col. 503–504page 1 of 16
lutem contemnentium, ex consonantia V. et N. T. gravissimis negotiis impeditus fuerit quominus
demonstret. Ratio quædam critica, cur ita copu
laverit et composuerit, vix cogitari potest. Idem
in aliis locis: nullusque exstat, ubi alium, quam
nostrum, secutus sit textum. Affert testimonia S.
S. vel ex memoria, vel juxta accommodationem
homileticam atque asceticam. Neque aliter ad hunc
usque diem procedunt Homiletæ, quorum usus in
rebus criticis aut valde exiguus est, aut nullus.
Si itaque hypothesis, quam V. S. V. Fridericus
Münterus, episcopus Seelandiae, de Eusebio nostro
cum Evangelio Nicodemi concordante, nuper pro
posuit ita sumatur, ac si Noster alio quam
canonico S. S. textu usus sit, nos quidem calcu
Juin adjicere non possumus. Libenter tamen asti
pulamur in eo, quod Emesenus in traditione histo
rica, quam non inepte Mythologiam ecclesiasticam
lixeris, hauserit quam plurimum ex hoc Evangelio
apocrypho, vel, si hoc non placuerit, ex iisdem
fontibus, quibus Pseudo-Nicodemus usus est. Nam
şi etiam sententiam eorum, qui hoc àñóxpuyov
jam circa medium sæculi 1 scriptum esse putant
(cf. Guil. Ludov. Brunn. Disquisit. hist. crit. de
indole, ætate et usu libri apocryphi, vulgo inscripti
Evangelium Nicodemi, Berol. 1794, 8, p. 83-85),
probare nolis, hoc tamen certum, hunc librum
satis esse antiquum et tempore medii ævi usitatis
simum, ut tam multæ versiones Latina, Gallicæ,
Germanicæ, Anglo-Saxonicæ, etc., testantur. Multo
tutius autem hoc Evangelium in testimonium adhi
beri potest, ex quo in Birchii Auctario codic.
apocr. N. T. Fabric. Havniæ 1804, 8, textus Græ
cus antea ignotus, multumque a versione Latina
apud Fabricium diversus, prodiit.
Maluissemus quidem, virum doctissimum nobis
que charissimum a consilio suo, de edendo Eusebio
et ex Evangelio Nicodemi illustrando, non absti
nuisse. Cum tamen sine dubio multis aliis iisque
Fr. Münter Ueber die Antiochenische
Schule. In libro menstruo: Archiv für alte und
neue Kirchengeschichte von C. F. Staendlin und II.
G. Tzschirner. I. B. I. St. p. 13-14, ubi de Eusebio
Emeseno Scholæ Antiochena alumno disseritur
additurque Er bediente sich der berühmten
Evangelii des Nicodemus, wie ich nächstens in der
hisce desideriis satisfacere posset, nos quidem
nostri officii esse putavimus, quantum id fieri pos
set, ad hanc harmoniam attendere et in singulis
locis, ubi Emesenus cum Nicodemi Evangelio con
cordare et ex co hausisse videtur, data opera ad
notare. In quo quidem negotio nil magis dolemus,
quam quod nobis non liceat comparare novam
hujus apocryphi editionem, quam promisit V. V.
J. C. Thilo, Theologus apud Halenses præstantis
simus, in Notitia uber. novæ codic. apocr. Fabric,
editionis, quæ præmissa est Actis sancti Thomæ
apostoli, etc. 1823, 8, ab ipso in lucem editis. Jam
ex eo, quod vir doctissimus et subacutissimi ingenii
critici inde a p. xxx-LII de Evangelio Nicodemi,
Actis Pilati, aliisque confinis argumenti opusculis
disputavit, optime poterit intelligi, quantum ab
hac nova editione sit exspectandum. Summo igitur
desiderio eam expetentes, id solum apponimus,
quod auctor p. XLVI-XLVII, de hoc Evangelio Ju
daizante monuit: «Sane nobis quoque, quod alii
addubitant, certum videtur, archetypum libri non
Hebraico, neque Latino, sed Græco sermone fuisse
conscriptum; minime vero textus Græcus, qualem
postea a Birchio editum habemus, sæculo quinto
antiquior haberi potest, cum tot tamque indubia
Græcitatis ab ævo Theodosiano fatiscentis et la
bentis signa præ se ferat. Itaque egregie hæc lin
guæ facies consentit cum temporis notatione, quo
Ananias se vixisse perhibet, etc.
Præter textum Græcum a Birchio non satis ac
curate editum et accentibus destitutum, compara
vimus quoque versiones, sive potius recensiones
Latinas, quæ, ut inter se differunt, ita quoque
a Græco sæpissime multum recedunt. Non alienum
ab instituto nostro esse videtur, hoc observare,
cum oratio nostra tertia singulare duplicis editio
nis s. recensionis præbeat exemplum.
Ausgabe einer oder mehrerer Homilien dieses Bis
chofs, die ich besorgen will, zeigen werde. › Cf.
ejusdem auctoris doctissimam Dissertationem;
Probabilien zur Leidensgeschichte aus dem Evang.
des Nicodemus. Ibid. V. B. 2. St. pag. 517-554, ubi
tamen Emeseni nulla fit mentio.
De titulo Adyo; nept the mapovala; 'Iwávou v to, etc. notandum eum non ab auctoris esse
manu, sed a sequioris ævi editore ascriptum, ut præmissum: To paxapiov Eisation testatur.
codice mss., qui in Bibliotheca Cæsar. Vin
dobonensi sub rubr. Codd. Theol. Gr. cod. 218,
asservatur, et de quo videndus Petr. Lambecil
Commentar. de Biblioth. Cæsar. Vindob. ed. 1671,
lib. v, p. 323 524, Conf. Dan. Nesselii Catal.
Vindob. 1690, n. 307.
Leo Allatius Diatr. de Symeonum scripts,
Paris. 1664, 4, p. 82, orationem nostram Eusebio
col. 505–506page 2 of 16
Monitum in Orationem primam
PG 86:5054: Ο Πρόδρομος παρεγένετο πρὸς τοὺς κατακλείστους ἐν τῷ ᾅδῃ, Οὕτως καὶ Ἰωάννης ὡς πρόεδρος ἕδραμεν εἰς τὴν ᾅδην λύχνος ὑπάρχων· καὶ ἐμήνυσεν 45;: Οὗτος (Ιωάννης) προέφθασε καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ εὐαγγελίσασθαι, ἀναιρεθεὶς ὑπὸ Ἡρώδου, Πρόδρομος γενόμενος ἐκεῖ, σημαίνειν μέλλων, κἀκεῖσε κατελεύσεσθαι τὸν Σωτήρα, λυτρούμενον τὰς ἁγίων ψυχὰς ἐκ χειρὸς θανάτου. των τῶν προφητῶν, ὡς ἐν τῇ σκοτεινή μήτρα Χριστὸν προκηρύττων τοῖς ἐν ᾅδῃ ἅπασιν, ὁ διττός Πρό δρομος καὶ κήρυξ ζώντων καὶ νεκρῶν· ὁ ἐκ φυλακῆς Ἡρώδου τῇ πανδήμω φυλακή παραπεμφθεὶς τοῦ ᾅδου [ἔθεν] τῶν ἀπ' αἰῶνος δικαίων τε καὶ ἀδίκων κεκοιμημένων. τὴν σταύρωσιν τοῦ Χριστοῦ, καὶ τὴν εἰς ᾅδην κάθοδον. γενέσθαι τὸ κήρυγμα.: Τοῦ Ἰωάννου τοίνυν διδάσκοντες οὕτως ἐν τῷ ᾅδῃ, ἀκούσας καὶ ὁ πρωτόπλαστος καὶ προπάτωρ Αδάμ, λέγει πρὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν Σήθ, ἐστι πάλιν σήμερον τῷ πρωΐ τοῦ λόγου περὶ τῆς παρουσίας Ἰωάννου εἰς τὸν ἄδην. τα αψώνια τῆς ἁμαρτίας 25)
col. 507–508page 3 of 16
PG 86:507εὐαγγελισμός, διδασκαλία Περὶ οὗ νῦν εὐηγγελίσατο αὐτοῖς, Εὐαγγέλιον εὐαγγελισμός 4: Καὶ ἐμήνυσεν τοῖς ἐκεῖσε, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐξάξει τὴν προφητείαν καὶ οἰκονομίαν τῆς ἰδίας οὐ γίνεται ἐπιλύσεως (Η 1, 20). λεγόντα περὶ ἑκάστης οἰκονομίας, ἧς ἔμελλεν ποιεῖν ὁ Κύριος Πνεῦμα Χριστοῦ ἐν αὐτοῖς, προμαρτυρόμενον τὰ εἰς Χριστὸν παθήματα, καὶ τὰς μετὰ (ἀγαλλιωμένων αὐτῶν ἐπὶ τῇ προτροπῇ, μεγαλόφρονες φλυα (μεγάλως ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐφοβήθην) Οὐ φοβοῦμαι αὐτόν. πένθος, λύπην καταγελασμόν Καὶ ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημου τόπον κατ' ἰδίαν. Αλλ' ἀκούσας περὶ τοῦ θανάτου Ἰωάννου, καὶ φοβηθείς, μὴ καὶ τοῦτον αὐτὸν) ἀνέλῃ ὁ Ἡρώδης, ἔφυγεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν τότε ἔγνων, ὅτι ἄνθρωπός ἐστι λοιπόν λυπῶν, Εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι)· μή τηρήσαντες τὴν "Ην οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν (1 11, 8, 9). πνεύματα ἀκάθαρτα 83: λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελι εὐαγγελισμόν που προσωπεῖον ἀναλαβὼν, καὶ σαρκὶ ἀναπλασάμε. νος, τὸ σωτήριον δραμα τῆς ἀνθρωπότητος ὑπεκρί
col. 509–510page 4 of 16
PG 86:509Τοῦ μακαρίου Ευσεβίου λόγος περὶ τῆς παρουσίας Ιωάννου ἐν τῷ ᾅδῃ καὶ τῶν ἐκεῖσε ἐγ κεκλεισμένων Δέσποτα, εὐλόγησον Αναγκαῖον ἡμῖν ἐστι πάλιν σήμερον Περὶ τῆς παρουσίας Ιωάννου εἰς ᾅδην, καὶ περὶ τῶν ἐκεῖ ὄντων. 333 'Αναγκαῖόν ἐστιν πάλιν σήμερον τοῦ πρωΐ λόγου τὰ ἀκόλουθα διασαφῆσαι ἡμᾶς, καὶ έγκεκλεισμένων Καὶ εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ λόγησον, ὦ δέσποτα, ῥητὸν, κατά διάνοιαν, Δέσποτα, εὐλόγησον, ἀγαπητοί, υἱέ μου ἀγαπητέ, Πάλιν σήμερον ἐρευνῆσαι. πάλιν
col. 511–512page 5 of 16
Oratio I
PG 86:511ερευνῆσαι καὶ γνῶναι, ποταπὸς ὁ εὐαγγελισμὸς τοῦ Προδρόμου ἐν τῷ ᾅδῃ, καὶ τί ἐν τῷ δη ἐπερώτησαν αὐτόν. Αποστείλαντος αὐτοῦ τοὺς μαθητάς πρὸς τὸν Κύριον μαθεῖν τὴν ἀκρίβειαν τὸ, Σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος, ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν; καὶ ἐλθόντων αὐτῶν καὶ κομισάντων τὴν ἀπόκρισιν, ἰδοὺ Ηρώδης πέμψας ἀπεκεφάλισεν τὸν Ἰωάννην ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ. Καὶ πληρώσας τὸν δρόμον ὁ Πρόδρομος, παρεγένετο πρὸς τοὺς κατακλείστους ἐν τῷ ᾅδῃ. Καὶ θεασάμενοι αὐτοῦ τὴν αὐγὴν τοῦ λύχνου ἐγνώρισαν αὐτόν καὶ ἤρξαντο περὶ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης ἐρωτᾷν αὐτὸν, εἰ δ᾽ ἂν εἶδεν τον λύχνον τοῦ κόσμου Ἰωάννην, καὶ παραμυθία αὐτοῖς γέγονεν. Ἔγνωσαν γάρ, ὅτι καὶ ἡ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης παρουσία ἐγγὺς ἐστι. Ωσπερ γὰρ τῆς νυκτός ἰδεῖν ποταπὸς ὁ εὐαγγελισμὸς τοῦ Προδρόμου ἐν τῷ ᾅδη, καὶ τί ἐπερώτησαν αὐτόν. Αποστείλαντος αὐτοῦ πρὸς τὸν Κύριον τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ μαθεῖν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ. Σὺ εἶ ἐρχόμενος, ἢ ἕτερον προσδοκῶ μεν; καὶ ἐλθόντων αὐτῶν καὶ τὴν ἀπόκρισιν ἐνεγκάντων, ὁ Ἡρώδης πέμψας ἐν τῷ δεσμοτηρίῳ ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην. Καὶ πληρώσας τὸν δρόμον ὁ Πρόδομος τοῦ Κυρίου παρεγένετο πρὸς τοὺς κατα κλεισμένους ἐν τῷ ᾅδῃ· καὶ ἰδόντες τὴν αὐγὴν τοῦ λύχνου ἐγνώρισαν αὐτὸν, καὶ ἤρξαντο ἐπερωτῶν αὐτὸν περὶ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης· ἴδων γὰρ τὸν λύχνον τοῦ κόσμου Ἰωάννην, καὶ παραμυθία αὐτοῖς ἐγένετο τοῦ λύχνου τὸ φέγγος· ἴδον τὸν λύχνον, καὶ εὔθυμο: ἐγένοντο πάντε· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι καὶ ἡ τοῦ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης παρουσία ἐγγὺς ἐστιν. Ὥσπερ γὰρ τῆς νυκτός παρελθούσης, καὶ τῆς ἡμέρας ἐπιγινομέ σήμερον Αὔριον ἀκούσωμεν καὶ περὶ ἐκείνης τῆς ὑποθέσεως. τῇ μεγάλη παρα σκευή, Αναγκαῖόν ἐστι πάλιν σήμερον τῷ πρωτ τοῦ λόγου, (αύριον), λόγος εἰς τὸν Διάβολον καὶ εἰς τὸν "Αδην, ΧΙ, χιν, έρευ νἂν εἰπὼν τὴν ἐπιμελῆ καὶ νηφάλιον τῶν κεκρυμμένων ἐξέτασιν. (α) ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλῃ πέμπτῃ οἱ τὰ πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες αλο Οὐκ ἀγνοίας, ἀλλ' ἀκριβοῦς γνώσεως τὸ ἐρευνᾶν ἐνδεικτικόν. ἐρευνᾶσαι Περὶ τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης. ὁ Πρόδρομος (Φωσφόρος ἀστήρ), ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Καὶ ἀνατελεῖ ὑμῖν τοῖς φοβουμένοις τὸ ὄνομά μου Ηλιος δικαιοσύνης, Χαῖρε, φῶς, ὅτι φῶς ἡμῖν ἐξ οὐρανοῦ, τοῖς ἐν σκότει κατορωρυγμένοις, καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου κατακεκλεισμένοις ἐξέλαμψεν, ἡλίου καθαρώτερον, ζωῆς τῆς ἐνταῦθα γλυκύτερον· τὸ φῶς ἐκεῖνο, ζωή ἐστιν άΐδιος· καὶ ὅσα μετείλησεν αὐτοῦ, ζῇ· ἡ νύξ δὲ, εὐλαβεῖται τὸ φῶς· καὶ δύνουσα διὰ τὸν φόβον, παραχωρεῖ τῇ ἡμέρᾳ Κυρίου. Τὰ πάντα φῶς ἀκοίμητον γέγονεν, καὶ ἡ δύσις ἀνατολὴ πεπί στευκεν. Τοῦτο ἡ κτίσις ή καινὴ βεβούληται· ὁ γὰρ τα πάντα καθιππεύων δικαιοσύνης "Ηλιος, ἐπίσης περιπολεῖ τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν Πατέρα μιμούμενος, ὃς ἐπὶ πάντας ἀνθρώπους ἀνατέλλει τὸν ἥλιον αὐτοῦ, καὶ καταψεκάζει τὴν δρόσον τῆς ἀληθείας οὗτος τὴν δύσιν εἰς ἀνατολὴν μετήγαγεν, καὶ τὸν θάνατον εἰς ζωὴν ἀνεσταύρωσεν. Ο ληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων ἀποστόλων, καὶ τῶν ἱερῶν καὶ θείων Ευαγγελίων παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν· τὸν ἱερὸν νιπτήρα, το μυστικόν δεῖπνον, τὴν παράδοσιν δηλαδὴ τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτών μυστηρίων, τὴν ὑπερφυά προσευχὴν, καὶ τὴν παραδοσίαν αὐτήν,
col. 513–514page 6 of 16
PG 86:513πληρωθείσης καὶ τῆς ἡμέρας αὐγῆς ὀρχομένης, προτρέχει εωσφόρος ἀστὴρ μηνύων τὴν τοῦ ἡλίου παρουσίαν· οὕτως καὶ Ἰωάννης ὡς πρόεδρος ἕδρα μεν εἰς τὸν ᾄδην λύχνος ὑπάρχων· καὶ ἐμήνυσεν τοῖς ἐκεῖσε, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐξάξει ὑμᾶς αὐτοὺς] ἐκεῖθεν. Τότε ἀκού σαντες οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ προέδραμον τῷ Ἰωάννῃ λέγοντες· Παραγίνεται ὁ Κύριος ἐνταῦθα· πολὺς γὰρ ἀπελπισμός κατέχει ἡμᾶς. Εἰ ἄρα ἔρχεται λοιπὸν καὶ ἀπαλλάττει ἡμᾶς τῆς θλίψεως ταύτης, ἐπληρώθησαν τὰ προφητευθέντα εἰς αὐτόν. Αποκριθεὶς ὁ Ἰωάννης ἐπηρώτα τους προφήτας λέγων· Παρακαλῶ ὑμᾶς, ἀπαγγείλατε, τί ἕκαστος ὑμῶν προεφήτευσεν περὶ τοῦ Κυρίου, ἵνα καὶ οἱ ἐν τῷ ᾅδῃ ἀκούσαντες εὔθυμοι γίνωνται. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ προφήτης Δαβίδ εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι ἐκ τῶν οὐρανῶν ἔρχεται, καὶ εἶπον· Και ταβήσεται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, καὶ ὡς ἡ σταγών ἡ στάζουσα ἐπὶ τῆς γῆς ἐπειδὴ ὑετὸς κατα βαίνων ἐπὶ ἐρίῳ οὐκ ἀποτελεῖ ψόφον. Καὶ ἀποκριθεὶς Ησαΐας εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων, ὅτι μέλλει ἐκ Παρθένου γεννᾶσθαι, καὶ εἶπον· Ἰδού, * Πάρθενος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται Υιόν καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ *Αλλος προφήτης εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλει ἐν Βηθλεὲμ γεννᾶσθαι, καὶ εἶπον· Καὶ σὺ, Βηθλεέμ, τῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γάρ μοι ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ Καὶ ἄλλος προφήτης εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι εἰς Αίγυπτον κατέρχεται, καὶ εἶπον ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ· Ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὴν Υιόν μου. Αλλος προφήτης εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι, ἀντὶ τῶν δώδεκα πατριαρχῶν μαθηταὶ μέλλουσιν διακονεῖν αὐτὸν, καὶ εἶπον· ᾿Αντὶ τῶν πατέρων σου ἐγεννήθησαν οἱ υἱοί σου νης, προτρέχει εωσφόρος ἀστὴρ μηνύων τὴν τοῦ ἡλίου παρουσίαν, οὕτως καὶ Ἰωάννης προέδραμεν εἰς τὸν ᾄδην, καὶ λύχνος ὑπάρχων ἐμήνυεν αὐτοῖς ἐκεῖ ὅτι ἔρχεται ὁ τῆς δικαιοσύνης Ηλιος καὶ οὐ βραδύνει. Πολλοὺς γὰρ ἀπελπισμὸς τοὺς ἐκεῖσε κατεῖχεν· ἔλεγον γάρ, 'Αρα έρχεται λοιπὸν καὶ ἐλευθεροι τὸν κόσμον τῆς θλίψεως ταύτης; ἢ οὐκ ἐπλήρωσε τὰ προφητευθέντα περὶ αὐτοῦ; Αλλοι ἔλεγον· Μή πως οὐκ ἔρχεται; μή πως οὐ καταδέχεται ὑπομεῖναι θάνατον; Οἱ δὲ προφῆται διισχυρίζοντο λέγοντες, ὅτι Δεῖ αὐτὸν θάνατον ὑπομεῖνα: δι' ἡμᾶς· ἔγνωμεν γὰρ ἡμεῖς τὰ μέλλοντα γίνεσθαι, καὶ οὕτω; μὲν προεφητεύο σαμεν ἐν τῷ κόσμῳ τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν (57'). Καὶ ἀποκριθεὶς Ἰωάννης εἶπεν τοῖς προφήταις· Δεῦτε, παρακαλῶ, καὶ ἀπαγγείλατέ μοι τί προεφητεύ σατε περὶ τοῦ Κυρίου, καὶ εἰ μέλλει ἔρχεσθαι, ἵνα καὶ οἱ ὧδε ἀκούσαντες εὔθυμοι γίνωνται. Αποκριθεὶς δὲ ὁ προφήτης καὶ βασιλεὺς ὁ ἅγιος Δαβίδ λέγει· Πρῶτος ἐγὼ λέγω· καὶ εἶπον, Καταβήσεται ὡς νετὸς ἐπὶ πόκῳ '. Αποκριθεὶς καὶ Ἡσαΐας εἶπεν, Εγνων, ἔγνων ὅτι ἐκ Παρθένου μέλλει γεννᾶσθαι κατὰ σάρκα, καὶ εἶπον· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει, καὶ τέξεται Υἱὸν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Εμ μανουήλ ". Καὶ ἄλλος προφήτης ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι τῶν δώδεκα πατριαρχῶν, δώδεκα μα θηταὶ μέλλουσιν διακονῆσαι αὐτῷ, καὶ εἶπον· ᾿Αντὶ τῶν πατέρων σου ἐγεννήθησαν υἱοί σου 8. Καὶ ΝΟΤΑ. λύπην. Ώσει σταγόνες στα ζουσαι ἐπὶ τὴν γῆν. γαστρὶ λήψεται κ. τ. ύ, καλέσεις τ. δ. α. Ε. έγεν νήθησαν σοι υἱοί.
col. 515–516page 7 of 16
PG 86:515Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ καὶ τὰ θαύ ματα ἃ ἔμελλε ποιεῖν, ἔγνων, καὶ εἶπον· Τότε ἀνοιχθήσονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφών ἀκούσονται. Τότε ἀλεῖται χωλὺς ὡς ἔλαφος, καὶ τρανὴ ἔσται γλῶσσα μογελάλων. Καὶ πάλιν, ὅτι τὰ Σάββατα αὐτῶν ἔμελλεν καταλύειν, ἔγνων, καὶ εἶπον· Τὰς Νεομηνίας ὑμῶν καὶ τὰ Σάββατα ἐμί σησεν ἡ ψυχή μου Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι τριά κονια ἀργύρια μέλλει λαμβάνειν Ἰούδας, καὶ προ διδόναι αὐτὸν, καὶ εἶπον· Ἔστησαν τον μισθόν μου τριάκοντα ἀργύρια [ἀργυροῦ;]. Καὶ ἀποκριθεὶς Ἱερεμίας εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι ἐπὶ ξύλου μέλλουσιν σταυροῦν [σταυρῶσαι] αὐτὸν, καὶ εἶπον ὡς ἐκ προσώπου τῶν Ἰουδαίων· Δεῦτε, καὶ ἐμβάλλωμεν ξύλον εἰς τὴν ἄρτον αὐτοῦ· καὶ ἐκτρίψωμεν τὴν ζωὴν αὐτοῦ Αποκριθεὶς ἄλλος εἶπε· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλουσιν ἐπὶ πέτραν ὑψοῦν αὐτὸν, καὶ εἶπον· Ἐν τῷ ἀκη διάσκι τὴν καρδίαν μου, ἐν πέτρα ὕψωσάς με. Καὶ ἀποκριθεὶς ἄλλος τῶν προφητῶν εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλουσιν αὐτὸν μετὰ λῃστῶν σταυροῦν, καὶ εἶπον· Καὶ μετὰ ἀνόμων ελογίσθην. Καὶ ἀποκριθεὶς ἄλλος εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλουσιν αὐτὸν χολὴν καὶ ὄξος ποτίζειν καὶ εἶπον Καὶ ἔδωκαν εἰς τὸ βρῶμά μου χολὴν, καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισαν με ὄξος. Καὶ πάλιν, ὅτι εἰς μνημεῖον μέλλουσιν τιθέναι αὐτὸν ἔγνων, καὶ εἶπον Εθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Καὶ ἄλλος ἀποκριθείς· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι τὰς πύλας ᾅδου συνθλάσει καὶ συντρίψει, καὶ εἶπον Πύλας χαλκᾶς συντρίψει, καὶ μοχλούς σιδηρούς συνθλάσει Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι ἀναστήσει τοὺς νεκροὺς τοὺς ἐν ᾅδῃ, καὶ εἶπον Ἀναστήσονται οἱ νεκροὶ, καὶ ἐγερθήσονται οι ἐν τοῖς μνημείοις. ἄλλος προφήτης ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ καὶ ὅτι θαύματα ἔμελλε ποιεῖν ἔγνων, καὶ εἶπον· Τότε ἀνοιχθής σονται ὀφθαλμοὶ τυφλῶν, καὶ ὦτα κωφῶν ἀκούσονται· τότε ἀλεῖται ὡσεὶ ἔλαφος ὁ χωλὸς, καὶ τρανὴ ἔσται γλῶσσα μογελάλων "7. Καὶ ἄλλος εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μαθητὴς αὐτοῦ αὐτὸν προδίδωσιν, καὶ εἶπον· ῾Ο ἐσθίων ἄρτον μου ἐμεγάλυνεν ἐπ' ἐμὲ πτερνισμόν 18. Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι τριάκοντα αργύρια μέλλει λαμβάνειν καὶ παραδιδόναι αὐτὸν, καὶ εἶπον· Καὶ ἔθηκαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα αργύρια 10. Καὶ ἀποκριθεὶς ἄλλος εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλει ἐπὶ κριτήρια ἄγεσθαι, καὶ εἶπον· Αὐτὸς ὁ Κύριος εἰς κρίσιν ἥξει μετὰ τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ αὐτοῦ 10. Καὶ ἀποκριθεὶς Ἱερεμίας εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι ἐπὶ ξύλον μέλλουσιν αὐτὴν αἴρειν, καὶ εἶπον· Δεῦτε καὶ ἐμβάλω μεν ξύλον εἰς ἄρτον αὐτοῦ, καὶ συντρίψωμεν αὐτοῦ τὴν ζωήν ε. Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μετὰ λῃστῶν μέλλουσι σταυροῦν αὐτὸν, καὶ εἶπον· Καὶ μετὰ ἀνόμων λογισθήσεται. Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἔγνων ὅτι ὅξος καὶ χολὴν [ποτίσουσιν αὐτὸν, καὶ εἶπον· ] Καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπό τισάν με όξος ". Καὶ ἄλλος ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἐγὼ ἔγνων ὅτι μέλλει πατεῖν τὸν θάνατον καὶ τὸν ᾅδην, καὶ εἶπον· Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; που σου, ᾅδη, τὸ νίκος; ΝΟΤΑ. χι, ἐκτρίψωμεν αὐτὸν ἀπὸ γῆς ζώντων. Θύρας χαλκας συντρίψω, καὶ μοχλούς σιδηρούς συγκλάσω.
col. 517–518page 8 of 16
PG 86:517Ταῦτα αὐτῶν λεγόντων περὶ ἑκάστης οἰκονομίας ἧς ἔμελλεν ποιεῖν ὁ Κύριος, καὶ ἀγαλλιωμένων αὐτῶν ἐπὶ τῇ προτροπῇ, εἶπεν ὁ "Αδης πρὸς τὸν Διάβολον - Περὶ τίνος λέγουσιν οὗτοι οἱ μεγαλόφρονες; Τίνος ἕνεκεν φλυαροῦσιν; Τίς δέ ἐστι οὗτος ὁ παραγενόμενος, ὅτι οὕτως αὐτοὺς ἐχαροποίησεν; Ὁ δὲ Διάβολος ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς τὸν "Αδην "Ολως μὴ θροηθῇς μηδὲ δειλιάσης ἀπὸ τῶν ῥημάτων αὐτῶν· οὗτος οὖν ὁ παραγενόμενος Ἰωάννης ἐστὶν ὁ Βαπτιστής, καὶ μεγαλοθύμων ἐστί. Καὶ γὰρ ὅτε ἦν ἐπὶ τῆς γῆς, μεγάλα αὐτοὺς εὐεργέτησεν καὶ ἐμαρτύρησεν περὶ ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου, περὶ οὗ νῦν εὐηγγελίσατο αὐτοῖς, πολύ μέγαν αὐτοῖς δια ηγόρευσεν, καὶ μικρά τινα καὶ ἐμὲ ἐλύπησεν. Καὶ ἔλεγεν τῷ κόσμῳ, ὅτι Οὗτός ἐστι ὁ μέλλων λυτρῶσαι τὸν Ἰσραήλ. Καὶ εἰσῆλθον ἐγὼ εἰς τὴν Ἡρωδιάδα, γυ-. ναῖκα καλὴν καὶ ὑπουργόν μου καὶ συγκληρονόμον τῶν ἔργων μου, καὶ δι᾿ ἐκείνης παρώξυνα βασιλέα καὶ τοῦτον ἐν ἀρίστῳ ἀπέτεμον, καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ δέδωκα τῷ κορασίω ἐπὶ πίνακι, καὶ ὡς μήλῳ προσέπαιξεν. Καὶ περὶ οὗ εἶπεν τῇ οἰκουμένῃ λυτροῦσθαι, οὐδὲ τοῦτον ἠδυνήθη λυτρώσασθαι, ἀλλ᾽ ἀκούσας περὶ τοῦ θανάτου Ἰωάννου, καὶ φοβηθείς μὴ καὶ τοῦτον ἀνέλῃ ὁ Ἡρώδης, ἔφυγεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν. Τότε ἔγνων ὅτι ἄνθρωπος ἐστι, λύο πὸν καὶ φοβεῖται τὸν θάνατον, καὶ οὐκέτι ἐφρόντισα περὶ τούτου· ἵνα δέ σοι τὴν ἀλήθειαν εἴπω, μεγάλως ἐλυπήθην ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι μὴ καὶ ἡμᾶς αἰχμαλώτους ποιήσῃ. Αποκριθεὶς δὲ ὁ "Αδης εἶπεν τῷ Διαβόλῳ· Βλέπα, ἀδελφέ, μήπως θέλοντες ἄγαν κερδῆσαι ἁπάν Καὶ ταῦτα τῶν προφητῶν εἰπόντων καὶ πλείονα τούτων περὶ ἑκάστης οικονομίας ἧς ἐποίησεν ὁ Κύριος, καὶ ἀγαλλομένων πάντων ἐπὶ τῶν προφητῶν καὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ Προδρόμου, ἰδὼν ὁ ᾅδης τὴν διαλογὴν τῶν προφητῶν, καὶ τὴν εὐφροσύνην, εἶπεν πρὸς τὸν διάβολον Περὶ τίνος λέγουσιν αὐτοὶ ὑψηλόφρονες; τίνος ένεκεν φλυαροῦσιν; τίς δέ ἐστιν ὁ νῦν παραγενόμενος, ὅτι οὕτως αὐτοὺς ἐχαροποίησεν, καὶ θάρσος αὐτοῖς προσέθηκεν; Περὶ τίνος αὐτοῖς εὐηγγελίσατο οὐκ οἶδα, πλὴν βλέπω ἐν αὐτοῖς μεγάλην χα ράν. Ὁ δὲ διάβολος ἀποκριθεὶς εἶπεν· "Ολως σὺ μὴ θροηθῇς, άφες αὐτοὺς τέρπειν ἑαυτούς· οὗτος ὁ νῦν παραγενόμενος καὶ θαρσοποιήσας αὐτοὺς, Ἰωάννης ἐστιν ὁ Βαπτιστής· μεγαλορρήμων γάρ ἐστιν· καὶ γὰρ καὶ ὅταν ἦν ἐν τῷ κόσμῳ, μεγάλα ἐμαρτύρησεν περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, περὶ οὗ νῦν τούτοις εὐαγγελίζεται. Πολλοὶ μὲν γὰρ αὐτὸν διηγόρευσαν, καὶ ἐμὲ ἐθρόησεν· ἔλεγεν γὰρ πᾶσιν ἐν τῷ κόσμῳ ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὴν οἰκουμένην. Εἰσῆλθον οὖν ἐγὼ εἰς Ἡρωδιάδα γυναῖκα καλὴν σύμβουλο, μου, καὶ συγκληρονόμον μου τῶν ἔργων, καὶ δι᾿ ἐκείνης παρώξυνα βασιλεῖς, καὶ τοῦτον ἐν ἀρίστῳ ἀπὸ έτεμα καὶ τὴν κεφαλὴν ἔδωκα κορασίῳ, καὶ ἂν οὗτος ἔλεγεν ὅτι τὴν οἰκουμένην λυτροῦται, οὔτε τοῦτον αὐτὸν αὐτὸς ἐλυτρώσατο· ἀλλὰ καὶ ἀκούσας περὶ τοῦ αὐτοῦ, καὶ φοβηθεὶς μὴ καὶ ἐκεῖνον ἀφαι ρῇ ὁ Ἡρώδης, ἔφυγεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ τότε λοιπὸν ἐγὼ ἔγνων ὅτι ἄνθρωπός ἐστιν, καὶ φοβεῖται τὸν θάνατον, καὶ οὐκ ἔτι λοιπὸν ἐφρόντισα περὶ αὐτοῦ. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἄδης πρὸς τὸν διάβολον εἶπεν· Βλέπε, ἀδελφὲ, καὶ περιέργασαι ἀκριβῶς τίς ἐστιν, καὶ πόθεν ἐγένετο, καὶ τίνος υἱός ἐστιν, ἵνα μὴ χλευασθῶμεν ΝΟΤΑ. Περὶ ἑκάστης οικονομίας. Εκαστος τῶν προφητῶν ἔλεγε περὶ τῆς ἰδίας ἑκάστου οικονομίας, Ι, Επιμερίζοντες τὸ πλῆθός φασιν ἑκάτερος ἕκαστος. οικονομία, Τ. σωτήρ, πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως λοιπόν, λυπῶν Βλέπε, ἀδελφὲ, μήπως θέλοντες, ὅτι πάντες ἐχθροὶ ἡμῶν γεγόνασιν, ἀδελφοὶ εἰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν οὐκ
col. 519–520page 9 of 16
PG 86:519των ζημιωθώμεν. Οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν τῶν δύο φίλος τυγχάνει, ἀλλὰ πάντες ἐχθροὶ ἡμῶν γεγόνασιν, καὶ ἐὰν ἀποτύχωμεν, ἀπαραμύθητον ἡμῶν τὸ πέν. θος γενήσεται, ἀνεκδιήγητος ή λύπη. Τί γὰρ νομί ζεις τοὺς προφήτας τούτους ἡδέως τα σώματα αύ τῶν ἔσω τῶν πυλῶν τυγχάνει; Καὶ τοιαῦτα φθέγ γονται· ἐὰν ἐξέλθωσιν ἐντεῦθεν, πῶς ἔχουσιν ἡμῶν καταγελάν! καὶ λέγω περί τούτων τῶν μὴ προσδοκώντων κόλασιν· ἐὰν ἐξέλθη τὸ πλῆθος τῶν καταδίκων καὶ ἁμαρτωλῶν, καὶ οὗτοι καταγελάσαι ἡμῶν ἔχουσι τῆς ἀδρανείας, καὶ ὁ κόσμος όλος ὡς ἀδρανείας ἡμᾶς διαγράψει Βλέπε οὖν ἀκριβῶς, ἵνα μὴ χλευασθῶμεν· οὗτοι γὰρ μεγάλως εὐφραίνονται ἀκούοντες τὰ περὶ ἐκείνου. 'Ο δὲ Διάβολος, ἀκούσας ταῦτα, λέγει πρὸς τὸν Αθην· Εἶπόν σοι, ὅτι Μὴ φοβηθῇς ἀπὸ τῶν ῥημάτων αὐτῶν. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τίς ἐστι, καὶ οὐ φοβοῦμαι αὐτόν· ἄνθρωπος ἐστιν Ἰησοῦς, τρώγων καὶ πίνων καὶ κοιμώμενος· καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται ρία, ὁ δὲ πατὴρ αὐτοῦ Ἰωσὴφ ἐπιστάμενος τεκτον κὴν ἐπιστήμην. Υπάρχουσιν δὲ ἐκ τῆς πόλεως Ναζαρέτ, καὶ ὅτε ἐγεννήθη, ἐζήτει αὐτὸν ὁ Ἡρώδης ἀποκτεῖναι· καὶ λαβόντες αὐτὸν οἱ γονεῖς ἔφυγον εἰς Αἴγυπτον. Αλλ' εἰ καὶ τότε ἐξέφυγεν τὰς χεῖ ράς μου, νῦν ἐμπετεῖται, κἀγὼ αὐτὸν φέρω εἰς τὰς χειράς σου [εἰσελεύσομαι γὰρ εἰς τὰς χεῖράς σου εἰσελεύσομαι γὰρ εἰς τοὺς Ἰουδαίους, καὶ ἐπαγερῶ τὸ ἔθνος αὐτῶν, καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν εἰς κριτής ριον, και σταυρώσουσιν αὐτὸν, καὶ ἀροῦσιν αὐτοῦ τὸ μνημόσυνον ἐκ τῆς γῆς· καὶ ἄξω αὐτὸν εἰς τὰς χεῖράς σου καὶ τότε πενθήσουσιν αυτοί. Πλην ἀσφάλισαι τὰς Ούρας ἐν πολλῇ ἀσφαλείς, καὶ μὴ δειλιάσης ἀπὸ τῶν ῥημάτων· ἐκφ βεῖν ἀν σε θέ ουσιν. ο οὗτοι γὰρ μεγάλως χαίρονται καὶ εὐφραίνονται ἀκούοντες περὶ αὐτοῦ. Βλέπε οὖν ἀκριβῶς τίς ἐστιν ἵνα μὴ ὡς θέλομεν ἕνα κερδῆσαι, ὅλον τὸν κόσμον ζημιωίωμεν· καὶ οὕτως οὐ μέλει μοι περὶ τῆς ζημίας, ὅσον ὅτι κατάγελως καὶ ἐπίχαρμα γινόμεθα· οὐ γὰρ εἰς καταγελάσει ἡμῶν ἢ δύο, ἀλλ' ὁ κόσμος ολος. Οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν φίλος ἐστὶν, ἀλλὰ πάντες ἐχθροί. Αποκριθεὶς ὁ διάβολος λέγει πρὸς τὴν ᾄδην. Εἶτόν σοι, μὴ φοβηθῇς ἀπὸ τῶν ῥημάτων τῶν λεγομένων ὑπ' αὐτῶν. Οἶδα τίς ἐστιν, καὶ οὐ φοβούμαι αὐτόν ἄνθρωπος ἐστιν τρώγων καὶ πίνων, καὶ κοιμώμενος καὶ κοπιῶν, καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ λέγεται Μαριάμ, καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ Ἰωσὴφ, ἐπιστάμενος τὴν τεκτονικὴν ἐπιστήμην· ὑπάρχουσιν δὲ ἐκ τῆς πονηρᾶς πόλεως ἢ Ναζαρέθ. ΝΟΤΑ. Εν ᾅδου βασίλειον ἐπὶ γῆς 24: φθόνῳ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν και σμον. φάρμακον ολέθρου συνθήκην ἔθεντο πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἄξιοί εἰσι τῆς ἐκείνου μερίδος εἶναι 14, 15). "Αδης οι Διάβολος ψυχο πομπού Πολλάς δ' ιφθίμους ψυχὰς ἄιδι προϊάψει. Αδρανείας ἡμᾶς διαγράψει διαγράφειν διαγράφειν δίκην διαγραφή Λξω αὐτὸν εἰς τὰς χεῖρας σου πολλ ἀσφαλεία. διὰ τὰς πύλας τοῦ ᾅδου ἀσφάλισαι τὰς Ούρας πολλῇ ἀσφαλείᾳ, Σὺ ἕτοιμος γενοῦ εἰς τὴν ὑποδοχὴν αὐτοῦ 16, ἐκεῖσε ἐγκεκλεισμένων ἐὰν ἐξέλθωσιν ἐντεῦθεν, ἐὰν ἐξέλθῃ τὸ πλῆθος, τ. κ. κ. &
col. 521–522page 10 of 16
PG 86:521Καὶ εἰπὼν ταῦτα ὁ διάβολος ἐπορεύθη πρὸς τοὺς Ἰουδαίους. Καὶ ἤρξατο ἔνεδρα κατασκευάζειν κατά τοῦ Κυρίου, βουλόμενος αὐτὸν θανατώσαι. προείρηκεν γὰρ καὶ τοῦτο ὁ Προφήτης· Εγκάθηται ἐν έδρα μετὰ πλουσίων ἐν ἀποκρύφοις τοῦ ἀποκτεῖναι Φθάνον. Ηρξαντο οὖν συμβούλιον ποιεῖν μετὰ τῶν Ἰουδαίων κατὰ τοῦ Κυρίου· καθὼς εἴρηκεν ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι Συναχθέντες οἱ Ἰουδαῖοι οἱ Φα ρισαίοι] συμβούλιον ἔλαβον κατὰ τοῦ Κυρίου, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσουσιν. Καὶ βλέπε τοῦ εὐαγγελιστοῦ τὴν ἀκρίβειαν. Οὐκ εἶπεν, ὅτι Οἱ Ἰουδαῖο συμβούλιον ἐποίησαν, ἀλλὰ Συμβούλιον ἔλαβον· καὶ οὐκ ἔγνωσαν οἱ ἄφρονες οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι οὐ δύνανται ἀπολέσαι τὸν ἐλθόντα σῶσαι τοὺς ἀπολλυμένους, καθὼς εἶπεν ὁ προφήτης Ετύφλωσεν αὐτῶν ὀφθαλμοὺς τοῦ μὴ βλέπειν· καὶ τὰς καρδίας 13 10. αὐτῶν ἐκάμμυσαν, ἔδυσαν τὰ ὦτα αὐτῶν ὡσεὶ ἀσπίδας, καὶ τοῖς ὠσὶν αὐτῶν βαρέως ήκου σαν. Ἀλλ᾽ εἰ καὶ ἐκεῖνοι τὴν ἴασιν παρητήσαντο, ἡμεῖς τὰ ἔθνη τὴν ἐκείνην ἴασιν ἐδεξάμεθα οἱ προσκυνήσαντες τὸν σταυρὸν καθὼς εἶπεν Ησαΐας, ὅτι Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες κάθημεν, καὶ ἀνεβλέψαμεν· ἐκεῖνοι ἔβυσαν τὰ ὦτα αὐτῶν, ἵνα μὴ Γραφῆς ἀκούσωσιν, ἡμεῖς ὑπηκούσαμεν τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου λέγοντος· Δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Μηδείς παραιτήσηται προσελθεῖν τῇ μετα νοίᾳ, μηδες φοβηθῇ, είτε μάγος, είτε τελώνης, εἴτε βλάσφημος· Οὐκ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τον κόσμον Ταῦτα τοῦ Κυρίου λέγοντος, καὶ προπεμπομένου εἰς σωτηρίαν τοὺς ἀπολλυμένους, καὶ θεραπεύοντος πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ· ὁ Ταῦτα εἰπὼν ὁ διάβολος ἐπορεύθη πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, καὶ ἤρξατο ἐνέδρας κατασκευάζειν κατὰ τοῦ Κυρίου, βουλόμενος αὐτὸν ἀποκτεῖναι. Προεἶπε γὰρ καὶ τοῦτο ὁ Προφήτης λέγων· Ἐγκάθηται ἐν ἐνέδρᾳ μετὰ πλουσίων ἀποκτεῖναι ἀθῶον 8. Ηρξατο συμβούλιον ποιεῖν μετὰ τῶν Ἰουδαίων κατὰ τοῦ Κυρίου, καθὼς εἶπε τὸ Εὐαγγέλιον, ὅτι Συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν 38. Τὸ ἔλαβον, δηλοῖ ὅτι οὐ παρ' οὐδενὸς ἄλλου, εἰ μὴ παρὰ τοῦ διαβόλου· καὶ οὐκ ἔγνωσαν οἱ ἄφρονες Ἰουδαῖοι ὅτι οὐ δύνανται ἀπο λέσαι τὴν ἐλθόντα ζητῆσαι τοὺς ἀπολοίωτα: ἀλλὰ καθὼς εἶπεν Ησαΐας ὁ προφήτης, ὅτι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, καὶ τοῖς ὠσὶν βραδέως ήκουσαν τ' ἵνα μὴ σωθῶσιν. Ἐκεῖνοι μὲν τὴν ἴασιν ἐδέ ξαντο οἱ προσκυνοῦντες τὸν σταυρὸν, καθὼς εἶπεν ὁ προφήτης, ὅτι Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν Ἐκεῖνοι ἐτυφλώθησαν, καὶ ἡμεῖς ἀνεβλέψαμεν· ἐκεῖνοι ἔκλεισαν τὰ ὦτα ἵνα μὴ ἀκούσωσιν, ἡμεῖς δὲ ἀνοίξαντες ὑπηκούσαμεν τῆς φωνῆς τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· Δεῦτε, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Δεῦτε, πάντες, μηδεὶς παραιτήσηται, ἐγὼ τὸ φορτίον ὑμῶν τῶν ἁμαρ τῶν ἐλαφρύνω. Οια γὰρ ὅτι βαρὺ τὸ τοῦ νόμου φορτίον, ὅτι οὐ δύνασθε βαστάσαι τὰ τοῦ νόμου· οἶδα ὅτι πολύν κόπον ἔχει ὁ τοῦ νόμου ζυγές, διὰ τοῦτο ἄνθρωπος ἐγενόμην ἵνα ἐλαφρύνω ὑμῶν τὸ φορτίον· Τὸ γὰρ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν, καὶ ὁ ζυγός μου χρηστός. Δεῦτε, πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς 1. Μηδείς φοβηθῇ προσελθεῖν τῇ μετανοίᾳ· Οὐκ ἦλθον γὰρῖνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τοὺς πάντας Μ. Ταῦτα τοῦ Κυρίου λέγοντος, καὶ προσκαλουμένου τοὺς ἀπολωλότας εἰς σωτηρίαν, καὶ θεραπεύοντος πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ, καὶ ἰδὼν ὁ διάβολος καὶ ἐλθὼν πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, οπλι χι, Ἡμεῖς τὰ ἔθνητὸν σταυρόν. (τὴν ἴασιν)
col. 523–524page 11 of 16
PG 86:523διάβολος εἰσελθὼν εἰς τὴν καρδίαν τῶν Ἰουδαίων ὥπλισεν αὐτοὺς, μανικούς ποιῶν αὐτούς Σχε τος γὰρ αὐτοῖς περιετίθη ὅτι ἔβλεπον καὶ ἐν Σαββά τῷ εὐεργεσίαν γινομένην καὶ οὐκ ἐπίστευον, ἀλλ' ἐμαίνοντο, διεπρίοντο, καὶ ἔλεγον· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον οὐ φυλάττει· καὶ οὐκ ἔγνωσαν, ὅτι Κύριός ἐστι καὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Σαββάτου. Ὦ παῖον κακόν ἐστιν ἡ παρακοή! καὶ εἰς τίνα βάραθρον ἀπωλείας κατάγει τὸν ἄνθρωπον! Μίσησον τὴν παρακοὴν τὴν μισοῦσάν σε καὶ ἀπολέσαι σε ζη τοῦσαν· ἀγάπησον οὖν τὴν ὑπακοὴν τὴν ἀγαπῶσάν σε καὶ σῶσαι βουλομένην· ὑπακοὴ γὰρ ζωή, παρ ακοή θάνατος. Μάθε δὲ καὶ ἐκ σεαυτοῦ, ὅτι παρήκουσας τὸν προσκαλούμενόν σε εἰς σωτηρίαν, ἐκυριεύου ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ, καὶ οὐδὲν ἄλλο ὑπῆρχες, εἰ μὴ τάφος κεκονιαμένος καὶ νεκρὸς ἔμψυχος. Ο γὰρ τοῦ Θεοῦ παρακούων καὶ τῷ Σατανᾷ ὑπακούων, οὗτος ζῶν καὶ περιπατῶν τέθνηκεν. Τοιοῦτος ἧς καὶ σὺ, ὅτε παρήκουες, ὅτε δὲ ὑπήκουσάς μου τῆς φωνῆς καὶ προσῆλθες τῇ μετανοίᾳ, ἀπέστη ὁ διάβολος ἀπὸ σοῦ, φοβεῖται νῦν καὶ τὴν σκιάν σου. Πολλῶν ἀγαθῶν πρόξενος ἐστιν ἡ ὑπακοὴ· πᾶσαν χάριν κέκτηται, πᾶσαν εὐφροσύνην. Ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανέλθωμεν. Διὰ γὰρ τούτου ή θεία Γραφή λέγει· Τὰ τέκνα, ὑπακούετε τοῖς γονεῦσιν ὑμῶν ἐν Κυρίῳ. Κτῆσαι οὖν ὑπ ακοήν, ὦ τέκνον, μνήσθητι, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς τοῦ ἀποστολικοῦ θρόνου μέλλεις καταξιοῦσθαι, καὶ ζεν αὐτοὺς κατὰ τοῦ Κυρίου, μανικούς αὐτοὺς ἐπειργάζετο, σκότος αὐτοῖς περιετίθη· ἔβλεπον εὐεργεσίαν γενομένην ἐν Σαββάτῳ καὶ οὐκ ηὐχαρίστουν, ἀλλ' ἐμαίνοντο, ἐπρίοντο, καὶ ἔλεγον· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν παρὰ Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον βεβηλοῖ καὶ οὐ φυλάττει, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ὅτι Κύριός ἐστιν ὁ Θεὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ καθ᾿ ἑκάστην ὥραν εἶχον τὸν φθόνον καὶ τὸν ζῆλον, ὅτι τὸ Σάββα τον οὐκ ἐφύλαττεν. Εἶτα, είπέ μοι, ὦ Ἰουδαῖε, διότι τὸ Σάββατον οὐ φυλάττει, ζηλοῖς αὐτὸν, καὶ οὐ πιστεύεις αὐτῷ ὅταν τὸ μάννα σοι ἐδίδω ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ τὸ ὕδωρ ἐξ ἀκροτόμου πέτρας ἐπήγασεν, καὶ τὴν ὀρτυγόμητρα ὡς χοῦν ἐν τῇ παρεμβολῇ παρέθηκεν; Διὰ τί μόσχον ἀντὶ Θεοῦ προσεκύνησας; τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδιώξατε παράνομοι Ἰουδαῖοι; Τίνα οὐκ ἀπεκτείνατε; Ἡσαΐαν ἐπρίσατε, Ἱερεμίαν ἐν λάκκι, βορβόρου κατεκλείσατε, καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσιν τὰ ὅμοια ἐπενέγκατε. Τί λοιπὸν ὑπολείπεται ὑμῖν ποιῆσαι κακὸν, εἰ μὴ κατὰ τοῦ Κυρίου τὰς χεῖρας ἐκτεῖναι καὶ τελείως κληρονομῆσαι τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον; Αλλ' ἡμᾶς ὁ Κύριος τούτου τοῦ πυρὸς ἀνεκαλέσατο διὰ τοῦ ἰδίου πάθους καὶ τῆς χάριτος τοῦ Χ, ΝΟΤΑ. Μανικούς ποιῶν αὐτοὺς ἀλλ' ἐμαι νοντο. Τ. 20: "Ελεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτ τῶν Δαιμόνιον ἔχει, καὶ μαίνεται· 111, 21: Εξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν· ἔλεγον γὰρ ὅτι εξέστη. Απέστη ὁ διάβολος ἀπὸ σοῦ, Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον, καὶ διηκόνουν αὐτῷ. Αντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ' ὑμῶν. εγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. ἀφ ίστημι Τρίς τον Κύριον παρεκάλεσα, ἵνα ἀποστῇ (ἄγ γελος Σατᾶν, ν. 7) ἀπ' ἐμοῦ. ἓν υἱοῖς τῆς ἀπι στίας Θρόνου ἀποστολικοῦ. πιν, 28: "Οταν καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, Ο νικών, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, Δηλῶν, ὅτι καὶ συμβασιλεύσουσι καὶ κοινωνήσουσι τῆς δόξης εκεί νης· οὐδὲ γὰρ καθέδραν οἱ θρόνος δηλουσι· μόνος γὰρ αὐτός ἐστιν ὁ καθεδούμενος, καὶ κρίνων, ἀλλὰ τιμὴν καὶ δόξαν ἄρατον παρεδήλωσε διὰ τῶν θρόνων
col. 525–526page 12 of 16
PG 86:525τῷ χορῷ τῶν ἀποστόλων συγκαταριθμεῖσθαι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν τιμίου σταυροῦ· μεθ᾽ οὗ τῷ Πατρὶ ἅμα τῷ ἁγίῳ Πνεύματι δόξα, κράτος, τιμὴ, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. Λόγος τοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν προδοσίαν Δεῦρο λοιπόν, υἱέ μου ἀγαπητέ καὶ περὶ τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα ἀνιστορήσω σοι τὸν λόγον. Εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα 335.) Δεῦρο λοιπόν, υἱέ μου, καὶ περὶ τῆς προδοσίας τοῦ Ἰούδα ἱστορήσω σοι τὸν λόγων. Παρ Καὶ τῷ χορῷ τῶν ἀποστόλων συγκαταριθμεῖσθαι. 14,: χωρισθῆναι τοῦ ἀποστολικοῦ. ἦν σὺν ἡμῖν, καὶ ἔλαχε τὴν κλήρον τῆς διακονίας Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ-Αμήν. δόξα καὶ τιμὴ καὶ κράτος· νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς φρασεολογία» λεπτολο Χαριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ μονογενούς σου Υἱοῦ, σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν—ea Πατρὶ διὰ Υἱοῦ, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ συμπροσκυνεῖσθαι καὶ συνδο ξολογεῖσθαι. μέμψις Εἰς τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα, καὶ εἰς τὸ Πάσχα, καὶ εἰς τὴν παράδοσιν τῶν μυστηρίων, καὶ περὶ τοῦ μὴ μνησικακεῖν Τῇ ἁγίᾳ καὶ μεγάλη πεντάει. Ἰούδα ἀνιστορήσω σοι τὸν λόγον, Κτῆσαι οὖν ὑπακοὴν, ὦ τέκνον, Δεῦρο λοιπόν, υἱέ μου ἀγαπητέ στ) σήμερον
col. 527–528page 13 of 16
Oratio II
PG 86:527Παρέμενεν ὁ διάβολος τοῖς Ἰουδαίοις, οὐκ ἀνα χωρῶν, ἀλλ' ἐπιτίθεται αὐτοῖς ὥστε σταυρῶσαι τὸν Κύριον· καὶ οὐκ ᾔδει ὁ ἄθλιος, ὅτι ἐὰν σταυρωθῇ, πάντως ἀπολέσαι αὐτὸν ἔχει· οὐκ ᾔδει, ὅτι ὁ τοῦ Κυρίου θάνατος τοῦ κόσμου ἀνάστασις γίνεται οὐκ ᾔδει, ὅτι ὁ σταυρὸς, εἰς ὃν αὐτὸν νομίζει στον ρῶσαι, τοῦ κόσμου φυλακτήριον ίσταται. Ἐπειδὴ οὐκ ἐτόλμων οἱ Ἰουδαῖοι κρατῆσαι αὐτὸν, εὐθέως εὑρὼν εἴσοδον ἀπληστίας εἰς τὸν Ἰούδαν, ἤρξατο δι' ἐκείνου κατασκευάζειν τὴν προδοσίαν, ἤρξατο τοῦτον ἐπιθυμητὴν [την] τοῦ ἀργυρίου ποιεῖν. Οτε δὲ παρῆλθεν εἰς Βηθανίαν ὁ Κύριος, καὶ εἰσῆλθε εἰς τὴν οἰκίαν τινὸς Φαρισαίου καὶ ἀνέκειτο καὶ γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου πολυτίμου εἰσελθοῦσα κατέχεεν ἐπὶ τοὺς πόδας τοῦ Δεσπότου· ἰδὼν δὲ Ἰούδας, ο μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι, λέγει· Εἰς τί ἡ ἀπώλεια τοῦ μύρου τούτου; ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι τριακοσίων δηναρίων πτωχοῖς. Οὐ πάντως, Ἰούδα, περὶ τῶν πτωχῶν σοι ἔμελεν ἀλλὰ δικαίως λυπεῖ σε ἐπὶ τριακοσίοις δηναρίοις ἐπειδὴ ἔμελλες τὸν Ποιητὴν τοῦ μύρου καὶ Δεσπό την τριάκοντα ἀργυρίων συμφωνήσαι συνε φώνη Καὶ τότε οὖν εὗρεν εἰς αὐτὸν εἴσοδον ὁ Σατανᾶς διὰ τῆς ἀπληστίας πλεονεξίας· καὶ παρεσκεύασεν αὐτὸν εἰς τὴν προδοσίαν· ὅθεν πορευθεὶς πρὸς τοὺς Ἰουδαίους λέγει αὐτοῖς· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, έμενεν ὁ διάβολος τοῖς Ἰουδαίοις, καὶ οὐκ ἀπαναχωρῶν, ἀλλ' ἐπετίθετο αὐτοῖς σταυρῶσαι τὸν Κύριον· καὶ οὐκ οἶδεν ὁ ἄθλιος ὅτι ἐὰν ἐκεῖνος σταυρωθῇ, οὗτος ἀπόλλυται· οὐκ οἶδεν ὅτι ὁ τοῦ Κυρίου θάνατος τοῦ κόσμου φυλακτήριον ἵσταται· οὐκ ἐνόησεν ὅτι [εἰ] ἐκεῖνος ἀποθάνει, οὗτος ἀπόλλυται. Καὶ ἐπειδὴ οὐκ ἠδύ ναντο οἱ Ἰουδαῖοι κρατῆσαι αὐτὸν, εἰ μὴ ἕως εὑρὼν εἴσοδον ἀπληστίας ὁ Σατανᾶς εἰς τὸ δι' ἐκείνου σκευάζειν τὴν προδοσίαν, εἰς τὴν πλεονεξίαν ἤρξατο ἐπιθυμητὴν τοῦ ἀργυρίου ποιεῖν αὐτόν. Ὅτε γὰρ ἦλθεν, φησίν, εἰς τὴν Χαναναίαν ὁ Κύριος, καὶ εἰσῆλθεν εἰς οἰκίαν τινὸς Φαρισαίου, ἐκεῖ ἀνέκειτο· καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἔχουσα αλάβαστρον μύρου πολυτίμου εἰσελθοῦσα κατέχεεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Δεσπότου· ἰδὼν δὲ αὐτὴν Ἰούδας, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι, λέγει· Εἰς τί ἀπώλεια αὕτη; ηδύνατο γὰρ τοῦτο πρω θῆναι πτωχοῖς. Οὐχὶ, Ἰούδα, οὐχὶ περὶ τῶν πτωχῶν σοι ἔμελλεν, ἀλλὰ περὶ τῆς πλεονεξίας· δικαίως δὲ λυπῆσαι ἐπὶ τοῖς τριακοσίοις δηναρίοις, ὅπου γε αὐτὸν τὸν Κύριον τριάκοντα δηναρίων συνεφώνησας. Ἔκτοτε εὗρεν εἰς αὐτὸν Σατανᾶς εἴσοδον διὰ τῆς πλεονεξίας, καὶ παρεσκεύασεν αὐτὸν εἰς τὴν προδοσίαν· ὅθεν πορευθεὶς πρὸς τοὺς Ἰουδαίους, λέγει αὐτοῖς· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ παραδώσω ὑμῖν χχνί, ΝΟΤ.Ε. Παραινέ την Κυρίου θάνατος τοῦ κόσμου ἀνάστασις εἰ: Ο σταυρὸς τοῦ κόσμου φυλακτήριον ἵσταται (μ. Κακός θάνατος ὁ ἐκ τοῦ σχοινίου πάρεσε! κοσμήματι. ἐπιχρωματισμῷ, επαυξήσει οι πλατυσμῷ Τι θέλετέ μοι δοῦναι Τὸν ποιητὴν τοῦ μύρου καὶ Δεσπότην. κατ' ἄνθρωπον Δεσπότην τοῦ κόσμου, τὸν ποιήσαντα ὅλον τὸν κόσμον, ὃς πᾶσαν τὴν δημιουργίαν ἐποίησεν ἐν ἐξ ἡμέραις, κλίμας
col. 529–530page 14 of 16
PG 86:529κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν Τίς μὴ δακρύσῃ ἐπὶ πιο τῇ ὑπερβολὴ τοῦ ῥήματος; Τρέμουσιν μου τὰ ἄρθρα τῶν μελῶν· ἐξέστη μου ἡ διάνοια ἐπὶ τῷ ῥή ματι τούτῳ· Τι θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Τί θέλεις λαβεῖν, εἰπέ μοι; Ἐκεῖνοι γὰρ οὐδὲν ἀντάξιον ἔχουσιν τοῦ Δεσπότου ἑνὸς ἀνθρώπου τὸ ἄξιον ὁ κόσμος οὐκ ἔστιν, κατὰ τὴν Γραφήν· τοῦ Δεσπότου τοῦ ποιήσαντος τὸν κό σμον τί ἀντάξιον ἔχουσιν δοῦναι; Δεῦρο ἐρωτήσω σε, ὦ Ἰούδα, εἰπέ μοι, διὰ τί παραδίδως αὐτόν; μή ὑστέρησεν σε τῶν ἄλλων μαθητῶν; μή τι περισσότερον ἐκείνοις παρέσχεν; μὴ τῆς χάριτος τῆς ἐκεί νων καὶ σὲ συνόμιλον οὐκ ἐποίησεν, ὅτι παραδίδως αὐτόν; οὐ παρῆς καὶ σὺ, ὅτι εἶπεν· Τι ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; Ης οὐδὲν ἀνώτερον ἢ τιμιώτερον· ἀλλά ἐστιν κρείττων πάντων, εἰ τὸν κόσμον ὅλον κερδήσει· οὔτε μίαν ἔχει ὠφέλειαν ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ. Σὺ τριάκοντα ἀργύρια προείλω λαβεῖν, ταλαίπωρε, καὶ τὴν ψυχήν σου ζημιωθῆνα:; Οὐκ οὖν ἅμα τοῖς πᾶσιν παρήγγει δεν λέγων· Μή κτήσησθε δύο χιτώνας, μηδὲ πήρας, μηδὲ ῥάβδον, μηδὲ χαλκὶν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι πάντες οὐ παρῆλθον τὰ τοῦ Δεσπότου ῥήματα· σὺ δὲ παρῆλθες, ὦ τα λαίπωρε, καὶ ἀργυρίου ἐπιθυμητής γέγονας. Εἶτα εἰπέ μοι· Τί ἐκεῖνος περισσότερον ἐπηγγείλατο; οὐχὶ ἅμα πᾶσιν εἶπεν, ὅτι Καθίσεσθε ἐπὶ δώδεκα θρόνων [θρόνους], κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ; Οὐκ εἶπεν τοῖς πᾶσιν, ὅτι Ιδού δέδωκα (δίδωμι] ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄψεων καὶ σκορπίων, καὶ ἐπὶ πᾶ σαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ; Πατῆσαι ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων ἐξουσίαν ἔδωκεν ὑμῖν· μὴ γὰρ ἐξουσίαν θεἶναι ὑπ᾽ αὐτοῦ· οὐκ ἐστέρησεν οὔτε μιᾶς χάριτος αὐτοῦ· καὶ σὺ πρὸς τὴν προδοσίαν ὡπλί σθης; καὶ ἐπὶ τοσοῦτον οὐκ ἐχώρισέν σε τῆς κοινω αὐτόν 3; Τίς μὴ δακρύσει ἐπὶ τῇ ὑπερβολῇ τοῦ ῥήματος, ἀγαπητέ; Τρέμουσιν μου τὰ ἄρθρα τῶν με λῶν· ἐξέστη μου ἡ διάνοια ἐπὶ τῷ ῥήματι τούτῳ Τι θέλετε μοι δοῦναι; Πῶς οὐκ ἐπάγη τὴν γλῶτταν; πῶς οὐκ ἐνάρκησεν τὰ χείλη; πῶς οὐκ ἐμαράνθη ὅλον τὸ ὄργανον τοῦ σώματος αὐτοῦ; πῶς οὐκ ἐψύγη τὸ στόμα τοῦτο ῥῆμα φθεγξάμενον, Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Σὺ ταλαίπωρε, τι θέλεις λαβεῖν; εἰπέ μοι. Ἐκεῖνοι γὰρ οὐδὲν ἀντάξιον ἔχουσιν τοῦ Δεσπότου· ἑνὸς δικαίου αντάξιος ὁ κόσμος οὐκ ἔστιν, κατὰ τὴν Γραφὴν τοῦ Δεσπότου τοῦ ποιήσαντος τὸν κόσμον ὅλον. Γι θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; Μή τι ὑστέρησεν σε τῶν ἄλλων μαθητῶν, ἢ περισσότερον ἐκείνοις παρά ἔσχεν; μὴ τῆς χάριτος ἐκείνων συνομιλόν σε οὐκ ἐποίησεν, καὶ παραδίδως αὐτόν; Οὐ παρῆς καὶ σὺ ὅτε εἶπεν, Τι ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ αὐτοῦ ψυχὴν ζημιωθῇ "; Εἰ τὸν κόσμον ὅλον κερδήσας, οὐδεμίαν ἔχεις ὠφέλειαν ἐπὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς ψυχῆς σου· σὺ τριάκοντα δηναρίων λαβεῖν προείλου, ταλαίπωρε, καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῆναι; "Αμα τοῖς πάσιν ὑμῖν παρήγγειλεν λέγων, μὴ κτήσασθαι δύο χιτώνας, μὴ πήραν, μὴ ῥάβδον ἐν τῇ χειρὶ. μήτε χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶνες, καὶ οἱ πολλοὶ πάντες οὐ παρῆλθον τὰ τοῦ Δεσπότου ῥήματα. Εἰπέ μοι, μή τι ἐκείνοις περισσότερον ἐπηγγείλατο; Οὐχὶ ἅμα τοῖς πᾶσιν εἶπεν, ὅτι Καθήσεσθε ἐπὶ εξ' θρόνους κρίνοντες τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραὴλ 33; Οὐχ ὑστέρησέν σε οὐδεμιᾶς χάριτος, καὶ σὺ πρὸς τὴν προδοσίαν ὡπλίσθης! Καὶ ἐπὶ τοιοῦτον οὐκ ἐχώρησεν εἷς τῶν ἄλλων μαθητῶν, ὅτι καὶ ἐγνωκώς σου τὸν δόλον τῆς προδοσίας, τὸν ἄρτον καὶ τὸ ποτήριον ἐπὶ τραπέζης εὐλογήσας καὶ δεδωκώς τοῖς πᾶσιν, καὶ ο ΝΟΤΑ.
col. 531–532page 15 of 16
PG 86:531νίας τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου καὶ ὅτα περιεζώσατο λέντιον, καὶ ἔνιψεν τους πόδας τῶν μαθητῶν, ὁμοίως καὶ τοὺς σοὺς πόδας οὐκ ἔνιψεν; οὐδενός σε τῶν ἄλλων ἐστέρησεν· διὰ τί παραδίδως αὐτόν; Εἰπέ μοι· οὐκ εἶπέν σοι ῥῆμα πονηρόν, καὶ τοιαῦτα ἐσκέψω; Ἐπὶ τῆς τραπέζης ὑπῆρχες, καὶ ἡ χείρ σου τῷ ἄρτῳ αὐτοῦ ἐκοινώνησεν· καὶ ἡ ψυχή σου τὴν τιμήν ζωὴν?] αὐτοῦ συνετώ νει! ὦ Ἰούδα! τί πεποίηκας τοῦτο, καὶ ἐχθρὸς τοῦ Κυρίου ἧς; καὶ τοῦ διαβόλου φίλος ἐγεγόνεις καὶ παρεδίδους αὐτόν! Οὐκ ἦν σοι καλὸν τὸ πραττομένου σὲ δὲ ἴσον αὐτῷ ἡγάπα καὶ ὁμοδίαιτόν σε είχεν συγκαθεδρον. Τοιοῦτόν τι κακὸν ἐπεχείρησας ποιῆ σαι; Διὰ τοῦτο καὶ Δαβὶδ προανεφώνησεν ὡς ἐκ προσώπου λέγων, ὅτι Εἰ ὁ ἐχθρὸς ὠνείδισέν [με, ὑπήνεγκα ἄν· εἰ ὁ μισῶν ἐπ' ἐμὲ ἐμεγαλοῤῥημόνησεν, ἐκρύβην ἂν ἀπ' αὐτοῦ· καὶ, Ὁ ἐσθίων ἄρτους μου ἐμεγάλυνεν πτερνισμόν. Ουαί σοι, Ἰούδα, ὅτι φίλος ὑπάρχων τοῦ Κυρίου καὶ ἀργυρίου προδότης προήμελλες γενέσθαι· καὶ οὐκ ᾔδεις, ὧν ἐραστὴς γέγονας ἀλογίστως, ταλαίπωρο! καὶ τούτου ἐπεθυμήσας ἀργυρίων, κληρονόμος γενέσθαι πολλῶν σου. Ἐπειδὴ οὖν κακὸς θάνατος ὁ ἐκ τοῦ σχοινίου πάρ εστί σοι· καὶ οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν ἐτῶν σου συγχωρεί σοι ζην "Ανδρες γὰρ αἱμάτων καὶ δολιότητος σὲ κοινωνὸν ἐποίησεν. Καὶ ὅτε ἐπεριεζώσατο τὸ λέντιον, καὶ ἔνιψεν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν, καὶ τοὺς τοὺς πόδας ὁμοίως τῶν ἐκείνων ἔνιψεν· οὐδενός σε τῶν ἀγαθῶν ὑστέρησεν, καὶ διὰ τί ἄρτι παραδίδως αὐτόν; εἰπέ μοι· οὐχὶ ὅτε ἔγνωσαν πάντες οἱ ἀπόστολοι λοιπὸν ὅτι σὺ παρεδίδους αὐτὸν, ἐπετίμων σοι λέγοντες, Απελθε ἀφ' ἡμῶν, παράνομε; Ο δὲ Κύριος σπλαγχνιζόμενος ἐπὶ σοὶ εἶπεν· "Αφετε αὐτὸν ἔτι τὸ σήμερον μεθ᾿ ἡμῶν εἶναι; Οὐκ ἀπώλεσέν σε, οὐκ εἶπεν, "Απελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, προδότα δόλιε, πλεονέκτα, ὅτι οὐκ εἰ ἄξιος φαγεῖν καὶ πιεῖν μετ' ἐμοῦ, καὶ ἵνα μὴ νομίσῃς ὅτι οὐκ οἶδέ σου τὸν δόλον καὶ ἐποίησεν σε δειπνῆσαι μεθ᾿ ἑαυτοῦ. Καὶ πάλιν ἐπ' αὐτῆς τῆς τραπέζης φησὶν. ῾Ο ἐμβάψας μετ' ἐμοῦ τὴν χεῖρα εἰς τὸ τρυβλίον, ἐκεῖνος με παραδώσει ει. Καὶ οὐκ εἶπέν σοι· Εγειραι ἐκ τῆς τραπέζης μου, προδότα οὐδέν σοι κακὸν ἀνταπέδωκεν· ἀλλὰ σὺ ἐκ τῆς προαιρέσεως τοῦτο ἐσκέψω, ἐπὶ τῆς τραπέζης ὑπῆρχες, καὶ ἡ χείρ σου τοῦ ἄρτου ἐκοινώνει, καὶ ἡ ψυχή σου τῇ τιμῇ αὐτοῦ συνεφώνει. Το Ἰούδα, πεποίηκας τοῦτο, καὶ νῦν ἐχθρὸς τοῦ Κυρίου εἶ, καὶ προδίδως αὐτόν. Οὐκ ἦν σοι καλὸν τὸ πραττόμενον· σὺ δὲ, ἐν ὡς ἑαυτὸν ἡγάπα, καὶ ὁμοδίαιτον εἶχεν, καὶ συγκάθεδρον, τοιοῦτον κακὸν ἐπεχείρησας ποιῆσαι; Ουαί σοι. Ἰούδα, ὅτι φίλος ὑπάρχων τοῦ Κυρίου, ἀργυρίου ἐραστής γέγονας μᾶλλον, ταλαίπωρε, καὶ τούτου προδότης προείλου γενέσθαι. Καὶ οὐκ οἶδας ὧν ἐπεθύμησας· ἀργυρίων κληρονόμος οὐ γίνῃ διὰ τὸν δῆλον σου· ἐπειδὴ ὁ κακὸς θάνατος ἐκ τοῦ σχοινίου πάρεστιν, καὶ οὐδέποτε οίμαί σε τῶν ἐτῶν σου συγχωρίζειν· "Ανδρες γὰρ αἱμάτων καὶ δολιότητος οὐ μὴ μεσεύσουσιν τὰς ἡμέρας αὐτῶν 11. Καὶ οὐκ Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον οὐκ ἐχώρισέν σε τῆς κοινωνίας τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ ποτηρίου. Επ δείπνου Κυριακού Καὶ παρὴν Ἰούδας, καὶ μετεῖχε τῆς ἱερᾶς τραπέζης· ὅπερ γὰρ τους πόδας αὐτοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἔπιψε μαθητών, οὕτω καὶ ἱερᾶς μετέσχε τραπέζης, ἵνα μηδεμίαν ἀπολογίας ἔχῃ πρόφασιν, ἐὰν ἐπιμείνῃ τῇ πονηρία. Ισκαριώτη Οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν ἐτῶν σου συγχωρεῖ σοι ζῇν. τὸ ἥμισυ τῶν ἐτῶν, 1, 18: Πρηνής γενόμενος ἐλάκησε Ελά
col. 533–534page 16 of 16
PG 86:533οὐ μὴ ἡμισεύσωσιν τὰς ἡμέρας αὐτῶν. Καὶ οὐκ ἔγνως, ὅτι δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια τὰ βραχέα, μία τῶν πατέρων σου οὐκ ἐξαλειφθήσεται· καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρός σου οὐκ ἐξαλειφθήσεται. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια, ἃ συνεφώνησας λαβεῖν, τὴν ἐπισκοπὴν σου λάβοι ἕτερος, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν σου οὐκ ἔσται ὁ κατοικῶν. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια ἐνεδύσω κατάραν ὡς ἱμάτιον. Δι' ἐκεῖνα τὰ» ἀργύρια πολλῶν ἀγαθῶν ξένος ἐγένου, καὶ πολλῶν κακῶν κληρονόμος· παραδείσου αἰχμάλωτος, καὶ γεέννης κληρονόμος Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια μυρίων μυριάδων καὶ χιλίων χιλιάδων στρατιῶν ἀγ γέλων γέγονας ἐχθρός· καὶ ἑνὸς μόνου, τοῦ διαβόλου, φίλος γέγονας. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια τὰ τριά κοντα τοῦ ἁγίου χοροῦ τῶν ἀποστόλων ἐχωρίσθης καὶ τοῖς δαίμοσιν συγκατηριθμήθης· καὶ τοῦ θρόνου τοῦ Δεσποτικοῦ ἀπέστης, καὶ τῷ Ταρτάρῳ παρέστης τὴν δόξαν ἀπεδύσω, καὶ τῷ σχοινίῳ τῆς ἀγχόνης περιεβάλου. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια τὸ φῶς τῆς ζωῆς Ο!? ἀπηρνήσω, καὶ τὸ αἰώνιον σκότος επόθησας. Ο Ἰούδα! τί πεποίηκας τοῦτο; Ἀργύριον ἔλαβες, καὶ τὸν Κύριον παρέδωκας. Ο Ἰούδα! τριάκοντα αργυ-?? ρίων ἐπώλεις τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς Ποιητήν; Τι ποιεῖς, Ἰούδα; πῶς αὐτὸν πωλεῖς; Εἶτα πωλεῖς κἂν γνῶθι, πῶς πωλεῖς. Εἰ ἔσχες δοῦλον τεχνίτην, πῶς οὖν αὐτὸν ἐπώλεις; Οὐκ ἐπώλεις διὰ τὴν τέ χνην αὐτοῦ πλεῖον τριάκοντα χρυσίων; Καὶ τὸν ποιήσαντα τὴν ἰδίαν τέχνην ὅλον τὸν κόσμον ἐν ἐξ ἡμέραις, τριάκοντα ἀργυρίων πωλεῖς, ταλαίπωρε! πᾶσαν τὴν δημιουργίαν, ἣν ὁρᾷς, αὐτὸς ἐποίησεν ἐν ἐξ ἡμέραις. Μετὰ δὲ τὸ ἐξελθεῖν ἐκεῖνον καὶ χωρισθῆναι τοῦ οἶδας, άθλιε, ὅτι δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια επισκοπήν σου λαμβάνει ἕτερος, καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασίν σου· οὐκ ἔσται ὁ κατοικῶν; Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια ἐνεδύσω κατάραν ὡς ἱμάτιον, καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ Εγκατά σου 88. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια πολλῶν ἀγαθῶν ἔξενος ἐξέννυμι. ἄξενος] ἐγένου, καὶ πολλῶν κακῶν κληρονόμος· δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια μυρίων μυριάδων στρατιῶν ἀγγέλων γέγονας ἐχθρὸς, καὶ ἑνὸς μόνου τοῦ διαβόλου φίλος. Δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια τοῦ ἁγίου χοροῦ τῶν ἀποστόλων ἐχωρίσθης, καὶ τοῖς δαίμοσι συγκατηριθμήθης· τοῦ θρόνου του Δεσποτικοῦ ἀπέστης, καὶ τῷς Ταρτάρῳ παρέστης: τὴν δόξαν ἀπεδύσω, καὶ σχοινίον τῆς ἀγχόνης περιεβάλου· δι' ἐκεῖνα τὰ ἀργύρια τὸ φῶς τῆς ζωῆς ἀπηρνήσω, καὶ τὸ αἰώνιον σκότος επόθησας· Τί θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ἡμῖν παραδώσω αὐτόν; καὶ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα αργύρια. Τα Ἰούδα, τί ἐποίησας τοῦτο; ἀργύριον ἔλαβες, καὶ τὸν Κύριον παρέδωκας: Τ Ἰούδα, τριάκοντα ἀργυρίων πωλεῖς τὸν οὐρανοῦ καὶ γῆς ποιητήν; Ανάστρεπτα τὰ πράγματα. Ο δοῦλος Δεσπότην πωλεῖ, τὸ πλάσμα κατὰ τοῦ πλάσαντος δόλον μελετᾷ ὁ δοῦλος κατὰ τοῦ Δεσπότου σφαγὴν ἐπι νοήσας, προδίδωσιν. Τι θέλετέ μοι δοῦναι, κἀγὼ ἡμῖν παραδώσω αὐτόν; καὶ ἔστησαν αὐτῷ τριά κοντα αργύρια. Μετὰ δὲ τὸ ἐξελθεῖν ἐκεῖνον καὶ χωρισθῆναι τοῦ ἀποστολικοῦ χοροῦ καὶ τῆς δόξης τῆς Δεσποτικῆς τῆς κισε μέσος· ἀντὶ τοῦ ἐσχίσθη· ἐλάκησε δὲ ἀντὶ τοῦ ἐβόησε καὶ ἐφώνησεν) μέσος. Παραδείσου αἰχμάλωτος, καὶ γεέννης κλη ρονόμος. Καὶ γὰρ ὁ Ἰούδας υἱὸς βασιλείας ἦν· καὶ ἤκουσε μετὰ τῶν μαθητῶν Ἐπὶ δώδεκα θρόνους καθιεῖσθε, ἀλλὰ γέγονεν υἱὸς γεέννης. αἰχμάλωτος Τὴν καλὴν καὶ συμφέρουσαν αἰχμαλωσίαν, αλωτίζοντες· ἀντὶ τοῦ αἰχμαλώτους ἐκ τῆς τοῦ πονη ροῦ τυραννίδος λαμβάνοντες, ἀπὸ δουλείας εἰς ἐλευ θερίαν.