On the Symbols and Mysteries of the Divine LiturgyDe divinae Liturgiae symbolis ac mysteriis
col. 417–418page 3 of 28
De divinæ Liturgiæ symbolis ac mysteriis
PG 140:417ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΗΣ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΓΙΝΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ Πονηθεῖσα ἐκ προτροπῆς καὶ ἀξιώσεως τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Φυτείας Βασιλείου α΄. Πολλοὶ τῶν ἱερᾶσθαι ἠξιωμένων ἴσασι μεν καὶ ὁμολογοῦσι τὰ ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργία τελούμενα τύπου εἶναι τοῦ Σωτηρίου πάθους καὶ τῆς ταφῆς καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ὅτι δὲ καὶ πάσης τῆς αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς σωτηριώδους ἐπιδημίας τε καὶ οἰκονομίας σημαίνουσι τὰ παρηκολουθηκότα γνωρίσματα, ἀπ' αὐτῆς ἀρχῆς τῆς συλ λήψεως τούτου, γεννήσεώς τε καὶ ἀναλωγῆς τῆς τριακονταετοῦς· πρὸς δὲ καὶ τῆς τοῦ Προδρόμου αὐτοῦ λειτουργίας, καὶ τῆς ἐν τῷ βαπτίσματι αὐτοῦ ἀνα δείξεως· καὶ μὴν καὶ τῆς τῶν ἀποστόλων ἐκλογῆς, καὶ τοῦ τῶν θαυμασίων τριετούς χρόνου, ἐξ ὧν ὁ φθόνος φόνος) καὶ ὁ σταυρός κατεσκεύαστο οὐκ οἶδ' είπως επείν, ως οἶκαί αγνοούσι. Καίτοι γε οὐδε σώμα καλοῖτ᾽ ἂν ποτε τὸ μόνην καλὴν ἔχον, ποδῶν δὲ καὶ χειρῶν καὶ τῶν ἄλλων μελῶν ἀπεστε φημένον. Ότι δὲ σῶμα τέλειον τὸ θυόμενον, ἄκου του αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· «Λάβετε, φάγετε τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου.» 'Αλλ' οὐδὲ βίου καὶ πολι τείας εἰκὼν ἡ λογικὴ ἱστορία παρά τινος υπογρά φοιτο, εἰ μὴ τὰ ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ γεννήσει παρηκολουθηκότα, καὶ τὰ ἐν μέσῳ γεγονότα, καὶ ἐν τῷ τέλει συμβεβηκότα, ένσημανθῶσιν. Εἰ οὖν παρὰ ἀνθρώ των γενόμενα οὕτω συμπλέκονται, ὡς εἶναι πάντη συμπεπλεγμένα καὶ ἀνιστόρητα, πῶς ἂν τὰ περὶauctoritate erga omnes patriarchas pollet: quoniam ipse primus est, tanquam Petrus; quatenus hic
videlicet auctoritate super omnes Christianitatis præsules fruebatur, et erga multitudinem, ex qua illa
conflatur: utpote Christi Domini nostri successor, populo ejus Ecclesiisque præpositus.» (Et sic Leo
noster magnus, serm. IV, 2: «Petrus cunctis Ecclesia Patribus praepositus.» Et Joan, Caesariensis in
inedito opere de conc. Chalc. dicit ipsum Leonem caput episcoporum).Quo canone post Coptum Ben
Assali usus est etiam Naironus Maronita in Evoplia, p. 276 et 293. Præter illa quæ de primatu Romano
disputavit alter clarus Maronita, Abrahamus Ecchellensis, in tractatu De origine nominis papæ. Addesig
quæ S. Anselmus Lucencis amplissime de hac re scribit lib. I et II. in sua collectione canonica, cujus
nos titulos edidimus. Adde item duo nova testimonia in nostris Augustini sermonibus Vaticanis LII, 1
et CXX, 13. Denique Casin. Parisiensis sermo XXIII, quia nobis in item cod. Vat. Ottob. 977, f. 262,
legebatur, ita concluditur. «Communicet Petro, qui vult partem habere cum Christo.»
ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΝΔΙΔΩΝ
ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΩΔΗΣ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΓΙΝΟΜΕΝΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
Πονηθεῖσα
ἐκ προτροπῆς καὶ ἀξιώσεως τοῦ θεοφιλεστάτου ἐπισκόπου Φυτείας Βασιλείου
THEODORI EPISCOPI ANDIDORUM
BREVIS COMMENTATIO
DE DIVINE LITURGLE SYMBOLIS AC MYSTERIIS
Composita
hortante ae postulante Deo charissimo episcopo Phytiæ Basilio.
α΄. Πολλοὶ τῶν ἱερᾶσθαι ἠξιωμένων ἴσασι μεν
καὶ ὁμολογοῦσι τὰ ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργία τελούμενα
τύπου εἶναι τοῦ Σωτηρίου πάθους καὶ τῆς ταφῆς
καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν·
ὅτι δὲ καὶ πάσης τῆς αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς σωτηριώδους
ἐπιδημίας τε καὶ οἰκονομίας σημαίνουσι τὰ παρηκολουθηκότα γνωρίσματα, ἀπ' αὐτῆς ἀρχῆς τῆς συλλήψεως τούτου, γεννήσεώς τε καὶ ἀναλωγῆς τῆς τρια
κονταετούς· πρὸς δὲ καὶ τῆς τοῦ Προδρόμου αὐτοῦ
λειτουργίας, καὶ τῆς ἐν τῷ βαπτίσματι αὐτοῦ ἀνα
δείξεως· καὶ μὴν καὶ τῆς τῶν ἀποστόλων ἐκλογῆς,
καὶ τοῦ τῶν θαυμασίων τριετούς χρόνου, ἐξ ὧν ὁ
φθόνος (al. cod. φόνος) καὶ ὁ σταυρός κατεσκεύαστο
οὐκ οἶδ' είπως επείν, ως οἶκαί αγνοούσι. Καίτοι γε
οὐδε σώμα καλοῖτ᾽ ἂν ποτε τὸ μόνην καλὴν ἔχον,
ποδῶν δὲ καὶ χειρῶν καὶ τῶν ἄλλων μελῶν ἀπεστεφημένον. Ότι δὲ σῶμα τέλειον τὸ θυόμενον, ἄκουτου αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· «Λάβετε, φάγετε·
τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου.» 'Αλλ' οὐδὲ βίου καὶ πολιτείας εἰκὼν ἡ λογικὴ ἱστορία παρά τινος υπογρά
φοιτο, εἰ μὴ τὰ ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ γεννήσει παρηκολουθηκότα, καὶ τὰ ἐν μέσῳ γεγονότα, καὶ ἐν τῷ τέλει
συμβεβηκότα, ένσημανθῶσιν. Εἰ οὖν παρὰ ἀνθρώ
των γενόμενα οὕτω συμπλέκονται, ὡς εἶναι πάντη
συμπεπλεγμένα καὶ ἀνιστόρητα, πῶς ἂν τὰ περὶ
· Matth. xxvi, 27.
1. Multi qui sacerdotii officio funguntur, sciunt
equidem et conftentur, ea quæ in divina liturgia
fiunt, figuram esse Salvatoris passionis, et sepulturæ ac resurrectionis Salvatoris Christi Deinostri.
Quod autem ejusdem quoque sulutaris adventus
et incarnationis præ se ferant consequentem notitiam, jam inde ab initio, conceptionis ejus, et nativatis, actæque per triginta annos vitæ; nec non
et ipsius Præcursoris, et Christi in baptismate manifestationis; præterea et electionis apostolorum,
et triennalis patratorum miraculorum temporis,
quæ ipsi invidiæ et crucis causa exstiterunt; id, inquam, haud scio cur isti, ut puto, ignorent. Atqui
ne corpus quidem illud appellabitur quod caput
tantummodo habens, pedibus ac manibus aliisque
membris careat. Sane quod corpus perfectum sit,
quod immolatur, audi Christum ipsum dicentem:
«
Accipite, n'anducate, hoc est corpus meum '.»
Sed nec actæ vitæ imago probabilis a quoquam
describetur, nisi ab initio res quæ nativitatem
comitatæ sunt, et quæ in medio cursu evenerunt,
et quæ in fine contigerunt, adnotentur. Si ergo rehumanæ ita conectuntur ut sint plane inter se co
pulate atque involutæ, quis ca, quæ divinus Spiritus figurat ac representat, tam imperfectam imagi-
col. 419–420page 4 of 28
PG 140:419τοῦ θείου Πνεύματος τυπούμενα καὶ εἰσηγούμενα οὕτως ἐλλιπῆ τὴν εἰκόνα φαιη' τις ἂν δέξασθαι; Ού κοῦν οὐδὲ ἡ τοῦ ζωαρχικοῦ τούτου καὶ θείου σώμα τος ἀπαράλλακτος εἰκὼν ἐλλιπής όλως ευρεθήσεται, εἰ τῶν μελῶν τι έρει περιηρημενον· ἀλλ᾽ ἐν τῷ εἶναι συγκεκαλυμμένα τὰ τοῦ θείου Πνεύματος λόγια, και ἐν βραχέσι πολλάκις ρήμασι καὶ τύποις πολὺν πι ριέχεσθαι νοημάτων πλοῦτον καὶ δυσθεώρητον, τούτο τοῖς κατ' ἐμὲ τῶν νοῦν μὴ καθαρομένοις γνόφος καθίσταται, καὶ ἀτελὴν εἶναι τὰ τέλεια υποτίθησα, β'· Οτι δὲ τὰ προβεβλημένα ταυτί ρήματα όλη θείᾳ ἀναμφηρίστῳ μεγίστοις στηρίζονται υποδεί μασι κραταιότατα, ἐντεῦθεν ἐστι δήλον· ὁ γὰρ ζω γράφος τῶν θείων εὐαγγελιστών λόγος, ὡς ἐξ αὐτοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ὑποσημανθεὶς, οὕτω τὰ ὑπὸ τῆς συλλήψεως, της φωνῆς καὶ τοῦ λόγου, τοῦ φίλου καὶ τοῦ νυμφίου, τοῦ λύκνου καὶ τοῦ ἡλίου, ἄχρι τῆς τελευταίας ανόδου Χριστοῦ τῆς εἰς οὐρανοὺς, καὶ τῆς ἐκεῖθεν αὐτοῦ δευτέρας παρουσίας, ἄριστα έξει κόνισεν, οὐ διεσπαρμένως, οὐδ᾽ ἀπεῤῥηγμένως, ἀλλ' ὑφ' ἐν πρὸς πάντα κατηρτισμένος. ᾗ δὴ καὶ νουνεχέστερον προσεχόντες οἱ πρώτως ἀρχιερατικού και ταξιωθέντες χαρίσματος, καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοὺς θείοι Πατέρες, ἄχρι τῶν χρόνων τῆς γεννήσεως τῶν με γάλων φωστήρων καὶ τεχνουργῶν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐπ κλησίας, Βασιλείου, φημὶ, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τὰς ἐν αὐτοῖς ἐντολὰς τοῦ πρώτου ἀρχι ρέως Πνεύματι θείῳ ποδηγούμενοι ἀνεπλήρωσα Τινες δὲ ἄρα αἱ ἐντολαί; Πολλαὶ μὲν καὶ αλλαί, ἐξαιρέτως δὲ αἱ πρὸς τὴν ἡμετέραν κάθαρσιν και οἱονεὶ ἀναζώωσιν. «Δάβετε φάγετε», φησι· «τοῦ ὁ ἐστι τί σῶμά μου· οὐδὲν γὰρ κωλύει καὶ αὖθις τοῖς ἀναγκαίοις τοῦτο ἐπαναλαμβάνειν· καὶ μετ' όλιγον «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.» Οὐκοῦν οὕτως ἔσπευσαν οι μακάριοι ποεῖσθαι τὴν ἐκείνου ἀνάμνησιν, ὡς καὶ τὸ σῶμα διὰ τῶν θείων συμβόλων σῶον καὶ ἄρτιον ἀποτελεῖν, ἔννουν καὶ ἔμψυχον, δια τῆς ζύμης ἐμβαλλομένης τῷ φυράματι καὶ θεός τητος κατ᾿ οὐσίαν πεπληρωμενον· ὥστε τοὺς ἀξίως μεταλαμβάνοντας ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος ἀξιοῦσθαι, καὶ μεγάλων παθῶν ἴασιν δέχεσθαι. γ. Αλλ' ἔστι καὶ τρίτη βεβαίωσις τῶν προτεθειμένων, ήτις μετὰ τῆς θείας ἱερουργίας ταῖς τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαις καλῶς καὶ θεοφιλῶς παραδέδοται. Τίς δὲ αὕτη; 'Π τῶν ἱερῶν εἰκόνων διά χρωμάτων αναστήλωσις ἐν ταύταις γὰρ τὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἅπαντα μυστήρια τοῖς εὐσεβέσιν ὁρῶνται καθιστορούμενα απ' αυ τῆς τῆς τοῦ ἀρχαγγελου Γαβριήλ πρὸς τὴν παρθένον ἀφίξεως μέχρι καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως ὀρθοδοξίας,nem habere dicat? Ergo ne hujus quidem vivifci τοῦ θείου Πνεύματος τυπούμενα καὶ εἰσηγούμενα
corporis per omnia similis imago, manca ullatenus comperietur, neque ullo membro destituetur.
Verumtamem quia adoperata sunt divini Spiritus
oracula, et quia sub brevibus sæpe verbis atque
figuris, multæ sensuum difficilesque intellectu divitis comprehenduntur; id, inquiam, nostræ ætatis hominibus purgatam mentem minime habentibus, offendit nebulas, et imperfecta esse quæ sunt
perfecta suadet.
2. Quod autem prolata hæc indubia veritate
verba, maximis demonstrationibus firmissime fulciantur, inde fit exploratum, quia graphica sacrorum evangelistarum historia, tanquam ab ipso
Christo Deo nostro inspirata, sic jam inde ab ejus
conceptione, utitur imaginibus vocis et verbi,
amici et sponsi, lucernæ et solis, usque ad postremam Christi in cœlos ascensionem, et ejusdem
illinc novissimo reditu, non sparsim neque abrupte,
sed simul omnia complectitur. Cui rei sapienter
mentem intendentes ii, qui primitus pontifcali
munere digni fuerunt, et qui post eos sancti Patres exstiterunt, usque ad tempora quibus orta
sunt magna luminaria, et ecclesiarum Dei dificatores, Basilius, in quam, et Joannes Chrysostomus, primi pontificis circa ritum hunc mandata,
sancto Spiritu deducente, exsecuti sunt. Quænam
autem hæc mandata fuerunt? multa quidem et
alia, sed præcipue quæ ad purgationem nostram
et quasi reditum in vitam pertinent:» Accipite,
ananducate, ait, hoc est corpus meum.» Nihil c
enim vetat, quominus denuo necessaria hæc verba
repetamus. Et paulo post: «Hoc facite in meam
commemorationem.» Igitur tantopere cordi fuit
his beatis commemorationem Christi facere, ut et
corpus per divina symbola incolume perfectumque
conficerent, mente atque anima præditum, injecto
in massam fermento, et substantialiter deitate plepum; adeo ut qui digne participent, sanctificatione et gratia donentur, magnarumque passionum
medelam consequantur.
3. Sed enim tertia quoque accedit prædictarum
rerum confirmatio, quæ cum sacra liturgia ecclesiis Dei præclare pieque tradita est. Quænam
vero hæc? Sacrarum nimirum imaginum ope colorum exhibitio. In his enim incarnationis Christi
Dei nostri mysteria omnia a religiosis hominibus
cernuntur exposita, ab archangeli Gabrielis ad virginem adventu usque ad Domini in cœlos assumptionem ac novissimum reditum. Habes et alium
Hoc dicit secundum constantem Græcorum
sententiam ac ritum consecrandi fermentatum;
quem ritum non improbat Latina Ecclesia, ita
tamen ut a Græcis vicissim azymum nollet_damnari. Itaque paulo vehementius loquitur S. Petrus
Damiani in sua præclara et religiosissima canonis
missa expositione (n. 1.) a nobis edita Script. vet.
t. V1: Panis fermentatus non debet offerri in sacrifeium, tum ratione facti, tum ratione mysterii.
Græci tamen in suo pertinaces errore de fermento
οὕτως ἐλλιπῆ τὴν εἰκόνα φαιη' τις ἂν δέξασθαι; Ού
κοῦν οὐδὲ ἡ τοῦ ζωαρχικοῦ τούτου καὶ θείου σώμα
τος ἀπαράλλακτος εἰκὼν ἐλλιπής όλως ευρεθήσεται,
εἰ τῶν μελῶν τι έρει περιηρημενον· ἀλλ᾽ ἐν τῷ εἶναι
συγκεκαλυμμένα τὰ τοῦ θείου Πνεύματος λόγια, και
ἐν βραχέσι πολλάκις ρήμασι καὶ τύποις πολὺν πι
ριέχεσθαι νοημάτων πλοῦτον καὶ δυσθεώρητον, τούτο
τοῖς κατ' ἐμὲ τῶν νοῦν μὴ καθαρομένοις γνόφος
καθίσταται, καὶ ἀτελὴν εἶναι τὰ τέλεια υποτίθησα,
β'· Οτι δὲ τὰ προβεβλημένα ταυτί ρήματα όλη
θείᾳ ἀναμφηρίστῳ μεγίστοις στηρίζονται υποδεί
μασι κραταιότατα, ἐντεῦθεν ἐστι δήλον· ὁ γὰρ ζω
γράφος τῶν θείων εὐαγγελιστών λόγος, ὡς ἐξ αὐτοῦ
Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ὑποσημανθεὶς, οὕτω τὰ ὑπὸ
τῆς συλλήψεως, της φωνῆς καὶ τοῦ λόγου, τοῦ φίλου
καὶ τοῦ νυμφίου, τοῦ λύκνου καὶ τοῦ ἡλίου, ἄχρι τῆς
τελευταίας ανόδου Χριστοῦ τῆς εἰς οὐρανοὺς, καὶ
τῆς ἐκεῖθεν αὐτοῦ δευτέρας παρουσίας, ἄριστα έξει
κόνισεν, οὐ διεσπαρμένως, οὐδ᾽ ἀπεῤῥηγμένως, ἀλλ'
ὑφ' ἐν πρὸς πάντα κατηρτισμένος. ᾗ δὴ καὶ νου
νεχέστερον προσεχόντες οἱ πρώτως ἀρχιερατικού και
ταξιωθέντες χαρίσματος, καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοὺς θείοι
Πατέρες, ἄχρι τῶν χρόνων τῆς γεννήσεως τῶν με
γάλων φωστήρων καὶ τεχνουργῶν τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐπ
κλησίας, Βασιλείου, φημὶ, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσο
στόμου, τὰς ἐν αὐτοῖς ἐντολὰς τοῦ πρώτου ἀρχι
ρέως Πνεύματι θείῳ ποδηγούμενοι ἀνεπλήρωσα
Τινες δὲ ἄρα αἱ ἐντολαί; Πολλαὶ μὲν καὶ αλλαί,
ἐξαιρέτως δὲ αἱ πρὸς τὴν ἡμετέραν κάθαρσιν και
οἱονεὶ ἀναζώωσιν. «Δάβετε φάγετε», φησι· «τοῦ ὁ
ἐστι τί σῶμά μου· οὐδὲν γὰρ κωλύει καὶ αὖθις τοῖς
ἀναγκαίοις τοῦτο ἐπαναλαμβάνειν· καὶ μετ' όλιγον
«Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.» Οὐκοῦν
οὕτως ἔσπευσαν οι μακάριοι ποεῖσθαι τὴν ἐκείνου
ἀνάμνησιν, ὡς καὶ τὸ σῶμα διὰ τῶν θείων συμβόλων
σῶον καὶ ἄρτιον ἀποτελεῖν, ἔννουν καὶ ἔμψυχον, δια
τῆς ζύμης ἐμβαλλομένης τῷ φυράματι καὶ θεός
τητος κατ᾿ οὐσίαν πεπληρωμενον· ὥστε τοὺς ἀξίως
μεταλαμβάνοντας ἁγιασμοῦ καὶ χάριτος ἀξιοῦσθαι,
καὶ μεγάλων παθῶν ἴασιν δέχεσθαι.
γ. Αλλ' ἔστι καὶ τρίτη βεβαίωσις τῶν προτεθει
μένων, ήτις μετὰ τῆς θείας ἱερουργίας ταῖς τοῦ
Θεοῦ ἐκκλησίαις καλῶς καὶ θεοφιλῶς παραδέδοται.
Τίς δὲ αὕτη; 'Π τῶν ἱερῶν εἰκόνων διά χρωμάτων
αναστήλωσις ἐν ταύταις γὰρ τὰ τῆς ἐνανθρω
πήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἅπαντα μυστή
ρια τοῖς εὐσεβέσιν ὁρῶνται καθιστορούμενα απ' αυ
τῆς τῆς τοῦ ἀρχαγγελου Γαβριήλ πρὸς τὴν Παρθέ
νον ἀφίξεως μέχρι καὶ τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναλήψεως
conficiunt. Verumtamen idem Petrus semetemendat aut explicat in Collectaneis tom. cit. p. 243,
cum nostra adnotatione.
Greci prima Quadragesimæ Dominica festum venerationis imaginum celebrant, subtitulo
ὀρθοδοξίας, ob eam dogmaticam disciplinam in 86ptimo concilio definitam. De quo festo multæ extant homiliæ, quas inter memini me legere Macarii Chrysocephali, et aliam in collectione Agapi
monachi Cretensis.
ย
col. 421–422page 5 of 28
PG 140:421τοῦ Κυρίου· καὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας Ἔχεις καὶ ἄλλον ἀπαράγραπτον μάρτυρα ενάγοντα σε πρὸς τὴν τῶν θείων μυστηρίων τοῦ ὅλου σώματος ένωσιν καὶ συνάφειαν, τὸν μέγαν φημὶ ἐν θεολόγοις Γρηγόριον, ὃς ἐν τῷ τῶν Χριστοῦ γενεθλίων λόγῳ οὐ μόνον τὰ ἐν τῇ γεννήσει παρηκολουθηκότα, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς ὅλης οικονομίας συνέταξε· καὶ αὖθις ἐν τῷ τοῦ Πάσχα καὶ τῆς ἀναστάσεως, καὶ τὰ ἐν τῇ γεννήσει εἰρημένα αὐτῷ, ἀμετάθετα εἴασιν· ὁ δὴ καὶ φανερώτερον ἀποδεικνύς, τοιοῦτόν φησι τὸ τοῦ γεννηθέντος γενέθλιον, καὶ τοῦ παθόντος ἐντάφιον. Διὰ ταῦτα προηγουμένως μὲν κατὰ τὸν πρόχειρον λόγου καὶ νῦν τοῦτο πᾶς πιστὸς εἰδέναι ὀφείλει ὡς ἡ τῆς θείας ἱερουργίας άπασα τελετὴ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ὅλην οικονομίαν τῆς περὶ ἡμῶν σωτηριώδους συγκαταβάσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς προείρηται, διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τελουμένων μυστηρίων συμβολικώς δηλοῖ εἰ καὶ χαλεπὸν ἐφ' ἑκάστῳ τῶν παρὰ Κυρίου γεγενημένων, καὶ τῶν παρὰ Ἰουδαίοις εἰς αὐτὸν πεπραγμένων, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀφαιρῆσαι πρᾶξιν ἐν τοῖς συμβόλοις· πολλάκις γὰρ τὸ ἐν τῶν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ τελουμένων ἐπὶ δυσὶ καὶ τρισὶ τῶν τότε νοοῦνται καὶ ἀναφέρονται, ὡς προϊὼν ὁ λόγος δείξει σαφέστερον. δ. Αὐτίκα γοῦν ἡ θεία καὶ ἱερα τράπεζα, καὶ εἰς τὸ ἐστρωμένον ἀνεγεων ανώγαιον] ἐκλαμβάνεται, καὶ φάτνη κατονομάζεται, καὶ τάφος Χρι στοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπικέκληται (β). Ταῦτα δὲ, εύο σεβῶς νοούμενά τε καὶ δεχόμενα, οὐδὲν τῷ λόγῳ τῆς εὐσεβείας λυμαίνεται, καὶ μᾶλλον όταν ο προκείμενος λάθος ζητεῖ τὸ οἰκεῖον καὶ πρόσφορον τῷ καιρῷ καὶ τὰ ἄλλα δὲ ὁμοίως· Ωστε εἴ τις των ἐν τῷ τέλει τῷδε συντάγματι ἐντυγχάνων, εὑρήσει τινὰ ἑτέρως ονομασθέντα παρά τινος, καὶ οὐ καν τὴνὰ ἡμετέραν ἐξήγησιν· μηδαμῶς ξενιζέσθω, μόνον εἰ πρὸς εὐσε βείας λόγον καὶ ταῦτα ὁρᾷ· πολλὰ γὰρ καὶ τοῦ τότε καιροῦ τὰ θαυμάσια· καὶ ἴσως τοῖς ἱεροῖς καὶ θείοις ἀποστόλοις, καὶ αὐτοῖς τοῖς θεοφόροις Πατράσιν ἔδοξε τὸ ἐν τῶν νῦν λεγομένων, ὡς εἴρηται, πρὸς πλείονα τῶν τότε ἐναποδίδοσθαι· ἢ καὶ τοῦτο αὐτοῖς ἀναγκαῖον νενόμισται, ὥστε τα μείζονα καὶ συνε πτικώτερα τῆς ἡμετέρας σωτηρίας εντάξαι τη θεία μυσταγωγία, κατὰ τὴν τῶν θείων εὐαγγελιστών παρατήρησιν· τούτων γάρ ή σαφεστέρα πραγματεία τε καὶ σπουδὴ οὐκ ἄλλο τι ἐναργέστερον δείκνυσιν ἀλλ᾽ ἡ τὸ ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἀει παρθένου τε καὶ θεοτόκου συλληφθῆναί τε καὶ γεν νηθῆναι τὸν τοῦ προαυάρχου Πατρὸς ὁμοούσιον Υἱόν καὶ Λόγου· εἶτα βαπτισθῆναι μαρτυρούμενον ὑπὸ τοῦ ζωοποιοῦ καὶ ὁουουσίου αὐτοῦ Πνεύματος· ἔπειris in divinis mysteriis unionem et conjunctionem
deducit, magnum dico inter theologos Gregorium,
qui in sermone de Christi natali, non solum ea quæ
nativitatem comitata sunt, verum etiam totius
dispensationis res conexuit. Rursusque in sermone de Paschate et resurrectione, ea quæ in natali dixerat, loco suo non commovit. Quod ut
apertius significet, talis, inquit, fuit geniti Christi
nativitas, talis et ejusdem passi sepultura. Propterea principaliter juxta præsentem tractatum,
nunc fidelis omnis scire debet a divinæ liturgiæ
universo ritu, illam ipsam totam dispensationem
salutaris condescensionis veri Dei ac salvatoris
nostri Jesu Christi, uti dictum est, per ea quæ
funt in eodem ritu mysteria, symbolice ostendi;
quanquam difficile est, circa singula quæ Dominus
egit, vel Judai contra eum gesserunt, unum eumdemque spectare in symbolis actum. Sepe enim
unum aliquid in divina nunc liturgia operatum,
de duobus vel tribus tunc temporis actibus intelligitur, ad eosque refertur, sicut in sequentibus
filet clarius.
τοῦ Κυρίου· καὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας sine exceptione testem, qui te ad illam totius corpoἜχεις καὶ ἄλλον ἀπαράγραπτον μάρτυρα ενάγοντα
σε πρὸς τὴν τῶν θείων μυστηρίων τοῦ ὅλου σώματος
ένωσιν καὶ συνάφειαν, τὸν μέγαν φημὶ ἐν θεολόγοις
Γρηγόριον, ὃς ἐν τῷ τῶν Χριστοῦ γενεθλίων λόγῳ οὐ
μόνον τὰ ἐν τῇ γεννήσει παρηκολουθηκότα, ἀλλὰ καὶ
τὰ τῆς ὅλης οικονομίας συνέταξε· καὶ αὖθις ἐν τῷ
τοῦ Πάσχα καὶ τῆς ἀναστάσεως, καὶ τὰ ἐν τῇ γεννή -
σει εἰρημένα αὐτῷ, ἀμετάθετα εἴασιν· ὁ δὴ καὶ φανερώτερον ἀποδεικνύς, τοιοῦτόν φησι τὸ τοῦ γεννηθέντος γενέθλιον, καὶ τοῦ παθόντος ἐντάφιον. Διὰ
ταῦτα προηγουμένως μὲν κατὰ τὸν πρόχειρον λόγου
καὶ νῦν τοῦτο πᾶς πιστὸς εἰδέναι ὀφείλει ὡς ἡ
τῆς θείας ἱερουργίας άπασα τελετὴ αὐτὴν ἐκείνην
τὴν ὅλην οικονομίαν τῆς περὶ ἡμῶν σωτηριώδους
συγκαταβάσεως τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς προείρηται, διὰ τῶν ἐν
αὐτῇ τελουμένων μυστηρίων συμβολικώς δηλοῖ εἰ
καὶ χαλεπὸν ἐφ' ἑκάστῳ τῶν παρὰ Κυρίου γεγενημένων, καὶ τῶν παρὰ Ἰουδαίοις εἰς αὐτὸν πεπραγμένων,
μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀφαιρῆσαι πρᾶξιν ἐν τοῖς συμβό
λοις· πολλάκις γὰρ τὸ ἐν τῶν ἐν τῇ θείᾳ λειτουργίᾳ
τελουμένων ἐπὶ δυσὶ καὶ τρισὶ τῶν τότε νοοῦνται καὶ
ἀναφέρονται, ὡς προϊὼν ὁ λόγος δείξει σαφέστερον.
δ. Αὐτίκα γοῦν ἡ θεία καὶ ἱερα τράπεζα, καὶ εἰς
τὸ ἐστρωμένον ἀνεγεων [al. cod. ανώγαιον] ἐκλαμ
βάνεται, καὶ φάτνη κατονομάζεται, καὶ τάφος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐπικέκληται (β). Ταῦτα δὲ, εύο
σεβῶς νοούμενά τε καὶ δεχόμενα, οὐδὲν τῷ λόγῳ τῆς
εὐσεβείας λυμαίνεται, καὶ μᾶλλον όταν ο προκείμενος
λάθος ζητεῖ τὸ οἰκεῖον καὶ πρόσφορον τῷ καιρῷ·
καὶ τὰ ἄλλα δὲ ὁμοίως· Ωστε εἴ τις των ἐν τῷ τέλει
τῷδε συντάγματι ἐντυγχάνων, εὑρήσει τινὰ ἑτέρως
ονομασθέντα παρά τινος, καὶ οὐ καν τὴνὰ ἡμετέραν
ἐξήγησιν· μηδαμῶς ξενιζέσθω, μόνον εἰ πρὸς εὐσε
βείας λόγον καὶ ταῦτα ὁρᾷ· πολλὰ γὰρ καὶ τοῦ τότε
καιροῦ τὰ θαυμάσια· καὶ ἴσως τοῖς ἱεροῖς καὶ θείοις
ἀποστόλοις, καὶ αὐτοῖς τοῖς θεοφόροις Πατράσιν
ἔδοξε τὸ ἐν τῶν νῦν λεγομένων, ὡς εἴρηται, πρὸς
πλείονα τῶν τότε ἐναποδίδοσθαι· ἢ καὶ τοῦτο αὐτοῖς
ἀναγκαῖον νενόμισται, ὥστε τα μείζονα καὶ συνε
πτικώτερα τῆς ἡμετέρας σωτηρίας εντάξαι τη θεία
μυσταγωγία, κατὰ τὴν τῶν θείων εὐαγγελιστών
παρατήρησιν· τούτων γάρ ή σαφεστέρα πραγματεία
τε καὶ σπουδὴ οὐκ ἄλλο τι ἐναργέστερον δείκνυσιν
ἀλλ᾽ ἡ τὸ ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς ἀει
παρθένου τε καὶ θεοτόκου συλληφθῆναί τε καὶ γεν
νηθῆναι τὸν τοῦ προαυάρχου Πατρὸς ὁμοούσιον Υἱόν
καὶ Λόγου· εἶτα βαπτισθῆναι μαρτυρούμενον ὑπὸ
τοῦ ζωοποιοῦ καὶ ὁουουσίου αὐτοῦ Πνεύματος· ἔπειSS. imaginum venerationi addictissimi
Græci sunt, eorumquæ eeclesiæ his passim ornantur. Sic etiam in Occidente toti templorum parietes olim studiosius venustabantur Veteris Novique
Testamenti et martyrum sanctorumque virorum
pictis historiis; quem morem in hodiernarum ecclesiarum parietibus non ita frequentatum dolemus. Certe nullum decorius ornamentum, aut populo Christiano edocendo aptius, adhiberi posse
censemus.
4. Ecce enim divina et sacra mensa et pro strato
ccenaculo accipitur, et præsepe appellatur, et sepulcrum quoque Christi Dei nostri vocitatur. Et
tamen hæc pie cogitata et accepta, nullatenus
rectæ religionis doctrinam lædunt, tunc præsertim
cum propositus sermo temporis propria et accommodata requirit. Et similiter cætera. Quare si
quis eorum qui sacra dignitate cluent, hunc meum
legens commentarium, forte aliqua abs quovis aliter nominata comperiet, et non secundum nostram
expositionem, ne, quæso, miretur, dummodo et ista
rectæ religionis doctrinam respiciant. Multa
enim illius quoque temporis admiranda fuerunt.
Et fortasse sacris divisque apostolis, ipsisque a
Deo inspiratis Patribus, quod nunc uno nomine
comprehenditur, ut diximus, tunc ad plura referre
placuit. Vel etiam hoc necessarium illis visum est
nempe ut majora et summaria salutis nostræ documenta in divinam mystagogiam insererent,juxta
sanctorum evangelistarum traditionem. Horum
quippe manifestum præcipue negotium studiumque
nihil aliud apertius demonstrat, quam quod de
sancto Spiritu Maria semper Virgo et Deipara conceperit genueritque consubstantialem æterno Patri
Filium ac Verbum; cui deinde baptizato testimonium dederit vivificus et consubstantialis ejusdem
Hinc tantummodo incipit codex 632.
Sic Algerus scholasticus in brevi opusculo De
sacrificio missæ, quod nos edidimus in tomo IX
Script. vet. ait: Solemnis celebratio totius missead
hoc instituta est,ut memoriamepärimat Christi venientis in carnem, etc.
Concha sive lacunar Græci altaris denotat
Bethleemi antrum seu præsepe. Ibidem autem
modo coenaculum pingi solet, modo sepulcrum
Domini.
col. 423–424page 6 of 28
PG 140:423τα τὸ ἐπί τρισὶν ἐνιαυτοῖς θαυματουργοῦντα ἐπι ἐκ τῆς τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Βασιλείου άρχιεπ. Καισαρείας Καππαδοκίας μυσταγωγικής ἐκκλησιαστικῆς. Ιστορία μυσταγωγικὴ ἐκκλησιαστικῇ. φθονον γενέσθαι τοῖς Ἰουδαίοις, καὶ ὑπὸ μαθητοῦ προδοθῆναι, ἐμπαιχθῆναι τε καὶ σταυρωθῆναι· εἶτε καὶ ἀναστάντα ἀναληφθῆναι, καὶ ὡς κριτὴν προσ δοκώμενον πάλιν ἐλεύσεσθαι· ἃ πάντα σαφῶς καὶ ἡ θεία ἱερουργία συνίστησι διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τελουμένων, κατὰ τὴν του Κυρίου παράδοσιν, καὶ τὰς δια ρημένας εντολάς. ε'. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὡς σκιαγραφία των μελλήσο των προτίθεται ἡ δὲ κατὰ μέρος τῶν παρ' ἡμῶν Θεοῦ χάριτι νομοθετηθέντων ἐξήγησις, κατά γε την ήμετέραν ἀσθενεστάτην διάνοιαν, δηλώσει τέως την δύναμιν, ὧνπερ συμβόλων εφικέσθαι ᾠήθημεν ούδι γὰρ εἰς νοῦν τοιαύτην ὁρμὴν ἐδεξάμεθα, ὡς ἄγα θεωρητικὴν τάκα ἐν πᾶσι τὴν τόλμαν τῆς ἐξηγήσεως ἐπιδείξασθαι· ἐπεὶ καν τοῖς λόγοις συγγνώμην αἰτοῦμεν τοῖς ἐντυγχάνουσιν, εἰδόσιν ὡς ἐντο ε ὑπακοῆς πειθόμενοι, μᾶλλον δὲ τῷ πρὸς ταῦτα προ τρεψαμάνῳ ἀνδρὶ τὰ πάντα ὄντι θεοφιλεῖ εἴκοντες, τῶν ὑπὲρ δύναμιν κατετολμήσαμεν· ἀλλ' οὐχὶ γνώ σει βρενθυόμενοι, τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ἅψαύστων αψάμε θα. Εἰ δέ τινα τῶν περὶ τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων καὶ ἑτέρων τινῶν τῶν τῇ ἐκκλησίᾳ δεδομένων ὁ λό γος παρήκεν, οὐκ ἄνευ λόγου πρέποντος δέδρακας, Ευρόντες γὰρ περὶ τούτων ἐπ' ὀνόματι τοῦ μεγάλου Βασιλείου ερμηνείαν τινὰ γεγραμμένην, ούδε φθέγξασθαι περὶ τούτων δέον ελογισάμεθα· ὥστε ε καὶ περὶ ὧν εἰπεῖν ἠναγκάσθημεν, εὑρεῖν ἡδυνήθη μέν τινα τῶν προειληφότων Πατέρων δήλωσαν ή σε φήνειαν, πρὸς ἐκείνην αὐτὸν ἡμᾶς συνωθοῦντα άρο χιερέα παρεπεμψάμεθα· αὐτοὶ δὲ τὴν ἄπρακτον και ἀκίνδυνον εἰλόμεθα σιωπήν· ὁμοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ θαρρούντες, καὶ ταῖς εὐχαῖς τοῦ προτρεψαμένου τῆς ὑποθέσεως ἀρχόμεθα ὧδε 5. ᾿Αρχὴν μὲν τῶν μυστικωτάτων λόγων καὶ θειοτάτων συμβόλων αὐτὴν ἐκείνην ἡ πνευματικὸς υποτίθησι λόγος, ἂν εἴτε ἀνθρωπεία φύσις οἷον τινα προσφορὰν ἐξ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου φυρά ματος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν προσήγαγε· καὶ ἡ προσ φητικὴ χάρις του θείου Πνεύματος πολλοῖς καὶ ποι κίλοις ονόμασι παρεδήλωσε, καταλλήλους τῇ ὑπουργία του μυστηρίου τὰς προσηγορίας ἐπιφημίσασα, τύποις τισὶ καὶ συμβόλοις προθεωρηθείσας. "Α Εξήγησις τῆς θείας λειτουργίας, 50 τῆς συσσωμα τώσεως καὶ ἐγκεντρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸν ἐνανθρω πάσαντα Υἱὸν καὶ λόγου του Θεού. Εν τύπω ἄρτου δίδοται σοι τὸ σῶμαSpiritus. Postea propter triennalem miraculorum τα τὸ ἐπί τρισὶν ἐνιαυτοῖς θαυματουργοῦντα ἐπι
cursum, Judæorum invidiam incurrisse, et a discipulo proditur, illusumque et crucifixum, sepulcro
conditum, denique in vitam revocatum, in cœlum
conscendisse, et judicem denuo venturum exspectari. Quæ omnia perspicue divina liturgia sistit
per ea quæ in ipsa fiunt, secundum Domini traditionem et mandata singula.
5. Verum hæc quidem tanquam adumbrata
quædam futurarum rerum proponuntur descriptio.
At nostra particulatim rituum Dei gratia statutorum explanatio, quantum infirmissimum ingenium
nostrum valuerit, vim interim eorum palam faciet,
quorum symbola intellexisse arbitramur. Neque
enim mente talem tantumque conatum concepimus,
utpote nimis contemplativum, ut fortasse in cunctis nostræ audaciam expositionis ostendamus.
Imo et diserte veniam a legentibus imploramus,
quos scire volumus, nos obediendi præcepto obsequentes, vel potius viro per omnia Deo amabili adhortanti cedentes, negotium ultra vires audacter
aggredi; non autem scientia inflatos, res humano
nisui intactas attingere. Quod si quid vel circa
pontificalia indumenta, vel alia aliquot in ecclesiæ
more posita, sermo noster præterierit, id, inquam,
haud absque causa factum est. Cum enim harum
rerum, scriptam quamdam sub magni Basilii nomine interpretationem invenerimus, de iis dicendum a nobis non judicavimus. Quamobrem, circa
illa etiam de quibus loqui jussi fuimus, si quando
invenire nobis licuit præcedentium Patrum aliquam expositionem aut declarationem; ad hanc
potius hortatorem nostrum episcopum ablegavimus: dum nos interim quietum tutumque silentium tenere maluimus. Sed agesis Dei benignitati
propositum aggrediamur.
6. Initium doctrinæ arcanæ, et sanctissimorum
symbolorum, illud ipsum spiritalis sermo proponit, quod tum humana natura ceu quamdam oblationem ex universa humana massa Domino Deo
nostro offert; tum prophetica gratia divini Spiritus multis diversisque vocabulis significavit, congruas operato mysterio appellationes imponens,
typis quibusdam ac symbolis præmonstratas. Sed
congrua et connaturalia nomina rei gestæ modo
Verissime Theodorus noster dicit inscriptum
se vidisse divo Basilio opusculura de quo loquitur;
etenim nos quoque in cod. Vat. 430, post Theodori
tractatum legimus f. 151: titulum excerptorum ἐκ
τῆς τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Βασιλείου άρχιεπ.
Καισαρείας Καππαδοκίας μυσταγωγικής εκκλησιαστικής. Tum vero in cod. Vat. 662, f. 238, exstat
idem opus plane integrum sub ejusdem Basilii nomine, cum titulo: Ιστορία μυσταγωγικὴ ἐκκλησιαστική. Attamen nihil aliud id est, nisi cum varietatibus,quam opusculum illud sub patriarchæ Germani
nomine non semel vulgatum, imprimis autem in
pulcherrima Parisiensi Morelii editione. Richardus
quoque Simonius codicem hujus operis habuit sub
Basilii nomine, ut ait in Catalogo p. 287, post notas ad Gabrielem Philadelphiensem. Ejusdem generis aliud opusculum S. Sophronii edidimus nos
φθονον γενέσθαι τοῖς Ἰουδαίοις, καὶ ὑπὸ μαθητοῦ
προδοθῆναι, ἐμπαιχθῆναι τε καὶ σταυρωθῆναι· εἶτε
καὶ ἀναστάντα ἀναληφθῆναι, καὶ ὡς κριτὴν προσδοκώμενον πάλιν ἐλεύσεσθαι· ἃ πάντα σαφῶς καὶ ἡ
θεία ἱερουργία συνίστησι διὰ τῶν ἐν αὐτῇ τελουμέ
νων, κατὰ τὴν του Κυρίου παράδοσιν, καὶ τὰς δια
ρημένας εντολάς.
ε'. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ὡς σκιαγραφία των μελλήσο
των προτίθεται ἡ δὲ κατὰ μέρος τῶν παρ' ἡμῶν
Θεοῦ χάριτι νομοθετηθέντων ἐξήγησις, κατά γε την
ήμετέραν ἀσθενεστάτην διάνοιαν, δηλώσει τέως την
δύναμιν, ὧνπερ συμβόλων εφικέσθαι ᾠήθημεν ούδι
γὰρ εἰς νοῦν τοιαύτην ὁρμὴν ἐδεξάμεθα, ὡς ἄγα
θεωρητικὴν τάκα ἐν πᾶσι τὴν τόλμαν τῆς ἐξηγή
σεως ἐπιδείξασθαι· ἐπεὶ καν τοῖς λόγοις συγγνώμην
αἰτοῦμεν τοῖς ἐντυγχάνουσιν, εἰδόσιν ὡς ἐντο ε
ὑπακοῆς πειθόμενοι, μᾶλλον δὲ τῷ πρὸς ταῦτα προ
τρεψαμάνῳ ἀνδρὶ τὰ πάντα ὄντι θεοφιλεῖ εἴκοντες,
τῶν ὑπὲρ δύναμιν κατετολμήσαμεν· ἀλλ' οὐχὶ γνώ
σει βρενθυόμενοι, τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ἅψαύστων αψάμε
θα. Εἰ δέ τινα τῶν περὶ τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων
καὶ ἑτέρων τινῶν τῶν τῇ ἐκκλησίᾳ δεδομένων ὁ λόγος παρήκεν, οὐκ ἄνευ λόγου πρέποντος δέδρακας,
Ευρόντες γὰρ περὶ τούτων ἐπ' ὀνόματι τοῦ μεγάλου
Βασιλείου ερμηνείαν τινὰ γεγραμμένην, ούδε
φθέγξασθαι περὶ τούτων δέον ελογισάμεθα· ὥστε ε
καὶ περὶ ὧν εἰπεῖν ἠναγκάσθημεν, εὑρεῖν ἡδυνήθη
μέν τινα τῶν προειληφότων Πατέρων δήλωσαν ή σε
φήνειαν, πρὸς ἐκείνην αὐτὸν ἡμᾶς συνωθοῦντα άρο
χιερέα παρεπεμψάμεθα· αὐτοὶ δὲ τὴν ἄπρακτον και
ἀκίνδυνον εἰλόμεθα σιωπήν· ὁμοῦ Θεοῦ φιλανθρω
πία θαρρούντες, καὶ ταῖς εὐχαῖς τοῦ προτρεψαμένου
τῆς ὑποθέσεως ἀρχόμεθα ὧδε·
et hortatoris nostri precibus confisi suseeptum
5. ᾿Αρχὴν μὲν τῶν μυστικωτάτων λόγων καὶ
θειοτάτων συμβόλων αὐτὴν ἐκείνην ἡ πνευμα
τικός υποτίθησι λόγος, ἂν εἴτε ἀνθρωπεία φύσις
οἷον τινα προσφορὰν ἐξ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου φυρά
ματος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ἡμῶν προσήγαγε· καὶ ἡ προσ
φητικὴ χάρις του θείου Πνεύματος πολλοῖς καὶ ποι
κίλοις ονόμασι παρεδήλωσε, καταλλήλους τῇ ὑπουρ
γία του μυστηρίου τὰς προσηγορίας ἐπιφημίσασα,
τύποις τισὶ καὶ συμβόλοις προθεωρηθείσας. "Αin Spicilegio rom. t. 1V,quanquam fine multatum.
Sed exstat in cod. Vat. 790. f. 36-40, scriptum
aliud: Εξήγησις τῆς θείας λειτουργίας, quo 50phronii defectus suppleri utcunque videtur.
Sacramenta, et res simul et symbolum sunt.
Verbi gratia Eucharistia, res est propter veram
Christi præsentiam: simulque, ut ait Critopulus
in Confess. eccl. cap. 9, symbolum τῆς συσσωμα
τώσεως καὶ ἐγκεντρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸν ἐνανθρω
πάσαντα Υἱὸν καὶ λόγου του Θεού.
Prrecludendo eorum ori qui panem eucharisticum typum tantum seu figuram corporis Christi blasphemant, adest antiquissimus quoque testis Cyrillus Hierosol, in Mystag. IV, 3: Εν τύπω
ἄρτου δίδοται σοι τὸ σῶμα· in typo (id est spe
cie) panis datur tibi corpus.Itaque non corporis est
figura, seu species, panis est; sed corpus sub spe-
col. 425–426page 7 of 28
PG 140:425πρόσφορα καὶ συμφνῆ ὀνόματα τῇ οἰκονομίᾳ όγον φερωνυμίας τῶν συντελουμένου συμ τοῦ μυστηρίου τοῖς θεοκήρυξιν ἀποστόλοις οἷς Παπράσι πεφύλακται, ἄρτον αὐτὸν ἐπι σιν, εὐλογίαν, προσφοράν, ἀπαρχήν ἄρτον ), ὡς τὸν οὐράνιον ἄρτον, αὐτόν, δηλαδὴ τὸν σωματικώτερον ἐκ τῶν ἰδίων αἱμάτων αἱ ἀστοποιησάσης τῆς παναχράντου Θεοτόκου δὲ ὡς τῆς ἀρᾶς τῶν πρωτοπλάστων αναί προσφοράν δέ, ὡς ἐξ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου τος οίαν τινὰ φιλοτιμίαν τῷ Θεῷ καὶ κτίστῃ Αγια τῶν ἁγίων προσενεχθεῖσαν· ἀπαρχὴν δι, των ἀπαρηγμάτων Θεῷ προσενηνεγμένων τυγ το ἱερωτέραν καὶ ἁγιωτέραν. Ταύτην τοίνυν αγίας και προσφοράν, καὶ τοῖς εἰρημένοις. ὀνόμασιν ονομαζομένην, εἰς τύπον τῆς παν Θεοτόκου πιστῶς δεχομεθα καὶ δοξά Η πρόθεσις δὲ τῆς καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίας ίσο ἡ πέφυκε τοῖς τῶν ἁγίων ἁγίοις τῆς σκιών ατρείας τῶν Ἰουδαίων· μᾶλλον δὲ πολὺ ταύ ζων ή γάρ θεία τράπεζα, ἐν ᾗ θύεται ὁ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, συγκρι τὸν ὑψηλοτέρα τῆς παλαιᾶς ἐκείνης τραπέζης ρός ἁγιασμού λόγου καὶ συγχώρησιν πταισ τοῖς μετά πίστεως καὶ καθαρᾶς συνειδήσεως νομένοις· οὐ μὴν πρὸς σύγκρισιν ύλης γὰρ ἐκείνη διεκεκόσμητο. Τὸ δὲ μίαν αὐτοῖς τράπεζαν, καὶ ἐφ᾽ ἐφ' ἑνὶ ταύτην τόπῳ περι 5 εἶναι νομοθετεῖσθαι, ἀλλαχοῦ δὲ μήτε (; ήριον πήγνυσθαι απαγορεύσαι, ἄρ' οὐχὶ ἐστι γνώρισμα τοῦ καὶ ταύτην καὶ τὰς ἐν ιλουμένης ουσίας καιρῷ τῷ προσήκοντι παν ἀφανίσαι; Ἐν μὲν γὰρ ἀρχαῖς τη γνώμη στριμάργων καὶ ταχυτάτων Ἰουδαίων στη Ἑλληνικῶς ἐθελόντων βιοῦν, συνεχώρησε τίας ἐπ' ὀνόματι μόνῳ τῆς αὐτοῦ Θεοῦ ἁγα ταύτας καθιερούν, ἵν᾽ ἐν καιρῷ τῆς χριστου ἐκεῖθεν ἀπελαθέντες οὐδαμῶς ἔχοιεν πάρ ἑτέρῳ τόπῳ ταυτα δράν, τῷ σφῶν κωλυό νόμῳ· καντεύθεν ἐκποδών γένηται καὶ ἡ Μὴ πρόσεχε ὡς τῷ άστῳ καὶ τῷ οἴκῳ· σώμα γὰρ καὶ αίμα κατὰ τὴν Δεσποτικήν τυγχάνει ἀπόφασιν.πρόσφορα καὶ συμφνῆ ὀνόματα τῇ οἰκονομίᾳ imponere, ita ut ipsum vocabulum peracta mysteόγον φερωνυμίας τῶν συντελουμένου συμτοῦ μυστηρίου τοῖς θεοκήρυξιν ἀποστόλοις
οἷς Παπράσι πεφύλακται, ἄρτον αὐτὸν ἐπι
σιν, εὐλογίαν, προσφοράν, ἀπαρχήν ἄρτον
), ὡς τὸν οὐράνιον ἄρτον, αὐτόν, δηλαδὴ τὸν
σωματικώτερον ἐκ τῶν ἰδίων αἱμάτων αἱἀστοποιησάσης τῆς παναχράντου Θεοτόκου
· δὲ ὡς τῆς ἀρᾶς τῶν πρωτοπλάστων αναίπροσφοράν δέ, ὡς ἐξ ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου
τος οίαν τινὰ φιλοτιμίαν τῷ Θεῷ καὶ κτίστῃ
Αγια τῶν ἁγίων προσενεχθεῖσαν· ἀπαρχὴν δι,
των ἀπαρηγμάτων Θεῷ προσενηνεγμένων τυγ
το ἱερωτέραν καὶ ἁγιωτέραν. Ταύτην τοίνυν
αγίας και προσφοράν, καὶ τοῖς εἰρημένοις.
ὀνόμασιν ονομαζομένην, εἰς τύπον τῆς παν-
· Θεοτόκου πιστῶς δεχομεθα καὶ δοξάΗ πρόθεσις δὲ τῆς καθ' ἡμᾶς Ἐκκλησίας ίσοἡ πέφυκε τοῖς τῶν ἁγίων ἁγίοις τῆς σκιών
ατρείας τῶν Ἰουδαίων· μᾶλλον δὲ πολὺ ταύζων ή γάρ θεία τράπεζα, ἐν ᾗ θύεται ὁ
ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, συγκρι
τὸν ὑψηλοτέρα τῆς παλαιᾶς ἐκείνης τραπέζης
ρός ἁγιασμού λόγου καὶ συγχώρησιν πταισ
τοῖς μετά πίστεως καὶ καθαρᾶς συνειδήσεως
νομένοις· οὐ μὴν πρὸς σύγκρισιν ύλης -
γὰρ ἐκείνη διεκεκόσμητο. Τὸ δὲ μίαν αὐτοῖς
τράπεζαν, καὶ ἐφ᾽ ἐφ' ἑνὶ ταύτην τόπῳ περι5 εἶναι νομοθετεῖσθαι, ἀλλαχοῦ δὲ μήτε (;
ήριον πήγνυσθαι απαγορεύσαι, ἄρ' οὐχὶ
ἐστι γνώρισμα τοῦ καὶ ταύτην καὶ τὰς ἐν
ιλουμένης ουσίας καιρῷ τῷ προσήκοντι πανἀφανίσαι; Ἐν μὲν γὰρ ἀρχαῖς τη γνώμη
στριμάργων καὶ ταχυτάτων Ἰουδαίων στη
Ἑλληνικῶς ἐθελόντων βιοῦν, συνεχώρησε
τίας ἐπ' ὀνόματι μόνῳ τῆς αὐτοῦ Θεοῦ ἁγαταύτας καθιερούν, ἵν᾽ ἐν καιρῷ τῆς χριστου
ἐκεῖθεν ἀπελαθέντες οὐδαμῶς ἔχοιεν πάρἑτέρῳ τόπῳ ταυτα δράν, τῷ σφῶν κωλυό
νόμῳ· καντεύθεν ἐκποδών γένηται καὶ ἡ
nis. Pergit Cyrillus dicere: Μὴ πρόσεχε ὡς
τῷ άστῳ καὶ τῷ οἴκῳ· σώμα γὰρ καὶ αίμα
κατὰ τὴν Δεσποτικήν τυγχάνει ἀπόφασιν.
longinquioris quoque nationis testimonia
inaudita nobis accersamus, adest sapiens
aeniorum episcopus Nerses Lamprunensis,
sacrae liturgie explanatione, patrio serconscripta, p. 161, diserte ait: Panis fit
Christi. Similiter p. 389: Spiritu sancto
te, de pane fit corpus Christi. Item p. 397:
a exanimis (panis vitam suscepit: animafuit, cui deerat spiritus: symbolum in rem
sum est: species corporis Christi, substanomnino Christi corpus effecta est. Deni468: Per sacerdotis orationem descendit
sad speciem panis) vivificandam. Quibus
quomodo pars aliqna dubitationis restet,
; non video Et diserte alibi, ut pericere RR. PP. Mechitariste in Apologia
rsete, venerabile dogma veraciter traairum, p. 158, pluribus verbis asserit non
1 Christi esse Eucharistiam, sed ipsum ejus
PATROL. GR. CXL,
'
rii symbola proprie denotaret, id, inquaın, divinis
præconibus apostolis, sanctisque Patribus curæ
fuit. Itaque appellarunt panem, benedictionem,
oblationem, primitias: panem quidem, tanquam
cælestem panem, ipsum videlicet Christum, solidius ex propriis sanguinibus sensibiliter confectum ab immaculata Deipara; benedictionem, utpote maledictionis primis creatis hominibus impactæ exstinctionem; oblationem, tanquam ex
universa humana massa munus quoddam Deo creatori ad sancta sanctorum delatum; primitias denique, tanquam omnium primigeniorum Deo
oblatorum rem sacratissimam et sanctissimamHanc igitur benedictionem dictam, atque oblatio.
nem, aliisque supradictis nominibus appellatam,
augustis exhibitam templis, et prothesi, ut vocitamus impositam, ceu figuram laudatissimæ Deiparæ, fideliter suscipimus et honoramus.
7. Nostra autem Ecclesiae prothesis pari dignitate est atque sancta sanctorum umbratilis Ju.
dæorum cultus, imo vero his superior. Nam divina
mensa, in qua immolatur Agnus, qui tollit peccatum
mundi. incomparabiliter sublimior est mensa illa
vetere, propter sanctitatis rationem, et peccatorum
remissionem, quam iis confert qui cum fide puraque conscientia accedunt. Neque tamen materiæ
facienda est comparatio; illa quippe auro tota
exornata erat. Quod autem una illis præfinita fuerit
mensa, et quidem uno in loco circumscribi jussa,
alibi vero neque mensam neque altare statui permissum, nonne manifestum indicium erat, tum
hanc, tum immolatas ibi victimas, congruo tempore prorsus antiquatum iri? Et olim quidem voluntati indulgens gulosorum crassiorumque Judæorum, ethnico more vivere volentium, sivit ut
victimas nomini tantum bonitatis Dei ipsius sacrificarent; ut deicidii tempore patria expulsi, copiam minime haberent, alio in loco hos ritus peragendi, propria videlicet ipsorummet lege interdicti atque ita talis cultus memoria quoque
aboleretur. Certe nisi ex mera erga Judæorum
corpus et sanguinem. Et mos. p. 160,negat symbo
lum Dei esse panem (id est speciem panis) sed ibi
corporis substantiam contineri propugnat. Rem
perspicuis verbis adfirmat etiam pp. 130, 161.351,301
atque ut noster llieronymus ep.146.ad sacerdotum
preces ait Christi corpus sanguinemque confici, sic
et Nerses, p. 45, sacerdotum dignitatem suspicit,clirigendi Spiritum sanctum, et materiam in Deum
consecrandi. Denique Armenii in hymno eucharistico canunt: Hic panis est corpus Jesu Christi. De
hoc sacramento præclare etiam Stephanus Aldoensis patriarcha Maronitarum in Commentario
de Missa, quem jam retro laudavimus.
Petrus Damiani op. cit. n. 2: Ides panem
et vinum in sacrificium corporis et sanguinis sui
Christus instituit, quod sicut præ cæteris cibis corporalibus panis et vinum reficiunt, ita corpus et
sanguis Christi præ cæteris cibis et potibus spiritualibus interiorem hominem ref.ciunt et saginant.
Confer infra, n. 9.
col. 427–428page 8 of 28
PG 140:427μνήμη τῆς τοιαύτης λατρείας· εἰ γὰρ μὴ συγκαταβαίνων τῇ ἀσθενείᾳ τῶν Ἰουδαίων τὰς θυσίας προσ έταξεν ὁ Θεός, πῶς οὐκ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐφαπλοῦσθαι αὐτὰς διωρίσατο, ὡς καὶ τὰς ὑπὸ τοῦ κηρύγματος τῶν ἁγίων ἀποστόλων κατ' ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ἐκτεθείσας, αἵτινες ἡλίῳ καὶ ἀέρι καὶ τοῖς άλλοις κοινοῖς ἐντρυφήμασιν ἐξωμοίωνται; Αλλ ως προα ρηται, συγκαταβάσεως ἕνεκεν αἱ θυσίας τῶν Ἰουδαίων συνεχωρήθησαν· εἰ γὰρ ἔτι τουτων τελουμένων με ριάκις ὑπὸ τοῦ θείου Πνεύματος διὰ τῶν προφητών ἀνετράπησαν, καθὼς διὰ Ισαίου φησίν « φέρητέ μοι σεμίδαλιν, μάταιον θυμίαμα, βδελυγμά μοί ἐστι· τὶς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν;» Διὰ δὲ Δαβίδ «Μὴ φάγομαι κρέα του ρων, ἡ αἷμα τράγων πίομαι;» Καὶ ἑτέρωθι οι σα σίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σωμα δε κατηρτίσω μοι·» τὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν πάντων σωματώσεως πρὸ γενεῶν ἀρχαίων εὐτρεπισμένου φάσκων μυστήριον· πῶς ἄρα μετὰ τὴν ἐπι φάνειαν τῆς νέας χάριτος ίχνος ὑπολελεῖφθαι τῶν παλαιῶν θυσιῶν φήσειεν ἄν τις τῶν νουν εχόντων; ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τῆς τῶν νομικών θυσιών παύλης ἢ ἀποβολῆς καὶ ἀπαγορεύσεως. ἐμὴν ἀνάμνησιν.» Εἰ δὲ προφητικὰς περὶ τούτων προῤῥήσεις ζητεῖς, άκουσον προφήτου καὶ βασιλέως ἀμφοῖν τὸ ἀξιόπιστον ἔχοντος· μᾶλλον δὲ αὐτοῦ τοῦ ἐπουρανίου Πατρὸς πρὸς τὸν πρὸ ἐωσφόρου γεννηθέντα ἐξ αὐτοῦ ἀῤῥήτως καὶ ἀπαθῶς κ μοστ Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.» Καὶ τί τὰ παρ' αὐτοῦ προσφερόμενα τῷ Θεῷ; Αρτος καὶ οἱ νος, οἷς τὸν ᾿Αβραὰμ ἐδεξιοῦτο θεοπρεπώς, νίκην ἐπεργασάμενον. Εἰ οὖν ἐξ ἑτέρας φυλῆς ὁ Μελχισεδὲκ, τύπος δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ λογίζεται καὶ πιστεύεται, ἐκβέβληται ἄρα ἡ λευϊτικὴ ἱερωσύνη ἀδύνατον γὰρ ψεύσασθαι Θεόν, καὶ ταῦτα μεθ᾽ ὅρκου η. Αλλ' ἴσως ἔροιτο τις τῶν ἀντιθέτων· Ὑμεῖς δὲ ἐκ ποίων προφητικών αποδείξεων τὴν παρ᾽ ὑμῶν προσφερόμενον ἄρτον καὶ οἶνον εἰς τύπον τοῦ σώ ματος καὶ αἵματος του Χριστού προσφέρειν παρελά Εετε; φαμὲν οὖν κατὰ πρῶτον λόγον ὡς τὰ παρὰ «τῆς αὐτοαληθείας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ πραχθέντα καὶ παραδοθέντα οὐδεὶς ἀντεξετάζειν δύναται· «Τούτο γὰρ ποιεῖτε, φησὶν, ἵνα καὶ αὖθις ἐρῶ, εἰς τὴν επαγγειλάμενον κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ ἀναστήσεσθαι τὸν ἐκ σπέρματος Δαβὶδ τὸ κατὰ σάρκα, ἀρχιερέα τὸν αὐτὸν ὄντα καὶ Θεὸν προαιώνιον. Τῶν ἐκ τῆς λευϊτικῆς τοίνυν φυλῆς ἐκβεβλημένων, ὡς προγέγραπται, ἀναγκαῖον πάλιν ἐστὶ καὶ τοῦ πα λαιοῦ νόμου καὶ τῆς λατρείας γενέσθαι μετάθεσιν ὡς που καὶ Παύλος ὁ μέγας φησι· Πᾶσα γὰρ ἡ τῆς λατρείας τῶν Ἰουδαίων πραγματεία καὶ ἐντολὴ διὰ τῶν λευίτῶν καὶ συμφυλετών αὐτῶν ἐνεργεῖσθαι τῷ νόμῳ ἐκτέτακται. Πανομένων δε ἐκείνων κατήργηται καὶ ὁ νόμος. ᾿Αλλὰ καὶ δι' ἑτέρου προ φήτου περὶ τοῦ ἡμετέρου θύματος καὶ τῆς λατρείας τοιαυτα προαναφωνεῖ λέγων «Ἰδοὺ θυμίαμά μαinfirmitatem indulgentia Deus illis sacrificia in- μνήμη τῆς τοιαύτης λατρείας· εἰ γὰρ μὴ συγκατά
dixisset, quid causæ erat, quominus in universum
terrarum orbem diffundi ea decrevisset, æque ac
illa, quæ per prædicationem apostolorum, jubente
Deo instituta sunt, quæ soli et aeri, cæterisque
mundi ornatibus assimilantur? Sed, ut diximus,
Judæorum sacrificia condescensione Dei permissa
fuerunt. Etenim dum hæc adhuc peragebantur,
millies divino Spiritu per prophetas loquente, recusata sunt, quemadmodum Isaias ait:«Si affe
ratis ad me similam, vana est oblatio, abominatio,
inquiam, mihi est. Quis enim hæc de manibus
vestris exquisivit?» David autem:» Num manducabo carnes taurorum, et sanguinem hircorum
potabo*?» Et alibi: Sacrificium et oblationem
noluisti, corpus autem aptasti mihi *.» Quibus
verbis Propheta, Christi Dei nostri, ante veteres
generationes dispositum incarnationis mysterium
denotat. Quomodo igitur post novæ gratiæ adventum, vestigium aliquod veterum sacrificiorum,
quicunque mentis est compos,dicat superfuisse?
Sed hæc hactenus de legalium sacrificiorum cessatione vel abjectione et vetito.
βαίνων τῇ ἀσθενείᾳ τῶν Ἰουδαίων τὰς θυσίας προσ
έταξεν ὁ Θεός, πῶς οὐκ εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐφαπλού
σθαι αὐτὰς διωρίσατο, ὡς καὶ τὰς ὑπὸ τοῦ κηρύγ
ματος τῶν ἁγίων ἀποστόλων κατ' ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ
ἐκτεθείσας, αἵτινες ἡλίῳ καὶ ἀέρι καὶ τοῖς άλλοις
κοινοῖς ἐντρυφήμασιν ἐξωμοίωνται; Αλλ ως προα
ρηται, συγκαταβάσεως ἕνεκεν αἱ θυσίας τῶν Ἰουδαίων
συνεχωρήθησαν· εἰ γὰρ ἔτι τουτων τελουμένων με
ριάκις ὑπὸ τοῦ θείου Πνεύματος διὰ τῶν προφητών
ἀνετράπησαν, καθὼς διὰ Ισαίου φησίν «
φέρητέ μοι σεμίδαλιν, μάταιον θυμίαμα, βδελυγμά
μοί ἐστι· τὶς γὰρ ἐξεζήτησε ταῦτα ἐκ τῶν χειρῶν
ὑμῶν;» Διὰ δὲ Δαβίδ «Μὴ φάγομαι κρέα του
ρων, ἡ αἷμα τράγων πίομαι;» Καὶ ἑτέρωθι οι σα
σίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σωμα δε κα
τηρτίσω μοι·» τὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν
πάντων σωματώσεως πρὸ γενεῶν ἀρχαίων ευτρεπι
σμένου φάσκων μυστήριον· πῶς ἄρα μετὰ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς νέας χάριτος ίχνος ὑπολελεῖφθαι τῶν
παλαιῶν θυσιῶν φήσειεν ἄν τις τῶν νουν εχόντων;
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν περὶ τῆς τῶν νομικών θυσιών
παύλης ἢ ἀποβολῆς καὶ ἀπαγορεύσεως.
ἐμὴν ἀνάμνησιν.» Εἰ δὲ προφητικὰς περὶ τούτων
προῤῥήσεις ζητεῖς, άκουσον προφήτου καὶ βασιλέως
ἀμφοῖν τὸ ἀξιόπιστον ἔχοντος· μᾶλλον δὲ αὐτοῦ τοῦ
ἐπουρανίου Πατρὸς πρὸς τὸν πρὸ ἐωσφόρου γεννη
θέντα ἐξ αὐτοῦ ἀῤῥήτως καὶ ἀπαθῶς κ μοστ
Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν
αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.» Καὶ τί τὰ
παρ' αὐτοῦ προσφερόμενα τῷ Θεῷ; Αρτος καὶ οἱ
νος, οἷς τὸν ᾿Αβραὰμ ἐδεξιοῦτο θεοπρεπώς, νίκην
ἐπεργασάμενον. Εἰ οὖν ἐξ ἑτέρας φυλῆς ὁ Μελχι
σεδέκ, τύπος δὲ τοῦ Χριστοῦ καὶ λογίζεται καὶ
πιστεύεται, ἐκβέβληται ἄρα ἡ λευϊτικὴ ἱερωσύνη
ἀδύνατον γὰρ ψεύσασθαι Θεόν, καὶ ταῦτα μεθ᾽ ὅρκου
8. Sed fortasse dicet aliquis ex adversariis: η. Αλλ' ἴσως ἔροιτο τις τῶν ἀντιθέτων· Ὑμεῖς
Vos, ex quibus prophetarum indicationibus panem δὲ ἐκ ποίων προφητικών αποδείξεων τὴν παρ᾽ ὑμῶν
vinumque ceu typum corporis ac sanguinis Christi προσφερόμενον ἄρτον καὶ οἶνον εἰς τύπον τοῦ σώ
offerre didicistis? In primis igitur respondemus. ματος καὶ αἵματος του Χριστού προσφέρειν παρελά
Christi Dei, qui est ipsa veritas, facta et traditio- Εετε; φαμὲν οὖν κατὰ πρῶτον λόγον ὡς τὰ παρὰ
nes neminem posse scrutari: «Hoc enim facite, τῆς αὐτοαληθείας Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ πραχθέντα καὶ
inquit (ut denuo dicam) in meam commemoratio- παραδοθέντα οὐδεὶς ἀντεξετάζειν δύναται· «Τούτο
nem.» Quod si propheticas de his prædictiones – γὰρ ποιεῖτε,» φησὶν, ἵνα καὶ αὖθις ἐρῶ, «εἰς τὴν
quæris, audi virum prophetæ simul regisque auctoritatem habentem; imo vero ipsum cœlestem Patrem, genito ab se ante luciferum ineffabiliter et
impassibiliter Filio dicentem: «Juravit Dominus, et non pœnitebit eum, tu es sacerdos in
æternum secundum ordinem Melchisedecs.» Quid
hic porro Deo offerebat? panem ac vinum, quibus
Abrahamum divinitus muneratus est, post victoriam ab eo patratam. Si ergo oriundus ex alieno
populo Melchisedec, figura Christi existimatur et
creditur, utique expulsum est leviticum sacerdotium. Impossibile enim est Deum mentiri, postquam
jurejurando promisit se excitaturum aliquem
secundum ordinem Melchisedec, qui carnaliter επαγγειλάμενον κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ ἀναστή
esset de Davidis semine pontifex simul Deusque
ante sæcula. Ejectis igitur qui de Levi tribu erant,
ut suprascriptum est, necesse vicissim fuit ut veteris tum legis tum cultus immutatio fieret; sicut
alicubi magnus quoque Paulus dicit: Universum
enim Judæorum cultum per levitas et contribules
exerceri, lege cautum erat; quibus cessantibus,
lex quoque irrita evasit *. Sed et per alium prophetam, de nostro sacrificio et cultu hæc Deus
prædixit dicens: «Ecce thymiama mihi exhibetur
in universa terra 7.» Atque hæc dicta sunto de
abolitione Judaicorum sacrificiorum ac rituum et
σεσθαι τὸν ἐκ σπέρματος Δαβὶδ τὸ κατὰ σάρκα,
ἀρχιερέα τὸν αὐτὸν ὄντα καὶ Θεὸν προαιώνιον. Τῶν
ἐκ τῆς λευϊτικῆς τοίνυν φυλῆς ἐκβεβλημένων, ὡς
προγέγραπται, ἀναγκαῖον πάλιν ἐστὶ καὶ τοῦ πα
λαιοῦ νόμου καὶ τῆς λατρείας γενέσθαι μετάθεσιν·
ὡς που καὶ Παύλος ὁ μέγας φησι· Πᾶσα γὰρ ἡ τῆς
λατρείας τῶν Ἰουδαίων πραγματεία καὶ ἐντολὴ
διὰ τῶν λευίτῶν καὶ συμφυλετών αὐτῶν ἐνεργεῖσθαι
τῷ νόμῳ ἐκτέτακται. Πανομένων δε ἐκείνων
κατήργηται καὶ ὁ νόμος. ᾿Αλλὰ καὶ δι' ἑτέρου προφήτου περὶ τοῦ ἡμετέρου θύματος καὶ τῆς λατρείας
τοιαυτα προαναφωνεῖ λέγων «Ἰδοὺ θυμίαμά μα
? Isa. 1, 13. ³ Psal. xuv, 73. ↳ Psal. xxxix, 7, ³ Psal. (1x, 4. * Hebr. vi, 11. 7 Malach. 1, 11.
col. 429–430page 9 of 28
PG 140:429κεται ἐν πάσῃ τῇ γῇ. Ταῦτα μὲν εἰς ἀπα ν τῶν Ἰουδαϊκῶν καὶ θυσιῶν καὶ ἐθῶν, πρό δὲ τῶν ἡμετέρων καὶ πάσῃ τῇ γῇ τελουμένων αναιμάκτου θυσίας. Αλλ' ἐπανακτέον τὸν λόγον ὅθεν ἐξέθημεν παρεκβατικώς εἴρηται ταύτα, διὰ τὸν τῶν κτόνων ἔλεγχον. Ούτω τοίνυν καὶ διὰ τὰ προ α ή προσφορά, καὶ ὁ ἄρτος, καὶ ἡ εὐλογία, ἀπαρχὴ, εἰς τύπον τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεο λαμβάνεται ἥτις κατ᾽ εὐδοκίαν τοῦ Πα καὶ θέλησιν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ καὶ Λόγου, καὶ τι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸν ἕνα τῆς ἁγίας ς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος εἰσδεξαμένη, τέ Ιεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον ἀπεκύησεν· ὥσπερ κεν ὁ ὑπερούσιος Θεός, σάρκα ἐκ ταύτης λα ; ἐν μιᾷ υποστάσει, τέλειος ἦν καὶ ἄνθρωπος. ἡμῖν κατὰ πάντα χωρὶς ἁμαρτίας· οὕτω καὶ ιακόν σώμα, ὡς ἔκ τινος κοιλίας καὶ αἱμάτων, ρκός του παρθενικού σώματος, του ὅλου ἄρ ημί, τῆς εὐλογίας καὶ τῆς προσφορᾶς, παρὰ ικόνου, ὡς ἡ Μεγάλη Εκκλησία παρέλαβε, νεται σιδήρῳ τινὶ, όπερ καὶ λογχην λέγου 6), εἰ καὶ μήπω ταύτης ἐστὶν ὁ καιρός· καὶ ιδιουποστάτος ἐκ μέσου ταύτης ἀφιερού Ο μέντοι διάκονος, ὁ τοῦτο διενεργών, έτοι σὺν αὐτῷ καὶ τὸ μέλλον ἀποτελεῖσθαι Δεσπο αίμα ἐν τῷ προσήκοντι του πάθους καιρῷ ῆς τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος ἐπιφοιτήσεως, ταῦτα ἐν τῇ προθέσει, τὴν ταύτης εὐχὴν ντος τοῦ ἱερέως. Αὐτὸς δὲ ὁ τὸ θεῖον σῶμα διατέμνων διάκονος ῆς εὐλογίας, τὸν ἄγγελον μιμεῖται, τὸν τῇ τῷ τὸ «Χαῖρε η προσφθευξάμενον. Εἰ δὲ καὶ ἰε ούτο τέμνουσιν, ἀλλ' ἐν τῇ Μεγάλη Εκκλησία ἐτελεῖτο πάλαι, καὶ παρὰ τῶν διακόνων ή ιρά διετέμνετο. Ο μέντοι διάκονος, ὁ κατὰ ίπου τῆς Μεγάλης Εκκλησίας πάλαι τοῦτο τῶν, ἐτοιμάσας σὺν αὐτῷ καὶ τὸ μέλλον ἀπο και Δεσποτικόν αἷμα ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ θους διὰ τῆς του ζωοποιοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτη ἀφίησι ταῦτα ἐν τῇ προθέσει, τὴν ταύτης εὐ ελέγοντος τοῦ ἱερέως. Οὕτω τοιγαροῦν ἀφίεται ν σῶμα ἐν τῇ προθέσει, ὥσπερ Βηθλεέμ, όπου ται ὁ Χριστός, οὗ αἱ ἔξοδοι ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡμερῶν Ομου δὲ καὶ ὡς ἐν τῇ Ναζαρέτ, πρὸς δὲ καὶ Καπερναούμ διατριβῆς, τὸν τόπον ἡ πρόθεσις, οἱ τούτου γὰρ ἕνεκεν ἐν προοιμίοις προέφημεν, ἐν τῶν νῦν τυπουμένων ἐν δυσὶ καὶ τρισὶ τῶν λεῖται καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν τὸν τριακονταετῆ χρόνον 4: Σημαίνει δὲ οὗτος τὴν Παρθένον. Ρ. 145. ιδιουπό στατοςκεται ἐν πάσῃ τῇ γῇ.» Ταῦτα μὲν εἰς ἀπα- de prælatione nostrorum quæ in universa terra
ν τῶν Ἰουδαϊκῶν καὶ θυσιῶν καὶ ἐθῶν, πρόδὲ τῶν ἡμετέρων καὶ πάσῃ τῇ γῇ τελουμένων
· αναιμάκτου θυσίας.
Αλλ' ἐπανακτέον τὸν λόγον ὅθεν ἐξέθημεν
παρεκβατικώς εἴρηται ταύτα, διὰ τὸν τῶν
κτόνων ἔλεγχον. Ούτω τοίνυν καὶ διὰ τὰ προα ή προσφορά, καὶ ὁ ἄρτος, καὶ ἡ εὐλογία,
ἀπαρχὴ, εἰς τύπον τῆς ἀειπαρθένου καὶ Θεολαμβάνεται ἥτις κατ᾽ εὐδοκίαν τοῦ Πακαὶ θέλησιν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ καὶ Λόγου, καὶ
τι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸν ἕνα τῆς ἁγίας
ς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγος εἰσδεξαμένη, τέΙεὸν καὶ τέλειον ἄνθρωπον ἀπεκύησεν· ὥσπερ
κεν ὁ ὑπερούσιος Θεός, σάρκα ἐκ ταύτης λα
; ἐν μιᾷ υποστάσει, τέλειος ἦν καὶ ἄνθρωπος.
ἡμῖν κατὰ πάντα χωρὶς ἁμαρτίας· οὕτω καὶ
ιακόν σώμα, ὡς ἔκ τινος κοιλίας καὶ αἱμάτων,
ρκός του παρθενικού σώματος, του ὅλου ἄρημί, τῆς εὐλογίας καὶ τῆς προσφορᾶς, παρὰ
ικόνου, ὡς ἡ Μεγάλη Εκκλησία παρέλαβε,
νεται σιδήρῳ τινὶ, όπερ καὶ λογχην λέγου6), εἰ καὶ μήπω ταύτης ἐστὶν ὁ καιρός· καὶ
ιδιουποστάτος ἐκ μέσου ταύτης ἀφιερούΟ μέντοι διάκονος, ὁ τοῦτο διενεργών, έτοι
σὺν αὐτῷ καὶ τὸ μέλλον ἀποτελεῖσθαι Δεσπο
αίμα ἐν τῷ προσήκοντι του πάθους καιρῷ
ῆς τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος ἐπιφοιτήσεως,
ταῦτα ἐν τῇ προθέσει, τὴν ταύτης εὐχὴν
ντος τοῦ ἱερέως.
Αὐτὸς δὲ ὁ τὸ θεῖον σῶμα διατέμνων διάκονος
ῆς εὐλογίας, τὸν ἄγγελον μιμεῖται, τὸν τῇ
τῷ τὸ «Χαῖρε η προσφθευξάμενον. Εἰ δὲ καὶ ἰεούτο τέμνουσιν, ἀλλ' ἐν τῇ Μεγάλη Εκκλησία
ἐτελεῖτο πάλαι, καὶ παρὰ τῶν διακόνων ή
ιρά διετέμνετο. Ο μέντοι διάκονος, ὁ κατὰ
ίπου τῆς Μεγάλης Εκκλησίας πάλαι τοῦτο
τῶν, ἐτοιμάσας σὺν αὐτῷ καὶ τὸ μέλλον ἀποκαι Δεσποτικόν αἷμα ἐν τῷ προσήκοντι καιρῷ
θους διὰ τῆς του ζωοποιοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτηἀφίησι ταῦτα ἐν τῇ προθέσει, τὴν ταύτης εὐελέγοντος τοῦ ἱερέως. Οὕτω τοιγαροῦν ἀφίεται
ν σῶμα ἐν τῇ προθέσει, ὥσπερ Βηθλεέμ, όπου
ται ὁ Χριστός, οὗ αἱ ἔξοδοι ἀπ᾿ ἀρχῆς ἡμερῶν
Ομου δὲ καὶ ὡς ἐν τῇ Ναζαρέτ, πρὸς δὲ καὶ
Καπερναούμ διατριβῆς, τὸν τόπον ἡ πρόθεσις,
οἱ τούτου γὰρ ἕνεκεν ἐν προοιμίοις προέφημεν,
ἐν τῶν νῦν τυπουμένων ἐν δυσὶ καὶ τρισὶ τῶν
λεῖται καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν τὸν τριακονταετῆ χρόνον
Ita Christophorus Angelus, Græcus homo,
chiridio de statu hodiernorum Græcorum
4: Σημαίνει δὲ οὗτος τὴν Παρθένον.
Magna Ecclesia intelligitur Constantinopoliid est S. Sophia templum.
Stephanus Aldoensis patriarcha Antiochelaronitarum in Expositione missæ, sect. 3,
Tat. 7410, f. 90 b. sic. ait: Cultro utuntur
quasi ad cogitationem lanceæ, quatransfos
i latus Christi,unde quando sacerdos inimorem,ante quam sacrificet, ferit illum acumiper incruentum sacrificium fiunt.
9. Sed enim illuc jam oratio revocanda est, unde
discessit etsi hæc ipsa transeunter dicta fuerunt
ob occisorum Christi reprehensionem. Sic itaque,
uti dictum est, oblatio, et panis, et benedictio, et
primitive, in typum semper Virginis Deiparæ assumuntur; quæ beneplacito Patris, voluntate Filii
ipsius, et adventu sancti Spiritus, unum de sancta
Trinitate, Filium Dei ac Verbum in se excipiens,
perfectum Deum et perfectum hominem peperit.
Sicque pariter supersubstantialis Deus carnem ex
hac sumens, unica sub hypostasi, perfectus æque
homo fuit, similis nobis per omnia absque peccato.
Sic etiam dominicum corpus, tanquam ex quodam
utero et sanguinibus et carne virginei corporis, ex
toto, inquam, pane et benedictione et oblatione,
a diacono, ut in Magna Ecclesia mos est, ferreo
instrumento secatur,quod lanceam vocant,etiamsi
necdum hac utendi tempus est; atque ita per se
subsistens ex media eulogia consecratur. Et diaconus quidem, hujus divisionis auctor, parans simul illum qui consecrandus est sanguinem, congruo passionis tempore, per vivifici Spiritus adventum, deponit hæc in prothesi, dum interim
propriam hujus rei orationem dicit sacerdos.
10. Ipse vero qui divinum corpus desecat diaconus ab eulogia, angelum imitatur, qui virgini
dixit:«Ave.» Quod si etiam sacerdotes id desecant,
attamen in Magna Ecclesia sic ab antiquo fiebat,
et a diaconis oblatio secabatur. Igitur diaconus qui
ex Magnæ Ecclesiæ more sic olim agebat, parans
simul mox futurum Dominicum sanguinem congruo
passionis tempore, per vivifici Spiritus interventum, relinquit hæc in prothesi,dum hujus precem
sacerdos recitat. Sic itaque relinquitur divinum
corpus in prothesi, veluti in Bethlehem ubi natus
est Christus, cujus exitus ab initio dierum sæculi.
Simul etiam tanquam in Nazareth, insuperque instar incolatus in Capharnaum, vice fungitur prothesis. Quam ob rem in proœmio jam diximus,
quod unus ex presentibus typis, duobus vel tribus
tunc actis rebus æquiparetur. Ut summatim dicam, tricennale spatium et vitam ante baptismum
prothesis representat. Concedit ergo tempus ponne cultri in parte dextera,ita ut capulus attingat
calicem; appareatque.sanguinem qui est in calice,
eumdem esse qui e latere Christi manavit. Legatur
etiam Allatius de templis Græcorum, ed. Paris.
Ρ. 145.
Adverbialiter. Sed et pro adjectivo ιδιουπόστατος citantur a cl. Boissonado in nova Lexici
Stephaniani editione exempla Areopagitæ, et
scholiasta ad Epictetum; cui Lexico nunc hoe
adverbium adjiciatur.
col. 431–432page 10 of 28
PG 140:431τὸν πρὸ τοῦ βαπτίσματος καὶ τὰς διατριβὰς ἡ πρόθεσις ἐκπληροῖ. Δίδοται τοίνυν καιρὸς παρὰ τοῦ ἀρχα ρέως τῷ πρώτῳ τῶν ἱερέων μελλοντι ἄρχεσθαι τῆς θείας μυσταγωγίας· οὗτος δὲ ὁ καιρὸς σχηματίζει την παρὰ τοῦ προφήτου Ησαίου προαναφωνηθέντα καιρόν, τῆς τοῦ προφήτου Ἰωάννου και Προδρόμου γεννήσεως, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίας· ἀμφοτέρων γάρ τούτων τῆς τε γεννήσεις τὸν καιρὸν, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίας, μετά τῶν ἄλλων θεηγόρων ὁ Ἠσαΐας ἀριδήλως προσφέ τευσε· περὶ μὲν τοῦ Ἰωάννου οὕτως εἰπών· «Ιδα ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου προ προσώπου σου, ὅς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν μου, καὶ τἆλλα όσα περὶ, αὐτοῦ προηγόρευσε· περὶ δὲ τοῦ Χριστοῦ, «Ιδού ή Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, ο καὶ ὅσα ἐκεῖνος περὶ τοῦ πάθους, καὶ τῆς ταφές καὶ ἀναστάσεως προηγόρευσεν· ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ καὶ τοῦ ἀποκεκρυμμένου; μυστηρίου πρὸ καταβολής κόσμου ή φανέρωσις τὸ πέρας ἐδέξατο. ια. Ὁ δέ γε ἱερεὺς ὁ τὴν ἔναρξιν τῆς θείας μ ρουργίας ποιούμενος εικόνα φέρει τοῦ Προδρόμου Ἰωάννου καὶ Βαπτιστοῦ, προκαταρξαμένου τοῦ κα ρύγματος καὶ λέγοντος, «Μετανοείτε ήγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανων,» και βαπτίζοντος πάντας τοὺς προσερχομένους. Αρχομένου δὲ τούτου τῆς θείας ἱερουργίας, παράγονται μετά την πρώτην αἴτησιν τὰ προφητικά ἅπερ ἀντίφωνα καλοῦμεν ἅμα μὲν ὡς προανακηρύξαντα τον προαναφανέντα, ἅμα δὲ καὶ ὡς προηγησαμένης τῆς Παλαιᾶς διαθήκης, ἧς νομοθέτης οὗτος ὁ γεννηθεὶς ἐπ' ἐσχάτω τῶν ἡμερῶν ἐχρημάτισεν. Χρὴ δὲ γινώσκειν ὅτι ἐν ἀρχή πάσης τελετής ὀρθρινῆς τε καὶ λυχνικής πρώτον τῆς Παλαιᾶς ᾄδονται οἱ ψαλμοί, εἶτα τὰ τῆς νέας χάριτος ᾄσματα, ἵν᾽ ἐχοίεν εἰδέναι πάντες ὡς εἰς καὶ αὐτὸς Δεσπότης ἐστιν ὁ ταῦτα κἀκεῖνα νομοθετήσας Χριστός. Αδονται τοιγαροῦν, ὡς εἴρηται, μετὰ τὴν πρώτην αἴτησιν ἀντίφωνα· πρῶτον μὲν προτρεπόμενα τὸ ὡς ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ τεχθέντι Κυρίῳ ἐπὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπείου γένους παραγενομένων δεύτερον κηρύττονται μεγαλοφώνως τό, «Ὁ Κύριος ἐβασίλευσε, η τουτέστι νῦν μειζόνως βασιλεύει ὁ πρὸ αἰώνων βασιλεύς καὶ Κύριος, ἐνδυσάμενος τὴν τα πεινὴν ταύτην σάρκα, ἦν καὶ δύναμιν προσηγόρευσαν καθάπερ τοῖς πολλοῖς δοκοῦσαν αἰσχύνην τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ δόξαν ὁ Σωτὴρ ἐπονόμασιν ὡσε περ γάρ τις βασιλεύς, ἀεὶ μὲν τὸ κράτος καὶ τὴν δύναμιν ἔχων ἐν ἑαυτῷ, οὐ κέχρηται τούτοις πρὸς ἄμυναν τῶν ἐχθρῶν τῶν τυραννούντων τοὺς ὑπηκόους αὐτοῦ· ὕστερον δε βουληθείς ἐκδικῆσαι τούτους, διαναστὰς ἐν μικρῷ τινι ὅπλῳ, οἰκεία ροπῇ θραύσε τοὺς πολεμίους, καὶ βυθῷ ἀπολείας τούτους παρα δούς, ἀκούει παρὰ πάντων τῶν ελευθερωθέντων τῆς τυραννίδος, «Νῦν, ἐβασιλευσεν ὁ Δεσπότης ἡμῶν, νῦν ἐνεδύσατο δύναμιν,» τὴν βουλὴν αὐτοῦ καὶ τὴν θέλησιν τῆς ἐκδικήσεως βασιλείαν καὶ δύναμιν όνο μαζόντων· οὕτω καὶ ὁ προφήτης προορῶν τῆς ἐν σαρκὶ παρουσίας τοῦ Θεοῦ Λόγου τον χρόνον, καὶ τὴν ἐκδίκησιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τήν τε τουtifex primo sacerdoti, qui divinam incipere mysta- τὸν πρὸ τοῦ βαπτίσματος καὶ τὰς διατριβὰς ἡ πρόθε
gogiam debet: id autem temporis spatium significat illud a propheta Isaia prædictum tempus,
nativitatis videlicet prophetæ Joannis præcursoris,
Christique ad nos adventus. Horum enim amborum, nempe et nativitatis tempus, et Christi adventum, præter alios deiloquos viros, Isaias perspicue vaticinatus est, de Joanne quidem ita dicens:
«Ecce ego mitto angelum meum ante faciem tuam,
qui parabit viam tuam coram me⁹. > Item alia
quotquot de eodem prænuntiavit. De Christo autem: «Ecce virgo in utero habebit ".» Et quidquid ille de passione, sepultura, ac resurrectione
prædixit. Namque hoc tempore, reconditi quoque
a constitutione mundi mysterii manifestatio exitum
nacta est.
σις ἐκπληροῖ. Δίδοται τοίνυν καιρὸς παρὰ τοῦ ἀρχα
ρέως τῷ πρώτῳ τῶν ἱερέων μελλοντι ἄρχεσθαι τῆς
θείας μυσταγωγίας· οὗτος δὲ ὁ καιρὸς σχηματίζει την
παρὰ τοῦ προφήτου Ησαίου προαναφωνηθέντα
καιρόν, τῆς τοῦ προφήτου Ἰωάννου και Προδρόμου
γεννήσεως, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς ἡμᾶς ἐπιδη
μιας· ἀμφοτέρων γάρ τούτων τῆς τε γεννήσεις
τὸν καιρὸν, καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐπιδημίας, μετά
τῶν ἄλλων θεηγόρων ὁ Ἠσαΐας ἀριδήλως προσφέ
τευσε· περὶ μὲν τοῦ Ἰωάννου οὕτως εἰπών· «Ιδα
ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἀγγελόν μου προ προσώπου σου,
ὅς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν μου,
καὶ τἆλλα όσα περὶ, αὐτοῦ προηγόρευσε· περὶ δὲ
τοῦ Χριστοῦ, «Ιδού ή Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, ο
καὶ ὅσα ἐκεῖνος περὶ τοῦ πάθους, καὶ τῆς ταφές
καὶ ἀναστάσεως προηγόρευσεν· ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ καὶ τοῦ ἀποκεκρυμμένου; μυστηρίου πρὸ καταβολής
κόσμου ή φανέρωσις τὸ πέρας ἐδέξατο.
ια. Ὁ δέ γε ἱερεὺς ὁ τὴν ἔναρξιν τῆς θείας μ
ρουργίας ποιούμενος εικόνα φέρει τοῦ Προδρόμου
Ἰωάννου καὶ Βαπτιστοῦ, προκαταρξαμένου τοῦ κα
ρύγματος καὶ λέγοντος, «Μετανοείτε ήγγικε γὰρ ἡ
βασιλεία τῶν οὐρανων,» και βαπτίζοντος πάντας
τοὺς προσερχομένους. Αρχομένου δὲ τούτου τῆς
θείας ἱερουργίας, παράγονται μετά την πρώτην
αἴτησιν τὰ προφητικά ἅπερ ἀντίφωνα καλοῦμεν
ἅμα μὲν ὡς προανακηρύξαντα τον προαναφανέντα,
ἅμα δὲ καὶ ὡς προηγησαμένης τῆς Παλαιᾶς Διαθή
κης, ἧς νομοθέτης οὗτος ὁ γεννηθεὶς ἐπ' ἐσχάτω τῶν
ἡμερῶν ἐχρημάτισεν. Χρὴ δὲ γινώσκειν ὅτι ἐν ἀρχή
πάσης τελετής ὀρθρινῆς τε καὶ λυχνικής πρώτον
τῆς Παλαιᾶς ᾄδονται οἱ ψαλμοί, εἶτα τὰ τῆς νέας
χάριτος ᾄσματα, ἵν᾽ ἐχοίεν εἰδέναι πάντες ὡς εἰς καὶ
αὐτὸς Δεσπότης ἐστιν ὁ ταῦτα κἀκεῖνα νομοθετήσας
Χριστός. Αδονται τοιγαροῦν, ὡς εἴρηται, μετὰ τὴν
πρώτην αἴτησιν ἀντίφωνα· πρῶτον μὲν προτρεπόμενα
τὸ ὡς ἀγαθὸν τὸ ἐξομολογεῖσθαι τῷ τεχθέντι Κυρίῳ
ἐπὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρωπείου γένους παραγενομένων
δεύτερον κηρύττονται μεγαλοφώνως τό, «Ὁ Κύριος
ἐβασίλευσε, η τουτέστι νῦν μειζόνως βασιλεύει ὁ πρὸ
αἰώνων βασιλεύς καὶ Κύριος, ἐνδυσάμενος τὴν τα
πεινὴν ταύτην σάρκα, ἦν καὶ δύναμιν προσηγόρευ
σαν καθάπερ τοῖς πολλοῖς δοκοῦσαν αἰσχύνην τὴν
ἐπὶ τοῦ σταυροῦ δόξαν ὁ Σωτὴρ ἐπονόμασιν ὡσε
περ γάρ τις βασιλεύς, ἀεὶ μὲν τὸ κράτος καὶ τὴν
δύναμιν ἔχων ἐν ἑαυτῷ, οὐ κέχρηται τούτοις πρὸς
ἄμυναν τῶν ἐχθρῶν τῶν τυραννούντων τοὺς ὑπηκόους
αὐτοῦ· ὕστερον δε βουληθείς ἐκδικῆσαι τούτους,
11. Jam vero sacerdos, qui initium divinæ liturgiæ facit, imaginem gestat Joannis Baptistæ præcursoris, qui videlicet prædicationem exorsus est
dicens: «Pœnitentiam agite; appropinquavit enim
regnum ccelorum;» et accedentes omnes baptizabat. Coepta igitur ab hoc liturgia, accedunt post
primam precem propheticæ lectiones, quas Antiphona appellamus, tum quia prophetæ prædixerunt
eum qui jam natus est; tum quia reapse Vetus
Testamentum præcessit, cujus legislator fuit hic
modo natus in fine dierum. Sciendum vero est,
quod initio cujuslibet officii, tum matutini tum
vespertini, primo Veteris Testamenti canuntur
Psalmi; deinde novæ gratiæ cantica, ut omnes
agnoscant unum eumdemque esse Dominum, qui
et hæc et illa mandavit, Christum.Cabuntur igitur,
ut diximus, post primam precem Antiphona; quæ
primo ingerunt, quod bonum sit confiteri nato Domino pro humani generis salute; deinde elata voce
clamant illud: «Dominus regnavit;» id est nunc
magis regnat æternus Rex et Dominus, postquam
humilem hanc sibi carnem induit, quam fortitudinem appellaverunt: sicut multis æstimatam ignominiam, crucis scilicet, gloriam Salvator nominavit ¹¹. Sicut enim rex, quanquam semper potentia
ac fortitudine præditus, haud interdum his utitur
ad reprimendos hostes qui subditis suis vim inferunt; postea vero ulciscendi capto consilio consurgens, exigua aliqua cum armatura, propriarum
virium pondere hostes prosternit; atque his in
barathrum perditionis projectis, cunctos quos ty- διαναστὰς ἐν μικρῷ τινι ὅπλῳ, οἰκεία ροπῇ θραύσε
rannide hostili liberavit, audit sibi dicentes:
«Nunc regnavit Dominus noster, nunc induit fortitudinem, quia nimirum propositum ejus ac voluntatem ulciscendi, regni et fortitudinis nomine
appellant; sic etiam Propheta prævidens venturi in
carne Dei Verbi tempus, et humani generis defensionem, simulque hostis et sociorum ejus dæmonum cladem supremam, insuper ipsius mortis
τοὺς πολεμίους, καὶ βυθῷ ἀπολείας τούτους παραδούς, ἀκούει παρὰ πάντων τῶν ελευθερωθέντων τῆς
τυραννίδος, «Νῦν, ἐβασιλευσεν ὁ Δεσπότης ἡμῶν,
νῦν ἐνεδύσατο δύναμιν,» τὴν βουλὴν αὐτοῦ καὶ τὴν
θέλησιν τῆς ἐκδικήσεως βασιλείαν καὶ δύναμιν όνο
μαζόντων· οὕτω καὶ ὁ προφήτης προορῶν τῆς ἐν
σαρκὶ παρουσίας τοῦ Θεοῦ Λόγου τον χρόνον, καὶ
τὴν ἐκδίκησιν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τήν τε του
• Isa. xl, 3. º Isa. VII, 14. 10 Matth. III, 1. ¹¹ Joan. xii, 32.
col. 433–434page 11 of 28
PG 140:433καὶ τῶν σὺν αὐτῷ δαιμόνων κατάλυσιν, ἔτι καὶ τὴν θανάτου νέκρωσιν, καὶ τὴν τῶν παρ' κατεχομένων ἐλευθερίαν, καὶ τῶν τῇ γεννήσει ο παρὸν τὸ σπήλαιον, τό, «Νῦν ἐβασίλευσεν,» ησεν· καὶ «Νῦν ἐνεδύσατο δύναμιν'» οὐχ ὡς ἐν μὴ ὑπάρχουσαν παρ' αὐτῷ, ἀλλ' ὡς ἀεὶ ταν, εἰς παρωρισμένον δὲ καιρὸν ταμιευομένην μαι. Εἴωθε δε ἡ τοῦ θείου Πνεύματος χάρις λλοντα ὡς ἐνεστῶτα καὶ γεγενημένα ἀνακη ό, Συντέτακται δὲ τῷ τέλει τοῦ πρώτου αντιφών «Τῆς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου σωσου » Τίνος χάριν; ἢ πάντως ἵνα βεβαιωθῇ τα οι ειρημένα περὶ τοῦ τύπου τῆς ᾿Αειπαρθέ ότι αὐτὴ τῆς τοιαύτης προηγείται διακονίας ληθοῦς οικονομίας· τοῦ δευτέρου δὲ τὸ ἐφύμ .6), «Ταῖς πρεσβείαις τῶν ἁγίων σου·» ἐπεὶ τερ σωτηρίας ψυχῶν καὶ συγχωρήσεως πταισ τὴν θείαν τελούμεν μυσταγωγίαν, εἰκότως περτέραν οὖσαν τὴν Θεομήτορα πάντων των ἢ καὶ αὐτῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, εἰς ἐκε προσκαλούμεθα· εἶτα τοὺς εὐαρεστήσαντας τῷ ς Υἱῷ εἰ γὰρ καὶ προϊὼν ὁ λόγος εὑρίσκει ἁγίους ἅπαντας, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν παν τον οἱονεὶ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως μεσιτευομένην «Ετι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύ τρείαν,» ᾿Αλλὰ καθ ἕτερον λόγον λέγεται τοῖς σε ταῦτα διορίζεσθαι, ὃν ἀποδώσομεν Θεοῦ οῦντος ἐπ' αὐτὸ τὸ χωρίον τῆς ἀκολουθίας 5. Νυνὶ δὲ τῶν ἐφεξῆς ὁ λόγος ἐχέσθω· δη ρὸς τὸ τρίτον ἀντίφωνον ἐπεραιώθημεν. Τὸ δὲ κον τὸ κατὰ τὸ τέλος τοῦ δευτέτου ἀντιφώνου νου, τό, «Ο μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ » παρὰ τοῦ τῇ θείᾳ λήξει βασιλέως Ιουστι ἐκπεφώνηται· σφόδρα φάρ καὶ αὐτὸ τοῖς ίοις καὶ τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως ἐφαρμόζον γάρ, φησίν, ὁ γεννηθείς, ὁ μονογενής Υιος καὶ του προανάρχου Πατρός ὑπάρχων, καταδεξά διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθῆναι ἐκ γίας Θεοτόκου, ἀτρέπτου μεινάσης τῆς θεότη ἱ ἀσυγχύτου, εἷς ἐστι τῆς ἁγίας Τριάδος ωπήτας, καὶ σταυρωθῆναι καταδεξάμενος ιτήτως γὰρ καὶ ἀχωρίστως τῶν Πατρικών καταβάς, σεσάρκωσαι· ὁ καὶ ἐν τῷ τρισαγίῳ ὕμνῳ συνδοξαζόμενος ὑπό τῶν νοερῶν καὶ ὑπου δυνάμεων· αὐτὸς οὖν ἐστιν ὁ σώζων ἡμᾶς. Ούτω συνάρμοσται παρὰ τῶν Πατέρων καὶ άγιος ύμνος, ἵνα καὶ ὁ διὰ τοῦ τροπαρίου ιενος εἰς ὢν κηρυχθῇ τῆς ἁγίας Τριάδος, πος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καὶ συμ καὶ ἀδιαίρετος· τὸ γὰρ ῞Αγιος ὁ Θεὸς οἱ τὰς ιτικὰς ιδιότητας διαιροῦντες τῷ Πατρὶ προσ ε· τὸ δέ Αφιος ἰσχυρὸς τῇ ἰδιότητι τῆς ὑπο λογι λόγος, Λατινοῖ χέ γουσι ραξιονάβιλε· Έλληνες δὲ λέγουσι φρόνησιν καὶ λογιότητα,; καὶ τῶν σὺν αὐτῷ δαιμόνων κατάλυσιν, ἔτι exstinctionem, et ab ea detentorum liberationem,
καὶ τὴν θανάτου νέκρωσιν, καὶ τὴν τῶν παρ'
κατεχομένων ἐλευθερίαν, καὶ τῶν τῇ γεννήσει
ο παρὸν τὸ σπήλαιον, τό, «Νῦν ἐβασίλευσεν,»
ησεν· καὶ «Νῦν ἐνεδύσατο δύναμιν'» οὐχ ὡς
ἐν μὴ ὑπάρχουσαν παρ' αὐτῷ, ἀλλ' ὡς ἀεὶ
ταν, εἰς παρωρισμένον δὲ καιρὸν ταμιευομένην
μαι. Εἴωθε δε ἡ τοῦ θείου Πνεύματος χάρις
λλοντα ὡς ἐνεστῶτα καὶ γεγενημένα ἀνακη
et nati Christi speluncam coram aspiciens, verba;
«Nunc regnavit,» inclamat; et: «Nunc sibi fortitudinem induit:» non quod antea hæc illi non
adesset, sed quia tanquam perpetuo inhærentem,
certo tamen tempori reservatam ad comparendum.
Solet enim divini Spiritus gratia, futura tanquam
præsentia et jam acta prædicare.
✓.
ό,
Συντέτακται δὲ τῷ τέλει τοῦ πρώτου αντιφών
«Τῆς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου σωσου
» Τίνος χάριν; ἢ πάντως ἵνα βεβαιωθῇ τα
οι ειρημένα περὶ τοῦ τύπου τῆς ᾿Αειπαρθέ
ότι αὐτὴ τῆς τοιαύτης προηγείται διακονίας
ληθοῦς οικονομίας· τοῦ δευτέρου δὲ τὸ ἐφύμ-
.6), «Ταῖς πρεσβείαις τῶν ἁγίων σου·» ἐπεὶ
τερ σωτηρίας ψυχῶν καὶ συγχωρήσεως πταιστὴν θείαν τελούμεν μυσταγωγίαν, εἰκότως
περτέραν οὖσαν τὴν Θεομήτορα πάντων των
ἢ καὶ αὐτῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, εἰς ἐκε
προσκαλούμεθα· εἶτα τοὺς εὐαρεστήσαντας τῷ
ς Υἱῷ εἰ γὰρ καὶ προϊὼν ὁ λόγος εὑρίσκει
ἁγίους ἅπαντας, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν παν
τον οἱονεὶ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως μεσιτευομένην
«Ετι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτρείαν,» ᾿Αλλὰ καθ ἕτερον λόγον λέγεται τοῖς
σε ταῦτα διορίζεσθαι, ὃν ἀποδώσομεν Θεοῦ
οῦντος ἐπ' αὐτὸ τὸ χωρίον τῆς ἀκολουθίας
5. Νυνὶ δὲ τῶν ἐφεξῆς ὁ λόγος ἐχέσθω· δη
ρὸς τὸ τρίτον ἀντίφωνον ἐπεραιώθημεν. Τὸ δὲ
κον τὸ κατὰ τὸ τέλος τοῦ δευτέτου ἀντιφώνου
νου, τό, «Ο μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ
» παρὰ τοῦ τῇ θείᾳ λήξει βασιλέως Ιουστιἐκπεφώνηται· σφόδρα φάρ καὶ αὐτὸ τοῖς
ίοις καὶ τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως ἐφαρμόζον·
γάρ, φησίν, ὁ γεννηθείς, ὁ μονογενής Υιος καὶ
του προανάρχου Πατρός ὑπάρχων, καταδεξά
διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθῆναι ἐκ
γίας Θεοτόκου, ἀτρέπτου μεινάσης τῆς θεότη
ἱ ἀσυγχύτου, εἷς ἐστι τῆς ἁγίας Τριάδος
ωπήτας, καὶ σταυρωθῆναι καταδεξάμενος·
ιτήτως γὰρ καὶ ἀχωρίστως τῶν Πατρικών
12. Subjunguntur autem fini primi Antiphoni
verba: «Intercessionibus Deiparæ, salva nos.»
Quam ob causam? prorsus ut confirmentur dicta
antea de typo perpetuæ Virginis, quod nempe ipsa
huic ministerio et oeconomiæ præeat. Secundi vero
Antiphoni subsequens carmen est: «Intercessionibus sanctorum tuorum.» Quia enim pro salute
animarum, et peccatorum venia divinam peragimus
mystagogiam, merito ceu excelsiorem Dei Matrem
sanctis omnibus, ad intercedendum invocamus, et
deinde charos ejusdem Filio sanctos. Nam etsi sequens noster sermo, omnium quoque sanctorum
inveniet invocationem, attamen ipsam immaculatam, tanquam ab ipso episcopo interpositam illis
verbis: «Adhuc exhibemus tibi hunc rationalem
cultum.» Sed enim id a patribus institutum dicitur, secundum aliam etiam rationem, quam cum
ad proprium pervenerimus officii locum, Deo favente, trademus. Nunc reliqua sermo prosequatur.
Jam enim ad tertium antiphonum devenimus.
Troparium autem in fine secundi antiphoni dictum
«Unigenitus Filius et Verbum Dei» a beato rege
Justiniano additum fuit, quod ipsum nativitatis
Christi symbolis valde congruit: Hic enim, inquit,
unigenitus Filius et Verbum æterni Patris, dignatus pro nostra salute incarnari ex Deipara, immutabili manente et inconfusa deitate, unus est de
sancta Trinitate, qui inhumanari et crucifigi sustinuit. Etenira sine discessu et sine separatione a
paternis sinubus descendens, incarnatus est: qui
etiam in trisagio hymno a spiritalibus cœlestibusque virtutibus collaudatur: ipse ergo est Salvator
noster.
• καταβάς, σεσάρκωσαι· ὁ καὶ ἐν τῷ τρισαγίῳ ὕμνῳ συνδοξαζόμενος ὑπό τῶν νοερῶν καὶ ὑπου
δυνάμεων· αὐτὸς οὖν ἐστιν ὁ σώζων ἡμᾶς.
Ούτω συνάρμοσται παρὰ τῶν Πατέρων καὶ
άγιος ύμνος, ἵνα καὶ ὁ διὰ τοῦ τροπαρίου
ιενος εἰς ὢν κηρυχθῇ τῆς ἁγίας Τριάδος,
πος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καὶ συμκαὶ ἀδιαίρετος· τὸ γὰρ ῞Αγιος ὁ Θεὸς οἱ τὰς
ιτικὰς ιδιότητας διαιροῦντες τῷ Πατρὶ προσε· τὸ δέ Αφιος ἰσχυρὸς τῇ ἰδιότητι τῆς ὑποCitatur hic Andidensis locus ex ms. ab Alcontra Hottingerum p. 182. Item de Purgat.
Nicolaus Cabasilas in comm. cap 51, λογιuod dicimus rationalem, mavuit verbalem
gere, quia nihil aliud a sacerdote, quam
sacramentalia precesque fiant in học sa13. Sic ei accommodatus est a Patribus trisagii
quoque hymnus, ut te ille qui in tropario laudatur,
unus de sancta Trinitate prædicetur, consubstantialis Patri et sancto Spiritui, naturæ ejusdem et inseparabilis. Jam verba sanctus Deus,. ii qui hypostaticas proprietates distinguunt, patri aftribuunt:
tum verba «Sanctus fortis,» propriæ hypostasi Filii
crificio. Nimirum λόγος, et ratio est, et verbum
seu locutio. Posteriorem autem sensum Cabasilas
prætulit. Aliter tamen Germanus, seu quivis sub
ejus nomine latens, ed. Paris, p. 160: Λατινοῖ χέ
γουσι ραξιονάβιλε· Έλληνες δὲ λέγουσι φρόνησιν
καὶ λογιότητα,
col. 435–436page 12 of 28
PG 140:435στάσεως του Υἱοῦ καὶ Λόγου ἀφορίζουσι· τὸ β παρίου μετὰ τοῦ τρισαγίου συνήπται ὁ λόγος διὰ τὴν ἐν μέσῳ προβαίνουσαν τοῦ ἀρχιερέως είσοδον "Αγιος ἀθάνατος τῇ τοῦ ζωοποιοῦ καὶ ὁμοουσία Πνεύματος ἀφιερούσιν. Αρμόττει δε καὶ ἐφ᾽ ἐἱ ἑκάστῳ τῶν τριῶν προσωπων τῆς μιᾶς θεότητες τα τρία ταυτί ἅγια· ἕκαστον γὰρ τούτων καὶ ἁγιός ἐστι, καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἀθάνατος, Συνήπται μὲν οὖν τῷ τροπαρίῳ καὶ ὁ τρισάγιος ύμνος, εἰς δήλωσιν τῆς συμφνίας καὶ ὁμοουσιότητος τοῦ Υἱοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν ὑποστάσεων δύο φύσις μὲν γὰρ καὶ οὐσία τοῖς τρισὶ μία, ὄνομα δὲ κοινὸν ὁ ἡ θεότης· εἰ καὶ ἕκαστον τῶν τριῶν προσώπων Θεὸς ὀνομάζεται τέλειος. Εν τούτοις δὲ τοῖς βρα χέσι ρήμασι καλῶς νοεῖται καὶ τὸ παρά του μεγά του Θεολόγου οὕτω πως εὶρημένον· Διαιρεῖται γὰρ ἀδιαιρέτως, ἵν' οὕτως εἴπω, καὶ συνάπτεται διερε μένως· καὶ ἀλλοχού ο αυτός· Οὐ φθάνω τα τρία διελεῖν, καὶ εἰς τὸ ἓν ἀναφέρομαι. ᾿Αλλά μή τις, της μαρτυρίας ταύτας του τρισαγίου ἀκούων, τ μίσῃ τὴν ἀρχὴν λαβεῖν ἀπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἐνανθρωπήσεως· πάλαι γὰρ ὑπὸ τῶ θεηγόρων προφητῶν μυστικώς τῷ πνεύματι προ αναφωνούμενον ἦν· τούτου γὰρ τὸν τύπον καὶ τὰς ρήσεις ἱστορῶν ὁ Δαβίδ, διά βραχυλογίαν παρίστησι τούτου «Εδίψησε,» λέγων, «ή ψυχή μου προς τὸν Θεὸν τὴν ἰσχυρὸν, τὴν ζῶντα· καὶ ἀλλαχοῦ Τῷ λόγῳ Κυρίου οὐρανοὶ ἑστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν·» καὶ ἑτέρωθι. «Ἐν τῷ φωτί σου ομο μεθα φως.» Ο δ᾽ ὑπὸ Ἡσαίου εκφωνηθείς σεραφι κὸς ὕμνος, καὶ τὰ τρία ἅγια εἰς μίαν κυριότητα συνάγων καὶ θεότητα, τίνα διαφοράν φέρει του παρ' ἡμῶν ἀδομένου τρισαγίου; Τοῦ μὲν οὖν τρο τὴν πρὸς τὴν θεότητα τούτων ἀναφορών, διατομών ιδ· Λεγέσθω τοιγαρούν περὶ ταύτης όσα δείτι Θεὸς κατὰ τὸ ἡμῖν ἐγχωρούν. Λοκούμεν γὰρ τὴν ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου ἀνάδειξιν καὶ φανέρωσιν τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν τὴν τοῦ ἀργιερέως εἴσοδον ὑπαινίττεσθαι. Ἐκ τούτου οὖν, ὡς ἔοικε, ποταμοί ὀνομάζονται τὰ ἐν τῷ ἐδάφει τῆς Μεγάλης Εκ κλησίας κείμενα μααμάρινα στενά και μέλανα δίκην ορδίνων, και μεταξύ μετρίων διαστημάτων αλλήλων διαιρούμενα μέχρι γὰρ τῆς εἰτόδον, ο καὶ ἦν ἀρχιερεύς, ἀλλ' οὐχὶ πᾶσι δῆλος καὶ γνώ ριμος" εἰ δὲ εἰς μέσον ἐστῶς, καὶ τὰ ὑπερφυν καὶ ἐξαίσια διατελών· ἀλλ' ὁ τὸν καιρὸν λαβών ἱερεὺς, ὺ καὶ μέσον του θυσιαστηρίου ἱστάμενος, πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ ἀρχιερέως, ως Πρόδρομος ενήργει το διὰ μετανοίας βάπτισμα· ὡς εἰσελθόντα ἰδὼν τὸν ἀρχιερέα, μεθίσταται μονονουχὶ τοῦτ᾽ ἐκεῖνο κρέμα διαλεγόμενος, όπερ ἔφησε καὶ Ἰωάν νης, «Τοῦτον δεῖ αὐξάνεσθαι, ἐμὲ δὲ ἐλαττούσθαι·» διὸ καὶ εὐθὺς παραχωρεῖ τῷ ἀρχιερεῖ τὰ μείζονα τελεσιουργεῖν. Τὸν δὲ ἀδόμενον παρὰ τῶν ψαλτών, «Δεῦτε, αγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, • τοὺς μετά τὸ βάπτισμα λύγους ἐμφαίνει τῶν ἀποστόλων, ούς ἔλεγον περὶ τοῦ Χριστοῦ· καὶ πρὸ τοῦ κληθῆναιVerbi assignant. Denique: Sanctus immortalis, vivi- στάσεως του Υἱοῦ καὶ Λόγου ἀφορίζουσι· τὸ
fici et consubstantialis Spiritus personæ tribuunt:
quanquam et unicuique trium personarum unius
deitatis, triplicatum hoc vocabulum sanctus»
convenit. Harum enim unaquæque et sancta est et
fortis et immortalis. Conjunctus autem fuit tropario trisagii hymnus, ob significandam naturæ unitatemfet consubstantialitatem Filii cum duabus/personis reliquis. Natura sane etsubstantia tribus una
est, nomen vero commune unicum deitas; etiamsi
singulæ tres personæ appellentur perfectus Deus
In his vero brevibus verbis præclare intelligitur
etiam illud magni Theologi dictum: Nam dividitur
indivise, ut ita loquar, et conjungitur divisim. Et
alibi idem Pater: Non possum tria dividere, sed
in unum confero. Nemo vero testimonia hæc tri- β
sagii audiens. existimet initium cepisse trisagium
a Christi Dei nostri inhumanatione. Antiquitus
enim a deiloquis prophetis mystice in spiritu præcantatum erat. Hujus cnim formam ac verba evolvens David, breviter idem exhibet: Sitivit,
dicens, anima mea ad Deum fortem vivum 12.» Et
alibi: «Verbo Domini coeli firmati sunt, et spiritu oris ejus omnis virtus eorum 13.» Et alio loco:
«In lumine tuo videbimus lumen 1.» Jam ille
cantatus ab Isaia hynnus seraphicus 15, qui sancta tria et unam dominationem confert atque deitatem, quamnam præ se fert differentiam ab eo
quod a nobis cantatur trisagio? Itaque troparii
cum trisagio connectitur dictio, propterea quod
utrumque ad deitatem refertur; eaque dictio medium dividit episcopi procedentem introitum.
παρίου μετὰ τοῦ τρισαγίου συνήπται ὁ λόγος διὰ
τὴν ἐν μέσῳ προβαίνουσαν τοῦ ἀρχιερέως είσοδον·
«
"Αγιος ἀθάνατος τῇ τοῦ ζωοποιοῦ καὶ ὁμοουσία
Πνεύματος ἀφιερούσιν. Αρμόττει δε καὶ ἐφ᾽ ἐἱ
ἑκάστῳ τῶν τριῶν προσωπων τῆς μιᾶς θεότητες
τα τρία ταυτί ἅγια· ἕκαστον γὰρ τούτων καὶ
ἁγιός ἐστι, καὶ ἰσχυρὸς καὶ ἀθάνατος, Συνήπται
μὲν οὖν τῷ τροπαρίῳ καὶ ὁ τρισάγιος ύμνος, εἰς
δήλωσιν τῆς συμφνίας καὶ ὁμοουσιότητος τοῦ Υἱοῦ
μετὰ τῶν λοιπῶν ὑποστάσεων δύο φύσις μὲν γὰρ
καὶ οὐσία τοῖς τρισὶ μία, ὄνομα δὲ κοινὸν ὁ
ἡ θεότης· εἰ καὶ ἕκαστον τῶν τριῶν προσώπων
Θεὸς ὀνομάζεται τέλειος. Εν τούτοις δὲ τοῖς βρα
χέσι ρήμασι καλῶς νοεῖται καὶ τὸ παρά του μεγά
του Θεολόγου οὕτω πως εὶρημένον· Διαιρεῖται γὰρ
ἀδιαιρέτως, ἵν' οὕτως εἴπω, καὶ συνάπτεται διερε
μένως· καὶ ἀλλοχού ο αυτός· Οὐ φθάνω τα τρία
διελεῖν, καὶ εἰς τὸ ἓν ἀναφέρομαι. ᾿Αλλά μή τις,
της μαρτυρίας ταύτας του τρισαγίου ἀκούων, τ
μίσῃ τὴν ἀρχὴν λαβεῖν ἀπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ
Θεοῦ ἡμῶν ἐνανθρωπήσεως· πάλαι γὰρ ὑπὸ τῶ
θεηγόρων προφητῶν μυστικώς τῷ πνεύματι προ
αναφωνούμενον ἦν· τούτου γὰρ τὸν τύπον καὶ τὰς
ρήσεις ἱστορῶν ὁ Δαβίδ, διά βραχυλογίαν παρίστησι
τούτου «Εδίψησε,» λέγων, «ή ψυχή μου προς
τὸν Θεὸν τὴν ἰσχυρὸν, τὴν ζῶντα· καὶ ἀλλαχοῦ
• Τῷ λόγῳ Κυρίου οὐρανοὶ ἑστερεώθησαν, καὶ
τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις
αὐτῶν·» καὶ ἑτέρωθι. «Ἐν τῷ φωτί σου ομο
μεθα φως.» Ο δ᾽ ὑπὸ Ἡσαίου εκφωνηθείς σεραφι
κὸς ὕμνος, καὶ τὰ τρία ἅγια εἰς μίαν κυριότητα
συνάγων καὶ θεότητα, τίνα διαφοράν φέρει του
παρ' ἡμῶν ἀδομένου τρισαγίου; Τοῦ μὲν οὖν τρο
τὴν πρὸς τὴν θεότητα τούτων ἀναφορών, διατομών
14. De hoc ergo introitu, prout Deus dederit,
nostræque valent vires, loquamur. Putamus enim
Christi Dei nostri ostensionem apud Jordanem, et
manifestationem, ab episcopi introitu innui. Hinc
itaque, ut videtur, flumina appellantur illa in Magnæ Ecclesiæ pavimento stricta et nigra marmorea
quasi ordines, mediocribus intervallis inter se
distantia. Nam usque ad introitum quanquam pontifex Christus erat, haud omnibus manifestus erat
et cognitus; tametsi in medio versans, supernaturalia et immensa faciebat. Tunc capto tempore
sacerdos, qui in medio altari consistebat ante episcopi introitum, velut Præcursor tunc ministrabat
penitentia baptisma, introeuntem cernens episcopum, secedit; propemodum illud tacite dicens,
quod Joannes aiebat: «Hunc oportet crescere, me
autem minui 16; ideoque confestim cedit episcopo
majora operari. Jam cum in introitu canunt psaltæ: «Venite exsultemus Domino, verba post
baptismum significat apostolorum, quæ de Christo
dicebant: Namque ante vocationem alii quidem
aiebant: «Venite, invenimus, quem exoptabamus; alii vero. «Veni et vide. Alii denique:
14 Psal. xxxv, 10.
19 Psal, xLI, 3. 13 Psal. xxx11, 5.
ιδ· Λεγέσθω τοιγαρούν περὶ ταύτης όσα δείτι
Θεὸς κατὰ τὸ ἡμῖν ἐγχωρούν. Λοκούμεν γὰρ τὴν
ἐπὶ τοῦ Ἰορδάνου ἀνάδειξιν καὶ φανέρωσιν τοῦ
Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν τὴν τοῦ ἀργιερέως εἴσοδον
ὑπαινίττεσθαι. Ἐκ τούτου οὖν, ὡς ἔοικε, ποταμοί
ὀνομάζονται τὰ ἐν τῷ ἐδάφει τῆς Μεγάλης Εκ
κλησίας κείμενα μααμάρινα στενά και μέλανα
δίκην ορδίνων, και μεταξύ μετρίων διαστημάτων
αλλήλων διαιρούμενα μέχρι γὰρ τῆς εἰτόδον, ο
καὶ ἦν ἀρχιερεύς, ἀλλ' οὐχὶ πᾶσι δῆλος καὶ γνώ
ριμος" εἰ δὲ εἰς μέσον ἐστῶς, καὶ τὰ ὑπερφυν
καὶ ἐξαίσια διατελών· ἀλλ' ὁ τὸν καιρὸν λαβών
ἱερεὺς, ὺ καὶ μέσον του θυσιαστηρίου ἱστάμενος,
πρὸ τῆς εἰσόδου τοῦ ἀρχιερέως, ως Πρόδρομος
ενήργει το διὰ μετανοίας βάπτισμα· ὡς εἰσελθόντα
ἰδὼν τὸν ἀρχιερέα, μεθίσταται μονονουχὶ τοῦτ᾽
ἐκεῖνο κρέμα διαλεγόμενος, όπερ ἔφησε καὶ Ἰωάν
νης, «Τοῦτον δεῖ αὐξάνεσθαι, ἐμὲ δὲ ἐλαττούσθαι·»
διὸ καὶ εὐθὺς παραχωρεῖ τῷ ἀρχιερεῖ τὰ μείζονα
τελεσιουργεῖν. Τὸν δὲ ἀδόμενον παρὰ τῶν ψαλτών,
«Δεῦτε, αγαλλιασώμεθα τῷ Κυρίῳ, • τοὺς μετά
τὸ βάπτισμα λύγους ἐμφαίνει τῶν ἀποστόλων, ούς
ἔλεγον περὶ τοῦ Χριστοῦ· καὶ πρὸ τοῦ κληθῆναι
15 Isa. vi, 3. " Joan. 11, 30.
col. 437–438page 13 of 28
PG 140:437οἱ μὲν ἔλεγον, «Δεῦτε, εὑρήκαμεν τον ποθούμενον·» οἱ δε, «Ἔρχου καὶ ἴδε·» καὶ ἕτεροι, «Ηλθον, φησι, καὶ εἶδον που μένει, καὶ παρ' αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην» καὶ τἆλλα ἁπλῶς ὅσα ἐχόμενα του βαπτίσματος πρὸ τῆς καθολικῆς κλήσεως οἱ μαθηται πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον. Το δέ, «Προφθάσ σωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει,» τοῦτο δηλοῖ· Επειδή, φησίν, οὗτος ὁ νῦν φανεὶς προ αιώνιος μὲν ἐστι Θεός, καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ θαλάσσης δημιουργός, γέγονε καὶ νῦν ἄνθρωπος καθ' ἡμᾶς, πάντα τὰ τῆς ἀντρωπίνης φύσεως ίδια ἔχων, πλὴν μόνης τῆς ἁμαρτίας· μέλλει δε αυτ θις ἐν ὑστέροις καιροῖς μετὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου καὶ τῆς αὐτῆς ὑποστάσεως ἔρχεσθαι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὐκέτι μὲν τοιούτῳ σώματι, οὐκ ἀσώ ματος δέ. οἷς οἶδεν αὐτὸς λόγοις θεοειδεστέρου στο ματος, δεύτε προσκυνήσωμεν αὐτῷ, πιστεύοντες ὡς Θεῷ, προσπίπτοντες ὑπὲρ ὧν ἡμάρτομεν. Προ φθάσωμεν δὲ καὶ προκαταλάβωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ συντριβῇ καρδίας· ἵνα αὐτόν ἐκεῖνον ἐκεῖθεν ἵλεων εύρωμεν κρίνονται ἐν γὰρ τῷ ἀδη οὐκ ἔστιν ἐξομολόγησις· διό χρή νῦν καὶ προκατάλαβεῖν καὶ προφθάσαι. ιε· Εὐθὺς οὖν μετὰ τὴν εἴσοδον, καὶ τὸ τέλος τοῦ τρισαγίου, ἡ άνω καθέδρα ἥτις τὴν ἀπὸ γῆς εἰς οὐρανον ἄνοδον, καὶ τὴν ἀπὸ τῆς χαμαι ρεπούς πολιτείας τῶν Ἰουδαίων, καὶ τὴν ἐκ τοῦ νόμου καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συγκαταβατικώς ἐγχωρηθείσης αὐτοῖς, δηλοί μετάβασιν· ὡς ἐνα τεύθεν δῆλον ὅτι μετὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ βαπτί ματος ἀρχὴν λαμβανούσης τῆς θείας χάριτος· ὧν ο προκείμενον, μέσον ένεστι το λεγόμενον προκείμενον· ὅπερ οὕτως εἴρηται, διότι προκειται πάντων τῶν συμ Ελλων τῆς νέας χάριτος· μετὰ γὰρ τοῦτο καὶ ἡ τῶν ἀποστόλων κλήσις, καὶ ἡ ἀνάδειξις αὐτῶν αναφαίνεται διὰ τῆς τῶν Πράξεων αὐτῶν, ἢ τῶν ἐπιστολῶν ἀναγνώσεως· πρὸς δὲ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν τῶν γεγραφότων τὰ θεῖα Εὐαγγέλια χάρις. Ή δε σφραγὶς ἂν ὁ ἀρχιερεὺς ἔσωθεν ποιεῖν εἴωθεν ἐν τῷ τέλει του τρισαγίου, εἰς πλήρωμα μὲν καὶ είνει εκσφράγισμα τῶν περὶ Χριστού προειρημένων προφητικών φωνών χαρακτηρίζεται ἡ γὰρ διὰ σαρκὸς αὐτοῦ παρουσία σφραγὶς ἐγένετο ἐπι κυρούσα τὰ ὑπ' ἐκείνων προηγορευμένα ὡς ἀληθῆ αὕτη δὲ καὶ εἰς ἀρχὴν τῶν θεοπρεπῶν ἔργων, καὶ τῆς τοῦ άνθρωπείου γένους αναπλάσεως τέτ ταται ἀλλὰ καὶ σφραγὶς ἐστιν, Εἰρήνης, ήτις τὰς τότε μερικὰς ἀρχὰς κατέλυσε, καὶ τοῖς μακράν ἔθνεσιν εἰρήνην ἐβράβευσεν. όθεν καὶ ειρήνη ἐπῶς ὁ Χριστὸς ὁ τῆς εἰρήνης Πατὴρ εἰς ἑνότητα. ἤγαγε καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια. ις. Καὶ μή τις σκανδαλιζέσθω ἀκούων ταύτα, καὶ λέγων, Πώς τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν γεγονότα παρὰ τῶν ἀποστόλων, ταῦτα σὺ ἐν ἀρχῇ τῶν πρὸ πᾶσιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐκφωνεί, αινιττόμενος,οἱ μὲν ἔλεγον, «Δεῦτε, εὑρήκαμεν τον ποθούμενον·»
οἱ δε, «Ἔρχου καὶ ἴδε·» καὶ ἕτεροι, «Ηλθον, φησι,
καὶ εἶδον που μένει, καὶ παρ' αὐτῷ ἔμειναν τὴν
ἡμέραν ἐκείνην» καὶ τἆλλα ἁπλῶς ὅσα ἐχόμενα
του βαπτίσματος πρὸ τῆς καθολικῆς κλήσεως οἱ
μαθηται πρὸς ἀλλήλους ἔλεγον. Το δέ, «Προφθάσ
σωμεν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει,» τοῦτο
δηλοῖ· Επειδή, φησίν, οὗτος ὁ νῦν φανεὶς προαιώνιος μὲν ἐστι Θεός, καὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς καὶ
θαλάσσης δημιουργός, γέγονε καὶ νῦν ἄνθρωπος
καθ' ἡμᾶς, πάντα τὰ τῆς ἀντρωπίνης φύσεως ίδια
ἔχων, πλὴν μόνης τῆς ἁμαρτίας· μέλλει δε αυτ
θις ἐν ὑστέροις καιροῖς μετὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου
καὶ τῆς αὐτῆς ὑποστάσεως ἔρχεσθαι κρῖναι ζῶντας
καὶ νεκρούς, οὐκέτι μὲν τοιούτῳ σώματι, οὐκ ἀσώματος δέ. οἷς οἶδεν αὐτὸς λόγοις θεοειδεστέρου στο
ματος, δεύτε προσκυνήσωμεν αὐτῷ, πιστεύοντες
ὡς Θεῷ, προσπίπτοντες ὑπὲρ ὧν ἡμάρτομεν. Προφθάσωμεν δὲ καὶ προκαταλάβωμεν τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καὶ συντριβῇ καρδίας· ἵνα
αὐτόν ἐκεῖνον ἐκεῖθεν ἵλεων εύρωμεν κρίνονται
ἐν γὰρ τῷ ἀδη οὐκ ἔστιν ἐξομολόγησις· διό χρή
νῦν καὶ προκατάλαβεῖν καὶ προφθάσαι.
«Iverunt, inquit, et viderunt ubi maneret et apud
eum manserunt die illa 17;» et alia quæcumque,
cirea tempus baptismi, ante generalem vocationem, dicipuli inter se aiebant. Porro verba:
⚫ Præoccupemus faciem ejus in confessione,» hoc
indicant: Quoniam, inquit, hic qui apparuit, sempiternus est Deus, cœli terræ marisque creator, et
nunc factus est similis nobis homo, omnia humanæ naturæ propria habens, excepto peccato:
rursusque postremis temporibus cum eadem persona et substantia eadem venturus est judicare
vivos et mortuos: haud equidem in ejuscemodi
corpore, neque tamen incorporeus, sed ea ratione
quam ipse novit divinioris corporis: venite, adoremus illum, credentes ei ut Deo, procidentes
propter ea quæ peccavimus. Præveniamus autem
et præoccupemus faciem ejus in confessione et
cordis contritione, ut eum illic misericordem judicem comperiamus: in inferno enim nulla est
confessio propterea oportet nunc et præoccupare
et præevenire.
15. Statim itaque post introitum et trisagii finem, ad cathedram conscenditur, quæ res a terra in cœlum conscensum, et ab infima Judæorum
vita, et a lege ac vetere fœdere indulgenter ipsis
concesso, significat transitum: ut hinc fiat exploratum, quod post baptismi institutionem, initium
cepit divina gratia. Porro illud interponitur quod
ιε· Εὐθὺς οὖν μετὰ τὴν εἴσοδον, καὶ τὸ τέλος
τοῦ τρισαγίου, ἡ άνω καθέδρα ἥτις τὴν ἀπὸ
γῆς εἰς οὐρανον ἄνοδον, καὶ τὴν ἀπὸ τῆς χαμαιρεπούς πολιτείας τῶν Ἰουδαίων, καὶ τὴν ἐκ τοῦ
νόμου καὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συγκαταβατικώς
ἐγχωρηθείσης αὐτοῖς, δηλοί μετάβασιν· ὡς ἐνα
τεύθεν δῆλον ὅτι μετὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ βαπτίματος ἀρχὴν λαμβανούσης τῆς θείας χάριτος· ὧν ο dicitur προκείμενον, propterea quod cunctis nove
μέσον ένεστι το λεγόμενον προκείμενον· ὅπερ
οὕτως εἴρηται, διότι προκειται πάντων τῶν συμΕλλων τῆς νέας χάριτος· μετὰ γὰρ τοῦτο καὶ ἡ
τῶν ἀποστόλων κλήσις, καὶ ἡ ἀνάδειξις αὐτῶν
αναφαίνεται διὰ τῆς τῶν Πράξεων αὐτῶν, ἢ τῶν
ἐπιστολῶν ἀναγνώσεως· πρὸς δὲ, καὶ ἡ ἐξ αὐτῶν
τῶν γεγραφότων τὰ θεῖα Εὐαγγέλια χάρις. Ή
δε σφραγὶς ἂν ὁ ἀρχιερεὺς ἔσωθεν ποιεῖν εἴωθεν
ἐν τῷ τέλει του τρισαγίου, εἰς πλήρωμα μὲν καὶ
είνει εκσφράγισμα τῶν περὶ Χριστού προειρημέ
νών προφητικών φωνών χαρακτηρίζεται·
ἡ γὰρ
διὰ σαρκὸς αὐτοῦ παρουσία σφραγὶς ἐγένετο ἐπι
κυρούσα τὰ ὑπ' ἐκείνων προηγορευμένα ὡς ἀληθῆ·
αὕτη δὲ καὶ εἰς ἀρχὴν τῶν θεοπρεπῶν ἔργων,
καὶ τῆς τοῦ άνθρωπείου γένους αναπλάσεως τέτ
ταται ἀλλὰ καὶ σφραγὶς ἐστιν, Εἰρήνης, ήτις
τὰς τότε μερικὰς ἀρχὰς κατέλυσε, καὶ τοῖς μακράν
ἔθνεσιν εἰρήνην ἐβράβευσεν. όθεν καὶ ειρήνη
ἐπῶς ὁ Χριστὸς ὁ τῆς εἰρήνης Πατὴρ εἰς ἑνότητα. ἤγαγε καὶ τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ οὐράνια.
ις. Καὶ μή τις σκανδαλιζέσθω ἀκούων ταύτα,
καὶ λέγων, Πώς τὰ μετὰ τὴν ἀνάστασιν γεγονότα
παρὰ τῶν ἀποστόλων, ταῦτα σὺ ἐν ἀρχῇ τῶν πρὸ
17 Joan. 1, 38, 39.
Cathedra hoc loco idem videtur quod
bema, a Latinis dictum presbyterium. Alioqui tamen pontifex post dictum introitum, revera in
cathedram suam, id est sedem, conscendit.
gratiæ symbolis præit. Posthinc enim apostolorum
quoque vocatio et designatio divulgatur, actibus
illorum atque epistolis legendis: nec non ipsorum
qui divina Evangelia scripserunt gratia. Benedicendi vero actus seu signaculum, quod episcopus
intus facere solet in fine trisagii, plenitudinem et
quasi sigillum propheticorum de Christo prælectorum verborum denotat. Namque hujus in carne
adventus, sigillum fuit quod prædictorum ab illis
veritatem obsignavit. Atque hoc benedictionis signaculum initio quoque divinorum operum et creationis hominis adhitum fuit. Est insuper signaculum pacis ejus, quæ partiales principatus dissolvit, cunctisque sive proximis sive longinquis gentibus pacem sancivit. Ideoque: «Pax omnibus, episcopus inclamat: innuens videlicet, quod Christus
pacis Pater, terrestria ac cœlestia unum fecit.
πᾶσιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐκφωνεί, αινιττόμενος,
"
16. Nec vero quisquam hæc audiens scandalum
patiatur, dicatque: Curnam quæ ab apostolis post
resurrectionem acta fuerunt, hæc initio ante pasLatinus episcopus dicit: Pax vobis; Græcus,
itemque Armenius, Pax omnibus, quæ locutio latius patet; quanquam et Latinus et Græcus nonnisi astantes omnes alloquantur.
col. 439–440page 14 of 28
PG 140:439τῶν του πάθους συμβόλων τέθεικας Αλλ' ἴσθι ὁ ταῦτα πτίσματι, τῇ σαγήνη τῶν ἁλιέων τούτων ἀγρενομένους. Καὶ Πράξεῶν καὶ τῶν θείων τούτων ἐπιστολῶν ἐπιδίδοται. λέγων ὡς οὔτε αἴνιγμα οὔτε σύμβολον οὔτε τα ραβολὴ δύναται φυλάξαι απαραλλάκτως τῶν ὧν μιμεῖται πάντων τὴν ἐμφέρειαν ἀλλ' ούδε προσώπου καὶ καιρῶν καὶ τάξεως πρώτης και δεύτερας καὶ τῶν ἐξῆς τὴν ὁμοίωσιν, μᾶλλον δι τὴν ταυτότητα· Αλλ' οὕτως ἐσχημάτισται, ὡς τὴν εἰκόνα φέρειν τοῦ πρωτοτύπου· τό μέντοι παρα πλήσιον παρατηρηθῆναι ἀδύνατον. Εἴπωμεν τοίνυν ὡς ἡ τῶν ἀποστολικών Πράξεων ανάγνωσις, καὶ ἐπιστολῶν αὐτῶν, παρίστησι τὴν ἐκλογές, καὶ τὸ τέλος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν· ἐξ ὧν ἡ δύναμις τούτου, καὶ τὸ ὁδια πτωτον τῆς ἀληθείας συνίσταται. ἔφησε γὰρ πρὸς αὐτούς, «Δεύτε οπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.» Ορα τοίνυν πῶς κόσμου όλες ἐξώγρησαν ἐκ βυθοῦ τῆς πλάνης οἱ ἁλιεῖς καὶ ἀγράμματοι· καὶ ἐξ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν τὰ τούτων κηρύττεται, καὶ παντων τῶν άλλων νόμων και θεσπισμάτων τούτων κρατοῦσιν αἱ παρα δόσεις· καὶ τὸ δὲ πάντων θαυμασιώτερον, ἡ τῆς τέχνης τούτων ενέργεια, οὐκ ἐφ' ὅσον χρόνον ἐν τῷ βίῳ διέτριβον ενήργησεν, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν αλιέων, εἶτα μετά θάνατον κατηργήθη· ἀλλὰ μάλ λον τότε μερικόν οιονεί σπόρον ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι κατασπειρώντων αὐτῶν, τὸ παρ' ἐκείνων καταλλη θεν σπέρμα πολλοὺς ἁλιεῖς ἐξώγρησε καὶ θηρευτές καὶ στρατιώτας καὶ ἐμπόρους και γεωργούς, που λύχουν τὸν καρπὸν τῷ Δεσπότη και δημιουργώ προσφέροντας· ὡς ἐξειναι ὁρᾶν ἕως καὶ σήμερον καὶ μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου πολ λοὺς τῶν ἀπίστων τῷ θείῳ προσερχομένους βα ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀποστολικών ις· Ἡ δὲ τῶν σεπτῶν καὶ θείων Ευαγγελίων έχε φώνησις, αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν δηλοῖ τοὺς λόγους, τὰς ἐντολὰς, τοὺς νόμους αὐτοὺς, οὓς ἡμῖν ἔθετο, τὰ πάθη, τὴν ταφὴν, τὴν ἀνάστασιν, καὶ τὴν ἀνάληψιν τῶν γάρ θαυμάτων οι εὐαγγελισταὶ ὀλίγον ἐποιήσαντο λόγον, ένι ρήματι πλήθα άπειρα θαυμάτων παραδηλώσαντες. Ἐπεὶ δὲ ὁ ὑμ νούμενος Θεός ἐστι καὶ ἄνθρωπος ἅμα, συγκεκερασμένους καὶ τοὺς ὕμνους αὐτῷ διατετάχασιν οἱ μα κάριοι Πατέρες· καὶ ὥσπερ ὁ τρισάγιος ύμνος, οὕτω δὲ καὶ τὸ ᾿Αλληλούια αγγελική ἐστιν ὑμνῳδία, ἵν᾿ ὅτι μὲν ἐστι Θεός ἐκ τῶν ἀγγελικών ύμνων γνώριμον γίνεται, ὅτι δὲ ἀνθρωπος ἐκ τῶν παρ' ἡμῶν· ὁ δὲ θυμιατὸς ὁ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ ᾿Αλληλούια μετά θυμιάματος κινούμενος τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος δηλοί, τὴν δεδομένην τοῖς μαθηταῖς, ὅτι τούτους ἀπέστειλε, τοῦ ἱάσασθαι πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ Ἰσραήλ· αἱ δὲ μετὰ τὴν τῶν θείων Εὐαγγελίων ἀνάγνωσιν ευχαί τε καὶ αἰτήσεις ἀχρι τοῦ χερουβικού ύμνου τὴν ἐπὶ τρισί χρόνοις διδα σκολίαν ὑπεμφαίνουσι τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν,τῶν
sionis symbola collocasti? At velim scias, quisquis του πάθους συμβόλων τέθεικας; Αλλ' ἴσθι ὁ ταῦτα
ita loqueris, neque ænigma, neque symbolum, neque parabolam servare posse invariabiliter eorum
quæ imitantur paritatem, neque item personæ,
temporum, ordinis prioris aut posterioris, et reliquorum hujusmodi similitudinem, nedum idem
cum illis esse posse: verum hæc ita figurantur,
ut imaginem prototypi gerant: sed certe æqualitatem servari impossibile est. Dicimus ergo, lectionem apostolicorum Actuum et Epistolarum,
electionem simul repræsentare et finem promissionum Christi Dei nostri: unde hujus potentia, et
veritatis firmitas comprobatur. Dixit enim illis:
«Venite post me, faciam vos piscatores hominum '.» Specta igitur, quomodo mundum universum prædati sunt de abysso erroris hi piscatores et illiterati: atque ab ortu solis usque ad
occasum horum dogmata prædicantur, ac præ aliis
cunctis legibus et statuis, horem valent traditiones. Quodque omnium mirabilissimum est, vis
horum artificum haud eatenus tantum operata est, quatenus ii vixerunt, quod piscatoribus
cæteris usuvenit, et post mortem evanuit; sed
potius, facta aliqua ab iis per omnes gentes satione,
jactum manu ipsorum semen, piscatores multos
cepit, venatores, milites, mercatores, agricolas,
· multiplicem Domino et creatori fructum reddentes:
ita ut videre liceat usque ad hodierum diem, et
usque ad seculi hujus consummationem, infideles
multos ad baptismum accedentes, piscatorum horum sagena captos. Atque haec quidem de Actuum
apostolorum atque Epistolarum lectione dita sunto.
πτίσματι, τῇ σαγήνη τῶν ἁλιέων τούτων ἀγρενομένους. Καὶ
Πράξεῶν καὶ τῶν θείων τούτων ἐπιστολῶν ἐπιδίδοται.
17. Jam venerabilium ac divinorum Evangeliorum elata voce lectio, ipsius Christi Dei nostri demonstrat sermones, mandata, leges ipsas quas nobis tulit, passionem sepulturam, resurrectionem,
assumptionem. Nam miraculorum levem oppido
mentionem evangelistæ fecerunt, uno tantum verbo
innumerabilem prodigiorum multitudinem significantes. Quia vero quem decantamus, Deus simul
homoque est mistos pariter hymnos ei composuerunt beati Patres. Et sicut trisagii hymnus, ita
etiam Alleluia, angelica est hymnodia: ut Christum
Deum esse ex angelicis, hominem item esse, ex
nostris hymnis palam fiat. Thuribolum autem,
quod dum canitur Alleluia, cum thymiamate agitatur, gratiam Spiritus sancti denotat datam discipulis, quando eos misit ad omnem morbum languoremque sanandum in Israel. Tum post evangeliorum lectionem preces et postulationes, usque ad
cherubicum hymnum, triennale magisterium
Christi Dei nostri innuunt, et paratorum ad baptisma catechesim; quia hos videlicet prædica18 Matth. iv, 19.
Hanc regulam criticam intelligendarum
parabolarum jam tradiderat S. Cyrillus in Comλέγων ὡς οὔτε αἴνιγμα οὔτε σύμβολον οὔτε τα
ραβολὴ δύναται φυλάξαι απαραλλάκτως τῶν ὧν
μιμεῖται πάντων τὴν ἐμφέρειαν ἀλλ' ούδε
προσώπου καὶ καιρῶν καὶ τάξεως πρώτης και
δεύτερας καὶ τῶν ἐξῆς τὴν ὁμοίωσιν, μᾶλλον δι
τὴν ταυτότητα· Αλλ' οὕτως ἐσχημάτισται, ὡς τὴν
εἰκόνα φέρειν τοῦ πρωτοτύπου· τό μέντοι παρα
πλήσιον παρατηρηθῆναι ἀδύνατον. Εἴπωμεν τοίνυν
ὡς ἡ τῶν ἀποστολικών Πράξεων ανάγνωσις, καὶ
ἐπιστολῶν αὐτῶν, παρίστησι τὴν ἐκλογές,
καὶ τὸ τέλος τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Χριστοῦ καὶ
Θεοῦ ἡμῶν· ἐξ ὧν ἡ δύναμις τούτου, καὶ τὸ ὁδια
πτωτον τῆς ἀληθείας συνίσταται. ἔφησε γὰρ πρὸς
αὐτούς, «Δεύτε οπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς
ἁλιεῖς ἀνθρώπων.» Ορα τοίνυν πῶς κόσμου όλες
ἐξώγρησαν ἐκ βυθοῦ τῆς πλάνης οἱ ἁλιεῖς καὶ
ἀγράμματοι· καὶ ἐξ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν
τὰ τούτων κηρύττεται, καὶ παντων τῶν άλλων
νόμων και θεσπισμάτων τούτων κρατοῦσιν αἱ παραδόσεις· καὶ τὸ δὲ πάντων θαυμασιώτερον, ἡ τῆς
τέχνης τούτων ενέργεια, οὐκ ἐφ' ὅσον χρόνον ἐν
τῷ βίῳ διέτριβον ενήργησεν, ὡς καὶ τῶν λοιπῶν
αλιέων, εἶτα μετά θάνατον κατηργήθη· ἀλλὰ μάλ
λον τότε μερικόν οιονεί σπόρον ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι
κατασπειρώντων αὐτῶν, τὸ παρ' ἐκείνων καταλλη
θεν σπέρμα πολλοὺς ἁλιεῖς ἐξώγρησε καὶ θηρευτές
καὶ στρατιώτας καὶ ἐμπόρους και γεωργούς, που
λύχουν τὸν καρπὸν τῷ Δεσπότη και δημιουργώ
προσφέροντας· ὡς ἐξειναι ὁρᾶν ἕως καὶ σήμερον
καὶ μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου πολ
λοὺς τῶν ἀπίστων τῷ θείῳ προσερχομένους βα
ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀποστολικών
ις· Ἡ δὲ τῶν σεπτῶν καὶ θείων Ευαγγελίων έχε
φώνησις, αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν δηλοῖ
τοὺς λόγους, τὰς ἐντολὰς, τοὺς νόμους αὐτοὺς, οὓς
ἡμῖν ἔθετο, τὰ πάθη, τὴν ταφὴν, τὴν ἀνάστασιν,
καὶ τὴν ἀνάληψιν τῶν γάρ θαυμάτων οι ευαγγελι
σταὶ ὀλίγον ἐποιήσαντο λόγον, ένι ρήματι πλήθα
άπειρα θαυμάτων παραδηλώσαντες. Ἐπεὶ δὲ ὁ ὑμ
νούμενος Θεός ἐστι καὶ ἄνθρωπος ἅμα, συγκεκερα
σμένους καὶ τοὺς ὕμνους αὐτῷ διατετάχασιν οἱ μα
κάριοι Πατέρες· καὶ ὥσπερ ὁ τρισάγιος ύμνος, οὕτω
δὲ καὶ τὸ ᾿Αλληλούια αγγελική ἐστιν ὑμνῳδία, ἵν᾿ ὅτι
μὲν ἐστι Θεός ἐκ τῶν ἀγγελικών ύμνων γνώριμον
γίνεται, ὅτι δὲ ἀνθρωπος ἐκ τῶν παρ' ἡμῶν· ὁ δὲ
θυμιατὸς ὁ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ ᾿Αλληλούια μετά θυμιά
ματος κινούμενος τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος
δηλοί, τὴν δεδομένην τοῖς μαθηταῖς, ὅτι τούτους
ἀπέστειλε, τοῦ ἱάσασθαι πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν
μαλακίαν ἐν τῷ Ἰσραήλ· αἱ δὲ μετὰ τὴν τῶν θείων
Εὐαγγελίων ἀνάγνωσιν ευχαί τε καὶ αἰτήσεις ἀχρι
τοῦ χερουβικού ύμνου τὴν ἐπὶ τρισί χρόνοις διδα
σκολίαν ὑπεμφαίνουσι τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν,
mentario ad Lucam cap. xvi, apud nos t.!!
p. 317.
col. 441–442page 15 of 28
PG 140:441καὶ τῶν πρὸς τὴ βήπτισμα εὐτρεπισμένων κατήχησιν ἐφ᾽ ᾧ τούτους ἡ τῶν λόγων δύναμις, καὶ ἡ τῶν θαυμα των ενέργεια συνεφείλκετο. Τότε δὴ καὶ οἱ κατηχούμενοι, καὶ μήπω καταξιωθέντες τῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων, ἔξω μεθίστανται. Αἱ δὲ ἐν τῷ μεταξύ τούτων γινόμεναι εὐχαὶ ὑπὲρ αὐτῶν τε γίνονται τῶν κατηχουμένων, καὶ τῶν πιστῶν, καὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἀρχιερέως ἐννοοῦντες γὰρ οἱ θεσπέσιοι Πατέρες, ὁποίαν εἶναι χρὴ τὴν ψυχὴν καὶ τὴν χεῖρα τοῦ μέλλοντος άπτεσθαι τοῦ παναχράντου σώματος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅτι και θαρωτέραν τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ταύτην δεῖ τυγχάνειν, τὰς ὑπὲρ τῆς συγχωρήσεως τούτων εὐχὰς διὰ φιλανθρωπίαν Θεοῦ ἐσομένης ἐξέθεντο. α΄. Η δε τῶν ἁγίων μετάθεσις, τοῦ σώματος, φημί, τοῦ Δεσποτικοῦ καὶ τοῦ αἵματος ἀπὸ τῆς προ θέσεως καὶ ἡ τούτων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσο δος κατὰ τὸ χερουβικόν, τὴν ἀπὸ Βηθανίας πρὸς Ἱερουσαλὴμ δηλοῖ τοῦ Κυρίου εἰσέλευσιν· τηνικαῦτα γὰρ καὶ ὁ πλεῖστος ὄχλος καὶ οἱ τῶν Εβραίων παῖδες ὡς βα σιλεῖ καὶ νικητῇ τοῦ θανάτου τὸν ὕμνον ἀνέφερον αἰσθητῶς· νοητῶς δὲ ἄγγελοι μετὰ τῶν χερουβίμ τὸν τρισάγιον απεδίδοσαν ὕμνον· καὶ τὰ σκῆπτρα καὶ τὰς ῥομφαίας ἂς τὸ παλαιον ἔφερον, ὡς σύμβολα βασιλείας ἐπιφέρουσιν οἱ διάκονοι· καὶ τὰ ριπίδια, ἃ καὶ ῥιπίδες γράφονται, εἰς τύπον εἰσὶ τῶν χερουβίμ. Ὁ δὲ αδόμενος χερουβικός ύμνος προτρέπεται πάντας ἐντεῦθεν καὶ μέχρι τοῦ τέλους τῆς ἱερουργίας προσεκτικώτερον ἔχειν τὸν νοῦν πᾶσαν βιωτικής μέριμναν κάτωθεν ἀφισμένους, ὡς βασιλέα μέγαν μέλλοντας δέχεσθαι διὰ τῆς κοινωνίας. Η δε πρὸς τὴν ἁγίαν τράπεζαν τῶν ἁγίων ἀπόθεσις μίμησιν έχει τηνικαῦτα μὲν τοῦ ἐστρωμένου ἀνώγεον, μετ' ὀλίγον δὲ ἡ αὐτὴ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ ὕψωσιν· ἐν δὲ τῷ τέλει τὴν ταφὴν εἰκονίζει, καὶ τὴν ἀνάστασιν, καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἀνάληψιν· ἵνα γάρ μὴ τὸ καθ᾿ ἕκαστον τῶν τότε γενομένων τὴν ὥραν καὶ τὸν καιρόν και τον τόπον ἀφορίζοντες οι μακά φιοι Πατέρες, ἔτι καὶ μεταθέσεων ἑτέρων και σιαστηρίων πλειόνων δεηθῶσι, κἀκ τούτων ὡσανεὶ μωμητὸν τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον καταστῇ, ἄξιον τῆς θεουργοῦ δημιουργίας τρόπον ἐμιμήσαντο, ὡς οἷόν τε ἀνθρώπῳ τὰ θεῖα μιμεῖσθαι καὶ κατεργάζεσθαι. Καὶ δὴ ὡς οὐρανὸν μὲν τὸ ἐπάνωθεν τῆς ἁγίας τραπέζης ὁρόφιον απαρτίζουσι· ὡς ὅλην δε γῆν ορίζονται τὸ ὑπὸ τεσσάρων κιόνων του κιθωρίου συγκλειόμενον ή περιγραφομένον ἱερὸν ἔδαφος· ἐν ᾧ πληρούνται καὶ ὁ προφητικός λόγος, ό, «εἰργάσατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς ὁ Θεός·» πάντων γὰρ ὁμολογούντων ἐν Ἱεροσολύμοις περιγεγράφθαι τῆς γῆς τὸ μεσαίτατον, ἔνθα δὴ καὶ πάντα τὰ τοῦ ή σκευοφυλακίου, πρόθεσις σκευοφυλάκιον, κοινωνίας,vero catechumeni,nondum Christi sacramentorum
digni, extra mittuntur. Quæ autem hoc intervallo
funduntur preces, tum ipsorum catechumenorum,
nec non et fidelium, atque ipsius denique episcopi
causa fiunt. Cogitantes enim divi Patres, qualem
esse oporteat animam itemque manum illius qui
immaculatum contrecturus est Christi Dei nostri
corpus, nempe oportere solaribus radiis esse puriorem, ideo preces pro impetranda his venia,
quam a Dei clementia exspectant, instituerunt.
καὶ τῶν πρὸς τὴ βήπτισμα εὐτρεπισμένων κατήχησιν· tionis vis, et miraculum operatio attraxit. Tunc
ἐφ᾽ ᾧ τούτους ἡ τῶν λόγων δύναμις, καὶ ἡ τῶν θαυμα
των ενέργεια συνεφείλκετο. Τότε δὴ καὶ οἱ κατηχούμε
νοι, καὶ μήπω καταξιωθέντες τῶν τοῦ Χριστοῦ μυστη
ρίων, ἔξω μεθίστανται. Αἱ δὲ ἐν τῷ μεταξύ τούτων
γινόμεναι εὐχαὶ ὑπὲρ αὐτῶν τε γίνονται τῶν κατηχουμένων, καὶ τῶν πιστῶν, καὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ ἀρχιερέως·
ἐννοοῦντες γὰρ οἱ θεσπέσιοι Πατέρες, ὁποίαν εἶναι χρὴ
τὴν ψυχὴν καὶ τὴν χεῖρα τοῦ μέλλοντος άπτεσθαι τοῦ
παναχράντου σώματος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅτι και
θαρωτέραν τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ταύτην δεῖ τυγχάνειν,
τὰς ὑπὲρ τῆς συγχωρήσεως τούτων εὐχὰς διὰ φιλαν
θρωπίαν Θεοῦ ἐσομένης ἐξέθεντο.
(
α΄. Η δε τῶν ἁγίων μετάθεσις, τοῦ σώματος,
φημί, τοῦ Δεσποτικοῦ καὶ τοῦ αἵματος ἀπὸ τῆς προθέσεως καὶ ἡ τούτων πρὸς τὸ θυσιαστήριον εἴσοδος κατὰ τὸ χερουβικόν, τὴν ἀπὸ Βηθανίας πρὸς Ἱερουσαλὴμ δηλοῖ τοῦ Κυρίου εἰσέλευσιν· τηνικαῦτα γὰρ καὶ
ὁ πλεῖστος ὄχλος καὶ οἱ τῶν Εβραίων παῖδες ὡς βα
σιλεῖ καὶ νικητῇ τοῦ θανάτου τὸν ὕμνον ἀνέφερον
αἰσθητῶς· νοητῶς δὲ ἄγγελοι μετὰ τῶν χερουβίμ
τὸν τρισάγιον απεδίδοσαν ὕμνον· καὶ τὰ σκῆπτρα
καὶ τὰς ῥομφαίας ἂς τὸ παλαιον ἔφερον, ὡς
σύμβολα βασιλείας ἐπιφέρουσιν οἱ διάκονοι· καὶ τὰ
ριπίδια, ἃ καὶ ῥιπίδες γράφονται, εἰς τύπον εἰσὶ τῶν
χερουβίμ. Ὁ δὲ αδόμενος χερουβικός ύμνος
προτρέπεται πάντας ἐντεῦθεν καὶ μέχρι τοῦ τέλους
τῆς ἱερουργίας προσεκτικώτερον ἔχειν τὸν νοῦν
πᾶσαν βιωτικής μέριμναν κάτωθεν ἀφισμένους, ὡς
βασιλέα μέγαν μέλλοντας δέχεσθαι διὰ τῆς κοινωνίας.
Η δε πρὸς τὴν ἁγίαν τράπεζαν τῶν ἁγίων ἀπόθεσις
μίμησιν έχει τηνικαῦτα μὲν τοῦ ἐστρωμένου άνωγέον, μετ' ὀλίγον δὲ ἡ αὐτὴ καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ
ὕψωσιν· ἐν δὲ τῷ τέλει τὴν ταφὴν εἰκονίζει, καὶ
τὴν ἀνάστασιν, καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἀνάληψιν· ἵνα γάρ
μὴ τὸ καθ᾿ ἕκαστον τῶν τότε γενομένων τὴν ὥραν
καὶ τὸν καιρόν και τον τόπον ἀφορίζοντες οι μακά
φιοι Πατέρες, ἔτι καὶ μεταθέσεων ἑτέρων και
σιαστηρίων πλειόνων δεηθῶσι, κἀκ τούτων ὡσανεὶ
μωμητὸν τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον καταστῇ,
ἄξιον τῆς θεουργοῦ δημιουργίας τρόπον ἐμιμήσαντο,
ὡς οἷόν τε ἀνθρώπῳ τὰ θεῖα μιμεῖσθαι καὶ κατερ
γάζεσθαι. Καὶ δὴ ὡς οὐρανὸν μὲν τὸ ἐπάνωθεν τῆς
ἁγίας τραπέζης ὁρόφιον απαρτίζουσι· ὡς ὅλην δε
γῆν ορίζονται τὸ ὑπὸ τεσσάρων κιόνων του κιθωρίου
συγκλειόμενον ή περιγραφομένον ἱερὸν ἔδαφος· ἐν
ᾧ πληρούνται καὶ ὁ προφητικός λόγος, ό, «Ειργά
σατο σωτηρίαν ἐν μέσῳ τῆς γῆς ὁ Θεός·» πάντων
γὰρ ὁμολογούντων ἐν Ἱεροσολύμοις περιγεγράφθαι
τῆς γῆς τὸ μεσαίτατον, ἔνθα δὴ καὶ πάντα τὰ τοῦ
19 Psal. LXXII, 12.
Al. codex addit ή σκευοφυλακίου, aut a
scevophylacio; quod mendum videretur, cum
non eadem mensa fuerit πρόθεσις el σκευοφυλάκιον,
quod etiam diaconicum nonnulli appellant. Sed
tamen in libello Delineationis ecclesiæ Orientalis
Græcæ, auctore Eustrathio Joannide Rutheno,
p. 117, legimus: Prius quam ad altare, consecrationis gratia, deferrentur oblationes, in gaiophylacium (idem quod scevophylacium) porta18. Age vero sanctarum rerum a prothesi translatio, corporis, inquam, Dominici et sanguinis, et
horum ad altare introitus resonante hymno cherubico, indicat Domini ex Bethania ad urbem Jerusalem processum. Tunc enim et turba plurima, et
Hebræorum pueri,tanquam regi mortisque victori,
hymnum voce sensibili cecinerunt; intellectualiter
autem angeli cum cherubinis trisagii hymnum
dixerunt.Et sceptra gladiosque, quorum olim usus
erat tanquam regni symbola gestant diaconi. Tum
et ventilabra, figuram cherubinorum gerunt. Qui
autem canitur hymnus cherubicus, admonet omnes, ut nunc, et usque ad liturgiæ finem, attentiore animo sint, omissa omni mundana terrenaque
cura, ceu qui magnum Regem in sacra communione suscepturi sunt. Jam et rerum sanctarum in
sancta mensa repositio, imitatur stratum illud cœnaculum, et paulo post, in crucem exaltationem;
et in flne demum sepulturam repræsentat, et resurrectionem et deinde assumptionem. Ne enim si
omnium sigillatim tunc actorum horam ac tempus
locumque definirent beati Patres, adhuc aliis translationibus, pluribusque altaribus indigerent, atque
hine quasi risui expositum œconomiæ mysterium
evaderet, decoram mundanæ Dei creationis rationem imitati sunt, quatenus homini divina imitari
licet atque operari. Itaque coeli instar superius
sanctæ mensæ lacunar fabricarunt.Instar vero uni·
versæ terræ esse constituerunt sub quatuor ciborii
columnis clausum et circumscriptum sacrum pavimentum. Qua in re impletur propheticum illud
dictum: «Qui operatus est salutem in medio
terra 19.» Nam cum omnes confiteantur Hierosolymam in media terræ statione esse collocatam,
qua in civitate universam passionem suam sustinuit Dominus, proditionem, judicium, et ea que
crucein præcesserunt ac subsecuta sunt; cum inbantur, donec inquisitio facta fuisset, num eæ tales
essent, quæ Domino digne offerrentur. Sed legesis
Allatium De Græcorum templis, ed. Paris. p. 136.
Hinc in picturis Græcæ missæ vicles angelos, quorum vicem gerunt diaconi, gladiis armatos. Et cæremoniarum apud nos magistris baculus
instar sceptri est.
Hic quoque tractus, usque ad κοινωνίας, exstat in solo codice 632, p. 6. a.
col. 443–444page 16 of 28
PG 140:443πάθους ὑπέστη ὁ Κύριος, τὴν προδοσίαν, τὴν κρίσιν, τὰ πρὸ τοῦ σταυροῦ, καὶ τὰ μενὰ τὸν σταυρόν· ἐπεὶ καὶ ἡ ἁγία τράπεζα μεθόριον οὐρανοῦ καὶ γῆς ὡς παραδείκνυται, καὶ κατὰ τὸ μέσον τῶν κιόνων καὶ τῶν κύκλῳ ριπίδων ἔχει τὴν στάσιν, εἰκότως ἐπ' οὐρανὸν εἴη αὕτη, εἴτε ἐν Ἰνδίᾳ, εἴτε ἐν Βρετανικαῖς νήσοις, ἐν μέσῳ τῆς γῆς τήν σωτη ρίαν ἐργάζεσθαι ὑπεμφαίνει διὰ τῶν τελουμένων αὐτῇ· τῷ δὲ λέγοντι, ᾿Αλλ' οὐ πᾶσα ἐκκλησία κιβώς ριον ἔχει καὶ κρηπῖδας καὶ κίονας, ἀρκέσει τὸ τοῦ βήματος ημικύκλιον ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ νομοθετηθὲν οὗ καὶ ὁ μύαξ τὸ οὐράνιον ἡμισφαίριον σχε ματίζει, ἐν μέσῳ ἔχον καταντικρὺ τὴν ἁγίαν τρά πεζαν. ιθ΄. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόθεσιν τῶν ἁγίων δώρων, τὴν εὐχὴν ὁ ἀρχιερεὺς ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ποιούμενος, αἰτεῖται εὐπροσδόκητον γενέσθαι τὴν προτεθεῖσαν τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ θυσίαν τοῦ θυομένου μου νογενούς Υἱοῦ αὐτοῦ· οὗτος γὰρ ὁ θυόμενος εἰς τιμὴν τοῦ οἰκείου Πατρός, ἑαυτὸν εἰς θυσίαν ἀπὸ ἔδωκει καὶ ταῦτα μὴ αἰτήσαντος τοῦ Πατρός· καὶ τὸ εἰς τιμὴν πατρικὴν χυθέν αἷμα, τοῦτο τιμὴ ἐγένετο πρὸς ἐλευθερίαν πάσης ἀνθρωπότητος, καὶ οἰονεί τις ἐξώνησις· εἶνα τό, «᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἐκφωνεῖ ὁ διάκονος, ὥστε τὸν αἰσθητόν γινόμενον ἀσπασμὸν νοητῶς ἐν τῇ καρδίᾳ εἰσδέχεσθαι, καὶ πᾶσαν ἐξορίζειν μνησικακίαν. Αναδιπλασιάζει δι παρεγγυώμενος ὁ διάκονος λέγων, «Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσσχωμεν·» τουτέστι, Μὴ ἀσόφως καὶ ἀλογίστως τολμῶμεν ταυτὶ τὰ ἅγια, μηδ' ὑπὸ τῆς καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν συνηθείας τὸ ἀνεπισφαλές κατορθοῦντες τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, δοκώμεν θυσίαν εὐπρόσδεκτον τῷ Κυρίῳ προσφέρειν· ἀλλ' ὅταν μετά καθαρότητος ἐπιγενώσε χωμεν, την καὶ ποίῳ τρόπῳ τῶν πρωτοτύπων ἕκαστον τῶν νῦν τελουμένων προσφόρως καὶ καταλλήλως συνάπτεται. Χρὴ οὖν τοὺς μύστας καὶ μυσ ταγαγοὺς τῶν τοιούτων, ἱερεῖς, φημί, καὶ ἀρχιερεῖς, καὶ πάντας τοὺς ταῦτα διακονουμένους, εἰδέναι τὸν λόγον τῶν τελουμένων, καὶ πρὸς τί ἕκαστον ἀναφέρεται· τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς λογικῆς φύσεως, ὡς καὶ τό, «Εν σοφίᾳ προσσχωμεν,» διεντέλλεται. Τού τοις ἔπεται καὶ τό, «Στῶμεν καλῶς, στώμεν μετά φοβου· πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορά.» Τις δὲ ἡ αναφορά; Η πρὸς τὰ πρωτότυπα των τελουμένων συμβόλων ἔποψις δηλονότι· δεικτικὸν γὰρ καὶ ὁμοια ματικὸν τὸ τῆς ἀναφορᾶς ὄνομα· καὶ διὰ τοῦτο τρέμοντες ὁμοῦ καὶ δακρύοντες, ὡς νῦν αὐτὸν ὁρῶν τες πάσχοντα ὑπὲρ ἡμῶν τὸν θεάνθρωπον, οὕτω στῶμεν νηφόντως καὶ εὐσταθῶς, ὅπως ἐν εἰρήνῃ καὶ ἀταραξίᾳ τῶν κάτωθεν λογισμών, ταῦτα προσφέροντες ή αναφέροντες, καταξιωθῶμεν ἰδεῖν αὐτοῦ τὴν θείαν ἀνάστασιν, καὶ τῆς ἐντεῦθεν χαρᾶς ἐμπλησθῶμεν· καὶ μάλιστα οἱ ἀξίως τοῦ θείου τόπου μεταλαμβάνοντες σώματος· οὗτοι γὰρ καὶ συμπάσχουσιν αὐτῷ, καὶ συνθας πτόμενοι συνανίστανται. βενετικαῖς. ανώγαιον ἐσταυρωμένον εστρωμένον. ἐν ομφάλῳ τῆς γῆς.super sanctam mensam medium inter ccelum ac πάθους ὑπέστη ὁ Κύριος, τὴν προδοσίαν, τὴν κρίσιν,
terram tenere locum appareat, eademque media
inter columnas ac ventilabra sit, merito ipsa cœlo
supposita esse dicetur: atque sive in India sive in
Britannicis insulis ea consistat, salutem in medio
terre patratam fuisse denotat per ea quæ in ipsa
peraguntur mysteria. Quod si quis dicat, non omnem ecclesiam habere ciborium et crepidines atque columnas, satis, inquam, erit si semicirculare
bema habeat, quod in qualibet ecclesia fieri constitutum est, cujus curvum lacunar cœleste hemisphærium repræsentat, mediam habens ex adverso sanctam mensam.
τὰ πρὸ τοῦ σταυροῦ, καὶ τὰ μενὰ τὸν σταυρόν· ἐπεὶ
καὶ ἡ ἁγία τράπεζα μεθόριον οὐρανοῦ καὶ γῆς ὡς
παραδείκνυται, καὶ κατὰ τὸ μέσον τῶν κιόνων καὶ
τῶν κύκλῳ ριπίδων ἔχει τὴν στάσιν, εἰκότως ἐπ'
οὐρανὸν εἴη αὕτη, εἴτε ἐν Ἰνδίᾳ, εἴτε ἐν Βρετανι
καῖς νήσοις, ἐν μέσῳ τῆς γῆς τήν σωτη
ρίαν ἐργάζεσθαι ὑπεμφαίνει διὰ τῶν τελουμένων
αὐτῇ· τῷ δὲ λέγοντι, ᾿Αλλ' οὐ πᾶσα ἐκκλησία κιβώς
ριον ἔχει καὶ κρηπῖδας καὶ κίονας, ἀρκέσει τὸ τοῦ
βήματος ημικύκλιον ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ νομοθετη
θέν οὗ καὶ ὁ μύαξ τὸ οὐράνιον ἡμισφαίριον σχε
ματίζει, ἐν μέσῳ ἔχον καταντικρὺ τὴν ἁγίαν τρά
πεζαν.
ιθ΄. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόθεσιν τῶν ἁγίων δώρων, τὴν
19. Jam post sanctorum donorum repositionem,
precem episcopus pro se et populo recitans, postu- εὐχὴν ὁ ἀρχιερεὺς ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τοῦ λαοῦ ποιούlat ut gratum sit Deo Patri sacrificium Filii ejus
unigeniti qui immolatur. Etenim hic immolatus
hostiam se in sui Patris honorem obtulit, quanquam id Pater non exigeret. Atque sanguis ejus
liberando universo hominum generi pretium exstitit, et quasi redemptio. Postea elata voce: Amemus
invicem, clamat diaconus; ita ut sensibilis quæ
tunc fit salutatio, intellectualiter intra cor recipiatur, et omnis injuriarum memoria abstergatur.
Tum bis diaconus inclamans ait: «Portas, portas;
in sapientia attendamus;» id est, Ne insipienter
neque inconsiderate sancta hæc tractare ausimus,
nec quasi quotidiana consuetudine inviolabile hoc
peragamus officium et actum,ut acceptabile videa
mur Domino sacrificium offerre: sed postquam
cum puritate cognoverimus cui vel quali modo
singula prototypa,quæ nunc fiunt, utiliter congrueque competant. Oportet itaque ut mystæ atque
initiatores harum rerum, sacerdotes, inquam, atque episcopi, cunctique ministri, rationem noverint officiorum horum, et cui unumquodque referatur. Quod est enim rationalis naturæ proprium,
id his verbis, «In sapientia attendamus,» imperatur. Sequitur: «Stemus honeste, stemus cum timore attendamus sanctæ anaphora.» Quænam
porro anaphora? Nempe ad prototypa perficiendorum symbolorum respectus.Demonstrativum enim
est, et similitudinis indicativum, anaphora vocabulum. ideoque trementes pariter et lacrymantes,
quasi ipsum nunc cerneremus patientem pro nobis
theanthropum, ita stemus sobrie et composite, ut
cum pace, et sine terrenarum cogitationum perturbatione, hæc exhibentes, digni fiamus inclytam
ejus resurrectionem cernere, atque hinc gaudio
repleri; præcipue qui, prout loci sanctitas postulat, corpus suscipiunt. Hi enim et ei compatiuntur, et consepulti, postea sitnu) resurgunt.
μενος, αἰτεῖται εὐπροσδόκητον γενέσθαι τὴν προτε
θεῖσαν τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ θυσίαν τοῦ θυομένου μου
νογενούς Υἱοῦ αὐτοῦ· οὗτος γὰρ ὁ θυόμενος εἰς
τιμὴν τοῦ οἰκείου Πατρός, ἑαυτὸν εἰς θυσίαν ἀπὸ
ἔδωκει καὶ ταῦτα μὴ αἰτήσαντος τοῦ Πατρός· καὶ τὸ
εἰς τιμὴν πατρικὴν χυθέν αἷμα, τοῦτο τιμὴ ἐγένετο
πρὸς ἐλευθερίαν πάσης ἀνθρωπότητος, καὶ οἰονεί
τις ἐξώνησις· εἶνα τό, «᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους,
ἐκφωνεῖ ὁ διάκονος, ὥστε τὸν αἰσθητόν γινόμενον
ἀσπασμὸν νοητῶς ἐν τῇ καρδίᾳ εἰσδέχεσθαι, καὶ
πᾶσαν ἐξορίζειν μνησικακίαν. Αναδιπλασιάζει δι
παρεγγυώμενος ὁ διάκονος λέγων, «Τὰς θύρας, τὰς
θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσσχωμεν·» τουτέστι, Μὴ ἀσό
φως καὶ ἀλογίστως τολμῶμεν ταυτὶ τὰ ἅγια, μηδ'
ὑπὸ τῆς καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν συνηθείας τὸ ἀνεπισφαλές κατορθοῦντες τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐνεργείας
αὐτῶν, δοκώμεν θυσίαν εὐπρόσδεκτον τῷ Κυρίῳ
προσφέρειν· ἀλλ' ὅταν μετά καθαρότητος ἐπιγενώσε
χωμεν, την καὶ ποίῳ τρόπῳ τῶν πρωτοτύπων
ἕκαστον τῶν νῦν τελουμένων προσφόρως καὶ καταλλήλως συνάπτεται. Χρὴ οὖν τοὺς μύστας καὶ μυσ
ταγαγοὺς τῶν τοιούτων, ἱερεῖς, φημί, καὶ ἀρχιερεῖς,
καὶ πάντας τοὺς ταῦτα διακονουμένους, εἰδέναι τὸν
λόγον τῶν τελουμένων, καὶ πρὸς τί ἕκαστον ἀναφέ
ρεται· τοῦτο γὰρ ἴδιον τῆς λογικῆς φύσεως, ὡς καὶ
τό, «Εν σοφίᾳ προσσχωμεν,» διεντέλλεται. Τούτοις ἔπεται καὶ τό, «Στῶμεν καλῶς, στώμεν μετά
φοβου· πρόσχωμεν τῇ ἁγίᾳ ἀναφορά.» Τις δὲ ἡ
αναφορά; Η πρὸς τὰ πρωτότυπα των τελουμένων
συμβόλων ἔποψις δηλονότι· δεικτικὸν γὰρ καὶ ὁμοια
ματικὸν τὸ τῆς ἀναφορᾶς ὄνομα· καὶ διὰ τοῦτο
τρέμοντες ὁμοῦ καὶ δακρύοντες, ὡς νῦν αὐτὸν ὁρῶν
τες πάσχοντα ὑπὲρ ἡμῶν τὸν θεάνθρωπον, οὕτω
στῶμεν νηφόντως καὶ εὐσταθῶς, ὅπως ἐν εἰρήνῃ καὶ
ἀταραξίᾳ τῶν κάτωθεν λογισμών, ταῦτα προσφέροντες
ή αναφέροντες, καταξιωθῶμεν ἰδεῖν αὐτοῦ τὴν θείαν
ἀνάστασιν, καὶ τῆς ἐντεῦθεν χαρᾶς ἐμπλησθῶμεν· καὶ
μάλιστα οἱ ἀξίως τοῦ θείου τόπου μεταλαμβάνοντες σώματος· οὗτοι γὰρ καὶ συμπάσχουσιν αὐτῷ, καὶ συνθας
πτόμενοι συνανίστανται.
Male apud Germanum βενετικαῖς. venetis.
Item alibi ανώγαιον ἐσταυρωμένον pro εστρωμένον.
Diceres cum poetis ἐν ομφάλῳ τῆς γῆς.
Vides legem Græcam de semicirculari pre-
sbyterio, ut apud Allalium De templis Græc. ed.
Paris. p. 166. Quin adeo decoram hanc legem
servatam videmus in priscis etiam Romæ et civitatis Toscanis basilicis.
col. 445–446page 17 of 28
PG 140:445κ. Παρεγγυάται δὲ πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιερεὺς ἄνω τὰς καρδίας ἔχειν, και ὅλον τὸν νοῦν. Οἱ πιστοὶ δὲ, τούτων λεγομένων, ἐπαγγέλλονται προσφέρειν πρῶτον μὲν ἔλεον, εἶτα εἰρήνην ὡς θυσίαν αινέσεως. Ομο λογοῦσι δὲ καὶ τὰς καρδίας οὕτως ἔχειν πρὸς Κύ ριον, ὥσπερ ἐντέλλονται. Επι τούτοις τὸ θεῖον τῆς ὀρθοδόξου πίστεως σύμβολον λέγεσθαι διατέτακται, ἵν' ἐκ τούτου γνώριμον εἴη τοῖς πᾶσιν ὅτι ὁ εἰς τῆς Τριάδος ο μονογενής Υιός και Λόγος τοῦ ἀνάρχου Πατρός, οὗτος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν και ἄν θρωπος γέγονε, σαρκωθεὶς ἐν τὴν ἁγίας Παρθένου, σταυρωθείς, και ταφείς, και αναστάς· οὗ κατὰ τὰς θείας ἐντολὰς τὰ τελούμενα ταῦτα πράττομενα, ἵνα μὲ λόγοις μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργοις εἱσαει τῆς σωτη ρίας ἡμῶν ἐνεργουμένης, οὕτω φαινώμεθα ζώντες όμου και πολιτευόμενοι· και τὰ μὲν πάθη σαρκι τούτου ὑπομεμενηκέναι ὁμολογῶμεν, ἀπαθῆ δὲ τούς του φυλάττεσθαι τὴν θεότητα· ἅμα δὲ ἵνα τῇ ἐκε φωνήσει τοῦδε τοῦ θείου συμβόλου και οἱ ἁγνῶτες και ἀμαθεῖς, τούτου ἀκούοντες τοῦ ἀδομένου, διὰ παντὸς ἐν γνώσει ἔχωσι τὰ ἔκφορα τοῦ μυστηρίου τῆς πίστεως και ταῖς τῶν πολλῶν ἀκοαῖς οὐκ ἀπόρ ρητα. κα'. Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλεῖσις, και ἡ ἐπάνω τούτων ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, ὡς ἐν τοῖς μονα στηρίοις ειώθασι, και ἡ τοῦ λεγομένου αέρος τῶν θείων δώρων ἐπικάλυψις, ὡς οἶμαι, τὴν νύκτα ἐκείνην δηλοῖ, καθ᾿ ἣν ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία προέβη, και ή προς Καϊάφαν απαγωγή, και η πρός Ανναν παράστασις, και αί ψευδομαρτυρίαι, και μὴν καὶ οἱ ἐμπαιγμοι, και οι κολαφισμοι, και τάλλα ὅσα τὸ τηνικαῦτα συμβέβηκε· διὰ τι γὰρ τὸ κάλυμμα τοῦτο ἀὰρ ὠνομάσθη, ἡ πάντως διὰ τὸ τὴν ἐπι καλυπτόμενον παρ' αὐτοῦ σκοτεινὸν αέρα τῆς εἰρη μένης νυκτὸς εἰκονίζεσθαι; καθ᾿ ὃν και Πέτρος ὁ μέγας ἔξω τὴν θύρας ἐστώς, πρεσβείᾳ τοῦ ἔγνωσα μένου τῷ ἀρχιερεῖ μαθητοῦ, ἔνδον ἐγένετο τῆς αὐ λῆς· ἔνθα και ἡ παιδίσκη τούτῳ ἐντυχοῦσα· και οἱ πρὸς τῇ πυρᾷ παρεστώτες, διήλεγχον· και τὰ λοιπὰ τούτῳ ἐπηκολούθησαν ὅσα πρὸς τὸν κρημνόν τῆς ἀρνήσεως κατηπείγοντο, διὰ τὸ πτῶμα συγχω ρηθέντι οὕτω γενέσθαι τῆς ἐπάρσεως ἡ καυχήσεως. Αἱρουμένου δὲ τοῦ ἀέρος και τοῦ καταπετάσματος συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα διατυπούται, καθ᾿ ὃν ἀπήγαγον αὐτόν και παρέδωκαν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι· ἐν τούτῳ γὰρ τῷ και ρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδή κλείσεως καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἱστασθαι ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ, ὡς ἐν αὐλῇ τάχα τοῦ σεπτοῦ θυσιαστηρίου, οἱ θεῖοι Πατέρες διατετάχασι, τα σκάνδαλα ἐκ μέσου αἴροντες, καὶ τοὺς ἀναιδῶς και ανερυθριάστως ὧδε κἀκεῖσε περιτρέχοντας ἐπι βλάβη τῶν ἀφελεστέρων, οἷα τινα παιδίσκην αποσο ζούντας και αναστέλλοντας, οἱ με καὶ τὸ, «Όσοι πιστοί, " » εκφωνοῦντες τοὺς παρεστώτας ἀσφαλίζονται, τοῦ πτώματος του κορυφαίου μυστικῶς κατά ταύτην τήν ὥραν αναμιμνήσκοντες, ὡς ἂν και του20. Hortatur mox episcopus, sursum corda totamque mentem habere. Fideles autem, dum hæc
dicuntur, promittunt exhibere primo quidem misericordiam, deinde pacem, ceu sacrificium laudis. Fatentur item, se ita habere corda erga Dominum, ut jubentur. Post hæc divinum orthodoxæ fidei symbolum dici ordinatum est, ut hinc
omnibus fiat exploratum, quod unus de Trinitate
unigenitus Filius et Verbum principio carentis
Patris, propter nostram salutem homo sit factus,
incarnatus de sancta Virgine, crucifixus, sepultus,
et resuscitatus: cujus divino mandato hæc sacra
facimus ut haud verbis tantum, verum etiam operibus salutem nostram assidue operantes, sic non
vivere tantum sed cum virtute vivere videamur:
κ. Παρεγγυάται δὲ πρὸς τούτοις ὁ ἀρχιερεὺς ἄνω
τὰς καρδίας ἔχειν, και ὅλον τὸν νοῦν. Οἱ πιστοὶ δὲ,
τούτων λεγομένων, ἐπαγγέλλονται προσφέρειν πρῶτον
μὲν ἔλεον, εἶτα εἰρήνην ὡς θυσίαν αινέσεως. Ομο
λογοῦσι δὲ καὶ τὰς καρδίας οὕτως ἔχειν πρὸς Κύριον, ὥσπερ ἐντέλλονται. Επι τούτοις τὸ θεῖον τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως σύμβολον λέγεσθαι διατέτακται,
ἵν' ἐκ τούτου γνώριμον εἴη τοῖς πᾶσιν ὅτι ὁ εἰς τῆς
Τριάδος ο μονογενής Υιός και Λόγος τοῦ ἀνάρχου
Πατρός, οὗτος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν και ἄν·
θρωπος γέγονε, σαρκωθεὶς ἐν τὴν ἁγίας Παρθένου,
σταυρωθείς, και ταφείς, και αναστάς· οὗ κατὰ τὰς
θείας ἐντολὰς τὰ τελούμενα ταῦτα πράττομενα, ἵνα
μὲ λόγοις μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργοις εἱσαει τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἐνεργουμένης, οὕτω φαινώμεθα ζώντες
όμου και πολιτευόμενοι· και τὰ μὲν πάθη σαρκι atque cruciatus ipsum quidem carne passum conτούτου ὑπομεμενηκέναι ὁμολογῶμεν, ἀπαθῆ δὲ τούς
του φυλάττεσθαι τὴν θεότητα· ἅμα δὲ ἵνα τῇ ἐκε
φωνήσει τοῦδε τοῦ θείου συμβόλου και οἱ ἁγνῶτες
και ἀμαθεῖς, τούτου ἀκούοντες τοῦ ἀδομένου, διὰ
παντὸς ἐν γνώσει ἔχωσι τὰ ἔκφορα τοῦ μυστηρίου
τῆς πίστεως και ταῖς τῶν πολλῶν ἀκοαῖς οὐκ ἀπόρ
ρητα.
κα'. Ἡ δὲ τῶν θυρῶν κλεῖσις, και ἡ ἐπάνω τούτων
ἐξάπλωσις τοῦ καταπετάσματος, ὡς ἐν τοῖς μονα
στηρίοις ειώθασι, και ἡ τοῦ λεγομένου αέρος
τῶν θείων δώρων ἐπικάλυψις, ὡς οἶμαι, τὴν νύκτα
ἐκείνην δηλοῖ, καθ᾿ ἣν ἡ τοῦ μαθητοῦ προδοσία
προέβη, και ή προς Καϊάφαν απαγωγή, και η πρός
Ανναν παράστασις, και αί ψευδομαρτυρίαι, και
μὴν καὶ οἱ ἐμπαιγμοι, και οι κολαφισμοι, και τάλλα
ὅσα τὸ τηνικαῦτα συμβέβηκε· διὰ τι γὰρ τὸ κάλυμ
μα τοῦτο ἀὰρ ὠνομάσθη, ἡ πάντως διὰ τὸ τὴν ἐπικαλυπτόμενον παρ' αὐτοῦ σκοτεινὸν αέρα τῆς εἰρη
μένης νυκτὸς εἰκονίζεσθαι; καθ᾿ ὃν και Πέτρος ὁ
μέγας ἔξω τὴν θύρας ἐστώς, πρεσβείᾳ τοῦ ἔγνωσα
μένου τῷ ἀρχιερεῖ μαθητοῦ, ἔνδον ἐγένετο τῆς αὐ
λῆς· ἔνθα και ἡ παιδίσκη τούτῳ ἐντυχοῦσα· και οἱ
πρὸς τῇ πυρᾷ παρεστώτες, διήλεγχον· και τὰ
λοιπὰ τούτῳ ἐπηκολούθησαν ὅσα πρὸς τὸν κρημνόν
τῆς ἀρνήσεως κατηπείγοντο, διὰ τὸ πτῶμα συγχω
ρηθέντι οὕτω γενέσθαι τῆς ἐπάρσεως ἡ καυχήσεως.
Αἱρουμένου δὲ τοῦ ἀέρος και τοῦ καταπετάσματος
συστελλομένου, τῶν θυρῶν τε ἀνοιγομένων, ἡ πρωΐα
διατυπούται, καθ᾿ ὃν ἀπήγαγον αὐτόν και παρέδωκαν
Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι· ἐν τούτῳ γὰρ τῷ καιρῷ τῆς τῶν θυρίδων δηλαδή κλείσεως
καταπετάσματος τοὺς ὑποδιακόνους ἔξωθεν ἱστασθαι
ἐν τῷ πλάτει τοῦ θείου ναοῦ, ὡς ἐν αὐλῇ τάχα τοῦ
σεπτοῦ θυσιαστηρίου, οἱ θεῖοι Πατέρες διατετάχασι,
τα σκάνδαλα ἐκ μέσου αἴροντες, καὶ τοὺς ἀναιδῶς
και ανερυθριάστως ὧδε κἀκεῖσε περιτρέχοντας ἐπι
βλάβη τῶν ἀφελεστέρων, οἷα τινα παιδίσκην αποσοζούντας και αναστέλλοντας, οἱ με καὶ τὸ, «Όσοι
πιστοί, "
» εκφωνοῦντες τοὺς παρεστώτας ἀσφαλί
ζονται, τοῦ πτώματος του κορυφαίου μυστικῶς
κατά ταύτην τήν ὥραν αναμιμνήσκοντες, ὡς ἂν
και του
fiteamur, sed ejusdem impassibilem mansisse divinitatem; simulque ut dum hæc divini symboli
elata voce recitatio fit, idiotæ ignarique homines,
canticum hoc audientes, mente percipiant mysterii notitiam, quæ jam multorum auribus divulgatur.
21. Portarum vero clausura, nec non veli his
superimpendentis apertio, ut in monasteriis fieri
solet, tum et illud divinorum donorum operimentum, quod vulgo dicitur aer, illam, ut reor, noctem
in qua discipuli proditio evenit, denotant, et ad
Caipham deductionem, et coram Anna præsentationem, et falsa testimonia, et illusiones, et colac plos, et quæcunque hujusmodi tunc contigerunt.
Cur enim operimentum hoc appellatur, aer, nisi
quia adopertus tenebris aer noctis illius ab eo figuratur? qua et magnus Petrus, cum extra januam
staret, rogatu discipuli, qui erat pontifici notus,
intromissus in atrium fuit: ubi et ancilla ei occurrens, et qui sedebant ad prunas, eum coarguerunt; et alia ei evenerunt, quæ ad negationis
præcipitium impulerunt; dum hos lapsu corruere
permissus est elationis suæ causa et gloriationis.
Ablato autem aere, et retracto velo, portisque
patentibus, mane illud figuratur, quo Christum
abductum Pontio Pilato prætori tradiderunt. Hoc
enim tempore, nempe dum portæ clausæ sunt, et
velum prætensum, subdiaconos foris manere in
venerabilis templi spatiis, quasi in sacri altaris
atrio, sancti Patres mandarunt, scandala e medio
subducentes, et eos qui inverecunde impudenterque huc illuc discurrunt cum simpliciorum damno,
ancillæ cujusdam instar abigentes et cohibentes.
Item illi qui illa verba inclamant; «Quicunque
fideles,» præsentes omnes a lapsu cavere monent;
dum illis coryphæum hoc tempore in memoriam
revocant; ne quis horum, metu aut dolo subripiente, ab iis qui semper in punitionis prunis sunt
dæmonibus, igneas cogitationes injicientibus in
corda potissimum virtute sublimiorum, mente
Velum nempe persubtile, quo res sacra in altari operiuntur.
col. 447–448page 18 of 28
PG 140:447τῇ πυρᾷ τῆς κολάσεως ἀεὶ ἑστηκότων δαιμόνων, πυρίνους τοὺς λογισμοὺς ἐνιέντων εἰς τὰς καρδίας, μάλιστα τῶν ὑψηλοτέρων κατ' αρετήν, ὀκλάσῃ τὸν ο γισμὸν οὐ μόνον ἐκπτυσμοὺς καὶ κολαφισμοὺς ἐννοῶν, ἀλλὰ καὶ αἷμα καὶ πάθος ἀκούων Θεοῦ καὶ θάνατον καντεῦθεν ὡς συνήγορος δῆθεν Θεοῦ, τὸ παντελῶς ἀνάλγητον αὐτῷ καὶ ἀνώδυνον ἀνοήτως χαρίσηται μή τις τούτων, φόβῳ ἢ δόλῳ κλαπείς, ὑπὸ τῶν ἐν καὶ οὕτως εἰς τὸ φανταστικῶν κατενεχθῆναι βάραθρον, καὶ ἄρνησιν οἰκονομίας τῆς ὅλης Χριστοῦ ἐν τῷ κρυπτῷ τῆς διανοίας ἐργαστηρίῳ ὀφθείη ποιούμενος. η κβ'. Σκόπει δε πῶς οἱ θεσπέσιοι Πατέρες τὰ τοῦ μεγάλου Πέτρου παραδεδώκασιν ἐνταῦθα εἰδοποιεῖσθαι, ἵν᾽ ἔχοιμεν λογίζεσθαι ώς, εἴπερ ὁ θεμέλιος τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὃν αὕτη οἰκοδομεῖσθαι έμελλον, οἰκονομικῶς τῆς θείας ἐπισκοπῆς ἀμοιρῆσαι τῷ της νικαῦτα καὶ πτῶμα τοιοῦτον κατενεχθεὶς ἀπόλλυσθαι ἐκινδύνευε, πῶς δυνατόν τινας τῶν νῦν ὄντων, με τῆς προσηκούσης θείας ἐπισκοπῆς καὶ ἐπιμελείας τυγχάνοντας, πρὸς τοιοῦτον μὴ καταπεσεῖν βάρα θρον; Τινὲς δὲ λέγουσιν ὡς τύπου φέρειν τοὺς ὑπο διακόνους τῆς νομικῆς ῥάβδου τῆς ἐγκεχειρισμένες τοῖς τὸ Πάσχα ἐκεῖνο ἐσθίουσι· διότι τῶν ὑποδιακόνων ἔξωθεν ἀπαιτούντων τοὺς πιστοὺς, τὴν ὑπ' αὐ τῶν ἀταραξίαν ώσανεί βάσιν ἔχοντες ἔνδον οἱ ἱερεῖς, ἀταράχως τῶν θείων μυστηρίων μεταλαμβάνουσι. κ' Τί δ' ἄν τις εἴποι περὶ τῶν θείων ριπιδίων, ἄρτι ἐγκεχειρισμένων τοῖς διακόνοις, καὶ ὑπ' αὐτῶν στρεφομένων ἐπάνω τῶν ἁγίων, ὡς ἐν ἐκπλήξει, ἄχρι συμπληρώσεως εἰς τὸ, «Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δώρα ταῦτα,» τῆς θεολέκτου προσευχῆς; Τολμηρόν μὲν οὖν τὸ περὶ τούτων φθέγγεσθαι ἔτι· ἐπεὶ δ' ἀπαξ ὑπείξαμεν τῇ ἐντολῇ τοῦ κελεύσαντος, φέρε καὶ περὶ τούτων εἴπωμεν, διδόντος Θεοῦ· εἰ μὲν καὶ τοῖς ἄλλοις δεκτά, τῷ Θεῷ χάρις· οὐ γὰρ πάντη ψεκτὰ εὖ οἶδα, οὐδ' ἔξω τῶν δογμάτων τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως. φαμὲν οὖν ὡς πάντοτε μὲν ἀδιαστάτως παρήσαν καὶ δυνάμεις οὐράνιαι τῷ Δεσπότη Χριστῷ, ἐξαιρέτως δὲ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἡ παρεδόθη. Αὗται τοίνυν ὁρῶσαι τὴν πρὸς Καϊάφαν ἀπαγωγὴν, τὴν πρὸς ᾿Ανναν παράστασιν, τὰς ψευδομαρτυρίας, τὰ ῥαπίσματα, τὰ ἐμπτύσματα, τὰ κολαφίσματα, τὴν χλεύην ἐκείνην τῶν Ἰουδαίων, τῶν στρατιωτῶν κόκκινον ἔνδυμα, τὸν ἐξ ἀκανθῶν στέφανον, τὰς μετὰ γέλωτος προσκυνήσεις, τάλλα πάντα όσα ἡ τῶν θείων Ευαγγελίων ἱστορεῖ διήγησις, καὶ ὅσα διὰ τὸ πλῆθος ἴσως παρέλειψεν, ἐφ' ἑκάστῳ τῶν γινομένων διαποροῦσαι καὶ ἐκπληττόμεναι τῆς μακροθυμίας τὸ μέγεθος, καλύπτουσαι τὰς ἑαυτῶν ὄψεις, ἀπεστρέφοντο· καὶ πάλιν τὴν δεσποτείαν αἰδούμεναι, ἀνθυπέστρεφον. Τοῦτο δὲ ἐποίουν ἄχρι τῆς ἐπι σταυροῦ ἀνυψώσεως· τέλος γὰρ τῶν τοῦ σώματος παθῶν καὶ τῆς ἐπι τούτοις αἰσχύνης ὁ σταυρός γέγονε ὃς δόξα μᾶλλον και οὐκ αἰσχύνη· ἀρχὴ γὰρ οὗτος τῶν ἐνεργειῶν και δυνάμεων τῆς θεότητος· ἐντεῦθεν γὰρ ὁ κοσμικὸς ἐκεῖνος σεισμός και το τρίωρον σκότος ἐπι πᾶσαν τὴν γῆν, ἥ τε τοῦ καταπετάσματος και τῶν πετρῶν διάρρηξης, και ἡ τῶν μνημάτων ἐξάνοιξις· ἔτι γε μὴν ἡ των νεκρῶν ἀνάστασις, και ὅσα ἐν ᾅδου κατελθὼν ὁ Σωτὴρ εἰργάσατο. ότῇ πυρᾷ τῆς κολάσεως ἀεὶ ἑστηκότων δαιμόνων,
πυρίνους τοὺς λογισμοὺς ἐνιέντων εἰς τὰς καρδίας,
μάλιστα τῶν ὑψηλοτέρων κατ' αρετήν, ὀκλάσῃ τὸν 20ο
γισμὸν οὐ μόνον ἐκπτυσμοὺς καὶ κολαφισμοὺς ἐννοῶν,
ἀλλὰ καὶ αἷμα καὶ πάθος ἀκούων Θεοῦ καὶ θάνατον·
καντεῦθεν ὡς συνήγορος δῆθεν Θεοῦ, τὸ παντελῶς
ἀνάλγητον αὐτῷ καὶ ἀνώδυνον ἀνοήτως χαρίσηται·
torpeat; etiamsi non sputa tantum et colaphos μή τις τούτων, φόβῳ ἢ δόλῳ κλαπείς, ὑπὸ τῶν ἐν
reputet, verum etiam sanguinem et passionem
mortemque Dei memorari audiat: et nihilominus
quasi Dei impassibilitati favens, omnino et indolentiam absque ulla molestia insipienter largiatur: atque ita in hæreticorum phantasticorum barathrum deferatur, et totam Christi economiam
in arcana mentis suæ officina videatur negare.
καὶ οὕτως εἰς τὸ φανταστικῶν κατενεχθῆναι βάραθρον, καὶ ἄρνησιν οἰκονομίας τῆς ὅλης Χριστοῦ ἐν τῷ κρυπτῷ
τῆς διανοίας ἐργαστηρίῳ ὀφθείη ποιούμενος.
22. Videsis autem quomodo divi Patres res magni Petri hoc loco repræsentari voluerint, ut reputare possimus, quod si Ecclesiæ fundamentum,
super quo ipsa ædificanda mox crat, Providentia
sic disponente, sacro episcopatu spoliari, et tali
tantoque lapsu proruere periclitatum est, qui fieri
poterit, ut hodierni aliqui sacrum episcopatum
minime sibi convenientem adepti, in tale barathrum non incidant? Nonnulli vero aiunt subdiaconos quasi imaginem gestare legalis virgæ, quam
olim manu tenebant ii qui pascha illud comedebant: quia nimirum subdiaconi foris consistentes
quietem a fidelibus exigunt, ut commoditatem
habeant qui intus sunt sacerdotes divina mysteria
imperturbate peragendi.
23. Quid autem dicendum de ventilabris, quæ
diaconi interim manu tenent, et celeriter commovent supra res sanctas, quasi attoniti, usque ad
complementum augustæ precis: «Mitte Spiritum
sanctum tuum super nos et super proposita dona
hæc?» Audacis sanæ linguæ est de his dicere, sed
quia semel mandato jubentis cessimus, agesis de
his quoque loquamur, prout Deus concesserit et
siquidem aliis quoque dicta nostra fuerint accepta,
Deo sint gratis; certe haud omnino vituperanda
fore scio, neque extra fidei christianæ dogmata.
Dicimus ergo, ubique et semper astitisse cœlestes
potestates Christo Domino, illa vero potissimum
nocte qua traditus fuit. Ipsæ igitur videntes abductionem ad Caipham, coram Anna presentationem, falsa testimonia, virgæ percussiones, sputa,
colaphos, illa Judæorum convicia, coccineum a
militibus impositum indumentum, spineam coronam, adorationes cum risu, et quæcunque alia
divinorum evangeliorum enumerat narratio, et
quotquot propter multitudinem fortasse præteriit; η
ad hæc singula ambigentes, et patientiæ magnitudine obstupescentes, facies suas velantes, semet
avertebant: rursusque Domini sui majestatem
reverentes, redibant. Idque agebant usque ad elationem in crucem. Finis enim corporis cruciatuum, et ignominiæ ex his manantis, crux fuit;
quæ reapse gloria exstitit, non ignominia; hinc
enim operationum ac virtutum deitatis initium;
hinc ille generalis universalis terræmotus, et trium
horarum tenebræ in universa terra; nec non veli
ac petrarum scissio, et monumentorum apertio,
denique mortuorum resurrectio, et quæcunque
ad inferos descendens Salvator fecit.
κβ'. Σκόπει δε πῶς οἱ θεσπέσιοι Πατέρες τὰ τοῦ
μεγάλου Πέτρου παραδεδώκασιν ἐνταῦθα ειδοποιεῖσθαι, ἵν᾽ ἔχοιμεν λογίζεσθαι ώς, εἴπερ ὁ θεμέλιος
τῆς Ἐκκλησίας, ἐφ᾿ ὃν αὕτη οἰκοδομεῖσθαι έμελλον,
οἰκονομικῶς τῆς θείας ἐπισκοπῆς ἀμοιρῆσαι τῷ της
νικαῦτα καὶ πτῶμα τοιοῦτον κατενεχθεὶς ἀπόλλυσθαι
ἐκινδύνευε, πῶς δυνατόν τινας τῶν νῦν ὄντων, με
τῆς προσηκούσης θείας ἐπισκοπῆς καὶ ἐπιμελείας
τυγχάνοντας, πρὸς τοιοῦτον μὴ καταπεσεῖν βάραθρον; Τινὲς δὲ λέγουσιν ὡς τύπου φέρειν τοὺς ὑποδιακόνους τῆς νομικῆς ῥάβδου τῆς ἐγκεχειρισμένες
τοῖς τὸ Πάσχα ἐκεῖνο ἐσθίουσι· διότι τῶν ὑποδιακό
νων ἔξωθεν ἀπαιτούντων τοὺς πιστοὺς, τὴν ὑπ' αὐ
τῶν ἀταραξίαν ώσανεί βάσιν ἔχοντες ἔνδον οἱ ἱερεῖς,
ἀταράχως τῶν θείων μυστηρίων μεταλαμβάνουσι.
κ' Τί δ' ἄν τις εἴποι περὶ τῶν θείων ριπιδίων,
ἄρτι ἐγκεχειρισμένων τοῖς διακόνοις, καὶ ὑπ' αὐτῶν
στρεφομένων ἐπάνω τῶν ἁγίων, ὡς ἐν ἐκπλήξει,
ἄχρι συμπληρώσεως εἰς τὸ, «Κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά
σου τὸ ἅγιον ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δώρα
c ταῦτα,» τῆς θεολέκτου προσευχῆς; Τολμηρόν μὲν
οὖν τὸ περὶ τούτων φθέγγεσθαι ἔτι· ἐπεὶ δ' ἀπαξ
ὑπείξαμεν τῇ ἐντολῇ τοῦ κελεύσαντος, φέρε καὶ περὶ
τούτων εἴπωμεν, διδόντος Θεοῦ· εἰ μὲν καὶ τοῖς ἄλλοις
δεκτά, τῷ Θεῷ χάρις· οὐ γὰρ πάντη ψεκτὰ εὖ οἶδα,
οὐδ' ἔξω τῶν δογμάτων τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως.
φαμὲν οὖν ὡς πάντοτε μὲν ἀδιαστάτως παρήσαν καὶ
δυνάμεις οὐράνιαι τῷ Δεσπότη Χριστῷ, ἐξαιρέτως
δὲ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἡ παρεδόθη. Αὗται τοίνυν
ὁρῶσαι τὴν πρὸς Καϊάφαν ἀπαγωγὴν, τὴν πρὸς ᾿Ανναν
παράστασιν, τὰς ψευδομαρτυρίας, τὰ ῥαπίσματα, τὰ
ἐμπτύσματα, τὰ κολαφίσματα, τὴν χλεύην ἐκείνην
τῶν Ἰουδαίων, τῶν στρατιωτῶν κόκκινον ἔνδυμα, τὸν
ἐξ ἀκανθῶν στέφανον, τὰς μετὰ γέλωτος προσκυνήσεις,
τάλλα πάντα όσα ἡ τῶν θείων Ευαγγελίων ἱστορεῖ
διήγησις, καὶ ὅσα διὰ τὸ πλῆθος ἴσως παρέλειψεν, ἐφ'
ἑκάστῳ τῶν γινομένων διαποροῦσαι καὶ ἐκπληττόμεναι τῆς μακροθυμίας τὸ μέγεθος, καλύπτουσαι τὰς
ἑαυτῶν ὄψεις, ἀπεστρέφοντο· καὶ πάλιν τὴν δεσποτείαν
αἰδούμεναι, ἀνθυπέστρεφον. Τοῦτο δὲ ἐποίουν ἄχρι τῆς
ἐπι σταυροῦ ἀνυψώσεως· τέλος γὰρ τῶν τοῦ σώματος
παθῶν καὶ τῆς ἐπι τούτοις αἰσχύνης ὁ σταυρός γέγονε·
ὃς δόξα μᾶλλον και οὐκ αἰσχύνη· ἀρχὴ γὰρ οὗτος
τῶν ἐνεργειῶν και δυνάμεων τῆς θεότητος· ἐντεῦθεν
γὰρ ὁ κοσμικὸς ἐκεῖνος σεισμός και το τρίωρον σκότος
ἐπι πᾶσαν τὴν γῆν, ἥ τε τοῦ καταπετάσματος και τῶν
πετρῶν διάρρηξης, και ἡ τῶν μνημάτων ἐξάνοιξις· ἔτι
γε μὴν ἡ των νεκρῶν ἀνάστασις, και ὅσα ἐν ᾅδου
κατελθὼν ὁ Σωτὴρ εἰργάσατο.
ό
col. 449–450page 19 of 28
PG 140:449κδ. Καὶ διὰ τοῦτο παρ' αὐτῷ τόπῳ τῆς σταυρώσεως γενομένῳ τῷ Χριστῷ τὰ τῆς ἐκπλήξεως καὶ τοῦ θαύματος εἴδη αἱ θεῖαι δυνάμεις ἀπέθεντο. Εἰς μίμησιν οὖν ἐκείνων, ὡς εἴρηται, στρέφουσιν οἱ διά κονοι τὰ θεῖα ριπίδια. Καντεύθεν δῆλον ὡς τὰ πρὸ τοῦ σταυροῦ πάντα ονείδη, αἱ χλευαστικαὶ τιμαί, καὶ οἱ καταγέλωτες, πλεῖον ήπτοντο τοῦ πάσχοντος, ὥσ περ καὶ τῶν νοερῶν καὶ θείων δυνάμεων. Επεὶ οὖν ὁ ταῦτα πάσχων, ἄνθρωπος ὧν τέλειος, καὶ Θεὸς ὁμοίως τέλειος ἦν, ἐν μιᾷ ὑποστάσει τὰς δύο φέρων φύσεις. ἀσυγχύτους, ἀτρέπτους, ἀναλλοιώτους, τῆς μὲν ἀνθρωπίνης τὰ πάθη ὑφισταμένης, τῆς θεότη της δὲ ἀπαθοῦς τηρουμένης καὶ κατὰ τοῦτο καὶ οἱ μύσται τῆς σωτηρίας ἡμῶν καὶ οἱ μυσταγωγοί ποτέ μὲν τὴν διὰ πάθους οικονομίας και μακροθυμίαν ὑμνοῦσι· ποτέ δε θεοπρεπῆ καὶ καθαρὰν τῇ υπερ ουσίῳ φύσει τὴν δοξολογίαν προσφέρουσιν, ὡς ἐξ αὐ τῶν χερουβὶμ καὶ τῶν σεραφίμ ἀποδιδομένην αὐ. τῷ· εἰς τοῦτο γὰρ ὁδηγεῖ ἡμᾶς ἡ λέγουσα ἐκφώνησις τὸν ἐπινίκιον ὕμνον· δεῖ γὰρ ἡμᾶς ἀναδραμεῖν ὅθεν ἐξέβημεν. κι΄. Πρὸς δὲ καὶ ὁ μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τρισάγιος μνος· τούτου δὲ ἀδομένου, ἡ εὐχὴ μάλιστα μὲν τοῦ μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ἀπὸ τῆς θείας ἀρχομένη φύσεως εἰς τὴν σάρ κωσιν κάτεισι, καὶ πᾶσαν τὴν σωτήριον οἰκονομίαν διαγορεύσαντες, ἐκφωνοῦσι τό, «Λάβετε, φάγετε.» Ζήτησιν οὖν τινα δοκεῖ ἔχειν ἡ ἔλλειψις τοῦ «πάν τες,» ἐν τῷ ο Λάβετε, φάγετε·» καὶ αὖθις ἐν τῷ «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες,» προσθήκη. Φαμὲν οὖν ὅτι οι τὴν ἔχει τὴν σημασίαν τὸ, «πάντες, ἱστορικῶς ὁμοῦ καὶ πνευματικῶς· ἱστορικῶς μὲν, διὰ τὸν παρὰ τοῦ προδότου καν τοῖς μυστηρίοις γεγονότα δόλον πνευματικῶς δὲ ὡς οἱ θεόπται ἀπόστολοι καὶ θεῖνι Πατέρες. Εἶτα λεκτέον τὸ πνευματικώτερον Πάντων τῶν μαθητῶν τὸν θεῖον ἄρτον ἐν ταῖς χερσὶ δεξαμένων ἐκ τῶν χειρῶν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φόβῳ τε καὶ πίστει μετειληφότων, μόνος Ιούδας λαβὼν ἔκρυψε τοῦτον, καὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐκφανίσας, τὸ μυστήριον ἐξεπόμπευσε τούτου γὰρ ἕνεκα, ὡς φατι, τὸ, «Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω,» πρόσκειται [τῷ,] «Επι τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικού.» Τὸ μέντοι θεῖον αἷμα ὡς ἐξ ἑνὸς ποτηρίου χείλεσι πάντων και στόμασι δεχομένων, ἀποκρύψαι οὐκ ηδυνήθη ὁ δόλιος, ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἴσης τοῖς ἄλλοις μετα λαβών, ἔπιεν· ὅπερ εἰδὼς ὁ πάντα πριν γενέσθαι ἐπιστάμενος Κύριος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρτον τό, «πάν τες, η παρέδραμεν· ἐπι δὲ τοῦ ποτηρίου, ὡς μετα ληψομένου και του Ιούδα, προστέθεικε. Και τοῦτο μὲν οὕτως εἴρηται.κδ. Καὶ διὰ τοῦτο παρ' αὐτῷ τόπῳ τῆς σταυρώσεως γενομένῳ τῷ Χριστῷ τὰ τῆς ἐκπλήξεως καὶ
τοῦ θαύματος εἴδη αἱ θεῖαι δυνάμεις ἀπέθεντο. Εἰς
μίμησιν οὖν ἐκείνων, ὡς εἴρηται, στρέφουσιν οἱ διάκονοι τὰ θεῖα ριπίδια. Καντεύθεν δῆλον ὡς τὰ πρὸ
τοῦ σταυροῦ πάντα ονείδη, αἱ χλευαστικαὶ τιμαί, καὶ
οἱ καταγέλωτες, πλεῖον ήπτοντο τοῦ πάσχοντος, ὥσ
περ καὶ τῶν νοερῶν καὶ θείων δυνάμεων. Επεὶ οὖν
ὁ ταῦτα πάσχων, ἄνθρωπος ὧν τέλειος, καὶ Θεὸς
ὁμοίως τέλειος ἦν, ἐν μιᾷ ὑποστάσει τὰς δύο φέρων
φύσεις. ἀσυγχύτους, ἀτρέπτους, ἀναλλοιώτους, τῆς
μὲν ἀνθρωπίνης τὰ πάθη ὑφισταμένης, τῆς θεότη
της δὲ ἀπαθοῦς τηρουμένης καὶ κατὰ τοῦτο καὶ οἱ
μύσται τῆς σωτηρίας ἡμῶν καὶ οἱ μυσταγωγοί ποτέ
μὲν τὴν διὰ πάθους οικονομίας και μακροθυμίαν
ὑμνοῦσι· ποτέ δε θεοπρεπῆ καὶ καθαρὰν τῇ υπερουσίῳ φύσει τὴν δοξολογίαν προσφέρουσιν, ὡς ἐξ αὐ
τῶν χερουβὶμ καὶ τῶν σεραφίμ ἀποδιδομένην αὐ.
τῷ· εἰς τοῦτο γὰρ ὁδηγεῖ ἡμᾶς ἡ λέγουσα ἐκφώνησις τὸν ἐπινίκιον ὕμνον· δεῖ γὰρ ἡμᾶς ἀναδραμεῖν
ὅθεν ἐξέβημεν.
κι΄. Πρὸς δὲ καὶ ὁ μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τρισάγιος
5μνος· τούτου δὲ ἀδομένου, ἡ εὐχὴ μάλιστα μὲν τοῦ
μεγάλου Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ θείου Χρυσοστόμου, ἀπὸ τῆς θείας ἀρχομένη φύσεως εἰς τὴν σάρ
κωσιν κάτεισι, καὶ πᾶσαν τὴν σωτήριον οἰκονομίαν
διαγορεύσαντες, ἐκφωνοῦσι τό, «Λάβετε, φάγετε.»
Ζήτησιν οὖν τινα δοκεῖ ἔχειν ἡ ἔλλειψις τοῦ «πάν
τες,» ἐν τῷ ο Λάβετε, φάγετε·» καὶ αὖθις ἐν τῷ
«Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες,» προσθήκη. Φαμὲν οὖν ὅτι
οι τὴν ἔχει τὴν σημασίαν τὸ, «πάντες, ἱστορικῶς ὁμοῦ
καὶ πνευματικῶς· ἱστορικῶς μὲν, διὰ τὸν παρὰ
τοῦ προδότου καν τοῖς μυστηρίοις γεγονότα δόλον
πνευματικῶς δὲ ὡς οἱ θεόπται ἀπόστολοι καὶ θεῖνι
Πατέρες. Εἶτα λεκτέον τὸ πνευματικώτερον Πάντων
τῶν μαθητῶν τὸν θεῖον ἄρτον ἐν ταῖς χερσὶ δεξαμένων
ἐκ τῶν χειρῶν Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, φόβῳ τε καὶ
πίστει μετειληφότων, μόνος Ιούδας λαβὼν ἔκρυψε
τοῦτον, καὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐκφανίσας, τὸ μυστήριον
ἐξεπόμπευσε τούτου γὰρ ἕνεκα, ὡς φατι, τὸ,
«Οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω,»
πρόσκειται [τῷ,] «Επι τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικού.»
Τὸ μέντοι θεῖον αἷμα ὡς ἐξ ἑνὸς ποτηρίου χείλεσι
πάντων και στόμασι δεχομένων, ἀποκρύψαι οὐκ
ηδυνήθη ὁ δόλιος, ἀλλ᾽ ἐπ᾽ ἴσης τοῖς ἄλλοις μετα
λαβών, ἔπιεν· ὅπερ εἰδὼς ὁ πάντα πριν γενέσθαι
ἐπιστάμενος Κύριος, ἐπὶ μὲν τοῦ ἄρτον τό, «πάν
τες, η παρέδραμεν· ἐπι δὲ τοῦ ποτηρίου, ὡς μεταληψομένου και του Ιούδα, προστέθεικε. Και τοῦτο
μὲν οὕτως εἴρηται.
Quiquid sit de hac Theodori opinione, aut
vulgari traditione, circa sacrum arcanum Judæis
abs Juda revelatum, ipsum quidem participasse
cum cæteris mysteria,ait etiam Petrus Laodicenus
apud nos p. 544. Item S. Petrus Damiani, quem
supra citavimus, ad canonem missæ n. 6: Solet
inquit, dubitarian Judas acceperit, quod videtur,
24. Propterea postquam ad cruxifixionis locum
Christus pervenit, stuporem et admirationem cœlestes illæ potestates seposuerunt. Illorum ergo
imitatione, uti dictum est, agitant diaconi sacra
ventilabra. Atque hinc exploratum est, cuncta
ante crucem opprobria, derisorios honores, ludibria, magis affecisse patientem, itemque spiritales
coelestes potestates. Quoniam igitur, qui hæc
passus est, perfectus homo pariterque perfectus
Deus erat, una in persona duas gerens naturas,
inconfusas,non mutabiles, invariabiles; humanam,
dolores excipientem; divinam impassibilem manentem idcirco mystici salutis nostræ ministri
et mystagogi,modo quidem passionis dispensationem ac tolerantiam celebrant; modo Deo dignam
purarnque supersubstantiali naturæ doxologiam
extollunt, tanquam ab ipsis Cherubinis ac Seraphinis ei tributam. Ad hoc enim nos deducit elata
prolatus voce triumphalis hymnus; nam nos opor
tet illuc, unde discessimus, regredi.
25. Post vocis itaque elationem, trisagii canitur
hymnus; quo cantato, oratio præsertim dicitur
magni Basilii vel etiam divi Chrysostomi, quæ a
divina natura exordiens pergit ad incarnationem:
totamque Salvatoris æcononiam hi sancti prædicantes, elata voce proclamant: «Accipite, manducate.» Quæstionem quamdam videtur commovere defectus vocabuli «omnes > in dictione:
«Accipite, manducate: > vicissimque additio
ejusdem vocabuli • omnes, ad verba: «Bibite
ex eo.» Dicimus ergo duplicem habere significatum omnes: nempe dici historice ac spiritaliter.
Historice quidem, propter proditoris inter hæc
ipsa mysteria dolum: spiritaliter vero, ut Dei
spectatores apostoli, divique Patres. Postremo
dicendum id quod præcipue spiritale est. Cum
omnes discipuli divinum panem in manus suas
recepissent a Christi Dei nostri manibus, et cum
timore ac fide communicassent, solus Judas acceptum panem abscondit, Judæisque manifestans,
mysterium publicavit. Hanc ob causam, ut aiunt,
illud,» Non enim inimicis tuis revelabo myste
rium,» additur verbis: «Super mystico tuo convivio.» Divinum quidem sanguinem ex uno calice labiis et ore cunctis suscipientibus, clam agere
proditor non potuit, sed æque ac cæteri participans bibit. Quam rem cognoscens, qui omnia ante
quam fiant scit Dominus, de pane agens, prætermisit «omnes:» de calice autem, quia Judas
quoque sumpturus erat, additamentum vocabuli
fecit. Atque hactenus de hoc dictum esto.
cum dicat: Bibite ex hoc omnes. Sed quæritur qua
ratione medicus salutaris medicinam dabat ægroto,
quam ei sciebat mortiferam? Ad hoc scilicet dabat,
ut suo doceretur exemplo,quod sacerdos non debet
ulli communionem negare, cujus crimen, etsi sibi
sit notum, non tamen Ecclesiæ; ne forte non sit
corrector, sed proditor.
col. 451–452page 20 of 28
PG 140:45126. κς'. Λοιπον δὲ καὶ τὸ εἰς κοινὴν ὠφέλειαν καὶ διδασκαλία, μετὰ ταῦτα ὑπὸ τῶν μυστηπόλων δια τυπούμενον διηγητέον. Απλώς εἴρηται τὸ το «Λάβετε, φάγετε,» νόμῳ διδασκαλίας καὶ παραινέσεως πρὸς πάντας ἀνθρώπους, πατρικώτερον τούτους τῶν θείων Πατέρων παρακαλούντων, ένα οἱ μὲν ἄπιστοι τῇ πίστει προσέλθωσιν, οὐ βίᾳ τινὶ ἡ ἀνάγκῃ ἀγόμενοι, πειθοῖ δὲ μᾶλλον καὶ προαιρέσει ψυχῆς, όσπερ δὴ νόμος λατρείας καὶ πίστεως· προσελθόντες δε, καὶ διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος καθορθέντες, ούτω καταξιωθώμεν δέξασθαι τῆς στερεᾶς τῶν δογμάτων τροφῆς· λέγει γὰρ ὁ μέγας Βασίλειος τοῖς ἀμυήτους του θείου βαπτίσματος, «Γλυκύτητα μέλιτος πώς αναγγείλω τοῖς ἀγνοοῦσι; Γεύσασθε καὶ ἴδετε ότι χρηστὸς ὁ Κύριος.» Οι μέντοι ήδη πιστεύσαντες, καὶ τοῦ τῶν ὀρθοδοξων συστήματος μέρος τυγχάνοντες, μὴ πάντως ἁπλῶς ἀδοκιμάστως λάβωσι λέγει γὰρ ὁ ᾿Απόστολος «Δοκιμαζέτω δε έκαστος ἑαυτόν, και οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτον ἐσθιέτω, καὶ ἐκ του ποτηρίου πινέτω.» Εκαστον δὲ ἐνταῦθα τὸν πιστόν φησιν. Ος γοῦν σύνοιδεν ἑαυτὸν ἀνάξιον ὄντα τῆς τούτων μεταλήψεως, μήτε λαβεῖν τολμήση μήτε φαγεῖν τούτου γὰρ ἕνεκεν ἀπέλειψον ἐν τῷ «λάβετε» τό, «πάντες·» τουτέστι, Λάβετε οἱ δε δοκιμασμένοι τὴν συνείδησιν. Τὸ δὲ ἐν τῷ, κ πίστε πάντες,» νόμος ἐστὶ τοῖς μετειληφόσι τοῦ θείου σώματος, παρακελευόμενος τούτοις καὶ λέγων· Μη δεὶς τῶν τοῦ θείου σώματος καταξιωθέντων μεταλα Εεῖν εἴποι πρὸς ἑαυτὸν ὡς οὐκ ἀναγκαῖον ἐστὶν πιεῖν καὶ ἀπὸ τοῦ αἵματος ἀλλὰ πάντες ὅσοι ἀ τοῦ σώματος μετελάβετε, καὶ ἐκ τοῦ ἐν τῷ ποτηρίω θείου αίματος πίετε· ἵνα καὶ τούτῳ τὰς δύο φύσεις τοῦ ἐν μιᾷ υποστάσει Χριστοῦ Θεοῦ ἡμῶν υπο γράψητα· καὶ ὡς τιμὴν τούτο ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ελευθερίας εκουσίως καταβληθεῖσαν δεχόμενοι, του λείως καὶ αὐτοὶ τεύξεσθε τῆς ἐλευθερίας. Τούτο δε ποιεῖν διὰ παντὸς εἰς τὴν ἐκείνου ανάμνησιν ἐπο ετράπημεν· τὸ γὰρ «Οσάκις ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τούτον, καὶ τὸ ποτήριον τούτο πίνητε,» τούτο δηλοί, ὡς καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν χρὴ τοῦτο τελεῖσθαι παρά των δυναμένων καὶ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη δοξάζειν, καὶ ἀνυμνεῖν ἄχρι τῆς δευτέρας αὐτοῦ καὶ ένδοξου παρουσίας. κ΄. Καὶ μετὰ τὴν ἐπαγομένην εὐχὴν ἀναδείκνυσιν ὁ ἀρχιερεὺς τὰ ἅγια, λέγων· Καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τούτον αὐτὸ τὸ τίμιον σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ αὐτὸ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστού σου, μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ 9: Έστι γάρ αληθώς σώμα Χριστού ὁ ἱερουργούμενος άρτος, καὶ τὸ ἐν τῷ ποτηρίῳ αἷμα Χριστού αναμφιβόλως· ὁ δὲ τροπος της τοιαύτης μεταβολῆς ἄγνωστος καὶ ανερμήνευτος.26. Reliquum est, ut etiam quod ad communem κς'. Λοιπον δὲ καὶ τὸ εἰς κοινὴν ὠφέλειαν καὶ
utilitatem ac magisterium postea mystici exposuerunt, dicamus. Absolute dictum est. «Accipite,
manducate,» stylo didascalico et hortatorio tanquam ad omnes homines, quos paterno affectu
divi Patres cohortantur; ut infideles quidem ad
fidem accedant, haud vi vel necessitate ducti, sed
persuasione potius atque animi proposito, quæ
reapse est cultus fideique lex. Postquam vero accesserimus,et sacro baptismate mundati fuerimus,
sic demum digni simus solidiorem dogmatum alimoniam recipere. Ait enim magnus Basilius sacro
baptismate nondum tinctis «Mellis dulcedinem
quomodo signifcem ignorantibus? Gustate et videte, quoniam suavis est Dominus 20.» Qui tamen
jam crediderunt,et orthodoxi catus membra sunt,
ne omnino indifferenter et sine probatione sumant.
Dicit enim Apostolus: «Probet autem se ipsum
unusquisque, et sic de pane illo edat, et de calice
bibat”.» Unumquemque autem hoc loco dicit fidelem. Qui ergo conscius est se esse indignum
horum participatione, neque sumere audeat neque
manducare. Idcirco dictioni «accipite» non est additum «omnes.» Id est, accipite, qui probata
conscientia estis. In locutione autem «bibite omnes» lex fertur participantibus divinum corpus,
mandans his dicensque: Nemo eorum qui ad
sacram synaxim admittuntur, secum dicat, necessarium non esse de sanguine quoque bibere, sed
omnes quotquot divinum corpus sumpsistis, de
calice quoque divinum sanguinem bibite: ut hoo
etiam ritu naturas duas in persona una Christi Dei
nostri confiteamini; atque hunc, tanquam libertatis mundi pretium sponte collatum sumentes.
postremo vos ipsi libertatem consequemini. Hoc
autem in illius commemorationem facere admonemur. Et quidem locutio: «Quotiescunque
manducabitis panem hunc et calicem bibetis,»
demonstrat, debere hoc quotidie fieri ab iis qui
possunt, ejusque pro nobis passionem glorificari,
et usque ad secundum ejus gloriosum adventum
concelebrari.
27. Et post recitatam precem ostendit episcopus
res sanctas dicens: «Et fac ut panis hic sit ipsum
pretiosum corpus Domini Dei ac Servatoris nostri
Jesu Christi; quod autem est in hoc calice, sit ipse
pretiosus sanguis Christi tui, immutans sancto
Spiritu tuo, qui effusus fuit pro mundi vita. Quæ
20 Psal. XXXIII, 9. 21 I Cor. x1, 28.
Proponit hic Græcus homo tanquam peremptionem Christi legem de communione sub
utraque specie. Sed videsis apud theologos apologias plurimas pro communionis sub unica specie
ritu, quo utuntur Latini. Exstat quoque Allatii hac
de re disputatio pro Latinis; neque enim omnes
Græci contradicunt.
S. Petrus Damiani op. cit. n. 8: Faciat
unusquisque quod pium crediderit esse faciendum;
hortor tamen omnibus diebus Dominicis esse suδιδασκαλία, μετὰ ταῦτα ὑπὸ τῶν μυστηπόλων δια
τυπούμενον διηγητέον. Απλώς εἴρηται τὸ
το «Λάβετε,
φάγετε,» νόμῳ διδασκαλίας καὶ παραινέσεως πρὸς
πάντας ἀνθρώπους, πατρικώτερον τούτους τῶν
θείων Πατέρων παρακαλούντων, ένα οἱ μὲν ἄπιστοι
τῇ πίστει προσέλθωσιν, οὐ βίᾳ τινὶ ἡ ἀνάγκῃ ἀγόμε
νοι, πειθοῖ δὲ μᾶλλον καὶ προαιρέσει ψυχῆς, όσπερ
δὴ νόμος λατρείας καὶ πίστεως· προσελθόντες δε,
καὶ διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος καθορθέντες, ούτω
καταξιωθώμεν δέξασθαι τῆς στερεᾶς τῶν δογμάτων
τροφῆς· λέγει γὰρ ὁ μέγας Βασίλειος τοῖς ἀμυήτους
του θείου βαπτίσματος, «Γλυκύτητα μέλιτος πώς
αναγγείλω τοῖς ἀγνοοῦσι; Γεύσασθε καὶ ἴδετε ότι
χρηστὸς ὁ Κύριος.» Οι μέντοι ήδη πιστεύσαντες,
καὶ τοῦ τῶν ὀρθοδοξων συστήματος μέρος τυγχά
νοντες, μὴ πάντως ἁπλῶς ἀδοκιμάστως λάβωσι·
λέγει γὰρ ὁ ᾿Απόστολος «Δοκιμαζέτω δε έκαστος
ἑαυτόν, και οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτον ἐσθιέτω, καὶ ἐκ
του ποτηρίου πινέτω.» Εκαστον δὲ ἐνταῦθα τὸν
πιστόν φησιν. Ος γοῦν σύνοιδεν ἑαυτὸν ἀνάξιον
ὄντα τῆς τούτων μεταλήψεως, μήτε λαβεῖν τολμήση
μήτε φαγεῖν τούτου γὰρ ἕνεκεν ἀπέλειψον ἐν τῷ
«λάβετε» τό, «πάντες·» τουτέστι, Λάβετε οἱ δε
δοκιμασμένοι τὴν συνείδησιν. Τὸ δὲ ἐν τῷ, κ πίστε
πάντες,» νόμος ἐστὶ τοῖς μετειληφόσι τοῦ θείου
σώματος, παρακελευόμενος τούτοις καὶ λέγων· Μη
δεὶς τῶν τοῦ θείου σώματος καταξιωθέντων μεταλα
Εεῖν εἴποι πρὸς ἑαυτὸν ὡς οὐκ ἀναγκαῖον ἐστὶν πιεῖν
καὶ ἀπὸ τοῦ αἵματος ἀλλὰ πάντες ὅσοι ἀ
τοῦ σώματος μετελάβετε, καὶ ἐκ τοῦ ἐν τῷ ποτηρίω
θείου αίματος πίετε· ἵνα καὶ τούτῳ τὰς δύο φύσεις
τοῦ ἐν μιᾷ υποστάσει Χριστοῦ Θεοῦ ἡμῶν υπο
γράψητα· καὶ ὡς τιμὴν τούτο ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου
ελευθερίας εκουσίως καταβληθεῖσαν δεχόμενοι, του
λείως καὶ αὐτοὶ τεύξεσθε τῆς ἐλευθερίας. Τούτο δε
ποιεῖν διὰ παντὸς εἰς τὴν ἐκείνου ανάμνησιν ἐπο
ετράπημεν· τὸ γὰρ «Οσάκις ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον
τούτον, καὶ τὸ ποτήριον τούτο πίνητε,» τούτο δηλοί,
ὡς καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν χρὴ τοῦτο τελεῖσθαι παρά
των δυναμένων καὶ τὰ ὑπὲρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη
δοξάζειν, καὶ ἀνυμνεῖν ἄχρι τῆς δευτέρας αὐτοῦ καὶ
ένδοξου παρουσίας.
κ5΄. Καὶ μετὰ τὴν ἐπαγομένην εὐχὴν ἀναδείκνυ
σιν ὁ ἀρχιερεὺς τὰ ἅγια, λέγων· Καὶ ποίησον τὸν
μὲν ἄρτον τούτον αὐτὸ τὸ τίμιον σῶμα τοῦ Κυρίου
καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· τὸ δὲ
ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ αὐτὸ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ
Χριστού σου, μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ
mendum, si tamen mens non sit in affectu peccandi. Græci hodierni, ut audio, quater saltem
in anno communicant.
Concorditer Græci mutationis dogma confitentur, sed non omnes modum explicant. Critopulus cap. 9: Έστι γάρ αληθώς σώμα Χριστού
ὁ ἱερουργούμενος άρτος, καὶ τὸ ἐν τῷ ποτηρίῳ αἷμα
Χριστού αναμφιβόλως· ὁ δὲ τροπος της τοιαύτης
μεταβολῆς ἄγνωστος καὶ ανερμήνευτος. En tamen
in alia Ecclesia Orientalis confessione Nectarii
col. 453–454page 21 of 28
PG 140:453ἁγίῳ τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς ὰ δὴ καὶ γινώσκομεν καὶ πιστεύομεν, οὕτω μετα ποεῖσθαι ὡς ἡ ἐπίκλησις ἔχει. 'Αλλ' ο μέγας Βασί λειος ἀντὶ του μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ, τὴ Ἐπιχυθέν ὑπὲρ του κοσμου ζωῆς τέθεικε. Ταῦτα δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλήλοις ἐναντία· ὁ μὲν γὰρ τὴν ιδιότητα του ζωαρχικού δηλών Πνεύματος, τοῦτο έγραψεν· ὁ δὲ οὐρανοφάντωρ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσίας καὶ ἐνεργείας, πρὸς δὲ καὶ θελήσεως καὶ δυνάμεως τῆς Τριάδος παρίστησιν, ἀποδιδοὺς τὴν συνέργειαν τῆς μεταποιήσεως τῷ Πατρί καντεύθεν συνιστώσιν ἀμφότεροι τό, Όσα ο Πατὴρ ἐνεργεῖ, ταυτα καὶ ὁ Υιός και το Πνεύμα τὸ ἅγιον· καὶ ὅσα ὁ Υἱός, ταῦτα καὶ ὁ Πατήρ καὶ ὁ Παράκλητος· καὶ ὅσα οὗτος, ταύτα καὶ ὁ Πατὴρ καὶ Μονογενής. Εντευθεν λοιπὸν ἡ μετά τὴν ἀνάδειξιν τῶν θείων δώρων λεγομένη εὐχὴ, διπλὴν φέρουσα καὶ αὐτὴ τὴν σημασία, ἀπό τε τοῦ νοὸς του μεγάλου Βασιλείου καὶ του χρυσού παντός τι μιωτερον ἔχοντος στόμα, Ἰωάννου τοῦ πάνυ, τοῖς ζητούσι τὰ κάλλιστα καθορᾶται· ὁ μὲν γὰρ θεῖος Βασιλειος την μνήμην τῶν ἁγίων οὕτω πώς παρεισάγει λέγων· Τν' εύρωμεν ἔλεον και χάριν μετά πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, προπατέρων, και των ἐξῆς πάντων δικαίων· ὁ δὲ χρυσορρήμων, ὡς γέ γραπται, καί ὑπὲρ αὐτῶν δικαιοί προσφέρεσθαι τὴν θυσίαν Καὶ εἰκότως· οὐ γὰρ ὑπὲρ ἁμαρτολών μόνον τὸ αἷμα εξέχει, ο Ποιμὴν ὁ καλός, καί θυσία της Πατρί εἰς καταλλαγὴν τούτων γέγονεν, ἀλλ' ἤδη καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δικαίων· οὐ γάρ ἐστιν, οὐκ ἔστιν ὅς ζήσεται καὶ οὐχ αμαρτήσει, σὐδ' ἂν εἰ μία ἡμέρα ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἡ· ἐκεῖ δὲ ὑπεύθυνοι πάνε τες, ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν· ὅτι καὶ οἱ πρὸ του σταυρου πάντες ἐκ τῆς τοῦ πρωτοπλάστου παραβάσεως καὶ των προσγενομένων άλλων κακῶν ὑπεύ ειναι ετυγχανον, καὶ δέσμιοι τῷ θανάτῳ. Αλλ οὐδὲ νόμος Μωϋσέως τινὰ τούτων ετελείωσεν. Εἰς οὖν τότε ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν. Τὸν αὐτὸν δὲ θάνα τον καὶ τὴν ἀνάστασιν ὁμολογοῦμεν ὁρᾷν διὰ τῶν μυστηρίων πάντα δῆλον καὶ νῦν πληρούται τοῖς κατ' αξίαν προσφέρουσιν, ὅσα τοῦ τότε καιρού. κθ'. Καὶ μή τις λεγέτω, Πῶς ἂν αὐτοῖς ἀρχιερεῦσιν ἑνὸν ὑπὲρ τοιούτων μεσιτεύειν ἁγίων Μάο Μετὰ τὰ ῥή ματα ταύτα ή μετουσίωσις παρευθὺς γίνεται· καὶ ἀλλάσσει ὁ ἄρτος εἰς τὸ ἀληθινὸν σώμα του Χριστού Κατά μετουσίωσιν, όταν τὴν ἰδίαν ἀποβάλλη άπασαν οὐσίαν τῆς ψωμότητος, καὶ εἰς σαρκα καὶ αἷμα Χριστού μετουσιωθῇ, μεταβαλών ἀντὶ, μεταβαλὼν Πνεύματι τῷ ἁγίῳἁγίῳ τὸ ἐκχυθὲν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς·» utique agnoscimus et credimus, ita transmutaris,
ὰ δὴ καὶ γινώσκομεν καὶ πιστεύομεν, οὕτω μετα
ποεῖσθαι ὡς ἡ ἐπίκλησις ἔχει. 'Αλλ' ο μέγας Βασί
λειος ἀντὶ του μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ
ἁγίῳ, τὴ Ἐπιχυθέν ὑπὲρ του κοσμου ζωῆς τέθεικε.
Ταῦτα δὲ οὐκ ἔστιν ἀλλήλοις ἐναντία· ὁ μὲν γὰρ τὴν
ιδιότητα του ζωαρχικού δηλών Πνεύματος, τοῦτο
έγραψεν· ὁ δὲ οὐρανοφάντωρ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσίας
καὶ ἐνεργείας, πρὸς δὲ καὶ θελήσεως καὶ δυνάμεως
τῆς Τριάδος παρίστησιν, ἀποδιδοὺς τὴν συνέργειαν
τῆς μεταποιήσεως τῷ Πατρί καντεύθεν συνιστώσιν
ἀμφότεροι τό, Όσα ο Πατὴρ ἐνεργεῖ, ταυτα καὶ ὁ
Υιός και το Πνεύμα τὸ ἅγιον· καὶ ὅσα ὁ Υἱός, ταῦτα
καὶ ὁ Πατήρ καὶ ὁ Παράκλητος· καὶ ὅσα οὗτος, ταύτα
καὶ ὁ Πατὴρ καὶ Μονογενής. Εντευθεν λοιπὸν ἡ μετά
τὴν ἀνάδειξιν τῶν θείων δώρων λεγομένη εὐχὴ, διπλὴν
φέρουσα καὶ αὐτὴ τὴν σημασία, ἀπό τε τοῦ νοὸς
του μεγάλου Βασιλείου καὶ του χρυσού παντός τι
μιωτερον ἔχοντος στόμα, Ἰωάννου τοῦ πάνυ, τοῖς
ζητούσι τὰ κάλλιστα καθορᾶται· ὁ μὲν γὰρ θεῖος
Βασιλειος την μνήμην τῶν ἁγίων οὕτω πώς παρεισ
άγει λέγων· Τν' εύρωμεν ἔλεον και χάριν μετά
πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, προπατέρων, και των
ἐξῆς πάντων δικαίων· ὁ δὲ χρυσορρήμων, ὡς γέγραπται, καί ὑπὲρ αὐτῶν δικαιοί προσφέρεσθαι τὴν
θυσίαν Καὶ εἰκότως· οὐ γὰρ ὑπὲρ ἁμαρτολών
μόνον τὸ αἷμα εξέχει, ο Ποιμὴν ὁ καλός, καί θυσία
της Πατρί εἰς καταλλαγὴν τούτων γέγονεν, ἀλλ'
ἤδη καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δικαίων· οὐ γάρ ἐστιν,
οὐκ ἔστιν ὅς ζήσεται καὶ οὐχ αμαρτήσει, σὐδ' ἂν εἰ
μία ἡμέρα ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἡ· ἐκεῖ δὲ ὑπεύθυνοι πάνε
τες, ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν· ὅτι καὶ οἱ πρὸ του
σταυρου πάντες ἐκ τῆς τοῦ πρωτοπλάστου παραβάσεως καὶ των προσγενομένων άλλων κακῶν ὑπεύ
ειναι ετυγχανον, καὶ δέσμιοι τῷ θανάτῳ. Αλλ
οὐδὲ νόμος Μωϋσέως τινὰ τούτων ετελείωσεν. Εἰς
οὖν τότε ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν. Τὸν αὐτὸν δὲ θάνατον καὶ τὴν ἀνάστασιν ὁμολογοῦμεν ὁρᾷν διὰ τῶν
μυστηρίων πάντα δῆλον καὶ νῦν πληρούται τοῖς
κατ' αξίαν προσφέρουσιν, ὅσα τοῦ τότε καιρού.
κθ'. Καὶ μή τις λεγέτω, Πῶς ἂν αὐτοῖς ἀρχιερεύ
σιν ἑνὸν ὑπὲρ τοιούτων μεσιτεύειν ἁγίων Μάο
Hierosolymorum patriarchæ, ubi de hoc sacra-])
mento agitur (p. 167) ita affirmatur: Μετὰ τὰ ῥήματα ταύτα ή μετουσίωσις (transubstantiatio) παρευθύς γίνεται· καὶ ἀλλάσσει ὁ ἄρτος εἰς τὸ αληθι
νον σώμα του Χριστού etc. Denique tertia Orientalis Ecclesiæ confessio seu apologia, auctore
Gabriele metropolita Philadelphiensi, p. 4 (et
sæpe alibi) ed. Paris. utitur pariter vocabulo
transsubstantiationis: Κατά μετουσίωσιν, όταν τὴν
ἰδίαν ἀποβάλλη άπασαν οὐσίαν τῆς ψωμότητος,
καὶ εἰς σαρκα καὶ αἷμα Χριστού μετουσιωθῇ,
Sed de hac re præclare diuque Richardus Simonius in notis uberioribus ad Gabrielem. Cæterum
quod ait Anglicanus Cavæus art. Innocentius III
ab hoc papa monstrosum transsubstantiationis
figmentum inter fidei articulos fuisse repositum,
nunc videmus in citato Petri Damiani (qui sæculo
ferme ac dimidio senior est) n. 7, et 14, vocabula
transubstantiatio, et transubsantiare. Recole dicta
hoc nostro volumine p, 449. (supra col. 419.)
ceu invocatio habet. Sed magnus Basilius loco illius
μεταβαλών Spiritu sancto tuo, posuit: qui effusus
est pro mundi vita. Hæc autem inter se non discrepant; ille enim (Chrysostomus) proprietatem
vivifici Spiritus indicans scripsit; deiloquus autem
(Basilius) unam eamdemque essentiam et operationem, nec et voluntatem ac virtutem Trinitatis demonstrat: cooperationem transmutationis
Patri regerens. Indeque uterque comprobat, quæcunque Pater operatur, illa eadem et Filium et
Spiritum sanctum operari: et quæcunque Filius,
ea lem et Patrem et Paracletum: et quæcunque
Paracletus, eadem et Patrem et Unigenitum.Deinde
oratio post divinorum donorum ostensionem dici
solita, quæ et ipsa duplicem habet significatum,
nempe et illum juxta mentem magni Basilii, et
alium magni Joannis prætiosius omni auro os habentis; ut curiose scrutantibus egregie apparebit.
Nam divus Basilius sanctorum memoriam ita inducit dicens: Ut inveniamus misericordiam et
gratiam cum sanctis Patribus, patriarchis, et cunctis deinceps justis. Chrysostomus autem, ut ibi
scriptum est, etiam pro ipsis equum judicat offerri
sacrificium. Et merito; neque enim pro peccatoribus tantum sanguinem fudit Pastor bonus, et
hostiam se Patri ob horum reconciliationem obtulit, sed pro ipsis quoque justis. Non enim est, non,
inquam, est, qui vivet, et non peccabit, etiamsi
unius diei vita ejus fuerit: ideo ergo quia omnes
obnoxii, pro omnibus mortuus est. Nam et illi qui
ante crucem exstiterunt omnes, ob protoplasti
transgressionem, et supervenientia alia peccata,
obnoxii erant, et morti dediti. Sed neque lex
Moysis quemquam horum justificavit. Unus tunc
igitur pro omnibus mortuus est. Eamdem porro
mortem ac resurrectionem confitemur contemplari
in mysteriis, atque omnia nunc perinde compleri
exploratum est ab iis qui digne offerunt, prout
illo tempore actum fuit.
28. Nec quisquam dicat: Quomodo ipsis episcopis licat pro talibus sanctis intercedere? EnimHunc quoque locum citat ex ms. Allatius
De purgatorio, p. 108.
Ita codices ἀντὶ, cujus loco mihi videretur
scribendum pó,ante. Etenim in editionibus certe
missa sancti Basilii non desunt verba μεταβαλών etc., sed postponuntur. At noster Theodorus
aliter se legisse demonstrat, id est omisso w
Πνεύματι τῷ ἁγίῳ quandoquidem mox conversionis miraculum Patri tribuit. Judicent eruditi.
Hic in cod. 430, f. 142, b, nec non in
codice 836, f. 335, b, desideratur nonullorum
versuum comma; quod cum casu comperissem
recitari ex ms. ab Allatio contra Creygtonum p.519,
recurri ego ad meos codices, idque reapse inveni
in solo codice 632 f. 9. b.
Quod attinet ad preces, quasi pro sanctis,
in liturgia præsertim Chrysostomi scriptas, audiatur Augustinus mentis Ecclesiæ legitimus explanator in Joan. tract. LXXXIV, 1: Ideo quippe ad
ipsam mensam non sic martyres commemoramus,
col. 455–456page 22 of 28
PG 140:455λιστα μὲν οὖν τοῖς ἀξίοις, ὡς τὸ τοῦ μεγάλου άρχι ρέως φέρουσι πρόσωπον, οὐκ ἀδύνατον· καὶ ἄλλως δ' οὗτοι τὰ μὲν τῶν παρ' αὐτοῖς λεγομένων ἢ πρατ τομένων ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργίᾳ ὡς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενοι ἀρχιερεῖς ποιεῖν φαίνονται· τὰ δι ὑπὲρ ἄνθρωπον πεφυκότα προσφέρουσι, τους χε ρουβικούς καὶ σεραφικούς ύμνους, καὶ τἆλλα πάντα ὅσα ὑπὲρ τὴν ἑαυτῶν ἀξίαν ἐκφωνοῦντες ἡ καθ' ἑαυτοὺς ἐπιόντες δείκνυνται· καθὰ καὶ ὁ μέγας Διονύσιος αριδηλότερον παρίστησιν ἐκεῖνος γὰρ τὴν παροῦσαν θείαν λειτουργίας κατά μίμησα φησὶ τελεῖσθαι τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, καὶ τῶν ταγμάτων ἐκείνων, ὧν τύπον φέρουσιν οἱ λειτουργοῦντες, οἱ μὲν τῆς πρώτης λαχόντες στάσεως και τάξεως, οἱ δὲ τῆς δευτέρας, καὶ τῶν ἐξῆς. Καὶ τὸν μὲν διάκονον καθαρτικόν ονομάζει, τὸν δὲ ἱερέα φωτιστικόν, τὸν δὲ ἀρχιερέα τελεστικόν. Όταν δ' ἀκούσῃς τό, Έτι προσφέρομεν σοι τὴν λογικών λατρείαν ταύτην, καὶ τῶν μὲν άλλων αγίων τὰς κλήσεις μυστικῶς ὑποψιθυρίζοντα τὸν ἀρχιερέα, ἐκφωνούντα δε τρανότερον τό, «Εξαιρέτως τῆς παναγίας ἀκράντου υπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου,» ποταπὸν εἶναι οἴῃ τὸν τοῦτο λέ γοντα; Ἐμοὶ δοκεῖ ὡς ἐκ προσώπου τοῦτο λέγεσθαι τοῦ Κυρίου· λέγει γὰρ ἐν ἑτέρᾳ εὐχῇ· «Σὺ γὰρ εἰς προσφέρων καὶ προσφερόμενος, ὁ προσδεχόμενος καὶ διαδισόμενος·» ἵν᾿ οὖν δειχθῇ ὅτι μόνος αυ τὸς ἐκτὸς ἁμαρτίας ο θεάνθρωπος Κύριος, καὶ ὅτι ὑπὰρ πάντων ἑαυτὸν ἁπλῶς δέδωκε, καὶ ὅτι ὅσα τότε, τὸ πάθος, ἡ ταφὴ, καὶ ἡ ἀνάστασις ειργάσατο ταῦτα παντα καὶ νῦν διὰ τῶν συμβόλων τοῖς πιο στεύουσι κατορθοῦταί καὶ ταλτὸ τοῖς θεηγό. ροις καὶ διδασκάλοις τοιουτρόπως τελεῖσθαι θέσπισται. κθ'. Εἰς τὴν ἁπλῆν δὲ ἔνοιαν ἡμᾶς ἀνάγει ἡ μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς τοιαύτης εὐχῆς ἐκφώνησις οὕτως εἰρημένης καὶ παρὰ τοῦ μεγάλου Βασι λείου, ὡς καὶ παρὰ τοῦ Χρυσοστόμου· πῶς γὰρ ἂν συνταχθείη τὸ εἰρημένον, «Ἵνα εύρωμεν ἔλεος καὶ χά ριν,» μετὰ τοῦ, «ἐξαιρέτως τῆς παναγίας ἀχράντου;» ὁ πάντως τάχα καὶ ἄλλο ὁ θεοφάντωρ υποσημαίνει ὡς ἐπεὶ πάντες οἱ δικαιοι ἐν τοῖς δεξιοῖς τοῦ κριτοῦ μέρεσι μέλλουσιν ἔστασθαι, πρὸς δὲ καὶ αὕτη ἡ τες κούσα του θεάνθρωπον Κύριον, καὶ ἡ τάξις, καὶ ἡ στάσις εκάστου ἀποδιήρηται· ἀλλ' ὅμως ὡς ἐ μέρει ὄντας ἅπαντας, αἰτεῖ τοῦ μέρους τῆς στά σεως αὐτῶν καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῶν ἀμέμπτως δη λαδὴ εὐαρεστησάντων αὐτῷ, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἀριστεροῖς καὶ καταδεδικασμένοις. Κυριώτερον δὲ τοῦτο νοεῖν, ὡς παρὰ τοῦ Χριστοῦ λέγονται τι ταῦτα καὶ πράτ τονται· Υἱὸς γὰρ καὶ Λόγος τὸ ἀθύτως θυόμενον, καὶ ἀμνὸς καὶ θύμα ὁ αὐτὸς καὶ ἀρχιερεὺς εἰς τὸν αἰῶ να. Αὐτὸς οὖν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν τῷ Πατρὶ αὐτοῦ. Αὐτὸ δὲ τὸ λέγειν τὸν ἱερέα, «Λάβετε, φά γετε, τοῦτό μου ἐστιν τὸ σῶμα,» οὐχ ὡς παρ' αὐτοῦ λέγεται τοῦ Χριστοῦ; Οὕτως οὖν τριχῶς νοεῖται τὰ παρὰ τοῦ ἀρχιερέως λεγόμενα ἐπὶ τῇ θείᾳ μυστvero, inquam, quoniam digni facti sunt, ut magni λιστα μὲν οὖν τοῖς ἀξίοις, ὡς τὸ τοῦ μεγάλου άρχι
pontificis personam gerant, id fieri potest. Nam
et alioquin isti, quæ quidem ex persona propria
dicunt vel agunt in divina liturgia, velut accepta
ab hominibus auctoritate; ut episcopi factitare videntur; illa tamen quæ supra hominis conditionem
exhibent, velut hymnos cherubicos ac seraphicos
et alia omnia, utique hæc præter ipsorum dignitatem, tum elata tum submissa voce pronuntiari
ab eis constat, sicut magnus quoque Dionysius
manifestius nobis sistit. Is enim nostram hanc
divinam liturgiam ad imitationem fieri cœlestium
potestatum, et ordinum illorum, quorum figuram
gerunt sacri ministri, alii quidem primam sortiti
stationem et ordinem, alii secundum, et sic reliquos. Et diaconum quidem appellat expiantem;
sacerdotem, illuminantem; episcopum, perficientem. Cum itaque verba audies: «Adhuc offerimus
tibi rationalem cultum hunc, et aliorum sanctorum
nomina mystice submissa voce insusurrantem episcopum; et mox clara voce clamantem:»Præcipue
sanctissimæ,immaculatæ,et præ cæteris benedictæ
Dominæ nostræ Deiparæ,» qualem quantumque tu
hæc dicentem esse arbitraris? Mihi certe hæc ex
Domini persona videtur pronuntiare. Namque alia
inprece dicit: «Tu enim es qui offers et offerris et
excipis et das.» Sic ergo demonstratur, ipsum solum
carere peccato theanthropum Dominum, et pro
omnibus simpliciter satisfecisse; et illa ejus temporis acta, passionem, inquam, sepulturam, resurrectionem, nunc per symbola a credentibus recte
omnia perfici. Atque idem pari modo a deiloquis
magistris confiteri statutum fuit.
29. Simplicem autem rei intelligentiam nos docet
illa post recitatam hanc orationem exclamatio, quæ
tum etiam a magno Basilio, tum etiam a Chrysostomo dicitur. Quomodo enim concordabit dictum:
• Ut inveniamus misericordiam et gratiam,» præcipuecum, «sanctissima immaculata?» in quo et aliud prorsus significat deiloquus: nempe quoniam
omnes justi in dextra judicis parte constituri sunt,
ibique et ipsa theanthropi Domini Mater, et uniuscujusque gradus et statio distinctus erit; nihilomninus,tanquam in una omnes partes siti fue-D
rimus, rogat sacerdos ut illorum statione digni
habeamur, qui sine peccato videlicet Christo placuerunt; non autem cum sinistris et damnatis
connumeremur. Sed longe est melius hæc intelligi
tanquam a Christo dicta et acta. Est enim Filius
et Verbum, sine immolatione immolatus, agnus et
victima idem et pontifex in æternum. Ipse ergo
orat pro nobis Patrem suum. Reapse dum dicit
sacerdos: «Accipite, manducate, hoc est corpus
meum;» nonne hoc tanquam ab ipso Christo dicitur Sic ergo tripliciter intelliguntur ab episcopo dicta
in divina mystagogia; alia quidem ut a mediatore
quemadmodum alios qui in pace requiescunt, ut
ētiam pro eis oremus, sed magis ut ipsi pro nobis,
ρέως φέρουσι πρόσωπον, οὐκ ἀδύνατον· καὶ ἄλλως
δ' οὗτοι τὰ μὲν τῶν παρ' αὐτοῖς λεγομένων ἢ πρατ
τομένων ἐν τῇ θείᾳ ἱερουργίᾳ ὡς ἐξ ἀνθρώπων
λαμβανόμενοι ἀρχιερεῖς ποιεῖν φαίνονται· τὰ δι
ὑπὲρ ἄνθρωπον πεφυκότα προσφέρουσι, τους χε
ρουβικούς καὶ σεραφικούς ύμνους, καὶ τἆλλα πάντα
ὅσα ὑπὲρ τὴν ἑαυτῶν ἀξίαν ἐκφωνοῦντες ἡ καθ'
ἑαυτοὺς ἐπιόντες δείκνυνται· καθὰ καὶ ὁ μέγας
Διονύσιος αριδηλότερον παρίστησιν ἐκεῖνος
γὰρ τὴν παροῦσαν θείαν λειτουργίας κατά μίμησα
φησὶ τελεῖσθαι τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων, καὶ τῶν
ταγμάτων ἐκείνων, ὧν τύπον φέρουσιν οἱ λειτουρ
γοῦντες, οἱ μὲν τῆς πρώτης λαχόντες στάσεως και
τάξεως, οἱ δὲ τῆς δευτέρας, καὶ τῶν ἐξῆς. Καὶ τὸν
μὲν διάκονον καθαρτικόν ονομάζει, τὸν δὲ ἱερέα
φωτιστικόν, τὸν δὲ ἀρχιερέα τελεστικόν. Όταν δ'
ἀκούσῃς τό, Έτι προσφέρομεν σοι τὴν λογικών
λατρείαν ταύτην, καὶ τῶν μὲν άλλων αγίων τὰς
κλήσεις μυστικῶς ὑποψιθυρίζοντα τὸν ἀρχιερέα,
ἐκφωνούντα δε τρανότερον τό, «Εξαιρέτως τῆς
παναγίας ἀκράντου υπερευλογημένης Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου,» ποταπὸν εἶναι οἴῃ τὸν τοῦτο λέ
γοντα; Ἐμοὶ δοκεῖ ὡς ἐκ προσώπου τοῦτο λέγεσθαι
τοῦ Κυρίου· λέγει γὰρ ἐν ἑτέρᾳ εὐχῇ· «Σὺ γὰρ εἰς
προσφέρων καὶ προσφερόμενος, ὁ προσδεχόμενος
καὶ διαδισόμενος·» ἵν᾿ οὖν δειχθῇ ὅτι μόνος αυ
τὸς ἐκτὸς ἁμαρτίας ο θεάνθρωπος Κύριος, καὶ ὅτι
ὑπὰρ πάντων ἑαυτὸν ἁπλῶς δέδωκε, καὶ ὅτι ὅσα
τότε, τὸ πάθος, ἡ ταφὴ, καὶ ἡ ἀνάστασις ειργάσατο
ταῦτα παντα καὶ νῦν διὰ τῶν συμβόλων τοῖς πιο
στεύουσι κατορθοῦταί καὶ ταλτὸ τοῖς θεηγό.
ροις καὶ διδασκάλοις τοιουτρόπως τελεῖσθαι TEθέσπισται.
κθ'. Εἰς τὴν ἁπλῆν δὲ ἔνοιαν ἡμᾶς ἀνάγει ἡ
μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς τοιαύτης εὐχῆς ἐκφώνη
σις οὕτως εἰρημένης καὶ παρὰ τοῦ μεγάλου Βασι
λείου, ὡς καὶ παρὰ τοῦ Χρυσοστόμου· πῶς γὰρ ἂν
συνταχθείη τὸ εἰρημένον, «Ἵνα εύρωμεν ἔλεος καὶ χάριν,» μετὰ τοῦ, «ἐξαιρέτως τῆς παναγίας ἀχράντου;»
ὁ πάντως τάχα καὶ ἄλλο ὁ θεοφάντωρ υποσημαίνει·
ὡς ἐπεὶ πάντες οἱ δικαιοι ἐν τοῖς δεξιοῖς τοῦ κριτοῦ
μέρεσι μέλλουσιν ἔστασθαι, πρὸς δὲ καὶ αὕτη ἡ τες
κούσα του θεάνθρωπον Κύριον, καὶ ἡ τάξις, καὶ ἡ
στάσις εκάστου ἀποδιήρηται· ἀλλ' ὅμως ὡς ἐ
μέρει ὄντας ἅπαντας, αἰτεῖ τοῦ μέρους τῆς στά
σεως αὐτῶν καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῶν ἀμέμπτως δηλαδὴ εὐαρεστησάντων αὐτῷ, ἀλλὰ μὴ τοῖς ἀριστεροῖς
καὶ καταδεδικασμένοις. Κυριώτερον δὲ τοῦτο νοεῖν,
ὡς παρὰ τοῦ Χριστοῦ λέγονται τι ταῦτα καὶ πράτ
τονται· Υἱὸς γὰρ καὶ Λόγος τὸ ἀθύτως θυόμενον, καὶ
ἀμνὸς καὶ θύμα ὁ αὐτὸς καὶ ἀρχιερεὺς εἰς τὸν αἰῶ
να.
Αὐτὸς οὖν ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν τῷ Πατρὶ
αὐτοῦ. Αὐτὸ δὲ τὸ λέγειν τὸν ἱερέα, «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μου ἐστιν τὸ σῶμα,» οὐχ ὡς παρ' αὐτοῦ
λέγεται τοῦ Χριστοῦ; Οὕτως οὖν τριχῶς νοεῖται τὰ
παρὰ τοῦ ἀρχιερέως λεγόμενα ἐπὶ τῇ θείᾳ μυστ
ut eorum vestigiis adhæreamus.
De ecclesiastica hierarchia, cap. 5.
col. 457–458page 23 of 28
PG 140:457γωγίᾳ· τὰ μὲν ὡς παρὰ μεσίτου ἐξ ἀνθρώπων, καὶ προχειριζομένου τῷ Πατρὶ, τὰ δὲ κατὰ μίμησιν τῶν ἐπουρανίων δυνάμεων· τὰ δέ, ὡς παρ' αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Τίνος δὲ ἕνεκεν συνήψαν τοὺς τῆς Παλαιᾶς πάντας ἁγίους καὶ τοὺς τῆς Νέας Διαθήκης; Πρῶτον μὲν διὰ τὰ προειρημένα πάντα. ἔπειτα δεικνύντες ὅτι εἰς Θεός ἐστι κάκείνων καὶ τούτων, ὁ τὸ παρὸν τοῦτο μυστήριον εὐδοκήσας τε λέσαι πρὸ τῶν αἰώνων· καὶ ὅτι πάντες τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἰχθημεν, καὶ ὅτι ὑπὲρ πάντων ἐχύθη τὸ αἷμα αυτού. λ'. Εἶτα του διακόνου τὰ δίπτυχα υποψιθυρίζου της των κεκοιμημένων, ὁ ἀρχιερεὺς πάλιν ἀρχὴν ποιεῖται τὴν τῆς Νέας Διαθήκης ἁγίων, τον προδρόμου Ἰωάννην ταύτη προτεθείς· ὥσπερ οἱ εὐαγγελισταὶ τοῦτο τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ Σωτῆρος προὔθηκαν, οἷα πρώτον άγγελον καὶ κήρυκα τῆς παρουσίας Χριστοῦ· καὶ ὡς ἐπιχυροῦντες τὸν τοῦ Χριστοῦ λόγου, «Μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικων οὐκ ἐγήγερ και τούτου.» εἶτα τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς ἁγίους, ων τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν. Διὰ τί δὲ Διαθήκην λέγομεν αυτά; Ἐπειδὴ ὁ τύπος ταύτης ή δοθεῖσα νομοθεσία της Μωϋσεῖ, καὶ αὐτὴ ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου προχαράγματα ταύτης ἐτύγχανον, άτινα παρὰ του νομοδότου Διαθήκη ἐκλήθησαν. Εἰ οὖν ὁ τύπος Διαθήκη, πολλῷ μάλλον ή φανερωθεῖσα ἀλήθεια. Είχεν οὖν ἐκείνη πρώτου σκηνή, κατὰ τὸν θεῖον Παύλου, δικαίωματα λατρείας, καὶ ἄλλα τῶν μυστηρίων θαυμασίων μαρτύρια· εἶχε δὲ καὶ ἐντο λας Θεοῦ καὶ προστάγματα καὶ ἐπαγγελίας τοῖς ταύτα φυλάττουσι· περὶ ὧν ὁ νομοθέτης όρου ἔπηξε λέγων, ἀκούειν μὲν αὐτοῦ καὶ τῶν δοθέντων προσταγμάτων, ἔχοις ἂν ἔλθη ᾧ ἀποκειται, καθώς φησιν Ἰακώβ· αὐτὸς δὲ Μωϋσῆς ούτωσὶ κατὰ ῥῆμα διέξεισι· «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὡς ἐμέ αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν εἴπῃ ὑμῖν.» λα. Τοῦ προφητευθέντος τοίνυν ὑπ' ἐκείνων τοῦ τε Ἰακὼν καὶ τοῦ Μωϋσέως, πρὸς δὲ καὶ τῶν μετά ταῦτα θεοπνεύστων προφητών. ἐληλυθότος καὶ πληρώσαντος τὰ ἐλλείποντα τοῖς παλαιοῖς νός μεις, καθὼς αὐτὸς ἔψη, «Οὐκ ἦλθον καταλύσαι τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρώσαι·» πεπλήρωκε δε, άτε δὴ αλλά τὰς ρίζας καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων αποτε. μών· ὧν φυλαττομένων, οὐδεὶς πρὸς ἁμαρτίας τέλος χωρήσει ποτέ τοῦ γὰρ παλαιού νόμου λέγοντος, «Οι γονεύσεις,» ὁ τούτου τε καὶ τῆς νέας δοτέρ Χριστός, «Ούτε οργισθήση,» προσέθετο. «Ο μοιχεύσεις,» ἐκεῖνος· οὗτος, «Οὐδὲ ἐπιθυμήσεις·» ὅσα ἐξῆς τῶν θείων Πατέρων μᾶλλον ἔστιν ἀκούειν. Ἐν αίματι ἡ προτέρα εγκεκαίνισται Διαθήκη· καὶ αυτη ομοίως τοῦ ἀμολύντου Αμνού βεβαιωθείσα οἷα τις Διαθήκη ἐν Ερυθρῷ τινι βασιλικῆς βαφής, χειρός γράμματι δι' ὅλου τοῦ ὕψους σεσημασμένη, ἀρρηκτος καὶ ἀδιάπτωτος διαμένει τῇ Ἐκκλησίᾳ καίτοι πολλὰς ἐπαναστάσεις ἐχθρῶν ὑποστάσα, ἀλλὰ καὶ πυλῶν ἄδου ἰσχυροτέρα δέδεικται τῇ δυνάμειγωγίᾳ· τὰ μὲν ὡς παρὰ μεσίτου ἐξ ἀνθρώπων, καὶ inter homines, et Patri exhibita: alia ad imitatioπροχειριζομένου τῷ Πατρὶ, τὰ δὲ κατὰ μίμησιν τῶν
ἐπουρανίων δυνάμεων· τὰ δέ, ὡς παρ' αὐτοῦ τοῦ
Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Τίνος δὲ ἕνεκεν συνήψαν
τοὺς τῆς Παλαιᾶς πάντας ἁγίους καὶ τοὺς τῆς Νέας
Διαθήκης; Πρῶτον μὲν διὰ τὰ προειρημένα πάντα.
ἔπειτα δεικνύντες ὅτι εἰς Θεός ἐστι κάκείνων καὶ
τούτων, ὁ τὸ παρὸν τοῦτο μυστήριον εὐδοκήσας τε
λέσαι πρὸ τῶν αἰώνων· καὶ ὅτι πάντες τῷ μώλωπι
αὐτοῦ ἰχθημεν, καὶ ὅτι ὑπὲρ πάντων ἐχύθη τὸ αἷμα
αυτού.
λ'. Εἶτα του διακόνου τὰ δίπτυχα υποψιθυρίζου
της των κεκοιμημένων, ὁ ἀρχιερεὺς πάλιν ἀρχὴν
ποιεῖται τὴν τῆς Νέας Διαθήκης ἁγίων, τον Πρόδρο
μου Ἰωάννην ταύτη προτεθείς· ὥσπερ οἱ εὐαγγελισταὶ τοῦτο τῇ ἐπιδημίᾳ τοῦ Σωτῆρος προὔθηκαν,
οἷα πρώτον άγγελον καὶ κήρυκα τῆς παρουσίας
Χριστοῦ· καὶ ὡς ἐπιχυροῦντες τὸν τοῦ Χριστοῦ
λόγου, «Μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικων οὐκ ἐγήγερκαι τούτου.» εἶτα τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς ἁγίους,
ων τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν. Διὰ τί δὲ Διαθήκην
λέγομεν αυτά; Ἐπειδὴ ὁ τύπος ταύτης ή δοθεῖσα
νομοθεσία της Μωϋσεῖ, καὶ αὐτὴ ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυ
ρίου προχαράγματα ταύτης ἐτύγχανον, άτινα παρὰ
του νομοδότου Διαθήκη ἐκλήθησαν. Εἰ οὖν ὁ τύπος
Διαθήκη, πολλῷ μάλλον ή φανερωθεῖσα ἀλήθεια.
Είχεν οὖν ἐκείνη πρώτου σκηνή, κατὰ τὸν θεῖον
Παύλου, δικαίωματα λατρείας, καὶ ἄλλα τῶν
μυστηρίων θαυμασίων μαρτύρια· εἶχε δὲ καὶ ἐντολας Θεοῦ καὶ προστάγματα καὶ ἐπαγγελίας τοῖς G
ταύτα φυλάττουσι· περὶ ὧν ὁ νομοθέτης όρου
ἔπηξε λέγων, ἀκούειν μὲν αὐτοῦ καὶ τῶν δοθέντων
προσταγμάτων, ἔχοις ἂν ἔλθη ᾧ ἀποκειται, καθώς
φησιν Ἰακώβ· αὐτὸς δὲ Μωϋσῆς ούτωσὶ κατὰ ῥῆμα
διέξεισι· «Προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὡς
ἐμέ αὐτοῦ ἀκούσεσθε κατὰ πάντα ὅσα ἂν εἴπῃ
ὑμῖν.»
λα. Τοῦ προφητευθέντος τοίνυν ὑπ' ἐκείνων
τοῦ τε Ἰακὼν καὶ τοῦ Μωϋσέως, πρὸς δὲ καὶ τῶν
μετά ταῦτα θεοπνεύστων προφητών. ἐληλυθότος
καὶ πληρώσαντος τὰ ἐλλείποντα τοῖς παλαιοῖς νός
μεις, καθὼς αὐτὸς ἔψη, «Οὐκ ἦλθον καταλύσαι
τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρώσαι·» πεπλήρωκε δε, άτε δὴ
αλλά
τὰς ρίζας καὶ τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων αποτε.
μών· ὧν φυλαττομένων, οὐδεὶς πρὸς ἁμαρτίας
τέλος χωρήσει ποτέ τοῦ γὰρ παλαιού νόμου
λέγοντος, «Οι γονεύσεις,» ὁ τούτου τε καὶ τῆς νέας
δοτέρ Χριστός, «Ούτε οργισθήση,» προσέθετο. «Ο
μοιχεύσεις,» ἐκεῖνος· οὗτος, «Οὐδὲ ἐπιθυμήσεις·»
ὅσα ἐξῆς τῶν θείων Πατέρων μᾶλλον ἔστιν ἀκούειν.
Ἐν αίματι ἡ προτέρα εγκεκαίνισται Διαθήκη· καὶ
αυτη ομοίως τοῦ ἀμολύντου Αμνού βεβαιωθείσα
οἷα τις Διαθήκη ἐν Ερυθρῷ τινι βασιλικῆς βαφής,
χειρός γράμματι δι' ὅλου τοῦ ὕψους σεσημασμένη,
ἀρρηκτος καὶ ἀδιάπτωτος διαμένει τῇ Ἐκκλησίᾳ·
καίτοι πολλὰς ἐπαναστάσεις ἐχθρῶν ὑποστάσα, ἀλλὰ
καὶ πυλῶν ἄδου ἰσχυροτέρα δέδεικται τῇ δυνάμει
*² Hebr. 1x, 1.ª³ Deut. xviii, 15." Math. v, 17.
PATROL. GR. CXL.
nem coelestium potestatum; alia denique ab ipso
Christo Deo nostro. Cur vero globatim omnes tum
Veteris tum Novi Testamenti sanctos memorarunt?
Primo, ob ea omnia quæ diximus; deinde, ut demonstrarent unum esse tum horum tum illorum
Deum, cui ut præsens mysterium confieret, ante
sæcula placuit. Deinde quia omnes livore ejus sanati fuimus, et quia pro omnibus sanguis ejus
effusus fuit.
30. Postea diacono defunctorum diptycha submissa voce recitante, episcopus rursus incipit Novi
Testamenti sanctorum commemorationem, præposito in hac precursore Joanne, sicut evangelista
hunc adventui Servatoris præposuerunt, ceu primum Christi adventantis nuntium et prædicatorem;
et Christi verba quasi confirmantes; quod major hoc
inter natos mulierum non surrexerit. Deinde ponuntur apostoli et sancti, quorum memoriam agimus.
Cur autem hæc Testamentum appellamus? Quia
nostri hujus figura fuit, data a Moyse legislatio; et
ipsum testimonii tabernaculum, delineatio quædam
hujus previa erat. que a legis datore dicta est Tes
tamentum. Si ergo figura est testamentum, multo
magis veritas quæ apparuit. Habuit ergo Testamentum illud tabernaculum, juxta divum Paulum "*.justificationes cultus et alla mysteriorum mirabilium
testimonia. Habuit etiam præcepta Dei et mandata,
et promissiones hæc observantibus; dequibus legislator decretum edidit dicens obaudiendum esse
ipsi datisque præceptis, donec ille veniret cui repositum est, ut ait Jacob. Ipse vero Moyses sic ad
litteram locutus est: Prophetam vobis suscitabit Dominus, tanquam me: illum 'audietis in omnibus
que vobis loquetur 23.
31. Ergo ille ab eis predictus, a Jacobo nimirum
et Moyse, aliisque postea inspiratis a Deo prophetis,
venit complevitque quæ priscis legibus deerant,
sicut ipse dixit: «Non veni solvere legem, sed adimplere 3.» Et re sane vera adimplevit, dum radices originesque peccatorum amputavit: cui si
mos geratur, nemo unquam peccatum consummabit. Nam vetere lege dicente: «Non occides,» dator illius ac nova Christus, «Non irasceris, adjunxit. Illa, «Non adulterabis;» hic Non concupisces
; et quæcunque alia a sanctis præcipue Patribus
discenda sunt. Et prius quidem Testamentum sanguine dedicatum fuit; et nostrum hoc similiter
immaculati Agni sanguine firmatum quasi testamentum in Erythreo quodam regis tincture, manuali scriptura per totum contextum signatum,
infragile et non caducum manet Ecclesiæ, multas
ea licet inimicorum agressiones pertu'erit; firmiorque portis inferi apparuit, virtute illius qui hanc
in cordibus fidelium impressit. Dicit enim ipse
Exod. xx, 13-17; Matth. v, 21 seqq.
col. 459–460page 24 of 28
PG 140:459«τοῦ ταύτην ταῖς ψυχαῖς τῶν πιστῶν ἐγχαράξαντος λέγει γάρ διὰ τοῦ προφήτου· «Ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, καὶ διαθήσομαι ὑμῖν διαθήκην, οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ήν διεθέμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν, ἀλλ᾽ ἔσομαι διδοὺς νόμους μου εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν καὶ εἰδήσουσι με πάντες ἀπὸ μικρού έως μεγάλου αὐτῶν· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ.» Διά τοῦτο οὐδὲν ἐγγράφως κατέλιπεν ὁ Χριστός, αλλά διὰ λόγων μὲν τὰ διδάγματα καὶ τὰς ἐντολὰς τῶν καθ᾿ ἡμᾶς νόμον ἐπέταξεν· διὰ δὲ παραδόσεις πρακτικῆς τὸ μυστήριον. Ἐπὶ δὲ ὑπέσχετο λέγων «Όταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος διδάξει ὑμᾶς καὶ ὑπομνήσει πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν· καὶ τἄλλα ἀναγγελεῖ, ὅσα ἀκούειν ἡ βαστάζειν οὐ δυνασθε ἄρτι.» Γέγονε διόπερ υπέσχετο, τον Παρακλήτου ἐλθόντος. 5. Τότε δὴ· καὶ ἀρχιερεῖς οἱ ἀπόστολοι ἐχρημάτισαν, καὶ τοῦ ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσών ἐνοικήσαντος ἐν αὐτοῖς θείου Πνεύματος, διδάσκοντος αι τοὺς οἷα δεῖ, καὶ προχειρισαμένου ἕκαστον αὐτῶν ἐν τῷ ἔθνει, οὗ τὴν διάλεκτον λαλεῖν τούτους ἐσο ρεσε εὐχὰς μυστηρίων θείας καὶ ἱερουργίας καταλλήλους τῆ καρτερίᾳ τοῦ ἔθνους, καὶ τοῖς καιροῖς τῶν περιστάσεων, καὶ ταῖς ἐνέδρας τῶν διωκοντων, ἐποίουν. Καὶ ἐν μὲν ταῖς εὐχαῖς καὶ ταῖς ἐκφωνήσεσιν, ἴσως διέφερον ἀλλήλων· ὁ δέ γε τύπος τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων, καθά καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός τοῦτον παρέ δωκε. Μετὰ δὲ τοὺς θεηγόρους ἀποστόλους τινές τῶν ἁγίων Πατέρων ἰδιάζοντας έκαστος καὶ εὐχὰς ἐποιοῦντο, καὶ ἐκφωνήσεις, καὶ απηρτισμένης μ μουργίας ακολουθίας ὡς ὁ ἐν ἁγίοις ἐπιφανές Ἐπιφάνιος, καὶ ο μέγας Βασίλειος, καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Πάντες δ' ὅμως ἐκ τῶν ναμάτων της ζωηρούτου πηγής του Παρακλήτου κρύσαντο τά δόγματα· ἅπερ ἡ τῶν ὀρθοδοξων Εκκλησία ως παρ' αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ λεχθέντα τε καὶ πραχθέντα ἐδέξατο· καὶ νῦν πρὸ τῶν ἄλλων ή θεία λειτουργία του μεγάλου Βασιλείου καὶ του θείου Χρυσοστόμου κρατεῖ μετά γε τῆς των προηγιασμένων, ἣν τινες μὲν Ἰακώβου εἶναί φασι τοῦ ὀνομασθέντος ἀδελφοῦ Κυρίου, έτεροι δὲ Πέτρου του ἀποστόλου καὶ κορύ φαίου, καὶ ἄλλοι άλλων. λβ'. Μετὰ δὲ τὴν μνήμην των προειρημένων απο στόλων καὶ ἁγίων καὶ ὁ κατάλογος γίνεται των μνη. μονευομένων νεκρών, καὶ ὑπερ ὧν αἱ προσφοραί εἶτα ἱερέων καὶ βασιλέων καὶ πάντων όμου. Οὗτοι δε σπεύδοντες εξομοιούσθαι τῷ Θεῷ τὴν ἀρχιερέα, καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὔχεσθαι δικαιοῦσι· τοιοῦτον γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἀρχιερέα, μεσίτην Θεον καὶ ἀν θρώπων. Εἶτα ἡ ἐκφώνησις Εν πρώτοις μνή σθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν· ἀφ᾽ ἐς δείκνυται υποταγὴ ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον· καὶ ὅτι τούτου μνημονευομένου ἀρχιερέως κοινωνός ἐστι και ακολουθίαν.THEODORI ANDI DENSIS
prophets ore: «Ecce dies veniunt, et statuam τοῦ ταύτην ταῖς ψυχαῖς τῶν πιστῶν ἐγχαράξαντος·
fœdus, non secundum fœdus quod statui cum
patribus vestris "; sed dabo leges meas in corda
ipsorum, et cognoscent me cuncti a parvo ad
maximum, et erunt omnes docibiles Dei ".» Propterea nihil scriptum reliquit Christus, sed verbatim doctrinam atque mandata, id est legem nostram, dedit; et per practicam traditionem, mysterium. Insuper promisit dicens: «Cum venerit
Paracletus, quem ego mittam vobis a Patre, ille
vos docebit omnia, et in mentem revocabit quæ
vobis dixi, et alia annuntiabit, quæ nondum audire et ferre valetis 28.» Factum vero id est, cum
advenit Paracletus.
λέγει γάρ διὰ τοῦ προφήτου· «Ἰδοὺ ἡμέραι έρχον
ται, καὶ διαθήσομαι ὑμῖν διαθήκην, οὐ κατὰ τὴν
διαθήκην ήν διεθέμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν, ἀλλ᾽
ἔσομαι διδοὺς νόμους μου εἰς τὰς καρδίας αὐτῶν·
καὶ εἰδήσουσι με πάντες ἀπὸ μικρού έως μεγάλου
αὐτῶν· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ.» Διά
τοῦτο οὐδὲν ἐγγράφως κατέλιπεν ὁ Χριστός, αλλά
διὰ λόγων μὲν τὰ διδάγματα καὶ τὰς ἐντολὰς τῶν
καθ᾿ ἡμᾶς νόμον ἐπέταξεν· διὰ δὲ παραδόσεις
πρακτικῆς τὸ μυστήριον. Ἐπὶ δὲ ὑπέσχετο λέγων
«Όταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν
παρὰ τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος διδάξει ὑμᾶς καὶ ὑπομνή
σει πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν· καὶ τἄλλα ἀναγγελεῖ, ὅσα
ἀκούειν ἡ βαστάζειν οὐ δυνασθε ἄρτι.» Γέγονε διόπερ υπέσχετο, τον Παρακλήτου ἐλθόντος.
32. Tunc apostoli exstitere episcopi; et divino
qui in ipsis inhabitabat, snb ignearum linguarum
specie, Spiritu erudiente eos quæ oportebat, et
unicuique gentem suam assignante, cujus eosdem
linguam docebat, divinas mysteriorum preces et
sacra officia, prout gens quæque pati poterat,
et temporum adjuncta ferebant, et persequentium
insidiæ, sic peragebant. Et precibus quidem ac
proclamationibus fortasse inter se differebant; sed
tamen traditorum mysteriorum forma ea prorsus
fuit quam Dominus noster Jesus Christus tradidit.
Post deiloquos autem apostolos, nonnulli sanctorum Patrum, peculiariter singuli, preces faciebant
et proclamationes, et absolute liturgiæ officia; vel
uti sanctus illustris Epiphanius, et magnus Basilius,
et divus Chrysostomus. Cuncti autem ex vivifici
fontis Paracleti fluentis hauserunt dogmata, quæ
orthodoxorum Ecclesia, ceu ab ipso Christo dieta
et facta recepit: et nunc præ cæteris divina
liturgia magni Basilii, nec non divi Chrysostomi
in more est, cum illa præsanctificatorum, quam
nonnulli Jacobi esse dicunt, qui frater Domini appellatus fuit; alii Petri apostoli ac summatis;
alii aliorum.
5. Τότε δὴ· καὶ ἀρχιερεῖς οἱ ἀπόστολοι έχρημά
τισαν, καὶ τοῦ ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσών ενοικήσαντος ἐν αὐτοῖς θείου Πνεύματος, διδάσκοντος αι
τοὺς οἷα δεῖ, καὶ προχειρισαμένου ἕκαστον αὐτῶν
ἐν τῷ ἔθνει, οὗ τὴν διάλεκτον λαλεῖν τούτους ἐσο
ρεσε εὐχὰς μυστηρίων θείας καὶ ἱερουρ
γίας καταλλήλους τῆ καρτερίᾳ τοῦ ἔθνους, καὶ τοῖς
καιροῖς τῶν περιστάσεων, καὶ ταῖς ἐνέδρας τῶν
διωκοντων, ἐποίουν. Καὶ ἐν μὲν ταῖς εὐχαῖς καὶ
ταῖς ἐκφωνήσεσιν, ἴσως διέφερον ἀλλήλων· ὁ δέ γε
τύπος τῆς παραδόσεως τῶν μυστηρίων, καθά
καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός τοῦτον παρέ
δωκε. Μετὰ δὲ τοὺς θεηγόρους ἀποστόλους τινές
τῶν ἁγίων Πατέρων ἰδιάζοντας έκαστος καὶ εὐχὰς
ἐποιοῦντο, καὶ ἐκφωνήσεις, καὶ απηρτισμένης μ
μουργίας ακολουθίας ὡς ὁ ἐν ἁγίοις ἐπιφανές
Ἐπιφάνιος, καὶ ο μέγας Βασίλειος, καὶ ὁ θεῖος
Χρυσόστομος. Πάντες δ' ὅμως ἐκ τῶν ναμάτων της
ζωηρούτου πηγής του Παρακλήτου κρύσαντο τά
δόγματα· ἅπερ ἡ τῶν ὀρθοδοξων Εκκλησία ως
παρ' αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ λεχθέντα τε καὶ πραχθέντα
ἐδέξατο· καὶ νῦν πρὸ τῶν ἄλλων ή θεία λειτουργία
του μεγάλου Βασιλείου καὶ του θείου Χρυσοστόμου
κρατεῖ μετά γε τῆς των προηγιασμένων, ἣν τινες
μὲν Ἰακώβου εἶναί φασι τοῦ ὀνομασθέντος ἀδελφοῦ Κυρίου, έτεροι δὲ Πέτρου του ἀποστόλου καὶ κορύ
φαίου, καὶ ἄλλοι άλλων.
33. Post predictorum apostolorum sanctorumque commemorationem, nomina nuntiantur defunctorum, quorum fit mentio, nec non illorum
pro quibus fiunt oblationes; mox sacerdotum ac
regum et omnium simul. Atque hi magistri liturgiæ, volentes Deo similem esse episcopum, pro
inimicis quoque ab eo preces fundi, æquum censent: talem enim esse oportet episcopum, inter
Deum videlicet et homines mediatorem. Deinde
elata voce: Memento in primis, Domine, archiepiscopi nostri; quibus verbis odedientia ostendi16 Jerem. xxx1, 31.” Isa LIV, 12 ª Joan. xv,
Animadverte auctoris nostri opinionem,
quod unusquisque apostolus doctus fuerit divinitus
linguam nominatim gentis ejus, cui peculiariter
destinandus foret.
Ita etiam sanctus Sophronius apud nos
Spicil. Rom. t. IV. p. 31.
λβ'. Μετὰ δὲ τὴν μνήμην των προειρημένων απο
στόλων καὶ ἁγίων καὶ ὁ κατάλογος γίνεται των μνη.
μονευομένων νεκρών, καὶ ὑπερ ὧν αἱ προσφοραί
εἶτα ἱερέων καὶ βασιλέων καὶ πάντων όμου. Οὗτοι
δε σπεύδοντες εξομοιούσθαι τῷ Θεῷ τὴν ἀρχιερέα,
καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν εὔχεσθαι δικαιοῦσι· τοιοῦτον
γὰρ εἶναι δεῖ τὸν ἀρχιερέα, μεσίτην Θεον καὶ ἀν
θρώπων. Εἶτα ἡ ἐκφώνησις Εν πρώτοις μνή
σθητι, Κύριε, τοῦ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν· ἀφ᾽ ἐς
δείκνυται υποταγὴ ἡ πρὸς τὸ ὑπερέχον· καὶ ὅτι
τούτου μνημονευομένου ἀρχιερέως κοινωνός ἐστι και
Citat hunc locum ex ms. Allatius Contra
Hottingerum p. 11.
Deest mendose apud prædictum Allatium
vocabulum ακολουθίαν.
Laudat hinc particulam ex ms. idem Allatius in opere De consensu, col. 1185
col. 461–462page 25 of 28
PG 140:461ὁ προσφέρων τῆς πίστεως, καί τῆς παραδόσεως· τῶν; μυστηρίων διαδοχος, ἀλλ᾿ οὐχί καινός τις μύστης Η ευρετής των παρ' αὐτοῦ προσφερομένων συμβόλων. Μετά δε τας τοιαύτας ἐκφωνήσεις τὰ δίπτυχα των ζώντων, οἷον ἀρχιερέων βασιλέων, καί λοι πών, ἐκφωνούντας τοῦτο τοῦ διακόνου, λέγονται καί ὁ ἀρχιερεὺς εἰρήνην πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις ἐπεύχεται καί τὴν τῶν αὐτων πλημμελημάτων συγ χώρησιν ἐξαιτεῖ· καί εὐθὺς καί ἑτέρα εὐχὴ ὑπὲρ αὐτοῦ καί τοῦ λαοῦ· εἶτα μετὰ τὴν ἐκφωνησιν αναμώνεῖται παρά ναντός του λαοῦ ἡ παρὰ τοῦ Θεοῦ ήμων προδιδαχθείσα ευχή. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» λω. Αὕτη δε καί δι' ἕτερα μὲν πολλὰ καί ἀνα κατα τετύπωται ἐνταῦθα λέγεσθαι άπερ μόνοις τοῖς δυναμένοις ανακαλύπτειν μυστήρια Θεοῦ εἰσι γνώ φιμα· ὅσον δὲ εἰς τὴν ἡμέτερον ἥκει νούν, διὰ τὸ εἶναι καί ταύτην συνημμένην τῇ κυριωτέρα ἱεροτελεστία, ὡς παντός περιεκτική· καὶ ἵνα μὴ ἔχωσιν χώραν τινές λέγειν ότι ταύτην τὴν εὐχὴν μόνην ἐκέλευσεν ὁ Χριστὸς λέγειν ἡμᾶς, καί οὐκ ἄλλο τι, ὥσπερ λέγουσι και οι λεγόμενοι Εὐχεται αἱρετικοί, οἷς καί Μεσσαλιανούς και Φουνδαίτας κατονομάζουσιν· οὗτοι γάρ διενίστανται, ότι, καν μυριάκις εἶπε ταύτην, πάλιν αὐτὴν χρή λέγειν, καί ἄλλο τι μὴ προστιθέναι, βαττολογίαν δῆθεν τοὺς λοιπούς ὕμνους καὶ τὰς ἐξομολογήσεις αφρόνως κατονομάζοντες" του Χριστού γάρ καί Θεοῦ ήμων ὡς ἐν τοῖς ἄλλοις ἀπατιν, οὕτω κάν τῇ εὐχῇ τύπου καί εἶδος τῶν αἰτημάτων ἐπφαίνοντος και διδάσκοντος, πώς δεῖ ὑπὲρ τῶν χρὴ προσεύχεσθαι, καὶ διὰ τῶν τῆς @ προσευχῆς ῥημάτων ταύτης τὴν αἴτησιν τῶν φθει ρεμένων καί τῶν προσκαίρων ἀπαγορεύοντος, μονον δὲ τὴν ἐπιούσιον ἄρτον, εἶτ᾽ οὖν τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος συγκρατούντα καί συνέχοντα, πρὸς τὸ μὴ παντελεί λιμῷ διαφθείρεσθαι· πρὸς δέ, καὶ τὸ μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν, έντευθεν αιτεῖν συγχωρήσαντος, τὰ δ' άλλα πάντα πνευματικά, καί τῷ ἐκεῖθεν αἰῶνι πρέποντα, καί κατὰ τὴν εἰκόνα, καὶ τὸν νομοθετοῦντος πᾶσιν. λέ. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ θεοκατάρατοι Εὐχῖταί, οἱ καὶ τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦδε τοῦ παντὸς κόσμου τῷ πονηρῷ νέμοντες αλογίστως, ὦ τῆς ἀνοίας! πα σαν τὴν εὐχὴν παντὸς εὐχομένου ἐν τούτοις μόνοις τοῖς ρήμασι περιγράψουσιν· ἀλλ' ὁ τῶν θεηγόρων ἀποστόλων χορός, και ο μετ' αὐτοὺς τῶν ἁγίων Πα τέρων κατάλογος διδάσκοντες ὁμοίαις μεν χρήσεσιν αὐταῖσθαι τοὺς εὐχομένους, καὶ τῷ αὐτῷ χαρα κτῆρι προσεοικυίαις, ρήμασι δὲ πλείστοις, καὶ δια φόροις δοξολογίαις τὸν ἀγαθὸν Δεσπότην ἐξευμενί σθαι, πολλαῖς καὶ ἄλλαις εὐχαῖς συνήψαν καὶ ταύτην. Τί γάρ; Ὅτι μὲ δακρύειν τῇ εὐχὴ ταύτη προσέθετο ὁ Χριστὸς καὶ στενάζειν, κατὰ τοῦτο ἀπαγορεύειν καὶ ταῦτα χρή; Καὶ πῶς Δαυὶδ ὁ μέγας προφή της καὶ Βασιλεύς, ἐκ ποίων τρόπων τῆς μοιχείας καὶ του φόνου απήλειψεν ἐγκλήματα; Οὐχὶ λούων καθ' εκάστην νύκτα τὴν κλίνην καὶ τὴν στρωμνὴν ἐν δάκρυσι; Πῶς δὲ οἱ τρεῖς παῖδες ἐν μέσῳ τοῦ χαρακτῆρα τῆς θεολέκτου ταὐτῆς εὐχῆς ἐξυφαίνεσθαιὁ προσφέρων τῆς πίστεως, καί τῆς παραδόσεως· τῶν tur erga superiorem potestatem; et quod illius
μυστηρίων διαδοχος, ἀλλ᾿ οὐχί καινός τις μύστης
Η ευρετής των παρ' αὐτοῦ προσφερομένων συμβο
λων. Μετά δε τας τοιαύτας ἐκφωνήσεις τὰ δίπτυχα των ζώντων, οἷον ἀρχιερέων βασιλέων, καί λοιπών, ἐκφωνούντας τοῦτο τοῦ διακόνου, λέγονται
καί ὁ ἀρχιερεὺς εἰρήνην πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις
ἐπεύχεται καί τὴν τῶν αὐτων πλημμελημάτων συγ
χώρησιν ἐξαιτεῖ· καί εὐθὺς καί ἑτέρα εὐχὴ ὑπὲρ
αὐτοῦ καί τοῦ λαοῦ· εἶτα μετὰ τὴν ἐκφωνησιν
αναμώνεῖται παρά ναντός του λαοῦ ἡ παρὰ τοῦ
Θεοῦ ήμων προδιδαχθείσα ευχή. Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν
τοῖς οὐρανοῖς.»
λω. Αὕτη δε καί δι' ἕτερα μὲν πολλὰ καί ἀνα
κατα τετύπωται ἐνταῦθα λέγεσθαι άπερ μόνοις τοῖς
δυναμένοις ανακαλύπτειν μυστήρια Θεοῦ εἰσι γνώφιμα· ὅσον δὲ εἰς τὴν ἡμέτερον ἥκει νούν, διὰ τὸ
εἶναι καί ταύτην συνημμένην τῇ κυριωτέρα ἱεροτελεστία, ὡς παντός περιεκτική· καὶ ἵνα μὴ ἔχωσιν
χώραν τινές λέγειν ότι ταύτην τὴν εὐχὴν μόνην
ἐκέλευσεν ὁ Χριστὸς λέγειν ἡμᾶς, καί οὐκ ἄλλο τι,
ὥσπερ λέγουσι και οι λεγόμενοι Εὐχεται αἱρετικοί,
οἷς καί Μεσσαλιανούς και Φουνδαίτας κατονομά
ζουσιν· οὗτοι γάρ διενίστανται, ότι, καν μυριάκις
εἶπε ταύτην, πάλιν αὐτὴν χρή λέγειν, καί ἄλλο τι
μὴ προστιθέναι, βαττολογίαν δῆθεν τοὺς λοιπούς
ὕμνους καὶ τὰς ἐξομολογήσεις αφρόνως κατονομά
ζοντες" του Χριστού γάρ καί Θεοῦ ήμων ὡς ἐν τοῖς
ἄλλοις ἀπατιν, οὕτω κάν τῇ εὐχῇ τύπου καί εἶδος
τῶν αἰτημάτων ἐπφαίνοντος και διδάσκοντος, πώς
δεῖ ὑπὲρ τῶν χρὴ προσεύχεσθαι, καὶ διὰ τῶν τῆς @
προσευχῆς ῥημάτων ταύτης τὴν αἴτησιν τῶν φθει
ρεμένων καί τῶν προσκαίρων ἀπαγορεύοντος, μονον
δὲ τὴν ἐπιούσιον ἄρτον, εἶτ᾽ οὖν τὴν οὐσίαν τοῦ
σώματος συγκρατούντα καί συνέχοντα, πρὸς τὸ μὴ
παντελεί λιμῷ διαφθείρεσθαι· πρὸς δέ, καὶ τὸ μὴ
εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν, έντευθεν αιτεῖν συγχωρή
σαντος, τὰ δ' άλλα πάντα πνευματικά, καί τῷ
ἐκεῖθεν αἰῶνι πρέποντα, καί κατὰ τὴν εἰκόνα, καὶ τὸν
νομοθετοῦντος πᾶσιν.
λέ. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ θεοκατάρατοι Εὐχῖταί, οἱ καὶ
τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦδε τοῦ παντὸς κόσμου
τῷ πονηρῷ νέμοντες αλογίστως, ὦ τῆς ἀνοίας! πασαν τὴν εὐχὴν παντὸς εὐχομένου ἐν τούτοις μόνοις
τοῖς ρήμασι περιγράψουσιν· ἀλλ' ὁ τῶν θεηγόρων
ἀποστόλων χορός, και ο μετ' αὐτοὺς τῶν ἁγίων Πατέρων κατάλογος διδάσκοντες ὁμοίαις μεν χρήσε
σιν αὐταῖσθαι τοὺς εὐχομένους, καὶ τῷ αὐτῷ χαρα
κτῆρι προσεοικυίαις, ρήμασι δὲ πλείστοις, καὶ διαφόροις δοξολογίαις τὸν ἀγαθὸν Δεσπότην ἐξευμενί—
σθαι, πολλαῖς καὶ ἄλλαις εὐχαῖς συνήψαν καὶ ταύτην.
Τί γάρ; Ὅτι μὲ δακρύειν τῇ εὐχὴ ταύτη προσέ
θετο ὁ Χριστὸς καὶ στενάζειν, κατὰ τοῦτο ἀπαγορεύ
ειν καὶ ταῦτα χρή; Καὶ πῶς Δαυὶδ ὁ μέγας προφή
της καὶ Βασιλεύς, ἐκ ποίων τρόπων τῆς μοιχείας
καὶ του φόνου απήλειψεν ἐγκλήματα; Οὐχὶ λούων
καθ' εκάστην νύκτα τὴν κλίνην καὶ τὴν στρωμνὴν
ἐν δάκρυσι; Πῶς δὲ οἱ τρεῖς παῖδες ἐν μέσῳ τοῦ
30 Dan. 1, 29,
quem commemorat episcopi communicat fidei,
is qui offert, et traditionis mysteriorum successor
est, non autem neotericus quidam mysta, aut oblatorum a se symbolorum inventor. Post hujusmodi
proclamationes, diptycha vivorum, puta episcoporum, regum, et reliquorum, elata voce a diacono
pronuntiantur, episcopus autem pacem cunctis
ecclesiis precatur, et peccatorum ipsis remissonem
postulat. Et statim alia oratio pro se et pro populo.
Postea elata voce recitatur ab universo populo
illa a Christo Deo nostro dictata oratio: «Pater
noster qui es in cœlis.»
34. Hanc autem cum ob alia multa et gravia
decretum est hoc loco recitari, quæ solis mysteriorum Dei consciis nota sunt; tum mea quidem
sententia, quia hæc cum principaliore liturgiæ
parte cohaeret, utpote omnia continens: et ne insuper ansam caperent quidam dicendi, hanc solam
a nobis recitari Christum mandasse, nihil præterea
aliud, ut aiunt Euchitæ hæreticiquos et Massalianos
et Phundaitas appellant. Quippc hi præfracte affirmantquod etiamsi decies millies eam recitaverimus,
eamdem denuo dicere oporteat, nihilque addere, loquacitatem meram reliquos hymnos ct confessiones
stulte nominautes. Jam vero Christus Deus noster
sicut in reliquis omnibus, ita etiam in hac prece
typum nobis formamque precandi ostendit ac docuit, quomodo nempe quæ necessaria sunt petere
oporteat et hujus precis verbis petitionem rerum caducarum et temporalium vitare; solum
petere panem substantialem, id est, qui corporis
substantiam corroboret atque conservet, quominus
fame conficiatur, Insuper ne intremus in tentationem, simul postulare indulsit. Reliqua vero
omnia spiritalia, et futuro sæculo convenientia,
secundum formam et characterem hujus divinæ
orationis contexere omnibus imperavit.
χαρακτῆρα τῆς θεολέκτου ταὐτῆς εὐχῆς ἐξυφαίνεσθαι
33. At hi a Deo maledicti Euchitæ, qui et potestatem atque principatum hujus universi mundi diabolo stultissime attribuunt (tanta ipsorum insania
est!) omnes orantis preces in his tantum verbis circumscribunt. Sed enim deiloquorum apostolorum
chorus, et post illos sanctorum Patrum series, etsi
docent ut paribus sententiis orantes precentur,
eidemque formæ analogis, verbis tamen plurimis
diversisque doxologiis bonum Dominum placare
student,
student, et cum aliis precibus hanc quoque copularunt. Quid enim? Quia lacrymari et gemere in
hac oratione non docuit Christus, num proinde
hæc vetare oportet? David magnus propheta et
rex quibusnam modis adulterii et homicidii crimina
abstersit? Nonne lavans singulis noctibus lectum
suum stratumque lacrymis? Quomodo tres pueri
in medio igne rorem experti sunt? Nonne his
verbis dicendis: Peccavimus, inique egimus "?»
col. 463–464page 26 of 28
PG 140:463πυρὸς ἐδροσίζοντο ουχί, Ημάρτομεν, ἀνομήσαμεν, λέγοντες; Καὶ νῦν οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἀνοῖξαι τὸ στόμα αἰσχύνη καὶ ὀνειδος ἐγενήθημεν τοῖς δούλοις σου, καί τοῖς σεβομένοις σε· καὶ ὅσα τῇ εὐχῇ ταύτη συντέτακται· εἶτα ὡς μὴ ἀρκούντων αὐτοῖς τούτων, καὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν εἰς εὐχαριστίαν καὶ ὑμνον ἀνακαλοῦντες τοῦ Ποιητοῦ. Μὴ ἄρα καὶ ταῦτα βατ. τολογία, ὦ τοῦ ᾿Αντιχρίστου μαθηταὶ καὶ προτρέχοντες οὐτοῦ παρουσίας; Οὐ γὰρ προδρόμους ὑμᾶς ἐνέχομαι ονομάζειν ἐκείνου. Τούτοις οὖν τοῖς πρὸς τῶν ἁγίων εἰρημένοις τὸ Θεῖον μᾶλλον ἐξελεούται καὶ πρὸς συμπάθειαν κάμπτεται. λέ. 'Αλλ᾽ ὧδε τοῦ λόγου γενόμενος, μετὰ τὴν ἐκ φώνησιν τῆς εὐχής κεφαλοκλισίας πραττόμενα κατὰ παράδοσιν ἐκκλησιαστικὴν παρενθεῖναι ᾠήθη εἴρηται γὰρ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς προθέσεως ὡς ἑτοιμάζεται μετά τοῦ θείου σώματος καὶ τὸ Δεσποτικὸν αἷμα παρὰ τοῦ διακόνου, ἐπεμβάλλοντος δηλονότι καὶ μέρος μικρόν ύδατος· καὶ μένουσιν οὕτως ἀγια ζόμενα καὶ μεταποιούμενα τῷ ἁγιῷ Πνεύματι ἄχρι τοῦ καιροῦ τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν· τότε δὴ κομίζεται ὕδωρ θερμότατον εἰς λεβητάριον, καὶ κιρνῶσιν ἐξ αὐτοῦ τὰ προκείμενα ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζη, είτε κρατήρες εἴτε ποτήρια εἶεν· ἵν᾿ ὥσπερ ὡς ἐκ ζοῖς προῆλθον τῆς θείας πλευρᾶς, ἀμφότερα θερμότητος πεπληρωμένα, οὕτω δὴ τὸ ὕδωρ θερμότατον ἐν τῷ καιρῷ τῆς μεταλήψεως ἐπεμβαλλόμενον, τέλειον τὸν τύπου αναπληροί τῶν μεταλαμβανόντων τῆ θηλὴ τοῦ που τηρίου, ὡς αὐτῇ τῇ ζωοπαρόχῳ πλευρά ψαυόντων. Αλλ' ἐπὶ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ λόγου ἐπαναδράμωμεν. 5. Μετὰ τὴν ἐκφώνησίν οὖν τῆς κεφαλοκλισίας καὶ τὴν ὑπόπτωσιν τοῦ ἀρχιερέως γίνεται τή ψωσις τοῦ τιμίου σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν. ως διαμαρτυρόμενος λέγει ὁ ἱερεὺς, μονονουχί οντώσι φάσκων ὅτι ἐπειδὴ οἱ προφῆται προ πολλών γενεῶν προετρέψαντο λέγοντες. • Υψούτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιος ἐστιν· ἰδοὺ ὁ προῤῥηθείς ἅγιος Κύριος ὑψοῦται. Ὅστις ουν ἅγιος, προσελθέτω. Τὰ γὰρ ἅγια τοῖς ἁγίοις πρέπει.» Οι δι ἀκροαται, τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὸ ἀσθενές αναλογιζόμενοι, λέγουσιν αναλογιζόμενοι, λέγουσιν·. Εἰς μόνος άγιος Κύπριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἁμαρτίας παντελῶς ἀνεπίδεκτος.» Καὶ εὐθὺς ὁ μερισμὸς τοῦ θείου τελεῖται σώματος. ᾿Αλλὰ καν μερίζεται, αμέριστος διαμένει καὶ άτμητος ὑφ' ἑνὶ ἑκάστῳ μέρει τεμνομένων ὁ αὐτὸς ὅλος θεάνθρωπος μεριζόμενός τε καὶ εὑρισκόμενος· εἰ γὰρ καί φθορᾷ ὑπέστη καί θανάτῳ, ἀλλ' ἡ σὰρξ αὐτοῦ ἐν τῷ ᾅδῃ οὐκ εἶδε διαφθοράν. Η δε ὕψωσις τοῦ τιμίου σώματος εικονίζει τὴν ἐπί τοῦ σταυροῦ ὕψωσιν, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ θάνατον, και απ τὴν τὴν ἀνάστασιν. Δηλοῖ δὲ καί ἡ μετάληψις τὴν πρὸ τοῦ πάθους ἐπί τοῦ μυστικού δείπνου μετάδοσιν τοῦ ἄρτου καί τοῦ κοινοῦ ποτηρίου· περὶ οὗ εἶπεν Σωτὴρ ἡμῶν, «Οὐκέτι ἐκ τούτου πίω, ἄρχις ὅτου καινὸν αὐτὸ πίω ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρὸς μου.»Et nunc haud nobis os aperire licet: ignominia et πυρὸς ἐδροσίζοντο; ουχί, Ημάρτομεν, ἀνομήσαμεν,
opprobrium facti sumus servis tuis, et colentibus
te: et quæcunque alia comprehenduntur illa oratione. Nam veluti haud his contenti, creaturam
universam ad agendas gratias decantandumque
Creatorem invitant. Num et hæc loquacitas fuit, o
Antichristi discipuli, ejusque adventui præeuntes?
neque enim vos præcursores illius appellare dubito.
His ergo a sanctis Patribus compositis orationibus
Deus potissimum propitiatur, atque ad misericordiam flectitur.
36. Age vero ad hunc sermonis locum delatus
post recitatam elata voce orationem, quæ dicitur
inclinationis capitis, ea quæ fiunt juxta ecclesiasticam traditionem hic interserenda esse putavi.
Dictum enim jam fuit, quod cum instruitur
prothesis, præparatur cum divino corpore
etiam Dominicus sanguis a diacono, qni et exiguam aquæ partem immittit: eaque ita manent
sanctificata et transmutata a sancto Spiritu, usque
ad tempus, quo elevatur pretiosum Christi corpus
Dei nostri. Tunc vero affertur aquæ ferventis
parva phiala, ex eaque infundunt in sanctæ men
sæ imposita vasa, sive crateres sint sive pocula;
ut quemadmodum ambo (aqua et sanguis) ex vitali sacri lateris fonte calentes prodierunt, ita
aqua fervida sumptionis tempore injecta, perfectum typum absolvat, dum communicantes papillam
veluti calicis, quasi ipsum vitale latus attingunt.
Sed ad sermonis seriem redeamus.
37. Post proclamatam itaque orationem quæ dicitur inclinationis capitis, et post episcopi profundam adorationem, fit elevatio venerandi corporis
Christi Dei nostri, ut attestans ait sacerdos, propemodum ita dicens:» Exaltate Dominum Deum,
nostrum et adorate scabellum pedum ejus, quia sanctus est: ecce prædictus sanctus Dominus elevatur.
Quisquis igitur sanctus est, accedat. Nam sancta
sanctos decent.» Auditores vero, humanæ naturæ infirmitatem reputautes, dicunt: «Unus sanctus Dominua Jesus Christus, peccato omnino inaccessus.» Statimque divini perficitur corporis
divisio. Sed quanquam in partes scinditur, manet
tamen impartibilis et indivisus in unaquaque divisarum partium idem totus Deus homo etiam in
partes sectus. Etsi enim et corruptibilitati fuit obnoxius ac morti, attamen caro ejus in inferno
non agnovit corruptionem. Elevatio autem venerandi corporis elevationem in crucem repræsentat, ibique mortem, ipsamque resurrectionem.
Porro et participatio denotat illam ante passionem
in mystico convivio traditionem panis et communis
calicis; de quo dixit Servator noster: «Amodo
ex hoc non bibam, donec novum bibiturus sum in
regno Patris mei;» quem reapse post resurrectionem bibit mirabiliter et insolite: non enim quasi
λέγοντες; Καὶ νῦν οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἀνοῖξαι τὸ στόμα·
αἰσχύνη καὶ ὀνειδος ἐγενήθημεν τοῖς δούλοις σου,
καί τοῖς σεβομένοις σε· καὶ ὅσα τῇ εὐχῇ ταύτη
συντέτακται· εἶτα ὡς μὴ ἀρκούντων αὐτοῖς τούτων,
καὶ πᾶσαν τὴν κτίσιν εἰς εὐχαριστίαν καὶ ὑμνον
ἀνακαλοῦντες τοῦ Ποιητοῦ. Μὴ ἄρα καὶ ταῦτα βατ.
τολογία, ὦ τοῦ ᾿Αντιχρίστου μαθηταὶ καὶ προτρέ
χοντες οὐτοῦ παρουσίας; Οὐ γὰρ προδρόμους ὑμᾶς
ἐνέχομαι ονομάζειν ἐκείνου. Τούτοις οὖν τοῖς πρὸς
τῶν ἁγίων εἰρημένοις τὸ Θεῖον μᾶλλον ἐξελεούται
καὶ πρὸς συμπάθειαν κάμπτεται.
λέ. 'Αλλ᾽ ὧδε τοῦ λόγου γενόμενος, μετὰ τὴν ἐκ
φώνησιν τῆς εὐχής κεφαλοκλισίας πραττόμενα
κατὰ παράδοσιν ἐκκλησιαστικὴν παρενθεῖναι ᾠήθη
εἴρηται γὰρ ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς προθέσεως ὡς ἑτοιμάζεται μετά τοῦ θείου σώματος καὶ τὸ Δεσποτικὸν
αἷμα παρὰ τοῦ διακόνου, ἐπεμβάλλοντος δηλονότι καὶ
μέρος μικρόν ύδατος· καὶ μένουσιν οὕτως ἀγια
ζόμενα καὶ μεταποιούμενα τῷ ἁγιῷ Πνεύματι ἄχρι
τοῦ καιροῦ τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου σώματος τοῦ
Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν· τότε δὴ κομίζεται ὕδωρ
θερμότατον εἰς λεβητάριον, καὶ κιρνῶσιν ἐξ αὐτοῦ
τὰ προκείμενα ἐν τῇ ἁγίᾳ τραπέζη, είτε κρατήρες
εἴτε ποτήρια εἶεν· ἵν᾿ ὥσπερ ὡς ἐκ ζοῖς προῆλθον
τῆς θείας πλευρᾶς, ἀμφότερα θερμότητος πεπληρω
μένα, οὕτω δὴ τὸ ὕδωρ θερμότατον ἐν τῷ καιρῷ
τῆς μεταλήψεως ἐπεμβαλλόμενον, τέλειον τὸν τύπου
αναπληροί τῶν μεταλαμβανόντων τῆ θηλὴ τοῦ που
τηρίου, ὡς αὐτῇ τῇ ζωοπαρόχῳ πλευρά ψαυόντων.
Αλλ' ἐπὶ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ λόγου επαναδρα
μωμέν.
5. Μετὰ τὴν ἐκφώνησίν οὖν τῆς κεφαλοκλισίας
καὶ τὴν ὑπόπτωσιν τοῦ ἀρχιερέως γίνεται τή ψωσις
τοῦ τιμίου σώματος τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν.
ως διαμαρτυρόμενος λέγει ὁ ἱερεὺς, μονονουχί
οντώσι φάσκων ὅτι ἐπειδὴ οἱ προφῆται προ πολλών
γενεῶν προετρέψαντο λέγοντες. • Υψούτε Κύριον
τὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν
ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιος ἐστιν· ἰδοὺ ὁ προῤῥηθείς
ἅγιος Κύριος ὑψοῦται. Ὅστις ουν ἅγιος, προσελθέτω. Τὰ γὰρ ἅγια τοῖς ἁγίοις πρέπει.» Οι δι
ἀκροαται, τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὸ ἀσθενές
αναλογιζόμενοι, λέγουσιν·
αναλογιζόμενοι, λέγουσιν·. Εἰς μόνος άγιος Κύπ
ριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἁμαρτίας παντελῶς ἀνεπί
δεκτος.» Καὶ εὐθὺς ὁ μερισμὸς τοῦ θείου τελεῖται
σώματος. ᾿Αλλὰ καν μερίζεται, αμέριστος διαμένει
καὶ άτμητος ὑφ' ἑνὶ ἑκάστῳ μέρει τεμνομένων ὁ
αὐτὸς ὅλος θεάνθρωπος μεριζόμενός τε καὶ εὑρισκό
μενος· εἰ γὰρ καί φθορᾷ ὑπέστη καί θανάτῳ, ἀλλ'
ἡ σὰρξ αὐτοῦ ἐν τῷ ᾅδῃ οὐκ εἶδε διαφθοράν. Η δε
ὕψωσις τοῦ τιμίου σώματος εικονίζει τὴν ἐπί τοῦ
σταυροῦ ὕψωσιν, καὶ τὸν ἐν αὐτῷ θάνατον, και απ
τὴν τὴν ἀνάστασιν. Δηλοῖ δὲ καί ἡ μετάληψις τὴν
πρὸ τοῦ πάθους ἐπί τοῦ μυστικού δείπνου μετάδοσιν
τοῦ ἄρτου καί τοῦ κοινοῦ ποτηρίου· περὶ οὗ εἶπεν
Σωτὴρ ἡμῶν, «Οὐκέτι ἐκ τούτου πίω, ἄρχις ὅτου
καινὸν αὐτὸ πίω ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρὸς μου.»
col. 465–466page 27 of 28
PG 140:465ὁ καὶ ἔπιε μετὰ τὴν ἀνάστασιν ξένως ὁμοῦ καὶ καινοπρεπῶς· οὐ γὰρ ὡς χρείαν τηνικαύτα τοῦ σώ ματος ἔχοντος τροφῆς, ἀλλ᾽ εἰς πληροφορίαν τῶν μαθητῶν τῆς ἀναστάσεως ἵνεκα. λη. Μετὰ ταῦτα ἡ εὐχὴ τῆς εὐχαριστίας, καὶ ἡ ἄρσις τῶν καταλειφθέντων θείων λειψάνων, ἥτις τὴν ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν ὑπαινίττεται λέγει γὰρ τότε ὁ ἱερεύς • Υψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρα νούς, ὁ Θεὸς, καὶ ἐπι πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.» Υψουμένου γὰρ ἐν τῇ ἀναλήψει, ἔλεγον οἱ ἄγγελοι τοῖς ἀποστόλοις· Οὗτος ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ ὑμῶν πάλιν ἐλεύσεται ὡς κριτής. Τότε δε πᾶν γόνυ κάμ ψει αὐτῷ· ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων, καὶ ἔσται ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα αὐτοῦ. Εἰ γὰρ καὶ νῦν εἰσί τινες τῶν μὴ ὁμολογούντων αὐτόν, ἀλλὰ τοτε οὐδεὶς αντερεί. Τότε γὰρ, ησὶν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος. πιστεύσουσιν, ὅταν ἴδωσιν αὐτὸν ἐξ οὐρανοῦ κατορ χόμενον, καὶ ὡς κριτὴν καθεζόμενον. Ὁ δὲ τελευταῖος θυμιατὸς τὴν χάριν τοῦ ἁγίου δηλοῖ Πνεύ ματος τὴν δι' ἐμφυσήματος δοθεῖσαν τοῖς ἀποστόλοις μετὰ τὴν ἀνάστασιν· ἡ δ' ἐπιστάμβωνος εὐχὴ οἰονεί σφραγίς ἐστι πάντων τῶν αἰτημάτων, καὶ ανακεφαλαίωσις τακτική, πρέπουσα τοῖς πρώτοις καὶ τιμιωτέροις ἐπιλόγοις ἐπειδὴ γαρ πᾶσα η θεία ἱερουργία, προηγουμένως μὲν ὑπέρ τῶν προσενεγκόντων, καὶ δι' ους προσήγαγον τελεῖται ἔπειτα δὲ καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν καταλειφθέντων κατά μόνην εὐχήν· ἐπειδὴ γάρ τινες τῶν ἔξω τοῦ θυσιαστηρίου ἐστώτων εἰς ἀπορίαν πολλάκις χω ρούσι, γνωσιμαχοῦντες καὶ λέγοντες, Τίς άρα ὁ σκοπός, καὶ ἡ τῶν παρὰ τοῦ ἀρχιερέως ὑποψιθυριζομένων εὐχῶν ἔννοιά τε καὶ δύναμις; καὶ ἐφίενταί τινα εἴδησιν καὶ τούτων λαβεῖν· κατά τούτο οἱ θεῖοι Πατέρες ὡς ἀνακεφαλαίωσιν πάντων τῶν διὰ τῶν εὐχῶν αιτουμένων τον χαρακτήρα ταύτης ἐποιή διδάσκοντες τοὺς ἐπιζητοῦντας ἐκ του κρασπέδου τὸ ὑφασμα. Τί δ' ἄλλο ἐστι τὸ λειπόμενον ἢ ὁ τοῦ παρθενικοῦ σώματος τύπος, ὁ μερισμός τῆς εὐλογίας καὶ προσφοράς Κλᾶται γὰρ ὁ ἄρτος, διατέμνεται δὲ ὡς ἀρρήτου εὐλογίας μετά λεψες τοῖς μεταλαμβάνουσι μετά πίστεως· ώς προσφορὰ δὲ τοῖς ἐνηνοχόσι πλήρης αγιωσύνης ἐκ τῶν ἁγίων ἀντιπροσφέρεται· καὶ οὕτως ἀπὸ μέν τῆς μεταλήψεως τοῦ ἀχράντου σώματος τοῦ ἐξ αὐ τῆς τεχθέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, ὁ ἁγιασμός καὶ ἡ εὐλογία τοῖς πιστοῖς περιγίνεται. λθ'. Ἐν ἔτι προσθείς, τέλος ἐπιθήσω τῷ λόγῳ Επειδή τινες τῶν ἱερέων, οἱ μὲν πενίας προφάσει, οἱ δὲ ἀκορέστῳ πλεονεξία δύο ποιεῖν λειτουργίας οὐ φείδονται, ἀλλὰ τολμηρώς σταυροῦσι τὸν Χριστόν, καὶ αὖθις ἀνασταυρούσι πολλάκις καὶ ἐφ᾽ ἐνὶ ταῦτα δρώντες θυσαστηρίῳ, τὸ φρικωδέστατον καὶ κατὰ τούτο σπουδάζοντες· πολλάκις δὲ καὶ κατὰ περιπέτ τειαν βίου ή αθυμίαν ἀφιᾶσι τὰ δῶρα ἀτελεστα,rectionem suam suaderet.
ὁ καὶ ἔπιε μετὰ τὴν ἀνάστασιν ξένως ὁμοῦ καὶ tunc corpus esca egeret, sed ut discipulis resurκαινοπρεπῶς· οὐ γὰρ ὡς χρείαν τηνικαύτα τοῦ σώ
ματος ἔχοντος τροφῆς, ἀλλ᾽ εἰς πληροφορίαν τῶν
μαθητῶν τῆς ἀναστάσεως ἵνεκα.
λη. Μετὰ ταῦτα ἡ εὐχὴ τῆς εὐχαριστίας, καὶ ἡ
ἄρσις τῶν καταλειφθέντων θείων λειψάνων, ἥτις τὴν
ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν ὑπαινίττεται·
λέγει γὰρ τότε ὁ ἱερεύς • Υψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρα
νούς, ὁ Θεὸς, καὶ ἐπι πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.»
Υψουμένου γὰρ ἐν τῇ ἀναλήψει, ἔλεγον οἱ ἄγγελοι
τοῖς ἀποστόλοις· Οὗτος ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ ὑμῶν
πάλιν ἐλεύσεται ὡς κριτής. Τότε δε πᾶν γόνυ κάμ
ψει αὐτῷ· ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων, καὶ ἔσται ἐπὶ
πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα αὐτοῦ. Εἰ γὰρ καὶ νῦν εἰσί
τινες τῶν μὴ ὁμολογούντων αὐτόν, ἀλλὰ τοτε οὐδεὶς
αντερεί. Τότε γὰρ, ησὶν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος.
πιστεύσουσιν, ὅταν ἴδωσιν αὐτὸν ἐξ οὐρανοῦ κατορ
χόμενον, καὶ ὡς κριτὴν καθεζόμενον. Ὁ δὲ τελευταῖος θυμιατὸς τὴν χάριν τοῦ ἁγίου δηλοῖ Πνεύ
ματος τὴν δι' ἐμφυσήματος δοθεῖσαν τοῖς ἀποστό
λοις μετὰ τὴν ἀνάστασιν· ἡ δ' ἐπιστάμβωνος εὐχὴ
οἰονεί σφραγίς ἐστι πάντων τῶν αἰτημάτων, καὶ
ανακεφαλαίωσις τακτική, πρέπουσα τοῖς πρώτοις
καὶ τιμιωτέροις ἐπιλόγοις ἐπειδὴ γαρ πᾶσα
η θεία ἱερουργία, προηγουμένως μὲν ὑπέρ τῶν
προσενεγκόντων, καὶ δι' ους προσήγαγον τελεῖται·
ἔπειτα δὲ καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν καταλειφθέντων
κατά μόνην εὐχήν· ἐπειδὴ γάρ τινες τῶν ἔξω τοῦ
θυσιαστηρίου ἐστώτων εἰς ἀπορίαν πολλάκις χωρούσι, γνωσιμαχοῦντες καὶ λέγοντες, Τίς άρα ὁ c
σκοπός, καὶ ἡ τῶν παρὰ τοῦ ἀρχιερέως υποψιθυρι
ζομένων εὐχῶν ἔννοιά τε καὶ δύναμις; καὶ ἐφίενταί
τινα εἴδησιν καὶ τούτων λαβεῖν· κατά τούτο οἱ θεῖοι
Πατέρες ὡς ἀνακεφαλαίωσιν πάντων τῶν διὰ τῶν
εὐχῶν αιτουμένων τον χαρακτήρα ταύτης ἐποιή
38. Exin fit oratio gratiarum actionis, et sublatio divinorum quæ relicta sunt fragmentorum, quo
actu assumptio Domini Dei nostri innuitur. Tunc
enim dicit: «Exaltare super cœlos, Deus;
et in universa terra gloria tua.» Namque eo, dum
assumeretur, exaltato aiebant angeli apostolis:
Hic qui assumptus est a vobis, sic denuo veniet
tanquam judex. Tunc autem omne genu flectetur
ei cœlestium et terrestrium, eritque in universa
terra gloria ejus. Quanquam enim nunc sunt nonnulli qui eum non confitentur, tunc tamen nemo
contradicet. Tunc sane, inquit Gregorius Theologus, credent cum eum videbunt de cœlo venientem, et judicis more sedentem. Jam postremus
suffitus gratiam sancti Spiritus significat, quam
flando dedit apostolis post resurrectionem. Denique oratio post ambonem, sigillum veluti est omnium precum, et ordinata recapitulatio, quæ primis et æstimabilioribus epilogis æquiparatur. Nam
quia tota divina liturgia, præcipue pro offerentibus, et propter quos ii obtulerunt perficitur,
postremo et pro reliquis omnibus, una hac oratione suppletur. Quippe quia nonnulli extra altare
consistentes, in perplexitate sæpe versantur fluctuantes animis dicentesque: Quinam scopus est,
et quinam susurratarum secreto ab episcopo precum sensus ac vis? optantque harum quoque notitiam percipere; propterea divi Patres, tanquam
recapitulationem omnium per preces postulationum, talem hujus orationis formam excogitarunt,
edocentes, tanquam ex fimbria contextum, rei
curiosos. Quid autem reliquum est, nisi virginalis
corporis typus, diribitio nimirum eulogiæ atque
oblationis? Frangitur enim panis, dividiturque
tanquam ineffabilis eulogiæ participatio sumentibus cum fide: ut oblatio autem, iis qui attulerunt, plena sanctitatis ex sacro ritu redhibetur.
Atque ita a participatione immaculati corporis ex
Virgine nati Chriti Dei nostri, et pretiosi sanguinis, sanctificatio et benedictio fidelibus contingit.
διδάσκοντες τοὺς ἐπιζητοῦντας ἐκ του
κρασπέδου τὸ ὑφασμα. Τί δ' ἄλλο ἐστι τὸ λειπόμενον ἢ ὁ τοῦ παρθενικοῦ σώματος τύπος, ὁ μερισμός
τῆς εὐλογίας καὶ προσφοράς Κλᾶται γὰρ ὁ
ἄρτος, διατέμνεται δὲ ὡς ἀρρήτου εὐλογίας μετά
λεψες τοῖς μεταλαμβάνουσι μετά πίστεως· ώςπροσφορὰ δὲ τοῖς ἐνηνοχόσι πλήρης αγιωσύνης ἐκ
τῶν ἁγίων ἀντιπροσφέρεται· καὶ οὕτως ἀπὸ μέν
τῆς μεταλήψεως τοῦ ἀχράντου σώματος τοῦ ἐξ αὐ
τῆς τεχθέντος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ τοῦ τιμίου αἵματος, ὁ ἁγιασμός καὶ ἡ εὐλογία τοῖς πιστοῖς
περιγίνεται.
λθ'. Ἐν ἔτι προσθείς, τέλος ἐπιθήσω τῷ λόγῳ·
Επειδή τινες τῶν ἱερέων, οἱ μὲν πενίας προφάσει,
οἱ δὲ ἀκορέστῳ πλεονεξία δύο ποιεῖν λειτουργίας οὐ
φείδονται, ἀλλὰ τολμηρώς σταυροῦσι τὸν Χριστόν,
καὶ αὖθις ἀνασταυρούσι πολλάκις καὶ ἐφ᾽ ἐνὶ ταῦτα
δρώντες θυσαστηρίῳ, τὸ φρικωδέστατον καὶ κατὰ
τούτο σπουδάζοντες· πολλάκις δὲ καὶ κατὰ περιπέτ
τειαν βίου ή αθυμίαν ἀφιᾶσι τὰ δῶρα ἀτελεστα,
Haec oratio respondet quodammodo postremæ Latinorum orationi, Libera nos, quæsumus, Domine, quam S. Petrus Damiani, n. 17,
appellat embolismum.
39. Uno adhuc addito, finem sermoni imponam.
Quoniam nonnulli sacerdotes, partim inopiæ prætextu, partim insatiabili avaritia, duas celebrare
missas non dubitant, audacterque Christum semel
et iterum crucifigunt, sæpe id in uno etiam peragentes altari, rem tremendam hac quoque ratione
attentantes; nec raro propter vitæ fortuitos casus,
vel ob negligentiam, imperfectum opus derelinLegesis Christophorum Angelum cap. 14.
Armenii quoque more Græcorum dispensant, sed
pro buccellis fermentatis, azymi tenues formas cum
typo agni.
col. 467–468page 28 of 28
PG 140:467καὶ συμβαίνει μετά παραδρομὴν ἡμερῶν τριῶν ἡ 30 πειν 16. καὶ πλειόνων εὑρεθῆναι ταύτα πεπληρωμένα νοτί δος καὶ λιγνύος, καὶ διὰ τοῦτο ἀδύνατον, τινὰ προσ ἐσθαι, δέον ἐστὲ ταῦτα πυρὶ ἀναλωθῆναι καὶ τὴν ἐκ τούτων καταλειφθεῖσαν σποδόν, ἐν τύπω ἐπισήμῳ εγκαταθεῖναι· οὕτω γὰρ καὶ τὰ κατα λειφθέντα στα τοῦ ἀμνοῦ ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ πυρί κατεκαίοντο· οὐ μὴν ὁ ταῦτα καταλιμπάνον ἱερεὺς, τῶν ἐκ τῶν κανόνων ορισθέντων ἐπιτιμίων ἐλεύθερος ἔσται· ὅτι περ τοῦ ἡμετέρου ᾿Αμνοῦ ἀβρωτον οὐδὲν οὐδὲ τραχὺ καὶ ὀστώδες· ὅτι καὶ Λόγος ἐνυ πόστατος οὗτος· και χωρητός ἐστιν ὁ Λόγος εἰς πᾶσαν ψυχὴν τὴν ἀξίως ετοιμάσασαν ἑαυτὴν εἰς κατοικίαν αὐτοῦ· πρὸς ἐν οὐκ αὐτὸς μόνος, ἀλλὰ καὶ τὸν Πατέρα ἔφησε σὺν αὐτῷ ἐλεύσεσθαι καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιή σεσθαι. μ. Ταῦτα μὲν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθένεια ἐσχεδίασται, διὰ τὴν ἐπίμονον τοῦ ἐντειλαμένου ανδρός θερμοτάτην ἀξίωσιν· ὁ δέ γε τούτοις ἐν τυγχάνων, μήπω πάσης εξηγήσεως των σεπτών μυστηρίων ἐν τούτοις τελεῖσθαι νομίσῃ αλλά τοιούτῳ τινὶ οιέσθω ἐντετυχηκέναι, ὡς ἐάν τις τῶν ποθούντων ἰδεῖν κάλλη πόλεως ὑπερφυς καὶ ἀθέατα, τύχοι τινὸς ὁδηγοῦντος, ὑφ' οὗ χειραγωγούμενος, ὡς διά τινος θυρίδος ἰσχύσει κατιδεῖν τὴν ἐκεῖθεν εκπεμπομένων ακτινων αἴγλην τε καὶ λαμ πρότητα· οὐ μὴν αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν ἔνδον απο κειμένων ἀγαθῶν. Τὰ γὰρ μυστήρια μου, φησιν Κύριος, ἐμοὶ καὶ τοῖς ἐμοῖς. Πὼς δὲ αὐτὸς ἐγώ, ο μὴ μόνον ἐξ αὐτοῦ μακρύνας ἐμαυτόν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ μακρὰν ἀπεσχισμένος. ἐπι αξιόν τι τῶν ἐκείνου νοῦσαι ἡ φθέγξασθαι δυνη θείην; Αλλ' όμως φίλον κακείνῳ τὸ κατὰ δύναμιν, εἰ μόνον μή πόρρω τῶν ἐκείνου δογμάτων καὶ ἐντολῶν εἴη τὸ θεωρούμενον· εἰ δέ τις ὀνησιφόρου τι εὕροι τοῖς γεγραμμένοις, ὑπὲρ ἐμοῦ μὲν τοῦ πεπονηκότος, εὐχὴν συγχωρήσεως Θεῷ ἀποδοτι τῶν ἑπταισμένων μοι ἔνεκα· ἔπειτα δὲ καὶ χαριστίαν, ἀνθ' ὧν ἄνωθεν εἴωθε φωτίζειν ἀπὸ ορέων αιωνίων, τους νοερῶς ἀξιωθέντας ὁρᾶν ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις τῷ Πα τρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.quentes; acciditque ut post triduum vel ultra etiam καὶ συμβαίνει μετά παραδρομὴν ἡμερῶν τριῶν ἡ
comperiantur sacra dona madore aut fuligine
plena, ideoque a nemine possint absumi; propterea,
inquam, necesse est hæc igne consumere, et reliquos ex iis cineres, in loco nobili collocare. Sic
enim etiam relicta agni illius veteris ossa igne
comburebantur. Neque vero qui hæc neglexerit
sacerdos, pœnas a canonibus impositas vitabit:
namque Agni nostri nihil non edule est, nihil durum aut osseum. Quippe est enhypostaticum Verbum. Suscipitur autem Verbum ab omni anima
semet digne parante ut sit habitaculum ejus: ad
quam non ipsum solum Verbum, sed et Patrem
secum dixit esse venturum, nec non Spiritum
sanctum, et mansionem apud ipsam facturos.
40. Hæc pro nostra imbecillitate raptim conscripsimus, propter assiduam jubentis hominis ferventissimam deprecationem. Qui vero hæc leget,
nondum plenam sacrorum mysteriorum explanationem hoc scripto factam existimet. Sed hoc sibi
evenisse putet, ceu si quis spectare cupiens urbis
pulchritudinem eximiam et incognitam, ducem aliquem nanciscatur, a quo manuductus, tanquam
ex aliqua fenestra videre queat radiorum velut
inde missorum lucem atque splendorem, non
tamen ipsam naturam bonorum illic reconditorum.
Nam secreta mea, inquit Dominus, mihi meisque Quomodo autem ego, qui non solum a
Deo me elongavi, sed etiam appropinquantibus ei
procul absum, dignum aliquid Deo cogitare aut
eloqui queam? Attamen gratum est, quidquid pro
viribus fit, dummodo id ab illius dogmatibus atque præceptis haud videatur discedere. Quod si
quis utile aliquid in his scriptis deprehendet, is
pro me qui elaboravi, precem pro venia impetranda Deo offerat, erratorum meorum causa.
Deinde etiam gratiarum actionem, propterea quod
ille solet eos illuminare a montibus æternis, qui
digni habiti fuerint intellectualiter contemplari.
Quia ipsum decet omnis gloria, honor, et adoratio, Patrem scilicet, et Filium, et sanctum Spiritum, nunc et semper et per sæcula sæculorum.
Amen.
30 [sa. πειν 16.
Sic omnino solebat S. Petrus Damiani op.
cit. n. 4. Ego quod residuum est, igne comburo:
καὶ πλειόνων εὑρεθῆναι ταύτα πεπληρωμένα νοτί
δος καὶ λιγνύος, καὶ διὰ τοῦτο ἀδύνατον, τινὰ προσἐσθαι, δέον ἐστὲ ταῦτα πυρὶ ἀναλωθῆναι καὶ
τὴν ἐκ τούτων καταλειφθεῖσαν σποδόν, ἐν τύπω
ἐπισήμῳ εγκαταθεῖναι· οὕτω γὰρ καὶ τὰ κατα
λειφθέντα στα τοῦ ἀμνοῦ ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ πυρί
κατεκαίοντο· οὐ μὴν ὁ ταῦτα καταλιμπάνον ἱερεὺς,
τῶν ἐκ τῶν κανόνων ορισθέντων ἐπιτιμίων ελεύθε
ρος ἔσται· ὅτι περ τοῦ ἡμετέρου ᾿Αμνοῦ ἀβρωτον
οὐδὲν οὐδὲ τραχὺ καὶ ὀστώδες· ὅτι καὶ Λόγος ἐνυ
πόστατος οὗτος· και χωρητός ἐστιν ὁ Λόγος εἰς
πᾶσαν ψυχὴν τὴν ἀξίως ετοιμάσασαν ἑαυτὴν εἰς
κατοικίαν αὐτοῦ· πρὸς ἐν οὐκ αὐτὸς μόνος, ἀλλὰ
καὶ τὸν Πατέρα ἔφησε σὺν αὐτῷ ἐλεύσεσθαι καὶ τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιή
σεσθαι.
μ. Ταῦτα μὲν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθένεια
ἐσχεδίασται, διὰ τὴν ἐπίμονον τοῦ ἐντειλαμένου
ανδρός θερμοτάτην ἀξίωσιν· ὁ δέ γε τούτοις ἐν
τυγχάνων, μήπω πάσης εξηγήσεως των σεπτών
μυστηρίων ἐν τούτοις τελεῖσθαι νομίσῃ αλλά
τοιούτῳ τινὶ οιέσθω ἐντετυχηκέναι, ὡς ἐάν τις
τῶν ποθούντων ἰδεῖν κάλλη πόλεως ὑπερφυς καὶ
ἀθέατα, τύχοι τινὸς ὁδηγοῦντος, ὑφ' οὗ χειραγωγού
μενος, ὡς διά τινος θυρίδος ἰσχύσει κατιδεῖν τὴν
ἐκεῖθεν εκπεμπομένων ακτινων αἴγλην τε καὶ λαμ
πρότητα· οὐ μὴν αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν ἔνδον απο
κειμένων ἀγαθῶν. Τὰ γὰρ μυστήρια μου, φησιν
Κύριος, ἐμοὶ καὶ τοῖς ἐμοῖς. Πὼς δὲ αὐτὸς ἐγώ, ο
μὴ μόνον ἐξ αὐτοῦ μακρύνας ἐμαυτόν, ἀλλὰ καὶ
τῶν ἐγγιζόντων αὐτῷ μακρὰν ἀπεσχισμένος. ἐπι
αξιόν τι τῶν ἐκείνου νοῦσαι ἡ φθέγξασθαι δυνη
θείην; Αλλ' όμως φίλον κακείνῳ τὸ κατὰ δύναμιν,
εἰ μόνον μή πόρρω τῶν ἐκείνου δογμάτων καὶ
ἐντολῶν εἴη τὸ θεωρούμενον· εἰ δέ τις ὀνησιφόρου
τι εὕροι τοῖς γεγραμμένοις, ὑπὲρ ἐμοῦ μὲν τοῦ
πεπονηκότος, εὐχὴν συγχωρήσεως Θεῷ ἀποδοτι
τῶν ἑπταισμένων μοι ἔνεκα· ἔπειτα δὲ καὶ
χαριστίαν, ἀνθ' ὧν ἄνωθεν εἴωθε φωτίζειν ἀπὸ ορέων
αιωνίων, τους νοερῶς ἀξιωθέντας ὁρᾶν ὅτι αὐτῷ
πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή, καὶ προσκύνησις τῷ Πα
τρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
nam credere jubemur, distinguere prohibemur.
Vide ibi cætera quæ sunt præclara.