Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
col. 779–780page 1 of 13
PG 140:779τῶν οὐρανῶν· διὸ σε, Θεοτόκε, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώπων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν. Τροπάριον. Προς τίνα καταφύγω άλλην, Αγνή; που προσ δράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; που παρευθώ; ποίαν δι ἐμεύρων καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν, ποίαν ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθον; εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σέ μόνην καυχώμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρών κατέφυγον. Οὐκ ἔστιν αριθμήσασθαι δυνατόν, μεγαλεῖα τὰ τὰ Θεονύμφευτε, και τον βυθόν τον ανεξερεύνητον ἐξειπεῖν τῶν ὑπέρ νουν θαυμάτων του, των τετελεσμένων διηνεκώς τοῖς ποθῳ σε τιμῶσι, καὶ πίστει προσκυνούσαν ως ἀληθῆ Θεού λοχεύτρίας. Ἐν ύμνοις εὐχαρίστοις δοξολογώ, καὶ γεραίρω τὸν ἄμετρον ἔλεος, καὶ τὴν πολλὴν δυναμίν σου πάσιν ὁμολογώ, και τὰς εὐεργεσίας του ἂς ὑπερεκένωσας εἰς ἐμὲ κηρύττω, μεγαλύνω ψυχῇ τε καὶ καρδίᾳ καὶ λογισμός και γλωσσα πάντοτε. Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν, καὶ κλαυθμὸν μὴ παρίδης, καὶ δάκρυα και στεναγμόν, ἀλλ' ἀντιλαβον μου ως ἀγαθὴ καὶ τὰς αἰτήσεις πλήρωσον· δύνασαι γάρ πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου Θεού μήτηρ, εἰ νεύσεις ἔτι μόνον πρὸς τὴν ἐμὴν οἰκτρὰν ταπείνωσιν. Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτοκί, ότι πάντως μετά Θεον εἰς σε καταφεύγομεν ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν. Επίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
METHODII MONACHI.
factus. Hanc ob causam angelorum et hominum τῶν οὐρανῶν· διὸ σε, Θεοτόκε, ἀγγέλων καὶ ἀνθρώ
chori te magnificant.
πων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν.
Troparium.
Ad quam, quæso, aliam me. convertam,sanctis-
- sima? quo confugiam ut salvus fiam? quo proliciscar! Quam consolatione:n, quam auxiliarcem
reperiam? In te unam spero, de te sola glorior,
et ad te cum fiducia confugio.
Nemo sane, o Sponsa Dei, magnalia tua et
abyssum imperscrutabilem miraculorum tuorum
enarraverit, ob quæ ardenter te venerantur et omnes ut veram Dei Genitricem, adorant. In hymnis
gratiarum referendarum officium implentibus misericordiam infinitam celebro, et magnam tuam vir.
tutem et beneficia in me tua omnibus prædico et
ex mente, corde, animo et voce annuntio.
Suscipe preces meas humillimas, et clamori meo
aures præbe, et lacrymas, vide et quæ te precor
annue; omnipotens enim es ut Domini omnipotentis Mater, dummodo humilitatem meam respexeris.
Libera nos, servos tuos, o Deipara, e periculis.
Secundum Deum enim ad te ut murum inexpugnabilem et antistitam confugimus.
Respice, illustrissima Dei Genitrix, pro clementia tua ad miserias, quibus corpus meum
tur, et animæ tribulatæ doloribus remedium affer.
vexaΤροπάριον.
Προς τίνα καταφύγω άλλην, Αγνή; που προσ
δράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; που παρευθώ; ποίαν δι
ἐμεύρων καταφυγήν, ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν, ποίαν
ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθον; εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σέ
μόνην καυχώμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρών κατέφυγον.
Οὐκ ἔστιν αριθμήσασθαι δυνατόν, μεγαλεῖα τὰ τὰ
Θεονύμφευτε, και τον βυθόν τον ανεξερεύνητον
ἐξειπεῖν τῶν ὑπέρ νουν θαυμάτων του, των τετελεσμένων διηνεκώς τοῖς ποθῳ σε τιμῶσι, καὶ πίστει
προσκυνούσαν ως ἀληθῆ Θεού λοχεύτρίας.
Ἐν ύμνοις εὐχαρίστοις δοξολογώ, καὶ γεραίρω τὸν
ἄμετρον ἔλεος, καὶ τὴν πολλὴν δυναμίν σου πάσιν
ὁμολογώ, και τὰς εὐεργεσίας του ἂς ὑπερεκένωσας
εἰς ἐμὲ κηρύττω, μεγαλύνω ψυχῇ τε καὶ καρδίᾳ καὶ
λογισμός και γλωσσα πάντοτε.
Τὴν δέησίν μου δέξαι τὴν πενιχράν, καὶ κλαυθμὸν μὴ
παρίδης, καὶ δάκρυα και στεναγμόν, ἀλλ' ἀντιλαβον
μου ως ἀγαθὴ καὶ τὰς αἰτήσεις πλήρωσον· δύνασαι
γάρ πάντα ως πανσθενούς Δεσπότου Θεού μήτηρ, εἰ
νεύσεις ἔτι μόνον πρὸς τὴν ἐμὴν οἰκτρὰν ταπείνωσιν.
Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτοκί,
ότι πάντως μετά Θεον εἰς σε καταφεύγομεν ὡς ἀρ
ρηκτον τεῖχος καὶ προστασίαν.
Επίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ
τὴν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι
τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Theodori librum de eommunicatione naturali ex mss. producimus in Addendis.
ANNO DOMINI MCCLXI
METHODIUS MONACHUS
NOTITIA
(Angelo Mai, Script. vet. tom. III, p. 246.)
Dum Ephræmii Catalogum patriarcharum Byzantinorum Latinum facerem typisque excuderem,multa
mihiin Vaticanis codicibus scripta prædictorum patriarcharum occurrebant luce sæpe digna, el quæ singulorum præsulum temporumque historiam augebant,resque apprime ecclesiasticas illustrabant. Actantum
sanenumerum in manibus habeo epistolarum sermonum decretorum tractatuum synodorum, ut peculiaris
ex his scriptis tomus in hac mea collectione conficiendus postea videatur. Nunc, his omnibus prætermissis,
unum delegi Methodii monachi libellum ineditum,quo nullum fere vidi aptiusad Byzantinæ sedis vices
varias oculis subjiciendas. Scribendi autem opusculi hæc causa fuit; Michael VIII imperator Palæologus
anno Christi 1264, post recuperatam Latinis ejectis Constantinopolim, Joannem III Ducænum Lascarim,
qui pupillus a patre relictus in Michaelis velutitutela adolescebat,cumque ipso postea regnaturus erat, immani scelere excæcavit, atque ita omni spe regni proturbavit. Rei atrocitatem tulit ægerrime Arsenius patriarcha Byzantinus; eoque processit, ut imperatorem Michaelem ab ecclesiastica communione removeret:
qui mox culpam suam, ut par erat, profitens, cononicam absolutionem implorabat. Quam ubi parum credulus patriarcha indignabundusque negavit, coacta episcoporum synodo dedit operam Michael, ut Arse-
Methodius: Treatise on Avoiding SchismMethodii Libellus de schismate vitando
col. 781–782page 2 of 13
PG 140:781ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ Συλλογή εκ διαφόρων συνοπτικών βιβλίων, ὅτι οὐ δεῖ σχίζεσθαι τοὺς λαοὺς ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων ορθοδοξων όντων, εἰ κατά τινα εγκληματικὴν περίστασιν ή χειροτονίᾳ αὐτῶν προβή. α'. Ιστέον ὡς παραιτησαμένου μεγάλου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου τὸν θρόνον Κωνσταντινουπολεως καὶ αναχωρήσαντος, Νεκτάριος πατριάρχης κεχειροτό νεται, καὶ μετ' αὐτὸν ὁ μέγας Χρυσοστόμος τούτου ἐκβληθέντος ἀδίκως, Αρσάκιος ὁ τοῦ εἰρημένου Νε σταρίου ἀδελφὸς εἰς τὴν θρόνον ἀνήχθη παρά πᾶσαν κανονικής παρατήρησιν οὐ μόνον διά τὴν τοῦ ἱερου Χρυσοστόμου ἄδικον ἐξορίαν, ἀλλ᾿ ὅτι, ὡς λέγεται, καὶ ζηλοτυπούμενος πρὸς τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ Νεκτα βίου, ὤμοσεν αὐτῷ τὸν τῆς βασιλίδος θρόνον μηδέ ποτε καταδέξασθαι. Μετά τούτον ἀνάγεται Αττικός εἰς του θρόνου, ότι τοῦ Χρυσοστόμου ζώντος· εἴκοσι γάρ οὗτος ἐπιζήσας χρόνους το χρόνο, θνήσκει. Ελύθη δὲ τὰ σχίσματα τῆς Ἐκκλησίας ἔτι ζώντος Αττικοῦ τῷ συντάξαι αὐτὸν τὸν θεῖον Χρυσόστου μου μετὰ τῶν ὀρθοδοξων πατριαρχών εν τοῖς ἱεροῖς διπτύχοις. Μετά Αττικόν Σισίνιος· μετά τούτου Νεο στόριος. Τούτου καθαιρεθένος ἐν τῇ τρίτη συνόδῳ, Στο Μαξιμιανός τῆς Κωνσταντινουπολεως χειροτονεῖται ἐπισκοπος. Τούτου τελευτήσαντος, ὁ ἱερὸς ἐκ Κυζί που μετατιθεται Πρόκλος εἰς Κωνσταντινούπολιν υθήσει καὶ συναινέσει τοῦ τηνικαῦτα Ῥώμης άρχιε ρίως, ως ο Ζωναρᾶς ἱστορεῖ ἐν τῷ Χρονικῷ αὐ τοῦ καὶ ἀλλαχοῦ δὲ φέρεται. Ο δε θεῖος Προ
DE SCHISMATE VITANDO.
nius sede depelleretur, eique Germanus III substitueretur. Rem plenius cognoscere licet ex Arsenii testamento quod Cotelerius Monum. eccl. Gr. t.II p. 168. vulgavit. Germano item Josephi abbatis artificiis
expulso, Josephus ipse patriarchalem sedem, adnitente Cæsare, obtinuit. Interim Byzantina Ecclesia
gravi schismate laboravit, dum alii Arsenio ut inique exauctorato studerent: alii, ut fit, Josephum
patriarcham novetlum scclarentur. Hoc animorum fervente œstu, atque in his ecclesiasticis motibus,
Methodius monachus, ut schismati (quod sane pessimum, Ecclesiæ malum est ) obviam iret, libellum
scribendum censuit, quo demonstraret Byzantinum Ecclesiam, quanquam sæpe a præpotentia
Cesarum (de qua legendus est Lequinius Or. Ch. t. I, dissert. prav. cap. 47) contra equissimas et
sanctissimas canonum normas, pastores invita accepisset, nihilo tamen winus perpetuo cavisse, ne
schisma in populo fieret; dummodo hi præsules orthodoxam fidem retinerent. In hoc scilicet vertitur
totius summa opusculi; cujus notitiam seu titulum tradidit olim Allatius in Diatribe de Methodiis, p.
383, neque tamen uhinam id latitaret nobis indicavit: mihi vero in Vaticanis codicibus deprehensum
est, et typis dignum atque utile visum. Etsi enim idem argumentum anoymus alius auctor versavit,
quem e codice Barocciano anno 1691 vulgavit Oxonii Humphredus Hodius (a), Baroccianum tamen
opusculum et brevius est, et ab hoc Vaticano satis diversum, ut legens comperi.
(a) Opusculi ab Humfredo editi titulus hic est: Anglicani novi schismatis redargutio seu tractatus
ez historiis ecclesiasticis, quo ostenditur, episcopos, injuste licet depositos, orthodoxi successoris
communionem nunquam refugisse. Evit.
DE SCHISMATE VITANDO
LIBELLUS.
ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ Συλλογή εκ διαφόρων METHODIIMONACHI er diversis libris synopticis
συνοπτικών βιβλίων, ὅτι οὐ δεῖ σχίζεσθαι τοὺς
λαοὺς ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων ορθοδοξων όντων,
εἰ κατά τινα εγκληματικὴν περίστασιν ή χει
ροτονία αὐτῶν προβή.
α'. Ιστέον ὡς παραιτησαμένου μεγάλου Γρηγορίου
τοῦ Θεολόγου τὸν θρόνον Κωνσταντινουπολεως καὶ
αναχωρήσαντος, Νεκτάριος πατριάρχης κεχειροτό
νεται, καὶ μετ' αὐτὸν ὁ μέγας Χρυσοστόμος τούτου
ἐκβληθέντος ἀδίκως, Αρσάκιος ὁ τοῦ εἰρημένου Νε
σταρίου ἀδελφὸς εἰς τὴν θρόνον ἀνήχθη παρά πᾶσαν
κανονικής παρατήρησιν οὐ μόνον διά τὴν τοῦ ἱερου
Χρυσοστόμου ἄδικον ἐξορίαν, ἀλλ᾿ ὅτι, ὡς λέγεται,
καὶ ζηλοτυπούμενος πρὸς τοῦ ἰδίου ἀδελφοῦ Νεκτα
βίου, ὤμοσεν αὐτῷ τὸν τῆς βασιλίδος θρόνον μηδέ
ποτε καταδέξασθαι. Μετά τούτον ἀνάγεται Αττικός
εἰς του θρόνου, ότι τοῦ Χρυσοστόμου ζώντος· εἴκοσι
γάρ οὗτος ἐπιζήσας χρόνους το χρόνο, θνήσκει.
Ελύθη δὲ τὰ σχίσματα τῆς Ἐκκλησίας ἔτι ζώντος
Αττικοῦ τῷ συντάξαι αὐτὸν τὸν θεῖον Χρυσόστου
μου μετὰ τῶν ὀρθοδοξων πατριαρχών εν τοῖς ἱεροῖς
διπτύχοις. Μετά Αττικόν Σισίνιος· μετά τούτου Νεο
στόριος. Τούτου καθαιρεθένος ἐν τῇ τρίτη συνόδῳ,
Στο Μαξιμιανός τῆς Κωνσταντινουπολεως χειροτονεῖται
ἐπισκοπος. Τούτου τελευτήσαντος, ὁ ἱερὸς ἐκ Κυζί
που μετατιθεται Πρόκλος εἰς Κωνσταντινούπολιν
υθήσει καὶ συναινέσει τοῦ τηνικαῦτα Ῥώμης άρχιε
ρίως, ως ο Ζωναρᾶς ἱστορεῖ ἐν τῷ Χρονικῷ αὐ
τοῦ καὶ ἀλλαχοῦ δὲ φέρεται. Ο δε θεῖος Προ2
Sylloge, qua demonstratur haud oportere populos
ab orthodoxis episcopis semet sejungere, quan
quam ex aliqua criminosa ratione electio eorum
processerit.
1. Postqam magnus Gregorius Theologus Constantinopolitanai sedem abs se abdicatam dimisit
creatus est patriarcha Nectarius; et post hunc
Chrysostomus; quo inique expulso, Arsacius predicti Nectari frater ad sedem evectus est, sane
contra omnem canonicam regulam. non solum ob
injustum Chrysostomi exsilium, verum etiam quia
ut traditum est, sollicito ob æmulationem fratri
Nectario juraverat Arsacius nunquam se regiæ urbis infulas fore recepturum. Arsacio successit, superstite adhuc Chrysostomo, Atticus, qui nonnisi
post vicesimum episcopatus annum mortuus est.
Ecclesiæ vero schisma sublatum est, cum nondum
exstincto Attico divi Chrysostomi nomen in sacra
Diptycha relatum fuit. Attico successit Sisinius,
huic Nestorius: quo decretis tertiæe synodi deposito, Maximianus Constantinopoleos fit episcopus.
Atque hoc mortuo, transfertur Cyzico Constantinopolim sanctus Proclus, sciente et comprobante qui
per illud tempus erat Romæ hierarcha, ut et Zonaras in Chronico narrat, et aliunde etiam compertum est.Porro divus Proclus cum sancto Proclo
Alexandrino communicabat;neque is tantummodo
verum etiam præcessor ejus Maximianus, nec non
Lib. xı, 22. Notitiæ tamen hujus partem aliunde sumit Methodius, ut ipsemet innuit; namı
col. 783–784page 3 of 13
PG 140:783κλος κοινωνικός ἦν τῷ ἁγίῳ Πρόκλῳ τῷ ᾿Αλεξαν η διάσκαλος, δρείας· οὐ μόνον δ' οὗτος, ἀλλὰ καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ Μαξιμιανός, καὶ δὴ καὶ Σισίνιος, καὶ Αττικός. Προς οὐδένα καὶ γὰρ διεφέροντο οὔτε Κύριλλο; ούτεοί λοιποί πατριάρχαι ένεκα τῆς μεταθέσεως καὶ παρὰ τὴν κανόνων ἀκριβειαν χειροτονιών. Αλλ' ούδε αἱ τούτων χειροτονίαι δεκτοί των ἐγεγόνεισαν πῶς γὰρ, αὐτῶν ἐπαινουμένων; τῶν β'. Καὶ ὅτι ἀληθῆς ὁ λόγος, δήλον μὲν ἐξ ἄλλων, δῆλον δὲ ἐκ τῆς πρὸς Νεστόριον ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου Κελεστίνου, πάππα Ρώμης, ἧς ἡ ἀρχή. «Εφ. ἡμέρας τινάς τῆς ζωῆς ἡμῶν.» καὶ μετ᾿ ὀλίγα «Αντίκα ἡ τῆς ἁγίας μνήμης Αττικός, ο διδάσκαλος τῆς καθολικῆς πίστεως, καὶ ἀληθῶς τοῦ μακαρίου Ἰωάννου καὶ εἰς ταῦτα διάδοχος.» καὶ μετὰ πολλά «" Ομως διὰ τί τὰ κατ᾽ ἐκείνων πεπραγμένα ζητεῖται, οπότε δηλόν ἐστιν ὅτι ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς παρά του τότε ἐπισκόπου του καθολικού Αττικοῦ τὰ ὑπου μνήματα ἀπεστάλη;» Ο αὐτὸς καὶ εἰς τὸν κλῆρον Κωνσταντινουπόλεως γράφων καὶ εἰς τοὺς αὐτόθι τότε διάγοντας ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους καὶ δια κόνους κατά Νεστορίου, τάδε φησιν· «Ἵνα γάρ ἀπὸ τῶν Νεαρών αρξώμεθα, τί οὐκ ἐνέβαλεν ἡμῶν ταῖς ψυχαῖς ἡ παίδευσις τοῦ τῆς ἁγίας μνήμης Ιωάννου ἐπισκόπου; οὗ λόγος εἰς πάντα τὸν κόσμον ἐξεχύθη οἰκοδομὴν τὴν καθολικὴν πίστιν· ὃς οὐδαμοῦ κατά τὴν διδασκαλίαν ἀπῆν· ὅπου γὰρ δήποτε ανεγνώσθη, ἐκήρυξε. Τὴν δὲ ἐκείνου ἐπιμελῆ σύνεσιν στερρότες διαβεβοημένη διεδέξατο· ἐκυβερνη σε γὰρ ὁ τῆς ἁγίας μνήμης ἐπίσκοπος ᾿Αττικός τον Χριστιανικόν λαόν τῷ τοῦ προηγησαμένου υποδείγματι, καὶ ἐδίωξε τὰς ἱεροσύλους τῶν αἱρετικῶν μανίας.» Καὶ Κύριλο λος ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον λέγει· α' Επ' αληθεία δε λέγω ὅτι καὶ περιόντος ἔτι τῆς τῆς μακαρίας μνήμης ᾿Αττικού συντέθειται μοι βίβλος περὶ τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος.» Καὶ οὗτοι μὲν ταῦτα. γ'. Ἐκεῖνο δε τίς οὐκ οἶδεν ὅ τι φημί; τῶν τὴν ἀδικωτάτην και παρανομωτάτην τοῦ μεγάλου Χρυσ σοστόμου καθαίρεσιν εργασαμένων πρῶτος μὲν ἦν αἴτιος ὁ ᾿Αλεξανδρείας Θεόφιλος· μετ' αὐτὸν δὲ ὁ Γαβάλων Σεναριανός, καὶ ὁ Βερροίας Ακάκιος. Αλλ' όμως οὗτοι μετὰ τὴν τοῦ Χρυσοστόμου κοίμησιν ἐμφανισθέντες Ινοκεντίῳ τῷ πάππα, ούτε καθ ηρέθησαν, οὔτ᾽ ἐπετιμήθησαν, τὴν ἀπ' αὐτῶν του Χρυσοστόμου ἐκδίκησιν τῷ Θεῷ τοῦ πάππα ἀναθέμενον Αὐτὸν δὲ τὸν Θεόφιλον τίς ἀπεβάλετο; τόν πάντων τῶν κατά Χρυσοστόμου κακων αἴτιον καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ γεγενημένον δια τὸν πρὸς αὐτὸν φθόνον· ὁπότε καὶ εἰς τὰ Πατερικά ἀναγινώσκομα οὕτως· «Επεν ὁ ἅγιος Θεόφιλος ἐπίσκοπος ᾿Αλεξανδρείας.» Οτι δὲ ἅγιοι τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσὶν οἱ προειρημένοι καὶ ἀρχιερεῖς καὶ ποιμένες, αναγινώσκομεν καὶ εἰς τὰ συναξάρια εκκλησιῶν οὕτως· «Τῇ ἐνδιν αίτιον.
METHODII MONACHI.
Sisinius et Atticus. Nemini enim adversabantur κλος κοινωνικός ἦν τῷ ἁγίῳ Πρόκλῳ τῷ ᾿Αλεξαν
sive Cyrillus sive reliqui patriarchæ propter vel
sedis translationem, vel alienam a summo jure
canonico electionem. Neque vero episcoporum horum ordinationes a quopiam repudiabantur. Qui
enim id fieri poterat, prædictis summatibus consentientibus?
2. Quod vero res ita se habuerit, cum aliunde
constat, tum etiam ex epistola ad Nestorium sancti
Celestini papæ Romani palam fit, quæ incipit:
«Aliquantis diebus vitæ nostræ.» Et paulo post:
«Sanctæ recordationis Atticus catholicæ magister
fidei, et vere beato Joanni etiam ad ista successor.» Et multis interjectis: «Cur tamen ea quæ
adversus hos tunc sunt acta, quæruntur, cum certum sit illinc ad nos a catholico episcopo Attico
tunc commentarios esse directos?> ldem ad clerum Constantinopoleos, atque ad tunc versantes
ibidem, episcopos, presbyteros diaconosque
scribens contra Nestorium, sic loquitur: «Nam ut
a recentioribus inchoemus, quid non animos vestros
magisterium edocuit sanctæ recordationis
Joannis episcopi, cujus oratio catholicam astruens
fidem toto orbe diffusa est? qui nusquam per
doctrinam suam defuit, quia ubicunque lectus est,
prædicavit. Illius diligenti prudentiæ constantia
celebrata successit. Rexit enim sanctæ recordationis
episcopus Atticus Christianum populum decessoris
exemplo, et sacrilegos persecutus est hæreticorum
furores.» Cyrillus item in sua ad Nestorium (
epistola ait: «Testor, vivente adhuc beatæ
recordationis Attico, scripsisse me de sancta et
consubstanţiali Trinitate libellum.» Sic ergo isti
se gesserunt locutique sunt.
3. Quis vero ignorat, quod jam ego dicturus sum,
nempe illorum qui injustissimam sclestissimamque
magni Chrysostomi depositionem curaverunt, principem fuisse Alexandrinum Theophilum, proximos
autem huic Severianum, Gabalitanum, et Berrhoensem Acacium? Attamen hi post Chrysostomi obitum,quanquam apud Innocentium papam postulati
fuerunt, tamen neque depositi sunt neque increpiti; quia prenas propter Chrysostomum de ipsis
sumendas Dei judicio papa permisit. Ipsum vero η
Theophilum quis a propria communione removit,
qui omnium Chrysostomi calamitatum verbo operaque auctor fuit propter invidiam adversus hunc
susceptum? Sane et in Patrum Vitis sic legimus:
<< Dixit sanctus Theophilus episcopus Alexandriæ. >>
Quod autem hos Ecclesia in venerabilium habeat
patriarcharum atque pastorum numero, testimoIn Appendice prima ad jur. civ. Vat., p. 144
jum demonstravi, textum genuinum epistolæ hujus in codice antiquo Bobiensi habere amator pro
magister, Hic tamen sequi debeo Methodii lectionem διάσκαλος, cujusmodi est in vulgatis Græcis
editionibus.
δρείας· οὐ μόνον δ' οὗτος, ἀλλὰ καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ
Μαξιμιανός, καὶ δὴ καὶ Σισίνιος, καὶ Αττικός. Προς
οὐδένα καὶ γὰρ διεφέροντο οὔτε Κύριλλο; ούτεοί
λοιποί πατριάρχαι ένεκα τῆς μεταθέσεως καὶ
παρὰ τὴν κανόνων ἀκριβειαν χειροτονιών. Αλλ' ούδε
αἱ τούτων χειροτονίαι δεκτοί των ἐγεγόνεισαν
πῶς γὰρ, αὐτῶν ἐπαινουμένων;
τῶν
β'. Καὶ ὅτι ἀληθῆς ὁ λόγος, δήλον μὲν ἐξ ἄλλων,
δῆλον δὲ ἐκ τῆς πρὸς Νεστόριον ἐπιστολῆς τοῦ ἁγίου
Κελεστίνου, πάππα Ρώμης, ἧς ἡ ἀρχή. «Εφ.
ἡμέρας τινάς τῆς ζωῆς ἡμῶν.» καὶ μετ᾿ ὀλίγα·
«Αντίκα ἡ τῆς ἁγίας μνήμης Αττικός, ο διδάσκαλος
τῆς καθολικῆς πίστεως, καὶ ἀληθῶς τοῦ μακαρίου
Ἰωάννου καὶ εἰς ταῦτα διάδοχος.» καὶ μετὰ πολλά
«" Ομως διὰ τί τὰ κατ᾽ ἐκείνων πεπραγμένα ζητεῖται, οπότε δηλόν ἐστιν ὅτι ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς παρά
του τότε ἐπισκόπου του καθολικού Αττικοῦ τὰ ὑπου
μνήματα ἀπεστάλη;» Ο αὐτὸς καὶ εἰς τὸν κλῆρον
Κωνσταντινουπόλεως γράφων καὶ εἰς τοὺς αὐτόθι
τότε διάγοντας ἐπισκόπους, πρεσβυτέρους καὶ δια
κόνους κατά Νεστορίου, τάδε φησιν· «Ἵνα γάρ ἀπὸ
τῶν Νεαρών αρξώμεθα, τί οὐκ ἐνέβαλεν ἡμῶν ταῖς
ψυχαῖς ἡ παίδευσις τοῦ τῆς ἁγίας μνήμης Ιωάννου
ἐπισκόπου; οὗ λόγος εἰς πάντα τὸν κόσμον ἐξεχύθη
οἰκοδομὴν τὴν καθολικὴν πίστιν· ὃς οὐδαμοῦ κατά
τὴν διδασκαλίαν ἀπῆν· ὅπου γὰρ δήποτε ανεγνώσθη,
ἐκήρυξε. Τὴν δὲ ἐκείνου ἐπιμελῆ σύνεσιν στερρότες
διαβεβοημένη διεδέξατο· ἐκυβερνη σε γὰρ ὁ τῆς
ἁγίας μνήμης ἐπίσκοπος ᾿Αττικός τον Χριστιανικόν
λαόν τῷ τοῦ προηγησαμένου υποδείγματι, καὶ ἐδίωξε
τὰς ἱεροσύλους τῶν αἱρετικῶν μανίας.» Καὶ Κύριλο
λος ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον λέγει· α' Επ' αληθεία
δε λέγω ὅτι καὶ περιόντος ἔτι τῆς τῆς μακαρίας
μνήμης ᾿Αττικού συντέθειται μοι βίβλος περὶ τῆς
ἁγίας καὶ ὁμοουσίου Τριάδος.» Καὶ οὗτοι μὲν ταῦτα.
γ'. Ἐκεῖνο δε τίς οὐκ οἶδεν ὅ τι φημί; τῶν τὴν
ἀδικωτάτην και παρανομωτάτην τοῦ μεγάλου Χρυσ
σοστόμου καθαίρεσιν εργασαμένων πρῶτος μὲν ἦν
αἴτιος ὁ ᾿Αλεξανδρείας Θεόφιλος· μετ' αὐτὸν δὲ ὁ
Γαβάλων Σεναριανός, καὶ ὁ Βερροίας Ακάκιος.
Αλλ' όμως οὗτοι μετὰ τὴν τοῦ Χρυσοστόμου κοίμη
σιν ἐμφανισθέντες Ινοκεντίῳ τῷ πάππα, ούτε καθ
ηρέθησαν, οὔτ᾽ ἐπετιμήθησαν, τὴν ἀπ' αὐτῶν του
Χρυσοστόμου ἐκδίκησιν τῷ Θεῷ τοῦ πάππα ἀναθε
μένον Αὐτὸν δὲ τὸν Θεόφιλον τίς ἀπεβάλετο; τόν
πάντων τῶν κατά Χρυσοστόμου κακων αἴτιον
καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ γεγενημένον δια τὸν πρὸς αὐτὸν
φθόνον· ὁπότε καὶ εἰς τὰ Πατερικά ἀναγινώσκομα
οὕτως· «Επεν ὁ ἅγιος Θεόφιλος ἐπίσκοπος ᾿Αλεξαν
δρείας.» Οτι δὲ ἅγιοι τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσὶν οἱ προει
ρημένοι καὶ ἀρχιερεῖς καὶ ποιμένες, αναγινώσκομεν
καὶ εἰς τὰ συναξάρια εκκλησιῶν οὕτως· «Τῇ ἐνδιν
Ergo falsa narrare videtur Nicephorus Cal istus Hist. xiu, 34, apud quem innocentius Theopti
lum anathemate percutit. Reapse illa Innocenti.
epistola a Callisto relata inter spurias ponitur.
Non legitur ob rasuram αίτιον.
col. 785–786page 4 of 13
PG 140:785κάτῳ τοῦ Ὀκτωβρίου μνήμη τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων ἐμῶν ἀρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως, Νεκταρίου, Αρσακίου, Αττικοῦ, καὶ Σισινίου.» τροπαρίου ἦχος δ'·»Ω θεοφόροι κυβερνῆται λαῶν, τῶν όλων κυβερνήτη Θεῷ ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, ἱεραρχικῶς ὁδηγοῦντες καὶ νῦν τὴν ποίμνην ὑμῶν ἄνω θεν· εἰρήνην αἰτήσασθε ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.» ό δ'. Μετὰ Πρόκλον ὁ μέγας Φλαβιανός, ὁ τὸν ἀρχιμανδρίτην καθελών Εὐτυχή, τῆς Βυζαντίδος κατέστη ἐπίσκοπος· οἱ καθαιρεθέντος εν Εφέσω γενομένη ληστρικής συνόδῳ, ἐπειδὴ καθεῖλε τὸν Εὐτυχῆ ὁμό φρενα Διοσκόρῳ ὄντα, καὶ φονευθέντος, λάξ ἐναλα μένου αὐτῷ Διοσκόρου, ἢ ὡς ἕτεροι λέγουσι, Βαρ σουμά παρειληφότος αὐτόν εἰς ὑπερορίαν, καὶ κατὰ β τὴν ὁδόν σφαγῆναι αὐτόν παρασκευάσαντος, Ἀνατόλιος αντ' αυτοῦ εἰς τὸν αὐτοῦ θρόνον ἀνήχθη πρὸς Διοσκόρου· ὃς καὶ αἱρετικὸς ἦν, ἵπερ εἴρηται, καὶ μό νου αἴτιος τῷ ἁγίῳ γέγονε Φλαβιανή. Τούτου ἐν τῇ τετάρτη συνόδω καθαιρεθέντος, οὔτε Ιουβενάλιος ὁ Ἱεροσολύμων, οὔτε τις άλλος τῶν συμπραξάντων ἐν Ἐφέσῳ Διοσκόρῳ ἐν τῇ ἀδίκῳ μὲν καθαιρέσει του ἁγίου Φλαβιανού, Ανατολίου δὲ οὐκ ἀνεπιλήπτω προς βιβασία, κατεκρίθη ἡ ἐπετιμήθη τὸ σύνολον· ἀλλ' οὐδ᾽ αὐτὸς Ανατόλιος, οὕτως, ὡς εἴρηται, χειροτονηθεὶς. Μαρτυρεῖ τοῦτο καὶ ἡ πρὸς τὸν βασιλέα Μαρ κικνὸν ἐπιστολὴ τοῦ παππα Λέοντος, γραφεῖσα διά τὴν τότε γεγονυίαν παρακίνησιν τῶν ἐνοριῶν· φησὶ γὰρ ἐν αὐτῇ ὁ πάππας Λέων οὕτως· «Διὰ δὲ τὸ προστεθῆναι αὐτόν, ἤγουν τὸν ᾿Ανατόλιον, τῇ ὀρθο δοξω πίστει, εἰάσαμεν τὰ περὶ τῆς χειροτονίας αὐτοῦ ἀνεξέταστα. Αρκεσθήτω γοῦν ἐν τούτῳ, καὶ περαιτέρω μή προβαινέτω ε'. Αλλά περὶ μὲν τούτων ἴσως ἄν τις ἐρῇ τῶν σήμερον πάντα ῥᾳδίως φθεγγομένων, προφάσει του κυροῦ ᾿Αρσενίου ἐκείνου οἱ γε καὶ ὑπέρ τὰ ἐσκαμμένα πηδώντες πᾶσαν τὴν τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν διέφθειραν, καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ανεστά τωσαν ὅσον τὸ κατ' αὐτοὺς, καὶ πάσας ἁγνιὰς καὶ οἰκίας ἐμφιλονείκων καὶ μαχίων συζητήσεων καθ ἑκάστην ἀναπιμπλῶντες· ὧν οἱ πλείους οὐδὲ εἰδέναι δύνανται περὶ ὧν οὕτω μάχονται· ὅτι τι ταῦτα; ἄλλων ἀδικουμένων, ἄλλοι τὰς τῆς δικῆς ἐξῆγον ψή τους (β)· οὐκοῦν ὅτι ἡ ὀλίγον ἢ οὐδὲν αὐτοῖς ἔμελλε καθὼς εὕρισκον τοὺς καιρούς, τάχα δέ καὶ τὰ πράγ ματα ἔκοινον τῆς οἰκείας ἐπιτιμίας επιμονήν, καὶ δὴ καὶ τὸν πρός τινων έπαινον ἑαυτοῖς οὕτω περι ποιούμενοι. Καὶ περὶ τῶν εἰρημένων τάχ᾽ ἂν τις ταῦτα ἐρῆ· περὶ δὲ τοῦ τῆς οἰκουμένης λαμπτῆρος Ιωάννου τοῦ τὴν γλῶτταν χρυσοῦ τί ἄν τις καὶ εἶποι; Οὐχὶ αὐτός ἐστιν ὁ φθονηθείς; οὐχὶ αὐτός ἐστιν ὁ ἀδικηθείς; ᾿Αλλ' όμως στάθμη τῆς ἀληθείας ῶν, τὴν μὲν ἀδικίαν ἂν ἔπαθε, τῷ Θεῷ ἀνέθετο, τῷ κρῖναι μέλλοντι πᾶσαν τὴν γῆν· αὐτὸς δέ, ὑπὲρ τῆς Εκκλησίας, καὶ τοῦ μὴ σχισθῆναι φροντίζων το
DE SCHISMATE VITANDO.
κάτῳ τοῦ Ὀκτωβρίου μνήμη τῶν ἐν ἁγίοις Πατέρων nium dant ecclesiarum synaxaria, in quibus sic
ἐμῶν ἀρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως, Νεκτα
ρίου, Αρσακίου, Αττικοῦ, καὶ Σισινίου.» Τροπα
ρίου ἦχος δ'·»Ω θεοφόροι κυβερνῆται λαῶν, τῶν
όλων κυβερνήτη Θεῷ ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, ἱεραρχικῶς ὁδηγοῦντες καὶ νῦν τὴν ποίμνην ὑμῶν ἄνωθεν· εἰρήνην αἰτήσασθε ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.»
ό
δ'. Μετὰ Πρόκλον ὁ μέγας Φλαβιανός, ὁ τὸν ἀρχι
μανδρίτην καθελών Εὐτυχή, τῆς Βυζαντίδος κατέστη
ἐπίσκοπος· οἱ καθαιρεθέντος εν Εφέσω γενομένη
ληστρικής συνόδῳ, ἐπειδὴ καθεῖλε τὸν Εὐτυχῆ ὁμόφρενα Διοσκόρῳ ὄντα, καὶ φονευθέντος, λάξ ἐναλα
μένου αὐτῷ Διοσκόρου, ἢ ὡς ἕτεροι λέγουσι, Βαρσουμά παρειληφότος αὐτόν εἰς ὑπερορίαν, καὶ κατὰ β
τὴν ὁδόν σφαγῆναι αὐτόν παρασκευάσαντος, Ανα
τόλιος αντ' αυτοῦ εἰς τὸν αὐτοῦ θρόνον ἀνήχθη πρὸς
Διοσκόρου· ὃς καὶ αἱρετικὸς ἦν, ἵπερ εἴρηται, καὶ μόνου αἴτιος τῷ ἁγίῳ γέγονε Φλαβιανή. Τούτου ἐν τῇ
τετάρτη συνόδω καθαιρεθέντος, οὔτε Ιουβενάλιος ὁ
Ἱεροσολύμων, οὔτε τις άλλος τῶν συμπραξάντων ἐν
Ἐφέσῳ Διοσκόρῳ ἐν τῇ ἀδίκῳ μὲν καθαιρέσει του
ἁγίου Φλαβιανού, Ανατολίου δὲ οὐκ ἀνεπιλήπτω προς
βιβασία, κατεκρίθη ἡ ἐπετιμήθη τὸ σύνολον· ἀλλ'
οὐδ᾽ αὐτὸς Ανατόλιος, οὕτως, ὡς εἴρηται, χειροτονηθείς. Μαρτυρεῖ τοῦτο καὶ ἡ πρὸς τὸν βασιλέα Μαρ
κικνὸν ἐπιστολὴ τοῦ παππα Λέοντος, γραφεῖσα διά
τὴν τότε γεγονυίαν παρακίνησιν τῶν ἐνοριῶν· φησὶ
γὰρ ἐν αὐτῇ ὁ πάππας Λέων οὕτως· «Διὰ δὲ τὸ
προστεθῆναι αὐτόν, ἤγουν τὸν ᾿Ανατόλιον, τῇ ὀρθοδοξω πίστει, εἰάσαμεν τὰ περὶ τῆς χειροτονίας αὐτοῦ
ἀνεξέταστα. Αρκεσθήτω γοῦν ἐν τούτῳ, καὶ περαι
τέρω μή προβαινέτω
ε'. Αλλά περὶ μὲν τούτων ἴσως ἄν τις ἐρῇ τῶν
σήμερον πάντα ῥᾳδίως φθεγγομένων, προφάσει του
κυροῦ ᾿Αρσενίου ἐκείνου οἱ γε καὶ ὑπέρ τὰ
ἐσκαμμένα πηδώντες πᾶσαν τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν διέφθειραν, καὶ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ανεστά
τωσαν ὅσον τὸ κατ' αὐτοὺς, καὶ πάσας ἁγνιὰς καὶ
οἰκίας ἐμφιλονείκων καὶ μαχίων συζητήσεων καθ
ἑκάστην ἀναπιμπλῶντες· ὧν οἱ πλείους οὐδὲ εἰδέναι
δύνανται περὶ ὧν οὕτω μάχονται· ὅτι τι ταῦτα;
ἄλλων ἀδικουμένων, ἄλλοι τὰς τῆς δικῆς ἐξῆγον ψήτους (β)· οὐκοῦν ὅτι ἡ ὀλίγον ἢ οὐδὲν αὐτοῖς ἔμελλε
καθὼς εὕρισκον τοὺς καιρούς, τάχα δέ καὶ τὰ πράγματα ἔκοινον τῆς οἰκείας ἐπιτιμίας επιμονήν, καὶ
δὴ καὶ τὸν πρός τινων έπαινον ἑαυτοῖς οὕτω περιποιούμενοι. Καὶ περὶ τῶν εἰρημένων τάχ᾽ ἂν τις
ταῦτα ἐρῆ· περὶ δὲ τοῦ τῆς οἰκουμένης λαμπτῆρος
Ιωάννου τοῦ τὴν γλῶτταν χρυσοῦ τί ἄν τις καὶ
εἶποι; Οὐχὶ αὐτός ἐστιν ὁ φθονηθείς; οὐχὶ αὐτός
ἐστιν ὁ ἀδικηθείς; ᾿Αλλ' όμως στάθμη τῆς ἀληθείας
ῶν, τὴν μὲν ἀδικίαν ἂν ἔπαθε, τῷ Θεῷ ἀνέθετο, τῷ
κρῖναι μέλλοντι πᾶσαν τὴν γῆν· αὐτὸς δέ, ὑπὲρ τῆς
Εκκλησίας, καὶ τοῦ μὴ σχισθῆναι φροντίζων το
De Arsenio et schismate ob ejus depositionem coorto dixi in prævia notitia opusculi.
legimus:«<Octobris die undecima, commemoratio
sanctorum Patrum nostrorum Constantinopoleos
antistitum, Nectarii, Arsacii, Attici, atque Sisinii.»
Item troparium tono quarto:» 0) divi gubernatores populorum, apud communem gubernatorem
Deum estote intercessores, pro vestro officio nunc
etiam gregem vestrum cœlitus dirigentes: pacem
animabus nostris postulate.
»
4. Post Proclum magnus Flavianus: is qui Eutychem archimandritam profligavit, Byzantinæ urbis
episcopus exstitit. Is tamen in latrocipali Ephesi
synodo, propterea quod Eutychen cum Dioscoro
consentientem damnaverat, interemptus fuit; sive
calcibus insiliente Dioscoro, sive,ut alii dicunt, a
Barsuma in exsilium compulsus, atque inter eundum a sicariis interfici jussus. Tum Anatolius in
Flaviani sedem a Dioscoro substituitur, homine, ut
dixi, hæretico, et qui sancto Flaviano necem attulerat. Etsi autem Dioscorus a quarta synodo depositus fuit, attamen neque Juvenalis Hierosolymitanus, neque alius quisquam ex iis qui Dioscoro ad
injustam sancti Flaviani depositionem, culpabilemque Anatolii promotionem, Ephesi faverant,nemo,
inquam, vel damnatus est vel omnino objurgatus;
ne ipse quidem ea, quam diximus, ratione ordinatus Anatolius.Testatur hoc epistola quoque Leonis
papæ ad Marcianum imperatorem scripta dediæcesium per illud tempus commotione, ubi hæc leguntur: «Quoniam vero ipse (nempe Anatolius)
orthodoxam fidem amplexus est, de ordinatione
ejus quæstionem instituere præetermisimus. In hoc
ergo rerum statu maneat, neque ulterius quidquam
moliatur»
5. Verum ad hæc fortasse respondebit aliquis
eorum qui tam intemperanter nunc obloquuntur,
dominum illum Arsenium obtentui sumentes: qui
omnem egressi modestiæ limitem, universam Dei
Ecclesiam pessum dederunt, quique totum quoque
terrarum orbem, quantum in ipsis est, permniscuerunt; qui fora omnia domosque contentiosis pugnacibusque quæstionibus quotidie onerant, quin tamen plerique corum id, pro quo depugnant, intelligere queant; hi, inquam, dicent: Quorsus hæc?
alii nunc sunt qui injuriam pertulerunt alii item
qui panæ sententiam scripserunt: res autem parum vel nihil horum intererat: pro re nata judicarunt: fortasse etiam hoc judicio æquitatis famam
stabiliendam sibi putarunt, seque alicubi laudem
consecuturos existimarunt. Sane in prædicto negotio sie quispiam loquatur. Verum enimvero de
mundi luce Joanne, lingua aurea prædito, quis ita
dicere ausit? Nonne ipse invidiæ atque injuriarum
tela perpetiebatur? nihilo tamen minus, cum esset
veritatis exploratissimæ exemplar, inficiam sibi
injuriam Deo permittebat, qui universi orbis judex
Intelligit judices qui Arsenium patriarchatu
exauctoraverunt.
col. 787–788page 5 of 13
PG 140:787σώμα Χριστοῦ, τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ οὐσί τεσσαρ Καὶ ὃς ἂν ἄκων ἀχθῇ ἐπὶ τὴν χειροτονίαν, μὴ ἀμβιτεύσας τὸ πρᾶγ μα, κατὰ συναίνεσιν τῶν πάντων. ἐπισκόποις ἐρωτήσασι, περὶ τοῦ τί χρὴ ποιῆ τοὺς ἐν τοῖς οὕτω κατ' αὐτοῦ πραχθεῖσιν ἀ καὶ παρὰ πᾶσαν κανονικής διάταξιν, άπα παρακαλων άμα και προτρεπόμενος, Κοινω φησίν, αὐτοῖς, ἵνα μὴ αἴτιοι σχισμάτων ἔτεσι τὴν αἰτίαν οὐ τοῖς ἀδίκως καὶ παρὰ κανόνας κατακρίνατιν ἐπέγραψεν, ἀλλὰ τοῖς οὔτε μετ' καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ αγίοις αρχιερεσσιν, ἂν μὴ συνέλθωσι καὶ συγκοινωνήσωσι. Καὶ πρόδηλο τως διὰ τὸ κἀκείνους τῆς ὀρθοδοξίας άντιπο ῾Ο αὐτός καὶ πρὸς τὰς περὶ τὴν ἁγίας Ολυ ἤδη τοῦ νεών εξερχόμενος καὶ πρὸς ἐξορίαν πόμενος οὕτω φησίν. «Αδύνατον οὕτως εἶ Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Εἴ τις οὖν προβή, ως αὐτῷ ὑποτάγητε, καὶ ὡς ἐμοὶ τὴν κεφαλὴν κατε.»Τηύτα οἱ ἀναγινώσκοντες τόν αὐτι ἴσασι Καὶ περὶ μὲν τούτων άλις, 5. Ο δε βασιλεὺς ᾿Αναστάσιος, ὡς ἐν τῷ γάλου Σάβα αναγέγραπται βίῳ, τὴν Εὐθύμ του θρόνου καταγαγών, τὴν τῶν Ακεφάλων ραδεχόμενον αἵρεσιν, τὸν Μακεδόνιον αντ' αὐτ ροτονηθήναι παρεσκεύασεν, ὁμόφρονα αὐτοῦ εἶναι οιόμενος. ᾿Επεὶ δὲ ὀρθόδοξος ἦν ὁ ἀνὴρ μὲν αὐτίκα του χρόνου καὶ τῆς πόλεως έξο Τιμόθεος δὲ ἀντ᾽ αὐτοῦ προβάλλεται· ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐξοστρακίζεται παρὰ τοῦ δυσσεβούς λέως· ὀρθόδοξος γὰρ εἶναι εὔρηται· Καὶ οὗ ούτως· ὁ δὲ τῆς ἁγίας πόλεως ἀρχιερεὺς, * Ηλίας, ταῦτα ἀκούων ἤχθετο μέν, φησί, τήν τὴν ἄδικον ἀποδεχόμενος των εἰρημένων ἀ ἐκβολήν· ἐδέχετο μέντοι τον χειροτονούμε. τον πρὸ αὐτοῦ ἐκβληθέντα, τῷ καὶ αὐτὸν ὁ εἶναι, ὡς καὶ τὸν προτερον. Ταύτης τῆς ἕνεκα καὶ ὁ θείος οὗτος Ηλίας του οικείου βασθείς θρόνου, εἰς φυλακὴν κατεκλείσθη· ὰ τοῦ δὲ προεβλήθη Ιωάννης, συνθέμενος τη καὶ σύμφρων γενόμενος τῷ βασιλεῖ. Οὗτος νης συνήθης ἦν καὶ φίλος Σάβᾳ τῷ θείῳ· οὗ υποθήκας δεξάμενος, του αιρετικού μεν το καὶ σεβάσματος ἑαυτὸν συντομως ἀπέστη Ηλίου δέ πίστει καὶ τῶν θείων Πατέρων Σι Θεοδοσίου ὅλον ἑαυτὸν ὅλη ψυχῇ ἐδεδώκει. 5. Καὶ δὲ ἐν μια προσταγή βασιλική πᾶς ὁ λαὸς καὶ τῶν μοναχῶν πληθη άπειρα ἐν ἁγίου Στεφάνου του πρώτου ἐν μάρτυσιν ἐ ήθροιστο, ὡς μέλλοντος δῆθεν ἀναθεματίσαι τριάρχου Ιωάννου τοὺς τήν τετάρτην σύνοδο μένους, Σενδρον δὲ τὸν ᾿Ακέφαλον μὴ παρ νους· τουτο γαρ ἦν ήδη ποιῆσαι τοῖς τοῦ βα
METHODII MONACHI.
futurus est: deque Ecclesiæ pace sollicitus, cavens- σώμα Χριστοῦ, τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ οὐσί τεσσαρ
que ne Christi corpus laceraretur, interrogatus a
quadraginta suarum partium episcopis, quidnam
eis in tanta injuriarum nequitia contemptuque canonum agendum suaderet, respondit orans simul
atque adhortans, communicarent cum adversariis
suis, ne schismatis, rei fierent.Reatum porro haud
in eos contulit qui se inique et præter canones condemnaverant, verum his veluti ascripsit, qui sibi
favebant, sanctis episcopis, nisi cum cæteris communicarent concordiamque servarent, videlicet,
quia adversarii pariter orhodoxiam retinebant.
idem sancta quoque Olympiadi in allocutione,
quam templo egressurus atque in exsilium profecturus habuit, hæc ait:«Fieri non potest, ut Ecclesia Dei sic viduata permaneat. Si quis ergo ordinatus fuerit, et tanquam patri subeste. neque
secus ac mihi caput docile inclinate.» Hæc legentibus Chrysostomi Vitam explorata sunt. Sed de ea
re hactenus.
6. Imperator Anastasius, prout in Sabæ magni
Vita descriptum est, Euthymio sede dejecto; qui
Acephalorum hæresim, cujus ipse studiosus erat,
non recipiebat, Macedonium huic substituit, quem
consectaneum suum judicabat. Sed quia orthodoxus
vir apparuit, ipse quidem confestim sede atque
urbe pellitur; ordinatur autem Timotheus: qui
pariter brevi expellitur ab impio Cæsare, quia orthodoxus deprehensus est. Atque hi fortunam ejus
modi experti sunt. Interim vero sanctæ urbis patriarcha sanctus Helias, his auditis, angebatur
quidem animo propter injustam prædictorum patriarcharum depositionem; nihilo tamen minus
communicabat cum nuper electo post præcessoris
expulsionem, quoniam uterque orthodoxus erat.
Quin adeo ab hujusce hæreseos viribus divus quoque hic Helias propria sede detractus in vincula
conjectus est: ipsi autem substitutus Joannes qui
hæresi consentiebat, et ab imperatoris sententia
nondiscededat. Verumtamen hic Joannes divı Sabæ
familiaris amicusque erat; cujus obtemperans admonitionibus ab hæretica sententia sectaque statim
recessit, fidemque Heliæ sanctorumque Patrum
Sabæ ac Theodosii toto animo amplexus est.
7. Etenim cum aliquando imperiali mandato
cunctus de more populus, monachorumque innumera multitudo in sancti protomartyris templo
coivisset; tanquam si patriarcha Joannes anathema
iis dicturus esset qui synodum quartam admitterent, Severum Acephalum repudiarent; id enim se
facturum promiserat ministris regiis Joannes; amIntellige Palladii Dialogum de Vita S. Joannis
Chrysostomi ed, Montf. tom. XIII, cujus videsis
pag. 28 et 36. Cæterum Palladius ait, Chrysostomum
præcepisse Olympiadi ut subesset futuro post se
episcopo, ita tamen siille consensu omnium electus
esset, et reluctans nedum ambiens, Καὶ ὃς ἂν ἄκων
ἀχθῇ ἐπὶ τὴν χειροτονίαν, μὴ ἀμβιτεύσας τὸ πρᾶγ
μα, κατὰ συναίνεσιν τῶν πάντων. Quas recipiendi
ἐπισκόποις ἐρωτήσασι, περὶ τοῦ τί χρὴ ποιῆ
τοὺς ἐν τοῖς οὕτω κατ' αὐτοῦ πραχθεῖσιν ἀ
καὶ παρὰ πᾶσαν κανονικής διάταξιν, άπα
παρακαλων άμα και προτρεπόμενος, Κοινω
φησίν, αὐτοῖς, ἵνα μὴ αἴτιοι σχισμάτων ἔτεσι
τὴν αἰτίαν οὐ τοῖς ἀδίκως καὶ παρὰ κανόνας
κατακρίνατιν ἐπέγραψεν, ἀλλὰ τοῖς οὔτε μετ'
καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ αγίοις αρχιερεσσιν, ἂν μὴ
συνέλθωσι καὶ συγκοινωνήσωσι. Καὶ πρόδηλο
τως διὰ τὸ κἀκείνους τῆς ὀρθοδοξίας άντιπο
῾Ο αὐτός καὶ πρὸς τὰς περὶ τὴν ἁγίας Ολυ
ἤδη τοῦ νεών εξερχόμενος καὶ πρὸς ἐξορίαν
πόμενος οὕτω φησίν. «Αδύνατον οὕτως εἶ:
Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. Εἴ τις οὖν προβή, ως
αὐτῷ ὑποτάγητε, καὶ ὡς ἐμοὶ τὴν κεφαλὴν
κατε.»Τηύτα οἱ ἀναγινώσκοντες τόν αὐτι
ἴσασι Καὶ περὶ μὲν τούτων άλις,
5. Ο δε βασιλεὺς ᾿Αναστάσιος, ὡς ἐν τῷ
γάλου Σάβα αναγέγραπται βίῳ, τὴν Εὐθύμ
του θρόνου καταγαγών, τὴν τῶν Ακεφάλων
ραδεχόμενον αἵρεσιν, τὸν Μακεδόνιον αντ' αὐτ
ροτονηθήναι παρεσκεύασεν, ὁμόφρονα αὐτοῦ
εἶναι οιόμενος. ᾿Επεὶ δὲ ὀρθόδοξος ἦν ὁ ἀνὴρ
μὲν αὐτίκα του χρόνου καὶ τῆς πόλεως έξο
Τιμόθεος δὲ ἀντ᾽ αὐτοῦ προβάλλεται· ἀλλὰ
καὶ οὗτος ἐξοστρακίζεται παρὰ τοῦ δυσσεβούς
λέως· ὀρθόδοξος γὰρ εἶναι εὔρηται· Καὶ οὗ
ούτως· ὁ δὲ τῆς ἁγίας πόλεως ἀρχιερεὺς,
* Ηλίας, ταῦτα ἀκούων ἤχθετο μέν, φησί, τήν
τὴν ἄδικον ἀποδεχόμενος των εἰρημένων ἀ
ἐκβολήν· ἐδέχετο μέντοι τον χειροτονούμε.
τον πρὸ αὐτοῦ ἐκβληθέντα, τῷ καὶ αὐτὸν ὁ
εἶναι, ὡς καὶ τὸν προτερον. Ταύτης τῆς
ἕνεκα καὶ ὁ θείος οὗτος Ηλίας του οικείου
βασθείς θρόνου, εἰς φυλακὴν κατεκλείσθη· ὰ
τοῦ δὲ προεβλήθη Ιωάννης, συνθέμενος τη
καὶ σύμφρων γενόμενος τῷ βασιλεῖ. Οὗτος
νης συνήθης ἦν καὶ φίλος Σάβᾳ τῷ θείῳ· οὗ
υποθήκας δεξάμενος, του αιρετικού μεν το
καὶ σεβάσματος ἑαυτὸν συντομως ἀπέστη
Ηλίου δέ πίστει καὶ τῶν θείων Πατέρων Σι
Θεοδοσίου ὅλον ἑαυτὸν ὅλη ψυχῇ ἐδεδώκει.
5. Καὶ δὲ ἐν μια προσταγή βασιλική
πᾶς ὁ λαὸς καὶ τῶν μοναχῶν πληθη άπειρα ἐν
ἁγίου Στεφάνου του πρώτου ἐν μάρτυσιν ἐ
ήθροιστο, ὡς μέλλοντος δῆθεν ἀναθεματίσαι
τριάρχου Ιωάννου τοὺς τήν τετάρτην σύνοδο
μένους, Σενδρον δὲ τὸν ᾿Ακέφαλον μὴ παρ
νους· τουτο γαρ ἦν ήδη ποιῆσαι τοῖς τοῦ βα
episcopi conditiones nescio cur Methodius
rit. Palladii locum recitat etiam Baronius
ad an. 404.n. XLI.
Cum Methodio scribit Euthymium etia
nymus Baroccianus;sed dicendum esse
mium, prorsus constat ex historia; et s
habet e tamEphræmius v. 1060 et 9756.
col. 789–790page 6 of 13
PG 140:789απεβάλετο Σενή πάντας ἁπλῶς τοὺς Ἠσχύνθησαν οἱ τὰ θείῳ παρόντες νε πατριάρχη αὐτίκα κατὰ τοὺς ἱερούς β φροντίσαντες. Ην Ιωάννης υποσχεθείς· ἀνήχθη οὖν ὁ αὐτὸς ἐπὶ τοῦ ἄμβωνος· σὺν αὐτῷ δὲ καὶ Σάβας καὶ Θεοδοσιος οἱ τῶν μοναχῶν ἔξαρχοι, καὶ τῆς ὀρθοδοξου πίστεως πρόμαχοι· ἐστήτην οὖν ἄμφω του πατριάρχου παρ' ἑκάτερα· Παρῆν δὲ τῷ ναῷ καὶ τοῦ βασιλέως ανεψιός Υπατικός τῆς αἰχμαλωσίας τότ' ἐπανασωθείς. Εψεύσατο τὰς ὑποσχέσεις ο Ιωάννης ἂς πρὸς ᾿Ανα στάσιον ἐποιήσατο ταῖς ὑποθημοσύναις Θεοδοσίου καὶ Σάβα· ἐξεφώνησε καλώς ποιῶν τὸ ἀνάθεμα κατὰ τῶν μὴ δεχομένων τὴν τετάρτην οικουμενικὴν σύν οδον μετὰ τῶν πρὸ αὐτῆς τριών μου, απεβάλετο Ακεφάλους, καὶ τὰ τῶν αἱρετικῶν φρονούντας. τοῦ βασιλέως φρονούντες καὶ τῷ ἐνδρίσθησαν οἱ ὀρθόδοξοι, καὶ τῷ πανδημεί προσετέθησαν, τῆς μὴ κανόνας χειροτονίας αὐτοῦ μὴ οὖν, φησίν, ἔκτοτε Σάβας ο μακαρίτης καὶ Θεοδόσιος το σέβας απονέμοντες καὶ τὴν τιμὴν τῷ πατριάρχη Ἰωάννη μὲν ἐν τῷ χρόνῳ καθεζομένω ως ορθοδόξω γεγονότι, Ηλία δὲ πάλιν ὡσαύτως κατακλείστῳ ὄντε ἐν φυλακῇ τῆς ὀρθῆς ἕνεκα πίστεως, τὸν ἱερὸν πάν τως Ηλίαν ἐκμιμησάμενοι· οὕτω γὰρ αὐτὸς πρότερον πρὸς Κωνσταντινουπόλεως Ευθύμιον τε καὶ Μακεδόνιον, καὶ τὸν ἀπὸ σχολαστικών Αντιοχείας ὄντα ἀποκρισιάριον καὶ πρὸς τούτοις διετέθη Τιμό θεου η'. ᾿Αλλὰ καὶ Ἰουστινιανός ὁ βασιλεὺς τὸν ἅγιον Ευτύχιου του θρόνου καταγαγών, εξόριστον ἐποιήσατο ἐν τῇ εἰς τὴν ᾿Αμάσειαν αὐτοῦ μονῇ· καὶ εἰς τὸν αὐτοῦ δὲ θρόνον ἀνήγαγεν Ἰωάννην· ὃς καὶ α τῆς δεκτὸς τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐστιν, ὀρθόδοξος ών. Αλλά καὶ ᾿Ανθίμου τοῦ ἐκ Τραπεζούντος μετατεθέντος εἰς του της βασιλίδος θρόνον παρὰ του βασιλέως, εἶτα καθαιρεθέντος πρός του πάππα 'Αγαπητού διὰ τὸ με θέλειν αὐτὸν μεταβαλεῖν τὴν αἵρεσιν, Μηνᾶς ὁ θεῖες κεχειροτονηται οἱ δὲ παρ᾽ αὐτου χειροτονηθέντες εδέχθησαν, τὴν αἵρεσιν ἀποθέμενοι· τα Σενή που γὰρ ἦν φρονών ή ῎Ανθιμος. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ των Μονοθελητών κακίστη αίρεσις επεκράτησε, τίς μετά ταύτα τῶν ἐξ αὐτῶν χειροτονίαν δεξαμένων οὐκ ἐδέχθη ἐν τῇ ἕκτῃ συνοδῳ, ἧς ἤγουστο Αγάθων πάππας Ρώμης, Γεώργιος Κωνσταντινουπολεως, καὶ Θεοφάνης Αντιοχείας, μόνον εἰ τὴν αίρεσιν ἀνεθεμάτισε, καὶ τὴ ὀρθοδοξω προσετέθη πίστει; ᾿Αλλὰ καὶ Ἰουστινιανός ο Ρινότμητος Κάλλιστον μὲν τον αγιώτατον Κωνσταντινουπολεως ἐπίσκοπον ἀδίκως καθεῖλε του θρονου, καὶ τῆς πόλεως εξόριστον εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρωμην πρότερον ἀποτυφλών σας τέθεικε· τὸν δὲ ἔγκλειστου Κύρον ἐκ τῆς πόλεως ᾿Αμάστριδος ἐνεγκών. εἰς τὸν ἐκείνον θρόνον ανήξεν, ἐπειδὴ προείπεν αὐτῷ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάλιν ἐπάνοδον, καὶ τὴν τῆς βασιλείας αὖθις ανάληψιν. Φιλιππικός δὲ ἡ καὶ Βαρδάνης τῆς βασιλείας τετυ χηκώς, καὶ τὴν ἐκτην οικουμενικὴν σύνοδον ακυρών σας, ὡς ἔδοξε, σύνοδον ἀθροίσας ο μάταιος κατ' αυ
DE SCHISMATE VITANDO.
απεβάλετο Σενήπάντας ἁπλῶς τοὺς
Ἠσχύνθησαν οἱ τὰ
θείῳ παρόντες νε·
πατριάρχη αὐτίκα
κατὰ τοὺς ἱερούς β
φροντίσαντες. Ην
Theodosius monachorum summates fideique orthodoxæ propugnatores, qui ex utroque latere patriarchæ astiterunt. Aderat in templo nepos quoque
imperatoris Hypaticus captivitate nuper redux.
Tum vero fefellit prorsus Joannes promissam Anastasio fidem, consiliis Theodosii obtemperans atque Sabe. Etenim sublata voce anathema egregie
dixit iis qui œcumenicam quartam synodum cum
prioribus tribus non reciperent; Severum, Acephalosque, atque omnes omnino hæreticos exsecratus
est. Tum enimvero pudore suffusi sunt quotquot
regiarum partium studiosi in templo aderant; orthodoxi autem fiduciam receperunt, et patriarchæ
omnes adhæserunt, insuper habentes quod præter
canones sacros ordinatus fuisset. Ex eo igitur tempore beatus Sabas ac Theodosius honorem venerationemque patriarchæ Joanni exhibebant sedem
occupanti, quia jam orthodoxus erat: simulque
Heliæ qui rectæ fidei gratia carcere tenebatur. Qua
in re ipsum prorsus sanctum Heliam imitabantur:
sic enim et ipse superiore tempore cum Constantinopolitanis Euthymio Macedonioque se gesserat;
postea vero cum Timotheo, scholastico olim Antiocheno et apocrisiario, æque communicaverat.
Ιωάννης υποσχεθείς· ἀνήχθη οὖν ὁ αὐτὸς ἐπὶ τοῦ bonem patriarcha conscendit, cum eoque Sabas ac
ἄμβωνος· σὺν αὐτῷ δὲ καὶ Σάβας καὶ Θεοδοσιος οἱ
τῶν μοναχῶν ἔξαρχοι, καὶ τῆς ὀρθοδοξου πίστεως
πρόμαχοι· ἐστήτην οὖν ἄμφω του πατριάρχου παρ'
ἑκάτερα· Παρῆν δὲ τῷ ναῷ καὶ τοῦ βασιλέως ανεψιός
Υπατικός τῆς αἰχμαλωσίας τότ' ἐπανασωθείς.
Εψεύσατο τὰς ὑποσχέσεις ο Ιωάννης ἂς πρὸς ᾿Αναστάσιον ἐποιήσατο ταῖς ὑποθημοσύναις Θεοδοσίου
καὶ Σάβα· ἐξεφώνησε καλώς ποιῶν τὸ ἀνάθεμα κατὰ
τῶν μὴ δεχομένων τὴν τετάρτην οικουμενικὴν σύν
οδον μετὰ τῶν πρὸ αὐτῆς τριών
μου, απεβάλετο Ακεφάλους, καὶ
τὰ τῶν αἱρετικῶν φρονούντας.
τοῦ βασιλέως φρονούντες καὶ τῷ
ἐνδρίσθησαν οἱ ὀρθόδοξοι, καὶ τῷ
πανδημεί προσετέθησαν, τῆς μὴ
κανόνας χειροτονίας αὐτοῦ μὴ
οὖν, φησίν, ἔκτοτε Σάβας ο μακαρίτης καὶ Θεοδόσιος
το σέβας απονέμοντες καὶ τὴν τιμὴν τῷ πατριάρχη
Ἰωάννη μὲν ἐν τῷ χρόνῳ καθεζομένω ως ορθοδόξω
γεγονότι, Ηλία δὲ πάλιν ὡσαύτως κατακλείστῳ ὄντε
ἐν φυλακῇ τῆς ὀρθῆς ἕνεκα πίστεως, τὸν ἱερὸν πάν
τως Ηλίαν ἐκμιμησάμενοι· οὕτω γὰρ αὐτὸς προτε
ρον πρὸς Κωνσταντινουπόλεως Ευθύμιον τε καὶ
Μακεδόνιον, καὶ τὸν ἀπὸ σχολαστικών Αντιοχείας
ὄντα ἀποκρισιάριον καὶ πρὸς τούτοις διετέθη Τιμό
θεου
η'. ᾿Αλλὰ καὶ Ἰουστινιανός ὁ βασιλεὺς τὸν ἅγιον
Ευτύχιου του θρόνου καταγαγών, εξόριστον ἐποιή
σατο ἐν τῇ εἰς τὴν ᾿Αμάσειαν αὐτοῦ μονῇ· καὶ εἰς
τὸν αὐτοῦ δὲ θρόνον ἀνήγαγεν Ἰωάννην· ὃς καὶ α
τῆς δεκτὸς τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐστιν, ὀρθόδοξος ών. Αλλά
καὶ ᾿Ανθίμου τοῦ ἐκ Τραπεζούντος μετατεθέντος εἰς
του της βασιλίδος θρόνον παρὰ του βασιλέως, εἶτα
καθαιρεθέντος πρός του πάππα 'Αγαπητού διὰ τὸ
με θέλειν αὐτὸν μεταβαλεῖν τὴν αἵρεσιν, Μηνᾶς ὁ
θεῖες κεχειροτονηται οἱ δὲ παρ᾽ αὐτου χειροτονη
θέντες εδέχθησαν, τὴν αἵρεσιν ἀποθέμενοι· τα Σενήπου γὰρ ἦν φρονών ή ῎Ανθιμος. Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ των
Μονοθελητών κακίστη αίρεσις επεκράτησε, τίς μετά
ταύτα τῶν ἐξ αὐτῶν χειροτονίαν δεξαμένων οὐκ
ἐδέχθη ἐν τῇ ἕκτῃ συνοδῳ, ἧς ἤγουστο Αγάθων
πάππας Ρώμης, Γεώργιος Κωνσταντινουπολεως,
καὶ Θεοφάνης Αντιοχείας, μόνον εἰ τὴν αίρεσιν
ἀνεθεμάτισε, καὶ τὴ ὀρθοδοξω προσετέθη πίστει;
᾿Αλλὰ καὶ Ἰουστινιανός ο Ρινότμητος Κάλλιστον
μὲν τον αγιώτατον Κωνσταντινουπολεως ἐπίσκοπον
ἀδίκως καθεῖλε του θρονου, καὶ τῆς πόλεως εξόριστον
εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρωμην πρότερον ἀποτυφλών
σας τέθεικε· τὸν δὲ ἔγκλειστου Κύρον ἐκ τῆς πόλεως
᾿Αμάστριδος ἐνεγκών. εἰς τὸν ἐκείνον θρόνον ανήξεν,
ἐπειδὴ προείπεν αὐτῷ τὴν εἰς τὴν πόλιν πάλιν
ἐπάνοδον, καὶ τὴν τῆς βασιλείας αὖθις ανάληψιν.
Φιλιππικός δὲ ἡ καὶ Βαρδάνης τῆς βασιλείας τετυχηκώς, καὶ τὴν ἐκτην οικουμενικὴν σύνοδον ακυρών
σας, ὡς ἔδοξε, σύνοδον ἀθροίσας ο μάταιος κατ' αυ
Nempe Euphemium, ut jam dixi.
Hic tamen Timotheus creditur fuisse hereticus.
8. Justinianus quoque imperator sanctum Eutychium sede dejectum ad Amaseæ monasterium
relegavit, eique Joannem subrogavit; quem item
Ecclesia, quia orthodoxus erat, admisit; pretereaque Anthimum e Trapezuntis Ecclesia ad regiæ
urbis infulas translatum ab eodem imperatore. Et
quanquam deinde Anthimus ab Agapeto papa depositus fuit, propterea quod hæresim retineret,
divusque Mennas subrogatus; ordinati tamen ab
Anthimo sacri viri, ad communionem admissi sunt
quotquot heretico errori valedixerunt: Severi enim
hæresim fovebat Anthimus. Postquam vero Monothelitarum pessima hæresis exorta est, quemnam
ab his ordinatum sexta synodus non admisit (cui
cæteroqui prærerant Agatho Romanus papa, Geor
gius Constantinopolitanus, ac Theophanes Antiochenus) si modo hæresim ejuravit, orthodoxamque
fidem professus est? Item Rhinotmetus Justinianus Callistum sanctissimum Constantinopoleos episcopum injuste depulit sede, regiaque urbe fugatum et excæcatum ad veterem Romam ablegavit:
Cyrum autem monachum inclusum, ex Amastride
urbe accitum, in prædicti statione collocavit, quia
prædixerat ipsi reditum in regiam urbem, atque
imperii recuperationem. Philippicus vero Bardanes
imperium adeptus, et sextam synodum antiquavit,
ut ipse putabat, celebrato stulte adversus eam concilio (id enim se facturum promiserat Callistratici
coenobii monacho qui ei imperium ominatus fueImo hic dicitur Gallinicus ab Ephraemio,
anonymo Barocciano, aliisque.
col. 791–792page 7 of 13
PG 140:791τῆς (τοῦτο γὰρ ἦν ὑποσχεθεὶς τῷ ἐν τῇ τοῦ Καλλιστράτου μονῇ ὄντι ἐγκλείστῳ, ὅτι αὐτῷ τὴν βασι λείαν ἐχρησμοδότησε), τον μεν πατριάρχεν ἐξώθησεν, Ἰωάννην δε ομόδοξον αὐτῷ προσβάλετο, διάπυρον ὄντα τῆς τῶν Μονοθελητῶν δεινῆς αἱρέσεως εραστήν. Αρτέμιος δε ὁ καὶ ᾿Αναστάσιος λεγόμενος, τῶν σκήπτρων της βασιλείας εραστής γενόμενος, ἀπὸ Κυζίκου πρὸς τὸν τῆς βασιλευούσης θρόνον τὸν ἅγιον Γερμαμὸν μετέθηκε, κατασπάσας τὸν Ἰωάννην, τὸν κατὰ τῆς ἱερᾶς ἔκτης συνόδου, ὡς εἴρηται, λυττήσαντα. Ο'. Επεὶ δὲ κρίμασιν οἷς οἶδε Θεὸς, Λέων ο Ισαν ρος τῆς βασιλείας εγκατέστη κύριος, καὶ μετὰ χρό νον ἔννατον τῆς βασιλείας τήν εἰκονομαχίαν ἐκίνησε, τὸν μὲν ἅγιον Γερμανὸν ἐξόριστον εποιήσατο, μὴ φέρων τοὺς παρ' αὐτοῦ ἐλέγχους, ᾿Αναστασίῳ δὲ τὸν τῆς πόλεως ενεχείρισε θρόνον· καὶ τῆς εικονομαχίας ταύτης πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ διαμεινάσεις ενιαυτούς, πλείους, ὡς εἰκός, κατά διαδοχὴν ἐγένοντο πατριάρ και της πόλεως ταύτης· ὕστερον δὲ ἐπὶ ἡμερῶν μὲν Ταρασίου πατριάρχου, βασιλέων δὲ Εἰρήνης τῆς με γάλης καὶ Κωνσταντίνου του ταύτης υἱοῦ, ἡ ἑβδομη συνεκροτήθη σύνοδος· καὶ οὐδεὶς ἀπόβλητος γέγονεν ὡς παρὰ τῶν Εἰκονομάχων τὴν χειροτονίαν δεξάμενος, μόνον εἰ τὴν αἵρεσιν ταύτην ἀπεβάλετο· πλην τῶν πρωταιτίων καὶ ἀρχηγῶν τῆς αἱρέσεως, καὶ εἰ τίς που διέμεινεν εἰς τέλος ἀνένδοτος. Πάλιν δι ὕστερον μετὰ τὸν Κουροπαλάτην εὐσεβέστατον βασι λέα Λέων ο 'Αρμένιος, την βασιλείαν τυραννικῶ; δεξάμενος, τὴν εἰκονομαχίαν παυθεῖσαν ἤδη ἀνήγει με· καὶ τὸν ἅγιον Νικηφόρου του θρόνου καταγαγὼν, ἐξώρισε. Τούτον διεδέξατο Μιχαήλ ο Τραυλός, καὶ ο τούτου υιός Θεοφιλος. Εν ὅλοις δὲ εἴκοσι καὶ ἐξ ἔτεσιν, οἷς οἱ ρηθέντες ἤδη αἱρετικοί τυραννήσαν τις αναγράφονται, οὐδεὶς σχεδόν διαμεμένηκεν άρ χιερεὺς ὀρθόδοξος. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον Θεοφίλου τὸν ἁγιώτατον Μεθοδίου πατριάρχην ή μεγάλη Θεο δώρα ἀποκατέστησεν· ὃς πάντας ἐδέξατο συναινέσει καὶ συμβουλή και του μεγάλου ἐν ἀσκηταῖς Ἰωαννικίου, ὡς ἔσκεν ἐκ τῶν ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ περὶ τούτων φερομένων, όσοι δηλαδή αἵρεσιν ἐξωμόσαντο. ι'. Ζήτησον καὶ τὰ περὶ τὸν παρανομώτατον καὶ ἀφηνιαστὴν Ἰωσήφ, τὸν τῆς Ἐκκλησίας τότε οίκο νόμου, γεγενημένα σκάνδαλα ἐν τῇ ἐφημερία Τα ρασίου καὶ Νικηφόρον των άγιωτάτων πατριαρχών, καὶ Θεοδώρου του Στουδίτου καὶ ὁμολογητον· ἐπειδὴ ἐκεῖνος τὸν τῆς μεγάλης Ειρήνης υἱὸν Κωνσταντῖνον ἐκβαλόντα τὴν οἰκείαν γαμετήν, καὶ ἄλλην μοιχικῶς ἐπεισαγαγόντα τῇ σφετέρα κοίτη παρανόμως εὐλόγησεν, ἀπειπαμένου τούτου Ταρασίου τοῦ ἱεροῦ ός, καί καθαιρέσει τὸν ἄθεσμον ὑποβαλών Ἰωσήφ, οὐ μόνον εἰς τέλος οὐκ ἴσχυσεν, ἀλλὰ καὶ εἰς κοινωνίαν αὖθις τοιοῦτον ἐδέξατο ἄκων μὲν πάντως καὶ μὴ βουλόμενος· πλὴν ἐδέξατο βιασθεὶς πρὸς τοῦ βα σιλέως Κωνσταντίνου, ἀνεγεῖραι απειλουμένου και κῶς τὴν ἤδη καλῶς παυθεῖσαν δυσσεβή εἰκονομαχίαν, εἰ εἰς τέλος άδεκτος μείνῃ τῷ πατριάρχη
METHODII MONACHI.
rat); et patriarcha exauctorato. Joannem consecta- τῆς (τοῦτο γὰρ ἦν ὑποσχεθεὶς τῷ ἐν τῇ τοῦ Καλλι
neum suum elegit, qui fervidus nefaris Monothelitarum hæreseos amator erat. Artemius autem,
qui et Anastasius dicebatur, cum regium sceptrum
affectavisset, Cyzico transtulit ad regiæ urbis sedem sanctum Germanum, Joanne ejecto, qui ad
versus sacram sextam synodum, ut dixi, furebat.
στράτου μονῇ ὄντι ἐγκλείστῳ, ὅτι αὐτῷ τὴν βασι
λείαν ἐχρησμοδότησε), τον μεν πατριάρχεν ἐξώθησεν,
Ἰωάννην δε ομόδοξον αὐτῷ προσβάλετο, διάπυρον
ὄντα τῆς τῶν Μονοθελητῶν δεινῆς αἱρέσεως εραστήν.
Αρτέμιος δε ὁ καὶ ᾿Αναστάσιος λεγόμενος, τῶν
σκήπτρων της βασιλείας εραστής γενόμενος, ἀπὸ
Κυζίκου πρὸς τὸν τῆς βασιλευούσης θρόνον τὸν
ἅγιον Γερμαμὸν μετέθηκε, κατασπάσας τὸν Ἰωάννην, τὸν κατὰ τῆς ἱερᾶς ἔκτης συνόδου, ὡς εἴρηται, λυτ
τήσαντα.
9. Ex quo autem arcanis Dei judiciis Leo lsauricus imperii habenas corripuit, postque nonum
regni sui annum iconomachiam commovit, is sanetum quidem Germanum, objurgationum ejus impatiens, extorrem fecit, sedemque metropoleos
Anastasio concessit. Jam quinquaginta et septem
annorum intervallo, quo iconomachia debacchata
est,complurium, ut necesse erat, hujus metropoleos
patriarcharum sucressio fuit: donec ætate patriarchæ Tarasii, regnantibus Irene magna cum filio
Constantino, septima synodus coaluit; cujus tamen
jussu nemo depositus est, qui ab Iconomachis ordinationem accepisset, si modo sectam ejuravit;
exceptis hæreseos auctoribus et anlesignanis, vel si
quis ad finem usque pertinaciam retinuit.Sed ecce,
post religiosissimum Curopalatam imperatorem,
Leo Armenius occupata tyrannide.consopitam iconomachiam suscitavit. sanctumque Nicephorum
erepto pedo in exsilium pepulit. Leoni successit
Michael Balbus, huic filius Theophilus. Cunctis autem sex et viginti annis, quibus hi hæretici tyrannidem exercuerunt, nemo fere orthodoxus exstitit patriarcha. Verumtamen post Theophili obitum
magna Theodora patriarcham fecit Methodium sanctissimum; qui quidem, suffragatore inter cæteros
consiliique auctore magno ascetico Joannicio, ut in
hujus Vita legere est, cunctos ab hæresi resipiscentes iu communionem recepit.
Ο'. Επεὶ δὲ κρίμασιν οἷς οἶδε Θεὸς, Λέων ο Ισαν
ρος τῆς βασιλείας εγκατέστη κύριος, καὶ μετὰ χρό
νον ἔννατον τῆς βασιλείας τήν εἰκονομαχίαν ἐκίνησε,
τὸν μὲν ἅγιον Γερμανὸν ἐξόριστον εποιήσατο, μὴ
φέρων τοὺς παρ' αὐτοῦ ἐλέγχους, ᾿Αναστασίῳ δὲ τὸν
τῆς πόλεως ενεχείρισε θρόνον· καὶ τῆς εικονομαχίας
ταύτης πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ διαμεινάσεις ενιαυτούς,
πλείους, ὡς εἰκός, κατά διαδοχὴν ἐγένοντο πατριάρ
και της πόλεως ταύτης· ὕστερον δὲ ἐπὶ ἡμερῶν μὲν
Ταρασίου πατριάρχου, βασιλέων δὲ Εἰρήνης τῆς μεγάλης καὶ Κωνσταντίνου του ταύτης υἱοῦ, ἡ ἑβδομη
συνεκροτήθη σύνοδος· καὶ οὐδεὶς ἀπόβλητος γέγονεν
ὡς παρὰ τῶν Εἰκονομάχων τὴν χειροτονίαν δεξάμε
νος, μόνον εἰ τὴν αἵρεσιν ταύτην ἀπεβάλετο· πλην
τῶν πρωταιτίων καὶ ἀρχηγῶν τῆς αἱρέσεως, καὶ εἰ
τίς που διέμεινεν εἰς τέλος ἀνένδοτος. Πάλιν δι
ὕστερον μετὰ τὸν Κουροπαλάτην εὐσεβέστατον βασι
λέα Λέων ο 'Αρμένιος, την βασιλείαν τυραννικῶ;
δεξάμενος, τὴν εἰκονομαχίαν παυθεῖσαν ἤδη ἀνήγει
με· καὶ τὸν ἅγιον Νικηφόρου του θρόνου καταγα
γῶν, ἐξώρισε. Τούτον διεδέξατο Μιχαήλ ο Τραυλός,
καὶ ο τούτου υιός Θεοφιλος. Εν ὅλοις δὲ εἴκοσι καὶ
ἐξ ἔτεσιν, οἷς οἱ ρηθέντες ἤδη αἱρετικοί τυραννήσαν
τις αναγράφονται, οὐδεὶς σχεδόν διαμεμένηκεν άρ
χιερεὺς ὀρθόδοξος. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον Θεοφίλου
τὸν ἁγιώτατον Μεθοδίου πατριάρχην ή μεγάλη Θεο
δώρα ἀποκατέστησεν· ὃς πάντας ἐδέξατο συναι
νέσει καὶ συμβουλή και του μεγάλου ἐν ἀσκηταῖς
Ἰωαννικίου, ὡς ἔσκεν ἐκ τῶν ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ περὶ
τούτων φερομένων, όσοι δηλαδή αἵρεσιν ἐξωμόσαντο.
ι'. Ζήτησον καὶ τὰ περὶ τὸν παρανομώτατον καὶ
ἀφηνιαστὴν Ἰωσήφ, τὸν τῆς Ἐκκλησίας τότε οίκονόμου, γεγενημένα σκάνδαλα ἐν τῇ ἐφημερία Τα
ρασίου καὶ Νικηφόρον των άγιωτάτων πατριαρχών,
10. Nunc animum attende ad ea quoque scandala quæ Ecclesiæ propter improbissimum contumacemque Josephum, ipsius Ecclesiæ economum,
acciderunt, Tarasii et Nicephori patriarcharum
sanctissimorum, nec non Theodori Studit, tem- καὶ Θεοδώρου του Στουδίτου καὶ ὁμολογητον· ἐπειδὴ
poribus. Hic enim Josephus, cum Constantinus magnæ Irones filius repudiata uxore adulterinam
aliam per nefas toro reciperet, Josephus, inquam,
nuptiis benedixit contra sancti Tarasii vetitum:
aquo Josephus improbus excommunicatus est, non
tamen in perpetuum: etenim invitus licet planeque nolens Tarasins coactus est illum rursus in
communionem recipere a Constantino imperatore;
qui impiam iconomachiam feliciter compressam,
suscitaturum se sceleste minabatur, nisi qui bene
dixerat nuptiis suis Josephum patriarcha recipeἐκεῖνος τὸν τῆς μεγάλης Ειρήνης υἱὸν Κωνσταντί
νον ἐκβαλόντα τὴν οἰκείαν γαμετήν, καὶ ἄλλην μοι
χικῶς ἐπεισαγαγόντα τῇ σφετέρα κοίτη παρανόμως
εὐλόγησεν, ἀπειπαμένου τούτου Ταρασίου τοῦ ἱεροῦ
ός, καί καθαιρέσει τὸν ἄθεσμον ὑποβαλών Ἰωσήφ,
οὐ μόνον εἰς τέλος οὐκ ἴσχυσεν, ἀλλὰ καὶ εἰς κοινω
νίαν αὖθις τοιοῦτον ἐδέξατο ἄκων μὲν πάντως καὶ
μὴ βουλόμενος· πλὴν ἐδέξατο βιασθεὶς πρὸς τοῦ βα
σιλέως Κωνσταντίνου, ἀνεγεῖραι απειλουμένου και
κῶς τὴν ἤδη καλῶς παυθεῖσαν δυσσεβή εικονομα
χίαν, εἰ εἰς τέλος άδεκτος μείνῃ τῷ πατριάρχη
Hunc locum de Michaele, Theophilo et Theodora, citat ex Methodio ms. Allalius. Contra
Creygh. p. 344.
col. 793–794page 8 of 13
PG 140:793εὐλογήσας αὐτὸν, ὡς εἴρηται, Ἰωσήφ· τοῦτον ἐστε ρον καὶ Νικηφόρος ο πατριάρχης καὶ ὁμολογητής κατεδέξατο, καταναγκασθεὶς παρά Νικηφόρου τοῦ ἀπὸ γενικών αρπάσαντος τὴν βασιλείαν βιαίως, καὶ τὴν μακαρίαν Εἰρήνην ἐξώσαντος· Ἐπεὶ δέ εἰς τόν κατὰ τῶν Βουλγάρων πέπτωκε πόλεμον αἰσχρῶς ὁ Νικηφόρος, καὶ ἡ βασιλεία εἰς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Σταν ράκιον μεταβέβηκε, θανόντος καὶ τούτου μετὰ δύο μόνους τῆς ἀρχῆς μήνας, ὁ Κουροπαλάτης Μιχαήλ των σκήπτρων εγκρατής γίνεται· καὶ Ἰωσὴφ υπερ αξίως, ὡς ἂν τις ἐκ περιχαρείας εἶποι, καθαιρείται παρὰ τοῦ ἱεροῦ Νικηφόρου του πατριάρχου. ια΄. Οὗ γεγονότος, εἰς κοινωνίαν ὁ θεῖος συνῆλθε τῇ Εκκλησίᾳ Θεόδωρος· καὶ τῷ πατριάρχῃ ἀξίως τῇ ἑαυτοῦ καὶ γνώσει καὶ ἀρετῇ ποιῶν ἔνωτο, ὡς ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ ἀναγέγραπται, καὶ ἔν τινι τῶν αὐτοῦ ἐπι στολῶν φέρεται· φησὶ γὰρ ὁ τὸν βίου αὐτοῦ συγγραψάμενος οὕτως· «Μετὰ τὸ ἐπανελθεῖν τὸν Θείου Θεόδωρον καὶ τὸν πατριάρχην Νικηφόρον ἐκ τῆς ἐξορίας, τον φίλεριν και φιλόνεικον τρόπον ἀπορριψάμενος ο Θεόδωρος, ὅλως μετὰ τοῦ πατριάρχου ἦν ὁμόφρων, ὁμοστεγής, ὁμοδίαιτος, καὶ πολλαῖς αὐτὸν ταῖς εὐφημίαις ἐστεψε.» Τοῖς εἰρημένοις συνήθει καὶ τὰ τοῦ μεγάλου εν ομολογηταῖς πατριάρχου Μεθοδίου φησὶ γὰρ οὗτος ἐν μιᾷ τῶν ἐπιστολών αὐτοῦ πρὸς τοὺς Σκκκουδιανοὺς καὶ Βοσκητιανούς ἔτι μὴ συνερχομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλ' ἀποσχι ζομένους αὐτῆς. «Ο γάρ μακάριος Πατὴρ ὑμῶν Θεόδωρος, εἰ μὴ προτεπον ἀπεβάλετο α είπε πάντα καὶ έγραψε κατά τῶν ἁγίων πατριαρχών Ταρασίου καὶ Νικηφόρου, οὐκ ἂν εἰς κοινωνίαν τοῦτον ίδιχο μεθα.» Ταύτην δὲ τὴν ἐπιστολήν ο βουλόμενος ιδεῖν ζητησάτω ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ ἁγίου Πατρός ἡμῶν Νι χώρος Ο μέντοι μέγας Μεθόδιος τέσσαρας ἐπιζήσας τῷ θρόνῳ χρονους, ὁσίως καὶ εὐσεβῶς ἀπαίρει τῶν τῆδε. ιθ'. Καὶ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου πατριάρχου ἀναδειχθέντος, Βάρδας ὁ τοῦ βασιλέως Μιχαήλ θεῖος, Καϊ. Αναγνωσθήτω ενταύθα καί ὅτα ο μέγας ἐνόμου λογηταῖς καί πατριάρχαις Μεθόδιος προς τους στου διώτας μοναχούς εἶπεν, ἀποσχιζομένους τῆς Ἐκε κλησίας δια τα συγγεγραμμένα τῷ Πατρὶ αὐτῶν τῷ άγιος Θεόδωρος του στουδίτη κατά των αγιωτάτων πατριαρχών Ταρασίου και Νικημένου ο δε είπεν, εἰσί ταύτα Εἰ μὴ ἀναθεματίσοιτε τα γεγραμμένα κατά δια κηφόρου του πανοσίου και Ταρασίου του τριτουδίου βιβλία, ἡ σήμερον ἔμπροσθεν τῶν ἀδελφῶν καὶ συλ λειτουργών, ἢ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν ἐλθόντων απ τῶν πρὸς τῇ ὑμετέρα μονῆ καί ἀκροωμένων, καί θείητε τὸν ἐν αὐτοῖς ὅρον καίειν τι καί ἀναθεματίζειν αυτά, καθώς απολογούμενοι ἐν ταῖς περί τῆς Εκκλησίας διοικήσεως γεγραφέκαμεν, γνώτε, ἀδελ φοί, ὅτι ὑμᾶς τε αὐτοὺς τοὺς περιεχομένους αὐτῶν υχο ἁπλῶς ἀναθεματίσομεν, ἀλλὰ αἰσχροτέρως καὶ καταθεματίσομεν· ὁ γὰρ μακάριος ἡγούμενος ὑμῶν καὶ διδασκαλος, τὸ πέρας τῆς αὐτοῦ βιοτῆς αἰσιον σὺν ἡμῖν ὑπάρχων λειτουργήσας, ἔργῳ τοὺς ιδίους λόγους ἠθέτησεν· ἐπεὶ οὐκ ἂν ποτ' ἐγένετο μεθ᾿ ἡμῶν, εἰ τα γραφέντα αὐτῷ καθ᾿ ἡμῶν ἔφερεν ἐν τῇ διανοίᾳ ἐαυτού. Αναγνωσθήτωσαν καὶ ταῦτα όσα ο αυτός μέγας ἐν πατριάρχαις Μεθόδιος ἐν ἐπιστολαῖς κατὰ τῶν αυτών σουλιωτών δικαιότατον ἀπεφήνατο, ένα γνώτε, κ. τ. λ. Προς οὖν τους στουδιώτας τούτους ῥητέον ταῦτα καὶ καὶ μὴ πάρεισιν ἀκουσάτωσαν· ὅτι εἰ μὴ ἀνα θεματίσαιεν τα κατά Νικηφόρου καὶ Ταρασίου των παναγιωτάτων συγγραμμένα τῷ Πατρὶ αὐτῶν, οὐ κατ' αὐτὸν ἐκεῖνον μὴ γένοιτο. Χρὴ εἰδέναι ὅτι οἱ μαθηταὶ τοῦ Στουδίτου μετά τήν τοῦ ἁγίου ἐκείνου κοίμησιν μή θέλοντες ὑποτάσσεσθαι τη καθολική Εκκλησίᾳ, ἀλλὰ τῷ οἱ κείω θελήματα περιάγεσθαι, τάς πρώτας εκείνας κατηγορίας λαβόντες εἰς ἀφορμὴν, διερράγησαν πά λιν καὶ ἀπέσχισαν εαυτούς ἀπὸ τῆς καθολικής ἐκκλησίας· καθ' ὧν καὶ ὁ ἅγιος Μεθόδιος κινηθείς, συνο δικῶς τό ἀνάθεμα εξεφώνησεν.
DE SCHISMATE VITANDO.
εὐλογήσας αὐτὸν, ὡς εἴρηται, Ἰωσήφ· τοῦτον ἐστε- ret: quem ipsum postea Nicephorus quoque paρον καὶ Νικηφόρος ο πατριάρχης καὶ ὁμολογητής triarcha et confessor admisit, coactus videlicet a
κατεδέξατο, καταναγκασθεὶς παρά Νικηφόρου τοῦ
ἀπὸ γενικών αρπάσαντος τὴν βασιλείαν βιαίως, καὶ
τὴν μακαρίαν Εἰρήνην ἐξώσαντος· Ἐπεὶ δέ εἰς τόν
κατὰ τῶν Βουλγάρων πέπτωκε πόλεμον αἰσχρῶς ὁ
Νικηφόρος, καὶ ἡ βασιλεία εἰς τὸν υἱὸν αὐτοῦ Στανράκιον μεταβέβηκε, θανόντος καὶ τούτου μετὰ δύο
μόνους τῆς ἀρχῆς μήνας, ὁ Κουροπαλάτης Μιχαήλ
των σκήπτρων εγκρατής γίνεται· καὶ Ἰωσὴφ υπεραξίως, ὡς ἂν τις ἐκ περιχαρείας εἶποι, καθαιρείται
παρὰ τοῦ ἱεροῦ Νικηφόρου του πατριάρχου.
ια΄. Οὗ γεγονότος, εἰς κοινωνίαν ὁ θεῖος συνῆλθε τῇ
Εκκλησίᾳ Θεόδωρος· καὶ τῷ πατριάρχῃ ἀξίως τῇ
ἑαυτοῦ καὶ γνώσει καὶ ἀρετῇ ποιῶν ἔνωτο, ὡς ἐν τῷ
βίῳ αὐτοῦ ἀναγέγραπται, καὶ ἔν τινι τῶν αὐτοῦ ἐπιστολῶν φέρεται· φησὶ γὰρ ὁ τὸν βίου αὐτοῦ συγγρα
ψάμενος οὕτως· «Μετὰ τὸ ἐπανελθεῖν τὸν Θείου
Θεόδωρον καὶ τὸν πατριάρχην Νικηφόρον ἐκ τῆς
ἐξορίας, τον φίλεριν και φιλόνεικον τρόπον ἀπορρι
ψάμενος ο Θεόδωρος, ὅλως μετὰ τοῦ πατριάρχου ἦν
ὁμόφρων, ὁμοστεγής, ὁμοδίαιτος, καὶ πολλαῖς αὐτὸν
ταῖς εὐφημίαις ἐστεψε.» Τοῖς εἰρημένοις συνήθει
καὶ τὰ τοῦ μεγάλου εν ομολογηταῖς πατριάρχου
Μεθοδίου φησὶ γὰρ οὗτος ἐν μιᾷ τῶν ἐπιστολών
αὐτοῦ πρὸς τοὺς Σκκκουδιανοὺς καὶ Βοσκητιανούς
ἔτι μὴ συνερχομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλ' ἀποσχι
ζομένους αὐτῆς. «Ο γάρ μακάριος Πατὴρ ὑμῶν
Θεόδωρος, εἰ μὴ προτεπον ἀπεβάλετο α είπε πάντα
καὶ έγραψε κατά τῶν ἁγίων πατριαρχών Ταρασίου
καὶ Νικηφόρου, οὐκ ἂν εἰς κοινωνίαν τοῦτον ίδιχομεθα.» Ταύτην δὲ τὴν ἐπιστολήν ο βουλόμενος ιδεῖν
ζητησάτω ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ ἁγίου Πατρός ἡμῶν Νιχώρος Ο μέντοι μέγας Μεθόδιος τέσσαρας
ἐπιζήσας τῷ θρόνῳ χρονους, ὁσίως καὶ εὐσεβῶς
ἀπαίρει τῶν τῆδε.
ιθ'. Καὶ τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου πατριάρχου αναδει
χθέντος, Βάρδας ὁ τοῦ βασιλέως Μιχαήλ θεῖος, Καϊ.
Epistolam hanc in Niconis inedito opere
alii querant. Ego quidem eam lego in perdocto
quodam prolixoque Græci auctoris tractatu nondum typis impresso, sed, ut reor, in hac unea Collectione postea vulgando, in quo rursus luculenter
demonstratur ex ecclesiastica Historia, scriptis Patrum, svnodorumque decretis, quantopere a schismate cavendum sit. En autern Methodii patriarchæ
epistolam, sive potius duarum epistolarum excerptum:
'ExΑναγνωσθήτω ενταύθα καί ὅτα ο μέγας ἐνόμου
λογηταῖς καί πατριάρχαις Μεθόδιος προς τους στου
διώτας μοναχούς εἶπεν, ἀποσχιζομένους τῆς Ἐκε
κλησίας δια τα συγγεγραμμένα τῷ Πατρὶ αὐτῶν τῷ
άγιος Θεόδωρος του στουδίτη κατά των αγιωτάτων
πατριαρχών Ταρασίου και Νικημένου ο δε είπεν,
εἰσί ταύτα·
• Εἰ μὴ ἀναθεματίσοιτε τα γεγραμμένα κατά δια
κηφόρου του πανοσίου και Ταρασίου του τριτουδίου
βιβλία, ἡ σήμερον ἔμπροσθεν τῶν ἀδελφῶν καὶ συλ
λειτουργών, ἢ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν ἐλθόντων απ
τῶν πρὸς τῇ ὑμετέρα μονῆ καί ἀκροωμένων, καί
θείητε τὸν ἐν αὐτοῖς ὅρον καίειν τι καί ἀναθεματι
ζειν αυτά, καθώς απολογούμενοι ἐν ταῖς περί τῆς
Εκκλησίας διοικήσεως γεγραφέκαμεν, γνώτε, ἀδελ
φοί, ὅτι ὑμᾶς τε αὐτοὺς τοὺς περιεχομένους αὐτῶν
υχο ἁπλῶς ἀναθεματίσομεν, ἀλλὰ αἰσχροτέρως καὶ
Nicephoro generali qui explosa beata Irene imperium vi usurpavit. Postquam autem in prælio adversus Bulgaros Nicephorus frede cecidit, regnumque ad ejus filium Stauracium devenit, qui mensibus haud plus duobus dominatus obiit, Michael
Curopalates sceptro potitur; moxque Josephus dignissime, utlætanter dicere licet, a divo Nicephoro
patriarcha excommunicatus est.
11. Post id factum ad Ecclesiæ communionem
rediit divus Theodorus, qui etiam patriarchæ pro
sua sapientia ac virtute reconciliatus est, prout in
ipsius Vita narratur, necnon in quadam epistola
ejusdem scribitur. Ait vero Vitæ auctor: ‹ Postquam divus Theodorus ac Nicephorus patriarcha
ab exsilio in patriam redierunt, omni acerbitate
inimicitiaque abjecta Theodorus totum se in patriarchæ familiaritatem tradidit, sententia, tecto,
mensa communi utens, multisque eum laudibus ornans, Prædictis consonat magnus quoque confessor patriarcha Methodius. Ait enim in quadam ad
Saccudianos Bescetianosque scripta epistola, qui
nondum Ecclesiæ reconciliati erant, sed in schismate permanebant: «Nisi enim vester beatus
Pater Theodorus cuncta improbasset, quæ in sanetos patriarchas dicto scriptove jecerat Tarasium
atque Nicephorum, nunquam eum ad communionem recepissemus.» Jam hæc epistolam siquis
avet inspicere, iu sancti nostri Patris Niconis libro
quærat Porro magnus Methodius quatuor in pontificatu exactis annis pie sancteque vitam clausit.
12. Mox sancto ad patriarchatum evecto Ignatio,
Bardas Michaelis imperatoris avunculus atque Cœκαταθεματίσομεν· ὁ γὰρ μακάριος ἡγούμενος ὑμῶν
καὶ διδασκαλος, τὸ πέρας τῆς αὐτοῦ βιοτῆς αἰσιον
σὺν ἡμῖν ὑπάρχων λειτουργήσας, ἔργῳ τοὺς
ιδίους λόγους ἠθέτησεν· ἐπεὶ οὐκ ἂν ποτ' ἐγένετο
μεθ᾿ ἡμῶν, εἰ τα γραφέντα αὐτῷ καθ᾿ ἡμῶν ἔφερεν
ἐν τῇ διανοίᾳ ἐαυτού.
"
Αναγνωσθήτωσαν καὶ ταῦτα όσα ο αυτός μέγας
ἐν πατριάρχαις Μεθόδιος ἐν ἐπιστολαῖς κατὰ τῶν
αυτών σουλιωτών δικαιότατον ἀπεφήνατο, ένα
γνώτε, κ. τ. λ.
Προς οὖν τους στουδιώτας τούτους ῥητέον ταῦτα·
καὶ καὶ μὴ πάρεισιν ἀκουσάτωσαν· ὅτι εἰ μὴ ἀναθεματίσαιεν τα κατά Νικηφόρου καὶ Ταρασίου των
παναγιωτάτων συγγραμμένα τῷ Πατρὶ αὐτῶν, οὐ
κατ' αὐτὸν ἐκεῖνον μὴ γένοιτο. Particulam quamdam
hujus epistole recitavit jam Allatius in dissert. de
Methodiis p. 377.
In codicis autem margine sic rei historia scribitur: Χρὴ εἰδέναι ὅτι οἱ μαθηταὶ τοῦ Στουδίτου
μετά τήν τοῦ ἁγίου ἐκείνου κοίμησιν μή θέλοντες
ὑποτάσσεσθαι τη καθολική Εκκλησίᾳ, ἀλλὰ τῷ οἱ
κείω θελήματα περιάγεσθαι, τάς πρώτας εκείνας
κατηγορίας λαβόντες εἰς ἀφορμὴν, διερράγησαν πά
λιν καὶ ἀπέσχισαν εαυτούς ἀπὸ τῆς καθολικής Εκκλησίας· καθ' ὧν καὶ ὁ ἅγιος Μεθόδιος κινηθείς, συνοδικῶς τό ἀνάθεμα εξεφώνησεν.
col. 795–796page 9 of 13
PG 140:795σαρῶν, καὶ τῇ σφετέρα πανασελγώς συμφθειρόμεν β αιωνία η μνήμη πατριαρχῶν ἀνάθεμα. νος νύμφη, τὴν ἰδίαν ἀναιτίως ἀποπεμψάμενος γα μετήν, ἐπεὶ ἀποστῆσαι ἑαυτὸν τῆς μυσαρας ταυτησὶ μίξεως πρὸς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου κατηναγκάζετο, θέλων ἐκφυγεῖν τοὺς ἐλέγχους καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἐπι τριβομένην αὐτῷ αἰσχύνην ἀποβαλέσθαι (ἀπεῖρξε γὰρ αὐτὸν καὶ τῆς Ἐκκλησίας ὁ πατριάρχης), του θρόνου κατάγει αὐτὸν, καὶ τῇ ἐξορίᾳ δίδωσι, τῇ τοῦ Μιχαήλ κουφότητι χρησάμενος εις τὴν τοῦ ἰδίου θελήματος αποπλήρωσιν. Τούτου δὲ ἐκβληθέντος, σπουδῇ μὲν καὶ συναινέσει τοῦ Βάρδα, προβλήσει δε του Μιχαήλ εἰς τὸν θρόνον ἀνάγεται φωτιος. Επεί δὲ Βασίλειος ὁ Μακεδών, τον Μιχαὴλ ἀποκτείνας, κατέσχε τὴν βασιλείαν, τον Φώτιον μέν του θρονου κατάγει, τὸν δὲ ἅγιον Ἰγνάτιον αὖθις ανάγει. Ἡ δέ αἰτία, φασίν, ότι πέμψας αὐτὸν Φωτιος, τῆς ζω ποιού κοινωνίας οὐ μετεδίδου αὐτῷ, ἡμαγμένην ἔτι ἔχοντι τὴν χεῖρα τῷ τοῦ Μιχαήλ μόνῳ. Αλλά τοῦ Ιγνατίου τον βίον απολιπόντος, αὖθις εἰς τὸν θρόνον ανάχθη Φώτιος παρὰ τοῦ αὐτοῦ βασιλέως· οὗ ὁ υἱὸς Λέων, ο πολὺς τὴν φιλοσοφίαν, τον Φώτιον αὖθις του θρόνου παρακεκινηκώς (δείσας, ὡς φασι, μὴ οὐκ τάσῃ ἀνύνασθαι Σανταβαρηνὸν τῆς εἰς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα διαβολῆς κατ' αὐτοῦ ἕνεκα· τοῦτο γὰρ ὁ Λέων αὑτάρχης ήδη αναδειχθεὶς κατὰ νοῦν ἐστρε με), Στέφανον τὸν ἴδιον ἀδελφὸν καθιστά πατριάρχην εξουσιαστικώς. Καὶ τούτων πάντων οὐδεὶς ἀπόβλητος γέγονεν. αλλ' ὅλοι δέκτοι καὶ σεβάσμιοι τῇ τῶν πιστών Εκκλησίᾳ καὶ εἰσὶ καὶ γνωρίζονται. Καὶ τούτο δῆλον ἐκ του συνοδικού γέγραπται γάρ ἐν αὐτῷ οὕτω ταῦτα· «Ἰγνατίου. Φωτίου. Στενά νου, καὶ 'Αντωνίου των αγιωτάτων πατριαρχών καὶ πάλιν «Τὰ λαληθέντα καί γραφέντα κατὰ Ἰγνατίου καὶ Φοτίου τῶν ἁγιωτάτων ιγ. Ἐγὼ δὲ του συνοδικού αρτίως ἐπιμνησθείς, καὶ ὧν ἤδη ἐπιλέλησμαι ἐμνημονεύσα· φέρεται γάρ ἐν αὐτῷ τάδε· «Ταρασίου καὶ Νικηφόρον των αγων τάτων πατριαρχών αιωνία μνήμη» και αύθις. Τὰ λαληθέντα καὶ γραφέντα κατὰ τῶν ἀοιδίμων πατριαρχών Ταρασίου και Νικηφόρου ανάθεμα. Ορᾶτε τὴν ὀρθὴν καὶ τῷ Θεῷ εὐαποδεκτών κρίσιν τῆς ἁγίας καὶ καθολικής Εκκλησίας, καὶ τῶν ἱερο κηρύκων ἁγίων ἀποστόλων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, οἱ νυν ἀντιλέγοντες τῷ κοινῷ των ορθοδοξων πληρώματι, φοίξατε, παρακαλώ, ἐννοήσαντες κ κακού φέρεσθε, και προς διόρθωσιν ἑαυτῶν ἐπάχθη τε· οἱ γάρ ειρημένοι μικρὸν ἀνωτέρω πάντες άγιοι, οὗτοι πάντες άνθρωποι ὄντες ἔπαθον τι ανθρωπινον καὶ οἴδατε πάντες ὅσα καὶ εἶπον καὶ ἔγραψαν άλλοι κατ' άλλων· ἐπειδὴ εὐλογοις δῆθεν ἐνέπεσον ἀφορ μαῖς, καὶ τῆς ακριβείας. αντιποιείσθαι ένόμισαν όπερ και τινες ἐξ ὑμῶν κατὰ τοὺς ἄρτι χρονος παθεῖν ἔδοξαν. Τὰ γὰρ τῶν πολλών ὰ καὶ πράττουσι διδάσκουσιν οἱ τὴν ὑμετέραν δῆθεν ὑπὲρ τῆς ἀκριβείας εὐλάβειαν υποκρινομένοι, σιωπή μάλλον προσήκει δοῦναι ἡ γραφῇ· τὰ γὰρ κρυφή, φησὶν ὁ θεῖος ᾿Απόστολος, γινόμενα ὑπό τινων αἰσχρόν ἐστι καὶ
METHODII MONACHI.
sar, nurum suam flagitiose deperiens,uxori proprie σαρῶν, καὶ τῇ σφετέρα πανασελγώς συμφθειρόμεν
misso repudio, cum incestum amorem illum a sancto Ignatio omittere juberetur, ob vitandas objurgationes atque ex his consequentem infamiam (nam
etiam ecclesia secluserat eum patriarcha) sede
Ignatium deturbavit, abutens scilicet Michaelis levitate, ad explendam suam cupiditatem. Quo expulso, studio quidem consilioque Bardæ, Michaelis
autem auctoritate, collocatur in sede Photius.
Verumtamen Macedo Basilius Michaele interempto
ad regnum connisus. Photium exauctoravit, Ignatiumque restituit. Causa vero rei fuisse traditur,
quod Photius, misso nuntio, sacræ mensæ communione Basilio interdixerat, manum adhuc cruentam
gerenti Michaelis cæde. Sed enim Ignatio mortuo,
rursus ad Photium dignitas ab eodem imperatore β
defertur: cujus filius Leo philosophi nomine clarus Photium denuo sede removit; timens, ut aiunt,
ne Santarenum defenderet in causa calumniæe quam
iile olim contra se apud patrem imperatorem struxerat. Hoc enim obvertebatur Leonis menti nuper
regnum adepti. Ergo Stephanum fratrem suum vi
regia patriarcham creavit. Atqui neшo ex his patriarchis repudiatus fuit; sed admissi omnes atque
in lionore habiti apud fidelium Ecclesiam fuerunt
et adhuc sunt atque existimantur. Idque fit palam
ex libro synodico, ubi hæc babentur: • Ignatii,
Photii, Stephani, atque Antonii sanctissimorum
patriarcharum æterna memoria sit.» Et rursus:
«Anathema iis, quæ dicta scriptave fuerunt adversus sanctissimos patriarchas Ignatium atque
Photium.»
αιωνία η μνήμη
πατριαρχῶν ἀνάθεμα.
νος νύμφη, τὴν ἰδίαν ἀναιτίως ἀποπεμψάμενος γαμετήν, ἐπεὶ ἀποστῆσαι ἑαυτὸν τῆς μυσαρας ταυτησὶ
μίξεως πρὸς τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου κατηναγκάζετο,
θέλων ἐκφυγεῖν τοὺς ἐλέγχους καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἐπιτριβομένην αὐτῷ αἰσχύνην ἀποβαλέσθαι (ἀπεῖρξε
γὰρ αὐτὸν καὶ τῆς Ἐκκλησίας ὁ πατριάρχης), του
θρόνου κατάγει αὐτὸν, καὶ τῇ ἐξορίᾳ δίδωσι, τῇ τοῦ
Μιχαήλ κουφότητι χρησάμενος εις τὴν τοῦ ἰδίου
θελήματος αποπλήρωσιν. Τούτου δὲ ἐκβληθέντος,
σπουδῇ μὲν καὶ συναινέσει τοῦ Βάρδα, προβλήσει δε
του Μιχαήλ εἰς τὸν θρόνον ἀνάγεται φωτιος. Επεί
δὲ Βασίλειος ὁ Μακεδών, τον Μιχαὴλ ἀποκτείνας,
κατέσχε τὴν βασιλείαν, τον Φώτιον μέν του θρονου
κατάγει, τὸν δὲ ἅγιον Ἰγνάτιον αὖθις ανάγει. Ἡ δέ
αἰτία, φασίν, ότι πέμψας αὐτὸν Φωτιος, τῆς ζω
ποιού κοινωνίας οὐ μετεδίδου αὐτῷ, ἡμαγμένην ἔτι
ἔχοντι τὴν χεῖρα τῷ τοῦ Μιχαήλ μόνῳ. Αλλά τοῦ
Ιγνατίου τον βίον απολιπόντος, αὖθις εἰς τὸν θρόνον
ανάχθη Φώτιος παρὰ τοῦ αὐτοῦ βασιλέως· οὗ ὁ υἱὸς
Λέων, ο πολὺς τὴν φιλοσοφίαν, τον Φώτιον αὖθις του
θρόνου παρακεκινηκώς (δείσας, ὡς φασι, μὴ οὐκ
τάσῃ ἀνύνασθαι Σανταβαρηνὸν τῆς εἰς τὸν πατέρα
καὶ βασιλέα διαβολῆς κατ' αὐτοῦ ἕνεκα· τοῦτο γὰρ
ὁ Λέων αὑτάρχης ήδη αναδειχθεὶς κατὰ νοῦν ἐστρε
με), Στέφανον τὸν ἴδιον ἀδελφὸν καθιστά πατριάρχην
εξουσιαστικώς. Καὶ τούτων πάντων οὐδεὶς ἀποβλη
τος γέγονεν. αλλ' ὅλοι δέκτοι καὶ σεβάσμιοι τῇ τῶν
πιστών Εκκλησίᾳ καὶ εἰσὶ καὶ γνωρίζονται. Καὶ
τούτο δῆλον ἐκ του συνοδικού γέγραπται γάρ
ἐν αὐτῷ οὕτω ταῦτα· «Ἰγνατίου. Φωτίου. Στενάνου, καὶ 'Αντωνίου των αγιωτάτων πατριαρχών
· καὶ πάλιν «Τὰ λαληθέντα καί γραφέντα κατὰ Ἰγνατίου καὶ Φοτίου τῶν ἁγιωτάτων
»
ιγ. Ἐγὼ δὲ του συνοδικού αρτίως ἐπιμνησθείς,
καὶ ὧν ἤδη ἐπιλέλησμαι ἐμνημονεύσα· φέρεται γάρ
ἐν αὐτῷ τάδε· «Ταρασίου καὶ Νικηφόρον των αγων
τάτων πατριαρχών αιωνία μνήμη» και αύθις.
• Τὰ λαληθέντα καὶ γραφέντα κατὰ τῶν ἀοιδίμων
πατριαρχών Ταρασίου και Νικηφόρου ανάθεμα.
Ορᾶτε τὴν ὀρθὴν καὶ τῷ Θεῷ εὐαποδεκτών κρίσιν
τῆς ἁγίας καὶ καθολικής Εκκλησίας, καὶ τῶν ἱεροκηρύκων ἁγίων ἀποστόλων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων
ἡμῶν, οἱ νυν ἀντιλέγοντες τῷ κοινῷ των ορθοδοξων
πληρώματι, φοίξατε, παρακαλώ, ἐννοήσαντες κ
13. Ego vero cum synodici mentionem fecerim,
addam et alia verba, quorum pene oblitus eram,
Sic enim ibidem præterea legitur: «Tarasii et Nicephori sanctissimorum patrum æterna memoria
sit.» Rursusque: «Iis quæ dicta scriptave fuerunt
adversus laudabiles patriarchas Tarasium atque
Nicephorum, anathema.» Videte rectum Deoque
gratum sanctæ, et catholicæ Feclesiæjudicium, sanctorum Evangelii præconum apostolorum, sanctorumque Patrum nostrorum, vos, inquam, qui generali orthodoxorum coetui resistitis. Exhorrescite,
oro, in quantum malorum barathrum per discor- κακού φέρεσθε, και προς διόρθωσιν ἑαυτῶν ἐπάχθη
diam vestram ruatis, emendationique curam impendite. Nam prædicti omnes quibus sacer honor habetur, quoniam homines erant, humani aliquid
passi sunt: nostis enim quibus invicem verbis atque scriptis adversati sint: quia videlicet probabiles in speciem causas controversiarum nacti erant
et suum quisque persequi jus credebant: quod
ipsum vestri quoque nonnulli homines nuperis
temporibus egisse videntur. Elenim quae multi faciunt, ex iis qui vestrum summæ rectitudinis studium simulant, silentio magis commendare oportet
τε· οἱ γάρ ειρημένοι μικρὸν ἀνωτέρω πάντες άγιοι,
οὗτοι πάντες άνθρωποι ὄντες ἔπαθον τι ανθρωπινον·
καὶ οἴδατε πάντες ὅσα καὶ εἶπον καὶ ἔγραψαν άλλοι
κατ' άλλων· ἐπειδὴ εὐλογοις δῆθεν ἐνέπεσον ἀφορ
μαῖς, καὶ τῆς ακριβείας. αντιποιείσθαι ένόμισαν·
όπερ και τινες ἐξ ὑμῶν κατὰ τοὺς ἄρτι χρονος
παθεῖν ἔδοξαν. Τὰ γὰρ τῶν πολλών ὰ καὶ πράττουσι
διδάσκουσιν οἱ τὴν ὑμετέραν δῆθεν ὑπὲρ τῆς
ἀκριβείας εὐλάβειαν υποκρινομένοι, σιωπή μάλλον
προσήκει δοῦναι ἡ γραφῇ· τὰ γὰρ κρυφή, φησὶν ὁ
θεῖος ᾿Απόστολος, γινόμενα ὑπό τινων αἰσχρόν ἐστι
καὶ
De synodico legi solito quotannis Constantinopoli et in cuncta Græcia loquitur Allatius Contra
Creyghtonum, p. 533.
col. 797–798page 10 of 13
PG 140:797καὶ λέγειν. ᾿Αλλὰ τὰ τῶν τοιούτων οἱ καὶ ἡμῖν ὑπο στρέψαντες ἀπὸ τῆς καθ' ὑμᾶς πλάνης ἐκδιηγοῦνται, κατανύξει ποαλλῇ καὶ δάκρυσι ποιούμενοι τὴν ἐξομολόγησιν· ἐγὼ δὲ ὅπερ έλεγον, ανθρωπινήν τι παθόντες οἱ εἰρημένοι ἅγιοι, εἶπον καὶ ἔγραψαν ἔγραψαν. Ἡ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ένθεος κρίσις τὰ μέν εἰρημένα και γεγραμμένα ἐν τῷ την φιλονεικίας καιρῷ καί πάθει τῷ ἀναθέματι συνοδικώς καθυπέβαλε· τοὺς δ᾽ εἰπόντας καὶ γράψαντας πάντας ἀσπα σίως ἐδέξατο· καὶ το, Αιωνία η μνήμη, περὶ πάντων ἐπίσης ἀναφωνεί. ιδ. Τί ἐντεῦθεν ἡμᾶς ἐκπαιδεύουσα; Ότι τοι κρεῖσσον ἐστιν ἡ ἡμόνια καὶ εἰρήνη των ορθοδόξων Χρι στιανῶν, ἱστασιάστως καὶ ὁμονοητικώς τηρουμένη μετά φόβου Θεοῦ καὶ ἀγάπης, ἢ τῷ τὴν ἀκρίβειαν δοκεῖν διώκειν, καὶ τὸ καλὸν σχίζειν σωμα την Εκ κλησίας Χριστοῦ· «Ἐν τούτῳ γάρ, » φησι καὶ ὁ Κύριος, «γνώσονται, ὅτι μαθηταί μού έστε,» ούχι τῷ τῆς ἀκριβείας δοκεῖν ἐξέχεσθαι, αλλ' ο την αγα πάτε άλληλους.» Ο γουν δι' ἀκριβεια, δῆθεν κανόνος τινός ταραχάς ποιών, στάσεις κινῶν, καὶ τὸ σωμα σχίζων τῆς Ἐκκλησίας, ορθοδοξία τῆς εὐσεβείας συντηρουμένης, ὁ τοιοῦτος, εἰ καὶ από ευλαβείας κι νεῖσθαι οἴεται, λέληθεν ἑαυτόν ειρήσεται γάρ, εἰ καὶ ἐπαχθες) λύκος ὧν ἔξωθεν μὲν ἐν φορά προβά των ἐρχόμενος, ἔσωθεν δε γέμων δολον καὶ ἁρπα γῆς. Καὶ μὴ ταθ᾿ ἡμῶν ἀγανακτήσης ἀκούων· οὐδὲ γὰρ ἡμέτερος οὗτος ὁ λόγος, ἀλλὰ τῆς πᾶσαν τὴν ύφηλιον αὐγαζούσης καὶ λόγῳ καὶ βίῳ σεπτής ξυνω είδος, Ιγνατίου του θεοφόρου, φημί, καὶ Ιωάννου του χρυσορρήμονος· ὁ μέν γάς, «Ο τοιούτος,» μετί, ο λύκος του άρπαξ έστω, προβάτου φθορὰν ἐν προβά του δορά κατεργαζόμενος· ὃν μιας μαρτυρίου αίμα πλύναι ἰσχύσειν τρανώς αποφαίνεται· ὁ δὲ τὴν γλώτταν χρυσοῦς καὶ τῶν αἱρετικά φρονούντων δογματα χείρονα τὴν τὴν Ἐκκλησίαν σχίζοντα είναι διαμαρτύρεται· καὶ οὐχ απλώς χείρονα, αλλά και μετά πλείστης όσης τῆς ἐπιτάσεως πολλώ μάλλον χειρόν φησιν "Αλλος δέ τις τῶν ἁγίων, Ο σχέ ζων τὴν ᾿Εκκλησίαν,» φησί, «δηλονότι ὀρθοδοξίας οὔσης, ταυτὸν ποιεῖ τοῖς λόγχῃ διατρήσασιν ἐν τῷ πάθει τή του Κυρίου σῶμα.» (πηνίκα δέ τις ἐπι κρατεί αίρεσις, τηνικαῦτα ὁ ἀντιλέγων οὐ σχίσμα παρεισάγει τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀλλ' ἀπὸ σχισμάτων αυτ τὴν λυτροῦται· ὡς που τοῖς ἱεροῖς και θείοις κανό σιν ευστόχως εἴρηται. ᾿Αλλ' ἐπανιτέον ὅθεν ἐξέβα μεν, καὶ τά όμοια τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι προσθετέον τῷ λόγῳ. ιέ. Λέων ο Σοφός, οὗ καὶ πρότερον ἐμνήσθην, Νι κόλαον τον Μυστικόν του θρόνου αδίκως ἐξώτας, ὅτι μὴ παραχωρῶν ἐν αὐτῷ τὴν τετραγαμίαν, Εὐθύ μιον τὴν σύγκελλον πατριάρχην ανέδειξεν. Αλλ' ὅτε μὲν ο Λέων οὗτος ἀπεβίω, Αλέξανδρος ως ο αδελφός αὐτοῦ τὴν βασίλειον ἀρχὴν ὠκειώσατο ἑαυτῷ, τὴν Ι,
DE SCHISMATE VITANDO.
a
καὶ λέγειν. ᾿Αλλὰ τὰ τῶν τοιούτων οἱ καὶ ἡμῖν ὑπο- quam scriptis. Nam quæ in occulto, inquit divus
στρέψαντες ἀπὸ τῆς καθ' ὑμᾶς πλάνης ἐκδιηγούνται, κατανύξει ποαλλῇ καὶ δάκρυσι ποιούμενοι τὴν
ἐξομολόγησιν· ἐγὼ δὲ ὅπερ έλεγον, ανθρωπινήν τι
παθόντες οἱ εἰρημένοι ἅγιοι, εἶπον καὶ ἔγραψαν
ἔγραψαν. Ἡ δὲ τῆς Ἐκκλησίας ένθεος κρίσις τὰ μέν
εἰρημένα και γεγραμμένα ἐν τῷ την φιλονεικίας
καιρῷ καί πάθει τῷ ἀναθέματι συνοδικώς καθυπέβαλε· τοὺς δ᾽ εἰπόντας καὶ γράψαντας πάντας ἀσπα
σίως ἐδέξατο· καὶ το, Αιωνία η μνήμη, περὶ πάντων
ἐπίσης ἀναφωνεί.
(
ιδ. Τί ἐντεῦθεν ἡμᾶς ἐκπαιδεύουσα; Ότι τοι κρείσ
σόν ἐστιν ἡ ἡμόνια καὶ εἰρήνη των ορθοδόξων Χρι
στιανῶν, ἱστασιάστως καὶ ὁμονοητικώς τηρουμένη
μετά φόβου Θεοῦ καὶ ἀγάπης, ἢ τῷ τὴν ἀκρίβειαν
δοκεῖν διώκειν, καὶ τὸ καλὸν σχίζειν σωμα την Εκκλησίας Χριστοῦ· «Ἐν τούτῳ γάρ,
» φησι καὶ ὁ
Κύριος, «γνώσονται, ὅτι μαθηταί μού έστε,» ούχι
τῷ τῆς ἀκριβείας δοκεῖν ἐξέχεσθαι, αλλ' ο την αγα
πάτε άλληλους.» Ο γουν δι' ἀκριβεια, δῆθεν κανόνος
τινός ταραχάς ποιών, στάσεις κινῶν, καὶ τὸ σωμα
σχίζων τῆς Ἐκκλησίας, ορθοδοξία τῆς εὐσεβείας
συντηρουμένης, ὁ τοιοῦτος, εἰ καὶ από ευλαβείας κι
νεῖσθαι οἴεται, λέληθεν ἑαυτόν ειρήσεται γάρ, εἰ
καὶ ἐπαχθες) λύκος ὧν ἔξωθεν μὲν ἐν φορά προβά
των ἐρχόμενος, ἔσωθεν δε γέμων δολον καὶ ἁρπα
γῆς. Καὶ μὴ ταθ᾿ ἡμῶν ἀγανακτήσης ἀκούων· οὐδὲ
γὰρ ἡμέτερος οὗτος ὁ λόγος, ἀλλὰ τῆς πᾶσαν τὴν
ύφηλιον αὐγαζούσης καὶ λόγῳ καὶ βίῳ σεπτής ξυνωείδος, Ιγνατίου του θεοφόρου, φημί, καὶ Ιωάννου
του χρυσορρήμονος· ὁ μέν γάς, «Ο τοιούτος,» μετί,
ο λύκος του άρπαξ έστω, προβάτου φθορὰν ἐν προβά
του δορά κατεργαζόμενος· ὃν μιας μαρτυρίου αίμα
πλύναι ἰσχύσειν τρανώς αποφαίνεται· ὁ δὲ τὴν
γλώτταν χρυσοῦς καὶ τῶν αἱρετικά φρονούντων
δογματα χείρονα τὴν τὴν Ἐκκλησίαν σχίζοντα είναι
διαμαρτύρεται· καὶ οὐχ απλώς χείρονα, αλλά και
μετά πλείστης όσης τῆς ἐπιτάσεως πολλώ μάλλον
χειρόν φησιν "Αλλος δέ τις τῶν ἁγίων, Ο σχέ
ζων τὴν ᾿Εκκλησίαν,» φησί, «δηλονότι ὀρθοδοξίας
οὔσης, ταυτὸν ποιεῖ τοῖς λόγχῃ διατρήσασιν ἐν τῷ
πάθει τή του Κυρίου σῶμα.» (πηνίκα δέ τις ἐπι
κρατεί αίρεσις, τηνικαῦτα ὁ ἀντιλέγων οὐ σχίσμα
παρεισάγει τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀλλ' ἀπὸ σχισμάτων αυτ
τὴν λυτροῦται· ὡς που τοῖς ἱεροῖς και θείοις κανό
σιν ευστόχως εἴρηται. ᾿Αλλ' ἐπανιτέον ὅθεν ἐξέβα
μεν, καὶ τά όμοια τοῖς ἤδη ῥηθεῖσι προσθετέον τῷ
λόγῳ.
»
ιέ. Λέων ο Σοφός, οὗ καὶ πρότερον ἐμνήσθην, Νι
κόλαον τον Μυστικόν του θρόνου αδίκως ἐξώτας, ὅτι
μὴ παραχωρῶν ἐν αὐτῷ τὴν τετραγαμίαν, Εὐθύ
μιον τὴν σύγκελλον πατριάρχην ανέδειξεν. Αλλ' ὅτε
μὲν ο Λέων οὗτος ἀπεβίω, Αλέξανδρος ως ο αδελφός
αὐτοῦ τὴν βασίλειον ἀρχὴν ὠκειώσατο ἑαυτῷ, τὴν
Utrumque dictum tam Ignatii quam Chry -
sostomi exstat in hujus postremi homilia XI in
epist. ad Ephes. Porro Ignatii dictum citat etiam
apostolus, & nonnullis fiunt, ea dictu quoque turpia sunt. Sed enim hæc vestrarum partium homines maxime norunt, qui deinde a vestro errore
resipiscentes, nobis patefeceruut, non sine multo
dolore ac lacrymis rem confitentes. Age vero quod
jam dixi, venerabiles illi viri lingua et scriptis intemperanter sane usi sunt: divinum autem Ecclesiæ judicium, quidquid inimicitiarum tempore et
æstu dictum scriptumve fuit, anathemate synodali
perculit verborum vero scriptorumque auctores
peramanter omnes recipit, æternæque memoriæ
honorem cunctis a que per sacrum ritum acclamat.
"
14. Quid autem hinc docemur? Nempe rectius
fieri si consensio et pax inter orthodoxos Christianos firmiter concordliterque cum Dei timore et charitate servetur, quam si, dum jus summum videmur persequi, formosum Ecclesiae Christianæ corpus discerpamus. «In hoc enim, inquit Dominus,
«< cognoscet mundus quod discipuli mei estis, (non si
summo juri mordicus adhæseritus, verum) si invicem dilexeritis.» Qui igitur ob alicujus tutelam
canonis turbas ciet seditionesque commovet, atque
Ecclesiae corpus discindit, (si modo ea fidei puritatem retineat), hic, inquam, quantumvis se religione
permotum autumet, nescit tamen (fremat quisque
licet, dicam quod sentio), nescit, inquam, se lupum
esse ovis pelle confectum, rapinaque et dolo concretum. Neque vero mihi quisquam succenseat;
non enim meus hic sermo est, sed duorum qui
terram universum verbo ac moribus illustravere virorum, Ignati, inquam, theophori et Joannis Chrysostomi. Ait enim disertis verbis Ignatius: «Hic
tibi lupi instar rapacis sit, qui gregi exitium sub
ovis pelle molitur. Hunc ne martyrii quidem sanguis mundabit.» Chrysostomus autem hominem
qui schisma in Ecclesia facit, pejorem hæretico
esse testatur; neque tantummodo pejorem dicit,
verum cum summa emphasi multo pejorem esse
pronuntiat. Alius vero sanctus vir quidam: ་ Qui
Ecclesiam, inquit (olummodo sit orthodoxa), scindit,
eodem se obstringit scelere. atque illi olim qui
Dominicum corpus lanceatransfoderunt» Verumtamen si qua hæresis forte inciderit, tunc demum is
qui adversatur, haud schisma in Ecclesiam invehit,
sed hanc a schismate prohibet; veluti in sacris
divinisque canonibus sapienter animadversum est.
Sed illuc, unde discessimus, redeundum est, et
susceptæ materiæ tenor continuandus.
15. Leo Sapiens, quem jam antea commemoravi,
Nicolao Mystico per vim injustam depulso, quia
nuptias ei quartas non annuebat,Euthymium syncellum patriarcham fecit. Sed enim mortuo Leone,
Alexander frater ejus, imperio ad se translato. Euthymium deposuit, propriæque sedi restituit NicoJoannes Antiochenus apud Cotelerium Monum.
Eccl. Gr. t. Ι, pag. 176., ut jam observavit Grabius.
col. 799–800page 11 of 13
PG 140:799τῷ οἰκείῳ θρόνῳ ἀποκατέστησεν. Οὗτοι δὲ καὶ ἀμφό τεροι δεκτοί πάντως τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσὶν ὡς ὀρθό δοξοι ὄντες, καὶ ὑπὲρ τῶν θείων νόμων ἠγωνισμένοι καὶ γὰρ καὶ τὸν Εὐθύμιον πολλά φασιν ἀγωνισασθαι κωλύσαι τὸν βασιλέα Λέοντα μὴ νόμον τὴν τετραγαμίαν γράψαι καὶ καταλείψαι. Καὶ δὴ καὶ ἐκώλυσεν. Ελθωμεν δέ ἐπὶ τῶν νεωτέρων. Ὁ ἐκ Κομνηνών βασιλεὺς Μανουήλ, τὸν ἅγιον ἐν πατριάρχαις Κοσμάν τὸν ᾿Αττικὸν ἀδίκως τοῦ θρόνου καταγαγών, ἕτερον ἀνῆξεν· ὅπερ τοῖς κανόσι τοῖς ἱεροῖς οὐ δοκεῖ. ᾿Αλλ' ὅμως Εκκλησία καὶ τοῦτον ἐδέξατο· καί τοὺς δι' αὐτοῦ χειροτονηθέντας οὐκ ἀπεβάλετο. Οτι δὲ πολλὴν τὴν παρρησίαν τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἐπλούτει ὁ εἰρημένος Κοσμᾶς ὁ πατριάρχης, ἐντεῦθεν δῆλον· φασὶ γάρ μὲν Εὐθύμιον τοῦ θρόνου καθείλε, Νικόλαον δε αὖθις β ότι υπεραλγήσας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κατ' αὐ άρχου πρόῤῥησιν· ἀλλὰ καὶ ἡ τῆς Αὐγούστης γαστὴρ ἐπιτίμησιν, ὡς εἴρηται, δεξαμένη· εἰ γὰρ καὶ γέγονε ρημένης αὐτόν ἐγείνατο, ἀλλ' ἀπὸ Μαρίας τῆς ἐκ Λατίνων. τῆς δυναστείας τῶν οὐκ εὐαγῶς τῇ βασιλείᾳ χρωμένων, μέλλων ήδη εξέρχεσθαι, τὴν Αὐγούσταν κατὰ γαστρός σφραγίσας, ἐπετίμησε μηκέτι τεκεῖν παῖδα ἄόρεια. Ὁ δὲ Κοντοστέφανος, τῷ καιρῷ χαριζόμενος, ἐπεὶ παρεστὼς ἦν τῇ δεσποίνη, ἐξέτεινε τὴν χεῖρα ῥαπίσαι τὸν πατριάρχην· ἀλλ' ἐκωλύθη προς τῶν συμπαρεστώτων. Ὁ γοῦν πατριάρχης ἐπιστραφεὶς, Αφετε αὐτόν, ἔφη, μετ᾿ οὐ πολὺ τὴν οἰκείαν Πετρέαν ληψόμενον· ὁ καὶ γέγονεν ὀλίγον γάρ δειλθόντος καιροῦ, πίπτει ὁ Κοντοστέφανος εἰς τὸν κατά Κέρκυραν πόλεμον, λίθω βληθείς πρός τινος τῶν τοῦ ἄστεος ἄνωθεν· ὑφ οὐ λίθου καὶ τὴν ψυχὴν αἰσχρῶς ἀπέβαλε καὶ ἐλεεινῶς, κατὰ τὴν τοῦ πατρι ἀκαρπος ἐξ ἀφρενικῆς γονῆς ἔμεινε τὴν παρ' αὐτοῦ τῷ Μανουὴλ υἱὸς ᾿Αλέξιος, ἀλλ' οὐκ ἐκ τῆς εἰσ ις΄. Τί δὲ καὶ Ἰσαάκιος ὁ ᾿Αγγελος οὐ χωρίς πάσης αἰτίας εὐλόγου καὶ κανονικῆς αἰτίας τὸν Καματηρὸν του θρόνου παρακινήσας, Νικήταν τον σα κελλάριον ἔθετο; Οὐχί τοῦτον αὖθις ὡς ἀφελῆ με, ἐνιαυτὸν ἄνα καταγαγών, τον θεοτοκίτην Λεόντιον πατριάρχην πεποίηκεν; ῖν καὶ θεοτοκίτην εκάλεσε, διαβεβαιούμενος τὴν Θεοτόκον ἐμφανισθῆναί οἱ, καὶ προστάξαι Νικήταν μὲν καθελεῖν, Λεόντιον δὲ ἀντ αὐτοῦ τῷ θρόνῳ ἐγκαταστῆσαι; Οὐχί αὖθις τον μέν Λεόντιον του θρόνου ἐξίωσε, τῆς Θεοτόκου αὐτῷ καὶ πάλιν τοῦτο ποιῆσαι διαταξαμένης ισχυριζόμενος. τὸν Ἱεροσολύμων δέ Δοσίθεον τῆς Κωνσταντίνου ἱεράρχην ἀπέδειξεν; Επεί δε ο γογγυσμός πολύς περί τούτου γεγένηται, οὐχὶ καὶ Δοσίθεος, τούτου ἕνεκα του θρόνου ἀποπεσών, ἕτερος ποεβλήθη; Πέντε γοῦν οὕτω πατριάρχας τῆς Κωνσταντίνου Ισαάκιος κατέστησεν ἐν χρόνοις ἐννέα, οἷς καὶ ἦν βασιλεύσας αὐτός· λόγῳ μὲν καὶ κανονικοῖς ἐγκλήμασιν οὐδαμῶς ἁπλῶς δὲ οἰκείῳ θελήματι καὶ ὁρέ ξει, τὸν μὲν κατάγων, τον δ' ανάγων. Καὶ ὅμως οὐδείς τούτων, ἢ τῶν δι' αὐτῶν χειροτονηθέντων ό
METHODII MONACHI.
τῷ οἰκείῳ θρόνῳ ἀποκατέστησεν. Οὗτοι δὲ καὶ ἀμφότεροι δεκτοί πάντως τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσὶν ὡς ὀρθόδοξοι ὄντες, καὶ ὑπὲρ τῶν θείων νόμων ἠγωνισμένοι·
καὶ γὰρ καὶ τὸν Εὐθύμιον πολλά φασιν ἀγωνισασθαι
κωλύσαι τὸν βασιλέα Λέοντα μὴ νόμον τὴν τετραγαμίαν γράψαι καὶ καταλείψαι. Καὶ δὴ καὶ ἐκώλυσεν.
Ελθωμεν δέ ἐπὶ τῶν νεωτέρων. Ὁ ἐκ Κομνηνών
βασιλεὺς Μανουήλ, τὸν ἅγιον ἐν πατριάρχαις Κοσμάν
τὸν ᾿Αττικὸν ἀδίκως τοῦ θρόνου καταγαγών, ἕτερον
ἀνῆξεν· ὅπερ τοῖς κανόσι τοῖς ἱεροῖς οὐ δοκεῖ. ᾿Αλλ'
ὅμως Εκκλησία καὶ τοῦτον ἐδέξατο· καί τοὺς δι' αὐτοῦ
χειροτονηθέντας οὐκ ἀπεβάλετο. Οτι δὲ πολλὴν τὴν
παρρησίαν τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἐπλούτει ὁ εἰρημένος
Κοσμᾶς ὁ πατριάρχης, ἐντεῦθεν δῆλον· φασὶ γάρ
laum. Jam hos ambos Ecclesia recepit, quia scilicet μὲν Εὐθύμιον τοῦ θρόνου καθείλε, Νικόλαον δε αὖθις
orthodoxi erant, et quia sacras leges protegebant:
nam et Euthymius plurimum laborrasse dicitur ne
quartas nuptias Leo imperator lata lege sanciret:
quod reapse impetravit. Sed ad recentiores jam
accedamus. Manuel imperator Comnenus sanctum
patriarcham Cosmam cognomento Atticum injuste
sede detraxit, alio substituto; quam rem sacri canones vetant. Sed tamen Ecclesia hunc quoque
recepit, neque ordinatos ab eo repudiavit, Quod
vero prædictus Cosmas patriarcha multa erga Deum
fiducia polleret, hinc innotuit; mærens enim Ecclesia malis, quam regnantium tyrannide oppressam videbat,jam sede decessurus, Augusta uterum
imprecatione conclusit, ne masculam prolem unquam pareret. Tum Cantostephanus tempori veli- β ότι υπεραλγήσας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κατ' αὐ
ficans, cum dominæ astaret, manum intendit ut
patriarcham alapa percuteret: prohibitus tamen a
præsentibus est. Tum patriarcha conversus, Sinite
hunc, inquitt, paullo post enim Petream suam excipiet; id quod reapse accidit. Brevi enim elapso
tempore bello Corcyræo Contostephanus periit, lapide ictus a nescio quo de superiore urbis muro;
quo ictu vitam foede misereque amisit, prout patriarcha prædixerat. Augustæ quoque uterus masculo fructu expers fuii, post patriarchæ quam diximus imprecationem. Etsi enim natusest Manueli
filius Alexius haud ex illo tamen, sed ex Maria
Latina, susceptus fuit.
άρχου πρόῤῥησιν· ἀλλὰ καὶ ἡ τῆς Αὐγούστης γαστὴρ
ἐπιτίμησιν, ὡς εἴρηται, δεξαμένη· εἰ γὰρ καὶ γέγονε
ρημένης αὐτόν ἐγείνατο, ἀλλ' ἀπὸ Μαρίας τῆς ἐκ Λατίνων.
16. Quid vero Isaacius Angelus? Nonne præter
omnem justam causam titulumve canonicum, Camatero deposito, Nicetam sacellarium obtrusit?
Nonne hunc ut imbecillum. anno uno exacto, removens, Leontium patriarcham fecit quem etiam
Marianum vocitavit, testans, hunc sibi a Deipara
ostensum cum mandato, ut dejecto Niceta Leontium in sede poneret? Nonne postea Leontium
exauctoravit, affirmans pariter id sibi a Deipara
imperatum, et Dositheum Hierosolymitanum Constantinopolim transtulit patriarcham? Obloquente
autem magnopere ob hanc rem populo, nonne etiam
Dositheus sede excidit, alio substituto? Quinque
igitur patriarchas Byzantina in urbe intra novennium constituit Isaacius, quanto scilicet tempore
ipse regnavit; rationem quidem vel canonicas causas nullas secutus, sed propria tantum voluntate
et arbitrio illum ejiciens, hunc oggerens. Et tamen
horum neminem, vel eos qui ab his sunt ordinati,
Ecclesia exclusit: quodque festivius fuit, vel
potius turpius, omnes hi regnante Isaacio vivebant,
Hæc erant apud Ephræmium v. 10165 ssqq.
absque notitia tamen quod Contostephanus perierit bello Corcyræo.
Hunc locum de Isaacii Angeli promotionibus
τῆς δυναστείας τῶν οὐκ εὐαγῶς τῇ βασιλείᾳ χρωμέ
νων, μέλλων ήδη εξέρχεσθαι, τὴν Αὐγούσταν κατὰ
γαστρός σφραγίσας, ἐπετίμησε μηκέτι τεκεῖν παῖδα
ἄόρεια. Ὁ δὲ Κοντοστέφανος, τῷ καιρῷ χαριζόμενος, ἐπεὶ παρεστὼς ἦν τῇ δεσποίνη, ἐξέτεινε τὴν
χεῖρα ῥαπίσαι τὸν πατριάρχην· ἀλλ' ἐκωλύθη προς
τῶν συμπαρεστώτων. Ὁ γοῦν πατριάρχης επιστραφείς, Αφετε αὐτόν, ἔφη, μετ᾿ οὐ πολὺ τὴν οἰκείαν
Πετρέαν ληψόμενον· ὁ καὶ γέγονεν ὀλίγον γάρ
δειλθόντος καιροῦ, πίπτει ὁ Κοντοστέφανος εἰς τὸν
κατά Κέρκυραν πόλεμον, λίθω βληθείς πρός τινος
τῶν τοῦ ἄστεος ἄνωθεν· ὑφ οὐ λίθου καὶ τὴν ψυχὴν
αἰσχρῶς ἀπέβαλε καὶ ἐλεεινῶς, κατὰ τὴν τοῦ πατριἀκαρπος ἐξ ἀφρενικῆς γονῆς ἔμεινε τὴν παρ' αὐτοῦ
τῷ Μανουὴλ υἱὸς ᾿Αλέξιος, ἀλλ' οὐκ ἐκ τῆς εἰσ
ις΄. Τί δὲ καὶ Ἰσαάκιος ὁ ᾿Αγγελος οὐ χωρίς
πάσης αἰτίας εὐλόγου καὶ κανονικῆς αἰτίας τὸν Καματηρόν του θρόνου παρακινήσας, Νικήταν τον σα
κελλάριον ἔθετο; Οὐχί τοῦτον αὖθις ὡς ἀφελῆ με,
ἐνιαυτὸν ἄνα καταγαγών, τον θεοτοκίτην Λεόντιον
πατριάρχην πεποίηκεν; ῖν καὶ θεοτοκίτην εκάλεσε,
διαβεβαιούμενος τὴν Θεοτόκον ἐμφανισθῆναί οἱ, καὶ
προστάξαι Νικήταν μὲν καθελεῖν, Λεόντιον δὲ ἀντ
αὐτοῦ τῷ θρόνῳ ἐγκαταστῆσαι; Οὐχί αὖθις τον μέν
Λεόντιον του θρόνου ἐξίωσε, τῆς Θεοτόκου αὐτῷ καὶ
πάλιν τοῦτο ποιῆσαι διαταξαμένης ισχυριζόμενος.
τὸν Ἱεροσολύμων δέ Δοσίθεον τῆς Κωνσταντίνου
ἱεράρχην ἀπέδειξεν; Επεί δε ο γογγυσμός πολύς
περί τούτου γεγένηται, οὐχὶ καὶ Δοσίθεος, τούτου
ἕνεκα του θρόνου ἀποπεσών, ἕτερος ποεβλήθη;
Πέντε γοῦν οὕτω πατριάρχας τῆς Κωνσταντίνου
Ισαάκιος κατέστησεν ἐν χρόνοις ἐννέα, οἷς καὶ ἦν
βασιλεύσας αὐτός· λόγῳ μὲν καὶ κανονικοῖς εγκλή
μασιν οὐδαμῶς ἁπλῶς δὲ οἰκείῳ θελήματι καὶ ὁρέξει, τὸν μὲν κατάγων, τον δ' ανάγων. Καὶ ὅμως
οὐδείς τούτων, ἢ τῶν δι' αὐτῶν χειροτονηθέντων
ό
sen potius perturbationibus ecclesiasticis profert
ex Methodio nostro Allatius Contra Creygh. exerc.
xvıı, p. 330. Rem narrat etiam Ephræmius v. 6010
sqq.
col. 801–802page 12 of 13
PG 140:801άδεκτος τῇ Ἐκκλησία γεγένηται. Τὸ δὲ δὴ ἀστειότερον, μᾶλλον δὲ ἀτιμότερον, ὅτι πάντες ἔζων ἐν ταῖς ἡμέραις Ισαακίου, διὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον τάχα ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτόν γεγενῆσθαι. Καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ τοσοῦτον. Ωδε δὲ καὶ ταῦτα προστίθημι. 15. Μάξιμος ὁ τῶν Ἱεροσολύμων ἱερὸς πρόεδρος καὶ ὁμολογητής, ἐπειδή σύνοδον συνήθροισε τοπικὴν, καὶ τὸν μέγαν ᾿Αθανάσνιον εἰς κοινωίαν ἐδέξατο ἐξ Αντιοχείας ἐρχόμενον, καὶ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν κατα λαβεῖν σπεύδοντα, δεξάμενον ἤδη ἐν ᾿Αντιοχεία πρὸς του βασιλέως Κωνσταντίου τὴν τοῦ οἰκείου θρόνου ἐκχώρησιν, διαβολαῖς τοῦ Καισαρείας Παλαιστίνης Εὐσεβίου του οἰκείου θρόνου εκπεπτωκώς, ἀνάγεται εἰς αὐτὸν σπουδῇ τοῦ αὐτοῦ Καισαρείας, Κύριλλος ο θαυμάσιος, ὃς καὶ τῆς ᾿Αρείου αἱρέσεως τὸ πρότερον διάπυρος ἐραστὴς ἦν. Καὶ τοῦτο δῆλον καὶ ἐξ ἄλλων μὲν πόλλῶν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τοῦ Μάξιμον μὲν τὸ ὁμοούσιον πρεσβεύοντα του θρόνου ἐκ. πεσεῖν, Κύριλλον δε προς ᾿Αρειανών αντί Μαξίμου καταστῆναι πρόεδρον τῆς ἁγίας Σιών. Λέγει δὲ ὁ Νύσσης θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὴν ἀνακομιδήν Στεφάνου του πρωτομάρτυρος λόγῳ οὕτως «Ην δὲ ὁ Κύριλλος ἐκ μεταμελείας τῆς ὁμοουσίῳ προσθέμενος.» Οὗτος καὶ ἐν τῇ δευτέρα συνόδῳ παρὴν ὑπὲρ τοῦ ὀρθοῦ ἀγωνιζόμενος δόγματος· καὶ συγγράμματα δε πλεῖστα καὶ πάσης ὠφελείας γέν μοντα ῇ τῶν ὀρθοδόξων καταλέλοιπεν Εκκλησία. Οὗτος οὐ μόνον οὐκ ἀπόβλητος γέγονε τῷ ἐπιθῆναι του θρόνου, ἔτι ζωντός τοῦ ἱεροῦ Μαξίμου καὶ ἐν ἐξορία ὑπὲρ τοῦ ὀρθοῦ διάγοντος λόγου, ἀλλὰ καὶ ἐπαινετὸς πάνυ καὶ ἀπόδεκτος· ἕνα γὰρ τῶν ἁγίων ἡ ᾿Εκκλησία καὶ τοῦτον πλουτοῦσα σεμνύνεται. ις. Τί δὲ καὶ Μελέτιος ὁ μέγας ἐν ὁμολογηταῖς; οὐ Σεβαστείας καὶ Βερροίας τῆς κατὰ Συρίαν, καὶ τελευταῖον Αντιοχείας τῆς μεγάλης τον θρόνον πι στεύεται πρὸς 'Αρειανῶν; οὐ συμπράκτωρ αὐτοῖς καὶ συναγωνιστὴς ἦν, καὶ τὰ δοκούντα αὐτοῖς κρατύνειν ηπείγετο, οἷς καὶ τὸν ὑψηλὸν τοῦτον θρόνου δίκαιος ἐκριθη λαβεῖν; Καὶ γάρ τινες τοῦ ὑμετέρου φρονήματος ποτε εἰς λόγους ελθόντες ἐμοὶ, δια βαιούμενοι ἔφασκον μεθ᾽ ὅσης ἂν τις εἴποι τῆς ἀπο νοίας, ότι Μελέτιον τὸν ᾿Αντιοχείας, Γερμανὸν τὸν ὁμολογητήν, καὶ Πρόκλον τὸν ἐκ Κυζίκου μετατεθέντα εἰς πόλιν τὴν βασιλεύουσαν, καὶ σὺν τούτοις Γρηγορίου του Θεολόγον φωνήν, μετά διακρίσεως κατά χάριν δεχόμεθα, ἀλλ' οὐχ ὡς γνησίως ἀρχιερα τεύσαντας. Αρ' οὖν τούτο δοκεῖ καὶ πᾶσιν ὑμῖν; Η τοὺς εἰπόντας δυσσεβῶς ταῦτα καὶ ὑμῶν ὁπόσοι τὰ θεῖα ἐστε εὐλαβέστεροι, καταπτύετε, ὡς ἡμεῖς, τὸ σέβας τοῖς ἁγίοις προνέμοντες οὐ κατ' οἰκείαν χάριν οὐδε διάκρισιν, ἀλλ' ὡς γνησίοις τῆς ἀληθείας προ στάταις, καὶ νομίμως τήν Ἐκκλησίαν ἱερατεύσασιν; Αλλ' όπερ μὲν πρὸς τοῦθ᾽ ὑμεῖς ἔχειν βούλεσθε, αὐτοὶ ἂν εἰδῆτε ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία γνησίους προστάτας καὶ διδασκαλος καὶ προμάχους Εκκλησία
DE SCHISMATE VITANDO.
άδεκτος τῇ Ἐκκλησία γεγένηται. Τὸ δὲ δὴ ἀστειότε- propter brevem imperii ejus periodum. Sed de his
ρον, μᾶλλον δὲ ἀτιμότερον, ὅτι πάντες ἔζων ἐν ταῖς hactenus. Nunc alia subtexere placet.
ἡμέραις Ισαακίου, διὰ τὸ ὀλιγοχρόνιον τάχα ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτόν γεγενῆσθαι. Καὶ περὶ μὲν τούτων ἐπὶ
τοσοῦτον. Ωδε δὲ καὶ ταῦτα προστίθημι.
17. Hierosolymorum patriarcha et confessor
Maximus, postquam, congregata Palestina synodo,
magnum Athanasium Antiochia profectum atque
ad suam urbem accedentem in communionem accepit, qui jam decretum Constantii imperatoris
nactus erat Antiochiæ, quo sede sua deponebatur,
propter Eusebii Cæsariensis in Palæstina episcopi
calumnias, ipse quoque Maximus sede sua detrabitur; habetque successorem, adnitente eodem
Cæsariensi, Cyrillum illum mirificum, qui antea
fervidus Arii assecla fuerat: quæ res cum aliunde
constat, tum inde etiam, quod Maximus homou
sianus honore excidit Cyrillus autem ab Arianis
ad sanctæ urbis pontificatum promotus est pro
Maximo. Porro divus Gregorius Nyssenus in oratione de reliquiarum Stephani protomarytris trans15. Μάξιμος ὁ τῶν Ἱεροσολύμων ἱερὸς πρόεδρος
καὶ ὁμολογητής, ἐπειδή σύνοδον συνήθροισε τοπικὴν,
καὶ τὸν μέγαν ᾿Αθανάσνιον εἰς κοινωίαν ἐδέξατο ἐξ
Αντιοχείας ἐρχόμενον, καὶ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν κατα
λαβεῖν σπεύδοντα, δεξάμενον ἤδη ἐν ᾿Αντιοχεία πρὸς
του βασιλέως Κωνσταντίου τὴν τοῦ οἰκείου θρόνου
ἐκχώρησιν, διαβολαῖς τοῦ Καισαρείας Παλαιστίνης
Εὐσεβίου του οἰκείου θρόνου εκπεπτωκώς,
ἀνάγεται εἰς αὐτὸν σπουδῇ τοῦ αὐτοῦ Καισαρείας,
Κύριλλος ο θαυμάσιος, ὃς καὶ τῆς ᾿Αρείου αἱρέσεως
τὸ πρότερον διάπυρος ἐραστὴς ἦν. Καὶ τοῦτο δῆλον
καὶ ἐξ ἄλλων μὲν πόλλῶν, οὐχ ἧττον δὲ καὶ τοῦ Μάξιμον μὲν τὸ ὁμοούσιον πρεσβεύοντα του θρόνου ἐκ.
πεσεῖν, Κύριλλον δε προς ᾿Αρειανών αντί Μαξίμου
καταστῆναι πρόεδρον τῆς ἁγίας Σιών. Λέγει δὲ ὁ
Νύσσης θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ εἰς τὴν ἀνακομιδήν
Στεφάνου του πρωτομάρτυρος λόγῳ οὕτως latione, sic ait:» Cyrillus post resipiscentiam
«Ην δὲ ὁ Κύριλλος ἐκ μεταμελείας τῆς ὁμοουσίῳ
προσθέμενος.» Οὗτος καὶ ἐν τῇ δευτέρα συνόδῳ
παρὴν ὑπὲρ τοῦ ὀρθοῦ ἀγωνιζόμενος δόγματος· καὶ
συγγράμματα δε πλεῖστα καὶ πάσης ὠφελείας γέν
μοντα ῇ τῶν ὀρθοδόξων καταλέλοιπεν Εκκλησία.
Οὗτος οὐ μόνον οὐκ ἀπόβλητος γέγονε τῷ ἐπιθῆναι
του θρόνου, ἔτι ζωντός τοῦ ἱεροῦ Μαξίμου καὶ ἐν
ἐξορία ὑπὲρ τοῦ ὀρθοῦ διάγοντος λόγου, ἀλλὰ καὶ
ἐπαινετὸς πάνυ καὶ ἀπόδεκτος· ἕνα γὰρ τῶν ἁγίων
ἡ ᾿Εκκλησία καὶ τοῦτον πλουτοῦσα σεμνύνεται.
vocabulum homousion admittebat. < Hic secundæ
etiam præsens synodo recto dogmate pugnavit:
et plurima atque utilissima scripta orthodoxæ Ecclesiæ reliquit. Jam vero hic Cyrillus non solum
Ecclesia ejectus non est, propterea quod sedem
occupavisset, vivente adhuc Maximo et recti dogmatis causa exsulante, verumetiam laudatissimus
fuit atque pergratus: namque et hunc in sanctorum
numero Ecclesia recensere gloriatur.
18. Quid porro magnus inter confessores Meletius? Nonne Sebastiæ, et mox Berrhoea Syræ,
postremo Antiochiæ magnæ sacras infulas ab Arianisaccepit? nonne his ipse favebat navabatque ope
ram? nonne horum placita firmare satagebat, quorum favore pontificatus apicem adeptus erat?
Verumtamen quidam vestræ sectæ homines mecum
colloquentes summa eum stultitia affirmabant, se
quidem Meletium Antiochiæ episcopum, Germanum confessorem, Proclum Cyzico translatum
Constantinopolim, simulque Gregorium Theologum
exceptione quadam et quasi gratiose episcopos
agnoscere, non tamen ut genuinos præsules. Itane
ις. Τί δὲ καὶ Μελέτιος ὁ μέγας ἐν ὁμολογηταῖς;
οὐ Σεβαστείας καὶ Βερροίας τῆς κατὰ Συρίαν, καὶ
τελευταῖον Αντιοχείας τῆς μεγάλης τον θρόνον πι
στεύεται πρὸς 'Αρειανῶν; οὐ συμπράκτωρ αὐτοῖς
καὶ συναγωνιστὴς ἦν, καὶ τὰ δοκούντα αὐτοῖς κρατύνειν ηπείγετο, οἷς καὶ τὸν ὑψηλὸν τοῦτον θρόνου
δίκαιος ἐκριθη λαβεῖν; Καὶ γάρ τινες τοῦ ὑμετέρου
φρονήματος ποτε εἰς λόγους ελθόντες ἐμοὶ, δια
βαιούμενοι ἔφασκον μεθ᾽ ὅσης ἂν τις εἴποι τῆς ἀπονοίας, ότι Μελέτιον τὸν ᾿Αντιοχείας, Γερμανὸν τὸν
ὁμολογητήν, καὶ Πρόκλον τὸν ἐκ Κυζίκου μετατε
θέντα εἰς πόλιν τὴν βασιλεύουσαν, καὶ σὺν τούτοις
Γρηγορίου του Θεολόγον φωνήν, μετά διακρίσεως
κατά χάριν δεχόμεθα, ἀλλ' οὐχ ὡς γνησίως ἀρχιερα- 1 vos cuncti reapse judicatis, an potius eos qui sic
τεύσαντας. Αρ' οὖν τούτο δοκεῖ καὶ πᾶσιν ὑμῖν; Η
τοὺς εἰπόντας δυσσεβῶς ταῦτα καὶ ὑμῶν ὁπόσοι τὰ
θεῖα ἐστε εὐλαβέστεροι, καταπτύετε, ὡς ἡμεῖς, τὸ
σέβας τοῖς ἁγίοις προνέμοντες οὐ κατ' οἰκείαν χάριν
οὐδε διάκρισιν, ἀλλ' ὡς γνησίοις τῆς ἀληθείας προστάταις, καὶ νομίμως τήν Ἐκκλησίαν ἱερατεύσασιν;
Αλλ' όπερ μὲν πρὸς τοῦθ᾽ ὑμεῖς ἔχειν βούλεσθε,
αὐτοὶ ἂν εἰδῆτε ἡ γὰρ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία
γνησίους προστάτας καὶ διδασκαλος καὶ προμάχους
Imo Acacii. Anonymus vero Baroccianus
episcopi Cæsariensis nomen reticet.
In sanctum Stephanum duæ exstant laudationes Nysseni: una in priscis editionibus, altera
ex codice Vaticano a cl. Zacagnio edita. Neutra
irreligiose loquuntur, vos quoque quotquot pii
estis, pari nobiscnm contemptu aversamini; sanc!os autem hos homines veneratione prosequimini,
non exceptione quadam et quasi gratiose, sed ut
veros reapse veritatis patronos, legitimosque Ecclesiæ ministros? Verumtamen quid hac in re agere
velitis, ipsi demum constituite. Dei quidem Ecclesia prædictos viros ceu genuinos antistites, recta
nostræ fidei magistros ac defensores ubique prætamen loquitur de translatione reliquiarum ejus:
quare nec verba a Methodio citala in iis leguntur.
Superest ergo ut tertia Nysseni oratio de S. Stephano detegatur.
Deest Εκκλησία in codice.
col. 803–804page 13 of 13
PG 140:803τοῦ ὀρθοῦ τῆς καθ' ἡμᾶς πίστεως λόγου πανταχού τούτους προβαλλομένη σεμνύνεται, καὶ νικὰ πᾶσαν αἵρεσιν καὶ πᾶσαν κακόνοιαν τῶν ἐν προσχήματι ευλαβείας κατατέμνειν τὸ τῶν πιστῶν σῶμα σπου δήν τιθεμένων, ταῖς τούτων διδαχαῖς τε καὶ πράξεσιν αποτρεπομένη καί πόρος βάλλουσα. 15΄. Ο μέντοι γε θεῖος Χρυσόστομος ταῖς Μελετίου του Αντιοχείας χερσὶν ἱεραῖς πρότερον μὲν τὴ τῆς παλιγγενεσίας θεῖον λουτρόν, ὕστερον δὲ τὴν τῆς διακονίας χειροτονίαν ἱερῶς δέχεται· καὶ ταῦτα εἰδὼς τὸν μέγαν Εὐστάθιον ἐν ἐξορίᾳ πλείσταις ότι κακώσεσι προσπαλαίοντα τῆς ὀρθῆς ἕνεκα πίστεως, ὃς καὶ ἀμφοτέρους ἐγκωμίοις ἐτίμησε. Μελέτιον δηλαδή καὶ Εὐστάθιον, τοὺς ἐρεσχελίαις ἀσέμνοις καὶ ματαίαις ενστάσεσιν χαίρειν ἐθέλοντας θεοφρονος απορρεψάμενος τον ταῖς ἐξ ἀνθρώπων ἐπωνυμίαις. ἂς σφίσιν ἔθεντο, ως μὴ ὠφελον· οἱ μὲν γὰρ Μελ τιανοὺς τοὺς ἀντιδιατιθεμένους ωνόμαζον· τούτους δ' αὖθις ἐκεῖνοι Εὐσταθιανοὺς ἐκάλουν ταῦτα δὲ καὶ ὁ πολὺς τὰ θεῖα Βασίλειος πρότερον μυσαττόμενος, τοὺς πάσχοντας κατηλέει διὸ καὶ πρὸς τὸν μέγαν ἔγραψεν ᾿Αθανάσιον οὕτως· «Τὰ γὰρ τῆς ᾿Αντιοχείας αρρωστήματα μεγάλου τινὸς ἱατρού δέονται ἥτις περὶ τὰ καίρια υγιαίνουσα, περὶ τὰ πρόσωπα σχίζεται.» Ὁ αὐτὸς καὶ ἐν ἄλλη φησὶ τῶν ἐπιστολῶν Ἐγὼ δὲ Μελέτιον οὐκ ἀγνοῦ, ἀλλ' ἔσχεν αὐτὸν ἡ ἐμὴ Ἐκκλησία, καὶ ἔχει κοινωνικόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἐξει χάριτι τοῦ Κυρίου·» καὶ ἐν ἄλλῃ·» Εἰ τὸ φιλόνεικον ἀφέμενοι πάντες προστεθεῖεν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ Μελετίῳ·» καὶ ἐν ἄλλη «Μέρος Εκκλησίας ἐκεῖνο κρίνομεν, το προσκείμενον τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ Μελετίῳ,» ἐγκαλούμενος δε πρός τινος, ἀπολογεῖται καί φησιν· «Οὐκ οἶδα ἐπίσκοπον Αντιοχείας ἕτερον εἰ μὴ Μελέ των» Καὶ πάντως οὐκ ἀποβαλλόμενος τὸν Εὐστάθιον τοῦτο εἰρηκεν, ἀλλὰ προτρεπόμενος καὶ ἐν τρέπων τοὺς μὴ παραδεχομένους Μελέτιον· άμα δε καὶ ὡς τούτου την Εκκλησίαν τέως κατέχοντος καὶ ἱθύνοντος, Εὐτσαθίου ἀργοῦντος ἐν ἐξορίᾳ ἔτι δε ἄγχων τοὺς ἐξ ᾿Αρείου τῷ ῥήματι. κ'. Ο δή, καὶ εἰ μή τι ἄλλο, ἀλλὰ κἂν τοῦτο ἔδει σκοπεῖν καὶ ὑμᾶς καὶ μὴ ἀποπέμπεσθαι οὕτως ἀκρίτως τὸν τῆς ἡμετέρας καλῶς προϊστάμενον εὐ σεβείας αγιώτατον Ἰωσήφ, τὸν ἱερὸν ἡμῶν πατριάρχην. Καὶ ἄλλῳ δέ τινι παραινὴν δι' ἐπιστολῆς ὁ Ο μέγας Βασίλειος, ἀφέμενον τὴν τῶν σχισμάτων ἔσιν προστεθήναι Μελετίῳ παρακελεύεται. Καὶ τί δεῖ πλειόνων ἡμῖν; Οὐχὶ αὐτὸς οὗτος ο μέγας Βασίλειος παρά του Μελετίου τὴν τῶν πρεσβυτέρων χει ροτονίαν ἐδέξατο; Ανάγνωτε την του Σωκράτους εκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν, καὶ ᾿Αμφιλοχίου τοῦ Ἰκόνιον εἰς τὸν βίον του μεγάλου Βασιλείου, καὶ γνῶτε γράφει καὶ εἰς τὸν Βίον τοῦ ἁγίου Αντωνίου ་་ Τῇ
METHODII MONACHI DE SCHISMATE VITANDO.
dicat, eisque gloriatur; atque ita vincit omnem ha- τοῦ ὀρθοῦ τῆς καθ' ἡμᾶς πίστεως λόγου πανταχού
resim, et horum freta magisterio atque exemplis
malitiam illorum aversatur ac procul abjicit, qui
sub religionis obtentu fidelium corpus nituntur
discindere.
τούτους προβαλλομένη σεμνύνεται, καὶ νικὰ πᾶσαν
αἵρεσιν καὶ πᾶσαν κακόνοιαν τῶν ἐν προσχήματι
ευλαβείας κατατέμνειν τὸ τῶν πιστῶν σῶμα σπου
δήν τιθεμένων, ταῖς τούτων διδαχαῖς τε καὶ πράξεσιν
αποτρεπομένη καί πόρος βάλλουσα.
15΄. Ο μέντοι γε θεῖος Χρυσόστομος ταῖς Μελετίου
του Αντιοχείας χερσὶν ἱεραῖς πρότερον μὲν τὴ τῆς
παλιγγενεσίας θεῖον λουτρόν, ὕστερον δὲ τὴν τῆς
διακονίας χειροτονίαν ἱερῶς δέχεται· καὶ ταῦτα
εἰδὼς τὸν μέγαν Εὐστάθιον ἐν ἐξορίᾳ πλείσταις ότι
κακώσεσι προσπαλαίοντα τῆς ὀρθῆς ἕνεκα πίστεως,
ὃς καὶ ἀμφοτέρους ἐγκωμίοις ἐτίμησε. Μελέτιον
δηλαδή καὶ Εὐστάθιον, τοὺς ἐρεσχελίαις ἀσέμνοις
καὶ ματαίαις ενστάσεσιν χαίρειν ἐθέλοντας θεοφρονος
19. Divus certe Chrysostomus cle Meletii Antiocheni episcopi sacris manibus primo quidem regenerationis sacrum lavacrum, postea diaconatus
quoque accepit ordinem quanquam, probe sciebat.
magnum Eustathium in exsitio inter plurimas miserias versari, rectæ fidei causa. Is etiam utrumque laudationibus exornavit. Meletium, inquam,
atque Eustathium, rixarum indecentium stultarumcontentionum amatores præclare contemnens,
que
nec non excogitatas ab hominibus appellationes απορρεψάμενος τον ταῖς ἐξ ἀνθρώπων ἐπωνυμίαις.
contra decorum atque officium. Quippe illi Meletianos appellabant adversarios suos; hi rursus Eustathianos illos vocitabant. Quæ flagitia doctissimus
quoque sacræ rei Basilius jampridem detestans, flagitiosos miserabatur. Quare et ad magnum Athanasium sic scribebat: • Antiochiæ morbus magno
medico indiget: ejus enim Ecclesiæ etsi vitalia sana
sunt, vultus tamen laceratur.» Idem in alia epistola
ait: «Ego Meletium non ignoro: uisa est enim
communione ejus Ecclesia inea, et adhuc utitur, et
cum Domini gratia deinceps utetur.» Et in alia:
«Si omnes, omissis contentionibus, homini Dei
Meletio adhaererent.» Adhuc in alia: «llla Ecclesiæ membra esse judicamus, quæ cum, homine Dei
Meletio cohærent.» Et rursus: «Oportet omnes (
ad hominem Dei Meletium se adjungere. «Reprehensus autem a nescio quo, ita se defendit:» Ego
Antiochiæ episcopum novineminem nisi Meletium.
Neque omnino sic dixit. quod Eustahium rejiceret,
sed ut eos refelleret confunderetque qui Meletium
non recipiebant: simul etiam, quia is interim Ecclesiam tenebat regebatque, dum Eustathins in exsilio otiari cogebatur. Fortasse etiam his verbis
dolorem Arianis inurere voluit.
20. Hoc, inquam, saltem exemplum spectare vos
oporteret, neque tanta inconsiderantia repudiare
sanctissimum Josephum, praeclarum religionis
nostræ ducem, sacrumque nostrum patriarcham.
Etalium quemdam per epistolam admonens magnus
Basilius, hortatur utomissa schismatum discordia,
Meletium sequatur. Sed cur plura dicam? Nonne
hic magnus Basilius presbyteratus ordinem a Meletio suscepit? Legite Socratis ecclesiasticam Historiam, itemque magni Basilii Vitam ab Amphilochio Iconiensi scriptam, ut rem cognoscatis. In
Vita quoque sancti Antonii scribitur: Fide autem
admirabilis erat Antonius et prorsus orthodoxus:
Aliter mox divus Antonius, cui Hieronymus
noster consonat in Epistola ad Damasum: Non novi
Vitalem, Meletium respuo, ignoro Paulinum. Consule Catalogum episcoporum Antiochenornm in
collect. Val. t. I, part. ui, p. 15. Hæc est nimirum
episcopalium schismatum natura ut veritas rectum-
ἂς σφίσιν ἔθεντο, ως μὴ ὠφελον· οἱ μὲν γὰρ Μελ
τιανοὺς τοὺς ἀντιδιατιθεμένους ωνόμαζον· τούτους
δ' αὖθις ἐκεῖνοι Εὐσταθιανοὺς ἐκάλουν ταῦτα δὲ καὶ
ὁ πολὺς τὰ θεῖα Βασίλειος πρότερον μυσαττόμενος,
τοὺς πάσχοντας κατηλέει διὸ καὶ πρὸς τὸν μέγαν
ἔγραψεν ᾿Αθανάσιον οὕτως· «Τὰ γὰρ τῆς ᾿Αντιοχείας αρρωστήματα μεγάλου τινὸς ἱατρού δέονται·
ἥτις περὶ τὰ καίρια υγιαίνουσα, περὶ τὰ πρόσωπα
σχίζεται.» Ὁ αὐτὸς καὶ ἐν ἄλλη φησὶ τῶν ἐπιστο
λών
Ἐγὼ δὲ Μελέτιον οὐκ ἀγνοῦ, ἀλλ' ἔσχεν
αὐτὸν ἡ ἐμὴ Ἐκκλησία, καὶ ἔχει κοινωνικόν, ἀλλὰ
καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἐξει χάριτι τοῦ Κυρίου·» καὶ ἐν
ἄλλῃ·» Εἰ τὸ φιλόνεικον ἀφέμενοι πάντες προστε
θεῖεν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ Μελετίῳ·» καὶ ἐν ἄλλη
«Μέρος Εκκλησίας ἐκεῖνο κρίνομεν, το προσκείμε
νον τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ Μελετίῳ,» Εγκαλούμε
νος δε πρός τινος, ἀπολογεῖται καί φησιν· «Οὐκ
οἶδα ἐπίσκοπον Αντιοχείας ἕτερον εἰ μὴ Μελέ
των» Καὶ πάντως οὐκ ἀποβαλλόμενος τὸν Εὐστάθιον τοῦτο εἰρηκεν, ἀλλὰ προτρεπόμενος καὶ ἐντρέπων τοὺς μὴ παραδεχομένους Μελέτιον· άμα δε
καὶ ὡς τούτου την Εκκλησίαν τέως κατέχοντος καὶ
ἱθύνοντος, Εὐτσαθίου ἀργοῦντος ἐν ἐξορίᾳ
ἔτι δε
ἄγχων τοὺς ἐξ ᾿Αρείου τῷ ῥήματι.
κ'. Ο δή, καὶ εἰ μή τι ἄλλο, ἀλλὰ κἂν τοῦτο ἔδει
σκοπεῖν καὶ ὑμᾶς καὶ μὴ ἀποπέμπεσθαι οὕτως
ἀκρίτως τὸν τῆς ἡμετέρας καλῶς προϊστάμενον εὐ
σεβείας αγιώτατον Ἰωσήφ, τὸν ἱερὸν ἡμῶν πατριάρ
χην. Καὶ ἄλλῳ δέ τινι παραινὴν δι' ἐπιστολῆς ὁ
Ο μέγας Βασίλειος, ἀφέμενον τὴν τῶν σχισμάτων ἔσιν
προστεθήναι Μελετίῳ παρακελεύεται. Καὶ τί δεῖ
πλειόνων ἡμῖν; Οὐχὶ αὐτὸς οὗτος ο μέγας Βασίλειος
παρά του Μελετίου τὴν τῶν πρεσβυτέρων χειροτονίαν ἐδέξατο; Ανάγνωτε την του Σωκράτους
εκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν, καὶ ᾿Αμφιλοχίου τοῦ Ἰκονιον εἰς τὸν βίον του μεγάλου Βασιλείου, καὶ γνῶτε
γράφει καὶ εἰς τὸν Βίον τοῦ ἁγίου Αντωνίου ་་ Τῇ
que jus ægre dignoscatur, nec nisi fere tempore
inclarescat, quod idcirco Pindarus ait omnium rerum sapientissimum.
Imo diaconum factum a Meletio Basilium
dicit Socrates lib. iv, 28, ut certe in editionibus
legitur.
Continue reading PG 140: Nicephorus II CP. Patriarcha →≣ entire volume