PG 161Bessarion of Nicaea
Letters
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 675–676page 1 of 35

modata sunt omnia, et ad hunc quem cernimus ▲ opean suam implorare Nam, ut præclare alibi De rerum statum mirifice quadrant. Sequamur igitur tanti viri consilium, qui cum in omni doctrinæ genere, tuum vel maxime in civilis disciplinæ scientia fuit exercitatus, et in communis hostis excidium insurgamus. Commune existimemus imminere pc riculum; commune bellum aggrediamur non ignave, non lente, non parce, non ut fieri, cum de re aliena certatur, consuevit, quemadmodum hactenus fa etum est; sed fortiter, sed celeriter, sed liberaliter, sed ut fieri in proprio discrimine mos est. Tantum quisque in hac re conferat, principes Christiani, quantum pro salute imperii sui, quotiens res exegit, non dubitavit effundere, et quantum dili genti ratione habita, uniuscujusque vires et facul tates patiuntur. Non unius alteriusve hic opus est. Hostem habemus fortissimum, potentissimum, acer rimum, cervicibus vestris imminentem. Satis su perque negotii omnibus simul erit. Sed nec exteræ Christianorum gentes nobis deerunt, dum nos vi derint nobis ipsis non deesse. Aderunt, favebunt, suppetias ferent. Neque nos deseret Salvator noster Christus. Jesus, sed audiet nos atque exaudiet, modo nos viderit digne ea, quæ decent, facientes, mosthenes inquit, non modo Deus, sed ne amicus quidem rogandus est, ut dormitanti cuiquain aut desidi præsidio sit. Enimvero si hæc, quæ disi mus, faciemus, non modo tutari quæ supersunt, sed etiam quæ perdita sunt recuperare cœlesti præsidio poterimus. Alioquin magno discrimini res Italicas exponemus. Et ut cum ea disjunctiva ora tionem terminem, qua superioribus diebus, audita tum primum Chalcidis obsidione in pontificio se natu usus fui, ut omnis Italia, compositis ac pa‍ catis rebus, et omni simultate deposita, omnium viribus in unum collatis, Deo Opt. Max. duce, Turcorum vires conteret atque infringet; aut si quod duodeviginti jam annis post Byzantii excidium experti sumus, inanibus duntaxat verbis ac vanis pollicitationibus vacabimus, brevi temporeuniversa Italia..... sed compesco labelluin, nec id exprimaw, quod auditu quoque dirum atque horribile est. Quare ut gravissima declinemus pericula, atque optatam victoriam consequamur, vos omnes, prin cipes populique Christiani, ut omni ad id studio incumbatis, quantis maximis possum precibus, oro atque obtestor Bessarionis, episcopi Sabini, cardinalis Nicani ac patriarcha Constantinopolitani, ad Paulum pon tificem maximum, de errore Paschutis Non dubium est, beatissime Pater, in resurre ctionis Paschate celebrando errorem aliquando committi: nonnunquam octo dierunt, quandoque unius mensis et amplius, ut hoc anno 1470 eve niet; hoc tamen raro accidit. Duabus de causis error exsistit; altera ex lunationibus, altera ab æquinoctio. Nam sancti Patres nostri Pascha no strum celebrari voluerunt primo, post æquinoctiunı veris, secundo, post quartumdecimum diem primæ lunæ post æquinoctium vernale; tertio, non cum Judæis; quarto, die Dominico post Judæorum Pascha. Quæ omnia ut rite serventur apertaque sint et cognita vel iis qui scientiæ astronomicæ non sunt periti, tabulam quamdam, sive canonem ediderunt, in quo singulis annis reperitur prima Descriptor hæc addidit. Lector, judicium meum requiris. Hic Demosthene non minor, Latinis Ilaud est inferior. Quid ipse? Quod tu. Vivat Nestoreos dies, rogamus. post æquinoctium oppositio lunaris, quo tempore debet esse Pascha Judæorum, ac dies septimanæ in quem cadit ejusmodi lunæ oppositio, ac dein ceps dies Dominicus, quo Pascha nostrum cele brəri oportet, quod usu evenit per calculationem 19 annorum lunarium; veteres nam astronomi Junam 19 annorum spatio ad idem signum circum agi, unde incepit, existimarunt. Nititur præterea hæc tabula opinione illa de æquinoctio, quod scili cet vernale æquinoctium 300 annorum intervallo eodem die mensis Martii fieri contingeret, quorum neutrum verum est. Nec tamen mirandum, si tanti viri in ejuscemodi re lapsi sunt; nam et si astro nomi veteres eam scientiam optime tenuerint, tamen non attigerunt veritatem omnem motus cœ lestis, non sua quidem ignorantia decepti, sed re rum cœlestium natura superati. Astronomia enim, cum non plane veritatem assequatur, sed propius accedat, ut philosophi affirmant, quo plures obser Zaretti, Catalog. biblioth. S. Marci Venet., p. 196.

col. 677–678page 2 of 35
PG 161:677Εὐγενέστατε ἄνερ καὶ ἡμῶν φίλτατε φίλων, ἐδεξάμην καὶ πρότερον καὶ νῦν διὰ τοῦ Ἑρμητια τοῦ γράμματα τῆς εὐγενείας σου, πρὸς ἃ οὐκ ἀπεκρινάμην, ἀναμένων ἵνα γένηταί τις ἀποκατάστασις εἰς τὴν πρόνοιαν τῶν αὐθεντοπούλων. Επειδή οὖν νῦν ἐγένετο, νῦν καὶ γράφω. Παραμυθεῖσθαι
col. 679–680page 3 of 35
PG 161:679μὲν καὶ ὑμᾶς καὶ τοὺς αὐθεντοπούλους διὰ τὴν ἀφόρητον λύπη» τοῦ μακαρίτου ἐκείνου καὶ ἁγίου δεσπότου οὐκ ἔστι τοῦ παρόντος καιροῦ· διὸ παρ αιτήσομαι τοῦτο τὰ νῦν. Γίνωσκε δὲ ὅτι ὁ ἁγιώ τατος πάππας διὰ παρακλήσεως φίλων τινῶν καὶ οἰκείας καλοθελείας ἔταξε νὰ δίδῃ κάθε μῆνα τὰ αὐθεντόπουλα δουκάτα τριακόσια, ὥσπερ ἔδ:δε καὶ τῷ ἁγίῳ δεσπότῃ. Θέλει δὲ καὶ ὁρίζει ὁ ἁγιώτατος πάππας ἵνα τὰ μὲν διακόσια κατὰ μῆνα νὰ εἶναι διὰ τα τρία αδέλφια ἐπίσης ἀνέγκιστα, νὰ ἐξοδιάζωνται εἰς τροφὴν ἐκείνων καὶ ἀνθρώπων υποχειρίων αυτ τῶν μικρῶν, ἐξ ἢ ἑπτὰ τοῦ καθ' ἑνὸς, καὶ εἰς ἀγρο ρὰν καὶ τροφὴν ἀλόγων τεσσάρων τὸ ὀλιγώτερον, καὶ εἰς ῥόγαν τῶν αὐτῶν ὑποχειρίων, εἰς ἑνδύ ματα τῶν αὐθεντοπούλων, νὰ εἶναι καλὰ ἐνδύ ματα, καὶ κάπου νὰ περιστεύσῃ καὶ τίποτες τὴν καθ᾽ ἕνα, διὰ νὰ βοηθηθῶσι κάπου εἰς ἀσθένειά τους ἢ εἰς ἄλλην ἀνάγκην. Καὶ τοῦτο θέλει νὰ γένῃ ἐξ ἅπαντος, καὶ νὰ μηδὲν γένῃ ἀλλέως. Τὰ δὲ λοιπά ἑκατὸν δουκάτα τὸν μῆνα ήγουν χίλια και διακόσια τὸν χρόνον νὰ ἐξοδιάζωνται εἰς τινας ἄρχοντας καὶ καλὰ πρόσωπα, ὁποῦ νὰ εἶναι μετ᾿ αὐτῶν νὰ τὰ δουλεύουν καὶ νὰ τὰ συντροφιάζουν καὶ νὰ τὰ φυλάττουσιν. Ακούσας δὲ ὁ ἁγιώτατος πάππας τὸ πόσοι εἶναι αὐτοῦ, ὑπερεθαύμασε και καταγινώσκεται μας· καὶ γὰρ ἐὰν εἰς τὸν αὐθέντην τὸν μακα ρισμένον ἐκεῖνον τοιοῦτον ἄνθρωπον ἐθαύμαζον πῶς εἶχεν ἐδὼ τόσους καὶ ἑκατηγόρουν τὸν ὅτι εἰς τὴν ξενιτείαν νὰ τρέφῃ τόσους με ξένα δουκάτα και ξέ νας ἐλπίδας, πόσῳ μᾶλλον τώρα, ὁποῦ ἦλθον καὶ ἄλλοι πλειότεροι παρὰ ὁποῦ ἦσαν εδώ, καταγινώσκοντες των καὶ κατηγοροῦσί των, καὶ μάλιστα εἰς αὐθεντόπουλα νέα καὶ ὀρφανά, ὁποῦ οὔτε ἀξίωμα οὔτε ὄνομα οὔτε φήμην ἔχουσι; Καὶ οὐ μόνον κατα γινώσκουσί τους, ἀλλ' οὐδὲ βούλονται νὰ ἐξοδιάζωσιν ἕνα τορνέσιν πλέον, καὶ ἄμποτες μᾶς ἔταξαν νὰ τὸ φυλάξωσι τελείως καὶ νὰ μηδὲν μεταβληθῶσιν, ὥσπερ ἐποίησαν καὶ ἄλλοτε. Δι' αὐτὸ εἶναι χρεία νὰ φροντίζῃ ἡ εὐγένειά σου μετὰ τοῦ ἀρχόν του τοῦ Κριτοπούλου τοῦ ἰατροῦ τοῦτο, ὁποῦ κατὰ τὸ παρὸν ἔχετε τὴν φροντίδα τῶν αὐθεντοπούλων. Επαναστήσωμεν τίς νὰ τὰ διοικῇ, ή τίς εἶναι ἀναγκαῖος να κρατηθῇ. Καὶ μετὰ ταῦτα θέλουσι μερισθῆν μετὰ βουλῆς ἰδικῆς μας εἰς ἐκείνους ὁποῦ θέλουσιν ἀπομένειν. Ἐμένα γοῦν προηγουμένως φαίνεται με ὡς ἀναγκαιότατον ὁποῦ δὲν ἠμπορεῖ να λείψῃ, πρῶτον ὁ ἰατρὸς, δεύτερον ὁ διδάσκαλος Ελλην, τρίτον ὁ διδάσκαλος Λατίνος, τέταρτου ὁ δραγουμάνος· οὗτοι γοῦν εἰσὶν ἀναγκαιότατο: καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψωσιν. Ἔτι δὲ καὶ εἰς ἡ δύν παππάδες Λατίνοι εἶναι ἀναγκαιότατοι διὰ νὰ ψάλ λωσι λειτουργία, Λατινικήν συνεχώς. Εἶναι πάρ χρεία νὰ ζῶσι τα παιδία Λατινικῶς, ὥσπερ ἐβού λετο καὶ ὁ μακαρισμένος πατήρ των. Καὶ οἱ ἄρχοντες ὁποῦ θέλουσιν εἶσθαι μετ' ἐκείνου:, εἶναι χρεία να προσέχωσιν εἰς τοῦτο, νὰ μηδὲν φεύγωσιν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν διὰ τὸ μνημόσυνον τοῦ πάππα, ὡσιν τὸ ἐποίησαν εἰς τὴν στράταν ὁποῦ ἄρχεσθε, διότι ἂν φεύγωσιν ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν, είναι χρεία να
col. 681–682page 4 of 35
PG 161:681φεύγωσι καὶ ἀπὸ τὴν Φραγγίαν· οὐδὲ τινὰς γὰρ θέ λει ἄνθρωπον ὁποῦ τὸν ὀνομάζει ἄπιστον καὶ αἱρε τικὸν, καὶ ἀποστρέφεται τον φανερά. Αφ' ὅτου γοῦν τοῦτοι οἱ ἀναγκαῖοι οὓς εἴπαμεν νὰ κατασταθῶσι καὶ στηθῇ τὸ μερτικόν των, τότε θέλει εἶσθαι. Τοῦτο δὲ θέλω τὸ καὶ τάξειν ἐγὼ ἐδῶ καὶ θέλω τοὺς καταστήσειν, τότε θέλετε ἰδεῖν τὸ ὑπόλοιπον πόσον εἶναι καὶ πόσον ἀπομένει ἀπὸ τὰ ασ' φλωρία. Καὶ τότε ἡ εὐγένειά σας ὅλοι ἀντάμα θέλετε ἀποκαταστήσειν τίς νὰ ἀπομείνῃ καὶ τί νὰ ἔχῃ ὁ καθεὶς μετὰ βουλῆς ἡμετέρας. Εμένα οὖν φαίνεταί μου, ὅτι ὅσον εἶναι πλείονες καὶ ἐλαφρώτεροι ὁποῦ μέλλουν νὰ ἀρκεθοῦν μὲ ὀλίγον ὁ καθεὶς, εἶναι δὲ ἄλλως χρήσιμοι, τόσον θέλει εἶσθαι κάλλιον, διότι θέλουσιν ἔχειν τὰ παιδία πλείονα συντροφίαν καὶ πλείονα δουλοσύνην καὶ πλείονα τιμήν. Ομως τοῦτο θέλο μεν τὸ σκέψασθαι ἀντάμα, καὶ θέλομεν ποιήσειν τὸ κάλλιον. Ἡ εὐγένειά σου εἶναι κατὰ τὸ παρὸν ὥσπερ διοικητής τῶν παιδίων μετὰ τοῦ Κριτοπούλου. Εἶναι γοῦν ἀνάγκη πρὸ πάντων νὰ φροντίζετε τὴν παίδευσιν των καὶ τὰ ἤθη των, νὰ γίνουν καλὰ καὶ πεπαιδευμένα, ἂν θέλετε νὰ ἔχουν τιμὴν ἐδώ. Εἰ δὲ μή, θέλουν τὰ καταφρονήσειν καὶ αὐτὰ καὶ ἐσᾶς ἐδώ, καὶ οὐδὲ στραφεῖν θέλουν νὰ σὰς ἰδοῦν. Μὲ τὸν μακαρίτην τὸν αὐθέντην τὸν πατέρα τους συν τύχαμεν περὶ τούτου· καὶ ἐκεῖνος ἐβούλετο νὰ τὰ ἐνδύσῃ καὶ νὰ ποιήσῃ νὰ ζοῦν Φράγγικα παντελῶς, ήγουν νὰ ἀκολουθοῦσι τὴν ἐκκλησίαν κατὰ πάντα ὡσὰν Λατίνοι καὶ οὐχὶ ἀλλέως, νὰ ἐνδύνωνται λατινικῶς, νὰ μάθουν, να γονατίζουν τοὺς ὑπερέχοντας καὶ πάππαν καὶ καρδιναλίους καὶ τοὺς ἄλλους αὐθέντας, νὰ ἀποσκεπάζωνται τὸ κεφάλι τους, νὰ τιμῶσι τοὺς χαιρετῶντας αὐτούς, ὅταν ὑπάγουν νὰ ἰδοῦν καρδινάλιν ἢ ἄλλον ὅμοιον αὐθέντην, νὰ μηδὲν καθίσουν ποσῶς, ἀμὴ νὰ γονατίζουν καὶ ἀπέκει ὅταν τοὺς εἴπῃ ἐκεῖνος νὰ σηκωθοῦσιν. Ο δὲ μακα ρίτης ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι καὶ πολλάκις αὐτοὺς τὸ εἶπε νὰ μηδὲν καθίσωσιν. Αὐτὸ οὖν ὅλα ἐνθυμᾶσθε τα νὰ τοὺς νουθετήσετε καὶ νὰ τοὺς παιδεύσετε καλά. "Ετι ποιήσετε ὅτι τὸ βάδισμά τους νὰ εἶναι σεμνὸν καὶ τίμιον, ἡ ὁμιλία τους χρησιμωτάτη καὶ ἡ φωνή τους νὰ εἶναι μετρία καὶ ἠρέμη, τὸ βλέμμα τους προσεκτικών, νὰ μηδὲν χάσκωσιν ἐδῶθεν κἀκεῖ Θεν. Ας τιμοῦν πάντας, ἂς ἀγαποῦν πάντας, ἃς συντυχαίνωσι πάντας καὶ τοὺς ἐδικούς των καὶ τοὺς ξένους μετά τιμής. Νὰ μὴν εἶναι ἀλαζονικοί, ἂς εἶναι ταπεινοὶ καὶ ἤρεμοι. Καὶ μηδὲν ἐνθυμοῦνται ὅτι εἶναι βασιλέως ἀπόγονοι, ἀμὴ ἃς ἐνθυμοῦνται ὅτι εἶναι διωγμένοι ἀπὸ τὸν τόπον των, ὀρφανοί, ξέ νοι, ὁλόπτωχοι, ὅτι εἶναι χρεία νὰ ζοῦν ἀπὸ ξένα χέρια, καὶ ὅτι ἂν δὲν ἔχωσιν ἀρετὴν, ἂν δὲν εἶναι φρόνιμοι, ἂν δὲν εἶναι ταπεινοί, ἂν δὲν τιμῶσι πάντ τας, οὐδὲ τοὺς θέλουν τιμήσειν οἱ ἄλλοι, ἀμὴ θέλουν τοὺς ἀποστρέφεσθαι πάντας. Αὐτὰ οὖν ὅλα φροντίσετε τα καλὰ ἡ εὐγένειά σου μετὰ καὶ τοῦ Κριτοπούλου, ἐπειδὴ τὸ γομάρι ἀπάνω σας εἶναι. Πρὸς τού τοις ἃς ἐπιμελοῦνται νὰ μάθουν γράμματα, νὰ προσ κόψουν, νὰ μὴν ἐνθυμοῦνται ὅτι εἶναι εὐγενικοί. Η εὐγένεια χωρὶς ἀρετῆς δὲν εἶναι τίποτες καὶ εἰς
col. 683–684page 5 of 35
PG 161:683πάντας μὲν τοὺς αὐθέντας, ὁποῦ ἔχουν καὶ μεγάλας αὐθεντίας καὶ ἀρχάς, καὶ μᾶλλον εἰς αὐτοὺς ὁποῦ ἔχασαν ὅλα. Διὰ ἂς σπουδάζουν να μάθωσιν, ας ἔχουν εὐπείθειαν καὶ ὑποταγὴν καὶ ὑπακοὴν εἰς τὴν εὐγένειάν σου, καὶ εἰς τὸν ἰατρὸν ὁποῦ τοὺς ἀνέθρεψε, καὶ εἰς τὸν διδάσκαλόν των, καὶ ἂς σᾶς ὑπακούωσι, καὶ ἂς ποιοῦν τὸ τοὺς λέγετε ἐξ ἄπαντος. "Ας μάθη ὁ καθεὶς ἀπ' αὐτοὺς ἐκ στήθους ἕνα προσφώνημα τὸ πλέον μικρὸν εἰς τὸν πάππαν, νὰ τὸ εἴπωσι τὸν πάππαν γονατιστοὶ καὶ ἀποσκέπαστοι ὅταν ἔλθωσιν εδώ, καὶ νὰ μηδὲν γένῃ ἀλλέως. Οταν περιπατούν εἰς τὴν στράταν καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀποσκεπάζονται τους καὶ τιμοῦν τους, ἂς ἀποσκεπάζωνται καὶ αὐτ τοὶ τὸ καπάτι τῶν, ἢ ὁλότελα ἢ πλεῖον ἢ ἐλιγώτε ρον ὡς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ομοίως καὶ ἂν ἔρχωνται ξένοι εἰς τὸ σπῆτι τίμιοι άνθρωποι να τοὺς βλέπουσιν, ἂς τοὺς προσηκόνουνται, ἂς τοὺς ἀποσκεπάζωνται, ἂς τοὺς παρεκβάνωσι κατὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ας συντυχαίνωσι ὀλίγα μὲν, έντιμα δὲ καὶ εὐχαριστικὰ καὶ ταπεινὰ, νὰ μὴν γελῶσι ποσῶ;, νὰ μὴν διαχέτωνται, ἀλλὰ μετὰ καθεστηκότος καὶ σοβαρού φρονήματος ἂς τοὺς συντυχαίνωσιν. Εἰς τὴν τροφὴν των ἃς εἶναι προσεκτικοί καὶ ἐγκρατεῖς. Εἰς τὸ τραπέζι των ἂς κάθωνται μετὰ προσοχῆς καὶ παιδεύσεως. "Αν θέλετε νὰ εἶναι πεπαιδευμένοι εἰς τοὺς ἔξω, ποιήσατε νὰ εἶναι πεπαιδευμένοι εἰς τοὺς ἐδικούς των. Ἂς μὴν ἀναισχυντοῦν τινά, συνηθίσετέ τους ἀπὸ τώρα καλὰ ἤθη καὶ τα πεινὰ καὶ ἥμερα. "Ας μανθάνωσιν ἀπὸ τώρα να γονατίζουν επιτήδεια καὶ εὔμορφα. Καὶ νὰ μὴν τὸ ἔχωσιν ἐντροπὴν ὅτι μεγάλοι ρηγάδες καὶ βασιλεῖς τὸ ποιοῦσιν. Οταν σεβαίνουν εἰς ἐκκλησίαν Λατι νικὴν, ἂς γονατίζουν καὶ ἂς εὔχωνται ὥσπερ οἱ Λατίνοι, Ὑπαγένετέ τους συνεχώς εἰς τὰς ἐκκλησίας, εἰς τὰς λειτουργίας, καὶ ἂς στέκονται μετὰ εὐλαβείας καὶ προσοχῆς, χωρίς γέλωτος, χωρίς λαλίας. "Ας γονατίζουν καὶ ἂς ἀποσκεπάζωνται ὥσπερ οι Λατίνοι, καὶ ἂς μιμοῦνται ἐκείνους. Αν οὕτως ποιῶσι, θέλουσι βοηθηθεῖν, θέλουν ἔχειν τιμὴν παρὰ πάντας, θέλω δυνηθεῖν καὶ ἐγὼ νὰ τοὺς συνεργῶ. Εἰ δὲ τἀναντία ποιοῦσιν, ἐγὼ δὲν θέλω δυνηθεῖν νὰ τοὺς βοηθήσω οὐδὲ ὅλως, οἱ ἄνθρωποι θέλουν τοὺς ἀποστραφεῖν, καὶ τινὰς δὲν θέλει τους τιμήσειν οὐδὲ ποσῶς. Ταῦτα δὲν λέγω γράφειν τὴν εὐγένειάν σου καὶ τοὺς ἄλλους μὲ τόσην πολυλογίαν, εύκαιρα καὶ μάτ ταια· ἀλλὰ διὰ νὰ τὰ λέγετε συνεχῶς τὰ αὐθεντόπουλα, νὰ ποιήσητή τους νὰ τὰ ἀναγινώσκῃ συνεχώς ὁ διδάσκαλός των, νὰ τὰ ἀγροικοῦν καλὰ διὰ νὰ τὰ ποιῶσιν. Ἐκείνους τὰ ἤθελα γράψειν· ἀλλ' ἐπειδὴ ἐκεῖνοι ὡς νέοι ἀκόμι δὲν τὰ ἀγροικοῦν καλά, δι' αὐτὸ γράφω τα τὴν εὐγένειάν σου, νὰ τοὺς παραινῆτε καὶ ἀπὸ λόγου μου καὶ ἀπὸ ἐδικοῦ σας νὰ ποιῶν σιν ὡσὰν γράφομεν. Ενταῦθα είναι θανατικὴν κατὰ τὸ παρόν. Δι' αὐτὸ ἐφάνη καλὸν μετὰ βουλὴν τῶν ἀρχόντων ὁποῦ εἶναι ἐδῶ, καὶ μὲ τὸ θέλημα τοῦ ἁγιωτάτου πάππα, να μὴ ἔλθουν τὰ αὐθεντόπουλα ἰδὼ διὰ τὸν κίνδυνον ἀλλ᾽ οὐδ᾽ αὐτοῦ εἰς τὸν ᾿Αγκῶνα νὰ εἶναι, ἐπειδὴ οὐδὲ αὐτὸς ὁ τόπος εἶναι γερός, ἀμὴ νὰ διαβῆτε νὰ ὑπάγετε εἰς ἄλλην χώραν τὴν λέγουσι Τζίκολον, ὁποῦ εἶναι καλὸς ἀγρ. νὰ στέκετε ἐκεῖ ἕως τοῦ Σεπτεμβρίου ἢ Οκτωβρίου μὲ τοὺς αὐθεντοπούλους καὶ τὴν αὐθεντοπούλαν. Σκέψεσθε ἐσεῖς ἐν τῷ μέσῳ ἂν πρέπῃ νὰ ἀπομείνουν αὐτοῦ πάντοτε, ὡσὰν βού λονται καὶ οἱ ἄρχοντες ὁποῦ εἶναι ἐδώ. Ὁ μακαριώτατος πάππας καὶ ἐγὼ γράφομεν τὸν λεγάτον τῆς μάρκας ὁποῦ νὰ σας βοηθήσῃ καὶ νὰ σας συνδράμη εἰς εἴ τι εἶναι χρεία. Αὐτοῦ εἶναι καί τις ἐπίσκοπος
col. 685–686page 6 of 35
PG 161:685ἑδικός μου, ὁποῦ εἶναι τοῦ Κώμου καὶ ἦταν καὶ δου λευτής τοῦ ἁγίου δεσπότου. Τὸ Τζίκολον εἶναι ἐνορία του, καὶ ἔχῃ καὶ ἐκεῖ καλὸν ὀσπήτιον, καὶ θέλει σας τὸ δώσειν νὰ κατοικήσετε ἐκεῖ, καὶ θέλει σας συνεργήσειν εἰς ὅτι εἶναι δυνατόν. Ἐν Ῥώμης Αὐγούστου θ', αυξε' ἔτους. Ο Βησ σαρίων, καρδινάλις καὶ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. (α). Σὺ δὲ τὰ Περὶ φυτῶν Θεοφράστου, καὶ τὰ ᾿Αριστοτέλους ερμηνεύσας Προβλήματα, μέγαν διήνυσας ἆθ λον, καὶ μέγα δεδώρησαι δῶρον Λατίνοις, τὰ μὲν ὅλως οὐκ ὄντα παρ' αὐτοῖς, τὰ δὲ καὶ παρ' ἡμῖν αὐτοῖς οὕτω διημαρτημένα, ὡς μόλις εἶναι συνεῖναι τῶν λεγομένων, ἑρμηνεύσας τε καὶ πάντα διορθώσας, καὶ ἢ τὸν αὐτὸν νοῦν, τὴν αὐτὴν δὲ καὶ λέξιν, ἤγουν ἢ καὶ παραλλάττοντα, ἀλλ᾽ Αριστοτέλει καὶ τῷ προκειμένῳ συγγράμματι πρέποντα, ὡς τὸ εἰκὸς ἀποδούς· διό σοι καὶ μέγας ἐπαίνου μισθὸς παρὰ ταῖς τῶν πεπαιδευμένων ψυχαῖς ἀποκείσεται τῶν τε νῦν ὄντων, τῶν τε εἰς ἔπειτα ἐσομένων. Μέγαν μὲν οὖν ἔχει πόνον τὸ ἔργον, ἔπειτα δὲ ὅμως αὐτῷ καὶ τιμή τις οὐκ ἀγεννής· εἰ δὲ μὴ παρὰ πολλῶν, οὐδὲ γὰρ πολλοὶ οἱ ἐπαΐοντες· τοῦθ' ὅπερ ἐπὶ πάσης τῆς ἄλλης ἀρετῆς, κανταῦθα συμβαίνει· ἣν ὅμως ἀσκητέον, κἂν μηδεὶς ὁ συνειδὼς ἦν, μηδεὶς ὁ θαυ μάζων. Εἰ μὲν οὖν καὶ αὐτὸς τῷ ἀρχιερεῖ κριτῇ καὶ μάρτυρι μόνον ἀρχῇ, σοφῷ γε᾽ ὄντι ἀνδρὶ, καὶ εἰ τινες δύο ή τρεῖς οἱ συνεῖναι καὶ θαυμάζειν ἀξίως δυνάμενοι, ἔχου τοῦ ἔργου, καὶ εὖ ποίει Λατίνους, σοφούς γε καὶ ἀξίους ἄνδρας· ἐπεὶ μὴ ἔχεις, οὓς τῶν σῶν εὖ ποιήσεις· εἰ δὲ καὶ τὴν τοῦ ὄχλου μαρ τυρίαν ποιεῖς περὶ πλείονος, καίτοι τοῦ Σωκράτους Ενὶ μόνῳ τοῦ πρὸς τὸν ὁ λόγος ἀρκουμένου, ἢ μὴ ποῦτο· οὐ γὰρ σοί γε προσήκει· ἀλλ᾽ ἄλλοις χρησι μωτέροις σχολάζειν βουλόμενος, ἀποσταίης ὅλως τοῦ ἑρμηνεύειν· σὺ δὲ μὴ κατατείνου ζητῶν, ὅθεν ἂν τροφῆς εὐποροίης, μηδὲν ἑρμηνεύων· τὰ γὰρ ἡμέ περα, καὶ σοὶ κοινά, καὶ ὅθεν ἡμεῖς καὶ αὐτὸς ἂν τραφείης, καὶ τοῦτο οὐχ ἁπλῶς ἀλλ᾿ ὥς τις τῶν ἡμῖν ὁμοτίμων· καὶ εἰ μεταβῆναι τοίνυν δόξειε, μὴ πρὸς ἄλλον, ἀλλὰ πρὸς ἡμᾶς μετάβηθι. Παράδειγμα δ᾽ ἴσως ἂν εἴη οὐ φαῦλον καὶ τὸ ἡμέτερον· ἡμεῖς γὰρ ἀποροῦντές ποτε τρόπου παντὸς εἰς τὸν βίον, ἑτέρου λαβόντες χωρίον ἐγεωργοῦμεν· καὶ ταύτῃ τὰ ἐπιτήδεια ποριζόμενοι, οὐδενὶ γεγόναμεν φορτι καί τε καὶ ἐπαχθεῖς αὐτοῦντες· σοι μέντοι γε οὐ δεμία ἀνάγκη γεωργεῖν· ἐμοὶ μὲν γὰρ ὁ τότε πόλε μος ἐπέκλειε τὴν εἰ; τ ς πόλεις οδόν,· σὺ δ᾽ ἐν Φλωρεντία εἶ, πόλει ποριστικωτάτῃ ἑκάστῳ, ἅπερ ἂν ἐπιτηδεύειν προέληται. (α) σ.
col. 687–688page 7 of 35
PG 161:687Η Βησσαρίων καρδηνάλις Μιχαήλῳ τῷ ᾿Αποστόλη, τὰ βελτίω φρονεῖν Σοὶ δὲ πένητι ὄντι ἀπορίαν τῶν τοιούτων ὑπάρχειν ἀνά γκη, οἷόν τι καμοί συμβαίνει νοσοῦντι· καίτοι οἱ δεσπόται ἡμῶν διαταττόμενοι ἡμῖν τὰ ἐπιτήδε α, τἀναγκαῖα μόνῶν τῷ ὑγιαίνοντι ὁρίζουσι, νόσου δὲ καὶ συμπτωμάτων τοιούτων προμήθειαν ἡμῖν οὐδε μίαν ποιούνται, ὡς ἄρα ἐκ δρυὸς ἢ πέτρας, ἀλλὰ μὴ ἐξ ἀνθρώπων γεγενημένος. Αφίκετο ὡς ἡμᾶς βραδύτερον μὲν ἢ αὐτὸς του, μᾶλλον δ' ἐπεξειργασμένα, ἃ κατὰ Θεοδώρου του Γαζή Πλήθωνι συνιστάμενος συνέγραψας. Ανδρί νικος γὰρ ὁ Καλλίστου, πρότερον αὐτὰ ἐξητακὼς καὶ διακωθωνίσας, οὕτως αυτά τε καὶ τὰ ἑαυτοῦ ἡμῖν πέπομφεν. Τὴν μὲν οὖν ὁρμήν σου, καὶ ὅτι Πλάτων! τε καὶ τοῖς περὶ ἐκεῖνον εὐνοϊκῶς ἔχεις, ἡγάσθημεν· τοῦ δὲ τῆς συνηγορίας τρόπου οὐκ ἐπηνέσαμεν. Οὐ γὰρ λοιδορίας τοῦ ἀντιδίκου, ἀλλ' ἀποδείξεσι καὶ λογικαῖς ἀνάγκαις τῷ τε φίλω συνηγορητέον τόν τ' ἐχθρὸν ἀμυντέον. ὥστε καὶ εἴ τι, Πλήθων Αριστοτέλη προεπηλάκισεν, εἴ τί τε Θεόδωρος Πλήθωνα, εἴ τί τε σὺ Θεόδωρον κακῶς εἴρηκας, πάντα ἡμῖν παρὰ τὸ δέον τε καὶ εἰκὸς εἰρημένα δοκεῖ. Οὔτε γὰρ Αριστοτέλης οἷος λοιδορεῖσθαι, τοσούτων ἡμῖν ἀγαθῶν ὑπάρξας, οὔτε Πλήθων, σοφός τε καὶ μεγάλης τῷ ὄντι εὐφυΐα; ἀνήρ, εἰ μή πού τις εἴποι, τῷ λοιδοριῶν ἄρξαι καὶ τοῖς ἀμυνομένοις συγγνώμην τινὰ παρασχεῖν. Θεόδωρός τε τῶν νῦν Ελήνων ἐν τοῖς πρώτοις ὢν ἥκιστα κακῶς ἀκούειν παρὰ σοῦ ἄξιος, καὶ ταῦτα νέου τε ἔτι ὄντος, ήδη πρεσβύτης, καὶ μήπω λογι κῶν ἀποδείξεων καὶ ἐπιστημῶν κατὰ τρόπον ἡμ μένου, διὰ πάσης ἥκων σοφίας τε καὶ ἐπιστήμης ἀνήρ· καὶ μάλιστα ὅτε περὶ τοιούτων ἐστὶ θεωρημάτων ή ζήτησις· ἅπερ, ἅτε δὴ μέγιστα τῶν ἐν πάσῃ˙ φιλοσοφίᾳ ὄντα, τήν τε τῶν πολλῶν ἕξιν υπερβαίνειν ἀνάγκη, καὶ μὴ εἶναι περὶ τούτων ἢ εἰπεῖν ἢ τι γοῦν ἀκριβῶς ἐννοῆσαι, μὴ πολλὰ περὶ τὴν σοφίαν ποιήσαντα, καὶ τὰς ἐπιστήμας ἀκριβωτάμενον. Ἠχθέσθην μὲν οὖν ὑπὸ σοῦ Θεόδωρον ἀμαθίας ἐγκεκλημένον· τὸ δὲ καὶ Ἀριστοτέλη αὐτὸν, πάτης ἡμῖν ἐπιστήμης καθηγεμόνα, ταυτὸ τοῦτο παθεῖν, ἀμαθῆ τε, καὶ κακοήθη, καὶ λῆρον, ἀγά ριστόν τε ὑπὸ σοῦ κληθῆναι, φεῦ! πᾶσαν ἔδοξέ μοι ὑπερβαίνειν θρασύτητά τε καὶ τόλμην. Μόλις ἀκού ων, μᾶλλον δ' οὐκ ἀκούειν ἀνέχομαι αὐτοῦ Πλήθω νας, ἀνδρὸς τοιούτου, τοιαῦτα εἰς Ἀριστοτέλην Βησσαρίων καρδινάλις, ὁ καὶ Νικαίας, Μιχαήλῳ τῷ ᾿Αποστόλη Βυζαντίω, χαίρειν, ἐξηταχώς τε τε εἴτε σύ. οἷός τε, 3064. ἄρξασθαι, Θεόδωρον ὑπὸ σοῦ, Γρ. Αριστοτέλην.
col. 689–690page 8 of 35
PG 161:689ἀποῤῥίπτοντος· μήτοι γε σοῦ, μήπω μηδὲν περὶ τῶν γε τοιούτων ηκριβωκότος. Εἴ τι οὖν ἐμοὶ πείθη, καὶ Πλάτωνα και Ἀριστοτέλη σοφωτάτους, ἡγούμενος, κατ' ίχνος τε τούτοις ἑπόμενος, ἑκάτερον ἡγεμόνα τε σαυτοῦ ποιοῦ, σχολῇ τε καὶ μελέτῃ, διδασκάλοις τε οἷς ἄξιον χρώμενος, πρῶτα μὲν συνεἶναι τοῦ βάθους τῶν ὑπὸ αὐτῶν εἰρημένων σπούδασον· οὐδὲ γὰρ πᾶσι τοῖς βουλομένοις εύληπτα λέγουσι τὼ ἄνδρε· ἔπειτα καὶ εἴ τι διαφέρεσθον, οὐκ ἀμαθίας, ἄπαγε, ἀλλὰ τῆς μεγάλης τε αὐτοῖν περὶ λόγους δυνάμεώς τε και ἕξεως, καὶ τῆς τῶν ζητημάτων, διὰ τὸ ἄδηλόν τε αὐτῶν καὶ μὴ σαφές, ἐπ' ἀμφότερα ῥοπῆς, σημεῖον ποιούμενος, θαύμασον μὲν τὴν ἐκείνων σοφίαν, ἀμ φοῖν δὲ χάριτας ὁμολόγει, ὧν ἡμῖν ἀγαθῶν γεγένην το αἴτιοι. Οὕτω γὰρ ποιῶν σαυτῷ τε τὰ βελτίω βουλεύσεις, ἐμοί τε χαριῇ, καὶ πᾶσι τοῖς εξ φρονοῦσιν. Ως νῦν γε χαριεῖσθαι νομίζων, σφόδρα ἐλύπησας· τὸ μὲν, ὅτι ἄνδρας ἀναξίους ὑβρίζεσθαι οὕτως ἀπερικαλύπτως ελοιδόρησα;· τὸ δ᾽, ὅτι καὶ σαυτὸν ἔδειξας μὴ πάνυ τοι τὰ ἐκείνων ἡσκημένον. Θεόδωρόν τε τὰ βελτίω ποιῶν τίμα τε, καὶ διδα σκάλῳ περὶ πάντα χρῶ. Ἔστι γὰρ οἷος καὶ σὲ καὶ πολλοὺς ἑτέρους ὠφελεῖν δύνασθαι. Ἐμὲ δὲ, ἵνα μὴ καὶ αὖθις πλανηθείς δόξῃς μοι τοιαῦτα εἰς του ούτους λέγων άνδρας χαρίζεσθαι, φιλοῦντα μὲν ἴσθι Πλάτωνα, φιλοῦντα δ᾽ ᾿Αριστοτέλη, καὶ ὡς σου φωτάτω σεβόμενον ἑκατέρω. Πλήθωνά τε τῆς μεγαλονοίας καὶ εὐφυΐας ἀγάμενον, τῆς τοσαύτης πρὸς Αριστοτέλη μάχης τε καὶ δυσνοίας μὴ ἐπαινεῖν. Βουλοίμην γὰρ ἂν ἐκεῖνόν τε Αριστοτέλει, τούς τε ἄλλους εἴτε τοῖν δυοῖν μεγίστοιν φιλοσόφοιν τούτοιν, εἴτε αὐτῷ Πλήθωνι, καὶ ὁποίοις δήποτε ἄλλοις, μετά τοσαύτης γε ἀπαντᾶν εὐλαβείας, μεθ' ὅσης Αριστοτέλης ἀντεῖπε τοῖς πρὸ αὐτοῦ· 8; λόγοις ἀεὶ, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ παραιτούμενος τούς τε ἀκούοντας, οὕς τε εὐθύνει, ἀποδεικνὺς τὸ προκείμενον, τῶν λοιδοριῶν ἀπέσχετο· ὅτε δὲ καὶ σφοδρότερον καταφέρεται, καὶ τότε φυλάττει τὸ μέτριον. Τὰ δὲ εἶδη, φησί, χαιρέτω Τερετίσματά τε γάρ εἰσι· καὶ εἰ εἰσὶν, οὐδὲν πρὸς τὸν λόγον. Καὶ αὖθις, οὐχ ἥψαντο διαλεκτικῆς οἱ ἄνδρες, περί τινων ἄλλων λέγων. Οὗτος ὁ τῶν λοιδοριῶν αὐτοῦ κολοφών. Ημεῖς δὲ ἀνθρωπίσκοι, ἢ πίθηκοι τινες προς ἐκείνους ήρωας ὄντες τολμήσομεν αὐτούς, φεῦ! ἀμαθεῖς λέγειν, καὶ τὰ ἐξ ἀμαθῶν σκώπτειν μᾶλλον ἢ κωμῳδία τοὺς περὶ Κλέωνά τε καὶ Ὑπέρο βαλον; τίνες ὄντες; ποίαν γνῶσιν, ποίαν τῶν ὄντων ἔχοντες ἐπιστήμην; Μωρία ταῦτα καὶ μανία τῷ ὄντι σαφής. Μηδὲ γὰρ οἷου, ὦ βέλτιστε, ὡς εἴ τι Πλήθωνι, σοφῷ τε καὶ γενναίῳ ἀνδρὶ, εἴτε Πλωτίνῳ, ὡς ἐπιπολύ. 5034. Περὶ φυσικῆς ἀκροάσεως. Τερετίσματα, ἁμαξών. είτε,
col. 691–692page 9 of 35
PG 161:691Αττικῷ τε καὶ Πορφυρίῳ, εἴτε ἄλλῳ τῳ τῶν ὁμοίων, Πλάτωνά τε καὶ Αριστοτέλη πνέουσιν, εξεγένετο 'Αριστοτέλη τε καὶ Πλάτωνα εὐθῦναί τε, καὶ ἔστινὅπου καὶ βλασφημήσαι, καὶ ἡμῖν ἐξεῖναι ταυτό. Εκείνοις μὲν γὰρ καὶ τῷ ἢ κατ' αὐτοὺς, ἢ είνα πολὺ μετ᾿ ἐκείνους γενέσθαι τῷ χρόνῳ, τῷ τε συνεχεῖς τότε καὶ οὐχ ἧττον ὁριστικές γίνεσθαι τὰς δια έξεις τῷ τε μήπω τὸν φθόνον, ἀπομαρανθῆναι, τῷ τε πάσῃ κεκοσμήσθαι σοφίᾳ, μέγα προς παραιτήσεως λόγον. Ἡμῖν δὲ καὶ τοσοῦτο λειπομέν νοις ἐκείνων, καὶ τοιοῦτόν τε καὶ τοσοῦτον ἤδη τῷ τε μακρῷ χρόνῳ τῇ τε κοινῇ πάντων δοκιμασία καὶ ψήφῳ ἐχόντων ἀξίωμα, συγγνώμη λείπεται οὐδεμία. "Ατε οὖν Αριστοτέλη τε παρὰ πᾶν τὸ εἰκὸς λοιδορήσας, τῷ τε Πλήθωνι μηδαμή συνειπών· οὐδὲ γὰρ τοιούτων αὐτῷ πρὸς συνηγορίαν δεῖ λόγων Θεόδωρόν τε, ἄνδρα σοφόν, οὐκ ἐν δίκῃ κακῶς εἰπών ἡμῖν τε οὐ μόνον προς χάριν οὐδὲν, ἀλλὰ καὶ σφόδρα ἄχαρι πρᾶγμα ποιήσας, ᾆσον παλινωδίαν, ἐμοὶ συμβούλῳ χρησάμενος, ἀνδρὶ φιλοῦντί τέ σε, καὶ τὰ βελτίῳ βουλομένῳ τέ σοι καὶ συνευχομένῳ· καὶ τὰς ἀδίκους λοιδορίας ἐκείνας ἐπαίνοις τε καὶ εὐφημίας ἀπόκλυσον. Ανδρονίκουτε τὰς πρὸς τὰ σὰ ἀντιβ βήσεις σὺν νῷ τε καὶ καθεστηκότι φρονήματι ἐπιών τήν τε τῶν λόγων ἀλήθειαν αὐτὴν αιδέσθητι, καὶ κατ' ἐκεῖνον, περί τε γραμματικήν καὶ ὀρθογραφίαν καὶ κυριολογίαν τῶν λέξεων, περί τε ῥητορική, καὶ τὸ εἰδέναι ὀρθῶς τε καὶ μετὰ κάλλους συντιθέναι, πρῶτα σχολάσας ἱκανῶς, εἶθ' οὕτω καὶ τῶν μειζόνων ἐπίβαινε, καὶ φιλοσοφίας αὐτῆς. Εὖ πράττοις, καὶ φιλοῦντος παραίνεσιν τὰ εἰρημένα ἡγησάμενος, ἔποιο τῇ συμβουλῇ. Εγράφη παρὰ τοῖς ἐν Οὐντερβίῳ θερμοίς λουτροίς, Μαΐου μηνὸς ἐνάτην πρὸς δεκάτῃ ἄγοντος, ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ αυξβ' ἐνισταμένῳ. Βισσαρίων καρδινάλις Ανδρονίκῳ τῷ καλλίστου φιλοσοφείν (α). τό. Γρ. τό τε σχείτων, 3064. αὐτοῦ, 3064. σοφίας, 3064. ᾿Ανδρονίκῳ τῷ Καλλίστου Νικό λαος ὁ Σεκουνδῖνος εὖ πράττειν. Πρεσβεύοντι παρὰ τῷ μεγίστου ἀρχιερεῖ καὶ διὰ τοῦτο νῦν μὲν ἐν Ῥώμῃ, νῦν δ' ἐν Ουΐτερο:!, Ανέγνων καὶ τὰ Μιχαήλου φύρδην κατὰ τοῦ ἑταίρου Θεοδώρου συγκεχυμένα καὶ τοὺς σοὺς ἐκείν νου σωφρονισμούς κρίσιν τε καὶ ψῆφον ἐξ ἀμ Η διατρίβοντι, σύγγραμμά τί σου ἰδεῖν καὶ διεξελθεῖν ἐξεγένετό μοι, ἐν ᾧ Θεοδώρῳ τῷ Γαζή συνδικῶν, πρὸς Μιχαήλον οὐκ οἶδα τίνα φαίνῃ διαμαχόμενος κατά Θεοδώρου λόγον οὐκ εἶδ' ὅπως λοιδορών καὶ συκοφαντίας μεστὸν ἐξενηνοχότα, Πλήθων δὲ συνηγοροῦντα, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπέρ τε Πλάτωνα, τὸν ἀγῶνα δῆθεν ἑλόμενον. Τοῦτον ἔγωγε τὸν λόγον οὐ πολλῷ πρότερον φίλων τινὸς διακεκομικότος ἀνὰ χεῖρας ἐσχήσειν τε καὶ ἀνεγνώκειν οὐ πάνυ ἡδέως. Ἔστι γάρ, εἰ δεῖ τὰ δοκοῦντα παρρησιάζεσθαι, μετ γάλα μὲν ἐπαγγελλομένου, ἀνύοντος δ', ὡς ἐγὼ να μίζω, οὐδὲ μικρά. Ἠχθέσθην μὲν οὖν Θεοδώρο προπηλακιζομένῳ καὶ κακῶς οὐ ξὺν δίκῃ ἀκούοι (α)
col. 693–694page 10 of 35
PG 161:693φοτέρων εξήνεγκα, ἦς σοι πέμπομεν τὰ ἀντίγραφα. Περιττὸν γὰρ καὶ ἅμα οὐ ῥᾴδιον φαρμακευομένῳ καὶ πρὸς σὲ μακρηγορεῖν. ταῖς δέ γε σαῖς ὑπὲρ αὐτοῦ κατὰ πόδας ἐντετυχηκώς ἀντιλήψεσιν ἦσθην, καὶ ἦσθην διαφερόντως, πολλῶν γε ένεκα. Θεόδωρον γὰρ ἔγωγε πάνυ φιλῶ καὶ περὶ πλείστου τὸν ἄνδρα ποιοῦμαι· ἄγαμαί τε μὴ μόνον αὐτοῦ τοὺς λόγους καὶ τὴν περὶ πᾶσαν ἐπιστήμην σπουδὴν καὶ ἀκρίβειαν, ἀλλὰ πολλῷ μᾶλλον τὸ ἦθος, τὴν ἀρετὴν, τὰ συνὸν, τὸ σῶφρον ἐν βίῳ καὶ κόσμιον, τό γε περί πάνθ' ὁμοῦ τὰ καλὰ εὐφυὲς καὶ λίαν ἐπήβολον ὡς, εἴ τις παιδείας ένεκα παντοδαπούς καὶ τῆς περὶ τὸ ἦθος χρηστότητος τῶν καθ᾿ ἡμᾶς Ἑλλήνων τὸ πρῶτα τὸν ἄνδρα λέγοι, μὴ ἂν ἁμαρ τήσαι τῆς ἀληθείας. Έπειτα δέ μοι μεταξύ διόντι, καὶ τὸν νοῦν τοῖς λεγομένοις προσέχοντι, οὐ μικρὰν ἐνεποίει τὴν ἡδο νὴν, ὅτι λόγοις ἀληθέσι τε καὶ ποτίμοις τὸ ἁλμυρόν τοῦ ψεύδους ἀποκλυζόμενον ἐνεώρων, καὶ καθαπερεί τινας προστριβείσας τῇ ἀληθείᾳ οὐ σὺν τῷ καλῷ οὐδὲ κατὰ μοῖραν κηλίδας τῷ νιτρώδει καὶ ἀνυσίμῳ τῷ τῶν λόγων διαμπερὲς ἀπαλειφομένας, κἀντεῦθεν τὸ μὲν ἀληθὲς διαλάμπον τῷ ἑαυτοῦ κάλλει εμφαι δρυνόμενον, τὸ δ' αὖ ἀμαθὲς καὶ φορτικὸν καὶ ἀπαί δευτον ἐς κόρακας ἀπεληλαμένον, ήγουν, ἅτε δὴ νόθον τὸ ὅλον καὶ κίβδηλον, ἀποῤῥιπτούμενον ἐς Κυνόσαργες. Χαίρειν πρὸς τούτοις ἐπῄει μοι, ὅτι σου φίλος ῶν τῶν τοιούτων λόγων ἦτον πατὴρ καὶ τοιᾶστε ἱστουγὸς ἀναπέφηνας ταλατίας, ὃν ἔγωγε πάλι εἰδὼς καὶ ἀπὸ μικρᾶς συνηθείας τῆς αὐτοῦ κατα στοχασάμενος όσον οἷόν τε ἦν φύσεως, τήν τε περί σοφίαν σπουδὴν καὶ τὸ περὶ λόγους φιλόπονον ξυνεω ραχώ;, ᾤμην μὲν ἱκανῶς ἤδη σε προκεκοφέναι καὶ παιδείας οὐκ ἐξ ἐπιπολῆς ἦφθαι, οὐ μὴν δὲ τοσοῦ τον δυνάμεως καὶ κάλλους ἀφίχθαι, οὐδ᾽ οὕτω τὰ περὶ πᾶσαν ἐπιστήμην ηκριβωκέναι, ὡς καὶ το αῦτα τίκτειν οἷόν τέ σοι εἶναι. Εἴρηται γὰρ τὰ η θές· καί μοι τὸν λόγον ἐπλάστως παρρησιαζομένῳ ἀνεπαχθῶς καὶ μὴ πρὸς ὀργὴν δέξαιο. Σὺ δ' ἀλλ᾽, ἀγαθῇ δηλονότι και γενναία χρησάμενος φύσει, σπουδήν τε καὶ ἔμφρονα καὶ ἐντρεχῆ καταβεβληκώς, τὰς περὶ τοῦ τῶν φίλων υπολήψεις, καίπερ μεγάλας, τοσοῦτον καὶ ταῦτ᾽ ἐν βραχεῖ χρόνῳ ὑπερηκόντισας, ὥστ᾽ ἐξηπατημένους όμως θαυμάζειν καὶ ὑπερ φιλεῖν ἅμα θαυμάζοντας. "Οναιο τοίνυν τῆς περὶ παντοδαπή σοφίαν εὐτυχίας, τῆς τε περὶ λόγους ισχύος τε καὶ φορᾶς· καί σοι πλῆρες μέλιτος τὸ καλὸν στόμα γένοιτο, ἐπεὶ τὸ τεττίγων φέρτερον ᾄδεις» Ἐγὼ δ' εὐξαίμην ἂν τηλικαύτην ἐνυπάρξαι μοι δύναμιν, ᾗ πάνθ', ὧν ὁ σὸς λόγος πλήρης, ἀκριβῶς ξυνιεὶς καὶ κατὰ τὸν τρόπον ἔκαστ' ἐξητακώς, ἀξίαν Επειθ' οἷός τε γενοίμην τὴν ψῆφον ἐπενεγκεῖν, τὸν γινόμενον ἑκάστοις ἀπονειμάμενος ἔπαινον· τὸ δ' ἄρα μείζον ἢ κατ' ἐμὲ, ἢ ὅτι μεγάλα πάνθ' οἷς ὁ λόγος ξυνήρμοσταί στι καὶ ξυνεσκεύασται καὶ οὐ τοῦ παντὸς συνιδεῖν τε καὶ ξυνιέναι, ἢ ὅτι τῆς ἀρ θῆς περὶ τούτων ἔγωγε κρίσεως ἀσθενὴς καὶ οὐχ ἱκανὸς ἐφικέσθαι· ἡ ἔτι γε ἄμφω ταυτί ξυνελήλυ θεν ᾧ καὶ μᾶλλον τίθεσθαι δίκαιον. Οὐ μὴν σιωπᾷ, διὰ ταῦτα νομίζω δεῖν, οὐδ᾽, ὅτι τὸ πᾶν ἀνύσαι οὐ ῥᾴδιον, καὶ τῶν δυνατῶν καταμελητέον. Ρητέον μὲν οὖν τὰ δοκοῦντα καὶ ἐς δύναμιν αποπειρατέον μηδὲν υποστειλαμένοις ὅλως ή καθυ φεῖσι, κἂν ἤξειν ἐς τέρμα ποτὲ καὶ τοῦ ἄκρου ὀρθῶς ἐπιτεύξεσθαι οὐδεμία ἐλπὶ; ὑποφαίνηται. Τίς οὖν οὐκ ἂν ἀγάσαιτο, ἵν᾿ ἀπὸ τῶν εὐχερεστές των άρξωμαι, τό τε των ονομάτων Ἑλληνικὸν, ἐλε μακράς Αη εἰς τοσοῦτον? Απἅμα? ἐποιούν λέγιαν τε καὶ κύριον, τήν τε περὶ τὸ γράφειν δοθότητα, της τε λέξεως όλως τὸ ἀνθηρόν, τῆς ἑκηνείας τὸ γλαφυρόν τε καὶ εὐαγές, καὶ τῆς συν θήκης τὸ εὔρυθμον; τί δ' ἄν τις λέγοι τὴν τῶν λό γων, ἰδέαν, πᾶσι πάντοθεν κανόσι και μεθόδοις συνειλεγμένην καὶ διαπρέπουσαν, πάντα πάσιν ἀμηγάνῳ κατορθοῦσαν κάλλει και συναρμόζουσαν, μηδὲν ὑποφαίνουσαν κεχηνὸς καὶ ἀπη τημένον, ἀλλ', ὥσπερ ἐκ μερῶν καὶ μελῶν ἀναλόγως σφίσι καὶ συμφώνως λίαν ἐχόντων, ἓν σῶμα ἐλ' κληρον ἰδίοις ὑπερείσμασι καταλλήλως συνιστάμενον ἐκπληρού σαν, οὕτω τε κατά τρόπον καὶ τάξιν προβαίνουσαν καὶ τοιᾷδε σχημάτων ἐναλλαγῇ χαίρουσαν και του ρεία, ὡς μήτε τῷ μεγέθει τῶν νοημάτων μὴ ἀναλό φως ἔχειν τὴν ἑρμηνείαν, μήτε τῷ τρόπῳ καὶ ποι καῳ τῆς λέξεως κάλλος όπουοῦν και χάριν ἐλλείπειν, Ἑρμῆν δὲ πανταχῆ τοῦ ἔργου προεστάναι δοκεῖν σὺν Αφροδίτῃ καὶ Χάρισι τοὺς λόγους ὑφαίνοντα, Μούσας το πάσας τῷ ἔργῳ παρεῖναι, ἑκάστην τὸ μέρος συναιρομένην καὶ ἀγλαΐζουσαν, πάσας θ' ὁμοῦ ῥόδοις καὶ ἴοις καὶ κρίνοις τοὺς λό γους εὐθαλῶς καθωραϊζούσας καὶ παντοίοις ὥσπερἐκ λειμώνος κοσμούσας ἄνθεσι; Καὶ μὴν τό γε πλῆθος τῶν ὀνομάτων, νιφάσι χειμερίοις ἄντικρυς ἐοικός, τίς οὐκ ἂν ἀσπάσαιτο; οὔτε γὰρ ἀσάφειαν ἐμποιοῦν τῇ πυκνότητι καὶ εἰς ἀπορίαν ἐμβάλλον φωρᾶται. Τό τε σαφές τε καὶ καθαρὸν οὐχ οὕτως εὕροιτ' ἂν ὕπτιον, οὐδὲ χαλαρόν τε καὶ ἀνειμένον, ὡς τοῖς ευχοῦσιν εὔληπτον καὶ εὐξύνετον γίνεσθαι τὸν ἐγκείμενον νοῦν καὶ ταύτῃ δοκεῖν εὐπόριστον, μήτε πόνου μήθ' ὅλως τημελείας ὥστε καταληφθής και δεόμενον. Τουναντίον μὲν οὖν τῷ μὲν λείῳ τῆς ἑρμηνείας καὶ εὐκρινεῖ ὁ λόγος ἐς τὸ ταπεινὸν καὶ εὐχερὲς ἀποκλίνων καὶ οἱονεὶ κατασπώμενος, οὐδ' ὁπωστιοῦν τὸν ἐντυγχάνοντα ἀποκναίει, τῷ δ' αὖ μεγέθει τῶν ἐννοιῶν καὶ τῇ περιβολῇ κατὰ τρόπον δεινούμενος, αίρεται μὲν οὖν ἀμωσγέπως και μονονοὺ τὰς ἀφοὺς ἀναστά, τὸν ἀναγινώσκοντα πρὸς σύν νοιαν συνελαύνων. Ταῖς μέντοι μεθόδοις, καὶ τῷ τῆς λέξεως ἀνθηρῷ καὶ ποικίλῳ καὶ ὅσαι ὧραι νεάζοντι, τῷ τ᾽ εὐπαρακολουθήτῳ καὶ ἀθορυβήτῳ τῆς ὑφηγήσεως, τὸ πρόσαντες καὶ οἷον απότομον τῶν πραγμάτ των παραμυθούμενος, τὸ κεκμηκός ὑπερείδει, κάνε τεῦθεν ὁμαλῆς ἀνακύπτων ἐπιεικῶς τοῖς ὁμιλοῦσ σιν ἐνιλαρύνεται. Καὶ ἅπασι τούτοις μίξις γίνεται τις λόγων ἀρίστη καὶ κρᾶσις ἀνείκαστος ηπίως καὶ μαλακῶς ἐς ψυχὴν αὐτὴν δυομένη, καὶ δίκην ἐλαίου αψοφητὶ ἐπιστάζουσα, πῇ μὲν τῷ μεγέθει και ἐγκηρῷ ἐμβαθύνουσα και οἷον κυμαινομένη, πῆ δὲ τῷ ἱλαρῷ καὶ γαληνιώδες εὐμαρῶς ἀπλουμένη, καὶ τοῖς ἐντυγχάνουσιν ύπο ειδιῶσα. Ποῦ δ' ἂν τις θείη τὴν ἐκ τῶν σῶν λόγων ἀνάγκη» καὶ τῆς πλεκτάνης τὸ ἄφυκτον, μηδεμία, διαφυγήν ἢ δίοδον τοῖς ἅπαξ ἐντὸς ἐναπειλημμένεις αρκύων παραχωρούσης, τὰ μὲν σαυτοῦ ὀχυρῶς ἐμπεδούσης καὶ τὸ ὅλον ἤλοις ἀδαμαντίνοις αραρότως καταγομ φούσης, τὰ δ᾽ ἀλλότρια καὶ οὐ κατὰ τρόπον οὐδὲ σὺν τῷ καιρῷ εἰρημένα εὐφυῶς ἄγαν ανατρεπούσης και πρόβριζον κατασπώσης. Τὸ μέντο: σαθρὸν τῶν λο γων, καὶ δίκην ἀνερματίστου τε καὶ ἀκυβερνήτου νης κατά πελάγους τηνάλλως περιπλανώμενον, λίαν ἐπηδόνως αὐτὸς φωρῶν καὶ νῦν μὲν εὐσ.όχως ὁριζόμενος, νῦν δὲ τρανῶς καὶ ἀσυγχύτως τῇ δίαι μέσει χρώμενος, καὶ ταῖς ἀποδείξεσι καὶ μεθόδοις οὐ φορικώς ἀλλ' ἐπικαίρως τε καὶ ἀστείως, ὅπη ἂν δέοι, τους λόγους κρατύνων, οὐ πάνυ τοι χαλε ομαλώς? Ρεσίνη $ 6: οἷον ἐλπίου ῥεῦμα ἀψοφητί βέοντος. Από φορτικώς?
col. 695–696page 11 of 35
PG 161:695Εδόθη καὶ ὅτε καὶ ὅπου καὶ τὰ πρὸς Μιχαῆλον Βησσαρίων Καρδινάλις τοῖς τοῦ σοφοῦ Γεμιστοῦ υἱεῦσι Δημητρίῳ καὶ ᾿Ανδρονίκῳ (α). Πέπυσμαι τὸν κοινὸν πατέρα τε καὶ καθηγεμόνα, τὸ γεῶδες πᾶν ἀποθέμενον, ἐς οὐρανὸν καὶ τὴν ἀκραιφνῆ μεταστῆναι χῶρον, τὸν μυστικὸν τοῖ; Ολυμπίοις θεοῖς συγχορεύσοντα Ιακχον. Ἐγὼ μὲν οὖν χαίρω τοιούτῳ ὡμιληκὼς ἀνδρὶ, οὗ μετὰ Πλάτωνα (ἐξῃρήσθω δὲ λόγου Αριστοτέλης) σοφώ τερον οὐκ ἔφυσεν ἡ Ἑλλάς. Ωστ᾽ εἴ τις τοὺς περὶ τῆς ἀπείρου τῶν γε ψυχῶν ἀνόδου τε καὶ καθόδου β Πυθαγορείων καὶ Πλάτωνος ἀπεδέχετο λόγους, οὐκ πῶς διελέγχεις· ῥᾷον δ' ἢ ἀράχνης ἱστὸν διαλύων τὸ ψ ύλος, κατὰ τῆς ἀμαθίας πομπεύεις, ἀναιμωτὶ τὴν νίκην ἀποφερόμενος. ᾿Αφ' ὧν ἁπάντων ἑξῆς προχωρούντων τὸ ἐμβριθές σου τῶν λόγων, ή τε θρυλλουμένη καὶ περισπούδα στης πᾶσι δεινότης μάλ' ἐναργῶς ἀναφαίνεται· τό τε γενναῖον τῆς φύσεως καὶ τὸ τῆς παιδείας πολυχούν πολλῇ τῇ σπουδῇ καὶ φιλοπόνως ἄγαν ἐπικτηθέν σ: οὐχ ἥκιστα ἀναδείκνυται· καὶ πρόσεστι σοι τὸ τοῦ ἤθους καθεστηκός, τό τε πρὸς ἀρετὴν εὖ ἔχον, μὴ δόξαν κινὴν πᾶσι τρόποις καὶ πάσαις μηχαναίς θηρωμένῳ (τοῦτα δὴ τὸ τῶν πολλῶν καὶ τὸ δοκεῖν προτιμώντων τοῦ εἶναι), τοῦ καλοῦ μὲν οὖν καὶ τῆς ἀληθείας περιφανῶς ἀντιποιουμένῳ καὶ ταύτην παντὶ σθένει μεταδιώκοντι. Σὲ μὲν οὖν ἔγωγε διὰ ταῦτα καὶ θαυμάζω καὶ μακαρίζω και σαι πάντ᾽ ἀγαθὰ καὶ βίον εὐμαρὴ καὶ ἀπρόσκοπον εὔχομαι· ἐμαυτὸν δ' ἀμηγέπη παραμυθοῦμαι, διηνεκώς νύκτας τε καὶ ἤματα πάντα τὴν τοῦ γένους ἀπώλειαν καὶ τῆς ἡδίστης τῷ ὄντι καὶ καλλίστης φωνῆς τὸ ναυάγιον ὀδυρόμενον. "Εστι γὰρ ὁρᾶν ἔνεκά γε σοῦ ἔτι λείψανα τῆς καλῆς περι όντα Ελλάδος καὶ παῖδας Ελλήνων τους πατέρας ἀπομιμουμένους, τό γε θεῖον ἐκεῖνο τῆς ἐρασμιωτά τῆς ἐμοὶ καὶ πάντων τιμιωτάτης φωνῆς διασώζοντας κάλλος. Τῷ τοι τὸ ὑμηρικὸν ἐκεῖνο παρῳδήσει μικρὸν Επεισί μοι καὶ ἴσως κατὰ καιρόν· "Ομηρος μὲν γὰρ Αγαμέμνονα τῷ Νέστου φάναι ἐποίησεν, ἐγὼ δ ἐναλλάξας φημί·. Εἴ μοι δέκα μόνοι Θεόδωροι ἢ δέκα Ανδρόνικοι γένοιντο, ἐξαρκέσαι ἂν οὗ τὸ Ιλιον πολίχνιόν τι βάρβαρον ἐκπορθῆσαι, ἀλλὰ γένους πάντων γενῶν σοφωτάτου ποτὲ καὶ ἡμερωτάτου φωνὴν καὶ παιδείαν, μεθόδους τε καὶ λόγων καὶ ἰσχύν, πᾶσαν τ' ἐπιστήμης ἰδίαν ναυαγήσασαν, φεῦ! ἀνασώσασθαι.» Αλλά μοι νικῴης, ὁ καλὸς Ἀνδρόνικος, πάντας ἂν ἀποκνήσω καὶ τοῦτο προσθείναι, ὡς ἄρα Πλάτωνος τὴν ψυχὴν, τοῖς τῆς εἰμαρμένης αρρήκτοις θε σμοῖς δεῆσαν δουλεῦσαι καὶ τὴν ἀναγκαίαν ἀποδοῦναι περίοδον, ἐπὶ γῆς κατιοῦσαν τὸ Γεμιστοῦ σκήνος καὶ τὸν ἐκείνου βίον ελέσθαι. Ὑμεῖς δὲ, εἰ μὴ καὶ αὐτοὶ χαίροιτέ τε καὶ κροτοίητε τούτου ἐκπε φυκότες, οὐκ ἂν τὰ εἰκότα ποιοίητε. θρηνεῖν γὰρ τήν γε τοιοῦτον μὴ οὐ θεμιτόν ᾖ. Μέγα κλέος Ελ λάδι πάσῃ γέγονεν ἐκεῖνος ἀνὴρ μέγας αὐτῇ κόσμος εἰς τὸν ἔπειτα χρόνον ἐσεῖται Τούτου κλέος οὔποτ' ὀλεῖται, ἀλλὰ οἱ τὸ ὄνομα καὶ ἡ φήμη μετ᾿ εὐκλείας ἀϊδίου εἰς τὸν ἐσαεί παραπεμφθήσε ἄνδρας και μεταδιδάσκοις οὐκ ὀρθῶς περὶ τῶν δν των φρονοῦντας· τῶν δ' ἄλλως μοι μοχθηρῶς καὶ ἀπαιδεύτως ἐχόντων ἀεὶ περιγίγνοιο πάσῃ ἀρετῆς ἰδέα τὴν ἀσχημοσύνην μεταῤῥυθμίζων, τοῦθ' ὅπερ εὖ ποιῶν ἐπικέκλησαι κάλλιστος ὤν. Ἐμὲ δὲ φίλον ἴσθι σόν, ἔχοντα προθυμίαν πάνθ' ὑπὲρ σοῦ καὶ λέγειν καὶ πράττειν τὰ δυνατά. Ερρωσο. Ἐν Ουϊτερβίῳ, Ἰουνίου ἄγοντος πέμπτην ἔτει τῷ ἀπὸ Χριστοῦ αυξβ'. δινάλις Καρδινάλης εγώ μέν... ἡ Ἑλλάς, Ἐγὼ μὲν οὖν χαίρω παρὰ τοιοῦτον ἄνδρα φοιτήσας, οὗ Πλάτωνι, μετά γε τους πρώτους ἐκείνου; ἄνδρας οὓς ἔφυσεν ἡ Ἑλλὰς, οὐ σοφίᾳ, οὐ τῇ ἄλλη ἀρετῇ ὁμοιότερον οἶδα κρατείητε, ανήρ. ΑΠ. ἐσεῖτε. ἐσεῖται σ:αι (α)
col. 697–698page 12 of 35
PG 161:697τα χρόνον. Εὖ πράττοιτε· καὶ πριγκίπαν τὸν Χεῖ λαν ἐξ ἐμοῦ προσείπατε, δ; ἔστω φιλούμενος ὑπ' ἐμοῦ διὰ τὴν ἀρετὴν, ὡς οὐδέποτε μᾶλλον. Τοῦ αὐτοῦ στίχοι εἰς Πλήθωνα ἐπιτάφιοι. Γαίαν σώματι ψυχῇ δ' ἄστρα Γεώργιος ίσχει, Παντοίης σοφίης σεμνότατον τέμενος. Πολλοὺς μὲν φύσεν ανέρας θεοειδέα; Ελλάς, Προὔχοντας σοφίῃ, τῇ τε ἄλλῃ ἀρετῇ. ᾿Αλλὰ Γεμιστός, ὅσον Φαέθων άστρων παραλλάσσει, Τόσσον τῶν ἄλλων ἀμφότερον κρατέει. Βησσαρίων καρδινάλης τῷ λογιωτάτῳ ἀνδρὶ Νικολάῳ τῷ Σεκουνδίνῳ εὖ πράττειν. Εἰδώς σε καὶ αὐτὸν τοῦ Γεμιστοῦ σοφίαν καὶ ἀρετὴν οὐδενὸς ἧττον ἀγάμενον, πέμπω σοι ἔπη τινὰ εἰς ἐπιτάφιον αὐτῷ ὕμνον πεποιημένα, και ἣν ἀπέσταλκα τοῖς αὐτοῦ υἱοῦσιν ἐπιστολὴν, οὐκ αὐτοὺς παραμυθούμενος, ούς γε χαίρειν, οὐκ ἄχθεσθαι δεῖ, ἀλλ' ἐκεῖνον ἐγκωμιάζων. "Απερ ἀναγνούς, μὴ νο μίσης ὑπερβολὴν ἐνεῖναι μηδεμίαν τοῖς λόγοις ἀνὴρ γὰρ ἐκεῖνος φιλοσοφίας τῷ ὄντι καὶ παντοδαπῆς σοφίας εἰκὼν γέγονεν, οὐ τῆς ἐν λόγοις μόνον, καὶ ὅση περὶ τὴν τῶν ἄστρων φοράν, καὶ περὶ ἁρμο νικούς λόγους τάς τε γεωμετρικάς αναλογίας καὶ ἀριθμητικὰς μεσότητας καταγίνεται οὐδ᾽ ὅση μόνον Πλατωνική τε καὶ τῶν τὰ θεῖα ἐρευνησαμε των ἐκείνων ἀνδρῶν, ὅση τε περὶ τὴν τῶν φυσικῶν Έρευναν καὶ τὰς τούτων αἰτίας τε καὶ ἀρχὰς τήν πραγματείαν ποιεῖται, & πάντα, ὡς οὐδεὶς· οὐδὲ ἔν, ἐξήσκησεν ἀκριβέστατα· ἀλλὰ καὶ ὅση, περὶ πρᾶξιν σχολάζουσα, τὰ ἤθη καὶ τοὺς τρόπους ἑκάστου κοσμεῖ· ᾗ οὕτω τὸν ἴδιον ἐλάμπρυνε βίον, ὡς μη δὲν πρὸς αὐτὸν Διογένην καὶ τοὺς ὁμοίους, μηδὲν τοὺς Στωϊκοὺς ἐκείνους εἶναι. Τὴν γὰρ σεμνότητα καὶ τὸ κόσμιον καὶ τὸ αὔταρκες αὐτῶν ἀσπασάμενος, τὴν ἀλαζονείαν τε καὶ οἴησιν καὶ ἐπίδειξιν αὐτ τῶν ἀπεώσατο. Δι' ἃ πάντα τοσοῦτον αὐτὸν τεθαύ μαχα, ὅσον, εἰρήσθω γὰρ τὸ ἀληθὲς, οὐδέπω οὐδένα ἄν ἐς δεῦρο εἶδόν τε καὶ ὠμίλησα. Οὔτε γὰρ ἂς περὶ ἐλάττονος ἐποιεῖτο τὰ παρόντα πάντα, οὔθ' ὅς μᾶλλον, τῆς σοφιστικῆς ἀπεχόμενος αδολεσχίας καὶ πάγης, τῆς περὶ τὰ ἐν φιλοσοφίᾳ δόγματα άλη θείας ἐρευνητικώτερός τε καὶ εὐρετικώτερος γέγονεν, οὔπω ἐνέτυχον οὐδενὶ, καίτοι πολλοῖς ἐντυχών ἀνδράσι σοφοῖς. "Ων είνεκα πολλὰ μὲν καὶ μεγάλα περὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς βραχέσιν ἐκείνοις εἰρήκαμεν ῥήμασιν· οὐδέποτε δ᾽ ἂν εἴποιμεν οὐδὲ μακροῖς λόγοι; τά γε εἰκότα, ἀλλ' ἀρκεῖ, ὥς τινα τῶν ὑπὲρ ἡμῶν τε καὶ ἡρωικῶν ἐκείνων ἀνδρῶν, θαύματι καὶ σιγῇ μᾶλλον αὐτὸν ἡ λόγῳ κοσμεῖν. Ερρωσο. ΑΠ. ἀστέρων. ΑΠΙ. ἀμφοτέρου, ἀμφότερον, ἀμφοτέρος. Καρδινάλης, καταγείνεται, αδολεσχείας.
col. 699–700page 13 of 35

Ad Ludovicum XI regem scribit a summo pontifice legatum se_electum, ut pacem inter regem ipsum et duces Burgundiæ ac Britannia, armis de positis, componere curaret (a). Bessario cardinalis serenissimo principi et illu strissimo domino D. Ludovico Francorum regi Christianissimo, domino mihi colendissimo. et proximus sit, et strictis prope gladiis prælium impendeat. Majestatem Tuam rogo per majorum laudem immortalen, per Christianissimi nomen quod domesticum est et hæreditarium, per excel lentem pietatis et misericordiæ gloriam, per Chri sti majestatem, qua tanti regni gubernacula jamdin tenes, ut prælio abstineas prorogatis induciis, quæ, ut audio, die lunæ insequenti exituræ sunt. Ego paulo post adero, Deo duce, Majestatisque Toæ consilii religiosissimis, et voluntate optima ea me ditari et perlicere studebo quæ tibi, reliquis omni bus principibus, communi libertati præsidium, sempiternamque pietatis laudem videntur allatura. Misi nunc reverendum Patrem D. Bartholomæum præsulem Parentinum, virum cum ingenio cum fide non vulgari præditum, qui hæc meo nomine rogabit, exponetque alia nonnulla coram. Oro ut audias hominem, fidemque habeas ac mihi ipsi si adessom, a me enim proficiscitur et loqui'ur. Felix sit Majestas Vestra, cui nie commendo. Serenissime princeps et illustrissime domine, domine mihi colendissime, nusquam deflexi ab in stituto itinere postea quam sum ex Urbe egressus, ut ad Majestatem Vestram pervenirem. Nam meum legationis obeundæ officium, piissimaque pontifi cis maximi mandata vix valetudinis curandæ in clinatæque ætatis recreandæ spatium relinquebant, cum præsertim res Gallicæ undique tumultus et cædes parturirent, armatique exercitus, quod sine maximo animi dolore scribere non possum, ad cruentam dimicationem in dies magis compararen tur. Hac una cogitatione et cura nec salutis meæ, nec imbecillitatis rationem ullam duxi, cum aut Cinisium montem Alpesque difficillimas superabam, aut reliquum iter asperrimum conficiebam. Nullum enim vehiculi genus, nulli acceleratio tanta esse poterat, quantam sedes apostolica, meaque in Chri stianum nomen pietas maxime postulabat hac rerum conditione et fortuna. Nam cum pontifex maximus hane nationem rebus gestis amplissimam, multitu dineque pene infinitam, cujus opibus ac virtute Dei Ecclesia et secundis rebus ornata est, et difficilli mis temporibus defensa, mutuis seditionibus bel lisque labefactari intelligeret, ingemuit vehemen ter, ac pro boni pastoris officio deligendum statuit, qui gregem Dominicum dissidentem mutua compo neret pace et quiete, ne impetum faciat sævissimus lupus, cui nomen Christianum jamdiu est ludibrio. Multi quidem ingenio et sapientia præstantiores mitti poterant, sed qui me voluntate superarent, et studio conficiendæ, pauci. Nam, ut cætera aliis concedam, religionis amore vinci turpe esset, cum anteactæ vitæ, tum præsenti ætasi. Cum autem omni itinere admodum suspensus et sollicitus ſue rim, ut prius adessem quam manus conscrerentur, nuc maxime angor et crucior, quod me quoque tanta celeritate ſesso et pene præsente belli sævitia nulla ex parte conquiescit; utinam o momento apud Majestatem Tuam, illustrissimosque duces Burgundum et Britannum mihi adesse liceret, di viso etiam hoc corpusculo in tres partes, ut uno ordine armis repressis de communi dignitate, am plitudine, salute ageretur. Id quoniam fieri nen potest, molestissimum est. Sum omnes aditurns mandato pontificio; ac instituto ordine legationis primum ad te venio, Christianissime princeps, quo ņiam tuæ celsitudinis ratio ita poscit; me conferðin deinceps ad illustrissimum ducem Britannum cum Ex Samurro, die decima quinta Augusti, mille simo quadringentesimo septuagesimo secundo. Majestatis Vestræ, Deditissimus B. cardinalis Nicænus, apostolicæ sedis legatus. Ad principem senatumque Venetiarum, Bibliothecam suam omni librorum genere instructissimam eidem senatui defert ac donat (b) (Anno 1469). Illustrissimo ac invictissimo principi Venetorum Christophoro Moro duci, et inclyto senatui, sa lutem. Equidem semper a tenera puerilique ætate om nem meum laborem omnemque operam, studium curamque adhibui, ut quoscunque possem libros in omni disciplinarum genere compararem: pro pter quod non modo plerosque et puer et adole scens manu propria conscripsi: sed quidquid pe cuniæ seponere interdum parça frugalitas potuit, in his coemendis absumpsi. Nullam enim magis di gnam atque præclaram supellectilem, nullum uti liorem præstantioremque thesaurum parare mihi posse existimabam. Vocibus plèni, pleni antiquita Lis exemplis, pleni moribus, pleni legibus, pleni religione vivunt, conversantur, loquuntur nobis cum. Docent mos, instituunt, consolantur, resque e memoria nostra remotissimas quasi præsentes exhibent, et ante oculos nobis ponunt. Tanta est eorum potestas, tanta dignitas, tanta majestas, tantum denique numen, ut, nisi libri forent, rudes omnes essemus et indocti; nullam fere præterita rum rerum memoriam, nullum exemplum, nullanı denique nec humanarum nec divinarum rerun cognitionem haberemus. Eadem urna quæbominum (a) Ex domni d'Acherii Spicilegio, in fol. tom. III. (b) Philologicar. Epist. ed. Melch. Haiminsfeldii Goldasti, post Richardi de Buri, epise. Dupcimensis, Pkilobiblion. Francofurti, 1610, inf12 Biblioth. Mazarin, n. 22910. j

col. 701–702page 14 of 35

corpora contegit, etiam nomina obrueret. Quamvis dum est civitatem vestram, quod optamus, in dies autem huic rei toto animo semper incubuerim, ar dentiori tamen studie post Græcia excidium, et dellendam Byzantii captivitatem, in perquirendis libris Græcis omnes meas vires, omnem operam omnemque facultatem industriamque consumpsi. Verebar enim et vehementissime formidabam, ne cum cæteris rebus tot excellentissimi viri, tot sum morum viroruni sudores atque vigiliæ, tot lumina orbis terræ periclitarentur atque perirent, quem admodum etiam superiori tempore tantam jactu ram fecimus, ut ex ducentis viginti millibus libro rum, quos Plutarchus refert in bibliotheca Apamæorum fuisse, vix mille ætate nostra super sint. Conati autem sumus, quantum in nobis fuit, non tam multos quam optimos libros colligere, et singulorum operum singula volumina, sicque cun cta fere sapientum Græcorum opera, præsertim quæ rara erant inventuque difficilia, coegimus. Cæterum cum hoc sæpe mente repeterem, parum desiderio meo satisfecisse videbar, nisi pariter providerem, ut libri, quos tanto studio et labore eoegerin, me vivo ita collocarentur, ut etiam de functo dissipari aut alienari non possent, sed in loco aliquo tuto simul ac commodo ad communem bominum, tam Græcorum quam Latinorum, utili tatem servarentur. Hoc igitur cogitanti mihi, mul Lasque Italiæ urbes animo volventi, sola vestra inclyta atque amplissima civitas occurrit, in qua animus meus omni ex parte conquiesceret. Primo enim non videbam, quem locum eligere possem tutiorem, quanı eum qui æquitate regitur, legibus tenetur, in unitate ac sapientia gubernatur, ubi virtus continentiæ, gravitatis, justitiæ, fidei domi cilium est; ubi imperium, ut maximum est atque amplissimum, ita æquabile ac moderatum; animi in consulendo liberi, nulli libidini, nulli delicto obnoxii; prudentes imperii clavum tenent, et boni malis præponuntur, ac privatorum commodorum obliti, totum corpus reipublicæ unanimi consensu et summa integritate procurant. Ex quibus speran magis et vires et nomen propagaturam. Dehinc intelligebam nullum locum a me eligi posse com modiorem ac nostris præsertim hominibus aptio rem. Cum enim in civitate: vestram omnes fere totius orbis nationes maxime confluant, tum præ cipue Græcí, qui e suis provinciis navigio venien tes, Venetiis primum descendunt: ea propterea vobiscum necessitudine devincti, ut ad vestram appulsi urbem, quasi alterum Byzantium introire videantur. Post hæc quomodo poterit hoc benefi cium a nobis honestius locari, quam apud eos ho mines quibus ego multis eorum in me beneficiis devinctus obstrictusque essem; et in ca civitate, quam mihi, subjugata Græcia, pro patria elegissem, et in quam accitus a vobis atque honorificentissime receptus fuissem. Itaque conscius mortalitatis meæ et ingravescentem jam ætatem diversosque quibus amigimur morbos, et cætera quæ evenire possent considerans, omnes libros meos utriusque linguæ sacratissimæ ædi beati Marci vestræ inclytæ civi tatis dono dedi atque dicavi, sentiens talem me animum et excellentiæ vestræ et gratitudini meæ et quam mihi communem esse voluistis, patriæ de buisse, ut vos ac liberi posterique vestri, qui me virtute ac sapientia vestra, multisque in me bene ficiis addictum, deditum obstrictumque habetis, hæredes laborum meorum, fructus uberes diutur nosque capiatis; deinde cæteri qui bonarum dis ciplinarum studiosi cerunt, vestra causa capiant. Quapropter et donationem ipsam, et librorum in dicem, et pontificis maximi decretum ad vestras excellentias mittimus, precantes Deum ut reipu blicæ vestræ omnia bene, feliciter prospereque eveniant, et pacem habeat, tranquillitatem, otium concordiamque perpetuam. Valeant excellentiæ vestræ feliciter. Viterbii, v Non. Maias. cardinalis, patriarcha Constantinopolitanus, basilica B. Marci Venetiis dicavit. Catalogum (a) bibliothecae Bessarionis præstantissimus B. Montfauconius dudum exhibuit in sua Bíblio̟ theca bibliothecarum codicum mss. Sed cum ipse hune Catalogum luculentiorem et exactiorem ex Ric cardiana bibliotheca erutum, et ipsi, ut videtur, prope Bessarioni oyypovov habeam, non ingratam rem cruditis me facturum arbitror, si illum hic iterum publici juris faciam. Est vero qui sequitur. Tabula librorum, 1am Græcorum quam Latinorum, quos reverendissimus in Christo Pater dominus cardinalis Nicænus, ac episcopus Albanensis, dono dedit serenissimo et excel lentissimo ducali Venetiarum dominio: qui reconditi (prout Roma transmissi fuerant) in capsis XXX commendati fuere magnificis et generosis dominis procuratoribus ædis Divi Marci, tantisper quoad instruatur et exornetur domus aliqua, bibliothecæ, in qua reponi debent pro communi studentium utilitate, ac decore et ornamento urbis hujus celeberrimæ. In capsa signata sunt codices hi, quorum inscri ptiones hic infra adnotatæ videntur. Totus Aristoteles præter logicam, in pergamenis et novus. Physica ejusdem cum expositione usque ad quar tum librum cujusdam alterius. Deinceps Simplicii, in pergamenis, et est liber pulcher. . Physica ejusdem, cum expositione Simplicii, in pergamenis. Simplicius in prædicamenta Aristotelis: ac cu-. (a) Joan. Lami, Delicia Eruditorum, tom IX, Florentiæ 1710.

col. 703–704page 15 of 35

jusdam alterius expositio in primum et secundum ▲ de anima, in pergameuis, pulcher. Theophrastus de plantis, in pergamenis. Philoponus in librum de Generatione et cor ruptione, et Alexander in meteora, in pergamenis. Logica Aristotelis cum expositionibus ad topi cam usque, in papyris. Physiognomonica, paradoxa, mechanica, et pro blemata Aristotelis, in papyris. Rhetorica Aristotelis, et nonnulla parallela Plutarchi, in papyris. Alexandri quæstiones naturales, morales, et de anima, in pergamenis. Quædam epigrammata et moralia Aristotelis magna, et Eudemica, partim in papyris, partim in pergamenis. Sexti Empirici in mathematicos, in papyris. Interpretatio multorum in logicam, in papyris. Metaphrasis in logicam, in papyro. Quæstiones cujusdam Joannis Italiei in logicam et topicam, in pergamenis. Ammonii in prædicamenta Aristotelis. Simplicii in librum de coelo et mundo, imper. fectus et inordinatus; et erotemata Ptochopro dromi, in papyris, etc. Chortasmeni in logicam et rhetoricam, in pa pyris. Homeri Ilias, in pergamenis, liber vulcherrimus, Homeri Odyssea, in papyris. Eustathii in Odysseam, in pergamenis. Eustathii in primos novem libros Iliadis, in per gamenis. Carmina Gregorii Nazianzeni, in pergamenis. Arati poetæ Lycophronis, in pergameĤis, cum expositoribus. Erotemata antiqua, in pergamenis. Euripidis, in papyris, tragediæ tres. Aristophanis comoediae tres, et Sophoclis tra gœdiæ quatuor, in papyris. Et Nicandri theriaca, in pergamenis. In capsa signata D, ponderis librarum 225, sunt volumina infrascripta. Omnia opera Platonis in eodem et pulcher:imo volumine, in pergamenis. Omnia Moralia Plutarchi in eodem volumine, in pergamenis. Proculi in Parmenidem Platonis, in pergamenis, novus liber et pulcher. Proculi in theologiam Platonis, et Hieroclis in aurea carmina Pythagoræ, novus liber et pul cher. Proculi in Timæum Platonis, in pergamenis, novus 'liber, et pulcher. Platonis nonnulli dialogi, et de rep., in per In capsa inscripta B, quæ est ponderis librarum 230, gamenis. sunt volumina infrascripta. Evangelium Matthæi cum expositoribus, in per gamenis. Olympiodori in quosdam dialogos Platonis, in pergamenis.' Arrianus in Epictetum, in papyris. Plotini nonnullæ orationes, in pergamenis. Maximi Platonici orationes, in pergamenis. Iamblichi in epistolam Porphyrii, in pergame nis. Porphyrii dialogus in prædicamenta Aristotelis, et dialecticam, et arithmeticam, theologicam, in pergamenis. Simplicii in tres libros de anima, et Proculi, et Hermæ, in quosdam Dialogos Platonis, in perga menis. Herodiani de octo Cæsaribus, et Zosimi histo rici, in pergamenis. Heliodori Ethiopica, in pergamenis. Phocylidis, Theognidis, Pollucis, et alia quæ-° damn, in papyris. Historia Pachymeris, in papyris. E: Xenophontis Ascensus Cyri, in papyris. Philonis orationes nonnullæ, in pergamenis. In capsa signata C, ponderis librarum 220, sunt libri infrascripti. Homeri Ilias, Odyssea, Hymni, Bellum murium et ranarum; Quinti supplementum Iliadis, in per gamenis. Platonis dialogi xxx, in papyris, et Vita ipsius in principio. Iamblichi, de vita Pythagoræ, in pergamenis. Plotini opera omnia, in papyris. Damasceni de principiis in Parmenidem, in per gamenis. Proculi duo libri de theologia Platonis, et cle mentalis ejusdem theologia. Historia de rebus gestis Mauritii Imperatoris libri octo, et Æsculapii Tradani expositio in Arith meticam, in pergamenis. Nicephori Gregoræ, in pergamenis. Xenophontis post Thucydidem, et de dictis et factis Socratis, et aliæ quædam orationes, in pa‍ pyris. Josephi de captivitate, in pergamenis. Josephi de captivitate, in pergamenis, et Zonaræ et Choniata historiæ, in papyris. In capsa siynata ponderis librarum 230, sunt codices infrascripti. Diodori historici a x in xx librum, in papyris. Diodori ab xı ad xv usque, in pergamenis. Apiani historiarum Romanarum, et aliarum, in papyris. Tbeogenis et Chariclæ, in pergamenis. Diodori libri v primi, in papyris. Dionis Romanarum historiarum, in papyris. Herodoti in papyris, et Juliani quædam ora tiones.

col. 705–706page 16 of 35

Chronica cujusdam, in papyris. Demosthenis orationes omnes, in pergamenis. Strabonis ab x1 usque ad finem, cum adnota tionibus Gemisti, in papyris. Plutarchi parallela omnia, liber pulcherrimus. Isocratis orationes xx1, et Dionysii de nominum compositione. Syriani Sophistæ, et aliorum in nonnullas partes Rhetorice, in pergamenis. Libanii declamationes, in papyris. Lysiæ orationes xxix; Dionysii, De charactère Lysia; Gorgiæ in laudem flelenæ. Aladamantis orationes duæ; Antisthenis oratio nes duæ; Demaḍis oratio una. Agathiæ historiæ quinque libris, et de nomini bus et ordinibus antiquorum. Theognidis poetæ; Phocylidis; Aurei versus Py thagoræ; Moschi Siculi. Musæi Hero et Leander, Dionysii Longini de magnitudine orationis, in pergamenis, etc. Naucratis convivia libri octo, in pergamenis. Thucydidis historia, in papyris. In capsa signata F sunt libri infra scripti ponderis librarum 240. Dionis Chrysostomi orationes octoginta, in per gamenis. Dionysii Halicarnassei, Demetrii Phalerensis, Alexandri, Menandri, Aristidis, Apsinis, Monita oratorum multa et præclara de ratione dicendi. Orationes Libanii, in papyris. Epistolæ cujusdam Michaelis Gabræ, in papyris. Libanii Declamationes, in pergamenis. Libanii Epistola, in papyris. Quædam opera Aristidis; Proculi naturalis elc mentatio legalia quædam Alcinoi de dogmate Platonis, in papyris. Aristidis orationes, in pergamenis. Dionis Romanarum historiarum a xLiv ad quin quagesimum usque nonum, in pergamenis. Aristidis orationes, in papyris. Rhetorica Hermogenis, Arithmetica Nicomachi, Geometri libri sex, et Geodæsia in pajýris. Rhetorica Hermogenis, in papyris. Cleomedis, in papyris, et Ptolemæi Quadripartita cum expositione, et multa alia in Astronomiam, in pergamenis. In capsa signata G ponderis librarum 240 sunt libri infra scripti. Geometrica Euclidis, et Data ejusdem, Sphæra Theodosii, Apparentia et Catholica Euclidis, Lo gica Barlaam, et Almagesti Ptolomæi, in papyris. Almagestus Ptolemæi cum expositione Theonis, liber pretiosus, in papyris. Geometria Euclidis, et aliorum multorum au ctcrum numero xviii theoremata geometrica, liber pretiosus, in papyris. Albacus Græce, Geodæsia, tabulæ Persicæ, ta bulæ Theonis, Proculi in Astronomiam. Quadri partita Ptolemæi, et alia in Astronomiam, in pa pyris. Magni Logothetæ in Astronomiam, in papyro, liber unus. Musica Ptolemæi cum expositione Laurentii, in papyro. Tabulæ Ptolemæi in compendium redactæ, in papyro. Quædam tabule Astrologicæ parvo volumine, in pergamenis. Arithmetica Nicomachi; Arati Phænomena, Cleo medis, et sex libri Geometrie, in papyris. Arithmetica Nicomachi Philosophi, in papyris. Cleomedis cum expositione, et Arithmetica cum expositione Philoponi, in papyris. Cleomedis, et Arithmetica Diophanti libri sex in Liber legalis compendium Armenopoli, in pa pyris. Liber legalis in alphabetum, in pergamenis. Similis, in pergamenis, et Similis, in pergamenis. In`capsa signata H ponderis librarum 230 sunt libri infra scripti. Epitoma LX librorum legum per alphabetum, in pergamenis. Institutiones Græcæ, in pergamenis. Liber legalis, Compilatio, et collectaneum trium Demosthenis orationes quinquaginta, et epita- imperatorum, in papyris. phia Lysia, in papyris. Demosthenis orationes xxu, proœmia conciona toria, vel demegorica, et Epistolæ sex, in perga, menis. Euclidis Geometria, in papyris. Cleomedis tabulæ Persica; Erisocina Arithime tica, et imagines Philostrati. Liber in quo sunt judicialia complura, in papyris corio rubeo. Alter similis, corio nigro. Tabule Persicæ; et descriptio Astrolabii in pa pyris. Ptolemai Almegisti, in pergamenis. Ptolemæi Geographia, in pergamenis. Meletius de natura hominis, in papyris. De cura equorum multorum auctorum, in gamenis. per De varietate et virtute elementorum, in pa pyris. Dioscorides in medicinam, in pergamenis. Oribasii in medicinam, in papyris libri quatuor, et de agricultura diversorum auctorum, in pa pyris. Actuarii de urinis, in papyris. Pauli Æginetæ medici, in pergamenis. Eusebii de Constantini Vita, in papyris, Legum epitomia, et Canones conciliorum, in pergamenis.

col. 707–708page 17 of 35

Basilii Ilexaemeron, et contra Eunomium, gamenis. in per Liber legalis trium imperatorum, in papyris. Photii narratio corum quæ legerat, in perga meris. Alter similis, in pergamenis. In capsa signala I ponderis librarum 250 sunt libri infra scripti. Climacus cum expositione, in papyris. Eusebii Evangelica præparatio, in papyris. Acta quarti concilii, in papyris. Acta quinti concilii, in pergamenis. Acta synodi contra Photiuni, et alterius pars, in papyris, consumpta in pergamenis. Acta eoncilii Florentini, Sancti Dionysii Areopagitæ omnia opera in per gamenis, liber pulcherrimus. Philosophia et Theologia Damasceni, in per gamenis. Alter ber similis, in pergamenis. Alter liber similis, in papyris. Sancti Thomæ primus et secundus contra Gen tiles Græce, in papyris. Ejusdem ad Sanctorem Antrocherium, et prima primæ Græce, in papyris. Acyndini quædam opera; et Prochori de attri butis, in pergamenis. Nicolai Cabasilæ de Vita, in papyris, in x. Sancti Basilii orationes, in pergameno mona stice. Ejusdem de eadem re, in pergamenis, et Ejusdem de eadem re, in pergamenis. Cinoi De processione Spiritus sancti, in per gamenis. In capsa signata K ponderis librarum 240 sunt libri infra scripti. Zonaræ historici a niundi creatione ad imperium usque Alexii, in papyris. Deest parum, et in prin cipio, ct in fine. Alexandri et Aristotelis problemata, in papyris. Galeni decem tractatus, in pergamenis. Theonis in Platonem de mathematicis, in perga menis. Aristidis orationes, in papyris. Moralia Plutarchi, in pergamenis. Luciani orationes, in papyris. Acta sexti et septimi concilii, in papyris. Moralia Plutarchi, et Aristidis orationes, in pa pyris. Epistolæ multorum pulchræ in papyris. Djalogus Planudis in Grammaticos, et Ovidii Metamorphoses Cræce, in papyris. Flores ex diversis auctoribus per quemdam Ma carium, in papyris. Multa in Grammatica, in papyro. Gregorii Nazianzeni de homine, et Basilii contra Eunomium, in pergamenis. Hic est, ut videtur, duarum litterarum hia tus, nam Intera N litteræ O postponitur, adeoque Basilii in Isaiam, in pergamenis. Epistolæ Pauli Græce, et Latine, et Hebraice. Doginatica armatura, in papyris. Excerpta de sanctis doctoribus, in pergamenis. Quædam orationes Chrysostomi, in pergamenis. Liber Monasticus Antiochi, in pergamenis. Origenis Philocalia, in pergamenis et Commentaria quædam in orationem Gregorii Nazianzeni, in pergamenis. In capsa signala O ponderis librarum 230, sunt libri infra scripti. Gregorii Nazianzeni sermones cum glossis, in papyris. Leges in compendium redactæ, et canones con eiliorum, in pergamenis. Leges navales Rhodiorum ex 14 libro Digesto rum, et aliæ, in pergamenis. Orationes Gregorii Nazianzeni, in pergamenis. Prima pars sancti Thomæ Græce, in pergame His. Chrysostomi homiliæ in diversas auctoritates Evangelii pulchræ, in pergamenis. Ejusdem Margaritæ, in pergamenis. Ejusdem in Epistolam ad Hebræos, ad Philip penses, in pergamenis. Ejusdem in Joannem prima pars, in pergame nis, et Homiliæ Chrysostomi ex ipsius Sermonum ſɔ ribus compositæ. In eapsa signata N ponderis librarum 230 sunt libri infra scripti. Cyrillus in Joannem, in papyris. Chrysostomi in primam partem Matthæi, in per gamenis, initium a xv Homilia. Ejusdem in eumdem, in pergamenis, initium a tertia Homilia. Sancti Basilii Hexaemeron et moralia, in per gamenis. Chrysostomi in secundam partem Joannis, in pergamenis. Incipit a Lv Homilia. Sancti Dionysii Areopagitæ omnia opera, in per gamenis. Sancti Basili in Isaiam, in pergamenis. Contra Agarenos per Judæos, in papyris. Chrysostomi Andriantes, in pergamenis. Chrysostomi Homiliæ quædam, inter quas sunt quinque in beati Pauli laudes, in pergamenis. Chrysostomi in Joannem secunda pars, in per gamenis, et Quædam Gregorii Nysseni, Eusebii, Origenis, Zachariæ, Eneæ, Theophili et Epiphanii, in pere gamenis. duæ litteræ desunt, vel librarii incuria omissæ, vel alia de causa mihi ignota.

col. 709–710page 18 of 35

In capsa signala P ponderis librarum 230 sunt libri rinthios, ad Philemonem, ad Titum, et ad Galatas, infra scripti. Orationes multorum doctornim in variis festis. Incipit quinta Septembris. Finit in laudem Jose phi, in pergamenis. Metaphrasta mensis Novembris a xvn in finem usque. Vitæ Sanctorum mensis Martii et Aprilis, in pergamenis. Metaphraste secunda pars mensis Januarii, in pergamenis. Orationes octo ex quibus tres sancti Basilii, et quadain aliæ, in pergamenis. Metaphraste mensis Novembris a xvii in finem usque, in pergamenis. in pergamenis. Sancti Joannis Damasceni parallela, in perga menis, el Cyrilli thesauri, in pergamenis. In capsa signata S ponderis librarum 240 sunt libri infra scripti. Chrysostomi in Acta Apostolorum, in perga menis. Chrysostomi in Epistolas ad Ephesios, Philippen ses ac Colossenses, in pergamenis. Sancti Chrysostomi in primam partem sancti Joannis Evangeliste, in pergamenis. Expositio Chrysostomi in partem Isaiæ, et multo Multi Sermones beati Gregorii Nazianzeni, in rum dictorum in eumdem Isaiam, vel in quamdam papyris. Metaphrasta de mense Decembris, in pergame. nis, a medietate, et ultra. Metaphraste de vita Sanctorum, in pergamenis a medietate et ultra de mense Decembris. Metaphraste de mense Octobris, in pergame nis, et Laudes beatæ Virginis, et multorum Sanctorum, in pergamenis. In capsa signata Q ponderis librarum 240 sunt libri infrascripti. Sermones panegyrici diversi, in pergamenis. Expositio in Lucam: Carmina Nazianzeni cum expositione Dionysii Areopagitæ, cum expositione partem, Chrysostomi in partem Jeremie. Theodoreti episcopi Cyri in totum Jeremiam, in pergamenis. Sermones Magni Athanasii, in papyris. Epistolæ Isidori Pelusiotæ in papyris. Chrysostomi in secundam partem Matthæi, in pergamenis. Sancti Maximi Philosophi, in pergamenis. Aristobuli Monachi contra Judæos, in papyris. Expositiones nonnullæ in Evangelia Dominica lia secundum Græcos, in papyris. Chrysostomi in secundam partem Matthæi, in pergamenis, et Basilii contra Eunomium, et Gregorii Nazianzeni in Hexacmeron, in pergamenis. theologica Damasceni. Expositio in Apocalypsim,. In capsa signata T ponderis librarum 230 sunt libri et alia multa, in papyris. Metaphrastæ secunda medietas Novembris, in pergamenis. Metaph asta de Vita Sanctorum mense Decem bris a prima medietate, in pergamenis. Metaphraste Novembris prima medietas, in ner gamenis. Metaphrasta Januarius, in pergamenis Sancti Epiphanii Panaria, in pergamenis, et Sancti Maximi orationes, in pergamenis, diversa, Metaphrasta mensis Novembris secunda pars, in pergamenis. In capsa signata R ponderis libratum 230 sunt libri infra scripti. Sancti Cyrilli ad Palladium de Latria in spiritu et veritate, in papyris. Epistolæ sancti Gregorii Nazianzeni, in perga menis. Sermones sancti Gregorii Nazianzeni, in per gamenis. Sancti Athanasi, in pergamenis. Sermones sancti Chrysostomi in Epistolam ad Romanos, in pergamenis. Sermones diversorum doctorum de Vita Sancto rum mensis Julii et Angusti, in pergamenis. Chrysostomi expositio in Epistolas l'auli ad Co irra scripti. Chrysostomi pars Margaritarum, in pergamenis. Chrysostomi Andriantes, in pergamenis. Chrysostomi Homiliæ in diversas materias, in pergamenis. Origenis expositio in Matthæum et Joannem, in papyris. Chrysostomi Hexaemeron secunda pars, in per gamenis. Sancti Basilii Moralia, in pergamenis. Chrysostomi Andriantes, in pergamenis. Auctoritates de attributis, in papyris. Epistolæ sancti Basilii, in pergamenis. In capsa signata V ponderis librarum 250 sunt libri infra scripti. Chrysostomi in Psalterium, et alia ejus llomilir, in pergamenis. Chrysostomi expositio in Epistolas Pauli ad Co lossenses et Thessalonicenses primam et secun danı, ad Timotheum primam et secundam, in pergamenis. Regula sancti Basili quæ Ascetica inscribitur, in pergamenis. Andriantes Chrysostomi in pergamenis. Isaias propheta cum expositionibas, in perga menis.

col. 711–712page 19 of 35

Carysostomi expositie in primam ad Corinthios, in pergamenis. Sancti Basilii Moralia, in pergamenis. Gregorii Nazianzeni Orationes diversæ, in per gamenis. Gregorii Nazianzeni Orationes, in papyris. Chrysostomi in Psalterium, et ejusdem De vir ginitate, et aliæ orationes pulchræ, in pergamenis. Sancti Gregorii Nazianzeni orationes xxvIII cum expositione, in papyris. In capsa signala AA ponderis librorum 250 sunt libri infra scripti. Chrysostomi Hexaemeron, in pergamenis. Chrysostomi Ilexaemeron prima pars, in perga n:enis. Sanctus Gregorius Nyssenus, in pergamenis. Gregorii Nysseni contra Eunomium, in papyris. Metaphrasta mensis Septembris, in pergamenis. Sanctorum Dorothei, Isaiæ, Marci, et Dialogi de vita monastica, in pergamenis. Sancti Nili orationes diversæ et optimæ, in pergamenis. Sancti Ephrem orationes de monastica vita, in pergamenis Sanctorum Patrum Vitæ per Theodorum Cyri ad Palladium clausum, et de Brachmanis, in perga menis. Erimachi et Isac, in pergamenis. Sanctorum Patrum memoratu digna, in perga menis. Sanctus Marcus, in pergamenis. In capsa signata 9 ponderis librarum 230 sunt libri infra scripti. Psalterium cum expositionibus plurimorum do ctorum optimum, in pergamenis. Vetus Testamentum, Genesis VI, usque ad E-dram, in pergamenis. Psalterium cum expositione Theodoreti, in per gameniз. Vetus Testamentum, Genesis usque ad Esther, in pergamenis. Quatuor Evangelia cum expositionibus, in per gamenis. In capsa signata sunt libri infra scripti ponderis librarum 250. Procopii expositio super Isaiam, in pergamenis. Sancti Ephrem multæ Orationes de vita mo nastica, in pergamenis. Theodoreti in Epistolas Pauli, in pergamenis. Expositiones in libros Salomonis et Job, in per ganienis. Climacus cum expositione Eliæ Cretensis, in papyris. Job, Proverbia, Ecclesiastes, Cantica cantico rum, Sapientia Salomonis, Jesus Sirach, Propheta, Tobias, Judith, Machabæcorum libri tres, et Jo sephi quod ratio sit moderatrix affectuum animi, in pergamenis. Ecclesiastes et Cantica cum expositione, in per gamenis. Proverbia, Ecclesiastes et Cantica cum exposi tione, et Justini de Fide Catholica, et sancti Basilii quod non sit idem substantia et hypostasis, in pergamenis. Psalterium cum expositione Zygabeni, in per gamenis. Quatuor Evangeliaa pulcherrimo volumine co operto cum serico, in pergamenis. Melissa, Cassianus et Maximus, in pergamenis. Quatuor Evangelia parvo volumine, in perga menis. Octateuchus, Regum libri quatuor, Machabaco rum libri duo, in pergamenis. Et ecce Catalogus ille Bibliothecæ Bessarionis, qui in Bibliotheca Riccardiana asservatur Pluteo S. ordine II num, et quem non alia de causa luculentiorem et exactiorem, quam is, quem B. Montfauconius valgavit, dixi, quam quia et synchronos Bessarioni, ut innui, esse videtur; et is quem dum libros in capsis collocarent concinnarunt illi, qui huic negotio præerant; ita ut non sit dubitandum, quin hi libri, qui recensentur, illi ipsi sint, quos Venetis Bessario donavit. Certe, quem Montfauconius edidit, non hoc simplici et tumultuario adgestu compositus est, sed secundum elementorum ordinem: ex quo forte multo posterior esse intelligatur. Illi autem, quibus vacat, utrumque Catalogum conferre pote. runt, atque ita cognoscere an omnes illi ipsi libri servati cint, an alii deinde fuerint additi, an ulla alia differentia inter eos intercedat. Catalogus certe, quem ipse prodo, ab homine minus perito scriptus videtur, et quidem Græco, id quod evincit ipsa Græcarum vocalium pronuntiatio; et minus litterarum Latinarum erudito, quod orthographica menda arguunt; et paulo indoctiori, quod nominum corruptio passiva demonstrat. Nos tamen pleraque menda, quoad fieri potuit, substulimus, et ad emendatiorem scriptionem redegimus, licet multa intacta reliquerimus, ubi sensus ex pravo etiam positu deprehendi aliquatenus poterat. Cæterum in hoc Catalogo perlegendo nonnulla observavi, quæ hic recensere Le ctori erudito ingratum non fuerit, et sunt quæ sequuntur. CAPSA A. Joannes Italicus in Logicum, et Topica Aristotelis. Phil. Labbeus commemorat tantum hu jus commentarium in librum nepi épµŋvela;; Lanı becius vero, alium in Topica. Hic Michaelis Pselli discipulus fuit, cujus quoque exstat Methodus sy noptica rhetorices. CAPSA EADEM. Erotemata Plochoprodomi; cujus multa alia opera, et quædam alias ignota, com

col. 713–714page 20 of 35
PG 161:713Α'. Βησσαρίων καρδινάλις τῷ Πλήθωνι. Κοινῆς πᾶσιν ἐνεσπαρμένης έννοίας καὶ ταύτης ἀληθεστάτης, μηδὲν μηδαμή ἀναίτιον εἶναι, πλην τοῦ πρώτου καὶ πάντων αἰτίου, οὐκ ὀλίγους τῶν Πλάτωνος ἑταίρων ὡς Πρόκλου, Ερμείαν τε και Δαμάσκιον (Δαμάσκιον), τήν τε ψυχήν, τούς γε (:ε) Ο πρὸ αὐτῆς πάντας εἴτε νοητούς τε καὶ νοερούς, εἴτε ντεροὺς θεοὺς αὐθυποστάτους είναι τιθεμένους εὑρί σκομεν. Εἴποι δ' ἂν τις μηδ' ἂν μηδὲ Πορφυρίῳ, Ιαμβλίχῳ, Συριανῷ, καὶ τῷ λοιπῷ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων θιάσῳ, περί γε τοῦ τοσούτου καὶ τοιούτου πράγματος ἄλλως δοκεῖν τούς γε προειρημένους,
col. 715–716page 21 of 35
PG 161:715του ἑνὸς, τοῦτό φασι κεκλῆσθαι τῷ ὀνόματι, ἐκεῖνο δὲ, τῷ τὸ μετεχόμενον ἐκείνου δεῖν ὑφ' οὗ μετα έχεται. Τούτῳ δὲ ἔπεσθαι τῷ ἑνὸς εἶναι ὢν ἐν τῷ πλήθει, καὶ μὴ πᾶσιν ἅμα περιεῖναι. Ταύτα; οὖν τὰς δοκούσας μὲν ἀντιφάσεις ἥκιστα δέ γε οὖσας· οὐ γὰρ ἂν ἔγωγε τοῦτο θαῤῥήσαιμι φάναι· σὸν ἂν εἴη, σοφώτατ' ἀνδρῶν, τοῦ μόνου τανῦν τῆς Πλατωνικής εποπτείας μυσταγωγού τε καὶ μύστου, ἱκανῶς δια λύσασθαι καί τινα περὶ τούτων ἡμῖν ἐκθεῖναι διδα σκαλίαν· ὡς ἐμοιγε σφόδρα προσίσταται καὶ λύσιν πολλὰ σκοπούμενος οὐδεμίαν οὐδέπω ἥτις καὶ ἱκανὴ ἔσται εὑρεῖν ἐδυνήθην· ἃ δ᾽ ἄν τις φαινομένην ἀντία φασιν ἐν τούτοις συνάγων, ἢ πρὸς αὐθυπόστατον ἀπαντῶ, ἀδύνατά τε καὶ ἄτοπα ἐπάγοι τῷ λόγῳ, ἐξέθηκα ἂν εἰ μὴ τὴν πολυλογίαν φεύγων ἅμα καὶ σὲ ᾔδειν διαβατικωτάτῳ σου νῷ πάντα περιοχή μενον. Γ'. Ζήτημα περὶ τῆς τῶν ὄντων συνωνυμίας ή όμωνυμίας. δρῶν συνεχῶς, τάς τούτων ἀναλεγομένους ἐννοίας, τῶν νοητῶν ὄνομα τὸ ἓν ὂν κατὰ μέθεξιν τοῦ πρώτ καὶ τὰς αὐτῶν ἑπομένας ὡς τὰ πολλὰ, δίξας. Ὥσπερ τοίνυν ἐκ μιᾶς γνώμης ἡ τριὰς τῶν πρ ειρημένων ἀνδρῶν αὐθυπόστατα εἶναι τὰ τοιαῦτα τῶν ὄντων ἀποφαίνεται, καὶ οὕτως αὐθυπόστατα ὡς ! αὐτὰ ἑαυτὰ ὑφιστῶντα καὶ αὐτὰ ἑαυτῶν αἴτια ὄντα καὶ ὅλα ἅμα αἰτιατά τε καὶ αἴτια· ἔν τε γὰρ τῇ θεολογικῇ αὐτοῦ στοιχειώσει, τὸν Πρόκλον περὶ τῶν αὐθυποστάτων πολὺν ἂν εὕροι; ποιούμενον λόγον ἔν τε τοῖς εἰς Παρμενίδην αὐτοῦ ὑπομνήματι, οὐχ ὥσπερ λέγουσι τινες ὅτι πᾶν τὸ παραγόμενον ὑπ᾽ ἄλ λης αἰτίας παράγεται καὶ ἡμῖν ῥητέον, φησὶν, ἀλλ' ὥσπερ ειώθαμεν αὐτοκίνητα προτάττειν ὡς ἑτερι κινήτων, οὕτω καὶ τὰ αὐθυπόστατα προθετέον τῶν ὑπ᾽ ἄλλου παραγομένων. Εἰ γάρ ἐστι τὸ ἑαυτὸ τε λειοῦν, ἔστι καὶ τὸ ἑαυτὸ γεννῶν. Εἰ δὲ ἔστι τὸ αὐθο υπόστατον, δῆλον ὅτι τοιοῦτόν ἐστιν, οἷον καὶ παρά γειν ἑαυτὸ καὶ παράγεσθαι ὑφ' ἑαυτοῦ· λέγω γάρ, φησίν, αυθυπόστατον, ὃ ἂν ἑαυτὸ παράγῃ. Ταύτοις δὲ ὅμοια κάν τοῖς εἰς τὴν Πλάτωνος φιλοσοφεί θεολογίαν. Ταῖς δ' αὐτοῖς λόγοις ἔν τε τοῖς εἰς τὸν Φαί δρον ὑπομνήμασιν Ερμείας, ἔν τε τῇ περὶ ἀρχῶν πραγματεία Δαμάσκιος τὴν ψυχὴν αὐθυπόστατον συμπεραίνουσιν. Οἱ δ' αὐτοὶ τὴν αὐτὴν τά τε θειό τερα ταύτης ἄνευ τοῦ πρωτίστου ἑνὸς ἢ τἀγαθοῦ καὶ ὑπὸ τῶν αἰτιῶν (πρωτουργών) πάντων παράγεσθαι δογματίζουσιν, τὰ μὲν καὶ ἐκ πλειόνων, τὰ δέ γε ἐξ ἐλαττόνων, ὡς ὑφέσεως ἢ ὑπερθέσεως ἕκαστον ἂν εἶχεν, εἴπερ πάντα τελευτῶντα εἰς μίαν από τίαν τὴν πρώτην ἀνάγονται, ἀφ' ἧς καὶ προάγονται. Τοῦτο δὲ ἔκ τε τῆς θεολογικῆς στοιχειώσεως Πρόκλου ἔστιν ἰδεῖν ἔκ τε τῶν εἰς τὸν Παρμενίδην αὐτῷ πονηθέντων, ὅπου τὰ εἴδη διακρινόμενα καὶ πληθυνόμενα ἐν ἑαυτοῖς τὴν τῶν αὐθυποστάτων εἰ ληχέναι φησὶ δύναμιν, υφιστάμενα μὲν ἀπὸ τῶν πρωτουργῶν αἰτιῶν, παραγόμενα δὲ καὶ ὑφ᾽ ἑαυτῶν. Περί γε μὴν ψυχῆς καὶ Ὀλυμπιόδωρος ἐν τοῖς εἰς τον Φαίδωνα διχόθεν φάσκει αὐτὴν ὑποστάσαν, ὑφ' ἑαυτῆς, καὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Διχόθεν καὶ τελειοῦσθαι καὶ αὖθις ἐν τοῖς αὐτοῖς Πλατωνικὸν εἶναί φησι δίγμα τὸ αὐτὸ παράγωγον εἶναι τὴν ψυχήν. Ταῦτα δὴ περὶ τῶν γε τοιούτων εοίκασι λέγειν, ὡς οὐκ ἂν ἄλλως ἀθάνατα ἐσόμενα· εἰ μὴ τοιαῦτά γε εἶεν, ὑφ' ἑαυτῶν τε παράγοιντο· ὡς γὰρ διὰ τοῦ αὐτοκινήτους, οὕτω καὶ διὰ τοῦ αὐθυποστάτου κατα σκευάζουσι τό γε τῶν τοιούτων οὐσιῶν ἀθάνατον καὶ ἀνώλεθρον. Τοῦτο μὲν οὖν τοιοῦτο καὶ οὕτως ἔχον. Β'. Ζήτημα περὶ τοῦ μεθεκτοῦ καὶ ἀμεθέκτου. Ἕτερον δὲ ὅτι καὶ πᾶσαν ἑνάδα, τό τε καθ' ἑκά στην σειρὰν ἀρχικὴν αἴτιον ἐν τοῖς προειρημένοις συγγράμμασιν οἱ αὐτοὶ, οὐ ταῦτα δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ πάντων αἴτιον ἐν πῇ μὲν ἀμέθεκτα λέγειν δοκοῦσι, πῇ δὲ μεθεκτά· τοῦτο μὲν τῷ μήτε τὴν τινῶν ἀρχὴν αὐθυποστατεῖν ἐκείνων τινο; ὧν αἰτία λέγεται εἶναι, μήτε τὴν πάντων ἀρχήν τινος ὅλως αὐθυποστατεῖν τῶν ὁπωσοῦν ὑφεστάναι λεγομένων, πάντων αὐτῶν οὗταν αἰτίαν. "Οθεν καὶ τὸ πρῶτον Πρὸς δὴ τούτοις κἀκεῖνο εἰδέναι χρεών, ὡς τὰ ὀνόματα τοῖς αἰσθητοῖς παρὰ τῶν νοητῶν ἐφήκειν, οὔτε ὁμωνύμως οὔτε καθαρῶς συνωνύμως, ἀλλ' ὡς τὰ ἀφ' ἑνὸς καὶ πρὸς ἐν Πρόκλος δοξάζει, συμφώνων, ὥς φησι, Πλάτωνι, κἀκεῖνα μὲν πρώτως εἶναι, δ λέγεται, ταῦτα δὲ δευτέρως. Πάς γάρ, φησίν, ἀριθμὸς εἰς οἰκείαν αὐτῷ καὶ σύστοιχον ήρτητα μονάδα, ἀφ᾽ ἦς καὶ τὴν ὑπόστασιν ἔχει καὶ τὴν προσηγορίαν οὔτε συνωνύμω; οὔτε εἰκὴ καὶ ὡς ἔτυ χεν, ἀλλ' ὡς τὰ ἀφ' ἑνὸς καὶ πρὸς ἔν· ὥστε καὶ τὰ ὄντα καὶ ἐκ μιᾶς ἐστι μονάδος ἢ πρῶτος, καὶ λέγε ται ὂν δι᾿ ἣν καὶ ταῦτα κατὰ τὴν ἑαυτῶν τάξιν καὶ ἔστιν καὶ ἐπονομάζεται ὄντα, καὶ ἀπὸ ταύτης πάντα τὰ ὄντα συμπαθῆ εἰσιν ἀλλήλοις, καὶ τὰ αὐτά πως καθ᾽ ὅσον ἐξ ἑνὸς ὄντος ἐστί· καὶ ἀλλαχοῦ· 8 γάρ ἐστι τὸ ἓν εἶδος πρώτως, φησί, τοῦτο τὰ ὑπ' αὐτὸ πολλὰ δευτέρως. Καὶ Ὀλυμπιόδωρος δὲ ἐν τοῖς εἰς τὸν Φαίδωνα, Ομώνυμοι, φησί, τοῖς παραδείγμασιν αἱ εἰκόνες, ὡς μένου τοῦ ὀνόματος την ταυτότητα σύν ζοντος, τοῦ δὲ πράγματος ἐκστάντος ἀπὸ τοῦ παρα δείγματος εἰς εἰκόνα. Δ'. Ζήτημα περὶ τῆς εἰμαρμένης. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸ πολυθρύλλητον ειμαρμένης τε καὶ ἀνάγκης δόγμα κατατεμαχίζειν μοι δοκοῦσι Σιμπλίκιος τε καὶ Ὀλυμπιόδωρος, ὁ μὲν ἐν ταῖς εἰς τὸ Εγχειρίδιον Επικτήτου επιστασίαις ἀποτρεπόμενος τοὺς πάντα ἀναγκάζοντας τά τε ἐπιχειρήματα αὐτῶν ἐκτιθέμενος καὶ ἀνατρέπων· εἶτ' αὐτὸς ἀποδεικνύς το καὶ συμπεραίνων τὴν ὑπόληψιν καὶ ὄρεξιν τῆς ψυχῆς καὶ ὅλως τὴν αἵρεσιν καὶ προαίρεσιν αὐτεξούσιον καὶ οὐδαμῶς ἡναγκασμένην εἶναι· ἄλλως γὰρ οὐδὲ οἴεται, τὸ αὐτοκινητὸν αὐτῆς σώζεσθαι δύνασθαι, καὶ ὅλως αὐτὴν οὐσίαν, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ τοῦ ἐφ' ἡμῖν ἀναιρέσει καὶ τὴν οὐσίαν αὐτῆς ἀναιρεῖσθαι. Οἶδας δὲ ποίας σχολῆς ὁ Σιμπλίκιος, καὶ ὡς τῆς ᾿Ακαδημαϊκής ηρύσατο πηγῆς δαψιλέστατα παρ' Αμμώνιον καὶ Δαμάσκιον τοὺς Πλάτωνος υποφήτας φοιτήσας. Οδέ
col. 717–718page 22 of 35
PG 161:717γε Ολιμπιόδωρος, ἐν μὲν τοῖς εἰς τὸν Γοργίαν, Τεδὴ καὶ ἐν Πολιτεία, Αἰτία ἑλομένου θεὸς ἀναίτιος θηλυμένης ἐστί, φησί, προαιρέσεως τὸ οἴεσθαι, πάντα ἐξ ἀνάγκης εἶναι καὶ καθ' ειμαρμένην, καὶ μηδὲν ἐκ τῆς προαιρέσεως γίνεσθαι τῆς ἡμετέρας μὴ γὰρ νόμιζε, φησίν, ὅτι οὐ Γυνατὸν παρ' εἱμαρμένην ἀποθανεῖν. Δυνατὸν γὰρ, εἴ γε ή προαίρεσις ἀναγκάσοι· καὶ γὰρ καὶ ἡ εἰμαρμένη ἐκ τῆς προνοίας ἥρτηται. Καὶ αὖθις ἐν τοῖς αὐτοῖς Αμμώνιον εἰσ άγει, τὸ τῆς ψυχῆς αὐτοκίνητον υπερισχύειν τοῦ τῆς είμαρμένης νόμου τιθέμενον, ἐν τούτοις τοῖς λόγοις Εγώ γάρ, φησὶν, οἶδα ἀνθρώπους τινὰς ὅσον κατὰ τὴν ἀστρολογίαν θέματα μοιχῶν ἔχοντας καὶ σω φρονοῦντας περὶ γενομένου αυτοκινήτου τῆς ψυχῆς Ἐν δὲ τοῖς εἰς ᾿Αλκιβιάδην, Ἐκ τῶν τοῦ Θεοῦ, φη σιν, ἐρωτήσεων ἀνακύπτειν ὡς καθ' αἵρεσιν οἱ βίοι καὶ οὐ κατηναγκασμένοι. Φησὶ γὰρ τί βούλει. Οὕτω μεγάλων ἀποριῶν ἀπαλλάξεις. καὶ αὖθις, Ὑμεῖς δαίμονα αιρήσεσθαι, οὐχ ὑμᾶς δαίμων λήξεται· ἐν ἡμῖν γὰρ ἔστιν ελέσθαι τοιόνδε βίον· ἑλομένους δὲ πράττειν τὰ ἑπόμενα τῷ βίῳ οὐκ ἐν ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἀναγκαίως. Οἶδας δέ γε καὶ Πρόκλον ἀναγκαίως τὰ ἐνδεχόμενα τὸν Θεὸν εἰδέναι φάσκον τα ἐν τῇ Θεολογικῇ αὐτοῦ στοιχειώσει, κἀντεῦθεν συγχωροῦντα τὸ ἐνδεχόμενον, Αμμώνιόν τε τοῖς αὐτοῖς ῥήμασιν ὡς ἀπὸ λημμάτων Ιαμβλιχίων χρώμενον, ἐν οἷς Αριστοτέλην περὶ τοῦ ἐνδεχομένου ἐν τῷ περὶ ἑρμηνείας ἑρμηνεύει. Οὓς τοιούτους καὶ τοσούτους άνδρας όντας εὐχερῶς ἀπώσασθαι οὐ πάνυ του ῥᾴδιον. Εν τοι νῦν πρὸς ταῦτα ἐπιδοκιμάσεια, οὐ τὸν πόνον, ἀλλὰ τὴν ἐσομένην τοῖς ἐντευξομένοις ὠφέλειαν λογισάμενος χαριῇ τέ μοι τα μέγιστα καὶ ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ ΓΕΜΙΣΤΟΥ ΠΡΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑ Περὶ τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ οὐρανοῦ, Οι πάντα οἴεσθαι χρὴ τοὺς ἄνδρας τούτους οὓς καταλέγεις ἀλλήλοις συμφωνεῖν, ἀλλὰ τὰ μὲν μείζω καὶ κυριώτερα ἀλλήλοις συνάδειν, ἔστι μέντοι περὶ 2 καὶ διαφωνεῖν. Αὐτίκα ἂν πλάττων προσεχή τοῦδε τοῦ οὐρανοῦ τίθεται δημιουργὸν Πρόκλος μὲν τὰ Πλάτωνος δόγματα ἐς τοὺς Ὀρφέως έλκων μύθους, τέταρτον ἀπὸ τοῦ πρώτου τίθεται αἰτίου· Πλωτίνος δὲ τρίτον, ἐς τούς γε πολλούς οὗτος ἀποβλέψας τῶν ποιητῶν· Ἰουλιανὸς δὲ δεύτερον, παρὰ Μαξίμου ἴσως οὕτω τοῦτο δεδιδαγμένος. Δοκεῖ δὲ καὶ Πλάτων οὕτω μᾶλλον ἀξιοῦν καὶ οὐκ ἢ Πρόκλος ἢ καὶ Πλω τῖνος ἀξιοῦσιν ἐξ ὧν ἐν τῇ Ψυχογονία την ψυχήν φητι τῶν νοητῶν ἀεί τε ὄντων ὑπὸ τοῦ ἀρίστου ἀρίστην γεγονέναι τῶν γενηθέντων· Πρόκλος δὲ καὶ τοῦτο διαστρέφει τὸ τῶν νοητῶν ἀεί τε δνβ των τῷ ἀνωτέρῳ κύκλῳ οὐδὲν τοιαύτης προσθή της δεομένῳ συνάπτων· τὸ δὲ ὑπὸ τοῦ ἀρίστου ἐπιδεὲς λείπων τοῦ τινων ἀρίστου. Ετι τὴν ὕλην Πρόκλος μὲν ἀπὸ τοῦ πρώτου αἰτίου παράγει Πλωτίνος δὲ ἀπὸ τῆς μετὰ τὸ πρῶτον δευτέρας καὶ κητῆς οὐσίας τὴν περὶ δαιμόνων πονηρῶν δόξαν. Οἱ μὲν αὐτῶν δῆλοί εἰσιν οὐ παραδεχόμενοι, ὥσπερ οὐδὲ Πλάτων· οἱ δὲ τιθέμενοι τῇ δύξῃ παρ' Αἰγυπτίων εἰς τοῦτο προηγμένοι· οὐ γὰρ τά τε μαγικά λόγια τῶν ἀπὸ Ζωροάστρου μάγων, οἷς καὶ Πυθαγόρας τε ἔππετο καὶ Πλάτων αὐτὸς ταύτην φαίνεται προσιέ μενες τὴν δόξαν ἐν οἷς φησι· Η φύσις οὐ πείθει εἶναι τοὺς δαίμονας ἀγνούς. ὡς δὲ καὶ τὸν τῆς εἱμαρμένης λόγον οἱ μὲν τούτων τῶν ἀνδρῶν ἀναιροῦσιν, οἱ δὲ συνιστῶσιν. ᾿Αλλὰ περὶ μὲν τούτων ἄχρι τούτου. Περὶ δὲ ὧν διαπορεῖσθαι τὴς, τάδε φαμέν· καὶ πρῶ τον περὶ τῶν χωριστῶν τῶν· τούτων' γὰρ ἕκαστον ἐξίσου τῶν ἀνθρώπῳ αἰτίῳ ἂν εἶναι οὐκ ἂν ἀξιώσειαν οἱ οὕτω λέγοντες, ἀλλ᾽ ἤδη πεπληθυσμένον τι ἕνα Τὴν οὖν παράγοντα ἕκαστον αὐτῶν Θεὸν τὸ κράτιστον ἑκάστου πεπληθυσμένου ὄντος ἀμέσως, παρά γοντα τὸ λοιπὸν, πᾶν δι' αὐτοῦ ἤδη τοῦ κρατίστου αὐτοῦ παράγει, καὶ οὕτως ἔγαστον αὐτῶν ὑπό τε τοῦ πρώτου αιτίου παράγεσθαι, καὶ αὐτὸ παράγωγον εἶναι, μέρει τὸ λοιπὸν ἑαυτοῦ μέρος παράγοντα, ὥσπερ που καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοκίνητον είναι μέρει τὸ λοιπὸν ἑαυτῆς κινοῦσαν. Σαφέστατα γὰρ ἐν τῇ ψυχῇ καταφαίνεται ή τε βούλησις αὐτῆς καὶ ἡ ὁρμὴ ὑπὸ τοῦ φρονοῦντος αὐτῆς κινούμενα· αὐτὸ δὲ τὸ φρονοῦν αὐτῆς ὑπὸ τῶν περιισταμένων αὐτὴν πραγ ματείαν, καὶ οὔτε αὐτοκίνητον οὕτως ἡ ψυχή, ὡς μὴ καὶ ὑφ' ἑτέρου κινεῖσθαι, οὔτε αὐτὸ παράγωγον, οὔθ' αὕτη οὔτε τῶν ὑπὲρ αὐτὴν τῶν οὐδεὶ;, ὡς μὴ καὶ ὑφ' ἑτέρου παράγεσθαι. Οἱ μὲν οὖν οὕτω λέγοντες λέγοιεν ἄν τι· οἱ δὲ ἑτέρως λέγοντες οὔποτ᾽ ἂν εἰκός τι λέγοιεν· οὔτε γὰρ ἂν κινήσεις ποτέ τι αὐτό, μὴ οὐ πεπληθυσμένον ὅν. Πολὺ δὲ μᾶλλον οὐκ ἂν παραγάγοι· διακεκρίσθαι γὰρ δεῖ ὅπως δήποτε καὶ παράγον Π ράγοντος, καὶ κινοῦν κινοῦντος, καὶ οὐ χρή κοινὰς ἐννοίας τὰς τοιαύτας τοὺς φάσκοντας σοφος εἶναι ἀνατρέπειν. Τὸ δὲ πρῶτον οὐκ αὐτὸ παράγωγον, ἀλλ' αὐτὸ δι' αὐτὸ δν, καὶ ἡ τοῦ φρονοῦντο; ἡμῶν ἐν τῷ αὐτὸ νοεῖν αὐτοκινησία τε καὶ ἐς ἑαυτὴ ἐπιστροφὴ ὁμώνυμός τις κίνησις. Τὴν δὲ ψυχῆς τε καὶ τῶν ὑπὲρ αὐτὴν τῶν ἀϊδιότητα οὐκ ἄλλους οὕτως ἀπὸ τοῦ τε αὐτοκινήτου καὶ αὐτοπαραγώγου κατασκευάζειν, ἀλλὰ πολὺ μᾶλλον ἀπὸ τῆς τε τοῦ κυριωτάτου αὐτῶν τῆς οὐσίας ἀμερείας τῆς τε ἀπ' ἀκινήτου αἰτίας προσεχῶς παραγωγῆς, ἀλλὰ τὸ καὶ τά τε αὐτοκίνητον τό τε αὐτοπαράγωγον τεκμήρια εἶναι. Δεῖν γάρ φησιν ὁ Πρόκλος τῶν τε ἀκινήτων καὶ ἑτεροκινήτων τὸ αὐτοκίνητον μέσον εἶναι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τοῖς ἀκινήτοις τὰ ἑτεροκίνητα συνάπτον, ἀλλὰ καὶ εἰ κινεῖ ἢ καὶ παράγει τι τάλλα τῶν σὺν αὐτῷ πεσομένων, εἴη ἂν πρῶτόν τέ τι αὐτῶν καὶ προύχον· εἰ δὲ τοιοῦτο καὶ ἀμερές. Καὶ περὶ μὲν τούτων ἐς τοσοῦτον. Πρὸς τὸ β' ζήτημα. Περὶ δὲ μεθεν τοῦ καὶ ἀμεθέκτου οὐδὲν κωλύει, του μετέχειν και μετά, εθαι πλεοναχώς λεγομένων,
col. 719–720page 23 of 35
PG 161:719καὶ τὰ αὐτὰ τῇ μὲν ἀμέθεκτα, τῇ δὲ μεθεκτὰ λέγεμως λευκόν ἐστι, τῷ τὸ μὲν μείζον, τὸ δ᾽ ἧττον τοῦ σθαι· μία μὲν γὰρ εἴη ἂν μετοχή ή κατά μόνην τὴν αἰτίαν, καθ᾽ ἦν ἅπαν παράγον ὑπὸ τοῦ παραγομένου μετέχοιτ' ἂν ὡς τῶν αὐτοῦ τίνος τῷ παραγομένῳ μετασχόν, καὶ ἂν εἰ χωρὶς αὐτὸ καθ᾿ αὐτὸ μένοι τὸ παράγον. Ἑτέρα δὲ ἡ κατὰ πρόσληψιν καθ' ἦν τὸ παράγον ἢ κινοῦν ἢ ὅλως ἄρχον προσλαμβάνον ἑαυτῷ τὸ ὑφ' ἑαυτοῦ διατιθέμενον. Οὕτω δὴ δρα ἅττ' ἂν δρῴη ἐς αὐτό. Ἡ μὲν οὖν προτέρα μετοχή τῶν χωριστῶν ἂν νῶν εἴη πρὸς τὰ τῇδε, ἡ δὲ ὑστέρα τῆς ψυχῆς πρὸς τὸ σῶμα. Εἰς τοσοῦτον οὖν καὶ περὶ τούτου. Πρὸς τὸ γ' ζήτημα. λευκού μετέχειν. Ἐκεῖνά γε μὴν ἂν ἐν δίκῃ ὑπεξαιροῖτο τοῦ ὄντος καὶ ὁμωνύμως ἂν εἶναι λέγοιτο, απ τα στερήσεις και φθορὰς, καὶ ὅλως τὰ κακὰ ἅτε καὶ τοῦ ὄντος ἅπαντες ὄντα ἀποπτώσεις τὰ τοιαῦτα. ᾿Αλλὰ δὲ καὶ περὶ τούτου ἐς τοσοῦτον. Πρὸς τὸ δ' ζήτημα. Περὶ δὲ τοῦ τῆς εἰμαρμένης λόγου, οὐχ οἷόν τε τὴν εἰμαρμένην καὶ ὁθενοῦν τῶν μελλόντων ἐξελεῖν, ἐκείνοιν τοῖν ἀξιωμάτοιν καὶ ἀμφοῖν ἐμπέδοιν μενόν τοιν, τοῦ τε ἅπαν αἴτιον ὅ τι ἂν δρῴη σὺν ἀνάγκῃ τε καὶ ὡρισμένως δρᾷν, καὶ τοῦ πᾶν τὸ γινόμενον ὑπ' αἰτίου ἄν τινος γίνεσθαι· Αριστοτέλης μὲν γὰρ ἐν τοῖς Μετὰ τὰ φυσικὰ τὴν ἀπὸ τούτοιν συνεωρακὼς τοῖν ἀξιωμάτοιν ἀνάγκην καὶ ὡς ἐμπέδοιν καὶ ἀμφοῖν τούτοιν μενόντοιν, κινδυνεύει ἐκ τῶν ἐσομένων τὸ ἐπ' ἀμφότερα ἐνδεχόμενον οίχεσθαι, ἵνα μὴ τὸ ἑαυτοῦ ἐνδεχόμενον ἀπολέσῃ, θάτερον τοῖν ἀξιωμά τοιν τούτοιν ἀναιρεῖ, εἶναι ἄττα τῶν γινομένων ἀξιῶν, καὶ ἄνευ αἰτίου ὁτουοῦν γινόμενα, γελοίως τὸ μὲν πᾶσι δοκοῦν καὶ δόξον ἂν ἀναιρῶν, τὸ δ' ὑπὸ πλείστων ἀντιλεγόμενον, ὡς ἔμπεδον ἑαυτῷ τιθέ μενος. Ίδωμεν δὲ καὶ ὅπου τὸ ἐπ' ἀμφότερα τοῦτο ἐνδεχόμενον καὶ ἀμφίρροπον οἱ ᾿Αριστοτέλει οὗτοι συνηγοροῦντες ἀξιοῦσιν εἶναι, ὅπου καὶ δοκοῦσιν αὐτὸ τίθεσθαι ἢ φήντων ὑπὸ μηδενὸς ἂν αἰτίου την βούλησιν ἡμῶν κινεῖσθαι, ἀλλ᾽ εἰ καὶ μάτην. Ἵνα δὴ καὶ τοῦτο τὸ σεμνὸν τῇ ψυχῇ αὐτῶν ἡμῶν περιά ο ψωσι ματαιότητα αὐτῇ περιθέντες, ἢ ἣν ὑπ' ἀγαθοῦ ὄντος ἢ καὶ φαινομένου τὴν βούλησιν ἡμῶν συγχωρήσωσιν κινεῖσθαι ὥσπερ που καὶ φαίνεται κινουμένη, ἀνάγκη αὐτοῖς καὶ σὺν ἀνάγκῃ κινεῖσθαι. Τὴν μὲν οὖν βούλησιν ἡμῶν οὐκ ἂν εἶναι αὐτοκίνητον, εἶχε ὑπὸ τοῦ φρονοῦντος ἡμῶν καὶ τἀγαθοῦ φαίνεται κινουμένη. Την δ' ὅλην ἡμῶν ψυχὴν αὐτο κίνητον εἶναι, τῷ μέρει ἑαυτῆς τὸ λοιπὸν αὐτῆς κινεῖν, ᾗ που καὶ Ἀριστοτέλης ἀξιοῖ συνίστασθαι τὸ αὐτοκίνητον· οὐ γὰρ οὐδ' Αριστοτέλης ἐν οἷς εὖ λέγων φαίνεται ἀτιμαστέος, κινεῖσθαι μέν τοι καὶ αὐτὸ τὸ ἐν ἡμῖν κινοῦν, ὑπό τε τῶν ἔξωθεν ἤδη περιισταμένων ἡμῶν πραγμάτων, καὶ δὴ καὶ τοῦ θείου ἐπειδὰν οἷόν τε γίγνηται τῆς θείας ἐξη γήσεως, μὴ ἀπολείπεσθαι, καὶ τοῦτ᾽ εἶναι τὸ φρο νοῦν ἡμῶν, δόγμασι τοῖς ἑαυτῷ ἔξωθεν ἐγγιγνομέ νοις τὸ λοιπὸν τῆς ψυχῆς κινοῦν, τήν τε βούλησιν καὶ ὁρμὴν καὶ τὰ τούτοιν αὖ ἑπόμενα πάθη, χαράν τε δὴ τὴν ἔνδον, οὐ τὴν δι' αἰσθήσεως, καὶ ἀγανάκτησιν ὡσαύτως καὶ ἐλπίδα, καὶ δέος, καὶ ἐπιθυμίαν καὶ θυμὸν, καὶ δὴ παρὰ ταῦτα καὶ φαντασίαν. Ταῦτα γὰρ ἐστιν ἃ τὸ φρονοῦν κινεῖ, καὶ ὧνπερ ἄρ χει, ἔξωθεν αὐτὸ κινόσμενον. Ταῦτα καὶ ἐφ' ἡμῖν ἐκάλεσαν οἱ Στωϊκοὶ ἅτε ἐπὶ τῷ κυριωτάτῳ ἡμῶν ὄντα τῷ φρονοῦντι. Αὐτὸ δὲ τὸ φρονοῦν ἡμῶν οὐκ ἔστι οὔτ᾽ ἐπί τῳ ἄλλῳ τῶν ἡμετέρων, οὔτ' αὐτὸ ἐφ' ἑαυτό ἐστιν. Αλλ' ὑπὸ τούτων οἱ τήν γε εἱμαρμέν νην οὗτοι ἀναιροῦντες συνελαυνόμενοι τῶν λόγων, ἐπ' ἐκείνην καταφεύγουσι τὴν ἀπολογίαν, φάσκοντες τὸ φρονοῦν τοῦτο ἡμῶν, ἐπὶ τῇ βουλήσει ἡμῶν εἶναι, Περὶ δὲ τῆς τῶν τῇδε πρὸς τὰ εἴδη τὰ χωριστά ἐμωνυμίας, ἐπειδὴ τῶν ὁμωνύμων τὰ μὲν κατ' οὐ δεμίαν πραγματικὴν κοινωνίαν κοινὸν τούνομα ἔχει, τὰ δὲ κοινωνεῖ μὲν ἀλλήλοις καὶ πραγματικοῖς, κατὰ δὲ σμικρόν τι θάτερα τῶν ἑτέρων ὑφάπτεται, καὶ τοῦτο συμβεβηκός τε καὶ οὐκ ἔς τινα κοινὴν οὐσίαν συμβαλλόμενον, οἷον καὶ τὰ ζῶα τὰ γεγραμμένα πρὸ τὰ ἀληθινὰ πέπονθε· τὰ δ᾽ εἰ καὶ κατὰ μεῖζίν τι κοινωνεῖ, ὅμως μέντοι ἐν διαφόροις γένεσιν μυριωτέροις περιέχεται, τὰ μὲν ἐν διαφόροις γένεσι κοινὸν ὄνομα ἔχον τὰ ὁμώνυμα, οἷον καὶ τῇ ἰατρικῇ συμβαίνει, τῇ τε τέχνῃ, τῇ τε γυναικί, τῇ τε σκευῇ, τῇ μὲν τὴν τέχνην ἴδιον ἔχουσι γένος, τῇ δὲ τὴν τεχνικὴν, τῇ δὲ τὴν σκευήν, ἀθεεὶ οὕτω τά τ' ἔχει, τά τῇδε πρὸς τὰ χωριστὰ εἴδη, κἂν εἰ κατὰ μέγα τι ἀλλήλοις κοινωνοί, ἀλλ᾽ ἀθεε! διαφόροις τυγχάνει ὄντα γένεσιν ὁμώνυμα ἂν εἴη· τοῖς μὲν γὰρ τῇδε τὸ ἔγχρονον ἢ ἔνυλον ἂν γένοιτο· τοῖς δὲ ἐκεῖ τὸ αἰών νιον ἢ χωριστόν. Τὰ μέντοι ὄντα πάντα τά γε άνω τάτω ὅπως ἄν τις καὶ ὁποῖα προχειρίσαιτο ἀθεε!, οὔτε ἐν ἑτέροις αὐτὰ τυγχάνει ὄντα διαφόροις γένεσι κοινόν τε ἀλλήλοις καὶ μέγιστον ἐς τὴν οὐσίαν έχει συμβαλλόμενον αὐτὸ τὸ εἶναι· καὶ τί γὰρ ἂν τούτου μεῖζον ἐς οὐσίαν εἴη ἑκάστοις συμβαλλόμενον; Οὐκ ἂν δὴ όμως ὄντα λέγοιτο, εἰ μὴ ἄρα πρὸς τὸ πρῶτον αἴτιον καὶ μόνον ὁμώνυμόν τις τὸ εἶναι τάλλα πάντα ἔχειν ἀξιώσειεν, ἢν μὴ τὸ ἓν μόνον καὶ ἀγαθὸν κατὰ Πρόκλον, ἀλλὰ καὶ τὸ ὂν κατ᾽ Ἰου λιανὸν ἐκείνῳ ἀνατεθῇ· καὶ τίνι γὰρ ἄλλῳ μᾶλλον προσήκει τὸ ὂν ἢ τῷ αὐτῷ δι' αὐτὸ ὄντι; Οὕτω γὰρ ἄλλα πάντα ὁμώνυμον τὸ εἶναι ἔχοι, ἀλλήλοις δ' οὐχ ὁμώνυμον ἅτε καὶ ἀπὸ μιᾶς ἅπαντα προϊόντα τῆς ἀρχῆς. Οὐ γὰρ τὸ τὰ μὲν μᾶλλον τοῦ ὄντος τὰ δ' ἧττον μετέχειν, κωλύσει μὴ οὐχ ὑφ᾽ ἐν ἅπαντα τάττεσθαι γένος· ἦν γὰρ σκοπῇ τις ὀρθῶς, ἅπαντα τὰ ἀπὸ κοινοῦ τινος ἀντιδιαιρούμενα γένους ἐς τελεύ τερα καὶ ἀτελέστερα ἅττα ευρήσει διαιρούμενα, τὰ δὲ τελεώτερα τοῦ κοινοῦ γένους ἢ εἴδους μᾶλλον τῶν ἀτελεστέρων μετέχει, οἷον τοῦ ζώου ἔς τε τὸ ἀθάνα τον καὶ θνητὸν διαιρουμένου, τὸ ἀθάνατον τελεώτερον τε εἰς μᾶλλον ζῷον, είγε δὴ καὶ μᾶλλον ζῶν, καὶ ἐς τὸ λογικὴν δὲ καὶ ὀλίγον τοῦ αὐτοῦ αὖ διαι ρουμένου τοῦ λογικοῦ τελεώτερόν τε ὡσαύτως καὶ μᾶλλον ζῶον, εἶχε δὴ καὶ μείζον ζωή ή λογική. Αλλ' οὐδὲ τὸ ἧττον λευκὸν τοῦ λευκοτέρου όμων
col. 721–722page 24 of 35
PG 161:721εἶχε ἦν ἐπιμεληθῆναί τε αὐτοῦ καὶ ἀσκῆσαι βουλη- Λ ἀνάγκῃ. Ο δ' ὑπὸ τῶν τῆς μοιχείας θεμάτων την θῶμεν, καὶ αὐτὸ ἐπιδίδωσιν. ᾿Αλλὰ καὶ τούτου δό ξαν τινὰ ἡγήσασθαι δεῖ, τὴν τοῦ ὡς ἐπιμελητέα τε αὐτοῦ, καὶ ἀσκητέα, ἧς καὶ πρότερον εγγεγονυίας τῷ φρονοῦντι ἡμῶν οὐδ᾽ ἂν ἐπιμεληθῆναι αὐτοῦ οἷοί ποτ' εἴημεν, βουληθῆναι, ὥστε καὶ οὕτω τὸ φρονοῦν ἡμῶν τὴν βούλησιν ἐφ' ἑαυτοῦ κινεῖν ὑπὸ τῆς τοιαύτης αὐτὸ πρότερον κεκινημένης δόξης. Οὕτω οὖν τὸ αὐτοκίνητον οὔτε τὰ ἐφ' ἡμῖν ὀρθῶς λεγόμενα τὴν εἶμαρμένην ἀναιρεῖ. Δηλοῦσι δὲ καὶ οἱ τὰς φωνὰς ταύτας πρῶτοι ὀνομάσαντες, τὴν μὲν Πλάτων, τὴν δ᾽ οἱ Στωϊκοί, οὐ καὶ τὴν εἰμαρμένην ἀναιροῦντες, ἀλλὰ μᾶλλον καὶ τιθέμενο: τῇ δόξῃ οἱ μὲν γὰρ Στωϊκοὶ καὶ παρακελεύονται, ἐκεῖνα θαμὰ ἐπάγειν τὰ ιαμβεία· “Αγοῦ δέ με, Ζεῦ, καὶ σὺ γῆ πεπρωμένη ὅπη ποθ' ὑμῖν εἰμι διατεταγμένος. Πρὸς δὲ τούτους καὶ φαίνονται απανταχοῦ, τὰ δόγματα εἶναι τὰ κινοῦντα ἡμᾶς θρυλλοῦντες, καὶ τοῖς μοχθηροῖς μὴ χαλεπαίνειν ἀξιοῦσιν, ἅτε ὑπὸ τῶν δογμάτ των ἀναγκαζομένοις κακὰ ὁρᾶν καὶ ἄκουσιν ἐξαμαρτάνουσιν. Εἰ γὰρ τὰ δόγματα ἡμᾶς κινεῖ αὖ ἀνάγκῃ δήπου καὶ κινεῖ· καὶ Πλάτων δὲ πανταχοῦ φαίνεται σὺν ἀνάγκῃ τὴν ψυχὴν αἱρεῖσθαι ἄττ' αν αἱρῆται ἀξιῶν. Τὰ δ' ἐν τοῖς μύθοις αὐτοῦ οὐ χρὴ ὡς δι' ἀκριβείας ἅπαντα λεγόμενα ζητεῖν· ἴδιον γὰρ τοῦτο τῶν μύθων, μὴ ἅπαντα δι' ἀκριβείας λέγειν. Οὐδέν ται ἧττον κἀκεῖ ἐμφαίνεται τις ἀνάγκη ψυχαῖς τῆς τῶν βίων αἱρέσεως· κατὰ συνήθειαν γάρ φησι τοῦ προτέρου βίου καὶ καθ᾽ εἰρμόν τινα· εἰ δὲ καθ᾽ εἰρ μόν, οὐδ᾽ ἄνευ αἰτίας· οὐκ ἄνευ αἰτίας, καὶ σὺν τῆς εἰμαρμένης ἀναίρεσιν ἰσχυριζόμενος, ἅτε ἀπὸ δυσκρίτων τῶν τοιούτων ὄντων θεμάτων ἐπιχειρῶν καὶ οὐδ' ἂν αὐτὸς κατά τε τὸ εἰκὸς καλῶς κεκρικώς, εἰκότως οὐδὲ ἡμῖν πιθανός. Εκείνου μὲν ἐπὶ πᾶσι τούτοις προσθήσομεν, ὡς οὐδὲ τὴν τοῦ Θεοῦ πρό γνωσιν συναιροῦντα τῇ τῆς ειμαρμένης ἀναιρέσει λόγου, καλῶς λύουσιν οἱ πειρώμενοι φάσκοντες τὸν Θεὸν ὡρισμένως τὰ ἀόριστα γινώσκειν· εἰ μὲν γὰρ τὸ ἀόριστον σχέσις τις περὶ τὸ διπλάσιον, δ σχέσις ὂν, τοῦδε μὲν διπλασίου, ἑτέρου δὲ τὸ αὐτὸ ήμισυ, ἴσως εἰκότως ἂν καὶ ἐδόκουν λέγειν τι οἱ οὕτω λέγοντες. Ἐπεὶ δὲ εἴπερ τι ἄλλο ἀπόλυτον και τὸ ἀόριστον παραπλήσιον ἂν εἴη τὸ λεγόμενον ὥσπερ ἂν τὸν Θεὸν ἔφασκον τὸν βοῦν ἄνθρωπον ὄντα γινώ σκειν, ἢ τὸν ἄνθρωπον ἀστέρα. Ποία οὖν γνῶσις, ἕτερόν τι περὶ τοῦ γιγνωσκομένου ἢ ὅ ἐστι τὸ για γνωσκόμενον γιγνώσκον; Ετι πᾶσιν ὡμολόγηται τοῖς σοφοῖς, τὸν Θεὸν ἅπαντα ἃ ποιεῖ γιγνώσκειν. Εἰ οὖν τῷ ποιεῖν ἅπαντα γιγνώσκει, καὶ ὁρίζοι ἂν δή που ἄττ᾽ ἂν ποιοί τε καὶ γιγνώσκοι καὶ οὐδὲν ἂν ἀόριστον εἴη ὧν ἂν αὐτὸς εἴτε ἀμέσως εἴτε διὰ μέσων ποιοῖ τε καὶ γιγνώσκοι· ἅπαντα δ᾽ ἂν ἐπόσα ἀγαθοῦ ἔχη ται ποιεῖ τε καὶ γιγνώσκει, εἰ μέλλοι μὴ κόλουρος ὤν, αὐτοῦ ἥ τε πρόνοια ληφθήσεται καὶ γνῶσις. Τὰ δὲ κακὰ ἅτε τοῦ ὄντος ὄντα ἀπτώσεις, οὐδ᾽ ἂν αἰτίας δέοιτο. Ωστ' οὐδἂν ὁ Θεὸς τῷ τῆς εἰς τὤσχατον προς νοίας τε καὶ εἰμαρμένης λόγῳ τῇ τούτων ἐνέχοιτο αἰτία. Σε! τοσαῦθ' ἡμεῖς ἐς τὰ ἡπορημένα συμβαλλό μεθα, ἱκανὰ δὴ ἀνδρὶ οἴῳ περ σοί. ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ ΓΕΜΙΣΤΟΥ ΠΡΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑ. Ἐπειδὴ καὶ μαρτυριῶν δέοι πρὸς τὰ προγεἀλλήλοιν ὁμωνύμω ἐστίν. Ὑπὲρ δὲ τοῦ τῆς εἶμαρ γραμμένα σοι ὑπὲρ μὲν περὶ τῶν τοῦ αὐτοπαραγώ γου μοι ειρημένων οὐκ ἂν ἔχοιμί σοι μαρτυρίαν δή τινα παρασχέσθαι· οὐ γὰρ οὐδ᾽ αὐτὸς ὅλῃ γνώμῃ εἴ ρηκα δ εἴρηκα· ἀλλὰ τοσοῦτον μόνον ἐνδείξασθαι βουλόμενος, ὅτι εἰ οὕτω τιθέμενοι λέγοιεν τὸ αὐτὸ παράγωγον οἱ λέγοντες, οὐκ ἂν δὴ αὐτοὶ αὐτοῖς περ ριπίπτοιεν. Ὑπὲρ δὲ τοῦ μεθεκτοῦ ὡς πλεοναχῆ λέγεται τὸ μεθεκτόν, ἀνάγνωθι τὸν Πλάτωνος μὲν Παρμενίδην· εὑρήσεις γὰρ ἐκεῖ ἀμφοτέρας τὰς μεθέξεις ἐν τῇ τῶν τῇδε πρὸς τὰ νοητὰ εἴδη κοινωνία, καὶ τὴν μὲν, ὡς μάλιστα ἀποδοκιμαζομένην, τὴν δ᾽ ὡς ἥκιστα, τὴν κατ' αἰτίαν δὴ ἐν οἷς φησι, τὰ μὲν εἴδη ταῦτα ὥσπερ παραδείγματα εστάναι ἐν τῇ φύσει, τὰ δ᾽ ἄλλα τούτοις ἐοικέναι καὶ εἶναι ὁμοιώματα· καὶ ἡ μέθεξις, αὕτη τοῖς ἄλλοις γίγνε- " σθαι τῶν εἰδῶν οὐκ ἄλλη τις ἢ εἰκασθῆναι αὐτοῖς ἐνταῦθα γὰρ κατ' αἰτίαν καὶ ταύτην τὴν παραδειγματικήν καὶ οὐ τὴν κατ' ἐμπλοκὴν μέθεξιν καλεῖ. Περὶ δὲ τῆς τοῦ ὄντος ὁμωνυμίας μή σε ταραττέτω, τὰ τὰ τῇδε τοῖς νοητοῖς ὁμώνυμα λέγεσθαι· οὐ γὰρ εἰ τῇδε ἄνθρωπος τῷ νοητῷ ὁμώνυμος καθ' ὁ ἄμφω ἀνθρώπω, ἤδη ἀνάγκη καὶ ὄντα ομώνυμα εἶναι· οὐ γὰρ οὐδ᾽ εἰ ὁ θαλάττιος κύων τῷ χερσαίῳ ὁμώνυμος καθ' δ κύνε ἄμφω καλεῖσθαι, ἤδη καὶ ζώω τούτω μένης λόγου οὐδεμίαν ἄλλην σοι παρέξομαι μαρτυρίαν ἢ τὴν αὐτοῦ Πλάτωνος, ἐκείνην τὴν ἐκ τῆς Επινομίδος. Ἡ ψυχὴ δὲ ἀνάγκην οὖν κεκτημένης ἀπασῶν ἀναγκῶν πολύ μεγίστη γίγνοιτ' ἄν· ἄρχουσα γὰρ, ἀλλ᾽ οὐκ ἀρχομένη νομοθετεῖ. Τὸ δὲ ἀμετάστροφον, ὅταν ψυχὴ τὸ ἄριστον κατὰ τὸν ἄριστον βουλεύσηται νοῦν, τέλεον ἐκβαίνει τῷ ὄντι κατὰ νοῦν καὶ οὐδὲν ἀδάμας ἂν αὐτοῦ κρεῖττον, οὐδὲ ἀμετα στροφώτερον ἄν ποτε γένοιτο· ἀλλὰ ὄντως τρεῖς μοῖραι κατέχουσα φυλάττουσι τελέον εἶναι τὸ βελτίστῃ βου λῇ βεβουλευμένον ἑκάστων θεῶν. Οὕτω πολλοῦ δέουσα τῆς τοῦ Πλάτωνος ἔχεσθαι διανοίας οἱ τεθηλυμένης ψυχῆς τὴν τῆς εἰμαρμένης είναι δόξαν φάσκοντες, ὅτ' ἐκεῖνος τῇ φρονιμωτάτῃ ψυχῇ τὴν μεγίστην ἀναγκῶν ἐπιτίθησιν. Αλλ' ἴσως οιηθείη ἄν τις μή καὶ τῇ ἄφρονι ψυχῇ ἀνάγκην αὐτόν τινος ἐκτιθέναι ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς τοιαύτης δῆλός ἐστι Πλάτων, πανταχοῦ βοῶν τε καὶ διατεινόμενος ὡς οὐδεὶς ἑκὼν κακός, ἀλλ᾿ ἄκοντες οἱ κακοὶ κακοὶ γίγνονται ἐξα μαρτάνοντες· εἰ δ᾽ ἄκοντες, δηλαδὴ ὅτι καὶ ὑπ' ἀνάγ κης τινός. Ἐκεῖνο μέντοι μὴ σὲ λανθανέτω, ὅ καὶ τοὺς πολλοὺς λεληθὸς σφόδρα ταράττει· ὡς ἕνα μὲν τρόπον ἀνάγκη λέγεται καθ᾿ ἣν πᾶν τὸ μὴ ἐνδεχά. μενον ἄλλως σχεῖν ἀναγκαῖον λέγεται. Ἕτερον δ'
col. 723–724page 25 of 35
PG 161:723ΤΩ αὖ τρόπον ἰδίως ἀνάγκη ή βία, ᾧ τρόπῳ καὶ αὐτὸς ὁ ὡς τρεῖς ἀριθμούς πυθμένας υποτιθεμένους, τοὺς Πλάτων χρῆται; ὡς ἐν τῷ Κρατύλῳ· Ζώου ότουοῦν διωγμὸς ὥστε μένειν ὁποιοῦν, πότερος ισχυρότερος, ἔστιν ἀνάγκη ἢ ἐπιθυμία;» καί φησι·. Πολύ διαφέρει, ὦ Σώκρατες, ἐπιθυμία.» Ενταῦθα ἀνάγκην μὲν ἰδίως τὴν βίαν καλεῖ, τὴν δὲ ἐπιθυμίαν οὐ δήπου οὐκ ἀναγκαίαν ἡγούμενος ἔπειτα δεσμὸν τῆς γε ἀνάγκης ἰσχυρότερον τίθεται. Πῶς γὰρ ἂν καὶ γέω νοιτο ὁτιοῦν οὐκ ἀναγκαῖον ἀνάγκης ισχυρότερον ή οὐδὲ Θεὸς, φασί, μάχεται; ᾿Αλλὰ δῆλον ὡς τὸ ἀνάγ κῆς ἰσχυρότερον πολὺ πρότερον καὶ αὐτὸ ἀναγκαῖον δεῖ εἶναι. Ταύτης οὖν τις βιαίου ἀνάγκης τὴν ψυχὴν ἔνιοι ἀπαλλάξει προμηθούμενοι συναφαιροῦσιν αὐτῆς καὶ τὴν ἑτέραν καὶ θειοτέραν ἀνάγκην τὴν ἐν τῷ ἑκουσίῳ τε καὶ κατὰ νοῦν, οὐκ ἐφιστῶντες εἰς πολύ πρότερον τἀγαθὸν, σὺν ἀνάγκῃ ἣν ἂν ἄγῃ, ψυχὴν ἄγει αἰτίου παντὸς αὐτὸ οὐ τὸ κράτιστόν τε καὶ δραστικώτατον. ᾿Αλλὰ λανθάνουσιν αὐτοὺς τῷ μὲν ἀγαθῷ ἀσθένειαν, τῇ δὲ ψυχῇ ματαιότητα προσάπτοντες εἰ συνιεῖσαν ἔσθ' ὅτε ἀγαθοῦ ὁτουοῦν ψυχὴν καὶ τούτου ἑτέρου· ἄμεινος φαινόμενον πᾶν μᾶλλον ἢ τὸ ἄμεινον ἑαυτῇ φαινόμενον αἱρεῖσθαι ἀξιοῦσι. Περὶ δὲ τοῦ ἐν τῇ ὀγδόῃ τῶν Πολιτειών χωρίου ἀριθμητικοῦ οὐδέποτε οὔτε ἱκανῶς ἐπεσκέψαμεν οὔτε ἔχω τί σοι λέγειν, εἰ μὴ ὅσα αὐτοῦ εὔληπτα, γ', δ', ε', ὑπὸ τούτων πολλαπλασιαζόντων ἑαυτούς τε καὶ ἀλλήλους ἀναλογίας γεννᾷ ἃς ἐκεῖνος ἁρμονίας καλεί, τήν τε ἀριθμητικὴν καὶ ἁρμονικὴν, καὶ τὴν μὲν ἀριθμητικήν πλεοναχή, τὴν δὲ ἁρμονικὴν τοῦ γʹ καὶ εἰ, ἰδίᾳ ἑκατέρου τῶν δ' πολλαπλασιασάντων καὶ ἔπειτα ἀλλήλους ιβ', ιε', κ'. Τούτων γὰρ τῶν ἀριθμῶν ὁ ιγ' τοῦ ιβ' τῷ δευτέρῳ μέρει αὐτοῦ τοῦ το υπερέχων, ὑπὸ τοῦ κ' ὑπερέχεται τῷ αὐτῷ απ τετάρτῳ μέρει αὐτοῦ τοῦ κ' ἀπὸ τῶν εἰρημένων πυθμένων καὶ ἑαυτὸν τετραγώνους φησί γεννάσθαι οἷς καὶ δύο οἱ τετραγώνους συναποτίκτεσθαι. Οὐ γὰρ ἀπὸ διαμέτρων ῥητῶν οἱ τετράγωνοί εἰσιν· οὐδὲ ἀπὸ τῶν τρίτων, οἳ οὐ τετράγωνον ὡς τὴν διάμετ τρον τῇ πλευρᾷ ταυτὸ ἐπ' ἀριθμῶν δυναμένων. Ο τινες δὲ οὐ καὶ ὅπως τοῖς ἑκατὸν τετραγώνοις οἱ δύο οὐ τετράγωνοι συναποτίκτονται, ἐμοὶ μὲν οὐδέποτε ἔσκεπταί τι περὶ τούτου, τήν τε δυσχέρειαν φεύγοντι τοῦ θεωρήματος, ὡς καὶ ὁ σοφός μοι Κυδώνης περ πυσμένῳ ποτὲ περὶ αὐτοῦ ἀποκεκριμένος μὲν οὐ δὲν, σχήματι δὲ μόνον τὴν δυσχέρειαν ἐνδειξάμενος καὶ ἅμα εἰ οὐ πάνυ χρήσιμον αὐτοῦ ὁρῶν τι ἐς οὐ δὲν μὲν μέγα, ἐς δὲ μυθόν τινα τῷ Πλάτωνι τοῦ τοιούτου θεωρήματος συμβαλλομένου. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΑΜΙΡΟΥΤΖΗΣ (α) ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΙ. Αιδεσιμώτατε καὶ σεβασμιώτατε ἐν Χριστῷ πάτερ. Τὸ μὲν οὖν κεφάλαιον τῶν κακῶν εἴρηται, ἐφ᾽ ᾧ καὶ δέσποτα, εἴης μοι υγιαίνων καὶ εὖ ἔχων ἐν ἅπα σιν. "Α πάλαι προλεγον καὶ διεμαρτυρόμην πρὸς τοὺς ἡμετέρους πολίτας, ἔγραφον δὲ καὶ πρὸς τὴν σὴν κυριότητα, δεόμενος ἕνα γοῦν μοι τῶν παίδων δεξά μενον διασώσαι, γέγονε καὶ πέρας ἔχει. Καίτοι δεινά μὲν ἀγγέλλων οἶδα καὶ οἷα οὐκ ἂν ἀδακρυτὶ παρέλ θας· ἀλλὰ μικράν σοι καταθείμην χάριν, τὰς και νὰς ἀποκρυψάμενος συμφοράς. Τις γὰρ ὄνησις ἀγνοία συνεἶναι τῶν οἰκείων κακῶν; Αμα δὲ καὶ μάτ την ἂν εἴην αὐτὸς σιωπῶν ὁ πανταχοῦ νῦν, οἶμαι, διεβόησε καὶ διετραγώδησεν ή φήμη. Ἴσθι τοίνυν τὴν κοινὴν πατρίδα φεῖ! ὑπ' ἀλε λοφύλων ἑαλωκυίαν καὶ εἰς πεῖραν ἀφιγμένην τῶν δεινοτάτων. Καίτοι ἐξ ὁμολογίες ἥλω· ἀλλ' οὐδὲν ὤνατο τῶν ξυμβάσεων ἐφ' αἷς προϋδόθη· πέπονθε δὲ παραπλήσια τοῖς πολέμῳ κατὰ κράτος εαλωκόσι. γνώμη τοῦ κυρίου Γεωργίου του Αμιρούτη ήν πολλὰς μὲν ἡμέρα;, πολλὰς δὲ νύκτας, οἶμαι, πεν θήσεις, συμπαθής τε ὢν ἄλλως τε καὶ πρὸς Ἕλλη νας, καὶ τὴν πατρίδα φιλῶν ἐς τὰ μάλιστα· δεῖ δὲ καὶ ὅπως πέπρακται διὰ βραχέων προσθεῖναι, ὡς ἂν τοῦτο γοῦν τὸ μέρος μὴ ἀθυμήσῃς. Τὸ γὰρ δεινὸν, ὅπως γέγονεν ἀγνοούμενον, μᾶλλον εἴωθεν ἀνιᾷν. Ο γὰρ τοίνυν μέγα δυνάμενος καὶ πλείστων καὶ μεγίστων ἐθνῶν ἄρχων, Ἑλλήνων τε καὶ Ῥωμαίων ἤδη βασιλεύς, ἔγκαλεῖν μὲν ἴσως ἔχων οὐδὲν, ἔρωτι δὲ δόξης καὶ μείζονος ἀρχῆς ἐπιθυμίᾳ, στόλον μέσ γαν, οὐ πλήθει τριήρεων τοσοῦτον (ἦσαν γὰρ οὐ πολλῷ τῶν ἑκατὸν πλείους), ὅσον παρασκευῇ παν τοίᾳ καὶ μηχαναῖς ἐξαρτύσας, κατὰ Σινώπης και τῶν ἄλλων Παφλαγόνων ἀπέστειλεν· αὐτός τε πεζὴν ἄγων στρατιὰν ὑπὲρ τὰς πέντε καὶ δέκα μυριάδας, οὐδενὸς ἔτι λόγον ποιούμενος, εἰς τὴν ᾿Ασίαν διέβη. Οὕτω δὲ παραβόλως εἰς τὴν πολεμίαν ἐμβαλών, ἔδωκεν ἐν τῇ Φλωρεντίᾳ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ πατριάρχου, 1760 πρὸς Ἀμαρούτζην τὸν φιλόσοφον λόγος συμβουλευτικός. ἐποίησε στόλον τριήρεων καὶ διήσεων μέχρι που σ' καὶ νέας ι'.
col. 725–726page 26 of 35
PG 161:725πάντων παρὰ δόξαν εὐθὺς ἐκράτησεν. Οὔτε γὰρ εἰς πολεμίους. Οι τε γὰρ ἐκ τῶν ἀγρῶν καταθέοντες ὅπλα, οὔτε εἰς τριβὴν ἔτι καὶ χρόνον εἶδον οἱ Παφλαγόνος· ἀλλ', ὡς οὐδαμόθεν ἔτι χρηστὸν ἐλπίζοντες, καὶ τὴν τύχην αὐτὴν, ἢ πολλοὺς πολλάκις μεγάλων ἐξείλετο κινδύνων, ὑπερείδον. Τάς τε οὖν πόλεις καὶ τὰ φρούρια μετὰ τοῦ σφῶν ἡγουμένου παραδόντες, δεσπότην εὐθὺς αὐτῶν ἐποιήσαντο. Οὕτω δὲ παρ' ἐλπίδα τῶν πραγμάτων κεχωρηκότων, μεῖζόν τι σὺν λόγῳ φρονήσας, τὸν μὲν στόλον ὡς εἶχεν εὐθὺς ἀκραιφνῆ καὶ κακῶν ὅλως ἀπείρατον καθ' ἡμῶν ἀπέστειλεν· αὐτὸς δὲ κατὰ τῶν Καππαδοκῶν καὶ Μεσοποταμίας ἄρχοντος επορεύετο Ο δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἀκούων ἡ πίστει, καὶ κόμπον ἐνόμιζεν εἶναι μόνον· ἐπίστευε γὰρ οὐδεὶς, ἡμῶν γι' ζώντων, τοσοῦτον τῆς ἀρχῆς αὐτὸν ἀποστῆναι. Ως δ' ἔγνω ἀληθὲς ἦν καὶ τοὺς πολεμίους ἐμβεβληκότας εἰς τὴν αὐτοῦ πύθοιτο, κατεπλάγη, καὶ οὐκ ἔτι τῶν γενναίων ἦν λογισμῶν, ἄλλως τε καὶ ἐπι 6 υλῆς ὑπονοουμένης ὑπ' ἀδελφοῦ· ἀλλ᾽ ὄχνος αὐτὸν εἶχε καὶ ἀνάδυσις, καὶ οὐκ ἐθάρξει τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων κύβον ἀναῤῥέψαι. Ταχὺ γοῦν τὴν χώραν ἔρημον ἀνδρῶν ἀποδείξας δι' ἧς ἔμελλον οι πολέμιοι δίπλα θεῖν, αὐτὸς ἀεὶ μικρὸν ὑπεχώρει καὶ τοῦ στρατοπέδου ἐξίστατο. Οὐ μὴν οὐδ᾽ οὗτος αὐτῷ διώχων ἐπ ἔκειτο· ἀλλ' ἠγάπα, τῶν ἐχθρῶν ὑπεξανισταμέ των ἀδήριτον λαμβάνων την νίκην. Οὗτος μὲν οὖν τοὺς πολεμίους ἐκδιδαξάμενος ἐπειδὴ παρὰ τοῖς ἡμετέροις ορίοις ἐγένετο καὶ τῶν παρέδων ἐκράτησε, πάντα τάλλα ἀφεὶς, ἐφ' ἡμᾶς ἐχώρει· ὁ δὲ στόλος πρότερον αἰφνίδιον εἰς τὴν ἡμεῖς τέραν φανείς πολλὴν ἔκπληξιν παρεῖχε καὶ θόρυβον. Δοκῶν γὰρ ἡμῖν ἂν οὐκ ἐπελθεῖν διά τε τοὺς ὅρκους οἱ ἔναγχος ἐγένοντο καὶ τὸ μηδὲν τῶν ὁμολογηθένω των ἐλλελοιπέναι, τριβήν τε ἅμα καὶ χρόνον ἐλπί δος ούσης, πολιορκουμένης Σινώπης, οὐκ ὀλίγον γε νέσθαι, ἐξαίφνης ἐπιπλέων τῇ πόλει ἐφαίνετο. Οὔ:ε οὖν οὕς εἴχομεν στρατιώτας συναγαγεῖν οἷοί τε ἦμεν ἔτι, οὔτε τὰ ἐκ τῶν ἀγρῶν εἰσκομίσασθαι, μόνην δὲ τὴν πόλιν ὑπ' ἀνάγκης ἐδόκει φυλάττειν. Οὕτω δὴ καθ᾿ ἡσυχίαν ἀποβάντες οἱ πολέμιοι, μυρίων ὄντες οὐκ ἐλάττους, ἄριστα ἐξηρτυμένοι, μέχρι μέν τινος ἐδῄουν τὰ πρὸ τῆς πόλεως, τόν τε σίτον φθείροντες καὶ τὰς οἰκίας ἐμπιπρῶντες, ἔπειτα ἡμᾶς εἰς τὰ τείχη κατακλείσαντε; ἐπολιόρκουν. Ἡμέρας μὲν οὖν περὶ μ' ὁ πόλεμος ἦν, ἐν αἰ; ἐδοκοῦμεν ἀεὶ κρατεῖν καὶ πλεῖστα βλάπτειν τοὺς 93: 'Ο δὲ τῶν ἀσεβῶν ἔξαρχο;, τῷ αὐτῷ δὴ ἔτει ἀπελθὼν κατὰ τοῦ Σφεντιάρη, παρ ἔλαβε τὴν ἐκείνου περιβόητον πόλιν Σινώπιον. αὐτόν, αὐτὸν αὐτῶν. Ημών, Ουζοῦν Ναζάν 193: Την Σινώπην οὖν και ἐω; ἐγκαταστήσας, εἰς τὰ τῆς ᾿Αρμενία; ἐν δέτερα ἐχώρει. Α, υπεξισταμένων. Απ ἐκδιωξάμενος? λιόρκει τὴν πόλιν ἐπὶ ἡμέρας λβ'. Οὐδὲν δὲ, οὐδὲν ἑκάστοτε καὶ συμπλεκόμενοι πολλοὺς ἀνῄρουν, αύτ τοί τε ἐπεξιόντες τὰ χείριστα διετίθεμεν· ἐλπίς τε ἀγαθὴ τὰς ψυχὰς ἔτρεφεν ὡς πάντα διαφθεροῦμεν τὸν στόλον. Κἂν ἐξειργασάμεθα τὸ ἔργον, εὖ ἴσθι, εἰ μὴ ὤφθη πρότερον ὁ κατ᾽ ἤπειρον ἅπας στρατός μετὰ τοῦ σφῶν ἄρχοντος ἄνωθεν ἐπελθών. Τοῦτο γὰρ ἐκείνους μὲν ἐγγυτάτω τοῦ διαφθαρῆναι ἐλθόντας καὶ νυκτὸς δρασμὲν διανοουμένου; ἔσωσεν, ἡμᾶς δὲ τελείως ἀπώλεσεν. Οὐ γὰρ ἐχώρησε τὸν στρατὸν οὔτε τὰ πρὸ τῆς πόλεως πεδία, οὔτε αἱ παρ' ἑκάτερα φάραγγες· ἀλλὰ καὶ βουνοὶ ὁρώμενοι καὶ γήλοφοι οὐκ ἤρχεσαν στρατοπεδεύσασθαι. Εὐθὺς οὖν ἐνεργὸς ἦν, καὶ τὰς μεγίστας τῶν ἐλε πόλεων, ὧν μείζους οὔπω εἶδεν ἥλιος, στήσας, ἐχρῆτο κατὰ τῆς πόλεως. Ἡ δὲ ἐν ἀμηχανίᾳ εὐθὺς ἦν, καὶ ἡ χρηστοτέρα αὐτὴν καθάπαξ ἐλπὶς ἀπολέλοιπε. Τά τε γὰρ ἐπιτήδεια ἑσπάνιζεν ἤδη, καὶ τὸ ὕδωρ καθάπαξ ἐπέλιπε· πρᾶγμα ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος μηδέπω γεγενημένον· ὅ τε δήμος οὐκ ἤθε λεν ἔτι εἰς προΰπτον κίνδυνον αὐτὸν ἐμβαλεῖν, ἀλλ' ἐς ξυμβάσεις ἑώρα. Ουδέν ἔτι ἐδόκει ἐκ τῶν παρόντων οἷόν τε εἶναι τὸν πόλεμον διενεγκεῖν ἀλλὰ δῆλον ἦν ἤδη κατὰ κράτος ἁλώσασθαι. Οὕτω δὴ βουλευομένοις τοῖς πολλοῖς ἐδόκει ὁμολογία προσχωρεῖν, ὡς μὴ αἰχμάλωτοι γῆν πᾶσαν καὶ θά λατταν προσαιτοῦντας ἐπελθεῖν. Οὕτω τοίνυν τῶν ὁμολογιῶν πεπραγμένων, τὴν πόλιν καὶ ἑαυτοὺς παρέδωκαν· καὶ ἡ ἐλευθεριωτάτη τῶν πόλεων, πολλοὺς μὲν ὑπὲρ ἐλευθερίας τὸν πρόσθεν χρόνον λαμπρῶς ἀγωνισαμένη ἐς μέγα δὲ ἀξίωμα καὶ κλέος ἐλθοῦσα, ὑπ' ἀλλοφύλοις, φεῦ! ἐγένετο· καὶ νῦν τὴν ἄτιμον ὑπομένει δουλείαν, πένθος μέγα οὐ μόνον τοῖς ὁμοδόξοις, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἐν Ἀτία βαρβάροις. Ἐπεὶ δὲ τῆς πόλεως ἐκράτησαν καὶ πάντας ὥσπερ ἐν μιᾷ σαγήνῃ τοὺς· Κομνηνούς ἔσχον ὑποχειρίους, παϊδάς τε εὐθὺς καὶ κόρας ἐλάμβανον, ἀνδραποδιζόμενοι σχεδὸν ἅπαντας ὅσοις ὥρας τι προσήν Ἐν οἷς καὶ τὸν ἐμὸν, φεῦ! υἱὸν, ἦν αὐτ τὸς διὰ τῆς μητρὸς ἐκ τοῦ θείου λουτρού λαβὼν υἱόν, ἐποιήσω, τὸν καλὸν Βασίλειον· ἔτι δὲ καὶ τὸν τῆς θυγατρός νυμφίον, ὅτι νέος τε ἦν καὶ καλὸς ἐδόκει, ἐλάχιστον χρόνον ἀπολελαυκότα τοῦ γάμου. Τὸν δὲ βασιλέα σὺν πάσῃ τῇ συγγενείς καὶ τοὺς ἐν τέτ λει σχεδόν ἅπαντας εἰς τὰς τριήρεις ἐμβαλόντες, εἰς γάρ.. ἀγῶνας: π. μ. ύ. ἐλ. ἀγῶνας τὸν... ἀγωνισαμένη. 265: Τοὺς μέντοι παῖδας τοὺς ἀπὸ ἄστεος καὶ ἀπὸ τῶν περιοίκων χωρίων, τοὺς μὲν νεήλυδας ταξάμενος, κατέθετο ( ἐς τὸν ἑαυτοῦ κοιτῶνα... τὰς δὲ χώρας, τὰς μὲν ἐν τοῖς αὐτοῦ κοιτῶσι κατέθετο, τάς δὲ απε χαρίσατο. Β, βασιλέα καὶ τούς.
col. 727–728page 27 of 35
PG 161:727τὴν Κωνσταντίνου πόλιν ἤγαγον· ἐκεῖθεν δὲ πάλιν ρῶν ὀφθαλμός, ἔτι δὲ τῆς παρὰ σοῦ εἰς ἡμᾶς εὐερ εἰς τὰ ᾿Αδριανοῦ ἀγαγόντες κατώκισαν γεσίας, ἣν εἴ τις τῶν ἡμετέρων ἀφέλῃ, οὐκ οἶ; εἰ Καὶ νῦν εἰμι ἐνταῦθα, κορυφῆς ἀτεχνῶς ὑπερτέλε τι περιλειφθήσεται, καὶ τῆς καθαρᾶς ἐκείνης καὶ λοντα δειμαίνων πέτρον. Καίτοι πολλάκις παρὰ τὴν εἰλικρινούς φιλίας, ἣν οὐ χρόνος, οὐ πραγμάτων πολιορκίαν ἠφείδησα ἐμαυτοῦ ὥστε θανεῖν· ἀλλ᾽ μεταβολαί, οὐ τοσοῦτον διάστημα ἴσχυσεν ὁπωσούν οὔπω ἐγένετο τούτου τυχεῖν, τῆς Προνοίας, οἶμαι, ἀμαυρῶσαι, τὰ προσήκοντα τῇ παρούσῃ τύχῃ βοη ἐπὶ τὸ χεῖρον φυλαττούσης, ὅπως, ἐπὶ πολὺν τιμω θῆσαι, καὶ πρῶτον μὲν ἡμῖν τὸν Βασίλειον ἐλευθε ρηθείς χρόνον, ἔπειτα ἀποθάνω. Καὶ τὰ μὲν ἄλλα ρῶσαι, δς, τούτου τυχών, εὐθὺς παρὰ σὲ ἥξει, δοῦ φέρειν οἷός τέ εἰμι, πενίαν φημὶ καὶ τὴν ἐν ἀλλολος ἐσόμενος· ἔπειτα καὶ ἡμῖν τινα χορηγίαν εἰς τὸ δαπῇ ἀνελεύθερον διατριβήν· ἡ δὲ τοῦ παιδὸς στέμέλλον πορίσασθαι, ἀφ᾿ ἧς ἐν τῇ παρούσῃ τύχῃ δια ρησις ἐμπιπρᾷ μου τὰ σπλάγχνα. Πρὸς γὰρ τοῖς βιώσομεν. Εἰ δὲ μεγάλα ταῦτα καὶ ἀμφότερα οὐ ἄλλοις αἰκιζόμενον αὐτὸν ὑπὸ τοῦ πάντων κρατοῦντος ῥᾴδιον τὸ νῦν ἔχον γενέσθαι, σὺ δὲ τὸν παῖδα λυσά καὶ μαστιζόμενον ἑκάστοτε μανθάνων, Εκφρων γίνομενος τὰ μέγιστα εὖ ποιήσεις καὶ οὗ μεῖζον ἡμῖν οὐκ μαι· αἴτιον δὲ, ὅτι φρονήματος ἐπειλημμένος οὐμὸς ἂν γένοιτο, αὐτοὶ δὲ τὴν ἄλλην τύχην οὐ χαλεπῶς παῖς, ὧν τε ἄλλως φύσει περὶ ἀρετὴν θερμός, την οἴσομεν, ὁρῶντες τοὺς ἀθλίους Ρωμαίους οι ἅπαντα πάτριον οὐ προδίδωσι δόξαν Καὶ τὴν οὖν ἀρχὴν Ὁ πράττουσιν ὅπως τῆς ἐφημέρου τροφῆς εὐπορήσω λόγοις αὐτὸν ἐπεχείρει πείθειν καὶ δώροις ὁ κρατῶν ὡς δὲ ἦν τούτοις ἀνάλωτος, ἐπὶ τὰς βασάνους ἑτρά πετο. Ἐπεὶ δὲ πάντα ποιήσας οὐδὲν ἴσχυσε, τὴν μὲν ἀρετὴν ἐθαύμαζε τοῦ παιδὸς καὶ τὴν μετὰ φρονήματος ἔνστασιν· οὐ μὴν ᾖ προσῆκεν ἐλεύθερον αὐτὸν ἐποίησεν· ἀλλ', ἀπογνοὺς τὴν μεταβολὴν, ἀποδόσθαι ἔγνωκε· τοσαύτης αὐτὸν φιλανθρωπίας ἠξίωσε, Πλείστου δὲ αὐτὸν ὅμως ἀποδίδοται, καὶ ὅσον αὐτοὶ οὐκ ἄν ποτε ἱκανοὶ ἐσόμεθα λυτρώσασθαι. Τὰ μὲν οὖν ἡμέτερα ἐν τούτοις καὶ πολλῷ χείροσιν ἔτι· δεῖσθαι δέ σου βουλόμενοι χεῖρα ὀρέξαι, οὐ πολλῶν ἡγοῦμαι δεήσασθαι λόγων. Ο γὰρ πολλοῖς τῶν ἀθλίων Ῥωμαίων τὴν αἰχμαλωσίαν λυσάμενος οὐ δήπου πολίτην ἕνα δεόμενον περιέψει. Ο Καίτοι τὸν πρόσθεν χρόνον εὐλαβὴς ἦν αἰτεῖν τι παρὰ τῆς σῆς κυριότητος· ἀλλὰ νῦν οὐκ ἂν αἰσχυνοίμην τὸ πρᾶγμα. Δέομαι τοίνυν τῆς σῆς κυριότητος, αίδε σιμώτατε δέσποτα, μεμνημένον τῆς πολλῆς ἡμῶν ἀεὶ περὶ σὲ εὐνοίας καὶ τῶν πολλῶν ἐπὶ σοὶ καὶ με γάλων ἐλπίδων, ὧν ἔχοντες ἡδέως διεβιώσαμεν τὸν μέχρι τῆς ἁλώσεως χρόνον, ὡς οἶδεν ὁ πάντα ἐφο σιν. Αλλά σοι ὁ πάντα διέπων Θεός μακρὸν μὲν αἰῶνα δοίη, ἐῤῥωμένον δὲ ἡμῖν καὶ εὔθυμον διαφυλάττοι σὲ γὰρ ἔχοντες καὶ αἰχμαλωσίαν καὶ πενίαν καὶ πᾶ σαν τύχην οὐ χαλεπῶς οἴσομεν.. Πρὸς Θεοῦ δὲ μὴ ἀπαξιώσῃς ἡμῖν ἀεὶ γράφειν· ὡς ἡμῖν καὶ τὰ σὲ γράμματα μόνα μεγίστην φέρει παραμυθίαν. Εν ταῦθα δὲ ἡμῖν ἐπιστέλλειν ῥᾴδιον· πολλοὶ γὰρ ἐκ Βενετίας, οἱ δὲ ἐκ Φλωρεντίας εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἀφικνοῦνται· ἐντεῦθεν δὲ εἰς τὴν Αδριανού τριῶν ἡμερῶν ὁδός ἐστιν· ὥστε ἔστι καὶ γράμματα καὶ ἄλλο τι ἀσφαλῶς πέμπειν. Καὶ γὰρ αὐτὸς μαθών τι παρὰ σοῦ ἥκειν, τάχιστα εἰς τὴν Κωνσταντίνου αφίξομαι. Ο παρών ἄνθρωπος, ὁ τὰ γράμματα κομίζων, ἔστιν ἡμέτερος πολίτης, συγγενὴς καὶ οἰκεῖος τοῦ Παρα σκευᾶ τοῦ τῆς μητρός θεράποντος· ἀπώλεσε δὲ καὶ αὐτὸς παῖδα καὶ γυναῖκα, ὃν εἰ βοηθείας τοῦ δυνατής ἀξιώσεις, τῇ μητρὶ καὶ θανούσῃ δόξει; χαρίζεσθα καὶ γὰρ αὐτὸς δι᾽ ἐκείνην πρὸς σὲ ἕδραμεν. Ερ ρωσο. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΙΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑ ΤΟΝ ΚΑΡΔΙΝΑΛΗΝ Τολμηρῶς ἀναφέρω τῷ ὕψει τῆς σῆς θείας ὑπερ οχής. Εἰ τὸ μείζω συγχωρείν αμαρτίας Θεοῦ ἐστι, η τὸ τοιαῦτά με καὶ τοσαῦτα ἡμαρτηκότα ἀναίδην ἀξιῶται συγγνώμης, Θεῷ παραπλήσιον πάντως ἀφήσει τὸν ἀφιέντα. Δεινὰ μὲν οὖν τετόλμηκα καὶ πέρα δεινῶν, ἐξυβρίσας οὕτως ἀτόπως εἰς τὴν σὴν θείαν ὑπεροχήν· μεῖζον δέ σοι τὸ κλέος ἔσται τῆς Β, Ανδριανού. 92: οὓς ἐξελθὼν ἐκεῖθεν κατῴκησεν αὐτοὺς ἐν τῇ ᾿Ανδριανουπόλε.. κατώκισεν. 78: Τίνες ἔκτισαν, κατὰ τίνας ᾤκηταν χρήσ νους· τοὺς ὁμοεθνεῖς ὄντας τε τούς τε αὐτόχθονας ᾤκισαν χρόνους. Τοὺς.... τούς τ' αὐτόχθο ἐμῆς ἀβελτηρίας καὶ δεινῆς μανίας ὑπεριδόντι. βερὰ μέν σου ἡ παιδεία αὕτη καὶ τῷ ὄντε φρικτῇ, ή με τέλεον κατειργάσατο καὶ ἐξέτηξεν· ἐλάττω μέντοι πολλῷ τῆς ἐμῆς πονηρίας ἐστὶ καὶ ὕβρεω;. Διαλάμπει γάρ σου τὸ φιλάνθρωπον καὶ ἐν τῇ παι δείᾳ σου ταύτη, ἣν ἐμαυτῷ προξένησα σχέτλιος, βλασφημήσας οὕτως ἀσέμνως εἰς τὸν ἐμὸν, φεύ! εὐεργέτην και προμηθέα καὶ ἡγεμόνα, τὸ μέγα Ῥωμαῖοι Αι εἰ τὸ τις μ.?
col. 729–730page 28 of 35
PG 161:729θαῦμα τῆς οἰκουμένης, παρ' οὗ πολλάκις 'πολλῶν καίαν σου ταύτην ὀργὴν καὶ δίκην· εἰ γὰρ καὶ ἥττω δωρεῶν καὶ χαρίτων ἠξίωμαι δείλαιος ἐν τῇ φρικτῇ τῆς ξενιτείας καὶ πενίας καμίνω, πατραλοίας οἷόν τις ἄλλος ὁ τάλας ὀφθεὶς, καὶ ἀθυμίᾳ δεινῇ σκοτισθείς τὴν διάνοιαν, μᾶλλον δὲ δεινῇ μανίᾳ ἑαλωκώς, ἢ τοὺς ἀλόντας ἀθλίως καθ᾿ ἑαυτῶν τε καὶ τοῦ Θεοῦ πολλάκις ἐξέμηνε. τοῦ προσήκοντος ἐξέτισα δίκην, ἀλλὰ δεινὰ καὶ ἀφόρητα τάλας ὑπέστην, μᾶλλον δὲ πέρα δεινῶν ἐν Φλωρεντίᾳ, ἐν Μεθώνῃ ἐν εἰρκτῇ, ἐν κλοιοῖς δεινῶς πιέζουσι καὶ ποινηλατοῦσιν. Καίτοι παρίημι τὴν αἰσχύνην οὐδεμιᾶς ἐλάττον οὖσαν ζημίας τοῖς γε νοῦν ἔχουσι. Καὶ νῦν, φεῦ! φονέων καὶ προδοτῶν οὐδοτιοῦν ὑφίσταμαι ἀνεκτότερα ἐν τῇ φρικτῇ εἰρ κτῇ ταύτῃ καὶ τῷ φοβερῷ τῷδε τάφῳ καὶ ᾅδῃ κατά ορωρυγμένος, καὶ λιμῷ καὶ δυσωδίᾳ καὶ πάσῃ τα λαιπωρίᾳ καὶ κακοπαθείᾳ παλαίων, καὶ ὑπὸ ἀπεί ρων φθειρῶν καὶ κόρεων τὰς πλευράς ὀρυττόμενος, καὶ σπανιώτατα γενόμενος ὕπνου. Παρίημι σιω πῇ τῶν δημοκοίνων, τουτωνὶ τὴν μανίαν, οἵ μου τὸ πλέον τοῦ αἵματος ἐκπεπώκασι· σοὶ γὰρ χαριζόμενοι πάντες ἀφειδέστατά με ποινηλατοῦσιν, ἄλλος ἄλλην τινὰ ἰδέαν κολάσεων ἐξευρίσκων, καὶ ταύτην τὴν δίκην ἐκτίνων καίτοι σιωπῶντα καὶ πράως φέροντα πάντα καὶ μήτε πρὸ τῆς δεινῆς ταύτης δίκης μήτ' ἐν αὐτῇ καὶ τῶν σῶν μεμνημένον μήτε διεξιόντα τα σά. Εἰ δέ σοι ἄπιστον εἶναι δοκοίη, ένα τεῦθεν ἴσως ῥᾳδίως πεισθήσῃ. Τίς γὰρ οὕτως ἦν ἄφρων καὶ σχέτλιος, ὥστε μεμνῆσθαι καὶ διασύρειν τὰ σὰ παρὰ τοῖς αὐτὰ ἐν θαύματι ποιουμένοις και τὸν μακαριώτατον μνημονεύουσι πάπαν, ἡγεμόνων ὄντων Βενετικῶν καὶ ταῦτα τῶν περὶ σὲ σπου δαζόντων; Εἰ δέ πού τι καὶ παρεφθεγξάμην ὑποτον θορίσας ἐν παραβύστῳ ἐφ᾽ οἷς ὑπέστην ἀχθόμενος, συγγνώμην λιπαρῶς, καὶ ταύτην δακρύοις ἅμα, Τολμηρὸν μὲν οὖν τοιαῦτα τετολμηκότα συγγνώμης δι' ἑαυτοῦ ἀξιωθῆναι αἰτεῖν· ἀλλὰ καὶ Θεῷ προσκρούουσιν ἄνθρωποι· ἀλλὰ προσίεται φιλανθρώπως τοὺς σφῶν αὐτῶν γνησίως κατεγνωκότας, ὅς γε καὶ ὑπὲρ ἀγνωμόνων καὶ ἀσεβῶν καὶ ἐναν θρωπῆσαι καὶ τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἀποστῆναι ἠνέσχετο, ἀρετῆς καὶ φιλοσοφίας ἁπάσης παράδειγμα ἑαυτὸν ἡμῖν καθιστάς. Εἰκὼν τοίνυν καὶ αὐτὸς ὑπάρχων Χριστοῦ καὶ οἰκονόμος μυστηρίων φρικτών καὶ θειότατος ἱεράρχης, μιμηθείης τὸν κοινὸν Δεσπό τὴν καὶ εὐεργέτην, ὃς τοῖς εἰς αὐτὸν ἁμαρτάνουσι καὶ τοὺς ἱεροὺς αὐτοῦ νόμους καὶ γνησίως μετα ναοῦσι καὶ προσίεται φιλανθρώπως καὶ δωρεῶν μεγίστων ἀξιοῖ. Δὸς οὖν ἡμῖν ᾆσαι παλινωδίαν· δις διὰ βίου ὑμνεῖν σου τὴν θεοείκελον ἐλεημοσύνην. Μὴ αποσοβήσῃς με τολμηρῶς προσιόντα σοι καὶ δάκρυσιν ἐξιλεούμενον τὴν σὴν φιλανθρωπίαν, ἣν παρώξυνα, φοῦ! σὺν ἀφροσύνῃ πολλῇ, μᾶλλον δὲ ἀνοσιουργία καὶ δεινῇ βλασφημία: ὄψει γάρ με τον πρώην Σαύ λον, εἰ καὶ ὑπὲρ ἐμὲ τὸ ὑπόδειγμα, Παῦλον γενησόμενον ἐξαπίνης, τὴν σὴν εὐεργεσίαν καὶ τὰ σε μνὰ τῷ ὄντι πλεονεκτήματα ἅ σοι Θεὸς ἐδωρήσατο.. ... τῷ μὲν γὰρ λευγαλέῳ ἐκείνῳ καὶ κωμικῷ (αἰτῶ. στέμματι ούτε τάξεώς τινος μετὴν ὁπωσοῦν, οὔτε κάλλους, οὔτε δυνάμεως, ούτε λόγων περιβολῆς καὶ ἀλκῆς· εἱρωνεία δέ που τὸ πᾶν ἦν καί τις ἄτοπος καὶ διωλύγιος φλυαρία, ἀτόπως ἄγαν καὶ γελοίως ξυμβεβλημένη· ἐφ᾽ ᾧ οὐδ' εἰς φῶς ἐξενήνοχα, οὐδ᾽ ᾧ την δεῖν ἐξανῦσαι καὶ τοῖς φίλοις κοινώσασθαι, ἐξὸν ἐξεργάσασθαι καί τινος μεταδοῦναι καλοῦ ἀλλ', ἀποῤῥίψας ὑπὸ τὴν κλίνην, διαῤῥῆξαι τῷ ὄντι διενεούμην, ἀτεχνῶς ἐμαυτῷ νεμεσὼν τῆς τόλμης καὶ τῆς ἀτόπου ἐπιχειρήσεως, καὶ μὴν καὶ τοῖς αι τίοις τοῦ τοσούτου καὶ τοιούτου δεινοῦ, ἐν αἰτιώτατος ἦν Γεώργιος ὁ Ἐρμητιανὸς ὅς με καὶ μὴ ἀνεχόμενον μυριάκις παρέπεισε καὶ ἠρέθισεν ἐξυρή ναι. Τῆς δὲ τῆς εὐφημία; λόγων ἰδέαν καὶ τάξιν, ὡ, οἷόν τε, ἐξευρήσω προσήκουσαν, ἰασόμενον ὡς οἷόν τε, τὰ τραύματα ευφυέστατα Στήσαι; τοιγαροῦν, δέσποτα, δέσποτα, τὴν δι προσε ίεται εἰ ἀξιοῖ Εδεξάμην καὶ πρότερον και νῦν διὰ τοῦ Ερμητιανοῦ γραμματα τῆς εύγ νείας σου. τῇ δὲ τῇ εὐφημία Ιασομενο;, ιπτομένων. Η Εἰ δέ τις τολμήσειε προπετώς καθικέσθαι, ὡς δὴ μεμψαμένῳ τολμηρῶς τῇ Ἐκκλησίᾳ Λατίνων, ἀϊδίους δίκας τίσει Θεῷ καὶ τῇ ἱερᾷ ἀληθείᾳ, σχέτλιος συκοφάντης ἐξελεγχθεὶς καὶ πύῤῥω Θεοῦ. Ούτε γὰρ ἐν συνουσίαις, οὔτε ἐν σκήμμασιν οὐδὲ πώ ποτέ τι τοιοῦτον ἐτόλμησα· οὐμενοῦν· μὴ τοσοῦτον μανείην, μηδὲ τοσοῦτον ἰσχύσειαν καθ᾿ ἡμῶν οἱ τῆς ἡμετέρας σωτηρίας πολέμιοι. Τοὐναντίον μὲν οὖν ἐπήνεσα, καὶ νῦν οὐχ ἧττον ἐπαινῶ καὶ ὑμνῶ καὶ διὰ τιμῆς ἄγω. Ελλησι μέντοι τοῖς τῇ πατρίῳ ἐκκλησίᾳ θρασέως ἐπιτιμῶσι καὶ ἀφειδῶς ἐξυβρίζουσιν οὐχ οἷός τέ εἰμι σπένδεσθαι, καὶ τοὺς αἰτίου; τοῦ τοσούτου σκανδάλου ἐπαράτας ἡγοῦμαι καὶ ἀποφράδας. Ἐπὶ τούτοι;, ὁ βουλόμενός μοι νεμεσιν καὶ εὐθύνειν, νεμεσάτω καὶ εὐθυνέτω. Οὐ μὴν ἀλλ' οὐδ᾽ ἐν Φλωρεντία διήγον, τῆς σῆς οἰκείας ἐξελαθείς, ἐπὶ τῷ τὰ σὰ διασύρειν. Πῶ; γὰρ εὐφυέστατα. Απ γενόμενος? ἐκτείνων Βενετίκων, μεμψαμένου. σκέμμασιν? Οι σκέμματα.
col. 731–732page 29 of 35
PG 161:731ἐτόλμησε τοῦτο, ὁ διὰ σὲ, καὶ τῇ τῶν σῶν γραμμάτηκα, ἐξυβρίσας ανοσίως καὶ τολμηρῶς εἰς τὴν σὴν των δυνάμει ἡ ὑπὲρ ἐμοῦ τοῖς ἐκεῖ ἠξίωσας πέμ ψαι, τιμώμενος καὶ θεραπείας τινὸς ἀξιούμενος, καὶ τὸν αὐτὸν νῦν μὲν ἐπαινεῖν, νῦν δὲ μέμφεσθαι τολ μηρῶς, οἷόν τις ἑαυτοῦ ἐπιλελησμένος; Αλλά, χει μῶνος ὄντος, οὐκ ἐξῆν ἀπιέναι· καὶ ἅμα μοι προθρο γου ἦν πραγματείαν τινὰ φιλόσοφον διακοῦσαι ἣν ἐνεστησάμην ἀκοῦσαι. Αλλ' οὐδ᾽, ὅτι μὲ οὐκ ἠξίους με μεγάλων, ηνιώμην τῷ ὄντι· ἴσως γὰρ ἄξιος οὐκ ἦν, οὐδ' ᾔδειν θεραπεύειν σε, ἀφελέστερον διακείμενος· ἀλλ' ὅτι, τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα ἀφαιρεθείς, καὶ τῆς οἰκίας ἐκπέπτωκα, οἷόν τις κακοῦργος ἐξελαθεὶς. Κἀντεῦθεν συνέπεσε καὶ τῆς εὐδαίμονός μοι σχολῆς ἐκπεσεῖν τῶν λόγων, ὑπὲρ ὧν πάντα ῥᾳδίως ἔφερον. Τοῦτο μέντοι τῷ ὄντι ἐξέμηνε· τοῦτο τοὺς σωφρονεστέρους τῶν λογισμῶν ἐξήλασεν, μονονουχί παραφρονήσαι συνήλασε ᾿Αλλὰ τί δεῖ ταῦτα διεξιέναι τολμᾷν καὶ δι᾿ ὄχλου σοι τολμηρῶς γίνεσθαι; Ημάρτηκα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιον σοῦ ἡμάρτηκα ὑπὲρ πάντας τοὺς προσκεκρουκότας Θεῷ. Εμαυτῷ μέμφομαι τῆς τοσαύτης παραπληξίας, οὐ μόνον τῷ δεσπότῃ τῷ θειοτάτῳ, ἀλλ᾽ ἤδη καὶ Θεῷ προσκρούσαι περιφανώς λογιζόμενος, πρὸς αὐτῷ ἀνόσια τετολμηκὼς καὶ παράνομα, δείλαιος. ᾿Αλλὰ τί πάθω, τάλα;; Ηττη μας λύπῃ τυραννηθείς· ἐξήχθην ἀθυμίᾳ ἐσχάτῃ, οὐκ ἐνεγκὼν τὴν ὕβριν, καὶ τῆς φιλοσοφίας την στέρησιν, ἧς ἔδει μάλα αὐτίκα ἀποσπασθῆναι με τον κακο δαίμονα καὶ ἐλεεινῶς ἐκπεσεῖν. ᾿Αλλὰ, πρὸς τῆς σῆς φιλανθρωπίας καὶ θεοειδοῦς ἀρετῆς, φεῖσαί μου τοῦ ἐλεεινοῦ καὶ δειλαίου· συγ γνοίης ἀχθομένῳ καὶ δεινῶς ἀλγοῦντι ἐφ᾽ οἷς πεπαρῴνηκα· συγγνοίης μεταμελουμένῳ ἐφ᾽ οἷς ἡμάρ λαμπρὰν καὶ θείαν ὑπεροχήν· συγγνοίης δεινή και λωκότι μανίᾳ καὶ δεινῶς σκοτισθέντι τὸν νοῦν συγγνοίης τῷ ἀναξίω συγγνώμης καὶ κολάσεως ἁπάσης ἀξίῳ. Σοὶ πρόσειμι νῦν δεδιώς τε καὶ τρέ μων, τῆς ἐμῆς ἀβελτηρίας καὶ δεινῆς μανίας συν ησθημένος, γυμνός, Ιρος, κατηφής, ἐκτετηκὼς δι κρυσι, τὴν σὴν φιλανθρωπίαν καὶ ἐλεημοσύνην ἀνα καλούμενος καὶ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν ἐπιβοώμενος, καὶ προκαλινδούμενος τῶν ἱερῶν σου ποδῶν, καὶ οὐ τολμῶν ἀτενίσαι τῷ ὕψει σου· σοὶ πρόσειμι, ὡς ὁ τελώνης ἐκεῖνος Θεῷ περιηγμένος τὸ χεῖρε καὶ τῇ κεφαλῇ γοερῶς τοῦδαφος τύπτων καὶ τοῖς δά κρυσι φαίνων. Εἰ γὰρ καὶ πέρα συγγνώμης ἡμάρτ τηκα, ἀλλὰ θαῤῥῶν εἰς τὸ περιὸν τῆς σῆς φιλανθρωπίας καὶ ὡς οὐ νικήσει ἡ ἐμὴ πονηρία τὸ περιόν σου τῆς θεοειδοῦς καὶ ἀγγελικῆς ἀρετῆς. Πάρες, δέσποτα θεοείκελε καὶ μειλίχιε, τὴν ἀφροσύνην τῶν σῶν οἰκετῶν, τῷ περιόντι τῆς σῆς φιλανθρωπίας ταύτην ἐξαφανίζων, τὸν κοινὸν μιμησάμενος Δεσπό την, ὅς, τοῖς γνησίως μετανοοῦσιν ἄφεσιν πλημμελημάτων δωρούμενος, χαρίτων ὑπερφυῶν καὶ δι ρεῶν ἀξιοῖ. Αλλά μοι εἴη, τῶν πιεζόντων με ἀπαλ λαγέντι δεινῶν, τῆς σῆς ἐφετῆς αὖθις εὐμενείας καὶ ἐλεημοσύνης ἀξιωθῆναι, ὡς ἄν σου διὰ βίου ἀν υμνῶ καὶ κηρύττω τὴν τοσαύτην μακροθυμίαν καὶ χάριν, ἤ μου τοιαῦτα ἡμαρτηκότος καὶ ἐφείσατο φιλανθρώπως, δέον κατεργάσασθαι καὶ τελέως ἐξα φανίσαι, καὶ ἐλέους ἠξίωσε· ης μοι γένοιτο, Σώτερο ἀξιωθῆναι τῇ σῇ οὐρανίῳ εὐεργεσίᾳ καὶ χάριτι. ῾Ο ἐλάχιστος δοῦλος τῆς αὐθεντίας σου Γρηγόριος ὁ ἐλεεινὸς ἐκ σκότους καὶ εἱρκτῆς, μᾶλλον δὲ κοιλίας ᾅδου τολμηρῶς ἀναφέρει. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΛΟΓΟΣ ΕΓΚΩΜΙΑΣΤΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΝΑΛΗΝ ΝΙΚΑΙΑΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑ ΛΟΓΙΩΤΑΤΟΝ ΚΑΙ ΣΟΦΩΤΑΤΟΝ. Ἐπανῆκεν ἡμῖν ἐκ τῆς πρεσβείας ὁ θειότατος ἡμῶν ἡγεμών ἐπανῆκε τὸ κοινὸν ἀγαθόν· ἐπαν ἧκεν ὁ κοινὸς εὐεργέτης, ἡ φιλοτιμία της φύσεως, τὸ τῶν χαρίτων τέμενος ὁ τῶν ἀρετῶν ὁρμαθος, τὸ μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, οὐ χρυσῷ στεφάνω κεκοσμημένος ἢ κοτίνῳ ἢ σελίνῳ ἢ καλάμῳ λευκῷ, οἷς οἱ ἑλλανοδίκαι ειώθασι στεφανοῦν τοὺς ἐν Ὀλυμ πίοις νενικηκότας ἀλλ᾽ ἱδρῶσι καὶ κατορθώμα Πάτερ, ήμαρ τον εἰς ούρ.. 13: Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ' ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ, λέγων· Ο Θεός, ἐλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 5: 'Ελυτρώσω με κοιλίας ᾅδου. ἐκ βάθους Χάριτες τεμενός τι λαβεῖν, ὅπερ οὐχὶ πεσείται, ζητοῦσαι, ψυχὴν εὗρον Αριστοφάνους. σιν οὓς ὑπὲρ τῶν εὐσεβούντων γενναίως ἀνέτλη, μᾶλλον δὲ κλέῖ καὶ εὐφημίαις, τῆς οἰκουμένης διή κουσι καὶ κλέος οὐρανόμηκες προξενοῦσι. Δορυ φοροῦσι δέ γε αὐτὸν καὶ λαμπρῶς ὑποδέχονται οὐχ οἱ ἐπιτυχόντες μόνον καὶ ὁ πολὺς ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν πόλεων ἡγεμόνες, οἷς διὰ σπουδῆς ἐστι μάλιστα τὰ τοιαῦτα· καὶ προθύμως ἀναπεταννύντες τὰς πύο λας, τὸν κοινὸν ἀσμένως ὑποδέχονται εὐεργέτην, κατορθώμασι καὶ ἱδρῶν σι, πλη, κατορθώμασι κλέος οὐρανόμηκες κλέος κλέτ π, ρ. 598: Τι μάτην ὁ πολὺς ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ τοῦ Δαφνίου συντρέχεις βωμόν; καταδύσωπεῖς τὸν ἑκη Θόλον χρησμοδοτεῖν; 2897, τί κατά δ.,
col. 733–734page 30 of 35
PG 161:733ὕμνοις καὶ εὐφημίαις αὐτὸν κυδαίνοντες καὶ ἰσοθέοις καὶ οἴων ὑπῆρξε σφίσι χαρίτων καὶ δωρεῶν κοινῇ τε τιμεῖς τιμῶντες. Τοῖς μὲν γὰρ ἄλλοις ἱκανὸν εἶναι δοκεῖ, εἰ τὰ σφέτερα εὖ ἔχοι καὶ ἄριστα διοικοῖτο, τῆς δέ γε τοῦ κοινοῦ εὐπραξίας και βελτιώσεως οὐ πάνυ τοι μέλει σμικρὰ διανοουμένοις καὶ ταπεινά τῷ δὲ δὴ κοινῷ ἡμῶν εὐεργέτῃ καὶ προμηθεῖ τοῦ μὲν καθέκαστα καὶ ἰδίου οὐ πάνυ τοι μέλει, τοῦ δὲ κοινοῦ καὶ καθόλου διαφερόντως με μέληκεν, ᾧ τοῦ καθόλου χάριν τό τε καθέκαστον γίνεται που καὶ σώζεται, καὶ τοῦ εἶναι καὶ τοῦ εὖ εἶναι μεταλαγχάνει, ἐφ' ὅσον τοιούτῳ ὄντι αὐτῷ προσήκει. Νῦν δ' ἄλλην τινὰ πρεσβείαν τῶν ὑπερορίων αἱρεῖται ἐν ἐξώρῳ καὶ ταῦτα σώματι καὶ ποικίλοις κατειργασμένῳ νοσήμασι οὐχ ὅπως ἐντεῦθεν βέλτιον τὰ καθ᾿ ἑαυτὸν σχοίη. Τίνος γὰρ αὐτῷ ἐπιδεῖ οὕτως αὐταρκεστάτῳ ὄντι, καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ὑπέρ ορώντι, καὶ τῆς ὑλικῆς ὑπεραναβεβηκότι ήδη διά δος καὶ τῶν τῆς ὕλης και δόξης θελγήτρων καὶ ἡγονῶν, οἷς σχεδὸν ἀπαξάπαντες κατακηλούμενοι παραμένουσι, μόνην εὐδαιμονίαν τὴν τούτων ἀπό λαυσιν καὶ μακαριότητα λογιζόμενοι· ἀλλ᾿ ἰδίοις ἱδρῶσι καὶ πόνοις εὐμάρειαν βίου ἐμποιοῦντι τοῖς ἄλλοις καὶ περιουσίαν τῶν ἀνθρωπίνων καλῶν; Ταῦτά τοι κοινὴν ἔδει πάντας αὐτῷ καὶ μάλα ἐν δίκῃ εὐφημίαν προσάγειν καὶ χάριτας προθύμως ὁμολογεῖν, καὶ ᾠδας ξυντιθέναι καὶ ὕμνους ὡς οἷόν σὲ αὐτῷ προσήκοντας, καὶ Θεῷ ἐξεπίτηδες θύειν, τῆς γε βιοτῆς αὐτοῦ εἵνεκα, καὶ τῆς ἐσχάτης δόξης καὶ θείας ὑπεροχής ἧς ἤδη πολλάκις βασκανία ἐνίων διήμαρτεν, ὡς ἂν ἡμῖν ἐπὶ πλεῖστον δια ῴη ὁ τοιοῦτος εὐεργέτης και κηδεμὼν καὶ τῆς οἰκουμέ της μέγιστος ἥλιος, ἐπείπερ ἄλλως αὐτὸν ἀτεχνῶς ὧν πᾶσιν ὑπῆρξε χαρίτων καὶ όσημέραι ὑπάρχει Ελευθερίως οὐχ οἷόν τε ἀμείβεσθαι. Και με μηδεὶς εξέσθω αὐτὸν οὕτως ἐπὶ ταῖς κοιναῖς εὐεργεσίαις ἐξαίροντα τοῦ μερικοῦ καὶ καθέκαστα ὠλιγωρηκέ και, ὑπεροψίᾳ καὶ ἀναλγησίᾳ ἐνισχημένον τινί· οὔτε γάρ τις ψάμμον θαλάττης, οὔτ᾽ ἄστρα οὐρανοῦ, οὔτε τὰς πρὸς τοὺς καθέκαστον εὐεργεσίας αὐτοῦ ἐξαριθμήσαι δυνήσεται· δήπουθεν ἐμπεδοῦσι τὸν λό γον σχεδὸν ἀπαξάπαντες Ιταλοί, εὐφημοῦντε; ὅσων φαρμακευόμενον ἔτι δεῖ. ἐπιδεῖν μὲν τοῦ ὁρῶντος αἰτί υ λόγον ἐπέχειν τὴν μονάδα, τὸν δὲ τῆς πασχούσης ὕλης τὴν δυάδα. τῶν ἀρχ χῶν τὴν μὲν μοναδα Θειν καὶ τα γαθὸν, τὴν δὲ αόρι στον δυάδα δαίμονα καὶ τὸ κακὸν, περὶ ἦν ἐστι τὸ ὑλικὸν πλήθος καὶ ἰδίᾳ ἑκάστῳ, τῆς αὐτοῦ πολλάκις δεηθεῖσιν ἐπισ κουρίας καὶ ὠφελείας· ὧν τοὺς μὲν ἐκ πενήτων λαμπροὺς εἰργάσατο, τοὺς δ' ἀμαθείᾳ ἐνισχημένους ἐσχάτῃ λογίους ἀναδέδειχε καὶ σοφούς διδαξάμενος ἔστι δ' οὓς καὶ κινδυνεύοντας ἀπολέσθαι, καὶ μὴν καὶ τὰ οἰκεῖα ἀδίκως ἀφαιρεθῆναι, τῶν ἐσχάτων κινδύνων καὶ τῆς δεινῆς πενίας εξήρπασε. Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ Ἕλληνες ἀνυμνοῦσιν ἑκασταχῆ περιάδου τες ὅσων καὶ οἴων πολλάκις σφίσιν ὑπῆρξε χαρίτων, τῆς δεινῆς κατελεήσας σφᾶς συμφορᾶς καὶ τῆς ἀνυπ. οίστου δυστυχίας (εἰ μή τις πονηρᾶς καὶ ἀγνώμονος εἴη προαιρέσεως, φύσεως λαχών δυσκόλου καὶ μεμψιμοίρου), τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ὁσημέραι εὐερ γετῶν καὶ τὰ οἰκεῖα φιλανθρώπως πηγάζων. Πῶς δ' ἄν τις σιωπῇ παριεὶς τὰς πρὸς τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἡγεμόνας εὐεργεσίας αὐτοῦ, ἐλεεινῶς τῆς πατρώας ἐκπεπτωκότας εὐδαιμονίας, μὴ οὐχὶ ἄτοπος εἶναι δόξειε, ὧν πατὴρ ὤφθη καὶ προμηθεὺς καὶ εὐεργέτῃ;; Καί τοι, εἰ τὸν Θεὸν τῆς εὐποιίας ἄνθρωποι θαυ μάζουσι μάλιστα (ἐπὶ τούτῳ γὰρ οὐχ ἥκιστα πάν τες αὐτὸν ἀνυμνοῦσι καὶ διαφερόντως θαυμάζουσι, δωτῆρα εάων ἀνακαλοῦντες), οὑτοσὶ δὲ ἐν τούτῳ πάντας παρήλασε τοὺς ἐφ' ἑαυτοῦ, πῶς οὐχὶ πάνω των θειότερος ἀναδέδεικται τῇ τῆς θείας εὐποιίας μιμήσει, ὃ δὴ μόνον κοινὸν ἔργον ίσχουσιν ἄνθρωπος καὶ Θεὸς καὶ δι' οὗ τις αὐτῷ συναφθῆναι οἷός τε οἰκειωθεὶς τῷ Θεῷ καὶ συναφθεὶς εὐδαιμόνως, ὡς ἐφικτὸν ἀνθρώπῳ Θεῷ συνάπτεσθαι τῷ ἄκρως ἀγαθῷ καὶ ὑψίστῳ; Εἰ δὲ δὴ καὶ μέγιστον τῶν ἀγαθῶν ἡ ἀγάπη, ᾗ τὰ θεῖα διισχυρίζεται λόγια καὶ ὁ θειότατος Ἰησοῦ νόμος ταύτης δήπου ἡ εὐποιία καρπός, ἣν δὴ μάλιστα κοινὸν ἔργον ἴσχουσιν ἄνθρωποι καὶ Θεὸς, ᾧ περίεστι τῆς ἀγάπης ἢ Έρωτος, μᾶλλον δ' αὐταγάπη καὶ ἔρως ἐστὶν, ᾗ διαρρήδην αὐτὸς ἀποφαίνεται. Ναὶ μὴν καὶ τῆς ἀρ ῥήτου φιλανθρωπίας ἐκείνης ᾗ συνέχεται τὰ ἡμέ τερα, πῶς οὐχ ὁ ταύτην κατωρθωκώς οὐχὶ κἀκείνης μετείληφε, τῇ δράσει τῆς εὐποιίας τῆς θείας ἀγά της μετεσχηκὼς καὶ δι᾿ αὐτῆς οἰκειωθεὶς τῷ Θεῷ αίτιος. Οὔτε γάρ Αριστοτέλης οἷος τοσούτων ἡμῖν ἀγαθῶν ὑπάρξα:. ἐν τῷ εὖ ποιεῖν· Θεοῦ γὰρ τοῦτο καὶ θείας μιμή σεως. 5: Οἱ πολλοὶ τῶν φιλοσόφων τὴν εὐεργεσίαν Θεῷ ἰσότιμον παρεσκεύασαν σύμοι.ν. ΙΙ, 186: Ε.ερ ετών νόμιζε μιμεισθαι Θεόν οἷόν τε. Η τινὰ 14; 11 13: Νυνὶ δὲ μένει πιο σ.ις, ἐλπις, ἀγάπη, τὰ τρια ταῦτα· μείζων δὲ τού των ἡ ἀγάπη. | 8: Ο Θεὸς ἀγάπη ἐστίν.
col. 735–736page 31 of 35
PG 161:735καὶ συναφθεί; εὐδαιμόνως, ὃ δὴ πέρας τῆς ἀνθρωτοῦται πρεσβεία: ἐν τῇ τῶν τειχῶν οἰκοδομη πίνης εὐδαιμονίας νενόμισται; Εὐδαίμων τοίνυν αὐτὸς τυγχάνεις καὶ μακάριος, θειότατε δέσποτα, τηλικαύτης εὐδαιμονίας μακαρίως ἀξιωθεὶς καὶ τοῦ πᾶσιν ὀρεκτοῦ τέλους τῆς ἀγάπης μετεσχηκώς, ἣν δὴ κορωνίδα τῶν ἀρετῶν κεφάλαιόν τε καὶ τέλος οἱ δεινοὶ περὶ τὰ τοιαῦτα, ὡς οἶσθα, διισχυρίζονται. ᾿Αλλὰ γὰρ ἔλαθον ἐμαυτὸν μικρὸν ἐναλλάξας τὴν τῶν ἀρετῶν τάξιν, ἧς χρεὼν ἀντέχεσθαι πανταχῆ οἷς τι μέτεστιν ἐπιστήμης, καὶ λόγων ἐλευθερίων κατὰ τρόπον ἡμμένοις. Οὐ μέντοι παρὰ τοῦτο ζη μία τις ἔσται, ἀλλ' οὐδὲ φύρσις γε ὁπωσοῦν ἐς τὴν τῷ λόγῳ προκειμένην ὑπόθεσιν. Αὐτίκα γὰρ μάλα ὁ λόγος ἀνθέξεται τοῦ προσήκοντος καὶ τὰ οἰκεῖα, σὺν Θεῷ, ὡς οἷόν τε ἀνύσει προϊὼν ἐφεξῆς, καὶ τὴν εὐφημίαν ὡς οἷόν τε δια βραχέων ἀνύων, τὸ μῆκος ἐπὶ τῶν καιρῶν ἀναθέμενος. Οὐκοῦν ἰτέον μοι πρόσω καὶ τοῖς εἰρημένοις τὸ ἐφεξῆς συναπτέον. Αρ᾽ οὖν οὕτως μὲν ἀγάπης καὶ εὐποιίας ὁ θειό τατος ἡμῶν ἔχει δεσπότης, φρονήσεως δὲ αὐτῷ ὁπωσοῦν ἐπιδεῖ, ή δικαιοσύνης ἢ ἀνδρίας, ἢ τῶν λοιπῶν ἀρετῶν; ἢ μετείληφε μὲν αὐτῶν, ἀμυδρώς δὲ καὶ ἐπιπολαίως μετέσχηκεν, τῆς αὐτῶν ἀπολειφθεὶς ἔξεως; Πόθεν; ὅς γε οὕτω μεν φρονήσεως τέτ τευχε θείᾳ κοσμηθεὶς μοίρᾳ, ἐμπειρία δὲ ταύτην καὶ παιδείᾳ παντοίᾳ ἐξήσκησε, ναὶ μὴν καὶ πολι τικῇ ἐπιστήμῃ καὶ θεωρίᾳ, ὡς πάντας ἐπ' αὐτῷ ἐκ πλήττεσθαι καὶ θαυμάζειν ὡς ἐπὶ θαυμασίῳ ἀνδρὶ τοὺς εἰς λόγους ἰόντας αὐτῷ, βαίνοντας κατόπιν αὐτ τοῦ, καὶ μονονουχί χρησμούς οἴεσθαι τοὺς ἐκεῖθεν ἀναβλύζοντας λόγους, τά τε ὄντα διασαφοῦντος σου φώτατα καὶ δεινῶς τὸ μέλλον τεκμαιρομένου, τό τε πρακτέον ὑποδεικνύντος καὶ ὡς οἷόν τε ἄριστα δια τιθεμένου, καὶ νῦν μὲν ἐν βραχεῖ καὶ λακωνικώς, νῦν δ᾽ ἀττικῶς σὺν εὐροίᾳ, ᾗ περιϊσταμένη ἀπαιτεῖ τῶν πραγμάτων ὑπόθεσις, λαμυρῶς ἀπηγγελμένῃ καὶ δεξιῶς, καὶ πολλὴν τὴν ἀφροδίτην ἐπαγομένῃ, οὗπερ οἱ παραπολαῦσα ἀξιωθέντες καὶ χαρίτων μετ τασχεῖν τῶν ἀνισχουσῶν ἐκεῖθεν, λῆρον ἂν ἡγήσαντο δήπουθεν Θεμιστοκλέα καὶ Περικλέα, Κίμωνα τε καὶ Μιλτιάδην, τοὺς τοσοῦτον ἐς δεῦρο ὑφ' Ελλή νων θαυμαζομένους ἐπὶ φρονήσει τε καὶ εὐροίᾳ καὶ πολιτικῇ ἐπιστήμῃ. Καίτοι Θεμιστοκλεῖ τῷ γενναίῳ οὐδοτιοῦν θαύ ματος ἄξιον φαίνεται εἰργασμένον, ὅτι μὴ ὁ χρη σμὸς ἐκεῖνος οὗ ξυνῆκεν ὀξέως προσοχὼν καὶ ἄ; φασιν αὐτὸν πρὸς Πέρσας καὶ Λακεδαιμονίους πρε τείχων, τοίχων καὶ τῇ τῆς σχεδίας διαλύσει καὶ ἄλλ' ἄττα τοιαῦτα περιδόμενα· λόγου δὲ ἄξιον αὐτῷ σκέμμα, τήν τε εὐμουσίαν αὐτοῦ ἐμφαῖνον καὶ μεγαλόνοιαν καὶ δεινότητα καὶ τὴν ἀμφὶ λόγους καὶ σοφίαν ἀλη κήν, οὔπω ἤκουαται καταλελειμμένον. Ταυτὶ δὲ φημί, οὐ τοὺς τῶν Ἑλλήνων κολούων δημαγωγούς, οἱ ἀοιδίμου εὐκλείας καὶ δόξης ἀκτ ράτου ἠξίωνται καὶ τοσοῦτον ἐπ' ἀρετῇ καὶ πολι τικῇ ἐπιστήμη ἔραντο κλέος, εὐεργέται κοινοὶ τῶν Ελλήνων ἀναδειχθέντες· μὴ οὕτω κακῶς γνώμης καὶ φρονήσεως σχοίην· ἀλλ' ὡς πολύ τι δὴ τὸ διά φορον τοῦ ἀνδρὸς τοῦδε κἀκείνων, εἴ τι κάμοὶ ἔξεστι διαιτῶν τούτων πέρι· εἴ γε χρὴ τὸν τοιοῦτον ἄνδρα ἀνακαλεῖν, ἀλλὰ μὴ ὑπερφυή τινα φύσιν καὶ κρείττονα ἐπ᾿ εὐεργεσίᾳ τῆς ἀνθρωπείας φύσεως καὶ τῶν εὐσεβούντων οὐχ ἥκιστα τὰς ἀνθρωπείας κῆρας ένα δεδυκέναι καὶ τὴν ἐν γενέσει καὶ φθορᾷ βιοτήν. Τῷ μὲν γὰρ Θεμιστοκλεί ὧνπερ ἔναγχος ὁ λόγος ἐμνή σθη κατώρθωται μόνον· τῷ δὲ θειοτάτῳ ἡμῶν ἡγε μόνι οὐ πρεσβεῖαι μόνον λαμπρῶς πολλάκις πεπό νηνται, ἀλλὰ καὶ συγγράμματα λόγου άξια, μᾶλλον δὲ θαύματος καὶ ἐκπλήξεως Ελλησί τε καὶ Ἰτα λοῖς καταλέλειπται (τῷ γὰρ περιόντι τῆς εὐ φυΐας καὶ τῆς γνώμης τῷ περιττῷ κακείνων ἐν βραχεῖ τὴν διάλεκτον περιείληφε), τήν τε τοῦ ἀνδρὸς ἐμφαίνοντα πολυμάθειαν καὶ ὀξύτητα καὶ τὴν ἀμφὶ λόγους καὶ φιλοσοφίαν γενναιότητα καὶ ἀλκήν· ἐν οἷς οἷός ἐστι ἔξεστι τοῖς εὐμοιρηκόσιν ἐπιστήμης καὶ νοῦ ξυνιέναι. Ατεχνῶς γὰρ, οἷον ὁ ἡρωϊκὸς ἵππος, κροαίνει κατὰ πεδίου, καὶ τορὸν καὶ ἥδιστον ἀναβάλλεται παραπλησίως τῇ Ολυμπιακῇ σάλπιγγι, ῥεῖ δὲ οἷόν τις ἐνθουσιῶν, ποταμίων ρευμάτων δίκην, ὥσπερ τις χρυσοῤῥίας ὁ Νεῖλος ἤτοι ἀργυροδίνης, ἢ Πακτωλός, σύν γε χάρισιν αμηχάνοις καὶ ἀγλαία ἀττικιζούσῃ καὶ ἀποῤῥήτως τερπούσῃ. Τὸ δὲ δὴ πυκνὸν καὶ ποικίλον τῶν ἐννοιῶν καὶ γλαφυρὸν καὶ ἡδὺ, ᾧ γε μάλιστα συγγράμμασιν ἐπιδεῖ, ἐπικαιρότατα ταῖς τῶν χωρίων ἰδέαις, καλύκων δίκην, οἷον ἀνίσχον καὶ εὐδαιμόνως ἐμπλημμυροῦν. Καὶ τίς ἂν λόγων ἐπαίων ἐλευθερίων καὶ ἐπιστήμης κατὰ τρόπον ἡμμένος, μὴ οὐχὶ ἐν θαύματι ποιήσ σαιτο τὸν τοιοῦτον, καὶ εὐδαίμονα καὶ μακάριον ἡγηθείη τηλικαύτη κεκοσμημένον εὐδαιμονίᾳ; Δεῆ σαν δέ ποτε ἀπαντῆσαι, ἤτοι τὸ προκείμενον ἀπο δεῖξαι, ἢ ἐνστῆναι ἐναντίοις λόγοις ὁμόσε ἰόντα, Εν γε ταῖς τῶν ποικίλων επιφοραῖς ἀποδείξεων πάντα 5, 506: Ὡς δ' ὅτε τις στατὸς ὅπω θείη πεδίοιο κροαίνων. πος χρυσόρας. άργυροδίνης Πηνειός, καλίκων. καλύκων, εμπλημμ.
col. 737–738page 32 of 35
PG 161:737λόγον διαλυούσαις δεινῶς, τοῖς τε οἰκείοις αμυνού- Α μὲν συμβουλεύων προθύμως καὶ ἄριστα τὸ πρακτέον ὑποτιθέμενος φρονίμω; καὶ ὀξέως ἐξευρεθὲν καὶ γλαφυρῶς ἐκτεθὲν καὶ Θεμιστοκλέους παντός ὀξύτερον (65), νῦν δ' ἀναιρούμενος ὑπερορίους προσβείας Ἰταλίας διεχούσας τοσοῦτον (66)· ἰδίως δὲ ἕκα στον εὖ ποιεῖ, καὶ ἀμύνειν κἀκ τῶν παρόντων ἐλευθερίως εὐεργετεῖν, μηδενὶ δὲ ἐπηρεάζειν τῶν ἀλλοτρίων ἐπιθυμοῦντα· ὁ δὴ (67) ταῦτα καὶ τοιαῦτα αἱρούμενος τε καὶ ὁρῶν πῶς οὐχὶ πᾶν εἶδος δικαιοσύνης κατώρθωκε, θεοσεβής καὶ εὐδαίμων ἀναδειχθεὶς καὶ Θεῷ συνημμένος κατάκρα;, ἣν δὴ μόνην εὐδαιμονίαν καὶ τῷ ὄντι μακαριότητα φαίην ἂν ἔγωγε τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, πρὸς ἦν ἅπαντα τὰ ἀνθρώπινα μέτ πειν χρεών, καὶ ἧς ἄνευ έωλα πάντα καὶ κούφη σκιά καὶ ὀνείρων ἀπατηλότερα; Εὐδαίμων τοίνυν αὐτὸς τυγχάνεις τῷ ὄντι, θειό. τατε δέσποτα, δικαιοσύνης πᾶν εἶδος εὐδαιμόνως κατωρθωκὼς καὶ μακαρίως ἐξησκηκώς εὐμενείᾳ τοῦ κρείττονος καὶ σπουδῇ θειοτέρα και φρονήσει μετ γαλογνώμονι, ἐξ ἧς καὶ δι᾿ ἧς οἷον ἔκ τινος ῥίζης ἀρετῆς ἅπαν εἶδος ἀνίσχει, καὶ ἐκγίνεται κτώμενον κερδαλέως, καὶ ἐνιέμενον ἐπιδίδωσιν, ἐφ' οἶ; Θεὸς μάλιστα κυδαινόμενος υπεργάννυται καὶ ἄ θρωποι πάντες ὑμνοῦσιν ἐπεξιόντες. Είεν. 'Αρα οὖν φρονήσεως μὲν καὶ δικαιοσύνης οὕτως ἡμῖν ὁ θειότατος έχει δεσπότης, ἀνδρίας δέ τῳ τῶν πρωτείων παραχωρεί, ἧς ἄνευ σχεδόν ἀμυδρὰ καὶ ἐξίτηλα πάντα, νοητῆς ἀλκῆς ἑστερημένα και μονιμότητος; ᾿Αλλὰ κἐν τούτῳ τίς αὐτοῦ ἀνα δρειότερο; ἀναπέφηνε; φέρων μὲν εὐψύχως και ἀνδρικῶ; σὺν εὐχαριστίᾳ ἐνδελεχεί τοσαύτην καὶ τοι· αύτην προσβολὴν νοσημάτων ἱκανῶν καὶ τὸν ἀδάμαντα κατεργάσασθαι καὶ τοῦ καθεστηκότος ἐκ τῆς σαι, μάλα φιλοσόφως τῷ ὄντι καὶ εὐψύχως διατιθέμενος καὶ ἀξίως τῆς προσούσης αὐτῷ φιλοσοφίας καὶ γενναιότητος, πόνοις δὲ σκληροῖς συνεχῶς ὁμιλῶν ὁσημέραι καὶ μηδένα υπολογιζόμενος κίνδυνον και πάντα γενναίως υφιστάμενος κάματον και ταλαιπωρίαν ὑπὲρ τῆς κοινῆς ὠφελείας καὶ βελτιώσεως, καὶ τοῦ Χριστιανοῖς συνοίσοντος καὶ λυσιτελήσοντος πᾶσι· μακροθύμως δὲ φέρων καὶ ἀνεχόμενος σὺν πραότητι φιλοσόφῳ, τηλικούτῳ γε προσηκούσῃ, τάς ἐνίων ἀναρμοστίας καὶ βασκανίας και βλασφημίας, πάνυ ἀναίδην καταχεομένα; αὐτοῦ καὶ μάλα ἀσέμνως προστριβομένας, κόρεων ταύτας λογιζόμενος δήγματα φιλοσόφως, λήρους τε καὶ ἔθλους κακεδαιμονος διανοίας, ύλακάς τε κυνιδίου Μελιταίου βαθ ζοντος, καὶ φιλοσοφίας γυμνάσιον, οἷά φασι καὶ Σωκράτην, Περικλέα τε (63) καὶ Εὐκλείδην (69), και σαις λόγοις γενναίως, καὶ ἀνδρείως ἐξανυούσαις ὅπερ προὔθετο τὴν ἀρχὴν, πάντας ἀτεχνῶς κατά πιν ἐξ τούς τε νῦν περιόντας καὶ τῶν πάλαι ἐνίους, ᾗ διισχυρίζονται ἔνιοι ὑγιῶς διαιτῶν τῶν τοιούτων πέρι δυνάμενοι, τῇ τε ἀκριβείᾳ καὶ τάξει καὶ τῷ πλήθει τῶν ἀποδείξεων. Τοῦτο μὲν οὖν ἐατέον ἐν τῷ παρόντι, μὴ καὶ δόξω τισὶν ἐπὶ θεραπείᾳ τὰ τοιαῦτα ἐπανῃρῆσθαι. Δέδοικα δὲ μή, τὰ τοιαῦτα διεξιὼν καὶ ἀφελῶς οὕτως συνείρων, τῇ περὶ τοὺς λόγους ἀδυνασίς καθυβρίσω τὸν ἄνδρα· ὥστε μοι δοκῶ τὰ μὲν τοιάδε ἐν τῷ παρὄντι ἀναβεβλῆσθαι, σχολῆς ἀτεχνῶς δεόμενα πλείονος· ἦν εἰ διδοίη Θεός, συστήσομαι, σχολῆς εὐμοιρήσας ποτέ, καὶ μικρὸν ἀνακτησάμενος ἐμαυτὸν καὶ ῥαΐσας τοῦ τῆς λήθης με κατειληφότος δεινοῦ Β νοσήματος καὶ μάλα πιέζοντος, ἅπερ, ἐν τῇ φοβερά τοῦ ᾅδου εἱρατῇ ἐπὶ πλεῖστον ποινηλατούμενος (61), τῷ περιόντι τοῦ ἄχους καὶ τῆς λύπης ὁ τάλας ὑπέστην, μονονουχί παραπληξίᾳ ἐπλωκὼς καὶ καθάπαξ παραφρονήσας. Ταυτὶ μὲν οὖν ἐν τῷ παρόντι, ὡς παρὰ νοσοκο μουμένου καὶ σχεδὸν ἡμιθνῆτος, αὐτοσχεδίως εἰρήσθω μοι· ἐπὶ δὲ τὰ ἑξῆς τῆς εὐφημίας τέον μοι. Οπως μὲν οὖν φρονήσεως ἔχει σοφίας τε και φιλανθρωπίας ὁ θειότατος δεσπότης ἡμῶν ἐν ἐπιτόμῳ μοι ήδη είρηται, τοῦ λέγου ἐπειγομένου. Αλλ' ἀμφὶ ταῦτα μὲν οὕτως ἔχει· δικαιοσύνης δ᾽ αὖ πέρι ἆρά τῳ τῶν πρωτείων παραχωρεί, ἣν ἡγεμόνων κάλλος, ἁρμονίαν τε πολιτείας και δοτῆρα (62) είμήνης καὶ πρόξενον εὐζωΐας καὶ εὐμαρείας, καὶ τοιαῦτ᾽ ἅττα πάντες ορίζονται; Ἀλλὰ μὴν καν τούτῳ τίς αὐτοῦ δικαιότερος, ἢ αὐτῆς μᾶλλον ἀπριξ ἀντέχεται, θύων μὲν ὁσημέραι Θεῷ ἀφειδῶς καὶ ἀσμένω:, θύων δ᾽ ἑαυτὸν (63), τὴν δι' αἰνέσεως καὶ ἀρετῆς παντοίας θυσίαν, σύν γε καρδίᾳ συντετριμμένῃ, πίστει τε βεβαίᾳ, καὶ ἀτενεῖ θεωρίᾳ τοῦ ὅν· τως (64), δ δὴ κάλλιστον ἱερεῖον καὶ Θεῷ μάλιστα φίλιον; Οὐ μὴν ἀλλ᾽ εἰ δικαιοσύνης μὲν κράτιστα, & προσήκει θεράποντι ἀποτιννύναι Θεῷ καὶ πολιτείᾳ καὶ φίλοις, ὁ δι᾿ ἀρετῆς παντοίας οἰκειῶν ἑαυ τὸν, ὡς οἷόν τε ἀνθρώπῳ, Θεῷ, κἀκ τῶν οἰκείων ἐσημέρας ἀφειδέστατα θύων θυσίαν ἱεράν τε καὶ ἄκαπνον, ἣν δὴ θεωρία Θεοῦ συνίστησιν ἀτενὴς καὶ λόγων καὶ ποιημάτων αὐτοῦ κατάληψις καὶ προνοίας D ἀσφαλῶς νοουμένη καὶ ὡς οἷόν τε ἀξίως θαυμαζομένη· ὑπὲρ δὲ τῆς κοινῆς ὠφελείας καὶ σωτηρίας τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα γενναίως ὑφίστασθαι ὅσα καὶ οἷα αὐτὸς καθ' ἑκάστην διανενόησαι καὶ ποιεῖς, νῦν
col. 739–740page 33 of 35
PG 161:739πολλοὺς ἄλλους τῶν ἡρώων ἐκείνων, ποιῆσαι ἀπα· φυίᾳ σφᾶς ἀποῤῥήτῳ καὶ δεινῇ ξυμφορά, ἥτις άρδην θείᾳ καὶ ἐπιεικείς Αγλαϊσμένους, μεγαλοπρεπείᾳ τε και πραότητι καὶ τῇ πρὸς τὰς ἐπηρείας καὶ βλασ φημίας δυσκινησία και καρτερία. Βεβαιοί μοι τὰ εἰρημένα & πάντες ἴσασιν εὐφημοῦντες, καὶ οὐχ ἥκιστα τούτων οὗ ἔναγχος ὁ λόγος εμνήσθη, τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἐπιείκειαν καὶ μακροθυμίαν ὑμνῶν καὶ ὡς εἰκὸς τοῖς ἐπαίνοις ἀγάλλων καὶ πρὸς πάντας διεξ τῶν, καὶ διαῤῥήδην κηρύττων, πλείονας αὐτοῦ τῆς ἀρετῆς ἐξαρτώμενος ἐραστά; τε καὶ θαυμαστὰς, τήν τε εὐφημίαν καὶ τοὺς ἐπαίνους ἐκτείνων, καὶ παράδειγμα προτιθεὶς εὐδαίμονος βίου καὶ σώφρονος, καὶ τοῖς παλαιοῖς ἐκείνοις καὶ μακαρίοις ἀνα δράσιν ἐγκρίνων. ᾿Αλλὰ μήποτε τὰ μὲν ἄλλα πλεονεκτήματα καὶ τὰς ἀρετὰς ἐπιμελὲς αὐτῷ ἐγένετο κατορθώσαι, σω φροσύνης δέ πη και κοσμιότητος ώλιγώρησε τῆς ἀνα θρωπίνοις μάλιστα προσηκούσης ή περιείλησε μὲν κακείνην, ἀμυδρῶς δ᾽ αὐτῆς μετέσχηκεν, ὥσπερ τοὺς πολλοὺς ὁρῶμεν ποιοῦντας τῶν γε νῦν περιόν τῶν καὶ μέγα φρονούντων ἐπ' ἀρετῇ, οι πάντας ῥᾳ είως κολούουσιν, ὑπερηφανίᾳ ἐνισχημένοι δεινῇ καὶ ἀμβλυωπίᾳ, τοῦ γνῶναι σφᾶς αὐτοὺς ἀξιοῦν; Αλλά κάν τούτῳ τίν: μᾶλλον αὐτοῦ ἐπιμελὲς ἐγένετο και σμιότητα κτήσασθαι, ἐλευθεριότητά τε καὶ μετριότητα, ἀκρασίας πάσης ὑπεριδόντι, τῶν τε τῆς ὕλης θελγήτρων καὶ ἡδονῶν καὶ τῆς ἀῤῥήτου γοητείας καὶ τῶν ἰύγγων αὐτῆς, ἐφ᾽ οἷς οἱ πλείους ἐπτόηνται καὶ προστετήκασι κεχηνότες, μόνην εὐδαιμονίαν τὴν τούτων· ἀπόλαυσιν λογιζόμενοι, τὰ δ᾽ ἄλλα πάντα κούφην σκιάν; Τίνι δ' οὕτως ἐμέλησε μετριότητος, τύφου παντὸς καὶ δόξης υπεριδόντι κενῆς, ὑπὲρ της ἔνιοι πάνυ τοῦ εὖ ἔχοντος απηνέχθησαν καὶ πλείω ἅττα παρὰ τὸ δέον διανοοῦνται καὶ λέγουσι καὶ ποιοῦσι, βαίνοντες κατόπιν σκιᾶς ἢ μεθέποντες αὐτ τὴν σφαλερώς, ἄλλοτε ἄλλης δοκούσης καὶ τοὺς τε τηκότας αὐτῇ ῥᾳδίως ἐξαπατώσης; Ελευθεριότητος δὲ πέρι ἀρκέσει δήπουθεν ὧν ἐν τοῖς ἄνω λόγοις ἐμνήσθην, τοῦ λόγου ἀρχόμενος καὶ τοῖς ἐγκωμίοις ἐπιχειρῶν. ἅπαντα ἀνέτρεψε και διέφθειρε καθάπαξ ἐξαφανίσασα καὶ εἰς τὸ μὴ ὂν κατενεχθήναι συνήλασε, τί διανοεῖται καὶ τί ποιεῖ; Βουλὴν ἐντεθύμηται συνετήν καὶ τῆς αὐτοῦ θειότητος καὶ μεγαλονοίας αξίαν, προσθείην δ' ἂν καὶ τῆς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν καὶ βα σίλειον γένος στοργῆς, ὅπερ Θεός τε καὶ φύσις καὶ προαίρεσις εὐγενὴς γενῶν ἁπάντων θειότερον ἀνα δέδειχεν ἄντικρυς, μόνον τὰ πάντων γενῶν ἀτεχνώς ὑπὲρ πάντα κεκτημένον πλεονεκτήματα τήν τε ἄρ ῥήτον καλοκαγαθίαν, ὥσπερ που και τις ἔφη τῶν πάλαι σοφῶν, διεξιών οὕτωσί·: Εἰ δὲ ἡ βάρβαρος διαφέρει ταῖς εὐκαρπίαις, πλεονεκτεῖ μὲν ταῖς τρο φαῖς, ἐλαττοῦται δὲ τοῖς τρεφομένοις· μόνη γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἀκριβῶς ἀνθρωπογονεί, φυτὸν οὐράνιον καὶ βλάστημα θεῖον, ηκριβωμένον λογισμὸν ἀποτίκτουσα καὶ οἰκειούμενον ἐπιστήμῃ· τὸ δὲ αἴτιον· λεπτότητα αέρος ή διάνοια πέφυκεν ἀκονᾶσθαι· διὸ καὶ Ἡρά κλειτος οὐκ ἀπὸ σκοποῦ φησι· Λεπτή ξηρή ψυχή σοφωτάτη τε καὶ ἀρίστη· κ κἄν τινες νῦν αὐτὸ ἀφει δῶς κολούειν τολμῶσι τῷ περιόντι τῆς βασκανίας καὶ πονηρίας. Βουλὴν τοίνυν λελόγισται θαυμασίαν καὶ πολλῶν ἐπαίνων ἀξίαν, βιβλιοθήκην ποιῆσαι βιβλίοις παν τοίοις ξυμβεβλημένην Ἑλληνικοῖς· δ δὴ καὶ ἐξήνυσε τυχῇ ἀγαθῇ, ἐν τῇ τῶν πόλεων λαμπροτάτῃ τῆς Ἰταλίας ἐξαρτύσας αὐτὴν παρ' ἣν μάλλον θαυμάζουσιν Ελληνες μεθόριον στον οὖσαν Ἰταλίας καὶ Ασιάτιδος, μυρίους ὑποστὰς πόνους καὶ δαπάνην οὐδ᾽ ἔστιν εἰπεῖν ὁπόσην χρημάτων. Καὶ νῦν ἔξεστι τοῖς αἱρουμένοις καὶ δυναμένοις εντυγχάνειν αυ τοῖς τῆς ἐκεῖθεν ὠφελείας ἐπαπολαύειν, καὶ μετὰ ραστώνης τρυφᾷν καὶ ἀνειμένως τὸν βίον διεξιέναι, τῆς ἀκηράτου θοίνης ἐκείνης ἐπαπολαύουσιν· ἄπυ λον θησαυρὸν ὄντα, κειμήλια ἱερά, παράδεισαν λογικὸν ἄνθεσι κομῶντα παντοίας σοφίας, τρυφήν χαρίτων, πηγὴν λαμυράν, φῶς ἐπέραστον, τήν τε κεκτημένην τὸν τοιοῦτον θησαυρὸν πόλιν κοσμοῦντα τῷ ὄντι καὶ πρὸ αὐτῆς τὸν αἴτιον τοῦ τοσούτου καὶ τοιούτου καλοῦ· ἐφ᾽ ᾧ τὸν ἄνδρα ἔγωγε μέγιστα ἐν θαύματι ποιεῖσθαι οὐδέποτε παύσομαι, καὶ χάριτος αὐτῷ διαρρήδην ὁμολογεῖν τοσούτου και το αύτου καλοῦ γεγονότι προξένῳ· ὧν γένοιτό ποτε και παιδαγωγοί ἄξιοι, σοφίας ἐκλωκότες ἱμέρῳ, ἧς γε ᾿Αρετῆς μὲν οὖν πέρι οὕτως ἡμῖν ὁ θειότατος Έχει δεσπότης τῷ ὄντι. Καίτοι μυρία τοῦ ἀνδρὸς παρῆκα πλεονεκτήματα, ἀτεχνῶς τὸν ἄνδρα ἠδικηκὼς, καὶ σιωπῇ παρεικὼς τὰ μεγάλα, τοῦ τε λόγου εὔθ᾽ ἧκεν οὔθ᾽ ἥξει ποτὲ θεόθεν ἐς ἀνθρώπους θειό σπεύδοντος ἤδη καὶ τῆς ἀλκῆς ἐπιλελοιπυίας με τῷ περιόντι τῆς ἀσθενείας. Κἀκεῖνο μέντοι, καὶ οὕτως ἔχων, τοῖς εἰρημένοις προσθήσω πλείστην ὅσην οἶσον τῷ ἀνδρὶ εὔκλειαν. Τί δὴ τοῦτό ἐστιν; Ὁρῶν τοιγαρ οὖν τὴν σοφίαν καὶ τὴν τῶν λόγων τέχνην ἐπιλελοι πυξαν σχεδὸν τὸ Ἑλληνικὸν φῦλον καὶ μονονουχί κιν δυνεύουσαν τὸ παράπαν ἀποσβεσθῆναι τῇ κατειλη Τῆς τοῖς ἀν θρωπίνοις. της τοῖς. παρ' ᾖ. θαμίζουσιν, τερον χρῆμα. Νῦν γε τὸ ἥμισυ ἐξείργασται ἀτεχνῶ; τοῦ τοσούτου καλοῦ, ὡς ἂν μὴ παντάπασιν οίχοιτο τὸ τῆς Ἑλληνίδος σοφίας θεσπέσιον καὶ θειότατον χρήμα. Τοῦτο μὲν οὖν τοιοῦτον ἐξείργασται αὐτῷ· κα κεῖνο δὲ οὐ ῥᾴδιον σιωπῇ παριέναι· ἀδικήσω γὰρ τὸν ἄνδρα περιφανῶς, τὸ τοιοῦτον οὐκ ἐκτιθεὶς καὶ τοῖ; Απ' αὐτῆς? κοσμοῦντα
col. 741–742page 34 of 35
PG 161:741εἰρημένοις ἐπάξας. Αλλά μοι συγγνοίεν οἷς γε οὐ Α ἀκριτόμυθος (81) σοφιστής καθικέσθαι, πάντα τρόπον τὸν τοιοῦτον ἄνδρα κολούων καὶ τοῖς ἀκολάστοις σκώμμασι χραίνων. Τί οὖν ὁ θειότατος ἡμῶν ἡγε μών; Οὐκ ἠνέσχετο τῆς τοσαύτης κακοηθείας καὶ μανίας τοῦ καθάρματος τουτουί, καὶ τυφογέροντος ἀναρμόστον (82), καὶ φυλκοῦ (83) ἀνθρωπίσκου· καὶ ἐντυχὼν αὐτοῦ τῷ σκαιοτάτῳ ἐκείνῳ σκέμματι καὶ τῆς ἀναρμοστίας τῷ σύρφακι, τὸ μὲν ἐξελέγξαι πάντα καὶ ἀνατρέψαι περίεργον ἡγήσατο νενηφότως· προσβαλών δέ γε αὐτοῦ τοῖς καίριωτάτοις χωρίοις, δεινῶς ἐξελέγχες (84) και καταβάλλει τουτονὶ τὸν κετὸν σοφιστήν, παίων αὐτὸν ἀφειδῶς τοῖς συλλογι ἀνάγκαις καὶ ἀποδείξεσι, τῷ τε Πλάτωνι ἀξίως αύτοῦ ξυνιστάμενος καὶ τῇ ἱερᾳ ἀληθείᾳ γενναίως· ἐν οἷς οἷός ἐστι τήν τε τάξιν καὶ θεωρίαν ταῖς τε γλαφυραῖς καὶ δειναῖς ἀποδείξεσιν, ἐφ᾽ οἷς συγγράμματα τέθηλε καὶ κοσμεῖται, οὐκ ἐμόν ἐστιν ἀτεχνῶς ἐπαινεῖν, ἀλλὰ τοῖς (85) οἷος αὐτὸς τυγχάνει θεία μοίρα κεκοσμημένοις. Ἐμοὶ δὲ, καὶ τοῖς ἐοικόσιν ἐμοί, ἐκπλήττεσθαι καὶ θαυμάζειν τους τούτους μόνον προσήκει καὶ εὐδαίμονας ἡγεῖσθαι, τοσοῦτον λελειμμένῳ τῆς τοιαύτης εὐδαιμονίας. Τοσοῦτον μέντοι ἐν τῷ παρόντι τολμήσας ὁ λόγος ἐρεῖ ὡς δὴ πλείω ἅττα τῶν ἀποῤῥήτων ἐγκατέμιξε ταῖς εἰρημένοις, δευρὶ ἀναπτύσσων καὶ διαρθρῶν τὰ καὶ τοῖς ἐλλογιμωτάτοις πρώην δοκοῦντα ασαφῆ καὶ ξύμβλητα, μᾶλλον δ' ἀκατάληπτα καὶ ἀπόρρητα, οἷον ένθους γινόμενο; ἐν τοῖς ἀγῶσι καὶ περιβολαῖς – τεθηγμένως ἀπηγγελμέναις καὶ τοὺς ἐναντίους λόγου; θαυμασίως ανατρεπούσαις. Εφ' οἷς γε ἔγωγε τὸν ἄνδρα, καίτοι καὶ πρώην μὴ πάνυ ἀγνοῶν, νῦν μοι ἔπεισι μᾶλλον ἐκπλήττεσθαι καὶ θαυμάζειν έχε τόπως, τοσούτων καὶ τοιούτων ὑπάρξαντα ταῖς "Ελλησιν ἀγαθῶν, καὶ καλῶν τῶν οἰκείων μεταδεδωκότα ἐλευθερίως. Καὶ ἅττα πόνῳ πολλῷ, θεωρίᾳ τε άτενεῖ, δι᾿ ἑαυτοῦ κατείληφε μόλις, τῆς φιλανθρωπίας τῷ περιόντι καὶ τοῖς φίλοις δεῖν ᾠήθη κοινώσασθαι Ἕλλησι, τῆς αὐτῶν κηδόμενος ὠφελείας καὶ ἐπιδόσεως. Ἰταλοὶ δὲ ταῦτα εἰς τὴν σφετέραν μετενηνοχότες διάλεκτον (86), ἐκπλήττονται καὶ θαυμάζουσι, καὶ τοῖς τῶν παλαιῶν ἐγκρίνουσιν, Αριστοτέλους φημὶ καὶ Πλάτωνος, καὶ τοῖς κατ᾿ αὐτοὺς παλαιοί; τε καὶ μακαρίοις ἀνδράσιν· ἔνθεν τοι καί τινας τύ (82) Τυφογέρων εἶ κανάρμοστος, in Nub, 906. (85) Απ ἀλλὰ τοῖς ἔξεστιν οἷος...? Conf. col. 736 Β. πάνυ τοι τὰ τοιαῦτα ἀρέσκει. Οὐ Καππαδοκία ἤδη φύει τέρατα (75) μόνον, ἀλλ' οὐχ ἧττον καὶ Κρήτη νῆσος, ἐξ ἧς δὴ καί τις πρώην ἀνέσχεν ἀνὴρ (76), εἴ τι δεῖ τὸν τοιοῦτον ἄνδρα και λεῖν, ἀλλὰ μὴ Στρεψιάδην ἢ Θερσίτην τινὰ ἐπιλήσμονα (77) και βραδύν, καὶ μέγα εὐηθικῶς ἐπὶ σοφίᾳ φρονοῦντα καὶ ἐρυγγάνοντα· ᾧ δὴ ἄλλα τα γελοίως διανενόηται καὶ θρασέως ετόλμηται, καὶ μὴν τὸ κατὰ τοῦ Πλάτωνος γελοιότατον καὶ θρασύτατον σκέμμα, ἔνθα σύγκρισιν (78) μὲν δή τινα ἐπαγγέλλε και Αριστοτέλους ποιῆσαι καὶ Πλάτωνος ὁ χρηστὸς οὑτοσὶ, τοῦ βιβλίου ἀρχόμενος· τοσοῦτον αὐτῷ ὑπερηφανίας καὶ θρασύτητος μέτεστι· βραχὺ δὲ τοῦ λόγου προκεκοφως, τοῦ μὲν αὐτῷ προκειμένου σκου ποῦ ἐπιλέλησται τὸ παράπαν, Πλάτωνι δὲ τῷ κλεινῷ στα μώτατα επιφύεται, ὥσπερ τις πάλα: ὠδίνων τὰς κατὰ τοῦ ἀνδρὸς βλασφημίας, βάλλων αὐτὸν ἀφειδῶ; τοῖς ὀνείδεσι καὶ ταῖς ἐκ τοῦ Κότυος (74) πλύνων λοι δορίαις, παν κέντρον ἀκολάστου γλώττης ηρμένος, καὶ πᾶσιν ἀναίδην υποτιθέμενος φεύγειν οἷόν τινα κέρα τὸν ἄνδρα, Απαντήσει δέ γε τοῖς ἀδαμαντίνοις λίγοις ἐκείνου καὶ ταῖς δειναῖς ἀνάγκαις καὶ κρα τεραῖς ἀποδείξεσιν οὔτε πω ἐτόλμησεν ἄντικρυς, καίτοι θρασύτατος ὢν καὶ ἀπεριμερίμνως ἐμῶν, καὶ κρόταλον ἀπεχνῶς, καὶ κορύζης καὶ λέμφου ἀνάμεστος, οὔθ', ὡς οἶμαι, τολμήσει γρύξει ποτέ, ἀμαθία ἐνισχημένος δεινῇ καὶ ἀμβλυωπίᾳ καὶ εὐηθείς. Αὐ χεῖ μέντοι πάνυ γελοίως καὶ σεσηρότως, οἷον ὁ θερσίτης ἐκεῖνος, καὶ μέγα φρονεῖ, καὶ βρενθύνεται, οἷόν τις ταὼς περιαθρῶν ἑαυτὴν ἐπὶ τῷ τῶν ὕβρεων ἐκείνων καὶ λοιδοριών σμήνει, ἂς αὐτῷ προσῆκε μᾶλλον ἐπενεχθείσας ἀκοῦται σχετλίως κυπτάζοντι, πάνυ προσηκούσας τοιούτῳ ὄντι, ἢ Πλάτωνι τῷ γεν ναίῳ καὶ κλεινῷ φιλοσόφῳ, ἐς ἡμῖν τοσούτων και τοιούτων ὑπῆρξε καλῶν, κοινὸς εὐεργέτης τῷ ὄντι ἀναφανείς, ὑφηγητής σε τῶν καλῶν καὶ τιμίων, καὶ φιλοσοφίας καὶ λόγων τέχνης ἐλευθερίων ἡγεμὼν καὶ διδάσκαλος· ὃν τῆς μεγαλονείας καὶ εὐφυΐα; καὶ τῆς ἀῤῥήτου καλλιῤῥημοσύνης τίς ἂν ἀξίως ὑμνήσεις ; Τῷ ὄντι γὰρ ὁ ἀνὴρ οὑτοσὶ τὰ πάντων φιλοσόφων καὶ ῥητόρων πλεονεκτήματα κατωρθωκώς περιείληφε, θείας μοίρας ἀξιωθείς. σμοῖς καὶ ταῖς δειναῖς τῶν λόγων καὶ κρατεραῖς τῶν λόγων ἐκείνων καὶ ταῖς κρατεραῖς ἀποδείξεσ: Τούτου τοίνυν τοιούτου ὄντος ἐτόλμησε τὸ κεν τρότυπον ἀνθρώπιον τόδε, ὁ Βεκκεσέληνος (80) και D
col. 743–744page 35 of 35
PG 161:743πους αὐτοῦ τεχνασάμενοι πλείω ἅττα ῥᾳδίως ἀντι- Α μοι, εἰ πο: (90) τοῦ δέοντος ἧττον ἢ ἀφελέστερον εἴγεγράφασι, καινὸν δήπου τουτὶ καὶ νέον τὸ ῥᾳδιούργημα, τύποις τισὶ καὶ σφραγῖσιν ἐν ἀκαρεῖ ὁλόγραφον βιβλίον (87)· τοσοῦτον πάντες τούτου ἐξεκαύθησαν τοῦ βιβλίου. Ἐγὼ δὲ καὶ χάριτας οἶδα καὶ εἴσομαι διὰ βίου τῷ κωμικῷ ἐκείνῳ καὶ κενῷ σοφιστῇ, δς ἡμῖν ἀγαθοῦ τηλικούτου γέγονε πρόξενος, παρανοίξας τὸν θησαυρὸν καὶ τὸ φῶς ὑποδείξας. Αλλά μοι εἴη ποτὲ καὶ αὐτῷ ἀποδύσασθαι πρὸς τὸν ἄνδρα, καὶ μὴ λοιδο μίας, ὥσπερ αὐτοὺς, ἀλλὰ λόγους αὐτῷ ἐπαφεῖναι χαιριώτατα νύττοντας καὶ ἀτρέστως ὁμόσε ἰόντας (οὐ γὰρ γοργοῦς αὐτὸν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ μορμούς ἡγησόμεθα χάρα παιδί' ἄττα δεδίττεσθαι δυναμένης), εἰ καὶ δίκας τῆς προπετείας καὶ δεινῆς μανίας ἤδη ἀπέτισε. Ταυτὶ μὲν οὖν μοι ἐν τῷ παρόντι ἀφοσιούσθω τῷ ἐμῷ ἡγεμόνι καὶ εὐεργέτῃ, οἷόν τινα σῶστρα καὶ χαριστήρια τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν δεινῶν, οὐχ οἷα προσήκει αὐτῷ, ἀλλ᾽ οἷα εἰκὸς ἐκ τοιούτου ὥσπερ. ἐπανελθόντα προσαγορεύοντι (88). Πέποιθα γάρ σε σύν Θεῷ ἐῤῥωμένον καὶ εὐτυχῶς ἐπανήξειν αὐτίκα μάλα. Ταῦτά του σε καὶ ὡς παρόντα προσαγορεύω, καὶ μονονουχί γαννύμενος προσκυνῶ τὰς ἱερὰς ἐκείνας χεῖρας, καὶ τοὺς πόδας σεβασμένως καταφιλῶ (89). Εἰσαὖθις δέ γε, Θεοῦ διδόντος, τελεωτέραν σοι τὴν εὐφημίαν ξυνθεῖναι πειράσομαι, μικρὸν ἀνενεγκών καὶ ῥαΐσας τῆς πιεζούσης με ταυτησὶ ἀσθενείας καὶ δεινῆς ἀμβλυωπίας καὶ λήθης, ἅ μοι δεινῶς ἐπεισέφρησε ἐν τοῖς σκοτεινοῖς καὶ φρικτοῖς τοῦ ᾅδου ἐκείς νοις ἐγκατορωρυγμένῳ κευθμῶσι, τῶν γέ σοι προσόντων πλεονεκτημάτων τῶν τῷ ὄντι μεγάλων καὶ θείων ἕκαστον ἐφεξῆς εὐφημῶν καὶ τοῖς ἐπαίνοις, ὡς οἷόν τε, ἀγάλλων, εἰ καὶ μηδέποτε δυνησοίμην τῆς ἀξίας ἐφικέσθαι, περιφανῶς τοσοῦτον λελειμμένος τοῦ τὰ τοιαῦτα ἀξίως ἐπαινεῖν δύνασθαι καὶ λόγως ἐξευρίσκειν καὶ συντιθέναι ἀνδράσι τοιούτοις προσήκοντας. Θεῷ μέντοι καὶ τὸ ἐφ' ἡμῖν φίλιον. Αλλά μοι εἴη σε τούτοις εὐμενῆ καὶ ἵλεων ἐντυχόντα μῆνιν πᾶσαν τῆς ψυχῆς ἐξαλείψαι καὶ καθάπαξ ἐξαφανίσαι, ὡς ἄν σου κάν τούτῳ φανείη λαμπρότερον τὸ τῆς ἀπαθείας περιὸν καὶ τὸ θεοείκελον ἦθος καὶ ἡ πᾶσιν ὑμνουμένη μεγαλοπρέπεια καὶ φιλανθρωπία, οἷς Θεός μάλιστα χαίρει καὶ ἄνθρωπου πάντες θελγόμενοι ὑπεράγανται. Συγγνοίης δέ D σαντα. ρηται καὶ τῆς σῆς ἀπολελειμμένον θειοτάτη; ὑπεροχῆς, ἣν Πλάτων μόνος ἀξίως ὕμνησεν ἂν ἡ Δημοσθέ νης ἢ Ξενοφῶν, ἢ εἴ τις ἄλλος κατ' αὐτοὺς εἴη, εἰ δὲ δὴ καὶ ἐφ' αἷς μοι πολλάκις ελευθερίως κατέθου εί, εργεσίαις τῆς γε σῆς ἐλεημοσύνης και φιλανθρωπίας τῷ περιόντι· ἐφ' οἷς σοι τῷ ὄντι καὶ οἶδα καὶ εἴσομαι χάριτας διὰ βίου ἐπόσας ἂν οἷός τε εἴην. Ταύτη γάρ σε μόνον ἀμείψασθαι δύναμαι, ὧν ἠξίωμαι παρὰ σοῦ. Καὶ τήνδε μοι τὴν λαμπρὰν καταλλάξειας αὐθεντίαν (91), συστήσας αὐτῇ (92) περιδεξίως, ὡς οἶσθα, ή μοι πάνυ εκπεπολέμωται καὶ κομιδή χαλεπαίνει, τὰ ἐν χάριτί σοι ποιοῦσα, ὡς ἔοικεν · ἀθα νάτους σοι χάριτας εἴσομαι. Προστεθέντος δέ σου πάντα ἀποδοθῆναι μοι, εἴ γε ῥᾴδιον, ὅσα τοῖς παλ μναίοις δημοκοίνοις ἐκείνοις καὶ ὠμοτάτοις θηρίοις μεμηνότως διήρπασται, οἱ μοι τὸ πλέον τοῦ αἵματος ἐκπεπώκασι, καὶ θηρίων ἁπάντων ἀπηνέστερον προσηνέχθησαν, μονονουχί μου καὶ τὴν φορίνην ἐκε δεδυκότες· παντὸς γὰρ νῦν φεῦ ! αἰχμαλώτου τυγχάνω ψιλώτερος καὶ μόλις γοῦν τῆς ἀναγκαίου ἐδωδῆς εὐπορῶν· τὰ γὰρ ἄλλα τέως παρίημι : καὶ δι; ἤδη εὐεργετήσεις καὶ τρὶς ἄφεσιν ἐντεῦθεν τελείαν τῆς δεινῆς παροινίας ἐκείνης ἀπειληφέναι ὑποτοπά Αλλά σοι μὲν διδοίη Θεὸς εὐζωίαν καὶ μήκιστον (93) βιοτήν ξυν εὐεξίᾳ καὶ ῥᾳστώνῃ, μᾶλλον δὲ ὅσα φρεσὶ σῇσι (94) μενοινάς (τῶν γὰρ ἄλλων σο πάντων περίεστι σὺν Θεῷ, καὶ πρὸς αὐτοῖς εὐμαρ καὶ ταχίστην ἐπάνοδον ξὺν ἀνύσει καὶ κατορθώσει εὐκλεεστάτῃ ὧν αὐτόσε χάριν ἀφίκου, τοσαύτη, ὑποστὰς ταλαιπωρίαν καὶ κάματον. Πάντες γάρ σου τὴν ἀποδημίαν καὶ χῆτιν ξυμφορὰν τῷ ὄντι λογί ζονται, μεθ᾽ οὓς (95) οὐχ ἥκιστα καὶ ὁ τάδε δ εξιών, τηλικούτου πατρὸς καὶ δεσπότου καὶ ἀνδρὸς ἡμιθέου στερόμενοι, πλὴν εἰ μή τις βάσκανος εἴη καὶ κακοήθης, ἡ βασκαίνων, ἢ νεμεσῶν, ἢ ἀχλυόμενος τῇ σε παρουσίᾳ. Ἐμοὶ δὲ δοίη Θεὸς, τῆς σῆς αὖθις εὐμε νεία; ἀξιωθέντι καὶ χάριτος, ἐπὶ πλεῖστον αὐτῇ καὶ τελεώτερον ἐντρυφῆσαι, ᾗ αὐτῷ καὶ ὅπη καὶ ὅπου δόξειεν ἄμεινον. "Ης μοι γένοιτο, Σῶτερ, ἐναργέστερον ἀπολαῦσαι τῇ σῇ εὐμενείᾳ καὶ χάριτι, καὶ τῇ τοῦ θειοτάτου δεσπότου οὐρανίᾳ καὶ θείᾳ εὐερ γεσία. φρεσὶ σῇσι μενοινά..
Page scan enlarged

Notebook

Full View