Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
NoticeNotitia
col. 957–958page 1 of 75
PG 159:957' τοῦ Θεοῦ φόβος ἔγκειται,
JOANNES
PLUSIADENUS
SEU,
POST SUSCEPTAM EPISCOPALEM CURAM,
JOSEPHUS METHONENSIS EPISCOPUS
NOTITIA
(Fabricił Biblioth. Gr. ed. Harles, tom. XI, p. 458.)
'
Joahues Plusia lenus, archipresbyter, non diu Hic idem episcopus deinde Methonensis, post
post concilium Florentinum an. 1439 habitum composuit Dialogum de differentiis inter Græcos et Latinos et pro concilio Florentino. Ex eo plura Allatius
p. 617, 753 seq. 1106 seq. de consensu; et de purgatorio, p. 27, 78, etc. Integrum ex bibl. Ambrosianæ codice edidit Græce et Latine tom. I. Græciæ
Orthodoxa, p. 583-654. Colloquuntur Pius sive Catholicus, Manuel Mongus; Rhacendyta, Bulgares;
publicanus, Joannes Damasænus, et unus e duodecim sacerdotibus qui unionem amplexi fuerant,Joannes Plusiadenus, præsentibus auditore Georgio
Phaliero, teste Joanne Tzurdune et dicæocrita Antonio Sagredor Incipit: ' τοῦ Θεοῦ φόβος ἔγκειται,
(Fabric.) Gonf. H. Warthon. suppl. ad Cavei Hist.
lit. SS. eccl. p. 167, ad ann. 1450, qui arbitratur,
Joann. Plusiadenum diversum esse a Josepho Methonensi; secus sentit Oudin. in Comm. de SS. eccl.
tom. III, p. 2422 sq. ad a. 1440, a quo dicitur Josephus Methonensis episcopus.· Joan. Plusiad.
epist. Inedita De charitate, Paris. in bibl. publ.
cod. 2500, n. 10.- Canon concilii Florentini,
Oxon. in bibl. Bodlef. cod. Barocc. 145; Taurini in
cod.reg. cod. 186 et in eod. cod. synaxarium. V.
Cat. codd. Gr. Taur. p. 273. sqq. ubi canon s. hymnus in octavam synodum Florentiæ habitam, Gr.
cum Lat. versione, et p. 277, sqq. Synaxarium,
8. brevis narratio eorum quæ in concilio Florentino a. 1439gesta sunt, primum prodierunt in lucem
-Florent. in bibl. monasterii Annuntiate Josephi, scripsisse Josephus se profitetur, luceni non
episcopi. Methones, Apologia ad lib. Marci EphesiBi; V. Montfauc. Diar. Ital. p. 365. (Iarl).
susceptum episcopatum Josephi nomen sibi aseivit,
ut notat Allatius, p. 933 De consensu, et ad calcem
tomi I Græciæ Orthodoxæ, testatus sub nomine
Josephi Plusiadeui, episcopi Methonensis, exstare
conciones in dies Quadragesimales jejunii, dialecto
Græcorum communi conscriptas et testimoniis
Latinorum Patrum refertas. Hujus Josephi Methonensis Apologeticus pro synodo Florentina adversus
Marcum Ephesium, sæpe editus cum Caryophylli versione ad calcem actorum illius synodi, ut tomo ult.
edit. Conciliorum Binianæ p. 667.; et Labbei tom.
XIII, p. 677; et Harduini, tom. IX. p. 549. Incipit
‘O aldéciµos oùtoç ávhp. Pag. 555, 559, citat Geor·
gium Aristinum historicum; el p. 558, 559, 563,
Marcum Ephesium, narrat, a Juliano S. Sabínæ cardinali confutatum, nec non p. 578, a fratre Joanne. Pag. 570 et 575, 582, 599, 594, arguit Marcum.
arguinénta sua mutua sumpsisse a Photio, Psello,
Phurnio, Camatero, Moschamparo, Bulgario, Nicolao Methonense, Panareto, Cabasila et Palama, et.
similibus schismaticis. Simeonem Metaphrastem.
novum theologum laudat, p. 574, et Tarasii CPol.
Epistolam ad episcopos Orientis, nee non Anastasii Sinaita Sermonem de rectis dogmatis veritatis,
et pag. 583, Scholarii tres Orationes pro unione
ecclesiastica ad confirmandam Isidori Russiæ præsulis sententiam, et Bessarionem p. 587. Sed Apologia pro quinque capitibus synodi Florentina, quam
vidit. [Exstare tamen illam, at falso sub. nomina
Gennadii editam, Lat. Dilinga 1581, 8, Græce
On the Differences between Greeks and LatinsDe differntiis inter Graecos et Latinos
col. 959–960page 2 of 75
De differntiis inter Græcos et Latinos
PG 159:959οι ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΩΤΟΙΕΡΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΑΔΗΝΟΥ Διάλεξις γενομένη μεταξύ Εὐλαβοῦς τινος, καὶ Τελώνου, Ρακενδύτου νέ, καὶ ἑνὸς τῶν δώδεκα ενωτικών Ιερέων, παρόντων καὶ ἑτέρων τριῶν ἐκεῖσε, Ακροατοῦ δηλονότι, Μάρτυρος, καὶ Δικαιοκρίτου. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΟΥΣΗΣ ΜΕΣΟΝ ΓΡΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΩΝ ΕΤΙ ΤΕ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ. ΠΡΟΘΕΩΡΙΑ. Ο τοῦ Θεοῦ φόβος έγκειται πάρῃ ἀνθρωπίνη ψυχῇ, καὶ τὴν ὀρθόδοξων πίστιν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ καὶ παρρησίᾳ κηρύττει. Διὸ οὐ μόνον οἱ τοῦ λόγου τρόφιμοι, καὶ οἱ περὶ τοῦτον σπουδάζοντες, ἀλλὰ καὶ ἰδιῶται, καὶ πάντες λόγῳ καὶ ἔργῳ κηρύττειν ὀφείλουσιν, ὑπερασπίζειν τε ὀφείλουσιν, ὑπερασπίζειν τε καὶ μέχρις αἵματος ὑπὲρ τῆς πίστεως ἀγωνίζεσθαι, ἂν μόνον τὴν οὐρά νιον βασιλείαν τῶν ἐπιγείων προκρίνωσι, καὶ τὰ αἰώνια τῶν προσκαίρων, καὶ τὰ φθαρτὰ τῶν ἀφθάρτων. Ὥσπερ καὶ νῦν ξυνέβη ἀνθρώπῳ τινὶ ἰδιώτῃ, πλην εὐλαβεί, διαλεχθῆναι μετά τινος τελώνου, τἀναντία τῆς συνόδου φρονοῦντος. Εἰπόντες γὰρ ἀμφότεροι ἱκανῶς, καὶ κατ' ὀλίγον υψηλοτέροις νοήμασιν ἀνα γόμενοι, ὁ μέντοι τελώνης ἐπαπορῶν ῥακενδύτην τινὰ προσεκαλέσατο συμμαχήσαι αὐτῷ. Ο δέ γε Εὐλαβὴς ἀκούων τε καὶ ἀπολογούμενος, καὶ κατ' ὀλίγον ἀπορῶν τοῖς λόγοις αὐτοῦ, ἵνα ἐκ τῶν δώ δεκα ἐνωτικών προσεκαλέσατο Ἱερέα, καὶ οὕτω; οι δύο παρόντων καὶ ἑτέρων τριῶν προσώπων διαλεχθέντες, συνεπέραναν τὸν διάλογον.
Rona 1577, et lingua Gr. vulgari cum versione Lat. Roma 1628, 4, censet Oudin De Apologetico
edito conferendus Allatius Exerc. IX. contra Creyghtonum. Antirrheticum secundum contra Marcum
Ephesinum citat Nic. Comnenus, p. 292, 506 οι 597, Prenot. mystagog.
"
Et merito. Vide Monitum nostrum Apologie praefixum, infra. Epit.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΠΡΩΤΟΙΕΡΕΩΣ
ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΑΔΗΝΟΥ
Διάλεξις γενομένη μεταξύ Εὐλαβοῦς τινος, καὶ Τελώνου, Ρακενδύτου νέ, καὶ ἑνὸς
τῶν δώδεκα ενωτικών Ιερέων, παρόντων καὶ ἑτέρων τριῶν ἐκεῖσε, Ακροατοῦ δηλονότι, Μάρτυρος,
καὶ Δικαιοκρίτου.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΟΥΣΗΣ ΜΕΣΟΝ ΓΡΑΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΩΝ
ΕΤΙ ΤΕ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ.
JOANNIS ARCHIPRESBYTERI
PLUSIADENI
Disceptatio inter Pium quemdam, Publicanum, Rhacendytam,
et unum ex duodecim sacerdotibus qui unionem amplexi fuerant, præsentibus.
et aliis tribus, Auditore videlicet, Teste et Dicæocrita
de differENTIIS INTER GRÆCOS ET LATINOS,
ET DE SACROSANCTA SYNODO FLORENTINA.
(L. Allatio interprete in Græc. orthod. t. F.)
PREMEDITATIO.
Dei timor in animis omnium hominum' insidet, Ο τοῦ Θεοῦ φόβος έγκειται πάρῃ ἀνθρωπίνη
fidemque orthodoxam aperto capite, et libere, lt. ψυχῇ, καὶ τὴν ὀρθόδοξων πίστιν γυμνῇ τῇ κεφαλῇ
centerque pronuntiat. Quapropter non tantum καὶ παρρησίᾳ κηρύττει. Διὸ οὐ μόνον οἱ τοῦ λόγου
eloquentiæ alumni, et qui disciplinis operam τρόφιμοι, καὶ οἱ περὶ τοῦτον σπουδάζοντες, ἀλλὰ καὶ
Havant, sed imperiti etiam, et rerum omnium ru- ἰδιῶται, καὶ πάντες λόγῳ καὶ ἔργῳ κηρύττειν
cles, et verbo et opere prædicare, atque eam defen- ὀφείλουσιν, ὑπερασπίζειν τε
ὀφείλουσιν, ὑπερασπίζειν τε καὶ μέχρις αἵματος
dere debent, et pro ea ad profusionem usque ὑπὲρ τῆς πίστεως ἀγωνίζεσθαι, ἂν μόνον τὴν οὐρά
sanguinis in certamen atque discrimen devenire; νιον βασιλείαν τῶν ἐπιγείων προκρίνωσι, καὶ τὰ αἰώνια
si modo cœleste regnum terrenis hisce, et tempo- τῶν προσκαίρων, καὶ τὰ φθαρτὰ τῶν ἀφθάρτων.
ralibus aeterna, et corruptibilibus incorruptibilla Ὥσπερ καὶ νῦν ξυνέβη ἀνθρώπῳ τινὶ ἰδιώτῃ, πλην
præponunt. Quemadmodum hoc tempore accidit εὐλαβεί, διαλεχθῆναι μετά τινος τελώνου, τἀναντία
indocto cuidam, 'pio tamen, cum Publicano, cui τῆς συνόδου φρονοῦντος. Εἰπόντες γὰρ ἀμφότεροι
non unuɔn idem et synodo conveniebat, in sermo- ἱκανῶς, καὶ κατ' ὀλίγον υψηλοτέροις νοήμασιν ἀναnem venire. Namque cum anibo satis commode γόμενοι, ὁ μέντοι τελώνης ἐπαπορῶν ῥακενδύτην
disseruissent, et paulatim ad sublimiores senten- τινὰ προσεκαλέσατο συμμαχήσαι αὐτῷ. Ο δέ γε
tias proveherentur, Publicanus dubitans, hæsi- Εὐλαβὴς ἀκούων τε καὶ ἀπολογούμενος, καὶ κατ'
Linsque Rbacendytam accivit, qui daret operam ὀλίγον ἀπορῶν τοῖς λόγοις αὐτοῦ, ἵνα ἐκ τῶν δώ
adjutabilem. Verumtamen Pius audiens respon- δεκα ἐνωτικών προσεκαλέσατο Ἱερέα, καὶ οὕτω;
densque, et sermocinationibus illius pedetentim οι δύο παρόντων καὶ ἑτέρων τριῶν προσώ
ambigens ex duodecim unioni addictis sacerdo- πων διαλεχθέντες, συνεπέραναν τὸν διάλογον.
tem advocat, et boc modo ambo præsentibus aliis tribus disputationem prosecuti, dialogo finem
fecerunt.
col. 961–962page 3 of 75
PG 159:961Εἰσὶν οὖν τὰ πρόσωπα τῆς διαλέξεως ταύτης ταῦτα. Μανουὴλ ὁ Μουγγός, Εὐλαβής. Ο Βουλγάρης, Ρακενδύτης. Ιωάννης ὁ Δαμασαίνης, Τελώνης. Αντώνιος ὁ Σαγρέδος, Δικαιοκρίτης. Ιωάννης ἱερεὺς ὁ Πλουσιαδηνός, Καθολικός. Γεώργιος ὁ Φαλίερος, Ακροατής. Ιωάννης ὁ Τζουρδούνης, Μάρτυς. Εὐλαβὴς προλογίζει. Ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, καθήμενος αὐτὸς ἐν τῷ ἐμπορίῳ περὶ ὥραν μίαν καὶ ἥμισυ τῆς ἡμέρας, ἀκούω τοῦ κήρυκος τῆς ἐξουσίας βοῶντος μεγάλη φωνῇ, περὶ τὸν κίονα ἑστῶτος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Αγίου Μάρκου, ἐν τῷ συνήθει δηλαδὴ καὶ εἰθισμένῳ τόπῳ, καὶ πλῆθος λαοῦ προσδραμὸν ἤκους. Ἐγὼ δὲ μόνην φωνὴν ἀκούων, ἱστάμην βλέπων. πληρωθείσης οὖν τῆς κηρύξεως, ἦλθε τις πρὸς τούμὸν ἐμπόριον, ἐν ᾧ εἰώθει ἐκεῖνος καθῆσθαι, καὶ λαμ βάνειν τὰ τέλη, τελώνης γὰρ ἦν, ἂν ἠρέμην, Τι βούλεται ή καινή αὕτη κήρυξις, ὅτι καὶ πλῆ. θος ἔστηκε τοῦ λαοῦ οὐκ ὀλίγον ἀκοῦον; εἰπέ μοι, Τελώνης. Οι δώδεκα ἱερεῖς οἱ τὴν νῆσον καὶ τὴν πόλιν πᾶσαν συγχέοντες, καὶ ταῦτα ποιοῦσιν. Εὐλ. Τί δή; Τελ. Αὐτοὶ Λατινοφρονήσαντες, βιάζονται και τοὺς ἄλλους ποιῆσαι τὰ τῶν Λατίνων φρονῆσαι. Εὐλ. Τοῦτο τί ἐστι; Φράσον μοι τάχος. Τελ. Τὴν λύμην αὐτῶν οἱ ἡμέτεροι Πατέρες καὶ διδάσκαλοι ἐννοήσαντες, ἐδίδαξαν τοῦ Χριστοῦ πρό βατα, μὴ συγκοινωνεῖν αὐτοῖς, μηδὲ εἰς τὰς ἐκε κλησίας αὐτῶν εἰσέρχεσθαι, μηδὲ χρῆσθαι αὐτοῖς τὸ παράπαν ὡς ἱερεῦσι. Οι μαθόντες κατεἶπον αὐ τῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Η δ' ἐξουσία νῦν διωρίσατο αὐ τοῖς διὰ τοῦ κήρυκος ἕως ἡμερῶν ὀκτὼ ἐμφανισθῆναι τῇ ἐξουσίᾳ· εἰ δὲ μή, κατ' αὐτῶν ἀποφήναιτ' ἂν ἡ ἐξουσία. Εὐλ. Τίνες εἰσὶν οὗτοι; Τελ. Μακρογένης, Ασπρογένης, καὶ Ματζα μούρδης. Εὐλ. Εβουλόμην μαθεῖν τί οὗτοι ἐδίδασκον, ὅθεν ἡ ἐξουσία κατ' αὐτῶν ἀγορεύει. Τελ. Εδίδασκον ἀπέχεσθαι τῶν Λατινοφρόνων τούτων δώδεκα ἱερέων, ὡς τὴν ἡμετέραν πίστιν ἀφέντων, καὶ ἑνωθέντων Λατίνοις. Εὐλ. Οὐ δύναμαι συνιέναι οὐδ᾽ ὁπωσοῦν τῶν λε γομένων. Τελ. Οὐκ εἶ σὺ ἐκ τῆς πόλεως ταύτης; Εὐλ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν. Ἐν ταύτῃ γὰρ ἀνετράφην. Τελ. Πῶς οὖν οὐκ ἔγνως τὰ πεπραγμένα δηλα τοῖς πᾶσιν ὄντα; Εὐλ. Ἱερεῖς ἐγὼ οὐκ ἔγνων ἐᾶσαι τὴν τῶν Γραι κῶν πίστιν, καὶ Λατίνους γενέσθαι. Σὺ δέ μοι Λα τινόφρονας καὶ τὴν ἡμετέραν πίστιν ἀφέντας λέγεις,
Εἰσὶν οὖν τὰ πρόσωπα τῆς διαλέξεως ταύτης
ა
ταῦτα.
Μανουὴλ ὁ Μουγγός, Εὐλαβής.
Ο Βουλγάρης, Ρακενδύτης.
Ιωάννης ὁ Δαμασαίνης, Τελώνης.
Αντώνιος ὁ Σαγρέδος, Δικαιοκρίτης.
Ιωάννης ἱερεὺς ὁ Πλουσιαδηνός, Καθολικός.
Γεώργιος ὁ Φαλίερος, Ακροατής.
Ιωάννης ὁ Τζουρδούνης, Μάρτυς.
Εὐλαβὴς προλογίζει.
Persone hujus Dissertationis.
Pius, Manuel Mongus.\
Rhacendyta, Bulgares.
Publicanus, Joannes Damas@nUS.
Dicaeocrita, Antonius Sagredus.
Catholicus, Joannes sacerdos Plusiadenus.
Auditor, Georgius Platierus.
Testis, Joannes Tsurdunes.
Pius prafatur.
His diebus sedens ipse in officina circa secundam et dimidiam diei horam, magistratus præconem columnæ ecclesiæ Sancti Marci, consueto
scilicet praeconum loco, inbærentem, et magna
voce inclamantem audio, videoque multitudinenr
Ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, καθήμενος αὐτὸς ἐν τῷ
ἐμπορίῳ περὶ ὥραν μίαν καὶ ἥμισυ τῆς ἡμέρας,
ἀκούω τοῦ κήρυκος τῆς ἐξουσίας βοῶντος μεγάλη
φωνῇ, περὶ τὸν κίονα ἑστῶτος τῆς ἐκκλησίας τοῦ
Αγίου Μάρκου, ἐν τῷ συνήθει δηλαδὴ καὶ εἰθισμέ
νῳ τόπῳ, καὶ πλῆθος λαοῦ προσδραμὸν ἤκους. Ἐγὼ magna frequentia circumfusam. Ego strepitum
δὲ μόνην φωνὴν ἀκούων, ἱστάμην βλέπων. Πληρω
θείσης οὖν τῆς κηρύξεως, ἦλθε τις πρὸς τούμὸν
ἐμπόριον, ἐν ᾧ εἰώθει ἐκεῖνος καθῆσθαι, καὶ λαμβάνειν τὰ τέλη, τελώνης γὰρ ἦν, ἂν ἠρέμην, Τι
βούλεται ή καινή αὕτη κήρυξις, ὅτι καὶ πλῆ.
θος ἔστηκε τοῦ λαοῦ οὐκ ὀλίγον ἀκοῦον; εἰπέ μοι,
Τελώνης. Οι δώδεκα ἱερεῖς οἱ τὴν νῆσον καὶ τὴν
πόλιν πᾶσαν συγχέοντες, καὶ ταῦτα ποιοῦσιν.
Εὐλ. Τί δή;
Τελ. Αὐτοὶ Λατινοφρονήσαντες, βιάζονται και
τοὺς ἄλλους ποιῆσαι τὰ τῶν Λατίνων φρονῆσαι.
Εὐλ. Τοῦτο τί ἐστι; Φράσον μοι τάχος.
Τελ. Τὴν λύμην αὐτῶν οἱ ἡμέτεροι Πατέρες καὶ
διδάσκαλοι ἐννοήσαντες, ἐδίδαξαν τοῦ Χριστοῦ πρόβατα, μὴ συγκοινωνεῖν αὐτοῖς, μηδὲ εἰς τὰς ἐκε
κλησίας αὐτῶν εἰσέρχεσθαι, μηδὲ χρῆσθαι αὐτοῖς
τὸ παράπαν ὡς ἱερεῦσι. Οι μαθόντες κατεἶπον αὐ
τῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Η δ' ἐξουσία νῦν διωρίσατο αὐ
τοῖς διὰ τοῦ κήρυκος ἕως ἡμερῶν ὀκτὼ ἐμφανισθῆ
ναι τῇ ἐξουσίᾳ· εἰ δὲ μή, κατ' αὐτῶν ἀποφήναιτ' ἂν
ἡ ἐξουσία.
Εὐλ. Τίνες εἰσὶν οὗτοι;
Τελ. Μακρογένης, Ασπρογένης, καὶ Ματζαμούρδης.
Εὐλ. Εβουλόμην μαθεῖν τί οὗτοι ἐδίδασκον,
ὅθεν ἡ ἐξουσία κατ' αὐτῶν ἀγορεύει.
Τελ. Εδίδασκον ἀπέχεσθαι τῶν Λατινοφρόνων
τούτων δώδεκα ἱερέων, ὡς τὴν ἡμετέραν πίστιν
ἀφέντων, καὶ ἑνωθέντων Λατίνοις.
Εὐλ. Οὐ δύναμαι συνιέναι οὐδ᾽ ὁπωσοῦν τῶν λεγομένων.
Τελ. Οὐκ εἶ σὺ ἐκ τῆς πόλεως ταύτης;
Εὐλ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν. Ἐν ταύτῃ γὰρ ἀνε
τράφην.
Τελ. Πῶς οὖν οὐκ ἔγνως τὰ πεπραγμένα δηλα
τοῖς πᾶσιν ὄντα;
Εὐλ. Ἱερεῖς ἐγὼ οὐκ ἔγνων ἐᾶσαι τὴν τῶν Γραι
· κῶν πίστιν, καὶ Λατίνους γενέσθαι. Σὺ δέ μοι Λατινόφρονας καὶ τὴν ἡμετέραν πίστιν ἀφέντας λέγεις,
Lantum audiens, stansque circumspectabam. Absoluto edicto, accessit quidam in officinam meam,
in qua alias ille morari, ac vectigalia exigere (nanque erat Publicanus) sueverat. Ex eo sciscitor:
Novum illud edictum, quid velit, cum frequens
multitudo ad audiendum accurrerit, dicito niihi.
Publicanus. Duodecim sacerdotes, qui insulam,
et urbem universam susque deque habuere, illius
causa sunt.
Pius. Quomodo?
Publ. llli cum Latinorum dogmati adhæserint,
cogunt reliquos, ut uno consensu cum Latinis jungantur.
Pius. Quid id est? Expedito quam ocissime.
Publ. Horum noxam, ac perniciem nostri parentes et magistri comprehendentes, Christi oves
elocuerunt, ne una cum eis vivant, neque in ecclesias eorum introeant, neque illis veluti sacerdotibus utantur. Rei gnari, in jus eos apud magistratum vocarunt. Magistratus nunc illis per præconem
dierum octo terminum præscripsit, ut coram se
compareant; sin minus in eos sententia ferretur.
Pius. Quinam sunt hi?
Publ. Longobarbus, Albobarbus, et Matzamurdes.
Pius. Cuperen equidem scire, quænam ita fue
rint, quæ isti docent; ob quæ etiam magistratus in
Deos animadvertit,
'
Publ. Docebant, cavendum nobis esse ab istis
duodecim sacerdotibus, qui Latinos imitantur, lanquam ab illis qui fidem nostram deseruerint, cum
Latinis uniti.
Pius. Penitus non capio, quæ ipse dicis.
Publ. Nonne ex hac urbe es?
Pius. Et maxime quidem, et in ipsa educatus.
Publ. Quomodo itaque quæ gesta, compertaque
omnibus sunt, ignoras?
Pius. Non agnosco ipse sacerdotes, qui Græcorum fide ejurata Latini facti sint; tu porro mihi`
eos, et cum Latinis sentientes, desertaque nostra
col. 963–964page 4 of 75
PG 159:963καὶ ἐνωθέντας Λατίνοις. Τοῦτο τί δηλοῦν βούλεται, οὐ γινώσκω. Τελ. Εγώ σοι ἐρῶ τὸ πᾶν ἀκριβῶς. Πλείω ή πεντακόσια έτη σχεδόν εἰσιν, ἀφ' οὗ αὐτῶν ἐχωρίσθημεν τῶν Λατίνων. Νῦν δ' έναγχος σύνοδος γέ γονεν ἐν Φλωρεντίᾳ τῇ πόλει, παρόντων πολλῶν, καὶ βασιλέως, καὶ πατριάρχου, καὶ ἀρχιεπισκόπων, καὶ ἐπισκόπων, καὶ ἡγουμένων, καὶ σταυροφόρων, ἐν ᾗ συνεφώνησαν, καὶ εἶπον ὅτι καὶ οἱ Λατίνο. τὴν αὐτὴν ἔχουσιν ἡμῖν πίστιν. Ἡμεῖς δὲ λέγομεν ὅτι οὐκ ἔπραξαν δίκαια, οὐδ᾽ ἀληθῇ. Οὗτοι οὖν στέργουσιν ἅπερ ἐκεῖ ἐπράχθη, καὶ γεγόνασιν ἀρ νηταὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως. Εὐλ. Νῦν οὖν ἀνάγομαι ἀπὸ μέρους ἐννοεῖν τὰ προλελεγμένα· πρὸ δὲ τοῦ ζητῆσαι κατά μέρος, τίνο εἰσὶ τὰ ἐν αὐτῇ πεπραγμένα, ἐρωτῶ σε μικρόν. Ταύτην τὴν σύνοδον οἱ δώδεκα ἔπραξαν, ἢ ἄλλοι τινὲς μείζονες τούτων Τελ. Μείζονες αὐτῶν ἀσυγκρίτως. Εὐλ. Καὶ τούτοις μόνοις ἐγκαλεῖς ὡς ὑποταγέντας αὐτοῖς, ἢ κἀκείνοις; Τελ. Καὶ τούτοις, κἀκείνοις. Εὐλ. Τοῦτό ἐστιν, ὅπερ ἔλεγον καταρχάς, ὅτι οὐ δύναμαι γνῶναι, ἅπερ μοι λέγεις. Τελ. Διὰ τί δή; Εὐλ. Διότι οὐ τοῖς δώδεκα μόνον, ἀλλὰ καὶ πάσῃ τῇ οἰκουμενική συνόδῳ ἐγκαλεῖς. Καὶ τὶς εἰ σὺ ὁ τῇ οἰκουμενικῇ συνόδῳ ἐγκαλῶν. Τελ. Οἱ Πατέρες μου ταῦτα λέγουσιν. Εὐλ. Ἤθελον εἰδέναι κἀγὼ τοὺς Πατέρας ἐκείν νους, καὶ παρ' αὐτῶν ἀκοῦσαι, καὶ μαθεῖν τί τὸ πρεπῶδές ἐστιν, ἀπέχεσθαι ἡ προσεγγίζειν, καὶ ἐνοῦσθαι ἡ διαιρείσθαι τῆς Ἐκκλησίας. Τελ. Αγωμεν δή. Ευλ. Εἰ θέλεις χαρίσασθαι μοι, φέρε μοι αὐτὸν ὧδε. Τελ. ᾿Αγάγοιμι ἂν αὐτὸν τῷ πρωί. Ακροατής. Κατὰ τὴν ἤδη συμφωνηθείσαν ὑπό σχεσιν τῷ πρωί συνήλθομεν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, καὶ καθήμενοι ἐξεδεχόμεθα τὸν τελώνην ἐλθεῖν μετ' οὗ Πατρὸς ὑπεσχέθη· καὶ ἰδοὺ περὶ ὥραν τῆς ἡμέ ρας δευτέραν ἔρχεται, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ Ῥακενδύτης τις, μέγας μὲν τῷ σώματι, καὶ ὡραῖος τὴν ἔψιν, πλὴν παραβλών. Ελθὼν οὖν μέσον τοῦ ἐμπορίου, ἐκάθισε, καὶ ἤρξατο μετά σοβαροῦ τοῦ βλέμματος πρὸς τὸν Εὐλαβή λέγειν. Ῥακενδύτης. Τί ἐστιν, ὅπερ διστάζεις ἐκ τῶν εἰρημένων σοι παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τελώνου τῇ χθὲς κατὰ τῶν ἀνιέρων δώδεκα τουτων:; Οὐ γὰρ οίδασιν οἱ ταλαίπωρος, οὐδ' ἔγνωσαν, καὶ ἠνώθησαν τοῖς Λατίνοις, τὸ πάτριον ἀπολέσαντες φρόνημα. Ερώ τησον δὲ κἀμὲ, καὶ ἱκανήν σοι παρέξω ἀπολογίαν, ἐφ᾽ οἷς ἂν ἀπορη. Εὐλ. Τοῦ ἀδελφοῦ τελώνου τῇ χθὲς ήκουσα και τακρίνοντας δώδεκα ἱερεῖς, καὶ παρὰ σοῦ σήμερον. Λέγετε γὰρ αὐτοὺς Λατινόφρονας, καὶ ἀρνητὰς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, διὰ τὸ ὑποταγήναι τῇ ἱερά συγ όδῳ. Βούλομαι οὖν παρὰ σοῦ μαθεῖν εἰ οὗτος ἀλλά
Hide Latinis mitos esse tradis. Hoc quidnam in- καὶ ἐνωθέντας Λατίνοις. Τοῦτο τί δηλοῦν βούλεται,
οὐ γινώσκω.
nuat, non satis capio.
Publ. Narrabo tibi omnia accuratissime. Quingensi, et plus fere anni sunt, cum ab ipsis Latinis
separati sumus. At nunc recens synodus in urbe
Florentina coacta est, præsentibus multis, nec non
imperatore, patriarcha, archiepiscopis, episcopis,
abbatibus, cruciferis. In ea concordarunt, affirmaruntqne Latinos, quam et Græci habent, fidem habere. Nos vero dicimus eos neque juste, neque
vere egisse. Hi itaque ibi, gesta amplectentes, orthodoxæ fidei desertores sunt.
Pius. Nunc, ut apparet, ex parte ad dictorum intelligentiam ducor. Autequam vero res in ea synodo
acas singulatim perquiram, tantumdem te interrogo Synodum hanc hine duodecim, an et alii
hisce multo præstantiores celebrarunt?
Publ. His multo præstantiores, qui ne comparandi quidem ad illos sunt.
Pius. Et de hisce tantummodo expostulas, quod
se Latinis subjecerint, an etiam de illis?
Publ. De omnibus.
Pius. Hoc vero est, quod in principio dixeram,
me dicta tua non intelligere.
Plub. Quanam ex causa?
Pius. Quod non de bis duodecim solum, sed de
tota universali synodo conquereris. Et quisnam es
tu vero, qui synodum universalem criminaris?
Publ. Patres mei hæc asserunt.
Pius. Id‐ anxie et ipse cupio, Patres illos cognoscere, et ab illis instrui, edocerique, quodnam magis convenit, adhaerere, appropinquare, et uniri
Ecelesiæ, an ab ea discindi. ***
Publ. Adducemus sane.
Pius. Pergratum mili feceris, si ipsum huc adducas.
Publ. Adducam ipsum mane.
Auditor. Fecimus id quod semel recepimus. Mane
convenimus in officinam, et sedentes Publicanum
exspectabamus, ut cum Patre, uti promiserat, ad
veniret. Et circa diei horam secundam una cuni
eo accedit Rhacendyta quidam, ingenti corpore,
venusta facie, ac decora, sed non integris oculis.
Jutrans in olicinæ medio sedit, conversusque gravi
cum supercilio að Pium, ita exorsus est dicere.
Rhacendyta. Quid est, de quo hæsitas, inter ea
quæ tibi externo die a fratre Publicano contra duodecim hosce sacerdotes profanos recensita sunt.
Nam miselli hi neque sciunt, neque intelligunt,
ideoque cum Latinis, patrio ejurato dogmate, 'aniti
sunt. Iuterroga me quoque, et respondendo facian
satis de illis, in quibus hæres.
Pius. Fratrem Publicanum audivi heri condemnantein duodecim sacerdotes, et nunc te hodie.
Affirmatis siquidem illos cum Latinis sentire, descruisseque fidem orthodoxam,quod sese sacræ synu -
do subjecerint. Aveo itaque a to discere, si vere isti
Τελ. Εγώ σοι ἐρῶ τὸ πᾶν ἀκριβῶς. Πλείω ή
πεντακόσια έτη σχεδόν εἰσιν, ἀφ' οὗ αὐτῶν ἐχωρί
σθημεν τῶν Λατίνων. Νῦν δ' έναγχος σύνοδος γέγονεν ἐν Φλωρεντίᾳ τῇ πόλει, παρόντων πολλῶν,
καὶ βασιλέως, καὶ πατριάρχου, καὶ ἀρχιεπισκόπων,
καὶ ἐπισκόπων, καὶ ἡγουμένων, καὶ σταυροφόρων,
ἐν ᾗ συνεφώνησαν, καὶ εἶπον ὅτι καὶ οἱ Λατίνο.
τὴν αὐτὴν ἔχουσιν ἡμῖν πίστιν. Ἡμεῖς δὲ λέγομεν
ὅτι οὐκ ἔπραξαν δίκαια, οὐδ᾽ ἀληθῇ. Οὗτοι οὖν
στέργουσιν ἅπερ ἐκεῖ ἐπράχθη, καὶ γεγόνασιν ἀρ
νηταὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως.
་
Εὐλ. Νῦν οὖν ἀνάγομαι ἀπὸ μέρους ἐννοεῖν τὰ
προλελεγμένα· πρὸ δὲ τοῦ ζητῆσαι κατά μέρος, τίνο
εἰσὶ τὰ ἐν αὐτῇ πεπραγμένα, ἐρωτῶ σε μικρόν.
Ταύτην τὴν σύνοδον οἱ δώδεκα ἔπραξαν, ἢ ἄλλοι
τινὲς μείζονες τούτων
Τελ. Μείζονες αὐτῶν ἀσυγκρίτως.
Εὐλ. Καὶ τούτοις μόνοις ἐγκαλεῖς ὡς ὑποταγέντας αὐτοῖς, ἢ κἀκείνοις;
Τελ. Καὶ τούτοις, κἀκείνοις.
Εὐλ. Τοῦτό ἐστιν, ὅπερ ἔλεγον καταρχάς, ὅτι οὐ
δύναμαι γνῶναι, ἅπερ μοι λέγεις.
Τελ. Διὰ τί δή;
Εὐλ. Διότι οὐ τοῖς δώδεκα μόνον, ἀλλὰ καὶ
πάσῃ τῇ οἰκουμενική συνόδῳ ἐγκαλεῖς. Καὶ τὶς εἰ
σὺ ὁ τῇ οἰκουμενικῇ συνόδῳ ἐγκαλῶν.
Τελ. Οἱ Πατέρες μου ταῦτα λέγουσιν.
Εὐλ. Ἤθελον εἰδέναι κἀγὼ τοὺς Πατέρας ἐκείν
νους, καὶ παρ' αὐτῶν ἀκοῦσαι, καὶ μαθεῖν τί τὸ
πρεπῶδές ἐστιν, ἀπέχεσθαι ἡ προσεγγίζειν, καὶ
ἐνοῦσθαι ἡ διαιρείσθαι τῆς Ἐκκλησίας.
Τελ. Αγωμεν δή.
Ευλ. Εἰ θέλεις χαρίσασθαι μοι, φέρε μοι αὐτὸν
ὧδε.
Τελ. ᾿Αγάγοιμι ἂν αὐτὸν τῷ πρωί.
Ακροατής. Κατὰ τὴν ἤδη συμφωνηθείσαν ὑπό
σχεσιν τῷ πρωί συνήλθομεν ἐν τῷ ἐμπορίῳ, καὶ
καθήμενοι ἐξεδεχόμεθα τὸν τελώνην ἐλθεῖν μετ'
οὗ Πατρὸς ὑπεσχέθη· καὶ ἰδοὺ περὶ ὥραν τῆς ἡμέ
ρας δευτέραν ἔρχεται, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ Ῥακενδύτης
τις, μέγας μὲν τῷ σώματι, καὶ ὡραῖος τὴν ἔψιν,
πλὴν παραβλών. Ελθὼν οὖν μέσον τοῦ ἐμπορίου,
ἐκάθισε, καὶ ἤρξατο μετά σοβαροῦ τοῦ βλέμματος
πρὸς τὸν Εὐλαβή λέγειν.
Ῥακενδύτης. Τί ἐστιν, ὅπερ διστάζεις ἐκ τῶν
εἰρημένων σοι παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ τελώνου τῇ χθὲς
κατὰ τῶν ἀνιέρων δώδεκα τουτων:; Οὐ γὰρ οίδασιν
οἱ ταλαίπωρος, οὐδ' ἔγνωσαν, καὶ ἠνώθησαν τοῖς
Λατίνοις, τὸ πάτριον ἀπολέσαντες φρόνημα. Ερώτησον δὲ κἀμὲ, καὶ ἱκανήν σοι παρέξω ἀπολογίαν,
ἐφ᾽ οἷς ἂν ἀπορη.
Εὐλ. Τοῦ ἀδελφοῦ τελώνου τῇ χθὲς ήκουσα και
τακρίνοντας δώδεκα ἱερεῖς, καὶ παρὰ σοῦ σήμερον.
Λέγετε γὰρ αὐτοὺς Λατινόφρονας, καὶ ἀρνητὰς τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως, διὰ τὸ ὑποταγήναι τῇ ἱερά συγ
όδῳ. Βούλομαι οὖν παρὰ σοῦ μαθεῖν εἰ οὗτος ἀλλά
col. 965–966page 5 of 75
PG 159:965τριοι ἐπ' ἀληθείας εἰσὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, διά τὸ ἐνωθῆναι αὐτοὺς τῇ συνόδῳ τῇ ἐν Φλωρεντία πρό μικροῦ γενομένῃ; Ῥακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν, ἐχθροί εἰσι καὶ ἀλλό τριοι τῆς εὐσεβείας, καὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ πατρικοῦ φρονήματος, καὶ ὁ συγκοινωνῶν αὐτοῖς ἀφωρισμένος ἐστίν. Εὐλ. Ἐγὼ Ιδιώτης ὤν, δέομαί σου, κατὰ πεῖ σιν καὶ ἀπόκρισιν ποιῆσαι τὸν λόγον. Οὐ γὰρ δύναμαι μακροὺς ἀποτείνειν, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἀκούειν λόγους. Ρακ. Λέγε ὁ θέλεις, καὶ ἐπὶ πᾶσιν ἀποκριθήσομαι. Καλῶς γὰρ ἔφης γενέσθαι τὴν διάλεξιν διὰ βραχέων λόγων. Εὐλ. Ερωτῶ· Διατί ἐχθροὺς αὐτοὺς λέγεις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Ρακ. Διὰ τὸ ἀπώσασθαι τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ ἐνωθῆναι Λατίνοις. Εὐλ. Ποία ἐστὶν ἡ ὀρθόδοξος πίστις, ἐπιθυμῶ μαθεῖν. 'Ρακ. Ἡ θρησκεία καὶ ὁμολογία ἡμῶν τῶν Γραι κῶν. Εὐλ. Καὶ ἡ ἀλλοτρία πίστις τίς ἐστιν; Ῥακ. Ἡ τῶν Λατίνων. Εὐλ. Οὐκοῦν οἱ Λατῖνοι οὐκ εἰσὶν ὀρθόδοξοι, Ρακ. Οὐδαμή. Εὐλ. Καὶ νῦν ἐγένοντο ἑτερόδοξοι, ἢ πρὸ πολλοῦ τὴν πίστιν ἀπώλεσαν Ρακ. Πρὸ πεντακοσίων χρόνων. Εὐλ. Καὶ εἰ πρὸ πεντακοσίων χρόνων, ὡς σὺ φῂς, οἱ Λατίνοι τὴν πίστιν ἀπώλεσαν, διατί οἱ ἡμέτεροι ὀρθόδοξοι ὄντες αὐτοὺς οὐκ ἐστήριξαν; Φησὶ γὰρ ὁ κοινὸς διδάσκαλος ἡμῶν τε κἀκείνων, Έγειρε πεσόντα τὸν ἀδελφόν σου. Ρακ. Εὖ λέγεις· ἀλλ᾽ οὐκ ἠθέλησαν. Εὐλ. Ἀπορῶ ἐπὶ τούτῳ. Ακρ. Τοῦτο σαφήνισον, τί δηλοῦν βούλεται τὸ, Αὐτοὶ οὐκ ἠθέλησαν; Ρακ. Οι Γραικοὶ ἐκάλεσαν τους Λατίνους διδά ξαι, καὶ στηρίξαι αὐτοὺς ἐν τῇ πίστει. Αὐτοὶ δὲ οὐ κατεδέξαντο, οὐδ᾽ ἠθέλησαν ἐπακοῦσαι. Ευλ. Δείξόν μοι θᾶττον, πότε αὐτοὺς ἐκάλεσαν, καὶ αὐτοὶ οὐκ ὑπήκουσαν. Φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐστὶ πᾶν τοὐναντίον. Ρακ. Πολλάκις. Αλλ' αὐτοὶ οὐκ ἠθέλησαν. Εὐλ. Οὐ θέλω λόγους ἀκούειν κενούς, ἀλλ' ἀπό δειξιν ἀληθῆ. 'Ρακ. Οὕτως ἀκούω κἀγὼ τῶν πολλῶν λεγόν των. Εὐλ. Οὐ τῶν πολλῶν ἐγὼ ἐθέλω ἀκούειν, ἀλλὰ τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. 'Ρακ. Καλῶς ἔφης. Καὶ ἡμεῖς τῶν διδασκάλων ἀκούοντες, τῶν Λατίνων ἐσχίσθημεν. Εὐλ. Νῦν ἥκεις πρὸς ὁ ἐγὼ βούλομαι. 'Ρακ. Τί βούλει; Εὐλ. Αρίθμησόν μοι τοὺς διδασκάλους κατ' ὄνο μα, ὧν ἐπακούσας Λατίνων ἐσχίσθης. Ρακ. Ἔχομεν Φώτιον πρῶτον κατὰ Λατίνων
verint non multo ante celebratæ synodo Florentinæ?
τριοι ἐπ' ἀληθείας εἰσὶ τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, διά extra orthodoxam fdem ducantur, quod sese uniτὸ ἐνωθῆναι αὐτοὺς τῇ συνόδῳ τῇ ἐν Φλωρεντία πρό
μικροῦ γενομένῃ;
Ῥακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν, ἐχθροί εἰσι καὶ ἀλλό
τριοι τῆς εὐσεβείας, καὶ τοῦ ἀληθοῦς καὶ πατρικοῦ
φρονήματος, καὶ ὁ συγκοινωνῶν αὐτοῖς ἀφωρισμέ
νος ἐστίν.
Εὐλ. Ἐγὼ Ιδιώτης ὤν, δέομαί σου, κατὰ πεῖ
σιν καὶ ἀπόκρισιν ποιῆσαι τὸν λόγον. Οὐ γὰρ
δύναμαι μακροὺς ἀποτείνειν, ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἀκούειν
λόγους.
Ρακ. Λέγε ὁ θέλεις, καὶ ἐπὶ πᾶσιν ἀποκριθήσο
μαι. Καλῶς γὰρ ἔφης γενέσθαι τὴν διάλεξιν διὰ
βραχέων λόγων.
Εὐλ. Ερωτῶ· Διατί ἐχθροὺς αὐτοὺς λέγεις τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως;
Ρακ. Διὰ τὸ ἀπώσασθαι τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ
ἐνωθῆναι Λατίνοις.
Εὐλ. Ποία ἐστὶν ἡ ὀρθόδοξος πίστις, ἐπιθυμῶ
μαθεῖν.
'Ρακ. Ἡ θρησκεία καὶ ὁμολογία ἡμῶν τῶν Γραικῶν.
Εὐλ. Καὶ ἡ ἀλλοτρία πίστις τίς ἐστιν;
Ῥακ. Ἡ τῶν Λατίνων.
Εὐλ. Οὐκοῦν οἱ Λατῖνοι οὐκ εἰσὶν ὀρθόδοξοι,
Ρακ. Οὐδαμή.
Εὐλ. Καὶ νῦν ἐγένοντο ἑτερόδοξοι, ἢ πρὸ πολλοῦ
τὴν πίστιν ἀπώλεσαν:
Ρακ. Πρὸ πεντακοσίων χρόνων.
Εὐλ. Καὶ εἰ πρὸ πεντακοσίων χρόνων, ὡς σὺ
φῂς, οἱ Λατίνοι τὴν πίστιν ἀπώλεσαν, διατί οἱ
ἡμέτεροι ὀρθόδοξοι ὄντες αὐτοὺς οὐκ ἐστήριξαν;
Φησὶ γὰρ ὁ κοινὸς διδάσκαλος ἡμῶν τε κἀκείνων,
Έγειρε πεσόντα τὸν ἀδελφόν σου.
Ρακ. Εὖ λέγεις· ἀλλ᾽ οὐκ ἠθέλησαν.
Εὐλ. Ἀπορῶ ἐπὶ τούτῳ.
Ακρ. Τοῦτο σαφήνισον, τί δηλοῦν βούλεται τὸ,
Αὐτοὶ οὐκ ἠθέλησαν;
Ρακ. Οι Γραικοὶ ἐκάλεσαν τους Λατίνους διδάξαι, καὶ στηρίξαι αὐτοὺς ἐν τῇ πίστει. Αὐτοὶ δὲ οὐ
κατεδέξαντο, οὐδ᾽ ἠθέλησαν ἐπακοῦσαι.
Ευλ. Δείξόν μοι θᾶττον, πότε αὐτοὺς ἐκάλεσαν,
καὶ αὐτοὶ οὐκ ὑπήκουσαν. Φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐστὶ
πᾶν τοὐναντίον.
Ρακ. Πολλάκις. Αλλ' αὐτοὶ οὐκ ἠθέλησαν.
Εὐλ. Οὐ θέλω λόγους ἀκούειν κενούς, ἀλλ' ἀπό
δειξιν ἀληθῆ.
'Ρακ. Οὕτως ἀκούω κἀγὼ τῶν πολλῶν λεγόντων.
Εὐλ. Οὐ τῶν πολλῶν ἐγὼ ἐθέλω ἀκούειν, ἀλλὰ τῶν
διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.
'Ρακ. Καλῶς ἔφης. Καὶ ἡμεῖς τῶν διδασκάλων
ἀκούοντες, τῶν Λατίνων ἐσχίσθημεν.
Εὐλ. Νῦν ἥκεις πρὸς ὁ ἐγὼ βούλομαι.
'Ρακ. Τί βούλει;
Εὐλ. Αρίθμησόν μοι τοὺς διδασκάλους κατ' ὄνο
μα, ὧν ἐπακούσας Λατίνων ἐσχίσθης.
Ρακ. Ἔχομεν Φώτιον πρῶτον κατὰ Λατίνων
Rhac. Et maxime quidem sunt hostes, et adversarii pietatis, et veri, patriique dogmatis. Εt qui
cum eis communicat, est excommunicatus.
Pius. Ego rudis cum sim, etiam atque etiam iusto,
ut sermones secundum interrogationem, et responsionem dirigantur: longos enim sermones neque
ipse ducere, ab neque aliis insinuatos audire valeo.
Rhac. Dic quod lubet, et in omnibus respondebo;
probe enim dixisti, brevi sermone disceptationen
esse extricandam.
Pius. Interrogo. Qua de causa ipsos orthodoxæ
fidei hostes nuncupas?
Rhac. Quod recta fide rejecta cum Latinis in unum
coaluerint.
Pius. Quænam sit fides orthodoxa, cupio scire.
Rhac. Religio, et professio Graecorum.
Pius. Aliena vero fides quænam est?
Rhac. Latinorum.
Pius. Latini itaque orthodoxi non sunt?
Rhac. Non.
Pius. Nuncne alieni a fide facti sunt, an multo
antea fidem amiserunt?
Rhac. Ante quingentos annos.
Pius. Et si ante quingentos annos Latini fidem,
ut tu astruis, amiserunt, quam ob causam nostri,
cum essent orthodoxi, eos non instruxerunt confirmaruntque? Ait enim communis noster et illorun magister: Erige fratrem tuum, qui cecidi.
Rhac. Bene ais; sed noluerunt.
Pius. In hoc bareo.
Auditor. Hoc extrica, quid significat illud, illi
noluerunt?
Rhac. Graci Latinos accersiverunt, ut instruerent et confirmarent in fide: illi vero neque dignati
sunt, neque voluerunt audire.
Pius. Ostende mihi ocius, quando illos vocarunt, et non audierunt. Vereor enim, ne oppositum
sit.
Rhac. Saepius, sed ipsi noluerunt.
Pius. Mittas mibi sermones inanes, afferto argumenta vera.
Rhac. Sic intelligo et ipse, plerisque id asseren -
tibus..
'
Pius. Nolo aures plerisque præbere, sed doctoribus Ecclesia.
Rhac. Recte est. Et nos doctoribus nostris andientes a Latinis scissi sumus.
Pius. Inmigrasti ingenium meum, ad arbitrium
meum loqueris.
Rhac. Quid tibi in animo est?
Pius. Profer mibi nominatim doctores, quibus
suasus, a Latinis te sejunxisti.
Rhac. Habemus Photium, qui contra Latinos'
col. 967–968page 6 of 75
PG 159:967ἡ ἐκθέντα βιβλίον· μετ' αὐτὸν δὲ πολλοὺς καὶ καλούς, τὸν φιλόσοφον Μιχαὴλ τὸν Ψελλόν, Νεῖλον Καβασίλα, Μεθώνης Νικόλαον, Νεῖλον Ρόδου, Μοσχάμπαρα τινα, Φουρνἦν τὸν φιλόσοφον, Καματηρὸν τὸν γενναῖον, Βαρλαάμ τινα μοναχὸν Καλαβρόν, Παλα μᾶν τὸν σοφόν, Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, άλλον Βουλγαρίας Ματθαῖον, καὶ ἄλλους πλείστους, οἷς οὐ καταλέγω, διὰ τὸ μὴ μηκύνειν τους λό γους. Εὐλ. Καὶ οὗτοι πάντες, οὓς ἡρίθμησας, πρὸ τοῦ σχίσματος εἰσιν, ἢ μετὰ τὸ σχίσμα; Ρακ. Πάντες μετὰ τὸ σχίσμα εἰσίν. Εὐλ. Τούτους ἐγὼ ὡς διδασκάλους οὐ δέχομαι. Ακρ. Καὶ κατὰ δίκαιον λόγον. 'Ρακ. Διατί δή; Εὐλ. Διότι μετὰ τὸ σχίσμα καὶ τὴν πολλὴν ἔριν εἰσὶ, καὶ κακίᾳ κινούμενοι κατὰ τῶν ἀδελφῶν ἔγραφον. Ῥακ. Καὶ τίνας ἄλλους σὺ διδασκάλους βούλει; Εὐλ. Τοὺς πρὸ τοῦ σχίσματος διδασκάλους, Βασί λειον, Αθανάσιον, Γρηγόριον, Χρυσόστομον, Κύριλλον, Επιφάνιον, Ιλάριον, Νύσσης Γρηγόριον, "Ανα στάσιον, Δαμασκηνόν, Μάξιμον, Στουδίτην, Ταρά στον, καὶ τὴν λοιπήν εταιρείαν, οὓς διδασκάλους και ἁγίους ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία δοξάζει·· ἔτι γε μήν Αὐγουστῖνον, Γρηγόριον τὸν Διάλογον, Αμβρόσιον, Ἱερώνυμον, Λέοντα, καὶ ἄλλους τῆς ὁμοίας διαγωγῆς, καὶ ἁγιωσύνης. Οὐκ ἀποδέχομαι δὲ οὓς σε κατέλεξας, ὧν ἡ Ἐκκλησία οὐδένα κατωνόμασεν ἅγιον. Τούτοις οὖν ἐγὼ πείθομαι, καὶ ἁγίους αὐτ τοὺς δοξάζω, καὶ διδασκάλους κατέχω. Απὸ τούτων ἄρα εἰ δύνασαι, δεἰξόν μοι, εἰ οἱ Λατίνοι οὐκ εἰσὶν ὀρθόδοξοι, καὶ εἰ προεκαλέσαντο αυτούς ποτε ε ἡμέτεροι, αὐτοὶ δὲ οὐχ ὑπήκουσαν. Ἐπειδὴ πᾶν τοὐναντίον ἐγὼ ἐπίσταμαι. Ἐκεῖνοι γὰρ ἀεί ποτε τοὺς ἡμετέρους εκάλουν εἰς εἰρήνην τε καὶ ὁμο νοιαν. Καὶ τούτου μάρτυς Νικόλαος πρῶτος, ἀρχιερεὺς Ρώμης μέγιστος, ὃς μετὰ πολλὰς πρεσβείας, ἐπειδὴ οὐχ ὑπήκουον, καὶ σωματικῶς ἕως Κων σταντινουπόλεως παρεγένετο, ερεθίζων αὐτοὺς, καὶ παρακαλῶν ἐλθεῖν εἰς ἐξέτασιν τῶν δογμάτων. Δύο τοὶ δὲ ἅπαξ τῇ πεισμονῇ καὶ ματαία προσλήψει βα φέντες, καὶ τῇ κακίᾳ κινούμενοι, οὐ μόνον οὐκ ἠθέλησαν ἐπακοῦσαι, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄτοπα πρά ξαντες εἰς αὐτὸν, καὶ ἀναιδώς λοιδορήσαντες, καὶ ἐμπαροινήσαντες ἀπέπεμψαν ὡς οὐκ ὤφειλον, & σιωπῆσαι δέον ἐκρίναμεν, διὰ τὴν τοῦ γένους τιμήν. Ακρ. "Αγε δὴ ἵνα στεφανώσωμεν τὸν Εὐλαβὴ φαιδρὸς γὰρ ὁ παρὼν αὐτοῦ λόγος. Δικαιοκρίτης. Στεφανούσθω δὴν ἐξ ἀνθέων τῆς εὐσεβείας. Ζακ. Φαιδρότερον ἐγὼ διηγήσομαι καὶ συνοπτικώτερον. Εύ. Απόκριναι κατὰ συνέχειαν τοῦ ἡμετέρου λόγου. 'Ρακ. Οὓς μὲν ἠρίθμησας, διδάσκαλοι τῆς Ἐκ κλησίας εἰσὶ καὶ ἅγιοι, καὶ οὐ δύναμαι παραγρά
* 967
JOSEPHI METHIONENSIS EPISCOPI
primus librum conscripsit; post eum n.ultos probos, ἡ ἐκθέντα βιβλίον· μετ' αὐτὸν δὲ πολλοὺς καὶ καλούς,
philosophum Michaelem Psellum, Nilum Cabasilam, Methonensem Nicolaum, Nilum Rhodium, Μoschampara quemdam, Phurnem philosophum, Camateruín generosum, Barlaamum quemdam monachum Calabrum, Palamam sapientem, Theophylactum Bulgaria, alium Bulgaria Matthæum, et
alios plurimos, quos non recenseo, ne sermonem
protraham.
Pius. ni, quos ipse numerasti, antene vel post
schisma vixerunt?
Rhac. Omnes fuere post schisina.
Pius. llos ego non agnosco doctores.
Aud. Et merito.
Rhac. Quapropter?.
Pius. Quod post schisma, et acerrimas contentiones, et freti improbitate adversus fratres scribebant.
τὸν φιλόσοφον Μιχαὴλ τὸν Ψελλόν, Νεῖλον Καβά
σιλα, Μεθώνης Νικόλαον, Νεῖλον Ρόδου, Μοσχάμ -
παρά τινα, Φουρνἦν τὸν φιλόσοφον, Καματηρὸν τὸν
γενναῖον, Βαρλαάμ τινα μοναχὸν Καλαβρόν, Παλαμᾶν τὸν σοφόν, Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, άλλον
Βουλγαρίας Ματθαῖον, καὶ ἄλλους πλείστους,
οἷς οὐ καταλέγω, διὰ τὸ μὴ μηκύνειν τους λό
γους.
Εὐλ. Καὶ οὗτοι πάντες, οὓς ἡρίθμησας, πρὸ τοῦ
σχίσματος εἰσιν, ἢ μετὰ τὸ σχίσμα;
Ρακ. Πάντες μετὰ τὸ σχίσμα εἰσίν.
Εὐλ. Τούτους ἐγὼ ὡς διδασκάλους οὐ δέχομαι.
Ακρ. Καὶ κατὰ δίκαιον λόγον.
'Ρακ. Διατί δή;
Εὐλ. Διότι μετὰ τὸ σχίσμα καὶ τὴν πολλὴν ἔριν
εἰσὶ, καὶ κακίᾳ κινούμενοι κατὰ τῶν ἀδελφῶν
ἔγραφον.
Ῥακ. Καὶ τίνας ἄλλους σὺ διδασκάλους βούλει;
Εὐλ. Τοὺς πρὸ τοῦ σχίσματος διδασκάλους, Βασί
λειον, Αθανάσιον, Γρηγόριον, Χρυσόστομον, Κύριλ
λον, Επιφάνιον, Ιλάριον, Νύσσης Γρηγόριον, "Αναστάσιον, Δαμασκηνόν, Μάξιμον, Στουδίτην, Ταρά
στον, καὶ τὴν λοιπήν εταιρείαν, οὓς διδασκάλους και
ἁγίους ἡ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία δοξάζει·· ἔτι γε μήν
Αὐγουστῖνον, Γρηγόριον τὸν Διάλογον, Αμβρόσιον,
Ἱερώνυμον, Λέοντα, καὶ ἄλλους τῆς ὁμοίας διαγω
γῆς, καὶ ἁγιωσύνης. Οὐκ ἀποδέχομαι δὲ οὓς σε
κατέλεξας, ὧν ἡ Ἐκκλησία οὐδένα κατωνόμασεν
ἅγιον. Τούτοις οὖν ἐγὼ πείθομαι, καὶ ἁγίους αὐτ
τοὺς δοξάζω, καὶ διδασκάλους κατέχω. Απὸ τούτων
ἄρα εἰ δύνασαι, δεἰξόν μοι, εἰ οἱ Λατίνοι οὐκ εἰσὶν
ὀρθόδοξοι, καὶ εἰ προεκαλέσαντο αυτούς ποτε ε
ἡμέτεροι, αὐτοὶ δὲ οὐχ ὑπήκουσαν. Ἐπειδὴ πᾶν
τοὐναντίον ἐγὼ ἐπίσταμαι. Ἐκεῖνοι γὰρ ἀεί ποτε
τοὺς ἡμετέρους εκάλουν εἰς εἰρήνην τε καὶ ὁμο
νοιαν. Καὶ τούτου μάρτυς Νικόλαος πρῶτος, ἀρχιε
ρεὺς Ρώμης μέγιστος, ὃς μετὰ πολλὰς πρεσβείας,
ἐπειδὴ οὐχ ὑπήκουον, καὶ σωματικῶς ἕως Κωνσταντινουπόλεως παρεγένετο, ερεθίζων αὐτοὺς, καὶ
παρακαλῶν ἐλθεῖν εἰς ἐξέτασιν τῶν δογμάτων. Δύο
τοὶ δὲ ἅπαξ τῇ πεισμονῇ καὶ ματαία προσλήψει βαφέντες, καὶ τῇ κακίᾳ κινούμενοι, οὐ μόνον οὐκ
ἠθέλησαν ἐπακοῦσαι, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄτοπα πρά
Rhac. Et quosnam alios doctores exoptas?
Pius. Qui ante schisma foruere, Basilium, Atla
nasium, Gregorium, Chrysostomum, Cyrillum,
Epiphanium, Hilariumn, Gregorium Nyssenum, Anastasium, Damascenum, Maximum, Studitam, Tarasium, et reliquos ejusdem conditionis, quos
veluti doctores Dei Ecclesia admiratur, et veluti
sanctos veneratur. Praeterea Augustinum, Gregorium Dialogum, Anbrosium, Hieronymum, Leonem, aliosque similis instituti et sanctitatis viros.
le recensitos non recipio, quorum neminem Ecclesia sanctum nuncupavit. His, quos ipse noni- c
navi, fdem adhiben, et ut sanctos recolo, et ut
doctores amplector. Horum igitur testimonio, si
modo potes, Latinos orthodoxos non esse mihi
commonstra: et aliquando eos a Græcis accitos,
quod imperatum fuerat, recusasse. Quandoquidem
ipse contrarium novi. Illi enim continuo nostros ad
pacem et unitatem advocabant. Hujusce testis est
Nicolaus primus, Romanus pontifex maximnus, qui
post multas legationes, quando eum audire nolebant, Constantinopolim accessit, eos excitans, et
exorans, ut ad examen dogmatum convenirent; at
illi semel contumacia, et inani persuasioni addicti,
nequitiaque perciti, eum non audierunt, quin
ctiam multa indigna in eum ausi sunt, et impudenter convitiis coutumeliisque præter jus omne ξαντες εἰς αὐτὸν, καὶ ἀναιδώς λοιδορήσαντες, καὶ
lacessituin remiserunt, quæ silentio obvolvenda
esse judicamus, ne gloria nationis obscuretur.
Aud. Age vero Pium coronemus: nitidus enim
ac splendidus est illius sermo.
Dicaocrita. Coronetur jam, sed Horibus pie
talis
Rhac. Ililariorem ego compendiosioremque proferam,
Pius. Responde, cohærentiam sermonis nostri
non interrumpens.
Rhac. Quus memorasti, doctores sunt Ecclesiæ,
et sacrorum albo relati: nec possum rejicere;
ἐμπαροινήσαντες ἀπέπεμψαν ὡς οὐκ ὤφειλον, &
σιωπῆσαι δέον ἐκρίναμεν, διὰ τὴν τοῦ γένους
τιμήν.
Ακρ. "Αγε δὴ ἵνα στεφανώσωμεν τὸν Εὐλαβὴ·
φαιδρὸς γὰρ ὁ παρὼν αὐτοῦ λόγος.
Δικαιοκρίτης. Στεφανούσθω δὴν ἐξ ἀνθέων τῆς
εὐσεβείας.
Ζακ. Φαιδρότερον ἐγὼ διηγήσομαι καὶ συνοπτι
κώτερον.
Εύ. Απόκριναι κατὰ συνέχειαν τοῦ ἡμετέρου
λόγου.
'Ρακ. Οὓς μὲν ἠρίθμησας, διδάσκαλοι τῆς Ἐκ
κλησίας εἰσὶ καὶ ἅγιοι, καὶ οὐ δύναμαι παραγρά
col. 969–970page 7 of 75
PG 159:969ψασία:, ἀλλ' αὐτοὶ πρὸ τοῦ σχίσματος ὄντες, πως ὤφειλον αὐτοὺς καλεῖν εἰς ὀρθότητα τῶν δη γμάτων; Εὐλ. Ὥστε οἱ Λατίνοι, ὀρθόδοξοι πρὸ τοῦ σχίσματος ἦσαν. 'Ρακ. Ομολογῶ, ὅτι ὀρθόδοξοι ἦσαν. Οὐ γὰρ δύ ναμαι τοῦτο ἀρνήσασθαι. Μάλλον δ' ἔφθασας ἀριθ μῶν καὶ Λατίνους ἁγίους, οἱ εἰσιν Αὐγουστῖνος, Γρηγόριος ὁ Διάλογος, Ἱερώνυμος, Αμβρόσιος, καὶ Λέων ὁ μέγας. ᾿Αλλὰ πάντες οὗτοι πρὸ τοῦ σχίσματος ἦσαν, καὶ διαφορὰ οὐκ ἦν τότε μέσον Γραικῶν καὶ Λατίνων. Μετὰ ταῦτα γενομένου τοῦ σχίσματος, αὐτοὶ εἰς ἀλλότρια δόγματα έκπε σύντες, οὐκ ἠβουλήθησαν ἔτι ἡμῖν ἑνωθῆναι. Εὐλ. Πάλιν, ὡς προέφην, ἐρῶ. Διατί οἱ ἡμέτεροι αὐτοὺς οὐκ ἐστήριξαν; Εφθασας γὰρ εἰπὼν, ὅτι πρὸ τοῦ σχίσματος ἡμῖν ἡνωμένοι ἦσαν, καὶ ὀρθόδοξοι μεθ' ἡμῶν ὑπῆρχον, καὶ σύνοδοι οἰκουμενικαὶ ἐγένοντο, ἃς ἐπλήρουν τε καὶ ἔπραττον Γραι καὶ ὁμοῦ καὶ Λατίνοι, καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ἀμφότεροι ήλαυνον, καὶ ἀναθέματι καθυπέβαλον. Καὶ οἱ αἱρετικοὶ ἐχθροὶ Γραικῶν καὶ Λατίνων ἐλέγοντο. Νῦν δὲ, ὡς φῂς, οι Λατίνοι εἰς ἀλλότρια έχε πεσόντες δόγματα, ἡμῖν ἑνωθῆναι οὐ βούλονται. Πῶς δὲ τοῦτο δειχθήσεται λέγε μοι τάχος. Ρακ. Ἐγὼ ἄλλο οὐκ ἔχω σοι δεῖξαι, ἢ ὅτι πεντακόσια έτη εἰσὶν, ἀφ᾽ οὗ αὐτῶν ἐσχίσθημεν, καὶ νῦν κεχωρισμένοι ἐσμέν. Ακρ. Οὐ δίκαιος οὗτος ὁ λόγος δοκεῖ, μᾶλλον δέ γε καὶ ἀναπόδεικτος. Εὐλ. Τὸ γὰρ εἰπεῖν, ὅτι πολυετὲς τὸ σχίσμα ἐστὶ, πᾶς τις ὁμολογήσει· ἀλλ' οὐχ ἱκανὴ ἐστι παραστῆσαι τοὺς Λατίνους αἱρετικούς ή πολυετία αύτη. Ρακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν. Ἐν γὰρ τοῖς πεντακοσίοις χρόνοις τούτοις είχομεν σοφούς τε καὶ ῥήτου ρας, καὶ πατριάρχας, καὶ βασιλεῖς, οἱ προηγοῦντο τοῦ σχίσματος καὶ τοῦ χωρισμοῦ, ἐμοὶ δοκεῖ, δι' οὐδὲν ἄλλο, ἢ ὅτι ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ὑπεψή μιζον. Εὐλ. Οὐδὲ τοῦτο τους Λατίνους αιρετικούς παρ ιστά. Ρακ. ᾿Αλλὰ τί ἰσχυρότερον τούτων σὺ θέλεις; Ελ. Κρινέτω ὁ τοῖς ἡμετέροις λόγοις κριτής καθεζόμενος. Δικ. Σύνοδον οἰκουμενικὴν, ὥσπερ ἐν ἑκάστη αἱρέσει ἐγένετο, καὶ διαλεχθῆναι καὶ ὅρον ἐκθεῖναι, καὶ κατ' αὐτῶν ἀποφῆναι, καὶ τότε ὡς αἱρετικοὺς ἀποστρέφεσθαι, οὐ δοκεῖ δίκαιον εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀσεβὲς καὶ ἀπάνθρωπον, ἀποβάλλεσθαι ἀδελ τοὺς ὁμοπίστους δίχα καθολικοῦ καὶ οἰκουμενικοῦ κριτηρίου. ρο Ρακ. 'Αλλ' ἐγένοντο καὶ σύνοδος. Εὐλ. Ποῦ δή; Ρακ. Ἐν Λουγδούνῳ τῇ πόλει, ἢ καὶ ὀγδόη λέ γεται.
ψασία:, ἀλλ' αὐτοὶ πρὸ τοῦ σχίσματος ὄντες, πως sed cum ante schisma vixerint, quomodo eos ad
ὤφειλον αὐτοὺς καλεῖν εἰς ὀρθότητα τῶν δη
γμάτων;
Εὐλ. Ὥστε οἱ Λατίνοι, ὀρθόδοξοι πρὸ τοῦ σχίσματος ἦσαν.
'Ρακ. Ομολογῶ, ὅτι ὀρθόδοξοι ἦσαν. Οὐ γὰρ δύναμαι τοῦτο ἀρνήσασθαι. Μάλλον δ' ἔφθασας ἀριθ
μῶν καὶ Λατίνους ἁγίους, οἱ εἰσιν Αὐγουστῖνος,
Γρηγόριος ὁ Διάλογος, Ἱερώνυμος, Αμβρόσιος,
καὶ Λέων ὁ μέγας. ᾿Αλλὰ πάντες οὗτοι πρὸ τοῦ
σχίσματος ἦσαν, καὶ διαφορὰ οὐκ ἦν τότε μέσον
Γραικῶν καὶ Λατίνων. Μετὰ ταῦτα γενομένου
τοῦ σχίσματος, αὐτοὶ εἰς ἀλλότρια δόγματα έκπεσύντες, οὐκ ἠβουλήθησαν ἔτι ἡμῖν ἑνωθῆναι.
Εὐλ. Πάλιν, ὡς προέφην, ἐρῶ. Διατί οἱ ἡμέτεροι αὐτοὺς οὐκ ἐστήριξαν; Εφθασας γὰρ εἰπὼν,
ὅτι πρὸ τοῦ σχίσματος ἡμῖν ἡνωμένοι ἦσαν, καὶ
ὀρθόδοξοι μεθ' ἡμῶν ὑπῆρχον, καὶ σύνοδοι οίκουμενικαὶ ἐγένοντο, ἃς ἐπλήρουν τε καὶ ἔπραττον Γραικαὶ ὁμοῦ καὶ Λατίνοι, καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ἀμφότεροι ήλαυνον, καὶ ἀναθέματι καθυπέβαλον. Καὶ οἱ
αἱρετικοὶ ἐχθροὶ Γραικῶν καὶ Λατίνων ἐλέγοντο.
Νῦν δὲ, ὡς φῂς, οι Λατίνοι εἰς ἀλλότρια έχε
πεσόντες δόγματα, ἡμῖν ἑνωθῆναι οὐ βούλονται. Πῶς
δὲ τοῦτο δειχθήσεται λέγε μοι τάχος.
Ρακ. Ἐγὼ ἄλλο οὐκ ἔχω σοι δεῖξαι, ἢ ὅτι πεντακόσια έτη εἰσὶν, ἀφ᾽ οὗ αὐτῶν ἐσχίσθημεν, καὶ
νῦν κεχωρισμένοι ἐσμέν.
Ακρ. Οὐ δίκαιος οὗτος ὁ λόγος δοκεῖ, μᾶλλον δέ
γε καὶ ἀναπόδεικτος.
Εὐλ. Τὸ γὰρ εἰπεῖν, ὅτι πολυετὲς τὸ σχίσμα
ἐστὶ, πᾶς τις ὁμολογήσει· ἀλλ' οὐχ ἱκανὴ ἐστι
παραστῆσαι τοὺς Λατίνους αἱρετικούς ή πολυετία
αύτη.
Ρακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν. Ἐν γὰρ τοῖς πεντακο
σίοις χρόνοις τούτοις είχομεν σοφούς τε καὶ ῥήτου
ρας, καὶ πατριάρχας, καὶ βασιλεῖς, οἱ προηγοῦντο
τοῦ σχίσματος καὶ τοῦ χωρισμοῦ, ἐμοὶ δοκεῖ, δι'
οὐδὲν ἄλλο, ἢ ὅτι ὡς αἱρετικοὺς αὐτοὺς ὑπεψή
μιζον.
Εὐλ. Οὐδὲ τοῦτο τους Λατίνους αιρετικούς παρ
ιστά.
Ρακ. ᾿Αλλὰ τί ἰσχυρότερον τούτων σὺ θέλεις;
Ελ. Κρινέτω ὁ τοῖς ἡμετέροις λόγοις κριτής
καθεζόμενος.
Δικ. Σύνοδον οἰκουμενικὴν, ὥσπερ ἐν ἑκάστη
αἱρέσει ἐγένετο, καὶ διαλεχθῆναι καὶ ὅρον ἐκθεῖ
ναι, καὶ κατ' αὐτῶν ἀποφῆναι, καὶ τότε ὡς αἱρετι
κοὺς ἀποστρέφεσθαι, οὐ δοκεῖ δίκαιον εἶναι, ἀλλὰ
μᾶλλον ἀσεβὲς καὶ ἀπάνθρωπον, ἀποβάλλεσθαι ἀδελ
τοὺς ὁμοπίστους δίχα καθολικοῦ καὶ οἰκουμενικοῦ
κριτηρίου.
recta dogmata revocassent?
Pius. Latini itaque ante schisma orthodoxe senLiebant.
Rhac. Non iuficias eo. Eraut orthodoxi. ld negare non audeo, eoque potissimum, quod Latinos
sanctitate percelebres recensueris, Augustinum,
Gregorium Dialogum, Hieronymum, Ambrosium,
Leonem Magnum. Sed hi omnes ante schisma floruere, nec erant inter Græcos et Latinos controversiæ nec fidei diversitas. Postmodum exorto
schismate Latini in adversa dogmata prolapsi,
noluerunt amplius nobiscum conjungi.
Pius. Rursus, ut et antea dixeran, inculcabo.
Quare eos nostri in frugemn non reduxere? Nam
que dixisti, ante schisma una nobiscum orthodoxe
sensisse, nec a nostro commercio abhorruisse;
synodosque universales esse celebratas, quas una
simul Latini et Græci cogebant, frequentiaque
augustiores reddebant, et utrique pellebant hæreticos, et anathemati subjiciebant: et læretici illi
tum Græcis, tum Latinis adversaliantur. Nunc vero,
ut ais, Latini, in aliena prolapsi dogmata, nostram
unionem recusant, Ostende id quam ocissime verbo, si potes.
Rhac. Ego non aliud ostendam præterquam quod
a quingentis annis scissi simus, et nunc adhuc dividimur.
Aud. Haud decora hæc oratio videtur, imo
tius improbabilis.
ρο
Pius. Nemo enim inficiabitur, multos abhinc annos schisma exortum esse; sed annorum multorum spatium non æque pote est ad convincendum,
Latinos hæreticos esse.
Rhac. Ino optime. In hoc enim quingentorum
annorum decursu non defuere sapientes, et oratores, et patriarchæ, et imperatores schismatis et
separationis propugnatores, non ob aliam causam,
si recte ipse conjicio, nisi quod eos tanquam bæreticos condemnabant.
Pius. Neque hoc hæreticos esse Latinos evincit.
Rhac. An his validiora exposcis?
Fius. Judicet qui nostrīs interest astatque sermonibus jules.
Dic. Convocanda erat universalis synodus, quem -
admodum in aliis hæresibus factum est, in eaque
post varias concertationes proferenda sententia,
determinandumque contra eos, tum demum eos
tanquam hæreticos aversari. Verumtamen cum
nulla synodus celebrata sit, neque usquam appareat, haud justum videtur, quin imo iniquum, alque inhumanum est, sine catholico universalique judicio ejusdem fidei fratres a nobis seclusos odio
prosequi.
Ρακ. 'Αλλ' ἐγένοντο καὶ σύνοδος.
Rhac. Sed coactæ sunt synodi.
Εὐλ. Ποῦ δή;
Pius. Utinam?
Ρακ. Ἐν Λουγδούνῳ τῇ πόλει, ἢ καὶ ὀγδόη λέγεται.
Rhac. In urbe Lugdunensi, quæ et octava dicitur.
PATROL. GR. CLIX.
col. 971–972page 8 of 75
PG 159:971ΣΤΙ Εὐλ. Καὶ τί δὴ ἐν αὐτῇ ἐπράχθη; Ρακ. Αἱρετικοὺς ἀπεφήνατο τους Λατίνους ἐκείνη ἡ σύνοδος. ᾿Ακρ. Πῶς, φαίνεται τοῦτο; Ρακ. Τὰ Πρακτικά μαρτυροῦσιν. Ευλ. Τα Πρακτικὰ τῆς συνόδου ἐκείνης τοὐναντίον λέγουσιν ἅπαν, ὧνπερ σὺ φής. Ρακ. 'Αλλ' αὐτοὶ τὰ Πρακτικὰ έφθειρον. Ακρ. Σκληρὸς οὗτος ὁ λόγος καὶ ἄτοπος. Εὐλ. Αρ' οὐχ ευρίσκονται παρ' ἡμῖν; Ρακ. Εὑρίσκονται διεφθαρμένα. Ακρ. Καὶ πῶς ἂν τοῦτο δειχθείη; Εὐλ. Καὶ ἡ φθορὰ τίς ἐστιν; 'Ρακ. Ὅτι ὀρθῶς οἱ Λατίνοι φρονοῦσιν. Ακρ. Ο μέγα θαῦμα! Καὶ τίς ἂν δυνηθείη παι Βραστῆσαι αὐτοὺς μὴ ὀρθῶς φρονοῦντας; Εὐλ. Διότι εἰ ἡ σύνοδος ἐκείνη κατέκρινε τους Λατίνους, ώφειλεν εὑρίσκεσθαι παρ' ἡμῖν ἡ πρᾶξις, ὡς ἐγένεται Ρακ. Εἶπόν σοι, ὅτι ἐφθάρησαν τὰ βιβλία τὰ τὴν πράξιν ἔχοντα τῆς συνόδου ἐκείνης. Ακρ. Πάλιν ταυτό. Ευήθης ἐστὶν δὲ τοῦτο λέγων, μᾶλλον δὲ μωρὸς καὶ ἀναίσθητος. Εὐλ. ᾿Απορῶ περὶ τούτου τὰ μέγιστα. Ρακ. Ἡ ἀπορία σου τίς ἐστιν; Εὐλ. Οτι πάντα τὰ βιβλία εφθάρη, καὶ οὐδὲν ὑγιες εὑρίσκεται. Ρακ. Μὴ θαυμάσῃ, ὅτι ἰδόντες ἐκεῖνοι καταχε κριμένους αὐτοὺς εἶναι παρὰ τῆς συνόδου, Εφθειραν τὰ βιβλία, ώστε μὴ φαίνεσθαι τὴν κατ᾿ αὐτῶν κρίσιν. Εύλ. Οὐκ εἶπόν σοι, ὅτι θαυμάζω τα μέγιστα περὶ τούτου; Ρακ. Βἰπὲ σὺ, τί τὸ παρὰ σοῦ θαυμαζόμενον. Ευλ. Οι Λατίνοι έφθειραν, φῂς, τα βιβλία. Ρακ. Εἶπόν σοι, καὶ οὕτως ἔστιν. Ευλ. Οι Λατίνοι ἔφθειραν τὰς βίβλους, είπερ καὶ συγχωρήσω σοι τοῦτο, ὅσαι τῆς ἑαυτῶν ἦσαν φωνῆς, τὰς δὲ τὴν ἡμετέραν ἐχούσας διάλεκτον, πῶς αὐτοὶ ἔφθειραν, ἀπορῶ. Ρακ. Εφθειραν τούτῳ τῷ τρόπῳ, τὰς μὲν δι' αὐτῶν, ἐπιστάμενοι τὴν ἡμετέραν φωνὴν, τὰς δὲ διά τινων Γραικών Λατινοφρόνων, οἵτινες ἐν ἐκείνῳ Ο τῷ καιρῷ, τουτέστιν ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ, ἐφρόνησαν τὰ αὐτῶν. Εὐλ. Ετι ἀπορίαν ἐπ' ἀπορίᾳ συνάπτω. Ρακ. Τίς ἐστιν αὕτη; Ευλ. Πρῶτον μὲν, ὅτι ἐκεῖνος ἔφθειραν, φῂς, τὰ βιβλία, τὰ μὲν παρὰ σφῶν αὐτῶν, τὰ δὲ παρά τινων Γραικών; φρονησάντων τὰ αὐτῶν. Πῶς οὖν· οὗτοι ἐλατινοφρόνησαν Γραικοί όντες; Δεύτερον τοσαύτη ὑπῆρχεν ἡ ῥύμη τῆς φθορᾶς, ὅτι οὐχ εὑρέθη ούτε μία βίβλος οὔτε ἐν τοῖς βασιλεῦσι, οὔτε ἐν τοῖς παν τριάρχαις, ἃς ὤφειλον ἔχειν εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀλη θείας, μαρτυρούσας τὸ ἀληθές. Οὐ δύναμαι τοῦτο ἀκούειν. Ρακ. Τίς οἶδεν, εἰ σώζεται καὶ βίβλος - βοῦσα τοῦτο, ὅπερ ἐγώ λέγω;
ΣΤΙ
Pius. Quid in ea actum est?
Rhac. Synodus illa hæreticos esse Latinos staL..it.
And. Unde id habes?
Rhac. Acta illius synodli id testantur.
Pius. Acta illius: synodi contrarium dictis tis
omnino astr|UAL.
Rhac. Sed illi Acta adulterarunt.
Aud. lurus est hic sermo absurdusque.
Pius. An non apud nos inveniuntur?
Rihac. Inveniuntur, sed corrupta.
Aud. Et quomodo id demonstrabitur?
Pius. Et quænam fuerit illa corruptio?
Rhuc. Latinos recte sentire.
And. O³rem ingentem et miram! Et quisnam id
estendere poterit, eos non recte sentire?
Pius. Namque si synodus. illa Latinos damnavit
actio illa ut peracta est, apud nos esse deberet.
Rhac. Jam: tibi disi libros qui: actionem illam
synodi continebant, adulteratos esse.
Aud. Kadem. repetuuuur. Qui id asserit simplex
est, quinimo stultus et stupidus.
Pius. Inheret animo maximum de hoe dubium.
Rl.ac. Quæ est ista dubitatio?
Pius. Omnes libros adulteratos esse, nullumque
inter eos sauum aut integrum reperiri.
Rhac. Ne mireris. Namque cum illi se vidissent a
synodo condemnatos, libros adulterarunt, ne contra. eosdem judicii sententia compareret. -
Pius. Nonne dixi tibi maxima me bujusce causa
admiratione teneri?
Rhac. At effare, quodnam illud est, quod admirationem ciet.
Pius. Latini, ais, adulterarunt libros?
Rhac. Disi, et ita est.
Pius. Latinos adulterasse libros etsi concederem,
omnes qui eorum lingua conscripti erant; at nostra
dialecto exaratos, qua ratione illi corruperint,
nondum intelligo.
Εὐλ. Καὶ τί δὴ ἐν αὐτῇ ἐπράχθη;
Rhac. Hac ratione, quosdam per seipsos, qui
nostrum sermonem callebant, quosdam per Græcos
cum ipsis sentientes, qui eo tempore in synodo illa
Latinis assensum præbuerant.
Pius. Adbuc dubium dubium parit.
Rhac. Quonam illud est?
Pius. Primum quidem eos adulterasse libros,
aliquos per seipsos, aliquos per Gracos, qui ipsis
consenserant. Quomodo itaque hi Latinis assensum
præbuere, cum Græci essent? Secundum, tautam
fuisse adulterationis vim atque sævitiem, ut nullus neque apud imperatores, neque apud patriar»
chas, quos apud se retinere ad veritatis testimonium debuerant, reperiatur integer, et veritatem
monstrans. Abhorret auditus.
Rhae. Quis scit an reperiatur quoque liber, hoc
quod ipse dico intonans?
Ρακ. Αἱρετικοὺς ἀπεφήνατο τους Λατίνους ἐκείνη
ἡ σύνοδος.
᾿Ακρ. Πῶς, φαίνεται τοῦτο;
Ρακ. Τὰ Πρακτικά μαρτυροῦσιν.
Ευλ. Τα Πρακτικὰ τῆς συνόδου ἐκείνης τούναντίον λέγουσιν ἅπαν, ὧνπερ σὺ φής.
Ρακ. 'Αλλ' αὐτοὶ τὰ Πρακτικὰ έφθειρον.
Ακρ. Σκληρὸς οὗτος ὁ λόγος καὶ ἄτοπος.
Εὐλ. Αρ' οὐχ ευρίσκονται παρ' ἡμῖν;
Ρακ. Εὑρίσκονται διεφθαρμένα.
Ακρ. Καὶ πῶς ἂν τοῦτο δειχθείη;
Εὐλ. Καὶ ἡ φθορὰ τίς ἐστιν;
'Ρακ. Ὅτι ὀρθῶς οἱ Λατίνοι φρονοῦσιν.
Ακρ. Ο μέγα θαῦμα! Καὶ τίς ἂν δυνηθείη παι
Βραστῆσαι αὐτοὺς μὴ ὀρθῶς φρονοῦντας;
Εὐλ. Διότι εἰ ἡ σύνοδος ἐκείνη κατέκρινε τους
Λατίνους, ώφειλεν εὑρίσκεσθαι παρ' ἡμῖν ἡ πρᾶξις,
ὡς ἐγένεται
Ρακ. Εἶπόν σοι, ὅτι ἐφθάρησαν τὰ βιβλία τὰ τὴν
πράξιν ἔχοντα τῆς συνόδου ἐκείνης.
Ακρ. Πάλιν ταυτό. Ευήθης ἐστὶν δὲ τοῦτο λέγων,
μᾶλλον δὲ μωρὸς καὶ ἀναίσθητος.
Εὐλ. ᾿Απορῶ περὶ τούτου τὰ μέγιστα.
Ρακ. Ἡ ἀπορία σου τίς ἐστιν;
Εὐλ. Οτι πάντα τὰ βιβλία εφθάρη, καὶ οὐδὲν
ὑγιες εὑρίσκεται.
Ρακ. Μὴ θαυμάσῃ, ὅτι ἰδόντες ἐκεῖνοι καταχεκριμένους αὐτοὺς εἶναι παρὰ τῆς συνόδου, Εφθειραν
τὰ βιβλία, ώστε μὴ φαίνεσθαι τὴν κατ᾿ αὐτῶν
κρίσιν.
Εύλ. Οὐκ εἶπόν σοι, ὅτι θαυμάζω τα μέγιστα
περὶ τούτου;
Ρακ. Βἰπὲ σὺ, τί τὸ παρὰ σοῦ θαυμαζό
μενον.
Ευλ. Οι Λατίνοι έφθειραν, φῂς, τα βιβλία.
Ρακ. Εἶπόν σοι, καὶ οὕτως ἔστιν.
Ευλ. Οι Λατίνοι ἔφθειραν τὰς βίβλους, είπερ
καὶ συγχωρήσω σοι τοῦτο, ὅσαι τῆς ἑαυτῶν ἦσαν
φωνῆς, τὰς δὲ τὴν ἡμετέραν ἐχούσας διάλεκτον, πῶς
αὐτοὶ ἔφθειραν, ἀπορῶ.
Ρακ. Εφθειραν τούτῳ τῷ τρόπῳ, τὰς μὲν δι'
αὐτῶν, ἐπιστάμενοι τὴν ἡμετέραν φωνὴν, τὰς δὲ
διά τινων Γραικών Λατινοφρόνων, οἵτινες ἐν ἐκείνῳ
Ο τῷ καιρῷ, τουτέστιν ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ, ἐφρόνη -
σαν τὰ αὐτῶν.
Εὐλ. Ετι ἀπορίαν ἐπ' ἀπορίᾳ συνάπτω.
Ρακ. Τίς ἐστιν αὕτη;
Ευλ. Πρῶτον μὲν, ὅτι ἐκεῖνος ἔφθειραν, φῂς, τὰ
βιβλία, τὰ μὲν παρὰ σφῶν αὐτῶν, τὰ δὲ παρά τινων
Γραικών; φρονησάντων τὰ αὐτῶν. Πῶς οὖν· οὗτοι
ἐλατινοφρόνησαν Γραικοί όντες; Δεύτερον τοσαύτη
ὑπῆρχεν ἡ ῥύμη τῆς φθορᾶς, ὅτι οὐχ εὑρέθη ούτε
μία βίβλος οὔτε ἐν τοῖς βασιλεῦσι, οὔτε ἐν τοῖς παν
τριάρχαις, ἃς ὤφειλον ἔχειν εἰς ἔνδειξιν τῆς ἀλη
θείας, μαρτυρούσας τὸ ἀληθές. Οὐ δύναμαι τοῦτο
ἀκούειν.
Ρακ. Τίς οἶδεν, εἰ σώζεται καὶ βίβλος - βοῦσα
τοῦτο, ὅπερ ἐγώ λέγω;
col. 973–974page 9 of 75
PG 159:973Ακρ. Νῦν ὁ Πατὴρ ἀμφιβάλλει κατὰ τὸν λόγον αὐτοῦ. Εὐλ. Εἰ ἦν, ἐφάνη ἄν. Τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι, «Τίς οἶδεν;» τοῦτο ἀμφίβολον ὑπάρχει· ἀπὸ δὲ τῶν ἀμφιβόλων οὐδὲν συνάγεται ἀληθὲς συμπέρασμα. Μᾶλλον ἀπὸ τούτου τοῦ λόγου εἰς ὑποψίαν ἄ γεις με. 'Ρακ. Τί σὺ ὑποπτεύεις; Εὐλ. Υποπτεύω πᾶν τοὐναντίον, ὅπερ συ λέγεις. Εἰ γὰρ κατὰ Λατίνων ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ ἐπράχθη, εἶχον ἂν οἱ Γραικοὶ τὰς βίβλους, ὥσπερ χρυσᾶ ἐγε κόλπια φυλαττομένας, εἰς τὸ δεικνύειν τοῖς μετά ταῦτα, ὅτι δικαίως αὐτῶν ἐχωρίσθησαν. Ἐπεὶ δὲ παρὰ μὲν τοῖς Γραικοῖς βίβλος οὐ φαίνεται οὐδεμία κατὰ Λατίνων τῆς συνόδου ἐκείνης, παρὰ δὲ Λατί νοις εὑρίσκεται, μάλιστα δὲ καὶ παρὰ Γραικοῖς, καὶ βοᾷ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ὑπὲρ Λατίνων ἦν, ὑποψίαν μοι παρέχει μεγάλην, μᾶλλον δὲ καὶ σὺ ἔφθασας εἰπὼν, ὅτι τινὲς τῶν Γραικῶν ἐν αὐτῇ ἐλατινοφρό νησαν. 'Ρακ. Εἶπόν σοι, καὶ πάλιν ἐρῶ σοι, ὅτι ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ ὑπερίσχυσαν οἱ Λατίνοι, καὶ κατέ πεισαν καὶ τοὺς Γραικούς δέξασθαι καὶ φρονῆσαι τὰ ἑαυτῶν ἀλλὰ λυθείσης τῆς συνόδου, τὸ πλεῖον μέρος πάλιν ἐσχίσθη, τῶν Γραικῶν δηλονότι. Εὐλ. Ἐγὼ οὐ δύναμαι συνάψαι τὰ παρὰ σοῦ εἰπ ρημένα. Δοκοῦσιν οὖν μοι ἐναντία αλλήλοις εἶναι. Πρὸ ὀλίγου γὰρ εἶπας ὅτι κατὰ Λατίνων ἡ πρᾶξις τῆς συνόδου ἐκείνης ἐγένετο· ἐλεγχθεὶς δὲ παρ' ἐμοῦ, ὡς οὐχ εὕρηται βίβλος ποτὲ μαρτυροῦσα τουτί, α ἑτέραν ἐτράπης, ὅτι ὑπερίσχυσαν οἱ Λατίνοι ἐν αὐτῇ, καὶ κατέπεισαν καὶ τοὺς ἡμετέρους δέξασθαι τὰ αὐτῶν· καὶ αὖθις φῂς, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς συνόδου πάλιν ἐσχίσθησαν, καὶ ὀλίγοι ἔμειναν τὰ Λατίνων φρονοῦντε;. Ἰδοὺ οὖν καὶ τοὺς Γραικούς καλεῖς Λατινόφρονας. Φράσον μοι οὖν, τί δηλοῦσιν, ἅπερ νῦν λέγεις, ὅτι ἐναντία αλλήλοις διαρρήδην εἰσίν; Ράκ. Οὕτως ἐπράχθη, καὶ οὕτω σοι λέγω. Δικ. Δεῖ τὴν ἀλήθειαν λέγειν, καὶ μὴ τὰ τῆς ἰδίας ὀρέξεως, ἅπερ καὶ ἀναπόδεικτα, καὶ τοῖς ἀν θρώποις μισητὰ φαίνονται. Ευλ. Εμειναν, φῂς, καί τινες Γραικοὶ τὰ Λατί νων φρονοῦντες. 'Ρακ. Οὕτως ἔχει. Εὐλ. Εν γάρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι οἱ Γραικοί, τὰ Γραικῶν ἀφέντες, τὰ Λατίνων φρονοῦντες ἔμειναν, εἰ κατὰ Λατίνων ἡ πρᾶξις ἐγένετο, ὥσπερ εἰπὼν ἔφθασας, καίτοι γε ἰσχυρογνώμονες εἰσὶ τῇ σφετέρᾳ ἑαυτῶν δόξῃ, καὶ δεισιδαίμονες. Οὐδεὶς γὰρ εὔνους τὰ κατ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ τῆς συνόδου φρονεῖ. Εἰ γὰρ ὑπὲρ Γραικῶν ἦν, οὐκ ἂν ἐσχίζοντο ἀπ' αὐτῶν οἱ Γραικοί, ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἀπὸ τούτων ἄν. Δείκνυται δὲ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ λόγου τούτου, ὅτι ὑπὲρ Λατίνων ἡ πρᾶξις ἐγένετο τῆς συνόδου ἐκείνης· διὰ τοῦτο ἐσχίσθησαν οι Γραικοί ἀπ' αὐτῶν, μὴ θελήσαντες ἐνωθῆναι αὐτοῖς, μηδὲ τῆς συνόδου την ψήφον δέξασθαι. Δικ. Πιθανὸς ὁ λόγος τοῦ Εὐλαβοῦς κατὰ πόδας ΟΤΕ
Ακρ. Νῦν ὁ Πατὴρ ἀμφιβάλλει κατὰ τὸν λόγον
αὐτοῦ.
Εὐλ. Εἰ ἦν, ἐφάνη ἄν. Τὸ δὲ εἰπεῖν, ὅτι, «Τίς
οἶδεν;» τοῦτο ἀμφίβολον ὑπάρχει· ἀπὸ δὲ τῶν
ἀμφιβόλων οὐδὲν συνάγεται ἀληθὲς συμπέρασμα.
Μᾶλλον ἀπὸ τούτου τοῦ λόγου εἰς ὑποψίαν ἄ
γεις με.
'Ρακ. Τί σὺ ὑποπτεύεις;
Εὐλ. Υποπτεύω πᾶν τοὐναντίον, ὅπερ συ λέγεις.
Εἰ γὰρ κατὰ Λατίνων ἐν τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ ἐπράχθη,
εἶχον ἂν οἱ Γραικοὶ τὰς βίβλους, ὥσπερ χρυσᾶ ἐγε
κόλπια φυλαττομένας, εἰς τὸ δεικνύειν τοῖς μετά
ταῦτα, ὅτι δικαίως αὐτῶν ἐχωρίσθησαν. Ἐπεὶ δὲ
παρὰ μὲν τοῖς Γραικοῖς βίβλος οὐ φαίνεται οὐδεμία
κατὰ Λατίνων τῆς συνόδου ἐκείνης, παρὰ δὲ Λατί
νοις εὑρίσκεται, μάλιστα δὲ καὶ παρὰ Γραικοῖς, καὶ
βοᾷ, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ὑπὲρ Λατίνων ἦν, ὑποψίαν
μοι παρέχει μεγάλην, μᾶλλον δὲ καὶ σὺ ἔφθασας
εἰπὼν, ὅτι τινὲς τῶν Γραικῶν ἐν αὐτῇ ἐλατινοφρό
νησαν.
'Ρακ. Εἶπόν σοι, καὶ πάλιν ἐρῶ σοι, ὅτι ἐν τῇ
συνόδῳ ἐκείνῃ ὑπερίσχυσαν οἱ Λατίνοι, καὶ κατέπεισαν καὶ τοὺς Γραικούς δέξασθαι καὶ φρονῆσαι
τὰ ἑαυτῶν ἀλλὰ λυθείσης τῆς συνόδου, τὸ πλεῖον
μέρος πάλιν ἐσχίσθη, τῶν Γραικῶν δηλονότι.
Εὐλ. Ἐγὼ οὐ δύναμαι συνάψαι τὰ παρὰ σοῦ εἰπ
ρημένα. Δοκοῦσιν οὖν μοι ἐναντία αλλήλοις εἶναι.
Πρὸ ὀλίγου γὰρ εἶπας ὅτι κατὰ Λατίνων ἡ πρᾶξις
τῆς συνόδου ἐκείνης ἐγένετο· ἐλεγχθεὶς δὲ παρ'
ἐμοῦ, ὡς οὐχ εὕρηται βίβλος ποτὲ μαρτυροῦσα τουτί, α
ἑτέραν ἐτράπης, ὅτι ὑπερίσχυσαν οἱ Λατίνοι ἐν
αὐτῇ, καὶ κατέπεισαν καὶ τοὺς ἡμετέρους δέξασθαι
τὰ αὐτῶν· καὶ αὖθις φῂς, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν
τῆς συνόδου πάλιν ἐσχίσθησαν, καὶ ὀλίγοι ἔμειναν
τὰ Λατίνων φρονοῦντε;. Ἰδοὺ οὖν καὶ τοὺς Γραικούς
καλεῖς Λατινόφρονας. Φράσον μοι οὖν, τί δηλοῦσιν,
ἅπερ νῦν λέγεις, ὅτι ἐναντία αλλήλοις διαρρήδην
εἰσίν;
Ράκ. Οὕτως ἐπράχθη, καὶ οὕτω σοι λέγω.
Δικ. Δεῖ τὴν ἀλήθειαν λέγειν, καὶ μὴ τὰ τῆς
ἰδίας ὀρέξεως, ἅπερ καὶ ἀναπόδεικτα, καὶ τοῖς ἀνθρώποις μισητὰ φαίνονται.
Ευλ. Εμειναν, φῂς, καί τινες Γραικοὶ τὰ Λατί
νων φρονοῦντες.
'Ρακ. Οὕτως ἔχει.
Εὐλ. Εν γάρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι οἱ
Γραικοί, τὰ Γραικῶν ἀφέντες, τὰ Λατίνων φρονοῦν
τες ἔμειναν, εἰ κατὰ Λατίνων ἡ πρᾶξις ἐγένετο,
ὥσπερ εἰπὼν ἔφθασας, καίτοι γε ἰσχυρογνώμονες
εἰσὶ τῇ σφετέρᾳ ἑαυτῶν δόξῃ, καὶ δεισιδαίμονες.
Οὐδεὶς γὰρ εὔνους τὰ κατ' αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ ὑπὲρ τῆς
συνόδου φρονεῖ. Εἰ γὰρ ὑπὲρ Γραικῶν ἦν, οὐκ ἂν
ἐσχίζοντο ἀπ' αὐτῶν οἱ Γραικοί, ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἀπὸ
τούτων ἄν. Δείκνυται δὲ μᾶλλον ἀπὸ τοῦ λόγου
τούτου, ὅτι ὑπὲρ Λατίνων ἡ πρᾶξις ἐγένετο τῆς
συνόδου ἐκείνης· διὰ τοῦτο ἐσχίσθησαν οι Γραικοί
ἀπ' αὐτῶν, μὴ θελήσαντες ἐνωθῆναι αὐτοῖς, μηδὲ
τῆς συνόδου την ψήφον δέξασθαι.
Δικ. Πιθανὸς ὁ λόγος τοῦ Εὐλαβοῦς κατὰ πόδας
ΟΤΕ
Aud. Nunc Pater iste hæsitat, ut ex verbis ipsius
colligo.
Pius. Si esset, apparuisset utique. At enuntiare,
• Quis scit?, ambiguum est aique incertum. Ex
ambiguis incertisque nulla vera elicitur conclusio. Im hoc tuo sermone me in suspicionem
adducis.
Rhac. Quid suspicaris.
Pius. Suspicor omnia tuis verbis contraria. Εt
nim si contra Latinos ea in synodo actum esset,
servassent sibi Græci libros, tanquam aurea monilia in pectore futuris hominibus ostensuri, non ¡njuria se ab illis separatos. Cum vero apud Græcos
nullus liber illius synodi contra Latinos appareat,
apud Latinos vero inveniatur, quin et apud Græcos, inclametque actionem illam pro Latinis esse,
suspicionem mihi injicit, eamque magnam, tuur co
potissimum, quod et tu antea dixeras, nonnullos
ex Græcis Latinorum sententiæ adhæsisse.
Rhac. Dixi tibi, dicamque iterum ea in synodo
Græcis Latinos superiores fuisse, persuasisseque
Græcis accipere et cadem atque illi sentire. Sed
absoluta synodo potissinia pars scissa est, Græcorum scilicet.
Pius. Ipse equidem haud valeo, quæ tu dicis,
committere; namque sibi adversari videntur. Paulo
ante siquidem dixeras adversus Latinos actionem
illius synodi peractam fuisse; postea convictus
nusquam apparere librum, qui id testetur, alio
conversus, superiores, ais, Græcis Latinos factos
illis persuasisse ut Latinorum dogmata acceptarent: rursumque addis, absoluta synodo scissos
fuisse, et paucos remansisse qui cum Latinis sentirent. Ecce itaque Græci, ut ais, eadem atque
Latini sentiunt. Explica ergo mihi quid innuant,
quæ modo asseris; nam sibi ipsis palam adversantur.
Rhac. Ita actum est; et ita tibi enuntio.
Dic. Veritas edicenda est, et non ea quæ sunt
proprii appetitus, quæ nec demonstrari queunt, et
hominibus exsecrabilia judicantur.
Pius. Remnanserunt, inquis, et quidam Graci
Latinorum sententiæ addicti.
Rhac. Plane.
Pius. In hoc admiratione dignum est, Grecos,
neglectis Gracis, Latinorum se sententiæ addixisse,
in eaque perseverasse. Si adversus Latinos actio
illa peracta est, ut antea dixisti: et nihilominus
ili pervicaces et propositi sui tenaces sunt, et
superstitiosi. Nemo enim illis quæ contra, sed
illis quæ pro synodo sunt, æquo animo mentem
applicat. Nam si pro Græcis ſuisset, nunquam ali
illis Græci, sed Latini a Græcis separarentur. Imo
ex hoc sermone potius ostenditur actionem synodi
illius Latinis favisse, proptereaque Græcos ab
illis divisos, cum illorum unionem respuerent,
nec vellent synodi decretumi admittere.
Dic. Probabilis Pii hujusce oratio est, proxi ve
col. 975–976page 10 of 75
PG 159:975φέρων τὸν ἔλεγχον. Νῦν γὰρ ἐγένετο σύνοδος ἐν Φλωρεντίᾳ, ὥς φασιν οι Γραικοί, ὑπὲρ Λατίνων, ήτις οὐχ ὑπὲρ Λατίνων, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς ἀληθείαςμᾶλλον. Καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτὴν οἱ Γραικοί, ἀλλὰ πράττουσί τε καὶ λέγουσι κατ' αὐτῆς. Καὶ ττε ἐπράχθη κατὰ Λατίνων, καὶ οὐχ ὑπεδέξαντο. Κα τὶς ἂν τοῦτο μὴ μυκτηρίσῃ; 'Ρακ. Οὐκ ἠθέλησαν δέξασθαι, Δικαιοκριτα, ἐκεί νην τὴν σύνοδον, ὅτι κακῶς ἐν αὐτῇ ἐπράχθη τὰ τῶν δογμάτων. Εὐλ. Καὶ μετὰ ταῦτα οὐκ ἐνένετο ἄλλη σύν οδος; Ρακ. 'Αλλά ναί. Εὐλ. Που δή; Ρακ. Ἐν αὐτῇ τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων ἐν τῷ καιρῷ Μιχαηλ βασιλέως τοῦ Παλαιολόγου, καὶ Βέκκου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Εὐλ. Καὶ τί δὴ ἐν αὐτῇ ἐπράχθη; Ρακ. Τὰ αὐτὰ καὶ ἐν αὐτῇ, ὥσπερ κἂν τῇ Λουγδούνῳ ἐπράχθη. Εὐλ. Καὶ πάλιν ἔμειναν ἐν αὐτῇ Γραικοί τινες τὰ Λατίνων φρονοῦντες; 'Ρακ. Καὶ μάλα πολλοι, καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πατριάρχης. Εὐλ. Καὶ ἐγένετο ἔτι ἄλλη σύνοδος μετ' αὐτήν; Ρακ. Αὕτη ἡ νῦν ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένη. Εὐλ. Καὶ ἐν αὐτῇ, ἐρωτῶ, τί ἐπράχθη; Ρακ. Τὰ αὐτὰ ταῖς πρὸ αὐτῆς καὶ ἐν αὐτῇ συν εκφωνήθη. Εὐλ. Εμειναν δὲ καὶ ἐν αὐτῇ πάλιν Γραικοὶ τὰ Λατίνων φρονοῦντες; Ρακ. Πᾶσα ἡ σύνοδος, καὶ βασιλεύς, καὶ παρ τριάρχης, καὶ ἡ μετ᾿ αὐτῶν συνάθροισις πάσα, ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, ἡγούμενοι, σταυροφόρο:, Ιερομόναχοι, ἱερεῖς, καὶ διάκονοι, καὶ ἁπλῶς πάνε τες ἐλατινοφρόνησαν. Φεῦ τῶν κακῶν! Μόνος δ Εφέσου ἀρχιερεὺς ἔμεινεν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει. Εὐλ. Καὶ τίσιν αὐτὸς συνέπῃ, τοῖς πολλοῖς, ἢ τῷ ἑνὶ τούτῳ; Ρακ. Τούτῳ, ἐπεὶ μόνος αὐτὸς ἔμεινεν ἐν τῇ ὀρθῇ ὁμολογία. Εὐλ. Καὶ οἱ δώδεκα οὗτοι, οὓς Λατινόφρονα; ἔφης, τίσι συνέπονται; Ρακ. Τῇ συνόδῳ καὶ τοῖς πολλοῖς. Δικ. Ακατάκριτοί εἰσιν οἱ ἀληθεῖς ἱερεῖς οὗτοι ὑποτασσόμενοι τῇ συνόδῳ, καὶ τοῖς πλείοσι τῶν ἐν αὐτῇ. Ελλ. Χάριτας ὁμολογῶ σοι πολλάς. Συνῆκα γὰρ ἄριστα τὰ ἐν προοιμίοις ειρημένα παρὰ τοῦ ἀδελ φοῦ Τελώνου, καὶ παρὰ σοῦ νῦν, ὑπὲρ τῶν δώδε και τουτωνὶ ἱερέων, οὔ; φατε Λατινόφρονας, καὶ αφωρισμένους, ὅτι διὰ τὸ ὑποταγῆναι καὶ αὐτούς, ὥσπερ ἐκείνους ἐν τῇ Λουγδούνῳ, καὶ τοὺς ἄλλους ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ νῦν πάντας τοὺς τῶν Γραικῶν προκρίτους τῇ ἀποφάσει τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ συνόδου, καλεῖτε Λατινόφρονας, καὶ ἑτεροδόξους, καὶ ὅτι τὴν τῶν Γραικῶν πίστιν ἀφέντες, τὴν
JOSEPIII METHONENSIS EPISCOPI
refutationem præ se ferens. Nunc synodus Floren· φέρων τὸν ἔλεγχον. Νῦν γὰρ ἐγένετο σύνοδος ἐν
tina, ut,tradunt Græci, pro Latinis, que non pro
Latinis, sed potius pro veritate celebrata est. Neu
eam Græci susceperunt; quin in cam conantur
inclamitantque. Et tunc celebrata est contra Latinos, et non acceptarunt. Εt quis hoc non irriderel?
Rhac. No!uerunt eam suscipere, Dicæocrita,
synodum, quod in ea male doginata habita sunt.
Pius. Postmodun celebratane est alia synodus?
Rhac. El maxime.
Pius. Ubinam?
Rhac. In ipsa urbium regina sub Michaele PalæoΦλωρεντίᾳ, ὥς φασιν οι Γραικοί, ὑπὲρ Λατίνων,
ήτις οὐχ ὑπὲρ Λατίνων, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς ἀληθείας
μᾶλλον. Καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτὴν οἱ Γραικοί, ἀλλὰ
πράττουσί τε καὶ λέγουσι κατ' αὐτῆς. Καὶ ττε
ἐπράχθη κατὰ Λατίνων, καὶ οὐχ ὑπεδέξαντο. Κα
τὶς ἂν τοῦτο μὴ μυκτηρίσῃ;
'Ρακ. Οὐκ ἠθέλησαν δέξασθαι, Δικαιοκριτα, ἐκεί
νην τὴν σύνοδον, ὅτι κακῶς ἐν αὐτῇ ἐπράχθη τὰ
τῶν δογμάτων.
Εὐλ. Καὶ μετὰ ταῦτα οὐκ ἐνένετο ἄλλη σύν
οδος;
Ρακ. 'Αλλά ναί.
Εὐλ. Που δή;
Ρακ. Ἐν αὐτῇ τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων ἐν
logo imperatore, et Vecco patriarcha Constatino- τῷ καιρῷ Μιχαηλ βασιλέως τοῦ Παλαιολόγου, καὶ
politano.
Pius. Quid in ea gestum est?
Rhac. Eadem quæ et Lugdini.
Pius. Rursumque in ea Græci aliqui Latinorum
dogmati adhæsere?
Rhac. Plures multis partibus in eorum sententiam iverunt, et imperator ipse et patriarcha.
Pius. Post illam coacta est alia synodus?
Rhac. llæc, quæ Florentiæ habita est.
Pius. In ea quid actum est?
Rhac. Eadem in ipsa, quæ et in aliis concordata
sunt.
Pius. Etiamne in ipsa Græci ad sententiam Latinorum accessere?
Rhac. Universa synodus, et imperator, et patriarcha, et tota denique congregatio, archiepiscopi, episcopi, abbates, cruciferi, lieromonachi,
sacerdotes, et diaconi, et, ut verbo expediam, omnes ad unum Latinorum opinionibus subscripsere.
Heu mala! Solus Ephesius antistes in Ade perstitit
orthodoxa.
Pius. Tu vero quem sequeris? multos, an unum
hune?
Rhac. Hune. Quandoquidem ipse solus in recta
professione remansit.
Pius. Et duodecim bi, quos Latinorum sententiæ
addictos nuncupasti, quos sequuntur?
Rhac. Synodum et plures.
Dic. Indemnati sunt veri bi sacerdotes, dum obediunt synodo, partique illius potissima.
Pius. Habeo tibi ingentes gratias. Namque quæ
in exordio hujus disceptationis a fratre Publicano,
el a te nunc de his duodecim sacerdotibus dicta
sunt, pulchre calleo, teneoque quos vocatis cum
Latinis sentientes, et excommunicatos. lli nempe
quod sese subjecerint, quemadmodum et illi Lugdunensis, et alii Constantinopolitanæ, et nunc omnes Græcorum præstantiores Florentinæ synodi decretis, nuncupantur a vobis Latine sentientes et
heterodori, tanquam qui ejurata Græcorum fide,
Βέκκου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Εὐλ. Καὶ τί δὴ ἐν αὐτῇ ἐπράχθη;
Ρακ. Τὰ αὐτὰ καὶ ἐν αὐτῇ, ὥσπερ κἂν τῇ
Λουγδούνῳ ἐπράχθη.
Εὐλ. Καὶ πάλιν ἔμειναν ἐν αὐτῇ Γραικοί τινες
τὰ Λατίνων φρονοῦντες;
'Ρακ. Καὶ μάλα πολλοι, καὶ αὐτὸς ὁ βασιλεὺς
καὶ ὁ πατριάρχης.
Εὐλ. Καὶ ἐγένετο ἔτι ἄλλη σύνοδος μετ' αὐτήν;
Ρακ. Αὕτη ἡ νῦν ἐν Φλωρεντίᾳ γενομένη.
Εὐλ. Καὶ ἐν αὐτῇ, ἐρωτῶ, τί ἐπράχθη;
Ρακ. Τὰ αὐτὰ ταῖς πρὸ αὐτῆς καὶ ἐν αὐτῇ συνεκφωνήθη.
Εὐλ. Εμειναν δὲ καὶ ἐν αὐτῇ πάλιν Γραικοὶ τὰ
Λατίνων φρονοῦντες;
Ρακ. Πᾶσα ἡ σύνοδος, καὶ βασιλεύς, καὶ παρ
τριάρχης, καὶ ἡ μετ᾿ αὐτῶν συνάθροισις πάσα,
ἀρχιεπίσκοποι, ἐπίσκοποι, ἡγούμενοι, σταυροφόρο:,
Ιερομόναχοι, ἱερεῖς, καὶ διάκονοι, καὶ ἁπλῶς πάνε
τες ἐλατινοφρόνησαν. Φεῦ τῶν κακῶν! Μόνος δ
Εφέσου ἀρχιερεὺς ἔμεινεν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει.
Εὐλ. Καὶ τίσιν αὐτὸς συνέπῃ, τοῖς πολλοῖς, ἢ τῷ
ἑνὶ τούτῳ;
Ρακ. Τούτῳ, ἐπεὶ μόνος αὐτὸς ἔμεινεν ἐν τῇ
ὀρθῇ ὁμολογία.
Εὐλ. Καὶ οἱ δώδεκα οὗτοι, οὓς Λατινόφρονα;
ἔφης, τίσι συνέπονται;
Ρακ. Τῇ συνόδῳ καὶ τοῖς πολλοῖς.
Δικ. Ακατάκριτοί εἰσιν οἱ ἀληθεῖς ἱερεῖς οὗτοι
ὑποτασσόμενοι τῇ συνόδῳ, καὶ τοῖς πλείοσι τῶν ἐν
αὐτῇ.
Ελλ. Χάριτας ὁμολογῶ σοι πολλάς. Συνῆκα γὰρ
ἄριστα τὰ ἐν προοιμίοις ειρημένα παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ Τελώνου, καὶ παρὰ σοῦ νῦν, ὑπὲρ τῶν δώδε
και τουτωνὶ ἱερέων, οὔ; φατε Λατινόφρονας, καὶ
αφωρισμένους, ὅτι διὰ τὸ ὑποταγῆναι καὶ αὐτούς,
ὥσπερ ἐκείνους ἐν τῇ Λουγδούνῳ, καὶ τοὺς ἄλλους
ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ νῦν πάντας τοὺς τῶν
Γραικῶν προκρίτους τῇ ἀποφάσει τῆς ἐν Φλωρεν
τία συνόδου, καλεῖτε Λατινόφρονας, καὶ ἑτεροδόξους, καὶ ὅτι τὴν τῶν Γραικῶν πίστιν ἀφέντες, τὴν
col. 977–978page 11 of 75
PG 159:977τῶν Λατίνων ἐδέξαντο. Επεισιν οὖν μοι καν τούτῳ τὰ πλεῖστα θαυμάζειν. 'Ρακ. Τί περὶ τούτου θαυμάζεις; Εὐλ. θαυμάζω, ὅτι οὐ δύναμαι συμβιβάσαι τοὺς ἡμετέρους λόγους. Δικ. Καὶ ἀληθῶς ἀσυμφωνία μεγίστη ἐστὶν ἐν αὐτοῖς. Ῥακ. Τίνα ἀσυμφωνίαν ἐν τοῖς ἡμετέροις ὁρᾷς λόγοις; Οὐκ ἔστιν οὕτως, ὡς ἔφην; Εὐλ. Ορα τὸ ἀξύμβλητον καὶ τὸ διάφορον τῶν ἡμετέρων λόγων. Πρῶτον μὲν ἔφης, ὅτι ἡ ἐν Λουγδούνῳ σύνοδος κατὰ Λατίνων ἦν, καὶ ὅτι ἔμει ναν πολλοὶ τῶν Γραικῶν φρονοῦντες τὰ τῶν Λατί, νων, οἳ καὶ ἔφθειραν τὰ βιβλία, μὴ εὑρίσκεσθαι βοῶντας τὴν κατ' αὐτῶν κρίσιν· εἶτ᾽ ἔφης, ὅτι ἐγέ νετο καὶ ἄλλη σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει τὰ αὐτὰ τῇ ἐν Λουγδούνῳ καὶ αὕτη φρονήσασά τε καὶ πράξατα, καὶ ἐν αὐτῇ ἔμειναν Γραικοί τινες Λα τινοφρονήσαντες. Καὶ τελευτῶν ὡμολόγησας τὴν ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν γενομένην ἐν Φλωρεντία, καὶ αὐτὴν τὰ ὅμοια ταῖς πρὸ αὐτῆς ἐκφωνήσασαν, καὶ πλῆθος πολὺ τῶν Γραικῶν ἔμεινε φρονοῦν τὰ τῆς συνόδου ταύτης, ἥτις τὰ τῶν Λατίνων ἐδόξασεν. Ορα οὖν πῶς μοι θαυμάζειν ἔπεισι τῶν ὑμετέρων λόγων, ὅτι οὐ συμπεραίνουσιν ἀληθῆ. Εφης γὰρ τὴν ἐν Λουγδούνῳ σύνοδον κατὰ Λατίνων εἶναι, καὶ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὰ αὐτὰ τῇ αὐτῇ λέγουσαν, εἶτα μὴ δυνάμενος τὴν ἀλήθειαν κρύ ψαι, ὥσπερ τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον, ἐπεὶ φανερά ἐστιν (ἐν ταῖς ἡμέραις γὰρ ἡμῶν ἐγένετο, καὶ πάντες γινώσκουσιν), ὡμολόγησας ἄκων καὶ ταύτην δηλαδὴ τὴν ἐν Φλωρεντία γενομένην, τὰ αὐτὰ εἰ ποῦσαν ταῖς πρὸ αὐτῆς. Ἀπὸ τῶν σῶν τοίνυν λό των συμπεραίνομεν, ὅτι οὐδὲν ἀληθὲς ἔφης. Εἰ γὰρ νῦν ἐν τῇ Φλωρεντία ὑπὲρ Λατίνων ἐπράχθη, ὥσπερ φαίνεται διαρρήδην, σὺ δὲ ἔφθης εἰπὼν, ὅτι τὰ αὐτὰ καὶ αὕτη τῇ ἐν Λουγδούνῳ καὶ τῇ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔπραξεν, έπεται ἀναγκαίως κατὰ τὴ συγκεχωρημένον παρὰ σοῦ, ὅτι κἀκεῖναι ὑπὲρ Λατίνων ἦσαν. Διὰ τοῦτο καὶ τότε καὶ νῦν ὑπέμειναν οἱ συνεταὶ τῶν Γραικῶν τῇ ἀληθείᾳ μετά τῶν συνόδων καὶ τῶν Λατίνων ὁμολογοῦντες. Ρακ. Ἔμειναν, ἀληθῶς ἔφης, τινὲς, οὐκ ἐν τῇ ὀρθῇ τῆς πίστεως ὁμολογία, τῇ τῶν Λατίνων δὲ δόξῃ βεβαιωθέντες, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἀνακηρύτα τουσι· καὶ διὰ τοῦτο Λατινόφρονας αὐτοὺς ἀναμε φιβόλως ἀποκαλοῦμεν. Ακρ. Βαβαὶ τῆς τόλμης! βαβαί! Εὐλ. Ελεῶ σε τῆς τόλμης, μᾶλλον δὲ θαυμάζω κὰν τούτῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις τοῖς παρὰ σοῦ εἰρημένοις. Ρακ. Τί σοι τὸ θαυμαζόμενον; φράσον. Ευλ. Ακούω σου, ὅτι καλεῖς Λατινόφρονας πα σαν τὴν τῶν Γραικών Εκκλησίαν, τὴν Ἀνατολικὴν δηλαδή, καὶ βασιλεῖς, καὶ πατριάρχας, ἀρχιεπισκόπους, ἐπισκόπους, ἡγουμένους, σταυροφόρους, καὶ τοὺς λοιπούς, καὶ οὐ τοὺς δώδεκα μόνον. Εἰ οὖν ἡ Ανατολική Εκκλησία πᾶσα τὰ τῶν Λατίνων ἐφρά νησε, καὶ οἱ δύο κα, οἷς ἐγκαλεῖτε, τὰ τῆς ᾿Ανατ.
τῶν Λατίνων ἐδέξαντο. Επεισιν οὖν μοι καν τούτῳ Latinorum susceperint. floc sane praeter alia mwiτὰ πλεῖστα θαυμάζειν.
'Ρακ. Τί περὶ τούτου θαυμάζεις;
Εὐλ. θαυμάζω, ὅτι οὐ δύναμαι συμβιβάσαι τοὺς
ἡμετέρους λόγους.
Δικ. Καὶ ἀληθῶς ἀσυμφωνία μεγίστη ἐστὶν ἐν
αὐτοῖς.
Ῥακ. Τίνα ἀσυμφωνίαν ἐν τοῖς ἡμετέροις ὁρᾷς
λόγοις; Οὐκ ἔστιν οὕτως, ὡς ἔφην;
ror maxime.
Rhac. Quid istuc mirum videtur?
Pius. Demiror plane, qui nequeo nostros bos
sermones concordare.
Dic. Et vero inter se illi disjunctissimi sunt et
maxime diversi.
Rhac. Quam discrepantiam nostris in sermonibus
apprehendis? Annon ita est, ut dixi?
Εὐλ. Ορα τὸ ἀξύμβλητον καὶ τὸ διάφορον
Pins. Habeto tibi tuorum sermonum summam
τῶν ἡμετέρων λόγων. Πρῶτον μὲν ἔφης, ὅτι ἡ ἐν
dissensionem ac discrepantiam. Primum quidem
Λουγδούνῳ σύνοδος κατὰ Λατίνων ἦν, καὶ ὅτι ἔμει asseruisti Lugdunensem synodum contra Latinos
ναν πολλοὶ τῶν Γραικῶν φρονοῦντες τὰ τῶν Λατί, coactam fuisse, et ex Græcis plerosque Latinorun
νων, οἳ καὶ ἔφθειραν τὰ βιβλία, μὴ εὑρίσκεσθαι sententiæ assensum præbuisse, qui et libros corruβοῶντας τὴν κατ' αὐτῶν κρίσιν· εἶτ᾽ ἔφης, ὅτι ἐγέ perunt, ne contra eos latum in synodo judicium
νετο καὶ ἄλλη σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει τὰ " publicarent. Addidisti et aliam synodum Constanαὐτὰ τῇ ἐν Λουγδούνῳ καὶ αὕτη φρονήσασά τε καὶ
πράξατα, καὶ ἐν αὐτῇ ἔμειναν Γραικοί τινες Λατινοφρονήσαντες. Καὶ τελευτῶν ὡμολόγησας τὴν
ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν γενομένην ἐν Φλωρεντία,
καὶ αὐτὴν τὰ ὅμοια ταῖς πρὸ αὐτῆς ἐκφωνήσασαν,
καὶ πλῆθος πολὺ τῶν Γραικῶν ἔμεινε φρονοῦν τὰ
τῆς συνόδου ταύτης, ἥτις τὰ τῶν Λατίνων ἐδόξασεν.
Ορα οὖν πῶς μοι θαυμάζειν ἔπεισι τῶν ὑμετέρων
λόγων, ὅτι οὐ συμπεραίνουσιν ἀληθῆ. Εφης γὰρ
τὴν ἐν Λουγδούνῳ σύνοδον κατὰ Λατίνων εἶναι,
καὶ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει, τὰ αὐτὰ τῇ αὐτῇ
λέγουσαν, εἶτα μὴ δυνάμενος τὴν ἀλήθειαν κρύ
ψαι, ὥσπερ τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον, ἐπεὶ φανερά
ἐστιν (ἐν ταῖς ἡμέραις γὰρ ἡμῶν ἐγένετο, καὶ
πάντες γινώσκουσιν), ὡμολόγησας ἄκων καὶ ταύτην
δηλαδὴ τὴν ἐν Φλωρεντία γενομένην, τὰ αὐτὰ εἰ
ποῦσαν ταῖς πρὸ αὐτῆς. Ἀπὸ τῶν σῶν τοίνυν λότων συμπεραίνομεν, ὅτι οὐδὲν ἀληθὲς ἔφης. Εἰ γὰρ
νῦν ἐν τῇ Φλωρεντία ὑπὲρ Λατίνων ἐπράχθη,
ὥσπερ φαίνεται διαρρήδην, σὺ δὲ ἔφθης εἰπὼν,
ὅτι τὰ αὐτὰ καὶ αὕτη τῇ ἐν Λουγδούνῳ καὶ τῇ ἐν
Κωνσταντινουπόλει ἔπραξεν, έπεται ἀναγκαίως
κατὰ τὴ συγκεχωρημένον παρὰ σοῦ, ὅτι κἀκεῖναι
ὑπὲρ Λατίνων ἦσαν. Διὰ τοῦτο καὶ τότε καὶ νῦν
ὑπέμειναν οἱ συνεταὶ τῶν Γραικῶν τῇ ἀληθείᾳ μετά
τῶν συνόδων καὶ τῶν Λατίνων ὁμολογοῦντες.
Ρακ. Ἔμειναν, ἀληθῶς ἔφης, τινὲς, οὐκ ἐν τῇ
ὀρθῇ τῆς πίστεως ὁμολογία, τῇ τῶν Λατίνων δὲ
δόξῃ βεβαιωθέντες, γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἀνακηρύτα
τουσι· καὶ διὰ τοῦτο Λατινόφρονας αὐτοὺς ἀναμε
φιβόλως ἀποκαλοῦμεν.
Ακρ. Βαβαὶ τῆς τόλμης! βαβαί!
Εὐλ. Ελεῶ σε τῆς τόλμης, μᾶλλον δὲ θαυμάζω
κὰν τούτῳ, ὡς καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις τοῖς παρὰ σοῦ
εἰρημένοις.
Ρακ. Τί σοι τὸ θαυμαζόμενον; φράσον.
Ευλ. Ακούω σου, ὅτι καλεῖς Λατινόφρονας πασαν τὴν τῶν Γραικών Εκκλησίαν, τὴν Ἀνατολικὴν
δηλαδή, καὶ βασιλεῖς, καὶ πατριάρχας, ἀρχιεπισκόπους, ἐπισκόπους, ἡγουμένους, σταυροφόρους, καὶ
τοὺς λοιπούς, καὶ οὐ τοὺς δώδεκα μόνον. Εἰ οὖν ἡ
Ανατολική Εκκλησία πᾶσα τὰ τῶν Λατίνων ἐφράνησε, καὶ οἱ δύο κα, οἷς ἐγκαλεῖτε, τὰ τῆς ᾿Ανατ.-
tinopoli celebratam eadem, quæ et Lugdunensis
sentientem et stabilientem, in ipsa quoque Græcos
Latinis obsecundasse. Nnne demum fassus es, nostro boc ævo Florentiæ synodum celebratam similia
superioribus decrevisse, ingentemque Grecorum
multitudinem cum synodo sensisse, quæ Latinorum
sententiam comprobavit. Considera itaque ideo me
tuorum sermonum admiratione commoveri, quod
vera non concludant. Dixisti scilicet synodum Lugdunensem contra Latinos fuisse, et Constantinopolitanam a Lugdunensi minime diversam; posiea
cum non posses occultare veritatem, veluti lucer.
nam sub modio, quandoquidem palam est omnibus (nam his nostris diebus peracta est, et patel
omnibus), fassus es, licet invitus, hanc quoque
Florentinam synodum, superiores secutam, eadem
pronuntiasse. Tuis ergo verbis concludimus, te
longissime a vero abfuisse. Etenim si nunc Florentina pro Latinis, ut apertum manifestumque
est omnibus, celebrata est (tu vero dixeras eadem
ab ipsa, quæ et a Lugdunensi et Constantinopolttana terminata fuisse), necessario sequitur ex iis
quæ jam ipse concesseras, eas etiam pro Latinis
esse coactas. Proptereaque et tune et nunc sapientiores Græcorum cum synodis Latinisque in veritatis confessione perstitisse.
Rhac. Perstiterunt, vere dixisti, nonnulli, at now
in rectæ fidei confessione, sed in Latinorum sententia confirmati, quam aperto capite praedicant:
proptereaque cos cum Latinis sentientes sine ulio
dubio nuncupamus.
Aud. Pape audaciam! papa!
Pius. Miseret me tuam audaciam; neque minus
demiror de hoc, quam de aliis tuis dietis.
Rhac. Quid est quod admiraris? eſſare.
Pius. Audio abs te universam Græcorum Ecclesiam, Orientalem nempe, imperatores, patriarchias,
archiepiscopos, episcopos, abbates, crucigeros et
reliquos omnes, non duodecim tantum sacerdotes
et Latinos inter se concorditer congruere. Quare si
universa Orientalis Ecclesia Latinorum dogmati
adhæsit, et præterea hi duodecim, quos in judi-
col. 979–980page 12 of 75
PG 159:979ἐφρόνησεν, πῶς ἑτεροδόξους τούτους καλεῖτε, καὶ Λατινόφρονας, τοὺς τὰ τῆς Ἀνατολικῆς, καὶ ὑμε τέρας, καν μή θέλητε, Εκκλησίας φρονήσαντας; λικής Εκκλησίας φρονοῦσι, τουτέστιν, ἅπερ ἐκείνη Ρακ. Πᾶσα, ὡς ἔφης, ἡ ᾿Ανατολική Εκκλησία τὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν Λατίνων ἐφρόνησαν. Καὶ οἱ δώδεκα εφρόνησαν, ὡς αὐτή. Διὸ καὶ Λατινόφρο νας τούτους ἀποκαλοῦμεν. Εὐλ. Οὐ δεῖ κατὰ δίκαιον λόγον τους δώδεκα ἱερεῖς ἀποκαλεῖν Λατινόφρονας μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολικὴν Ἐκκλησίαν· ἐπειδὴ πρώτη εκείνη τὰ τῶν Λατίνων ἐφρόνησε, τούτους δὲ μετὰ ταῦτα ἀποκαλεῖν, ὡς ἐκείνῃ ἀκολουθήσαντας. Ρακ. Καλῶς λέγεις. Ἡμεῖς γὰρ καὶ αὐτῇ ἐγκα λοῦμεν, ὡς δυσσεβησάσῃ, καὶ τούτοις, ὡς ἐκείνη ἀμαθῶς ἐξακολουθήσασι. Οθεν Λατινόφρονας κἀκείνους καὶ τούτους ἀποκαλοῦμεν. Δικ. Ιλεως γενοῦ μοι, Θεέ, ἀκούοντι ἀσεβείας τοιαύτας. Εὐλ. Οὐκ οὖν ἐγκαλεῖς καὶ τῇ ᾿Ανατολική Εκ κλησίᾳ ὡς Λατινοφρονησάσῃ; Ρακ. Ναί, ἐγκαλοῦμεν αὐτῇ, καθὼς ἀρτίως ἤκουσας. Ἐπειδὴ τὰ τῶν Λατίνων ἐδέξατο, καὶ εκύρωσε δόγματα. Ακρ. Ἐν πεισμονῇ ὁ Πατὴρ διαλέγεται. Εὐλ. Εἰ οὖν ἡ ᾿Ανατολική Εκκλησία τὰ τῶν Λα τίνων έστερξε κατὰ σὲ, μία μετὰ τῆς Δυτικῆς ἐγέ νετο, καὶ οὐδεὶς ἀντερεῖ. Τοῦτο γὰρ καὶ τὸ σύμβολον ἀξιοῖ, μίαν δεῖν εἶναι τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν. Εἰ δὲ μία αἱ δύο γεγόνασι τῇ τε δόξῃ καὶ τῷ φρονήματι, καὶ αὕτη ἡ μία Ἐκκλησία ἢ ἐξ ἀμφο τέρων γλωσσών μία κηρυττομένη, ἐπλανήθη, καὶ ἑτεροδόξησε κατὰ σὲ, ποία ἄλλη Εκκλησία ἐστὶν ἡ ὀρθόδοξος, ᾖ σὺ ἐξακολουσθεῖς; Καὶ τῆς μὲν τὴν πίστιν διδάσκει σε; Ποῦ δὲ ἔμεινεν ἡ τῶν Γραί κῶν πίστις τε καὶ θρησκεία; Ποίᾳ δὲ Εκκλησίᾳ σὺ τὴν αἰδῶ, ὑποταγήν τε καὶ εὐλάβειαν ἀπονέμεις; καὶ τὸ βάπτισμα ἀπολαμβάνῃ, καὶ τὰ μυστήρια; Ρακ. Ἐν ᾧ ἂν ἀνθρώπῳ ἡ ὀρθόδοξος πίστις ἐμμείνῃ, τούτῳ εὐλαβῶς ὑποταγὴν καὶ αἰδὼ δίδω μι, καὶ διδάσκαλον αὐτὸν καὶ Ἐκκλησίαν κατέχω. ᾿Ακρ. Τοῦτο ἕως καὶ νῦν οὐκ ἠκούσθη. Εὐλ. Καὶ τίς ἔμεινεν ἐν τῇ τῶν Γραικῶν πίστει, ᾧ σὺ τὴν εὐλάβειαν ἀποδίδως; 'Ρακ. Επόν σοι, ὅτι μόνος ὁ Ἐφέσου ἀρχιερεὺς ἔμεινεν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει, ᾧ ὑποτάσσομαι, καὶ διδάσκαλον ἔχω. Εὐλ. Εἶπόν σοι κἀγὼ, ὅτι οὐ δεῖ τῷ ἑνὶ ἕπεσθαι, ἀλλὰ τοῖς πολλοῖ;. Πρῶτα μὲν, ὅτι εἰς ἄνθρωποςοὐ ποιεῖ Ἐκκλησίαν· ἔπειτα δὲ, ὅτι δεισιδαίμων καὶ σεπεισμένος τὸν νοῦν ἐκεῖνος ὑπῆρχεν. Ῥακ. Μὴ συκοφάντει τὸν θεῖον ἄνδρα ἐκεῖνον. Πλείω γὰρ τῶν ἄλλων ἐκεῖνος ἐφρύνει. ᾿Ακρ. Οὐδεὶς εὖ φρονῶν εἶπο: τοῦτο. Εὐν Πλείω της συνόδου πάσης;
9$0
ἐφρόνησεν, πῶς ἑτεροδόξους τούτους καλεῖτε, καὶ
Λατινόφρονας, τοὺς τὰ τῆς Ἀνατολικῆς, καὶ ὑμε
τέρας, καν μή θέλητε, Εκκλησίας φρονήσαντας;
cium vocatis, unum idemque cun Orientali Eccle- λικής Εκκλησίας φρονοῦσι, τουτέστιν, ἅπερ ἐκείνη
sia sentiunt, hoc est non diversa ab ea tenent, quomodo heterodoxos et Latinorum sententiæ addielos appellatis eos qui cum Orientali vestraque
Ecclesia, vobis eliam invitis, eumdem animum habent?
Rhac. Universa, ut ais, Orientalis Ecclesia, quæ
el synodus et Latini nunc dicunt omnia, necnon
hi duodecim concorditer tenent, ideoque eos cum
Latinis sentientes nuncuparius.
'Pius. Haud decore justeque facitis, qui duode-
-cim solos cum Latinis sentire dicitis, cum et universa Orientalis Ecclesia ita compellanda esset;
quandoquidem illa primum a Latinorum sententia
sterit. Hi vero post Orientalem Ecclesiam, tanquam qui eam secuti, illius vestigiis institerunt.
Rhac. Probe dicis; æque enim nos et ipsi, tanquam quæ impietatem admiserit, et hisce tanquam
qui illi ignoranter adheseriut, expostulamus. Hinc
tum illam, tum hos eadem atque Latini sentire
astruimus.
Dic. Propitius sis mili, Deus, qui similia impietalis plena verba andio.
"Pius. Expostulas itaque Orientali Ecclesiæ, quod
Latinorum dogmati adhæserit?
Rhac. lta est. Expostulamus, cum Latinorum
sententiam amplexata, Latinorum dogmata constaLiliverit.
Aud. Pater hic anini contentione decertat.
Pius. Si itaque Orientalis Ecclesia Latinorum
opinionibus assensum, ut tu ais, præbuit, una cum
Occidentali facta est, et nemo contra ibit; hoc
enim et Symbolum vult unam esse debere catholicam Ecclesiam. Quod si duæ et opinione et dogmate una facta est, et hæc una Ecclesia ex duabus
linguis concinnata aberravit, et alienam secuta est
per se fidem, quænam fuerit alia Ecclesia orthodoxa, quam ipse sequeris? Et quis te in fide instruit? Ubi item Græcorum fides atque religio remansit Cui ipse Ecclesiæ reverentiam, obedientiam et religionem exhibes? qua baptismum ac
sacramenta accipis?
Rhac. Homini in quo fides orthodoxa permanserit, religiose obedientiam et reverentiam exuibeo; illeque mihi est Ecclesia et magister.
Aud. lloc ad hæc usque tempora inauditum est.
Pius. Quis vero in Gide Græcorum perstitit, cui
tu reverentiam exhibueris?
Khac. Dixi tibi, solum Ephesium antistitem in
fide orthodoxa perseverasse, cui ipse subjicior, et
quem ut magistrum agnosco.
Pius. Tibi quoque ego dixi, non unum, sed plures esse sequendos. Primum, quod unus homo non
facit Ecclesiam; deinde vero, quod ille atra bile
sgitalus desipiebat mentis, nec compos animi erat.
Rhac. Ne sanctum virum dietis tuis differas. Neque
eaim tanta præditus sapientia quisquam alius fuit.
Aud. Nemo, dummodo recte sapiat, have dicet.
Pius. Nec etiam ipsa synodus?
Ρακ. Πᾶσα, ὡς ἔφης, ἡ ᾿Ανατολική Εκκλησία
τὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν Λατίνων ἐφρόνησαν. Καὶ
οἱ δώδεκα εφρόνησαν, ὡς αὐτή. Διὸ καὶ Λατινόφρο
νας τούτους ἀποκαλοῦμεν.
Εὐλ. Οὐ δεῖ κατὰ δίκαιον λόγον τους δώδεκα
ἱερεῖς ἀποκαλεῖν Λατινόφρονας μόνον, ἀλλὰ καὶ
αὐτὴν πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολικὴν Ἐκκλησίαν· ἐπειδὴ
πρώτη εκείνη τὰ τῶν Λατίνων ἐφρόνησε, τούτους
δὲ μετὰ ταῦτα ἀποκαλεῖν, ὡς ἐκείνῃ ἀκολουθή
σαντας.
Ρακ. Καλῶς λέγεις. Ἡμεῖς γὰρ καὶ αὐτῇ ἐγκα
λοῦμεν, ὡς δυσσεβησάσῃ, καὶ τούτοις, ὡς ἐκείνη
ἀμαθῶς ἐξακολουθήσασι. Οθεν Λατινόφρονας κακείνους καὶ τούτους ἀποκαλοῦμεν.
Δικ. Ιλεως γενοῦ μοι, Θεέ, ἀκούοντι ἀσεβείας
τοιαύτας.
Εὐλ. Οὐκ οὖν ἐγκαλεῖς καὶ τῇ ᾿Ανατολική Εκ
κλησίᾳ ὡς Λατινοφρονησάσῃ;
Ρακ. Ναί, ἐγκαλοῦμεν αὐτῇ, καθὼς ἀρτίως
ἤκουσας. Ἐπειδὴ τὰ τῶν Λατίνων ἐδέξατο, καὶ
εκύρωσε δόγματα.
Ακρ. Ἐν πεισμονῇ ὁ Πατὴρ διαλέγεται.
Εὐλ. Εἰ οὖν ἡ ᾿Ανατολική Εκκλησία τὰ τῶν Λατίνων έστερξε κατὰ σὲ, μία μετὰ τῆς Δυτικῆς ἐγέ
νετο, καὶ οὐδεὶς ἀντερεῖ. Τοῦτο γὰρ καὶ τὸ Σύμβο
λον ἀξιοῖ, μίαν δεῖν εἶναι τὴν καθολικὴν Ἐκκλη
σίαν. Εἰ δὲ μία αἱ δύο γεγόνασι τῇ τε δόξῃ καὶ τῷ
φρονήματι, καὶ αὕτη ἡ μία Ἐκκλησία ἢ ἐξ ἀμφο
τέρων γλωσσών μία κηρυττομένη, ἐπλανήθη, καὶ
ἑτεροδόξησε κατὰ σὲ, ποία ἄλλη Εκκλησία ἐστὶν
ἡ ὀρθόδοξος, ᾖ σὺ ἐξακολουσθεῖς; Καὶ τῆς μὲν τὴν
πίστιν διδάσκει σε; Ποῦ δὲ ἔμεινεν ἡ τῶν Γραί
κῶν πίστις τε καὶ θρησκεία; Ποίᾳ δὲ Εκκλησίᾳ σὺ
τὴν αἰδῶ, ὑποταγήν τε καὶ εὐλάβειαν ἀπονέμεις;
καὶ τὸ βάπτισμα ἀπολαμβάνῃ, καὶ τὰ μυστήρια;
Ρακ. Ἐν ᾧ ἂν ἀνθρώπῳ ἡ ὀρθόδοξος πίστις
ἐμμείνῃ, τούτῳ εὐλαβῶς ὑποταγὴν καὶ αἰδὼ δίδω
μι, καὶ διδάσκαλον αὐτὸν καὶ Ἐκκλησίαν κατέχω.
᾿Ακρ. Τοῦτο ἕως καὶ νῦν οὐκ ἠκούσθη.
Εὐλ. Καὶ τίς ἔμεινεν ἐν τῇ τῶν Γραικῶν πίστει,
ᾧ σὺ τὴν εὐλάβειαν ἀποδίδως;
'Ρακ. Επόν σοι, ὅτι μόνος ὁ Ἐφέσου ἀρχιερεὺς
ἔμεινεν ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει, ᾧ ὑποτάσσομαι, καὶ
διδάσκαλον ἔχω.
Εὐλ. Εἶπόν σοι κἀγὼ, ὅτι οὐ δεῖ τῷ ἑνὶ ἕπεσθαι,
ἀλλὰ τοῖς πολλοῖ;. Πρῶτα μὲν, ὅτι εἰς ἄνθρωπος
οὐ ποιεῖ Ἐκκλησίαν· ἔπειτα δὲ, ὅτι δεισιδαίμων
καὶ σεπεισμένος τὸν νοῦν ἐκεῖνος ὑπῆρχεν.
Ῥακ. Μὴ συκοφάντει τὸν θεῖον ἄνδρα ἐκεῖνον.
Πλείω γὰρ τῶν ἄλλων ἐκεῖνος ἐφρύνει.
᾿Ακρ. Οὐδεὶς εὖ φρονῶν εἶπο: τοῦτο.
Εὐν Πλείω της συνόδου πάσης;
col. 981–982page 13 of 75
PG 159:981Ρακ. Πλείω Ακρ. 'Αναίσθητον τὸ ῥηθὲν ἤδη. Ελλ. Οὕτω καὶ οἱ περὶ τὴν ᾿Αρειον φήσουσιν, ὅτι πλείω τῆς συνόδου ἐκεῖνος ἐφρόνει. Δικ. Δικαιότατ' ἂν φήσαιεν. Ρακ. (15 μένουν. Αδικώτατ᾽ ἂν οἱ περὶ "Αρειον οὕτως εἴπωσιν. Οὐ γὰρ ὅμοιος οὗτος ἐκείνῳ. Εὐλ. Πῶς οὖν; 'Ρακ. "Οτι ἐκεῖνος οἴκοθεν αἵρεσιν ἐξηρεύξατο, οὗτος δὲ, ὧν πρόπυλαι οἱ Γραικοὶ ἐφρύνουν, ύπερ ασπίζων ἦν. Εὐι. Καὶ ποῦ ἔδει κριθῆναι, ἃ οἱ Γραικοί πρό παλαι καὶ οἱ Λατῖνοι ἐφρύνουν, οὐκ ἐν τῇ συνόδῳ τῇ οἰκουμενικῇ; Δικ. Κατὰ δίκαιον λόγον οὐκ ἀλλαχοῦ τὴν κρίσιν ἔδει γενέσθαι, ἀλλ᾽ ἢ ἐν τῇ οἰκουμενική συνόδῳ. Η Διὰ τοῦτο γὰρ οἰκουμενικὴ λέγεται, ὅτι τὰ οἰκουμενικὰ εγκλήματα κρίνονται ἐν αὐτῇ. Ρακ. Εξ λέγεις. Ἐκεῖ ἔδει κριθῆναι ἐν τῇ συν όδῳ, ἀλλ᾽ οἱ Λατίνοι τους Γραικούς δώροις δεξιωσάμενοι, καὶ ἱκανῶς λυμηνάμενοι ἔκριναν, ὡς ἡβου λήθησαν. Ακρ. Κλείσω τὰ ὦτά μου τοιαῦτα μὴ ἀκούειν. Ευλ. Απορίας ἐπ' ἀπορίαις ἐπισυνάπτεις μοι νῦν. 'Ρακ. Τί ἀπορεῖς; Εὐλ. Οἱ Λατίνοι καὶ οἱ Γραικοὶ οὐ διὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν συνῆλθον; Ρακ. Αλλά ναί. Εὐλ. Καὶ πῶς οὖν οὕτως ἐγένετο, ὅτι οἱ μὲν Αγόραζον, οἱ δὲ τὴν πίστιν ἐπώλουν; Τί ἐστι τοῦτο; Οὐκ ἔστι μᾶλλον δυσσέβεια ήπερ εὐσέβεια; Δικ. Αναμφιβόλως ἀσέβεια καὶ μεγίστη ἐστί. Ρακ. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς αὐτῇ οὐχ ὑπείκομεν, ὡς δυσσεβητάσῃ ἕνεκεν τῶν δογμάτων, καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ Πατέρας ἀποστρεφόμεθα, ὡς τὴν πίστιν ἕνεκα δώρων προδόντας. Καὶ καλῶς ποιοῦμεν, τὸν μὴ και νωνήσαντα τῆς ἀθέσμου δόξης αὐτὸν Ἐκκλησίαν ἔχειν, καὶ αὐτῇ μάχεσθαι, ὡς συναγωγῇ, καὶ οὐ συνόδῳ. Τούτου παράδειγμα τὸν θεῖον ἔχομεν Μάξιμον. Μετὰ γὰρ τὴν τετάρτην σύνοδον οἱ Μονοθελῆται σύνοδον συναθροίσαντες, τὴν ἑαυτῶν αἵρεσιν ἀναφανδόν ἀνεκήρυξαν, καὶ οἰκουμενικήν, φεῦ τῆς ἀβελτηρίας! αὐτὴν τοῖς πᾶσι διατρανώσαντες, καὶ πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολὴν σχεδὸν ὑπὸ τὴν αὐτῶν ἀσέβειαν καταπείσαντες, τὸν θεῖον ἄνδρα τοῦτον βιάζουσι τῇ ἑαυτῶν αἱρέσει ὁμονοῆσαι. Πάσα, φασὶν, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὁμονοει· μόνος δὲ σύ γε τῶν ἄλλων ἐγκαυχῇ φρονήσει πάντων ὑπερέχειν;ν Ἐκεῖ νος δὲ δύο τῶν μαθητῶν, οι μόνοι παρῆσαν αὐτῷ, τῶν ἄλλων ἁπάντων εἰς τὴν αἵρεσιν εμπεπτωχά των, πρὸς ἑαυτὸν ἐπισυνάγων καὶ εναγκαλιζόμενος, Ημεῖς, ἔφασκεν, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.» Στέφανον δὲ οἴδαμεν τῆς ἕκτης συνόδου τῆς ἐν Κων σταντινουπόλει γενομένης τἀναντία λέγοντά τε καὶ πράττοντα, καὶ μηδόλως ταύτῃ βουλόμενον πεί Θεσθαι. "Οθεν κινδύνους ἀφορήτους ὑπέστη, και
Ρακ. Πλείω
Ακρ. 'Αναίσθητον τὸ ῥηθὲν ἤδη.
Ελλ. Οὕτω καὶ οἱ περὶ τὴν ᾿Αρειον φήσουσιν,
ὅτι πλείω τῆς συνόδου ἐκεῖνος ἐφρόνει.
Δικ. Δικαιότατ' ἂν φήσαιεν.
Ρακ. (15 μένουν. Αδικώτατ᾽ ἂν οἱ περὶ "Αρειον
οὕτως εἴπωσιν. Οὐ γὰρ ὅμοιος οὗτος ἐκείνῳ.
Εὐλ. Πῶς οὖν;
'Ρακ. "Οτι ἐκεῖνος οἴκοθεν αἵρεσιν ἐξηρεύξατο,
οὗτος δὲ, ὧν πρόπυλαι οἱ Γραικοὶ ἐφρύνουν, ύπερασπίζων ἦν.
Εὐι. Καὶ ποῦ ἔδει κριθῆναι, ἃ οἱ Γραικοί πρό
παλαι καὶ οἱ Λατῖνοι ἐφρύνουν, οὐκ ἐν τῇ συνόδῳ
τῇ οἰκουμενικῇ;
khat. Plane.
And. Homo hic stolidior saxo est.
Pius. Ha respondebunt et Arii asseclæ. Plus
eum synodo universa sapuisse.
Dic. Et merito modis omnibus dicerent.
Rhac. Nequaquam. Immerito qui Arfum sectanur, prouuntiarent. Neque enim illi hie similis est.
Pius. Quomodo?
Rhac. Quod ille ex propriis heresin eroctavi.
llic autem, quæ multo ante Graci sapiebant, pr
pugnabat.
Pins. Etabinam dijudicanda erant, quæ Græri
Latinique antiquitus sapiebant? An non in synodo
oreumenica?
Dic. Si juris æquabilis ratio tenenda est, judicium
Δικ. Κατὰ δίκαιον λόγον οὐκ ἀλλαχοῦ τὴν κρίσιν
ἔδει γενέσθαι, ἀλλ᾽ ἢ ἐν τῇ οἰκουμενική συνόδῳ. Η πou alibi, nisi in synodo cecumenien instituendum
Διὰ τοῦτο γὰρ οἰκουμενικὴ λέγεται, ὅτι τὰ οἰκου
μενικά εγκλήματα κρίνονται ἐν αὐτῇ.
Ρακ. Εξ λέγεις. Ἐκεῖ ἔδει κριθῆναι ἐν τῇ συνόδῳ, ἀλλ᾽ οἱ Λατίνοι τους Γραικούς δώροις δεξιω
σάμενοι, καὶ ἱκανῶς λυμηνάμενοι ἔκριναν, ὡς ἡβουλήθησαν.
Ακρ. Κλείσω τὰ ὦτά μου τοιαῦτα μὴ ἀκούειν.
Ευλ. Απορίας ἐπ' ἀπορίαις ἐπισυνάπτεις μοι
νῦν.
'Ρακ. Τί ἀπορεῖς;
Εὐλ. Οἱ Λατίνοι καὶ οἱ Γραικοὶ οὐ διὰ τὴν τοῦ
Χριστοῦ πίστιν συνῆλθον;
Ρακ. Αλλά ναί.
Εὐλ. Καὶ πῶς οὖν οὕτως ἐγένετο, ὅτι οἱ μὲν
Αγόραζον, οἱ δὲ τὴν πίστιν ἐπώλουν; Τί ἐστι τοῦτο;
Οὐκ ἔστι μᾶλλον δυσσέβεια ήπερ εὐσέβεια;
eral. Propterea enim universalis dicitur, quod aniversales criminationes, sive litigia in ea examinantur et judicantur.
Rhae. Optime dictum. in synode dijudicandum
erat. Verumtamen Latini Græcos muneribus·afeclos et largitionibus, misere obcæcatos corru -
pere; sicque postea, ut libitum illis fuit, judicium
latum est.
Aud. Obturabo aures meas ne simiña audiant.
Pius. Nune denuo dubitationibus dubitationes
addis.
Ahac. Quid est hoe, quod animum incertat tuum?
Pius. Latini et Græci nonne propter Christi
fidem convenere?
Rac. Ita est.
Pius. Quomodo itaque id fieri potuit, ut hi fidem
emerent, illi venundarentur? Quid hoe fuerit?
Nonne id potius impietatis quam pietatis est?
Dic. Procul dubio impietatis ¡Hiusque maximæ.
Rhac. Propterea nos illam non amplectimur,
tanquam quæ circa dogmata impie egerit, et Patres,
qui in cam venere, detestamur, tanquain qui fidem
muneribus prodiderint. Et recte aginus, cum eun
qui eorum impiæ opinionis particeps non fuit, Ecclesiam appellamus, illique veluti Synagogæ, et non
synodo contradiciinus, exemplo divini Maximi.
Namque post quartai synodum Monothelitæ congregala synodo propriam lugeresin palam prædicaΔικ. Αναμφιβόλως ἀσέβεια καὶ μεγίστη ἐστί.
Ρακ. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς αὐτῇ οὐχ ὑπείκομεν, ὡς
δυσσεβητάσῃ ἕνεκεν τῶν δογμάτων, καὶ τοὺς ἐν
αὐτῇ Πατέρας ἀποστρεφόμεθα, ὡς τὴν πίστιν ἕνεκα
δώρων προδόντας. Καὶ καλῶς ποιοῦμεν, τὸν μὴ και
νωνήσαντα τῆς ἀθέσμου δόξης αὐτὸν Ἐκκλησίαν
ἔχειν, καὶ αὐτῇ μάχεσθαι, ὡς συναγωγῇ, καὶ οὐ
συνόδῳ. Τούτου παράδειγμα τὸν θεῖον ἔχομεν Μάξιμον. Μετὰ γὰρ τὴν τετάρτην σύνοδον οἱ Μονοθε
λῆται σύνοδον συναθροίσαντες, τὴν ἑαυτῶν αἵρεσιν
ἀναφανδόν ἀνεκήρυξαν, καὶ οἰκουμενικήν, φεῦ τῆς runt. Et eam universalem, Ireu dementiam! otamiἀβελτηρίας! αὐτὴν τοῖς πᾶσι διατρανώσαντες, καὶ
πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολὴν σχεδὸν ὑπὸ τὴν αὐτῶν ἀσέβειαν
καταπείσαντες, τὸν θεῖον ἄνδρα τοῦτον βιάζουσι
τῇ ἑαυτῶν αἱρέσει ὁμονοῆσαι. Πάσα, φασὶν, ἡ
τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ὁμονοει· μόνος δὲ σύ γε τῶν
ἄλλων ἐγκαυχῇ φρονήσει πάντων ὑπερέχειν;ν Ἐκεῖ
νος δὲ δύο τῶν μαθητῶν, οι μόνοι παρῆσαν αὐτῷ,
τῶν ἄλλων ἁπάντων εἰς τὴν αἵρεσιν εμπεπτωχά
των, πρὸς ἑαυτὸν ἐπισυνάγων καὶ εναγκαλιζόμενος,
• Ημεῖς, ἔφασκεν, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.»
Στέφανον δὲ οἴδαμεν τῆς ἕκτης συνόδου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης τἀναντία λέγοντά τε καὶ
πράττοντα, καὶ μηδόλως ταύτῃ βουλόμενον πείΘεσθαι. "Οθεν κινδύνους ἀφορήτους ὑπέστη, και
bus declarantes, et nuiversum Orientem fære propria
impietate prementes, divinum bunc virum cogebant
ut secum concordiam conglutinaret: «Omnis, aiunt,
Christi Ecclesia concors est. Solus tu inter alios
gloriaris, reliquos omnes prudentia superare?»
Ille vero duos ex discipulis, qui ipsi aderant, cæloris omnibus in hæresim prolapsis, ad se trabens,
amplectensque: Vos, dicebat, Christi Ecclesia
estis. Sic scimus Stephanum sexta Constantinopolitanæ synodi adversarium et oppugnatorem, illique modis omnibus refragantem, unde intolerabilia discrimina subiit, tandemque illi repugnans,
martyrio coronatus est; ut si quis Ecclesiam couspexerit fraudibus implicatam, juremerito dicet,
col. 983–984page 14 of 75
PG 159:983τελευταῖον, ἐμαρτύρησε κατ' αὐτῆς. Ὥστε ἐάν τις ἴδῃ τὴν Ἐκκλησίαν ἀπατηθεῖσαν, δύναται εἰπεῖν αὐτὸν μόνον Ἐκκλησίαν εἶναι κατὰ τὸν Μάξιμον, καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖν ἐκείνῃ μὴ πείθεσθαι, κατ' αὐτὸν τὸν ὁμολογητήν καὶ θεῖον Στέφανον. Εὐλ. Οὕτω φήσουσι καὶ οἱ περὶ "Αρειον, καὶ Εὐα νόμιον, καὶ Νεστόριον, Εὐτυχία τε, καὶ Διόσκορον, καὶ ἁπλῶς πάντες οἱ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἀν τίπαλοι, ὅτι ἡσέβησαν, οἱ τῆς συνόδου Πατέρες, ἵνα τὸ οἰκεῖον δίγμα συστήσωσιν. Καὶ ποῦ θήσομεν τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ πίστιν, εἰ αἱ οι κουμενικαὶ σύνοδοι ἐπλανήθησαν; οὐκ ἔστι τοῦτο, οὐκ ἔστιν. Οὐ γὰρ δύναται οἰκουμενικὴ σύνοδος πλα νηθῆναι. Μᾶλλον δ' αἴρεσίς ἐστιν εἰπεῖν τοῦτο. ΕΙ γὰρ ὁ ὁμολογητής καὶ θεῖος Μάξιμος εἶπεν, ἐκεῖνον μόνον Ἐκκλησίαν εἶναι, μετὰ τῶν δύο αὐτοῦ μαθη τῶν, καλῶς καὶ ἐπαινετῶς εἶπεν. Οὐ γὰρ ἑαυτὸν ἐνόμιζεν Ἐκκλησίαν εἶναι ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἀνὴρ. εἰ καὶ θαρσαλέως φαίνεται εἰρηκώς τοῦτο. 'Αλλ' ἔδειξεν ἐναργῶς ἐν τῷ ἀγκαλίσασθαι τοὺς δύο μαθητὰς αὐτ τοῦ, καὶ εἰπεῖν, Ἡμεῖς ἐσμεν ἡ τοῦ Χριστοῦ Εκ κλησία, ὅτι ἡ ὁμολογία τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς τετάρτης συνόδου, καὶ ἡ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐν ἡμῖν ἐστιν, καὶ ἐν ἡμῖν μένει, καὶ αὐτῇ κατὰ πάντα ὑπείχομεν, καὶ τοῖς ὅροις αὐτῆς ἐμμένομεν καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τῷ εἰπεῖν, ο ᾿Αποστείλατε πρὸς τὸν Ῥώμης λαβεῖν συγχώρησιν. Οὐ γὰρ δύνα μαι ἐγὼ λῦσαι ὑμᾶς τῆς αἱρέσεως, ψιλὸς ὑπάρχων μοναχός.» Εἶτα οὐχ ὑπὲρ τοπικῆς οὗτος, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς οἰκουμενικῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τετάρτης συνο άδου ἐμάχετο, τῶν αἱρετικῶν κατ' αὐτῆς πραττόν των πολλάς τοπικὰς καὶ μερικὰς συνόδους. Ο θείος δὲ Στέφανος εἰ τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ ἀντεῖπε, δικαίως καὶ εὐσεβῶς ἐποίησεν. Εκείνη γὰρ σύνοδος οὐκ ἦν εἰκουμενικὴ, ἀλλὰ τοπικὴ, καὶ λίαν ἄθεος καὶ ἀσε βεστάτη. Κατὰ τῶν ἁγίων γὰρ συνηθροίσθη. "Οθεν ἐν αὐτῇ πάντων ὑποκυψάντων, αὐτὸς οὐχ ὑπήκουσεν, ἀλλ' ἀντέστη, καὶ ἤλεγξεν αὐτούς, ὡς οὔτε ἁγία ἦν ἡ αὐτῶν συνάθροισις, οὔτε μὴν οἰκουμενικὴ. «Πῶς, φησίν, οἰκουμενικὴν τολμᾶτε καλέσαι τὴν ὑμετέραν σύνοδον, ἐφ' ᾗ οὐχ ὁ Ρώμης εὐδόκησε πρόεδρος; ο ᾿Αλλὰ ταύτην τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ δηλαδή γενομένην, οὐ δύναταί τις εἰπεῖν μὴ οἰκουμενικὴν εἶναι. Πάππας γὰρ ἐν αὐτῇ, καὶ βασιλεὺς ὑπῆρχε, καὶ πατριάρχαι, καὶ πᾶσα ἡ οἰκουμένη διὰ τοποτηρητῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἀπλανῆ λέγομεν αὐτὴν εἶναι. Τοπικὴν γὰρ δυνατόν ἐστι πλανηθῆναι, καὶ ἀπατηθῆναι αἱρέσει, ὡς ἡ νῦν εἰρημένη τοῦ θείου Στεφάνου, καὶ ἡ ἐν Ἐφέσῳ τὸ πρότερον ληστρική κατονομα σθεῖσα, καὶ ἄλλαι πλεῖσται, αἱ κατὰ τοῦ ὁμοουσίου συναθροισθεῖσαι. Οἰκουμενικὴ δὲ ἥκιστα πλανηθήναι δύναται, ὡς πολλάκις είρηται. Εἰ οὖν οὕτω, πως ταύτης οἰκουμενικῆς οὔσης, ἡ Ἐκκλησία εὑρέθη ἀπατηθεῖσα, ἡ μηδέποτε πλανηθεῖσα; Ρακ. Εἰ ἄλλοτε οὐκ ἐπλανήθη, ὡς φῂς, ἀλλὰ νῦν φαίνεται πλανηθεῖσα· πρῶτον μὲν, ὅτι οἱ ἡμέτεροι ὑποσχέσεσι καὶ τιμαῖς ὑπαχθέντες ἐκεῖ, καὶ δῶρα χαρα! ἱκανὰ λαβόντες ἡνώθησαν, καὶ ᾿πέγραψαν
cecreto Maxlini ipsum solum Ecclesiam esse, indu- τελευταῖον, ἐμαρτύρησε κατ' αὐτῆς. Ὥστε ἐάν τις
cereque alios, ne illi fidem adhibeaut dicto homologetæ divinique Stephani.
Pius. Non alia dicent, qui Arium, Eunomium,
Nestorium, Eutychem et Dioscorum sequuntur,
et uno verbo omnes universalium synodorum
hostes, synodi Patres in ecclesiasticam pietatem
nefarie egisse, ut propriam ipsi hæresim constabiliant. Quonam porro in loco ponemus et Christi
Ecclesiam, et fidem, si universales synodi a
recto aberrarunt? Non est hoc, non est. Neque
enim potest synodus universalis errare. Hæresis
est hoc affirmare. Homologeta siquidem et divinus Maximus, cum se solum cum duobus suis
discipulis Ecclesiam esse pronuntiat, recte et
laudabiliter dicit. Non enim semetipsum divinus
ille vir Ecclesiam esse existimabat, licet id audacter videretur asserere: sed plane demonstravit,
cum suos duos discipulos amplecteretur, et diceret: e Nos suinus Christi Ecclesia, professionem
sanctæ et universalis quartæ synodi, et Romanæ
Ecclesie in illis esse, et in illis manere, et illi
in omnibus subdi, et in illius statutis perseverare; idque ostendit, dum dicit:. Mittite ad Romanum, ut venia vobis concedatur. Neque enim
inse simplex monachus vos possum ab hæresi
absolvere.» Deinde ille non pro nationali, sed
pro universali sancta et magna synodo pugnabat, adversum quam hæretici multas nationales
particularesque synodos cogebant. Divinus autem Stephanus illi synodo contradicens juste
pieque agebat, cum illa non esset universalis,
sed nationalis, et quæ sanctum jus omne scelere
ac perfidia violaverat. Contra enim sanctos
coacta fuerat. Ilinc in illa cum omnes manus
dedissent, ipse non cessit, sed restitit, illosque
expostulavit; quare eorum congregatio neque
sancta fuit, neque universalis. Quomodo, ait,
universaleın vestram synodum nuncupare audetis,
cui placitum Romani præsulis non accessit?»
Verumtamen synodum Florentiæ celebratam new o
dicet, meumenican non fuisse, in qua papa,
et imperator, et patriarcha, universus denique
orbis per oratores interfuit: proptereaque ipsam
infallibilem esse asseverainus. fieri namque potest, ut nationalis aberret, prolabaturque in bæreses, ut quam jam diximus sancti Stephani, et
Ephesina prima latrocinalis nuncupata, aliæque
plurima contra homousion coactæ. Sed universalis minime fabli potest, nt sæpe diximus. Id
si ita est, quanam ratione, cum hæc universalis
sit, Ecclesia fraudem passa est, quae nunquam
a recto aberravit
Rhao: Si alias in fraudem non incurrit, ut ais,
at nunc incurrisse videtur: primum, quod nostri
pollicitationibus ac muneribus in synodo seducti,
Ct donis abundantibus manu contrectatis uniti
ἴδῃ τὴν Ἐκκλησίαν ἀπατηθεῖσαν, δύναται εἰπεῖν
αὐτὸν μόνον Ἐκκλησίαν εἶναι κατὰ τὸν Μάξιμον,
καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖν ἐκείνῃ μὴ πείθεσθαι, κατ'
αὐτὸν τὸν ὁμολογητήν καὶ θεῖον Στέφανον.
Εὐλ. Οὕτω φήσουσι καὶ οἱ περὶ "Αρειον, καὶ Εὐα
νόμιον, καὶ Νεστόριον, Εὐτυχία τε, καὶ Διόσκορον,
καὶ ἁπλῶς πάντες οἱ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἀν
τίπαλοι, ὅτι ἡσέβησαν, οἱ τῆς συνόδου Πατέρες,
ἵνα τὸ οἰκεῖον δίγμα συστήσωσιν. Καὶ ποῦ θήσομεν
τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καὶ πίστιν, εἰ αἱ οικουμενικαὶ σύνοδοι ἐπλανήθησαν; οὐκ ἔστι τοῦτο,
οὐκ ἔστιν. Οὐ γὰρ δύναται οἰκουμενικὴ σύνοδος πλα
νηθῆναι. Μᾶλλον δ' αἴρεσίς ἐστιν εἰπεῖν τοῦτο. ΕΙ
γὰρ ὁ ὁμολογητής καὶ θεῖος Μάξιμος εἶπεν, ἐκεῖνον
μόνον Ἐκκλησίαν εἶναι, μετὰ τῶν δύο αὐτοῦ μαθη
τῶν, καλῶς καὶ ἐπαινετῶς εἶπεν. Οὐ γὰρ ἑαυτὸν
ἐνόμιζεν Ἐκκλησίαν εἶναι ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἀνὴρ. εἰ
καὶ θαρσαλέως φαίνεται εἰρηκώς τοῦτο. 'Αλλ' ἔδειξεν
ἐναργῶς ἐν τῷ ἀγκαλίσασθαι τοὺς δύο μαθητὰς αὐτ
τοῦ, καὶ εἰπεῖν, Ἡμεῖς ἐσμεν ἡ τοῦ Χριστοῦ Εκκλησία, ὅτι ἡ ὁμολογία τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς
τετάρτης συνόδου, καὶ ἡ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας
ἐν ἡμῖν ἐστιν, καὶ ἐν ἡμῖν μένει, καὶ αὐτῇ κατὰ
πάντα ὑπείχομεν, καὶ τοῖς ὅροις αὐτῆς ἐμμένομεν·
καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τῷ εἰπεῖν, ο ᾿Αποστείλατε
πρὸς τὸν Ῥώμης λαβεῖν συγχώρησιν. Οὐ γὰρ δύναμαι ἐγὼ λῦσαι ὑμᾶς τῆς αἱρέσεως, ψιλὸς ὑπάρχων
μοναχός.» Εἶτα οὐχ ὑπὲρ τοπικῆς οὗτος, ἀλλ' ὑπὲρ
τῆς οἰκουμενικῆς ἁγίας καὶ μεγάλης τετάρτης συνο
άδου ἐμάχετο, τῶν αἱρετικῶν κατ' αὐτῆς πραττόν
των πολλάς τοπικὰς καὶ μερικὰς συνόδους. Ο θείος
δὲ Στέφανος εἰ τῇ συνόδῳ ἐκείνῃ ἀντεῖπε, δικαίως
καὶ εὐσεβῶς ἐποίησεν. Εκείνη γὰρ σύνοδος οὐκ ἦν
εἰκουμενικὴ, ἀλλὰ τοπικὴ, καὶ λίαν ἄθεος καὶ ἀσεβεστάτη. Κατὰ τῶν ἁγίων γὰρ συνηθροίσθη. "Οθεν
ἐν αὐτῇ πάντων ὑποκυψάντων, αὐτὸς οὐχ ὑπήκου
σεν, ἀλλ' ἀντέστη, καὶ ἤλεγξεν αὐτούς, ὡς οὔτε
ἁγία ἦν ἡ αὐτῶν συνάθροισις, οὔτε μὴν οἰκουμε
νική. «Πῶς, φησίν, οἰκουμενικὴν τολμᾶτε καλέσαι
τὴν ὑμετέραν σύνοδον, ἐφ' ᾗ οὐχ ὁ Ρώμης εὐδόκησε
πρόεδρος; ο ᾿Αλλὰ ταύτην τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ δηλαδή
γενομένην, οὐ δύναταί τις εἰπεῖν μὴ οἰκουμενικὴν
εἶναι. Πάππας γὰρ ἐν αὐτῇ, καὶ βασιλεὺς ὑπῆρχε,
καὶ πατριάρχαι, καὶ πᾶσα ἡ οἰκουμένη διὰ τοποτηρητῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἀπλανῆ λέγομεν αὐτὴν εἶναι.
Τοπικὴν γὰρ δυνατόν ἐστι πλανηθῆναι, καὶ ἀπατηθῆναι
αἱρέσει, ὡς ἡ νῦν εἰρημένη τοῦ θείου Στεφάνου,
καὶ ἡ ἐν Ἐφέσῳ τὸ πρότερον ληστρική κατονομα
σθεῖσα, καὶ ἄλλαι πλεῖσται, αἱ κατὰ τοῦ ὁμοουσίου
συναθροισθεῖσαι. Οἰκουμενικὴ δὲ ἥκιστα πλανηθήναι
δύναται, ὡς πολλάκις είρηται. Εἰ οὖν οὕτω, πως
ταύτης οἰκουμενικῆς οὔσης, ἡ Ἐκκλησία εὑρέθη
ἀπατηθεῖσα, ἡ μηδέποτε πλανηθεῖσα;
Ρακ. Εἰ ἄλλοτε οὐκ ἐπλανήθη, ὡς φῂς, ἀλλὰ νῦν
φαίνεται πλανηθεῖσα· πρῶτον μὲν, ὅτι οἱ ἡμέτεροι
ὑποσχέσεσι καὶ τιμαῖς ὑπαχθέντες ἐκεῖ, καὶ δῶρα
χαρα! ἱκανὰ λαβόντες ἡνώθησαν, καὶ ᾿πέγραψαν
col. 985–986page 15 of 75
PG 159:985μετὰ δὲ τὴν ἐς Κωνσταντινούπολιν αὐτῶν ἐπάνοδον; διαῤῥήδην ἐφάνη τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτῶν γνώμη, ὁποία ἦν. Ελεγον γὰρ ὁ μὲν, ο Συνηρπάγην ἐκεῖ, καὶ ὑπέκυψα τῷ Λατινισμῷ, καὶ νῦν μετανοώ. Κακῶς γὰρ ἐποίησα· ν ὁ δὲ, «Ἡ χείρ μου ἐστιν ἡ ὑπο γράψασα. Εκκόψατε αὐτήν, ὅτι κακῶς ὑπέγραψε. Καὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ οἱ πλείονες ἔλεγον. Οὐκοῦν σύνοδον μετὰ δώρων λυμηναμένην τοὺς ἱερούς ἄν δρας. ἔτι καὶ βία ποιήσασαν αὐτοὺς υπογράψει, ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ὑποδέξασθαι, καὶ μᾶλλον, ὡς ἔφην, οἱ ἐκεῖ ὑπογράψαντες ὧδε ταναντία αὐτῇ λέγουσι. Ο δ' Εφέσου οὐ μόνον οὐχ ὑπέγραψεν, ἀλλὰ καὶ ἐλθὼν ἐς Κωνσταντινούπολιν, ἐπιστολὰς καὶ κεφά λαια κατὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν Λατίνων ἐξέδωκε. Πῶς οὖν ἡμεῖς στέρξομεν σύνοδον, ἦν αὐτοὶ οἱ συν τιθέμενοι ἀποβάλλουσιν; Ευλ. Εγώ σοι καὶ τοῦτο καθαρώτατα διασαφη νίσω, καὶ μετὰ πάσης ἀληθείας τὸ πραγμά σοι διη γήσομαι. Εἰ μὲν σκανδαλίζῃ, ὅτι δῶρα λαβόντες οἱ Πατέρες ὑπέγραψαν, τοῦτο οὐ δεῖ σε ταράττειν. Οὐ γὰρ μόνον ἐν τῷ τέλει τῆς συνόδου τους στατήρας ἔλαβον οἱ Πατέρες, οὔστινας τὸ δῶρα καλεῖς· καὶ γὰρ κατὰ δίκαιον λόγον οὐ δῶρα, ἀλλὰ προμήθειαν τῶν τροφῶν αὐτῶν ἕνεκεν εἴποι τις ἄν· οὐ γὰρ εἰ χον ἐκεῖνοι ποιεῖν ταναλώματα, ἀπελθεῖν ἐς Ιτα λίαν ἀπὸ ἡλίου Ανατολῶν. Πένητες γὰρ ἦσαν. Η οὐ γινώσκομεν τὰς ἐπισκοπάς τε καὶ μητροπόλεις τῆς Ανατολῆς ἁπάσης, ὅτι πενέσταταί εἰσι; Ταύτην γὰρ προβάλλοντα την πρόφασιν οἱ ἡμέτεροι, ὅτι Οὐκ ἔχομεν ἀναλώματα ἐξ οἰκείων· πένητες γάρ ἐσμεν, ἀπελθεῖν ἐς Ἰταλίαν. ο Διὰ τοῦτο ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος καὶ μακάριος τῷ ὄντι καὶ θεῖος ἀνὴρ, Εὐγέ γιας δηλαδὴ ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ἀρχιερεὺς, πᾶσαν τὴν πρόσοδον αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ σκεύη αὐτοῦ ἀργυρᾶ καὶ χρυσά κατηνάλωσεν ἐπὶ τούτῳ τῷ ἔργῳ, καὶ τελευταῖον τὴν μήτραν αὐτοῦ ἐνέχυρον ἔδωκε τοῖς Φλωρεντίοις, τεσσαράκοντα χιλιάδες χρυσίνους παρ' αὐτῶν δάνειον λα βῶν, καὶ ὑπόχρεως ὁ ἁγιώτατος ἐκεῖνος ἐγένετο, ἵνα μὴ γογγίσῃ τις τῶν Γραικῶν διὰ τὸ σιτηρέσιον αὐτοῦ. Ἀλλ' ἐκεῖνοι ἔτι τῶν χρυσίνων ὄντων ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν κατελάλουν αὐτοῦ, οἱ ἀχάριστοι, ὥσπερ καὶ νῦν ἔτι ποιοῦσιν. Πορεύονται γάρ τινες ἐκεῖ ζη τοῦντες ἐλεημοσύνην, καὶ ἐλεοῦσιν αὐτοὺς πρῶτον ὁ πάππας, εἶτα οἱ καρδινάλεις· ἐκεῖθεν δὲ ἐξερχόμενοι, ββρεις και λοιδορίας κατ' αὐτῶν ἀναιδέστατα χέουσιν. Διατί οὖν, εἰπέ μοι, τὰ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα αναλώματα προκατεβάλετο, καὶ ὑπέστη τὴν τοσαύ την ζημίαν; Τίνος ένεκεν; Ινα κερδήσῃ ἐπίγειον τι; Η ἵνα τύχη μείζονος ἀξιώματος; "11 ένα ποιή σωσιν αὐτὸν οἱ Γραικοί μείζονα παρ' ὅ ἦν; Ρακ. Ναὶ διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τους Γραικούς, ἵνα αὐτὸν βεβαιώσωσιν, ὅτι ἱκανῶς παρὰ τοῦ ἀντιπάππα ἠνωχλεῖτο, καὶ σύνοδος κατ' αὐτοῦ ἐν Βασιλείᾳ ἐγέ Σετο. Καὶ εἰ οἱ ἡμέτεροι οὐκ ἀπῆλθον, καταδικαζό
€85
DISCEPTATIO PRO CONC. FLORENT.I
μετὰ δὲ τὴν ἐς Κωνσταντινούπολιν αὐτῶν ἐπάνοδον sunt, et subscripserunt; post vero Constantinoδιαῤῥήδην ἐφάνη τοῖς πᾶσιν ἡ αὐτῶν γνώμη, ὁποία polim reditum palain omnibus eorum sententia,
ἦν. Ελεγον γὰρ ὁ μὲν, ο Συνηρπάγην ἐκεῖ, καὶ qualis esset, innotuit. Namque ex his alius dicebat:
ὑπέκυψα τῷ Λατινισμῷ, καὶ νῦν μετανοώ. Κακῶς
γὰρ ἐποίησα· ν ὁ δὲ, «Ἡ χείρ μου ἐστιν ἡ ὑπογράψασα. Εκκόψατε αὐτήν, ὅτι κακῶς ὑπέγραψε.
Καὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ οἱ πλείονες ἔλεγον. Οὐκοῦν
σύνοδον μετὰ δώρων λυμηναμένην τοὺς ἱερούς ἄν
δρας. ἔτι καὶ βία ποιήσασαν αὐτοὺς υπογράψει,
ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ὑποδέξασθαι, καὶ μᾶλλον, ὡς ἔφην,
οἱ ἐκεῖ ὑπογράψαντες ὧδε ταναντία αὐτῇ λέγουσι.
Ο δ' Εφέσου οὐ μόνον οὐχ ὑπέγραψεν, ἀλλὰ καὶ
ἐλθὼν ἐς Κωνσταντινούπολιν, ἐπιστολὰς καὶ κεφάλαια κατὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν Λατίνων ἐξέδωκε.
Πῶς οὖν ἡμεῖς στέρξομεν σύνοδον, ἦν αὐτοὶ οἱ συντιθέμενοι ἀποβάλλουσιν;
˙
@
Ibi seductus sum, et Latinismo subscripsi, et
nunc ne facti penitet; improbe enim egi.» Alius,
cManus mea est, quæ subscripsit, abscidite illam,
quæ nefarie subscripsit. Et has potissima eorum
pars hunc in modum voces conjiciebat. Quare
synodum, quæ muneribus sacros viros decepcrat, vel vi etiam eosdem coegerat ad subscribendum, hand fas est nobis accipere, et præcipue
cum qui in ea subscripserunt hisce in partibus
illi contraria asseverant. Ephesius vero non tanLum non subscripsit, sed et Constantinopolim
accedens epistolas et capita adversus synodu'n
Latinosque ipsos publicavit. Quomodo itaque nos
eam synodum amplectemur, quain ipsi, qui eam
fecerunt, rejiciunt?
Pius. Etiam hoc tibi clarissime enodabo, et
quamverissime rem narrabo; nam si scandalum pateris, quod muneribus acceptis Patres
subscripserunt, ne turberis animo. Neque enim
absoluta synodo tantum stateras Patres acceperunt, quæ tu munera vocas; namque si quis
juste ac recte loqui anal, eos non munera, sed
provisionem comparandorum alimentorum causa
appellabit; neque enim erant illis expensæ ad
veniendum ex ipso ortu solis in Italiam. Pauperes enim erant. Annon scimus episcopatus ac
metropoles totius Orientis paupertatem una perferre gravissimam? Hunc scilicet prætextum
nostri proponebant: Nos non habemus ex propriis expensas; neque enim a pecunia perbene
valemus, ut in Italiam adnavigemus. Ideo percelebris ille, et vere beatus et divinus vir Eugenius senioris Romæ præsul omnes suos reditus,
nec eos solum, sed et supellectilem argenteam
et auream pro hoc opere consumpsit, et tandem
mitram suam oppigneravit Florentinis quadraginta
aureoruin nummum millibus acceptis, et grandem pecuniam sanctissimus ille debuit, ne quis
Græcorum defectu stipendii obmurmuraret. Verumtamen illi, vel tenentes nummos aureos præ
manibus, de eo ingrati obloquebantur, quemadmodum nunc quoque faciunt. Quidam enim co
eleemosyna comparanda causa proficiscuntur, et
ab illis ad misericordiam propensis impetrant
primum a papa, deinde a cardinalibus; inde
postmodum exeuntes, injuriis ac contumeliis
eosdem quam impudentissime proscindunt. Quare
ergo, dic sodes, tot tantaque expensæ persolutæ sunt, et tantum damnum ac detrimentum
acceptum? eſſare. An ut terreni quidpiam lucriΕυλ. Εγώ σοι καὶ τοῦτο καθαρώτατα διασαφηνίσω, καὶ μετὰ πάσης ἀληθείας τὸ πραγμά σοι διηγήσομαι. Εἰ μὲν σκανδαλίζῃ, ὅτι δῶρα λαβόντες οἱ
Πατέρες ὑπέγραψαν, τοῦτο οὐ δεῖ σε ταράττειν. Οὐ
γὰρ μόνον ἐν τῷ τέλει τῆς συνόδου τους στατήρας
ἔλαβον οἱ Πατέρες, οὔστινας τὸ δῶρα καλεῖς· καὶ
γὰρ κατὰ δίκαιον λόγον οὐ δῶρα, ἀλλὰ προμήθειαν
τῶν τροφῶν αὐτῶν ἕνεκεν εἴποι τις ἄν· οὐ γὰρ εἰχον ἐκεῖνοι ποιεῖν ταναλώματα, ἀπελθεῖν ἐς Ιταλίαν ἀπὸ ἡλίου Ανατολῶν. Πένητες γὰρ ἦσαν. Η οὐ
γινώσκομεν τὰς ἐπισκοπάς τε καὶ μητροπόλεις τῆς
Ανατολῆς ἁπάσης, ὅτι πενέσταταί εἰσι; Ταύτην
γὰρ προβάλλοντα την πρόφασιν οἱ ἡμέτεροι, ὅτι
• Οὐκ ἔχομεν ἀναλώματα ἐξ οἰκείων· πένητες γάρ
ἐσμεν, ἀπελθεῖν ἐς Ἰταλίαν. ο Διὰ τοῦτο ὁ ἀοίδιμος
ἐκεῖνος καὶ μακάριος τῷ ὄντι καὶ θεῖος ἀνὴρ, Εὐγέγιας δηλαδὴ ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ἀρχιερεὺς,
πᾶσαν τὴν πρόσοδον αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον αὐτὴν,
ἀλλὰ καὶ σκεύη αὐτοῦ ἀργυρᾶ καὶ χρυσά κατηνάλω
σεν ἐπὶ τούτῳ τῷ ἔργῳ, καὶ τελευταῖον τὴν μήτραν
αὐτοῦ ἐνέχυρον ἔδωκε τοῖς Φλωρεντίοις, τεσσαρά
κοντα χιλιάδες χρυσίνους παρ' αὐτῶν δάνειον λα
βῶν, καὶ ὑπόχρεως ὁ ἁγιώτατος ἐκεῖνος ἐγένετο,
ἵνα μὴ γογγίσῃ τις τῶν Γραικῶν διὰ τὸ σιτηρέσιον
αὐτοῦ. Ἀλλ' ἐκεῖνοι ἔτι τῶν χρυσίνων ὄντων ἐν ταῖς
χερσὶν αὐτῶν κατελάλουν αὐτοῦ, οἱ ἀχάριστοι, ὥσπερ
καὶ νῦν ἔτι ποιοῦσιν. Πορεύονται γάρ τινες ἐκεῖ ζητοῦντες ἐλεημοσύνην, καὶ ἐλεοῦσιν αὐτοὺς πρῶτον
ὁ πάππας, εἶτα οἱ καρδινάλεις· ἐκεῖθεν δὲ ἐξερχό
μενοι, ββρεις και λοιδορίας κατ' αὐτῶν ἀναιδέστατα
χέουσιν. Διατί οὖν, εἰπέ μοι, τὰ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα
αναλώματα προκατεβάλετο, καὶ ὑπέστη τὴν τοσαύ
την ζημίαν; Τίνος ένεκεν; Ινα κερδήσῃ ἐπίγειον
τι; Η ἵνα τύχη μείζονος ἀξιώματος; "11 ένα ποιήσωσιν αὐτὸν οἱ Γραικοί μείζονα παρ' ὅ ἦν;
faceret? An ut ingentiorem dignitatem consequeretur? An ut major quam esset ab ipsis Græcis
fieret?
Ρακ. Ναὶ διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τους Γραικούς, ἵνα
αὐτὸν βεβαιώσωσιν, ὅτι ἱκανῶς παρὰ τοῦ ἀντιπάππα
ἠνωχλεῖτο, καὶ σύνοδος κατ' αὐτοῦ ἐν Βασιλείᾳ ἐγέΣετο. Καὶ εἰ οἱ ἡμέτεροι οὐκ ἀπῆλθον, καταδικαζό
Rnac. Certum est, propterea couvocasse Graecos,
ut ipsum constabilirent, cum non modicum ab
antipapa negotium exhiberetur, et synodius contra
cum Basilea celebraretur. Quod si nostri non
col. 987–988page 16 of 75
PG 159:987μενος παρὰ τῆς συνόδου ἐκείνης, ἔμεινεν ἂν γυμνός τῆς ἀρχιερωσύνης· διὰ τοῦτο ἀναγκασθεὶς, τους Γραι κοὺς ἐκάλεσε πρὸς ἑαυτὸν πορευθῆναι, ὅπως διὰ τῶν Γραικών βεβαιωθῇ, καὶ τὴν ἐν Βασιλείᾳ κατ' αὐτοῦ τραπώσηται σύνοδον, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ κατα βάλη. Εὐλ. Τοῦτο μὲν ἀληθὲς οὐκ ἔστιν, ὅτι διὰ τοῦτο αὐτούς ἐκάλεσεν. Πρὸ γὰρ τῆς ἐν Βασιλείᾳ συνόδου καὶ τοῦ ἀντιπάππα ἐκινοῦντο τὰ τῆς συνόδου, καὶ οἱ πρέσβεις τοὺς πρέσβεις διεδέχοντο ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἐν ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσι. Λοιπὸν τοῦτο οὐκ ἔχει ἰσχὺν οὐδ᾽ ἀλήθειαν. Περὶ δὲ τοῦ ἀντι πάππα πῶς ἐγένετο, εγώ σοι λαμπρῶς διηγήσομαι. ῾Ο ἀντιπάππας οὗτος ἐβούλετο μὲν γενέσθαι, οὐκ ἐγένετο δὲ παρὰ τῶν εἰδότων ἀκριβῶς, οὐ καλὸν εἶ να σχίζειν καὶ κατατέμνειν τὴν τοῦ Χριστοῦ κλησίαν. Οπως δὲ ταῦτ' ἐπράχθη, άκουσον. Τινές τῶν καρδινάλεων ἐπελάβοντο τοῦ τότε πάππε εἰς τινα κεφάλαια οὐ περὶ αἱρέσεως, ἅπαγε, ἀλλὰ περί τινων ἐκκλησιαστικών πραγμάτων. Οὐκοῦν μὴ δυ γάμενοι ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐν τῷ θρόνῳ καὶ τῇ ἀρχῇ αὐτ τοῦ αὐτῷ ἐγκαλεῖν, ἐξῆλθον εἰς τὰ μέρη τῆς Φραγ κίας, κἀκεῖ συναθροισθέντες, εκάλουν αὐτὸν ἀπελ θεῖν, ὃς οὐκ ἤθελεν ἀπελθεῖν. Ἐκεῖνο: δὲ ἀπείλουν αὐτῷ, εἰ οὐ πορευθείη, ποιήσειν ἕτερον πάππαν. Εγένετο ἐπὶ τούτῳ σχίσμα, καὶ ἔρις, καὶ φιλονεικία, ὡς ειώθασιν ποιεῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἤρξαντο διανέμειν τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὀφφίκια. Καὶ ἐβούλετο μὲν ἐπὶ τούτῳ γενέσθαι τις αντιπάππας, ὑπὸ δὲ τῆς σοφίας καὶ γνώσεως αὐτῶν πάλιν ἐπείσθησαν, κά. κείνον έσκωψαν βουλόμενον γενέσθαι ἀντιπάππαν. Διότι ἔγνωσαν οὐ δίκαιον εἶναι, οὔτε μὴν ὅσιον, και τασχίζειν καὶ διαιρεῖν τὴν Ἐκκλησίαν. Αρα ένεκεν τούτου ἐκάλεσε τους Γραικούς, ἵνα αὐτῷ βοηθήσωσι; Τίνος χάριν; Διὰ τοῦ πλούτου αὐτῶν; Καὶ πῶς; Ὅτι ἐκεῖνοι ἑτρέφοντο παρ' αὐτοῦ. Διὰ τῆς σοφίας αὐτῶν; Καὶ πλείονας σοφούς ἔχει ή Ιταλία ή δη Η Ανατολὴ ἰδιώτας. Αὐτοὶ μόνοι ἐποίησαν τὸ σχίσμα, αὐτοὶ μόνοι καὶ τὴν εἰρήνην ἐποίησαν, καὶ χωρίς τῶν Γραικών. Εν οἶδεν ὁ τῆς Ρώμης αρχιερείς, καὶ τοῦτο ἔλεγε τῇ ἐν Βασιλείς συνόδῳ, ὅτι τὸ μέγα τραύμα δεν θεραπευθῆναι καὶ ἰαθῆναι πρῶτον, δ ἐστιν ἀποσκίρτησις τῶν Γραικῶν ἀπὸ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι μεγάλη αίρεσις νοσηλεύο ται ἐν αὐτοῖς, μὴ ὁμολογεῖν τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, «Ελθετε οὖν, ἐπειδὴ τὰ πράγματα εἰσιν ἐν τῇ ἀκμῇ, ὅπως θεραπεύσω μεν τοσοῦτον καὶ τηλικοῦτον γένος. Οὐ γὰρ δύναμαι τὴν αὐτοῦ ἀπώλειαν καθορᾷν. Εἶτα ἐμβλέψωμεν καὶ εἰς τὰ ἡμέτερα.» Καὶ οὕτως ἐγένετο. Καὶ ἐπείσθησαν ἅπαντες, καὶ ὑπέστρεψαν ἀπὸ τῆς ἐν Βασιλείᾳ συνόδου πρὸς τὴν ἐν Φεῤῥαρίᾳ, καὶ προσεκύνησαν τῷ πάππα, καὶ συγχώρησιν παρ' αὐτοῦ ἔλαβον, Οὕτω ποιοῦσιν οἱ τὴν Ἐκκλησίαν τιμῶντες· οὕτω πράττουσιν οἱ τῆς σωτηρίας αὐτῶν ὀρεγόμενοι, καὶ οὐχ ὡς ὑμεῖς, οἱ τινες ἐγένεσθε αυτόνομος, καὶ ἐκαν Οίσατε ἑαυτοὺς πατριάρχας, καὶ ἀρχιεπισκόπους, καὶ ἡρπάσατε τὰ ἀξιώματα τῆς Ἐκκλησίας, παν τριαρχικά λέγω δὴ καὶ ἀρχιεπισκοπικά, ψιλο! ίεο
accessisernt, ab illa synodo condemnatus, et μενος παρὰ τῆς συνόδου ἐκείνης, ἔμεινεν ἂν γυμνός
dignitate illa spoliatus, privatus vixisset; ideo
necessitate pulsus Græcos ad se accersivit, ut
ab ipsis Graecis coufrnaretur, reprimperetque
adversus se Basilem coactam synodum, hostesque obtereret.
Pius. Sed hoc quam longissime abest a vero,
ideo cos accivisse. Ante enim Basileensem synodum et antipapam creatum pertinentia ad synodum tractabantur, et oratores ex ambabus pare
tibus in utrisque partibus excipiebantur. Quare
hoc neque robur habet, neque veritati innititur.
De antipapa porro, ut res se habuerit, ipse tibi
aperte dicam. Antipapa hic peroptabat quidem
creari, non enim creatus est ab iis qui optime
callebant, non bonum esse dividere, et in partes
distrahere Ecclesiam Dei. Rem, uti facta est, dico.
Tu andi. Quidam ex cardinalibus pontificem illuin,
qui tum præerat, pro nonnullis capitibus incusarunt; non pro hæresi, apage, sed pro quibusdam ad res ecclesiasticas spectantibus negotiis.
Itaque cum non possent Romnæ in sede et principatu illius judicium adversus eum exercere,
ad Francos secessere: ibique congregati urgehant, ut conveniret. Papa ire recusavit; illi
minabantur, si non proficisceretur, alium se pontificem electuros. Coor:æ sunt turbæ, schisma
et contentiones, ut fieri inter homines suevit,
et partiti sunt ecclesiastica officia. Dum hæc
agerentur, tentavit unus ex iisdem antipapa fieri,
verumtamen cardinales, sapientia et prudentia, qua pollent, freti, eum convicio rejecerunt,
cum judicassent injustum impiumque esse Ecclesiam discindere ac in partes dividere. An ideo itaque accivit Græcos, ut opem ferrent? Et quam ´ob
causam? An ob divitias? Sed Græcis ab eo sumptus
atque alimenta suppeditabantur. An ob sapientiam?
Sed una Italia plures doctos quam universus Oriens
alit imperitos. Dli soli schisma foverunt; illi soli et
sine Græcis in concordiam rediere. Porro unum noverat Romanus archipræsul, idque synodo Basi.
leensi referebat, grave vulnus ante omnia curandum
sanandumque esse, qui est a Romana Ecclesia Gracorum recessus: magnamque hæresim inter eos sævire, cum non fateantur processionem Spiritus saneti eliam es Filio: «Agile igitur, dum adhuc res vigent, tantæ talique nationi provideamus; neque enim
patior illius excidium intueri. Tum postea rebus
etiam nostris providebimus. Et ita factum est, ounesque pontifici audientes, ex Basileensi synodoreversi ad Ferrariensem accesserunt, et venerati
Funt pontificem, venian consecuti. Id praestant, qui
Ecclesiaun honore prosequuntur: id agunt, quibus
salus propria curæ est; non ut vos, qui in libertatem per vos vindicati, vosmetipsos, et patriarchas,
et archiepiscopos constituistis, et dignitates ac
privilegia Ecclesie subripuistis, ea, inquam, quæ
sunt patriarcharum et archiepiscoporum cum simplicca sitis sacerdotes, et hieromonachi et deponitis,
τῆς ἀρχιερωσύνης· διὰ τοῦτο ἀναγκασθεὶς, τους Γραι
κοὺς ἐκάλεσε πρὸς ἑαυτὸν πορευθῆναι, ὅπως διὰ τῶν
Γραικών βεβαιωθῇ, καὶ τὴν ἐν Βασιλείᾳ κατ' αὐτοῦ
τραπώσηται σύνοδον, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ καταβάλη.
Εὐλ. Τοῦτο μὲν ἀληθὲς οὐκ ἔστιν, ὅτι διὰ τοῦτο
αὐτούς ἐκάλεσεν. Πρὸ γὰρ τῆς ἐν Βασιλείᾳ συνόδου
καὶ τοῦ ἀντιπάππα ἐκινοῦντο τὰ τῆς συνόδου, καὶ
οἱ πρέσβεις τοὺς πρέσβεις διεδέχοντο ἐξ ἀμφοτέρων
τῶν μερῶν ἐν ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσι. Λοιπὸν τοῦτο
οὐκ ἔχει ἰσχὺν οὐδ᾽ ἀλήθειαν. Περὶ δὲ τοῦ ἀντιπάππα πῶς ἐγένετο, εγώ σοι λαμπρῶς διηγήσομαι.
῾Ο ἀντιπάππας οὗτος ἐβούλετο μὲν γενέσθαι, οὐκ
ἐγένετο δὲ παρὰ τῶν εἰδότων ἀκριβῶς, οὐ καλὸν εἶ
να σχίζειν καὶ κατατέμνειν τὴν τοῦ Χριστοῦ
κλησίαν. Οπως δὲ ταῦτ' ἐπράχθη, άκουσον. Τινές
τῶν καρδινάλεων ἐπελάβοντο τοῦ τότε πάππε εἰς
τινα κεφάλαια οὐ περὶ αἱρέσεως, ἅπαγε, ἀλλὰ περί
τινων ἐκκλησιαστικών πραγμάτων. Οὐκοῦν μὴ δυ
γάμενοι ἐν τῇ Ῥώμῃ ἐν τῷ θρόνῳ καὶ τῇ ἀρχῇ αὐτ
τοῦ αὐτῷ ἐγκαλεῖν, ἐξῆλθον εἰς τὰ μέρη τῆς Φραγ
κίας, κἀκεῖ συναθροισθέντες, εκάλουν αὐτὸν ἀπελθεῖν, ὃς οὐκ ἤθελεν ἀπελθεῖν. Ἐκεῖνο: δὲ ἀπείλουν
αὐτῷ, εἰ οὐ πορευθείη, ποιήσειν ἕτερον πάππαν.
Εγένετο ἐπὶ τούτῳ σχίσμα, καὶ ἔρις, καὶ φιλονεικία, ὡς ειώθασιν ποιεῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἤρξαντο
διανέμειν τὰ ἐκκλησιαστικὰ ὀφφίκια. Καὶ ἐβούλετο
μὲν ἐπὶ τούτῳ γενέσθαι τις αντιπάππας, ὑπὸ δὲ τῆς
σοφίας καὶ γνώσεως αὐτῶν πάλιν ἐπείσθησαν, κά.
κείνον έσκωψαν βουλόμενον γενέσθαι ἀντιπάππαν.
Διότι ἔγνωσαν οὐ δίκαιον εἶναι, οὔτε μὴν ὅσιον, και
τασχίζειν καὶ διαιρεῖν τὴν Ἐκκλησίαν. Αρα ένεκεν
τούτου ἐκάλεσε τους Γραικούς, ἵνα αὐτῷ βοηθήσωσι;
Τίνος χάριν; Διὰ τοῦ πλούτου αὐτῶν; Καὶ πῶς;
Ὅτι ἐκεῖνοι ἑτρέφοντο παρ' αὐτοῦ. Διὰ τῆς σοφίας
αὐτῶν; Καὶ πλείονας σοφούς ἔχει ή Ιταλία ή δη
Η Ανατολὴ ἰδιώτας. Αὐτοὶ μόνοι ἐποίησαν τὸ σχίσμα,
αὐτοὶ μόνοι καὶ τὴν εἰρήνην ἐποίησαν, καὶ χωρίς
τῶν Γραικών. Εν οἶδεν ὁ τῆς Ρώμης αρχιερείς,
καὶ τοῦτο ἔλεγε τῇ ἐν Βασιλείς συνόδῳ, ὅτι τὸ μέγα
τραύμα δεν θεραπευθῆναι καὶ ἰαθῆναι πρῶτον, δ
ἐστιν ἀποσκίρτησις τῶν Γραικῶν ἀπὸ τῆς Ῥωμαί
κῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι μεγάλη αίρεσις νοσηλεύο
ται ἐν αὐτοῖς, μὴ ὁμολογεῖν τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ ἁγίου
Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, «Ελθετε οὖν, ἐπειδὴ
τὰ πράγματα εἰσιν ἐν τῇ ἀκμῇ, ὅπως θεραπεύσω
μεν τοσοῦτον καὶ τηλικοῦτον γένος. Οὐ γὰρ δύναμαι
τὴν αὐτοῦ ἀπώλειαν καθορᾷν. Εἶτα ἐμβλέψωμεν καὶ
εἰς τὰ ἡμέτερα.» Καὶ οὕτως ἐγένετο. Καὶ ἐπείσθη
σαν ἅπαντες, καὶ ὑπέστρεψαν ἀπὸ τῆς ἐν Βασιλείᾳ
συνόδου πρὸς τὴν ἐν Φεῤῥαρίᾳ, καὶ προσεκύνησαν
τῷ πάππα, καὶ συγχώρησιν παρ' αὐτοῦ ἔλαβον,
Οὕτω ποιοῦσιν οἱ τὴν Ἐκκλησίαν τιμῶντες· οὕτω
πράττουσιν οἱ τῆς σωτηρίας αὐτῶν ὀρεγόμενοι, καὶ
οὐχ ὡς ὑμεῖς, οἱ τινες ἐγένεσθε αυτόνομος, καὶ ἐκαν
Οίσατε ἑαυτοὺς πατριάρχας, καὶ ἀρχιεπισκόπους,
καὶ ἡρπάσατε τὰ ἀξιώματα τῆς Ἐκκλησίας, παν
τριαρχικά λέγω δὴ καὶ ἀρχιεπισκοπικά, ψιλο! ίεο
col. 989–990page 17 of 75
PG 159:989ρεῖς καὶ ἱερομόναχοι ὄντες· καὶ καθαίρετε καὶ ἀρ τὸν ποιεῖτε εἰς τὴν ἕτερον. Ὥστε οὐ διὰ τὴν ἀντι άππαν, ὡς εἴρηται, ὁ Εὐγένιος ἐκάλεσε τοὺς Γραι χούς, ἀλλ᾽ ἵνα εἰρηνοποιήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ συνάψῃ τὰ διεστῶτα, καὶ τὰ διεσκορπισμένα του δε σποτικοῦ σώματος μέλη συναρμόσῃ, καὶ συναγάγῃ εἰς ἓν μέλος. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἴδια χρήματα μετά γαρᾶς ἔπεμψε. Καὶ εὐθὺς πρὸ τοῦ ἐξελθεῖν τῶν οἱμε χείων οίκων, ἔλαβεν ἕκαστος τὸ τεταγμένον αὐτῷ σιτηρέσιον. Καὶ οὕτως ἔτρεφεν αὐτοὺς, ἀπ' αὐτῆς δηλονότι τῆς Πόλεως μέχρι τέλους. Καὶ διὰ τῶν ἀναλωμάτων αὐτοῦ ἦλθον εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ βασι λεύς, καὶ πατριάρχης, καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁπλοφόρους ἐμισθώσαντο δια χιλίους άνδρας, βλέπειν τὴν Κωνσταντινούπολιν μέχρι τῆς ἐπανόδου τοῦ βασιλέως, διὰ τῶν ἐκείνου χρημάτων. Καὶ οὐκ εὐθὺς ἐλθόντες ήνώθησαν, ἀλλο ἡγωνίζοντο ἐνιαυτούς δύο τὰ μέρη ἀμφότερα, καὶ ὁ ἀγὼν τὸν ἀγῶνα ἐδέχετο, καὶ ἡ διάλεξις τὴν διά λεξιν, καὶ οἱ διαλεγόμενοι οὐχ ἡσυχίαν ἦγον, ἀλλ' Αγρύπνουν ἐπὶ τούτῳ μελετώντες νύκτα τε καὶ ἡμέ ραν, καὶ ἐσπούδαζον ἕκαστος ὑπερασπίζεσθαι τοῦ οικείου μέρους, έως ότου συνεπεράνθη τὸ ἔργον, καὶ ἡνώθησαν μετὰ χαρᾶς, τῆς ἀληθείας, καὶ οὐ δώρων ἕνεκα, καὶ ὑπεχώρησαν τῷ δόγματι, μὴ δυνάμενοι ἀντιλέγειν, οὕτω λαμπρῶς φανέντι, καὶ ὑπέγραψαν ἀγαλλόμενοι μετὰ προθυμίας ἁπάσης τε καὶ οὐ βίας, ὡς λέγετε. Καὶ λειτουργίας γενομένης ἀνεγνώσθη ὁ ὄρος, καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀρχιεπίσκοποι ἐνδεδυμένοι τὰς ἀρχιερατικὰς στολὰς ἅπαντες ἐν αὐτῇ ἦσαν, καὶ ὅρκου δοθέντος ἐν τῷ δεσποτικῷ σώματι ἤδη ἱερους γηθέντι, ὡς οὕτω φρονεῖν καὶ πιστεύειν εἰς τὸ ἑξῆς, οἱ πάντες ἀσμένως ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ὤμο. σαν, οὕτω πιστεύειν τε καὶ φρονεῖν, καὶ ἀλλήλους μετὰ δακρύων καὶ χαρᾶς ἀπείρου Ασπάζοντο, ὡς τὸ πολυετές τουτὶ σχίσμα ἔτυχε τῆς βάσεως, καὶ Χρι στιανοὶ ὀρθόδοξοι Γραικοὶ καὶ Λατίνοι ἐν ταύτῃ ἀνηγορεύθησαν. Καὶ ὁ ὄρος εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην διέδραμεν, Ελληνιστί καὶ Ῥωμαϊστὶ γεγραμμένος. Καὶ αὐτὸς, ὃν λέγεις Εφέσου, παρὼν ἦν ἐκεῖ, ἐνδε δυμένος καὶ αὐτὸς τὴν ἀρχιερατικὴν αὐτοῦ στολὴν μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ ὕμνους ἔδωκαν τῷ Θεῷ καὶ δοξολογίας τὰ μέρη ἀμφοτέρα, τῷ συνάψαντι πάλιν τὰ μέλη τοῦ μυστικοῦ αὐτοῦ σώματος, τοσοῦτον ἤδη χρόνον διεῤῥωγότα. Καὶ οὐρανὸς μὲν ηὐφράνθη τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, γῆ δὲ ἠγαλλιάσατο, καὶ ἄγγελοι τοῖς ἀνθρώποις συνέχαιρον. Πῶς οὖν, ἀδελφοί, τοιαύτην καὶ τοσαύτην χαρὰν εἰς θλίψιν ὑμεῖς καὶ κατήφειαν μεταποιείτε; 'Ρακ. Οὐκ ἤκουσας, ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἐκεῖ ὑπογράψαντες ἐν Κωνσταντινουπόλει γενόμενοι, τά ναντία ἔλεγον, καὶ ὅπως ὁ Ἐφέσου οὐκ ἐπείσθη, οὐδὲ ὑπέγραψε, μᾶλλον δὲ καὶ στραφείς, κατὰ Λα τίνων ξυνέγραφεν; Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖνος, ὅστις ὑπῆρχαν εἷς τῶν διαλεγομένων, οὐχ ὑπέγραψεν, πῶς ἡμεῖς τῇ συνόδω ταύτῃ συναινέσομεν; Εἶτα καὶ τοῖς ὑποσ γράψασι μεταμέλει, ὡς κακῶς ποιήσασιν ὑπογράψα, καὶ διὰ τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς τομὴν ἐξέτεινον, καὶ τῷ Ἐφέσου συνηγόρων καὶ αὐτὸν ἐμακάριζαν με
ρεῖς καὶ ἱερομόναχοι ὄντες· καὶ καθαίρετε καὶ ἀρ et alter alterum a sacris arcetis. Quare non antipape
τὸν ποιεῖτε εἰς τὴν ἕτερον. Ὥστε οὐ διὰ τὴν ἀντι- causa Eugenius Græcos accersivit, sed ut pace u in
7. άππαν, ὡς εἴρηται, ὁ Εὐγένιος ἐκάλεσε τοὺς Γραι- Ecclesia componeret, et inter discissos concordiam
χούς, ἀλλ᾽ ἵνα εἰρηνοποιήσῃ τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ conglutinaret, et Dominici corporis dispersa membra
συνάψῃ τὰ διεστῶτα, καὶ τὰ διεσκορπισμένα του δε conjungeret, et in unum obstricta componerol.
σποτικοῦ σώματος μέλη συναρμόσῃ, καὶ συναγάγῃ Propterea proprias quoque pecunias non sine inεἰς ἓν μέλος. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ἴδια χρήματα μετά genti animi promptitudine et gaudio misit. Staγαρᾶς ἔπεμψε. Καὶ εὐθὺς πρὸ τοῦ ἐξελθεῖν τῶν οἱ- timque singuli antequam domo egrederentur, με
χείων οίκων, ἔλαβεν ἕκαστος τὸ τεταγμένον αὐτῷ scriptum sibi stipendiumn accepere, et hac ratioue
σιτηρέσιον. Καὶ οὕτως ἔτρεφεν αὐτοὺς, ἀπ' αὐτῆς eosdem ab ipso urbis Constantinopolitana egressu
δηλονότι τῆς Πόλεως μέχρι τέλους. Καὶ διὰ τῶν ἀνα- ad regressum in ipşam alebat, et expensis illius ve
λωμάτων αὐτοῦ ἦλθον εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ βασι nere in Italiam et imperator, et patriarcha, et reli
λεύς, καὶ πατριάρχης, καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος· καὶ οὐ quus clerus; neque id solum, sed armati etiam hoμόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὁπλοφόρους ἐμισθώσαντο δια- mines bis mille ejusdem pecunia conducti fuere, ut
χιλίους άνδρας, βλέπειν τὴν Κωνσταντινούπολιν da Constantinopolim reditum imperatoris defendeμέχρι τῆς ἐπανόδου τοῦ βασιλέως, διὰ τῶν ἐκείνου rent. Neque suo accessu subito unionem amplexi
χρημάτων. Καὶ οὐκ εὐθὺς ἐλθόντες ήνώθησαν, ἀλλο
sunt, sed per continuos duos annos utraque pars
ἡγωνίζοντο ἐνιαυτούς δύο τὰ μέρη ἀμφότερα, καὶ disputationibus incumbebat, et concertatio concerta -
ὁ ἀγὼν τὸν ἀγῶνα ἐδέχετο, καὶ ἡ διάλεξις τὴν διάtionem excipiebat, et congressus congressum; neλεξιν, καὶ οἱ διαλεγόμενοι οὐχ ἡσυχίαν ἦγον, ἀλλ' que qui disputationibus præerant, unquam quiesce.
Αγρύπνουν ἐπὶ τούτῳ μελετώντες νύκτα τε καὶ ἡμέ laut, sed argumenta animo volventes, noctes diesραν, καὶ ἐσπούδαζον ἕκαστος ὑπερασπίζεσθαι τοῦ que pervigilabant, et quisque pro tutanda sua sentçuοικείου μέρους, έως ότου συνεπεράνθη τὸ ἔργον, καὶ tia nimio operesumebat operam, quonsque tandem
ἡνώθησαν μετὰ χαρᾶς, τῆς ἀληθείας, καὶ οὐ δώρων res exitum habuit, et unio perfecta fuit cum gaudio
ἕνεκα, καὶ ὑπεχώρησαν τῷ δόγματι, μὴ δυνάμενοι veritatis, non munerum gratia, manusque dogmati
ἀντιλέγειν, οὕτω λαμπρῶς φανέντι, καὶ ὑπέγραψαν dederunt, cum contra hiscere non possent, claro aleo
ἀγαλλόμενοι μετὰ προθυμίας ἁπάσης τε καὶ οὐ βίας, patentique, lætique subscripsere volentes lubentesὡς λέγετε. Καὶ λειτουργίας γενομένης ἀνεγνώσθη ὁ
que, non coacti, ut vos dicitis: sacroque misse saὄρος, καὶ οἱ ἡμέτεροι ἀρχιεπίσκοποι ἐνδεδυμένοι crificio peracto, definitio lecta est, nostrique archieτὰς ἀρχιερατικὰς στολὰς ἅπαντες ἐν αὐτῇ ἦσαν, καὶ piscopi archieraticis vestinientis induti omnes adeὅρκου δοθέντος ἐν τῷ δεσποτικῷ σώματι ἤδη ἱερους- rant, et jurejurando super Domini corpus jam conγηθέντι, ὡς οὕτω φρονεῖν καὶ πιστεύειν εἰς τὸ ἑξῆς, secratum dato acceptoque, ita se sentire et in posteοἱ πάντες ἀσμένως ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ὤμο. rum credituros omne avide utriusque partis juraσαν, οὕτω πιστεύειν τε καὶ φρονεῖν, καὶ ἀλλήλους runt, ita tenere et credere; mutuisque se amplexibus
μετὰ δακρύων καὶ χαρᾶς ἀπείρου Ασπάζοντο, ὡς τὸ deoșculabantur non sine lacrymis et inenarrabili
πολυετές τουτὶ σχίσμα ἔτυχε τῆς βάσεως, καὶ Χρι- gaudio: quod diuturno schismati remedium allatuan
στιανοὶ ὀρθόδοξοι Γραικοὶ καὶ Λατίνοι ἐν ταύτῃ ἀνη
γορεύθησαν. Καὶ ὁ ὄρος εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην
διέδραμεν, Ελληνιστί καὶ Ῥωμαϊστὶ γεγραμμένος.
Καὶ αὐτὸς, ὃν λέγεις Εφέσου, παρὼν ἦν ἐκεῖ, ἐνδε
δυμένος καὶ αὐτὸς τὴν ἀρχιερατικὴν αὐτοῦ στολὴν
μετὰ τῶν λοιπῶν, καὶ ὕμνους ἔδωκαν τῷ Θεῷ καὶ
δοξολογίας τὰ μέρη ἀμφοτέρα, τῷ συνάψαντι πάλιν
τὰ μέλη τοῦ μυστικοῦ αὐτοῦ σώματος, τοσοῦτον ἤδη
χρόνον διεῤῥωγότα. Καὶ οὐρανὸς μὲν ηὐφράνθη τῇ
ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, γῆ δὲ ἠγαλλιάσατο, καὶ ἄγγελοι τοῖς
ἀνθρώποις συνέχαιρον. Πῶς οὖν, ἀδελφοί, τοιαύτην
καὶ τοσαύτην χαρὰν εἰς θλίψιν ὑμεῖς καὶ κατήφειαν
μεταποιείτε;
'Ρακ. Οὐκ ἤκουσας, ὅτι αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἐκεῖ
ὑπογράψαντες ἐν Κωνσταντινουπόλει γενόμενοι, τά
ναντία ἔλεγον, καὶ ὅπως ὁ Ἐφέσου οὐκ ἐπείσθη,
οὐδὲ ὑπέγραψε, μᾶλλον δὲ καὶ στραφείς, κατὰ Λα
τίνων ξυνέγραφεν; Ἐπεὶ οὖν ἐκεῖνος, ὅστις ὑπῆρχαν
εἷς τῶν διαλεγομένων, οὐχ ὑπέγραψεν, πῶς ἡμεῖς
τῇ συνόδω ταύτῃ συναινέσομεν; Εἶτα καὶ τοῖς ὑποσ
γράψασι μεταμέλει, ὡς κακῶς ποιήσασιν ὑπογράψα,
καὶ διὰ τοῦτο τὰς χεῖρας εἰς τομὴν ἐξέτεινον, καὶ τῷ
Ἐφέσου συνηγόρων καὶ αὐτὸν ἐμακάριζαν με
et Christiani orthodoxi tum Græci, tum Latini in
ea acclamati sunt, et definitio per totum terrarum
orbem convolavit, Græce Romaneque conscripta.
Et quem ipse dicis, Ephesius aderat cum aliis,
suis archieraticis vestibus amictus, et hymnes et
collaudationes pars utraque exhibuit Deo, qui rursus sui corporis mystici membra tanto discissa tem▾
pore in unum coalescere fecit. Εt cm'um quidem
eo die lætatum est, terra exsultavit gaudio el
angeli cum hominibus ejusdem voluptatis particis
pes facti sunt. Qua causa itaque fratres talem ac
tantam lætitiam in mororem ac tristitiam COMMŲtatis?
Rhac. Nonne audisti eos ipsos qui synodo subscripserunt, cum Constantinopolim venissent, colltraria asseruisse? Ephesium neque manus dedisse
neque subscripsisse, imo reversum in patriam ad
versus Latinos multa scripto tradidisse? Cum itaque is qui ex disputantibus unus fuerat, non suli,
scripsit, quomodo nos illi synodo assenṣum triLuemus? Praeterea ces qui subscripserant, pleuir
tet quod nefarie egissent, ideoque manus ad ecilulury proteniebant, qt Ephesiu patrocinada-
col. 991–992page 18 of 75
PG 159:991ὑποκύψαντα τῷ Λατινισμῷ. Οθεν ἔδωκαν ἡμῖν ἐν νοῆσαι πεπλασμένην εἶναι τὴν συνίδον, καὶ τὸν ὄρον αὐτῆς. Διὰ ταῦτα οὖν ὑποταγὴν καὶ εὐλάβειαν αὐτῇ ήκιστα δίδομεν, μᾶλλον δὲ ἀποδιώκομεν αὐτὴν, καὶ ἀποδιοπομπούμεθα. Εὐλ. Τοῦτο οὐκ ἐν τῇ συνόδῳ μόνον τῇ ἐν Φλωρεντίᾳ ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς πρὸ αὐτῆς. Πολλοί γὰρ μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν συνόδων ἔσχιζον ἑαυτοὺς ὀρέξεσι τινῶν ἐναντίων, καὶ τἀναντία ταῖς σφών αὐτῶν ὁμολογίαις ἔλεγον, καὶ ὑπογραφαῖς· ἀλλ' οὐ διὰ τοῦτο τὴν σύνοδον ἐκείνην τὸ παράπαν ἐσμίκρυ ναν, οὐδὲ ὁ ὄρος αὐτῆς ἀπωθεῖτο. Οτι δὲ ὁ Ἐφέσου οὐχ ὑπέγραψεν, οὐδὲν θαυμαστόν. Μία χελιδών Ειρ οὐ ποιεῖ, κατὰ τὴν παροιμίαν· εἷς, οὐδείς. Τῶν πλειόνων ή ψήφος νικα. Πλὴν ἴσθι, ὅτι ἐζητήθη ο ἀκριβῶς παρὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα δῷ λόγον τίνι τρόπῳ σχίζεται τῆς συνόδου, καὶ αὐτῇ ἀνθίσταται, μὴ ὑπογράψαι βουλόμενος. "Ος μαθών σπουδῇ πρὸς τὸν βασιλέα τρέχει, καὶ μετὰ δακρύων τῷ βασιλεῖ προσανέφερε λέγων ο Κύριε βασιλεῦ, ἡ σύνοδος παρακελεύεται ἵν᾿ ἀποδώτω λόγον, τίνι λόγῳ οὐχ ὑπογράφω. Η ἁγία βασιλεία σου καλῶς ἐπίσταται ὅτι ἕως τῆς χθὲς ἀντέλεγον, καὶ διελεγόμην γεν ναίως. Νῦν δ' οὕτω ταχέως ἅμα καὶ ἅμα καθυπο γράψω, εἰς ἃ βαρέως ηναντιούμην, αἰσχύνομαι τάχα γέρων καὶ ἀρχιερεὺς ὑπάρχων. Μή μου τὴν πολιὰν ὑβρίσητε, καὶ φανῶ τοῖς Ιταλοῖς μωρός τε καὶ ἀμα θής. Φρόντιζον, κύριε βασιλεῦ, ἀπολογίαν δοῦναι ὑπὲρ ἐμοῦ. ῎Αφετε παρελθεῖν ὀλίγος καιρός. αἰσχύνην μεγίστην ἡγούμενος τὴν ὑπογραφήν μου ἀπο δοῦναι ἐνταῦθα. ο Όθεν ὁ βασιλεὺς ὑπὲρ αὐτοῦ δεηθεὶς τῆς συνόδου, ο Αφετε αὐτὸν ἐμοὶ, ο ἔφη, καὶ ἐς Κωνσταντινούπολιν ποιήσω αὐτὸν ὑπο γράψαι. ο Ηλθον οὖν εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὁ μὲν βασιλεὺς εὗρε τὴν βασίλισσαν αὐτοῦ τεθνηκυῖαν, καὶ ἐπένθει· ἐν δὲ τῇ Ἐκκλησία πατριάρχης οὐκ ἦν. Ο Εφέσου εἶδε τὸ πλῆθος δοξάζον αὐτὸν, ὡς μὴ ὑπογράψαντα, καὶ προσεκύνουν αὐτῷ οἱ ὄχλοι καθάπερ Μωϋσεῖ καὶ 'Ααρών, καὶ εὐφήμουν αὐτὸν καὶ ἅγιον ἀπεκάλουν. Εὗρε δὲ, ὅ ἐπεθύμει τε καὶ ἐγλίχετο, ἵνα δοξασθῇ παρὰ τοῦ κοινοῦ λαοῦ πλέον τῆς συνόδου αὐτὸς, καὶ ἐνέμεινεν ἐν αὐτῷ. Καὶ παρακινηθείς εγραφε καὶ κατὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν Λατίνων. Ἐκεῖ γὰρ ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ φρὰ Ἰωάν νου ἐν τῇ διαλέξει, καὶ αὐτὸς δειλιάσας τὸν ἀγῶνα, ἔτι δὲ καὶ μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν εἰς τὰ φανότατα, απέδρασε· κἀνταῦθα ἐν ταῖς γωνίαις γενόμενος συνέγραφέ τε, καὶ ἔλεγε μηδενὸς ἐλέγχοντος. Ομοίως καὶ οἱ λοιποὶ ἐλθόντες, καὶ ἰδόντες τὴν κοινὸν λαὸν οὕτω τεταραγμένον κατὰ Λατίνων, καὶ λατινό φρονας αὐτοὺς, καὶ ᾿Αζυμίτας ἀναιδῶς ἀποκαλου μένους παρὰ τοῦ πλήθους, καὶ μήτε ἀρχιερέας αύ τοὺς, μήτε Χριστιανούς το σύνολον ἡγουμένους, εἰρω νευόμενοι τοῖς συμπολίταις ἔλεγον· «Τί πρὸς ἡμᾶς μαίνεσθε οὕτως, ὅτι ὑπεγράψαμεν; Κακῶς ἐποιήσαμεν. Ἰδοὺ αἱ χεῖρες ἡμῶν, αἱ ἐκεῖ ὑπογράψε 31, ἐκκόψατε αὐτάς.» Τοῦτα ἔλεγον φιμοῦν της την ὁρμὴν τοῦ κοινοῦ κατ' αὐτῶν ἀναιδώς κινουμένην.
JOSEPIII METHIONENSIS EPISCOPI
tur, et beatum prædicabant, quod Latinismo non ὑποκύψαντα τῷ Λατινισμῷ. Οθεν ἔδωκαν ἡμῖν ἐνsubscripserat. Hinc ansam nobis dederunt commi- νοῆσαι πεπλασμένην εἶναι τὴν συνίδον, καὶ τὸν ὄρον
niscendi synodum illam fictitiam esse, et illius αὐτῆς. Διὰ ταῦτα οὖν ὑποταγὴν καὶ εὐλάβειαν αὐτῇ
decretum. Propterea nos neque illi subjicimur, ήκιστα δίδομεν, μᾶλλον δὲ ἀποδιώκομεν αὐτὴν, καὶ
neque reverentiam exhibemus, sed eam potius ἀποδιοπομπούμεθα.
rejicimus ac exsecramur.
Pius. Hoc non in synodo Florentina tantum
actum est, sel et in aliis, quæ illum præcesserant.
Multi etenim post absolutas synodos variis adversariorum studiis distracti, suismet ipsorum professionibus ac subscriptionibus repugnantia fabulabantur. At non propterea synodi illius vel auctoritas imminnebatur, vel decretum rejiciebatur. Et
sane Ephesium non subscripsisse mirum non est.
Εὐλ. Τοῦτο οὐκ ἐν τῇ συνόδῳ μόνον τῇ ἐν Φλω
ρεντίᾳ ἐγένετο, ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς πρὸ αὐτῆς. Πολλοί
γὰρ μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν συνόδων ἔσχιζον ἑαυτοὺς
ὀρέξεσι τινῶν ἐναντίων, καὶ τἀναντία ταῖς σφών
αὐτῶν ὁμολογίαις ἔλεγον, καὶ ὑπογραφαῖς· ἀλλ' οὐ
διὰ τοῦτο τὴν σύνοδον ἐκείνην τὸ παράπαν ἐσμίκρυ
ναν, οὐδὲ ὁ ὄρος αὐτῆς ἀπωθεῖτο. Οτι δὲ ὁ Ἐφέσου
οὐχ ὑπέγραψεν, οὐδὲν θαυμαστόν. Μία χελιδών Ειρ
οὐ ποιεῖ, κατὰ τὴν παροιμίαν· εἷς, οὐδείς. Τῶν
Una hirundo, ut proverbio fertur, ver non facit πλειόνων ή ψήφος νικα. Πλὴν ἴσθι, ὅτι ἐζητήθη
unus, un'lus. Plurium sententia robur babet. Scito
mihilominus ab Ecclesia accurate postulatum fuisse
ut rationem redderet, quam ob causam a synodo
ipse dissentiret, illique refragaretur non subscribens. Quæ cum ille audisset, continenter ad imperatorem advolavit, et cum lacrymis eidem sug.
gessit Domine imperator, synodus mandat ut
reddam rationem quare ipse non subscribo. Sacra
Ina majestas optime novit me ad extremum usque
diem contradixisse, et disputationes in me acriter
suscepisse. Nure alleo subito illis que hostiliter
persecutus sum, subscribere, me senem et pontificem pudet. Ne senectutem meam contumelia afficiatis, et stultus infansque Italis videar. Comminiscere, domine imperator, ut pro me respon- c
deas, diuturniora tempora concedantur; maximam
in ignominiam cadam, ut ipse existimo, si hic
subscripsero.: flinc imperator pro eo synodum
exoravit:: Dimittite hunc mihi, dixit, ipseque
flum faciam, ut Constantinopoli subscribat. ο Venere itaque Constantinopolim, imperator, et demortua uxore imperatrice inventa, tristis in luctu
erat, et patriarcha Ecclesia nullus aderat. Ephesius ubi vidit plebem sibi applaudentem, quod non
subscripserat, et multitudinem adorantem tanquam
Moysen et Aaron, et collaudantem sanctumque
compellantem, inveniretque quod desiderabat,
atque impense appetebat, ut magis ipse quam synodus a plebecula commendaretur, in proposito
perstitit, concitusque adversus synodum Latinos
que ipsos scripsit. Namque a fratre Joanne ad
disserendum conquirebatur. Sed ille certamen formidans, neque valens se palam opponere, aufugit,
indeque in angulis latitans scribebat mul:a, effutiebatque, cum nullus esset, qui refelleret. Reliqui
similiter qui simul convenerant, videntes vulgum
ita in Latinos concitum, ab eoque se cum Latinis
sentientes, et Azymitas impudenter satis compellari, neque antistites, neque Christianos minimum
haberi, per ironiam civibus dicebant: «Quid ita in
nos furitis, quod subscripsimus? improbe egimus.
En manus, quæ in synodo subscripserunt, abscidite eas. › Hæc dicebant impetum vulgi adversum
se audacter debacchantem frenantes. Quod si vere
ἀκριβῶς παρὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα δῷ λόγον τίνι
τρόπῳ σχίζεται τῆς συνόδου, καὶ αὐτῇ ἀνθίσταται,
μὴ ὑπογράψαι βουλόμενος. "Ος μαθών σπουδῇ πρὸς
τὸν βασιλέα τρέχει, καὶ μετὰ δακρύων τῷ βασιλεῖ
προσανέφερε λέγων ο Κύριε βασιλεῦ, ἡ σύνοδος
παρακελεύεται ἵν᾿ ἀποδώτω λόγον, τίνι λόγῳ οὐχ
ὑπογράφω. Η ἁγία βασιλεία σου καλῶς ἐπίσταται
ὅτι ἕως τῆς χθὲς ἀντέλεγον, καὶ διελεγόμην γενναίως. Νῦν δ' οὕτω ταχέως ἅμα καὶ ἅμα καθυπο
γράψω, εἰς ἃ βαρέως ηναντιούμην, αἰσχύνομαι τάχα
γέρων καὶ ἀρχιερεὺς ὑπάρχων. Μή μου τὴν πολιὰν
ὑβρίσητε, καὶ φανῶ τοῖς Ιταλοῖς μωρός τε καὶ ἀμαθής. Φρόντιζον, κύριε βασιλεῦ, ἀπολογίαν δοῦναι
ὑπὲρ ἐμοῦ. ῎Αφετε παρελθεῖν ὀλίγος καιρός. Αἰσχύ
νήν μεγίστην ἡγούμενος τὴν ὑπογραφήν μου ἀποδοῦναι ἐνταῦθα. ο Όθεν ὁ βασιλεὺς ὑπὲρ αὐτοῦ
δεηθεὶς τῆς συνόδου, ο Αφετε αὐτὸν ἐμοὶ, ο ἔφη,
· καὶ ἐς Κωνσταντινούπολιν ποιήσω αὐτὸν ὑπογράψαι. ο Ηλθον οὖν εἰς Κωνσταντινούπολιν, καὶ ὁ
μὲν βασιλεὺς εὗρε τὴν βασίλισσαν αὐτοῦ τεθνη
κυῖαν, καὶ ἐπένθει· ἐν δὲ τῇ Ἐκκλησία πατριάρχης
οὐκ ἦν. Ο Εφέσου εἶδε τὸ πλῆθος δοξάζον αὐτὸν,
ὡς μὴ ὑπογράψαντα, καὶ προσεκύνουν αὐτῷ οἱ ὄχλοι
καθάπερ Μωϋσεῖ καὶ 'Ααρών, καὶ εὐφήμουν αὐτὸν
καὶ ἅγιον ἀπεκάλουν. Εὗρε δὲ, ὅ ἐπεθύμει τε καὶ
ἐγλίχετο, ἵνα δοξασθῇ παρὰ τοῦ κοινοῦ λαοῦ πλέον
τῆς συνόδου αὐτὸς, καὶ ἐνέμεινεν ἐν αὐτῷ. Καὶ
παρακινηθείς εγραφε καὶ κατὰ τῆς συνόδου καὶ τῶν
Λατίνων. Ἐκεῖ γὰρ ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ φρὰ Ἰωάν
νου ἐν τῇ διαλέξει, καὶ αὐτὸς δειλιάσας τὸν ἀγῶνα,
ἔτι δὲ καὶ μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν εἰς τὰ φανότατα,
απέδρασε· κἀνταῦθα ἐν ταῖς γωνίαις γενόμενος
συνέγραφέ τε, καὶ ἔλεγε μηδενὸς ἐλέγχοντος. Ομοίως
καὶ οἱ λοιποὶ ἐλθόντες, καὶ ἰδόντες τὴν κοινὸν λαὸν
οὕτω τεταραγμένον κατὰ Λατίνων, καὶ λατινό
φρονας αὐτοὺς, καὶ ᾿Αζυμίτας ἀναιδῶς ἀποκαλουμένους παρὰ τοῦ πλήθους, καὶ μήτε ἀρχιερέας αύτοὺς, μήτε Χριστιανούς το σύνολον ἡγουμένους, εἰρω
νευόμενοι τοῖς συμπολίταις ἔλεγον· «Τί πρὸς ἡμᾶς
μαίνεσθε οὕτως, ὅτι ὑπεγράψαμεν; Κακῶς ἐποιή
σαμεν. Ἰδοὺ αἱ χεῖρες ἡμῶν, αἱ ἐκεῖ ὑπογράψε 31,
ἐκκόψατε αὐτάς.» Τοῦτα ἔλεγον φιμοῦν της την
ὁρμὴν τοῦ κοινοῦ κατ' αὐτῶν ἀναιδώς κινουμένην.
col. 993–994page 19 of 75
PG 159:993Εἰ δὲ καὶ ἀληθῶς ἔλεγον, ὅπερ οὐκ οἶμαι, θαυμαστὸν οὐδέν. Οτι καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ καὶ πρώτῃ συν όδῳ τῇ ἐν Νικαίᾳ, μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἀπὸ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ Πατέρων, ἑπτά τινες τῇ δόξῃ τοῦ ᾿Αρείου ὑποκύψαντες, ἔλεγόν τε, καὶ ἔγραψον κατὰ τῆς συνόδου, καὶ συνόδους ἐκίνησαν τοπικὰς πλείους ἢ τριάκοντα, τὴν μεγάλην ἀφορι ζούσας σύνοδον· ἀλλ' οὐ διὰ τοῦτο ἡ σύνοδος μείωσιν ἔλαβεν, ή κατηργήθη, ἀλλ' ἔμεινε καὶ μένει έως τὴν σήμερον ταῖς ὑπογραφαῖς ἐκείνων αὐτῶν καὶ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ, καὶ ἕως τοῦ νῦν ἡ Εκκλησία αὐτοὺς κηρύττει, οὐκ αὐτοὺς, ἀλλὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῶν, καὶ θεοφόρους αὐτοὺς καὶ ἁγίους ἀποκαλεῖ, τοὺς ἀποσκιρτήσαντας ἐξ αὐτῆς. Ότι, ὡς πολλάκις εἴρηται, ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν διά λυσιν τῆς συνόδου, οὐδενὸς φροντίζει, τί λέγει, ἢ τί πράττει, ἢ τί βούλεται. Ἐκεῖ γὰρ ἐν τῇ συναθροίσει λαμβάνει ἑκάστου τὴν ὁμολογίαν, ἥτις καὶ ἀπογράφεται ἐν οὐρανῷ, ὅθεν ἀπαλειφθῆναι αὐ θεμιτόν. Ὅταν δὲ ἐξέλθῃ τῆς συναθροίσεως, εἴ τι ἄρα καὶ πράξει, ὅπερ ἐκεῖ ὡμολόγησεν, οὐ δύναται μετα τρέψαι. Οθεν καὶ οὗτοι εἰ προφασίζονται, ὅτι ἕνεκα δώρων, καὶ τιμῶν καὶ βίας ἅμα ηνώθησαν, καὶ ὑπέγραψαν, ἀδίκως λέγουσι, καὶ οὐκ ἀληθῶν Οτι οὐδένα ἐβίασαν ὑπογράψαι, ἀλλὰ πάντες μετά χαρᾶς, ὡς εἴρηται, καὶ ἡνώνησαν, καὶ ὑπέγραψαν. Καὶ ὁ Ἐφέσου ἐκεῖ, ἔνθα ὁ Ἰωάννης προεκαλεῖτο, ἔδει δοῦναι τὴν λόγον. Ωστε ἀδίκως εγκαλεῖτε τῇ συνόδῳ, ὅτι ἐπλανήθη, καὶ ὅτι διὰ δώρων εποίησεν υπογράψασθαι τοὺς Ἱεροὺς ἄνδρας ἐκείνους· οὐκ ἦν γὰρ οὕτως, οὐκ ἦν· οὐτὲ ἐγένετο οὕτως ἐκεῖ. Ρακ. Οὕτως οὖν ἐγένετο· διὰ τοῦτο ὁ Ἐφέσου οὐκ ἠθέλησεν αὐτοῖς ἐνωθῆναι. Εὐλ. Οὕτω καὶ ὁ ᾿Αρειος οὐκ ἠθέλησεν ἑνωθῆναι τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πρώτῃ συνόδῳ· ὁ Εὐνόμιο; τῇ δευτέρᾳ· ὁ Νεστόριος τῇ τρίτῃ· ὁ Διόσκορο; τῇ τετάρτῃ, καὶ ταῖς ἑξῆς οἱ τούτων ἀντίπαλοι. Δικ. Η αλήθεια οὕτως ἔχει. Ρακ. 'Αλλ' ἐκεῖναι αἱρετικοὶ ἦσαν, οὗτος δ' εὐ λαβὴς, καὶ ὀρθόδοξος. ᾿Ακρ. θαῦμά ἐστι, πῶς οὐχ εὑρέθη καὶ ἄλλος εὐλαβὴς τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἱερᾷ συναθροίσει, πλὴν ὁ Ἐφέσου καὶ μόνος, ἀλλὰ καὶ βασιλεὺς, καὶ πατριάρχης, καὶ πᾶσα ἐκείνη τῶν ἱερῶν ἀνδρῶν σύναξις ἀπεβάλετο τὸν Χριστιανισμόν, καὶ ἐπώλησε τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, καὶ παρέ δωκαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν τῷ διαβόλω. Τούτο γάρ άτοπον σφόδρα, καὶ ἀπεβέστατον, καὶ ἀκούειν οὐ δύναμαι. Εὐλ. Εάσωμεν τῆς ἀτοπία; ταύτης τὸ μωρόν συμπέρασμα, καὶ ἀναίσθητον, τοῖς ἀκούουσιν ἐννοῆσαι, καὶ κρῖναι. Σὺ δὲ νῦν μοι φράσιν, τί ἐν αὐτῇ ἐπράχθη; Ρακ. Οἱ Λατίνοι λέγουσιν, ὅτι «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ κ ἡμεῖς δὲ λέγομεν «ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου. ο Β΄. Οι Λατίνοι λέγουσιν, ὅτι ο Δι' ἀζύμου γίνεται τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα· ν ἡμεῖς δ' ι ἀποστρεφόμενα το
est. Nam magna et prima Nic.ena synodo absoluta a trecentis et decem et octo Patribus, septem
sententiæ: Arii succumbentes, verho et scripto synodum lacerabant, et synodos locales triginta et
plures coeperunt, quæ magnam synodum auathemate feriebant; neque propterea synodius de dignitate sua aliquid amisit, aut irrita declarata est,
sed perstitit, et manet ad hæc tempora, subscriptionibus corum et trecentorum et decem et octo
Patrum munita, et Ecclesia nunc quoque publice
collaudat, non cos, sed eorum professionem, et
deiferos et sanclos nuncupat, qui ab eadem desilierunt. Quod, ut sæpius dictum est, Ecclesia Gio
nita synodo, non curat, quid hic cogitet, aut dicat, aut agat. Nam ibi in congressu uniuscujusque
professionem accipit, quæ et in caelo adnotatur,
unde abradi non valet. Cum vero e congressu exit,
quidquid ipse patret, non potest quod in ea fassus
est, immutare. Ilinc et isti licet tergiversentur
n.uneribus et honoribus illectos, et vi coactos unitos fuisse et subscripsisse, injurii sane sunt, nec
vera dicunt, cum omnes læti promptique, ut dictum est, et uniti sunt et subscripserunt. Et Ephesio eo in loco, in quo a Joanne accersebatur, reddenda ratio erat. Quare immerito synodo expostulatis, cam aberasse, et muneribus sanctos illus
viros ad subscribendum compulisse. Non enim ita
actum est, non est; neque res ibi ita gesta ezt.
Εἰ δὲ καὶ ἀληθῶς ἔλεγον, ὅπερ οὐκ οἶμαι, θαυμα Aid enuntiabant, quod non existimo, mirandum non
στὸν οὐδέν. Οτι καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ καὶ πρώτῃ συν
όδῳ τῇ ἐν Νικαίᾳ, μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς ἀπὸ
τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ Πατέρων, ἑπτά τινες
τῇ δόξῃ τοῦ ᾿Αρείου ὑποκύψαντες, ἔλεγόν τε, καὶ
ἔγραψον κατὰ τῆς συνόδου, καὶ συνόδους ἐκίνησαν
τοπικὰς πλείους ἢ τριάκοντα, τὴν μεγάλην ἀφορι
ζούσας σύνοδον· ἀλλ' οὐ διὰ τοῦτο ἡ σύνοδος μείωσιν
ἔλαβεν, ή κατηργήθη, ἀλλ' ἔμεινε καὶ μένει έως
τὴν σήμερον ταῖς ὑπογραφαῖς ἐκείνων αὐτῶν καὶ
τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ, καὶ ἕως τοῦ νῦν ἡ
Εκκλησία αὐτοὺς κηρύττει, οὐκ αὐτοὺς, ἀλλὰ τὴν
ὁμολογίαν αὐτῶν, καὶ θεοφόρους αὐτοὺς καὶ ἁγίους
ἀποκαλεῖ, τοὺς ἀποσκιρτήσαντας ἐξ αὐτῆς. Ότι,
ὡς πολλάκις εἴρηται, ἡ Ἐκκλησία μετὰ τὴν διά
λυσιν τῆς συνόδου, οὐδενὸς φροντίζει, τί λέγει, ἢ τί
πράττει, ἢ τί βούλεται. Ἐκεῖ γὰρ ἐν τῇ συναθροίσει
λαμβάνει ἑκάστου τὴν ὁμολογίαν, ἥτις καὶ ἀπογρά
φεται ἐν οὐρανῷ, ὅθεν ἀπαλειφθῆναι αὐ θεμιτόν.
Ὅταν δὲ ἐξέλθῃ τῆς συναθροίσεως, εἴ τι ἄρα καὶ
πράξει, ὅπερ ἐκεῖ ὡμολόγησεν, οὐ δύναται μετατρέψαι. Οθεν καὶ οὗτοι εἰ προφασίζονται, ὅτι
ἕνεκα δώρων, καὶ τιμῶν καὶ βίας ἅμα ηνώθησαν,
καὶ ὑπέγραψαν, ἀδίκως λέγουσι, καὶ οὐκ ἀληθῶν
Οτι οὐδένα ἐβίασαν ὑπογράψαι, ἀλλὰ πάντες μετά
χαρᾶς, ὡς εἴρηται, καὶ ἡνώνησαν, καὶ ὑπέγραψαν.
Καὶ ὁ Ἐφέσου ἐκεῖ, ἔνθα ὁ Ἰωάννης προεκαλεῖτο,
ἔδει δοῦναι τὴν λόγον. Ωστε ἀδίκως εγκαλεῖτε τῇ
συνόδῳ, ὅτι ἐπλανήθη, καὶ ὅτι διὰ δώρων εποίησεν
υπογράψασθαι τοὺς Ἱεροὺς ἄνδρας ἐκείνους· οὐκ
ἦν γὰρ οὕτως, οὐκ ἦν· οὐτὲ ἐγένετο οὕτως ἐκεῖ.
Ρακ. Οὕτως οὖν ἐγένετο· διὰ τοῦτο ὁ Ἐφέσου
οὐκ ἠθέλησεν αὐτοῖς ἐνωθῆναι.
Εὐλ. Οὕτω καὶ ὁ ᾿Αρειος οὐκ ἠθέλησεν ἑνωθῆναι
τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πρώτῃ συνόδῳ· ὁ Εὐνόμιο; τῇ
δευτέρᾳ· ὁ Νεστόριος τῇ τρίτῃ· ὁ Διόσκορο; τῇ
τετάρτῃ, καὶ ταῖς ἑξῆς οἱ τούτων ἀντίπαλοι.
Δικ. Η αλήθεια οὕτως ἔχει.
Ρακ. 'Αλλ' ἐκεῖναι αἱρετικοὶ ἦσαν, οὗτος δ' εὐλαβὴς, καὶ ὀρθόδοξος.
᾿Ακρ. θαῦμά ἐστι, πῶς οὐχ εὑρέθη καὶ ἄλλος
εὐλαβὴς τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἱερᾷ
συναθροίσει, πλὴν ὁ Ἐφέσου καὶ μόνος, ἀλλὰ καὶ
βασιλεὺς, καὶ πατριάρχης, καὶ πᾶσα ἐκείνη τῶν p
ἱερῶν ἀνδρῶν σύναξις ἀπεβάλετο τὸν Χριστιανισμόν,
καὶ ἐπώλησε τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν, καὶ παρέ
δωκαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν τῷ διαβόλω. Τούτο γάρ
άτοπον σφόδρα, καὶ ἀπεβέστατον, καὶ ἀκούειν οὐ
δύναμαι.
Εὐλ. Εάσωμεν τῆς ἀτοπία; ταύτης τὸ μωρόν
συμπέρασμα, καὶ ἀναίσθητον, τοῖς ἀκούουσιν ἐννοή
σαι, καὶ κρῖναι. Σὺ δὲ νῦν μοι φράσιν, τί ἐν αὐτῇ
ἐπράχθη;
Ρακ. Οἱ Λατίνοι λέγουσιν, ὅτι «Τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ κ
ἡμεῖς δὲ λέγομεν «ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου. ο Β΄. Οι
Λατίνοι λέγουσιν, ὅτι ο Δι' ἀζύμου γίνεται τὸ τοῦ
Χριστοῦ σῶμα· ν ἡμεῖς δ' ι ἀποστρεφόμενα το
Rhac. Sic ergo fuit, ideoque Ephesius' unionem
illorum recusavit.
Pius. Pari ratione et Arius sanctæ et magnæ
priue syuoli unionem repudiavil, Eunomius se
cuula, Nestorius tertia, Dioscorus quartz, et ca
rum quæ postea subsecutæ sunt, earum adversarii.
Dic. Dicta hujusce res meræ sunt.
Thac. Sed illi hæretici erant, hic vero plus et
orthodoxus.
Aud. Mirum sane est, non esse repertum et
alium Christianæ fidei addictum in illo sacro congressu præter unum Ephesium, sed et imperatorem
et patriarcham, et universam illam sacrorum hominum congregationem, Christianisnıum exuisse,
et Christi fidem amisisse, tradidisseque proprias
animas diabolo. lloc equidem absurdum est nimis
et impium, et ipse audire non sustineo.
Pins. Absurdi hujusce stultam insulsamque.
conclusionem auditoribus examinandam dijudi-·
caudamque relinquamus. Τu porro nunc mibi dicito, quid in ea peractum sit.
Rồac, Latini dicunt, ‹ Spiritum sanctum ex Patre et ex Filio procedere. Nos autem dicimus,
• ex Patre sulo.» Secandum, Latini dicunt:
• Tuw in panc azymo, tum in fermentato confici
carpes Christi. › Nos, ‹ Azyn:um tanquant Ju-
col. 995–996page 20 of 75
PG 159:995ἄζυμον, ὡς Ἰουδαϊκὸν ὅν. Γ'. Οἱ Λατίνοι λέγου νέο σ' σιν, ὅτι ο αἱ ψυχαὶ καθαίρονται μετά θάνατον, κα Πουργατόριον τὴν αὐτῶν κάθαρσιν ὀνομάζουσιν ἡμεῖς δὲ ἥκιστα τοῦτο λέγομεν. Δ'. Οἱ Λατίνοι λέ γουσιν, ὅτι «Αἱ ψυχαὶ τῶν ἁγίων, ἡνίκα του τηλε βίου μεταχωρήσωσιν, εὐθὺς εἰς οὐρανὸν ἀνέρχονται, καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ αὐλίζονται, καὶ τῶν ἁγίων ἀγ γέλων· ὁ ἡμεῖς δὲ ἥκιστα τοῦτο σἕως τῆς ἀναστάσεως τε καὶ κρίσεως» δίδομεν. Ε'. Οἱ Λατῖνοι λέ γουσιν, ὅτι ι ὁ πάππας ἐστὶ κεφαλὴ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν ἁπάντων·» ἡμεῖς δὲ «αὐτὸν ὡς ἕνα τῶν πατριαρχῶν λογιζόμεθα, καὶ τοῦτό γε ἂν ὀρθόδοξος.» Η αὐτὰ τοίνυν τῆς συνόδου ταύτης δογματισάσης, πάντες ὑπέκλιναν τῷ ὄρῳ αὐτῆς, καὶ οἱ δώδεκα οὗτοι. Δικ. Τὰ μὲν τῆς συνόδου δικαιότατα, καὶ μετὰ λόγου εἰσὶν εἰρημένα· τὰ δὲ τούτων ἀλλότρια τὴν μεγίστην νόσον νοσοῦσιν. Εὐλ. Ηθελον γνῶναι τὸν λόγον τῶν κεφαλαίων τούτων, ὧν ἔφης, κατὰ λεπτόν, ἀλλ᾿ ἰδιώτης ων, έβουλόμην μὲν ἕνα ἐκ τῶν δώδεκα ἱερέων τῶν ὑφ᾽ ὑμῶν συκοφαντουμένων, ὡς ἑτεροδόξων, ἐνταῦθα εἶναι, καὶ μετὰ σοῦ περὶ τούτων διαλεχθῆναι. Ἐγὼ δ᾽ ἀμφοτέρων ἀκούσας· κατανοήσαι μὲ ἂν, τίς ὑμῶν τὴν ἀλήθειαν λέγει. Ρακ. Ωφελεν ὑπῆρχε τις ἐξ αὐτῶν ὧδε. Μάρτυς. Βλέψωμεν, εἰ ἔστι τις. Ακρ. Ιδού εἷς ἐξ αὐτῶν πρεσβύτερος περ άγει τὴν ἀγοράν Ρακ. "Απελθε ταχέως. Κάλεσον αὐτὸν, ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς. Ακρ. Κύριε πρεσβύτερε, ἐλθὲ ἕως ἡμῶν. Καθολικός. Βαδίσωμεν, ὅποι βούλει, τοῦ καλοῦ καὶ τῆς ἀληθείας ένεκα. Ακρ. Ἐν τούτῳ δὴ τῷ ἐμπορίῳ εἰσελθε μέσον. Μάρτ. Εγώ δ' ἀναστὰς τῷ Καθολικῷ παρεχώρησα τὸν ἐμὸν σκίμποδα. Καὶ καθεσθεὶς ἐκεῖνος μετ' αυτ αβείας πᾶσιν ἡμῖν ἔφη Καθολ. Τί ἐστιν ὅπερ μαθεῖν ἀπ' ἐμοῦ θέλετε, καὶ κεκλήκατε με πρὸς ὑμᾶς; Εὐλ. Μετὰ τοῦ Πατρὸς τουτουί, πολλὰ διελέχθην περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ Γραικῶν καὶ Αατί νων, καθόσον ἐνεχώρει ἡ ἐμὴ διάνοια, καὶ ὁ νοῦς διηκόνει· νῦν δὲ περὶ τῶν δογμάτων τοῦ λόγου γεν νομένου, οὐ δύναμαι οὔτε ἀπολογεῖσθαι, οὔτ' έρω τὴν περὶ τούτων, ιδιώτης ὤν, καὶ γράμματα μήκου μεμαθηκώς. Διό σε εκάλεσα ἐρωτᾷν, καὶ ἀπολογεῖσθαι. Καθ. Τί ἐστιν ὁ τῶν κεφαλαίων τοῦ ἱεροῦ δρου διστάζεται, ἢ ἀμφιβάλλεται παρ' ὑμῶν, ὡς μὴ ἀληθές; 'Ρακ. Ο όρος πᾶς οὐδεμίαν συνέχει αλήθειαν. Καθ. Οὐκοῦν καὶ τὰ πέντε κεφάλαια παρ' ὑμῶν ἀμφιβάλλονται. Ρακ. Καὶ σφόδρα παρ' ἡμῶν ἀμφιβάλλονται. Καθ. Λέγε λοιπὸν, ἅπερ βούλει, καὶ ἡμεῖς ἐφ' ἑκάστῳ ἀποκρινούμεθα.
daicuin aversamur. i Tertium, Latini dicunt, ἄζυμον, ὡς Ἰουδαϊκὸν ὅν.» Γ'. Οἱ Λατίνοι λέγου-
‹ Anima's post obitum expurgiri, earumque purgationem purgatorium nuncupant.» Nos id non
dicimus. Quartum, Latini dicunt, sanctorum
animas, cum ex hac vita migraverint, statim in cœlunt ascendere, et una cum Dio sanctisque angelis habitare. › Nos id non concedimus, ¿ante resurrectionem et judicium.» Quiitum, Latini dicunt, papam esse capnt Ecclesiæ Christi, patremque Chiristianorum oninium. Nos, eunh
tanquain unum ex patriarchis reputamus, et id
quidem si orthodoxus fuerit.» Hæc cum synodus
determinassel, omnes definitioni illius colla subje
cere, et hi duodecim sacerdotes.
Dic. In synodo pertractata justissima sunt, et
cum ratione dictata: His contraria tenentes mortifero morbo urgentu
Pius. Rationis capitum, quæ tu sigillatim percensuisti, scientiam mihř pėroptarem, sed cum
imperitus rudisque sim, utinam aliquis ex his
duodecim sacerdotibus, quos tanquam aliena a
vobis sentientes' calumniose proscinditis, adlesset,
tecomque una de illis dissereret: quos ipsé póstea
cum audierim, qui ex illis proxime ad verum accedit, dignoscerein.
Rhuc. Utinam unus aliquis ex illis hic adesset I
Testis: Perquiramus, si quispiam est.
Aud. En unus ex illis senex per medium forum'
vagatur.
Rhac. Ocius move te. Accerse illum ad nos.
Aud. Domine senex, accede huc ail nos.
Catholicus. Pročedlanus quo lubet, honest ve
ritatisque causa.
Aud: Iatroeamus in hanc officinam.
Testis. Ipse assurgens cessi meam sellulam
catholico, qui sedens cum reverentia omnibus
d.xit:
Cathol. Quam ob cansam advocastis me? Quid
a me discere percupitis?
Pies Cum hoc Patrè de differentia inter Græcos
et Latinos pro modulo intelligentiæ meæ, et, ut
mens suggerebat, multa disserui; nunc, cum
seruio al dogmata pervenisset, non valeo de his
neque respondere, neque interrogare, infans et
insipiens, qui nedum litteras didicerim; propterea te vocavi, ut ipse interrogarent et respon
«leres.
Cath. Ex capitibus sacri decreti quodnam illud
est, quod in controversiam vertitur? aut, an νέο
rum sit, dubitatur a vobis?
Rhar. Totum ipsam decretum nihil in se veri
continet.
Cath. Quinquè itaqué capita vobis in controversia subl.
Rhac. Εt maximum quidem in modum.
Cath. Ad arbitrium itaqnè tuum refer, de quibus dubius es. Nos singulis respondebimus.
σ'
σιν, ὅτι ο αἱ ψυχαὶ καθαίρονται μετά θάνατον, κα
Πουργατόριον τὴν αὐτῶν κάθαρσιν ὀνομάζουσιν
ἡμεῖς δὲ ἥκιστα τοῦτο λέγομεν. Δ'. Οἱ Λατίνοι λέγουσιν, ὅτι «Αἱ ψυχαὶ τῶν ἁγίων, ἡνίκα του τηλε
βίου μεταχωρήσωσιν, εὐθὺς εἰς οὐρανὸν ἀνέρχονται,
καὶ μετὰ τοῦ Θεοῦ αὐλίζονται, καὶ τῶν ἁγίων ἀγ
γέλων· ὁ ἡμεῖς δὲ ἥκιστα τοῦτο σἕως τῆς ἀναστά
σεώς τε καὶ κρίσεως» δίδομεν. Ε'. Οἱ Λατῖνοι λέγουσιν, ὅτι ι ὁ πάππας ἐστὶ κεφαλὴ τῆς Χριστοῦ
Ἐκκλησίας καὶ πατὴρ τῶν Χριστιανῶν ἁπάντων·»
ἡμεῖς δὲ «αὐτὸν ὡς ἕνα τῶν πατριαρχῶν λογιζόμεθα, καὶ τοῦτό γε ἂν ὀρθόδοξος.» Η αὐτὰ τοίνυν
τῆς συνόδου ταύτης δογματισάσης, πάντες ὑπέκλιναν
τῷ ὄρῳ αὐτῆς, καὶ οἱ δώδεκα οὗτοι.
Δικ. Τὰ μὲν τῆς συνόδου δικαιότατα, καὶ μετὰ
λόγου εἰσὶν εἰρημένα· τὰ δὲ τούτων ἀλλότρια τὴν
μεγίστην νόσον νοσοῦσιν.
Εὐλ. Ηθελον γνῶναι τὸν λόγον τῶν κεφαλαίων
τούτων, ὧν ἔφης, κατὰ λεπτόν, ἀλλ᾿ ἰδιώτης ων,
έβουλόμην μὲν ἕνα ἐκ τῶν δώδεκα ἱερέων τῶν ὑφ᾽
ὑμῶν συκοφαντουμένων, ὡς ἑτεροδόξων, ἐνταῦθα
εἶναι, καὶ μετὰ σοῦ περὶ τούτων διαλεχθῆναι. Ἐγὼ
δ᾽ ἀμφοτέρων ἀκούσας· κατανοήσαι μὲ ἂν, τίς ὑμῶν
τὴν ἀλήθειαν λέγει.
Ρακ. Ωφελεν ὑπῆρχε τις ἐξ αὐτῶν ὧδε.
Μάρτυς. Βλέψωμεν, εἰ ἔστι τις.
Ακρ. Ιδού εἷς ἐξ αὐτῶν πρεσβύτερος περ άγει
τὴν ἀγοράν
Ρακ. "Απελθε ταχέως. Κάλεσον αὐτὸν, ἐλθεῖν
πρὸς ἡμᾶς.
Ακρ. Κύριε πρεσβύτερε, ἐλθὲ ἕως ἡμῶν.
Καθολικός. Βαδίσωμεν, ὅποι βούλει, τοῦ καλοῦ
καὶ τῆς ἀληθείας ένεκα.
Ακρ. Ἐν τούτῳ δὴ τῷ ἐμπορίῳ εἰσελθε μέσον.
Μάρτ. Εγώ δ' ἀναστὰς τῷ Καθολικῷ παρεχώρησα
τὸν ἐμὸν σκίμποδα. Καὶ καθεσθεὶς ἐκεῖνος μετ' αυτ
αβείας πᾶσιν ἡμῖν ἔφη·
Καθολ. Τί ἐστιν ὅπερ μαθεῖν ἀπ' ἐμοῦ θέλετε,
καὶ κεκλήκατε με πρὸς ὑμᾶς;
Εὐλ. Μετὰ τοῦ Πατρὸς τουτουί, πολλὰ διελέχθην
περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς μεταξὺ Γραικῶν καὶ Αατίνων, καθόσον ἐνεχώρει ἡ ἐμὴ διάνοια, καὶ ὁ νοῦς
διηκόνει· νῦν δὲ περὶ τῶν δογμάτων τοῦ λόγου γεν
νομένου, οὐ δύναμαι οὔτε ἀπολογεῖσθαι, οὔτ' έρω
τὴν περὶ τούτων, ιδιώτης ὤν, καὶ γράμματα μήκου
μεμαθηκώς. Διό σε εκάλεσα ἐρωτᾷν, καὶ ἀπολο
γεῖσθαι.
Καθ. Τί ἐστιν ὁ τῶν κεφαλαίων τοῦ ἱεροῦ δρου
διστάζεται, ἢ ἀμφιβάλλεται παρ' ὑμῶν, ὡς μὴ
ἀληθές;
'Ρακ. Ο όρος πᾶς οὐδεμίαν συνέχει αλήθειαν.
Καθ. Οὐκοῦν καὶ τὰ πέντε κεφάλαια παρ' ὑμῶν
ἀμφιβάλλονται.
Ρακ. Καὶ σφόδρα παρ' ἡμῶν ἀμφιβάλλονται.
Καθ. Λέγε λοιπὸν, ἅπερ βούλει, καὶ ἡμεῖς ἐφ'
ἑκάστῳ ἀποκρινούμεθα.
col. 997–998page 21 of 75
PG 159:997Ρακ. Πρὸς τὸ πρῶτον τοῦ ὅρου, τὸ λέγον, ὅτι ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμά ἐστι, λίαν ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν, μᾶλλον δὲ καὶ ἀρνούμεθα παντελῶς, καὶ ὡς βλάς φημον ἀπορρίπτομεν. Ακρ. Ὢ τῶν κριμάτων σου, Χριστέ βασιλεῦ! Πῶς ὑπομένοις τοσαύτην ἀναίδειαν; Καθ. Τὴν ἐκ τοῦ Υἱοῦ φωνὴν ὡς βλάσφημον ἀπολ μέπτετε; Ρακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν, Καθ. Τὴν βλασφημίαν ταύτην ήθελον γνώναι. 'Ρακ. Βλασφημίαν λέγομεν τὴν αἵρεσιν ταύτην. Καθ. (ὐκοῦν αἱρετικοὺς ἔχετε τοὺς λέγοντας και ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι Πνεῦμα; Ρακ. Ναὶ, ὡς αἱρετικοὺς ἔχομεν. Δικ. Ιλεως· γένοιτο ἡμῖν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς, ἀκούουσι βλασφημίας τοσαύτας. Καὶ τοὺς ἁγίους – τοὺς λέγοντας φανερῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, αἱρετικοὺς ἔχετε; Αλαλα γενηθήτω τὰ δόλια χείλη, καὶ ἐμφραγείη πᾶν στόμα λαλεῖν ἄδικά κατὰ τῶν ἁγίων. Ρακ. Μὴ οὕτω σφοδρῶς ἡμῖν ἐπέρχου; δικαιοκρίτα. Οὐ γὰρ τοὺς ἁγίους ἡμεῖς αἱρετικούς λόγου μεν, ἀλλὰ τοὺς λέγοντας, ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, Καθ. Ὢ τῆς ἀνοίας! Καὶ εἰ εὑρίσκονται ἅγιοι λέγοντες, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, οὐ συνεισφέρονται καὶ αὐτοὶ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐπειδὴ πάντας τοὺς λέγοντας ἐκ τοῦ Υἱοῦ αἱρετικοὺς ἔχετε; 'Ρακ, 'Αλλ' οὐδεὶς τῶν ἁγίων εὑρίσκεται λέγων, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Μάρτ. Πολλοὶ τῶν ἁγίων λέγουσι τοῦτο, καὶ ἀνατολικοὶ τε καὶ Δυτικοί. Καθ. Καὶ εἰ ἐγὼ δείξω σοὶ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας λέγοντας τοῦτο, τι ἂν εἴποις; 'Ρακ. Ομολογήσω καγώ. Καθ. Εχέτω ὁ μάρτυς τὰ εἰρημένα καλῶς σεση μειωμένα. Μάρτ. Έγραψα, καὶ γράψω καλῶς, μὴ ἀμφίβαλε, εἰς μνήμην μελλόντων. 'Ρωκ. "Ηδη είρηται, καὶ στραφήναι ὁ λόγος ὄπισθεν τῶν ἀδυνάτων ἐστί· δείξόν μοι οὖν δ᾽ ὑπ σχέθης ἅγιον τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνολ μολογήσω κἀγώ. Καθ. Αρέσκει μοι· τὸ ῥηθέν. Ταχέως ἐγὼ ἀπο δείξω σοι. Ῥακ. Μνήσθητι καλῶς, ὅπερ ἔφην, ὅτι οὐ διὰ Δυτικών, Ανατολικῶν δὲ μᾶλλον, καὶ ἡμετέρων. Καθ. Αμφιβάλλεις τους Δυτικούς, μή είναι ἁγίους; Καὶ τὶς ἂν ἔχῃ τολμήσαι, τοῦτο εἰπεῖν, σῶον ἔχων τὸν νοῦν, καὶ τὰς φρένας; ἡ Ἐκκλησία γὰρ αὐτοὺς ἐδόξασεν ὡς ἁγίους καὶ θεοφόρους Πα τέρας. Εἰ οὖν τοῦτο δώσομεν, πᾶσαν τὴν πίστιν ἡμῶν ἀνατρέψομεν, καὶ οὔτε Εκκλησία, οὔτε ἅγιοι; οὔτε ἱερωσύνη, οὔτε θυσιαστήριον, οὔτε ὅλως πίστις Εσται Χριστιανῶν. Ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἄτοπα· ταῦτα καὶ ἀπρεπέστατα, διὰ τοῦτο καὶ ἁπλανη λέγομεν τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, καὶ τοὺς ἁγίους αὐτῆς διδα σκάλους, Πατέρας ἁγίους ἔχομεν, καὶ πρεσβεύομεν.
Ρακ. Πρὸς τὸ πρῶτον τοῦ ὅρου, τὸ λέγον, ὅτι ἐκ
τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμά ἐστι, λίαν ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν,
μᾶλλον δὲ καὶ ἀρνούμεθα παντελῶς, καὶ ὡς βλάς
φημον ἀπορρίπτομεν.
Ακρ. Ὢ τῶν κριμάτων σου, Χριστέ βασιλεῦ! Πῶς
ὑπομένοις τοσαύτην ἀναίδειαν;
Καθ. Τὴν ἐκ τοῦ Υἱοῦ φωνὴν ὡς βλάσφημον ἀπολ
μέπτετε;
Ρακ. Καὶ πάνυ μὲν οὖν,
Καθ. Τὴν βλασφημίαν ταύτην ήθελον γνώναι.
'Ρακ. Βλασφημίαν λέγομεν τὴν αἵρεσιν ταύτην.
Καθ. (ὐκοῦν αἱρετικοὺς ἔχετε τοὺς λέγοντας και
ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι Πνεῦμα;
Ρακ. Ναὶ, ὡς αἱρετικοὺς ἔχομεν.
Δικ. Ιλεως· γένοιτο ἡμῖν Ἰησοῦς ὁ Χριστὸς,
ἀκούουσι βλασφημίας τοσαύτας. Καὶ τοὺς ἁγίους –
τοὺς λέγοντας φανερῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ, αἱρετικοὺς ἔχετε; Αλαλα γενηθήτω τὰ
δόλια χείλη, καὶ ἐμφραγείη πᾶν στόμα λαλεῖν ἄδικά
κατὰ τῶν ἁγίων.
Ρακ. Μὴ οὕτω σφοδρῶς ἡμῖν ἐπέρχου; Δικαιο
κρῖτα. Οὐ γὰρ τοὺς ἁγίους ἡμεῖς αἱρετικούς λόγου
μεν, ἀλλὰ τοὺς λέγοντας, ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι
τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,
Καθ. Ὢ τῆς ἀνοίας! Καὶ εἰ εὑρίσκονται ἅγιοι
λέγοντες, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, οὐ συνεισφέρονται καὶ
αὐτοὶ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐπειδὴ πάντας τοὺς λέγοντας:
ἐκ τοῦ Υἱοῦ αἱρετικοὺς ἔχετε;
'Ρακ, 'Αλλ' οὐδεὶς τῶν ἁγίων εὑρίσκεται λέγων,
καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.
Μάρτ. Πολλοὶ τῶν ἁγίων λέγουσι τοῦτο, καὶ Ανά
τολικοί τε καὶ Δυτικοί.
Καθ. Καὶ εἰ ἐγὼ δείξω σοὶ ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας
λέγοντας τοῦτο, τι ἂν εἴποις;
'Ρακ. Ομολογήσω καγώ.
Καθ. Εχέτω ὁ μάρτυς τὰ εἰρημένα καλῶς σεση
μειωμένα.
Μάρτ. Έγραψα, καὶ γράψω καλῶς, μὴ ἀμφίβαλε,
εἰς μνήμην μελλόντων.
'Ρωκ. "Ηδη είρηται, καὶ στραφήναι ὁ λόγος
ὄπισθεν τῶν ἀδυνάτων ἐστί· δείξόν μοι οὖν δ᾽ ὑπ
σχέθης ἅγιον τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, καὶ συνολ
μολογήσω κἀγώ.
Καθ. Αρέσκει μοι· τὸ ῥηθέν. Ταχέως ἐγὼ ἀποδείξω σοι.
Ῥακ. Μνήσθητι καλῶς, ὅπερ ἔφην, ὅτι οὐ διὰ
Δυτικών, Ανατολικῶν δὲ μᾶλλον, καὶ ἡμετέρων.
"
Καθ. Αμφιβάλλεις τους Δυτικούς, μή είναι
ἁγίους; Καὶ τὶς ἂν ἔχῃ τολμήσαι, τοῦτο εἰπεῖν,
σῶον ἔχων τὸν νοῦν, καὶ τὰς φρένας; ἡ Ἐκκλησία·
γὰρ αὐτοὺς ἐδόξασεν ὡς ἁγίους καὶ θεοφόρους Πα
τέρας. Εἰ οὖν τοῦτο δώσομεν, πᾶσαν τὴν πίστιν
ἡμῶν ἀνατρέψομεν, καὶ οὔτε Εκκλησία, οὔτε ἅγιοι;
οὔτε ἱερωσύνη, οὔτε θυσιαστήριον, οὔτε ὅλως πίστις
Εσται Χριστιανῶν. Ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἄτοπα· ταῦτα καὶ
ἀπρεπέστατα, διὰ τοῦτο καὶ ἁπλανη λέγομεν τὴν
τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, καὶ τοὺς ἁγίους αὐτῆς διδα
σκάλους, Πατέρας ἁγίους ἔχομεν, καὶ πρεσβεύομεν.
Rhac. De primo decreti capite, in quo est, cet
Filio-Spiritum esse, › maximam habemus dubitationem: imo id nos prorsus negamus, et tanquain
impium rejicimus.
Aud. Judicia tua! res Christe: Quomodo tautant
impüdentiam sustines?
Cath. Vocem illam, ex Filio, tanquam impiam
rejicitis?
Rhac. Et modis quidem omnibns.
Cath. Impietatem hanc cognoscere vellem.
Rhac. Impietatem vocamus hanc haeresiu.
Cath. Ergo hæreticos esse existimatis eos qui
dicunt Spiritam sanctum ex Filio procedere?
Rhac. lta est; nt hæreticos detestamur.
Dic. Propitius sit Jesus Christus nobis, qui tot
impietatibus aures prebemus. Sanctus vero, qui
aperte fatentur et ex Filio Spiritum sanctum, bæreticos reputatis? Muta fiant labla dolosa, et obturetur omne os quod loquitur adversus sanctos
iniquitatem.
Rhac. Ne-tam acerbe in nos sævia's, Dicæncrita.
Non enim sanctos hæreticos dicitus, seul eos qui
dicunt ex Filio procedere Spiritum sanctum.
Cath. O insipientiam! Annen, si sancti reperii
fuerínt dicentes ex Filio, cum hæreticis et ipsi
collorarentur, quando omnes dicentes ex Filio,
hæreticos reputatis?
Rhac. Sed nullus ex Patribus est, qui asserat ex
Filio:
Testis. Multi sancti id asserunt et Orientales et
Occidentales.
Cath. Quod sl ipse ostendero tibi sanctos Ecclesiæ id asserentes, quid dixeris?
Rhae. Id et ipse fàtebor.
Cath: Testis, quæ dicta sunt, probe signet.
Testis. Scripsi, scribamque probe, ne dubites,
in futurorum memoriamı.
Rhac. Jam dictum est, nec fieri potèst, ut sermo
retro vertatur. Itaque facsis nine promissa appa
reant. Ostende Orientalis Ecclesiæ Patrem, et
conftabor et ipse:
Carl. Perplacet, quod dicis. litico ostenlan.
Rhar. Recordare probe quod dixi, non per
Occidentales, sed potius per Orientales
stros.
Cath: Dubitas de sanctiate Patruin Occidenta
lint? Et quis id addebit dicere? Nou sum mente
captus; bene valeo. Ecclesia eos veluti sanctus
et deiferos Patres veneratur. Quod si id concesserimus, nostram fidem universam evertemus, et
neque Ecclesia, neque sancti, neque sacerdotium,
neque sacrifcium, neque fides villa Christianorum
supererit. Sed cum absurda sint hæc et admodum
indecors, propterea fuifallibilem dicimus Dei Ecclesiam, et sanctos illius præceptorės veluti sanctos Patres colimus et veneramur. Níhilóminus,
col. 999–1000page 22 of 75
PG 159:999"Ομως διὰ πλείω σαφήνειαν ὑμετέραν, τοὺς μὲν Δυτικοὺς ἁγίους, καὶ διδασκάλους ἐάσω· τοὺς δὲ Ανατολικούς διδασκάλους τε καὶ ἁγίους ἐκθήσω σοι, τοῦτο λέγοντας. Ακρ. Θεράπευσον, δέσποτα, την ψυχὴν τοῦ Πα τρός. Δεῖξον αὐτῷ τὸ προκείμενον, δι' ᾿Ανατολικών ἁγίων. Ρακ. Κύριε πρεσβύτερο, μὴ διατρίβωμεν τὸν καιρὸν εἰς μάτην. Ο προεθέμεθα, συντομώτερον λέγε. Και σημειούσθω ὁ Μάρτυς τοῖς εἰρημένοι; καλῶς. Πέπεισμαι γάρ, ὅτι οὐδένα δείξης μοι τῶν ἁγίων ἐκ τοῦ Υἱοῦ λέγοντα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι. Μάρτ. Οὐχ ὁρᾷς τῇ μὲν δεξιᾷ χειρὶ κρατοῦντα τὸν κάλαμον, τῇ δ' ἀριστερᾷ τὸ βιβλίον, σημειοῦσθαι τὰ εἰρημένα; Καθ. Αὐτίκα γὰρ ὁ μέγας τῆς Ἐκκλησίας στο λος ὁ θεῖος τῷ ὄντι καὶ ἱερὸς ᾿Αθανάσιος, ἐν τῇ Ομολογίᾳ τῆς ἑαυτοῦ πίστεως, ἣν ἐξέθετο προς Λιβέριον πάππαν, ἧς ἡ ἀρχή, ο Οστις ἂν βούληται σωθῆναι, - «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, φησίν, ἀπὸ τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὐ ποιητὴν, οὐ κτιστὸν, οὐδὲ γεννητὸν, ἀλλ' ἐκπορευτόν.» Τί πρὸς τοῦτο ἔχεις εἰπεῖν; Οὐκ ἔστιν ἅγιο; οὗτος, καὶ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλος; Ρακ. Αγιων μὲν καὶ διδάσκαλον ἔχω, πλὴν ἀμφιβάλλων, μὴ εἶναι τὴν νῆσιν ταύτην γνησίαν αὐτοῦ. Καθ. Πῶς οὐκ ἔστι γνησία τοῦ διδασκάλου τοῦδι ἡ ῥῆσις αὕτη, ὅτι ἐν πολλοῖς ἄλλοις λόγοις αὐτοῦ τὸ αὐτὸ τοῦτο λέγει; 'Ρακ. Ποῦ δή; ζονα δὲ, ὅτι ἀπ' ἐκείνου τὸ εἶναι ἔχει. Καθ. Ἐν τῷ κατὰ ᾿Αρειανῶν βιβλίῳ αὐτοῦ, ἐν πολλοῖς μὲν τόποις τοῦτο λέγει, μᾶλλον δὲ κάν τούτῳ, Ενθα φησί, ο Τοιαῦτα μὲν τοῖς Ἰουδαίοις ὡς ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἔλεγε· τοῖς δὲ μαθηταῖς τὴν θεότητα καὶ μεγαλειότητα δεικνὺς ἑαυτοῦ, οὐκ ἔτι ἐλάττονε ἑαυτὸν τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ μείζονα καὶ ἴσον όντα σημαίνων, ἐδίδου μὲν τὸ Πνεῦμα, καὶ ἔλεγεν, Εγώ αὐτὸ ἀποστελῶ, κἀκεῖνος ἐμὲ δοξάσει.» Έγνως ἄρα, τί δηλοῦν βούλεται, τὸ μείζονα καὶ ἴσον αὐτὸν εἶναι τοῦ Πνεύματος· ἴσον μὲν κατὰ τὸ ὁμοούσιον οὐδὲν γὰρ τῶν τριῶν προσώπων μεῖζον καὶ ἔλαττον τῇ οὐσίᾳ, καὶ τῇ θεότητι, ἀλλ᾽ ἄκρα ἐπέτης· μεί Ρακ. Οὔποτε τὴν ῥῆσιν ἐγὼ ταύτην εἶδον. Αλλ ἀρίθμησόν μοι καὶ ἄλλους τῶν διδασκάλων. Ακρ. Θέλει μόνον ἀκούειν, καὶ ἀπόρριψον την κενὴν καὶ ματαίαν πρόληψιν. Σὺν γὰρ τοῖς ἄλλοις κακοῖς, οἷς τοὺς ἀνθρώπους ἀναπλήσατε, ἐν ἐστι καὶ τοῦτο, τὸ μὴ ἐθέλειν ἀκούειν τινὸς τῶν καθολικών περὶ τούτων διαλεγομένων, ἀλλὰ κλείειν τὰ ὦτα, ἵνα μὴ τὴν πονηρὰν ὑπόνοιαν απορρίψαντες, εἰς μετάνοιαν ἔλθωσιν. Σὺ δὲ ἐπεὶ ἐρωτᾷς μαθεῖν, ἄκουσον τοῦ Καθολικοῦ. Καθ. 'Ο μέγας Βασίλειος ἐν τῷ κατ' Ευνομίου τρίῳ φησίν· ο Τίς γὰρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματα καὶ τῇ τάξει τρίτον ὑπάρχει τὸ Πνεῦμα, τρίτον είναι
JOSEPH METHIONENSIS EPISCOPI
ut res volis apertius palat, Occidentales quidem "Ομως διὰ πλείω σαφήνειαν ὑμετέραν, τοὺς μὲν
Patres et doctores præteribo, Orientales vero mabistros ct Patres hoc idem asscrentes adducam.
Aud. Animo Patris, domine, remedia adhibe.
Per Orientales Patres propositum demonstretur.
Rhac. Domine senex, ne frustra tempus terainus.
Quol proposuimus, paucioribus explica, diciaque
Testis scripto tradat fideliter: namque optime
calleo, nullum te Patrem ostensurum, qui dicat,
Spiritum sanctum procedere ex Filio.
Testis. Annou vides me dextera calamum tenentem, sinistra volumen, ut quæ dicenda sunt,
omnia scripto consignem?
: ‹
Cath. Et sane primus ante alios, magna Ecclesiæ columna divinus et sacer Athanasius in suæ
fidei professione, quam Liberio papæ exhibuit,
cujus illud principium est Quicunque vult
salvus esse, › ‹ Spiritus sanctus, ait, a Patre et
Filio non factus, non creatus, non genitus, sed
procedens. An quidquam oppones? Nonne est
sanctus iste et Ecclesiæ doctor?
Rhac. Per me, sanctus est et doctor; altamen
dictum a te allatum in dubio est, an legitimum
illius sit.
Cath. Et quomodo doctoris hujus legitimum non
ſuerit, cum id idem repetat sæpius aliis suis orationibus?
Rhac. Quibus?
Δυτικοὺς ἁγίους, καὶ διδασκάλους ἐάσω· τοὺς δὲ
Ανατολικούς διδασκάλους τε καὶ ἁγίους ἐκθήσω σοι,
τοῦτο λέγοντας.
Ακρ. Θεράπευσον, δέσποτα, την ψυχὴν τοῦ Πατρός. Δεῖξον αὐτῷ τὸ προκείμενον, δι' ᾿Ανατολικών
ἁγίων.
Ρακ. Κύριε πρεσβύτερο, μὴ διατρίβωμεν τὸν
καιρὸν εἰς μάτην. Ο προεθέμεθα, συντομώτερον
λέγε. Και σημειούσθω ὁ Μάρτυς τοῖς εἰρημένοι;
καλῶς. Πέπεισμαι γάρ, ὅτι οὐδένα δείξης μοι τῶν
ἁγίων ἐκ τοῦ Υἱοῦ λέγοντα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
ἐκπορεύεσθαι.
Μάρτ. Οὐχ ὁρᾷς τῇ μὲν δεξιᾷ χειρὶ κρατοῦντα τὸν
κάλαμον, τῇ δ' ἀριστερᾷ τὸ βιβλίον, σημειοῦσθαι τὰ
εἰρημένα;
Καθ. Αὐτίκα γὰρ ὁ μέγας τῆς Ἐκκλησίας στο
λος ὁ θεῖος τῷ ὄντι καὶ ἱερὸς ᾿Αθανάσιος, ἐν τῇ
Ομολογίᾳ τῆς ἑαυτοῦ πίστεως, ἣν ἐξέθετο προς
Λιβέριον πάππαν, ἧς ἡ ἀρχή, ο Οστις ἂν βούληται
σωθῆναι, - «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, φησίν, ἀπὸ τοῦ
Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, οὐ ποιητὴν, οὐ κτιστὸν, οὐδὲ
γεννητὸν, ἀλλ' ἐκπορευτόν.» Τί πρὸς τοῦτο ἔχεις
εἰπεῖν; Οὐκ ἔστιν ἅγιο; οὗτος, καὶ τῆς Ἐκκλησίας
διδάσκαλος;
Ρακ. Αγιων μὲν καὶ διδάσκαλον ἔχω, πλὴν ἀμ
φιβάλλων, μὴ εἶναι τὴν νῆσιν ταύτην γνησίαν αὐτοῦ.
Καθ. Πῶς οὐκ ἔστι γνησία τοῦ διδασκάλου τοῦδι
ἡ ῥῆσις αὕτη, ὅτι ἐν πολλοῖς ἄλλοις λόγοις αὐτοῦ τὸ
αὐτὸ τοῦτο λέγει;
'Ρακ. Ποῦ δή;
Cath. Libro, quem adversus Arianos scripserat
multis in locis id asserit, sed potissimum ubi dicit:
‹ Et hæc quidem Judæis tanquam homo Dominus
dicebat: Discipulis vero deitatem ac magnitudimem suam ostendens, non minorem se Spiritu, sed
majorem et æqualem esse significans, exhibebat
quidem Spiritum, diccbatque: Ego illum millam,
et ille me glorificabit. Cognovisti itaque quid
innuere vult, majorem et æqualem ipsum esse
Spiritu, æqualem secundum substantiam; ex
tribus enim personis nulla major, aut minor, aut
essentia, aut divinitate est, sed summa in illis
æqualitas: majorem, quod ab eo habeat, quod ζονα δὲ, ὅτι ἀπ' ἐκείνου τὸ εἶναι ἔχει.
sit.
Καθ. Ἐν τῷ κατὰ ᾿Αρειανῶν βιβλίῳ αὐτοῦ, ἐν
πολλοῖς μὲν τόποις τοῦτο λέγει, μᾶλλον δὲ κάν τούτῳ,
Ενθα φησί, ο Τοιαῦτα μὲν τοῖς Ἰουδαίοις ὡς ἄνθρω
πος ὁ Κύριος ἔλεγε· τοῖς δὲ μαθηταῖς τὴν θεότητα
καὶ μεγαλειότητα δεικνὺς ἑαυτοῦ, οὐκ ἔτι ἐλάττονε
ἑαυτὸν τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ μείζονα καὶ ἴσον όντα
σημαίνων, ἐδίδου μὲν τὸ Πνεῦμα, καὶ ἔλεγεν, Εγώ
αὐτὸ ἀποστελῶ, κἀκεῖνος ἐμὲ δοξάσει.» Έγνως
ἄρα, τί δηλοῦν βούλεται, τὸ μείζονα καὶ ἴσον αὐτὸν
εἶναι τοῦ Πνεύματος· ἴσον μὲν κατὰ τὸ ὁμοούσιον
οὐδὲν γὰρ τῶν τριῶν προσώπων μεῖζον καὶ ἔλαττον
τῇ οὐσίᾳ, καὶ τῇ θεότητι, ἀλλ᾽ ἄκρα ἐπέτης· μεί
Rhac. Nunquam ego hanc sententiam conspexi.
Sed receuse mihi et alios doctores.
Aud. Audias tu tantummodo, ejiciasque vanam
atque inanem antecaptam animo opinionem. Inter
enim alia mala, quibus genus humanum cumulastis, hoc quoque est, nolle cuiquam ex Catholicis de similibus disserenti aures præbere, sed
eas obturatis ne pravam suspicionem amolitos
poeniteat. Tu vero, qui interrogas, Catholicum
audi.
Cath. Magnus Basilius, libro adversus Eunomium tertio ait: «Quæ enim necessitas, si diquitate et ordine tert.us est Spiritus sanctus,
Ρακ. Οὔποτε τὴν ῥῆσιν ἐγὼ ταύτην εἶδον. Αλλ
ἀρίθμησόν μοι καὶ ἄλλους τῶν διδασκάλων.
Ακρ. Θέλει μόνον ἀκούειν, καὶ ἀπόρριψον την
κενὴν καὶ ματαίαν πρόληψιν. Σὺν γὰρ τοῖς ἄλλοις
κακοῖς, οἷς τοὺς ἀνθρώπους ἀναπλήσατε, ἐν ἐστι καὶ
τοῦτο, τὸ μὴ ἐθέλειν ἀκούειν τινὸς τῶν καθολικών
περὶ τούτων διαλεγομένων, ἀλλὰ κλείειν τὰ ὦτα,
ἵνα μὴ τὴν πονηρὰν ὑπόνοιαν απορρίψαντες, εἰς
μετάνοιαν ἔλθωσιν. Σὺ δὲ ἐπεὶ ἐρωτᾷς μαθεῖν,
ἄκουσον τοῦ Καθολικοῦ.
Καθ. 'Ο μέγας Βασίλειος ἐν τῷ κατ' Ευνομίου
τρίῳ φησίν· ο Τίς γὰρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματα
καὶ τῇ τάξει τρίτον ὑπάρχει τὸ Πνεῦμα, τρίτον είναι
col. 1001–1002page 23 of 75
PG 159:1001αὐτὸ καὶ τῇ φύσει; Αξιώματι μὲν γὰρ, δευτερεύει» τοῦ Υἱοῦ, παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχον, καὶ παρ' αὐτοῦ λαμβάνον, καὶ ἀναγγέλλον ἡμῖν, καὶ ὅλως τῆς αἰτίας ἐκείνης ἐξημμένον, παραδίδωσιν ὁ τῆς εὐσεβείας λόγος· φύσει δὲ τρίτῃ κεχρῆσθαι, οὔτε παρὰ τῶν ἁγίων Γραφών δεδιδάγμεθα, οὔτε κατὰ τὸ ἀκόλουθον δυνατὸν συλλογίσασθαι.» Τακ. Ἐν τούτῳ οὐ δείκνυται διαρρήδην, ὅτι ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλ' ὅτι παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχει, καὶ παρ' αὐτοῦ λαμβάνει. Καθ. Οὐκ ἔγνως ἔτι, τί τὸ εἶναι νοεῖται. Τὸ γὰρ ἔχειν παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι, τί ἄλλο πρὸς Θεὸν ση μαίνει, ἢ ὅτι ἐκπορεύεται ἐξ αὐτοῦ; Ρακ. Θέλω εἰδέναι σαφῶς τινὰ τῶν ἁγίων διδα σκάλων λέγοντα διαρρήδην, ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπο ρεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Καθ. Τα ονόματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Παναγίου Πνεύματος πολλά εἰσι, καὶ ἐν διαφόροις λέξεσι λέ γονται, καὶ χρῶνται αὐταῖς οἱ διδάσκαλοι, καθώς βούλονται, ὁ μὲν οὕτως, ὁ δ' οὕτως. Δι' αὐτοῦ τὸ ὅταν ἀκούσῃς, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ο πρόεισιν ἐκ τοῦ Υἱοῦ, προχεῖται, ἐνίησιν, ἀναβλύζει, πηγάζει, ἔστιν, ὑπάρχει, ἔχει τὸ εἶναι, λαμβάνει, δίδεται ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ἐξ αὐτοῦ, διὰ αὐτοῦ, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐκλάμπει, ἀποστέλλεται, πέμπεται, ο οὐ δεῖ σε νοεῖν ἄλλο, ἢ ὅτι ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται. Ρακ. Εἰ καὶ ἔστιν οὕτως, ὡς λέγεις, ἀλλ᾽ ἐγώ οὕτω βούλομαι εἰδέναι τινὰ ἅγιον λέγοντα, «Εκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.» Καθ. Εγώ πειράσομαι καὶ τοῦτό σοι δείξαι. Μάρτ. Οντω; αὕτη ἐστὶν ἡ πίστις ἡ ἀληθῆς καὶ ἀμώμητος τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ, ἡ ἐνεργουμένη θαυμασίως ἐν τοῖς καθαρῶς καὶ εὐσεβῶς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν. Φησί γάρ· 'Ο πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα, ο ἐγὼ ποιῶ, κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει· καὶ αὖ, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν λόγον. καὶ σοφίαν ἐν τῷ στόματι, καταβαλεῖν τοὺς ὑπεναντίους, πρὸς τοὺς μέλλοντας ὑπὲρ αὐτοῦ ἀγωνίζεσθαι τοῦτο λέγων. Ἐνταῦθα ὁρῶ θαυμάτων το μέγιστον, εἰ καὶ σὺ, Πάτερ, ὅπερ βλέπω, οὐ συνοράς. 'Ρακ. Τί ἐστι τοῦτο; Μάρτ. Ὁρῶ γὰρ ὅτι οἱ τῆς ἑνώσεως ἱερεῖς, εἰ καὶ οὐχ ήψαντο διαλεκτικῆς ἢ σοφίας, διαλέγονται, καὶ σοφίαν λαλοῦσι, καὶ θεολογίαν ἀρίστην θεολογοῦσιν. 'Υμεῖς δὲ οἱ τἀναντία ταύτης φρονοῦντες οὐκ ένα νοεῖτε οὐδὲν εἰπεῖν, καὶ τοὐλάχιστον, οὐδὲ τὰ γε γραμμένα. Από τούτου συμπεραίνω, ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν ὑμῖν ἡ τοῦ Χριστοῦ πίστις. Διὰ τοῦτο οὐκ ἐνερο γεῖται ὁ τοῦ Ἰησοῦ προβληθεὶς ἐν ὑμῖν λόγο;· ἐν τούτοις δὲ τοῖς ἑνωτικοῖς καὶ μάλα. Δικ. Λέγε, κύριε πρεσβύτερο, καθ' εἱρμόν. Λέγε. Καθ. Ο ιερώτατος Νύσσης θεῖος Γρηγόριος ἐν τῇ εἰ; τὸ, Πάτερ ἡμῶν, ὁμιλίᾳ αὐτοῦ τετάρτη,
DISCEPTATIO FRO CONC. FLORENT.
αὐτὸ καὶ τῇ φύσει; Αξιώματι μὲν γὰρ, δευτερεύει» tertium esse quoque et natura? Namque dignitate
τοῦ Υἱοῦ, παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχον, καὶ παρ' αὐτοῦ
λαμβάνον, καὶ ἀναγγέλλον ἡμῖν, καὶ ὅλως τῆς αἰτίας
ἐκείνης ἐξημμένον, παραδίδωσιν ὁ τῆς εὐσεβείας
λόγος· φύσει δὲ τρίτῃ κεχρῆσθαι, οὔτε παρὰ τῶν
ἁγίων Γραφών δεδιδάγμεθα, οὔτε κατὰ τὸ ἀκόλουθον
δυνατὸν συλλογίσασθαι.»
Τακ. Ἐν τούτῳ οὐ δείκνυται διαρρήδην, ὅτι ἐκ
τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἀλλ' ὅτι
παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχει, καὶ παρ' αὐτοῦ λαμβάνει.
Καθ. Οὐκ ἔγνως ἔτι, τί τὸ εἶναι νοεῖται. Τὸ γὰρ
ἔχειν παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι, τί ἄλλο πρὸς Θεὸν ση
μαίνει, ἢ ὅτι ἐκπορεύεται ἐξ αὐτοῦ;
Ρακ. Θέλω εἰδέναι σαφῶς τινὰ τῶν ἁγίων διδα
σκάλων λέγοντα διαρρήδην, ὅτι τὸ Πνεῦμα ἐκπο
ρεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.
Καθ. Τα ονόματα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Παναγίου
Πνεύματος πολλά εἰσι, καὶ ἐν διαφόροις λέξεσι λέγονται, καὶ χρῶνται αὐταῖς οἱ διδάσκαλοι, καθώς
βούλονται, ὁ μὲν οὕτως, ὁ δ' οὕτως. Δι' αὐτοῦ τὸ
ὅταν ἀκούσῃς, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ο πρόεισιν
ἐκ τοῦ Υἱοῦ, προχεῖται, ἐνίησιν, ἀναβλύζει, πηγάζει,
ἔστιν, ὑπάρχει, ἔχει τὸ εἶναι, λαμβάνει, δίδεται ἐκ
τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ἐξ αὐτοῦ, διὰ αὐτοῦ, διὰ τοῦ
Υἱοῦ, ἐκλάμπει, ἀποστέλλεται, πέμπεται, ο οὐ δεῖ
σε νοεῖν ἄλλο, ἢ ὅτι ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται.
Ρακ. Εἰ καὶ ἔστιν οὕτως, ὡς λέγεις, ἀλλ᾽ ἐγώ
οὕτω βούλομαι εἰδέναι τινὰ ἅγιον λέγοντα, «Εκ
τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.»
Καθ. Εγώ πειράσομαι καὶ τοῦτό σοι δείξαι.
Μάρτ. Οντω; αὕτη ἐστὶν ἡ πίστις ἡ ἀληθῆς καὶ
ἀμώμητος τοῦ Σωτήρος Χριστοῦ, ἡ ἐνεργουμένη
θαυμασίως ἐν τοῖς καθαρῶς καὶ εὐσεβῶς εἰς αὐτὸν
· πιστεύουσιν. Φησί γάρ· 'Ο πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ
ἔργα, ο ἐγὼ ποιῶ, κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα
τούτων ποιήσει· καὶ αὖ, Ἐγὼ δώσω ὑμῖν λόγον.
· καὶ σοφίαν ἐν τῷ στόματι, καταβαλεῖν τοὺς
ὑπεναντίους, πρὸς τοὺς μέλλοντας ὑπὲρ αὐτοῦ
ἀγωνίζεσθαι τοῦτο λέγων. Ἐνταῦθα ὁρῶ θαυμάτων
το μέγιστον, εἰ καὶ σὺ, Πάτερ, ὅπερ βλέπω, οὐ
συνοράς.
'Ρακ. Τί ἐστι τοῦτο;
Μάρτ. Ὁρῶ γὰρ ὅτι οἱ τῆς ἑνώσεως ἱερεῖς, εἰ καὶ
οὐχ ήψαντο διαλεκτικῆς ἢ σοφίας, διαλέγονται, καὶ
σοφίαν λαλοῦσι, καὶ θεολογίαν ἀρίστην θεολογοῦσιν.
'Υμεῖς δὲ οἱ τἀναντία ταύτης φρονοῦντες οὐκ ένα
νοεῖτε οὐδὲν εἰπεῖν, καὶ τοὐλάχιστον, οὐδὲ τὰ γεγραμμένα. Από τούτου συμπεραίνω, ὅτι οὐκ ἔστιν
ἐν ὑμῖν ἡ τοῦ Χριστοῦ πίστις. Διὰ τοῦτο οὐκ ἐνερο
γεῖται ὁ τοῦ Ἰησοῦ προβληθεὶς ἐν ὑμῖν λόγο;· ἐν
τούτοις δὲ τοῖς ἑνωτικοῖς καὶ μάλα.
Δικ. Λέγε, κύριε πρεσβύτερο, καθ' εἱρμόν. Λέγε.
Καθ. Ο ιερώτατος Νύσσης θεῖος Γρηγόριος ἐν
· τῇ εἰ; τὸ, Πάτερ ἡμῶν, ὁμιλίᾳ αὐτοῦ τετάρτη,
PATROL. GR. CLIX.
a Filio secundum esse, ab co, quod sit, habentem,.
et ab eo accipientem, et annuntiantem nobis, et
omnino ab ea causa dependentem, pietatis nobis
sermo tradit. Verumtamen non uti natura tertia,.
neque a sanctis Scripturis didicimus, neque inde
consequens conclusio elicitur.
Rhac. Ex hoc non palam ostenditur, ex Filio
Spiritum sanctum procedere. Verumtamen ab co,
quod sit habere, et ab eo accipere.
Cath. Nondum percipis quid sit esse. Namque
habere ab eo quod sit in divinis, quid aliud innuit, nisi ex co procedere?
Rhac. Id vero summopere cupio, alique:n ex
sanctis doctoribus, qui palam aperteque diceret,
Betiam ex Filio Spiritum procedere.
Cath. Nomina exsistentiæ sanctissimi Spiritus
multa sunt, diversisque dictiouibus explicantur,
iisque doctores utuntur, ut lubet, hic quidem sic, et
alius alia ratione. Cum porro audieris, Per ipsum
Spiritus sanctus exit ex Filio, effunditur, scaturil,
exsilit, est, exsistit, babet quod sit, accipit, datur
ex Filio Spiritus, ex ipso, per ipsum, per Filium
elucer, mittitur, delegatur,» processionem tantummodo illius tibi animo fige.
Rhac. Licet is ita se habent, ut tu dicis, mililominus audirem verba alicujus doctoris dicentis,
• Ex Filio Spiritus sanctus procedit.
Cath. Enitar hoc quoque demonstrare.
Testis. Plane hæc est fides vera et inculpata
Salvatoris Christi, quæ operatur admirabiliter in
iis qui pure pieque in ipsum credunt. Ait enim:
Qui in me credit, opera quæ ego facio, et ipse faciet,
et majora his. Et rursus: Ego dabo vobis verbum
et sapientiam in ore ad prosternendos adversarios,
illis qui pro eo certamen subituri sunt, hoc dicens.
Hic ipse intueor mirum mirabilium omnium maximum, etsi tu Pater, quod ipse intucor, non
conspicis.
Rhac. Quid id est?
Testis. Namque experientia ipsa doceor, unionis sacerdotes, etsi meque dialecticam neque sapientiam degustarunt, disputare, disserere, sapienter eloqui, el res theologicas quam optime pertraclare: vos vero qui cami omili animo oppugnatis ad loquendum inveniendumane, ineptissimos
esse, ut nec scripta etiam sæpissime percurratis:
hinc arguo Christi fidem non vobis inesse, propter
caque Jesu Christi supra recensitam vocem in vobis nou operari, sed in his qui unionem amplexati
sunt, niaximum in modum.
Dic. Age, sequere, domine sener; modum
-adhibe, quem tenes. Ordinatim orationem perage.
Cath. Sacratissimus Nyssenus Gregorius, bomilia 4, in Pater noster, in ipso exordio læc habet.:
col. 1003–1004page 24 of 75
PG 159:1003εὐθὺς ἐν τοῖς προοιμίοις οὕτω φησίν· «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγεται, καὶ ἐπ τοῦ Υἱοῦ εἶναι προσμαρτυρείται.». 'Ρακ. Οὐδ᾽ ἐν τούτῳ βλέπω διαρρήδην λέγοντα, ὥσπερ ἐγὼ βούλομαι. Καθ. Ἐπίστησον ἀκριβῶς, καὶ ἐννόησον, τί δη λοῦν βούλεται τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγεσθαι. “Οταν ἀκούσωμεν ἐκ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἁπλῶς οὕτως, ἐρωτῶ, τί δηλοῦν βούλεται; 'Ρακ. Οὐ δυνάμεθα ἐννοῆσαι ἄλλο τι, ἢ ὅτι ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται. Καθ. Ορθώς ἔφης. Οὐ γὰρ ἐνδέχεται ἄλλωςεἰπεῖν. Εἰ ὅταν ἀκούσωμεν ἁπλῶς ἐκ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, ἔδωκας, ὅτι ἐκπορεύεται νοεῖται· ὅταν ἀκούσωμεν αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ, τί ἄλλο δυνάμεθα νοεῖν, ἢ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται; Ρακ. Ηθελον όμως εἰδέναι σαφῶς τινὰ τῶν ἁγίων λέγοντα, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Καθ. Ἐγὼ τὰ ὀνόματα τὰ προειρημένα όταν ἀκούσω, τὸ αὐτὸ τοῦτο νοῶ. Ἐπεὶ καὶ τὴν τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς γέννησιν ἐν διαφόροις λέξεσι τὸ αὐτὸ δηλούσαις ἐπίσταμαι. Όμως πειράσομαι δεῖξαι σος διαρρήδην ἅγιον λέγοντα τοῦτο. Ρακ. Δεῖξόν μοι θάττον. Καθ. Ο μέγας Αναστάσιος ἁγίου όρους Σινε λεγόμενος οὕτω λέγει ἐν τῷ λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή, Τὸν περὶ τῆς ὑγιοῦς ἡμῶν πίστεως·» «Τοῦ δὲ σώματος τὸ ἰδίωμα λαβόντες ὡς παράδειγμα, τὴν ἀλληλουχίαν τῶν θείων παρεστήσαμεν διὰ τῆς τῶν μελῶν ἀναλογίας τε καὶ εἰκασίας. Ενθεν της καὶ Πνεῦμα στόματος αὐτοῦ λέγεται, στόματος δυ τος του Μονογενούς, καὶ Πνεῦμα πάλιν ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον, καὶ ἀποστελλόμενον οὐ μόνον παρά τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Ἰδοὺ προ φανῶς τοῦ ἁγίου τούτου λέγοντος, οὐ μόνον παρά τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Τί πρὸς τοῦτο ἔχεις εἰπεῖν; Ον τως οὐδέν. Δικ. Η ῥῆσις αὕτη φανερώτατα τὸ ζητούμενον θεραπεύει. Ρακ. Δεῖξόν μοι πρὸς Θεοῦ καὶ ἄλλον ἅγιον λέ γοντα κατὰ τοῦτον. Ακρ. Δεῖξον τῷ Πατρὶ, κύριε πρεσβύτερο, καὶ Ο άλλον ὁμοίως ἅγιον λέγοντα. Καθ. Ὁ ἅγιος Ἰλάριος ἐν τῷ λόγῳ τῷ μετὰ τὴν Πεντηκοστήν φησιν, «Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγίαν Τριάδα, τουτέστι τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἵνα Θεὸν παντοδύναμον, μας οὐσίας, μιᾶς ὑπάρξεως, μιᾶς ἐξουσίας, δημιουργών πάντων τῶν κτισμάτων, ἐξ οὗ πάντα, δι᾿ οὗ πάντα, ἐν ᾧ πάντα· Πατέρα ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' οὐκ ἀφ' ἑπ ρου, Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητὸν Θεὸν ἀληθινὸν, οὐ μὴν δύο φῶτα, ἀλλ' ἐν φῶς· Πνεῦμα ἅγιον παρά Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἐπίσης εκπορευόμενον. Μάρτ. Ταύτην τὴν ῥῆσιν χρυσοῖς ἐγχαράξω γράμ μασιν, ὅτι καὶ λιθίνας θεραπεύει καρδίας. Δικ. Καλῶς ἂν ποιήσοις. Ο γὰρ ἅγιο; οὗτος διὰ τῆς ζήσεως ταύτης εἰπὼν, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
100%
• Spiritus auctus et ex Patre esse dicitur, et ex εὐθὺς ἐν τοῖς προοιμίοις οὕτω φησίν· «Τὸ Πνεῦμα
Filio esse comprobatur.»
Rhac. Neque in his aperte id asserentem, quenadmodum ipse vellem, comperio.
Cath. Attende modo animo, intelligeque quid
significet, ex Patre esse; cum audimus simpliciter
a Patre Spiritum esse, interrogo ipse, quid nolat?
Rhac. Nil aliud possumus intelligere, nisi ex Patre procedere.
Cath. Recte est. Neque enim alio modo exprimi
potest. Cum audimus simpliciter ex Patre Spiritum,
concessisti processionem intelligi: cum audierimus id idem et de Filio, quid aliud intelligere poterimus, nisi ex Filio procedere?
Rhac. Peropto nihilominus unum ex sanctis mihi
ostendi, qui aperte id fateretur, Spiritus sanctus
etiam ex Filio procedit.
Cath. Ego allata jam nomina cum audio, hoc
klem intelligo. Quandoquidem ex Patre Filii generationem in diversis dictionibus id item significantibus scio. Nihilominus conabor afferre in medium
sanctum, qui id aperte enuntiet.
Rhac. Ostende mihi citius.
Cath. Magnus Anast sius, cui ex sancto monte
Sina nomen est, oratione, cujus illud initium est:
‹ De sana nostra fide, › hæc habet: «Corporis
vero proprietatem in exemplum accipientes mutuam divinorum cohærentiam per membrorum
proportionem et assimilationem repræsentavimus.
Blinc et Spiritus oris illius dicitur, cui Unigenitus
os est, et Spiritus rursus ex ipso procedens, et
missus non tantum a Patre, sed etiam a Filio. ›
En Pater apertissime dicit, non solum ex Patre,
sed etiam ex Pilio Spiritum sanctum procedere.
Quid ad hæc oppones? Plane nihil.
Dic. Dictum hoc aptissime quæstioni respondet.
Khac. Ostende mibi per Deum et alium sanctum
eadem enuntiantem.
Aud. Ostende Patri, domine senex, et alium
Gabctum similia memorantem.
Cath. Sanctus Hilarius, oratione post Pentecosten,
¡nquit: «Credimus in sanctam Trinitatem, hoc
est Patrem, et Fillum,. et Spiritum sanctum, unem
Noum omnipotentem, unius essentiæ, unius exsistentiæ, unius auctoritatis, opificem omnium creaturarum, ex quo omnia, per quem omnia, in quo
omnia: Patrem ex seipso, et non ex alio, Filium
ex Patre genitum, Deum verum, non tamen duo
lumina, sed unam lumen: Spiritum sanctum ex
„Patre et Filio æqualiter procedentem. ›
. Testis. Blanc sententiam aureis exarabo litteris,
quod et saxeis cordibus medicinam facit.
Dic. Recte utique egeris. Namque hic sauctus
per hoc dictum enuntians, Spiritus sanctus æqua-
τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγεται, καὶ ἐπ
τοῦ Υἱοῦ εἶναι προσμαρτυρείται.».
'Ρακ. Οὐδ᾽ ἐν τούτῳ βλέπω διαρρήδην λέγοντα,
ὥσπερ ἐγὼ βούλομαι.
Καθ. Ἐπίστησον ἀκριβῶς, καὶ ἐννόησον, τί δηλοῦν βούλεται τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγεσθαι.
“Οταν ἀκούσωμεν ἐκ τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἁπλῶς
οὕτως, ἐρωτῶ, τί δηλοῦν βούλεται;
'Ρακ. Οὐ δυνάμεθα ἐννοῆσαι ἄλλο τι, ἢ ὅτι ἐκ
τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται.
Καθ. Ορθώς ἔφης. Οὐ γὰρ ἐνδέχεται ἄλλως
εἰπεῖν. Εἰ ὅταν ἀκούσωμεν ἁπλῶς ἐκ τοῦ Πατρὸς τὸ
Πνεῦμα, ἔδωκας, ὅτι ἐκπορεύεται νοεῖται· ὅταν
ἀκούσωμεν αὐτὸ τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ, τί ἄλλο
δυνάμεθα νοεῖν, ἢ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται;
Ρακ. Ηθελον όμως εἰδέναι σαφῶς τινὰ τῶν
ἁγίων λέγοντα, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον
καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.
Καθ. Ἐγὼ τὰ ὀνόματα τὰ προειρημένα όταν
ἀκούσω, τὸ αὐτὸ τοῦτο νοῶ. Ἐπεὶ καὶ τὴν τοῦ Υἱοῦ
ἐκ τοῦ Πατρὸς γέννησιν ἐν διαφόροις λέξεσι τὸ αὐτὸ
δηλούσαις ἐπίσταμαι. Όμως πειράσομαι δεῖξαι σος
διαρρήδην ἅγιον λέγοντα τοῦτο.
Ρακ. Δεῖξόν μοι θάττον.
Καθ. Ο μέγας Αναστάσιος ἁγίου όρους Σινε
λεγόμενος οὕτω λέγει ἐν τῷ λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή,
• Τὸν περὶ τῆς ὑγιοῦς ἡμῶν πίστεως·» «Τοῦ
δὲ σώματος τὸ ἰδίωμα λαβόντες ὡς παράδειγμα,
τὴν ἀλληλουχίαν τῶν θείων παρεστήσαμεν διὰ τῆς
τῶν μελῶν ἀναλογίας τε καὶ εἰκασίας. Ενθεν της
καὶ Πνεῦμα στόματος αὐτοῦ λέγεται, στόματος δυτος του Μονογενούς, καὶ Πνεῦμα πάλιν ἐξ αὐτοῦ
ἐκπορευόμενον, καὶ ἀποστελλόμενον οὐ μόνον παρά
τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Ἰδοὺ προφανῶς τοῦ ἁγίου τούτου λέγοντος, οὐ μόνον παρά
τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται
τὸ ἅγιον Πνεῦμα. Τί πρὸς τοῦτο ἔχεις εἰπεῖν; Ον
τως οὐδέν.
Δικ. Η ῥῆσις αὕτη φανερώτατα τὸ ζητούμενον
θεραπεύει.
Ρακ. Δεῖξόν μοι πρὸς Θεοῦ καὶ ἄλλον ἅγιον λέγοντα κατὰ τοῦτον.
Ακρ. Δεῖξον τῷ Πατρὶ, κύριε πρεσβύτερο, καὶ
Ο άλλον ὁμοίως ἅγιον λέγοντα.
Καθ. Ὁ ἅγιος Ἰλάριος ἐν τῷ λόγῳ τῷ μετὰ τὴν
Πεντηκοστήν φησιν, «Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγίαν
Τριάδα, τουτέστι τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἵνα Θεὸν παντοδύναμον, μας
οὐσίας, μιᾶς ὑπάρξεως, μιᾶς ἐξουσίας, δημιουργών
πάντων τῶν κτισμάτων, ἐξ οὗ πάντα, δι᾿ οὗ πάντα,
ἐν ᾧ πάντα· Πατέρα ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' οὐκ ἀφ' ἑπ
ρου, Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητὸν Θεὸν ἀληθινὸν,
οὐ μὴν δύο φῶτα, ἀλλ' ἐν φῶς· Πνεῦμα ἅγιον παρά
Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἐπίσης εκπορευόμενον.
Μάρτ. Ταύτην τὴν ῥῆσιν χρυσοῖς ἐγχαράξω γράμμασιν, ὅτι καὶ λιθίνας θεραπεύει καρδίας.
Δικ. Καλῶς ἂν ποιήσοις. Ο γὰρ ἅγιο; οὗτος διὰ
τῆς ζήσεως ταύτης εἰπὼν, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον
col. 1005–1006page 25 of 75
PG 159:1005επίσης ἐκπορεύεται παρὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, οὐδε μίαν κατέλιπε πρόφασιν τῶν ζητούντων προφάσεις. Ρακ. Μεγάλα καὶ φοβερὰ τὰ παρὰ σοῦ εἰρη μένα, τίμια πρεσβύτερε, καὶ ἱκανὰ διασκεδάσαι τὸ νέφος τῶν λογισμῶν. ᾿Αλλὰ καὶ ἔτι εἰς ἱκανοποίη σιν ἡμετέραν δεῖξόν μοι καὶ ἕτερον ἅγιον λέγοντα κατὰ τούτους. Ακρ. Ο τούτοις μὴ πειθόμενος, οὐδ᾽ ὅσα ἄν τις εἴπῃ, πεισθήσεται. Καθ. Κύριλλος ὁ μακάριος ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῇ εἰς τὸν προφήτην Ιωήλ φησιν· «Η μὲν γὰρ ἐστι Θεὸς, καὶ ἐκ Θεοῦ κατὰ φύσιν ὁ Υἱὸς, γεγέννηται γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, ἴδιον αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ, καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμά ἐστι· καθάπερ ἀμέλει καὶ ἀπ' αὐτοῦ νοεῖται τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. ο Τὸ δὲ, ο καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς, ο τί δηλοῦν βούλεται, ἢ ὅτι, ὥσπερ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκ πορεύεται, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται; Δικ. Δίκαιος τοῖς νουνεχέσιν οὗτος ὁ λόγος. Ρακ. Ἔστι καὶ ἄλλος τις τῶν διδασκάλων λέγων οὕτως; Καθ. Πάντες οἱ 'Ανατολικοὶ καὶ Δυτικοὶ ἅγιοι τὸ αὐτὸ λέγουσιν. Ρακ. Ἐγὼ οὔτε εἶδον, οὔτε ήκουσα ποτε τοιού των· μόνον δὲ Καβάσιλά τινος, Ψελλού, Νικολάου Μεθώνης, Παναρέτου, καὶ ἄλλων, καὶ νῦν τοῦ Εφέσου ἤκουσα τἀναντία λέγοντος τούτοις, ἅπερ σὺ Ακρ. Καὶ τίσι δίκαιον ἔπεσθαι τοῖς ἁγίοις τῆς Εκκλησίας διδασκάλοις, ή τούτοις τοῖς μετὰ τὸ σχίσμα καὶ μάχην συγγράψασι; Ῥακ. Τοῖς διδασκάλοις ἀναμφιβόλως. Καθ. Τί σοι δοκεῖ νῦν; Αἱρετικοί εἰσιν οἱ λέγοντες τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ; Ρακ. Καθὼς ἀρτίως ήκουσα, ἥκιστα τοῦτο φήσαιμι. Καθ. Τί οὖν ὅλως ἡμᾶς μάχεσθε; Εἰ γὰρ ἀπε δείχθη διαῤῥήδην τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐν ταῖς τῶν ἱερῶν Πατέρων καὶ διδασκάλων ἡμῶν ἀναντιρρήτοις καὶ σοφαῖς ὑφηγήσεσιν, εἶτα συμφωνεῖν τῷδε τῷ δόγματι τὸ παρὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ Συμβόλῳ τῆς πίστεως κηρυττόμενον εγνωκότες, τὴν εἰρήνην καὶ ἔνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν χρεωστικῶς ἅμα καὶ εὐλαβῶς αὐτὴν ἀσμένως υπεδεξάμεθα, καὶ τὴν μετὰ 'Ρωμαίων ὁμόνοιαν, καὶ τὸ φίλιον προειλόμεθα, τί τῶν ἀτόπων διαπραξάμεθα; Πόθεν ὑμῖν ἐξεγένετο, ἀδελφοί, τους ομοφύλους τε καὶ ὁμογενεῖς, ἵν᾽ εἴπω καὶ συμφυείς ἔστιν ὅτι ὑμῖν, ὡς Εθνικούς καὶ ἀλλοφύλους ἡγεῖσθαι, καὶ ἀράς, καὶ βλασφημίας, καὶ συκοφαντίας ἀλλεπαλλήλους συρ βάπτειν καθ' ἡμῶν ὁσημέραι οὐ παύεσθε; Τοῦτο πανάληθες. Οὐ γὰρ δυνηθείη, ὅστις ἂν εἴη, ἀρνή σασθαι. Καὶ γὰρ ἐν ταῖς καπήλοις, ἐν ταῖς ὁδοῖς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς, διὰ πάντων καὶ πανταχοῦ, τῶν Ενωτικῶν ἱερέων κατασύρεται τὸ πολίτευμα, καὶ ἡ
επίσης ἐκπορεύεται παρὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, οὐδε· liter procedit a Patre et Filio, omnem tollit præ
μίαν κατέλιπε πρόφασιν τῶν ζητούντων προφά textum prætextus quærentium.
σεις.
Ρακ. Μεγάλα καὶ φοβερὰ τὰ παρὰ σοῦ εἰρημένα, τίμια πρεσβύτερε, καὶ ἱκανὰ διασκεδάσαι τὸ
νέφος τῶν λογισμῶν. ᾿Αλλὰ καὶ ἔτι εἰς ἱκανοποίησιν ἡμετέραν δεῖξόν μοι καὶ ἕτερον ἅγιον λέγοντα
κατὰ τούτους.
Ακρ. Ο τούτοις μὴ πειθόμενος, οὐδ᾽ ὅσα ἄν τις
εἴπῃ, πεισθήσεται.
Καθ. Κύριλλος ὁ μακάριος ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῇ
εἰς τὸν προφήτην Ιωήλ φησιν· «Η μὲν γὰρ ἐστι
Θεὸς, καὶ ἐκ Θεοῦ κατὰ φύσιν ὁ Υἱὸς, γεγέννηται
γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, ἴδιον αὐτοῦ τε καὶ ἐν
αὐτῷ, καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμά ἐστι· καθάπερ
ἀμέλει καὶ ἀπ' αὐτοῦ νοεῖται τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. ο
Τὸ δὲ, ο καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς, ο τί
δηλοῦν βούλεται, ἢ ὅτι, ὥσπερ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, οὕτω καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται;
Δικ. Δίκαιος τοῖς νουνεχέσιν οὗτος ὁ λόγος.
Ρακ. Ἔστι καὶ ἄλλος τις τῶν διδασκάλων λέγων
οὕτως;
Καθ. Πάντες οἱ 'Ανατολικοὶ καὶ Δυτικοὶ ἅγιοι τὸ
αὐτὸ λέγουσιν.
Ρακ. Ἐγὼ οὔτε εἶδον, οὔτε ήκουσα ποτε τοιούτων· μόνον δὲ Καβάσιλά τινος, Ψελλού, Νικολάου
Μεθώνης, Παναρέτου, καὶ ἄλλων, καὶ νῦν τοῦ
Εφέσου ἤκουσα τἀναντία λέγοντος τούτοις, ἅπερ σὺ
❤hi.
Ακρ. Καὶ τίσι δίκαιον ἔπεσθαι τοῖς ἁγίοις τῆς
Εκκλησίας διδασκάλοις, ή τούτοις τοῖς μετὰ τὸ
σχίσμα καὶ μάχην συγγράψασι;
Ῥακ. Τοῖς διδασκάλοις ἀναμφιβόλως.
Καθ. Τί σοι δοκεῖ νῦν; Αἱρετικοί εἰσιν οἱ λέγοντες
τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ;
Ρακ. Καθὼς ἀρτίως ήκουσα, ἥκιστα τοῦτο
φήσαιμι.
Rhac. Dicta tua, o venerande senex, magna
sunt et terribilia aptaque cogitationum nebulas
discutere. Sed adhuc, ut cumulate disputationi satis fiat, ostende mihi et alium sanctum eadem quæ
et hi enunciautem.
Aud. Qui his non suadetur, neque si alia iunumera dixerit, suadebitur.
Cath. Beatus Cyrillus, interpretatione in Joelem
prophetam, scribit: c In quantum enim Deus est,
et ex Deo secundum naturam Filius est, natus
quippe est ex Deo et Patre, proprius illius et in
ipso, et ex ipso Spiritus est; quemadmodum scilicet et ex ipso intelligitur Deo et Patre., Illud
porro, ‹ quemadmodum scilicet et ex Patre, ›
quid notat, quam, quemadmodum ex Patre proce
dit, ita etiam procedit ex Filio?
Dic. Aqua et bona hac oratio prudentibus reputabitur.
Rhac. Estne præterea alius quispiam ex doctoribus, qui ita loquatur?
Cath. Omnes sancti Occidentales et Orientales
idem affirmant.
Rhac. Ego neque vidi, neque unquam audivi
simília: tantummodo præ manibus fuere Cabusila
quidam, Psellus, Nicolaus Methonensis, Panaretus
et alii. Et nunc demum Ephesium audivi, quibus
tu dicis contraria dictitantem.
Aud. Quinam potius audiendi sunt sancti doctores Ecclesiæ, an ¡¡li qui post schisma, et multas
contentiones et rixas commentaria ediderunt?
Rhac. Doctores absque dubio.
Cash. Quid nunc tibi videtur? Hæretici sunt, qui
dicunt, Spiritum ex Filio?
Rhac. Ex his, quæ modo audivi, nunquam id
dixerim.
Cath. Quare itaque nobis adversamini? Etenim
si sufficienter planeque demonstratum est, spiris
tum sanctum per Filium et ex Filio procedere, ex
sacrorum Patrum doctorumque nostrorum sapientibus armisque citra contradictionem comΚαθ. Τί οὖν ὅλως ἡμᾶς μάχεσθε; Εἰ γὰρ ἀπε
δείχθη διαῤῥήδην τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐν ταῖς τῶν ἱερῶν
Πατέρων καὶ διδασκάλων ἡμῶν ἀναντιρρήτοις καὶ
σοφαῖς ὑφηγήσεσιν, εἶτα συμφωνεῖν τῷδε τῷ
δόγματι τὸ παρὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ mentariis, nos postea siuuili sententia, quod s
Συμβόλῳ τῆς πίστεως κηρυττόμενον εγνωκότες,
τὴν εἰρήνην καὶ ἔνωσιν τῶν Ἐκκλησιῶν χρεωστι
κῶς ἅμα καὶ εὐλαβῶς αὐτὴν ἀσμένως υπεδεξάμεθα,
καὶ τὴν μετὰ 'Ρωμαίων ὁμόνοιαν, καὶ τὸ φίλιον
προειλόμεθα, τί τῶν ἀτόπων διαπραξάμεθα; Πόθεν
ὑμῖν ἐξεγένετο, ἀδελφοί, τους ομοφύλους τε καὶ
ὁμογενεῖς, ἵν᾽ εἴπω καὶ συμφυείς ἔστιν ὅτι ὑμῖν, ὡς
Εθνικούς καὶ ἀλλοφύλους ἡγεῖσθαι, καὶ ἀράς, καὶ
βλασφημίας, καὶ συκοφαντίας ἀλλεπαλλήλους συρ
βάπτειν καθ' ἡμῶν ὁσημέραι οὐ παύεσθε; Τοῦτο
πανάληθες. Οὐ γὰρ δυνηθείη, ὅστις ἂν εἴη, ἀρνή
σασθαι. Καὶ γὰρ ἐν ταῖς καπήλοις, ἐν ταῖς ὁδοῖς,
ἐν ταῖς ἀγοραῖς, διὰ πάντων καὶ πανταχοῦ, τῶν
Ενωτικῶν ἱερέων κατασύρεται τὸ πολίτευμα, καὶ ἡ
Romana Ecclesia in Symbolo fidei prædicatur concordare cognoscentes, pacem et unionem Ecclesiarum necessario et reverenter libentes deosculati sumus, et concordiam cum Romanis atque
amicitiam inivimus, quid absurdi commisimus?
Unde factum est, fratres, ut vos ejusdem nationis
et ejusdem generis, aliquando etiam et sanguinis
bomines, tanquam ethnicos et alienos reputetis?
et diras, convicia et calumnias continuo contra
eos et quotidie concinnare non desistatis? Hoc
verissimum est, neque aliquis inficias iverit; namque in cauponis, triviis, foris, locis in omnibus
catumnie amplas occasiones nanciscentes, sacerdotum ŋai unionem acceperunt, vitam atque in-
col. 1007–1008page 26 of 75
PG 159:1007Ω τῆς ἀνοχῆς σου, Χριστὲ Βασιλεῦ! Οὐ ταῦτα μόνον ἀρκεῖσθε λέγειν ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν καὶ τὸν Θεὸν ἡμῶν ἀναιδῶς ἐξυβρίζετε, ὡς ἐθνικούς ἡμᾶς λογιζόμενοι. Ἡμεῖς μὲν οὖν ἀνεχόμεθα σιω πῶντες, καὶ τῷ πανδερκεῖ θεῷ τὸ πᾶν ἀνατίθεμεν αὐτὸς δὲ ἄνωθεν πάνθ' ὁρᾷ καὶ περισκοπεῖ, καὶ επιμετρήσει ἑκάστῳ τὸ δίκαιον. τιμὴ αὐτῶν ἀδίκως συκοφαντεῖται καὶ διαβάλλεται. ο Ρακ. Φοβερά εἰσι τὰ παρὰ σοῦ εἰρημένα τὰ νῦν, εὐλαβέστατα. 'Ακούσας γὰρ ταῦτα ἐτρόμαξα, καὶ συνεστάλη μου ἡ ψυχή, συνεὶς τοῦ λόγου τὸ ἀναν τίμητον, διὰ τὸ εἶναι ἀληθῆ, ἅπερ ἔφησας, καὶ οἶμαι, οὐδείς σοι τἀναντία ἐν τούτοι; ἀποκριθήσεται. Δικ. Ὥστε λοιπὸν ἀδίκως ἐγκαλεῖτε τοῖς δώδεκα, μᾶλλον δὲ οὐ τοῖς δώδεκα, ἀλλὰ τῇ οἰκουμενική συνόδι. "Οταν γὰρ αὐτοῖς ἐγκαλῆτε, καὶ διασύ ρητε, καὶ Λατινόφρονας ἀποκαλῆτε καὶ ἑτεροδόξους, καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπάσῃ ἐγκαλεῖτε σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις ὡς Λατινοφρονησάσῃ τε καὶ ἑτεροδοξη σάσῃ. Ρακ. Ιλεως γένοιτό μοι Θεὸς τῆς βλασφημίας ἕνεκεν, ἧς τοὺς ἁγίους ἀναιδως έβλασφήμουν, Πολι οὖν τοῦτο ἱκανῶς ὁρῶ ἐμαυτὸν πληροφορηθέντα, Θέλω δὲ καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ τοῦ ὅρου κεφάλαια ὁμοίως πληροφορηθῆναι. Καθ. Λέγε καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ὦ βούλει, καὶ ἀπολογησόμεθα. Ρακ. Τῷ δι' ἐνζύμου καὶ ἀζύμου λέγειν τὸν όρον γίνεσθαι ἀναμφιβόλως τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα, καὶ ἄμφω ἂν εἶναι, ταράττει. Πῶς ἐν ὑπάρχει, δ διαφόρως τελεῖται, τὸ μὲν δι᾽ ἀζύμου, τὸ δὲ δι᾽ ἐν ζύμου; Καθ. Τί σε ταράττει, ὅτι τὸ μὲν ἔχει ζύμην, τὸ δὲ οὐκ ἔχει; Καὶ τί τοῦτ' ἐστίν; Οὐκ ἔστιν ἄρτος ἀμφότερον ἐξ ἀλεύρου; Ρακ. Αρτος ἐστὶν ἀμφότερον, καὶ οὐ δύναμαι ἀντειπεῖν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἔστι τέλειος ἄρτος, διὰ τὸ ἔχειν ζύμην, τὸ δὲ οὐ τέλειος, διὰ τὸ μὴ ἔχειν. Οὐκοῦν διὰ τοῦ τελείου δεν γίνεσθαι, οὐ μὴν διὰ τοῦ ἀτελοῦς. Καθ. Εἰ μὲν οὖν τὰ συμβεβηκότα τοῦ ἄρτου εἰσιν, Ο τρέπονται εἰς αιμα Χριστοῦ, καλῶς ἂν λέγω; δὲ ἡ οὐσία ἐστὶν ἡ τρεπομένη εἰς τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα, καὶ οὐ τὰ εἴδη, ἔλαθες σεαυτὸν τοιαῦτα λέ γων. Ο γάρ Κύριος οὐ τὰ εἴδη, ἢ τὰ συμβεβη κύτα, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν αὐτήν, ἥτις ἐστὶν ἡ τοῦ ἄρτου θρεπτική δύναμις, ἢ οὐκ ἐν τῷ ἐνζύμων, ἀλλὰ κὰν τῷ ἀξύμῳ ἐστὶν, εἰς σῶμα αὐτοῦ τρέπει διὰ τῆς δυνάμεως τῶν λόγων αὐτοῦ. Ρακ. Ομολογῶ καὶ δέχομαι, ὅτι ἡ οὐσία του ἄρτου ἐστὶν ἡ τρεπομένη εἰς σῶμα Κυρίου· ἀλλ' ἐν τῷ ἐνζύμῳ ἡ τοῦ ἄ του οὐσία ισχυροτέρα δοχεί εἶναι ἢ ἐν τῷ ἀζύμῳ, ὥστε καὶ αἱρετέος ὁ ἔνουμε μᾶλλον ἢ ὁ ἄζυμος. Καθ. Κατὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀδυναμίαν δώσομεν τοῖς τοῦ Κυρίου λόγοις, ὅτι οὐκ ἰσχύουσιν, ἂν μὴ Ένζυμος υπάρχῃ, καὶ ἔσται ἰσχυροτέρα ή ύλη, 4
JOSEPHI METHIONENSIS EPISCOPI
Ω τῆς ἀνοχῆς σου, Χριστὲ Βασιλεῦ! Οὐ ταῦτα
μόνον ἀρκεῖσθε λέγειν ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν
καὶ τὸν Θεὸν ἡμῶν ἀναιδῶς ἐξυβρίζετε, ὡς ἐθνικούς
ἡμᾶς λογιζόμενοι. Ἡμεῖς μὲν οὖν ἀνεχόμεθα σιωπῶντες, καὶ τῷ πανδερκεῖ θεῷ τὸ πᾶν ἀνατίθεμεν·
αὐτὸς δὲ ἄνωθεν πάνθ' ὁρᾷ καὶ περισκοπεῖ, καὶ
επιμετρήσει ἑκάστῳ τὸ δίκαιον.
stitutum dicteriis prosciuditis, et honorem eorum τιμὴ αὐτῶν ἀδίκως συκοφαντεῖται καὶ διαβάλλεται.
injuste criminantes expostulatis. O tolerantiam
Tuam, Rex Christe! Neque de his contenti fidem
Deumque nostrum impudenter injuria afficitis, cum
ut ethnicos nos contemnitis. Nos autem silentio
omnia sustinemus, et intuenti omnia Deo committimus; ipse enim desuper universa videt et considerat, et retribuet unicuique quod justum est.
Rhac. Terribilia sunt quae modo enuntiasti, ο
piissiine; namque eorum auditione contremui, animumque despondi, comprehendens orationis tuæ
vim, cui nequit contradici; vera etenim sunt, quæ
elocutus es, et, ut existimo, nemo tibi in his contraria respondebit.
Dic. Immerito itaque duodecim illis insultatis,
imo non illis duodecim, sed universali synodo.
Cum enim eos reprehenditis et contumeliis aflicitis, et cum Latinis sentientes appellatis, et alterius
fidei, univeram Ecclesiam accusatis, et reliquos
sanctos tanquam Latinorum sententiæ et extraneæ
tidei deditos.
Rhac. Parcat mihi Deus hanc calumniam, qua
sanctos impudenter oneraveram. Cum itaque de
hoc a te mihi cumulate satisfactum sit, peropto
it et de reliquis decreti capitibus similiter satisLial.
Cath. Recita ex aliis quod tua fert voluntas, et
respondėlimus.
Rhac. Per fermentatum et azymum decretua
isserere sine controversia fieri corpus Christi, «
ambo unum esse, turbat equidem animum. Queimodo unum erit, quod variis diversisque modis
Conficitur, hoc scilicet per azymum, illud per
fermentum?*
Cath. Quid est, quod te conturbat, an quod hoc
fermentum habet, alind vero non habet? Et quid
hot est? Non est utrumque panis ex farina?
Rhac. Panis est utrumque, nequeo contraire,
Sed hic quidem est panis perfectus, quod feruentum habeat; ille imperfectus, quod fermento caFeat. Quare ex perfecto, non vero ex imperfecto
conficiendum est.
'
'
Cath. Si panis accidentia converterentur in corpus Christi, recte ratiocinareris; sed cum substaniia sit, quæ convertitur in corpus Domini, et non p
species, temetipsum infatuas, dum hac imprudens asseris. Dominus enim non species sive accidentia, sed substantiam ipsam, quae est vis nutritiva panis, non in fermentato tantum, veron
étiam iù azymo comprehensa, in corpus suum
për vim suorum verborum transmutat.
Rhac. Fateor nec repugno substantiam panis
converti in corpus Dominicum: sed cum in fermentato substantia panis validior conspiciatur,
quam in azymo, potius eligendus esset fermentalus, quam azyuius.
Cath, floc tuo dicto verbis Dominicis impotentiam tribuemus, que vim suam non consequentur,
mişi fermentatus sit: eritque sermone Dominico
Ρακ. Φοβερά εἰσι τὰ παρὰ σοῦ εἰρημένα τὰ νῦν,
εὐλαβέστατα. 'Ακούσας γὰρ ταῦτα ἐτρόμαξα, καὶ
συνεστάλη μου ἡ ψυχή, συνεὶς τοῦ λόγου τὸ ἀναν
τίμητον, διὰ τὸ εἶναι ἀληθῆ, ἅπερ ἔφησας, καὶ
οἶμαι, οὐδείς σοι τἀναντία ἐν τούτοι; ἀποκριθήσεται.
Δικ. Ὥστε λοιπὸν ἀδίκως ἐγκαλεῖτε τοῖς δώδεκα,
μᾶλλον δὲ οὐ τοῖς δώδεκα, ἀλλὰ τῇ οἰκουμενική
συνόδι. "Οταν γὰρ αὐτοῖς ἐγκαλῆτε, καὶ διασύ
ρητε, καὶ Λατινόφρονας ἀποκαλῆτε καὶ ἑτεροδόξους, καὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπάσῃ ἐγκαλεῖτε σὺν πᾶσι
τοῖς ἁγίοις ὡς Λατινοφρονησάσῃ τε καὶ ἑτεροδοξη -
σάσῃ.
Ρακ. Ιλεως γένοιτό μοι Θεὸς τῆς βλασφημίας
ἕνεκεν, ἧς τοὺς ἁγίους ἀναιδως έβλασφήμουν, Πολι
οὖν τοῦτο ἱκανῶς ὁρῶ ἐμαυτὸν πληροφορηθέντα,
Θέλω δὲ καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ τοῦ ὅρου κεφάλαια ὁμοίως
πληροφορηθῆναι.
Καθ. Λέγε καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ὦ βούλει, καὶ
ἀπολογησόμεθα.
Ρακ. Τῷ δι' ἐνζύμου καὶ ἀζύμου λέγειν τὸν
όρον γίνεσθαι ἀναμφιβόλως τὸ τοῦ Χριστοῦ σῶμα,
καὶ ἄμφω ἂν εἶναι, ταράττει. Πῶς ἐν ὑπάρχει, δ
διαφόρως τελεῖται, τὸ μὲν δι᾽ ἀζύμου, τὸ δὲ δι᾽ ἐν
ζύμου;
Καθ. Τί σε ταράττει, ὅτι τὸ μὲν ἔχει ζύμην, τὸ
δὲ οὐκ ἔχει; Καὶ τί τοῦτ' ἐστίν; Οὐκ ἔστιν ἄρτος
ἀμφότερον ἐξ ἀλεύρου;
Ρακ. Αρτος ἐστὶν ἀμφότερον, καὶ οὐ δύναμαι
ἀντειπεῖν· ἀλλὰ τὸ μὲν ἔστι τέλειος ἄρτος, διὰ τὸ
ἔχειν ζύμην, τὸ δὲ οὐ τέλειος, διὰ τὸ μὴ ἔχειν.
Οὐκοῦν διὰ τοῦ τελείου δεν γίνεσθαι, οὐ μὴν διὰ τοῦ
ἀτελοῦς.
Καθ. Εἰ μὲν οὖν τὰ συμβεβηκότα τοῦ ἄρτου εἰσιν,
Ο τρέπονται εἰς αιμα Χριστοῦ, καλῶς ἂν λέγω;
eἰ δὲ ἡ οὐσία ἐστὶν ἡ τρεπομένη εἰς τὸ τοῦ Κυρίου
σῶμα, καὶ οὐ τὰ εἴδη, ἔλαθες σεαυτὸν τοιαῦτα λέ
γων. Ο γάρ Κύριος οὐ τὰ εἴδη, ἢ τὰ συμβεβη
κύτα, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν αὐτήν, ἥτις ἐστὶν ἡ τοῦ
ἄρτου θρεπτική δύναμις, ἢ οὐκ ἐν τῷ ἐνζύμων,
ἀλλὰ κὰν τῷ ἀξύμῳ ἐστὶν, εἰς σῶμα αὐτοῦ τρέπει
διὰ τῆς δυνάμεως τῶν λόγων αὐτοῦ.
Ρακ. Ομολογῶ καὶ δέχομαι, ὅτι ἡ οὐσία του
ἄρτου ἐστὶν ἡ τρεπομένη εἰς σῶμα Κυρίου· ἀλλ' ἐν
τῷ ἐνζύμῳ ἡ τοῦ ἄ του οὐσία ισχυροτέρα δοχεί
εἶναι ἢ ἐν τῷ ἀζύμῳ, ὥστε καὶ αἱρετέος ὁ ἔνουμε
μᾶλλον ἢ ὁ ἄζυμος.
Καθ. Κατὰ τοῦτον τὸν λόγον ἀδυναμίαν δώσομεν
τοῖς τοῦ Κυρίου λόγοις, ὅτι οὐκ ἰσχύουσιν, ἂν μὴ
Ένζυμος υπάρχῃ, καὶ ἔσται ἰσχυροτέρα ή ύλη, 4
col. 1009–1010page 27 of 75
PG 159:1009τοῦ Κυρίου λόγο; ὁ πάντα μετατρέπων. Καὶ τὶς ἂν Α' τοῦτο εἶποι, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, δι' οὗ οὐρανὸς μὲν ἐστερέωται, γῆ δὲ ἕδρασται, ἐν πᾶσι μὲν τοῖς ἄλλοις ἰσχύει, ἐν τούτῳ δὲ οὐκ ἰσχύει; Αὕτη ἐστὶ βλαστημία μεγίστη, ἣν οὐδέποτέ τις ήκουσεν. Αλλ' ἀπέστω τὸ βλάσφημον. Ο λόγος γὰρ τοῦ Κυρίου μετατρέπει, και μεταποιεῖ καὶ τὸ ἕν, καὶ τὸ ἕτερον εἰς σῶμα αὐτοῦ. Καὶ οὕτω δεῖ πάντα τον βουλόμενον σωτηρίας τυχεῖν ἀναμφιβόλως πιστεύειν. Τακ. Ακούομεν τῶν Ἱερῶν ἀποστόλων λεγόντων, ἔτι, Μὴ τὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα δέχεσθε. Οὐ κοῦν, ὡς ἀκάθαρτα ταῦτα παραινούσι φυλάττεσθαι.. Καθ. Καλώς παρὰ τοῖς ἱεροῖς ἀποστόλοις τοῦτο νενομοθέτηται, μὴ τὰ τῶν Ἰουδαίων δέχεσθαι ἄξυ μα. Ακάθαρτα γάρ, ἐπειδὴ παρανόμως αὐτὰ προσφέρουσι, νῦν δηλονότι μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ ἔλευσιν. Καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἡμεῖς τὰ τῶν Ἰουδαίων δεχό μεθα ἄζυμα, οὐδὲ τὰ τῆς ἑορτῆς αὐτῶν ξένια, οὐδὲ τὴν ζωοθυσίαν, καὶ τὰ λοιπά. Τὸ δὲ ἀκάθαρτον εἶνα τὸ ἄζυμον διὰ τούτου οὐ συμπεραίνεται. Διό καὶ τὰ Ένζυμα ἀκάθαρτα ἂν ἦσαν, διὰ τὸ λέγειν τὸν Κύ ριον, Ορᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης των Φαρισαίων. Καὶ Παῦλος δὲ ὁ μακάριος, Ἐκκαθάρατε ούν, φησί, τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα τε νέον φύραμα· καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτός· “Ωστε ἑορ τάσωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ κακίας καὶ πονη ρίας. Λοιπόν οὖν κατὰ σὲ φευκτέα ἂν ἄγειλεν είναι Η ζύμη ὡς ἀκάθαρτος, ἐπειδὴ κακίζει ταύτην ὁ Παῦλο;, ζύμην κακίας καὶ πονηρίας ἀποκαλῶν. 'Αλλ' οὐ δεῖ μὲν ἀνιχνεύειν κακούργως τὸ γράμ, ἐρευνᾶν δὲ τὸν νοῦν φιλαλήθως καὶ εὐλαβῶς. Κα! οἱ Λατίνοι τοίνυν οὐκ ἐν τῷ σκοπῷ τῶν Ἰουδαίων ποιοῦσι τὰ ἄζυμα, ἵνα ἡμεῖς αὐτὰ φύγωμεν, ἀλλὰ διὰ τὸ καθαρὸν καὶ λεπτὸν αὐτὸ εἶναι, ὡς τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπερ τελεώτερον ἐν τῷ δευτέρῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου λέγομεν· καὶ ὁ βουλόμενος ἐκεῖνο ερευνησάτω, καὶ εὑρήσει πάσας τὰς ἀπορίας ἐκεῖ Μάρτ. Ἐκεῖ ταῦτα πάντα καλῶς καὶ ἐπιμελῶς εξηγημένα εἰσι, μηδεμίαν ἐναντίωσιν ἔχοντα. Ρακ. ὡς ὁρῶ καὶ ἀκούω, εἰς μάτην ἡμᾶς ἔσχισαν τῆς τῶν Λατίνων κοινωνίας οἱ πρὸ ἡμῶν, Δικ. Καὶ ἀληθῶς εἰς μάτην. λελυμένας. Ρακ. Πῶς οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς φόβος Κυρίου τοῦ Π σχίζειν, καὶ κατατέμνειν τὸ τοῦ Χριστοῦ ποίμνιον, εἰς διαιρέσεις καὶ σχίσματα; Ακρ. Πῶς καὶ σὺ οὐκ εἶχες φόβον Κυρίου οὐδὲ εὐλάβειαν, ἀλλ' ἐσχίζου ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἄλλους εἰς τοῦτο συνήλαυνες; Ρακ. Ἐγὼ ἰδιώτης ὤν, ὡς παρ' αὐτῶν ἐδιδάχθην, οὕτως καὶ ἐφρόνουν. Δικ. Οὐκοῦν μὴ κατηγορῶμεν τοὺς Ἰουδαίου, ὡς τὰ αὐτὰ καὶ αὐτοὺς τοῖς πατράσιν αὐτῶν φρο νεῶντας. Ρακ. Ἐάσωμεν τοῦτο, ὡς ἱκανῶς· εἰρημένον. Ελθωμεν δὴ καὶ ἐπὶ τὸ τρίτον. ᾿Ακρ. Δεῖ τοῦτο πρῶτον λαβεῖν ἀπόφασιν, εἶτα ἄρχεσθαι ἑτέρου.
•10:0'
τοῦ Κυρίου λόγο; ὁ πάντα μετατρέπων. Καὶ τὶς ἂν Α' omnia immutante materia validior. Et quisnam
τοῦτο εἶποι, ὅτι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου, δι' οὗ οὐρανὸς
μὲν ἐστερέωται, γῆ δὲ ἕδρασται, ἐν πᾶσι μὲν τοῖς
ἄλλοις ἰσχύει, ἐν τούτῳ δὲ οὐκ ἰσχύει; Αὕτη ἐστὶ
βλαστημία μεγίστη, ἣν οὐδέποτέ τις ήκουσεν. Αλλ'
ἀπέστω τὸ βλάσφημον. Ο λόγος γὰρ τοῦ Κυρίου
μετατρέπει, και μεταποιεῖ καὶ τὸ ἕν, καὶ τὸ ἕτερον
εἰς σῶμα αὐτοῦ. Καὶ οὕτω δεῖ πάντα τον βουλόμενον σωτηρίας τυχεῖν ἀναμφιβόλως πιστεύειν.
Τακ. Ακούομεν τῶν Ἱερῶν ἀποστόλων λεγόντων,
ἔτι, Μὴ τὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα δέχεσθε. Οὐκοῦν, ὡς ἀκάθαρτα ταῦτα παραινούσι φυλάττε
σθαι..
unquam affirmaverit, verla Domini, quibus caJum firmatum est et terra fundata, In aliis omnibus vim obtinere, in hoc vero infirmari? Ingens
blasphemia, quam nullus unquam audiit: Sed longæ sint blasphemia. Verba siquidem immutant,
et convertunt uņum et alium in corpus. Et sic
quibus propria salutis cura est, absque ulla hasitatione credendum est.
Rhac. Sanctos apostolos audimus dicentes: Ne
Judcorum azyma admittatis. Ab his itaque tauquan impuris cavendum esse nobis præscribunt.
Cath. Optime id a sacris apostolis decretum est,
ne Judæorum azyma accipiamus; inipura etenim
sunt, cum ea imple nunc, post Christi scilicet alventum, offerant. Nos sane Judæorum azyma, eo-'
rum festivitatis munera, animalium sacrificium, et
reliqua minime aeceptamus; neque propterea azymum impurum esse concluditur; sic enim et fer.
mentata essent impura, quod dicat Dominus:
Videte et cavete a fermento Pharisæorum. Et beatus'
Paulus: Expurgate itaque, ait, velus fermentum, ut
silis nova massa. Et alio in loco: Quare celebremus
non in fermento veleri malitiæ et improbitatis. Cavendum itaque esset per te a fermènto- tanquam
impuro, cum id Paulus vituperet, fermentum minlitiæ et improbitatis vocans. Verumtamen non est
malitiose littera, sed amore veritatis pieque investiganda. Latini ergo non codem ac Judæi scopo azyma conficiunt, ut nobis ab illis cavendum
sit, sed quod purum et subtile sit, quemadmodum
co pus Domini; ut absolutius in secundo decreti
capite disseruimus; illudque cui lubet, perquirat,
et inveniet omnia dubia resoluta.
Καθ. Καλώς παρὰ τοῖς ἱεροῖς ἀποστόλοις τοῦτο
νενομοθέτηται, μὴ τὰ τῶν Ἰουδαίων δέχεσθαι ἄξυμα. Ακάθαρτα γάρ, ἐπειδὴ παρανόμως αὐτὰ
προσφέρουσι, νῦν δηλονότι μετὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ
ἔλευσιν. Καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἡμεῖς τὰ τῶν Ἰουδαίων δεχό
μεθα ἄζυμα, οὐδὲ τὰ τῆς ἑορτῆς αὐτῶν ξένια, οὐδὲ
τὴν ζωοθυσίαν, καὶ τὰ λοιπά. Τὸ δὲ ἀκάθαρτον εἶνα:
τὸ ἄζυμον διὰ τούτου οὐ συμπεραίνεται. Διό καὶ τὰ
Ένζυμα ἀκάθαρτα ἂν ἦσαν, διὰ τὸ λέγειν τὸν Κύ
ριον, Ορᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης των
Φαρισαίων. Καὶ Παῦλος δὲ ὁ μακάριος, Ἐκκαθάρατε ούν, φησί, τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα τε
νέον φύραμα· καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτός· “Ωστε ἑορ
τάσωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ κακίας καὶ πονη
ρίας. Λοιπόν οὖν κατὰ σὲ φευκτέα ἂν ἄγειλεν είναι
Η ζύμη ὡς ἀκάθαρτος, ἐπειδὴ κακίζει ταύτην ὁ
Παῦλο;, ζύμην κακίας καὶ πονηρίας ἀποκαλῶν.
'Αλλ' οὐ δεῖ μὲν ἀνιχνεύειν κακούργως τὸ γράμ11,
ἐρευνᾶν δὲ τὸν νοῦν φιλαλήθως καὶ εὐλαβῶς. Κα!
οἱ Λατίνοι τοίνυν οὐκ ἐν τῷ σκοπῷ τῶν Ἰουδαίων
ποιοῦσι τὰ ἄζυμα, ἵνα ἡμεῖς αὐτὰ φύγωμεν, ἀλλὰ
διὰ τὸ καθαρὸν καὶ λεπτὸν αὐτὸ εἶναι, ὡς τὸ σῶμα
τοῦ Κυρίου, ὅπερ τελεώτερον ἐν τῷ δευτέρῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου λέγομεν· καὶ ὁ βουλόμενος ἐκεῖνο
ερευνησάτω, καὶ εὑρήσει πάσας τὰς ἀπορίας ἐκεῖ
Μάρτ. Ἐκεῖ ταῦτα πάντα καλῶς καὶ ἐπιμελῶς
εξηγημένα εἰσι, μηδεμίαν ἐναντίωσιν ἔχοντα.
Ρακ. ὡς ὁρῶ καὶ ἀκούω, εἰς μάτην ἡμᾶς
ἔσχισαν τῆς τῶν Λατίνων κοινωνίας οἱ πρὸ ἡμῶν,
Δικ. Καὶ ἀληθῶς εἰς μάτην.
λελυμένας.
Ρακ. Πῶς οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς φόβος Κυρίου τοῦ Π
σχίζειν, καὶ κατατέμνειν τὸ τοῦ Χριστοῦ ποίμνιον,
εἰς διαιρέσεις καὶ σχίσματα;
Ακρ. Πῶς καὶ σὺ οὐκ εἶχες φόβον Κυρίου οὐδὲ
εὐλάβειαν, ἀλλ' ἐσχίζου ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ
ἄλλους εἰς τοῦτο συνήλαυνες;
Ρακ. Ἐγὼ ἰδιώτης ὤν, ὡς παρ' αὐτῶν ἐδιδάχθην,
οὕτως καὶ ἐφρόνουν.
Δικ. Οὐκοῦν μὴ κατηγορῶμεν τοὺς Ἰουδαίου, ὡς
τὰ αὐτὰ καὶ αὐτοὺς τοῖς πατράσιν αὐτῶν φρο
νεῶντας.
Ρακ. Ἐάσωμεν τοῦτο, ὡς ἱκανῶς· εἰρημένον.
Ελθωμεν δὴ καὶ ἐπὶ τὸ τρίτον.
᾿Ακρ. Δεῖ τοῦτο πρῶτον λαβεῖν ἀπόφασιν, εἶτα
ἄρχεσθαι ἑτέρου.
Testis. In eo capite omnia recte et laboriose
nec minus diligenter exposita sunt, et nullam habent
contradictionem.
Rhac. Ut video audioque, frustra nos a Latinorum communione, qui ante nos fuerunt, separarunt.
Dic. Plane, atque omnino frustra.
Rhac. Quomodo in illis timor Dei non erat, sed
separarunt et diviserunt Christi gregem in multas
partes et factiones?
Aud. Quomodo et tu Deum non timebas, sed ab
Ecclesia separabaris, aliosque ad id agendum compellebas?
Rhac. Ipse imperitus cum essem, quemadmodum
ab eis edoctus fueram, ita sentiebam.
Lic. Ne accusemus igitur Judæos, qui cadem ac
patres eorum tenent.
Rhac. Relinquamus et hoc, tanquam cui abunde
satisfactum est. Veniamus ad tertium.
Aud. Prius de hoc determinandum est, postmodum de alio disquirendum.
col. 1011–1012page 28 of 75
PG 159:1011Καθαρτήριον? Δικ. Ἐπειδὴ σιωπᾷ, ὡς ἀναντίῤῥητον πάντως ἀφίησι τοῦτο. Ἔτι δὲ, μὴ θέλων αὐτοῦ ἀντέχεσθαι ἔτι, συγκατατίθεται τῇ τοῦ Καθολικοῦ ἀποφάσει. Τοῦτο γὰρ ἔθος τοῖς διαλεγομένοις ἐστί, μὴ σιωπήν κατά τι. Σιωπήσας δὲ, δείκνυσιν ὅτι νενίκηται, καὶ οὐ βούλεται ἔτι περὶ ἐκείνου λέγειν. Καθ. Λέγε, Πάτερ αἰδέσιμε, ἅπερ ἀπορεῖς, καὶ ἀποκρινοῦμαι σοι. Ρακ. Πῶς παρίστησιν ἡ σύνοδος αὕτη, ότι αἱ ψυχα! καθαίρονται μετά θάνατον; Καθ. Παρίστησι καὶ ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο μετά λόγου, ὥσπερ καὶ τὰ λοιπά. 'Ρακ. Λέγε μοι δή, πόθεν δεικνύει τοῦτο. Καθ. Πρῶτον μὲν ἐκ παραδείγματος ἡμετέρου, ὅπερ αὐτοὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν· εἶτα ἀπὸ μαρτυριών τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, καὶ ἀπ᾿ αὐτ τῆς τῆς τοῦ πράγματος φύσεως. Ρακ. Φράσον μοι δή, τί τὸ ἡμέτερον παράδειγμα, ὅπερ ἡμεῖς αὐτοὶ ποιοῦμεν. Καθ. Ετι οὐκ ἔγνως, τί δηλοῦσιν αἱ προσφορε καὶ τὰ κόλυβα, καὶ οἱ κηροί, καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ αἱ ψαλμῳδίαι, καὶ τὰ μνημόσυνα, καὶ τὸ μνείας ποιεῖν ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐν ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς Ρακ. Τοῦτό ἐστιν, ὅπερ οἱ Λατίνοι λέγουσι Πουργατόριον, ήτοι Καθαρτήριον; Καθ. Τοῦτό ἐστι, καὶ οὐκ ἄλλο. Ρακ. Εφης ὅτι καὶ διὰ μαρτυριῶν τῶν τῆς Εκ κλησίας διδασκάλων ἡ σύνοδος τοῦτό γε παριστᾷ. Δεῖξόν μοι τοῦτο. Καθ. 'Ανάγνωθι τὸ τρίτον τοῦ ὄρου κεφάλαιον ἐκεῖ γὰρ ἱκανῶς εἰρήκαμεν, καὶ περὶ τοῦτο πληροφορηθήσῃ. 'Ρακ. Αγωμεν δὴ καὶ ἐπὶ τὸ τέταρτον. Καθ. Λέγε περὶ τούτου, ὅσα γε ἀπορεῖ:. Ρακ. Πῶς μήπω τῆς κοινῆς ἀναστάσεως γενο μένης, οἱ δίκαιοι ἀπέλαβον, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὰ κατ' ἀξίαν αὐτῶν καθ᾽ ὑμᾶς, μᾶλλον δὲ κατὰ τὸν τῆς συνόδου ταυτησὶ ὅρον; Καθ. Σύνες καὶ περὶ τούτου, Πάτερ αἰδέσιμο, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων καλῶς ἔγνως. Ἡ τοῦ Θεοῦ Εκκλησία δοξάζει τὰς ψυχὰς τῶν ἁγίων αὐλίζεσθαι μετὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων εὐθέως, ἡνίκα ἐξέλθωσι τοῦ τῇδε βίου, πολλὰς ἔχουσα καὶ ἐν τούτῳ ἀφορμάς τε καὶ παραστάσεις, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς. Ῥαχ. Εἰ νῦν αὐλίζονται ἐν τῷ οὐρανῷ αἱ ψυχαί τῶν δικαίων, καὶ ἀπολαμβάνουσιν, ὡς σὺ φῇς, πο ρισσόν ἐστι, τὴν κρίσιν γενέσθαι, καὶ τὸν κριτὴν ἐπὶ θρόνου καθίσαι. Καθ. Εἰ μὲν ἐλέγομεν, Τελείως ἀπέλαβον οἱ ἅγιοι ψυχῇ τε καὶ σώματι, τότε δικαίως ἂν ἐπηκολούθει τουτὶ τὸ ἄτοπον· νῦν δὲ οὐχ οὕτως ἡμεῖς λέγομεν, ἀλλ' ὅτι νῦν ἀπολαμβάνουσι καθό ψυχαὶ μόνον τετ λείως, κατὰ τὸν ἱερὸν Ἰωάννην τὴν Δαμασκηνόν λέγοντα, ο Καὶ τέλειον ἀπέλαβον τὸν στέφανον ἐν οὐρανοῖς.» Τοῦτο οὖν οὐ περὶ τῶν σωμάτων λέγε ται, ἀλλὰ περὶ τῶν ψυχῶν. Ἐν τῇ κρίσει δὲ αἱ ψυχαί ὁμοῦ καὶ τὰ σώματα τῇ δόξῃ εὐφρανθήσονται
Dic. Quandoquidem silet, hoc, tanquam cui contradici nequit, prætermittit. Imo nolens illud propugnare, Catholici demonstrationi assensum cxhibet. Hic enim mos est disputantibus non silere
in aliquo, quod, si siluerint, plane fatentur se viclos esse, nec velle de co amplius disceptationem
inire.
Cath. Dic, Pater reverende, quæ in dubium vocas, et respondebo.
Rhac. Quomodo probat synodus, animas purgari
post mortem?
Cath. Probat et demonstrat cum ratione, quemadmodum et reliqua.
Rhac. Age, dicito mihi, unde hoc demonstrat.
Cath. Primum quidem exemplo nostri, quod nos
ipsi facimus: deinde testimoniis sanctorum Ecclesiæ doctorum, et ab ipsa rei natura.
Raac. Profer mihi nostrum exemplum, quod nos
ipsi agimus.
Cath. An nescis adhuc quid notent oblationes,
colyha caudela, oleum, psalmodim, commemorationes, et memoriæ pro mortuis in sacrosanctis
sacrificiis?
Rhac. Estne id hoc, quod Latini nuncupant Purgatorium, nos Καθαρτήριον?
Cath. Hoc nempe est, et non aliud.
Rhac. Asseruisti testimoniis quoque Ecclesiæ
doctorum hoc probare synodum; ostendito mili.
Cath. Percurre tertium decreti caput; ibi enim
cumulate disputavimus, quibus dubitatio omnis
tolletur.
Rhac. Procedamus jam ad quartum.
Cath. Si quid de hoc ambigis, effare.
Rhac. Qua ratione, cum nondum communis resurrectio successerit, justi item et peccatores receperunt secundum vos, imo secunduni hujusce
synodi decretum, quæ commeruere?
Cath. De hoc quoque ita sentiendum est, quemadmodum et de aliis jam bene nosti. Dei Ecclesia
tenet sanctorum animas cum Deo et sanctis angelis, statim atque ex hac vita excesserint, habitare,
multis præmunita rationibus et circumstantiis,
ut et in aliis rebus.
Tihac. Si nunc in cœlo habitant justorum animæ,
et possident, ut ais, frustra judicium feret, et judex sederet in throno.
Cath. Si diceremus, sanctos corpore et animo
perfecte recepisse, tum hoc absurdum non absone
sequeretur. Nunc vero nos non ita affirmamus, sed
animas tantum perfecte recipere, ut sanctus Joannes Damascenus refert, ‹ Et perfectam in cœlis
coronam receperunt; › quod de corporibus non
asseritur, sed de animis. In judicio vero tum anims, tum corpora simul gloria perfruantur.
file
Δικ. Ἐπειδὴ σιωπᾷ, ὡς ἀναντίῤῥητον πάντως
ἀφίησι τοῦτο. Ἔτι δὲ, μὴ θέλων αὐτοῦ ἀντέχεσθαι
ἔτι, συγκατατίθεται τῇ τοῦ Καθολικοῦ ἀποφάσει.
Τοῦτο γὰρ ἔθος τοῖς διαλεγομένοις ἐστί, μὴ σιωπήν
κατά τι. Σιωπήσας δὲ, δείκνυσιν ὅτι νενίκηται, καὶ
οὐ βούλεται ἔτι περὶ ἐκείνου λέγειν.
Καθ. Λέγε, Πάτερ αἰδέσιμε, ἅπερ ἀπορεῖς, καὶ
ἀποκρινοῦμαι σοι.
Ρακ. Πῶς παρίστησιν ἡ σύνοδος αὕτη, ότι αἱ
ψυχα! καθαίρονται μετά θάνατον;
Καθ. Παρίστησι καὶ ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο μετά
λόγου, ὥσπερ καὶ τὰ λοιπά.
'Ρακ. Λέγε μοι δή, πόθεν δεικνύει τοῦτο.
Καθ. Πρῶτον μὲν ἐκ παραδείγματος ἡμετέρου,
ὅπερ αὐτοὶ ἡμεῖς ποιοῦμεν· εἶτα ἀπὸ μαρτυριών
τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων, καὶ ἀπ᾿ αὐτ
τῆς τῆς τοῦ πράγματος φύσεως.
Ρακ. Φράσον μοι δή, τί τὸ ἡμέτερον παράδειγμα,
ὅπερ ἡμεῖς αὐτοὶ ποιοῦμεν.
Καθ. Ετι οὐκ ἔγνως, τί δηλοῦσιν αἱ προσφορε
καὶ τὰ κόλυβα, καὶ οἱ κηροί, καὶ τὸ ἔλαιον, καὶ αἱ
ψαλμῳδίαι, καὶ τὰ μνημόσυνα, καὶ τὸ μνείας ποιεῖν
ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐν ταῖς ἱεραῖς τελεταῖς:
Ρακ. Τοῦτό ἐστιν, ὅπερ οἱ Λατίνοι λέγουσι
Πουργατόριον, ήτοι Καθαρτήριον;
Καθ. Τοῦτό ἐστι, καὶ οὐκ ἄλλο.
Ρακ. Εφης ὅτι καὶ διὰ μαρτυριῶν τῶν τῆς Εκκλησίας διδασκάλων ἡ σύνοδος τοῦτό γε παριστᾷ.
Δεῖξόν μοι τοῦτο.
Καθ. 'Ανάγνωθι τὸ τρίτον τοῦ ὄρου κεφάλαιον
ἐκεῖ γὰρ ἱκανῶς εἰρήκαμεν, καὶ περὶ τοῦτο πληρο
φορηθήσῃ.
'Ρακ. Αγωμεν δὴ καὶ ἐπὶ τὸ τέταρτον.
Καθ. Λέγε περὶ τούτου, ὅσα γε ἀπορεῖ:.
Ρακ. Πῶς μήπω τῆς κοινῆς ἀναστάσεως γενο
μένης, οἱ δίκαιοι ἀπέλαβον, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὰ
κατ' ἀξίαν αὐτῶν καθ᾽ ὑμᾶς, μᾶλλον δὲ κατὰ τὸν
τῆς συνόδου ταυτησὶ ὅρον;
Καθ. Σύνες καὶ περὶ τούτου, Πάτερ αἰδέσιμο, ὡς
καὶ περὶ τῶν ἄλλων καλῶς ἔγνως. Ἡ τοῦ Θεοῦ
Εκκλησία δοξάζει τὰς ψυχὰς τῶν ἁγίων αὐλίζεσθαι
μετὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων εὐθέως,
ἡνίκα ἐξέλθωσι τοῦ τῇδε βίου, πολλὰς ἔχουσα καὶ
ἐν τούτῳ ἀφορμάς τε καὶ παραστάσεις, ὡς καὶ ἐν
τοῖς λοιποῖς.
Ῥαχ. Εἰ νῦν αὐλίζονται ἐν τῷ οὐρανῷ αἱ ψυχαί
τῶν δικαίων, καὶ ἀπολαμβάνουσιν, ὡς σὺ φῇς, πο
ρισσόν ἐστι, τὴν κρίσιν γενέσθαι, καὶ τὸν κριτὴν
ἐπὶ θρόνου καθίσαι.
Καθ. Εἰ μὲν ἐλέγομεν, Τελείως ἀπέλαβον οἱ ἅγιοι
ψυχῇ τε καὶ σώματι, τότε δικαίως ἂν ἐπηκολούθει
τουτὶ τὸ ἄτοπον· νῦν δὲ οὐχ οὕτως ἡμεῖς λέγομεν,
ἀλλ' ὅτι νῦν ἀπολαμβάνουσι καθό ψυχαὶ μόνον τετ
λείως, κατὰ τὸν ἱερὸν Ἰωάννην τὴν Δαμασκηνόν
λέγοντα, ο Καὶ τέλειον ἀπέλαβον τὸν στέφανον ἐν
οὐρανοῖς.» Τοῦτο οὖν οὐ περὶ τῶν σωμάτων λέγεται, ἀλλὰ περὶ τῶν ψυχῶν. Ἐν τῇ κρίσει δὲ αἱ ψυχαί
ὁμοῦ καὶ τὰ σώματα τῇ δόξῃ εὐφρανθήσονται
col. 1013–1014page 29 of 75
PG 159:1013Δικ. ᾿Αληθέστατος καὶ δικαιότατος οὗτος ὁ λό γος. 'Ρακ. Συνῆκα ὁ λέγεις, καὶ πέπεισμαι, ὅτι πολ λὰ εὑρίσκονται καὶ Ἰδιόμελα και Τροπάρια τῶν Κανόνων τοῦτο δηλοῦντα, καὶ πολλαχοῦ ἄλλοθεν μαρτυρεῖται μὲν ἡ τῶν ἁγίων ἀπόλαυσις· ἐγὼ δὲ ἀκμὴν ἀπορῶ, πῶς δύναται τοῦτο εἶναι, ἵνα ἡ ψυχή χωρὶς τοῦ σώματος νῦν ἀπολαμβάνῃ; Καθ. Οὐ δεῖ σε ἀπορεῖν, ἔνθ᾽ ἀπορία οὐκ ἔστι. Πᾶσι γὰρ καὶ τυφλοῖς δῆλόν ἐστιν, ὅτι ἡ ψυχή τι μιωτέρα ἐστὶ τοῦ σώματος, καὶ κυρία· κατ᾿ εἰκόνα γὰρ Θεοῦ γέγονεν, διὸ καὶ ἀθάνατος· τὸ δὲ σῶμα καὶ δοῦλόν ἐστι τῆς ψυχῆς, καὶ ὄργανον πρὸς ἀ βούλεται πράττειν, καὶ θνητὸν λέγεται, καὶ ἔστι. Διὸ ἡ ψυχὴ μὲν ὡς ἀθάνατος ἀπολαμβάνει, καθό κυρία καὶ τιμιωτέρα τοῦ σώματος· τὸ δὲ σῶμα θνητὸν ὄν, οὔπω ἀνέστη, οὐδ᾽ ἀπέλαβε. Ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει ἐνδύσεται τοῦτο ἡ ψυχὴ ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον κατὰ τὴν μακάριον Παῦλον, καὶ οὕ τω καὶ αὐτὸ σὺν τῇ ψυχῇ τῇ δόξῃ εὐφρανθήσεται. Καὶ παραδείγματος χάριν ὁ βασιλεὺς στήσας θέα τρον, τίθησι δῶρά τε καὶ στεφάνους τοῖς ἀγωνιζομένοις, ὑπὲρ ὧν ἔρχονται πολλοί τρέχοντες, καὶ ἀγωνιζόμενοι ἐν τῷ σταδίῳ, καὶ ὅταν τις νικήση μετὰ τοῦ ἵππου αὐτοῦ, καὶ λάβῃ τὸ βραβεῖον, τάττει τὸν ἵππον ἐν ἀναπαύσει, καὶ αὐτὸς συνευφραίνεται τῷ βασιλεῖ μετὰ διαδήματος ὡς νικητής. Αυθέντος οὖν τοῦ θεάτρου, ἱππεύει τὸν ἵππον αὐτ τοῦ ὁ νικητής κεκοσμημένον, καὶ λαμβάνει διπλούς στεφάνους, καὶ ἴστησι τρόπαιον, καὶ περιάγει την πόλιν κύκλῳ, συνευφραινόμενος τῷ ἵππῳ αὐτοῦ, δι' οὗ τὸν ἀγῶνα ήνυσεν. Οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ νική σασα τὸν διάβολον ἐν τῇ πάλῃ τοῦ προσκαίρου βίου τούτου μετὰ τοῦ σώματος, ἀποτίθησιν ἐν τῇ γῇ τὸ σῶμα, καὶ αὐτὴ τρέχει πρὸς οὐρανὸν, καὶ συνευφραίνεται τῷ Κυρίῳ στεφανηφόρος. Λυθέντος οὖν τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ γενομένης τῆς κοινῆς καὶ παγκοσμίου ἀναστάσεως, ἐνδύσεται ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα κεκοσμημένον, τουτέστιν ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον κατὰ τὸν μέγαν Απόστολον, καὶ λήψεται διπλοῦς στεφάνους, καὶ συνευφρανθήσεται τῷ σώματι, δι' οὗ τὸν πολέμιον ἔτρωσε καὶ ἐνίκησε. Ακρ. Το παράδειγμα τοῦτο ἐκανόν ἐστι πεῖσαι πᾶσαν ψυχήν. Ρακ. Καλῶς καὶ θαυμασίως λέγεις. 'Αλλ' ἔτι τὸ τοῦ Παύλου ἀπορίαν μοι δίδωσι, τὸ, Οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως, οὐκ ἐκομίσαντ το τὴν ἐπαγγελίαν, καὶ τὰ λοιπά. Καθ. Καὶ περὶ τούτου ἱκανὸν ἀποδεδώκαμεν λή γον ἐν τῷ τετάρτῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου πρὸς τὸ τέλος· καὶ ὁ βουλόμενος ἀκριβῶς ἰδεῖν ἐκεῖσε που ρευθήτω, καὶ ἱκανῶς οἶμαι πληροφορηθήσεται. Ρακ. Φράσον μοι παρακαλῶ, μὴ ὀκνήσας καὶ περὶ τοῦ τελευταίου κεφαλαίου τοῦ ὅρου. Πῶς τὴν Ρώμης ἀρχιερέα λέγετε είναι κεφαλὴν πάσης τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μὴ καὶ αὐτὸν ὡς ἕνα εἶναι τῶν Αλ. πατριαρχῶν; Καθ. θαυμάζω, πῶς ἠρώτησας τοιοῦτον ἐρώ τημα, δήλου ὄντος τοῦ πράγματος.
Δικ. ᾿Αληθέστατος καὶ δικαιότατος οὗτος ὁ λόγος.
'Ρακ. Συνῆκα ὁ λέγεις, καὶ πέπεισμαι, ὅτι πολ
λὰ εὑρίσκονται καὶ Ἰδιόμελα και Τροπάρια τῶν
Κανόνων τοῦτο δηλοῦντα, καὶ πολλαχοῦ ἄλλοθεν
μαρτυρεῖται μὲν ἡ τῶν ἁγίων ἀπόλαυσις· ἐγὼ δὲ
ἀκμὴν ἀπορῶ, πῶς δύναται τοῦτο εἶναι, ἵνα ἡ ψυχή
χωρὶς τοῦ σώματος νῦν ἀπολαμβάνῃ;
Καθ. Οὐ δεῖ σε ἀπορεῖν, ἔνθ᾽ ἀπορία οὐκ ἔστι.
Πᾶσι γὰρ καὶ τυφλοῖς δῆλόν ἐστιν, ὅτι ἡ ψυχή τι
μιωτέρα ἐστὶ τοῦ σώματος, καὶ κυρία· κατ᾿ εἰκόνα
γὰρ Θεοῦ γέγονεν, διὸ καὶ ἀθάνατος· τὸ δὲ σῶμα
καὶ δοῦλόν ἐστι τῆς ψυχῆς, καὶ ὄργανον πρὸς ἀ
βούλεται πράττειν, καὶ θνητὸν λέγεται, καὶ ἔστι.
Διὸ ἡ ψυχὴ μὲν ὡς ἀθάνατος ἀπολαμβάνει, καθό
κυρία καὶ τιμιωτέρα τοῦ σώματος· τὸ δὲ σῶμα
θνητὸν ὄν, οὔπω ἀνέστη, οὐδ᾽ ἀπέλαβε. Ἐν τῇ οὖν
ἀναστάσει ἐνδύσεται τοῦτο ἡ ψυχὴ ἄφθαρτον
καὶ ἀθάνατον κατὰ τὴν μακάριον Παῦλον, καὶ οὕ
τω καὶ αὐτὸ σὺν τῇ ψυχῇ τῇ δόξῃ εὐφρανθήσεται.
Καὶ παραδείγματος χάριν ὁ βασιλεὺς στήσας θέατρον, τίθησι δῶρά τε καὶ στεφάνους τοῖς ἀγωνιζομένοις, ὑπὲρ ὧν ἔρχονται πολλοί τρέχοντες, καὶ
ἀγωνιζόμενοι ἐν τῷ σταδίῳ, καὶ ὅταν τις νικήση
μετὰ τοῦ ἵππου αὐτοῦ, καὶ λάβῃ τὸ βραβεῖον,
τάττει τὸν ἵππον ἐν ἀναπαύσει, καὶ αὐτὸς συνευ
φραίνεται τῷ βασιλεῖ μετὰ διαδήματος ὡς νικητής.
Αυθέντος οὖν τοῦ θεάτρου, ἱππεύει τὸν ἵππον αὐτ
τοῦ ὁ νικητής κεκοσμημένον, καὶ λαμβάνει διπλούς
στεφάνους, καὶ ἴστησι τρόπαιον, καὶ περιάγει την
πόλιν κύκλῳ, συνευφραινόμενος τῷ ἵππῳ αὐτοῦ,
δι' οὗ τὸν ἀγῶνα ήνυσεν. Οὕτω καὶ ἡ ψυχὴ νική
σασα τὸν διάβολον ἐν τῇ πάλῃ τοῦ προσκαίρου βίου
τούτου μετὰ τοῦ σώματος, ἀποτίθησιν ἐν τῇ γῇ
τὸ σῶμα, καὶ αὐτὴ τρέχει πρὸς οὐρανὸν, καὶ συνευ
φραίνεται τῷ Κυρίῳ στεφανηφόρος. Λυθέντος οὖν
τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ γενομένης τῆς κοινῆς καὶ
παγκοσμίου ἀναστάσεως, ἐνδύσεται ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα
κεκοσμημένον, τουτέστιν ἄφθαρτον καὶ ἀθάνατον
κατὰ τὸν μέγαν Απόστολον, καὶ λήψεται διπλοῦς
στεφάνους, καὶ συνευφρανθήσεται τῷ σώματι, δι'
οὗ τὸν πολέμιον ἔτρωσε καὶ ἐνίκησε.
Ακρ. Το παράδειγμα τοῦτο ἐκανόν ἐστι πεῖσαι
πᾶσαν ψυχήν.
Ρακ. Καλῶς καὶ θαυμασίως λέγεις. 'Αλλ' ἔτι τὸ
τοῦ Παύλου ἀπορίαν μοι δίδωσι, τὸ, Οὗτοι πάντες
μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως, οὐκ ἐκομίσαντ
το τὴν ἐπαγγελίαν, καὶ τὰ λοιπά.
Καθ. Καὶ περὶ τούτου ἱκανὸν ἀποδεδώκαμεν λή
γον ἐν τῷ τετάρτῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου πρὸς τὸ
τέλος· καὶ ὁ βουλόμενος ἀκριβῶς ἰδεῖν ἐκεῖσε που
ρευθήτω, καὶ ἱκανῶς οἶμαι πληροφορηθήσεται.
Ρακ. Φράσον μοι παρακαλῶ, μὴ ὀκνήσας καὶ
περὶ τοῦ τελευταίου κεφαλαίου τοῦ ὅρου. Πῶς τὴν
Ρώμης ἀρχιερέα λέγετε είναι κεφαλὴν πάσης τῆς
Ἐκκλησίας, καὶ μὴ καὶ αὐτὸν ὡς ἕνα εἶναι τῶν Αλ.
πατριαρχῶν;
Καθ. θαυμάζω, πῶς ἠρώτησας τοιοῦτον ἐρώ
τημα, δήλου ὄντος τοῦ πράγματος.
Dic. Verissima justissimaque est hæc oratio.
1014*
Rhac. Percepi quod dicis, eoque suadeor. Namque multa inveniuntur et Idiomela et Troparia
Canonum hoc monstrantia, et ex multis aliis locis
testimonia sumi possunt de fruitione sanctorum.
Verumtamen ipse nunc hæreo, quomodo id fieri
queat, ut anima absque corpore possideat.
Cath. Hæsitandum non est, ubi hæsitatio nulla
estoninibus enim et cæcis patet, animam esse
pretiosiorem corpore et dominam: namque facta
est ad imaginem Dei, proptereaque et immortalis;
corpus autem servit animæ, eoque tanquam instrumento pro arbitrio utitur, diciturque mortale, et
est. Propterea anima ut immortalis, cum sit domina et pretiosior corpore, recipit; corpus mortale
cum sit, nondum resurrexit, nec recepit. In resurrectione itaque anima induet hoc immortale et incorruptibile, ut beatus Paulus tradit, et sic et ipsum
cum anima in gloria delectabitur. Exempli gratia:
rex aperto theatro, munera et coronas certantibus
proponit, pro quibus multi congregantur inter se
cursu certantes, et aliis contendentes in stadio.
Victor equestris recepto præmio equum in quiete
reponit, ipse una cum rege corona ut victor redimitus lætatur. Theatro clauso, victor equum suum
perpulchre adornatum ascendit, et coronam duplicem accipit, et tropäum erigit, et urbem circumit
cum equo suo, per quem victoriam consecutus est,
onustus lætitia et lubentia. Sic et anima superato
diabolo in vitæ hujusce temporariæ conflictu cum
corpore, corpus in terra reponit, ipsa in cœlum
advolans, et coronata cum Domnino lælatur: postmodum soluto ævo, et communi universalique omnium consecuta resurrectione, induet anima corpus adornatum, incorruptibile nempe et immortale (verba sunt magni Pauli); et accipiet duplicem
coronam, et cum corpore per quod adversarium vulneravit debellavitque, cumulabitur gaudiis.
Aud. Exemplum hoc satis est ad quemlibet persuadendum.
Rhac. Probe et admirabiliter dicis. Sed verba
Pauli novain mihi afferunt dubitationem: Omnes
hi per fidem consummati, non retulerunt promissionem, etc.
Cath. Hoc etiam accurate pertractavimus in
quarto capite decreti prope finem: indeque petal,
qui similium sibi intelligentiam astruit, et puto
abunde satisfactum iri.
Rhac. Age mihi, nec deponas studium rogo de
postremo decreti capite. Qua ratione dicitis Romanum præsulem 'caput universæ Ecclesiæ, nec censetis eum tanquam unum ex patriarchis?
Cath. Miror te similia in re clara ae patenti ine
terrogasse.
col. 1015–1016page 30 of 75
PG 159:1015ριξον τοὺς ἀδελφούς σου. Ἀπὸ τούτων ἔλαβεν ζειν, καὶ διορθοῦν τὰ περὶ τὴν πίστιν. Ρακ. Μὴ θαυμάσῃς, ἄριστε ἱερέων, ὅτι ἐρωτῶ μαθεῖν καὶ περὶ τούτου, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων. Δικ. Δίκαιόν ἐστι τὸν Πατέρα ἀκοῦσαι περὶ οὗ ἐρωτᾷ. Καθ. Ἡμεῖς, Πάτερ αἰδέσιμο, ὡς ἕνα τῶν πατριαρχῶν τὸν τῆς Ῥώμης ἀρχιερέα λέγομεν εἶναι, καὶ οὐ δύο ἢ τρεῖς. ᾿Αλλὰ δεῖ καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Εκκλησία εἶναι ἀρχὴν, καὶ μὴ ἀναρχίαν εἶναι, ἵνα μὴ ἀταξία ᾖ. "Οπου γὰρ οὐκ ἔστιν ἄρχων, οὐδεμία ἐκεῖ τάξις. Διὸ καὶ ὁ Σωτὴρ βουλόμενος τὴν Ἔχε κλησίαν αὐτοῦ ἐν τάξει μένειν, τὸν Πέτρον αὐτῶν εἶναι τῶν ἀποστόλων πρῶτον ἐνομοθέτησε, καὶ τοὺς ἀπ' αὐτοῦ διαδόχους αὐτοῦ τὴν τοιαύτην ἀρχὴν ἔχειν, διέπειν καὶ κυβερνᾷν τὴν Ἐκκλησίαν. Αϊ λως τε ἂν σύγχυσις μᾶλλον ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίᾳ ευρέθη η Ένωσις. Ρακ. Ἔστω τοῦτο, ὁμολογῶ καὶ δέχομαι. Αλλ ὅτι αὐτὸν δεῖν εἶναι τὸν κανονίζοντα πᾶσαν τὴν Εκκλησίαν, καὶ νομοθετοῦντα τὴν πίστιν, ἔτι γε ἀπορῶ. Καθ. Τοῦτο παρὰ τοῦ Σωτηρίου είληφε στόματος. Εφη γὰρ αὐτῷ ὁ Σωτήρ· Πέτρε, ποίμαινε τὰ πρόβατά μου, καὶ ἔτι, Δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὅσα ἂν δήσης ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ ὅσα ἂν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ αὖ· Σίμων, Σίμων, πολλάκις ἠθέ λησεν ὁ Σατανᾶς ἐπισινιάσαι ὑμᾶς ὡς τὴν στο τον, ἐγὼ δὲ ἐθεήθην ὑπὲρ σοῦ, ἵνα μὴ ἐκλείπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σὺ ποτε ἐπιστραφείς, στή ἐξουσίαν τοῦ στηρίζειν, καὶ ἐξετάζειν, καὶ κανονί Ῥακ. Απόχρη καὶ περὶ τούτου τανῦν. Δικ. Ο Πατὴρ ἠρκέσθη καν τούτῳ. Ρακ. Ετι ἔν με λυπεῖ, καὶ εἰς ὑπόνοιαν ἄγει. ᾿Αλλὰ βούλομαι αὐτὸ σιγῇ παρ' ἐμαυτῷ κατέχειν. Δικ. Οὐ δίκαιόν ἐστι σιωπᾷν, ἀλλὰ λέγειν διαβ ῥήδην τὰς ἀπορίας. Καθ. Καὶ μᾶλλον εἰπὲ, Πάτερ, τί ἀπορεῖς, ἵνα θεραπευθῇς ἐν αὐτῷ, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς. Καὶ γὰρ ὁ ἰατρὸς οὐ δύναται τὴν θεραπείαν δοῦναι τῷ ἀῤῥωστοῦντι, ἂν μὴ πρότερον ὁ πάσχων ἀπογυμνώσας δείξῃ αὐτῷ τὴν πληγὴν, ἐν ἰδὼν καὶ τὸ πάθος γνωρίσας, φάρμακόν τε καὶ ἔμπλαστρον οι κεῖον ἐπιτιθεὶς αὐτῇ, ταχέως τὴν ὑγείαν τῷ ἀσθε νοῦντι δωρήσεται. 'Ρακ. 'Αλλ' αἰδοῦμαι, μή σε λυπήσω, καὶ εἰς ὀργὴν ἐμβάλλω, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ. Ακρ. Οὐ λυποῦνται οἱ καθολικοί ποτε διαλέγεσθαι, μᾶλλον ἀγάλλονται τὴν ἀλήθειαν τοῖς πᾶσι δεικνύοντες. Καθ. Ἐγὼ οὐδέποτε λυπηθήσομαι, εἰ καὶ καθά ψεταί μου ὁ λόγος· μᾶλλον δέ γε περιχαρής γενή σομαι, ἀκούων ὑμῶν τὰ ἐγκάρδια, ἵνα θεραπεύσω μὲν ὑμᾶς, ἀποκρινόμενος ταῖς ἀπορίαις ὑμῶν. ἀπαλλάξω δὲ τῆς ἀγνοίας καὶ ἀηδίας τῆς πρὸς ἡμᾶς. Ρακ. Ἐγὼ μὲν ἐβουλόμην σιωπῇ τοῦτο διδόναι
Rhac. Ne mireris, optime sacerdotum, me hujusce scientiam perquirere, ut et aliorum.
terrogat.
quum est Patrem audire, de quibus inCath. Et nos, reverende Pater, Romanum pontificem tanquam unum ex patriarchis censemus, non
duos, aut tres. Verumtunien in Dei Ecclesia principatus concedendus, ne eo sublato confusio nascatur. Ubi enim princeps non est, ordo non est.
Quapropter Salvator cupiens Ecclesiam suam in
ordiue perseverare, Petrum ipsorum apostolorum
primum esse lege sanxit, et illius successores eodem ac ille principatu pollere, curare, et gubern:-
re Ecclesiam. Alias in Dei Ecclesia confusio potius,
quam unio esset.
Rhac. Esto hoc, fateor, et recipio. Sed ipsum
esse, qui universam Ecclesiam tanquam regula
dirigat, et fidem arbitrio prescribat, nondum plane
capio.
Cath. Hoc ab ore Salvatoris habuit. Dixit enim
illi Salvator: Petre, pasce oves meas. Et, Tibi dabo
claves regni calorum, et quodcunque ligaveris super
urram, erit Egatum et in cœlo: et quodcunque solveris
super terram, erit solutum et in cœlo. Εt rursum: Simon, Simon, sæpius voluit Satanas cribrare vos ut frumentum; ego autem oravi pro te, ne deficial fides tua, et tu aliquando conversus confirma
fratres tuus. llis auctoritatem habet conβrmandi,
examinandi, dirigendi et res fidei corrigendi.
ριξον τοὺς ἀδελφούς σου. Ἀπὸ τούτων ἔλαβεν
ζειν, καὶ διορθοῦν τὰ περὶ τὴν πίστιν.
Rhac. De hoc nunc satis est lietum.
Dic. Patri satisfactum est etiam in hoc.
Rhac. Adhuc unum me turbat et in suspicionem
adducit, sed id mihi silentio reservandum esse
duco.
Dic. Haud æquum est conticescere; palam dubia
edicenda sunt.
Cath. Imo Pater audenter effare, de quo dubiţas,
ut in eo quoque, quemadmodum in aliis, remedium
suggeratur. Medicus enim agrotanti nequit medicinam afferre, nisi ille antea amotis vestibus plagain ostendat, quam ubi viderit, morbumque reco-
*noverit, pharmacum emplastrumque proprium
ili apponens, cito male se habenti sanitatem restituit.
Ρακ. Μὴ θαυμάσῃς, ἄριστε ἱερέων, ὅτι ἐρωτῶ
μαθεῖν καὶ περὶ τούτου, ὡς καὶ περὶ τῶν ἄλλων.
Δικ. Δίκαιόν ἐστι τὸν Πατέρα ἀκοῦσαι περὶ οὗ
ἐρωτᾷ.
Καθ. Ἡμεῖς, Πάτερ αἰδέσιμο, ὡς ἕνα τῶν πατριαρχῶν τὸν τῆς Ῥώμης ἀρχιερέα λέγομεν εἶναι,
καὶ οὐ δύο ἢ τρεῖς. ᾿Αλλὰ δεῖ καὶ ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ
Εκκλησία εἶναι ἀρχὴν, καὶ μὴ ἀναρχίαν εἶναι, ἵνα
μὴ ἀταξία ᾖ. "Οπου γὰρ οὐκ ἔστιν ἄρχων, οὐδεμία
ἐκεῖ τάξις. Διὸ καὶ ὁ Σωτὴρ βουλόμενος τὴν Ἔχε
κλησίαν αὐτοῦ ἐν τάξει μένειν, τὸν Πέτρον αὐτῶν
εἶναι τῶν ἀποστόλων πρῶτον ἐνομοθέτησε, καὶ τοὺς
ἀπ' αὐτοῦ διαδόχους αὐτοῦ τὴν τοιαύτην ἀρχὴν
ἔχειν, διέπειν καὶ κυβερνᾷν τὴν Ἐκκλησίαν. Αϊλως τε ἂν σύγχυσις μᾶλλον ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλη
σία ευρέθη η Ένωσις.
Ρακ. Ἔστω τοῦτο, ὁμολογῶ καὶ δέχομαι. Αλλ
ὅτι αὐτὸν δεῖν εἶναι τὸν κανονίζοντα πᾶσαν τὴν
Εκκλησίαν, καὶ νομοθετοῦντα τὴν πίστιν, ἔτι γε
ἀπορῶ.
Καθ. Τοῦτο παρὰ τοῦ Σωτηρίου είληφε στόματος.
Εφη γὰρ αὐτῷ ὁ Σωτήρ· Πέτρε, ποίμαινε τὰ
πρόβατά μου, καὶ ἔτι, Δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς
βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὅσα ἂν δήσης
ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ· καὶ
ὅσα ἂν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν
τῷ οὐρανῷ· καὶ αὖ· Σίμων, Σίμων, πολλάκις ἠθέ
λησεν ὁ Σατανᾶς ἐπισινιάσαι ὑμᾶς ὡς τὴν στο
τον, ἐγὼ δὲ ἐθεήθην ὑπὲρ σοῦ, ἵνα μὴ ἐκλείπῃ
ἡ πίστις σου. Καὶ σὺ ποτε ἐπιστραφείς, στή
ἐξουσίαν τοῦ στηρίζειν, καὶ ἐξετάζειν, καὶ κανονί
Rhac. Vereor ne te offendam adigamque in iracundiam, vir Dei.
Aud. Catholici nunquam moleste ferunt, cum
disserunt, imo præ gaudio exsultant, dum aliis veritatem patefaciunt.
Cath. Nunquam ipse discruciabor animi, etiamsi
oratio ne pupugerit. Imo hilarior fiam intima vestri audiens, sic curabo vos, respondens dubiis vestris, repellamque ignorantiam, et quod erga nos
nutritis fastidium.
Anac. Ego volelum hoc silentio involvere: quanῬακ. Απόχρη καὶ περὶ τούτου τανῦν.
Δικ. Ο Πατὴρ ἠρκέσθη καν τούτῳ.
Ρακ. Ετι ἔν με λυπεῖ, καὶ εἰς ὑπόνοιαν ἄγει.
᾿Αλλὰ βούλομαι αὐτὸ σιγῇ παρ' ἐμαυτῷ κατέχειν.
Δικ. Οὐ δίκαιόν ἐστι σιωπᾷν, ἀλλὰ λέγειν διαβ
ῥήδην τὰς ἀπορίας.
Καθ. Καὶ μᾶλλον εἰπὲ, Πάτερ, τί ἀπορεῖς, ἵνα
θεραπευθῇς ἐν αὐτῷ, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς. Καὶ
γὰρ ὁ ἰατρὸς οὐ δύναται τὴν θεραπείαν δοῦναι τῷ
ἀῤῥωστοῦντι, ἂν μὴ πρότερον ὁ πάσχων ἀπογυμνώσας δείξῃ αὐτῷ τὴν πληγὴν, ἐν ἰδὼν καὶ τὸ
πάθος γνωρίσας, φάρμακόν τε καὶ ἔμπλαστρον οι
κεῖον ἐπιτιθεὶς αὐτῇ, ταχέως τὴν ὑγείαν τῷ ἀσθε
νοῦντι δωρήσεται.
'Ρακ. 'Αλλ' αἰδοῦμαι, μή σε λυπήσω, καὶ εἰς
ὀργὴν ἐμβάλλω, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ.
Ακρ. Οὐ λυποῦνται οἱ καθολικοί ποτε διαλέγεσθαι, μᾶλλον ἀγάλλονται τὴν ἀλήθειαν τοῖς πᾶσι
δεικνύοντες.
Καθ. Ἐγὼ οὐδέποτε λυπηθήσομαι, εἰ καὶ καθά
ψεταί μου ὁ λόγος· μᾶλλον δέ γε περιχαρής γενήσομαι, ἀκούων ὑμῶν τὰ ἐγκάρδια, ἵνα θεραπεύσω
μὲν ὑμᾶς, ἀποκρινόμενος ταῖς ἀπορίαις ὑμῶν.
ἀπαλλάξω δὲ τῆς ἀγνοίας καὶ ἀηδίας τῆς πρὸς
ἡμᾶς.
Ρακ. Ἐγὼ μὲν ἐβουλόμην σιωπῇ τοῦτο διδόναι·
col. 1017–1018page 31 of 75
PG 159:1017ἐπεὶ δὲ σὺ κελεύεις εἰπεῖν, ἀνάσχου ακούων, πα ρακαλῶ, εἰ καὶ σκληρὴν δόξει σοι τὸ ῥηθέν. Καθ. Λέγε, Πάτερ αιδέσιμε. Λέγε. 'Ρακ. Πῶς ταῦτα οὐκ ἐλέγετε πρότερον, ὅτε καὶ ὑμεῖ; οὐ μόνον ἐναντίον τῇ συνόδῳ, ἀλλὰ καὶ ὑβρι σταὶ τῶν Λατίνων υπήρχετε, ὡς καὶ σὺ εἰς τὸ τοῦ πατριάρχου κουκούλιον ἀναιδῶς ἐξύβρισας; Η πῶς τοῦτο οὐκ ἐγίνωσκον οἱ πρὸς ἡμῶν πάντες; "Αρα ἀμαθεῖς ἦσαν ἐκεῖνοι, καὶ ὑμεῖς ἐγένεσθε νῦν εὐ μαθεῖς; 'Αρα ἄπιστοι ἦσαν ἐκεῖνοι, καὶ ὑμεῖς ἐν νοήσατε νῦν τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν; Πῶς οὐκ ἦσαν ταῦτά ποτε, εἰ μὴ νῦν ὑμεῖς οἱ δώδεκα ταῦτα λέ γετε; Η νῦν ἀνεβλέψατε, καὶ ἐννοήσατε ταῦτα, τυφλοί, καὶ σκοτεινοὶ πρότερον ὄντες; Ταῦτά εἰσιν, & τοὺς πολλοὺς κἀμὲ αὐτὸν ἑκταράττουσιν· ὅτι πάντες οἱ πρὸ ἡμῶν κατακρίνονται νῦν παρ' ὑμῶν, ὡς ἀμαθεῖς, καὶ τυφλοί, καὶ ἄπιστοι, ὡς πεπλανημένοι, καὶ ἀγνοοῦντες τὴν πίστιν· ἐπειδὴ ἄλλα ὑμεῖς λέγετε, ἢ ὡς ἐκεῖνοι ἐφρόνουν τε καὶ ἐδίδα σχον. ᾿Ακρ. Κομψός ἐστιν ὁ τοῦ Πατρός λόγος, καὶ δεῖται καλλίστης ἀπολογίας. Καθ. Οὕτως ἔχει, ὡς λέγεις, ὅτι οὐκ ἐλέγομεν ταῦτα πρότερον, καὶ ὅτι ὑβρισταὶ τῶν Λατίνων ἦμεν, καὶ ἔτι ἐγὼ εἴπερ τις ἄλλος. Ο δὲ λόγος, ὅτι οὐκ ἐγινώσκομεν· νήπια γὰρ ἦμεν. Ὅθεν ἀγνώ στως ἐγὼ καὶ εἰς τὸν θειότατον ἐξύβρισα πατριάρ χεν' ἀλλ' ἔλαβον παρ' ἐκείνου συγχώρησιν. "Οτι δὲ ταῦτα οἱ πρὸ ἡμῶν οὐκ ἐγίνωσκον, οὐχ ὡς ἀμαθεῖς τοῦτ' ἔπασχον, ἢ ὡς ἄπιστοι, ἢ πεπλανημένοι, καὶ τἆλλα· τοῦτο γὰρ οὐδαμῶς φήσομεν· ἀλλ' ἐγίνω στον μὲν οἱ μεγάλοι, καὶ τὴν δόξαν ταύτην παρ' ἑαυτοῖς εἶχον, εἰ καί τινες διὰ πεισμονὴν οἰκεία τἀναντία ἔλεγόν τε καὶ ἔγραφον· οἱ πλείονες δὲ οὐκ ἐγίνωσκον, οὐχ ὡς πεπλανημένοι καὶ ἄπιστοι, ἀλλὰ διὰ τὸ τὰ δόγματα μὴ ζητεῖσθαι, καὶ ἡσυχίαν ἄγειν τὰ μέρη ἀμφότερα, πρὸ πολλοῦ συνόδου μὴ γενομένης. Ταύτης δὲ συγκροτηθείσης τανῦν, καὶ διαλέξεως ἰσχυρᾶς· γενομένης, ἐφάνησαν τῆς θείας χάριτος ἅπαντες. Ἐκήρυξαν πανταχοῦ. "Ηκουσαν οἱ βουλόμενοι τῆς σωτηρίας αὐτῶν, καὶ ταύτῃ ἐπεί σθησαν. Κηρύττουσι δὲ καὶ αὐτοί, ὡς εἰκὸς, ἵνα μὴ πάλιν βυθώ καλυφθῶσιν, ὥσπερ καὶ πρότερον. Οἱ οὖν συσκιάται πάλιν βουλόμενοι τὴν ἀγάπην τε καὶ εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας οὐκ ἀνέχονται ἀκούειν, καὶ λέγουσιν ἅπερ καὶ λέγουσιν. Εἰ δὲ καὶ ἐξ ἀρο χῆς τῆς συνόδου ταύτην πῶς οὐκ ἐδεξάμεθα, ἢ ἐκηρύττομεν, εἴποι τις ἂν, ἴστω, ὅτι πρῶτον μὲν ἐν τῷ καιρῷ τῆς συνόδου ἡμεῖς βρέφη όντες, καὶ μήν των δέκα έτη ἔχοντες, ταῦτα οὐκ ἐγινώσκομεν. Εἰ δὲ καὶ προβαίνοντες οὐκ ἐδιδασκόμεθα, θαυμαστόν οὐδέν. Οὐ γὰρ εἴα ἡμᾶς ἡ καινὴ καὶ ματαία πρό ληψις, ἣν ἐκ προγόνων ἔχοντες, ἀκοῦσαι, ἢ μαθεῖν οὐ κατεδεχόμεθα. Επειτα δὲ οὐδὲ τοῖς Πρακτικοῖς τῆς ἱερᾶς συνόδου ἠθελήσαμεν ἐπισκήψαι. Νῦν δὲ εἰς τελείαν ἡλικίαν ἐλθοῦσιν, οὐ καλὸν ἔδοξεν ἡμῖν τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένειν κακοῖς, μηδὲ εἰς κενοφωνίας, καὶ ματαιολογίας και ψευδολογίας τὸν καιρὸν ἀνα λίσκειν, καὶ μάχεσθαι εἰκῇ καὶ μάτην τοῖς ἀδελφοῖς.
ἐπεὶ δὲ σὺ κελεύεις εἰπεῖν, ἀνάσχου ακούων, πα- do vero jubes.me alicere, sustine precor, audiens,
ρακαλῶ, εἰ καὶ σκληρὴν δόξει σοι τὸ ῥηθέν.
Καθ. Λέγε, Πάτερ αιδέσιμε. Λέγε.
'Ρακ. Πῶς ταῦτα οὐκ ἐλέγετε πρότερον, ὅτε καὶ
ὑμεῖ; οὐ μόνον ἐναντίον τῇ συνόδῳ, ἀλλὰ καὶ ὑβρι
σταὶ τῶν Λατίνων υπήρχετε, ὡς καὶ σὺ εἰς τὸ τοῦ
πατριάρχου κουκούλιον ἀναιδῶς ἐξύβρισας; Η πῶς
τοῦτο οὐκ ἐγίνωσκον οἱ πρὸς ἡμῶν πάντες; "Αρα
ἀμαθεῖς ἦσαν ἐκεῖνοι, καὶ ὑμεῖς ἐγένεσθε νῦν εὐμαθεῖς; 'Αρα ἄπιστοι ἦσαν ἐκεῖνοι, καὶ ὑμεῖς ἐν
νοήσατε νῦν τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν; Πῶς οὐκ ἦσαν
ταῦτά ποτε, εἰ μὴ νῦν ὑμεῖς οἱ δώδεκα ταῦτα λέ-
-- γετε; Η νῦν ἀνεβλέψατε, καὶ ἐννοήσατε ταῦτα,
τυφλοί, καὶ σκοτεινοὶ πρότερον ὄντες; Ταῦτά εἰσιν,
& τοὺς πολλοὺς κἀμὲ αὐτὸν ἑκταράττουσιν· ὅτι
πάντες οἱ πρὸ ἡμῶν κατακρίνονται νῦν παρ' ὑμῶν,
ὡς ἀμαθεῖς, καὶ τυφλοί, καὶ ἄπιστοι, ὡς πεπλανημένοι, καὶ ἀγνοοῦντες τὴν πίστιν· ἐπειδὴ ἄλλα
ὑμεῖς λέγετε, ἢ ὡς ἐκεῖνοι ἐφρόνουν τε καὶ ἐδίδασχον.
᾿Ακρ. Κομψός ἐστιν ὁ τοῦ Πατρός λόγος, καὶ
δεῖται καλλίστης ἀπολογίας.
Καθ. Οὕτως ἔχει, ὡς λέγεις, ὅτι οὐκ ἐλέγομεν
ταῦτα πρότερον, καὶ ὅτι ὑβρισταὶ τῶν Λατίνων
ἦμεν, καὶ ἔτι ἐγὼ εἴπερ τις ἄλλος. Ο δὲ λόγος, ὅτι
οὐκ ἐγινώσκομεν· νήπια γὰρ ἦμεν. Ὅθεν ἀγνώστως ἐγὼ καὶ εἰς τὸν θειότατον ἐξύβρισα πατριάρ
χεν' ἀλλ' ἔλαβον παρ' ἐκείνου συγχώρησιν. "Οτι δὲ
ταῦτα οἱ πρὸ ἡμῶν οὐκ ἐγίνωσκον, οὐχ ὡς ἀμαθεῖς
τοῦτ' ἔπασχον, ἢ ὡς ἄπιστοι, ἢ πεπλανημένοι, καὶ
τἆλλα· τοῦτο γὰρ οὐδαμῶς φήσομεν· ἀλλ' ἐγίνω
στον μὲν οἱ μεγάλοι, καὶ τὴν δόξαν ταύτην παρ'
ἑαυτοῖς εἶχον, εἰ καί τινες διὰ πεισμονὴν οἰκεία
τἀναντία ἔλεγόν τε καὶ ἔγραφον· οἱ πλείονες δὲ οὐκ
ἐγίνωσκον, οὐχ ὡς πεπλανημένοι καὶ ἄπιστοι,
ἀλλὰ διὰ τὸ τὰ δόγματα μὴ ζητεῖσθαι, καὶ ἡσυχίαν
ἄγειν τὰ μέρη ἀμφότερα, πρὸ πολλοῦ συνόδου μὴ
γενομένης. Ταύτης δὲ συγκροτηθείσης τανῦν, καὶ
διαλέξεως ἰσχυρᾶς· γενομένης, ἐφάνησαν τῆς θείας
χάριτος ἅπαντες. Ἐκήρυξαν πανταχοῦ. "Ηκουσαν
οἱ βουλόμενοι τῆς σωτηρίας αὐτῶν, καὶ ταύτῃ ἐπεί
σθησαν. Κηρύττουσι δὲ καὶ αὐτοί, ὡς εἰκὸς, ἵνα μὴ
πάλιν βυθώ καλυφθῶσιν, ὥσπερ καὶ πρότερον. Οἱ
οὖν συσκιάται πάλιν βουλόμενοι τὴν ἀγάπην τε καὶ
εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας οὐκ ἀνέχονται ἀκούειν,
καὶ λέγουσιν ἅπερ καὶ λέγουσιν. Εἰ δὲ καὶ ἐξ ἀρο
χῆς τῆς συνόδου ταύτην πῶς οὐκ ἐδεξάμεθα, ἢ ἐκηρύττομεν, εἴποι τις ἂν, ἴστω, ὅτι πρῶτον μὲν ἐν
τῷ καιρῷ τῆς συνόδου ἡμεῖς βρέφη όντες, καὶ μήν
των δέκα έτη ἔχοντες, ταῦτα οὐκ ἐγινώσκομεν. Εἰ
δὲ καὶ προβαίνοντες οὐκ ἐδιδασκόμεθα, θαυμαστόν
οὐδέν. Οὐ γὰρ εἴα ἡμᾶς ἡ καινὴ καὶ ματαία πρό
ληψις, ἣν ἐκ προγόνων ἔχοντες, ἀκοῦσαι, ἢ μαθεῖν
οὐ κατεδεχόμεθα. Επειτα δὲ οὐδὲ τοῖς Πρακτικοῖς
τῆς ἱερᾶς συνόδου ἠθελήσαμεν ἐπισκήψαι. Νῦν δὲ
εἰς τελείαν ἡλικίαν ἐλθοῦσιν, οὐ καλὸν ἔδοξεν ἡμῖν
τοῖς αὐτοῖς ἐπιμένειν κακοῖς, μηδὲ εἰς κενοφωνίας,
καὶ ματαιολογίας και ψευδολογίας τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν, καὶ μάχεσθαι εἰκῇ καὶ μάτην τοῖς ἀδελφοῖς.
licet durum dictum videbitur.
Cath. Effare, Pater reverende; effare.
Rhac. Quare hæc vos antea non enuntiabariq,
cum vos non tantummodo synɔdo adversabamiui,
sed injuria quoque lacessebatis Latinos, quemadmodum et tu în patriarchæ cucullum impudenter
injurius fuisti? Vel quomodo id omnes qui aute
nos fuere nesciverunt? An illi imperiti erant, et
vos nunc illud facile ingenio assecuti estis? An illi
infideles erant, et vos nunc eorum infidelitatemi
deprehendistis? Quomodo hæc nunquam fuerunt,
quæ vos nunc duodecim asseveratis? An nunc prinum oculos aperuistis, eaque intellexistis, qui antea caci et obtenebrati eratis? ll:ec sunt, quae me
pluresque alios perturbant, omnes qui ante vOR
fuere, nunc a vobis veluti imperitos, cæcos, infideles, a veritate aberrantes, et fidei nescios condemnari: quando vos alia dicitis, alia illi tenebant
edocebantque.
Aud. Patris he oratio industria est, perpulchraque satagit responsionem.
et
Cath. Sic res se habet, ut tu ais, hæc uos antea
non enuntiasse, et injurios in Latinos fuisse,
ipse potissimum, si quis alius, hoc ausus suur. Ratio
in promptu est. Non agnoscebamus: infantes cnim
eramus. Hinc et ipse ignoranter divinissimum pa -
triarcham injuriis lacessivi; sed veniam ab eo
assecutus sum. Non ideo tamen, qui ante nos fuere, ea neque cognita neque comprehensa aninis
habuere, aut inscitia, aut infidelitate, aut errore,
aut aliis laborarunt. floc enim nullo modo dicemus;
sed magni excellentioresque cognoscebant, et apud
semetipsos lianc opinionem retinebant, licet nonnulli credulitati suæ obsecundantes, contraria assererent et scriberent. Plures autem non pernoscebaut, non quod errore aut infidelitate abducerentur, sed quod dogmata non disquirebantur, et
ambæ partes quiescerent, cum per longum tempus
antea synodus coacta non fuisset, qua in præsentia celebrata, et concertatione vali:la subsecula,
omnes divinæ gratiæ esse visi sunt, et ubicunque
sententiam promulgarunt, illique salutis propriæ
amantes audierunt obediveruntque, et ut par est,
ipsi prædicant, ne rursus tenebris, quemadmodum
et antea obvolvantur. Qui itaque denuo claritatem, et pacem Ecclesie obscurare cupiunt, non sustinent audire, et quæcunque in linguam venerint,
eſſutiunt. Quod si quis dixerit, non a principio sy -
nodum recepisse aut prædicasse, sciat nos tempore ipso synodi puerulos adhuc, necdum decem anBơẻ natos hæc non perspexisse; et si proficientes
ætate similibus non instruebamur, mirum non est.
Id enim nobis pernegabat vana et futilis præsum -
ptio, quam e progenitoribus nobis innatam habentes, neque audire neque discere sustinebamus. Adde, neque sacrosanctä synodi actis animum attendisse. Nunc vero firmata ætate non est visum
honestum iisdem malis immorari, et in vanis atque
col. 1019–1020page 32 of 75
PG 159:1019ὑπὲρ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ αἷμα ἐξέχεεν, ἂν μὴ πρότερο. παρ' αὐτῶν ἀκούσαιμεν, καὶ γνῶμεν, εἰ ἄρα ὀρθῶς φρονοῦσιν. "Οθεν τῇ ἱερᾷ πραγματεία, δηλονότι τῶν Πρακτικῶν τῆς συνόδου ἐπιμελῶς ἐντρυφήσαντες, καὶ ἄλλους τῶν διδασκάλων μετιόντες τὰ αὐτὰ συμμαρτυροῦντας αὐτῇ, τῇ ἀληθείᾳ ὑπεχωρήσαμεν. Οὐ γὰρ δίκαιον οὐδὲ ὅσιον, Πάτερ αἰδεσιμε, τῷ βουλομένῳ σωτηρίας τυχεῖν, τοῦ φωτὸς δειχθέντος, καμμύειν τοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ μετὰ χαρᾶς τῆς ἀληθείας φανείσης, αὐτὴν κατασπάσασθαι. Διὸ καὶ ἡμεῖς, τῆς ἀληθείας διὰ τῆς ἱερᾶς συνόδου δειχθείσης, εὐλαβῶς ἐλάβομεν αὐτὴν, καὶ ἐπεδεξάμεθα, καὶ λέγομεν νῦν, ἅπερ πρότερον οὐκ ᾔδειμεν οὐδὲ ἔγνωμεν, καὶ κηρύττομεν οὐκ ἄλλα, ἢ ὅσα παρά τῆς ἱερᾶς συνόδου ἐμάθομεν, ἥτις ἔσωσε τὰς ἡμε τέρας ψυχὰς γενομένη. Ρακ. ῎Αμεινον ἦν αὐτὴν μὴ γενέσθαι ποτέ, ἐπει δὴ σκάνδαλον μέγα προϋξένησε μᾶλλον ἢ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παντί. Καθ. Ἐγὼ τοῦτο οὔποτε φήσαιμι αν. Ειρήνην γὰρ καὶ σωτηρίαν εἴποιμι μᾶλλον, καὶ οὐ σκάνδαλον προϋφερεν. Τίνες γὰρ εἶεν οἱ σκανδαλιζόμενοι διὰ τὸ ἔργον τῆς θείας Ενώσεως; 'Ρακ. Λατίνοί τε καὶ Γραικοὶ κατ' ἀλλήλων όπλί ζονται, καὶ μάχονται μὲν οἱ Λατίνοι Γραικοῖς, καὶ σχισματικούς διαῤῥήδην βοῶσί τε καὶ αἱρετικοὺς, καὶ Γραικοὶ κατὰ Γραικῶν μαίνονται, καὶ διωγμὸν ἐγείρουσι μέγιστον πρὸς ἀλλήλους. Διὸ καὶ ἄμει νον ἦν μὴ γενέσθαι αὐτήν ποτε. Μάρτ. Ταῦτα ἐποίησαν οἱ καλόγηροι, ἀμαθέστατοι καὶ μωροὶ ὄντες. Δικ. Σκανδαλίζονται μὲν οἱ τὰ σκάνδαλα ἀγαπῶντες, οἱ δὲ τὴν ἀλήθειαν θέλοντες οὐδέποτε σκανδαλίζονται. Πῶς γὰρ καὶ σκανδαλισθήσονται οι πρό τερον παρὰ τῶν Γραικῶν ἐκαλοῦντο αἱρετικοί; Επειτα δὲ οὐχ ὁπλίζονται κατὰ Γραικών. Απαγε. Ἀλλὰ θέλουσι καὶ δέονται εἶναι μετ' αὐτῶν ἐν ὁμονοίᾳ τε καὶ εἰρήνῃ. Λυποῦνται δὲ δικαίως κατά Γραικῶν, ὅτι μετὰ τὴν κρίσιν τῆς ἱερᾶς συνόδου ἔτι ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἑτεροδόξους. Γραικοὶ δὲ κατὰ Γραικῶν, ὡς σὺ φῇς, μαίνονται, μαίνονται δὲ καὶ μάχονται οἱ μὴ θέλοντες τὴν ἕνωσιν τοῖς ὑποδεχομένοις αὐτήν. Καὶ Λατίνους ἀπο καλοῦσιν αὐτοὺς, καὶ αἱρετικούς, δι᾿ οὐδὲν ἄλλο, ἀλλ᾽ ἢ διὰ τὸ ὑποταγῆναι αὐτοὺς τῇ συνόδῳ, καὶ τοὺς Λατίνους λέγειν Χριστιανούς. Ρακ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω, ὅτι κρεῖττον ἦν μὴ γενέσθαι ποτέ αὐτήν. Δικ. Οὐ δίκαιον τὸ ῥηθὲν ἤδη, οὔτε μὴν ὅσιον. Καθ. Τοῦ Κυρίου ἀκούεις λέγοντος, Οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος όλος αντάξιος ὑπὲρ μιᾶς ψυχῆς ἀν θρώπου, καὶ σὺ λέγεις, Αμεινον ἦν αὐτὴν μὴ γε νέσθαι; Οὐκ οἶδας, ὅτι, γενομένης τῆς συνόδου, ἐμάθομεν τὴν ἀλήθειαν, ἣν πρότερον οὐκ ἐπιστάμεθα; Οὐκ οἶσθα πόσαι ψυχαὶ ἐξέφυγον τοῦ σχέσ ματος καὶ τῆς διαιρέσεως; Οὐκ οἶδας πως ελυτρώ
Inutilibus concertationibus et falsiloquentiis tem- ὑπὲρ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ αἷμα ἐξέχεεν, ἂν μὴ πρότερο.
παρ' αὐτῶν ἀκούσαιμεν, καὶ γνῶμεν, εἰ ἄρα ὀρθῶς
φρονοῦσιν. "Οθεν τῇ ἱερᾷ πραγματεία, δηλονότι τῶν
Πρακτικῶν τῆς συνόδου ἐπιμελῶς ἐντρυφήσαντες,
καὶ ἄλλους τῶν διδασκάλων μετιόντες τὰ αὐτὰ
συμμαρτυροῦντας αὐτῇ, τῇ ἀληθείᾳ ὑπεχωρήσαμεν.
Οὐ γὰρ δίκαιον οὐδὲ ὅσιον, Πάτερ αἰδεσιμε, τῷ
βουλομένῳ σωτηρίας τυχεῖν, τοῦ φωτὸς δειχθέντος,
καμμύειν τοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ μετὰ χαρᾶς τῆς
ἀληθείας φανείσης, αὐτὴν κατασπάσασθαι. Διὸ καὶ
ἡμεῖς, τῆς ἀληθείας διὰ τῆς ἱερᾶς συνόδου δειχθεί
σης, εὐλαβῶς ἐλάβομεν αὐτὴν, καὶ ἐπεδεξάμεθα,
καὶ λέγομεν νῦν, ἅπερ πρότερον οὐκ ᾔδειμεν οὐδὲ
ἔγνωμεν, καὶ κηρύττομεν οὐκ ἄλλα, ἢ ὅσα παρά
τῆς ἱερᾶς συνόδου ἐμάθομεν, ἥτις ἔσωσε τὰς ἡμε
pus consumere, frustraque atque incommode cum
fratribus depugnare, pro quibus Christus sanguinem effudit, ni prius ab iisdem audiamus et cognoscamus, si recte sentiunt. Hinc sacra Commen.
taria, Acta videlicet synodi, curiose diligenterque
maximaque cum delectatione percurrentes, aliosque
doctores convenientes, qui suo testimonio dicta synodi comprobant, locum veritati dedimus. Neque
enim justum est, neque pium, Pater reverende, eum
qui salutem ambit, ostenso lumine oculos claudere,
sed cum gaudio, cum apparuerit veritas, eam protensis uluis amplecti. Quapropter et nos veritatem
per sacram synodum manifestatam reverenter amplectimur et exosculanur, eaque nunc dicimus,
quæ prius neque sciebamus, neque noveramus, et τέρας ψυχὰς γενομένη.
prædicamus non alia, quam quæ a synodo didicimus, quæ suo decreto animarum nostrarum saluti.
providit.
Rhac. Satius erat nunquam eam cogi, cum scandalo potius, quam paci universo terrarum orbi fuerit.
Cath. Non dicam hoc ego, namque pacem et salutem, et non scandalum conciliasse dicam. Qui
etenim propter hoc opus unionis scandalum patientur?
Rhac. Latini et Græci mutuis armis contendunt
configuntque. Latini cum Græcis, eus fchismaticos ac hæreticos aperte conclamantes, et Græci
in Græcos saeviunt, et inter se mutuo sese, et maximum in modum exagitant. Quare melius erat,
eam nunquam fuisse celebratam.
Testis. Horum causa fuere nonachi, imperitissi.
mum stultissimumque hominum genus.
Dic. Scandalizantur quidem, qui scandala amant;
qui veritatem ambiunt, non scandalizantur. Quoniodo enim scandalum patientur, qui prius a Græcis
appellabantur hæretici? Deinde non arma sumunt
in Græcos. Apage. Imo peroplant, precanturque
una cum illis esse in concordia et pace. Contristantur vero, nec immerito adversus Græcos, quod
post sacrosanctæ synodi judicium cos non cessant
vocare et haereticos, et alienae fidei sectatores. Gra.
ci vero in Græros debacchantur, et decertant ii qui
recusant unionem cum acceptantibus eam, nuncupantque eos Latinos et hæreticos, eo solo quod se
synodo subjiciunt, et Christianos appellant Latinos.
Rhae. Propterea ego dico melius fuisse, si nunquain coacta esset.
Dic. Quod dicis, neque justum est, neque pium.
Cath. Audis Dominum dicentem, non esse mundum conferendum cum una anima hominis, et tu
ais melius fuisse si non esset congregata? Annon
vides nos post illam synodum didicisse veritatem,
quam antea ignorabamus? An ignoras quot animæ
cjurato schismate et divisione in concordiam redierunt? Non vides nos a vana illa præsump'ione, conΡακ. ῎Αμεινον ἦν αὐτὴν μὴ γενέσθαι ποτέ, ἐπειδὴ σκάνδαλον μέγα προϋξένησε μᾶλλον ἢ εἰρήνην
τῷ κόσμῳ παντί.
Καθ. Ἐγὼ τοῦτο οὔποτε φήσαιμι αν. Ειρήνην
γὰρ καὶ σωτηρίαν εἴποιμι μᾶλλον, καὶ οὐ σκάνδαλον
προϋφερεν. Τίνες γὰρ εἶεν οἱ σκανδαλιζόμενοι διὰ τὸ
ἔργον τῆς θείας Ενώσεως;
'Ρακ. Λατίνοί τε καὶ Γραικοὶ κατ' ἀλλήλων όπλί
ζονται, καὶ μάχονται μὲν οἱ Λατίνοι Γραικοῖς, καὶ
σχισματικούς διαῤῥήδην βοῶσί τε καὶ αἱρετικοὺς,
καὶ Γραικοὶ κατὰ Γραικῶν μαίνονται, καὶ διωγμὸν
ἐγείρουσι μέγιστον πρὸς ἀλλήλους. Διὸ καὶ ἄμει
νον ἦν μὴ γενέσθαι αὐτήν ποτε.
Μάρτ. Ταῦτα ἐποίησαν οἱ καλόγηροι, αμαθέστα
τοι καὶ μωροὶ ὄντες.
Δικ. Σκανδαλίζονται μὲν οἱ τὰ σκάνδαλα ἀγαπῶν·
τες, οἱ δὲ τὴν ἀλήθειαν θέλοντες οὐδέποτε σκανδα
λίζονται. Πῶς γὰρ καὶ σκανδαλισθήσονται οι πρό
τερον παρὰ τῶν Γραικῶν ἐκαλοῦντο αἱρετικοί;
Επειτα δὲ οὐχ ὁπλίζονται κατὰ Γραικών. Απαγε.
Ἀλλὰ θέλουσι καὶ δέονται εἶναι μετ' αὐτῶν ἐν
ὁμονοίᾳ τε καὶ εἰρήνῃ. Λυποῦνται δὲ δικαίως κατά
Γραικῶν, ὅτι μετὰ τὴν κρίσιν τῆς ἱερᾶς συνόδου
ἔτι ἀποκαλοῦσιν αὐτοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἑτεροδόξους. Γραικοὶ δὲ κατὰ Γραικῶν, ὡς σὺ φῇς, μαίνονται, μαίνονται δὲ καὶ μάχονται οἱ μὴ θέλοντες τὴν
ἕνωσιν τοῖς ὑποδεχομένοις αὐτήν. Καὶ Λατίνους ἀπο
καλοῦσιν αὐτοὺς, καὶ αἱρετικούς, δι᾿ οὐδὲν ἄλλο,
ἀλλ᾽ ἢ διὰ τὸ ὑποταγῆναι αὐτοὺς τῇ συνόδῳ, καὶ τοὺς
Λατίνους λέγειν Χριστιανούς.
Ρακ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ λέγω, ὅτι κρεῖττον ἦν μὴ
γενέσθαι ποτέ αὐτήν.
Δικ. Οὐ δίκαιον τὸ ῥηθὲν ἤδη, οὔτε μὴν ὅσιον.
Καθ. Τοῦ Κυρίου ἀκούεις λέγοντος, Οὐκ ἔστιν
ὁ κόσμος όλος αντάξιος ὑπὲρ μιᾶς ψυχῆς ἀν
θρώπου, καὶ σὺ λέγεις, Αμεινον ἦν αὐτὴν μὴ γε
νέσθαι; Οὐκ οἶδας, ὅτι, γενομένης τῆς συνόδου,
ἐμάθομεν τὴν ἀλήθειαν, ἣν πρότερον οὐκ ἐπιστάμεθα; Οὐκ οἶσθα πόσαι ψυχαὶ ἐξέφυγον τοῦ σχέσ
ματος καὶ τῆς διαιρέσεως; Οὐκ οἶδας πως ελυτρώ
col. 1021–1022page 33 of 75
PG 159:1021θημεν τῆς ματαίας προλήψεως, τῆς πεισμονῆς τε καὶ μάχης. τῆς πρὸς τοὺς ἀδελφούς; Εἰ οὐκ ἐγέ νετο, καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ αὐτῇ ἀπογνώσει μεν ἂν, της ὑπῆρχον οἱ πάλαι τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαντες καὶ διαμερίσαντες. "Οθεν βέλτιον ἦν αὐτὴν γενέσθαι, τοῦ Θεοῦ τοῦτο δι' ἡμᾶς προβλεψαμένου, ἵνα μὴ τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἀπολέσαντες, τὴν αἰώνιον κληρονομήσω μεν κόλασιν. Ῥακ. Τῇ ἐμαυτοῦ ἐρωτήσει, ἄριστε ἱερέων, ἱκα νῶς ὁρῶ ἐμαυτὸν πληροφορηθέντα, καὶ ἰδοὺ ἐκ τῆς πολλῆς καὶ ἀπείρου μάχης τῆς πρὸς Λατίνους ἡ ψυχή μου όπωσδήποτε πέπαυται. Αλλ', ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, σύ τε καὶ οἱ μετὰ σοῦ εὐλαβεῖς, καὶ θειότατοι, καὶ ἀληθεῖς ἱερεῖς, ἄφετέ μοι, καὶ συγκ χωρήσατε όσα εἰς ὑμᾶς ἐγώ ποτε ἐβλασφήμησα. Μάρτυρες γάρ ἐστε τοῦ Θεοῦ, καὶ μακάριοι έστε. Ονειδίζεσθε γὰρ ἕνεκα τῆς ἀληθοῦς πίστεως, καὶ τοὺς μισθούς ἔξετε παρὰ τοῦ μισθαποδότου Θεοῦ. Δικ. Ἐγὼ ἡδέως ἀκούσας ὑμῶν, καὶ νουνεχῶς ἀμφοτέρων κατανοήσας τοὺς λόγους, εβουλόμην μὲν τὴν ψήφον διδόναι τῷ τὴν ἀλήθειαν μετ' αὐτοῦ ἔχοντι, ὅς ἐστιν ὁ ἱερεὺς τῆς ἁγίας ἑνώσεως. Επει δὲ καὶ αὐτὸς τὸ πεῖσμα ἐάσας καὶ τὴν κενὴν καὶ ματαίαν πρόληψιν, ἀποδίδως τὴν ψῆφον, μᾶλλον δέ γε καὶ καταπείθῃ, τῷ Θεῷ δόξα, τῷ σε πρὸς τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ὁδηγήσαντι. Ει Καθ. Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ τῷ τῆς εἰρήνης δοτῆρι, τῷ καὶ σὲ ἐδηγήσαντι καὶ σύνεσιν δόντι, ἐᾶσαι τὸ πείσμα, καὶ ἀκοῦσαι ἡμῶν, καὶ τὴν ἀλήθειαν γνῶ και. Αλλ' ὑπομνήσαί σε βούλομαι, ὅτι ὑμεῖς ἐν συνάψει σοι τὴν ἀπολογίαν τῶν κεφαλαίων ἐνταῦθα προσηνέγκαμεν· ἐπειδὴ ἰδίαν πραγματείαν ἐποιήσαμεν περί τούτων, καὶ ἑνὸς ἑκάστου λόγον ἱκανὸν ἐξεδώκαμεν. Καὶ ὁ βουλόμενος ἐν ἐκείνοις τὸν νοῦν ἐπιστησάτω· καὶ οἶμαι σὺν Θεῷ τῆς ὀδύνης ἀπαλλαγήσεται. Οτι δέ γε καὶ συγχώρησιν ζητεῖς παρ' ἡμῶν εἰς ὅσα ἡμᾶς ἑλοιδόρησας, Κύριος ἀπαλείψαι σει τὸ σφαλὲν καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ. Ἡμεῖς γὰρ ἅπαξ ἑαυτοὺς ἐκδεδωκότες εἰς ὑποταγὴν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἥκιστα τῶν λοιδοριῶν τε καὶ ὕβρεων φροντίζομεν, μεμνημένοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν λέγοντος, Εἱ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν. Καὶ αὖθις, Φεῦ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας! Σαμαρείτην και δαιμονῶντα ἐκάλουν τὰ τῆς ἐχίδνης τέχνη, τὸν δαιμονιζομένους Ιῶντα. ΕΙ οὖν εἰς ἐκεῖνον, ὃν τρέμει ὁ οὐρανὸς, καὶ ἡ γῆ, καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐν τῇ γῇ, ὕβριζον, καὶ ἐλοιδόρουν οἱ ὑπ' αὐτοῦ εὐεργετηθέντες, καὶ ὑπέμενεν, ἡμεῖς οἱ ταπεινοὶ καὶ οἱ ἁμαρτωλοί διὰ τί οὐχ ὑποίσομεν; Υποφέρομεν οὖν τὰς λοιδορίας καὶ ὕβρεις, ἐλπίζοντες τῶν μακαρισμῶν ἐκεί νων ἀξιωθῆναι, τοῦ, Μακάριοι έστε, ὅταν όνει δίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι, λέγοντος, καὶ τοῦ, Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ, φάσκοντος. Δεόμεθα δὲ καὶ ὑμῶν, ἐᾶσαι τὸ πεῖσμα καὶ τὴν ματαίαν πρόληψιν,
θημεν τῆς ματαίας προλήψεως, τῆς πεισμονῆς τε tumacia et pugna, qua in fratres saviebanus, e360
καὶ μάχης. τῆς πρὸς τοὺς ἀδελφούς; Εἰ οὐκ ἐγέ
νετο, καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ αὐτῇ ἀπογνώσει μεν ἂν, της
ὑπῆρχον οἱ πάλαι τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαντες καὶ
διαμερίσαντες. "Οθεν βέλτιον ἦν αὐτὴν γενέσθαι,
τοῦ Θεοῦ τοῦτο δι' ἡμᾶς προβλεψαμένου, ἵνα μὴ τὰς
ψυχὰς ἡμῶν ἀπολέσαντες, τὴν αἰώνιον κληρονομήσω
μεν κόλασιν.
Ῥακ. Τῇ ἐμαυτοῦ ἐρωτήσει, ἄριστε ἱερέων, ἱκανῶς ὁρῶ ἐμαυτὸν πληροφορηθέντα, καὶ ἰδοὺ ἐκ τῆς
πολλῆς καὶ ἀπείρου μάχης τῆς πρὸς Λατίνους ἡ
ψυχή μου όπωσδήποτε πέπαυται. Αλλ', ἄνθρωπε
τοῦ Θεοῦ, σύ τε καὶ οἱ μετὰ σοῦ εὐλαβεῖς, καὶ
θειότατοι, καὶ ἀληθεῖς ἱερεῖς, ἄφετέ μοι, καὶ συγκ
χωρήσατε όσα εἰς ὑμᾶς ἐγώ ποτε ἐβλασφήμησα.
Μάρτυρες γάρ ἐστε τοῦ Θεοῦ, καὶ μακάριοι έστε.
Ονειδίζεσθε γὰρ ἕνεκα τῆς ἀληθοῦς πίστεως,
καὶ τοὺς μισθούς ἔξετε παρὰ τοῦ μισθαποδότου
Θεοῦ.
Δικ. Ἐγὼ ἡδέως ἀκούσας ὑμῶν, καὶ νουνεχῶς
ἀμφοτέρων κατανοήσας τοὺς λόγους, εβουλόμην μὲν
τὴν ψήφον διδόναι τῷ τὴν ἀλήθειαν μετ' αὐτοῦ
ἔχοντι, ὅς ἐστιν ὁ ἱερεὺς τῆς ἁγίας ἑνώσεως. Επει
δὲ καὶ αὐτὸς τὸ πεῖσμα ἐάσας καὶ τὴν κενὴν καὶ
ματαίαν πρόληψιν, ἀποδίδως τὴν ψῆφον, μᾶλλον
δέ γε καὶ καταπείθῃ, τῷ Θεῷ δόξα, τῷ σε πρὸς τὸ
τῆς ἀληθείας φῶς ὁδηγήσαντι.
liberatos? Si illa facta non fuisset, nos in eadem
condemnatione perduraremus, in qua erant, qui
antiquitus Ecclesiam diviserunt et in factiones sciderunt. Hinc melius fuit, eamdem coactam fuisse,
Deo id propter nos providente, ne animabus deperditis sen piternæ punitionis hæredes efficeremur.
Rhac. Interrogationi nee, optime sacerdos,ellmulate responsum esse, mihique satisfactum deprehendo. Et en ex ingenti, et nunquam non de særiente adversus Latinos pugna, animus meus cessavit. Sed vir Dei, et qui tecum nna sunt pii, divini
et veri sacerdotes, æquo animo ignoscite, dateque
eorum veniam, quæ ipse adversus vos aliquando
maledico ore jactavi. Martyres enim estis Dei, et
beat, tanquam qui contumelias sustinetis propter
veram´fidem, et mercedem consecuturi estis a Deo
remuneratore.
Dic. Mihi, cum jam vos audiverim, et attente
sermones vestros consideraverim, animus erat sententiam illi candidam ferre, a quo stat veritas, qui
fuerit sanctæ unionis sacerdos; quando vero et tu,
pertinacia rejecta, et inani vanaque præsumptione
calculum defers, imo etiam suasus credis, Deo
gloria, qui te ad veritatis lumen perduxit.
Cath. Gratias ago Deo pacis datori, qui tibi dux
fuit, deditque prudentiam, ut pertinacia dimissa
nos audires, et veritaten agnosceres. Illud in memoriam revocabo, nos hic tibi compendiosam capitum responsionem attulisse. Quando vero de his
peculiare opus exegimus, et singulɔrum rationes
recensuimus, cui id volupe fuerit, animum ad illa
advertat, et opinor cum Deo, eum ab omni dubietate futurum immunem. Tu veniam petis a nobis
eorum quæ in nos cum jurgio et irrisione effutiisti: Dominus erratum et nunc et in futuro sæculo
deleat. Namque nobis obsequio Christi Ecclesiæ
semel mancipatis, dicteriorum et injuriarum curæ
non est, memoria recolentibus dictum Domini:
Si me persecuti fuerunt, et vos persequentur '. Ει
rursus: Heu meam imbecillitatem! Samaritanum et
dæmone vexatum vocabant viperæ catuli eum qui
vexatos a dæmone sanabat. Si itaque eum quem
tremiscit cœlum et terra, et pertimescunt quæ in
coelo terraque continentur injuriis onerabant, et
maledictis lacessebant, qui ab eo beneficiis ditati
fuerant, et sustinebat: nos humiles et peccatores
quare non sustinebimus? Toleramus itaque jurgia
et injurias, sperantes nos beatitudinum illarum dignos aliquando futuros, tum, Beati estis cum maledixerint vobis, et persecuti vos fuerint "; tum,
Gaudete et exsultate, quoniam merces vestra copiosa
est in cœlo ³. Rogamus porro vos, ut pertinacia et
vana præsumptione compressa, et sedata arrogantia vosmetipsos Dei Ecclesiæ uniatis. Sic enim
Καθ. Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ τῷ τῆς εἰρήνης δοτῆρι,
τῷ καὶ σὲ ἐδηγήσαντι καὶ σύνεσιν δόντι, ἐᾶσαι τὸ
πείσμα, καὶ ἀκοῦσαι ἡμῶν, καὶ τὴν ἀλήθειαν γνῶκαι. Αλλ' ὑπομνήσαί σε βούλομαι, ὅτι ὑμεῖς ἐν
συνάψει σοι τὴν ἀπολογίαν τῶν κεφαλαίων ἐνταῦθα
προσηνέγκαμεν· ἐπειδὴ ἰδίαν πραγματείαν ἐποιή
σαμεν περί τούτων, καὶ ἑνὸς ἑκάστου λόγον ἱκανὸν
ἐξεδώκαμεν. Καὶ ὁ βουλόμενος ἐν ἐκείνοις τὸν νοῦν
ἐπιστησάτω· καὶ οἶμαι σὺν Θεῷ τῆς ὀδύνης ἀπαλλαγήσεται. Οτι δέ γε καὶ συγχώρησιν ζητεῖς παρ'
ἡμῶν εἰς ὅσα ἡμᾶς ἑλοιδόρησας, Κύριος ἀπαλείψαι
σει τὸ σφαλὲν καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ.
Ἡμεῖς γὰρ ἅπαξ ἑαυτοὺς ἐκδεδωκότες εἰς ὑποτα
γὴν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἥκιστα τῶν λοι
δοριῶν τε καὶ ὕβρεων φροντίζομεν, μεμνημένοι τοῦ
Κυρίου ἡμῶν λέγοντος, Εἱ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς
διώξουσιν. Καὶ αὖθις, Φεῦ τῆς ἐμῆς ἀσθενείας!
Σαμαρείτην και δαιμονῶντα ἐκάλουν τὰ τῆς
ἐχίδνης τέχνη, τὸν δαιμονιζομένους Ιῶντα. ΕΙ
οὖν εἰς ἐκεῖνον, ὃν τρέμει ὁ οὐρανὸς, καὶ ἡ γῆ, καὶ
πάντα τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐν τῇ γῇ, ὕβριζον,
καὶ ἐλοιδόρουν οἱ ὑπ' αὐτοῦ εὐεργετηθέντες, καὶ
ὑπέμενεν, ἡμεῖς οἱ ταπεινοὶ καὶ οἱ ἁμαρτωλοί
διὰ τί οὐχ ὑποίσομεν; Υποφέρομεν οὖν τὰς λοιδορίας καὶ ὕβρεις, ἐλπίζοντες τῶν μακαρισμῶν ἐκεί
νων ἀξιωθῆναι, τοῦ, Μακάριοι έστε, ὅταν όνει
δίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι, λέγοντος, καὶ τοῦ,
Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν
πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ, φάσκοντος. Δεόμεθα δὲ καὶ
ὑμῶν, ἐᾶσαι τὸ πεῖσμα καὶ τὴν ματαίαν πρόληψιν,
• Joan. AV,
20. • Mitth. v, 11. • ibid. 12
Response to the Treatise of Mark Eugenicus, Metropolitan of EphesusResponsio ad libellum Marci Eugenici, Ephesi metropolitae
col. 1023–1024page 34 of 75
Responsio ad libellum Marci Eugenici, Ephesi metropolitæ
PG 159:1023καὶ ἑνωθῆναι τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἵνα ἀμφότε ρει καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, και συγκαταριθμηθῶμεν τοῖς τῶν ἁγίων χορεῖς μετά πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος τῶν Θεῷ εὐαρεστησάντων. Αμήν. ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ Απολογία εἰς τὸ γραμμάτιον κῦρ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ μητροπολίτου Ἐφέσου, ἐν ᾧ ἐκτίθεται τὴν ἑαυτοῦ δόξαν,ἣν εἶχε περὶ τῆς ἐν Φλωρεντίᾳ ἀγίας καὶ ἱερᾶς συνόδου. ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ. Ὁ αἰδέσιμος οὗτος ἀνὴρ τοὺς ἀπὸ Χριστοῦ κε κλημένους Χριστιανοὺς εἰς τὴν τῶν σχισματικῶν βουλόμενος ἀπῶσαι μοῖραν, κἀντεῦθεν τῆς τῶν εὐ σεβών κοινωνίας χωρίσαι, καὶ τῆς ἱερᾶς παντελώς ἀποστῆσαι συνάδου, ὥσπερ τινὰ τόμον τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἐξέθετο, καὶ τοῖς ἀπανταχοῦ Χριστιανοί, ἀποστείλας νουθετεί, παρεγγυάται μὴ τὴν οἰκουμενικὴν σύνοδον στέργειν, ἀλλὰ μᾶλλον τοῖς αὐτοῦ λόγοις προσμένειν, ὡς ἑνὸς καὶ αὐτοῦ ὄντος τῶν διαλεχθέντων τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συνόδου· καὶ ὅτι οἱ μὲν ἄλλοι ὑποσχέσεσι λαμπραῖς καὶ τιμαῖς ὑπα χθέντες συνήνεσαν, αὐτὸς δὲ οὐδόλως αὐτοῖς συγχα τένευσε· κἀκεῖνοι μὲν δῶρα χερσὶ λαβόντες ἡνώθησαν, οὗτος δὲ οὔτε δῶρα ἔλαβεν, οὔτε χρυσῷ τὰς χεῖρας ἐμίανεν. Ἐπεὶ οὖν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη αὐτοῦ παραίνεσις ἤδη ἐλήλυθεν, ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς ἐξετάσαι, εἴπερ ἀληθῆ λέγει, καὶ συμφωνεῖ τοῖς ἁγίοι; τοιαῦτα λέγων. Καὶ εἰ μὲν ἀληθείας ἔχεται, και ἡμεῖς μετ' αὐτοῦ στησόμεθα ἐγκαλοῦντες Λατίνοι καὶ ὁμόφρονες αὐτῷ πάντα τὴν χρόνον ἐσόμεθα εἰ δὲ πόρρω που τῆς ἀληθείας καὶ παντελῶς ἀλλά τρια τῆς τῶν ἁγίων θεολογία; ἀποφαινόμενος δειχθείη, ἀποπέμψαι μὲν τοῦτον ὡς ἀπατεῶνά τε καὶ ψευδοδιδάσκαλον, ἀποσκορακίσαι δὲ τοὺς αὐτοῦ λόγους ὡς πημαντικούς ὄντας τῶν ἡμετέρων ψυχῶν καὶ προσηκόν ἐστι καὶ σωτήριον ἅμα. Τούτου δὲ
utrique ad unitatem fidei pervenientes in angelo- καὶ ἑνωθῆναι τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἵνα ἀμφότε
rum choris collocabimur cum omnibus qui a s
culo Deo complacuerunt. Amen.
ρει καταντήσωμεν εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως, και
συγκαταριθμηθῶμεν τοῖς τῶν ἁγίων χορεῖς μετά
πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος τῶν Θεῷ εὐαρεστησάντων.
Αμήν.
ΙΩΣΗΦ
ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ
Απολογία εἰς τὸ γραμμάτιον κῦρ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ μητροπολίτου
Ἐφέσου, ἐν ᾧ ἐκτίθεται τὴν ἑαυτοῦ δόξαν,ἣν εἶχε περὶ τῆς
ἐν Φλωρεντίᾳ ἀγίας καὶ ἱερᾶς συνόδου.
JOSEPHI
DEO AMABILISSIMI METHONENSIS EPISCOPI
Responsio ad libellum domini Marci Eugenici metropolita Ephesi, in quo Marcus
quid de sacrosancta synodo Florentina sentiret exponit.
(Interprete Joanne Matthae Caryophyllo. Lable, Concil. XIIF, 678.)
PROOEMIUM.
Venerabilis hie vir Christi nomine insignitos in
schismaticorum volens detrudere partes, et proinde
a piorum societate segregare, atque a sacra synodo
penitus abalienare, veluti tomum quemdam sen·
tentiam suam exposuit; quam ad omnes ubique
Christianos mittens, admonet, præcipit, ne acumenicam synodum suscipiant, sed potius adhæreant
ipsius dictis, quippe cum unus et ipse sit ex 80rum numero, qui in sacra illa synodo disputarint:
quodque cateri quidem amplis pellecti promissis
atque honoribus assensi fuerint, ipse vero nullo.
modo sit assensum eorum secutus: et illi quidem
muneribus manu acceptis uniti sint, hic vero manus nec muneribus, nec auro inquinaverit.
Quoniam igitur ad nos etiam nuper hæc ipsius
adhortatio pervenit, dignum revera est examinare
num vera dicat,atque hæc dicens cum sanctis cousentiat. Et si quidem veritati consona docet, nos
quoque ab ipso stabimus, incusantes Latinos, et
per omne tempus cum illo concordabimus: sin autem illum longe a veritate distare et aliena prorsus a sanctorum theologia pronuntiare perspectum
fiet, rejicere quidem ipsum tanquam impostorem
et pseudomagistrum, ejus vero sermones exsecrari
utpote animas nostras lædentes, conveniens ac salutare fuerit. Hoc porro demonstrato, aversari nos
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ.
Ὁ αἰδέσιμος οὗτος ἀνὴρ τοὺς ἀπὸ Χριστοῦ κεκλημένους Χριστιανοὺς εἰς τὴν τῶν σχισματικῶν
βουλόμενος ἀπῶσαι μοῖραν, κἀντεῦθεν τῆς τῶν εὐσεβών κοινωνίας χωρίσαι, καὶ τῆς ἱερᾶς παντελώς
ἀποστῆσαι συνάδου, ὥσπερ τινὰ τόμον τὴν ἑαυτοῦ
γνώμην ἐξέθετο, καὶ τοῖς ἀπανταχοῦ Χριστιανοί,
ἀποστείλας νουθετεί, παρεγγυάται μὴ τὴν οἰκουμε
νικὴν σύνοδον στέργειν, ἀλλὰ μᾶλλον τοῖς αὐτοῦ
λόγοις προσμένειν, ὡς ἑνὸς καὶ αὐτοῦ ὄντος τῶν
διαλεχθέντων τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συνόδου· καὶ ὅτι
οἱ μὲν ἄλλοι ὑποσχέσεσι λαμπραῖς καὶ τιμαῖς ὑπαχθέντες συνήνεσαν, αὐτὸς δὲ οὐδόλως αὐτοῖς συγχατένευσε· κἀκεῖνοι μὲν δῶρα χερσὶ λαβόντες ἡνώθη
σαν, οὗτος δὲ οὔτε δῶρα ἔλαβεν, οὔτε χρυσῷ τὰς
χεῖρας ἐμίανεν.
Ἐπεὶ οὖν καὶ πρὸς ἡμᾶς ἡ τοιαύτη αὐτοῦ παραί
νεσις ἤδη ἐλήλυθεν, ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς ἐξετά
σαι, εἴπερ ἀληθῆ λέγει, καὶ συμφωνεῖ τοῖς ἁγίοι;
τοιαῦτα λέγων. Καὶ εἰ μὲν ἀληθείας ἔχεται, και
ἡμεῖς μετ' αὐτοῦ στησόμεθα ἐγκαλοῦντες Λατίνοι
καὶ ὁμόφρονες αὐτῷ πάντα τὴν χρόνον ἐσόμεθα
εἰ δὲ πόρρω που τῆς ἀληθείας καὶ παντελῶς ἀλλά
τρια τῆς τῶν ἁγίων θεολογία; ἀποφαινόμενος δειχ
θείη, ἀποπέμψαι μὲν τοῦτον ὡς ἀπατεῶνά τε καὶ
ψευδοδιδάσκαλον, ἀποσκορακίσαι δὲ τοὺς αὐτοῦ
λόγους ὡς πημαντικούς ὄντας τῶν ἡμετέρων ψυχῶν
καὶ προσηκόν ἐστι καὶ σωτήριον ἅμα. Τούτου δὲ
col. 1025–1026page 35 of 75
PG 159:1025δειχθέντος, αὐτὸν μὲν καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ ἡμῖν ἢ πάντας τοὐναντίον φάσκοντας ἀποστραφήναι ἡμᾶς δεῖ, ἐνωθῆναι δὲ τῇ τοῦ Θεοῦ ἁγίᾳ καὶ καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ. Καὶ μὴ θαυμάσῃ τις, ὡς ἀνδρὸς τοιού του σοφοῦ καὶ μεγάλου λόγους ἡμεῖς οὕτω τολμηρῶς ἀνατρέπειν ἐπιχειροῦμεν· τότε δὲ μᾶλλον θαυμάζειν δεῖ, ὅταν αὐτὸν ἐλεγχόμενον παρ' ἡμῶν θεά σησθε ὄντα τοιοῦτον, καὶ δεικνύμενον ἀσθενῆ τε καὶ ψευδή προφέροντα βήματα· εἰ γὰρ ἄπειροι του φίας ἐσμὲν, ἀλλ᾽ ὀρθόδοξοι τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι. Ἐκεῖνος γὰρ ὁ εἰπών· "Οταν ἀχθῆτε εἰς σοφούς καὶ ἡγεμόνας, μὴ δειλιάσητε· ἐγὼ γὰρ ὑμῖν δώσω δύναμιν, ᾖ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν πάν τες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν· αὐτὸς γοῦν δύναται καὶ ἡμᾶς φωτίσαι, ὁ καὶ τοὺς ἁλιεῖς ἀγραμμάτους δυο τας θεολόγους καὶ ῥήτορας ἀναδείξας, καὶ δύναμιν ἱκανὴν δοῦναι, ὥστε τοῦτον κατατροπώσασθαι. Μή οὖν ἀποβλέψητε πρὸς τὴν ὑπεροχήν τοῦ ἀνδρὸς καὶ τὴν ἡμῶν χθαμαλότητα, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀμφοτέρων, καὶ τίς ἐστιν ὁ τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐχε κλησίας συνάδων· τῷ γὰρ τὴν ἀλήθειαν λέγοντι, τούτῳ καὶ πιστευτέον ἀνάγκη. Ιν' οὖν μὴ δόξωμεν περιττὰ ἐκ προοιμίων λέγειν, φέρε τὰ παρ' αὐτοῦ εἰρημένα εἰς μέσον προθῶμεν, καὶ ταῦτα κατὰ λέξιν ἀκριβῶς ἐξετάσωμεν, ἵν' ἡ ἀλήθεια φανερά τοῖς πάλι γένηται. ΕΦΕΣ. Ἐγὼ διὰ τὴν ἐπιταγὴν καὶ τὴν χρείαν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀναδεξάμενος τὸ τῆς ἀρχιερωσύνης λειτούργημα, τοσοῦτον τὴν ἐμὴν ἀξίαν ἅμα καὶ τὴν δύναμιν ὑπερβαῖνον, ἐπηκολούθησα τῷ κουμενικῷ πατριάρχῃ καὶ τῷ ἐκ Θεοῦ αὐτοκράτορι πρὸς τὴν ἐν Ἰταλία σύνοδον. ΑΠΟΛΟΓΙΑ. Πάντες οἱ τῷ ἀπὸ Χριστοῦ ὀνόματι κεκλημένοι διὰ τὴν ἐπιταγὴν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας οὐκ ὀφείλομεν μόνον ἀναδέξασθαι τέως μετ᾿ εὐλαβείας τὸ τῆς ἀρχιερωσύνης λειτούργημα· ὅπερ καὶ τὴν ἡμετέραν ἀξίαν καὶ δύναμιν, ὡς ἔφησας, ὑπερβαίνει, καὶ τοῦτό ἐστιν ἀληθὲς, τιμῆς μεγίστης υπάρ χου ἀξίωμα· ἀλλὰ καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ εἰ τι ἄλλο τῶν ἀναγκαίων προέσθαι, βίον, σῶμα, καὶ αὐτὴν τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας· καὶ ἀκολουθῆσαι τοῖς ἐκ Θεοῦ δοθεῖσιν ἡμῖν ἡγεμότι, βασιλεῦσι καὶ πατριάρχαις, οὐ πρὸς τὴν Ἰταλίαν μόνον ἤτε; ἄρχεται παρὰ Χριστιανῶν ἔτι καὶ κυβερνᾶται, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔσχατα μέρη τῆς οἰκουμένης, ἔνθα ἂν ἄπιστος κατοικῶσιν, ἵνα χε νωθῇ τὸ τοῦ σταυροῦ κήρυγμα, καὶ ἡ τῆς ἀληθοῦς πίστεως ὁμολογία ταῖς βίαις παραφθαρείη τῶν ἀνηκόων αἱρετικῶν· μιμήσασθαι καὶ τούτῳ τοὺς περιβοήτους εκείνους καὶ μακαρίους ἄνδρας, οἱ προθύμως ἐξέγεαν τὸ αἷμα αὐτῶν διὰ τὴν τοῦ Χρι στοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἐκκλησίαν. Ὅθεν καὶ σὺ εἰ ἐπηκολούθησας, χρεωφειλέτης ὑπῆρχες· καὶ εἴθε σου καὶ τὰ λοιπά. ἐτελείωσας καὶ ἔργον ὡς ὤφειλες. Αλλ' ίδωμεν οὖν
REFUTATIO NARCI EPHESINI.
δειχθέντος, αὐτὸν μὲν καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ ἡμῖν ἢ oportebit et ipsum, et omnes qui cum co contraria
nobis affirmant, cum sancta vero et catholica Dei
Ecclesia conjungi. Cæterum miretur nemo, si tanti
viri docti et eximii sermones infringere aggredimur,
ll sane potius mirandum, cum ipsum a nobis tantum virum convictum videritis imbecillitatis et
falsitatis verborum, quæ profert. Nam si expertes
scientiæ sumus, at certe orthodoxi, Dei beneficio.
Ille enim qui dixit: Cum ducti fueritis ad sapien -
les et præsides, nolite timere; ego enim dabo vobis
virtutem, cui non poterunt contradicere omnes adversarii vestri¹; ipse nos etiam potest illuminare,
per quem et piscatores, cum essent illitterati, theologi et oratores evaserunt; viresque dare, quæ sufficiant ad hunc fugandum. Ne ergo respicite ad
excellentiam viri nostramque tenuitatem, sed uter
nostrum veritati consonet, et cum theologis Ecclesiæ consentiat maxime; veritatem quippe dicenti
necessario fides habenda est. Sed ne videamur
exordientes polliceri eximia, age ipsius dicta in
mediam afferamus, et ea per verba singula diligenter expendamus, ut cunctis liquido appareat veriπάντας τοὐναντίον φάσκοντας ἀποστραφήναι ἡμᾶς
δεῖ, ἐνωθῆναι δὲ τῇ τοῦ Θεοῦ ἁγίᾳ καὶ καθολικῇ
Ἐκκλησίᾳ. Καὶ μὴ θαυμάσῃ τις, ὡς ἀνδρὸς τοιού
του σοφοῦ καὶ μεγάλου λόγους ἡμεῖς οὕτω τολμηρῶς
ἀνατρέπειν ἐπιχειροῦμεν· τότε δὲ μᾶλλον θαυμά
ζειν δεῖ, ὅταν αὐτὸν ἐλεγχόμενον παρ' ἡμῶν θεά
σησθε ὄντα τοιοῦτον, καὶ δεικνύμενον ἀσθενῆ τε
καὶ ψευδή προφέροντα βήματα· εἰ γὰρ ἄπειροι του
φίας ἐσμὲν, ἀλλ᾽ ὀρθόδοξοι τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι.
Ἐκεῖνος γὰρ ὁ εἰπών· "Οταν ἀχθῆτε εἰς σοφούς
καὶ ἡγεμόνας, μὴ δειλιάσητε· ἐγὼ γὰρ ὑμῖν
δώσω δύναμιν, ᾖ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν πάν
τες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν· αὐτὸς γοῦν δύναται καὶ
ἡμᾶς φωτίσαι, ὁ καὶ τοὺς ἁλιεῖς ἀγραμμάτους δυο
τας θεολόγους καὶ ῥήτορας ἀναδείξας, καὶ δύναμιν
ἱκανὴν δοῦναι, ὥστε τοῦτον κατατροπώσασθαι. Μή
οὖν ἀποβλέψητε πρὸς τὴν ὑπεροχήν τοῦ ἀνδρὸς
καὶ τὴν ἡμῶν χθαμαλότητα, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀλήθειαν
ἀμφοτέρων, καὶ τίς ἐστιν ὁ τοῖς θεολόγοις τῆς Ἐχε
κλησίας συνάδων· τῷ γὰρ τὴν ἀλήθειαν λέγοντι,
τούτῳ καὶ πιστευτέον ἀνάγκη. Ιν' οὖν μὴ δόξωμεν
περιττὰ ἐκ προοιμίων λέγειν, φέρε τὰ παρ' αὐτοῦ
εἰρημένα εἰς μέσον προθῶμεν, καὶ ταῦτα κατὰ λέξιν ἀκριβῶς ἐξετάσωμεν, ἵν' ἡ ἀλήθεια φανερά τοῖς
πάλι γένηται.
"
Ἐγὼ διὰ τὴν ἐπιταγὴν καὶ τὴν χρείαν τῆς τοῦ
Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἀναδεξάμενος τὸ τῆς ἀρχιερωσύνης λειτούργημα, τοσοῦτον τὴν ἐμὴν ἀξίαν ἅμα
καὶ τὴν δύναμιν ὑπερβαῖνον, ἐπηκολούθησα τῷ ol.
κουμενικῷ πατριάρχῃ καὶ τῷ ἐκ Θεοῦ αὐτοκράτορι
πρὸς τὴν ἐν Ἰταλία σύνοδον.
· Πάντες οἱ τῷ ἀπὸ Χριστοῦ ὀνόματι κεκλημένοι
διὰ τὴν ἐπιταγὴν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας οὐκ
ὀφείλομεν μόνον ἀναδέξασθαι τέως μετ᾿ εὐλαβείας
τὸ τῆς ἀρχιερωσύνης λειτούργημα· ὅπερ καὶ τὴν
ἡμετέραν ἀξίαν καὶ δύναμιν, ὡς ἔφησας, ὑπερβαί
νει, καὶ τοῦτό ἐστιν ἀληθὲς, τιμῆς μεγίστης υπάρχου ἀξίωμα· ἀλλὰ καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ εἰ
τι ἄλλο τῶν ἀναγκαίων προέσθαι, βίον, σῶμα, καὶ
αὐτὴν τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας· καὶ ἀκολουθῆσαι τοῖς ἐκ Θεοῦ δοθεῖσιν ἡμῖν
ἡγεμότι, βασιλεῦσι καὶ πατριάρχαις, οὐ πρὸς τὴν
Ἰταλίαν μόνον ἤτε; ἄρχεται παρὰ Χριστιανῶν ἔτι
καὶ κυβερνᾶται, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἔσχατα μέρη τῆς
οἰκουμένης, ἔνθα ἂν ἄπιστος κατοικῶσιν, ἵνα χε
νωθῇ τὸ τοῦ σταυροῦ κήρυγμα, καὶ ἡ τῆς ἀληθοῦς
πίστεως ὁμολογία ταῖς βίαις παραφθαρείη τῶν
ἀνηκόων αἱρετικῶν· μιμήσασθαι καὶ τούτῳ τοὺς
περιβοήτους εκείνους καὶ μακαρίους ἄνδρας, οἱ
προθύμως ἐξέγεαν τὸ αἷμα αὐτῶν διὰ τὴν τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἐκκλησίαν. Ὅθεν καὶ σὺ εἰ
ἐπηκολούθησας, χρεωφειλέτης ὑπῆρχες· καὶ εἴθε
σου καὶ τὰ λοιπά.
1 Luc. xxi,
tas.
EPHES.
Ego propter mandatum et necessitatem Ecclesiæ
Christi suscepto pontificali munere, quod statum
et vires meas tantopere superat, secutus sum œcumenicum patriarcham, et divinitus datum imperatorem ad synodum in Italia celebratam.
RESPONSIO.
Omnes qui nomen Christo dedimus, propter necessitatem et mandatum Ecclesiæ Christi non modo suscipere debenius interim cum reverentia munus pontificale, quod ut dixisti, et statum et vires
nostras revera superat, cum sit honoris maximi
dignitas; sed et mortem oppetere, et quamvis
aliam rem necessariam profundere, opes, corpus
et ipsam animam pro Christi Ecclesia; et sequi
concessos a Deo nobis duces, patriarchas et imperatores, non solum in Italiam, quæ adhuc subest
Christianorum dominatui, sed in extremas eliam
orbis terrarum partes, quas incolunt infideles, ne
crucis prædicatio evacuetur, et veræ fidei confessio
contumacium hæreticorum impetu labefactetur:
hac etiam in re imitantes veteres illos percelebres
ac beatos viros, qui suum alacriter effuderunt
sanguinem propter Christi Dei nostri Ecclesiam.
Quare si tu quoque secutus es, fecisti quod debebas;
atque utinam opus etiam perfecisses, uti debebas.
Sed videamus quæ sequuntur.
ἐτελείωσας καὶ ἔργον ὡς ὤφειλες. Αλλ' ίδωμεν οὖν
col. 1027–1028page 36 of 75
PG 159:1027ΕΦΕΣ. Μήτε τὴν ἐμαυτοῦ ἀσθένειαν ὑπολογισάμενος, μήτε τὸ τοῦ προκειμένου πράγματος ἐργῶδες τε καὶ ὑπέρογκον, ἀλλ᾽ ἐλπίσας ἐπὶ Θεῷ, καὶ τοῖς κοινοῖς τούτοις προστάταις πιστεύσας, ὡς ἄπεν τα ἡμῖν ἔξει καλῶς, καί τι κατορθώσομεν μέγα καὶ τῶν ἡμετέρων πόνων καὶ τῶν ἐλπίδων ἄξιον. ΑΠΟΛ. Ωφειλες ὡς σοφός τε καὶ συνετὸς ἀνὴρ ὑπολογίσασθαι τὴν τοῦ σώματός σου ἀσθένειαν, μεγίστην οὖσαν σφόδρα τε καὶ ὀδυνηράν μαρτυροῦσι γὰρ τοῦτο οἱ πολῖταί σου καὶ ὁμόφρονες· ἔνθα γὰρ ἂν ἦν καταλαβόν σε τὸ σεληναῖον πάθος, ἐκαλινδοῦ ἀφρίζων καὶ ταραττόμενος· ὑπολογίσασθαι δὲ καὶ τοῦ προκειμένου πράγματος έργον, ὡς μέγα καὶ μεγάλης σπουδῆς ἔτι καὶ εὐλαβείας δεόμενον, σου φίας τε καὶ συνέσεως καὶ ἀληθοῦς γνώσεως· καὶ ὅλως ὅλον τὸν νοῦν πρὸς αὐτὸ τἀγαθὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα ὑπὲρ οὗ καὶ ὁ ἀγὼν ἦν τότε τῆς ἐκκλησίας, εκτείνειν, καὶ παρ' ἐκείνου μόνου τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν εἰρήνην αἰτεῖν· καὶ οὐ πρὸς ἐλπίδας ἐπι γείους καὶ δόξας καὶ ἄλλα ὅμοια τὸν νοῦν μετα στρέφειν. Αὐτὸς γὰρ ὁ Σωτὴρ ἐνετείλατο Ζητείτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν· οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτεῖσθαι. Σὺ δὲ πρὸς τὰ ἐπίγεια ἐπιμελῶς τὸν νοῦν ἔχων, καὶ τοὺς Λατίνους σοφούς τε καὶ γενναίους ὄντας ἄνδρας μεταπείσειν ἐλπίζων ὑποκύψαι τοῖς λόγοις, καὶ τὴν Υἱοῦ φωνὴν ὡς ψευδή ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ συμβόλου, καὶ τοὺς τῆς Δύσεως αὐθέντας ἐπακολουθῆσαί σοι διὰ ξηρᾶς ἐλθεῖν κατὰ τῶν ἀθέων Τούρκων· ταῦτα γὰρ ἐλπὶς τῶν κόπων σου καὶ τῶν πόνων ἦν, καὶ οὐ τὴν ἀλήθειαν έρευ νῆσαι τοῦ δόγματος καὶ ἐνῶσαι τὰς Ἐκκλησίας του σοῦτον ἤδη χρόνον διεσχισμένας ἀλλήλων, ἦλθες εἰς Ιταλίαν. Εἰ γὰρ πρὸς τοῦτό σοι ὁ σκοπός καὶ τῶν ἄλλων, ἐπηκολούθησεν ἂν τὰ ἑπόμενα· σοῦ δὲ καὶ τῶν μετὰ σοῦ διεστραμμένων ὄντων τὸν νοῦν, διεστραμμένως ὄντως ἐπηκολούθησεν ἅπαντα. Καὶ ταῦτα πρὸς ἐκεῖνα ἴδωμεν δὲ καὶ τὰ ἐφεξῆς. ΕΦΕΣ. Ἐπεὶ δὲ ἐνταῦθα γενόμενοι τῶν Λατίνων εὐθὺς επειράθημεν ἄλλως ἡμῖν προσενεχθέντων ἢ ὡς ἠλε πίζομεν, εὐθὺς μὲν ἡμῖν ἀπογνῶναι τοῦ τέλους συν έπεσε· καί τις ἡμῶν εἴπεσκεν ἰδὼν εἰς πλησίον έλα λον· Σχολῇ γ᾽ ἂν οἱ ἄνδρες οὗτοι τῶν οἰκείων ἐθῶν τι καὶ δογμάτων παρακινήσαιεν, οἱ τοσαύτην ύπερ οχὴν ἡμῖν ἐνδεικνύμενοι. ΑΠΟΛ. Επειράθης ἔργῳ, δ οὐχ ὑπελάμβανες ὡς ἀσύνετος, Σὺ μὲν γὰρ ου τους Λατίνους ἀπείρους εἶναι σοφίας, καὶ οὕτω πείσειν αὐτοὺς ὡς ἀμαθεῖς ὑπ κοῦσαι σοί. Ἐπεὶ δὲ ἄλλως εὗρες ἢ ὡς σὺ ἔλπίζει, ἐδουλήθης ἐκεῖθεν φυγεῖν, τὸν ἀγῶνα τῆς διαλέξεως δειλιάσας. Εβόα γὰρ παρρησίᾳ ὁ Ἰωάννης
EPHES.
Nulla morbi, quo laborabam, ratione habita,
nec etiam rei de qua agebatur, cum sit momenti
longe maximi difficultat bus deterritus; sed sperans
Deo favente, et confidens opera communium horum patronorum fore, ut omnia nobis ex seutentia
succederent, et magnum aliquod opus perficeremus, et laboribus nostris spe non indignum.
RESP.
Debebas ut vir doctus ac prudens corporalis tui
morbi rationem habere, qui maximus eral, et
multis te doloribus angebat. Testantur hoc cives
tui, tuarumque defensores opinionum. Ubicunque
enim te morbus comitialis exagitassel, volutabaris
spumas in ore agens, et moleste agitatus. Considerare etiam debebas rei propositæ magnitudinem,
ad quam magno opus esset studio et pietate, nec
non scientia, intelligentia et vera notitia: et ommino mens tibi dirigenda erat tota ad ipsum bonum
et sanctum Spiritum, pro quo etiam tunc Ecclesia laborabat: et ab illo uno conciliatio et pax petenda, non ad terrenas spes et gloriæ studia et similia convertenda. Etenim Salvator ipse præcepit:
Quærite primum regnum Dei, et justitiam ejus, et
hæc omnia adjicientur vobis. Scit enim Pater vester
quid opus sit vobis, antequam petatis eum". Tu vero
terrenas cogitationes intento animo volvens, speansque futurum ut Latini viri docti et virtute
praestantes tua opera sententiam mutarent, tuisque
rationibus cederent; atque a Symbolo vocem illami, c
Filioque, ut falsam expungerent; et Occidentis
principes cum suis terrestribus copiis te sequentes
bellum cum impiis Turcis susciperent (hæc enim
spes erat curarum laborumque tuorum, non ut
veritatem dogmatis indagares, et ecclesias conjungeres tanto jam tempore disjunctas), venisti iu
Itàliaın. Si enim tibi tuisque scopus hic exstitisset,
subsecuta quoque essent consequentia; at vero
cum tu ipse tuique perversa mente fueritis, profecto omnia perverse subsecuta sunt. Et hæc quidem að illa; videamus et deinceps posita.
EPIES.
Ut vero illuc profecti statim experti sumus Latinos aliter nobiscum agere quam sperabamnus,
confestim quidem nobis desperatio finis obvenit:
et prope quis stantem sic est affarier orsus; Haud
sane bomines isti mores suos et dogmata ulla ex
parte patientur immutari, qui tantum nobis supercilium ostenderunt.
RESP.
Expertus es re ipsa, quod ut incipiens non putabas; existimabas énim tu Latinos esse ineruditos,
atque ita futurum ut eis persuaderes audire te veJut indoctos: at ubi contra quam sperabas comperisti, aufugere inde voluisti, pertimescens disputationis certamen. Clamabat enim palam Joannes
* Matth. vi, 32, 33.
Μήτε τὴν ἐμαυτοῦ ἀσθένειαν ὑπολογισάμενος,
μήτε τὸ τοῦ προκειμένου πράγματος ἐργῶδες τε
καὶ ὑπέρογκον, ἀλλ᾽ ἐλπίσας ἐπὶ Θεῷ, καὶ τοῖς
κοινοῖς τούτοις προστάταις πιστεύσας, ὡς ἄπεν
τα ἡμῖν ἔξει καλῶς, καί τι κατορθώσομεν μέγα
καὶ τῶν ἡμετέρων πόνων καὶ τῶν ἐλπίδων ἄξιον.
Ωφειλες ὡς σοφός τε καὶ συνετὸς ἀνὴρ ὑπολογίσασθαι τὴν τοῦ σώματός σου ἀσθένειαν, μεγίστην
οὖσαν σφόδρα τε καὶ ὀδυνηράν μαρτυροῦσι γὰρ
τοῦτο οἱ πολῖταί σου καὶ ὁμόφρονες· ἔνθα γὰρ ἂν
ἦν καταλαβόν σε τὸ σεληναῖον πάθος, ἐκαλινδοῦ
ἀφρίζων καὶ ταραττόμενος· ὑπολογίσασθαι δὲ καὶ
τοῦ προκειμένου πράγματος έργον, ὡς μέγα καὶ
μεγάλης σπουδῆς ἔτι καὶ εὐλαβείας δεόμενον, σου
φίας τε καὶ συνέσεως καὶ ἀληθοῦς γνώσεως· καὶ
ὅλως ὅλον τὸν νοῦν πρὸς αὐτὸ τἀγαθὸν καὶ ἅγιον
Πνεῦμα ὑπὲρ οὗ καὶ ὁ ἀγὼν ἦν τότε τῆς Ἐκκλη
σίας, εκτείνειν, καὶ παρ' ἐκείνου μόνου τὴν ἕνωσιν
καὶ τὴν εἰρήνην αἰτεῖν· καὶ οὐ πρὸς ἐλπίδας ἐπι·
γείους καὶ δόξας καὶ ἄλλα ὅμοια τὸν νοῦν μεταστρέφειν. Αὐτὸς γὰρ ὁ Σωτὴρ ἐνετείλατο Ζητείτε
πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιο
σύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται
ὑμῖν· οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε
πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτεῖσθαι. Σὺ δὲ πρὸς τὰ ἐπίγεια
ἐπιμελῶς τὸν νοῦν ἔχων, καὶ τοὺς Λατίνους σοφούς
τε καὶ γενναίους ὄντας ἄνδρας μεταπείσειν ἐλπίζων
ὑποκύψαι τοῖς λόγοις, καὶ τὴν Υἱοῦ φωνὴν ὡς ψευδή
ἀφελεῖν ἀπὸ τοῦ συμβόλου, καὶ τοὺς τῆς Δύσεως
αὐθέντας ἐπακολουθῆσαί σοι διὰ ξηρᾶς ἐλθεῖν κατὰ
τῶν ἀθέων Τούρκων· ταῦτα γὰρ ἐλπὶς τῶν κόπων
σου καὶ τῶν πόνων ἦν, καὶ οὐ τὴν ἀλήθειαν έρευ
νῆσαι τοῦ δόγματος καὶ ἐνῶσαι τὰς Ἐκκλησίας του
σοῦτον ἤδη χρόνον διεσχισμένας ἀλλήλων, ἦλθες εἰς
Ιταλίαν. Εἰ γὰρ πρὸς τοῦτό σοι ὁ σκοπός καὶ τῶν
ἄλλων, ἐπηκολούθησεν ἂν τὰ ἑπόμενα· σοῦ δὲ καὶ
τῶν μετὰ σοῦ διεστραμμένων ὄντων τὸν νοῦν,
διεστραμμένως ὄντως ἐπηκολούθησεν ἅπαντα. Καὶ
ταῦτα πρὸς ἐκεῖνα ἴδωμεν δὲ καὶ τὰ ἐφεξῆς.
Ἐπεὶ δὲ ἐνταῦθα γενόμενοι τῶν Λατίνων εὐθὺς
επειράθημεν ἄλλως ἡμῖν προσενεχθέντων ἢ ὡς ἠλε
πίζομεν, εὐθὺς μὲν ἡμῖν ἀπογνῶναι τοῦ τέλους συν
έπεσε· καί τις ἡμῶν εἴπεσκεν ἰδὼν εἰς πλησίον έλα
λον· Σχολῇ γ᾽ ἂν οἱ ἄνδρες οὗτοι τῶν οἰκείων ἐθῶν
τι καὶ δογμάτων παρακινήσαιεν, οἱ τοσαύτην ύπερ
οχὴν ἡμῖν ἐνδεικνύμενοι.
Επειράθης ἔργῳ, δ οὐχ ὑπελάμβανες ὡς ἀσύνε
τος, Σὺ μὲν γὰρ ου τους Λατίνους ἀπείρους εἶναι
σοφίας, καὶ οὕτω πείσειν αὐτοὺς ὡς ἀμαθεῖς ὑπ
κοῦσαι σοί. Ἐπεὶ δὲ ἄλλως εὗρες ἢ ὡς σὺ ἔλπίζει,
ἐδουλήθης ἐκεῖθεν φυγεῖν, τὸν ἀγῶνα τῆς διαλέ
ξεως δειλιάσας. Εβόα γὰρ παρρησίᾳ ὁ Ἰωάννης
col. 1029–1030page 37 of 75
PG 159:1029ἐκεῖνος, Φέρετε ὡς ἡμᾶς τὸν Ἐφέσου, ὡς μετὰ μικρὸν ἐπιδείξομεν τοῦτο· σὺ δὲ οὐκ ἠθέλησας συν ελθεῖν πτοηθεὶς τοὺς ἐλέγχους. Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ ἠδυνήθης ἀπολογήσασθαι, νῦν δὲ κατά μόνας γενό μενος ταῦτα λέγεις πρὸς τὸ ἐξαπατῆσαι τοὺς ἁπλουστέρους τέως σπουδάζων. Δόγμα δὲ ἡ ἔθος τι τῶν οἰκείων παρασαλεύσειν αὐτοὺς πεισθέντας πρὸς τοῦ καὶ τῶν μετὰ σοῦ οὐ χρεία ἦν· ἔνθα γὰρ ἡ ἀκαπήλευτος σοφία διδάσκεται, καὶ τελείους εργά ζεται τοὺς ἑαυτῆς ἐραστὰς, οὐ θεμιτόν ἐστι παρα σαλεῦσαι ἔθος ἢ δόγμα πιστόν. Τὸ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ σου φοὺς καὶ τελείους εὑρίσκεσθαι ἄνδρας, και μηδὲν ἐλάττους τῶν παλαιῶν ἐκείνων καὶ μακαρίων ἀν δρῶν, πᾶς τις ἂν εἴποι, εἰ μόνον μὴ εἴη κακίας ἐμπεπλησμένος. Εἰ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ τοῦτο, πόσῳ γε μᾶλλον ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκκλησία, ἔνθα οὐδέποτε ἀπιστία ἡ αἰσχρὸν δόγμα ἔμεινεν; Υπεροχήν δὲ καὶ μεγαλειότητα ἐς ὑμᾶς ἐνεδείξαντο ὡς σοφοὶ καὶ γενναῖοι ἄνδρες, τὴν τιμὴν ἡγούμενοι πρὸς ἀλλήλους κατὰ τὸν θεῖον Απόστολον· ἀλλ᾽ οὐ διὰ τοῦτο ἔδει αὐτοὺς φανῆναι ἀνεπιστήμονας ἐθῶν καὶ δογμάτων ἀληθινῶν, πρὸς τὸ μαθεῖν παρ᾽ ὑμῶν σπεύδοντας, ἀμαθεστάτων οὐκ αὐτῶν μόνων ὄντων, ἀλλὰ πολ λῷ μᾶλλον τῆς δοκούσης παρ' ὑμῖν εἶναι σοφίας. ᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐάσαντες ἔλθωμεν πρὸς τὰς ἐπιλήψεις, ἐν οἷς δυνησόμεθα ἀξιωτέρους εἰπεῖν λόγους. ΕΦΕΣ. Τέως δ' οὖν ἀνεμείναμεν κελευσθέντες, καὶ προ θεσμίας μακρὰς ἡνεσχόμεθα πρὸς τὸ συνελθεῖν τε καὶ καταστῆναι τὴν σύνοδον. ΑΠΟΛ. Εμελλε; ὑπομένειν τε καὶ προσδοκᾷν τὰς προ θεσμίας, ἐπειδὴ ἡ αἰτία ἦν εὐλογος. Πάσας· γὰρ ἔδει τὰς δυτικὰς ἀρχὰς τῇ συνόδῳ παρεῖναι ἢ δι' αὐτῶν τῶν ἀρχόντων, ἢ διὰ τοποτηρητῶν· οἰκουμενικὴ γὰρ συνηθροίζετο, καὶ εἰκὸς ἦν τὸ πρᾶγμα πολλούς ἔχειν τους μάρτυρας. Οὐκοῦν καὶ σὺ και λῶς ἐποίησας ὑπομένειν· ἀλλ᾽ εἴθ᾽ ὤφειλες μέσ χρι τέλους πρὸς σωτηρίαν τῆς σῆς ψυχῆς τοῦτο πράξει· τὴν γὰρ καλλίστην ἀρχὴν εἰς ἀπευκτὸν κατέστησας τέλος. 'Αλλ' ἴδωμέν σου καὶ τὰ λοιπά, ΕΦΕΣ. Ελαβε τέλος ἡ προθεσμία, καὶ μετὰ τοῦτο παρ ἦλθον ἡμέρα: συχναι, καὶ μόλις συνήλθομεν ἐν ταυτῷ Γραικοὶ καὶ Λατίνοι. ΑΠΟΛ. Ἐπειδὴ ἦλθαν οι προσδοκώμενοι πάντες ἐν τῇ συνόδῳ, ἔτει λυθῆναι τὴν προθεσμίαν,· εἰ δὲ παρ ἦλθον καὶ μετὰ ταῦτα ἡμέραι τινὲς, ἔδει καὶ γενέ σθαι οὐ γὰρ εὐθὺς εἰκὸς ἦν τὴν σύνοδον συνελθεῖν πρὸ τοῦ οἰκονομῆσαι τοὺς τόπους, καὶ τὰ καθίσματα, καὶ τὰς τιμὰς τῶν προσώπων διδόναι πρὸ τῆς ἐνάρξεως· ἵνα μὴ ἐν τῇ συνελεύσει γένοιτο θόρυβος, ὅπερ σὺ αὐτὸς ἔπραξα;. Τόπον γὰρ τῶν Ἱεροσολύμων ἐπέχων, ὅστις πέμπτος υπάρχει θρό νος, εἰς τὸν τοῦ ᾿Αλεξανδρείας εκάθισας, ὅς ἐστι
10+9
paulo post ostendemus: tu vero detrectasti consessum, vi argumentorum deterritus, et tunc quidem
respondere non valuisti; nunc vero, quando solus
es, hæc dicis, studens interim decipere simpliciores. Sed neque opus erat ipsos a te vei a tuis eɗoclos dogma mutare vel institutum. Ubi enim germana docetur sapientia, et perfectos illa efficit
sui studiosus, non est fas institutum aut dogma
fidei commutare. Esse autem in Italia doctos perfectosque viros, nulla ex parte inferiores beatis illis
quos tulit antiquitas, nemo negaverit, dum non sit
pravitate oppletus. Quod cum in Italia sit, quanto
magis in Romana Ecclesia, in qua nec infidelitas,
nec turpe dogma unquam mansit? Excellentiamı
ἐκεῖνος, Φέρετε ὡς ἡμᾶς τὸν Ἐφέσου, ὡς μετὰ ille: Adducite Ephesium ad uos, quemadmodum
μικρὸν ἐπιδείξομεν τοῦτο· σὺ δὲ οὐκ ἠθέλησας συν
ελθεῖν πτοηθεὶς τοὺς ἐλέγχους. Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ
ἠδυνήθης ἀπολογήσασθαι, νῦν δὲ κατά μόνας γενόμενος ταῦτα λέγεις πρὸς τὸ ἐξαπατῆσαι τοὺς ἁπλουστέρους τέως σπουδάζων. Δόγμα δὲ ἡ ἔθος τι τῶν
οἰκείων παρασαλεύσειν αὐτοὺς πεισθέντας πρὸς
τοῦ καὶ τῶν μετὰ σοῦ οὐ χρεία ἦν· ἔνθα γὰρ ἡ
ἀκαπήλευτος σοφία διδάσκεται, καὶ τελείους εργάζεται τοὺς ἑαυτῆς ἐραστὰς, οὐ θεμιτόν ἐστι παρασαλεῦσαι ἔθος ἢ δόγμα πιστόν. Τὸ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ σου
φοὺς καὶ τελείους εὑρίσκεσθαι ἄνδρας, και μηδὲν
ἐλάττους τῶν παλαιῶν ἐκείνων καὶ μακαρίων ἀνδρῶν, πᾶς τις ἂν εἴποι, εἰ μόνον μὴ εἴη κακίας
ἐμπεπλησμένος. Εἰ δὲ ἐν Ἰταλίᾳ τοῦτο, πόσῳ γε
μᾶλλον ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκκλησία, ἔνθα οὐδέποτε porro sublimemque animum præ se tulerunt tauἀπιστία ἡ αἰσχρὸν δόγμα ἔμεινεν; Υπεροχήν δὲ
καὶ μεγαλειότητα ἐς ὑμᾶς ἐνεδείξαντο ὡς σοφοὶ καὶ
γενναῖοι ἄνδρες, τὴν τιμὴν ἡγούμενοι πρὸς ἀλλήλους
κατὰ τὸν θεῖον Απόστολον· ἀλλ᾽ οὐ διὰ τοῦτο ἔδει
αὐτοὺς φανῆναι ἀνεπιστήμονας ἐθῶν καὶ δογμάτων
ἀληθινῶν, πρὸς τὸ μαθεῖν παρ᾽ ὑμῶν σπεύδοντας,
ἀμαθεστάτων οὐκ αὐτῶν μόνων ὄντων, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τῆς δοκούσης παρ' ὑμῖν εἶναι σοφίας.
᾿Αλλὰ ταῦτα μὲν ἐάσαντες ἔλθωμεν πρὸς τὰς
ἐπιλήψεις, ἐν οἷς δυνησόμεθα ἀξιωτέρους εἰπεῖν
λόγους.
Τέως δ' οὖν ἀνεμείναμεν κελευσθέντες, καὶ προ
θεσμίας μακρὰς ἡνεσχόμεθα πρὸς τὸ συνελθεῖν τε
καὶ καταστῆναι τὴν σύνοδον.
Εμελλε; ὑπομένειν τε καὶ προσδοκᾷν τὰς προ
θεσμίας, ἐπειδὴ ἡ αἰτία ἦν εὐλογος. Πάσας· γὰρ
ἔδει τὰς δυτικὰς ἀρχὰς τῇ συνόδῳ παρεῖναι ἢ δι'
αὐτῶν τῶν ἀρχόντων, ἢ διὰ τοποτηρητῶν· οἶκουμενικὴ γὰρ συνηθροίζετο, καὶ εἰκὸς ἦν τὸ πρᾶγμα
πολλούς ἔχειν τους μάρτυρας. Οὐκοῦν καὶ σὺ και
λῶς ἐποίησας ὑπομένειν· ἀλλ᾽ εἴθ᾽ ὤφειλες μέσ
χρι τέλους πρὸς σωτηρίαν τῆς σῆς ψυχῆς τοῦτο
πράξει· τὴν γὰρ καλλίστην ἀρχὴν εἰς ἀπευκτὸν
κατέστησας τέλος. 'Αλλ' ἴδωμέν σου καὶ τὰ λοιπά,
Ελαβε τέλος ἡ προθεσμία, καὶ μετὰ τοῦτο παρ
quaî eruditi viri ac generosi, in honore invicem
prævenientes, juxta divinum Apostolum; sed non
propterea videri ipsos oportebat institutorum et
verorum inscios dogmatum, ut a vobis discere optarent; qui non solum estis indoctissimi, sed multo
etiam inferiores ea quæ apud vos esse videtur sapientia. Sed his omissis ad incusationes transeauius, in quibus graviora quædam nobis direud,
mom deerunt.
EPHES.
Interea exspectare jussi sumus, et longas toleravimus præfiniti temporis moras, ut plena synodus
congregaretur.
RESP.
_Tolerandum tibi erat, et exspectandi præstituti
dies; nam justa suberal causa, quod cunctos Ocidentis principatus adesse oportebat synodo, vel per
ipsos principes, vel per vicarios eorum; œcumenica
enim celebrabatur, et multos rei testes esse par erat.
Tu quoque exspectando bene fecisti; utinam usque
ad finem ad salutem animæ tuæ hoc præstitisses;
optimum quippe principium ad exsecrandum finem
perduxisti. Sed videamus quæ infers.
EPIIES.
Advenit constitutum tempus; multi etiam lapsi
ἦλθον ἡμέρα: συχναι, καὶ μόλις συνήλθομεν ἐν ταυτῷ sunt dies, et vix unum in locum convenimus Graci
Γραικοὶ καὶ Λατίνοι.
Ἐπειδὴ ἦλθαν οι προσδοκώμενοι πάντες ἐν τῇ
συνόδῳ, ἔτει λυθῆναι τὴν προθεσμίαν,· εἰ δὲ παρ
ἦλθον καὶ μετὰ ταῦτα ἡμέραι τινὲς, ἔδει καὶ γενέσθαι οὐ γὰρ εὐθὺς εἰκὸς ἦν τὴν σύνοδον συνελθεῖν
πρὸ τοῦ οἰκονομῆσαι τοὺς τόπους, καὶ τὰ καθίςματα, καὶ τὰς τιμὰς τῶν προσώπων διδόναι πρὸ
τῆς ἐνάρξεως· ἵνα μὴ ἐν τῇ συνελεύσει γένοιτο
θόρυβος, ὅπερ σὺ αὐτὸς ἔπραξα;. Τόπον γὰρ τῶν
Ἱεροσολύμων ἐπέχων, ὅστις πέμπτος υπάρχει θρό
νος, εἰς τὸν τοῦ ᾿Αλεξανδρείας εκάθισας, ὅς ἐστι
• Rom. xi, 10.
alque Latini.
RESP.
Posteaquam omnes qui exspectabantur venerunt
ad synodum, prætiniti temporis terminus erat tollendus: quod si dies etiam aliquot effluxere, idipsum quoque fieri opus erat. Neque enim statim
convenire decebat synodum antequam loea et sødes
pararentur, et honor personis tribueretur ante inceptionem, ne fieret in conventu tumultus, quod tu
fecisti. Cum enim sedis Hierosolymitanæ gereres
vices, quæ quinta est, locum occupasti Alexandrinæ
quæ tertia est: cumque Alexandrinus suo vellet
col. 1031–1032page 38 of 75
PG 159:1031τρίτος· ὁπότε δὲ ἠθέλησεν ὁ τοῦ ᾿Αλεξανδρείας εἰς προσθήκης, ἣν ἔλεγες παῤῥησίᾳ ἐκβληθῆναι μὲν ρεις οὖν καὶ αὐτός. α νο τὸν ἑαυτοῦ θρόνον καθίσαι, ἐθυμώθης και οὐκ ήθε λες διαλέγεσθαι. Λοιπὸν οἱ τῆς εὐταξίας ὀρεγόμενοι ταῦτα πρὸ τοῦ καιροῦ ἑτοιμάζουσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ καιρῷ, ὡς ἔφημεν, σύγχυσις γένηται. Συνήλθετε δὲ Γραικοὶ καὶ Λατίνοι, ὅτε καιρὸς ἑπέστη. Πάντες οὖν ἐλθόντες, οὓς ἔδει παρεῖναι, ὡς ἔφην, καὶ τοὺς τόπους μὲν οἰκονομήσαντες, τους διαλεγομένους δὲ ἑτοιμάσαντες, τοῦ ἐγχειρήματος ήρξαντο· καὶ γὰρ οὐδὲ πρότερον, ὡς φῂς, ἡ σύνοδος ἠρεμίαν είχεν, ἀλλ' ἐξητάζετε καθ᾿ ἑκάστην περί τε τοῦ καθαρτηρίου πυρός, τοῦ ὀξύμου τε καὶ τῶν ἄλλων· ετε καὶ σὺ ὡμολόγησας πάντα δίκαια είναι πλὴν τῆς ἀπὸ τοῦ Συμβόλου, τεθῆναι δὲ ἐν ἰδίῳ ὅρῳ συνεχώ ΕΦΕΣ. Περὶ τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκης πρῶτον διαλεξόμενοι. ΑΠΟΛ. Περὶ τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ δοκούσης παρ' ὑμῖν μὲν προσθήκης, παρὰ δὲ τοῖς τὰ ἀμείνω εἰδόσι σαφηνείας καὶ ἀναπτύξεως, ἤρξασθε πρότερον διαλέγεσθαι, ἐπειδὴ τοῦτο ὡς ἰσχυρότερον προσβάλεσθε πρόβλημα. Ισμεν γὰρ πάνυ καλῶς, ὅτι εἰς δύο τὸ ζήτημα τῆς ὑποθέσεως ἐμερίσατε· τὸ μὲν, ὅτι οὐ δεῖ προσθεῖναι, τὴ δὲ, ὅτι οὐδὲ τὸ προστεθέν ἐστιν ἀληθές. Ταῦτα δὲ ἀμφότερα, ὡς δοκεῖ τοῖς ἐχέσ φροσι, καὶ σαθρὰ καὶ ἀνίσχυρα παντελῶς ὑπάρχουν σιν, ὡς δειχθήσεται· τὸ μὲν, ὅτι φανήσεται ἡ Ἐκ κλησία τοῦ Θεοῦ σήμερον ἀσθενὴς καὶ ἀνίσχυρος λίαν, μὴ τὴν αὐτὴν ἰσχύν τε καὶ δύναμιν ἔχουσα, ἣν εἶχε πάλαι καὶ καταρχάς· τὸ δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες τε καὶ διδάσκαλος αἱρετικο. δει χθήσονται τοῦτο θεολογοῦντες. Εἰς δ᾽ ἂν καὶ τοῦτο τῆς σῆς ἀπονοίας καὶ γνώμης ἄξιον, καλὰ Ἐφέσου. ΕΦΕΣ. Καὶ δὴ προτραπεὶς ἐγὼ τῆς ὑποθέσεως ἄρξασθαι, πρῶτα μὲν ἐν τοῖς προοιμίοις ἐσπούδασα τὴν αἰτίαν αὐτοῖς ἀνάψαι τῆς διαιρέσεως, καὶ τὸ ἄφιλον ἐγεν λέσαι καὶ ὑπεροπτικὸν, ἐκείνων ἀπολογουμένων τε καὶ ἐγκαλούντων ἡμῖν, καὶ ἑαυτούς δικαιούντων, ὅπερ εἰώθασιν. ΑΠΟΛ. Πρξω μὲν ἀληθῶς, ὡς ἔφης, τῆς ὑποθέσεως, πλὴν φιλοταράχως καὶ ψευδῶς χωρὶς τῆς οἰασούν ἀληθείας. Τὸ γὰρ λέγειν, ὅτι ἡ προσθήκη γέγονεν αἰτία του χωρισμοῦ καὶ τοῦ σχίσματος, τοῦτο οὐδ ἂν τῶν φιλομαθών φήσειεν, εἰ μή πού τινες γραός μύθοις πιστεύσαντες, μετὰ σοῦ τοῦτο φήσουσιν, ἐκεῖνοι μὲν ὑπὸ ἀμαθίας, σὺ δὲ ὑπὸ κακίας κινούμενος. ᾿Αλλ' οὐδ᾽ ἐμάχοντό ποτε οἱ Λατίνοι Γραι κοῖς, οὐδ' ὑπερηφανεύοντο, ἅπαγε· ἀλλ' ἐφίλουν τε αὐτούς, καὶ μᾶλλον ἐπεθύμουν εἶναι μετ᾿ αὐτῶν ἡνωμένοι. Καὶ γὰρ ἐκεῖνοι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σχίσματος ἅπαξ ειπόντες κατὰ Γραικῶν, καὶ ταῦτα τῷ Ούγματι αὐτῶν ὑπεκδικοῦντε; οὐχ ὑβριστικῶ, ἀλλὰ λογικῶς, ἐπαύσαντο· οὗτοι δὲ ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ
sedere in loco, iratus es, et nolebas disputare. Qui τρίτος· ὁπότε δὲ ἠθέλησεν ὁ τοῦ ᾿Αλεξανδρείας εἰς
ergo, ordinem servare cupiunt, hæc prius habent
parata, ne sub ipsum tempus, ut diximus, oriatur
confusio. Convenistis autem Græci et Latini ad
tempus. Cum igitur, venissent omnes quos interesse
oportebat, ut dixi, et sedes disposuissent, et dispu
taturos delegissent, aggressi sunt opus. Sed neque
antea, ut asseris, in otio synodus erat; verum quotidie alisquirebatis de igne purgatorio, de azymo,
et aliis; quando et tu ipse recte se habere omnia
professus es præter additamentum, quod dicebas
palam expungendum a Symbolo, atque in peculiari
reponendum decreto; concedebas ergo et ipse.
προσθήκης, ἣν ἔλεγες παῤῥησίᾳ ἐκβληθῆναι μὲν
ρεις οὖν καὶ αὐτός.
LPHES.
De additamento, quod factum est in Symbolo,
primum disputaturi.
RESP.
De eo, quod vobis quidem in Symbolo additamentum videtur, at vero sapientioribus explicatio
et declaratio, prius disputare cœpistis; hoc enim
at fortius proposuistis quæsitum. Siquidem optime
novimus, quaestionem de re proposita in duo α νο
bis esse divisam; quorum primum erat, non esse
addendum; alterum vero, nec etiam esse verum
quod est additum: utrumque judicio prudentium
invalidum ac nullius plane roboris, uti demonstrabitur; illud quidem, quia videbitur nullas hodie
vires habere lei Ecclesia, cum robore ac nervis
ill's careat, quos olim a principio habebat; boc
vero, quoniam ipsi etiam sancti Patres et doctores
widebuntur hæretici, qui de rebus divinis disserentes ita asserunt. Tuæ porro fuerit hoc etiam mentis ac petulantiæ, egregie Ephesiorum antistes.
EPHIES.
Itaque demandato mihi munere inchoandi tractationem, primo quidem exordiens conatus sum
dissensionis causam ipsis ascribere, et culpare ut
parum justos amicitia cultores fastuque plenos;
illis sese defendéntibus, et culpam in nos conjicientibus, et se nullo esse in crimine ostendentibus,
ut moris est ipsis.
REST.
Aggressus es profecto tractationem, sed turba.
lente et cum mendaciis citra omnem veritatem.
Quod enim aiebas, additamentum exstitisse causam
dissidii et schismatis, hoc studiosiorum nemo affir»
maverit; nisi forte aliqui fabulis auilibus Adem
habentes tecum hoc asserant, illi quidem ignorantia, tu vero pravitate ductus. Sed neque puguabaut Latini cum Græcis, neque se superbe gerebant, absit, verum et amabant illos, et cupiebant
potius esse cum illis conjuncti. Siquidem initia
schismatis ii semel in Græcos invecti, idque pro
sui defensione dogmatis, mon conviciis sed rationibus, conquieverunt. Græci vero ex eo tempore
ad hanc diem non destiterunt adversus Latinos
τὸν ἑαυτοῦ θρόνον καθίσαι, ἐθυμώθης και οὐκ ήθε
λες διαλέγεσθαι. Λοιπὸν οἱ τῆς εὐταξίας ὀρεγόμενοι
ταῦτα πρὸ τοῦ καιροῦ ἑτοιμάζουσιν, ἵνα μὴ ἐν τῷ
καιρῷ, ὡς ἔφημεν, σύγχυσις γένηται. Συνήλθετε
δὲ Γραικοὶ καὶ Λατίνοι, ὅτε καιρὸς ἑπέστη. Πάντες
οὖν ἐλθόντες, οὓς ἔδει παρεῖναι, ὡς ἔφην, καὶ τοὺς
τόπους μὲν οἰκονομήσαντες, τους διαλεγομένους δὲ
ἑτοιμάσαντες, τοῦ ἐγχειρήματος ήρξαντο· καὶ γὰρ
οὐδὲ πρότερον, ὡς φῂς, ἡ σύνοδος ἠρεμίαν είχεν,
ἀλλ' ἐξητάζετε καθ᾿ ἑκάστην περί τε τοῦ καθαρ
τηρίου πυρός, τοῦ ὀξύμου τε καὶ τῶν ἄλλων· ετε
καὶ σὺ ὡμολόγησας πάντα δίκαια είναι πλὴν τῆς
ἀπὸ τοῦ Συμβόλου, τεθῆναι δὲ ἐν ἰδίῳ ὅρῳ συνεχώ
Περὶ τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκης πρῶτον διαλεξόμενοι.
Περὶ τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ δοκούσης παρ' ὑμῖν
μὲν προσθήκης, παρὰ δὲ τοῖς τὰ ἀμείνω εἰδόσι σα
φηνείας καὶ ἀναπτύξεως, ἤρξασθε πρότερον διαλέ
γεσθαι, ἐπειδὴ τοῦτο ὡς ἰσχυρότερον προσβάλεσθε
πρόβλημα. Ισμεν γὰρ πάνυ καλῶς, ὅτι εἰς δύο τὸ
ζήτημα τῆς ὑποθέσεως ἐμερίσατε· τὸ μὲν, ὅτι οὐ
δεῖ προσθεῖναι, τὴ δὲ, ὅτι οὐδὲ τὸ προστεθέν ἐστιν
ἀληθές. Ταῦτα δὲ ἀμφότερα, ὡς δοκεῖ τοῖς ἐχέσ
φροσι, καὶ σαθρὰ καὶ ἀνίσχυρα παντελῶς ὑπάρχουν
σιν, ὡς δειχθήσεται· τὸ μὲν, ὅτι φανήσεται ἡ Ἐκ
κλησία τοῦ Θεοῦ σήμερον ἀσθενὴς καὶ ἀνίσχυρος
λίαν, μὴ τὴν αὐτὴν ἰσχύν τε καὶ δύναμιν ἔχουσα,
ἣν εἶχε πάλαι καὶ καταρχάς· τὸ δὲ, ὅτι καὶ οἱ
ἅγιοι Πατέρες τε καὶ διδάσκαλος αἱρετικο. δειχθήσονται τοῦτο θεολογοῦντες. Εἰς δ᾽ ἂν καὶ τοῦτο
τῆς σῆς ἀπονοίας καὶ γνώμης ἄξιον, καλὰ Ἐφέσου.
Καὶ δὴ προτραπεὶς ἐγὼ τῆς ὑποθέσεως ἄρξασθαι,
πρῶτα μὲν ἐν τοῖς προοιμίοις ἐσπούδασα τὴν αἰτίαν
αὐτοῖς ἀνάψαι τῆς διαιρέσεως, καὶ τὸ ἄφιλον ἐγεν
λέσαι καὶ ὑπεροπτικὸν, ἐκείνων ἀπολογουμένων τε
καὶ ἐγκαλούντων ἡμῖν, καὶ ἑαυτούς δικαιούντων,
ὅπερ εἰώθασιν.
Πρξω μὲν ἀληθῶς, ὡς ἔφης, τῆς ὑποθέσεως,
πλὴν φιλοταράχως καὶ ψευδῶς χωρὶς τῆς οἰασούν
ἀληθείας. Τὸ γὰρ λέγειν, ὅτι ἡ προσθήκη γέγονεν
αἰτία του χωρισμοῦ καὶ τοῦ σχίσματος, τοῦτο οὐδ
ἂν τῶν φιλομαθών φήσειεν, εἰ μή πού τινες γραός
μύθοις πιστεύσαντες, μετὰ σοῦ τοῦτο φήσουσιν,
ἐκεῖνοι μὲν ὑπὸ ἀμαθίας, σὺ δὲ ὑπὸ κακίας κινούμενος. ᾿Αλλ' οὐδ᾽ ἐμάχοντό ποτε οἱ Λατίνοι Γραι
κοῖς, οὐδ' ὑπερηφανεύοντο, ἅπαγε· ἀλλ' ἐφίλουν τε
αὐτούς, καὶ μᾶλλον ἐπεθύμουν εἶναι μετ᾿ αὐτῶν
ἡνωμένοι. Καὶ γὰρ ἐκεῖνοι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σχίσματος ἅπαξ ειπόντες κατὰ Γραικῶν, καὶ ταῦτα τῷ
Ούγματι αὐτῶν ὑπεκδικοῦντε; οὐχ ὑβριστικῶ, ἀλλὰ
λογικῶς, ἐπαύσαντο· οὗτοι δὲ ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦ
col. 1033–1034page 39 of 75
PG 159:1033νῦν οὐκ ἐπαύσαντο πάντα λίθον κινοῦντες κατά Λατίνων, καὶ ῥητὰ καὶ ἄῤῥητα κατ᾿ αὐτῶν ἐμεῖν καὶ οὔτε φύσις Θεοῦ, οὔτε πολυχρόνιος ἔνστασις, οὔτε σύνοδος οἰκουμενική, οὔτ' αὐτὴ ἡ ἀλήθεια του νήθη πεῖσαι αὐτούς. Ἀπελογοῦντο δέ σοι διὰ τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ρόδου, δεικνύντες ψευδῆ εἶναι ἅπερ ἔλεγες· ὡς οὐχ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης, οὐδ' ἡ προσ θήκη αἰτία τῆς διαιρέσεώς τε καὶ μάχης ἦν· διότι οὐ μόνον πρὸ σχίσματος τῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῷ Συμβόλω ἡ προσθήκη ἐτέθη, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων, τῆς ἑβδόμης φημὶ καὶ τῆς ἕκτης, ὡς μαρ τυρεῖ ὁ ὁμολογητής Μάξιμος ἐν τῇ πρὸς Μαρῖνον τὸν πρεσβύτερον Κύπρου ἐπιστολῇ· καὶ οὐ πρὸ τούτων μόνον, ὡς εἴρηται, ἀλλ᾽ εὐθὺς μετὰ τὴν δευτέραν σύνοδον ἐν τῷ καιρῷ Δαμάσου πάππα, ὡς μαρτυρεῖ Γεώργιος Ἀριστινὸς ὁ ἱστορικός. "Ωστε ἐντεῦθεν ἐλεγχόμενος φαίνῃ μηδὲν ἀληθὲς λέγων ἀλλ' οὐδ᾽ ἡ προσθήκη γέγονεν αἰτία τοῦ διαιρεθῆναι τὰς ἐκκλησίας. Εἰ μὲν γὰρ τὸ σχίσμα ἐστὶ μετὰ τὴν ἑβδόμην σύνοδον, καὶ πολλῷ πλείω ὕστε ρον ταύτης, ἡ δὲ προσθήκη ἀπὸ τῆς δευτέρας γέγο νεν, αἱ δ' ἐκκλησίαι ἡνωμέναι ἦσαν μέχρι καὶ τῆς ἑβδόμης, καὶ οὐκ ἐνεκάλουν ἀλλήλαις ἕνεκεν τού του· πῶς ἡ προσθήκη αἰτία γέγονε τῆς διαιρέσεως; Μᾶλλον δὲ δείκνυται ἀπὸ τούτου, ὅτι ἐδέχοντο οἱ ἀνατολικοὶ· τὴν σαφήνειαν ταύτην, ἐπειδὴ ὡμο νέουν προστεθειμένου ἐν τῷ Συμβόλῳ καὶ τοῦ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ. ΕΦΕΣ. Έπειτα κατὰ τὰς ἐφεξῆς συνελεύσεις προχειρισάμενος τὰς Πράξεις τῶν ἱερῶν συνόδων ἀνέγνων ἐξ αὐτῶν τοὺς ὅρους, ἐν οἷς ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖσι Πατέρες ἐκεῖνοι τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ Συμβόλου μέσ χρι λέξεώς τε καὶ συλλαβῆς, καὶ φρικώδεις ἀρὰς ἐκφωνοῦσι κατὰ τῶν ταύτην ποτὲ τολμησόντων ὥστε τοὺς ἐπισκόπους μὲν καὶ τοὺς κληρικοὺς ἀνιέρου; εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε, καὶ τῆς δεδομένης αὐτοῖς χάριτος ἀλλοτρίους, τοὺς δὲ λαϊκοὺς ὑποκεῖσθαι τῷ ἀναθέματι· τοῦτο δέ ἐστιν ὁ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρισμός. ΑΠΟΛ. Οτι μὲν ἀνέγνως ἐκ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐκεῖ, μαρτυροῦσιν αἱ Πράξεις· ἐκεῖ γάρ εἰσι γε γραμμένα ἅπερ ἀνέγνως· ὅτι δὲ οὐδὲν ἔφησας ἀναγ καῖον, οὐδὲ κατὰ Λατίνων ἦσαν ἐκεῖνα, ὁ βουλόμενος ἀναγνώτω τὰς Πράξεις, καὶ εὑρήσει με λέγοντα την ἀλήθειαν. "Οτι γὰρ ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖοι Πατέρες τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ Συμβόλου, καὶ οἱ Λατίνοι καὶ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν· καὶ τὰ; φρικώδεις ἀρὰς, καὶ τὰ ἀναθέματα, καὶ τοὺς ἱερεῖς ἀνιέρους, καὶ τοὺς λαϊκοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ κεχωρισμένους, καὶ τὰ λοιπὰ & λέγεις πρὸς τὸ συγχέαι τοὺς ἁπλουστέρους, πάντα σοι συνομολογοῦσι Λατίνοι· ἀντιλέγουσι δέ σοι ἃ σὺ σιωπῆς, ὅτι γέγονεν ἐν τῇ ὀσφρήσει σου σίνηπι. Δύνανται γὰρ Λατῖνοι καὶ ἡμεῖς οἱ τῆς συνόδου συνήγοροι πρὸς σὲ ἀντειπεῖν, ὅτι Καλῶς λέγεις, αἰδέσιμο Εφέσου, καὶ ἡμεῖς ταῦτα ὁμολογοῦμεν ἀλλ' οὐκ ἐνηλλάξαμεν ὅμως ἡμεῖς τὸ ἱερώτατον Σύμβολον, οὔτε μὴν ἐνηλλαγμένον αὐτὸ πρεσβεύομεν τοὺς γὰρ ἐναλλάξαντας, εἴτε μὴν ἐναλλάξειν τολμή
νῦν οὐκ ἐπαύσαντο πάντα λίθον κινοῦντες κατά omnem movere lapidem, et dicenda tacendaque in
Λατίνων, καὶ ῥητὰ καὶ ἄῤῥητα κατ᾿ αὐτῶν ἐμεῖν·
καὶ οὔτε φύσις Θεοῦ, οὔτε πολυχρόνιος ἔνστασις,
οὔτε σύνοδος οἰκουμενική, οὔτ' αὐτὴ ἡ ἀλήθεια του
νήθη πεῖσαι αὐτούς. Ἀπελογοῦντο δέ σοι διὰ τοῦ
ἀρχιεπισκόπου Ρόδου, δεικνύντες ψευδῆ εἶναι ἅπερ
ἔλεγες· ὡς οὐχ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης, οὐδ' ἡ προσ
θήκη αἰτία τῆς διαιρέσεώς τε καὶ μάχης ἦν· διότι οὐ
μόνον πρὸ σχίσματος τῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῷ Συμβόλω
ἡ προσθήκη ἐτέθη, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῶν οἰκουμενικῶν
συνόδων, τῆς ἑβδόμης φημὶ καὶ τῆς ἕκτης, ὡς μαρ
τυρεῖ ὁ ὁμολογητής Μάξιμος ἐν τῇ πρὸς Μαρῖνον
τὸν πρεσβύτερον Κύπρου ἐπιστολῇ· καὶ οὐ πρὸ
τούτων μόνον, ὡς εἴρηται, ἀλλ᾽ εὐθὺς μετὰ τὴν
δευτέραν σύνοδον ἐν τῷ καιρῷ Δαμάσου πάππα,
ὡς μαρτυρεῖ Γεώργιος Ἀριστινὸς ὁ ἱστορικός. "Ωστε
ἐντεῦθεν ἐλεγχόμενος φαίνῃ μηδὲν ἀληθὲς λέγων·
ἀλλ' οὐδ᾽ ἡ προσθήκη γέγονεν αἰτία τοῦ διαιρεθῆ
ναι τὰς ἐκκλησίας. Εἰ μὲν γὰρ τὸ σχίσμα ἐστὶ
μετὰ τὴν ἑβδόμην σύνοδον, καὶ πολλῷ πλείω ὕστε
ρον ταύτης, ἡ δὲ προσθήκη ἀπὸ τῆς δευτέρας γέγο
νεν, αἱ δ' ἐκκλησίαι ἡνωμέναι ἦσαν μέχρι καὶ τῆς
ἑβδόμης, καὶ οὐκ ἐνεκάλουν ἀλλήλαις ἕνεκεν τού
του· πῶς ἡ προσθήκη αἰτία γέγονε τῆς διαιρέσεως;
Μᾶλλον δὲ δείκνυται ἀπὸ τούτου, ὅτι ἐδέχοντο
οἱ ἀνατολικοὶ· τὴν σαφήνειαν ταύτην, ἐπειδὴ ὡμο
νέουν προστεθειμένου ἐν τῷ Συμβόλῳ καὶ τοῦ, ἐκ
τοῦ Υἱοῦ.
Έπειτα κατὰ τὰς ἐφεξῆς συνελεύσεις προχει
ρισάμενος τὰς Πράξεις τῶν ἱερῶν συνόδων ἀνέγνων
ἐξ αὐτῶν τοὺς ὅρους, ἐν οἷς ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖσι
Πατέρες ἐκεῖνοι τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ Συμβόλου μέσ
χρι λέξεώς τε καὶ συλλαβῆς, καὶ φρικώδεις ἀρὰς
ἐκφωνοῦσι κατὰ τῶν ταύτην ποτὲ τολμησόντων·
ὥστε τοὺς ἐπισκόπους μὲν καὶ τοὺς κληρικοὺς ἀνιέ
ρου; εἶναι τὸ ἀπὸ τοῦδε, καὶ τῆς δεδομένης αὐτοῖς
χάριτος ἀλλοτρίους, τοὺς δὲ λαϊκοὺς ὑποκεῖσθαι τῷ
ἀναθέματι· τοῦτο δέ ἐστιν ὁ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ χωρισμός.
illos evomere: et nec Dei timor, neque diuturna
contentio, nec synodus œcumenica, nec veritas
ipsa persuadere illis potuit. Pro sua porro defen
sione respondebant tibi per archiepiscopum Rhodi,
falsa esse ostendentes quæ dicebas: quod nequa -
quam Ecclesia Romana, nec additamentum origo
fuerit divisionis et pugnæ; neque enim solum ante
schisma ecclesiarum appositum erat Symbolo,
sed ante ipsas synodos œcumenicas, septimam dico
et sextam, ut testatur confessor Maximus in epistola ad Marinum presbyterum Cyprium: nec ante
illas tantum, ut dictum est, sed mox a secunda
synodo tempore papa Damasi, ut asserit Georgius
Aristinus historicus. Quare hinc redargueris coinmentitia dicere: neque enim additamentum causam
dedit sejunctionis ecclesiarum. Nam si post septimam synodum exortum est schisma, et multo
etiam est illa posterius, additum vero fuerat Symbolo post secundam synodum, et ecclesiæ concordabant usque ad septimam, et altera alteram hujus
rei causa non accusabat, qui fiat ut ex additamento sit ortum dissidium? Imo potius ex hoc
ostenditur, orientalibus explanationem hanc fuisse
acceptam, quandoquidem addita etiam Symbolo
voce illa, Filioque, non dissidebant.
EPHES.
Deinde per consequentes sessiones, prolatis sacrorum conciliorum Actis, recitavi definitiones ipsorum, in quibus sancti illi Patres interdicunt Symboli mutationem usque ad dictionem et syllabam,
et horrendas exsecrationes sanciunt in eos qui
ausi, unquam fuerint quidquam immutare: ita ut
episcopi quidem et clerici sacerdotio in posterum careant, sintque a gratia sibi data alieni; laici vero
subjecti sint anathemati, quod est separatio a Deo.
RESP.
Quod tu quidem aliqua ibi protuleris ex decretis
generalium conciliorum, Acta testantur; scripta
enim sunt illis quæ recitasti. Nihil vero esse a te
dictum, quod urgeret, et nihil illa contra Latinos
Οτι μὲν ἀνέγνως ἐκ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων
ἐκεῖ, μαρτυροῦσιν αἱ Πράξεις· ἐκεῖ γάρ εἰσι γεγραμμένα ἅπερ ἀνέγνως· ὅτι δὲ οὐδὲν ἔφησας ἀναγ
καῖον, οὐδὲ κατὰ Λατίνων ἦσαν ἐκεῖνα, ὁ βουλόμενος
ἀναγνώτω τὰς Πράξεις, καὶ εὑρήσει με λέγοντα την facere, qui scire voluerit, Acta legat, et verum a me
ἀλήθειαν. "Οτι γὰρ ἀπαγορεύουσιν οἱ θεῖοι Πατέρες
τὴν ἐναλλαγὴν τοῦ Συμβόλου, καὶ οἱ Λατίνοι καὶ
ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν· καὶ τὰ; φρικώδεις ἀρὰς, καὶ
τὰ ἀναθέματα, καὶ τοὺς ἱερεῖς ἀνιέρους, καὶ τοὺς
λαϊκοὺς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ κεχωρισμένους, καὶ τὰ λοιπὰ
& λέγεις πρὸς τὸ συγχέαι τοὺς ἁπλουστέρους, πάντα
σοι συνομολογοῦσι Λατίνοι· ἀντιλέγουσι δέ σοι ἃ σὺ
σιωπῆς, ὅτι γέγονεν ἐν τῇ ὀσφρήσει σου σίνηπι.
Δύνανται γὰρ Λατῖνοι καὶ ἡμεῖς οἱ τῆς συνόδου
συνήγοροι πρὸς σὲ ἀντειπεῖν, ὅτι Καλῶς λέγεις,
αἰδέσιμο Εφέσου, καὶ ἡμεῖς ταῦτα ὁμολογοῦμεν·
ἀλλ' οὐκ ἐνηλλάξαμεν ὅμως ἡμεῖς τὸ ἱερώτατον
Σύμβολον, οὔτε μὴν ἐνηλλαγμένον αὐτὸ πρεσβεύομεν·
τοὺς γὰρ ἐναλλάξαντας, εἴτε μὴν ἐναλλάξειν τολμή
PATROL. GR. CLIX.
dici comperiet. Interdictum quippe esse a sanctis
Patribus, ne ulla fiat in Symbolo immutatio, et Latini et nos fatemur, et omnia quæ congeris ad turbandos simpliciores, exsecrationes horrendas, anathema, privationem sacerdotii, laicorum a Deo separationem, Latini tibi concedunt, sed in eo contradicunt quod taces, quia naribus tuis sinapi est.
Possunt enim Latini et nos synodi defensores ita
tibi occurrere: Bene dicis, venerande præsul
Ephesie, et nos hac eadem falemur, sed nullam tanien nos immutationem in sacratissimo Symbolo
moliti sumus, neque immutatum illud colimus et
veneramur nam eos qui immutarunt vel immutar.:
audebunt, nos etiam anathemati tradimus. Etenim
col. 1035–1036page 40 of 75
PG 159:1035σοντας καὶ ἡμεῖς τῷ ἀναθέματι παραδίδομεν. "Αγίαν Τριάδα γὰρ ἐν αὐτῷ δογματίζομεν, καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον ἐν αὐτῷ ὁμολογοῦμεν τὸν τοῦ Θεοῦ Υἱόν, καὶ σταυρωθέντα, καὶ ταφέντα, καὶ ἀναστάντα, καὶ πάλιν ἐρχόμενον ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων κρῖναι τὴν οἰκουμένην· καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὁμοούσιον καὶ ὀμόθρονον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ διαρρήδην πιστεύο μεν, τὸ τοῖς προφήταις λαλήσαν· καὶ μίαν ἐκκλησίαν καὶ ἐν βάπτισμα εὐσεβῶς ὁμολογοῦμεν ἀναφανδὸν, καὶ τὴν τῶν νεκρῶν ἐξανάστασιν πᾶσι μεγαλοφώνως κηρύττομεν. Τίνα οὖν ἐξαλλαγὴν τούτου ἡμεῖς ἐποιήσαμεν; ποία ἀπάτη ἐν τούτῳ; Οντως γε οὐδεμία. Οὐκ ἔδει οὖν σε σοφὸν ἄνδρα ὄντα τοιαῦτα ληρώδη φθέγγεσθαι ῥήματα, ἐν οἷς καὶ νήπια ἄν σε αἰσχρῶς κατεγέλασαν. Οτι δὲ προσέθηκαν οἱ Λατῖνοι τὴν, Ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνὴν, σαφηνίσαντες ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ, λέγεις εναλλαγήν, ἡμεῖς μετὰ μικρὸν, ὅπου καὶ σὺ περὶ τῆς δόξης φήσεις, σαφηνίσομεν πάνυ καλῶς, εἰ εὐσεβής ἐστιν ἡ φωνὴ, ἢ οὐ· καὶ εἰ μὲν οὐ δείξομεν αὐτὴν εὐσεβή, εξ σοι εἴρηται ταῦτα, καὶ τὰς ἀρὰς δεῖ Λατίνους ἔχειν τοὺς τὸ Σύμβολον ἐναλλάξαντας· εἰ δ᾽ εὐσεβῆ ταύτην διατρανώσομεν, τότε τους Λατίνους ἀθώους μὲν τῶν ἀρῶν καὶ τοῦ ἀναθέματος ἐξ ἀνάγκης δείξομεν, πρὸς δέ σε καὶ τὴν σὴν κεφαλὴν τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα πάντα ἐπιστραφέντα τοῖς ἐχέσ φροσιν ἐπιδείξομεν. Νῦν δὲ κατοπτεύσωμεν περα τέρω. ΕΦΕΣ. Ἐπὶ τούτοις καὶ διὰ συλλογισμῶν ἀναντιῤῥήτων παρέστησα τὴν τῶν ἐμῶν λόγων ἀνάγκην, καὶ ὡς ἀδύνατον ἄλλως ἐκληφθῆναι τοὺς ὅρους, ἢ ὡς ἐγὼ τούτους ἐξηγούμην τε καὶ ἐλάμβανον. ΑΠΟΛ. Φάσκονται οἱ συλλογισμοί σου καὶ ἡ αὐτῶν ἐν τοῖς Πραγματικοῖς δύναμις· πάντας γάρ σοι ἑνὶ λόγῳ ὁ τῆς ἁγίας Σαβίνης καρδινάλις Ἰουλιανὸς ὁ σοφώτατός τε καὶ ἁγιώτατος ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυσε, και λαμπρότερον τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἀπέδειξεν, ὡς οὐκ ἔστι προσθήκη ἡ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνή, ἡ ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ τεθεῖσα, ἀλλ' ἀνάπτυξι; καὶ σαφή νεια· καὶ ἔξεστι τῇ Ἐκκλησίᾳ διηνεκῶς τὴν ἀλή θειαν ἐξηγεῖσθαι, καὶ προσθεῖναι ὅπου ἂν βούλοιτο, εἰ μόνον τὸ προστεθὲν ἀληθὲς εἴη· ὅταν γὰρ ἀλη θὲς τὸ προστεθὲν εἴη, οὐ προσθήκη, ἀλλ' ἐξήγησις αὐτὸ καὶ φανέρωσις τοῦ κειμένου εἶναι ὁμολογεῖται ὅταν δὲ τοὐναντίον, τότε προσθήκη καὶ λέγοιτ' ἐν καὶ κηρύττοιτο. ΕΦΕΣ. Ως δ' ἑωγῶμεν τοὺς Λατίνους σαφῶς ἤδη παρα γυμνώσαντας ἐν ταῖς πρὸς ἡμᾶς διαλέξεσιν, ὡς οὐ πρὸς ἀλήθειαν αὐτοῖς ὁ σκοπός, οὐδὲ τὸ ταύτην εὑρεθῆναι διὰ σπουδῆς τίθενται, μόνον δέ γε εξ δόξαι τι λέγειν, καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν οἰκείων προκατασχεῖν· ἔργον τε ἀπαραίτητον εἶχον αὐτοὶ λύειν τὰς συνελεύσεις, ἵνα λέγοντες ὕστεροι δοκῶσιν ἅπαντα λύειν τὰ παρ' ἡμῶν λεγόμενα. ΑΠΟΛ. Εώρας μὲν τοὺς Λατίνους σαφέστατα τοὺς σου;
Bauctam in ipso Trinitatem dogmatizamus, Deum» σοντας καὶ ἡμεῖς τῷ ἀναθέματι παραδίδομεν. "Αγίαν
que incarnatu u fatemur Dei Filium, et crucifixum,
et sepultum, et resurrexisse eumdem, venturumque
iterum in fine sæculorum ad judicandum orbem
universum. Credimus etiam aperta fide Spiritum
sanctum, Patri et Filio consubstantialem ejusdemque majestatis, qui locutus est per prophetas: unam
præterea Ecclesiam, et baptisma unum pie palamque dicimus, et mortuorum resurrectionem omnibus
clara voce prædicamus. Quam ergo nos inmutationem in eo fecimus? quæ fraus in illo? Nulla profecto. Non ergo debebas vir doctus hujusmodi ſutilia profeire verba, pro quibus te vel infantes turpiter deriderent. An vero, quod Latini Symbolo addiderint vocem illam, Filioque, explanationis causa,
vocas immutationem? At nos paulo post, ubi tu
quoque de re ipsa disputas, perbene declarabimus,
situe pia vox, necne. Et si quidem piam esse mon
demonstrabimus, hac tu recte locutus eris; et oportet in Latinos maledicta cadere, ut Symboli immutatores: sim hanc piam ostenderimus, tunc Latinos quidem ab exsecrationibus et anathemate
liberos necessario demonstrabimus, in te vero tummanathemata
que caput maledictiones omnes et
recidisse cordatis viris probabimus. Nunc vero ulteriora perspiciamus.
EPHES.
Ad hæc syllogismis indissolubilibus ostendi, vim
rationum mearum necessario inferre, quod demonstrabam, nec fieri posse, ut definitiones accipi aliter
queant, ac ego illas exponebam et intelligebam.
RESP.
Exstant in Actis syllogismi tui, et vis corum quos
tibi omnes uno verbo vir doctissimus idemque sanctissimus Julianus sancta Sabing cardinalis tanquam araneæ telam dissolvit, et meridiana luce clarius demonstravit, in sacro Symbolo dictionem
illam, Filioque, non esse additamentum, sed explanationem et declarationem; et licere semper Ecclesiæ veritatem dilucidare, et addere ubicunque voluerit, dummodo quod additur sit verum. Cum enim
verum quid additur, non factam appositionem,
sed expositionem textus et declarationen fatentur
omnes; cum vero adjicitur oppositum, tune factum
severa dici et prædicari potest additamentum.
EPHES.
Ut comperimus autem Latinos persona in disputationibus deposita veritatis studio non agere,
neque ut ipsa appareret eniti, sed ut viderentur haDere quid dicerent, et suorum aures præoccuparent,
illud etiam obnixe curare, ut omnino ipsi sessionum
linem facerent, atque ut postériore loco dicentes viderentur omnia diluere, quæ a nobis objiciebantur.
RESP.
Videbas tu quidem Latinos argumentationes tuas
Τριάδα γὰρ ἐν αὐτῷ δογματίζομεν, καὶ Θεὸν σεσαρκωμένον ἐν αὐτῷ ὁμολογοῦμεν τὸν τοῦ Θεοῦ Υἱόν,
καὶ σταυρωθέντα, καὶ ταφέντα, καὶ ἀναστάντα, καὶ
πάλιν ἐρχόμενον ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων κρῖναι
τὴν οἰκουμένην· καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὁμοούσιον καὶ
ὀμόθρονον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ διαρρήδην πιστεύομεν, τὸ τοῖς προφήταις λαλήσαν· καὶ μίαν Ἐκκλη
σίαν καὶ ἐν βάπτισμα εὐσεβῶς ὁμολογοῦμεν ἀναφαν
δὸν, καὶ τὴν τῶν νεκρῶν ἐξανάστασιν πᾶσι μεγαλοφώνως κηρύττομεν. Τίνα οὖν ἐξαλλαγὴν τούτου
ἡμεῖς ἐποιήσαμεν; ποία ἀπάτη ἐν τούτῳ; Οντως
γε οὐδεμία. Οὐκ ἔδει οὖν σε σοφὸν ἄνδρα ὄντα
τοιαῦτα ληρώδη φθέγγεσθαι ῥήματα, ἐν οἷς καὶ
νήπια ἄν σε αἰσχρῶς κατεγέλασαν. Οτι δὲ προσέ
θηκαν οἱ Λατῖνοι τὴν, Ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνὴν, σαφηνίσαντες ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ, λέγεις εναλλαγήν,
ἡμεῖς μετὰ μικρὸν, ὅπου καὶ σὺ περὶ τῆς δόξης
φήσεις, σαφηνίσομεν πάνυ καλῶς, εἰ εὐσεβής ἐστιν
ἡ φωνὴ, ἢ οὐ· καὶ εἰ μὲν οὐ δείξομεν αὐτὴν εὐσεβή,
εξ σοι εἴρηται ταῦτα, καὶ τὰς ἀρὰς δεῖ Λατίνους
ἔχειν τοὺς τὸ Σύμβολον ἐναλλάξαντας· εἰ δ᾽ εὐσεβῆ
ταύτην διατρανώσομεν, τότε τους Λατίνους ἀθώους
μὲν τῶν ἀρῶν καὶ τοῦ ἀναθέματος ἐξ ἀνάγκης
δείξομεν, πρὸς δέ σε καὶ τὴν σὴν κεφαλὴν τὰς ἀρὰς
καὶ τὰ ἀναθέματα πάντα ἐπιστραφέντα τοῖς ἐχέσ
φροσιν ἐπιδείξομεν. Νῦν δὲ κατοπτεύσωμεν περα:-
τέρω.
Ἐπὶ τούτοις καὶ διὰ συλλογισμῶν ἀναντιῤῥήτων
παρέστησα τὴν τῶν ἐμῶν λόγων ἀνάγκην, καὶ ὡς
ἀδύνατον ἄλλως ἐκληφθῆναι τοὺς ὅρους, ἢ ὡς ἐγὼ
τούτους ἐξηγούμην τε καὶ ἐλάμβανον.
Φάσκονται οἱ συλλογισμοί σου καὶ ἡ αὐτῶν ἐν τοῖς
Πραγματικοῖς δύναμις· πάντας γάρ σοι ἑνὶ λόγῳ ὁ
τῆς ἁγίας Σαβίνης καρδινάλις Ἰουλιανὸς ὁ σοφώτατός
τε καὶ ἁγιώτατος ὡς ἱστὸν ἀράχνης διέλυσε, και
λαμπρότερον τῶν ἡλιακῶν ἀκτίνων ἀπέδειξεν, ὡς
οὐκ ἔστι προσθήκη ἡ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνή, ἡ ἐν τῷ
ἱερῷ Συμβόλῳ τεθεῖσα, ἀλλ' ἀνάπτυξι; καὶ σαφή
νεια· καὶ ἔξεστι τῇ Ἐκκλησίᾳ διηνεκῶς τὴν ἀλή
θειαν ἐξηγεῖσθαι, καὶ προσθεῖναι ὅπου ἂν βούλοιτο,
εἰ μόνον τὸ προστεθὲν ἀληθὲς εἴη· ὅταν γὰρ ἀλη
θὲς τὸ προστεθὲν εἴη, οὐ προσθήκη, ἀλλ' ἐξήγησις
αὐτὸ καὶ φανέρωσις τοῦ κειμένου εἶναι ὁμολογεῖται·
ὅταν δὲ τοὐναντίον, τότε προσθήκη καὶ λέγοιτ' ἐν
καὶ κηρύττοιτο.
Ως δ' ἑωγῶμεν τοὺς Λατίνους σαφῶς ἤδη παραγυμνώσαντας ἐν ταῖς πρὸς ἡμᾶς διαλέξεσιν, ὡς οὐ
πρὸς ἀλήθειαν αὐτοῖς ὁ σκοπός, οὐδὲ τὸ ταύτην
εὑρεθῆναι διὰ σπουδῆς τίθενται, μόνον δέ γε εξ
δόξαι τι λέγειν, καὶ τὰς ἀκοὰς τῶν οἰκείων προκα
τασχεῖν· ἔργον τε ἀπαραίτητον εἶχον αὐτοὶ λύειν
τὰς συνελεύσεις, ἵνα λέγοντες ὕστεροι δοκῶσιν
ἅπαντα λύειν τὰ παρ' ἡμῶν λεγόμενα.
Εώρας μὲν τοὺς Λατίνους σαφέστατα τοὺς σου;
col. 1037–1038page 41 of 75
PG 159:1037λύοντας λόγους, μὴ δυνάμενος δὲ ἀντιλέγειν, ἑτέ-; ρος τὴν διάλεξιν ἐνεχείρισας. Καὶ τότε ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς ἀνελάβετο τὸν ἀγῶνα, ὥστε μετὰ τοῦ φρὰ ᾿Ανδρέου ἀρχιεπισκόπου Ρόδου διαλέγεσθαι ὅτε καὶ τοὺς ἰσχυροτέρους ὑπὲρ Γραικῶν περὶ τῆς προσθήκης λόγους αὐτὸς εἶπε· πρὸς ἀλήθειαν γὰρ ἦν αὐτοῖς ὁ σκοπὸς, καὶ οὐ πρὸς ἐπίδειξιν, ὡς αὐτὸς φῇς· οὐ γὰρ ὡς Λατίνοι καὶ μέρη τήν διάλεξιν ἐποιοῦντο, ἀλλ᾽ ὡς Χριστιανοὶ τὴν ἀλήθειαν ἐξη ρεύνων, καὶ μετὰ σπουδῆς ἐξεζήτουν ἀπαύστω;. Φαίνεται γὰρ διαρρήδην τοῦτο, ἔνθα ὁ μακαριώτατος πάππας τοῖς ἡμετέροις ἔλεγε· Θαυμάζω πῶς ἀμε λεῖτε, καὶ ἀναβάλλεσθε τὰς συνελεύσεις· καὶ γὰρ οὐ παύομαι διεγείρων ἀεὶ ὑμᾶς πρὸς τὴν τῆς ἀλη θείας ἐξέτασιν, ἀλλ' ὑμεῖς ῥᾳθυμεῖτε. Καὶ ἔχομεν ἐνταῦθα ἐν τῇ συνόδῳ ἐνιαυτοὺς δύο, καὶ οὔπω εἴκοσι καὶ πέντε ἐγένοντο συνελεύσεις. Ερχεσθε οὖν εἰς τὴν διάλεξιν· ἐκεῖ γὰρ εὑρεθήσεται ἡ ἀλή θεια· οὐ γὰρ δυνατὸν ἄλλως· ἔρχεσθε καὶ μὴ μέλ λετε. Ελυπεῖτο γὰρ ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνὴρ, πῶς οἱ ἡμέτεροι ῥᾳθύμως εἶχον, καὶ οὐ συνήρχοντο ἐν τῇ συνελεύσει. Ελεγον δὲ καὶ ἀπελογοῦντο οὐκ εἰς τὸ δόξαι τι λέγειν, καὶ τὰς τῶν οἰκείων προκατασχεῖν ἀκοὰς, ὡς φῂς σὺ διαβάλλων πάντα;· πόρρω γὰρ τῆς ἐκείνων διανοίας τε καὶ σοφίας τουτί· ἀλλ' οὐδ᾽ ὕστεροι ἔλεγον πρὸς τὸ λύειν τὰς συνελεύσεις, καὶ λυομένων αὐτῶν δοκεῖν αὐτοὺς ἅπαντα λύειν τὰ παρ' ὑμῶν λεγόμενα· ἀλλ' ἀπολογοῦντο ὕστεροι, ἐπειδὴ ὑμεῖς προετείνεσθε πρότερον ὡς κατήγοροι, ἐκείνους δὲ ἦν τὸ λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἀπολογίαν ποιεῖσθαι. ΕΦΕΣ. Εντεῦθεν ἤδη τοῦ λέγειν παυσάμενοι παρικα λοῦμεν αὐτοὺς, τί μὴ λέγοντες ἱκανὸν ἐπισπάσασθαι καὶ λιθίνας ψυχάς; ἐπανελθεῖν πρὸς τὴν καλὴν συμφωνίαν ἐκείνην, ἣν εἴχομεν πρότερον καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς Πατέρας ἡμῶν, ὅτι τὸ αὐτὸ πάντες ἐλέγομεν, καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν σχίσμα. ΑΠΟΛ. Καλῶς οἴδαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἐπαύσω τῆς δια λέξεως, μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν τῷ τῆς ᾿Αγίας Σαβίνης καρδινάλει· ὅτε σου πάντας τοὺς λόγους οὔ; ἔλεγες, ὡς οὐ δεῖ προσθεῖναι, δηλονότι τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ, καὶ τὰ ὅμοια, διέλυσεν ὡς ἱστὸν ἡ ἀράχνης, ἐναργώς παραστήσας, ὡς δεῖ τὴν ἀλή θείαν πάντοτε προστίθεσθαι. Σὺ δὲ μὴ ἔχων ἀπο λογεῖσθαι, ἑτέραν ἐτράπης ὁδὸν λέγων· Ἐπανέλθω μὲν πρὸς τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο μάθημά τε καὶ Σύμ βαλον, 3 παρελάζομεν· αἰδεσθῶμεν τοὺς Πατέρας ἡμῶν· φυλάξωμεν την παρακαταθήκην. Ὁ δὲ Ἰουλιανὸς γενναίως ἀντέφη πρὸς ταῦτα λέγων Καὶ ἡμεῖς τοὺς Πατέρας ἡμῶν εὐλαβούμεθα ὡς εἰ κὸς, καὶ τοὺς ὅρους αὐτῶν καὶ καλῶς νοοῦμεν καὶ εὐλαβῶς φυλάττομεν· οὐ γὰρ ἄλλο μὲν Σύμβολον, εἴτουν μάθημα πίστεως ἡμεῖς πρεσβεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν, ἀλλ' ἐκεῖνο ὅπερ ἡ ἁγία δευτέρα ἐξεβόησε σύνοδος. Αὐτὴν δὲ ἦν λέγεις προσθήκην, ἡμεῖς σαφήνειαν καὶ ἐξήγησιν, οὐ προσθήκην λέγης
REFUTATIO MARCI EPIIESINI.
λύοντας λόγους, μὴ δυνάμενος δὲ ἀντιλέγειν, ἑτέ- apertissime dissolvere; et cum non posses conρος τὴν διάλεξιν ἐνεχείρισας. Καὶ τότε ὁ Νικαίας
ἀρχιερεὺς ἀνελάβετο τὸν ἀγῶνα, ὥστε μετὰ τοῦ
φρὰ ᾿Ανδρέου ἀρχιεπισκόπου Ρόδου διαλέγεσθαι
ὅτε καὶ τοὺς ἰσχυροτέρους ὑπὲρ Γραικῶν περὶ τῆς
προσθήκης λόγους αὐτὸς εἶπε· πρὸς ἀλήθειαν γὰρ
ἦν αὐτοῖς ὁ σκοπὸς, καὶ οὐ πρὸς ἐπίδειξιν, ὡς αὐτὸς
φῇς· οὐ γὰρ ὡς Λατίνοι καὶ μέρη τήν διάλεξιν
ἐποιοῦντο, ἀλλ᾽ ὡς Χριστιανοὶ τὴν ἀλήθειαν ἐξη
ρεύνων, καὶ μετὰ σπουδῆς ἐξεζήτουν ἀπαύστω;.
Φαίνεται γὰρ διαρρήδην τοῦτο, ἔνθα ὁ μακαριώτατος
πάππας τοῖς ἡμετέροις ἔλεγε· Θαυμάζω πῶς ἀμε
λεῖτε, καὶ ἀναβάλλεσθε τὰς συνελεύσεις· καὶ γὰρ
οὐ παύομαι διεγείρων ἀεὶ ὑμᾶς πρὸς τὴν τῆς ἀλη
θείας ἐξέτασιν, ἀλλ' ὑμεῖς ῥᾳθυμεῖτε. Καὶ ἔχομεν
ἐνταῦθα ἐν τῇ συνόδῳ ἐνιαυτοὺς δύο, καὶ οὔπω
εἴκοσι καὶ πέντε ἐγένοντο συνελεύσεις. Ερχεσθε
οὖν εἰς τὴν διάλεξιν· ἐκεῖ γὰρ εὑρεθήσεται ἡ ἀλή
θεια· οὐ γὰρ δυνατὸν ἄλλως· ἔρχεσθε καὶ μὴ μέλ
λετε. Ελυπεῖτο γὰρ ὁ μακάριος ἐκεῖνος ἀνὴρ, πῶς
οἱ ἡμέτεροι ῥᾳθύμως εἶχον, καὶ οὐ συνήρχοντο ἐν
τῇ συνελεύσει. Ελεγον δὲ καὶ ἀπελογοῦντο οὐκ εἰς
τὸ δόξαι τι λέγειν, καὶ τὰς τῶν οἰκείων προκατα
σχεῖν ἀκοὰς, ὡς φῂς σὺ διαβάλλων πάντα;· πόρρω
γὰρ τῆς ἐκείνων διανοίας τε καὶ σοφίας τουτί· ἀλλ'
οὐδ᾽ ὕστεροι ἔλεγον πρὸς τὸ λύειν τὰς συνελεύσεις,
καὶ λυομένων αὐτῶν δοκεῖν αὐτοὺς ἅπαντα λύειν τὰ
παρ' ὑμῶν λεγόμενα· ἀλλ' ἀπολογοῦντο ὕστεροι,
ἐπειδὴ ὑμεῖς προετείνεσθε πρότερον ὡς κατήγοροι,
ἐκείνους δὲ ἦν τὸ λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης ἀπολογίαν
ποιεῖσθαι.
Εντεῦθεν ἤδη τοῦ λέγειν παυσάμενοι παρικαλοῦμεν αὐτοὺς, τί μὴ λέγοντες ἱκανὸν ἐπισπάσασθαι
καὶ λιθίνας ψυχάς; ἐπανελθεῖν πρὸς τὴν καλὴν
συμφωνίαν ἐκείνην, ἣν εἴχομεν πρότερον καὶ
πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς Πατέρας ἡμῶν,
ὅτι τὸ αὐτὸ πάντες ἐλέγομεν, καὶ οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν
σχίσμα.
Καλῶς οἴδαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἐπαύσω τῆς διαλέξεως, μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν τῷ τῆς ᾿Αγίας
Σαβίνης καρδινάλει· ὅτε σου πάντας τοὺς λόγους
οὔ; ἔλεγες, ὡς οὐ δεῖ προσθεῖναι, δηλονότι τῷ
ἱερῷ Συμβόλῳ, καὶ τὰ ὅμοια, διέλυσεν ὡς ἱστὸν ἡ
ἀράχνης, ἐναργώς παραστήσας, ὡς δεῖ τὴν ἀλή
θείαν πάντοτε προστίθεσθαι. Σὺ δὲ μὴ ἔχων ἀπολογεῖσθαι, ἑτέραν ἐτράπης ὁδὸν λέγων· Ἐπανέλθω
μὲν πρὸς τὸ ἀρχαῖον ἐκεῖνο μάθημά τε καὶ Σύμβαλον, 3 παρελάζομεν· αἰδεσθῶμεν τοὺς Πατέρας
ἡμῶν· φυλάξωμεν την παρακαταθήκην. Ὁ δὲ
Ἰουλιανὸς γενναίως ἀντέφη πρὸς ταῦτα λέγων·
Καὶ ἡμεῖς τοὺς Πατέρας ἡμῶν εὐλαβούμεθα ὡς εἰ
κὸς, καὶ τοὺς ὅρους αὐτῶν καὶ καλῶς νοοῦμεν καὶ
εὐλαβῶς φυλάττομεν· οὐ γὰρ ἄλλο μὲν Σύμβολον,
εἴτουν μάθημα πίστεως ἡμεῖς πρεσβεύομεν καὶ
ὁμολογοῦμεν, ἀλλ' ἐκεῖνο ὅπερ ἡ ἁγία δευτέρα
ἐξεβόησε σύνοδος. Αὐτὴν δὲ ἦν λέγεις προσθήκην,
ἡμεῖς σαφήνειαν καὶ ἐξήγησιν, οὐ προσθήκην λέγης
tradicere, aliis disputationem tradidisti. Tumque
præsul Nicænus certamen suscepit, ut cum fratre
Andrea Rhodi archiepiscopo disceptaret, quando et
validiora pro Græcis argumenta super additamento
ipse proposuit; ad veritatem enim illis tendebat
animus, non, ut asseris, ad ostentationem. Neque
enim disputabant ut Latini et adversa pars, sed ut
Christiani veritatem perscrutabantur, et eam studio
nunquam intermisso perquirebant. Id certe liquido
constat ex verbis beatissimi papæ, quibus ad nostros
utebatur dicens: Miror quod negligenter agatis, et
conventus differatis; ego, non desino vos excitar
ad veritatis indagationem, at vos segniores estis.
Αunus agilur secundus, postquam capta est agi synodus, necdum quinque et viginti sunt habita:
sessiones; convenite ergo ad disputandum, ita
enim et nullo alio modo reperietur veritas; venite el cunctationem abjicite. Dolebat quippe vir ille
beatus de negligentia nostrorum, quod non convenirent ad sessiones. Dicebant porro et se defendebant
non ut viderentur habere quid dicerent, et suorum
aures præoccuparent, ut tu calumniando omnes
affirmas (procul enim a sensu et scientia illorum hoe
est), sed neque posteriores disserebant, ut finem sessionibus imponerent, atque ita viderentur ipsi omnia diluere quæ a vobis objiciebantur; verum defensionis causa respondebant, quoniam priores vos
proponebatis ut accusatores; reliquum ergo erat, ut
illi rationem necessario redderent.
EPHES.
Tum vero omissa disputatione ad preces conversi
sumus, quid non dicentes, quod vel lapideos aninios posset allicere? ut rediretur ad præclaram illam concordiam, qua olim tum ipsi congruebamus
inter nos, tum idem quod Patres sentiebamus, cuni
omnes idem dicebamus, et non eratschisma in nobis.
RESP.
Desisse te disputare et nos probe scimus; niwirum quia resistere cardinali Sanctæ Sabinæ noa
poleras: quanto omnes quæ a te adferebantur rationes, quod nihil sit addendum sacro videlicet
Symbolo, ac similia, dissolvit ipse veluti tela:maranee, addendam esse demonstrans quovis tempore
veritatem. Tu vero cum tua non posses defendere,
altera progressus es via, dicens: Redeamus ad antiquam illud fidei rudimentum ac Symbolum, quod
accepimus; revereamur Patres nostros; servemus
depositum. Ad quæ Julianus egregic respondit: Et
nos, inquit, ut par est, Patres nostros reveremur, et
ipsorum decreta recta intelligimus et reverenter
servamus; neque enim nos aliud Symbolum, seu
fidei rudimentum tenemus et credimus præter illud,
quod sancta synodus secunda promulgavit. Quod
vero tu additamentum vocas, nos declarationem.
et explanationem, non additamentum dicimus;
additamentum quippe dicendum est peregrinum
col. 1039–1040page 42 of 75
PG 159:1039; μεν· προσθήκη γὰρ τὸ ἀλλότριον λέγοιτ' ἂν δόγμα οὐκ ἐν τοσούτοις ὅσοις γεγράφατε κεφαλαίοις οἱ ἡ δ' ἀλήθεια οὐ προσθήκη, ἀλλ' ἀνάπτυξις, ὡς πολ λάκις εἴρηται. Οτι δὲ παραινεῖς, ἵνα λέγωμεν ὥσπερ ἐλέγομεν κατ' αρχάς, ὅτε οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν σχίσμα, τούτου κατὰ πόδας ὁ ἔλεγχος· τὸ μὲν σχίσμα μετὰ τὴν ἑβδόμην σύνοδον ἑκατὸν ἔτη ἐγέ νετο αἰτία Μιχαήλ βασιλέως καὶ Φωτίου πατριάρχου, τὸ δὲ Σύμβολον ἀπὸ τῆς δευτέρας συνόδων ἡ Ρωμαϊκὴ οὕτως ἔψαλλεν Εκκλησία, ὡς ᾄδει καὶ σήμερον, καθὼς μαρτυρεῖ Γεώργιος ὁ Ἀριστινός, ὡς ἔφημεν· καὶ Μάξιμος δὲ ὁ πρὸ τῆς ἕκτης υπάρ χων συνόδου μαρτυρεῖ τοῦτο ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Μαρίνον πρεσβύτερον Κύπρου, ὡς ἡ Ῥωμαϊκὴ Εκκλησία ταύτην ἔχει τὴν δόξαν, λέγων δι· Τῶν τοῦ νῦν ἁγιωτάτου πάππα Μαρτίνου συνοδικῶν τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἐπελάβοντο, δυσὶ δὲ μόνοις· ὧν τὸ μὲν ὑπάρχει περὶ θεολογίας, ὅτι τε, φησίν, εἶπεν ἐκπορεύεσθαι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ τὰ λοιπὰ, ἵνα μὴ καθέκαστα λέγω. Ὥστε ἣν λέγεις προσθήκην, οὐκ ἦν αἰτία τοῦ σχίσματος, ἀλλ' ἡ Ῥωμαϊκή Εκκλησία ἔλεγε τὸ Σύμβολον, ὥσπερ λέγει καὶ σήμερον, καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν, οἱ Γραικοὶ δηλονότι, ὥσπερ καὶ σήμερον, καὶ σχίσμα οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν. Οὐκοῦν δύνανται τὸ αὐτὸ καὶ οἱ Λατῖνοι πρός σε εἰπεῖν· Ἐπανέλθωμεν εἰς ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, καθ᾽ ἂν ἡνωμένοι ἦμεν, καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν τὸ Σύμβολον ὥσπερ καὶ σήμε ρον, καὶ ὑμεῖς ὁμοίως ὥσπερ καὶ σήμερον λέγετε, καὶ ἦμεν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ οὔτε ὑμεῖς ἐνεκαλεῖτε ἡμῖν, οὔτε ἡμεῖς ὑμῖν. Θαυμάζω δὲ, πῶς αἱ οἰκουμενικαὶ σύνοδοι οὐκ ἐνεκάλεσαν, εἰ ᾔδεσαν ἡμᾶς βλασφημοῦνται, ὥσπερ ὑμεῖς λέγετε νῦν καὶ ἐγκα λεῖτε ἡμῖν· λέγω δὲ ἡ τρίτη, ἡ τετάρτη, ἡ πέμπτη, ή ἔκτη, καὶ ἡ ἑβδόμη· οὐδ᾽ ὑμεῖς ἐνεκαλεῖτε, ἀλλὰ μετὰ τὸν Φώτιον καὶ ἔτι. Συνέλθωμεν οὖν, καὶ εἴπωμεν ὅπερ ἐλέγομεν πρὸ τοῦ σχίσματος, καὶ εὑρεθησόμεθα τὰ αὐτὰ λέγοντες ἀμφότεροι, καὶ παύσεται τὸ σχίσμα, επακολουθήσει δὲ ἡ εἰρήνη τε καὶ ὁμόνοια· καὶ οὕτως ἐσόμεθα σὺν Θεῷ γνω μένοι. ΕΦΕΣ. Ταῦτα λέγοντες κενὴν ἐῴκειμεν ψάλλειν, ἢ λίθου ἐψεῖν, ἢ κατὰ πετρῶν σπείρειν, ἢ καθ' ὑγρῶν γρά φειν, ἢ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τοῖς ἀδυνάτοις αἱ παροιμίαι φασίν. ΑΠΟΛ. Καὶ Λατίνοι δύνανται ἐκ τῶν παροιμιῶν πρὸς σὲ ἀντερεῖν· Αιθίοψ οὐ λευκαίνεται· αἰγιαλῷ λαλού μεν· ἀνήκοος γὰρ ὑπάρχεις· ἀκέφαλος μῦθος ἀτελῆ γὰρ λέγεις· καὶ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τῶν ἀνηκόων καὶ ἀλαζόνων αἱ παροιμίαι λέγουσιν· ἀπειθεῖς γὰρ οὐδέποτε πείσονται. Οὕτω καὶ σύ· ἔδοξέ σοι μένειν ἐν τῷ σχίσματι καὶ τῷ χωρισμῷ, τῇ πλάνῃ τε καὶ κακίᾳ, καὶ οὕτως ἔμεινας, ἐν ᾧ καὶ μετὰ τὸν θάνατον διαμενεῖς καὶ ἔσῃ ἀεί. Αλλ' οἱ τῆς ἑαυτῶν ὀρεγόμενοι σωτηρίας οὐχ οὕτως, οὐδὲ κλείουσι τας ἀκοὰς, οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμούς καμμύουσιν, ἀλλ' ἀκούουσι καὶ βλέπουσι καὶ συνιέναι θέλουσι τὸ
'
JOSEPH METHIONENSIS EPISCOPI
dogma; veritas autem non additamentum, sed μεν· προσθήκη γὰρ τὸ ἀλλότριον λέγοιτ' ἂν δόγμα
explicatio, ut sæpe dictum est. Quod vero hortaris
ut dicamus, quemadmodum initio dicebamus, quando non erat schisma inter uos, id sane e vestigio
falsitatis arguitur: siquidem schisma centum post
septimam synodum annis ortum est auctoribus
Michaele imperatore et Photio patriarcha, Symbolum vero post secundam synodum Romana canebat Ecclesia, sicut hodie canit, teste Georgio Aristino, ut diximus. Nam et Maximus, qui fuit ante
sextam synodun, testatur hoc in epistola ad Marinum presbyterum Cyprium, Romanam scilicet
Ecclesiam ita sentire, sic scribens: Synodicarum
sanctissimi papa Martini, qui nunc præsidet, litte
rarum, non quod ipsi scripsistis, capita, Constantinopolitani notarunt, sed duo tautum, quorum unum οὐκ ἐν τοσούτοις ὅσοις γεγράφατε κεφαλαίοις οἱ
ad divina spectat, quod dixerit, inquiunt, Spirinotuin sanctum a Filio quoque procedere, et quæ
sequuntur, ne singula proferam. Quare non fuit
origo schismatis, quod tu vocas additamentum, sed
Romana Ecclesia Symbolum recitabat, ut hodie
recitat; et nos, scilicet Græci, recitabamus,
ut nunc facimus, et schisma non erat in
bis. Possunt ergo etiam Latini iisdem ad te uti
vocibus: Redeamus ad illa tempora, quibus juncti
eramus, et nos Symbolum eo modo proferebamus, quo nunc proferimus, et vos similiter eo
modo dicebatis, quo nunc dicitis, et unanimes
eramus; et neque vos de nobis conquerebamini,
neque nos pariter de vobis. Miror autem quomodo
synodi œcumenica non reprehenderint, si nos
blasphemare sciebant, ut vos nunc dicitis et accustis: tertia, inquam, quarta, quinta, sexta, el septima; neque enim criminari cœpistis nisi post
Photium. Itaque conveniamus, dicamusque quod
ante schisma dicebamus, fetque ut idem utrique
dicamus; et tolletur schisma, pax autem subsequetur et concordia; atque ita erimus Deo favente
conjuncti.
EPIIES.
Ilec dicentes videbamur surdis auribus canere,
aut lapiden coquere, aut semina saxis mandare,
aut in aqua scribere, aut quidquid aliud adagiis
significanus ad exprimenda impossibilia.
RESP.
Possunt etiam Latini respondere tibi per adagia:
Æthiops non dealbatur; littori loquimur: neque
enim tu auscultas; fabula sine capite: imperfecta
enim dicis; et alia quæcunque in contumaces
- usurpantur et arrogantes. Inobsequentes enim nuaquam obsequentur. Ita plane et tu: visum tibi est
manere in schismate et sejunctione, seductione
et pravitate; et mansisti, permanebisque etiam post
mortem in ipso. At vero qui suam expetunt salu -
dem, non ita, neque aures aut oculos claudunt,
sel audiunt et vident, et intelligere volunt quod
meltus et utilius est ad suam ipsorum salutem. Tu
ἡ δ' ἀλήθεια οὐ προσθήκη, ἀλλ' ἀνάπτυξις, ὡς πολ
λάκις εἴρηται. Οτι δὲ παραινεῖς, ἵνα λέγωμεν
ὥσπερ ἐλέγομεν κατ' αρχάς, ὅτε οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν
σχίσμα, τούτου κατὰ πόδας ὁ ἔλεγχος· τὸ μὲν
σχίσμα μετὰ τὴν ἑβδόμην σύνοδον ἑκατὸν ἔτη ἐγένετο αἰτία Μιχαήλ βασιλέως καὶ Φωτίου πατριάρ
χου, τὸ δὲ Σύμβολον ἀπὸ τῆς δευτέρας συνόδων ἡ
Ρωμαϊκὴ οὕτως ἔψαλλεν Εκκλησία, ὡς ᾄδει καὶ
σήμερον, καθὼς μαρτυρεῖ Γεώργιος ὁ Ἀριστινός,
ὡς ἔφημεν· καὶ Μάξιμος δὲ ὁ πρὸ τῆς ἕκτης υπάρχων συνόδου μαρτυρεῖ τοῦτο ἐν τῇ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς
Μαρίνον πρεσβύτερον Κύπρου, ὡς ἡ Ῥωμαϊκὴ
Εκκλησία ταύτην ἔχει τὴν δόξαν, λέγων δι· Τῶν
τοῦ νῦν ἁγιωτάτου πάππα Μαρτίνου συνοδικῶν
τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων ἐπελάβοντο, δυσὶ δὲ
μόνοις· ὧν τὸ μὲν ὑπάρχει περὶ θεολογίας, ὅτι
τε, φησίν, εἶπεν ἐκπορεύεσθαι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ τὰ λοιπὰ, ἵνα μὴ καθέκαστα
λέγω. Ὥστε ἣν λέγεις προσθήκην, οὐκ ἦν αἰτία
τοῦ σχίσματος, ἀλλ' ἡ Ῥωμαϊκή Εκκλησία ἔλεγε
τὸ Σύμβολον, ὥσπερ λέγει καὶ σήμερον, καὶ ἡμεῖς
ἐλέγομεν, οἱ Γραικοὶ δηλονότι, ὥσπερ καὶ σήμερον,
καὶ σχίσμα οὐκ ἦν ἐν ἡμῖν. Οὐκοῦν δύνανται τὸ
αὐτὸ καὶ οἱ Λατῖνοι πρός σε εἰπεῖν· Ἐπανέλθωμεν
εἰς ἐκεῖνον τὸν καιρὸν, καθ᾽ ἂν ἡνωμένοι ἦμεν,
καὶ ἡμεῖς ἐλέγομεν τὸ Σύμβολον ὥσπερ καὶ σήμε
ρον, καὶ ὑμεῖς ὁμοίως ὥσπερ καὶ σήμερον λέγετε,
καὶ ἦμεν ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ οὔτε ὑμεῖς ἐνεκαλεῖτε
ἡμῖν, οὔτε ἡμεῖς ὑμῖν. Θαυμάζω δὲ, πῶς αἱ οἶκουμενικαὶ σύνοδοι οὐκ ἐνεκάλεσαν, εἰ ᾔδεσαν ἡμᾶς
βλασφημοῦνται, ὥσπερ ὑμεῖς λέγετε νῦν καὶ ἐγκαλεῖτε ἡμῖν· λέγω δὲ ἡ τρίτη, ἡ τετάρτη, ἡ πέμπτη,
ή ἔκτη, καὶ ἡ ἑβδόμη· οὐδ᾽ ὑμεῖς ἐνεκαλεῖτε, ἀλλὰ
μετὰ τὸν Φώτιον καὶ ἔτι. Συνέλθωμεν οὖν, καὶ
εἴπωμεν ὅπερ ἐλέγομεν πρὸ τοῦ σχίσματος, καὶ
εὑρεθησόμεθα τὰ αὐτὰ λέγοντες ἀμφότεροι, καὶ
παύσεται τὸ σχίσμα, επακολουθήσει δὲ ἡ εἰρήνη
τε καὶ ὁμόνοια· καὶ οὕτως ἐσόμεθα σὺν Θεῷ γνω
μένοι.
Ταῦτα λέγοντες κενὴν ἐῴκειμεν ψάλλειν, ἢ λίθου
ἐψεῖν, ἢ κατὰ πετρῶν σπείρειν, ἢ καθ' ὑγρῶν γράφειν, ἢ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τοῖς ἀδυνάτοις αἱ παροιμίαι
φασίν.
Καὶ Λατίνοι δύνανται ἐκ τῶν παροιμιῶν πρὸς σὲ
ἀντερεῖν· Αιθίοψ οὐ λευκαίνεται· αἰγιαλῷ λαλού
μεν· ἀνήκοος γὰρ ὑπάρχεις· ἀκέφαλος μῦθος
ἀτελῆ γὰρ λέγεις· καὶ ὅσα ἄλλα ἐπὶ τῶν ἀνηκόων
καὶ ἀλαζόνων αἱ παροιμίαι λέγουσιν· ἀπειθεῖς γὰρ
οὐδέποτε πείσονται. Οὕτω καὶ σύ· ἔδοξέ σοι μένειν
ἐν τῷ σχίσματι καὶ τῷ χωρισμῷ, τῇ πλάνῃ τε καὶ
κακίᾳ, καὶ οὕτως ἔμεινας, ἐν ᾧ καὶ μετὰ τὸν
θάνατον διαμενεῖς καὶ ἔσῃ ἀεί. Αλλ' οἱ τῆς ἑαυτῶν
ὀρεγόμενοι σωτηρίας οὐχ οὕτως, οὐδὲ κλείουσι τας
ἀκοὰς, οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμούς καμμύουσιν, ἀλλ'
ἀκούουσι καὶ βλέπουσι καὶ συνιέναι θέλουσι τὸ
col. 1041–1042page 43 of 75
PG 159:1041κρεῖττόν τε καὶ συμφέρον τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Σὺ δὲ οὐκ ἠθέλησας, ἀλλὰ τῇ οἰήσει ἀπατηθείς, φρονιμώτερος καὶ σοφώτερος ᾤου τῆς συνόδου εἶναι σε πάσης, ὅπερ τῆς ἄκρας μωρίας δείγμα ἦν, ἕνα ἄνθρωπον βέλτιστον εἶναι πάσης τῆς οἰκουμένης· ἕνα πρὸς ἕνα ἔχει καὶ λόγον, πάσης δὲ τῆς Εκκλησίας κοινῶς συνελθούσης ἕνα βέλτιστον είναι ἀδύνατον - παντελῶς· εἰ δὲ μή γε, καὶ ᾿Αρειος, καὶ Ευνόμιος, καὶ οἱ ἕτεροι τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων ἐχθροὶ ταυτὸ τοῦτο φήσουσιν· ἀλλ' οὐκ ἔστιν. Οθεν ἔδει καὶ σὲ τὴν ἀλήθειαν γνόντα, καὶ τῶν πολλῶν ἀκούσαντα, τήν διχόνοιαν ἐᾶσαι καὶ τὸ ἐπίμονον, καὶ τὴν ματαίαν πρόληψιν καὶ κακίαν, καὶ ἐνωθῆναι τῇ τῶν πολλῶν ἀποφάσει, μᾶλλον δὲ τῇ ἀποφάσει τῆς Ἐκκλησίας. ΕΦΕΣ. Ἐκεῖνοι γὰρ τοῖς μὲν ἐλέγχοις στενοχωρούμενοι, διόρθωσιν δὲ οὐδαμῶς οὐδεμίαν παραδεχόμενοι, διὰ τὸ ἀνιάτως ἔχειν, ὡς ἔοικε, παρεκάλουν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ὡς ἱκα νῶν ἤδη ῥηθέντων τῶν ἐπὶ τῇ προσθήκῃ λόγων οἰόμενοι δι' ἐκείνων τῶν λόγων ἐπισκιάσειν τὸ τοῦ Συμβόλου τόλμημα, τῆς δόξης υγιούς δεικνυμένης. ΑΠΟΛ. Οἱ τοῖς ἐλέγχοις στενοχωρηθέντες φαίνονται ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τῆς συνόδου· ἐλέγετε γὰρ, καὶ πρῶτος ἀπάντων σύ, ὅτι Διαζευχθῶμεν, διαιρεθῶ μεν, ἀπέλθωμεν· οἱ Λατίνοι σοφοὶ καὶ γενναῖοι ἄνα δρες εἰσὶ, καὶ διαλεκτικοὶ ἐμπειρότατοι. Εἰ οὖν ἐν τοῖς περὶ τὴν προσθήκην λόγοις ἐφάνησαν οὕτω δει ναι, ὥστε μηδεμίαν ἀπολογίαν ὑπολειφθῆναι ἡμῖν, τίνες ἂν γένωνται, ὅταν περὶ τῆς δόξης τὴν ἐξέτασιν ποιητώμεθα, ὅπου καὶ διδασκάλους τῆς ἐκκλησίας ἔχουσι δείξαι, τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος καὶ τῷ Υἱῷ διδόντας; Λοιπόν συμφέρει ἡμῖν ἀπελθεῖν, ἢ ἡττηθῆναι καὶ μετ' αἰσχύνης ἐπαναστρέψαι. Ταῦτα μὲν ἐλέγετε, ἀληθῶς τοῖς ἐλέγχοις ὑμεῖς στενοχωρούμενοι. Διόρθωσιν δὲ παρὰ σοῦ τὴν Ρωμαϊκὴν δέξασθαι Ἐκκλησίαν οὐκ ἔδει· ἐκείνη γὰρ πασῶν κυβερνῆτίς ἐστι, καὶ ταῖς νοσούσαις τῶν ἐκκλησιῶν ἰατρὸς ἐμπειρότατος, παρὰ τοῦ Χρι στοῦ λαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν τὰς ἄλλας ιθύνειν καὶ κυβερνᾷν, ἐπιστηρίζειν καὶ διορθοῦν, οὐκ αὐτὴν δὲ διορθοῦσθαι παρὰ τῶν ἄλλων. Καὶ σύ ποτε ἐπι στραφείς, φησὶν ὁ Σωτὴρ πρὸς τὸν Πέτρον, στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου· οὐ γὰρ εἶπε, Στηρίχθητε ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν σου, ἀλλὰ, Στήριξον. Οὐκοῦν καὶ σὲ ἔδει στηριχθῆναι παρ' αὐτῆς ὡς καὶ οἱ σοφώτεροι σου καὶ λογιώτερα έστηρίχθησαν. Ἐπὶ δὲ τὴν ἐξέ. τασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος οὐ παρεκάλουν Λατί νοι· ἀλλ᾽ ὅτι μῆνας είχετε δεκατέσσαρας διαλεγόμε και περὶ τοῦ. Οὐ δεῖ προσθεῖναι, δυοῖν μόνοιν ὄντοιν τοῖν ζητημάτοιν, ἐν οἷς ἱκανὰς ἀπολογίας παρέσχον ὑμῖν αὐτοί· διὰ τοῦτο ἔδει καὶ πρὸς τὸ ἕτερον μετα θεῖναι τὸν λόγον· να, δειχθέντος τοῦ δόγματος άλη Ο ῦς, ἀδίκως αὐτοὺς ἐπιδείξωσι παρ' ὑμῶν συκοφαν
REPUTATIO MARCI EPHESINI.
κρεῖττόν τε καὶ συμφέρον τῆς σωτηρίας αὐτῶν. vero noluisti, seul superba de te ipso opinione deΣὺ δὲ οὐκ ἠθέλησας, ἀλλὰ τῇ οἰήσει ἀπατηθείς,
φρονιμώτερος καὶ σοφώτερος ᾤου τῆς συνόδου
εἶναι σε πάσης, ὅπερ τῆς ἄκρας μωρίας δείγμα
ἦν, ἕνα ἄνθρωπον βέλτιστον εἶναι πάσης τῆς οἰκου
μένης· ἕνα πρὸς ἕνα ἔχει καὶ λόγον, πάσης δὲ τῆς
Εκκλησίας κοινῶς συνελθούσης ἕνα βέλτιστον είναι
ἀδύνατον - παντελῶς· εἰ δὲ μή γε, καὶ ᾿Αρειος, καὶ
Ευνόμιος, καὶ οἱ ἕτεροι τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων
ἐχθροὶ ταυτὸ τοῦτο φήσουσιν· ἀλλ' οὐκ ἔστιν. Οθεν
ἔδει καὶ σὲ τὴν ἀλήθειαν γνόντα, καὶ τῶν πολλῶν
ἀκούσαντα, τήν διχόνοιαν ἐᾶσαι καὶ τὸ ἐπίμονον, καὶ
τὴν ματαίαν πρόληψιν καὶ κακίαν, καὶ ἐνωθῆναι τῇ
τῶν πολλῶν ἀποφάσει, μᾶλλον δὲ τῇ ἀποφάσει τῆς
Ἐκκλησίας.
Ἐκεῖνοι γὰρ τοῖς μὲν ἐλέγχοις στενοχωρούμενοι,
διόρθωσιν δὲ οὐδαμῶς οὐδεμίαν παραδεχόμενοι,
διὰ τὸ ἀνιάτως ἔχειν, ὡς ἔοικε, παρεκάλουν ἡμᾶς
ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ὡς ἱκανῶν ἤδη ῥηθέντων τῶν ἐπὶ τῇ προσθήκῃ λόγων
οἰόμενοι δι' ἐκείνων τῶν λόγων ἐπισκιάσειν τὸ
τοῦ Συμβόλου τόλμημα, τῆς δόξης υγιούς δεικνυ
μένης.
Οἱ τοῖς ἐλέγχοις στενοχωρηθέντες φαίνονται ἐν
τοῖς Πρακτικοῖς τῆς συνόδου· ἐλέγετε γὰρ, καὶ
πρῶτος ἀπάντων σύ, ὅτι Διαζευχθῶμεν, διαιρεθῶ
μεν, ἀπέλθωμεν· οἱ Λατίνοι σοφοὶ καὶ γενναῖοι ἄνα
δρες εἰσὶ, καὶ διαλεκτικοὶ ἐμπειρότατοι. Εἰ οὖν ἐν
τοῖς περὶ τὴν προσθήκην λόγοις ἐφάνησαν οὕτω δειναι, ὥστε μηδεμίαν ἀπολογίαν ὑπολειφθῆναι ἡμῖν,
τίνες ἂν γένωνται, ὅταν περὶ τῆς δόξης τὴν ἐξέτασιν ποιητώμεθα, ὅπου καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλη
σίας ἔχουσι δείξαι, τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ τῷ Υἱῷ διδόντας; Λοιπόν συμφέρει ἡμῖν
ἀπελθεῖν, ἢ ἡττηθῆναι καὶ μετ' αἰσχύνης ἐπαναστρέψαι. Ταῦτα μὲν ἐλέγετε, ἀληθῶς τοῖς ἐλέγχοις
ὑμεῖς στενοχωρούμενοι. Διόρθωσιν δὲ παρὰ σοῦ τὴν
Ρωμαϊκὴν δέξασθαι Ἐκκλησίαν οὐκ ἔδει· ἐκείνη
γὰρ πασῶν κυβερνῆτίς ἐστι, καὶ ταῖς νοσούσαις
τῶν ἐκκλησιῶν ἰατρὸς ἐμπειρότατος, παρὰ τοῦ Χριστοῦ λαβοῦσα τὴν ἐξουσίαν τὰς ἄλλας ιθύνειν καὶ
κυβερνᾷν, ἐπιστηρίζειν καὶ διορθοῦν, οὐκ αὐτὴν δὲ
διορθοῦσθαι παρὰ τῶν ἄλλων. Καὶ σύ ποτε ἐπιστραφείς, φησὶν ὁ Σωτὴρ πρὸς τὸν Πέτρον, στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου· οὐ γὰρ εἶπε, Στηρίχθητε
ὑπὸ τῶν ἀδελφῶν σου, ἀλλὰ, Στήριξον. Οὐκοῦν καὶ
σὲ ἔδει στηριχθῆναι παρ' αὐτῆς ὡς καὶ οἱ σοφώτεροι
σου καὶ λογιώτερα έστηρίχθησαν. Ἐπὶ δὲ τὴν ἐξέ.
τασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος οὐ παρεκάλουν Λατίνοι· ἀλλ᾽ ὅτι μῆνας είχετε δεκατέσσαρας διαλεγόμεκαι περὶ τοῦ. Οὐ δεῖ προσθεῖναι, δυοῖν μόνοιν ὄντοιν
τοῖν ζητημάτοιν, ἐν οἷς ἱκανὰς ἀπολογίας παρέσχον
ὑμῖν αὐτοί· διὰ τοῦτο ἔδει καὶ πρὸς τὸ ἕτερον μετα
θεῖναι τὸν λόγον· να, δειχθέντος τοῦ δόγματος άληΟ ῦς, ἀδίκως αὐτοὺς ἐπιδείξωσι παρ' ὑμῶν συκοφαν
* Luc. ss/1, 32.
ceptus, putasti universa te synodo prudentiorem
esse et doctiorem; quod extremæ stultitiæ argumentum est, unum scilicet hominem antecellera
universis. Esto, si unum cum uno conferas, id
enim credibile est; at universa Ecclesia congregata
unum hominem esse præstantiorem omnino est impossibile: alioquin et Arius, et Eunomius, et reliqui generalium conciliorum hostes hoc ipsum
dicent; verum id fieri non potest. Quare te etiam
oportebat agnita veritate multos audire, dissensio -
nemque et pervicaciam et vanam illam quam
habebas animo anteceptam opinionem ac perver -
sitatem deponere; et multorum, imo vero Ecclesiæ
sententiam sequi.
EPHES.
Illi enim argumentis convicti, et in angustias
redacti, nullam vero prorsus emendationem admitentes, quod, ut apparet, morbo laborent insanalili,
hortabantur nos, ut ad inquisitionem dogmatis
transiremus, quod esset de additamento satis jam
dictum his verbis existimantes obtegi, quod in
Symbolo sunt ausi, så opinio sana esse probaretur.
RESP.
Qui fuerint per argumenta coangustati, declarant Acla synodi. Dicebatis enim, et primus om.
nium tu: Disjungamur, dividamur, abscedamus;
Latini viri docti et præstantes virtute sunt, et dialecticæ peritissimi. Quod si in disputatione de aelditamento visi sunt adeo acres ingenio, ut nullas
apologiæ locus sit nobis relictus, qui erunt cum
ipsam opinionem examinabinus, pro quia et doctores Ecclesiæ proferre habent, Spiritus sancti productionem Filio quoque tribuentes? Satius igitur
est abire, quam vinci et cum ignominia reverti.
Hæc dicebatis ipsi profecto convicti, et in angstias per argumenta redacti. te porro emendari
Romanam Ecclesiam nil opus erat; nam illa cunctarum est gubernatrix ecclesiarum, et ægrotantibus ecclesiis peritissime medetur, cum potestatem
a Christo acceperit regendi alias et gubernandi,
confirmandi et corrigendi, non ut ipsa confirmetur ab aliis: Et tu, inquit Salvator ad Petrum,
aliquando conversus confirma fratres tuos *; non
dixit: Confirmare a fratribus tuis, sed, Confirma
oportebat igitur te etiam ab illa confirmari, quemadmodum sapientiores et doctiores te confirmati
sunt. Ut transiretis autem ad inquisitionem dogmatis non hortabantur Latini; verum quia menses
jam erant quatuordecim, cum illud agitabatur,
nihil esse Symbolo adjiciendum, et ad quæsitorum
alterum (nam duo tantum erant) jam satis illi vobis responderant, propterea opus erat ut ad alterum
etiam pertractandum transiretur, quo dogmatis veritate patefacta probarent se a vobis injuria ealamniis peti, quasi sacri Symboli depravatores: Osten
col. 1043–1044page 44 of 75
PG 159:1043τουμένους ὡς παραχαράκτας τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου. Ἔδειξαν οὖν ἡμῖν ἐμφανέστατα, ἐξουσίαν ἔχειν τὸν θεῖον θρόνον ἐκεῖνον ἐξετάζειν καὶ διορθοῦν τὰ περὶ τὴν πίστιν. Διὸ οὐκ ἐπὶ τὴ ἐπισκιάσαι τὸ τόλμημα, ὡς σὺ φῂς, τοῦ Συμβόλου ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν ἐπεθύμουν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ἀλλ᾽ ἵνα δείξωσιν ὑμῖν, ὡς εὐσεβής ἐστιν ἡ, Ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνὴ τε θεῖσα ἐν τῷ Συμβόλῳ, καὶ δόξα τῶν διδασκάλων καὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι μάτην αὐτοῖς ἐγκαλεῖτε καὶ μάχεσθε· διὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἐξέτασιν τούτου ἔσπευδεν μεταβῆναι. ΕΦΕΣ. Αλλ' οἱ ἡμέτεροι οὐκ ἠνείχοντο, καὶ ἀμεταθέτως εἶχον πρὸς τὴν τῆς δόξης ἐξέτασιν, εἰ μὴ διορθωθείη πρότερον ἡ προσθήκη. ΑΠΟΛ. ᾿Αληθῶς οὐκ ἠνείχοντο μὲν οἱ ἡμέτεροι ἐλθεῖν ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου προβλήματος, τὸν ἀγῶνα δειλιώντες καὶ τρέμοντες, μή πως τὰ αὐτὰ τῷ δευ τέρῳ πάθωσιν. Εἰς δύο οὖν ὑμεῖς τὸ ζήτημα διαιρή σαντες, εἰς τὸ, Οὐ δεῖ προσθεῖναι τῷ Συμβόλῳ μήτε λέξιν μήτε συλλαβήν τὸ δὲ, ὡς Ἡ προστεθεῖσα ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκη οὐκ ἔστιν εὐσεβὴς οὐδὲ ἀλη θής, προετείνατε τους λόγους. Τῶν δὲ Λατίνων ἐπὶ μὲν τὸ πρῶτον γενναίων φανέντων, καὶ τὴν ἀλήθειαν ἐπιδειξάντων, καὶ ὡς οὐ προσίστανται αὐτοῖς οἱ ὅροι καὶ τὰ κωλύματα, εἰ δὲ μὴ, καὶ οἱ τῆς δευτέρας συν όδου Πατέρες πάντως ὑπῆρχον ὑπὸ τῷ ἀναθέματα, ἄλλο ἐκδεδωκότες Σύμβολον ἢ ὅπερ ἡ πρώτη φθά σασα παραδέδωκεν· οἱ ὑμέτεροι ήττηθέντες ἐν τού τῳ, ἐδειλίων τὸν δεύτερον εἰσελθεῖν ἀγῶνα· εἰ ἐν αὐτῷ, ὅπερ αὐτοῖς ἰσχυρότερον εἶναι ἐδόκει, οὕτως ἰσχυρὰς καὶ γενναίας οἱ Λατῖνοι τὰς ἀπολογίας ἀπέ δωκαν, τί ἂν εἴπωμεν, ἔλεγον, ὅταν τοὺς ἁγίου; ἡμῖν ἐπιδείξωσι συμφωνοῦντας τῷ δόγματι; Διὰ τοῦτο ἀμεταθέτως εἶχον πρὸς τὴν ἐξέτασιν, καὶ ὥρ μησαν ἐκεῖθεν φυγεῖν· ὅμως προσβάλοντό σε ὑπὲρ αὐτῶν ἀπολογήσασθαι· καὶ εἶπες, φεύγων δῆθεν τοῦ δόγματος τὴν ἐξέτασιν, συγκαταβαίνων δ' ὅμως εγκεκαλυμμένως τῷ τῶν Λατίνων δόγματι, ὅτι Βι καὶ ἀληθὲς εὑρεθείη τὸ δίγμα ἐξεταζόμενον, ἀλλ' ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα παραδέξασθαί ποτε τὴν φωνὴν ταύτην ἐν τῷ Συμβόλῳ, ἐπειδὴ τοὺς Πατέρας ἡμῶν εὐλαβούμεθα. Εμάχου οὖν τῇ ἀληθείᾳ καὶ σὺ ὡς ἐκεῖνος ὁ ὑπὲρ τῆς ὄνου σκιᾶς· καὶ τὴν διόρθωσιν τρόπῳ τοιούτῳ γενέσθαι ἔλεγες· ὅτι Εκβληθήτω ἀπὸ τοῦ Συμβόλου ή προσθήκη αὕτη, καὶ τεθήτω ἐν ἰδίῳ ὅρῳ· ὅτε καὶ γελοῖόν τι προσετρίβη τῷ γένει, σοῦ ταῦτα λέγοντος. Εἰ γὰρ βλάσφημος ἐστιν ἡ, Ελ τοῦ Υἱοῦ, φωνή, διὰ τί ζητεῖς αὐτὴν ἐν ἰδίῳ ὅρῳ τεθῆναι; καθὼς Ἰουλιανὸς ὁ σοφώτατος καρδινάλις πρός σε ἔφη. Εἰπόντος γὰρ σοῦ, ὅτι οὐ δυνάμεθα τὴν φωνὴν παραδέξασθαι ταύτην ἐν τῷ Συμβόλῳ τῆς πίσ στεως ὡς βλάσφημον αὐτὴν οὖσαν, ἀλλὰ θήσομεν ἐν ἰδίῳ ὄρῳ, ὥσπερ οἱ πάλαι τὴν τῆς Ἀειπαρθένου φωνὴν ἐν τῷ, Ο μονογενής Υιός· ὁ καρδινάλις ἀντέφη· Εξετασθήτω πρότερον, Πάτερ αἰδεσιμε, ή φωνή αὕτη, εἰ ἀληθῆς ἐστιν, ἢ ψευδής τε καὶ βλάσ φημος· καὶ εἰ μὲν βλάσφημο; ἀποδειχθή, οὔτε ἐν
JOSEPH METHONENSIS EPISCOPI
derunt ergo nobis liquidissime, potestatem esse τουμένους ὡς παραχαράκτας τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου.
sanctæ illi sedi examinandi et corrigendi quæ speclant ad fidem. Quare non, ut dicis, ad obtegendum facinus, quod ausi sunt in Symbolo, cupiebant devenire ad dogmatis disquisitionem, sed ut
vobis demonstrarent piam esse vocem illam, Filioque,
in Symbolo positam, esseque doctorum et Ecclesiæ
sententiam, et frustra se a vobis accusari et oppugnari propterea ad perscrutationem dogmatis pervenire studebant.
EPHES.
Verum nostri id non ferebant, et nullo modo
patiebantur de dogmate quæstionem haberi, ni prius
corrigeretur additamentum.
RESP.
Non ferebant sane nostri alterius problematis
questionem agitari, certamen parentes, illudque
reformidantes, ne in secundo etiam idem illis eveniret. Etenim vos divisa in duas partes questione,
quarum altera erat, nihil esse Symbolo addendum,
ne dictionem quidem nec syllabam, altera vero,
nec pium nec verum esse quol est additum Symbolo, rationes vestras protulistis. Cum vero Latini
ad primum strenuos se praestitissent, veritatemque
demonstrassent, ac ostendissent definitiones et
decreta prohibentia nihil sibi obstare; alioquin futurum nt Patres etiam secundæ synodi subjecti
omnino essent anathemati, quod aliud Symbolum
ediderint ab illo diversum, quod antea prima tradiderat; nostri in hoc devicti secundum pertimescebant certamen. Si enimn, aiebant, in eo quod
fortius videbatur, tam validas et nervosas dedere
Latini defensiones, quid dicemus, ubi sanctos PaAres proferent consona huic dogmati loculos? Propterea nullo modo volebant ut ad disquisitionem
veniretur, et fugam inde parabant. Attamen suum
le defensorem constituerunt; tu vero, nempe ut
devitares discussionem dogmatis, at certe clam
assentiendo Latinorum dogmati, dixisti: Ut verum
etiam examinando reperiatur dogina, nos certe vocem hanc in Symbolo admittere non possumus,
quoniam Patres nostros veremur. Pugnabas ergo
et tu contra veritatem, ut ille qui de umbra asini
altercabatur; et emendationem faciendam lioc modo p
dicebas: Tollatur e Symbolo vox illa addita, et reponatur seorsum in peculiari decreto; quando hic
te dicente ridiculum quid passa est nostra natio.
Si enim vox Filioque blasphema est, cur petis, ut
in decreto peculiari reponatur, quemadmodum doetissimus cardinalis Julianus tibi objecit? Cum enim
dixisses: Non possumus hanc vocem in Gdei Symbolo recipere, quod sit blasphema, sed eam in alio
separatim reponamus decreto, ut factum est ab antiquis de voce illa, Semper virgo, in hymno cujus
initium: Unigenitus Filius, cardinalis respondit:
Quaeratur prius, venerande Pater; num vera sit,
an falsa et blasphema vox. Et si quidem blasphema
demonstrabitur, neque in Symbolo habeatur, neque
Ἔδειξαν οὖν ἡμῖν ἐμφανέστατα, ἐξουσίαν ἔχειν τὸν
θεῖον θρόνον ἐκεῖνον ἐξετάζειν καὶ διορθοῦν τὰ περὶ
τὴν πίστιν. Διὸ οὐκ ἐπὶ τὴ ἐπισκιάσαι τὸ τόλμημα,
ὡς σὺ φῂς, τοῦ Συμβόλου ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν ἐπεθύ
μουν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, ἀλλ᾽ ἵνα δείξωσιν
ὑμῖν, ὡς εὐσεβής ἐστιν ἡ, Ἐκ τοῦ Υἱοῦ, φωνὴ τε
θεῖσα ἐν τῷ Συμβόλῳ, καὶ δόξα τῶν διδασκάλων καὶ
τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι μάτην αὐτοῖς ἐγκαλεῖτε καὶ
μάχεσθε· διὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἐξέτασιν τούτου ἔσπευ
δεν μεταβῆναι.
Αλλ' οἱ ἡμέτεροι οὐκ ἠνείχοντο, καὶ ἀμεταθέτως
εἶχον πρὸς τὴν τῆς δόξης ἐξέτασιν, εἰ μὴ διορθωθείη
πρότερον ἡ προσθήκη.
᾿Αληθῶς οὐκ ἠνείχοντο μὲν οἱ ἡμέτεροι ἐλθεῖν ἐπὶ
τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου προβλήματος, τὸν ἀγῶνα
δειλιώντες καὶ τρέμοντες, μή πως τὰ αὐτὰ τῷ δευτέρῳ πάθωσιν. Εἰς δύο οὖν ὑμεῖς τὸ ζήτημα διαιρήσαντες, εἰς τὸ, Οὐ δεῖ προσθεῖναι τῷ Συμβόλῳ μήτε
λέξιν μήτε συλλαβήν τὸ δὲ, ὡς Ἡ προστεθεῖσα ἐν
τῷ Συμβόλῳ προσθήκη οὐκ ἔστιν εὐσεβὴς οὐδὲ ἀληθής, προετείνατε τους λόγους. Τῶν δὲ Λατίνων ἐπὶ
μὲν τὸ πρῶτον γενναίων φανέντων, καὶ τὴν ἀλήθειαν
ἐπιδειξάντων, καὶ ὡς οὐ προσίστανται αὐτοῖς οἱ ὅροι
καὶ τὰ κωλύματα, εἰ δὲ μὴ, καὶ οἱ τῆς δευτέρας συν
όδου Πατέρες πάντως ὑπῆρχον ὑπὸ τῷ ἀναθέματα,
ἄλλο ἐκδεδωκότες Σύμβολον ἢ ὅπερ ἡ πρώτη φθά
σασα παραδέδωκεν· οἱ ὑμέτεροι ήττηθέντες ἐν τού
τῳ, ἐδειλίων τὸν δεύτερον εἰσελθεῖν ἀγῶνα· εἰ ἐν
αὐτῷ, ὅπερ αὐτοῖς ἰσχυρότερον εἶναι ἐδόκει, οὕτως
ἰσχυρὰς καὶ γενναίας οἱ Λατῖνοι τὰς ἀπολογίας ἀπέ
δωκαν, τί ἂν εἴπωμεν, ἔλεγον, ὅταν τοὺς ἁγίου;
ἡμῖν ἐπιδείξωσι συμφωνοῦντας τῷ δόγματι; Διὰ
τοῦτο ἀμεταθέτως εἶχον πρὸς τὴν ἐξέτασιν, καὶ ὥρ
μησαν ἐκεῖθεν φυγεῖν· ὅμως προσβάλοντό σε ὑπὲρ
αὐτῶν ἀπολογήσασθαι· καὶ εἶπες, φεύγων δῆθεν
τοῦ δόγματος τὴν ἐξέτασιν, συγκαταβαίνων δ' ὅμως
εγκεκαλυμμένως τῷ τῶν Λατίνων δόγματι, ὅτι Βι
καὶ ἀληθὲς εὑρεθείη τὸ δίγμα ἐξεταζόμενον, ἀλλ'
ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα παραδέξασθαί ποτε τὴν φωνὴν
ταύτην ἐν τῷ Συμβόλῳ, ἐπειδὴ τοὺς Πατέρας ἡμῶν
εὐλαβούμεθα. Εμάχου οὖν τῇ ἀληθείᾳ καὶ σὺ ὡς
ἐκεῖνος ὁ ὑπὲρ τῆς ὄνου σκιᾶς· καὶ τὴν διόρθωσιν
τρόπῳ τοιούτῳ γενέσθαι ἔλεγες· ὅτι Εκβληθήτω
ἀπὸ τοῦ Συμβόλου ή προσθήκη αὕτη, καὶ τεθήτω ἐν
ἰδίῳ ὅρῳ· ὅτε καὶ γελοῖόν τι προσετρίβη τῷ γένει,
σοῦ ταῦτα λέγοντος. Εἰ γὰρ βλάσφημος ἐστιν ἡ, Ελ
τοῦ Υἱοῦ, φωνή, διὰ τί ζητεῖς αὐτὴν ἐν ἰδίῳ ὅρῳ
τεθῆναι; καθὼς Ἰουλιανὸς ὁ σοφώτατος καρδινάλις
πρός σε ἔφη. Εἰπόντος γὰρ σοῦ, ὅτι οὐ δυνάμεθα τὴν
φωνὴν παραδέξασθαι ταύτην ἐν τῷ Συμβόλῳ τῆς πίσ
στεως ὡς βλάσφημον αὐτὴν οὖσαν, ἀλλὰ θήσομεν ἐν
ἰδίῳ ὄρῳ, ὥσπερ οἱ πάλαι τὴν τῆς Ἀειπαρθένου
φωνὴν ἐν τῷ, Ο μονογενής Υιός· ὁ καρδινάλις
ἀντέφη· Εξετασθήτω πρότερον, Πάτερ αἰδεσιμε, ή
φωνή αὕτη, εἰ ἀληθῆς ἐστιν, ἢ ψευδής τε καὶ βλάσ
φημος· καὶ εἰ μὲν βλάσφημο; ἀποδειχθή, οὔτε ἐν
col. 1045–1046page 45 of 75
PG 159:1045τῷ Συμβόλῳ μενεῖ, οὔτε ἀλλαχοῦ τεθήσεται· τὰ γὰρ βλάσφημα οὐδαμοῦ χρὴ λέγεσθαι· εἰ δ᾽ εὐσεβής, τί ἐν τῷ Συμβόλῳ, τί ἀλλαχοῦ; Μᾶλλον μὲν οὖν ἐν τῷ Συμβόλῳ δεῖ ὁμολογεῖν τὴν ἀλήθειαν. Ταῦτα ἀκού σαντα τρόμος ἐπελάβετό σε καὶ τοὺς μετὰ σοῦ ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, καὶ ὡρμή σατε 'φυγεῖν, γλιχόμενοι τῆς ἐκεῖθεν ἐξελεύσεως. ΕΦΕΣ. Κἂν ἐνέμειναν διὰ τέλους τῇ ἐνστάσει ταύτῃ, κἂν διελύθησαν ἐκεῖθεν καλῶς ποιοῦντες, εἰ μὴ παραπει σθέντες ὑπό τινων αὖθις, ὡς ἀπρεπές ἐστι μηδὲν εἰ πόντας περὶ τοῦ δόγματος ἀπελθεῖν, ἐδέξαντο τὴν μετάβασιν, τοῦτο μὲν τὴν ἀπὸ τῆς προσθήκης ἐπὶ τὴν δόξαν, τοῦτο δὲ τὴν ἀπὸ Φερραρίας εἰς Φλωρεντίαν. ΑΠΟΛ. Ηθελον μέν τινες ἀσύνετο: διαμεῖναι τῇ ἐνστάσει, καὶ διαιρεθῆναι, καὶ διαλυθῆναι ἐκεῖθεν, ὧν σὺ πρῶτ τος ὑπῆρχες· οἱ δὲ τῆς σωτηρίας αὐτῶν ἐπιθυμηταὶ, καὶ τὸν κίνδυνον τῆς αἱρέσεως ὅσος ἐστὶ φοβη (έντες κατὰ τῶν διαιρουμένων ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, οὐκ ἠθέλησαν τὴν μοχθηρίαν ταύτην νοσῆσαι· ἐξε τασθῆναι δὲ τὸ δόγμα καὶ τὴν ἀλήθειαν διατράνω θῆναι, καὶ ταύτην ἀσπάσασθαι μετὰ χαρᾶς ὑπεδέξαντο. Οθεν τῷ τοῦ δικαίου λόγῳ καὶ τοὺς ἄλλους πείσαντες, ἐδέξαντο μεταβῆναι ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου προβλήματος· ἐδέξαντο δὲ καὶ τὴν ἀπὸ Φεῤῥαρίας εἰς Φλωρεντίαν μετάβασιν, ἐπειδὴ ὁ τῆς ἐσίας μνήμη: Εὐγένιος ὁ 'Ρώμης ἀρχιερεὺς ὁ θειά τατος οὐκ εἶχεν ἔτι ἐν Φεῤῥαρίᾳ, οὔτε μὴν εὕρισκε διδόναι ὑμῖν ἑκάστῳ τὸ σιτηρέσιον, καὶ τοῖς Φλωρεν τίνοις μηνύτας δανεῖσαι αὐτῷ τεσσαράκοντα χιλιάδας χρυσίνων, ἀπέστειλεν αὐτοῖς τὴν μίτραν αὐτοῦ ἐνέχυρον· οἱ τὸ ἐνέχυρον λαβόντες, τὸ αἰτηθὲν ἀνε πλήρωσαν· σὺν ἐκείνοις δὲ καὶ ἄλλας τεσσαράκοντα ὑπέσχοντο χάριτι δοῦναι, εἰ εἰς τὴν πόλιν αὐτῶν μετ ταθήτοι τὴν σύνοδον, ἵνα δῆθεν ἡ πολιτεία αὐτῶν τὴν τοῦ ὅρου τιμὴν ἀπολάβοι. Διὰ τοῦτο οὖν ἡ μετά βασις ἀπὸ Φερραρίας εἰς Φλωρεντίαν γέγονεν. ΕΦΕΣ. Ενθα γενόμενοι τῶν περὶ τῆς δόξης διαλέξεων ἀπηξάμεθα, τῶν Λατίνων προενεγκόντων ῥητά, τὰ μὲν ἐξ ἀποκρύφων τινῶν καὶ ἀγνώστων βιβλίων, τὰ δὲ ἐκ νενοθευμένων τε καὶ διεφθαρμένων, ἐν οἷς ἰσχυρίζοντα τὴν ἑαυτῶν δόξαν συνίστασθαι. Πάλιν οὖν αὐτοῖς ἐγὼ συμπλεκόμενος, καὶ τὸ τῆς δόξης ἄτοπον διελέγχων, καὶ νενοθευμένας εἶναι τὰς βία όλους προφανώς παριστῶν, οὐδὲν ἤνυον εἰς πειθώ, πλὴν ὅσον τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν εἰκῇ καὶ μάτην. ΑΠΟΛ. Περὶ τῆς δόξης πρῶτος ὁ ἐν θεολογίᾳ ὑψίνους Ἰωάννης, ὁ τοῦ σχήματος τοῦ ἁγίου Δομινίκου Επαρ χος, τὴν ἔναρξιν ἐποιήσατο· Μετὰ τῆς εὐλογίας τοῦ μακαριωτάτου Πατρὸς τὴν ἐξέτασιν, φήσας, ποιήσομαι πρὸς ὑμᾶς περὶ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπο ρεύσεως· ὅτε οὐκ ἐξ ἀποκρύφων τινῶν βιβλίων καὶ ἀγνώστων ῥητὰ προήνεγκεν, οὐδὲ ἐκ νενοθευμένων
sunt. Si vero pia, cur minus in Symbolo quam
alibi? Imo potius Symbolo veritatem fateri oportet.
Ilis tu atque tui auditis disputationem de dogmate
exhorruistis, et fugam parastis, abire illinc exopτῷ Συμβόλῳ μενεῖ, οὔτε ἀλλαχοῦ τεθήσεται· τὰ γὰρ alibi reponatur; blasphema enim nusquam dicenda
βλάσφημα οὐδαμοῦ χρὴ λέγεσθαι· εἰ δ᾽ εὐσεβής, τί
ἐν τῷ Συμβόλῳ, τί ἀλλαχοῦ; Μᾶλλον μὲν οὖν ἐν τῷ
Συμβόλῳ δεῖ ὁμολογεῖν τὴν ἀλήθειαν. Ταῦτα ἀκού
σαντα τρόμος ἐπελάβετό σε καὶ τοὺς μετὰ σοῦ ἐπὶ
τὴν ἐξέτασιν μεταβῆναι τοῦ δόγματος, καὶ ὡρμήσατε 'φυγεῖν, γλιχόμενοι τῆς ἐκεῖθεν ἐξελεύσεως.
Κἂν ἐνέμειναν διὰ τέλους τῇ ἐνστάσει ταύτῃ, κἂν
διελύθησαν ἐκεῖθεν καλῶς ποιοῦντες, εἰ μὴ παραπει
σθέντες ὑπό τινων αὖθις, ὡς ἀπρεπές ἐστι μηδὲν εἰ
πόντας περὶ τοῦ δόγματος ἀπελθεῖν, ἐδέξαντο τὴν
μετάβασιν, τοῦτο μὲν τὴν ἀπὸ τῆς προσθήκης ἐπὶ
τὴν δόξαν, τοῦτο δὲ τὴν ἀπὸ Φερραρίας εἰς Φλω
ρεντίαν.
Ηθελον μέν τινες ἀσύνετο: διαμεῖναι τῇ ἐνστάσει,
καὶ διαιρεθῆναι, καὶ διαλυθῆναι ἐκεῖθεν, ὧν σὺ πρῶτ
τος ὑπῆρχες· οἱ δὲ τῆς σωτηρίας αὐτῶν ἐπιθυμηταὶ, καὶ τὸν κίνδυνον τῆς αἱρέσεως ὅσος ἐστὶ φοβη
(έντες κατὰ τῶν διαιρουμένων ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας,
οὐκ ἠθέλησαν τὴν μοχθηρίαν ταύτην νοσῆσαι· ἐξε
τασθῆναι δὲ τὸ δόγμα καὶ τὴν ἀλήθειαν διατράνω
θῆναι, καὶ ταύτην ἀσπάσασθαι μετὰ χαρᾶς ὑπεδέξαντο. Οθεν τῷ τοῦ δικαίου λόγῳ καὶ τοὺς ἄλλους
πείσαντες, ἐδέξαντο μεταβῆναι ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ
δευτέρου προβλήματος· ἐδέξαντο δὲ καὶ τὴν ἀπὸ
Φεῤῥαρίας εἰς Φλωρεντίαν μετάβασιν, ἐπειδὴ ὁ τῆς
ἐσίας μνήμη: Εὐγένιος ὁ 'Ρώμης ἀρχιερεὺς ὁ θειά
τατος οὐκ εἶχεν ἔτι ἐν Φεῤῥαρίᾳ, οὔτε μὴν εὕρισκε
διδόναι ὑμῖν ἑκάστῳ τὸ σιτηρέσιον, καὶ τοῖς Φλωρεν
τίνοις μηνύτας δανεῖσαι αὐτῷ τεσσαράκοντα χιλιάδας χρυσίνων, ἀπέστειλεν αὐτοῖς τὴν μίτραν αὐτοῦ
ἐνέχυρον· οἱ τὸ ἐνέχυρον λαβόντες, τὸ αἰτηθὲν ἀνε
πλήρωσαν· σὺν ἐκείνοις δὲ καὶ ἄλλας τεσσαράκοντα
ὑπέσχοντο χάριτι δοῦναι, εἰ εἰς τὴν πόλιν αὐτῶν μετ
ταθήτοι τὴν σύνοδον, ἵνα δῆθεν ἡ πολιτεία αὐτῶν
τὴν τοῦ ὅρου τιμὴν ἀπολάβοι. Διὰ τοῦτο οὖν ἡ μετά
βασις ἀπὸ Φερραρίας εἰς Φλωρεντίαν γέγονεν.
@
Ενθα γενόμενοι τῶν περὶ τῆς δόξης διαλέξεων
ἀπηξάμεθα, τῶν Λατίνων προενεγκόντων ῥητά, τὰ
μὲν ἐξ ἀποκρύφων τινῶν καὶ ἀγνώστων βιβλίων, τὰ
δὲ ἐκ νενοθευμένων τε καὶ διεφθαρμένων, ἐν οἷς
ἰσχυρίζοντα τὴν ἑαυτῶν δόξαν συνίστασθαι. Πάλιν
οὖν αὐτοῖς ἐγὼ συμπλεκόμενος, καὶ τὸ τῆς δόξης
ἄτοπον διελέγχων, καὶ νενοθευμένας εἶναι τὰς βία
όλους προφανώς παριστῶν, οὐδὲν ἤνυον εἰς πειθώ,
πλὴν ὅσον τὸν καιρὸν ἀναλίσκειν εἰκῇ καὶ μάτην.
Περὶ τῆς δόξης πρῶτος ὁ ἐν θεολογίᾳ ὑψίνους
Ἰωάννης, ὁ τοῦ σχήματος τοῦ ἁγίου Δομινίκου Επαρ
χος, τὴν ἔναρξιν ἐποιήσατο· Μετὰ τῆς εὐλογίας τοῦ
μακαριωτάτου Πατρὸς τὴν ἐξέτασιν, φήσας, ποιήσομαι πρὸς ὑμᾶς περὶ τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπο·
ρεύσεως· ὅτε οὐκ ἐξ ἀποκρύφων τινῶν βιβλίων καὶ
ἀγνώστων ῥητὰ προήνεγκεν, οὐδὲ ἐκ νενοθευμένων
tantes.
EPHES.
Alque ii quidem ut instare coeperunt, perstitissent
etiam in hac voluntate usque ad finem, et recessissent illinc bono sane consilio, ni dissuasum esset
eis a quibusdam, rationem illam afferentibus, quod
indecorum esset abscedere nulla habita de dogmate
quæs'ione; ita suum præbuere assensum, tum ut
a disputatione de additamento transiretur ad quæstionein dogmatis, tum ut ab urbe Ferraria Florentiam iretur.
RESP.
Volebant sane imprudentes quidam in ea voluntale persistere, qua coeperant instare, et disjungi,
atque inde abscedere, quorum tu caput eras. Verum qui suæ salutis erant avidi, agnoscentes quantum sit hæreseos periculum in iis qui se ab Ecclesia secernunt, noluerunt timore perculsi hujus nequitiæ morbo aflici; sed magna voluntate permiserunt et quæri de dogmate, et veritatem enucleari, nt eam amplecterentur. Quare persuasis
etiam aliis ut æquitati acquiescerent, admiserunt
secundi problematis disquisitionem; admiserunt
etiam ut Florentiam e Ferraria iretur, quoniam
• Eugenius Dealer memoriæ sanctissimus pontifex
Romanus Ferrariæ nou babebat, nec aliunde facultas ei suppetebat, unde vobis alimenta subministraret. Idcirco mutuo petiit a Florentinis quadraginta nummum aureorum millia oppignerata mitra
sua. Illi accepto pignore pecuniam numerarunt;
tantumdem vero se dono etiam daturos promiserunt, si in eorum urbem transferret synodum, ut
scilicet illorum respublica honoré hoc augeretur,
si inibi definitio fieret. Id fuit ergo causæ cur Ferraria Florentiam se conferrent.
EPHES.
Quo ubi pervenimus, disputationem de dogmate
sumus aggressi; Latinis dicta proferentibus ex libris
partim apocryphis et ignotis, partim depravatis et
corruptis, quibus sententiam suam inniti asseverabant. Itaque rursum ego cum illis congressus, et
sententiam absurdam esse aperte demonstravi, et
libros depravatos perspicue probavi. Nihil tamen
profeci, nec persuadere quidquam potui; tantum
mihi frustra tempus conterebatur.
RESP.
Primus de dogmate Joannes ille in re theologica
summi vir ingenii, atque in instituto sancti Dominici præfecti dignitate ornatus, disputationem instituit: Accepta, inquiens, benedictione Patris beatissimi, quæstionem de Spiritus sancti processione
vobiscum habebo: quando non ex apocryphis ignotisque libris protulit textus, aut corruptis et depra-
col. 1047–1048page 46 of 75
PG 159:1047τε καὶ διεφθαρμένων, ὡς σὺ φῇς· εἰ μή που ἀπό κρυφα σὺ νοεῖς τὰ τοῦ μεγάλου Βασιλείου καὶ ᾿Αθανασίου βιβλία, Επιφανίου τε καὶ Κυρίλλου τοῦ ἱεροῦ, ἐξ ὧν προέφερεν ὁ Ἰωάννης ὡς ἐκ προσώπου Λατί νων ῥητά, δι᾿ ὧν ἰσχυρίζετο τὴν ἀλήθειαν τοῦ δόγμα τις παραστῆσαι. Οὐ γὰρ ἤθελον οἱ ἱεροὶ ἄνδρες ἐκεῖ νοι διὰ δυτικῶν διδασκάλων τὸ δόγμα τοῦτο συστῆσαι, ἀλλ' ἐξ ἀνατολικῶν Πατέρων, ἵνα μὴ ἔχητε τοὐναντίον εἰπεῖν, ὅπερ καὶ γέγονε. Σὺ δὲ τὴν ἀλήθειαν μή δυνάμενος φέρειν, διεφθαρμένα τε καὶ νενοθευμένα τὰ τῶν διδασκάλων ἐκάλεις βιβλία· ὅτε καὶ μώμος προσετρίβη σοι μέγας παρὰ τῆς συνόδου ἁπάσης λέ γοντι οὕτως· καὶ μάλιστα οἱ τῆς ἐνδοτέρας Φραγκίας ἡγούμενοι ἀκούσαντες, ὅτι τὰ τῶν ἀνατολικῶν διδα σκάλων βιβλία διεφθαρμένα ἀποκαλεῖς, μεγάλη φωνή εξεβόησαν· Αἱρετικὸς οὗτός ἐστιν ὁ κατάρατος· αἰω νίως ἀφορισθήτω· τοὺς διδασκάλους γὰρ ἀποσείεται καὶ εἰ τοῖς αὐτοῦ διδασκάλοις τοῖς ἀνατολικοῖς οὐ πιστεύει, τι ἂν εἴποι περὶ τῶν δυτικῶν τε καὶ ἡμε τέρων; "Οθεν συγχύσεως γενομένης ἀνέστητε μηδὲν άλλο πράξαντες. Τῇ δὲ ἐφεξῆς συνελεύσει ἐν τοῖς τοῦ μεγάλου Κυρίλλου ῥητοῖς τὸν λόγον ποιησαμένων ἐκείνων, παντελῶς ἡρνήσω τὸν ἅγιον οὕτω λέγοντα. Ὁ δὲ Ἰωάννης τὸν Ἐπιφάνιον ἔφερε συνηγορούντα Κυρίλλῳ· καὶ αὐτὰ νενοθευμένα ἐκάλεσας. Είτα ἀναγκασθεὶς ὁ βαθὺς ἐκεῖνος καὶ ὑψηλὸς θεολόγος, τοῦ μεγάλου Βασιλείου ῥητὸν ἀπὸ τῶν κατ' Εύνομίου προσέφερε, συνηγοροῦν τοῖς πρότερον ενεχθεῖσι· σὺ δὲ καὶ τοῦτο νενοθευμένον ἐκάλεσας· καὶ πάσας τάς προενεχθείσας βίβλους διεφθαρμένας ἀποκαλῶν, μω ρία ἐνομίσθης τοῖς πᾶσιν· ὅτε καὶ τὸν ὑποτακτικὸν τοῦ Νικομηδείας ἀπεστείλατε τὸ βιβλίον κομίσαι του ἱεροῦ Βασιλείου, τὸ τὴν ῥῆσιν ἔχον τοιάνδε· Τίς γὰρ ἀνάγκη, καὶ τὰ ἑξῆς. Κἀκεῖνος οὖν τῇ κακίᾳ κινούμενος, ἢ καὶ παρ' ὑμῶν κινηθείς ἠβουλήθη τὴν ἀλή θειαν κρύψαι· καὶ λαβὼν ἀνὰ χεῖρας τὴν βίβλον, καὶ ἐλθὼν ἐπὶ τὸ θυρίδιον, ᾠκονόμησε τὸ ῥητὸν ἀποξέσαι. Καὶ στήσας τὸ φύλλον ὁ τὸ ῥητὸν εἶχεν ἀπῆλθε λαβεῖν τὸ σιδήριον τοῦ ἀπαλείψαι αὐτό. Τὸ δὲ τῆς ἀληθείας Πνεῦμα οὐκ ἠθέλησε τοῦτο γενέσθαι, ἵν μὴ σβεσθῇ ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ πνέει αέρα, ὁ δὲ ἀπ τρέπει τὸ φύλλου τὸ ῥητὸν ἔχον, καὶ ἕτερον ίστησιν ἐκεῖνος τῇ σπουδῇ ἐκκόπτει ἕτερον ἀνθ' ἑτέρου. Απ βὼν οὖν τὸ βιβλίον, καὶ σπουδαίως ἐν τῇ συνόδῳ ἐλε θών, ήρχετο μετὰ θάρσους τοὺς Λατίνους νικήσει ᾿Ανοίξας δὲ τὸ βιβλίον ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ἰδὼν ἔπ τὸ ῥητὸν ὑγιὲς ὑπάρχον, στρεβλῷ τῷ ὀφθαλμῷ τοπ ὑποτακτικῷ ἐκβλέψας, ἐδείκνυεν· ὅς μετὰ δέου ἐβόησεν· Εἰς τὴν εὐχήν σου, Κύριε, ἔκοψα αύτο πῶς δὲ καὶ πάλιν ὑγιές ἐστιν, ἀπορῶ. Οὕτως οὗ τοῦ ῥητοῦ ὑγιοῦ; εὑρεθέντος ἀνεχωρήσατε· καὶ νῦ οὐκ αἰσχύνῃ λέγων, ὅτι ἤλεγξας τὸ ἄτοπον τῆς τῶν Λατίνων δόξης; Εδει οὖν σε αἰσχύνεσθαι ταῦτα λέ γοντα· οὐ γὰρ πρὸς ἀμαθεῖς ἢ εἰς τὴν ἄοικον ταῦτα ἐπέστελλες, ὅπως μὴ ἐντύχωσι τοῖς εἰδόσι· τὰ Πρα κτικὰ γὰρ δεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐβόας, η Απόκρυφόν ἐστι τὸ προκομισθέν βιβλίον. Εφερον τοῦ Κυρίλλου ῥητὸν, διεφθαρμένον εκάλεις ἐκόμιζον τοῦ Βασιλείου, νενοθευμένον ὑπάρχειν ἔλε
JOSEPIII METRONENSIS EPISCOPI
valis, ut ipse ais; nisi apocrypha intelligas Basilii τε καὶ διεφθαρμένων, ὡς σὺ φῇς· εἰ μή που ἀπόMagni et Athanasii opera, nec non Epiphanii et
sancti Cyrilli, quorum dicta Joannes proferebat
Latinorum nomine, per quæ demonstrare conabatur dogmatis veritatem. Noluerunt enim sacri illi
viri Occidentalium auctoritate doctorum, sed Oriontalium probare hoc dogma; ne, quod etiam evenit,
possetis contradicere. Tu vero cum ferre non pos
ses veritatem, corruptos et depravatos vocabas doctorum libros: quando etiam magno tuo dedecore
universa te synodus suggillavit ita dicentem, et præsertim ulterioris Franciæ præsules, ut audierunt
Orientalium doctorum libros vocari a te corruptos,
magna voce exclamarunt: Hæreticus est iste maLedictus, aterna feriatur excommunicatione, doctores enim rejicit: et si suis Orientis doctoribus
fidem non tribuit, quid de nostris Occidentalibus
dixerit? Hinc commotione excitata consurgentes
nihil aliud egistis. Proxima vero sessione cum illi
ex magni Cyrilli verbis argumenta duxissent, tu
omnino sanctum Cyrillum negasti ita dicere. Cum
vero Joannes Epiphanium eadem quæ Cyrillus dicentem protulisset, tu hæc ipsa etiam adulterata'
vocasti. Iude coactus profundæ illæ ac sublimis
theologiæ vir Basilium Magnum attulit in libro
contra Eunomium consimilia prioribus disserentem:
tu vero illa quoque depravata dixisti. Ita libros
omnes, qui producti sunt, corruptos vocando, stultissimus ab omnibus habitus es. Quando misistis
etiam Nicomediensis præsulis ministrum, ut afferret codicem sancti Basilii, in quo dictum illud
habetur: Cur enim necesse est, etc. Ille vero sive
malitia sua permotus, sive etiam a vobis admonitus,
voluit occulere veritatem atque accepto codice
venit ad fenestram cogitans dictum illud abradere, signatoque folio, in quo sententia habebatur, cultellum quærebat, quo illam eraderet.
At vero Spiritus veritatis non permisit id fieri,
ne veritas exstingueretur; excitat ergo flantemi auram, per quam factum est ut folio, in quo
dictum inerat, mutato, aliud se offerret: ille festinans aliud expunxit pro alio. Deinde celeri gressu reversus ad synodum audacter ibat ad convincendos Latinos. Uc vero pater ejus librum aperuit,
et integram sententiam vidit, torve in ministrum
intuens, rem commonstrabac, at ille tremebundus
clamavit: Ita mihi, Domine, tua prosit benedictio;
derasi illam, quoniodo autem rursus integra sit,
ignoro. lla cum inventa esset sententia, confusi recessistis; et jam non te pudet dicere, Latinorum
dogma abs te demonstratum esse absurdum? Erubescendum tibi erat hæc proloqui. Neque enim scribebas ad rndes, vel in regiones terræ desertas, ubi
non essent, qui rerum conscii in tuas litteras inciderent. Siquidem Acta testantur veritatem, nihil
aliud a te clamitatum, quam: Prolatus liber apocryphus est. Proferebant Cyrilli dictum, vocabas
corruptum; citabant Basilii sententiam, dicebas:
Depravata est; et in hoc sita erat responsionis tuæ
κρυφα σὺ νοεῖς τὰ τοῦ μεγάλου Βασιλείου καὶ ᾿Αθανασίου βιβλία, Επιφανίου τε καὶ Κυρίλλου τοῦ ἱεροῦ,
ἐξ ὧν προέφερεν ὁ Ἰωάννης ὡς ἐκ προσώπου Λατί
νων ῥητά, δι᾿ ὧν ἰσχυρίζετο τὴν ἀλήθειαν τοῦ δόγματις παραστῆσαι. Οὐ γὰρ ἤθελον οἱ ἱεροὶ ἄνδρες ἐκεῖ
νοι διὰ δυτικῶν διδασκάλων τὸ δόγμα τοῦτο συστῆσαι,
ἀλλ' ἐξ ἀνατολικῶν Πατέρων, ἵνα μὴ ἔχητε τούναντίον εἰπεῖν, ὅπερ καὶ γέγονε. Σὺ δὲ τὴν ἀλήθειαν μή
δυνάμενος φέρειν, διεφθαρμένα τε καὶ νενοθευμένα
τὰ τῶν διδασκάλων ἐκάλεις βιβλία· ὅτε καὶ μώμος
προσετρίβη σοι μέγας παρὰ τῆς συνόδου ἁπάσης λέ
γοντι οὕτως· καὶ μάλιστα οἱ τῆς ἐνδοτέρας Φραγκίας
ἡγούμενοι ἀκούσαντες, ὅτι τὰ τῶν ἀνατολικῶν διδασκάλων βιβλία διεφθαρμένα ἀποκαλεῖς, μεγάλη φωνή
εξεβόησαν· Αἱρετικὸς οὗτός ἐστιν ὁ κατάρατος· αἰωνίως ἀφορισθήτω· τοὺς διδασκάλους γὰρ ἀποσείεται·
καὶ εἰ τοῖς αὐτοῦ διδασκάλοις τοῖς ἀνατολικοῖς οὐ
πιστεύει, τι ἂν εἴποι περὶ τῶν δυτικῶν τε καὶ ἡμε
τέρων; "Οθεν συγχύσεως γενομένης ἀνέστητε μηδὲν
άλλο πράξαντες. Τῇ δὲ ἐφεξῆς συνελεύσει ἐν τοῖς τοῦ
μεγάλου Κυρίλλου ῥητοῖς τὸν λόγον ποιησαμένων
ἐκείνων, παντελῶς ἡρνήσω τὸν ἅγιον οὕτω λέγοντα.
Ὁ δὲ Ἰωάννης τὸν Ἐπιφάνιον ἔφερε συνηγορούντα
Κυρίλλῳ· καὶ αὐτὰ νενοθευμένα ἐκάλεσας. Είτα
ἀναγκασθεὶς ὁ βαθὺς ἐκεῖνος καὶ ὑψηλὸς θεολόγος,
τοῦ μεγάλου Βασιλείου ῥητὸν ἀπὸ τῶν κατ' Εύνομίου
προσέφερε, συνηγοροῦν τοῖς πρότερον ενεχθεῖσι· σὺ
δὲ καὶ τοῦτο νενοθευμένον ἐκάλεσας· καὶ πάσας τάς
προενεχθείσας βίβλους διεφθαρμένας ἀποκαλῶν, μωρία ἐνομίσθης τοῖς πᾶσιν· ὅτε καὶ τὸν ὑποτακτικὸν
τοῦ Νικομηδείας ἀπεστείλατε τὸ βιβλίον κομίσαι του
ἱεροῦ Βασιλείου, τὸ τὴν ῥῆσιν ἔχον τοιάνδε· Τίς γὰρ
ἀνάγκη, καὶ τὰ ἑξῆς. Κἀκεῖνος οὖν τῇ κακίᾳ κινού
μενος, ἢ καὶ παρ' ὑμῶν κινηθείς ἠβουλήθη τὴν ἀλή
θειαν κρύψαι· καὶ λαβὼν ἀνὰ χεῖρας τὴν βίβλον, καὶ
ἐλθὼν ἐπὶ τὸ θυρίδιον, ᾠκονόμησε τὸ ῥητὸν ἀποξέ·
σαι. Καὶ στήσας τὸ φύλλον ὁ τὸ ῥητὸν εἶχεν ἀπῆλθε
λαβεῖν τὸ σιδήριον τοῦ ἀπαλείψαι αὐτό. Τὸ δὲ τῆς
ἀληθείας Πνεῦμα οὐκ ἠθέλησε τοῦτο γενέσθαι, ἵν
μὴ σβεσθῇ ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ πνέει αέρα, ὁ δὲ ἀπ
τρέπει τὸ φύλλου τὸ ῥητὸν ἔχον, καὶ ἕτερον ίστησιν
ἐκεῖνος τῇ σπουδῇ ἐκκόπτει ἕτερον ἀνθ' ἑτέρου. Απ
βὼν οὖν τὸ βιβλίον, καὶ σπουδαίως ἐν τῇ συνόδῳ ἐλε
θών, ήρχετο μετὰ θάρσους τοὺς Λατίνους νικήσει
᾿Ανοίξας δὲ τὸ βιβλίον ὁ πατὴρ αὐτοῦ, καὶ ἰδὼν ἔπ
τὸ ῥητὸν ὑγιὲς ὑπάρχον, στρεβλῷ τῷ ὀφθαλμῷ τοπ
ὑποτακτικῷ ἐκβλέψας, ἐδείκνυεν· ὅς μετὰ δέου
ἐβόησεν· Εἰς τὴν εὐχήν σου, Κύριε, ἔκοψα αύτο
πῶς δὲ καὶ πάλιν ὑγιές ἐστιν, ἀπορῶ. Οὕτως οὗ
τοῦ ῥητοῦ ὑγιοῦ; εὑρεθέντος ἀνεχωρήσατε· καὶ νῦ
οὐκ αἰσχύνῃ λέγων, ὅτι ἤλεγξας τὸ ἄτοπον τῆς τῶν
Λατίνων δόξης; Εδει οὖν σε αἰσχύνεσθαι ταῦτα λέγοντα· οὐ γὰρ πρὸς ἀμαθεῖς ἢ εἰς τὴν ἄοικον ταῦτα
ἐπέστελλες, ὅπως μὴ ἐντύχωσι τοῖς εἰδόσι· τὰ Πρακτικὰ γὰρ δεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν, ὅτι οὐδὲν ἄλλο
ἐβόας, η Απόκρυφόν ἐστι τὸ προκομισθέν βιβλίον.
Εφερον τοῦ Κυρίλλου ῥητὸν, διεφθαρμένον εκάλεις·
ἐκόμιζον τοῦ Βασιλείου, νενοθευμένον ὑπάρχειν ἔλε
col. 1049–1050page 47 of 75
PG 159:1049γες· καὶ τοῦτο μόνον ὑπῆρχε σοι τὸ γενναῖον τοῦ λόγου. Εἶτα εἰπόντων ἐκείνων, σὲ προκομίσαι τὸ ἀληθὲς, προθεσμίαν ἐζήτεις ἀπελθεῖν εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ εὑρεῖν. Τοιαῦτά σου τὰ γενναία βής ματα καὶ ἡ τοῦ λόγου ἰσχὺς, ἅπερ ἐπ᾽ ἀληθείας αἰσχύνη ἐστὶν ἀπαγγέλλειν αὐτά. Διὰ τοῦτο ἄλις ἐν τούτοις. ΕΦΕΣ. *Αλλων γὰρ ἄλλα ῥητῶν ῥητὰ διαδεχομένων, καὶ λόγου λόγον γεννώντος, ὡς ἐν τοιούτοις εἰκὸς, οὐδέν τι μᾶλλον ἡ ἀλήθεια τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν ἐπεδείκνυτο, πολὺ τὸ μέλαν ἐμούντων ἐκείνων πρὸ ἑαυτῶν, καὶ ταῖς μακρολογίαις αὐτὴν ἐπισκιαζόντων. ΑΠΟΛ. Ἐπειδὴ τὰ τοῦ μεγάλου Αθανασίου ῥητα διεφθαρμένα ἔλεγες, ἀνάγκη ἦν ῥητὰ ἑτέρων ἁγίων προκα μίσαι, καὶ προέφερον τοῦ Ἐπιφανίου τε καὶ Κυρίλλου· καὶ αὐτὰ ἀπόκρυφα, ἄγνωστά τε καὶ διεφθαρμένα ἐκάλεις. Οθεν ὁ λόγος τὸν λόγον γεννῶν, ὡς εἴωθεν ἐπὶ τούτοις ἀεὶ γίγνεσθαι, εχώρει εἰς ἄπειρον. Καὶ σοῦ μὲν ἐν καὶ γενναῖον ἦν ἀεὶ λέγοντος, ὅτι διε φθαρμένον τοῦτο, νενοθευμένον ἐκεῖνο· ἄγνωστον τοῦτο, ἀπόκρυφον τἄλλο. Οἱ δὲ προσδιαλεγόμενοι τῶν Λατίνων ἡγανάκτουν, καὶ θαυμάζοντες ἔλεγον Αἰδέσιμο πάτερ Ἐφέσου, ἡμεῖς μὲν ὅσα τῶν ὑμετέρων ἁγίων βιβλία δείξομεν, ὅλα διεφθαρμένα λέγεις & Ελληνικά εἰσιν. Εἰ μὲν οὖν τὰ Ἑλληνικὰ διεφθαρμένα καὶ νόθα εἰσὶ, Λατινικὰ δὲ ἡμεῖς οὐ θέλομεν ἐπιδεῖξαι διὰ τὸ ἀνύποπτον, πόθεν ἐπιδείξομεν τὴν ἀλήθειαν, ἵνα σὺ πιστωθείης; Δείξον σύ, Πάτερ αιω δέσιμε, τὴν ἀλήθειαν. Σοῦ δὲ ἄλλο τι μὴ ἔχοντος λέ γειν, ἢ ὅτι διεφθαρμένα καὶ νόθα εἰσὶν, ἀνάγκη ἦν ἐκείνους διὰ τῶν ἑπομένων τοῦ διδασκάλου ῥητῶν συμβιβάσαι τὸν νοῦν, καὶ μακροὺς ἀποτεἶναι λόγους εἰς ἀπόδειξιν καὶ ἐξήγησιν τοῦ ῥητοῦ. Μέλαν δὲ οὐκ ἐξέμεσαν ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἀποκρίσεσιν οἱ Λατίνοι τὴν ἀλήθειαν ἐρευνῶντες, ἀλλ᾽ ἢ σὺ πάντοτε μεθ' ὕβρεως λέγων καὶ γράφων, καὶ τὸν ἰὸν ἐν τοῖς χείλεσιν ἔχων, ὅθεν καὶ κατεγνώθης ὡς δεισιδαίμων. ρίος ΕΦΕΣ. Αχρις οὗ πάλιν ἀπαγορεύσας, υπό τε τῆς συνή θους ἐνοχλούμενος ἀσθενείας, καὶ τὸ τῶν λόγων ἄκαρπον καθορῶν, ἀπέτεινα λόγον διὰ μακροῦ πρὸς αὐτοὺς ὅσον ἴσχυον· ἐγ ᾧ μαρτυρίαις πλείσταις αναντιρρήτοις παρέστησα τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἡμετέρου δόγματος, δτιπερ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. ΑΠΟΛ. Απηγόρευσα; μὲν ἀληθῶς, ἔφης, μὴ δυνάμενος τοῖς γενναίοις τοῦ φρὰ Ἰωάννου συλλογισμοίς ἀντιλέγειν, ὅτε σοι τὸ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ῥητὸν μετὰ συλλογισμῶν ἀντηρώτα, τὸ λέγον· Οὐ γάρ τινα λαμβάνομεν παρὰ τοῦ Πνεύματος, ὥσπερ παρὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα. Ἐν τούτῳ γὰρ τῷ ῥητῷ σε ἔδειξεν ἄπειρον θεολογίας τῆς ἱερᾶς· ὅτε καὶ ὡς ἀκροατήν σε ἐδίδασκε, πῶς δεῖ νοεῖν τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος κατόπτρου γὰρ δίκην τὰ Πρακτικά εἰσι μαρτυροῦντα τὸ ἀληθές· οὐ γὰρ
proferretur, qua'rebas spatium eundi Constantinopolim ad inveniendum. Hæc erant egregia tua verba, et robur tui sermonis, quæ profecto recensere
pudeat. Quare de hoc satis.
γες· καὶ τοῦτο μόνον ὑπῆρχε σοι τὸ γενναῖον τοῦ præstantia. Deinde illis dicentibus, ut verum a te
λόγου. Εἶτα εἰπόντων ἐκείνων, σὲ προκομίσαι τὸ
ἀληθὲς, προθεσμίαν ἐζήτεις ἀπελθεῖν εἰς Κωνσταν
τινούπολιν καὶ εὑρεῖν. Τοιαῦτά σου τὰ γενναία βής
ματα καὶ ἡ τοῦ λόγου ἰσχὺς, ἅπερ ἐπ᾽ ἀληθείας
αἰσχύνη ἐστὶν ἀπαγγέλλειν αὐτά. Διὰ τοῦτο ἄλις ἐν τούτοις.
*Αλλων γὰρ ἄλλα ῥητῶν ῥητὰ διαδεχομένων, καὶ
λόγου λόγον γεννώντος, ὡς ἐν τοιούτοις εἰκὸς, οὐδέν
τι μᾶλλον ἡ ἀλήθεια τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν ἐπεδείκνυτο,
πολὺ τὸ μέλαν ἐμούντων ἐκείνων πρὸ ἑαυτῶν, καὶ
ταῖς μακρολογίαις αὐτὴν ἐπισκιαζόντων.
Ἐπειδὴ τὰ τοῦ μεγάλου Αθανασίου ῥητα διεφθαρ
μένα ἔλεγες, ἀνάγκη ἦν ῥητὰ ἑτέρων ἁγίων προκαμίσαι, καὶ προέφερον τοῦ Ἐπιφανίου τε καὶ Κυρίλ
λου· καὶ αὐτὰ ἀπόκρυφα, ἄγνωστά τε καὶ διεφθαρμένα
ἐκάλεις. Οθεν ὁ λόγος τὸν λόγον γεννῶν, ὡς εἴωθεν
ἐπὶ τούτοις ἀεὶ γίγνεσθαι, εχώρει εἰς ἄπειρον. Καὶ
σοῦ μὲν ἐν καὶ γενναῖον ἦν ἀεὶ λέγοντος, ὅτι διεφθαρμένον τοῦτο, νενοθευμένον ἐκεῖνο· ἄγνωστον
τοῦτο, ἀπόκρυφον τἄλλο. Οἱ δὲ προσδιαλεγόμενοι
τῶν Λατίνων ἡγανάκτουν, καὶ θαυμάζοντες ἔλεγον·
Αἰδέσιμο πάτερ Ἐφέσου, ἡμεῖς μὲν ὅσα τῶν ὑμετέρων ἁγίων βιβλία δείξομεν, ὅλα διεφθαρμένα λέγεις
& Ελληνικά εἰσιν. Εἰ μὲν οὖν τὰ Ἑλληνικὰ διεφθαρ
μένα καὶ νόθα εἰσὶ, Λατινικὰ δὲ ἡμεῖς οὐ θέλομεν
ἐπιδεῖξαι διὰ τὸ ἀνύποπτον, πόθεν ἐπιδείξομεν τὴν
ἀλήθειαν, ἵνα σὺ πιστωθείης; Δείξον σύ, Πάτερ αιω
δέσιμε, τὴν ἀλήθειαν. Σοῦ δὲ ἄλλο τι μὴ ἔχοντος λέγειν, ἢ ὅτι διεφθαρμένα καὶ νόθα εἰσὶν, ἀνάγκη ἦν
ἐκείνους διὰ τῶν ἑπομένων τοῦ διδασκάλου ῥητῶν
συμβιβάσαι τὸν νοῦν, καὶ μακροὺς ἀποτεἶναι λόγους
εἰς ἀπόδειξιν καὶ ἐξήγησιν τοῦ ῥητοῦ. Μέλαν δὲ οὐκ
ἐξέμεσαν ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἀποκρίσεσιν οἱ Λατίνοι τὴν
ἀλήθειαν ἐρευνῶντες, ἀλλ᾽ ἢ σὺ πάντοτε μεθ' ὕβρεως
λέγων καὶ γράφων, καὶ τὸν ἰὸν ἐν τοῖς χείλεσιν ἔχων,
ὅθεν καὶ κατεγνώθης ὡς δεισιδαίμων.
EPHES.
Allis enim alia dictis dicta excipientibus, et scrmone sermonein pariente, ut in hisce assolet, non
sinebatur veritas suas vires ostendere, multum illis
atramentum præ se offundentibus, et prolixis
sermonibus eam offuscantibus.
RESP.
Quandoquidem Athanasii Magni verba corrupta
dicebas, afferenda tibi erant necessario aliorum
sanctorum dicta, et allata sunt ex Epiphanio et Cyrillo. Tu vero illa etiam apocryphia, ignota et vitiata vocabas. Quapropter sermo sermonem pariens,
ut semper in hujuscemodi rebus assolet, in infinitum protrahebatur. Et tu quidem unum semper
et præclarum assidue repetebas: Hoc est corruptum, illudždepravatum, ignotum hoc, «pocryphum
illud. Ex Latinis vero qui tecum disputabant, stomachabantur, et mirabundi, Reverende Pater Ephesine, aiebant, quoscunque nos sanctorum vestro
rum libros Græcos ostenderimus, tu vocas corruρίος; si ergo Græci codices corrupti et adulterini
sunt, Latinos vero nos proferre nolumus, ut omnis absit suspicio, unde veritatem demonstrabimus,
ut Gidem tibi facianus? Ostende tu, reverende Pater, veritatem. Te autem nihil aliud respondente,
quam loca corrupta et adulterina esse, necesse
erat Latinos per sequentia verba doctoris sensuni
cohærentem ostendere, et longos texere sermones
ad demonstrandum et explanandum auctoris dictum.
Nullum porro atramentum evomuere Latini in suis
responsionibus, cum veritatem indagarent; imo
vero tu, qui semper et loquendo et scribendo contumelias Jacis, et labra veneno perfusa habes, ex quo etiam condemnatus es ut superstitionibus imbulus.
Αχρις οὗ πάλιν ἀπαγορεύσας, υπό τε τῆς συνή
θους ἐνοχλούμενος ἀσθενείας, καὶ τὸ τῶν λόγων
ἄκαρπον καθορῶν, ἀπέτεινα λόγον διὰ μακροῦ πρὸς
αὐτοὺς ὅσον ἴσχυον· ἐγ ᾧ μαρτυρίαις πλείσταις
αναντιρρήτοις παρέστησα τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἡμετέ
ρου δόγματος, δτιπερ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς, οὐχὶ δὲ
καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται.
Απηγόρευσα; μὲν ἀληθῶς, ἔφης, μὴ δυνάμενος
τοῖς γενναίοις τοῦ φρὰ Ἰωάννου συλλογισμοίς
ἀντιλέγειν, ὅτε σοι τὸ τοῦ μεγάλου Βασιλείου ῥητὸν
μετὰ συλλογισμῶν ἀντηρώτα, τὸ λέγον· Οὐ γάρ
τινα λαμβάνομεν παρὰ τοῦ Πνεύματος, ὥσπερ παρὰ
τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα. Ἐν τούτῳ γὰρ τῷ ῥητῷ σε
ἔδειξεν ἄπειρον θεολογίας τῆς ἱερᾶς· ὅτε καὶ ὡς
ἀκροατήν σε ἐδίδασκε, πῶς δεῖ νοεῖν τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος κατόπτρου γὰρ δίκην
τὰ Πρακτικά εἰσι μαρτυροῦντα τὸ ἀληθές· οὐ γὰρ
EPHES.
Donec iterum spe et viribus destitutus, tum quia
consueto affligebar morbo, tum quia inania fundi
verba videbam, sermonem ad eos habui quam potui longissimum; quo plurimis irrefragabilibus testimoniis aperui nostri dogmatis veritatem, quo scilicet ex solo Patre, non etiám ex Filio, procedebat
Spiritus sanctus.
RESP.
Verum est quod ais, fuisse te spe destitutum:
quia contra validos fratris Joannis syllogismnos dicere non valebas; quando te per syllogismos vicissim interrogabat de illo magni Basilii dicto:
Neque enim accipimus a Spiritu aliqua, sicut a
Filio Spiritus. In qua te sententia ostendit sacræ
theologiæ ignarum; cum te etiam velut auditorem
erudiebat, quomodo intelligenda sit Spiritus sancti processio; Acta enim instar speculi sunt, et
verum testantur. Neque vero' tu illius verba vide-
col. 1051–1052page 48 of 75
PG 159:1051ἀκαρπίαν ἑώρας ἐν τοῖς ἐκείνου λόγοις, ἀλλ᾿ ἰσχύν τε καὶ δύναμιν. Ην δ' εἶχες ἐξ ἔθους ἀσθένειαν, εἴπομεν μὲν καὶ πρότερον, δηλώσομεν δὲ καὶ μετὰ μικρὸν, ἵνα γνῶσι πάντες τίς ἦν. Πρὸς δὲ τὴν δύναμιν καὶ ἰσχὺν τῶν τοῦ Ἰωάννου λόγων μὴ δυνάμενος ἀντιβλέψαι ἠβουλήθης ἀποδράσαι, τὸν ἀγῶνα δειλιάσας τῆς διαλέξεως· καὶ ἐξέτεινα; λόγον, μακρὸν μὲν, μηδένα δὲ καρπὸν ἔχοντα δια λέξεως, ἀλλὰ πάντα ἀπὸ τοῦ Καβασιλᾶ τε καὶ Πι λαμᾶ, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς σχισματικῶν ἀναλαβὼν ἔλεγες γυμνὰ ῥητὰ τοῦ Εὐαγγελίου, οιόμενος ἐξ ἐκείνων δεῖξαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ μόνου του Πατρός, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἐκπορεύεσθαι· ὅπερ προέθου μὲν ὁμολογουμένως δεῖξαι, οὐκ ἔδειξας δὲ, οὐδὲ προύργου τὰ ῥητὰ ἐκεῖνά σοι ἀπηντήκε σαν. Τὸ γὰρ εἰπεῖν, Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπο ρεύεται, οὐ μόνον οὐ συνηγορεῖ τῷ σῷ λόγῳ, ἀλλὰ καὶ προδήλως ἐναντιοῦται· οὐ γάρ φησιν, "Ο παρά τοῦ Πατρὸς μόνου, ἢ παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται. Καὶ τὸ λέγειν, "Οταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ὃν πέμψει ὁ Πατήρ, ουδεμίαν σα ἰσχὺν δίδωσιν· οὐ γὰρ λέγει, Ον πέμψει ὁ Πατὴρ μόνος, ἢ Ὃν ὁ Υἱὸς οὐ πέμπει. Καὶ τοῦ Παύλου δὲ, ὅ λέγει· Ἡμεῖς οὐ τὸ Πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ συνηγορεῖ τῷ σῷ βουλήματι· οὐ γὰρ λέγει, Τὸ Πνεῦμα μόνου τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ, Το Πνεῦμα, φησί, τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, Θεὸς δὲ ὁ Πατήρ καὶ ὁ Υἱός. Ἐκ ποίων οὖν ῥητῶν ἔδειξας ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἐν τῇ συνόδῳ, ὥσπερ λέγεις ἐνταῦθα ἐγκαυχώμενος; Ἐκ τῶν ἤδη (ηθέντων; Καὶ αὐτὰ οὐκ ἐκ μόνου φασὶν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, καὶ τούτοις τοῖς λόγο; Λατίνος συνομολογήσουσιν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νοῦς ἅπας ἐκείνου τοῦ λόγου ὅνπερ ἐξέτεινας. Ἀλλ' οὐκ ἀντίκεινται, φήσουσιν οἱ τῆς ἀληθείας συνήγοροι, τὰ ῥητὰ ταῦτα τοῖς λέγουσι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπο ρεύεσθαι. Εἰ γὰρ ἔφασαν, Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἦ, Ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἢ, Ο Πατήρ μόνος προ βάλλει τὸ Πνεῦμα, οὐ μὴν δὲ καὶ ὁ Υἱὸς, καὶ ἀλλ᾽ ὅμοια, εἶχες ἂν σκιὰν ἐρίζειν τε καὶ φιλονεικεῖν. Ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἔλεγον, ἦν ἱκανὰ πρὸς ὅ σὺ βούλει· πάρεστι γὰρ εἰδέναι καὶ ἐξ ἄλλ λων ευαγγελικῶν φωνῶν τοῦτο αὐτό. Φησὶ γὰρ ὁ Σωτήρ· Περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐ δεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ Υἱὸς, εἰ μὴ ὁ Πατήρ μου μόνος. Καὶ αὖθις· Η ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με. Ἐν τούτοις οὖν σαρῶς μὲν ἀπηρνήσατο, ὅτι οὐκ οἶδεν αὐτὸς ὁ Υἱός, εἰ μὴ μόνος ὁ Πατήρ· καὶ ἡ διδαχὴ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦ Πατρός. Ἡμεῖς δὲ καλῶς καὶ ἐπαινετώς πιστεύομεν πάν τοὐναντίον, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὥραν εἰδί ναι αὐτὸν ὥσπερ καὶ τὸν Πατέρα λέγομεν, καὶ τὴν
JOSEPIII METHIONENSIS EPISCOPI
las inania, sed solida et nervosa. Quo porro vexa - ἀκαρπίαν ἑώρας ἐν τοῖς ἐκείνου λόγοις, ἀλλ᾿ ἰσχύν
ri morbo soleres, supra quidem diximus, sed et
paulo post dicemus, ut qui fuerit, omnibus'pateat.
Cæterum adversus vim et robur argumentorum
Joannis cum stare non posses, fugam parasti disputationis congressu perterritus: et longum quidem habuisti sermonem, sed qui nullum disputationis fructum haberet. Siquidem a Cabasila, et
Palama, et similibus eorum schismaticis omnia
mutuatus, nuda proponebas Evangelii dicta, putans te per ea probaturum quod ex solo Patre,
non etiam ex Filio, procedat Spiritus sanctus;
quod tu quidem certe probandum assumpsisti, at
non probasti, neque tibi textus illi quidquam profuerunt. Dicere enim: Qui a Patre procedit*, non
modo non facit ad tuum finem, sed etiam aperte
adversatur. Neque enim dicit: Qui ex solo Patre,
vel, qui ex Patre, non autem ex Filio ¿procedit.
Illud autem Cum venerit Paracletus, quem mittet
Pater, nullas tibi dat vires; non enim sic ait:
Quem mittet solus Pater; aut: Quem Filius non
n.ittit. Praeterca illud Pauli: Nos non Spiritum hu
jus mundi accepimus, sed Spiritum qui ex Deo est ",
nihil tuo proposito sufragatur. Neque enim dicit,
Spiritum solius Patris, et non Filii, sed, Spiritum
qui ex Deo est, Deus autem Pater et Filius. Quibus ergo ex locis probasti in synodo Spiritum ex
solo Patre, ut hic te jactas? Num ex his quæ mo
do allata sunt? At in iis non habetur Ex solo, sed
τε καὶ δύναμιν. Ην δ' εἶχες ἐξ ἔθους ἀσθένειαν,
εἴπομεν μὲν καὶ πρότερον, δηλώσομεν δὲ καὶ μετὰ
μικρὸν, ἵνα γνῶσι πάντες τίς ἦν. Πρὸς δὲ τὴν
δύναμιν καὶ ἰσχὺν τῶν τοῦ Ἰωάννου λόγων μὴ
δυνάμενος ἀντιβλέψαι ἠβουλήθης ἀποδράσαι, τὸν
ἀγῶνα δειλιάσας τῆς διαλέξεως· καὶ ἐξέτεινα;
λόγον, μακρὸν μὲν, μηδένα δὲ καρπὸν ἔχοντα διαλέξεως, ἀλλὰ πάντα ἀπὸ τοῦ Καβασιλᾶ τε καὶ Πιλαμᾶ, καὶ τῶν κατ' αὐτοὺς σχισματικῶν ἀναλαβὼν
ἔλεγες γυμνὰ ῥητὰ τοῦ Εὐαγγελίου, οιόμενος ἐξ
ἐκείνων δεῖξαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ μόνου του
Πατρός, οὐχὶ δὲ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἐκπορεύεσθαι· ὅπερ
προέθου μὲν ὁμολογουμένως δεῖξαι, οὐκ ἔδειξας
δὲ, οὐδὲ προύργου τὰ ῥητὰ ἐκεῖνά σοι ἀπηντήκε
σαν. Τὸ γὰρ εἰπεῖν, Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπο·
ρεύεται, οὐ μόνον οὐ συνηγορεῖ τῷ σῷ λόγῳ, ἀλλὰ
καὶ προδήλως ἐναντιοῦται· οὐ γάρ φησιν, "Ο παρά
τοῦ Πατρὸς μόνου, ἢ παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ οὐκ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται. Καὶ τὸ λέγειν, "Οταν ἔλθῃ
ὁ Παράκλητος, ὃν πέμψει ὁ Πατήρ, ουδεμίαν σα
ἰσχὺν δίδωσιν· οὐ γὰρ λέγει, Ον πέμψει ὁ Πατὴρ
μόνος, ἢ Ὃν ὁ Υἱὸς οὐ πέμπει. Καὶ τοῦ Παύλου
δὲ, ὅ λέγει· Ἡμεῖς οὐ τὸ Πνεῦμα τοῦ κόσμου
ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, οὐ
συνηγορεῖ τῷ σῷ βουλήματι· οὐ γὰρ λέγει, Τὸ
Πνεῦμα μόνου τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλὰ, Το
Πνεῦμα, φησί, τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, Θεὸς δὲ ὁ Πατήρ
καὶ ὁ Υἱός. Ἐκ ποίων οὖν ῥητῶν ἔδειξας ἐκ μόνου
τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἐν τῇ συνόδῳ, ὥσπερ λέγεις
ἐνταῦθα ἐγκαυχώμενος; Ἐκ τῶν ἤδη (ηθέντων;
Καὶ αὐτὰ οὐκ ἐκ μόνου φασὶν, ἀλλ᾽ ἁπλῶς ἐκ τοῦ
Πατρὸς ἐκπορευόμενον, καὶ τούτοις τοῖς λόγο;
Λατίνος συνομολογήσουσιν. Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νοῦς
ἅπας ἐκείνου τοῦ λόγου ὅνπερ ἐξέτεινας. Ἀλλ' οὐκ
ἀντίκεινται, φήσουσιν οἱ τῆς ἀληθείας συνήγοροι,
τὰ ῥητὰ ταῦτα τοῖς λέγουσι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι. Εἰ γὰρ ἔφασαν, Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς οὐκ
ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἦ, Ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα,
οὐχὶ δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἢ, Ο Πατήρ μόνος προ
βάλλει τὸ Πνεῦμα, οὐ μὴν δὲ καὶ ὁ Υἱὸς, καὶ ἀλλ᾽
ὅμοια, εἶχες ἂν σκιὰν ἐρίζειν τε καὶ φιλονεικεῖν.
Ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἔλεγον, ἦν ἱκανὰ
πρὸς ὅ σὺ βούλει· πάρεστι γὰρ εἰδέναι καὶ ἐξ ἄλλ
simpliciter Ex Patre procelentem, quæ tibi omnia
Latini concedunt: siquidem hic unus est longi illius tui sermonis sensus. At veritatis defensores
tibi 'negabunt, dicta illa refragari affirmantibus
Spiritum sanctum etiam ex Filio procedere. Nam
si dicerent, Qui ex Patre non ex Filio, sive, Ex
solo Patre non etiam ex Filio; vel ita; Pater solus
producit Spiritum sanctum, non etiam Filius, aut
similia, esset umbratilis hæc tibi rixæ et contentionis occasio. Verum, ut etiam ex solo Patre dicerent, ad probandum quod vis, tibi satis non
esset. Quod certe perspicere licet ex aliis Evangelii dictis. Salvator inquit: De die illa et hora nemo
scit, neque angeli cœlorum, neque Filius, nisi Pater
meus solus. Et rursus: Mea doctrina non est mea,
set ejus qui misit me ". In his perspicue negavit λων ευαγγελικῶν φωνῶν τοῦτο αὐτό. Φησὶ γὰρ ὁ
Filius se scire, sed unum scire ait Patrem; et
doctrinam, inquit, suam non esse suam, sed Patris: attamen non recte et laudabiliter credimus
omnino oppositum, dicimusque notam ipsi esse
diem illam et boram æque ac Patri; et doctrinam
ipsius esse asseveramus. Si ergo nos eorum quæ
ille manifeste negavit contraria credimus et
recta fide tenemus, cur hic, ubi nullam negationem
apposuit, non credamus ex ipso etiam esse Spiritum sanctum, quando hoc ipsum per alia sacri
Σωτήρ· Περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐ
δεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι οἱ ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ
ὁ Υἱὸς, εἰ μὴ ὁ Πατήρ μου μόνος. Καὶ αὖθις· Η
ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμὴ, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός
με. Ἐν τούτοις οὖν σαρῶς μὲν ἀπηρνήσατο, ὅτι
οὐκ οἶδεν αὐτὸς ὁ Υἱός, εἰ μὴ μόνος ὁ Πατήρ· καὶ
ἡ διδαχὴ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῦ Πατρός.
Ἡμεῖς δὲ καλῶς καὶ ἐπαινετώς πιστεύομεν πάν
τοὐναντίον, καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ ὥραν εἰδί
ναι αὐτὸν ὥσπερ καὶ τὸν Πατέρα λέγομεν, καὶ τὴν
* Joan. xv, 26. ibid. 'I Cor. 11, 12. • Matth. xxiv, 36. • Joan. VI,
Quoad verba scilicet, non quoad sensum contraria
col. 1053–1054page 49 of 75
PG 159:1053διδαχὴν αὐτοῦ εἶναι τιθέμεθα. Εἰ οὖν ἐν οἷς φανε ρῶς ἀπηρνήσατο, ἡμεῖς ταναντία πιστεύομεν, καὶ ὀρθοδόξως ποιοῦμεν, διὰ τί ἐνταῦθα, ἔνθα οὐδεμίαν 10 ἄρνησιν τέθεικεν, οὐ πιστεύομεν ὅτι καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει, ὅπου γε ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις δι' ἄλλων ῥητῶν τὸ αὐτὸ ἡμῖν ὁ Σωτὴρ παρ ιστῇ; ὅς πού φησιν· "Οταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, ἐν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν. Οὗτός ἐστιν ὁ Παράκλητος ἐκεῖνος, δν ὁ Πατὴρ ἐκπορεύει· εἰ οὖν ἂν ὁ Πατήρ ἐκπορεύει, ὁ Υἱὸς ἐκπέμπει, τί διαφέρει τὸ πέμ πεσθαι τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεσθαι; Καὶ πάλιν ¨Οταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν· πάντα γὰρ ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ, ἐμά ἐστι. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι Ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει. Καὶ ἀλλαχοῦ φύσησε, καὶ εἶπε τοῖς μαθηταῖς, Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον. "Απερ πάντα δεικνύουσιν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ; Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. Πόθεν οὖν καὶ ἐκ ποίων ῥητῶν ἔδειξας σὺ τὸ Πνεῦμα ἐκ μόνου τοῦ Πατρός; Ἐκ τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ πῶς ἐστι δυνατόν τοὺς αὐτοὺς ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς, καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ λέγειν Εἰ γὰρ ἔλεγον οὕτως, ἑαυτοῖς περιέπιπτον, ἄλλα μὲν λέγοντες ἐν ἄλλοις, καὶ ἄλλα ἐν ἄλλοις. Δεῖ γὰρ ἢ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς λέγειν αὐτοὺς, ἢ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἀλλὰ τὸ ἐκ μόνου οὐδεὶς τῶν ἁγίων εἴρηκεν, εἰ μὴ μόνον Νεστόριος ὁ αἱρε τικός, τὸ δὲ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πάντες οἱ διδάσκαλοι διαρρήδην κηρύττουσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ μέγας τῆς Ἐκκλησίας στῦλος, ὁ μέγας τῷ ὄντι καὶ ἱερὸς ᾿Αθανάσιος ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τῆς ἑαυτοῦ πίστεώς φησιν· Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ οὐ ποιητόν, οὐ κτιστὸν, οὐ γεννητόν, ἀλλ' ἐκπορευτόν. Ὁ αὐτὸς ἐν τῷ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου λόγῳ οὕτω φησίν· Μὴ ὑπονοείτω τις, ὅτι μὴ ἔχων αὐτὸς ἐλάμβανεν· αὐτὸς γὰρ αὐτὸ ἄνωθεν ἔπεμπεν ὡς Θεὸς, καὶ αὐτὸς αὐτὸ κάτωθεν ὑπεδέχετο ὡς ἄνθρωπος· ἐξ αὐτοῦ οὖν εἰς αὐτὸν κατῄει, ἐκ τῆς θεότητος αὐτοῦ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ. Βασίλεος δὲ ὁ θειότατος ἐν τῷ κατ' Ευνομίου τρίτῳ φησίν· «Τίς γὰρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματι καὶ τῇ τάξει τρίτον ὑπάρχοι τὸ Πνεῦμα, τρίτον εἶναι αὐτὸ καὶ τῇ φύσει; Αξιώματι μὲν γὰρ δευτερεύειν τοῦ Υἱοῦ, παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχον, καὶ παρ' αὐτοῦ λαμβάνον καὶ ἀναγγέλλον ἡμῖν, καὶ ὅλως τῆς αἰτίας ἐκείνης ἐξημμένον παραδίδωσιν ὁ τῆς εὐσεβείας λόγος.» Ο δὲ Νύσσης θείος Γρηγόριος ὁ καὶ ἀδελφὸς τούτου ἐν πολλοῖς μὲν λόγοις αὐτοῦ τοῦτό φησι, μάλιστα δὲ ἐν τῇ εἰς τὸ, Πάτερ ἡμῶν, ὁμιλία τρίτῃ διατρανοῖ λέγων· Ὁ γὰρ μονογενής Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς παρὰ τῆς ἁγίας Γραφῆς ὀνομάζεται, καὶ μέχρι τούτου ίστησιν ὁ λόγος αὐτοῦ τὴ ἰδίωμα τὸ δὲ ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγε ται, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εἶναι προσμαρτυρεῖται· Εἰ τις γὰρ Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ ἔστιν αὐτοῦ, φησὶν ὁ θεῖος Απόστολος. Κύριλλος δὲ ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων Εκκλησίας φωστήρ ὁ μακάριος, ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον ἐπιστολῇ, ἧς ἡ ἀρχὴ, Τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐνεργῶς λέγοντος, Ο
διδαχὴν αὐτοῦ εἶναι τιθέμεθα. Εἰ οὖν ἐν οἷς φανε- Evangelii verba Salvator nobis declarat? Alicubi
ρῶς ἀπηρνήσατο, ἡμεῖς ταναντία πιστεύομεν, καὶ enim dicit: Cum venerit Paracletus, quem ego mitὀρθοδόξως ποιοῦμεν, διὰ τί ἐνταῦθα, ἔνθα οὐδεμίαν Inm vobis 10 Hic est Paracletus ille, quem
ἄρνησιν τέθεικεν, οὐ πιστεύομεν ὅτι καὶ ἐξ αὐτοῦ Pater producit: si ergo quem Pater producit, hune
τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει, ὅπου γε ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγε Filius mittit, quid differt inter mitti et proce·lere?
λίοις δι' ἄλλων ῥητῶν τὸ αὐτὸ ἡμῖν ὁ Σωτὴρ παρ·
Et rursus Cum venerit ille docebit vos omnem veritaιστῇ; ὅς πού φησιν· "Οταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, tem; ille me clarificabit quia de meo accipiet, et annunἐν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν. Οὗτός ἐστιν ὁ Παράκλητος
tiabit vobis: omnia enim quæcunque habet Pater,
ἐκεῖνος, δν ὁ Πατὴρ ἐκπορεύει· εἰ οὖν ἂν ὁ Πατήρ mea sunt, propterea dixi quia de meo accipiel “. Et
ἐκπορεύει, ὁ Υἱὸς ἐκπέμπει, τί διαφέρει τὸ πέμ- alibi: Insufflavit et dixit discipulis: Accipite Spiritum
πεσθαι τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύεσθαι; Καὶ πάλιν· sanctum 's. Q:æ omnia ostendunt, etiam ex Filia
¨Οταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν procedere Spiritum sanctum.Unde igitur et per quos
τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ textus probasti to Spiritum ex solo Patre? Num ex
ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν· πάντα γὰρ
doctoribus Ecclesiæ? Sed qui fiat ut iidem et ex Patre
ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ, ἐμά ἐστι. Διὰ τοῦτο εἶπον, solo, et ex Patre et Filio dicant? Si enim ita dicerent,
ὅτι Ἐκ τοῦ ἐμοῦ λαμβάνει. Καὶ ἀλλαχοῦ· Erg- pugnantia sane loquerentur, alias alia docentes.
φύσησε, καὶ εἶπε τοῖς μαθηταῖς, Λάβετε Πνεῦμα Oportet enim ut vel ex solo Patre affirment, vel
ἅγιον. "Απερ πάντα δεικνύουσιν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ex Patre el ex Filio; verum ex solo Patre, nemo
Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. Πόθεν οὖν dixit sanctorum; unus id affirmavit Nestorius bæκαὶ ἐκ ποίων ῥητῶν ἔδειξας σὺ τὸ Πνεῦμα ἐκ μόνου reticus; productionis vero etiam ex Filio doctores
τοῦ Πατρός; Ἐκ τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας; omnes clarissimi præcones sunt. Principio enim
Καὶ πῶς ἐστι δυνατόν τοὺς αὐτοὺς ἐκ μόνου τοῦ magnum Ecclesiæ columen, magnus revera el saAΠατρὸς, καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ λέγειν; cer Athanasius, in suæ fidei confessione: Spiritus,
Εἰ γὰρ ἔλεγον οὕτως, ἑαυτοῖς περιέπιπτον, ἄλλα inquit, sanctus a Patre et Filio non factus, nec
μὲν λέγοντες ἐν ἄλλοις, καὶ ἄλλα ἐν ἄλλοις. Δεῖ γὰρ creatus, nec genitus, sed procedens. Idem, in serἢ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς λέγειν αὐτοὺς, ἢ ἐκ τοῦ mone de incarnatione Domini, hæc habet: Nulli
Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἀλλὰ τὸ ἐκ μόνου οὐδεὶς vero suspicio sit, ipsum non habentem accepisse;
τῶν ἁγίων εἴρηκεν, εἰ μὴ μόνον Νεστόριος ὁ αἱρε ipse enim desuper mittebat illum ut Deus, ut homo
τικός, τὸ δὲ ἐκ τοῦ Υἱοῦ πάντες οἱ διδάσκαλοι autem infra eumdem suscipiebat; ex ipso itaque
διαρρήδην κηρύττουσιν. Αὐτίκα γὰρ ὁ μέγας τῆς descendebat in ipsum, ex deitate ejus in ejus huἘκκλησίας στῦλος, ὁ μέγας τῷ ὄντι καὶ ἱερὸς manitatem.
᾿Αθανάσιος ἐν τῇ ὁμολογίᾳ τῆς ἑαυτοῦ πίστεώς φησιν· Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ
τοῦ Υἱοῦ οὐ ποιητόν, οὐ κτιστὸν, οὐ γεννητόν, ἀλλ' ἐκπορευτόν. Ὁ αὐτὸς ἐν τῷ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν
τοῦ Κυρίου λόγῳ οὕτω φησίν· Μὴ ὑπονοείτω τις, ὅτι μὴ ἔχων αὐτὸς ἐλάμβανεν· αὐτὸς γὰρ αὐτὸ
ἄνωθεν ἔπεμπεν ὡς Θεὸς, καὶ αὐτὸς αὐτὸ κάτωθεν ὑπεδέχετο ὡς ἄνθρωπος· ἐξ αὐτοῦ οὖν εἰς αὐτὸν
κατῄει, ἐκ τῆς θεότητος αὐτοῦ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ.
Βασίλεος δὲ ὁ θειότατος ἐν τῷ κατ' Ευνομίου
τρίτῳ φησίν· «Τίς γὰρ ἀνάγκη, εἰ τῷ ἀξιώματι καὶ
τῇ τάξει τρίτον ὑπάρχοι τὸ Πνεῦμα, τρίτον εἶναι
αὐτὸ καὶ τῇ φύσει; Αξιώματι μὲν γὰρ δευτερεύειν
τοῦ Υἱοῦ, παρ' αὐτοῦ τὸ εἶναι ἔχον, καὶ παρ' αὐτοῦ
λαμβάνον καὶ ἀναγγέλλον ἡμῖν, καὶ ὅλως τῆς αἰτίας
ἐκείνης ἐξημμένον παραδίδωσιν ὁ τῆς εὐσεβείας
λόγος.»
Ο δὲ Νύσσης θείος Γρηγόριος ὁ καὶ ἀδελφὸς
τούτου ἐν πολλοῖς μὲν λόγοις αὐτοῦ τοῦτό φησι,
μάλιστα δὲ ἐν τῇ εἰς τὸ, Πάτερ ἡμῶν, ὁμιλία
τρίτῃ διατρανοῖ λέγων· Ὁ γὰρ μονογενής Υἱὸς ἐκ
τοῦ Πατρὸς παρὰ τῆς ἁγίας Γραφῆς ὀνομάζεται,
καὶ μέχρι τούτου ίστησιν ὁ λόγος αὐτοῦ τὴ ἰδίωμα·
τὸ δὲ ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς εἶναι λέγε
ται, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εἶναι προσμαρτυρεῖται· Εἰ
τις γὰρ Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὐκ
ἔστιν αὐτοῦ, φησὶν ὁ θεῖος Απόστολος.
Κύριλλος δὲ ὁ τῆς Ἀλεξανδρέων Εκκλησίας φωστήρ
ὁ μακάριος, ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον ἐπιστολῇ, ἧς ἡ
ἀρχὴ, Τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ἐνεργῶς λέγοντος, Ο
Basilius quoque sanctissimus, libro tertio contra
Eunomium: c Quæ enim, inquit, necessitas cogit,
eo quod dignitate et ordine tertius est Spiritus
sanctus, eumdem esse quoque tertium natura?
Dignitate enim illum esse a Filio secundum, cum
ab ipso sit, et ab ipso accipiat et annuntiet nobis, et
omnino abilla causa pendeat, sermo pietatis tradit.
Hujus autem frater, divinus Gregorius Nyssenus,
in multis sane sermonibus hoc idem docet, præcipue vero tertia in Orationem Dominicam homilia
declarat dicens: Unigenitum Filium divina Scriptura ex Patre natum vocat, et proprietas ejus in
sacris Litteris ultra non progreditur; Spiritus vero
sanctus et ex Patre esse dicitur, et insuper ex Filio
esse perhibetur: Si quis enim Spiritum Christi non
habet, hic non est ejus, inquit divinus Apostolus 18.
Beatus quoque Cyrillus, Alexandrinæ lumen
Ecclesiæ, in epistola ad Nestorium, cujus initium
est: Cum Salvator noster aperte pronuntiet: Qui.
1ª Jaan. xv, 26. 11 Joan. xvi, 13-15. 19 Juan. xx, 22. 18 Rom. vult 9.
col. 1055–1056page 50 of 75
PG 159:1055φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος, φησίν· «Εἰ καὶ ἔστι τὸ Πνεῦμα ἐν ὑποστάσει ἰδικῇ, καὶ δὴ νοεῖται καθ' αὐτὸ καθὸ Πνεῦμά ἐστι καὶ οὐχ Υἱὸς, ἀλλ᾽ οὖν ἐστιν οὐκ ἀλλότριον τοῦ Υἱοῦ Πνεῦμα γὰρ ἀληθείας ὠνόμασται, καὶ ἔστι Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, καὶ προχεῖται παρ' αὐτοῦ, καθάπερ ἀμέ λει καὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.» Τὸ δὲ προχεῖται ἀντὶ τοῦ ἐκπορεύεται ὁ διδάσκαλος τίθησιν, ὡς ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ θείου Συμβόλου ὁ αὐτὸς λέγει, ἔνθα φησί· «Καὶ προχεῖται, ἤγουν ἐκπορεύεται.» Ὁ αὐτὸς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῇ εἰ; τὸν προφήτην Ἰωὴλ τῇ, Εκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου, φτ σίν·. Η μὲν γὰρ ἐστι Θεὸς καὶ ἐκ Θεοῦ κατὰ φύσιν ὁ Υἱός, γεγέννηται γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ἴδιον αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμά ἐστι, καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐπ' αὐτοῦ νοεῖται τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός. ο Ο αὐτὸς ἐν τοῖς πρὸς Παλλάδιον "Αντιῤῥητικοίς οὕτω λέγει· «Τρεπτὸν δὲ οὗ του που Πνεῦμά ἐστιν ἢ εἴπερ τὸ τρέπεσθαι νοσεῖ, ἐπ' αὐτὴν ὁ μῶμος τὴν θείαν ἀναδρα μεῖται φύσιν, εἴπερ ἐστὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ μὴν καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ οὐσιωδῶς ἐξ ἀμφοῖν, ήγουν ἐκ Πατρὸς δι' Υιού προχεόμενον Πνεῦμα.» ῾Ο αὐτὸς ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ ἐννάτου ἀναθεματισμοῦ φησιν· «Ιδιον ἔχων ὁ Υἱὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ καὶ οὐσιωδῶς ἐμπεφυκό; αὐτῷ Πνεῦμα ἄγιον εἰργάζετο τὰς θεοσημείας. Χρυσόστομος δὲ ὁ μακάριος ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τῇ εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου φησίν· ο Ηλθεν ὁ Χριστὸς εἰς ἡμᾶς, ἔδωκεν ἡμῖν τὸ ἐξ αὐτοῦ Πνεῦ μα, καὶ ἀνέλαβε τὸ ἡμέτερον σῶμα.» Τὸ δὲ, Ἐξ αὐτ τοῦ, τί δηλοῦν βούλεται, ἢ ὅτι τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐκπο ρευόμενον Πνεῦμα δέδωκεν ἡμῖν; Καὶ Σιμεὼν δὲ ὁ νέος θεολόγος, ὁ καὶ μεταφραστὴς καλούμενος, τῇ τρίτῃ τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς τὸν βίον τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ ᾿Αρειοπαγίτου οὕτω φάσκει·. Πέρας τὰ τῆς σωματικῆς ἐνδημίας δέχε ται, τὰ δὲ τοῦ πνεύματος ἄρχεται· καὶ εἰς οὐρανούς ὁ ἐμὸς Χριστὸς ἀναφέρεται, πρὸς τὸν πατρικὸν επάνεισι θρόνον, καὶ τὸ ἐκπορευόμενον αὐτοῦ Πνεῦμα ἐπὶ τῇ τῶν ἀπίστων ἐθνῶν καταπέμπει τοῖς μαθηταῖς ὁδηγίᾳ· ο συνῳδὲ λέγων τῷ μεγάλῳ πατρὶ Χρυσοστόμῳ, ήγουν τὸ ἐκπορευόμενον ἐξ αὐτοῦ. Ἐπιφάνιος δὲ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου ὁ μακά ριος, ο Αμφότερα κατοικεί, φησὶν, ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τῷ δικαίῳ, ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ. Εἰ δὲ Χριστὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς πιστεύεται Θεὸς ἐκ Θεοῦ, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Χριστοῦ, ἡ παρ' ἀμφοτέρων, ὥς φησιν ὁ Χριστός· "Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπο ρεύεται, καὶ οὕτως ἐξ ἐμοῦ λήψεται.» Καὶ ἐν τῷ Αγκυρωτῷ· «“Ον τρόπον οὐδεὶς ἔγνω τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱός, οὐδὲ τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ, οὕτω τολμῶ λέγειν, οὐδὲ τὸ Πνεῦμα εἰ μὴ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός, παρ' οὗ ἐκπορεύεται καὶ παρ' οὗ λαμβάνε καὶ οὐδὲ τὸν Υἱὸν καὶ τὸν Πατέρα εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ διδάσκον πάντα, τὸ δοξάζον ἀληθῶς, ὁ
diligit patrem aut matrem super me, non est me φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ, οὐκ ἔστι μου
dignus “, hæc habet: «Etsi Spiritus propriam habet subsistentiam, per quam esse per se intelligitur ut Spiritus et non Filius, haud tamen est a
Filio alienus. Vocatus enim est Spiritus veritatis,
veritas autem est Christus; et effunditur ab ipso
quema.lmotum et ex ipso Deo Patre.» Illa porro
vox, effunditur, posita est a doctore loco hujus vocis procedit, ut ipsemet ait in expositione Symboli
his verbis: «Εt effunditur, hoc est procedit.
Idem commentariis in Joel prophetam, explanans verba illa: Effundam de Spiritu meo 18, hac
habet Nam Filius ut Deus et ex Deo naturaliter
est, ex Deo namque Patre natus est, proprius ipsius, et in ipso, et ex ipso est Spiritus, eodem
plane modo, quo Dei Patris esse intelligitur. >
Idem in commentariis quibus confutat Palladium
sic ait: Nulli vero mutabilitati obnoxius est Spiritus; quod si mutabilitatis malo laborat, ipsi divinæ naturæ labes hæc aspergetur, cum sit Dei
Patris, atque ipsius Filii, qui essentialiter ex
utroque, scilicet ex Patre per Filium effunditur
Spiritus.»
Idem in expositione anathematismi noni ait:
‹ Proprium habens Filius Spiritum sanctum, qui ex
ipso est, et ipsi essentialiter insitus est, divina operabatur miracula. ›
Beatus quoque Chrysostomus, homilia in incarnationem Domini, ait: c Venit ad nos Christus, dedit nobis Spiritum, qui ex ipso est, et assumpsit
corpus nostrum. › Quid porro sibi vult illud, Qui ex
ipso est, nisi Spiritum, qui ab ipso procedit, esse
nobis datum?
Simneon præterea novus theologus, qui et Melaphrastes, quinto Nonas Octobris, ubi sancti Dionysii
Areopagitæ vitam scribit, sic ait: Finem habent
corporalis adventus officia, et sumunt initium spirita
lia; meusque in cœlum evehitur Christus, et patriam
repetit sedem, mittitque Spiritum, qui ab ipso procedit, in discipulos, ut duces incredulis gentibus flerent. Ita magno patri Chrysostomo consona loquitur, dum ait, Spiritum qui ab ipso procedit.
Beatus itidem Epiphanius, Cypri archiepiscopus.
cAmbo, inquit, in homine justo inhabitant, Christus et
Spiritus ejus: quod si Christus ex Patre creditur Deus
dle Deo, Spiritus quoque erit a Christo, vel ab utroque;
quemadmodum affirmat Christus, dum ait: Qui a Pa
tre procedit, atque itaezme accipiet.» Etin Ancorato,
‹ Quemadmodum nemo novit Patrem nisi Filius, neque Filium nisi Paler; ita dicere audeo, neque Spiritum nisi Pater et Filius, a quo procedit, et a quo
accipit, et nec Filium et Patrem nisi Spiritus sanctus, qui docet omnia et vere clarificat, qui est a
Patre et Filio.» Et paulo infra: c Spiritus autem ex
Patre et Filio spiratur.»
» Matth. x, 37. ** Joel 11, 28.
ἄξιος, φησίν· «Εἰ καὶ ἔστι τὸ Πνεῦμα ἐν ὑποστά
σει ἰδικῇ, καὶ δὴ νοεῖται καθ' αὐτὸ καθὸ Πνεῦμά ἐστι
καὶ οὐχ Υἱὸς, ἀλλ᾽ οὖν ἐστιν οὐκ ἀλλότριον τοῦ Υἱοῦ
Πνεῦμα γὰρ ἀληθείας ὠνόμασται, καὶ ἔστι Χριστὸς ἡ
ἀλήθεια, καὶ προχεῖται παρ' αὐτοῦ, καθάπερ ἀμέ
λει καὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός.» Τὸ δὲ προχεῖται
ἀντὶ τοῦ ἐκπορεύεται ὁ διδάσκαλος τίθησιν, ὡς ἐν
τῇ ἐξηγήσει τοῦ θείου Συμβόλου ὁ αὐτὸς λέγει,
ἔνθα φησί· «Καὶ προχεῖται, ἤγουν ἐκπορεύεται.»
Ὁ αὐτὸς ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῇ εἰ; τὸν προφήτην
Ἰωὴλ τῇ, Εκχεῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός μου, φτ
σίν·. Η μὲν γὰρ ἐστι Θεὸς καὶ ἐκ Θεοῦ κατὰ φύσιν
ὁ Υἱός, γεγέννηται γὰρ ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός,
ἴδιον αὐτοῦ τε καὶ ἐν αὐτῷ καὶ ἐξ αὐτοῦ τὸ Πνεῦμά
ἐστι, καθάπερ ἀμέλει καὶ ἐπ' αὐτοῦ νοεῖται τοῦ
Θεοῦ καὶ Πατρός. ο
Ο αὐτὸς ἐν τοῖς πρὸς Παλλάδιον "Αντιῤῥητικοίς
οὕτω λέγει· «Τρεπτὸν δὲ οὗ του που Πνεῦμά ἐστιν·
ἢ εἴπερ τὸ τρέπεσθαι νοσεῖ, ἐπ' αὐτὴν ὁ μῶμος τὴν
θείαν ἀναδρα μεῖται φύσιν, εἴπερ ἐστὶ τοῦ Θεοῦ καὶ
Πατρὸς, καὶ μὴν καὶ τοῦ Υἱοῦ, τὸ οὐσιωδῶς ἐξ
ἀμφοῖν, ήγουν ἐκ Πατρὸς δι' Υιού προχεόμενον
Πνεῦμα.»
῾Ο αὐτὸς ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ ἐννάτου ἀναθεμα
τισμοῦ φησιν· «Ιδιον ἔχων ὁ Υἱὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ καὶ
οὐσιωδῶς ἐμπεφυκό; αὐτῷ Πνεῦμα ἄγιον εἰργάζετο
τὰς θεοσημείας.
Χρυσόστομος δὲ ὁ μακάριος ἐν τῇ ὁμιλίᾳ τῇ εἰς
τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου φησίν· ο Ηλθεν ὁ
Χριστὸς εἰς ἡμᾶς, ἔδωκεν ἡμῖν τὸ ἐξ αὐτοῦ Πνεῦ
μα, καὶ ἀνέλαβε τὸ ἡμέτερον σῶμα.» Τὸ δὲ, Ἐξ αὐτ
τοῦ, τί δηλοῦν βούλεται, ἢ ὅτι τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον Πνεῦμα δέδωκεν ἡμῖν;
Καὶ Σιμεὼν δὲ ὁ νέος θεολόγος, ὁ καὶ Μεταφρα
στης καλούμενος, τῇ τρίτῃ τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς τὸν
βίον τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ ᾿Αρειοπαγίτου οὕτω
φάσκει·. Πέρας τὰ τῆς σωματικῆς ἐνδημίας δέχεται, τὰ δὲ τοῦ πνεύματος ἄρχεται· καὶ εἰς οὐρανούς
ὁ ἐμὸς Χριστὸς ἀναφέρεται, πρὸς τὸν πατρικὸν
επάνεισι θρόνον, καὶ τὸ ἐκπορευόμενον αὐτοῦ
Πνεῦμα ἐπὶ τῇ τῶν ἀπίστων ἐθνῶν καταπέμπει
τοῖς μαθηταῖς ὁδηγίᾳ· ο συνῳδὲ λέγων τῷ μεγάλῳ
πατρὶ Χρυσοστόμῳ, ήγουν τὸ ἐκπορευόμενον ἐξ
αὐτοῦ.
Ἐπιφάνιος δὲ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου ὁ μακάριος, ο Αμφότερα κατοικεί, φησὶν, ἐν τῷ ἀνθρώπῳ
τῷ δικαίῳ, ὁ Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ. Εἰ δὲ
Χριστὸς ἐκ τοῦ Πατρὸς πιστεύεται Θεὸς ἐκ Θεοῦ,
καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Χριστοῦ, ἡ παρ' ἀμφοτέρων,
ὥς φησιν ὁ Χριστός· "Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, καὶ οὕτως ἐξ ἐμοῦ λήψεται.» Καὶ ἐν τῷ
Αγκυρωτῷ· «“Ον τρόπον οὐδεὶς ἔγνω τὸν Πατέρα
εἰ μὴ ὁ Υἱός, οὐδὲ τὸν Υἱὸν εἰ μὴ ὁ Πατήρ, οὕτω
τολμῶ λέγειν, οὐδὲ τὸ Πνεῦμα εἰ μὴ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ
Υἱός, παρ' οὗ ἐκπορεύεται καὶ παρ' οὗ λαμβάνε:
καὶ οὐδὲ τὸν Υἱὸν καὶ τὸν Πατέρα εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα
τὸ ἅγιον, τὸ διδάσκον πάντα, τὸ δοξάζον ἀληθῶς, ὁ
col. 1057–1058page 51 of 75
PG 159:1057παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐστι· ι καὶ κατωτέρω·. Τὸ Πνεῦμα δὲ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ πνέει. Ταράσιος δὲ ὁ μακάριος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ ἐπιστολῇ πρὸς τοὺς τῆς ἀνατολῆς ἀρχιερεῖς, ἧς ἡ ἀρχὴ, Πολλαῖς καὶ μεγάλαις προ νοίαις, οὕτω φησί· ι Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς δι' Υἱοῦ ἐκπορευόμενον, καὶ αὐτὸ Θεὸν εἶναι γνωριζόμενον.» Καὶ ὁ ἅγιος δὲ Ιλάριος ἐν τῷ λόγῳ τῷ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν οὕτω φησι· «Πιστεύομεν εἰς τὴν ἁγίαν Τριάδα, τουτέστι τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ένα Θεὸν παντοδύναμον, μιας οὐσίας, μιᾶς ὑπάρξεως, μιᾶς ἐξουσίας, δημιουργὸν πάντων τῶν κτισμάτων· ἐξ οὗ πάντα, δι᾿ οὗ πάντα, ἐν ᾧ πάντα· Πατέρα ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' οὐκ ἀφ᾿ ἑτέρου· Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητὸν Θεὸν ἀληθι νὰν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, φῶς ἀληθινὸν ἐκ φωτός ἀληθινοῦ, οὐ μὴν δύο φῶτα, ἀλλ' ἓν φῶς· Πνεῦμα. ἅγιον παρὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἐπίσης ἐκπορευόμενον.» Καὶ ᾿Αναστάσιος δὲ ὁ τοῦ ἁγίου όρους Σινᾶ ἐν τῷ λόγῳ τῷ Περὶ καθ' ἡμᾶς ὀρθῶν δογμάτων τῆς ἀληθείας, ἐπιγραφὴν ἔχοντι, Ἡ δὲ ἀρχὴ τοῦ λόγου τῶν περὶ τῆς ὑγιοῦς ἡμῶν πίστεως, οὕτω φησί Τοῦ δὲ σώματος τὸ ἰδίωμα λαβόντες ώ; παράδειγμα, τὴν ἀλληλουχίαν τῶν θείων παρεστήσαμεν διὰ τῆς τῶν μελῶν ἀναλογίας τε καὶ εἰκασίας· ταύτῃ δὲ καὶ πνεῦμα στόματος αὐτοῦ, δηλονότι τοῦ Θεοῦ, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον λέγεται, στόματος ὄντος τοῦ Μονογενοῦς. Καὶ Πνεῦμα, παλιν ἐξ αὐτοῦ ἐκπο ρευόμενον καὶ ἀποστελλόμενον, οὐ μόνον παρὰ τοῦ Πατρὸς, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ.» Καὶ μετά τινα πάλιν φησί· ι Καὶ γοῦν ὁ Κύριος ἐξ ἑαυτοῦ δεικνύς αὐτὸ ὑπάρχειν, ἐμφυσῶν τοῖς μαθηταῖς ἔλεγε· Λά σετε Πνεῦμα ἅγιον.» Καὶ Δαμασκηνὸς δὲ ὁ ἅγιος ἐν τῷ ιγ' τῶν Θεο λογικῶν οὕτω λέγει· Ἡ ἐκφαντορικὴ τοῦ κρυφίου τῆς θεότητος δύναμις τοῦ Πατρὸς ἐκ Πατρός ἐστι δι' Υἱοῦ ἐκπορευομένη, ὡς οἶδεν.» Καὶ μικρὸν ἀνω τέρω· «Αὐτὸς μὲν οὖν ἐστι νοῦς, Λόγουἄβυσσος, Λόγου γεννήτωρ, καὶ διὰ Λόγου προβολεὺς ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος.» Τὸ δὲ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, οὐ λέγομεν, ὅπερ ἐν τῷ ὀγδόῳ κεφαλαίῳ ὁ αὐτὸς διδάσκαλος λέγει, ἵνα μή τις διστάσῃ· ἐλύσαμεν αὐτὸ ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου, ὑπεραπολο γούμενο: τῶν πέντε κεφαλαίων. Καὶ Κύριλλος πάλιν ὁ μακάριος ἐν τῷ πρὸς Ερμείαν δευτέρῳ λέγει οὕτω;· «"Αγιον δὲ Πνεῦμα προσερεῖς τὸ ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ προχεόμενον φυ σικῶς.» Οτι δὲ ἡ, διά, τῇ, ἐκ, ἰσοδυναμεῖ, καὶ τὴν αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει, μετά μικρόν καὶ τοῦτό σοι δείξου μεν. Νῦν δὲ τί ἔχεις πρὸς ταῦτα εἰπεῖν; Οὐκ εἰσιν οὗτοι οἱ προλεχθέντες ἅγιοι καὶ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι; Εἰ οὖν οὗτοι πάντες ἐν διαφόροις λέ ξεσι καὶ συλλαβαῖς ἐν τοῖς αὐτῶν συγγράμμασι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ὁμολογοῦσι καὶ λέγουσι, πόθεν σοι τὸ ἐκ μόνου τοῦ Πα
παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐστι· ι καὶ κατωτέρω·. Τὸ Πνεῦμα δὲ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ
πνέει.
Ταράσιος δὲ ὁ μακάριος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἐν τῇ ἐπιστολῇ πρὸς τοὺς τῆς ἀνατολῆς
ἀρχιερεῖς, ἧς ἡ ἀρχὴ, Πολλαῖς καὶ μεγάλαις προνοίαις, οὕτω φησί· ι Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ
ἐκ τοῦ Πατρὸς δι' Υἱοῦ ἐκπορευόμενον, καὶ αὐτὸ
Θεὸν εἶναι γνωριζόμενον.»
Καὶ ὁ ἅγιος δὲ Ιλάριος ἐν τῷ λόγῳ τῷ μετὰ
τὴν Πεντηκοστὴν οὕτω φησι· «Πιστεύομεν εἰς τὴν
ἁγίαν Τριάδα, τουτέστι τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν
καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ένα Θεὸν παντοδύναμον, μιας
οὐσίας, μιᾶς ὑπάρξεως, μιᾶς ἐξουσίας, δημιουργὸν
πάντων τῶν κτισμάτων· ἐξ οὗ πάντα, δι᾿ οὗ πάντα,
ἐν ᾧ πάντα· Πατέρα ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' οὐκ ἀφ᾿
ἑτέρου· Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννητὸν Θεὸν ἀληθι
νὰν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, φῶς ἀληθινὸν ἐκ φωτός
ἀληθινοῦ, οὐ μὴν δύο φῶτα, ἀλλ' ἓν φῶς· Πνεῦμα.
ἅγιον παρὰ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ ἐπίσης ἐκπορευόμένον.»
Καὶ ᾿Αναστάσιος δὲ ὁ τοῦ ἁγίου όρους Σινᾶ ἐν τῷ
λόγῳ τῷ Περὶ καθ' ἡμᾶς ὀρθῶν δογμάτων τῆς
ἀληθείας, ἐπιγραφὴν ἔχοντι, Ἡ δὲ ἀρχὴ τοῦ λόγου
τῶν περὶ τῆς ὑγιοῦς ἡμῶν πίστεως, οὕτω φησί·
• Τοῦ δὲ σώματος τὸ ἰδίωμα λαβόντες ώ; παράδειγμα,
τὴν ἀλληλουχίαν τῶν θείων παρεστήσαμεν διὰ τῆς
τῶν μελῶν ἀναλογίας τε καὶ εἰκασίας· ταύτῃ δὲ καὶ
πνεῦμα στόματος αὐτοῦ, δηλονότι τοῦ Θεοῦ, τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον λέγεται, στόματος ὄντος τοῦ
Μονογενοῦς. Καὶ Πνεῦμα, παλιν ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον καὶ ἀποστελλόμενον, οὐ μόνον παρὰ τοῦ
Πατρὸς, ἀλλὰ καὶ παρὰ τοῦ Υἱοῦ.» Καὶ μετά τινα
πάλιν φησί· ι Καὶ γοῦν ὁ Κύριος ἐξ ἑαυτοῦ δεικνύς
αὐτὸ ὑπάρχειν, ἐμφυσῶν τοῖς μαθηταῖς ἔλεγε· Λά
σετε Πνεῦμα ἅγιον.»
Καὶ Δαμασκηνὸς δὲ ὁ ἅγιος ἐν τῷ ιγ' τῶν Θεο
λογικῶν οὕτω λέγει· Ἡ ἐκφαντορικὴ τοῦ κρυφίου
τῆς θεότητος δύναμις τοῦ Πατρὸς ἐκ Πατρός ἐστι
δι' Υἱοῦ ἐκπορευομένη, ὡς οἶδεν.» Καὶ μικρὸν ἀνωτέρω· «Αὐτὸς μὲν οὖν ἐστι νοῦς, Λόγου- ἄβυσσος,
Λόγου γεννήτωρ, καὶ διὰ Λόγου προβολεὺς ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος.» Τὸ δὲ, ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα,
οὐ λέγομεν, ὅπερ ἐν τῷ ὀγδόῳ κεφαλαίῳ ὁ αὐτὸς
διδάσκαλος λέγει, ἵνα μή τις διστάσῃ· ἐλύσαμεν
αὐτὸ ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ τοῦ ὅρου, ὑπεραπολογούμενο: τῶν πέντε κεφαλαίων.
Καὶ Κύριλλος πάλιν ὁ μακάριος ἐν τῷ πρὸς
Ερμείαν δευτέρῳ λέγει οὕτω;· «"Αγιον δὲ Πνεῦμα
προσερεῖς τὸ ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ προχεόμενον φυσικῶς.» Οτι δὲ ἡ, διά, τῇ, ἐκ, ἰσοδυναμεῖ, καὶ τὴν
αὐτὴν ἰσχὺν ἔχει, μετά μικρόν καὶ τοῦτό σοι δείξου
μεν. Νῦν δὲ τί ἔχεις πρὸς ταῦτα εἰπεῖν; Οὐκ εἰσιν
οὗτοι οἱ προλεχθέντες ἅγιοι καὶ τῆς Ἐκκλησίας
διδάσκαλοι; Εἰ οὖν οὗτοι πάντες ἐν διαφόροις λέξεσι καὶ συλλαβαῖς ἐν τοῖς αὐτῶν συγγράμμασι τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ὁμολο
γοῦσι καὶ λέγουσι, πόθεν σοι τὸ ἐκ μόνου τοῦ Πα
–
Similiter beatus Tarasius patriarcha Constantinopolitanus, in epistola ad præsules Orientis, quæ ita
incipit: Multis et magnis Providentiæ modis, hæc
habet: Et in Spiritum sanctum, qui ex Patre per
Filium procedit, qui et ipse Deus agnoscitur.
Et sanctus flilarius, oratione post Pentecosten,
sic ait: e Credimus in sanctam Trinitatem, hoc est
Patrem et Filium et Spiritum sanctum, unum Deum
omnipotentem, unius substantia, unius essentia,
unius potestatis, conditorem omnium creaturarum;
ex quo omnia, per quem omnia, in quo omnia;
Patrem ex se, non ab alio; Filium ex Patre genitum, Deum verum de Deo vero, lumen verum
de lumine vero, non tamen duo Jumina sed unum
lumnen; Spiritum sanctum a Patre et Filio æqualiter
procedentem.»
Ad hæc Anastasius sancti montis Sina, in sermone, cui titulus: De rectis quæ nos credimus dogmatibus veritatis, cujus tale principium est: Eorum
quæ de illibata fide nostra, ita scriptum reliqu't:
• Ex eo porro quod proprium corporis est petito
exemplo, declaravimus, quomodo in divinis alterum sit in altero ex proportione et adumbratione
niembrorum. Hac enim ratione et spiritus oris ejus,
Dei scilicet, Spiritus sanctus dicitur, cum sit os
Unigenitus.» Εt rursus: • Spiritus, qui ab eo procedit et mittitur, non a Patre solum, sed etiam a
Filio. Εt post pauca: c Itaque Dominus, ut eun se
ostenderet, a quo Spiritus sanctus exsistit, insufflans in discipulos aiebat: Accipite Spiritum sancium.»
Sacer quoque Damascenus tertio decimo capite
Rerum divinarum hæc habet: Manifestativa virtus
occultæ Patris divinitatis ex Patre est per Filium
procedens, ut ipsa novit.» Et paulo ante: Ipse
igitur est meus, Verbi abyssus, Verbi genitor, perque
Verbum Spiritus manifestativi productor. Illud autem, Ex Filio, non dicinus Spiritum; quod oclavo
capite doctor idem habet, ne quis addubitet; jam
solvimus in primo definitionis capite, dum pro quinque capitibus apologiam scriberemus
Rursum beatus Cyrillus, secundo ad Hermiam
libro, sic ait: «Sanctum vero Spiritum vocabis, qui
ex Patre per Filium effunditur naturaliter. Quod
vero præpositio per idem valeat quod ex, et eamdem
habeat ac illa vim, paulo post id etiam tibi ostendemus. Nunc ergo quid ad haec poles «licere? Nonne qui allati sunt, sancti et Ecclesiæ doctores sunt?
Si omnes isti per diversas voces et dictiones suis
in scriptis fatentur ac docent, Spiritum sanctum ex
Patre et Filio, ex quo ta sacræ Scripturæ loco
habes, Spiritum sanctum ex solo Patre procedere?
Notanda hæc prorsus auctoris verba. Vide infra Monitum nostrum Apologiæ præfixum. Edit.
col. 1059–1060page 52 of 75
PG 159:1059; τρός Πνεῦμα τὸ ἅγιον εὕρηται ἐκπορευόμενον ἐν τῇ ἱερᾷ Γραφῇ; Δεῖξον ἡμῖν, τίς τῶν διδασκάλων τὸ ἐκ μόνου φησί; τίς τῶν ἁγίων; ποία τῶν συν.. δων τοῦτ' ἔφησε; τί ὅτι ἐματαιώθης σύ, καὶ σπουδάζεις καὶ τοὺς ἄλλους ἐξαπατῆσαι; Οὐκ έσθης τὸν Κύριον, δς κρινεί ζῶντας καὶ νεκρούς; Πώς ἠρνήσω αὐτὸν μὴ εἶναι ὁμοούσιον καὶ ὁμέθρονον καὶ ὁμοδύναμον τῷ Πατρὶ καὶ συνάναρχον, καὶ πάντα ἔχοντα ὅσα καὶ ὁ Πατήρ, δίχα μόνου του εἶναι Πατέρα; Αὐτὸς γάρ φησι· Πάντα ὅσα έχει ὁ Πατήρ, ἐμά εἰσι· καὶ αὖ· Σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ, κἀγὼ ἐν σοὶ· καί· Πάντα τἀμὰ σὰ ἐστι, καὶ τὰ σὰ ἐμά· καὶ ἐν τῇ εὐχῇ· Δὸς αὐτοῖς, περὶ τῶν μαθητῶν λέγων, ἵνα ὦσιν ἔν, καθὼς ἡμεῖς ἔν ἐσμεν. Εἰ οὖν ἔν ἐστι μετὰ τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, πῶς τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅπερ ἀχωρίστως πρόεισιν ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ; Ταῦτα μὲν ἔδε: σε βλέπειν, καὶ μὴ τὰ Καβασιλά Παλαμᾶ τε, καὶ τοῦ Φουρνή, Καματηροῦ καὶ Μεσχάμπαρη; καὶ τῶν ἄλλων, ἵνα μὴ καθ᾽ ἕκαστον λέγω, ὧν ἐπακούσας, σχισματικός καὶ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας ἐγένου· καὶ ἐν τῇ συνόλῳ οὐ τὰ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ τἀκείνων εἰπὼν ᾐσχύνθη;, ὅτε σοι τοὺς διδασκάλου; τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνοι προήνεγκαν, καὶ μὴ δυνά μενος ἀναβλέψαι ἀπέδρας αἰσχυνθείς· καὶ νῦν οὐκ αἰσχύνῃ λέγων, ὅτι ἔδειξας ἐκεῖ ἐκ μόνου τοῦ Π τρὸς τὸ Πνεῦμα; Προέθου μὲν δείξαι, ὅτε σοι καὶ κράτους ποδῶν καὶ φωνῆς ἐποίησαν οἱ τῆς ἐνδο τέρας Φραγκίας ἡγούμενοι, μεγάλη φων, αἱρετικών καὶ κατηραμένον ἀποκαλοῦντές σε, εὔπω δὲ ἀπέ δειξας ἀλλ᾽ ἢ μόνον ἁπλῶς ῥητὰ εἶπες· “Ο παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, καὶ τὰ ὅμοια ἅπερ καὶ διελύσαμεν ἤδη, καὶ οὐ δεῖ περαιτέρω λέγειν. ΕΦΕΣ. Παρὰ μὲν τῶν εὐαγγελικῶν ἀρξάμενος λόγων. διὰ δὲ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν διαδεξαμένων αυτούς κατελθὼν ἄχρι καὶ τῆς οἰκουμενικῆς τρίτης συνέ δου, κατά μέρος τε ἐξεργαζόμενος ἕκαστον τῶν ῥη τῶν, καὶ συλλογιζόμενος ἐφ' ἑκάστῳ, καὶ συμπερα! νων οπερ ἀποδεικνύναι προκείμενον εἶχον, ὡς πανταχού τοῦ καινοῦ τῶν Λατίνων δόγματος ἀπηγορευμένου. ΑΠΟΛ. Ήρξω μὲν, ὡς καὶ πρότερον ἔφην, ἐκ τῶν εὐαγ γελικῶν φωνῶν εἰς σύστασιν τοῦ σοῦ φρονήματος, οι μὴν δὲ τῇ καταστάσει ἐπηκολούθησας της διαλέξεως. Ἐστήσατε γὰρ, ἵνα ἀπὸ κεφαλαίου εἰς κεφά λαιον, καὶ ἀπὸ ἐπιχειρήματος εἰς ἐπιχείρημα μετα βαίνητε, ἵνα καὶ εὐσύνοπτοι καὶ σαφεῖς οἱ ἐρωτήσεις ἅμα καὶ ἀποχρίσεις γίνωνται. Ὅταν δὲ εἰς αὐτὸ ἤλθετε, καὶ ῥητὸν τὸ ῥητὸν διεδέξατο, καὶ συλλ γισμὸς κατόπιν ὡς ἐν συνάψει ἐπηκολούθει γενναίως παρὰ τοῦ φρὰ Ἰωάννου λεγόμενος, εστενοχωρήθης τῇ ἀποκρίσει, καὶ ἐξέφυγες, τὸν μακρὸν ἐκεῖνον ἀποτεινάμενος λόγον, μηδένα καρπὸν ἀληθείας ἔθως έχοντα διαλέξεως· ὅτε σοι ὁ προσδιαλεγόμενο; Ιωάννης ἔφη· Κύριε Εφέσου, φαίνεται ὅτι παρα
Profer nobis, quis inter doctores dicat, Ex sulo; τρός Πνεῦμα τὸ ἅγιον εὕρηται ἐκπορευόμενον ἐν
quis sanctorum, quæ synodus dixit hoc? Quomodo
temel vanitati dedidisti, et studes etiam seducere
alios, non veritus Dominum, qui judicaturus est vivos et mortuos? Quomodo illum negas Patri esse
consubstantialem, et communem illi denegas com
Patre majestatem, et virtutem; et initio carentem
æternitatem? quodque omnia quæ sunt Patris, habeat præter unum hor, esse Patrem? Ipse etenim
dicit: Omnia quæcunque habet Pater, mea sunt ";
et rursus: Tu, Pater, in muc, et ego in te '7; et, Onnia mea tua sunt, el tua mea "; et in oratione, Da illis,
inquit, loquens de discipulis, ut unum sint, sicut
nos unuin sumas ". Si ergo Filius unum est cum
Patre, quomodo Spiritus ex solo Patre procedit,
qui ex Patre et Filio indivise procedit? Hæc te
oportebat inspicere, et non scripta Cabasilæ, et PaLama, Phurnii, Camateri, Moschamparis, et aliorum, ne singulos percenseam, quos tu audiens evasisti schismaticus et veritati inimicus; cumque in
synodo adhibuisses non sanctorum, sed illorum
dicta, ignominiam reportasti, quando tibi Ecclesiae
doctores illi protulerunt: quare cum oculos attollere non posses, in fugam te ignominiose decissi;
et jam te dicere non pudet, Spiritum sanctum ex
solo Patre ibi esse abs te demonstratum? Proposuisti tu quidem illud probandum, cum te ultesioris Franciæ antistites et pedum strepitu et vocibus exsibilarunt, clara voce hæreticum et malediclumn appellantes; at nullo modo probasti, nuda
tantum dieta protulisti: Qui a Patre procedit, et
siinilia; ad quæ jam respondiinus, nec est cur ain.
plius dicamus.
EPHIES.
Ab evangelicis quidem dictis exorsus, per apostolos vero et successores eorum progressus sum usque
ad tertiam synodum œcumenicam,, dicta singula
diligenter expendens, et syllogismos ad unumquodque adhibens, atque id quod mihi propositum erat
concludens: novum scilicet Latinorum dogma esse
ubite damnatum.
RESP.
Exorsus quidem es, ut jam dixi, a vocibus evangelicis ad tuæ probationem opinionis, sed præscriptum disputationis ordinem non servasti. Constitueratis enim, ut a capite ad caput, et ab argumento ad argumentum progrederemini, ut dilucidæ
et clare ferent interrogationes ac responsiones.
Cum vero jam disceptaretis et dictum dicto objiceretis, et syllogismus subsequeretur, compendiose
et egregie a fratre Joanne formatus, tum sane tu
coarctatus, quid responderes non habebas; atque
ut clabereris, longum sermonem instituisti nullo
veritatis fructu ant disputationis more. Quando
Joannes qui tecum disputabat, Domine Ephesie,
dixit, videris præterire ordinem; aliter enim inter
16 Joan. xvi, 15. 17 Joan. xvii, 21. ** ibid. 10.
τῇ ἱερᾷ Γραφῇ; Δεῖξον ἡμῖν, τίς τῶν διδασκάλων
τὸ ἐκ μόνου φησί; τίς τῶν ἁγίων; ποία τῶν συν..
δων τοῦτ' ἔφησε; τί ὅτι ἐματαιώθης σύ, καὶ σπου
δάζεις καὶ τοὺς ἄλλους ἐξαπατῆσαι; Οὐκ έσθης
τὸν Κύριον, δς κρινεί ζῶντας καὶ νεκρούς; Πώς
ἠρνήσω αὐτὸν μὴ εἶναι ὁμοούσιον καὶ ὁμέθρονον
καὶ ὁμοδύναμον τῷ Πατρὶ καὶ συνάναρχον, καὶ
πάντα ἔχοντα ὅσα καὶ ὁ Πατήρ, δίχα μόνου του
εἶναι Πατέρα; Αὐτὸς γάρ φησι· Πάντα ὅσα έχει
ὁ Πατήρ, ἐμά εἰσι· καὶ αὖ· Σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ,
κἀγὼ ἐν σοὶ· καί· Πάντα τἀμὰ σὰ ἐστι, καὶ τὰ
σὰ ἐμά· καὶ ἐν τῇ εὐχῇ· Δὸς αὐτοῖς, περὶ τῶν
μαθητῶν λέγων, ἵνα ὦσιν ἔν, καθὼς ἡμεῖς ἔν
ἐσμεν. Εἰ οὖν ἔν ἐστι μετὰ τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός,
πῶς τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός,
ὅπερ ἀχωρίστως πρόεισιν ἐκ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ; Ταῦτα
μὲν ἔδε: σε βλέπειν, καὶ μὴ τὰ Καβασιλά Παλαμᾶ τε,
καὶ τοῦ Φουρνή, Καματηροῦ καὶ Μεσχάμπαρη;
καὶ τῶν ἄλλων, ἵνα μὴ καθ᾽ ἕκαστον λέγω, ὧν
ἐπακούσας, σχισματικός καὶ ἐχθρὸς τῆς ἀληθείας
ἐγένου· καὶ ἐν τῇ συνόλῳ οὐ τὰ τῶν ἁγίων, ἀλλὰ
τἀκείνων εἰπὼν ᾐσχύνθη;, ὅτε σοι τοὺς διδασκάλου;
τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνοι προήνεγκαν, καὶ μὴ δυνά
μενος ἀναβλέψαι ἀπέδρας αἰσχυνθείς· καὶ νῦν οὐκ
αἰσχύνῃ λέγων, ὅτι ἔδειξας ἐκεῖ ἐκ μόνου τοῦ Π2τρὸς τὸ Πνεῦμα; Προέθου μὲν δείξαι, ὅτε σοι καὶ
κράτους ποδῶν καὶ φωνῆς ἐποίησαν οἱ τῆς ἐνδο
τέρας Φραγκίας ἡγούμενοι, μεγάλη φων, αἱρετικών
καὶ κατηραμένον ἀποκαλοῦντές σε, εὔπω δὲ ἀπέδειξας ἀλλ᾽ ἢ μόνον ἁπλῶς ῥητὰ εἶπες· “Ο παρὰ
τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, καὶ τὰ ὅμοια ἅπερ καὶ
διελύσαμεν ἤδη, καὶ οὐ δεῖ περαιτέρω λέγειν.
Παρὰ μὲν τῶν εὐαγγελικῶν ἀρξάμενος λόγων.
διὰ δὲ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν διαδεξαμένων αυτούς
κατελθὼν ἄχρι καὶ τῆς οἰκουμενικῆς τρίτης συνέ
δου, κατά μέρος τε ἐξεργαζόμενος ἕκαστον τῶν ῥη
τῶν, καὶ συλλογιζόμενος ἐφ' ἑκάστῳ, καὶ συμπερα!
νων οπερ ἀποδεικνύναι προκείμενον εἶχον, ὡς πανταχού
τοῦ καινοῦ τῶν Λατίνων δόγματος ἀπηγορευμέ
νου.
Ήρξω μὲν, ὡς καὶ πρότερον ἔφην, ἐκ τῶν εὐαγ
γελικῶν φωνῶν εἰς σύστασιν τοῦ σοῦ φρονήματος, οι
μὴν δὲ τῇ καταστάσει ἐπηκολούθησας της διαλέ
ξεως. Ἐστήσατε γὰρ, ἵνα ἀπὸ κεφαλαίου εἰς κεφάλαιον, καὶ ἀπὸ ἐπιχειρήματος εἰς ἐπιχείρημα μεταβαίνητε, ἵνα καὶ εὐσύνοπτοι καὶ σαφεῖς οἱ ἐρωτήσεις
ἅμα καὶ ἀποχρίσεις γίνωνται. Ὅταν δὲ εἰς αὐτὸ
ἤλθετε, καὶ ῥητὸν τὸ ῥητὸν διεδέξατο, καὶ συλλ
γισμὸς κατόπιν ὡς ἐν συνάψει ἐπηκολούθει γενναίως
παρὰ τοῦ φρὰ Ἰωάννου λεγόμενος, εστενοχωρήθης
τῇ ἀποκρίσει, καὶ ἐξέφυγες, τὸν μακρὸν ἐκεῖνον
ἀποτεινάμενος λόγον, μηδένα καρπὸν ἀληθείας
ἔθως έχοντα διαλέξεως· ὅτε σοι ὁ προσδιαλεγόμενο;
Ιωάννης ἔφη· Κύριε Εφέσου, φαίνεται ὅτι παρα19 ibid. 11.
col. 1061–1062page 53 of 75
PG 159:1061θαίνεις τὴν τάξιν, ἄλλη γὰρ ἐστιν ἡ ἡμετέρα συμ φωγία, καὶ ἄλλως ποιεῖς· ἔτι τὸ τοῦ μεγάλου Βασι λείου ῥητὸν οὐκ ἔλαβε τέλος, καὶ σὺ προέφερες εἰς μέσον ἄλλας ὑποθέσεις καὶ ἄλλα κεφάλαια ἔξω τοῦ προκειμένου, διδάσκων, ὡς ἔοικε, τοὺς ἀκροατάς. Λέγε λοιπόν μακρὸν, ὅσον ἂν αὐτὸς βούλῃ· ἐπειδὴ ἐγὼ οὐκ ἔχω τιθέναι σο: νόμον, ἀλλ' ὁ γαληνότατος βασιλεύς. Ομως ἐγὼ τηρήσω την σεμνότητα καὶ τὴν τάξιν τῶν διαλέξεων, καὶ οὐδέποτε ἀποκριθήσομαι εἰς ὅσα λέγεις, ἔστ' ἂν ἀπολογηθῇς κατά τά ξιν τῶν προκομισθέντων ῥητῶν, καθ' δν ήρξάμεθα τρόπον τῆς διαλέξεως, ὅπως σαφηνισθέντος τοῦ ἑνὸς ἀρξώμεθα τοῦ ἑτέρου. Ακούσας οὖν ταῦτα ἐπιλη μία κατέσχε σε, καὶ ἐστενοχωρήθης ἐλθεῖν κατὰ πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν τῶν ῥητῶν· καὶ εὐθὺς ὀλίγα εἰπὼν, Σέκουλα σεχουλώρουμ εβόησας, τουτέσιν οὐ βούλομαι ἔτι λέγειν, τέλος ἐποίησα. "Οθεν καὶ ὁ μας καριώτατος πάππας ἔφησε· Δίκαιόν ἐστιν, ἐπὶ εἶπες ὅσα ἔχρηζες, ἵν᾿ ἀπολογηθῇς καὶ εἰς τὰ τελευταῖα Ιωάννου τοῦ προβιντζιαλίου. Μὴ θέλοντος δέ σου ἀποκριθῆναι, ἀλλ' ὀλίγους εἰπόντος λόγους, στρεβλούς και διεφθαρμένους καὶ ἔξω τοῦ προκειμένου, ελύθη ἡ συνέλευσις, καὶ πλέον οὐκ ἠθέλησας συνελθεῖν. Και νὸν δὲ καὶ ἀπηγορευμένον τὸ τῶν Λατίνων δόγμα οὔτε μὴν ἔδειξας οὔτε δείξεις ποτέ, οὔτε σὺ οὔτ᾽ ἄλ λος τις υψηλότερός σου καὶ λογιώτερος· ὅτι οὐ και νὸν τοῦτο τὸ δόγμα ὑπάρχει, ἀλλ' ἀπὸ τῆς δευτέρας συνόδου ἐστί τε καὶ ψάλλεται ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Εχο κλησίᾳ· οὐδὲ Λατινικόν ἐστι ἢ Γραικικόν, οὐ γὰρ ἐν μέρει ἡ πίστις, ἀλλὰ Χριστιανικόν· πάντες γὰρ οἱ @ διδάσκαλοι Γραικοὶ καὶ Λατίνοι τὸ αὐτὸ φρονοῦσιν εἰ μὴ τοσοῦτον ἀτοπώτατος βούλει φανήναι, ὥστε καὶ τοὺς ἀνατολικοὺς ἁγίους καὶ διδασκάλους Λατί νους ἀποκαλεῖν. ΕΦΕΣ. Ἐπὶ τούτοις κατέλυσα τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίας, ή μηκέτι συνελεύσεσθαι μετ᾿ αὐτῶν, ἢ γοῦν αὐτὸς σιωπήσειν βεβαιωσάμενος. 'Αλλ' ἐκεῖνοι προσεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους ἑκόντας ἄκοντας εἰς τὴν τῶν εἰρημένων ἀντίρρησιν· καὶ τοῦτο διαπραξάμενοι μή παρόντος ἐμοῦ διὰ τὴν ἀσθένειαν, δύο ἐφεξῆς συνε λεύσεις ἀνήλωσαν αὐτοὶ μόνοι λέγοντες, μηδενὸς ἀπολογουμένου. ΑΠΟΛ. Ο δίκαιος λόγος ἀπῄτει, ἐπειδὴ σὲ ἀπὸ μέρους τῶν Γραικῶν εἶπες, καὶ οὕτω μακρούς κατέτεινας λόγους, ἵν᾿ ἀκούσῃς καὶ τὰς ἀποκρίσεις. Οὐ γὰρ δι καιον, τὸν διαλεγόμενον μόνον λέγειν μὲν, οὐκ ἀκούειν δὲ καὶ τοῦ ἀποκρινομένου. Καὶ σὺ μὲν τὸ, Σέκουλα σεκουλώρουμ, εἰπὼν, αἰσχυνθεὶς τῇ στενοχωρήσει τοῦ φρὰ Ἰωάννου ἀνεχώρησας, καὶ οὐκέτι ἐβούλου συνελθεῖν· οἱ δὲ Λατῖνοι οὐκ ἠνείχοντο σιωπῆσαι, καὶ τοῖς σοῖς λόγοις μὴ δοῦναι ἀπολογίαν. Οθεν ἐκά λουν κανονικῶς ὑμᾶς συνελθεῖν καὶ ἀκοῦσαι τὰς ἀποκρίσεις τῶν λόγων. Καί σου μὲν μὴ βουλομένου συνελθεῖν, ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης καὶ οἱ ἐπίλοιποι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας λογάδες ψήθη σαν δίκαιον εἶναι συνελθεῖν, καὶ οὕτω συνῆλθον. Αποστείλασα οὖν ἡ σύνοδος ἐκάλει καὶ σὲ ἐλθεῖν,
REFUTATIO MARCI EPIIESINI.
Basilii Magni dictum, et tu alia in medium argumenta protulisti, et alia extra rem capita ad docendos, ut videris, auditores. Sermonem ergo protrahe
quantum libuerit, nam ego tibi legem ponere non
possum, sed imperator serenissimus. Servabo
tamen ipse modestiam et disputationis modum,
neque ullum að quæcunque dicis responsum dabo,
donec satisfacias eo quo prolata sunt ordine dicta,
et observata lege, qua disputationem sumus aggressi,
ut explanato uno transeamus ad aliud. Quibus tu
auditis stupore oppressus es, et coactus devenisti
ad concisam interrogandi et respondendi rationem.
Proinde paucis dictis exclamasti: Sæcula sæculorum, hoc est, nolo ultra disputare; jam feci finem.
Quamobrem beatissimus papa dixit: Æquum est,
ut quando tu quæ in rem tuam erant dixisti, respondeas etiam ad ca quæ postremo dixit Joannes
provincialis. Tu vero respondere quidem noluisti,
sed pauca distorta et prava mihilque ad rem facientia dixisti; et sessio dimissa est; neque amplius
ad concilium venire voluisti. Esse porro novum et
damnatum Latinorum dogma nec probasti, nec
probabis unquam vel tu, vel quivis alius te doctior
et sublimior; nam dogma hoc non est novum, cum
usque a secunda synodo sit et cantetur in Romana
Ecclesia; neque dogma Latinorum est aut Græcorum; fides enim non est partium, sed Christianorum, siquidem omnes tam Græci quain Latini doctores ita sentiunt: nisi velis usque adeo stolidus
videri, ut Latinos voces sanctos etiam et doctores
Orientales.
θαίνεις τὴν τάξιν, ἄλλη γὰρ ἐστιν ἡ ἡμετέρα συμ- nos convenit atque tu facis; nondum fnem habuit
φωγία, καὶ ἄλλως ποιεῖς· ἔτι τὸ τοῦ μεγάλου Βασι
λείου ῥητὸν οὐκ ἔλαβε τέλος, καὶ σὺ προέφερες εἰς
μέσον ἄλλας ὑποθέσεις καὶ ἄλλα κεφάλαια ἔξω τοῦ
προκειμένου, διδάσκων, ὡς ἔοικε, τοὺς ἀκροατάς.
Λέγε λοιπόν μακρὸν, ὅσον ἂν αὐτὸς βούλῃ· ἐπειδὴ
ἐγὼ οὐκ ἔχω τιθέναι σο: νόμον, ἀλλ' ὁ γαληνότατος
βασιλεύς. Ομως ἐγὼ τηρήσω την σεμνότητα καὶ
τὴν τάξιν τῶν διαλέξεων, καὶ οὐδέποτε ἀποκριθήσομαι εἰς ὅσα λέγεις, ἔστ' ἂν ἀπολογηθῇς κατά τά
ξιν τῶν προκομισθέντων ῥητῶν, καθ' δν ήρξάμεθα
τρόπον τῆς διαλέξεως, ὅπως σαφηνισθέντος τοῦ ἑνὸς
ἀρξώμεθα τοῦ ἑτέρου. Ακούσας οὖν ταῦτα ἐπιλη
μία κατέσχε σε, καὶ ἐστενοχωρήθης ἐλθεῖν κατὰ
πεῦσιν καὶ ἀπόκρισιν τῶν ῥητῶν· καὶ εὐθὺς ὀλίγα
εἰπὼν, Σέκουλα σεχουλώρουμ εβόησας, τουτέσιν οὐ
βούλομαι ἔτι λέγειν, τέλος ἐποίησα. "Οθεν καὶ ὁ μας
καριώτατος πάππας ἔφησε· Δίκαιόν ἐστιν, ἐπὶ
εἶπες ὅσα ἔχρηζες, ἵν᾿ ἀπολογηθῇς καὶ εἰς τὰ τελευταῖα Ιωάννου τοῦ προβιντζιαλίου. Μὴ θέλοντος δέ σου
ἀποκριθῆναι, ἀλλ' ὀλίγους εἰπόντος λόγους, στρεβλούς
και διεφθαρμένους καὶ ἔξω τοῦ προκειμένου, ελύθη
ἡ συνέλευσις, καὶ πλέον οὐκ ἠθέλησας συνελθεῖν. Και
νὸν δὲ καὶ ἀπηγορευμένον τὸ τῶν Λατίνων δόγμα
οὔτε μὴν ἔδειξας οὔτε δείξεις ποτέ, οὔτε σὺ οὔτ᾽ ἄλλος τις υψηλότερός σου καὶ λογιώτερος· ὅτι οὐ και
νὸν τοῦτο τὸ δόγμα ὑπάρχει, ἀλλ' ἀπὸ τῆς δευτέρας
συνόδου ἐστί τε καὶ ψάλλεται ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Εχο
κλησίᾳ· οὐδὲ Λατινικόν ἐστι ἢ Γραικικόν, οὐ γὰρ ἐν
μέρει ἡ πίστις, ἀλλὰ Χριστιανικόν· πάντες γὰρ οἱ @
διδάσκαλοι Γραικοὶ καὶ Λατίνοι τὸ αὐτὸ φρονοῦσιν·
εἰ μὴ τοσοῦτον ἀτοπώτατος βούλει φανήναι, ὥστε
καὶ τοὺς ἀνατολικοὺς ἁγίους καὶ διδασκάλους Λατί
νους ἀποκαλεῖν.
Ἐπὶ τούτοις κατέλυσα τὰς πρὸς αὐτοὺς ὁμιλίας,
ή μηκέτι συνελεύσεσθαι μετ᾿ αὐτῶν, ἢ γοῦν αὐτὸς
σιωπήσειν βεβαιωσάμενος. 'Αλλ' ἐκεῖνοι προσεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους ἑκόντας ἄκοντας εἰς τὴν τῶν
εἰρημένων ἀντίρρησιν· καὶ τοῦτο διαπραξάμενοι μή
παρόντος ἐμοῦ διὰ τὴν ἀσθένειαν, δύο ἐφεξῆς συνε
λεύσεις ἀνήλωσαν αὐτοὶ μόνοι λέγοντες, μηδενὸς
ἀπολογουμένου.
Ο δίκαιος λόγος ἀπῄτει, ἐπειδὴ σὲ ἀπὸ μέρους
τῶν Γραικῶν εἶπες, καὶ οὕτω μακρούς κατέτεινας
λόγους, ἵν᾿ ἀκούσῃς καὶ τὰς ἀποκρίσεις. Οὐ γὰρ δικαιον, τὸν διαλεγόμενον μόνον λέγειν μὲν, οὐκ ἀκούειν
δὲ καὶ τοῦ ἀποκρινομένου. Καὶ σὺ μὲν τὸ, Σέκουλα
σεκουλώρουμ, εἰπὼν, αἰσχυνθεὶς τῇ στενοχωρήσει
τοῦ φρὰ Ἰωάννου ἀνεχώρησας, καὶ οὐκέτι ἐβούλου
συνελθεῖν· οἱ δὲ Λατῖνοι οὐκ ἠνείχοντο σιωπῆσαι,
καὶ τοῖς σοῖς λόγοις μὴ δοῦναι ἀπολογίαν. Οθεν ἐκάλουν κανονικῶς ὑμᾶς συνελθεῖν καὶ ἀκοῦσαι τὰς
ἀποκρίσεις τῶν λόγων. Καί σου μὲν μὴ βουλομένου
συνελθεῖν, ὁ βασιλεύς τε καὶ ὁ πατριάρχης καὶ οἱ
ἐπίλοιποι τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας λογάδες ψήθησαν δίκαιον εἶναι συνελθεῖν, καὶ οὕτω συνῆλθον.
Αποστείλασα οὖν ἡ σύνοδος ἐκάλει καὶ σὲ ἐλθεῖν,
EPIES.
Cum ita perorassem, coruin congressibus vale
dixi, statutum habens aut devitandum esse consessum coruin, aut certe mihi tacendum. Verum illi
nostros volentes nolentes advocabant, eo quod respondere vellent ad ea quæ dicta erant. Quod cum
fecissent, me non præsente causa morbi, duas in-
- sumpsere deinceps sessiones ipsi soli dicentes, nemine defensionem suscipiente,
RESP.
Æqua ratio postulabat, ut posteaquam tu proGræcis dixeras, et adeo prolixos sermones habueras,audires etiam responsiones; neque cnim justum est solum disputantem dicere, et responsa
non audire. Et tu quidem cum, Sæcula sæculorum,
pronuntiasses, præ pudore, quod te frater Joannes
in angustias redegisset, recessisti, nec amplius in
synodum ire voluisti; Latini vero silere haudquaquam sustinebant, et tuis sermonibus nullam opponere defensionem. Quapropter canonice vos convocabant, ut convenireiis, et responsa ad sermones.
habitos audiretis: te vero renuente et non eunte,
imperator, et patriarcia, et reliqui Orientalis Eclesiæ optimates conveniendum esse judicarunt,
atque ita convenerunt. Accersitus tu quoque fuisti
col. 1063–1064page 54 of 75
PG 159:1063νος. Νοήσαντες οὖν οἱ δημόται σου τὴν φυσικὴν ἀσθέ νειαν, ήνπερ εἶχες, ἐσιώπησαν. Λατίνοι δὲ μόνοι ἦν ἔλεγον μηδενὸς ἀπολογουμένου, οὐ γὰρ χρεία ν ἀπολογεῖσθαι τοὺς ἡμετέρους, ὅτι ὁ τῶν Λατίνων λόγος ἀπολογία ὑπῆρχε πρὸς τὰ ὑμέτερα. ἀλλ' οὐκ ἠθέλησας, ἀσθένειαν ἰσχυρὰν ὑποκρινάμε ΕΦΕΣ. Κατὰ μὲν τὴν πρώτην τὰ ῥητὰ τῶν οἰκείων διδα σκάλων προενεγκόντες, ἐν οἷς ἐδείκνυσαν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθὰ καὶ ἐκ τοῦ Πατρός. ΑΠΟΛ. Ἐν ταύτῃ τῇ συνελεύσει ἀπέστειλεν ἡ σύνοδος ζητοῦσά σε ἐλθεῖν πρὸς τὴν διάλεξιν· ἐπειδὴ ὁ προσ διαλεγόμενος φρὰ Ἰωάννης ἔλεγεν, Αγάγετε τον Εφέσου ὧδε, ἵνα ἀκούσῃ τὰς ἀποκρίσεις τῶν λόγων αὐτοῦ. Σὺ δὲ μὴ δυνάμενος ἀκούειν τὸν ἔλεγχον τῶν παρὰ σοῦ ῥητῶν, οὐκ ἠθέλησας ἐλθεῖν, ἀλλ' ὑπεκρί νου ἀσθένειαν. Διὸ καὶ ὁ διδάσκαλος Ἰωάννης τοὺς μὲν ἐλέγχους τῶν σῶν ἑάσας λόγων, τὰ τῶν οἰκείων διδασκάλων ῥητά προέφερε δεικνύων τοῦ δόγματος τὴν ἀλήθειαν, ἀναιρῶν, ἅπερ ἔλεγες, ὅτι οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα. ᾿Αλλὰ σὺ μὲν ἔλεγες, οὐκ ἐδε! κνυες δέ· ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε, καὶ γενναίως ἐδείκνυε μετὰ τῶν δυτικῶν διδασκάλων. "Αρ' ὄντως δύνασαι ἀρνήσασθαι, ὅτι οὐκ εἰσιν οἱ δυτικοὶ διδάσκαλοι ἅγιοι; Εἰ εἴποις, αἱρετικὸς πάντων αίσχιστος δόξεις ὅτι ἡ πέμπτη οἰκουμενικὴ σύνοδος ἐν τῷ ἑαυτῆς ὄρῳ φησίν· Επόμεθα τοῖς ἁγίοις καὶ μακαρίοις Πατράσι καὶ διδασκάλοις, Γρηγορίῳ τῷ Διαλόγῳ, Αὐγουστίνῳ, Βασιλείῳ, Ιερωνύμων, Αμβροσίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς. καὶ τὰς φωνὰς αὐτῶν στέργομεν καὶ ἀποδεχόμεθα Οὐκοῦν οὐ δύναται ἀντειπεῖν. Τούτους οὖν οὓς ἡ πέμπτη τῶν οἰκουμενικῶν σύνοδος ἁγίους καὶ διδα σκάλους ἐκήρυξεν, ὁ Ἰωάννης κομίσας ἔδειξεν έναρ γῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εἰς ἀναί ρεσιν τῶν σῶν λόγων, καὶ οὐ τῶν ἀνατολικῶν δι δασκάλων, διότι κἀκεῖνοι τὰ αὐτὰ τοῖς δυτικοῖς λέ γουσιν. Ἵνα δὲ ἡ ἀλήθεια δηλωθείη τοῖς βουλομέν νοις ἰδεῖν, εἴπερ ἀληθῆ λέγεις, ἡμεῖς καὶ τὰ ῥητά τῶν δυτικῶν διδασκάλων ἐνταῦθα θήσομεν, οὐ πάντα οὐδὲ πάντων, ἀλλ' ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα, δεικνύντες σε πανταχοῦ διὰ τούτων αλαζόνα καὶ ματαιόφρονα. Εν πρώτοις γὰρ ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης άρ χιερεὺς, ὁ μέγας, φημι, Γρηγόριος ὁ Διάλογος, ὃν καὶ ἡ ἀνατολική Εκκλησία διδάσκαλον καὶ ἅγιον ἔχει, οὕτω φησὶν ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου· Οθεν καὶ αὐτὴ ἡ ᾿Αλήθεια, ἵνα τοῖς μαθηταῖ; πίστιν προσθῇ, εἶπεν· Ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς. Ἐπεὶ γάρ ἐστι δῆλον τὸν Παράκλητον τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀεὶ καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι, τίνος χάριν ἑαυτὸν ὁ Υἱὸς ἀποδημήσοντα εἴρηκεν, ἵν᾽ ἐκεῖνος ἔλθῃ, ὁ τοῦ Υἱοῦ μηδέποτε ἀφιστάμενος;
νος. Νοήσαντες οὖν οἱ δημόται σου τὴν φυσικὴν ἀσθέ
νειαν, ήνπερ εἶχες, ἐσιώπησαν. Λατίνοι δὲ μόνοι
ἦν
ἔλεγον μηδενὸς ἀπολογουμένου, οὐ γὰρ χρεία ν
ἀπολογεῖσθαι τοὺς ἡμετέρους, ὅτι ὁ τῶν Λατίνων
λόγος ἀπολογία ὑπῆρχε πρὸς τὰ ὑμέτερα.
per nuntium a synodlo, sed recusasti, simulans te ἀλλ' οὐκ ἠθέλησας, ἀσθένειαν ἰσχυρὰν ὑποκρινάμεgravi morbo detineri. Cum ergo cives tui familiarem tibi morbum intellexissent, tacuerunt. Latini
vero soli dicebant, nemine defensionem suscipiente,
quia nullam opus erat fieri a nostris apologiam;
nam sermo Latinorum responsio erat ad ea quæ
olyjeceratis.
EPHES.
In priore quidem proferentes dicta suorum doclorum, quibus ostendebant Spiritum sanctum a
Filio procedere, quemadmodum et ex Patre.
RESP.
In hac sessione synodus misso nuntio te ad dis.
putationem vocabat, quoniam is qui tecum disputabat, frater Joannes dicebat: Adducite huc
Ephesium, ut responsiones audiat ad ea quæ dixit.
Tu vero rationes tuas redargui cum ferre non posses, venire noluisti, sed morbum simulasti. Quocirca magister Joannes omissa tuorum confutatione
sernionum, protulit doctorum suorum sententias,
dogmatis veritatem ostendens, et refellens quæ tu
dixeras, scilicet Spiritum a Filio non esse. Et tu
quidem dicebas, at non probabas. Ille vero dicebat, et strenue probabat cum Occidentis doctoribus.
An vero negare poteris, sanctos esse Occidentis do -
clores? Si neges, hæreticus omnium turpissimus apparebis; nam quinta synodus ecumenica in sua defnitione ait: Sequimur sanctos et beatos Paires
atque doctores, Gregorium Dialogum, Augustinum,
Basilium, Hieronymum, Ambrosium et reliquos;
eorumque voces approbamus et recipimus. Non
poles ergo contradicere. Hos itaque, quos inter
œcumenicas quinta synodus promulgavit sanctos
atque doctores proferens Joannes, perspicue demonstravit, Spiritum sanctum esse etiam a Filio, refutando quæ tu dixeras, non quæ docent doctores
Orientales; nam et illi eadem quæ Occidentales
dicunt. Ut vero scire volentibus num vera dicas,
palam fiat veritas, Occidentalium quoque doctorum
sententias hic apponemus, non omnes aut omnium,
sed paucas e multis; ut per eas te ostendamus
usquequaque futilem et arrogantem. In primis
enim senioris Romæ pontifex, magnus, inquam,
Gregorius Dialogus, quem Orientalis quoque Eccle-
• sin doctorem et sanctum agnoscit, in expositione
sacri Evangelii sic ait: Unde et ipsa Veritas, ut fidem discipulis augeret, dixit: Si enim ego non
abiero, Paracletus non veniet ad vos 20. Cum enim
constet, quia Paracletus Spiritus ex Patre procedat
semper et a Filio, cur se Filius recessurum dicit,
ut ille veniat, qui a Filio nunquam recedit?
Κατὰ μὲν τὴν πρώτην τὰ ῥητὰ τῶν οἰκείων διδασκάλων προενεγκόντες, ἐν οἷς ἐδείκνυσαν τὸ Πνεῦμα
τὸ ἅγιον ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθὰ καὶ ἐκ
τοῦ Πατρός.
Ἐν ταύτῃ τῇ συνελεύσει ἀπέστειλεν ἡ σύνοδος
ζητοῦσά σε ἐλθεῖν πρὸς τὴν διάλεξιν· ἐπειδὴ ὁ προσ
διαλεγόμενος φρὰ Ἰωάννης ἔλεγεν, Αγάγετε τον
Εφέσου ὧδε, ἵνα ἀκούσῃ τὰς ἀποκρίσεις τῶν λόγων
αὐτοῦ. Σὺ δὲ μὴ δυνάμενος ἀκούειν τὸν ἔλεγχον τῶν
παρὰ σοῦ ῥητῶν, οὐκ ἠθέλησας ἐλθεῖν, ἀλλ' ὑπεκρί
νου ἀσθένειαν. Διὸ καὶ ὁ διδάσκαλος Ἰωάννης τοὺς
μὲν ἐλέγχους τῶν σῶν ἑάσας λόγων, τὰ τῶν οἰκείων
διδασκάλων ῥητά προέφερε δεικνύων τοῦ δόγματος
τὴν ἀλήθειαν, ἀναιρῶν, ἅπερ ἔλεγες, ὅτι οὐκ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα. ᾿Αλλὰ σὺ μὲν ἔλεγες, οὐκ ἐδε!-
κνυες δέ· ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε, καὶ γενναίως ἐδείκνυε
μετὰ τῶν δυτικῶν διδασκάλων. "Αρ' ὄντως δύνασαι
ἀρνήσασθαι, ὅτι οὐκ εἰσιν οἱ δυτικοὶ διδάσκαλοι
ἅγιοι; Εἰ εἴποις, αἱρετικὸς πάντων αίσχιστος δόξεις
ὅτι ἡ πέμπτη οἰκουμενικὴ σύνοδος ἐν τῷ ἑαυτῆς ὄρῳ
φησίν· Επόμεθα τοῖς ἁγίοις καὶ μακαρίοις Πατράσι
καὶ διδασκάλοις, Γρηγορίῳ τῷ Διαλόγῳ, Αὐγουστίνῳ,
Βασιλείῳ, Ιερωνύμων, Αμβροσίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς.
καὶ τὰς φωνὰς αὐτῶν στέργομεν καὶ ἀποδεχόμεθα·
Οὐκοῦν οὐ δύναται ἀντειπεῖν. Τούτους οὖν οὓς ἡ
πέμπτη τῶν οἰκουμενικῶν σύνοδος ἁγίους καὶ διδασκάλους ἐκήρυξεν, ὁ Ἰωάννης κομίσας ἔδειξεν έναρ
γῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ εἰς ἀναί
ρεσιν τῶν σῶν λόγων, καὶ οὐ τῶν ἀνατολικῶν δι
δασκάλων, διότι κἀκεῖνοι τὰ αὐτὰ τοῖς δυτικοῖς λέγουσιν. Ἵνα δὲ ἡ ἀλήθεια δηλωθείη τοῖς βουλομέν
νοις ἰδεῖν, εἴπερ ἀληθῆ λέγεις, ἡμεῖς καὶ τὰ ῥητά
τῶν δυτικῶν διδασκάλων ἐνταῦθα θήσομεν, οὐ πάντα
οὐδὲ πάντων, ἀλλ' ἐκ τῶν πολλῶν ὀλίγα, δεικνύντες
σε πανταχοῦ διὰ τούτων αλαζόνα καὶ ματαιόφρονα.
Εν πρώτοις γὰρ ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης άρ
χιερεὺς, ὁ μέγας, φημι, Γρηγόριος ὁ Διάλογος, ὃν
καὶ ἡ ἀνατολική Εκκλησία διδάσκαλον καὶ ἅγιον
ἔχει, οὕτω φησὶν ἐν τῇ ἐξηγήσει τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγε
λίου· Οθεν καὶ αὐτὴ ἡ ᾿Αλήθεια, ἵνα τοῖς μαθηταῖ;
πίστιν προσθῇ, εἶπεν· Ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω,
ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς. Ἐπεὶ
γάρ ἐστι δῆλον τὸν Παράκλητον τὸ Πνεῦμα ἐκ τοῦ
Πατρὸς ἀεὶ καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι, τίνος χάριν ἑαυτὸν ὁ Υἱὸς ἀποδημήσοντα εἴρηκεν, ἵν᾽ ἐκεῖνος
ἔλθῃ, ὁ τοῦ Υἱοῦ μηδέποτε ἀφιστάμενος;
10 Juan. xvi, 7.
Collat. 1.
col. 1065–1066page 55 of 75
PG 159:1065Καὶ περαιτέρω εἰ; τὸ ῥητὸν τὸ, Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, φησίν· Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, δε εγώ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός· εἰ γὰρ τὸ ἀποστέλλεσθαι τὸ σαρκοῦσθαι μόνον ὀφείλει νοεί σθαι, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀναμφιβόλως οὐδένα ἂν τρόπον ἐλέγετο ἀποστέλλεσθαι, ὅπερ οὐδέποτε ἐσαρκώθη· ἀλλ' ἡ τούτου ἀποστολὴ αὕτη ἐστὶν, ἡ αὐτοῦ πρόοδος, ᾗ παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύε Ὁ δὲ θεῖος ᾿Αμβρόσιος ἐν τῷ πρὸς Γρατιανόν τὴν βασιλέα πρώτῳ βιβλίῳ τῷ Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὕτω φησίν· Ἀλλ᾽ οὔτε ἐπειδὰν ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξέρχηται, ἀπὸ τόπου ἀναχωρεῖ, καὶ ὡσεὶ σώμα χωρίζεται ἀπὸ σώματος· οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ Πα τρὶ ὡς δῆθεν ἐν σώματι ἅτε δὴ σῶμα ἐμπερικλείε καὶ τὸ Πνεῦμα δὲ τὸ ἅγιον ἡνίκα ἐκ τοῦ τρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, οὐ χωρίζεται τοῦ Πατρός, οὐ χωρίζεται τοῦ Υἱοῦ· τίνα γὰρ τρόπον δύναται χωρίζεσθαι τοῦ Πατρός, Πνεῦμα στόματος αὐτοῦ ὄν; “Ο πάντως καὶ τῆς ἀϊδιότητος δειγμά ἐστι, καὶ τῆς θεότητος ἐμφαίνει τὴν ἑνότητα. ται Αὐγουστῖνος δὲ ὁ θειότατος πρὸς Ορώσιον ἐπιο στέλλων ἐν τῷ λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή, Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐδήλωσεν ἑαυτὸν οὕτως ἐπελευσόμενον [ἀπελευσόμενον], ἐν πολλοῖς τόποις περὶ τού του λέγων, καὶ τοῦτό φησι· Διά τί τοίνυν μὴ πιστεύσωμεν, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐπεὶ καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐστιν αὐτὸ Πνεῦμα; Εἰ γὰρ μὴ παρ' αὐτοῦ ἐξεπορεύετο, οὐκ ἂν μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἑαυτὸν ἐμφανίζων τοῖς μαθηταῖς, ἐνεφύσησεν αὐτοῖς λέγων· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον. Καὶ μετά τινα· Τί δὲ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐκ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται πρὸς τὸν Υἱόν, κἀκ τοῦ Τοῦ ἐκπορεύεται πρὸς τὸ ἁγιάζειν τὴν κτίσιν, ἀλλ' ὁμοῦ ἐξ ἀμφοτέρων εκπορεύεται, εἰ καὶ ὁ Πατήρ τοῦτο δέδωκε τῷ Υἱῷ, ἵν' ὥσπερ ἐξ αὐτοῦ οὕτω καὶ ἐξ ἐκείνου ἐκπορεύηται. Οὐδὲ γὰρ δυνάμεθα λέγειν, μὴ εἶναι ζωὴν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐπεὶ ὁ Πατήρ ζωή ἐστι καὶ ὁ Υἱός· καὶ διὰ τοῦτο ὥσπερ ὁ Πατὴρ ζωὴν ἔχει ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ, καὶ οὕτως ἔδωσε ζωὴν ἐκπορεύεσθαι καὶ ἐξ ἐκείνου, ὥσπερ ἐκπορεύεται καὶ ἐξ αὐτ τοῦ. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τῆς Πρὸς Πέτρον περὶ πίστεως κεφαλαίου ια'· Βεβαιότατα πίστευε, καὶ κατὰ μηδένα τρόπον ἀμφίβαλλε, αὐτὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὁ Πατρός ἐστι Πνεῦμα καὶ Υἱοῦ, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι. Λέγει γὰρ ο Υιός. "Οταν ἔλθῃ δ Παράκλητος τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας δ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται· ὅπου Πνεῦμα ἑαυτοῦ εἶναι ἐδίδαξεν, ἐπεὶ αὐτός ἐστιν ἡ ἀλήθεια. Ἐκ τοῦ Υἱοῦ τε ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἡ προφητικὴ καὶ ἀποστολική διδασκαλία ἡμῖν παραδίδωσιν. Ησαΐας μὲν γάρ φησι περὶ τοῦ Υἱοῦ· Πατάξει τὴν γῆν τῇ ῥάβδῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ, καὶ τῷ πνεύματι τῶν χειλέων αὐτοῦ ἀνελεῖ τὸν ἀσεβῆ. Περὶ οὗ φησι καὶ ὁ ᾿Απόστολος· Ον ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀνελεῖ τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτ τοῦ.
- Καὶ περαιτέρω εἰ; τὸ ῥητὸν τὸ, Οὔσης ὀψίας τῇ
ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, φησίν· Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος,
δε εγώ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατρός· εἰ γὰρ
τὸ ἀποστέλλεσθαι τὸ σαρκοῦσθαι μόνον ὀφείλει νοείσθαι, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀναμφιβόλως οὐδένα ἂν
τρόπον ἐλέγετο ἀποστέλλεσθαι, ὅπερ οὐδέποτε ἐσαρκώθη· ἀλλ' ἡ τούτου ἀποστολὴ αὕτη ἐστὶν, ἡ αὐτοῦ
πρόοδος, ᾗ παρὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύε
Ὁ δὲ θεῖος ᾿Αμβρόσιος ἐν τῷ πρὸς Γρατιανόν
τὴν βασιλέα πρώτῳ βιβλίῳ τῷ Περὶ τοῦ ἁγίου
Πνεύματος οὕτω φησίν· Ἀλλ᾽ οὔτε ἐπειδὰν ἐκ τοῦ
Πατρὸς ἐξέρχηται, ἀπὸ τόπου ἀναχωρεῖ, καὶ ὡσεὶ
σώμα χωρίζεται ἀπὸ σώματος· οὐδὲ γὰρ ἐν τῷ Πα
τρὶ ὡς δῆθεν ἐν σώματι ἅτε δὴ σῶμα ἐμπερικλείεκαὶ τὸ Πνεῦμα δὲ τὸ ἅγιον ἡνίκα ἐκ τοῦ la.
τρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται, οὐ χωρίζεται τοῦ
Πατρός, οὐ χωρίζεται τοῦ Υἱοῦ· τίνα γὰρ τρόπον
δύναται χωρίζεσθαι τοῦ Πατρός, Πνεῦμα στόματος
αὐτοῦ ὄν; “Ο πάντως καὶ τῆς ἀϊδιότητος δειγμά ἐστι,
καὶ τῆς θεότητος ἐμφαίνει τὴν ἑνότητα.
ται
Αὐγουστῖνος δὲ ὁ θειότατος πρὸς Ορώσιον ἐπιο
στέλλων ἐν τῷ λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή, Ο Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς Χριστὸς ἐδήλωσεν ἑαυτὸν οὕτως ἐπελευσόμενον [ἀπελευσόμενον], ἐν πολλοῖς τόποις περὶ τούτου λέγων, καὶ τοῦτό φησι· Διά τί τοίνυν μὴ πιστεύ
σωμεν, καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον, ἐπεὶ καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐστιν αὐτὸ Πνεῦμα; Εἰ
γὰρ μὴ παρ' αὐτοῦ ἐξεπορεύετο, οὐκ ἂν μετὰ τὴν
ἀνάστασιν ἑαυτὸν ἐμφανίζων τοῖς μαθηταῖς, ἐνεφύ
σησεν αὐτοῖς λέγων· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον.
Καὶ μετά τινα· Τί δὲ Πνεῦμα τὸ ἅγιον οὐκ ἐκ
τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται πρὸς τὸν Υἱόν, κἀκ τοῦ
Τοῦ ἐκπορεύεται πρὸς τὸ ἁγιάζειν τὴν κτίσιν, ἀλλ'
ὁμοῦ ἐξ ἀμφοτέρων εκπορεύεται, εἰ καὶ ὁ Πατήρ
τοῦτο δέδωκε τῷ Υἱῷ, ἵν' ὥσπερ ἐξ αὐτοῦ οὕτω καὶ
ἐξ ἐκείνου ἐκπορεύηται. Οὐδὲ γὰρ δυνάμεθα λέγειν,
μὴ εἶναι ζωὴν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἐπεὶ ὁ Πατήρ
ζωή ἐστι καὶ ὁ Υἱός· καὶ διὰ τοῦτο ὥσπερ ὁ Πατὴρ
ζωὴν ἔχει ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ Υἱῷ ζωὴν
ἔχειν ἐν ἑαυτῷ, καὶ οὕτως ἔδωσε ζωὴν ἐκπορεύε
σθαι καὶ ἐξ ἐκείνου, ὥσπερ ἐκπορεύεται καὶ ἐξ αὐτ
τοῦ.
Et infra in illud: Cum esset sero die illa 31; Cum
venerit Paracletus, inquit, quem ego mittam vobis a
Patre“. Si enim mitti solummodo incarnari diceret intelligi, sanctus procul dubio Spiritus nullo
modo diceretur mitti, qui nequaquam incarnatus
est; sed ejus missio ipsa processio est, qua de Patre procedit et Filio.
Sanctus quoque Ambrosins, libro primo de Spirits sancto, ad Gratianum imperatorem (cap. 10)
hæc habet: Sed neque cum de Patre exit, de loco
recedit, et quasi corpus a corpore separatur; neque
cum in Patre est, quasi in corpore tanquam corpus
includitur. Spiritus quoque sanctus cum procedit
ex Palre et Filio, non separatur a Patre, non separatur a Filio. Quemadmodum enim separari potest
a Patre, qui Spiritus oris ejus est? Quod utique et
æternitatis indicium, et divinitatis exprimit unitaLem.
Sanctissimus vero Augustinus ad Orosium scribens in sermone (cap. 10), cujus initium est: D.)-
minus noster Jesus Christus manifestavit se ita venturum multis in locis bac de re verba facieus hæc
etiam habet: Cur igitur non crelamus, Spiritum
sanctum ex Filio quoque procedere, cum sit et Filii Spiritus? Si enim ab ipso non procederet, post
resurrectionem suam manifestando se discipulis
non insufasset in eos dicens: Accipite Spiritum
sanctum.
Εt paulo post: Spiritus vero sanctus non de Pa
tre procedit in Filium, et de Filio ad sanctifican -
dam creaturam, sed simul de utroque procedit;
quanivis Pater hoc Filio dederit, ut sicut ab ipso,
pariter et ab illo procedat. Neque enim possumus
dicere, Spiritum sanctum non esse vitam, quandoquidem vita est Pater et Filius; et propterea siculi
Pater vitam habens in se ipso, dedit et Filio ut vitam habeat in se ipso, ita dedit ut etiam ab ills
vita procedat, sicut procedit et ab ipso.
Ejusdem ex libro De fide ad Petrum, capite undeΤοῦ αὐτοῦ ἐκ τῆς Πρὸς Πέτρον περὶ πίστεως
κεφαλαίου ια'· Βεβαιότατα πίστευε, καὶ κατὰ μηδένα cimno: Firmissime tene, et nullatenus dubites,
τρόπον ἀμφίβαλλε, αὐτὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὁ Πατρός
ἐστι Πνεῦμα καὶ Υἱοῦ, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ
ἐκπορεύεσθαι. Λέγει γὰρ ο Υιός. "Οταν ἔλθῃ δ
Παράκλητος τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας δ παρὰ τοῦ
Πατρὸς ἐκπορεύεται· ὅπου Πνεῦμα ἑαυτοῦ εἶναι
ἐδίδαξεν, ἐπεὶ αὐτός ἐστιν ἡ ἀλήθεια. Ἐκ τοῦ Υἱοῦ
τε ἐκπορεύεσθαι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἡ προφη
τικὴ καὶ ἀποστολική διδασκαλία ἡμῖν παραδίδωσιν.
Ησαΐας μὲν γάρ φησι περὶ τοῦ Υἱοῦ· Πατάξει
τὴν γῆν τῇ ῥάβδῳ τοῦ στόματος αὐτοῦ, καὶ τῷ
πνεύματι τῶν χειλέων αὐτοῦ ἀνελεῖ τὸν ἀσεβῆ.
Περὶ οὗ φησι καὶ ὁ ᾿Απόστολος· Ον ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀνελεῖ τῷ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτ
τοῦ.
eumdem Spiritum sanctum qui Patris et Filii unus
est Spiritus, de Patre et Filio procedere. Dicit enira
Filius Cum venerit Puracletus Spiritus veritatis,
qui a Patre procedit "; ubi suum esse Spiritum do.
cuit, quia ipse est veritas. De Filio quoque proce
dere Spiritum sanctum prophetica atque apostolica
doctrina nobis commendat. Isaias enim dicit de Fi
lio: Percutiet terram virga oris sui, et Spiritu la.
biorum suorum interficiet impium *. De quo et Apostolus ait: Quem interficiet dominus Jesus Spiritu
oris sui 35.
s1 Juan. xx, 19. ss Joan. xx,
PATROL. GR. CLIX.
23 ibid.
* Isa. xt, Ã. "Il Thess. 11, 8.
col. 1067–1068page 56 of 75
PG 159:1067Καὶ τί δεῖ πάντα καταλέγειν, ὅσα οἱ Δυτικοὶ δο δάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας φασίν; ᾿Αρχεῖν ἡγούμεθα καὶ ταῦτα εἰς παράστασιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἱκανὰ πεῖσαι ψυχὴν μὴ βεβαπτισμένην τῇ ἀπυγνώσει τε καὶ προλήψει, ὥσπερ ἡ σὴ, αἰδέσιμο Εφέσου, έδε βάπτιστο· οὐ γὰρ ἠθέλησας ποτε συνιέναι τὸ ἀληθὲς καὶ ἐνωθῆναι τοῖς διδασκάλοι; τούτοις καὶ ἁγία, ἀλλ' ἐξελέξω μετὰ τοῦ Παλαμᾶ καὶ Καβασιλὰ καὶ τῶν λοιπῶν εἶναι, οἳ τὸν βίον κατέστρεψαν εἰλεῷ. “Ο δὲ φῂς, ὅτι ἐδείκνυσαν παρὰ τῶν οἰκείων διδα σκάλων ἐκπορευόμενον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Υἱοῦ καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρὸς, θαυμάζω πολύ, εἰ καὶ σου; οὐ νομίζεις, οὓς αἱ σύνοδοι πᾶσι τοῖς χριστιαναὶ; διδασκάλους παρέθεσαν, οι συμφωνοῦσιν ἑαυ τοῖς καὶ τοῖς ᾿Ανατολικοῖς διδασκάλοις, καὶ μάλιστα ἐν τοῖς περὶ τῆς πίστεως δόγμασιν. ΕΦΕΣ. Ἐν δὲ τῇ δευτέρα συνελεύσει τὰ παρ' ἐμοῦ εἰ ρημένα διαστρέψαντες μᾶλλον ἢ ἀνατρέψαντες, καὶ χρήσεις εναντίας, ὡς ἐκείνοις ἐδόκει, τῶν παρ' ἡμῖν διδασκάλων ἐκτεθεικότες. ΑΠΟΛ. Ἐν ταύτῃ δὲ τῇ δευτέρα συνελεύσει μετὰ τὴν σὴν φυγὴν πάλιν ὁ φρὰ Ἰωάννης ἐθεολόγησε, καὶ πάλιν φωνῇ μεγάλῃ ἐβόησεν· ᾿Αγάγετε τὴν Ἐφέσου ὧδε· βούλομαι γὰρ ἀνατρέψαι τὰ αὐτῷ εἰρημένα. Καὶ πάλιν ἀπέστειλεν ἡ σύνοδος, ζητοῦσά σε συνελθεῖν. Οἱ δὲ ἀπεσταλμένοι ζητοῦντές σε, εὗρον μαι νόμενον, καὶ βοῶντα φωνὰς ἀσήμους. Καὶ καλούν των σε συνελθεῖν τῇ συνόδῳ, σὺ ἀντέφης Οὐ δύνα μαι ἐλθεῖν· τῇ γὰρ νυκτὶ ταύτῃ ἐλθόντες οἱ καρδινάλεις ἀπεστέγασαν τὸν ὄροφον τοῦ οἰκήματος, καὶ μετὰ ῥάβδων πυρίνων ἔδειράν μου τὰς σάρκας. ? Απέκτεινάν με οι καρδινάλεις, καὶ νῦν καλοῦσί με συνελθεῖν μετ' αὐτῶν; Οὐ δύναμαι. Η οὐχ ὁρᾶτε καὶ ὑμεῖς τὰς πληγάς; Καὶ ἐδείκνυες τὰς σάρκες σου λέγων· Βλέπετε, πῶς εἰμι ὅλος μεμελανωμένος τῶν ῥαβδισμῶν ἔνεκεν Ἐκεῖνοι δὲ ἐννοήσαντες τὴν ἀσθένειαν, ἀπῆλθον δηλοῦντες τῇ ἱερᾷ συνόδῳ, ὡς οὐ δύναται συνελθεῖν, ἀσθενεῖ γάρ. Οθεν ὁ φρά Ιωάννης πάλιν εἶπεν· Ἐβουλόμην εἶναι τὸν Ἐφέ σου ὧδε, καὶ συμπαρεῖναι ἡμῖν ἐν ταύτῃ τῇ συνε λεύσει· ἀλλ' ὡς ἔοικεν, ἡττηθεὶς ἀπέγνω. Διὸ φέρε πρὸς ὑμᾶς ποιήσωμαι τὴν ἀπόκρισιν. Καὶ προαγαγὼν τὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν διδασκάλων ῥητά, ἅπερ καὶ ἡμεῖς πρότερον ἐξεθέμεθα, καὶ ἄλλα πλείστα, ; ἡμεῖς γὰρ ὀλίγα προετείναμεν, γενναίως ἀπέδειξε καὶ λαμπρότερον τοῦ ἡλίου, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται· ἀνέτρεψέ τε ἀνδρείως τὰ παρὰ σοῦ πρότερον εἰρημένα, καὶ εἰς γῆν κατέ στρεψεν ὡς ψευδῆ καὶ διεστραμμένα, καὶ παντελῶς ἀλλότρια τῆς τῶν ἁγίων θεολογίας καὶ διανοίας. Καὶ ἐκτέθεικε τὰς χρήσεις τῶν ἡμετέρων διδασκάλων, τοῖς σοὶ μὲν ῥηθεῖσιν ἐναντίας, τῇ δὲ ἀληθείᾳ τῷ ὄντι συνηδούσας· οὐ μὴν δ᾽ ὡς σὺ διεστραμμένως ἐξηγοῦ καὶ ἐλάμβανες, ἀλλ᾽ ὡς ἐκεῖνοι συνέγραψαν καὶ ὡς ἡ ἐκείνων εἶχεν ὀρθὴ διάνοια· σὲ καταλιπών ἔνθα καὶ κατηδάφισε, πτῶμα γέλωτος ἄξιον, ὅθεν ἀνακύψαι ὅλω; οὐκ ἠδυνήθης.
Καὶ τί δεῖ πάντα καταλέγειν, ὅσα οἱ Δυτικοὶ δο
δάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας φασίν; ᾿Αρχεῖν ἡγούμεθα
καὶ ταῦτα εἰς παράστασιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἱκανὰ
πεῖσαι ψυχὴν μὴ βεβαπτισμένην τῇ ἀπυγνώσει τε
καὶ προλήψει, ὥσπερ ἡ σὴ, αἰδέσιμο Εφέσου, έδε
βάπτιστο· οὐ γὰρ ἠθέλησας ποτε συνιέναι τὸ ἀληθὲς
καὶ ἐνωθῆναι τοῖς διδασκάλοι; τούτοις καὶ ἁγία,
ἀλλ' ἐξελέξω μετὰ τοῦ Παλαμᾶ καὶ Καβασιλὰ καὶ
τῶν λοιπῶν εἶναι, οἳ τὸν βίον κατέστρεψαν εἰλεῷ.
“Ο δὲ φῂς, ὅτι ἐδείκνυσαν παρὰ τῶν οἰκείων διδασκάλων ἐκπορευόμενον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ
Υἱοῦ καθάπερ ἐκ τοῦ Πατρὸς, θαυμάζω πολύ, εἰ καὶ
σου; οὐ νομίζεις, οὓς αἱ σύνοδοι πᾶσι τοῖς Χριστια
ναἶ; διδασκάλους παρέθεσαν, οι συμφωνοῦσιν ἑαυ
τοῖς καὶ τοῖς ᾿Ανατολικοῖς διδασκάλοις, καὶ μάλιστα
ἐν τοῖς περὶ τῆς πίστεως δόγμασιν.
Et quid opus est recensere omnia quæcunque
Occidentalis Ecclesiæ doctores aiunt? llæc enim
satis esse arbitramur ad comprobandam veritatem
et persuadendum animo, qui non sit pervicacia et
antecepta opinione demersus, qualis erat tuus,
venerabilis Ephesie: nunquam enim voluisti verum animo comprehendere, et sequi sanctos hosce
doctores; sed maluisse cum Palama, et Cabasila,
et reliquis esse, qui divexati contorsionibus intestinorum periere. Quod vero illos ostendisse ais per
suos doctores, Spiritum sanctum ex Filio procedere, sicut ex Patre, vehementer sane admiror, cur
pro tuis etiam illos non habeas, qui_doctores universis Christianis propositi sunt a conciliis, qui et
sibi et doctoribus Orientalibus, præsertim in fidei
dogmatibus, congruentia loquuntur.
EPHES.
.n altera vero sessione, quæ a me dicta fuerant
pervertentes potius quam evertentes; et doctorum
nostrorum oppositas, ut illis quidem videbatur, sententias exponentes.
RESP.
Ἐν δὲ τῇ δευτέρα συνελεύσει τὰ παρ' ἐμοῦ εἰ
ρημένα διαστρέψαντες μᾶλλον ἢ ἀνατρέψαντες, καὶ
χρήσεις εναντίας, ὡς ἐκείνοις ἐδόκει, τῶν παρ'
ἡμῖν διδασκάλων ἐκτεθεικότες.
In hac secunda post tuam fugam sessione iterum Ἐν ταύτῃ δὲ τῇ δευτέρα συνελεύσει μετὰ τὴν
frater Joannes de rebus divinis disputavit; ite- σὴν φυγὴν πάλιν ὁ φρὰ Ἰωάννης ἐθεολόγησε, καὶ
rumque magna voce clamavit: Adducite huc Ephe- πάλιν φωνῇ μεγάλῃ ἐβόησεν· ᾿Αγάγετε τὴν Ἐφέσου
sium; volo enim refellere quæ dixit. Et rursus te
ὧδε· βούλομαι γὰρ ἀνατρέψαι τὰ αὐτῷ εἰρημένα.
synodus per nuntium ad se vocavit. Qui vero mis- Καὶ πάλιν ἀπέστειλεν ἡ σύνοδος, ζητοῦσά σε συνελ
si erant, quærentes te, insanientem repererunt, et
θεῖν. Οἱ δὲ ἀπεσταλμένοι ζητοῦντές σε, εὗρον μαι
vocibus inconditis stridentem. Cumque te ad syno- νόμενον, καὶ βοῶντα φωνὰς ἀσήμους. Καὶ καλούν
dum invitarent, respondisti: Non possum venire; των σε συνελθεῖν τῇ συνόδῳ, σὺ ἀντέφης· Οὐ δύναhac enim nocte venerunt cardinales sublato domi- μαι ἐλθεῖν· τῇ γὰρ νυκτὶ ταύτῃ ἐλθόντες οἱ καρδιcilii tecto, et membra mea virgis igneis ceciderunt; νάλεις ἀπεστέγασαν τὸν ὄροφον τοῦ οἰκήματος, καὶ
occiderunt me cardinales, et nunc ad synodum in- μετὰ ῥάβδων πυρίνων ἔδειράν μου τὰς σάρκας.
vitant? Non possum. An non videtis et ipsi plagas? Απέκτεινάν με οι καρδινάλεις, καὶ νῦν καλοῦσί με
et ostendebas membra tua dicens: Videtis, ut sim συνελθεῖν μετ' αὐτῶν; Οὐ δύναμαι. Η οὐχ ὁρᾶτε
plane totus præ verberibus lividus? Illi autem intel- καὶ ὑμεῖς τὰς πληγάς; Καὶ ἐδείκνυες τὰς σάρκες
ligentes quo morbo laborares, rediere sacro nun- σου λέγων· Βλέπετε, πῶς εἰμι ὅλος μεμελανωμένος
tiantes concilio, te advenire non posse, quod non recte τῶν ῥαβδισμῶν ἔνεκεν; Ἐκεῖνοι δὲ ἐννοήσαντες τὴν
valeres. Quocirca frater Joannes rursus: Vellem, ἀσθένειαν, ἀπῆλθον δηλοῦντες τῇ ἱερᾷ συνόδῳ, ὡς
aiebat, Ephesius adesset, et nobiscum sessioni huic οὐ δύναται συνελθεῖν, ἀσθενεῖ γάρ. Οθεν ὁ φρά
interesset: verum devictus despondisse animum Ιωάννης πάλιν εἶπεν· Ἐβουλόμην εἶναι τὸν Ἐφέ
videtur. Itaque ad vos responsionis verba faciam; et σου ὧδε, καὶ συμπαρεῖναι ἡμῖν ἐν ταύτῃ τῇ συνε
afferens in medium dicta Orientalium doctorum, λεύσει· ἀλλ' ὡς ἔοικεν, ἡττηθεὶς ἀπέγνω. Διὸ φέρε
quæ a nobis etiam supra exposita sunt, nec non alia πρὸς ὑμᾶς ποιήσωμαι τὴν ἀπόκρισιν. Καὶ προαγαplurima; nos enim protulimus pauca: egregie sole γὼν τὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν διδασκάλων ῥητά, ἅπερ
ipso clarius demonstravit, Spiritum sanctum a Filio καὶ ἡμεῖς πρότερον ἐξεθέμεθα, καὶ ἄλλα πλείστα,
quoque procedere; et quæ prius a te dicta fuerant, ἡμεῖς γὰρ ὀλίγα προετείναμεν, γενναίως ἀπέδειξε
strenue demolitus est, atque humi prostravit ut καὶ λαμπρότερον τοῦ ἡλίου, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ
falsa et perversa, penitusque a theologia et mente Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται· ἀνέτρεψέ τε ἀνδρείως
sanctorum abhorrentia. Exposuit vero doctorum τὰ παρὰ σοῦ πρότερον εἰρημένα, καὶ εἰς γῆν κατέ
nostrorum sententias, iis quæ a te dicebantur cou- στρεψεν ὡς ψευδῆ καὶ διεστραμμένα, καὶ παντελῶς
trarias, veritati autem omnino consonas; non eo ἀλλότρια τῆς τῶν ἁγίων θεολογίας καὶ διανοίας. Καὶ
sensu, quo tu perverse intelligendo exponebas, sed ἐκτέθεικε τὰς χρήσεις τῶν ἡμετέρων διδασκάλων,
quo illas ii scripserunt, et recta mente pronuntia- τοῖς σοὶ μὲν ῥηθεῖσιν ἐναντίας, τῇ δὲ ἀληθείᾳ τῷ
runt; te relinquens ubi constravit, deridendo lapsu ὄντι συνηδούσας· οὐ μὴν δ᾽ ὡς σὺ διεστραμμένως
jacentem, unde te erigere penitus non valuisti. ἐξηγοῦ καὶ ἐλάμβανες, ἀλλ᾽ ὡς ἐκεῖνοι συνέγραψαν
καὶ ὡς ἡ ἐκείνων εἶχεν ὀρθὴ διάνοια· σὲ καταλιπών ἔνθα καὶ κατηδάφισε, πτῶμα γέλωτος ἄξιον, ὅθεν
ἀνακύψαι ὅλω; οὐκ ἠδυνήθης.
col. 1069–1070page 57 of 75
PG 159:1069ΕΦΕΣ. Ἐπεὶ δέ μου σεσιωπηκότος, οὐδεὶς ἔτι τῶν ἡμετ τέρων πρὸς αὐτοὺς ἐθάρρησεν ἀντιτάξασθαι, τοῦτο μὲν τῶν ἀρχόντων οὕτω δέον εἶναι κρινόντων, τοῦτο δὲ καὶ ὀκνοῦντες ἅπαντες τὸν ἀγῶνα, καὶ μὴ εἰς ἔριδας καὶ ταραχὸς ἐμπέσωσι δεδιότες· ἐκεῖνοι τὴν ἡμετέραν σιωπὴν ὡς ἔρμαιον λογισάμενοι, καθάπερ τινὰς φυγάδας προεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους πρὸς μάχην· καὶ μηδαμῶς ὑπακουόντων ἡμῶν, ἐπεκρότουν ὡς νικηταί, καὶ τὴν ἀλήθειαν μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔχοντες. ΑΠΟΛ. Ἐπικρότουν οὐχ ὡς νικηταί, ἀλλ᾽ ὡς ἀθῶοι τῆς σῆς διαβολῆς· σὺ γὰρ καὶ οἱ κατὰ σὲ τοὺς Λατίνους αἱρετικοὺς εἴχετε διὰ τὸ λέγειν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ Πνεῦμα ἐκπορευόμενον, καὶ ἐνεκαλεῖτε αὐτοῖς, καὶ τολμητὰς τοῦ συμβόλου καὶ παραχαράκτας έκα λεῖτε· ἐκεῖνοι δὲ τοὺς ἁγίους τοὺς Ανατολικούς τε καὶ Δυτικούς προκομίσαντες συμφωνοῦντας τῷ ἑαυτῶν δόγματι, η βέλτιον φάναι τῇ ἀληθείᾳ, ἐπεκράτουν, ὡς οὐκ εἰσι τολμηταὶ τοῦ συμβόλου ἢ αἱρετικο!, ἀλλ' ὡς τὴν ἀλήθειαν λέγοντες, ἤδη τῆς ἀληθείας φανείσης διὰ τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Προς καλοῦντο δὲ τοὺς ἡμετέρους, εἰ βούλονται ἀντε πεῖν τοῖς τῶν διδασκάλων ῥητοῖς. Οἱ ἡμέτεροι οὖν ἀντιλέγειν οὕτω πρὸς τὰ φανότατα οὐκ ἐθάρρησαν, οὐδὲ ἁπλῶς ἀντιτάξασθαι ἤθελον, οὐχ ὡς ὀκνοῦντες, ἢ δεδιότες, ὡς σὺ φῇς, ἀλλ' ὡς μωρίαν ἡγούμενοι ἀντιλέγειν τῇ ἀληθείᾳ, οὕτω φανερῶς δεικνυμένη διὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν τε καὶ Δυτικῶν διδασκάλων, Σὺ δὲ ἐσιώπησας τεχνηέντως, οὐχ ὡς βουλόμενος σιωπάν, ἀλλ' ὡς μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν· τίς γὰρ διαλεγόμενος ἐν σταδίῳ σιωπῇ ἑκουσίως; ἡ γὰρ σιωπὴ νίκην εὐθὺς δείκνυσι· δεῖ οὖν τὸν διαλεγόμενον ἀεὶ λέγειν, ἔστ' ἂν νικήσῃ, ἢ νικηθῇ. Σὺ δὲ μὴ δυνάμενος ἔτι λέγειν, σιωπὴν ἀκούσιον ήσκησας, τὴν ἀσθένειαν ὑποκρινάμενος· καὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ ἀγῶνος ἐξέκλινας, δῆλον μετὰ τιμῆς, ὡς οὐκ ἐνικήθης ἐν τῇ συνόδῳ· τὴν γὰρ αἰσχύνην πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων οὐκ ἠβουλήθης συνελθεῖν. ΕΦΕΣ. Τοῦτο δὲ καὶ ἀεὶ ποιεῖν ἔμελλον, οὕτω καθάπαξ παρεσκευασμένοι πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον ἀντιλέγειν, καὶ ἑαυτοῖς τὴν νίκην ἐπιφημίζειν. ΑΠΟΛ. Παρεσκευασμένοι εἰσὶ πάντοτε οἱ τὴν ἀλήθειαν μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔχοντες ἀντιλέγειν τῷ ψεύδει. Καὶ ἡμεῖς νῦν ἕτοιμοι καὶ παρεσκευασμένοι ἐσμεν τοῖς ἐχθροῖς τῆς ἑνώσεως ἀντιτάσσεσθαι. Καὶ οἱ Λατίνοι οὖν καὶ τότε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ παρεσκευασμένοι εἰσὶ καὶ ἔσονται οὐ πρὸς τὸ καλῶς λεγόμενον ἀντιλέγειν, ἀλλὰ πρὸς τὸ κακῶς καὶ ψευδώς λεγόμενον γενναίως ἀνθίστασθαι καὶ ἀποσκορακί ζειν, οὐχ ὡς ἐπιφημίζοντες ἑαυτοῖς τὴν νίκην, ἀλλ' ὡς ἐκπληροῦντες τὸ χρέος, τουτέστιν ἀποδιώκειν τὸ ψεῦδος ἀπὸ τῆς ἀληθείας, ἵνα μὴ αὐτὴν ἀμαυρώσῃ. Καὶ σοῦ μὲν ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα λέ
Ἐπεὶ δέ μου σεσιωπηκότος, οὐδεὶς ἔτι τῶν ἡμετ
τέρων πρὸς αὐτοὺς ἐθάρρησεν ἀντιτάξασθαι, τοῦτο
μὲν τῶν ἀρχόντων οὕτω δέον εἶναι κρινόντων, τοῦτο
δὲ καὶ ὀκνοῦντες ἅπαντες τὸν ἀγῶνα, καὶ μὴ εἰς
ἔριδας καὶ ταραχὸς ἐμπέσωσι δεδιότες· ἐκεῖνοι τὴν
ἡμετέραν σιωπὴν ὡς ἔρμαιον λογισάμενοι, καθάπερ
τινὰς φυγάδας προεκαλοῦντο τοὺς ἡμετέρους πρὸς
μάχην· καὶ μηδαμῶς ὑπακουόντων ἡμῶν, ἐπεκρό
τουν ὡς νικηταί, καὶ τὴν ἀλήθειαν μεθ᾿ ἑαυτῶν
ἔχοντες.
EPHES.
Quoniam vero, ubi tacuissem ego, ex nostris
nemo ausus est amplius sese illis opponere, tum
quia optimates ita fieri oportere censebant, tum
quia omnes certamen detrectabant, timentes ne se
litibus ac turbis implicarent; illi taciturnitatem
nostram veluti lucrum inopinato sibi oblatum rati,
nostros veluti in fugam versos provocabant ad
pugnam: nobis autem renuentibus, applaudebant
illi quasi victores, et veritatem a se stantem haṣ
bentes.
RESP.
Applaudebant non ut victores, sed ut culpa vacantes, quam in illos per calumniam conjiciebas;
tu enim et qui tecum sentiunt, Latinos hæreticos
habebatis, quod dicant, etiam ex Filio procedere
Spiritum; et incusabatis eos, Symbolique teniera -
tores ac depravatores appellabatis. Illi vero prolatis
doctoribus et Orientalibus et Occidentalibus, qui
eorum dogmati seu potius veritati suffragantur,
applaudebant, quod nequaquam sint temerarii
Symboli corruptores, vel hæretici, sed veritatis
assertores, cum per doctores Ecclesiæ veritas jam
eluxisset. Nostros porro evocabant, si quid vellent
dicere contra sententias doctorum; at illi non sunt
ausi adversus lucidissima proloqui, neque omnino
se opponere voluerunt, non, ut ais, quod refugerent aut timcrent, sed quia stultum esse opina·
rentur contra veritatem disputare tam aperte deἘπικρότουν οὐχ ὡς νικηταί, ἀλλ᾽ ὡς ἀθῶοι τῆς
σῆς διαβολῆς· σὺ γὰρ καὶ οἱ κατὰ σὲ τοὺς Λατίνους
αἱρετικοὺς εἴχετε διὰ τὸ λέγειν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ
Πνεῦμα ἐκπορευόμενον, καὶ ἐνεκαλεῖτε αὐτοῖς, καὶ
τολμητὰς τοῦ συμβόλου καὶ παραχαράκτας έκαλεῖτε· ἐκεῖνοι δὲ τοὺς ἁγίους τοὺς Ανατολικούς τε καὶ
Δυτικούς προκομίσαντες συμφωνοῦντας τῷ ἑαυτῶν
δόγματι, η βέλτιον φάναι τῇ ἀληθείᾳ, ἐπεκράτουν,
ὡς οὐκ εἰσι τολμηταὶ τοῦ συμβόλου ἢ αἱρετικο!,
ἀλλ' ὡς τὴν ἀλήθειαν λέγοντες, ἤδη τῆς ἀληθείας
φανείσης διὰ τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Προςκαλοῦντο δὲ τοὺς ἡμετέρους, εἰ βούλονται ἀντε:-
πεῖν τοῖς τῶν διδασκάλων ῥητοῖς. Οἱ ἡμέτεροι οὖν
ἀντιλέγειν οὕτω πρὸς τὰ φανότατα οὐκ ἐθάρρησαν,
οὐδὲ ἁπλῶς ἀντιτάξασθαι ἤθελον, οὐχ ὡς ὀκνοῦντες,
ἢ δεδιότες, ὡς σὺ φῇς, ἀλλ' ὡς μωρίαν ἡγούμενοι
ἀντιλέγειν τῇ ἀληθείᾳ, οὕτω φανερῶς δεικνυμένη
διὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν τε καὶ Δυτικῶν διδασκάλων, monstratam ex Orientis et Occidentis doctoribus.
Σὺ δὲ ἐσιώπησας τεχνηέντως, οὐχ ὡς βουλόμενος
σιωπάν, ἀλλ' ὡς μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν· τίς γὰρ
διαλεγόμενος ἐν σταδίῳ σιωπῇ ἑκουσίως; ἡ γὰρ
σιωπὴ νίκην εὐθὺς δείκνυσι· δεῖ οὖν τὸν διαλεγόμενον ἀεὶ λέγειν, ἔστ' ἂν νικήσῃ, ἢ νικηθῇ. Σὺ δὲ μὴ
δυνάμενος ἔτι λέγειν, σιωπὴν ἀκούσιον ήσκησας,
τὴν ἀσθένειαν ὑποκρινάμενος· καὶ τούτῳ τῷ τρόπῳ
τοῦ ἀγῶνος ἐξέκλινας, δῆλον μετὰ τιμῆς, ὡς οὐκ
ἐνικήθης ἐν τῇ συνόδῳ· τὴν γὰρ αἰσχύνην πρὸ
ὀφθαλμῶν ἔχων οὐκ ἠβουλήθης συνελθεῖν.
Τοῦτο δὲ καὶ ἀεὶ ποιεῖν ἔμελλον, οὕτω καθάπαξ
παρεσκευασμένοι πρὸς πᾶν τὸ λεγόμενον ἀντιλέ
γειν, καὶ ἑαυτοῖς τὴν νίκην ἐπιφημίζειν.
Παρεσκευασμένοι εἰσὶ πάντοτε οἱ τὴν ἀλήθειαν
μεθ᾿ ἑαυτῶν ἔχοντες ἀντιλέγειν τῷ ψεύδει. Καὶ
ἡμεῖς νῦν ἕτοιμοι καὶ παρεσκευασμένοι ἐσμεν
τοῖς ἐχθροῖς τῆς ἑνώσεως ἀντιτάσσεσθαι. Καὶ οἱ
Λατίνοι οὖν καὶ τότε καὶ νῦν καὶ ἀεὶ παρεσκευασμένοι εἰσὶ καὶ ἔσονται οὐ πρὸς τὸ καλῶς λεγόμενον ἀντιλέγειν, ἀλλὰ πρὸς τὸ κακῶς καὶ ψευδώς
λεγόμενον γενναίως ἀνθίστασθαι καὶ ἀποσκορακίζειν, οὐχ ὡς ἐπιφημίζοντες ἑαυτοῖς τὴν νίκην, ἀλλ'
ὡς ἐκπληροῦντες τὸ χρέος, τουτέστιν ἀποδιώκειν τὸ
ψεῦδος ἀπὸ τῆς ἀληθείας, ἵνα μὴ αὐτὴν ἀμαυρώσῃ.
Καὶ σοῦ μὲν ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα λέ
Cæterum tu callide siluisti; neque enim silere volebas, sed contradicere non valebas: quis enim
in stadio disputans sua (sponte conticescit? Si-
- lentio quippe victoria statim ostenditur. Oportet
ergo disputantem perpetuo dicere quoad vincal,
aut vincatur. Tibi vero, cum ultra dicere non
posses, ninine spontaneum silentium fuit, morbum simulanti, atque ita congressum devitanti,
ut scilicet honoris tui causa non succumberes
coram synodo; namque ignominiam præ oculis
habens ad synodum accedere noluisti.
EPHES.
Quod ipsi sane nunquam non erant facturi;
cum eo sint prorsus ingenio, ut parati sint contra
omne quod asseritur, dicere, et victoriæ famam
sibi tribuere.
RESP.
Parati semper sunt illi, a quibus est veritas,
contra mendacium dicere. Nos quoque prompti
paratique nunc sumus ad repugnandum pacis inite
inimicis. Ergo Latini etiam et illo tempore, et
nunc, et in perpetuum sunt eruntque parati non
contra id quod bene asseritur dicere, sed quod
perperam et falso dicitur, constanter refellere,
idque velut exsecrandium profligare; non quasi
victoriæ nomen sibi tribuentes, verum id quod
debent præstantes, hoc est mendacium a veritate
depellentes, ne illam obscuret. Te igitur Spiritum
ex solo Patre affirmante, idque ex nullo doctore
col. 1071–1072page 58 of 75
PG 159:1071γοντος, οὐκ ἔκ τινος δ' ὅμως τῶν διδασκάλων λα βόντος, ἀλλ' ἐκ τῆς σῆς κοιλίας τοῦτο φρονοῦντος. οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτοὶ σιωπῆσαι, ἀλλ᾽ ἔλεγον. Εστ' ἂν ἀπεδείχθη σαφέστατα, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ καὶ οὕτως ἐδίωξαν ἀπὸ τῆς ἀληθείας τὸ ψεῦδος. ΕΦΕΣ. Εντεῦθεν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς οἰκονομίας καὶ συγκαταβάσεως ῥήματα· καί τις τῶν ἡμετέριος ἐπεχείρησε λέγειν, ὡς Καλόν ἐστι τὴν εἰρήνην ἀσπάσασθαι, καὶ τοὺς ἁγίους συμφώνους ἀποδείξαι πρὸς ἑαυτοὺς, ἵνα μὴ δοκῶσιν οἱ Δυτικοὶ τοῖς Ανα τολικοῖς ἀντιφθέγγεσθαι. ΑΠΟΛ. Εντεῦθεν ἀρχὴν ἔλαβεν ἡ ἀλήθεια εμφυτευθῆναι ταῖς τῶν ἱερῶν Πατέρων ἐκείνων ψυχαίς, την διχή. νοιαν ἀποβαλλομέναις καὶ τὴν ματαίαν πρόληψιν, καὶ ἰδεῖν πρὸ; αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν· τὸν ἀλάθητον ὀφθαλμὸν τοῦ Κυρίου πρὸ ὀφθαλμῶν θέντων, ἵνα μὴ λάθωσι φυγεῖν τὴν ἀληθῆ ἕνωσιν, καὶ σχίσωσι πάλιν τὸν τοῦ Χριστοῦ λαὸν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, εν αὐτὸς ὁ Χριστὸς τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αἷματι, καὶ τοῖς ποιμέσιν ὡς πρόβατα ενεχείρισε, καὶ αὐτοὺς ἡγεῖσθαι αὐτῶν ὡ; ποιμένας κατέστησεν. Ο δ' εἰπὼν, ὡς καλὸν ἐστι τὴν εἰρημένην ἀσπάσασθαι, καὶ τὰ λοιπὰ, ὁ Ρωσίας Ισίδωρος οὗτος ἦν· συνηγόρησε δ' αὐτῷ καὶ Σχολάριος ὁ σοφὸς, δς καὶ λόγους τρεῖς ἐξέθετο περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρή νης, καὶ τοὺς ἁγίους Ανατολικούς τε καὶ Δυτικούς ἐν αὐτοῖς τοῖς λόγοις μάλα γενναίως συμφωνοῦντας ἀλλήλοις ἀπέδειξεν. Χριστιανικώτατα δὲ εἶπε καὶ ἁγιώτατα, τὴν εἰρήνην λέγων ἀσπάσασθαι. Τοῦτο καὶ ὁ Σωτὴρ ἐνετείλατο ἐν Εὐαγγελίοις, Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, λέγων, εἰρήνην τὴν ἐμὴν ἀφίημι ὑμῖν. Οὐ γὰρ δίκαιον, οὔτε μὴν ὅσιον ἀπο βάλλεσθαι ἀδελφοὺς ὁμοπίστους τε καὶ Χριστιανούς, ὑπὲρ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ ἴδιον αἷμα ἐξέχεε, μισεῖν τε αὐτοὺς καὶ διώκειν, καὶ ὡς ἀλλοφύλους ἡγεῖ σθαι. ΕΦΕΣ. Ηδη δέ τις καὶ περὶ τῆς διὰ φιλοσοφείν ήρξα το, παρὰ τοῖς ἡμετέροις διδασκάλοις εὑρισκομένης ὡς ταυτὸν τῇ ἐκ δυναμένης, καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδούσης. ΑΠΟΛ. Οὗτος ἦν ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς, ὁ περὶ τῆς διὰ καὶ τῆς ἐκ πολλοὺς καὶ καλούς φιλοσοφήσας λέ γους, καὶ λόγον ἱκανὸν ἐκθεὶς, Δογματικὸν ἢ Περί ἑνώσεως ἐπιγραφὴν ἔχοντα· ἐν ᾧ καὶ περὶ τῆς διὰς καὶ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐκπορεύσεως τῆς παρά τοῦ Υἱοῦ σαφέστατα καὶ κάλλιστα είπέ τε καὶ ἐθεο λόγησεν. Εἰ δὲ ἀρνῇ σὺ τὴν διὰ μὴ ταυτὸν τῇ ἐπ δύνασθαι, ἐνταῦθά σοι ἡμεῖς ἀποδείξομεν διὰ πολ τῶν τῶν παραδειγμάτων. Αὐτίκα γὰρ τίς δυνηθείη ἀρνήσασθαι τὴν διὰ μὴ σημαίνειν αιτίαν, καὶ ταυτὸν τῇ ἐκ δύνασθαι, ἔνθα ὁ Εὐαγγελιστής φησι· Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, τοῦ Υἱοῦ δηλον ότι; "Αρα δυνάμεθα ἀρνήσασθαι μὴ τὴν διὰ αἰτίαν
JOSEPIH METHONENSIS EPISCOPI
sumente, sed tuo ex venire ita sentiente, tacere À γοντος, οὐκ ἔκ τινος δ' ὅμως τῶν διδασκάλων λαilli non poterant; sed tandiu locuti sunt, quead
vėritas clarissime enituit, quod etiam er Filio:
sicque mendacium a veritate depulerunt.
EPHES.
Ilinc primum cœptæ sunt audiri voces illæ œconomiæ et condescensionis; et quidam ex nostris
aggressus est dicere: Bonum est pacem amplecti,
sanctosque inter se consentientes demonstrare, no
videantur Occidentales contraria loqui Orientalibus.
RESP.
Hine cœpta est veritas sacrorum illorum Patrum
animis inseri, dissensionem abjicientibus, vanamque illam anticipationem; et cœpta est ab iis ipsa
inspici veritas, divinum oculum, quem nihil latet,
præ oculis statuentibus; ne incaute fierent veræ
unitatis exportes, et rursus Christi populam al
Ecclesia scinderent, quein suo sanguine Christus
ipse redemit, pastoribusque tanquam oves tradidit,
«t eos praeesse illis veluti pastores constituit. Qui
porro dixit bonum esse pacem amplecti, et quæ
sequuntur, Isidorus fuit Bussiæ præsul, cujus sententiam vir doctus Scholariųs confirmavit; qui
tres etiam orationes de unitate ecclesiastica edidit, quibus sanctos Orientales consentire cum Occidentalibus præclare admodum demonstravit.
Christianissima vero atque sanctissima vox illa
fuit, pacem esse amplectendam: quod et Salvator
præcepit in Evangelis, ubi, Pacem, inquit, mean
do vobis, pacem meam relinquo robis ". Neque
enim justum aut pium est aversari fratres una fide
nobiscum conjunctos et Christianos, pro quibus.
Christus suum profudit sanguinem; et in cos
odio flagrare et persequi atque ut alienigenas babere.
EPHES.
Tum vero etiam de præpositione per cœpit quidam philosophari, quod apud nostros doctores
reperiatur idem valere quod ex præpositio el
causam Spiritus Filio tribuat.
RESP.
Nicanus hic praesul erat, qui multis validisque
rationibus de præpositionibus per et ex philosophalus est; et orationem satis longam edidit, quæ
Dogmatica sive De unione inscripta est; in qua de
præpositione per, et Spiritus sancti processione a
Filio clarissime pulcherrimeque disseruit, et scientia theologica disputavit. Si vero tu negas idem
valere per, quod ex, nos te hic multis exemplis
convincemus. Cedo, negare quis poterit præpositione per significari causam, idemque eam valere
quod ex, ubi Evangelista ait: Omnia per ipsum facta
sunt s7, per Filium scilicet? Possumusne dicere
per non significare causam, et non æquipollere
» Joan. xiv, 27. sr Joan. 1, 3.
βόντος, ἀλλ' ἐκ τῆς σῆς κοιλίας τοῦτο φρονοῦντος.
οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτοὶ σιωπῆσαι, ἀλλ᾽ ἔλεγον. Εστ'
ἂν ἀπεδείχθη σαφέστατα, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ -
καὶ οὕτως ἐδίωξαν ἀπὸ τῆς ἀληθείας τὸ ψεῦδος.
Εντεῦθεν ἀρχὴν λαμβάνει τὰ τῆς οἰκονομίας
καὶ συγκαταβάσεως ῥήματα· καί τις τῶν ἡμετέριος
ἐπεχείρησε λέγειν, ὡς Καλόν ἐστι τὴν εἰρήνην
ἀσπάσασθαι, καὶ τοὺς ἁγίους συμφώνους ἀποδείξαι
πρὸς ἑαυτοὺς, ἵνα μὴ δοκῶσιν οἱ Δυτικοὶ τοῖς Ανατολικοῖς ἀντιφθέγγεσθαι.
Εντεῦθεν ἀρχὴν ἔλαβεν ἡ ἀλήθεια εμφυτευθῆναι
ταῖς τῶν ἱερῶν Πατέρων ἐκείνων ψυχαίς, την διχή.
νοιαν ἀποβαλλομέναις καὶ τὴν ματαίαν πρόληψιν,
καὶ ἰδεῖν πρὸ; αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν· τὸν ἀλάθητον
ὀφθαλμὸν τοῦ Κυρίου πρὸ ὀφθαλμῶν θέντων, ἵνα
μὴ λάθωσι φυγεῖν τὴν ἀληθῆ ἕνωσιν, καὶ σχίσωσι
πάλιν τὸν τοῦ Χριστοῦ λαὸν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, εν
αὐτὸς ὁ Χριστὸς τῷ ἰδίῳ ἐξηγόρασεν αἷματι, καὶ
τοῖς ποιμέσιν ὡς πρόβατα ενεχείρισε, καὶ αὐτοὺς
ἡγεῖσθαι αὐτῶν ὡ; ποιμένας κατέστησεν. Ο δ'
εἰπὼν, ὡς καλὸν ἐστι τὴν εἰρημένην ἀσπάσασθαι,
καὶ τὰ λοιπὰ, ὁ Ρωσίας Ισίδωρος οὗτος ἦν· συν
ηγόρησε δ' αὐτῷ καὶ Σχολάριος ὁ σοφὸς, δς καὶ
λόγους τρεῖς ἐξέθετο περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς εἰρή
νης, καὶ τοὺς ἁγίους Ανατολικούς τε καὶ Δυτικούς
ἐν αὐτοῖς τοῖς λόγοις μάλα γενναίως συμφωνοῦντας
ἀλλήλοις ἀπέδειξεν. Χριστιανικώτατα δὲ εἶπε καὶ
ἁγιώτατα, τὴν εἰρήνην λέγων ἀσπάσασθαι. Τοῦτο
καὶ ὁ Σωτὴρ ἐνετείλατο ἐν Εὐαγγελίοις, Εἰρήνην
τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, λέγων, εἰρήνην τὴν ἐμὴν
ἀφίημι ὑμῖν. Οὐ γὰρ δίκαιον, οὔτε μὴν ὅσιον ἀποβάλλεσθαι ἀδελφοὺς ὁμοπίστους τε καὶ Χριστιανούς,
ὑπὲρ ὧν ὁ Χριστὸς τὸ ἴδιον αἷμα ἐξέχεε, μισεῖν
τε αὐτοὺς καὶ διώκειν, καὶ ὡς ἀλλοφύλους ἡγεῖ
σθαι.
Ηδη δέ τις καὶ περὶ τῆς διὰ φιλοσοφείν ήρξατο, παρὰ τοῖς ἡμετέροις διδασκάλοις εὑρισκομένης
ὡς ταυτὸν τῇ ἐκ δυναμένης, καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ
Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδούσης.
Οὗτος ἦν ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς, ὁ περὶ τῆς διὰ
καὶ τῆς ἐκ πολλοὺς καὶ καλούς φιλοσοφήσας λέ
γους, καὶ λόγον ἱκανὸν ἐκθεὶς, Δογματικὸν ἢ Περί
ἑνώσεως ἐπιγραφὴν ἔχοντα· ἐν ᾧ καὶ περὶ τῆς
διὰς καὶ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐκπορεύσεως τῆς παρά
τοῦ Υἱοῦ σαφέστατα καὶ κάλλιστα είπέ τε καὶ ἐθεολόγησεν. Εἰ δὲ ἀρνῇ σὺ τὴν διὰ μὴ ταυτὸν τῇ ἐπ
δύνασθαι, ἐνταῦθά σοι ἡμεῖς ἀποδείξομεν διὰ πολτῶν τῶν παραδειγμάτων. Αὐτίκα γὰρ τίς δυνηθείη
ἀρνήσασθαι τὴν διὰ μὴ σημαίνειν αιτίαν, καὶ
ταυτὸν τῇ ἐκ δύνασθαι, ἔνθα ὁ Εὐαγγελιστής
φησι· Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, τοῦ Υἱοῦ δηλον
ότι; "Αρα δυνάμεθα ἀρνήσασθαι μὴ τὴν διὰ αἰτίαν
col. 1073–1074page 59 of 75
PG 159:1073σημαίνειν, καὶ ταυτὸν τῇ ἐκ δύνασθαι, καὶ τὸν Υἱὸν αἰτίαν εἶναι τῶν πάντων; ῞Οτι δὲ ταυτὸν ἡ διὰ τῇ ἐκ βούλεται, Βασίλειος και Χρυσόστομος τοῦτο βούλονται, ἐξηγούμενοι τὸ ἐν τῇ γενέσει εἰ ρημένον παρὰ τοῦ ᾿Αδάμ· Ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ· ὡς ταυτὸν δηλονότι ἐστὶν εἰπεῖν τῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ. "Οθεν ὁ μὲν ἐν τῷ πρὸς ᾿Αμφι λόχιον κεφαλαιώδει λόγῳ οὕτω διασαφεῖ καί φη σιν· Ηδη δὲ καὶ πρὸς τὰ ὑπ' ἀλλήλων σημαινόμενα πολλάκις ἀντιμεθίσταται ἡ διὰ τῇ ἐκ, ὅταν ἡ ἑτέρα τὴν τῆς ἑτέρας σημασίαν ἀντιλαμβάνῃ οἷον, Εκτησάμην ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, ἴσον λέ γων τῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ, ἐν τῇ τοῦ κατὰ Ματθαῖον ὁμιλίᾳ νγ' φησίν· Ο δε γὰρ τὸ δι' οὗ τὸ ὑφ' οὗ λέγειν ἡ Γραφὴ, ὡς ὅταν λέγῃ· ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ· οὐ τὸ δεύτερον απ τιον, ἀλλὰ τὸ πρῶτον μᾶλλον τιθεῖσα. Καὶ πάλιν Οὐχὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἡ διασάφησις αὐτῶν ἐστι Καὶ Κύριλλος δὲ ὁ μακάριος ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον ἐπιστολῇ, ἧς ἡ ἀρχή, Καταφλυαροῦσιν, ὡς μαν θάνω, τινές, φησίν· Αναγκαῖον ὁμολογεῖν, ὅτι καὶ γεγέννηται κατά σάρκα διὰ γυναικός. Καὶ μετ' ὀλίγα· Γεγέννηται καθ᾿ ἡμᾶς ἐκ γυναικός. Καὶ πολλάκις ἐν τῇ αὐτοῦ ἐπιστολῇ ὑπαλλαττομέναις εὕροι τις ἂν αὐτὸν ταῖς προθέσεσι ταύταις, ὅτε μὲν τῇ διὰ, ὅτε δὲ τῇ ἐκ, ὡς ἰσοδυναμούσαις άδια φόρως χρώμενον. Καὶ Παῦλος δὲ πρὸς Γαλάτας φησίν· 'Εξαπέστειλεν ο Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός. Ὁ δὲ Δαμασκηνὸς ὁ μακάριος ποτὲ μὲν λέγει ᾄδων πρὸς τὴν Θεοτόκον Θεὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα ἔγνωμεν· καὶ αὖ ὁ αὐτός Ἐκ σοῦ τῆς ἁγνῆς προῆλθεν ἀφράστως σαρκωθεὶς· ποτὲ δέ· Διὰ σοῦ, Παρθένε, Θεὸς ἀνθρώποις ὡμίλησε· καὶ, Ο λυτρωτής διὰ σοῦ, Παρθένε, ἐπεδήμησεν. Ὅτι δὲ ἀληθὲς ὑπάρχει, ὅτι ἰσοδυναμεῖ ἡ διὰ τῇ ἐκ, καὶ μίαν ἰσχὺν ἔχουσιν, ἐντεῦθεν δῆλον. Θεοδώρητος ο Κύρου ἐπίσκοπος ἐπιλαμβάνεται τοῦ μεγάλου Κυρίλλου ἐν πολλοῖς τῶν ιβ' κεφαλαίων, & φθάσας ὁ ἅγιος ἐξέθετο κατὰ τοῦ Νεστορίου· καὶ ἐν τῷ θ' ἀναθεματισμῷ, ἐν ᾧ ὁ Κύριλλος φησιν· Ἴδιον ἔχων ὁ Υἱὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ καὶ οὐσιωδῶς ἐμπεφυχὲς αὐτῷ Πνεῦμα ἅγιον, εἰργάζετο τὰς θεοσημείας· ὁ Θεοδώρητος φησιν Εἰ μὲν ὡς ὁμοφυὲς ἔφη Κύριλλος καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, ἴδε συνομολογήσομεν, καὶ ὡς εὐσεβῆ δεξόμεθα τὴν φωνήν· εἰ δ᾽ ὡς ἐξ Υἱοῦ, ἢ δι᾽ Υἱοῦ τὴν ὕπαρξιν ἔχον, ὡς βλάσφημον καὶ δυσσεβές ἀποῤῥίψομεν. Ἰδοὺ φανερῶς ἐδειλίασεν ὁ Θεοδώρητος εἰπεῖν καὶ τὴν διὰ μετὰ τῆς ἐκ, ἐν τῇ προόδῳ τοῦ Πνεύματος τῇ παρὰ τοῦ Υἱοῦ. Ἐκεῖνος γὰρ ἀρνούμενος παντελῶς τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τοῦ Υἱοῦ εἶναι, καθὼς καὶ ὑμεῖς, οὔτε ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὔτε διὰ τοῦ Υἱοῦ κατεδέξατο· ὑμεῖς δὲ τὸ μὲν, δι' Υἱοῦ, ἐμολογεῖτε· τὸ δὲ, ἐξ Υἱοῦ, οὐδ᾽ ἀκοῦσαι ἀνέχεσθε. Αλλ', ὦ φίλος, τὸ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸν Θεοδώ
REFUTATIO MARCI EPIIESINI.
em? Porro ex perinde valere atque per, volunt
Basilius et Chrysostomus, explanantes illul, quod
habetur in Genesi dictum ab Adamo: Possedi hominem per Deum; ut profecto idem sit
ac si diceret: Ex Deo. Quapropter Basilius, in li
bro quem per capita scripsit al Amphilochium,
sic ait: Sæpe etiam ex et per ita altera alterius
significationem subit, ut altera sumatur pro altera;
quemadmodum in illo dicto: Possedi hominem per
Deum; quod perinde est ac si diceret, Ex Deo.
Chrysostomus autem, bomilia quinquagesima tertia
in Matthæum: Novit enim Scriptura, inquit, loco
hujus vocis, Ex aliquo, uti hac voce, Per aliquem;
ut cum dicit: Possedi hominem per Deum; signi
ficans non causam secundariam, sed potius primariam. Et rursus: Numquid non per Deum est interpretatio eorum "? Beatus quoque Cyrillus in
epistola ad Nestorium, cujus initium est: Audio
quosdam existimationi meæ detrahere; hæc habet:
Necesse est fateri, quod natus sit etiam secundum
carnem per mulierem. Et paulo post: Natus est
perinde atque nos ex muliere. Et frequenter in
eadem epistola reperias ipsum promiscue uti per
et ex præpositionum alterna mutatione, ut idem
significantium. Paulus quoque in Epistola ad Galatas ait: Misit Deus Filium suum natum ex muliere". Beatus quoque Damascenus in suis ad
Virginem immis modo ait: Deum ex te incarnatum novimus; idemque alibi: Ex te immaculala
prodiit ineffabiliter incarnatus; modo cantat: Per
te, Virgo, Deus cum hominibus versatus est; et,
Per te, Virgo, Salvator advenit. Esse porro id verum, præpositiones scilicet ex et per, idem valere
et eamdem vim obtinere, ex eo patet. Nam Theodoretus, Cyri episcopus, multa reprehendit in duodecim magni Cyrilli capitibus, quæ antea sanctus
ille contra Nestorium exposuerat. Et cum in nono
anathematismo Cyrillus dicat: Suum habens Filius
Spiritum sanctum, qui ex ipso est, et ipsi substantialiter insitus est, divina edebat miracula;
Theodoretus ita objicit: Si ut de connaturali Cyrillus loquitur, et procelente a Patre, libenter concedemus, et dictum recipiemus ut pium: si vero
ita loquitur, quod Spiritus ex Filio, sive per Filium
σημαίνειν, καὶ ταυτὸν τῇ ἐκ δύνασθαι, καὶ τὸν particula ex; Filiumque non esse omnium auctoΥἱὸν αἰτίαν εἶναι τῶν πάντων; ῞Οτι δὲ ταυτὸν ἡ
διὰ τῇ ἐκ βούλεται, Βασίλειος και Χρυσόστομος
τοῦτο βούλονται, ἐξηγούμενοι τὸ ἐν τῇ γενέσει εἰ
ρημένον παρὰ τοῦ ᾿Αδάμ· Ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ· ὡς ταυτὸν δηλονότι ἐστὶν εἰπεῖν
τῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ. "Οθεν ὁ μὲν ἐν τῷ πρὸς ᾿Αμφιλόχιον κεφαλαιώδει λόγῳ οὕτω διασαφεῖ καί φη
σιν· Ηδη δὲ καὶ πρὸς τὰ ὑπ' ἀλλήλων σημαινόμενα πολλάκις ἀντιμεθίσταται ἡ διὰ τῇ ἐκ, ὅταν
ἡ ἑτέρα τὴν τῆς ἑτέρας σημασίαν ἀντιλαμβάνῃ·
οἷον, Εκτησάμην ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, ἴσον λέγων τῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ. Ὁ δὲ, ἐν τῇ τοῦ κατὰ
Ματθαῖον ὁμιλίᾳ νγ' φησίν· Ο δε γὰρ τὸ δι' οὗ τὸ
ὑφ' οὗ λέγειν ἡ Γραφὴ, ὡς ὅταν λέγῃ· Εκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ· οὐ τὸ δεύτερον απ
τιον, ἀλλὰ τὸ πρῶτον μᾶλλον τιθεῖσα. Καὶ πάλιν·
Οὐχὶ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἡ διασάφησις αὐτῶν ἐστι·
Καὶ Κύριλλος δὲ ὁ μακάριος ἐν τῇ πρὸς Νεστόριον
ἐπιστολῇ, ἧς ἡ ἀρχή, Καταφλυαροῦσιν, ὡς μανθάνω, τινές, φησίν· Αναγκαῖον ὁμολογεῖν, ὅτι καὶ
γεγέννηται κατά σάρκα διὰ γυναικός. Καὶ μετ'
ὀλίγα· Γεγέννηται καθ᾿ ἡμᾶς ἐκ γυναικός. Καὶ
πολλάκις ἐν τῇ αὐτοῦ ἐπιστολῇ ὑπαλλαττομέναις
εὕροι τις ἂν αὐτὸν ταῖς προθέσεσι ταύταις, ὅτε μὲν
τῇ διὰ, ὅτε δὲ τῇ ἐκ, ὡς ἰσοδυναμούσαις άδιαφόρως χρώμενον. Καὶ Παῦλος δὲ πρὸς Γαλάτας
φησίν· 'Εξαπέστειλεν ο Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ
γενόμενον ἐκ γυναικός. Ὁ δὲ Δαμασκηνὸς ὁ
μακάριος ποτὲ μὲν λέγει ᾄδων πρὸς τὴν Θεοτόκον • G
Θεὸν ἐκ σοῦ σαρκωθέντα ἔγνωμεν· καὶ αὖ ὁ αὐτός·
Ἐκ σοῦ τῆς ἁγνῆς προῆλθεν ἀφράστως σαρκω
θείς· ποτὲ δέ· Διὰ σοῦ, Παρθένε, Θεὸς ἀνθρώποις
ὡμίλησε· καὶ, Ο λυτρωτής διὰ σοῦ, Παρθένε,
ἐπεδήμησεν. Ὅτι δὲ ἀληθὲς ὑπάρχει, ὅτι ισοδυ
ναμεῖ ἡ διὰ τῇ ἐκ, καὶ μίαν ἰσχὺν ἔχουσιν,
ἐντεῦθεν δῆλον. Θεοδώρητος ο Κύρου ἐπίσκοπος
ἐπιλαμβάνεται τοῦ μεγάλου Κυρίλλου ἐν πολλοῖς
τῶν ιβ' κεφαλαίων, & φθάσας ὁ ἅγιος ἐξέθετο κατὰ
· τοῦ Νεστορίου· καὶ ἐν τῷ θ' ἀναθεματισμῷ, ἐν ᾧ ὁ
Κύριλλος φησιν· Ἴδιον ἔχων ὁ Υἱὸς τὸ ἐξ αὐτοῦ
καὶ οὐσιωδῶς ἐμπεφυχὲς αὐτῷ Πνεῦμα ἅγιον,
εἰργάζετο τὰς θεοσημείας· ὁ Θεοδώρητος φησιν·
Εἰ μὲν ὡς ὁμοφυὲς ἔφη Κύριλλος καὶ ἐκ τοῦ Πατρὸς
ἐκπορευόμενον, ἴδε συνομολογήσομεν, καὶ ὡς εὐσεβῆ
δεξόμεθα τὴν φωνήν· εἰ δ᾽ ὡς ἐξ Υἱοῦ, ἢ δι᾽ Υἱοῦ
τὴν ὕπαρξιν ἔχον, ὡς βλάσφημον καὶ δυσσεβές
ἀποῤῥίψομεν. Ἰδοὺ φανερῶς ἐδειλίασεν ὁ Θεοδώ
ρητος εἰπεῖν καὶ τὴν διὰ μετὰ τῆς ἐκ, ἐν τῇ
προόδῳ τοῦ Πνεύματος τῇ παρὰ τοῦ Υἱοῦ. Ἐκεῖνος
γὰρ ἀρνούμενος παντελῶς τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τοῦ Υἱοῦ
εἶναι, καθὼς καὶ ὑμεῖς, οὔτε ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὔτε διὰ
τοῦ Υἱοῦ κατεδέξατο· ὑμεῖς δὲ τὸ μὲν, δι' Υἱοῦ,
ἐμολογεῖτε· τὸ δὲ, ἐξ Υἱοῦ, οὐδ᾽ ἀκοῦσαι ἀνέχεσθε.
Αλλ', ὦ φίλος, τὸ αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸν Θεοδώ
28 Gen. IV,
» Gen. XL,
Lib. 1, De orth. fide.
8: 30 Galat. iv, 4.
exsistat, projicienus ut blasphemum et impium.
Ecce tibi manifeste reformidavit Theodoretus dicere et per et ex, in processione Spiritus a Filio
Cum enim ille negaret omnino Spiritum esse a
Filio, sicuti negatis et vos; neque ex Filio, neque
per Filium admisit. Vos autem falemini quidem
per Filium; ex Filio vero, ne auribus quidem accipere patimini; sed heus tu, juxta Theodoretum
idem significat. Quod vero per Filium fațeamını,
Damascenus capite octavo et tert:o decimo per.
col. 1075–1076page 60 of 75
PG 159:1075ρητον. "Οτι δὲ τὸ δι' Υἱοῦ ὁμολογεῖτε, Δαμασκηνός τήν τε τὴν εἰρήνην εἰρηκότα δέον ἀσπάσασθαι, φοῦντα. ἐν τῷ η' καὶ ιγ' διαρρήδην βοᾷ, Ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ καὶ ὑμεῖς μεγάλῃ τῇ φωνῇ ᾄδετε· Πνεῦμα μεταξο τικὸν ἀγαθότητος, ἐκ Πατρὸς διὰ σοῦ, Χριστέ, προερχόμενον. Καὶ ἐν τῷ κανόνι τῆς Πεντηκοστῆς Σὺ γὰρ ποταμὸς θεότητος, ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ προερχόμενον. ᾿Αλλ' εἰ καὶ ᾄδετε μέν, όμως οὐ γινώσκετε, ὅτι ταυτὸν ἢ διὰ τῇ ἐκ βούλεται· καὶ γὰρ μεῖζον ἢ ὑμεῖς Θεοδώρητος οἶδεν, ὅτι ἡ διὰ τῇ ἐκ ἰσοδυναμεῖ, διὰ τοῦτο ἀμφοτέρας τὰς προ θέσεις ταύτας ἀρνεῖται. Ἐπεὶ οὖν κατὰ τὰ εἰρη μένα συμφωνούσιν αἱ προθέσεις αὗται, καλῶς καὶ ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς Βησσαρίων ὁ μέγας φιλοσοφεί τοῦτο, καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος διὰ τῆς διὰ τῷ Υἱῷ δίδωσι· καὶ μάτην αὐτοὺς διασύρεις, καὶ τὸν τὴν διὰ τῇ ἐκ ταυτὸ δύνασθαι φιλοσο ΕΦΕΣ. Οὕτως κατὰ μικρὸν ὁ Λατινισμὸς ἐξεῤῥάγη· καὶ περὶ τοῦ τρόπου λοιπὸν τῆς ἑνώσεως ήρξαντο πραγ ματεύεσθαι, καί τινα μητὰ περιεργάζεσθαι, δι' ὧν ἐνωθήσονται, μέσην ἐπέχοντα χώραν, καὶ δυνά μενα κατ' αμφοτέρας τὰς δόξας λαμβάνεσθαι, καθάπερ τις κόθορνος. Τοῦτο γὰρ αὐτοῖς πρὸς τὴν ἐπίνοιαν ἔδοξε σφόδρα συμβάλλεσθαι, τῶν τε ἡμετέρων δι' αὐτῶν ῥᾷον προσαγομένων, καὶ τῶν ἐναντίων ελπιζομένων ἀνεξετάστως αὐτὰ παραδέξασθαι. ΑΠΟΛ. λαμπρύ Οὕτω κατὰ μικρὸν ὁ Χριστιανισμός νετο· πρότερον γὰρ ἡ μαύρωτο τῷ πάθει τοῦ σχίσματος, καὶ τὸν ἀρχαῖον σύνδεσμον λοιπὸν τῆς εἰρήνης ἐπραγματεύοντο ἀνακτήσασθαι οι Χριστοῦ ἱεράρ και θείῳ πυρούμενοι ζήλῳ, ἵνα μὴ διηρημένον καὶ πάλιν τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα μείνῃ, καὶ ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἡ ἄσπιλος νύμφη τὴν τῶν οἰκείων τέκνων διαίρεσιν οδύροιτο γοερῶς, ἀλλ' εὐφραίνοιτο, ὡς εἰκὸς, ὁρῶσα τὰ ἑαυτῆς τέχνα ἡνωμένα πρὸς ἄλληλα. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων συμφωνοῦντα ἀλλήλοις ἐσπούδαζον δεῖξαι, οὐ περιέργως, ὡς σὺ φῂς, ἀλλ᾽ εὐσεβῶς τε καὶ καθε ρῶς αὐτὰ ἐξηγεῖσθαι. Ιδόντες τοίνυν καὶ καλῶς ἐννοήσαντες τὰ ῥητὰ, τὰ αὐτὰ τοῖς Δυτικοῖς λέγοντα διδασκάλοις, προθύμως ἡνώθησαν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, οὐ διὰ μεσότητός τινος· άπαγε ταύτης τῆς ἀτοπίας· οὐδὲ τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων μέσην επί χοντα χώραν πρὸς ἀμφοτέρας τάς δόξας ἡγήσαντ παντελῶς, οὐδὲ ἐπίνοιαν ἐκεῖνοι τοιαύτην ἔσχον, ὡς διὰ μεσότητος ῥητῶν τινων ἐνωθῆναι, ὥστε ἀνεξ τάστως αὐτὰ παραδέξασθαι τους Λατίνους, καὶ δι αὐτῶν πεπλασμένην τινὰ συστῆναι τὴν ἔνωσιν πόρρω τοῦτο τῆς ἐκείνων διανοίας ὑπῆρχε. Ποία γὰρ μεσότης ἔσται μέσον ἀληθείας καὶ ψεύδους; ποία δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; "Η γὰρ τὸ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἀληθές ἐστι, καὶ ψευδὲς τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ· ἢ τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἀληθὲς, καὶ ψευδὲς τὸ ἐκ μόνου, ὡς ἄμεσα ἐναντία· ἀμφότερα γὰρ οὐ θεμιτόν ίστασθαι. Ποίαν ἄρα μεσότητα τὰ ῥητά δύνανται δοῦναι, ἢ ὅπερ σὺ φῂς κόθορνον; και θορνος γάρ σὺ καὶ κοθόρνου ἐπίνοιαν εἶχες, οὔτε
'
spicue clamat: Ex Patre per Filium; et vos magna ρητον. "Οτι δὲ τὸ δι' Υἱοῦ ὁμολογεῖτε, Δαμασκηνός
voce cantatis: Spiritum bonitatis largitorem, ex
Patre per te, o Christe, procedentem. Et in hymnorum officio, quod die Pentecoste canitur, habetis:
Tum enim deitatis fluvius, Spiritus ex Patre per
Filium prodiens. Verum etsi canitis, non percipitis
tamen idem valere per atque ex; at vero Theo:loretus melius id notat quam vos, et propterea utramque praepositionem negavit. Quando igitur juxta
ea quæ dicta sunt, hæ duæ præpositiones conveniunt, recte magnus ille Bessario Nicænus præsul
de hoc philosophatur, et causam Spiritus per hanc
præpositionem per Filio tribuit; et frustra obtrectas tam ei qui pacem amplectendam asseruit, quam
ei qui de per et ex, quod idem valeant, disputavit.
τήν τε τὴν εἰρήνην εἰρηκότα δέον ἀσπάσασθαι,
φοῦντα.
EPIIES.
Ita paulatim Latinismus erupit, cœperuntque
deinceps de modo conciliandæ pacis agere, el dicta
quaedam, per quæ pax fieret curiose perquirere,
ancipitem habentia sensum, et quæ possent in
utramque trahi sententiam instar cothurni. Id
enim consilio suo multum conducere visum est;
quod ita et nostri per ca facilius pertraherentur, et
speraretur fore, ut eadem ab. adversariis nullo adhibito examine admitterentur.
RESP.
ἐν τῷ η' καὶ ιγ' διαρρήδην βοᾷ, Ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ·
καὶ ὑμεῖς μεγάλῃ τῇ φωνῇ ᾄδετε· Πνεῦμα μεταξο
τικὸν ἀγαθότητος, ἐκ Πατρὸς διὰ σοῦ, Χριστέ,
προερχόμενον. Καὶ ἐν τῷ κανόνι τῆς Πεντηκοστῆς·
Σὺ γὰρ ποταμὸς θεότητος, ἐκ Πατρὸς δι' Υἱοῦ
προερχόμενον. ᾿Αλλ' εἰ καὶ ᾄδετε μέν, όμως οὐ
γινώσκετε, ὅτι ταυτὸν ἢ διὰ τῇ ἐκ βούλεται· καὶ
γὰρ μεῖζον ἢ ὑμεῖς Θεοδώρητος οἶδεν, ὅτι ἡ διὰ
τῇ ἐκ ἰσοδυναμεῖ, διὰ τοῦτο ἀμφοτέρας τὰς προθέσεις ταύτας ἀρνεῖται. Ἐπεὶ οὖν κατὰ τὰ εἰρη
μένα συμφωνούσιν αἱ προθέσεις αὗται, καλῶς καὶ ὁ
Νικαίας ἀρχιερεὺς Βησσαρίων ὁ μέγας φιλοσοφεί
τοῦτο, καὶ τὴν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος διὰ τῆς διὰ
τῷ Υἱῷ δίδωσι· καὶ μάτην αὐτοὺς διασύρεις,
καὶ τὸν τὴν διὰ τῇ ἐκ ταυτὸ δύνασθαι φιλοσο
Οὕτως κατὰ μικρὸν ὁ Λατινισμὸς ἐξεῤῥάγη· καὶ
περὶ τοῦ τρόπου λοιπὸν τῆς ἑνώσεως ήρξαντο πραγματεύεσθαι, καί τινα μητὰ περιεργάζεσθαι, δι' ὧν
ἐνωθήσονται, μέσην ἐπέχοντα χώραν, καὶ δυνάμενα κατ' αμφοτέρας τὰς δόξας λαμβάνεσθαι,
καθάπερ τις κόθορνος. Τοῦτο γὰρ αὐτοῖς πρὸς τὴν
ἐπίνοιαν ἔδοξε σφόδρα συμβάλλεσθαι, τῶν τε ἡμετέ
ρων δι' αὐτῶν ῥᾷον προσαγομένων, καὶ τῶν ἐναντίων
ελπιζομένων ἀνεξετάστως αὐτὰ παραδέξασθαι.
λαμπρύ
Οὕτω κατὰ μικρὸν ὁ Χριστιανισμός
νετο· πρότερον γὰρ ἡ μαύρωτο τῷ πάθει τοῦ σχίσματος, καὶ τὸν ἀρχαῖον σύνδεσμον λοιπὸν τῆς εἰρήνης
ἐπραγματεύοντο ἀνακτήσασθαι οι Χριστοῦ ἱεράρ
και θείῳ πυρούμενοι ζήλῳ, ἵνα μὴ διηρημένον καὶ
πάλιν τὸ τῆς Ἐκκλησίας πλήρωμα μείνῃ, καὶ ἡ
τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἡ ἄσπιλος νύμφη τὴν τῶν
οἰκείων τέκνων διαίρεσιν οδύροιτο γοερῶς, ἀλλ'
εὐφραίνοιτο, ὡς εἰκὸς, ὁρῶσα τὰ ἑαυτῆς τέχνα
ἡνωμένα πρὸς ἄλληλα. Διὰ τοῦτο καὶ τὰ ῥητὰ τῶν
ἁγίων συμφωνοῦντα ἀλλήλοις ἐσπούδαζον δεῖξαι, οὐ
περιέργως, ὡς σὺ φῂς, ἀλλ᾽ εὐσεβῶς τε καὶ καθερῶς αὐτὰ ἐξηγεῖσθαι. Ιδόντες τοίνυν καὶ καλῶς
ἐννοήσαντες τὰ ῥητὰ, τὰ αὐτὰ τοῖς Δυτικοῖς λέγοντα
διδασκάλοις, προθύμως ἡνώθησαν τῇ τοῦ Χριστοῦ
Ἐκκλησίᾳ, οὐ διὰ μεσότητός τινος· άπαγε ταύτης
τῆς ἀτοπίας· οὐδὲ τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων μέσην επί
χοντα χώραν πρὸς ἀμφοτέρας τάς δόξας ἡγήσαντ
Ita paulatim Christianismus clarescebat; prius
enim malo schismatis obscurabatur: et deinceps
de restituendo antiquo pacis vinculo agebant
Christi hierarchæ, divino zelo flagrantes; ne rursus
totum Ecclesiæ corpus divisum maveret, et immaculata Sponsa Christi Ecclesia suorum dissidia
Gliorum acerbe defleret; sed lætaretur, ut par est,
videns filios mutua charitate conjunctos. Propterea quoque dieta sanctorum consona sibi invicem ostendere studebant, non curiose, ut ais,
sed pie et sincere illa explicantes. Cum igitur ea
vidissent, et perspexissent eumdem in illis sensum,
quem docent doctores Occidentales, prompto alacrique animo Ecclesiæ Christi unitatem amplexi
sunt, non per medium quiddam. Apage rem adeo
absurdam! Nullo modo illi cogitarunt de sanctorum dictis medium habentibus sensum,
et quæ
possent in utramque sententiam distrahi; nunquam
venit illis hoc in nientem, ut per ambigua dicta παντελῶς, οὐδὲ ἐπίνοιαν ἐκεῖνοι τοιαύτην ἔσχον, ὡς
fieret unitas; quæ etiam Latini nullo adhibito examine reciperent; atque ita ficta quadam sequeretur
conciliatio: procul erat hoc a sensu eorum. Quid
enim fuerit medium inter verum et falsum? quæ
vero communicatio luci ad tenebras? Aut enim verum est, quod ex solo Patre, et falsum quod ex
Filio: aut verum, quod ex Filio, et falsum quod ex
Patre solo; cum hæc sine ullo medio contraria sint;
impossibile enim simul utraque consistere. Quale
ergo medium reperiri possit in iis dictis, sive quod
tu vocas cothurnum? Tu plane colburnus eras, et
cothurni sensum habebas, cum nec frigidus nec
διὰ μεσότητος ῥητῶν τινων ἐνωθῆναι, ὥστε ἀνεξ: -
τάστως αὐτὰ παραδέξασθαι τους Λατίνους, καὶ δι
αὐτῶν πεπλασμένην τινὰ συστῆναι τὴν ἔνωσιν·
πόρρω τοῦτο τῆς ἐκείνων διανοίας ὑπῆρχε. Ποία
γὰρ μεσότης ἔσται μέσον ἀληθείας καὶ ψεύδους;
ποία δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; "Η γὰρ τὸ ἐκ
μόνου τοῦ Πατρὸς ἀληθές ἐστι, καὶ ψευδὲς τὸ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ· ἢ τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἀληθὲς, καὶ ψευδὲς τὸ
ἐκ μόνου, ὡς ἄμεσα ἐναντία· ἀμφότερα γὰρ οὐ
θεμιτόν ίστασθαι. Ποίαν ἄρα μεσότητα τὰ ῥητά
δύνανται δοῦναι, ἢ ὅπερ σὺ φῂς κόθορνον; και
θορνος γάρ σὺ καὶ κοθόρνου ἐπίνοιαν εἶχες, οὔτε
col. 1077–1078page 61 of 75
PG 159:1077ψυχρὸς ὤν, οὔτε θερμός· καὶ διὰ τοῦτο ἐμίσησέ σε Θεὸς κατὰ τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ ᾿Αποκαλύψει, καὶ ἐξέμεσέ σε· τὸ γὰρ ἀμφοτεροδέξιον ὑπόδημα, ὅπερ ἐστὶν ὁ κόθορνος, ἑκατέρῳ ποδὶ ἀχρεῖόν ἐστι. Καὶ σὺ τοίνυν παρόμοιος τῇ λέξει καὶ τῇ ἐπινοίᾳ σου ταύτῃ ὑπάρχων, ἀχρεῖος ἔδοξας τοῖς ἐχέφροσιν ἐν ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν. Οἱ δὲ ἱεροὶ ἐκεῖνοι καὶ θεῖοι ἄνδρες τὰ ῥητὰ καλῶς ἐρευνήσαντες, ἐκ τοῦ Υἱοῦ προφανώς λέγοντα, τὸ δὲ ἐκ μένου τοῦ Πατρὸς παντελῶς ἀπηγορευμένον, ἐδέξαντο τοὺς ἁγίους καὶ τὰς αὐτῶν φωνὰς, καὶ τὴν ἔνωσιν λοιπὸν εἰκότως ἐπραγματεύοντο εὐσεβῶς τε καὶ εὐλαβῶς. ΕΦΕΣ. Και δή τι συνθέντες γραμμάτιον τοιαῦτά τινα περιέχον, τὴν ἐκείνων δὲ δόξαν ὅμως καθαρῶς ἐκτιθέμενον, ἐξαπέστειλαν αὐτοῖς, ὡς διὰ τούτου τὴν ἕνωσιν ποιησόμενοι. Τοῖς δὲ οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει τὸ γραμμάτιον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾽ ἢ πρὸς ἀπολογίαν αὐτοὺς προὐκαλοῦντο, καὶ λύσεις τῶν ἀμφισβητουμένων φωνῶν ἐν τῷ γράμματι, ή τὸ οἰκεῖον δέξασθαι παρηγγύων, ὅπερ αὐτοὶ φθά σαντες ἐξαπέστειλαν· ἦν δὲ ἐκεῖνο συμφώνησις παντελῆς περὶ τὸ δόγμα Λατίνων τε καὶ Γραικών, καὶ ὁμολογία τοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι. ΑΠΟΔ. Γραμμάτιον ἀπέδωκαν οἱ ἡμέτεροι τὰ τῶν ἁγίων ζητά συμβιβάζοντες κατὰ τὴν τοῦ Μαξίμου φωνὴν, ὅπερ ἀπέστειλαν πρὸς τὴν ἄκρον ἀρχιερέα, πρότερον τοῦτο ζητήσαντες παρὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐγγράφως, τίνι τρόπῳ γενήσεται ὁ ὅρος, καὶ πῶς τὸ δόγμα ἐν αὐτῷ ἐγγραφήσεται· ὅπερ ποιήσασα ἀπέστειλε τοῖς Γραικοῖς· οἱ λαβόντες ἔγνων αὐτὸ φανερῶς λέγον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Εἶτ᾽ ἔγραψαν καὶ αὐτοὶ λέγοντες· Εἰ καὶ ἔστι τὸ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ταυτὸν τῷ διὰ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τὸ διὰ τοῦ Υἱοῦ ταυτὸν τῷ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθὼς ὑμεῖς ἀπεδών κατε, ὅ ως ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἀϊδίως ἐστίν. Η Ρωμαικὴ οὖν Ἐκκλησία οὐκ ἠθέλησε τὸ γραμμάτ τον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾽ ἔλεγεν• Ημείς οὐ βουλόμεθα ἔνωσιν πεπλασμένην ποιήσασθαι, οὐδὲ τοὺς Γραικοὺς θέλομεν μεθ᾿ ἡμῶν ἐνωθῆναι μετά αἱρέσεως καὶ ἀπάτης· ἀλλ᾽ εἰδέναι βουλόμεθα τήν η ἐξήγησιν τοῦ γραμματίου τούτου, πῶς καὶ τίν τρόπῳ τὴν διὰ ἐννοοῦσιν. Οὐδὲ γὰρ δώσομεν τοῦτό ποτε, τὴν διὰ ἐννοεῖσθαι αἰτίαν ὀργανικήν, ή ὑπουργικήν. Η διὰ γὰρ ίσμεν ὅτι τρισσῶς νοεῖται, ὀργανική, ὑπουργική, και φυσική. Εἰ μὲν οὖν φυ σικῶς νοοῦσι, διὰ τί οὐ χρῶνται καὶ τῇ ἐκ ταυτὸν τῇ διὰ δυναμένῃ; εἰ δὲ ὀργανικῶς, ἡ ὑπηρετικῶς, ἡμεῖς τούτοις οὐ βουλόμεθα κοινωνῆσαι. Διὰ τοῦτο, αἰδέσιμο, ἐζήτουν ἐξήγησιν τοῦ γραμματίου· οὐ γὰρ ἐβούλαντα χωρὶς ἐξετάσεως ἔνωσιν οὐδεμίαν ποιή σασθαι· καὶ δικαίως· εἰ γὰρ νῦν μετὰ τοσαύτης ἐξετάσεως ἐγένετο, σπουδῆς τε καὶ ἀγρυπνίας, καὶ οἱ ἡμέτεροι αὐτῇ μάχονται ἀναιδῶς, τί ἂν ἔλεγον, εἰ χωρὶς ἐξετάσεως ἐγεγόνει; διὰ τοῦτο ἐζήτουν
in Apocalypsi Deus odio te habuit et evo
muit, ambidextrum enim calceamentum, quod est
cothurnus utrique pedi inutile est. Tu quoque cum
sis voci huic quain usurpasti, et rei quam exprimere voluisti, non absimilis, visus es judicio prudentum utrique parti inutilis. At vero sacri illi ac
divini viri dicta sedulo perscrutati, in quibus dilucide asseritur, Spiritum esse ex Filio, ex solo vero
Patre omnino rejicitur; sanctos et voces eorum ut
germanas admiserunt; ac deinceps jure de concilianda pace pie ac religiose agebant.
ψυχρὸς ὤν, οὔτε θερμός· καὶ διὰ τοῦτο ἐμίσησέ calidus esses; propter quod juxta Joannem
σε Θεὸς κατὰ τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ ᾿Αποκαλύψει, καὶ
ἐξέμεσέ σε· τὸ γὰρ ἀμφοτεροδέξιον ὑπόδημα, ὅπερ
ἐστὶν ὁ κόθορνος, ἑκατέρῳ ποδὶ ἀχρεῖόν ἐστι. Καὶ
σὺ τοίνυν παρόμοιος τῇ λέξει καὶ τῇ ἐπινοίᾳ σου
ταύτῃ ὑπάρχων, ἀχρεῖος ἔδοξας τοῖς ἐχέφροσιν
ἐν ἀμφοτέροις τοῖς μέρεσιν. Οἱ δὲ ἱεροὶ ἐκεῖνοι
καὶ θεῖοι ἄνδρες τὰ ῥητὰ καλῶς ἐρευνήσαντες,
ἐκ τοῦ Υἱοῦ προφανώς λέγοντα, τὸ δὲ ἐκ μένου
τοῦ Πατρὸς παντελῶς ἀπηγορευμένον, ἐδέξαντο
τοὺς ἁγίους καὶ τὰς αὐτῶν φωνὰς, καὶ τὴν ἔνωσιν
λοιπὸν εἰκότως ἐπραγματεύοντο εὐσεβῶς τε καὶ
εὐλαβῶς.
Και δή τι συνθέντες γραμμάτιον τοιαῦτά τινα
περιέχον, τὴν ἐκείνων δὲ δόξαν ὅμως καθαρῶς
ἐκτιθέμενον, ἐξαπέστειλαν αὐτοῖς, ὡς διὰ τούτου
τὴν ἕνωσιν ποιησόμενοι. Τοῖς δὲ οὐκ ἀνεκτὸν ἐδόκει
τὸ γραμμάτιον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾽ ἢ
πρὸς ἀπολογίαν αὐτοὺς προὐκαλοῦντο, καὶ λύσεις
τῶν ἀμφισβητουμένων φωνῶν ἐν τῷ γράμματι, ή
τὸ οἰκεῖον δέξασθαι παρηγγύων, ὅπερ αὐτοὶ φθά
σαντες ἐξαπέστειλαν· ἦν δὲ ἐκεῖνο συμφώνησις
παντελῆς περὶ τὸ δόγμα Λατίνων τε καὶ Γραικών,
καὶ ὁμολογία τοῦ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον ἐκπορεύεσθαι.
EPHIES.
Itaque libellum conscribunt, dicta hujusmodi
continentem, illorum tamen sententiam plane exponentem; et mittunt ad eos, quasi per illum conjungendi. Verum illi nullo modo volebant libellumn
admittere, ni prius examinaretur; sed eos vel ut se
defenderent, provocabant, et solverent quæ dubia
erant in libello; vel suum, quem ipsi jam miserant,
ab iis suscipi jubebant. Erat porro in illo perfecta
Latinorum atque Græcorum de dogmate consensio
et confessio, quod etiam ex Filio procedat Spiritus
sanctus.
RESP.
Libellum nostri dederunt, sanctorum dicta juxta
Maximi vocem inter se conciliantes, quem summo
pontifici miserunt; cum a Romana Ecclesia quesissent in scripto, quomodo esset conficienda definitio,
quave ratione dogma esse in ea ponendum. Illa cum
ae modo scripsisset, misit ad Gra.cos; acceptum
illi scriptum legerunt, et cognoverunt ibi aperte
dictum, Spiritum sanctum esse etiam ex Filio.
Deinde scripsere et ipsi hoc pacto: Quamvis iden.
sit ex Filio quod per Filium, et per Filium idem
quod ex Filio, quemadmodum vos explicastis; nos
tamen fatemur, Spiritum sanctum esse a Patre per
Filium æternaliter. Romana ergo Ecclesia libellum
hunc noluit admittere citra discussionem; sed
aiebat: Nos simulatam unionem fieri nolumus;
neque volumus Græccs nobiscum conjungi per
fraudem et haeresin; sed scire libelli hujus exposiΓραμμάτιον ἀπέδωκαν οἱ ἡμέτεροι τὰ τῶν ἁγίων
ζητά συμβιβάζοντες κατὰ τὴν τοῦ Μαξίμου φωνὴν,
ὅπερ ἀπέστειλαν πρὸς τὴν ἄκρον ἀρχιερέα, πρότερον
τοῦτο ζητήσαντες παρὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας
ἐγγράφως, τίνι τρόπῳ γενήσεται ὁ ὅρος, καὶ πῶς
τὸ δόγμα ἐν αὐτῷ ἐγγραφήσεται· ὅπερ ποιήσασα
ἀπέστειλε τοῖς Γραικοῖς· οἱ λαβόντες ἔγνων αὐτὸ
φανερῶς λέγον τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ.
Εἶτ᾽ ἔγραψαν καὶ αὐτοὶ λέγοντες· Εἰ καὶ ἔστι τὸ ἐκ
τοῦ Υἱοῦ ταυτὸν τῷ διὰ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τὸ διὰ τοῦ
Υἱοῦ ταυτὸν τῷ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, καθὼς ὑμεῖς ἀπεδών
κατε, ὅ ως ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἀϊδίως ἐστίν. Η
Ρωμαικὴ οὖν Ἐκκλησία οὐκ ἠθέλησε τὸ γραμμάτ
τον δέξασθαι χωρὶς ἐξετάσεως, ἀλλ᾽ ἔλεγεν• Ημείς
οὐ βουλόμεθα ἔνωσιν πεπλασμένην ποιήσασθαι, οὐδὲ
τοὺς Γραικοὺς θέλομεν μεθ᾿ ἡμῶν ἐνωθῆναι μετά
αἱρέσεως καὶ ἀπάτης· ἀλλ᾽ εἰδέναι βουλόμεθα τήν η tionem, quo plane modo, et quo sensu intelligant
ἐξήγησιν τοῦ γραμματίου τούτου, πῶς καὶ τίν
τρόπῳ τὴν διὰ ἐννοοῦσιν. Οὐδὲ γὰρ δώσομεν τοῦτό
ποτε, τὴν διὰ ἐννοεῖσθαι αἰτίαν ὀργανικήν, ή
ὑπουργικήν. Η διὰ γὰρ ίσμεν ὅτι τρισσῶς νοεῖται,
ὀργανική, ὑπουργική, και φυσική. Εἰ μὲν οὖν φυ
σικῶς νοοῦσι, διὰ τί οὐ χρῶνται καὶ τῇ ἐκ ταυτὸν
τῇ διὰ δυναμένῃ; εἰ δὲ ὀργανικῶς, ἡ ὑπηρετικῶς,
ἡμεῖς τούτοις οὐ βουλόμεθα κοινωνῆσαι. Διὰ τοῦτο,
αἰδέσιμο, ἐζήτουν ἐξήγησιν τοῦ γραμματίου· οὐ γὰρ
ἐβούλαντα χωρὶς ἐξετάσεως ἔνωσιν οὐδεμίαν ποιήσασθαι· καὶ δικαίως· εἰ γὰρ νῦν μετὰ τοσαύτης
ἐξετάσεως ἐγένετο, σπουδῆς τε καὶ ἀγρυπνίας, καὶ
οἱ ἡμέτεροι αὐτῇ μάχονται ἀναιδῶς, τί ἂν ἔλεγον,
εἰ χωρὶς ἐξετάσεως ἐγεγόνει; διὰ τοῦτο ἐζήτουν
illud, per. Neque enim concedemus unquam, per
illam particulam, per, significari causam instin
mentariam, sive ministerialem. Siquidem seimus
per hanc vocem, per, trja significari, instrumentum, ministerium, et causam naturalem. Si ergo
ad significandam naturalem causam assumunt per,
cur etiam ex non utuntur, quæ idem valet ac per?
Si vero ad significandum instrumentum, sive ministerium, nos communionem istorum non suscipimus. Propterea, vir reverende, quærebant libelli
expositionem; nolebant enim citra disquisitionem
conficere quamlibet unionem; et jure quidem optimo. Nam si tanta nunc adhibita inquisitione,
studio, ac vigilantia nostri factam unitatem impu-
col. 1079–1080page 62 of 75
PG 159:1079αὐτοὺς ἐξήγησιν εἰς τὸ γραμμάτιον. Εἰ δ᾽ οὐ βού λονται ἐξηγηθῆναι τὸ γραμμάτιον, δεξάσθωσαν, ἔλεγον, τὸ ἡμέτερον, ὅπερ διελάμβανε τὴν ἀληθῆ τῶν διδασκάλων ἔννοιαν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. "Οτι δὲ τοῦτ᾽ ἀληθὲς, ἐδείξαμεν πρότερον διὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν καὶ δυτικῶν ἁγίων, καὶ οὐ χρὴ περὶ τούτου παλιλλογεῖν. ΕΦΕΣ. Τρίβεται πολὺς ἐπὶ τούτοις χρόνος, καὶ οἱ ἡμ τεροι τὴν ἀναβολὴν ἐδυσχέραινον, καὶ τὴν πενίαν ὠδύροντο, καὶ πρὸς τὸν λιμὸν ἡγανάκτουν. Καὶ γὰρ δὴ καὶ τοῦτ' αὐτοῖς ἐπενοήθη, μηδενὶ μηδὲν διδόναι τῶν συγκειμένων ἀναλωμάτων, ἵνα ἀναγκασθέντες ἐκ τούτου κατὰ μικρὸν αὐτοῖς ὑποκύψωσιν. ΑΠΟΛ. Εν τούτοις σε παραστήσω τοῖς ἀκούουσι ψεύστην καὶ παντελῶς ἀσύνετον, ὡς τοιαῦτα λέγοντα. Αν θρωπε, οὐκ ᾔδέσθης οὔτε Θεὸν οὔτ᾽ ἀνθρώπους, λέγων τοιοῦτον φανερώτατον ψεῦδος; Τίς ἐστερήθη τῶν τεταγμένων χρυσίνων; τίς ἀφ᾿ ἡμῶν ἐλυπήθη, ἢ ἡγανάκτησεν; πῶς γὰρ ὤφειλε τοῦτο γενέ σθαι παρόντος βασιλέως, καὶ πατριάρχου, καὶ ἀρ χιερέων τε καὶ ἀρχόντων, καὶ τῶν λοιπῶν; Ούκ ἔχει λόγον γενέσθαι τοιοῦτόν τί ποτε. Εἰ γὰρ ἦν τοῦτο 5 σὺ λέγεις νῦν, ὁ βασιλεὺς τε καὶ ὁ πατριάρχης οὐκ ἐσιώπησαν, ἀλλὰ παῤῥησίᾳ εἶπον ἂν, ὅτι Βίᾳ θέλετε συμπερανθῆναι τὴν σύνοδον· τοῦτο οὐ νόμιμον. Εἶτα τίς ἐπείνασε; τίς διὰ τὴν πενίαν ἐλυπήθη; τίς διὰ τὸν λιμὸν ἡγανάκτησεν; οὐ γὰρ μόνον τὰ πρὸς τροφὰς ἐλάμβανον χρήματα, ἀλλὰ πολλῷ πλείω, ὥστ᾽ ἔχειν ποιεῖν καὶ ἐνδύματα, καὶ ζώνας, καὶ σκεύη ἀργυρᾶ, κἀκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα επανέστρεψαν πλούσιοι. Πῶς σὺ λέγεις, ὅτι ἠγανάκτουν, καὶ ὠδύροντο, καὶ οὐκ εἶχαν ἀγοράσαι βρώ ματα; Εἶτα τίνα ἐβίασαν ὑπογράψαι, ἢ ἑνωθῆναι; Πάντας ἀφῆκαν κυρίους τοῦ ἑαυτῶν θελήματος. Εἰ δὲ τριβὴ τοῦ καιροῦ καὶ ἀναβολὴ γέγονεν, οὐκ ἀπὸ τῶν Λατίνων ἐγένετο· φαίνεται γὰρ ἐν τοῖς Πρα κτικοῖς ἡ αἰσχύνη ὑμῶν, ὅτι ἀεὶ διήγειρεν ὑμᾶς ὁ ἄκρος ἀρχιερεὺς ἔρχεσθαι εἰς τὰς διαλέξεις, καὶ συνεχῶς τὰς διαλέξεις ποιεῖν, ὅπως εὐρεθῇ ἡ ἀλέ θεια· καὶ γὰρ ἔλεγεν· Οὐ δυνατόν ἐστιν εὑρεθῆ ναί ποτε τὴν ἀλήθειαν, εἰ μὴ ἐν τῇ διαλέξει. 'Αλλ' ὑμεῖς φοβούμενοι τὴν αἰσχύνην, ἣν οὐ λέγω διὰ τὴν τοῦ γένους τιμὴν, ὅτι τοῦ αὐτοῦ γένους καὶ ἔθνους κἀγὼ ὑπάρχω, οὐκ ἐβούλεσθε διαλέγεσθαι· καὶ νῦν φθο νοῦντες τῇ συνόδῳ καὶ τῇ εἰρήνῃ τῆς Ἐκκλησία; τοιαῦτα ἐρεύγεσθε. ΕΦΕΣ. Τί δεῖ πολλὰ λέγειν; οὐκ ἐπαύσαντο πάντα λίθον κινοῦντες οἱ τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας καὶ εὐσεβείας προδόται, μέχρι διεπράξαντο συναγαγόντες τὴν σύνοδον ἐχρῆξαι τὸν Λατινισμὸν εἰς τὸ φανερόν, βα σιλέως τε καὶ πατριάρχου προκαθημένων, καὶ τοῦ δεσπότου τούτας συνεδριάζοντος. Τὰ γὰρ δοκοῦντα συνηγορεῖν τοῖς Λατίνοις ῥητὰ προαγαγόντες εἰς μέσον ἔκ τε τῶν διδασκάλων αὐτῶν ἐκείνων, καὶ τοῦ
JOSEPH METHONENSIS EPISCOPI
denter oppugnant: quid dicerent, si nulla esset αὐτοὺς ἐξήγησιν εἰς τὸ γραμμάτιον. Εἰ δ᾽ οὐ βού
adhibita inquisitio? Hanc igitur ob causam que
rebant sibi explanari libellum. Quod si Romana
dicabat Ecclesia, nolunt explanari libellumn, nostram recipiant, in quo germanus doctorum sensus
habetur, quod etiam ex Filio procedat Spiritus
sanctus. Quod verum esse jam demonstravimus
Orientalium et Occidentalium auctoritate doctorum;
mones.
EPHES.
Multum post hæc conteritur tempus, nostriquè
dilationem ægre ferebant, et inopiam deplorabant,
deque fame conquerebantur; nam hoc etiam illis
excogitatum erat, nulli quidquam sumptuum condictorum suppeditare, ut propterea coacti paulatim
illis succumberent.
RESP.
Ilic te ostendam auditoribus mendacem et penitus
desipientem, qui talia dicas. Heus tu, nec Deum
es veritus, nec honines, ut tam illustre mendacium proferres? Quis constituta nummum aureorun erogatione fraudatus est? quis nostrum contristatus aut conquestus est? qui vero id fieri
poterat præsente imperatore et patriarcha et <cclesiarum præsulibus et optimatibus et reliquis? nullam res hæc habet probabilitatem. Si enim ita ut
tu nunc dicis, factum esset, imperator et patriarcha
non tacuissent, sed libere palamque dixissent:
Vultis per vim synodum ad finem perducere; contra jus fasque hoc est. Deindle quis esurivit? quem c
afixit inopia? quis de ſame conquestus est? Non enim
ad alimenta solum impendebatur eis pecunia, sed
multo etiam copiosior, ut suppeteret ad conficienda
indumenta, et zonas, et rasa argentea; atque inde
ille in patriam locupletati redirent. Quomodo ergo
dieis tu illos deplorasse et conquestos esse, nec la -
buisse, unde sibi alimenta coemerent? Cui vero illi
vim attulerunt ut subscriberet, et uniretur? Per illos
. quisque sui juris fuit. Porro mora el procrastinatio
non est Latinis ascribenda. Nam in actis palam
videre licet vestram ignominiam, quod summus
pontifex assidue vos excitaret, ut conveniretis ad disputandum, et crebro disceptaretis, quo veritas emergeret. Dicebat enim, fieri non posse ut verum repeλονται ἐξηγηθῆναι τὸ γραμμάτιον, δεξάσθωσαν,
ἔλεγον, τὸ ἡμέτερον, ὅπερ διελάμβανε τὴν ἀληθῆ
τῶν διδασκάλων ἔννοιαν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐκπορεύεται. "Οτι δὲ τοῦτ᾽ ἀληθὲς,
ἐδείξαμεν πρότερον διὰ τῶν ᾿Ανατολικῶν καὶ Δυτι
κῶν ἁγίων, καὶ οὐ χρὴ περὶ τούτου παλιλλογεῖν.
nec opus est de hac eosdem iterare scrΕΦΕΣ.
Τρίβεται πολὺς ἐπὶ τούτοις χρόνος, καὶ οἱ ἡμ
τεροι τὴν ἀναβολὴν ἐδυσχέραινον, καὶ τὴν πενίαν
ὠδύροντο, καὶ πρὸς τὸν λιμὸν ἡγανάκτουν. Καὶ γὰρ
δὴ καὶ τοῦτ' αὐτοῖς ἐπενοήθη, μηδενὶ μηδὲν διδόναι
τῶν συγκειμένων ἀναλωμάτων, ἵνα ἀναγκασθέντες
ἐκ τούτου κατὰ μικρὸν αὐτοῖς ὑποκύψωσιν.
Εν τούτοις σε παραστήσω τοῖς ἀκούουσι ψεύστην
καὶ παντελῶς ἀσύνετον, ὡς τοιαῦτα λέγοντα. Αν
θρωπε, οὐκ ᾔδέσθης οὔτε Θεὸν οὔτ᾽ ἀνθρώπους,
λέγων τοιοῦτον φανερώτατον ψεῦδος; Τίς ἐστερήθη
τῶν τεταγμένων χρυσίνων; τίς ἀφ᾿ ἡμῶν ἐλυπή
θη, ἢ ἡγανάκτησεν; πῶς γὰρ ὤφειλε τοῦτο γενέσθαι παρόντος βασιλέως, καὶ πατριάρχου, καὶ ἀρ
χιερέων τε καὶ ἀρχόντων, καὶ τῶν λοιπῶν; Ούκ
ἔχει λόγον γενέσθαι τοιοῦτόν τί ποτε. Εἰ γὰρ ἦν
τοῦτο 5 σὺ λέγεις νῦν, ὁ βασιλεὺς τε καὶ ὁ πατριἀρχῆς οὐκ ἐσιώπησαν, ἀλλὰ παῤῥησίᾳ εἶπον ἂν,
ὅτι Βίᾳ θέλετε συμπερανθῆναι τὴν σύνοδον· τοῦτο
οὐ νόμιμον. Εἶτα τίς ἐπείνασε; τίς διὰ τὴν πενίαν
ἐλυπήθη; τίς διὰ τὸν λιμὸν ἡγανάκτησεν; οὐ γὰρ
μόνον τὰ πρὸς τροφὰς ἐλάμβανον χρήματα, ἀλλὰ
πολλῷ πλείω, ὥστ᾽ ἔχειν ποιεῖν καὶ ἐνδύματα, καὶ
ζώνας, καὶ σκεύη ἀργυρᾶ, κἀκεῖθεν εἰς τὴν πατρίδα
επανέστρεψαν πλούσιοι. Πῶς σὺ λέγεις, ὅτι ἡγανάκτουν, καὶ ὠδύροντο, καὶ οὐκ εἶχαν ἀγοράσαι βρώ
ματα; Εἶτα τίνα ἐβίασαν ὑπογράψαι, ἢ ἑνωθῆναι;
Πάντας ἀφῆκαν κυρίους τοῦ ἑαυτῶν θελήματος. Εἰ
δὲ τριβὴ τοῦ καιροῦ καὶ ἀναβολὴ γέγονεν, οὐκ ἀπὸ
τῶν Λατίνων ἐγένετο· φαίνεται γὰρ ἐν τοῖς Πρα
κτικοῖς ἡ αἰσχύνη ὑμῶν, ὅτι ἀεὶ διήγειρεν ὑμᾶς ὁ
ἄκρος ἀρχιερεὺς ἔρχεσθαι εἰς τὰς διαλέξεις, καὶ
συνεχῶς τὰς διαλέξεις ποιεῖν, ὅπως εὐρεθῇ ἡ ἀλέ
θεια· καὶ γὰρ ἔλεγεν· Οὐ δυνατόν ἐστιν εὑρεθῆ ναί
riatur, nisi disputando. Αt vos probra timentes (quæ ποτε τὴν ἀλήθειαν, εἰ μὴ ἐν τῇ διαλέξει. 'Αλλ' ὑμεῖς
quidem prætereo, nationis honori consultum volen*,
qued sim et ipsc gentis et ritus ejusdem) nolebatis
●'spu'ave; et nunc synodo et paci Ecclesiæ invidentes hujusmodi verba eructatis,
EPHES.
Quid plura? nou destiterunt salutis et religionis suæ
proditores omnem movere lapiden», donec synodo
congregata effecerunt, ut Latinismus palam erumperet, præsidentibus imperatore et patriarcha, el des
pota illis assidente. Cum enim protulissent in medium dicta, quæ Latinis favere videntur, tum ex
illorum ipsorum doctoribus, tum de magno Cyrillo,
pugna mecum prius conserta, codemque tempore
φοβούμενοι τὴν αἰσχύνην, ἣν οὐ λέγω διὰ τὴν τοῦ
γένους τιμὴν, ὅτι τοῦ αὐτοῦ γένους καὶ ἔθνους κἀγὼ
ὑπάρχω, οὐκ ἐβούλεσθε διαλέγεσθαι· καὶ νῦν φθο
νοῦντες τῇ συνόδῳ καὶ τῇ εἰρήνῃ τῆς Ἐκκλησία;
τοιαῦτα ἐρεύγεσθε.
Τί δεῖ πολλὰ λέγειν; οὐκ ἐπαύσαντο πάντα λίθον
κινοῦντες οἱ τῆς ἑαυτῶν σωτηρίας καὶ εὐσεβείας
προδόται, μέχρι διεπράξαντο συναγαγόντες τὴν
σύνοδον ἐχρῆξαι τὸν Λατινισμὸν εἰς τὸ φανερόν, βασιλέως τε καὶ πατριάρχου προκαθημένων, καὶ τοῦ
δεσπότου τούτας συνεδριάζοντος. Τὰ γὰρ δοκοῦντα
συνηγορεῖν τοῖς Λατίνοις ῥητὰ προαγαγόντες εἰς
μέσον ἔκ τε τῶν διδασκάλων αὐτῶν ἐκείνων, καὶ τοῦ
col. 1081–1082page 63 of 75
PG 159:1081μεγάλου Κυρίλλου, πρότερον ἐμοὶ διαμαχεσάμενος, καὶ κατὰ ταυτὸν ἐκ διαδοχῆς ἀλλήλων ἐπιπηδήσαντες ἑταμῶς τοῖς σοφίσμασιν, οὕτως ἠρώτων τὴν σύνοδον, ήντινα γνώμην έχουσι περὶ τῶν ῥητῶν ἐκείνων, καὶ εἰ τὸν Υἱὸν αἴτιον ποιοῦσι τοῦ Πνεύ ματος. ΑΠΟΛ. Αὕτη ἡ σύνοδος γέγονε μὲν ἰδίᾳ καὶ μυστικώς, συνηγμένων τῶν ἀνατολικῶν τε καὶ ἡμετέρων με νον, προκαθημένων, ὡς φῂς, τοῦ τε βασιλέως και πατριάρχου, καὶ ἁπλῶς πάντων τῶν ἀνατολικῶν ἀρχιερέων. Συνῆξε δὲ ταύτην ὁ ἀοίδιμος βασιλεὺς ἐκεῖνος εἰς τὸ τοῦ πατριάρχου ταμεῖον, διὰ τὸ ἀσθε νεῖν ἐκεῖνον, οὐκ εἰς τὸ ἐχρῆξαι ὡς ἀσέβειαν, καθό σὺ ἡγῇ, τὸν Λατινισμὸν, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἀποδεῖξαι τὴν εὐσέβειαν εἰς τὸ φανερόν· εὐσεβεῖς μὲν γὰρ οἱ Λα. τῖνοι, οὐχὶ δὲ ἀσεβεῖ;· ἐν ᾗ ἑδημηγόρησεν ὁ βασι. λεὺς πρὸς ὑμᾶς πάντας, ὀνειδίζων δῆθεν ὡς ἀμε λοῦντας τοῦ θείου τῆς ἑνώσεως ἔργου, καὶ ῥᾳθύμως ἐν ἀλλοδαπῇ τὸν καιρὸν διατρίβοντας, εἰπών Δεσπόται ἀρχιερεῖς, τί ποιοῦμεν εἰς τὴν Ιταλών τοσοῦτον καιρὸν, καὶ οὐ σπουδάζομεν ἰδεῖν τὸ τέλος ταύτης τῆς ὑποθέσεως; Ορᾶτε, καὶ προσέχετε, μήποτε λάθωμεν καὶ ἀποτύχωμεν τούτου τοῦ ἀγα θοῦ. Ἐγὼ βασιλεὺς ὢν τῇ χάριτι τοῦ χρίσαντός με Θεοῦ οὐκ ἀφείλω δοῦνα: τῷ Θεῷ λόγον, ὅσον ὑμεῖς τὸ γὰρ χρέος τοῦ βασιλέως ἐστὶν ὑπερασπίζειν τῆς ἀποφάσεως τῆς συνόδου. Ὑμεῖς ἐστε ποιμένες τῆς Εκκλησίας· πρὸς ὑμᾶς οἱ Χριστιανοὶ πάντες άφη ρωσιν, ὡς ἡγήτορας τῶν ψυχῶν αὐτῶν· ὑμεῖς ὀφεί λετε ἀποδοῦναι λόγον τῷ Θεῷ ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτ τῶν. Οὐκοῦν βλέψατε καλῶς· σκέψασθε τὸ δίκαιον καὶ τὸ τῷ Θεῷ ἀρέσκον. Ἐνταῦθά εἰσι δύο τρόποι μεγάλοι καὶ ὄλεθροι ἐπικίνδυνοι, ενώσεώς τε καὶ διαστάσεω;. Ἔστι μὲν ὁ κίνδυνος, ἐὰν ἡ ἔνωσις ᾖ καλὴ καὶ ὀρθόδοξος, καὶ ἡμεῖς πλανηθώμεν μὴ δέ ξασθαι αὐτήν· ἔστι δὲ κίνδυνος διαιρέσεως, ἐὰν μὴ διαιρεθῶμεν δικαίως. Διὰ τοῦτο σκέψασθε τὸ κρεῖτ τον καὶ συμφέρον. Δότε γνώμας μὴ βλαπτούσας τὰς ὑμετέρας ψυχάς, Ἡ γὰρ ἔνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν ἁγία ἐστίν, εἰ μόνον ἐπ᾿ εὐσεβείας. Η διαίρεσις πάλιν φρικτή τέ ἐστι καὶ λέγεται. Ωστε ἐὰν μὴ ἑνωθῶμεν εὐσεβῶς, βλάψομεν τὰς ἡμετέρας ψυχάς ἐὰν δὲ διαιρεθῶμεν ἀδίκως, πάλιν ταυτὸ πεισόμεθα. Λοι-ὸν βλέπετε, τί μέλλει γενήσεσθαι. στε γάρ, ὅσον κακὸν τὸ σχίσμα Ἐκκλησιῶν ἐποίησεν· ἀφ' οὗ γὰρ ἐγένετο ἕως τοῦ νῦν, οἱ Γραικοὶ τοὺς Λατί τους κύνας ἡγοῦνται, καὶ οἱ Λατίνοι ὁμοίως τοὺς Γραικούς. Οίμαι γοῦν, ὅστις δι᾿ ἀνθρωπαρέσκειαν ἐμποδίσει τὴν εὐσεβὴ τῆς Ἐκκλησίας ἕνωσιν, χείρω τύπον ἕξει τοῦ Ἰούδα. Αλλ' ὑμεῖς, Πατέρες αϊδέ σιμοι, σκέψασθε τὸ δίκαιον τὸν τοῦ Θεοῦ φόβον πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχοντες. Μη θελήσητε διὰ πρόσκαιρον διξαν ἢ τοῦ ἑνὸ; μέρους ἢ τοῦ ἄλλου βλάψαι τὰς ὑμετέρας ψυχὰς καὶ τὸ αἷμα τῶν ἐπιλοίπων Χρι στιανῶν, τῶν εἰς ὑμᾶς βλεπόντων ὡς ποιμένας καὶ ἡγουμένους αὐτῶν. Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς, μια φωνῇ πάντες εἶπον· Οστις ἐμποδίσει τὴν εὐσεβὴ τῶν Χριστιανῶν ἔνωσιν, ἔστω ὑπὸ ἀνάθεμα,
caciter factis, ita synodum interrogabant: quilnam sentirent de dictis illis, et si Filium Spiritus
causam faterentur.
μεγάλου Κυρίλλου, πρότερον ἐμοὶ διαμαχεσάμενος, subinde insulationibus mili per sophismata proκαὶ κατὰ ταυτὸν ἐκ διαδοχῆς ἀλλήλων ἐπιπηδή
σαντες ἑταμῶς τοῖς σοφίσμασιν, οὕτως ἠρώτων τὴν
σύνοδον, ήντινα γνώμην έχουσι περὶ τῶν ῥητῶν
ἐκείνων, καὶ εἰ τὸν Υἱὸν αἴτιον ποιοῦσι τοῦ Πνεύ
ματος.
Αὕτη ἡ σύνοδος γέγονε μὲν ἰδίᾳ καὶ μυστικώς,
συνηγμένων τῶν ἀνατολικῶν τε καὶ ἡμετέρων με
νον, προκαθημένων, ὡς φῂς, τοῦ τε βασιλέως και
πατριάρχου, καὶ ἁπλῶς πάντων τῶν ἀνατολικῶν
ἀρχιερέων. Συνῆξε δὲ ταύτην ὁ ἀοίδιμος βασιλεὺς
ἐκεῖνος εἰς τὸ τοῦ πατριάρχου ταμεῖον, διὰ τὸ ἀσθε
νεῖν ἐκεῖνον, οὐκ εἰς τὸ ἐχρῆξαι ὡς ἀσέβειαν, καθό
σὺ ἡγῇ, τὸν Λατινισμὸν, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἀποδεῖξαι τὴν
εὐσέβειαν εἰς τὸ φανερόν· εὐσεβεῖς μὲν γὰρ οἱ Λα.
τῖνοι, οὐχὶ δὲ ἀσεβεῖ;· ἐν ᾗ ἑδημηγόρησεν ὁ βασι.
λεὺς πρὸς ὑμᾶς πάντας, ὀνειδίζων δῆθεν ὡς ἀμε
λοῦντας τοῦ θείου τῆς ἑνώσεως ἔργου, καὶ ῥᾳθύμως
ἐν ἀλλοδαπῇ τὸν καιρὸν διατρίβοντας, εἰπών·
Δεσπόται ἀρχιερεῖς, τί ποιοῦμεν εἰς τὴν Ιταλών
τοσοῦτον καιρὸν, καὶ οὐ σπουδάζομεν ἰδεῖν τὸ τέλος
ταύτης τῆς ὑποθέσεως; Ορᾶτε, καὶ προσέχετε,
μήποτε λάθωμεν καὶ ἀποτύχωμεν τούτου τοῦ ἀγα
θοῦ. Ἐγὼ βασιλεὺς ὢν τῇ χάριτι τοῦ χρίσαντός με
Θεοῦ οὐκ ἀφείλω δοῦνα: τῷ Θεῷ λόγον, ὅσον ὑμεῖς·
τὸ γὰρ χρέος τοῦ βασιλέως ἐστὶν ὑπερασπίζειν τῆς
ἀποφάσεως τῆς συνόδου. Ὑμεῖς ἐστε ποιμένες τῆς
Εκκλησίας· πρὸς ὑμᾶς οἱ Χριστιανοὶ πάντες άφη
ρωσιν, ὡς ἡγήτορας τῶν ψυχῶν αὐτῶν· ὑμεῖς ὀφείλετε ἀποδοῦναι λόγον τῷ Θεῷ ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτ
τῶν. Οὐκοῦν βλέψατε καλῶς· σκέψασθε τὸ δίκαιον
καὶ τὸ τῷ Θεῷ ἀρέσκον. Ἐνταῦθά εἰσι δύο τρόποι
μεγάλοι καὶ ὄλεθροι ἐπικίνδυνοι, ενώσεώς τε καὶ
διαστάσεω;. Ἔστι μὲν ὁ κίνδυνος, ἐὰν ἡ ἔνωσις ᾖ
καλὴ καὶ ὀρθόδοξος, καὶ ἡμεῖς πλανηθώμεν μὴ δέξασθαι αὐτήν· ἔστι δὲ κίνδυνος διαιρέσεως, ἐὰν μὴ
διαιρεθῶμεν δικαίως. Διὰ τοῦτο σκέψασθε τὸ κρεῖτ
τον καὶ συμφέρον. Δότε γνώμας μὴ βλαπτούσας τὰς
ὑμετέρας ψυχάς, Ἡ γὰρ ἔνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν
ἁγία ἐστίν, εἰ μόνον ἐπ᾿ εὐσεβείας. Η διαίρεσις
πάλιν φρικτή τέ ἐστι καὶ λέγεται. Ωστε ἐὰν μὴ
ἑνωθῶμεν εὐσεβῶς, βλάψομεν τὰς ἡμετέρας ψυχάς·
ἐὰν δὲ διαιρεθῶμεν ἀδίκως, πάλιν ταυτὸ πεισόμεθα.
Λοι-ὸν βλέπετε, τί μέλλει γενήσεσθαι. στε γάρ,
ὅσον κακὸν τὸ σχίσμα Ἐκκλησιῶν ἐποίησεν· ἀφ'
οὗ γὰρ ἐγένετο ἕως τοῦ νῦν, οἱ Γραικοὶ τοὺς Λατί
τους κύνας ἡγοῦνται, καὶ οἱ Λατίνοι ὁμοίως τοὺς
Γραικούς. Οίμαι γοῦν, ὅστις δι᾿ ἀνθρωπαρέσκειαν
ἐμποδίσει τὴν εὐσεβὴ τῆς Ἐκκλησίας ἕνωσιν, χείρω
τύπον ἕξει τοῦ Ἰούδα. Αλλ' ὑμεῖς, Πατέρες αϊδέ
σιμοι, σκέψασθε τὸ δίκαιον τὸν τοῦ Θεοῦ φόβον πρὸ
ὀφθαλμῶν ἔχοντες. Μη θελήσητε διὰ πρόσκαιρον
διξαν ἢ τοῦ ἑνὸ; μέρους ἢ τοῦ ἄλλου βλάψαι τὰς
ὑμετέρας ψυχὰς καὶ τὸ αἷμα τῶν ἐπιλοίπων Χριστιανῶν, τῶν εἰς ὑμᾶς βλεπόντων ὡς ποιμένας καὶ
ἡγουμένους αὐτῶν. Ταῦτα ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς,
μια φωνῇ πάντες εἶπον· Οστις ἐμποδίσει τὴν
εὐσεβὴ τῶν Χριστιανῶν ἔνωσιν, ἔστω ὑπὸ ἀνάθεμα,
RESP.
Synodus hæc facta est privatim et secreto, convenientibus tantum nostris Orientalibus, præsidəntibus, ut ais, imperatore et patriarcha, et summatim coactis omnibus Orientis præsulibus, Hanc
porro convocavit celeberrimus ille imperator ki
patriarchæ domicilium, quod is ægrotaret; non
ut erumperet Latinismus, hoc est, ut tu quidem
putas, impietatem, sed ut vocaret pietatem in lucem; neque enim Latini impii sunt, sed pii. In qua
insperator ad vos omnes habuit concionem, exprobrans scilicet socordiam, quod divinum opus conficienda pacis negligeretis, tempusque oscitanter
in peregrinatione consumeretis; his verbis usus:
Domini præsules, quid tandiu moramur in Italia,
el non properamus videre finem hujus negotii? Videde, et animum allentius adjicite, ne uos latenter
boc bonum effugiat. Mihi, cumi Dei beneficio, qui me
unxit, imperator sim non est tanta Deo reddenda
ratio, quanta vobis. Imperator sane debet pro decreto synodi propugnare: at vos estis pastores Fcclesiæ. In vos Christianorum omnium conjecti sunt
oculi utpote animaruın suarum ductores. Vos Deo
pro animalus eorum rationem estis daturi. Evigilate
ergo; exquirite quod justum est et Deo placitum. Duæ
nobis propositæ sunt viæ, duoque periculosa præcipitia, conjunctionis et dissidii. Si conjunctio bona est
et orthodoxa, periculum est, ne decepti nos illam rejiciamus:imminet etiam periculum in dissidio,si jure
non disjungamur. Quapropter expendendum vobis est
quid præstet, quidve conducat. Dicite sententias, qu.e
vestras animas non lædant; nam Ecclesiarum unitas
sancta est, dum fiat cum pietate; disjunctio ruPSU18 CL
est et dicitur horrenda res; ut si pic non conjungamur,
simus animas nostras læsuri; si vero injuria disjun -
gamur, rursus in idem recidamus. Considerate igitur,
quid agendum. Nostis, schisma Eccles:arum quantune
attulerit malun; ex eo enim tempore, quo ortum est,
Latini a Græcis, et Græci pariter a Latinis habentur
ut canes. Itaque existimo, si quis ad aucupandam hominum gratiam obstiterit piæ unitati Ecclesiæ, deteriore loco hunc fore, quam sit ipse Judas. At vos, venerabiles Patres, quod justum est perpendite, Dei
timorem habentes præ oculis. Nolite ob temporaneam
alterutrius partis gloriam damno afficere animas vestras, et reliquorum Christianorum sanguinem, qui
in vos ut pastores et duces suos intuentur. His au -
ditis præsules omnes una voce dixerunt: Quisquis
impedimento fuerit, quominus pia Christianorum
unitas Gat, esto anathemati subjectus. Atqueita suam
unusquisque dixit sententiam, prout cuique visum
est, sacro primum exordiente patriarcha. Unus a11tem ex iis qui synodo aderant, sanctimonia præditus
col. 1083–1084page 64 of 75
PG 159:1083ματος, ὁ μὲν οὕτως, ὁ δὲ οὕτως, ἀρξάμενοι ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ πατριάρχου. "Οθεν εἷς ἐκ τῆς συνόδου άγιο σύνῃ κεκοσμημένος καὶ ἀρετῇ, ἔφη· Δικαίον ἐστι συμβιβάσαι τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων ἡμῶν, ἐπεὶ σύμφωνα εἰσι· τὸ γὰρ αὐτὸ Πνεῦμα ἐλάλησεν ἐν αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἔστι διαφωνία, καὶ ἑνωθῆναι ἡμᾶς τῇ τῶν Ρω μαίων Ἐκκλησίᾳ. Ενθ᾽ ἀπεκρίθης καὶ σὺ λέγων, ὅτι οἱ Λατίνοι οὐ μόνον εἰσὶ σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ αἱρετικοί· διὸ οὐδὲ πρέπει ὅλως ἐνωθῆναι αὐτοῖς, εἰ μὴ ἐκβάλωσι τὴν προσθήκην ἀπὸ τοῦ συμβόλου, καὶ ὁμολογήσωσι τὸ σύμβολον ὡς καὶ ἡμεῖς. Τοῦτο ἀκούσας ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς ἀντέφη σοι· Καὶ λοι πὸν οἱ λέγοντες, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ Υιού, αἱρετικοί εἰσι; Καὶ εὐθὺς σὺ ἀπεκρίθης, Καὶ οὕτως ἔδωκαν γνώμας ἔκαστο; αὐτῶν ἀπὸ στό Ναί κἀκεῖνο;· Ιλεώς μοι, Θεέ· καὶ οἱ ἅγιοι οι τοῖς τῶν ἁγίων ῥητοῖς, καὶ τὸν Υἱὸν ἔδωκαν εἶναι τίνους ἀρχὴν τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως λέγοντες τοῦτο αἱρετικοί εἰσιν; "Αλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ λαλοῦντα κατὰ τῶν ἁγίων. Καὶ οὕτως προσήνεγκε τὰ ῥητὰ τῶν ἀνατολικῶν διδασκάλων, καὶ ἀνέγνω πάσῃ τῇ συνόδῳ· & σὺ οὐδέποτε ἔγνως ἢ οἶδας, ἀλλ᾽ ἢ τὰ τοῦ Καβασιλά τε καὶ Παλαμά. Ιδόντες δὲ οἱ Πατέρες τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων τῶν ἀνα τολικῶν, καὶ ἀναγνώσαντες καὶ ἐκ τῶν δυτικῶν διδα σκάλων, καὶ εὑρόντες αὐτὰ συμφωνοῦντα ἐκείνοι;, ἐπείσθησαν ἅπαντες τῇ ἀληθείᾳ ἀναφανείσῃ· οὐ γὰρ δίκαιον τοῦ φωτὸς δειχθέντος καμμύειν τὰ ὄμματα. Καὶ οὕτως ἔδωκαν γνώμας ὁμοφωνοῦντες κατὰ μὲν τοὺς Γραικούς αἰτίαν, κατὰ δὲ τοὺς Δ ὥσπερ καὶ τὸν Πατέρα. ΕΦΕΣ. Περὶ μὲν τῶν ῥητῶν οὐκ ἀμφιβάλλειν ἔφασαν, εἰ γνήσια τῶν διδασκάλων εἰσ!, παρὰ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ θείου Μαξίμου τοῦτο πιστούμενοι· τὴν αἰτίαν μέντοι τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόναι παντελῶς ἀπηγόρευσαν οι γε πλείονες· οὕτως γὰρ καὶ τὸν σοφὸν διορίζεσθαι Μάξιμον. ΑΠΟΛ. Περὶ τῶν ῥητῶν ἔτι οὐκ ἀμφιβάλλοντες ἦσαν, ἐπειδὴ ἔγνωσαν αὐτὰ συμφωνοῦντα ἀλλήλοις, ὡ; γνήσια ὄντα τῶν διδασκάλων· καὶ ὅτι ἔγνωσαν, ταύ την τὴν δόξαν εἶναι ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκκλησία πρό παλαι. Ο γὰρ ἅγιος Μάξιμος πρὸ τῆς ἔκτης ὢν οἰκουμενικῆς συνόδου, μαρτυρεῖ τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκ κλησίᾳ τοῦτο ἀδούσῃ, καὶ συμφώνους ἐν τούτῳ προ κομίζει 'Ρωμαίους Πατέρας, ἔτι γε μὴν καὶ Κύ ριλλον τὸν ᾿Αλεξανδρείας. Τὸ δὲ ἰσχυρότερόν στ τῶν λόγων ἐστὶν, ὡς οὐκ αἰτίαν ποιοῦντας τὸν Υἱόν, ἔφη Μάξιμος, σφᾶς αὐτοὺς οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι ἀπέ δειξαν, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ δι' αὐτοῦ προϊένας δηλώσωσι τοῦτο γὰρ καὶ οὗτοι νῦν, ὡς φῂς, δειλιάσαντες τοῖς μὲν ῥητοῖς συνεφώνησαν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὸν Μάξιμον, τὴν δὲ αἰτίαν τῷ Υἱῷ διδόναι παντελῶς ἀπη γόρευσαν οι γε πλείονες αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲ καὶ πρὸς ταῦτα ὀλίγα ἐροῦμεν· ὅτι τὸ τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου οὕτω νοεῖται, ὡς οὐκ ἀρχοειδῶς οὐδὲ προκαταρτικῶς αἰτίαν τὸν Υἱὸν εἶναι νομίζει τοῦ Πνεύματος, οὐδ᾽ ἀρχὴν ἄναρχον, οὐδ᾽ αἰτίαν ἀναίτιον· τοῦτο γὰρ τῷ Πατρὶ μόνῳ πρόσεστι, τῷ δὲ Υἱῷ οὐχ οὕτως, ἀλλ ἔχει ὁ Υἱός, παρὰ τοῦ Πατρὸ; λαβὼν ἔχει καὶ αὐτὸ
ματος, ὁ μὲν οὕτως, ὁ δὲ οὕτως, ἀρξάμενοι ἀπὸ τοῦ
ἱεροῦ πατριάρχου. "Οθεν εἷς ἐκ τῆς συνόδου άγιο
σύνῃ κεκοσμημένος καὶ ἀρετῇ, ἔφη· Δικαίον ἐστι
συμβιβάσαι τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων ἡμῶν, ἐπεὶ σύμφωνα
εἰσι· τὸ γὰρ αὐτὸ Πνεῦμα ἐλάλησεν ἐν αὐτοῖς, καὶ
οὐκ ἔστι διαφωνία, καὶ ἑνωθῆναι ἡμᾶς τῇ τῶν Ρω
μαίων Ἐκκλησίᾳ. Ενθ᾽ ἀπεκρίθης καὶ σὺ λέγων,
ὅτι οἱ Λατίνοι οὐ μόνον εἰσὶ σχισματικοί, ἀλλὰ καὶ
αἱρετικοί· διὸ οὐδὲ πρέπει ὅλως ἐνωθῆναι αὐτοῖς,
εἰ μὴ ἐκβάλωσι τὴν προσθήκην ἀπὸ τοῦ συμβόλου,
καὶ ὁμολογήσωσι τὸ σύμβολον ὡς καὶ ἡμεῖς. Τοῦτο
ἀκούσας ὁ Νικαίας ἀρχιερεὺς ἀντέφη σοι· Καὶ λοιπὸν οἱ λέγοντες, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ
Υιού, αἱρετικοί εἰσι; Καὶ εὐθὺς σὺ ἀπεκρίθης,
et virtute: Equum est, inquit, sanctorum nostro- Καὶ οὕτως ἔδωκαν γνώμας ἔκαστο; αὐτῶν ἀπὸ στό
rum dicta inter sese conciliare, nam ea concordant;
quandoquidem in ipsis idem locutus est Spiritus,nec
est discrepantia; nosque cum Ecclesia Romana
conjungi. Quando et tu respondisti: Latinos non
solum esse schismaticos, sed etiam hæreticos;
proinde conjunctionem cum illis nullo modo esse admittendam, nisi e Symbolo additamentum ejiciant,
et Symbolum eodem quo nos modo fateantur. Quod
ubi Nicænus prææsul audivit, his verbis tibi occurit:
Ergo qui Spiritum sanctum etiam ex Filio asserunt
bæretici sunt? tu vero confestim respondisti, Etiam;
et ille: Deus, propitius mili sis; sancti etiam qui
hoc dicunt, hæretici sunt? Muta fiant labia, quæ
loquuntur adversus sanctos. Tumque sententias
protulit Orientalium doctorum, et legit universa Ναί· κἀκεῖνο;· Ιλεώς μοι, Θεέ· καὶ οἱ ἅγιοι οι
synodo, nunquam a te visas vel cognitas; sola quippe tibi nota erant, quæ scripsit Cabasilas et Palamas. Patres autem inspectis Orientalium doctorum
sententiis, lectisque etiam Occidentalium dictis, ut
hæc illis consentanea esse compererunt, omnes
perspecta jam veritati se dediderunt. Iniquum
quippe est ostensa luce oculos claudere. Haque tulerunt sententias, sanctorum dicta seculi; et confessi
sunt Filium juxta Græcos quidem esse causam, juxta Latinos autem principium productionis sancti
Spiritus æque ut Patremn.
τοῖς τῶν ἁγίων ῥητοῖς, καὶ τὸν Υἱὸν ἔδωκαν εἶναι
τίνους ἀρχὴν τῆς τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκπορεύσεως
EPIES.
Illi vero de dictis nihil se dubitare responderunt,
quin germana doctorum sint, cum de hoc fidem
iis faceret epistola sancti Maximi: causam veņo
Spiritus Filio tribuere major certe pars nullo modo volebant, quod ita statueret et ipse sapiens
Maximus.
RESP.
λέγοντες τοῦτο αἱρετικοί εἰσιν; "Αλαλα γενηθήτω
τὰ χείλη τὰ λαλοῦντα κατὰ τῶν ἁγίων. Καὶ οὕτως
προσήνεγκε τὰ ῥητὰ τῶν ἀνατολικῶν διδασκάλων,
καὶ ἀνέγνω πάσῃ τῇ συνόδῳ· & σὺ οὐδέποτε ἔγνως
ἢ οἶδας, ἀλλ᾽ ἢ τὰ τοῦ Καβασιλά τε καὶ Παλαμά.
Ιδόντες δὲ οἱ Πατέρες τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων τῶν ἀνατολικῶν, καὶ ἀναγνώσαντες καὶ ἐκ τῶν δυτικῶν διδασκάλων, καὶ εὑρόντες αὐτὰ συμφωνοῦντα ἐκείνοι;,
ἐπείσθησαν ἅπαντες τῇ ἀληθείᾳ ἀναφανείσῃ· οὐ
γὰρ δίκαιον τοῦ φωτὸς δειχθέντος καμμύειν τὰ
ὄμματα. Καὶ οὕτως ἔδωκαν γνώμας ὁμοφωνοῦντες
κατὰ μὲν τοὺς Γραικούς αἰτίαν, κατὰ δὲ τοὺς Δ2ὥσπερ καὶ τὸν Πατέρα.
Περὶ μὲν τῶν ῥητῶν οὐκ ἀμφιβάλλειν ἔφασαν, εἰ
γνήσια τῶν διδασκάλων εἰσ!, παρὰ τῆς ἐπιστολῆς
τοῦ θείου Μαξίμου τοῦτο πιστούμενοι· τὴν αἰτίαν
μέντοι τοῦ Πνεύματος τῷ Υἱῷ διδόναι παντελῶς
ἀπηγόρευσαν οι γε πλείονες· οὕτως γὰρ καὶ τὸν
σοφὸν διορίζεσθαι Μάξιμον.
Περὶ τῶν ῥητῶν ἔτι οὐκ ἀμφιβάλλοντες ἦσαν,
ἐπειδὴ ἔγνωσαν αὐτὰ συμφωνοῦντα ἀλλήλοις, ὡ;
γνήσια ὄντα τῶν διδασκάλων· καὶ ὅτι ἔγνωσαν, ταύ
την τὴν δόξαν εἶναι ἐν τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκκλησία πρό
παλαι. Ο γὰρ ἅγιος Μάξιμος πρὸ τῆς ἔκτης ὢν
οἰκουμενικῆς συνόδου, μαρτυρεῖ τῇ Ῥωμαϊκῇ Ἐκ
κλησίᾳ τοῦτο ἀδούσῃ, καὶ συμφώνους ἐν τούτῳ προDe dictis non dubitabant amplius, quod illa inter
se consentire jam certuin esset, utpote germana
doctorum; quodque perspectum haberent, jam olini
in Ecclesia Romana vigere hanc sententiam. Nam
sanctus Maximus, qui fuit ante sextam synodum
œcumenicam, testatur Ecclesiam Romanam per id
tempus ita cantare; et consona dicentes profert
Romanos Patres, et præterea Cyrillum Alexandri- κομίζει 'Ρωμαίους Πατέρας, ἔτι γε μὴν καὶ Κύ
num. Quod vero ut validissimum objicis, est quod
ait Maximus, Patres illos demonstrasse non esse a
se affirmatum, Filium esse causam; sed illum denotatum, quod per ipsum procedat: boc enim tu
ais et istos nunc reformidantes, dicta quidem approbasse et ipsos exemplo Maximi, causam vero
Filio tribuere nullo modo voluisse majorem partem. Nos vero ad hæc etiam respondebimus paucis: Sancti Masimi dictum ita intelligitur. Non
putat ipse Filium esse causam Spiritus principalein
et primordialem, aut principium sine principio,
sive causam absque causa; hoc enim soli inest
Patri, haudquaquain Filio, siquidem quod habet
Filius, acceptum habet a latre, a quo ctiam est.
ριλλον τὸν ᾿Αλεξανδρείας. Τὸ δὲ ἰσχυρότερόν στ
τῶν λόγων ἐστὶν, ὡς οὐκ αἰτίαν ποιοῦντας τὸν Υἱόν,
ἔφη Μάξιμος, σφᾶς αὐτοὺς οἱ Πατέρες ἐκεῖνοι ἀπέδειξαν, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ δι' αὐτοῦ προϊένας δηλώσωσι·
τοῦτο γὰρ καὶ οὗτοι νῦν, ὡς φῂς, δειλιάσαντες τοῖς
μὲν ῥητοῖς συνεφώνησαν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὸν Μάξι
μον, τὴν δὲ αἰτίαν τῷ Υἱῷ διδόναι παντελῶς ἀπηγόρευσαν οι γε πλείονες αὐτῶν. Ἡμεῖς δὲ καὶ πρὸς
ταῦτα ὀλίγα ἐροῦμεν· ὅτι τὸ τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου
οὕτω νοεῖται, ὡς οὐκ ἀρχοειδῶς οὐδὲ προκαταρτικῶς
αἰτίαν τὸν Υἱὸν εἶναι νομίζει τοῦ Πνεύματος, οὐδ᾽
ἀρχὴν ἄναρχον, οὐδ᾽ αἰτίαν ἀναίτιον· τοῦτο γὰρ τῷ
Πατρὶ μόνῳ πρόσεστι, τῷ δὲ Υἱῷ οὐχ οὕτως, ἀλλ
ἔχει ὁ Υἱός, παρὰ τοῦ Πατρὸ; λαβὼν ἔχει καὶ αὐτὸ
col. 1085–1086page 65 of 75
PG 159:1085τὸ εἶναι. Οθεν εἰ λέγοιτο καὶ ὁ Υἱός αἰτία καὶ ἀρχὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐκ τοῦ Πατρὸς τοῦτ' ἔλαβε δυνάμεθα γὰρ καὶ ἡμεῖς εἰπεῖν κατὰ τὸν ἐν θεολογία μέγαν Γρηγόριον· Ἡ ἐκ τῆς αἰτίας αἰτία, τὸ ἐκ τοῦ φωτός φῶς, ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς, ὥσπερ ἐκεῖνός φησιν, Ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχή. Ωστε εἰ καὶ ὁ Υἱὸς αἰτία λέγεται, ἀλλ' οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ ἀρχοειδῶς, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ Πατρὸς μὲν ἀρχοειδῶς, διὰ τοῦ Υἱοῦ δὲ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὡς διὰ τοῦ Υἱοῦ. Καὶ τοῦτό ἐστιν ὅ φησι Μά ξιμος· οὐκ αἰτίαν ἀρχοειδῆ τὸν Υἱὸν ποιοῦντας τοῦ Πνεύματος σφᾶς αὐτοὺς ἀπέδειξαν, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ δι' αὐτοῦ προϊέναι δηλώσωσι. Καὶ οὗτοι οὖν οὕτω νοή σαντες δοῦναι τῷ Υἱῷ τὴν μὴ προκαταρτικὴν αἰτίαν, καλῶς καὶ εὐσεβῶς ἐποίησαν. Καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἡμεῖς λέγομεν ἀρχοειδή ή προκαταρτικὴν τὸν Υἱὸν αἰτίαν τοῦ Πνεύματος, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ Πατρὸς ὡς πρώτης ἀρο χῆς ἀνάρχου καὶ ἀρχοειδοῦς, ἐκ τοῦ Υἱοῦ δὲ καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ ὡς δι' αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρός. Καὶ οὕτω πιο στεύομεν, καὶ γενναίως κηρύττομεν. ΕΦΕΣ. 'Αλλ' οἱ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, καὶ ὅσοι τού τοις παρὰ τὴν ἀρχὴν ἠκολούθησαν, ἐπαγγελίαις λαμπραῖς ὑπαχθέντες καὶ δόμασιν, γυμνῇ τῇ κεφα λῇ τὸν Υἱὸν ἀπεφήναντο τοῦ Πνεύματος αἴτιον· 8 μηδ' ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ῥητοῖς εὕρηταί που φανε ρῶς κείμενον. ΑΠΟΛ. Οὐ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, ἀλλ᾽ εὐλαβεῖς τὴν εὐσέβειαν ἦσαν ἐκεῖνοι, οὓς σὺ συκοφαντεῖς. Οὐ γὰρ ἐβουλήθησαν διαμεῖναι καὶ ἔτι τῷ σχίσματι καὶ τῇ κακίᾳ διαιρούμενοι τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς ἐκκλησίας· οὐδ᾽ ἦσαν οὕτω μωροὶ ἀρνήσασθαι τὴν ἀλή θειαν, ὅς ἐστιν ὁ Χριστὸς, ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. Διὸ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἀνεκήρυξαν, ἐκ τοῦ σκότους τῆς κακίστης προλήψεως ανανήψαντες, καὶ πρὸς τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἀνεκλήθησαν, σὲ κάτω κείμενον ἐλεεινῶς καταλιπόντες μετὰ τῶν ἀπ' αἰῶν νος ἁπάντων σχισματικῶν εἶναί σε. Οὐχ ὑπαχθέντες δὲ δώροις τε καὶ ἐπαγγελίαις, ὡς σὺ φῇς, ἀλλὰ φοβηθέντες τὸν ἀλάθητον ὀφθαλμόν, ὃ ἔγνωσαν δί καιον, ὡμολόγησαν. Οτι δὲ οὐχ εὕρηται ὁ Υἱός αἴτιος τοῦ Πνεύματος ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ῥητοῖς φανερῶς κείμενον, ἐδείξαμεν πρότερον, τὰ ῥητὰ θέντες τῶν δυτικῶν διδασκάλων. Οὐκ οἶδα δὲ, εἰ καὶ ἄλλως σὺ νοεῖς τὸ εἶναι αἴτιον τοῦ Πνεύματος, ἄλλως τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον. Ἐγὼ δὲ ὅταν ἀκούσω, Παρὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχει, καὶ παρ' αὐ τοῦ ἐκπορεύεται, τὸ αὐτοῦ αἴτιον ἐννοῶ· εἰ δὲ ἄλ λο ἐστὶ τὸ εἶναι ἔχειν παρ' αὐτοῦ, ἄλλο δὲ τὸ εἶναι αἴτιον, δεῖξον σὺ τοῦτο, καὶ ἡμεῖς σιγήσομεν· ἀλλ' οὐ δυνήσῃ τοῦτο δεῖξαί ποτε, ἀλλὰ μάτην πτερυγί ζεις πολλὰ κάμνων. ΕΦΕΣ. Τούτοις δὲ καὶ ὁ πατριάρχης ἐπεψηφίσατο, προ διεφθαρμένος ήδη καὶ αὐτὸς ὁ τάλα;, καὶ ἅμα διψῶν
τὸ εἶναι. Οθεν εἰ λέγοιτο καὶ ὁ Υἱός αἰτία καὶ ἀρχὴ Quare ut Filius quoque dicatur causa et principium
τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐκ τοῦ Πατρὸς τοῦτ' ἔλαβε·
δυνάμεθα γὰρ καὶ ἡμεῖς εἰπεῖν κατὰ τὸν ἐν θεολογία
μέγαν Γρηγόριον· Ἡ ἐκ τῆς αἰτίας αἰτία, τὸ ἐκ τοῦ
φωτός φῶς, ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς, ὥσπερ ἐκεῖνός φησιν,
Ἡ ἐκ τῆς ἀρχῆς ἀρχή. Ωστε εἰ καὶ ὁ Υἱὸς αἰτία
λέγεται, ἀλλ' οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ ἀρχοειδῶς, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ
Πατρὸς μὲν ἀρχοειδῶς, διὰ τοῦ Υἱοῦ δὲ καὶ ἐκ τοῦ
Υἱοῦ ὡς διὰ τοῦ Υἱοῦ. Καὶ τοῦτό ἐστιν ὅ φησι Μάξιμος· οὐκ αἰτίαν ἀρχοειδῆ τὸν Υἱὸν ποιοῦντας τοῦ
Πνεύματος σφᾶς αὐτοὺς ἀπέδειξαν, ἀλλ᾽ ἵνα τὸ δι'
αὐτοῦ προϊέναι δηλώσωσι. Καὶ οὗτοι οὖν οὕτω νοή
σαντες δοῦναι τῷ Υἱῷ τὴν μὴ προκαταρτικὴν αἰτίαν,
καλῶς καὶ εὐσεβῶς ἐποίησαν. Καὶ γὰρ οὐδ᾽ ἡμεῖς
λέγομεν ἀρχοειδή ή προκαταρτικὴν τὸν Υἱὸν αἰτίαν
τοῦ Πνεύματος, ἀλλ᾽ ἐκ τοῦ Πατρὸς ὡς πρώτης ἀρο
χῆς ἀνάρχου καὶ ἀρχοειδοῦς, ἐκ τοῦ Υἱοῦ δὲ καὶ διὰ
τοῦ Υἱοῦ ὡς δι' αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρός. Καὶ οὕτω πιο
στεύομεν, καὶ γενναίως κηρύττομεν.
'Αλλ' οἱ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, καὶ ὅσοι τού
τοις παρὰ τὴν ἀρχὴν ἠκολούθησαν, ἐπαγγελίαις
λαμπραῖς ὑπαχθέντες καὶ δόμασιν, γυμνῇ τῇ κεφα
λῇ τὸν Υἱὸν ἀπεφήναντο τοῦ Πνεύματος αἴτιον· 8
μηδ' ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ῥητοῖς εὕρηταί που φανερῶς κείμενον.
Οὐ τολμηροὶ τὴν δυσσέβειαν, ἀλλ᾽ εὐλαβεῖς τὴν
εὐσέβειαν ἦσαν ἐκεῖνοι, οὓς σὺ συκοφαντεῖς. Οὐ γὰρ
ἐβουλήθησαν διαμεῖναι καὶ ἔτι τῷ σχίσματι καὶ τῇ
κακίᾳ διαιρούμενοι τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς Ἐκκλη
σίας· οὐδ᾽ ἦσαν οὕτω μωροὶ ἀρνήσασθαι τὴν ἀλή
θειαν, ὅς ἐστιν ὁ Χριστὸς, ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώ
πων. Διὸ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ ἀνεκήρυξαν, ἐκ τοῦ
σκότους τῆς κακίστης προλήψεως ανανήψαντες, καὶ
πρὸς τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἀνεκλήθησαν, σὲ κάτω
κείμενον ἐλεεινῶς καταλιπόντες μετὰ τῶν ἀπ' αἰῶν
νος ἁπάντων σχισματικῶν εἶναί σε. Οὐχ ὑπαχθέντες
δὲ δώροις τε καὶ ἐπαγγελίαις, ὡς σὺ φῇς, ἀλλὰ
φοβηθέντες τὸν ἀλάθητον ὀφθαλμόν, ὃ ἔγνωσαν δίκαιον, ὡμολόγησαν. Οτι δὲ οὐχ εὕρηται ὁ Υἱός
αἴτιος τοῦ Πνεύματος ἐν τοῖς τῶν Λατίνων ῥητοῖς
φανερῶς κείμενον, ἐδείξαμεν πρότερον, τὰ ῥητὰ
θέντες τῶν δυτικῶν διδασκάλων. Οὐκ οἶδα δὲ, εἰ
καὶ ἄλλως σὺ νοεῖς τὸ εἶναι αἴτιον τοῦ Πνεύματος,
ἄλλως τὸ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον. Ἐγὼ δὲ ὅταν
ἀκούσω, Παρὰ τοῦ Υἱοῦ τὸ εἶναι ἔχει, καὶ παρ' αὐ
τοῦ ἐκπορεύεται, τὸ αὐτοῦ αἴτιον ἐννοῶ· εἰ δὲ ἄλ
λο ἐστὶ τὸ εἶναι ἔχειν παρ' αὐτοῦ, ἄλλο δὲ τὸ εἶναι
αἴτιον, δεῖξον σὺ τοῦτο, καὶ ἡμεῖς σιγήσομεν· ἀλλ'
οὐ δυνήσῃ τοῦτο δεῖξαί ποτε, ἀλλὰ μάτην πτερυγί
ζεις πολλὰ κάμνων.
Τούτοις δὲ καὶ ὁ πατριάρχης ἐπεψηφίσατο, προδιεφθαρμένος ήδη καὶ αὐτὸς ὁ τάλα;, καὶ ἅμα διψῶν
Oral in Nativit. Domini.
Spiritus sancti, hoc a Patre accepit. Possumus
quippe nos etiam exemplo magni Gregorii Theologi dicere: Causa de causa, lumen de lumine,
Deus de Deo; sicut ille dicit: Principium de principio. Etsi ergo Filius vocatur causa, non tamen a
se originaliter, verum ex Patre quidem principialiter; per Filium vero et ex Filio utpote per
Filium. Et hoc est, quod ait Maximus, ostensum
esse ab illis, se non asserere Filium causam Spiritus principalem, sed significare voluisse, quod
per ipsum procedat. Ita igitur et isti hoc sensu tribuentes Filio causam non primordialem, recte et
pie fecerunt. Nam neque nos dicimus Filium principialem seu primordialem Spiritus causam, sed
ex Patre, utpote primo principio a nullo principio,
et principali: ex Filio autem et per Filium, ut per
ipsum ex Patre. Ita credimus, et intrepide prædicamus.
EPHES.
Verum qui ad impietatem audaces erant, quique illos a principio secuti sunt, amplis pollicitationibus et muneribus pellecti, nuda fronde Filium
Spiritus causam pronuntiarunt; quod ne in ipsis
quidem Latinorum dictis ita disertis verbis reperitur expressum.
RESP.
Non audaces ad impietatem, sed religiosi ail
retinendam pietatem erant illi, quos tu calumniaris;
noluerunt enim deinceps in schismate et perversitate persistere, secernendo se a fratribus et ab Ecclesia; nec adeo stolidi erant, ut veritatem, que
Christus est, coranı hominibus negarent; et propterea nuda fronte palam pronuntiarunt, a tenebris
· pessimæ illius, quam præsumptam animo babebant
opinionis se recolligentes, et ad veritatis lucem
revocati te miserabiliter humi jacere relicto, ut
socios haberes omnes qui jam usque ab initio foere
schismatici. Nec vero, ut ais, pellecti sunt illi
promissis ac muneribus, sed timore permoti illius
oculi, quem latere nihil potest, confessi sunt
quod æquum esse cognoverunt. Quod vero ais, noạ
reperiri in Latinorum dictis aperte expressum,
Filium esse causam Spiritus, jam ostensum a nobis
est, ubi occidentalium doctorum sententias exposuimus. Nescio porro, an penes te differat, essc
causum Spiritus, et ab co procedere. Ego certe
cum audio locutiones illas, Habet esse a Filio, et
ab eo procedit; causam ipsius intelligo. Si vero
aliud est, ab illo exsistere, et aliud causam esse,
proba tu hoc, et nos tacebimus; at nunquam id
poteris ostendere, sed conaris tantum frustra volare
multum Liborans.
EPIIES.
Quorum sententiam ipse quoque patriarcha
secutus est, quod esset jampridem et ipse miser
col. 1087–1088page 66 of 75
PG 159:1087τὴν ἐκεῖθεν ἀπαλλαγήν, εἰ καὶ τὸ χρεὼν αὐτὸν συνήλαυνε πρὸς τὸν θάνατον. ΑΠΟΛ. Ο ἱερὸς πατριάρχης εψηφίσατο πρῶτος, ὅτι οἱ ἀνατολικοὶ ἅγιοι τοῖς δυτικοῖς συμφωνοῦσι, καὶ μετὰ τοῦτον οἱ λοιποί συνήνεσαν θεῖοι άνδρες· ὃς εἴπερ έξη, οὐκ ἂν σὲ τοιαῦτ' ἔλεγες, οὔτε μὴν ἔπραττες· ἀλλὰ οὐδὲ τολμῆσαι εἶχες εἰπεῖν προδιεφθαρμένον αὐτὸν, ἂν τὴν σκιὰν αὐτοῦ μόνον ἔβλεπες· ὃς οὐ διὰ φόβον τινά, οὐδὲ διὰ δόξαν, οὐδὲ διψῶν τὴν ἐκεῖθεν ἀπαλλαγήν, τὴν ἱερὰν ἐγλίχετο ἕνωσιν, ἀλλ' ὅτι εἶδεν ἀκριβῶς, 8 πολλοὶ πρὸ αὐτοῦ πατριάρχαι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν καὶ οὐκ εἶδον· εἶδε γὰρ τὴν εἰρήνην τῆς ἐκκλησίας, τὰ μέλη τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ηνωμένα, ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι, καὶ ὑπέγραψεν εὐλαβῶς, ὁμολογήσας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ ΥΙ, τὴν κάθαρσιν τῶν ψυχῶν, τὸν Ῥώμης αρχιερές κεφαλὴν πάντων τῶν ἱερέων· καὶ οὕτω, θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἄρας τὰς χεῖρας εἰς οὐρα νὸν εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ, καὶ οὕτως ἀπέδωκε τὴν ἁγίαν αὐτοῦ ψυχήν. Σὺ δὲ ὁ ἀναιδῶς συκοφαντών αὐτὸν καὶ τοὺς μετ' αὐτοῦ, οὐχ οὕτως, ἀλλ' ὁμοῦ σὺν τῇ κόπρῳ τοῦ ἀφεδρῶνος ἐξέπνευσας· μαρτυρεί τοῦτο πᾶσα ἡ πόλις. Οὕτως οἶδεν ἡ θεία δίκη ταλαντεύειν ἕκαστον κατὰ τὴν ἑαυτοῦ πίστιν, ὡς πάλαι τὸν τῆς μανίας ἐπώνυμον "Αρειον, ὃς κάτω τὰ ἔγω κατα ἔπεμψεν, σὺ δὲ ἄνω τὴν κόπρον. ΕΦΕΣ. Ἐγὼ δὲ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἅμα καὶ ὁμολογίαν τῆς πίστεως συγγεγραμμένην έχων· οὕτω γάρ που διείρητο πρότερον, ἐγγράφως ἐπιδοῦναι τὴν ἑαυτοῦ γνώμην ἕκαστον· ὡς εἶδον αὐτοὺς ἐκθύμως ήδη πρὸς τὴν ἕνωσιν ώρμημένους, καὶ τοὺς ἐμοὶ συνε στῶτας πρότερον ἄρτι συμπεπτωκότας ἐκείνοις, ἐγγράφων δὲ οὐδὲ μεμνημένους, επέσχον καὶ αὐτὸς τὴν γραφὴν, ἵνα μὴ πρὸς ὀργὴν αὐτοὺς ἐρεθίσας, εἰς προΰπτον ἤδη τὸν κίνδυνον ἐμαυτὸν ἐμβάλω. ΑΠΟΛ. Εἴρητο μὲν πρότερον, ἕκαστον τὴν ἑαυτοῦ δοῦναι ὁμολογίαν, ἐγγράφως δηλονότι, πρὸ τοῦ ἰδεῖν τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων· ἰδόντες δ᾽ αὐτὰ καὶ συμφωνήσαντες πρὸς ἐκεῖνα, οὐκ ἦν ἀνάγκη ἐγγράφου; διδό και ομολογίας, τῶν ἁγίων διὰ τῶν ῥητῶν δῆλα τὰ πάντα ποιούντων. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἔδωκε γνώμην ἐγγράφως ἐκεῖ, ἀλλ' ἀπὸ στόματος ὀλίγοι τινές, άρχομένου τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πρώτων τεσσάρων ἢ πέντε, οἱ δ' ἄλλοι ἄπειροι ὄντες γραμμάτων έγνω μοδότησαν μόνον εἰς τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων. Καὶ σὺ μὲν τὴν ὁμολογίαν σου ἔχων εγγεγραμμένην, πλήρη αἱρέσεων καὶ ἀδολεσχίας, ἐδειλίασας δοῦναι, ἵνα μὴ ὀφλήσῃς ἀντὶ τιμῆς γέλωτα· εἶδες δὲ καὶ τοὺς πρό τερον μετὰ σοῦ ἐλεεινῶς κατακειμένους εἰς τὸ τοῦ ᾅδου βάραθρον γενναίως ἀναστάντας, καὶ ἀνανή ψαντας ἐκ τοῦ σχίσματος, καὶ ἐλθόντας εὐλαβῶς εἰς τὸν σύνδεσμον τῆς εἰρήνης, καὶ μετὰ σπουδής ώρμημένους πρὸς τὴν ἱερὰν ἔνωσιν· καὶ οὐκ ἔφερες
corruptus, simul vero discessionem inde sitiret; τὴν ἐκεῖθεν ἀπαλλαγήν, εἰ καὶ τὸ χρεὼν αὐτὸν
quamvis eum ad mortem debitum fatale compelleret.
RESP.
Sacer patriarcha primus dixit sententiam, sanctos orientales congruere cum occidentalibus; hunc
deinde secuti sunt reliqui præstantissimi viri: qui
si esset in vita, tu nec diceres nec ageres talia;
sed nec auderes ipsum vocare jampridem corruptum, ei vel ipsam nudam ejus umbram conspiceres. Is enim non metu, vel studio gloriæ, nec
discessum inde sitiens sacram optabat Ecclesiæ
unitatem; sed quia re ipsa peractum vidit, quod
multi ante illum patriarchæ videre cupierunt, et
non viderunt. Vidit enim pacem Ecclesiæ, 'membra
dominici corporis conjuncta; exsultavit spiritu, et
cum devotione subscripsit, confessus Spiritum
sanctum etiam ex Filio, purgationem animarum,
Romanum pontificem omnium sacerdotum caput:
atque ita positis genibus oravit, sublatisque in
cœlum manibus Deo gratias egit; sicque sanctam
suam animam reddidit. Tu vero, qui impudenter
illum et qui cum illo fuere, calumniaris, non ita,
sed una cum ani stercore animam efflasti: testatur
hoc universa Constantinopolis. Ita Dei novit justitia
expendere unumquemque ex fide quam habet sicut
olim Arium; qui nomen a furore traxit; nam ille
viscera deorsum, tu stercus per os egessisti.
EPHES.
Ego vero cum scriptam haberem sententiam,
fideique pariter meæ confessionem: namque ita
prius constitutum erat, ut suam unusquisque sententiam scriptam traderet: ut vidi illos magna jam
propensione animi ferri ad conciliandam pacem; et
eos qui mecum antea stabant, modo cum illis corruisse; nullam vero prorsus fieri scriptorum mentionem; meam et ipse scripturam tenui; ne și
illos irritassem, certum in periculum me committerem.
RESP.
Constitutum sane prius erat, ut suam unusquisque confessionem traderet scriptam, antequam
visa essent dicta sanctorum: verum iis cognitis að
ea se conformaverunt, nec opus erat amplius confessiones dare scriptas, cum sancti per sua dicta
pluna omnia facerent. Propterea nemo scriptam
dedit ibi sententiam, sed pauci quidam pronuntiarunt exordiente imperatore, et primis quatuor
aut quinque, reliqui cum rudes essent litterarum
de sanctorum dictis tantum tulere sententiam. Tu
porro scriptam habens tuam confessionem, hærescon et garrulitatis plenam, illam non obtulisti,
timens ne honoris loco risum moveres: et vidisti
eos, qui tecum antea jacebant in profundo inferorum, viriliter sese erigere, et resipiscentes schisma
deponere, pieque pervenire ad vinculum pacis, et
studiose properare ad sacram Ecclesiæ unitatem:
nec ferre poteras, illos quidem fieri vocarique
συνήλαυνε πρὸς τὸν θάνατον.
Ο ἱερὸς πατριάρχης εψηφίσατο πρῶτος, ὅτι οἱ
ἀνατολικοὶ ἅγιοι τοῖς δυτικοῖς συμφωνοῦσι, καὶ μετὰ
τοῦτον οἱ λοιποί συνήνεσαν θεῖοι άνδρες· ὃς εἴπερ έξη,
οὐκ ἂν σὲ τοιαῦτ' ἔλεγες, οὔτε μὴν ἔπραττες· ἀλλὰ
οὐδὲ τολμῆσαι εἶχες εἰπεῖν προδιεφθαρμένον αὐτὸν, ἂν
τὴν σκιὰν αὐτοῦ μόνον ἔβλεπες· ὃς οὐ διὰ φόβον τινά,
οὐδὲ διὰ δόξαν, οὐδὲ διψῶν τὴν ἐκεῖθεν ἀπαλλαγήν,
τὴν ἱερὰν ἐγλίχετο ἕνωσιν, ἀλλ' ὅτι εἶδεν ἀκριβῶς,
8 πολλοὶ πρὸ αὐτοῦ πατριάρχαι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν
καὶ οὐκ εἶδον· εἶδε γὰρ τὴν εἰρήνην τῆς Ἐκκλη·
σίας, τὰ μέλη τοῦ δεσποτικοῦ σώματος ηνωμένα,
ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι, καὶ ὑπέγραψεν εὐλαβῶς,
ὁμολογήσας τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἐκ τοῦ ΥΙ,
τὴν κάθαρσιν τῶν ψυχῶν, τὸν Ῥώμης αρχιερές
κεφαλὴν πάντων τῶν ἱερέων· καὶ οὕτω, θεὶς τὰ
γόνατα προσηύξατο, καὶ ἄρας τὰς χεῖρας εἰς οὐρα
νὸν εὐχαρίστησε τῷ Θεῷ, καὶ οὕτως ἀπέδωκε τὴν
ἁγίαν αὐτοῦ ψυχήν. Σὺ δὲ ὁ ἀναιδῶς συκοφαντών
αὐτὸν καὶ τοὺς μετ' αὐτοῦ, οὐχ οὕτως, ἀλλ' ὁμοῦ
σὺν τῇ κόπρῳ τοῦ ἀφεδρῶνος ἐξέπνευσας· μαρτυρεί
τοῦτο πᾶσα ἡ πόλις. Οὕτως οἶδεν ἡ θεία δίκη ταλαν
τεύειν ἕκαστον κατὰ τὴν ἑαυτοῦ πίστιν, ὡς πάλαι
τὸν τῆς μανίας ἐπώνυμον "Αρειον, ὃς κάτω τὰ ἔγω
κατα ἔπεμψεν, σὺ δὲ ἄνω τὴν κόπρον.
Ἐγὼ δὲ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἅμα καὶ ὁμολογίαν
τῆς πίστεως συγγεγραμμένην έχων· οὕτω γάρ που
διείρητο πρότερον, ἐγγράφως ἐπιδοῦναι τὴν ἑαυτοῦ
γνώμην ἕκαστον· ὡς εἶδον αὐτοὺς ἐκθύμως ήδη
πρὸς τὴν ἕνωσιν ώρμημένους, καὶ τοὺς ἐμοὶ συνε
στῶτας πρότερον ἄρτι συμπεπτωκότας ἐκείνοις,
ἐγγράφων δὲ οὐδὲ μεμνημένους, επέσχον καὶ αὐτὸς
τὴν γραφὴν, ἵνα μὴ πρὸς ὀργὴν αὐτοὺς ἐρεθίσας, εἰς
προΰπτον ἤδη τὸν κίνδυνον ἐμαυτὸν ἐμβάλω.
Εἴρητο μὲν πρότερον, ἕκαστον τὴν ἑαυτοῦ δοῦναι
ὁμολογίαν, ἐγγράφως δηλονότι, πρὸ τοῦ ἰδεῖν τὰ
ῥητὰ τῶν ἁγίων· ἰδόντες δ᾽ αὐτὰ καὶ συμφωνή
σαντες πρὸς ἐκεῖνα, οὐκ ἦν ἀνάγκη ἐγγράφου; διδό
και ομολογίας, τῶν ἁγίων διὰ τῶν ῥητῶν δῆλα τὰ
πάντα ποιούντων. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἔδωκε γνώμην
ἐγγράφως ἐκεῖ, ἀλλ' ἀπὸ στόματος ὀλίγοι τινές,
άρχομένου τοῦ βασιλέως καὶ τῶν πρώτων τεσσάρων
ἢ πέντε, οἱ δ' ἄλλοι ἄπειροι ὄντες γραμμάτων έγνω·
μοδότησαν μόνον εἰς τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων. Καὶ σὺ
μὲν τὴν ὁμολογίαν σου ἔχων εγγεγραμμένην, πλήρη
αἱρέσεων καὶ ἀδολεσχίας, ἐδειλίασας δοῦναι, ἵνα μὴ
ὀφλήσῃς ἀντὶ τιμῆς γέλωτα· εἶδες δὲ καὶ τοὺς πρό
τερον μετὰ σοῦ ἐλεεινῶς κατακειμένους εἰς τὸ τοῦ
ᾅδου βάραθρον γενναίως ἀναστάντας, καὶ ἀνανή
ψαντας ἐκ τοῦ σχίσματος, καὶ ἐλθόντας εὐλαβῶς
εἰς τὸν σύνδεσμον τῆς εἰρήνης, καὶ μετὰ σπουδής
ώρμημένους πρὸς τὴν ἱερὰν ἔνωσιν· καὶ οὐκ ἔφερες
col. 1089–1090page 67 of 75
PG 159:1089βλέπειν γενέσθαι μὲν αὐτοὺς καὶ ὀνομασθῆναι Πα τέρας καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, σὲ δὲ αὐτῶν ἀλλότριον καὶ ἐχθρόν. ΕΦΕΣ. Διὰ στόματος μέντοι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἐδήλωσα παρρησίᾳ, μὴ ἂν ἄλλως δύνασθαι τὰ ῥητὰ τῶν δυτικῶν καὶ ἀνατολικῶν συμφωνήσαι Πατέρων, εἰ μὴ κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου τὸν Υἱὸν μὴ φαίημεν αἴτιον εἶναι τοῦ Πνεύματος - προσεπισημηνάμενος ἅμα καὶ περὶ τῆς προσθήκης, ὡς οὐδὲ ταύτην συγχωρῶ τοῖς Λατίνοις, ἅτε μὴ καλῶς μηδ' εὐλόγως κατὰ τοὺς εἰρημένους λόγους γεγενημένην. Εντεῦθεν οἱ μὲν τὰ ἑαυτῶν ἔπραξαν, καὶ πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ ὅρου καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν. ΑΠΟΛ. Διὰ στόματος μὲν σὺ ἐξέμεσας αἱρέσεις καὶ βλασ φημίας Εμπροσθεν βασιλέως καὶ πατριάρχου καὶ ἁπάσης τῆς ἀνατολικῆς συνάξεως, εἰπὼν τοὺς Λαύ είνους σχισματικούς καὶ αἱρετικούς· ἔνθα κατεγέλασαν σε ἅπαντες, ἀκούσαντες τους τοιούτους λόγους. Ποία γὰρ σύνοδος ἔφη ποτὲ τοὺς Λατίνους αἱρετικοὺς; Πῶς οὐκ ἐτόλμησας εἰπεῖν τοῦτο ἔμπροσθεν τῶν Λατίνων; διότι οὐκ ἴσχυες ἀποδείξαι. Οτε δὲ καὶ Πνεῦμα ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἀναιδῶς ἐξεβόησας, οἱ Πατέρες ἀκούσαντες συνετρίβοντο, καὶ πρὸς ἀλλή λους ἐμβλέψαντες συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν, καὶ τὰς βίβλους καὶ τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων κομίσαντες ἐδείκνυον τὴν ἀλήθειαν· ἅπερ ἰδὼν ἀβλεψία κατεσχέθης. Ὅτε δὲ καὶ μωρῶς ἐφθέγξω, ὅτι οὐ συγκοινωνήσεις Λατίνοις ποτέ, ἐὰν μὴ τὴν προσθήκην ἐκβάλωσιν ἀπὸ τοῦ συμβόλου, ὅτι αἱρετικοί εἰσιν οἱ λέγοντες καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ἤκουσας· "Αλαλα γενη θήτω τὰ χείλη τὰ λαλοῦντα κατὰ τῶν ἁγίων· οἱ ἅγιοι γὰρ τῆς Ἐκκλησίας λέγουσι τοῦτο· καὶ ᾐσχύνο θης, καὶ ἐσιώπησας. Οἱ δὲ λοιποὶ Πατέρες συμφωνήσαντες τοῖς ῥητοῖς τῶν ἀνατολικῶν καὶ δυτικῶν Πατέρων κατὰ τὸν νοῦν τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου, ἡνώ θησαν πρῶτον μὲν τοῖς ἁγίοις, εἶτα καὶ πρὸς ἀλλή λους· ἔπειτα δὲ καὶ πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ ὄρου ἔβλεψαν, ὡς εἰκὸς, καὶ τὰ λοιπὰ τῆς εἰρήνης ἔπρα ξαν, ἵνα λάβῃ τέλος τὸ θεῖον ἔργον τοῦτο καὶ ἅγιον τῆς τῶν Χριστιανῶν ὁμονοίας τε καὶ ἑνώσεως. ΕΦΕΣ. Ἐγὼ δὲ χωρισθεὶς αὐτῶν ἔκτοτε ἐμαυτῷ σχο λάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου Πατράσι καὶ διδασκάλοις διατελώ συνημμένος, πᾶσι καταφανή ποιῶ τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην διὰ τῆσδέ μου τῆς γραφῆς· ὡς ἂν ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγ ματι χαίρων, ή διεστραμμένοις τισί, τήν γεγενημένην ἔνωσιν οὐ παρεδεξάμην. ΑΠΟΑ. Καὶ σὺ μὲν χωρισθεὶς ἀπὸ τῶν Πατέρων τῆς ἱε ρα; - συνόδου, κεχωρισμένος εἰ καὶ τῆς ἱερᾶς τοῦ Χριστοῦ ποίμνης· κεχωρισμένος οὖν τῆς τοῦ Χρι στοῦ μάνδρας, ἔξω εἰ τῆς σωστικῆς κιβωτοῦ· τὸν δὲ ἔξω τῆς νηὺς ὄντα ἀνάγκη βασανίζεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων τῆς μοχθηρᾶς αἱρέσεως. Πᾶς γὰρ ὁ τῆς οἰκουμενικῆς συνόδου χωρισθεὶς ἐχθρὸς ἀποδείκνυται
βλέπειν γενέσθαι μὲν αὐτοὺς καὶ ὀνομασθῆναι Πα- Patres et magistros Ecclesire, te vero esse alienum,
τέρας καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, σὲ δὲ αὐτῶν et hostem eorum.
ἀλλότριον καὶ ἐχθρόν.
Διὰ στόματος μέντοι τὴν ἐμαυτοῦ γνώμην ἐδήλω
σα παρρησίᾳ, μὴ ἂν ἄλλως δύνασθαι τὰ ῥητὰ τῶν
δυτικῶν καὶ ἀνατολικῶν συμφωνήσαι Πατέρων, εἰ
μὴ κατὰ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ σεπτοῦ
Μαξίμου τὸν Υἱὸν μὴ φαίημεν αἴτιον εἶναι τοῦ
Πνεύματος - προσεπισημηνάμενος ἅμα καὶ περὶ τῆς
προσθήκης, ὡς οὐδὲ ταύτην συγχωρῶ τοῖς Λατίνοις,
ἅτε μὴ καλῶς μηδ' εὐλόγως κατὰ τοὺς εἰρημένους
λόγους γεγενημένην. Εντεῦθεν οἱ μὲν τὰ ἑαυτῶν
ἔπραξαν, καὶ πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ ὅρου καὶ τὰ
λοιπὰ τῆς ἑνώσεως ἔβλεψαν.
Διὰ στόματος μὲν σὺ ἐξέμεσας αἱρέσεις καὶ βλασ
φημίας Εμπροσθεν βασιλέως καὶ πατριάρχου καὶ
ἁπάσης τῆς ἀνατολικῆς συνάξεως, εἰπὼν τοὺς Λαύ
είνους σχισματικούς καὶ αἱρετικούς· ἔνθα κατεγέλασαν σε ἅπαντες, ἀκούσαντες τους τοιούτους λόγους.
Ποία γὰρ σύνοδος ἔφη ποτὲ τοὺς Λατίνους αἱρετικούς; Πῶς οὐκ ἐτόλμησας εἰπεῖν τοῦτο ἔμπροσθεν
τῶν Λατίνων; διότι οὐκ ἴσχυες ἀποδείξαι. Οτε δὲ
καὶ Πνεῦμα ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἀναιδῶς ἐξεβόησας,
οἱ Πατέρες ἀκούσαντες συνετρίβοντο, καὶ πρὸς ἀλλή
λους ἐμβλέψαντες συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν, καὶ τὰς
βίβλους καὶ τὰ ῥητὰ τῶν ἁγίων κομίσαντες ἐδεί
κνυον τὴν ἀλήθειαν· ἅπερ ἰδὼν ἀβλεψία κατεσχέθης.
Ὅτε δὲ καὶ μωρῶς ἐφθέγξω, ὅτι οὐ συγκοινωνήσεις
Λατίνοις ποτέ, ἐὰν μὴ τὴν προσθήκην ἐκβάλωσιν
ἀπὸ τοῦ συμβόλου, ὅτι αἱρετικοί εἰσιν οἱ λέγοντες
καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, ἤκουσας· "Αλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ λαλοῦντα κατὰ τῶν ἁγίων· οἱ
ἅγιοι γὰρ τῆς Ἐκκλησίας λέγουσι τοῦτο· καὶ ᾐσχύνο
θης, καὶ ἐσιώπησας. Οἱ δὲ λοιποὶ Πατέρες συμφω
νήσαντες τοῖς ῥητοῖς τῶν ἀνατολικῶν καὶ δυτικῶν
Πατέρων κατὰ τὸν νοῦν τοῦ σεπτοῦ Μαξίμου, ἡνώθησαν πρῶτον μὲν τοῖς ἁγίοις, εἶτα καὶ πρὸς ἀλλή
λους· ἔπειτα δὲ καὶ πρὸς τὴν συνθήκην τοῦ ὄρου
ἔβλεψαν, ὡς εἰκὸς, καὶ τὰ λοιπὰ τῆς εἰρήνης ἔπρα
ξαν, ἵνα λάβῃ τέλος τὸ θεῖον ἔργον τοῦτο καὶ ἅγιον
τῆς τῶν Χριστιανῶν ὁμονοίας τε καὶ ἑνώσεως.
EPHES.
Ceterum verbis libere exposui quid sentirem;
dicta videlicet occidentalium et orientalium Patrum
cohærere aliter non posse quam juxta expositionem epistolæ venerabilis Maximi; nimirum dicendo, Filium non esse causam Spiritus: annotans
præterea illud de additamento, quod propter allatas
cansas nec rite fretum, nec justa sit ratione appositum. Post haec illi res suas egerunt, atque ad
conseribendam definitionem, et reliqua ad unitatem
spectantia se contulerunt.
RESP.
Verbis tu quidem Ixæreses et blasphemias evomuisti coram imperatore et patriarcha, et universo
orientali conventu, cum Latinos vocasti schismaticos
et hæreticos: quando his auditis omnes re derisorunt. Quæ enim synodus Latinos vocavit unquam
hæreticos? quomodo non es ausus id asserere coram
Latinis? nempe quia demonstrare non poteras. Ut
vero et Spiritum ex solo Patre impudenter exclamasti, Patres audientes contorqucbantur, et se in.
vicem intuentes continuerunt aures suas; allatisque
libris et dictis sanctorum, veritatem ostendebant:
quæ cum vidisses, caligo tuis oculis offusa est.
Cum vero etiam stulte pronuntiasti, nolle te admittere communionem Latinorum, ni prins e symbolo expungant quod addiderunt; quoniam hæretici
sunt qui affirmant etiam ex Filio Spiritom essa,
audisti: Muta flant labia, quæ in sanctos maledicta
conjiciunt, sancti enim Ecclesiae hue asserunt: tu
vero confusus tacuisti. At Patres reliqui dicta
orientalium et occidentalium Patrum secuti juxta
sensum venerabilis Maximi, primam quidem sanclis
sese adjunxerunt, deinde omnes in eamdem ivere
sententiam; postremo ad scriptionem definitionis,
ut par erat, se converterimt; et reliqua quæ pacis
erant, egerunt, ut divinum hoc et sanctum opus
concordiæ et unitatis Christianorum finem haberet.
EPHES.
Ego vero ex eo tempore segregatus ab illis, et
Ἐγὼ δὲ χωρισθεὶς αὐτῶν ἔκτοτε ἐμαυτῷ σχο
λάσας, ἵνα τοῖς ἁγίοις μου Πατράσι καὶ διδασκάλοις mihi ipsi vacans, ut sanctis meis Patribus ac doeδιατελώ συνημμένος, πᾶσι καταφανή ποιῶ τὴν
ἐμαυτοῦ γνώμην διὰ τῆσδέ μου τῆς γραφῆς· ὡς ἂν
ἐξῇ δοκιμάζειν τῷ βουλομένῳ, πότερον ὑγιέσι δόγ
ματι χαίρων, ή διεστραμμένοις τισί, τήν γεγενημένην ἔνωσιν οὐ παρεδεξάμην.
ΑΠΟΑ.
Καὶ σὺ μὲν χωρισθεὶς ἀπὸ τῶν Πατέρων τῆς ἱε
ρα; - συνόδου, κεχωρισμένος εἰ καὶ τῆς ἱερᾶς τοῦ
Χριστοῦ ποίμνης· κεχωρισμένος οὖν τῆς τοῦ Χρι
στοῦ μάνδρας, ἔξω εἰ τῆς σωστικῆς κιβωτοῦ· τὸν
δὲ ἔξω τῆς νηὺς ὄντα ἀνάγκη βασανίζεσθαι ὑπὸ τῶν
κυμάτων τῆς μοχθηρᾶς αἱρέσεως. Πᾶς γὰρ ὁ τῆς
οἰκουμενικῆς συνόδου χωρισθεὶς ἐχθρὸς ἀποδείκνυται
Loribus perpetuo adhæream; per hanc micam scripturam omnibus notam facio sententiam meam; ut
liceat volenti cuilibet expendere, num recta defendens an perversa dogmata, factam unionem amplexus non fuerim.
RESP.
Et tu quidem segregatus a Patribus sacræ synodi,
ab ovili etiam Christi es segregatus: segregatus
vero a grege Christi, extra salutarem versaris
arcam illum porro qui extra navem est, agitari
oportet pravæ hæreseos fluctibus. Omnis enim qui
a synodo secernitur œecumenica, hostem ei se
præbet, hostibus autem synodorum œcumenica
col. 1091–1092page 68 of 75
PG 159:1091ταύτης· οἱ δὲ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων έχθρας οὐκ ἄλλο λαμβάνουσιν ὄνομα, ἢ αἱρετικοὶ ὀνομάζονται. Ημεῖς δὲ ἵνα μὴ τὴν ἀνίατον ταύτην νοσή σωμεν, καὶ αἱρετικοὶ καὶ ἐχθροὶ διὰ ταύτης γενώ μεθα τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, τῇ ἱερᾷ ταύτῃ καὶ ἁγίᾳ συνόδῳ ὑποτασσόμεθα, καὶ ἐν ἑνώσει ἐσμέν. Καὶ σὺ μὲν σχολάσας μωρίαις, καὶ δοξοφανίαις, καὶ τιμαῖς τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, καὶ ταύταις ἐντρυφῶν καθ᾿ ἑκάστην, βλασφήμους ἀπέρριπτες λόγους κατὰ τῆς ἱερᾶς καὶ ἁγίας συνόδου· ἡμεῖς δὲ σχο λάσαντες τοῖς τῶν ἁγίων ῥητοῖς τιμῶμεν αὐτὴν, καὶ αὐτῆς ὑπερασπίζομεν καθ᾿ ἑκάστην. Οπως οὖν καὶ τὸ ἀναιδές σου στόμα, τὸ λαλῆσαν ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος καὶ βλασφημίαν, ἐπληρώθη αἰσχύνης ἐν τῷ καιρῷ τῆς σῆς πικρᾶς ἀναλύσεως, ἴσασιν ο τἀληθῆ λέγειν μεμαθηκότες. Καὶ σὺ μὲν συνήφθης, ὡς φῂς, τοῖς ἁγίοις σου Πατράσι καὶ διδασκάλοις, Φωτίῳ τῷ πρώτῳ σχισματικῷ, μᾶλλον δὲ αὐτουργί καὶ δημιουργῷ τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διαιρέσεις, Καβασιλα, Παλαμᾷ, Καματηρῷ, Φουρνή, Τελλί, Μοσχάμπαρι, Βουλγαρία, Νικολάῳ Μεθώνης, Πανα ρέτῳ, καὶ τοῖς λοιποῖς, τοῖς μετὰ τὸ σχίσμα καὶ τὴν πολλὴν ἔριν κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας εἰποῦσι, καὶ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἀμαθῶς τε καὶ ἀναιδῶς φλυαρήσασι, Νεστορίῳ τῷ φρενοβλαβεί κατὰ πάντα ομονοοῦσιν, εἰπόντι κἀκείνῳ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός· χωρισθεὶς πρῶτον πάντων τῶν θείων καὶ ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν ταῖς οἰκουμενικαῖς δια πρεψάντων συνόδοις, εἶτα πάντων τῶν συγγράμματα θεῖα καταλιπόντων, δι' ὧν ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι Πνεῦμα διαρρήδην ἐμ φαίνεται· καὶ δι' Υἱοῦ, καὶ ἐξ Υἱοῦ, καὶ ἐξ ἀμφο τέρων, καὶ τὰ λοιπὰ θεολογούντων ἀναφανδόν· οἱ τινές εἰσιν, Ιλάριος, Αθανάσιος, Αὐγουστίνος, Βα σίλειος, Ιερώνυμος, Αμβρόσιος, Γρηγόριος ὁ Διά λογος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ μέγας Χρυσόστομος, Επιφάνιος, Κύριλλος, Λέων ο μέγας, Μάξιμος, ᾿Αναστάσιος, Ταράσιος, Δαμασκηνὸς, καὶ ἕτεροι. Ἡμεῖς δὲ, ὧν μὲν σὺ συνήφθης, παντελώς χωρι ζόμεθα, καὶ οὐδεμίαν κοινωνίαν βουλόμεθα ή θέλο μεν μετ᾿ αὐτῶν ἔχειν· ὧν δὲ σὺ ἐχωρίσθης, ἡμεῖς εὐλαβῶς συναπτόμεθα· καὶ σὺ μὲν μετὰ τῶν ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς εἰπόντων τὸ Πνεῦμα ἐν τῇ δευ τέρᾳ τοῦ Χριστοῦ παρουσίᾳ ευρεθείης συντεταγμένος, ἡμεῖς δὲ μετὰ τῶν θεολογησάντων αὐτὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι εὑρεθείη μεν συνημμένοι. Καὶ σὺ μὲν ὧδε ἐχθρὸς τῆς συνό δου καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχων, κἀκεῖ εὑρεθήσῃ ἐχθρὸς αὐτῆς· ἡμεῖς δὲ ὧδε φίλοι καὶ ὑποτακτικοὶ τῆς καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία; καὶ τῆς οἰκουμενικῆς ὄντες συνόδου, κἀκεῖ εὐχόμεθα ἵν' εὑρεθῶμεν οὕτως. Τὴν δὲ σαυτοῦ γνώμην ταύ την, ἣν καταφανῆ πᾶσι ποιεῖς, ἡμεῖς ἤδη τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἀνετρέψαμεν, πῆ μὲν τὸ ἄτοπον ταύτης ἐλέγχοντες, πῆ δὲ τοὺς λόγους ψευδεῖς δεικνύντες διὰ μαρτυριῶν τῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων ὅπως ἐξῇ δοκιμάζειν ἕκαστον, πότερον ἀλήθειαν φῂς ή ψεῦδος· καὶ ἵνα γνῶσι πάντες, ὅτι τοῖς διεστραμμένοι; τῶν προειρημένων του διδασκάλων δόγμασιν Ει
rum illud unum inditur nomen, ut appellentur hæ- ταύτης· οἱ δὲ τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων έχθρας
οὐκ ἄλλο λαμβάνουσιν ὄνομα, ἢ αἱρετικοὶ ὀνομά
ζονται. Ημεῖς δὲ ἵνα μὴ τὴν ἀνίατον ταύτην νοσή
σωμεν, καὶ αἱρετικοὶ καὶ ἐχθροὶ διὰ ταύτης γενώ
μεθα τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησίας, τῇ ἱερᾷ ταύτῃ καὶ
ἁγίᾳ συνόδῳ ὑποτασσόμεθα, καὶ ἐν ἑνώσει ἐσμέν.
Καὶ σὺ μὲν σχολάσας μωρίαις, καὶ δοξοφανίαις, καὶ
τιμαῖς τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, καὶ ταύταις ἐντρυ
φῶν καθ᾿ ἑκάστην, βλασφήμους ἀπέρριπτες λόγους
κατὰ τῆς ἱερᾶς καὶ ἁγίας συνόδου· ἡμεῖς δὲ σχο
λάσαντες τοῖς τῶν ἁγίων ῥητοῖς τιμῶμεν αὐτὴν,
καὶ αὐτῆς ὑπερασπίζομεν καθ᾿ ἑκάστην. Οπως οὖν
καὶ τὸ ἀναιδές σου στόμα, τὸ λαλῆσαν ἀδικίαν εἰς
τὸ ὕψος καὶ βλασφημίαν, ἐπληρώθη αἰσχύνης ἐν
τῷ καιρῷ τῆς σῆς πικρᾶς ἀναλύσεως, ἴσασιν ο
τἀληθῆ λέγειν μεμαθηκότες. Καὶ σὺ μὲν συνήφθης,
ὡς φῂς, τοῖς ἁγίοις σου Πατράσι καὶ διδασκάλοις,
Φωτίῳ τῷ πρώτῳ σχισματικῷ, μᾶλλον δὲ αὐτουργί
καὶ δημιουργῷ τοῦ σχίσματος καὶ τῆς διαιρέσεις,
Καβασιλα, Παλαμᾷ, Καματηρῷ, Φουρνή, Τελλί,
Μοσχάμπαρι, Βουλγαρία, Νικολάῳ Μεθώνης, Πανα
ρέτῳ, καὶ τοῖς λοιποῖς, τοῖς μετὰ τὸ σχίσμα καὶ τὴν
πολλὴν ἔριν κατὰ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας εἰποῦ
σι, καὶ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς τὸ Πνεῦμα ἀμαθῶς τε
καὶ ἀναιδῶς φλυαρήσασι, Νεστορίῳ τῷ φρενοβλαβεί
κατὰ πάντα ομονοοῦσιν, εἰπόντι κἀκείνῳ ἐκ μόνου
τοῦ Πατρός· χωρισθεὶς πρῶτον πάντων τῶν θείων
καὶ ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν ταῖς οἰκουμενικαῖς δια
πρεψάντων συνόδοις, εἶτα πάντων τῶν συγγράμματα
θεῖα καταλιπόντων, δι' ὧν ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ
Υἱοῦ τὸ ἅγιον ἐκπορεύεσθαι Πνεῦμα διαρρήδην ἐμφαίνεται· καὶ δι' Υἱοῦ, καὶ ἐξ Υἱοῦ, καὶ ἐξ ἀμφο
τέρων, καὶ τὰ λοιπὰ θεολογούντων ἀναφανδόν· οἱτινές εἰσιν, Ιλάριος, Αθανάσιος, Αὐγουστίνος, Βασίλειος, Ιερώνυμος, Αμβρόσιος, Γρηγόριος ὁ Διά
λογος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ μέγας Χρυσόστομος,
Επιφάνιος, Κύριλλος, Λέων ο μέγας, Μάξιμος,
᾿Αναστάσιος, Ταράσιος, Δαμασκηνὸς, καὶ ἕτεροι.
Ἡμεῖς δὲ, ὧν μὲν σὺ συνήφθης, παντελώς χωρι
ζόμεθα, καὶ οὐδεμίαν κοινωνίαν βουλόμεθα ή θέλομεν μετ᾿ αὐτῶν ἔχειν· ὧν δὲ σὺ ἐχωρίσθης, ἡμεῖς
εὐλαβῶς συναπτόμεθα· καὶ σὺ μὲν μετὰ τῶν ἐκ
μόνου τοῦ Πατρὸς εἰπόντων τὸ Πνεῦμα ἐν τῇ δευ
τέρᾳ τοῦ Χριστοῦ παρουσίᾳ ευρεθείης συντεταγ
μένος, ἡμεῖς δὲ μετὰ τῶν θεολογησάντων αὐτὸ ἐκ
τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι εὑρεθείη
μεν συνημμένοι. Καὶ σὺ μὲν ὧδε ἐχθρὸς τῆς συνόδου καὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχων, κἀκεῖ
εὑρεθήσῃ ἐχθρὸς αὐτῆς· ἡμεῖς δὲ ὧδε φίλοι καὶ
ὑποτακτικοὶ τῆς καθολικῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Εκκλησία;
καὶ τῆς οἰκουμενικῆς ὄντες συνόδου, κἀκεῖ εὐχόμεθα
ἵν' εὑρεθῶμεν οὕτως. Τὴν δὲ σαυτοῦ γνώμην ταύ
την, ἣν καταφανῆ πᾶσι ποιεῖς, ἡμεῖς ἤδη τῇ τοῦ
Θεοῦ χάριτι ἀνετρέψαμεν, πῆ μὲν τὸ ἄτοπον ταύτης
ἐλέγχοντες, πῆ δὲ τοὺς λόγους ψευδεῖς δεικνύντες
διὰ μαρτυριῶν τῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων·
ὅπως ἐξῇ δοκιμάζειν ἕκαστον, πότερον ἀλήθειαν φῂς
ή ψεῦδος· καὶ ἵνα γνῶσι πάντες, ὅτι τοῖς διεστραμ
μένοι; τῶν προειρημένων του διδασκάλων δόγμασιν
retici. Nos vero ne incurabili hoc morbo laboremus, ac per ipsum hostes Ecclesi: Christi et
bæretici evadamus, sacrosanctæ huic synodo nosmelipsos subjicimus, et amplectimur unitatem. Ει
tu quidem cum fatuis cogitationibus vacares, et
inanem aucupareris gloriolam, auramque popu
larem, quibus assidue effuseque oblectabaris, in
sacrosanctan synodum blasphema effundebas
verba nos autem cum sanctorum dictis vacaverimus, eam honoramus, proque ipsa quotidie propugnamus. Ut vero impudens tuum os, quod iniquitatem et blasphemiam in excelso locutum est,
tempore amaræ tuæ ex hac vita migrationis oppletum sit sordibus, norunt qui verum fateri didicerunt. Et tu quidem, ut ais, sanctis tuis Patribus
ac doctoribus te adjunxisti, Photio schismaticorum
principi, imo vero auctori et opifici sclrismatis et
dissilii, Cubasilæ, Palamæ, Camatero, Plurnio,
Psello, Moschampari, Bulgariæ, Nicolao Methonensi, Panareto, et cæteris, qui post schisma et
multam contentionem in Romanam invecti sunt
Ecclesiam, et Spiritum ex solo Patre ignorantiæ
ac impudentiæ nugis affirmarunt, eadem plane
sentientes, quæ desipiens Nestorius, nam et ille
soli Patri productionem Spiritus tribuebat. Ita vero
sejunctus es primo quidem ab omnibus sanctis ac
divinis Patribus, qui in generalibus emicuere conciliis, deinde ab omnibus qui sacra scriptorum
monumenta relinquentes perspicue docuerunt, Spiritum sanctum ex Patre et Filio procedere; ac per
Filium, et ex filio, et ab utroque, et reliqua, dum de
rebus divinis agerent, manifeste tradiderunt: ii vero
sunt, Hilarius, Athanasius, Augustinus, Basilius,
Hieronymus,Ambrosius, Gregorius Dialogus, Gregorius Theologus, magnus Chrysostomus, Epiphanius,
Leo Magnus, Maximus, Anastasius, Tarasius, Damascenus, et alii. Nos autem ab iis, quibus tu
adhæsisti, omnino sejungimur, nec ullam esse volumus inter nos et illos communionem: cum iis
vero reverenter conjungimur, a quibus ipse temet
disjunxisti. Et tu quidem in secundo Christi adventu
inter illos numereris, qui Spiritum ex solo Patre
dixerunt nobis vero contingat ejus tunc esse ordinis, in quo sunt qui divina tractantes Spiritum
ex Patre fatentur et Filio. Et tu quidem bic synodo et Romanæ Ecclesiæ cum sis inimicus, ibi pariter
habeberis ejus inimicus: nos vero cum hic amici et
obsequentes catholic: Christi Ecclesiae et generali
concilio simus, precamur, ut ibi etiam tales reperiamur. Hanc porro tuam sententiam, quam notam
omnibus facis, nos Deo favente jam confutavimus,
partim quæ in ea sunt, absurda redarguentes, partim ea quæ dicis, falsa probantes doctorum Ecclesiæ
testimoniis: ut cuivis liceat perpendere, verane an
falsa dicas, utque fiat omnibus cognitum, te doctorum tuorum, quos diximus, perversa dogmata sequentem noluisse recipere orthodoxam, irreprehensibilem, veram, inturbidam, et sanctam unitatem;
col. 1093–1094page 69 of 75
PG 159:1093ἐξακολουθήσας, τὴν ὀρθόδοξον, καὶ αμώμητον, καὶ ἀληθῆ, καὶ ἀθόλωτον, καὶ ἁγίαν ἔνωσιν ὑποδέξασθαι οὐκ ἠθέλησας, ἐν ἡμεῖς τιμῶμεν, καὶ εὐλαβῶς ἐπαινοῦμεν ὡς ἀληθῆ δογματίσασαν· καὶ τὰ ἐν αὐτῇ δὲ κηρυχθέντα οὐ διεστραμμένα, ὡς σὺ φλυαρείν, ἀλλ᾽ ὡς ὀρθὰ καὶ ὑγιῆ στέργομεν καὶ ἀποδεχόμεθα Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Πνεῦμα ἅγιον, τὴν ἁγίαν Τριάδα ὁμολογοῦντες μίαν ἀρχὴν, μίαν βασιλείαν, μίαν δύναμιν, μίαν θεότητα, μίαν θέλησιν καὶ ἐνέργειαν Πατέρα ἀπ᾿ οὐδενὸς, ἀγέννητον, ἄναρχον, παντοδύναμον· Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου γεννητὸν, συνάναρχον, ὁμοδύναμον Πνεῦμα ἅγιον συνάναρχον, συναΐδιον, ὁμοούσιον, ὁμοδύναμον, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ Πνεῦμα, ἐξ ἀμφοτέρων ἀϊδίως ἐπίσης ἐκπο γευόμενον ὡς ἐκ μιᾶς ἀρχῆς καὶ ἑνὸς προβολέως. Οὕτω πιστεύομεν, οὕτω κηρύττομεν, οὕτως ὁμολογοῦμεν, καὶ οὕτως εὐχόμεθα διαμεἶναι ἡμᾶς μέχρι καὶ τῆς τελευταίας ἀναπνοῆς ἐξερχομένους τοῦ παρόντος βίου· ἐν δὲ τῇ φρικτῇ τοῦ Σωτῆρος παρ ρουσίᾳ, ὅταν ἔλθῃ κρῖναι τὴν οἰκουμένην, μετὰ ταύ της τῆς ὁμολογίας τῷ ἐρχομένῳ ἐν νεφέλαις ἀπαν τῆσαι. Οτι αὐτῷ πρέπει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αιώνων. Αμήν.
ut quæ vera dogmata sanxit, et quæ promulgavit, ut
recta et pia, non, ut ipse effutis, perversa, suscipinius
et approbamus: conftemurque sanctam Trinitatem,
Patrem et Filium et Spiritum sanctum, unum esse
principatum, regnum unum, potentiam uuam, deitatem unam, unam voluntatem et operationem: Patrem
a nullo, ingenitum, initio carentem, omnipotentem:
Filium ex Patre solo genitum, Patri coæternum et
coomuipotentem: Spiritum sanctum pariter cointemperaneum, consempiternum, consubstantialem,
et coomnipotentem, Patris et Filii Spiritum æqualiter ab utroque procedentem æternaliter tanquam
ab uno principio et ab uno productore. Ita credimus, ita prædicamus, ita confitemur, atque ita
nobis est in volis usque ad extremum vitæ spiritum sentire ex hac vita decedentibus; et in tremendo Salvatoris adventu, cum venerit ad judicandum orbem, cum hac ei confessione in nubibus
occurrere venienti. Quoniam ipsum deeet gloria in
sæcula sæculorum. Amen.
ἐξακολουθήσας, τὴν ὀρθόδοξον, καὶ αμώμητον, καὶ quam nos veneramur, et cum reverentia laudamus,
ἀληθῆ, καὶ ἀθόλωτον, καὶ ἁγίαν ἔνωσιν ὑποδέξασθαι
οὐκ ἠθέλησας, ἐν ἡμεῖς τιμῶμεν, καὶ εὐλαβῶς
ἐπαινοῦμεν ὡς ἀληθῆ δογματίσασαν· καὶ τὰ ἐν αὐτῇ
δὲ κηρυχθέντα οὐ διεστραμμένα, ὡς σὺ φλυαρείν,
ἀλλ᾽ ὡς ὀρθὰ καὶ ὑγιῆ στέργομεν καὶ ἀποδεχόμεθα •
Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Πνεῦμα ἅγιον, τὴν ἁγίαν
Τριάδα ὁμολογοῦντες μίαν ἀρχὴν, μίαν βασιλείαν,
μίαν δύναμιν, μίαν θεότητα, μίαν θέλησιν καὶ
ἐνέργειαν Πατέρα ἀπ᾿ οὐδενὸς, ἀγέννητον, ἄναρχον,
παντοδύναμον· Υἱὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς μόνου γεννητὸν,
συνάναρχον, ὁμοδύναμον Πνεῦμα ἅγιον συνάναρχον, συναΐδιον, ὁμοούσιον, ὁμοδύναμον, Πατρὸς καὶ
Υἱοῦ Πνεῦμα, ἐξ ἀμφοτέρων ἀϊδίως ἐπίσης ἐκπο·
γευόμενον ὡς ἐκ μιᾶς ἀρχῆς καὶ ἑνὸς προβολέως.
Οὕτω πιστεύομεν, οὕτω κηρύττομεν, οὕτως ὁμολογοῦμεν, καὶ οὕτως εὐχόμεθα διαμεἶναι ἡμᾶς μέχρι
καὶ τῆς τελευταίας ἀναπνοῆς ἐξερχομένους τοῦ
παρόντος βίου· ἐν δὲ τῇ φρικτῇ τοῦ Σωτῆρος παρ
ρουσίᾳ, ὅταν ἔλθῃ κρῖναι τὴν οἰκουμένην, μετὰ ταύτης τῆς ὁμολογίας τῷ ἐρχομένῳ ἐν νεφέλαις ἀπαν
τῆσαι. Οτι αὐτῷ πρέπει δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν
αιώνων. Αμήν.
Acrostic Canon on the Council of Florence, from Pasini's Turin CodexCanon per acrostichidem in synodum Florentinam, ex Pasini Cod. Taurin
col. 1095–1096page 70 of 75
PG 159:1095ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΟΓΔΟΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΠΟΙΗΜΑ ΙΕΡΕΩΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΑΔΗΝΟΥ Οὗ ἡ ἀκροστιχίς ο Επεσι τερπνοῖς τὴν σύνοδον γεραίρω Ιωάννης. Ἐκ τῶν περάτων θεαρχίῳ νευματι συναθροισθέντες εἰς ἐν ἐν τῇ λαμπρᾷ πόλει Φλωρεντίων σήμερον οἱ ἱεροὶ διδάσκαλοι, δυαρχίας τὸ ψεῦδος συναλοιφῆς τὸ παλίμφημον δόγμα ἐκποδὼν ἀπεδίωξαν. Παρὰ Χριστοῦ τοῦ βασιλέως ἄνωθεν μεμνημένος σαφῶς. ὡς ἀῤῥαγείς στύλοι, γεγονότες ὤφθησαν οι Ἐκκλησίας πρόεδροι, οι Χριστοῦ στρατιῶται, τῆς ἀσεβείας ἀντίπαλοι, καὶ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι, Εὐσεβοφρόνως οἱ πιστοὶ συνδράμωμεν, χεῖρας κροτοῦντες πιστῶς, καὶ τὴν λαμπράν ταύτην, καὶ ἁγίαν σύνοδον, ὕμνοις ἀνευφημήσωμεν, τὸν συν άψαντα πάντας ἐν ὁμοίᾳ τῆς πίστεως, Ἰησοῦν Χρι στὸν μεγαλύνοντες. Συναπτικὴ τῶν διεστώτων Ένωσις, Παρθενομήτωρ ἁγνὴ, τοῦ Ἰησοῦ Μήτηρ, σὺ ὑπάρχεις Δέσποινα, τοῦ Δαβὶδ ἀπόγονος, Θεοτόκε Μαρία, καὶ τῶν ἀγγέ γων ἀγλάϊσμα καὶ τῶν γηγενῶν ἀγαλλίαμα. Ἱερῶς ἀθροισθεῖσα ἡ ἱερὰ σύνοδος, καὶ τῆς Ἐχε κλησίας λογάδες πάντες συνήχθησαν ἐν τῇ ἐνώσει, Χριστέ, τῆς θειοτάτης σου ποίμνης ἣν τῷ σῷ ἐστή ριξας αἵματι, Δέσποτα. Τῶν Πατέρων ἁπάντων ἡ κορωνίς σήμερον καὶ τῶν θεολόγων, ἀκρότης πᾶσα συνέδραμε, καὶ πρὸς δυσμὰς ἐν ταυτῷ συναθροισθεῖσα ἐν τάχει, σκότος ἐξηφάνισε τῆς διαστάσεως. Εὐσεβείας οι πύργοι, ἐκκλησιῶν πρόμαχαι, καὶ τῆς οἰκουμένης ποιμένες τε καὶ διδάσκαλοι, οἱ θεο
ΚΑΝΩΝ ΤΗΣ ΟΓΔΟΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
ΤΗΣ ΕΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ
ΠΟΙΗΜΑ ΙΕΡΕΩΣ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΑΔΗΝΟΥ
Οὗ ἡ ἀκροστιχίς ο
Επεσι τερπνοῖς τὴν σύνοδον γεραίρω Ιωάννης.
CANON
IN OCTAVAM SYNODUM FLORENTIÆ HABITAM
AUCTORE JOANNE PLUSIADENO
Cujus acrostichis:
Suavibus verbis synodum celebro Joannes.
(Pasini, Codd. Taurin. Gr., p. 273. Nullam hujus Canonis sive hymni mentionem fecerunt neque Fabricios
neque Caveus, qui plura tamen Plusiadeni scripta recensent.)
Ex totius terræ finibus divino Spiritu in unum
congregati hodie in præclara Florentinorum civitate
sacri doctores duorum principiorum falsitatem, et
commistionis exsecrandum dogma procul amoverunt.
Sursum a Christo rege manifeste ducti, tanquam
infractæ columnæ facti apparuerunt Ecclesiæ præsules, Christi milites, impietatis hostes, et pietatis
magistri.
Religiose, fideles, conveniamus, et communi
plausu præclaram hanc sanctamque synodum liymnis concelebremus, quæ deles omnes Jesum
Christum prædicantes in ejusdem fidei consensionem adduxit.
Tu, Virgo casta, Jesu Mater, quæ dissitos apte
conjungis, tu Donina, progenies David, Deipara
Maria, angelorum splendor, terrigenumque gaudium.
Divinitus congregata sacra synodus, Ecclesiæque
doctores omnes convenerunt in unionem, Christe,
divini tui gregis, quem proprio redemisti sanguine,
Domine.
Patrum omnium corona hodie, atque theologorum cœtus una concurrit, atque in occidentalibus
partibus hic congregatus brevi omnes dissidii tenebras dispersit.
Religionis munimina, Ecclesiæ defensores, 10tiusque terrae pastores, ac magistri theologi insigni
Ἐκ τῶν περάτων θεαρχίῳ νευματι συναθροισθέν
τες εἰς ἐν ἐν τῇ λαμπρᾷ πόλει Φλωρεντίων σήμερον
οἱ ἱεροὶ διδάσκαλοι, δυαρχίας τὸ ψεῦδος συναλοιφῆς
τὸ παλίμφημον δόγμα ἐκποδὼν ἀπεδίωξαν.
Παρὰ Χριστοῦ τοῦ βασιλέως ἄνωθεν μεμνημένος
σαφῶς. ὡς ἀῤῥαγείς στύλοι, γεγονότες ὤφθησαν οι
Ἐκκλησίας πρόεδροι, οι Χριστοῦ στρατιῶται, τῆς
ἀσεβείας ἀντίπαλοι, καὶ τῆς εὐσεβείας διδάσκαλοι,
Εὐσεβοφρόνως οἱ πιστοὶ συνδράμωμεν, χεῖρας
κροτοῦντες πιστῶς, καὶ τὴν λαμπράν ταύτην, καὶ
ἁγίαν σύνοδον, ὕμνοις ἀνευφημήσωμεν, τὸν συν
άψαντα πάντας ἐν ὁμοίᾳ τῆς πίστεως, Ἰησοῦν Χρι
στὸν μεγαλύνοντες.
Συναπτικὴ τῶν διεστώτων Ένωσις, Παρθενομήτωρ
ἁγνὴ, τοῦ Ἰησοῦ Μήτηρ, σὺ ὑπάρχεις Δέσποινα,
τοῦ Δαβὶδ ἀπόγονος, Θεοτόκε Μαρία, καὶ τῶν ἀγγέ
γων ἀγλάϊσμα καὶ τῶν γηγενῶν ἀγαλλίαμα.
Ἱερῶς ἀθροισθεῖσα ἡ ἱερὰ σύνοδος, καὶ τῆς Ἐχε
κλησίας λογάδες πάντες συνήχθησαν ἐν τῇ ἐνώσει,
Χριστέ, τῆς θειοτάτης σου ποίμνης ἣν τῷ σῷ ἐστή
ριξας αἵματι, Δέσποτα.
Τῶν Πατέρων ἁπάντων ἡ κορωνίς σήμερον καὶ
τῶν θεολόγων, ἀκρότης πᾶσα συνέδραμε, καὶ πρὸς
δυσμὰς ἐν ταυτῷ συναθροισθεῖσα ἐν τάχει, σκότος
ἐξηφάνισε τῆς διαστάσεως.
Εὐσεβείας οι πύργοι, ἐκκλησιῶν πρόμαχαι, καὶ
τῆς οἰκουμένης ποιμένες τε καὶ διδάσκαλοι, οἱ θεο-
col. 1097–1098page 71 of 75
PG 159:1097λόγοι λαμπρῶς, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ τε εὐσεβῶς ἐκήρυξαν τὸ Πνεῦμα σήμερον. Ῥῦσαι πάσης ἀνάγκης καὶ πειρασμῶν ἅπαντας τοὺς προσκαλουμένους τὸ θεῖον ὄνομα, Δέσποινα, σοῦ τὸ πανάγιον νῦν Θεοτόκον κυρίως, εὐσεβῶς δη ξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας. Παρὰ Χριστοῦ τὴν ἐξουσίαν εἰλήφατε τὰς αἱρέσεις πάσας καὶ τὰ σχίσματα ἐκ τῆς αὐτοῦ ποίμνης άλη θῶ; Πνεύματος Ισχύϊ ἐκτέμνειν καὶ ἀποκρούεσθαι, Πατέρες θεοφόροι, συνελθόντες· διόπερ κατὰ χρέος ὑμᾶς μεγαλύνομεν. Νέα Σιὼν ἡ Φλωρεντία εγένετο, τοὺς Πατέρας πάντοθεν συνάψασα πρὸς ἑαυτὴν καὶ τὸν ἱερὸν ὅρον θεοφρόνως εἰς πᾶσιν γῆν ἐξαπέστειλεν, πολλῇ θεο λογίᾳ καὶ σοφίᾳ συνθεῖσα, τὴν ὀρθόδοξον πίστιν κηρύττοντα. Ὁ ἱερὸς καὶ πανσεβάσμιο; ὅμιλος τῶν Πατέρων πᾶσαν τὴν δυσχέρειαν τῶν πονηρῶν ἤλεγξε σαφῶς, καὶ τὸ θεῖον δόγμα τὸ τῆς Τριάδος ἐξέδωκεν, ὀρθῇ ὁμολογία καὶ σοφῇ διανοίᾳ τὸ τῆς πίστεως ἅγιον Σύμβολον. Ἵνα τὴν σὴν θεολογῶμεν θειότητα ὀρθοδόξως, πάντας θείῳ νεύματι τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐκκλησιῶν ἐν τῇ Φλωρεντία συνάψας πάντα τὰ σκάνδαλα ηφά νισας ἐκ μέσου· δι᾿ αὐτῶν τὴν εἰρήνην, καὶ ὁμό νοιαν πᾶσιν ἐχώρισας. Σὺ τῶν βροτῶν ὤφθης, Παρθένε, τὸ καύχημα, καὶ ἀγγέλων πέλεις ἀγαλλίαμα, ὡς τὸν Χριστὸν τέξασα σαρκί, τὸν παμβασιλέα, καὶ ποιητὴν πάσης κτίσεω;. Διδ, Παρθενομήτωρ, διὰ σοῦ οἱ σωθέντες εὐλογοῦμεν ἀπαύστως τὸν Τόκον σου. Την σεβάσμιον ταύτην καὶ ἁγίαν σύνοδον πιστώς γεραίρομεν τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ ἱερῶς συναχθείσαν ἐν Πνεύματι, καὶ τὰς Ἐκκλησίας διερρηγμένας ἀνιάτως ἐν ἑνώσει αὐτὰς κατευθύνασαν. Ἡ φωνὴ τοῦ Σωτῆρος ἀληθῶς πεπλήρωται, ἡ πάλαι φήσασα ἱερῶς τῷ Πέτρῳ· Επιστρέψας στηρίξεις εἰς ἕνωσίν σου τοὺς ἀδελφούς σου. Ἐγὼ γὰρ, Πέτρε, ἐδεήθην, ἵνα μήποτε λείψῃ ἡ πίστις σου. Νῦν ὁ Ρώμης προστάτης, ὁ κλεινὸς Εὐγένιος, πάντας συνήθροισε ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ ὡς τὴν πίστιν κατέχων ἀκλόνητον, καὶ στηρίξας πάντας, καὶ πρὸς αὐτὴν καθοδηγήσας, τοῦ Σωτῆρος τὸν λόγον ἐπλή ρωσε. Συνελθόντες ἐν πίστει, πάντες μακαρίζομέν σε τὴν πανάμωμον, τὴν τὰ διεστῶτα παραδόξως, Παρ θένε, συνάψασαν τῷ σεπτῷ σου Τόκῳ, ἀλλὰ καὶ νῦν ταῖς ἐκκλησίαις τὴν εἰρήνην καλῶς προξενήσασαν. Υψιστα Παμβασιλεῦ, τῶν ἁπάντων παντεπόπτα καὶ κτίστα· σὸν ἀληθῶς γὰρ ἔργον τὸ παρὸν, Παν τοδύναμε, τοῦ ἐνῶται τὰ μακρὰ καὶ πρὸ πολλοῦ διεστῶτα δύο, Σωτήρ μου, γένη κάλλιστα. Νῦν ἐπέλαμψε φαιδρῶς ἡ χαρμόσυνος ἡμέρα Κυ ρίου, ἐν ᾗ τὸν θεῖον ὅρον τῆς εἰρήνης τὸν σύνδεσμον, τῶν Πατέρων ὁ χορὸς συνέθετο ὀρθοδόξως, καὶ θεο φρόνως επαγάλλεται. Οἰήματα αἱρετικῶν καὶ κακία καὶ διάστασις πᾶσα Θεολογούντων ήρθη, ἐκ ποδὼν καὶ ἡφάνισται, τῶν
CANON IN SYNOD. FLORENT.
λόγοι λαμπρῶς, ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ τε εὐσεβῶς hodie pietate procedentem ex Patre, Filioque Spiriἐκήρυξαν τὸ Πνεῦμα σήμερον.
Ῥῦσαι πάσης ἀνάγκης καὶ πειρασμῶν ἅπαντας
τοὺς προσκαλουμένους τὸ θεῖον ὄνομα, Δέσποινα,
σοῦ τὸ πανάγιον νῦν Θεοτόκον κυρίως, εὐσεβῶς δη
ξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας.
Παρὰ Χριστοῦ τὴν ἐξουσίαν εἰλήφατε τὰς αἱρέσεις
πάσας καὶ τὰ σχίσματα ἐκ τῆς αὐτοῦ ποίμνης άληθῶ; Πνεύματος Ισχύϊ ἐκτέμνειν καὶ ἀποκρούεσθαι,
Πατέρες θεοφόροι, συνελθόντες· διόπερ κατὰ χρέος
ὑμᾶς μεγαλύνομεν.
Νέα Σιὼν ἡ Φλωρεντία εγένετο, τοὺς Πατέρας
πάντοθεν συνάψασα πρὸς ἑαυτὴν καὶ τὸν ἱερὸν ὅρον
θεοφρόνως εἰς πᾶσιν γῆν ἐξαπέστειλεν, πολλῇ θεολογίᾳ καὶ σοφίᾳ συνθεῖσα, τὴν ὀρθόδοξον πίστιν
κηρύττοντα.
Ὁ ἱερὸς καὶ πανσεβάσμιο; ὅμιλος τῶν Πατέρων
πᾶσαν τὴν δυσχέρειαν τῶν πονηρῶν ἤλεγξε σαφῶς,
καὶ τὸ θεῖον δόγμα τὸ τῆς Τριάδος ἐξέδωκεν, ὀρθῇ
ὁμολογία καὶ σοφῇ διανοίᾳ τὸ τῆς πίστεως ἅγιον
Σύμβολον.
Ἵνα τὴν σὴν θεολογῶμεν θειότητα ὀρθοδόξως,
πάντας θείῳ νεύματι τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐκκλησιῶν
ἐν τῇ Φλωρεντία συνάψας πάντα τὰ σκάνδαλα ηφά
νισας ἐκ μέσου· δι᾿ αὐτῶν τὴν εἰρήνην, καὶ ὁμό
νοιαν πᾶσιν ἐχώρισας.
Σὺ τῶν βροτῶν ὤφθης, Παρθένε, τὸ καύχημα, καὶ
ἀγγέλων πέλεις ἀγαλλίαμα, ὡς τὸν Χριστὸν τέξασα
σαρκί, τὸν παμβασιλέα, καὶ ποιητὴν πάσης κτίσεω;.
Διδ, Παρθενομήτωρ, διὰ σοῦ οἱ σωθέντες εὐλογοῦμεν
ἀπαύστως τὸν Τόκον σου.
Την σεβάσμιον ταύτην καὶ ἁγίαν σύνοδον πιστώς
γεραίρομεν τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ ἱερῶς συναχθείσαν
ἐν Πνεύματι, καὶ τὰς Ἐκκλησίας διερρηγμένας
ἀνιάτως ἐν ἑνώσει αὐτὰς κατευθύνασαν.
Ἡ φωνὴ τοῦ Σωτῆρος ἀληθῶς πεπλήρωται, ἡ
πάλαι φήσασα ἱερῶς τῷ Πέτρῳ· Επιστρέψας
στηρίξεις εἰς ἕνωσίν σου τοὺς ἀδελφούς σου.
Ἐγὼ γὰρ, Πέτρε, ἐδεήθην, ἵνα μήποτε λείψῃ ἡ
πίστις σου.
Νῦν ὁ Ρώμης προστάτης, ὁ κλεινὸς Εὐγένιος,
πάντας συνήθροισε ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ ὡς τὴν πίστιν
κατέχων ἀκλόνητον, καὶ στηρίξας πάντας, καὶ πρὸς
αὐτὴν καθοδηγήσας, τοῦ Σωτῆρος τὸν λόγον ἐπλή
ρωσε.
Συνελθόντες ἐν πίστει, πάντες μακαρίζομέν σε
τὴν πανάμωμον, τὴν τὰ διεστῶτα παραδόξως, Παρ
θένε, συνάψασαν τῷ σεπτῷ σου Τόκῳ, ἀλλὰ καὶ νῦν
ταῖς ἐκκλησίαις τὴν εἰρήνην καλῶς προξενήσασαν.
Υψιστα Παμβασιλεῦ, τῶν ἁπάντων παντεπόπτα
καὶ κτίστα· σὸν ἀληθῶς γὰρ ἔργον τὸ παρὸν, Παντοδύναμε, τοῦ ἐνῶται τὰ μακρὰ καὶ πρὸ πολλοῦ
διεστῶτα δύο, Σωτήρ μου, γένη κάλλιστα.
Νῦν ἐπέλαμψε φαιδρῶς ἡ χαρμόσυνος ἡμέρα Κυ
ρίου, ἐν ᾗ τὸν θεῖον ὅρον τῆς εἰρήνης τὸν σύνδεσμον,
τῶν Πατέρων ὁ χορὸς συνέθετο ὀρθοδόξως, καὶ θεοφρόνως επαγάλλεται.
Οἰήματα αἱρετικῶν καὶ κακία καὶ διάστασις πᾶσα
Θεολογούντων ήρθη, ἐκ ποδὼν καὶ ἡφάνισται, τῶν
PATROL. GR. CLIX.
Luna depra dicant.
Ab omni necessitate, ac tentatione libera invocantes divinum nomen, sanctissimumque ac divinum tunm natum pie glorificantes, ac prædicantes,
Deipara.
Potestatem a Christo accepistis hæreses omnes,
et schismata ab ejus grege virtute Spiritus sancti
vere exscindendi, atque propulsandi, optimi Patres
convenientes: quocirca jure meritoque vos prædicamus.
Nova Sion facta est Florentia, Patres undique
ad se congregaus, et sacrum decretum divino consilio in universas terræ partes misit, quo multiplici
theologica doctrina, sapientiaque conjuncta orthodoxam fidem promulgat.
Sacer, et venerandus Patrum cœtus omnem impiorum difficultatem perspicue diluit, divinumque
Trinitatis dogma, nec non sanctum fldei Symbolum recta confessione, aptaque intelligentia exposuit.
Ut de tua divinitate recto Convenientique modo
loquamur, divino nutu omnes Ecclesiarum præsu.
les Florentiam congregans omnia seandala de medio eorum sustulisti, pacem et concordiam disse.
minans.
Tu Virgo, mortalium gloria, et Angelorum es gandium, Christum in carne pariens omnium Regem,
atque rerum creatarum factorem: idcirco, Virgu
maler, per te servari iudesinenter Filio tuo benedicinius.
Venerandam banc, sanctamque synodum fideliter
celebramus, quæ Sancto spiritu amante Florentiam
congregata est, quæve divisas insanabili ferme modo Ecclesias, ad unionem composuit.
Vere impletus est Servatoris sermo ad Petrum
olim habitus Conversus confirma in unum fratres
tuos: Ego enim, Petre, rogari, ut non deficiat fides
tua.
Nunc Romanus pontifex celebris Eugenius omnes
Florentiam congregavit, incorruptam fidem velut
effundens, cunctosque confirmans, et viam ad ipsam monstrans, Servatoris dictum implevit.
Convenientes in fide universi laudamus te maculæ omnis expertem, quæ disjunctas Ecclesias
præter opinionem venerabili Filio tuo concilias, et
nunc paceni inter cas perbelle confirmas.
Altissime Rex, rerum omnium auctor, atque creator, omnipotens vere, tuum opus est duas partes
eximias valde, longeque inter se dissitas, Servator
mi, conjunxisse.
Nunc vere illuxit dies Domini lætitiæ plena, in
qua Patrum coetus divinum decretum, tanquam svcietatis vinculum, recte statuit, et cœlesti repletus
sapientia exsultat.
Havreticorum opinamenta, et impietas, atque divisio omnis sublata est, et procul abjecta, ac iu
col. 1099–1100page 72 of 75
PG 159:1099Πατέρων καὶ πιστοὶ συνήλθοσαν ἐν ἑνώσει τῆς ἀλη θοῦς καὶ θείας πίστεως. Ο Δεῦτε ᾄσωμεν, πιστοὶ τὴν ὑπέραγνον μητέρα Κυρίου, τὴν φωταυγή νεφέλην, τὴν οὐράνιον κλί μακα, τὴν παστάδα την χρυσήν, σκήνωμα φέρτερον τοῦ Ὑψίστου, ἐν ᾧ ὁ Λόγος σὰρξ εγένετο. Ομιλος ὤφθη τῶν Πατέρων, ἐκ περάτων άθρο σθεὶς ἐν Φλωρεντίᾳ ὁπλοφόρος στρατός, κατὰ τῶν ἀντιπάλων, καὶ τούτων καταβέβληκε τὴν ἀφρίν γενναιοφρόνως. Νεύσει Κυρίου πανταχόθεν συνηθροίσθησαν Πα τέρες θεηγόροι, τοῦ ἐνῶσαι τὰ πρὶν κακῶς διεξρω γάτα καὶ μελῳδοῦντες ᾄσωσιν ᾆσμα θεῖον τῷ Δε σπότῃ. Γέγονεν ὄρος τῆς συνόδου, καὶ κατᾔσχυνεν ἐχθρῶν τὰς φληναφίας· καὶ τὸ δόγμα σαφῶς ἐδίδαξε την σέβειν, τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι ἐκ Πατρὸς καὶ δι' Υἱοῦ τε. Ἐν ἀμφοτέρωθεν ἡγεῖται. Τὸ γινόμενον ἡ σύνοδος ἡ θεία δι' ἀζύμου αὐτὸ ἄρτου καὶ δι' ἐνζύμου σῶμα σεπτὸν καὶ ἅγιον τοῦ Κυρίου παραδόξως. Ῥῦται κινδύνων, Θεοτόκε, τοὺς ὑμνοῦντάς σου τὸν Τόκον, Παναγία· καὶ ἐξ ὅλης ψυχῆς βοῶσι του τὸν ὕμνον καὶ τὴν ᾠδήν σοι μέλπουσιν εἰ; ἀεί.... Επ' ἄκρων γῆς εἰς πέρατα συνεξέλαμψε σήμερον ἡ ἐν Φλωρεντία παναγία σύνοδος πιστοὺς ἐκδιδάσκουσα τὴν τῶν ψυχῶν ἀπόλαυσιν νῦν τῶν ἐν τῷ παρόντι ἱκανῶς δουλευσάντων προθύμως τῷ Σωτῆρι καὶ αὐτῷ μελῳδούντων τῷ τῶν ψυχῶν νυμφίῳ, τον ὕμνον εἰς αἰῶνας. Ινα λυθῇ μεσότοιχον, τὸ τοῦ σχίσματος κάκιστον, καὶ ἀφανισθῇ ἡ αὐχμηρὰ διάστασις, ἑνώσεως Ελε ψεν ἡ φωταυγής πανήγυρις νῦν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν καθαρτικήν τιμωρίαν δοξάζουσα διδάσκει τους πιο στῶς δεχομένους τὸν δρον τῆς συνόδου ὡς ἀληθείας τόμον. Ῥῦσαι λιμοῦ καὶ στάσεως καὶ κινδύνων τοὺς δού λους σου, τοὺς τὸν ἱερὸν καὶ ἀληθῆ διδάσκαλον, τοῦ Πέτρου διάδοχον, τῆς Ἐκκλησίας καθηγητήν, και τῆς οἰκουμένης ὁδηγὸν καὶ ποιμένα, καὶ θεῖον περι φαῖον ἱερέων ἁπάντων, ὅλῃ ψυχῇ τιμώντων, ὡς ἐπηγγείλω... Ως θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, Ἰησοῦ παντοδύναμε, τοῖς θεοσεβέτιν θαυμασίως δέδωκας ἰδεῖν τὸ μι ατήριον τῆς ἱερᾶς ἑνώσεως· καὶ γὰρ πρὸς ἡμῶν ἐπιθυμήσαντες ἄλλοι σοφοί, καὶ πατριάρχαι, ἀλλ' οὐκ ἔτυχεν τούτου. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἰδόντες δοξάσομέν σε, Σώτερ. Ἵνα συνάψῃ, Πανάγιε, τὰ οὐράνια ἅπαντα μετά τῶν γηίνων, σάρκα ἀνελάβετο, καὶ μήτραν κατώ κησε τὴν σὴν, Παρθενομήτωρ ἁγνή, ὁ μονογενῆς ἐκ τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων. Ὡς ἄνθρωπος ἐφάνη, καὶ ἐκ σοῦ ἐπ' ἐσχάτων μονογενῆς ἐκλήθη ἀτρέπτως, ἀσυγχύτω;. *Ω κτίστα τῶν ἁπάντων καὶ ποιητὰ ὁρατῶν ἀκρά των, καὶ Κύριε πάσης σαρκός, δόξαν σοι προσάγο μεν, Βασιλεῦ, τὴν ἡμῶν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν
'
JOSEPH METIONENSIS EPISCOPI
vere, divinæque fidei unionem convenerunt fileles Πατέρων καὶ πιστοὶ συνήλθοσαν ἐν ἑνώσει τῆς ἀλη
Patres.
θοῦς καὶ θείας πίστεως.
Agite jam, fideles, canamus castissimam Domini
matrem, splendidam nubem, calestem scalatn, tiia
lamum aureum, præstantius altissimi tabernaculum,
in quo Verbum caro factum est.
Visus est Patrum cœtus ex terræ finibus Florentiam congregatus tanquam exercitus armis instruclus adversus hostes, ipsorumque audaciam strenue
dejecit.
Divino amatu convenerunt undique Patres theologi al consocianda, quæ prius nefarie divisa fuerant, jamque concinentes divinum canticum Domino
persolvent.
Prodiit synodi decretum, statimque animum dimiserunt oblatrantes adversarii, et dogma nos perspicue docet venerari Spiritum ex Patre, Filioque
procedentem.
Chum utrobique sentit divina synodus venerandum, sanctumque Christi corpus, sive azymo pane,
sive fermentato perficiatur mysterium.
Ab omnibus periculis immunes serva, Deipara
sanctissima, tuuan natum celebrantes, omnibusque
animi viribus bymnis ad te clamantes, et cantica
tibi jugiter persolventes.......
Velut in sublimi posita terræ fines omines lucis
splendore conspersit hodie Florentina synodus, edo -
cens animarum fruitionem non defuturam iis, qui
Servatori alacri animo famulantur, et animarum
sponso hymnum jugiter canunt.
Solutus est interjectus paries schismatis pessimus, et dissidii squalor evanuit, jamque unionis
publica celebritas miro splendore illuxit, et poenas
animum expiantes prædicans, docet fideles synodi
decretum, ut veritatis dogma accipere.
Ab inopia, seditionibus, aliisque periculis libera
famulos tuos, qui sacrum verumque doctorem, successoremque Petri Ecclesiæ præsulem, totiusque
terræ ducem, el pastorem, et divinum sacerdotum
omnium Coryphæum toto animo colunt, sicut..
Quam mirabilia sunt opera tua omnipotens Jesu,
qui Deum colentibus mirabili sane modo dedisti
videre sacræ unionis mysterium! Ante nos enim
sapientes alii, et patriarchæ id vehementi desiderio cupiebaut, sed non assecuti sunt. Nos vero
præ oculis jam habentes, te celebramus. Servator
noster.
Ut coelestia omnia cum terrenis conciliaret, carném assumpsit, etán tuum uterum descendit. Virgo
mater casta, Unigenitus Patris ante sæcula; velut
homo apparuit, atque ex te prodiens unigenitus
appellatus est circa ullam mutationem, atque inordinationem.
Ο Creator omnium, tam visibilium, quam invisibilium factor, totiusque carnis Domine, gloriam tibi proferimus, Rex, qui conversionem nostram
Δεῦτε ᾄσωμεν, πιστοὶ τὴν ὑπέραγνον μητέρα
Κυρίου, τὴν φωταυγή νεφέλην, τὴν οὐράνιον κλίμακα, τὴν παστάδα την χρυσήν, σκήνωμα φέρτερον
τοῦ Ὑψίστου, ἐν ᾧ ὁ Λόγος σὰρξ εγένετο.
Ομιλος ὤφθη τῶν Πατέρων, ἐκ περάτων άθρο
σθεὶς ἐν Φλωρεντίᾳ ὁπλοφόρος στρατός, κατὰ τῶν
ἀντιπάλων, καὶ τούτων καταβέβληκε τὴν ἀφρίν
γενναιοφρόνως.
Νεύσει Κυρίου πανταχόθεν συνηθροίσθησαν Πατέρες θεηγόροι, τοῦ ἐνῶσαι τὰ πρὶν κακῶς διεξρω
γάτα καὶ μελῳδοῦντες ᾄσωσιν ᾆσμα θεῖον τῷ Δε
σπότῃ.
Γέγονεν ὄρος τῆς συνόδου, καὶ κατᾔσχυνεν ἐχθρῶν
τὰς φληναφίας· καὶ τὸ δόγμα σαφῶς ἐδίδαξε την
σέβειν, τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι ἐκ Πατρὸς καὶ δι'
Υἱοῦ τε.
Ἐν ἀμφοτέρωθεν ἡγεῖται. Τὸ γινόμενον ἡ σύνοδος
ἡ θεία δι' ἀζύμου αὐτὸ ἄρτου καὶ δι' ἐνζύμου σῶμα
σεπτὸν καὶ ἅγιον τοῦ Κυρίου παραδόξως.
Ῥῦται κινδύνων, Θεοτόκε, τοὺς ὑμνοῦντάς σου
τὸν Τόκον, Παναγία· καὶ ἐξ ὅλης ψυχῆς βοῶσι του
τὸν ὕμνον καὶ τὴν ᾠδήν σοι μέλπουσιν εἰ; ἀεί....
Επ' ἄκρων γῆς εἰς πέρατα συνεξέλαμψε σήμερον
ἡ ἐν Φλωρεντία παναγία σύνοδος πιστοὺς ἐκδιδάσκουσα τὴν τῶν ψυχῶν ἀπόλαυσιν νῦν τῶν ἐν τῷ
παρόντι ἱκανῶς δουλευσάντων προθύμως τῷ Σωτῆρι
καὶ αὐτῷ μελῳδούντων τῷ τῶν ψυχῶν νυμφίῳ, τον
ὕμνον εἰς αἰῶνας.
Ινα λυθῇ μεσότοιχον, τὸ τοῦ σχίσματος κάκιστον,
καὶ ἀφανισθῇ ἡ αὐχμηρὰ διάστασις, ἑνώσεως Ελεψεν ἡ φωταυγής πανήγυρις νῦν, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν
καθαρτικήν τιμωρίαν δοξάζουσα διδάσκει τους πιο
στῶς δεχομένους τὸν δρον τῆς συνόδου ὡς ἀληθείας
τόμον.
Ῥῦσαι λιμοῦ καὶ στάσεως καὶ κινδύνων τοὺς δού
λους σου, τοὺς τὸν ἱερὸν καὶ ἀληθῆ διδάσκαλον, τοῦ
Πέτρου διάδοχον, τῆς Ἐκκλησίας καθηγητήν, και
τῆς οἰκουμένης ὁδηγὸν καὶ ποιμένα, καὶ θεῖον περι
φαῖον ἱερέων ἁπάντων, ὅλῃ ψυχῇ τιμώντων, ὡς
ἐπηγγείλω...
Ως θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, Ἰησοῦ παντοδύναμε,
τοῖς θεοσεβέτιν θαυμασίως δέδωκας ἰδεῖν τὸ μι
ατήριον τῆς ἱερᾶς ἑνώσεως· καὶ γὰρ πρὸς ἡμῶν
ἐπιθυμήσαντες ἄλλοι σοφοί, καὶ πατριάρχαι, ἀλλ'
οὐκ ἔτυχεν τούτου. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἰδόντες δοξάσομέν
σε, Σώτερ.
Ἵνα συνάψῃ, Πανάγιε, τὰ οὐράνια ἅπαντα μετά
τῶν γηίνων, σάρκα ἀνελάβετο, καὶ μήτραν κατώ
κησε τὴν σὴν, Παρθενομήτωρ ἁγνή, ὁ μονογενῆς ἐκ
τοῦ Πατρὸς πρὸ αἰώνων. Ὡς ἄνθρωπος ἐφάνη, καὶ
ἐκ σοῦ ἐπ' ἐσχάτων μονογενῆς ἐκλήθη ἀτρέπτως,
ἀσυγχύτω;.
*Ω κτίστα τῶν ἁπάντων καὶ ποιητὰ ὁρατῶν ἀκρά
των, καὶ Κύριε πάσης σαρκός, δόξαν σοι προσάγο
μεν, Βασιλεῦ, τὴν ἡμῶν μετάνοιαν καὶ τὴν σωτηρίαν
Synaxarion of the Council of Florence, or Brief Narrative of its ProceedingsSynaxarium synodi Florentinae, sive brevis narratio eorum quae in ea gesta sunt
col. 1101–1102page 73 of 75
Synaxarium synodi Florentinæ, sive brevis narratio eorum quæ in ea gesta sunt
PG 159:1101ἐπιζητῶν καὶ θέλων ἡμᾶς εἶναι πιστοὺς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ ἐν ἀλλήλοις εἰρηνεύοντας. Ανέβητε εἰς ὕψος τῆς ἱερᾶς καὶ ἁγίας καθέδρας Μακάριοι, τὸ ἱερὸν χρίσμα περικείμενοι εὐσεβῶς καὶ τοὺς πιστοὺς διδάσκετε λόγον εὐσεβείας παν αληθῆ, Πατέρες θεηγόροι· ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν εὐσεβοφρόνως καὶ γεραίρομεν. Νῦν, θεῖοι δεμάρχαι, παρὰ Χριστοῦ ἐπαξίως τῶν πίνων ειλήφατε τὰς ἀμοιβάς, ὧν εὐσεβοφρόνως ἐπὶ τῆς γῆς μεγάλως ηγωνίσασθε, καὶ σκιὰν ἐκθέμενοι τῆς σαρκὸς οἰκεῖτε σὺν ἀγγέλοις, χορεύοντες ἀπαύστως περὶ τὸν θρόνον τοῦ παντάνακτος. Νῷ κεκαθαρμένῳ τὴν εὐσεβῆ οἱ Πατέρες ἐξέθεντο σήμερον δρον σαφως, πάντοθεν κοσμούμενον ἱεροῖς καὶ ὀρθοδόξοις δόγμασι. Αἰσχυνέσθω δη.... σχι σματικῶν τὸν τοῦτον μὴ τιμώντων μηδὲ ὁμολογούν των, ὥσπερ ἡ σύνοδος ἐκήρυξεν. Πλίου λαμπροτέρα ἡ ἑορτὴ τῆς συνόδου τῆς θείας ἐπέλαμψε πᾶσαν τὴν γῆν αἱρέσεως σκοτού μένην καὶ πονηροῦ σχίσματος τοῦ πρὶν ἐξαίρουσα τὴν πλάνην, καὶ πάντας διεγείρει πρὸς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. Συναξάριον τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου. Ἡ ἁγία αὕτη και μεγάλη σύνοδος γέγονεν τῷ αυλόν ἔτσι ἀπὸ τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως ἐν ταῖς ἡμέραις Ἰωάννου Παλαιολόγου τοῦ τελευταίου βασιλέως τῶν Ῥωμαίων καὶ Ἰωσὴφ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Συνήθροισε δὲ αὐτὴν ὁ τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης ἀρχιερεὺς, ὁ μέγας Εὐγένιος, ἀνὴρ ὡς ἄλλος τις τῶν μακαρίων ἀνδρῶν, θεοφόρος τῷ ὄντι καὶ μέγας θεῖος ἱεράρχης, καὶ τὴν ἕνωσιν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας πνέων ἀπὸ ψυχῆς, ἐπὶ καθαιρέσει τῶν ἀρνουμένων τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ μὴ ἔχειν πάντα τὰ φυσικὰ τοῦ Πατρὸς ἀγαθά. Οἱ γὰρ ἀρνούμενοι τὸν Υἱὸν μὴ ἐκπορεύειν τὸ Πνεῦμα ἀρ νοῦνται μὴ ἔχειν τὰ φυσικὰ τοῦ Πατρὸς ἀγαθά. Καὶ τοῦτο γὰρ φυσικόν ἐστι τοῦ Πατρὸς ἀγαθὸν, ἐκπο ρεύειν τὸ Πνεῦμα· ἔτι κατὰ τῶν ἀμαθῶς φλυαρούν των ὡς τὸ δι' ἀζύμου θυόμενον οὐκ ἔστι σῶμα Χριστοῦ· πρὸς δὲ καὶ τῶν εὐσεβῶς ἀρνουμένων μὴ ἔχειν τὰς ψυχὰς τῶν ἐν μετανοίᾳ κεκοιμημένων βοήθειαν μετά θάνατον μηδὲ καθαίρεσθαι αὐτάς ἔτι μηδὲ τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς μὴ ἀπολαμβάνειν νῦν καθ᾽ ὅσον εἰσὶ ψυχαί. Ετι καὶ πρὸς τοὺς μὴ βουλομένους κλίναι τὴν κεφαλὴν, καὶ δοῦναι τῷ Ρώμης ἀρχιερεῖ τὴν αἰδώ τε καὶ ὑποταγὴν, ὡς ἄνωθεν καὶ προπαραδότως ἐξεδόθη καὶ ἐτυπώθη ἐν τοῖς ἱεροῖς κανότι. Συνήχθη μὲν οὖν ἡ εἰρημένη ἁγία σύνοδος ἐν Φεραρίᾳ καὶ Φλωρεντία, πόλεσιν ἀξιολόγοις τῆς Ἰταλίας. Παρῆσαν δὲ ἐν αὐτῇ πολλοὶ εξ καὶ καλοί, σοφίᾳ καὶ ἀρετῇ διαλάμποντες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Ἐπλήρουν γὰρ τὸν ἱερὸν τοῦτον θίασον πλείονες ἢ ω' ἄνδρες· ἀπὸ μὲν τοῦ μέρους τῶν Ἰταλῶν ὁ τῆς ὁσίας μνήμης Ευγένιος ὁ Ρώμης ἀρχιερεὺς μέγιστος σὺν πάσῃ τῇ κατ'
SYNAXARIUM CONC. FLORENT.
ἐπιζητῶν καὶ θέλων ἡμᾶς εἶναι πιστοὺς ἐν ὁμονοίᾳ atque salutem expetis, et in concordia nos fideliter
καὶ ἐν ἀλλήλοις εἰρηνεύοντας.
perstantes esse, nec non pacem invicem servare
jubes.
Ανέβητε εἰς ὕψος τῆς ἱερᾶς καὶ ἁγίας καθέδρας
Μακάριοι, τὸ ἱερὸν χρίσμα περικείμενοι εὐσεβῶς·
καὶ τοὺς πιστοὺς διδάσκετε λόγον εὐσεβείας παναληθῆ, Πατέρες θεηγόροι· ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν εὐσεβοφρόνως καὶ γεραίρομεν.
Νῦν, θεῖοι δεμάρχαι, παρὰ Χριστοῦ ἐπαξίως τῶν
πίνων ειλήφατε τὰς ἀμοιβάς, ὧν εὐσεβοφρόνως ἐπὶ
τῆς γῆς μεγάλως ηγωνίσασθε, καὶ σκιὰν ἐκθέμενοι
τῆς σαρκὸς οἰκεῖτε σὺν ἀγγέλοις, χορεύοντες
ἀπαύστως περὶ τὸν θρόνον τοῦ παντάνακτος.
Νῷ κεκαθαρμένῳ τὴν εὐσεβῆ οἱ Πατέρες ἐξέθεντο
σήμερον δρον σαφως, πάντοθεν κοσμούμενον ἱεροῖς
Ascendite super sacram sanctamque sedem,
Beati sacro chrismate religiose circumliniti, atque
fideles pium veritatis sermonem edocete, Patres
digna Deo loquentes: quocirca vos magno honore
atque veneratione prosequimur.
Nunc, divini sacerdotes, dignam laboris mercedem
a Christo accepistis, propter quam pie et strenue
certavistis et cum umbram corporis deposueritis,
habitabitis cum angelis, exsultantes perenniter circa
thronum Regis regum.
Mente para sacrum hodie decretum posuernnt
Patres, omnino conveniens sacris, et orthodoxis
καὶ ὀρθοδόξοις δόγμασι. Αἰσχυνέσθω δη.... σχι- dogmatibus. Pudeat,... schismaticos, qui debiσματικῶν τὸν τοῦτον μὴ τιμώντων μηδὲ ὁμολογούν
των, ὥσπερ ἡ σύνοδος ἐκήρυξεν.
Πλίου λαμπροτέρα ἡ ἑορτὴ τῆς συνόδου τῆς
θείας ἐπέλαμψε πᾶσαν τὴν γῆν αἱρέσεως σκοτού
μένην καὶ πονηροῦ σχίσματος τοῦ πρὶν ἐξαίρουσα
τὴν πλάνην, καὶ πάντας διεγείρει πρὸς τὴν ἑνότητα
τῆς πίστεως.
tum hufc honorem deferre recusant, atque confiteri, sicut defniit synodus.
Sole spendidior divinæ synodi celebritas terram
omnem hæreseos caligine obductam illustravit,
pessimique schismatis errorem primum auferens, omnes in unionem fidei adduxit.
Sequitur tanquam hymni appendix, Συναξάριον τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς συνόδου. Synaxarium
sanctæ et «cumenicæ synodi, sive brevis narratio corum quæ in concilio Florentino gesta sunt, ejusdein
Joannis Plusiadeni, ut colligere est ex ipso Synaxario.
Hujusmodi autem est:
Ἡ ἁγία αὕτη και μεγάλη σύνοδος γέγονεν τῷ
αυλόν ἔτσι ἀπὸ τῆς τοῦ Κυρίου ἐνανθρωπήσεως ἐν
ταῖς ἡμέραις Ἰωάννου Παλαιολόγου τοῦ τελευταίου
βασιλέως τῶν Ῥωμαίων καὶ Ἰωσὴφ πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως. Συνήθροισε δὲ αὐτὴν ὁ τῆς
πρεσβυτέρας Ρώμης ἀρχιερεὺς, ὁ μέγας Εὐγένιος,
ἀνὴρ ὡς ἄλλος τις τῶν μακαρίων ἀνδρῶν, θεοφόρος
τῷ ὄντι καὶ μέγας θεῖος ἱεράρχης, καὶ τὴν ἕνωσιν
τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας πνέων ἀπὸ ψυχῆς, ἐπὶ
καθαιρέσει τῶν ἀρνουμένων τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ μὴ
ἔχειν πάντα τὰ φυσικὰ τοῦ Πατρὸς ἀγαθά. Οἱ γὰρ
ἀρνούμενοι τὸν Υἱὸν μὴ ἐκπορεύειν τὸ Πνεῦμα ἀρνοῦνται μὴ ἔχειν τὰ φυσικὰ τοῦ Πατρὸς ἀγαθά. Καὶ
τοῦτο γὰρ φυσικόν ἐστι τοῦ Πατρὸς ἀγαθὸν, ἐκπορεύειν τὸ Πνεῦμα· ἔτι κατὰ τῶν ἀμαθῶς φλυαρούν
των ὡς τὸ δι' ἀζύμου θυόμενον οὐκ ἔστι σῶμα
Χριστοῦ· πρὸς δὲ καὶ τῶν εὐσεβῶς ἀρνουμένων μὴ
ἔχειν τὰς ψυχὰς τῶν ἐν μετανοίᾳ κεκοιμημένων
βοήθειαν μετά θάνατον μηδὲ καθαίρεσθαι αὐτάς·
'
Sancta hæc, magnaque synodus facta est anno
ab Incarnatione Domini 1459 in diebus Joan.
nis Palæologi postremi Romanorum Imperatoris,
et Josephi patriarchæ Constantinopolitani. Eam
autem congregavit summus præsul senioris Rome magnus Eugenius, vir, si quis alius, beatorum virorum divino numine plenus, et magnus
divinusque pontifex, ad Ecclesiæ Christi unionem
toto animo anhelans, ut condemnaret eos, qui negant Dei Filium habere omnem naturalem Patris
virtutem. Nam qui sentiunt Filium haud producere
Spiritum sanctum, iidemn existimant eum non habere omnem naturalem Patris virtutem: hoc enim
að naturam Patris spectat producere Spiritum. Tum
adversus eos, qui indocte garriunt, azynium panem
consecratum haud fieri corpus Christi, et qui pio
quodam affectu negant morientes in penitentia
posse post mortem juvari suffragiis, aut ipsorum
animas purgari, simulque sanctorum animas per-
- ἔτι μηδὲ τὰς τῶν ἁγίων ψυχὰς μὴ ἀπολαμβάνειν feetan fruitionem adipisci, quatenus animæ
νῦν καθ᾽ ὅσον εἰσὶ ψυχαί. Ετι καὶ πρὸς τοὺς μὴ
βουλομένους κλίναι τὴν κεφαλὴν, καὶ δοῦναι τῷ
Ρώμης ἀρχιερεῖ τὴν αἰδώ τε καὶ ὑποταγὴν, ὡς
ἄνωθεν καὶ προπαραδότως ἐξεδόθη καὶ ἐτυπώθη ἐν
τοῖς ἱεροῖς κανότι. Συνήχθη μὲν οὖν ἡ εἰρημένη
ἁγία σύνοδος ἐν Φεραρίᾳ καὶ Φλωρεντία, πόλεσιν
ἀξιολόγοις τῆς Ἰταλίας. Παρῆσαν δὲ ἐν αὐτῇ πολλοὶ
εξ καὶ καλοί, σοφίᾳ καὶ ἀρετῇ διαλάμποντες ἐξ
ἀμφοτέρων τῶν μερῶν. Ἐπλήρουν γὰρ τὸν ἱερὸν
τοῦτον θίασον πλείονες ἢ ω' ἄνδρες· ἀπὸ μὲν τοῦ
μέρους τῶν Ἰταλῶν ὁ τῆς ὁσίας μνήμης Ευγένιος
ὁ Ρώμης ἀρχιερεὺς μέγιστος σὺν πάσῃ τῇ κατ'
sunt. Tandem adversus illos, qui caput inclinare
nolunt, debitamque Romano Pontifici venerationem, et obedientiam testari, quemadmodum
ex vetusta traditione habetur, atque in sacris canonibus statum fuit. Convenit igitur dicta sancta
synodus in civitates Italiæ praestantissimas, Perrariam, atque Florentiam; aderantque multi
optimi, ac prestantes viri sapientia, virtuteque
celeberrimi ex utraque parte. Componebant enim
ipsum cætum plusquam octingenti viri. Ex parte
quidem Italorum sanctæ memoriæ magnus Euge
nius Romanorum pontifex Maximus cum omni
col. 1103–1104page 74 of 75
PG 159:1103αὐτὸν ἁγίᾳ Ἐκκλησία, δηλονότι ἱερεῦσι καρδινάλε σιν, ἀρχιεπισκόποις, ἐπισκόποις, ἀβάσιν, ἱερομονάχοις καὶ μοναχοῖς, ἱερεῦσι καὶ διακόνοις, πλείοις ἢ ἑξακοσίοις, χωρὶς τῶν τοποτηρητῶν, καὶ τῶν ἄλ λων ἀρχόντων τῆς Ἰταλίας· ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τῶν Ανατολικῶν ὁ γαληνότατος βασιλεὺς Ῥωμαίων Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, Ἰωσὴφ ὁ φρονιμώτατο; καὶ φοβερώτατος πατριάρχης σὺν πάσῃ τῇ κατ' αὐτὸν Ἐκκλησίᾳ, ἀρχιεπισκόποις ἐπισκόποις καὶ τοῖς α λοις ἐκκλησιαστικοῖς σταυροφόροις, ἡγουμένοις, ρεῦσιν, ἱερομονάχοις και μοναχοῖς· ἔτι δὲ καὶ ἡ τοῦ βασιλέως σύγκλητος πλεῖστοι καὶ εὐγενεῖς ἄνδρες έκόσμει γὰρ καὶ αὐτὸν ἡ βασιλική σύνταξις ὡς εἰκός. Ηλθεν οὖν ὁ καιρὸς τῆς διαλέξεως, καὶ συν ήλθον ἅπαντες ἐν τῇ διαλέξει ἰδεῖν τὴν διαφοράν. ἀρχόντων. Διεφέροντο γὰρ πέντε καὶ 'μόνοι: κεφα λαίοις, ἕως. τὸ περὶ τῆς θείας ἐκπορεύσεως του ἁγίου Πνεύματος, τὸ περὶ τοῦ ἀζύμου καὶ τοῦ ἐν ζύμου περὶ τοῦ καθαρτηρίου πυρός, περὶ τῆς ἀπ λαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ἁγίων, καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ πάππα. Ταῦτα γὰρ ἀκούσας ὁ Ἐφέσου, εἷς ἐν καὶ αὐτὸς τῆς ἱερᾶς ἐκείνης διαλέξεως, Οὐ περὶ πάντων ἡ διάλεξις γενήσεται, ἔφη, ἐπειδὴ οὐ δια φερόμεθα περί πάντων ἁπλῶς· ἀλλ᾽ ἑνὸς καὶ μόνο ἡ ἔρευνα γενέσθω καὶ ὁ ἀγὼν, τὸ περὶ τῆς ἐκτη. ρεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος, περὶ τούτου γάρ βούλομαι εἰδέναι τοῦ δόγματος· τὰ δ᾽ ἄλλα πάντα, μιᾶς ὥρας ἀρκέτες σπουδή. "Οθεν καὶ περὶ τούτου ἡ διάλεξις ήρξατο. Καὶ ἡ ἀγὼν ηὐτρεπίζετο· καὶ ἡγρύπνουν ἐπὶ τοῦτο πάνυ τε καὶ ἐσπούδαζον ἔχα στὸς ὑπὲρ τοῦ μέρους αὐτοῦ ἀγωνίζεσθαι. Ηρξατο τοίνυν ἡ σύνοδος διαλέγεσθαι ᾿Απριλλίῳ θ' τῷ πυλη ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ. Καὶ διελέγοντο μῆνας ιδ' μέχρι καὶ τοῦ λθ' ἔτους Ἰουλίου ς'· καὶ οὐχ ἡσυχίαν εἶχον τὰ μέρη, ἀλλ' ἡγωνίζοντο ἀμφότεροι σπουδή με γάλῃ· καὶ ὁ ἀγὼν τὸν ἀγῶνα διεδέχετο, καὶ ἡ λεξις τήν διάλεξιν, ἕως οὗ ὁ Εφέσου Μάρκος μὴ δυνάμενος ἀντιλέγειν πρὸς τὰ φανότατα, ἀπέδρα των ἀγῶνα δειλιάσας τῆς διαλέξεως. Οἱ δὲ λοιποὶ Πατέρες ἀρξάμενοι ἀπ' αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ πατριάρχου, καὶ του μεγαλωτάτου κυρίου τοῦ βασιλέως, πάντες συνή νεσαν ἐν τῇ ἑνώσει τῆς πίστεως. Ερευνήσαντες γὰρ τοὺς ἱεροὺς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εὑρόντε; 'Ησαν δὲ καὶ αὐτοὶ ὑπὲρ τοὺς διακοσίους, ἐκτὸς τῶν ῃ αὐτοὺς συμφωνοῦντας τῷ δόγματι, ἔκριναν δίκαιν εἶναι ἐνωθῆναι τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἧς χωρίς οὐκ ἔστιν ἐλπὶς σωτηρίας, ἢ μένειν ἐν τῷ χωρισμῷ καὶ τῷ σχίσματι, ἔνθα οὐδεμία ἐστὶ σωτηρία. Ήν ώθησαν τοίνυν ὥσπερ ἐν τῷ δόγματι οὕτω καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς κεφαλαίοις. Πάντα γὰρ διὰ μαρτυριών τῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων συστήταντες, ὅροι ἐξεφώνησαν τῇ Ἐκκλησίᾳ χαρμόσυνον, «Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, λέγοντες. Οὕτως οὖν τὸν ὅρον τελέσαντες ἐν αὐτῷ τὴν ἐκπλ ρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ σαφηνίζουσι· καὶ τὴν δι' ἀζύμου θυσίαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν εἶναι τὴν μετὰ τοῦ ἐνζύμου γινομένην, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν κάθαρσιν, καὶ την τῶν ἁγίων ἀπόλαυσιν καὶ τὸν ἄκρον ἀρχιερέα της
JOSEPH METHONENSIS EPISCOPI
Ecclesia ipsi subjecta, nimirum sacerdotibus, car- αὐτὸν ἁγίᾳ Ἐκκλησία, δηλονότι ἱερεῦσι καρδινάλεdinalibus, archiepiscopis, episcopis, abbalibus, σιν, ἀρχιεπισκόποις, ἐπισκόποις, ἀβάσιν, ἱερομο
Hieromonachis, monachis, presbyteris, et diaco
νάχοις καὶ μοναχοῖς, ἱερεῦσι καὶ διακόνοις, πλείοις
ἢ ἑξακοσίοις, χωρὶς τῶν τοποτηρητῶν, καὶ τῶν ἄλ
λων ἀρχόντων τῆς Ἰταλίας· ἀπὸ δὲ τοῦ μέρους τῶν
Ανατολικῶν ὁ γαληνότατος βασιλεὺς Ῥωμαίων
Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, Ἰωσὴφ ὁ φρονιμώτατο;
καὶ φοβερώτατος πατριάρχης σὺν πάσῃ τῇ κατ' αὐτὸν
Ἐκκλησίᾳ, ἀρχιεπισκόποις ἐπισκόποις καὶ τοῖς α
λοις ἐκκλησιαστικοῖς σταυροφόροις, ἡγουμένοις,:-
ρεῦσιν, ἱερομονάχοις και μοναχοῖς· ἔτι δὲ καὶ ἡ τοῦ
βασιλέως σύγκλητος πλεῖστοι καὶ εὐγενεῖς ἄνδρες·
έκόσμει γὰρ καὶ αὐτὸν ἡ βασιλική σύνταξις ὡς
εἰκός. Ηλθεν οὖν ὁ καιρὸς τῆς διαλέξεως, καὶ συν
ήλθον ἅπαντες ἐν τῇ διαλέξει ἰδεῖν τὴν διαφοράν.
ἀρχόντων. Διεφέροντο γὰρ πέντε καὶ 'μόνοι: κεφα
λαίοις, ἕως. τὸ περὶ τῆς θείας ἐκπορεύσεως του
ἁγίου Πνεύματος, τὸ περὶ τοῦ ἀζύμου καὶ τοῦ ἐν
ζύμου περὶ τοῦ καθαρτηρίου πυρός, περὶ τῆς ἀπ
λαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν ἁγίων, καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς
τοῦ πάππα. Ταῦτα γὰρ ἀκούσας ὁ Ἐφέσου, εἷς ἐν
καὶ αὐτὸς τῆς ἱερᾶς ἐκείνης διαλέξεως, Οὐ περὶ
πάντων ἡ διάλεξις γενήσεται, ἔφη, ἐπειδὴ οὐ διαφερόμεθα περί πάντων ἁπλῶς· ἀλλ᾽ ἑνὸς καὶ μόνο
ἡ ἔρευνα γενέσθω καὶ ὁ ἀγὼν, τὸ περὶ τῆς ἐκτη.
ρεύσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος, περὶ τούτου γάρ
βούλομαι εἰδέναι τοῦ δόγματος· τὰ δ᾽ ἄλλα πάντα,
μιᾶς ὥρας ἀρκέτες σπουδή. "Οθεν καὶ περὶ τούτου
ἡ διάλεξις ήρξατο. Καὶ ἡ ἀγὼν ηὐτρεπίζετο· καὶ
ἡγρύπνουν ἐπὶ τοῦτο πάνυ τε καὶ ἐσπούδαζον ἔχαστὸς ὑπὲρ τοῦ μέρους αὐτοῦ ἀγωνίζεσθαι. Ηρξατο
τοίνυν ἡ σύνοδος διαλέγεσθαι ᾿Απριλλίῳ θ' τῷ πυλη
ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ. Καὶ διελέγοντο μῆνας ιδ' μέχρι
καὶ τοῦ λθ' ἔτους Ἰουλίου ς'· καὶ οὐχ ἡσυχίαν εἶχον
τὰ μέρη, ἀλλ' ἡγωνίζοντο ἀμφότεροι σπουδή με
γάλῃ· καὶ ὁ ἀγὼν τὸν ἀγῶνα διεδέχετο, καὶ ἡ
λεξις τήν διάλεξιν, ἕως οὗ ὁ Εφέσου Μάρκος μὴ
δυνάμενος ἀντιλέγειν πρὸς τὰ φανότατα, ἀπέδρα των
ἀγῶνα δειλιάσας τῆς διαλέξεως. Οἱ δὲ λοιποὶ Πατέρες
ἀρξάμενοι ἀπ' αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ πατριάρχου, καὶ του
μεγαλωτάτου κυρίου τοῦ βασιλέως, πάντες συνή
νεσαν ἐν τῇ ἑνώσει τῆς πίστεως. Ερευνήσαντες γὰρ
τοὺς ἱεροὺς θεολόγους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ εὑρόντε;
nis plusquam sexcentum, omissis locorum præpositis, aliisque Italiæ præsulibus; ex parte vero
· Orientalium serenissimus Romanorum imperator
Joannes Palæologus, Josephus intelligentissimus,
reverendissimusque patriarcha cum omni sua
Ecclesia, archiepiscopis, episcopis, aliisque ecclesiasticis viris crucis insignibus decoratis, praefeelis, presbyteris, hieromonachis et monachis, simulque imperatoria colors multis, nobilibusque
viris constans. Secutus est enim eum imperatorius
comitatus, uti par erat. Cum fuit itaque disceptandi tempus, convenerunt omnes, ut ex disputationibus partium discrimen observarent. Erant autem 'Ησαν δὲ καὶ αὐτοὶ ὑπὲρ τοὺς διακοσίους, ἐκτὸς τῶν
et ipsi supra ducentos absque principibus. Ac
discrimen quidem quinque capitibus continebatur;
de processione sancti Spiritus, de azynio, et fer.
mentato, de igne purgatorii, de beatitudine animarum sanctorum, de potestate pape. Hæc audiens
Ephesinus, qui et ipse ad disputandum electus
fuerat, non de omnibus, inquit, institui oportet
disputationem, quoniam nou in omnibus simpliciter differimus. Sed unum duntaxat sedulo investigandum est, atque de eo disputandum, nempe
de procession: Spiritus saneti; hoc enim præsertim dog na seire volo: cætera vero omnia unius
horæ spatio expediri possunt. Quocirca de boc
institui cœpta est quæstio, atque parabatur certamen, et super hoc admodum vigilabat unusquisque
ex parte sua, et vehemens studium in certando
adhibebat, Coepit igitur dispatari in synodo Aprilis
nona die, anno a Christi incarnatione 1438, atque
disputatum est mensibus xiv nimirum usque ad
diem sextum Julii, anni 1439, neque partes odio
varabant, sed magna utrinque contentione certabatur, atque certamen certamini, disputatio disputationi succedebat, donee Marcus Ephesinus, rebus jam in aperto positis, contradicere non valens, atque disceptando adhuc certare formidans
aufugit. Cæteri autem Patres ab ipsomet saero
patriarcha, maximoque imperatore omnes in unionem Giei convenerunt. Investigantes enim saeros Ecclesia doctores, ipsisque dognati consen- ῃ αὐτοὺς συμφωνοῦντας τῷ δόγματι, ἔκριναν δίκαιν
tientibus repertis, æquum existimarunt, se potius
Ecclesia Dei conjungere, extra quam nulla fulget
salutis spes, quam manere diutius in separatione,
et schismate, in quo nulla est salus. Convenerunt
igitur tam in hoc dogmate, quam in reliquis capitibus, omniaque doctorum Ecclesiæ testimoniis confirmantes decretum promulgarunt, quod lætitiæ
multum attulit Ecclesiæ, dicentes, Ezsultent cæli,
et lætetur terra. Sic igitur decretum sanxerunt, et
codem declararunt processionem sancti Spiritus
ex Patre, Filioque, atque azymi consecrationen
perinde valere, ac fermentati, tum animarum purgationem, sanctorumque fruitionem, denique summum Pontificem Romanum successorem beati Peεἶναι ἐνωθῆναι τῇ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ, ἧς χωρίς
οὐκ ἔστιν ἐλπὶς σωτηρίας, ἢ μένειν ἐν τῷ χωρισμῷ
καὶ τῷ σχίσματι, ἔνθα οὐδεμία ἐστὶ σωτηρία. Ήν
ώθησαν τοίνυν ὥσπερ ἐν τῷ δόγματι οὕτω καὶ ἐν
τοῖς λοιποῖς κεφαλαίοις. Πάντα γὰρ διὰ μαρτυριών
τῶν τῆς Ἐκκλησίας διδασκάλων συστήταντες, ὅροι
ἐξεφώνησαν τῇ Ἐκκλησίᾳ χαρμόσυνον, «Ευφραινέ
σθωσαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ, λέγοντες.
Οὕτως οὖν τὸν ὅρον τελέσαντες ἐν αὐτῷ τὴν ἐκπλ
ρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ
τοῦ Υἱοῦ σαφηνίζουσι· καὶ τὴν δι' ἀζύμου θυσίαν
μίαν καὶ τὴν αὐτὴν εἶναι τὴν μετὰ τοῦ ἐνζύμου
γινομένην, καὶ τὴν τῶν ψυχῶν κάθαρσιν, καὶ την
τῶν ἁγίων ἀπόλαυσιν καὶ τὸν ἄκρον ἀρχιερέα της
col. 1105–1106page 75 of 75
PG 159:1105Ῥώμη; διάδοχον τοῦ μακαρίου Πέτρου είναι σαφῶς περιστάσι. "Ον σημάναντες ἀποστολικοῖς τε καὶ ἐρυθροῖς γράμμασι εἰ; ἅπασαν οἰκουμένην ἀπέ στειλαν· καὶ πάντες ἐστήριξαν καὶ ὡμολόγησαν καὶ συνεφώνησαν καὶ ἱερούργησαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ Ῥώμη; ἀρχιερέως. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἐφέσου συν εφώνησεν ἐν τῇ ἀναγνώσει τοῦ ὅρου. Οὐκ ἠθέλησε δὲ ἀπογράψαι, προφασιζόμενος διωρίαν. Ησχύνετο γὰρ ἀντιλέγειν οὕτω σφοδρῶ;. Τῆς ἱερουργίας οὖν τελεσθείσης ἀνεγνώσθη ὁ ὄρος ἐν τῇ μεγάλη Εκκλη σα της Φλωρεντίας Ρωμαϊστὶ καὶ Ἑλληνιστί καὶ ἔδωκαν ἀμφότερα τὰ μέρη ὅρκον εἰς τοῦ Χρι στοῦ τὸ σῶμα, ὅτι οὕτω στέργουσιν, ὥσπερ ὁ ὅρος διαλαμβάνει. Καὶ οὕτως ἔλαβε τέλος ή σύνοδος. Αλλ' ὑποστρέψας ἐν Κωνσταντινουπόλει, συνέχεε καὶ σ νετάραξε πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολήν γράφων καὶ λέ γων ἐναντία κατὰ τῆς ἱερᾶς συνόδου. ᾿Αλλ' οὐκ ἡμέλησε καὶ περὶ τούτου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης φροντίσαι. Απέστειλε τὸν Κορώνης ἐπίσκοπον ἄνο δρα πάσης σοφίας πεπαιδευμένον καὶ θεολόγον ἄριστον ἐν Κωνσταντινουπόλει διαλεχθῆναι μετὰ τοῦ Εφέσου, ἵνα μὴ ἔχῃ λέγειν ὅτι διὰ φόβον τινὰ οὐκ ἠδύνατο λέγειν ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλὰ κἀκεῖσε μίαν καὶ δευτέραν διάλεξιν ποιήσας προστάξει τοῦ βασιλέως, ἐξέφυγε τὴν διάλεξιν. Ενθα γὰρ ἐξῃτεῖτο, οὐκ ἤθελε διαλέγεσθαι, καὶ κατὰ μόνας ἐν ταῖς γωνίαις συνε ετάραττε πᾶσαν τὴν πόλιν, ἔτι γε μὴν καὶ τὰς νήσ σους· καὶ ἀπ' ἐκείνου μέχρι τοῦ νῦν ἡ ἐκείνου λύμη πολλούς διέφθειρε, καὶ μάλιστα την περίφημον ταύτην νῆσον. Αλλ' ἐκεῖνος μὲν ἐπίχειρα τῆς αὐτοῦ δεισιδαιμονίας τε καὶ ἀλαζονείας ἔλαβεν ἐπαξίως τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ ἀναιδείας· ὅτι εἰς ὢν τῇ οἰκουμενικῇ συνέδῳ ἐμάχετο· τῇ γὰρ ὥρα τῆς αὐτ τοῦ ἀναλύσεως ἐλεῷ τὸν βίον κατέστρεψε. Οἱ δὲ ἐκείνου μιμηταί τε καὶ ὀπαδοί, ευχόμενοι ὁμοίῳ τέλει ἐκείνου χρήσασθαι, ὦ τῶν κριμάτων σου, Χριστέ Βασιλεῦ! καθ᾿ ἑκάστην ἐρῶμεν αὐτοὺς τούτῳ τῷ τρόπῳ τοῦ τῇδε βίου ἀπερχομένους. Ἡμεῖς δὲ, τοῖς αὐτοῦ λόγοις ἀποστραφέντες, τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ ἡνώθημεν, καὶ εὐχόμεθα ίνα μέχριτέλους διαμείνωμεν οὕτω. Ταῖς τῶν θεοφόρων σου Πατέρων πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς.
SYNAXARIUM CONC. FLORENT.
Ῥώμη; διάδοχον τοῦ μακαρίου Πέτρου είναι σαφῶς tri aperte definierunt. Quod quidem decretum
περιστάσι. "Ον σημάναντες ἀποστολικοῖς τε καὶ
ἐρυθροῖς γράμμασι εἰ; ἅπασαν οἰκουμένην ἀπέ
στειλαν· καὶ πάντες ἐστήριξαν καὶ ὡμολόγησαν·
καὶ συνεφώνησαν καὶ ἱερούργησαν ὁμοῦ μετὰ τοῦ
Ῥώμη; ἀρχιερέως. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ Ἐφέσου συν
εφώνησεν ἐν τῇ ἀναγνώσει τοῦ ὅρου. Οὐκ ἠθέλησε
δὲ ἀπογράψαι, προφασιζόμενος διωρίαν. Ησχύνετο
γὰρ ἀντιλέγειν οὕτω σφοδρῶ;. Τῆς ἱερουργίας οὖν
τελεσθείσης ἀνεγνώσθη ὁ ὄρος ἐν τῇ μεγάλη Εκκλησα της Φλωρεντίας Ρωμαϊστὶ καὶ Ἑλληνιστί·
καὶ ἔδωκαν ἀμφότερα τὰ μέρη ὅρκον εἰς τοῦ Χριστοῦ τὸ σῶμα, ὅτι οὕτω στέργουσιν, ὥσπερ ὁ ὅρος
διαλαμβάνει. Καὶ οὕτως ἔλαβε τέλος ή σύνοδος.
Αλλ' ὑποστρέψας ἐν Κωνσταντινουπόλει, συνέχεε
καὶ σ νετάραξε πᾶσαν τὴν ᾿Ανατολήν γράφων καὶ λέγων ἐναντία κατὰ τῆς ἱερᾶς συνόδου. ᾿Αλλ' οὐκ
ἡμέλησε καὶ περὶ τούτου ἡ Ἐκκλησία τῆς Ῥώμης
φροντίσαι. Απέστειλε τὸν Κορώνης ἐπίσκοπον ἄνο
δρα πάσης σοφίας πεπαιδευμένον καὶ θεολόγον
ἄριστον ἐν Κωνσταντινουπόλει διαλεχθῆναι μετὰ τοῦ
Εφέσου, ἵνα μὴ ἔχῃ λέγειν ὅτι διὰ φόβον τινὰ οὐκ
ἠδύνατο λέγειν ἐν Ἰταλίᾳ· ἀλλὰ κἀκεῖσε μίαν καὶ
δευτέραν διάλεξιν ποιήσας προστάξει τοῦ βασιλέως,
ἐξέφυγε τὴν διάλεξιν. Ενθα γὰρ ἐξῃτεῖτο, οὐκ ἤθελε
διαλέγεσθαι, καὶ κατὰ μόνας ἐν ταῖς γωνίαις συνε
ετάραττε πᾶσαν τὴν πόλιν, ἔτι γε μὴν καὶ τὰς νήσ
σους· καὶ ἀπ' ἐκείνου μέχρι τοῦ νῦν ἡ ἐκείνου λύμη
πολλούς διέφθειρε, καὶ μάλιστα την περίφημον
ταύτην νῆσον. Αλλ' ἐκεῖνος μὲν ἐπίχειρα τῆς αὐτοῦ
δεισιδαιμονίας τε καὶ ἀλαζονείας ἔλαβεν ἐπαξίως
τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ ἀναιδείας· ὅτι εἰς ὢν τῇ
οἰκουμενικῇ συνέδῳ ἐμάχετο· τῇ γὰρ ὥρα τῆς αὐτ
τοῦ ἀναλύσεως ἐλεῷ τὸν βίον κατέστρεψε. Οἱ δὲ
ἐκείνου μιμηταί τε καὶ ὀπαδοί, ευχόμενοι ὁμοίῳ
τέλει ἐκείνου χρήσασθαι, ὦ τῶν κριμάτων σου,
Χριστέ Βασιλεῦ! καθ᾿ ἑκάστην ἐρῶμεν αὐτοὺς τούτῳ
τῷ τρόπῳ τοῦ τῇδε βίου ἀπερχομένους. Ἡμεῖς δὲ,
τοῖς αὐτοῦ λόγοις ἀποστραφέντες, τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ
Ἐκκλησίᾳ ἡνώθημεν, καὶ εὐχόμεθα ίνα μέχρι
τέλους διαμείνωμεν οὕτω. Ταῖς τῶν θεοφόρων σου
Πατέρων πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς.
stolicis, rubrisque litteris signatum, in omnia terrarum loca missum est, atque omnia pacis amore,
communique consensu camdem fidem confessi sunt,
peractis sacris una cum Romano Pontifice. Ipse'
eliam Ephesiuus consensit lectioni decreti, noluit
tamen subscribere, dilationem temporis prætendcus; pudebat enim cum nimia anxietate edhuc
contradicendo impietatem suam aperire. Sacris
igitur peractis, lectum est decretum in magna
Ecclesia Florentiæ, Latino Græcoque sermone, et
utraque pars jurejurando in sacrosanctum Christi corpus sese obstrinxit, fore ut ea omnia com -
plecteretur, quæ in decreto statuta fuerant. Constantinopolim autem reversus, commovit, pertur
Davitque Orientalem Ecclesiam, scribens, ac loquens contraria synodi statutis. Curam et in id
suam convertit Romana Ecclesia, misso Coronensi
episcopo, viro omni sapientia instructo, theologo
optimo Constantinopolim, ut cum Marco Ephesino
disputaret, ne ullum amplius subterfugium haberet, dicens se propter metum quemdam causani
defendere haud potuisse in Italiæ partibus; sed
facta ibi una, et altera disceptatione ex imperatoris mandato, certamen vitavit, et quamvis requisitus, noluit amplius disputare: rerum privatim,
occulteque commovebat omnem civitatem, simulque insulas, et ab illo usque ad præsens tempus
orta ab ipso pernicies multos pervasit, præsertim
vero celeberrimam hanc insulam. Ast ille quidem promptam subiit pœnam suæ ostentationis,
dignam sane impietate, et inipudentia, qua solus
œcumenică synodo adversari ausus est. Cum enim
resolutionis ejus tempus advenisset, convolvulo
correptus e vita migravit. Ipsius autem imitatores
et asseclæ similem huic finem habere precantes,
justo tuo judicio, Christe Rex, singulis dictus
videmus eodem prorsus modo interire. Nos autem,
ab ipsius dictis recedentes, sanctæ Dei Ecclesiæ.
unionem amplexi sumus, atque obsecramus, ut ad
finem usque in ea permanere possimus. Sanctis Patribus intercedentibus miserere nostri, Deus noster.
Continue reading PG 159: Monitum Editorum Patrologiae →≣ entire volume