Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
col. 249–250page 1 of 15
PG 150:249ΧVΙΙΙ, 570. Εἶπεν ὁ Κύριος, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρα 1. Ιωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Καλέκα, ὁμιλίαι ἑκάστης Κυριακῆς τῶν ἑβδομάδων τοῦ ὅλου χρόνου, καὶ ἐπὶ Δεσποτικαῖς ἑτέραις ἑορταῖς ἐπισήμοις, λεγόμεναι πρὸς τὸν συναθροιζόμενον θεοφιλή λαόν, αἳ καὶ ἐκλεξάμενοι ἀπὸ διαφόρων ἁγίων Πατέρων ἐξηγητῶν καὶ ἑτέρων σοφῶν 1. Ἡ εἰς τὸν τελώνην καὶ εἰς τὴν Φαρισαῖον παραβολή. 2. 3. Κυριακῇ τοῦ ἀσώτου. ᾿Αγαθὸς μὲν ὁ Θεὸς πρὸς πάντας ἐστὶ καὶ φιλάνθρωπος. 3. 6 Κυριακῇ τῆς ᾿Απόκρεω. Φοβερὰ ἡ ἡμέρα ἐκείνη της δευτέρας τοῦ Χριστοῦ. 4. 9. Κυριακῇ τῆς Τυροφάγου. Ἰδοὺ τὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς στάδιον ὑπανοίγεται σήμερον. 5. 12. Κυριακῇ πρώτη τῶν Νηστειῶν. Η τεσσαρακονθήμερος αὕτη νηστεία, αγαπητοί.
ANNO DOMINI MCCCXLVII.
JOANNES CALECA
CP. PATRIARCHÌA
NOTITIA.
Joannes Caleca, patriarcha CPol. ab ann. 1333 ad 1347, de quo Jo. Cantacuzenus, lib. 111 Hist., cap.
21, et proœmio Antirrheticorum contra Prochorum Cydonium, Allatius, pag. 87, de Simeonibus, et ad
Nicephorum Gregoram Jo. Boivinus, p. 774. Ejus homiliæ 60 in Evangelia anniversaria habentur is. in
bibl. Coisliniana, ut testatur Montfauconus p. 402, seq. Homiliæ 56, etiam in Bibl. Cæsarea, Lambec. V.
p. 187 seq. (a) et in codice [264, Lamb. ib. p. 400 seqq ] homiliæ XXI, id. p. 191 seq. atque iterum
duæ pag. 297 [p. 624 Koll. n. 5. cod. 3341. Ex his vix una et altera edita est Grære et Latine a Jacobo
Gretsero tom. II, de Cruce, una Dominica ante Crucis Exaltationem, [col. 1363-1372, in Biblioth, max.
Putrum Lugd., tom. ΧVΙΙΙ, p. 570. seq. HARL.] incipit: Εἶπεν ὁ Κύριος, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρα
vó. Altera in Adorationem crucis, incipit: Пpotumwv xal πpodiaɣpáywv. Sed a Gretsero exhibetur sub
nomine Philothei CPol.
(a) Sive p. 392 sqq. ed. Kollar. N. 1. cod.
ccɩšını, tabi Lambecius, Labbei chronologiam histor.
part. 111, p. 182, secutus, J. Calecam tradit, A.
C. 1331 studio J. Cantacuzeni patriarcham CPolit.
electum esse. Florent. in cod. Laurent. vi,
n. 2, tomus II, editus a patriarcha et archiepisc.
CPolit. et a synodo adversus Barlaami falsam
opinionem; inseritur relatio archiepiscoporum ad
imperatricem Annam Palæologinam contra Joannem Calecam, qui vocatus est patriarcha. V. Bandin. Cat. codd. Gr. Laur. I, p. 344 seq.- Vindobon.
in cod. Cæs. VI, n. 11, septem archiepiscopor.
orientalium ad imperatric. Annam epistola contra
Joan. Calecam; n. 12, synodi CPolit. tomus excommunicationis J. Calecæ; n. 13, J. Cantacuzeni
imper. edictum, quo memoratui tomum confirmavit; et n. 15, synodi CPolit. sub Andronico
'
Palæologo II, imperat. tomus condemnationis
errorum Barlaami et Gregorii Acindyni, cui subscripsit J. Caleca. V. Lanibec. part. 1, p. 58-67.
ibique not. Kollar. Secundum Montfaucon, Bibl.
biblioth. mss., p. 157 B, in bibl. Paris. Cabasike
et Calecæ opp. Add. ind. Venetiis in bibl. Marc.
cod. 604, homiliæ pro singulis Dominicis. V. Cat.
codd. Gr. Marc. p. 313. Plura de Joanne Cafeca memoriæ prodiderunt Rob. Gerius in append.
ad Cavei Hist. litt. SS. eccl., p. 31 seq., ad a. 1531,
et Oudin, in Comm. de SS. eccl. tom. III, col. 852
sqq. ad a. 1330, ubi alios de J. Caleca citat, et ex
Lambec. VI et V louga loca excerpta reddidit; idem
memoravit cod. Vossian. cxxtx fin. in bibl. Leidensi, qui continet Calecæ ad Joannicium epistolas.
HARL.
JOANNIS CALECA HOMILIARUM
INDEX.
(Apud Montfaucon, Bibl. Coislin., p. 402, cod CCCLXXXVI, sæc. xiv.)
Fol. 1. Ιωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Καλέκα, ὁμιλίαι ἑκάστης Κυριακῆς τῶν
ἑβδομάδων τοῦ ὅλου χρόνου, καὶ ἐπὶ Δεσποτικαῖς ἑτέραις ἑορταῖς ἐπισήμοις, λεγόμεναι πρὸς τὸν συναθροί
ζόμενον θεοφιλή λαόν, αἳ καὶ ἐκλεξάμενοι ἀπὸ διαφόρων ἁγίων Πατέρων ἐξηγητῶν καὶ ἑτέρων σοφῶν
dropwv. Id est: Joannis Caleca archiepiscopi Constantinopolitani, Homiliae pro singulis Dominicis hebdomaaum totius anni, et in aliis insignibus Dominicis festis habitæ ad cœtum religiosi populi, ac selectæ ex diversis sanctis Patribus, enarratoribus, aliisque supientibus viris.
1. Init. sine alio titulo. Ἡ εἰς τὸν τελώνην καὶ εἰς τὴν Φαρισαῖον παραβολή.
2. Fol. 3. Κυριακῇ τοῦ ἀσώτου. init. ᾿Αγαθὸς μὲν ὁ Θεὸς πρὸς πάντας ἐστὶ καὶ φιλάνθρωπος.
3. Fol. 6 verso. Κυριακῇ τῆς ᾿Απόκρεω. Init. Φοβερὰ ἡ ἡμέρα ἐκείνη της δευτέρας τοῦ Χριστοῦ.
4. Fol. 9. Κυριακῇ τῆς Τυροφάγου. init. Ἰδοὺ τὸ τῆς Τεσσαρακοστῆς στάδιον ὑπανοίγεται σήμερον.
5. Fol. 12. Κυριακῇ πρώτη τῶν Νηστειῶν. luit. Η τεσσαρακονθήμερος αὕτη νηστεία, αγαπητοί.
col. 251–252page 2 of 15
PG 150:2516. 16 Κυριακῇ β', τῶν ἁγίων Νηστειῶν. Ο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καιρός, ἀδελ φος μου, πρός τόν. 7. 19. Κυριακῇ γ' τῶν Νηστειῶν τῆς σταυροπροσκυνήσεως. Προτυπῶν καὶ προδιαγράφων δ μακάριος Μωϋσής. 8. 23. Κυριακῇ δ' τῶν Νηστειῶν. Μεσάσαντες τὸ πέλαγος, ἀδελφοί, τῆς ἐγκρατείας. 9. 26. Κυριακῇ εἰ τῶν Νηστειῶν.: Παρῆλθε μὲν ὁ χειμῶν, τὸ δὲ ἔαρ εἰσῆλθε, καὶ βλέ πομεν. 10. Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὰς κατὰ γῆν διατριβάς. 11. Χαρᾶς ἡμέρα καὶ εὐφροσύνης, ἀγαπητοί. 12. 52. Τῇ δευτέρα τῆς διακαινησίμου. Τὸ ῥάθυμον ἡμῶν διεγείρων ὁ ἱερὸς καὶ θεῖος. 13. 54 Κυριακῇ τοῦ Θωμᾶ. Ἐπεὶ τῇ λαμπροφόρῳ Κυριακῇ καὶ σεβασμία. 14. 37 Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων. Καὶ ἡ παρούσα Κυριακή, καὶ ἁγία ἡμέρα. 15. 40. Κυριακῇ παραλύτου. Ιωι. Πολλῶν καὶ μεγάλων κακῶν ἡ ἁμαρτία πρόξενος. 16. 43 Κυριακῇ τῆς Σαμαρειτίδος. Καὶ σήμερον ἡμῖν ἡ τῶν εὐαγγελικῶν φρεάτων. 17. 47. Κυριακῇ τοῦ τυφλοῦ. Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ δια λεγομένου. 18. 50. Κυριακῇ τῶν ἁγίων τη θεοφόρων Πατέρων. Μετὰ τὴν ἑορτὴν ἐνδόξου ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου. 19. 52 Κυριακῇ Πεντηκοστῆς. Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς. 20. 56 Κυριακῇ πρώτῃ τῶν ᾿Αγίων πάντων. Εἶπεν ὁ Κύριος, μᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί. 21. 59. Κυριακή δευτέρᾳ. Ἐπειδὴ τῆς θείας καὶ πρώτης καὶ μακαρίας ζωῆς. 23. 162. Κυριακή γ'. Τῆς φιλαργυρίας οὐδέν ἐστι χαλεπώτερον. 23. 6, Κυριακῇ δ'. Οὐδέν ἐστι τῆς ἀδιστάκτου καὶ καθαρᾶς πιστο 24. 65 Κυριακῇ ε'. Πηγή πνευματικὴ καὶ σωτήριος περικλύζει ἡμᾶς. 25. 69. Κυριακῇ ς'. Οἱ τῶν μελισσῶν τὸ φιλόπονον καὶ φιλεργόν. 26. 72 Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Οὐ μόνον αἱ διδασκαλίας καὶ αἱ δημηγορίαι. 27. 75 Κυριακῇ ζ'. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγοντι τῷ Ἰησοῦ, ἠκολούθησαν αὐτῷ. 28. 78. Κυριακή η'. Τῆς ἡμετέρας σωτηρίας φροντίζων καὶ κηδόμ 29. 80. Κυριακῇ θ'. Καὶ οἱ τοὺς ἑαυτῶν φίλους σωματικῶς. 30. 83 Κυριακή, ι'. Ὑπὲρ τῆς ὑμῶν ψυχικῆς σωτηρίας. 31. 86. Κυριακῇ ια'. Ποτὲ μὲν φανερῶς διαλέγεται ἐν τοῖς. 32. 89. Κυριακῇ ιβ'. Οὐδὲν οὕτως οἶδε θολοῦν, ἀγαπητε, καὶ σκοτε 35. 91 Κυριακῇ ιγ'. Τὴν ἐκ τῆς διδασκαλίας ὠφέλειαν τοῖς ἀνθρ 54. 95 Κυριακῇ ιδ'. Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολήν. Ωμοιώθη ἡ βασ 55. 95 Κυριακῇ ιε'. Οἱ τοὺς ἀγροὺς τῶν ἀνθρώπων φυλάσσοντες γεωργοί. 36. 97 Κυριακῇ ις'. Τὴν ἐκ τῆς διδασκαλίας ὠφέλειαν τοῖς ἀνθρ 57. 100. Κυριακῇ ιζ'. Μέγα ἀγαθὸν εὐχὴ, ἐὰν μετὰ διανοίας εὐχαρίστου. 33. 102 Κυριακή της. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην. 59. 40%. Κυριακῇ ιθ'. Πασῶν τῶν ἀρετῶν ἀνωτέρα ἐστὶν ἡ ἀγάπη, 40. 108, Κυριακή κ'. Τὸ τῆς ἀναστάσεως μέγα μυστήριον, ἀδελφοί μου.. 41. 110. Κυριακῇ κα'. "Ωσπερ παράδεισος ἄλλος ἐστὶ πολυανθής και. 49. 113. Κυριακή κβ'. ᾿Αγαθὰ μὲν πάντα τὰ θεῖα λόγια καὶ ἐπως 45. 117 Κυριακῇ κγ'. "Ωσπερ τὰ σώματα ἡμῶν αἱ χρονικαὶ τῆς γῆς. 44. 120. Κυριακῇ κδ'. Καὶ μεγάλη πολλάκις ἀνάγκη καὶ σφοδρο 45. 122 Κυριακῇ κε'. Μέγα πρὸς ἀρετὴν ἐμπόδιον ἡ ὑπερηφανία. 46. 125 Κυριακῇ κς'. Η πλεονεξία μέγα κακὸν τοῖς ἀνθρώποις. 47. 128. Κυριακῇ κζ'. Ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς διεξάγων τὸν Ἰουδαϊκόν. 48. 151. Κυριακῇ Ο μακάριος καὶ εὐαγγελιστής Λουκᾶς προτίθησιν. 49. 134. Κυριακῇ κθ'. Πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους ἔδωκεν ἡμῖν. 50. 137. Κυριακῇ λ'. Ωσπερ ἐξ ἀδδηφαγίας μὲν γίνεται. 51. 140. Κυριακῇ λα'. "Ηλιος δικαιοσύνης ἐστὶν ὁ Θεὸς καθώς. 52. 142 Κυριακῇ λβ'. Πᾶσα μὲν ἁρπαγὴ καὶ πλεονεξία. 53. 146. Κυριακῇ πρὸ τῆς Ὑψώσεως. Εἶπεν ὁ Κύριος, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ. 54. 149. Κυριακῇ τῶν προπατόρων. Οἱ μὲν πάλαι οἱ ἐκεῖνοι καὶ πρὸ τοῦ νόμου θεῖοι ἄνδρες, οὐ διὰ γραμ 35. 151 Κυριακῇ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως. Ο θεῖος ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. 56. 155. Κυριακῇ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν. 'Αναχωρησάντων τῶν μάγων, ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται, 57. 157 Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων. Αρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς γέν γραπται. 53. 159 Κυριακῇ μετὰ τὰ Φῶτα. Εἰ καὶ ἡ ἑορτὴ παρῆλθεν ἡμᾶς, ἀλλὰ τὸ περὶ ταύτης. 59. 162 Έπειδὴ τῆς πρώτης καὶ θείας και μακαρίας. 60. 161 Γένοιτο σοι παρὰ Θεοῦ καὶ ἀγαθὸν, ὦ πάντ'. Κυριακῇ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, ὁμιλία εἰς τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς παραβολῆς τοῦ τελώνου και του Φαρισαίου. Αρχή σὺν Θεῷ ἁγίῳ τοῦ διδασκαλίου, Κυριακῇ τοῦ τελώνου, καὶ τοῦ Φαρισαίου,
JOANNIS CALECE CP: PATRIARCHE
6. Fol. 16 vers.. Κυριακῇ β', τῶν ἁγίων Νηστειῶν. Iuit. Ο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καιρός, ἀδελ
φος μου, πρός τόν.
7. Fol. 19. Κυριακῇ γ' τῶν Νηστειῶν τῆς σταυροπροσκυνήσεως. Iuit. Προτυπῶν καὶ προδιαγράφων δ
μακάριος Μωϋσής. Hæc Philothei nomine edita est.
8. Fol. 23. Κυριακῇ δ' τῶν Νηστειῶν. Ιuit. Μεσάσαντες τὸ πέλαγος, ἀδελφοί, τῆς ἐγκρατείας.
9. Fol. 26. Κυριακῇ εἰ τῶν Νηστειῶν. Initium: Παρῆλθε μὲν ὁ χειμῶν, τὸ δὲ ἔαρ εἰσῆλθε, καὶ βλέ
πομεν.
10. Sabbato S. Lazari. Lait, Τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὰς κατὰ γῆν διατριβάς.
11. Dominica Pasche. Iuit. Χαρᾶς ἡμέρα καὶ εὐφροσύνης, ἀγαπητοί.
12. Fol. 52. verso, Τῇ δευτέρα τῆς διακαινησίμου. Init. Τὸ ῥάθυμον ἡμῶν διεγείρων ὁ ἱερὸς καὶ θεῖος.
13. Fol. 54 verso, Κυριακῇ τοῦ Θωμᾶ. Init. Ἐπεὶ τῇ λαμπροφόρῳ Κυριακῇ καὶ σεβασμία.
14. Fol. 37 verso, Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων. init. Καὶ ἡ παρούσα Κυριακή, καὶ ἁγία ἡμέρα.
15. Fol. 40. Κυριακῇ παραλύτου. Ιωι. Πολλῶν καὶ μεγάλων κακῶν ἡ ἁμαρτία πρόξενος.
16. Fol. 43 verso. Κυριακῇ τῆς Σαμαρειτίδος. Initium: Καὶ σήμερον ἡμῖν ἡ τῶν εὐαγγελικῶν
φρεάτων.
17. Fol. 47. Κυριακῇ τοῦ τυφλοῦ. Init. Τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διαλεγομένου.
18. Fol. 50. Κυριακῇ τῶν ἁγίων τη θεοφόρων Πατέρων. Init. Μετὰ τὴν ἑορτὴν ἐνδόξου ἀναλήψεως
τοῦ Κυρίου.
19. Fol. 52 verso, Κυριακῇ Πεντηκοστῆς. Init. Τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς.
20. Fol. 56 verso, Κυριακῇ πρώτῃ τῶν ᾿Αγίων πάντων. Init. Εἶπεν ὁ Κύριος, μᾶς ὅστις ὁμολογήσει
ἐν ἐμοί.
21. Fol. 59. Κυριακή δευτέρᾳ. Iuit. Ἐπειδὴ τῆς θείας καὶ πρώτης καὶ μακαρίας ζωῆς.
23. Fol. 162. Κυριακή γ'. init. Τῆς φιλαργυρίας οὐδέν ἐστι χαλεπώτερον.
23. Fol. 6, verso. Κυριακῇ δ'. Iuit. Οὐδέν ἐστι τῆς ἀδιστάκτου καὶ καθαρᾶς πιστο
24. Fol. 65 verso. Κυριακῇ ε'. Init. Πηγή πνευματικὴ καὶ σωτήριος περικλύζει ἡμᾶς.
25. Fol. 69. Κυριακῇ ς'. Iit. Οἱ τῶν μελισσῶν τὸ φιλόπονον καὶ φιλεργόν.
26. Fol. 72 vers", Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Init. Οὐ μόνον αἱ διδασκαλίας καὶ αἱ δημηγορίαι.
27. Fol. 75 verso, Κυριακῇ ζ'. Inii. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ παράγοντι τῷ Ἰησοῦ, ἠκολούθησαν αὐτῷ.
28. Fol. 78. Κυριακή η'. Ιnit. Τῆς ἡμετέρας σωτηρίας φροντίζων καὶ κηδόμ
29. Fol. 80. Κυριακῇ θ'. Iuit. Καὶ οἱ τοὺς ἑαυτῶν φίλους σωματικῶς.
30. Fol. 83 verso, Κυριακή, ι'. Init. Ὑπὲρ τῆς ὑμῶν ψυχικῆς σωτηρίας.
31. Fol, 86. Κυριακῇ ια'. Init. Ποτὲ μὲν φανερῶς διαλέγεται ἐν τοῖς.
32. Fol. 89. Κυριακῇ ιβ'. Init. Οὐδὲν οὕτως οἶδε θολοῦν, ἀγαπητε, καὶ σκοτε
35. Fol. 91 verso, Κυριακῇ ιγ'. Fuit. Τὴν ἐκ τῆς διδασκαλίας ὠφέλειαν τοῖς ἀνθρ54. Fol. 95 verso, Κυριακῇ ιδ'. Init. Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολήν. Ωμοιώθη ἡ βασ
55. Fol. 95 verso, Κυριακῇ ιε'. Init. Οἱ τοὺς ἀγροὺς τῶν ἀνθρώπων φυλάσσοντες γεωργοί.
36. Fol. 97 verso, Κυριακῇ ις'. Init. Τὴν ἐκ τῆς διδασκαλίας ὠφέλειαν τοῖς ἀνθρ- ut supra..
57. Fol. 100. Κυριακῇ ιζ'. Init. Μέγα ἀγαθὸν εὐχὴ, ἐὰν μετὰ διανοίας εὐχαρίστου.
33. Fol. 102 verso, Κυριακή της. Ιnit. Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς παρὰ τὴν λίμνην.
59. Fol. 40%. Κυριακῇ ιθ'. Iuit. Πασῶν τῶν ἀρετῶν ἀνωτέρα ἐστὶν ἡ ἀγάπη,
40. Fol. 108, Κυριακή κ'. Init. Τὸ τῆς ἀναστάσεως μέγα μυστήριον, ἀδελφοί μου..
41. Fol. 110. Κυριακῇ κα'. Iuit. "Ωσπερ παράδεισος ἄλλος ἐστὶ πολυανθής και.
49. Fol. 113. verso, Κυριακή κβ'. Init. ᾿Αγαθὰ μὲν πάντα τὰ θεῖα λόγια καὶ ἐπως
45. Fol. 117 verso, Κυριακῇ κγ'. Iuit. "Ωσπερ τὰ σώματα ἡμῶν αἱ χρονικαὶ τῆς γῆς.
44. Fol. 120. Κυριακῇ κδ'. Init. Καὶ μεγάλη πολλάκις ἀνάγκη καὶ σφοδρο45. Fol. 122 verso, Κυριακῇ κε'. luit. Μέγα πρὸς ἀρετὴν ἐμπόδιον ἡ ὑπερηφανία.
46. Fol. 125 verso, Κυριακῇ κς'. luit. Η πλεονεξία μέγα κακὸν τοῖς ἀνθρώποις.
47. Fol. 128. Κυριακῇ κζ'. Init. Ὁ Κύριος ἡμῶν καὶ Θεὸς διεξάγων τὸν Ἰουδαϊκόν.
48. Fol. 151. Κυριακῇ κr', Init. Ο μακάριος καὶ εὐαγγελιστής Λουκᾶς προτίθησιν.
49. Fol. 134. Κυριακῇ κθ'. Iuit. Πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους ἔδωκεν ἡμῖν.
50. Fol. 137. Κυριακῇ λ'. Iuit. Ωσπερ ἐξ ἀδδηφαγίας μὲν γίνεται.
51. Fol. 140. Κυριακῇ λα'. luit. "Ηλιος δικαιοσύνης ἐστὶν ὁ Θεὸς καθώς.
52. Fol. 142 verso, Κυριακῇ λβ'. Ιnit. Πᾶσα μὲν ἁρπαγὴ καὶ πλεονεξία.
53. Fol. 146. Κυριακῇ πρὸ τῆς Ὑψώσεως. lit. Εἶπεν ὁ Κύριος, Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ
μὴ ὁ ἐκ τοῦ. Edita exstat apud Gretserum, in tomo ll De Cruce.
54. Fol. 149. Κυριακῇ τῶν προπατόρων. luit. Οἱ μὲν πάλαι οἱ ἐκεῖνοι καὶ πρὸ τοῦ νόμου θεῖοι ἄνδρες,
οὐ διὰ γραμ35. Fol. 151 verso, Κυριακῇ πρὸ τῆς Χριστοῦ γεννήσεως. Iail. Ο θεῖος ἀπόστολος καὶ εὐαγγελι
στης Ματθαῖος.
56. Fol. 155. Κυριακῇ μετὰ τὴν Χριστοῦ γέννησιν. Iuil. 'Αναχωρησάντων τῶν μάγων, ἰδοὺ ἄγγελος
Κυρίου φαίνεται,
57. Fol. 157 verso, Κυριακῇ πρὸ τῶν Φώτων. Init. Αρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς γέν
γραπται.
53. Fol. 159 verso, Κυριακῇ μετὰ τὰ Φῶτα. Init. Εἰ καὶ ἡ ἑορτὴ παρῆλθεν ἡμᾶς, ἀλλὰ τὸ περὶ
ταύτης.
59. Fol. 162 sine titulo. Init. Έπειδὴ τῆς πρώτης καὶ θείας και μακαρίας.
60. Fol. 161 sine titulo. luit. Γένοιτο σοι παρὰ Θεοῦ καὶ ἀγαθὸν, ὦ πάντ'.
Postca sequitur Lectionarium eorum quæ in Ecclesia recitantur certis diebus per annum ex Joanne
Damascens, Geromico et aliis.
Joannis Caleca Archiepiscopi Constantinopolitani qui floruit ante medium sæculi xiv tot Homilias vel
editas vel manuscriptas nusquam exstare didici. Petrus Lambecius in Bibliotheca Cæsarea codice theologico 47, exstare dient Homilias 56, quarum prima eadem est, que in hoc codice agmen ducit, sel
hoe ttulo: Κυριακῇ τοῦ τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, ὁμιλία εἰς τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς παραβολῆς
τοῦ τελώνου και του Φαρισαίου. In eadem Butoth. codice theologico 292, habentur ejusdem llomile vigata et una, quarum pleraque eadem sum. Prima vero hoc titulo: Αρχή σὺν Θεῷ ἁγίῳ τοῦ διδασκα
λίου, Κυριακῇ τοῦ τελώνου, καὶ τοῦ Φαρισαίου, e:c.
Sermon of John Kalekas, Patriarch of Constantinople, on the Sunday before the Exaltation of the Holy CrossSermo Joannis Calecae Patriarchae Cp. Dominica ante Exaltationem S. Crucis
col. 253–254page 3 of 15
Sermo Joannis Calecæ Patriarchæ Cp. Dominica ante Exaltationem S. Crucis
PG 150:253ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΕΚΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ. Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐ ρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. Καὶ πρότερον μὲν παρὰ τῇ Παλαιᾷ Γραφῇ κατὰ διαφόρους οἰκονομίας καταβῆναι ὁ Θεὸς καὶ ἀναβῆναι λέγεται. Ως τὸ, Καταβὰς δψομαι· εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν συντελοῦνται· εἰ δὲ μὴ, ἵνα γνῶ. Καὶ τὸν Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἀπὸ ᾿Αβραὰμ, ἡνίκα ἐπαύσατο λαλῶν αὐτῷ καὶ πολλὰ τοιαῦτα. Καὶ νῦν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις λέγει ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρα νὸν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. “Ο δὲ λέγειτοιοῦτόν ἐστιν· ὅτι Οὐδεὶς τῶν ἀγγέλων, οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων, εἰς τὸν οὐρανὸν ἐκεῖνον ἀνέβη τὴν ὑπερω ἄνω τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ἐγὼ μόνος ὁ ἐκεῖθεν κατελθὼν, δι' οἰκονομίαν ἄῤῥητον καὶ εὐσπλαγχνίαν ἀμέσ τρητον, ἐλευθερῶσαι τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος ἐκ τῆς δουλείας τοῦ διαβόλου καὶ τῆς κατάρας τῆς ἁμαρ τίας. Εἰ δὲ καὶ οἱ ἄγγελοι ἀναβαίνοντες εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ καταβαίνοντες ὤφθησαν διὰ κλίμακος τοῦ 'Ια κώβ, ἀλλ' οὐ περὶ τοῦ τοιούτου οὐρανοῦ ἡ ὀπτασία λέγεται τῇ Γραφῇ, ἀλλὰ περὶ ἄλλου οὐρανοῦ κάτω που τυγχάνοντος. Εἰς δὲ τὸν οὕτω λεγόμενον οὐρα νὸν οὐδεὶς ἀναβέβηκεν, εἰ μὴ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου διὰ τὴν οἰκονομίαν καλούμενος. Ο οὐρανὸς γὰρ, φησί, τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ. Εἰ δὲ καὶ Ἠλίας, καὶ Παῦλος, καὶ εἴτις ἕτερος πρὸς οὐρανὸν ἤρθησαν, ἀλλ' οὐκ ἔφθασαν ἐκεῖνον τὸν οὐρανὸν, ὃν Κύριος εἴηκε· καὶ ἔνθα δὲ ἀνέβησαν, θελήσει και προσ τάγματι τοῦ Θεοῦ ἴσχυσαν ἀναβῆναι· καὶ οὐκ ἐξ οἰκείας ἐκεῖνοι δυνάμεως ἤρθησαν, καὶ ἡρπάγησαν. Μένον δὲ ὁ Κύριος αυτεξουσίως, καὶ ὡς οἶδεν ἀναβαίνει εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ καταβαίνει εἰς τὴν γῆν· τῇ οἰκίᾳ δυνάμει καὶ ἰσχύν αὐτοῦ, μηδ' ἑνὸς ἑτέρου δεόμενος πρὸς τὴν ἀνοῦον. 1 Δ... 111,
SERMO DE CRUCE.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΕΚΑ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ.
SERMO
JOANNIS CALECE
PATRIARCILÆ CP.
DOMINICA ANTE EXALTATIONEM S. CRUCIS.
(Apud (retserum, De Cruce, Opp. tom. 11, p. 197. )
Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς, ὁ Υἱὸς
τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. Καὶ πρότερον
μὲν παρὰ τῇ Παλαιᾷ Γραφῇ κατὰ διαφόρους οίκονομίας καταβῆναι ὁ Θεὸς καὶ ἀναβῆναι λέγεται. Ως
τὸ, Καταβὰς δψομαι· εἰ κατὰ τὴν κραυγὴν αὐτῶν·
συντελοῦνται· εἰ δὲ μὴ, ἵνα γνῶ. Καὶ τὸν Ἀνέβη
ὁ Θεὸς ἀπὸ ᾿Αβραὰμ, ἡνίκα ἐπαύσατο λαλῶν αὐτῷ·
καὶ πολλὰ τοιαῦτα. Καὶ νῦν ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις
λέγει ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρα
νὸν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς. “Ο δὲ λέγει
τοιοῦτόν ἐστιν· ὅτι Οὐδεὶς τῶν ἀγγέλων, οὐδεὶς τῶν
ἀνθρώπων, εἰς τὸν οὐρανὸν ἐκεῖνον ἀνέβη τὴν ὑπερω
ἄνω τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ἐγὼ μόνος ὁ ἐκεῖθεν κατελθών, δι' οἰκονομίαν ἄῤῥητον καὶ εὐσπλαγχνίαν ἀμέσ
τρητον, ἐλευθερῶσαι τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος ἐκ τῆς dictione, et a peccati jugo exsolveret.
δουλείας τοῦ διαβόλου καὶ τῆς κατάρας τῆς ἁμαρ
τίας.
Domini pronuntiatum est: Nemo ascendit in cœlum, nisi qui descendit de cœlo, Filius hominis, qui
est in cœlo '. Et prius quidem in Veteri Testamento, Deus diversas ob causas descendisse et ascendisse dicitur: ut, Descendam et videbo, utrum clamorem, qui venit ad me, opere compleverint; an non
est ita, ut sciam 3 Ascendit autem Deus, postquam
cessavit loqui cum Abraham; et plura hujus generis. Nunc in Evangelio ait Dominus: Nemɔ ascentdit in cœlum, nisi qui descendit de cœlo. Cujus hæc
est sententia: Nullum angelum, nullumque hominem ascendisse in cœlum, quod est supra cœlos,
nisi illum solum, qui inde descendit per ineffabilem dispensationem, et immensam misericordiam,
ut genus humanum ex servitute diaboli, ex maleΕἰ δὲ καὶ οἱ ἄγγελοι ἀναβαίνοντες εἰς τὸν οὐρανὸν
καὶ καταβαίνοντες ὤφθησαν διὰ κλίμακος τοῦ 'Ιακώβ, ἀλλ' οὐ περὶ τοῦ τοιούτου οὐρανοῦ ἡ ὀπτασία
λέγεται τῇ Γραφῇ, ἀλλὰ περὶ ἄλλου οὐρανοῦ κάτω
που τυγχάνοντος. Εἰς δὲ τὸν οὕτω λεγόμενον οὐρα
νὸν οὐδεὶς ἀναβέβηκεν, εἰ μὴ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου
διὰ τὴν οἰκονομίαν καλούμενος. Ο οὐρανὸς γὰρ,
φησί, τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ. Εἰ δὲ καὶ Ἠλίας,
καὶ Παῦλος, καὶ εἴτις ἕτερος πρὸς οὐρανὸν ἤρθησαν,
ἀλλ' οὐκ ἔφθασαν ἐκεῖνον τὸν οὐρανὸν, ὃν Κύριος
εἴηκε· καὶ ἔνθα δὲ ἀνέβησαν, θελήσει και προσ
τάγματι τοῦ Θεοῦ ἴσχυσαν ἀναβῆναι· καὶ οὐκ ἐξ
οἰκείας ἐκεῖνοι δυνάμεως ἤρθησαν, καὶ ἡρπάγησαν.
Μένον δὲ ὁ Κύριος αυτεξουσίως, καὶ ὡς οἶδεν
ἀναβαίνει εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ καταβαίνει εἰς
τὴν γῆν· τῇ οἰκίᾳ δυνάμει καὶ ἰσχύν αὐτοῦ, μηδ' ἑνὸς ἑτέρου δεόμενος πρὸς τὴν ἀνοῦον.
Quamvis autem angeli quoque per scalam Jacob ³
ascendere et descendere visi sunt, attamen visio
illa non pertinet ad hoc sublime cœlum, sed ad
aliud inferius. Nam in illud cœlum supra cœlos
nemo ascendit, nisi solus Dei Filius, quandoquidem
ille solus inde descendit, Filius hominis per dispensationem factus et appellatus. Inquit enim: Cœlum
carli Domino *. Quod vero Elias ", Paulus ', et si qui
alii, in coelum sublati feruntur, non refert; non
enim ad illud cœlumn, de quo Dominus loquitur,
provecti sunt, et quo ascenderunt, voluntate et
nutu Dei ascenderunt, non virtute propria. Solumodo Dominus propria potestate ascendit in cœlum, et descendit in terram, insita sibi vi et potentia, nullius alterius opera ad ascensum egens.
1 Δ... 111,
13. * Gn. xvIII, 21.
• 1 Cor. su, 3.
3. Gen. xxviii, 1 seqq. • Psal. cxm, 16. * ¡V Reg. 11, 1 scqg.
col. 255–256page 4 of 15
PG 150:255Υἱὸς δὲ ἀνθρώπου, κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπεὶ δὴ πολλάκις μὲν ἀπὸ τῆς θεότητος. πολλάκις δὲ ἀπὸ τῆς ἀνθρωπότητος ὀνομάζει ἑαυτὸν ὁ Κύριος· Ο ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ εἶπεν· ήγουν ὁ κατὰ τὴν θεότητα ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ· ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς ὁ Σωτὴρ ἡμῶν οὐκ ἀφίστατο τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ ὧν οὐκ ἀπελιμπάνετο τῆς γῆς, ἀλλὰ πανταχοῦ ἦν, ἐπεὶ δὴ ἀπερίγραπτος ή θεότης. Κατέβη τοίνυν ἐκ τῶν οὐρανῶν οὐχ ὁ ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, ἀλλ' ὁ υπέρχρονος τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων. Διὰ δὲ τὴν πρὸς τὸ ἀνθρώπινον ἔνωσιν, λαμβάνει τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὄνομα· καὶ Υἱὸν ἀνθρώπου ἀκούοντες, μὴ νομίζωμεν ὅτι ἡ σαρξ ἐξ οὐρανοῦ κατέβη· ἀλλ' ἐπειδὴ μία ὑπόστασις, ἤγουν ἐν πρόσωπον ἦν ὁ Χριστὸς ἐκ δύο φύσεων σύνθετος, τὰ τοῦ ἀνθρώπου ὀνόματα καὶ ἐπὶ τοῦ ιν. Λόγου λαμβάνεται. Καὶ πάλιν τὰ τοῦ Λόγου ὀνόματα τῷ ἀνθρώπῳ προστιθένται· λέγεται οὖν καὶ ἐνταῦθα Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ Κύριος, ὡς ἑνὸς ὄντως τοῦ προσώπου, καὶ μιᾶς τῆς ὑποστάσεως, οὐκ ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου κατῆλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ἀλλ' ἐπειδὴ ὁ κατελθὼν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀνῆλθεν Υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος· ἀπαθὴς γὰρ καὶ ἀθάνατος μετὰ τὴν ἀνάστασιν γενομένη ἡ σάρξ, διὰ τὴν πρὸς τὸν Λόγον κοινωνίαν ἀδιαίρετός ἐστιν ἐν αὐτῷ ἠξιω μένη καθέδρας. Διὸ καὶ ὁ Παῦλος ἔλεγεν. Ὁ καταβὰς αὐτός ἐστιν, καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα τῇ γὰρ θεότητι καὶ πρότερον τὰ πάντα ἐπλήρου· ὡς πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα-πληρῶν· ὕστερον δὲ διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν ἄνω ὢν εἰς τοὺς οὐρανούς, κατέβη σαρκούμενος εἰς τὴν γῆν, καὶ ὑψώθη ἑκουσίως ἐν τῷ σταυρῷ· καὶ θανών τῇ σαρκὶ, εἰς τὸν ἄδην κατῆλθε· καὶ ἀναστάς, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ· καὶ ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα, καὶ ἐν σαρκὶ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ καὶ τῆς ἐνεργείας, αὐτός ἐστιν ὁ εἷς τῆς Τριάδος· ὁ μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ· καὶ ἴσος.ὢν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, γέγονεν ἄνθρωπος· ἐν δυσὶ τελείαις φύσεσι καὶ ἐνεργείαις καὶ μετὰ σώματος συνεδριάζει τῷ Πατρί καὶ πάλιν ἐλεύσεται μετὰ δόξης, δν τρόπον καὶ ἀνε λήφθη, τοῦ κρίναι πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ ἀποδοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τέλος οὐκ ἔσται. Ινα δὲ μὴ ἀκούσαντες ὅτι κατέβη νομίσωμεν ὅτι ὡς κατελθών, οὐκ ἔστι λοιπὸν ἐν οὐρανῷ· διὰ τοῦτο λέγει, ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ· μὴ γὰρ ἐπειδὴ ἠκούσατε ὅτι κατέβη, φησίν, νομίσητε μὴ εἶναι ὡς ἐν τῷ οὐρανῷ, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα πάρειμι σωματικῶς· κἀκεῖ συγκάθημαι τῷ Πατρὶ θεϊκῶς. Δεσπότης " γὰρ πάντων ὑπάρχων καὶ Κύριος· οὔτε τὰ ἄνω κατέλιπε, καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν, ἵνα πάντοθεν τὸ πάντα ἀνασώσηται.
JOANNIS CALECE CP. PATRIARCH.E
Υἱὸς δὲ ἀνθρώπου, κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐπεὶ
δὴ πολλάκις μὲν ἀπὸ τῆς θεότητος. πολλάκις δὲ ἀπὸ
τῆς ἀνθρωπότητος ὀνομάζει ἑαυτὸν ὁ Κύριος· Ο ὢν
ἐν τῷ οὐρανῷ εἶπεν· ήγουν ὁ κατὰ τὴν θεότητα ὢν
ἐν τῷ οὐρανῷ· ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβὰς ὁ Σωτὴρ
ἡμῶν οὐκ ἀφίστατο τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ
ὧν οὐκ ἀπελιμπάνετο τῆς γῆς, ἀλλὰ πανταχοῦ ἦν,
ἐπεὶ δὴ ἀπερίγραπτος ή θεότης. Κατέβη τοίνυν ἐκ
τῶν οὐρανῶν οὐχ ὁ ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, ἀλλ' ὁ
υπέρχρονος τοῦ Θεοῦ Λόγος, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν
αἰώνων. Διὰ δὲ τὴν πρὸς τὸ ἀνθρώπινον ἔνωσιν,
λαμβάνει τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου τὸ ὄνομα· καὶ
Υἱὸν ἀνθρώπου ἀκούοντες, μὴ νομίζωμεν ὅτι ἡ σαρξ
ἐξ οὐρανοῦ κατέβη· ἀλλ' ἐπειδὴ μία ὑπόστασις,
ἤγουν ἐν πρόσωπον ἦν ὁ Χριστὸς ἐκ δύο φύσεων
Porro Filius hominis secundum naturam humanam appellatur, et cum Dominus sæpe a natura divina, saepe ab humana sibi nomen inlere soleat,
non abs re dixit: Qui est in calis, hoc est, qui se
cundum divinitatem est in calu, ex coelo deseendens Salvator noster, cœlum non derelinquebat, et
in cœlo degens a terra non aberat: ubique enim
ert; cum incircumscripta sit divinitas. Descen.lit
igitur ex cœlis [id est, non secundum humanam
naturam, non qui ex semine David, sel temporis
expers Dei Verbum, quod jam ante sæcula erat, et
propter unionem cum genere humano, Filium hominis appellari voluit; et cum Filium hominis audimus, ne arbitremur, carnem ejus ex cœlo descendisse, sed cum Christus sit una hypostasis seu persona duabus naturis constans, fit, ut nomina ho- σύνθετος, τὰ τοῦ ἀνθρώπου ὀνόματα καὶ ἐπὶ τοῦ
minis etiam de Verbo enuntientur, et vice versa,
attributa Verbi homini quoque tribuantur. Appellatur ergo et hoc loco Filius hominis, quia utriusque
naturæ, humanæ scilicet et divinæ, una eademque
est hypostasis seu persona, non quod Filius hominis
de cœlo descenderit (nempe secundum humanam
naturam), sed quod qui descendit Filius Dei, ipse
ascendit Filius hominis factus; caro enim post resurrectionem impatibilis et immortalis effecta,
propter communionem et unionem cum Verbo, in
quo absque divulsione et divisione inest, eamdem
sedem accepit.
Quapropter Paulus ait: Qui descendit ipse est,
qui et ascendit super omnes cœlos, ut impleret omnia '; nam divinitate etiam antea cuncta complebat, utpote tanquam ubique presens et omnia penetrans. Postea vero propter salutęm nostram, cum
in cœlis versaretur, in terram descendit, carnem
assumpturus, qui sponte exaltatus est in cruce, et
mortuus carne, descendit ad inferos, et resurgens
assumptus est in gloria, et ascendit super omnes
cælos, ut impleret omnia; et in carne dominationis
suæ, et virtutis seu potentiæ ipse unus est ex sancta Trinitate, consubstantialis Filius et Verbum Dei,
equalis Patri et Spiritui sancto, homo factus, in
duabus perfectis naturis ac operationibus; qui
etiam corpore Patri assidet, et iterum venturus est
cum gloria (quo pacto etiam ascendit) judicare
universam terram, et reddere unicuique secundum
opera sua, et regni ejus non erit finis *.
Ne vero, quando audimus, eum descendisse, in
cam persuasionem veniamus, quasi jam non sit
amplius in coelo, utpote qui descenderit; illico
Adjecit: Qui est in cœlo: ne, inquit, cum me descendisse auditis, arbitremini, me non esse amplius
in cœlo, quia et hic præsens sum corpore, et ibi
cum Patre in eodemn throno sedeo divinitate. Nam
cum sit Dominus omnium, superna non deseruit, et
ad nos advenit, ut omnia undequaque et ubique
salvaret.
Ephes. ιν. 10. • Rom. 11, 6.
Λόγου λαμβάνεται. Καὶ πάλιν τὰ τοῦ Λόγου ὀνόματα
τῷ ἀνθρώπῳ προστιθένται· λέγεται οὖν καὶ ἐνταῦθα
Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ Κύριος, ὡς ἑνὸς ὄντως τοῦ
προσώπου, καὶ μιᾶς τῆς ὑποστάσεως, οὐκ ἐπειδὴ ὁ
Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου κατῆλθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· ἀλλ'
ἐπειδὴ ὁ κατελθὼν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ἀνῆλθεν
Υἱὸς ἀνθρώπου γενόμενος· ἀπαθὴς γὰρ καὶ ἀθάνατος
μετὰ τὴν ἀνάστασιν γενομένη ἡ σάρξ, διὰ τὴν πρὸς
τὸν Λόγον κοινωνίαν ἀδιαίρετός ἐστιν ἐν αὐτῷ ἠξιω
μένη καθέδρας.
Διὸ καὶ ὁ Παῦλος ἔλεγεν. Ὁ καταβὰς αὐτός
ἐστιν, καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν ἵνα
πληρώσῃ τὰ πάντα τῇ γὰρ θεότητι καὶ πρότερον
τὰ πάντα ἐπλήρου· ὡς πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ
πάντα-πληρῶν· ὕστερον δὲ διὰ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν
ἄνω ὢν εἰς τοὺς οὐρανούς, κατέβη σαρκούμενος εἰς
τὴν γῆν, καὶ ὑψώθη ἑκουσίως ἐν τῷ σταυρῷ· καὶ
θανών τῇ σαρκὶ, εἰς τὸν ἄδην κατῆλθε· καὶ ἀναστάς,
ἀνελήφθη ἐν δόξῃ· καὶ ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν
οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα, καὶ ἐν σαρκὶ
τῆς δεσποτείας αὐτοῦ καὶ τῆς ἐνεργείας, αὐτός
ἐστιν ὁ εἷς τῆς Τριάδος· ὁ μονογενής Υἱὸς καὶ Λόγος
τοῦ Θεοῦ· καὶ ἴσος.ὢν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι,
γέγονεν ἄνθρωπος· ἐν δυσὶ τελείαις φύσεσι καὶ
ἐνεργείαις καὶ μετὰ σώματος συνεδριάζει τῷ Πατρί
καὶ πάλιν ἐλεύσεται μετὰ δόξης, δν τρόπον καὶ ἀνε
λήφθη, τοῦ κρίναι πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ ἀποδοῦναι
ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ, καὶ τῆς βασιλείας
αὐτοῦ τέλος οὐκ ἔσται.
Ινα δὲ μὴ ἀκούσαντες ὅτι κατέβη νομίσωμεν
ὅτι ὡς κατελθών, οὐκ ἔστι λοιπὸν ἐν οὐρανῷ· διὰ
τοῦτο λέγει, ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ· μὴ γὰρ ἐπειδὴ
ἠκούσατε ὅτι κατέβη, φησίν, νομίσητε μὴ εἶναι ὡς
ἐν τῷ οὐρανῷ, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα πάρειμι σωματι
κῶς· κἀκεῖ συγκάθημαι τῷ Πατρὶ θεϊκῶς. Δεσπότης
" γὰρ πάντων ὑπάρχων καὶ Κύριος· οὔτε τὰ ἄνω
κατέλιπε, καὶ πρὸς ἡμᾶς ἐπεδήμησεν, ἵνα πάντοθεν
τὸ πάντα ἀνασώσηται.
col. 257–258page 5 of 15
PG 150:257Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρή μῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τοῦ Υἱὸν ἀνθρώπου ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπώληται, ἀλλ' στη ζωὴν αἰώνιον προεσήμανε την σταύρω πιν αὐτοῦ ὁ Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν δεικνὺς ὅτι προγια νώσκει ταύτην· καὶ λοιπὸν ἑκουσίως ἐπὶ τὸ πάθος ἔρχεται διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Οὐ λέγει δὲ προφανῶς καὶ καθαρῶς ὁ Κύριος, ὅτι Μέλλω σαυρωθῆναι, ἀλλὰ τοῦ ὄφεως μέμνηται τῆς πα λαιᾶς ἱστορίας· ἅμα μὲν διδάσκων ἡμᾶς, ὅτι συγ γενῆ εἰσι τὰ παλαιὰ τοῖς καινοῖς, καὶ εἷς καὶ αὐτός ἐστιν ὁ νομοθέτης τῆς Παλαιᾶς τε καὶ Νέας Διαθήκης ἅμα δὲ καὶ παιδεύων, ὅτι εἰ καὶ πρὸς εἰκόνα χαλ κὴν ὄψεως βλέποντες οἱ Ἰουδαῖοι τὸν σωματικόν, καὶ πρὸς καιρὸν θάνατον ἔφευγον, πολλῷ μᾶλλον ἡμεῖς εἰς τὸν ἐσταυρωμένον βλέποντες Κύριον τῆς δόξης καὶ πιστεύοντες εἰς αὐτὸν, τὸν αἰώνιον θάνατ τον ἐκφύγουμεν τῆς ψυχῆς. Ἡ δὲ περὶ τοῦ ὄψεως ἱστορία κεῖται μὲν ἐν ᾿Αριθμοῖς, ἔχει δὲ οὕτως Κατελάλησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἐν τῇ ἐρήμῳ ὅτι οὐκ ἔστιν ἄρτος οὐδὲ ὕδωρ· 'Η δὲ ψυχὴ ἡμῶν προσε ώχθησεν, ἐν τῷ ἄρτῳ τούτῳ τῷ ἀδιακένῳ, τῷ μάννα δηλαδή· καὶ ἀπέστειλε Κύριος εἰς τὸν λαὸν τοὺς ὄφεις τοὺς θανατοῦντας, καὶ ἔδακνον τὸν λαὸν, καὶ ἀπέθανε λαὸς πολὺς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Καὶ παρ ραγενόμενος ὁ λαὸς πρὸς Μωσήν ἔλεγον· ἡμαρτήκαμεν ὅτι κατελαλήσαμεν κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ σοῦ· εἶξαι οὖν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ ἀφελέτω ἀφ' ἡμῶν τὸν ὄφιν. Καὶ ηύξατο Μωσῆς· καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· Ποίησον σεαυτῷ ὄφιν· καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημείου ἢ ἐπὶ ξύλου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ όφις ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν ζήσεται. Προσέχετε ἐνταῦθα ἀκριβῶς, ἀδελφοί μου, καὶ ὁρᾶτε, παρακαλῶ, τὸν τύπον πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖ ὄφεως ὁμοίωμα, εἶδος μὲν ἔχον θηρίου, τὸν ἰὸν δὲ οὐκ ἔχον οὕτω κἀνταῦθα ἄνθρωπος ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἁμαρτ τίας τοῦ ἐλεύθερος, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρ τίας ἐλθὼν, τοῦτ' ἔστιν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρ τία ὑποκειμένης, ἀλλ᾽ οὐχὶ σὰρξ ἁμαρτίας ὑπάρχων καὶ τότε μὲν οἱ ὁρῶντες. σωματικοῦ, καὶ προσκαίρου θανάτου ἐρεύοντο· ἡμεῖς δὲ ψυχικὸν καὶ αἰώνιον ἐκφύγωμεν θάνατον· καὶ τότε μεν δήγε ματα ἔφεων ἰᾶτο ὁ κρεμάμενος ὄφις· νῦν δὲ τοῦ νοητοῦ δράκοντος τὰς καθ' ἡμῶν θανασίμους πληγάς θεραπεύει ὁ Χριστὸς ἐν τῷ σταυρῷ ὑψωθείς· ἐκεῖ δ τοῖς σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς βλέπων ἐθεραπεύετο, ἐνταῦθα δὲ ὁ τοῖς νοεροῖς ὁρῶν ὄμμασι πάντα τὰ ἁμαρτήματα ἀποτίθεται· ἐκεῖ χαλκὸς τὸ κρεμάμε ναν ἦν εἰς σχῆμα όφεως διατυπωθέν· ἐνταῦθα σῶμα Δεσποτικὸν, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατασκευασθὲν· ὅρις ἔδακνεν ἐκεῖ, καὶ ὄφις ἰπτο· οὕτω καὶ ἐνταῦθα θάνατος ἀπώλεσε, καὶ θάνατος ἔσωσεν· ἀλλ᾽ ὁ μὲν δάκνων καὶ ἀπολλὺς ὄφις τὸν εἶχεν ὁ δὲ χαλκοῦς καὶ σώζων καθαρὸς ἦν· καὶ ἐνταῦθα τὸ αὐτὸ πάλιν. Ο γὰρ ἀπολλὺς θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ ἁμαρτίαν εἶχεν, ὥσπερ τὸν τὸν ὁ ὄφις· ὁ δὲ τοῦ Δεσπότου θάνατος ἁμαρτίας πάσης ἀπήλλακτο, ὥσ ε
SERMO DE CRUCE.
Καὶ καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρή- Et quemadmodum Moyses exaliarit serpentem in
μῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τοῦ Υἱὸν ἀνθρώπου·
ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπώληται, ἀλλ'
στη ζωὴν αἰώνιον προεσήμανε την σταύρω πιν
αὐτοῦ ὁ Κύριος καὶ Σωτὴρ ἡμῶν δεικνὺς ὅτι προγια
· νώσκει ταύτην· καὶ λοιπὸν ἑκουσίως ἐπὶ τὸ πάθος
ἔρχεται διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Οὐ λέγει
δὲ προφανῶς καὶ καθαρῶς ὁ Κύριος, ὅτι Μέλλω
σαυρωθῆναι, ἀλλὰ τοῦ ὄφεως μέμνηται τῆς πα
λαιᾶς ἱστορίας· ἅμα μὲν διδάσκων ἡμᾶς, ὅτι συγγενῆ εἰσι τὰ παλαιὰ τοῖς καινοῖς, καὶ εἷς καὶ αὐτός
ἐστιν ὁ νομοθέτης τῆς Παλαιᾶς τε καὶ Νέας Διαθήκης
ἅμα δὲ καὶ παιδεύων, ὅτι εἰ καὶ πρὸς εἰκόνα χαλκὴν ὄψεως βλέποντες οἱ Ἰουδαῖοι τὸν σωματικόν,
καὶ πρὸς καιρὸν θάνατον ἔφευγον, πολλῷ μᾶλλον
ἡμεῖς εἰς τὸν ἐσταυρωμένον βλέποντες Κύριον τῆς
δόξης καὶ πιστεύοντες εἰς αὐτὸν, τὸν αἰώνιον θάνατ
τον ἐκφύγουμεν τῆς ψυχῆς. Ἡ δὲ περὶ τοῦ ὄψεως
ἱστορία κεῖται μὲν ἐν ᾿Αριθμοῖς, ἔχει δὲ οὕτως·
Κατελάλησαν οἱ Ἰουδαῖοι ἐν τῇ ἐρήμῳ ὅτι οὐκ
ἔστιν ἄρτος οὐδὲ ὕδωρ· 'Η δὲ ψυχὴ ἡμῶν προσε
ώχθησεν, ἐν τῷ ἄρτῳ τούτῳ τῷ ἀδιακένῳ, τῷ
μάννα δηλαδή· καὶ ἀπέστειλε Κύριος εἰς τὸν λαὸν
τοὺς ὄφεις τοὺς θανατοῦντας, καὶ ἔδακνον τὸν λαὸν,
καὶ ἀπέθανε λαὸς πολὺς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Καὶ παρ
ραγενόμενος ὁ λαὸς πρὸς Μωσήν ἔλεγον· Ημαρτήκαμεν ὅτι κατελαλήσαμεν κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ
σοῦ· εἶξαι οὖν πρὸς τὸν Θεὸν, καὶ ἀφελέτω ἀφ' ἡμῶν
τὸν ὄφιν. Καὶ ηύξατο Μωσῆς· καὶ εἶπε Κύριος πρὸς
αὐτόν· Ποίησον σεαυτῷ ὄφιν· καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ
σημείου ἢ ἐπὶ ξύλου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ όφις
ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν ζήσεται.
Προσέχετε ἐνταῦθα ἀκριβῶς, ἀδελφοί μου, καὶ ὁρᾶτε,
παρακαλῶ, τὸν τύπον πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖ ὄφεως
ὁμοίωμα, εἶδος μὲν ἔχον θηρίου, τὸν ἰὸν δὲ οὐκ ἔχον
οὕτω κἀνταῦθα ἄνθρωπος ὁ Κύριος, ἀλλὰ ἁμαρτ
τίας τοῦ ἐλεύθερος, ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρ
τίας ἐλθὼν, τοῦτ' ἔστιν ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρ
τία ὑποκειμένης, ἀλλ᾽ οὐχὶ σὰρξ ἁμαρτίας ὑπάρχων
καὶ τότε μὲν οἱ ὁρῶντες.
σωματικοῦ, καὶ
προσκαίρου θανάτου ἐρεύοντο· ἡμεῖς δὲ ψυχικὸν
καὶ αἰώνιον ἐκφύγωμεν θάνατον· καὶ τότε μεν δήγε
ματα ἔφεων ἰᾶτο ὁ κρεμάμενος ὄφις· νῦν δὲ τοῦ
νοητοῦ δράκοντος τὰς καθ' ἡμῶν θανασίμους πληγάς
θεραπεύει ὁ Χριστὸς ἐν τῷ σταυρῷ ὑψωθείς· ἐκεῖ δ
τοῖς σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς βλέπων ἐθεραπεύετο,
ἐνταῦθα δὲ ὁ τοῖς νοεροῖς ὁρῶν ὄμμασι πάντα τὰ
ἁμαρτήματα ἀποτίθεται· ἐκεῖ χαλκὸς τὸ κρεμάμε
ναν ἦν εἰς σχῆμα όφεως διατυπωθέν· ἐνταῦθα σῶμα
Δεσποτικὸν, ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος κατασκευα
σθέν· ὅρις ἔδακνεν ἐκεῖ, καὶ ὄφις ἰπτο· οὕτω καὶ
ἐνταῦθα θάνατος ἀπώλεσε, καὶ θάνατος ἔσωσεν· ἀλλ᾽
ὁ μὲν δάκνων καὶ ἀπολλὺς ὄφις τὸν εἶχεν ὁ δὲ
χαλκοῦς καὶ σώζων καθαρὸς ἦν· καὶ ἐνταῦθα τὸ
αὐτὸ πάλιν. Ο γὰρ ἀπολλὺς θάνατος τοῦ ᾿Αδάμ
ἁμαρτίαν εἶχεν, ὥσπερ τὸν τὸν ὁ ὄφις· ὁ δὲ τοῦ
Δεσπότου θάνατος ἁμαρτίας πάσης ἀπήλλακτο, ὥσ
• Juan. 111,
10 Num. ss1, 5.
"Ibid. 8.
ε
deserto, sic exaltari oportet Filium hominis, ut o̟mnis, qui credit in eum, non pereat, sed habeat vitam
æternam. His verbis præsignificavit Dominus et
Salvator noster suam crucifixionem, ostendens se
hujus præscium esse, seque volentem ac lubentem
propter humanam salutem ad passionem tendere.
Non dicit autem aperte et diserte se cruci affixum
iri, set serpentis, prisca illius historiæ, meminit:
simul nos erudiens vetera novis esse cognata et
consona, unumque Veteris ac Novi Testamenti legislatorem agnosci debere. Illud insuper docet; si
Judæi, imaginem æream serpentis intuentes, corporalem hanc et temporalem mortem devitarunt,
quanto magis nos nostros oculos ad crucifixum
Dominum gloriæ vertentes, et in ipsum credentes,
æternam animæ mortem declinabimus! Et serpentis quidem historia in libro Numerorum perceuse
tur; et est talis:
Murmuraverant Judæi in deserto, quod nec panis, nec aqua suppeteret: Nauseat anima nostra,
aiebant, super hoc cibo levissimo 1º, nempe super
manna. Et misit Dominus in populum serpentes,
qui eis mortem inferebant, mordebantque populum;
quo malo plurimi ex Israelitis interiere, qui að
Moysen accurrentes clamabant: Peccavimus olocutionibus nostris contra Dominum et te; supplica
pro nobis Deo, et auferat a nobis serpentes. Oravit Moyses. Ad quem Dominus: Fac tibi serpentem
et pone illum sublimem in signo ', quem qui ictus a
serpente aspexerit, vivet. Attendite diligenter, fratres mei, et cum veritate typum comparate. Ibi serpentis similitudo erat; nam bestiæ imaginem habebat, veneno aulem carebat. Ila et hic, homo est
Dominus, sed a pcccati veneno liber; in similitu -
dine carnis peccati venit "*, hoc est, in specie carnis peccato subjacentis; sed non erat caro peccati,
et tunc quidem a corporali et temporali morte intuentes liberabantur, at nos spiritualem et æternam
animæ mortem effugimus; tunc morsibus serpentinis medebatur suspensus serpens: at jam ab intelligibili dracone mortiferas nobis inflictas plagas
curat Christus in cruce exaltatus. Ibi sanabatur,
qui corporeis oculis serpentem aspiciebat: at lic
ab omnibus peccatis eripitur, qui oculis sub intelligentiam cadentibus utitur. Ibi æs in liguram serpentis effigiatum erat: hic corpus Dominicum a
Spiritu sancto formatum. Ibi mordebat serpens, et
serpens medebatur. Ita et in præsenti mors perdidit, et mors servavit. At mordens ille et perdens
auguis venenum habebat, reus autem, et qui
servabat, veneni purus erat. Hic iterum eamdem
similitudinem observa. Nam mors, quæ Adamum
perdidit, peccatam habebat, quemadmodum serp ins
venenum. At mors Domini ab omni peccate libera
fuit, sicuti æreus serpens a veneno immunis erat.
Propterea per similitudinem dixit: Quemadmodum
1. Rom. viii, 3.
col. 259–260page 6 of 15
PG 150:259περ ό χαλκοῦς ὁ ὄφις ἰοῦ. Διὰ τοῦτο τοίνυν όμως ματικῶς εἶπεν· Οτι καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν ὅριν, καὶ τὰ ἑξῆς· ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος ὕψωσε τὸν ὄριν, ἵνα οἱ ἀτενίζοντες εἰς αὐτὸν ἔχωσι ζωήν· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ὑψώθη, ἵνα οἱ ἀτενίζοντες εἰς αὐτὸν, ἤγουν οἱ πιστεύοντες, ἔχωσι ζωὴν αἰώνιον. Αλλ' όρις μὲν ἐκεῖ, διὰ τοὺς δάκνοντας ὄφις· ἄνθρωπος δὲ ἐνταῦθα διὰ τοὺς δακνομένους ἀνθρώπους· καὶ ἐκεῖ μὲν ἐπειδὴ δι' όφεως ή βλάβη, δι' όφεως καὶ ἡ θερα πεία· ἐνταῦθα δὲ, ἐπειδὴ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, δι' ἀνθρώπου καὶ ἡ ζωὴ παρεγένετο. Αμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν ὁ Κύριος δ Οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ. Ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ὑψωθῆναι ἀκούοντες, νοεῖν μὲν ὀφείλομεν τὸ κρεμασθῆναι· ἐφ' ύψους γὰρ ἐκρεμάσθη ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἵνα καὶ τὴν ἀέρα ἁγιάσῃ, ὁ τὴν γῆν ἁγιάσας διὰ τοῦ ἐπ' αὐτῆς περιπατῆσαι· νοεῖν δεῖ καὶ τὸ δοξασθῆναι· καὶ γὰρ ὄντως ὕψος καὶ δόξα τοῦ Χριστοῦ γέγονεν ὁ σταυ ρός· ἐν ᾧ γὰρ ἐδόκει κατακριθῆναι ὁ Κύριος· ἐν τούτῳ κατέκρινε τὸν ἄρχον τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ τοῦτό ἐστι ὅ φησι Παῦλος· Αποδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας· ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ θριαμβεύσας αὐτὰς ἐν αὐτῷ. Οἷόν τι λέγω· ὁ Ἀδὰμ δικαίως ἀπέθανεν· ἥμαρτεν γάρ μέχρι μὲν οὖν τῆς τοῦ Κυρίου σταυρώσεως, δικαίως κατεκράτησεν τῶν ἀνθρώπων ὁ θάνατος· ἐπεὶ δὲ ἀναμάρτητος εὑρέθη ὁ Κύριος, τὸ λοιπὸν οὐκ εἶχεν ἐπ' αὐτῷ δίκαιον ὁ διάβολος ἵνα θανατώσῃ αὐτόν· ὥστε ἐπειδὴ ἀδίκως ἐθανατώθη, ἐνίκησε τὸν θανατώσαντα αὐτὴν καὶ οὔτ τω; ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ ἐκ τοῦ θανάτου, τοῦ δι καίως ἐπαχθέντος αὐτῷ, ὡς ἁμαρτήσαντι. Ινα δὲ καὶ σαφέστερον ᾖ, ἐπὶ παραδείγματος αὐτὸ ποιήσωμεν φάνερον. Εστω τις βίαιος τύραννος, πάντας τοὺς ἐμπίπτοντας εἰς τὴν αὐτοῦ χεῖρα μυσ ρίοις περιβάλλων κακοῖς· οὗτος ἐὰν συμβαλών βασι λεῖ ἡ υἱῷ βασιλέως ἀνέλῃ αὐτὸν καὶ θανατώσῃ ἀδί πως, ὁ ἐκείνου θάνατος καὶ τοὺς ἄλλους ἐκδικῆσαι δυνήσεται· καὶ πάλιν ἔστω τις δανειστὴς ἀπαιτῶν, καὶ τυπτέτῳ, καὶ εἰς δεσμωτήριον ἐμβαλλέτω· εἶτα ἐκ τῆς αὐτῆς ὑπονοίας καὶ τὴν οὐδὲν ὀφείλοντα ὑπὸ τὴν αὐτὴν εἰρκτὴν καὶ τιμωρίαν ἀγέτω, οὗτος καὶ ὧν εἰς τοὺς ἄλλους ἐποίησε, δώσει δίκην· ἀναιρήσει γὰρ καὶ φονεύσει αὐτὸν ἐκεῖνος ὡς ἀδίκως δεσμευθεὶς καὶ τιμωρηθείς. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ γέγονεν· ὧν γὰρ εἰς ἡμᾶς ἐποίησεν ὁ διάβολος, δι ὧν εἰς τὸν Χριστὸν ἐτόλμησε, δέδωκε δίκας· κατήργηται γὰρ καὶ κατεβλήθη τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ καὶ αἰχμάλωτος γέγονε. Καὶ ἄλλως δὲ δύο ἦσαν τὰ κρατοῦντα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἡδονὴ καὶ λύπη. Διά τούτων τοίνυν τῶν δύο ἐλθὼν ὁ Κύριος αήττητος εὑρέθη καὶ ἀνίσ κητος. Προσέβαλε γὰρ αὐτῷ πρότερον ἐν τῷ ὄρει ὁ πειράζων ἡδονῆς, εὑρὼν δὲ ταύτην ἀνάλωτον ὕστερον τὸ μέγα μηχάνημα την λύπην προσήγαγεν, ἵνα κάν διὰ ταύτης κρατήσει αὐτοῦ· καὶ διὰ τούτου πάντας κατὰ τοῦ Χριστοῦ παρεκίνησεν ὁ ἐχθρὸς καὶ διάδο
JOANNIS CALECE CP. PATRIARCHE
Moyses exal!avit serpentem, et reliqua; sicut enim περ ό χαλκοῦς ὁ ὄφις ἰοῦ. Διὰ τοῦτο τοίνυν όμως
ille exaltavit serpentem, ut qui in ipsum intenderent, vitam haberent, ita et Christus exaltatus est,
ut qui in ipsum intenderent, nimirum credentes,
vitam æternam obtinerent. Ibi quidem serpens viselatur, ob serpentinos morsus. At hic homo est,
ob homines letali morsu sauciatos. Ibi plaga per
serpentem illata, per serpentem quoque curata est.
Hic vero, quoniam mors per hominem intravit în
mundum, per hominem etiam vita nobis data est һ.
Nam peccatum non fecit Dominus: Nec inventus
est dolus in ore ejus 16.
Exaltari oportet Filium hominis. Cum exaltationem audimus, suspensionem in cruce animo concipiamus. Nam in alto pependit Salvator noster,
nt et aerem sanctificaret, qui terram sanctificave·
rat, in illa et per illam ambulando. Quin et verbum glorificari perpendere oportet. Crux enim
vere Christi exaltatio et gloria fuit; nam in qua
Dominus videbatur damnatus, in ea hujus mundi -
principem damnavit. Et hoc est, quod Paulus docet:
Exspolians principatus et potestates, traduzu coufidenter triumphans illos in semetipso. Nimirum,
quod dico byjusmodi: Adamus merito mortuus est:
peccaverat enim. Ergo usque ad Domini crucifixionem, mors dominationem in homines exercuit.
Postquam vero Dominus ab omni culpa liber fuit,
nil in eum juris diabolo relictum est, ut eum neci
daret. Quocirca cum injuste peremptus fuerit, devicit: et hac ratione Adamum a morte, quæ ei,
tanquam peccatori, juste illata fuerat, liberavit.
ματικῶς εἶπεν· Οτι καθὼς Μωσῆς ὕψωσε τὸν
ὅριν, καὶ τὰ ἑξῆς· ὥσπερ γὰρ ἐκεῖνος ὕψωσε τὸν
ὄριν, ἵνα οἱ ἀτενίζοντες εἰς αὐτὸν ἔχωσι ζωήν· οὕτω
καὶ ὁ Χριστὸς ὑψώθη, ἵνα οἱ ἀτενίζοντες εἰς αὐτὸν,
ἤγουν οἱ πιστεύοντες, ἔχωσι ζωὴν αἰώνιον. Αλλ' όρις
μὲν ἐκεῖ, διὰ τοὺς δάκνοντας ὄφις· ἄνθρωπος δὲ
ἐνταῦθα διὰ τοὺς δακνομένους ἀνθρώπους· καὶ ἐκεῖ
μὲν ἐπειδὴ δι' όφεως ή βλάβη, δι' όφεως καὶ ἡ θερα
πεία· ἐνταῦθα δὲ, ἐπειδὴ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος
εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον, δι' ἀνθρώπου καὶ ἡ ζωὴ
παρεγένετο. Αμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν ὁ Κύριος
δ
Οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ.
Ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. Ὑψωθῆναι
ἀκούοντες, νοεῖν μὲν ὀφείλομεν τὸ κρεμασθῆναι· ἐφ'
ύψους γὰρ ἐκρεμάσθη ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, ἵνα καὶ τὴν
ἀέρα ἁγιάσῃ, ὁ τὴν γῆν ἁγιάσας διὰ τοῦ ἐπ' αὐτῆς
περιπατῆσαι· νοεῖν δεῖ καὶ τὸ δοξασθῆναι· καὶ γὰρ
ὄντως ὕψος καὶ δόξα τοῦ Χριστοῦ γέγονεν ὁ σταυ
ρός· ἐν ᾧ γὰρ ἐδόκει κατακριθῆναι ὁ Κύριος· ἐν
τούτῳ κατέκρινε τὸν ἄρχον τοῦ κόσμου τούτου. Καὶ
τοῦτό ἐστι ὅ φησι Παῦλος· Αποδυσάμενος τὰς
ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας· ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ
θριαμβεύσας αὐτὰς ἐν αὐτῷ. Οἷόν τι λέγω· ὁ Ἀδὰμ
δικαίως ἀπέθανεν· ἥμαρτεν γάρ μέχρι μὲν οὖν τῆς
τοῦ Κυρίου σταυρώσεως, δικαίως κατεκράτησεν τῶν
ἀνθρώπων ὁ θάνατος· ἐπεὶ δὲ ἀναμάρτητος εὑρέθη
ὁ Κύριος, τὸ λοιπὸν οὐκ εἶχεν ἐπ' αὐτῷ δίκαιον ὁ
διάβολος ἵνα θανατώσῃ αὐτόν· ὥστε ἐπειδὴ ἀδίκως
ἐθανατώθη, ἐνίκησε τὸν θανατώσαντα αὐτὴν καὶ οὔτ
τω; ἐλευθέρωσε τὸν Ἀδὰμ ἐκ τοῦ θανάτου, τοῦ δι
καίως ἐπαχθέντος αὐτῷ, ὡς ἁμαρτήσαντι.
Ινα δὲ καὶ σαφέστερον ᾖ, ἐπὶ παραδείγματος
αὐτὸ ποιήσωμεν φάνερον. Εστω τις βίαιος τύραννος,
πάντας τοὺς ἐμπίπτοντας εἰς τὴν αὐτοῦ χεῖρα μυσ
ρίοις περιβάλλων κακοῖς· οὗτος ἐὰν συμβαλών βασιλεῖ ἡ υἱῷ βασιλέως ἀνέλῃ αὐτὸν καὶ θανατώσῃ ἀδίπως, ὁ ἐκείνου θάνατος καὶ τοὺς ἄλλους ἐκδικῆσαι
δυνήσεται· καὶ πάλιν ἔστω τις δανειστὴς ἀπαιτῶν,
καὶ τυπτέτῳ, καὶ εἰς δεσμωτήριον ἐμβαλλέτω· εἶτα
ἐκ τῆς αὐτῆς ὑπονοίας καὶ τὴν οὐδὲν ὀφείλοντα ὑπὸ
τὴν αὐτὴν εἰρκτὴν καὶ τιμωρίαν ἀγέτω, οὗτος καὶ
ὧν εἰς τοὺς ἄλλους ἐποίησε, δώσει δίκην· ἀναιρήσει
γὰρ καὶ φονεύσει αὐτὸν ἐκεῖνος ὡς ἀδίκως δεσμευ
Et ut res clarior evadat, exemplo declarabitur.
Sit violentus quispiam tyrannus, qui omnes suas
in manus delapsos innumeris malis afficiat: hic
si comprehensum regem, aut regis filium injuste
interficiat, fieri potest, ut mors illius etiam aliis
oppressis opem ac subsidium ferat. Iterum, sit
fœnerator quispiam fœenus reposcens, debitores
verberet ac in vincula detrudat: deinde eadem
animi impotentia eum, qui nihil debet, iisdem
pœnis multet, ac in carcerem compingat: hic
certe pœnas dabit eorum, quæ in alios admisit.
Interficiet enim illum, tanquam injuste punitus,
inque carcerem conjectus. Hoc et in Christo eve- θεὶς καὶ τιμωρηθείς. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ
nit: nam eorum malorum, quibus nos diabolus
punivit, pœnas luit, quando Christum aggredi non
formidavit. Prostratus enim, dejectus et cruce
Christi captus est.
Duo erant, quibus genus humanum tenebatur,
voluptas ac tristitia. His duobus Dominum aggressus, immotum invitumque reperit. Et primum quidem in monte voluptatis illecebra eum tentavit, sed
cum incassum hanc machinam adhiberi cerneret,
ad tristiuam, longe validiorem balistam, se couvertit, ut vel nac ratione de Christo victoriam referret. Lum in finem omnes a diabolo contra Chri13 Rom. V,
15 Iset, L/11,
3; 1 Petr. 11, 22.
γέγονεν· ὧν γὰρ εἰς ἡμᾶς ἐποίησεν ὁ διάβολος, δι
ὧν εἰς τὸν Χριστὸν ἐτόλμησε, δέδωκε δίκας· κατήρ
γηται γὰρ καὶ κατεβλήθη τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ
καὶ αἰχμάλωτος γέγονε.
Καὶ ἄλλως δὲ δύο ἦσαν τὰ κρατοῦντα τοῦ ἀνθρω·
πίνου γένους, ἡδονὴ καὶ λύπη. Διά τούτων τοίνυν
τῶν δύο ἐλθὼν ὁ Κύριος αήττητος εὑρέθη καὶ ἀνίσ
κητος. Προσέβαλε γὰρ αὐτῷ πρότερον ἐν τῷ ὄρει ὁ
πειράζων ἡδονῆς, εὑρὼν δὲ ταύτην ἀνάλωτον ὕστερον
τὸ μέγα μηχάνημα την λύπην προσήγαγεν, ἵνα κάν
διὰ ταύτης κρατήσει αὐτοῦ· καὶ διὰ τούτου πάντας
κατὰ τοῦ Χριστοῦ παρεκίνησεν ὁ ἐχθρὸς καὶ διάδο
18 Coloss. 11, 13.
col. 261–262page 7 of 15
PG 150:261λος· τοὺς μαθητάς αρνήσασθαι παρεσκεύασεν, τοὺς στρατιώτας ἐμπαίζειν αὐτῷ τοὺς παραπορευομένους βλασφημεῖν καὶ ἁπλῶς τοὺς Ἰουδαίους διήγειρε καὶ παρώτρυνε συκοφαντῆσαι τοῦτον καὶ καταδικάσαι ὡς κακοῦργον καὶ θανατῶσαι· ἀλλὰ καὶ οὕτως εὗρεν αὐτὸν ἀήττητον καὶ ἀὶ ἀλωτον. Οὐδὲ γὰρ ἡδυ νήθη ἐν τῷ σταυρῷ λύπῃ πεῖσαι τὸν Κύριον μισῆσαι. τοὺς σταυροῦντας, ἀλλὰ ἠγάπησε τούτους καὶ ὑπερ τύχετο λέγων· Μὴ στήσῃς αὐτοῖς, ὦ Πάτερ, τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Ορᾶτε, πώς νενίκηκεν ὁ Χριστὸς, ἐν ᾧ ἐδόκει νικᾶσθαι. Οὕτως οὖν καὶ ὕψωσις αὐτοῦ καὶ δόξα γέγονεν· ὁ σταυρό; ἔλαβε γὰρ αἰχμάλωτον τὸν διάβολον, καὶ τὸν θάνατον, καὶ τὴν ἀρὰν, καὶ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἡμᾶς δὲ τοὺς ὑπὸ τῷ διαβόλω κεκρατημένους καὶ δεδουλε μένους ὄντας καὶ τῷ θανάτῳ καὶ τῇ ἀρᾷ καὶ τῇ ἁμαρτίᾳ ἐνεχομένους ἠλευθέρωσε· καὶ ζωῆς καὶ σωτηρίας ὁδὸν ἡμῖν ἐχαρίσατο, και μυστηρίων μετό χου; ἐποίησε, καὶ χαρισμάτων καὶ δωρεῶν πνευματ τικῶν ἀπολαύειν ἠξίωσε. Ταῦτα τοίνυν εἰδότες ἀγαπητοί, ταπεινωθῶμεν καὶ ἡμᾶς ὑπὸ τὴν κραταιὰν καὶ δυνατὴν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ὅτι πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται· καὶ τοὺς ταπεινοφρονοῦντας ἐγερεῖ δόξῃ ὁ Κύ ριος, καὶ μακάριος ἄνθρωπος ὁ τὸν βίον ἔχων ύψη. λόν, ταπεινὸν δὲ τὸ φρόνημα· μὴ τὰ ὑψηλὰ τοίνυν φρονῶμεν, ἀλλ᾽ ἑαυτοὺς ταπεινώσωμεν. ἀκολουθήσωμεν Χριστῷ τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ καὶ λυτρωτῇ καὶ Σωτῆρι ἡμῶν, τὴν τούτου σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμων ἀρά μενοι· και, τὰ σαρκικὰ νεκρώσωμεν κινήματα και φρονήματα τῷ θανάτῳ αὐτῷ συμμορφούμενοι, ὡς ἂν δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον εἰς πεῖν· Ζῶμεν δὲ οὐκ ἔτι ἡμεῖς· ζῇ δὲ ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν· καὶ, Μὴ γένοιτο ἡμῖν καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου· ἀπαρνησώμεθα επι τοὺς, καὶ μηδὲν τοῦ Χριστοῦ προτιμότερον ἡγησώμεθα, μὴ πλοῦτον, μὴ τρυφήν, μὴ δόξαν, μὴ σωματ τικὴν ἡδονὴν, μὴ αὐτὴν τὴν παροῦσαν ζωήν· ἀλλὰ καὶ ταύτης καταφρονήσωμεν, πάντα προθύμως τα τοῦ Θεοῦ προστάγματα ἐκτελέσωμεν· ἔχομεν γὰρ καὶ ἡμεῖς διώκτας πικρούς, τοὺς ὁρατούς, καὶ ἀορά τους εχθρούς, καὶ πολεμίους, πειράζοντας καὶ θορυ βοῦντας ἡμᾶς καθ' ἑκάστην, καὶ λυποῦντας, καὶ ἐκταράττοντας, καὶ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Χριστοῦ κωλύοντας διαπράττεσθαι. Μή οὖν μαλακισθῶμεν, παρακαλώ, μηδὲ χαυνωθῶμεν, καὶ ἐνδώμεν τοῖς τούτων παλαίσμασιν, ἀλλὰ γεν ναίως καὶ μετὰ ἀνδρικοῦ τοῦ φρονήματος ἀντιπαραταξώμεθα πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀγωνισώμεθα, ένα καὶ τῆς ἀτελευτήτου εὐκλείας ἐπιτύχωμεν, καὶ τῆς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπολαύσεως ἐν Χριστῷ 1 σοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
SERMO DE CRUCE.
λος· τοὺς μαθητάς αρνήσασθαι παρεσκεύασεν, τοὺς stum concitati sunt discipuli, nt negarent: miliστρατιώτας ἐμπαίζειν αὐτῷ τοὺς παραπορευομένους
βλασφημεῖν καὶ ἁπλῶς τοὺς Ἰουδαίους διήγειρε
καὶ παρώτρυνε συκοφαντῆσαι τοῦτον καὶ καταδικάσαι ὡς κακοῦργον καὶ θανατῶσαι· ἀλλὰ καὶ οὕτως
εὗρεν αὐτὸν ἀήττητον καὶ ἀὶ ἀλωτον. Οὐδὲ γὰρ ἡδυ
νήθη ἐν τῷ σταυρῷ λύπῃ πεῖσαι τὸν Κύριον μισῆσαι.
τοὺς σταυροῦντας, ἀλλὰ ἠγάπησε τούτους καὶ ὑπερτύχετο λέγων· Μὴ στήσῃς αὐτοῖς, ὦ Πάτερ, τὴν
ἁμαρτίαν ταύτην. Ορᾶτε, πώς νενίκηκεν ὁ Χριστὸς,
ἐν ᾧ ἐδόκει νικᾶσθαι.
Οὕτως οὖν καὶ ὕψωσις αὐτοῦ καὶ δόξα γέγονεν· ὁ
σταυρό; ἔλαβε γὰρ αἰχμάλωτον τὸν διάβολον, καὶ τὸν
θάνατον, καὶ τὴν ἀρὰν, καὶ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ ἡμᾶς
δὲ τοὺς ὑπὸ τῷ διαβόλω κεκρατημένους καὶ δεδουλε
μένους ὄντας καὶ τῷ θανάτῳ καὶ τῇ ἀρᾷ καὶ τῇ
ἁμαρτίᾳ ἐνεχομένους ἠλευθέρωσε· καὶ ζωῆς καὶ
σωτηρίας ὁδὸν ἡμῖν ἐχαρίσατο, και μυστηρίων μετό
χου; ἐποίησε, καὶ χαρισμάτων καὶ δωρεῶν πνευματ
τικῶν ἀπολαύειν ἠξίωσε.
tes, ut illuderent: praetereuntes, ut blasphemarent.
Judrosque universim impulit, ut calumniis cum
incesserent, et tanquam maleficum condemnarent,
mortique adjudicarent. Verum hic quoque iusicum ac immutabilem reperit. Neque enim potvit
tristitia et dolor Christo in cruce persuadere, ut
odio haberet eos, a quibus crucifigebatur, sed dilexit cos, preces pro illis fundens: Ne statuas illis,
Pater, hoc peccatum 1. Videle, quomodo vicer.t
Christus in eo ipso, quo videbatur esse victus,
In hunc igitur modum Christo crux facta est exaltatio et gloria. Nam diabolim, et mortem, et
maledictionem, et peccatum, in captivitatem ab
duxit; et nos, qui sub diaboli, mortis, maledictio -
nis et peccati jugo tenebamur, in viam vitæ ac
salutis reduxit, et divinorum mysteriorum participes fecit, et spiritualia charismata nobis fruenda
concessit,
Haec scientes, charissimi, humiliemur et nos sub
potenti manu Dei, nam omnis, qui se humiliat, er.
allabitur": et illos, qui submissa sunt mente, ad
gloriam excitabit Dominus: beatum vero il um hominem, qui vitam vivit sublimem, sed animum gerit humilem. Igitur ne alla sapiamus, sed uos ipsos humiliemus. Imitemur Christum Dominum,
redemptorem et Salvatorem: højus cruce in humeros sublata caruales motiones ac appetitiones mortificemus, configurati morti ejus", ut et DOS cum
sancto Paulo dicere queamus: Virimus non jam
nos: vivit vero Christus in nobis: et, Nobis autem
absit gloriari, nisi in cruce Domini nostri Jesu
Christi ". Abnegemus nosmetipsos, et nihil Christo anteponamus, non divitias, non delicias, non
gloriam, non corporalem voluptatem, non ipsam
vitam: verum et hanc contemnamus, et omnia
Dei mandata prompte exsequainur: habemus enim
et nos asperos persecutores visibiles e invisibiles
bostes ac adversarios, qui nos in singulos dies tentant et exagitant, turbant et perturbant, et ab observatione divinorum mandatorum retrahunt. Ne
igitur effeminemur, neque de repugnandi alacritate quidquam remittamus, sed virili atque generoso animo resistamnus, et cum hostibus congrediaut interminatæ itidem gloriæ et immortalium bonorum participes efficiamur in Christo J-su
Domino nostro, cui gloria et potentia in sæcula
sæculorum. Amen.
Ταῦτα τοίνυν εἰδότες ἀγαπητοί, ταπεινωθῶμεν
καὶ ἡμᾶς ὑπὸ τὴν κραταιὰν καὶ δυνατὴν χεῖρα
τοῦ Θεοῦ, ὅτι πᾶς ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσε
ται· καὶ τοὺς ταπεινοφρονοῦντας ἐγερεῖ δόξῃ ὁ Κύ
ριος, καὶ μακάριος ἄνθρωπος ὁ τὸν βίον ἔχων ύψη.
λόν, ταπεινὸν δὲ τὸ φρόνημα· μὴ τὰ ὑψηλὰ τοίνυν
φρονῶμεν, ἀλλ᾽ ἑαυτοὺς ταπεινώσωμεν. Ακολουθή
σωμεν Χριστῷ τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ καὶ λυτρωτῇ
καὶ Σωτῆρι ἡμῶν, τὴν τούτου σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμων ἀρά·
μενοι· και, τὰ σαρκικὰ νεκρώσωμεν κινήματα και
φρονήματα τῷ θανάτῳ αὐτῷ συμμορφούμενοι, ὡς
ἂν δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον εἰς
πεῖν· Ζῶμεν δὲ οὐκ ἔτι ἡμεῖς· ζῇ δὲ ὁ Χριστὸς
ἐν ἡμῖν· καὶ, Μὴ γένοιτο ἡμῖν καυχᾶσθαι, εἰ μὴ
ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου· ἀπαρνησώμεθα επι
τοὺς, καὶ μηδὲν τοῦ Χριστοῦ προτιμότερον ἡγησώμεθα, μὴ πλοῦτον, μὴ τρυφήν, μὴ δόξαν, μὴ σωματ
τικὴν ἡδονὴν, μὴ αὐτὴν τὴν παροῦσαν ζωήν· ἀλλὰ
καὶ ταύτης καταφρονήσωμεν, πάντα προθύμως τα
τοῦ Θεοῦ προστάγματα ἐκτελέσωμεν· ἔχομεν γὰρ
καὶ ἡμεῖς διώκτας πικρούς, τοὺς ὁρατούς, καὶ ἀορά
τους εχθρούς, καὶ πολεμίους, πειράζοντας καὶ θορυ
βοῦντας ἡμᾶς καθ' ἑκάστην, καὶ λυποῦντας, καὶ
ἐκταράττοντας, καὶ τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ προστάγματα τοῦ Χριστοῦ κωλύοντας διαπράττεσθαι. Μή
οὖν μαλακισθῶμεν, παρακαλώ, μηδὲ χαυνωθῶμεν,
καὶ ἐνδώμεν τοῖς τούτων παλαίσμασιν, ἀλλὰ γενναίως καὶ μετὰ ἀνδρικοῦ τοῦ φρονήματος ἀντιπαραταξώμεθα πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀγωνισώμεθα, ένα
καὶ τῆς ἀτελευτήτου εὐκλείας ἐπιτύχωμεν, καὶ τῆς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπολαύσεως ἐν Χριστῷ 1σοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.
16 Lue. xxi, 54.
171 Petr. V,
p
mur,
1º
19 Rom. x1, 20. 19 Philipp. 11, 10. - Galat. 11, 20.
ss Galate
Sermon of John Kalekas, Patriarch of Constantinople, on the Third Sunday of Lent, or the Adoration of the CrossSermo Joannis Calecae Cp. patriarchae in tertiam jejuniourm Cominicam, seu adorandae crucis
col. 263–264page 8 of 15
Sermo Joannis Calecæ Cp. patriarchæ in tertiam jejuniourm Cominicam, seu adorandæ crucis
PG 150:263ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΕΚΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ. Προτυπῶν καὶ προδιαγράφων ὁ μακάριος Μωϋσης τὸν ζωοποιόν καὶ θεῖον σταυρόν, βάσδῳ τὴν Ἐρυθράν διέτεμε θάλασσαν, καὶ τοὺς Ἑβραίους ἀβρόχως καὶ ἀκινδύνως διεβίβασεν. ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐγένετο τὰ ὕδατα ἑκατέρωθεν, καὶ μετὰ τὴν τῶν Ἑβραίων διάβασιν τὴν θάλασσαν πάλιν διὰ τῆς ῥάβδου εἰς τὴν προτέραν ἀποκατέστησεν ἕνωσιν, καὶ τὸν ὑπερήφανον καὶ ἀλαζόνα Φαραώ πανστρατὶ τῷ τῆς θαλάσσης βυθῷ συνεκάλυψε. Καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ διὰ τῆς ῥάβδου τὰ παρὰ τῆς Μέρας κατεγλύκανε νάματα, καὶ ἐκ πέτρας ἀνίκμου ὕδωρ ἀναβλύζειν παραδόξως διὰ τῆς ῥάδου ἐποίησε· καὶ διψώντα τὸν λαὸν επότισε καὶ ἐχόρτασεν. Πρὸ δὲ τούτων τῶν θαυμασίων, τὴν Αἴγυπτον ὁ Μωϋσῆς διὰ τῆς ῥάβδου ἐκό λασε, καὶ τὸ ὕδωρ εἰς αἷμα μετέστρεψε, καὶ πάλιν τὸ αἷμα εἰς ὕδωρ μετέβαλε, καὶ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα ἐκεῖνα τεράστια κατειργάσατο. Εἰ δὲ ἡ ῥάβδος ἐκείνη τύπον μόνον καὶ σε: ἀν διαγράφουσα τοῦ ἁγίου σταυροῦ, τοσούτων καὶ τοιού των θαυμάτων γέγονεν αυτουργός, τί οὐκ αν ἀπεργάσηται καὶ ποιήσῃ αὐτὸς ὁ ζωοποιὸς καὶ θεῖος σταυρός, οὐ συμβολικῶς νῦν καὶ αἰνιγματωδώς προτυπούμενος καὶ προχαραττόμενος, αὐτοψ: δὲ καθορώμενος, καὶ παρ' ἡμῶν προσκυνούμενος και τιμώμενος; Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τὸν νοητὸν Φαραὼ, τὸν ἀντίδικον ἡμῶν διάβολον καὶ ἀρχέκακεν ἐχθρὸν, τῇ πολλῇ παραδώσει πληγῇ, καὶ τὰς τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν δαιμόνων στρατιάς καταποντίσει, καὶ κατακλύσει καθ᾿ ἡμῶν ἐπεγειρομένας, καὶ πολεμούσας, καὶ θορυβούσας, καὶ συγχεούσας ἡμᾶς. Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τῶν παθῶν τὴν θάλασσαν
JOANNIS CALECA CP. PATRIARCHE
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΚΑΛΕΚΑ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ
HITOI
ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ.
JOANNIS CALECE
CP. PATRIARCHA
IN TERTIAM JEJUNIORUM DOMINICAM
SEU
ADORANDE CRUCIS
Pralguraus et adunibrans beatus Moyses vivilicam et divinam crucem, virga Rubrum divisit mare, et Hebræos sicco pede ac sine periculo trajecit. Quippe tanquam murus factæ sunt
aquæ utrinque. Ac post Ilebræcorum transituin, mare denuo per virgam in unum, ut ante
fuerat, collegit. Superbum et arrogantem Plaraonem cum toto exercitu in maris profundum
demersit, in solitudine per virgam amara Merrhæ
fluenta reddidit dulcia; ex petra omnis humoris
experte aquam mirabiliter per virgam elicuit, sitientemque populum potavit ac satiavit. Ante hære
tamen miracula Ægyptum Moyses per virgam
castigavit, aqua in sanguinem, sanguine vicissim
in aquam converso, multaque illa et magna prodigia perpetravit.
Quod si illa virga, quæ typus tantum et umbra fuit venerandæ crucis, tot tantorumque miraculorum exstitit effectrix, quid non efficiet ipsa
vivifica et divina crux Christi, quando non per
symbola et ænigmata adumbratur, sed coram cernitur, atque a nobis adoratur et colitur? Ipsa vivifìca crux spiritualem Pharaonem, adversarium
nostrum, diabolum, et iuimicum, omnis mali auclorem, multis afficiet plagis: invisibilium et visibilium dæmonum exercitus submerget, quando
contra nos insurgunt, nos perturbant atque con•
fundunt. Ipsa vivifica crux per passionum mare
· sicco pede et sine periculo nos trajiciet, fluctus
adversum nos insurgentes et tumultum sopict,
Προτυπῶν καὶ προδιαγράφων ὁ μακάριος Μωϋσης
τὸν ζωοποιόν καὶ θεῖον σταυρόν, βάσδῳ τὴν Ἐρυθράν
διέτεμε θάλασσαν, καὶ τοὺς Ἑβραίους ἀβρόχως καὶ
ἀκινδύνως διεβίβασεν. ὡσεὶ τεῖχος γὰρ ἐγένετο τὰ
ὕδατα ἑκατέρωθεν, καὶ μετὰ τὴν τῶν Ἑβραίων
διάβασιν τὴν θάλασσαν πάλιν διὰ τῆς ῥάβδου εἰς
τὴν προτέραν ἀποκατέστησεν ἕνωσιν, καὶ τὸν ὑπερή
φανον καὶ ἀλαζόνα Φαραώ πανστρατὶ τῷ τῆς θαλάσ
σῆς βυθῷ συνεκάλυψε. Καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ διὰ τῆς
ῥάβδου τὰ παρὰ τῆς Μέρας κατεγλύκανε νάματα,
καὶ ἐκ πέτρας ἀνίκμου ὕδωρ ἀναβλύζειν παραδόξως
διὰ τῆς ῥάδου ἐποίησε· καὶ διψώντα τὸν λαὸν
επότισε καὶ ἐχόρτασεν. Πρὸ δὲ τούτων τῶν θαυμα
σίων, τὴν Αἴγυπτον ὁ Μωϋσῆς διὰ τῆς ῥάβδου ἐκόλασε, καὶ τὸ ὕδωρ εἰς αἷμα μετέστρεψε, καὶ πάλιν
τὸ αἷμα εἰς ὕδωρ μετέβαλε, καὶ τὰ πολλὰ καὶ
μεγάλα ἐκεῖνα τεράστια κατειργάσατο.
Εἰ δὲ ἡ ῥάβδος ἐκείνη τύπον μόνον καὶ σε: ἀν
διαγράφουσα τοῦ ἁγίου σταυροῦ, τοσούτων καὶ τοιού
των θαυμάτων γέγονεν αυτουργός, τί οὐκ αν
ἀπεργάσηται καὶ ποιήσῃ αὐτὸς ὁ ζωοποιὸς καὶ
θεῖος σταυρός, οὐ συμβολικῶς νῦν καὶ αἰνιγματωδώς
προτυπούμενος καὶ προχαραττόμενος, αὐτοψ: δὲ
καθορώμενος, καὶ παρ' ἡμῶν προσκυνούμενος και
τιμώμενος; Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τὸν νοητὸν
Φαραὼ, τὸν ἀντίδικον ἡμῶν διάβολον καὶ ἀρχέκακεν
ἐχθρὸν, τῇ πολλῇ παραδώσει πληγῇ, καὶ τὰς τῶν
ἀοράτων καὶ ὁρατῶν δαιμόνων στρατιάς καταπον
τίσει, καὶ κατακλύσει καθ᾿ ἡμῶν ἐπεγειρομένας, καὶ
πολεμούσας, καὶ θορυβούσας, καὶ συγχεούσας ἡμᾶς.
Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τῶν παθῶν τὴν θάλασσαν
Edidit Gretserus sub nomine Philothei, CP. archiepiscopi.
col. 265–266page 9 of 15
PG 150:265ἀβρόχως κα. ἀκινδύνως διαβῆναι ἡμᾶς παρασκευάσει, καὶ τὸν καθ᾿ ἡμῶν ἐγειρόμενον κλύδωνα, καὶ τὸν τάραχον κατευνάσει, καὶ ἔνδιον καταστήσει καὶ γαληνόν· καὶ τὸν παρόντα βίον ἡμῶν εὐκολώτατον καταπραΰνεῖ καὶ ἐξημερώσει, καὶ τὸ λοιπὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν εἰρηνικῶς διατελέσαι παρασκευάσει καὶ ἀταράχως. Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τὴν πικρίαν, καὶ τὴν ὀδύνην τῶν συμφορῶν, καὶ τῶν ἀναγκών ἡμῶν, καὶ τῶν ἄλλ᾽ ἐπ' ἀλλήλων κινδύνων, καὶ βλέψεων, καὶ πειρασμῶν τῶν ἐπισυμβαινόντων ἡμῖν ἀπό τε τῶν νοητῶν καὶ τῶν αἰσθητῶν ἐχθρῶν, εἰς γλυκύτητα μεταβαλεῖ καὶ πνευματικὴν ἡδονὴν, παρακαλέσει, καὶ παραμυθήσεται, καὶ ἀναστήσει τὰς ἡμετέρας ψυχὰς καταπιπτούσας ὑπὸ τῆς ἀθυμίας, καὶ θλίψεως. Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς ὕδωρ ἀναβλύσει, καὶ πηγάσει ἡμῖν ἐκ πέτρας Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, καὶ τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν κατασβέσει, καὶ ὑπὲρ μέλι καὶ ἔλαιον καθηδυνεῖ καὶ ἱλαρυνεῖ τὰς ψυχὰς ἡμῶν καὶ τὰ σώματα, καὶ τὴν δίψαν ἡμῶν καταπαύσει, ὥστε μηκέτι διψαν. Ο γὰρ ἐξ αὐτοῦ πίνων οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ ποταμοί ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος, καθὼς αὐτὸς ἀπεφήνατο, ἡ αὐτοαλήθεια Χριστός, ὁ Θεὸς ἡμῶν. Τοῦτον τὸν θεῖον καὶ ζωοποιὸν σταυρὸν, ἀγαπητοί, οἱ ἅγιοι καὶ θειότατοι Πατέρες ἡμῶν καὶ διδάσκαλοι φρουρὸν καὶ φύλακα ἔχοντες, καὶ τεῖχος καὶ ὀχύρωμα τῶν εὐσεβῶν εἰδότες ἀκαταίσχυντον, ἐν τῇ μέσῃ ἑβδομάδι τῶν νηστίμων ἡμερῶν προτίθεσθαι διωρίσαντο, καὶ παρὰ τῶν πιστῶν προσκυνεῖσθαι καὶ τιμᾶσθαι καὶ κατασπάζεσθαι διετάξαντο, ὥστε τὰ μὲν κατορθωθέντα πνευματικὰ τῆς ἀρετῆς ἔργα παρὰ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἐγκρατείας φυλάττειν καὶ συντηρεῖν βέβαια καὶ ἀσάλευτα, τὰ δὲ μέλλοντα κατορθωθῆναι, συνεργεῖν καὶ συγκροτεῖν καὶ συνιστᾷν αδιάπτωτα καὶ ἀκράδαντα. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς τὸν τοῦ Κυρίου σταυρὸν συνεργὸν ἐπικαλεσάμενοι, τὸν προκείμενον ἀγῶνα τῆς νηστείας διανῦσαι καὶ πληρῶσαι σπουδάσωμεν, πάντα τα σαρκικά σταυ ροῦντες καὶ νεκροῦντες παθήματα καὶ κινήματα, καὶ τοῖς τοῦ Κυρίου προστάγμασι καὶ ἐντάλμασιν ἐπακολουθεῖν ἐπειγώμεθα μετὰ προθυμίας πολλῆς καὶ ζεούσης τῆς προαιρέσεως, ὡς καὶ ἡ παρὰ τοῦ θεσπεσίου Μάρκου εὐαγγελική παραίνεσις σήμερον ἡμῖν ὑποτίθησιν· ἔχει δὲ οὕτως Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Εἰ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Ὃς γὰρ ἀνθέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν ἑαυτοῦ; Ο κορυφαιότατος τῶν ἀποστόλων Πέτρος ήκουσε τοῦ Κυρίου λέγοντος, ὅτι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι· καὶ ὡς πανταχού θερμότερος τῶν ἄλλων μαθητῶν, καὶ
ORATIO IN S. CRUCEM.
tam nostram facillime placidam mansuetamque
efficiet, dabitque reliquum vitæ nostræ pacifice el
sine perturbatione transigere. Ipsa vivifica crux
amaritudinem et dolorem calamitatum et necessitatum nostrarum, periculorum, quæ alia super alia
in pendent tribulationum et tentationum nobis a spiritualibus et sensibilibus inimicis imminentium, in
dulcedinem commutabit ac spiritualem voluptatem; consolabitur, permulcebit, excitabit animas
nostras concidentes præ mærore et ærumnis.
ἀβρόχως κα. ἀκινδύνως διαβῆναι ἡμᾶς παρασκευά- serenum et sudum calum reddet, præsentem viσει, καὶ τὸν καθ᾿ ἡμῶν ἐγειρόμενον κλύδωνα, καὶ
τὸν τάραχον κατευνάσει, καὶ ἔνδιον καταστήσει καὶ
γαληνόν· καὶ τὸν παρόντα βίον ἡμῶν εὐκολώτατον
καταπραΰνεῖ καὶ ἐξημερώσει, καὶ τὸ λοιπὸν τῆς
ζωῆς ἡμῶν εἰρηνικῶς διατελέσαι παρασκευάσει καὶ
ἀταράχως. Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς τὴν πικρίαν,
καὶ τὴν ὀδύνην τῶν συμφορῶν, καὶ τῶν ἀναγκών
ἡμῶν, καὶ τῶν ἄλλ᾽ ἐπ' ἀλλήλων κινδύνων, καὶ
βλέψεων, καὶ πειρασμῶν τῶν ἐπισυμβαινόντων ἡμῖν
ἀπό τε τῶν νοητῶν καὶ τῶν αἰσθητῶν ἐχθρῶν, εἰς
γλυκύτητα μεταβαλεῖ καὶ πνευματικὴν ἡδονὴν, παρακαλέσει, καὶ παραμυθήσεται, καὶ ἀναστήσει
τὰς ἡμετέρας ψυχὰς καταπιπτούσας ὑπὸ τῆς ἀθυμίας, καὶ θλίψεως.
Αὐτὸς ὁ ζωοποιός σταυρὸς ὕδωρ ἀναβλύσει, καὶ
πηγάσει ἡμῖν ἐκ πέτρας Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ
ἡμῶν, καὶ τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν κατασβέσει,
καὶ ὑπὲρ μέλι καὶ ἔλαιον καθηδυνεῖ καὶ ἱλαρυνεῖ τὰς
ψυχὰς ἡμῶν καὶ τὰ σώματα, καὶ τὴν δίψαν ἡμῶν
καταπαύσει, ὥστε μηκέτι διψαν. Ο γὰρ ἐξ αὐτοῦ
πίνων οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ ποταμοί
ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ὕδατος ζῶντος,
καθὼς αὐτὸς ἀπεφήνατο, ἡ αὐτοαλήθεια Χριστός, ὁ
Θεὸς ἡμῶν. Τοῦτον τὸν θεῖον καὶ ζωοποιὸν σταυρὸν,
ἀγαπητοί, οἱ ἅγιοι καὶ θειότατοι Πατέρες ἡμῶν καὶ
διδάσκαλοι φρουρὸν καὶ φύλακα ἔχοντες, καὶ τεῖχος
καὶ ὀχύρωμα τῶν εὐσεβῶν εἰδότες ἀκαταίσχυντον, ἐν
τῇ μέσῃ ἑβδομάδι τῶν νηστίμων ἡμερῶν προτίθεσθαι
διωρίσαντο, καὶ παρὰ τῶν πιστῶν προσκυνεῖσθαι
καὶ τιμᾶσθαι καὶ κατασπάζεσθαι διετάξαντο, ὥστε
τὰ μὲν κατορθωθέντα πνευματικὰ τῆς ἀρετῆς ἔργα
παρὰ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἐγκρατείας φυλάττειν καὶ
συντηρεῖν βέβαια καὶ ἀσάλευτα, τὰ δὲ μέλλοντα
κατορθωθῆναι, συνεργεῖν καὶ συγκροτεῖν καὶ συνιστᾷν
αδιάπτωτα καὶ ἀκράδαντα. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς τὸν
τοῦ Κυρίου σταυρὸν συνεργὸν ἐπικαλεσάμενοι, τὸν
προκείμενον ἀγῶνα τῆς νηστείας διανῦσαι καὶ
πληρῶσαι σπουδάσωμεν, πάντα τα σαρκικά σταυ
ροῦντες καὶ νεκροῦντες παθήματα καὶ κινήματα,
καὶ τοῖς τοῦ Κυρίου προστάγμασι καὶ ἐντάλμασιν
ἐπακολουθεῖν ἐπειγώμεθα μετὰ προθυμίας πολλῆς
καὶ ζεούσης τῆς προαιρέσεως, ὡς καὶ ἡ παρὰ τοῦ
θεσπεσίου Μάρκου εὐαγγελική παραίνεσις σήμερον
ἡμῖν ὑποτίθησιν· ἔχει δὲ οὕτως
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Εἰ
τις
θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν,
καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω
μοι. Ὃς γὰρ ἀνθέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾽ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν
αὐτοῦ ἔνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος
σώσει αὐτήν. Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν
κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν
ψυχὴν ἑαυτοῦ; Ο κορυφαιότατος τῶν ἀποστόλων
Πέτρος ήκουσε τοῦ Κυρίου λέγοντος, ὅτι δεῖ τὸν
Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, καὶ ἀποκταν
θῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι· καὶ ὡς
πανταχού θερμότερος τῶν ἄλλων μαθητῶν, καὶ
¹ Joan. 1v, 13. • Ibid. 14. • Mare. vi, 34-36.
PATROL. GR. CL.
Ipsa vivifica crux aquam nobis profundet et
emittet ex petra, Christo vero Deo nostro, fammam tentationum exstinguet, super mel et oleum
delectabit et exhilarabit animas nostras et corpora,
sitim nostram restinguet, ut non amplius sitiamus. Qui enim ex ea bibit, non siliet in æternum',
sed flumina fluent ex ventre ejus, aquæ vivæ ';
quemadmodum ipsa Veritas pronuntiavit, Christus
Deus noster. Hanc divinam et vivifican crucem,
charissimi, sancti ac divini Patres nostri et doctores, quod pro præsidio et custode haberent,
scirentque murum et munimentum piorum esse
minime dedecens: in media jejuniorum hebdomade proponendum, et a fidelibus adorandum, coJendum et exosculandum decreverunt, ut spiritualia
virtutis opera jam peracta, ab adversariis incontinentiæ conservaremus et custodiremus luta et
inconcussa: ad ea vero, quæ peragentur deinceps,
nos adjuvaremur et excitaremur, illaque firma
et immobilia constitueremus. Quorcirca nos quo
que, cruce Domini adjutrice invocata, propositum
jejunii certamen absolvere atque perficere studeamus, omnibus carnis passionibus et motibus crucifigendis et mortificandis, Dominique præcepta
ac mandata sequi enitamur magna cum alacritate
et fervente voluntate: quemadmodum etiam divi
Marci evangelica exhortatio nos hodie commonet,
quæ fta label:
Dixit Dominus discipulis suis: Si quis vult venire post me, abneget semetipsum, et tollat crurem
suum, et sequatur me. Qui enim voluerit animam
suam salvam facere, perdet eam: qui autem perdiderit animam suam propter me et Evangelium, is
salram faciet eam. Quid enim proderit homini, si
universum mundum lucretur, et animæ suæ jacturam
faciat3? Princeps apostolorum Petrus audivit
Dominum dicentem, oportere Filium hominis multa pati a senioribus et principibus sacerdotum
el scribis, et occidi, et tertia die resurgere; et ut
ubique ferventior cæteris discipulis, ita et hic talis
apparel. Dixit igitur Christo: Propitius esto tibi,
Domine, non erit tibi hoc. Αt Christus dixit ei:
col. 267–268page 10 of 15
PG 150:267À ἐνταῦθα τοιοῦτος φαίνεται. Καὶ ἔλεγε τῷ Χριστῷ "Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. 'Ο δὲ Χριστὸς εἶπεν αὐτῷ· Υπαγε ὀπίσω μου, Σατανά, σκανδαλόν μου εἶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Διὰ ταῦτα προσκαλεῖται τὸν Πέτρον ὁ Χριστὸς, καὶ ἐν ἐπηκόῳ πάντων πρὸς αὐτὸν τὸ πλέον ἀποτεινόμενος λέγει· Σὺ μὲν, ὦ Πέτρε, ἐπιτιμῇ; καὶ κωλύεις καὶ μέμφῃ μοι, ὅτι σταυρὸν θέλω, καὶ αἱροῦμαι τὸν ἐπονείδιστον θάνα τον· ἐγὼ δὲ λέγω σοι ὅτι οὐδὲ σύ, οὐδὲ ἄλλος τις σωθήσεται, ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ο γὰρ ὑπὲρ δικαιοσύνης θάνατος κοινωνοὺς ἡμᾶς καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀποδείκνυσιν. Οὐκ εἶπε δὲ ὁ Χριστὸς ὅτι, Κἂν βούλησθε, κἂν μὴ βούλησθε ποιῆσαι τοῦτο καὶ παθεῖν, λέγω ὑμῖν, καὶ ἀναγκάζω ἀκολουθῆσαί μοι, ἀλλ', Εἴ τις θέλει καὶ μετὰ προαιρέσεως ἔρχεται, ἐκεῖνος καὶ ἀκολουθείτω. Οὐ γὰρ τυραννῶ, φησὶν, οὐδὲ βιάζομαι, ἀλλ᾽ ἕκαστον κύριον ἀφίημι τῆς αὐτοῦ προαιρέσεως. Ἐπὶ ἀγαθὰ γὰρ καλῶ τοὺς ἀνθρώπους ἐλθεῖν, ἐπὶ βασιλείαν οὐρανῶν ἀτελεύτητον, ἐπὶ τρυφὴν ἀκατάλυτον, ἐπὶ ἀνάπαυσιν διηνεκή. Εἴ τις οὖν θέλει, εἴτε ἀνὴρ εἴτε γυνή, είτε πένης εἴτε πλούσιος, εἴτε ἄρχων εἴτε ἀρχόμενος, ταύτην ἐρχέσθω τὴν καλὴν ὁδὸν καὶ ἀκολουθείτω μοι. Εἴ τις δὲ οὐ θέλει, οὐδὲ ἄξιός ἐστιν ἀκολουθῆσαί μοι. Ακαταναγκαστον ποιεῖ τὸν λόγον ὁ Κύριος τοῖς βουλομένοις ἀκολουθεῖν αὐτῷ. Ἐπεὶ ὁ μὲν βιαζόμενος ἀποτρέπει πολλάκις, οὓς ἂν βιάζηται· ὁ δὲ ἀφεὶς τοὺς ἀκούοντας εἰς τὴν τούτων προαίρεσιν, μᾶλλον ἐφέλκεται τούτους. Διὰ τοῦτο, τις θέλει, φησί. Μεγάλα γάρ εἰσιν ἀγαθὰ, ἃ παρέχει ἡμῖν ὁ Δεσπότης, καὶ τοιαῦτα ὥστε καὶ ἐπιτρέχειν εκόντας ἡμᾶς, καὶ μὴ ἀναβάλλεσθαι. Οὐδὲ γάρ, εἴ τις χρυσίον ἐδίδου, καὶ θησαυρὸν προς τίθει πολύολβον, μετά βίας εκάλεσεν ἄν. Εἰ δὲ πρὸς ἐκεῖνα τὰ παρερχόμενα καὶ φθειρόμενα, οὐ μετά βίας, ἀλλὰ καὶ δυσχεραίνομεν μὴ καλούμενοι, πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ τὰ ἐν οὐρανοῖς ἀγαθὰ τὰ ἀκήρατα καὶ αιώνια σπουδάζειν ὀφείλομεν, καὶ μετὰ προαιρέσεως ἔρχεσθαι. Εἰ μὴ γὰρ αὐτὴ ἡ τοῦ πράγματος φύσις πείθει ἡμᾶς προσδραμεῖν εἰς τὰ ὄντως ἀγαθὰ καὶ σωτήρια, οὐδὲ λαβεῖν ἐσμεν ἄξιοι· ἂν δὲ λάβωμεν μετ' ἀνάγκης καὶ βίας, οὐ βεβαίως ταῦτα φυλάξο μεν. Διὰ τοῦτο οὐκ ἀναγκάζει ὁ Χριστὸς, ἀλλ' εἴ τις < βούλεται ἀκολουθεῖν, τοῦτον καλεῖ, καὶ τοῦτον προσ δέχεται. 'Εάν θέλητε, φησὶ, καὶ ἀκούσητέ με. Πρότερόν ἐστι θελῆσαι, καὶ τότε εἰσακοῦσαι. Εἰ δὲ οὐ θελήσομεν, οὐδὲ εἰσακοῦσαι δυνάμεθα. Πάντα γὰρ τὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας ἐν τῇ προαιρέσει ἡμῶν κεῖται. Τὸ μὲν οὖν ἀκολουθεῖν ἐστι τὸ πιστεύειν εἰς αὐτὸν τὸν καλοῦντα ἡμᾶς Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Τὸ δὲ, ὀπίσω μου, δηλοῖ τὴν τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ ἐργασίαν καὶ τήρησιν. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ, τὸ μὴ μόνον πιστεύειν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν, καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς ἐπιμελεῖσθαι. Τὸν οἰκεῖον δὲ βίον ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ἔθηκεν ὑπογραμμὸν καὶ τύπου
JOANNIS CALECA CP. PATRIARCHÆ
Vade post me, Satana: scandalum mihi es, quia non À ἐνταῦθα τοιοῦτος φαίνεται. Καὶ ἔλεγε τῷ Χριστῷ·
sapis ea quæ Dei sunt, sed ea quæ hominum *.
Propterea accersit Petruun Christus, et omnibus
audientibus ad ipsum orationem majori ex parte
convertit: Tu quidem, o Petre, increpas et pro -
hibes, et incusas me, quod crucem volo, et contumeliosam mortem deligo; at ego dico tibi, neque te,
neque quemquam alium salvatum iri, nisi moriatur pro honesto et veritate et justitia. Mors enim
pro justitia obita socios nos et hæredes regni cœlorum efficit.
"Ιλεώς σοι, Κύριε, οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο. 'Ο δὲ
Χριστὸς εἶπεν αὐτῷ· Υπαγε ὀπίσω μου, Σατανά,
σκανδαλόν μου εἶ, ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ,
ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων. Διὰ ταῦτα προσκαλεῖται
τὸν Πέτρον ὁ Χριστὸς, καὶ ἐν ἐπηκόῳ πάντων πρὸς
αὐτὸν τὸ πλέον ἀποτεινόμενος λέγει· Σὺ μὲν, ὦ
Πέτρε, ἐπιτιμῇ; καὶ κωλύεις καὶ μέμφῃ μοι, ὅτι
σταυρὸν θέλω, καὶ αἱροῦμαι τὸν ἐπονείδιστον θάνα
τον· ἐγὼ δὲ λέγω σοι ὅτι οὐδὲ σύ, οὐδὲ ἄλλος τις
σωθήσεται, ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ καλοῦ καὶ τῆς
ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ο γὰρ ὑπὲρ δικαιοσύνης θάνατος κοινωνοὺς ἡμᾶς καὶ κληρονόμους
τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀποδείκνυσιν.
Non autem dixit Christus: Sive velitis, sive Οὐκ εἶπε δὲ ὁ Χριστὸς ὅτι, Κἂν βούλησθε, κἂν μὴ
politis hoc facere et pati, dico vobis, et cogo, βούλησθε ποιῆσαι τοῦτο καὶ παθεῖν, λέγω ὑμῖν, καὶ
ut me sequamini: sed, Si quis vult, et sponte venit,
ἀναγκάζω ἀκολουθῆσαί μοι, ἀλλ', Εἴ τις θέλει καὶ
ille etiam sequatur. Non enim tyrannidem exer- μετὰ προαιρέσεως ἔρχεται, ἐκεῖνος καὶ ἀκολουθείτω.
‹eo, neque vim affero, sed quemlibet sui juris Οὐ γὰρ τυραννῶ, φησὶν, οὐδὲ βιάζομαι, ἀλλ᾽ ἕκαστον
esse sino. Ad bona enim voco homines ut veniant, κύριον ἀφίημι τῆς αὐτοῦ προαιρέσεως. Ἐπὶ ἀγαθὰ
ad regnum cœlorum æternum, ad delicias perpetuas, γὰρ καλῶ τοὺς ἀνθρώπους ἐλθεῖν, ἐπὶ βασιλείαν
alquietem continentem. Si quis ergo vult, sive vir οὐρανῶν ἀτελεύτητον, ἐπὶ τρυφὴν ἀκατάλυτον, ἐπὶ
sive femina, sive pauper sive dives, sive magistratus ἀνάπαυσιν διηνεκή. Εἴ τις οὖν θέλει, εἴτε ἀνὴρ εἴτε
sive subditus, hanc ingrediatur præclaram viam, et γυνή, είτε πένης εἴτε πλούσιος, εἴτε ἄρχων εἴτε
sequatur me. Si quis autem non vult, ne dignus qui- ἀρχόμενος, ταύτην ἐρχέσθω τὴν καλὴν ὁδὸν καὶ
diem est,qui me sequatur. Liberum consilium relinquit ἀκολουθείτω μοι. Εἴ τις δὲ οὐ θέλει, οὐδὲ ἄξιός ἐστιν
iis qui volunt cum sequi. Nam qui cogit, avertit ἀκολουθῆσαί μοι. Ακαταναγκαστον ποιεῖ τὸν λόγον ὁ
sape eos quos cogit; qui vero auditores suo con- Κύριος τοῖς βουλομένοις ἀκολουθεῖν αὐτῷ. Ἐπεὶ ὁ
silio permittit, magis eos attrahit. Idcirco, Si μὲν βιαζόμενος ἀποτρέπει πολλάκις, οὓς ἂν βιάζη
quis vult, inquit: magna enim sunt bona, quæ ται· ὁ δὲ ἀφεὶς τοὺς ἀκούοντας εἰς τὴν τούτων
nobis offert Dominus, ac talia, ut volentes accur- προαίρεσιν, μᾶλλον ἐφέλκεται τούτους. Διὰ τοῦτο,
rere nos doceat, neque moram interponere. Neque El τις θέλει, φησί. Μεγάλα γάρ εἰσιν ἀγαθὰ, ἃ
enim si quis aurum daret, et thesaurum opulen παρέχει ἡμῖν ὁ Δεσπότης, καὶ τοιαῦτα ὥστε καὶ
tum proponeret, per vim accerseret. Quodsi ad
ἐπιτρέχειν εκόντας ἡμᾶς, καὶ μὴ ἀναβάλλεσθαι.
illa transitoria et corruptibilia non
per vim
Οὐδὲ γάρ, εἴ τις χρυσίον ἐδίδου, καὶ θησαυρὸν προςvocandi sumus, sed indignamur insuper si non τίθει πολύολβον, μετά βίας εκάλεσεν ἄν. Εἰ δὲ πρὸς
vocemur: multo magis ad cœlestia bona inimor- ἐκεῖνα τὰ παρερχόμενα καὶ φθειρόμενα, οὐ μετά
talia el aterna contendere debemus, et sponte βίας, ἀλλὰ καὶ δυσχεραίνομεν μὴ καλούμενοι, πολλῷ
venire. Nisi enim nobis ipsa rei natura persuadeat μᾶλλον ἐπὶ τὰ ἐν οὐρανοῖς ἀγαθὰ τὰ ἀκήρατα καὶ
ut accurramus ad vera et salutaria bona, ne acci- αιώνια σπουδάζειν ὀφείλομεν, καὶ μετὰ προαιρέσεως
pere quidem digni sumus; sin accipiamus cum ἔρχεσθαι. Εἰ μὴ γὰρ αὐτὴ ἡ τοῦ πράγματος φύσις
necessitate et vi, non constanter ea custodiemus.
πείθει ἡμᾶς προσδραμεῖν εἰς τὰ ὄντως ἀγαθὰ καὶ
σωτήρια, οὐδὲ λαβεῖν ἐσμεν ἄξιοι· ἂν δὲ λάβωμεν μετ' ἀνάγκης καὶ βίας, οὐ βεβαίως ταῦτα φυλάξο
μεν.
lac de causa non cogit Christus, sed si quis Διὰ τοῦτο οὐκ ἀναγκάζει ὁ Χριστὸς, ἀλλ' εἴ τις
vuit sequi, eum vocat, eumque admittit. Si volue- < βούλεται ἀκολουθεῖν, τοῦτον καλεῖ, καὶ τοῦτον προσrilis, inquit, et audieritis me. Prius est velle, et δέχεται. 'Εάν θέλητε, φησὶ, καὶ ἀκούσητέ με.
tum demum audire. Sin noluerimus, neque audire Πρότερόν ἐστι θελῆσαι, καὶ τότε εἰσακοῦσαι. Εἰ
poterimus. Omnes enim virtutis et vitii functiones δὲ οὐ θελήσομεν, οὐδὲ εἰσακοῦσαι δυνάμεθα. Πάντα
in voluntate nostra sitæ sunt. Sequi igitur est γὰρ τὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας ἐν τῇ προαιcredere in illum ipsum vocantem nos, Dominum ρέσει ἡμῶν κεῖται. Τὸ μὲν οὖν ἀκολουθεῖν ἐστι τὸ
Jesum Christumn. Illud porro, post me, indicat πιστεύειν εἰς αὐτὸν τὸν καλοῦντα ἡμᾶς Κύριον
mandatorum ejus exsecutionem et observationem. Ἰησοῦν Χριστόν. Τὸ δὲ, ὀπίσω μου, δηλοῖ τὴν τῶν
Hoc enim est Christum revera sequi, non modo ἐντολῶν αὐτοῦ ἐργασίαν καὶ τήρησιν. Τοῦτο γάρ ἐστι
credere in eum, sed etiam pro ipso pati, et cæteris τὸ ὄντως ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ, τὸ μὴ μόνον
virtutibus operam navare. Suam deinde vitam Sal. πιστεύειν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν,
vator noster statuit exemplar et formam optimæ καὶ τῆς ἄλλης ἀρετῆς ἐπιμελεῖσθαι. Τὸν οἰκεῖον δὲ
vitæ, iis qui volunt ei obtemperare. Eam ob rem βίον ὁ Σωτὴρ ἡμῶν ἔθηκεν ὑπογραμμὸν καὶ τύπου
• Matth. xvi, 22, 23.
col. 269–270page 11 of 15
PG 150:269πολιτείας ἀρίστης τοῖς θέλουσιν αὐτῷ πείθεσθαι. Διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγεν· Ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, ἐμοὶ ἀκολουθείτω. Ακολούθησιν λέγω τὴν ἀκριβῆ τῆς ἐν σαρκὶ πολιτείας αὐτοῦ κατὰ τὸ ἐγχωροῦν μίμη σιν. Απαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυ ρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Τρία εἰσὶ τὰ σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀκολουθῆσαι. λεγόμενα, τὸ ἀπαρνήσασθαι ἑαυτὸν, τὸ ἆραι τὸν Τὸ ἑαυτὸν ἀπαρνήσασθαί ἐστι τὸ ἀνηλεῶς τοῖς κινδύνοις ἑαυτὸν ἐκδοῦναι, καὶ μηδὲν ἔχειν κοινὸν πρὸς ἑαυτὸν, ἀλλ᾿ ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος, οὕτω διακείσθαι. "Ωσπερ γὰρ εἴ τις ἀρνήσεται ἕτερον, και μαστιζόμενον ἴδῃ τοῦτον, κἂν στρεβλούμενον, κἂν πρὸς θάνατον ἀπαγόμενον, οὐ βοηθεῖ αὐτῷ, οὐδὲ παρίσταται, οὐδὲ πάσχει τι πρὸς αὐτόν· οὕτω θέλει καὶ ἡμᾶς ὁ Θεὸς, κἂν μαστιζώμεθα, κἂν καιώμεθα, κἂν ἀποθνήσκωμεν, μή φείδεσθαι, μηδὲ ἐλεεῖν ἑαυτούς· ἀλλ' ὥσπερ μὴ ἔχειν τι κοινὸν τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ σῶμα, οὕτω διακεῖσθαι καὶ ἐκδιδόναι αὐτὸν τοῖς κινδύνοις καὶ ταῖς ἄλλαις τιμωρίαις ὑπὲρ τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τῆς ἀληθείας. Αρνησίς ἐστιν ἑαυτοῦ ἡ παντελὴς τῶν παρελθόντων λήθη, ἡ ἀναχώρησις τῶν οἰκείων θελημάτων, ἡ νέκρωσις τῶν μελῶν ἡμῶν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τὸ ἐπιθυμητικῶς, καὶ τὸ ἑτοίμως διακεῖσθαι πρὸς πάντα κίνδυνον καὶ θάνα τον τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ. ᾿Αρνείται τις ἑαυτὸν, ὅταν τὸν ίδιον βίον, πρότερον κατὰ κακίαν γεγενημένον, τῇ ἀξιολόγῳ μετανοίᾳ καὶ μεταβολῇ ἐπιστρέψῃ καὶ διορθώσηται. Οἷον ὁ πάλαι ἀκόλαστος ἀρνεῖται ἑαυ τὸν ἄκολαστον, σωφρονήσας· καὶ ὁ πάλαι ἄδικος ἀρνεῖται ἑαυτὸν ἄδικον, δικαιοπραγήσας· καὶ ἁπλῶς πάσης ἁμαρτίας ἀποχὴ ἄρνησίς ἐστιν ἑαυτοῦ, ὀπίσω Καὶ ἵνα μὴ νομίσωμεν ὅτι μέχρις ὕβρεως καὶ πληγῶν καὶ ὀνειδισμῶν ἀπαρνείσθαι προστάσσει ὁ Κύριος, προσέθηκε· Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτ τοῦ· δηλῶν μέχρι πόσου ἀπαρνεῖσθαι ὀφείλομεν, ὅτι μέχρι θανάτου, καὶ θανάτου ἐπονειδίστου· καὶ οὐ μόνον τρυφῆς καὶ δόξης καταφρονεῖν ὑπὲρ Χρι στοῦ, ἀλλὰ καὶ μέχρις αἵματος ἀντικαθίστασθαι, καὶ πάντα φέρειν γενναίως, καὶ ἐν τούτῳ μᾶλλον ἀγάλ λεσθαι. Τὸ ἆραι δὲ τὸν σταυρόν ἐστι τὸ ἀπροσπαθῶς ἔχειν πρὸς τὴν παροῦσαν ζωὴν, καὶ πρὸς τὸ ἀπό κρίμα θανάτου ὁμοίως διακεῖσθαι, ὥστε μὴ ἑαυτὸν πεπονθέναι, ἀλλὰ νεκρὸν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντα η δὲ τῷ Χριστῷ. Τοῦτο δὲ γίνεται ἐκ τῆς τῶν ἔξωθεν ἀλλοτριώσεως, οἷον κτημάτων, πλούτου, δόξης μας ταίας, καὶ πάσης τῶν ἀνωφελῶν προσπαθείας. Και θὼς καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐποίησαν, καὶ ἐδίδαξαν, ὑποδείξαντες ἡμῖν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας. Αφέν τες γὰρ πάντα ἡκολούθησαν τῷ Χριστῷ· οὐ μόνον δὲ οἱ ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ οἱ μάρτυρες, καὶ οἱ ὅσιοι, καὶ οἱ δίκαιοι. 'Ανδρῶν τε καὶ γυναικῶν χορείαι εἰς μυρίους κινδύνους ἐξέδωκαν ἑαυτούς· ἀλλὰ καὶ ἐσταυρώθησαν ὑπὲρ Χριστοῦ. Ἕτερος δὲ θάνατος οὐκ ἦν ἄδοξος καὶ ἄτιμος οὕτως καὶ ἐπονείδιστος, ὡς ὁ διὰ σταυροῦ. Ἐπονείδιστος γὰρ ἐδόκει ὁ σταυ ρός τότε καὶ ἄτιμος. φέρουσα τοῦ Χριστοῦ.
ORATIO IN S. CRUCEM.
πολιτείας ἀρίστης τοῖς θέλουσιν αὐτῷ πείθεσθαι. etiam dixit: Si quis mihi ministrat, me sequatur.
Διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγεν· Ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, ἐμοὶ
ἀκολουθείτω. Ακολούθησιν λέγω τὴν ἀκριβῆ τῆς
ἐν σαρκὶ πολιτείας αὐτοῦ κατὰ τὸ ἐγχωροῦν μίμη
σιν. Απαρνησάσθω ἑαυτὸν, καὶ ἀράτω τὸν σταυ
ρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Τρία εἰσὶ τὰ
σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀκολουθῆσαι.
Sequelam voco quam fieri potest accuratissimam
vita: ejus imitationem. Abneget semetipsum et to!lat
crucem suam, et sequatur:ne. Tria dicit, abnegare
seipsumn, tollere crucem suam, et sequi.
λεγόμενα, τὸ ἀπαρνήσασθαι ἑαυτὸν, τὸ ἆραι τὸν
G
Seipsum abnegare est citra miserationem periculis se objicere, nihilque secum habere commune,
sed perinde affici, ac si alius quispiam pateretur.
Ut enim si quis meget alterum, sive eum flagris
carli vident, sive torqueri, sive ad mortem abduci,
non auxiliatur ei, non opitulatur, non miseratione
erga illum movetur: ita vult nos quoque Dens,
Τὸ ἑαυτὸν ἀπαρνήσασθαί ἐστι τὸ ἀνηλεῶς τοῖς
κινδύνοις ἑαυτὸν ἐκδοῦναι, καὶ μηδὲν ἔχειν κοινὸν
πρὸς ἑαυτὸν, ἀλλ᾿ ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος, οὕτω
διακείσθαι. "Ωσπερ γὰρ εἴ τις ἀρνήσεται ἕτερον,
και μαστιζόμενον ἴδῃ τοῦτον, κἂν στρεβλούμενον,
κἂν πρὸς θάνατον ἀπαγόμενον, οὐ βοηθεῖ αὐτῷ,
οὐδὲ παρίσταται, οὐδὲ πάσχει τι πρὸς αὐτόν· οὕτω
θέλει καὶ ἡμᾶς ὁ Θεὸς, κἂν μαστιζώμεθα, κἂν sive flagris cædamur, sive uranur, sive moriamur,
καιώμεθα, κἂν ἀποθνήσκωμεν, μή φείδεσθαι, μηδὲ
ἐλεεῖν ἑαυτούς· ἀλλ' ὥσπερ μὴ ἔχειν τι κοινὸν τὴν
ψυχὴν πρὸς τὸ σῶμα, οὕτω διακεῖσθαι καὶ ἐκδιδό
ναι αὐτὸν τοῖς κινδύνοις καὶ ταῖς ἄλλαις τιμωρίαις
ὑπὲρ τῆς ὁμολογίας τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τῆς ἀληθείας. Αρνησίς ἐστιν ἑαυτοῦ ἡ
παντελὴς τῶν παρελθόντων λήθη, ἡ ἀναχώρησις τῶν
οἰκείων θελημάτων, ἡ νέκρωσις τῶν μελῶν ἡμῶν
τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τὸ ἐπιθυμητικῶς, καὶ τὸ
ἑτοίμως διακεῖσθαι πρὸς πάντα κίνδυνον καὶ θάνα
τον τὸν ὑπὲρ Χριστοῦ. ᾿Αρνείται τις ἑαυτὸν, ὅταν τὸν
ίδιον βίον, πρότερον κατὰ κακίαν γεγενημένον, τῇ
ἀξιολόγῳ μετανοίᾳ καὶ μεταβολῇ ἐπιστρέψῃ καὶ
διορθώσηται. Οἷον ὁ πάλαι ἀκόλαστος ἀρνεῖται ἑαυ
τὸν ἄκολαστον, σωφρονήσας· καὶ ὁ πάλαι ἄδικος
ἀρνεῖται ἑαυτὸν ἄδικον, δικαιοπραγήσας· καὶ ἁπλῶς
πάσης ἁμαρτίας ἀποχὴ ἄρνησίς ἐστιν ἑαυτοῦ, ὀπίσω
Καὶ ἵνα μὴ νομίσωμεν ὅτι μέχρις ὕβρεως καὶ
πληγῶν καὶ ὀνειδισμῶν ἀπαρνείσθαι προστάσσει ὁ
Κύριος, προσέθηκε· Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτ
τοῦ· δηλῶν μέχρι πόσου ἀπαρνεῖσθαι ὀφείλομεν,
ὅτι μέχρι θανάτου, καὶ θανάτου ἐπονειδίστου· καὶ
οὐ μόνον τρυφῆς καὶ δόξης καταφρονεῖν ὑπὲρ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ μέχρις αἵματος ἀντικαθίστασθαι, καὶ
πάντα φέρειν γενναίως, καὶ ἐν τούτῳ μᾶλλον ἀγάλ
λεσθαι. Τὸ ἆραι δὲ τὸν σταυρόν ἐστι τὸ ἀπροσπαθῶς
ἔχειν πρὸς τὴν παροῦσαν ζωὴν, καὶ πρὸς τὸ ἀπό
κρίμα θανάτου ὁμοίως διακεῖσθαι, ὥστε μὴ ἑαυτὸν
πεπονθέναι, ἀλλὰ νεκρὸν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντα η
δὲ τῷ Χριστῷ. Τοῦτο δὲ γίνεται ἐκ τῆς τῶν ἔξωθεν
ἀλλοτριώσεως, οἷον κτημάτων, πλούτου, δόξης μας
ταίας, καὶ πάσης τῶν ἀνωφελῶν προσπαθείας. Και
θὼς καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐποίησαν, καὶ ἐδίδαξαν,
ὑποδείξαντες ἡμῖν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας. Αφέν
τες γὰρ πάντα ἡκολούθησαν τῷ Χριστῷ· οὐ μόνον
δὲ οἱ ἀπόστολοι, ἀλλὰ καὶ οἱ μάρτυρες, καὶ οἱ ὅσιοι,
καὶ οἱ δίκαιοι. 'Ανδρῶν τε καὶ γυναικῶν χορείαι εἰς
μυρίους κινδύνους ἐξέδωκαν ἑαυτούς· ἀλλὰ καὶ
ἐσταυρώθησαν ὑπὲρ Χριστοῦ. Ἕτερος δὲ θάνατος
οὐκ ἦν ἄδοξος καὶ ἄτιμος οὕτως καὶ ἐπονείδιστος,
ὡς ὁ διὰ σταυροῦ. Ἐπονείδιστος γὰρ ἐδόκει ὁ σταυ
ρός τότε καὶ ἄτιμος.
non parcere nobis, neque misereri, sed perinde
affectos esse, ac si anima nil cum corpore commune haberet; exponere se periculis cæterisque
poenis pro confessione Christi, et justitia ac veri
tatis. Negatio sui est perfecta præteritorum oblivio,
propriarum voluntatum remotio, mortificatio membrorum nostrorum, quæ sunt super terram, cupidum
et promptum esse ad omne discrimen, adeoque mor_
tem pro Christo. Negat seipsum, quando vitam suam
perperam et vitiose anteactam condigna pœnitentia et mutatione corrigit atque emendat. Ut qui olim
intemperantia deditus erat, negat seipsum intemperantem, si temperantiam amplectatur: et qui inju
stus erat olim, negat seipsum injustum, si studeat
justitiæ. Et in summa, cujuslibet peccati fuga negatio sui est, ducens post Christum.
φέρουσα τοῦ Χριστοῦ.
* Joan. xit, 26.
Ac ne existimaremus usque ad contumelias, et
plagas, et opprobria negare nos a Domino juberi,
addidit: Et tollat crucem suam, ut indicaret quatenus oporteret abnegare nosmetipsos, nimirum
usque ad mortem, et mortem contumeliosam, neque
tantum voluptatem et gloriam contemnere propter
Christum, sed etiam usque ad sanguinem resistere,
omniaque ferre generose, et in hoc potius exsulLure. Tollere vero crucem est non allici ad prasentem vitam, et ad condemnationem mortis similiter animatum esse, ut non ipse patiatur, sed
mortuus sit peccato, et vival Christo. lloc porro
fit externorum bonorum alienatione et abdicatione,
ut possessionum, divitiarum, gloriæ vana, et omni
inutilium rerum affectu. Quemadmodum etiam
sanctissimi apostoli fecerunt et docuerunt, monstrato nobis cursu salutis. Relictis enim omnibus
secuti sunt Christum. Neque vero tantum apostoli,
sed etiam martyres, et sancti, et justi. Virorum et
feminarum cœtus infinitis periculis se objecerunt;
quin etiam crucifixi sunt pro Christo. Alia enim
mors non erat ita ignominiosa et contumeliosa ut
mors crucis. Contumeliosa enim videbatur tuni
crux et ignominiosa.
col. 271–272page 12 of 15
PG 150:271Οὐκ εἶπε δὲ ὁ Κύριος, ἆραι τὸν σταυρὸν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ λέγει, τουτέστι τὸν ὀφει λόμενον θάνατον, δν ἔχει χρέως καθ' ἑκάστην πλη ροῦν ἕκαστος, κατὰ τὸν θεῖον Απόστολον λέγοντα Καθ' ἡμέραν ἀποθνήσκω· βαστάζειν γὰρ σταυρὸν ἡμᾶς βούλεται ὁ Κύριος· οἷον διηνεκώς εγρηγορέναι τὸν νοῦν, καὶ ἐν ταῖς ἀρεταῖς ἐφ᾽ ὕψους ἵστασθαι τοῦ μὴ κατελθεῖν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, τουτέστιν ἐγε κρατεύεσθαι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν παθῶν, ἕως οὗ ἐκκόψωμεν τὸν νοῦν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐμπα θείας, καὶ ἀναστῶμεν λοιπὸν ἀήττητοι. Ο γὰρ σταυ ρὸς πάσης ἁμαρτίας κατάργησίς ἐστι. Σταυρώσω μεν οὖν ἑαυτούς, ἀδελφοί μου, ἐκ τῶν κοσμικών πραγμάτων, τοῦ μὴ ἅπτεσθαι καὶ προσηλοῦσθαι αὐτοῖς· ὅτι καὶ εἰ μὴ πρόκειται σταυρός ήτοι ἐπονείδιστος θάνατος, ἀλλὰ παθῶν νέκρωσις πρόκειται, καὶ ὁ πρὸς τὸν ἀόρατον ἐχθρὸν καὶ πολέμιον συγχρο τούμενος πόλεμος, ἂν καὶ νικῆσαι δεῖ πάντας τοὺς εἰς Χριστὸν πιστεύοντας, ὥστε δύνασθαι λέγειν ἔκα στον· Ἐμοὶ ὁ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κό σμῳ· ἐμφαίνει δὲ τὸ μὲν, Ἐμοὶ ὁ κόσμος ἐσταύρωται, τὴν ἐλευθερίαν τῆς κατὰ πράξιν ἁμαρτίας· τὸ δὲ, κἀγὼ τῷ κόσμῳ, δηλοῖ τὴν κατὰ διάνοιαν ἁπά θειαν. Κόσμον γὰρ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας λέγει καὶ ὁ ζῶν πνευματικῶς σταυροί ταύτας καὶ νεκροί, καὶ ἀργὰς ἀποδείκνυσι, μὴ δυναμένας ἡττῆσαι καὶ νικῆσαι αὐτὸν, καὶ τῇ κατὰ πρᾶξιν ὑποβαλεῖν ἁμαρτίᾳ· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς αὐταῖς νενέκρωται ταῖς ἐπιθυμίαις, τουτέστιν, οὐ κεκίνηται πρὸς ἐπιθυμίαν αὐτῶν. Ἐπεὶ δὲ ἔστι πάσχοντα μὴ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ, ὡς ὅταν πάσχων τὰ μὴ δι' αὐτὸν πάσχει· καὶ γὰρ καὶ κακοῦργοι πολλάκις πολλὰ δεινὰ πάσχουσι, και τυμβωρύχοι, καὶ γόητες, καὶ φονεῖς, καὶ κλέπται, καὶ λῃσταί· ἵνα μή τις νομίσῃ ὅτι ἀρκεῖ μόνον τὰ δεινὰ πρὸς σωτηρίαν, καὶ τὸ, 'Ακολουθείτω μοι, προστίθησιν ὁ Χριστός, δεικνὺς ὅτι δι' αὐτὸν δεῖ ὑπομένειν τὰ δεινὰ ἅπαντα, καὶ ὅτι οὐ μόνον χρή τὴν ἐν τοῖς δεινοῖς ἀνδρείαν καὶ καρτερίαν ἐπιδείκνυσθαι, ἀλλὰ καὶ σωφροσύνην, καὶ ἐπιείκειαν, καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐντολὴν μετέρχεσθαι· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ Ακολουθείτω μοι, τὸ ἐπιμελεῖσθαι πάσης ἀρε τῆς. ᾿Απαρνεῖται τις ἑαυτὸν, ὁ τὰ παρόντα σκορπίσας πάντα ὅσα ἐκέκτητο, καὶ ὧν κύριος καὶ δεσπό της ἦν, καὶ τοῖς σαρκικεῖς πᾶσι φρονήμασιν ἀπο ταξάμενος, εἶτα τὸν σταυρὸν αἴρει, ὅλος τῶν ἐκεῖθεν γενόμενος, καὶ πρὸς ταῦτα δὲ μὴ ἐπιστρεφόμενος ὁπωσοῦν· καὶ ἀκολουθεῖ τῷ Χριστῷ ὁ διὰ τὴν τοῦ ἀγαθοῦ φύσιν ταῦτα ποιῶν, καὶ μὴ διὰ δόξαν τυχὸν καὶ ἄλλην τινὰ ἀνθρωπίνην πρόφασιν. Οὗτος γὰρ ὄντως ἀκολουθεῖ τῷ Χριστῷ, τὴν αὐτὴν αὐτῷ πολι τείαν καὶ αὐτὸς διαπορευόμενος. Ἡ γάρ κατ' ίχνος πορεία καὶ ἀκολούθησις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἐπὶ τῇ ἀκολουθήσει στέφανον προξενεῖ· παραλλάττουσα δὲ, καὶ εἰς τὰ δεξιὰ καὶ εἰς τὰ ἀριστερὰ παρεκκλίνουσα, εἰκαὶ κατακολουθεῖν δοκεῖ, ἀλλ᾽ οὖν ἀληθῶς ματαιοπονεῖ. Ὃς γὰρ ἐὰν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
JOANNIS CALECA CP. PATRIARCHAB
Nec vero dixit Dominus: Tollat crucem, absolute, sed crucem suam, ait: hoc est, debitam
mortem, quam oportet quotidie oppetere unumquemque, ex sententia Apostoli dicentis: Quotidie
morior. Portare enim crucem nes vult Dominus,
ut, continenter vigilare animo, et virtutibus in alto
stare, ne de cruce descendamus: hoc est, continere pravas affectiones, donec abstrahamus animum
nostrum a peccato et affectione. et resurgamus
deinceps invicti. Crux enim omnis peccati abolitio
est. Crucifigamus ergo nosmetipsos, fratres mei,
secularibus negotiis, ne ea attinganus, neque eis
aflixi adlliereamus. Nam etsi non imminet crux,
aut contumeliosa mors, affectionum tamen mortificatio imminet, et bellum adversus invisibilem
inimicum et hostem, quem et vincere oportet
omnes, qui in Christum credunt, ut possit unusquisque dicere: Mihi mundus crucifixus est, el ego
mundo ". Quod ait: Mihi mundus crucifixus est,
indicat libertatem a peccatis actionis; illud vero:
et ego mundo, significat vacuitatem affectionum
animi. Mundum enim mundanas concupiscentias
vocat: et qui vivit spiritualiter crucifigit eas, et
mortificat, et inefficaces reddit, ut non possint
ipsum vincere ac superare, et ad actionis peccatum
adigere, sed et ipse mortificatus est concupiscentiis, id est, non movetur ab eis.
Οὐκ εἶπε δὲ ὁ Κύριος, ἆραι τὸν σταυρὸν ἁπλῶς,
ἀλλὰ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ λέγει, τουτέστι τὸν ὀφειλόμενον θάνατον, δν ἔχει χρέως καθ' ἑκάστην πληροῦν ἕκαστος, κατὰ τὸν θεῖον Απόστολον λέγοντα •
Καθ' ἡμέραν ἀποθνήσκω· βαστάζειν γὰρ σταυρὸν
ἡμᾶς βούλεται ὁ Κύριος· οἷον διηνεκώς εγρηγορέναι
τὸν νοῦν, καὶ ἐν ταῖς ἀρεταῖς ἐφ᾽ ὕψους ἵστασθαι
τοῦ μὴ κατελθεῖν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, τουτέστιν ἐγε
κρατεύεσθαι ἡμᾶς ἀπὸ τῶν παθῶν, ἕως οὗ ἐκκόψωμεν
τὸν νοῦν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἐμπαθείας, καὶ ἀναστῶμεν λοιπὸν ἀήττητοι. Ο γὰρ σταυ
()
ρὸς πάσης ἁμαρτίας κατάργησίς ἐστι. Σταυρώσωμεν οὖν ἑαυτούς, ἀδελφοί μου, ἐκ τῶν κοσμικών
πραγμάτων, τοῦ μὴ ἅπτεσθαι καὶ προσηλοῦσθαι
αὐτοῖς· ὅτι καὶ εἰ μὴ πρόκειται σταυρός ήτοι ἐπονείδιστος θάνατος, ἀλλὰ παθῶν νέκρωσις πρόκειται,
καὶ ὁ πρὸς τὸν ἀόρατον ἐχθρὸν καὶ πολέμιον συγχρο
τούμενος πόλεμος, ἂν καὶ νικῆσαι δεῖ πάντας τοὺς
εἰς Χριστὸν πιστεύοντας, ὥστε δύνασθαι λέγειν ἔκαστον· Ἐμοὶ ὁ κόσμος ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κό
σμῳ· ἐμφαίνει δὲ τὸ μὲν, Ἐμοὶ ὁ κόσμος ἐσταύρω
ται, τὴν ἐλευθερίαν τῆς κατὰ πράξιν ἁμαρτίας· τὸ
δὲ, κἀγὼ τῷ κόσμῳ, δηλοῖ τὴν κατὰ διάνοιαν ἁπά
θειαν. Κόσμον γὰρ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας λέγει·
καὶ ὁ ζῶν πνευματικῶς σταυροί ταύτας καὶ νεκροί,
καὶ ἀργὰς ἀποδείκνυσι, μὴ δυναμένας ἡττῆσαι καὶ
νικῆσαι αὐτὸν, καὶ τῇ κατὰ πρᾶξιν ὑποβαλεῖν
ἁμαρτίᾳ· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς αὐταῖς νενέκρωται ταῖς ἐπιθυμίαις, τουτέστιν, οὐ κεκίνηται πρὸς ἐπιθυμίαν
αὐτῶν.
Quia vero fieri potest, ut quis patiatur, nec tamen sequatur Christum, ut cum quis patitur, sed
non propter Christum: etenim sæpe etiam malefici
multa aspera perpetiuntur, sepulcrorum elfossores,
praestigiatores, homicidæ, fures, pradones, latrones: ne quis existimet sufficere sola tormenta ad
salutem, addit Christus: Sequatur me, ut indicet
oportere sua causa sustinere acerba quævis, neque
tantum iu malis perferendis fortitudinem et tolerantiam adhibere, sed etiam temperantiam, æquitatem, et omnia cætera mandata exsequi. Significatur enim illis verbis: Sequatur me, in omnem
virtutem incumbendum esse. Seipsum deinde abnegat quis, qui facultatibus, quibus pollebat et
quorum dominus erat, dispersis, et nuntio omnibus carnis cogitationibus remisso, crucem deindle
tollit, totns ad ca:lestia bona conversuɛ, prorsusque
terrestribus se abdicat, et sequitur Christum, qui
:more boui honestique have facit, non gloriae alteiusve talis commodi gratia. Is enim vere sequitur
Christum, cum ejus vivendi rationem persequitur.
Iter enim rectum, quo Christi vestigiis insistimus,
et ejus imitatio, coronam quoque conciliat, sequenlilus promissam: at vero obliquum illud, et in
1 xteram et sinistram declinans, etsi ducere per
Christi vestigia videtur, re tamen vera fallit, omnemique operam perdit.
Qui enim voluerit animam suam salvam facere,
. • 1 Cor. xv, 31. * Galat. vi, 14.
Ἐπεὶ δὲ ἔστι πάσχοντα μὴ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ,
ὡς ὅταν πάσχων τὰ μὴ δι' αὐτὸν πάσχει· καὶ γὰρ
καὶ κακοῦργοι πολλάκις πολλὰ δεινὰ πάσχουσι, και
τυμβωρύχοι, καὶ γόητες, καὶ φονεῖς, καὶ κλέπται,
καὶ λῃσταί· ἵνα μή τις νομίσῃ ὅτι ἀρκεῖ μόνον τὰ
δεινὰ πρὸς σωτηρίαν, καὶ τὸ, 'Ακολουθείτω μοι,
προστίθησιν ὁ Χριστός, δεικνὺς ὅτι δι' αὐτὸν δεῖ
ὑπομένειν τὰ δεινὰ ἅπαντα, καὶ ὅτι οὐ μόνον χρή
τὴν ἐν τοῖς δεινοῖς ἀνδρείαν καὶ καρτερίαν ἐπιδεί
κνυσθαι, ἀλλὰ καὶ σωφροσύνην, καὶ ἐπιείκειαν, καὶ
πᾶσαν ἄλλην ἐντολὴν μετέρχεσθαι· τοῦτο γὰρ δηλοῖ
τὸ Ακολουθείτω μοι, τὸ ἐπιμελεῖσθαι πάσης ἀρε
τῆς. ᾿Απαρνεῖται τις ἑαυτὸν, ὁ τὰ παρόντα σκορπί
σας πάντα ὅσα ἐκέκτητο, καὶ ὧν κύριος καὶ δεσπό
της ἦν, καὶ τοῖς σαρκικεῖς πᾶσι φρονήμασιν ἀποταξάμενος, εἶτα τὸν σταυρὸν αἴρει, ὅλος τῶν ἐκεῖθεν
γενόμενος, καὶ πρὸς ταῦτα δὲ μὴ ἐπιστρεφόμενος
ὁπωσοῦν· καὶ ἀκολουθεῖ τῷ Χριστῷ ὁ διὰ τὴν τοῦ
ἀγαθοῦ φύσιν ταῦτα ποιῶν, καὶ μὴ διὰ δόξαν τυχὸν
καὶ ἄλλην τινὰ ἀνθρωπίνην πρόφασιν. Οὗτος γὰρ
ὄντως ἀκολουθεῖ τῷ Χριστῷ, τὴν αὐτὴν αὐτῷ πολι
τείαν καὶ αὐτὸς διαπορευόμενος. Ἡ γάρ κατ' ίχνος
πορεία καὶ ἀκολούθησις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἐπὶ τῇ
ἀκολουθήσει στέφανον προξενεῖ· παραλλάττουσα δὲ,
καὶ εἰς τὰ δεξιὰ καὶ εἰς τὰ ἀριστερὰ παρεκκλίνουσα,
εἰκαὶ κατακολουθεῖν δοκεῖ, ἀλλ᾽ οὖν ἀληθῶς ματαιοπονεῖ.
Ὃς γὰρ ἐὰν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι,
col. 273–274page 13 of 15
PG 150:273ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. Γλυκύς ἐστιν ὁ παρών βίος, οὗ πᾶσινἀνθρώποις, ἀλλὰ τοῖς προσηλουμένοις αὐτῷ, καὶ δεσμός ἐστιν ἡ πρὸς τὰ παρόντα συνήθεια. Ενάγων τοίνυν ἡμᾶς πρὸς ἐλευθερίαν ὁ Κύριος, ἔλεγε ταῦτα, προδηλῶν τοὺς διωγμούς, οὓς ἔμελλον οἱ εἰς αὐτὸν πεπιστευκότες κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ὑφίστασθαι. Εἴ τις οὖν, φησί, τότε τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς φείο σεται· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ σῶσαι· ἀπολέσει αὐτὴν ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι, ἀντὶ τοῦ, τιμωρία αὐτὴν παραπέμψει διηνεκεί. Απώλεια γὰρ ψυχῆς οὐχ ἡ εἰς τὸ μὴ δν διάλυσίς ἐστιν, ἀλλ' ἡ διηνεκής τιμωρία καὶ ἀκατάπαυστος· καὶ ὁ φειδόμενος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τοῦτον τὸν τρόπον ἀπόλλυσιν αὐτήν ὁ δὲ μὴ φειδόμενος σώζει· καὶ τοῦτο σοφός τις ἔλεγεν ᾿Εὰν παιδεύσης υἱόν σου ἐν ῥάβδῳ, οὐ μὴ ἀποθάνῃ· τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου ῥύσῃ· καὶ πάλιν· Ὁ περιψύχων τὸν υἱὸν αὐτοῦ, τουτέστιν ἐλεῶν, καταδήσει τὰ τραύματα αὐτοῦ. Τοῦτο καὶ ἐπὶ στρατοπέδῳ γίνεται. Ἐὰν γὰρ ὁ στρατηγὸς φειδόμενος τῶν στρατιωτῶν ἔνδον κελεύει μένειν διὰ παντὸς, καὶ τοὺς ἐκτὸς σὺν αὐτοῖς προσ απόλλυσιν. Ἵνα οὖν μὴ καὶ ἐφ' ἡμῶν τοῦτο γένηται, πρὸς τὴν διηνεκή θάνατον διδάσκει ὁ Κύριος ἑτοίμους εἶναι ἡμᾶς. Ο γὰρ τῇ σχέσει καὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς προσκαίρου ζωῆς τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ κινδύνων καὶ τοῦ θανάτου τὴν ἰδίαν ἀπάγων ψυχὴν, καὶ σώζειν αὐτὴν διὰ φιλοζωΐαν βουλόμενος, καὶ κατὰ κόσμον ζην προαιρούμενος, ἀναμφιβόλως ταύτην ἀπόλλυσιν ἀπώλειαν ἐκείνην, ἥτις τὸ ἄσβεστον πῦρ, καὶ τὸν ἀκοίμητον σκώληκα, καὶ τὸ σκότος προξενεῖ τὸ ἐξώ τερον. Σωτηρίαν γὰρ ὠνόμασε τὴν φιλοζωΐαν ὁ Κύ ριος, καὶ τὴν ἐκ τῶν κινδύνων φυγήν. Ο δὲ τοῖς κινδύνοις καὶ τῷ θανάτῳ τὴν ψυχὴν ἐκδοὺς ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τοῦτον τὸν τρόπον ἀπωλέσας αὐτὴν, τὴν καλὴν ὄντως ἀπώλειαν, ἐκεῖνος ἀληθῶς σώσει αὐτὴν, χειραγωγήσας ἐπὶ τὴν ζωὴν τὴν ἀμείνονα. Απώ λειαν γὰρ ψυχῆς τὸν ἀπὸ τοῦ σώματος χωρισμόν λέγει ταύτης ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ. Καὶ ἡ διὰ ταῦτα τῶν τοῦ θανάτου δεσμῶν καταφρονήσας, οὗτος οὐκ ἀπόλλυσι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ μᾶλλον σώζει αὐτήν· ὁ δὲ ἀθετήσας τὰς ὑπὲρ Χριστοῦ ὁμολογίας καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, καὶ σώζειν τὴν ψυχὴν ἐκτὸς τῶν κινδύνων καὶ τοῦ θανάτου βουλόμενος, ἀπώλειαν αὐτῇ προξενεῖ τὴν ἀΐδιον. Ἐπεὶ δὲ διαφόρως καὶ πολυτρόπως πολλοὶ πολλάκις τὰς ψυχὰς ἀπολλύουσιν, ἢ λῃστεύοντες, ἢ φονεύοντες, ἢ κλέπτοντες, ἢ τυμβωρυχοῦντες, ἢ ἄλλο τ: τῶν ἀθεμίτων ἐργαζόμενοι, προστίθησιν ὁ Κύριος τὸ, ἕνεκεν ἐμοῦ, καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ο γὰρ μὴ διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἀπολλὺς τὴν ἰδίαν ψυχὴν, οὐ σώζει αὐτήν. Μακάριος οὖν ὄντως, ὅ; ἕνεκεν τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τὴν ἑαυτοῦ ἀπολέσει ψυχήν. Ἐκεῖνος γὰρ ἀληθῶς σώσει αὐτήν. Μακάριος ὁ τοῖς οὖσιν ἅπασιν ἐπαινετῶς ἀποθανών, ΙΙΙ,
2°3
ORATIO IN S. CRUCEM.
ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ & perdet eam: qui autem perdiderit animam suam
ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, οὗτος
σώσει αὐτήν. Γλυκύς ἐστιν ὁ παρών βίος, οὗ πᾶσιν
ἀνθρώποις, ἀλλὰ τοῖς προσηλουμένοις αὐτῷ, καὶ
δεσμός ἐστιν ἡ πρὸς τὰ παρόντα συνήθεια. Ενάγων
τοίνυν ἡμᾶς πρὸς ἐλευθερίαν ὁ Κύριος, ἔλεγε ταῦτα,
προδηλῶν τοὺς διωγμούς, οὓς ἔμελλον οἱ εἰς αὐτὸν
πεπιστευκότες κατὰ πᾶσαν πόλιν καὶ χώραν ὑφίστα
σθαι. Εἴ τις οὖν, φησί, τότε τῆς ἑαυτοῦ ψυχῆς φείο
σεται· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ σῶσαι· ἀπολέσει
αὐτὴν ἐν τῷ αἰῶνι τῷ μέλλοντι, ἀντὶ τοῦ, τιμωρία
αὐτὴν παραπέμψει διηνεκεί. Απώλεια γὰρ ψυχῆς
οὐχ ἡ εἰς τὸ μὴ δν διάλυσίς ἐστιν, ἀλλ' ἡ διηνεκής
τιμωρία καὶ ἀκατάπαυστος· καὶ ὁ φειδόμενος τῆς
ψυχῆς αὐτοῦ τοῦτον τὸν τρόπον ἀπόλλυσιν αὐτήν·
ὁ δὲ μὴ φειδόμενος σώζει· καὶ τοῦτο σοφός τις
ἔλεγεν ᾿Εὰν παιδεύσης υἱόν σου ἐν ῥάβδῳ, οὐ
μὴ ἀποθάνῃ· τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ἐκ θανάτου
ῥύσῃ· καὶ πάλιν· Ὁ περιψύχων τὸν υἱὸν αὐτοῦ,
τουτέστιν ἐλεῶν, καταδήσει τὰ τραύματα αὐτοῦ.
Τοῦτο καὶ ἐπὶ στρατοπέδῳ γίνεται. Ἐὰν γὰρ ὁ
στρατηγὸς φειδόμενος τῶν στρατιωτῶν ἔνδον κελεύει
μένειν διὰ παντὸς, καὶ τοὺς ἐκτὸς σὺν αὐτοῖς προσαπόλλυσιν.
propter me et Evangelium, is salvam faciet eam.
Dulcis est præsens vita, non omnibus hominibus,
sed iis qui ei affixi sunt, et vinculum est præsentium
usus et consuetudo. Ut ergo nos induceret ad libertatem Dominus, illa dixit, prænuntians persecutiones, quas ii qui in ipsum credidissent, per
omnes civitates et regiones subituri erant. Si quis
ergo tum, inquit, animæ suæ pepercerit (hoc enim
significat illud: salvam facere), perdet ean in saculo futuro, hoc est, in perpetuas eam pœnas præcipitabit. Perditio enim animæ est, non dissolutio
in nihilum, sed perpetuum supplicium, et nunquam
finiendum. Et qui parcit animæ suæ hoc modo,
perdit eam; qui vero non parcit, salvam facit. Atque hoc sapiens quidam dixit: Si corripueris filium tuum in virga, non morietur, sed animam ejus
a morte liberabis; et rursus: Qui blanditur filio
suo, id est, miseretur, obligabit vulnera ejus'.
Hoc et in exercitu contingit. Si namque dux parcal militibus, eosque continenter manere intra castra jubeat, eos quoque qui extra sunt, una cum
illis perdit.
Ἵνα οὖν μὴ καὶ ἐφ' ἡμῶν τοῦτο γένηται, πρὸς Ne ergo et nobis hoc eveniat, ad continuam
τὴν διηνεκή θάνατον διδάσκει ὁ Κύριος ἑτοίμους mortem docet nos Dominus esse paratos. Qui enim
εἶναι ἡμᾶς. Ο γὰρ τῇ σχέσει καὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς affectu et amore temporalis vitæ, animam suam a
προσκαίρου ζωῆς τῶν ὑπὲρ Χριστοῦ κινδύνων καὶ
periculis Christi causa perferendis, et a morte subτοῦ θανάτου τὴν ἰδίαν ἀπάγων ψυχὴν, καὶ σώζειν ducit, ac servare eam contendit, mundanamque viαὐτὴν διὰ φιλοζωΐαν βουλόμενος, καὶ κατὰ κόσμον
tam instituit, eam haud dubie perdit illa perditione,
ζην προαιρούμενος, ἀναμφιβόλως ταύτην ἀπόλλυσιν
quæ inexstinguibilem ignem, et vermem non dorἀπώλειαν ἐκείνην, ἥτις τὸ ἄσβεστον πῦρ, καὶ τὸν mientem, et tenebras exteriores conciliat, Salutem
ἀκοίμητον σκώληκα, καὶ τὸ σκότος προξενεῖ τὸ ἐξώ- enim nominavit Dominus amorem vitæ, et pericuτερον. Σωτηρίαν γὰρ ὠνόμασε τὴν φιλοζωΐαν ὁ Κύ
lorum effugium. Qui autem periculis et morti aniριος, καὶ τὴν ἐκ τῶν κινδύνων φυγήν. Ο δὲ τοῖς mam exponit pro Christo, et veritate, et justitia,
κινδύνοις καὶ τῷ θανάτῳ τὴν ψυχὴν ἐκδοὺς ὑπὲρ et hoc modo eam perdit, præclara profecto perdiτοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιο- tione, ille vere salvam facit eam, ducitque ad viσύνης, καὶ τοῦτον τὸν τρόπον ἀπωλέσας αὐτὴν, τὴν tam meliorem. Perditionem euim animæ, vocal seκαλὴν ὄντως ἀπώλειαν, ἐκεῖνος ἀληθῶς σώσει αὐτὴν, parationem ejus a corpore propter Christum et
χειραγωγήσας ἐπὶ τὴν ζωὴν τὴν ἀμείνονα. Απώ mandata ejus; et qui propter hæc mortis vincula
λειαν γὰρ ψυχῆς τὸν ἀπὸ τοῦ σώματος χωρισμόν contempserit, is non perdit auinam suam, sed po
λέγει ταύτης ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐντολῶν tios salvam facit. At qui violarit confessionem
αὐτοῦ. Καὶ ἡ διὰ ταῦτα τῶν τοῦ θανάτου δεσμῶν Christi et mandata ejus, et servare vult animam
καταφρονήσας, οὗτος οὐκ ἀπόλλυσι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, citra pericula et mortem, perditionem ei conciliat
ἀλλὰ μᾶλλον σώζει αὐτήν· ὁ δὲ ἀθετήσας τὰς ὑπὲρ sempiternam.
Χριστοῦ ὁμολογίας καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, καὶ σώζειν τὴν ψυχὴν ἐκτὸς τῶν κινδύνων καὶ τοῦ θανάτου
βουλόμενος, ἀπώλειαν αὐτῇ προξενεῖ τὴν ἀΐδιον.
Ἐπεὶ δὲ διαφόρως καὶ πολυτρόπως πολλοὶ πολλά
κις τὰς ψυχὰς ἀπολλύουσιν, ἢ λῃστεύοντες, ἢ
φονεύοντες, ἢ κλέπτοντες, ἢ τυμβωρυχοῦντες, ἢ ἄλλο
τ: τῶν ἀθεμίτων ἐργαζόμενοι, προστίθησιν ὁ Κύριος
τὸ, ἕνεκεν ἐμοῦ, καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ο γὰρ μὴ
διὰ τὸν Χριστὸν καὶ τὸ Εὐαγγέλιον ἀπολλὺς τὴν ἰδίαν
ψυχὴν, οὐ σώζει αὐτήν. Μακάριος οὖν ὄντως, ὅ;
ἕνεκεν τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου τὴν ἑαυτοῦ
ἀπολέσει ψυχήν. Ἐκεῖνος γὰρ ἀληθῶς σώσει αὐτήν.
Μακάριος ὁ τοῖς οὖσιν ἅπασιν ἐπαινετῶς ἀποθανών,
• Prov. xxi. 24 * Eccli. ΙΙΙ, 9.
Quoniam vero diversis multisque modis multi
sepenumero animas perdunt, sive latrociniis, sive
lonicidiis, sive furtis, sive sepulcrorum effossione,
sive aliis nefariis facinoribus; addit Dominus:
propter me et Evangelium. Qui enim non propter
Christum et Evangelium perdit animam, non salvam
facit ean. Beatus igitur revera, qui propter Christum et Evangelium perdiderit animaın suam. Ille
namque vere eam salvam facit. Beatus qui rebus
omnibus laudabiliter mortuus fuerit; sensibilibus,
col. 275–276page 14 of 15
PG 150:275τοῖς μὲν αἰσθητοῖς τῇ ἀποθέσει τῆς κατ' αἴσθησιν ἐνεργείας, τοῖς δὲ νοητοῖς τῇ ἀποπαύσει τῆς μετὰ νόησιν κινήσεως. Ανθρώπου γὰρ θάνατος ἐπαινούμενος, ἡ πρὸς πάντα τὰ ὄντα γνωμικὴ ἀπογένεσις, μεθ᾽ ἣν τὴν θείαν ἐν χάριτι ζωὴν ὑποδέχεσθαι πέφυ κεν ἀντὶ πάντων τῶν ὄντων τὴν αἴτιον τῶν ὄντων ἐννοήτως ἀπολαβὼν Κύριον καὶ Θεόν. Τί γὰρ ὠμε λήσει ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; Η παρὰ τὸ δέον τῆς ψυχῆς σωτηρία, ἀπωλείας χείρων ἐστίν. σας τὸν κόσμον, τὴν δὲ ψυχὴν ἀπωλέσας, ἔδωκεν "Οταν ἄρα τις, εἰς τὰ τοῦ παρόντος βίου ἡδέα καὶ τερπνὰ ἀποβλέπων, παραιτήσηται μὲν τὸ παθεῖν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀγαπήσῃ δὲ τὸ διαβιῶναι λαμπρῶς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, κἂν πλοῦτον ἔχει, κἂν δόξαν, κἂν πε ριουσίαν χρημάτων, κἂν ἄλλο τι τοιοῦτον· τί τὸ ὄφελος ἐντεῦθεν αὐτῷ τὴν ψυχὴν ἀπολέσαντι; Παν ράγεται γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐν ἴσῳ σκιαῖς τὰ τερπνὰ μετακλίνεται· καὶ τῶν ἐχόν των ὁ πλοῦτος ἀφίπταται. Οὐ γὰρ ὠφελήσουσι θησαυροὶ ἀνόμους· δικαιοσύνη δὲ ῥύεται ἐκ θανάτου. Οθεν τοῖς ἐθέλουσι βιοῦν ὀρθῶς περιττὰ τῆς σαρ κὸς, καὶ τὸ φρονεῖν τὰ ἐν κόσμῳ ἀπωλείας πρόξενον γίνεται· τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς, ἐχθρα εἰς Θεὸν, καὶ ὁ φρονῶν τὰ τοῦ κόσμου ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. Περιττότης οὖν ἀληθῶς τὰ ἐν κόσμῳ φρονεῖν. Διὰ τοῦτο λέγει· Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, καὶ ζη μιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Μὴ γὰρ λέγε, ὦ ἄνθρωπε, ὅτι τὴν ψυχὴν ἔσωσας, τοσούτους κινδύνους διαφυγὼν· εἰ γὰρ μετὰ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ τὴν οἰκουμένην κερδήσει τις ἅπασαν, τί τὸ πλέον αὐτῷ ἐν τεῦθεν τῆς ψυχῆς ἀπολλυμένης, ἧς οὐδ᾽ ὁ κόσμος ἅπας ἐστὶν ἱσοστάσιος; "Ωσπερ γὰρ εἰ τῶν οἰκετῶν τρυφώντων καὶ σπαταλώντων, ὁ δεσπότης ἐν κακοῖς τοῖς ἐσχάτοις εὑρίσκεται, καὶ οὐδὲν ὅλως κερδαίνει ἐκ τοῦ δεσπότην εἶναι· οὕτως εἰ καὶ τῆς γαστρὸς τρυφώσης καὶ σπαταλώσης, ἡ ψυχὴ τὴν μέλλουσαν ἀναμένει ἀπώλειαν, οὐδεμία ταύτῃ ὠφέλεια καὶ σωτηρία γενήσεται· μὴ γὰρ χρημάτων ἐστὶν ἀνταλλάξασθαι την σωτηρίαν. Εἰ γὰρ ἦν τοῦτο, ὁ κερδή ἂν χρήματα ἐν τῇ φλογὶ τηγανιζόμενος, καὶ ἠθως ώθη, καὶ ἐλευθερώθη. Αλλ' οὐκ ἔστι τότε τοιοῦ τον ἀντάλλαγμα δοῦναι τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ αἰωνία ἐστὶν ἡ κόλασις καὶ ἀτελεύτητος. Οὐδὲ γὰρ ἐὰν βασιλεὺς τῆς οἰκουμένης ὑπάρχῃ τις, καὶ πάντων τῶν ἐπὶ γῆς χρημάτων κυριεύῃ καὶ δεσπόζῃ, δυνήσεται τὴν ἑαυτοῦ ἀγοράσαι ψυχήν, κἂν πάντα τὰ τῆς οἱ κουμένης δῷ. Ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ ἐν τῷ κόσμῳ πᾶσα τρυφή καὶ λαμπροφορία μικράν τινα παραψυχὴν καὶ παραμυθίαν δυνήσεται ἀπεργάσασθαι, ὅταν αἰωνίως κολάζηται. Νῦν δὲ δίδωσιν ὁ ἄνθρωπος μετάνοιαν, ἐξαγόρευσιν, δάκρυα, στεναγμούς, ἐλεημοσύνην, καὶ πα σαν ἄλλην τὴν τῆς σωτηρίας ὁδόν. 'Ο δὲ δόλιος έχε θρὸς ἡμῶν καὶ διάβολος ἀεί ποτε ἐξαπατᾷ ἡμᾶς ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, καὶ ὑποκλέπτει ταῖς κατὰ
JOANNIS CALECÆ CP. PATRIARCHÆ
deponendo sensum, usum et fructumn; intelligibiblius, τοῖς μὲν αἰσθητοῖς τῇ ἀποθέσει τῆς κατ' αἴσθησιν
intelligentiæ motione reprimenda. Hominis enim
mors laudabilis est interior ab omnibus rebus
abalienatio, qua transacta, divinam gratiæ vitam
mens suscipere solet, pro omnibus rebus auctorem
rerum, Dominum et Deum. Quid enim proderit
homini, si totum mundum lucretur, animæ vero
suæ jacturam faciat? aut qu'd commutationis dabit
homo pro anima sua? Nam inhonesta animæ salus
perditione deterior est.
ἐνεργείας, τοῖς δὲ νοητοῖς τῇ ἀποπαύσει τῆς μετὰ
νόησιν κινήσεως. Ανθρώπου γὰρ θάνατος ἐπαινού
μενος, ἡ πρὸς πάντα τὰ ὄντα γνωμικὴ ἀπογένεσις,
μεθ᾽ ἣν τὴν θείαν ἐν χάριτι ζωὴν ὑποδέχεσθαι πέφυ
κεν ἀντὶ πάντων τῶν ὄντων τὴν αἴτιον τῶν ὄντων
ἐννοήτως ἀπολαβὼν Κύριον καὶ Θεόν. Τί γὰρ ὠμε
λήσει ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδή
σῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ ἢ τί δώσει
ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; Η
παρὰ τὸ δέον τῆς ψυχῆς σωτηρία, ἀπωλείας χείρων
ἐστίν.
Cum ergo quispiam, ad præsentis vitæ delicias et
voluptates intentus, recusat pati pro Christo, et veritate, et justitia, splendideque vivere stulet in
hoc mundo, etsi opes habeat, etsi gloriam, etsi com
piam pecuniarum, etsi aliquid aliud ejusmodi: quid
inde utilitatis ad eum redit anima perdita? Præterit
enim figura mundi hujus, et umbrarum instar inclinantur deliciæ, et divitum opes avolant. Non
enim proderunt thesauri iniquis, juštitia autem
liberat a morte. Unde iis qui recte vivere instituunt, superfluæ sunt illecebræ carnis, et sapere
ea quæ in mundo sunt, perditionem conciliat. Sapientia enim carnis inimica est Deo; et qui sapit
ea quae mundi sunt, inimicus Dei constituitur. Superfluum ergo est sapere quæ in mundo sunt. Ideo
dicit: Quid enim proderit homini, si mundum universum lucretur, et animæ suæ jacturam faciat?
Ne enim mihi dicas, o homo, te salvam fecisse
animam tot tantisque evitatis periculis. Si namque
una cum anima sua orbem quoque terrarum quis
lucretur universum, quidl emolumenti indle capiet
anima perdita, cum qua ne universus quidem
mundus comparandus est? Ut enim servis in deliciis luxuque viventibus, si dominus in extremis interea versetur malis, nihil lucri ex eo percipit,
quod dominus sit: ita eliam, si venter delicate vivat et opipare, sed anima futuram exspectet perditionem, nulla ei utilitas et salus inde exsistet. Neque enim pecunia licet commutare salutem. Si enim
id liceret, qui lucratus erat mundum, at animam
perdiderat, dedisset pecunias tum, cum flammis
cruciaretur, et liberatus fuisset. Sed non licebit σας τὸν κόσμον, τὴν δὲ ψυχὴν ἀπωλέσας, ἔδωκεν
"Οταν ἄρα τις, εἰς τὰ τοῦ παρόντος βίου ἡδέα καὶ
τερπνὰ ἀποβλέπων, παραιτήσηται μὲν τὸ παθεῖν
ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἀγαπήσῃ δὲ τὸ διαβιῶναι λαμπρῶς ἐν τῷ
κόσμῳ τούτῳ, κἂν πλοῦτον ἔχει, κἂν δόξαν, κἂν περιουσίαν χρημάτων, κἂν ἄλλο τι τοιοῦτον· τί τὸ
ὄφελος ἐντεῦθεν αὐτῷ τὴν ψυχὴν ἀπολέσαντι; Παν
ράγεται γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐν
ἴσῳ σκιαῖς τὰ τερπνὰ μετακλίνεται· καὶ τῶν ἐχόν
των ὁ πλοῦτος ἀφίπταται. Οὐ γὰρ ὠφελήσουσι θη
σαυροὶ ἀνόμους· δικαιοσύνη δὲ ῥύεται ἐκ θανάτου.
Οθεν τοῖς ἐθέλουσι βιοῦν ὀρθῶς περιττὰ τῆς σαρ
κὸς, καὶ τὸ φρονεῖν τὰ ἐν κόσμῳ ἀπωλείας πρόξε
νον γίνεται· τὸ γὰρ φρόνημα τῆς σαρκὸς, ἐχθρα
εἰς Θεὸν, καὶ ὁ φρονῶν τὰ τοῦ κόσμου ἐχθρὸς τοῦ
Θεοῦ καθίσταται. Περιττότης οὖν ἀληθῶς τὰ ἐν
κόσμῳ φρονεῖν. Διὰ τοῦτο λέγει· Τί γὰρ ὠφελήσει
ἄνθρωπον, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; Μὴ γὰρ λέγε, ὦ ἄνθρωπε,
ὅτι τὴν ψυχὴν ἔσωσας, τοσούτους κινδύνους διαφυ
γών· εἰ γὰρ μετὰ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ τὴν οἰκου
μένην κερδήσει τις ἅπασαν, τί τὸ πλέον αὐτῷ ἐν
τεῦθεν τῆς ψυχῆς ἀπολλυμένης, ἧς οὐδ᾽ ὁ κόσμος
ἅπας ἐστὶν ἱσοστάσιος; "Ωσπερ γὰρ εἰ τῶν οἰκετῶν
τρυφώντων καὶ σπαταλώντων, ὁ δεσπότης ἐν κακοῖς
τοῖς ἐσχάτοις εὑρίσκεται, καὶ οὐδὲν ὅλως κερδαίνει
ἐκ τοῦ δεσπότην εἶναι· οὕτως εἰ καὶ τῆς γαστρὸς
τρυφώσης καὶ σπαταλώσης, ἡ ψυχὴ τὴν μέλλουσαν
ἀναμένει ἀπώλειαν, οὐδεμία ταύτῃ ὠφέλεια καὶ
σωτηρία γενήσεται· μὴ γὰρ χρημάτων ἐστὶν ἀνταλ
λάξασθαι την σωτηρίαν. Εἰ γὰρ ἦν τοῦτο, ὁ κερδήtiin¸ talem cominutationem dare pro anima, sed
æterna erit pœna et perpetua. Neque enim etsi
quis rex orbis terrarum sit, omniumque ejus pecuniarum dominus, poterit unam redimere animam, licet omnes orbis pecunias pretii loco afſeral; neque omnis mundi luxus, et splendor exiguum aliquod solatium animæ poterit adhibere,
cum æternum torquebitur.
ἂν χρήματα ἐν τῇ φλογὶ τηγανιζόμενος, καὶ ἠθως
ώθη, καὶ ἐλευθερώθη. Αλλ' οὐκ ἔστι τότε τοιοῦ
τον ἀντάλλαγμα δοῦναι τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ αἰωνία ἐστὶν
ἡ κόλασις καὶ ἀτελεύτητος. Οὐδὲ γὰρ ἐὰν βασιλεὺς
τῆς οἰκουμένης ὑπάρχῃ τις, καὶ πάντων τῶν ἐπὶ
γῆς χρημάτων κυριεύῃ καὶ δεσπόζῃ, δυνήσεται
τὴν ἑαυτοῦ ἀγοράσαι ψυχήν, κἂν πάντα τὰ τῆς οἱ
κουμένης δῷ. Ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ ἐν τῷ κόσμῳ πᾶσα τρυφή
καὶ λαμπροφορία μικράν τινα παραψυχὴν καὶ παραμυθίαν δυνήσεται ἀπεργάσασθαι, ὅταν αἰωνίως
κολάζηται.
Nunc vero dat homo pœnitentiam, confessionem,
lacrymas, genitus, eleemosynam, et omne reliquum salutis pretium. Dolosus vero hostis noster
diabolus semper decipit nos vilg voluptatibus,
tempusque paulatim procrastinando suffuratur.
Νῦν δὲ δίδωσιν ὁ ἄνθρωπος μετάνοιαν, ἐξαγό
ρευσιν, δάκρυα, στεναγμούς, ἐλεημοσύνην, καὶ πα
σαν ἄλλην τὴν τῆς σωτηρίας ὁδόν. 'Ο δὲ δόλιος έχε
θρὸς ἡμῶν καὶ διάβολος ἀεί ποτε ἐξαπατᾷ ἡμᾶς
ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς, καὶ ὑποκλέπτει ταῖς κατὰ
col. 277–278page 15 of 15
PG 150:277μικρὸν ὑποθέσεσιν, Ἐμοὶ, λέγων, δὸς τὴν σήμερον, Θεῷ δὲ τὴν αὔριον· ἐμοὶ τὸ παρὸν δὸς, Θεῷ δὲ τὸ μέλλον· ἵνα οὕτω βραδυνόντων ἡμῶν πρὸς μετά νοιαν καὶ διόρθωσιν, ἐπελθὼν ἀφαρπάσῃ ὁ θάνα τος, μὴ ὄντως λυτρουμένου, μηδὲ σώζοντος. "Ανε θρωπος μὲν οὖν οὐκ ἔχει τι δοῦναι ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ· ὁ δὲ Θεὸς τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἕνεκεν δέδωκεν ἀντάλλαγμα τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ. Διὸ παρακαλῶ, τὰ λοιπὰ πάντα άφεντες, εἰς τὴν ψυχὴν ἅπασαν τὴν σπουδὴν ἀναλίσκωμεν. Τῶν γὰρ ἐν ἡμῖν πάντων κυριώτερον ἡ ψυχή ἐστιν. Ὃς γὰρ ἐὰν ἀπαισχυνθῇ με, φησί, καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ· καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέ λων τῶν ἁγίων. Οὐ μόνον κατά διάνοιαν πιστεύειν ὀφείλομεν, ἀλλὰ καὶ τὴν διὰ στόματος ἀπαιτούμεθα ὁμολογίαν· ἐπειδὴ γὰρ διπλοῦς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος, διπλοῦς ἐστι καὶ ὁ ἁγιασμός. "Αγιάζεται γὰρ ἡ ψυχή διὰ τῆς ὁμολογίας· καθὼς καὶ ὁ ᾿Απόστολος λέγει Καρδίᾳ μὲν γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην στα ματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν. Ο δὲ ἐπαισχυνόμενος καὶ ἐντρεπόμενος τῷ ἐσταυρωμένῳ πιο στεῦσαι Χριστῷ, καὶ ὁμολογῆσαι Θεὸν ἑαυτοῦ ἐπαισχυνόμενος δὲ καὶ τοὺς αὐτοῦ λόγους τοὺς ἐν τῷ ἁγίῳ Εὐαγγελίῳ, τοῦτον καὶ ὁ Κύριος ἐπαι σχυνθήσεται, ἀνάξιον δοῦλον κρίνων ἑαυτοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ παρουσίᾳ, ἐν δυνάμει ἀγγέλων. καὶ δόξῃ πολλῇ μετὰ τῆς δορυφορίας τῶν Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστη κότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσονται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνά μει. Τον Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην λέγει οὕτως. Οὐ μὴ ἀποθανοῦσιν, ἄχρις ἂν δείξω αὐτοῖς ἐν τῇ μεταμορφώσει μετὰ ποίας δόξης μέλλω παρα γενέσθαι ἐν τῇ δευτέρα παρουσίᾳ. Η γὰρ μεταμόρφωσις τοῦ Χριστοῦ προμήνυμα ἦν τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας. Ον γὰρ τρόπον ἔλαμψε τότε τὸ πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καὶ Θεοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ φῶς· τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον ἐλεύσεται ἀπὸ οὐρανοῦ ὡσεὶ ἀστραπὴ ἐν δυνάμει καὶ δόξῃ πολλῇ κρῖναι τὰ σύμπαντα. Καὶ ὥσπερ συνῆσαν αὐτῷ Πέτρος, Ἰάκωβος, καὶ Ἰωάννης ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ· οὕτω συνέσονται αὐτῷ πάντες οἱ ἅγιοι, καὶ οἱ δίκαιοι, καὶ οἱ ἐκλεκτοί, ἀπολαύοντες τῆς αὐτοῦ θεοφανίας, καὶ τῆς ἀνεκδιηγήτου, καὶ ἀνεκφράστου χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως. Ταῦτα τοίνυν εἰδότες, ἀγαπητοί, ἀπαρνησώμεθα καὶ ἡμεῖς ἑαυτοὺς διὰ τὸν Κύριον· μηδὲν αὐτοῦ προτιμότερον ἡγησώμεθα, μὴ πλοῦτον, μὴ τρυφήν, μὴ δόξαν, μὴ σωματικὴν ἡδονὴν, μὴ αὐτὴν τὴν ζωήν, ἀλλὰ καὶ ταύτης καταφρονήσωμεν, καὶ ἀκο λουθήσωμεν τῷ Χριστῷ τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ, τὸν τούτου σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμων ἄραντες, καὶ τὰ σαρκικά νεκρώσωμεν κινήματα καὶ φρονήματα, τῷ θανάτῳ αὐτοῦ συμμορφούμενοι, ὡς ἂν δυνηθώμεν καὶ ἡμεῖς, κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον, εἰπεῖν· Ζῶμεν δὲ οὐκέτι ἡμεῖς, ζῇ δὲ ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν. Καί· Μὴ γένοιτο
ORATIO IN S. CRUCEM.
μικρὸν ὑποθέσεσιν, Ἐμοὶ, λέγων, δὸς τὴν σήμερον, Mihi, inquit, diem da hodiernum, Deo crastinum:
mihi tempus praesens, Deo, futurum; ut ita tar
dantes ad poenitentiam, et emendationem, superveniens abripiat mors, quando non est, qui redimat, neque qui salvuïn faciat. Homo igitur non
potest dare aliquam commutationem pro anima
sula; Deus vero pro nostra salute dedit commnulationem, pretiosum sanguinem Filii sui. Quare hortor, ut omnibus cæteris missis in animam omne
studium conferamus. Nihil enim in nobis præstantius anima. Qui enim me erubuerit, inquit, et sermones meos in generatione ista adultera et pecca
trice, et Filius hominis erubescet eum, cum venerit
in gloria Patris sui cum angelis sanctis. Non solum apud animum credere debemus, sed oris quoque confessio a nobis exigitur. Quoniam enim duplex est homo, duplex est et sanctificatio. Sanctilicatur enim anima per confessionem, quemadmodum
etiam Apostolus dicit: Corde enim creditur ac justitiam, ore autem fit confessio ad salutem ¹º. Qui
autem erubescit et verecundatur credere Christo
crucifixo, et Deum suum confiteri; erubescit item
sermones ejus in sancto Evangelio: eum Dominus
quoque erubescet, et servum se indignum judicabit, cum venerit in secundo adventu suo, in virtute
et gloria magna, cum satellitio angelorum.
Θεῷ δὲ τὴν αὔριον· ἐμοὶ τὸ παρὸν δὸς, Θεῷ δὲ τὸ
μέλλον· ἵνα οὕτω βραδυνόντων ἡμῶν πρὸς μετά
νοιαν καὶ διόρθωσιν, ἐπελθὼν ἀφαρπάσῃ ὁ θάνα
τος, μὴ ὄντως λυτρουμένου, μηδὲ σώζοντος. "Ανε
θρωπος μὲν οὖν οὐκ ἔχει τι δοῦναι ἀντάλλαγμα τῆς
ψυχῆς αὐτοῦ· ὁ δὲ Θεὸς τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἕνεκεν
δέδωκεν ἀντάλλαγμα τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ.
Διὸ παρακαλῶ, τὰ λοιπὰ πάντα άφεντες, εἰς τὴν
ψυχὴν ἅπασαν τὴν σπουδὴν ἀναλίσκωμεν. Τῶν γὰρ
ἐν ἡμῖν πάντων κυριώτερον ἡ ψυχή ἐστιν. Ὃς γὰρ
ἐὰν ἀπαισχυνθῇ με, φησί, καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους
ἐν γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ· καὶ ὁ
Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν, ὅταν
ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέ
λων τῶν ἁγίων. Οὐ μόνον κατά διάνοιαν πιστεύειν
ὀφείλομεν, ἀλλὰ καὶ τὴν διὰ στόματος ἀπαιτούμεθα
ὁμολογίαν· ἐπειδὴ γὰρ διπλοῦς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος,
διπλοῦς ἐστι καὶ ὁ ἁγιασμός. "Αγιάζεται γὰρ ἡ ψυχή
διὰ τῆς ὁμολογίας· καθὼς καὶ ὁ ᾿Απόστολος λέγει
Καρδίᾳ μὲν γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην στα
ματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν. Ο δὲ ἐπαι
σχυνόμενος καὶ ἐντρεπόμενος τῷ ἐσταυρωμένῳ πιο
στεῦσαι Χριστῷ, καὶ ὁμολογῆσαι Θεὸν ἑαυτοῦ·
ἐπαισχυνόμενος δὲ καὶ τοὺς αὐτοῦ λόγους τοὺς ἐν
τῷ ἁγίῳ Εὐαγγελίῳ, τοῦτον καὶ ὁ Κύριος ἐπαισχυνθήσεται, ἀνάξιον δοῦλον κρίνων ἑαυτοῦ, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ αὐτοῦ παρουσίᾳ, ἐν δυνάμει
ἀγγέλων.
Amen dico vobis, sunt quidam de hic stantibus,
qui non gustabunt mortem, donec videant regrum
Dei veniens in virtute. Petrum, et Jacobur, et
Joannem dicit. Non morientur donec ostendero eis
in transfiguratione, quanta cum gloria sim ventu
rus in secundo adventu. Transfiguratio enim Christi
prænuntia erat secundi adventus ejus. Quemadmo.
dum enim tum splenduit facies Salvatoris vostri et
Dei, tanquam sol, vestimenta autem ejus facta sunt
alba sicut nix, ita veniet de cœlo tanquam fulgur,
in virtute et gloria magna, judicare omnia. Et ut
cum eo fuerunt Petrus, et Jacobus, ct Joannes in
monte sancto, ita cum eo erunt omnes sancti, et
justi, et electi, perfruentes divino ejus aspectu, et
inenarrabili atque ineffabili gaudio et exsultaκαὶ δόξῃ πολλῇ μετὰ τῆς δορυφορίας τῶν
Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστη·
κότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσονται θανάτου, ἕως ἂν
ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει. Τον Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην λέγει
οὕτως. Οὐ μὴ ἀποθανοῦσιν, ἄχρις ἂν δείξω αὐτοῖς
ἐν τῇ μεταμορφώσει μετὰ ποίας δόξης μέλλω παραγενέσθαι ἐν τῇ δευτέρα παρουσίᾳ. Η γὰρ μεταμόρφωσις τοῦ Χριστοῦ προμήνυμα ἦν τῆς δευτέρας
αὐτοῦ παρουσίας. Ον γὰρ τρόπον ἔλαμψε τότε τὸ
πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν καὶ Θεοῦ ὡς ὁ ἥλιος,
τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκὰ ὡς τὸ φῶς· τὸν
αὐτὸν δὴ τρόπον ἐλεύσεται ἀπὸ οὐρανοῦ ὡσεὶ ἀστραπὴ
ἐν δυνάμει καὶ δόξῃ πολλῇ κρῖναι τὰ σύμπαντα.
Καὶ ὥσπερ συνῆσαν αὐτῷ Πέτρος, Ἰάκωβος, καὶ
Ἰωάννης ἐν τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ· οὕτω συνέσονται
αὐτῷ πάντες οἱ ἅγιοι, καὶ οἱ δίκαιοι, καὶ οἱ ἐκλεκτοί, tione.
ἀπολαύοντες τῆς αὐτοῦ θεοφανίας, καὶ τῆς ἀνεκδιηγήτου, καὶ ἀνεκφράστου χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως.
Ταῦτα τοίνυν εἰδότες, ἀγαπητοί, ἀπαρνησώμεθα
καὶ ἡμεῖς ἑαυτοὺς διὰ τὸν Κύριον· μηδὲν αὐτοῦ
προτιμότερον ἡγησώμεθα, μὴ πλοῦτον, μὴ τρυφήν,
μὴ δόξαν, μὴ σωματικὴν ἡδονὴν, μὴ αὐτὴν τὴν
ζωήν, ἀλλὰ καὶ ταύτης καταφρονήσωμεν, καὶ ἀκο·
λουθήσωμεν τῷ Χριστῷ τῷ ἡμετέρῳ Δεσπότῃ, τὸν
τούτου σταυρὸν ἐπ᾽ ὤμων ἄραντες, καὶ τὰ σαρκικά
νεκρώσωμεν κινήματα καὶ φρονήματα, τῷ θανάτῳ
αὐτοῦ συμμορφούμενοι, ὡς ἂν δυνηθώμεν καὶ ἡμεῖς,
κατὰ τὸν θεῖον Παῦλον, εἰπεῖν· Ζῶμεν δὲ οὐκέτι
ἡμεῖς, ζῇ δὲ ὁ Χριστὸς ἐν ἡμῖν. Καί· Μὴ γένοιτο
10 Rom. 5,
lluc ergo scientes, charissimi, abnegemus et uo8metipsos propter Dominum; nihil eo potius ducamus, non opes, non luxum, non gloriam, non corporalem voluptatem, non ipsam vitam; sed ne huic
quidem parcamus propter ipsum; sequamur Dominum nostruir, cruce ejus in humeros sublata, corporales motus sensusque mortificantes, configurati
morti ejus, ut possimus et nos cum D. Paulo dicere: Vivimus non jam nos, vivit vero in nobis
Christus; et: Nobis autem absit in alio yloriari,
nisi in cruce Domini. Omnia ejus mandata alacriter
Continue reading PG 150: Theophanes Nicaenus Archiepiscopus →≣ entire volume