Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
col. 1047–1048page 1 of 44
PG 132:10471047 THEOPHANIS CERAMEI 1048 emptam sine impedimento ad dilectun adducens, Α δὴ τότε τὸ τριμερὲς τῆς ψυχῆς συναντιλαμβανόμεν atque ad virtutis culmen erigitur, novenario scilicet illo impediente, et ascensum prohibente depulso. Sic mens curis, quæ inertiam pariunt, in terra re- Jictis, et tanquam Petrum, vim eam quæ ad appe- tendum conferat, et quæ ad ratiocinandum ut Joannem, et irascendi ad fortitudinem acuendlam (73) ut Jacobum adhibens, ad sublimem vitæ rationem traducitur, et de Trinitatis mysterio divinitus edocetur. Videt etiam Mosem Elinique colloquen- tes; spiritualiter enim, quæ in lege et prophetis sunt indagans, omnia cum Evangelio convenire animadvertit. Fiat vero, ut etiam nos post sex dies, hoc est postquam mundus hic sex diebus creatus pr:eterierit, ad montein illum super cœlos constitu- tumn erigamur, ubi sanctorum est conversatio, et Β fulgorem illum contemplemur divinitatis, et Spiritus sancti nube tegamur, et clariorem de sanctæ Tri- nitatis mysterio purioremque cognitionem accipia• mus. Fiat, fiat! νον, ἔχων πρὸς τὸ ποθούμενον, ἀπαρεμποδίστως, εἰς τὸ τῆς ἀρετῆς ὕψος ἀνάγεται τὴν ἐμποδίζουσαν ἐν νάδα, καὶ πρὸς τὴν ἀνάβασιν εἴργουσαν παραγκωνι σάμενος. Οὕτως ὁ νοῦς τὰς ῥᾳθυμοτόκους μερίμνας καταλείψας εἰς γῆν, καὶ καθάπερ μὲν Πέτρον τὴ πρὸς ἐπιθυμητικόν, ὡς Ἰωάννην δὲ τὸ λογιστικών, ὡς δὲ Ἰάκωβον τὸ πρὸς ἀνδρείαν θυμητικόν παρα λαβών, πρὸς τὴν μετάρσιον πολιτείαν ἀνάγεται, μυούμενος τὸ τῆς Τριάδος μυστήριον. Ορᾷ δὲ καὶ Μωϋσῆν, καὶ Ηλίαν συλλαλοῦντας, πνευματικώς γὰρ τὰ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν ἐρευνῶν, ὁρα πάντα τῷ· Εὐαγγελίῳ συνάδοντα. Γένοιτο δὲ καὶ ἡμῖ; μεθ' ἡμέρας ἐξ, τουτέστι μετὰ τὴν τοῦ κόσμου τού του τοῦ ἐν ἐξ ἡμέραις δημιουργηθέντος παρέλευσιν, ἀναδειχθῆναι εἰς τὸ ὑπερουράνιον ὄρος, ἔνθα τὸ τῶν ἁγίων πολίτευμα, καὶ ἰδεῖν τὴν τῆς θεότητος ἀπο- στίλβουσαν χάριν, καὶ τῇ νεφέλῃ σκεπασθῆναι του Πνεύματος, καὶ μυηθῆναι τρανώτερόν τε καὶ καθα· ρώτερον τὸ τῆς Τριάδος μυστήριον. Γένοιτο, γέο νοιτο ! HOMILIA LX. In illa verba : Intrav't Jesus in quoddam castel- lum. » - Dicta est in festo Dormitionis (74) san- clissimæ Virginis Deipuræ. Ο quam nobilis hodierna die ad sermonem au- diendum frequentia, quam illustris hic populi con- ventus est, omniumque omnis generis et ætatis hominum ad hanc celebritatem concursus est factus ; ο qur saue catum hunc iridis instar varie fulgentem 413 eliciunt : planeque cujusdam verni prali speciem præ se fert hodie Ecclesia, florum ratione vigentium suavitates exspirans. Mihi vero idem atque imperito cuidam cautori (75) contingit, qui in confertissima corona ad pulsandum multis di- ΟΜΙΛΙΑ Σ. Εἰς τὸ, ο Εἰσῆλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς κώμην τινά, Ελέχθη ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. - Ως λίαν μοι λαμπροτέρα τὴν σήμερον ἡ τῆς δια δασκαλίας ἀκρόασις, καί μοι φαιδρότερον νῦν τοῦ λαοῦ τὸ συνάθροισμα, παντός γένους καὶ ἡλικίας δεδραμηκότος εἰς τὴν πανήγυριν, καὶ καθάπερ ἐν ἔριδος αὐγαῖς ἀποστίλβειν ποιούντων τὴν σύναξιν, καὶ λειμὼν ἐαρινὸς ἀτεχνῶς ἡμῖν ἡ Ἐκκλησία σή- μερον δείκνυται, λογικῶν ἀνθέων ἐπιπνέουσα χάρι τας ! Ἐγὼ δὲ ταυτὸν ἐπεπόνθειν ἀπείρῳ τινὶ μουσι κῷ ἐν πολυπληθεῖ πανηγύρει προτρεπομένῳ κινήσει πολύχορδον ὄργανον, καὶ μέλος ᾆσαι λιγυρόν τε καὶ Francisci Scorsi notæ. tem esse fortitudinis dixerunt Peripatetici. Vide not. 91, hom. 5. confciet Jacobus Gretserus soc. nostrae, qui lib. 11 Comment. in cap. xv Collini Curopal. ea affert circa hoc festum quæ omnium maxime faciunt ad titulum hujus homiliæ illustrandum. Et sane cum D eadem dicere mihi necesse sit, si aliis verbis ea conarer exprimere, ineptus essem. Indicato igitur sermonis parente, ut at Basil., haec adnoto : Die xv Augusti agunt Latini cum Græcis Assumptionem D. Virginis. Græci, ut apparet, ex Menais et Meno- logiis vocant hoc fastum Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Dormitionis sanctissime Domina nostra Deipara. E noc utiuo exstant Pa- trum orationes in huc lestum, ut B. Damasceni, et Andree. (Quibus j.m addere licet hanc Theophanis Ceramei, quam davus in lucem.) Mortuam ergo volunt xv die Augusti, adduntque codem die resur- rexisse; et animo simul, et corpore in cœlum assum- plam. Quare post supradictum de dormitione uitu- lum, subjungunt Menaa : Τῷ αὐτῷ μην! πεντεκα:- δεκάτη ή σεβασμία μετάστασις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας. Eodem mense decima quinta die veneranda trans- fatio glorio æ Domine nostræ Deiparæ semperque Virginis Maria. Eodem ergo die et obiit, et ad ca lum reducta in corpus anima abiit beatissima Dei- para quod etiam Latina Ecclesia sentire videtur, que die xv Augusti Assumptionem B. Virginis solemni cæremonia celebral: tametsi de Dormitione utrum eodem die an aliquo præcedente acciderit, nihil tra- dit. Ηactenus Gretserus, additque alia de Martyrol. Adonis, et Usuardi, in quibus Dormitioneni, nou Assumptionem indigitant, eosque defendit adversus invectivam card. Baronii. Alia etiam circa sen- tentiam S. Damasceni, qui ressuscitationem tertio demum ab obitu die statuit in orat. de Assumpl. B. Marie, quæ omnia lege apud ipsum si vis; nobis hæc satis ad illustrandam epigraphen. aliis Paris, collato ad marginem notatur alia lectio ex iisdem forte mss. eruta, nimirum ἀπειροκάλῳ, quæ sane vox usurpata ad eamdem fere rem ab hoc Patre, deque ea diximus hom. præced. not. 4. Sed hoc loco τὸ ἄπειρον, quod est in uneis omnibus exemplar. non incongrue, imo satis accommodatum videtur cantori cujus est peritia et experientia: illud magis convivatori convenire quod significal ineptum rosticum, qualem se esse ibi orator pro molestia sua significat; sicuti bic ἄπειρον μου σικόν.
Oration I Against the ArmeniansOratio I Adversus Armenios
col. 1061–1062page 2 of 44
PG 132:1061ζωής ήμων ασταχύς. Ουτος τοίνυν ἐξ ἐκείνου γενό μενος ὄφις, ὡς ἄν τις εἴποι εὐστόχως, ἐκ δράκοντος μετὰ τῶν ἐκείνου σκήπτρων, καὶ τῆς ἀσεβείας διά δοχος γίνεται. Οὗτος οὖν ἐνωτισθεὶς τοῦ Κυρίου τὰ θαύματα, ᾤετο ἀναβεβιωκέναι Ἰωάννην τὸν βαπτιστὴν, καὶ χάριν λαβεῖν ἐκ Θεοῦ τὰ σημεῖα ἐπιτελεῖν ἀντὶ τῆς μέχρι θανάτου ὑπὲρ ἀληθείας ενστάσεως. Οὕτως κατωῤῥώδει ὁ ἀλητήριος καὶ θανόντα τον κήρυκα. Ηλεγχε γὰρ αὐτὸν μαστιγοῦσα ἔνδοθεν ἡ συνείδησις· καὶ τῶν μὴ καλῶς αὐτῷ πεπραγμένων ἐκαραδόκει τὴν τίσιν λαβεῖν. Κατεπτηχότος γὰρ ἦν, δ: δειττομένου τὸ ῥῆμα, το, ο Ον ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτος ἐγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν.» Ο γὰρ Ηρώδης οὗτος τῇ τοῦ ἀδελφοῦ κοίτῃ λελυττηκὼς, καὶ τὴν γυναῖκα μεμοιχευκώς, καὶ ταύ την τοῦ Φιλίππου ἀφῃρηκώς, καὶ αὐτὸν δόλῳ πεφονευκὼς, τῇ μοιχαλίδι συνὴν ἀπρεπῶς, τὴν νομί μως αὐτῷ συναφθεῖσαν ἐξωθηκώς θυγατέρα τοῦ βασιλέως ᾿Αράβων 'Αρέτα τυγχάνουσαν. Ην δὲ τῷ τότε ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής απολιπών τὰς ἐν ἑρή μοις διατριβάς, καὶ κατελθὼν εἰς τὰς Ἰορδάνου ῥους, καὶ τοῖς λαοῖς ἐμφαίνων τοῦ κηρύγματος τὰς αὐγάς. Δασὺς μὲν καὶ ἀπηγριωμένος τὴν ὅτιν διὰ τὴν ἐκ παιδόθεν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἀνατροφήν, αὐχμηρὰν ἔχων τὴν κεφαλὴν, καὶ ῥυπῶσαν, καὶ καταβε στρυχον, καὶ τῷ πλήθει τῶν ἰδίων τριχών σκιαζόμενος, βαθὺς τὴν ὑπήνην, καὶ τὸ σῶμα τῇ λεπτῇ διαίτῃ κατεσκληκώς. Ἐσθῆτι τραχείᾳ συνεσταλμένος, καὶ ζώνῃ σκληρᾷ ἐκεῖνα μόνα καλυπτούσῃ τοῦ σώματος, ο ὅσα αἰσχημονέστερα δοκεῖ καλυπτόμενα, τοῖς δὲ λοιποῖς διακαρτερῶν πρὸς τὰς τοῦ θάλπους καὶ κρύους ἐναντιότητας, ἀνιπτόπους καὶ χαμαιεύνης. Κακοῦ κόρακος κακὸν ἀφῃρηκώς ταύτην τοῦ Φιλίππου, Γυα ναίκα τούτου μεμοιχευκώς τῇ τοῦ ἀδελφοῦ κοίτῃ λελυττηκὼς μόνα καλύπτουσα, καὶ κρύου; εναντιότης τας. Οὐδὲ ἐῴκει Ανδρί γε σιτοφάγων
HOMILIA LXI.
ζωής ήμων ασταχύς. Ουτος τοίνυν ἐξ ἐκείνου γενό- vitam nobis allatura erat, efflorescebat. Ific igitur
μενος ὄφις, ὡς ἄν τις εἴποι εὐστόχως, ἐκ δράκοντος veluti serpens, dixerit commode quispiam, a draμετὰ τῶν ἐκείνου σκήπτρων, καὶ τῆς ἀσεβείας διάδοχος γίνεται. Οὗτος οὖν ἐνωτισθεὶς τοῦ Κυρίου τὰ
θαύματα, ᾤετο ἀναβεβιωκέναι Ἰωάννην τὸν Βαπτιστὴν, καὶ χάριν λαβεῖν ἐκ Θεοῦ τὰ σημεῖα ἐπιτελεῖν
ἀντὶ τῆς μέχρι θανάτου ὑπὲρ ἀληθείας ενστάσεως.
Οὕτως κατωῤῥώδει ὁ ἀλητήριος καὶ θανόντα τον
κήρυκα. Ηλεγχε γὰρ αὐτὸν μαστιγοῦσα ἔνδοθεν
ἡ συνείδησις· καὶ τῶν μὴ καλῶς αὐτῷ πεπραγμένων
ἐκαραδόκει τὴν τίσιν λαβεῖν. Κατεπτηχότος γὰρ ἦν,
δ: δειττομένου τὸ ῥῆμα, το, ο Ον ἐγὼ ἀπεκεφάλισα
Ἰωάννην, οὗτος ἐγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν.»
Ο γὰρ Ηρώδης οὗτος τῇ τοῦ ἀδελφοῦ κοίτῃ λελυττηκώς, καὶ τὴν γυναῖκα μεμοιχευκώς, καὶ ταύτην τοῦ Φιλίππου ἀφῃρηκώς, καὶ αὐτὸν δόλῳ πε
φονευκώς, τῇ μοιχαλίδι συνὴν ἀπρεπῶς, τὴν νομί
μως αὐτῷ συναφθεῖσαν ἐξωθηκώς θυγατέρα τοῦ
βασιλέως ᾿Αράβων 'Αρέτα τυγχάνουσαν. Ην δὲ τῷ
τότε ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής απολιπών τὰς ἐν ἑρήμοις διατριβάς, καὶ κατελθὼν εἰς τὰς Ἰορδάνου
ῥους, καὶ τοῖς λαοῖς ἐμφαίνων τοῦ κηρύγματος τὰς
αὐγάς. Δασὺς μὲν καὶ ἀπηγριωμένος τὴν ὅτιν διὰ
τὴν ἐκ παιδόθεν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἀνατροφήν, αὐχμηρὰν ἔχων τὴν κεφαλὴν, καὶ ῥυπῶσαν, καὶ καταβε
στρυχον, καὶ τῷ πλήθει τῶν ἰδίων τριχών σκιαζόμενος,
βαθὺς τὴν ὑπήνην, καὶ τὸ σῶμα τῇ λεπτῇ διαίτῃ
κατεσκληκώς. Ἐσθῆτι τραχείᾳ συνεσταλμένος, καὶ
ζώνῃ σκληρᾷ ἐκεῖνα μόνα καλυπτούσῃ τοῦ σώματος, ο
ὅσα αἰσχημονέστερα δοκεῖ καλυπτόμενα, τοῖς δὲ
λοιποῖς διακαρτερῶν πρὸς τὰς τοῦ θάλπους καὶ
κρύους ἐναντιότητας, ἀνιπτόπους καὶ χαμαιεύνης.
come progenitus una cum sceptro illius impie
tati successit. Hic, inquam, cum de Domini miraculis
accepisset, revixisse Joannem Baptistam, et quod
pro veritate certamen ad mortem usque sustinuisset, miraculorum perficiendorum gratiam a Deo
accepisse existimabat. Ita scelestus ille præconem
veritatis etiam mortuum formidabat. Reprehendebat siquidem ipsum ac verberabat intrinsecus con419 scientia, et male ab ipso factorum poenam
suscipere exspectabat. Erant enim verba illa:
• Quem decollavi Joannem, hic surrexit a mortuis,
pavore perculsi.
Hic enim Herodes in torum fratris rabiosa indammatus libidine, cum ejus adulterasset uxorem,
ipsamque quæ erat Philippi, abduxisset illum
vero dolo de medio sustulisset, cum adultera
inhoneste consuescebat, et filiam Areta regis
Arabum legitimo sibi matrimonio conjunctam eje-
´cerat. Per idem vero tempus Joannes deserta loca
reliquerat, et ad lumen Jordanis accesseral, el
populos prædicationis splendore illustrabat. Hirsutus sane, et agrestis aspectu, eo quod a puero
innutritus fuisset in solitudine; squalidum habens
caput, et sordidum, et crinitum; et suismet opaca·
tus capillis, prolixa barba; et tenui victu corpus
illi obduruerat. Aspera veste rigidaque zona succinclus, illas modo contegebat corporis partes quæ
Lecte habentur honestius; reliquis ad contrarias
æstus et frigoris injurias obnoxiis, illotis erat pedibus, et humi cubabat, et ut aliquid ex externis
proferan non similis erat bouini, qui pane veFrancisci Scorsi notæ.
Veluti serpens a dracone. Idem proverbium
nsurpavit hom. 20, et nos not. 53, ad eam pauca
delibavimus. Simile est illud: Κακοῦ κόρακος κακὸν
wov, mali corvi malum ovum, quod adversus Coracen et Tisiam Siculos primos rhetoricæ artis invenfores, de quibus M. Tullius, lil. De claris oral. et
Aristot. Rhet. lib. 1, protulere judices. Historiam vide
relatam ab a fagiographo, et parem de Protagora,
et Evathio magistro itidem et discipulo A. Gellio,
Noct. Autic., lib. v, cap. 10.
Ipsamque abduxisset, etc. Dubitatur inter
scriptores utrum Philippo fratre vivo ejus uxorein
Herodiadem ab eo Herodes abduxerit, an mortuo
eam uxorem duxerit. Noster hic significat primuw,
cum ait ἀφῃρηκώς ταύτην τοῦ Φιλίππου, quod et
probabilius est Cornelio a Lapide, qui postremus
omnium in Evangelia commentarios insignes edidit;
adeoque censet Herodem peccasse tripliciter, primo
adulterio, secundo incestu, tertio raptu; ratio hujus
opinionis non una, sed postrema hæc et præcipua
quia passim Patres Herodem adulterii accusant,
quod fratri vivo, sed mansueto uxorem abstulerit.
Adulterium aperte noster hic arguit, cum ait: Γυα
ναίκα τούτου μεμοιχευκώς τῇ τοῦ ἀδελφοῦ κοίτῃ λε
λυττηκώς· Adulierala ejus uxore; et in thorum fra
tris libidine rabiosa furens. Cæterum quod addit ab
Herode etiam fratrem interemptum, id uude acceperit, haud scio. Josephus certe lib. xviii, cap. 6, qualis
fuerit Philippi mors aperte describit.
Et filiam Areta. Rufinus Aquileiensis presbyter et ex eo S. Hieronymus, et Eusebius, et Beua
aicunt Herodiadem fuisse filiam Aretæ regis Arabum sed confundunt primam uxorem Herodis quæ
fuit filia Aretæ cum secunda, quæ fuit Herodias. Herodes enim filiam Aretæ repudiavit at duceret Herodiadem; ideoque Aretas ei bellum intulit ejusque
exercitum ad internecionem delevit, teste Joseplio,
lib. xvii, cap. 7, qui et addit apud Judaeos opinionem
fuisse justa ultione Numinis deletum fuisse Herodis
exercitum propter Joannem Baptistam virum sanctum ab eo occisum. Cæterum Herodias Aristobuli
fratris ipsius Herodis Antipæ filia, fuit soror Herodis Agrippæ, qui Jacobum occidit, et ab angelo
vicissim occisus occubuit, Act. XII. Quod de filia
Aretæ ejecta ab Herode diximus, scribit etiam
Alexander Monachus, in Hist. de inventione S. Crucis, relata tdi. Il de cruce a Jacobo Grets. Porro
autem errorem Josephi, lib. xvii, cap. 6, dicentis
Herodiadem uxorem fuisse alterius Herodis Philippi et Herodis Antipa fratris, notat Cornel. noster
in cap. Marci vi, et Maldon. ibidem.
Illas modo conlegebat, etc. Desunt haec in
uno cod. Gall., sed exstant in P. hæc, inquam, 'Exɛiva
μόνα καλύπτουσα, usque ad καὶ κρύου; εναντιότης
τας. Sed abs re et ingenio auctoris non absunt; nec
sine injuria S. Joannis, cujus nuditas et afflictatio
corporis describitur, relinqui queunt.
Ex externis proferam. Ab Homero hemnistichium adagii loco desumit Odyss. 1, de Polyphemo:
Οὐδὲ ἐῴκει
Ανδρί γε σιτοφάγων
Nec similis erat homini pane vescenti,
col. 1063–1064page 3 of 44
PG 132:1063Ἵνα εἴπω τι καὶ τῶν ἔξωθεν, οὐδὲ ἑώκει ἀνδρὶ σιτοφάγῳ, ἀλλ᾽ ἄγγελος ἦν ἀτεχνῶς τοιούτῳ σώματι χρώμενος. Οὗτος δὴ μετὰ τὸ χειραπτῆσαι τὸν Κύριον, καὶ τῆς Ἡρώδου ἀκολασίας ἔλεγχος γίνεται Οὐκ Εξεστί σοι, λέγων, ἀδελφοῦ κοίτῃ συγχραίνεσθαι τί σαυτὸν αἰσχύνεις λέχος ενυβρίζων ομόγνιον, καὶ ἐπιδέμνια βαίνων παράνομα; Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ σου. ᾿Αλλὰ ταῦτα λέγων, ᾅδειν πρὸς ὄνον ἐδόκει, καὶ κωφῷ διαλέγεσθαι. ῾Ορῶν γὰρ Ηρώδης ραγδαίως τὸν προφήτην τοῖς ἐλέγχοις τοῦτον μαστίζοντα, ἀνυποστόλῳ τε θράσει τὸ δυσειδὲς τῆς φαύλης πράξεως ἐκπομπεύ οντα, πολλοῖς ἐμερίζετο τὴν ψυχήν, αἰσχύνῃ, έρωτι, καὶ θυμῷ· ᾐσχύνετο τοῦ κήρυκος τὸ ἀξίωμα· ὀργία ζετο ἐλεγχόμενος· ὁ ἔρως τὴν ὀργὴν ἐπὶ πλέον ἀνέ φλεγε, καὶ τέλος ἡ φιληδονία νικᾷ τὸ ἀνδράποδον. ή Αμελέτητος γὰρ ὤν, καὶ λίαν ἀπαιδαγώγητος, οὐκ εἶχεν ἀναπαλαίσαι λογισμῷ γενναίῳ τὴν ἔφεσιν. Η δὲ μοιχαλίς, ὡς ᾔσθετο τὸν Ἡρώδην ὑποτρέσαντα τοῦ προφήτου τὸν ἔλεγχον, ο Ἐφοβεῖτο γάρ, φησίν, ὁ 'Ηρώδης τὸν Ἰωάννην, καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκους, ο ταῦτα βλέπουσα ἡ μαινὰς, καὶ φοβηθεῖσα μὴ ὁ ἔλεγο χος ὀφθῇ κρείττων τοῦ ἔρωτος, ἑαυτὴν σχηματίσασα πρὸς τὸ σκυθρωπότερον, καὶ λοιβάδα δακρύων έχε στάξατα, πρὸς τὸν θηλυμανῆ ἐσχετλίαζε· Τί τούτο γένοιτ' ἂν δεινότερον, λέγουσα, τὸν ἐπὶ θώκου βασι λικοῦ ἐφεζόμενον, καὶ λαμπρυνόμενον ἀλουργίδι καὶ διαδήματι, ὑπὸ Ἰουδαίου σακκοφοροῦντος καὶ αὐτ χμοῦντος ὑβρίζεσθαι, καὶ ἀπείργεσθαι πληρούντα θυμήρη, καὶ φίλα, ἐξὸν βασιλικῇ ἐξουσίᾳ τεμεῖν τὴν γλῶσσαν τὴν ἀναιδῆ, καὶ ὑβρίστριαν, ἢ θηρίοις τὸν τολμητίαν ποιῆσαι βοράν, ἥκιστα δὲ ὑποπ πτειν καὶ μαλθακίζεσθαι, Υποχαυνωθεὶς οὖν τοῖς λόγοις τῆς καστωρίδος ὁ δείλαιος (πειθανοὶ γὰρ λό γοι μαχλάδος πρὸς ἐραστὴν βλάκα δάκρυσι κεκραν νύμενοι) θανάτῳ μὲν σβέσαι τὸν λύχνον οὐκ ἔδοχ μαζε, τὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρὸς σεβαζόμενος, καλύ πτει γε μὴν τοῦτον ὑπὸ τὸν μόδιον, ἐγκλείσας εἰρατῇ, καὶ ποδοκάκκῃ ἐνθείς. Ἀλλ᾽ οὔτε τοῦ προφήτου τὸ στόμα σεσίγηκεν, οὔτε ὁ θυμὸς τῆς μαχλάδος ἐλώ φησεν. Ερις δὲ συνειστήκει ἀμφοῖν· τοῦ μὲν προ φήτου, ὅπως τοῦ μύσους ἀπαλλάξῃ τὸν βασιλέα τῆς δὲ μαχλάδος, ὅπως τὸν κωλυτὴν τοῦ πόθου ἀποσκευάσηται, καὶ εὐκαιρίαν ἐζήτει τὸν ἀκόλαστον εμπλῆσαι θυμόν· καὶ μέντοι τετύχηκε τοῦ βουλεύματος· ἀεὶ γὰρ τὰ χείρω νικᾷ. Γενομένης γὰρ ἡμέν ρας εὐκαίρου, καὶ τῶν γενεθλίων ἐνστάντων, καθ' κωφῷ ᾅδεις. Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας Ηκουσας, ἢ οὐκ ἤκουσας, ἢ κωφῷ λέγω; Περὶ φυσικών δυνά μεων, 11: Τοῖς δ᾽ ἄλλοις οὕτω γενήσεται τὸ πράγμα περιττόν, ὡς εἰ καὶ μῦθον όνῳ τις λέγει Ονῳ τις ἔλεγε μῦθον, ὁ δὲ τὰ ὦτα ἐκίνει· Αείκο
scitur, sed plane angelus er: t in hujusmodi corpore. Ἵνα εἴπω τι καὶ τῶν ἔξωθεν, οὐδὲ ἑώκει ἀνδρὶ σιHic ergo postquam Dominum baptizassel, Hero- τοφάγῳ, ἀλλ᾽ ἄγγελος ἦν ἀτεχνῶς τοιούτῳ σώματι
dis intemperantie castigator est factus: Non licet, χρώμενος. Οὗτος δὴ μετὰ τὸ χειραπτῆσαι τὸν Κύριον,
inquit, tibi violare lectum fratris. Quid te ipsum καὶ τῆς Ἡρώδου ἀκολασίας ἔλεγχος γίνεται· Οὐκ
dedecore et fraternum torum injuria afficis, et Εξεστί σοι, λέγων, ἀδελφοῦ κοίτῃ συγχραίνεσθαι
thalamuin illegitimum invadis? Non licet tibi ha- τί σαυτὸν αἰσχύνεις λέχος ενυβρίζων ομόγνιον, καὶ
bere uxorem Philippi fratris tui. Verum hæc dicens
ἐπιδέμνια βαίνων παράνομα; Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν
asino canere videbatur, et surdo narrare. Nam
τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ σου. ᾿Αλλὰ ταῦτα
cum se sentiret Herodes ab hoc propheta vehemenλέγων, ᾅδειν πρὸς ὄνον ἐδόκει, καὶ κωφῷ διαλέγεtius increpationibus stimulari, et libere atque
σθαι. ῾Ορῶν γὰρ Ηρώδης ραγδαίως τὸν προφήτην
audacter ab eo traduci mali facinoris fœditatem,
τοῖς ἐλέγχοις τοῦτον μαστίζοντα, ἀνυποστόλῳ τε
multis perturbationibus, pudore, amore, ira, ejus θράσει τὸ δυσειδὲς τῆς φαύλης πράξεως ἐκπομπεύ·
animus vexabatur. Verebatur præconis auctoritaοντα, πολλοῖς ἐμερίζετο τὴν ψυχήν, αἰσχύνῃ, έρωτι,
tem; castigatus irascebatur; amor vero iram amκαὶ θυμῷ· ᾐσχύνετο τοῦ κήρυκος τὸ ἀξίωμα· ὀργία
plius incendebat, ac tandem voluptatis affectio illud
ζετο ἐλεγχόμενος· ὁ ἔρως τὴν ὀργὴν ἐπὶ πλέον ἀνέvile mancipiumn subegit. Cum enim nulla exercita- φλεγε, καὶ τέλος ἡ φιληδονία νικᾷ τὸ ἀνδράποδον.
ή
tione atque institutione esset excultus, generosa
aliqua cogitatione appetitum cohibere non poterat.
Adultera vero ubi Herodem ad prophetæ increpationes trepidantem animadvertit (Metuebat enim,
inquit, Herodles Joannem, et libenter eum audiebat,);
hæc, inquam, 420 cum illa furia animadvertisset,
metuens ne amor reprehensione vinceretur, vuliu
ad tristitiam conformato, lacrymisque distillans
cum insano illo amatore mulieris miserabiliter
conquerebatur. Quid hoc indignius fieri possit, aiebat, quam eum qui regio considet throno, et purpura et corona prafulget, a Judzo sacco et squalore
obsito conviciis impeti, et prohiberi quominus aninio suo obsequatur, cum tamen pro regia potestate
liceat tibi impudentem linguam et contumeliosum
abscindere, vel confidentem illum hominem feris
in cibom objicere; non vero contra succumbere
atque facrescere Igitur meretricula vei bis
emollitus infelix (illecebram enim habent meretricis verba permista lacrymis ad mollein amatorem
in suam sententiam fectendum), sed vero per mortem lucernam illam exstinguere reveritus virtutem
hominis, non rectum censuit; eam tamen sub inodio abscondit carcere eum includens, et in cippum
injiciens. Sed neque os prophetæ conticuit, nec
meretricis ira conquievit. Atque ambo inter se
certabant propheta quidem, quo pacto regem ab
illo fagitio expediret; meretrix vero quo pacto impedimentum amoris sui de medio tolleret; adeoque
tempus opportunum quærebat, quo effrenatos animos posset explere. Et sane e sententia res procesΑμελέτητος γὰρ ὤν, καὶ λίαν ἀπαιδαγώγητος, οὐκ
εἶχεν ἀναπαλαίσαι λογισμῷ γενναίῳ τὴν ἔφεσιν. Η
δὲ μοιχαλίς, ὡς ᾔσθετο τὸν Ἡρώδην ὑποτρέσαντα
τοῦ προφήτου τὸν ἔλεγχον, ο Ἐφοβεῖτο γάρ, φησίν,
ὁ 'Ηρώδης τὸν Ἰωάννην, καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκους, ο
ταῦτα βλέπουσα ἡ μαινὰς, καὶ φοβηθεῖσα μὴ ὁ ἔλεγο
χος ὀφθῇ κρείττων τοῦ ἔρωτος, ἑαυτὴν σχηματίσασα
πρὸς τὸ σκυθρωπότερον, καὶ λοιβάδα δακρύων έχε
στάξατα, πρὸς τὸν θηλυμανῆ ἐσχετλίαζε· Τί τούτο:
γένοιτ' ἂν δεινότερον, λέγουσα, τὸν ἐπὶ θώκου βασιλικοῦ ἐφεζόμενον, καὶ λαμπρυνόμενον ἀλουργίδι καὶ
διαδήματι, ὑπὸ Ἰουδαίου σακκοφοροῦντος καὶ αὐτ
χμοῦντος ὑβρίζεσθαι, καὶ ἀπείργεσθαι πληρούντα
θυμήρη, καὶ φίλα, ἐξὸν βασιλικῇ ἐξουσίᾳ τεμεῖν
τὴν γλῶσσαν τὴν ἀναιδῆ, καὶ ὑβρίστριαν, ἢ θηρίοις
τὸν τολμητίαν ποιῆσαι βοράν, ἥκιστα δὲ ὑποπ
πτειν καὶ μαλθακίζεσθαι, Υποχαυνωθεὶς οὖν τοῖς
λόγοις τῆς καστωρίδος ὁ δείλαιος (πειθανοὶ γὰρ λόγοι μαχλάδος πρὸς ἐραστὴν βλάκα δάκρυσι κεκραν
νύμενοι) θανάτῳ μὲν σβέσαι τὸν λύχνον οὐκ ἔδοχ
μαζε, τὴν ἀρετὴν τοῦ ἀνδρὸς σεβαζόμενος, καλύ
πτει γε μὴν τοῦτον ὑπὸ τὸν μόδιον, ἐγκλείσας εἰρατῇ,
καὶ ποδοκάκκῃ ἐνθείς. Ἀλλ᾽ οὔτε τοῦ προφήτου τὸ
στόμα σεσίγηκεν, οὔτε ὁ θυμὸς τῆς μαχλάδος ἐλώφησεν. Ερις δὲ συνειστήκει ἀμφοῖν· τοῦ μὲν προφήτου, ὅπως τοῦ μύσους ἀπαλλάξῃ τὸν βασιλέα
τῆς δὲ μαχλάδος, ὅπως τὸν κωλυτὴν τοῦ πόθου ἀπο
σκευάσηται, καὶ εὐκαιρίαν ἐζήτει τὸν ἀκόλαστον
εμπλῆσαι θυμόν· καὶ μέντοι τετύχηκε τοῦ βουλεύ
ματος· ἀεὶ γὰρ τὰ χείρω νικᾷ. Γενομένης γὰρ ἡμέν
ρας εὐκαίρου, καὶ τῶν γενεθλίων ἐνστάντων, καθ'
Francisci Scorsi notæ.
Asino canere, et surdo narrare. Duo adagia
unum in locum confert Theophanes. Alterum est
κωφῷ ᾅδεις. Surdo canis. Æschylus in Ἑπτὰ ἐπὶ
Θήβας -
Ηκουσας, ἢ οὐκ ἤκουσας, ἢ κωφῷ λέγω;
Audisti nec ne? aut surdo loquor?
Latinus etiam poeta eo allusit:
Non canimus surdis: respondent omnia silvæ.
Terentius Heautent.: Næ ille scit, quam mihi nunc
surdo narret fabulum. Alterum proverbium: Asino
fabulam. Galenus eo usus, Περὶ φυσικών δυνάμεων, lib. 11: Τοῖς δ᾽ ἄλλοις οὕτω γενήσεται τὸ
πράγμα περιττόν, ὡς εἰ καὶ μῦθον όνῳ τις λέγει·
Reliquis vero tam inutile fuerit scriptum quam si quis
asino narret fabulam, Exstat in Græcorum collect.
Ονῳ τις ἔλεγε μῦθον, ὁ δὲ τὰ ὦτα ἐκίνει· Αείκο
quispiam narrabat fabulam; at ille aures morebal.
Emollitus igitur meretricula verbis. Przler
verba mulieris ad hominis proclive ingenium subruendum efficacia persuasit etiam facile, inquil
Cornel. noster, quia Herodes, teste Josepho lib.
XIX Antiquit. cap. 7, malignæ erat indolis, malitiosus, et proclivis ad sævitiam,
Joanni ob crebras ejus reprehensiones.
ac infensus
col. 1065–1066page 4 of 44
PG 132:1065ὴν ἡμέραν ὁ προφητοκτόνος οὗτος, ὡς οὐκ ὤφειλε, τῆς μητρικῆς νηδύος ὠλίσθηκε, πολυτελὴς μὲν εύω χία τούτῳ ἡτοίμαστο, καὶ δαιτυμόνες πολλοὶ, καὶ μεγιστάνες ἐκέκληντο, καὶ χιλίαρχοι, καὶ τῆς Γα λιλαίας ὅσοι τὴν τύχην ἐπίδοξοι. Ηδη δὲ τοῦ δείπνου ἀκμάζοντος, ὁ δειπνοκλήτωρ γενόμενος πάροινος, ἄλλην παρασκευάζει τοῦ δείπνου τρυφήν, θυγάτριον ἦν τῇ Ηρωδιάδι ἐκ τῶν τοῦ Φιλίππου νομίμων κηδευμάτων τεχθέν, ἀστεῖον μὲν καὶ τὴν ὄψιν οὐκ ἄωρον, ἄλλως δὲ ἱταμὸν, καὶ προπετές, καὶ ἀναί σχυντον, καὶ ὡς ἀληθῶς τῆς ἀσπίδος μητρὸς ἀπεικόνισμα. Ταύτην κοσμήσασα ή μοιχαλίς μήτηρ ἀβρότερον, καὶ νυμφικῶς περιστείλασα, πρὸς τοὺς εὐωχουμένους έρχησομένην ἐξέπεμψεν. Ἡ δὲ ὡς ἐν μέσῳ γένοιτο τῶν δαιτυμόνων, πρὸς τὸ μὴ αἰ σχυνθῆναι κορικῶς ἀποξέσασα τῶν προσώπων αἰδῶ, ὥσπερ κορυβαντιῶσα ἐβάκχευε, σοβοῦσα τὴν κόμην, ἀσέμνως λυγιζομένη, ἀνατείνουσα τὴν ὠλένην, παραγυμνοῦσα τὰ στέρνα, θάτερον τοῖν ποδοῖν ἀναστέλλουσα, τῇ ταχείᾳ τοῦ σώματος συστροφή παραγυμνουμένη, καὶ τάχα τι καὶ τῶν ἀποῤῥήτων ὑποδεικνύουσα· ἀναιδεῖ τε προσώπῳ τοὺς τῶν παρόντων ὀφθαλμοὺς εἰ; ἑαυτὴν ἐπιστρέφουσα, καὶ σχήματι παντοδαποῖς ἔκπληκτα ποιοῦσα τῶν θεατών τὰ φρονήματα. "Ην δὲ ἄρα τότε ὁ κτηνώδης Ηρώ δης σωφρονοῦσιν ἀνθρώποις, ὡς εἰκὸς, καταγέλαστος, μείρακα παρθένον τό γε δοκεῖν ὄψεσιν ἀῤῥένων οὕτω παρασκευάσας ἀναισχυντεῖν· πρόσθεσις δὲ τοῦ κακοῦ, ὅτι καὶ ἤρεσεν αὐτῷ τῆς μαιναδογενούς ποδοστρόφου ή όρχησις. Τῷ δὲ τῆς μητρὸς αὐτῆς ἔρωτι καὶ τῇ μέθη κάτοχος ων, καίτοι μηδὲν αἰ τησάσης τῆς νεήλυδος, ἄχρι τοῦ τὴν βασιλείαν αὐτῇ διελεῖν ἐπηγγείλατο ἀντὶ πορνικών λυγισμάτων, καὶ ποδῶν ἀτάκτου στροφῆς, καὶ ὅρκον τῇ ἐπαγγελίᾳ ἐπέθηκε τὸ τῆς ἀκολασίας ἀνδράποδον. Τί οὖν τῆς ἐχίδνης τὸ γέννημα διδάσκεται παρὰ τῆς μητρός; οὐχ ὅρμον αἰτῆσαι μαργύρων, οὐ πέπλον βασιλικόν, οὐχ ἱμάτιον σηρικόν, οὐ θέριστρον, οὐδὲ κρήδεμνον, ταῦτα δὴ περὶ ἃ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν νεανίδων ἐπτύην ται, ἀλλ' ἀντ᾿ ἄλλης πάσης φιλοφροσύνης τὴν κει φαλὴν αἰτῆσαι τοῦ τὸν ἔρωτα λῦσαι σπουδάζοντος, καὶ ταύτην ἐξ αὐτῆς. «Δός μοι γάρ, φησίν, ἐξ αὐ τῆς, ἐπὶ πίνακος τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. Ὁ Ἐδεδοίκει γὰρ ἡ Ηρωδιάς, μὴ ἐξοινήσας Ηρώδης ἀπείποι τὸ δώρημα. Ο δέ· ἄθρει δὴ ψυ χὴν παρασυμβληθεῖσαν τοῖς κτήνεσιν·· Ἐλυπήθη Φ Μεγιστάνες, μέγιστον Ο τιμῆς ὀρεγόμενος παρὰ τοῦ βασιλέω; ἢ παρὰ μεγι στάνων Ο κτηνώδης Ηρώδης, ἐν παρονομασία ἦν δὲ χοιρώδης Ηρώδης
HOMILIA LXI.
ὴν ἡμέραν ὁ προφητοκτόνος οὗτος, ὡς οὐκ ὤφειλε, sit; semper enim deteriora vincant. Cum enim
τῆς μητρικῆς νηδύος ὠλίσθηκε, πολυτελὴς μὲν εύωχία τούτῳ ἡτοίμαστο, καὶ δαιτυμόνες πολλοὶ, καὶ
μεγιστάνες ἐκέκληντο, καὶ χιλίαρχοι, καὶ τῆς Γαλιλαίας ὅσοι τὴν τύχην ἐπίδοξοι. Ηδη δὲ τοῦ δείπνου
ἀκμάζοντος, ὁ δειπνοκλήτωρ γενόμενος πάροινος,
ἄλλην παρασκευάζει τοῦ δείπνου τρυφήν, θυγάτριον
ἦν τῇ Ηρωδιάδι ἐκ τῶν τοῦ Φιλίππου νομίμων
κηδευμάτων τεχθέν, ἀστεῖον μὲν καὶ τὴν ὄψιν οὐκ
ἄωρον, ἄλλως δὲ ἱταμὸν, καὶ προπετές, καὶ ἀναί
σχυντον, καὶ ὡς ἀληθῶς τῆς ἀσπίδος μητρὸς ἀπει- -
κόνισμα. Ταύτην κοσμήσασα ή μοιχαλίς μήτηρ
ἀβρότερον, καὶ νυμφικῶς περιστείλασα, πρὸς τοὺς
εὐωχουμένους έρχησομένην ἐξέπεμψεν. Ἡ δὲ ὡς
ἐν μέσῳ γένοιτο τῶν δαιτυμόνων, πρὸς τὸ μὴ αἰσχυνθῆναι κορικῶς ἀποξέσασα τῶν προσώπων αἰδῶ,
ὥσπερ κορυβαντιῶσα ἐβάκχευε, σοβοῦσα τὴν κόμην,
ἀσέμνως λυγιζομένη, ἀνατείνουσα τὴν ὠλένην,
παραγυμνοῦσα τὰ στέρνα, θάτερον τοῖν ποδοῖν
ἀναστέλλουσα, τῇ ταχείᾳ τοῦ σώματος συστροφή
παραγυμνουμένη, καὶ τάχα τι καὶ τῶν ἀποῤῥήτων
ὑποδεικνύουσα· ἀναιδεῖ τε προσώπῳ τοὺς τῶν
παρόντων ὀφθαλμοὺς εἰ; ἑαυτὴν ἐπιστρέφουσα, καὶ
σχήματι παντοδαποῖς ἔκπληκτα ποιοῦσα τῶν θεατών
τὰ φρονήματα. "Ην δὲ ἄρα τότε ὁ κτηνώδης Ηρώδης σωφρονοῦσιν ἀνθρώποις, ὡς εἰκὸς, καταγέλαστος,
μείρακα παρθένον τό γε δοκεῖν ὄψεσιν ἀῤῥένων οὕτω
παρασκευάσας ἀναισχυντεῖν· πρόσθεσις δὲ τοῦ
κακοῦ, ὅτι καὶ ἤρεσεν αὐτῷ τῆς μαιναδογενούς
ποδοστρόφου ή όρχησις. Τῷ δὲ τῆς μητρὸς αὐτῆς
ἔρωτι καὶ τῇ μέθη κάτοχος ων, καίτοι μηδὲν αἰτησάσης τῆς νεήλυδος, ἄχρι τοῦ τὴν βασιλείαν αὐτῇ
διελεῖν ἐπηγγείλατο ἀντὶ πορνικών λυγισμάτων, καὶ
ποδῶν ἀτάκτου στροφῆς, καὶ ὅρκον τῇ ἐπαγγελίᾳ
ἐπέθηκε τὸ τῆς ἀκολασίας ἀνδράποδον. Τί οὖν τῆς
ἐχίδνης τὸ γέννημα διδάσκεται παρὰ τῆς μητρός;
οὐχ ὅρμον αἰτῆσαι μαργύρων, οὐ πέπλον βασιλικόν,
οὐχ ἱμάτιον σηρικόν, οὐ θέριστρον, οὐδὲ κρήδεμνον,
ταῦτα δὴ περὶ ἃ οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν νεανίδων ἐπτύην
ται, ἀλλ' ἀντ᾿ ἄλλης πάσης φιλοφροσύνης τὴν κει
φαλὴν αἰτῆσαι τοῦ τὸν ἔρωτα λῦσαι σπουδάζοντος,
καὶ ταύτην ἐξ αὐτῆς. «Δός μοι γάρ, φησίν, ἐξ αὐ
τῆς, ἐπὶ πίνακος τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ. Ὁ Ἐδεδοίκει γὰρ ἡ Ηρωδιάς, μὴ ἐξοινήσας
Ηρώδης ἀπείποι τὸ δώρημα. Ο δέ· ἄθρει δὴ ψυ
χὴν παρασυμβληθεῖσαν τοῖς κτήνεσιν·· Ἐλυπήθη
opportunus incidisset dies, ac natalitia danda essent, quo die hic prophetæ interfector (quod utinam
nọn contigisset) ab utero materno ceciderat, sumptuosum ab illo convivium instructum est, et conviva multi primnores et tribuni, et quotquot in
Galilæa fortunæ donis erant insignes. Jam vero
vigescente convivio, cum vino incalesceret convi
vator, alias cœnæ delicias apparat. Erat Herodiadi
filiola ex legitimis Philippi nuptiis nata, elegans
sane et non indecora facie, cæterum lasciva, ct
temeraria, et iuverecunda, et aspidis revera matris
imago. Ilanc mater adultera cum delicatius exor.
nasset, et cultu sponsæ induisset, produxit ad
convivas ut coram eis saltaret. Illa vero, simul ac
Φ processit in medium, perfricta fronte, ut mulier
cule solent, et omni absterso pudore Corybantum
more bacchari cepit, quatere comam, 421
incomposite se movere, ulnas extendere, aperire
pectus, alterum pedem attollere ac celeri conversione
corporis denudari, aliquid fortassis indicans eorum,
quæ nec nominare fas est. Omnino impudenti facie
præsentium oculos in se convertere, et omni genere
gestus spectatorum animos stupidos detinere. Et
profecto tum Herodes pecudi similior quam homi
ni omnibus quibus pectus saperet, merito
deridiculus erat; qui adolescentulam, ut certe
putabatur, virginem, in virorum aspectu adeo inverecunde permitteret agere. Sed illud mali adcditamentum fuit, quod saltatricis illius furentis,
instar Mænadis, ei saltatio placuit. Quod vero et
matris ipsius amore simul, et ebrietate detentus
esset, quamvis illa quæ nuper advenerat, nihil
petente, pollicitus est tamen se regnum suum cum
illo, pro meretricis scilicet motibus, et petulanti
pedum conversione, partiturum: et permissioni
jusjurandum adjunxit mancipium illud intemperantiæ. Quid igitur progenies vipera a matre edocetur? non uti margaritis consertum monile, non
regale peplum, non sericam pallam, non tberi
strium non vittas, non hæc, inquam, quæ omnium puellarum oculi maxime admirantur; sed
quod esset omnis munificentiæ loco, caput ut prteret ejus, qui amorem solvere conabatur; idque
quam primum ut faceret: ‹ Da mihi, inquit, protinus in disco caput Joannis Baptistæ. >Timebat enim
Francisci Scorsi nota.
Mulli primores. Μεγιστάνες, ut habet Græcus,
quæ vox apud veteres non facile legitur. Megistanes eam Latini verterunt, Sueton. in Calig. et
Corn. Tacit. Simul consilio terrorem adducere, et
Megistanes Armenios, qui primi a nobis defecerant,
pepulit sedibus. μέγιστον id derivari non est dubium; lege Philippum Beroal. in Sueton. locum
cit. Apud antiquos Latinos ejus nullus usus, sicuti
nec Latina itidem illi respondens vulgo versata
magnates. Legitur tamen Græca vox in sacris Litteris, hic a S. Marco et Dan. cap. uti usurpata;
usus est etiam Alex. Aphrodis. in Top.: Ο τιμῆς
ὀρεγόμενος παρὰ τοῦ βασιλέω; ἢ παρὰ μεγι
στάνων· Qui honorem cupit a rege vel primoPATROL. GR. CXXXII.
ribus.
Corybantum more, etc. Quadrat hic hæc versio, quia convenit mos Corybantum cum saltatione
Herodiadis, neque repugnant quæ adnotavimus
hom. 9, not. 68, ubi lege de Corybantibus.
Pecudi similior quam homini. Ο κτηνώδης
Ηρώδης, inquit auctor, et quidem similitudine
litterarum venustate ludens, et illudens Herodem ἐν
παρονομασία «ominis ipsius eodem fere tropo quo
supra ad hom. de Passione, ubi ἦν δὲ χοιρώδης
Ηρώδης ad quam vide not. 41, hom. 27.
N. theristrium. Vide de theristrio dicta ad
horn. 14, not. 33.
col. 1007–1008page 5 of 44
PG 132:1007γάρ, φησὶ, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι. Κεκαττι μένον πλάσμα ἦν τὸ τῆς λύπης, καὶ πρόφασις. Ή γὰρ ἔνορκος ὁμολογία, ἣν ἐποιήσατο, ὅσον τὸ ἥμισυ τῆς βασιλείας ἦν. Τοῦτο δὲ κατάσχεσις γῆς ἦν, καὶ κτήματα, καὶ χρήματα, καὶ βοσκήματα, οὐ προφητικὴ κεφαλή, ἧς οὐδ' ὁ κόσμος ὅλος ἀντάξιος. τέμνεται οὖν ἡ πανίερος κάρα, ἡ καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀγγέλοις αἰδέσιμος. "Ω μιαρὰ φρήν, ἡ τοιοῦτον φόνον δολοφ ῥαφήσασα ὦ βδελυρά γλῶσσα, ἡ τοιαύτην ἀπό φασιν ἐπιτάξασα ὦ τολμηρὰ χείρ, ἡ πρὸς τοῦτο ὑπηρετήσασα. Καὶ εἰσάγεται ἐπὶ πίνακος πλήρης Ο αἵματος τοῖς δαιτυμόσι θέαμα σκυθρωπὸν πρὸς τοὺς κωμῶντας καὶ μεθύοντας ὁ τῇ ἀσιτίᾳ μικροῦ καὶ ἀγγέλοις συναμιλλώμενος, και μαχλῶσα πόρνη τὸν ἀπαθῆ καὶ παρθένον κρατοῦσα κατετρύφα και 422 χάζουσα, εἰς τέλος ἀποδὰν ὁρῶσα τὸ ἥδιστον αὐτῇ θέαμα, καὶ πρὸ πολλοῦ μελετώμενον, ἥτις καὶ ὥσπερ δεδοικυία μὴ τῷ λοιπῷ σώματι ἑνωθεῖσα διαναστῇ, καὶ αὖθις τοῦ συνήθους ἐλέγχους ἐφάψηται, αὐτὴν μὲν γῆς ἐγκατακρύπτει μυχοῖς, τὸ δὲ λοιπὸν ἅγιον σῶμα οἱ μαθηταὶ λαβόντες ἐν γῇ κεκηδεύκασι. διὰ τοῦ ᾿Αρέτα τὴν ἀρετὴν Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν ἱερὸν Πρόδρομον οὕτω συνέβη. Εδει γὰρ ἔδει τὸν ἐκ Λευϊτικῆς ὀσφύος γεν νώμενον, κατ' ἀμφοῖν τοῖν γενεοῖν Ααρωνίτην ὑπάρξαντα ταῖς ἐξ αἱμάτων βαφαῖς τὸ ἱερὸν περι χλαινίσασθαι κόκκινον, καὶ τὸν μείζονα ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, μηδ' ἐν τούτῳ ἀπολειφθῆναι τῶν τελετων θέντων δι' αἵματος. Καὶ ὥσπερ τ' ἄλλα τῶν ἐντίμων ὀνομάτων κεκλήρωται, οὕτως οὐδὲ τῆς μαρτυρικῆς Αμοίρησε κλήσεως. "Απεισι γοῦν ὥσπερ τοῖς ἐν γῇ, οὕτω καὶ τοῖς ἐν ᾅδου κηρύξων τὴν τοῦ Σωτῆρος κάθοδον, ἡ τῆς παλαιᾶς παῦλα, ἡ τῆς νέας ἀρχὴ, ὁ μεσίτης ἀμφοῖν, ἡ φωνὴ, ὁ λύχνος, ὁ ἑωσφόρος, ὁ ἄγγελος, ὁ ἀπόστολος, ὁ Λευίτης, ὁ Μαρωνίτης, δ προφήτης, ὁ ὀρε:φείτης, ὁ Βαπτιστής, ὁ κῆρυξ, ὁ Πρόδρομος, ὁ παρθένος, ὁ διδάσκαλος τῆς μετανοίας, ὁ ἔλεγχος τῆς ἁμαρτίας, ὁ μάρτυς· τοῦτο γὰρ οἷον ἐπισφράγισμα κάλλιστον τῶν ὀνομάτων τέθεικεν. Ἡμεῖς δὲ, ὦ Χριστώνυμον άθροισμα, τούτου τὴν ἱερὰν μαρτυρίαν πνευματικῶς ἑορτάσωμεν, ἑαυτοῖς δὲ μάλα προσχῶμεν, μὴ τὰ τοῦ Ἡρώδου καὶ ἐν ἡμῖν γενέσθαι συμβῇ· συμβαίνει γὰρ πάντως τρόπον ἕτερον τοῖς μὴ ἀραρότως προσέχουσιν. Ο. πηνίκα γὰρ ὁ νοῦς τὴν μὲν κατὰ θεῖον νόμον σύνολο κον ἀποστέρξειε τὴν θυγατέρα του βασιλέως Αρέτα νοεῖς δὲ διὰ τοῦ ᾿Αρίτα τὴν ἀρετήν· αὕτη γάρ προ πωδεστάτη καὶ κατὰ φύσιν σύζυγος τοῦ νούς· ὅταν οὖν ταύτην παραγκωνίσηται, καὶ τὴν ἐπείσακτον, καὶ μοιχαλίδα κακίαν ἐνστέρξεις, περὶ τὰς σωμα τικὰς ἡδονὰς λιχνευσάμενος, τότε Ἡρώδης άντικρις γίνεται. Ηρώδης γὰρ δερμάτινος ἑρμηνεύεται, δ
Herodias, ne cum ex vino deferbuisset, donum re- γάρ, φησὶ, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακει
cusaret Ilerodes. Ille vero; vide animam jumentis μένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι.» Κεκαττι
insipientibus assimilatam: • Contristatus est, μένον πλάσμα ἦν τὸ τῆς λύπης, καὶ πρόφασις. Ή
inquit, propter juramentum autem, et simul propter γὰρ ἔνορκος ὁμολογία, ἣν ἐποιήσατο, ὅσον τὸ ἥμισυ
discumbentes noluit illam contristare.» Figmentum τῆς βασιλείας ἦν. Τοῦτο δὲ κατάσχεσις γῆς ἦν, καὶ
quoddam fuit, et prætextus, simulatio illa mœroris. κτήματα, καὶ χρήματα, καὶ βοσκήματα, οὐ προφη
Etenim illa promissio, quam fecerat, jurejurando τική κεφαλή, ἧς οὐδ' ὁ κόσμος ὅλος ἀντάξιος. Τέμνε
firmata ad regni dimidium extendebatur. Qua qui- ται οὖν ἡ πανίερος κάρα, ἡ καὶ αὐτοῖς τοῖς ἀγγέλοις
dem terra, et possessiones, et pecunia, et pecora αἰδέσιμος. "Ω μιαρὰ φρήν, ἡ τοιοῦτον φόνον δολοφ
continentur: non vero prophetæ caput, cujus ne ῥαφήσασα! ὦ βδελυρά γλῶσσα, ἡ τοιαύτην ἀπό
totus quidem mundus dignum pretium esset. Ob- φασιν ἐπιτάξασα! ὦ τολμηρὰ χείρ, ἡ πρὸς τοῦτο
truncatur igitur sanctissimum caput, vel ipsis an- ὑπηρετήσασα. Καὶ εἰσάγεται ἐπὶ πίνακος πλήρης
gelis venerandum. Ο detestabilis mens, quæ talem αἵματος τοῖς δαιτυμόσι θέαμα σκυθρωπὸν πρὸς τοὺς
caulem est machinata! O exsecrauda lingua quæ κωμῶντας καὶ μεθύοντας ὁ τῇ ἀσιτίᾳ μικροῦ καὶ
talem sententiam protulit! O audax manus quæ ἀγγέλοις συναμιλλώμενος, και μαχλῶσα πόρνη τὸν
illi famulata est! Ac jam introfertur in disco per- ἀπαθῆ καὶ παρθένον κρατοῦσα κατετρύφα και
fusum 422 sanguine, triste convivis spectaculum, χάζουσα, εἰς τέλος ἀποδὰν ὁρῶσα τὸ ἥδιστον αὐτῇ
atque ad comessantes et ebrios, ille qui cibi ab- θέαμα, καὶ πρὸ πολλοῦ μελετώμενον, ἥτις καὶ ὥσπερ
stinentia vel cum angelis contendebat, et lasciviens δεδοικυία μὴ τῷ λοιπῷ σώματι ἑνωθεῖσα διαναστῇ,
meretrix eo, qui passionibus liber erat, et virgo, καὶ αὖθις τοῦ συνήθους ἐλέγχους ἐφάψηται, αὐτὴν
polita delectabatur,el cachinnabat, cum illud ju- μὲν γῆς ἐγκατακρύπτει μυχοῖς, τὸ δὲ λοιπὸν
cundissimum spectaculum et plurimi æstimatum ἅγιον σῶμα οἱ μαθηταὶ λαβόντες ἐν γῇ κεκηδεύκασι.
tandem obtigisse sibi videret; et perinde ac vereretur, ne caput illud reliquo conjunctum corpo.
ri revivisceret, et consuetain reprehensionem rursus inceptaret, ipsum quidem in terræ visceribus
obruit; reliquum vero sanctum corpus discipuli tulerunt, et humo mandarunt.
Igitur quæ ad sanctum Præcursorem attinent,
ita facta sunt. Oportebat nimirum, oportebat eum
qui erat ex Levitico semine et ex utroque parente c
Aaronis stirpe prognatus, sacrum indueret coccinum,
ex suomet sanguine tinctum et qui inter natos mulierum major erat, inter eos qul sanguine consummati
sput, non esset minor. Et sicuti cætera honorifica
nomina sortitus est, ita neque titulo martyris expers
essel. Abit igitur sicuti in terris fecerat, ita apud
inferos nuntiaturus adventum Domini ille, qui veteris legis cessatio, et principium exstitit novæ, medius
inter utramque, vox, lucerna, lucifer, angelus, apostolus, Levites, Aaronites, propheta, montium cullor,
Baptis:a praco, precursor, virgo, penitentiæ magister, castigator peccati, martyr; hoc enim veluti
sigillum cæteris nominibus est appositum.
Nos vero, o Christiana concio, sacrum illius
martyrium spiritualiter celebremus; nobisque maxime caveamus, ne idem quod Herodi contingat.
Contingit enim omuino, et si alio modo iis qui sibi
intento animo non prospiciunt. Ubi enim mens
flian regis Aretæ ex divina sibi copulatam lege
fuerit aversala: intelligis porrro διὰ τοῦ ᾿Αρέτα
τὴν ἀρετὴν per Aretam scilicet virtutem: hæc
enim honestissima et naturalis mentis est conjux; ubi igitur hanc repudiarit, et vitiositatem
ut adulteram, atque adventitiam amore complexa
fuerit, ubi nimirum se corporis voluptatibus ingurgitarit, tunc alter Herodes efficitur. Herodes
i Psal. XLVIII, 13.
Τὰ μὲν οὖν κατὰ τὸν ἱερὸν Πρόδρομον οὕτω
συνέβη. Εδει γὰρ ἔδει τὸν ἐκ Λευϊτικῆς ὀσφύος γεν
νώμενον, κατ' ἀμφοῖν τοῖν γενεοῖν Ααρωνίτην
ὑπάρξαντα ταῖς ἐξ αἱμάτων βαφαῖς τὸ ἱερὸν περι
χλαινίσασθαι κόκκινον, καὶ τὸν μείζονα ἐν γεννητοῖς
γυναικῶν, μηδ' ἐν τούτῳ ἀπολειφθῆναι τῶν τελετων
θέντων δι' αἵματος. Καὶ ὥσπερ τ' ἄλλα τῶν ἐντίμων
ὀνομάτων κεκλήρωται, οὕτως οὐδὲ τῆς μαρτυρικῆς
Αμοίρησε κλήσεως. "Απεισι γοῦν ὥσπερ τοῖς ἐν γῇ,
οὕτω καὶ τοῖς ἐν ᾅδου κηρύξων τὴν τοῦ Σωτῆρος
κάθοδον, ἡ τῆς παλαιᾶς παῦλα, ἡ τῆς νέας ἀρχὴ, ὁ
μεσίτης ἀμφοῖν, ἡ φωνὴ, ὁ λύχνος, ὁ ἑωσφόρος, ὁ
ἄγγελος, ὁ ἀπόστολος, ὁ Λευίτης, ὁ Μαρωνίτης, δ
προφήτης, ὁ ὀρε:φείτης, ὁ Βαπτιστής, ὁ κῆρυξ, ὁ
Πρόδρομος, ὁ παρθένος, ὁ διδάσκαλος τῆς μετανοίας,
ὁ ἔλεγχος τῆς ἁμαρτίας, ὁ μάρτυς· τοῦτο γὰρ οἷον
ἐπισφράγισμα κάλλιστον τῶν ὀνομάτων τέθεικεν.
Ἡμεῖς δὲ, ὦ Χριστώνυμον άθροισμα, τούτου τὴν
ἱερὰν μαρτυρίαν πνευματικῶς ἑορτάσωμεν, ἑαυτοῖς
δὲ μάλα προσχῶμεν, μὴ τὰ τοῦ Ἡρώδου καὶ ἐν
ἡμῖν γενέσθαι συμβῇ· συμβαίνει γὰρ πάντως
τρόπον ἕτερον τοῖς μὴ ἀραρότως προσέχουσιν. Ο.
πηνίκα γὰρ ὁ νοῦς τὴν μὲν κατὰ θεῖον νόμον σύνολο
κον ἀποστέρξειε τὴν θυγατέρα του βασιλέως Αρέτα
νοεῖς δὲ διὰ τοῦ ᾿Αρίτα τὴν ἀρετήν· αὕτη γάρ προ
πωδεστάτη καὶ κατὰ φύσιν σύζυγος τοῦ νούς· ὅταν
οὖν ταύτην παραγκωνίσηται, καὶ τὴν ἐπείσακτον,
καὶ μοιχαλίδα κακίαν ἐνστέρξεις, περὶ τὰς σωμα
τικὰς ἡδονὰς λιχνευσάμενος, τότε Ἡρώδης άντικρις
γίνεται. Ηρώδης γὰρ δερμάτινος ἑρμηνεύεται, δ
Francisci Scorsi nota.
Ex Levitics genere. Vide ad ho. 55, not. 42.
col. 1079–1080page 6 of 44
PG 132:1079οὗ τὸ χοϊκὴν εἰκονίζεται φρόνημα. Οταν οὖν κυ ρ' εύσῃ τὸν νοῦν τῆς ἁμαρτίας ὁ ἱμερος, τότε δή, τότε τὸν ἐλέγχοντα Ιωάννην πείθει παραδοῦναι τῇ φυλακῇ. Σύνες τὸ κεκρυμμένον ἐν τῷ αἰνίγματι. Ἰω ἀννης ἐστὶν ἡ τοῦ λόγου χάρις τοῦ δοθέντος ἡμῖν ἐκ Θεοῦ, ἢ τὸ συνειδὸς ἑκάστου ἁμαρτάνοντος ἐπι πλήττουσα. Ταύτην τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀφανίσαι ἀφ' ἡμῶν ἡ ἁμαρτία ζητεῖ, ὡς ἂν μὴ, τοῖς ἐκ τοῦ συνειδότος ελέγχοις ξαινόμενοι, διὰ μετανοίας ἀποῤ δίψωμεν τὴν ἐπείσακτον, καὶ προσλάβοιμεν την ὁμόζυγον, καὶ παραινοῦσα πείθει, ὡς τὰ πολλὰ τοὺς μὴ νήφοντας, καὶ κλείεται ὁ ἐλέγχων ἐν φυλακή. Νεο το ἂν φυλακὴ ἡ ἕξις τοῦ κακοῦ. Κρύπτεται οὖν ὁ λόγος ἀφ' ἡμῶν ἐν ἕξει γενομένης τῆς ἁμαρτίας, τοῦ νοὸς μετὰ τῶν αὐτοῦ δαιτυμόνων μεθύοντος, τῶν αὐτῶν λογισμῶν δηλαδή, ἐξορχεῖται κατὰ τῆς ἡμῶν εὐηβείας ἡ τῆς ἁμαρτίας θυγάτηρ ἡδονὴ, πανταχόθεν ἡμᾶς ὑποσαίνουσα, καὶ ἄθλον ζητοῦσα Ιωάννου τὸν θάνατον. Δέδοικε γὰρ μή, τῆς φυλακῆς ἀπολυθεὶς, τοῖς ἐλέγχοις διαλύσοι τὸν ἀθέμιτον θάλαμον. 11:σα ἡ ἱστορία διὰ τούτων ἐνδείκνυται! Επειδὰν ἐν ἕξει τοῦ κακοῦ ποιήσῃ ἡμᾶς ὁ διάβολος, ἔτι δειλιᾷ μήποτε ανανήψωμεν, καὶ πρὸς ἀπόγνωσιν ἡμᾶς διω θεῖ. Οὗτος γὰρ ὁ Ἰωάννου φόνος ἐστὶ, καὶ οὕτω θνήσκει ἡ ἐν ἡμῖν χάρις του λόγου, οἱονεὶ καρατο μουμένη τῷ ξίφει τῆς ἀπογνώσεως. Οταν οὖν τοῦτο γένηται, ἀναχωρεῖ ἀφ᾿ ἡμῶν ἡ σωτηρία·. Ακού σας γάρ, φησὶν, ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν.» Ως ἂν οὖν μὴ τοῦτο συμβῇ, σπουδάσωμεν φεύγειν τὴν Ηρωδιάδα τὴν δερματίνην, ενστερνίζεσθαι δὲ καὶ ποθεῖν τὴν ὁμόζυγον τοῦ νοὸς ἀρετὴν, τὴν θυγατέρα τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, ἐφεπόμενοι τῷ πατριάρχου Ἀβραὰμ ὑποδείγματι, ὅς, ἐκβαλὼν τὴν παιδίσκην κατὰ τὸ θεῖον ἐπίταγμα, κατέσχε τὴν ἐλευθέραν. Οὐ γὰρ ἦν θέμι; συνεῖναι τῇ ἀρετῇ τὴν κακίαν ἐν τῇ τοῦ πατριάρχου ψυχῇ, ὅπερ διὰ τῆς δούλης καὶ τῆς ἐλευθέρας ὁ λόγος ᾐνίξατο. ᾿Αληθῶς γὰρ τὰ τῆς κακίας γεννήματα οὐ κληρονομήσει με τι τῶν εὐγενῶν ἐγγόνων τῆς ἀρετῆς, οὐδὲ ἐπιβήσεται τὴν νοητὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἣν οἱ πραείς κληρονομήσουσι κατὰ τὴν θείαν φωνήν. Ταύτης καὶ ἡμεῖς ἐπιβαίνοιμεν, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀϊδίων ἀγαθῶν ἀπολαύσαιμεν πρεσβείαις τοῦ μεγάλου προφήτου, προδρόμου, καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, καὶ χάριτι τῆς ὑπερφώτου, καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος, τῆς ἐν Πατρί, καὶ Γιῷ, καὶ ἁγίῳ Πνεύματι γνωριζομένης, τῆς ἀδιαιρέτου, καὶ ὁμοουσίου φύσεως, ᾗ πρέπει πᾶσα τιμή, καὶ δόξα, καὶ αἴνεσις, καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. ΟΜΙΛΙΑ ΙΒ'. Εἰς τὸν γενόμενον αὐχμόν. Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ, καὶ τοῖς ὀφθαλ Ὑπερφώτος,
HOMILIA LXII.
οὗ τὸ χοϊκὴν εἰκονίζεται φρόνημα. Οταν οὖν κυ- enim pelliceum interpresaur per quem
ρ' εύσῃ τὸν νοῦν τῆς ἁμαρτίας ὁ ἱμερος, τότε δή,
τότε τὸν ἐλέγχοντα Ιωάννην πείθει παραδοῦναι τῇ
φυλακῇ. Σύνες τὸ κεκρυμμένον ἐν τῷ αἰνίγματι. Ἰωἀννης ἐστὶν ἡ τοῦ λόγου χάρις τοῦ δοθέντος ἡμῖν
ἐκ Θεοῦ, ἢ τὸ συνειδὸς ἑκάστου ἁμαρτάνοντος ἐπιπλήττουσα. Ταύτην τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀφανίσαι
ἀφ' ἡμῶν ἡ ἁμαρτία ζητεῖ, ὡς ἂν μὴ, τοῖς ἐκ τοῦ
συνειδότος ελέγχοις ξαινόμενοι, διὰ μετανοίας ἀποῤδίψωμεν τὴν ἐπείσακτον, καὶ προσλάβοιμεν την
ὁμόζυγον, καὶ παραινοῦσα πείθει, ὡς τὰ πολλὰ τοὺς
μὴ νήφοντας, καὶ κλείεται ὁ ἐλέγχων ἐν φυλακή.
Νεο το ἂν φυλακὴ ἡ ἕξις τοῦ κακοῦ. Κρύπτεται οὖν
ὁ λόγος ἀφ' ἡμῶν ἐν ἕξει γενομένης τῆς ἁμαρτίας,
τοῦ νοὸς μετὰ τῶν αὐτοῦ δαιτυμόνων μεθύοντος, τῶν
αὐτῶν λογισμῶν δηλαδή, ἐξορχεῖται κατὰ τῆς ἡμῶν
εὐηβείας ἡ τῆς ἁμαρτίας θυγάτηρ ἡδονὴ, πανταχό
θεν ἡμᾶς ὑποσαίνουσα, καὶ ἄθλον ζητοῦσα Ιωάννου
τὸν θάνατον. Δέδοικε γὰρ μή, τῆς φυλακῆς ἀπολυθεὶς, τοῖς ἐλέγχοις διαλύσοι τὸν ἀθέμιτον θάλαμον.
11:σα ἡ ἱστορία διὰ τούτων ἐνδείκνυται! Επειδὰν ἐν
ἕξει τοῦ κακοῦ ποιήσῃ ἡμᾶς ὁ διάβολος, ἔτι δειλιᾷ
μήποτε ανανήψωμεν, καὶ πρὸς ἀπόγνωσιν ἡμᾶς διωθεῖ. Οὗτος γὰρ ὁ Ἰωάννου φόνος ἐστὶ, καὶ οὕτω
θνήσκει ἡ ἐν ἡμῖν χάρις του λόγου, οἱονεὶ καρατομουμένη τῷ ξίφει τῆς ἀπογνώσεως. Οταν οὖν τοῦτο
γένηται, ἀναχωρεῖ ἀφ᾿ ἡμῶν ἡ σωτηρία·. Ακούσας γάρ, φησὶν, ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν.» Ως ἂν
οὖν μὴ τοῦτο συμβῇ, σπουδάσωμεν φεύγειν τὴν
Ηρωδιάδα τὴν δερματίνην, ενστερνίζεσθαι δὲ καὶ
ποθεῖν τὴν ὁμόζυγον τοῦ νοὸς ἀρετὴν, τὴν θυγατέρα
τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, ἐφεπόμενοι τῷ πατριάρχου
Ἀβραὰμ ὑποδείγματι, ὅς, ἐκβαλὼν τὴν παιδίσκην
κατὰ τὸ θεῖον ἐπίταγμα, κατέσχε τὴν ἐλευθέραν.
Οὐ γὰρ ἦν θέμι; συνεῖναι τῇ ἀρετῇ τὴν κακίαν ἐν
τῇ τοῦ πατριάρχου ψυχῇ, ὅπερ διὰ τῆς δούλης
καὶ τῆς ἐλευθέρας ὁ λόγος ᾐνίξατο. ᾿Αληθῶς γὰρ τὰ
τῆς κακίας γεννήματα οὐ κληρονομήσει με τι τῶν
εὐγενῶν ἐγγόνων τῆς ἀρετῆς, οὐδὲ ἐπιβήσεται τὴν
νοητὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἣν οἱ πραείς κληρονομήσουσι κατὰ τὴν θείαν φωνήν. Ταύτης καὶ ἡμεῖς
ἐπιβαίνοιμεν, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀϊδίων ἀγαθῶν
ἀπολαύσαιμεν πρεσβείαις τοῦ μεγάλου προφήτου,
προδρόμου, καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, καὶ χάριτι τῆς
ὑπερφώτου, καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος, τῆς ἐν Πατρί,
καὶ Γιῷ, καὶ ἁγίῳ Πνεύματι γνωριζομένης, τῆς
ἀδιαιρέτου, καὶ ὁμοουσίου φύσεως, ᾗ πρέπει πᾶσα
τιμή, καὶ δόξα, καὶ αἴνεσις, καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν
καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Εἰς τὸν γενόμενον αὐχμόν.
• Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ, καὶ τοῖς ὀφθαλ
es Matth. v, 4.
"
adumbratur terræ, ac pulveri involutus affectus.
Dum igitur peccati amor in mentem dominabitur,
tunc profecto lune castigatorem Joannem in custodiam dari suadet. Intellige quid hoc abscondatur
423 ænigmate: Joannes est nobis a Deo impertitum donum rationis, quæ peccantis upiuscujusque conscientiam plectit. Hanc Dei gratian) a nobis
peccatum amoliri contendit, ne conscientia reprehensionibus stimulati per poenitentiam ejiciamus alienam uxorein, et legitimam accipiamus:
et minus attentos, ac sobrios plerumque hortando
perpellit adeoque in carcere castigator includitur.
Per carcerem habitum intelligere possis in male
Absconditur igitur a nobis ratio cum invaluit con;-
suetudo peccati, cunque mens una cum suis convivis, ipsis scilicet cogitationibus inebriata fuerit,
saltat peccati filia voluptas stultitiæ, ac vecordiæ
nostræ tempore, ac nobis adblanditur omnibus
modis, et Joannis interitum, ut præmnium petit;
timet enim ne carcere jam liberata, objurgationibus crebris nefarium conjugium dirimat. Quanta
per hæc considerationum suppetit copia. Ubi nos
ad habitum peccati diabolus jam adegit, adhuc
metuit, ne aliquando resipiscauius; adeoque mas
ad desperationem impellit. Hæc enim cædes Joannis est, atque ita in nobis rationis gratia veluti
desperationis gladio obtruncata moritur. Quando
igitur id evenerit, recedit a nobis salus: «Audiens,
enim, inquit, Jesus secessit. › Ne igitur hoc nobis
contingat, studeamus feroliadem illam pelliceam
fugere; amplexari vero et concupiscere conjugemn
mentis virtutem, filiam illam Christi regis, et patriarchæ Abrahami consectemur exemplum, qui
ex divino præcepto ejecta ancilla, retinuit liberam. Neque enima fas est una versari in patriarchæ
animo cum virtute malitiam, quod per ancillam,
et liberam innuit seruo divinus. Re enim vera
vitii soboles cum ingennis virtutis liberls non hæreditabit, neque ad intelligibilem promissionis ter
ram adibit, quam juxta promissionem Domini
possidebunt miles ". Ad hanc nos pervenire, et
sempiternis illius bonis perfrui enitamur intercessionibus magni illius prophetæ, præcursoris, et
Baptista Joannis, et gratia Trinitatis vitæ fontis,
et lucem excedentis omnen quæ in Patre et
samitto Spiritu cognoscitur unius indivisae, consub
stantialisque natura, cui convenit omnis honor,
et gloria, et laus, et magnificentia nunc et semper
et in secula seculorum. Αmen.
HOMILIA LXII.
De siccitate que eo tempore contigit.
424 • Quis dabit capis meo aquam, et oculis
Francisci Scorsi nota.
(:)) Pelliceum interpretamur. Hæc interpretatio
discussa est ad hom. 52, not. 25.
Lucem excedentis omnem. Ὑπερφώτος, sic
locutus hom. 5, ad quam vide not. 8; ibi enim de
hujusmodi epithetis copiosius.
De siccitate. Tres siccitates agrorum ob
pluviæ defectum Constantinopolitano et in circumcirca regionibus contigisse Joannes Curopalate,
et ex eo Cedrenus memoriæ, litterisque prodiderunt.
Primam imper. Basilio, qui imperare cœpit post
col. 1071–1072page 7 of 44
PG 132:1071μοῖς μου πηγὴν δακρύων σε Επιδαψιλευέτω μοι τὸ τοῦ λόγου προοίμιον ὁ Ἱερεμίας, ὁ τῶν προφητῶν συμπαθέστατος. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος μὲν μιᾶς πόλεως τῆς Ἱερουσαλήμ τήν ἐρημίαν ὠδύρετο, ἐγὼ δὲ πάσης τῆς περιχώρου ταύτης ὁρῶν τὴν ἐπελθοῦσαν μάστιγα εἰς θρήνους κινοῦμαι καὶ δάκρυα· ἐκλείσθη γὰρ ὁ οὐρανὸς διὰ τὰς ἁμαρ τίας ἡμῶν, καὶ τῷ ἡλιακῷ φλογμῷ αἱ νεφέλαι ὡσεὶ φρύγιον συνεφρύγησαν. Αἱ τῶν ὑδάτων ἀπεξηράνθησαν πίδακες, καὶ ποταμῶν ἀεννάων ἐξέλιπε ρεύματα. Ἡ δὲ γῇ πυρακτωθεῖσα τῷ καύσωνε τους συνήθεις δοῦναι καρποὺς ἀπαναίνεται. Φεῦ τῶν ἡμετέρων κακῶν! καὶ αὐτὰ γὰρ τὰ ἄλογα ζωα κινδυνεύσει διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. Ἀπεξηράνθη γὰρ αὐτοῖ; ὁ χόρτος, μᾶλλον δὲ οὐκ ἐβλάστησε, καὶ τῷ λιμῷ διαφθείρονται· καὶ βοῦς μὲν ἐλεεινὸν μυκᾶται, καὶ οἷον ἐπιθανάτιον· τὰ δὲ ποίμνια βληχεται γερα τῷ βληχήματι, ὡς φλογώδη κρατῆρα τὴν τῶν ὑδά των πόσιν προκειμένην θεώμενα, καὶ πρὸ καιρού τὰ λήϊα ξηραινόμενα, ὡς καὶ τὰ τῆς Ἰωήλ προφητείας, πεπληρῶσθαι νῦν ἐν ἡμῖν· «Εκλαυσε βου κόλια βοῶν, ὅτι οὐχ ὑπῆρξε νομὴ αὐτοῖς, καὶ ποίο μνια τῶν προβάτων ηφανίσθη, ὅτι ἐξηράνθησαν ἀφές σεις ναμάτων.» Τοσοῦτον τὰ ἡμέτερα πταίσματα τὴν ἵλεων τοῦ Θεοῦ φύσιν, καὶ ἡμερον εἰς δίκαιον θυμὸν παρεκίνησαν. Καὶ ἐπειδὴ καθ᾿ ἑκάστην οὐ παυόμεθα τὸ πῦρ τῶν ἁμαρτημάτων ὑφάπτοντεο εἰκότως αὐχμῷ καὶ καύσωνι τιμωρούμεθα. Τάχα που καὶ πρὸς ἡμᾶς ὁ προφήτης βου·. Πορεύεσθε τῷ φωτὶ τοῦ πυρὸς ὑμῶν καὶ τῇ φλογὶ ἡ ἀνήψατε.» Τοῖς μὲν οὖν Ισραηλίταις διὰ τοῦ προφήτου ἐπηγ ει οι
mes fontem lacrymarum?, Salamplum mihi ora- μοῖς μου πηγὴν δακρύων;
tionis proœmium faciat Jeremias ille, qui ad commiserationem aptissimus. Sed ille quidem unius
civitatis Jerusalem vastitatem deplorabat; ego vero
cum hujusce ¡totius circa regionis plagam videam
jam instantem ad lamentationes, lacrymasque,
commoveor. Clausum scilicet est cœlum ob peccata
nostra, et solis incendio nubes quasi cremium
exsiccatæ sunt. Exaruerunt fontes aquarum, et
perennium fluminum scaturigines defecere. Estu
vero terra combusta consuetos reddere fructus recusat. Heu miserias nostras! etiam ipsa animantia
rationis expertia ob nostra peccata periclitantur.
Exsiccatum enim est illis fenum, seu potius non
germinavit; atque ita fame contabescunt. Et bos
quidem veluti instante morte miserabiliter immugit; et greges flebili balatu clamant, cum veluti
ignitum craterem propositam ante se aquarum vi·
deant potionem, et ante tempus segetes arefactas:
ita ut illa prophetia Joelis in nobis nunc videatur
impleri Fleverunt armenta boum, quia non
erant pascua eis: el greges ovium disperierunt,
quoniam arefactæ sunt emissiones aquarum
Usque adeo delicta nostra mitem, placabilenique
Dei naturam ad justam iracundiam concitarunt; et
quoniam non desistimus quotidie peccatorum ignem
incendere, merito siccitate, atque ardore punimur.
Fortassis enim adversum nos propheta clamat:
• Ambulate in lumine ignis vestri, et in flamma,
quam succendistis ".» Israelitis quidemn promisit
Deus si mandata sua custodirent, futurum, ut ¡His
σε Jerem. 1x, 1. • Joel 1, 18, 20.
Επιδαψιλευέτω
μοι τὸ τοῦ λόγου προοίμιον ὁ Ἱερεμίας, ὁ τῶν
προφητῶν συμπαθέστατος. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνος μὲν
μιᾶς πόλεως τῆς Ἱερουσαλήμ τήν ἐρημίαν ὡδύ
ρετο, ἐγὼ δὲ πάσης τῆς περιχώρου ταύτης ὁρῶν τὴν
ἐπελθοῦσαν μάστιγα εἰς θρήνους κινοῦμαι καὶ
δάκρυα· ἐκλείσθη γὰρ ὁ οὐρανὸς διὰ τὰς ἁμαρ
τίας ἡμῶν, καὶ τῷ ἡλιακῷ φλογμῷ αἱ νεφέλαι ὡσεὶ
φρύγιον συνεφρύγησαν. Αἱ τῶν ὑδάτων ἀπεξηράνθησαν πίδακες, καὶ ποταμῶν ἀεννάων ἐξέλιπε ρεύματα.
Ἡ δὲ γῇ πυρακτωθεῖσα τῷ καύσωνε τους συνήθεις
δοῦναι καρποὺς ἀπαναίνεται. Φεῦ τῶν ἡμετέρων
κακῶν! καὶ αὐτὰ γὰρ τὰ ἄλογα ζωα κινδυνεύσει
διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. Ἀπεξηράνθη γὰρ αὐτοῖ;
ὁ χόρτος, μᾶλλον δὲ οὐκ ἐβλάστησε, καὶ τῷ λιμῷ
διαφθείρονται· καὶ βοῦς μὲν ἐλεεινὸν μυκᾶται, καὶ
οἷον ἐπιθανάτιον· τὰ δὲ ποίμνια βληχεται γερα
τῷ βληχήματι, ὡς φλογώδη κρατῆρα τὴν τῶν ὑδά
των πόσιν προκειμένην θεώμενα, καὶ πρὸ καιρού
τὰ λήϊα ξηραινόμενα, ὡς καὶ τὰ τῆς Ἰωήλ προφη
τείας, πεπληρῶσθαι νῦν ἐν ἡμῖν· «Εκλαυσε βου
κόλια βοῶν, ὅτι οὐχ ὑπῆρξε νομὴ αὐτοῖς, καὶ ποίο
μνια τῶν προβάτων ηφανίσθη, ὅτι ἐξηράνθησαν ἀφές
σεις ναμάτων.» Τοσοῦτον τὰ ἡμέτερα πταίσματα
τὴν ἵλεων τοῦ Θεοῦ φύσιν, καὶ ἡμερον εἰς δίκαιον
θυμὸν παρεκίνησαν. Καὶ ἐπειδὴ καθ᾿ ἑκάστην οὐ
παυόμεθα τὸ πῦρ τῶν ἁμαρτημάτων ὑφάπτοντεο
εἰκότως αὐχμῷ καὶ καύσωνι τιμωρούμεθα. Τάχα
που καὶ πρὸς ἡμᾶς ὁ προφήτης βου·. Πορεύεσθε
τῷ φωτὶ τοῦ πυρὸς ὑμῶν καὶ τῇ φλογὶ ἡ ἀνήψατε.»
Τοῖς μὲν οὖν Ισραηλίταις διὰ τοῦ προφήτου ἐπηγ68 Isa. L, 11.
Francisci Scorsi nola.
annum M: Fuit quoque, inquit Curopal. (Græca Cedreni describerem si Cedrenum ipsum apud me
haberem) imperii ipsius temporibus maxima siccitas:
ita ut perennes fontes siccarentur, et flumina. Secundam Constantino ejus filio imper. Cumque
frisset ejusmodi siccitas, ut totis quidem sex mensibus non plueret, supplicationes indixere imperatoris
fratres. Tertian Michaele Paphlagone imper: lloc
etiam tempore exstitit siccitas ejusmodi ut fere exsiccarentur copiosi fontes, et perennia flumina, et in
@stuario incendium exortum est ejusmodi, quo combustæ sunt omnes triremes quæ ibi in statione manebant cum suo omni apparaiu. Sed cum bi omnes,
ut dixi,'imperatores, circa annum a Christo millesimum imperitarint sæculo fere post Theophanem,
cum Sicilia a Barbaris possideretur; ad siccitates
horum temporum hanc homiliam non possumus
ascribere. Neque vero per Theophanis tempora
aliquam legimus apud eos historicos, qui res Orientis imperii” sunt persecuti, siccitatem memoriæ traditam. De alia igitur magna siccitate, quæ per
Siciliam, vel certe per eam Siciliæ regionem, quæ
bodie vallis Nemorum dicitur, ubi Tauromenium,
et agri circa jacentes Mascalenses stante adhuc Tauromenio, et ei præsidente Theoph. evenerit, ut
plerumque contingere nostris temporibus videmus,
in quibus et supplicationes et conciones ad popu
um ad exposcendam pacem Numinis haberi solent,
Iranc homiliam habitain esse conjectamus et profeclo Tauromenii eam esse dictam multa suadent.
Primum illa verba: Nonne his plena est malis civitas nostra? nonne hæc singulis diebus admoneo?
Quam autem civitatem suam appellaret nisi Tauromenium, cui Ipse præsidebat? Et ubi singulis
diebus vitia reprehenderet, quam in ea civitate
cujus sibi salutis cura credita esset? secundo quod magna cum libertate in flagitia tum laicorum, tum
sacerdotum invehitur, quod nisi ubi summam haberet auctoritatem, facere vix licuisset. Tertio
Ella'etiam, quæ deinceps in eamdem sententiam sequuntur: Nonne laboravi clamans, et admonens,
uta juramentis abstineretis? Non prædixi futurum;
ut in nos animadverteret Dominus, cum contemplui
sacrum ejus Evangelium haberi videret? quæ sane
consonant cum homilia de muliere curva, ubi hæc
reprehensio perjuriorum exstat quæ frequenter
inter cives in causis forensibus fiebant. Illam autem
homiliam ab episcopo dictam populo suo aperte
constat ex ipso exordio ubi inter auditores clerum
suum appellat. Postremo cum in calce bujus homiliæ in apostropha ad B. Virginem ita commendet ei populum: Flecte viscera misericordiæ tuæ in
hanc civitatem tuo nomine gloriantem, aliquod singulare pietatis vinculum ostendit, quod Tauroinenium babuisse ob imaginem B. Virginis non ma
nufactam quo singulari munere ipse Virgini addi
clum erat, planum est. Cujus imaginis mentio hom.
11 ει 59, οι de ea tus pluribus Procem. 1, 83.
Atque his hactenus ostendimus et hanc hominam
Theophanis esse, et Tauro.menii dictam, et eam
siccitatem ejus episcopatus tenipore in Sicilia coutigisse.
Chapter IICaput II
col. 1073–1074page 8 of 44
PG 132:1073γέλλετο ὁ Θεὸς, εἰ φυλάττοιεν τὰς αὐτοῦ ἐντολὰς, ἐπιβρέξαι ὑετὸν πρώϊμον, καὶ ἄψιμον, και πληθυνθήσεσθαι τὰς ἄλωνας σίτου, καὶ τοὺς ληνούς οἶνου. Ἡμῖν δὲ ἡ ἐπαγγελία αὕτη εἰς τουναντίον μετέστραπται, μᾶλλον δὲ ἡμᾶς ἡ τοῦ Ἱερεμίου κατάρα κατ είληφεν. «Εστω σοι, φησὶν, ὁ ὑπὲρ κεφαλῆς οὐρανὸς χαλκοῦς, ο τὴν παντελῆ ξηρασίαν, καὶ ἐπίλειψιν τῶν ὑδάτων τοῦ ἀπειλητικοῦ λόγου σημαίνοντος. “Η οὐ τοῦτο ἡμῖν ἀρτίως πεπλήρωται; ἡ μὲν γὰρ γῆ χαραδρωθεῖσα τῷ αὐχμῷ, καὶ οἷον ἀπολιθωθεῖσα τῶν γεωργῶν τὸν πόνον ἡμάλδυνεν. Οὔτε μὴν τὴν ἄροσιν παραδεχομένη, οὔτε τὴν σκάφησιν· τὰ δὲ λεῖα μικρὸν ἐκβλαστήσαντα, καὶ χρηστὰς ἐλπίδας παρασχόντα πρὸ τοῦ ἐγκυμονῆσαι τὸν ἄσταχυν, ἀπε μαράνθη, καὶ ᾤχετο, μόνη δὲ λέλειπται τῶν ἀμπέ λων καὶ τῶν φυτῶν ἡ πετάλωσις, τάχα καὶ αὐτὴ τὴν μετ' ὀλίγον μαρασμὸν ὑπεμφαίνουσα τὴν ἐσόμενον. Τοιοῦτος τῶν ἁμαρτιῶν ὁ καρπὸς, τοιαῦτα τὰ τῆς κακίας γεώργια. ᾿Ανθ' ὧν οὐκ ἐπορεύθημεν ἐν ταῖς ὁδοῖς Κυρίου, ἀλλὰ ταῖς πονηραῖς ἐδουλώθημεν πρά ξεσιν, ἀλλήλων φθονοῦντες, τῶν ἐλαττόνων καὶ πενεστέρων κατεπαιρόμενοι, ἐπιθυμοῦντες χορε σθῆναι τῶν ἀλλοτρίων, χαίροντες τῇ δυσπραγίᾳ τοῦ γείτονος, ἀλλήλους κατεσθίοντες τῇ συκοφαντία, ἀτόποις ἐπιθυμίαις δουλαγωγούμενοι, ίπποι θηλυ μανεῖς γεγονότες, δ φησιν ἡ Γραφή, καὶ λύκοι ἄρο παγες, καὶ μνησικακοῦντες ὡς κάμηλοι, οὐκ ἐλεοῦντες τοὺς πένητας, οὐ συμπαθοῦντες τοῖς πταίουσιν, ἀμελοῦντες τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ συνάξεων, κατα φρονοῦντες τῶν ἁγίων, τὰς μνήμας αὐτῶν μὴ σεβόμενοι, φεύγοντες τὴν ἐξομολόγησιν, ὥσπερ οἱ φρενητιῶντες τοὺς θεραπεύοντας. Οἱ ἱερεῖς κακὸν ὑπό δειγμα γεγόνασι τῷ λαῷ ὑβρίζοντες, μνησικακοῦντες, ἐχθραίνοντες, ἐπιβουλεύοντες, εἰς πρόσωπον βλέποντες, οὐκ ἐλέγχοντες, καὶ διορθοῦντες τὸν πταίοντα, ἀλλὰ τῇ σιωπῇ κοινωνοῦντες τῆς ἀδικίας, ὡς ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος Ηλεί. Οἱ λαϊκοί, ἀφέντες τὰ ἑαυτῶν ἕκαστος περισκοπεῖν, τὰ τῶν ἱερέων περιεργάζονται, καὶ δικασταί εἰσιν ἀπαραίτητοι. Αρ' οὐκ ἀλήθειαν λέγω; Οὐ τούτων ἔμπλεως τῶν κακῶν ἡ πόλις ἡμῶν; καὶ οὐ καθ᾿ ἑκάστην ταῦτα μαρτύρομαι; οὐκ ἐκοπίασα κράζων καὶ νουθετῶν τῶν ἄρχων ἀπέχεσθαι; Οὐ προέλεγον, ὡς οὐ παρόψεται Η τοῦ Ἱερεμίου κατάρα. 'Ατόποις ἐπιθυμίαις δουλαγωγούμενοι αὐτῶν μὴ σεβόμενοι, σεβόμενοι, μνήμας Καὶ δικαστής ἐστιν ἀπαραίτητος, και δικασταί εἰσιν ἀπαραίτητοι. απαρέτητος
HOMILIA LXIF.
γέλλετο ὁ Θεὸς, εἰ φυλάττοιεν τὰς αὐτοῦ ἐντολὰς, plueret imbrem matutinum, et serotinum, et reἐπιβρέξαι ὑετὸν πρώϊμον, καὶ ἄψιμον, και πληθυνθήσεσθαι τὰς ἄλωνας σίτου, καὶ τοὺς ληνούς
οἶνου.
Ἡμῖν δὲ ἡ ἐπαγγελία αὕτη εἰς τουναντίον μετέστρα
πται, μᾶλλον δὲ ἡμᾶς ἡ τοῦ Ἱερεμίου κατάρα κατ
είληφεν. «Εστω σοι, φησὶν, ὁ ὑπὲρ κεφαλῆς οὐρανὸς
χαλκοῦς, ο τὴν παντελῆ ξηρασίαν, καὶ ἐπίλειψιν
τῶν ὑδάτων τοῦ ἀπειλητικοῦ λόγου σημαίνοντος.
“Η οὐ τοῦτο ἡμῖν ἀρτίως πεπλήρωται; ἡ μὲν γὰρ
γῆ χαραδρωθεῖσα τῷ αὐχμῷ, καὶ οἷον ἀπολιθωθεῖσα
τῶν γεωργῶν τὸν πόνον ἡμάλδυνεν. Οὔτε μὴν τὴν
ἄροσιν παραδεχομένη, οὔτε τὴν σκάφησιν· τὰ δὲ
λεῖα μικρὸν ἐκβλαστήσαντα, καὶ χρηστὰς ἐλπίδας
παρασχόντα πρὸ τοῦ ἐγκυμονῆσαι τὸν ἄσταχυν, ἀπεμαράνθη, καὶ ᾤχετο, μόνη δὲ λέλειπται τῶν ἀμπέ
λων καὶ τῶν φυτῶν ἡ πετάλωσις, τάχα καὶ αὐτὴ τὴν
μετ' ὀλίγον μαρασμὸν ὑπεμφαίνουσα τὴν ἐσόμενον.
Τοιοῦτος τῶν ἁμαρτιῶν ὁ καρπὸς, τοιαῦτα τὰ τῆς
κακίας γεώργια. ᾿Ανθ' ὧν οὐκ ἐπορεύθημεν ἐν ταῖς
ὁδοῖς Κυρίου, ἀλλὰ ταῖς πονηραῖς ἐδουλώθημεν πράξεσιν, ἀλλήλων φθονοῦντες, τῶν ἐλαττόνων καὶ
πενεστέρων κατεπαιρόμενοι, ἐπιθυμοῦντες χορε
σθῆναι τῶν ἀλλοτρίων, χαίροντες τῇ δυσπραγίᾳ τοῦ
γείτονος, ἀλλήλους κατεσθίοντες τῇ συκοφαντία,
ἀτόποις ἐπιθυμίαις δουλαγωγούμενοι, ίπποι θηλυμανεῖς γεγονότες, δ φησιν ἡ Γραφή, καὶ λύκοι ἄρο
παγες, καὶ μνησικακοῦντες ὡς κάμηλοι, οὐκ ἐλεούν
τες τοὺς πένητας, οὐ συμπαθοῦντες τοῖς πταίουσιν,
ἀμελοῦντες τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ συνάξεων, καταφρονοῦντες τῶν ἁγίων, τὰς μνήμας αὐτῶν μὴ σεβό
μενοι, φεύγοντες τὴν ἐξομολόγησιν, ὥσπερ οἱ φρε
νητιώντες τοὺς θεραπεύοντας. Οἱ ἱερεῖς κακὸν ὑπό
δειγμα γεγόνασι τῷ λαῷ ὑβρίζοντες, μνησικακοῦντες, ἐχθραίνοντες, ἐπιβουλεύοντες, εἰς πρόσωπον
βλέποντες, οὐκ ἐλέγχοντες, καὶ διορθοῦντες τὸν
πταίοντα, ἀλλὰ τῇ σιωπῇ κοινωνοῦντες τῆς ἀδικίας,
ὡς ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος Ηλεί. Οἱ λαϊκοί, ἀφέντες τὰ
ἑαυτῶν ἕκαστος περισκοπεῖν, τὰ τῶν ἱερέων περιερ
γάζονται, καὶ δικασταί εἰσιν ἀπαραίτητοι. Αρ'
οὐκ ἀλήθειαν λέγω; Οὐ τούτων ἔμπλεως τῶν κακῶν
ἡ πόλις ἡμῶν; καὶ οὐ καθ᾿ ἑκάστην ταῦτα μαρτύ
ρομαι; οὐκ ἐκοπίασα κράζων καὶ νουθετῶν τῶν
ἄρχων ἀπέχεσθαι; Οὐ προέλεγον, ὡς οὐ παρόψεται
plerentur ara frumento, et torcularia vino ".
Nobis antem hæc prophetia in contrarium vertit·
sed potius nos Jeremiæ imprecatio comprehendit.
• Sit tibi, inquit, coelum æræum super caput
tuum *,» quibus minacibus verbis siccitas maxima, et aquarum defectio futura significatur 425
nonne hoc in nobis (modo completum est? Terra
enim bac siccitate torrida, et veluti lapidescens
omnem agricolarum laborem frustrata est, neque
arationem neque fossionem admittens. Segetes
vero paululum primo virescentes, et spes bonas
ostendentes, antequam turgentes spice lactescerent, siecatæ sunt et perierunt. Sola vero in vinetis et arbustis foliorum operimenta relicta sunt
quæ etiam ipsa marcorem jamjam sibi futurum
ostendunt talis est peccatorum fructus, talis improbitatis agricultura. Eo quod in viis Domini non
ambulavimus, sed malis operibus mancipali fuimus invicem invidentes, in infimos et pauperes
superbientes, alienis rebus exsatiari concupiscentes, rebus adversis vicini gaudentes, alios alii calumniis comedentes, absurdis cupiditatibus obsequentes, equi furentes in feminas facti ut
ait Scriptura ", et lupi rapaces, et sicut cameli
menores injuriarum nulla erga pauperes,
nulla erga peccantes commiseratione tacti,
sacras synaxes Ecclesiæ negligentes, sanctos
contemnentes, eorumque memorias minime colentes: confessionem vilantes, et quasi
plirenetici medicos refugientes. Sacerdotes pravum exemplum populo facti sunt contumeliis
alios afficientes, injurias sibi factas memoria reti -
nentes, inimicitias exercentes, insidiantes, respicientes in faciem, non reprehendentes, non corrigentes peccantem, sed ut vetus ille lleli 49,
75. silentio
facti participes injustitiæ. Laici porro sua unusquisque considerare omittentes sacerdotum facta
inquirunt, et judices sunt inplacabiles Aπ
veritatem non loquor? Non his plena est malis
civitas nostra? Nonne hæc singulis diebus admo
neo. Nonne laboravi clamans et ɔdmonens ut a ju8. " | Reg. 11, 1 seqq.
** Joel 111, 23, 24. 70 Deut. xxvIII, 24. 14 Jerem. V,
Francisci Scorsi notæ.
Calum argum. Locus est Deut. cap. xxvii
sed in utroque exemplari scriptum: Η τοῦ Ἱερεμίου
κατάρα. Apud Jeremian vero hanc maledictionem
non lego quare erratum hoc loco vel memoria
dicentis, vel scribentis incuria.
Absurdis cupiditatibus. 'Ατόποις ἐπιθυμίαις
δουλαγωγούμενοι ex Gall. supplevi.
Equi furentes in feminas. Vide ad hom. 13,
not. 8, ubi locum Jeremiæ quem innuit hic Theophanes, illustravinus.
Et sicut cameli memores injuriarum. De hac
similitudine agit ipse Theophanes supra bom. 45,
nt hoc etiam sit indicium inter cætera quæ altulimus not. 1, ab eodem auctore, et eodem loco hanc
homil. dictam.
Eorum memorias non recolentes. Ex Gall.
hæc reposui verba αὐτῶν μὴ σεβόμενοι, in quibus
emendavi perperam scriptum σεβόμενοι, sed in Pan.
μνήμας tantum erat deficiente sensu, verborum
sequentiun defecti.
Et judices sunt implacabites. In P. deest hæc
sententia. Sed id Gall. scriptum est hoc modo: Καὶ
δικαστής ἐστιν ἀπαραίτητος, quod cum mendosum
esse censerem correxi και δικασταί εἰσιν ἀπαραί
τητοι. Nam profecto ultimum verbum απαρέτητος
aperte mendum continet, cum & pro at sit scriptum;
deinde numerus singularis qui convenit non video.
Nonne his malis. Vide not. 1 hujus homilix.
col. 1075–1076page 9 of 44
PG 132:1075Κύριος ὁρῶν οὕτω καταφρονούμενον τὸ ἅγιον Ευαγ γέλιον, καὶ ταῖς πλεονεκτικαῖς χερσὶν ἀναιδῶς καὶ ἀνυποστόλως κρατούμενον; Κόμιζε τοίνυν τοὺς καρποὺς τοῦ ἀγροῦ τοῦ ἐξ ἐπιορκίας κτηθέντος σοι, ὃς οὐδὲ καταβληθέντα παρέξει σπέρματα. Αλλ' οὐδὲ τὸν ἀμπελῶνα τρυγήσεις, εν πλεονεκτήσεις ἀφήρπασας. "Α γὰρ τοῖς "ουδαίοις πάλαι διὰ Μι χαίου ἠπείλησεν ὁ Θεὸς, ταῦτα νῦν πεπλήρωται ἐν ἡμῖν·. Σὺ σπείρει;, καὶ οὐ μὴ ἀμήσεις, σὺ πιέ σεις ἑλαίαν, καὶ οὐ μὴ ἀλείψῃ ἔλαιον, καὶ εἶνον οἱ μὴ πίης. κ Τί οὖν; εἴποι τις ἴσως, καὶ μὴν οὐ πάντες πλεονέκται, οὐδὲ πάντες ἐπίορκοι. Πῶς οὖν, Ελίγων ἁμαρτανόντων, κοινῇ πᾶσι κεκέρασται τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τὸ ἀψίνθιον; Ἐχρὴν γὰρ μόνοις τοῖς κα κοῖς ἐπενεχθῆναι τὴν κόλασιν. Αλλ' ὥσπερ ὑφ᾽ ἑνὸς σώματος, εἴπερ ἐν ἑνὶ μορίῳ ρεύματος επείσφρησις γίνηται, τὸ πᾶν σῶμα δεῖται καθάρσεως, οὕτω καὶ ἐφ' ἡμῖν· ἐπειδὴ ἓν σῶμά ἐσμεν, καὶ μέλη πάντες Χριστοῦ, ἑνὸς μέρους νενοσηκότος, κοινωνοὶ τῆς ἀλγηδόνος πάντες γινόμεθα. Οὕτω ποτὲ τοῦ παιδὸς Σαούλ ἁμαρτήσαντος, ἅπαν τὸ στρατόπεδον ἐμαστίζετο. Καὶ τοῦ Δαβὶδ παρὰ τὸ δοκοῦν τῷ Θεῷ τὸν λαὸν ἀριθμήσαντος, κοινὸς ὄλεθρος επεισέφρησε. Τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἔξωθεν παιδεία φησίν· ὅτι πολλάκις καὶ σύμπασα πόλις ἑνὸς ἀνδρὸς κακίας ἀπήλαυσε. Διὰ τοῦτο τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τὸ ποτήριον κεκέρασ σται ἡμῖν ἄκρατον. • Ποτήριον γάρ, φησὶν, ἐν χειρὶ Κυρίου πλήρες κεράσματος οἶνου ἀκράτου. Ορᾶς πῶς ἡ τοῦ ποτηρίου τούτου φύσις παρήλλακται; Εἰ γὰρ ἄκρατόν ἐστι, πῶς πλήρες κεράσματ τος; Τὸ γὰρ κεκερασμένον οὐκ ἄκρατον. Ἐνταῦθα δὲ ἀμφότερα λέγεται. Καὶ ἄκρατον μὲν ὡς ἀμμιγές θείων εἰκτιρμῶν τοῖς ἀδιόρθωτα πταίουσι διὰ τὸ τῆς κρίσεως δίκαιον· Μεπερασμένον δὲ, ὡς ἐκ δια φόρων μαστίγων, αἷς οἶδε κολάζειν Θεὸς τοὺς ἀπὸ εγνωσμένους γενομένους ἐν κακοῖς. Ονπερ γὰρ τρό που οἱ τὰς σωμάτων ἀνακόπτοντες νόσους, καὶ τοῦ δύνασθαι θεραπεύειν τὴν πεῖραν ἐξησκηκότες τὰ τῶν τραυμάτων δυσαισθητότερα θερμοῖς ὕδασι καὶ δριμέσι φαρμάκοις ἀποκαθαίρουσι, καὶ τῆς ἐνού σης αὐτοῖς ἀκαθαρσίας τὸ πάχος ἀπολεπτύνουσι τοῖς ἐκ τῆς τέχνης ἐπικουρήμασιν· οὕτω καὶ ὁ τὰ πάντα γινώσκων Θεὸς τοὺς ἀναλγήτως ἔχοντας ἐπὶ τὰς μικρές κολάσεις χαλεπωτέραις ἐπιφορτίζει πληγαίς, ὧν βέλτιον ἂν εἴη παραιτείσθαι πρὸ τῆς πείρας τὴν Εφοδον. Τί οὖν εἴποιμεν πρὸς τὰ ἐπερχόμενα; δικαία ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ, μᾶλλον δὲ κατὰ πολὺ τῆς δικαίας ὀργῆς ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης τὴν τιμωρίαν ἐκούφισεν, οὐχ ὅσον ἐσμὲν ἄξιοι πεῖραν λαβεῖν παρα σχών, ἀλλ᾽ ὅσον αἴσθησιν λαβεῖν, ὧν ἡμάρτομεν. Σκόπει γὰρ τοῦ Θεοῦ τὸ μακρόθυμον· ἡμάρτομεν Ο οὐδὲ καταβληε. Χιν. βέντα παρέξει σπέρματα,
rientis a!istineretis; non prædisi futurum, ut in Κύριος ὁρῶν οὕτω καταφρονούμενον τὸ ἅγιον Ευαγ
nos animadverteret Dominus, cum videret contempini haberi sacrum Evangelium et rapacibus
manibus sine ulla reverentia, ac temere contrectari?
Recipe igitur fructus illius agri, quem his perjuriis
posserlisti, qui nec jacta quidem semina redlit
libi. Sed neque vindemiam tibi afferet vinea, quam
per avaritiam occupasti. Quæ enim per Michæam
olim Judæis interminatus est Deus, hæc in nobis
impleta sunt: • Tu seminabis, et non metes; tu
premes olivam, et non ungeris oleo, et 426 vinum non bibes”. '
γέλιον, καὶ ταῖς πλεονεκτικαῖς χερσὶν ἀναιδῶς καὶ
ἀνυποστόλως κρατούμενον; Κόμιζε τοίνυν τοὺς
καρποὺς τοῦ ἀγροῦ τοῦ ἐξ ἐπιορκίας κτηθέντος
σοι, ὃς οὐδὲ καταβληθέντα παρέξει σπέρματα. Αλλ'
οὐδὲ τὸν ἀμπελῶνα τρυγήσεις, εν πλεονεκτήσεις
ἀφήρπασας. "Α γὰρ τοῖς "ουδαίοις πάλαι διὰ Μιχαίου ἠπείλησεν ὁ Θεὸς, ταῦτα νῦν πεπλήρωται ἐν
ἡμῖν·. Σὺ σπείρει;, καὶ οὐ μὴ ἀμήσεις, σὺ πιέ
σεις ἑλαίαν, καὶ οὐ μὴ ἀλείψῃ ἔλαιον, καὶ εἶνον οἱ
μὴ πίης. κ
Τί οὖν; εἴποι τις ἴσως, καὶ μὴν οὐ πάντες πλεονέκται, οὐδὲ πάντες ἐπίορκοι. Πῶς οὖν, Ελίγων
Quid igitur? inquit, aliquis certe, non omnes
perjuri. Qua ratione cum peccata paucorum sint,
omnibus communiter iræ divinæ absinthium propί- - ἁμαρτανόντων, κοινῇ πᾶσι κεκέρασται τῆς ὀργῆς
natur? æquum enim esse videbatur ut solis improbis pœna infligeretur. Verum uti in uno corpore
usuvenit ut si in aliqua ejus minima parte humoris
affluentia exsistat, totum tamen purgari necesse
sit, sic et in nobis; quandoquidem corpus unum
surnus omnes, et membra Christi, male affecta
una parte omnes participes doloris efficimur. Sie
etiam olim peccante solum Alio Saulis omnis
exercitus pœnam suscepit *, et Davide præter Domini placitum populum recensente, commune exitium illatum est ". Sic etiam externorum litteris
proditum sæpe universam civitatem pœnam unius
improbi sustinuisse. Idcirco calix iræ Domini meraco nobis infusum est:‹ ‹ Calix, enim, inquit, in
manu Domini meri plenus misto *,» Villes uti
calicis hujus ratio varia sit? Si enim vintımı est
merum, quomodo pleuus misto? quod enim mistum, utique merum non est; hic autem utrumque
dicitur: et vinum est merum, utpote miseratione
Non temperatum propter divini judicii justitiam
adversus eos qui peccant, et peccata non emendant; mis!um vero ut ex diversis pœnis, quibus
Dominus solitus est in eos animadvertere, qui in
- malis desperatis versantur. Nam sicuti, qui morbos
corporum curare solent, et experientiam, facultatemque medendi multa sibi exercitatione pararunt,
ea vulnera, quæ sensum magis obstupefaciunt,
ferventi aqua, et acribus medicamentis expurgant,
et suppurationis in ipsis exsistentis crassitiem præsidiis ab arte petitis extenuant: sic qui omnia novit
Deus eos qui supplicia leviora non sentiunt, acerbioribus onerat plagis, quarum satius erat antequam invaderent, impetum devitare. Quid igitur
ad hæc quæ jam advenere dicemus? Justum sane
judicium Dei ac potius multum pro justa sua iracundia benignissimus Dominus diminuit pœnæ, ac
tantum irregavit, quantum satis esset ad sentienda
peccata nostra, non quantum eam experiri mereτοῦ Θεοῦ τὸ ἀψίνθιον; Ἐχρὴν γὰρ μόνοις τοῖς κακοῖς ἐπενεχθῆναι τὴν κόλασιν. Αλλ' ὥσπερ ὑφ᾽ ἑνὸς
σώματος, εἴπερ ἐν ἑνὶ μορίῳ ρεύματος επείσφρησις
γίνηται, τὸ πᾶν σῶμα δεῖται καθάρσεως, οὕτω καὶ
ἐφ' ἡμῖν· ἐπειδὴ ἓν σῶμά ἐσμεν, καὶ μέλη πάντες
Χριστοῦ, ἑνὸς μέρους νενοσηκότος, κοινωνοὶ τῆς ἀλγηδόνος πάντες γινόμεθα. Οὕτω ποτὲ τοῦ παιδὸς
Σαούλ ἁμαρτήσαντος, ἅπαν τὸ στρατόπεδον έμα
στίζετο. Καὶ τοῦ Δαβὶδ παρὰ τὸ δοκοῦν τῷ Θεῷ τὸν
λαὸν ἀριθμήσαντος, κοινὸς ὄλεθρος επεισέφρησε.
Τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἔξωθεν παιδεία φησίν· ὅτι πολλάκις
καὶ σύμπασα πόλις ἑνὸς ἀνδρὸς κακίας ἀπήλαυσε.
Διὰ τοῦτο τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ τὸ ποτήριον κεκέρασ
σται ἡμῖν ἄκρατον. • Ποτήριον γάρ, φησὶν, ἐν
χειρὶ Κυρίου πλήρες κεράσματος οἶνου ἀκράτου.
Ορᾶς πῶς ἡ τοῦ ποτηρίου τούτου φύσις παρήλλα
κται; Εἰ γὰρ ἄκρατόν ἐστι, πῶς πλήρες κεράσματ
τος; Τὸ γὰρ κεκερασμένον οὐκ ἄκρατον. Ἐνταῦθα
δὲ ἀμφότερα λέγεται. Καὶ ἄκρατον μὲν ὡς ἀμμιγές
θείων εἰκτιρμῶν τοῖς ἀδιόρθωτα πταίουσι διὰ τὸ
τῆς κρίσεως δίκαιον· Μεπερασμένον δὲ, ὡς ἐκ δια
φόρων μαστίγων, αἷς οἶδε κολάζειν Θεὸς τοὺς ἀπὸ
εγνωσμένους γενομένους ἐν κακοῖς. Ονπερ γὰρ τρό
που οἱ τὰς σωμάτων ἀνακόπτοντες νόσους, καὶ τοῦ
δύνασθαι θεραπεύειν τὴν πεῖραν ἐξησκηκότες τὰ
τῶν τραυμάτων δυσαισθητότερα θερμοῖς ὕδασι καὶ
δριμέσι φαρμάκοις ἀποκαθαίρουσι, καὶ τῆς ἐνούσης αὐτοῖς ἀκαθαρσίας τὸ πάχος ἀπολεπτύνουσι τοῖς
ἐκ τῆς τέχνης ἐπικουρήμασιν· οὕτω καὶ ὁ τὰ πάντα
γινώσκων Θεὸς τοὺς ἀναλγήτως ἔχοντας ἐπὶ τὰς
μικρές κολάσεις χαλεπωτέραις ἐπιφορτίζει πληγαίς,
ὧν βέλτιον ἂν εἴη παραιτείσθαι πρὸ τῆς πείρας τὴν
Εφοδον. Τί οὖν εἴποιμεν πρὸς τὰ ἐπερχόμενα; δικαία
ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ, μᾶλλον δὲ κατὰ πολὺ τῆς δικαίας
ὀργῆς ὁ φιλάνθρωπος Δεσπότης τὴν τιμωρίαν ἐκούφισεν, οὐχ ὅσον ἐσμὲν ἄξιοι πεῖραν λαβεῖν παρασχών, ἀλλ᾽ ὅσον αἴσθησιν λαβεῖν, ὧν ἡμάρτομεν.
Σκόπει γὰρ τοῦ Θεοῦ τὸ μακρόθυμον· ἡμάρτομεν
ss Mich. vi, 15. * I Reg. xxιν, 1 seqq. ** 11 Reg. xxιν, 1 seqq.
Francisci Scorsi notæ.
7 Psal. LXXIV,
Sacrum Evangelium. Vide hom. 12, not.20. Peccante filio Saulis. Historiam leges 1 Reg.
Nec jacta quidem semina. Ο οὐδὲ καταβλη- ε. Χιν.
βέντα παρέξει σπέρματα, ex Gull. restituta.
Chapter VICaput VI
col. 1077–1078page 10 of 44
PG 132:1077ἡμεῖς, καὶ τὰ στοχεία κολάζονται· πταίομεν, καὶ τιμωρεῖται ἡ γῆ· φαῦλον βίον ζῶμεν ἡμεῖς, καὶ μαστίζεται τὰ ἄψυχα· ὑβρίζομεν τὴν Πλάστην διά τῶν αἰσχρῶν ἡμῶν πράξεων, καὶ δέχεται τὴν ποινὴν τὰ μηδὲν ἁμαρτήσαντα· ὥσπερ ἂν εἴ τις τοῦ παιδὸς σφαλέντος κατὰ τοῦ δούλου ἐκφέρει την βάσανον. Τοιοῦτον ἔχομεν ἀγαθὸν Δεσπότην· οὕτως ἡμᾶς νουθετεῖ ἐπανάγων πρὸς τὴν διόρθωσιν. Καὶ τείνει μὲν τὸ τόξον τῆς ἀπειλῆς, ἐπέχει δὲ τὸ βέλος τῆς ὀργῆς. Οὐ γὰρ βούλεται τὸν ψυχικὸν ἡμῶν θάνατον, ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἀναμένει, καὶ τὴν μετάνοιαν. Γενώμεθα οὖν, ἀδελφοὶ, ἐν αἰσθήσει τοῦ πρέποντος Ελεωσώμεθα τὸν εὐσπλαγχνον Κύριον· μὴ χείρονες ὀρθῶμεν τῶν Νινευΐτῶν. Ἐκεῖνοι, ἐθνικοὶ ὄντες καὶ ἄπιστοι, ἐπειδὴ παρὰ τοῦ προφήτου την καταστροφὴν τῆς πόλεως ἔμαθον, τοσαύτην ἐπεδείξαντο μετ τάνοιαν, ὡς καὶ τὰ νήπια καὶ τὰ κτήνη νηστεύειν ἠνάγκασαν, καὶ σποδὸν καὶ σάκκον περιεβάλλοντο, καὶ οὕτω τῆς δικαίας ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ἀπηλλάγησαν. Δακρύσωμεν οὖν καὶ ἡμεῖς, ἐξομολογησώμεθα ἕκαστος τὰ ἴδια πταίσματα· προσληψώμεθα πρὸς Θεὸν μεσίτου; τοὺς ἁγίους, τούς τε ἄλλους καὶ κατ εξαίρετον τὴν ὑπέραγνον Δέσποιναν, τὴν ταχεῖαν προστασίαν καὶ ἄμαχον· προσπέσωμεν αὐτῇ μετὰ δακρύων δεόμενοι. Κυρία Δέσποινα, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ἐν γαστρί σου ὑπὲρ λόγον χωρήσασα, ἡ τὴν φύσιν ἡμῶν τῷ σῷ τόκῳ θεώσασα, ἡ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις τῷ τόκῳ σου μεσιτεύσασα, ἐλέησον τὸν λαόν σου, καὶ τὴν κληρονομίαν σου· σπλαγχνίσθητι ἐπὶ ταύτῃ τῇ πόλει σου, τῇ ἐν τῷ σῷ καυχωμένῃ ὀνόματι. Μεσίτευσον ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀναξίων δούλων σου, δυσώπησον τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν ἐπὶ τοῖς ἡμετέροις μακροθυμῆσαι πταίσμασι, καὶ λῦσαι τὴν καθ' ἡμῶν ταύτην δικαίαν ὀργὴν, καὶ ταῖς νεφέλαις ἐπιτάξαι τὸν ὑετὸν ἐπομβρῆσαι συνήθως, καὶ τὸν αὐχμὸν διαλῦσαι, καὶ τῆς γῆς δροσίσαι τὸν καύσωνα. Ναί, Δέσ σποινα ἡ τοῦ κόσμου ἀντίληψις, ἐλέησον θηλάζοντα νήπια, γέροντας κεκμηκότας, πένητας πεφρυγμένους μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς, ἀπολέσθαι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Ημάρτομεν, ήνομήσαμεν, τὸν καθαρὸν τοῦ βα πτίσματος χιτῶνα κατεῤῥυπώσαμεν, τὰς Δεσποτικὰς ἐντολὰς ἡθετήσαμεν· ἀλλὰ κἂν ὀλισθαίνωμεν, οὐκ ἐπιστάμεθα Θεὸν ἕτερον, ἀλλ᾽ ἢ τὸν μονογενῆ σου Υΐν, τὸν σὺν Πατρὶ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι δοξαζόμεν νον εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν. Καὶ τιμωρεῖται ἡ γῆ. πταίομεν Φαῦλον βίον ζῶμεν ἡμεῖς καὶ μα στίζεται, Πταίομεν ἡμεῖς καὶ μαστίζεται τὰ ἄψυχα. Την ταχείαν προστασίαν, καὶ ἄμαχον Ἡ την φύσιν ἡμῶν τῷ σῷ τόκῳ θεώσατα. ἀχειροποίητον
HOMILIA LXII.
ἡμεῖς, καὶ τὰ στοχεία κολάζονται· πταίομεν, καὶ bamur. Considera enim patientiam Dei. Nos peccaτιμωρεῖται ἡ γῆ· φαῦλον βίον ζῶμεν ἡμεῖς, καὶ
μαστίζεται τὰ ἄψυχα· ὑβρίζομεν τὴν Πλάστην διά
τῶν αἰσχρῶν ἡμῶν πράξεων, καὶ δέχεται τὴν ποινὴν
τὰ μηδὲν ἁμαρτήσαντα· ὥσπερ ἂν εἴ τις τοῦ παιδὸς
σφαλέντος κατὰ τοῦ δούλου ἐκφέρει την βάσανον.
Τοιοῦτον ἔχομεν ἀγαθὸν Δεσπότην· οὕτως ἡμᾶς
νουθετεῖ ἐπανάγων πρὸς τὴν διόρθωσιν. Καὶ τείνει
μὲν τὸ τόξον τῆς ἀπειλῆς, ἐπέχει δὲ τὸ βέλος τῆς
ὀργῆς. Οὐ γὰρ βούλεται τὸν ψυχικὸν ἡμῶν θάνατον,
ἀλλὰ τὴν ἐπιστροφὴν ἀναμένει, καὶ τὴν μετάνοιαν.
Γενώμεθα οὖν, ἀδελφοὶ, ἐν αἰσθήσει τοῦ πρέποντος·
Ελεωσώμεθα τὸν εὐσπλαγχνον Κύριον· μὴ χείρονες
ὀρθῶμεν τῶν Νινευΐτῶν. Ἐκεῖνοι, ἐθνικοὶ ὄντες καὶ
ἄπιστοι, ἐπειδὴ παρὰ τοῦ προφήτου την καταστρο
φὴν τῆς πόλεως ἔμαθον, τοσαύτην ἐπεδείξαντο μετ
τάνοιαν, ὡς καὶ τὰ νήπια καὶ τὰ κτήνη νηστεύειν
ἠνάγκασαν, καὶ σποδὸν καὶ σάκκον περιεβάλλοντο,
καὶ οὕτω τῆς δικαίας ὀργῆς τοῦ Θεοῦ ἀπηλλάγησαν.
Δακρύσωμεν οὖν καὶ ἡμεῖς, ἐξομολογησώμεθα
ἕκαστος τὰ ἴδια πταίσματα· προσληψώμεθα πρὸς
Θεὸν μεσίτου; τοὺς ἁγίους, τούς τε ἄλλους καὶ κατ
εξαίρετον τὴν ὑπέραγνον Δέσποιναν, τὴν ταχεῖαν
προστασίαν καὶ ἄμαχον· προσπέσωμεν αὐτῇ μετὰ
δακρύων δεόμενοι.
Κυρία Δέσποινα, ἡ τὸν Θεὸν Λόγον ἐν γαστρί σου
ὑπὲρ λόγον χωρήσασα, ἡ τὴν φύσιν ἡμῶν τῷ σῷ
τόκῳ θεώσασα, ἡ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις τῷ τόκῳ σου
μεσιτεύσασα, ἐλέησον τὸν λαόν σου, καὶ τὴν κληρονομίαν σου· σπλαγχνίσθητι ἐπὶ ταύτῃ τῇ πόλει
σου, τῇ ἐν τῷ σῷ καυχωμένῃ ὀνόματι. Μεσίτευσον
ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀναξίων δούλων σου, δυσώπησον
τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν ἐπὶ τοῖς ἡμετέροις μακροθυ
μῆσαι πταίσμασι, καὶ λῦσαι τὴν καθ' ἡμῶν ταύτην
δικαίαν ὀργὴν, καὶ ταῖς νεφέλαις ἐπιτάξαι τὸν
ὑετὸν ἐπομβρῆσαι συνήθως, καὶ τὸν αὐχμὸν διαλύ
σαι, καὶ τῆς γῆς δροσίσαι τὸν καύσωνα. Ναί, Δέσ
σποινα ἡ τοῦ κόσμου ἀντίληψις, ἐλέησον θηλάζοντα
νήπια, γέροντας κεκμηκότας, πένητας πεφρυγμένους
· μὴ ἐάσῃς ἡμᾶς, ἀπολέσθαι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν.
Ημάρτομεν, ήνομήσαμεν, τὸν καθαρὸν τοῦ βαπτίσματος χιτῶνα κατεῤῥυπώσαμεν, τὰς Δεσποτικὰς
ἐντολὰς ἡθετήσαμεν· ἀλλὰ κἂν ὀλισθαίνωμεν, οὐκ
ἐπιστάμεθα Θεὸν ἕτερον, ἀλλ᾽ ἢ τὸν μονογενῆ σου
Υΐν, τὸν σὺν Πατρὶ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι δοξαζόμεν
νον εἰς τοὺς αἰῶνας. Αμήν.
mus, et elementa multantur: nos offendlimus, et
terra punitur malam nos 427 agimus vitam
et inanima flagellantur; turpibus nostris facinoribus,
injuriam Creatori facimus; et prenam suscipiunt,
quæ nihil peccaverunt: perinde ut si quis filio delinquente servum tormentis afficiat. Adeo bonum
habemus Dominum, ita nos admonet, ut ad frugem
bonam adducat; et arcum quidem minarum intendit,
cohibet vero iracundiæ telum; non enim vult animæ nostræ mortem, sed conversionem, et pœnitentiam exspectat. Resipiscamus igitur, fratres, et
quæ nos facere deceant, sentiamus, propitium nobis
reddamus Dominum viscera misericordiæ habentem;
ne pejores Ninivitis videamur. Illi enira gentiles, et
infideles cum essent, simul ac a propheta de svæ
civitatis eversione cognoverunt, talem poenitentiae
suscepere modum, ut et infantes, et jumenta jejunare
coegerint, et cinerem et saccum induerint, atque
ita a justa Dei vindicta se liberarint.
Ploremus igitur et nos confiteamur propria unusquisque peccata; deprecatores ad Deum sanctos,
conciliatoresque asciscamus, cum alios, tum vero
præ cæteris sanctissimam Dominam eligamus; velox
et inexpugnabile praesidium provolvamur ejus
genibus cum lacrymis deprecantes:
Domina nostra, quæ Verbum Deum in utero tuo
supra naturæ rationem cepisti, quæ naturam nostram tuo partu deificasti, quæ inter Deum
et hominem tua prole sequestra es, miserere populo
tuo, et hæreditati tua; flecte viscera misericordiæ
tuæ erga hanc civitatem in tuo nomine gloriantem intercede pro nobis indiguis servis tuis;
pacem exposce, et exora unigenitum Filium tuum,
ut toleret peccata nostra, et hanc contra nos juste
concitatam iracundiamı ponat: imperet nubibus ut
consuetam nobis pluviam mittant, et squalorem
hunc eximant, et irrigent terræ adustionem. Etiam
Domina mundi recuperatio, miserere lactentes infantes, senes defaliscentes, pauperes tabescentes;
ne sinas nos nostris criminibus interire. Peccavimus,
injuste egimus,puram baptismi vestein commaculavi.
mus, Domini præcepta contempsimus: verum et si
prolapsi sumus, alium tamen non cognoscimus Deum,
nisi Unigenitum tuum, qui cum Patre, et Spiritu
sancto glorificatur in sæcula sæculorum. Amen.
Francisci Scorsi notæ.
Et terra punitur. Καὶ τιμωρεῖται ἡ γῆ. Se
quitur ad vocem πταίομεν in Gali. Εt deinde alia
sententia incipit: Φαῦλον βίον ζῶμεν ἡμεῖς καὶ μα
στίζεται, etc. At in Panorm. ex lis duabus una
facta et permista erat Πταίομεν ἡμεῖς καὶ μαστίζε
ται τὰ ἄψυχα.
Velox et inexpugnabile prasidium. Hoc vero
elogium B. Virginis ipsa dignum episcopi pietate,
non sine utriusque injuria omissum, in Panorm.
restitui ex Gall. ubi Την ταχείαν προστασίαν, καὶ
ἄμαχον scriptum reperi.
Quæ naturam nostram. Et hæc etiam ad
majestatem B. Virg. pertinentia, Ἡ την φύσιν ἡμῶν
τῷ σῷ τόκῳ θεώσατα. Quæ naturam nostram luo
partu sanctificasti, restituta sunt ex eodem Gall.
Civitatem in tuo nomine gloriantem. Ob imaginem B. Virginis ἀχειροποίητον non manufactamn
dictum potissimum arbitror a Theophane, Tauromenium in Virginis nomine gloriari: de quo vide
not. 11, ct Proœm. 1, Isag., § 3.
col. 1079–1080page 6 of 44
PG 132:1079Νικολάου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας πατριαρχικοῦ νοταρίου, καὶ πρωτοπροέδρου Δόξα πατρὶ, ἐξήγησις τῶν τετραστίχων ἰαμβικών, παραινετικοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Τὸ ἐπίγραμμα τῶν στίχων· Γρηγορίου πόνος εἰμί, τετράστιχίην δὲ φυλάσσων, Γνώμη α'. Πρᾶξιν προτιμήσειας, η θεωρίαν,: Διττῆς οὔσης τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας, ἣν ὁ Χριστὸς καὶ οἱ ἀπόστολοι ἡμῖν παραδεδώκασιν ἐν Εὐαγγελίοις, καὶ ταῖς λοιποῖς ἱεραῖς βίβλοις τῶν Πράξεων, καὶ τῶν Ἐπιστολῶν, καὶ τῆς μὲν πρακτικῆς οὔσης, τῆς δὲ θεωρητικῆς,
HOMILIA LXII.
οὗ τὸ χοϊκὴν εἰκονίζεται φρόνημα. Οταν οὖν κυ- enim pelliceum interpresaur per quem
ρ' εύσῃ τὸν νοῦν τῆς ἁμαρτίας ὁ ἱμερος, τότε δή,
τότε τὸν ἐλέγχοντα Ιωάννην πείθει παραδοῦναι τῇ
φυλακῇ. Σύνες τὸ κεκρυμμένον ἐν τῷ αἰνίγματι. Ἰωἀννης ἐστὶν ἡ τοῦ λόγου χάρις τοῦ δοθέντος ἡμῖν
ἐκ Θεοῦ, ἢ τὸ συνειδὸς ἑκάστου ἁμαρτάνοντος ἐπιπλήττουσα. Ταύτην τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἀφανίσαι
ἀφ' ἡμῶν ἡ ἁμαρτία ζητεῖ, ὡς ἂν μὴ, τοῖς ἐκ τοῦ
συνειδότος ελέγχοις ξαινόμενοι, διὰ μετανοίας ἀποῤδίψωμεν τὴν ἐπείσακτον, καὶ προσλάβοιμεν την
ὁμόζυγον, καὶ παραινοῦσα πείθει, ὡς τὰ πολλὰ τοὺς
μὴ νήφοντας, καὶ κλείεται ὁ ἐλέγχων ἐν φυλακή.
Νεο το ἂν φυλακὴ ἡ ἕξις τοῦ κακοῦ. Κρύπτεται οὖν
ὁ λόγος ἀφ' ἡμῶν ἐν ἕξει γενομένης τῆς ἁμαρτίας,
τοῦ νοὸς μετὰ τῶν αὐτοῦ δαιτυμόνων μεθύοντος, τῶν
αὐτῶν λογισμῶν δηλαδή, ἐξορχεῖται κατὰ τῆς ἡμῶν
εὐηβείας ἡ τῆς ἁμαρτίας θυγάτηρ ἡδονὴ, πανταχό
θεν ἡμᾶς ὑποσαίνουσα, καὶ ἄθλον ζητοῦσα Ιωάννου
τὸν θάνατον. Δέδοικε γὰρ μή, τῆς φυλακῆς ἀπολυθεὶς, τοῖς ἐλέγχοις διαλύσοι τὸν ἀθέμιτον θάλαμον.
11:σα ἡ ἱστορία διὰ τούτων ἐνδείκνυται! Επειδὰν ἐν
ἕξει τοῦ κακοῦ ποιήσῃ ἡμᾶς ὁ διάβολος, ἔτι δειλιᾷ
μήποτε ανανήψωμεν, καὶ πρὸς ἀπόγνωσιν ἡμᾶς διωθεῖ. Οὗτος γὰρ ὁ Ἰωάννου φόνος ἐστὶ, καὶ οὕτω
θνήσκει ἡ ἐν ἡμῖν χάρις του λόγου, οἱονεὶ καρατομουμένη τῷ ξίφει τῆς ἀπογνώσεως. Οταν οὖν τοῦτο
γένηται, ἀναχωρεῖ ἀφ᾿ ἡμῶν ἡ σωτηρία·. Ακούσας γάρ, φησὶν, ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν.» Ως ἂν
οὖν μὴ τοῦτο συμβῇ, σπουδάσωμεν φεύγειν τὴν
Ηρωδιάδα τὴν δερματίνην, ενστερνίζεσθαι δὲ καὶ
ποθεῖν τὴν ὁμόζυγον τοῦ νοὸς ἀρετὴν, τὴν θυγατέρα
τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, ἐφεπόμενοι τῷ πατριάρχου
Ἀβραὰμ ὑποδείγματι, ὅς, ἐκβαλὼν τὴν παιδίσκην
κατὰ τὸ θεῖον ἐπίταγμα, κατέσχε τὴν ἐλευθέραν.
Οὐ γὰρ ἦν θέμι; συνεῖναι τῇ ἀρετῇ τὴν κακίαν ἐν
τῇ τοῦ πατριάρχου ψυχῇ, ὅπερ διὰ τῆς δούλης
καὶ τῆς ἐλευθέρας ὁ λόγος ᾐνίξατο. ᾿Αληθῶς γὰρ τὰ
τῆς κακίας γεννήματα οὐ κληρονομήσει με τι τῶν
εὐγενῶν ἐγγόνων τῆς ἀρετῆς, οὐδὲ ἐπιβήσεται τὴν
νοητὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἣν οἱ πραείς κληρονομήσουσι κατὰ τὴν θείαν φωνήν. Ταύτης καὶ ἡμεῖς
ἐπιβαίνοιμεν, καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἀϊδίων ἀγαθῶν
ἀπολαύσαιμεν πρεσβείαις τοῦ μεγάλου προφήτου,
προδρόμου, καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, καὶ χάριτι τῆς
ὑπερφώτου, καὶ ζωαρχικῆς Τριάδος, τῆς ἐν Πατρί,
καὶ Γιῷ, καὶ ἁγίῳ Πνεύματι γνωριζομένης, τῆς
ἀδιαιρέτου, καὶ ὁμοουσίου φύσεως, ᾗ πρέπει πᾶσα
τιμή, καὶ δόξα, καὶ αἴνεσις, καὶ μεγαλοπρέπεια, νῦν
καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
Εἰς τὸν γενόμενον αὐχμόν.
• Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ, καὶ τοῖς ὀφθαλ
es Matth. v, 4.
"
adumbratur terræ, ac pulveri involutus affectus.
Dum igitur peccati amor in mentem dominabitur,
tunc profecto lune castigatorem Joannem in custodiam dari suadet. Intellige quid hoc abscondatur
423 ænigmate: Joannes est nobis a Deo impertitum donum rationis, quæ peccantis upiuscujusque conscientiam plectit. Hanc Dei gratian) a nobis
peccatum amoliri contendit, ne conscientia reprehensionibus stimulati per poenitentiam ejiciamus alienam uxorein, et legitimam accipiamus:
et minus attentos, ac sobrios plerumque hortando
perpellit adeoque in carcere castigator includitur.
Per carcerem habitum intelligere possis in male
Absconditur igitur a nobis ratio cum invaluit con;-
suetudo peccati, cunque mens una cum suis convivis, ipsis scilicet cogitationibus inebriata fuerit,
saltat peccati filia voluptas stultitiæ, ac vecordiæ
nostræ tempore, ac nobis adblanditur omnibus
modis, et Joannis interitum, ut præmnium petit;
timet enim ne carcere jam liberata, objurgationibus crebris nefarium conjugium dirimat. Quanta
per hæc considerationum suppetit copia. Ubi nos
ad habitum peccati diabolus jam adegit, adhuc
metuit, ne aliquando resipiscauius; adeoque mas
ad desperationem impellit. Hæc enim cædes Joannis est, atque ita in nobis rationis gratia veluti
desperationis gladio obtruncata moritur. Quando
igitur id evenerit, recedit a nobis salus: «Audiens,
enim, inquit, Jesus secessit. › Ne igitur hoc nobis
contingat, studeamus feroliadem illam pelliceam
fugere; amplexari vero et concupiscere conjugemn
mentis virtutem, filiam illam Christi regis, et patriarchæ Abrahami consectemur exemplum, qui
ex divino præcepto ejecta ancilla, retinuit liberam. Neque enima fas est una versari in patriarchæ
animo cum virtute malitiam, quod per ancillam,
et liberam innuit seruo divinus. Re enim vera
vitii soboles cum ingennis virtutis liberls non hæreditabit, neque ad intelligibilem promissionis ter
ram adibit, quam juxta promissionem Domini
possidebunt miles ". Ad hanc nos pervenire, et
sempiternis illius bonis perfrui enitamur intercessionibus magni illius prophetæ, præcursoris, et
Baptista Joannis, et gratia Trinitatis vitæ fontis,
et lucem excedentis omnen quæ in Patre et
samitto Spiritu cognoscitur unius indivisae, consub
stantialisque natura, cui convenit omnis honor,
et gloria, et laus, et magnificentia nunc et semper
et in secula seculorum. Αmen.
HOMILIA LXII.
De siccitate que eo tempore contigit.
424 • Quis dabit capis meo aquam, et oculis
Francisci Scorsi nota.
(:)) Pelliceum interpretamur. Hæc interpretatio
discussa est ad hom. 52, not. 25.
Lucem excedentis omnem. Ὑπερφώτος, sic
locutus hom. 5, ad quam vide not. 8; ibi enim de
hujusmodi epithetis copiosius.
De siccitate. Tres siccitates agrorum ob
pluviæ defectum Constantinopolitano et in circumcirca regionibus contigisse Joannes Curopalate,
et ex eo Cedrenus memoriæ, litterisque prodiderunt.
Primam imper. Basilio, qui imperare cœpit post
Chapter VIICaput VII
col. 1081–1082page 11 of 44
PG 132:1081τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν ἑπτὰ συνόδων, καὶ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, καὶ τοῦ μεγάλου Βασιλείου, καὶ ἑτέρων θεοφόρων Πατέρων, ερμηνευθὲν προτροπῇ τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Κομνηνού, παρὰ τοῦ λογιωτάτου διακόνου τῆς Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας, καὶ νομοφύλακος τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας, πατριαρχικού νοταρίου, καὶ πρωτοπροέδρου τῶν πρωτοσυγκέλων Δοξαπάτρη. πρώτης καὶ δευτέρας, 30. Γραφὴ ἀπὸ ΚΠ. Μαρτυρίῳ ἐπ. Αντιοχείας. 35. Τα κεφάλαια τοῦ χρυσοβούλλου τῆς Μεγάλης Εκκλησίας Ἰουστινιανού 36. Τοῦ μεγάλου Βασιλείου περὶ τίτλου καὶ χρό Πέτρου Αντιοχείας πρὸς τὸν Βενετίας. Γέγονε δὲ οὗτος ἐπὶ τοῦ πατριάρχου κυροῦ ᾿Αλεξίου. Οὐδα μου γέγραπται τὸν πρόεδρον 'Ακυληίας, ήτοι τίας, πατριάρχην ὀνομάζεσθαι. ε' γὰρ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ πατριάρχας ἐγνώκαμεν, τὸν Ῥώμης, τὸν Κωνσταντινουπόλεως, τὸν Ἀλεξανδρείας, τὸν ᾿Ανω τιοχείας, καὶ τὸν Ἱεροσολύμων· ὡς γὰρ τὸ σῶμα τὸ ἡμέτερον ε' αἰσθήσεσιν οἰκονομεῖται, οὕτω καὶ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν, ὡς ὑπὸ πέντε αἰσθήσεων τῶν εʹ θρόνων οἰκονομεῖται.
NOTITIA IN NILUM DOXAPATRIUM.
eruditorum curavit. Hæc cap. 15, pag. 210, enarrat, tum pag. 216, inter bibliothecæ hujus mss. codices,
eminet unus de quo ita ille. ‹ In codice × sæculi membraneo Nomocanon Doxapatris, jussu Joannis
Comneni imp. editus, ut ex titulo fides, nam sic habet: Nopoxávovov oùv Ozy rapitxov Guvontixws öhous
τοὺς κανόνας τῶν ἁγίων καὶ οἰκουμενικῶν ἑπτὰ συνόδων, καὶ τῶν ἁγίων ἀποστόλων, καὶ τοῦ μεγάλου
Βασιλείου, καὶ ἑτέρων θεοφόρων Πατέρων, ερμηνευθὲν προτροπῇ τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως κυροῦ
Ἰωάννου τοῦ Κομνηνού, παρὰ τοῦ λογιωτάτου διακόνου τῆς Θεοῦ Μεγάλης Εκκλησίας, καὶ νομοφύλακος
τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας, πατριαρχικού νοταρίου, καὶ πρωτοπροέδρου τῶν πρωτοσυγκέλων Δοξαπάτρη.
Ibidem Nopɔxávovov bis occurrit descriptum, uti superins, ut nullum sit de lectione dubium. Præmissa
sic verto: Nomocanon, Deo favente, conscriptus, synopseos more complectens, canones omnes sanctarum
et œcumenicarum septem synodorum, et sanctorum apostolorum atque magni Basilii, et aliorum deiferorum
Patrum; interpretatione donatus jussu piissimi imperatoris domini Joannis Comneni, opera eruditissimi
diaconi Magnæ Dei Ecclesiæ, et nomophylacis (sive legum vindicis) imperii Romani, patriarchalis notarii,
at protoproedri protosyncellorum, Doxapatris. Deinde sequuntur canones cum explicationibus Doxapatris,
videlicet.
1. Canones apostolorum numero 85.
2. Canones Nicæni numero 25.
3. Ancyrane synodi canones 25.
4. Neocæsariensis canones 15.
5. Gangrensis 20.
6. Antiochen:e 25.
7. Laodicenæ 59.
8. Constantinopolitanæ 150. Patrum canones 8.
9. Ephesinæ synodi canones 9.
10. Chalcedonensis 30.
11. Sardicensis canones 21.
12. Carthaginensis 37.
13. Constantinopolitana de Agapio et Bagadio,
canon 1.
14. Constantinopolitanæ in Trullo sexta generalis, canones 102.
15. Nicænæ secundæ canones 22.
16. Constantinopolitanæ in templo Sanctorum
Apostolorum πρώτης καὶ δευτέρας, primae et secundæ, canones 17.
17. Constantinopolitanæ in templo Sanctæ Sophiæ, canones 3.
18. Sancti Basilii Magni, canones 91.
19. Tarasii Constantinopolitani Adriano papæ,
canon 1.
20. Dionysii Alexandri canones 5.
21. Petri Alexandrini canones 14.
22. Gregorii Thaumaturgi canones 13.
23. Athanasii canones 5.
24. Gregorii Nysseni canones 8.
25. Timothei Alexandrini canones 15.
26. Theophili Alexandrini canones 14.
27. Cyrilli Alexandrini canones 7.
28. Ecclogii Alexandrini canon 1.
29. Gennadii Constantinopolitani canon 1.
30. Γραφὴ ἀπὸ ΚΠ. Μαρτυρίῳ ἐπ. Αντιοχείας.
Rescriptum Constantinopoli ad Martyrium episcopum Antiochenum, canon 1.
34. Athanasii ad Rufinianum canon 1.
32. Sanctorum apostolorum canones 17
nones 2.
34. Sanctorum apostolorum in communi, canones 2.
35. Τα κεφάλαια τοῦ χρυσοβούλλου τῆς Μεγάλης
Εκκλησίας Ἰουστινιανού: id est, capita sive canones bulle Aureæ Justiniani, quæ est in Magna
Ecclesia num. 6.
36. Τοῦ μεγάλου Βασιλείου περὶ τίτλου καὶ χρόvou àµaptŋjátwv, Magni Basilii de titulo et tempore peccatorum, canones 27.
37. Cyrilli contra Nestorium canones 11.
38. Demetrii Cyziceni canones 3.
39. Petri Antiocheni canones 4. Primus canon
Petri Antiocheni, qui num. 39 recensetur, sic habet:
Πέτρου Αντιοχείας πρὸς τὸν Βενετίας. Γέγονε δὲ
οὗτος ἐπὶ τοῦ πατριάρχου κυροῦ ᾿Αλεξίου. Οὐδαμου γέγραπται τὸν πρόεδρον 'Ακυληίας, ήτοι Βaveτίας, πατριάρχην ὀνομάζεσθαι. ε' γὰρ ἐν ὅλῳ τῷ
κόσμῳ πατριάρχας ἐγνώκαμεν, τὸν Ῥώμης, τὸν
Κωνσταντινουπόλεως, τὸν Ἀλεξανδρείας, τὸν ᾿Ανω
τιοχείας, καὶ τὸν Ἱεροσολύμων· ὡς γὰρ τὸ σῶμα
τὸ ἡμέτερον ε' αἰσθήσεσιν οἰκονομεῖται, οὕτω καὶ τὸ
σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν, ὡς
ὑπὸ πέντε αἰσθήσεων τῶν εʹ θρόνων οἰκονομεῖται.
Hoc est, Petri Antiocheni contra Venetiarum episcopum, fuit autem (Petrus) tempore patriarchæ
domini Alerii. Nusquam scriptum est Aquileiæ, sive
Venetiarum, præsulem patriarcham esse vocandum.
Nam quinque solum in orbe toto patriarchus novimus, Romanum, Constantinopolitanum, Alexandrinum, Antiochenum, Hierosolymitanum; sicut enim
corpus nostrum quinque sensibus regitur, eodem
modo corpus Christi, sive Ecclesia fidelium, velut
quinque sensibus, scilicet totidem thronis, dispensalur.
40. Joannis monachi S. Basilii discipuli,
nones 2.
41. Synodorum et Patrum canones 27.
42. Timothei Alexandrini.
43. Joannis Nηoteutoυ seu Jejunatoris.
44. Septem synodorum œcuménicarum.
45. De nuptiis.
ca33. Sanctorum apostolorum Petri et Pauli caDeinde hæc sequuntur: Erotemata Joannis monachi Sacri Montis. Euphemiani metropo.itani Thessa -
lonicensis solutiones capitibus 12, ad Gerasimum monachum [Sacri Montis. Ejusdem, cui cognomen
Xoūµvoç, Chumnus, ad eumdem Responsiones. Ex Novellis Justiniant quædam. Reliqua mittimus codicis
bujus ms, quæ recenset citatus Bernardus de Montfaucon pagg. 219 et 220, velut instituto nostro non
convenientia. Sequitur in eodem codice Theodori Studitæ encomium in sanctum Joannem evangelistam.
Item quidam erotemala. Agmen claudit magni Basilii opus de sacra liturgia non contemnenda, scripsit
igitur hunc Nomocanonem Nilus Doxapatris seu Doxapatrius jussu Joannis Coroneni imperatoris, atque
eodem tempore scripserunt de eodem argumento alii duo ætatis ejusdem, Alexius Aristinus et Simeon
Logotheta seu Metaphrastes dictus, de quibus nos bic eadem ætate agimus. Pluribus de hac quoque
Collectione canonum agit idem Bernardus de Montfaucon libro 1 Palæographiæ Græcæ, c. 6, p. 62 et lib. 1v,
cap. 6, pag. 302, quam anno 1708 edendam curavit Parisiis in folio apud Ludovicum Guerin, viduam
Joannis Boudot, et Carolum Robustel. Agunt de Nilo seu Nicolao Doxapatrio, præter Allatium locis
citatis, Petrus Lambecius tomo VIII Commentariorum Bibliothecæ Cæsarez Vindobonensis, pag. 457, “et
in Catalogo scriptorum hujus tomi; Guillelmus Cavus in Historia scriptorum ecclesiasticorum, sæculo xi
col. 1083–1084page 12 of 44
PG 132:1083ΝΕΙΛΟΥ ΔΟΞΑ ΠΑΤΡΙΟΥ ΤΑΞΙΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΘΡΟΝΩΝ. Σύγγραμμα γενόμενον παρὰ Νείλου ἀρχιμανδρίτου τοῦ Δοξαπατρίου κατὰ κέλευσιν τοῦ εὐγενεστά του μεγάλου ρηγός Ρογερίου περὶ τῶν πέντε πατριαρχικῶν θρόνων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτοὺς ἀρχιεπισκόπων, καὶ μητροπόλεων, καὶ τῶν ὑπὸ τὰς μην τροπόλεις ἐπισκοπῶν, καὶ τῶν ἐνορίων ἑκάστου πατριαρχικοῦ θρόνου, καὶ πῶς καὶ πότε συνέστη ἕκαστος πατριαρχικός θρόνος, καὶ περὶ τῆς τάς ξεως αὐτῶν, καὶ τῶν ἰδικῶν ἑκάστου ὀνομάτων, καὶ ποῦ λόγον ἐπέχουσι. Συνεγράφη δὲ ἔτει, σχνα, ινδικτιῶνος ς'. Πανευγέστατε Αυθεντα μου, περί ης μοι ἔγραψας ὑποθέσεως μέμνημαι, ὅτι ἐν τῷ καστελλίῳ Πανόρμῳ ῶν, ἔγραψα πρὸς τὴν σὴν ἀντίληψιν, πλὴν οὐχ οὕτω πλατύτερον, ὡς νῦν ἠρώτησας. Νῦν δὲ πολλὰ εἰσι τὰ ἐρωτηθέντα καὶ χρεία λεπτοτέρας γραφῆς, καὶ διηγήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ παντὸς πόνου κατα φρονήσας (τοῦτο γὰρ ἐκ χρέους ἐστὶν ἀπαραιτήτου ὀφειλόμενον, τὸ ὁλοψύχως ἐκπληροῦν τὸ παρὰ τῆς σῆς μεγαλυπερόχου ὑπεροχῆς ἐπιταττόμενόν με, μετὰ καὶ προτροπῆς τοῦ ἁγίου μου Πατρός), πειράσομαι διὰ βραχέων ὅσον τὸ κατὰ δύναμιν διὰ γρα φῆς σαφούς παραστῆσαι πάντα τὰ ἐπιτεταγμένα κοι. Αρκτέον δὲ οὕτω. Παρὰ τοῖς παλαιοίς σοφοῖς ἱστορικοῖς τε καὶ γεω γράφοι; εἰς τρία μέρη ἡ οἰκουμένη πᾶσα διήρηται, εἰς Ασίαν, τὴν Ἀνατολὴν δηλαδή, εἰς Εὐρώπην, τὴν Δύσιν δηλονότι, καὶ εἰς τὴν Λιβύην. Δι' ἣν αἰ τίαν οὕτως ὠνομάσθη ἕκαστον μέρος, οὐ τοῦ παρόντος λέγειν καιροῦ. Αἱ οὖν τέσσαρες μεγάλαι βασι λεῖαι, ἃς προείρηκε προφήτης Δανιὴλ, αἱ μὲν δύο γεγόνασιν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἡ πρώτη δηλαδὴ ἡ τῶν Βαβυλωνίων καὶ ᾿Ασσυρίων καὶ Μήδων, καὶ ἡ μετ'
NILI DOXAPATRII
ad annum 1043, pag. 603, quem huc transtuli, errore except»; Fredericus Spanhemius in Exercitatione bistorico theologica, De perpetua in hunc diem dissensione Ecclesiæ Græcæ et Orientalis a
Romana, parte 11, num. 22.
ΝΕΙΛΟΥ ΔΟΞΑ ΠΑΤΡΙΟΥ
ΤΑΞΙΣ
ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΩΝ ΘΡΟΝΩΝ.
NILI DOXAPATRII
NOTITIA
THRONORUM PATRIARCHALIUM.
(Steph. Le Moine, Varia sacra, tom. I, p. 211. Lugd. Batav. 1685. 4.)
Commentarius concinnatus a Nilo Doxapatrio archi- Σύγγραμμα γενόμενον παρὰ Νείλου ἀρχιμανδρίτου
mandrita, jussu nobilissimi magni regis Rogerii
de quinque patriarchalibus thronis, et illis subjectis archiepiscopatibus, et metropolitatibus
et qui metropolitatibus subduntur, episcopis,
et dioecesibus uniuscujusque sedis patriarchalis.
Et quomodo et quando patriarchici throni instituti
sunt, et de eorum ordine, et propriis nominibus, et
cujus locum teneant, concinnatus est anno 6651,
indictione sexta.
Perquam illustrissime domine mi, de eo quod
ad me scripsisti argumento recordor me, cum
in castro Panormo essem ad tuam quæstionem
rescripsisse, non ita tamen fuse, ut nunc postulasti.
'
τοῦ Δοξαπατρίου κατὰ κέλευσιν τοῦ εὐγενεστά
του μεγάλου ρηγός Ρογερίου περὶ τῶν πέντε πα
τριαρχικών θρόνων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτοὺς ἀρχιεπι
σκοπῶν, καὶ μητροπόλεων, καὶ τῶν ὑπὸ τὰς μην
τροπόλεις ἐπισκοπῶν, καὶ τῶν ἐνορίων ἑκάστου πα
τριαρχικού θρόνου, καὶ πῶς καὶ πότε συνέστη
ἕκαστος πατριαρχικός θρόνος, καὶ περὶ τῆς τάς
ξεως αὐτῶν, καὶ τῶν ἰδικῶν ἑκάστου ὀνομάτων,
καὶ ποῦ λόγον ἐπέχουσι. Συνεγράφη δὲ ἔτει, σχνα,
ινδικτιῶνος ς'.
Πανευγέστατε Αυθεντα μου, περί ης μοι ἔγραψας
ὑποθέσεως μέμνημαι, ὅτι ἐν τῷ καστελλίῳ Πανόρ
μῳ ῶν, ἔγραψα πρὸς τὴν σὴν ἀντίληψιν, πλὴν οὐχ
οὕτω πλατύτερον, ὡς νῦν ἠρώτησας. Νῦν δὲ πολλὰ
Nunc vero quæ a te poscuntur a pleraque sunt, εἰσι τὰ ἐρωτηθέντα καὶ χρεία λεπτοτέρας γραφῆς,
indigentque scriptione exactiore et narratione.
Propterea omni labore neglecto (hoc enim ex debito quod effugere nemo valet, tibi debetur. toto
pectore ac animo explere, quidquid a tua præexcelsa eminentia mibi imponitur, et potissimum
cum sancti Patris mel imperium accedat) conabor
breviter uti potero, scriptione plana, atque aperta
commissa mihi omnia complanare. Tale vero sit
principium
Veteribus historicis et geographis sapientioribus
In tres partes universus orbis divisus est, Asiam,
Orientem nempe, Europam, Occidentem scilicet, et
in Libyam. Quare autem unaquæque pars id sibi
nomen asciverit, non est præsentis negotii dicere.
Ex quatuor itaque ingentibus regnis, quæ prævaticinatus fuerat Daniel propheta duo in Asia fuerunt.
Primum Babyloniorum et Assyriorum, et Medorum,
et quod post hoc ultimum ortum habuit, Persarum:
καὶ διηγήσεως. Διὰ τοῦτο καὶ παντὸς πόνου κατα
φρονήσας (τοῦτο γὰρ ἐκ χρέους ἐστὶν ἀπαραιτήτου
ὀφειλόμενον, τὸ ὁλοψύχως ἐκπληροῦν τὸ παρὰ τῆς
σῆς μεγαλυπερόχου ὑπεροχῆς ἐπιταττόμενόν με,
μετὰ καὶ προτροπῆς τοῦ ἁγίου μου Πατρός), πειρά
σομαι διὰ βραχέων ὅσον τὸ κατὰ δύναμιν διὰ γρα
φῆς σαφούς παραστῆσαι πάντα τὰ ἐπιτεταγμένα
κοι. Αρκτέον δὲ οὕτω.
Παρὰ τοῖς παλαιοίς σοφοῖς ἱστορικοῖς τε καὶ γεω
γράφοι; εἰς τρία μέρη ἡ οἰκουμένη πᾶσα διήρηται,
εἰς Ασίαν, τὴν Ἀνατολὴν δηλαδή, εἰς Εὐρώπην,
τὴν Δύσιν δηλονότι, καὶ εἰς τὴν Λιβύην. Δι' ἣν αἰτίαν οὕτως ὠνομάσθη ἕκαστον μέρος, οὐ τοῦ παρόν
τος λέγειν καιροῦ. Αἱ οὖν τέσσαρες μεγάλαι βασιλεῖαι, ἃς προείρηκε προφήτης Δανιὴλ, αἱ μὲν δύο
γεγόνασιν ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἡ πρώτη δηλαδὴ ἡ τῶν
Βαβυλωνίων καὶ ᾿Ασσυρίων καὶ Μήδων, καὶ ἡ μετ'
Chapter VIIICaput VIII
col. 1085–1086page 13 of 44
PG 132:1085αὐτὴν δὲ ὑστέρα ἡ τῶν Περσῶν. Αἱ δὲ ἄλλαι δύο ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἡ τρίτη, δηλαδὴ ἡ τῶν Μακεδόνων, καὶ ἡ τετάρτη και τελευταία, μείζων πάντων ἡ τῶν Ρωμαίων. Γεγόνασι δὲ καὶ ἐν διαφόροις χώραις μέγισται βασιλεῖαι, καὶ τοπαρχίας μερικαι, ὡς ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ ἐν ἄλλοις τισὶ τόποις. Ἐπεὶ τοίνυν, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ γεννηθέντος ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ δευτέρῳ ἔτει τῆς βασιλείας Αὐγούστου Καίσαρος τοῦ πρώτου μοναρχήσαντος ἐν Ῥώμῃ, καὶ πᾶσαν ἀπο γραψαμένου τὴν οἰκουμένην, καὶ μετὰ τὴν τοῦ Κυρίου εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν οἱ σοφώτατοι ἀπόστολοι ἅπα; σαν περιέδραμον τὴν οἰκουμένην, καὶ τὴν εὐσεβῆ καὶ ἀληθινὴν πίστιν εἰς ταύτην ἐκήρυξαν· ἔδει δὲ πάντως μὴ μέχρι τῆς αὐτῶν βιοτῆς τὰ τῆς πίστεως περιορισθῆναι, ἀλλὰ μέχρι συντελείας χρόνων αιών νος ταύτην ἀκλόνητον διαμεῖναι, καὶ συντηρῆσαι παρὰ τῶν τοὺς ἐκείνων διαδεξαμένων θρόνους· διὰ τοῦτο τὰς χώρας περιερχόμενοι ἐπισκόπους καθί στων ἐν ταύταις ἄνδρας ἱκανοὺς καὶ πιστούς, καὶ ἀξιοπίστους ἐπὶ πᾶσαν θεοπρεπή πολιτείαν. Τοίνυν καὶ ὁ μέγας ἀπόστολος Πέτρος, πρὸ τῶν ἄλλων ἐθνικῶν πόλεων πρώτων πιστευσάντων τῶν ἐν Ανο τιοχείᾳ τῇ τῆς Κοίλης Συρίας δηλαδή, προῆρχε δὲ αὕτη πασῶν τῶν ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ καὶ ᾿Ανατολῇ πόλεων, Εκκλησίαν πηξάμενος, καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐπίσκοπον ἐν αὐτῇ τὸν Εὐοδον χειροτονήσας ἀπεδήμησεν εἰς Ῥώμην τὴν βασιλίδα τότε πασῶν τῶν πόλεων, τὴν προκαθημένην πασῶν τῶν τῆς Εὐρώπης πόλεων, κἀκεῖ Εκκλησίαν πηξάμενος, καὶ τὸν Λῖνον ἐν αὐτῇ ἐπίσκοπον καταστήσας· ὡς δέ τινές φασιν, ὅτι εύρη χὼς τὸν Λίνον ήδη προκαταστάντα παρὰ τοῦ ἁγίου Παύλου, καὶ τοῦτον ἀποδεξάμενος, μετά θάνατον τοῦ Λίνου, τὸν Ξίστον ἐπίσκοπον κατέστησεν, εἶτα μετ᾿ ἐκεῖνον τὸν Κλήμεντα. Καὶ οὕτως ἐν τοῖς δυσὶ μέρεσι τοῦ κόσμου τῇ 'Ασίᾳ δηλαδὴ καὶ τῇ Εὐρώπῃ ἐν ταῖς προεχούσαις πόλεσι πρῶτος αὐτὸς ἐπισκοπήσας, καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ ἄλλους καταστήσας, ἐφρόντισε καὶ τῷ ἑτέρῳ τρίτῳ μέρει τῆς οἰκουμένης τῇ Λιβύη εγκαταστῆσαι τινὰ ἐπίσκοπον. Καὶ δὴ ἐκ Ρώμης στέλλει εἰς Αἴγυπτον, καὶ ᾿Αλεξάνδρειαν τὴν προ καθημένην πάτης Λιβύης, τὸν ἀπόστολον καὶ εὐαγ γελιστής Μάρκον, ὅς, καὶ εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἀφικόμενος, καὶ Ἐκκλησίαν πηξάμενος, πᾶσαν Λιβύην ἐφώτισεν. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι πανταχοῦ πορευόμενοι καὶ κηρύσσοντες ἐπισκόπους καθίστων; ἐν ἑκάστῃ πόλει, εἰς ἣν περιήρχοντο. Τέω; οὖν οἱ προέχοντες ἦσαν οἱ προειρημένοι τρεῖς, ὁ τῆς ᾿Ασίας, ήγουν Ανατολῆς πάσης, ὁ ᾿Αντιοχείας, ὁ τῆς Εὐρώπης, ήγουν τῆς Δύσεως, ὁ Ρώμης, καὶ ὁ τῆς Λιβύης, ὁ ᾿Αλεξανδρείας, ὑφ᾽ ἣν καὶ ἡ Παλαιστίνη πᾶσα, ἐν ᾗ τὰ Ἱεροσόλυμα· καὶ ἡ Παλαιστίνη γὰρ Λιβύη ἐστίν. Ἐν μέντοι τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπίσκοπος ἔμεινεν ὁ παρ' αὐτοῦ τοῦ Κυρίου καταστὰς ἐκεῖσε, ὁ μακάριος ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Ετέλουν οὖν καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ὑπὸ τὴν Λιβύην. Κατεῖχε μὲν οὖν ὁ Ρώμης πᾶσαν τὴν Εὐρώπην μέχρι τῶν ὁρίων Μαζῶν, καὶ Γάλλων, Ισπανίας, Φραγγίας, καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ μέχρι Γαδείρων καὶ Ηρακλείων στηλών Ὠκεανοῦ ἔχων εἰς δυσμὰς ἡλίου,
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
αὐτὴν δὲ ὑστέρα ἡ τῶν Περσῶν. Αἱ δὲ ἄλλαι δύο ἐν & reliqua duo in Europa, tertium ordine Macedorum,
τῇ Εὐρώπῃ, ἡ τρίτη, δηλαδὴ ἡ τῶν Μακεδόνων, καὶ quartum et ultimum et omnium quam maxime inἡ τετάρτη και τελευταία, μείζων πάντων ἡ τῶν gens Romanorum. Fuere etiam in aliis regionibus
Ρωμαίων. Γεγόνασι δὲ καὶ ἐν διαφόροις χώραις maxima regna et particularia dominia veluti in
μέγισται βασιλεῖαι, καὶ τοπαρχίας μερικαι, ὡς ἐν Ægypto, Hierosolymis, et aliis locis: verumtam en
Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἱεροσολύμοις, καὶ ἐν ἄλλοις τισὶ Domino et Salvatore nostro Jesu Christo nato anno
τόποις. Ἐπεὶ τοίνυν, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν quadragesimo secundo imperii Augusti Caesaris,
Ἰησοῦ Χριστοῦ γεννηθέντος ἐν τῷ τεσσαρακοστῷ qui primus omnium et solus arbitrium orbis Romæ
δευτέρῳ ἔτει τῆς βασιλείας Αὐγούστου Καίσαρος τοῦ
tenuit, et universum terrarum orbem descripsit, et
πρώτου μοναρχήσαντος ἐν Ῥώμῃ, καὶ πᾶσαν ἀπο post illius ascensionem in cœlos, cum apostoli saγραψαμένου τὴν οἰκουμένην, καὶ μετὰ τὴν τοῦ Κυρίου plentissimi totum orbem peragrassent, veram planεἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν οἱ σοφώτατοι ἀπόστολοι ἅπα que fidem per eum divulgarunt; cum vero esset
σαν περιέδραμον τὴν οἰκουμένην, καὶ τὴν εὐσεβῆ necesse eorum vitæ termino res fidei nou circumκαὶ ἀληθινὴν πίστιν εἰς ταύτην ἐκήρυξαν· ἔδει δὲ scribi, sed ad consummationem usque sæculi eam
πάντως μὴ μέχρι τῆς αὐτῶν βιοτῆς τὰ τῆς πίστεως inconcussam permanere et sic conservari ab eorum
περιορισθῆναι, ἀλλὰ μέχρι συντελείας χρόνων αιών successoribus, propterea urbes circumeuntes, epiνος ταύτην ἀκλόνητον διαμεῖναι, καὶ συντηρῆσαι scopos in illis creabant, viros sufficientes et fideles,
παρὰ τῶν τοὺς ἐκείνων διαδεξαμένων θρόνους· διὰ èt quos vitæ institutum divinum reliquis cominen -
τοῦτο τὰς χώρας περιερχόμενοι ἐπισκόπους καθί- dabant. Quapropter et magnus apostolus Petrus
στων ἐν ταύταις ἄνδρας ἱκανοὺς καὶ πιστούς, καὶ cum, ante alios gentiles, primi, qui Antiochiam
ἀξιοπίστους ἐπὶ πᾶσαν θεοπρεπή πολιτείαν. Τοίνυν tenebant quæ in Coele-Syria est, credidissent, (praκαὶ ὁ μέγας ἀπόστολος Πέτρος, πρὸ τῶν ἄλλων cellebat enim illa reliquis Asianis et Orientalibus
ἐθνικῶν πόλεων πρώτων πιστευσάντων τῶν ἐν Ανο urbibus) in ea Ecclesiam fundans, et loco sui in
τιοχείᾳ τῇ τῆς Κοίλης Συρίας δηλαδή, προῆρχε δὲ ipsa Evodo in episcopatum promoto, Romam eo
αὕτη πασῶν τῶν ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ καὶ ᾿Ανατολῇ πόλεων, tempore reliquarun urbium principem et præ aliis
Εκκλησίαν πηξάμενος, καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ ἐπίσκοπον Europæ urbibus conspicuam, progreditur, ibique
ἐν αὐτῇ τὸν Εὐοδον χειροτονήσας ἀπεδήμησεν εἰς
Ecclesiam erigens, Linum episcopum constituit.
Ῥώμην τὴν βασιλίδα τότε πασῶν τῶν πόλεων, τὴν Alii narrant, ibidem Linum invenisse, antea a D.
προκαθημένην πασῶν τῶν τῆς Εὐρώπης πόλεων, Paulo in episcopum promotum, eumque excepisse,
κἀκεῖ Εκκλησίαν πηξάμενος, καὶ τὸν Λῖνον ἐν αὐτῇ post mortem Lini Xystum in episcopum pronovisse,
ἐπίσκοπον καταστήσας· ὡς δέ τινές φασιν, ὅτι εύρη- et post Syxtum Clementem. Et hac ratione in duaχὼς τὸν Λίνον ήδη προκαταστάντα παρὰ τοῦ ἁγίου bus partibus universi, Asia nempe et Europa, in
Παύλου, καὶ τοῦτον ἀποδεξάμενος, μετά θάνατον primariis urbibus primus ipse episcopi munere
τοῦ Λίνου, τὸν Ξίστον ἐπίσκοπον κατέστησεν, εἶτα
functus, et sui loco alios instituens, in tertia quoμετ᾿ ἐκεῖνον τὸν Κλήμεντα. Καὶ οὕτως ἐν τοῖς δυσὶ que parte, Libya nempe, aliquem episcopum faμέρεσι τοῦ κόσμου τῇ 'Ασίᾳ δηλαδὴ καὶ τῇ Εὐρώπῃ
cere in animo fixit. Quare Roma mittit in Ægyptum
ἐν ταῖς προεχούσαις πόλεσι πρῶτος αὐτὸς ἐπισκοπή- et Alexandriam, universæ Libyæ civitatem primaσας, καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ ἄλλους καταστήσας, ἐφρόντισε rian, Marcum apostolum et evangelistain, qui
καὶ τῷ ἑτέρῳ τρίτῳ μέρει τῆς οἰκουμένης τῇ Λιβύη Alexandriam progressus, ibi fundata Ecclesia,
εγκαταστῆσαι τινὰ ἐπίσκοπον. Καὶ δὴ ἐκ Ρώμης omnem Libyam illuminavit. Sed et reliqui apostoli,
στέλλει εἰς Αἴγυπτον, καὶ ᾿Αλεξάνδρειαν τὴν προ- quacunque gradientes et Evangelium annuntiantes,
καθημένην πάτης Λιβύης, τὸν ἀπόστολον καὶ εὐαγ in singulis civitatibus, ad quas pervenire contigisγελιστής Μάρκον, ὅς, καὶ εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἀφικό- set, episcopos creabant. Verum primas ante alios
μενος, καὶ Ἐκκλησίαν πηξάμενος, πᾶσαν Λιβύην obtinebant tres prædicti; in Asia, Oriente nempe
ἐφώτισεν. ᾿Αλλὰ καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι πανταχοῦ universo, Antiochenus; in Europa, Occidente sciπορευόμενοι καὶ κηρύσσοντες ἐπισκόπους καθίστων licet, Romanus; et in Libya Alexandrinus, sub quo
ἐν ἑκάστῃ πόλει, εἰς ἣν περιήρχοντο. Τέω; οὖν οἱ erat Palæstina omnis; in qua Hierosolyma locum
προέχοντες ἦσαν οἱ προειρημένοι τρεῖς, ὁ τῆς ᾿Α- habebat. Palæstina namque Libya est. Hierosolyσίας, ήγουν Ανατολῆς πάσης, ὁ ᾿Αντιοχείας, ὁ τῆς mis vero episcopus erat, qui a Domino ibi fuerat
Εὐρώπης, ήγουν τῆς Δύσεως, ὁ Ρώμης, καὶ ὁ τῆς promotus, beatus Jacobus apostolus, frater Domini.
Λιβύης, ὁ ᾿Αλεξανδρείας, ὑφ᾽ ἣν καὶ ἡ Παλαιστίνη Quare et Hierosolymia ipsa sub Libya erat.
πᾶσα, ἐν ᾗ τὰ Ἱεροσόλυμα· καὶ ἡ Παλαιστίνη γὰρ Λιβύη ἐστίν. Ἐν μέντοι τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπίσκοπος ἔμεινεν ὁ παρ' αὐτοῦ τοῦ Κυρίου καταστὰς ἐκεῖσε, ὁ μακάριος ἀπόστολος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφό
θεος. Ετέλουν οὖν καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ὑπὸ τὴν Λιβύην.
Κατεῖχε μὲν οὖν ὁ Ρώμης πᾶσαν τὴν Εὐρώπην
μέχρι τῶν ὁρίων Μαζῶν, καὶ Γάλλων, Ισπανίας,
Φραγγίας, καὶ τοῦ Ἰλλυρικοῦ μέχρι Γαδείρων καὶ
Ηρακλείων στηλών Ὠκεανοῦ ἔχων εἰς δυσμὰς ἡλίου,
Possidebat itaque Romanus Europam universam
ad confinia usque Mazorum, et Gallorum, Hispaniæ,
Franciæ, et lyrici, usque ad Gadira et columnas
Herculeas, Oceanum qui in occasum solis vergit,
col. 1087–1088page 14 of 44
PG 132:1087ἐν ᾧ εἰσι νεκρὰ ὕδατα καὶ ἰλυώδη, ἐν ᾧ νῆσος καὶ ΠΑ τὰ ἄκρα τῶν Ὠκεανοῦ πελαγῶν πολύανδρος Χρι στιανῶν ἄπειρος πληθὺς ἄχρι Ραβέννης, Λαγγοβαρδῶν, καὶ Θεσσαλονίκης, Σκλάβων, καὶ ᾿Αβάρων, καὶ Σκυθῶν ἕως Δανουβίου ποταμοῦ τὰς ἐκκλησιαστικές ὁροθεσίας, καὶ Μαγκαρίας, καὶ μέρος τῶν ἑσπερίων, καὶ μέρος τῆς Σικελίας, καὶ Καλαβρίας, ἐν οἷς δια πλέουσιν οἱ ἄνεμοι "Αρκτος, Παραίας, χώσεως, Ζέτ φυρος, Δυτικός, καὶ Λιθόνοτος, καὶ ἅπαν τὸ δυτικών μέρος ἕως τοῦ Βυζαντίου, καὶ τὰς ἐν μέσῳ νήσους πάσας, οἷον Σαρδώ, Σικελίαν, Κρήτην, Εύβοιαν, καὶ αὐτὴν τὴν Μαϊόρικον. Καὶ ἡ Πελοπόννησος, καὶ ἡ Ἑλλὰς πᾶσα, καὶ αἱ ἐπαρχίαι καὶ χώραι πάσαι τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ Ισπανία καὶ αἱ ἄνω Γαλλίας, καὶ τὰ ἐπέκεινα Αλπεων, αἵ τε Βρετανικαὶ νῆσοι ἕως τοῦ ἑσπερίου Ὠκεανοῦ, καὶ Γαδείρων, καὶ Ήρα κλείων στηλῶν, καὶ αἱ κάτω Γαλλίαι, αἴτινές εἰσιν αἱ Ἰταλίαι, ἤτοι ή Λομπαρδία, καὶ ἡ νῦν ἡ λεγο μένη Λογγιβαρδία, καὶ ᾿Απουλία, καὶ ἡ Καλαβρία. καὶ ἡ Καμπανία πᾶσα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπαρχία Β ζακίας, ἐν ᾗ ἡ Καρθαγένα, καὶ ἡ Μαυριτανία, καὶ ἡ Βενετία, καὶ αἱ πέραν τοῦ ᾿Αδριατικού κόλπου επαρχίαι οἷον Παννονία, καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν ἅπας, Μακεδονία καὶ Θρᾴκη, ὅπου τὸ Βυζάντιον, καὶ τὰ ἐπέκεινα Δυτικά ἅπαντα ὁμοίως ὑπὸ τῆς Ῥώμη; ἐτύγχανον. Πάλιν ὁ ᾿Αντιοχείας κατεῖχεν ἅπασαν τὴν ᾿Ασίαν καὶ ᾿Ανατολὴν, αὐτήν τε τὴν Ινδίαν, ὅπου καὶ ἕως τοῦ νῦν καθολικὸν χειροτονῶν στέλλει τὸν καλούμενον Ῥωμογύρεως, καὶ αὐτὴν τὴν Περσίαν, ἔτι καὶ αὐτὴν τὴν Βαβυλῶνα, τὴν νῦν καλουμένην Βαγδα, κἀκεῖ γὰρ ἔστελλεν ὁ ᾿Αντιοχείας καθολικὸν εἰς ΕΕ ρηνούπολιν, τὸν λεγόμενον Εἰρηνουπόλεως, καὶ τὰς Αρμενίας, καὶ ᾿Αβασγίαν, καὶ Ἰβηρίαν, καὶ Μηδίαν, καὶ τὴν τῶν Χαλδαίων, καὶ Παρθίαν, καὶ Ἑλαμάτας, καὶ Μεσοποταμίαν. Ἐκεῖ οὖν μητροπόλεις σήμερον δεκατρείς. α΄. Την Τύρου, ἥτις ἔχει ὑφ᾽ ἑαυτὴν ἐπισκόπους ιγ'. β'. Τὴν Ταρσοῦ, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ς'. γ'. Τὴν Εδέσης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ια'. δ. Τὴν ᾿Απαμείαν, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ζ'. ε'. Τὴν Ἱεραπόλεως, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν θ'. ς'. Τὴν Βόστριος, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν κ'. ζ'. Τὴν 'Αζάρδου, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν θ'. η'. Τὴν Σελευκίας Ισαυρίας, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυ τὴν κδ'. θ'. Τὴν Δαμασκοῦ, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ια'. ι. Τὴν ᾿Αμίδης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτήν η'. ια΄. Τὴν Σεργίου πόλεως, ἥτις ἔχει ὑφ' εαυ τὴν ε'. ιβ'. Τὴν Δαρᾶς, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ι'. ιγ'. Τὴν Ἐμέσης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν δ'. Εχει δὲ καὶ μητροπόλεις ἄλλας ἡ ᾿Αντιόχεια, μὴ ἐχούσας ὑφ᾽ ἑαυτὰς ἐπισκόπους, αἴτινές εἰσι τὸν ἀριθμὸν ὀκτώ. Αὗται γὰρ ἐπισκοπαὶ ἦταν πρότερον ὑποκείμεναι ἄλλαις μητροπόλεσιν, ἐτιμήθησαν εἶναι μητροπόλεις καὶ αὐταὶ, καὶ ὑποκεῖσθαι οὐχὶ μητρο
NILI DOXAPATRII
in quo sunt demortua aquæ et paludosæ, et insura ἐν ᾧ εἰσι νεκρὰ ὕδατα καὶ ἰλυώδη, ἐν ᾧ νῆσος καὶ
propre fines Oceani hominibus abundans, et est
Christianorum quiversa multitudo, usque ad Ravennam, Longobardos et Thessalonicam, et Slavos,
Abaros et Scythas ad Danubium fluvium ecclesiastica confinia extendit, et Mancariam. Possidet et
partem regionum occidentalium, partem Siciliæ et
Calabria, in quibus perflant venti Septentrio, Pareas, Clobeus, Zephyrus, Occidentalis, et Libonoins, et totam plagam oceidentalem usque ad ByzanLium, et insulas omnes interjacentes, nempe Sar
diniam, Siciliam, Cretam, Euboeam, et ipsam Majoricam, et Peloponesum, et Helladem universam
et provincias ac civitates omnes Europæ, nec non
Hispaniam et superiores Alpes, et quæ ultra has
extenduntur, et insulas Britannicas usque ad occidentalem Oceanum et Gadira et columnas Herculeas; nec non inferiores Gallias, quæ ΠΑ
liæ sunt, sive Lombardiam, quæ nunc dicitur
Longibardia, et Apuliam, et Calabriam, et Campaniam omnem, item provinciam Byzacie, in qua
est Carthago, et Mauritaniam, et Venetiam, et
provincias, quæ ultra sinum Adriaticum sese effundunt nempe Pannoniam et totum Illyricum,
Macedoniam et Thraciam, in qua est Byzantium,
et quæ ultra sese extendunt regiones occidentales.
Ilæc omnia Romano subdebantur.
Antiochenus possidebat universam Asiam et
Orienten, Indiamque ipsam, in quam ad hæc usque
tempora catholicum ordinans mittit Romogyreos
vocatum, et Persiam et Babylonem cui nunc nomen
Bagda est, eo etiain mittebat Antiochenus catholicarum in urbem Irenupolim, Irenupoleos dictum,
et Armenias, et Abasgiam et Iberiam, et Mediam,
et Chaldæam, et Parthiam, et Elamitas, et Mesopotamiam. Habet itaque metropoles tredecim.
1. Tyri, quæ, sub se habet episcopatus 13.
2. Tarsis, quæ sub se babet episcop. 6.
2. Edesæ, quæ sub se habet episcop. 11.
4. Apameæ quæ sub habet episcop. 7.
5. Hierapoleos, quæ sub habet episcop. 9
6. Bostri, quæ sub se habet episcop. 20.
7. Azarbi quæ sub se habet episcop. 9.
8. Seleucia Isaurie, quæ sub se habet episcop. 24.
9. Damasci, quæ sub se habet episcop. 11
10. Amidæ, quæ sub se habet episcop. 8.
11. llagiopoleos, quæ sub se habet episcop. 5.
12. Daras, quæ sub se habet episcop. 10.
13. Emesæ, quæ sub se habet episcop. 4.
Habet præterea et alias metropoles, quæ sub se
nullos habent episcopatus, aliis metropolitanis
obnoxia, in dignitatem metropolitanam provectæ
sunt, decretumque, ne aliis metropolitanis subderentur, sed tantum modo patriarchæ Antiocheno,
τὰ ἄκρα τῶν Ὠκεανοῦ πελαγῶν πολύανδρος Χρι
στιανῶν ἄπειρος πληθὺς ἄχρι Ραβέννης, Λαγγοβάρδων, καὶ Θεσσαλονίκης, Σκλάβων, καὶ ᾿Αβάρων, καὶ
Σκυθῶν ἕως Δανουβίου ποταμοῦ τὰς ἐκκλησιαστικές
ὁροθεσίας, καὶ Μαγκαρίας, καὶ μέρος τῶν ἑσπερίων,
καὶ μέρος τῆς Σικελίας, καὶ Καλαβρίας, ἐν οἷς διαπλέουσιν οἱ ἄνεμοι "Αρκτος, Παραίας, χώσεως, Ζέτ
φυρος, Δυτικός, καὶ Λιθόνοτος, καὶ ἅπαν τὸ δυτικών
μέρος ἕως τοῦ Βυζαντίου, καὶ τὰς ἐν μέσῳ νήσους
πάσας, οἷον Σαρδώ, Σικελίαν, Κρήτην, Εύβοιαν, καὶ
αὐτὴν τὴν Μαϊόρικον. Καὶ ἡ Πελοπόννησος, καὶ ἡ
Ἑλλὰς πᾶσα, καὶ αἱ ἐπαρχίαι καὶ χώραι πάσαι
τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ Ισπανία καὶ αἱ ἄνω Γαλλίας,
καὶ τὰ ἐπέκεινα Αλπεων, αἵ τε Βρετανικαὶ νῆσοι
ἕως τοῦ ἑσπερίου Ὠκεανοῦ, καὶ Γαδείρων, καὶ Ήρακλείων στηλῶν, καὶ αἱ κάτω Γαλλίαι, αἴτινές εἰσιν
αἱ Ἰταλίαι, ἤτοι ή Λομπαρδία, καὶ ἡ νῦν ἡ λεγο
μένη Λογγιβαρδία, καὶ ᾿Απουλία, καὶ ἡ Καλαβρία.
καὶ ἡ Καμπανία πᾶσα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπαρχία Βζακίας, ἐν ᾗ ἡ Καρθαγένα, καὶ ἡ Μαυριτανία, καὶ
ἡ Βενετία, καὶ αἱ πέραν τοῦ ᾿Αδριατικού κόλπου
επαρχίαι οἷον Παννονία, καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν ἅπας,
Μακεδονία καὶ Θρᾴκη, ὅπου τὸ Βυζάντιον, καὶ τὰ
ἐπέκεινα Δυτικά ἅπαντα ὁμοίως ὑπὸ τῆς Ῥώμη;
ἐτύγχανον. -
Πάλιν ὁ ᾿Αντιοχείας κατεῖχεν ἅπασαν τὴν ᾿Ασίαν
καὶ ᾿Ανατολὴν, αὐτήν τε τὴν Ινδίαν, ὅπου καὶ ἕως
τοῦ νῦν καθολικὸν χειροτονῶν στέλλει τὸν καλούμε
νον Ῥωμογύρεως, καὶ αὐτὴν τὴν Περσίαν, ἔτι καὶ
αὐτὴν τὴν Βαβυλῶνα, τὴν νῦν καλουμένην Βαγδα,
κἀκεῖ γὰρ ἔστελλεν ὁ ᾿Αντιοχείας καθολικὸν εἰς ΕΕρηνούπολιν, τὸν λεγόμενον Εἰρηνουπόλεως, καὶ τὰς
Αρμενίας, καὶ ᾿Αβασγίαν, καὶ Ἰβηρίαν, καὶ Μηδίαν,
καὶ τὴν τῶν Χαλδαίων, καὶ Παρθίαν, καὶ Ἑλαμάτας,
καὶ Μεσοποταμίαν. Ἐκεῖ οὖν μητροπόλεις σήμερον
δεκατρείς.
α΄. Την Τύρου, ἥτις ἔχει ὑφ᾽ ἑαυτὴν ἐπισκό
πους ιγ'.
β'. Τὴν Ταρσοῦ, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ς'.
γ'. Τὴν Εδέσης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ια'.
δ. Τὴν ᾿Απαμείαν, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ζ'.
ε'. Τὴν Ἱεραπόλεως, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν θ'.
ς'. Τὴν Βόστριος, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν κ'.
ζ'. Τὴν 'Αζάρδου, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν θ'.
η'. Τὴν Σελευκίας Ισαυρίας, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυ
τὴν κδ'.
θ'. Τὴν Δαμασκοῦ, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ια'.
ι. Τὴν ᾿Αμίδης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτήν η'.
ια΄. Τὴν Σεργίου πόλεως, ἥτις ἔχει ὑφ' εαυ
τὴν ε'.
ιβ'. Τὴν Δαρᾶς, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν ι'.
ιγ'. Τὴν Ἐμέσης, ἥτις ἔχει ὑφ' ἑαυτὴν δ'.
Εχει δὲ καὶ μητροπόλεις ἄλλας ἡ ᾿Αντιόχεια, μὴ
ἐχούσας ὑφ᾽ ἑαυτὰς ἐπισκόπους, αἴτινές εἰσι τὸν
ἀριθμὸν ὀκτώ. Αὗται γὰρ ἐπισκοπαὶ ἦταν πρότερον
ὑποκείμεναι ἄλλαις μητροπόλεσιν, ἐτιμήθησαν εἶναι
μητροπόλεις καὶ αὐταὶ, καὶ ὑποκεῖσθαι οὐχὶ μητρο
Chapter IXCaput IX
col. 1099–1100page 15 of 44
PG 132:1099πολίταις, ἀλλ' αὐτῷ τῷ πατριάρχῃ Αντιοχείας, καὶ Ει εἶναι αὐτοκέφαλοι, ὡς αἱ λοιπαὶ μητροπόλεις. Διδ καὶ διὰ τὸ εἶναι πρώην ἐπισκοπαὶ οὐκ ἔχουσιν ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκόπους, ὡς αἱ παλαιαί μητροπόλεις. Εἰσὶν οὖν αἱ ὀκτὼ αὐταὶ μητροπόλεις· α'. Βηρυτού β'. Ηλιουπόλεως, ἥτις ἀπεσπάσθη τοῦ θρόνου Δα μασκοῦ· γ'. Λαοδικείας· δ'. τῶν Σαμοσατῶν. ε'. Μαρτυροπόλεως· ς'. Μοψουεστίας· ς'. 'Αδάνας· η'. Πομ πηΐου πόλεως. Ετι ἔχει ἡ ᾿Αντιόχεια καὶ ἀρχιεπι σκοπάς μεγάλας ὀκτώ· α'. τὴν Βέροιαν· β'. τὴν Χαλκηδόνα· γ'. τὴν ᾿Αγάβαλλα· δ'. τὴν Σελεύκειαν τῆς Πιερίας· ε'. τὴν ᾿Ανασάρθην, ἥτις καὶ Θεοδωρούπολις καλεῖται· ς'. τὴν Πάλτον ζ'. τὴν Γαβολάν η. τὴν Βαλαάμαν. Ετι ἔχει καὶ ἀρχιεπισκοπάς λιτὰς καὶ ἐλευθέρας πέντε· α'. τὴν Σαλαμίων β'. τὴν Βέρκον· γ'. τὴν Ῥατᾶν· δ'. τὴν ᾿Αγάθηνα ε'. τὴν Βαρκουσῶν. Αὗται μὲν πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι ὑπό κεινται τῷ θρόνῳ Ἀντιοχείας, διὰ τὸ καὶ πολλὰς ἐπαρχίας καὶ χώρας ἔχειν ὑφ' ἑαυτὴν, ὡς εἴπομεν. Πρὸς γὰρ τῇ Βαβυλῶνι καὶ τῇ Ἰνδίᾳ, καὶ τῇ Περ σίᾳ, ἔχει τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κοίλης Συρίας, την πρώ την, ὅπου ἡ ᾿Αντιόχεια, καὶ τὴν δευτέραν, καὶ τὴν Κιλικίαν, καὶ τὴν Ισαυρίαν, τὴν καὶ ἐπαρχίαν Εὐφρατησίας, καὶ 'Αγιουπόλεως, καὶ τῆς Θεοδωριάδος τῆς Ὀσροηνῆς τῆς Μεσοποταμίας, ήτοι τετάρτη ᾿Αρμενία, καὶ τὰ μεθόρια, καὶ τοὺς ὅρους Συρίας, καὶ Περσία;. Ἔτι δὲ καὶ ἑτέρας ἐπαρχίας διαφόρους, καὶ κλίματα οὐκ ὀλίγα. Κατεῖχε δὲ πρότερον ἕως τῆς Χαλκηδόνος τῆς ἀντίπερα τοῦ Βυζαντίου, τῆς νῦν Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ἐν τῇ Προποντίδι, ὅπου καὶ τὸ λεγόμενον Δάμαλον. Ιστατο γὰρ δαμαλίς τις μαρμαρίνη ἐπάνω κίονος ιδρυμένη. Κατείχε, οὖν καὶ ὁ ᾿Αντιοχείας ταῦτα πάντα. μι, ᾿Αλλὰ καὶ ὁ ᾿Αλεξανδρείας κατείχεν ἅπασαν τὴν Λιβύην, καὶ τὴν Αιθιοπίαν, καὶ ἕως Μαρμαρικῆς, καὶ ᾿Αφρικῆς Τριπόλεως, καὶ πᾶσαν τὴν Αἴγυπτον καὶ αὐτὴν τὴν Παλαιστίνην, ἔνθα τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἔχει οὖν καὶ οὗτος ἐπαρχίας διαφόρους, καὶ μητροπόλεις δεκατρεῖς· πρώτην επαρχίαν, τὴν πρώ την Σταμνίκης, ἐν ᾗ πρώτη μητορόπλις τὸ Πηλούσιον Έχουσα διαφόρους ἐπισκοπάς, καὶ τὴν δευτέραν ἐπαρχίαν Σταμνίκης, ἐν ᾗ μητρόπολις δευτέρα ἡ Λεοντώ, ἔχουσα διαφόρους ἐπισκοπάς, καὶ τὴν πρώ τὴν ἐπαρχίαν Αἰγύπτου, ἐν ᾗ καὶ ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, ἡ κεφαλὴ πασῶν, καὶ τὴν δευτέραν ἐπαρχίαν Αιγύ πτου, καὶ τὴν ἐπαρχίαν ᾿Αρκαδίας, ἐν ᾗ τρίτη μη τρόπολις Οξύρυχος, ἔχουσα ἐπισκοπάς διαφόρους, καὶ τὴν δευτέραν ἐπαρχίαν Θηβαΐδος, ἐν ᾗ πέμπτη μητρόπολις Πτολεμαῖς, ἔχουσα ὑφ᾽ ἑαυτὴν ἐπισκοπάς διαφόρους, καὶ τὴν ἐπαρχίαν Λιβύης, ἐν ᾗ αὕτη μητρόπολις Δαρικώ, ἔχουσα ἐπισκοπάς τινας. Ἔτι Έχει ἑτέραν μητρόπολιν ή 'Αλεξάνδρεια, καὶ ἑβδό μην τὴν Μάριατ, καὶ ὀγδόην τὴν Γονέσιν ἐν τῷ ἑβδόμῳ στόματι τοῦ Νείλου. Ἑπτὰ γὰρ ἔχει στό ματα ὁ Νεῖλος, ἐν οἷς πόλεις διάφοροι. Αὗται μὲν οὖν ὀκτὼ μητροπόλεις ᾿Αλεξανδρείας, ἔχουσαι καὶ ἐπισκοπάς διαφόρους ὑφ' ἑαυτάς. Εἰσὶ δὲ λοιπαὶ πέντε μητροπόλεις αὐτῆς οὐκ ἔχουσαι ἐπισκοπάς ὑφ᾽ ἑαυτάς. Εἰσὶ δὲ αὑταὶ ἡ Δαμιάτα, ἡ Σάτα, ή τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἡ Φαράν, καὶ ἡ ᾿Αρη, ὁμοῦ
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
πολίταις, ἀλλ' αὐτῷ τῷ πατριάρχῃ Αντιοχείας, καὶ et quemadmodum ubique metropoles, per se caput
essent, et quod ante erant episcopatus nullos sub
se habent episcopos, quemadmodum antiquæ nietropoles; et sunt numero octo: 1, Bariti; 2. Heliupoleos, quæ ex throno Damasci abscissa est; 3. Laodiceæ. 4. Samiosalorum. 5. Marlyropoleos; 6.
Mopsuestæ 7. Adanæ; 8. Pompeiupoleos. Adhuc
etiam Antiochenus habet ingentes archiepiscopatus
octo: 1. Berrœam; 2. Chalcedonem, 3. Agaballam;
4. Seleuciam Pieriæ; 5. Anasartham quæ et Theodorupolis dicitur: 6; Polton; 7. Gabulam; 8. Balaamam. Præter hos habet et alios archiepiscopatus
tenues et liberos quinque: 1. Salamian; 2. Bercum; 3. Rhason; 4. Agathem; S. Barcusorum. Ει
hæ Ecclesiæ omnes throno Antiocheno subduntur,
quod plures provincias et civilates, ut jam diximus,
sub se contineret. Namque præter Babylonem et
Indiam et Persiam, habet etiam Colæ Syriæ provinciam primam, in qua Antiochia sita est, et
secundam, et Ciliciam, et Isauriam, quæ est Eupluralesiæ provincia est, et lagiupoleos, et Theodoriadis Osroenæ Mesopotamia, sive quartam Aro
menia el confinia loca e terminos Syrie, et
Persis, nec non et alias provincias el diversas, et
regiones admodum multas: illiusque dominium
diffundebatur usque aul Chalcedonem, quæ adversa
est Byzantio, nunc Constantinopoli, in Propontide
sitæ, in qua quod dicitur Damalium cernitur. Ibi
enim Damalis bucula e marmore super columnam
stabat. Hæc itaque omnia Antiochenus possidebat.
εἶναι αὐτοκέφαλοι, ὡς αἱ λοιπαὶ μητροπόλεις. Διδ
καὶ διὰ τὸ εἶναι πρώην ἐπισκοπαὶ οὐκ ἔχουσιν ὑφ'
ἑαυτὰς ἐπισκόπους, ὡς αἱ παλαιαί μητροπόλεις.
Εἰσὶν οὖν αἱ ὀκτὼ αὐταὶ μητροπόλεις· α'. Βηρυτού
β'. Ηλιουπόλεως, ἥτις ἀπεσπάσθη τοῦ θρόνου Δα·
μασκοῦ· γ'. Λαοδικείας· δ'. τῶν Σαμοσατῶν. ε'. Μαρτυροπόλεως· ς'. Μοψουεστίας· ς'. 'Αδάνας· η'. Πομπηΐου πόλεως. Ετι ἔχει ἡ ᾿Αντιόχεια καὶ ἀρχιεπι
σκοπάς μεγάλας ὀκτώ· α'. τὴν Βέροιαν· β'. τὴν Χαλ
κηδόνα· γ'. τὴν ᾿Αγάβαλλα· δ'. τὴν Σελεύκειαν τῆς
Πιερίας· ε'. τὴν ᾿Ανασάρθην, ἥτις καὶ Θεοδωρούπολις καλεῖται· ς'. τὴν Πάλτον ζ'. τὴν Γαβολάν
η. τὴν Βαλαάμαν. Ετι ἔχει καὶ ἀρχιεπισκοπάς
λιτὰς καὶ ἐλευθέρας πέντε· α'. τὴν Σαλαμίων β'.
τὴν Βέρκον· γ'. τὴν Ῥατᾶν· δ'. τὴν ᾿Αγάθηνα ε'.
τὴν Βαρκουσῶν. Αὗται μὲν πᾶσαι αἱ ἐκκλησίαι ὑπό
κεινται τῷ θρόνῳ Ἀντιοχείας, διὰ τὸ καὶ πολλὰς
ἐπαρχίας καὶ χώρας ἔχειν ὑφ' ἑαυτὴν, ὡς εἴπομεν.
Πρὸς γὰρ τῇ Βαβυλῶνι καὶ τῇ Ἰνδίᾳ, καὶ τῇ Περσίᾳ, ἔχει τὴν ἐπαρχίαν τῆς Κοίλης Συρίας, την πρώτην, ὅπου ἡ ᾿Αντιόχεια, καὶ τὴν δευτέραν, καὶ τὴν
Κιλικίαν, καὶ τὴν Ισαυρίαν, τὴν καὶ ἐπαρχίαν Εύφρατησίας, καὶ 'Αγιουπόλεως, καὶ τῆς Θεοδωριάδος
τῆς Ὀσροηνῆς τῆς Μεσοποταμίας, ήτοι τετάρτη
᾿Αρμενία, καὶ τὰ μεθόρια, καὶ τοὺς ὅρους Συρίας,
καὶ Περσία;. Ἔτι δὲ καὶ ἑτέρας ἐπαρχίας διαφόρους,
καὶ κλίματα οὐκ ὀλίγα. Κατεῖχε δὲ πρότερον ἕως
τῆς Χαλκηδόνος τῆς ἀντίπερα τοῦ Βυζαντίου, τῆς
νῦν Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ἐν τῇ Προποντίδι,
ὅπου καὶ τὸ λεγόμενον Δάμαλον. Ιστατο γὰρ δαμαλίς τις μαρμαρίνη ἐπάνω κίονος ιδρυμένη. Κατείχε,
οὖν καὶ ὁ ᾿Αντιοχείας ταῦτα πάντα.
Alexandrinus etiam totain Libyam possidebat et
Ethiopiam et Marmaricam, usque ad Tripolin Africanam, nec non universam Ægyptum et Palæstinam
ipsam, in qua sunt Hierosolyma, habet itaque et
ipse provincias varias et metropoles tredecim.
Primam provinciam, primam Stannicæ in qua
primna metropolis est Pelusium, varios sub se habens episcopatus, et secundain (provinciam Staminicæ in qua est secunda metropolis Leonto, habens
diversos episcopatus; et primam provinciam Ægyμι, in qua Alexandria est, cæterarum caput; et
secundam provinciam Ægypti, et provincian Ar
cadise, in qua tertia est inetropolis Oxyricus, labens sub se varios episcopatus, et secundam provinciam Thebaidis, in qua est quinta metropolis
Ptolemais, habens sub se episcopatus diversos, et
provinciam Libyæ, in qua est metropolis Darinco,
habens nonnullos episcopatus. Adhuc habet et aliam
metropolin Alexandrinus, quæ fuerit septima Marial et octavam Tonesiu, in septimo Nili ostio
sitam, septem enim ostiis Nilus in mare infunditur,
in quibus variæ civitates jacent. Hæitaque oCIO
Alexandrini metropoles, quæ varios sub se episcopatus habent; quamvis sint et aliæ quinque
nullis episcopatibus conspicua, nempe Damiata,
Sata, maris Rubri, Pharan, Are; omnes simul tredecim. Erant Alexandrino et alii throni diversi,
᾿Αλλὰ καὶ ὁ ᾿Αλεξανδρείας κατείχεν ἅπασαν τὴν
Λιβύην, καὶ τὴν Αιθιοπίαν, καὶ ἕως Μαρμαρικῆς,
καὶ ᾿Αφρικῆς Τριπόλεως, καὶ πᾶσαν τὴν Αἴγυπτον
καὶ αὐτὴν τὴν Παλαιστίνην, ἔνθα τὰ Ἱεροσόλυμα.
Ἔχει οὖν καὶ οὗτος ἐπαρχίας διαφόρους, καὶ μητροπόλεις δεκατρεῖς· πρώτην επαρχίαν, τὴν πρώτην Σταμνίκης, ἐν ᾗ πρώτη μητορόπλις τὸ Πηλούσιον
Έχουσα διαφόρους ἐπισκοπάς, καὶ τὴν δευτέραν
ἐπαρχίαν Σταμνίκης, ἐν ᾗ μητρόπολις δευτέρα ἡ
Λεοντώ, ἔχουσα διαφόρους ἐπισκοπάς, καὶ τὴν πρώτὴν ἐπαρχίαν Αἰγύπτου, ἐν ᾗ καὶ ἡ ᾿Αλεξάνδρεια,
ἡ κεφαλὴ πασῶν, καὶ τὴν δευτέραν ἐπαρχίαν Αιγύπτου, καὶ τὴν ἐπαρχίαν ᾿Αρκαδίας, ἐν ᾗ τρίτη μητρόπολις Οξύρυχος, ἔχουσα ἐπισκοπάς διαφόρους,
καὶ τὴν δευτέραν ἐπαρχίαν Θηβαΐδος, ἐν ᾗ πέμπτη
μητρόπολις Πτολεμαῖς, ἔχουσα ὑφ᾽ ἑαυτὴν ἐπισκοπάς
διαφόρους, καὶ τὴν ἐπαρχίαν Λιβύης, ἐν ᾗ αὕτη
μητρόπολις Δαρικώ, ἔχουσα ἐπισκοπάς τινας. Ἔτι
Έχει ἑτέραν μητρόπολιν ή 'Αλεξάνδρεια, καὶ ἑβδόμην τὴν Μάριατ, καὶ ὀγδόην τὴν Γονέσιν ἐν τῷ
ἑβδόμῳ στόματι τοῦ Νείλου. Ἑπτὰ γὰρ ἔχει στό
ματα ὁ Νεῖλος, ἐν οἷς πόλεις διάφοροι. Αὗται μὲν
οὖν ὀκτὼ μητροπόλεις ᾿Αλεξανδρείας, ἔχουσαι καὶ
ἐπισκοπάς διαφόρους ὑφ' ἑαυτάς. Εἰσὶ δὲ λοιπαὶ
πέντε μητροπόλεις αὐτῆς οὐκ ἔχουσαι ἐπισκοπάς
ὑφ᾽ ἑαυτάς. Εἰσὶ δὲ αὑταὶ ἡ Δαμιάτα, ἡ Σάτα, ή
τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης, ἡ Φαράν, καὶ ἡ ᾿Αρη, ὁμοῦ
col. 1095–1096page 16 of 44
PG 132:1095ή δεκατρείς. Είχε δὲ καὶ ᾿Αλεξάνδρεια καὶ ἄλλους θρόνους πολλούς, ἀλλὰ μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν αἵρε σιν Σηβήρου καθηρπάγησαν ὑπὸ τῶν Σεβηριανών, ὥσπερ είχε καὶ τὴν διακράτησιν πᾶσαν Ἱεροσολύμων, καὶ αὐτὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πάντας τους θρόνους τοὺς νῦν τελοῦντας ὑπὸ τὴν ἐνορίαν τοῦ θρόνου Ἱεροσολύμων. Είχε γὰρ καὶ αὐτὴν τὴν Πα λαιστίνην πᾶσαν τότε, ὡς προείπομεν καὶ ἄλλα; επαρχίας. Ετι κατέχει τὴν ἐπαρχίαν Λιβύης Πενταπόλεως, καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τριπόλεως Βαρβαρίας, ὥστε ἐκ τούτου λύεται καὶ ἡ φιλονεικεία ἡ μέσον τοῦ ᾿Αλεξανδρείας καὶ τοῦ Καρθαγένης. Δύο γέρ Τριπόλεις εἰσὶν, ἡ μία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν, στις ἐστὶν τρισκαιδεκάτη ἐπισκοπὴ Τύρου ὑπὸ τὴν ἐπαρ χίαν Φοινίκης παραλίας. Ἡ δὲ Τύρο;, ὡς προεγράφη, πρώτη μητρόπολις Αντιοχείας. Αύτη μὲν οὖν ἡ μία Τρίπολις. "Αλλη Τρίπολις ὑπὸ τὴν Αἰγυπτιακὴν διοίκησιν τὴν καὶ Λιβυκήν, ἡ λεγομένη της Βερ βαρίας, ὑποκειμένη τῇ ᾿Αλεξανδρείᾳ οὐκ αὐτὴ πρω τότυπος. Οὐ γὰρ ἐστι μητρόπολις, ἀλλ' ἐπισκοπή ὑποκειμένη μιᾷ μητροπόλει ἐκ τῶν τοῦ ᾿Αλεξανδρείας. Μάτην οὖν ἐπιζητεῖ ταύτην ὁ Καρθαγένης, ὁ τῷ τῆς Εὐρώπης προκαθημένῳ ὑποκείμενο;, οἷον τῷ Ῥώμης. Ἐν τούτοις καὶ τὰ τοῦ θρόνου Αλεξανδρείας, ήτοι Λιβύης, πλὴν εἰ καὶ ἅπασα ἡ Ανατολή Ασία ἐκαλεῖτο, καὶ ἅπασα ἡ Δύτες Εὐρώπη. Αλλ' εἰσί τινες χώρας της Ανατολής, αίτινες ἰδικῶς χρῶνται τῷ τῆς ᾿Ασίας ονόματι, ὡς ἡ Έφεσος ἢ ἐν τῷ Θρακησίῳ, καὶ ἡ Σμύρνα, καὶ ἐκεῖναι πᾶσα: πι. λεις ὡς ἑξῆς δηλώσομεν. Ομοίως εἰσὶ καὶ ἐν τῇ Δύσει χῶρα:, αἵτινες χρῶνται τῷ τῆς Εὐρώπης διδ ματι, ὡς Ἡράκλεια ἡ ἐν τῇ Θράκη, ἡ πλησίον Κωνσταντίνου πόλεως. Ομοίως καὶ ἐπὶ τῆς Λιβύης εἰσί τινες χώραι ἰδικῶς τῆς Λιβύης καλούμεναι, ὡς ἡ ἐπαρχία Λιβύης Πενταπόλεως, ὡς προεγράψαμεν. Διὰ τοῦτο δὲ, ὡς οἶμαι, ἰδικῶς αὗται ἐχρήσαντο τοῖς γενικοῖς ὀνόμασι, διὰ τὸ ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι ἕκαστον μέρος, ήγουν τὸ Εὐρωπαῖον ἐκ τῆς Θρᾴκης, καὶ τὸ ᾿Ασιανὸν ἐκ Θρακησίου, ὁμοίως καὶ τὸ Λιβυκὸν ἐκ τῆς Πενταπόλεως. Διώκει δὲ ἡ 'Ρώμη, καὶ 'Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιοχείᾳ τὰς ὑφ' ἑαυτὰς ἐνορίας οὕτω· μηδενὸς τοῖς μῶντος τῶν τριῶν ἐπεμβαίνειν εἰς τὰς ἀλλήλων ἐνορίας, μήτε χειροτονεῖν, μήθ' ὅλως διοικεῖν ἱερατικὸν διῃρέσαντο καθ' ἕνα τὰς ἐνορίας αὐτῶν εἰς ἐξο άρχους, εἰς μητροπόλεις, εἰς ἀρχιεπισκόπους, και εἰς ἐπισκόπους· ἐπεὶ γὰρ ἀδύνατον ἦν αὐτοῖς δι' ἑαυτῶν τὰς πάσας ἐνορίας ἑαυτῶν διοικεῖν, καὶ στ φίζεσθαι τοὺς ἐπισκόπους, καὶ χειροτονεῖν, καὶ ἐξ- " ετάζειν, καὶ δικάζειν, καὶ ἐρευνᾶν διὰ τὸ τῆς ὁδοῦ πολύ μῆκος· διὰ τοῦτο ἐν μὲν ταῖς προεχούσαι; επαρχίαις καὶ χώραις ἐποίησαν ἐξάρχους, ἐν δὲ ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις ἐν μιᾷ ἑκάστῃ ἕνα μητροπολίτην· ἐπεὶ δὲ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν πολλα πόλεις εἰσὶν, ἕνα μὲν ἐποίουν μητροπολίτην, ὡς ε ρηται, τὸν ἐν τῇ κρείττονι πόλει τῆς ὅλης επαρ χίας, διὰ τὸ μητέρα ταύτην ὡσανεὶ εἶναι τῶν ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν πόλεων· διὰ τοῦτο καὶ τὸν ἐν αὐτῇ ἀρχιερέα μητροπολίτην ἐκάλουν· ἐν δὲ ταῖς λοιπαῖς ταῖς ἥττισι πόλεσιν ἐποίουν ἐπισκόπους. Ε δέ τινες ἦσαν πόλεις ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ καὶ αὐττ
NILI DOXAPATRII
sed post Severi hacresim a Severianis subła i sunt, ή δεκατρείς. Είχε δὲ καὶ ᾿Αλεξάνδρεια καὶ ἄλλους
quemadmodum et ditio omnis flierosolymitana ipsa -
que Hierosolyma, omnesque aliæ sedes quæ nonc
sunt sub Ilierosolymitano patriarcha; namque nt
jam diximus universam Palæstinam possidebat,
et alias provincias. Adhuc possidet provinciam Libyæ Pentapolitanam, et provinciam Tripolitanam
Barbariæ. Ex quo lis, quæ inter Alexandrinum et
1 Carthaginensem vertitur, dissolvitur. Binæ enim
θρόνους πολλούς, ἀλλὰ μετὰ τὸ γενέσθαι τὴν αἵρε
σιν Σηβήρου καθηρπάγησαν ὑπὸ τῶν Σεβηριανών,
ὥσπερ είχε καὶ τὴν διακράτησιν πᾶσαν Ἱεροσολύ
μων, καὶ αὐτὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ πάντας τους
θρόνους τοὺς νῦν τελοῦντας ὑπὸ τὴν ἐνορίαν τοῦ
θρόνου Ἱεροσολύμων. Είχε γὰρ καὶ αὐτὴν τὴν Παλαιστίνην πᾶσαν τότε, ὡς προείπομεν καὶ ἄλλα;
επαρχίας. Ετι κατέχει τὴν ἐπαρχίαν Λιβύης Πενταπόλεως, καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τριπόλεως Βαρβαρίας,
ὥστε ἐκ τούτου λύεται καὶ ἡ φιλονεικεία ἡ μέσον
τοῦ ᾿Αλεξανδρείας καὶ τοῦ Καρθαγένης. Δύο γέρ
Τριπόλεις εἰσὶν, ἡ μία ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴν, στις
ἐστὶν τρισκαιδεκάτη ἐπισκοπὴ Τύρου ὑπὸ τὴν ἐπαρ
χίαν Φοινίκης παραλίας. Ἡ δὲ Τύρο;, ὡς προεγράφη, πρώτη μητρόπολις Αντιοχείας. Αύτη μὲν οὖν ἡ
μία Τρίπολις. "Αλλη Τρίπολις ὑπὸ τὴν Αἰγυπτια
κὴν διοίκησιν τὴν καὶ Λιβυκήν, ἡ λεγομένη της Βερ
βαρίας, ὑποκειμένη τῇ ᾿Αλεξανδρείᾳ οὐκ αὐτὴ πρω
τότυπος. Οὐ γὰρ ἐστι μητρόπολις, ἀλλ' ἐπισκοπή
ὑποκειμένη μιᾷ μητροπόλει ἐκ τῶν τοῦ ᾿Αλεξαν
δρείας. Μάτην οὖν ἐπιζητεῖ ταύτην ὁ Καρθαγένης,
ὁ τῷ τῆς Εὐρώπης προκαθημένῳ ὑποκείμενο;,
οἷον τῷ Ῥώμης. Ἐν τούτοις καὶ τὰ τοῦ θρόνου
Αλεξανδρείας, ήτοι Λιβύης, πλὴν εἰ καὶ ἅπασα ἡ
Ανατολή Ασία ἐκαλεῖτο, καὶ ἅπασα ἡ Δύτες Εὐρώπη.
Αλλ' εἰσί τινες χώρας της Ανατολής, αίτινες ἰδικῶς
χρῶνται τῷ τῆς ᾿Ασίας ονόματι, ὡς ἡ Έφεσος ἢ ἐν
τῷ Θρακησίῳ, καὶ ἡ Σμύρνα, καὶ ἐκεῖναι πᾶσα: πι.
λεις ὡς ἑξῆς δηλώσομεν. Ομοίως εἰσὶ καὶ ἐν τῇ
Δύσει χῶρα:, αἵτινες χρῶνται τῷ τῆς Εὐρώπης διδ
ματι, ὡς Ἡράκλεια ἡ ἐν τῇ Θράκη, ἡ πλησίον
Κωνσταντίνου πόλεως. Ομοίως καὶ ἐπὶ τῆς Λιβύης
εἰσί τινες χώραι ἰδικῶς τῆς Λιβύης καλούμεναι, ὡς
ἡ ἐπαρχία Λιβύης Πενταπόλεως, ὡς προεγράψαμεν.
Διὰ τοῦτο δὲ, ὡς οἶμαι, ἰδικῶς αὗται ἐχρήσαντο τοῖς γενικοῖς ὀνόμασι, διὰ τὸ ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι ἕκαστον
μέρος, ήγουν τὸ Εὐρωπαῖον ἐκ τῆς Θρᾴκης, καὶ τὸ ᾿Ασιανὸν ἐκ Θρακησίου, ὁμοίως καὶ τὸ Λιβυκὸν ἐκ
τῆς Πενταπόλεως.
Tripoles sunt: una sub Oriente, et est decimns
tertius episcopatus Tyri sub provincia Phæniciæ
amaritima; Tyrus vero est, ut antea scripsimus,
prima Antiocheni metropolis, et hac una Tripolis
est. Altera est sub dioecesi Ægyptiaca, quæ el
Lilyca est, quæ dicitur Barbariæ, Alexandrino obnoxia, non ipsa primario, neque enim metropolis
est, sed episcopatus uni Alexandriæ metropoli subjectus. Frustra itaque cam sibi vindicat Carthaginensis, qui presidenti Europe, Romano scilicet,
subjicitur. Et hæc est Alexandrini, seu Libyæ thromi diccesis, et licet universus Oriens, Asia vocare.
tur, universus Occidens Europa, sunt nibilominus
· civitates proprium sibi nomeu Asix vindicantes;
veluti Ephesus, qua in Thracesio est, et Smyrna,
et reliquæ ibidemn urbes, ut infra exponemus. Pari
ratione etiam in occidente spectantur urbes, quæ
- proprie Europa nomen sibi usurpant; ut Heraclea
in Thracia, Constantinopoli proxima. Sic etiam el
in Libya nonnula, proprie Libyæ nomen sibi adciscunt, ut provincia Libya Pentapoleos, ut supra
innuinus. Has aulem generalia nomina proprie
sibi usurpasse ob hanc causam existimo, quod inde
unaquæque pars initium sibi sumat, Europæum ex
Thracia, Asianum ex Thracesio et pari ratione Libycuin ex Pentapoli.
Romanus vero, Alexandrinus, nec non Antichenus, suas diceceses, modo quo diximus gubernabant, cum nullus auderet in alterius diœcesin
pedem inferre, nec in ea ordinationes habere, nec
quidquam aliud sacrum disponere, proprias dioeceses unusquisque diviserunt in exarchos, metropolitanos, archiepiscopos et episcopos, cum baud
fieri posset ut ipsi per se ipsos parochiis suis omnibus modum imponerent, et seligerent episcopos, et
consecrarent, et res quærerent, jura dicerent, et
pervestigarent propter itinerum longa intervalla.
Propterea in eminentioribus provinciis et regionibus
exarchos constituerunt, in aliis provinciis unum, in
singulis metropolitanum; cum vero sub eadem
provincia multæ civitates sint, unum quidem me -
tropolitanum, ut jam diximus, in totius provinciæ
spectabiliore urbe, quod illa veluti mater reliquarum urbium illius provinciæ esset, ideoque et præsulem in ea metropolitanum nuncupabant; in aliis
vilioribus urbibus creabant episcopos. Si quæ vero
essent urbes in eadem provincia, et magnitudine
Διώκει δὲ ἡ 'Ρώμη, καὶ 'Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιοχείᾳ τὰς ὑφ' ἑαυτὰς ἐνορίας οὕτω· μηδενὸς τοῖς
μῶντος τῶν τριῶν ἐπεμβαίνειν εἰς τὰς ἀλλήλων
ἐνορίας, μήτε χειροτονεῖν, μήθ' ὅλως διοικεῖν ἱερατι
κὸν διῃρέσαντο καθ' ἕνα τὰς ἐνορίας αὐτῶν εἰς ἐξο
άρχους, εἰς μητροπόλεις, εἰς ἀρχιεπισκόπους, και
εἰς ἐπισκόπους· ἐπεὶ γὰρ ἀδύνατον ἦν αὐτοῖς δι'
ἑαυτῶν τὰς πάσας ἐνορίας ἑαυτῶν διοικεῖν, καὶ στ
φίζεσθαι τοὺς ἐπισκόπους, καὶ χειροτονεῖν, καὶ ἐξ- "
ετάζειν, καὶ δικάζειν, καὶ ἐρευνᾶν διὰ τὸ τῆς ὁδοῦ
πολύ μῆκος· διὰ τοῦτο ἐν μὲν ταῖς προεχούσαι;
επαρχίαις καὶ χώραις ἐποίησαν ἐξάρχους, ἐν δὲ
ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις ἐν μιᾷ ἑκάστῃ ἕνα μητρο
πολίτην· ἐπεὶ δὲ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν πολλα
πόλεις εἰσὶν, ἕνα μὲν ἐποίουν μητροπολίτην, ὡς ε
ρηται, τὸν ἐν τῇ κρείττονι πόλει τῆς ὅλης επαρ
χίας, διὰ τὸ μητέρα ταύτην ὡσανεὶ εἶναι τῶν ὑπὸ
τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν πόλεων· διὰ τοῦτο καὶ τὸν ἐν
αὐτῇ ἀρχιερέα μητροπολίτην ἐκάλουν· ἐν δὲ ταῖς
λοιπαῖς ταῖς ἥττισι πόλεσιν ἐποίουν ἐπισκόπους. Ε:
δέ τινες ἦσαν πόλεις ἐν τῇ αὐτῇ ἐπαρχίᾳ καὶ αὐττ
Chapter XICaput XI
col. 1093–1094page 17 of 44
PG 132:1093μέγισται, καὶ μικρὸν ἀποπίπτουσαι τῆς πρώτης, ἐποίουν ταύτας ἀρχιεπισκοπάς· αἵτινες οὐκ εἶχαν ἐπισκοπές ὑφ' ἑαυτάς δύο γὰρ μητροπόλεις γίνεσθαι ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ ἀδόκιμον ἐκρίθη, εἰ μή που ὕστερον εἰς βασιλικὴν φιλοτιμίαν ἀποσπασθῇ τις ἐπισκοπὴ ἀπ' τινος μητροπόλεως, καὶ τιμηθῇ μητρόπολις παρὰ τοῦ βασιλέως, ἢ ἀρχιεπισκοπὴ διὰ τὴν άρε τὴν τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐπισκόπου. Καὶ αὕτη γὰρ καλείται μητρόπολις, εἰ καὶ μὴ ἔχει πόλεις ἄλλας ὑφ' ἑαυτὴν καὶ ἐπισκοπὰς, ὧν ἔσται μητρόπολις. Οἱ μὲν οὖν ἔξαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον τάχα ὑφ' ἑαυτοὺς τοὺς μητροπολίτας, καὶ ἐχειροτόνουν τού τους, ὁμοίως καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἐδίκα ζων αὐτούς, οἱ δὲ μητροπολίται τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτῶν ἐπαρχίας ἐπισκόπους. Οἱ δὲ ἔξαρχοι ὑπέκειντο έκα στος τῇ οἰκεία κεφαλῇ, καὶ τῷ μείζονι θρόνῳ. Πάντες δὲ οὗτοι, οἵ τε ἔξαρχοι, οἵ τε μητροπολίται, οἵ τε ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπέκειντο τῷ με ζονι ἕκαστος θρόνῳ· καὶ εἰ ἀπηρέσκοντο ταῖς κρί σεσι τῶν ἐξάρχων οἱ μητροπολῖται ἢ οἱ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ἐπίσκοποι, ἀνεκλή τευον οἱ μὲν εἰς τὰ μείζονα, οἱ δὲ ἐπίσκοποι εἰς τὸν ἔξαρχον, κἀκεῖθεν ὡς τὸν μείζονα καὶ εἰ τοῦτο ἤθελον. Τέω; δὲ ὡς ἔξαρχοι ἐκαλοῦντο καὶ ἀρχιεπίσκοποι. Ρητέον λοιπὸν πῶς αἱ τρεῖς αὐταὶ μεγάλαι Εκ κλησίαι διώκουν τὰς ὑφ' ἑαυτὰς πάσας Ἐκκλησίας, ήγουν ή Ρώμη, ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιόχεια, καὶ πῶς ἰσότιμοι αὐταῖς γεγόνασι καὶ αἱ λοιπαὶδύο Εκκλησίαι, ἡ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως καὶ ἡ τῆς Αἰλίας, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων. Αιλίαι γὰρ ἐκλήθησαν ὕστερον τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκ τοῦ Αἰλίου Αδριανοῦ τοῦ Καίσαρος Ρώμης. Οὗτος γὰρ ὕστερον πάλιν μετ' Ουεσπασιανὸν, καὶ Τίτον πορθήσας τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ πάλιν στασιάσαι τοὺς Ἰουδαίους, θυμωθείς, αὐτούς τε διεσκόρπισεν εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, εὐώνως πωλήσας αὐτοὺς, καὶ τὸν καθε ένα προστάξας πωλεῖσθαι ἐπ' ὀλίγῃ κριθῇ, καὶ τὴν πόλιν ἀνασκάψας, καὶ τὸν ναὸν, ἀνῳκοδόμησε τὴν πόλιν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τὸν ναὸν, ὅπου καὶ τὸ οἰκεῖον εἴδωλον ἔστησεν εἰς προσκύνησιν, τὸ ὄν τως βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καὶ προσέταξε τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ονόματος τὴν πόλιν καλεῖσθαι Διλίαν. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐτιμήθη καὶ ὁ θρόνος Ιεροσολύμων ἀποσπασθεὶς τῆς ἐνορίας, καὶ ἐξουσίας Αλεξανδρέων, η καὶ γέγονεν αὐτοκέφαλος, καὶ κεφαλή, καὶ ἰσότιμος τοῖς τρισὶ θρόνοις. Πλὴν ἐτάχθη μετὰ τὸν Ἀντιοχείας τιμᾶσθαι, καὶ ἀναφέρεσθαι, καὶ καθῆσθαι. Ἐκλήθη δὲ καὶ πατριάρχης καὶ αὐτὸς ὁ Ἱεροσολύμων, καί. της πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν Παλαιστίνῃ· ἡ γὰρ Παλαιστίνη είχε μητρόπολιν τὴν Καισάρειαν, ὑφ' ᾗ ἐτέλει τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισ σκοπὴ οὖσα αὐτῆς. Εἶχε δὲ καὶ ἑτέρας μητροπόλεις ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς διαφόρους ἐπισκοπάς, ήγουν δευτέραν τὴν Σκυθόπολιν, ἤτοι Βασάν, τρίτην την Πέτραν, τετάρτην τὴν Βόστρην, ήτοι Αραβίαν. Έχει δὲ καὶ αὐτοκεφάλους ἐπισκοπάς εἰκοσιπέντε, μὴ ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπές, ὑπόκεινται δὲ τῷ θρόνῳ τῶν Ἱεροσολύμων, α'. τὴν Διοσπόλεως, έτσι
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
μέγισται, καὶ μικρὸν ἀποπίπτουσαι τῆς πρώτης, praestantes, et a prima illa parum differentes, i
ἐποίουν ταύτας ἀρχιεπισκοπάς· αἵτινες οὐκ εἶχαν
ἐπισκοπές ὑφ' ἑαυτάς δύο γὰρ μητροπόλεις γίνεσθαι
ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ ἀδόκιμον ἐκρίθη, εἰ μή που ὕστερον
εἰς βασιλικὴν φιλοτιμίαν ἀποσπασθῇ τις ἐπισκοπὴ
ἀπ' τινος μητροπόλεως, καὶ τιμηθῇ μητρόπολις
παρὰ τοῦ βασιλέως, ἢ ἀρχιεπισκοπὴ διὰ τὴν άρετὴν τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐπισκόπου. Καὶ αὕτη γὰρ
καλείται μητρόπολις, εἰ καὶ μὴ ἔχει πόλεις ἄλλας
ὑφ' ἑαυτὴν καὶ ἐπισκοπὰς, ὧν ἔσται μητρόπολις.
Οἱ μὲν οὖν ἔξαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον τάχα ὑφ'
ἑαυτοὺς τοὺς μητροπολίτας, καὶ ἐχειροτόνουν τούτους, ὁμοίως καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἐδίκαζων αὐτούς, οἱ δὲ μητροπολίται τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτῶν
ἐπαρχίας ἐπισκόπους. Οἱ δὲ ἔξαρχοι ὑπέκειντο έκαστος τῇ οἰκεία κεφαλῇ, καὶ τῷ μείζονι θρόνῳ. Πάντες
δὲ οὗτοι, οἵ τε ἔξαρχοι, οἵ τε μητροπολίται, οἵ τε
ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπέκειντο τῷ με
ζονι ἕκαστος θρόνῳ· καὶ εἰ ἀπηρέσκοντο ταῖς κρίσεσι τῶν ἐξάρχων οἱ μητροπολῖται ἢ οἱ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ἐπίσκοποι, ἀνεκλή
τευον οἱ μὲν εἰς τὰ μείζονα, οἱ δὲ ἐπίσκοποι εἰς τὸν
ἔξαρχον, κἀκεῖθεν ὡς τὸν μείζονα καὶ εἰ τοῦτο ἤθελον.
Τέω; δὲ ὡς ἔξαρχοι ἐκαλοῦντο καὶ ἀρχιεπίσκοποι.
Ρητέον λοιπὸν πῶς αἱ τρεῖς αὐταὶ μεγάλαι Εκκλησίαι διώκουν τὰς ὑφ' ἑαυτὰς πάσας Ἐκκλησίας,
ήγουν ή Ρώμη, ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιόχεια,
καὶ πῶς ἰσότιμοι αὐταῖς γεγόνασι καὶ αἱ λοιπαὶ
δύο Εκκλησίαι, ἡ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως καὶ ἡ
τῆς Αἰλίας, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων. Αιλίαι γὰρ
ἐκλήθησαν ὕστερον τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκ τοῦ Αἰλίου
Αδριανοῦ τοῦ Καίσαρος Ρώμης. Οὗτος γὰρ ὕστερον
πάλιν μετ' Ουεσπασιανὸν, καὶ Τίτον πορθήσας τὰ
Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ πάλιν στασιάσαι τοὺς Ἰουδαίους,
θυμωθείς, αὐτούς τε διεσκόρπισεν εἰς πᾶσαν τὴν
οἰκουμένην, εὐώνως πωλήσας αὐτοὺς, καὶ τὸν καθε
ένα προστάξας πωλεῖσθαι ἐπ' ὀλίγῃ κριθῇ, καὶ τὴν
πόλιν ἀνασκάψας, καὶ τὸν ναὸν, ἀνῳκοδόμησε τὴν
πόλιν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τὸν ναὸν, ὅπου καὶ
τὸ οἰκεῖον εἴδωλον ἔστησεν εἰς προσκύνησιν, τὸ ὄν
τως βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καὶ προσέταξε τοῦ
λοιποῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ονόματος τὴν πόλιν καλεῖσθαι
Διλίαν.
Μετὰ δὲ ταῦτα ἐτιμήθη καὶ ὁ θρόνος Ιεροσολύμων
illis archiepiscopos constituebant, qui nullos sub
se episcopos habebant. Siquidem duos in eadeni
provincia metropolitanos esse haud probatum est;
nisi postea imperatoria liberalitate episcopatus
qulspiam a sua metropoli excisus, in une tropolis
dignitatem assumptus fuerit; vel archiepiscopatus
propter episcopi, qui tunc rivebat, praestantian, et
hæc quidem metropolis dicitur, licet nullas alias
nrbes sub se habeat, aut episcopatus, quorum n:etropolis fuerit. Exarchi itaque provinciarum sub se,
ut videtur, metropolitanes babebant, eosque ordinabant, similiter et archiepiscopes, quibus jura di
cebant, metropolitani vero subditos sibi in ea provincia episcopos. Exarchi omnes proprio capiti,
et superiori tirono obnoxii erant. Omnes itaque
hi exarchi metropolitani, archiepiscopi et episcopi
superiori throno subuebantur. Et si exarchorum
julicia metropolitanis aut archiepiscopis, et me
tropolitanorum episcopis non probabantur, hi quidem ad suprema appellabant, episcopi ad exarchum,
indeque, si id adlibuisset, ad majorem: Aupre
etiam exarchi vocabantur archiepiscopi.
"
Dicendum est præterea quomodo hæ tres magum
Ecclesia, Romana nempe, Alexandrina, et Amtio.
chena omnes quæ sub se erant Ecclesias gubernnbant, et quanam ratione pares in dignitate aliæ dua:
Acclesiæ Constantinopolitana et Æliana sive Hicrosolymitana, factae sint. Alia nanque postmodum
ex Elio Adriano Romano Cæsare dicta est. Nic
enim post· Vespasianum et Titum expugnatis Hierosolymis quod denuo Judæi rebetassent, ira percitus, cosdeni per omnem terram dissipavit, vili
pretio eos divendens cum singulis hordei parvam
mensuram· pretium statuisset, et eversa urbe ac
leniple, sub proprio nomine urbem ac templum
reædificavit. In templo proprium simulacrum, nɩ
adoraretur, quod sane fuerat abominatio desorationis, apposuit, indeque institutum ut proprio nomåne în posterum urbs Ælia nuncuparetur.
Postea thronus llierosolymitanus ex diccesi ar:
ἀποσπασθεὶς τῆς ἐνορίας, καὶ ἐξουσίας Αλεξανδρέων, η potestate Alexandrini avulsus, in dignitatem elatus,
καὶ γέγονεν αὐτοκέφαλος, καὶ κεφαλή, καὶ ἰσότιμος
τοῖς τρισὶ θρόνοις. Πλὴν ἐτάχθη μετὰ τὸν Ἀντιοχείας
τιμᾶσθαι, καὶ ἀναφέρεσθαι, καὶ καθῆσθαι. Ἐκλήθη
δὲ καὶ πατριάρχης καὶ αὐτὸς ὁ Ἱεροσολύμων, καί.
της πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν
Παλαιστίνῃ· ἡ γὰρ Παλαιστίνη είχε μητρόπολιν τὴν
Καισάρειαν, ὑφ' ᾗ ἐτέλει τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισ
σκοπὴ οὖσα αὐτῆς. Εἶχε δὲ καὶ ἑτέρας μητροπό
λεις ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς διαφόρους ἐπισκοπάς, ήγουν
δευτέραν τὴν Σκυθόπολιν, ἤτοι Βασάν, τρίτην την
Πέτραν, τετάρτην τὴν Βόστρην, ήτοι Αραβίαν. Έχει
δὲ καὶ αὐτοκεφάλους ἐπισκοπάς εἰκοσιπέντε, μὴ
ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπές, ὑπόκεινται δὲ τῷ
θρόνῳ τῶν Ἱεροσολύμων, α'. τὴν Διοσπόλεως, έτσι
per se caput aliarum Ecclesiarum exstitit et tribus
allis thronis facultate par sancitam nihilo.ninus
est post Antiochenum honore frui, et referri in diptychis, et sedem occupare. Nomenque sibi patriarchæ Hierosolymitanus habuit, licet antea episcopus
esset sub Cæsariensi Palæstinæ, cum illius metropolis Cæsarea esset, et Cæsaræ Hierosolyma, tanquam quæ Cæsareæ episcopatus erat, subderentur.
Habuit vero et alias metropoles quæ varios episcopatus sub se habebant, nempe secundam Scytho
polim sive Basan, tertiam Petram, quartam Bostram,
sive Arabiam. Пabet præterea et archiepiscopatus,
nemini obnoxios, viginti quinque nullis episcopatibus
nobiles, et qui suljacent throno Hierosolymitano.
'
πης· δ'. τὴν Γάζης· ε'. τὴν ᾿Ανθηδόνος· δ'. την Διοκλητιανουπόλεω;· ζ'. τὴν Ἐλευθεροπόλεως· τ'. την Νεαπόλεως· θ'. την Σεβαστῆς· ι. τὴν Ἰορδάνου· ια'. τὴν Τιβεριάδος· ιβ'. τὴν Διοκαισαρείας ιγ'. τὴν Μαξιμιανουπόλεως· ιε'. τὴν Καπετωλιάδος ιε'. τὴν Μύρου· ις'. τὴν Γαδάρου· ιζ'. τὴν τῆς Να ζαρέτ· ιη'. τὴν Θαβωρίου όρους· ιθ'. τὴν Κυρια κουπόλεως· κ'. τὴν ᾿Αδρίας· και. τὴν Γαβάλων κβ'. τὴν Αἰλίας· κγ'. τὴν Φαρᾶς· κδ'. τὴν Εἰς νουπόλεως· κε'. τὴν τοῦ ὄρους Σινά. Εμειναν ον αἱ τέσσαρες μεγάλαι αὗται κεφαλαί, ὁ Ρώμης, ὁ Αλεξανδρείας, πάπας ἑκάτερος ὀνομασθεὶς, εἶτα ὁ Αντιοχείας, εἶτα ὁ Ἱεροσολύμων, πατριάρχαι ἐκε. τεροι όνομαζόμενοι. Κοινῷ μὲν οὖν ὀνόματι πάντε; Γεωργίου πόλεως· β'. τὴν Ασκάλωνος· γ. τὴν ἐπίσκοποι καὶ ἀρχιερεῖς καὶ πατέρες καλοῦνται είτε μείζους είτε ἧττους, ἀλλὰ ἐκληρώσαντο οἱ μὲν τρεῖς πρῶτοι πατριάρχαι λέγεσθαι πάπας, ήγουν πατέρα; πάπας γὰρ ἑρμηνεύεται πατήρ· ἀλλὰ καὶ ἀρχιεπίσκοποι λεχθήσονται· πλὴν ἔσχεν ἐξ ἔθος παλαιοῦ ὁ μὲν Ῥώμης ἰδικῶς καλεῖσθαι πάπας, ὁμοίως καὶ ᾿Αλεξ. ανδρείας πάπας· ὁ δὲ καὶ ᾿Αντιοχείας πατριάρχης αναγορεύεται πάσης τῆς Ἀνατολῆς, κατὰ τὸ ἐξ ἀρ χῆς κρατήσαν ἔθος. Εκλήθη δὲ καὶ πατριάρχης, ο τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ τοῦ πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν Παλαιστίνῃ. Φησὶν οὖν ὁ ἔκτος κανὼν τῆς ἐν Νικαίᾳ ἁγίας καὶ αἰκουμενικῆς πρώτης συνόδου, «Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ, καὶ Πενταπόλει, ὥστε τὸν Αλεξανδρείας ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν, ἐπεὶ καὶ τῷ ἐν Ρώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο συνηθές ἐστιν. Ομοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν ᾿Αντιόχειαν καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις τὰ πρεσβεία σώζεσθαι ταῖς Ἐκκλησίαις.» Καθόλου δὲ πρόδηλον ἐκεῖνο, ὅτι εἴ τις χωρὶς γνώμης του μητροπολίτου γένοιτο ἐπί σκοπος, τὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον. 'Ο δὲ ἔβδομος κανὼν τῆς αὐτῆς συνόδου περὶ τοῦ Αἰλίας, ἤτοι Ἱεροσολύμων, φησίν Επειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρ χαία, ὥστε τὸν Αἰλίας ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, εχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς, τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ ἐκείνου ἀξιώματος.» Τί δέ ἐστι τοῦτο; Ή Καισάρεια, ως δεδήλωται, μητρόπολις ἦν τῆς Παλαιστίνης. Εἶχε δὲ ἐπισκοπὴν τὰ Ἱεροσόλυμα. Τούτο οὖν φησιν ὁ κανών, ὅτι «Οὐ διὰ τὸ γενέσθαι τὴν Ιερουσαλήμ πατριαρχεῖον, διὰ τοῦτο ἐλαττωθήσεται ἐκείνη τῆς οἰκείας τιμῆς, καὶ ἐπισκοπὴ γενήσεται ἀπὸ τοῦ εἶναι μητρόπολις έκπεσοῦσα, ἀλλὰ μένει καὶ οὕτω μητρόπολις, ἀλλ' ὑπό τῷ πατριάρχῃ τῶν Ιεροσολύμων. Χειροτονήσει δὲ, ὡς καὶ πρότερον, αὐτ τὸς ὁ Καισαρείας τὸν πατριάρχην Ἱεροσολύμων, καὶ ἔξε: τὸ οἰκεῖον ἀξίωμα αὕτη ἡ μητρόπολις ἀκαινοτόμητος· ἐπεὶ καὶ τὸν Κωνσταντινυπόλεως ὁ ἐν τῇ Θρακικῇ Ηρακλείᾳ τῆς Εὐρώπης μητροπολ της χειροτονεί πατριάρχην. Διότι τὸ Βυζάντιον ἐπι σκοπὴ ἦν τοῦ Ἡρακλείας, καὶ αὐτὸς ὁ Ηρακλείας ἐχειροτόνει τὸν Βυζαντίου ἐπίσκοπον ὅπου ἡ Κων σταντινούπολις εκτίσθη ὕστερον, ο Διὰ τὸν προ γραφέντα οὖν κανόνα χειροτονεί πάλιν ὁ Ἡρακλείας τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐξῆς
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
μέγισται, καὶ μικρὸν ἀποπίπτουσαι τῆς πρώτης, praestantes, et a prima illa parum differentes, i
ἐποίουν ταύτας ἀρχιεπισκοπάς· αἵτινες οὐκ εἶχαν
ἐπισκοπές ὑφ' ἑαυτάς δύο γὰρ μητροπόλεις γίνεσθαι
ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ ἀδόκιμον ἐκρίθη, εἰ μή που ὕστερον
εἰς βασιλικὴν φιλοτιμίαν ἀποσπασθῇ τις ἐπισκοπὴ
ἀπ' τινος μητροπόλεως, καὶ τιμηθῇ μητρόπολις
παρὰ τοῦ βασιλέως, ἢ ἀρχιεπισκοπὴ διὰ τὴν άρετὴν τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐπισκόπου. Καὶ αὕτη γὰρ
καλείται μητρόπολις, εἰ καὶ μὴ ἔχει πόλεις ἄλλας
ὑφ' ἑαυτὴν καὶ ἐπισκοπὰς, ὧν ἔσται μητρόπολις.
Οἱ μὲν οὖν ἔξαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον τάχα ὑφ'
ἑαυτοὺς τοὺς μητροπολίτας, καὶ ἐχειροτόνουν τούτους, ὁμοίως καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἐδίκαζων αὐτούς, οἱ δὲ μητροπολίται τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτῶν
ἐπαρχίας ἐπισκόπους. Οἱ δὲ ἔξαρχοι ὑπέκειντο έκαστος τῇ οἰκεία κεφαλῇ, καὶ τῷ μείζονι θρόνῳ. Πάντες
δὲ οὗτοι, οἵ τε ἔξαρχοι, οἵ τε μητροπολίται, οἵ τε
ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπέκειντο τῷ με
ζονι ἕκαστος θρόνῳ· καὶ εἰ ἀπηρέσκοντο ταῖς κρίσεσι τῶν ἐξάρχων οἱ μητροπολῖται ἢ οἱ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ἐπίσκοποι, ἀνεκλή
τευον οἱ μὲν εἰς τὰ μείζονα, οἱ δὲ ἐπίσκοποι εἰς τὸν
ἔξαρχον, κἀκεῖθεν ὡς τὸν μείζονα καὶ εἰ τοῦτο ἤθελον.
Τέω; δὲ ὡς ἔξαρχοι ἐκαλοῦντο καὶ ἀρχιεπίσκοποι.
Ρητέον λοιπὸν πῶς αἱ τρεῖς αὐταὶ μεγάλαι Εκκλησίαι διώκουν τὰς ὑφ' ἑαυτὰς πάσας Ἐκκλησίας,
ήγουν ή Ρώμη, ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιόχεια,
καὶ πῶς ἰσότιμοι αὐταῖς γεγόνασι καὶ αἱ λοιπαὶ
δύο Εκκλησίαι, ἡ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως καὶ ἡ
τῆς Αἰλίας, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων. Αιλίαι γὰρ
ἐκλήθησαν ὕστερον τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκ τοῦ Αἰλίου
Αδριανοῦ τοῦ Καίσαρος Ρώμης. Οὗτος γὰρ ὕστερον
πάλιν μετ' Ουεσπασιανὸν, καὶ Τίτον πορθήσας τὰ
Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ πάλιν στασιάσαι τοὺς Ἰουδαίους,
θυμωθείς, αὐτούς τε διεσκόρπισεν εἰς πᾶσαν τὴν
οἰκουμένην, εὐώνως πωλήσας αὐτοὺς, καὶ τὸν καθε
ένα προστάξας πωλεῖσθαι ἐπ' ὀλίγῃ κριθῇ, καὶ τὴν
πόλιν ἀνασκάψας, καὶ τὸν ναὸν, ἀνῳκοδόμησε τὴν
πόλιν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τὸν ναὸν, ὅπου καὶ
τὸ οἰκεῖον εἴδωλον ἔστησεν εἰς προσκύνησιν, τὸ ὄν
τως βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καὶ προσέταξε τοῦ
λοιποῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ονόματος τὴν πόλιν καλεῖσθαι
Διλίαν.
Μετὰ δὲ ταῦτα ἐτιμήθη καὶ ὁ θρόνος Ιεροσολύμων
illis archiepiscopos constituebant, qui nullos sub
se episcopos habebant. Siquidem duos in eadeni
provincia metropolitanos esse haud probatum est;
nisi postea imperatoria liberalitate episcopatus
qulspiam a sua metropoli excisus, in une tropolis
dignitatem assumptus fuerit; vel archiepiscopatus
propter episcopi, qui tunc rivebat, praestantian, et
hæc quidem metropolis dicitur, licet nullas alias
nrbes sub se habeat, aut episcopatus, quorum n:etropolis fuerit. Exarchi itaque provinciarum sub se,
ut videtur, metropolitanes babebant, eosque ordinabant, similiter et archiepiscopes, quibus jura di
cebant, metropolitani vero subditos sibi in ea provincia episcopos. Exarchi omnes proprio capiti,
et superiori tirono obnoxii erant. Omnes itaque
hi exarchi metropolitani, archiepiscopi et episcopi
superiori throno subuebantur. Et si exarchorum
julicia metropolitanis aut archiepiscopis, et me
tropolitanorum episcopis non probabantur, hi quidem ad suprema appellabant, episcopi ad exarchum,
indeque, si id adlibuisset, ad majorem: Aupre
etiam exarchi vocabantur archiepiscopi.
"
Dicendum est præterea quomodo hæ tres magum
Ecclesia, Romana nempe, Alexandrina, et Amtio.
chena omnes quæ sub se erant Ecclesias gubernnbant, et quanam ratione pares in dignitate aliæ dua:
Acclesiæ Constantinopolitana et Æliana sive Hicrosolymitana, factae sint. Alia nanque postmodum
ex Elio Adriano Romano Cæsare dicta est. Nic
enim post· Vespasianum et Titum expugnatis Hierosolymis quod denuo Judæi rebetassent, ira percitus, cosdeni per omnem terram dissipavit, vili
pretio eos divendens cum singulis hordei parvam
mensuram· pretium statuisset, et eversa urbe ac
leniple, sub proprio nomine urbem ac templum
reædificavit. In templo proprium simulacrum, nɩ
adoraretur, quod sane fuerat abominatio desorationis, apposuit, indeque institutum ut proprio nomåne în posterum urbs Ælia nuncuparetur.
Postea thronus llierosolymitanus ex diccesi ar:
ἀποσπασθεὶς τῆς ἐνορίας, καὶ ἐξουσίας Αλεξανδρέων, η potestate Alexandrini avulsus, in dignitatem elatus,
καὶ γέγονεν αὐτοκέφαλος, καὶ κεφαλή, καὶ ἰσότιμος
τοῖς τρισὶ θρόνοις. Πλὴν ἐτάχθη μετὰ τὸν Ἀντιοχείας
τιμᾶσθαι, καὶ ἀναφέρεσθαι, καὶ καθῆσθαι. Ἐκλήθη
δὲ καὶ πατριάρχης καὶ αὐτὸς ὁ Ἱεροσολύμων, καί.
της πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν
Παλαιστίνῃ· ἡ γὰρ Παλαιστίνη είχε μητρόπολιν τὴν
Καισάρειαν, ὑφ' ᾗ ἐτέλει τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισ
σκοπὴ οὖσα αὐτῆς. Εἶχε δὲ καὶ ἑτέρας μητροπό
λεις ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς διαφόρους ἐπισκοπάς, ήγουν
δευτέραν τὴν Σκυθόπολιν, ἤτοι Βασάν, τρίτην την
Πέτραν, τετάρτην τὴν Βόστρην, ήτοι Αραβίαν. Έχει
δὲ καὶ αὐτοκεφάλους ἐπισκοπάς εἰκοσιπέντε, μὴ
ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπές, ὑπόκεινται δὲ τῷ
θρόνῳ τῶν Ἱεροσολύμων, α'. τὴν Διοσπόλεως, έτσι
per se caput aliarum Ecclesiarum exstitit et tribus
allis thronis facultate par sancitam nihilo.ninus
est post Antiochenum honore frui, et referri in diptychis, et sedem occupare. Nomenque sibi patriarchæ Hierosolymitanus habuit, licet antea episcopus
esset sub Cæsariensi Palæstinæ, cum illius metropolis Cæsarea esset, et Cæsaræ Hierosolyma, tanquam quæ Cæsareæ episcopatus erat, subderentur.
Habuit vero et alias metropoles quæ varios episcopatus sub se habebant, nempe secundam Scytho
polim sive Basan, tertiam Petram, quartam Bostram,
sive Arabiam. Пabet præterea et archiepiscopatus,
nemini obnoxios, viginti quinque nullis episcopatibus
nobiles, et qui suljacent throno Hierosolymitano.
'
Chapter XIICaput XII
ὅσον οὔπω δηλωθήσεται ὅταν περὶ τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως λέξωμεν, πῶς ἐτιμήθη καὶ αὐτὸς εἶναι πατριαρχεῖον. Εἰσὶ δὲ ἐπαρχίαι τινὲς αἳ οὐ τελοῦσι ὑπὸ τῶν με γίστων θρόνω, ὥσπερ καὶ ἡ νῆσος Κύπρος, ἡ ἔμει νεν αὐτοκέφαλο; παντελῶς, καὶ μηδενὶ θρόνῳ τῶν μεγίστων ὑποκειμένη, ἀλλ' αὐτεξούσιος οὖσα διὰ τὸ εὑρεθῆναι ἐν αὐτῇ τὸν ἀπόστολον Βαρνάβαν ἔχοντα Επιστήθιον τὸ κατὰ Μάρκον ἅγιον Εὐαγγέλιον. Εἰσὶ δὲ καὶ ἐν αὐτῇ ἐπισκοπαὶ δεκατρείς, ὧν προκάθηται ἡ λεγομένη Κωστάντα· αἱ δὲ λοιπα. Κίτιον, 'Α μαθούς, Κύριον, Πάφοι, Αρσενόη, Σόλοι, Λάπιθος, Κυρηνία, Ταμασός, Κύθρης, Τριμιθός, Κάρπασος. Ομοίως τῇ Κύπρῳ ἐστὶν αὐτοκέφαλος μὴ ὑπου κειμένη τινὶ τῶν μεγίστων θρόνων, ἀλλ᾽ αὐτεξού σις ἀγομένη, καὶ ὑπὸ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων χειρο τονουμένη, καὶ ἡ Βουλγαρία, μὴ οὖσα ἐξ ἀρχῆς Βουλγαρία· ὕστερον δὲ διὰ τὸ αὐτὴν ὑπὸ τῶν Βουλ γάρων κυριευθῆναι λέγεται Βουλγαρία. Ἔμεινεν οὖν καὶ αὐτὴ αὐτοκέφαλος διὰ τὸ ὑπὸ βασιλικῆς ἐξουσίας ἀποσπασθῆναι τῆς χειρὸς τῶν Βουλγάρων, ἤτοι τοῦ βασιλέως Κύρου βασιλείου τοῦ Πορφυρογενήτου, καὶ μὴ ἀνατεθῆναι ποτε τῇ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως. Διὸ καὶ ἕως τοῦ νῦν ἡ Κύπρος καὶ ἡ Βουλ γαρία ὑπὸ μὲν τοῦ βασιλέως λαμβάνουσιν ἐπισκόπους. Χειροτονοῦνται δὲ οὗτοι ὑπὸ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, ὡς εἴρηται, καὶ καλοῦνται ἀρχιεπισκοπαί, ὡς αὐτοκέφαλοι. Εχει δὲ καὶ ἡ Βουλγαρία ἐπισκοπάς πλείους τῶν τριάκοντα, ὧν ὑπερκάθηται καὶ πόλις Ἀχρὶς ἐν τούτοις. Καὶ τὰ περὶ τούτων. . "Οτι γὰρ ἔδει τέλειον εἶναι τὸ σῶμα τῆς ἐκκλησίας, ἧς μία κεφαλὴ ὁ Χριστὸς, πᾶν δὲ σῶμα ταῖς πέντε διοικείται αἰσθήσεσιν, οὐ μὴν τέσσαρσι· διὰ τοῦτο ᾠκονόμησε τὸ ἅγιον Πνεῦμα πέντε γενέσθαι τὰ πατριαρχεία, ἅτινά εἰσιν ἐν σῶμα καὶ μία Εκ κλησία, αἰσθήσεων λόγον ἐπεχόντων τῶν πέντε παρ τριαρχείων. Ωσπερ γὰρ πᾶν σῶμα ζῶον ὑπὸ τῶν πέντε διοικεῖται αἰσθήσεων, εἰ δὲ λείπει μία τις τῶν αἰσθήσεων, ἀτελές ἐστι τὸ σῶμα· οὕτω καὶ ἡ Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐν σῶμα οὖσα ἅπασα καὶ μία, τῇ εἰς Χριστὸν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ πίστει ἑστη ριγμένη, ὑπὸ τῶν πέντε πατριαρχῶν διοικεῖται, ὥσπερ ὑπὸ αἰσθήσεων. Ποῖον δὲ πατριαρχεῖον τῆσδε τυχὸν τῆς αἰσθήσεως ἐπέχει λόγον, καὶ ποῖον τῆσδε, οὐ τοῦ παρόντος λέγειν καιροῦ. Ἐπεὶ οὖν ἔδει πέντε εἶναι τὰ πατριαρχεῖα διὰ τὴν εἰρημένην αἰτίαν, διὰ τοῦτο παρεκίνησε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τὴν ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν δευτέραν σύνοδον, τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὴν κατὰ Μακεδονίου τοῦ Πνευματομάχου συναχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ βασιλέως τοῦ μεγάλου Θεοδοσίου, τῶν ἐξ Ἱσπανίας παρόντων πάντων τῶν ἀρχιερέων, καὶ τῶν μεγίστων θρόνων προκαθημένων, ήγουν τοῦ Πάπα Ρώμης, Δαμάσου, καὶ τοῦ ᾿Αλεξανδρείας, καὶ τοῦ Ἱεροσολύμων, καὶ τοῦ ᾿Αντιοχείας, προστάξαι διὰ κανόνος ἔχειν καὶ τὴν Κωνσταντινούπολιν τὰ ἴσα πρεσβεία τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης. Φησὶ γοῦν ὁ τρίτος κανὼν τῆς αὐτῆς συνόδου τὸν μέν τοι Κων
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
μέγισται, καὶ μικρὸν ἀποπίπτουσαι τῆς πρώτης, praestantes, et a prima illa parum differentes, i
ἐποίουν ταύτας ἀρχιεπισκοπάς· αἵτινες οὐκ εἶχαν
ἐπισκοπές ὑφ' ἑαυτάς δύο γὰρ μητροπόλεις γίνεσθαι
ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ ἀδόκιμον ἐκρίθη, εἰ μή που ὕστερον
εἰς βασιλικὴν φιλοτιμίαν ἀποσπασθῇ τις ἐπισκοπὴ
ἀπ' τινος μητροπόλεως, καὶ τιμηθῇ μητρόπολις
παρὰ τοῦ βασιλέως, ἢ ἀρχιεπισκοπὴ διὰ τὴν άρετὴν τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐπισκόπου. Καὶ αὕτη γὰρ
καλείται μητρόπολις, εἰ καὶ μὴ ἔχει πόλεις ἄλλας
ὑφ' ἑαυτὴν καὶ ἐπισκοπὰς, ὧν ἔσται μητρόπολις.
Οἱ μὲν οὖν ἔξαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον τάχα ὑφ'
ἑαυτοὺς τοὺς μητροπολίτας, καὶ ἐχειροτόνουν τούτους, ὁμοίως καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἐδίκαζων αὐτούς, οἱ δὲ μητροπολίται τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτῶν
ἐπαρχίας ἐπισκόπους. Οἱ δὲ ἔξαρχοι ὑπέκειντο έκαστος τῇ οἰκεία κεφαλῇ, καὶ τῷ μείζονι θρόνῳ. Πάντες
δὲ οὗτοι, οἵ τε ἔξαρχοι, οἵ τε μητροπολίται, οἵ τε
ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπέκειντο τῷ με
ζονι ἕκαστος θρόνῳ· καὶ εἰ ἀπηρέσκοντο ταῖς κρίσεσι τῶν ἐξάρχων οἱ μητροπολῖται ἢ οἱ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ἐπίσκοποι, ἀνεκλή
τευον οἱ μὲν εἰς τὰ μείζονα, οἱ δὲ ἐπίσκοποι εἰς τὸν
ἔξαρχον, κἀκεῖθεν ὡς τὸν μείζονα καὶ εἰ τοῦτο ἤθελον.
Τέω; δὲ ὡς ἔξαρχοι ἐκαλοῦντο καὶ ἀρχιεπίσκοποι.
Ρητέον λοιπὸν πῶς αἱ τρεῖς αὐταὶ μεγάλαι Εκκλησίαι διώκουν τὰς ὑφ' ἑαυτὰς πάσας Ἐκκλησίας,
ήγουν ή Ρώμη, ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιόχεια,
καὶ πῶς ἰσότιμοι αὐταῖς γεγόνασι καὶ αἱ λοιπαὶ
δύο Εκκλησίαι, ἡ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως καὶ ἡ
τῆς Αἰλίας, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων. Αιλίαι γὰρ
ἐκλήθησαν ὕστερον τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκ τοῦ Αἰλίου
Αδριανοῦ τοῦ Καίσαρος Ρώμης. Οὗτος γὰρ ὕστερον
πάλιν μετ' Ουεσπασιανὸν, καὶ Τίτον πορθήσας τὰ
Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ πάλιν στασιάσαι τοὺς Ἰουδαίους,
θυμωθείς, αὐτούς τε διεσκόρπισεν εἰς πᾶσαν τὴν
οἰκουμένην, εὐώνως πωλήσας αὐτοὺς, καὶ τὸν καθε
ένα προστάξας πωλεῖσθαι ἐπ' ὀλίγῃ κριθῇ, καὶ τὴν
πόλιν ἀνασκάψας, καὶ τὸν ναὸν, ἀνῳκοδόμησε τὴν
πόλιν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τὸν ναὸν, ὅπου καὶ
τὸ οἰκεῖον εἴδωλον ἔστησεν εἰς προσκύνησιν, τὸ ὄν
τως βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καὶ προσέταξε τοῦ
λοιποῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ονόματος τὴν πόλιν καλεῖσθαι
Διλίαν.
Μετὰ δὲ ταῦτα ἐτιμήθη καὶ ὁ θρόνος Ιεροσολύμων
illis archiepiscopos constituebant, qui nullos sub
se episcopos habebant. Siquidem duos in eadeni
provincia metropolitanos esse haud probatum est;
nisi postea imperatoria liberalitate episcopatus
qulspiam a sua metropoli excisus, in une tropolis
dignitatem assumptus fuerit; vel archiepiscopatus
propter episcopi, qui tunc rivebat, praestantian, et
hæc quidem metropolis dicitur, licet nullas alias
nrbes sub se habeat, aut episcopatus, quorum n:etropolis fuerit. Exarchi itaque provinciarum sub se,
ut videtur, metropolitanes babebant, eosque ordinabant, similiter et archiepiscopes, quibus jura di
cebant, metropolitani vero subditos sibi in ea provincia episcopos. Exarchi omnes proprio capiti,
et superiori tirono obnoxii erant. Omnes itaque
hi exarchi metropolitani, archiepiscopi et episcopi
superiori throno subuebantur. Et si exarchorum
julicia metropolitanis aut archiepiscopis, et me
tropolitanorum episcopis non probabantur, hi quidem ad suprema appellabant, episcopi ad exarchum,
indeque, si id adlibuisset, ad majorem: Aupre
etiam exarchi vocabantur archiepiscopi.
"
Dicendum est præterea quomodo hæ tres magum
Ecclesia, Romana nempe, Alexandrina, et Amtio.
chena omnes quæ sub se erant Ecclesias gubernnbant, et quanam ratione pares in dignitate aliæ dua:
Acclesiæ Constantinopolitana et Æliana sive Hicrosolymitana, factae sint. Alia nanque postmodum
ex Elio Adriano Romano Cæsare dicta est. Nic
enim post· Vespasianum et Titum expugnatis Hierosolymis quod denuo Judæi rebetassent, ira percitus, cosdeni per omnem terram dissipavit, vili
pretio eos divendens cum singulis hordei parvam
mensuram· pretium statuisset, et eversa urbe ac
leniple, sub proprio nomine urbem ac templum
reædificavit. In templo proprium simulacrum, nɩ
adoraretur, quod sane fuerat abominatio desorationis, apposuit, indeque institutum ut proprio nomåne în posterum urbs Ælia nuncuparetur.
Postea thronus llierosolymitanus ex diccesi ar:
ἀποσπασθεὶς τῆς ἐνορίας, καὶ ἐξουσίας Αλεξανδρέων, η potestate Alexandrini avulsus, in dignitatem elatus,
καὶ γέγονεν αὐτοκέφαλος, καὶ κεφαλή, καὶ ἰσότιμος
τοῖς τρισὶ θρόνοις. Πλὴν ἐτάχθη μετὰ τὸν Ἀντιοχείας
τιμᾶσθαι, καὶ ἀναφέρεσθαι, καὶ καθῆσθαι. Ἐκλήθη
δὲ καὶ πατριάρχης καὶ αὐτὸς ὁ Ἱεροσολύμων, καί.
της πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν
Παλαιστίνῃ· ἡ γὰρ Παλαιστίνη είχε μητρόπολιν τὴν
Καισάρειαν, ὑφ' ᾗ ἐτέλει τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισ
σκοπὴ οὖσα αὐτῆς. Εἶχε δὲ καὶ ἑτέρας μητροπό
λεις ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς διαφόρους ἐπισκοπάς, ήγουν
δευτέραν τὴν Σκυθόπολιν, ἤτοι Βασάν, τρίτην την
Πέτραν, τετάρτην τὴν Βόστρην, ήτοι Αραβίαν. Έχει
δὲ καὶ αὐτοκεφάλους ἐπισκοπάς εἰκοσιπέντε, μὴ
ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπές, ὑπόκεινται δὲ τῷ
θρόνῳ τῶν Ἱεροσολύμων, α'. τὴν Διοσπόλεως, έτσι
per se caput aliarum Ecclesiarum exstitit et tribus
allis thronis facultate par sancitam nihilo.ninus
est post Antiochenum honore frui, et referri in diptychis, et sedem occupare. Nomenque sibi patriarchæ Hierosolymitanus habuit, licet antea episcopus
esset sub Cæsariensi Palæstinæ, cum illius metropolis Cæsarea esset, et Cæsaræ Hierosolyma, tanquam quæ Cæsareæ episcopatus erat, subderentur.
Habuit vero et alias metropoles quæ varios episcopatus sub se habebant, nempe secundam Scytho
polim sive Basan, tertiam Petram, quartam Bostram,
sive Arabiam. Пabet præterea et archiepiscopatus,
nemini obnoxios, viginti quinque nullis episcopatibus
nobiles, et qui suljacent throno Hierosolymitano.
'
σταντινουπόλεως ἐπίσκοπον καὶ ἔχειν τὰ πρεσβεῖο τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὴ εἶναι αὐτὴν νέαν 'Ρώμην.» Οὕτω καὶ τετάρτη οικουμενικὴ ἐν Χαλκηδόνι συναθροισθεῖσα σύνοδος προστάττουσα ἀριθμὸν ἐπαρ χιῶν ὀφειλουσῶν ὑποκεῖσθαι αὐτῷ, ἐμνήσθη πρὸς ἔπος εἰποῦσα, καὶ τὴν αἰτίαν ὡς εὐλογωτάτην. Φησί γοῦν ὁ εἰκοστὸς ὄγδοος κανὼν τῆς αὐτῆς ἁγίας συνόδου· «Πανταχοῦ τοῖς τῶν ἁγίων Πατέρων ὅροις ἑπόμενοι, καὶ τὸν ἀρτίως ἀναγνωσθέντα κανόνα των ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων τῶν συναχθέντων ἐπὶ τοῦ τῆς εὐσεβοῦς μνήμης μεγά λου Θεοδοσίου τοῦ γενομένου βασιλέως ἐν τῇ βασι λίδι Κωνσταντινουπόλει Νέα Ρώμη γνωρίζοντες, τὰ αὐτὰ καὶ ἡμεῖς ὁρίζομεν καὶ ψηφίζομεν περὶ τῶν πρεσβείων τῆς ἁγιωτάτης Εκκλησίας τῆς αὐτῆς Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης.» Καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα. Τῷ αὐτῷ οὖν σκοπῷ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι τὸ ἴσα πρεσβεῖα ἐπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ρώμης άγιω τάτῳ θρόνῳ, ευλόγως κρίναντες τῇ βασιλείᾳ και συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ Ρώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκε κλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ' ἐκείνην οὖσαν, καὶ ὥστε τοῦ τῆς Π. τικῆς, καὶ τῆς Ἀσιανῆς, καὶ τῆς Θρακικής διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, ἔτι δὲ τούς ἐν τοῖς βα βαρικοῖς ἐπισκόπους τῶν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προειρημένου θρόνου αγιω τάτου τῆς κατὰ Κωνσταντινούπολιν ἁγιωτάτης Εκ κλησίας· δηλαδὴ ἑκάστου μητροπολίτου τῶν προειρημένων διοικήσεων μετὰ τῶν τῆς ἐπαρχίας ἐπισκέ των χειροτονοῦντος τῆς ἐπαρχίας ἐπισκόπους, και θὼς τοῖς θείοις κανόσι διηγόρευται, χειροτονεῖσθαι δὲ εἴρηται μητροπολίτας τῶν προειρημένων διοικήσεων παρὰ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως ἀρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατὰ τὸ ἔθος γινομέν νων καὶ ἐπὶ αὐτὸν ἀναφερομένων. Ορᾷς ὅπως ἀπὸ τοῦ παρόντος κανόνος προφανώς ἐλέγχονται ληροῦντες οἱ λέγοντες προτιμηθῆναι τὴν Ῥώμην διὰ τὸν ἅγιον Πέτρον. Ἰδοὺ γὰρ προφανώς ὁ κανὼν οὗτος τῇ ἁγίας συνόδου φησί, διὰ τὸ εἶναι τὴν Ῥώμην βασιλείαν, ἔχειν τὴν προτίμησιν· μέσ χρι γὰρ τότε καὶ ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις βασιλεὺς ἐκεῖτε ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως βασιλείας ἐπέμπετο. Ἐπεὶ δὲ ἐπαύθη τὸ εἶναι βασίλισσα διὰ τὸ ἀλλοφύλων αἰχμαλωτισθῆναι καὶ βαρβάρων ἐθνῶν Γοτθικών, καὶ νῦν ὑπ ἐκείνων κατέχεσθαι, δῆθεν ὡς ἐκπε τοῦσα τῆς βασιλείας ἐκείνης, ἐκπίπτει καὶ τῶν πρωτ τείων. [ν γὰρ ἀπὸ τῆς ἁγίας οικουμενικής δευτέρας συνόδου δευτέρα ή Κωνσταντινούπολις, ὁμοίω, καὶ ἀπὸ τῆς τετάρτης συνόδου, ὥσπερ καὶ ἀπὸ τῆς ἕκτης οἰκουμενικῆς συνόδου, ἐν ᾗ καὶ τάξις ἑνὸς ἑκά στου θρόνου ἀπηρίθμηται. Μετὰ γὰρ τὸν Κωνσταντι νουπόλεω, ετάχθη τρίτος ὁ ᾿Αλεξανδρείας, μετὰ δὲ τοῦτον ὁ ᾿Αντιοχείας, καὶ πέμπτος ὁ Ἱεροσολύμων. Ἐπεὶ οὖν ἡ Ῥώμη ἐξέπεσε τῆς οἰκείας βασιλείας δι' ἣν καὶ προετιμᾶτο, καὶ νῦν ὑπὸ βαρβάρους τελεῖ,
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
μέγισται, καὶ μικρὸν ἀποπίπτουσαι τῆς πρώτης, praestantes, et a prima illa parum differentes, i
ἐποίουν ταύτας ἀρχιεπισκοπάς· αἵτινες οὐκ εἶχαν
ἐπισκοπές ὑφ' ἑαυτάς δύο γὰρ μητροπόλεις γίνεσθαι
ἐν μιᾷ ἐπαρχίᾳ ἀδόκιμον ἐκρίθη, εἰ μή που ὕστερον
εἰς βασιλικὴν φιλοτιμίαν ἀποσπασθῇ τις ἐπισκοπὴ
ἀπ' τινος μητροπόλεως, καὶ τιμηθῇ μητρόπολις
παρὰ τοῦ βασιλέως, ἢ ἀρχιεπισκοπὴ διὰ τὴν άρετὴν τοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐπισκόπου. Καὶ αὕτη γὰρ
καλείται μητρόπολις, εἰ καὶ μὴ ἔχει πόλεις ἄλλας
ὑφ' ἑαυτὴν καὶ ἐπισκοπὰς, ὧν ἔσται μητρόπολις.
Οἱ μὲν οὖν ἔξαρχοι τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον τάχα ὑφ'
ἑαυτοὺς τοὺς μητροπολίτας, καὶ ἐχειροτόνουν τούτους, ὁμοίως καὶ τοὺς ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἐδίκαζων αὐτούς, οἱ δὲ μητροπολίται τοὺς ὑπὸ τὰς αὐτῶν
ἐπαρχίας ἐπισκόπους. Οἱ δὲ ἔξαρχοι ὑπέκειντο έκαστος τῇ οἰκεία κεφαλῇ, καὶ τῷ μείζονι θρόνῳ. Πάντες
δὲ οὗτοι, οἵ τε ἔξαρχοι, οἵ τε μητροπολίται, οἵ τε
ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οἱ ἐπίσκοποι ὑπέκειντο τῷ με
ζονι ἕκαστος θρόνῳ· καὶ εἰ ἀπηρέσκοντο ταῖς κρίσεσι τῶν ἐξάρχων οἱ μητροπολῖται ἢ οἱ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ τῶν μητροπολιτῶν οἱ ἐπίσκοποι, ἀνεκλή
τευον οἱ μὲν εἰς τὰ μείζονα, οἱ δὲ ἐπίσκοποι εἰς τὸν
ἔξαρχον, κἀκεῖθεν ὡς τὸν μείζονα καὶ εἰ τοῦτο ἤθελον.
Τέω; δὲ ὡς ἔξαρχοι ἐκαλοῦντο καὶ ἀρχιεπίσκοποι.
Ρητέον λοιπὸν πῶς αἱ τρεῖς αὐταὶ μεγάλαι Εκκλησίαι διώκουν τὰς ὑφ' ἑαυτὰς πάσας Ἐκκλησίας,
ήγουν ή Ρώμη, ἡ ᾿Αλεξάνδρεια, καὶ ἡ ᾿Αντιόχεια,
καὶ πῶς ἰσότιμοι αὐταῖς γεγόνασι καὶ αἱ λοιπαὶ
δύο Εκκλησίαι, ἡ τῆς Κωνσταντίνου πόλεως καὶ ἡ
τῆς Αἰλίας, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων. Αιλίαι γὰρ
ἐκλήθησαν ὕστερον τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκ τοῦ Αἰλίου
Αδριανοῦ τοῦ Καίσαρος Ρώμης. Οὗτος γὰρ ὕστερον
πάλιν μετ' Ουεσπασιανὸν, καὶ Τίτον πορθήσας τὰ
Ἱεροσόλυμα διὰ τὸ πάλιν στασιάσαι τοὺς Ἰουδαίους,
θυμωθείς, αὐτούς τε διεσκόρπισεν εἰς πᾶσαν τὴν
οἰκουμένην, εὐώνως πωλήσας αὐτοὺς, καὶ τὸν καθε
ένα προστάξας πωλεῖσθαι ἐπ' ὀλίγῃ κριθῇ, καὶ τὴν
πόλιν ἀνασκάψας, καὶ τὸν ναὸν, ἀνῳκοδόμησε τὴν
πόλιν ἐπὶ τῷ ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τὸν ναὸν, ὅπου καὶ
τὸ οἰκεῖον εἴδωλον ἔστησεν εἰς προσκύνησιν, τὸ ὄν
τως βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως, καὶ προσέταξε τοῦ
λοιποῦ ἀπὸ τοῦ ἰδίου ονόματος τὴν πόλιν καλεῖσθαι
Διλίαν.
Μετὰ δὲ ταῦτα ἐτιμήθη καὶ ὁ θρόνος Ιεροσολύμων
illis archiepiscopos constituebant, qui nullos sub
se episcopos habebant. Siquidem duos in eadeni
provincia metropolitanos esse haud probatum est;
nisi postea imperatoria liberalitate episcopatus
qulspiam a sua metropoli excisus, in une tropolis
dignitatem assumptus fuerit; vel archiepiscopatus
propter episcopi, qui tunc rivebat, praestantian, et
hæc quidem metropolis dicitur, licet nullas alias
nrbes sub se habeat, aut episcopatus, quorum n:etropolis fuerit. Exarchi itaque provinciarum sub se,
ut videtur, metropolitanes babebant, eosque ordinabant, similiter et archiepiscopes, quibus jura di
cebant, metropolitani vero subditos sibi in ea provincia episcopos. Exarchi omnes proprio capiti,
et superiori tirono obnoxii erant. Omnes itaque
hi exarchi metropolitani, archiepiscopi et episcopi
superiori throno subuebantur. Et si exarchorum
julicia metropolitanis aut archiepiscopis, et me
tropolitanorum episcopis non probabantur, hi quidem ad suprema appellabant, episcopi ad exarchum,
indeque, si id adlibuisset, ad majorem: Aupre
etiam exarchi vocabantur archiepiscopi.
"
Dicendum est præterea quomodo hæ tres magum
Ecclesia, Romana nempe, Alexandrina, et Amtio.
chena omnes quæ sub se erant Ecclesias gubernnbant, et quanam ratione pares in dignitate aliæ dua:
Acclesiæ Constantinopolitana et Æliana sive Hicrosolymitana, factae sint. Alia nanque postmodum
ex Elio Adriano Romano Cæsare dicta est. Nic
enim post· Vespasianum et Titum expugnatis Hierosolymis quod denuo Judæi rebetassent, ira percitus, cosdeni per omnem terram dissipavit, vili
pretio eos divendens cum singulis hordei parvam
mensuram· pretium statuisset, et eversa urbe ac
leniple, sub proprio nomine urbem ac templum
reædificavit. In templo proprium simulacrum, nɩ
adoraretur, quod sane fuerat abominatio desorationis, apposuit, indeque institutum ut proprio nomåne în posterum urbs Ælia nuncuparetur.
Postea thronus llierosolymitanus ex diccesi ar:
ἀποσπασθεὶς τῆς ἐνορίας, καὶ ἐξουσίας Αλεξανδρέων, η potestate Alexandrini avulsus, in dignitatem elatus,
καὶ γέγονεν αὐτοκέφαλος, καὶ κεφαλή, καὶ ἰσότιμος
τοῖς τρισὶ θρόνοις. Πλὴν ἐτάχθη μετὰ τὸν Ἀντιοχείας
τιμᾶσθαι, καὶ ἀναφέρεσθαι, καὶ καθῆσθαι. Ἐκλήθη
δὲ καὶ πατριάρχης καὶ αὐτὸς ὁ Ἱεροσολύμων, καί.
της πρότερον ἐπίσκοπος ὢν τοῦ Καισαρείας τῆς ἐν
Παλαιστίνῃ· ἡ γὰρ Παλαιστίνη είχε μητρόπολιν τὴν
Καισάρειαν, ὑφ' ᾗ ἐτέλει τὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισ
σκοπὴ οὖσα αὐτῆς. Εἶχε δὲ καὶ ἑτέρας μητροπό
λεις ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς διαφόρους ἐπισκοπάς, ήγουν
δευτέραν τὴν Σκυθόπολιν, ἤτοι Βασάν, τρίτην την
Πέτραν, τετάρτην τὴν Βόστρην, ήτοι Αραβίαν. Έχει
δὲ καὶ αὐτοκεφάλους ἐπισκοπάς εἰκοσιπέντε, μὴ
ἐχούσας ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπές, ὑπόκεινται δὲ τῷ
θρόνῳ τῶν Ἱεροσολύμων, α'. τὴν Διοσπόλεως, έτσι
per se caput aliarum Ecclesiarum exstitit et tribus
allis thronis facultate par sancitam nihilo.ninus
est post Antiochenum honore frui, et referri in diptychis, et sedem occupare. Nomenque sibi patriarchæ Hierosolymitanus habuit, licet antea episcopus
esset sub Cæsariensi Palæstinæ, cum illius metropolis Cæsarea esset, et Cæsaræ Hierosolyma, tanquam quæ Cæsareæ episcopatus erat, subderentur.
Habuit vero et alias metropoles quæ varios episcopatus sub se habebant, nempe secundam Scytho
polim sive Basan, tertiam Petram, quartam Bostram,
sive Arabiam. Пabet præterea et archiepiscopatus,
nemini obnoxios, viginti quinque nullis episcopatibus
nobiles, et qui suljacent throno Hierosolymitano.
'
Chapter XIIICaput XIII
col. 1101–1102page 18 of 44
PG 132:1101ἐκπέπτωκε πάντως καὶ τῶν πρωτείων. Ως γάρ βασιλεύουσα ταῦτα εἶχε, καὶ ἔμεινε πρῶτος ὁ τῆς ἀληθῶς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνος ὡς τοῦ πρώτου παυθέντος βασιλεύειν, μᾶλλον δὲ καὶ ἀποσχισθέντος τῶν λοιπῶν θρόνων. Φησὶ γοῦν ὁ τριακοστός ἔκτος κανὼν τῆς ἁγίας οικουμενικῆς ἕκτης συνόδου· «Ανανεούμενοι τὰ παρὰ τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν τῇ βασιλίδι ταύτῃ πόλει συνελθόντων καὶ τῶν ἑξακοσίων τριά κοντα συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ορίζομεν ὥστε τὸν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης θρόνου, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκεῖνον μετ γαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ' ἐκεῖνον ὑπάρ χοντα, μεθ᾽ ἂν ὁ τῆς ᾿Αλεξανδρείας μεγαλοπόλεως ἀριθμείσθω θρόνος, εἶτα ὁ ᾿Αντιοχείας μεγαλοπόλεως, καὶ μετὰ τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολύμων πόλεως. Ορᾷ ὅπως κατὰ τὰς βασιλείας έταξαν καὶ τοὺς θρό νους, πρῶτον μὲν τὰς δύο βασιλίδα, πόλεις, την παι λαιὰν Ρώμην καὶ τὴν Νέαν, εἶτα ἐπεὶ μείζων γέγονε βασιλεία ἐν Αἰγύπτῳ τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾳ βασιλείας, ἐτάχθη τρίτος ὁ ᾿Αλεξανδρείας. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐν "Ιεροσολύμοις γέγονε βασιλεία, ὁ δὲ θρόνος αὐτῆς ἧττον ἦν τοῦ ᾿Αντιοχείας, διὰ τὸ καὶ τὸν κορυφαῖον Πέτρον πρῶτον ἐπισκοπῆσαι ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ Πα λαιστίνη μέρος ἦν της Αλεξανδρείας, ὡς Λιβύη οὖσα καὶ αὐτὴ, καὶ ἐξ αὐτῆς ἀπεσπάσθη, διὰ τοῦτο μικροτέρα τῶν λοιπῶν ἐστιν ἡ ἐνορία αὐτῆς. Ὅτι δὲ καὶ ὕστερον γέγονε πατριαρχεῖον, εἰκότως ετάχθη μετὰ τὴν ᾿Αντιόχειαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς τά ξεως τῶν πέντε πατριαρχῶν καὶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν. Εκλήθησαν γὰρ καὶ ὁ Ἱεροσολύμων καὶ ὁ Κων σταντινουπόλεως καὶ ἀρχιεπίσκοποι καὶ πατριάρχαι. ᾿Αρχιεπίσκοποι μὲν, ὡς ἐπίσκοποι πρῶτον δυο τες, εἶτα αὐτοκέφαλοι γενόμενοι καὶ αὐτεξούσιοι. Πατριάρχαι δὲ ὡς ἐπίσης τιμηθέντε; τοῖς προτέροις τρισί πατριάρχαις καὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς καὶ και θέδρας ἀξιωθέντες. Διὸ καὶ ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως υπογράφει ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ρώ μης καὶ οἰκουμενικός πατριάρχης· ἐπεὶ γὰρ ἔλαβε τὰ πρεσβεία καὶ τὰ προνόμια της Ρώμης, βασί λισσα γὰρ ἡ Ῥώμη ἦν τῆς οἰκουμένης πρότερον,, εἶτα πάλιν ὕστερον ή Κωνσταντινούπολις· εἰκότως καὶ ὁ πάπας οἰκουμενικὸς, καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οἰκουμενικός, οὐ μὴν καὶ οἱ ἄλλοι τρεῖς οἰκουμενικοὶ, διὸ καὶ οἰκουμενικός πατριάρχης ἀναγορεύεται ὁ Κωνσταντινουπόλεως. "Ωσπερ δὲ προνόμιον εἶχεν ὁ Ρώμης τὰς ἐγκλήτους τῆς κατὰ τῶν ἄλλων πατριαρχῶν γενομένας καὶ τὰς κατηγορίας δι κάζειν, ἐπεὶ καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἔλαβε τὰ τῆς Ῥώμης προνόμια, εἰκότως καὶ οὗτος δύναται δικάζειν τοὺς προειρημένους τρεῖς τριάρχας. Ζητητέον δὲ λοιπὸν καὶ περὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ πόλεων τῶν ὑπετεθεισῶν τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ πῶς ὑποτέθησαν. Πρῶτον μὲν ἀπεσπάσθησαν οἱ τῇ τετάρτῃ συνόδῳ μνημονευόμενοι μητροπολίται, καὶ ἐπίσκοποι, καὶ λοιπαὶ ἔν τε τῇ ᾿Ανατολῇ καὶ διοικήσει τῇ ὑπὸ τὸν ᾿Αντιοχείας, καὶ ἐν τῇ Δυτικῇ τῇ ὑπὸ τὸν 'Ρώμης. Δύο γὰρ ἔξαρχοι
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
ἐκπέπτωκε πάντως καὶ τῶν πρωτείων. Ως γάρ Barleris subjecta est, excidit omnino privilegis
βασιλεύουσα ταῦτα εἶχε, καὶ ἔμεινε πρῶτος ὁ τῆς
ἀληθῶς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνος
ὡς τοῦ πρώτου παυθέντος βασιλεύειν, μᾶλλον δὲ
καὶ ἀποσχισθέντος τῶν λοιπῶν θρόνων. Φησὶ γοῦν
ὁ τριακοστός ἔκτος κανὼν τῆς ἁγίας οικουμενικῆς
ἕκτης συνόδου· «Ανανεούμενοι τὰ παρὰ τῶν ἑκατὸν
πεντήκοντα ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν τῇ βασιλίδι
ταύτῃ πόλει συνελθόντων καὶ τῶν ἑξακοσίων τριά
κοντα συναθροισθέντων νομοθετηθέντα, ορίζομεν
ὥστε τὸν Κωνσταντινουπόλεως θρόνον τῶν ἴσων
ἀπολαύειν πρεσβείων τοῦ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης
θρόνου, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκεῖνον μετ
γαλύνεσθαι πράγμασι, δεύτερον μετ' ἐκεῖνον ὑπάρ
χοντα, μεθ᾽ ἂν ὁ τῆς ᾿Αλεξανδρείας μεγαλοπόλεως
ἀριθμείσθω θρόνος, εἶτα ὁ ᾿Αντιοχείας μεγαλοπό
λεως, καὶ μετὰ τοῦτον ὁ τῆς Ἱεροσολύμων πόλεως.
Ορᾷ ὅπως κατὰ τὰς βασιλείας έταξαν καὶ τοὺς θρό
νους, πρῶτον μὲν τὰς δύο βασιλίδα, πόλεις, την παι
λαιὰν Ρώμην καὶ τὴν Νέαν, εἶτα ἐπεὶ μείζων γέγονε
βασιλεία ἐν Αἰγύπτῳ τῆς ἐν ᾿Αντιοχείᾳ βασιλείας,
ἐτάχθη τρίτος ὁ ᾿Αλεξανδρείας. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἐν
"Ιεροσολύμοις γέγονε βασιλεία, ὁ δὲ θρόνος αὐτῆς ἧττον
ἦν τοῦ ᾿Αντιοχείας, διὰ τὸ καὶ τὸν κορυφαῖον Πέτρον
πρῶτον ἐπισκοπῆσαι ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιστίνη μέρος ἦν της Αλεξανδρείας, ὡς Λιβύη
οὖσα καὶ αὐτὴ, καὶ ἐξ αὐτῆς ἀπεσπάσθη, διὰ τοῦτο
μικροτέρα τῶν λοιπῶν ἐστιν ἡ ἐνορία αὐτῆς. Ὅτι δὲ
καὶ ὕστερον γέγονε πατριαρχεῖον, εἰκότως ετάχθη
μετὰ τὴν ᾿Αντιόχειαν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς τά
ξεως τῶν πέντε πατριαρχῶν καὶ τῶν ὀνομάτων – nopolitanus, archiepiscopi et patriarchæ; archi
αὐτῶν. Εκλήθησαν γὰρ καὶ ὁ Ἱεροσολύμων καὶ ὁ Κων
σταντινουπόλεως καὶ ἀρχιεπίσκοποι καὶ πατριάρ
χαι. ᾿Αρχιεπίσκοποι μὲν, ὡς ἐπίσκοποι πρῶτον δυο
τες, εἶτα αὐτοκέφαλοι γενόμενοι καὶ αὐτεξούσιοι.
Πατριάρχαι δὲ ὡς ἐπίσης τιμηθέντε; τοῖς προτέροις
τρισί πατριάρχαις καὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς καὶ και
θέδρας ἀξιωθέντες. Διὸ καὶ ὁ πατριάρχης Κωνσταν
τινουπόλεως υπογράφει ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ρώ
μης καὶ οἰκουμενικός πατριάρχης· ἐπεὶ γὰρ ἔλαβε
τὰ πρεσβεία καὶ τὰ προνόμια της Ρώμης, βασίλισσα γὰρ ἡ Ῥώμη ἦν τῆς οἰκουμένης πρότερον,,
εἶτα πάλιν ὕστερον ή Κωνσταντινούπολις· εἰκότως
καὶ ὁ πάπας οἰκουμενικὸς, καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οἰκουμενικός, οὐ μὴν καὶ οἱ ἄλλοι τρεῖς οἰκου- politanus dicitur patriarcha acumenicus. Sicut ergo
et prærogativis, ca enin ut imperans, habuit, et
remansit vere imperantis Constantinopolis thronus,
primo imperare desinente, imo ab aliis cæteris thromis avulso et abscisso. Dicit enim tricesimus sextus
canon sanctæ sexta synodi œcumenicæ: ‹ Renovantes ca quæ a sanctis centum et quinquaginta Patribus in hac Dei observatrice et regia urbe convenerunt, et sexcentorum triginta qui Chalcedone
convenere constituta sunt, decernimus ut Constantinopolitanus thronus æqualia privi'egia cum antiquæ Romæ throno obtineat, et in Ecclesiasticis
negotiis ut ille magni fiat, ut qui sit secundus post
illum; e Post quem magna Alexandrinorum civila -
us thronus numeratur; deinle Antiochia, et post
eunt Hierosolymæ civitatis. Vides quomodo secundum imperia thronos constituant primo in duabus
regiis urbibus veteri et nova Roma; deinde quia
imperium Ægypti Antiocheno majus erat, tertius
thronus Alexandriæ constitutus est; quia vero
contigit flierosolymam ipsam etiam regnare, thronus
vero illius minor fuit Antiocheno, et quia Coryplzeus Petrus primo fuit episcopus Antiochiz, et quia
Palæstina pars fuit Alexandriæ ut Libycæ, et ab
illis abscissa, propterea illius limites sunt aliorum
thronorum limitibus multo angustiores. Denique quia
ultimo patriarchatum obtinuit, ideo jure ac merito
post Antiochenum collocatur. Et hæc quidem de
ordine quinque partriarcharum et eorum nominibus.
Vocati sunt enim Hierosolymitanus et Constantiepiscopi quidem, ut qui primo fuerint episcopi, sed
postea facti liberi, et sui prorsus juris et arbitrii. Patriarchæ vero ut æqualibus privilegiis decorati quibus tres alii patriarchæ, et digni habiti qui
eadem sede et honore fruerentur. Ideo patriarcha Constantinopolitanus subscribit his titulis quas
consignat, litteras, archiepiscopus novæ Romæ et
patriarcha ecumenicus, quandoquidem obtinuit
privilegia et primatum Romæ. Regina quippe totius
orbis primo erat Roma, deinde ultimo Constantiπopolis. Ideo Romanus et Constantinopolitanus jure
dicuntur œcumenici, alii vero tres patriarchæ œcumenici non vocandi. Propterea ergo ConstantinoRomanus privilegium habuit appellationes contra
alios patriarchas et accusationes judicare, quandoquidem Constantinopolitanus privilegia Romani
μενικοί, διὸ καὶ οἰκουμενικός πατριάρχης ἀναγορεύεται ὁ Κωνσταντινουπόλεως. "Ωσπερ δὲ προνόμιον
εἶχεν ὁ Ρώμης τὰς ἐγκλήτους τῆς κατὰ τῶν ἄλλων
πατριαρχῶν γενομένας καὶ τὰς κατηγορίας δι
κάζειν, ἐπεὶ καὶ ὁ Κωνσταντινουπόλεως ἔλαβε
τὰ τῆς Ῥώμης προνόμια, εἰκότως καὶ οὗτος δύναται δικάζειν τοὺς προειρημένους τρεῖς TEXτριάρχας.
Ζητητέον δὲ λοιπὸν καὶ περὶ τῶν ἐπαρχιῶν καὶ
πόλεων τῶν ὑπετεθεισῶν τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ πῶς ὑποτέθησαν. Πρῶτον μὲν ἀπε
σπάσθησαν οἱ τῇ τετάρτῃ συνόδῳ μνημονευόμενοι
μητροπολίται, καὶ ἐπίσκοποι, καὶ λοιπαὶ ἔν τε τῇ
᾿Ανατολῇ καὶ διοικήσει τῇ ὑπὸ τὸν ᾿Αντιοχείας, καὶ
ἐν τῇ Δυτικῇ τῇ ὑπὸ τὸν 'Ρώμης. Δύο γὰρ ἔξαρχοι
adeptus est, merito potest jura reddere tribus prædictis patriarchis.
Quærendum porro est de provinciis et urbibus
throno Constantinopolitano subjectis, et quomodo
se subjecerint. Primum quidem avulsi sunt qui ia
quarta synodo memorantur metropolitani et episcopi et reliqui in Oriente, et diœcesi, quæ erat
Antiocheno, et in occidentali, Romano obnoxia.
Namque duo exarebi Orientalis dicereseos, qui aliis
col. 1103–1104page 19 of 44
PG 132:1103τῆς ἀναλικῆς διοικήσεως, οἱ τρέχοντες τῶν ἁλ υ των μητροπολιτῶν, τῶν ὑπὸ τὴν αὐτῶν δ' ακράτησιν, ὑπέκυψαν αὐτίκα σὺν τοῖς ὑπ' αὐτῶν μητροπολί ταις τῷ Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι ὁ Καισαρείας Καππαδοκίας, καὶ ὁ Ἐφέσου τῆς Ἀσίας, καὶ ἔχ τοτε ἔμειναν ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Τίνες δὲ οὗτοι καὶ πόσοι, ὕστερον ἐχθησόμεθα. Πάλιν ἀπὸ τῆς δυτικῆς διοικήσεως δύο εξαρχοι ὁμοίως ὑπέκυψαν τότε τῷ Κωνσταντινουπόλεως, προέχοντε; τῶν λοιπῶν μητροπολιτῶν, τῶν ὑπὸ τὴν αὐτῶν διο κησιν, ὁ Θεσσαλονίκης καὶ ὁ Κορίνθου, καὶ ἠκολούθησαν τούτοις καὶ οἱ ὑπ' αὐτοὺς μητροπολῖται καὶ ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τίνες καὶ πότοι ἐροῦμεν ᾿Αλλὰ καὶ ἡ Σικελία μετὰ ταῦτα, καὶ Καλαβρία γέν γονεν ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἡ ἁγία Σε βερίνη, ἡ καὶ Νικόπολις καλουμένη. Είχε δὲ ἡ Σικε λία πάτα ένα μητροπολίτην τὸν Συρακούσης, αἱ δὲ ἄλλαι πᾶται ἐκκλησίαι τῆς Σικελίας επισκοπεί ἦσαν τοῦ Συρακούσης, καὶ αὐτὸ τὸ Πάνορμον, καὶ τὰ θερμά, καὶ τὸ Κεφαλούδιον, καὶ τὰ λοιπά. 'Η δὲ Καλαβρία πάλιν ένα μητροπολίτην τὸν Ρηγίου. Εἶχε δὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας ἐπισκοπάς ὑφ' ἑαυτὴν, ἤγουν τὴν Ταυριάνην, ὅπου ὁ ἅγιος Φαντῖνος τὸ μοναστήριον, τὴν Βιθώνην, ἀνθ᾿ ἧς νῦν τὸ Μίλητον, τὴν Κωνστάντιαν, τὴν καὶ Κονσεντίαν νῦν λεγομένην, καὶ τὰς λοιπὰς πάσας, τὰς ὑπὸ τὴν Καλαβρίαν. "Ην δὲ καὶ ἡ ἁγία Σεβερίνη μητρόπολις έχουσα καὶ αὐτὴ διαφόρους ἐπισκοπάς, ὡς τὴν Καλλιούπολιν, τὰ Ασύλα, την Αχεροντίαν, καὶ τὰς λοιπάς, καὶ εἰσὶν ἀναγεγραμμέναι καὶ αὐταὶ αἱ ἐκκλησίαι ἐν ' τοῖς Τακτικοῖς τοῦ Νομοκανόνου ἐν τοῖς θρόνοις Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Κατάνη ἐπισκοπὴ οὖσα τὸ παλαιὸν τοῦ Συρακούσης ἐτιμήθη παρὰ τῶν βασιλέων διὰ τὸν ἅγιον Λεόντιον τὸν ταύ τῆς ἐπίσκοπον, εἰς ἀρχιεπισκοπήν. Διὸ καὶ οὐδὲ ἔχει ἐπισκοπάς ὑφ' ἑαυτήν. Πλὴν ἐν τοῖς Τακτικοῖς ἀριθμεῖται καὶ αὐτὴ ἐν τοῖς θρόνοις Κωνσταντινουπόλεως. Προσετέθησαν γοῦν καὶ ὁ τῆς Σικελίας θρ νος, καὶ ὁ τῆς Καλαβρίας, καὶ ὁ τῆς Ἁγίας Σεβε ρίνης τῷ Κωνσταντινουπόλεως, ἀποσπασθέντες τῆς Ῥώμης, ὅτε βάρβαροι κατέσχον τὸν Πάπαν, καὶ τὴν Ῥώμην ᾐχμαλώτευσαν καὶ ἰδιοποιήσαντο, ὥσπερ καὶ ἡ Κρήτη, ὑπὸ τὴν Ῥώμην οὖσα, ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως γέγονε. Πλήν πρὸ τούτων ὁ Πάπας εὑρίσκεται κατέχων μέρη τινὰ εὐτελῆ καὶ ἐπισκοπάς ἐκ μέρους τινὰς ἐν Σικελίᾳ, καὶ Καλαβρίᾳ τὰς γὰρ μητροπόλεις καὶ τὰς ἐν αὐταῖς ἐξ ὁλοκλήρου κατεῖχεν ὁ Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῆς τῶν Φράγ κων ἐλεύσεως. ᾿Αλλὰ καὶ ἐν τῇ Λογγιβαρδία, τη Απουλίᾳ, καὶ πάσαις ταῖς ἐκεῖ χώραις, τὰς μὲν πα ριλίας μητροπόλεις εὑρίσκεται πρώην κατέχων δ Κωνσταντινουπόλεως, τὰς δὲ λοιπὰς ὁ Ρώμης, ὡς καὶ ταύτας τὰς χώρας οἱ δύο ἀνὰ μέρος κρατεῖν. Αὐτίκα γὰρ ὁ μελῳδὸς καὶ ποιητής κύριος Μάρτ κος εὑρίσκεται ἐν Ιδροντῷ σταλείς μητροπολίτης παρὰ τοῦ Κωνσταντινουπόλεω;. Ἐπεὶ γὰρ τὸ δου κατον πάσης Λογγοβαρδίας τῆς παλαιᾶς Ελλάδος οὔση; ήν ὑπὸ τὴν βασιλέα Κωνσταντινουπόλεως, ὁ δὲ
NILI DOXOPATRII
metropolitis sub eorum ditione præcellunt, statim se τῆς ἀνα- λικῆς διοικήσεως, οἱ τρέχοντες τῶν ἁλ -
submiserunt cum metropolitanis sibi subject's
Constantinopolitano, Casariensis scilicet Cappadociæ, et Ephesinus in Asia, et ex eo tempore semper
sub Constantinopolitano fuerunt. Quinam vero
hi fuerint et quot, infra dicemus. Rursus ex occidentali diœcesi duo exarchi similiter reliquis metropolitis subjectis multo præstantiores, Constantinopolitano se subjecerunt: Thessalonicensis nempe
et Corinthius: quos secuti sunt metropolitæ reliqui
et archiepiscopi, qui sub illis erant. Sed et hi quinam
et quot fuerint infra prosequemur. Sicilia præterea
et Calabria se Constantinopolitano supposuerunt,
et sancta Severina, quæ et Nicopolis dicitur. Sicilia autem universa unum Metropolitam habet
Syracusanum; reliquae vero Sicilia Ecclesia Syracusani erant episcopatus, etiam ipse Panormus et
Therma, et Cephalundium, et reliquæ. Calabria
quoque unum metropolitam Rheginum, reliquas
vero Ecclesias episcopatus sibi vindicabat: Tauria -
nam in qua sancti Fatini monasterium est: Bibonem cujus locum occupavit Miletum; Constantiam
qua Consentia nunc dicitur; et reliquas omnes,
Calabriæ subjectas. Erat et sancta Severina nietropolis, habens et ipsa sub se varios episcopatus,
Callipolin, Asyla, Acherontiam. et reliquas; et sunt
hæ Ecclesiæ descriptæ in Tacticis Nomocanonis sub
throno Constantinopolitano, sed et Cantanea ipsa
antiquitus cum esset episcopatus propter sanctum Leonem, ejusdem episcopum, ab imperatoribus ad archiepiscopatum evecta est: quapropter
rullum ipsa sub se episcopatum habct, licet eadem
in Tacticis iuter sedes Constantinopolitano subjeclas adnumeretur. Annexa itaque Sicilia, Calabrir,
Sanctaque Severinæ sedes throno Constantinopolitano, a Romano avulsæ, cum Barbari deprehenso
papa Romam spolium factain in proprios usus
couverterunt: quemadmodum et Creta, sub Romano cum esset, sub Constantinopolitano facta est.
„Nihilominus pontifex viles quasdam partes, el
episcopatus nonnullos in Sicilia et Calabria habere
-deprehenditur. Metropoles enim et urbes in eadem
illustriores ac digniores Constantinopolitanus pos.
sidebat usque ad Francorum adventum. Sic etiam
in Longobardia et Apulia et in omnibus iis regio- υ
∙nibus maritimas metropoles antea possidebat Constantinopolitanus; reliquas Romanus, ut regiones
illæ per partes possiderentur. Namque melodus
ac poeta dominus Marcus, Hidruntum a Constantinopolitano missus fuisse comperitur. Cum autem univers Longobardiae ducatus, quæ velus Hellas erat,
- sub imperatore erat Constantinopolitano, papa vero
-separatus sub aliis gentibus vivebat, propterea
patriarcha Ecclesias obtinebat: nam Brunduium
∙et Tarentum a Constantinopolitano sacerdotes ac-
-cipiebant: idque nullum latet. Cum vero Franci
hunc ducatum occuparunt, tunc Romanus in omnibus hisce ecclesiis ordinationes tenuit, in iis
enim regionibus quas Constantinopolitanus imperaτων μητροπολιτῶν, τῶν ὑπὸ τὴν αὐτῶν δ' ακράτησιν,
ὑπέκυψαν αὐτίκα σὺν τοῖς ὑπ' αὐτῶν μητροπολί
ταις τῷ Κωνσταντινουπόλεως, ήτοι ὁ Καισαρείας
Καππαδοκίας, καὶ ὁ Ἐφέσου τῆς Ἀσίας, καὶ ἔχ
τοτε ἔμειναν ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως. Τίνες
δὲ οὗτοι καὶ πόσοι, ὕστερον ἐχθησόμεθα. Πάλιν
ἀπὸ τῆς δυτικῆς διοικήσεως δύο εξαρχοι ὁμοίως
ὑπέκυψαν τότε τῷ Κωνσταντινουπόλεως, προέχοντε;
τῶν λοιπῶν μητροπολιτῶν, τῶν ὑπὸ τὴν αὐτῶν διο
κησιν, ὁ Θεσσαλονίκης καὶ ὁ Κορίνθου, καὶ ἠκολούθησαν τούτοις καὶ οἱ ὑπ' αὐτοὺς μητροπολῖται καὶ
ἀρχιεπίσκοποι, καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν Κωνσταντινού
πόλεως. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι τίνες καὶ πότοι ἐροῦμεν
᾿Αλλὰ καὶ ἡ Σικελία μετὰ ταῦτα, καὶ Καλαβρία γέν
γονεν ὑπὸ τὸν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ ἡ ἁγία Σε
βερίνη, ἡ καὶ Νικόπολις καλουμένη. Είχε δὲ ἡ Σικε
λία πάτα ένα μητροπολίτην τὸν Συρακούσης, αἱ δὲ
ἄλλαι πᾶται ἐκκλησίαι τῆς Σικελίας επισκοπεί
ἦσαν τοῦ Συρακούσης, καὶ αὐτὸ τὸ Πάνορμον, καὶ
τὰ θερμά, καὶ τὸ Κεφαλούδιον, καὶ τὰ λοιπά. 'Η δὲ
Καλαβρία πάλιν ένα μητροπολίτην τὸν Ρηγίου.
Εἶχε δὲ τὰς ἄλλας ἐκκλησίας ἐπισκοπάς ὑφ' ἑαυτὴν,
ἤγουν τὴν Ταυριάνην, ὅπου ὁ ἅγιος Φαντῖνος τὸ
μοναστήριον, τὴν Βιθώνην, ἀνθ᾿ ἧς νῦν τὸ Μίλητον,
τὴν Κωνστάντιαν, τὴν καὶ Κονσεντίαν νῦν λεγομένην,
καὶ τὰς λοιπὰς πάσας, τὰς ὑπὸ τὴν Καλαβρίαν. "Ην
δὲ καὶ ἡ ἁγία Σεβερίνη μητρόπολις έχουσα καὶ
αὐτὴ διαφόρους ἐπισκοπάς, ὡς τὴν Καλλιούπολιν,
τὰ Ασύλα, την Αχεροντίαν, καὶ τὰς λοιπάς, καὶ
εἰσὶν ἀναγεγραμμέναι καὶ αὐταὶ αἱ ἐκκλησίαι ἐν
' τοῖς Τακτικοῖς τοῦ Νομοκανόνου ἐν τοῖς θρόνοις
Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Κατάνη
ἐπισκοπὴ οὖσα τὸ παλαιὸν τοῦ Συρακούσης ἐτιμήθη
παρὰ τῶν βασιλέων διὰ τὸν ἅγιον Λεόντιον τὸν ταύ
τῆς ἐπίσκοπον, εἰς ἀρχιεπισκοπήν. Διὸ καὶ οὐδὲ
ἔχει ἐπισκοπάς ὑφ' ἑαυτήν. Πλὴν ἐν τοῖς Τακτικοῖς
ἀριθμεῖται καὶ αὐτὴ ἐν τοῖς θρόνοις Κωνσταντινου
πόλεως. Προσετέθησαν γοῦν καὶ ὁ τῆς Σικελίας θρ
νος, καὶ ὁ τῆς Καλαβρίας, καὶ ὁ τῆς Ἁγίας Σεβε
ρίνης τῷ Κωνσταντινουπόλεως, ἀποσπασθέντες τῆς
Ῥώμης, ὅτε βάρβαροι κατέσχον τὸν Πάπαν, καὶ τὴν
Ῥώμην ᾐχμαλώτευσαν καὶ ἰδιοποιήσαντο, ὥσπερ καὶ
ἡ Κρήτη, ὑπὸ τὴν Ῥώμην οὖσα, ὑπὸ τὸν Κωνσταν
τινουπόλεως γέγονε. Πλήν πρὸ τούτων ὁ Πάπας
εὑρίσκεται κατέχων μέρη τινὰ εὐτελῆ καὶ ἐπισκοπάς
ἐκ μέρους τινὰς ἐν Σικελίᾳ, καὶ Καλαβρίᾳ τὰς γὰρ
μητροπόλεις καὶ τὰς ἐν αὐταῖς ἐξ ὁλοκλήρου κατεῖχεν ὁ Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τῆς τῶν Φράγ
κων ἐλεύσεως. ᾿Αλλὰ καὶ ἐν τῇ Λογγιβαρδία, τη
Απουλίᾳ, καὶ πάσαις ταῖς ἐκεῖ χώραις, τὰς μὲν πα
ριλίας μητροπόλεις εὑρίσκεται πρώην κατέχων δ
Κωνσταντινουπόλεως, τὰς δὲ λοιπὰς ὁ Ρώμης, ὡς
καὶ ταύτας τὰς χώρας οἱ δύο ἀνὰ μέρος κρατεῖν.
Αὐτίκα γὰρ ὁ μελῳδὸς καὶ ποιητής κύριος Μάρτ
κος εὑρίσκεται ἐν Ιδροντῷ σταλείς μητροπολίτης
παρὰ τοῦ Κωνσταντινουπόλεω;. Ἐπεὶ γὰρ τὸ δουκατον πάσης Λογγοβαρδίας τῆς παλαιᾶς Ελλάδος
οὔση; ήν ὑπὸ τὴν βασιλέα Κωνσταντινουπόλεως, ὁ δὲ
col. 1105–1106page 20 of 44
PG 132:1105Πάπας κεχωρισμένος ἦν, καὶ ὑπὸ ἕτερα ἔθνη δῆθεν, διὰ τοῦτο καὶ ὁ πατριάρχης εἶχε τὰς ἐκκλησίας, καὶ τὸ Βροντήσιον γὰρ καὶ ἡ Τάρεντος ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως ἐδέχοντο ἱερεῖς, καὶ τοῦτο οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Μεθ' ὁ δὲ οἱ Φράγκοι ἀφείλοντο τὸ τοιοῦτον δουκάτον, τότε ὁ Ρώμης χειροτόνησε ἐν πάσαις ταῖς τοιαύταις ἐκκλησίαις. Οσην γὰρ χώραν κατά εἶχεν ὁ βασιλεὺς Κωνσταντινουπόλεως, ἢ μετὰ ταῦτα ἀπὸ ἐθνῶν διαφόρων ἐξενίκησεν, εἰκότως καὶ ὁ πα τριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εχειροτόνει ἐκεῖ, ὡς τῆς Ῥώμης ἀλλοτριωθείσης παντελῶς τῆς Κων. σταντινουπόλεως, καὶ ὑπὸ ἄλλους γεγονυίας. Περὶ δὲ τοῦ ἀνὰ μέρος κατέχειν τὸν Πάπαν τινὰ ἐν Σικε λία πρότερον, δῆλον ἀπὸ τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Γρη γορίου τοῦ ἐπισκόπου Ακραγαντῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ νῦν λεγομένου Γεργεντίου. Γέγραπται γὰρ ἐκεῖτε ὅτι ὁ Πάπας ἐχειροτόνησε τὸν ἅγιον Γρηγόριον ἐπίσ σκοπον 'Ακραγαντῶν. ᾿Αλλὰ τότε οὔπω ἡ Ῥώμη ἐχωρίσθη τελείως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Και τεῖχεν οὖν ἡ Κωνσταντινουπόλεως πρὸ πολλοῦ ἀνὰ μέρος καὶ Σικελίαν, καὶ Καλαβρίαν. Καὶ ὁ Πάπας ὀλιγοστά τινα, ὥσπερ καὶ ἐν Λογγιβαρδία ἕως τῆς ἀλλοτριώσεως τοῦ Πάπα. Τότε γὰρ ηλλοτριώθη καὶ τῶν τοιούτων χωρῶν ὁ πάπας ἕως τῆς τῶν Φράγ κων ἐλεύσεως, ὡς εἴπομεν. Νῦν οὖν κατέχει ὁ θεοφρούρητος θρόνος Κωνσταντινουπόλεως, ἂν ὁ πρωτόκλητος Ανδρείας ἔνιδρυσε πρῶτος, ἐπίσκοπον ἐν αὐτῷ καταστήσας τῆς πόλεως, ἔτι Βυζαντίου εὔσης, μέρος οὐκ ὀλίγον τῆς Εὐρώπης, καὶ τῆς Ἀσίας, και θὼς ἑξῆς δηλώσομεν, τὰ περὶ τοῦ ᾿Αδριατικού πε λάγους, τὰ ἀπὸ τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἕως τῆς Προποντίδος, ὅπου ἡ Κωνσταντινούπολις, ἐκεῖτέ τε ἄχρι καὶ Χερ σῶνος, καὶ Χαζαρίας, και Γοτθίας, καὶ Χαλδίας, καὶ ᾿Αβασγίας, καὶ Ἰβηρίας, καὶ 'Αλανίας· καὶ γὰρ μητροπολῖται ἐν αὐτῇ στέλλονται παρὰ τοῦ πατριάρχου. ᾿Αλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ παρίστριοι πόλεις αὐτῷ ὑπόκεινται, ήτοι αἱ τοῦ Δανουβίου ποταμοῦ, καὶ αἱ τῆς Καππαδοκίας πόλεις, καὶ μέρη τῆς Ἀρμε νέας, καὶ αἱ Κυκλάδες νῆσοι, καὶ αἱ λοιπαὶ ἅπασαι αἱ ὑπὸ τὴν βασιλείαν Κωνσταντινουπόλεως πολλαί τινες οὖσαι, καὶ αἱ μεγίσται δύο νῆσοι, ἡ Κρήτη καὶ Εὔβοια, ὅπου ὁ Εὐριπος, ἀλλὰ καὶ ἡ Πελοπόνησος, καὶ ἡ Ἑλλάς· ἡ γὰρ Κύπρος αὐτοκέφαλός ἐστιν ὡς προεγράφη. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγάλην Ρωσίαν ἀπὸ τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στέλλεται μητροπολίτης. Εἰσὶν οὖν αἱ ἀναγεγραμμέναι επαρ χίαι καὶ μητροπόλεις αἱ ὑποκείμεναι τῷ Κωνσταντινουπόλεως αὗται, αἱ ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ τῇ δύσει καὶ τοῖς λοιποῖς μέρεσιν α'. Ἡ Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔχουσα ἐπι σκοπάς η'. β'. Η Εφεσος τῆς ᾿Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς λδ'. γ'. Ἡ Ηράκλεια τῆς Θράκης ἐν τῇ Εὐρώπῃ, ἔχουσα ἐπισκοπάς ιε'. δ. 'Η Αγκυρα τῆς Γαλατίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς η'. ε. Ἡ Κίζυκος τοῦ Ἑλλησπόντου, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιβ'. ς'. Αἱ Σάρδεις τῆς ᾿Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς κε'. ζ'. Η Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιβ'. η'. Η Νικαία τῆς αὐτῆς Βιθυνίας, ἔχουσα ἐπι σκοπάς δ'. θ'. 'Η Χαλκηδὼν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας ἄνευ υπου κειμένων.
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
ordines habebat; cum Roma modis omnibus a
Constantinopoli alienata, aliis se submisisset. Papam
vero partes aliquas antea in Sicilia obtinuisse, manifestum fit ex Vita sancti Gregorii, Agrigentinorum urbis, quæ nunc Gergentium dicitur, episcopi;
in ea siquidem scriptum est, papam, sanctum Gregorium Agrigentinorum episcopum ordinasse. Sed
eo tempore Roma nondum penitus separata erat
a Constantinopoli. Tenebat itaque multos abhine
annos Constantinopolis ex parte et Siciliam et Calabriam et papa paucula quædam quemadmodum
et in Longobardia, usque ad separationem: tune
enim separatus est ab his regionibus papa usque
ad Francorum adventum, ut jam diximus. Nunc
itaque possidet a Deo conservatus thronus Constantinopolitanus, quem primum vocatus Andrea fundavit, primum episcopum in eo constituens, cam
adhuc urbs Byzantium esset, partem non minimam
Asia Europaque, ut infra indicabimus: quæ sunt
circa Adriaticum mare, ab Illyrico usque ad Propontidem, in qua est Constantinopolis, indeque
usque ad Chersonem, et Chazariam, et Chaldiam,
et Gotthiam, et Abasgiam, et lleriam, et Alaniam;
namque in cam a patriarcha metropolitæ mittuntur.
Sed et omnes Istriæ adjacentes civitates ipsi subjiciuntur: nec non et Danubii fluminis et Cappa
doriæ urbes, et partes Armeniæ, et Cyclades insula, et reliquæ omnes, quæ subsunt imperio
Constantinopolitano, multa ille quidem: et maxima
insulæ duæ, Creta, et Euboea iu qua est Eurypus:
sed et Peloponnesus, et Græcia; namique Cyprus
sui juris est, ut supra memoravimus. Quin imo et
in magna Russia a patriarcha Constantinopolitano
metropolita mittitur. Sunt itaque provinciæ et metropoles, Constantinopolitano subjectæ in Oriente,
Occidente, et in aliis regionibus læ.
Πάπας κεχωρισμένος ἦν, καὶ ὑπὸ ἕτερα ἔθνη δῆθεν, tor obtinebat, vel postea a Barbaris gentibus ree
διὰ τοῦτο καὶ ὁ πατριάρχης εἶχε τὰς ἐκκλησίας, cuperabat, jure patriarcha Constantinopolitanus
καὶ τὸ Βροντήσιον γὰρ καὶ ἡ Τάρεντος ἀπὸ Κωνσταν
τινουπόλεως ἐδέχοντο ἱερεῖς, καὶ τοῦτο οὐδεὶς
ἀγνοεῖ. Μεθ' ὁ δὲ οἱ Φράγκοι ἀφείλοντο τὸ τοιοῦτον
δουκάτον, τότε ὁ Ρώμης χειροτόνησε ἐν πάσαις
ταῖς τοιαύταις ἐκκλησίαις. Οσην γὰρ χώραν κατά
εἶχεν ὁ βασιλεὺς Κωνσταντινουπόλεως, ἢ μετὰ ταῦτα
ἀπὸ ἐθνῶν διαφόρων ἐξενίκησεν, εἰκότως καὶ ὁ πα
τριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εχειροτόνει ἐκεῖ, ὡς
τῆς Ῥώμης ἀλλοτριωθείσης παντελῶς τῆς Κων.
σταντινουπόλεως, καὶ ὑπὸ ἄλλους γεγονυίας. Περὶ
δὲ τοῦ ἀνὰ μέρος κατέχειν τὸν Πάπαν τινὰ ἐν Σικε
λία πρότερον, δῆλον ἀπὸ τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ ἐπισκόπου Ακραγαντῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ
νῦν λεγομένου Γεργεντίου. Γέγραπται γὰρ ἐκεῖτε
ὅτι ὁ Πάπας ἐχειροτόνησε τὸν ἅγιον Γρηγόριον ἐπίσ
σκοπον 'Ακραγαντῶν. ᾿Αλλὰ τότε οὔπω ἡ Ῥώμη
ἐχωρίσθη τελείως τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Και
τεῖχεν οὖν ἡ Κωνσταντινουπόλεως πρὸ πολλοῦ ἀνὰ
μέρος καὶ Σικελίαν, καὶ Καλαβρίαν. Καὶ ὁ Πάπας
ὀλιγοστά τινα, ὥσπερ καὶ ἐν Λογγιβαρδία ἕως τῆς
ἀλλοτριώσεως τοῦ Πάπα. Τότε γὰρ ηλλοτριώθη
καὶ τῶν τοιούτων χωρῶν ὁ πάπας ἕως τῆς τῶν Φράγ
κων ἐλεύσεως, ὡς εἴπομεν. Νῦν οὖν κατέχει ὁ Θεοφρούρητος θρόνος Κωνσταντινουπόλεως, ἂν ὁ πρω
τόκλητος Ανδρείας ἔνιδρυσε πρῶτος, ἐπίσκοπον ἐν
αὐτῷ καταστήσας τῆς πόλεως, ἔτι Βυζαντίου εὔσης,
μέρος οὐκ ὀλίγον τῆς Εὐρώπης, καὶ τῆς Ἀσίας, και
θὼς ἑξῆς δηλώσομεν, τὰ περὶ τοῦ ᾿Αδριατικού πελάγους, τὰ ἀπὸ τοῦ Ἰλλυρικοῦ ἕως τῆς Προποντίδος,
ὅπου ἡ Κωνσταντινούπολις, ἐκεῖτέ τε ἄχρι καὶ Χερ
σῶνος, καὶ Χαζαρίας, και Γοτθίας, καὶ Χαλδίας,
καὶ ᾿Αβασγίας, καὶ Ἰβηρίας, καὶ 'Αλανίας· καὶ γὰρ
μητροπολῖται ἐν αὐτῇ στέλλονται παρὰ τοῦ πατριάρ·
χου. ᾿Αλλὰ καὶ πᾶσαι αἱ παρίστριοι πόλεις αὐτῷ
ὑπόκεινται, ήτοι αἱ τοῦ Δανουβίου ποταμοῦ, καὶ
αἱ τῆς Καππαδοκίας πόλεις, καὶ μέρη τῆς Ἀρμενέας, καὶ αἱ Κυκλάδες νῆσοι, καὶ αἱ λοιπαὶ ἅπασαι αἱ ὑπὸ τὴν βασιλείαν Κωνσταντινουπόλεως πολλαί
τινες οὖσαι, καὶ αἱ μεγίσται δύο νῆσοι, ἡ Κρήτη καὶ Εὔβοια, ὅπου ὁ Εὐριπος, ἀλλὰ καὶ ἡ Πελοπόνησος,
καὶ ἡ Ἑλλάς· ἡ γὰρ Κύπρος αὐτοκέφαλός ἐστιν ὡς προεγράφη. ᾿Αλλὰ καὶ εἰς τὴν μεγάλην Ρωσίαν
ἀπὸ τοῦ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως στέλλεται μητροπολίτης. Εἰσὶν οὖν αἱ ἀναγεγραμμέναι επαρ
χίαι καὶ μητροπόλεις αἱ ὑποκείμεναι τῷ Κωνσταντινουπόλεως αὗται, αἱ ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ τῇ δύσει
καὶ τοῖς λοιποῖς μέρεσιν·
α'. Ἡ Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς η'.
β'. Η Εφεσος τῆς ᾿Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς λδ'.
γ'. Ἡ Ηράκλεια τῆς Θράκης ἐν τῇ Εὐρώπῃ,
ἔχουσα ἐπισκοπάς ιε'.
δ. 'Η Αγκυρα τῆς Γαλατίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς η'.
ε. Ἡ Κίζυκος τοῦ Ἑλλησπόντου, ἔχουσα ἐπισκο
πάς ιβ'.
ς'. Αἱ Σάρδεις τῆς ᾿Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς κε'.
ζ'. Η Νικομήδεια τῆς Βιθυνίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιβ'.
η'. Η Νικαία τῆς αὐτῆς Βιθυνίας, ἔχουσα ἐπι
σκοπάς δ'.
θ'. 'Η Χαλκηδὼν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας ἄνευ υπου
κειμένων.
1. Caesarea Cappadociae, habens episcopatus 8.
2 Ephesus Asize, habens episcopatus 34.
5. Heraclea Thraciæ in Europa habens episcopatus 15.
4. Ancyra Galatiæ, habens episcopatus "8.
5. Cizycus Hellesponti, habens episcopatus 12.
6. Sardes Asia, labens episcopatus 25.
7. Nicomedia Bithyniae, habens episcopatus 12.
8. Nicaea cjusdem Bithynia. habens episcopa.
tus 6.
9. Chalcedon ejus Jem provincia sine subalitis.
col. 1107–1108page 21 of 44
PG 132:1107ι'. Ἡ Σίδη της Παμφυλίας, ἔχουσα ἐπισκοπά· ις'. ια΄. Η Σεβάστεια της δευτέρας Αρμενίας, έχουσα ἐπισκοπές τ. ιβ. Ἡ Αμάσεια Ἑλενοπόντου, ἔχουσα ἐπισκοπές ζ', ἧς ἐπισκοπὴ ἦν καὶ αὐτὴ ἡ Ἰβηρία. ιγ'. Η Μελιτηνή τῆς ᾿Αρμενίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς θ'. Ἐξ ὧν ἐστι καὶ ἡ ἐπισκοπή Κουκουσός, ἐν ᾗ ἐξωρίσθη ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης. ιδ'. Τὰ Τύανα της δευτέρας Καππαδοκίας, έχουσα ἐπισκοπάς γ'. ιε'. Η Γάγγρα της Παφλαγονίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς γ'. ις. Ἡ Θεσσαλονίκη της Θεσσαλίας, ἔχουσα ἐπι σκοπάς η'. ιζ. Η Κλαυδιούπολις τῆς Ὀνομίαδος, ἔχουσα έπι σκοπάς ε'. ιη'. Η Νεοκαισάρεια Πόντου Πολεμονιακού, ἔχουσα ἐπισκοπάς η'. ιθ'. Πισινοῦς τῆς δευτέρας Γαλατῶν ἐπαρχίας ἔχουσα ἐπισκοπάς ζ'. κ'. Τὰ Μόρα τῆς Λυκίας, ἔχουσα ἐπισκοπές λγ. κα'. Ἡ Σταυρούπολις Καρίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς κς'. κα. Η Λαοδίκεια της Φρυγίας Καπατιανής, ἔχουσα ἐπισκοπάς κς'. κγ'. Τὰ Σύναδα Φρυγίας Σαλουτέρας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς κ'. κδ'. Τὸ Ικόνιον τῆς Λυκαονία:, ἔχουσα ἐπισκοπάςις. κε'. Η 'Αντιόχεια τῆς Πισιδίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς κα'ι κς'. Ἡ Πέργη, ἤτοι τὸ Σύλαιον τῆς Παμφυλίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς ιζ'. κζ'. Ἡ Κόρινθος Πελοπονήσου, ἔχουσα ἐπισκοπές α'. ἡ τοῦ Δαμαλών, β'. ἡ τοῦ ᾿Αργου. γ'. ἡ Μου νεμβασίας. δ'. ἡ Κεφαληνίας. ε'. ἡ Ζακύνθου. ς'. ἡ Ζημενάς. ζ'. ἡ Μαΐνης. κη'. Αἱ ᾿Αθῆναι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσαι ἐπισκοπάς ια', ὧν ἡ α'. ὁ Εύριπος. β'. ἡ Δαυλίας. γ'. ή Κορα νίας. δ'. ἡ ᾿Ανδρου. ε'. Ωραιοῦ. ς'. ἡ Σκύρου. 5. ἡ Καρύστου. η'. ἡ Πορθμοῦ. θ'. ἡ Αὐλῶνος. ι'. * Σύρας, καὶ Σερίφου. ια. ή Κέως καὶ ἡ Θερμιών. 29. κθ'. [ Ἡ Μωκυσὶς τῆς Καππαδοκίας, ἔχουσα ἐπι σκοπὰς δ'. 2. Η Κρήτη, ἔχουσα ἐπισκοπάς ι'. Ο λα'. Τὸ 'Ρήγιον τῆς Καλαβρίας, ἔχουσα ἐπισχο πάς ιγ'. λβ'. Αἱ Πάτρα: τῆς Πελοπονήσου, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ε'. α'. ὧν πρώτη ἡ Λακεδαίμονος. β'. ἡ Μεθώνης. γ'. ἡ Κορώνης. δ'. ὁ Βολαίνης. ε'. ὁ Ἔλοος. λγ'. Η Τραπεζούς τῆς Λαζικῆς, ἔχουσα ἐπισκ πάς ιε'. λδ'. Η Λάρισσα τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιζ'. λε'. Η Ναύπακτος Νικοπόλεως, ἔχουσαι ἐπισκη πάς θ'. λς'. Ἡ Φιλιππούπολις τῆς Θράκης, ἔχουσα ἐπι σκοπάς ι'. λζ'. Η Τραϊανούπολις 'Ροδίτης, ἔχουσα ἐπίσκου πάς ζ'.
NILI DOXOPATRII
10. Side Pamphylie, habens episcopatus 16.
11. Sebastia secunde Armeniar, habeus cpi-copatus 7.
12. Amasra Helenoponti, habens episcopatus 7,
cujus episcopatus erat et ipsa Iberia.
43. Melitene Armeniæ, habens episcopatus 9. Ex
quibus est et episcopatus Cucusus, quo in exsilium
missus est aurea lingua Joannes.
14. Tyana secundæ Cappadocia, habens episcopalus 3.
15. Gangra Paphlagoniæ, habens episcopatus 3.
16. Thessalonica Thessalia, labens episcopalus 8.
17. Claudiapolis Honoriadis, habens episcopatus 5.
18. Neocaesarea Ponti Polemoniaci, habens episcopatus 7.
19. Pissinus secundae Galatia habens episcopatus 8.
20. Myra Lycin, habens episcopatus 33.
21. Stauropolis Cariæ, habens episcopatus 26.
22. Laodicea Phrygiae Capatianæ, habens episcopatus 26.
25. Synada Phrygiæ Salutaris, habens episcopatus 20.
24. Ironini Lycaonia, liabens episcopatus 15.
25. Antiochia Pisilia, habens episcopatus 21.
26. Perge sive Syleum Pam; hyliæ, habens episcoPalus 17.
27. Borinthus Peloponnesi, luabens episcopatus 7:
4. Damalorum, 2. Argi, 3. Monembasiæ, sive Tenarusie, 4. Cephaleniæ, 5. Zacinthi, 6. Zarneres,
7. Maine.
28. Athenæ Græcim, habens episcopatus 11.
1. Eurypi, 2. Dauliæ, 3. Coroniæ, 4, Andri, 5. Oræi,
6. Seyri, 7. Caristi, 8. Porthmi, 9. Aulona, 10. Syrat et Scriphi, 11. Gei et Thermiorum.
ι'. Ἡ Σίδη της Παμφυλίας, ἔχουσα ἐπισκοπά· ις'.
ια΄. Η Σεβάστεια της δευτέρας Αρμενίας, έχουσα
ἐπισκοπές τ.
ιβ. Ἡ Αμάσεια Ἑλενοπόντου, ἔχουσα ἐπισκοπές
ζ', ἧς ἐπισκοπὴ ἦν καὶ αὐτὴ ἡ Ἰβηρία.
ιγ'. Η Μελιτηνή τῆς ᾿Αρμενίας, ἔχουσα επισκο
πὰς θ'. Ἐξ ὧν ἐστι καὶ ἡ ἐπισκοπή Κουκουσός, ἐν
ᾗ ἐξωρίσθη ὁ χρυσοῦς τὴν γλῶτταν Ἰωάννης.
ιδ'. Τὰ Τύανα της δευτέρας Καππαδοκίας, έχουσα
ἐπισκοπάς γ'.
ιε'. Η Γάγγρα της Παφλαγονίας, ἔχουσα ἐπισκο
πὰς γ'.
ις. Ἡ Θεσσαλονίκη της Θεσσαλίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς η'.
ιζ. Η Κλαυδιούπολις τῆς Ὀνομίαδος, ἔχουσα έπισκοπάς ε'.
ιη'. Η Νεοκαισάρεια Πόντου Πολεμονιακού, ἔχουσα
ἐπισκοπάς η'.
ιθ'. Πισινοῦς τῆς δευτέρας Γαλατῶν ἐπαρχίας
ἔχουσα ἐπισκοπάς ζ'.
κ'. Τὰ Μόρα τῆς Λυκίας, ἔχουσα ἐπισκοπές λγ.
κα'. Ἡ Σταυρούπολις Καρίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς κς'.
κα. Η Λαοδίκεια της Φρυγίας Καπατιανής,
ἔχουσα ἐπισκοπάς κς'.
κγ'. Τὰ Σύναδα Φρυγίας Σαλουτέρας, ἔχουσα
ἐπισκοπὰς κ'.
κδ'. Τὸ Ικόνιον τῆς Λυκαονία:, ἔχουσα ἐπισκοπάςις.
κε'. Η 'Αντιόχεια τῆς Πισιδίας, ἔχουσα επισκο
πάς κα'ι
κς'. Ἡ Πέργη, ἤτοι τὸ Σύλαιον τῆς Παμφυλίας,
ἔχουσα ἐπισκοπάς ιζ'.
κζ'. Ἡ Κόρινθος Πελοπονήσου, ἔχουσα ἐπισκοπές
· α'. ἡ τοῦ Δαμαλών, β'. ἡ τοῦ ᾿Αργου. γ'. ἡ Μου
νεμβασίας. δ'. ἡ Κεφαληνίας. ε'. ἡ Ζακύνθου. ς'. ἡ
Ζημενάς. ζ'. ἡ Μαΐνης.
κη'. Αἱ ᾿Αθῆναι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσαι ἐπισκοπάς
ια', ὧν ἡ α'. ὁ Εύριπος. β'. ἡ Δαυλίας. γ'. ή Κορα
νίας. δ'. ἡ ᾿Ανδρου. ε'. Ωραιοῦ. ς'. ἡ Σκύρου. 5.
ἡ Καρύστου. η'. ἡ Πορθμοῦ. θ'. ἡ Αὐλῶνος. ι'.
* Σύρας, καὶ Σερίφου. ια. ή Κέως καὶ ἡ Θερμιών.
29. Mocesus Cappadociae, habens episcopa- κθ'. [ Ἡ Μωκυσὶς τῆς Καππαδοκίας, ἔχουσα ἐπιtus 4.
30. Crete, habens episcopatus 10.
31. Ceghium Calabriz, habens episcopatus 13.
32. Patre Peloponnesi, labens episcopatus 5:
1. Lacedæmonis, 2. Methonæ, 3. Coronæ, 4. BoIn:r, 5.Olenæ.
53. Trapezus Lazica, habens episcopatus 25.
34. Larissa Greciae, habens episcopatus 17.
35. Naupactus Nicopoleos, habens episcopalus 9.
36. Philippopolis Thracia, habens episcopatus 10.
37. Trajanopolis Rodopes, habens episcopalus 7.
σκοπὰς δ'.
2. Η Κρήτη, ἔχουσα ἐπισκοπάς ι'.
Ο
λα'. Τὸ 'Ρήγιον τῆς Καλαβρίας, ἔχουσα ἐπισχοπάς ιγ'.
λβ'. Αἱ Πάτρα: τῆς Πελοπονήσου, ἔχουσα ἐπισκο
πὰς ε'. α'. ὧν πρώτη ἡ Λακεδαίμονος. β'. ἡ Μεθώ
νης. γ'. ἡ Κορώνης. δ'. ὁ Βολαίνης. ε'. ὁ Ἔλοος.
λγ'. Η Τραπεζούς τῆς Λαζικῆς, ἔχουσα ἐπισκ
πάς ιε'.
λδ'. Η Λάρισσα τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκο
πάς ιζ'.
λε'. Η Ναύπακτος Νικοπόλεως, ἔχουσαι ἐπισκη
πάς θ'.
λς'. Ἡ Φιλιππούπολις τῆς Θράκης, ἔχουσα ἐπι·
σκοπάς ι'.
λζ'. Η Τραϊανούπολις 'Ροδίτης, ἔχουσα ἐπίσκου
πάς ζ'.
col. 1109–1110page 22 of 44
PG 132:1109λη'. Ρόδος τῶν Κυκλάδων νήσων, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιβ'. λθ'. Ἡ Φιλίππων Μακεδονίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς Γ. μ'. Η 'Αδριανουπολις Αμιμόντου, ἔχουσα ἐπι σκοπάς ια'. μα'. Η Ιεράπολις Φρυγίας Καπατιανής, ἔχουσα ἐπισκοπάς θ'. μβ'. Τὸ Ριξόστολον, ἤτοι ἡ Δίστρα, ἡ τῆς Αἰμι μοντίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς ε'. μγ'. Τὸ Δυρράχιον, ἔχουσα ἐπισκοπὰς δ'. μδ. Η Σμύρνα τῆς Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς ε'. με΄. Η Συρακοῦσα τῆς Σικελίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς και α'. ὧν ἡ Κατάνη. β'. ἡ Ταυρομένη. γ'. ἡ Μεσήνα. δ'. τὸ Κεφαλούδη. ε'. τὰ θερμά. ς'. Πάν νορμον. 5. Λιλύβαιον. η'. Τρόκαλα. θ'. 'Ακράγας. ε'. Τυνδάριον. ια'. Καρίνη. ιβ'. Λεοντίνη. ιγ'. "Αλε σις. ιδ'. Γαῦδος νῆσος, ιε'. Μελίτη νῆσος ἡ λεγομένη Μάλτα. ις'. Λίπαρις νῆσος. ιζ'. Βουρκάκος, ιη'. δίδυμος.ιθ'. Οὐστένα, κ'. Ταίναρος, κα'. τὸ Βασιλούδη. μς'. 11 Κατάνη ἐπισκοπὴ οὖσα Συρακούσης, τις μηθεῖσα δὲ διὰ τὸν ἅγιον Λεόντα. μζ'. Τὸ Ἀμμώριον τῆς Φρυγίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς η'. μη'. Ἡ Κάμαχος τῆς ᾿Αρμενίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς η'. μθ'. Τὸ Κοτυάϊον τῆς Φρυγίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιγ'. ν. '11 ἁγία Σεβερίνη τῆς Καλαβρίας, ἔχουσα ἐπι. Ο σκοπάς ε'. να΄. Ἡ Μιτυλήνη Λέσβου νήσου, ἔχουσα ἐπισκοπὰς δ'. νβ'. Αἱ νέαι Πέτραι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκοπὰς δ'. υγ. Α' Θῆσαι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκοπὰς γ'. νδ'. Αἱ Σέρβας τῆς Θεσσαλίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς νζ. νε'. Η Αἰῶνος. νς'. Τὰ Κέρκυρα. νζ'. Η Μεσημβρία. νη'. Η Αμάστρις Πόντου. νθ'. Α' Χῶναι Φρυγίας. ξ. "Η Πομπηϊούπολις. ξα'. 'Η 'Αττάλεια ἀποσπασθεῖσα Συλαίου. ξβ'. Η Παροναξία ἀποσπασθεῖσα Ρόδου. ξγ'. Η Λακεδαιμονία ἀποσπασθεῖσα Πατρῶν τῆς Πελοποννήσου. ξδ'. Τὰ Μάδυτα ἀποσπασθεῖσα Ηρακλείας. ξε'. Η "Αβυδος ἀποσπασθεῖσα Κιζύκου. Καὶ αἱ ἀρχιεπισκοπαὶ αἱ ὑποκείμεναι τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μηδενὶ μητροπολίτῃ ὑπο κείμεναι μήτε ἔχουσαι ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπάς, αἱ πα σαι τὸν ἀριθμὸν εἰσὶν αὐταί· α'. ἡ Βιζύη. β'. ἡ Λεοντόπολις. γ'. τὸ Πάρειον. δ'. ἡ Προκόνησος. ε'. ἡ Κίος. ς'. Ασπρος. ζ'. ἡ Κύψελα. η'. ἡ Ψίκη. θ'. Νεάπολις. ι. ἡ Σέλγη. ια'. ή Χερσών. ιβ'. ἡ Μέσην. ιγ'. ἡ Γαρέλα, ιδ'. ἡ Βρύσις, ιε'. ἡ Δέρκους. ις'. ἡ Καρα
38. Rhodus Cycladum fus. habcns episcopatus 12.
NOTITIA PATRIARCHIATUUM.
λη'. Ρόδος τῶν Κυκλάδων νήσων, ἔχουσα ἐπισκοπὰς ιβ'.
λθ'. Ἡ Φιλίππων Μακεδονίας, ἔχουσα ἐπισκο
πας Γ.
μ'. Η 'Αδριανουπολις Αμιμόντου, ἔχουσα ἐπι
σκοπάς ια'.
μα'. Η Ιεράπολις Φρυγίας Καπατιανής, ἔχουσα
ἐπισκοπάς θ'.
μβ'. Τὸ Ριξόστολον, ἤτοι ἡ Δίστρα, ἡ τῆς Αἰμι
μοντίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς ε'.
μγ'. Τὸ Δυρράχιον, ἔχουσα ἐπισκοπὰς δ'.
μδ. Η Σμύρνα τῆς Ασίας, ἔχουσα ἐπισκοπάς ε'.
με΄. Η Συρακοῦσα τῆς Σικελίας, ἔχουσα ἐπισκο
πάς και α'. ὧν ἡ Κατάνη. β'. ἡ Ταυρομένη. γ'. ἡ
Μεσήνα. δ'. τὸ Κεφαλούδη. ε'. τὰ θερμά. ς'. Πάν
νορμον. 5. Λιλύβαιον. η'. Τρόκαλα. θ'. 'Ακράγας.
ε'. Τυνδάριον. ια'. Καρίνη. ιβ'. Λεοντίνη. ιγ'. "Αλεσις. ιδ'. Γαῦδος νῆσος, ιε'. Μελίτη νῆσος ἡ λεγομένη
Μάλτα. ις'. Λίπαρις νῆσος. ιζ'. Βουρκάκος, ιη'. Δίδυ
μος.ιθ'. Οὐστένα, κ'. Ταίναρος, κα'. τὸ Βασιλούδη.
μς'. 11 Κατάνη ἐπισκοπὴ οὖσα Συρακούσης, τις
μηθεῖσα δὲ διὰ τὸν ἅγιον Λεόντα.
μζ'. Τὸ Ἀμμώριον τῆς Φρυγίας, ἔχουσα ἐπισκοπὰς η'.
μη'. Ἡ Κάμαχος τῆς ᾿Αρμενίας, ἔχουσα ἐπισκο
πάς η'.
μθ'. Τὸ Κοτυάϊον τῆς Φρυγίας, ἔχουσα ἐπισκο
· πάς ιγ'.
ν. '11 ἁγία Σεβερίνη τῆς Καλαβρίας, ἔχουσα ἐπι. Ο
σκοπάς ε'.
να΄. Ἡ Μιτυλήνη Λέσβου νήσου, ἔχουσα ἐπισκο
πὰς δ'.
νβ'. Αἱ νέαι Πέτραι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκο
πάς δ'.
υγ. Α' Θῆσαι τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσα ἐπισκο
πὰς γ'.
νδ'. Αἱ Σέρβας τῆς Θεσσαλίας, ἔχουσα ἐπισκο
πὰς νζ.
νε'. Η Αἰῶνος.
νς'. Τὰ Κέρκυρα.
39. Philippi Macedoniæ, habens episcopatus 7.
40. ladrianopolis Hemimonti, habens episcopatus 11.
41. Hierapolis Phrygia Capatianæ, habens episcopatus 9.
42. Rhodostclum, seu Distra Hamimonti, lubens
episcopatus 5.
43. Dyrrhachium, habens episcopatus 4.
44. Smyrna Asize, liabens episcopatus 5.
45. Syracus Sicilia habens episcopatus 21:
1. Catania, 2. Tauroming, 3. Messenæ, 4. Ceplialundii, 5. Thermorum, 6. Panormi, 7. Lilybai,
8. Trocalorum, 9. Acraganis, 10. Tyndarii, 11.
Carines, 12. Leontines, 13. Alese, 14. Gaudi Insula,
15. Melita Insula quæ dicitur Malta, 16. Liraris lusula, 17. Vulcani, 18. Diulimy, 19. Ustinæ, 20. Temari, 21. Basilundii.
46. Catania, quæ cum Syracusani esset episcopatas, propter sanctum Leonem in archiepiscopatus dignitatem provecta est.
47. Ammorium Phrygiæ, habens episcopatus 8.
48. Canuchus Armenie, habens episcopatus 8.
49. Colyaium Phrygiae, habens cpiscopatus 13.
50. Sancta Severina Calabriæ, babens episco•
patus 5.
51. Mitylene Lesby Insulæ, habens episcopatus 6.
52. Nova Petræ Græciæ, babens episcopatus 6.
53. Thebe Graecia, habens episcopatus 3.
54. Serræ Thessaliæ, habens episcopatus 57.
55. Louis.
56. Corcyra.
57. Mesembria.
58. Amastris Ponti.
59. Chona Phrygia.
νζ'. Η Μεσημβρία.
νη'. Η Αμάστρις Πόντου.
νθ'. Α' Χῶναι Φρυγίας.
ξ. "Η Πομπηϊούπολις.
60. Pompeiopolis.
ξα'. 'Η 'Αττάλεια ἀποσπασθεῖσα Συλαίου.
ξβ'. Η Παροναξία ἀποσπασθεῖσα Ρόδου.
ξγ'. Η Λακεδαιμονία ἀποσπασθεῖσα Πατρῶν τῆς
Πελοποννήσου.
ξδ'. Τὰ Μάδυτα ἀποσπασθεῖσα Ηρακλείας.
ξε'. Η "Αβυδος ἀποσπασθεῖσα Κιζύκου.
Καὶ αἱ ἀρχιεπισκοπαὶ αἱ ὑποκείμεναι τῷ θρόνῳ
Κωνσταντινουπόλεως, καὶ μηδενὶ μητροπολίτῃ ὑποκείμεναι μήτε ἔχουσαι ὑφ' ἑαυτὰς ἐπισκοπάς, αἱ πα
σαι τὸν ἀριθμὸν εἰσὶν αὐταί· α'. ἡ Βιζύη. β'. ἡ Λεον
τόπολις. γ'. τὸ Πάρειον. δ'. ἡ Προκόνησος. ε'. ἡ Κίος.
ς'. Ασπρος. ζ'. ἡ Κύψελα. η'. ἡ Ψίκη. θ'. Νεάπο
λις. ι. ἡ Σέλγη. ια'. ή Χερσών. ιβ'. ἡ Μέσην. ιγ'.
ἡ Γαρέλα, ιδ'. ἡ Βρύσις, ιε'. ἡ Δέρκους. ις'. ἡ Καρα
61. Atalia a Syleo avulsa.
62. Paronaxia a Rhodo avulsa.
65. Lacedemonia a Patris Peloponensi avulsa.
64. Madlyta ab Heraclea avulsa.
65. Abydus a Cyzico avulsa.
Archiepiscopatus item qui throno Constantinopolitano subjacent, nulli tamen Metropolitanorum
obnoxii, neque sub se habentes episcopatus, omnes
sunt: 1. Bizyra, 2. Leontopolis, 3. Parium, 4. Proconesus, 5. Cius, 6. Aspros, 7. Cypsela, 8. Psice,
9. Neapolis, 10. Seign, 11. Cherso, 12. Mesen,
13. Garela, 14. Brysis, 15. Dercus, 16. Carabzya,
17. Lemnus, 18. Leucas, 10. Misthia, 20. Peda-
col. 1111–1112page 23 of 44
PG 132:111121. 92. 25. & Εύη. ις'. ή Λήμνος. ιη'. Λευκάς. ιθ'. ἡ Μίσθεια, κ'. ἡ Πιδαχθέη. κα'. ἡ Πέρμη. κβ'. ἡ Βόσπορος. κγ'. ἡ Κοτραδία. κδ'. αἱ Κέρδαι. κε'. Η Κάρπαθος. κς'. ἡ Κοτρώ. κα'. τὸ Ῥύξεον. κη'. ἡ Γοτθία. κθ'. ἡ Σουγδία. λ'. αἱ Φούλλοι. λα'. ἡ Αίγινα. λβ'. τὰ Φάρ σαλα. λγ'. ἡ ᾿Αγχίαλος. λδ. τοῦ Ἡρακλίου. Αὗται πᾶσαι αἱ πόλει καὶ ἐπαρχίας του θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Περὶ δὲ τῶν ὑποθέσεων τῶν Δυτικῶν μερῶν, ήγουν τῆς Ῥώμης, τῆς Λογγιβαρδίας, καὶ τῆς Σι κελίας, ἰδοὺ τολμηρός ὁ δοῦλός σου ἀναφέρω. Οτι κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας, οἱ ἐξ Εῴας ἐξελθόντες ἐπεχείρησαν, διὰ τὸ μὴ πρὸς τούτους ἀσχολεῖσθαι τὴν τότε βασιλέα; τότε καὶ ὁ Δεσιδέριος επανέστη καὶ ἐγένετο ῥῆς τῆς Λομπαρδίας, κράσ τήσας δὲ καὶ τῆς Λογγιβαρδίας τὰ γύροθεν τῆς Ρώ μης κάστρα καὶ καστέλλια πάντα καθεῖλεν. Ἔκτοτε δὲ καὶ κατὰ τῆς Ῥώμης ἐπεχείρησεν ὁ γοῦν τότε ὢν Πάπας μὴ δυνάμενος ἄρτι ποιῆσαι, ἀπέστειλεν εἰς τὸν ῥῆγα Φραγγίας τὸν Πιπίνον διὰ τὸ μὴ σχεῖν τὴν ἀπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Ρωμαίων βοήθειαν· καὶ ὑπεσχέθη αὐτῷ ὡς εἰ γὰρ τῆς αὐτοῦ ἐπετύχη βοηθείας, ἵνα δώσῃ αὐτῷ στέμμα ἐν τῇ Ῥώμη. Κινήσας εν ὁ Πιπίνος μετὰ καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ Καρούλου, τὰ ὄρη τῶν ᾿Αλπεων διεπέρασε. Προνοίᾳ δὲ Θεοῦ, διά γων ὁ Δεσιδέριος ἐν τῇ Λογγιβαρδίᾳ, ἀπὸ μόνης δ τῆς τοῦ Πιπίνου φήμης κατελύθη, καὶ χωρὶς πολέ μου φεύγων, εἰς τὸ κάστρον τὸ Κρέμματα εἰσῆλθε. Καὶ ἐπίσω αὐτοῦ ὁ Πιπῖνος παρακαθίσας αὐτὸν μετὰ καὶ τοῦ φουσάτου αὐτοῦ, κατέσχεν αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπ' αὐτὸν, καὶ εὐθὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸν πάπαν τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Κάρουλον, ὡς ἂν προσδοποιήση καὶ οἰκονομήσῃ τὸ στεφθῆναι τὴν αὐτοῦ πατέρα ἐν τῇ Ῥώμῃ. Καὶ τὸν μὲν Κάρουλον ἐντίμως ὁ πά πας καὶ οἱ Ρωμαῖοι ὑπεδέξαντο, ἐλθόντος δὲ τοῦ Πιπίνου πρὸς τὴν Ῥώμην, καὶ ἔχοντος ἐλπίδα του στεφθῆναι, οὐκ ἐπετράπη τοῦτο γενέσθαι παρὰ τοῦ πάπα καὶ τῶν Ῥωμαίων, εἰπόντων αὐτῶν αὐτῷ, πτοεῖσθαι τούτους μήπως ἰσχύσας ὁ βασιλεὺς 'Ρω μαίων, κατ' αὐτῶν ἐπιχειρήσῃ. Διὰ τοῦτο γοῦν ἐτί μησαν αὐτὸν τὸ τότε Πατρίκιον, ἐντίμως ἐν τῇ Ρώμῃ ὑποδεξάμενοι, ἐκείνοι ὁμόσαντος εἶναι ἐκεῖνον τὴν τῆς Ἐκκλησία; ἐκδίκησιν. Υποστρέψαντος δὲ αὐτοῦ ἐν τῇ Φραγγίᾳ καὶ τοῦ πάπα τελευτήσαντος ἕτερος πάπας γέγονε Λέων ὀνομαζόμενος, καὶ μετὰ παρέλευσιν καιροῦ τινος ἐπαναστάντες οἱ Ρωμαῖοι κατὰ τοῦ τοιούτου πάπα, τοσοῦτον αὐτὸν ἠτίμασαν, ὥστε καὶ ῥινότμητον ἔθεντο. Καὶ ἐξελθὼν οὗτος ὁ πάπας μετὰ τῶν καρδιναλίων αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς Φραγγίαν πρὸς τὸν Κάρουλον, ὡς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ τοῦ Πιπίνου τελευτήσαντος. Καὶ εὐθὺς παρεκίνησε τοῦτον, καὶ ἦλθε κατὰ τῶν Ῥωμαίων. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν Ῥώμην κατέσχε τους πρωταιτίους, καὶ των φλώσας αὐτοὺς ἐξορίστους πεποίηκε, καὶ μετὰ τὴ απαρτίσαι τὰς δουλείας αὐτοῦ πάσας μετὰ τοῦ Καρούλου, εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὡς Εἴπερ θέλῃς στο φθῆναι παρ' ἐμοῦ, ὅμοσαι καὶ συμφώνησαν, μὴ ἔχειν ἐπ' ἀδείας εἰς τὴν Ῥώμην κατά ταύτης Ερα
NILI DOXOPATRII
chthoe, 21. Perme, 92. Bosphorus, 25. Cetradia, & Εύη. ις'. ή Λήμνος. ιη'. Λευκάς. ιθ'. ἡ Μίσθεια,
24. Codre, 25. Carplates, 26. Cotro, 27. Rhizam,
28. Gotthia, 29. Sygdia, 30 Phylli, 31. Ægina,
32. Pharsala, 33. Anchialus, 34. Heraclei. Ilæ
omnes civitates et provinciæ throno Constantinopolitano annumerantur.
De bypothesibus vero et suppositionibus partium
seu regionum Occidentalium, verbi gratia Roma,
Longobardise, et Sicilia, ego apud te disseram, ea
qua par est libertate, et quæ decet tui observantissimum cultorem. Cum nimirum quidam ex Oriente
populi limites suos egrederentur, et imperium Romahum invaderent, quia imperator qui tunc rerum j
potiebatur non poterat illis multum negotii facessere, tunc exortus est Desiderius et factus est rex
Lombardiæ et expugnatis omnibus castris et castellis quæ erant circa Romam, illa eruit et funditus evertit. Postea vero Romam ipsam aggressus
est, quam sub jugum mittere tentavit. Cum autem
qui tunc sedem pontificalem occupabat papa non
esset par tanto molimini, nec illi vires sufficientes
suppeterent, legatos ad Pipinum Franciæ regem
misit, eo quod nulla spes afulgeret opem, et copias
auxiliares ab imperatore Romanorum accipiendi.
Ea vero promissione Pipinum obstrinxit, quod si
ab illo subsidium posset obtinere, illico diadema
et Coronam Romæ illi esset concessurus. Nulla
mora Pipinus cum Carolo alio castra movet, et
brevi Alpium juga superavit. Providentia vero
divina factum est ut Pipinus in Longobardia tunc
degens nulla habita pugna, solaque Pipini fama
perterritus fuga sibi consuleret, et in arcem Cremonæ reciperet. Insecutus vero Pipinus, illum et
castrum obsidione cinxit, quo expugnato, illum et
subditos captivos habuit. Statim vero misit Carolum
filium suum ad papam tanquam prodromum et
præcursorem, qui omnia Romæ pararet et disponeret ad solemnia suæ coronationis. Carolum autem
pontifex et Romani maxima cum honoris significatione acceperunt; cum vero Pipinus ipse Romam
Landem pervenisset, eaque spe se jactaret, quod
corona esset decorandus, hoc non potuit obtinere,
regerentibus ipsi papa et Romanis, se vehementer
vereri ne Romanorum imperator fugatis hostibus
victor illos adoriretur et contra illos arma moveret; quapropter tunc temporis, patricii dignitate
illum tantum ornare voluerunt; postquam illum
honorifice excepissent, rexque juramento se obstrinxisset se Ecclesie futurum tutorem et vindisem. Illo autem domitionem parante, et in Franciam reverso, moritur pontifex Romanus, quo e
vivis sublato alius locum occupavit cui Leoni nomen.
erat. Post aliquod temporis intervallum, contra istum
papam insurrexerunt tantoque dedecore et contumeliis illum sunt prosecuti ut et illum naribus
truncarent. Roma ergo egressus sum suis cardinali
κ'. ἡ Πιδαχθέη. κα'. ἡ Πέρμη. κβ'. ἡ Βόσπορος. κγ'.
ἡ Κοτραδία. κδ'. αἱ Κέρδαι. κε'. Η Κάρπαθος. κς'.
ἡ Κοτρώ. κα'. τὸ Ῥύξεον. κη'. ἡ Γοτθία. κθ'. ἡ
Σουγδία. λ'. αἱ Φούλλοι. λα'. ἡ Αίγινα. λβ'. τὰ Φάρ
σαλα. λγ'. ἡ ᾿Αγχίαλος. λδ. τοῦ Ἡρακλίου. Αὗται
πᾶσαι αἱ πόλει καὶ ἐπαρχίας του θρόνου Κωνσταν
τινουπόλεως.
Περὶ δὲ τῶν ὑποθέσεων τῶν Δυτικῶν μερῶν,
ήγουν τῆς Ῥώμης, τῆς Λογγιβαρδίας, καὶ τῆς Σι
κελίας, ἰδοὺ τολμηρός ὁ δοῦλός σου ἀναφέρω. Οτι
κατὰ τῆς τῶν Ῥωμαίων βασιλείας, οἱ ἐξ Εῴας
ἐξελθόντες ἐπεχείρησαν, διὰ τὸ μὴ πρὸς τούτους
ἀσχολεῖσθαι τὴν τότε βασιλέα; τότε καὶ ὁ Δεσιδέριος
επανέστη καὶ ἐγένετο ῥῆς τῆς Λομπαρδίας, κράσ
τήσας δὲ καὶ τῆς Λογγιβαρδίας τὰ γύροθεν τῆς Ρώμης κάστρα καὶ καστέλλια πάντα καθεῖλεν. Ἔκτοτε
δὲ καὶ κατὰ τῆς Ῥώμης ἐπεχείρησεν ὁ γοῦν τότε ὢν
Πάπας μὴ δυνάμενος ἄρτι ποιῆσαι, ἀπέστειλεν εἰς
τὸν ῥῆγα Φραγγίας τὸν Πιπίνον διὰ τὸ μὴ σχεῖν τὴν
ἀπὸ τοῦ βασιλέως τῶν Ρωμαίων βοήθειαν· καὶ
ὑπεσχέθη αὐτῷ ὡς εἰ γὰρ τῆς αὐτοῦ ἐπετύχη βοηθείας,
ἵνα δώσῃ αὐτῷ στέμμα ἐν τῇ Ῥώμη. Κινήσας εν
ὁ Πιπίνος μετὰ καὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ Καρούλου, τὰ
ὄρη τῶν ᾿Αλπεων διεπέρασε. Προνοίᾳ δὲ Θεοῦ, διά
γων ὁ Δεσιδέριος ἐν τῇ Λογγιβαρδίᾳ, ἀπὸ μόνης
δ
τῆς τοῦ Πιπίνου φήμης κατελύθη, καὶ χωρὶς πολέ
μου φεύγων, εἰς τὸ κάστρον τὸ Κρέμματα εἰσῆλθε.
Καὶ ἐπίσω αὐτοῦ ὁ Πιπῖνος παρακαθίσας αὐτὸν
μετὰ καὶ τοῦ φουσάτου αὐτοῦ, κατέσχεν αὐτὸν καὶ
τοὺς ὑπ' αὐτὸν, καὶ εὐθὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸν πάπαν
τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Κάρουλον, ὡς ἂν προσδοποιήση
καὶ οἰκονομήσῃ τὸ στεφθῆναι τὴν αὐτοῦ πατέρα
ἐν τῇ Ῥώμῃ. Καὶ τὸν μὲν Κάρουλον ἐντίμως ὁ πά
πας καὶ οἱ Ρωμαῖοι ὑπεδέξαντο, ἐλθόντος δὲ τοῦ
Πιπίνου πρὸς τὴν Ῥώμην, καὶ ἔχοντος ἐλπίδα του
στεφθῆναι, οὐκ ἐπετράπη τοῦτο γενέσθαι παρὰ τοῦ
πάπα καὶ τῶν Ῥωμαίων, εἰπόντων αὐτῶν αὐτῷ,
πτοεῖσθαι τούτους μήπως ἰσχύσας ὁ βασιλεὺς 'Ρωμαίων, κατ' αὐτῶν ἐπιχειρήσῃ. Διὰ τοῦτο γοῦν ἐτίμησαν αὐτὸν τὸ τότε Πατρίκιον, ἐντίμως ἐν τῇ
Ρώμῃ ὑποδεξάμενοι, ἐκείνοι ὁμόσαντος εἶναι ἐκεῖνον
τὴν τῆς Ἐκκλησία; ἐκδίκησιν. Υποστρέψαντος δὲ
αὐτοῦ ἐν τῇ Φραγγίᾳ καὶ τοῦ πάπα τελευτήσαντος
ἕτερος πάπας γέγονε Λέων ὀνομαζόμενος, καὶ μετὰ
παρέλευσιν καιροῦ τινος ἐπαναστάντες οἱ Ρωμαῖοι
κατὰ τοῦ τοιούτου πάπα, τοσοῦτον αὐτὸν ἠτίμασαν,
ὥστε καὶ ῥινότμητον ἔθεντο. Καὶ ἐξελθὼν οὗτος ὁ
πάπας μετὰ τῶν καρδιναλίων αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς
Φραγγίαν πρὸς τὸν Κάρουλον, ὡς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ
τοῦ Πιπίνου τελευτήσαντος. Καὶ εὐθὺς παρεκίνησε
τοῦτον, καὶ ἦλθε κατὰ τῶν Ῥωμαίων. Εἰσελθὼν δὲ
εἰς τὴν Ῥώμην κατέσχε τους πρωταιτίους, καὶ των
φλώσας αὐτοὺς ἐξορίστους πεποίηκε, καὶ μετὰ τὴ
απαρτίσαι τὰς δουλείας αὐτοῦ πάσας μετὰ τοῦ
Καρούλου, εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὡς Εἴπερ θέλῃς στο
φθῆναι παρ' ἐμοῦ, ὅμοσαι καὶ συμφώνησαν, μὴ
ἔχειν ἐπ' ἀδείας εἰς τὴν Ῥώμην κατά ταύτης Ερα
col. 1113–1114page 24 of 44
PG 132:1113χεσθαι, ἢ καὶ κατὰ τὰ μέρη αὐτῆς, εἰ μή πω παρ' ἐμοῦ, ἡ τῶν διαδόχων μου προσκληθῇς ἢ σὺ ἢ οἱ μετὰ σὲ, καὶ ἡνίκα σε προσκαλεσώμεθα πρὸς ἐκδί κησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἔχειν επάναγκες τοῦτο ποιεῖν. Επεὶ δὲ ἡ χώρα αὐτή ἐστι δικαία τοῦ τῶν Ῥωμαίων βασιλέως, γενέσθωσαν μέσον ἡμῶν συμφωνίαι, ἵνα σὺ μὲν ἔχῃς τὴν Λομπαρδίαν καὶ τὰς πλησίον αὐτῆς χώρας, ἐγὼ δὲ ἵνα έχω Τοσκάναν, καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώ μης μέχρι τῆς Λογγιβαρδίας, καὶ τῆς Σικελίας, καὶ διεκδικῇς ταύτας, ἐάν τις κατ' αὐτῶν ἐπιχειρῇ, καὶ ἵνα φυλάττηται τὰ δίκαια, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ρώτ μης. Καὶ μετὰ τὸ στεφθῆναι σε παρ' ἐμοῦ ἐπαίρῃς με ἀπὸ τοῦ ῥεγίνου τοῦ ἵππου μου, καὶ διασώζῃς με μέχρι καὶ τοῦ παλατίου μου, καὶ ἔχῃς ἐμὲ καὶ τοὺς διαδόχους μου, κυρίου; Πάπας, καὶ ἀπονέμης αὐτοῖς τὴν προσήκουσαν τιμήν, καὶ οὕτως αὐτὸς μετὰ τὸ στέψαι σὲ ὀνομάζω βασιλέα. Τούτων οὖν πάντων συμφωνηθέντων μέσον αὐτῶν διὰ γραφῶν ἀμοιβαίων, καὶ δι᾿ ὅρκου τοῦ Καρούλου βεβαιωθέν των, ἐκράτησε καὶ κρατεῖ μέχρι καὶ τοῦ παρόντος ἡ τοιαύτη συνήθεια. Μαρτίου κγ' ἐτελειῶθεν κατὰ τὸ αχια τοῦ Σω τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔτος, ἐν Ἰωανίνοις χειρὶ Χριστοδούλου υἱοῦ Δημητρίου Μεχελιού.
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
χεσθαι, ἢ καὶ κατὰ τὰ μέρη αὐτῆς, εἰ μή πω παρ' bus in Franciam perrexit, ad Carolum qui locum
ἐμοῦ, ἡ τῶν διαδόχων μου προσκληθῇς ἢ σὺ ἢ οἱ occupabat patris qui fato functus erat. Statim vero
μετὰ σὲ, καὶ ἡνίκα σε προσκαλεσώμεθα πρὸς ἐκδί- illum flexit, et contra Romanos expeditionem moκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἔχειν επάναγκες τοῦτο ποιεῖν. vit. Et Romam ingressus primos seditionis auctores
Επεὶ δὲ ἡ χώρα αὐτή ἐστι δικαία τοῦ τῶν Ῥωμαίων corripuit, oculisque orbatos in exsilium deportanβασιλέως, γενέσθωσαν μέσον ἡμῶν συμφωνίαι, ἵνα dos curavit. Et postquam cum Carolo omnes sulag
σὺ μὲν ἔχῃς τὴν Λομπαρδίαν καὶ τὰς πλησίον αὐτῆς injurias reparasset, et vindicasset servosque omnes
χώρας, ἐγὼ δὲ ἵνα έχω Τοσκάναν, καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώ restituisset, his verbis Carolum adortus est: Si
μης μέχρι τῆς Λογγιβαρδίας, καὶ τῆς Σικελίας, καὶ vis a me coronari, juramento hoc foedus inter nos
διεκδικῇς ταύτας, ἐάν τις κατ' αὐτῶν ἐπιχειρῇ, καὶ confirmes, te nimirum eo inverecundiæ et impuἵνα φυλάττηται τὰ δίκαια, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ρώτ dentiæ nunquam deventurum, ut contra Romam ilμης. Καὶ μετὰ τὸ στεφθῆναι σε παρ' ἐμοῦ ἐπαίρῃς liusque vicina loca hostis accedas, sed tantum cum
με ἀπὸ τοῦ ῥεγίνου τοῦ ἵππου μου, καὶ διασώζῃς
a me successoribusque meis tu tuique posteri eo
με μέχρι καὶ τοῦ παλατίου μου, καὶ ἔχῃς ἐμὲ καὶ
fuerint invitati et cum te vocabimus, ad Ecclesiam
τοὺς διαδόχους μου, κυρίου; Πάπας, καὶ ἀπονέμης
vindicandam te tanquam ad negotium prorsus
αὐτοῖς τὴν προσήκουσαν τιμήν, καὶ οὕτως αὐτὸς
necessarium celeriter advolaturum. Et quandoqulμετὰ τὸ στέψαι σὲ ὀνομάζω βασιλέα. Τούτων οὖν dem tota regio est juris imperatoris Romani, hoc
πάντων συμφωνηθέντων μέσον αὐτῶν διὰ γραφῶν inter nos incatur pactum, te occupaturum Longobarἀμοιβαίων, καὶ δι᾿ ὅρκου τοῦ Καρούλου βεβαιωθέν- diam et regiones illi adjacentes, ne vero possesτων, ἐκράτησε καὶ κρατεῖ μέχρι καὶ τοῦ παρόντος surum Toscaniam, et Regiones a Roma Longobarἡ τοιαύτη συνήθεια.
diam et Siciliam usque circumfusas; et te illas
vindicaturum si aliquis illas invadere moliatur, ut jura libertasque Romana sarta et tecta conserventur. Postquam vero coronalus a me fueris, reges me freno et habenis equi mei, salvumque me
et incolumem ad palatium usque meum reduces. Me autem et successores meos, ut dominos papas
habebis, et illis honorem, congruentemque observantiam tribues; ego vero postquam a me ſueris coronatus, imperatoris nomen et titulum tibi tribuam. Quibus omnibus inter illos concessis, et chartis
instrumentisqne scriptis respectivis munitis, juramentoque Caroli firmatis et roboratis, consuetudo
ista obtinuit et obtinet ad præsens usque tempus. ›
Μαρτίου κγ' ἐτελειῶθεν κατὰ τὸ αχια τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔτος, ἐν Ἰωανίνοις
χειρὶ Χριστοδούλου υἱοῦ Δημητρίου Μεχελιού.
Explicit hoc opus, 23 Mart. aun. 1611 Salvatoris
mostri Jesu Christi, in Joanninis manu Christuduli
filii Demetrii Michaelii.
col. 1115–1116page 25 of 44
PG 132:111515,: Τὰ ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ παρόντος κανόνος γεγραμμένα παρ' ἡμῶν ἀρκέσουσι τῷ βουλομένῳ εἰς τὸ μὴ προσέχειν τοῖς παρὰ τοῦ πατριάρχου ἐκείνου Αντιοχείας κυροῦ Ἰωάννου γραφεῖσι, χάριν τοῦ μὴ δίδοσθαι προσώποις μοναστήρια, καὶ ὀνομάζουσι τὸ ἔργον τοῦτο ἀσέ Γειαν. Πάντως γὰρ κατακρατήσει τούτων, ὁ παρὰ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου οἰκουμενικοῦ κυροῦ Σεργίου γεγονώς τόμος, ἑρμηνεύων πῶς ὀφείλουσι νοεῖσθαι τὰ τῶν κανόνων μετὰ συνοδικῆς συμπράξεως τὰ ἐν τῇ παρούσῃ ἑρμηνεια γραφέντα, χρησιμώτατα ὄντα χάριν τῶν κατὰ δωρεάν καὶ κέρδος διδομένων μοναστηρίων παρὰ τῶν ἀρχιερέων. Καὶ μὴ προσχῇ; τοῖς ἐν τῷ α' κεφ. τοῦ ια'. τίτλο γραφεῖσι παρὰ τοῦ ἐκθεμένου τὸ Νομοκάνονον. "Οτι ἡ α' διάταξις του β' τίτλου τῶν Νεαρών, ἥτις ἐστὶ κεφ. ι τῆς ἐς Ἰουστινιανείου Νεαρᾶς, οὐκ ἐτέθη εἰς τὰ Βασιλικά, καὶ διὰ τοῦτο Τέλος τῆς βίβλου τοῦ μακαριωτάτου πατριάρχου Αντιοχείας κυρίου Ιωάννου, τοῦ ἐν Τοῦ ἁγιωτάτου καὶ μακαριωτάτου πατριάρχου δωρεᾶς χαρίζεσθαι τὰ ἀνδρῷά τε καὶ γυναικεῖα μοναστήρια ἄρχουσι, καὶ λαϊκοῖς, καὶ λοιποῖ:.
ANNO DOMINI MCXLIII
JOANNES ANTIOCHENUS
NOTITIA
(Joan. Bapt. Cotelerius in Monumentis Ecclesiæ Græcæ, I, 159).
Se vixisse sub medium sæculi duodecimi satis indicat Joannes noster, cum ait ab hæresi leonomachica ad ætatem suam emuxisse aunos quadringentos (a). Unde Theodorus Balsamon labente eo
sæculo mentionem illius facit, huneque tractatum improbat, attendens ad jus novum temporis sui. Accipe
verba illius, ad can. 15, vi Synodi: Τὰ ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ παρόντος κανόνος γεγραμμένα παρ' ἡμῶν
ἀρκέσουσι τῷ βουλομένῳ εἰς τὸ μὴ προσέχειν τοῖς παρὰ τοῦ πατριάρχου ἐκείνου Αντιοχείας κυροῦ
Ἰωάννου γραφεῖσι, χάριν τοῦ μὴ δίδοσθαι προσώποις μοναστήρια, καὶ ὀνομάζουσι τὸ ἔργον τοῦτο ἀσέ
Γειαν. Πάντως γὰρ κατακρατήσει τούτων, ὁ παρὰ τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου οἰκουμενικοῦ κυροῦ Σεργίου
γεγονώς τόμος, ἑρμηνεύων πῶς ὀφείλουσι νοεῖσθαι τὰ τῶν κανόνων μετὰ συνοδικῆς συμπράξεως· Quæ a
nobis scripta sunt in præsentis canonis expositione, sufficient ei qui voluerit, ut non assentiatur iis quæ ab
illo patriarcha Antiochiæ domino Joanne scripta sunt, ut non dentur monasteria personis, ubi et hoc opus
impietas nominatur. His enim omnino prævalebit qui a sanctissimo patriarcha universali domino Sergio
factus est tomus, qui interpretatur cum synodali consensu quo modo debeant canonum decreta intelligi.
Quibuɛcum jungenda quæ habet Matthæus Blastares Elemento E, cap. 22, necnon ista notatio ad Balsa -
monem, respiciens Nomocanonem Photii, quam profert vir doctissimus Guillelmus Beveregins: Eŋpelwsai
τὰ ἐν τῇ παρούσῃ ἑρμηνεια γραφέντα, χρησιμώτατα ὄντα χάριν τῶν κατὰ δωρεάν καὶ κέρδος
διδομένων μοναστηρίων παρὰ τῶν ἀρχιερέων. Καὶ μὴ προσχῇ; τοῖς ἐν τῷ α' κεφ. τοῦ ια'. τίτλο
γραφεῖσι παρὰ τοῦ ἐκθεμένου τὸ Νομοκάνονον. "Οτι ἡ α' διάταξις του β' τίτλου τῶν Νεαρών,
ἥτις ἐστὶ κεφ. ι τῆς ἐς Ἰουστινιανείου Νεαρᾶς, οὐκ ἐτέθη εἰς τὰ Βασιλικά, καὶ διὰ τοῦτο
oůx évɛpyɛi. Nota quæ in hac Interpretatione scripta sunt, maxime nimirum utilia, monasteriorum causa
quæ a Pontificibus dantur in munus et lucrum. Nec attenderis iis quæ capite 1, tituli x1, exarata sunt ab
eo qui Nomocanonum exposuit. Quia` prima Constitutio secundi Novellarum tituli, quæ est caput x Justinianeæ Novellæ v11, non fuit posita in Basilicis; ac eaprop'er vim non habet. Itaque, ut ad Joannem patriarcham Antiochenum revertar, paulo junior esse videtur Joanne alio, qui in fine undecimi sæculi floruit,
memoraturque a Guillelmo Tyrio, lib. vi, cap. 23. Alberto Aquensi, lib. v, cap. 1; et Orderico Vitali,
lib. x. Nostri vero Eclogas asceticas continet codex Cæsareus theologicus 241, apud Lambecium, subnotalum babens: Τέλος τῆς βίβλου τοῦ μακαριωτάτου πατριάρχου Αντιοχείας κυρίου Ιωάννου, τοῦ ἐν
quo
(a) Contradicit Cas. Oudinus (De script. eccles.,
11, 842) et Joannem ad annum 1090 revocat. Ejus
verba hic adducimus, lectori judicinm committentes: Joannes patriarcha Antiochenus, natione Syrus,
patria Damascenus,unde Joannes Damascenus Junior
dictus, ob patriam, circa annum 1090 teste Lambecio floruit. Falsum autem esse videtur, quod scribit
Joannes Baptista Cotelerius in notis ad tomum 1.
Veterum monumentorum Ecclesiæ Græcæ, indicare
Joannem nostrum, se sub medium sæculi duodecimi
vixisse, cum ait ab hæresi Iconomachica ad ætatem
suam annos quadringentos effluxisse: hoc enim intelligi commode potest, ab initio sæculi octavi,
illa hæresis orta est, nempe ante annum 713 usque
ad finem sæculi undecini quo Joannes iste patriarcha Antiochenus sub Alexio Comneno imperatore
vixit, qui ab anno 1081 ad 1118 clavum imperii
tenuit: unde recta ac plana quadringentorum annorum, de quibus loquitur dictus Joannes, ad sua
usque tempora supputatio: ab anno nimirum 700
ad annum 1100 vel circiter. Ætas vera Joannis
patriarchæ Antiocheni fuit anno 1099, sub Urbani Il
pontificatu Romano, eo tempore quo a Godefrido
luce Bulloniensi, Occidentalium crucesignatorum
ope Hierosolyma Saracenis occupantibus crepta fmit
per deditionem. Id quoque magis patet ex Oratione
hujus Joannis Antiocheni in donationes monasteriorum laicis facias, quam Græce et Latine protulit
t. Veterum Monumentorum Ecclesiæ Græcæ idem
Cotelerius, ex mss. duobus Regiæ Galliarum bibliothecæ codicibus Græcis 277 et 2616. Inscribitar,
Τοῦ ἁγιωτάτου καὶ μακαριωτάτου πατριάρχου
coelas xupou Iwavyou, etc..... Pul & tô dià
δωρεᾶς χαρίζεσθαι τὰ ἀνδρῷά τε καὶ γυναικεῖα
μοναστήρια ἄρχουσι, καὶ λαϊκοῖς, καὶ λοιποῖ:. Sanclissimi et beatissimi patriarchæ Antiocheni domini
Joannis, etc………... Largiendi, inquam, per donum,
virorum mulierumque monasteria, proceribus, laicis
et cæteris. Constal autem, ut supra diximus in
Joanne Scylitze seu Curopalate, hoc factum esse sub
initium imperii Alexii Commeni, qui cum omnia
fisco imperiali virorum ac mulierum monasteria
addixisset, illa in gratiam procerum et laicorum
quorum interventu tyrannidem occupaverat, conferebat. Joannes ergo hic, qui adversus corruptionem
hanc scribit, florebat sub Alexio Comneno circa annun 1090, non autem anno 1450, sicut erronee
scribunt loco citato in notis Joannes Cotelerius,
atque post ipsum Guillelmus Cavus qui nihil excussit, sæculo duodecimo Historie scriptorum ecclesiasticorum ad annum 1150, pag. 672.
col. 1117–1118page 26 of 44
PG 132:1117τῇ Ὀξείᾳ. Τοῦ ἁγιωτάτου καὶ μακαριωτάτου πατριάρχου Αντιοχείας κυροῦ Ἰωάννου, τοῦ ἐν τῇ Οξεία νήσῳ ἀσκήσαντος, λόγος, περὶ τοῦ ὅτι οἱ τὰ μοναστήρια διὰ δωρεῶν λαμβάνοντες, εἴτε ἀρχιερατικῶν εἴτε βασιλικῶν, καὶ ἐκ τῶν μου ναστηρίων κέρδη ἔχοντες, ἀσεβοῦσιν. 'Ο δὲ λόγος ἐν προοιμίοις περὶ τῆς μοναχικῆς που λιτείας διαλαμβάνει· ὅλος ἐν κεφαλαίοις δεν καοκτώ συμπληρούμενος. Ητοι λόγος δια λαμβάνων τὰ περὶ τῆς νῦν ἐνδυναστευούσης τῇ ἡμῶν Χριστιανῶν πολιτεία, δοκούσης δὲ μὴ εἶναι ἀσεβείας· φημὶ δὴ τὸ διὰ δωρεᾶς χαρίζεσθαι τὰ ἀνδρῷά τε καὶ γυναικεῖα μοναστή για ἄρχουσι καὶ λαϊκοῖς καὶ λοιποῖς. α'. 'Ο Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, κλί νας οὐρανοὺς καὶ καταβὰς ἐπὶ σωτηρίᾳ τῶν ἀνθρώπων, σαρκωθείς τε ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἀειπαρθένου καὶ ἀληθῶς Θεοτόκου, καὶ σωμα τικῶς ἡμῖν κατὰ τὴν προφητείαν συναναστραφείς, λόγῳ τε καὶ ἔργῳ τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας καθυποδείξας ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦ τιμίου αὐτοῦ σταυροῦ καὶ τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου καταργήσας τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον, καὶ τῇ δυνάμει τῆς τριημέρου αὐτοῦ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν, τῶν ᾅδου δεσμῶν ἐλευθερώσας τὸ γένος ἡμῶν, πρὸς τοὺς οὐρανούς τε οὓς οὐκ ἔλιπεν ἐπανέρχεσθαι μέλο λων, ἔφη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλο:ς· Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ οὐκ ἔστη μέχρι τούτου, ἀλλ' ἐπήγαγε· διδάσκοντες αυ τοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, δει κνύς, ὅτι οὐ μόνον διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, ἡ εἰς αὐτὸν πίστις βεβαιοῦται. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, φησὶν, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ πι, χχνί, Εν τῇ Οξείᾳ νήσῳ. 12: Μιχαὴλ τοῦ κατὰ τὴν νῆσον, ἦν Ὀξεῖαν ἐκ τῆς θέσεως καλοῦσιν, ἦρχε φροντιστηρίου. καθηγουμένου τῆς ἐν τῇ Οξεία νήσῳ σεβασμίας μονῆς. Ητοι.
τῇ Ὀξείᾳ. Atque ad eumdem, nisi fallor, pertinent que ms. Caesareo, 157, dieuntur Excerpta Joummis
Antiocheni contra Latinos; necnon verba Joannis Antiocheni episcopi ad Theodorum episcopum Ephesinum, de baptismo et communione infantium, quæ adducit Leo Allatius, De ætate et interstitiis, in Collatione
ordinum etiam apud Græcos servandis, p. 215.
ORATIO
DE DISCIPLINA MONASTICA ET DE MONASTERIIS LAICIS NON TRADENDIS.
mini Joannis qui in Oxia insu'a monachus fuit,
oratio, quod qui monasteria per dona sive pon:ificum sive imperatorum accipiunt, ac e monasteriis lucra capiunt, impie agant. Oratio autem in
priori parte de monastica disciplina agit, totaque
capitibus decem et octo concluditur. Sive oratio,
qua disceptatur de ea quæ nunc in Christiana nostra
republica viget, nec pulatur esse impietas: largiendi, inquam, per donum, virorum mulierumque
monasteria, proceribus et laicis, celerisque.
Τοῦ ἁγιωτάτου καὶ μακαριωτάτου πατριάρχου Sanctissimi et beatissimi patriarcha Antiochiæ doΑντιοχείας κυροῦ Ἰωάννου, τοῦ ἐν τῇ Οξεία
νήσῳ ἀσκήσαντος, λόγος, περὶ τοῦ ὅτι οἱ
τὰ μοναστήρια διὰ δωρεῶν λαμβάνοντες, εἴτε
ἀρχιερατικῶν εἴτε βασιλικῶν, καὶ ἐκ τῶν μου
ναστηρίων κέρδη ἔχοντες, ἀσεβοῦσιν. 'Ο δὲ
λόγος ἐν προοιμίοις περὶ τῆς μοναχικῆς που
λιτείας διαλαμβάνει· ὅλος ἐν κεφαλαίοις δεν
καοκτώ συμπληρούμενος. Ητοι λόγος διαλαμβάνων τὰ περὶ τῆς νῦν ἐνδυναστευούσης
τῇ ἡμῶν Χριστιανῶν πολιτεία, δοκούσης δὲ
μὴ εἶναι ἀσεβείας· φημὶ δὴ τὸ διὰ δωρεᾶς χαρίζεσθαι τὰ ἀνδρῷά τε καὶ γυναικεῖα μοναστή
για ἄρχουσι καὶ λαϊκοῖς καὶ λοιποῖς.
α'. 'Ο Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, κλί
νας οὐρανοὺς καὶ καταβὰς ἐπὶ σωτηρίᾳ τῶν ἀνθρώ
πων, σαρκωθείς τε ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας
τῆς ἀειπαρθένου καὶ ἀληθῶς Θεοτόκου, καὶ σωματικῶς ἡμῖν κατὰ τὴν προφητείαν συναναστραφείς,
λόγῳ τε καὶ ἔργῳ τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας καθυπο
δείξας ἡμῖν, καὶ διὰ τοῦ τιμίου αὐτοῦ σταυροῦ καὶ
τοῦ ζωοποιοῦ θανάτου καταργήσας τὸν τὸ κράτος
ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον, καὶ τῇ
δυνάμει τῆς τριημέρου αὐτοῦ ἀναστάσεως ἐκ νεκρῶν,
τῶν ᾅδου δεσμῶν ἐλευθερώσας τὸ γένος ἡμῶν, πρὸς
τοὺς οὐρανούς τε οὓς οὐκ ἔλιπεν ἐπανέρχεσθαι μέλο
λων, ἔφη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστό
λο:ς· Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη,
βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς,
καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ οὐκ
ἔστη μέχρι τούτου, ἀλλ' ἐπήγαγε· διδάσκοντες αυ- c
τοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, δεικνύς, ὅτι οὐ μόνον διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀλλὰ
καὶ διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, ἡ εἰς αὐτὸν πίστις
βεβαιοῦται. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, φησὶν, ἐκήρυ
ξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ
* Baruch. πι, 38. • Malth, χχνί, 19, 20.
1. Dominus Deusque noster Jesus Christus, qui se
de cœlis demisit, descenditque ob hominum salu,
ten; qui incarnatus est ex Spiritu sancto et Maria
semper Virgine, vere Deipara, atque corporaliter
nobiscum, juxta prophetiam, couversatus est '; quique verbo et opere viam salutis nobis demonstravit,
ac per venerandam crucem suam et vivificam
mortem abolevit eum qui mortis imperium tenebat, hoc est diabolum, necnon virtute suæ a more
tais resurrectionis tertia die factæ, liberavit genus
nostrum a vinculis inferni; cum ad coelos, quos
tamen non reliquerat, reversurus esset, dixit sanctis suis discipulis et apostolis: Euntes, docete
omnes gentes, baptizantes eos in nomine Patris, et
Filii, et Spiritus sancti'; nec iu eo dicto stetit;
sed subjunxit: Docentes eos servare omnia quæcunque mandavi vobis: ostendens, non solumn per sacrum baptisma, sed etiam per mandatorum observationem, fidem in ipsum confirmari. Illi autem
profecti, inquit evangelista, prædicaverunt ubique,
Domino cooperante, et sermonem confirmante sequentibus signis. Postquam igitur omnipotenti ejus
Marc. xvi, 20.
Coteleris notæ.
Joan. Bapt.
Εν τῇ Οξείᾳ νήσῳ. Oxea seu Orix, et Mo
nasterii in ea insula siti ntentionem saepe habent
auctores Historia Byzantinæ. Meminit et Novella
Manuelis Comneni apud Balsamonem interpretatione
canonis 12 synodi vit: Μιχαὴλ τοῦ κατὰ τὴν νῆσον,
ἦν Ὀξεῖαν ἐκ τῆς θέσεως καλοῦσιν, ἦρχε φρον
τιστηρίου. Ciumanus, lib. 1. cap. 2: Et in cudire 283 bibliotheca Vindobonensis, exstant due
Epistole Gregorii καθηγουμένου τῆς ἐν τῇ Οξεία
νήσῳ σεβασμίας μονῆς. Vide Gyllium, lib. m, de
Bosporo Thracio, cap. 12.
Ητοι. Conjunctionem posui, ut haberes duos
codicum duorum titulos.
col. 1119–1120page 27 of 44
PG 132:1119τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Τῷ παντοδυνάμῳ τοίνυν αὐτοῦ νεύματι, τοῦ θείου κηρύγματος τὴν τοῦ κόσμου γύρον διαλα σύντος, καὶ πάντων τῶν ἐθνῶν τῇ ἀτελευτήτῳ αὐτοῦ βασιλείᾳ ὑποταγέντων, οὐκ ἔμελλε ταῦτα πράως οἷ σειν ὁ φθόνος, ἤτοι ὁ τοῦ φθόνου πατὴρ, ὁ ἀρχέκακος δράκων· ἀλλ' ὁρῶν τὸν ἄνθρωπον, δν δι' ἀπάτης τοῦ παραδείσου ἐξέωσεν, εἰς οὐρανὸν ἀνερχόμενον, πάντα λίθον ἐκίνησε, τὸ τοῦ λόγου, τὴν ἐξαφθείσαν πίστιν κατασβέσαι φιλονεικῶν· πρῶτα μὲν διὰ τῶν ἀκαθάρτων αὐτοῦ ὀργάνων, βασιλέων φημὶ καὶ ἀρ χόντων, τῶν ἔτι τῇ πλάνῃ αὐτῷ δεδουλωμένων, τους ἀπανταχοῦ πιστούς διώκων, καὶ παντοιοτρόπως και ταφονεύων· ἔπειτα τοῦ θείου κηρύγματος ύπερ ισχύσαντος, τῇ ἀμάχῳ δηλαδὴ τοῦ διωκομένου δυνά μει, καὶ αὐτῶν τῶν τῆς γῆς βασιλέων ἐπιλαβομένου, οὐδ' οὕτως ἀπέγνω ὁ πονηρὸς δαίμων ἐκεῖνος· ἀλλὰ καὶ αὖθις διὰ τοῦ κατὰ καιροὺς ὑπ' αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ βεβήλων σκευῶν ἀναφυομένων αἱρέσεων, ἐπει ρᾶτο τὴν ἁγίαν ἀνατρέψαι πίστιν. Ὡς δὲ καὶ οὕτως ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν τῶν εἰς τοῦτο κατά καιρούς συντρεχόντων, ἀπεκρούσθη, ὥσπερ τι με χάνημα τείχους ὀχυρωτάτου· καὶ αἱ κατὰ τῆς πίστεως ἐξέλιπον αὐτοῦ ῥομφαίαι εἰς τέλος· ἑτέραν ἦλθεν ὁδόν· λέγω δή, τὴν τοῦ παναγίου βαπτίσματος ὑπέρ θεσιν· τοὺς πιστοὺς ἀναπείθων, περὶ τὰ ἔσχατά που τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τῷ θείῳ τελειοῦσθαι βαπτίσματα. Ως δὲ ἑώρων οἱ τρισόλβιοι Πατέρες ἡμῶν καὶ τῶν ἀποστόλων διάδοχοι τὴν ἐκ τούτου τῇ ἁγίᾳ καθολική καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ γινομένην βλάβην, ζημιουμένην αὐτὴν δηλονότι τὰ ἴδια τέκνα, διά τε αἰφνιδίων θανάτων, διά τε πολέμων, ναυαγίων σε καὶ λοιπῶν συμπτωμάτων· ἔνστασιν ἰσχυρὰν ἐνεδείξαντο, καὶ κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ ἐχθροῦ μηχανουργίας, καὶ διὰ τῶν θεοπνεύστων αὐτῶν διδασκαλιών καὶ συγγραμμάτων· ἐξ ὧν εἰσι (2*), τό, Ομὲν στ φὸς Σολομῶν, καὶ τὸ, Χθές τῇ λαμπρᾷ τῶν τώ των ἡμέρᾳ, καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα· πάντας ἀν έπεισαν νηπίους βαπτίζεσθαι, καὶ διὰ τῶν γονέων αὐτῶν, καὶ τῶν ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναδόχων, Χριστιανικῶς ἀνατρέφεσθαι. Ως δὲ καὶ τοῦ τοιούτου σκοποῦ ἀπέτυχεν ὁ μιαρός δαίμων ἐκεῖνος, τὴν τῶν Χριστιανῶν πολιτείαν διαφθεῖραι ἐσπούδασεν. Εγί νωσκε γὰρ ὁ δόλιος ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά έστιν. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἡ τῶν τοῦ ᾅδου πυλῶν κατισχύουσα Ἐκκλησία ἁγία υπερίσχυσε τῶν αὐτοῦ σοφισμάτων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ἐνεργουμένων καὶ τὴν μετάνοιαν ἀπαγορευόντων. Οἱ γὰρ ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν μετανοίας τρόπους ἐκθέμενοι, καὶ ἐπιτιμίων ἰδέας ἀναλόγους τοῖς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτήμασιν, ἔσπευδον δι' αὐτῶν ἀνακαθαίρειν τὸ σῶμα τῆς Ἐκ κλησίας, καὶ τὴν ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν συγχωσθεῖσαν χάριν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τοῖς πιστοῖς ἀνακαλεῖσθαι πάλιν. "Οθεν καὶ τῶν μετανοούντων οἱ δῆμοι ταῖς ἐκκλησίαις προσφεύγοντες, καὶ τὰς ἐπιτιθεμέν
voluntate, divina prædicatio orbem terrarum occu· τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων
σημείων. Τῷ παντοδυνάμῳ τοίνυν αὐτοῦ νεύματι,
τοῦ θείου κηρύγματος τὴν τοῦ κόσμου γύρον διαλα
σύντος, καὶ πάντων τῶν ἐθνῶν τῇ ἀτελευτήτῳ αὐτοῦ
βασιλείᾳ ὑποταγέντων, οὐκ ἔμελλε ταῦτα πράως οἷσειν ὁ φθόνος, ἤτοι ὁ τοῦ φθόνου πατὴρ, ὁ ἀρχέκακος δράκων· ἀλλ' ὁρῶν τὸν ἄνθρωπον, δν δι' ἀπάτης
τοῦ παραδείσου ἐξέωσεν, εἰς οὐρανὸν ἀνερχόμενον,
πάντα λίθον ἐκίνησε, τὸ τοῦ λόγου, τὴν ἐξαφθείσαν
πίστιν κατασβέσαι φιλονεικῶν· πρῶτα μὲν διὰ τῶν
ἀκαθάρτων αὐτοῦ ὀργάνων, βασιλέων φημὶ καὶ ἀρ
χόντων, τῶν ἔτι τῇ πλάνῃ αὐτῷ δεδουλωμένων, τους
ἀπανταχοῦ πιστούς διώκων, καὶ παντοιοτρόπως και
ταφονεύων· ἔπειτα τοῦ θείου κηρύγματος ύπερ
ισχύσαντος, τῇ ἀμάχῳ δηλαδὴ τοῦ διωκομένου δυνά
μει,
καὶ αὐτῶν τῶν τῆς γῆς βασιλέων ἐπιλαβομένου,
οὐδ' οὕτως ἀπέγνω ὁ πονηρὸς δαίμων ἐκεῖνος· ἀλλὰ
καὶ αὖθις διὰ τοῦ κατὰ καιροὺς ὑπ' αὐτοῦ καὶ τῶν
αὐτοῦ βεβήλων σκευῶν ἀναφυομένων αἱρέσεων, ἐπει
ρᾶτο τὴν ἁγίαν ἀνατρέψαι πίστιν. Ὡς δὲ καὶ οὕτως
ὑπὸ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν τῶν εἰς τοῦτο κατά
καιρούς συντρεχόντων, ἀπεκρούσθη, ὥσπερ τι με
χάνημα τείχους ὀχυρωτάτου· καὶ αἱ κατὰ τῆς πίστεως
ἐξέλιπον αὐτοῦ ῥομφαίαι εἰς τέλος· ἑτέραν ἦλθεν
ὁδόν· λέγω δή, τὴν τοῦ παναγίου βαπτίσματος ὑπέρ
θεσιν· τοὺς πιστοὺς ἀναπείθων, περὶ τὰ ἔσχατά που
τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τῷ θείῳ τελειοῦσθαι βαπτίσματα.
Ως δὲ ἑώρων οἱ τρισόλβιοι Πατέρες ἡμῶν καὶ τῶν
ἀποστόλων διάδοχοι τὴν ἐκ τούτου τῇ ἁγίᾳ καθολική
καὶ ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ γινομένην βλάβην, ζημιουμένην αὐτὴν δηλονότι τὰ ἴδια τέκνα, διά τε
αἰφνιδίων θανάτων, διά τε πολέμων, ναυαγίων σε
καὶ λοιπῶν συμπτωμάτων· ἔνστασιν ἰσχυρὰν ἐνεδεί
ξαντο, καὶ κατὰ τῆς τοιαύτης τοῦ ἐχθροῦ μηχανουρ
γίας, καὶ διὰ τῶν θεοπνεύστων αὐτῶν διδασκαλιών
καὶ συγγραμμάτων· ἐξ ὧν εἰσι (2*), τό, Ομὲν στ
φὸς Σολομῶν, καὶ τὸ, Χθές τῇ λαμπρᾷ τῶν τώ
των ἡμέρᾳ, καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα· πάντας ἀνέπεισαν νηπίους βαπτίζεσθαι, καὶ διὰ τῶν γονέων
αὐτῶν, καὶ τῶν ἐκ τοῦ θείου βαπτίσματος ἀναδόχων,
Χριστιανικῶς ἀνατρέφεσθαι. Ως δὲ καὶ τοῦ τοιούτου
σκοποῦ ἀπέτυχεν ὁ μιαρός δαίμων ἐκεῖνος, τὴν τῶν
Χριστιανῶν πολιτείαν διαφθεῖραι ἐσπούδασεν. Εγίνωσκε γὰρ ὁ δόλιος ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων
νεκρά έστιν. Ἀλλὰ καὶ οὕτως ἡ τῶν τοῦ ᾅδου πυλῶν
κατισχύουσα Ἐκκλησία ἁγία υπερίσχυσε τῶν αὐτοῦ
σοφισμάτων, καὶ τῶν ὑπ' αὐτοῦ ἐνεργουμένων καὶ
τὴν μετάνοιαν ἀπαγορευόντων. Οἱ γὰρ ἅγιοι Πατέρες
ἡμῶν μετανοίας τρόπους ἐκθέμενοι, καὶ ἐπιτιμίων
ἰδέας ἀναλόγους τοῖς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτήμασιν,
ἔσπευδον δι' αὐτῶν ἀνακαθαίρειν τὸ σῶμα τῆς Ἐκ
κλησίας, καὶ τὴν ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν συγχωσθεῖσαν
χάριν τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τοῖς πιστοῖς ἀνακαλεί
σθαι πάλιν. "Οθεν καὶ τῶν μετανοούντων οἱ δῆμοι
ταῖς ἐκκλησίαις προσφεύγοντες, καὶ τὰς ἐπιτιθεμέν
pavit, cunctæque gentes imperio ipsius finem nunquam habituro subjectæ sunt, hæc moderate tolerare non potuit invidia, seu invidiæ pater, auctor
malorum draco: sed cum cerneret hominem, quem
per fraudem e paradiso expulerat, in cœlum redire,
ominem, juxta proverbium, lapidem novit, contendens accensam fidem exstinguerė. Ac primo quidem, per impura instrumenta: sua imperatores
dico et præsides, qui adhuc præ errore servitute oppressi ab eo tenebantur: fideles ubique constitutos persecutus est, ac omni genere mortis confecit. Deinde cum divinum præconium prævaluisset, inexpugnabili nimirum ejus qui persecutionem patiebatur virtute, et ipsos quoque orbis reges
cepisset, neque sic spem abjecit malus ille dæmon;
verum rursus per hæreses, quæ ab ipso ipsiusque
profanis vasis per tempora exortæ sunt, conatus
est evertere sanctam fidem. Ut autem etiam hoc
modo a sanctis Patribus nostris, qui temporibus
suis ad hoc concurrerunt, repulsus est, tanquam
machina quædam a muro fortissimo, ipsiusque
adversus fidem frameæ defecerunt in finem*, alia
Incessit via. Loquor autem de sanctissimi baptismatis dilatione. Fidelibus persuasit, ut sub extrema vitæ suæ, divino perficerentur baptismate.
At beatissimi Patres nostri apostolorumque successores, intuiti damnum inde sanctæ catholicæ et apostolicæ Ecclesiæ proveniens, eam videlicet amittere
suos liberos, per mortes subitaneas, per bella,
naufragia, cæterosque casus; valido conatu obstiterunt huic inimici machinamento: ac per divinitus inspirata sua documenta et scripta, e quibus
sunt illud: Sapiens quidem Salomon; et hoc:
Heri splendido luminum die, et quæ iis consentanea, omnes eo adduxerunt, ut infantes baptizarentur, atque a parentibus suis, suisque e divino
baptismate susceptoribus, sicut Christianos decet,
educarentur. Ubi vero etiam hoc propositum non
successit impuro illi dæmoni, Christianorum vitam
moresque tentavit corrumpere. Sciebat enim fraudulentus, fidem sine operibus esse mortuam. Sed
ita quoque sancta Ecclesia, quæ adversus inferorum portas prævalet, ejus superavit argutias, eorumque qui ab illo instigantur, ac abjiciunt poni
tentiam. Siquidem sancti Patres nostri, expositis
pœnitentiæ modis, et pœnarum generibus ad hominum peccata respondentibus, properarunt per
hæc repurgare Ecclesiæ corpus et sacri baptismi
gratiam a delictis obrutam, iterum fidelibus restituere. Unde pœnitentium ingens multitudo ad
ecclesias confugiens, sibique impositas pœnas suscipiens, remissionis solutionem consequebatur.
Verumtamen diaboli immundorumque qui cum
ipso sunt, spirituum violenta improbitas, vitæ pela7. Jac. 11, 20, 26.
• Psal. IX,
Joan. Bapt. Coteleris note
Basilii homilia 15; Greg. Naz. or. 40.
col. 1121–1122page 28 of 44
PG 132:1121νας αὐτοῖς ἐπιτιμίας καταδεχόμενοι, τὰς ἀφεσίμους λύσεις ἐλάμβανον. 'Αλλ' ὅμως ἡ τοῦ διαβόλου και τῶν σὺν αὐτῷ ἀκαθάρτων πνευμάτων ἐπήρεια, τὴν τοῦ βίου θάλασσαν ἑκταράσσουσα, καὶ αὐτοὺς δή δὴ τοὺς μετανοοῦντας, πρὸ τοῦ διανῦσαι τὸν χρόνον των, ἑτέρων ἁμαρτιῶν κύμασι κατεβάπτιζεν. τῆς ἐπιτιμίας τῶν προγεγονότων αὐτοῖς ἁμαρτημάτ Ει β'. Επεὶ οὖν λίαν ἐργῶδες καὶ δυσκατόρθωτον, ἵνα μὴ λέγω ἀδύνατον, τοῖς πᾶσιν ἐφάνη, τὸ τῇ 02 λάσσῃ τοῦ βίου ἐμπλέοντας ἀβρόχους διατηρεῖσθαι ἤκουον δὲ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ἐν τοῖς ἁγίοις καὶ ἀχράντοις αὐτοῦ Εὐαγγελίοις λέγοντος Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν ἢ γὰρ τὰν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει· ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμμωνᾷ. Καὶ πά λιν· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Καὶ πάλιν· Εἴ τις ἔρχεται πρὸς μέ, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μη τέρα, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής. Καὶ αὖθις· 'Ο φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Καὶ ὁ ἀγαπῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος, Καὶ πρὸς τοὺς εἰπόντας αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφή καμεν πάντα, καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; φησίν, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσία ὅταν καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης ( αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ. Και πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν, ἢ πατέρα, ἢ μητέρα, ἢ ἀδελφοὺς, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ ἀγροὺς, ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἑκατονταπλασίονα λή ψεται, καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Ταῦτα τοίνυν καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα ἀκούοντες οἱ πιστοὶ καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἀνὰ τὰς ἐκκλησίας τῆς οἰκουμένης ἀναγινωσκόμεθα, ήρξαντο ἀναχωρεῖν· ὅσοι δηλαδὴ τῷ θείῳ φόβῳ γεγόνασι κάτοχοι, καὶ τὰ ὄρη καταλαμβάνειν, καὶ ἀσκητικῶς ἑαυτοὺς γυμνάζειν. Τῆς δὲ φήμης αὐτὸ φανεροποιούσης, ἐφοίτων πρὸς αὐτοὺς πολλοί· ἐξ ὧν τινες, τὸ ἀγαθὸν μιμούμενοι, είλοντο τούτοις συζῇν· καὶ λοιπὸν ἤρξαντο κατ' ολί γον πληθύνεσθαι, καὶ μοναστήρια ὀνομάζεσθαι· ἐκ τῆς Αἰγύπτου μάλιστα τοῦ ἀγαθοῦ τούτου ἀπαρξα μένου, καὶ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης διαδοθέντος καθώς φησιν ὁ μέγας ᾿Αθανάσιος, ἐν τοῖς προοιμίοις τοῦ βίου τοῦ [αι. ἁγίου καὶ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν] μεγάλου Αντωνίου, καὶ ὁ ὁσιομάρτυς Πατὴρ ἡμῶν Θεό δωρος ὁ Στουδίτης ἐν τῇ θείᾳ ὑμνολογίᾳ τῇ πρὸς πάντας τοὺς ἁγίους αὐτῷ μελισθείσῃ, καὶ πλεῖστοι Έτεροι. γ'. Αυξανομένου τοίνυν καὶ ἐπιδιδόντος ὁσημέραι τοῦ θείου τῶν μοναζόντων τάγματος [αι. συστήμα το;] ἀνὰ τὸν κόσμον ὅλον, ἔδοξε τῇ τῆς καθ' ἡμᾶς Ιεραρχίας θεσμοθεσία [αι. νομοθεσίᾳ ] μετὰ τὰς ἱε ράς εὐθὺς τελειώσεις τελεστικὴν καὶ αὐτοῖς δωρή
DE MONASTERIJS LAICIS NON TRADENDIS.
quam confecissent pœnarum ob priora peccata
injunctarum tempus, aliorum delictorum fluctibus
demergebat.
νας αὐτοῖς ἐπιτιμίας καταδεχόμενοι, τὰς ἀφεσίμους gum perturbans, ipsos quoque penitentes, anteλύσεις ἐλάμβανον. 'Αλλ' ὅμως ἡ τοῦ διαβόλου και
τῶν σὺν αὐτῷ ἀκαθάρτων πνευμάτων ἐπήρεια, τὴν
τοῦ βίου θάλασσαν ἑκταράσσουσα, καὶ αὐτοὺς δή
δὴ
τοὺς μετανοοῦντας, πρὸ τοῦ διανῦσαι τὸν χρόνον
των, ἑτέρων ἁμαρτιῶν κύμασι κατεβάπτιζεν.
τῆς ἐπιτιμίας τῶν προγεγονότων αὐτοῖς ἁμαρτημάτ
2. Quandoquidem igitur valde operosum factuque difficile, ne dicam impossibile visum est cunctis,
navigando per vitæ mare, servari a fluctibus illæsos; audiebant autem Deum ac Servatorem nostrum
in sanctis et incontaminatis Evangeliis suis dicentem: Nemo potest duobus dominis servire; aut enim
unum odio habebit, et alterum diliget: aut unum
sustinebit, et alterum contemnet. Non potestis Deo
servire et mammonæ. Et iterum: Si quis vult post
me venire, abnegel semetipsum, et tollat crucem
suam, el sequatur me'. Rursusque: Si quis venit ad
me, el non odit patrem suum el matrem, adhuc
autem et animam suam, non potest meus esse discipulus. Ει adhuc: Qui anal patrem aut matren
plusquam me, non est me dignus. Et qui diligit
filium aut filiam super me, non est me dignus. Et
qui non accipit crucem suam, et sequitur me, non
est me dignus. Atque ad eos qui dixerant ei: Ecce
nos reliquimus omnia, et secuti sumus te; quid ergo
erit nobis? ait: Amen dico vobis, quod vos qui secuti estis me, in regeneratione cum sederit Filius
hominis in sede majestatis suæ, sedebilis et vos
super sedes duodecim, judicantes duodecim tribus
Israel. Εt omnis qui reliquerit domum aut patrem,
aul matrem, aut fratres, aut uxorem, aut flius,
aut agros, propter me et propter Evangelium, centuplum accipiet, et vitam alernam possidebit 1.
Hæc igitur, bisque consentanea fideles audientes
singulis diebus per orbis ecclesius legi, secedere
cœperunt, quotquot nimirum tenebantur divino
timore, et ad montes proficisci, atque se exercere
in vita ascetica et monastica. Quod cum fama percrebuisset ad eos veniebant multi; quos inter
quidam bonum imitantes, cum illis vivere constituerunt; sicque deinceps paulatim coeperunt multiplicari, et vocari monasteria; cum id boni præcipue ab Ægypto originem duxisset, ac ubique
terrarum dimanasset: quemadmodum refert maguus Athanasius in Prooemiis Vilæ magni Autonii,
necnon sanctus martyr Pater noster Theodorus
Studita in divino hymno quem de omnibus sanctis
cecinit, aliique complures.
β'. Επεὶ οὖν λίαν ἐργῶδες καὶ δυσκατόρθωτον,
ἵνα μὴ λέγω ἀδύνατον, τοῖς πᾶσιν ἐφάνη, τὸ τῇ 02λάσσῃ τοῦ βίου ἐμπλέοντας ἀβρόχους διατηρεῖσθαι·
ἤκουον δὲ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ἐν τοῖς
ἁγίοις καὶ ἀχράντοις αὐτοῦ Εὐαγγελίοις λέγοντος
Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν ἢ γὰρ
τὰν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει· ἢ
ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει.
Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμμωνᾷ. Καὶ πά
λιν· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ
ἀκολουθείτω μοι. Καὶ πάλιν· Εἴ τις ἔρχεται πρὸς
μέ, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί
μου εἶναι μαθητής. Καὶ αὖθις· 'Ο φιλῶν πατέρα
ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Καὶ ὁ
ἀγαπῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ, οὐκ ἔστι μου
ἄξιος. Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ,
καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος,
Καὶ πρὸς τοὺς εἰπόντας αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα, καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα
ἔσται ἡμῖν; φησίν, Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ
ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσία ὅταν
καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης (
αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους,
κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ ᾿Ισραήλ. Και
πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν, ἢ πατέρα, ἢ μητέρα, ἢ
ἀδελφοὺς, ἢ γυναῖκα, ἢ τέκνα, ἢ ἀγροὺς, ἕνεκεν
ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται, καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. Ταῦτα
τοίνυν καὶ τὰ τούτων ἀκόλουθα ἀκούοντες οἱ πιστοὶ
καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἀνὰ τὰς ἐκκλησίας τῆς οἰκουμένης ἀναγινωσκόμεθα, ήρξαντο ἀναχωρεῖν· ὅσοι
δηλαδὴ τῷ θείῳ φόβῳ γεγόνασι κάτοχοι, καὶ τὰ ὄρη
καταλαμβάνειν, καὶ ἀσκητικῶς ἑαυτοὺς γυμνάζειν.
Τῆς δὲ φήμης αὐτὸ φανεροποιούσης, ἐφοίτων πρὸς
αὐτοὺς πολλοί· ἐξ ὧν τινες, τὸ ἀγαθὸν μιμούμενοι,
είλοντο τούτοις συζῇν· καὶ λοιπὸν ἤρξαντο κατ' ολί
γον πληθύνεσθαι, καὶ μοναστήρια ὀνομάζεσθαι· ἐκ
τῆς Αἰγύπτου μάλιστα τοῦ ἀγαθοῦ τούτου ἀπαρξα
μένου, καὶ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης διαδοθέντος·
καθώς φησιν ὁ μέγας ᾿Αθανάσιος, ἐν τοῖς προοιμίοις
τοῦ βίου τοῦ [αι. ἁγίου καὶ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν] μεγάλου Αντωνίου, καὶ ὁ ὁσιομάρτυς Πατὴρ ἡμῶν Θεό
δωρος ὁ Στουδίτης ἐν τῇ θείᾳ ὑμνολογίᾳ τῇ πρὸς πάντας τοὺς ἁγίους αὐτῷ μελισθείσῃ, καὶ πλεῖστοι
Έτεροι.
γ'. Αυξανομένου τοίνυν καὶ ἐπιδιδόντος ὁσημέραι
τοῦ θείου τῶν μοναζόντων τάγματος [αι. συστήμα
το;] ἀνὰ τὸν κόσμον ὅλον, ἔδοξε τῇ τῆς καθ' ἡμᾶς
Ιεραρχίας θεσμοθεσία [αι. νομοθεσίᾳ ] μετὰ τὰς ἱε
ράς εὐθὺς τελειώσεις τελεστικὴν καὶ αὐτοῖς δωρή-
* Matth. vi, 24. * Matthis avi, 24. * Luc. xvi, 26.
Marc. x, 29, 30.
3. Cum ergo in dies augeretur et progressum
faceret per totum mundum divinus monachorum
ordo, placuit hierarchis legislatoribus nostris,
statim post sanclas consecrationes, ipsis quoque perficientem dare gratiam, eosque invocatione
* Matth. x, 37, 38. Matth. xix, 27, 28, 29;
Oration II Against the ArmeniansOratio II Adversus Armenios
col. 1123–1124page 29 of 44
PG 132:1123Λ σασθαι χάριν, καὶ ἀφιερωτικῆς ἐπικλήσεως, καὶ ἱερουργικῆς αὐτοὺς ἀξιῶσαι τελετουργίας (αι. τελε σιουργίας] ὡς καὶ ὁ μέγας Διονύσιος τὸ τῆς μοναχικῆς τελειώσεως μυστήριον ἐκτιθέμενος, καὶ τὴν αὐ τοῦ θεωρίαν πλατύτερον ἐπεξηγούμενος, διασαφεῖ ἐν οἷς καὶ τὴν μετὰ τὰς ἱερατικὰς εὐθὺς τελειώσεις τάξιν τε καὶ στάσιν τούτοις ἀπονεμηθῆναι φησι, τὴν δὲ μετὰ ταύτην, τῷ πιστοτάτῳ λαῷ. δ'. Εστιν οὖν ἡ δηλωθεῖσα τῶν μοναχῶν ἱερὰ τε λετή, ὡς ἐν ὑπομνήσεως λόγῳ, κατὰ μίμησιν τοῦ θείου βαπτίσματος, ἐν ἀποταγαῖς καὶ συνταγαί, κατά πολὺ ἐργωδεστέραις καὶ φοβερωτέραις συγκειμένη ἥντινα δεύτερον βάπτισμα καὶ τοῦ πρώτου ἀνακαι νιστικών (2') οἱ θεῖοι Πατέρες ἡμῶν ἐπωνόμασαν. Ἐκεῖ μὲν γὰρ, Αποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ, φησί, καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ λατρεία αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ, καὶ πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν· καὶ τὰ ἑξῆς· ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοῖς εἰρημένοι;· Αποτάσσομαι γονεῦσιν, ἀδελφοῖς, συγγενείαις, φίλοις, συνήθεσι, κτήσεσιν, ὑπάρ ξεσι, τῇ κενῇ τε καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ τε καὶ δόξη καὶ ἀπαρνοῦμαι οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλ᾽ ἔτι καὶ τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν· κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου· καὶ ὑπομένω πᾶσαν θλίψιν τοῦ μονήρους βίου, καὶ φυλάττω ἐμαυτὸν ἐν ἁγνείᾳ καὶ παρ θενίᾳ καὶ ἀκτημοσύνῃ, διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ παραμένω τῷ μοναστηρίῳ καὶ τῇ ἀσκήσει, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτεθεισῶν δὲ ἐντολῶν τοῖς ἐν γάμῳ καὶ ἀγαμίᾳ ἔνεστι τοῦτο μαθεῖν ἀκρι δέστερον. Τοῖς μὲν γάρ φησὶν ὁ μακάριος Παύλο, ο Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ὑμῶν, ὥσπερ ὁ Χριστὸς ἡγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν. Αἱ γυναῖκες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία τῷ Κυρίῳ. Καὶ αὖθις· Οἱ πατέρες, ἀγαπᾶτε τὰ τέκνα τὰ τέκνα, ὑπακούετε τοῖς γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ, καὶ τὰ ἑξῆς. Τοῖς δὲ ἀγάμοις τὰ προειρημένα. Εἴ τις ἔρχεται πρός με, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής, καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ τὰ ἐκεῖ ἀναμάρτητα καὶ ἐν τάξει ἀρετῆς κείμενα ὧδε ἁμαρτίαι εἰσὶν· ἀσύγγνωστοι. Ἐκεῖ μὲν γὰρ Τίμιος ὁ γάμος ἐνταῦθα δὲ, ὁ γά μας ἀνατροπὴ τοῦ παντός. Οὐ γὰρ μόνον οὐκέτι ἔσται μοναχὸς ὁ γαμήσας, ἀλλὰ καὶ τοῖς τῶν ἀρνησ σαμένων τὴν πίστιν ἐπιτιμίοις ὑπεύθυνος. ε'. Βεβαιοῦσι τὸν λόγον αἱ παρὰ τῶν θεσπεσίων καὶ ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ᾿Αθανασίου, Βασιλείου, τοῦ Νύσσης, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς ἐκτεθεῖσαι ἀσχη τικαὶ καὶ θεόπνευστοι βίβλοι, ῥυθμίζουσαι τήν τε συνδιαγωγὴν καὶ τὴν συνδιαίτησιν, καὶ πᾶσαν ἁπλῶς τὴν τῶν μοναχῶν ζωήν τε καὶ πολιτείαν. ᾿Αλλὰ μὴν καὶ ἡ πρώτως ἐν Αἰγύπτῳ συντεθείσα μεγίστη βία Ολος τῶν ἁγίων γερόντων της Σκήτεως, Θηβαΐδος τε καὶ Λιβύης, τὰς ἱερὰς πολιτείας καὶ ἀποφθέγματα
consecrante, et sacros faciente initiatione donare; Λ σασθαι χάριν, καὶ ἀφιερωτικῆς ἐπικλήσεως, καὶ
quemadmodum magnus Dionysius (2°) monachalis
consecrationis mysterium tradens, illiusque contemplationen fusius explanats, declarat: quo in
Joco ordinem et statum mox a sacerdotalibus tribui
eis docet, sequentem vero fidelissimæ plebi.
4. Est igitur prædicta monachorum sacra initiatio, ut in memoriam revocem, ad exemplum divini
baptismi, in renuntiationibus et professionibus longe
difficilioribus magisque formidabilibus posita: quam
secundum baptisma, renovandi prioris vim habens,
divini Patres nostri nominaverunt. Ilic enim, qui
baptizatur, pronuntiat: Renuntio Satanæ, et omnibus operibus ejus, et omni cultui ejus, et omni
pompa ejus: et credo in unum Deum: qurque sequuntur: Mic
vero prater jam dicta; Renuntio
parentibus, fratribus, cognationibus, amicis, familiaribus, possessionibus, facultatibus, inanique el
vanæ cum voluptati tum gloriæ; el non solum hæs
abnego, sed et animam meam, juxta mandatum Domini et sustineo omnem austeritatem monasticæ
vita, ac me zervo in puritate, virginitate et inopia,
propter regnum cœlorum: perstoque in monasterio et
vila monachica, usque ad extremum halitum meum,
el sequentia. Porro ex mandatis quæ imposita
fuerunt matrimonio junctis et cœlitibus, licet hoc
discere accura'ius. Primis quippe ait beatus Paulus:
Viri, diligite uxores vestras, sicul Christus dilexit
Ecclesiam. Muliercs, propriis viris subita silis,
sicut Ecclesia Domino. Et rursus: Patres, dil gile
filios 15. Filii, obedite parentibus vestris in Domino 18,
et quæ deinceps. Cœlibibus vero dicta sunt quæ
supra posuimus: Si quis venit ad me, et non odit
patrem suum, et matrem, et uxorem, et filios, adhuc
autem et animam suam, non potest meus esse discipulus, cum iis quæ sequuntur. Et quæ illic
peccata non sunt, imo pro virtutibus habentur, hic
sunt delicta venia carentia. Illic enim: Honorabile
connubium 18; hic vero connubium, totius subversio
est. Năm non modo non amplius erit monachus, qui
uxorem duxerit, sed etiam pœnis eorum qui fidem
negaverunt erit obnoxius.
ἱερουργικῆς αὐτοὺς ἀξιῶσαι τελετουργίας (αι. τελε
σιουργίας] ὡς καὶ ὁ μέγας Διονύσιος τὸ τῆς μοναχι
κῆς τελειώσεως μυστήριον ἐκτιθέμενος, καὶ τὴν αὐ
τοῦ θεωρίαν πλατύτερον ἐπεξηγούμενος, διασαφεῖ·
ἐν οἷς καὶ τὴν μετὰ τὰς ἱερατικὰς εὐθὺς τελειώσεις
τάξιν τε καὶ στάσιν τούτοις ἀπονεμηθῆναι φησι,
τὴν δὲ μετὰ ταύτην, τῷ πιστοτάτῳ λαῷ.
δ'. Εστιν οὖν ἡ δηλωθεῖσα τῶν μοναχῶν ἱερὰ τελετή, ὡς ἐν ὑπομνήσεως λόγῳ, κατὰ μίμησιν τοῦ
θείου βαπτίσματος, ἐν ἀποταγαῖς καὶ συνταγαί, κατά
πολὺ ἐργωδεστέραις καὶ φοβερωτέραις συγκειμένη
ἥντινα δεύτερον βάπτισμα καὶ τοῦ πρώτου ἀνακαι
νιστικών (2') οἱ θεῖοι Πατέρες ἡμῶν ἐπωνόμασαν.
Ἐκεῖ μὲν γὰρ, Αποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ, φησί,
καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ λατρεία
αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ, καὶ πιστεύω
εἰς ἕνα Θεόν· καὶ τὰ ἑξῆς· ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοῖς
εἰρημένοι;· Αποτάσσομαι γονεῦσιν, ἀδελφοῖς,
συγγενείαις, φίλοις, συνήθεσι, κτήσεσιν, ὑπάρ
ξεσι, τῇ κενῇ τε καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ τε καὶ δόξη
καὶ ἀπαρνοῦμαι οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλ᾽ ἔτι καὶ
τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν· κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ
Κυρίου· καὶ ὑπομένω πᾶσαν θλίψιν τοῦ μονήρους
βίου, καὶ φυλάττω ἐμαυτὸν ἐν ἁγνείᾳ καὶ παρ
θενίᾳ καὶ ἀκτημοσύνῃ, διὰ τὴν βασιλείαν τῶν
οὐρανῶν, καὶ παραμένω τῷ μοναστηρίῳ καὶ τῇ
ἀσκήσει, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, καὶ τὰ
ἑξῆς. Καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτεθεισῶν δὲ ἐντολῶν
τοῖς ἐν γάμῳ καὶ ἀγαμίᾳ ἔνεστι τοῦτο μαθεῖν ἀκρι
δέστερον. Τοῖς μὲν γάρ φησὶν ὁ μακάριος Παύλο, ο
Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ὑμῶν, ὥσπερ
ὁ Χριστὸς ἡγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν. Αἱ γυναῖ
κες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὥσπερ
ἡ Ἐκκλησία τῷ Κυρίῳ. Καὶ αὖθις· Οἱ πατέρες,
ἀγαπᾶτε τὰ τέκνα τὰ τέκνα, ὑπακούετε τοῖς
γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ, καὶ τὰ ἑξῆς. Τοῖς δὲ
ἀγάμοις τὰ προειρημένα. Εἴ τις ἔρχεται πρός με,
καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα
καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, ἔτι δὲ καὶ τὴν
ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής,
καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ τὰ ἐκεῖ ἀναμάρτητα καὶ ἐν τάξει
ἀρετῆς κείμενα ὧδε ἁμαρτίαι εἰσὶν· ἀσύγγνωστοι.
Ἐκεῖ μὲν γὰρ Τίμιος ὁ γάμος ἐνταῦθα δὲ, ὁ γά
⋅
μας ἀνατροπὴ τοῦ παντός. Οὐ γὰρ μόνον οὐκέτι ἔσται μοναχὸς ὁ γαμήσας, ἀλλὰ καὶ τοῖς τῶν ἀρνησ
σαμένων τὴν πίστιν ἐπιτιμίοις ὑπεύθυνος.
5. Orationem confirmant qui a divinis sanctisque ε'. Βεβαιοῦσι τὸν λόγον αἱ παρὰ τῶν θεσπεσίων
Patribus nostris, Athanasio Basilio, Nysseno, aliis- καὶ ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ᾿Αθανασίου, Βασιλείου,
que eorum temporum, editi sunt ascetici atque a τοῦ Νύσσης, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς ἐκτεθεῖσαι ἀσχηDeo inspirati libri, qui communiter degendi et vi- τικαὶ καὶ θεόπνευστοι βίβλοι, ῥυθμίζουσαι τήν τε
vendi rationem, omnemque absolute monachorum συνδιαγωγὴν καὶ τὴν συνδιαίτησιν, καὶ πᾶσαν ἁπλῶς
vitam et institutionem præstituunt. Sed et qui τὴν τῶν μοναχῶν ζωήν τε καὶ πολιτείαν. ᾿Αλλὰ μὴν
primum in Ægypto compositus fuit maximus liber καὶ ἡ πρώτως ἐν Αἰγύπτῳ συντεθείσα μεγίστη βία
sanctorum Senum Scetis, Thebaidis et Libya, com- Ολος τῶν ἁγίων γερόντων της Σκήτεως, Θηβαΐδος
plectens ordine alphabetico sacra eorum gesta et τε καὶ Λιβύης, τὰς ἱερὰς πολιτείας καὶ ἀποφθέγματα
1. Coloss. 11, 20. 13
› Ephes. v, 24, 25.
Ephes, vi, 1. 4. "Luc. xiv, 26. 18Hebr. xn, 4.
Joon. Bapt. Coteleris nota.
Eccl. Hier. cap. 6.
(2") L. Alletins, De consens. tui, 19.
col. 1125–1126page 30 of 44
PG 132:1125τούτων κατὰ στοιχεῖον ἐμπεριέχουσα. Ἐπεὶ δὲ χά ριτι Χριστοῦ, καὶ τῶν μαθηματικῶν καὶ φιλοσόφων τοῦ κόσμου πολλοί, τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ἑλόμενοι, μοναχοὶ καὶ ἅγιοι γεγόνασι· συγγράψαντες [αι. συνεγράψαντο] καὶ οὗτοι βίβλους θεοπνεύστους οὐκ ὀλίγας· α? καὶ εἰσὶν οὕτως· ἡ τοῦ ὁσίου Παλα λαδίου πρὸς Λαῦτον· ἡ τοῦ ὁσίου Ιωάννου πρὸς τὴν μαθητὴν Σωφρόνιον ήτοι Ο νέος παράδεισος ἡ τοῦ ὁσίου Καλλίστου ἡ τοῦ ὁσίου Δωροθέου, ἡ τοῦ ὁσίου Μακαρίου, ἡ τοῦ ὁσίου Κασιανοῦ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἡσαΐου, αἱ τοῦ Ἐφραὶμ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς κλίμακος, ἡ τοῦ ὁσίου Μάρκου, ἡ τοῦ ὁσίου Διαδόχου, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καρπαθίου, ἡ τοῦ ὁσίου Θαλασσίου, ἡ τοῦ ὁσίου Νείλου, ἡ τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἡ τοῦ ὁσίου ᾿Αντιόχου, ήτοι ὁ Πανδέκτης, καὶ αἱ βίβλοι τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. ς'. Ὑπὸ τῶν εἰρημένων τοίνυν εὐαγγελικῶν καὶ ἀποστολικῶν καὶ πατρικῶν συγγραμμάτων καὶ δια ταγμάτων πᾶσα ἡ οἰκουμένη αναζωπυρηθεῖσα καὶ ὁμοφρονήσατα, ἐν τῇ ἀποταγῇ καὶ ἀποφυγῇ τοῦ κόσ σμου καὶ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῇ ἀσκητικῇ ήτοι μοναχική διαγωγῇ καὶ πολιτεία, τὸ τέλος [αι. τέλειον] τῆς σωτηρία; ὡρίσατο. Οὐ γὰρ ἡ καθ' ἡμᾶς ἁγία Εκκλησία μόνη τοῦτο πέπραχεν· ἀλλὰ πολὺ πρότερον ἡ τῆς Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, ὡς ἤδη εἴρηται, ἡ τῆς Παλαιστίνης, ἡ τῆς Συρίας, ἡ τῆς Περσίδος, ἡ τοῦ ᾿Αλανῶν [αι. Ἀλβανῶν] καὶ Ἰβήρων ἡ καθ' 'Η τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πρὸς τὸν μαθητὴν συντεθείσῃ παρ' αὐτῶν πνευματικώς τε καὶ θεο Σωφρόνιον. λειμών λειμωνά ριον, εἰ νέος παράδεισος νέον παραδείσιον, 'Η τοῦ ὁσίου Καλλίστου. Τῶν ἐν μονοτρόποις ἐλαχίστων Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων μέσο δος, καὶ κανὼν ἀκριβὴς, καὶ παρὰ τῶν ἁγίων ἔχων τὰς μαρτυρίας, περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσύχως βιῶναι καὶ μοναστικῶς, περί τε ἀγωγῆς καὶ πολιτείας καὶ διαίτης αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ ὅσων ἡλίκων ἀγαθῶν πρόξενος ἡ ἡσυχία καθίσταται τοῖς λόγῳ μετιοῦσιν αὐτήν. Διακέκριται δὲ ἡ παρούσα τοῦ λόγου πραγματεία ἐν κεφαλαίοις ρ'. Ἐδεὶ μὲν ἡμᾶς κατὰ τοὺς θείους φάναι χρησμούς ψευδιδάκτους τυγχάνοντας. Εξαι μέτως δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ταύταις περί αὐτῆς συνεγράψαντο, πνεύματι ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐκ Θεοῦ, οι θεηγόροι καὶ θεοφόροι καὶ Χριστοφόροι καὶ ἔνθεοι ὄντες ἀληθῶς, ὅ τε ἐν ἁγίοις πατὴρἡμῶν Κάλλιστος, ὁ τῆς βασιλευούσης γεγονώς νέας Ῥώμης ἐκ Θεοῦ πατριάρχης, καὶ ὁ σύμπνους αὐτῷ καὶ συνασκητὴς ὅσιος Ἰγνατίος, καὶ βίβλῳ οἰκείᾳ φρόνως καὶ λίαν υψηλῶς ἐφιλοσόφησαν ἐν ρ' κεφαλαίοις, τῷ ἐντελεῖ ἀριθμῷ τελείαν τὴν περὶ ταύτης γνῶσιν ἐκθέμενοι Αλανῶν καὶ 'Ιβήρων. Ιβηρες δὲ καὶ ᾿Αβασγοὶ καὶ ᾿Αλανοὶ, ἐν γέν νος. νῶν, Αλανίᾳ καὶ ᾿Αλβανίᾳ. Μαξιμιανὸς ὁ Ερκούλιος Γαλλίας καὶ Βρεττανίας, Κωνστάντιος δὲ ᾿Αλανίας καὶ ᾿Αφρικής ἐκράτησαν· Βι
τούτων κατὰ στοιχεῖον ἐμπεριέχουσα. Ἐπεὶ δὲ χά- dicta. Quia vero per gratiam Christi etiam multi
ριτι Χριστοῦ, καὶ τῶν μαθηματικῶν καὶ φιλοσόφων
τοῦ κόσμου πολλοί, τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην
ἑλόμενοι, μοναχοὶ καὶ ἅγιοι γεγόνασι· συγγράψαντες
[αι. συνεγράψαντο] καὶ οὗτοι βίβλους θεοπνεύστους
οὐκ ὀλίγας· α? καὶ εἰσὶν οὕτως· ἡ τοῦ ὁσίου Παλα
λαδίου πρὸς Λαῦτον· ἡ τοῦ ὁσίου Ιωάννου πρὸς
τὴν μαθητὴν Σωφρόνιον ήτοι Ο νέος παράδεισος·
ἡ τοῦ ὁσίου Καλλίστου ἡ τοῦ ὁσίου Δωροθέου,
ἡ τοῦ ὁσίου Μακαρίου, ἡ τοῦ ὁσίου Κασιανοῦ, ἡ
τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἡσαΐου, αἱ τοῦ
Ἐφραὶμ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς κλίμακος, ἡ τοῦ
ὁσίου Μάρκου, ἡ τοῦ ὁσίου Διαδόχου, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου
τοῦ Καρπαθίου, ἡ τοῦ ὁσίου Θαλασσίου, ἡ τοῦ ὁσίου
Νείλου, ἡ τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἡ τοῦ ὁσίου ᾿Αντιόχου,
ήτοι ὁ Πανδέκτης, καὶ αἱ βίβλοι τοῦ ἁγίου ὁσιομάρ -
τυρος Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
ς'. Ὑπὸ τῶν εἰρημένων τοίνυν εὐαγγελικῶν καὶ
ἀποστολικῶν καὶ πατρικῶν συγγραμμάτων καὶ δια
ταγμάτων πᾶσα ἡ οἰκουμένη αναζωπυρηθεῖσα καὶ
ὁμοφρονήσατα, ἐν τῇ ἀποταγῇ καὶ ἀποφυγῇ τοῦ κόσ
σμου καὶ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῇ ἀσκητικῇ ήτοι
μοναχική διαγωγῇ καὶ πολιτεία, τὸ τέλος [αι. τέλειον]
τῆς σωτηρία; ὡρίσατο. Οὐ γὰρ ἡ καθ' ἡμᾶς ἁγία
Εκκλησία μόνη τοῦτο πέπραχεν· ἀλλὰ πολὺ πρότερον ἡ τῆς Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, ὡς ἤδη εἴρηται, ἡ
τῆς Παλαιστίνης, ἡ τῆς Συρίας, ἡ τῆς Περσίδος, ἡ
τοῦ ᾿Αλανῶν [αι. Ἀλβανῶν] καὶ Ἰβήρων ἡ καθ'
* Matth. vi, 14.
in disciplinis exercitati ac philosophi sæculi, angustam et arctam viam sectati 18, monachi sanctique
evaserunt; conscripserunt illi quoque non paucos
libros divinitus inspiratos, qui sic inscribuntur:
Liber sancti Palladii ad Lausum; liber sancti Joannis ad Sophronium discipulum, sive Novus Paradisus; Liber beati Callisti, item sancti Dorothei,
sancti Macarii, sancti Cassiani, sancti Isaaci, sancti Isaiæ, libri sancti Ephræm, liber sancti Joannis
Climaci, necnon sancti Maroi, sancti Diadochi,
sancti Joannis Carpathii, sancti Thalassi, sancti
Nili, sancti Maximi, et volumen beati Antiochi,
seu Pandectes; denique opera beati sanctique mnartyris Theodori Studilæ.
6. Itaque jam dictis evangelicis, apostolicis, et
Patrum libris constitutionibusque universus orbis
excitatus, uno consensu, in renuntiatione et fuga
sæculi rerumque mundanarum, et in ascetica seu
monastica institutione ac vita perfectam salutem
definivit. Non enim sola ætatis nostræ Ecclesia
hoc egit: sed multo antea Ægypti et Libyæ Ecclesiae, prout superius memoratum est; necnon
Ecclesiæ Palæstinæ, Syriæ, Persidis, Alanorum et
Iberorum; nostræ orientales ac occidentales regiones, omnesque nationes quæ sub Romanorum
Joan. Bapl. Coteleris nota.
'Η τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πρὸς τὸν μαθητὴν συντεθείσῃ παρ' αὐτῶν πνευματικώς τε καὶ θεο
Σωφρόνιον. Joannis Moschi λειμών seu λειμωνά
ριον, εἰ νέος παράδεισος sive νέον παραδείσιον, de
quo Photius Bibliotheca cod. 198, 199. Vide quæ
dicuntur in Vitis Patrum Ros weydi.
'Η τοῦ ὁσίου Καλλίστου. Debet iste Callistus
a Joanne Antiocheno sæculo duodecimo citatus,
alius esse a Callisto patriarcha, sive priino sive secundo, qui CP. sedem tenuerunt, primus post medium
sæculi decimi quarti, secundus initio decimi qainti,
qaorum postremo tribuit Leo Allatius, opus asceticum inscriptum quidem: Τῶν ἐν μονοτρόποις ἐλαχί
στων Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων μέσοδος, καὶ κανὼν ἀκριβὴς, καὶ παρὰ τῶν ἁγίων ἔχων τὰς
μαρτυρίας, περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσύχως βιῶναι καὶ
μοναστικῶς, περί τε ἀγωγῆς καὶ πολιτείας καὶ διαίτης
αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ ὅσων ἡλίκων ἀγαθῶν πρόξενος
ἡ ἡσυχία καθίσταται τοῖς λόγῳ μετιοῦσιν αὐτήν.
Διακέκριται δὲ ἡ παρούσα τοῦ λόγου πραγματεία
ἐν κεφαλαίοις ρ'. Minimorum inter monachos Callisti
el Ignatii Xanthopulorum methodus, et regula exquisita, Patrumque testimoniis comprobata, de iis qui
eligunt vitam quietam el monasticam, et de illorum
vitæ instituto, modo ac ratione, et quot quantorumque
bonorum causa quies iis sit, qui secundum rationem
eam amplectuntur. Divisus autem est præsens traclatas in cupita centum. Incipiens vero ab his verbis:
Ἐδεὶ μὲν ἡμᾶς κατὰ τοὺς θείους φάναι χρησμούς
ψευδιδάκτους τυγχάνοντας. Aut allucinatus est Symeon Thessalonicensis, confundendo Callistum mopachum cum Callisto CP. quando scripsit: Εξαιμέτως δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ταύταις περί
αὐτῆς συνεγράψαντο, πνεύματι ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες
ἐκ Θεοῦ, οι θεηγόροι καὶ θεοφόροι καὶ Χριστοφόροι
καὶ ἔνθεοι ὄντες ἀληθῶς, ὅ τε ἐν ἁγίοις Πατήρ
ἡμῶν Κάλλιστος, ὁ τῆς βασιλευούσης γεγονώς νέας
Ῥώμης ἐκ Θεοῦ πατριάρχης, καὶ ὁ σύμπνους αὐτῷ
καὶ συνασκητὴς ὅσιος Ἰγνατίος, καὶ βίβλῳ οἰκείᾳ
φρόνως καὶ λίαν υψηλῶς ἐφιλοσόφησαν ἐν ρ'
κεφαλαίοις, τῷ ἐντελεῖ ἀριθμῷ τελείαν τὴν περὶ
ταύτης γνῶσιν ἐκθέμενοι· Putissimum vero hac nostra ætate de vita monastica conscripserunt, ut qui
etium ex Deo secundum spiritum fuerint, Deiloqui et
Deiferi et Christiferi, et a Deo vere afflati homines,
sanctus Pater noster Callistus, qui regiæ urbis novæ
Romæ ex Deo fuit patriarcha, et qui cum ipso cunspirabat et exercitabatur sanctus Ignatius, et libro
peculiari ab illis composito, spiritualiter, divine ac
excelse admodum philosophati sunt centum capitibus, numero perfecto perfeciam de ea cognitionem
tradentes. Callixi et Ignatii dogmatici Sermones,
in bibliotheca Scorialensi servantur miss.
Αλανῶν καὶ 'Ιβήρων. Conjungi solent isti
populi quoniam juxta Treiz.m Chiliade, 5, vers.
Ιβηρες δὲ καὶ ᾿Αβασγοὶ καὶ ᾿Αλανοὶ, ἐν γέν
νος. Alanos sub Pontica diocesi ponunt Zonaras et
Balsamon ad canouem Chalcedonensem 28. Et metropolitani Alaniæ meminit hic interpretatione canonis Trullani 30. Memorantur et aliis plurimis Alani,
adeo ut de illis nihil dicendum nobis sit. Quid si
cui magis placuerit alterius codicis lectio Aλ6aνῶν, nequaquam repugnabo. Certe Alania et Albania simul ponuntur a Bardesane apud Eusebium
Præparat. Evangel., lib. vi, cap. 10, xal öhŋ in
Αλανίᾳ καὶ ᾿Αλβανίᾳ. Tantum obiter castigatum
velim Georgium Cedrenum, 12 anne Diocletian, ubi
ita scribit: Μαξιμιανὸς ὁ Ερκούλιος Γαλλίας καὶ
Βρεττανίας, Κωνστάντιος δὲ ᾿Αλανίας καὶ ᾿Αφρικής
ἐκράτησαν· Maximianus Herculius Galliam eἱ Βι
tanniam, Constantius Alaniam et Africam obtinuerunt.
Credendum enim potius Aurelio Victoris: cujus
verba profero: Et quoniam bellorum moles, de qua
supra memoravimus, acrius urgebat; quasi partito
imperio, cuncta qua trans Aipes Gallic sunt, Constan-
col. 1123–1124page 29 of 44
PG 132:1123Λ σασθαι χάριν, καὶ ἀφιερωτικῆς ἐπικλήσεως, καὶ ἱερουργικῆς αὐτοὺς ἀξιῶσαι τελετουργίας (αι. τελε σιουργίας] ὡς καὶ ὁ μέγας Διονύσιος τὸ τῆς μοναχικῆς τελειώσεως μυστήριον ἐκτιθέμενος, καὶ τὴν αὐ τοῦ θεωρίαν πλατύτερον ἐπεξηγούμενος, διασαφεί ἐν οἷς καὶ τὴν μετὰ τὰς ἱερατικὰς εὐθὺς τελειώσεις τάξιν τε καὶ στάσιν τούτοις ἀπονεμηθῆναι φησι, τὴν δὲ μετὰ ταύτην, τῷ πιστοτάτῳ λαῷ. δ'. Ἔστιν οὖν ἡ δηλωθεῖσα τῶν μοναχῶν ἱερὰ τε λετή, ὡς ἐν ὑπομνήσεως λόγῳ, κατὰ μίμησιν του θείου βαπτίσματος, ἐν ἀποταγαῖς καὶ συνταγαί, κατὰ πολὺ ἐργωδεστέραις καὶ φοβερωτέραις συγκειμένη ἥντινα δεύτερον βάπτισμα καὶ τοῦ πρώτου ἀνακαι νιστικὸν (2') οἱ θεῖοι Πατέρες ἡμῶν ἐπωνόμασαν. Ἐκεῖ μὲν γὰρ, Αποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ, φησί, καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ λατρεία αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ, καὶ πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν· καὶ τὰ ἑξῆς· ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοῖς εἰρημένοις· Αποτάσσομαι γονεῦσιν, ἀδελφοῖς, συγγενείαις, φίλοις, συνήθεσι, κτήσεσιν, ὑπάρ ξεσι, τῇ κενῇ τε καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ τε καὶ δόξῃ καὶ ἀπαρνοῦμαι οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλ' ἔτι καὶ τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν· κατὰ τήν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου· καὶ ὑπομένω πᾶσαν θλίψιν του μονήρους βίου, καὶ φυλάττω ἐμαυτὸν ἐν ἁγνείᾳ καὶ παρ θενίᾳ καὶ ἀκτημοσύνῃ, διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, καὶ παραμένω τῷ μοναστηρίῳ καὶ τῇ ἀσκήσει, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, καὶ τὰ ἀπὸ ἑξῆς. Καὶ τῶν ἐπιτεθεισῶν δὲ ἐντολῶν τοῖς ἐν γάμῳ καὶ ἀγαμίᾳ ἔνεστι τοῦτο μαθεῖν ἀκρι βέστερον. Τοῖς μὲν γάρ φησὶν ὁ μακάριος Παύλο, ο Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ὑμῶν, ὥσπερ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν. Οἱ γυναῖκες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὥσπερ ἡ Ἐκκλησία τῷ Κυρίῳ. Καὶ αὖθις· Οι πατέρες, ἀγαπᾶτε τὰ τέκνα· τὰ τέκνα, ὑπακούετε τοῖς γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ, καὶ τὰ ἑξῆς. Τοῖς δὲ ἀγάμοις τὰ προειρημένα. Ε' τις ἔρχεται πρός με, καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής, καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ τὰ ἐκεῖ ἀναμάρτητα καὶ ἐν τάξει ἀρετῆς κείμενα ὧδε ἁμαρτίαι εἰσὶν· ἀσύγγνωστοι. Ἐκεῖ μὲν γὰρ Τίμιος ὁ γάμος ἐνταῦθα δὲ, ὁ γά μος ἀνατροπὴ τοῦ παντός. Οὐ γὰρ μόνον οὐκέτι ἔσται μοναχὸς ὁ γαμήσας, ἀλλὰ καὶ τοῖς τῶν ἀρνη σαμένων τὴν πίστιν ἐπιτιμίοις ὑπεύθυνος. ε'. Βεβαιοῦσι τὸν λόγον αἱ παρὰ τῶν θεσπεσίων καὶ ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Αθανασίου, Βασιλείου, τοῦ Νύσση;, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς ἐκτεθεῖσαι ἀσχη τικαὶ καὶ θεόπνευστοι βίβλοι, ρυθμίζουσαι τήν τε συνδιαγωγὴν καὶ τὴν συνδιαίτησιν, καὶ πᾶσαν ἁπλῶς τὴν τῶν μοναχῶν ζωήν τε καὶ πολιτείαν. ᾿Αλλὰ μὴν καὶ ἡ πρώτως ἐν Αἰγύπτῳ συντεθείσα μεγίστη βία Ολος τῶν ἁγίων γερόντων τῆς Σκήτεως, Θηβαΐδος τε καὶ Λιβύης, τὰς ἱερὰς πολιτείας καὶ ἀποφθέγματα
consecrante, et sacros faciente initiatione donare; Λ σασθαι χάριν, καὶ ἀφιερωτικῆς ἐπικλήσεως, καὶ
quemadmodum magnus Dionysius (2°) monachalis
consecrationis mysterium tradens, illiusque contemplationen fusius explanats, declarat: quo in
Joco ordinem et statum mox a sacerdotalibus tribui
eis docet, sequentem vero fidelissimæ plebi.
4. Est igitur prædicta monachorum sacra initiatio, ut in memoriam revocem, ad exemplum divini
baptismi, in renuntiationibus et professionibus longe
difficilioribus magisque formidabilibus posita: quam
secundum baptisma, renovandi prioris vim habens,
divini Patres nostri nominaverunt. Ilic enim, qui
baptizatur, pronuntiat: Renuntio Satanæ, et omnibus operibus ejus, et omni cultui ejus, et omni
pompa ejus: et credo in unum Deum: qurque sequuntur: Mic
vero prater jam dicta; Renuntio
parentibus, fratribus, cognationibus, amicis, familiaribus, possessionibus, facultatibus, inanique el
vanæ cum voluptati tum gloriæ; el non solum hæs
abnego, sed et animam meam, juxta mandatum Domini et sustineo omnem austeritatem monasticæ
vita, ac me zervo in puritate, virginitate et inopia,
propter regnum cœlorum: perstoque in monasterio et
vila monachica, usque ad extremum halitum meum,
el sequentia. Porro ex mandatis quæ imposita
fuerunt matrimonio junctis et cœlitibus, licet hoc
discere accura'ius. Primis quippe ait beatus Paulus:
Viri, diligite uxores vestras, sicul Christus dilexit
Ecclesiam. Muliercs, propriis viris subita silis,
sicut Ecclesia Domino. Et rursus: Patres, dil gile
filios 15. Filii, obedite parentibus vestris in Domino 18,
et quæ deinceps. Cœlibibus vero dicta sunt quæ
supra posuimus: Si quis venit ad me, et non odit
patrem suum, et matrem, et uxorem, et filios, adhuc
autem et animam suam, non potest meus esse discipulus, cum iis quæ sequuntur. Et quæ illic
peccata non sunt, imo pro virtutibus habentur, hic
sunt delicta venia carentia. Illic enim: Honorabile
connubium 18; hic vero connubium, totius subversio
est. Năm non modo non amplius erit monachus, qui
uxorem duxerit, sed etiam pœnis eorum qui fidem
negaverunt erit obnoxius.
ἱερουργικῆς αὐτοὺς ἀξιῶσαι τελετουργίας (αι. τελε
σιουργίας] ὡς καὶ ὁ μέγας Διονύσιος τὸ τῆς μοναχι
κῆς τελειώσεως μυστήριον ἐκτιθέμενος, καὶ τὴν αὐ
τοῦ θεωρίαν πλατύτερον ἐπεξηγούμενος, διασαφεῖ·
ἐν οἷς καὶ τὴν μετὰ τὰς ἱερατικὰς εὐθὺς τελειώσεις
τάξιν τε καὶ στάσιν τούτοις ἀπονεμηθῆναι φησι,
τὴν δὲ μετὰ ταύτην, τῷ πιστοτάτῳ λαῷ.
δ'. Εστιν οὖν ἡ δηλωθεῖσα τῶν μοναχῶν ἱερὰ τελετή, ὡς ἐν ὑπομνήσεως λόγῳ, κατὰ μίμησιν τοῦ
θείου βαπτίσματος, ἐν ἀποταγαῖς καὶ συνταγαί, κατά
πολὺ ἐργωδεστέραις καὶ φοβερωτέραις συγκειμένη
ἥντινα δεύτερον βάπτισμα καὶ τοῦ πρώτου ἀνακαι
νιστικών (2') οἱ θεῖοι Πατέρες ἡμῶν ἐπωνόμασαν.
Ἐκεῖ μὲν γὰρ, Αποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ, φησί,
καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ λατρεία
αὐτοῦ, καὶ πάσῃ τῇ πομπῇ αὐτοῦ, καὶ πιστεύω
εἰς ἕνα Θεόν· καὶ τὰ ἑξῆς· ἐνταῦθα δὲ πρὸς τοῖς
εἰρημένοι;· Αποτάσσομαι γονεῦσιν, ἀδελφοῖς,
συγγενείαις, φίλοις, συνήθεσι, κτήσεσιν, ὑπάρ
ξεσι, τῇ κενῇ τε καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ τε καὶ δόξη
καὶ ἀπαρνοῦμαι οὐ μόνον ταῦτα, ἀλλ᾽ ἔτι καὶ
τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν· κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ
Κυρίου· καὶ ὑπομένω πᾶσαν θλίψιν τοῦ μονήρους
βίου, καὶ φυλάττω ἐμαυτὸν ἐν ἁγνείᾳ καὶ παρ
θενίᾳ καὶ ἀκτημοσύνῃ, διὰ τὴν βασιλείαν τῶν
οὐρανῶν, καὶ παραμένω τῷ μοναστηρίῳ καὶ τῇ
ἀσκήσει, ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς, καὶ τὰ
ἑξῆς. Καὶ ἀπὸ τῶν ἐπιτεθεισῶν δὲ ἐντολῶν
τοῖς ἐν γάμῳ καὶ ἀγαμίᾳ ἔνεστι τοῦτο μαθεῖν ἀκρι
δέστερον. Τοῖς μὲν γάρ φησὶν ὁ μακάριος Παύλο, ο
Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας ὑμῶν, ὥσπερ
ὁ Χριστὸς ἡγάπησε τὴν Ἐκκλησίαν. Αἱ γυναῖ
κες, ὑποτάσσεσθε τοῖς ἰδίοις ἀνδράσιν, ὥσπερ
ἡ Ἐκκλησία τῷ Κυρίῳ. Καὶ αὖθις· Οἱ πατέρες,
ἀγαπᾶτε τὰ τέκνα τὰ τέκνα, ὑπακούετε τοῖς
γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ, καὶ τὰ ἑξῆς. Τοῖς δὲ
ἀγάμοις τὰ προειρημένα. Εἴ τις ἔρχεται πρός με,
καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα
καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα, ἔτι δὲ καὶ τὴν
ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου εἶναι μαθητής,
καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ τὰ ἐκεῖ ἀναμάρτητα καὶ ἐν τάξει
ἀρετῆς κείμενα ὧδε ἁμαρτίαι εἰσὶν· ἀσύγγνωστοι.
Ἐκεῖ μὲν γὰρ Τίμιος ὁ γάμος ἐνταῦθα δὲ, ὁ γά
⋅
μας ἀνατροπὴ τοῦ παντός. Οὐ γὰρ μόνον οὐκέτι ἔσται μοναχὸς ὁ γαμήσας, ἀλλὰ καὶ τοῖς τῶν ἀρνησ
σαμένων τὴν πίστιν ἐπιτιμίοις ὑπεύθυνος.
5. Orationem confirmant qui a divinis sanctisque ε'. Βεβαιοῦσι τὸν λόγον αἱ παρὰ τῶν θεσπεσίων
Patribus nostris, Athanasio Basilio, Nysseno, aliis- καὶ ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, ᾿Αθανασίου, Βασιλείου,
que eorum temporum, editi sunt ascetici atque a τοῦ Νύσσης, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς ἐκτεθεῖσαι ἀσχηDeo inspirati libri, qui communiter degendi et vi- τικαὶ καὶ θεόπνευστοι βίβλοι, ῥυθμίζουσαι τήν τε
vendi rationem, omnemque absolute monachorum συνδιαγωγὴν καὶ τὴν συνδιαίτησιν, καὶ πᾶσαν ἁπλῶς
vitam et institutionem præstituunt. Sed et qui τὴν τῶν μοναχῶν ζωήν τε καὶ πολιτείαν. ᾿Αλλὰ μὴν
primum in Ægypto compositus fuit maximus liber καὶ ἡ πρώτως ἐν Αἰγύπτῳ συντεθείσα μεγίστη βία
sanctorum Senum Scetis, Thebaidis et Libya, com- Ολος τῶν ἁγίων γερόντων της Σκήτεως, Θηβαΐδος
plectens ordine alphabetico sacra eorum gesta et τε καὶ Λιβύης, τὰς ἱερὰς πολιτείας καὶ ἀποφθέγματα
1. Coloss. 11, 20. 13
› Ephes. v, 24, 25.
Ephes, vi, 1. 4. "Luc. xiv, 26. 18Hebr. xn, 4.
Joon. Bapt. Coteleris nota.
Eccl. Hier. cap. 6.
(2") L. Alletins, De consens. tui, 19.
col. 1125–1126page 30 of 44
PG 132:1125τούτων κατὰ στοιχεῖον ἐμπεριέχουσα. Ἐπεὶ δὲ χά ριτι Χριστοῦ, καὶ τῶν μαθηματικῶν καὶ φιλοσόφων τοῦ κόσμου πολλοί, την στενήν καὶ τεθλιμμένην ἑλόμενοι, μοναχοὶ καὶ ἅγιοι γεγόνασι - συγγράψαντες [αι. συνεγράψαντο] καὶ οὗτοι βίβλους θεοπνεύστους οὐκ ὀλίγας· α? καὶ εἰσὶν οὕτως· ἡ τοῦ ὁσίου Παλα λαδίου πρὸς Λαῦτον· ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πρὸς τὴν μαθητὴν Σωφρόνιον ήτοι Ο νέος παράδεισος ἡ τοῦ ὁσίου Καλλίστου ἡ τοῦ ὁσίου Δωροθέου, ἡ τοῦ ὁσίου Μακαρίου, ἡ τοῦ ὁσίου Κασιανοῦ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ, ἡ τοῦ ὁσίου Ησαίου, αἱ τοῦ Ἐφραὶμ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς κλίμακος, ἡ τοῦ ὁσίου Μάρκου, ἡ τοῦ ὁσίου Διαδόχου, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Καρπαθίου, ἡ τοῦ ὁσίου Θαλασσίου, ἡ τοῦ ὁσίου Νείλου, ἡ τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἡ τοῦ ὁσίου ᾿Αντιόχου, ἤτοι ὁ Πανδέκτης, καὶ αἱ βίβλοι τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. ς'. Ὑπὸ τῶν εἰρημένων τοίνυν εὐαγγελικῶν καὶ ἀποστολικῶν καὶ πατρικῶν συγγραμμάτων καὶ δια ταγμάτων πᾶσα ἡ οἰκουμένη αναζωπυρηθεῖσα καὶ ὁμοφρονήσατα, ἐν τῇ ἀποταγῇ καὶ ἀποφυγῇ τοῦ κό σμου καὶ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῇ ἀσκητικῇ ήτοι μοναχικῇ διαγωγῇ καὶ πολιτείᾳ, τὸ τέλος [αι. τέλειον] τῆς σωτηρίας ώρίσατο. Οὐ γὰρ ἡ καθ᾿ ἡμᾶς ἀγία Εκκλησία μόνη τοῦτο πέπραχεν· ἀλλὰ πολὺ πρότερον ἡ τῆς Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, ὡς ήδη είρηται, ἡ τῆς Παλαιστίνης, ἡ τῆς Συρίας, ἡ τῆς Περσίδος, ἡ τοῦ ᾿Αλανῶν [αι. Ἀλβανῶν] καὶ Ἰβήρων ἡ καθ' Η τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πρὸς τὸν μαθητὴν συντεθείσῃ παρ' αὐτῶν πνευματικῶς τε καὶ θεο Σωφρόνιον. λειμών λειμωνά ριον, εἰ νέος παράδεισος νέον παραδείσιον, 'Η τοῦ ὁσίου Καλλίστου. Τῶν ἐν μονοτρόποις ἐλαχίστων Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων μέθο δος, καὶ κανὼν ἀκριβῆς, καὶ παρὰ τῶν ἁγίων ἔχων τὰς μαρτυρίας, περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσύχως βιῶναι καὶ μοναστικῶς, περί τε ἀγωγῆς καὶ πολιτείας καὶ διαίτης αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ ὅσων ἡλίκων ἀγαθῶν πρόξενος ἡ ἡσυχία καθίσταται τοῖς λόγῳ μετιοῦσιν αὐτήν. Διακέκριται δὲ ἡ παροῦσα τοῦ λόγου πραγματεία ἐν κεφαλαίοις ρ'. Ἐδεὶ μὲν ἡμᾶς κατὰ τοὺς θείους φάναι χρησμούς Θεοδιδάκτους τυγχάνοντας. Εξαι μέτως δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ταύταις περί αὐτῆς συνεγράψαντο, πνεύματι ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐκ Θεοῦ, οἱ θεηγόροι καὶ θεοφόροι καὶ Χριστοφόροι καὶ ἔνθεοι ὄντες ἀληθῶς, ὅ τε εν ἁγίοις πατὴρἡμῶν Κάλλιστος, ὁ τῆς βασιλευούσης γεγονώς νέας Ῥώμης ἐκ Θεοῦ πατριάρχης, καὶ ὁ σύμπνους αὐτῷ καὶ συνασκητὴς ὅσιος Ἰγνατίος, καὶ βίβλῳ οἰκείᾳ φρόνως καὶ λίαν υψηλῶς ἐφιλοσόφησαν ἐν ρ' κεφαλαίοις, τῷ ἐντελεῖ ἀριθμῷ τελείαν τὴν περὶ ταύτης γνῶσιν ἐκθέμενοι Αλανῶν καὶ Ἰβήρων. Ιβηρες δὲ καὶ ᾿Αβασγοὶ καὶ ᾿Αλανοί, ἐν γέ Αλβα νῶν, καὶ ὅλῃ τῇ Αλανίᾳ καὶ ᾿Αλβανίᾳ. Μαξιμιανὸς ὁ Ερκούλιος Γαλλίας καὶ Βρεττανίας, Κωνστάντιος δὲ ᾿Αλανίας καὶ ᾿Αφρικῆς ἐκράτησαν
τούτων κατὰ στοιχεῖον ἐμπεριέχουσα. Ἐπεὶ δὲ χά- dicta. Quia vero per gratiam Christi etiam multi
ριτι Χριστοῦ, καὶ τῶν μαθηματικῶν καὶ φιλοσόφων
τοῦ κόσμου πολλοί, τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην
ἑλόμενοι, μοναχοὶ καὶ ἅγιοι γεγόνασι· συγγράψαντες
[αι. συνεγράψαντο] καὶ οὗτοι βίβλους θεοπνεύστους
οὐκ ὀλίγας· α? καὶ εἰσὶν οὕτως· ἡ τοῦ ὁσίου Παλα
λαδίου πρὸς Λαῦτον· ἡ τοῦ ὁσίου Ιωάννου πρὸς
τὴν μαθητὴν Σωφρόνιον ήτοι Ο νέος παράδεισος·
ἡ τοῦ ὁσίου Καλλίστου ἡ τοῦ ὁσίου Δωροθέου,
ἡ τοῦ ὁσίου Μακαρίου, ἡ τοῦ ὁσίου Κασιανοῦ, ἡ
τοῦ ὁσίου Ἰσαάκ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἡσαΐου, αἱ τοῦ
Ἐφραὶμ, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς κλίμακος, ἡ τοῦ
ὁσίου Μάρκου, ἡ τοῦ ὁσίου Διαδόχου, ἡ τοῦ ὁσίου Ἰωάννου
τοῦ Καρπαθίου, ἡ τοῦ ὁσίου Θαλασσίου, ἡ τοῦ ὁσίου
Νείλου, ἡ τοῦ ὁσίου Μαξίμου, ἡ τοῦ ὁσίου ᾿Αντιόχου,
ήτοι ὁ Πανδέκτης, καὶ αἱ βίβλοι τοῦ ἁγίου ὁσιομάρ -
τυρος Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
ς'. Ὑπὸ τῶν εἰρημένων τοίνυν εὐαγγελικῶν καὶ
ἀποστολικῶν καὶ πατρικῶν συγγραμμάτων καὶ δια
ταγμάτων πᾶσα ἡ οἰκουμένη αναζωπυρηθεῖσα καὶ
ὁμοφρονήσατα, ἐν τῇ ἀποταγῇ καὶ ἀποφυγῇ τοῦ κόσ
σμου καὶ τῶν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῇ ἀσκητικῇ ήτοι
μοναχική διαγωγῇ καὶ πολιτεία, τὸ τέλος [αι. τέλειον]
τῆς σωτηρία; ὡρίσατο. Οὐ γὰρ ἡ καθ' ἡμᾶς ἁγία
Εκκλησία μόνη τοῦτο πέπραχεν· ἀλλὰ πολὺ πρότερον ἡ τῆς Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, ὡς ἤδη εἴρηται, ἡ
τῆς Παλαιστίνης, ἡ τῆς Συρίας, ἡ τῆς Περσίδος, ἡ
τοῦ ᾿Αλανῶν [αι. Ἀλβανῶν] καὶ Ἰβήρων ἡ καθ'
* Matth. vi, 14.
in disciplinis exercitati ac philosophi sæculi, angustam et arctam viam sectati 18, monachi sanctique
evaserunt; conscripserunt illi quoque non paucos
libros divinitus inspiratos, qui sic inscribuntur:
Liber sancti Palladii ad Lausum; liber sancti Joannis ad Sophronium discipulum, sive Novus Paradisus; Liber beati Callisti, item sancti Dorothei,
sancti Macarii, sancti Cassiani, sancti Isaaci, sancti Isaiæ, libri sancti Ephræm, liber sancti Joannis
Climaci, necnon sancti Maroi, sancti Diadochi,
sancti Joannis Carpathii, sancti Thalassi, sancti
Nili, sancti Maximi, et volumen beati Antiochi,
seu Pandectes; denique opera beati sanctique mnartyris Theodori Studilæ.
6. Itaque jam dictis evangelicis, apostolicis, et
Patrum libris constitutionibusque universus orbis
excitatus, uno consensu, in renuntiatione et fuga
sæculi rerumque mundanarum, et in ascetica seu
monastica institutione ac vita perfectam salutem
definivit. Non enim sola ætatis nostræ Ecclesia
hoc egit: sed multo antea Ægypti et Libyæ Ecclesiae, prout superius memoratum est; necnon
Ecclesiæ Palæstinæ, Syriæ, Persidis, Alanorum et
Iberorum; nostræ orientales ac occidentales regiones, omnesque nationes quæ sub Romanorum
Joan. Bapl. Coteleris nota.
'Η τοῦ ὁσίου Ἰωάννου πρὸς τὸν μαθητὴν συντεθείσῃ παρ' αὐτῶν πνευματικώς τε καὶ θεο
Σωφρόνιον. Joannis Moschi λειμών seu λειμωνά
ριον, εἰ νέος παράδεισος sive νέον παραδείσιον, de
quo Photius Bibliotheca cod. 198, 199. Vide quæ
dicuntur in Vitis Patrum Ros weydi.
'Η τοῦ ὁσίου Καλλίστου. Debet iste Callistus
a Joanne Antiocheno sæculo duodecimo citatus,
alius esse a Callisto patriarcha, sive priino sive secundo, qui CP. sedem tenuerunt, primus post medium
sæculi decimi quarti, secundus initio decimi qainti,
qaorum postremo tribuit Leo Allatius, opus asceticum inscriptum quidem: Τῶν ἐν μονοτρόποις ἐλαχί
στων Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων μέσοδος, καὶ κανὼν ἀκριβὴς, καὶ παρὰ τῶν ἁγίων ἔχων τὰς
μαρτυρίας, περὶ τῶν αἱρουμένων ἡσύχως βιῶναι καὶ
μοναστικῶς, περί τε ἀγωγῆς καὶ πολιτείας καὶ διαίτης
αὐτῶν, καὶ περὶ τοῦ ὅσων ἡλίκων ἀγαθῶν πρόξενος
ἡ ἡσυχία καθίσταται τοῖς λόγῳ μετιοῦσιν αὐτήν.
Διακέκριται δὲ ἡ παρούσα τοῦ λόγου πραγματεία
ἐν κεφαλαίοις ρ'. Minimorum inter monachos Callisti
el Ignatii Xanthopulorum methodus, et regula exquisita, Patrumque testimoniis comprobata, de iis qui
eligunt vitam quietam el monasticam, et de illorum
vitæ instituto, modo ac ratione, et quot quantorumque
bonorum causa quies iis sit, qui secundum rationem
eam amplectuntur. Divisus autem est præsens traclatas in cupita centum. Incipiens vero ab his verbis:
Ἐδεὶ μὲν ἡμᾶς κατὰ τοὺς θείους φάναι χρησμούς
ψευδιδάκτους τυγχάνοντας. Aut allucinatus est Symeon Thessalonicensis, confundendo Callistum mopachum cum Callisto CP. quando scripsit: Εξαιμέτως δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν ταύταις περί
αὐτῆς συνεγράψαντο, πνεύματι ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες
ἐκ Θεοῦ, οι θεηγόροι καὶ θεοφόροι καὶ Χριστοφόροι
καὶ ἔνθεοι ὄντες ἀληθῶς, ὅ τε ἐν ἁγίοις Πατήρ
ἡμῶν Κάλλιστος, ὁ τῆς βασιλευούσης γεγονώς νέας
Ῥώμης ἐκ Θεοῦ πατριάρχης, καὶ ὁ σύμπνους αὐτῷ
καὶ συνασκητὴς ὅσιος Ἰγνατίος, καὶ βίβλῳ οἰκείᾳ
φρόνως καὶ λίαν υψηλῶς ἐφιλοσόφησαν ἐν ρ'
κεφαλαίοις, τῷ ἐντελεῖ ἀριθμῷ τελείαν τὴν περὶ
ταύτης γνῶσιν ἐκθέμενοι· Putissimum vero hac nostra ætate de vita monastica conscripserunt, ut qui
etium ex Deo secundum spiritum fuerint, Deiloqui et
Deiferi et Christiferi, et a Deo vere afflati homines,
sanctus Pater noster Callistus, qui regiæ urbis novæ
Romæ ex Deo fuit patriarcha, et qui cum ipso cunspirabat et exercitabatur sanctus Ignatius, et libro
peculiari ab illis composito, spiritualiter, divine ac
excelse admodum philosophati sunt centum capitibus, numero perfecto perfeciam de ea cognitionem
tradentes. Callixi et Ignatii dogmatici Sermones,
in bibliotheca Scorialensi servantur miss.
Αλανῶν καὶ 'Ιβήρων. Conjungi solent isti
populi quoniam juxta Treiz.m Chiliade, 5, vers.
Ιβηρες δὲ καὶ ᾿Αβασγοὶ καὶ ᾿Αλανοὶ, ἐν γέν
νος. Alanos sub Pontica diocesi ponunt Zonaras et
Balsamon ad canouem Chalcedonensem 28. Et metropolitani Alaniæ meminit hic interpretatione canonis Trullani 30. Memorantur et aliis plurimis Alani,
adeo ut de illis nihil dicendum nobis sit. Quid si
cui magis placuerit alterius codicis lectio Aλ6aνῶν, nequaquam repugnabo. Certe Alania et Albania simul ponuntur a Bardesane apud Eusebium
Præparat. Evangel., lib. vi, cap. 10, xal öhŋ in
Αλανίᾳ καὶ ᾿Αλβανίᾳ. Tantum obiter castigatum
velim Georgium Cedrenum, 12 anne Diocletian, ubi
ita scribit: Μαξιμιανὸς ὁ Ερκούλιος Γαλλίας καὶ
Βρεττανίας, Κωνστάντιος δὲ ᾿Αλανίας καὶ ᾿Αφρικής
ἐκράτησαν· Maximianus Herculius Galliam eἱ Βι
tanniam, Constantius Alaniam et Africam obtinuerunt.
Credendum enim potius Aurelio Victoris: cujus
verba profero: Et quoniam bellorum moles, de qua
supra memoravimus, acrius urgebat; quasi partito
imperio, cuncta qua trans Aipes Gallic sunt, Constan-
col. 1127–1128page 31 of 44
PG 132:1127ἡμᾶς τε έψα καὶ ἑσπέριος λῆξις, καὶ τὰ ὑπὸ τὴν τῶν Ρωμαίων ἐκκλησίαν τελοῦντα σύμπαντα Έθνη. Καὶ οὐχ ὡρίσαντο μὲν, οὐκ ἔπραξαν δὲ, ἢ οὐ πράττουσιν· ἀλλ' ὡς ἔστιν ὁρᾷ», εἰς δύο λαούς σχεδὸν ἰσαρίθμους, τῶν ἐν γάμῳ τέ φημι καὶ ἀγαμίᾳ, ἡ οἰκουμένῃ μεμέρισται, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν δυνάμει καὶ χάριτι, τοῦ ἐλθόντος πῦρ βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τοῦτο εἰς τὴν νῦν βλεπομένην πυρκαϊὰν ἀνάψαντος, καὶ τὴν οἰκουμένην πᾶσαν τοῦ τῆς παρθενίας ἐμπλήσαντος φυτοῦ· οὐκ ἀνδρῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ γυναικῶν, τὸ παράδοξον, τῆς ἀφερεπόνου καὶ ἀπε λωτέρας φύσεως. Τὴν τοιαύτην γοῦν καὶ τηλικαύτην τῆς τῶν ψυχῶν σωτηρίας ἐπίδοσιν βλέπων ὁ ἐχθρὸς, ἐδυσχέραινεν, ἡνιᾶτο, δεινὸν ἔπνει καὶ μανικόν· ὁρῶν τὰ πλήθη τῶν σωζομένων ψυχῶν, τῶν αὐτοῦ ἀρχίων Β' ὑπεριπτάμενα, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνερχόμενα. Καὶ περιήρχετο ζητῶν ὄργανον ἐπιτήδειον τῆς ἑαυτοῦ κακίας· καὶ ζητῶν, ὦ τῶν ἐμῶν κακῶν! εὑρίσκει Λέοντα τὸν Ἰσαυρὸν, τὸν τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρές σεως ἔξαρχον· καὶ δι' αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ τῆς τε βασιλείας καὶ αἱρέσεως διαδόχων, ἐξαιρέτως τοῦ τρισκαταράτου Κοπρωνύμου, ἐπειρᾶτο τήν τε Ενο σαρχον οικονομίαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ τὸ τῶν μοναχῶν τάγμα, ἐκ μέσου ποιήσασθαι. ἐψεύσθη τῶν ἐλπίδων κἂν τούτῳ ὁ δόλιος. Αλλ' ς'. Ὑπ᾿ αὐτοῦ γὰρ τούτων τῶν ὑπ' αὐτοῦ διωκομένων μοναχῶν, τῇ ἀμάχῳ Χριστοῦ δυνάμει, ανετράπη συν τῇ εἰκονομαχική μαγγανείᾳ αὐτοῦ, καὶ πέπτωκε πτῶμα ἐξαίσιον. Εκτοτε οὖν καὶ μέχρι τῆς δεύρο, Ο τετρακοσίων ήδη χρόνων παρωχηκότων, τοσοῦτον ὑπὸ πάντων τῶν πιστῶν ἐξεθειάζετο καὶ ἐτιμᾶτο τὸ τάγμα τῶν μοναχῶν, ὡς καὶ τὰς ἐξομολογήσεις καὶ ἐξαγγελίας τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ τὰς ἐπ' αὐτοῖς ἐπιτιμίας καὶ ἀφεσίμους λύσεις, εἰς τοὺς μονα χούς μετατεθῆναι· καθὼς καὶ ἔτι νῦν ὁρᾶται γινό μενον η'. Ταῦτα τοίνυν μὴ φέρων καὶ αὖθις ὁ ἐχθρὸς ὁρᾷν, τῆς ἀρχαίας ἐπεμνήσθη διπλόης· καὶ ἔγνω δεῖν μηκέτι ὁμόσε χωρεῖν μήτε κατὰ τῆς πίστεως, μήτε κατὰ τῶν μοναχῶν ἢ λαϊκῶν· ἀλλ' ὑφάλως καὶ ὑποκεκρυμμένως τὰ ἀμφότερα ἑνὶ τεχνάσματι ἀνα στρέψαι καὶ καθελεῖν. Τῷ τοι καὶ τρόπον μηχανῆς ἐξευρίσκει ὁ τὴν κακίαν σοφώτατος, πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος αὐτοῦ σοφισμάτων σκαιότερόν τε καὶ κακουργότερον ὅπερ καὶ ἐπὶ τέλει τῶν αἰώνων τε λευταῖον ἐταμιεύσατο. Οὐκέτι γὰρ Μαξιμιανοὶ καὶ Διοκλητιανοί, οὔτε "Αρειο: καὶ Νεστόριοι, οὔτε Σι βέλλιοι καὶ ᾿Απολινάριοι καὶ Εἰκονομάχοι ἡμᾶς διώ κουσι καὶ ἀποκτείνουσιν· ἀλλ' ἡμεῖς ἑαυτοὺς, ὦ τῆς συμφοράς! οἱ πιστοὶ τοὺς πιστοὺς, οἱ ὀρθόδοξο: τοὺς Καθὼς καὶ ἔτι νῦν ὁρᾶται γινόμενον.
Ecclesia degunt. Neque vero deluierunt quidem, ἡμᾶς τε έψα καὶ ἑσπέριος λῆξις, καὶ τὰ ὑπὸ τὴν τῶν
non egerunt autem, aut non agunt: verum, ut videre est, in duos populos, æqualis fere numeri,
conjugatorum, inquam, et cælibum, 'mundus divisus est, per virtuten et gratiam Christi Dei nostri,
qui ignem venit mittere in terram 17, illumque in
cam quæ nunc cernitur conflagrationem accendit; quique universum orbem replevit virginitatis
stirpe; non virorum duntaxat, sed et, quod incredibile videlur, feminarum, sexus laborum inpatientis ac tenerioris. Tantum igitur taleque
salutis animarum incrementum intuitus inimicus,
aegre ferebat, angebatur, graviter ac furiose spirabat, ut qui cerneret ingentem servalarum animarum
in
alque
multitudinem retia ipsius transvolare,
coelos ascendere. Quocirca circuibat quærens malitiæ suæ aptum instrumentum: et quærens, o infelicitatem meam! invenit, Leonem Isaurum,
iconomachicæ hæresis ducem: per quem, ipsiusque tum imperii tum hæreseos successores, præsertim per omni exsecratione dignissimum Copronymum, conatus est tam incarnationem Christi
Dei nostri, quam monachorum ordinem abolere.
Verum in hoc quoque spes fefellit fraudulentum.
7. Ab iis quippe ipsis quos persequebatur monachis, per inexpugnabilem Christi vim eversus
est cum suis Iconomachicis præstigiis, et cecidit
ingenti casu. Igitur ab eo tempore ad hunc usque
diem, elapsis jam quadringentis annis, adeo a
cunctis fidelibus cultus honoratusque fuit monachorum ordo, (ut confessiones ac enuntiationes
peccatorum, consequentesque censuræ et absolutiones, ad monachos translatæ sint: quemadmodum
in præsentiarum qnoque fieri videmus,
VIll. Hæc rursus spectare non sustinens hostis
veteris recordatus est astutiæ: et censuit non oportere amplius aperte incedere, neque contra fidem,
neque contra monachos et laicos; sed subdole et
occulte utraque uno commento evertere ac destruere. Proinde qui in malitia peritissimus est,
adinvenit machinæ modum, cunctis ab eo per oinnia
sæcula excogitatis artificiis scæviorem et nocentiorem; atque demum in sæculorum finem reservavit. Non enim amplius Maximiani et Diocletiani,
neque Arii et Nestorii, neque Sabellii et Apollinars
atque Iconomachi, nos persequuntur ac interficiunt:
sed ipsi ipsos nos; o calamitatem! fideles fideles, orthodoxi orthodoxos, ferimus et occidimus
17 Luc. xii, 49.
Ρωμαίων ἐκκλησίαν τελοῦντα σύμπαντα Έθνη. Καὶ
οὐχ ὡρίσαντο μὲν, οὐκ ἔπραξαν δὲ, ἢ οὐ πράττου·
σιν· ἀλλ' ὡς ἔστιν ὁρᾷ», εἰς δύο λαούς σχεδὸν ἰσαρίθμους, τῶν ἐν γάμῳ τέ φημι καὶ ἀγαμίᾳ, ἡ οἰκου
μένη μεμέρισται, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν δυνάμει
καὶ χάριτι, τοῦ ἐλθόντος πῦρ βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν,
καὶ τοῦτο εἰς τὴν νῦν βλεπομένην πυρκαϊὰν ἀνάψαν
τος, καὶ τὴν οἰκουμένην πᾶσαν τοῦ τῆς παρθενίας
ἐμπλήσαντος φυτοῦ· οὐκ ἀνδρῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ
γυναικῶν, τὸ παράδοξον, τῆς ἀφερεπόνου καὶ ἀπε
λωτέρας φύσεως. Τὴν τοιαύτην γοῦν καὶ τηλικαύτην
τῆς τῶν ψυχῶν σωτηρίας ἐπίδοσιν βλέπων ὁ ἐχθρὸς,
ἐδυσχέραινεν, ἡνιᾶτο, δεινὸν ἔπνει καὶ μανικόν· ὁρῶν
τὰ πλήθη τῶν σωζομένων ψυχῶν, τῶν αὐτοῦ ἀρχίων
Β' ὑπεριπτάμενα, καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀνερχόμενα. Καὶ
περιήρχετο ζητῶν ὄργανον ἐπιτήδειον τῆς ἑαυτοῦ
κακίας· καὶ ζητῶν, ὦ τῶν ἐμῶν κακῶν! εὑρίσκει
Λέοντα τὸν Ἰσαυρὸν, τὸν τῆς εἰκονομαχικῆς αἱρές
σεως ἔξαρχον· καὶ δι' αὐτοῦ καὶ τῶν αὐτοῦ τῆς τε
βασιλείας καὶ αἱρέσεως διαδόχων, ἐξαιρέτως τοῦ
τρισκαταράτου Κοπρωνύμου, ἐπειρᾶτο τήν τε Ενο
σαρχον οικονομίαν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ τὸ
τῶν μοναχῶν τάγμα, ἐκ μέσου ποιήσασθαι.
ἐψεύσθη τῶν ἐλπίδων κἂν τούτῳ ὁ δόλιος.
Αλλ'
ς'. Ὑπ᾿ αὐτοῦ γὰρ τούτων τῶν ὑπ' αὐτοῦ διωκομένων
μοναχῶν, τῇ ἀμάχῳ Χριστοῦ δυνάμει, ανετράπη συν
τῇ εἰκονομαχική μαγγανείᾳ αὐτοῦ, καὶ πέπτωκε
πτῶμα ἐξαίσιον. Εκτοτε οὖν καὶ μέχρι τῆς δεύρο,
Ο τετρακοσίων ήδη χρόνων παρωχηκότων, τοσοῦτον
ὑπὸ πάντων τῶν πιστῶν ἐξεθειάζετο καὶ ἐτιμᾶτο τὸ
τάγμα τῶν μοναχῶν, ὡς καὶ τὰς ἐξομολογήσεις καὶ
ἐξαγγελίας τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ τὰς ἐπ' αὐτοῖς
ἐπιτιμίας καὶ ἀφεσίμους λύσεις, εἰς τοὺς μοναχούς μετατεθῆναι· καθὼς καὶ ἔτι νῦν ὁρᾶται γινό
μενον
η'. Ταῦτα τοίνυν μὴ φέρων καὶ αὖθις ὁ ἐχθρὸς
ὁρᾷν, τῆς ἀρχαίας ἐπεμνήσθη διπλόης· καὶ ἔγνω
δεῖν μηκέτι ὁμόσε χωρεῖν μήτε κατὰ τῆς πίστεως,
μήτε κατὰ τῶν μοναχῶν ἢ λαϊκῶν· ἀλλ' ὑφάλως καὶ
ὑποκεκρυμμένως τὰ ἀμφότερα ἑνὶ τεχνάσματι ἀναστρέψαι καὶ καθελεῖν. Τῷ τοι καὶ τρόπον μηχανῆς
ἐξευρίσκει ὁ τὴν κακίαν σοφώτατος, πάντων τῶν
ἀπ' αἰῶνος αὐτοῦ σοφισμάτων σκαιότερόν τε καὶ
κακουργότερον ὅπερ καὶ ἐπὶ τέλει τῶν αἰώνων τελευταῖον ἐταμιεύσατο. Οὐκέτι γὰρ Μαξιμιανοὶ καὶ
Διοκλητιανοί, οὔτε "Αρειο: καὶ Νεστόριοι, οὔτε Σιβέλλιοι καὶ ᾿Απολινάριοι καὶ Εἰκονομάχοι ἡμᾶς διώ
κουσι καὶ ἀποκτείνουσιν· ἀλλ' ἡμεῖς ἑαυτοὺς, ὦ τῆς
συμφοράς! οἱ πιστοὶ τοὺς πιστοὺς, οἱ ὀρθόδοξο: τοὺς
Joan. Bapt. Coteleris notæ.
tio commissa, Africa Italiaque Herculio; Illyricique
ora ad usque Ponti fretum, Galerio: cætera Valerius
releniarit.
Καθὼς καὶ ἔτι νῦν ὁρᾶται γινόμενον. Produxit
hinc justa Latinorum querela; qui inter malas
Græcorum consuetudines hanc quoque posuerunt:
Prælatio, inquiunt apud Petrum Stevartium, sacerdolii apud eos, tantum inter monachos esse videtur.
Soli enim monachi potestatem solvendi atque ligandi
exercent, quæ Petro Petrique successoribus principaliter est tradita. Qua de causa studium singulare pecuniæ sacerdotes in monastico habitu constitulos come
plectitur: multaque inde facinora profluunt; ut eranescant in cogitationibus suis et redargutionibus suis
truces.
col. 1129–1130page 32 of 44
PG 132:1129ὀρθοδόξους, βαλλομέν τε καὶ φονεύομεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους· οὗ σωματικῶς, ἀλλὰ ψυχικῶς. Πάντας γὰρ ὁ ἐχθρὸς ὑφ᾽ ἑνὶ τούτῳ δηλητηρίῳ, καὶ βασιλεῖς καὶ ἀρχιερεῖς καὶ μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς ἀναιρεῖ· καὶ τὸ ἐλεεινότερον, ἡδέως τοῦτο προσιεμένους πίνοντας ὡς σωτήριον, καὶ οὐκ ολέθριον. Τὸ δὲ ὅπως, προϊών ὁ λόγος δηλώσει. Οἴμοι! Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου ὕδωρ, καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς μου πηγὴν δακρύων ὁ φησὶν ὁ θεῖος Ἱερεμίας· καὶ κλαύσομαι ἡμέρας τε καὶ νυκτός, τὴν κατέχουσαν ἡμᾶς ἀνυπέρβλητον συμφοράν. Τί δέ ἐστιν ὅ φημι; Τὸ τὰ τῷ Θεῷ προσο αφορισθέντα παρὰ φιλοχρίστων βασιλέων, ἀρχιερέων, ἀρχόντων, μοναχῶν, λαϊκῶν, δῶρον δίδοσθαι παρὰ ἀνθρώπων ἀνθρώποις· ήγουν μοναστήρια, γηροκομεῖα, ξενώνας, καὶ τὰς αὐτοῖς διαφερούσας κτήσεις καὶ ταῦτα τῶν κτητόρων ἀραῖς φρικωδεστάταις & ὑποβεβληκότων ἐν ταῖς αὐτῶν διατάξεσι, τοὺς κατα δουλοῦντας αὐτά. Αὕτη δὲ ἡ παρανομία, ἢ κατὰ Θεοῦ ἀδικία, ἢ οὐκ οἶδα ὅ τι χρὴ λέγειν διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ κακοῦ, ἤρξατο μὲν, ὡς πάντες ἴσασιν, ἀπὸ τῆς Εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, καὶ τοῦ διαπύρου αὐτῆς προστάτου, ὡς δεδήλωται· τοῦ Κοπρωνύμου φημί· διὰ τὴν πρὸς τοὺς μοναχούς, αὐτοῦ ἄσπονδον ἀπέχθειαν· ἐσχόλαζε δὲ, τῆς ὀρθοδοξίας λαμψάσης. θ'. Εἶτα αὖθις τῇ τοῦ κακομηχάνου ἐχθρού σκαιωρία, ὡς εἴρηται, τοῦ ἀεὶ σαίνοντος μὲν τῷ χρηστῷ, τελευτῶντος δὲ εἰς πονηρὸν, ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐξ αἰτίας δῆθεν προνοητικῆς, τῶν κατὰ καιροὺς βαο σιλέων καὶ πατριαρχῶν, τὰ καταλελυμένα ἢ και ταλυόμενα τῶν μοναστηρίων καὶ πτωχείων, τοῖς ἄρχουσι παρεχόντων· οὐ ἑωρεᾶς τρόπῳ, καὶ ἐπὶ σωματικῷ κέρδει· ἀλλ' ἐπὶ φιλοκαλίᾳ, καὶ καλ-, λιεργίᾳ, καὶ ψυχικῇ δῆθεν ὠφελείᾳ. Τοῦ χρόνου δὲ προϊόντος, προσέμιξεν ὁ ἐχθρὸς εἰς τὸ πρᾶγμα, τὸν ΙΧ, Τις δώσει τῇ κεφαλῇ μου. Κτητόρων. κτήτορες 54: "Οσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον 456: Οὔτε πάλιν ἐὰν ἐρημωθῇ οὐσία κτήτορος, δύο νασαι εἰπεῖν, ὅτι τὸ πρόσωπον [αὐτοῦ ἠρημώθη. τὸ γὰρ πρόσωπον,] ὡς πολλάκις, 190: Κτήτορα όντα καὶ Σελευκείας καὶ ᾿Αντιοχείας. 426: Τοῖς ἐνδοξοτάτοις καὶ λαμπροτάτοις κτήτορσι καὶ οἰκήτορσι τῆς 0:0 σώστου πόλεως. κτήματα Δεσπότης του κτήματος, κτήτωρ, κτήτωρας. 269, κτήτωρ τοῦ ἱεροῦ φροντιστης ρίου. κτήτωρ τῆς μονῆς. Κτήτορος καὶ ἡγουμένου μονῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Εὐεργέτιδος, κτήτορος μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος. κτητορικὸν δίκαιον, Τυπικά κτητορικά, κτητι ρων τυπικά, κτητοριτυπικά,
116)
ὀρθοδόξους, βαλλομέν τε καὶ φονεύομεν ἑαυτοὺς καὶ nos atque iuvicen, non corpore, sel anima. Cum -
'
ctos namque inimicus uno hoc veneno et imperatores et pontifices et monachos et laicos interimit,
quoque miserabilius est libenter illud admittentes,
bibentes velut salutare, non vero noxium. ldl autem quo modo accidat, procedens sermo declarabit.
Hen mihi! Quis dabit capiti meo aquam, et oculis
meis fontem lacrymarum 18? quod ait divinus Je
remias: et plorabo die ac nocte intolerandam calamitatem qua opprimimur. Quidnam autem est quod
loquor? Ea quæ a Christum amantibus imperatoribus, pontificibus, præsidibus, monacbis et laicis,
Deo dedicata assignataque sunt, in donum per
homines dari hominibus; nempe monasteria, gerocomia et xcnonas (hoc est loca curandis senibus
hospitibusque destinata ) atque possessiones ad illa
pertinentes: idque cum eorum domini seu fundatores imprecationibus maxime horrendis in suis
constitutionibus cos subjecerint, qui illa in servitutem redacturi essent. Cæterum hæc iniquitas, seu
adversus Deum injuria, seu quo alio nomine insignienda sit ob mali nimietatem plane ignoro, cupit quidem, ut omnes sciunt, ab hæresi icono⚫
machica, ejusque acerrimo propugnatore,` quemadἀλλήλους· οὗ σωματικῶς, ἀλλὰ ψυχικῶς. Πάντας
γὰρ ὁ ἐχθρὸς ὑφ᾽ ἑνὶ τούτῳ δηλητηρίῳ, καὶ βασιλεῖς
καὶ ἀρχιερεῖς καὶ μοναχοὺς καὶ λαϊκοὺς ἀναιρεῖ· καὶ
τὸ ἐλεεινότερον, ἡδέως τοῦτο προσιεμένους πίνοντας
ὡς σωτήριον, καὶ οὐκ ολέθριον. Τὸ δὲ ὅπως, προϊών
ὁ λόγος δηλώσει. Οἴμοι! Τίς δώσει τῇ κεφαλῇ μου
ὕδωρ, καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς μου πηγὴν δακρύων
ὁ φησὶν ὁ θεῖος Ἱερεμίας· καὶ κλαύσομαι ἡμέρας
τε καὶ νυκτός, τὴν κατέχουσαν ἡμᾶς ἀνυπέρβλητον
συμφοράν. Τί δέ ἐστιν ὅ φημι; Τὸ τὰ τῷ Θεῷ προσο
αφορισθέντα παρὰ φιλοχρίστων βασιλέων, ἀρχιερέων,
ἀρχόντων, μοναχῶν, λαϊκῶν, δῶρον δίδοσθαι παρὰ
ἀνθρώπων ἀνθρώποις· ήγουν μοναστήρια, γηροκο
μεία, ξενώνας, καὶ τὰς αὐτοῖς διαφερούσας κτήσεις·
καὶ ταῦτα τῶν κτητόρων ἀραῖς φρικωδεστάταις &
ὑποβεβληκότων ἐν ταῖς αὐτῶν διατάξεσι, τοὺς κατα
δουλοῦντας αὐτά. Αὕτη δὲ ἡ παρανομία, ἢ κατὰ Θεοῦ
ἀδικία, ἢ οὐκ οἶδα ὅ τι χρὴ λέγειν διὰ τὴν ὑπερβο
λὴν τοῦ κακοῦ, ἤρξατο μὲν, ὡς πάντες ἴσασιν,
ἀπὸ
τῆς Εἰκονομαχικῆς αἱρέσεως, καὶ τοῦ διαπύρου
αὐτῆς προστάτου, ὡς δεδήλωται· τοῦ Κοπρωνύμου
φημί· διὰ τὴν πρὸς τοὺς μοναχούς, αὐτοῦ ἄσπονδον
ἀπέχθειαν· ἐσχόλαζε δὲ, τῆς ὀρθοδοξίας λαμψάσης.
modum declaratum est; Copronymo, inquam, propter ipsius contra monachos odium implacabile:
cessavit autem, postquam refulsit orthodoxa fides.
θ'. Εἶτα αὖθις τῇ τοῦ κακομηχάνου ἐχθρού
σκαιωρία, ὡς εἴρηται, τοῦ ἀεὶ σαίνοντος μὲν τῷ
χρηστῷ, τελευτῶντος δὲ εἰς πονηρὸν, ἀρχὴν ἔλαβεν,
ἐξ αἰτίας δῆθεν προνοητικῆς, τῶν κατὰ καιροὺς βα- ο
σιλέων καὶ πατριαρχῶν, τὰ καταλελυμένα ἢ και
ταλυόμενα τῶν μοναστηρίων καὶ πτωχείων, τοῖς
ἄρχουσι παρεχόντων· οὐ ἑωρεᾶς τρόπῳ, καὶ ἐπὶ
σωματικῷ κέρδει· ἀλλ' ἐπὶ φιλοκαλίᾳ, καὶ καλ-,
λιεργίᾳ, καὶ ψυχικῇ δῆθεν ὠφελείᾳ. Τοῦ χρόνου δὲ
προϊόντος, προσέμιξεν ὁ ἐχθρὸς εἰς τὸ πρᾶγμα, τὸν
18 Jerem. ΙΧ, 1.
IX. Iterum deinde malorum artificis inimici
fraude, ut dictum fuit, qui semper quidem adulatur blanditiis et ficta bonitate, desinit autem in
:nalum, initium sumpsit ex causa utique provida
imperatorum et patriarcharum illis temporibns
viventium, qui monasteria, atque domicilia in
quibus pauperes aluntur, destructa vel concidentia,
principibus viris tradiderunt, non in modum domi,
et ad corporale lucram; sed ad instaurationem
et ornatum, animæque profecto utilitatem. ProceJoan. Bapt. Cotelerii notæ.
Τις δώσει τῇ κεφαλῇ μου. Ab his Jeremia
verbis incipit homilia de siccitate, in Chrysostomo
Savilii, t. VII, p. 352. quæ est Theophanis Ceramei
sexagesima secunda.
Κτητόρων. Sunt κτήτορες possessores,
cives, municipes, domini fundorum et possessionum,
et proprie hic monasteriorum fundatores. Actorum v, 54: "Οσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν
ὑπῆρχον· Ωυοιquot enim possessores agrorum, aut
domorum erant. Anastasius, Hodegi cap. 8, pag.
456: Οὔτε πάλιν ἐὰν ἐρημωθῇ οὐσία κτήτορος, δύο
νασαι εἰπεῖν, ὅτι τὸ πρόσωπον [αὐτοῦ ἠρημώθη.
τὸ γὰρ πρόσωπον,] ὡς πολλάκις, etc. Uncis inclusa
necessario addi debent e ms. regio 1052. Pratum
spirituale, cap. 190: Κτήτορα όντα καὶ Σελευκείας
καὶ ᾿Αντιοχείας. Liberati cap. 20: Habens auten
consentaneus aliquantos ex clero, et possessores civitalis, et corporatos, et milites, et nobiles, et omnem
provinciam, permansit Gaianus in episcopatu dies
centum tres. Gregorius III De penitentibus, cap. 10:
Prohiberi placuit, ut cum rationes suas accipiunt
possessores, quidquid ad idolum datum fuerit accepto
non ferant. Ut Cassiodorum aliosque præteream. In
Jure Græco Romano, p. 426: Τοῖς ἐνδοξοτάτοις
καὶ λαμπροτάτοις κτήτορσι καὶ οἰκήτορσι τῆς 0:0
σώστου πόλεως. Vide cui Lexicographis Salmasium
PATROL. GR CXXXII.
adl flistoriam Augustam. Ita possessionis nomen,
cum passim, tum Epistola Nicolai papæ relata in
Chronico Viralunensi, p. 121: Nisi quia presbyteri
non specialiter Ecclesiæ, possessionis, aut martyrii
secundum sacras Scripturas ordinantur, sed in domibus laicorum constituuntur, cum sæcularibus con-.
versantur: ut jam non Dei, nec Ecclesiæ cujuslibet,
sed illius comitis, et illius ducis esse dicantur. Græci
κτήματα appellant. Versus finem actionis 6 synodi
Chalcedonensis, Δεσπότης του κτήματος, Domini
fundorum in fine Collationis Carthaginensis. Jam
vero Latinis fundator monasterii in concilio Arelatensi uti, Græcis est κτήτωρ, hodie κτήτωρας. Codice Cesaren 269, κτήτωρ τοῦ ἱεροῦ φροντιστης
ρίου. Apud Allatium, De utriusque Ecclesia consensione, col. 679, et dissert. 1, de libris ecclesiasticis
Græcorum, p. 12, κτήτωρ τῆς μονῆς. Proindle Gaze
Regiæ codex 1787, est liber quartus Collectionis
Ascetica Pauli monachi: Κτήτορος καὶ ἡγουμένου
μονῆς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Εὐεργέτιδος, vel
κτήτορος μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος. Atque inde κτη
τορικὸν δίκαιον, in Jure Græco Romano, ac in
Historia Pachymeris. Εt: Τυπικά κτητορικά, κτητι
ρων τυπικά, κτητοριτυπικά, notanda lettori Balsamonis, Blastaris, ac Juris niemorati.
col. 1131–1132page 33 of 44
PG 132:1131εξίαν· καὶ ἀφορμῆς εὐπροσώπου τῷ δοκεῖν, δραξάμενοι οἱ μεταγενέστεροι τῶν βασιλέων καὶ πατριαρχών, τὴν εἰρημένην τῶν πρὸ αὐτῶν οἰκονομικὴν δῆθεν ἔκδοσιν, ήρξαντο τελείας δωρεάς τρόπῳ θωρείσθαι καὶ τὰ συνιστάμενα τῶν μοναστηρίων καὶ πτωχείων. Εἶτα προϊόντος τοῦ χρόνου, καὶ τὰ μείζονα καὶ εὐπροσοδώτερα. Ο δὲ ἐν ἁγίοις Σισίννιος οὐ πρὸ πολλῶν τούτων χρόνων πατριάρχης γεγονός Κωνσταντινουπόλεως, μὴ φέρων ὁρᾶν τὴν τηλικαύτην παρανομίαν, διανέστη, ὥς τινες λέγουσι, καὶ αὐτὴν ἀπεκήρυξε, καίτοι οὔπω εἰς τοσαύτην ἀκρίτητα κακίας ἐλάσασαν. Οἱ δὲ μετ' αὐτὸν τούτου, ὡς μὴ ὤφελον, ἠλογηκότες, τὸ πονηρὸν, καὶ αὖθις ἀνενεώσαντο. "Οπερ καὶ κατ' ὀλίγον αὐξηθὲν, εἰς τὴν νῦν ὁρωμένην κατέληξε συμφοράν. Οὐκέτι γὰρ τόδε τὸ μοναστήριον, ἢ τόδε, ἀλλὰ πάντα ὁμοῦ δεδώρηνται, μικρά, μεγάλα, πτωχά, πλούσια, ἀν δρῷα, γυναικεία· πλὴν ὀλιγοστῶν καὶ τῶν νεοσυ στάτων εὐαριθμήτων κοινοβίων. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ ὅσον οὔπω τοῦτο πείσονται, τοῦ πονηροῦ ἔθους κρα τοῦντος· καθάπερ καὶ τὰ ὄντως κοινόβια τὰ ἀρχαῖα καὶ μέγιστα πεπόνθασι. Δεδώρηνται δὲ κοσμικοῖς καὶ ἀνδρογύνοις ἐνίοτε δὲ καὶ ἐθνικοῖς, καὶ ἐπὶ δυσί, φεῦ, προσώποις. Τίς νοῦς, ποῖα δὲ γλῶσσα, ἀξίως ἐκτραγῳδῆσαι ἰσχύσει τὸ πλῆθος τῶν ἐνουσῶν τῇ κακίᾳ ταύτῃ ἀνομιῶν; ὅμως κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκ πολλῶν ὀλίγα ὁ λόγος προϊών, ἀποδεῖξαι πειρά οἰκεῖον ιόν· φημὶ δὴ τὴν αἰσχροκέρδειαν καὶ πλεον σεται. ι'. Αὐτίκα γοῦν τὸ προοίμιον τῆς ψυχοφθόρου δι ρεᾶς, βλασφημίας ὑπάρχει ἀνάπλεων. Η βασιλεία μου, ἡ μετριότης ἡμῶν, δωρεῖταί σοι τῷ δεῖνι, τὴν δεῖνα μονήν· τυχὸν, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σω τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ τῆς ὑπεραγίας Δε σποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ή τινος τῶν ἁγίων· μετὰ πάντων τῶν δικαίων καὶ προνομίων αὐτῆς, καὶ τῶν ὑπ' αὐτὴν κτημάτων, ἀκινήτων τε καὶ λοιπῶν προσ όδων προσοδίων] αὐτῆς, ἐπὶ ὄρῳ ζωής σου ἐπὶ δυσὶ προσώποις. Ευφήμει, άνθρωπε· σύνες τί λέγεις, τί γράφεις· καὶ φρίξον· ὅτι ἄνθρωπος ὧν φθαρτὸς καὶ θνητὸς καὶ ἐφήμερος, τολμᾷς τὴν τὸ θεῖον καὶ φοβερὸν ὄνομα ἐπικεκλημένην μονὴν, ἢ τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τινος τῶν ἁγίων, ἀνθρώπῳ χαρίσασθαι. Πᾶς ὁ δωρούμενος, ὃ ἔχει δωρεῖται, οὐχ ὃ οὐκ ἔχει. Σὺ δὲ εἰ μὲν φῂς χαρίζειν ὃ ἔχεις, καὶ σὰ εἶναι τὰ τοῦ Θεοῦ νομίζεις, ὁμόθεον σαυτόν πεποίηκας, καὶ ὡς Θεὸς χαρίζῃ τὰ ἴδια, οἷς βούλει, καὶ καθὼς βούλει. Εἰ δὲ ὃ οὐκ ἔχεις, τί πράττεις λέξον. Οὐκ οἶδας τί εἰσι τὰ μοναστήρια; λιμένες Σισίννιος. 'Ανεγνώσθη δὲ καὶ τόμος τοῦ πατριάρχου ἐκείνου κυρίου Σισιννίου τὰ αὐτὰ διοριζόμενος Οἱ δὲ μετ' αὐτόν. Ανδρογύνοις. ἀνδρογύνοις 'Ανδρογύναιος
εξίαν· καὶ ἀφορμῆς εὐπροσώπου τῷ δοκεῖν, δραξάμενοι οἱ μεταγενέστεροι τῶν βασιλέων καὶ πατριαρχών,
τὴν εἰρημένην τῶν πρὸ αὐτῶν οἰκονομικὴν δῆθεν
ἔκδοσιν, ήρξαντο τελείας δωρεάς τρόπῳ θωρείσθαι
καὶ τὰ συνιστάμενα τῶν μοναστηρίων καὶ πτωχείων.
Εἶτα προϊόντος τοῦ χρόνου, καὶ τὰ μείζονα καὶ
εὐπροσοδώτερα. Ο δὲ ἐν ἁγίοις Σισίννιος οὐ
πρὸ πολλῶν τούτων χρόνων πατριάρχης γεγονός
Κωνσταντινουπόλεως, μὴ φέρων ὁρᾶν τὴν τηλικαύτην
παρανομίαν, διανέστη, ὥς τινες λέγουσι, καὶ αὐτὴν
ἀπεκήρυξε, καίτοι οὔπω εἰς τοσαύτην ἀκρίτητα
κακίας ἐλάσασαν. Οἱ δὲ μετ' αὐτὸν τούτου,
ὡς μὴ ὤφελον, ἠλογηκότες, τὸ πονηρὸν, καὶ αὖθις
ἀνενεώσαντο. "Οπερ καὶ κατ' ὀλίγον αὐξηθὲν, εἰς
τὴν νῦν ὁρωμένην κατέληξε συμφοράν. Οὐκέτι γὰρ
τόδε τὸ μοναστήριον, ἢ τόδε, ἀλλὰ πάντα ὁμοῦ
δεδώρηνται, μικρά, μεγάλα, πτωχά, πλούσια, ἀνδρῷα, γυναικεία· πλὴν ὀλιγοστῶν καὶ τῶν νεοσυ
στάτων εὐαριθμήτων κοινοβίων. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ
ὅσον οὔπω τοῦτο πείσονται, τοῦ πονηροῦ ἔθους κρα
τοῦντος· καθάπερ καὶ τὰ ὄντως κοινόβια τὰ ἀρχαῖα
καὶ μέγιστα πεπόνθασι. Δεδώρηνται δὲ κοσμικοῖς καὶ
ἀνδρογύνοις ἐνίοτε δὲ καὶ ἐθνικοῖς, καὶ ἐπὶ
δυσί, φεῦ, προσώποις. Τίς νοῦς, ποῖα δὲ γλῶσσα,
ἀξίως ἐκτραγῳδῆσαι ἰσχύσει τὸ πλῆθος τῶν ἐνουσῶν
τῇ κακίᾳ ταύτῃ ἀνομιῶν; ὅμως κατὰ τὸ δυνατὸν ἐκ
πολλῶν ὀλίγα ὁ λόγος προϊών, ἀποδεῖξαι πειράdente vero tempore, admiscuit inimicus negotio οἰκεῖον ιόν· φημὶ δὴ τὴν αἰσχροκέρδειαν καὶ πλεον
scum venenum: turpe lucrum dico et avaritiam:
atque occasionem quæ videbatur honesta amplexi
posteriores imperatores ac patriarchæ, memora -
tain prædecessorum suorum dispensatricem videlicet traditionem, cœperunt perfecti muneris modo
etiam monasteria et mendicorum domicilia in integritate consistentia donare. Postea processu
temporis, etiam majora, reditusque amplioris. At
sanctus Sisinnius, qui non ante multos bosce
annos patriarcha Constantinopolis fuit, cum ejusmodi iniquitatem videre non sustineret, exsurrexit, ut fertur a nonnullis, eamque proscripsit,
quamvis nondum ad tantum malitiæ excessun pervenisset. Qui autem illum subsecuti sunt, id (quod
fieri non debuit) aspernati, malum rursus renovarunt. Quod paulatim auctum, in hanc quæ nunc
cernitur desiit calamitatem. Jam enim non hoc
aut illud monasterium, sed omnia simul donata
sunt; parva, magna, paupertate laborantia, opibus
referta; virorum, mulierum: exceptis numero
perpaucis et recens structis cœnobiis. Verum hæc
quoque brevi idem patientur, obtinente prava consuetudine; quemadmodum passa sunt quæ revera
cœnobia sunt caque vetera et maxima. Donata
autem sunt sæcularibus viris, ac matrimonio copulatis; interdum vero etiam gentilibus; atque
unum, heu! duabus personis. Quæ mens, qualis
lingua poterit tragico ut decet more complecti
iniquitatum quæ buic nequitiæ insunt multitudinem? Attamen pro virili e multis pauca procedens sermo
indicare conabitur.
X. Statim ergo proœmium animabus exitiosæ
donationis, plenum est blasphemiæ. Imperium
aneum, mediocritas nostra, donat tibi tali, tale
monasterium; forsan, Domini et Dei et Servatoris
nostri Jesu Christi, aut sanctissimæ Dominæ nostræ Dei Genitricis, aut alicujus e sanctis; cum
omnibus juribus et privilegiis suis, possessionibusque ipsi subjectis, immobilibus, ac reliquis reditibus, ad terminum vitæ tuæ; vel in duabus perconis. Bona verba, o homo: cogita quid dicas, quid
scribas et horrore concutere quod qui es hono
corruptibilis, mortalis, brevis vilæ, audes mona-
„sterium appellatum divino terribilique nomine, aut
nomine supersanctæ Deiparæ, vel sanctorum cuiusdam, largiri homiui. Omnis qui donat, quod
habet donat, non quod non habet. Tu vero si
habes, et quæ Dei sunt
arbitraris esse tua, ipsum te facis etiam Deum,
et tanquam Deus largiris propria, quibus vis, et
prout vis. Sin autem quod non habes, quid facias
quidem largiri dicis quod
σεται.
ι'. Αὐτίκα γοῦν τὸ προοίμιον τῆς ψυχοφθόρου δι
ρεᾶς, βλασφημίας ὑπάρχει ἀνάπλεων. Η βασιλεία
μου, ἡ μετριότης ἡμῶν, δωρεῖταί σοι τῷ δεῖνι, τὴν
δεῖνα μονήν· τυχὸν, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σω
τῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἢ τῆς ὑπεραγίας Δε
σποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ή τινος τῶν ἁγίων· μετὰ
πάντων τῶν δικαίων καὶ προνομίων αὐτῆς, καὶ τῶν
ὑπ' αὐτὴν κτημάτων, ἀκινήτων τε καὶ λοιπῶν προσόδων [al. προσοδίων] αὐτῆς, ἐπὶ ὄρῳ ζωής σου·
ἐπὶ δυσὶ προσώποις. Ευφήμει, άνθρωπε· σύνες τί
λέγεις, τί γράφεις· καὶ φρίξον· ὅτι ἄνθρωπος ὧν
φθαρτὸς καὶ θνητὸς καὶ ἐφήμερος, τολμᾷς τὴν τὸ
θεῖον καὶ φοβερὸν ὄνομα ἐπικεκλημένην μονὴν, ἢ
τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ή τινος τῶν ἁγίων, ἀνθρώ
πῳ χαρίσασθαι. Πᾶς ὁ δωρούμενος, ὃ ἔχει δωρεῖται,
οὐχ ὃ οὐκ ἔχει. Σὺ δὲ εἰ μὲν φῂς χαρίζειν ὃ ἔχεις,
καὶ σὰ εἶναι τὰ τοῦ Θεοῦ νομίζεις, ὁμόθεον σαυτόν
πεποίηκας, καὶ ὡς Θεὸς χαρίζῃ τὰ ἴδια, οἷς βούλει,
καὶ καθὼς βούλει. Εἰ δὲ ὃ οὐκ ἔχεις, τί πράττεις
λέξον. Οὐκ οἶδας τί εἰσι τὰ μοναστήρια; λιμένες
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Σισίννιος. Balsamon ad canonem 13 synodi vn,
ubi ea de quæstione in utramque partem: 'Ανεγνώσθη
δὲ καὶ τόμος τοῦ πατριάρχου ἐκείνου κυρίου Σισιννίου
τὰ αὐτὰ διοριζόμενος· Lectus quoque est Patriarcha
illius domini” Sisinnii (secundi nimirum hoc nomine)
Tomus eadem decernens.
Οἱ δὲ μετ' αὐτόν. Occulte suggillat Sergium
Sisinni successorem, cujus Decretum habes in
Balsamonis citato loco, atque inde in Jure Græco
Romano.
Ανδρογύνοις. Quædam supra ad p. 104,
El vero cum in ἀνδρογύνοις intelligi etiam possint
eunuchi, effeminati, semiviri, masculofemine, ac
mulieres viris permistæ, malui de conjugibus interpretari. 'Ανδρογύναιος reperies dialogo tertio de
Trinitate apud Athanasium.
col. 1133–1134page 34 of 44
PG 132:1133πάντως τοὺς τὴν θάλασσαν τοῦ βίου πλέοντας ὑπο-? δεχόμενοι καὶ διασώζοντες. Ο γοῦν ταῦτα τοῖ; βιω τικοῖς χαριζόμενος, οὐδὲν ἄλλο ποιεῖ, ἢ τοὺς φραγμοὺς τῶν λιμένων περιελών, ᾠδοποίησε τῷ κλύδωνι τῆς θαλάσσης, τὴν εἰς τοὺς λιμένας εἴσο δον· καὶ οὐκέτι εἰσὶ λιμένες· καὶ γέγονεν οἰκουμενι τὸν τὸ ναυάγιον. ια΄. Οὐκ οἶδας τί ἐστι μοναστήριον; Πάντως, ἅγιος οἶκος ἐπ' ὀνόματι Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τυχὸν ἱδρυμέν νος, φέρων αὐτὸν ἐν τοῖς ἱεροῖς ἀδύτοις ἀνιστορημένον, καὶ τὰ θαύματα αὐτοῦ καὶ τὰ θεῖα παθήματα ἐν τῷ ναῷ παντί, βίβλοι ἱεραὶ καὶ θεῖα κειμήλια συνοδία ἁγία, δι' αὐτὸν, κόσμον, τὰ ἐν κόσμῳ τε καὶ ἑαυτὴν ἀπαρνησαμένη, καὶ αὐτῷ κολληθεῖσα καὶ προσανέχουσα, καὶ αὐτῷ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ᾄδουσα καὶ ψάλλουσα· καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ, κατὰ τὸν Ψαλμῳδὸν, ἅπαυστον λέγουσα δόξαν· καὶ μέσον αὐτῆς ἔχουσα τοῦτον ἀεὶ, κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην αὐτοῦ καὶ θείαν ὑπόσχεσιν· Οπου γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, φησὶν, ἐκεῖ εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρόσοδοι ἐπὶ τούτεις ἱεραὶ καὶ διάφοροι, πολυτρόπως συλλεγόμεναι, πρὸς σύστασιν καὶ διαμονὴν καὶ διοίκησιν τῶν εἰρημένων χρηματ τίζουσαι, αἱ παρὰ τῶν μακαρίων κτητόρων, εἰς τοῦ το ἀφιερωθεῖσαι. Ταῦτα τοίνυν πάντα τὰ ἱερά τε καὶ θεῖα μοναστήρια καὶ ὄντα καὶ λεγόμενο, οἱ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ τολμηρῶς ἀφαιρούμενοι, καὶ διὰ δωρεᾶ; ἀν θρώπῳ [αί. ἀνθρώπων] καταδουλοῦντες, τί ἁμαρτάνουσιν; ἱεροσυλίαν; οὐχί. Ο γὰρ ιερόσυλος, ἅπαξ ή τὸ πολὺ δὲς ἱερὰ συλῆσαι δυνηθεὶς, εἶτα κρατηθεὶς ἐκολάσθη καὶ ἐφυλακίσθη, καὶ πέπαυται τὸ κακόν ἐνταῦθα δὲ διηνεκὲς τὸ κακὸν, καὶ τὸ πλημμέλημα τῷ βίῳ παντὶ συμπαρεκτεινόμενον· καὶ οὐ μετὰ φόβου, καθάπερ ἐκεῖ, ὡς ἁμάρτημα δρώμενον, ἀλλὰ μετὰ παῤῥησίας διενεργούμενον ὡς ἀναμάρτητον. Τί οὖν κληθήσεται; πλεονεξία; οὔμενουν. Τὴν γὰρ πρὸς τοὺς ὁμοδούλους πλεονεξίαν, ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος εἰδωλολατρίαν ἐκάλεσεν· ὁ καὶ ἑρμηνεύων ὁ θεῖος Χρυσόστομος, πολλαχοῦ τε καὶ ἐν τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ λόγῳ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς, καὶ χεῖ ρον εἰδωλολατρίας απέδειξεν. Εἰ οὖν ἡ πρὸς τοὺς ἐμοδούλους πλεονεξία, ειδωλολατρία ἐστίν. Η πρὸς Θεὸν διαβαίνουσα, τί ἄλλο όνομασθήσεται, εἰ μὴ ἀσέβεια; Εἰ γὰρ ὁ ἔν τι τῶν θείων ἅπαξ κοινώσας ἢ καθυβρίσας, οἷον ἁγίαν εἰκόνα, ἢ ἱερὸν κειμήλιον, ἢ χρήματα ἱερὰ μερικώς νοσφισάμενος, θεοστυγής καὶ κατάκριτος, διὰ τὸ τὴν ὕβριν ἐπὶ τὸν Θεὸν δια βαίνειν, ὥσπερ καὶ τὴν τιμήν· καὶ βεβαιοῦσι τὸν λόγον, ἐν μὲν τῇ Παλαιᾷ, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ Αχαρ ἐκ τῶν τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένων ἅπαξ κεκλοφώς, καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ πανοικὶ καταλευσθείς ἐν δὲ τῇ Καινῇ, Ανανίας καὶ Σάπφειρα, ἐκ τῶν τῷ "Αχαρ.
DE MONASTERIUS LAICIS NON TRADENDIS.
πάντως τοὺς τὴν θάλασσαν τοῦ βίου πλέοντας ὑπο- dieito. Nonne scis quiduam sint monasteria?
δεχόμενοι καὶ διασώζοντες. Ο γοῦν ταῦτα τοῖ; βιωτικοῖς χαριζόμενος, οὐδὲν ἄλλο ποιεῖ, ἢ τοὺς
φραγμοὺς τῶν λιμένων περιελών, ᾠδοποίησε τῷ
κλύδωνι τῆς θαλάσσης, τὴν εἰς τοὺς λιμένας εἴσοδον· καὶ οὐκέτι εἰσὶ λιμένες· καὶ γέγονεν οἰκουμενιτὸν τὸ ναυάγιον.
Portus plane, qui in vitæ mari navigantes suipiunt et conservant. Qui ergo hac saecularibus lar.
gitur, nihil aliud agit, quam aggeribus portuum
sublatis, viam dare fluctibus maris, qua in portus
ingrediantur: unde non amplius portus sunt; contingitque universale naufragium.
XI. Nonne nosti quid sitmonasterium? Est plane
sancta donius in nomine forsan Christi Dei erecta,
gerens eum in sacris adytis depictum, ejusque
miracula et divinas perpessiones; in omni templo,
libri sacri, et divina pretiosaque supellex; sancta
societas hominum qui mundum, ea quæ in mundo
sunt, ipsosque se abnegaverunt propter Deum, eique adhærent, attendunt, die nocteque canunt ac
nunquam desinentem dicunt gloriam; eumque
in medio sui semper habent, juxta certissimam
divinamque ipsius proinissionem: Ubi enim sunt
duo vel tres congregati in nomine meo, iuquit, ibi
sum in medio eorum so. Ad lrec sacri variique reditus, multis modis collecti, ad prædictorum consistentiam, permansionem et administrationem
coacti, atque a beatis possessoribus ad hoc consecrati. Hæc ergo omnia sacra divinaque quæ sunt
dicunturque monasteria, qui a Deo auferunt confidenter, et homini per donum subjiciunt, quodnam
committunt peccatum? Sacrilegium? Nequaquam.
Sacrilegus enim postquam semel aut ad multum
bis sacra predari potuit, postea comprehensus in
carcerem missus est ac punitus, desiitque malum:
hic autem perpetuum est malum, et delictum per
totam vitam protensum; neque cum timore, quemadmodum illic, instar peccati perpetratum, sed
cum fiducia actum tanquam peccati immune. Quo
igitur nomine donabitur? Avaritia? Nullatenus.
Nam erga conservos avaritiam, divinus Apostolus
vocavit idolorum servitutem ". Quod interpretans
divinus Chrysostomus, multis in locis, et oratione
decima octava in Epistolam ad Ephesios, etiam
idololatria quid pejus esse demonstravit. Quod si
erga conservos avaritia, Idolorum servitus est:
quæ ad Deum pervenit, quid aliud dicetur, quanı
impietas? Nam si ille qui e rebus divinis quamια΄. Οὐκ οἶδας τί ἐστι μοναστήριον; Πάντως, ἅγιος
οἶκος ἐπ' ὀνόματι Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ τυχὸν ἱδρυμέν
νος, φέρων αὐτὸν ἐν τοῖς ἱεροῖς ἀδύτοις ἀνιστορη
μένον, καὶ τὰ θαύματα αὐτοῦ καὶ τὰ θεῖα παθήματα·
ἐν τῷ ναῷ παντί, βίβλοι ἱεραὶ καὶ θεῖα κειμήλια
συνοδία ἁγία, δι' αὐτὸν, κόσμον, τὰ ἐν κόσμῳ τε
καὶ ἑαυτὴν ἀπαρνησαμένη, καὶ αὐτῷ κολληθεῖσα
καὶ προσανέχουσα, καὶ αὐτῷ νυκτὸς καὶ ἡμέρας
ᾄδουσα καὶ ψάλλουσα· καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ, κατὰ psallunt; atque in templo ejus, juxta Psalmistam 1,
τὸν Ψαλμῳδὸν, ἅπαυστον λέγουσα δόξαν· καὶ μέσον
αὐτῆς ἔχουσα τοῦτον ἀεὶ, κατὰ τὴν ἀψευδεστάτην
αὐτοῦ καὶ θείαν ὑπόσχεσιν· Οπου γάρ εἰσι δύο ἢ
τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, φησὶν, ἐκεῖ
εἰμὶ ἐν μέσῳ αὐτῶν. Πρόσοδοι ἐπὶ τούτεις ἱεραὶ καὶ
διάφοροι, πολυτρόπως συλλεγόμεναι, πρὸς σύστασιν
καὶ διαμονὴν καὶ διοίκησιν τῶν εἰρημένων χρηματ
τίζουσαι, αἱ παρὰ τῶν μακαρίων κτητόρων, εἰς τοῦ
το ἀφιερωθεῖσαι. Ταῦτα τοίνυν πάντα τὰ ἱερά τε καὶ
θεῖα μοναστήρια καὶ ὄντα καὶ λεγόμενο, οἱ ἀπὸ τοῦ
Θεοῦ τολμηρῶς ἀφαιρούμενοι, καὶ διὰ δωρεᾶ; ἀνθρώπῳ [αί. ἀνθρώπων] καταδουλοῦντες, τί ἁμαρτά
νουσιν; ἱεροσυλίαν; οὐχί. Ο γὰρ ιερόσυλος, ἅπαξ ή
τὸ πολὺ δὲς ἱερὰ συλῆσαι δυνηθεὶς, εἶτα κρατηθεὶς
ἐκολάσθη καὶ ἐφυλακίσθη, καὶ πέπαυται τὸ κακόν
ἐνταῦθα δὲ διηνεκὲς τὸ κακὸν, καὶ τὸ πλημμέλημα
τῷ βίῳ παντὶ συμπαρεκτεινόμενον· καὶ οὐ μετὰ
φόβου, καθάπερ ἐκεῖ, ὡς ἁμάρτημα δρώμενον, ἀλλὰ
μετὰ παῤῥησίας διενεργούμενον ὡς ἀναμάρτητον.
Τί οὖν κληθήσεται; πλεονεξία; οὔμενουν. Τὴν γὰρ
πρὸς τοὺς ὁμοδούλους πλεονεξίαν, ὁ θεῖος ἀπόστολος
Παῦλος εἰδωλολατρίαν ἐκάλεσεν· ὁ καὶ ἑρμηνεύων ὁ
θεῖος Χρυσόστομος, πολλαχοῦ τε καὶ ἐν τῷ ὀκτωκαι
δεκάτῳ λόγῳ τῆς πρὸς Ἐφεσίους Επιστολῆς, καὶ χεῖ
ρον εἰδωλολατρίας απέδειξεν. Εἰ οὖν ἡ πρὸς τοὺς
ἐμοδούλους πλεονεξία, ειδωλολατρία ἐστίν. Η πρὸς
Θεὸν διαβαίνουσα, τί ἄλλο όνομασθήσεται, εἰ μὴ
ἀσέβεια; Εἰ γὰρ ὁ ἔν τι τῶν θείων ἅπαξ κοινώσας
ἢ καθυβρίσας, οἷον ἁγίαν εἰκόνα, ἢ ἱερὸν κειμήλιον, p piam semel profanaverit aut tractaverit contumeἢ χρήματα ἱερὰ μερικώς νοσφισάμενος, θεοστυγής
καὶ κατάκριτος, διὰ τὸ τὴν ὕβριν ἐπὶ τὸν Θεὸν διαβαίνειν, ὥσπερ καὶ τὴν τιμήν· καὶ βεβαιοῦσι τὸν
λόγον, ἐν μὲν τῇ Παλαιᾷ, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ
Αχαρ ἐκ τῶν τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένων ἅπαξ
κεκλοφώς, καὶ ὑπὸ τοῦ λαοῦ πανοικὶ καταλευσθείς·
ἐν δὲ τῇ Καινῇ, Ανανίας καὶ Σάπφειρα, ἐκ τῶν τῷ
"Psal. XXVIII, 9. * Matth.xvIII, 20. "Ephes. v, 5.
liose, verbi gratia sanctam imaginem, sacrum vas,
vel pecunias sacras ex parte rapuerit, Deo exosus
ac reus est, eo quod contumelia ad Deum transeat,
ut et honor: sermonemque confirmant, in Veteri
quidem Testamento, cum aliis etiam Achar, qui e
Deo dicatis semel furatus, a populo cum tota domo
lapidatus est; in Novo autem, Ananias et Saphira,
ss Josue vit, 1 seqq.
Joan. Bapt. Cotelerii notæ.
"Αχαρ. Nolabam ad Constitutiones apostolicas.
Nunc locum Chrysostomi hom. 25, in Epist. ad
Rom. conferri velim cum aliis, lib. De virginitate,
cap. 24, hom. 1, de verbis Isaia, hom. in secundum
Domini adventum; hom. 12, in Acta, 6, in Epist.
ad Ephesios; 8, ad Thessal. atque ex iis ad examen
revocari.
col. 1135–1136page 35 of 44
PG 132:1135Θεῷ ὑπὸ τούτων αὐτῶν ἀφιερωθέντων νοστισάμε νοι, καὶ τῷ θανάτῳ παραδοθέντες· μᾶλλον δὲ τῷ ἀκριβέστερον ἐξετάζοντι, οὐ τὰ τοῦ Θεοῦ ἐκεινοι δο κοῦσι νοσφίσασθαι, ἀλλὰ τῶν τότε Χριστιανῶν. Δε επίπρασκον γὰρ οἱ πλουσιώτεροι τὰς κτήσεις αὐτῶν, καὶ φέροντες τὰς τιμὰς, ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, καὶ ὑπ' αὐτῶν διεδίδοτο ἑκάστῳ τῶν Χριστιανῶν, καθότι ἄν τις χρείαν είχεν. Ομως καὶ τῷ Θεῷ, καὶ τῷ κορυφαίῳ τῶν ἀποστόλων, ὡς τὰ τοῦ Θεοῦ νοσφισάμενοι ἐνομίσθησαν· καὶ μάλα εἰκό τως· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ κατεκρίθησαν. Εἰ οὖν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν οἰκείων νοσφισάμενοι, οὕτως ἐκολάσθησαν οἱ τὰ παρ' ἑτέρων τῷ Θεῷ καὶ τοῖς αὐτῷ ἀνακειμέν νοις ἀφιερωθέντα, οὐ μόνον ἅπαξ νοσφισάμενοι, ἀλλὰ διὰ πάσης ζωῆς ἀδεῶς καὶ μετά πάσης παρρησίας κατεσθίοντες, τί πείσονται, αὐτοί τε καὶ οἱ ταῦτα τούτοις δωρούμενοι; Ποίας οὐκ ἄξιοι κατακρίσεως, οἱ πάντα ὁμοῦ κοινοῦντες καὶ καθυβρίζοντες διηνε χῶς καὶ νοσφιζόμενοι, καὶ οὐκ εἰς ἓν μοναστήριον, ἢ δύο, ἢ δέκα, ἢ ἑκατὸν, τὴν παροινίαν ἐνδεικνύμενοι, ἀλλ' εἰς ἅπαντα; καὶ εἰ ὁ μίαν πιστοῦ ψυχὴν σκανδαλίσας, συμφέρει αὐτῷ, κατὰ τὴν θείαν φωνὴν, μύλον ὀνικὸν κρεμασθῆναι εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ, καὶ καταποντισθῆναι ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης ὁποίας οὐκ ἄξιος κατακρίσεως, ὁ τὰ ἄπει να πλήθη τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν, οὐ μόνον ἀεὶ σκανδαλίζων, ἀλλὰ τελείως ἀπολλύς· ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐπιβιβάζων, καὶ καταδουλῶν αὐτοῖς [αί. τούτοις], αὐτούς τε καὶ ἅπαντα τὰ αὐτῶν; ιβ'. Τὸ δὲ πάντων χείριστον, αὐτὸν τὴν τῆς ἐκε κλησιαστικῆς εὐταξίας θεσμοθεσίαν καινοτομεί και συγχέει ή μανία αὕτη. Εκείνη γάρ, ὡς ἄνωθεν εἰ ρηται, μετὰ τὰς τῆς ἱερωσύνης θείας τάξεις τε καὶ τελειώσεις, εὐθὺς τὴν τῶν μοναχῶν ἐνέταξε τελείωσιν τε καὶ τάξιν· ἔπειτα τὴν τοῦ πιστοτάτου λαού. Αὕτη δὲ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συνταράσσουσα, ἐπεβίβασε τοῖς μοναχοῖς τοὺς λαϊκούς· τοῖς δὲ λαϊκοῖς ὑπέταξε τοὺς μοναχούς. Οτι δὲ σῶμα Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία αὐτοῦ ἐστὶ, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ἴδιον αἷμα ἐξέχεεν, οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Τῷ δὲ Ἐκκλησίαν Θεοῦ σκανδαλίσαντι, οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα, κατὰ τὸν Θεο φόρον Ἰγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς συγχώρησιν ιγ'. Εἰ δὲ λέγοιεν, ἐπὶ συστάσει καὶ διαμονή δω ρεῖσθαι τὰ μοναστήρια· αὐτίκα βοῶσι λαμπρᾷ τῇ φωνῇ, τὰ ὑπὸ τῶν χαριστικαρίων καταλυθέντα· καὶ τούτων οὐκ ὀλίγα, εἰς προάστεια μεταποιηθέντα. Κατὰ τὸν Θεοφόρον Ιγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς συγχώρησιν. 'Ανὴρ δέ τις ἅγιος, εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρὸν, πλὴν ἀλλ' ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δὲ τοῦτό ἐστιν; Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τὴν ἁμαρτίαν;
ex iis qua ipsimet Deo consecrarerant sulfurali, Θεῷ ὑπὸ τούτων αὐτῶν ἀφιερωθέντων νοστισάμε
ac morti traditi s. Quinimo si diligenter perpendas, non quæ Dei erant videntur illi suffurati, sed
quæ ad Christianos illius temporis pertinebant.
Qui enim ditiores crant, vendebant possessiones
suas, et prelia afferentes, ponebant ad pedes apostolorum; a quibus dividebatur singulis Christianis, prout cuique opus erat”. Verumtamen et Deo
et apostolorum principi, ut Dei bonorum fraudatores habiti sunt; idque merito: ob hoc quippe
etiam condemnati sunt. Si ergo illi qui de propriis fraudaverant, puniti sunt hunc in modum;
qui ab aliis Deo ipsique devotis hominibus consecrata, non semel tantum sibi seponunt, sed per
totam vitam intrepide et cum omni confidentia
comedunt, quidnam patientur, cum ipsi, tum qui
ea illis donavere? Quali non digni sunt condemnatione, qui omnia simul profanant, contumelia
afficiunt jugiter, ac suffurantur; nec in unum
monasterium, vel duo, vel decem, vel centum,
petulantiam exhibent, sed in cuncta? Tum si ei
qui unam fidelis animam scandalizaverit, expedit,
secundum Dei vocem ", ut mola asinaria suspenalatur in collo ejus, et demergatur in profundum
maris; quod non meretur supplicium, qui innumeram monachorum monialiumque multitudinem,
non modo scandalizat semper, sed perdit plene;
homines super capita eorum inducens, eosdemque
eorumque cuneta illis tradens in servitutem?
XII. Quodque omnium pessimum est ipsam ecclesiasticæ disciplinæ legislationem innovat confunditque hæc vesania. Illa enim, ut supra dictum
luit, post sacerdotii divinas constitutiones et consecrationes, statim monachorum collocavit consecrationem ac institutionem; indeque fidelissimi
populi. Hæc vero, conturbando Ecclesia corpus,
monachis superposuit laicos, laicis subjecit monachos. Porro Ecclesian Christi, corpus ejus esse,
illumque pro ea suum effudisse sanguinem, nemo
nescit. Ei autem qui Ecclesiam Dei offenderit, neque martyrii sanguis, juxta Theophorum Ignatium, ad veniam sufficit.
νοι, καὶ τῷ θανάτῳ παραδοθέντες· μᾶλλον δὲ τῷ
ἀκριβέστερον ἐξετάζοντι, οὐ τὰ τοῦ Θεοῦ ἐκεινοι δοκοῦσι νοσφίσασθαι, ἀλλὰ τῶν τότε Χριστιανῶν. Δε
επίπρασκον γὰρ οἱ πλουσιώτεροι τὰς κτήσεις αὐτῶν,
καὶ φέροντες τὰς τιμὰς, ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας
τῶν ἀποστόλων, καὶ ὑπ' αὐτῶν διεδίδοτο ἑκάστῳ τῶν
Χριστιανῶν, καθότι ἄν τις χρείαν είχεν. Ομως καὶ
τῷ Θεῷ, καὶ τῷ κορυφαίῳ τῶν ἀποστόλων, ὡς τὰ
τοῦ Θεοῦ νοσφισάμενοι ἐνομίσθησαν· καὶ μάλα εἰκό
τως· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ κατεκρίθησαν. Εἰ οὖν ἐκεῖνοι
ἐκ τῶν οἰκείων νοσφισάμενοι, οὕτως ἐκολάσθησαν·
οἱ τὰ παρ' ἑτέρων τῷ Θεῷ καὶ τοῖς αὐτῷ ἀνακειμέν
νοις ἀφιερωθέντα, οὐ μόνον ἅπαξ νοσφισάμενοι, ἀλλὰ
διὰ πάσης ζωῆς ἀδεῶς καὶ μετά πάσης παρρησίας
κατεσθίοντες, τί πείσονται, αὐτοί τε καὶ οἱ ταῦτα
τούτοις δωρούμενοι; Ποίας οὐκ ἄξιοι κατακρίσεως,
οἱ πάντα ὁμοῦ κοινοῦντες καὶ καθυβρίζοντες διηνε
χῶς καὶ νοσφιζόμενοι, καὶ οὐκ εἰς ἓν μοναστήριον,
ἢ δύο, ἢ δέκα, ἢ ἑκατὸν, τὴν παροινίαν ἐνδεικνύμε
νοι, ἀλλ' εἰς ἅπαντα; καὶ εἰ ὁ μίαν πιστοῦ ψυχὴν
σκανδαλίσας, συμφέρει αὐτῷ, κατὰ τὴν θείαν φωνὴν,
μύλον ὀνικὸν κρεμασθῆναι εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ,
καὶ καταποντισθῆναι ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης
ὁποίας οὐκ ἄξιος κατακρίσεως, ὁ τὰ ἄπει να πλήθη
τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν, οὐ μόνον ἀεὶ σκαν
δαλίζων, ἀλλὰ τελείως ἀπολλύς· ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς
κεφαλὰς αὐτῶν ἐπιβιβάζων, καὶ καταδουλῶν αὐτοῖς
[αί. τούτοις], αὐτούς τε καὶ ἅπαντα τὰ αὐτῶν;
ιβ'. Τὸ δὲ πάντων χείριστον, αὐτὸν τὴν τῆς ἐκε
κλησιαστικῆς εὐταξίας θεσμοθεσίαν καινοτομεί και
συγχέει ή μανία αὕτη. Εκείνη γάρ, ὡς ἄνωθεν εἰ
ρηται, μετὰ τὰς τῆς ἱερωσύνης θείας τάξεις τε καὶ
τελειώσεις, εὐθὺς τὴν τῶν μοναχῶν ἐνέταξε τελείω
σίν τε καὶ τάξιν· ἔπειτα τὴν τοῦ πιστοτάτου λαού.
Αὕτη δὲ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συνταράσσουσα,
ἐπεβίβασε τοῖς μοναχοῖς τοὺς λαϊκούς· τοῖς δὲ λαϊκοῖς
ὑπέταξε τοὺς μοναχούς. Οτι δὲ σῶμα Χριστοῦ ἡ
· Ἐκκλησία αὐτοῦ ἐστὶ, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ἴδιον αἷμα
ἐξέχεεν, οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Τῷ δὲ Ἐκκλησίαν Θεοῦ
σκανδαλίσαντι, οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα, κατὰ τὸν Θεοφόρον Ἰγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς συγχώρησιν
xii. Sin autem dixerint, ut consistant integra- ιγ'. Εἰ δὲ λέγοιεν, ἐπὶ συστάσει καὶ διαμονή δω -
que permaneant dari monasteria, illico clara voce ρεῖσθαι τὰ μοναστήρια· αὐτίκα βοῶσι λαμπρᾷ τῇ
proclamant quæ a charisticariis seu præbendariis et φωνῇ, τὰ ὑπὸ τῶν χαριστικαρίων καταλυθέντα· καὶ
beneficiariis destructa sunt, eorumque non pauca τούτων οὐκ ὀλίγα, εἰς προάστεια μεταποιηθέντα.
ss Acl. v,
1 seqq.
* Act. 1v, 34, 35, 25 Matth. xviii, 6.
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Κατὰ τὸν Θεοφόρον Ιγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς
συγχώρησιν. Nihil tale legitur in epistolis S. Ignatii.
Sed a Chrysostomo hom. 11, in Epist. ad Ephes.,
ubi contra schisma disserit, similia proferuntur
tanquam viri cujusdam sancti, cujus nomen non
apponitur. 'Ανὴρ δέ τις ἅγιος, inquit beatus doctor,
εἶπέ τι δοκοῦν εἶναι τολμηρὸν, πλὴν ἀλλ' ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δὲ τοῦτό ἐστιν; Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα
ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τὴν ἁμαρτίαν; Dixi
autem vir quidam sanctus quiddam quod magnam
præ se fert audaciam; sed tamen est elocutus. Quid
hoc est autem? Dixit ne sanguinem quidem martyrii
posse delere hoc peccatum. Quibus satis respondent
ista S. Cypriani, De unitate Ecclesiæ: Tales (qui extra
Christi Ecclesiam colliguntur) etiamsi occisi in confessione nominis fuerint, macula ista nec sanguine
abluitur. Inexpiabilis et gravis culpa discordiæ, nec
passione purgatur. Esse martyr non potest, qui in
Ecclesia non est.
Impia martyribus odia reputantur in ignem:
Distruitur martyr cujus est confessio talis:
Expiari malum nec sanguine fuso docetur.
Commodianus, instruct. 47: Loca S. Augustini
missa facio.
col. 1137–1138page 36 of 44
PG 132:1137Συσταθὲν δὲ καὶ ἀνακαινισθὲν παρὰ χαριστικα ρίου μοναστήριον, οὐκ ἴσμεν εἰ εὑρεθήσεται ἀλλὰ καὶ εἰ εὑρεθήσεται, παρανομίας δῶρον Θεὸς οὐ προσίετα:. Τέως σήμερον, τὰ ἐλεύθερα θάλλουσι καὶ ἐπιδιδόασι· τὰ δὲ δοῦλα, καταλύονται. Σὺ δὲ ὅμοιόν τι λέγεις, τῷ διατεινομένῳ τὴν διηνεκή δουλείαν κρείττονα εἶναι τῆς ἐλευθερίας. Ὅτι δὲ οὐκ ἐπὶ συν στάσει καὶ διαμονῇ ταῦτα δωροῦνται, δῆλον ἐκεῖθεν. Οὐ γὰρ τὰ καταλελυμένα δωροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον τὰ συνιστάμενα, καὶ εὐθαλῆ τὴν πρόσοδον ἔχοντα. Καὶ ἡ ταῖς ἐνίαις δὲ τῶν δωρεῶν προσκειμένη προκειμένη] χάρις δηλοῖ τοῦτο σαφέστερον, ἐν οἷς φησὶ τὰς μετὰ τὴν τυπικὴν τῆς μονῆς ἔξοδον περιτο τευούσας προσόδους, ἀποκερδαίνειν ἀλογοπραγήτως τὸν χαριστικάριον. Εἰ δὲ πάλιν λέγει [αι. λέγοιεν], ὅτι διὰ τὸ ἐξκουσσεύεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπηρειῶν τοῦτο πράττουσιν, ἀκουέτωσαν· τὸ ἐπηρεάζειν ἢ μὴ ἐπε τρεάζειν, τῆς ὑμῶν ἐξουσίας ἐστί· παύσατε τοὺς ἐπηρεαστάς, καὶ ἐξκουσσάτων ἐξκουσσάτορος] χρεία οὐκ ἔστιν. Ὁ γὰρ ταῦτα λέγων ἔοικεν ἄρα χοντι, ἐλεύθερον πένητα διὰ τῶν αὐτοῦ ὑπηρετῶν ξενοπροσώπως επηρεάζοντι, εἶτα εἰς ἔλεον δῆθεν τοῦ πένητος κινηθέντι, καὶ προστάξαντι, μετὰ πάντων τῶν προσόντων αὐτῷ, καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ ἀφελέσθαι, καὶ δοῦλον εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρου· ἵνα μὴ ἐπηρεάζηται, φησί. Σκήψις ταῦτα καὶ πρόφασις, καὶ τῆς αἰσχροκερδείας ἐπικαλύμματα. Ποία εὐαγγελικὴ καὶ θεία φωνὴ ἐνετείλατο, ποία ἀποστολική παρ αίνεσις διετάξατο, ποία πατρικὴ καὶ κονονικὴ παρά δοσις ὥρισε, ποία πολιτική νομοθεσία ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἐθέσπισε, ναὸν ἅγιον, καὶ μοναστήριον δε ρεῖσθαί τινι; οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰδωλικόν τινα ναόν ποτέ τινι δωρησάμενοι. Το γοῦν παρὰ ταῦτα γινόμενον, τίς ἂν λογισμοῦ Κύριος, ἀγαθὸν καλέσῃ ἢ συμφέρον, ἢ οἰκονομίαν, ἢ προ μήθειαν, ἡ ὠφέλειαν καὶ σύστασιν· ἀλλ᾽ οὐχὶ μᾶλλον παράβασιν καὶ παρακοὴν, καὶ παρανομίαν ἐσχάτην καὶ ὀλεθρίαν; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ τῷ ἐπιγείῳ ἀντά ρας βασιλεῖ, καὶ τὰ προσήκοντα αὐτῷ χρήματα καὶ κτήματα σφετερισάμενος, έπειτα δὲ καὶ αὐτοῦ στρατοπέδου [στρατόπεδον] δυνηθεὶς ἀποστῆσαι, καὶ ὑφ᾽ ἑαυτὸν ποιήσασθαι, οὐκέτι ἐστὶ δοῦλος πάντως ἢ φίλος τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἐχθρὸς καὶ πολέμιος· ὁ τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν ἀνατεθειμένα θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα, οἷα δ' ἂν καὶ εἶεν, κοινῶν καὶ σφετεριζόμενος καὶ ἄλλοις δω ρούμενος, ἔτι δὲ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ στρα τόπεδον· φημὶ δὴ, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν οὐ μόνον διὰ τῆς τῶν ἀναγκαίων ενδείας πιέζων καὶ στεναχωρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δωρεᾶς ἀνθρώποις κατα δουλῶν, καὶ ὅσον τὸ ἐπ' αὐτὸν ἀφιστάνων αὐτοὺς τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως, πῶς δύναται εἶναι ἢ λέγεσθαι ἡ Χαριστικαρίων.
Συσταθὲν δὲ καὶ ἀνακαινισθὲν παρὰ χαριστικα- mulata in suburbia. Coustabilitum vero ac instauρίου μοναστήριον, οὐκ ἴσμεν εἰ εὑρεθήσεται·
ἀλλὰ καὶ εἰ εὑρεθήσεται, παρανομίας δῶρον Θεὸς οὐ
προσίετα:. Τέως σήμερον, τὰ ἐλεύθερα θάλλουσι καὶ
ἐπιδιδόασι· τὰ δὲ δοῦλα, καταλύονται. Σὺ δὲ ὅμοιόν
τι λέγεις, τῷ διατεινομένῳ τὴν διηνεκή δουλείαν
κρείττονα εἶναι τῆς ἐλευθερίας. Ὅτι δὲ οὐκ ἐπὶ συν
στάσει καὶ διαμονῇ ταῦτα δωροῦνται, δῆλον ἐκεῖθεν.
Οὐ γὰρ τὰ καταλελυμένα δωροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον
τὰ συνιστάμενα, καὶ εὐθαλῆ τὴν πρόσοδον ἔχοντα.
Καὶ ἡ ταῖς ἐνίαις δὲ τῶν δωρεῶν προσκειμένη [al.
προκειμένη] χάρις δηλοῖ τοῦτο σαφέστερον, ἐν οἷς
φησὶ τὰς μετὰ τὴν τυπικὴν τῆς μονῆς ἔξοδον περιτο
τευούσας προσόδους, ἀποκερδαίνειν ἀλογοπραγήτως
τὸν χαριστικάριον. Εἰ δὲ πάλιν λέγει [αι. λέγοιεν],
ὅτι διὰ τὸ ἐξκουσσεύεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπηρειῶν τοῦτο
πράττουσιν, ἀκουέτωσαν· τὸ ἐπηρεάζειν ἢ μὴ ἐπε
τρεάζειν, τῆς ὑμῶν ἐξουσίας ἐστί· παύσατε τοὺς
ἐπηρεαστάς, καὶ ἐξκουσσάτων [al. ἐξκουσσάτορος]
χρεία οὐκ ἔστιν. Ὁ γὰρ ταῦτα λέγων ἔοικεν ἄρα
χοντι, ἐλεύθερον πένητα διὰ τῶν αὐτοῦ ὑπηρετῶν
ξενοπροσώπως επηρεάζοντι, εἶτα εἰς ἔλεον δῆθεν τοῦ
πένητος κινηθέντι, καὶ προστάξαντι, μετὰ πάντων
τῶν προσόντων αὐτῷ, καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ
ἀφελέσθαι, καὶ δοῦλον εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρου· ἵνα μὴ
ἐπηρεάζηται, φησί. Σκήψις ταῦτα καὶ πρόφασις, καὶ
τῆς αἰσχροκερδείας ἐπικαλύμματα. Ποία εὐαγγελι
κὴ καὶ θεία φωνὴ ἐνετείλατο, ποία ἀποστολική παρ
αίνεσις διετάξατο, ποία πατρικὴ καὶ κονονικὴ παράδοσις ὥρισε, ποία πολιτική νομοθεσία ἀπὸ τοῦ
αἰῶνος ἐθέσπισε, ναὸν ἅγιον, καὶ μοναστήριον δε
ρεῖσθαί τινι; οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰδωλικόν τινα ναόν ποτέ τινι δωρησάμενοι. Το
γοῦν παρὰ ταῦτα γινόμενον, τίς ἂν λογισμοῦ Κύριος,
ἀγαθὸν καλέσῃ ἢ συμφέρον, ἢ οἰκονομίαν, ἢ προ
μήθειαν, ἡ ὠφέλειαν καὶ σύστασιν· ἀλλ᾽ οὐχὶ μᾶλλον
παράβασιν καὶ παρακοὴν, καὶ παρανομίαν ἐσχάτην
καὶ ὀλεθρίαν; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ τῷ ἐπιγείῳ ἀντάρας βασιλεῖ, καὶ τὰ προσήκοντα αὐτῷ χρήματα καὶ
κτήματα σφετερισάμενος, έπειτα δὲ καὶ αὐτοῦ
στρατοπέδου [στρατόπεδον] δυνηθεὶς ἀποστῆσαι, καὶ
ὑφ᾽ ἑαυτὸν ποιήσασθαι, οὐκέτι ἐστὶ δοῦλος πάντως
ἢ φίλος τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἐχθρὸς καὶ πολέμιος· ὁ
τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν
ἀνατεθειμένα θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα, οἷα δ' ἂν
καὶ εἶεν, κοινῶν καὶ σφετεριζόμενος καὶ ἄλλοις δωρούμενος, ἔτι δὲ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ στρα
τόπεδον· φημὶ δὴ, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν·
οὐ μόνον διὰ τῆς τῶν ἀναγκαίων ενδείας πιέζων καὶ
στεναχωρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δωρεᾶς ἀνθρώποις καταδουλῶν, καὶ ὅσον τὸ ἐπ' αὐτὸν ἀφιστάνων αὐτοὺς τοῦ
ἐπουρανίου βασιλέως, πῶς δύναται εἶναι ἢ λέγεσθαι
ratum a charisticario monasterium, an inveniri
queat ignoramus: sed licet inveniretur, iniquitatis
donum non admittit Deus. Verum hodie, quæ libera sunt, ea forent, et capiunt incrementum;
quæ serva, evertuntur. Τu vero simile quid prefers ei, qui contenderet perpetuam servitutem libertate potiorem esse. Quod porro non ad stabilimentum et perseverantiam illa dentur, hine
constat. Non enim jam dissoluta donantur, sed
potius stantia, atque refitum habentia uberem.
Necnon quibusdam donationum addita gratia remu
apertius declarat, cum dicitur, ut reditus post
regularem monasterii expensam residuos, clari
stilarius obtinent absque ratiomun redditione. Si
vero rursus dixerint, se id agere, ut a vexationibus immunitas præstetur, audiant responsionem:
Vexare aut non vexare, in vestra potestate est:
comprimile vexatores, nec erit opus immunitatibus. Nam qui hæc loquitur, similis est prasidi,
qui liberum pauperem per ministros suos quasi
sub alia persona vexaret, deinde ad misericordiam,
scilicet, pauperis motus esset, jussissetque cum
omnibus ejus facultatibus, etiam libertatem auferri,.
et pro libero servum illum fieri; ne vexetur,
diceret: Fictio ista sunt, et praetextus, turpisquc.
lucri velamina. Quænam evangelica divinaque vox
mandavit, quodnam apostolorum monitum constituit, qualisnam Patrum et canonum traditio definivit, quæ civilis lex a sæculo sanxit, ut templum
sanctum et monasterium cuipiam concedatur? Neque enim vel ipsi gentiles reperiuntur unquam
idoli templum alicui tradidisse. Quod igitur contra
hæc fit, quis mente praeditus bonum appellaverit,
aut commodum, dispensationem, providentiam, utilitatem, et commodationem; ac non potius transgressionem, inobedientiam, iniquitatem extremaml
ac perniciosissimam? Effare mihi: si is qui adversus terrenum imperatorem rebellavit, pecunias
possessionesque ad eum pertinentes vindicavit sibi,
deinde exercitum ejus potuit avertere sibique conciliare, non omnino amplius est imperatoris servus
vel amicus, sed inimicus et hostis; qui cœlesti
ἡ imperatori Christo Deo nostro dedicatas divinas
sacrasque res, qualescunque ille sunt, profanat,
intervertit, donat aliis, prætereaque divinum sacrumque ejus exercitum (monachos et moniales
intelligo) non solum per rerum necessariarum
indigentiam premit et angustat, sed etiam per
donum hominibus in servitutem tradit, quantuinque
in se est avocat a cœlesti imperatore, qua ratione
esse aut dici potest christianus? Sic ergo inimicus
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Χαριστικαρίων. Charisticarii, et charisticariæ, infra: quibus in beneficium et gratiam trade-
- bantur ac præbebantur monasteria; laicis loca sacra; beneficiarii, præbendarii. Vide tum Glossarium
Joannis Meursii, tum Palsamonem ad canonem 19
via synodi, et Jus Graeco-Romanum p. 142, 254.
Latinis abhaconites, ablicomites; abbates laici,
abbates milites, et abbatiani appellantur. In concilio
Meldensi, Antichristi et apocryphi rectores. Beda,
De laicis, non monachi sed abbates. Egberto, abbates siue ordine. Aliis aliter.
Θεῷ ὑπὸ τούτων αὐτῶν ἀφιερωθέντων νοσ ισάμε νοι, καὶ τῷ θανάτῳ παραδοθέντες· μᾶλλον δὲ τῷ ἀκριβέστερον ἐξετάζοντι, οὐ τὰ τοῦ Θεοῦ ἐκεινοι δο κοῦσι νοσφίσασθαι, ἀλλὰ τῶν τότε Χριστιανῶν. Δι επίπρασκον γὰρ οἱ πλουσιώτεροι τὰς κτήσεις αὐτῶν, καὶ φέροντες τὰς τιμὰς, ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, καὶ ὑπ' αὐτῶν διεδίδοτο ἑκάστῳ τῶν Χριστιανῶν, καθότι ἄν τις χρείαν είχεν. Όμως καὶ τῷ Θεῷ, καὶ τῷ κορυφαίῳ τῶν ἀποστόλων, ὡς τὰ τοῦ Θεοῦ νοσφισάμενοι ἐνομίσθησαν· καὶ μάλα εἰκό τως· διὰ γὰρ τοῦτο καὶ κατεκρίθησαν. Εἰ οὖν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν οἰκείων νοσφισάμενοι, οὕτως ἐκολάσθησαν οἱ τὰ παρ' ἑτέρων τῷ Θεῷ καὶ τοῖς αὐτῷ ἀνακειμένοις ἀφιερωθέντα, οὐ μόνον ἅπαξ νοσφισάμενοι, ἀλλὰ διὰ πάσης ζωῆς ἀδεῶς καὶ μετὰ πάσης παρρησίας κατεσθίοντες, τί πείσονται, αὐτοί τε καὶ οἱ ταῦτα τούτοις δωρούμενοι; Ποίας οὐκ ἄξιοι κατακρίσεως, οἱ πάντα ὁμοῦ κοινοῦντες καὶ καθυβρίζοντες διηνε χῶς καὶ νοσφιζόμενοι, καὶ οὐκ εἰς ἓν μοναστήριον, ἢ δύο, ἢ δέκα, ἢ ἑκατὸν, τὴν παροινίαν ἐνδεικνύμενοι, ἀλλ' εἰς ἅπαντα; καὶ εἰ ὁ μίαν πιστοῦ ψυχὴν σκανδαλίσας, συμφέρει αὐτῷ, κατὰ τὴν θείαν φωνήν, μύλον ὀνικὸν κρεμασθῆναι εἰς τὸν τράχηλον αὐτοῦ, καὶ καταποντισθῆναι ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης ὁποίας οὐκ ἄξιος κατακρίσεως, ὁ τὰ ἄπειρα πλήθη τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν, οὐ μόνον ἀεὶ σκανδαλίζων, ἀλλὰ τελείως ἀπολλύς· ἀνθρώπους ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐπιβιβάζων, καὶ καταδουλῶν αὐτοῖς [αί. τούτοις], αὐτούς τε καὶ ἅπαντα τὰ αὐτῶν; ιβ'. Τὸ δὲ πάντων χείριστον, αὐτὸν τὴν τῆς ἐκ κλησιαστικῆς εὐταξίας θεσμοθεσίαν καινοτομεῖ καὶ συγχέει ἡ μανία αὕτη. Εκείνη γὰρ, ὡς ἄνωθεν εξ ρηται, μετὰ τὰς τῆς ἱερωσύνης θείας τάξεις τε καὶ τελειώσεις, εὐθὺς τὴν τῶν μοναχῶν ἐνέταξε τελείωσιν τε καὶ τάξιν· ἔπειτα τὴν τοῦ πιστοτάτου λαού. Αὕτη δὲ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συνταράσσουσα, ἐπεβίβασε τοῖς μοναχοῖς τοὺς λαϊκούς· τοῖς δὲ λαϊκεῖς ὑπέταξε τους μοναχούς. "Οτι δὲ σῶμα Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία αὐτοῦ ἐστὶ, καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τὸ ἴδιον αἷμα ἐξέχεεν, οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Τῷ δὲ Ἐκκλησίαν Θεοῦ σκανδαλίσαντι, οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα, κατὰ τὸν Θεο φόρον Ἰγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς συγχώρησιν ιγ'. Εἰ δὲ λέγοιεν, ἐπὶ συστάσει καὶ διαμονή δω ρεῖσθαι τὰ μοναστήρια· αὐτίκα βοῶσι λαμπρᾷ τῇ φωνῇ, τὰ ὑπὸ τῶν χαριστικαρίων καταλυθέντα· καὶ τούτων οὐκ ὀλίγα, εἰς προάστεια μεταποιηθέντα. Κατὰ τὸν Θεοφόρον Ιγνάτιον, ἀρκεῖ εἰς συγχώρησιν. ᾿Ανὴρ δέ τις ἅγιος, εἶπέ τι δοκοῦν είναι τολμηρὸν, πλὴν ἀλλ᾽ ὅμως ἐφθέγξατο. Τί δὲ τοῦτό ἐστιν; Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην δύνασθαι ἐξαλείφειν τὴν ἁμαρτίαν;
Συσταθὲν δὲ καὶ ἀνακαινισθὲν παρὰ χαριστικα- mulata in suburbia. Coustabilitum vero ac instauρίου μοναστήριον, οὐκ ἴσμεν εἰ εὑρεθήσεται·
ἀλλὰ καὶ εἰ εὑρεθήσεται, παρανομίας δῶρον Θεὸς οὐ
προσίετα:. Τέως σήμερον, τὰ ἐλεύθερα θάλλουσι καὶ
ἐπιδιδόασι· τὰ δὲ δοῦλα, καταλύονται. Σὺ δὲ ὅμοιόν
τι λέγεις, τῷ διατεινομένῳ τὴν διηνεκή δουλείαν
κρείττονα εἶναι τῆς ἐλευθερίας. Ὅτι δὲ οὐκ ἐπὶ συν
στάσει καὶ διαμονῇ ταῦτα δωροῦνται, δῆλον ἐκεῖθεν.
Οὐ γὰρ τὰ καταλελυμένα δωροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον
τὰ συνιστάμενα, καὶ εὐθαλῆ τὴν πρόσοδον ἔχοντα.
Καὶ ἡ ταῖς ἐνίαις δὲ τῶν δωρεῶν προσκειμένη [al.
προκειμένη] χάρις δηλοῖ τοῦτο σαφέστερον, ἐν οἷς
φησὶ τὰς μετὰ τὴν τυπικὴν τῆς μονῆς ἔξοδον περιτο
τευούσας προσόδους, ἀποκερδαίνειν ἀλογοπραγήτως
τὸν χαριστικάριον. Εἰ δὲ πάλιν λέγει [αι. λέγοιεν],
ὅτι διὰ τὸ ἐξκουσσεύεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπηρειῶν τοῦτο
πράττουσιν, ἀκουέτωσαν· τὸ ἐπηρεάζειν ἢ μὴ ἐπε
τρεάζειν, τῆς ὑμῶν ἐξουσίας ἐστί· παύσατε τοὺς
ἐπηρεαστάς, καὶ ἐξκουσσάτων [al. ἐξκουσσάτορος]
χρεία οὐκ ἔστιν. Ὁ γὰρ ταῦτα λέγων ἔοικεν ἄρα
χοντι, ἐλεύθερον πένητα διὰ τῶν αὐτοῦ ὑπηρετῶν
ξενοπροσώπως επηρεάζοντι, εἶτα εἰς ἔλεον δῆθεν τοῦ
πένητος κινηθέντι, καὶ προστάξαντι, μετὰ πάντων
τῶν προσόντων αὐτῷ, καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ
ἀφελέσθαι, καὶ δοῦλον εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρου· ἵνα μὴ
ἐπηρεάζηται, φησί. Σκήψις ταῦτα καὶ πρόφασις, καὶ
τῆς αἰσχροκερδείας ἐπικαλύμματα. Ποία εὐαγγελι
κὴ καὶ θεία φωνὴ ἐνετείλατο, ποία ἀποστολική παρ
αίνεσις διετάξατο, ποία πατρικὴ καὶ κονονικὴ παράδοσις ὥρισε, ποία πολιτική νομοθεσία ἀπὸ τοῦ
αἰῶνος ἐθέσπισε, ναὸν ἅγιον, καὶ μοναστήριον δε
ρεῖσθαί τινι; οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰδωλικόν τινα ναόν ποτέ τινι δωρησάμενοι. Το
γοῦν παρὰ ταῦτα γινόμενον, τίς ἂν λογισμοῦ Κύριος,
ἀγαθὸν καλέσῃ ἢ συμφέρον, ἢ οἰκονομίαν, ἢ προ
μήθειαν, ἡ ὠφέλειαν καὶ σύστασιν· ἀλλ᾽ οὐχὶ μᾶλλον
παράβασιν καὶ παρακοὴν, καὶ παρανομίαν ἐσχάτην
καὶ ὀλεθρίαν; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ τῷ ἐπιγείῳ ἀντάρας βασιλεῖ, καὶ τὰ προσήκοντα αὐτῷ χρήματα καὶ
κτήματα σφετερισάμενος, έπειτα δὲ καὶ αὐτοῦ
στρατοπέδου [στρατόπεδον] δυνηθεὶς ἀποστῆσαι, καὶ
ὑφ᾽ ἑαυτὸν ποιήσασθαι, οὐκέτι ἐστὶ δοῦλος πάντως
ἢ φίλος τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἐχθρὸς καὶ πολέμιος· ὁ
τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν
ἀνατεθειμένα θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα, οἷα δ' ἂν
καὶ εἶεν, κοινῶν καὶ σφετεριζόμενος καὶ ἄλλοις δωρούμενος, ἔτι δὲ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ στρα
τόπεδον· φημὶ δὴ, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν·
οὐ μόνον διὰ τῆς τῶν ἀναγκαίων ενδείας πιέζων καὶ
στεναχωρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δωρεᾶς ἀνθρώποις καταδουλῶν, καὶ ὅσον τὸ ἐπ' αὐτὸν ἀφιστάνων αὐτοὺς τοῦ
ἐπουρανίου βασιλέως, πῶς δύναται εἶναι ἢ λέγεσθαι
ratum a charisticario monasterium, an inveniri
queat ignoramus: sed licet inveniretur, iniquitatis
donum non admittit Deus. Verum hodie, quæ libera sunt, ea forent, et capiunt incrementum;
quæ serva, evertuntur. Τu vero simile quid prefers ei, qui contenderet perpetuam servitutem libertate potiorem esse. Quod porro non ad stabilimentum et perseverantiam illa dentur, hine
constat. Non enim jam dissoluta donantur, sed
potius stantia, atque refitum habentia uberem.
Necnon quibusdam donationum addita gratia remu
apertius declarat, cum dicitur, ut reditus post
regularem monasterii expensam residuos, clari
stilarius obtinent absque ratiomun redditione. Si
vero rursus dixerint, se id agere, ut a vexationibus immunitas præstetur, audiant responsionem:
Vexare aut non vexare, in vestra potestate est:
comprimile vexatores, nec erit opus immunitatibus. Nam qui hæc loquitur, similis est prasidi,
qui liberum pauperem per ministros suos quasi
sub alia persona vexaret, deinde ad misericordiam,
scilicet, pauperis motus esset, jussissetque cum
omnibus ejus facultatibus, etiam libertatem auferri,.
et pro libero servum illum fieri; ne vexetur,
diceret: Fictio ista sunt, et praetextus, turpisquc.
lucri velamina. Quænam evangelica divinaque vox
mandavit, quodnam apostolorum monitum constituit, qualisnam Patrum et canonum traditio definivit, quæ civilis lex a sæculo sanxit, ut templum
sanctum et monasterium cuipiam concedatur? Neque enim vel ipsi gentiles reperiuntur unquam
idoli templum alicui tradidisse. Quod igitur contra
hæc fit, quis mente praeditus bonum appellaverit,
aut commodum, dispensationem, providentiam, utilitatem, et commodationem; ac non potius transgressionem, inobedientiam, iniquitatem extremaml
ac perniciosissimam? Effare mihi: si is qui adversus terrenum imperatorem rebellavit, pecunias
possessionesque ad eum pertinentes vindicavit sibi,
deinde exercitum ejus potuit avertere sibique conciliare, non omnino amplius est imperatoris servus
vel amicus, sed inimicus et hostis; qui cœlesti
ἡ imperatori Christo Deo nostro dedicatas divinas
sacrasque res, qualescunque ille sunt, profanat,
intervertit, donat aliis, prætereaque divinum sacrumque ejus exercitum (monachos et moniales
intelligo) non solum per rerum necessariarum
indigentiam premit et angustat, sed etiam per
donum hominibus in servitutem tradit, quantuinque
in se est avocat a cœlesti imperatore, qua ratione
esse aut dici potest christianus? Sic ergo inimicus
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Χαριστικαρίων. Charisticarii, et charisticariæ, infra: quibus in beneficium et gratiam trade-
- bantur ac præbebantur monasteria; laicis loca sacra; beneficiarii, præbendarii. Vide tum Glossarium
Joannis Meursii, tum Palsamonem ad canonem 19
via synodi, et Jus Graeco-Romanum p. 142, 254.
Latinis abhaconites, ablicomites; abbates laici,
abbates milites, et abbatiani appellantur. In concilio
Meldensi, Antichristi et apocryphi rectores. Beda,
De laicis, non monachi sed abbates. Egberto, abbates siue ordine. Aliis aliter.
Συσταθὲν δὲ καὶ ἀνακαινισθὲν παρὰ χαριστικα ρίου μοναστήριον, οὐκ ἴσμεν εἰ εὑρεθήσεται ἀλλὰ καὶ εἰ εὑρεθήσεται, παρανομίας δῶρον Θεὸς οὐ προσίεται. Τέως σήμερον, τὰ ἐλεύθερα θάλλουσι καὶ ἐπιδιδόασι· τὰ δὲ δοῦλα, καταλύονται. Σὺ δὲ ὅμοιόν τι λέγεις, τῷ διατεινομένῳ τὴν διηνεκή δουλείαν κρείττονα εἶναι τῆς ἐλευθερίας. Οτι δὲ οὐκ ἐπὶ συ στάσει καὶ διαμονῇ ταῦτα δωροῦνται, δῆλον ἐκεῖθεν. Οὐ γὰρ τὰ καταλελυμένα δωροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον τὰ συνιστάμενα, καὶ εὐθαλῆ τὴν πρόσοδον ἔχοντα. Καὶ ἡ ταῖς ἐνίαις δὲ τῶν δωρεῶν προσκειμένη προκειμένη] χάρις δηλοῖ τοῦτο σαφέστερον, ἐν οἷς φησὶ τὰς μετὰ τὴν τυπικὴν τῆς μονῆς ἔξοδον περιτ τευούσας προσόδους, ἀποκερδαίνειν ἀλογοπραγήτως τὸν χαριστικάριον. Εἰ δὲ πάλιν λέγει [αι. λέγοιεν], ὅτι διὰ τὸ ἐξκουσσεύεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπηρειῶν τοῦτο πράττουσιν, ἀκουέτωσαν· τὸ ἐπηρεάζειν ἢ μὴ ἐπ τρεάζειν, τῆς ὑμῶν ἐξουσίας ἐστί· παύσατε τοὺς ἐπηρεαστὰς, καὶ ἐξκουσσάτων ἐξκουσσάτορος] χρεία οὐκ ἔστιν. Ο γὰρ ταῦτα λέγων ἔοικεν ἄρ χοντι, ἐλεύθερον πένητα διὰ τῶν αὐτοῦ ὑπηρετῶν ξενοπροσώπως ἐπηρεάζοντι, εἶτα εἰς ἔλεον δῆθεν τοῦ πένητος κινηθέντι, καὶ προστάξαντι, μετὰ πάντων τῶν προσόντων αὐτῷ, καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ ἀφελέσθαι, καὶ δοῦλον εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρου - ἵνα μὴ ἐπηρεάζηται, φησί. Σκῆψις ταῦτα καὶ πρόφασις, καὶ τῆς αἰσχροκερδείας ἐπικαλύμματα. Ποία εὐαγγελικὴ καὶ θεία φωνὴ ἐνετείλατο, ποία ἀποστολικὴ παρ αίνεσις διετάξατο, ποία πατρικὴ καὶ κονονικὴ παρά δοσις ὥρισε, ποία πολιτική νομοθεσία ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἐθέσπισε, ναὸν ἅγιον, καὶ μοναστήριον δω ρεῖσθαί τινι; οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκονται ειδωλικόν τινα ναόν ποτέ τινι δωρησάμενοι. Τὸ γοῦν παρὰ ταῦτα γινόμενον, τίς ἂν λογισμοῦ Κύριος, ἀγαθὸν καλέσῃ ἢ συμφέρον, ἢ οἰκονομίαν, ἢ προ μήθειαν, ἡ ὠφέλειαν καὶ σύστασιν· ἀλλ' οὐχὶ μᾶλλον παράβασιν καὶ παρακοὴν, καὶ παρανομίαν ἐσχάτην καὶ ὀλεθρίαν; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ τῷ ἐπιγείῳ ἀντά ρας βασιλεῖ, καὶ τὰ προσήκοντα αὐτῷ χρήματα καὶ κτήματα σφετερισάμενος, έπειτα δὲ καὶ αὐτοῦ στρατοπέδου [στρατόπεδον] δυνηθεὶς ἀποστῆσαι, καὶ ὑφ᾽ ἑαυτὸν ποιήσασθαι, οὐκέτι ἐστὶ δοῦλος πάντως ἢ φίλος τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἐχθρὸς καὶ πολέμιος· ὁ τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἀνατεθειμένα θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα, οἷα δ' ἂν καὶ εἶεν, κοινῶν καὶ σφετεριζόμενος καὶ ἄλλοις δω ρούμενος, ἔτι δὲ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ στρα τόπεδον· φημὶ δὴ, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν οὐ μόνον διὰ τῆς τῶν ἀναγκαίων ενδείας πιέζων καὶ στενοχωρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δωρεᾶς ἀνθρώποις κατα δουλῶν, καὶ ὅσον τὸ ἐπ' αὐτὸν ἀφιστάνων αὐτοὺς τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως, πῶς δύναται εἶναι ἢ λέγεσθαι Χαριστικαρίων.
Συσταθὲν δὲ καὶ ἀνακαινισθὲν παρὰ χαριστικα- mulata in suburbia. Coustabilitum vero ac instauρίου μοναστήριον, οὐκ ἴσμεν εἰ εὑρεθήσεται·
ἀλλὰ καὶ εἰ εὑρεθήσεται, παρανομίας δῶρον Θεὸς οὐ
προσίετα:. Τέως σήμερον, τὰ ἐλεύθερα θάλλουσι καὶ
ἐπιδιδόασι· τὰ δὲ δοῦλα, καταλύονται. Σὺ δὲ ὅμοιόν
τι λέγεις, τῷ διατεινομένῳ τὴν διηνεκή δουλείαν
κρείττονα εἶναι τῆς ἐλευθερίας. Ὅτι δὲ οὐκ ἐπὶ συν
στάσει καὶ διαμονῇ ταῦτα δωροῦνται, δῆλον ἐκεῖθεν.
Οὐ γὰρ τὰ καταλελυμένα δωροῦνται· ἀλλὰ μᾶλλον
τὰ συνιστάμενα, καὶ εὐθαλῆ τὴν πρόσοδον ἔχοντα.
Καὶ ἡ ταῖς ἐνίαις δὲ τῶν δωρεῶν προσκειμένη [al.
προκειμένη] χάρις δηλοῖ τοῦτο σαφέστερον, ἐν οἷς
φησὶ τὰς μετὰ τὴν τυπικὴν τῆς μονῆς ἔξοδον περιτο
τευούσας προσόδους, ἀποκερδαίνειν ἀλογοπραγήτως
τὸν χαριστικάριον. Εἰ δὲ πάλιν λέγει [αι. λέγοιεν],
ὅτι διὰ τὸ ἐξκουσσεύεσθαι ἀπὸ τῶν ἐπηρειῶν τοῦτο
πράττουσιν, ἀκουέτωσαν· τὸ ἐπηρεάζειν ἢ μὴ ἐπε
τρεάζειν, τῆς ὑμῶν ἐξουσίας ἐστί· παύσατε τοὺς
ἐπηρεαστάς, καὶ ἐξκουσσάτων [al. ἐξκουσσάτορος]
χρεία οὐκ ἔστιν. Ὁ γὰρ ταῦτα λέγων ἔοικεν ἄρα
χοντι, ἐλεύθερον πένητα διὰ τῶν αὐτοῦ ὑπηρετῶν
ξενοπροσώπως επηρεάζοντι, εἶτα εἰς ἔλεον δῆθεν τοῦ
πένητος κινηθέντι, καὶ προστάξαντι, μετὰ πάντων
τῶν προσόντων αὐτῷ, καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ
ἀφελέσθαι, καὶ δοῦλον εἶναι ἀντ᾽ ἐλευθέρου· ἵνα μὴ
ἐπηρεάζηται, φησί. Σκήψις ταῦτα καὶ πρόφασις, καὶ
τῆς αἰσχροκερδείας ἐπικαλύμματα. Ποία εὐαγγελι
κὴ καὶ θεία φωνὴ ἐνετείλατο, ποία ἀποστολική παρ
αίνεσις διετάξατο, ποία πατρικὴ καὶ κονονικὴ παράδοσις ὥρισε, ποία πολιτική νομοθεσία ἀπὸ τοῦ
αἰῶνος ἐθέσπισε, ναὸν ἅγιον, καὶ μοναστήριον δε
ρεῖσθαί τινι; οὐδὲ γὰρ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰδωλικόν τινα ναόν ποτέ τινι δωρησάμενοι. Το
γοῦν παρὰ ταῦτα γινόμενον, τίς ἂν λογισμοῦ Κύριος,
ἀγαθὸν καλέσῃ ἢ συμφέρον, ἢ οἰκονομίαν, ἢ προ
μήθειαν, ἡ ὠφέλειαν καὶ σύστασιν· ἀλλ᾽ οὐχὶ μᾶλλον
παράβασιν καὶ παρακοὴν, καὶ παρανομίαν ἐσχάτην
καὶ ὀλεθρίαν; Εἰπὲ γάρ μοι, εἰ ὁ τῷ ἐπιγείῳ ἀντάρας βασιλεῖ, καὶ τὰ προσήκοντα αὐτῷ χρήματα καὶ
κτήματα σφετερισάμενος, έπειτα δὲ καὶ αὐτοῦ
στρατοπέδου [στρατόπεδον] δυνηθεὶς ἀποστῆσαι, καὶ
ὑφ᾽ ἑαυτὸν ποιήσασθαι, οὐκέτι ἐστὶ δοῦλος πάντως
ἢ φίλος τοῦ βασιλέως, ἀλλ' ἐχθρὸς καὶ πολέμιος· ὁ
τὰ τῷ ἐπουρανίῳ βασιλεῖ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν
ἀνατεθειμένα θεῖα καὶ ἱερὰ πράγματα, οἷα δ' ἂν
καὶ εἶεν, κοινῶν καὶ σφετεριζόμενος καὶ ἄλλοις δωρούμενος, ἔτι δὲ καὶ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ στρα
τόπεδον· φημὶ δὴ, τὸ τῶν μοναχῶν καὶ μοναζουσῶν·
οὐ μόνον διὰ τῆς τῶν ἀναγκαίων ενδείας πιέζων καὶ
στεναχωρῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ δωρεᾶς ἀνθρώποις καταδουλῶν, καὶ ὅσον τὸ ἐπ' αὐτὸν ἀφιστάνων αὐτοὺς τοῦ
ἐπουρανίου βασιλέως, πῶς δύναται εἶναι ἢ λέγεσθαι
ratum a charisticario monasterium, an inveniri
queat ignoramus: sed licet inveniretur, iniquitatis
donum non admittit Deus. Verum hodie, quæ libera sunt, ea forent, et capiunt incrementum;
quæ serva, evertuntur. Τu vero simile quid prefers ei, qui contenderet perpetuam servitutem libertate potiorem esse. Quod porro non ad stabilimentum et perseverantiam illa dentur, hine
constat. Non enim jam dissoluta donantur, sed
potius stantia, atque refitum habentia uberem.
Necnon quibusdam donationum addita gratia remu
apertius declarat, cum dicitur, ut reditus post
regularem monasterii expensam residuos, clari
stilarius obtinent absque ratiomun redditione. Si
vero rursus dixerint, se id agere, ut a vexationibus immunitas præstetur, audiant responsionem:
Vexare aut non vexare, in vestra potestate est:
comprimile vexatores, nec erit opus immunitatibus. Nam qui hæc loquitur, similis est prasidi,
qui liberum pauperem per ministros suos quasi
sub alia persona vexaret, deinde ad misericordiam,
scilicet, pauperis motus esset, jussissetque cum
omnibus ejus facultatibus, etiam libertatem auferri,.
et pro libero servum illum fieri; ne vexetur,
diceret: Fictio ista sunt, et praetextus, turpisquc.
lucri velamina. Quænam evangelica divinaque vox
mandavit, quodnam apostolorum monitum constituit, qualisnam Patrum et canonum traditio definivit, quæ civilis lex a sæculo sanxit, ut templum
sanctum et monasterium cuipiam concedatur? Neque enim vel ipsi gentiles reperiuntur unquam
idoli templum alicui tradidisse. Quod igitur contra
hæc fit, quis mente praeditus bonum appellaverit,
aut commodum, dispensationem, providentiam, utilitatem, et commodationem; ac non potius transgressionem, inobedientiam, iniquitatem extremaml
ac perniciosissimam? Effare mihi: si is qui adversus terrenum imperatorem rebellavit, pecunias
possessionesque ad eum pertinentes vindicavit sibi,
deinde exercitum ejus potuit avertere sibique conciliare, non omnino amplius est imperatoris servus
vel amicus, sed inimicus et hostis; qui cœlesti
ἡ imperatori Christo Deo nostro dedicatas divinas
sacrasque res, qualescunque ille sunt, profanat,
intervertit, donat aliis, prætereaque divinum sacrumque ejus exercitum (monachos et moniales
intelligo) non solum per rerum necessariarum
indigentiam premit et angustat, sed etiam per
donum hominibus in servitutem tradit, quantuinque
in se est avocat a cœlesti imperatore, qua ratione
esse aut dici potest christianus? Sic ergo inimicus
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Χαριστικαρίων. Charisticarii, et charisticariæ, infra: quibus in beneficium et gratiam trade-
- bantur ac præbebantur monasteria; laicis loca sacra; beneficiarii, præbendarii. Vide tum Glossarium
Joannis Meursii, tum Palsamonem ad canonem 19
via synodi, et Jus Graeco-Romanum p. 142, 254.
Latinis abhaconites, ablicomites; abbates laici,
abbates milites, et abbatiani appellantur. In concilio
Meldensi, Antichristi et apocryphi rectores. Beda,
De laicis, non monachi sed abbates. Egberto, abbates siue ordine. Aliis aliter.
col. 1139–1140page 37 of 44
PG 132:1139Χριστιανός οὕτω μὲν οὖν ὁ ἐχθρὸς τοὺς τῶν θείων ἀδεῶς κατοχουμένους, καὶ ταῦτα οὐχ ὡς Θεοῦ, ἀλλ' ὡς ίδια λογιζομένους, καὶ διὰ τοῦτο οἷς βούλονται χαριζομένους, ψυχικῶς φαρμακεύων, ἀναιρεί, ὡς προδεδήλωται. Περὶ ὧν ἐκ πολλῶν ὀλίγα εἰρήσθω. ΙΔ΄. Περὶ δὲ τῶν τὰς δωρεάς ταύτας λαμβανόντων, οὓς ἡ πονηρὰ συνήθεια χαριστικαρίους ὠνόμασεν, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Αμα γὰρ τῷ παραλαβεῖν, φεύ, τὴν μονὴν, αὐτίκα τοὺς ἀπληρώτους τῆς πλεονεξίας κόλπους ὑφαπλώσας, πάντα ἐγκολποῦται τὰ αὐτῆς οὐ μόνον οἰκήματα, προάστειά τε καὶ ζῶα καὶ παν τοίας προσόδους, ἀλλὰ καὶ ναοὺς αὐτούς καὶ καθε ηγούμενον καὶ μονάζοντας, δούλους ἡγεῖται, καὶ πάν τας καὶ πάντα, ὡς ἰδιόκτητα πράγματα ἔχει, καὶ ὡς οἰκείᾳ κληρονομίᾳ καταχρᾶται ἀφόβως ὡς βούλεται μηδέποτε ἐπὶ νοῦν λαμβάνων, τοῦ Θεοῦ ταῦτα καὶ θεῖα εἶναι. Τοῖς δὲ θείοις ναοίς τε καὶ μοναχοῖς, ἀπόμοιράν τινα σμικροτάτην, ἐκ πάσης τῆς προσ όδου ἀπένειμε κακείνην ώς ίδιον ψυχικόν μετά πολλῶν αἰτήσεων αὐτοῖς παρεχόμενος. Εὼ γὰρ λέο γειν τὴν κατάλυσιν τῶν ναῶν, οἰκημάτων τε καὶ προαστείων, ἀεὶ εἰς τὸ εἰσοδιάζειν αὐτοῦ βλέποντος μόνον, οὐχὶ καὶ εἰς τὸ ἐξοδιάζειν· καὶ μᾶλλον εἰ πρό κειται ἐν τῇ ψυχολέθρῳ δωρεᾷ αὐτοῦ, τὸ ἀνεύθυνον ἐπὶ ταῖς μειώσεσιν. Αὐτίκα γοῦν πέπαυται καὶ ἀπέσβη, οὐ μόνον πᾶσα ἡ ὑπὸ τῶν μακαρίων κτη τόρων τυπωθείσα εἰς τὸ θεῖον εὐσεβὴς θεραπεία, ήγουν αἱ ἱεραὶ τῶν ἁγίων ἑορτῶν λαμπροφορίας, εὐωδίαι τε καὶ δοξολογίαι· ἐν τισὶ δὲ, καὶ αὐταὶ αἱ ημερήσιοι φωταψίαι· ἔτι δὲ καὶ αἱ τῆς ἐλεημοσύν νης μεταδόσεις, αἵ τε εἰς τὰς ἑορτὰς τυπωθεῖσαι, καὶ αἱ ἡμερήσιοι τῶν πυλώνων, ἔτι δὲ καὶ αἱ τῶν μνημοσύνων τῶν κτητόρων· πρὸς δὲ καὶ αἱ τοῖς μοναχοῖς ἐπὶ ταῖς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑορταῖς, καὶ μνημοσύνοις, καὶ ἀποκρέαις, καὶ πασχαλίαις τυπωθεί σαι παρακλήσεις· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ τῶν μοναχῶν σιτηρέσια τὰ ἀναγκαιότατα· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, οίχεται πᾶς εὐσεβείας τρόπος παρὰ τῶν κτητόρων επινοηθεὶς ἐν τοῖς θείοις ναοῖς καὶ τοῖς μοναχοῖς καὶ ταῖς μοναστρίαις [αι. τοῖς μοναστηρίοις]. Ἡ δὲ εἰς τὰ τοιαῦτα πρότερον ἐπιῤῥέουσα πρόσοδος, μετα ωχετεύθη ἐπὶ τὸν πλάνον κόσμον καὶ κοσμοκράτορα. Πρὸ δὲ τούτων καὶ μετὰ τούτων, ἐσχόλασεν εὐθέως πᾶς κανὼν, καὶ τύπος, καὶ τάξις μοναχική. Οὐκέτι γὰρ ἡγουμένου ἐξουσία, οὐ φόβος, οὐ ταπείνωσις, οὔτε τι ἄλλο τῶν ἀγαθῶν. Οὐκ ἠρκέσθη γὰρ τοῖς τοιούτοις κακοῖς ἡ τῶν χαριστικαρίων μοχθηρία ο ἀλλ᾽ ἐπεδράξατο καὶ τῶν ἀψαύστων. Κατετόλμησε γὰρ, οἴμοι, καὶ αὐτῆς τῆς ἱερᾶς τοῦ θείου ἐπαγ γέλματος τελετῆς. Ὁ μὲν γὰρ ἱερὸς τῶν μοναχῶν θεσμὸς παρακελεύεται, τὸν ἄρτι τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς ἐν κόσμῳ ἀποτασσόμενον, ὑποδέχεσθαι παρὰ τοῦ Ψυχικόν. 57: Τὰ ὑπὲρ ψυχικών διαδόσεων ταῖς ἐκκλησίαις παρὰ τινῶν προσφερόμενα. ψυχικών διαθέσεων. ψυχι κας διαδόσεις
eos qui divinis citra timorem insultant, eaque non & Χριστιανός; οὕτω μὲν οὖν ὁ ἐχθρὸς τοὺς τῶν θείων
ut Dei, sed ut sua reputant, ac ideo quibus volunt
largiuntur, veneno animarum infectos interimit, ut
supra declaratum est. De quibus e pluribus pauca
dicta sint.
ἀδεῶς κατοχουμένους, καὶ ταῦτα οὐχ ὡς Θεοῦ, ἀλλ'
ὡς ίδια λογιζομένους, καὶ διὰ τοῦτο οἷς βούλονται
χαριζομένους, ψυχικῶς φαρμακεύων, ἀναιρεί, ὡς
προδεδήλωται. Περὶ ὧν ἐκ πολλῶν ὀλίγα εἰρήσθω.
ΙΔ΄. Περὶ δὲ τῶν τὰς δωρεάς ταύτας λαμβανόντων,
οὓς ἡ πονηρὰ συνήθεια χαριστικαρίους ὠνόμασεν,
ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Αμα γὰρ τῷ παραλαβεῖν, φεύ,
τὴν μονὴν, αὐτίκα τοὺς ἀπληρώτους τῆς πλεονεξίας
κόλπους ὑφαπλώσας, πάντα ἐγκολποῦται τὰ αὐτῆς·
οὐ μόνον οἰκήματα, προάστειά τε καὶ ζῶα καὶ παν
τοίας προσόδους, ἀλλὰ καὶ ναοὺς αὐτούς καὶ καθε
ηγούμενον καὶ μονάζοντας, δούλους ἡγεῖται, καὶ πάν
τας καὶ πάντα, ὡς ἰδιόκτητα πράγματα ἔχει, καὶ ὡς
οἰκείᾳ κληρονομίᾳ καταχρᾶται ἀφόβως ὡς βούλεται·
μηδέποτε ἐπὶ νοῦν λαμβάνων, τοῦ Θεοῦ ταῦτα καὶ
θεῖα εἶναι. Τοῖς δὲ θείοις ναοίς τε καὶ μοναχοῖς,
ἀπόμοιράν τινα σμικροτάτην, ἐκ πάσης τῆς προσ
όδου ἀπένειμε κακείνην ώς ίδιον ψυχικόν μετά
πολλῶν αἰτήσεων αὐτοῖς παρεχόμενος. Εὼ γὰρ λέο
γειν τὴν κατάλυσιν τῶν ναῶν, οἰκημάτων τε καὶ
προαστείων, ἀεὶ εἰς τὸ εἰσοδιάζειν αὐτοῦ βλέποντος
μόνον, οὐχὶ καὶ εἰς τὸ ἐξοδιάζειν· καὶ μᾶλλον εἰ πρό
κειται ἐν τῇ ψυχολέθρῳ δωρεᾷ αὐτοῦ, τὸ ἀνεύθυνον
ἐπὶ ταῖς μειώσεσιν. Αὐτίκα γοῦν πέπαυται καὶ
ἀπέσβη, οὐ μόνον πᾶσα ἡ ὑπὸ τῶν μακαρίων κτη
τόρων τυπωθείσα εἰς τὸ θεῖον εὐσεβὴς θεραπεία,
ήγουν αἱ ἱεραὶ τῶν ἁγίων ἑορτῶν λαμπροφορίας,
εὐωδίαι τε καὶ δοξολογίαι· ἐν τισὶ δὲ, καὶ αὐταὶ αἱ
ημερήσιοι φωταψίαι· ἔτι δὲ καὶ αἱ τῆς ἐλεημοσύν
νης μεταδόσεις, αἵ τε εἰς τὰς ἑορτὰς τυπωθεῖσαι,
καὶ αἱ ἡμερήσιοι τῶν πυλώνων, ἔτι δὲ καὶ αἱ τῶν
μνημοσύνων τῶν κτητόρων· πρὸς δὲ καὶ αἱ τοῖς
μοναχοῖς ἐπὶ ταῖς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἑορταῖς, καὶ μνημοσύνοις, καὶ ἀποκρέαις, καὶ πασχαλίαις τυπωθεί
σαι παρακλήσεις· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ τῶν μοναχῶν
σιτηρέσια τὰ ἀναγκαιότατα· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν,
οίχεται πᾶς εὐσεβείας τρόπος παρὰ τῶν κτητόρων
επινοηθεὶς ἐν τοῖς θείοις ναοῖς καὶ τοῖς μοναχοῖς
καὶ ταῖς μοναστρίαις [αι. τοῖς μοναστηρίοις]. Ἡ δὲ
εἰς τὰ τοιαῦτα πρότερον ἐπιῤῥέουσα πρόσοδος, μετα
ωχετεύθη ἐπὶ τὸν πλάνον κόσμον καὶ κοσμοκράτορα.
Πρὸ δὲ τούτων καὶ μετὰ τούτων, ἐσχόλασεν εὐθέως
πᾶς κανὼν, καὶ τύπος, καὶ τάξις μοναχική. Οὐκέτι
! XIV. De iis vero qui donationes has suscipiunt,
quos consuetudo mala charisticarios nominavit,
necesse est ut loquamur. Nam simul ac is sumpsit,
heu monasterium, confestim inexpletos avaritiæ
sinus expandens, omnia illius eo recondit; non
modo domos, suburbia, animalia, reditus omnis
generis, sed et templa ipsa; ad hæc præpositum
el monachos, servos censet; omnes omniaque, ut
res juris sui habet; ac tanquam propria hæreditate
abutitur absque timore prout vult; nec unquam
ei in mentem venit, hæc Dei esse atque sacra.
Divinis vero templis ac monachis minimam portionem e toto reditu attribuit; eam velut propriam
eleemosynam, post multas petitiones iis præbens.
Omitto dicere templorum ruinam, ædium et suburbiorum; cum ipse rescipiat semper ad inferendum duntaxat, non etiam ad expendendum: præcipue si in animæ exitiosa donatione ejus posita
est immunitas a reddenda de imminutionibus ratione. Confestim ergo cessat ac exstinguitur, non
tantum omnis qui a beatis possessoribus constitutus fuit pius erga Deum cultus, sive sacræ in
sanctis festis gestationes luminum, odorum fragrantiæ, et laudum celebrationes; in nonnullis vero
ipse etiam quotidiana luminum accensiones; sed c
et eleemosyne distributiones, cum in festis præscriptæ, tum quotidianæ januarum, tum illæ in
commemorationibus fundatorum: ad hæc quæ monachis in anni festis, mortuorum commemorationibus, jejuniis, et paschalibus diebus præfinitæ sunt
adhortationes et consolationes; ipsa adeo monachorum demensa maxime necessaria; atque ut uno
verbo absolvam, perit universa pietatis ratio quæ
a conditoribus excogitata fuerat in divinis templis,
monachis et sanctimonialibus. Reditus autem qui
antea in hac insumebatur, translatus est ad fallacem mundum ac mundi principem. Ante hæc vero
et cum bis, illico vacavit omnis regula, forma,
disciplina monachalis. Non enim amplius manet
praepositi auctoritas, non metus, non humililas, nec γὰρ ἡγουμένου ἐξουσία, οὐ φόβος, οὐ ταπείνωσις,
aliud e bonis. Cæterum hisce malis contenta non
fuit charisticariorum improbitas; sed non tangenda
etiam arripuit. Hei mihi ipsam quoque adorta est
sacram divinæ professionis initiationem. Scilicet
sacra monachorum lex præcipit, ut qui mundo
mundique rebus jam renuntiat, a monasterii præposito ac fratribus recipiatur; per integrum vero
οὔτε τι ἄλλο τῶν ἀγαθῶν. Οὐκ ἠρκέσθη γὰρ τοῖς
τοιούτοις κακοῖς ἡ τῶν χαριστικαρίων μοχθηρία ο
ἀλλ᾽ ἐπεδράξατο καὶ τῶν ἀψαύστων. Κατετόλμησε
γὰρ, οἴμοι, καὶ αὐτῆς τῆς ἱερᾶς τοῦ θείου ἐπαγ
γέλματος τελετῆς. Ὁ μὲν γὰρ ἱερὸς τῶν μοναχῶν
θεσμὸς παρακελεύεται, τὸν ἄρτι τῷ κόσμῳ καὶ τοῖς
ἐν κόσμῳ ἀποτασσόμενον, ὑποδέχεσθαι παρὰ τοῦ
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
Ψυχικόν. Hoc nomine recentiores Græci
eleemosynam douant. In Responsione Balsamonis ad
interrogationem 57: Τὰ ὑπὲρ ψυχικών διαδόσεων
ταῖς ἐκκλησίαις παρὰ τινῶν προσφερόμενα. Quen
Jocum frustra tentat vir doctus not's ad Fulgentium
Ferrandum, reponende ψυχικών διαθέσεων. Cum
Balsamon idem, exponens canonem Carthaginensem
84, ex Novella Constantini Porphyrogenitz ψυχι
κας διαδόσεις agnoscat, anima salutares ac spiri
tuales largitiones. Vide sodes Georgium Cedrenum
Reg. edit. p. 598 D., ibique Goari Notam. Fabrotum
cliam consule.
col. 1141–1142page 38 of 44
PG 132:1141τῆς μονῆς προεστῶτος καὶ τῶν ἀδελφῶν, δοκιμάζεσθαι δὲ αὐτὸν ἐπὶ τριετίαν ὅλην, εἰ δύναται γενέ σθαι μοναχός· καὶ εἰ μὲν φανῇ ἐπιτήδειος, ἀπο κείρεσθαι, καὶ τῷ κλήρῳ τῶν μοναζόντων συγκαταλέγεσθαι εἰ δ' ού, ἐπαναστρέφειν αὐτὸν ὅθεν ἐλήλυθε. Καὶ ἀποκαρέντα δὲ τοῦτον, ὁ προεστώς παραδίδωσί τινι τῶν τὴν ἀσκητικὴν ζωὴν καὶ ἀρετὴν κατορθωκότων, ἐπὶ τῷ στοιχειωθῆναι ὑπ' αὐτοῦ εἰς τὴν τέχνην τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμην τῶν ἐπιστημῶν· φημὶ δὴ τὴν μοναχικήν φιλοσοφίαν. Κελλίου δὲ ἰδιαζόντως τότε ἀξιοῦται, ὅτε δηλαδὴ ἀρχεῖν αὐτὸν ἑαυτῷ εἰς σωτηρίαν παρὰ τοῦ προεστῶτος κριθήσεται. Καὶ οὕτω μὲν ὁ ἱερὸς θεσμός τε καὶ θεμέλιος ἀρχή τε καὶ ῥίζα τῆς θείας ευζωΐας. Ἡ δὲ ἄθεσμος πονηρία, τὸν θεσμὸν ἀναιροῦσα, πρόσταγμα ἔγγραφον καταπέμπει πρὸς τὸν ἡγούμενον, ούτωσὶ περιέχον· τὸν δεῖνα ἐτάξαμεν ἀδελφὸν εἰς τὴν ὑφ᾽ ἡμᾶς καθ᾽ ὑμᾶς] μονὴν, καὶ [αί. τὴν] δεῖνα, καὶ παράλαβε αὐτὸν, καθηγούμενε, καὶ ἀπόχειρον, καὶ παρασχε αὐτῷ κελλία εἰς οἰκείαν καταμονὴν καὶ ἀνάπαυσιν· λαμβανέτω δὲ καὶ αὐτὸς, εἴ τι καὶ οἱ λοιποὶ ἀδελφοὶ λαμβάνουσι ποίησον δὲ καὶ τὸ ἴσον τῆς παρούσης ἡμῶν προσ τάξεως, καὶ ἐπίδος τῷ τοιούτῳ εἰς ἀσφάλειαν. Καὶ ταῦτα μὲν, ἐάν τις τῶν εὐλαβεστέρων εἴη χαριστι καρίων, εἰ δὲ τῶν ἄλλως ἐχόντων ἐστίν, οὐδὲ ψιλῆς προσρήσεως τὸν ἡγούμενον ἀξιοῖ· ἀλλὰ πρὸς ὄν ἐπέστησε τὰ τῆς μονῆς προνοείσθαι ἄνθρωπον απο τοῦ, τὸ ῥηθὲν ἀποστέλλει πρόσταγμα· οὐδὲ εἰ ἔστιν ἡγούμενος, καθηγούμενος. Διέφθειρε [αι. διέφθορε] γοῦν παραυτίκα ἡ ἀρχὴ, καὶ ὑπεσύρη ὁ θεμέλιος τῆς θείας οικοδομῆς, καὶ ἡ ῥίζα ἐξήρανται. Τῆς ἀρχῆς δὲ διαφθαρείσης, ἀνάγκη συνδιαφθαρῆναι τὸ πᾶν· καὶ τοῦ θεμελίου ὑποσπασθέντος, ἀνάγκη καὶ τὴν οἰκοδομὴν συγκατενεχθῆναι· καὶ τῆς ῥίζης ξηρανθείσης, ἀνάγκη καὶ τὸ δένδρον ἤργησε γὰρ αὐτίκα, πᾶσα θεόπνευστος διδασκαλία τῶν προειρημένων θεσπεσίων Πατέρων, περὶ ἀποταγῆς, καὶ ὑποταγῆς, καὶ εἰσαγωγικῆς στοιχειώσεως, καὶ ἐκε κοπῆς θελήματος συντεθεῖσα. Τούτων δὲ μὴ προσ ὑπαρξάντων τῷ μονάσαι θέλοντι, οὐδὲ ἄλλο τι πάντως ἔψεται τῶν θείων τοῦ πνευματικοῦ καὶ μου ναχικού νόμου παραγγελμάτων. Τῆς γὰρ τοῦ προσ εστῶτος ἐξουσίας ἀνῃρημένης ὑπὸ τῆς κοσμικής ἐξουσίας, ὡς εἴρηται, τῆς σωματικῆς τε χρείας τοῖς? μοναχοῖς οὐχ ὑπ' αὐτοῦ, ἀλλ' ὑπὸ τοῦ χαριστικαρίου παρεχομένης, τίς αὐτῶν τῷ προεστῶτι προσέξει; τις φοβηθήσεται; τίς ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ πειθαρ χήσει; τίς πνευματικὸν καυτῆρα, ἢ τομήν, ἢ μικρὰν γοῦν ἐπιτίμησιν καταδέξεται; τούτων δὲ καὶ τῶν τοιούτων ἀνῃρημένων, ἀνάγκη ἐστὶ λοιπὸν, πᾶσαν τὴν μοναχικὴν καὶ ἀσκητικὴν πολιτείαν καὶ κατά στασιν οἴχεσθαι πανωλεθρίᾳ· μόνην τὴν περιβολὴν ὡς προσωπεῖον περικειμένους κατὰ τὸν ἔξω ἀνθρώπου. ᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἔξωθεν μόρφωσις, ἀπήρξα το ἤδη ἀφανίζεσθαι· ὡς ἔστιν ὁρᾷν εἰς τὰ δεδουλωμένα κοσμικοῖς μοναστήρια. Ἰσαρίθμιοι γάρ εἰσι σχεδὸν τοῖς μοναχοῖς οἱ ἐνταττόμενοι παρὰ τῶν βα σιλέων καὶ χαριστικαρίων κοσμικοὶ ἀδελφοὶ ἐσωμο
si quidem visus fuerit idoneus, tondeatur, et coopletur að monachorum collegium; sin minus redeat unde profectus est. Jam vero tonsum illum
præpositus tradit cuidam eorum qui in ascetica
vita et virtute præcellunt, ut ab eo instituatur in
arte artium ac scientia scientiarum; monastica,
inquam, disciplina. Tunc vero seorsum cella donatur, quando nempe ipse sibi ad salutem sufficere
a præfecto judicabitur. Atque ita quidem sacra les..
fundamentum, principium et radix divinæ beatæque vitæ. At exlex malitia legem evertens, mandatum scriptum ad begumenum seu præpositum
mittit, quod ita complectitur: illum constituimus
fratrem in monasterio nostro illo; et suscipe eum,
τῆς μονῆς προεστῶτος καὶ τῶν ἀδελφῶν, δοκιμάζε- triennium probetur, an fieri possit monachus; et
σθαι δὲ αὐτὸν ἐπὶ τριετίαν ὅλην, εἰ δύναται γενέσθαι μοναχός· καὶ εἰ μὲν φανῇ ἐπιτήδειος, ἀποκείρεσθαι, καὶ τῷ κλήρῳ τῶν μοναζόντων συγκαταλέγεσθαι εἰ δ' ού, ἐπαναστρέφειν αὐτὸν ὅθεν
ἐλήλυθε. Καὶ ἀποκαρέντα δὲ τοῦτον, ὁ προεστώς
παραδίδωσί τινι τῶν τὴν ἀσκητικὴν ζωὴν καὶ
ἀρετὴν κατορθωκότων, ἐπὶ τῷ στοιχειωθῆναι ὑπ'
αὐτοῦ εἰς τὴν τέχνην τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστήμην
τῶν ἐπιστημῶν· φημὶ δὴ τὴν μοναχικήν φιλοσοφίαν. Κελλίου δὲ ἰδιαζόντως τότε ἀξιοῦται, ὅτε
δηλαδὴ ἀρχεῖν αὐτὸν ἑαυτῷ εἰς σωτηρίαν παρὰ τοῦ
προεστῶτος κριθήσεται. Καὶ οὕτω μὲν ὁ ἱερὸς
θεσμός τε καὶ θεμέλιος ἀρχή τε καὶ ῥίζα τῆς
θείας ευζωΐας. Ἡ δὲ ἄθεσμος πονηρία, τὸν θεσμὸν
ἀναιροῦσα, πρόσταγμα ἔγγραφον καταπέμπει πρὸς " præposite, ac tonde, et trade ei cellas in mansionem
suam et requiem: ipse etiam accipiat quidquid
reliqui fratres accipiunt: facito quoque exemplum
hujusce nostri mandati, ac præbeto tali ad securitalemn. Atque hæc quidem, si ille inter religiosiores charisticarios locum tenet. Nam si inter
aliter affectos censetur, neque simplici salutatione
hegumenum dignatur; sed ad eum quem constituie
- ut rebus monasterii provideat, hominem suum, memoratum mittit mandatum; neque an sit præpositus cogitat. Labefactatum igitur illico est principium, subtractum fuit fundamentum divini ædificii, et radix exaruit, Labefactato autem principio,
necesse est simul labefactari totum; subducto fundamento, etiam aedificium necessario corruit; et
radice arefacta, idem necesse est contingat arbori.
Mox enim cessavit omnis divinitus inspirata prædictorum sanctorum Patrum doctrina,' quæ de
renuntiatione, obedientia, introductoria institutione,
ac excisione voluntatis agit. Hæc autem in eo qui
monasticam vitam ducere vult si non præexstiterint, neque aliud omnino divinorum spiritalis
et monasticæ legis præceptorum sequetur. Quippe
superioris auctoritate per. sæcularem potestatem
sublata, sicut dictum est, et corporali necessitate
non per ipsum, sed per charisticarium monachis
prabita, quis corum illi allendet? Quis eum timebit? Quis obtemperabit mandatis ejus? Quis spiritalem cauterem, vel sectionem, vel parvam sano
τὸν ἡγούμενον, ούτωσὶ περιέχον· τὸν δεῖνα ἐτάξαμεν
ἀδελφὸν εἰς τὴν ὑφ᾽ ἡμᾶς [al. καθ᾽ ὑμᾶς] μονὴν,
καὶ [αί. τὴν] δεῖνα, καὶ παράλαβε αὐτὸν, καθηγούμενε, καὶ ἀπόχειρον, καὶ παρασχε αὐτῷ κελλία εἰς
οἰκείαν καταμονὴν καὶ ἀνάπαυσιν· λαμβανέτω δὲ
καὶ αὐτὸς, εἴ τι καὶ οἱ λοιποὶ ἀδελφοὶ λαμβάνουσι·
ποίησον δὲ καὶ τὸ ἴσον τῆς παρούσης ἡμῶν προστάξεως, καὶ ἐπίδος τῷ τοιούτῳ εἰς ἀσφάλειαν. Καὶ
ταῦτα μὲν, ἐάν τις τῶν εὐλαβεστέρων εἴη χαριστι
καρίων, εἰ δὲ τῶν ἄλλως ἐχόντων ἐστίν, οὐδὲ ψιλῆς
προσρήσεως τὸν ἡγούμενον ἀξιοῖ· ἀλλὰ πρὸς ὄν
ἐπέστησε τὰ τῆς μονῆς προνοείσθαι ἄνθρωπον απο
τοῦ, τὸ ῥηθὲν ἀποστέλλει πρόσταγμα· οὐδὲ εἰ ἔστιν
ἡγούμενος, καθηγούμενος. Διέφθειρε [αι. διέφθορε] G
γοῦν παραυτίκα ἡ ἀρχὴ, καὶ ὑπεσύρη ὁ θεμέλιος
τῆς θείας οικοδομῆς, καὶ ἡ ῥίζα ἐξήρανται. Τῆς
ἀρχῆς δὲ διαφθαρείσης, ἀνάγκη συνδιαφθαρῆναι τὸ
πᾶν· καὶ τοῦ θεμελίου ὑποσπασθέντος, ἀνάγκη καὶ
τὴν οἰκοδομὴν συγκατενεχθῆναι· καὶ τῆς ῥίζης
ξηρανθείσης, ἀνάγκη καὶ τὸ δένδρον ἤργησε γὰρ
αὐτίκα, πᾶσα θεόπνευστος διδασκαλία τῶν προειρη
μένων θεσπεσίων Πατέρων, περὶ ἀποταγῆς, καὶ
ὑποταγῆς, καὶ εἰσαγωγικῆς στοιχειώσεως, καὶ ἐκε
κοπῆς θελήματος συντεθεῖσα. Τούτων δὲ μὴ προσ
ὑπαρξάντων τῷ μονάσαι θέλοντι, οὐδὲ ἄλλο τι
πάντως ἔψεται τῶν θείων τοῦ πνευματικοῦ καὶ μου
ναχικού νόμου παραγγελμάτων. Τῆς γὰρ τοῦ προσ
εστῶτος ἐξουσίας ἀνῃρημένης ὑπὸ τῆς κοσμικής
ἐξουσίας, ὡς εἴρηται, τῆς σωματικῆς τε χρείας τοῖς reprehensionem admittet? His vero ac hujusmodi
μοναχοῖς οὐχ ὑπ' αὐτοῦ, ἀλλ' ὑπὸ τοῦ χαριστικαρίου
παρεχομένης, τίς αὐτῶν τῷ προεστῶτι προσέξει;
τις φοβηθήσεται; τίς ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ πειθαρ
χήσει; τίς πνευματικὸν καυτῆρα, ἢ τομήν, ἢ μικρὰν
γοῦν ἐπιτίμησιν καταδέξεται; τούτων δὲ καὶ τῶν
τοιούτων ἀνῃρημένων, ἀνάγκη ἐστὶ λοιπὸν, πᾶσαν
τὴν μοναχικὴν καὶ ἀσκητικὴν πολιτείαν καὶ κατάστασιν οἴχεσθαι πανωλεθρίᾳ· μόνην τὴν περιβολὴν
ὡς προσωπεῖον περικειμένους κατὰ τὸν ἔξω ἄνθρω
που. ᾿Αλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἔξωθεν μόρφωσις, ἀπήρξα
το ἤδη ἀφανίζεσθαι· ὡς ἔστιν ὁρᾷν εἰς τὰ δεδουλω
μένα κοσμικοῖς μοναστήρια. Ἰσαρίθμιοι γάρ εἰσι
σχεδὸν τοῖς μοναχοῖς οἱ ἐνταττόμενοι παρὰ τῶν βασιλέων καὶ χαριστικαρίων κοσμικοὶ ἀδελφοὶ ἐσωμοsublatis, inde necesse est, omnem monasticam
asceticamque vitam et institutionem perire funditus; atque monachos solo circumdari amictu,
instar larvæ, secundum exteriorem hominem. Sed
et ipsa exterior formatura, cœpit jam evanescere:
ut cernere datur in monasteriis quæ sæcularibus
serviunt. Non totidem fere ac monachi sunt, qui
ab imperatoribus et charisticariis collocantur sæculares fratres, intra monasterium habitantes et
extra monasterium manentes. Alque intra sanctam
mandram; o rem absurdam! sæculares mactant,
carnem comedunt, tragoedias agunt, cunctaque
sæcularia instituta persequuntur cum omni licentia.
Et quis ambigit, quin procedente tempore ac malo
col. 1113–1114page 24 of 44
PG 132:1113νῖται καὶ ἐξωμονῖται. Καὶ ἔσωθεν τῆς ἁγίας μάν ιε'. Περὶ δὲ τῶν ταπεινῶν καὶ ἐλεεινῶν μοναχῶν, περὶ ὧν καὶ δι' οὓς ἡ πᾶσα σπουδὴ τῷ νοητῷ λέοντι, καὶ ἡ ἀκόρεστος καὶ ἀνένδοτος ἔφεσις τῆς αὐτῶν ἀπωλείας, δι' ἣν καὶ πᾶσαι αἱ προειρημέναι αὐτοῦ μηχανουργίαι ἐπενοήθησαν, μὴ φέροντι καθοράν, ὡς προείρηται, τὴν δι' αὐτῶν προσγενόμενην τῷ κόσμῳ παρὰ Θεοῦ σωτηρίαν, ἀναγκαῖον εἰπεῖν. Αμα γὰρ τῷ ἐπιβῆναι αὐτοῖς καὶ τῇ αὐτῶν μονῇ τὸν χαριστι κάριον, καὶ πάντα τὰ αὐτῶν καὶ αὐτοὺς ἐγκολπώσασθαι καὶ κατακυριεῦσαι, ὡς δεδήλωται, ἑωρακή τες τὴν τῆς μονῆς καὶ ἑαυτῶν καταδούλωσιν, ὑποκό πτουσι καὶ μὴ θέλοντες, φεῦ, τῇ κοσμικῇ δυναστείᾳ καὶ ὑπὸ τῆς ἐνδείας τῶν ἀναγκαίων πιεζόμενοι δε δεμέναις, δ δὲ λέγεται, ταῖς χερσὶ, δουλοπρεπώς τῷ χαριστικαρίῳ παρίστανται, πειταρχοῦντες δίκην ἀνδραπόδων τοῖς αὐτῶν διατάγμασι καὶ κοσμικοῖς θελήμασιν· οὐδὲ εἰ ἔστιν αὐτοῖς προεστὼς ἐπιστάμενοι. 'Ο δὲ ἡγούμενος, εἰ μὲν τῶν πολλῶν εἷς ἐστὶ, συναπάγεται καὶ αὐτὸς τῇ τοῦ χαριστικαρίου ἐξουσίᾳ, καὶ γίνεται καὶ λέγεται ἀντὶ ἡγουμένου ἀγόμενος. Εἰ δὲ τύχῃ εἶναί τις τοῦ πνευματικῶν καὶ λογίων, ἀντέχει μὲν ἄχοι τινὸς καὶ ἀνθίσταται ταῖς τοῦ χαριστικαρίου παραλόγοις. ὁρμαῖς, καὶ ἐπισπᾶται πρὸς ἑαυτὸν τῇ τοῦ θείου λόγου σύριγγιο τῇ πολλῇ νουθεσίᾳ καὶ τῇ πυκνῇ παρακλήσει, ενίους τῶν ἀδελφῶν· ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὁρῶντες τοὺς τῷ χα ριστικαρίῳ προσανέχοντας ἀδελφοὺς, καὶ αὐτοῦ δὴ τοῦ ἡγουμένου περιφρονοῦντας, μερικής τινος προ νοίας ἀξιουμένους, ἑαυτοὺς δὲ παραβλεπομένους, παλινωδία χρησάμενοι, τῷ χαριστικαρίῳ καὶ αὐτοὶ προστίθενται, μὴ παραδεχόμενοι ὑπ' αὐτοῦ, ἄχρις οὗ δεῖγμά τι τῆς πρὸς τὸν καθηγούμενον ἀπεχθείας αὐτῷ παράσχωσι. Τί οὖν ποιήσει ὁ ταπεινὸς ἐκεῖνος δρας, ὦ τῆς ἀτοπίας, οἱ κοσμικοὶ σφάζουσι, κρεωφα γοῦσι, τραγῳδοῦσι, καὶ πάντα τὰ κοσμικὰ ἐπιτηδεύματα δρῶσι μετὰ πάσης ἐξουσίας. Καὶ τίς ἀμε φιβάλλει, τοῦ χρόνου προϊόντος, καὶ τοῦ κακοῦ προκόπτοντος, μὴ τελείως γενέσθαι τὰ μοναστήρια, κοσμικά καταγώγια· καὶ ὅπερ οὐκ ἐδυνήθη ὁ τρισάθλιος Κοπρώνυμος κατορθῶσαι· τοῦτο γὰρ ἐκείνῳ σκοπός· ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων πληρωθῆναι Οὕτως τοίνυν ὁ δράκων καὶ τοὺς τὰς δωρεάς λαμβάνοντας, ἡδέως ἀναιρεῖ καὶ καταπίνει. Καὶ ταῦτα τὰ αὐτῶν ἀνομήματα, ἵνα μὴ λέγω ἀσεβήματα, ἐκ πολλῶν ὀλίγα, διὰ τὴν πολυγραφίαν. ἡγούμενος; τί διανοηθήσεται ποῖος παραστήσει λόγος τὴν ὑπερβάλλουσαν αὐτοῦ θλίψιν, καὶ τὴν ἀμηχανίαν, ὁρῶντας τὴν τῶν ὑπ' αὐτοῦ ποιμαινομένων ψυχῶν ἀπώλειαν, καὶ τὴν εἰς τὸ θεῖον καταφρόνησιν, τὸν τοῦ ἁγίου τάγματος πάντα κίνδυνον, καὶ πάντα τὰ εἰρημένα άτοπα; οὐ τῷ εἰρημένῳ δὲ τρόπῳ μόνον ἀπόλλυνται οἱ ταπεινοί μοναχοί, ἀλλὰ πολύτροπος ὑπάρχει ὁ ὄλεθρος αὐτῶν. Εἰς πολλὰ γὰρ ἄτοπα ὑπὸ τῆς ἐνδείας ἐκκυλίονται, εμπορείαν καὶ καπηλείαν καὶ πᾶν βιωτικὸν ἐπιτήδευμα μετο ερχόμενοι, διὰ τὴν ἐλεεινὴν σωματικήν ζωήν· ἡ μὲν οὖν εἰς τὰ ἀνδρῷα μοναστήρια ἐνεργοῦσα ἡ ἐνεργουμένη ἀσέβεια, τοιαύτη. Τῆς δὲ εἰς τὰ γυναικεῖα, τίς ἂν ἐφίκοιτο λόγος, διὰ τὴν ὑπερβολὴν τοῦ κακοῦ; Τίς μὴ κλαύσει ὁρῶν τὰ φρίκης ἀνάπλεα;
NOTITIA PATRIARCHATUUM.
χεσθαι, ἢ καὶ κατὰ τὰ μέρη αὐτῆς, εἰ μή πω παρ' bus in Franciam perrexit, ad Carolum qui locum
ἐμοῦ, ἡ τῶν διαδόχων μου προσκληθῇς ἢ σὺ ἢ οἱ occupabat patris qui fato functus erat. Statim vero
μετὰ σὲ, καὶ ἡνίκα σε προσκαλεσώμεθα πρὸς ἐκδί- illum flexit, et contra Romanos expeditionem moκησιν τῆς Ἐκκλησίας, ἔχειν επάναγκες τοῦτο ποιεῖν. vit. Et Romam ingressus primos seditionis auctores
Επεὶ δὲ ἡ χώρα αὐτή ἐστι δικαία τοῦ τῶν Ῥωμαίων corripuit, oculisque orbatos in exsilium deportanβασιλέως, γενέσθωσαν μέσον ἡμῶν συμφωνίαι, ἵνα dos curavit. Et postquam cum Carolo omnes sulag
σὺ μὲν ἔχῃς τὴν Λομπαρδίαν καὶ τὰς πλησίον αὐτῆς injurias reparasset, et vindicasset servosque omnes
χώρας, ἐγὼ δὲ ἵνα έχω Τοσκάναν, καὶ ἀπὸ τῆς Ῥώ restituisset, his verbis Carolum adortus est: Si
μης μέχρι τῆς Λογγιβαρδίας, καὶ τῆς Σικελίας, καὶ vis a me coronari, juramento hoc foedus inter nos
διεκδικῇς ταύτας, ἐάν τις κατ' αὐτῶν ἐπιχειρῇ, καὶ confirmes, te nimirum eo inverecundiæ et impuἵνα φυλάττηται τὰ δίκαια, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ρώτ dentiæ nunquam deventurum, ut contra Romam ilμης. Καὶ μετὰ τὸ στεφθῆναι σε παρ' ἐμοῦ ἐπαίρῃς liusque vicina loca hostis accedas, sed tantum cum
με ἀπὸ τοῦ ῥεγίνου τοῦ ἵππου μου, καὶ διασώζῃς
a me successoribusque meis tu tuique posteri eo
με μέχρι καὶ τοῦ παλατίου μου, καὶ ἔχῃς ἐμὲ καὶ
fuerint invitati et cum te vocabimus, ad Ecclesiam
τοὺς διαδόχους μου, κυρίου; Πάπας, καὶ ἀπονέμης
vindicandam te tanquam ad negotium prorsus
αὐτοῖς τὴν προσήκουσαν τιμήν, καὶ οὕτως αὐτὸς
necessarium celeriter advolaturum. Et quandoqulμετὰ τὸ στέψαι σὲ ὀνομάζω βασιλέα. Τούτων οὖν dem tota regio est juris imperatoris Romani, hoc
πάντων συμφωνηθέντων μέσον αὐτῶν διὰ γραφῶν inter nos incatur pactum, te occupaturum Longobarἀμοιβαίων, καὶ δι᾿ ὅρκου τοῦ Καρούλου βεβαιωθέν- diam et regiones illi adjacentes, ne vero possesτων, ἐκράτησε καὶ κρατεῖ μέχρι καὶ τοῦ παρόντος surum Toscaniam, et Regiones a Roma Longobarἡ τοιαύτη συνήθεια.
diam et Siciliam usque circumfusas; et te illas
vindicaturum si aliquis illas invadere moliatur, ut jura libertasque Romana sarta et tecta conserventur. Postquam vero coronalus a me fueris, reges me freno et habenis equi mei, salvumque me
et incolumem ad palatium usque meum reduces. Me autem et successores meos, ut dominos papas
habebis, et illis honorem, congruentemque observantiam tribues; ego vero postquam a me ſueris coronatus, imperatoris nomen et titulum tibi tribuam. Quibus omnibus inter illos concessis, et chartis
instrumentisqne scriptis respectivis munitis, juramentoque Caroli firmatis et roboratis, consuetudo
ista obtinuit et obtinet ad præsens usque tempus. ›
Μαρτίου κγ' ἐτελειῶθεν κατὰ τὸ αχια τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔτος, ἐν Ἰωανίνοις
χειρὶ Χριστοδούλου υἱοῦ Δημητρίου Μεχελιού.
Explicit hoc opus, 23 Mart. aun. 1611 Salvatoris
mostri Jesu Christi, in Joanninis manu Christuduli
filii Demetrii Michaelii.
col. 1145–1146page 39 of 44
PG 132:1145Μετὰ γὰρ τῶν ἐπὶ τοῖς ἀνδρῴοις προειρημένων ναχῶν, καὶ ἄλλα χαλεπώτερα ἐπὶ τούτοις ἐρῶνται. Τὰ μὲν γὰρ εὐπορώτερα τούτων, τοῖς ἄρχουσιν εἰς πρόσωπα τῶν οἰκείων γαμετῶν δωροῦνται, ἐπὶ δυσὶ προσώποις ἢ ἐπὶ τρισὶν, ως φασι· τὰ δὲ ἀπορώτερα, ἀπορωτέροις καὶ ἀπορωτέραις. Οἱ τινες ἅμα τῷ παραλαβεῖν αὐτὰ, οὐ μόνον πᾶσαν τὴν πρόσοδον αὐτῶν, ὡς ἰδίαν ἐγκολποῦνται κληρονομίαν, ὀλίγα τινὰ ἢ οὐδὲν ταῖς μοναζούσαις παρέχοντες· ἀλλὰ καὶ οἴκους ἔνιοι ἔσωθεν τῆς τῶν παρθένων αὐλῆς ἀνεγείρουσιν, αἰωνίαν τὴν τῶν μοναστηρίων κατά σχεσιν ἑαυτοῖς πραγματευόμενοι. Καὶ εἰσὶ λοιπὸν ἀναμίξ, κοσμικοὶ καὶ κοσμικαί, δοῦλοι καὶ δουλίδες, μετὰ τῶν μοναζουσῶν συζῶντες καὶ συνεκκλησιαζό μενοι. "Α δὲ καὶ αἱ ταπειναὶ μονάζουσαι, ὑπὸ τῆς ἐνδείας τῶν ἀναγκαίων πιεζόμεναι ὁρῶσι, τίς ἰσχύει γραφῇ παραδούναι; οἴχεται κἀνταῦθα ἐξ αἰτίας τῶν χαριστικαρίων καὶ χαριστικαριῶν, πᾶσα μοναδική μοναχική] καὶ παρθενική κατάστασις· πᾶς κανὼν ὑπο ταγῆς καὶ ταπεινώσεως καὶ ἐκκοπῆς θελήματος ἀπελήλαται· πανταχοῦ τῶν χαριστικαρίων κατεξουσια ζέντων, καὶ τῶν προεστώτων καταφρονουμένων· καὶ τῶν μοναζουσῶν ταῖς χαριστικαρίαις προσκειμένων καὶ ὑπεικουσῶν, οὐ ταῖς προεστώσαις, καὶ χαιρους σῶν μᾶλλον ὡς τὰ πολλὰ, ταῖς διενέξεσι τῆς χαρι στικαρίας καὶ τῆς καθηγουμένης, διηνεκῶν καὶ ἀδιαλείπτων οὐσῶν ἐν αὐταῖς διχοστασιῶν καὶ μνη σικακιῶν. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ποῦ λοιπὸν σωτηρίας ἐλπίς; Ποῦ τὸ τῆς ἀρετῆς ἐργαστήριον; Ποῦ τὸ διδασκάλιον τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας, καὶ τέχνης τῶν τεχνῶν; οἴχεται καὶ ἀπώλωλεν. Οὕτως τοίνυν καὶ ὁ ἐχθρὸς ἡμᾶς τοὺς ἐλεεινούς μοναχούς, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, ψυχικῶς φονεύων ἀπόλ λυσεν. ις'. Τοῦτο τὸ χαλεπώτατον καὶ ὑπέρογκον καὶ πολύτροπον καὶ ἀνυπέρβλητον κακόν, τὸ πάσης ἀσε βείας ἐφάμιλλον, τὸ πάσης αἱρέσεως ισοστάσιον, οἱ κατὰ καιροὺς βασιλεῖς καὶ πατριάρχαι ενεργούμενον καθορῶντες, καὶ δυνάμενοι καὶ ἐξουσίαν ἔχοντες ἀναστείλαι καὶ παῦσαι αὐτό, οὐ μόνον τοῦτο οὐ ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβαιοῦσι, δι᾿ ὧν καὶ αὐτοὶ τὰ αὐτὰ τῶν πρὸ αὐτῶν ἐνεργοῦσιν· ἀεὶ τοῦ κακοῦ κατὰ γενεὰν καὶ γενεὰν προσθήκην ἐπιδεχομένου, καὶ ὅσον οὔπω ἀφανισμῷ τελείῳ τοῦ μοναχικοῦ τάγματος παραδοθησομένου. Οὐδὲ γὰρ ἡγοῦνται τὸ τοιοῦτον, ὅλως ἁμάρτημα εἶναι. Καὶ πῶς ἄρα διορθώσονται; Εἰ δὲ καί ποτε εἰς μικρὰν συναίσθησιν ἔλθωσιν, ὑπό τινος τῶν φιλαρέτων περὶ τούτου ὑπομιμνησκόμενοι, τοῖς πρωταιτίοις ἐκείνοις τὸ πᾶν ἐπιγράφουσι, καὶ ἑαυτοὺς ἀνευθύνους ὑπολαμβάνουσιν· ἀγνοοῦντες ὅτι τοσοῦτον μᾶλλον ἐκείνων κατα κριθήσεσθαι μέλλουσιν, ὅσον ἐκεῖνοι μὲν μὴ εἰδότες τὸ ἐξ ἀποτελέσματος τοῦ κακοῦ μέγεθος, ὡς ἀγαθόν τι δοκοῦντες ποιεῖν, τὸ πονηρὸν ἕδρασαν· οὗτοι δὲ τὸ θεοστυγέστατον ἀποτέλεσμα ὀφθαλμοῖς καθορῶντες, ἑκουσίως ἀνομοῦσι, τὴν οἰκείαν καταπατοῦντες συνείδησιν. ᾿Αλλὰ καὶ τίς ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὑπὸ τῆς τῶν προλαβόντων κακίας ἐβοηθήθη, τοῦ μὴ τὰ ὅμοια καὶ χείρονα ἐκείνων κολασθῆναι; τί γὰρ ὠφελοῦνται οἱ φονεῖς ἀπὸ τοῦ εἶναι τοῦ φόνου πρωταίτιον τὸν Κάϊν, ἢ οἱ ἀρσενοκοῖται ἀπὸ τοῦ εἶναι πρωταιτίους
bus personis, aut super tribus, ut aiunt: minoris
vero reditus, minus divitibus cum viris tum feminis.
Qui simul atque acceperunt, non modo cunetas
eorum facultates, tanquam propriam hæreditatem
in sinum cogerunt, panca quædam aut nihil monialibus præbentes, verum etiam nomulli domos
exstruunt intra virginum septa, perpetuam sibi
monasteriorum possessionem efficere conantes.
Jamque permistim degunt mundani et mundang,
servi et ancille, cum monialibus conviventes, conversántes et colloquentes. Quæ porro abjectæ moniales inopia rerum necessariarum oppressæ agant,
quis valebit litteris tradere? Pessum it hic charisticariorum et charisticariarum causa, omnis monastica
et virginalis constitutio: omnis regula obedientia,
humilitatis, exscindende voluntatis propellitur; cum
ubique charisticarii dominentur, et præpositi conΜετὰ γὰρ τῶν ἐπὶ τοῖς ἀνδρῴοις προειρημένων personis propriarum uxorum donantur, super duaναχῶν, καὶ ἄλλα χαλεπώτερα ἐπὶ τούτοις ἐρῶνται.
Τὰ μὲν γὰρ εὐπορώτερα τούτων, τοῖς ἄρχουσιν εἰς
πρόσωπα τῶν οἰκείων γαμετῶν δωροῦνται, ἐπὶ δυσὶ
προσώποις ἢ ἐπὶ τρισὶν, ως φασι· τὰ δὲ ἀπορώτερα,
ἀπορωτέροις καὶ ἀπορωτέραις. Οἱ τινες ἅμα τῷ
παραλαβεῖν αὐτὰ, οὐ μόνον πᾶσαν τὴν πρόσοδον
αὐτῶν, ὡς ἰδίαν ἐγκολποῦνται κληρονομίαν, ὀλίγα
τινὰ ἢ οὐδὲν ταῖς μοναζούσαις παρέχοντες· ἀλλὰ
καὶ οἴκους ἔνιοι ἔσωθεν τῆς τῶν παρθένων αὐλῆς
ἀνεγείρουσιν, αἰωνίαν τὴν τῶν μοναστηρίων κατά
σχεσιν ἑαυτοῖς πραγματευόμενοι. Καὶ εἰσὶ λοιπὸν
ἀναμίξ, κοσμικοὶ καὶ κοσμικαί, δοῦλοι καὶ δουλίδες,
μετὰ τῶν μοναζουσῶν συζῶντες καὶ συνεκκλησιαζόμενοι. "Α δὲ καὶ αἱ ταπειναὶ μονάζουσαι, ὑπὸ τῆς
ἐνδείας τῶν ἀναγκαίων πιεζόμεναι ὁρῶσι, τίς ἰσχύει
γραφῇ παραδούναι; οἴχεται κἀνταῦθα ἐξ αἰτίας τῶν
χαριστικαρίων καὶ χαριστικαριῶν, πᾶσα μοναδική [al.
μοναχική] καὶ παρθενική κατάστασις· πᾶς κανὼν ὑποταγῆς καὶ ταπεινώσεως καὶ ἐκκοπῆς θελήματος ἀπελήλαται· πανταχοῦ τῶν χαριστικαρίων κατεξουσια
ζέντων, καὶ τῶν προεστώτων καταφρονουμένων· καὶ
τῶν μοναζουσῶν ταῖς χαριστικαρίαις προσκειμένων
καὶ ὑπεικουσῶν, οὐ ταῖς προεστώσαις, καὶ χαιρους
σῶν μᾶλλον ὡς τὰ πολλὰ, ταῖς διενέξεσι τῆς χαρι
στικαρίας καὶ τῆς καθηγουμένης, διηνεκῶν καὶ
ἀδιαλείπτων οὐσῶν ἐν αὐταῖς διχοστασιῶν καὶ μνησικακιῶν. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ποῦ λοιπὸν
σωτηρίας ἐλπίς; Ποῦ τὸ τῆς ἀρετῆς ἐργαστήριον;
Ποῦ τὸ διδασκάλιον τῆς ἀληθοῦς φιλοσοφίας, καὶ τέχνης τῶν τεχνῶν; οἴχεται καὶ ἀπώλωλεν. Οὕτως
τοίνυν καὶ ὁ ἐχθρὸς ἡμᾶς τοὺς ἐλεεινούς μοναχούς, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, ψυχικῶς φονεύων ἀπόλλυσεν.
ις'. Τοῦτο τὸ χαλεπώτατον καὶ ὑπέρογκον καὶ
πολύτροπον καὶ ἀνυπέρβλητον κακόν, τὸ πάσης ἀσε
βείας ἐφάμιλλον, τὸ πάσης αἱρέσεως ισοστάσιον, οἱ
κατὰ καιροὺς βασιλεῖς καὶ πατριάρχαι ενεργούμενον
καθορῶντες, καὶ δυνάμενοι καὶ ἐξουσίαν ἔχοντες
ἀναστείλαι καὶ παῦσαι αὐτό, οὐ μόνον τοῦτο οὐ
ποιοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβαιοῦσι, δι᾿ ὧν καὶ αὐτοὶ
τὰ αὐτὰ τῶν πρὸ αὐτῶν ἐνεργοῦσιν· ἀεὶ τοῦ κακοῦ
κατὰ γενεὰν καὶ γενεὰν προσθήκην ἐπιδεχομένου,
καὶ ὅσον οὔπω ἀφανισμῷ τελείῳ τοῦ μοναχικοῦ
τάγματος παραδοθησομένου. Οὐδὲ γὰρ ἡγοῦνται τὸ
τοιοῦτον, ὅλως ἁμάρτημα εἶναι. Καὶ πῶς ἄρα
· διορθώσονται; Εἰ δὲ καί ποτε εἰς μικρὰν συναίσθησιν ἔλθωσιν, ὑπό τινος τῶν φιλαρέτων περὶ τούτου
ὑπομιμνησκόμενοι, τοῖς πρωταιτίοις ἐκείνοις τὸ πᾶν
ἐπιγράφουσι, καὶ ἑαυτοὺς ἀνευθύνους ὑπολαμβάνου
σιν· ἀγνοοῦντες ὅτι τοσοῦτον μᾶλλον ἐκείνων κατακριθήσεσθαι μέλλουσιν, ὅσον ἐκεῖνοι μὲν μὴ εἰδότες
τὸ ἐξ ἀποτελέσματος τοῦ κακοῦ μέγεθος, ὡς ἀγαθόν
τι δοκοῦντες ποιεῖν, τὸ πονηρὸν ἕδρασαν· οὗτοι δὲ
τὸ θεοστυγέστατον ἀποτέλεσμα ὀφθαλμοῖς καθορών
τες, ἑκουσίως ἀνομοῦσι, τὴν οἰκείαν καταπατοῦντες
συνείδησιν. ᾿Αλλὰ καὶ τίς ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὑπὸ τῆς
τῶν προλαβόντων κακίας ἐβοηθήθη, τοῦ μὴ τὰ ὅμοια
καὶ χείρονα ἐκείνων κολασθῆναι; τί γὰρ ὠφελοῦνται
οἱ φονεῖς ἀπὸ τοῦ εἶναι τοῦ φόνου πρωταίτιον τὸν
Κάϊν, ἢ οἱ ἀρσενοκοῖται ἀπὸ τοῦ εἶναι πρωταιτίους
temnantur; necnon sanctimoniales charisticariis
mulieribus adhæreant et obsecundent, non autem
iis quæ præpositæ earum sunt; imo ut plurimum
lætentur in charisticaria et præpositæ contentioni -
bus, quas inter continuæ ac indesinentes babentur
dissensiones et simultates. Quæ cum ita sint, ubinam de reliquo spes salutis? Ubinam virtutis
officina? ubi schola veræ philosophiæ, artisque
artium? Abiit atque periit. Ita ergo inimicus nos
miserabiles vitam monasticam agentes viros et
feminas, secundum animam interficit ac perdit.
XVI. Hoc gravissimum, immensum, multiplex,
ac intolerabile malum, omnis impietatis æmului,
omni hæresi æquale, qui per tempora exstitere
imperatores et patriarchae vigere conspicati, cumn
possent ex auctoritate comprimere et coercere, non
modo non fecerunt, sed etiam confimarunt, agendo
eadem quæ prædecessores sui: adeo ut malum
semper ab ætate in ætatem augmentum ceperit, et
monachicus ordo tantum non tradendus sit integræ
abolitioni. Neque enim hoc censent, ullatenus esse
peccatum. Quomodo igitur emendabuntur? Si vero
aliquando in modicum sensum venerint, ab aliquo
e virtute præditis eam ob rem admoniti, primis
illis auctoribus totum ascribunt, seque arbitrantur
culpæ non affines: atque ignorant quod eo magis
supra illos condemnandi sint, quo illi quidem
Descientes mali inde provenientis magnitudinem,
putando bonum quid se agere, malum perpetrarunt;
ipsi vero Deo maxime invisum eventum oculis
spectantes, sponte inique agunt, sua conculcata
conscientia. Sed et quis ab omni tempore, per
præcedentium malitiam adjutus est, ut non pari,
imo graviori supplicio afficeretur? Quid enim
prodest homicidis, Cainum primum esse homicidit
auctorem; aut prædiconibus, inchoasse hoc scelus
Sodomitas? Quin potius absque spe veniæ delinquumt; utpote qui post terribilem illorum conden-
col. 1147–1148page 40 of 44
PG 132:1147τοὺς Σοδομίτα;; εἰ μὴ μᾶλλον ἀσυγχώρητα πλημ μελοῦσιν· ὡς μετὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνων κατάκρισιν, τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένοντες. Οὕτως οὐδὲ αὐτοὶ χώρων ἀπολογίας πάντως ἕξουσι, διὰ τὸ μὴ γενέσθαι πρωτο αίτιοι. 5. Αμαρτίαν πρός θάνατον εἶπον οἱ Πατέρες τὴν ἀμετανόητον. Καὶ τίς τῶν μοναστήρια δωρουμένων ἢ τῶν λαμβανόντων μετενόησε ποτε ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καὶ τοσαύτῃ ἁμαρτίᾳ, ἢ κἂν ὅλως ἁμαρτῆσαι ποτε ψήθη τούτου ἕνεκεν, τα μετανοήσῃ, καὶ κἂν εἰς αὐτὰς τὰς τελευταίας ἀναπνοις, κἂν φλε λόγῳ εἴπῃ πρὸ; Κύριον· Ημαρτόν σοι, Κύριε· τά σοι καὶ τοῖς τοῖς ἀνατεθειμένα πράγματα, αναιδώς καὶ ἀδεῶς δι' ὅλης μου τῆς ζωῆς καταχρώμενος ἀλλὰ σύ, Κύριε, διὰ τὴν ἄπειρόν σου καὶ ἀνεκδιήγη τον ἀγαθότητα, ἐλέησον καὶ συγχώρησόν μοι. 'ἀμετανόητος δὲ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καὶ τηλικαύτῃ ἀσεβεία ἀποθανών, πῶς ῥυσθήσεται ὁ ἄθλιος τῆς αἰωνίου κολάσεως; εἰ καὶ μηδεμίαν ἄλλην ἁμαρτίαν ἑαυτῷ συνέγνωκεν· ὅπερ ἀμήχανον. Τὸ δὲ παραδοξότεροι, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα τολμῶντες πλημμελεῖν, καὶ οὕτως τῷ Θεῷ προσκρούοντες, τολμῶσι μοναστήρια ἐκ νέου ανοικοδομεῖν· καὶ οὐκ ἐρυθριῶσιν, ἄλλα μοναστήρια καταλύοντες, καὶ ἕτερα ἀνοικοδομοῦντες· μὴ δὲ κἂν τοῦτο συνιδεῖν δυνάμενοι, ὅτι τοῦ δυσσεβοῦς ἔθους κρατοῦντος, καὶ τὰ νῦν ὑπ' αὐτῶν ἀνεγειρόμενα, εἰ καὶ μὴ σήμερον, ἀλλ' αὔριον γοῦν, ἀνάγκη δωρηθής ναι καὶ δουλωθῆναι καὶ καταλυθήναι. τη'. Δόξα σοι, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, η δόξα σοι, δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεξικακία σου, δόξα τῇ ἀφάτῳ φιλανθρωπίᾳ σου· ὅτι τοῦ τοιούτου και τηλικούτου κακοῦ, ἐπὶ τοσούτοις χρόνοις τῇ Ῥωμανίᾳ καὶ τῇ τῶν Χριστιανῶν του λιτείᾳ ἐνδυναστεύοντος, καὶ τολμωμένου ἀφόβως καὶ πεπαρρησιασμένως ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου, οὐκ Αγανάκτησας, οὐκ ὠργίσθης ἀξίως, καὶ ἀφανισμῷ τελείῳ ἡμᾶς παρέδωκας· ἀλλ' ἔτι ἀνέχῃ καὶ μακροθυμεῖς. Καὶ νῦν μὲν, τὸ τῶν Τούρκων ἄγριον καὶ ἀθεώτατον ἔθνος ἡμῖν εἰς παιδείαν ήγειρας, τὴν τῆς Ανατολῆς χώραν ληΐζον· νῦν δὲ, τὰ τῶν Πατζινά χων καὶ Κομάνων καὶ Φράγγων, τὰ τῆς Δύσεως λεηλατοῦντα. ᾿Αλλὰ μὴν καὶ σεισμῷ φοβερῷ, καὶ χαλεποίς συμπτώμασι, καὶ θανάτοις ἐξαισίοις, καὶ ἐμπρησμοῖς ἡμᾶς ἐφόβησας· εἰς συναίσθησιν πάν τως διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων, καὶ εἰς διόρθωσιν ἄγων. Ἡμεῖς δὲ οὐ συνήκαμεν, οὔτε συνίεμεν Κατά τὸν παρόντα κανόνα, ὡς ἔοικεν, ἀναγκάζει τὸ μέρος τῆς Ἐκκλησίας τοὺς Λατίνους ἐξόμνυσθαι θέλοντας γυναῖκας λαβεῖν ἐκ τῆς Ρωμανίας. Πατζινάκων. Δάκες,
JOANNIS ANTIOCHENI DE MONASTERIIS, ETC.
nationem, in iisdem persistunt. Ita neque ipsi ullum τοὺς Σοδομίτα;; εἰ μὴ μᾶλλον ἀσυγχώρητα πλημ
excusationis locum ex eo habebunt quod non sint
primi sontes.
XVII. Peccatum ad mortem, dixerunt Patres
illud de quo pœnitentia non agitur. Et quis eorum
qui monasteria tradunt aut accipiunt, pœnitentiam
unquam egit de tali tantoque delicto; vel saltem
peccasse se ea de causa existimavit aliquando, ut
pœnitentia duceretur, ac vel in ipsis extremis
balitibus, nudo duntaxat sermone diceret ad Dominum: Peccavi tibi, Domine, iis rebus quæ tibi
tuisque dicatæ sunt, per totam vitam meam impudenter et intrepide abusus: sed tu, Domine, per
immensam tuam et ineffabilem bonitatem, miserere,
ac mihi ignosce. Absque pœnitentia vero in tali
tantaque impietate moriens, quo pacto liberabitur
miser, ab æterno supplicio? quanquam nullius
peccati alterius sibi conscius sit; quod fieri non
potest. Quodque magis inopinatum est; qui hæc
audent delinquere, sicque Deum offendunt, monaaleria de novo aggrediuntur construere; nec pudet
eos, alia monasteria evertere, et alia reædificare;
neque vel boc intelligere valent, quod impia consuetudine obtinente, etiam quæ uunc ab ipsis eriguntur, licet non hodie, attamen cras necessario
donabuntur, servituti tradentur, destruentur.
μελοῦσιν· ὡς μετὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνων κατάκρισιν,
τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένοντες. Οὕτως οὐδὲ αὐτοὶ χώρων
ἀπολογίας πάντως ἕξουσι, διὰ τὸ μὴ γενέσθαι πρωτο
αίτιοι.
5. Αμαρτίαν πρός θάνατον εἶπον οἱ Πατέρες
τὴν ἀμετανόητον. Καὶ τίς τῶν μοναστήρια δωρουμέ
νων ἢ τῶν λαμβανόντων μετενόησε ποτε ἐπὶ τῇ
τοιαύτῃ καὶ τοσαύτῃ ἁμαρτίᾳ, ἢ κἂν ὅλως ἁμαρτή
σαί ποτε ψήθη τούτου ἕνεκεν, τα μετανοήσῃ, καὶ
κἂν εἰς αὐτὰς τὰς τελευταίας ἀναπνοις, κἂν φλε
λόγῳ εἴπῃ πρὸ; Κύριον· Ημαρτόν σοι, Κύριε· τά
σοι καὶ τοῖς τοῖς ἀνατεθειμένα πράγματα, αναιδώς
καὶ ἀδεῶς δι' ὅλης μου τῆς ζωῆς καταχρώμενος
ἀλλὰ σύ, Κύριε, διὰ τὴν ἄπειρόν σου καὶ ἀνεκδιήγητον ἀγαθότητα, ἐλέησον καὶ συγχώρησόν μοι. 'Αμε
τανόητος δὲ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ καὶ τηλικαύτῃ ἀσεβεία
ἀποθανών, πῶς ῥυσθήσεται ὁ ἄθλιος τῆς αἰωνίου
κολάσεως; εἰ καὶ μηδεμίαν ἄλλην ἁμαρτίαν ἑαυτῷ
συνέγνωκεν· ὅπερ ἀμήχανον. Τὸ δὲ παραδοξότεροι,
ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα τολμῶντες πλημμελεῖν, καὶ οὕτως
τῷ Θεῷ προσκρούοντες, τολμῶσι μοναστήρια ἐκ νέου
ανοικοδομεῖν· καὶ οὐκ ἐρυθριῶσιν, ἄλλα μοναστήρια
καταλύοντες, καὶ ἕτερα ἀνοικοδομοῦντες· μὴ δὲ κἂν
τοῦτο συνιδεῖν δυνάμενοι, ὅτι τοῦ δυσσεβοῦς ἔθους
κρατοῦντος, καὶ τὰ νῦν ὑπ' αὐτῶν ἀνεγειρόμενα, εἰ
καὶ μὴ σήμερον, ἀλλ' αὔριον γοῦν, ἀνάγκη δωρηθής
ναι καὶ δουλωθῆναι καὶ καταλυθήναι.
XVIII. Gloria tibi, Domine Jesu Christe Deus no- τη'. Δόξα σοι, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν,
ster, gloria tibi, gloria lenitali tuæ, gloria patientia η δόξα σοι, δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, δόξα τῇ ἀνεξιtuæ, gloria ineffabili tuæ clementiæ, quod cum tale κακίᾳ σου, δόξα τῇ ἀφάτῳ φιλανθρωπίᾳ σου· ὅτι
tantumque malum a tanto tempore in imperio τοῦ τοιούτου και τηλικούτου κακοῦ, ἐπὶ τοσούτοις
Romano Christianorumque republica dominetur, ac χρόνοις τῇ Ῥωμανίᾳ καὶ τῇ τῶν Χριστιανῶν του
citra timorem, imo cum fiducia perpetretur coram λιτείᾳ ἐνδυναστεύοντος, καὶ τολμωμένου ἀφόβως καὶ
oculis tuis non indignatus es, non est iratus con- πεπαρρησιασμένως ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σου, οὐκ
digne, non plenæ abolitioni tradidisti nos; sed Αγανάκτησας, οὐκ ὠργίσθης ἀξίως, καὶ ἀφανισμῷ
adhuc sustines lenique animo toleras. Et modo τελείῳ ἡμᾶς παρέδωκας· ἀλλ' ἔτι ἀνέχῃ καὶ μακροquidem adversus nos ad castigationem excitasti θυμεῖς. Καὶ νῦν μὲν, τὸ τῶν Τούρκων ἄγριον καὶ
Turcarum feram impiissimamque gentem, quæ
ἀθεώτατον ἔθνος ἡμῖν εἰς παιδείαν ήγειρας, τὴν τῆς
Orientis plagam prædatur; modo autem Patzinaco- Ανατολῆς χώραν ληΐζον· νῦν δὲ, τὰ τῶν Πατζινάrum, Comanorum, Francoruinque nationes, quæ χων καὶ Κομάνων καὶ Φράγγων, τὰ τῆς Δύσεως
Occidentem diripiunt. Sed et tremendo terremotu, λεηλατοῦντα. ᾿Αλλὰ μὴν καὶ σεισμῷ φοβερῷ, καὶ
gravibus casibus, mortibus inusitatis, incendiis ter- χαλεποίς συμπτώμασι, καὶ θανάτοις ἐξαισίοις, καὶ
ruisti nos: omnino per hæc et similia ad sensumac ἐμπρησμοῖς ἡμᾶς ἐφόβησας· εἰς συναίσθησιν πάν
emendationem nos ducens. Nos vero nec intellexi- τως διὰ τούτων καὶ τῶν τοιούτων, καὶ εἰς διόρθωσιν
mus, nec intelligimus; sed adhuc qui rejiciebat ἄγων. Ἡμεῖς δὲ οὐ συνήκαμεν, οὔτε συνίεμεν·
Joan. Bapt. Cotelerii nota.
T 'Pwμaria. Id est in hoc loco, imperio
Romano Orientali. Romania enim aliquando totum
imperium Romanum significat, aliquando imperium
Romanum orientale. Quam ad rem confirmandam
plurima exempla colligi possent, jamque collecia
sunt a viris doctis. Sic (ut pauca ex innumeris proferam) in prima significatione Epiphanius, hæres.
69, n. 2, dicit Arianismum propagatum fuisse per
universam Romaniam, maxime per orientales partes. Et in Vita S. Augustini a Possidio scripta cap.
30, Vandali et Gothi, Romaniæ eversores nuncu
pantur. De secundo autem significatu manifestum
fit per hæc Balsamonis ad cap.1 Chalcedon.: Κατά
τὸν παρόντα κανόνα, ὡς ἔοικεν, ἀναγκάζει τὸ μέρος
τῆς Ἐκκλησίας τοὺς Λατίνους ἐξόμνυσθαι θέλοντας
γυναῖκας λαβεῖν ἐκ τῆς Ρωμανίας. Diserle Mauhaus
Paris anno 1245: Ad unitatem Romanæ Ecclesiæ,
tolum Romania, id est Græciæ imperium revocare.
Πατζινάκων. Patzinaci seu Palzinace et
Paizinacitæ, cogniti satis populi, ex Suida voce
Δάκες, Constantino Porphyrogenneta, Cedreno,
aliisque rerum Constantinopolitanarum scriptoribus.
Nec minus noti qui sequuntur Comani. Notissimi
vero omnium Franci. At qui præcedunt Tarci vel
Turcæ, nimium heu! orbi iunoluerunt.
col. 1149–1150page 41 of 44
PG 132:1149ἀλλ' ἔτι ὁ ἀθετῶν ἀθετεῖ, καὶ ὁ ἀνομῶν ἀνομεῖ. Σὺ δὲ, ". Τα Κύριε, καὶ ἔτι φείδῃ ἡμῶν, καὶ προνοεῖς, καὶ διοικεῖς ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς τὴν ζωὴν ἡμῶν. Ὄντως κατά τὴν μεγαλωσύνην σου, καὶ ἡ μακροθυμία σου. ᾿Αλλὰ φοβοῦσί με αἱ φοβεραὶ φρικται] καὶ ἀδέκαστοι κρί σεις σου, αἱ ἀπ' αἰῶνος ἐπενεχθεῖσαι τοῖς τὰ ἀδιόρθωτα πταίσασιν. Οὐ γὰρ πολλάκις φιλεῖς περιφρονούμενος, καὶ εἰ λίαν ὑπάρχεις φιλάνθρωπος. Φοβεί με ὁ ἀσυμπαθῶς κατακλυσθεὶς κόσμος. Φοβεί με ἡ τοῦ λαοῦ τῶν Σοδόμων σὺν τῇ γῇ καὶ τῷ ἀέρι ἀποτέφρωσις, ἡ τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὸ Ερυθραῖον πέ λαγος καταπόντωσις καταπόντισις], καὶ ἡ τοῦ Αγαπημένου Ισραήλ διὰ τὴν εἰς σὲ παρανομίαν ἀποβολή τε καὶ ἔκπτωσις. Καὶ διὰ τοῦτο τολμῶν δέομαι· Κύριε, κλίνον τὸ οὖς σου καὶ ἄκουσον· ἄνοι ξον τοὺς ὀφθαλμούς σου, καὶ ἴδε ἱλέῳ σου ὅμματι ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ τὴν κληρονομίαν σου, ἣν ἐξηγοράσω τῷ τιμίῳ σου αἵματι· καὶ κλίνον τὰς καρδίας ἡμῶν βασιλέων φημὶ καὶ ἀρχιερέων, ἀρχόντων τε καὶ ἀρχομένων, μοναστῶν καὶ μιγάδων, εἰς ὑπακοὴν τῶν θείων σου προσταγμάτων· καὶ τῷ θείῳ του φόβῳ καθηλώσας τὰς σάρκας ἡμῶν, καταξίωσον ἡμᾶς τρέμειν καὶ φοβεῖσθαι τὸ φρικτὸν καὶ πάντιμον ὄνομά σου· τοῦ [αι. και] μὴ παρακούειν τὸν νόμον ἀλλὰ ταῖς ἁγίαις ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασί σου πειθαρχοῦντας, ἐκφυγεῖν δι' αὐτῶν, οὐ μόνον τὴν προειρημένην ἀσέβειαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἁμαρτίαν, πράξει καὶ λόγῳ καὶ διανοίᾳ ἐνεργουμένην· ἵνα εὑρεθῶμεν ἐνώπιόν σου εὐαρεστήσαντες, καὶ μὴ αἰσχυνόμενοι, ὅταν ἀποδίδως ἑκάστῳ κατά – τὰ ἔργα αὐτοῦ. Σοὶ γὰρ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. Ιωάννου τοῦ Κομνηνού χρυσόβουλλον, δια οριζόμενον μηδέν τι ἀπαιτεῖν τὸν πράκτορα ἀπὸ ἐκκλησίας χηρευούσης τοῦ ἐπισκόπου αυτ τῆς Καὶ τί δὲ ἄλλο τῇ βασιλείᾳ μου προυργιαίτερον ή περισπουδαστότερον, ἢ τὸ τὰς ἐκκλησίας ἀνωτέρας ρ.
JOANNIS COMNENI NOVELLE CONSTITUTIONES.
ἀλλ' ἔτι ὁ ἀθετῶν ἀθετεῖ, καὶ ὁ ἀνομῶν ἀνομεῖ. Σὺ δὲ, rejicit, et qui inique operabatur, inique agit ". Τα
autem, Domine, etiam adhuc parcis nobis, ac provides, atque gubernas in misericordia et miserationibus vitam nostram. Vere secundum magnitudinem
tuam, æquanimitas tua. Verum me terrent formidanda necnon integerrima judicia tua, a sæculo in
eos illata qui absque correctione deliquerunt. Non
enim pateris sæpe contenini, quamvis admodum sis
clemens. Terret me qui immisericorditer diluvio
obtectus fuit orbis. Me in timorem conjicit populi
Sodo!norum cum terra et aere conflagratio; item
Ægyptiorum in mare Rubrum submersio; atque
dilecti Israelis propter iniquitatem adversum te,
abdicatio et ruina. Propterea precari audeo: Doe
mine, inclina aurem tuam et audi; aperi oculos tuos,
ac respice propitio oculo tuo super populum tuum
et hæreditatem tuam, quam redemisti pretioso tuo
sanguine: lecle corda nostra; imperatorum, inquam,
et pontificum, regentium pariter ac rectorum,
monachorum et promiscui populi, in obedientiam
divinorum mandatorum tuorum; ac timore tuo
divino configens carnes nostras eo nos munere
dignare, ut timeamus ac tremamus formidabile
omnique veneratione dignum nomen tuum; nt non
negligamus legem tuam; sed sanctis mandatis et
justificationibus tuis obtemperantes, per ea efugiamus non solum prædictam impietatem, sed etiam
omne aliud peccatum, quod opere, sermone, cogitatione committitur; quo inveniamur corain te acΚύριε, καὶ ἔτι φείδῃ ἡμῶν, καὶ προνοεῖς, καὶ διοικεῖς
ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς τὴν ζωὴν ἡμῶν. Ὄντως κατά
τὴν μεγαλωσύνην σου, καὶ ἡ μακροθυμία σου. ᾿Αλλὰ
φοβοῦσί με αἱ φοβεραὶ [al. φρικται] καὶ ἀδέκαστοι κρίσεις σου, αἱ ἀπ' αἰῶνος ἐπενεχθεῖσαι τοῖς τὰ ἀδιόρθωτα πταίσασιν. Οὐ γὰρ πολλάκις φιλεῖς περιφρο
νούμενος, καὶ εἰ λίαν ὑπάρχεις φιλάνθρωπος. Φοβεί
με ὁ ἀσυμπαθῶς κατακλυσθεὶς κόσμος. Φοβεί με
ἡ τοῦ λαοῦ τῶν Σοδόμων σὺν τῇ γῇ καὶ τῷ ἀέρι
ἀποτέφρωσις, ἡ τῶν Αἰγυπτίων εἰς τὸ Ερυθραῖον πέ
λαγος καταπόντωσις [al. καταπόντισις], καὶ ἡ τοῦ
Αγαπημένου Ισραήλ διὰ τὴν εἰς σὲ παρανομίαν
ἀποβολή τε καὶ ἔκπτωσις. Καὶ διὰ τοῦτο τολμῶν
δέομαι· Κύριε, κλίνον τὸ οὖς σου καὶ ἄκουσον· ἄνοι
ξον τοὺς ὀφθαλμούς σου, καὶ ἴδε ἱλέῳ σου ὅμματι
ἐπὶ τὸν λαόν σου καὶ τὴν κληρονομίαν σου, ἣν ἐξηγοράσω τῷ τιμίῳ σου αἵματι· καὶ κλίνον τὰς καρδίας
ἡμῶν βασιλέων φημὶ καὶ ἀρχιερέων, ἀρχόντων τε
καὶ ἀρχομένων, μοναστῶν καὶ μιγάδων, εἰς ὑπακοὴν
τῶν θείων σου προσταγμάτων· καὶ τῷ θείῳ του φόβῳ
καθηλώσας τὰς σάρκας ἡμῶν, καταξίωσον ἡμᾶς
τρέμειν καὶ φοβεῖσθαι τὸ φρικτὸν καὶ πάντιμον
ὄνομά σου· τοῦ [αι. και] μὴ παρακούειν τὸν νόμον
ἀλλὰ ταῖς ἁγίαις ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασί σου
πειθαρχοῦντας, ἐκφυγεῖν δι' αὐτῶν, οὐ μόνον τὴν
προειρημένην ἀσέβειαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην
ἁμαρτίαν, πράξει καὶ λόγῳ καὶ διανοίᾳ ἐνεργουμέ
νην· ἵνα εὑρεθῶμεν ἐνώπιόν σου εὐαρεστήσαντες,
καὶ μὴ αἰσχυνόμενοι, ὅταν ἀποδίδως ἑκάστῳ κατά – cepti, nec pudore suffusi, quando reddes cuique
τὰ ἔργα αὐτοῦ. Σοὶ γὰρ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή
καὶ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ
Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αἰώνων. Αμήν.
26 Isa. xxi, 2.
17 Psal. cxviii, 120.
secundum opera sua. Te enim decet omnis gloria,
honor et adoratio, cum Patre sanctissimoque tuo
Spiritu, nunc et semper et in sæcula seculorum.
Amen.
ANNO DOMINI MCXLIII.
JOANNIS COMNENI
IMPERATORIS
IMP. JOANNIS COMNENI AUREA BULLA PRO VENETIS
(Versio Latina hujus chrysobulli legitur inserta bullæ aureæ Manuelis Comneni pro iisdem Venetis. Vide
B'.
ad an. 1148.)
Ιωάννου τοῦ Κομνηνού χρυσόβουλλον, δια
οριζόμενον μηδέν τι ἀπαιτεῖν τὸν πράκτορα ἀπὸ
ἐκκλησίας χηρευούσης τοῦ ἐπισκόπου αυτ
τῆς
Καὶ τί δὲ ἄλλο τῇ βασιλείᾳ μου προυργιαίτερον ή
περισπουδαστότερον, ἢ τὸ τὰς ἐκκλησίας ἀνωτέρας
Anno 1126.
tunc Calojoannem vocarunt.
Joannis Comneni aurea bulla, quæ statuit, ne quid
ab Ecclesia orbata episcopo suo quæstor exigal.
Quod facere majestas mea majus operæ pretium,
quidve studio suo dignius possit; quam ut ecclesiae ab
Anno 1124 vel 1139. Apud Leanclavium Jus
Greco Rom. 1, ρ. 147.
col. 1151–1152page 42 of 44
PG 132:1151διατηρεῖσθαι πάσης ἐπηρείας τε καὶ κακώσεως, καὶ μηδὲ τὴν οἰανοῦν βλάβην ἢ ζημίαν ὑφίστασθαι; διὰ ταῦτα οὐδὲ τὸ νῦν εἰς ἀκοὰς τῆς ἡμῶν ἐλθὸν γαλη νότητος ἀδιόρθωτον ἀπολειφθῆναι ἠθέλησεν. 'ἀνηγγέλθη γὰρ ἡμῖν, ὡς τινες τῶν κατὰ χώρας ἀρχόν των ἅμα τῷ ἀποβιῶναι τοὺς ἀρχιερεῖς ἀφαιροῦνται πάντα τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ, εἴτε είδη εἰσί τινα καὶ πράγματα ή πολλάκις χρήματα εύρε θεῖεν, ἑρμαίῳ ἐντετυχηκέναι οἰόμενοι τῇ τελευτῇ τοῦ ἀρχιερέως τῇ δὲ ἀληθείᾳ τῶν μὴ ἐφειμένων αὐ τοῖς κατατολμῶντες καὶ ἐξιδιούμενοι τὰ ἀλλότρια τινὲς δὲ διὰ τῶν ἐξυπηρετούντων αὐτοῖς τὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἀφαιρούμενοι ἐξάντεις ἑαυτοὺς τῷ δοκεῖν καθιστῶσι τοῦ ἀτόπου τούτου ἐγχειρήματος. Αναστέλλουσα γοῦν τὴν τοιαύτην παράλογον πρᾶξιν ἡ βασιλεία μου καὶ τὸ τοιοῦτον τῆς πλεονεξίας εἶδος ἀναχαιτίζουσα, διορίζεται διὰ τοῦ 10 όντο; νεαροῦ θεσπίσματος, μηδένα τοῦ λοιποῦ τῶν ἀρχόντων ἑκάστης επαρχίας μετὰ τελευτὴν τοῦ ἐπαρχιώτου μητροπολίτου ἢ ἀρχιεπισκόπου ἢ ἐπι σκόπου ἀναλαμβάνεσθαι ἀπὸ τῶν ὄντων ἐν τῇ μητροπόλει ἢ ἐν τῇ ἀρχιεπισκοπῇ ἢ ἐν τοῖς ὑπ' αὐτὰς προαστείοις ἢ χωρίοις ἢ ἀγριδίοις ἢ μοναστηρίας ἢ νομίσματα ἢ εἴδη τινὰ ἢ πράγματα ἢ ζώα ἡ ἑτερά τινα διαφέροντα αὐτοῖς, ἀλλὰ μηδὲ ὅλως ἐκεῖσε εἰσέρχεσθαι μήτε αὐτοὺς μήτε τοὺς ἐξυπηρετοῦντας αὐτοῖς. Αὐτοὶ μὲν γὰρ οἱ τῶν χωρῶν ἄρχοντες οἱ ἀπερχόμενοι ἢ ἀποστέλλοντές τινας, καὶ ἀναλαμβανόμενοι ἢ ἀπὸ τοῦ ἐπισκοπείου ἢ ἀπὸ τῶν προ αστείων καὶ μοναστηρίων είδη τινὰ ἢ πράγματα ή νομίσματα ἢ ζῶα καταθήσουσι πρὸς τὴν ἐκκλησίαν ᾗ ὑπόκειται ἡ τοῦτο παθοῦσα ἐπισκοπὴ ἢ ἀρχιεπισκοπῇ ἢ μητρόπολις, νομισμάτων λίτρας ιβ', ὄρει λούσας ἀποδίδοσθαι ἀπροφασίστως πρὸς τὴν ζημιω θεῖσαν Ἐκκλησίαν, πρὸς τῷ καὶ τὴν ἐκ τῆς βασιλείας ἡμῶν ἐπισπάσασθαι ἀγανάκτησιν. Εἰ δέ τις τῶν ἐξυπηρετούντων αὐτοῖς τοιοῦτόν τι διαπράξεται, κἂν ἀξιωματικός εἴη, πρῶτον μὲν ὡς παραβάτης τοῦ ἡμετέρου προστάγματος διὰ δαρμού σωφρονισθήσεται καὶ κουρᾶς, ἔπειτα δὲ καὶ λόγῳ ποινῆς ἀπαιτηθήσεται λίτρας νομισμάτων ἓξ Εἰ δὲ καὶ τῶν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπισκοπῆς κληρικῶν τις ὡς ὑφελόμενός τινα τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων φωραθείη (τολμᾶσθαι γὰρ δὴ καὶ τοιαῦτα πολλά παρὰ τῶν κληρικῶν ἡ βασιλεία μου ἀνεδιδάχθη), διορίζεται καὶ τούτους μετὰ ἀκριβῆ ἔλεγχον καὶ τῆς ἀληθείας κατάληψιν τοῦ οἰκείου ἐκπίπτειν βαθμοῦ, ὡς τὰ τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένα ἀφαιρουμένους καὶ ἱεροσύλους ἄντικρυς λογιζομένους. Οὐκ ἐξέσται τοίνυν ἀπὸ τοῦ παρόντος οὔτε κριταῖς οὔτε ἀναγραφεῦσιν οὔτε πράκτορσιν οὔτε δουξὶν οὔτε στρατηγοίς οὔτε προνοητ ταῖς οὔτε ἄλλοις τισι δημοσιακὰς δουλείας ἐγκεχειρισμένους, μετὰ τελευτὴν τῶν ἀρχιερέων παραβάλλει ὅλως τοῖς ἐπισκοπείοις ἢ τοῖς διαφέρουσιν αὐτοῖ; ἀκινήτοις ἢ μοναστηρίοις καὶ ἀφαιρεῖσθαί τι τὸ σύνο ολον ἐξ αὐτῶν, οὔτε μὴν προφάσει δημοσιακών τε λεσμάτων εἰσέρχεσθαι εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας δίκαια νομισμάτων
JOANNIS COMNENI NOVELLÆ CONSTITUTIONES.
omni injuria et vexatione liberae serventur, utque ni- διατηρεῖσθαι πάσης ἐπηρείας τε καὶ κακώσεως, καὶ
hil eæ damni vel detrimenti sustineant? Propterea
nec id, quod modo ad aures serenitatis nostræ pervenit, inemendatum relinqui voluit. Quippe relatum
nobis est, quosdam provinciarum præsides simul atque pontifices rebus humanis excesserint, auferre
omnia, quæ in episcopio reperiatur, sive species el
res quædam, sive pecuniæ nonnunquam inventæ fuerint; morte pontificis luerum se quoddam nactos
existimantes, cum reapse non licita facere præsumant, et res alienas usurpent. Quidam vero per apparitores suos ecclesiarum res auferentes, a conatus
absurdi culpa specie tenus immunes sese faciunt.
Quamobrem majestas mea facinus hoc improbum
cocrcens, et hanc avaritiæ speciem compescens,
per Novellam hane sanctionem statuit, ne quis in
posterum cujusvis provinciæ præses post obitum
provincialis metropolitani vel archiepiscopi, vel
episcopi, quidquam accipiat de rebus exstantibus
in domo metropolitani vel archiepiscopi vel in
suburbanis earum, vel prædiis, vel agellis, vel
monasteriis; sive nummi sint sive species, sive
res, sive animalia, vel alia, quæ ad eos pertinent:
imo ne vel ipsi prorsus eas ingrediantur, vel ipsorum apparitores. Quippe provinciarum prasides,
qui eo se conferunt, aut quosdam mittunt, et adimunt vel ex episcopali domo, vel ex suburbanis et
monasteriis species quasdam, aut res, aut nummos,
aut animalia; persolvent Ecclesiæ, cui subest
damno affecta domnus episcopalis, vel archiepiscopalis, vel metropolitana, nummorum libras xu, quæ
citra recusationem Ecclesiæ detrimentum passæ
numerari debent, hoc ipso facinore majestatis
etiam nostræ indignationem suscitante. Quod si
quis ex ministris eorum tale quid fecerit, licet in
dignitate sit constitutus, primo quidem ceu violator
edicti nostri ſlagris et tonsura castigabitur; deinde
vero etiam multæ nomine nummorum libræ sex ab
eo exigentur. Sin ejus episcopatus clericorum quispiam de rebus ecclesiae nonnihil compilare deprehensus fuerit, quando majestati meæ significatum
est, a clericis non pauca talia designari, statuit
hos quoque post accuratam facti probationem, ac
perceptionem veritatis, gradu suo spoliandos, veluti
qui Deo consecrata rapiant, et palam sacrilegis
habendi sint. Itaque non licebit ab hoc tempore nec
judicibus, nec descriptoribus, nec quæstoribus,
nec ducibus, nec prætoribus, nec provisoribus, nec
aliis, quibus servitutes fiscales creditæ sunt, ut
post obitum pontificum, omnino domos episcopales
adeant, aut res earum immobiles aut monasteria,
deque his quidquam prorsus auferant, nec fisca~
lium pensitationum prætextu subjecta juribus Ecclesiæ ingrediantur, et quæ volunt auferant. Quin
etiam si quid archiepiscopatus fisco debeat, clerici
arcessantur, ac siquidem liquidum minimeque conμηδὲ τὴν οἰανοῦν βλάβην ἢ ζημίαν ὑφίστασθαι; διὰ
ταῦτα οὐδὲ τὸ νῦν εἰς ἀκοὰς τῆς ἡμῶν ἐλθὸν γαλη
νότητος ἀδιόρθωτον ἀπολειφθῆναι ἠθέλησεν. 'ἀνηγγέλθη γὰρ ἡμῖν, ὡς τινες τῶν κατὰ χώρας ἀρχόν
των ἅμα τῷ ἀποβιῶναι τοὺς ἀρχιερεῖς ἀφαιροῦνται
πάντα τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ ἐπισκοπείῳ, εἴτε είδη
εἰσί τινα καὶ πράγματα ή πολλάκις χρήματα εύρε
θεῖεν, ἑρμαίῳ ἐντετυχηκέναι οἰόμενοι τῇ τελευτῇ
τοῦ ἀρχιερέως τῇ δὲ ἀληθείᾳ τῶν μὴ ἐφειμένων αὐ
τοῖς κατατολμῶντες καὶ ἐξιδιούμενοι τὰ ἀλλότρια -
τινὲς δὲ διὰ τῶν ἐξυπηρετούντων αὐτοῖς τὰ τῶν
ἐκκλησιῶν ἀφαιρούμενοι ἐξάντεις ἑαυτοὺς τῷ δοκεῖν
καθιστῶσι τοῦ ἀτόπου τούτου ἐγχειρήματος.
Αναστέλλουσα γοῦν τὴν τοιαύτην παράλογον
πρᾶξιν ἡ βασιλεία μου καὶ τὸ τοιοῦτον τῆς πλεον
εξίας εἶδος ἀναχαιτίζουσα, διορίζεται διὰ τοῦ 10όντο; νεαροῦ θεσπίσματος, μηδένα τοῦ λοιποῦ τῶν
ἀρχόντων ἑκάστης επαρχίας μετὰ τελευτὴν τοῦ
ἐπαρχιώτου μητροπολίτου ἢ ἀρχιεπισκόπου ἢ ἐπι
σκόπου ἀναλαμβάνεσθαι ἀπὸ τῶν ὄντων ἐν τῇ μη
τροπόλει ἢ ἐν τῇ ἀρχιεπισκοπῇ ἢ ἐν τοῖς ὑπ' αὐτὰς
προαστείοις ἢ χωρίοις ἢ ἀγριδίοις ἢ μοναστηρίας ἢ
νομίσματα ἢ εἴδη τινὰ ἢ πράγματα ἢ ζώα ἡ ἑτερά
τινα διαφέροντα αὐτοῖς, ἀλλὰ μηδὲ ὅλως ἐκεῖσε
εἰσέρχεσθαι μήτε αὐτοὺς μήτε τοὺς ἐξυπηρετοῦντας
αὐτοῖς. Αὐτοὶ μὲν γὰρ οἱ τῶν χωρῶν ἄρχοντες οἱ
ἀπερχόμενοι ἢ ἀποστέλλοντές τινας, καὶ ἀναλαμβα
νόμενοι ἢ ἀπὸ τοῦ ἐπισκοπείου ἢ ἀπὸ τῶν προ
αστείων καὶ μοναστηρίων είδη τινὰ ἢ πράγματα ή
νομίσματα ἢ ζῶα καταθήσουσι πρὸς τὴν ἐκκλησίαν
ᾗ ὑπόκειται ἡ τοῦτο παθοῦσα ἐπισκοπὴ ἢ ἀρχιεπι
σκοπὴ ἢ μητρόπολις, νομισμάτων λίτρας ιβ', ὄρει·
λούσας ἀποδίδοσθαι ἀπροφασίστως πρὸς τὴν ζημιω
θεῖσαν Ἐκκλησίαν, πρὸς τῷ καὶ τὴν ἐκ τῆς βασιλείας
ἡμῶν ἐπισπάσασθαι ἀγανάκτησιν. Εἰ δέ τις τῶν
ἐξυπηρετούντων αὐτοῖς τοιοῦτόν τι διαπράξεται,
κἂν ἀξιωματικός εἴη, πρῶτον μὲν ὡς παραβάτης
τοῦ ἡμετέρου προστάγματος διὰ δαρμού σωφρονι
σθήσεται καὶ κουρᾶς, ἔπειτα δὲ καὶ λόγῳ ποινῆς
ἀπαιτηθήσεται λίτρας νομισμάτων ἓξ Εἰ δὲ καὶ
τῶν ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπισκοπῆς κληρικῶν τις ὡς
ὑφελόμενός τινα τῶν τῆς Ἐκκλησίας πραγμάτων
φωραθείη (τολμᾶσθαι γὰρ δὴ καὶ τοιαῦτα πολλά
παρὰ τῶν κληρικῶν ἡ βασιλεία μου ἀνεδιδάχθη),
διορίζεται καὶ τούτους μετὰ ἀκριβῆ ἔλεγχον καὶ τῆς
ἀληθείας κατάληψιν τοῦ οἰκείου ἐκπίπτειν βαθμοῦ,
ὡς τὰ τῷ Θεῷ ἀνατεθειμένα ἀφαιρουμένους καὶ ἱερο
σύλους ἄντικρυς λογιζομένους. Οὐκ ἐξέσται τοίνυν ἀπὸ
τοῦ παρόντος οὔτε κριταῖς οὔτε ἀναγραφεῦσιν οὔτε
πράκτορσιν οὔτε δουξὶν οὔτε στρατηγοίς οὔτε προνοητ
ταῖς οὔτε ἄλλοις τισι δημοσιακὰς δουλείας εγκεχειρι
σμένους, μετὰ τελευτὴν τῶν ἀρχιερέων παραβάλλει
ὅλως τοῖς ἐπισκοπείοις ἢ τοῖς διαφέρουσιν αὐτοῖ;
ἀκινήτοις ἢ μοναστηρίοις καὶ ἀφαιρεῖσθαί τι τὸ σύνο
ολον ἐξ αὐτῶν, οὔτε μὴν προφάσει δημοσιακών τε
λεσμάτων εἰσέρχεσθαι εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας δίκαια
Hæc corrupta sunt. Forte νομισμάτων delendum est.
col. 1153–1154page 43 of 44
PG 132:1153καὶ ἀφαιρεῖσθαι 4 βούλονται. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τι παρὰ τῆς ἀρχιεπισκοπῆς χρεωστείται τῷ δημοσίῳ, μετα κλήτους γίνεσθαι τοὺς κληρικούς, καὶ εἰ πρόδηλον. καὶ ἀναμφίβολον, τὸ παρὰ τοῦ δημοσίου ἐπιζητούμενον ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς Ἐκκλησίας φανείη, τοὺς κληρικοὺς τοῦτο ἀπὸ τῶν τῆς ἐκκλησίας προσόδων διδόναι πρὸς τὴν δημόσιον· μὴ μέντοι ἐπ᾽ ἀδείας ἔχειν τὸν πράκτορα διὰ τὴν τοιαύτην αἰτίαν περ: που λεύειν εἰς τὰ προάστεια, καὶ ἀφαιρεῖσθαι ἃ βούλονται Ο δὲ προχειρισθησόμενος ἀρχιερεὺς τῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀντιλήψεται δικαίων. Εἶχε τὸ μηνὶ Ἀπριλλίῳ ἐπινεμήσεως β', δι' έρυ θρῶν γραμμάτων τοῦ κραταιοῦ καὶ ἁγίου ἡμῶν βασιλέως [τοῦ) Πορφυρογεννήτου Κυρίου Ιωάννου τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ ἡ διὰ κηροῦ συνήθης σφραγίς. Λυ βούλεται τους πράκτορας. Επειδήπερ Εὐτυχὴς καὶ Διόσκορος.
મ
NOTITIA IN ISAACUM CATHOLICUM.
troversum esse paruerit, quod a parte ecclesiae 1scus postulat ut hoc ipsum clerici ex reditibus
Ecclesine disco præstcnt. Non tamen quaestori licitum esto, ut ob hujusmodi causam suburbana
prædia pervagetur, et que velit auferat, qui vero
designabitur pontifex Ecclesiae jura tuebitur.
καὶ ἀφαιρεῖσθαι 4 βούλονται. ᾿Αλλὰ καὶ εἴ τι παρὰ
τῆς ἀρχιεπισκοπῆς χρεωστείται τῷ δημοσίῳ, μετα
κλήτους γίνεσθαι τοὺς κληρικούς, καὶ εἰ πρόδηλον.
καὶ ἀναμφίβολον, τὸ παρὰ τοῦ δημοσίου ἐπιζητού
μενον ἀπὸ τοῦ μέρους τῆς Ἐκκλησίας φανείη, τοὺς
κληρικοὺς τοῦτο ἀπὸ τῶν τῆς ἐκκλησίας προσόδων
διδόναι πρὸς τὴν δημόσιον· μὴ μέντοι ἐπ᾽ ἀδείας ἔχειν τὸν πράκτορα διὰ τὴν τοιαύτην αἰτίαν περ: που
λεύειν εἰς τὰ προάστεια, καὶ ἀφαιρεῖσθαι ἃ βούλονται Ο δὲ προχειρισθησόμενος ἀρχιερεὺς τῶν
τῆς Ἐκκλησίας ἀντιλήψεται δικαίων.
Dat. mense Aprili, indictione secunda rubris litteris præpotentis et sacratissimi principis nostri in
Porphyra nati, domini Joannis Comneni, cum usitato cereo sigillo.
Εἶχε τὸ μηνὶ Ἀπριλλίῳ ἐπινεμήσεως β', δι' έρυθρῶν γραμμάτων τοῦ κραταιοῦ καὶ ἁγίου ἡμῶν
βασιλέως [τοῦ) Πορφυρογεννήτου Κυρίου Ιωάννου
τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ ἡ διὰ κηροῦ συνήθης σφραγίς.
Λυ βούλεται legendum, aut paulo ante τους πράκτορας.
ANNO DOMINI MCXLV
ISAACUS
MAGNÆ ARMENIÆ CATHOLICUs.
NOTITIA.
(Galland. Veterum Patrum Biblioth., tom. XIV, Proleg. p. xv.)
Catholici ¡nomen penes Armenios titulus est patriarchalis sive archiepiscopalis, idemque valet atque
œcumenicus in CPtanis patriarchis. Sic porro appellari videntur ex eo quod reliquis suæ rationis episcopis immineant. Forte postquam tempore Pelagii et S. Gregorii M. Joannes Jejunator in sua synodo
CPtana auni 589 hujusmodi titulum usurpare cœpit, innocenti fortasse de causa, sed magna illorum
pontificum zelotypia, verentium ne aliquis subesset error: videntes Armeniorum patriarchæ in sua
sententia perseveravisse CPtanos, quidquid in contrarium obstitissent Romani pontifices; ut non minoris dignitatis in sua gente haberentur, simulque minus odioso vocabulo uti viderentur, Catholici appellationem assumpserunt, nemine adversante quod sciam. Fuit igitur Isaacus de quo loquimur, magnæ Armeniæ Catholicus. Is inter Armenios hæreticos natus et educatus est, atque Catholicos orthodoxosque
ab initio ludibrio habuit (a). Sacerdotio inter suos cumulatus est. Sed Dei aspirante gratia, disjecta erroris
caligine, occepit deserere simul et confutare suorum errores. Ea re factum est, ut apud omnes illius
fama vulgaretur, orthodoxos videlicet, dum interim apud Armenios suos usque adeo graviter offendit, ut
non modo sacerdotalibus muniis interdiceretur, verum etiam, proposita interfectoribus ejus mercede,
pluries quæreretur ad necem. Erat hæc merces venia peccatorum certissima. His agitatus turbis ad sanctissimam metropolim confugit (b). Eo nomine Romam intelligi facile suadebant ea quæ passim docet et
loquitur, conformia magis moribus Romanorum quam Græcorum. Memoratur Isaacus noster a Theoriano, qui circa A. C. 1170 scripsisse fertur, ut scite animadvertit Fabricius (c). Duas ejus invectivas
quas primus extulit Combefisius in Auctarii sui tomo II. a nobis inde acceptas in penum nostrum
transtulimus: babent enim argumentorum et eruditionis, haud alibi fortasse inveniendæ, segetem non
exiguam. Quæ fuerit tandem hominis fortuna non constat. Illud animadverto ex Fabricio (d): apud Lambecium (e) recenseri inter scripta Euthymii Zigabeni epistolam quamdam invectivam adversus Armenios
Theopaschitas, cujus initium est, Επειδήπερ Εὐτυχὴς καὶ Διόσκορος. Cum autem a verbis illis ordiatur
invectiva prima ejusdem argumenti quæ Isaaco nostro tribuitur; quibus ſas est codicem illum Lambecio
memoratum inspicere, dijudicare potuerunt quis a quo acceperit.
(a) Infra in Invectiva II, num. 2 init.
(b) Ibid. Ibid.
(c) Bibl. Gr. tom. X, pag. 175, nola “.
(d) Abid. tom. VII, pag. 473.
(e) Tom. V, pag. 127.
col. 1155–1156page 44 of 44
Caput Primum
PG 132:1155ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΛΙΤΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΤΩΝ ΟΜΟΦΡΟΝΩΝ ΕΥΤΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΡΟΥ· ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΄ ΑΙΔΟΥΡΟΥ· ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΚΝΑΦΕΩΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΕΩΣ, ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΤΟΔΟΚΗΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΜΑΧΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ. τῶν ἀρχιερέων. ΚΕΦΑΛ. Α'. Περὶ τῶν δύο φύσεων τῶν ἐν Χριστῷ. Α'. Επειδήπερ Εὐτυχής και Διόσκορος, Τιμόθεος ὁ Αίλουρος, καὶ οἱ αὐτῶν ὁμόφρονες, τὴν σάρκωσιν Χριστοῦ ἐν φαντασίᾳ κηρύξαντες, καὶ διὰ τοῦτο, μίαν φύσιν ἐν αὐτῷ Μανιχαϊκῶς βλασφημήσαντες, πάντας τοὺς ἁγίους Πατέρας τολμηρῶς, καὶ ἀσεβῶς ἐν τῇ ἐν Ἐφέσῳ ληστρική δευτέρα συνόδῳ ἀναθεματίσαντες, καὶ τὴν ὀρθόδοξην πίστιν αὐτῶν ἀρνησάμενοι, καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ Λέοντος, τοῦ ἁγιωτάτου πάτε Ρώμης, καὶ ὑπὸ τῆς ἁγίας Εκκλησίας καὶ οἶκον μενικῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου, καθαιρεθέντες, τῷ ἀναθέματι καθυπεβλήθησαν, καὶ ὡς ἀσεβεῖς καὶ Μα νιχαῖοι, καὶ χριστομάχοι, τῆς καθολικῆς καὶ ἀποσ τολικῆς Ἐκκλησίας εδιώχθησαν, διὰ τὸν τῆς οἱ κουμένης πάσης ἀρχιερέα καὶ ἐξορίᾳ παρεδόθησαν· τούτων τὰς ἀσεβείας, καὶ ἀρνήσεις, καὶ βλασ φημίας, καὶ κακοδοξίας, καὶ χριστομαχίας, οι Ἀρμένιοι δεξάμενοι, μυριαπλασίως ταύτας ἐπηύξησαν. Ωσαύτως δὲ, καὶ τὴν μεγάλην ἄρνησιν καὶ φοβεράν αἵρεσιν Ἰουλιανοῦ τοῦ ᾿Αλικαρνασέως, καὶ τῶν Αφθαρτοδοκητῶν ἀνακαινίσαντες, καὶ τὴν σάρκωσιν τοῦ Χριστοῦ προφανῶς ἀθετοῦντες, λέγουσιν, ὅτι σῶμα ἡμῖν ὁμοούσιον, παχὺ καὶ θνητὸν καὶ χοϊκὴν, φθαρτόν τε καὶ κτιστὸν, ὁ Χριστὸς οὐκ ἀνέλαβεν ἐκ τῆς Παρθένου Μαρίας· ἀλλ' ἄφθαρτον σῶμα, λεπτών, ἀπαθὲ;, ἀθάνατον, ἄκτιστον· καὶ ὤφθη, φασὶν, ἄν θρωπος, ὡς ἠθέλησε· καὶ ἔφαγε, καὶ ἔπιεν. Β'. Είτα πάλιν καὶ ταύτην τὴν ἀσώματον, καὶ λον σάρκα παντελῶς ἀπαρνούμενοι, καὶ ἐκ τῆς ἑαυ τῶν ἀκαθάρτου και χριστομάχου καρδίας, μύθους ψευδείς ἀναπλάττοντες, λέγουσιν· ὅτι καὶ αὕτη ἡ ἀόρατη καὶ ἀθάνατος σάρξ, εἰς φύσιν θεότητος γέν
ISAACI ARMENIÆ CATHOLICI.
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΣΑΑΚ
ΤΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΛΙΤΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑ ΑΡΜΕΝΙΩΝ
ΤΩΝ ΟΜΟΦΡΟΝΩΝ ΕΥΤΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΡΟΥ· ΤΙΜΟΘΕΟΥ ΄ ΑΙΔΟΥΡΟΥ· ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΚΝΑΦΕΩΣ
ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΕΩΣ, ΚΑΙ ΑΦΘΑΡΤΟΔΟΚΗΤΩΝ, ΤΩΝ ΑΣΕΒΕΣΤΑΤΩΝ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΜΑΧΩΝ
ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ.
SANCTI PATRIS NOSTRI ISAACI
MAGNE ARMENIA CATHOLICI,
ORATIO INVECTIVA ADVERSUS ARMENIOS
IDEM SAPIENTES ATQUE EUTYCHES AC DIOSCORUS; TIMOTHEUS ITEM ÆLURUS; PETRUS FUllo;
JULIANUS ALICARNASSEUS, ET APHTHARTODOCITÆ, IMPIISSIMI AC CHRISTI HOSTES HÆRETICI.
CAPUT I.
De duabus in Christo naturis.
1. Cum sic habeat, ut Euthyches ac Dioscorus,
Timotheus quoque Ælurus, ac eorum sectæ homines, incarnationem Christi specie tenus factam prædicantes, atque adeo unam in eo naturam Manichæorum insania prædicantes; sanctosque omnes
Patres in prædatoria Ephesina secunda synodo
anathematizantes, ac eorum rectam fidem abnegantes, ideoque a Leone sanctissimo papa Romæ,
sanctaque Ecclesia, ac œcumenica apud Chalcedonem synodo, depositi, anathemati subditi fuerint,
utque impii et Manichæi, Christique hostes, a catholica ac apostolica Ecclesia, per orbis universi
episcopos expulsi, atque exsilio relegati: eorum
impia dogmata, negationes, blasphemnias, errores,
¡n Christum pugnan suscipientes Armenii, sexcentis hæc partibus adauxerunt. Simili quoque ratione,
magnam illam negationem ac terribilem Juliani
Alicarnassei ac Aphthartodocitarum hæresim instaurantes, ac palam Christi incarnationem abolentes, negant Christum, consubstantiale nobis
corpus, crassum ac mortale, terrenumque, nec non
corruptibile ac creatum, ex Maria Virgine assumpsisse: quiniino, corpus non obnoxium corruptioni,
subtile, impassibile, immortale, increatum; ac, inquiunt. Visus est homo, ut voluit; manducavitque
et bibit.
II. Tum rursus hanc quoque incorpoream, ac
materiæ expertem carnem penitus negantes, exque
immundo ac Christi hoste ipsorum corde falsas
fabulas comminiscentes, eamdem ipsam invisibilem,
immortalem, ac incorruptam carnem, in naturam
Lege τῶν ἀρχιερέων.
Περὶ τῶν δύο φύσεων τῶν ἐν Χριστῷ.
Α'. Επειδήπερ Εὐτυχής και Διόσκορος, Τιμόθεος
ὁ Αίλουρος, καὶ οἱ αὐτῶν ὁμόφρονες, τὴν σάρκωσιν
Χριστοῦ ἐν φαντασίᾳ κηρύξαντες, καὶ διὰ τοῦτο, μίαν
φύσιν ἐν αὐτῷ Μανιχαϊκῶς βλασφημήσαντες, πάντας
τοὺς ἁγίους Πατέρας τολμηρῶς, καὶ ἀσεβῶς ἐν τῇ
ἐν Ἐφέσῳ ληστρική δευτέρα συνόδῳ ἀναθεματίσαν
τες, καὶ τὴν ὀρθόδοξην πίστιν αὐτῶν ἀρνησάμενοι,
καὶ διὰ τοῦτο ὑπὸ Λέοντος, τοῦ ἁγιωτάτου πάτε
Ρώμης, καὶ ὑπὸ τῆς ἁγίας Εκκλησίας καὶ οἶκον
μενικῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου, καθαιρεθέντες, τῷ
ἀναθέματι καθυπεβλήθησαν, καὶ ὡς ἀσεβεῖς καὶ Μα
νιχαῖοι, καὶ χριστομάχοι, τῆς καθολικῆς καὶ ἀποσ·
τολικῆς Ἐκκλησίας εδιώχθησαν, διὰ τὸν τῆς οἱ
κουμένης πάσης ἀρχιερέα καὶ ἐξορίᾳ παρεδόθη
σαν· τούτων τὰς ἀσεβείας, καὶ ἀρνήσεις, καὶ βλασ·
φημίας, καὶ κακοδοξίας, καὶ χριστομαχίας, οι Αρ
μένιοι δεξάμενοι, μυριαπλασίως ταύτας ἐπηύξησαν.
Ωσαύτως δὲ, καὶ τὴν μεγάλην ἄρνησιν καὶ φοβεράν
αἵρεσιν Ἰουλιανοῦ τοῦ ᾿Αλικαρνασέως, καὶ τῶν
Αφθαρτοδοκητῶν ἀνακαινίσαντες, καὶ τὴν σάρκωσιν
τοῦ Χριστοῦ προφανῶς ἀθετοῦντες, λέγουσιν, ὅτι
σῶμα ἡμῖν ὁμοούσιον, παχὺ καὶ θνητὸν καὶ χοϊκὴν,
φθαρτόν τε καὶ κτιστὸν, ὁ Χριστὸς οὐκ ἀνέλαβεν ἐκ
τῆς Παρθένου Μαρίας· ἀλλ' ἄφθαρτον σῶμα, λεπτών,
ἀπαθὲ;, ἀθάνατον, ἄκτιστον· καὶ ὤφθη, φασὶν, ἄν
θρωπος, ὡς ἠθέλησε· καὶ ἔφαγε, καὶ ἔπιεν.
Β'. Είτα πάλιν καὶ ταύτην τὴν ἀσώματον, καὶ
λον σάρκα παντελῶς ἀπαρνούμενοι, καὶ ἐκ τῆς ἑαυ
τῶν ἀκαθάρτου και χριστομάχου καρδίας, μύθους
ψευδείς ἀναπλάττοντες, λέγουσιν· ὅτι καὶ αὕτη ἡ
ἀόρατη καὶ ἀθάνατος σάρξ, εἰς φύσιν θεότητος γέν
Continue reading PG 132: De Rebus Armeniae →≣ entire volume