Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
col. 385–386page 1 of 14
PG 140:385Θεοδώρου ἐπισκόπου ᾿Αλανίας ηθικά, ἐν τμήμασι δέκα Καὶ τοῦτό μοι τοῦ λόγου τὸ σύγγραμμα σῆς ἕνεκα κηδεμονίας ἐπινενόηται. ΙΙ. Ἐν τούτοις μὲν δὴ τὴν ἡμετέραν σπουδήν, ἤ τίς ποτε ἦν. ΙΙΙ. 'Αρα σοι, ὦ οὗτος, τὰ νῦν λεγόμενα τοῖς πρότερον ἀκουσθεῖσιν ἔχει τι συγγενές. Αμα μὲν, ὦ βέλτιστε, τῷ λόφῳ τούτῳ ἐπεβαλόμην. μὲν δὴ ὁ πρῶτος εἶχε θεῖος σκοπός καὶ πρὸς ὁ τῆς δημιουργίας. Ἐν τούτοις μὲν δὴ παρὰ τοῦ φυσικού νόμου μὴν του βίου διεξαγωγές. Μικροῖς μὲν διαλόγοις τὴν πρὸς σὲ ὁμιλίαν οἶδα περαίνων. Όπως μὲν οὖν ὁ φυσικός νόμος νειρὸς τὸ πρότερον ἦν. ΙΧ. ᾿Αεὶ μὲν ἀνακινεῖν τὸν λόγον εἰς αὐτὰ δὴ πάλιν τὰ προλεχθέντα. Χ. 'Αλλ' ἐπειδὴ τῆς εὐαγγελικής περιωπῆς ἐντὸς ἐγενόμεθα. λόγος ἐπιστολιμαῖος πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τοὺς ἐνδημοῦντας τῶν ἐπισκόπων, εἰ καὶ διὰ τα συμβάντα παρεκτέταται, καί τοι τὰ πλείω συντέμνων· ἐπιγέγραπται δε, μετὰ τὴν χειροτονίαν ἡ ᾿Αλανικός. Ρ. Πῶς ἡμῖν ἂν ἔχοι τὰ τῆς ὁδου, ἐκ πολλου οἶδ' ὅτι καὶ πρότερον μαθεῖν ἔζητεῖτε. λόγος σχεδιασθεὶς εἰς τὴν ταφήν του Σωτήρος Χριστου Θεοῦ ἡμῶν. Ρ. ᾿Αναβάλλεται μὲν ὁ Ἰησους, καὶ φῶς ὡς ἱμάτιον, πηνίκα τοῖς μαθηταῖς ἀστράπτων ἐπὶ του ὅρους Θαβώρ. Ματθαῖος, ἡ λόγος Ρ. Οτι μοι τὰ τῆς ηθικῆς μελέτης εἰς τὸν εὐαγγελικὸν κατήντησε λόγον. ΙΙ. Ὁ τέλειος ἀληθεύει ἄν, εἰ πρὸς τὸν μόνον όρῴη τέλειον. 111. Ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς διαλέγεται. Ν μετὰ τοῦ λόγου συνάγειν τὰ διεσκεδασμένα λαβών. Ταῦτα μὲν δὴ κρυφιώτερα καὶ μυστικώτερα· νῦν δὲ ἀλλ' ἐξέρχεται ὁ λόγος ἐκ τούτων. Ὁ λόγος εἰ τοῖς περὶ αὐτὸν ἐκφανθείη, οὐκ ἤδη καὶ πᾶσιν ἐκφαίνεσθαι βούλεται. Ἐν πᾶσι μὲν οὖν τοῖς προλαβοῦσι διδάγμασι τε ὁ λόγος είχεν. Α. Μ.
ANNO DOMINI MCCXXX.
THEODORUS
ALANIÆ EPISCOPUS
NOTITIA
(Ex Leone Allatio De Theodoris ap. Maium Biblioth. nov. PP. t. VI.)
Theodori episcopi Alaniæ ethicorum libri x, Græce in bibliotheca quadam Italiæ. Gesnerus. Sunt
vero hæc: Θεοδώρου ἐπισκόπου ᾿Αλανίας ηθικά, ἐν τμήμασι δέκα Theodori episcopi Alaniæ ethicorum sectiones decem. I. Sectionis P. Καὶ τοῦτό μοι τοῦ λόγου τὸ σύγγραμμα σῆς ἕνεκα κηδεμονίας ἐπινενόηται. ΙΙ.
Ἐν τούτοις μὲν δὴ τὴν ἡμετέραν σπουδήν, ἤ τίς ποτε ἦν. ΙΙΙ. 'Αρα σοι, ὦ οὗτος, τὰ νῦν λεγόμενα τοῖς πρότερον
ἀκουσθεῖσιν ἔχει τι συγγενές. 1V. Αμα μὲν, ὦ βέλτιστε, τῷ λόφῳ τούτῳ ἐπεβαλόμην. V. μὲν δὴ ὁ πρῶτος
εἶχε θεῖος σκοπός καὶ πρὸς ὁ τῆς δημιουργίας. VI. Ἐν τούτοις μὲν δὴ παρὰ τοῦ φυσικού νόμου μὴν του βίου
διεξαγωγές. VII. Μικροῖς μὲν διαλόγοις τὴν πρὸς σὲ ὁμιλίαν οἶδα περαίνων. VIII. Όπως μὲν οὖν ὁ φυσικός νόμος
νειρὸς τὸ πρότερον ἦν. ΙΧ. ᾿Αεὶ μὲν ἀνακινεῖν τὸν λόγον εἰς αὐτὰ δὴ πάλιν τὰ προλεχθέντα. Χ. 'Αλλ' ἐπειδὴ τῆς
εὐαγγελικής περιωπῆς ἐντὸς ἐγενόμεθα.
Ejusdem λόγος ἐπιστολιμαῖος πρὸς τὸν Κωνσταντινουπόλεως, καὶ τοὺς ἐνδημοῦντας τῶν ἐπισκόπων, εἰ καὶ διὰ
τα συμβάντα παρεκτέταται, καί τοι τὰ πλείω συντέμνων· ἐπιγέγραπται δε, μετὰ τὴν χειροτονίαν ἡ ᾿Αλανικός.
Oratio per modum epistolæ ad patriarcham Constantinopolitanum, et alios advenas episcopos;
quanquam propter rerum eventus longius protracta est, etsi majorem rerum partem compendio decurtel. Inscribitur vero, post ordinationem, vel Alanicus Ρ. Πῶς ἡμῖν ἂν ἔχοι τὰ τῆς ὁδου, ἐκ πολλου
οἶδ' ὅτι καὶ πρότερον μαθεῖν ἔζητεῖτε.
Ejusdem λόγος σχεδιασθεὶς εἰς τὴν ταφήν του Σωτήρος Χριστου Θεοῦ ἡμῶν. Oratio ex imparato dicta in
sepulturam Servatoris Christi Dei nostri. Ρ. ᾿Αναβάλλεται μὲν ὁ Ἰησους, καὶ φῶς ὡς ἱμάτιον, πηνίκα τοῖς
μαθηταῖς ἀστράπτων ἐπὶ του ὅρους Θαβώρ.
Εjusdem Ματθαῖος, ἡ λόγος Mattheus, sive oratio, in septem sectiones distincta. I. Ρ. Οτι μοι τὰ τῆς
ηθικῆς μελέτης εἰς τὸν εὐαγγελικὸν κατήντησε λόγον. ΙΙ. Ὁ τέλειος ἀληθεύει ἄν, εἰ πρὸς τὸν μόνον όρῴη τέλειον. 111.
Ταῦτα μὲν ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς διαλέγεται. 1V. Ν μετὰ τοῦ λόγου συνάγειν τὰ διεσκεδασμένα
λαβών. V. Ταῦτα μὲν δὴ κρυφιώτερα καὶ μυστικώτερα· νῦν δὲ ἀλλ' ἐξέρχεται ὁ λόγος ἐκ τούτων. VI. Ὁ λόγος εἰ
τοῖς περὶ αὐτὸν ἐκφανθείη, οὐκ ἤδη καὶ πᾶσιν ἐκφαίνεσθαι βούλεται. VII. Ἐν πᾶσι μὲν οὖν τοῖς προλαβοῦσι διδάγ
μασί τε ὁ λόγος είχεν. Εt hæc Theodori Alaniæ indigna ratus, quæ diu in tenebris delitescerent, doctissimus Vincentius Riccardius ex autographo exscripta Latine reddidit, editurus in lucem aliquando,
quod exoptare debemus omnes, qui antiquitatis optima monumenta, ne pereant, totis viribus incumbimus. Ex hoc Riccardii exemplari exscripta, ne in uno tantum exemplari res tanti momenti
periclitaretur, in munificentissimi principis Barberini bibliotheca conservantur
Hanc Alanicam orationem in manibus habeo (cum cæteris Theodori scriptis) et jam Latina
veste me donatam editurus libenter sum propter
historicam utilitatem. Α. Μ.
Vidi olim in bibliotheca Barberina exemplar
Græcum Theodori Alaniæ; sed Latinam interpretationem Riccardii (si forte ea superest) non memini me vidisse. A. M.
(Biblioth. nov. PP. t. VI.)
De hoc Theodoro, vel potius de ejus scriptis, dixit Allatius in Diatriban. CXV. Ea scripta omnia
nos præmanibus habemus in codice Vaticano; ex quibus interim delegimus typis vulgandum iter
Theodore of Alania, or Epistolary Sermon to the Bishops of Constantinople regarding his journey to AlaniaTheodori Alanicus, sive Sermo epistolaris ad episcopos CP, de suo par Alaniam itinere
col. 387–388page 2 of 14
PG 140:387ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΑΝΙΑΣ ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΙΜΑΙΟΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΝΔΗΜΟΥΝΤΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ. εἰ καὶ διὰ τὰ συμβάντα παρεκτέταται, καίτοι τὰ πλείω συντέμνων. Ἐπιγέγραπται δε, Μετὰ τὴν χειροτονίαν, ἢ ΑΛΑΝΙΚΟΣ. α. Πῶς ἡμῖν ἂν ἔχοι τὰ τῆς ὁδοῦ, ἐκ πολλοῦ οἶδ' ὅτι καὶ πρότερον μαθεῖν ἐζητεῖτε, καὶ νῦν ὅτι μᾶλ λον, σύ τε ὁ μέγας ποιμὴν, καὶ μετὰ τὸν πρῶτον εὐθὺς, καὶ ὑμεῖς οἱ συμποίμενες, πῶς τὰ τῆς μα κρῶς ἐκδημίας, καὶ τίς ἡ ταύτης εργασία, μᾶλλον δὲ τῆς ὁδηγίας τοῦ Πνεύματος· ᾧπερ, εἰ μὴ καὶ ἀεὶ, κεκινήμεθα, ἀλλὰ γε νῦν ἐκ του χρίσαντος.
THEODORI ALANIÆ EPISCOPI
ejus Constantinopoli per Bosphorum Cimmerium in Alaniam, quia hanc præ cæteris lucubrationem
lectoribus jucundam fore speravimus. De Alania et Alanis non semel Constantinus Porphyrogenitus in op. De adm. imp. Est autem ea regio ultra Mæotim circa Tanaim, atque ut Constantinus ed.
Paris. p. 113 affirmat, twv òpźwy Kavxaoíwv ävwôev ǹ xŵpa τñs 'Adavíaç. Itidem noster infra n. 5. Denique
copiose optimeque describit Alaniam Cellarius in Geogr. antiq., multis veterum citatis auctoritatibus. Ad
ejus sedem episcopalem quod attinet, ea in catalogo Leonis Sap. erat metropolis sexagesima secunda,
et in illo Andronici senioris numeratur quarta supra septuagesimam: ó 'Alaviaç· xai avrǹ Ę6° ovoa,
od yiyover (post Codin. ed. Paris. p. 402). Hæc de Alania. De ipso autem Theodoro nihil fere cognoscebatur præter id quod ex Dosithei Hierosol. Historia adnotaverat Lequinius Or. Ch. t. I, col. 1348,
nempe eum fuisse episcopum tempore Germani II, qui fuit patriarcha Constantinopolitanus ab anno
1222 ad 1240. Nunc demum ex hoc luculento Theodori sermone plura et quidem historiæ utilia comperimus. Namque et Alaniæ fines vicesque describit, et miserandam populi conditionem, cum religionis amore vix tamen Christiani: Xpiotiavoi di póvov óvópati 'Alavoi (n. 24), propter pastorum scilicet raritatem, et infirmam rei sacræ constitutionem. Prorsus est hoc Alanicarum antiquitatum
rarum monumentum nec contemnendum. Lepida autem est illa Lazorum episcopi in Alaniam excursio, ejusque supina in conferendis sacris ordinibus inscitia et irreverentia, quem pravum morem
apud hæreticos quoque Habessinos vigere, a nostri orthodoxiæ illic præconibus audivi. Cæterum de
non facile repetendo sacramenti illius ritu, prudenter auctor loquitur. Incommoda sua et pericula
præsertim Chersone, et a latronibus, el ab illarum regionum satrapis memorat. Item suum pastorale
regimen modeste exponit. Quædam tamen, initio præsertim, non sine ænigmate dicuntur. Sacra
sæpe Biblia, canones interdum, nec non ipsum Homerum, utpote homo Græcis disciplinis imbutus,
recitat. Cæteroqui stylus Theodori plerumque durior est, narratio veluti abrupta, prout ipse interdum fatetur, et nullo artificio contexta, et mihi interpreti ægre quandoque pervia. Sed rem hic
quærimus, bona elocutionis exempla aliunde petemus.
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΑΝΙΑΣ
ΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΤΟΛΙΜΑΙΟΣ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΝΔΗΜΟΥΝΤΑΣ ΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ.
εἰ καὶ διὰ τὰ συμβάντα παρεκτέταται, καίτοι τὰ πλείω συντέμνων.
Ἐπιγέγραπται δε, Μετὰ τὴν χειροτονίαν, ἢ
ΑΛΑΝΙΚΟΣ.
THEODORI EPISCOPI ALANIE
SERMO EPISTOLARIS
AD CONSTANTINOPOLIM MORANTESQUE IN EA EPISCOPOS,
qui propter rerum eventus prolixus, quanquam pleraque sunt breviata.
Inscribitur autem: Post ordinationem episcopi, sive
ALANICUS
1. Quænam fuerit itineris nostri ratio, jamdiu
scio vos et antea cognoscere expetisse, et nunc
potissimum, o magne pastor, et post primum
proxime nec non vos compastores; qui nimirum fuerit longæ peregrinationis exitus, quid in
ea gestum sit, præcipue vero quomodo nos Spiritus deduxerit; a quo, esti non semper permoti
α. Πῶς ἡμῖν ἂν ἔχοι τὰ τῆς ὁδοῦ, ἐκ πολλοῦ οἶδ'
ὅτι καὶ πρότερον μαθεῖν ἐζητεῖτε, καὶ νῦν ὅτι μᾶλ
λον, σύ τε ὁ μέγας ποιμὴν, καὶ μετὰ τὸν πρῶτον
εὐθὺς, καὶ ὑμεῖς οἱ συμποίμενες, πῶς τὰ τῆς μα
κρῶς ἐκδημίας, καὶ τίς ἡ ταύτης εργασία, μᾶλλον
δὲ τῆς ὁδηγίας τοῦ Πνεύματος· ᾧπερ, εἰ μὴ καὶ
ἀεὶ, κεκινήμεθα, ἀλλὰ γε νῦν ἐκ του χρίσαντος.
Confer sermonis clausulam. Utroque enim in loco primus pastor videtur intelligi Christus.
col. 389–390page 3 of 14
PG 140:389Αρα χρηστοτέρας τῆς ὁδοιπορίας ἐτύχομεν, καὶ τὴν εὐθὺ τῆς ποίμνης ἐτέμνομεν; ἢ λῃσταῖς περι πεσόντες, τὴν περὶ ψυχῆς ἑτραπόμεθα; Ως δ' ἂν ἔχοιεν, εὖ τε καὶ ἅλις τὰ συμπεσόντα ἡμῖν; 'Αρα μόλις έστημεν τῆς ὁρμῆς, ἡ καὶ εἰσέτι φέρομεν; Καὶ ποῦ ποτε δυεῖν θάτερον; καὶ τέως εἰ μὴ πάντα τοῦ σκοποῦ διημάρτομεν; Ταῦτα μὲν οὖν ὑμῖν σκου πεῖσθαι συμβαίνει, καὶ καθ' ἑαυτοὺς ἐρευνῶν· καὶ πείθομαι ὡς ἔστι σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, καὶ τῶν οὐχ ἥκιστα φροντίδος τετυχηκότων, εἴ πού τι τῶν ἡμετέρων ακριβολογοῖτό τινι· καίπερ ὁποῖα φιλεῖ συμβαίνειν ἐν τοῖς τοιούτοις, ἄλλο ἕτερον καὶ κοινῇ κατηκριβωμένως οὐδεν, ἡ πάνδημος φήμη προφέροι ἀν. Εγώ δε, εἰ μὲν οὕτως εὐκαιρίας καὶ παρα σκευῆς εἶχον, ὡς πάντα λέγειν καὶ γράφειν, καν τῶν ἐμοὶ σπουδαζομένων τὸ ἔργον ἦν, διηγουμένῳ τὸ βέλτιον εἰς παραψυχὴν καὶ συμπαθές τοῖς ἀκού ουσι νῦν δὲ οὐκ ἔστι· πολλῶν γὰρ ἂν ἡμῖν λόγων ἐδέησεν· πονεῖν δὲ ἄρτι ὡς ἐν συγγράμμασιν ίδιον ἂν εἴη ὥσπερ εἴ τις ἐν νυκτομαχία τὸ δεξιῶς ὁπλι σθῆναι, καὶ τοιῶσδε ἐπιβαίνειν σκοπεῖ· καίτοι καὶ άλλως οὐδ' ἂν δυναίμην, πεπλανημένος, ἤδη τὴν ἔν νοιαν ὑπὸ τοῦ μεταμανθάνειν τὰ βάρβαρα. Εἰ δὲ καὶ ταῦτα μὴ παρὴν παρακαλοῦντα με σιωπάν, ἀλλὰ τὸ διήγημα ίλιγγον ἔχει οὐ φορητόν, ὡς καὶ ἠπειρώτη ναυτία, καὶ τοῖς τρυφῶσι καὶ θρυπτομένοις τὰ φάρο μακα. β΄. Ποθοῦσι δὲ ὑμῖν, ὦ πάτερ καὶ όμιλος ἀδελ φῶν, οὓς συνάγει καὶ διεστῶτας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, οὐκ οἶδ' ὅπως ἐπίσχω τῶν ἡμετέρων τὴν γνωριμωτάτην. Καὶ μή πού τις Ἰωσήφ ἐνταῦθα; Ὁ γὰρ πατριάρχης Ιακώβ δῆλος πενθῶν οἶδ᾽ ὅτι τὸν στα τον ἐν υἱοῖς κατὰ πνευματικά ψελλίζοντα ἔτι· καὶ παρὰ τοῦτο καὶ ἀγαπώμεθα. Ἐγεώργουν μὲν οὖν οἱ μείζους ἀδελφοὶ τὸν ἄσταχυν τῆς ζωῆς, καὶ εἰς διακονίαν αὐτὸς ἐτετάγμην υπηρετούμενος οπόσα προσέταττεν ὁ πατὴρ· οἱ δ' ἀπεμπολούσιν, οὐκ οἶδ' ὅ τι παθόντες. Πλὴν ὅμως καὶ τραγωδία τὰ ἐντεῦ δεν οὐδ᾽ ἀπαράλληλα· πλὴν ὅ τι γνωρίσω μὲν ἐμαν τὸν, εἰ καὶ σκιωδῶς οὐδ᾽ ἀπαρακαλύπτως· παρα δραμοῦμαι γὰρ τὰ πολλά. Βασιλεύω δὲ οὐκέτι τῶν Αιγυπτίων διὰ τὸν Φαραώ, εἰ καὶ παραχωρηκέναι τινὸς δυναστείας, οὐ βούλεται μεν, πείθεται δὲ ὑπὸ τοῦ ὁράσεις διδόντος καὶ ἐνυπνιάζοντος πνεύματος ὑποχωρεῖ γὰρ ἡ αἴσθησις τῷ νοι, παρ' αὐτοῦ διδα χθεῖσα όσα συμβολικῶς ὑποδέχεται· οὐ γὰρ ἡ νύξ τοῦ βίου κεχώρηκε τὴν ἀλήθειαν· εἶεν. γ. Τὴν μὲν οὗ ὁδὸν ἅπασαν ἐξ ἀπαρχῆς ἀναλέγεσθαι ὑπὲρ τὸν παρόντα καιρόν ἐστι, καὶ τὴν τοῦ λόγου σπουδήν· ὅσα τε ὑπενεγκόντας ἡμᾶς τρίτος ἑώρακεν ἥλιος. Καὶ μήν γε τούτων οὐ πολλοστά αίτησαμένοις τισὶν ἐκδεδώκαμεν, ἐπιδρομάδην δια εξελθόντες ἐκ τοῦ παρήκοντος, εἰ μὴ καὶ τὴν ύμε τερον φιλοπευστίαν παραδεδράμηκεν. Ὁ πρῶτος οδοστατήσας ἐξέθλιψε με· κατέλαβε με διώξας, διε μερίσατο σκύλα, εἰ καὶ μὴ τὴν ἐπιθυμίαν ἐνέπλησεν. Ο δεύτερος λυμεών, εὐποριστότερος ἐν και η
ALANICUS.
largitus est. Num ergo felicius iter nacti simus,
rectaque ad gregem nostrum venerimus? an in
latrones delapsi, animæ retinendæ causa fugerimus? Qui status rerum sit, et num satis bene
nobis evenerit? Num fortunæ impetus vix demum
desiverit, an adhuc in cursu simus? Et horum
duorum utrum teneamus? et num hactenus scopo
prorsus aberraverimus? Hæc ergo vobis considerare contingit, et inter vos disquirere. Sane arbitror grave esse negotium, et non minima cura
dignum, si quis velit nostra diligentius inspicere.
Quanquam, ut in his solet contingere, alia quælibet, nihilque publice satis probatum, popularis
fama divulgat. Ego vero si certe tantum otii et
Αρα χρηστοτέρας τῆς ὁδοιπορίας ἐτύχομεν, καὶ fuimus, nunc certe postquam nobis unctionem
τὴν εὐθὺ τῆς ποίμνης ἐτέμνομεν; ἢ λῃσταῖς περιπεσόντες, τὴν περὶ ψυχῆς ἑτραπόμεθα; Ως δ' ἂν
ἔχοιεν, εὖ τε καὶ ἅλις τὰ συμπεσόντα ἡμῖν; 'Αρα
μόλις έστημεν τῆς ὁρμῆς, ἡ καὶ εἰσέτι φέρομεν;
Καὶ ποῦ ποτε δυεῖν θάτερον; καὶ τέως εἰ μὴ πάντα
τοῦ σκοποῦ διημάρτομεν; Ταῦτα μὲν οὖν ὑμῖν σκου
πεῖσθαι συμβαίνει, καὶ καθ' ἑαυτοὺς ἐρευνῶν· καὶ
πείθομαι ὡς ἔστι σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, καὶ τῶν
οὐχ ἥκιστα φροντίδος τετυχηκότων, εἴ πού τι τῶν
ἡμετέρων ακριβολογοῖτό τινι· καίπερ ὁποῖα φιλεῖ
συμβαίνειν ἐν τοῖς τοιούτοις, ἄλλο ἕτερον καὶ κοινῇ
κατηκριβωμένως οὐδεν, ἡ πάνδημος φήμη προφέροι
ἀν. Εγώ δε, εἰ μὲν οὕτως εὐκαιρίας καὶ παρα
σκευῆς εἶχον, ὡς πάντα λέγειν καὶ γράφειν, καν
τῶν ἐμοὶ σπουδαζομένων τὸ ἔργον ἦν, διηγουμένῳ commoditatis haberem, omnia dicerem ac scri
τὸ βέλτιον εἰς παραψυχὴν καὶ συμπαθές τοῖς ἀκούουσι
νῦν δὲ οὐκ ἔστι· πολλῶν γὰρ ἂν ἡμῖν λόγων
ἐδέησεν· πονεῖν δὲ ἄρτι ὡς ἐν συγγράμμασιν ίδιον
ἂν εἴη ὥσπερ εἴ τις ἐν νυκτομαχία τὸ δεξιῶς ὁπλι
σθῆναι, καὶ τοιῶσδε ἐπιβαίνειν σκοπεῖ· καίτοι καὶ
άλλως οὐδ' ἂν δυναίμην, πεπλανημένος, ἤδη τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τοῦ μεταμανθάνειν τὰ βάρβαρα. Εἰ δὲ καὶ
ταῦτα μὴ παρὴν παρακαλοῦντα με σιωπάν, ἀλλὰ τὸ
διήγημα ίλιγγον ἔχει οὐ φορητόν, ὡς καὶ ἠπειρώτη
ναυτία, καὶ τοῖς τρυφῶσι καὶ θρυπτομένοις τὰ φάρο
μακα.
β΄. Ποθοῦσι δὲ ὑμῖν, ὦ πάτερ καὶ όμιλος ἀδελ
φῶν, οὓς συνάγει καὶ διεστῶτας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
οὐκ οἶδ' ὅπως ἐπίσχω τῶν ἡμετέρων τὴν γνωριμω
τάτην. Καὶ μή πού τις Ἰωσήφ ἐνταῦθα; Ὁ γὰρ
πατριάρχης Ιακώβ δῆλος πενθῶν οἶδ᾽ ὅτι τὸν στα
τον ἐν υἱοῖς κατὰ πνευματικά ψελλίζοντα ἔτι· καὶ
παρὰ τοῦτο καὶ ἀγαπώμεθα. Ἐγεώργουν μὲν οὖν
οἱ μείζους ἀδελφοὶ τὸν ἄσταχυν τῆς ζωῆς, καὶ εἰς
διακονίαν αὐτὸς ἐτετάγμην υπηρετούμενος οπόσα
προσέταττεν ὁ πατὴρ· οἱ δ' ἀπεμπολούσιν, οὐκ οἶδ'
ὅ τι παθόντες. Πλὴν ὅμως καὶ τραγωδία τὰ ἐντεῦ
δεν οὐδ᾽ ἀπαράλληλα· πλὴν ὅ τι γνωρίσω μὲν ἐμαν
τὸν, εἰ καὶ σκιωδῶς οὐδ᾽ ἀπαρακαλύπτως· παραδραμοῦμαι γὰρ τὰ πολλά. Βασιλεύω δὲ οὐκέτι τῶν
Αιγυπτίων διὰ τὸν Φαραώ, εἰ καὶ παραχωρηκέναι
τινὸς δυναστείας, οὐ βούλεται μεν, πείθεται δὲ ὑπὸ
τοῦ ὁράσεις διδόντος καὶ ἐνυπνιάζοντος πνεύματος·
ὑποχωρεῖ γὰρ ἡ αἴσθησις τῷ νοι, παρ' αὐτοῦ διδα
χθεῖσα όσα συμβολικῶς ὑποδέχεται· οὐ γὰρ ἡ νύξ
τοῦ βίου κεχώρηκε τὴν ἀλήθειαν· εἶεν.
γ. Τὴν μὲν οὗ ὁδὸν ἅπασαν ἐξ ἀπαρχῆς ἀναλέ
γεσθαι ὑπὲρ τὸν παρόντα καιρόν ἐστι, καὶ τὴν τοῦ
λόγου σπουδήν· ὅσα τε ὑπενεγκόντας ἡμᾶς τρίτος
ἑώρακεν ἥλιος. Καὶ μήν γε τούτων οὐ πολλοστά
αίτησαμένοις τισὶν ἐκδεδώκαμεν, ἐπιδρομάδην δια
εξελθόντες ἐκ τοῦ παρήκοντος, εἰ μὴ καὶ τὴν ύμετερον φιλοπευστίαν παραδεδράμηκεν. Ὁ πρῶτος
οδοστατήσας ἐξέθλιψε με· κατέλαβε με διώξας, διε
μερίσατο σκύλα, εἰ καὶ μὴ τὴν ἐπιθυμίαν ἐνέπλησεν. Ο δεύτερος λυμεών, εὐποριστότερος ἐν και
η
berem etsi præcipuam curam gererem meliora
narrandi ob solatium mutuumque affectum audientium. Nunc id non licet, quia longo mihi
sermone opus foret. Laborem autem scribendo
impendere, perinde nunc esset, ac si quis ad
nocturnam pugnam eleganter se armis exornaret, atque ita ornatus procederet. Sed et alioqui
id minime possem, mente adhuc vaga, dum res
barbaricas discere incipio. Jam quamvis hæc me
ad silentium non compingerent, narratio tamen
intolerabilem vertiginem crearet, veluti homini
mediterraneo fit in mari nausea, et sicut delicatis
et mollibus pharmaca accidunt.
2. Cæterum cupientes vos, o pater et fratrum
catus, quos licet distantes sanctus Spiritus congregat, nescio quomodo celem rem inter nostras
longe notissimam. Et numquid hic est Joseph
aliquis? Patet enim quod patriarcha Jacob luget
postremum ex suis filiis, qui adhuc spiritu infans est; et idcirco diligimur. Excolebant igitur
majores fratres vitæ messem, atque ego ipse ministerio fui addictus, operam impensurus prout
pater imperavisset. Illi autem vendiderunt nescio
quo animi pravo instinctu permoti: sed certe
tragœdia hic fuit, ne veteri dissimilis. Novi
tamen me ipsum, quanquam in umbra nec sine
velamine. Etenim multa prætereo. Neque impero
jam Ægyptiis per Pharaonem, qui etsi cedere
alicui potentiæ renuit, persuadetur tamen ab eo
qui visiones et somnia immittit spiritu. Cedit
quippe sensus intellectui ab illo edoctus quidquid
per symbola suscipit. Neque enim nox mundi
veritatem comprehendit. Sed hæc missa faciamus.
3. Igitur viam quidem universam jam inde ab
initio describere, præter hujus temporis spatium
est, et præter sermonis officium; et quanta nos
perpessos tertius sol viderit. Et quidem horum
haud pauca postulantibus nonnullis cursim significavimus, transitorie narrando, nisi hæc forte
vestram curiositatem fugerunt. Primus viarum
custos vexavit me, comprehenditque persequens,
et spolia divisit, etsi cupiditatem suam non explevit. Secundus vastator, magis adhuc malitia
col. 391–392page 4 of 14
PG 140:391κοῖς, εἰ καὶ μὴ κατίσχυσε· τερατουργεῖ γὰρ καὶ πάλιν Θεὸς τῶν ὑμνουμένων οὐκ ἔλαττον· θάλασσαν ἔτεμε, διήγαγεν αύπλους άνδρας, οὐδε διωκομένους, ἀλλὰ κατεχομένους τὸ μεῖζον· ἀορασίᾳ πλήττει τὸν δεύτερον· ἦν γὰρ καὶ παρ' ἡμῖν παρρησιαζόμενος Παῦλος ὁ τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ τῷ Εὐαγγελί μικροῦ τὰ πάντα περιλαβών, ο ηλωτής, ο θεωρός τῶν μυστηρίων του Πνεύματος, ὁ ἐμὸς ποιμὴν, καὶ μᾶλλον ὁ πνεύματι πατὴρ ἢ τῷ σώματι· κρπάγη μεν τῶν δεσμών μετά Πέτρου, διήλθομεν πρώτην φυλακὴν καὶ δευτεραν. ὡς δὲ νόμος τῆς θείας οἰκο νομίας, μικρὸν ἐνδίδωσιν ἵνα μείζω θαυματουργή. Ταῦτα μὲν οὖν ἐν μικρῷ τε ἡμεῖς ἐκδεδώκαμεν· καὶ τῶν ἐρευνωμένων οίμαι μηδένα εἶναι, ώπερ οὐκ ἂν εἴη ταῦτα γε δήλα. δ. Τὰ δ᾽ ἐντεῦθεν οἶδε Χερσὼν καὶ γῆ Σκυθική, φιλοξενούσα τοὺς παροδεύοντας τοῖς τῶν ἡμετέρων παθημάτων ἀκούσμασιν· ἐπειδὴ γὰρ ὁ σφάλλων τὴν τῶν πονηρῶν πανουργίαν ἔπειθε καὶ τὸ ἡμέτερον τύραννον τὰ τῇ γνώμη πράττειν ἀντίθετα, ο μέν ὑπερορίους, ἔπεμπεν ἡμᾶς καὶ δεσμώτας, ελευθέρους δὲ ἡ πόλις ἐδίδου. Αλλ' οὐκ ἐκείνον ήνδανε θυμῷ κακοὺς δὲ ἀγγέλους εφίει τῷ πολιτεύματι, κρατεροὺς δ' ἐπὶ μύθους ἔττελλε· καὶ οἱ μὲν ἀντέτεινον οὐδ᾽ ἐπὶ μικρὸν εὐθὺς ἐνδιδόντες αὐτοῖς ὅ τί ποτε πράττειν βεβουλημένοις ἡμᾶς· Θεός δὲ ἦν ὁ ἀνέχων, κινήσας τῶν τινα περιφανῶν ἐν Χερσῶνι, καὶ οἷος οὐκ ἄλλος, Ἰωάννην τὸν πάου· ἐδίδου μὲν οὐδ᾽ οὔ τως ελευθέριον ἡμᾶς τὸ ἀποδράναι τὰ χειρω, ὑφ. ορώμενος τὴν ὁρμὴν τοῦ δήμου, μήποτε κατασφά ζοιτο παρά του μιαιφόνου ἀνδρὸς, καὶ κατ' αὐτοῦ κινοῖτο δῆμος ἐν ἑτεροβριθές και φερόμενος πάντοθεν. Ετήρει δε μέσους ελευθερίας τε καὶ δεσμού. Τί δὲ ὁ πάντα ποιῶν καὶ μόνῳ τῷ βούλεσθαι; Ην μὲν κανταύθα σιδηρά κάμινος, Αἴγυπτος ἄλλη, καὶ Ισραηλ καταδουλούμενος ο ελεύθερος, καὶ Μωσής μυστηρίων μειζότων μύστης και θεωρός· πέμπεται γὰρ καὶ οὗτος, ἵνα του πηλοῦ καὶ τῆς πλευθείας ελευθερώσῃ με, κἂν ἀντιτυπῇ ὁ δυναστεύων Φαραώ ὁ σκληρός, καὶ πρὸς τὰς θεοσημείας τυφλώττων, Εγγὺς δὲ ολοθρευτής· καὶ ἡ πόλις μὲν ἐπέθνει τὰ οἰκεῖα κακά; ητέκνον γὰρ μάχαιρα ἔξωθεν τῶν ἐθνῶν, καὶ ἔνδοθεν ὁ ἐμφύλιος ἀνέκυπτε πόλεμος. Ἡμεῖς δ εὐθὺς ἀποφεύγομεν. ε. ἵσταται μὲν οὖν οὐδὲ μέχρι τούτου ὁ κάκιστ' ἀπολούμενος ἐκεῖνος, καὶ τῆς ἀριστερᾶς μοίρας ὄντως αξίος· ἀλλ' ἐπειδήπερ τῆς Χερσώνος εγγύς κα Αλανική χωρίς φυγάδες ήμεν πολυσχιδές γὰρ τὸ ἔθνος τούτο, καὶ διήκον μὲν ἀπὸ τῶν Καυκασίων ὁρῶν ἐς Ἴβηρας, τὸ ἀρχαῖον καὶ πάτριον ὅσιον ἀγαπᾷ δὲ καὶ μετοικεσίας πολλοστῶν τινων πέμ πειν ὡς μικρού Σκυθικήν τε πᾶσαν καὶ τῶν Σαν ρομάτων ἐκπληροῦν· καντεύθεν ἡμᾶς ἐδίωκε πολ λοῖς ὅ τι πανουργήμασί τε καὶ μηχανήμασι, ζητών ἤδη καὶ θανατώσαι ἦν γὰρ τὸ λειπόμενον οὐδὲν
THEODORI ALANIÆ EPISCOPI
abundans, sed tamen non prævaluit. Nam prodi- κοῖς, εἰ καὶ μὴ κατίσχυσε· τερατουργεῖ γὰρ καὶ
gia rursus patrat Deus famigeratis illis haud minora: mare divisit, deduxit inermes homines, non
tam persequentibus quam jam comprehendentibus hostibus, quod pluris est. Caecitate percussit
secundum erat enim etiam apud nos confidentissimus Paulus, gentium apostolus, qui pre Evangelio cuncta flocci æstimabat, zelo flagrans,
mysteriorum Spiritus gnarus, pastor meus, imo
vero pater potius spiritalis quam corporalis. Erepti
vinculis æque ac Petrus, transivimus primam alteramque custodiam. Ut autem divinæ dispensationis mos est, parumper ea remisit, ut mox majora
prodigia patraret. Hæc nos breviter exposuimus;
neminemque fore credimus, qui si inquirat, minime ei manifesta appareant.
4. Res porro hic gestas novit Cherson et Scythica regio, quæ nos liberaliter viatores tractavit,
auditis nostrarum calamitatum casibus. Nam
postquam is qui improborum malitiam irritam
reddit, persuasit tyranno nostro, ut contra suam
voluntatem ageret, ille nos exsules expulit et vinctos, civitas autem liberos esse sivit. Verumtamen hoc ejus non placuit animo misitque
malos nuntios ad magistratus, et gravia verba
addidit Et hi quidem, nullo vetito interposito,
civibus permittebant, ut pro suo libito nobis uterentur. Sed Deus aderat cohibens, qui unum de
Chersonis proceribus permovit, hominem prorsus
celebri Joanni parem: qui tamen libertatem fugiendi periculum non concessit, quia plebis impetum metuebat, ne forte a sanguinario illo viro
occideretur, contraque se commoveretur populus
qui undique alieno impulsu agebatur. Itaque medios inter libertatem et vincula retinebat. Quid
porro is qui omnia sola sua voluntate perficit?
Erat enim et huic ferrea fornax, nova Ægyptus,
et Israel de libero captivus, et Moyses majorum
mysteriorum mysta et cognitor. Nam et hic missus fuit, ut ex luto et opere lateritio me liberaret,
invito licet regnante Pharaone duro, et coram
divinis prodigiis cæco. Prope aderat exterminator;
et civitas propria mala deflebat: namque orbam
reddebant foris quidem ethnicorum gladius, intus
autem bellum consurgebat civile. Non vero statim
fugam arripuimus.
5. Neque vero hic substitit perditus ille, et sinistra parte vere dignus. Sed quoniam haud procul Chersone in Alanica regione exsules eramus
(etenim dispersa admodum gens Alanica est, atque
a Caucasiis montibus usque ad Iberas pertingit,
qui erat illorum priscus patriæ finis; solet autem
et nonnullas colonias emittere, ita ut Scythiam
prope universam et Sarmatiam impleverit); illic
etiam nos persecutus est calliditate sua et machinationibus, necem adeo inferre conatus: nihil
enim aliud jam insuper erat. l'iscurrit igitur hic
Ilaid, I, v, 24.
πάλιν Θεὸς τῶν ὑμνουμένων οὐκ ἔλαττον· θάλασσαν
ἔτεμε, διήγαγεν αύπλους άνδρας, οὐδε διωκομένους,
ἀλλὰ κατεχομένους τὸ μεῖζον· ἀορασίᾳ πλήττει τὸν
δεύτερον· ἦν γὰρ καὶ παρ' ἡμῖν παρρησιαζόμενος
Παῦλος ὁ τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ τῷ Εὐαγγελί
μικροῦ τὰ πάντα περιλαβών, ο ηλωτής, ο θεωρός
τῶν μυστηρίων του Πνεύματος, ὁ ἐμὸς ποιμὴν, καὶ
μᾶλλον ὁ πνεύματι πατὴρ ἢ τῷ σώματι· κρπάγη
μεν τῶν δεσμών μετά Πέτρου, διήλθομεν πρώτην
φυλακὴν καὶ δευτεραν. ὡς δὲ νόμος τῆς θείας οἰκο
νομίας, μικρὸν ἐνδίδωσιν ἵνα μείζω θαυματουργή.
Ταῦτα μὲν οὖν ἐν μικρῷ τε ἡμεῖς ἐκδεδώκαμεν· καὶ
τῶν ἐρευνωμένων οίμαι μηδένα εἶναι, ώπερ οὐκ ἂν
εἴη ταῦτα γε δήλα.
δ. Τὰ δ᾽ ἐντεῦθεν οἶδε Χερσὼν καὶ γῆ Σκυθική,
φιλοξενούσα τοὺς παροδεύοντας τοῖς τῶν ἡμετέρων
παθημάτων ἀκούσμασιν· ἐπειδὴ γὰρ ὁ σφάλλων τὴν
τῶν πονηρῶν πανουργίαν ἔπειθε καὶ τὸ ἡμέτερον
τύραννον τὰ τῇ γνώμη πράττειν ἀντίθετα, ο μέν
ὑπερορίους, ἔπεμπεν ἡμᾶς καὶ δεσμώτας, ελευθέρους
δὲ ἡ πόλις ἐδίδου. Αλλ' οὐκ ἐκείνον ήνδανε θυμῷ·
κακοὺς δὲ ἀγγέλους εφίει τῷ πολιτεύματι, κρατε
ροὺς δ' ἐπὶ μύθους ἔττελλε· καὶ οἱ μὲν ἀντέτεινον
οὐδ᾽ ἐπὶ μικρὸν εὐθὺς ἐνδιδόντες αὐτοῖς ὅ τί ποτε
πράττειν βεβουλημένοις ἡμᾶς· Θεός δὲ ἦν ὁ ἀνέχων,
κινήσας τῶν τινα περιφανῶν ἐν Χερσῶνι, καὶ οἷος
οὐκ ἄλλος, Ἰωάννην τὸν πάου· ἐδίδου μὲν οὐδ᾽ οὔ
τως ελευθέριον ἡμᾶς τὸ ἀποδράναι τὰ χειρω, ὑφ.
c ορώμενος τὴν ὁρμὴν τοῦ δήμου, μήποτε κατασφά
ζοιτο παρά του μιαιφόνου ἀνδρὸς, καὶ κατ' αὐτοῦ
κινοῖτο δῆμος ἐν ἑτεροβριθές και φερόμενος παντοθεν. Ετήρει δε μέσους ελευθερίας τε καὶ δεσμού.
Τί δὲ ὁ πάντα ποιῶν καὶ μόνῳ τῷ βούλεσθαι; Ην
μὲν κανταύθα σιδηρά κάμινος, Αἴγυπτος ἄλλη, καὶ
Ισραηλ καταδουλούμενος ο ελεύθερος, καὶ Μωσής
μυστηρίων μειζότων μύστης και θεωρός· πέμπεται
γὰρ καὶ οὗτος, ἵνα του πηλοῦ καὶ τῆς πλευθείας
ελευθερώσῃ με, κἂν ἀντιτυπῇ ὁ δυναστεύων Φαραώ
ὁ σκληρός, καὶ πρὸς τὰς θεοσημείας τυφλώττων,
Εγγὺς δὲ ολοθρευτής· καὶ ἡ πόλις μὲν ἐπέθνει τὰ
οἰκεῖα κακά; ητέκνον γὰρ μάχαιρα ἔξωθεν τῶν ἐθνῶν,
καὶ ἔνδοθεν ὁ ἐμφύλιος ἀνέκυπτε πόλεμος. Ἡμεῖς δ
εὐθὺς ἀποφεύγομεν.
ε. ἵσταται μὲν οὖν οὐδὲ μέχρι τούτου ὁ κάκιστ'
ἀπολούμενος ἐκεῖνος, καὶ τῆς ἀριστερᾶς μοίρας
ὄντως αξίος· ἀλλ' ἐπειδήπερ τῆς Χερσώνος εγγύς κα
Αλανική χωρίς φυγάδες ήμεν πολυσχιδές γὰρ τὸ
ἔθνος τούτο, καὶ διήκον μὲν ἀπὸ τῶν Καυκασίων
ὁρῶν ἐς Ἴβηρας, τὸ ἀρχαῖον καὶ πάτριον ὅσιον
ἀγαπᾷ δὲ καὶ μετοικεσίας πολλοστῶν τινων πέμ
πειν ὡς μικρού Σκυθικήν τε πᾶσαν καὶ τῶν Σαν
ρομάτων ἐκπληροῦν· καντεύθεν ἡμᾶς ἐδίωκε πολ
λοῖς ὅ τι πανουργήμασί τε καὶ μηχανήμασι, ζητών
ἤδη καὶ θανατώσαι ἦν γὰρ τὸ λειπόμενον οὐδὲν
lbib. v. 25.
col. 393–394page 5 of 14
PG 140:393ἕτερον· καὶ κατέδραμεν ὁ θεοστυγῆς, γενόμενός τε εἰς Χερσῶνα, πόλεμον ἠπείλει τοῖς μικροῖς ᾿Αλανοῖς, μόνον εἰ μὴ προδώσιν ἡμᾶς. Οὕτως ἐκεῖνος πονηρὰ φύσις ἦν ὁ γελοῖος Τζαμάνης καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιος, πλην ότι κακίας πλήρης καὶ τοῦ Πονηροῦ ὑπηρέτης. Ηγνόησε δὲ ὁ πᾶν ὅ τι κακὸν εἶναί τε γὰρ σπουδάσας καὶ λέγεσθαι ἄξιος, ὡς Θεοῦ ἡμεῖς ἀπόστολοι νεα νιεύομαι γὰρ, καὶ Θεὸς τερατουργεῖ ἡμῖν· ὁ γὰρ διατεμὼν καὶ συνάψας τὴν Ἐρυθράν, καὶ τὸ μὲν φυγάδα διασώσας λαόν, τὸ δὲ τὸν διώκοντα καταποντίσας, τέμνει τὴν πόλιν τὸ πρότερον οἰκείῳ πολέμῳ καὶ ἀλλοτρίῳ, καὶ τὸ διεχὲς ἐκείνης ἐδίδου ἡμῖν τὴν δίοδον. Συνάπτει δε πάλιν τῇ ὁμοπνοίᾳ, ὡς μικροῦ κινδυνεῦσαι τὸν ἀλιτήριον βουλόμενον κατατυραννεῖν, εἰ μὴ δρασμῷ τὴν σωτηρίαν ἐπραγματεύσατο. Οὕτω δὴ ταῦτα. έ. δε δεινὰ καὶ ὁ ἱερὸς ἡμῖν ἀνεῤῥίπισε ποτ λεμος, λεγέσθω γὰρ καὶ οὕτως, ὥσπερ τυραννικός, τί χρὴ καὶ λέγειν ἀλλὰ κακὴν ὁμόνοιαν; ἵνα πύργος βλασφημίας ἀνυψωθεὶς τοῦ ὕψους περιφρουρουμένου τοῦ ἀξιώματος· εἰ καὶ ἡ τῆς γλώσσης ἐγγὺς σύγχυσις ἡ συνδρομὴ τῶν τῆς αἰσχύνης ἱερέων κατά τινος Ηλίου· ἦν γὰρ ὁ ζηλωτής παρ' ἡμῖν, εἰ καὶ και τασφάττει τοῦτο τῇ μαχαίρᾳ τοῦ πνεύματος· ἡ κατά τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ᾿Ασσυρίων παρεμβολὴ ἐπισφαλώς ἐπεισφρήσασα, καὶ ἐπικινδύνως ἀνθυποστρέψασα. Τὸ δὲ ἦν, ἵνα μικρόν τι ἐνδιατρίψωμεν τοῖς παθήμασι Παροικοῦσι τη Χερσῶνι καὶ ᾿Αλανοί, οὐχ ἧττον θεληθέντες ἢ θελήσαντες, ὡς οἷόν τι περιτείχισμα ταυτῇ καὶ περιφρούρημα. Τούτους ἐγώ τε εἶδον, καὶ περιχαρῶς αὐτοὶ τὸν πάτριον ποιμέτα περιέτρεχον τε καὶ περιίσταντο· βουλόμενοί τε παρ' αὐτοῖς ἡμᾶς ξενισθῆναι, πάντα ἐποίουν τὰ ἐπιτήδεια. Ἡμεῖς δὲ ἀντεισήγομεν τὸν τῆς παραινέσεως λόγον, ὡς ἂν βιῷεν ἀξίως τῆς κλήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ησαν δὲ ἀληθῶς (οὐ γὰρ ἂν αἰσχυνοίμην λέγειν, μηδέ μοι γένοιτο ύφος ρᾶσθαι μικροψυχίας τινὸς) ποίμνιον ἐσκορπισμένον εἰς ὄρη καὶ ἐρήμους και βάραθρα, οὐκ ἔχον μάνδραν οὐδε καλύβην, έτοιμον εἰς κατάβρωμα τοῖς θηρίοις· οὐ γὰρ ἦν ὁ ποιμαίνων, εἰ καὶ πολλῶν τὸ ἐπάγγελμα· καίτοι καὶ βουλομένοις οὐδ᾽ ἂν ἐξέσται· ὅτι μὲ πρότερον, οἷον εἶναι δεῖ τὸν ἐπίσκοπον, ἤκουσαν· εἰ καὶ Παῦλος ἐκβοᾷ, η μεγάλη σάλπιγξ, ὁ τῶν ἐθνῶν διδάσκαλος, καὶ διὰ τοῦτο ἡμέτερος. Οἴονται δὲ τρυφερὸν εἶναι ἐπισκοπεῖν καὶ σπουδάζον τὰ κοσμικά. 5. Οίδατε τον Χερσῶνος· καὶ τί ἂν ἀκριβολογοί μην εἰδόσιν; Οὗτος ὁ γέρων καὶ ἀρχαῖος ἐπίσκοπος θανατον ἔδοξεν, ὅτι παρ' ἡμῖν Αλανοί, ἢ μᾶλλον ότι παρὰ Χερσῶνι ἡμεῖς· καὶ ὁ τῆς ἐνορίας λόγος εὐθὐς· καὶ ὡς ἐγχώριος ἐπισκοπὴ, καὶ τὸ ἐμὸν πα ροδευτὸν καὶ παρόριον· τὰ γνώριμα ταῦτα τῶν νῦν ἐπισκόπων τῆς μικροψυχίας καὶ τοῦ φθόνου περικαλύμματα, ἵνα μὴ λέγω καὶ τῆς ἀβελτηρίας γνωρί
ALANICUS.
ἕτερον· καὶ κατέδραμεν ὁ θεοστυγῆς, γενόμενός τε εἰς Deo odibilis Chersonem, et pusillis bellum Alanis
Χερσῶνα, πόλεμον ἠπείλει τοῖς μικροῖς ᾿Αλανοῖς, μόνον
εἰ μὴ προδώσιν ἡμᾶς. Οὕτως ἐκεῖνος πονηρὰ φύσις
ἦν ὁ γελοῖος Τζαμάνης καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιος,
πλην ότι κακίας πλήρης καὶ τοῦ Πονηροῦ ὑπηρέτης.
Ηγνόησε δὲ ὁ πᾶν ὅ τι κακὸν εἶναί τε γὰρ σπουδάσας
καὶ λέγεσθαι ἄξιος, ὡς Θεοῦ ἡμεῖς ἀπόστολοι νεα
νιεύομαι γὰρ, καὶ Θεὸς τερατουργεῖ ἡμῖν· ὁ γὰρ
διατεμὼν καὶ συνάψας τὴν Ἐρυθράν, καὶ τὸ μὲν
φυγάδα διασώσας λαόν, τὸ δὲ τὸν διώκοντα κατα
ποντίσας, τέμνει τὴν πόλιν τὸ πρότερον οἰκείῳ πολέμῳ
καὶ ἀλλοτρίῳ, καὶ τὸ διεχὲς ἐκείνης ἐδίδου ἡμῖν
τὴν δίοδον. Συνάπτει δε πάλιν τῇ ὁμοπνοίᾳ, ὡς μικροῦ
κινδυνεῦσαι τὸν ἀλιτήριον βουλόμενον κατατυραννεῖν,
εἰ μὴ δρασμῷ τὴν σωτηρίαν ἐπραγματεύσατο. Οὕτω
δὴ ταῦτα.
interminatus est, nisi nos dederent. Tam improbæ
naturæ erat ridiculus iste Tzamanes et nulla re
dignus, nisi quatenus malitia plenus erat, et Diaboli administer. Porro ignorabat hic, nihil præter
nequitiam sapiens, et flocci faciendus, nos esse
Dei apostolos, dicam enim audacter, et Deum pro
nobis miracula operari. Qui enim divisit recollegitque Erythræum, et fugitivum populum
servavit, et persecutorem pari tempore aquis
submersit, civitatem hanc in partes scidit, bello
concitato simul civili et extraneo; idque discidium
ansam nobis evadendi obtulit. Sed civitatem Deus
rursus ad concordiam reduxit, ut parum a periculo
abfuerit perditus ille, qui tyrannidem affectabat,
nisi fuga saluti suæ consuluisset. Hæc hactenus.
6. Quæ autem mala a sacro etiam illata nobis
sunt bello, ea pariter narranda sunt, utpote quæ
vim tyrannicam in nos exercuerunt; quæ res
nullo alio nomine appellari potest, nisi pravæ
conspirationis ut blasphemiæ nimirum turris in
altum attolleretur sub dignitatis munimine. Et
quidem prope abfuit a linguarum confusione; vel
quædam fuit sacerdotum ignominiæ adversus
Eliam aggressio. Erat enim quidam zelotes apud
nos, etsi et hunc interficit gladio spiritus. Vel
contra Jerusalem Assyriorum exercitus periculose
semet inferens, nec tuto revertens. Res ita se
habuit, ut breviter calamitatem narremus. Habitant prope Chersonem etiam Alani, non minus
expetiti quam volentes, ut sint circa eam urbem
quasi vallum quoddam et custodia. Hos ego vidi,
illique admodum exhilarati, ad patrium suum
pastorem accurrebant, eumque circumsistebant,
volentesque nos apud eos hospitari, nullum officii
genus prætermittebant. Nos vero vicissim adhortationis verbum adhibebamus, ut digne Christi
vocatione viverent. Erant autem (neque me pudebit dicere, neque offensionem quamdam subverebor) grex palans in montibus locisque desertis
et foveis, neque ovile neque caulam habens, ideoque ferarum devorationi expositus; neque enim
aderat qui ei pastoralem curam impenderet, etsi
έ. δε δεινὰ καὶ ὁ ἱερὸς ἡμῖν ἀνεῤῥίπισε ποτ
λεμος, λεγέσθω γὰρ καὶ οὕτως, ὥσπερ τυραννικός, τί
χρὴ καὶ λέγειν ἀλλὰ κακὴν ὁμόνοιαν; ἵνα πύργος
βλασφημίας ἀνυψωθεὶς τοῦ ὕψους περιφρουρουμένου
τοῦ ἀξιώματος· εἰ καὶ ἡ τῆς γλώσσης ἐγγὺς σύγχυσις·
ἡ συνδρομὴ τῶν τῆς αἰσχύνης ἱερέων κατά τινος
Ηλίου· ἦν γὰρ ὁ ζηλωτής παρ' ἡμῖν, εἰ καὶ και
τασφάττει τοῦτο τῇ μαχαίρᾳ τοῦ πνεύματος· ἡ κατά
τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ᾿Ασσυρίων παρεμβολὴ ἐπισφαλώς
ἐπεισφρήσασα, καὶ ἐπικινδύνως ἀνθυποστρέψασα. Τὸ
δὲ ἦν, ἵνα μικρόν τι ἐνδιατρίψωμεν τοῖς παθήμασι·
Παροικοῦσι τη Χερσῶνι καὶ ᾿Αλανοί, οὐχ ἧττον
θεληθέντες ἢ θελήσαντες, ὡς οἷόν τι περιτείχισμα
ταυτῇ καὶ περιφρούρημα. Τούτους ἐγώ τε εἶδον, καὶ
περιχαρῶς αὐτοὶ τὸν πάτριον ποιμέτα περιέτρεχον τε
καὶ περιίσταντο· βουλόμενοί τε παρ' αὐτοῖς ἡμᾶς
ξενισθῆναι, πάντα ἐποίουν τὰ ἐπιτήδεια. Ἡμεῖς δὲ
ἀντεισήγομεν τὸν τῆς παραινέσεως λόγον, ὡς ἂν βιῷεν
ἀξίως τῆς κλήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ησαν δὲ ἀληθῶς (οὐ
γὰρ ἂν αἰσχυνοίμην λέγειν, μηδέ μοι γένοιτο ύφος
ρᾶσθαι μικροψυχίας τινὸς) ποίμνιον ἐσκορπισμένον εἰς
ὄρη καὶ ἐρήμους και βάραθρα, οὐκ ἔχον μάνδραν οὐδε
καλύβην, έτοιμον εἰς κατάβρωμα τοῖς θηρίοις· οὐ γὰρ
ἦν ὁ ποιμαίνων, εἰ καὶ πολλῶν τὸ ἐπάγγελμα· καίτοι
καὶ βουλομένοις οὐδ᾽ ἂν ἐξέσται· ὅτι μὲ πρότερον, οἷον
εἶναι δεῖ τὸν ἐπίσκοπον, ἤκουσαν· εἰ καὶ Παῦλος ἐκβοᾷ,
η μεγάλη σάλπιγξ, ὁ τῶν ἐθνῶν διδάσκαλος, καὶ διὰ
τοῦτο ἡμέτερος. Οἴονται δὲ τρυφερὸν εἶναι ἐπισκοπεῖν multorum erat ambitio. Cæteroqui ne volentibus
καὶ σπουδάζον τὰ κοσμικά.
quidem id licuisset: quia nondum, qualem oporteat esse episcopum, cognoverant; quamvis Paulus clamat, magna tuba, gentium doctor, ideoque
noster ¹. Sed illi existimant deliciosum quid esse episcopatum, et mundanis curis deditum.
5. Οίδατε τον Χερσῶνος· καὶ τί ἂν ἀκριβολογοίμην εἰδόσιν; Οὗτος ὁ γέρων καὶ ἀρχαῖος ἐπίσκοπος
θανατον ἔδοξεν, ὅτι παρ' ἡμῖν Αλανοί, ἢ μᾶλλον
ότι παρὰ Χερσῶνι ἡμεῖς· καὶ ὁ τῆς ἐνορίας λόγος
εὐθὐς· καὶ ὡς ἐγχώριος ἐπισκοπὴ, καὶ τὸ ἐμὸν παροδευτὸν καὶ παρόριον· τὰ γνώριμα ταῦτα τῶν νῦν
ἐπισκόπων τῆς μικροψυχίας καὶ τοῦ φθόνου περικαλύμματα, ἵνα μὴ λέγω καὶ τῆς ἀβελτηρίας γνωρί
1 Tim. 11, 2.
PATROL. GR. CXL.
7. Nostis Chersonis episcopum: cur enim gnaris
verba multa faciam? Senex hic et priscus episcopus mori sibi videbatur, quia Alani apud nos
essent, vel potius quia nos Chersone morabamur.
Statim ergo de jurisdictionis limitibus sermo, et
quod episcopatus loci proprius esset, meum vero
officium transitorium et extraneum. Noti sunt hi
hodiernorum episcoporum prætextus, quos sum
col. 397–398page 6 of 14
PG 140:397μένοις ὁ καὶ τοῦ κρίνειν κύριος ὧν· ἐῶ τἆλλα· δίκαιον γάρι γ΄. 'Αλλ ἐπειδή τινος ελευθερίας λαβόμενοι, καὶ τὴν ὁδὸν ἐσκοποῦμεν ὡς ἂν ἕκαστος τὸν σκοπὸν τῆς ἀφετηρίας εἶδε, τὴν ἐθὺ Βοσπόρου ἐτέμνομεν· ἐδεί δου δὲ ὅ τε καιρὸς χειμῶνος ἄγων τὰ μέσα, καὶ τῶν Σκυθῶν ἡ κατὰ τοῦ Βοσπόρου τηνικαῦτα ὁρμὴ διε κώλυεν· εἰ καὶ ἡμεῖς ἐβιάζομεν τὴν ὁδὸν, ἐξ οὗ καὶ διελέγχημεν άπρακτοι. Τίς ἂν εἴποι τὰ σκυθικά; τις θρηνήσει ά τε ἴδοιμεν, ἅ τε πάθοιμεν; ἀφίσταται δὲ ἄρα οὔτε τοῦ κυβερνᾷν καὶ παραπλέειν ὁ ναύ αρχος, και όσα τοῖς ἀνέμοις ἐκπεπολέμωται, μέχρις ἄν εἰς λιμένα καταγάγοι τὴν ναῦν· καὶ τὸν αὐτὸν ἡμεῖς σκοπὸν εἴχομεν· καὶ πάλιν ὁδοῦφ ροντὶς, καὶ ὅσα παρόδια· καὶ πάλιν τὰ πρῶτα παθήματα ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς· ἐντὸς ή νόσος ξενιτεύει, καὶ ἀπορία συμ βαίνουσα, καὶ τοῦ σκοπουμένου μάλλον διαμαρτείν. Καὶ αὐτὸς μὲν ἦγον τὸ συμβεβηκός ὡς ἂν ἔχοι· τὸν δὲ πατέρα καὶ πάλιν πρὸς τὰ οἰκεῖα τρέχειν ἠνάγκαζον. Τίνα τὰ ἐπὶ τούτοις; Μόνος ὁ πρέσβυς ἀρχιερεὺς, καὶ γε σὺν τῷ ὑστάτῳ τῶν τέκνων ἐπὶ Βόσπορον άπεισι. τ΄. Καὶ πάλιν ἐτέρα συμφορὰ καὶ κάκωσις αλ λη· οὐ γὰρ ἐδέχθη τῷ ἄρχοντι. Οἴδαμεν πάντες τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο κακόν, τὴν ἀρχαίαν ἔχθραν καὶ πρώτην, καὶ τὸ δεινότερον, καὶ ὅπερ ἐκ πάσης καρδίας ἐκκαλοῖτ᾽ ἂν καὶ δάκρυα· ἐγειτόνει ὁ ποι μὴν καὶ τοσοῦτον ὅσον ὁρᾶσθαί τε καὶ ὁρᾷν· καὶ ὁ μὲν, τῷ καλάμω θρηνώδες μέλος ἐνέπνει καὶ ἀνακλήτως· τὸ δὲ περιτρέχειν μὲν ἤθελε τὸν ποιμένα καὶ περισκαίρειν· ἤκους γὰρ τῆς φωνῆς καὶ ἐγίνωσκεν. ηδύνατο δὲ οὐδαμῶς. Φασὶ πανσυδὶ τὴν πόλιν προσ τέναι τῷ δυναμένῳ· καὶ ἡ τεθνηκέναι πάντως ο τήσασθαι, ἡ τὸν ἀρχιερέα λαβεῖν· οὐκ ἔκαμπτε δε τούτον οὐ πρέσβυς πενθῶν, οὐκ ἀνὴρ σκυθρωπάζων, οὐ παῖς ἀλαλάζων, οὐδ' ολοφυρομένη γυνή, οὐ πόλις όλη τῷ πάθει νικηθεῖσα καὶ δυσωποῦσα. Τίνος ένεκεν; Ότι ζῆλος τὸν ἄνδρα κατέφαγε, καὶ ότι στεῤῥὸς καὶ ἀντιτυπής, οὐδ᾿ ὡς τὰ πολλὰ τοῖς ἄρχουσιν ἀπειθής· εἰ μὲν ακαίρως τε καὶ ἀλόγος, δεινὸν τὸ πρᾶγμα, καὶ οὐδ᾽ ἡμεῖς ἐπαινέσομεν· εἰ δ᾽ αθλητικῶς καὶ γενναίως, καὶ ὡς τῶν πρόσθεν ἐπευ σύμεθα κλέα ἀνδρῶν μετ' ἐκείνων ἂν ὡς ἂν συμπέσοι τὰ πράγματα. ια΄. Ἐπεὶ δὲ ἀπειρήκειμεν τὸ ἐκεῖθεν ἐλθεῖν, ἐτέ σαν μείζονα πολλῷ καὶ σκληροτέραν, τί γὰρ ἂν καὶ πάθοιμεν; έτραπόμεθα. Καὶ ὁ μὲν πατὴρ αὐτοῦ τέως μένει παρὰ τοῖς ὀλιγοστοῖς ᾿Αλανοῖς, πάντα φέρων, πενίαν, ὀνειδισμούς, χλευασμούς· οὐ γὰρ χω ρούσι πάντες τὸν λόγον τοῦ πνεύματος, καὶ εἰσὶ κρι ταὶ τῶν τεταγμένων μάλιστα κρίνειν· καὶ τὸ χεῖρον, ότι καὶ κατακρίνουσιν· ἡμεῖς δὲ μέσην Σκυθίαν ἐλαύνομεν ὅλην εξηκοντάδα τῶν ἡμερῶν, πένητες ἄνδρες, οὐδὲ τῶν ἀναγκαίων εύποροῦντες. Πλὴν αντ κτόν, ότι μὴ πολὺ πόῤῥω τῆς ἀποστολικῆς καὶ πρώ της ὁδοῦ· καὶ Θεοῦ διδόντος νεῦμα τῷ ὑμᾶς εὔξασθαι, ὦ πάτερ καὶ ἀδελφοὶ, τὸ ἐπιθυμητὸν ἐμοὶ καὶ πράγμα καὶ ὄνομα, τὴν ποίμνην ὁρῶμεν, ἀγαπητόν
ALANICUS.
μένοις ὁ καὶ τοῦ κρίνειν κύριος ὧν· ἐῶ τἆλλα· δίκαιον manus; peregrinis scilicet, is qui suam patriam
γάρι
γ΄. 'Αλλ ἐπειδή τινος ελευθερίας λαβόμενοι, καὶ
τὴν ὁδὸν ἐσκοποῦμεν ὡς ἂν ἕκαστος τὸν σκοπὸν τῆς
ἀφετηρίας εἶδε, τὴν ἐθὺ Βοσπόρου ἐτέμνομεν· ἐδείδου δὲ ὅ τε καιρὸς χειμῶνος ἄγων τὰ μέσα, καὶ τῶν
Σκυθῶν ἡ κατὰ τοῦ Βοσπόρου τηνικαῦτα ὁρμὴ διεκώλυεν· εἰ καὶ ἡμεῖς ἐβιάζομεν τὴν ὁδὸν, ἐξ οὗ καὶ
διελέγχημεν άπρακτοι. Τίς ἂν εἴποι τὰ σκυθικά;
τις θρηνήσει ά τε ἴδοιμεν, ἅ τε πάθοιμεν; Αφίσταται δὲ ἄρα οὔτε τοῦ κυβερνᾷν καὶ παραπλέειν ὁ ναύαρχος, και όσα τοῖς ἀνέμοις ἐκπεπολέμωται, μέχρις
ἄν εἰς λιμένα καταγάγοι τὴν ναῦν· καὶ τὸν αὐτὸν
ἡμεῖς σκοπὸν εἴχομεν· καὶ πάλιν ὁδοῦφ ροντὶς, καὶ ὅσα
παρόδια· καὶ πάλιν τὰ πρῶτα παθήματα ἐπὶ τοῖς
αὐτοῖς· ἐντὸς ή νόσος ξενιτεύει, καὶ ἀπορία συμ
βαίνουσα, καὶ τοῦ σκοπουμένου μάλλον διαμαρτείν.
Καὶ αὐτὸς μὲν ἦγον τὸ συμβεβηκός ὡς ἂν ἔχοι· τὸν δὲ
πατέρα καὶ πάλιν πρὸς τὰ οἰκεῖα τρέχειν ἠνάγκαζον.
Τίνα τὰ ἐπὶ τούτοις; Μόνος ὁ πρέσβυς ἀρχιερεὺς, καὶ
γε σὺν τῷ ὑστάτῳ τῶν τέκνων ἐπὶ Βόσπορον άπεισι.
τ΄. Καὶ πάλιν ἐτέρα συμφορὰ καὶ κάκωσις αλλη· οὐ γὰρ ἐδέχθη τῷ ἄρχοντι. Οἴδαμεν πάντες τὸ
παλαιὸν ἐκεῖνο κακόν, τὴν ἀρχαίαν ἔχθραν καὶ
πρώτην, καὶ τὸ δεινότερον, καὶ ὅπερ ἐκ πάσης
καρδίας ἐκκαλοῖτ᾽ ἂν καὶ δάκρυα· ἐγειτόνει ὁ ποιμὴν καὶ τοσοῦτον ὅσον ὁρᾶσθαί τε καὶ ὁρᾷν· καὶ ὁ
μὲν, τῷ καλάμω θρηνώδες μέλος ἐνέπνει καὶ ἀνακλή
τως· τὸ δὲ περιτρέχειν μὲν ἤθελε τὸν ποιμένα καὶ
περισκαίρειν· ἤκους γὰρ τῆς φωνῆς καὶ ἐγίνωσκεν.
ηδύνατο δὲ οὐδαμῶς. Φασὶ πανσυδὶ τὴν πόλιν προστέναι τῷ δυναμένῳ· καὶ ἡ τεθνηκέναι πάντως ο
τήσασθαι, ἡ τὸν ἀρχιερέα λαβεῖν· οὐκ ἔκαμπτε
δε τούτον οὐ πρέσβυς πενθῶν, οὐκ ἀνὴρ σκυθρω
πάζων, οὐ παῖς ἀλαλάζων, οὐδ' ολοφυρομένη γυνή,
οὐ πόλις όλη τῷ πάθει νικηθεῖσα καὶ δυσωποῦσα.
Τίνος ένεκεν; Ότι ζῆλος τὸν ἄνδρα κατέφαγε, καὶ
ότι στεῤῥὸς καὶ ἀντιτυπής, οὐδ᾿ ὡς τὰ πολλὰ τοῖς
ἄρχουσιν ἀπειθής· εἰ μὲν ακαίρως τε καὶ ἀλόγος,
δεινὸν τὸ πρᾶγμα, καὶ οὐδ᾽ ἡμεῖς ἐπαινέσομεν· εἰ δ᾽
αθλητικῶς καὶ γενναίως, καὶ ὡς τῶν πρόσθεν ἐπευ
σύμεθα κλέα ἀνδρῶν μετ' ἐκείνων ἂν ὡς ἂν
συμπέσοι τὰ πράγματα.
ια΄. Ἐπεὶ δὲ ἀπειρήκειμεν τὸ ἐκεῖθεν ἐλθεῖν, ἐτέσαν μείζονα πολλῷ καὶ σκληροτέραν, τί γὰρ ἂν
καὶ πάθοιμεν; έτραπόμεθα. Καὶ ὁ μὲν πατὴρ αὐτοῦ
τέως μένει παρὰ τοῖς ὀλιγοστοῖς ᾿Αλανοῖς, πάντα
φέρων, πενίαν, ὀνειδισμούς, χλευασμούς· οὐ γὰρ χωρούσι πάντες τὸν λόγον τοῦ πνεύματος, καὶ εἰσὶ κριταὶ τῶν τεταγμένων μάλιστα κρίνειν· καὶ τὸ χεῖρον,
ότι καὶ κατακρίνουσιν· ἡμεῖς δὲ μέσην Σκυθίαν
ἐλαύνομεν ὅλην εξηκοντάδα τῶν ἡμερῶν, πένητες
ἄνδρες, οὐδὲ τῶν ἀναγκαίων εύποροῦντες. Πλὴν αντ
κτόν, ότι μὴ πολὺ πόῤῥω τῆς ἀποστολικῆς καὶ πρώ
της ὁδοῦ· καὶ Θεοῦ διδόντος νεῦμα τῷ ὑμᾶς εὐξα
σθαι, ὦ πάτερ καὶ ἀδελφοὶ, τὸ ἐπιθυμητὸν ἐμοὶ καὶ
πράγμα καὶ ὄνομα, τὴν ποίμνην ὁρῶμεν, ἀγαπητόν
Illiad. ix, 520.
tenebat; reis, is qui judicii arbiter erat, ut cætera
omittam, prout par est.
9. Age vero postquam aliquam libertatis partem
nacti fuimus, de via cogitavimus prout quisque itineris sui scopum habebat, rectaque ad Bosphorum
tetendimus. Timebatur vero et mediæ hiemis tempus, et Scytharum circa Bosphorum præsens incursio impedimento erat: nihilominus nos vi iter arripuimus, quamvis successu fortasse carituri. Quis
mala scythica narret? quis satis defleat, quæ vidimus aut passi sumus? Sed enim neque clavum
regere, neque navigare gubernator desiit, quibuslibet repugnantibus ventis, donec navim in portum
deduxisset. Idem nobis scopus erat; ideoque rursus
itineris cura atque apparatus: rursuque priores
ærumnæ viæ comites. Etnobiscum quidem morbus
peregrinabatur, et quæ solet comitari egestas, et a
proposito scopo aberratio. Porro res ego prout se
dabant ferebam; sed patrem denuo in patriam redire cogebam. Quid vero postea? Solus senex prassul, cum postremo filiorum ad Bosphorum venit.
10. Et en rursus alia calamitas atque afflictio:
quippe a principe receptus non fuit. Nostis omnes
antiquum illud malum, priscam et primam inimicitiam; quodque gravius, et lacrymas de corde exprimit, in propinquo erant pastor et grex, in tantum ut invicem cernerent: et ille quidem fistula
lamentabilem sonum invitandi causa edebat; grex
autem accurrere quidem volebat ad pastorem et
circumsistere; nam vocem ejus audiebat atque
agnoscebat; neque tamen poterat. Aiunt globatim
civitatem ad potentem virum accessisse, se vel mori
velle dicentem, vel præsulem suum recipere: quia
tamen illum flecteret sive senex flens, sive vir
mœstus, sive puer ejulans, sive mulier lamentans
sive universa civitas dolore consternata et lugubris.
Cur id, inquam? Quia livor hominem consumebat,
et quia durus contumaxque erat, neque pro more
suo principibus non obsequens. Quod si intempestive atque absurde egit, grave negotium est neque
a nobis laudandum. Sin potius fortiter atque strenue, ac veluti priscorum audivimus facinora virocum his simus utcunque res evenerint.
11. Postquam vero prohibiti fuimus illuc acce
dere, ad aliam longe ampliorem atque asperiorem,
quidquid passuri essemus, conversi regionem sumus. Et pater quidem illic remansit interim apud
exiguum Alanorum numerum, ærumnarum omne
genus ferens, egestatem, contumelias, convitia.
Neque enim omnes capiunt spiritus sermonem; et
fiunt judices illorum qui judicando potissimum
sunt præpositi; et quod pejus est, illos condemnant. Nos autem mediam in Scythiam progressi
sumus, sexaginta omnino dierum itinere, homines
pauperes, et omni re necessaria destituti. Verum
tamen hocfuit tolerabile, quod haud procul apostolico primo itinere recessimus; Deoque vestris prerum,
col. 399–400page 7 of 14
PG 140:399ἐπειδὴ παρὰ Θεοῦ κληρονομία μοι αὕτη, εἴη δὲ καὶ κρατίστη. ἐμοὶ χρῆμα καὶ παντὸς τιμώμενον ἄλλου· πῶς γάρ ιβ. Μέχρι μὲν οὖν τούτων εὔδρομος ἦν ἡμῖν ὁ λόγος, καί πως εὐτάκτως φερόμενος· τὰ δ' ἐντεῦθεν ἑτέρῳ μᾶλλον ἐβουλόμην εἰρῆσθαι, καὶ ἡσυχίαν ἄγειν αὐτός· οὔτε γὰρ ἀνεκτῶς ἔχει λέγειν ἡ γλώσσα, καὶ ἡ χεὶρ οὐκ ἂν ὑπηρετῆσαι ῥᾳδία. «Οοΐμοι! ὅτι ἡ παροικία μου ἐμακρύνθη,» ὡς τὰς ἐπαράτους ἡμέ ρας ἤδη καταλαβεῖν, ἐν αἷς ἴσως καὶ ὁ ᾿Αντίχριστος ἐκραγήσηται· ἤδη γὰρ ἐξἐκείνου καπνὸς ἡμᾶς ἑδρα μυξεν· ὑφ' οὗ καὶ δακρύων ἀρξάμενος, ἐπαυσάμεν οὐδέπω, καὶ πείθομαι λέγειν οὐδὲ πεπαύσομαι. Οίμοι! ὅτι ἀφ' ἡμῶν κατήρξατο τὰ δεινά· καὶ τάχα γε πρώ τον ἡμῖν ὑπαναφθήσεται καὶ ἡ τῆς ἐσχάτης συμφορᾶς κάμινος, μικροῖς ὑπανακαιομένη φρυγάνοις· οὐ γὰρ ἂν εὐθὺς τῶν δένδρων εφάψοιτο, ἐπειδὴ καὶ τῶν ἀφελεστέρων τὴν πίστιν υποσκελίζει ὁ Σατανᾶς. Οι μοι! ὅτι ἐγενήθημεν ὡς τὸ ἀπ' ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας ἡμῶν, φησὶν ἡ Γραφή. Οίμοι! ὅτι ἐπὶ τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων άχυρα καὶ καλάμη ἐπῳκοδόμητο, καὶ τῷ πυρὶ εὐθὺς εἰς φροῦδον ἐγένετο. Ω τῆς ἐνταῦθα θρηνητικός προφήτης καὶ ἀπωδύρατο ἂν ἡμᾶς ὡς τὴν Ἱερουσαλήμ! Ὡς ἔγωγε, ώ παρόντες, καὶ οὐ ψευδής ο λόγος, οὐ μὰ τὴν κάμινον τῆς συμφορᾶς ἣν ἐδεξάμην κατὰ μέσης ψυχῆς. ιγ. Ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, μόνον δακρύειν παρακινούμαι, καὶ ὑπὸ τοῦ πάθους συγκέχυμαι, καὶ οὐκ ἔχω τίς γένωμαι καὶ ὅπως τῷ διηγήματι χρή σωμαι· καὶ οἶδα ὡς ἀδιάρθρωτά μοι τὰ τοῦ πράγματ τος λαληθήσεται· ἔχω γὰρ οὐ τὸν τυχόντα θόρυβον οὐδ' ἐν ὅσῷ κυβερνώη ὁ νοῦς τὴν ψυχήν. «Ποιμένες, ο φησί, «διέφθειρών μου τὴν ἄμπελον· ο νυνὶ δε ψευδοποιμένες τὴν ἐπιθυμητὴν Χριστοῦ μερίδα κατήσχη ναν. Καὶ οὐκ ἂν ὀκνήσαιμι λέγειν ὅτι ἐν ἐρήμοι; καὶ ἀνύδροις τόποις τοῦ τῆς διδασκαλίας ύδατος ζῶντος, καὶ ἀβάτοις τοῖς τῶν εὐαγγελιζομένων ὡραίοις ποσί, τὸ ῥόδον ἤνθει τῆς πίστεως, μόνον ὑπὸ τῆς ῥίζης του πρώτου κηρύγματος ἀρδευόμενον· ὑφ' οὗ τάχα καὶ ἡμεῖς πρὸς ἔρωτα ἀνεκαύθη μεν, ἵνα τὸ πολλοῖς ἀποῤῥητον ἐκκαλύψω, καὶ τὴν ἀντιλεγομένην αἰτίαν τῆς ἐμῆς ταύτης εκδημίας ὑπαναπτύξω· εἰ φυτηκομοίην γεώργιον ἄνυδρον ἐν ἱδρῶτι προσώπου, καὶ τῆς ζωῆς ἐκκαλαμᾶσθαι δυναίμην τὸν ἄσταχυν ἔμπαλιν, ἢ τὸ τῆς παλαιάς κατα κρίσεως. Θεοῦ δὲ εἴη ἄν, εἰ καὶ τῆς προθυμίας οὐ δεύτεροι ἀπαντῴημεν ἐν τῇ μελέτη τοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ πῦρ ζήλου ὑπανακαίοντες. ιδ΄. Ηνεγκε μὲν οὖν ὁ χρόνος πολλά, καὶ ὅσα περ οὐδ' ἂν ἀριθμῆσαί τις ἔχοι ῥᾷον· καινοτομεῖν γὰρ οὗτος οἶδε τὰ πράγματα· τοῖον δὲ οὐδέποτε ἤνεγκεν. Ἐξ ἀνωνύμου χώρου ποθὲν καὶ τελματώδους τῷ χειμώνι τῆς ἀπιστίας αγεννές τι πνεῦμα ἐκτιναχθὲν τὴν τῶν ἐθνῶν ταύτην διετάραξε θάλασσαν, καὶ τὴν ΧΙ,
THEODORI ALANIÆ EPISCOPI
ἐπειδὴ παρὰ Θεοῦ κληρονομία μοι αὕτη, εἴη δὲ καὶ
κρατίστη.
cibus annuente, o pater et fratres, desiderata mihi ἐμοὶ χρῆμα καὶ παντὸς τιμώμενον ἄλλου· πῶς γάρ;
sodalitas et nomen, gregem videmus, rem mihi charissimam et præ omnibus estimatam. Quidni? quoniam a Deo mihi hæreditas ista, et quidem optima².
12. Hactenus mihi sermo facile decurrit, et ordine ferme suo processit. Verum quæ supersunt, ea ab alio dici malim, ipse autem silentium tenere; nam neque lingua eloqui patitur,
neque manus scribendo operam facilem præbet: «Heu mihi, quia incolatus meus prolongatus
est ut in exsecrandos dies jam fortasse inciderimus, in quibus ipse quoque Antichristus fortasse emersurus est. Jam enim fumus ejus mordaci
nos humore contigit, unde et lacrymari cœpi, neque dum a plorando desino,ausimque dicere meneque desiturum! Heu jam nostra mala inceperunt, et
nunc primum fortasse nobis inflammabitur supremæ calamitatis fornax, minutis succensa sarmentis! Nonne enim illico arbores corripiet, quoniam
sinceriorum quoque fidem Satanas subvertit? Heu
mihi, quia facti sumus quasi in principio, cum non
dominareris nostri, dicit Scriptura! Heu mihi,
quia super fundamento apostolorum paleæ et arundo ædificatæ sunt, et igni statim consumptæ fuere!
O quis hic gemebundus propheta nos defleat sicut
olim Jerusalem! Certe nec ego, o vos qui adestis,
neque sermo meus mendax est; non, inquam; per
fornacem hanc juro calamitatis quam media in
anima recepi.
13. Ad hanc partem sermonis cum devenerim,
ad lacrymandum tantum permoveor, et dolore perturbor, nec qui sim, nec quali narratione utar, explico sentio autem me nonnisi abrupte rem narraturum. Sum enim non mediocriter conturbatus,
neque pote est, ut mens animam regat: «Pastores, inquit Scriptura, demoliti sunt vineam meams.»
Nunc autem pseudopastores desiderabilem Christi
portionem ignominia affecerunt. Neque dubito
affirmare, quod in desertis et carentibus viva doctrinæ aqua locis, et qui erant impervii evangelizantium speciosis pedibus, rosa fidei efflorescebat,
ex radice primæ vix prædicationis humore irrigata. Unde et nos forsitan ad ejus amorem ascensi
fuimus, ut ignotam plerisque rem revelem, et
controversam hujus meæ peregrinationis causam
aperiam: nempe ut arvum inaquosum in sudore
vultus colerem, et rursus struere vitæ culmum
possem, vel antiquæ damnationis. Utique id Deus
concedat! si modo haud remisso animo curam suscepti muneris arripuimus, zeli flamman suscitantes.
14. Multa vero tempus attulit, quæ nec enumerare quis facile queat. Solent enim tempore
rerum vices semper innovari; sed rem huic parem
nunquam obtulit. Ex anonyma quadam regione et
per hiemem ccenosa, infidelitatis ignobilis quidam
spiritus commotus, hoc populorum mare contur-
• Psal. IV, 6.
* Psal. cxix, 5. Isa. LXIII, 19.
ιβ. Μέχρι μὲν οὖν τούτων εὔδρομος ἦν ἡμῖν ὁ
λόγος, καί πως εὐτάκτως φερόμενος· τὰ δ' ἐντεῦθεν
ἑτέρῳ μᾶλλον ἐβουλόμην εἰρῆσθαι, καὶ ἡσυχίαν
ἄγειν αὐτός· οὔτε γὰρ ἀνεκτῶς ἔχει λέγειν ἡ γλώσσα,
καὶ ἡ χεὶρ οὐκ ἂν ὑπηρετῆσαι ῥᾳδία. «Οοΐμοι! ὅτι ἡ
παροικία μου ἐμακρύνθη,» ὡς τὰς ἐπαράτους ἡμέ
ρας ἤδη καταλαβεῖν, ἐν αἷς ἴσως καὶ ὁ ᾿Αντίχριστος
ἐκραγήσηται· ἤδη γὰρ ἐξἐκείνου καπνὸς ἡμᾶς ἑδρα
μυξεν· ὑφ' οὗ καὶ δακρύων ἀρξάμενος, ἐπαυσάμεν
οὐδέπω, καὶ πείθομαι λέγειν οὐδὲ πεπαύσομαι. Οίμοι!
ὅτι ἀφ' ἡμῶν κατήρξατο τὰ δεινά· καὶ τάχα γε πρώ
τον ἡμῖν ὑπαναφθήσεται καὶ ἡ τῆς ἐσχάτης συμφορᾶς κάμινος, μικροῖς ὑπανακαιομένη φρυγάνοις· οὐ
γὰρ ἂν εὐθὺς τῶν δένδρων εφάψοιτο, ἐπειδὴ καὶ τῶν
ἀφελεστέρων τὴν πίστιν υποσκελίζει ὁ Σατανᾶς. Οι
μοι! ὅτι ἐγενήθημεν ὡς τὸ ἀπ' ἀρχῆς, ὅτε οὐκ ἦρξας
ἡμῶν, φησὶν ἡ Γραφή. Οίμοι! ὅτι ἐπὶ τῷ θεμελίῳ
τῶν ἀποστόλων άχυρα καὶ καλάμη ἐπῳκοδόμητο,
καὶ τῷ πυρὶ εὐθὺς εἰς φροῦδον ἐγένετο. Ω τῆς ἐνταῦ
θα θρηνητικός προφήτης καὶ ἀπωδύρατο ἂν ἡμᾶς ὡς
τὴν Ἱερουσαλήμ! Ὡς ἔγωγε, ώ παρόντες, καὶ οὐ
ψευδής ο λόγος, οὐ μὰ τὴν κάμινον τῆς συμφορᾶς ἣν
ἐδεξάμην κατὰ μέσης ψυχῆς.
ιγ. Ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, μόνον δακρύειν
παρακινούμαι, καὶ ὑπὸ τοῦ πάθους συγκέχυμαι, καὶ
οὐκ ἔχω τίς γένωμαι καὶ ὅπως τῷ διηγήματι χρή
σωμαι· καὶ οἶδα ὡς ἀδιάρθρωτά μοι τὰ τοῦ πράγματ
τος λαληθήσεται· ἔχω γὰρ οὐ τὸν τυχόντα θόρυβον·
οὐδ' ἐν ὅσῷ κυβερνώη ὁ νοῦς τὴν ψυχήν. «Ποιμένες, ο
φησί, «διέφθειρών μου τὴν ἄμπελον· ο νυνὶ δε ψευδοποιμένες τὴν ἐπιθυμητὴν Χριστοῦ μερίδα κατήσχη
ναν. Καὶ οὐκ ἂν ὀκνήσαιμι λέγειν ὅτι ἐν ἐρήμοι;
καὶ ἀνύδροις τόποις τοῦ τῆς διδασκαλίας ύδατος
ζῶντος, καὶ ἀβάτοις τοῖς τῶν εὐαγγελιζομένων
ὡραίοις ποσί, τὸ ῥόδον ἤνθει τῆς πίστεως, μόνον
ὑπὸ τῆς ῥίζης του πρώτου κηρύγματος αρδευόμε
νον· ὑφ' οὗ τάχα καὶ ἡμεῖς πρὸς ἔρωτα ἀνεκαύθη
μεν, ἵνα τὸ πολλοῖς ἀποῤῥητον ἐκκαλύψω, καὶ τὴν
ἀντιλεγομένην αἰτίαν τῆς ἐμῆς ταύτης εκδημίας
ὑπαναπτύξω· εἰ φυτηκομοίην γεώργιον ἄνυδρον ἐν
ἱδρῶτι προσώπου, καὶ τῆς ζωῆς ἐκκαλαμᾶσθαι δυναίμην τὸν ἄσταχυν ἔμπαλιν, ἢ τὸ τῆς παλαιάς κατακρίσεως. Θεοῦ δὲ εἴη ἄν, εἰ καὶ τῆς προθυμίας οὐ
δεύτεροι ἀπαντῴημεν ἐν τῇ μελέτη τοῦ ἐπαγγελμα
τος, τὸ πῦρ ζήλου ὑπανακαίοντες.
ιδ΄. Ηνεγκε μὲν οὖν ὁ χρόνος πολλά, καὶ ὅσα περ
οὐδ' ἂν ἀριθμῆσαί τις ἔχοι ῥᾷον· καινοτομεῖν γὰρ
οὗτος οἶδε τὰ πράγματα· τοῖον δὲ οὐδέποτε ἤνεγκεν.
Ἐξ ἀνωνύμου χώρου ποθὲν καὶ τελματώδους τῷ
χειμώνι τῆς ἀπιστίας αγεννές τι πνεῦμα ἐκτιναχθὲν
τὴν τῶν ἐθνῶν ταύτην διετάραξε θάλασσαν, καὶ τὴν
* Jerem. ΧΙ, 10.
col. 401–402page 8 of 14
PG 140:401ὁλκάδα τῆς Ἐκκλησίας, οὐ νὰρ ὁ χγερνώμενος ἦν, ἐπὶ μικραῖς ἐλπίσι σαλεύουσαν ἤδη καὶ εἰς βυθόν κατήνεγκεν ἀπογνώσεως. Ιού, τού! ἡλίκον τὴ τόλ μημα! Πῶς ἂν ἐμοὶ καὶ γενήσεται έκφορον πρᾶγμα; Οἶδ' ὅτι πειθούς ἁπάσμς ἀνάξιον· Εἶχε μὲν ἡ τῶν Αλάνῶν ἐκκλησία τῆς κεφαλῆς τὸν κόσμον ἀφαιρεθεῖσα, τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον λέγω ποιμένα καὶ τὸν ἀπό στολον μὴ ψευσάμενον· αὐτοῦ γὰρ καταλύει τὸν βίον διακονήσας καλῶς εἶχε δὲ καὶ ὁ τῆς κακίας πρόβολος γυμνῇ, ὁ δὴ λέγεται, κεφαλῇ τὸν κατ' αὐτὴν ἀπερν θρειάσας ἀγῶνα καὶ οἷα τὰ ἐκείνου μηχανήματα καὶ προβλήματα, την φιλοχρήματον λύσσαν ὑπανακαίει τήν τινι πρὸς ὑπουργίαν ἐκείνῳ ἐπιτηδείων, τὴν τοῦ ἔθνους ἀφέλειαν προδεικνύς, καὶ τὸ δυσπραγές του καιροῦ, καὶ ὅτι τοὺς ᾿Αλανοὺς εὐθὺς ὑποσύροιτ᾽ ἄν. εί. Ην γὰρ αὐτοῖς οὐκ ἀφανὴς ὁ ἀνὴρ, ἐγγὺς τοῦ γένους ἔχων πρὸς τὸν ποιμένα ἐκεῖνον. Οὗτος σκέπτεται βουλὴν τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς ἀξίαν καὶ ὀν τως άβουλον παραλαβών γάρ μεθ᾿ ἑαυτοῦ, ὡς ὁ ἐν Εὐαγγελίοις ἐκεῖνος θριαμβευόμενος δαίμων ἑπτὰ δαιμόνια έτερα, τοὺς περὶ τὸν ποιμένα λύκους, τὸ δε παράδοξον, ἄνδρας τῆς σὺν ἐκείνῳ ἀνακτροφῆς αναξίους, ἄλλως ἀλλαχόθεν φυγάδας, καὶ τὸ πᾶν οὐ δεν υγιές, καί τινα Λαζόθεν ποθεν, μετενθυτούντα μόνον τάχα που καὶ ἐπίτηδες, καὶ σεσαρωμένην εὑρών, καὶ τοῦ τὰ πάντα πληροῦντος ἀγαθοῦ κινὴν Πνεύματος, εἴσεισιν ἐλευθέρῳ ποδί, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα χείρονα των πρώτων ἦσαν γὰρ σὐδ᾽ ἐκεῖνα πως ὑγιή. Πῶς ἂν εἴπω τὴν τοῦ πονηροῦ προσβολήν, καὶ ὅπως ίχνους ἐλάβετο, καὶ τὴν ἀξειλογουμένην τῶν ἐπιτηδείων ὑπηρεσίαν; Δότε μοι συγγνώμην, ὦ παρόντες, συγκεχυμένῳ, καὶ τὸν λόγον ιθυτενώς προσ άγειν [μή] δεδυνημένω. Καίτοι γε σπεύδοντες ο τως ὑπὸ τοῦ πάθους καὶ τῶς πολυελίκτου φορᾶς τοῦ πράγματος τμηχάνησα· καὶ οἶδα εἰρηκὼς οὐδὲν ἔτι καὶ συσκιάζειν γὰρ τὰ πλείω ἀνάγκασμαι· ὑφ' οὗ καὶ ἡμῖν ἂν ἀπορεῖν συμβαίη καὶ πᾶσι. Τέως εἰσίασιν οἱ γεννάδαι· καὶ ὁ μὲν. ὁ λυμεών ἐκεῖνος Λαζός, ἐπίσκοπος ὀνομάζεται· οἱ γ' ἀτεχνῶς καὶ γέρα αι τοῦσιν, ότι μή τὴν ᾿Αλανίαν ούτωσὶ περιεῖδον ἀποί μαντον, ἀλλὰ πάντα καμόντες καὶ πάντ' ἐνεγκόντες, πλήν αλλά ταύτη προικὶ τὸν νυμφίον δεδωρηνται. 15΄. Πρώτῳ μὲν οὖν εὐθὺς τῷ βατῆρι ὡς Αἰγυπτιακῇ τις επισκήπτει πληγή· πλὴν ὅτι μὰ καὶ ἡ πρώτη, ἢ γε μὴν ὑστάτη ὅσα καὶ βαρυτέρα· τὴ γὰρ πρωτότοκα καὶ ἅπερ ἀφιεροῦσθαι ὡσίωται, ταῦτα δὲ ὁ ὁλοθρευτής περιέδραμεν. Ηνδε άρα οὐδέ τις σοφός Μωϋσῆς, ἵνα τὸ τοῦ χρίσαντος προερμηνεύοι μυστηριώδες περὶ τοῦ αἵματος τοῦ ᾿Αμνοῦ· καὶ προ φυλακὴ μὲν οὐδεμία, καὶ ἄρδη ὁ ὄλεθρος· ἔρχεται γὰρ ὁ κλέπτης ἵνα λήψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέση. Ως ἀπόλοιτο ἡ κακία, ἣν παρυφισταμένην οἶδα τῇ ἀμε λείᾳ τοῦ κρείττονος! εἰ γὰρ ἐγρηγόρει ο οικοδεσπό της, οὐκ ἂν ὁ κλέπτης τὴν οἰκίαν κατώρυξε βούλεσθε μικρὸν ὑμῖν καὶ τὰ τῆς ποιμαντικῆς ἀναλέξωμαί; ό
ALANICUS.
jam levi cum spe periclitantem in desperationis
abyssum conjecit. Heu! heu! quantum facinus!
Quomodo rem enarrare queam? Sentio enim prorsus esse incredibilem. Erat quidem Alanorum
ecclesia capitis honore spoliata, sacro, inquam,
pastore illo, qui minime mentiebatur apostolum:
illic enim is vitam finivit, præclare functus officio.
Erat etiam quidam nequitiæ protector. impudens
nude, ut aiunt, capite pro illa bellum gerens. Et
quæ ejus artificia et machinæ esse solent, avariti rabiem succendit nonnullorum ministerium
illi præbentium, gentis simplicitatem imprimis
prætendens, et temporis difficultatem, et quod
Alanorum gens facile seduceretur.
15. Erat quippe apud eos homo prædictus non
obscurus genere, pastorem illum attingens. Hic
consilium init capite suo dignum, et vere inconsultum. Etenim secum assumens, velut ille in
Evangeliis jam devictus dæmon septem alia dæmonia, circumstantes pastori lupos, et quod mirere,
viros illius conversatione indignos, quorum alii
aliunde fugitivi erant, et nihil omnino sanum habebant; nec non quemdam ex Lazorum aliquo angulo emersum, idoneo ut videtur habitu ornatum,
nec indecoram, ut aiunt, barbam gerentem; hic,
inquam, Alanorum ecclesiam scopis mundatam
inveniens, et illo qui omnia replet bono spiritu
vacuam; libero pede ingreditur, et fiunt novissima
pejora prioribus: nam neque illa satis sana fuerant. Quibus ergo verbis improbiillius incursionem
narrem,et quibus vestigiis institerit, et illud nactus
fuerit non aspernandum digniorum hominum obsequium? Date mihi veniam, o qui adestis, mentem
turbatam habenti, et orationem recto cursu provehere impotenti. Et quidem festinanter, sic dolore aniini, et ob varium negotii cursum anceps,
video me nihil adhuc dixisse: nam pleraque silentio premere coactus fui; quo fiet, ut mihi et omnibus in perplexitatem versari contingat. Interim
ingrediuntur egregii illi; et ille quidem pestilens
Lazus, episcopus nominatur: isti autem aperte et
ὁλκάδα τῆς Ἐκκλησίας, οὐ νὰρ ὁ χγερνώμενος ἦν, bavit, et Ecclesiæ navim, gubernatore carentem,
ἐπὶ μικραῖς ἐλπίσι σαλεύουσαν ἤδη καὶ εἰς βυθόν
κατήνεγκεν ἀπογνώσεως. Ιού, τού! ἡλίκον τὴ τόλ
μημα! Πῶς ἂν ἐμοὶ καὶ γενήσεται έκφορον πρᾶγμα;
Οἶδ' ὅτι πειθούς ἁπάσμς ἀνάξιον· Εἶχε μὲν ἡ τῶν
Αλάνῶν ἐκκλησία τῆς κεφαλῆς τὸν κόσμον ἀφαιρε
θεῖσα, τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον λέγω ποιμένα καὶ τὸν ἀπό
στολον μὴ ψευσάμενον· αὐτοῦ γὰρ καταλύει τὸν βίον
διακονήσας καλῶς εἶχε δὲ καὶ ὁ τῆς κακίας πρόβολος
γυμνῇ, ὁ δὴ λέγεται, κεφαλῇ τὸν κατ' αὐτὴν ἀπερνθρειάσας ἀγῶνα καὶ οἷα τὰ ἐκείνου μηχανήματα καὶ
προβλήματα, την φιλοχρήματον λύσσαν ὑπανακαίει
τήν τινι πρὸς ὑπουργίαν ἐκείνῳ ἐπιτηδείων, τὴν τοῦ
ἔθνους ἀφέλειαν προδεικνύς, καὶ τὸ δυσπραγές του
καιροῦ, καὶ ὅτι τοὺς ᾿Αλανοὺς εὐθὺς ὑποσύροιτ᾽ ἄν.
εί. Ην γὰρ αὐτοῖς οὐκ ἀφανὴς ὁ ἀνὴρ, ἐγγὺς
τοῦ γένους ἔχων πρὸς τὸν ποιμένα ἐκεῖνον. Οὗτος
σκέπτεται βουλὴν τῆς ἑαυτοῦ κεφαλῆς ἀξίαν καὶ ὀν
τως άβουλον παραλαβών γάρ μεθ᾿ ἑαυτοῦ, ὡς ὁ ἐν
Εὐαγγελίοις ἐκεῖνος θριαμβευόμενος δαίμων ἑπτὰ
δαιμόνια έτερα, τοὺς περὶ τὸν ποιμένα λύκους, τὸ
δε παράδοξον, ἄνδρας τῆς σὺν ἐκείνῳ ἀνακτροφῆς
αναξίους, ἄλλως ἀλλαχόθεν φυγάδας, καὶ τὸ πᾶν οὐ
δεν υγιές, καί τινα Λαζόθεν ποθεν, μετενθυτούντα
μόνον τάχα που καὶ ἐπίτηδες, καὶ σεσαρωμένην
εὑρών, καὶ τοῦ τὰ πάντα πληροῦντος ἀγαθοῦ κινὴν
Πνεύματος, εἴσεισιν ἐλευθέρῳ ποδί, καὶ γίνεται τὰ
ἔσχατα χείρονα των πρώτων ἦσαν γὰρ σὐδ᾽ ἐκεῖνα
πως ὑγιή. Πῶς ἂν εἴπω τὴν τοῦ πονηροῦ προσβολήν,
καὶ ὅπως ίχνους ἐλάβετο, καὶ τὴν ἀξειλογουμένην
τῶν ἐπιτηδείων ὑπηρεσίαν; Δότε μοι συγγνώμην, ὦ
παρόντες, συγκεχυμένῳ, καὶ τὸν λόγον ιθυτενώς προσάγειν [μή] δεδυνημένω. Καίτοι γε σπεύδοντες ο
τως ὑπὸ τοῦ πάθους καὶ τῶς πολυελίκτου φορᾶς τοῦ
πράγματος τμηχάνησα· καὶ οἶδα εἰρηκὼς οὐδὲν ἔτι·
καὶ συσκιάζειν γὰρ τὰ πλείω ἀνάγκασμαι· ὑφ' οὗ
καὶ ἡμῖν ἂν ἀπορεῖν συμβαίη καὶ πᾶσι. Τέως εἰσίασιν οἱ γεννάδαι· καὶ ὁ μὲν. ὁ λυμεών ἐκεῖνος Λαζός,
ἐπίσκοπος ὀνομάζεται· οἱ γ' ἀτεχνῶς καὶ γέρα αιτοῦσιν, ότι μή τὴν ᾿Αλανίαν ούτωσὶ περιεῖδον ἀποίμαντον, ἀλλὰ πάντα καμόντες καὶ πάντ' ἐνεγκόντες,
πλήν αλλά ταύτη προικὶ τὸν νυμφίον δεδωρηνται.
præmia exspocunt, quod Alianam absque pastore esse non siverint, sed cum omni patientia ac labore tali gratuito dono sponsum munerati sunt.
15΄. Πρώτῳ μὲν οὖν εὐθὺς τῷ βατῆρι ὡς Αἰγυπτιακή τις επισκήπτει πληγή· πλὴν ὅτι μὰ καὶ ἡ
πρώτη, ἢ γε μὴν ὑστάτη ὅσα καὶ βαρυτέρα· τὴ γὰρ
πρωτότοκα καὶ ἅπερ ἀφιεροῦσθαι ὡσίωται, ταῦτα
δὲ ὁ ὁλοθρευτής περιέδραμεν. Ηνδε άρα οὐδέ τις
σοφός Μωϋσῆς, ἵνα τὸ τοῦ χρίσαντος προερμηνεύοι
μυστηριώδες περὶ τοῦ αἵματος τοῦ ᾿Αμνοῦ· καὶ προ
φυλακὴ μὲν οὐδεμία, καὶ ἄρδη ὁ ὄλεθρος· ἔρχεται
γὰρ ὁ κλέπτης ἵνα λήψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέση. Ως
ἀπόλοιτο ἡ κακία, ἣν παρυφισταμένην οἶδα τῇ ἀμε
λείᾳ τοῦ κρείττονος! εἰ γὰρ ἐγρηγόρει ο οικοδεσπό
της, οὐκ ἂν ὁ κλέπτης τὴν οἰκίαν κατώρυξε Βούλε
σθε μικρὸν ὑμῖν καὶ τὰ τῆς ποιμαντικῆς ἀναλέξωμαί;
• Jean. x, 10.
ό
16. Ergo primo statim in limine, tanquam Ægyptiaca quædam plaga incumbit; nisi quod hic prima
fuit, quæ illic postrema et gravior. Nam primogenita, et quæ Deo consecrari sanctum erat, hæc iste
exterminator circumibat. Neque aliquis aderat sapiens Moyses, ut illius unguentis mysterium explanaret, de Agni videlicet sanguine: neque ulla
tutela, sed internecivum exterminium. Venit enim
fur, ut rapiat, et mactet, et perdat 6. Male sit nequitiæ,quam obstrusam vidi, ob recti negligentiam!
Nam si vigilasset pater familias, nequaquam domum fur effodisset. Vultis et acta ejus pastoralia
aliquantum enumerem? Quid enim illud Pauli
col. 403–404page 9 of 14
PG 140:403πεντ 9 Τί γὰρ ἡ τοῦ Παύλου, ὃς μηδενὶ χεῖρας ταχέως ἐπισ τιθέναι νομοθετεῖ; Αλλ᾿ οὗτος ἡμερῶν ὀλιγοστών τι νῦν μυρμηκιὰς ἱερέων ἡμῖν ἀνέῳξε· τὴν εἰκοσάδα ταύτην φασὶν παρόδιος ἱππότης ἐχειροτόνησε, μικράττα ψιθυρίσας καὶ ὑποδόντινα καὶ τέως ἀνέκου στα τῶν γάρ χειλέων ἦσαν ἀνέκφορα· καὶ τὴν. σηκοντάδα ἐκείνην, διαμασσώμενος ἐπὶ τραπέζης, καὶ τῇ χειρὶ κυλικοφορῶν· ἑτέρους νύκτωρ ἐπὶ στρω μνῆς. Ἑαυτοῖς ἐπαρῶνται τὰ φρικώδη οἱ λέγοντες ὡς οὐδὲ τῆς κοίτης ἐξανιστάμενος. Καὶ τί ἄν τὰ πλείω διερευνώην, ἐμοι τε λέγειν οὐ ῥᾴδια, καὶ ὑμῖν ἀκούειν οὐ φορητά; Τέως οὕτω δράσας, οὕτω καὶ διαπέφευγεν ἐν τῇ Λαξικῇ, καὶ πάλιν τῇ σκαπάνη φιλοτιμούμενος· οὐ γάρ ἐστιν ἀφανὴς ἐκεῖ παροδεύουσιν ἐμπόροις ίσως τισίν. ιζ. Οἶδα μὲν σὖν ὅτι πολλὴν τὴν πεῦσιν ὠδίνει πρὸς ταῦτα τῶν ἀκροασαμένων ὑμῶν, ὦ παρόντες, λόγος· καὶ ποῦ γε καὶ οἱ οὐδ' ἂν ἐνέγκοιεν τὸ πε πεῖσθαι· καὶ οἶδα, τοῖς ἐμοῖς παραμετρῶν τὰ ὑμέτερα· οὐ γὰρ οὐδ' αὐτὸς εὐθὺς ἐπεπείσμην μαθών· ἀρ γῶς τε τὰ πρῶτα περὶ τούτων ἤκουσα· ἐπεὶ δὲ καὶ ἐπὶ πλέον ἀεὶ, πολλὰ ἡρόμην. 'Αλλ' οὕτως εύχε ρες τῷ βουλομένῳ πλανᾷν, καὶ οὕτω λύκῳ τὰ πρό βατα ἠκολούθησαν, ὡς εἰ μηδὲ ποιμένα εἶδον ποτε μηδε ποιμένος φωνὴν ᾔσθοντο. Τί δέ; οὐ χθες καὶ πρὸ τρίτης ὁ καλὸς ἐκεῖνος ποιμὴν; οὐ παρ᾽ ἐκείνου τὴν ἐπισκοπὴν ἀταξίαν ᾔδεισαν; Τὴν γοῦν τοῖς πολ λοῖς οὐκ ἀφανῆ οὐδ᾽ ἀνέκφορον· καὶ εἰ μή πάντες, πλὴν ὅμως οἱ τοῦ βήματος, παρ' ἐκείνου τήν χειροτονίαν δεξάμενοι· Δυεῖν τοίνυν θάτερον· ἢ οὐκ ἤ δει σάν, καὶ ὁ λόγος ἀπίθανος· πῶς γὰρ οἱ πεπονθότες οὐτοί; ἢ τὸ ἕτερον· καὶ πῶς ὑπερεῖδον τὸ μέγα χρή μα τοῦ χρίσματος, και μετέσχηκέναι τῆς χάριτος πεπιστεύκασιν, οὕτω παρὰ τοῦ μηδὲν υγιές; Καίτοι γέ εἰσιν ὁπόσοι καὶ τρεῖς τῶν ἐπισκόπων παρέμειψαν καὶ τέταρτον ὁρῶσιν ἄρτι ἐμέ· ἐγὼ δὲ καὶ τὰ ἐπίσημα της μεγάλης ιερατείας κατέλεγον· ὁπόσα τε ἐν ἀμφίοις ἁπλῶς, καὶ ὅσα τοῦ βηματος· ἅπερ εἰδέναι πάντα εἰκὸς, κἀκεῖθεν οὐκ ἀγνοεῖν τὸν ἐπίσκοπον. Καὶ τοὺς βαθμοὺς ἀνελεγόμην οπόσοις προβάζεται ὁ ἱερᾶσθαι λαχών. Καὶ ταῦτα, καὶ τούτων ἔτι πλείω ἔπειθε με μὴ κατηκριβωμένως ἀκούειν μηδ' άσφα λῶς· ἀγροικίαν δὲ κατηγόρουν καὶ κατηλαζονευόμου τοῦ λέγοντος' όπερ οὖν εἶχεν ὁ λόγος, οἶδα πρὸς ταῦτα οὐκ εὐχερῶς πεπεῖσθαι ἡμᾶς. ιη. 'Αρα τοίνυν δοκοίην ἂν τὸν λόγον ἀκρινείας ἀποστερῶν, τῆς πρὸς ὑμᾶς ὁμιλίας ἐνδίκως μετα ποιεῖσθαι; Καίτοι νόμος οὐχ οὕτω τοῖς λέγουσιν, Ἐβουλόμην δε παρ' ἑτέρου μᾶλλον ὑμᾶς ἢ παρ' ἐμοῦ κατακούσαι, καὶ οὕτως ἐν ἀροῤῥήτῳ αν πάλιν ἀποτεθεῖσθαι τὸν λόγον στηλιτεύσαι δε γράμμασι τὸ πρᾶγμα οὐκ ἂν θαῤῥήσαιμι· αὐτός τε γὰρ απ τιᾶσθαι μεμαθηδα οὐδαμῶς· μὴ γὰρ ἂν κρίναιμι κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν ὑποθήκην· καὶ ο λόγος πτερόεις, καὶ ἡ κατάκρισις ἂν πτερύξαιτο. Τέως γέγονε ταῦτα, καὶ τούτοις ἡμᾶς ἡ ποίμνη φιλοφρο
THEODORI ALANIE EPISCOPI
πεντ
præceptum, ut manus cito nemini imponantur1 9 Τί γὰρ ἡ τοῦ Παύλου, ὃς μηδενὶ χεῖρας ταχέως ἐπισ
At iste intra paucos dies, formicarum veluti examen sacerdotes emisit: et hos viginti, aiunt ab eo
tanquam equite prætereunte ordinatos, pauca
intra dentes neminique intellecta murmurante, et
certe labiis minime prolata. Alios quinquaginta
dum cibos in mensa manderet, et calicem manuteneret alios dum noctu in lecto jaceret. Sunt
enim qui diro cum juramento affirmant, eum ne
de lecto quidem consurrexisse Sed cur plura inquiram, mihi quidem haut dictu facilia, vobis autem
audientibus intolerabilia? Denique his actis, diffugit in Luzicam, ligonis sui rursus cupidus. Non est,
ut puto, homo ignotus mercatoribus nonnullis illuc
commeantibus.
17. Sentio equidem multas interrogationes apud
vos qui auditis commotum iri ab hoc sermone.
Alii autem ne sibi quidem persuaderi patientur;
id quod probe agnosco, dum mea cum vestris com
paro. Nam nec ego auditis statim credidi; per
otium primo hæc intellexi, deinde vero et multa
interrogando cognovi. Sed ita facile fuit volenti
decipere; et sic lupum sequebantur oves, quasi
neminem unquam vidissent pastorem,neque ejusdem vocem audissent. Quid vero? nonne ab heri
et nudiustertius egregius hic pastor erat? nonne
ipsius episcopatum inordinatum sciebant? Rem
certe haud obscuram neque non manifestam pluribus etsi autem haud omnibus, sacerdotibus certe
qui ordinationem ab eo susceperunt. Alterutrum
itaque esse oportet: vel enim nesciebant, quod c
est incredibile, nam qui ignorare poterant, qui
experti sunt? vel aliter, id est, rem sciebant; et cur
sic magnum chrismatis negotium spreverunt,
atque ab eo gratiam suscipere putarunt, qui nihil
sanum habebat? Præsertim quia sunt nonnulli,
qui trium episcoporum successionem viderunt, et
nunc me quartum; qui et insignia magni sacerdotii
illis exponebam, sive obvia in vestibus sive in bematis ornatu: quæ omnibus palam prostabant, ut
inde episcopum agnoscerent. Gradus etiam ipsis enumerabam, quibus is promovetur qui sacer
dotio functurus est. Hæc, inquam, et his plura
mihi suadebant, ne me accurate tuteque rem audisse crederem; sed imperitiam damnabam et
tædio habebam talia narrantes. Sed auditis sermonibus agnovi postea non temere fldem adhibuisse.
18. Num ergo videar, si sermonem confusione
spoliem, meum ad vos alloquium juste refingere?
Atqui hujusmodi non est lex loquentibus posita.
Voluissem autem ab alio potius quam ame hæc vos
audire, atque ita in abdito denuo reponere orationem; publicare vero litteris hoc negotium non
auderen. Ipse porro accusatorem me gerere haud
didici neque judicare velim evangelico monito
obtemperans; nam ubi sermo volucer, ibi et damnatio alas sumit. Interim hæc sunt acta, atque
hoc benignitatis genere nos grex excepit. Exterius
7 1 Tim. v, 22. * Matth. vi, 1.
τιθέναι νομοθετεῖ; Αλλ᾿ οὗτος ἡμερῶν ὀλιγοστών τι
νῦν μυρμηκιὰς ἱερέων ἡμῖν ἀνέῳξε· τὴν εἰκοσάδα
ταύτην φασὶν παρόδιος ἱππότης ἐχειροτόνησε, μίκρ
ἅττα ψιθυρίσας καὶ ὑποδόντινα καὶ τέως ἀνέκουστα τῶν γάρ χειλέων ἦσαν ἀνέκφορα· καὶ τὴν.
σηκοντάδα ἐκείνην, διαμασσώμενος ἐπὶ τραπέζης,
καὶ τῇ χειρὶ κυλικοφορῶν· ἑτέρους νύκτωρ ἐπὶ στρω
μνῆς. Ἑαυτοῖς ἐπαρῶνται τὰ φρικώδη οἱ λέγοντες
ὡς οὐδὲ τῆς κοίτης ἐξανιστάμενος. Καὶ τί ἄν τὰ
πλείω διερευνώην, ἐμοι τε λέγειν οὐ ῥᾴδια, καὶ ὑμῖν
ἀκούειν οὐ φορητά; Τέως οὕτω δράσας, οὕτω καὶ
διαπέφευγεν ἐν τῇ Λαξικῇ, καὶ πάλιν τῇ σκαπάνη
φιλοτιμούμενος· οὐ γάρ ἐστιν ἀφανὴς ἐκεῖ παροδεύ
ουσιν ἐμπόροις ίσως τισίν.
ιζ. Οἶδα μὲν σὖν ὅτι πολλὴν τὴν πεῦσιν ὠδίνει
πρὸς ταῦτα τῶν ἀκροασαμένων ὑμῶν, ὦ παρόντες,
λόγος· καὶ ποῦ γε καὶ οἱ οὐδ' ἂν ἐνέγκοιεν τὸ πεπεῖσθαι· καὶ οἶδα, τοῖς ἐμοῖς παραμετρῶν τὰ ὑμέτερα· οὐ γὰρ οὐδ' αὐτὸς εὐθὺς ἐπεπείσμην μαθών· ἀρ
γῶς τε τὰ πρῶτα περὶ τούτων ἤκουσα· ἐπεὶ δὲ καὶ
ἐπὶ πλέον ἀεὶ, πολλὰ ἡρόμην. 'Αλλ' οὕτως εύχε
ρες τῷ βουλομένῳ πλανᾷν, καὶ οὕτω λύκῳ τὰ πρόβατα ἠκολούθησαν, ὡς εἰ μηδὲ ποιμένα εἶδον ποτε
μηδε ποιμένος φωνὴν ᾔσθοντο. Τί δέ; οὐ χθες καὶ
πρὸ τρίτης ὁ καλὸς ἐκεῖνος ποιμὴν; οὐ παρ᾽ ἐκείνου
τὴν ἐπισκοπὴν ἀταξίαν ᾔδεισαν; Τὴν γοῦν τοῖς πολλοῖς οὐκ ἀφανῆ οὐδ᾽ ἀνέκφορον· καὶ εἰ μή πάντες,
πλὴν ὅμως οἱ τοῦ βήματος, παρ' ἐκείνου τήν χειροτονίαν δεξάμενοι· Δυεῖν τοίνυν θάτερον· ἢ οὐκ ἤ δει
σάν, καὶ ὁ λόγος ἀπίθανος· πῶς γὰρ οἱ πεπονθότες
οὐτοί; ἢ τὸ ἕτερον· καὶ πῶς ὑπερεῖδον τὸ μέγα χρή
μα τοῦ χρίσματος, και μετέσχηκέναι τῆς χάριτος πε
πιστεύκασιν, οὕτω παρὰ τοῦ μηδὲν υγιές; Καίτοι γέ
εἰσιν ὁπόσοι καὶ τρεῖς τῶν ἐπισκόπων παρέμειψαν
καὶ τέταρτον ὁρῶσιν ἄρτι ἐμέ· ἐγὼ δὲ καὶ τὰ ἐπισημα της μεγάλης ιερατείας κατέλεγον· ὁπόσα τε ἐν
ἀμφίοις ἁπλῶς, καὶ ὅσα τοῦ βηματος· ἅπερ εἰδέναι
πάντα εἰκὸς, κἀκεῖθεν οὐκ ἀγνοεῖν τὸν ἐπίσκοπον.
Καὶ τοὺς βαθμοὺς ἀνελεγόμην οπόσοις προβάζεται
ὁ ἱερᾶσθαι λαχών. Καὶ ταῦτα, καὶ τούτων ἔτι πλείω
ἔπειθε με μὴ κατηκριβωμένως ἀκούειν μηδ' άσφα
λῶς· ἀγροικίαν δὲ κατηγόρουν καὶ κατηλαζονευόμου
τοῦ λέγοντος' όπερ οὖν εἶχεν ὁ λόγος, οἶδα πρὸς
ταῦτα οὐκ εὐχερῶς πεπεῖσθαι ἡμᾶς.
ιη. 'Αρα τοίνυν δοκοίην ἂν τὸν λόγον ἀκρινείας
ἀποστερῶν, τῆς πρὸς ὑμᾶς ὁμιλίας ἐνδίκως μετα
ποιεῖσθαι; Καίτοι νόμος οὐχ οὕτω τοῖς λέγουσιν,
Ἐβουλόμην δε παρ' ἑτέρου μᾶλλον ὑμᾶς ἢ παρ'
ἐμοῦ κατακούσαι, καὶ οὕτως ἐν ἀροῤῥήτῳ αν πάλιν
ἀποτεθεῖσθαι τὸν λόγον στηλιτεύσαι δε γράμμασι
τὸ πρᾶγμα οὐκ ἂν θαῤῥήσαιμι· αὐτός τε γὰρ απ
τιᾶσθαι μεμαθηδα οὐδαμῶς· μὴ γὰρ ἂν κρίναιμι
κατὰ τὴν εὐαγγελικὴν ὑποθήκην· καὶ
ο λόγος
πτερόεις, καὶ ἡ κατάκρισις ἂν πτερύξαιτο. Τέως
γέγονε ταῦτα, καὶ τούτοις ἡμᾶς ἡ ποίμνη φιλοφρο
col. 405–406page 10 of 14
PG 140:405νησαμένη ἐδεξιώσατο. Ἔξωθεν ἡμᾶς ἀτεκνοῦν ηπείλησε. μάχαιρα ή θηριώδης ἐκείνη καὶ δίστομος· ἐφιλονείκει γὰρ ἡμῖν περὶ τῆς τῶν ᾿Αλανῶν πατριᾶς, καὶ ἐκ τῶν ταμιείων φόβος οὕτως ἀνέκυπτεν ἕτερος· καὶ γὰρ ὁ φό βος ἐμοί, ότι μηδὲ κατανοῆσαι εἶχον όπως τῷ πράγ ματι χρήσωμαι. ιθ'. Πρὸς ταῦτα τί ποτο οἴεσθέ με παθεῖν τὸν δει λὸν ἱερέα καὶ τὰ τῆς ποιμαντικῆς ἀμαθῆ; Δανιὴλ ἐκεῖνος ό τῶν πρεσβυτέρων κριτής προκαθέζεται, καὶ τῶν βιασαμένων καταψηφίζεται· καὶ ἡ βια σθεῖσα τὴν δίκην ἐκπέφευγε· καὶ ποῦ τὸ πνεῦμα Δανιήλ; Καίτοι βιαιότερον τὸ ἡμέτερον· τὴν γὰρ σωφροσύνην ή καθ᾿ ἡμᾶς Σωσάννα κατεζημίωται, τὸ μὲν ἀγνοίᾳ, τὸ δ' ἐρημίᾳ τοῦ βοηθήσοντος. "Ω δυσ πραγὺς ἄνθρωπος ἐγώ, καὶ τοῦ ζυγοῦ βαρέος εὐθὺς αισθόμενος | 'Η μή ποτε ὁ μὲν ζυγός χρηστός, καὶ τὸ φορτίον ἐστὶν ελαφρόν· τολμηρῶς δ' ἐπηυχενισά μην αὐτὸς, καὶ παρὰ τοῦτο τῆς ἐλαφρίας οὐδὲ πεπείραμαι; Ο γὰρ μὴ τὸν σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμον ἀρά μενος πρότερον καὶ περὶ τὴν κοσμικὴν ἀργίαν γενόμενος ἐντριβὴς πῶς ἂν καὶ τὸν αὐχένα κλίνας, τὸ πνεῦμα παράθηται τῷ Πατρὶ; ἐπεὶ καὶ τῆς ἐν τῷ ἀγαθῷ βασίμου ἱδρύσεως τὸ ποτήριον προτεθεῖται καὶ τὸ βάπτισμα. Ω δυσμήχανος ἐχθρὸς ὁ ἀρχαῖος πολέμιος, ὃς τὸν μὲν δίκαιον ἐξαιτεῖται· οὐ γὰρ αὐ τόθεν πειράσαι δεδύνηται· τὸν δ᾽ ἄλλως ἀδέλτερον, καὶ καταπιεῖν δοκιμάζει! Εἰ δὲ περὶ ἡμᾶς οὕτω τοὺς ἀφελεστέρους καὶ τοὺς μικροῖς παλαίσμασιν έτοι μους καταπεσεῖν ἡλίκος ἂν ἐνσκήπτοι τοῖς μεγάλοις ἀγωνισταῖς καὶ ὄντως σταδιοδρόμοις τοῦ πνεύμα της; κ. Τό γε μὴν ἐμὸν εἰς ἀμηχανίαν ἐμὲ περιέστη σιν· οὐ γὰρ εἶχον ἀποσκοπῆσαι πρὸς οὕτω γενόμε ναν ἕτερον· οὐδέ τις πατὴρ ἐγγὺς οὐδέ τις μείζων ἀδελφὸς τῷ λόγῳ καὶ τῇ πείρα δοκιμασθείς, ἵν' ὑπόθοιντο. Καὶ ἦν μὲν τὸ πρᾶγμα ὑπὲρ τὴν ἐμὴν σκέψιν, καὶ μείζονος δεδεημένον καὶ ὄντως ὑμε τέρας, ὦ πάτερ καὶ ἀδελφοί, τῆς ἐν πνεύματι δια κρίσεως. Καὶ ἡγνόησα οὐδ᾽ αὐτός, καίπερ οὐδ᾽ ἔγνων ὡς ἂν ἐπιχειροί τινι περὶ τούτων ἔργῳ Ἐθέμην δὲ ἀργίαν κατὰ σκοπόν, ἕως ἂν ἐξενέγκη μέρον μετ' επιστημονικῆς δοκιμασίας ἡ κοινωνητικὴ τῶν τοῦ λόγου προεστώτων ομοτονοία. Αλλ' ἡ βαρ βαρική επίθεσις καὶ ἡ ἄλογος βία, καὶ τὸ ἀναγκαῖον του χρήματος, καὶ τὸ ἀφ᾽ ὑμῶν δυστυχές διάστημα ὡς ἀπὸ τῶν κόλπων τοῦ ᾿Αβραάμ, τὸ τῆς κακώσεως δυσχερές. Καὶ τὰς αἰτίας, εἰ βούλεσθε ἀκούειν, ἔχοὶμ᾽ ἂν λέγειν. Εἰ μὲν ἄκυρος, φησίν, ἡ νομισθεῖ τα χειροθεσία, ἀλλὰ σὺ κανονικῶς χειροτόνει· εἰ δὲ κατοκνεῖς τὸ ἔργον, τα ἱερατεύειν τοὺς ὁπωσούν ἀξιωθῆναι νομίσαντας. Τοῦτο μὲν οὐκ ἂν αὐτός, ἔφην, ὑποσταίη ποτέ, οὕτω διδόναι τούτους ἱερᾶ σθαι, ὁ καὶ τῷ γεγενημένῳ δυσφόρως ἔχων χει ροτονεῖν δὲ πῶς ἂν οὐκ ὀκήσαιμι, οὐκ ἐκεῖνο δεδιώς μή ποτε καὶ ἀναχειροτονεῖν δοξαιμι; ὅπερ ὁ ἱερὸς ἀπεδοκίμασε νόμος, «Όσα γὰρ ὁ νόμος λέγει, τοῖς ὑπὸ νόμον λαλεῖ·» καὶ ἡ ἀναχειροτονία δῆθεν, εἰ κανονι Ο
ALANICUS.
νησαμένη ἐδεξιώσατο. Ἔξωθεν ἡμᾶς ἀτεκνοῦν ηπείλησε. nos liberis orbare minabatur gladius ille savus
μάχαιρα ή θηριώδης ἐκείνη καὶ δίστομος· ἐφιλονείκει
γὰρ ἡμῖν περὶ τῆς τῶν ᾿Αλανῶν πατριᾶς, καὶ ἐκ τῶν
ταμιείων φόβος οὕτως ἀνέκυπτεν ἕτερος· καὶ γὰρ ὁ φόβος ἐμοί, ότι μηδὲ κατανοῆσαι εἶχον όπως τῷ πράγματι χρήσωμαι.
ιθ'. Πρὸς ταῦτα τί ποτο οἴεσθέ με παθεῖν τὸν δει
λὸν ἱερέα καὶ τὰ τῆς ποιμαντικῆς ἀμαθῆ; Δανιὴλ
ἐκεῖνος
ό
τῶν πρεσβυτέρων κριτής προκαθέζεται,
καὶ τῶν βιασαμένων καταψηφίζεται· καὶ ἡ βιασθεῖσα τὴν δίκην ἐκπέφευγε· καὶ ποῦ τὸ πνεῦμα
Δανιήλ; Καίτοι βιαιότερον τὸ ἡμέτερον· τὴν γὰρ
σωφροσύνην ή καθ᾿ ἡμᾶς Σωσάννα κατεζημίωται, τὸ
μὲν ἀγνοίᾳ, τὸ δ' ἐρημίᾳ τοῦ βοηθήσοντος. "Ω δυσπραγὺς ἄνθρωπος ἐγώ, καὶ τοῦ ζυγοῦ βαρέος εὐθὺς
αισθόμενος | 'Η μή ποτε ὁ μὲν ζυγός χρηστός, καὶ
τὸ φορτίον ἐστὶν ελαφρόν· τολμηρῶς δ' ἐπηυχενισάμην αὐτὸς, καὶ παρὰ τοῦτο τῆς ἐλαφρίας οὐδὲ
πεπείραμαι; Ο γὰρ μὴ τὸν σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμον ἀράμενος πρότερον καὶ περὶ τὴν κοσμικὴν ἀργίαν
γενόμενος ἐντριβὴς πῶς ἂν καὶ τὸν αὐχένα κλίνας,
τὸ πνεῦμα παράθηται τῷ Πατρὶ; ἐπεὶ καὶ τῆς ἐν
τῷ ἀγαθῷ βασίμου ἱδρύσεως τὸ ποτήριον προτεθεῖται
καὶ τὸ βάπτισμα. Ω δυσμήχανος ἐχθρὸς ὁ ἀρχαῖος
πολέμιος, ὃς τὸν μὲν δίκαιον ἐξαιτεῖται· οὐ γὰρ αὐ
τόθεν πειράσαι δεδύνηται· τὸν δ᾽ ἄλλως ἀδέλτερον,
καὶ καταπιεῖν δοκιμάζει! Εἰ δὲ περὶ ἡμᾶς οὕτω
τοὺς ἀφελεστέρους καὶ τοὺς μικροῖς παλαίσμασιν έτοι
μους καταπεσεῖν ἡλίκος ἂν ἐνσκήπτοι τοῖς μεγάλοις
ἀγωνισταῖς καὶ ὄντως σταδιοδρόμοις τοῦ πνεύμα
της;
κ. Τό γε μὴν ἐμὸν εἰς ἀμηχανίαν ἐμὲ περιέστησιν· οὐ γὰρ εἶχον ἀποσκοπῆσαι πρὸς οὕτω γενόμεναν ἕτερον· οὐδέ τις πατὴρ ἐγγὺς οὐδέ τις μείζων
ἀδελφὸς τῷ λόγῳ καὶ τῇ πείρα δοκιμασθείς, ἵν'
ὑπόθοιντο. Καὶ ἦν μὲν τὸ πρᾶγμα ὑπὲρ τὴν ἐμὴν
σκέψιν, καὶ μείζονος δεδεημένον καὶ ὄντως ὑμε
τέρας, ὦ πάτερ καὶ ἀδελφοί, τῆς ἐν πνεύματι διακρίσεως. Καὶ ἡγνόησα οὐδ᾽ αὐτός, καίπερ οὐδ᾽
ἔγνων ὡς ἂν ἐπιχειροί τινι περὶ τούτων ἔργῳ·
Ἐθέμην δὲ ἀργίαν κατὰ σκοπόν, ἕως ἂν ἐξενέγκη
μέρον μετ' επιστημονικῆς δοκιμασίας ἡ κοινωνητικὴ
τῶν τοῦ λόγου προεστώτων ομοτονοία. Αλλ' ἡ βαρβαρική επίθεσις καὶ ἡ ἄλογος βία, καὶ τὸ ἀναγκαῖον
του χρήματος, καὶ τὸ ἀφ᾽ ὑμῶν δυστυχές διάστημα
ὡς ἀπὸ τῶν κόλπων τοῦ ᾿Αβραάμ, τὸ τῆς κακώσεως
δυσχερές. Καὶ τὰς αἰτίας, εἰ βούλεσθε ἀκούειν,
ἔχοὶμ᾽ ἂν λέγειν. Εἰ μὲν ἄκυρος, φησίν, ἡ νομισθεῖ
τα χειροθεσία, ἀλλὰ σὺ κανονικῶς χειροτόνει· εἰ δὲ
κατοκνεῖς τὸ ἔργον, τα ἱερατεύειν τοὺς ὁπωσούν
ἀξιωθῆναι νομίσαντας. Τοῦτο μὲν οὐκ ἂν αὐτός,
ἔφην, ὑποσταίη ποτέ, οὕτω διδόναι τούτους ἱερᾶ
σθαι, ὁ καὶ τῷ γεγενημένῳ δυσφόρως ἔχων χει
ροτονεῖν δὲ πῶς ἂν οὐκ ὀκήσαιμι, οὐκ ἐκεῖνο δεδιώς
μή ποτε καὶ ἀναχειροτονεῖν δοξαιμι; ὅπερ ὁ ἱερὸς
ἀπεδοκίμασε νόμος, «Όσα γὰρ ὁ νόμος λέγει, τοῖς ὑπὸ
νόμον λαλεῖ·» καὶ ἡ ἀναχειροτονία δῆθεν, εἰ κανονι
• Luc. xxu, 31. 10 Rom. 111, 19.
utrinque exacutus. Invidebat enim nobis Alanorum patriam, et quasi de promptuario alius
emergebat timor. Utique in timore versabar, qui
neque excogitare poteram, quemadmodum ea in
re me gererem.
19. Ad hæc quid me existimatis tunc passum
fuisse, timidum sacerdotem et pastoralis artis
ignarum? Daniel ille seniorum judex sedet, et turpis violentiæ reos damnat; et illa vim passa damnationem vitavit. Et ubinam Danielis spiritus? Et
tamen status noster violentior erat. Etenim Susanna nostra majus pudicitiæ detrimentum passa
est,adjutoris partim inscitia,partim ejusdem privatione. Ο infelix ego homo, et grave jugum statim
expertus! An potius jugum quidem suave est,
et onus leve, ego vero contumacius collum subduxi, ideoque nec levitatem illius agnovi? Nam
qui crucem humeris non tulit, et in mundana
ignavia versatus est, quomodo cervicem inclinans
spiritum Patri commendet? Quandoquidem et ante
stabile in bono fundamentum, calix proponitur et
baptisma. Callidus hostis, et priscus adversarius
justum hominem expetit; neque enim illic tentare
potuit; at hominem per se vecordem, vorandum
etiam existimat. Quod si tales adversus nos est tenuiores et levibus quoque certaminibus succumbere solitos, quantus ille ingruet magnis athletis,
et vere in spiritus stadio currentibus?
29. Ad me quod attinet, in perplexitatem prorsus
incurri: non enim ad alium quemvis tali in facto
respicere poteram: neque aliquis pater aderat,
neque major frater, doctrina et experientia probatus, qui consilium suppeditarent. Eratque plane
supra meam intelligentiam negotium, ac majore
indigens vereque vestra, o pater et fratres, spiritali discretione. Neque ipse ignoravi, quanquam
haud noveram fore ut aliquod ejusmodi opus ille
aggrederetur. Et otium interposui studiose, donec
non sine prudente experimento suffragium ferret
communis illorum qui Evangelio præsunt æquabilitas. Sed barbarica incursio, et insana vis, et negotii necessitas, et infelix mea a vobis absentia
tanquam ab Abrahami sinu, ærumuæ molestiam
gravavit. Quin et causas, si avetis audire, dicam:
Si irrita est, aiebam, illa quæ creditur ordinatio,
tu quidem canonice ordina. Sin id agere renuis,
sine eos sacerdotio fungi qui utcunque se ordinatos existimant. Atqui hoc nequaquam ille, aiebam,
feret unquam, neque his permittet sacerdotio
fungi, qui et factum ægro animo fert. Ordinare
autem quidni cunctarer, neque timerem quominus forte iterum ordinare viderer? quod sacra lex
vetat: «Nam quæcunque lex loquitur, iis qui in
lege sunt loquitur 10.» Proptereaque iterata ordi-
col. 407–408page 11 of 14
PG 140:407κῶς τις πρῶτον ἐχειροθετεῖτο ὡς τὸ οὐκ ἐφ' ἡμῖν· τίς γὰρ χειροτονίαν λογίσαιτο παρὰ τοῦ μὴ λαβόντος χάριν ὡς καὶ διδοναι; κα'. Καὶ ταῦτα παροδευτικῶς, ὡς ὁ λόγος ἐδή λωσε· τὸ δ' ατοπώτερον, ὡς ἔδοξεν ἂν τούτοις ικα νῶς ἔχειν, κὰν ὅστις αὐτοὺς καὶ ὅπως ἀπατών το ἀπὸ τοῦδε. Οὐ τοῦτο τοίνυν, ἀλλ' ὅτι περ εἰς παρα νομίας κατώλισθον τὸ ἀνιερῶς ἱερατεῦσαι· ἐπεψεθ ριζον δὲ ἄρα παρα κωφοῖς καὶ τοῖς σαρκικοῖς τὰ τοῦ Πνεύματος. Ἐμὲ δὲ οὐ τοσοῦτον ἡ ἀλογὸς ἐκεί ἔπειθε βία, ὡς τὸ κατεπείγον καὶ ἀναγκαῖον τοῦ πράγματος· «Ὁ γάρ θερισμός,» φησί, ο πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ολίγοι· » ὁποῖον ἂν τις τοῦτον θερισμὸν εἴποι, καὶ ὁποίους τούτους έργάτας ἀκούω γὰρ ἐπιξενουμένους καὶ πατριάρχας εκείνους ποτέ, καὶ ἑαυτοῖς ἔχοντας ἄρτους καὶ τοῖς ὄνοις χορ τάσματα· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοὺς σωματικωτέρους καὶ προσγείους ἡμᾶς ὁ καλὸς ἀποπέμπεται γεωργός· ποι μένας ἅμα καὶ ποίμνια, καὶ ἀναλόγως ἑκατέρῳ προσκέ μειν ἑκάτερον, τῷ τοιῷδε θέρει, φημί, τοιούσδε καὶ τοὺς ἐργάτας. Παρασκευῆς μὲν οὖν αὐτὸς οὕτως εἶχον καὶ γνώμης, ὡς μηδὲν ἄνευ τῆς ὑμῶν ἐργασόμενος ὑποθήκης. κβ'. Ἐπεὶ δὲ παρῆν τῆς ὁδοῦ μεσίτης οὐδεὶς, καὶ ταχὺ τὸ πρᾶγμα κατήπειγε· τῷ γὰρ κοινῷ τῆς Ἐκκλησίας κίνδυνος περιίστατο, πάντων οὕτω λελωβημένων, καὶ μηδενὸς ἄλλου ἐπιτηδείου ἱερᾶσθαι παρευρημένου (πῶς ἂν εἴπω, καὶ σύγγνωτέ μοι). οὐκ ἀβασανίστως μὲν οὐδὲ ταχέως, πλην όμως χεῖ ρας ἐπιτέθεικα τούτοις· ἑαυτῶν τῆς γνώμης και ταγνῶναι διδάξας πρότερον, καὶ τῷ πρὸς δύναμιν ἐλέῳ Θεὸν ἱλεώσασθαι· καὶ οὐ πᾶσιν, ἀλλ᾽ οἷς ὁ βίος οὐ πάνυ ἀντιβαίνων τῷ ἀξιώματι· καὶ τῇ αγνοία συγγνοὺς τὸ μεῖζον καὶ τελεώτερον. Ταῦτα εἰ μὲν οὐκ ἀξίως είργασται, μετὰ τοῦ συγγνῶναι καὶ διορθώσασθε· ἐγὼ γὰρ τῶν μαθητευομένων εἰς και καθωμολόγησα· εἰ δὲ πυνθάνομαι οψιαίτερος καὶ τοῦ ἔργου δεύτερος, τί ποτ᾽ ἂν πάθω; και μακρισμῷ καὶ ἀνάγκῃ, καὶ τῇ ἐπὶ τούτοις ἀμηχανία βεβαρημένος. Δῆλον δὲ οἷς ἄρτι πυνθάνομαι, ὡς οὐδὲ τότ᾽ ἂν κατά οὐδ' ἂν οὐδὲ πρὸ τοῦ πυθέσθαι ἐνήργουν οὐδὲν, εἰ οὐκ ἀμηχανον ἦν· πῶς γὰρ ὁ καὶ μετὰ τοῦτο πυθό μενος; Εἰ δ᾽ οὐ πάντη πόρρω τοῦ ὑμετέρου σκοπού καὶ τοῦ πνεύματος, καὶ οὕτω πλὴν ὑμεῖς κυρώσατε. Εἶε. χνουν, κ. "Α δὲ τὸ κοινὸν τῆς ᾿Αλανίας τρέψει κακά, τίς γένωμαι ταῦτα θεραπεύειν ηναγκασμένος τῷ ἐπαγγέλματι; Εἰ γὰρ παριστάνειν τῷ Κυρίῳ λαόν περιούσιον τέταγμαι, πῶς ἂν ἐξ ἀκανθῶν τρυγώ αὐτὸς σῦκα; ἢ ἐκ βάτου σταφυλήν, ὡς ὁ λόγος 18; Εἶδον ἐγὼ τὴν εὐαγγελικὴν ἐνταῦθα παραβολήν, πηνίκα ἡ μὲν σπόρος ἀγαθὸς, ἀνατέλλει δὲ οὐ καθα ρός ζιζανίων άσταχυς· πλὴν ὅσον ἐκεῖ μὲν μετὰ τὸν σπόρον ἡ ῥᾳθυμία· ἐν ἡμῖν δὲ τὸ χεῖρον ὅτι καὶ
THEODORI ALANIE EPISCOPI.
natio, dummodo quis canonice antea ordinatus κῶς τις πρῶτον ἐχειροθετεῖτο ὡς τὸ οὐκ ἐφ' ἡμῖν· τίς
fuerit, apud nos non agnoscitur. Quis ordinationem existimet ab eo fieri, qui gratiam non accepit
quam vicissim impertiatur?
24. Atque hæc in transcursu, prout sacra doctrina tradit. Sed quod absurdius est, videbatur
illis satis id esse, quantumlibet quispiam hinc
falleretur. Non hoc igitur, sed quia in legis violationem inciderant profane sacerdotio fungentes:
et sane insusurrabant surdis et carnalibus quæ sunt
spiritus. Me tamen non tam insana illorum violentia, quam urgens rei necessitas, permovit: «Nam
messis, inquit Evengelium, multa; operarii autem pauci ";» quamcunque demum quis dicat
hanc messem,et quoscunque hos operarios. Audio
enim peregrinatos fuisse aliquando etiam patriarchas illos, qui et sibi panes habebant, et jumentis pabula. Neque profecto nos rejicit, corpori licet
terræque deditos, bonus ille agricola; pastores,
inquam et greges, et congrue alteri alterum assignat: tali, inquam, messi, tales operarios. Ego
igitur ita comparatus eram, ut nihil absque vestro consilio essem acturus.
γὰρ χειροτονίαν λογίσαιτο παρὰ τοῦ μὴ λαβόντος χάριν
ὡς καὶ διδοναι;
κα'. Καὶ ταῦτα παροδευτικῶς, ὡς ὁ λόγος ἐδή
λωσε· τὸ δ' ατοπώτερον, ὡς ἔδοξεν ἂν τούτοις ικανῶς ἔχειν, κὰν ὅστις αὐτοὺς καὶ ὅπως ἀπατών το
ἀπὸ τοῦδε. Οὐ τοῦτο τοίνυν, ἀλλ' ὅτι περ εἰς παρανομίας κατώλισθον τὸ ἀνιερῶς ἱερατεῦσαι· ἐπεψεθ
ριζον δὲ ἄρα παρα κωφοῖς καὶ τοῖς σαρκικοῖς τὰ
τοῦ Πνεύματος. Ἐμὲ δὲ οὐ τοσοῦτον ἡ ἀλογὸς ἐκεί-
ἔπειθε βία, ὡς τὸ κατεπείγον καὶ ἀναγκαῖον
τοῦ πράγματος· «Ὁ γάρ θερισμός,» φησί, ο πολύς,
οἱ δὲ ἐργάται ολίγοι· 11» ὁποῖον ἂν τις τοῦτον
θερισμὸν εἴποι, καὶ ὁποίους τούτους έργάτας
ἀκούω γὰρ ἐπιξενουμένους καὶ πατριάρχας εκείνους
ποτέ, καὶ ἑαυτοῖς ἔχοντας ἄρτους καὶ τοῖς ὄνοις χορτάσματα· οὐδὲ γὰρ οὐδὲ τοὺς σωματικωτέρους καὶ
προσγείους ἡμᾶς ὁ καλὸς ἀποπέμπεται γεωργός· ποι
μένας ἅμα καὶ ποίμνια, καὶ ἀναλόγως ἑκατέρῳ προσκέμειν ἑκάτερον, τῷ τοιῷδε θέρει, φημί, τοιούσδε καὶ
τοὺς ἐργάτας. Παρασκευῆς μὲν οὖν αὐτὸς οὕτως εἶχον
καὶ γνώμης, ὡς μηδὲν ἄνευ τῆς ὑμῶν ἐργασόμενος
ὑποθήκης.
κβ'. Ἐπεὶ δὲ παρῆν τῆς ὁδοῦ μεσίτης οὐδεὶς, καὶ
ταχὺ τὸ πρᾶγμα κατήπειγε· τῷ γὰρ κοινῷ τῆς
Ἐκκλησίας κίνδυνος περιίστατο, πάντων οὕτω λελωβημένων, καὶ μηδενὸς ἄλλου ἐπιτηδείου ἱερᾶσθαι
παρευρημένου (πῶς ἂν εἴπω, καὶ σύγγνωτέ μοι).
οὐκ ἀβασανίστως μὲν οὐδὲ ταχέως, πλην όμως χεῖ
22. Sed quia nemo viæ intermedius erat, et properans negotium urgebat; nam Ecclesiæ communitati periculum impendebat, cunctis ita infirmis,
nulloque ad sacerdotale officium idoneo jam exstante (dicam, et vos mihi indulgete): non sine
examine, nec cito, sed tamen manus denique his
imposui: docens primo ut suam priorem senten- c ρας ἐπιτέθεικα τούτοις· ἑαυτῶν τῆς γνώμης και
tiam damnarent, et ut misericordiæ operibus
Deum pro viribus placarent; neque omnes ordinavi, sed quorum vita dignitati non repugnabat;
denique, quod pluris interest, ignorantiæ illorum
indulgens, quidquid majus perfectius deerat.
Hæc si forte haud digne acta sunt, cum venia vos
corrigite; ego enim in numero vestrorum discipulorum me esse profiteor. Quod si sero et post
factum interrogo, quid agam? cum et longinquitate,
et necessitate, et in his perplexitate gravatus
fuerim? Constat autem, cum nunc interrogem, ne
tum quidem id omissurum: neque ante interrogandum, aliquid acturum, si certe ambiguum
foret. Quidni enim, cum nunc post factum interrogem? Utrum vero res hæc haud omnino procul scopo vestro spirituque sit, vos ipsi statuite.
Atque haec ita sunto.
23. Quæ autem populus Alaniæ mala alit, quis
ego sum qu: eis mederi coactus fui prædicatione
mea? Nam si exhibere Domino populum electum
destinatus sum, cur ego de spinis ficus colligo, aut
de rubo uvam, ut ait Scriptura? Nunc intelligo
evangelicam parabolam, quando semen quidem
bonum est, sed tamen haud pura zizaniorum inde
spica censurgit: præter quam quod illic quidem
post semen intervenit ignavia, nobis autem pejus
ταγνῶναι διδάξας πρότερον, καὶ τῷ πρὸς δύναμιν
ἐλέῳ Θεὸν ἱλεώσασθαι· καὶ οὐ πᾶσιν, ἀλλ᾽ οἷς ὁ
βίος οὐ πάνυ ἀντιβαίνων τῷ ἀξιώματι· καὶ τῇ
αγνοία συγγνοὺς τὸ μεῖζον καὶ τελεώτερον. Ταῦτα
εἰ μὲν οὐκ ἀξίως είργασται, μετὰ τοῦ συγγνῶναι
καὶ διορθώσασθε· ἐγὼ γὰρ τῶν μαθητευομένων εἰς
και καθωμολόγησα· εἰ δὲ πυνθάνομαι οψιαίτερος καὶ
τοῦ ἔργου δεύτερος, τί ποτ᾽ ἂν πάθω; και μακρισμῷ
καὶ ἀνάγκῃ, καὶ τῇ ἐπὶ τούτοις ἀμηχανία βεβαρημένος.
Δῆλον δὲ οἷς ἄρτι πυνθάνομαι, ὡς οὐδὲ τότ᾽ ἂν κατά
οὐδ' ἂν οὐδὲ πρὸ τοῦ πυθέσθαι ἐνήργουν οὐδὲν,
εἰ οὐκ ἀμηχανον ἦν· πῶς γὰρ ὁ καὶ μετὰ τοῦτο πυθό
μενος; Εἰ δ᾽ οὐ πάντη πόρρω τοῦ ὑμετέρου σκοπού
καὶ τοῦ πνεύματος, καὶ οὕτω πλὴν ὑμεῖς κυρώσατε.
Εἶε.
χνουν,
κ. "Α δὲ τὸ κοινὸν τῆς ᾿Αλανίας τρέψει κακά,
τίς γένωμαι ταῦτα θεραπεύειν ηναγκασμένος τῷ
ἐπαγγέλματι; Εἰ γὰρ παριστάνειν τῷ Κυρίῳ λαόν
περιούσιον τέταγμαι, πῶς ἂν ἐξ ἀκανθῶν τρυγώ
αὐτὸς σῦκα; ἢ ἐκ βάτου σταφυλήν, ὡς ὁ λόγος 18;
Εἶδον ἐγὼ τὴν εὐαγγελικὴν ἐνταῦθα παραβολήν,
πηνίκα ἡ μὲν σπόρος ἀγαθὸς, ἀνατέλλει δὲ οὐ καθαρός ζιζανίων άσταχυς· πλὴν ὅσον ἐκεῖ μὲν μετὰ
τὸν σπόρον ἡ ῥᾳθυμία· ἐν ἡμῖν δὲ τὸ χεῖρον ὅτι καὶ
1: Matth. x, 37.
12 Luc. vi,
col. 409–410page 12 of 14
PG 140:409ἐν αὐτῷ. Καὶ λοιπὸν τὸ τῆς ἑτέρας συμβαίνει παρα βολῆς κατὰ γὰρ τῶν ἀκανθῶν ὁ σπόρος γεγένηται καὶ αὗται μὲν ἀρχαιόθεν ἐφρίζωνται· ὁ δὲ λόγος τῆς πίστεως ἔστι μὲν οὗ καὶ πάντη συμπέπνικται· ἐνια τοῦ δὲ καὶ σὺν ταῖς ἀκανθαις ὑπανακύπτει· τάχα γε καὶ ὑπὸ τῆς ἔξεως ἀκανθώδης γεγένηται καὶ αὐτὸς ὡς ἦν ἀμεινον, εἰ παρὰ τοῦ πυρὸς ἐλθόντος βαλεῖν ἐπὶ γῆς ἀναφθέντης, εὐθύς τὰς ἐκάνθας τέως ἀποτεφρώσαμεν· εἰ παρὰ τοῦ μαχαιραν ἐλθόντος βαλεῖν προθελύμνως ταῦτα ἐτέμνομεν. Καὶ καθαρά μὲν ή γή, καθαρὸν δὲ τὸ σπέρμα, καὶ οἱ φύλακες γρήγοροι, καὶ Χρυσοῦν τὸ θέρος, καὶ ὁ θεριστής εὐθηνούμενος· ὡς νῦν γε οὐχ ὅτι εκαστοτεύιον ἂν αίτησαίμην τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ἀρετῆς μέχρι τοῦ παν τῆς ἐπεκτείνεσθαι· οὐδ' εἰς ἐξηκοντάδα προκή πειν τὸ ὅλως ἐργάσασθαι· ἱκανῶς δ᾽ ἂν εἶχον και τοῖς τριάκοντα, εἰ τοῖς φυσικοῖς ὅροις τὸ ἑνὸν γεώργιον παρεμέτρει τὸ ἐνεργές. Αλλ' ἐγὼ δέδοι και μή ποτε οὐδὲ τὴν χεῖρα θερίζων πληρώσαιμι, μηδὲ τὸν κόλπον ὁ δραγματιζόμενος· ἴσθι ὀπισθιαι τερος, καίτοι γε ἦν ἄν οὐ πάντη δύσελπις, ὁ δυσα κλεὺς ἐγὼ ποιμὴν καὶ γεωργὸς οὐκ εὐδαίμων ἀλλ' ὡς ἐπὶ δομάτων γοῦν ἐκαρπίζομεν μικρά, τοὺς ὑπεραναβάντας ὀλίγου τὴν παμμητέρα πλάνην, καὶ τὸν λόγου θερισαμένους ὡς ἐφικτὸν, εἰ μὴ καὶ τού τοις ἦσαν πάλιν οἱ τοῦ ἀέρος ὄρνεις ἐπίβουλοι. Οἴμοι, ὅτι ἀκάνθας καὶ τριβόλους βρύει μοι τὸ γεώργιον! τὴν κατάκρισιν τῆς ἀπὸ Θεοῦ διαμαρτίας, ὡς ὀπίσω τῆς κεντρώδους πλάνης τον διαμαρτόντα πορεύεσθαι· καὶ πορνεύει μοι τὸ ποίμνιον οὐκ ἐν τῷ ξύλῳ μόνον ὡς γέγραπται, ἤδη δὲ καὶ λίθοις πᾶσι καὶ ἴδασι· καὶ προσκυνοῦσι μὲν οὐ γλυπτοῖς, δαιμονίοις δὲ τισιν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς. κδ'. Χριστιανοὶ δὲ μόνον ὀνόματι ᾿Αλανοί· εἰ δέ που τις καὶ μερίς Ιακώβ, ο εχθρός ενέσπειρε τα ζιζάνια· εἰ γὰρ καὶ πρὸς τῷ γήρα τέως οὖν ἡ Σάδρα γεγέννηκε πονηρεύεται δε κατά τοῦ Ισαάκ Ισμαήλ· καὶ τίς ᾿Αβραάμ, ἵνα τὴν δούλην ᾿Αγαρ, καὶ τοῦ τῆς πλάνης ἀνελεύθερον σκότους, τῆς συνοικίας ἀπώσαιτο; Ἔστι τις ὀλίγο παρεμβολὴ καὶ ἐμοὶ ἐν Θεὸς ἐξάγει τοῦ νοητού Φαραώ· καὶ διεξάγω ταῦτα ἐγὼ κατὰ Μωσήν μὲν οὐκέτι, πλὴν ὅμως ἀλλ᾽ οἱ Αἰγύπτιοι τρισταται καταδρομοῦσιν, ἡ τῷ θυμῷ φονώσα ψυχή, καὶ τὸ πρὸς τὰ χαμαίζηλα λι χνον, ὅ πείθει τοῖς ἀλλοφύλοις συγχραίνεσθαι· καὶ τὸ τοῦ λοξοῦ περίτρεπτον περί τινας ἀτόπους δόξας οὐκ ἀντιτεῖνον ὡς διὰ πολλά. Καὶ ποῦ στῦλος νεφέ της ενταύθα τὸ διεστάναι διδοῦς; ἢ τῶς ἂν τῶν ἐθνῶν διέστη ή θάλασσα; Οίμοι ότι ποιμαίνειν μὲν ἀγέλας πεπίστευμαι αναβαινούσας ἀπὸ λουτροῦ τοῦ βαπτίσματος! ποιμαίνει δε ταύτας μᾶλλον τῆς απι στίας ὁ θάνατος· στμόατι μὲν γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὀκνῶ δε λέγειν εἰς σωτηρίαν· ὅτι μὴ καὶ εἰς δια καιοσύνην πρῶτον τῇ καρδίᾳ πιστεύουσιν. Ομοιόν ᾿Απόλωλεν εὐλαβὴς ἀπὸ τῆς ἐμῆς ταύτης γῆς καὶ οὐκ ἔστι μοι ἀνάπαυσις αύτη. τι κε. 'Αρα ἀναστὰς πορεύσομαι; Δίδια περὶ τῆ η
ANALICUS
ἐν αὐτῷ. Καὶ λοιπὸν τὸ τῆς ἑτέρας συμβαίνει παρα- accidit, quod in ipsa seminatione vitium gliscit.
βολῆς κατὰ γὰρ τῶν ἀκανθῶν ὁ σπόρος γεγένηται
καὶ αὗται μὲν ἀρχαιόθεν ἐφρίζωνται· ὁ δὲ λόγος τῆς
πίστεως ἔστι μὲν οὗ καὶ πάντη συμπέπνικται· ἐνιατοῦ δὲ καὶ σὺν ταῖς ἀκανθαις ὑπανακύπτει· τάχα
γε καὶ ὑπὸ τῆς ἔξεως ἀκανθώδης γεγένηται καὶ
αὐτὸς ὡς ἦν ἀμεινον, εἰ παρὰ τοῦ πυρὸς ἐλθόντος
βαλεῖν ἐπὶ γῆς ἀναφθέντης, εὐθύς τὰς ἐκάνθας τέως
ἀποτεφρώσαμεν· εἰ παρὰ τοῦ μαχαιραν ἐλθόντος
βαλεῖν προθελύμνως ταῦτα ἐτέμνομεν. Καὶ καθαρά
μὲν ή γή, καθαρὸν δὲ τὸ σπέρμα, καὶ οἱ φύλακες
γρήγοροι, καὶ Χρυσοῦν τὸ θέρος, καὶ ὁ θεριστής
εὐθηνούμενος· ὡς νῦν γε οὐχ ὅτι εκαστοτεύιον ἂν
αίτησαίμην τῇ ἐνεργείᾳ τῆς ἀρετῆς μέχρι τοῦ παντῆς ἐπεκτείνεσθαι· οὐδ' εἰς ἐξηκοντάδα προκή
πειν
τὸ ὅλως ἐργάσασθαι· ἱκανῶς δ᾽ ἂν εἶχον
και τοῖς τριάκοντα, εἰ τοῖς φυσικοῖς ὅροις τὸ ἑνὸν
γεώργιον παρεμέτρει τὸ ἐνεργές. Αλλ' ἐγὼ δέδοι
και μή ποτε οὐδὲ τὴν χεῖρα θερίζων πληρώσαιμι,
μηδὲ τὸν κόλπον ὁ δραγματιζόμενος· ἴσθι ὀπισθιαι
τερος, καίτοι γε ἦν ἄν οὐ πάντη δύσελπις, ὁ δυσα
κλεὺς ἐγὼ ποιμὴν καὶ γεωργὸς οὐκ εὐδαίμων
ἀλλ' ὡς ἐπὶ δομάτων γοῦν ἐκαρπίζομεν μικρά, τοὺς
ὑπεραναβάντας ὀλίγου τὴν παμμητέρα πλάνην, καὶ
τὸν λόγου θερισαμένους ὡς ἐφικτὸν, εἰ μὴ καὶ τούτοις ἦσαν πάλιν οἱ τοῦ ἀέρος ὄρνεις ἐπίβουλοι. Οἴμοι,
ὅτι ἀκάνθας καὶ τριβόλους βρύει μοι τὸ γεώργιον!
τὴν κατάκρισιν τῆς ἀπὸ Θεοῦ διαμαρτίας, ὡς ὀπίσω
τῆς κεντρώδους πλάνης τον διαμαρτόντα πορεύε
σθαι· καὶ πορνεύει μοι τὸ ποίμνιον οὐκ ἐν τῷ ξύλῳ
μόνον ὡς γέγραπται, ἤδη δὲ καὶ λίθοις πᾶσι καὶ c
ἴδασι· καὶ προσκυνοῦσι μὲν οὐ γλυπτοῖς, δαιμονίοις δὲ τισιν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς.
κδ'. Χριστιανοὶ δὲ μόνον ὀνόματι ᾿Αλανοί· εἰ δέ
που τις καὶ μερίς Ιακώβ, ο εχθρός ενέσπειρε τα ζιζάνια· εἰ γὰρ καὶ πρὸς τῷ γήρα τέως οὖν ἡ Σάδρα
γεγέννηκε πονηρεύεται δε κατά τοῦ Ισαάκ
Ισμαήλ· καὶ τίς ᾿Αβραάμ, ἵνα τὴν δούλην ᾿Αγαρ,
καὶ τοῦ τῆς πλάνης ἀνελεύθερον σκότους, τῆς συνοικίας ἀπώσαιτο; Ἔστι τις ὀλίγο παρεμβολὴ καὶ ἐμοὶ
ἐν Θεὸς ἐξάγει τοῦ νοητού Φαραώ· καὶ διεξάγω
ταῦτα ἐγὼ κατὰ Μωσήν μὲν οὐκέτι, πλὴν ὅμως·
ἀλλ᾽ οἱ Αἰγύπτιοι τρισταται καταδρομοῦσιν, ἡ τῷ
θυμῷ φονώσα ψυχή, καὶ τὸ πρὸς τὰ χαμαίζηλα λι
χνον, ὅ πείθει τοῖς ἀλλοφύλοις συγχραίνεσθαι· καὶ τὸ
τοῦ λοξοῦ περίτρεπτον περί τινας ἀτόπους δόξας
οὐκ ἀντιτεῖνον ὡς διὰ πολλά. Καὶ ποῦ στῦλος νεφέ
της ενταύθα τὸ διεστάναι διδοῦς; ἢ τῶς ἂν τῶν
ἐθνῶν διέστη ή θάλασσα; Οίμοι ότι ποιμαίνειν μὲν
ἀγέλας πεπίστευμαι αναβαινούσας ἀπὸ λουτροῦ τοῦ
βαπτίσματος! ποιμαίνει δε ταύτας μᾶλλον τῆς απι
στίας ὁ θάνατος· στμόατι μὲν γὰρ ὁμολογοῦσιν,
ὀκνῶ δε λέγειν εἰς σωτηρίαν· ὅτι μὴ καὶ εἰς δια
καιοσύνην πρῶτον τῇ καρδίᾳ πιστεύουσιν. Ομοιόν
᾿Απόλωλεν εὐλαβὴς ἀπὸ τῆς ἐμῆς ταύτης γῆς·
καὶ οὐκ ἔστι μοι ἀνάπαυσις αύτη.
τι
κε. 'Αρα ἀναστὰς πορεύσομαι; Δίδια περὶ τῆ
18 Jerem. 111, 9.
η
Tum et reliquæ congruunt parabolæ partes: in
spinis fit seminatio quæ quidem olim evulsæ sunt;
at fidei verbum alicubi prorsus suffocatur: interdum etiam cum ipsis spinis nascitur: item fortasse affectione quadam fit et ipsum spinosum.
Melius certo foret, si ab eo qui ignem venit mittere in terram inflammati, statim spinas combureremus: si ope ejus, qui gladium pariter venit
mittere in terram, funditus hæc excideremus. Et
quidem pura terra, purum semen, custodes vigiles, aurea messis messor, robustus. Ut tamen
nunc res se habent, haud equidem ad centuplicem
usque fructum postulem virtutis viribus extendi;
neque ad sexagesimum optem provehi, sed satis
habeam, si quatenus physicis regulis licet, tricesimum fructum opera exæquet. Imo ego vereor,
ne forte manum, quidem metens impleam, neque
sinum qui manipulos colligo. Sim sane tardior
post alios, quanquan non omnino desperans, infelix ego pastor non beatus. Quippe qui super
tecta serentes parum fructus effecimus, nempe
illos lucrando qui matrem omnium malorum hæresim vitaverunt, et verbum pro viribus messuerunt; nisi forte et his pariter insidiati sunt aeris
aves. Heu mihi, quia spinas et tribulos campus
germinat! damnationem scilicet ob recessum a
Deo, dum spinosum errorem vagus grex sectatur;
dum fornicatur non in ligno solum, uti scriptum
est 13, verum etiam in lapidibus cunctis et aquis;
dum non sculptilia adorant, sed quosdam dæmones
in locis excelsis.
24. Christiani nomine tenus sunt Alani. Quod si
alicubi est pars Jacob aliqua, inimicus homo
zizonia superseminavit. Nam etsi in senectute,
Sara tamen peperit; sed insectatur Isaacum
Ismael. Et quis est Abraham qui famulam Agar et
hæreseos serviles tenebras, domo procul ableget?
Est mihi quoque pusillus exercitus, quem Deus ab
intellectuali Pharaone eripit. Hunc ego ducto, non
quidem ut alter Moyses, sed tamen ducto. Se!
Ægyptii tribuni persequuntur, nempe animus
furens cædi inhians, et terrenarm rerum cupiditas; quæ suadent ut cum alienigeni,commaculentur; denique obliquæ mentis volubilitas ad absurdas quasdam opiniones, minime ut plerumque fit
renitens. Et ubinam est nebulæ columna, quæ separationem præstet? vel quomodo gentium recessit
mare? Heu mihi, cui pascere greges commissum
est de baptismatis lavacro ascendentes! Pascitautem hos potius infidelitatis mors. Ore quidem,
ægre dico, confitentur ad salutem; neque tamen
antea credunt corde ad justitiam. Simile est illud:
Periit religiosus ab hac terra mea; neque hæc
mihi stationis requies est.
25. Num ergo surgens abibo? Vereor ne forte
col. 411–412page 13 of 14
PG 140:411ό τοῦ κακοῦ μεταλήψει· μὴ γὰρ ἐγὼ ᾿Αβδιοῦ Υπη β ρετήσας δὲ ἄρα ἐκεῖνος τῷ ᾿Αχαάβ, γόνυ τη Βάαλ οὐκ ἔκαμψε. Δέδια 14 καὶ περὶ τῷ μικρῷ τῶν δι καίων κλήρῳ· ἡ ῥάβδος γὰρ τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπι σείεται. Τίς ἐγὼ γένωμαι; Ποῦ τὸ φραγγέλιον Ἰησ σοῦ, ἵνα ὁ οῖκος τοῦ Πατρὸς ἐκκαθαίροιτο! Είσησε ἐκκλησίαν πονηρευομένων· ἀλλ᾽ εἰς ταύτην Ἀπέῤῥιμμαι, ὅτι προπετῶς ἱερωσύνην ἐθάῤῥητα, Ούχι τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα, καὶ ἐπὶ τοῖς ἐχθροῖς σου ἐξετηκόμην;» Ἵνα τί τὰ τῆς ἁρᾶς ἐκει νης ἐθάρρησα; Καὶ χαλκοῦς μὲν οὐρανὸς ἐνομίσθην ἐγώ, σιδηρά δε γῆ, καὶ ἀσπαρτος καὶ ἀνήροτος ἡ κληρονομία μου· Ω τίς Παύλος καὶ πάλιν ὧδεν τούτους, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν αὐτοῖς; Νόθοι δὲ ἄρτι καὶ οὐχ υἱοί ὅτι ἐδάσκησεν αὐτοῖς ὁ Σατανᾶς, ἵνα μὴ, τῇ ἀληθείᾳ εἰ καὶ πείθωνται, καὶ λοιπὸν τῆς ἀπειθείας υἱοί. Καὶ δέδοικα τὴν ὀργήν ὄντως γάρ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰσιν εἰς ἀπώλειαν. Οἴμοι! ότι θηρίων ὁδόντας ὁρῶ μετά θυμοῦ συρόντων ἐπὶ τῆς γῆς· τὰ γὰρ ἐπίσημα τῶν ἐμῶν φόνος τὸ πρῶτον, καὶ ἄλλων ἔθνεα κη ρῶν. Οίμοι, ότι Δαθὰν καὶ ᾿Αβειρών με περικεχής νασι· καὶ τίς ᾿Ααρών ἵνα τερατουργοίη Θεός; Καὶ τὸ τῆς ἱερωσύνης κατεξουθένηται· καὶ τῆς Σαμουήλ ἵνα τὸ γεγονὸς εἰς ἑαυτὸν Θεὸς ἀναδέξοιτο; «Επιχε λοῦντο γὰρ ἐκεῖνοι τὸν Κύριον, καὶ αὐτὸς εἰσήκουσεν αὐτῶν· ἐν στύλω νεφελης ἐλάλει πρὸς αὐτοῦς.» Αρ᾽ οὖν ἐγὼ τῶν μαρτυρίων τὴν φυλακὴν ἐθέμην περὶ σπουδῇ. Τάχα τις καθυβρίζεται καὶ τῆς φαλάκρας, εἰ τῶν καλυμμάτων απογυμνοῖτο, ἵν᾿ ἀκαλυψει τῇ πίστει ἱερατεύοι. Καὶ τίς Ελισσαίος, ἵν᾿ ἡ δικαι παρέποιτο; Ἠλιοῦ μέν γάρ θαῤῥήσω λέγειν ὡς μεμαθήτευμαι· ἀλλ᾽ οὐκ ἐντεῦθεν Ελισσαίος Αγών καὶ χάριν μὲν ἐδεξάμην ἀλλ' οὐ ταύτη καὶ τὴν τῶν ρεόντων παρῆλθον φοράν. οὐδ᾽ εἰς τὴν εἰρήνης εἰσῆλθον ἀπάθειαν. Καὶ τί καινόν, εἰ καὶ πάλιν Μωϋ σῆς ὁδηγεῖ, τῶν ὁδηγουμένων δὲ τὰ κώλα ἐν τ ἐρήμῳ κατέπεσον; Τῶν γὰρ κλητῶν ὀλίγοι οἱ ἐπ λεκτοί. κέ. ᾿Αλλὰ μέχρι τίνος τούτοις ἐμπλατυνθήσομαι καὶ οὐκ ἐκείνου μᾶλλον γίνομαι τοῦ σκοποῦ; αἰτήσε μαι τὸν ἐμὸν ποιμένα, δυσωπήσω τοὺς ἀδελφούς. Αρκ ἐκ κοιλίας ᾅδου κραυγής μου άκουσονται· Αρον πρὸς Θεὸν ὀραθλμούς, ὦ πάτερ· ἔκτεινον ὁσίας χεῖρας, ὅθεν ἡμῖν τὴν χάριν ἡτήσω· καὶ τὸν δρόμον ἐκτελέσαι τῶν αἴτησαι, τὴν πίστιν τηρῆσαι, διδάξαι ανόμους ὁδοὺς Κυρίου, ἀσεβεῖς ἐπιστρέψαι. εἰ ποτε προσθείη Κύ ριος ἐφ' ἡμᾶς. Συμπονήσατε τῷ πατρὶ καὶ ὑμεῖς, ἀδελφοὶ καὶ φιλάδελοι· παράθεσθε με τῷ κοινῷ καὶ πρώτῳ ποιμένι του ποιμαίνεσθαι μᾶλλον ἡ πό μαίνεν δεόμενον. Ίσως μνησθήσεται των θαυμασίων αὐτοῦ ὁ φυλάσσων τὰ νήπια· ἴσως μνείαν τῶν ἔργων αὐτοῦ ποιήσεται ὁ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους υδάτων μεταποιων· Εἰ γὰρ καὶ ξηραίνει ποταμούς Ἠθαν, καὶ τὴν καρποφόρον εἰς ἄλμην τίθησι, ἀλλὰ καὶ μέλι θηγάζειν ἐκ πέτρας δίδωσι, καὶ ἀ στερεάς πέτρας ἔλαιον· τίς οἶδεν εἰ ἀντὶ κνίδης καὶ
THEODORI ALANIÆ EPISCOPI ALANICUS.
ό
«
hoc malum participem. Num enim sum ego Abdias? τοῦ κακοῦ μεταλήψει· μὴ γὰρ ἐγὼ ᾿Αβδιοῦ; Υπη
Hic quidem cum Achaabo famularetur, genua
tamen Baali non flexit ". Metuo etiam pusillæ justorum sorti; nam virga impiorum commovetur.
Quid faciam? Ubi Jesu flagellum, ut Patris domus
purgetur? Odi ecclesiam malignantium: sed in
hanc projectus fui, qui sacerdotium temere assumere ausus sum: «Nonne odientes te, Domine,
oderam et super inimicos tuos tabescebam?» Cur
maledictioni illi audacter me objeci? Colum
æneum reputatus ego sum, terra ferrea neque
arata neque sata hæreditas mea. Quisnam Paulus
rursus hos parturiat, donec formetur in eis Chritus? Nothi adhuc et non filii, quia fascinavit eos
Satanas, ne quis veritati forte credat, atque ut
sint deinceps infdelitatis flii. Iram timeo, revera β
enim sunt vasa iræ ad perditionem formata. Heu!
ferarum dentes video, cum furore rapientium
super terram! Nam meorum insignia veluti sunt,
homicidia in primis et alia mortium genera. Heu
Dathan atque Abiron mihi inhiant: et quis adest
Aaron, ut Deus miracula edat? Sacerdotii dignitas
conculcata est, et quis adest Samuel, ut Deus injuriam ceu sibimet illatam reputet? «Iuvocabant enim
illi Dominum, et ipse exaudiebat eos: in columna nubis loquebatureis.» Nempe ego sacrorum
testimoniorum custodiam serio observo. Fortasse
aliqis calvitiem quoque irridet, si forte pileo me
exuam, ut cum fide haud velata sacro munere fungar.Quis aderit Elisæus ut culpam ultio mox subsequatur? Eliæ disipulum audacter me dicam:
sed non idcirco Elisæus sum. Et gratiam quidem
suscepi, sed non idcirco extra caducarum rerum
impetum sum, neque in pacem extra omnem animi
perturbationem ingressus sum. Et quid mirum, si
rursus Moyses dux sit, et nihilominus itinerantium
membra in deserto ceciderint? Nam ex vocatis
pauci sunt electi.
26. Sed quousque in his dilatabo orationem, et
non illum potius scopum attingam? nempe ut
rogem pastorem meum, et fratres simul deprecer.
Utique ex ventre inferi audient clamorem meum.
Eleva ad Deum oculos, o pater: sanctas extende
manus, unde mihi sacerdotii gratiam postulasti.
Pete nunc ut cursum consummem, fidem servem,
prævaricantes doceam vias Domini, irreligiosos
convertam: si quando hæc nobis Dominus benefcia addat. Perte in hoc opem patri vos quoque
amantissimi fratres: communi ac principi pastori
commendate me, qui regi potius quam regere indigeo. Fortasse recordabitur mirabilium suorum
is qui parvulos custodit: fortasse memoriam faciet operum suorum, qui terram inaquosam in
aquarum scaturiginem mutat. Nam si exsiccat fluvios Ethan, et terram fructiferam ponit in salsuginem, idem nihilominus dat mel sugere de petra,
** III Reg. xvi, 3.
ρετήσας δὲ ἄρα ἐκεῖνος τῷ ᾿Αχαάβ, γόνυ τη Βάαλ
οὐκ ἔκαμψε. Δέδια 14 καὶ περὶ τῷ μικρῷ τῶν δι
καίων κλήρῳ· ἡ ῥάβδος γὰρ τῶν ἁμαρτωλῶν ἐπισείεται. Τίς ἐγὼ γένωμαι; Ποῦ τὸ φραγγέλιον Ἰησ
σοῦ, ἵνα ὁ οῖκος τοῦ Πατρὸς ἐκκαθαίροιτο! Είσησε
ἐκκλησίαν πονηρευομένων· ἀλλ᾽ εἰς ταύτην ἀπέρῥιμμαι, ὅτι προπετῶς ἱερωσύνην ἐθάῤῥητα, Ούχι
τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα, καὶ ἐπὶ τοῖς
ἐχθροῖς σου ἐξετηκόμην;» Ἵνα τί τὰ τῆς ἁρᾶς ἐκει
νης ἐθάρρησα; Καὶ χαλκοῦς μὲν οὐρανὸς ἐνομίσθην
ἐγώ, σιδηρά δε γῆ, καὶ ἀσπαρτος καὶ ἀνήροτος ἡ
κληρονομία μου· Ω τίς Παύλος καὶ πάλιν ὧδεν
τούτους, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν αὐτοῖς;
Νόθοι δὲ ἄρτι καὶ οὐχ υἱοί ὅτι ἐδάσκησεν αὐτοῖς
ὁ Σατανᾶς, ἵνα μὴ, τῇ ἀληθείᾳ εἰ καὶ πείθωνται, καὶ
λοιπὸν τῆς ἀπειθείας υἱοί. Καὶ δέδοικα τὴν ὀργήν
ὄντως γάρ σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰσιν εἰς
ἀπώλειαν. Οἴμοι! ότι θηρίων ὁδόντας ὁρῶ μετά
θυμοῦ συρόντων ἐπὶ τῆς γῆς· τὰ γὰρ ἐπίσημα
τῶν ἐμῶν φόνος τὸ πρῶτον, καὶ ἄλλων ἔθνεα κη
ρῶν. Οίμοι, ότι Δαθὰν καὶ ᾿Αβειρών με περικεχής
νασι· καὶ τίς ᾿Ααρών ἵνα τερατουργοίη Θεός; Καὶ
τὸ τῆς ἱερωσύνης κατεξουθένηται· καὶ τῆς Σαμουήλ
ἵνα τὸ γεγονὸς εἰς ἑαυτὸν Θεὸς ἀναδέξοιτο; «Επιχε
λοῦντο γὰρ ἐκεῖνοι τὸν Κύριον, καὶ αὐτὸς εἰσήκου
σεν αὐτῶν· ἐν στύλω νεφελης ἐλάλει πρὸς αὐτοῦς.»
Αρ᾽ οὖν ἐγὼ τῶν μαρτυρίων τὴν φυλακὴν ἐθέμην
περὶ σπουδῇ. Τάχα τις καθυβρίζεται καὶ τῆς φαλά
κρας, εἰ τῶν καλυμμάτων απογυμνοῖτο, ἵν᾿ ἀκαλυψει
τῇ πίστει ἱερατεύοι. Καὶ τίς Ελισσαίος, ἵν᾿ ἡ δικαι
παρέποιτο; Ἠλιοῦ μέν γάρ θαῤῥήσω λέγειν ὡς
μεμαθήτευμαι· ἀλλ᾽ οὐκ ἐντεῦθεν Ελισσαίος Αγών
καὶ χάριν μὲν ἐδεξάμην ἀλλ' οὐ ταύτη καὶ τὴν
τῶν ρεόντων παρῆλθον φοράν. οὐδ᾽ εἰς τὴν εἰρήνης
εἰσῆλθον ἀπάθειαν. Καὶ τί καινόν, εἰ καὶ πάλιν Μωϋ
σῆς ὁδηγεῖ, τῶν ὁδηγουμένων δὲ τὰ κώλα ἐν τ
ἐρήμῳ κατέπεσον; Τῶν γὰρ κλητῶν ὀλίγοι οἱ ἐπ
λεκτοί.
κέ. ᾿Αλλὰ μέχρι τίνος τούτοις ἐμπλατυνθήσομαι
καὶ οὐκ ἐκείνου μᾶλλον γίνομαι τοῦ σκοποῦ; αἰτήσε
μαι τὸν ἐμὸν ποιμένα, δυσωπήσω τοὺς ἀδελφούς. Αρκ
ἐκ κοιλίας ᾅδου κραυγής μου άκουσονται· Αρον πρὸς
Θεὸν ὀραθλμούς, ὦ πάτερ· ἔκτεινον ὁσίας χεῖρας, ὅθεν
ἡμῖν τὴν χάριν ἡτήσω· καὶ τὸν δρόμον ἐκτελέσαι τῶν
αἴτησαι, τὴν πίστιν τηρῆσαι, διδάξαι ανόμους ὁδοὺς
Κυρίου, ἀσεβεῖς ἐπιστρέψαι. εἰ ποτε προσθείη Κύ
ριος ἐφ' ἡμᾶς. Συμπονήσατε τῷ πατρὶ καὶ ὑμεῖς,
ἀδελφοὶ καὶ φιλάδελοι· παράθεσθε με τῷ κοινῷ
καὶ πρώτῳ ποιμένι του ποιμαίνεσθαι μᾶλλον ἡ πό
μαίνεν δεόμενον. Ίσως μνησθήσεται των θαυμα
σίων αὐτοῦ ὁ φυλάσσων τὰ νήπια· ἴσως μνείαν τῶν
ἔργων αὐτοῦ ποιήσεται ὁ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους
υδάτων μεταποιων· Εἰ γὰρ καὶ ξηραίνει ποταμούς
Ἠθαν, καὶ τὴν καρποφόρον εἰς ἄλμην τίθησι,
ἀλλὰ καὶ μέλι θηγάζειν ἐκ πέτρας δίδωσι, καὶ ἀ
στερεάς πέτρας ἔλαιον· τίς οἶδεν εἰ ἀντὶ κνίδης καὶ
col. 395–396page 14 of 14
PG 140:395λ σματα, Οἰδασὶ δὲ οὐδὲ τοὺς δεσμοθετοῦντας κανόνας χαὶ ὃ τέ ποτε βονλημένοις ἐγείνοις ἐστίνοὐ γὰρ δημοσίᾳ τοῦ ϑιϑήσειιν προέστημεν, οὐ χειροτονίαν ἡρπάσαμψεν, ὡς ϑοκεῖν ἐκεῖνον ἐνδιαθήλλεσθαι - ἐρομένοις ὃ τισιν ἴσως ᾿Αλανοῖς ἐπὶ γωνίας ἀπεκρινώμεθα, Δεδόσθω ὃὲ χυὶ Φημοσιεῦσαι ἡμᾶς τὸν λόγον τῆς πίστεως" οὐ γὰρ ὧν παρεστείλαμεν τὸν χηρύττοντα" θανόντα δὲ τὸν λόγον καὶ ἀναστάντα βλέπειν τοῦτον ἐδώχαμεν ἂν. Μαρτύρομαι τὴν ἀλήθειαν, ἔφλεγε μὲν ἡμᾶς ὁ ζῆλος. ἑνεχαυχῶντο γὰρ παῤῥησίᾳ ὡς ἐξ ἀσεδούς μοίρας καὶ ἄλλως αἱρεσιῶται, ὅτε μηδεὶς ἀντῶέγειν καὶ δύναιτο" οὐχ ἐδίϑον δὲ ὁ χαιρός" ὥστ᾽ ἐπαῤῥησιασώμεύα εἷς οὐδέν, πν μὲν ἐπ᾽ ἐκκλησίας ὁ πάντα καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἐκεῖνος ἀρχιερεὺς, καὶ πολὺ περὶ αὐτὸν τὸ συνέδριον" συνωμοτία, τις
, τάχα καὶ συμπαιγνία ὡς ἐπὶ Στεράνον τοῦ πρῶτος μάρτυρος" οὐ γὰρ προσωτέρω τολμήτω" καὶ εῷχόμην εἰς κρίσιν αὐτὸς, οὐχέτι μὲν ὡς ὃ Παῦλος, πλὴν ἀλλὰ δέσμιος ἐν Χριστῷ.
π᾿, Καὶ τὰ τοῦ διχαστοῦ βήματος ἐρεξῆς" ὁ τῆς δρτης προστάτης πνέων ἐμπύριον, οἱ παρεδρεύοντες, οἱ παρεστωτες, ὅσον ὑπηρετεῖν καὶ πρὸς τὰ κελτυόμένα ἔτοιμον - καὶ ὃ κατάκριτος ἐγὼ παριστάμενος, καὶ τὴν ἀπόφασιν ἐκδεχόμενος. Τίς πόθεν ἡμῖν, φεσὶν, ἐπεισέῳρησας ; Ὥσπερ εἰ ἐτέρον δήγματος, ἔφην, ἦν ἐγὼ καὶ κηρύγματος, ἀλλὰ μὴ τῆς αὐτῆς ἐκκλησίας χαὶ τοῦ αὐτοῦ ἀρχιποίμενος ἦμεν, ᾿Αλ᾽ ἐς κόρανας ἔῤῥε τοὺς ἀσεδεῖς ᾿Αλανοὺς καὶ δέους, οἵ καὶ Σανθών εἶσι χείρωνες, Τὶ οὖν, αὐτὸς ἔγην, καὶ δρᾷν ἡμᾶς δίκαιον, ἀλλ᾽ ἡ φέστιν τὴν ἀποστολὴν, »αὶ σὺν “5 τῷ πρωτοχλήτῳ (4); ᾿Αλλὰ τί βονλόμενος τὴν ἐμὴν ταύτην πόλιν περιπολεῖν ἐτόλμησας ὅλως ; Καὶ μὴν, ὦ 'γαῦξ, εἴ μὲν ἐπισκοπεῖς, τὖῦ λέγεις, καὶ φανερῶς ἐλέγξας, εἴτα νανόχρινε" εἰ δ' ὡς ὅδε τις ἐμπαρος, καὶ ὅδὲ τις ἔπηλυς, ἢ πάντας δίωκε, ἢ καὶ ἁνᾶς ἀνάαχον - πλέον ὃς, ὅτι καὶ ἀχουσιάξω τὴν ἕντούθᾳ περιδρημκὴν, ἔλέους τε μᾶλλον ἂν ὀξιοίμην ὡς πεπονθῶς" ἐχὼν δὲ πράττον οὐδέν. πῶς γὰρ ὁ δὲσμιος; Πρὸς ταῦτα σφοδοὺὸν ἰδὼν τι γχαὶ βλοσυρὸν, καὶ οἷον βασιλικὸν καὶ λεύντειον, ὃ πὼς ἂν εἴπω, πλὴν οὐκ ἐν τοῖς λληις τοιοῦτο καὶ μάλιστα δέονσι, καὶ τύλμης ἡμᾶς ἰγράψετο, ὅτι κἂν τι λέγειν ἐθρααυγώμεθα, Οἱ ὃς περιεστῶτες μεχροῦ χαὶ κατὰ χόρης
, ἡμᾶς ἔπαιον» τέως ὃ μὲν ἔνθεν, ὁ δὲ ἔνθεν πορέβῥιπτον, ὥθουν τε καὶ ἀντώῤθουν παιγνιμάνως καὶ μετ' ὀργῆς, Ὀθριτὶ τὸ βάλλοντες ἦσαν ἐκ τοῦ δικαστοῦ λαβόμενοι τῆς ἀρχῆς, Ἵ δὲ ἀπόφασις ἐδούλετο μὲν, οὐκ ἀθύνατο δὲν υὐ γὺρ ἐπὶ τοσούτον ἢ κακία κοτίαχυσεπλὴν ἀλλὰ συνήογει τοῖς θανατοῦν ἥμος βαυλομένοις - Θεὸς ὃὲ ὁ ἐξαιρούμενος ἦν, Τοιούτως ἡμῖν ὁ ἀδαφψὸς, οὕτως οδὺς, οὕτως ἀντιληπτικὸς χαὶ φιλάνθρώπος, τοῖς ξένοις ὃ ἐπιχώριος, τοῖς κατακύκο-
Continue reading PG 140: Theodorus Andidensis Episcopus →≣ entire volume