰκείαν ἀνάπαυσιν· ταῦτα γὰρ παντελῶς ἀπείργομεν. Εἰ δέ ποτε (3 μὴ γένοιτο) τὸ πρόσωπον τὸ καθ' οιονδήτινα καιρὸν τὴν χρῆσιν ἔχον τῶν οἰκημάτων τῆς μονῆς (Επαναληπτέον γὰρ καὶ αὖθις τὸν περὶ αὐτῶν λόγον), ἐνοχῇ τινι καθυποβληθῇ δημοσιακῇ. ή [διωτικῇ, ἐξ οιουδήτινος τρόπου, χρηματικῇ ἢ ἐγκλη ματικῇ, ἢ καὶ καθοσιώσει ὑποπεσεῖται, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου ἐνοχοποιεῖσθαι τὰ τοιαῦτα οἰκήματα, ἢ τὴν αὐτῶν χρῆσιν, ἀλλὰ μένειν ἐλεύθερα πάσης ἐνοχῆς. Καὶ εἰ μὲν χρηματική τίς ἐστιν ἡ ἐνοχή, κατ έχειν ταῦτα καὶ νέμεσθαι αὖθις αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, τὸ τὴν χρῆσιν ἔχον τούτων· κἂν ἡ ἄλλη πᾶτα περιουσία τούτου τοῖς χρεώσταις ἴσως κατά νόμους ὑπόκειται. Αὕτη γὰρ ἡ χρῆσις καὶ κατοχὴ τῶν τοιούτων οἰκημάτων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὰ πάντων ὑπερτερεῖν ὀφείλουσι πάσης χρηματικῆς ἐνοχῆς, ὡς τοιουτοτρόπως παραπεμπούσης ταῦτα τῆς βασιλείας μου πρὸς τοὺς μέλλοντας ταῦτα κατέχειν. Εἰ δὲ ἐγκληματική ἐστιν ἡ εὐθύνη, ή καθοσίωσις, καὶ ἐκπίπτειν μέλλοι τῆς τοιαύτης χρήσεως, ἵνα ἐπαν έρχηται αὕτη εἰς τὸ καλούμενον μετ' αὐτὸ προσώπου, κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάστιξιν καὶ διαίρεσιν. Ἐπι λιπόντων δὲ τῶν προσώπων ἴσως, ἐπανελεύσονται πρὸς τὴν δεσπότιδα μονήν. Κάν ποτε ἴπως (ὅπερ ἀπέστω) πυρίκαυστα τα τοιαῦτα οἰκήματα γένωνται, ἐκ μέρους, ἢ ἐξ ὁλοκλήρου, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου σχολάζειν τὴν χρή σιν, ὡς τῶν οἰκημάτων, ἐν οἷς θεωρεῖται ἡ κατοίκησις, εἰς τὸ μὴ εἶναι χωρησάντων· ἀλλὰ τὸν τηνικαῦτα τὸ δίκαιον τῆς τοιαύτης χρήσεως ἔχοντα, κατὰ τὴν ἄνωθεν διατύπωσιν, ἔχειν καὶ πάλιν αὐτὴν, καὶ κατέχειν τὰ τοιαῦτα δίκαια, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, καὶ χρῆσθαι τούτοις, ἔχοντα ἄδειαν ἀνοικοδομεῖν οἱ κήματα ἐν τοῖς τόποις τῶν καυθέντων, ὁποῖα δύνα ται· τῶν διαστίξεων τῶν περὶ τοῦ παραπέμπεσθαι ταῦτα, καὶ περιέρχεσθαι, καθὼς ἄνωθεν σαφέστερονεἴρηται, σώζεσθαι καὶ οὕτως ὀφειλουσῶν, καὶ τὸ ἰσχυρὸν ἔχειν καὶ ἐνεργόν. Πλὴν οὐκ ἐξέσται τινὶ τούτων ἐκδιδόναι τὸν τόπων πρός τινα κηπεύσεως χάριν, ἢ κτίσεως ἐνοικικῶν ἀλλὰ πάλιν ἕτερα ἀντ᾽ αὐταῖς [-τῶν?] οἰκοδομήσαι, οἷα δύναται, ἐπὶ τῷ καταμένειν ἐν αὐτοῖς. Τὸν δὲ τῷ τόπῳ χρησάμενον ἑτέρως παρὰ τὸν παρόντα ἡμῶν ὁρισμὸν, ἐκπίπτειν τούτων διοριζόμεθα, καὶ περιέρχεσθαι ταῦτα πρὸς τὸ μετὰ τὴν ἐκπεσόντα, ἢ τὴν ἐκπεσοῦσαν, καλούμενον πρόσωπον, καθὼς ἀνωτέρω διείληπται. Πάσας μέντοι τὰς διαλειφθείσας | γ. διαληφθείσας] ταύτας διαταγάς τε καὶ διαστίξεις βούλομαι βεβαίας μένειν· μὴ ἔχοντος ἄδειαν τοῦ μέρους τῆς μονῆς καθ' οιονδήτινα τρόπον ἀπεναντίας χωρεῖν τῶν παρὰ τῆς βασιλείας μου διορισθέντων ἐνταυθοί. Τὴν γὰρ προσκύρωσιν τῶν τοιούτων ἀκινήτων δι καίων πρὸς τὸ τῆς μονῆς μέρος, οὕτω καὶ μετὰ τοιούτων διαστίξεων ἐποιήσατο καὶ ποιεῖται ἡ βασι γεία μου· καὶ κατὰ τοὺς εἰρημένους τρόπους διατάττεται τὴν δεσποτείαν, αὐτῶν προσκεκυρωμένην είναι
TYPICUM.
συγχωρηθήσεται ὁ τὸ τοιοῦτον κτησάμενος δίκαιον, alibi propriam recreationem habeat; hæc enim pe
ἔχων ἴσως ἀλλαχοῦ τὴν οἰκείαν ἀνάπαυσιν· ταῦτα
nitus prohibemus.
γὰρ παντελῶς ἀπείργομεν.
Εἰ δέ ποτε (3 μὴ γένοιτο) τὸ πρόσωπον τὸ καθ'
οιονδήτινα καιρὸν τὴν χρῆσιν ἔχον τῶν οἰκημάτων
τῆς μονῆς (Επαναληπτέον γὰρ καὶ αὖθις τὸν περὶ
αὐτῶν λόγον), ἐνοχῇ τινι καθυποβληθῇ δημοσιακῇ. ή
[διωτικῇ, ἐξ οιουδήτινος τρόπου, χρηματικῇ ἢ ἐγκλη
ματικῇ, ἢ καὶ καθοσιώσει ὑποπεσεῖται, οὐ βούλεται
ἡ βασιλεία μου ἐνοχοποιεῖσθαι τὰ τοιαῦτα οἰκήματα,
ἢ τὴν αὐτῶν χρῆσιν, ἀλλὰ μένειν ἐλεύθερα πάσης
ἐνοχῆς. Καὶ εἰ μὲν χρηματική τίς ἐστιν ἡ ἐνοχή, κατ·
έχειν ταῦτα καὶ νέμεσθαι αὖθις αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ
πρόσωπον, τὸ τὴν χρῆσιν ἔχον τούτων· κἂν ἡ ἄλλη
πᾶτα περιουσία τούτου τοῖς χρεώσταις ἴσως κατά
νόμους ὑπόκειται. Αὕτη γὰρ ἡ χρῆσις καὶ κατοχὴ
τῶν τοιούτων οἰκημάτων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὰ πάντων
ὑπερτερεῖν ὀφείλουσι πάσης χρηματικῆς ἐνοχῆς, ὡς
τοιουτοτρόπως παραπεμπούσης ταῦτα τῆς βασιλείας
μου πρὸς τοὺς μέλλοντας ταῦτα κατέχειν. Εἰ δὲ
ἐγκληματική ἐστιν ἡ εὐθύνη, ή καθοσίωσις, καὶ
ἐκπίπτειν μέλλοι τῆς τοιαύτης χρήσεως, ἵνα ἐπαν
έρχηται αὕτη εἰς τὸ καλούμενον μετ' αὐτὸ πρόσω·
που, κατὰ τὴν ἀνωτέρω διάστιξιν καὶ διαίρεσιν. Ἐπιλιπόντων δὲ τῶν προσώπων ἴσως, ἐπανελεύσονται
πρὸς τὴν δεσπότιδα μονήν.
Κάν ποτε ἴπως (ὅπερ ἀπέστω) πυρίκαυστα τα
τοιαῦτα οἰκήματα γένωνται, ἐκ μέρους, ἢ ἐξ ὁλοκλήρου, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου σχολάζειν τὴν χρή
σιν, ὡς τῶν οἰκημάτων, ἐν οἷς θεωρεῖται ἡ κατοί
κησις, εἰς τὸ μὴ εἶναι χωρησάντων· ἀλλὰ τὸν
τηνικαῦτα τὸ δίκαιον τῆς τοιαύτης χρήσεως ἔχοντα,
κατὰ τὴν ἄνωθεν διατύπωσιν, ἔχειν καὶ πάλιν αὐτὴν,
καὶ κατέχειν τὰ τοιαῦτα δίκαια, ὡς ἄνωθεν εἴρηται,
καὶ χρῆσθαι τούτοις, ἔχοντα ἄδειαν ἀνοικοδομεῖν οἱ
κήματα ἐν τοῖς τόποις τῶν καυθέντων, ὁποῖα δύναται· τῶν διαστίξεων τῶν περὶ τοῦ παραπέμπεσθαι
ταῦτα, καὶ περιέρχεσθαι, καθὼς ἄνωθεν σαφέστερον
εἴρηται, σώζεσθαι καὶ οὕτως ὀφειλουσῶν, καὶ τὸ
ἰσχυρὸν ἔχειν καὶ ἐνεργόν.
Πλὴν οὐκ ἐξέσται τινὶ τούτων ἐκδιδόναι τὸν τόπων
πρός τινα κηπεύσεως χάριν, ἢ κτίσεως ἐνοικικῶν·
ἀλλὰ πάλιν ἕτερα ἀντ᾽ αὐταῖς [-τῶν?] οἰκοδομήσαι, οἷα
δύναται, ἐπὶ τῷ καταμένειν ἐν αὐτοῖς. Τὸν δὲ τῷ
τόπῳ χρησάμενον ἑτέρως παρὰ τὸν παρόντα ἡμῶν
ὁρισμὸν, ἐκπίπτειν τούτων διοριζόμεθα, καὶ περιέρ
χεσθαι ταῦτα πρὸς τὸ μετὰ τὴν ἐκπεσόντα, ἢ τὴν
ἐκπεσοῦσαν, καλούμενον πρόσωπον, καθὼς ἀνωτέρω
διείληπται.
Πάσας μέντοι τὰς διαλειφθείσας | γ. διαληφθείσας] ταύτας διαταγάς τε καὶ διαστίξεις βούλομαι
βεβαίας μένειν· μὴ ἔχοντος ἄδειαν τοῦ μέρους τῆς
μονῆς καθ' οιονδήτινα τρόπον ἀπεναντίας χωρεῖν
τῶν παρὰ τῆς βασιλείας μου διορισθέντων ἐνταυθοί.
Τὴν γὰρ προσκύρωσιν τῶν τοιούτων ἀκινήτων δι
καίων πρὸς τὸ τῆς μονῆς μέρος, οὕτω καὶ μετὰ
τοιούτων διαστίξεων ἐποιήσατο καὶ ποιεῖται ἡ βασι
γεία μου· καὶ κατὰ τοὺς εἰρημένους τρόπους διατάτ
τεται τὴν δεσποτείαν, αὐτῶν προσκεκυρωμένην είναι
Si vero (quod absit) persona quæ quovis temporé donorum monasterii usu potietur (sermo
enim de illis denuo resumendus est), obligatiodi
cuipiam subjiciatur, public aut privatæ, ex qualibet ratione, pecuniariæ, aut criminali, vel si etiam
condemnatus fuerit: non vult imperium meum,
ut hujusmodi domus aut earum usus obligationem
contrahant; sed maneant omni obligatione liberæ.
Et si quidem pecuniaria fuerit obligatio, persona
quæ illarum usu potitur, ipsas rursus obtineat et
possideal: licet residua ejus omnis substantia creditoribus secundum leges forte subjaceat. Usus
enim et possessio ejusmodi domorum, et omnium
quæ ad ipsa spectant prævalere debet omni pecuniarie obligationi; imperium quippe meum ca lege
illas transmittit iis qui easdem possessuri sunt.
Si autem criminalis sit accusatio, vel condemnatio,
et bujusmodi usu excidere debeat, revertatur
ipse usus ad personam, cui post illum is competit,
juxta superiorem distinctionem et divisionen.
Si forte deficiant personæ, ad dominum, nempe ad
monasterium, revertentur.
Si vero domus illae (quod alsit) incendio unqam
depereant ex parte vel ex toto, non vult imperatoria mica majestas, ut cesset ille usus, utpote domibus in quibus habitatio esse posse cernitur, non
amplius exstantibus: sed qui tunc temporis hujusanodi usus jure potitur juxta superiorem sanctio
nem. denuo illum obtineat, et hujusmodi jus conservet, ut supra dictumn est, illoque fruatur; ac
penes illum erit in locis combustarum novas domos
ædificare, quales poterit. Eo pacto distinctiones
de earum transmissione et devolutione, ut supra
liquidius dictum est, servari debent, vimque et
efficaciam habere.
Cæterum, non licebit cuiquam ex illis locum
conducere alicui hortorum parandorum causa, vel
ad exstruendas conductitias domos: sed rursus
alias construat, quales poterit, ut in ipsis habitet.
Qui autem loco utetur, modo a presenti nos:ra
sanctione alieno, statuimus ut is illis excidat, et
devolvantur ad personam cui post illum vel illam
quæ iis excidit, id competit, ut superius dissertum
est.
Omnes igitur explicatas sanctiones et distinctioBes ratas manere volo, ut non possit monasterium
quolibet modo adversari iis quae hic a mea majestate statuta sunt. Addictionem enim immobilium
illorum jurum monasterio, eo pacto, et cum hujus -
modi distinctionibus effecit et efficit majestas mea;
jubetque ut secundum præfatas rationes domi -
nium earum addictum sit monasterio. Etsi for:c
monasterium jura quædam ex aliquibus scriptis
documentis, aut aliunde obtineat in illas domes,
Chapter LXXXCaput LXXX
col. 1115–1116page 65 of 70
PG 127:1115; τῇ μονῇ. Κἂν ἴσως τὸ μέρος αὐτῆς δίκαια Είνα κέκτηται ἀπό τινων ἐγγράφων, ἢ ἀλλαχόθεν ἐπὶ τας τοιούτοις οἰκήμασι, καὶ λοιποῖς, καὶ πάσῃ αὐτῶν τῇ περιοχῇ, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου ἄλλο τι γενέ σθαι ἐπ' αὐτοῖς παρὰ τὰ ἐνταυθοί διατεταγμένα. Τὴν γὰρ ὅλην μονὴν καὶ τὰ ὑπ' αὐτὴν καὶ περὶ αὐ τὴν συστησαμένη ἡ βασιλεία μου ἐξ οἰκείων πολλών ἀναλωμάτων καὶ δαπανών, ἄδειαν ἔχει πάντως & ορίσασθαι ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἀκινήτοις, τὸ δοκούν αὐτῇ· καὶ βούλεται τὸν αὐτῆς διορισμὸν μένειν ἀναλλοίωτον. Κἂν πειραθείεν ἴσως αἱ μονάζουσα ἄλλο τι ἐπιχειρῆσαι, ἀπρόσδεκτοι ἔσονται παντί δικαστηρίῳ, καὶ τῆς μονῆς ἐκδιωχθήσονται αἱ πρωτ αἴτιοι ταῖς ἄλλαις τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως. ΚΕΦΑΛ. Π'. Περὶ τῶν ὀφειλουσῶν ἔχειν τὴν ἐφορείας τῆς μονῆς. Ἐπεὶ δὲ ἀπαραίτητον ἦν, καί τινα παρ' ἐμοῦ και ταστῆναι, ὥστε ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς μονῆς, και σπουδάζειν ἐν ἅπασιν ἀπαράθαυστα τηρεῖσθαι τὰ ἐν τῷ τυπικῷ διηγορευμένα· καὶ μέντοι καὶ διωρίσατο ἡ βασιλεία μου ἐν τῷ περὶ τῶν ὀφειλόντων ἀντι λαμβάνεσθαι τῆς μονῆς, κεφαλαίῳ τὴν περιπάθε τόν μου θυγατέρα καὶ πορφυρογέννητον κυρὰν Εύ δοκίαν περιέπειν· αὐτὴν, καὶ διεκδικεῖν ἀπὸ τῶν πειρωμένων ἴσως αὐτῇ ἐπηρεάζειν, καὶ σπεύδειν τηρεῖσθαι τὰ ἐν τῷ ἐκτεθέντι παρ' ἐμοῦ τυπική διηγορευμένα ἀπαράθραυστα. Ἡ δὲ διὰ τὰς ἁμαρ τίας μου, ὡς εἴρηται, τοῦ τῇδε βίου ἐξεδήμησε. Διορίζομαι, ἵνα μετὰ τὴν ἐμὴν τοῦ τῇδε βίου μετ τάστασιν, ἔχῃ τὴν ἐφορείαν τῆς μονῆς ἡ ποθεινοτάτῃ μου προφυρογέννητος καὶ Καισάρισσα κυρά Αννα· μετὰ δὲ παρέλευσιν αὐτῆς, ἔχῃ τὴν ἐφορείων τῆς τοιαύτης μονῆς, ἡ περιπόθητός μου πορφυρογέννητος καὶ θυγάτηρ κυρά Μαρία, ἅμα τῇ περιποθήτῳ μου ἐγγόνῃ κυρᾷ Εἰρήνῃ τῇ Δουκαίνᾳ, τῇ θυγατρὶ τῆς πορφυρογεννήτου κυρᾶς 'Αννης. Τού των δὲ μεθισταμένων τοῦ τῇδε βίου, περιέρχεσθαι τὴν τοιαύτην ἐφορείαν εἰς τὴν ἑτέραν θυγατέρα τῆς πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννης, ἢ ἐγγόνην, ἢ προεγ γένην, καὶ ἐφεξῆς. Τὰς γὰρ ἐξ αὐτῆς θυγατέρας, καὶ ἐγγόνας καὶ προεγγόνας, καὶ ἐφεξῆς ἄχρις ἂν ἡ τοῦ θήλεος γένους αὐτῆς σειρά περισώζηται, ἀφορᾶν τὴν μονὴν τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ή βασιλεία μου βούλεται, τὴν τῷ χρόνῳ μέντοι πάντως τῶν ἄλλων προέχουσαν. Τῆς σειρᾶς δὲ τοῦ θήλεος γένους, τοῦ ἀπὸ τῆς πολλάκις ῥηθείσης πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννη; καταγομένου, ἐπιλιπούσης, τότε ἡ τῆς μονῆς ταύτης ἀντίληψις περιελεύσεται ἀπὸ τοῦ παρόντος ἐγγράφου τῆς βασιλείας μου διορισμοῦ καὶ εἰς μίαν τῶν ἐπί τινι τῶν ἐκ τῆς πορφυρογεννήτου καταγομένων νυμφών, ήγουν τὴν τοῦ χρόνῳ προήκοντος· καὶ αἱ θις ἔσται τοῦτο συντηρούμενον, μέχρις ἂν καὶ αἱ ἐπὶ ἄῤῥεσι νύμφαι ἐκλίπωσι· τούτου φυλαττομένου, τοῦ μὴ τὴν μέλλουσαν τῆς μονῆς ἐφοραν, μετά θά νατον τοῦ οἰκείου συζύγου, περιελθεῖν εἰς δεύτερον γάμον. Κἂν φθάσῃ ἴσως καταστῆναι εἰς ἐφορείαν, εἶτα πρὸς δεύτερον ἀποκλίνῃ γάμον, εὐθὺς ἐκπεσεῖται, καὶ τῆς ἐφορείας, καὶ μεταβήσεται αὕτη εἰς τὴν μετ' ἐκείνην καλουμένην, τῆς διαστίξεως ταύ τῆς ἐπὶ πάσαις φυλάττεσθαι ὀφειλούσης. Μετά μέν
necnon in catera, et in omnem earum ambitum; τῇ μονῇ. Κἂν ἴσως τὸ μέρος αὐτῆς δίκαια Είνα
non vult imperium meum quidpiam fieri præter ea
quæ hic sancita sunt. Totum namque monasterium
cum iis quæ ipsi subjacent et circa ipsum sunt,
magnis suis sumptibus et expensis excitavit imipeI ratoria mea majestas; atque adeo licet omnino
ipsi de immobilibus illis statuere ut libuerit, vultque sanctionem suam immutatam manere. Quod si
forte moniales aliud quidpiam molitæ fuerint, in
nullo tribunali admittentur: et quæ talis molimninis auctores aliis fuerint, e monasterio ejicientur.
κέκτηται ἀπό τινων ἐγγράφων, ἢ ἀλλαχόθεν ἐπὶ τας
τοιούτοις οἰκήμασι, καὶ λοιποῖς, καὶ πάσῃ αὐτῶν τῇ
περιοχῇ, οὐ βούλεται ἡ βασιλεία μου ἄλλο τι γενέσθαι ἐπ' αὐτοῖς παρὰ τὰ ἐνταυθοί διατεταγμένα.
Τὴν γὰρ ὅλην μονὴν καὶ τὰ ὑπ' αὐτὴν καὶ περὶ αὐ
τὴν συστησαμένη ἡ βασιλεία μου ἐξ οἰκείων πολλών
ἀναλωμάτων καὶ δαπανών, ἄδειαν ἔχει πάντως &-
ορίσασθαι ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ἀκινήτοις, τὸ δοκούν
αὐτῇ· καὶ βούλεται τὸν αὐτῆς διορισμὸν μένειν
ἀναλλοίωτον. Κἂν πειραθείεν ἴσως αἱ μονάζουσα:
ἄλλο τι ἐπιχειρῆσαι, ἀπρόσδεκτοι ἔσονται παντί δικαστηρίῳ, καὶ τῆς μονῆς ἐκδιωχθήσονται αἱ πρωτ
αἴτιοι ταῖς ἄλλαις τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως.
CAPUT LXXX.
De iis quæ inspectionem monasterii habere debent.
Ut omnino necesse fuit quamdam a me constitui
quæ monasterio patrocinaretur, et curaret infracta
in omnibus servari quæ in typico declarantur; definierat imperium meum in capite de iis quæ monasterio patrocinari debent, ut dilecta filia mea,
et porphyrogenita domna Eudocia ipsum administraret, et vindicaret ab illis qui forte conati fuerint ipsi damnum inferre: studeretque inviolata
servari quæ in typico a me edito declarantur. Illa
vero propter peccata mea, ut dictum est, ex hac
vita migravit. Statuo ut post meum ex hac vita discessum, monasterii inspectionein habeat dilectissima mea porphyrogenita et Cæsarissa domna Anna;
post ejus vero obitum inspectionem ejusdem monasterii habeat, dilecta mea porphyrogenita et filia
domna Maria una cum dilecta mea nepte domna
Irene Ducæna, filia porphyrogenitæ domnæ Annæ.
Illis vero ex hac vila translatis, ejusmodi inspeclio devolvatur ad alteram filiam porphyrogenita
domnæ Annæ, aut neptem seu proneptem, et sic
consequenter. Vult enim imperium meum filias
ejus, neptes, proneptes, et quæ sequentur, donec
linea ejus feminini sexus perduraverit, monasterium gratia plenæ meæ Deiparæ observare; eain
nempe quæ ætate alias præcesserit.
Περὶ τῶν ὀφειλουσῶν ἔχειν τὴν ἐφορείας τῆς
μονῆς.
Ἐπεὶ δὲ ἀπαραίτητον ἦν, καί τινα παρ' ἐμοῦ και
ταστῆναι, ὥστε ἀντιλαμβάνεσθαι τῆς μονῆς, και
σπουδάζειν ἐν ἅπασιν ἀπαράθαυστα τηρεῖσθαι τὰ ἐν
τῷ τυπικῷ διηγορευμένα· καὶ μέντοι καὶ διωρίσατο
ἡ βασιλεία μου ἐν τῷ περὶ τῶν ὀφειλόντων ἀντι
λαμβάνεσθαι τῆς μονῆς, κεφαλαίῳ τὴν περιπάθε
τόν μου θυγατέρα καὶ πορφυρογέννητον κυρὰν Εύ
δοκίαν περιέπειν· αὐτὴν, καὶ διεκδικεῖν ἀπὸ τῶν
πειρωμένων ἴσως αὐτῇ ἐπηρεάζειν, καὶ σπεύδειν
τηρεῖσθαι τὰ ἐν τῷ ἐκτεθέντι παρ' ἐμοῦ τυπική
διηγορευμένα ἀπαράθραυστα. Ἡ δὲ διὰ τὰς ἁμαρ
τίας μου, ὡς εἴρηται, τοῦ τῇδε βίου ἐξεδήμησε.
Διορίζομαι, ἵνα μετὰ τὴν ἐμὴν τοῦ τῇδε βίου μετ
τάστασιν, ἔχῃ τὴν ἐφορείαν τῆς μονῆς ἡ ποθεινο
τάτη μου προφυρογέννητος καὶ Καισάρισσα κυρά
Αννα· μετὰ δὲ παρέλευσιν αὐτῆς, ἔχῃ τὴν ἐφορείων
τῆς τοιαύτης μονῆς, ἡ περιπόθητός μου πορφυρο
γέννητος καὶ θυγάτηρ κυρά Μαρία, ἅμα τῇ περι
ποθήτῳ μου ἐγγόνῃ κυρᾷ Εἰρήνῃ τῇ Δουκαίνᾳ, τῇ
θυγατρὶ τῆς πορφυρογεννήτου κυρᾶς 'Αννης. Τούτων δὲ μεθισταμένων τοῦ τῇδε βίου, περιέρχεσθαι
τὴν τοιαύτην ἐφορείαν εἰς τὴν ἑτέραν θυγατέρα τῆς
πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννης, ἢ ἐγγόνην, ἢ προεγ
γένην, καὶ ἐφεξῆς. Τὰς γὰρ ἐξ αὐτῆς θυγατέρας,
καὶ ἐγγόνας καὶ προεγγόνας, καὶ ἐφεξῆς ἄχρις ἂν
ἡ τοῦ θήλεος γένους αὐτῆς σειρά περισώζηται, ἀφορᾶν τὴν μονὴν τῆς κεχαριτωμένης μου Θεοτόκου ή
βασιλεία μου βούλεται, τὴν τῷ χρόνῳ μέντοι πάντως τῶν ἄλλων προέχουσαν.
Linea vero feminini sexus a pluries laudata
porphyrogenita domna Anna descendentis, deficiente, tunc monasterii hujusce patrocinium, ex præsenti majestatis meæ scripta definitione, devolvetur ad unam ex uxoribus alicujus a porphyrogenita originem ducentis, ad conjugem scilicet ætate
præeuntis. Et id rursus observabitur, donec uxores eorumdem masculorum defecerint: ea lege,
ut quæ monasterii inspectionem obtinere debet,
poɛt mortem conjugis sui ad secundas nuptias non
convolet. Quod si obtigerit eam in observationein
constitui, et dehinc ad secundas nuptias declinare;
inspectione statim excidet, quæ transibit ad illam
cui post hanc observatio illa competit, et hæc distin -
ctio erga cunctas servabitur. Postquam vero ips
omnes defecerint, ad eam quæ ex clarioribus nostri
Τῆς σειρᾶς δὲ τοῦ θήλεος γένους, τοῦ ἀπὸ τῆς
πολλάκις ῥηθείσης πορφυρογεννήτου κυρᾶς "Αννη;
καταγομένου, ἐπιλιπούσης, τότε ἡ τῆς μονῆς ταύτης
ἀντίληψις περιελεύσεται ἀπὸ τοῦ παρόντος εγγρα
φου τῆς βασιλείας μου διορισμοῦ καὶ εἰς μίαν τῶν
ἐπί τινι τῶν ἐκ τῆς πορφυρογεννήτου καταγομένων
νυμφών, ήγουν τὴν τοῦ χρόνῳ προήκοντος· καὶ αἱ
θις ἔσται τοῦτο συντηρούμενον, μέχρις ἂν καὶ αἱ
ἐπὶ ἄῤῥεσι νύμφαι ἐκλίπωσι· τούτου φυλαττομένου,
τοῦ μὴ τὴν μέλλουσαν τῆς μονῆς ἐφοραν, μετά θά
νατον τοῦ οἰκείου συζύγου, περιελθεῖν εἰς δεύτερον
γάμον. Κἂν φθάσῃ ἴσως καταστῆναι εἰς ἐφορείαν,
εἶτα πρὸς δεύτερον ἀποκλίνῃ γάμον, εὐθὺς ἐκπεσείται, καὶ τῆς ἐφορείας, καὶ μεταβήσεται αὕτη εἰς
τὴν μετ' ἐκείνην καλουμένην, τῆς διαστίξεως ταύ
τῆς ἐπὶ πάσαις φυλάττεσθαι ὀφειλούσης. Μετά μέν
col. 1117–1118page 66 of 70
PG 127:1117τοι καὶ ταύτας ἐκλιπεῖν πάσας, πρὸς τὴν ἀπὸ τῶν ἐπιφανεστέρων τοῦ γένους ἡμῶν. Πλὴν οὐχὶ καὶ αὐτὴν τὴν τῷ χρόνῳ τῶν ἄλλων προήκουσαν· ἀλλὰ ὴν ἄρα κατὰ καιροὺς αἱρετίζονται αἱ τῇ τοιαύτῃ μονῇ ανασκούμεναι μονάζουσαι σὺν τῇ καθηγουμένῃ. Καὶ τοῦτο οὕτως συντηρηθήσεται μέχρι παντός, ἄχρις ἂν ὁ παρών διαρκοίη αἰών. Ἐν τῇ μονῇ δὲ ἡ τὸ τῆς ἐφορείας δίκαιον ἔχουσα οὐπώποτε ἄλλοτε εἰσελεύσεται, εἰ μὴ ὅτε ἡ ἀκόλουθα τῆς ἐκκλησίας γίνεται· καὶ ταύτης συντελουμένης, εὐθὺς καὶ αὐτὴ ἐξελεύσεται· εἰ μή που ὁμιλία τις πρόκειται ἀναγκαῖα, καὶ εἰς σύστασιν τῆς μονῆς συντείνουσα· καὶ τότε μετὰ δύο ἢ καὶ τριῶν γυναικῶν. Εἰ δὲ καί τινα τῶν ἀρχοντισσών συγγενῶν ἡμῶν, ἢ καὶ ἑτέραν τύχοι εὑρεθῆναι μετ' αὐτῆς, συνεισελεύσεται καὶ αὐτὴ μόνη εἰς τὴν μου νήν· ἀνὴρ δὲ οὐδὲ εἶ;· ὅτι ἄβατον εἶναι τὸ μοναστήριον παντάπασιν ἀνδράσι, καὶ αὐτοῖς τοῖς εὐνούχοις, διοριζόμεθα, καὶ κεκλεισμένον διηνεκῶς· εἰ δέ τινες τῶν ἀῤῥένων παίδων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐπὶ θυγατράσι γαμβρῶν, ἢ καὶ ἐγγόνων, πόθῳ τῷ πρὸς ἡμᾶς, ἢ ὑπο θέσεως ἕνεκεν τῇ μονῇ ἀναγκαίας, θελήσουσιν εἰς τὸ μοναστήριον εἰσελθεῖν, εἰσελεύσονται εἰς τὸ ἐξωάρθη κον ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης, μετὰ καὶ αὐτῆς, αὐτοὶ μόνοι· καὶ στάντες ἄχρι συμ πληρώσεως τῆς ἀκολουθίας, μετὰ συμπληρώσεως [ 1.-ρωσιν] ταύτης, ἀπελθουσῶν τῶν μοναζουσῶν εἰς τὸ κοιμητήριον αὐτῶν, εἰσελεύσονται εἰς τὴν ἐκ κλησίαν, καταλειφθείσης μόνης τῆς ἡγουμένης, μετὰ δύο ἢ καὶ τῶν γηραλεωτέρων μοναζουσῶν εὐλαβῶν· καὶ ὁμιλήσαντες αὐταῖς τὰ προσήκοντα, καὶ τῇ κεχαριτωμένῃ Θεοτόκῳ προσκυνήσαντες, ἐξελεύσονται· καὶ τοῦτο δράσουσιν ἅπαξ, ἢ δὲς τοῦ ἐνιαυτοῦ, καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Θεοτόκου. Αἱ μέντοι περιπόθηταί μου θυγατέρες, αἱ πορφυρογέννητοι, ἤ τε κυρὰ ῎Αννα, καὶ ἡ κυρὰ Μαρία, καὶ ἡ ποθεινοτάτη μου εγγόνη κυρα Ειρήνη ή Δούκαινα, ἕξουσιν ἄδειαν, οπότε καὶ βούλοιντο, ἐν πάσαις ταῖς θείαις συνάξεσι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἑστιάσεως συνεκκλησιάζεσθαι, καὶ συνεστιᾶσθαι ταῖς μοναζούσαις· πλὴν μετὰ δύο γυναικῶν αὐτῶν, ἡ τριῶν. Ἡ δὲ θύρα ἡ εἰσάγουσα εἰς τοιαύτην μονὴν, ἀπὸ τοῦ μέρους τῶν δεσποτικῶν οἰκημάτων, ἔσωθεν μὲν κλεισθήσεται παρὰ τῆς καθηγουμένης, ἔξωθεν δὲ παρὰ τῆς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς· πάντων τῶν ἄλλων τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῷ τρίτῳ κεφα λαίῳ τῷ περὶ τῆς ἐφορείας ὀφειλόντων τηρεῖσθαι ἀναλλοιώτων ἐς ἀεί. Περὶ τοῦ περιορισμοί τῆς μονῆς. Ο διαιρέτης τοῖχος τῆς γυναικείας μονῆς τῆς Κεχαριτωμένης, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ εἰσοδικοῦ πυ λῶνος τῆς μονῆς τοῦ κατέμπροσθεν κειμένου τῆς δημοσίας ὁδοῦ τῆς ἐρχομένης ἀπὸ τῆς ἁγίας Αννης τοῦ Δευτέρου καὶ διέρχεται πρὸς ἀνατολάς κρα τῶν τὴν αὐτὴν δημοσίαν ὁδὸν, καὶ ἀπέρχεται ἄχρι τοῦ παρακελλίου του νοσοκόμου τῆς μονῆς, τοῦ Δευτέρου. Παρακελλίου, Παρακέλι παρα κέλλιον
TYPICUM.
τοι καὶ ταύτας ἐκλιπεῖν πάσας, πρὸς τὴν ἀπὸ τῶν generis erit, at non aetate aliis præeuntem, sed quan
ἐπιφανεστέρων τοῦ γένους ἡμῶν. Πλὴν οὐχὶ καὶ
αὐτὴν τὴν τῷ χρόνῳ τῶν ἄλλων προήκουσαν· ἀλλὰ
ὴν ἄρα κατὰ καιροὺς αἱρετίζονται αἱ τῇ τοιαύτῃ μονῇ
illis temporibus monachæ ascetice in hoc monasterio
degentes, una cum prefecta eligent. Illudque semper
servabitur, quamdiu præsens sæculum perduraverit.
ανασκούμεναι μονάζουσαι σὺν τῇ καθηγουμένῃ. Καὶ τοῦτο οὕτως συντηρηθήσεται μέχρι παντός, ἄχρις ἂν ὁ
παρών διαρκοίη αἰών.
Quæ autem inspectionis jus habet, in monaste -
rium nunquam alias ingredietur, præterquam tempore ecclesiastici officii, quo absoluto, statim ipsa
egredietur, nisi necessario colloquio et ad monasterii constitutionem spectante detineatur: et tanc
cum duabus vel tribus mulieribus. Si vero aliquam
e primariis feminis affinibus nostris, seu aliam,
cum illa adesse contigerit, una ingredietur ipsa
sola in monasterium: vir vero nullus; inaccessum
namque et perpetuo clausum esse omnibus viris,
etiam eunuchis monasterium statuimus. Si autem
quidam viri ex filiis, generis et nepotibus nostris,
amore erga nos, seu aliqua de causa monasterio
necessaria, voluerint in monasterium ingredi, introeant in exterius vestibulum ex parte patronæ
monasterii, una cum illa, ipsi soli: et stantes
usque ad finem officii, postquam ipso completo
moniales ad dormitorium suum abierint, ingredientur ipsi in ecclesiam, sola præfecta cum duabus
aut tribus e senioribus piis monialibus remanente;
et postquam eas convenienter allocuti fuerint, et
gratia plenam Deiparam adoraverint, egredientur:
et ita facient semel aut bis per annum, et in festo
Deipare.
Ἐν τῇ μονῇ δὲ ἡ τὸ τῆς ἐφορείας δίκαιον ἔχουσα
οὐπώποτε ἄλλοτε εἰσελεύσεται, εἰ μὴ ὅτε ἡ ἀκολου
θα τῆς ἐκκλησίας γίνεται· καὶ ταύτης συντελουμένης, εὐθὺς καὶ αὐτὴ ἐξελεύσεται· εἰ μή που
ὁμιλία τις πρόκειται ἀναγκαῖα, καὶ εἰς σύστασιν
τῆς μονῆς συντείνουσα· καὶ τότε μετὰ δύο ἢ καὶ
τριῶν γυναικῶν. Εἰ δὲ καί τινα τῶν ἀρχοντισσών
συγγενῶν ἡμῶν, ἢ καὶ ἑτέραν τύχοι εὑρεθῆναι μετ'
αὐτῆς, συνεισελεύσεται καὶ αὐτὴ μόνη εἰς τὴν μου
νήν· ἀνὴρ δὲ οὐδὲ εἶ;· ὅτι ἄβατον εἶναι τὸ μοναστήριον παντάπασιν ἀνδράσι, καὶ αὐτοῖς τοῖς εὐνούχοις,
διοριζόμεθα, καὶ κεκλεισμένον διηνεκῶς· εἰ δέ τινες
τῶν ἀῤῥένων παίδων ἡμῶν, καὶ τῶν ἐπὶ θυγατράσι
γαμβρῶν, ἢ καὶ ἐγγόνων, πόθῳ τῷ πρὸς ἡμᾶς, ἢ ὑπο
θέσεως ἕνεκεν τῇ μονῇ ἀναγκαίας, θελήσουσιν εἰς τὸ
μοναστήριον εἰσελθεῖν, εἰσελεύσονται εἰς τὸ ἐξωάρθηκον ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς τῆς μονῆς ἀντιλαμβανομένης,
μετὰ καὶ αὐτῆς, αὐτοὶ μόνοι· καὶ στάντες ἄχρι συμπληρώσεως τῆς ἀκολουθίας, μετὰ συμπληρώσεως
[ 1.-ρωσιν] ταύτης, ἀπελθουσῶν τῶν μοναζουσῶν
εἰς τὸ κοιμητήριον αὐτῶν, εἰσελεύσονται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καταλειφθείσης μόνης τῆς ἡγουμένης,
μετὰ δύο ἢ καὶ τῶν γηραλεωτέρων μοναζουσῶν
εὐλαβῶν· καὶ ὁμιλήσαντες αὐταῖς τὰ προσήκοντα,
καὶ τῇ κεχαριτωμένῃ Θεοτόκῳ προσκυνήσαντες, ἐξελεύσονται· καὶ τοῦτο δράσουσιν ἅπαξ, ἢ δὲς τοῦ
ἐνιαυτοῦ, καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Θεοτόκου.
Αἱ μέντοι περιπόθηταί μου θυγατέρες, αἱ πορφυρογέννητοι, ἤ τε κυρὰ ῎Αννα, καὶ ἡ κυρὰ Μαρία, καὶ
ἡ ποθεινοτάτη μου εγγόνη κυρα Ειρήνη ή Δούκαινα,
ἕξουσιν ἄδειαν, οπότε καὶ βούλοιντο, ἐν πάσαις ταῖς
θείαις συνάξεσι, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἑστιάσεως
συνεκκλησιάζεσθαι, καὶ συνεστιᾶσθαι ταῖς μοναζούσαις· πλὴν μετὰ δύο γυναικῶν αὐτῶν, ἡ τριῶν. Ἡ
δὲ θύρα ἡ εἰσάγουσα εἰς τοιαύτην μονὴν, ἀπὸ τοῦ
μέρους τῶν δεσποτικῶν οἰκημάτων, ἔσωθεν μὲν
κλεισθήσεται παρὰ τῆς καθηγουμένης, ἔξωθεν δὲ
παρὰ τῆς ἀντιλαμβανομένης τῆς μονῆς· πάντων
τῶν ἄλλων τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῷ τρίτῳ κεφα
λαίῳ τῷ περὶ τῆς ἐφορείας ὀφειλόντων τηρεῖσθαι
ἀναλλοιώτων ἐς ἀεί.
Περὶ τοῦ περιορισμοί τῆς μονῆς.
Ο διαιρέτης τοῖχος τῆς γυναικείας μονῆς τῆς
Κεχαριτωμένης, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ εἰσοδικοῦ πυ
λῶνος τῆς μονῆς τοῦ κατέμπροσθεν κειμένου τῆς
δημοσίας ὁδοῦ τῆς ἐρχομένης ἀπὸ τῆς ἁγίας Αννης
τοῦ Δευτέρου καὶ διέρχεται πρὸς ἀνατολάς κρα
τῶν τὴν αὐτὴν δημοσίαν ὁδὸν, καὶ ἀπέρχεται ἄχρι
τοῦ παρακελλίου του νοσοκόμου τῆς μονῆς, τοῦ
Porro penes dilectas meas filias et porphyrogenitas doninam Annam, et domnam Mariam, necnon
penes dilectissimam meam neptem domnam Irenem Ducænam erit, quandocunque voluerint, in
omnibus divinis conventibus, et in tempore refe-.
ctionis, ecclesiæ officio et comestioni una cum monialibus interesse, at cum duabus e suis vel tribus
mulieribus. Janua vero quæ ducit in hoc monasterium ex parte despoticarum domorum, ab intus
quidem claudetur a præfecta, aforis vero a patrona
monasterii. Omnia quoque alia, enarrata capite
tertio de inspectione, inmutata in perpetuum servabuntur.
De ambitu monasterii.
Murus dirimens feminei monasterii Gratia-plenæ,
initium ducit ab ostio monasterii, sito e regione
publica viæ, qua venitur a sancta Anna Deuteri;
et transit ad orientem, obtinens eamdem publicam
viam, et excurrit usque ad paracellium nosocomi
seu infirmitorii monasterii, quod est e regione summi solarii domorum quercus monasterii; habet
not.
Montfauconii
Δευτέρου. Locus et tractus Constantinopolis
in quo erant ades sacra, Sanctæ Anna, Sancti Geor
gii, Sancti Pauli et Sanctorum Notariorum, de quo
necnon de hujus appellationis origine vide eruditissimum Cangium in Constantinopoli Christiana.
Παρακελλίου, Cella adjuncia. Παρακέλι
Gracis infimi ævi sunt latrinae, quo sensu παρακέλλιον hic intelligi posse videtur.
On the Enclosure of the MonasteryDe ambitu monasterii
col. 1119–1120page 67 of 70
PG 127:1119κατέναντι τοῦ ἄκρου τοῦ ἡλιακοῦ τῶν οἰκημάτων μ τοῦ δρυός, τῆς μονῆς, ἔχει μήκος πήχεις τεσσαρακονταοκτὼ διαιρῶν ἀριστερὰ τὰ οἰκήματα τῆς μου νῆς· δεξιὰ δὲ τὴν δημοσίαν ἐδόν· ἀπαγκαλίζει με κρὸν, κρατῶν πάλιν τὴν αὐτὴν δημοσίαν ὁδόν· καὶ ἀπέρχεται ἄχρι τῆς ῥυμίδος τῆς ὄπισθεν τῶν κελ λίων τῆς πατριαρχικῆς γυναικείας μονῆς τοῦ ἁγίων Νικολάου, έχει μήκος πήχεις πεντήκοντα τρείς διαιρῶν ἀριστερὰ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς, δεξιὰ δὲ τὴν δημοσίαν ὁδόν. Κάμπτει· πρὸς ἄρκτον κρατών τὴν ῥυμίδα· διαιρῶν δεξιὰ τὸν ναὸν τοῦ ᾿Αγίου Νι κολάου, ἀριστερὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς ἔχει μήκος πήχεις δικαοκτώ ἥμισυ. Κλίνει πρὸς ἀνα τολὴν, ἔχει μήκος πήχεις τρεῖς. Νεύει μικρὸν πρὸς ἄρκτον ἔχει μήκος πήχυν μίαν. Διέρχεται πάλιν πρὸς ἀνατολὴν μήκος πήχει; πέντε. Πάλιν κάμπτει πρὸς ἀνατολὴν, ἔχει μήκος πήχεις τέσσαρας ήμισυ. Εἶτα πάλιν κλίνει πρὸς ἀνατολὰς, ἔχει μήκος πήχεις τέσσαρας ἥμισυ. Πάλιν κάμπτει πρὸς ἄρκτον διαι ρῶν δεξιὰ τὰ οἰκήματα τοῦ ῾Αγίου Νικολάου, ἀρι στερὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς, καὶ ἀπέρχεται ἄχρι τοῦ τοίχου τοῦ ἀνωκάτω οἰκήματος τοῦ βεστιαρίου τῆς βασιλείας μου, έχει μήκος πήχεις δώδεκα. Κλίνει μικρὸν πρὸς οὐσιν ἔχει μήκος πήχεις δύο. Διέρχεται πάλιν πρὸς ἄρκτον, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν ῥυμίδα τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ἐργοδοσίου τῆς μονῆς δεξιὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς βασιλείας μου, εἰς ἐν το χον ἐπίκειται ὁ ὀμφαΐτος τοῦ βεστιαρίου τῆς βασι λείας μου, καὶ ὁ διὰ καρικοξύλου ἡλιακὸς, ὁ κατ᾽ ἴσον τοῦ ἀσκεποῦς ἡλιακοῦ· ἔχει μήκος πήχεις εἰκοσιτρεῖς. Κάμπτει πρὸς δύσιν, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν ῥυμίδα καὶ τὸ ἐργοδόσιον τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς βασιλείας μου, έχει μήκος πήχεις δε καπέντε. Κλίνει πρὸς ἄρκτον, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν ἄνετον τόπον τὸν ὄπισθεν τοῦ βήματος τῆς ἐκκλησίας τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς βασιλείας μου· ἔχει μήκος πήχεις δεκαέξ. Πάλιν κάμπτει πρὸς δύσιν διαιρῶν ἀριστερὰ τὸ παράπτερον [σ. παράπτερον] τῆς ἐκκλησίας τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ τὸ τετρακαρικόξυλον τῆς βασιλείας μου έχει μήκος πήχεις εννέα. Πάλιν κάμπτει πρὸς ἄρκτον διαικῶν ἀριστερὰ τὸ εἰκονοστάσιον (β) τῆς βασιλείας μου, δεξιὰ δὲ τὸ τετρακαρικόξυλον, ἔχει μήκος πήγει; δώδεκα· ἐν ᾧ ἐστι καὶ μονό.... Πταράπτερον. παράπτερον, Εικονοστάσιον.
IRENES AUGUST.E
longitudinem quadraginta et octo cubitorum, diri- κατέναντι τοῦ ἄκρου τοῦ ἡλιακοῦ τῶν οἰκημάτων
mens sinistra domicilia monasterii, dextra vero
publicam viam. Flectitur parumper, obtinens rursus eamdem publicam viam, et pergit usque ad vicum qui est pone cellas patriarchalis feminei mo·
nasterii Sancti Nicolai; habet longitudine cubitos
quinquaginta tres, dirimens sinistra domicilia momasterii, dextra vero publicam viam. Declinat ad
aquilonem obtinens vicum, et dirimit dextra templum Sancti Nicolai, sinistra domos monasterii; labet longitudinem decem et octo cubitorum et dimidii. Declinat ad orientem, habet longitudinem triuın
cubitorum. Flectitur paululum ad aquilonem, habet
Jongitudinem cubiti unius. Vergit iterum ad orientem, longitudine quinque cubitorum. Rursus fleclitur ad orientem, habet longitudinem quatur μ
cubitorum et dimidii. Dehinc rursus declinat ad
orientem, habet longitudinem quatuor cubitorum
et dimidii. Iterum flectitur ad aquilonem dirimens
dextera domos S. Nicolai, sinistra vero domicilia
monasterii, et procedit usque ad murum domns
superioris et inferioris vestiarii imperii mei, hahet longitudinem duodecim cubitorum. Vergit parumper ad occidentem, habet duos cubitos longitudinis. Pertransit rursus ad aquilonem, dirimens
sinistra vicum qui est e regione ergodosii seu cellæ operis monasterii, dextra vero domos majestatis meæ, cui muro impositus est omphaitus vestiarii imperii mei, et solarium carica ligno fabricatum, delecto solario situ æquale, habet longitudinem cubitorum viginti trium. Flectitur ad occidentem dirimens sinistra vicum, et ergodosium monasterii, dextra vero domicilia majestatis meæ, habet
longitudinem cubitorum quindecim. Declinat ad
aquilonem dirimens sinistra vacuum locum qui
situs est pone presbyterium ecclesiæ monasterii,
dextra vero domicilia majestatis meæ, habet longitudinem cubitorum sedecim. Rursus declinat ad occidentem, dirimens sinistra parapterum ecclesiæ monasterii; dextra vero tetracaricoxylum imperii mei,
habet longitudinem cubitorum novem. Rursus flectitur ad septentrionem, dirimens sinistra iconosta·
sium majestatis meæ, dextra vero tetracaricoxylum,
habet longitudinem cubitorum duodecim; in quo
est nono.
τοῦ δρυός, τῆς μονῆς, ἔχει μήκος πήχεις τεσσαρα
κονταοκτώ διαιρῶν ἀριστερὰ τὰ οἰκήματα τῆς μου
νῆς· δεξιὰ δὲ τὴν δημοσίαν ἐδόν· ἀπαγκαλίζει με
κρὸν, κρατῶν πάλιν τὴν αὐτὴν δημοσίαν ὁδόν· καὶ
ἀπέρχεται ἄχρι τῆς ῥυμίδος τῆς ὄπισθεν τῶν κελλίων τῆς πατριαρχικῆς γυναικείας μονῆς τοῦ ἁγίων
Νικολάου, έχει μήκος πήχεις πεντήκοντα τρείς
διαιρῶν ἀριστερὰ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς, δεξιὰ δὲ
τὴν δημοσίαν ὁδόν. Κάμπτει· πρὸς ἄρκτον κρατών
τὴν ῥυμίδα· διαιρῶν δεξιὰ τὸν ναὸν τοῦ ᾿Αγίου Νι
κολάου, ἀριστερὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς ἔχει
μήκος πήχεις δικαοκτώ ἥμισυ. Κλίνει πρὸς ἀνατολὴν, ἔχει μήκος πήχεις τρεῖς. Νεύει μικρὸν πρὸς
ἄρκτον ἔχει μήκος πήχυν μίαν. Διέρχεται πάλιν
πρὸς ἀνατολὴν μήκος πήχει; πέντε. Πάλιν κάμπτει
πρὸς ἀνατολὴν, ἔχει μήκος πήχεις τέσσαρας ήμισυ.
Εἶτα πάλιν κλίνει πρὸς ἀνατολὰς, ἔχει μήκος πήχεις
τέσσαρας ἥμισυ. Πάλιν κάμπτει πρὸς ἄρκτον διαιρῶν δεξιὰ τὰ οἰκήματα τοῦ ῾Αγίου Νικολάου, ἀρι
στερὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς μονῆς, καὶ ἀπέρχεται
ἄχρι τοῦ τοίχου τοῦ ἀνωκάτω οἰκήματος τοῦ βεστια
ρίου τῆς βασιλείας μου, έχει μήκος πήχεις δώδεκα.
Κλίνει μικρὸν πρὸς οὐσιν ἔχει μήκος πήχεις δύο.
Διέρχεται πάλιν πρὸς ἄρκτον, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν
ῥυμίδα τὴν ἔμπροσθεν τοῦ ἐργοδοσίου τῆς μονῆς·
δεξιὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς βασιλείας μου, εἰς ἐν το
χον ἐπίκειται ὁ ὀμφαΐτος τοῦ βεστιαρίου τῆς βασι
λείας μου, καὶ ὁ διὰ καρικοξύλου ἡλιακὸς, ὁ κατ᾽ ἴσον
τοῦ ἀσκεποῦς ἡλιακοῦ· ἔχει μήκος πήχεις είκοσιτρεῖς. Κάμπτει πρὸς δύσιν, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν
ῥυμίδα καὶ τὸ ἐργοδόσιον τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ τὰ
οἰκήματα τῆς βασιλείας μου, έχει μήκος πήχεις δε
καπέντε. Κλίνει πρὸς ἄρκτον, διαιρῶν ἀριστερὰ τὴν
ἄνετον τόπον τὸν ὄπισθεν τοῦ βήματος τῆς ἐκκλη
σίας τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ τὰ οἰκήματα τῆς βασιλείας
μου· ἔχει μήκος πήχεις δεκαέξ. Πάλιν κάμπτει
πρὸς δύσιν διαιρῶν ἀριστερὰ τὸ παράπτερον [σ.
παράπτερον] τῆς ἐκκλησίας τῆς μονῆς· δεξιὰ δὲ
τὸ τετρακαρικόξυλον τῆς βασιλείας μου έχει μήκος
πήχεις εννέα. Πάλιν κάμπτει πρὸς ἄρκτον διαικῶν
ἀριστερὰ τὸ εἰκονοστάσιον (β) τῆς βασιλείας μου,
δεξιὰ δὲ τὸ τετρακαρικόξυλον, ἔχει μήκος πήγει;
δώδεκα· ἐν ᾧ ἐστι καὶ μονό....
Montfauconii notæ.
Πταράπτερον. Forte παράπτερον, ut doctiss.
Cargius existimat; id est, pars ecclesiæ alæ adjacens.
* Εικονοστάσιον. id est, capella, ex laudato
viro, qui de hac voce fuse disputat in Glossario
Graco.
ERUDITO LECTORI.
Sequentes tabelle sæpius laudato codici regio inserte in charta papyracea vulgari descripte crant,
non eadem manu qua reliquum opus, sed longe recentiore et imperitiore; in quibus tabellis characteres
sunt plurimi in editis nondum usitati, et ita perplexi, ut non parum in iis legendis desudarim: quos
tibi, Lector benevole, edendos curavi, unde non modicam voluptatem, nec minorem fructum te percepturum spero. Ut autem tabellæ istæ ab imperita manu exaratæ, et lituris sæpe deformatæ sunt, nihil
mirum si in supputationibus leves errores irrepserint.
Cæterum, modicam tantum monasterii redituum partem hic recenseri facile intelliget, quisquis animadvertet, omnes, pecunias hic computatas vix centum nomiзmata excedere, e quibus tamen 42 solo
viitori in mercedem quotannis solvebantur.
col. 1121–1122page 68 of 70
PG 127:1121† νὰ ὑποτελῆ ἀμπέλια τῇ ἁγία μονῇ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης, περὶ τὸ ἐκτὸς μέρος διακείμενα της ζωοδόχου πηγής. + Βασίλειος ὁ Καλογερίτης Η χήρα ή Τζιμνογουλίδου + Χήρα ή Πλυπερίνου † Δημήτριος ὁ Κανώς † Ἱερεὺς ὁ Κανώς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ + Από τι ὁ Λιθογ, όμων + Γουνιος [ Ιούνιος] ὁ κένταρχος † Ἰωάννης ὁ Τζιβίτζουλος † Κώνστας ὁ Γαλώτης † Μακάριος ὁ Κουρσάρη; + Λαμπάδιος ὁ Πάνοπλος Η Θεόδωρος ὁ Κηπρός. διοδιών παρά κεράτια νομίσματα έχει ιε', κεράτια η' ήμισυ
TYPICUM.
† νὰ ὑποτελῆ ἀμπέλια τῇ ἁγία μονῇ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης, περὶ τὸ ἐκτὸς
μέρος διακείμενα της ζωοδόχου πηγής.
+ Βασίλειος ὁ Καλογερίτης
Η χήρα ή Τζιμνογουλίδου
+ Χήρα ή Πλυπερίνου
† Δημήτριος ὁ Κανώς
† Ἱερεὺς ὁ Κανώς ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ
+ Από τι ὁ Λιθογ, όμων
+ Γουνιος [ Ιούνιος] ὁ κένταρχος
† Ἰωάννης ὁ Τζιβίτζουλος
† Κώνστας ὁ Γαλώτης
† Μακάριος ὁ Κουρσάρη;
+ Λαμπάδιος ὁ Πάνοπλος
Η Θεόδωρος ὁ Κηπρός.
διοδιών
παρά
aflt
हेद
6 s'
а
κεράτια
K2 Kir
ceb
xo R
선구
ві
te
Il a
Ko
19" 11
«
KO
P
nx
но
16°
देर देर देर देर देर देर देर देर है दूर दूँ हैं
fu
b
N
که
a
Сс
Kv 15
r" d' c 65"
ce
Ko u
Сс
не в
ux
u b
KUC
16° us"
νομίσματα έχει ιε', κεράτια η' ήμισυ
Vineæ vectigales monasterio sanclissimæ Deiparæ Kecharitomenes seu Gratia-plenæ, sitæ ad exteriorem partem fontis seu aquarii animalium.
Basilius Calogerites habet vineam
Vidua Tzimnogulini
Vidua Plyperini
Demetrius Canoa
Sacerdos Canoa frater ejus
***Lithognomon
modiorum trium, sexta minus modii parte
pensitat
ceratia 23
mod. 3.
nomisma 1
mod. 2. et dimidii,
cerat. 20
mod. 5. cum quinta modii parte nom.
cerat. 18
mod. 3. et dimidii
nom. 1
cerat. 3
mod. 6. cum decima parte
noni. 1
ceral. 12
mod. 5.
nom. 1
cerat. 16.
mod. 3. cum tertia parte et
minutis 3.
nom. 1
Constans Galotes
mod. 2. cum quarta modii partę
cerat. 18
Macarius Cursares
Lampadius Panoplus
mod. 2. cum octava parte
mod. 4. cum decima parte
cerat. 17
nom.
cerat. 9
Theodorus Ceprūs, seu Hortulanus. mod. 6.
nom. 2
Gunius vel Junius Centarebus
Joannes Tzibitzulus
cerat. 2
cum dimidio
Tota summa habet nomismata 15, ceratia 8 cum dimidio.
Deficiente charta, notas litterulis respondentes ad paginam sequentem remittimus.
Various TablesTabellae variae
col. 1123–1124page 69 of 70
Tabellæ variæ
PG 127:1123+ Η χρυσοτελεία τῆς μονῆς ἡμῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης, τὰ εἰς τὴν αὐλὴν ἡμῶν. Οσπήτιον τοῦ Σοφιανοῦ μετὰ καὶ τῆς περιοχῆς αὐτῆς [αὐτοῦ] Οσπήτιον τῆς Εὐφημίας πλησίον τοῦ Σοφιανοῦ Οσπήτιον τοῦ Βαρδαλή, εἴτε τῆς Κουρασμένης Οσπήτιον τῆς Καπασοῦς Οσπήτιον Αγγελίνης τῆς παπαδίας Οσπήτιον τῆς θυγατρὸς αὐτῆς Οσπήτιον τῆς Σουρουμίνας Οσπήτιον τοῦ Γαρατζία Οσπήτιον τοῦ Συρόπλου μετὰ τοῦ ἀμπέλου Οσπήτιον τοῦ Πελστάνου Οσπήτιον τοῦ Βουτζά Οσπήτιον Θεοδώρας Καθαρῆς τῆς γηροκομιτήσας Οσπήτιον τοῦ Γερακάρη Οσπήτιον τῆς Ρουσσέας Οσπήτιον Θωμαΐδος τῆς ἀνατροφῆς τῆς Τζουκένας Οσπήτιον τοῦ Τζουκί Οσπήτιον τῆς Χανπουρνέας Οσπήτιον τοῦ Κατακαλοῦ τὸ ἔχει ὁ Μανιτζονίτης Οσπήτιον ἕτερον πλησίον τούτου νομίσματα .. β χες α κεράτια α κεράτια κεράτια α α κεράτια κεράτια α' κεράτια κεράτια α κεράτια κεράτια τη κεράτια και νομίσματα έχει ιζ', κεράτια ιγ' μοδίων μόδιον μόδιος Κεράτια, τι β. ιι α κέρατο ιε', ιβ', Εκτὸς εἰς τὴν αὐλὴν ἡμῶν. 79 Παπαδία ; Γηροκομιτήσας. γηροκομιτίσσας,
+ Η χρυσοτελεία τῆς μονῆς ἡμῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης, τὰ εἰς τὴν
αὐλὴν ἡμῶν.
tttttttttttttt
Οσπήτιον τοῦ Σοφιανοῦ μετὰ καὶ τῆς περιοχῆς αὐτῆς [αὐτοῦ]
Οσπήτιον τῆς Εὐφημίας πλησίον τοῦ Σοφιανοῦ
Οσπήτιον τοῦ Βαρδαλή, εἴτε τῆς Κουρασμένης
Οσπήτιον τῆς Καπασοῦς
Οσπήτιον Αγγελίνης τῆς παπαδίας
Οσπήτιον τῆς θυγατρὸς αὐτῆς
Οσπήτιον τῆς Σουρουμίνας
Οσπήτιον τοῦ Γαρατζία
Οσπήτιον τοῦ Συρόπλου μετὰ τοῦ ἀμπέλου
Οσπήτιον τοῦ Πελστάνου
Οσπήτιον τοῦ Βουτζά
Οσπήτιον Θεοδώρας Καθαρῆς τῆς γηροκομιτήσας
Οσπήτιον τοῦ Γερακάρη
Οσπήτιον τῆς Ρουσσέας
Οσπήτιον Θωμαΐδος τῆς ἀνατροφῆς τῆς Τζουκένας
Οσπήτιον τοῦ Τζουκί
Οσπήτιον τῆς Χανπουρνέας
Οσπήτιον τοῦ Κατακαλοῦ τὸ ἔχει ὁ Μανιτζονίτης
Οσπήτιον ἕτερον πλησίον τούτου
νομίσματα
.. β
χες
L'
α
κεράτια
£8'
α
κεράτια
κεράτια
19°
" ' r'
α
α
κεράτια
κεράτια
α' κεράτια
κεράτια
α
κεράτια
κεράτια
τη
κεράτια
και
νομίσματα έχει ιζ', κεράτια ιγ'
Vectigalis pecunia quæ monasterio nostro sanctissimæ Deiparæ Kecharitomenes seu gratia-pienæ extrinsecus penditur, nempe in aula nostra.
Domus Sophiani cum ambitu ejus
nomismata 2
Domus Euphemiæ prope Sophiani domum
Domus Bardalæ, sive Curaamenes
cerat. 15
Domus Capasus
cerat. 15
nomisma 1
Domus Angelines Papadia
Domus filiæ ejus
cerat. 12
omisma 1
Domus Suruniinæ
Domus Garatziæ
cerat. 19
Domus Syropli cum vinea
cerat. 15
nomisma 3
Domus Pelseani
nomisma 1
Domus Butzæ
nomisma
Domus Theodoræ Cathares Gerocomitissæ
Domus Geracare
cerat. 12
Domus Rudsoæ
cerat. 12
nomisma 1
Domus Thomaidis nutricis Tzucenæ
cerat. 3
Domus Tzuci
cerat. 12
nomisma 1
cerat. 19
cerat. 18
cerat. 21
Domus Canpurneæ
Domus Catacali quam occupat Manitzonites
Domus alia prope illam
Tola summa habet nomismata 17, ceralia 13
juxta veram supputationem nomism. 17, cerat. 15
Montfauconii nota.
• Hæc figura indicat μοδίων in genitivo plurali; μόδιον autem sive μόδιος (utrumque enim
dicitur) erat mensura quadraginta frumenti libras
continens, quibus serebatur terræ spatium ducentarum uluarum. Hinc profectum est, ut illud terræ
spatium modius quoque vocaretur, et sic intelligitur
hoc loco.
» Κεράτια, ceratia, sive silique, erant vicesima quarta pars nomismatis sive solidi.
• Numisma, genus monetæ, quod alii solidum,
alii aureum vocant, de quo fusius infra suo loco.
d Hic & primo positum fuerat cujus loco y, altera manu scriptum est.
• Prima manu hic legebatnr τι β. cerat. a. dehinc,
deletis prioribus, hæc substituta sunt, ιι α κέρατο
B. Summa autem intra posita cum characteribus
primo positis consentit, cum substitutis non item.
Hæc minuta demenda, non addenda videntur, si proportio in tabella solita servetur.
6 Hac nota ιε', non vero ιβ', indicatur, idque
patet cum ex supputatione, tum quod littera & eo
fere modo in his tabellis scribi soleat.
- Εκτὸς εἰς τὴν αὐλὴν ἡμῶν. Capite 79 Typici jubetur, ut si despotica domus in potestatem
monasterii Kecharitonienes, modo ibidem declarato, redigantur, exterioris aulæ domus in conduetitias mutentur. Iḍ contigisse patet ex hac tabella;
atque adeo hæ pensitationes conductarum domorum pretium erant. Hinc animadvertas quam amplæ erant hæ domus, quarum pars tot familiarum
domicilium esset.
1 Παπαδία est uxor papæ seu presbyteri.
; Γηροκομιτήσας. Legendum γηροκομιτίσσας,
præpositæ gerocomii. Gerocomium autem est do.
mus in qua pauperes senes aluntur.
col. 1125–1126page 70 of 70
PG 127:1125+ '11 χρυσοτελεία τῆς μονῆς τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης τὰ ἐκτὸς, καὶ χρονικά. νήχυν + Το μαγκήπιον νήχυν † Οσπίτιον ἐχὲ κολὰ τῆς ᾿Αποθύκης νήκον † Οσπίτιον ποτὲ τοῦ Σοφιανού νήκυν Ὁσπίτιον τοῦ Τζημούδη Οτπτίιον ψαθὰ τοῦ Σουφιανοῦ Οσπίτιον τοῦ Λατούρου Οσπίτιον [ἐργαστήριον] τοῦ αὐτοῦ Οσπίτιον ἕτερον τοῦ Ταύρου κι αὐτοῦ Οσπίτιον πλησίον αὐτοῦ Τῆς Ἀπηδοῦς ὁσπίτια δύο Οσπίτιον τοῦ Μαυραγάνου Ὁσπίτιον τοῦ Μαυριάνου Ἕτερον τοῦ αὐτοῦ ὁμοῦ Ἡ ἀμπεληχεία Οσπίτιον τοῦ παπὰ Ζαγάρα Οσπίτιον τῆς θωμ.ΐ; [Θωμαΐδος] Οσπίτιον Μιχαὴλ τοῦ Χαραστία Οσπίτιον τοῦ Τριανταφύλλου 1 Οσπίτιον τοῦ Μαύρου Οσπίτιον τῆς Μυλονήσας Οσπίτιον τοῦ Χαρατζία Καὶ μοδοπουλίου ἀμπελῶν λόγος βι α ιβ και α' και α το Ἰωάννης ὁ Σέρβος μοδοπουλίου = ἀμπελών νομίσματα ν', κεράτια θα ΠΟΛ. ΠΟΛΙ. ΠΟΙ ΠΟΠΙ. ΠΟΠΙ. Τοῦ Ταύρου. Τριαντάφυλλον, μοδοπουλίου ἀμπελῶν, αμπελοπού λιον. Ἰωάννης ὁ Σέρβος διὰ τοῦ ἀμπελοπουλίου. πουλος
TYPICUM.
+ '11 χρυσοτελεία τῆς μονῆς τῆς Θεοτόκου τῆς Κεχαριτωμένης τὰ ἐκτὸς, καὶ χρονικά.
νήχυν + Το μαγκήπιον
νήχυν † Οσπίτιον ἐχὲ κολὰ τῆς ᾿Αποθύκης
νήκον † Οσπίτιον ποτὲ τοῦ Σοφιανού
νήκυν
Ὁσπίτιον τοῦ Τζημούδη
Οτπτίιον ψαθὰ τοῦ Σουφιανοῦ
Οσπίτιον τοῦ Λατούρου
k
Οσπίτιον [ἐργαστήριον] τοῦ αὐτοῦ
Οσπίτιον ἕτερον τοῦ Ταύρου κι αὐτοῦ
Οσπίτιον πλησίον αὐτοῦ
Τῆς Ἀπηδοῦς ὁσπίτια δύο
Οσπίτιον τοῦ Μαυραγάνου
Ὁσπίτιον τοῦ Μαυριάνου
Ἕτερον τοῦ αὐτοῦ ὁμοῦ
Ἡ ἀμπεληχεία
Οσπίτιον τοῦ παπὰ Ζαγάρα
Οσπίτιον τῆς θωμ.ΐ; [Θωμαΐδος]
Οσπίτιον Μιχαὴλ τοῦ Χαραστία
Οσπίτιον τοῦ Τριανταφύλλου 1
Οσπίτιον τοῦ Μαύρου
Οσπίτιον τῆς Μυλονήσας
Οσπίτιον τοῦ Χαρατζία
Καὶ μοδοπουλίου ἀμπελῶν
λόγος
x'
βι
"
a'
8. P.
1.3°
LE
α
ιβ
ይ
"
και
เ
α'
0'
και
a'
α
το
Ἰωάννης ὁ Σέρβος μοδοπουλίου = ἀμπελών
. "
νομίσματα ν', κεράτια θα
"
Vectigalis pecunia quæ Monasterio Deiparæ Gratia-plenæ extrinsecus penditur, et annuæ expensæ.
defuncti Mancipium seu Pistrinum
defunctæ Domus Apothyces
defuncti Domus olim Sophiani
Domus Tzegude
nom. 20
ΠΟΛ.
ΠΟΛΙ.
supputatio
cerat. 1
Domus psata Sophiani
nom. 1
Domus Laturi
Domus sive officina ejusdem
}
nom. 1
Domus alia in Tauro ejusdem
defuncti Domus prope illam
ΠΟΙ
Duæ doinus Apedus
ΠΟΠΙ.
Domus Mauragani
Domus Mauriani
Alia domus ejusdem quoque
ΠΟΠΙ.
Vinea
Domus papæ seu presbyteri Zagaræ
nom.
Domus Thomaidis
Domus Michaelis Charatziæ
nom. 1
Domus Triantaphyli
Domus Mauri
nom.
Domus Milonissæ sive Molendinaririæ
Domus Charatziæ
Et vinea modopulii
Joannes Servus vinea modopulii
nom. 1
nom. 1
nom.
Tola summa nomism. 50, cerat. 9.
Vera supputatio nomism. 51, cerul. 7.
Montfauconii notæ.
* Τοῦ Ταύρου. id est, sita in foro quod vocabatur Tauri.
· Τριαντάφυλλον, Græcis est rosa, quo nomine
plures apud nos appellantur la rose.
m Quod hic vocatur μοδοπουλίου ἀμπελῶν, in
precedente Codicis pagina dicitur αμπελοπού
λιον. Ubi haec verba leguntur, liluris tamen deformata: Ἰωάννης ὁ Σέρβος διὰ τοῦ ἀμπελοπουλίου.
Videntur duo hæc verba significare vineam recentem; nam Græcis medii ævi πουλος est pullus, et
metaphorice juvenis, recens, diminutive.
Continue reading PG 127: Anthologium Gnomicum et Sententiæ Gnosticæ →≣ entire volume