PG 86Eulogius of Alexandria
Eulogius, Archbishop of Alexandria
Printed pages · scan text
vision-corrected · Migne scan
Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 2907–2908page 1 of 30

(Galland. Biblioth. Patrum, 1. XII, p. xiv.) 1. Eulogium primo Ecclesiæ Antiochenæ presbyterum fuisse, deinde monasterium rexisse sanctissimæ Deiparæ Justinianeorum, ac demum sedem Antiochenam fuisse adeptum, ex Photio intelligimus (a). In episcopatu Joanní I successit anno 579 vertente, ut ex tabulis Theophanis et Nicophori laterculo arguit Lequienus (b). Paulo aliter Pagius, qui eum ad thronum Alexandrinum anno 580 evectum fuisse scri bit (c). Quamobrem neque Bollandi, neque Sollerii sententia est admittenda; quorum alter Eulogii præsulatus initium ad annum 576 retrahit (d); alter vero ad annum 577 mortuumque anno 604, tra dit (e). Statuendus itaque annus Eulogii emortualis 607. Ipsum enim annos 27 episcopatu functum fuisse, tum ex Theophanis tabulis, tum ex Nicephoro Callisti erudimur (ſ), apud quem legimus Etŋ ¿ntà mpò; tai; eľzos:v, ubi perperam interpres viginti quinque. Hinc proinde in Nicephori laterculo pro emendandum prorsus ×; id est, pro 17 rescribendum 27, librariorum lapsu haud infrequenti. In tabulis ecclesiasticis ejus memoria recolitur die 13 Septembris: in Menologio autem Græcorum die 13 Februarii (g'`. II. Vir fuit Eulogius pietate ac scientia præstans. De eo nonnulia scitu digna refert Joannes Moschus (h) inter quæ illud in primis, quod cum idem præsul Alexandrinus Constantinopolim profe clus esset, contubernio usus fuerat archidiaconi Romani domini Gregorii, summi et singularis viri omnique virtute ornati, qui sibi enarrasse affirmabat, haberi scriptam in ecclesia Romana miram histo riam de sancti Leonis papæ epistola ad Flavianum Constantinopolitanum episcopum, manu beati Petri apostolorum principis emendata. De hac item ejusdem sancti pontificis epistola quam Eulogius suscepit ac laudavit, aliud quiddam mirabile in Græcorum Menologio narratur (i). Cæterum noster antistes Alexandrinus fuit sane Gregorio charissimus, ut ex ipsius epistolarum Regesto intelligi potest. Ejus zelum sive in oppugnandis sive in convertendis hæreticis potissimum laudat summus pontifex; 'i'liusque precibus Anglorum conversionem ascribit (j). Ipsum præterea Dei organum, veritatis ministrum et Petri sequacem appellat (k). III. Complura litteris consignavit Eulogius, quæ tamen oninia feripe interciderunt, paucis exceptis fragmentis quæ servata Photius recenset Ex iis inter alia exstant capita VII De duabus naturis Domini Deique ac Salvatoris nostri, inter Opuscula theologica et polemica sancti Maximi confessoris (m); quæ inde protulimus ex interpretatione Francisci Combefisii. Quibus quidem capitibus præmisimus ipsius Orationem in diem festum Palmarum, eodem Combefisio interprete (n) qui eam descripsit ex Regio codice Parisiensi, notisque illustravit. Edita quidem dudum fuerat ex Oxoniensi codice, ac Cyrillo Alexandrino tributa, cui quoque ascribitur in codice 285 Bibliothecæ Coislinianæ: ‹ Sed stylo ipso repugnante, inquit laudatus Combefisius (p), ut deprehenderat ejus apud Cyrillum interpres. Sic pas im celebrior quis scriptis editis, etiam aliorum ad se scripta trahit, ubi maxime aliquid eis cum ipso (a) Phot. Bibl. cod. 226. (b) Lequien. Or. Christ. tom. II, p. 442. (c) Pagi. ad ann. 581, & †2. (d) Bolland. Act. SS. Lom. Il Jan., p. 497, num. 14. (e) Soller. Hist. chron. patriarch. Alexandr. ad Act. SS. tom. V Jun., pag. 61, num. 359. (f) Niceph. Hist. eccl. lib. xvm, cap 56. (g) Menol. Græc. part. 11, p. 186, edit. Urbin. ann. 1727, (h) J. Mosch. Prat. spir. capp. 446-148; apud Cotel. Eccl. Gr. Monum, ton), II, p. 414–416. (i) Menolog. Græc. l. c. (j) Greg. lib. vi, epist. 40, et lib. vi, epist. 30, nov. edit. BB. (k) Id. lib. x, epist. 35 et 59 Phot. Bibl. codd. 182, 208, 225, 426, 227, (in) Max. Opp. tom. II, p. 145 seq. (n) Combef. Auct. nov. Bibl. PP. Gr. L. tom. 1, p. 651-678. (o) Monf. Bibl. Coist. p. 102. (p) Combef. 1. c. p. 677.

col. 2909–2910page 2 of 30
Notitia
PG 86:2909πρὸς τοὺς οἰομένους ἀνθρωπίναις ἐπινοίαις δύνασθαι τὴν ἀληθῆ Ο θαυμάσιος ἐν τῷ περὶ ἐνανθρωπήσεως τετάρτῳ λόγῳ, 411, 452, 445. ἄνους. 437, 438, 459, 440, 445, 447, 448. Τα Απολιναρίου νοοῦντες, 451; Νοσοῦντες, 552. Ἐν τῷ περὶ σαρκώσεως λόγῳ, 447. 448. Ή τῶν ᾿Αρειανῶν μανία, 466. 458, 449. Ἐν τῷ περὶ σαρκώσεως λόγῳ, 445. Μ. 449, 457, Η τῶν Καππαδόκων καινοτομία καὶ ᾿Αθανασίου. 1 οίησις, 448. Ἐν τῷ πρὸς τὸν ᾿Ανόμοιον ἀγῶνι 457. 438, 444, 445, 446, 459, 405, 466. Ο διδάσκαλος, 446, 447, 457, 458. Ο θερμός τῆς ἀκριβείας εραστής, 441. Τίς ἂν ἄλλος μεγαλοφωνότερος ἢ ἀξιοπιστότερος, 42. Πολὺς ἐν διανοίᾳ οὐ τοῖς ῥήμασι καὶ τοῖς ὀνόμασιν ἀεὶ τὸν νοῦν καταπιστεύων, τοῖς δὲ νοήμασι καὶ τὰ ῥήματα καὶ τὰ ὀνόματα συμμεταφέρων τε καὶ μεθαρμοζόμενος, 446. Ο γνώμων τῆς ἀκριβείας 452. Τῆς ἀρχιβείας διδάσκαλος, 454. τῶν Θησαυρῶν, 446. Ἐν διαλόγῳ ὅς ἐπιγράφεται ὅτι εἷς ὁ Χριστός, 447. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἀναθεματισμῷ, 450. Ἐν τῷ πρὸς βασιλίδας προσφωνητικῷ, 450. Ἐν λεγομένῳ πρώτῳ τόμῳ, 451. Ἐν τῇ πρὸς σέ δε· ἐπιστολῇ,
col. 2911–2912page 3 of 30
Notitia altera
PG 86:2911ἐν τῷ περὶ τῆς κατὰ μέρος πίστεως, 445. 447, 457, 466. Ἐν τῷ ἀπολογητικῷ, 452. Οἱ θεολόγοι, 455. Οι θεοφόροι Πατέρες, 457. Πολλοῖς τῶν Πατέρων, 457, 437, 444, 400, 463. Οἱ ἀπὸ Σευήρου, 447 Πρὸς τὸν γραμματικὸν Σέργιον γράφων, 434. Ο καινὸς νομοθέτης, 457. Τῆς Σευήρου διασποράς, 462. 463. Ο μέγας Συμεὼν ὁ ἐν τῷ στύλῳ τὸν ἀγγελικὸν ἐκεῖνον βίον διανυσάμενος. 448.: Τῶν Γαλιλαίων ἐπὶ Χριστοῦ δύο φύσεις λεγόντων, πλατύν κατα χέομεν γέλωτα· ἡμεῖς γὰρ τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου μίαν εἶναι τὴν φύσιν φαμέν, 446. μέρους τὰ συγγράμματα κρίνειν, μηδ' ἀποσπαράγματά τινα λαμβάνοντας διὰ τούτων τὴν ὅλην του γρά φοντος ἐνδιαβάλλειν διάνοιαν, ἐν ἔκτῳ λόγῳ κατὰ ᾿Αρειανών ἐν ἐξ λόγες, τους ταῖς συλλαβαῖς δυσχεραίνοντας
col. 2913–2914page 4 of 30
PG 86:2913εἰ προσπταίοντας τῇ φωνῇ, Παλατίνον), ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΕΥΛΟΓΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΒΑΙΑ, ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΩΛΟΝ. Α'. Βασιλικὴν οἱ πιστοὶ σήμερον ἐπιδημίαν ἑορτάζοντες, θεοπρεπῶς τῷ βασιλεῖ ὑπαντήσωμεν. Ωρα λοιπόν· μὴ καθεύδωμεν· τὸν νοῦν πρὸς τὸν Θεὸν ἀν υψώσωμεν· τὸ πνεῦμα μὴ σβέσωμεν· τὰς λαμπάδας ἡμῶν φαιδρῶς ἐξανάψωμεν· τὸν χιτῶνα τῆς ψυχῆς ἐξαλλάξωμεν· τὰ βαΐα ὡς νικηφόροι βαστάξωμεν μετὰ τοῦ ὄχλου τὰ τοῦ ὄχλου βοήσωμεν· μετὰ τῶν παίδων, ὡς οἱ παῖδες ὑμνήσωμεν· Ωσαννά· εὐ λογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ιδού γὰρ ἦλθεν· ἰδοὺ ἐπέφανεν· ἰδοὺ ὁ Βασιλεὺς ἐπέστη. Πάλιν εἰς Ἱερουσαλήμ εἰσέρχεται· πάλιν σταυρὸς εὐτρεπίζεται· πάλιν τοῦ Ἀδὰμ τὸ χειρόγραφον ῥήγνυται· πάλιν παράδεισος ἀνοίγεται· πάλιν λῃστὴς εἰσοικίζεται. Πάλιν ἡ Ἐκκλησία χορεύει. Πάλιν ἡ πονηρὰ συναγωγή χηρεύει· πάλιν οἱ δαίμονες αἰσχύνονται· πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι μαίνονται πάλιν οἱ πιστοὶ διασώζονται. Πάλιν τὰ τῆς ἑορτῆς πάντα τῆς ἑορτῆς ο κοινωνεῖ· πάντα τὸν Δεσπότην ὑμνεῖ. Οἱ οὐρανοὶ εὐφραίνονται· τὰ ὄρη ἀγάλλονται. Οι ποταμοί, κροτήσατε, προσέλθετε, βοήσατε, ὁρῶντες Τῆς ἑορτῆς. τῇ ἑορτῇ. ΝΟΤΑ. τὸ ἡμῶν, ὑμῶν, της
col. 2915–2916page 5 of 30
Sermo in Ramos Palmarum et in Pullum Asini
PG 86:2915τὰ ἡμῶν ι βήματα γενόμενα πράγματα. Οι βουνοί σκιρτήσατε· οἱ ὄχλοι, ἀλαλάξατε· τὰ νήπια, ὑμνή σατε· μαθηταί, κηρύξατε· ἱερεῖς, λαλήσατε· θεολόγος, δοξάσατε· οἱ ἐν Σιών, ὑπαντήσατε· τὰ ἔθνη, συνάχθητε, τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, τὰ καταχθόνια, πᾶσα ἀξία καὶ ἡλικία· πάντας γὰρ εὐεργετήσων ἔρχεται πάν τας ἐλεήσων ἐπέφανε· πᾶσι χαριζόμενος τὴν ἀγαλ λίασιν. Θεὸς ὢν, γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ ἐπὶ γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη. Μετά τῶν δούλων ὁ Δεσπότης· μετὰ τῶν χρεωφειλετῶν ὁ πληρωτής· μετὰ τῶν ἀσώτων ἡ σωτηρία· μετὰ τῶν καταδίκων ὁ ἀγοραστής· μετά των ἀπεγνωσμένων ἡ ἐλπίς· μετὰ τῶν κάτω κειμένων ἡ ἀνάστασις μετὰ τῶν ἀγνωμόνων ὁ ἐλεήμων· μετὰ τῶν δραπε τῶν ὁ ἐλευθερωτής α· μετὰ τῶν ὑπευθύνων ὁ ἀνεύθυνος. Μετὰ τῶν ἁμαρτωλῶν ὁ ἀναμάρτητος· πρὸ; τοὺς ἀχαρίστους, ὁ ἀφθόνως πᾶσι χαριζόμενος. Β'. Ιδες, ἀγαπητέ, τῆς ἑορτῆς τὸ μυστήριον Πες τῆς παρούσης ἡμέρας τὰ θαύματα; θὲς ἡ Βηθανία ἑώρταζε, σήμερον πᾶσα ἡ Ἐκκλησία απήλαυσε τῆς θεϊκῆς παρουσίας. Χθὲς ἄλλῳ τὸ ζῆν ἐχαρίσατο· σή μερον αὐτὸς ἐπὶ τὸν θάνατον ἔρχεται. Χθὲς ὁ τετρ ; ήμερος ἀνίστατο· σήμερον ὁ τριήμερος ἐφίσταται. Τετραήμερον ἀνέστησε Λάζαρον, ἵνα τῆς ἐκ τεσσάρων στοιχείων συγκειμένης ἡμῶν φύσεως, τὴν κοινὴν ἀνάστασιν προπιστώσηται. ᾿Αλλ' ἐκεῖ μὲν ἡ Μάρδα περισπάται, τύπον τῆς νομικῆς λατρείας έχουσα ἐνταῦθα δὲ, Μαρία τοῖς ποσὶ τοῦ Δεσπότου προσκάθηται, τῆς Ἐκκλησίας τὸ πρὸς αὐτὸν φίλτρον καὶ προσεδρίαν ὑπογράφουσα. Καὶ ὁ πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα, διὰ τῶν πέντε τοῦ σώματος αἰσθήσεων, τὸν τετραήμερον Λάζαρον ἐν ταῖς δυσὶ τὸν ἕνα χαρισάμενος ἀδελφὸν, ἐκείνου μὲν τὰ δεσμὰ ἐπιτρέπει λυ θῆναι· αὐτὸς δὲ νῦν παραγίνεται δεσμευθήναι. Καὶ παραγίνεται, οὐ σοβῶν, οὐδὲ θορυθῶν, οὐδὲ δυνάμεις, καὶ ἀρχὰς, καὶ ἐξουσίας ἀοράτως δορυφορούσας περ ': ρικείμενος· οὐκ ἐπὶ θρόνου υψηλοῦ καὶ ἐπηρμένων καθήμενος· οὐ πτέρυξί τισι, καὶ πυριμόρφοις τρο χοῖς, καὶ πολυομμάτοις ο συγκαλυπτόμενος οὐ ; σάλπιγξι, καὶ δυνάμεσι, καὶ τέρασι κατασιωπώντα ἀλλ' ἐν ἀνθρωπεία φύσει κρυπτόμενος. Φιλανθρωπίας γὰρ ἡ παρουσία, οὐκ ἐξουσίας [συγχωρήσεως], οὐ δι καιοκρισίας· συγκαταβάσεως, οὐ κολάσεως. Οὐκ ἐν τῇ τοῦ Πατρὸς δόξῃ, ἀλλ' ἐν τῇ ταπεινώσει τῆς Μη τρὸς ἐπιφαίνεται. Ην παρουσίαν πίῤῥωθεν ἡμῖν ὁ θαυμάσιος Ζαχαρίας διηγόρευσε, καὶ πρὸς εὐφροσύν την συγκαλούμενος τὴν κτίσιν εἰς πρόσωπον ὥσπερ τῆς Ἐκκλησίας τῇ Ἱερουσαλὴμ ἀνακέκραγε, λέγων Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Ταύτῃ τῇ φωνῇ καὶ Γαβριὴλ τῇ Παρθένῳ κέχρηται, λέγων· Χαῖρε, 1 Ημῶν. προφητών. • Αγοραστής. ἐλευθερωτής. Η Ελευθερωτής. δίκαιος. • πολυομμάτοις. πολυόμμασι. Κατασιωπώντα. κατατείων Πάντα. στη Παρθένη. προς τὴν Παρθένον. ΝΟΤ.Ε. Δοξάσατε ἱερεῖς λαλήσατε. το
col. 2917–2918page 6 of 30
PG 86:2917κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετὰ σοῦ. Τοῦτο καὶ αὐ τὸς ὁ Σωτὴρ ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς ταῖς γυναιξὶ κέ κραγε, λέγων· Χαίρετε· ἵνα μάθῃς, ὅτι διὰ τὴν πάλαι φωνὴν, ἣν ἡ Εύα ήκουσε τὸ, 'Εν λύπαις τέξῃ τέκνα· διὰ τοῦτο πρὸς τὰς γυναῖκας τὸ, Χαίρετε, ἀνεβόησε, καθὰ καὶ ὁ Ζαχαρίας ἐκήρυξε, λέγων· Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κήρυττε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ. Τί τὸ κήρυγμα; εἰπὲ προ φανώς, ὦ προφῆτα· Επ᾿ ὄρους ὑψηλοῦ ἀνάβηθι, ὁ εὐαγγελιζόμενος Σιών ύψωσον την φωνήν σου. Τί λέγων τῇ Σιών Ιδού ὁ βασιλεὺς ἔρχεται σοι πραΰς. Πῶς; Εἶπες τὴν παρουσίαν, εἰπὲ καὶ τὸν τρόπον. Αρα ἐφ᾽ ἁρμάτων καὶ οχημάτων; ἆρα μετὰ δυνάμεως, καὶ στρατοπέδων, καὶ τῆς λοιπῆς τῶν βασιλέων φαντασίας; Οὐχὶ, φησίν. ᾿Αλλὰ πῶς Επιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον νέον. Τί λέγεις;? Βασιλεὺς ποτὲ ἐπὶ πῶλον ἀναγῆ καὶ ἄδοξον καθα ήμενος παραγίνεται Ναι, φησίν. Οὐ γὰρ τὴν ἴσην ἔχων ἄλλοις ὑπεροψίαν ἔρχεται. Ἀλλὰ τί; Ἐν δούλου Εν μορφῇ, ὡς νυμφίος, οὗτος πραΰς, καὶ ὡς ἀμνὸς ήμερος καὶ ὡς σταγὼν ἡσυχῆ ἐπὶ πόκον, καὶ ὡς πρός βατον ἐπὶ σφαγην, καὶ ὡς ἀρνίον ἄκακον ἀγόμενον τοῦ θύεσθαι, οὕτω παραγίνεται τὴν ἄλογον φορών τῶν ἀνθρώπων φύσιν, καὶ ἐν ἀλόγῳ καθήμενος, παιδεύων ἀνθρώπους μὴ ἐπαίρεσθαι· Καθαιρών δυνάστας ἀπὸ θρόνων, καὶ ὑψῶν ταπεινούς πεινώντας έμπιπλῶν ἀγαθῶν, καὶ πλουτοῦντας ἐξαποστέλλων κενούς· δώδεκά τινας, καὶ τούτους οἰατρούς συνεπομένους αὐτῷ φέρων, καὶ διὰ τούτων τα Έθνη συγκαλούμενος. Οὗτός ἐστιν ὁ ἐκ τῆς ῥίζης Ιεταὶ βλαστήσας κλάδος, ᾧ προσυπαντῶντες σήμερον τῶν Εβραίων οἱ παῖδες, κλάδους ἐλαιῶν ὡς ἐλεήμονε ἐπισείουσι, καὶ βαῖοις ὡς νικητῇ τοῦ θανάτου ἀνευφημοῦσι, καὶ λέγουσιν· Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Τί γάρ φησιν ὁ Γ΄. Καὶ ἐγένετο ότε ήγγισεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Βηθφαγῆ καὶ εἰς Βηθανίαν, πρὸς τὸ ὄρος τὸ και λούμενον 'Ελαιῶν ἀπέστειλε δύο των μαθητών αὐτοῦ λέγων· Υπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, καὶ εἰσερχόμενοι εἰς αὐτὴν, εὑρήσετε ὄνον καὶ πωλον νέον, ἐφ᾽ ᾧ οὐδεὶς ἀνθρώπων ἐκάθισε λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετέ μοι καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε, "Οτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. ". Εἶτα ἄγουσιν εἰς ἔργον τὸν τοῦ Λόγου λόγον, καὶ ἤγαγον τὴν ὄνον, καὶ τὸν πῶλον, καὶ ἐπέθηκαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐκάθισεν ὁ Ἰησοῦς τύπος μὲν οὖν ἡ κατέναντι κώμη τοῦ βίου τοῦ παρόντος· ἀντι κρὺ γὰρ ἦν, καὶ οὐ πλησίον τοῦ Θεοῦ. Ὅτε οὖν ἤγγισε πλησίον ταύτης τῆς κώμης· ὅτε σαρκωθείς γέγονε Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεὸς, τότε λοιπὸν ἀποστέλλει εὐαγγελιστής; Η 'Αναγή - παραγιν. παραγίνεται καὶ ἀδοξεί καθήμενος. ΝΟΤΑ. Πολον νέον, ἀντὶ τοῦ, πώλον ὄνου ἐφ' ὧν
col. 2919–2920page 7 of 30
PG 86:2919τους δύο μαθητάς· ήγουν τὰς δύο Διαθήκας· ἀγα Δι' ού. διό. γέσθαι αὐτῷ τοὺς δύο λαούς· τὴν παλαιὰν ὄνον, καὶ γεγηρακυῖαν συναγωγήν· καὶ τὸν νέον τῶλον, καὶ τὸν ἀγύμναστον τῶν ἐθνῶν λαόν. Διὰ δὲ τοῦ κατά έναντι εἰπεῖν, σημαίνει, ὅτι τὸν κατέναντι τῆς του φῆς τοῦ παραδείσου κατοικισθέντα, ἔπεμψε λύσαι τοῦ ἐπιτιμίου, καὶ πρὸς οὐρανον, καλέσασθαι δν ἀνασωζόμενον λοιπὸν ὁρῶντες οἱ πάλαι προφῆται, ἀπόστολοι, καὶ ἱεροκήρυκες, τὸν ἐπὶ τὸ ἑκούσιον πάν θος ἐν Σιών, ἐκ τοῦ ἄνωθεν ὄρους ἑαυτὸν ταπεινώ. σαντα, ἱεροπρεπῶς προσυπαντῶσι, καὶ τὰς θεο λέκτους αὐτῶν φωνὰς ὡς ἐμψύχους οἱονεί πως ἐλαιῶν κλάδους εὐφημικῶς ἀναμέλπουσιν· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις. Δ'. Τί λέγεις; Ἐπὶ πώλου οἰκτροῦ καθήμενον όρος, καὶ, Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, βοᾷς; Μορφήν δούλου βλέπεις, καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου, Θεὸν Κύριον λέγεις; Ναί, φησίν· ἐπὶ πῶλον καθέζεται, καὶ τοῦ πατρικοῦ κόλπου οὐ χωρίζεται· ὑπὸ παίδων ὑμνεῖται, καὶ ἄνω ὑπὸ Σεραφίμ θεολογεῖται· εἰς Ἱερουσαλὴμ εἰσέρχεται, ἀλλὰ τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ οὐ κατέλιπε καὶ ὁρᾷ τοῦτον ἅμα, καὶ ὑπαντᾷ, καὶ βοᾷ Ἰωάννης *Ιδε ὁ ᾿Αμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίας τοῦ κόσμου· καὶ ἄλλος· 'Ἰδοὺ ὁ Θεὸς ἡμῶν· ἰδοὺ Κύριος, αὐτὸς ἥξει καὶ σώσει ἡμᾶς, δι' οὗ ἐ ὀφθαλμοὶ τυφλῶν ἐνοίχθησαν σήμερον. Ὁ μὲν πρὸς ἀνατολὰς τῷ Δεσπότῃ βοᾷ - Ιδού άνθρωπος, Ανα τολὴ ὄνομα αὐτῷ· καὶ ἄλλος πρὸς δύσιν διακελεύεται Οδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ· ὁ μὲν λέγει Εξεγέρθητι, βορρᾶ· ὁ δὲ βοᾷ· Ερχου, νότε. Δαβὶδ δὲ, περιεκτικώτατον καὶ σταυροφανώτατον, συγκαλεῖται τὸ κήρυγμα, ἀπὸ ἀνατολῶν, καὶ δυσμῶν, καὶ βοῤῥᾶ, καὶ θαλάσσης. Ἱερεμίας ᾄδει, ὡς δικτύο λῳ τινὶ τοῖς ἔθνεσι δεικνύων τὸν ἐρχόμενον, καὶ λέ γων· Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐ λογισθήσεται ἔτε ρος πρὸς αὐτόν. Εξευρε πᾶσαν ὁδὸν ἐπιστήμης, μετὰ δὲ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀν θρώποις συνανεστράφη. Ο μὲν πρὸς τὴν Ἱερουσαλὴμ λέγει· Τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών· ὁ δὲ τοῖς παισὶν ἐπιτρέπει· Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον. Οἱ παῖδες ἀποκρίνονται· Ὡσαννά· εὐλο γημένος ὁ ἐργόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ο ύμνο ῳδὸς τούτων ἀκούσας, τῷ Δεσπότῃ βοᾷ· Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον. Ο Δεσπότης τοῖς λαοῖ; ἐπιτρέπει· "Αφετε τὰ παιδια τὸ σταυροφο νότατον σταύρωμα
col. 2921–2922page 8 of 30
PG 86:2921Έρχεσθαι πρός με. Καλῶς ἡκουλούθησαν τῇ φωνῇ τῆς Ἐλισάβετ οἱ παῖδες. Εκείνης γὰρ τῇ Παρθένῳ καὶ Θεοτόκῳ ειπούσης· Εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου· αὐτοὶ τῷ ἐξ αὐτῆς γεννηθέντι λέγουσιν· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Τί ἐστιν· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου; Ὁ ἐρχόμενος, πόθεν; ἐξ οὐ ρανοῦ, ἢ ἐκ τῆς Παρθένου; ὁ ἐρχόμενος, καὶ προερχόμενος· ποῦ; ἐπὶ τὸ πάθος. Ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Πατρὸς δηλονότι, καθάπερ καὶ αὐτὸς ὁ Χριστὸς ἔλεγεν· Ἐγὼ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον, καὶ πρὸς τὸν Πατέρα μου ὑπάγω. Ε΄. Ιδες δόγμα θεολόγων ἡ ἐξ ἀπειρυλόγων παίδων; οἱ παῖδες τὸν Δεσπότην τῆς κτίσεως [ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως κ] ἐγνώρισαν· οἱ δὲ πατέρες αὐτῶν ἠγνωμόνησαν· οὗτοι ὡς Θεὸν ὕμνησαν, καὶ ἐκεῖνοι ὡς ἐχθρὸν ἐσταύρωσαν. Οὗτοι, Ὡσαννά, ψάλλουσι· ἐκεῖνοι, Σταυρωθήτω, κράζουσιν. Η νέα καὶ ἀδαὴς ἡλικία σοφίζεται, καὶ οἱ φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράν. θησαν καὶ σχετίζονται. Οἱ παῖδες τὰ ἑαυτῶν ἱμάτ τια ὑπέστρωσαν, καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν, τὰ ἱμάτια αὐτοῦ διεμερίσαντο. Οὗτοι τοὺς ἑαυτῶν χιτῶνας έχε δύονται,τὴν τῆς συναγωγῆς γύμνωσιν προμηνύοντες ἅμα τε καὶ ἡμᾶς ἐκδύεσθαι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, καὶ Χριστῷ ὑποταγῆναι ὑποδεικνύοντες· [ἐκεῖνοι περὶ τοῦ χιτῶνος αὐτοῦ ἔλαχον 1 ] οἱ παῖδες τὸν Χριστὸν μετὰ βαΐων ὑποδέχονται· οἱ πατέρες πρὸς αὐτὸν μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἔρχονται. Οὗτοι εὐλογοῦσιν· ἐκεῖνοι βλασφημοῦσιν. Οὗτοι ὡς ἄρνες Ποιμένα ἐδέξαντο· ἐκεῖνοι ὡς λύκοι τὸν Ἀμνὸν ἐσφαγίασαν. Οἷον ἦν εἰκὸς ξένον καὶ παρὰ φύσιν τὸ θέαμα ἰδεῖν, νήπια θηλάζοντα ἐν ἀγκάλαι; μητέρων γαλουχούμε να, τῇ μὲν μιᾷ χειρὶ τὸν μαζὸν τῆς ἑαυτῶν μητρό; κατέχοντα· τῇ δὲ [δευτέρα], τῷ ἐκ παρθένου μητρὸς τεχθέντι Θεῷ, τοὺς κλάδους τῶν βαΐων ἐπισείοντα, καὶ γάλα μητρικὸν, καὶ δόγμα Δεσποτικὸν ἐκ τοῦ στόματος προχέοντα· καὶ πρὸ τῶν λόγων τῷ Θεῷ Λόγῳ καρπὸν χειλέων προσαναφωνοῦντα, καὶ λέγον τα Ὡσαννά τοῦτ᾽ ἔστι, Σῶσον δὴ ἐν τοῖς ὑψίσ στον Γ'. Τίς ὁ παιδεύσας, ὦ παῖδες; τίς ὁ σοφίσας; τίς ὁ πρὸ καιροῦ τοῦ Λόγου, τὸν Λόγον μυσταγωγήσας; καὶ παρέστῳ Ἰουδαῖος ἡ ὁ ἀχάριστος παρέστω μο χαλὶς ἡ συναγωγή. Εἰπὲ, ὦ Ἰουδαῖε, οὐχὶ Χριστὸν ἡμῖν ἅπαντες οἱ προφῆται ἐρχόμενον ἐκήρυξαν; Ναι, φησίν· τὸ δὲ ἀμφιβαλλόμενον τοῦτό ἐστιν ο. "Ηλθεν, ΧVΙ, ΣΙΣ, ἔλαχον. 1 Θεολόγων. Οχοη. θεολόγον.· Ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως. 1 Ἐκεῖνοι Πρὸ τῶν λόγων. πρώτον λόγον. ο Ἰουδαίος. Οχοι. Ἰούδας. • Τοῦτό ἐστιν. σἱ ἦλθ. ΝΟΤΑ. Επ Εξ αὐτῆς τῆς φύσεως. φύσει, σῶσον δή ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις ; τὸν ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,
col. 2923–2924page 9 of 30
PG 86:2923ἢ οὔπω Οὔπω, φησί. Καλώς. Ιδωμεν οὖν τὸ τοῦ Ο ἐρχομένου ἀξίωμα, καὶ τότε γνωσόμεθα, εἰ ἦλθεν, ἢ οὕπω. Θεὸν τὸν ἐρχόμενον λέγεις, ἢ ψιλόν ἄνθρωπον; Φιλὸν ἄνθρωπον, φησίν. Ως τὸν Δαβίδ, ἢ αὐτὸν τὸν Δαβίδ; ὡς τὸν Δαβίδ. Ο σοφιστὰ τῆς κακίας ὢ ἀσύνετε τῇ καρδίᾳ! πῶς οὖν αὐτὸς ὁ Δαβίδ, Κύ ριον παρὰ Κυρίου τὸν ἐρχόμενον λέγει; καθὼς ἀρ τίως τῶν σῶν παίδων ἀνυμνούντων ήκουσας· Εύλο γημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, Θεὸς Κύριος, καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν· καὶ πάλιν· Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου· καὶ πάλιν· Ἐβασίλευσεν ὁ Κύριος ἐπὶ τὰ ἔθνη· καὶ, Είπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὅτι Κύριος ἐβασίλευσε. Τίς δὲ οὗτος ὁ βασιλεύς; Ησαΐου άκου σον περὶ ὑμῶν βοῶντος· Καὶ θελήσουσιν, εἰ ἐγενήθησαν πυρίκαυστοι. Διατί, ὦ προφῆτα; Ότι παι δίον ἐγεννήθη ἡμῖν, Υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν, οὗ ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ ὤμου αὐτοῦ· καὶ καλεῖται τὸ διο μα αὐτοῦ, μεγάλης βουλής "Αγγελος, θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρὸς, ἐξουσιαστής, "Αρχων εἰρήνης, Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Τί λέγεις, ὦ Ἰουδαῖε, ἰδοὺ σαφῶς Θεὸν τὸν ἐρχόμενον οἱ προ φῆτα: προεκήρυξαν. Ζ. Συναρπάζει τὸ ρῆμα ὁ αιρετικός· εἰσπηδᾷ θάττον ὁ Μανιχαίος, καί φησιν· Ἰδοὺ δὴ σαφῶς Θεὸν ὁμολογήσας τὸν ἐκ Παρθένου σαρκωθέντα, πῶς οὐχ ὁμολογεῖς αὐτὸν Θεὸν παθόντα καὶ σταυρωθέντα, εἰ ἄρα ἵνα καὶ τὸν αὐτὸν λέγεις τὸν γεννηθέντα, καὶ τα φέντα Ρ καὶ παθόντα α; Ὦ ἀνόητοι καὶ βραβεῖς τῇ καρδίᾳ, τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν εἰς ἐλάλησαν οἱ προφῆται! 'Ακούσατε, καὶ πείσθητε, καὶ αἰσχύνο θητε. Ο ἐνούσιος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐνωθεὶς τῇ ἐπὶ γῆς οὐσίᾳ τῆς μητρός, τὴν πάλαι κεχωσμένην ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας εἰκόνα ἀνακαινίσαι βουλόμενος, γέγονεν ἄνθρωπος, τὸ ὑψηλὸν φυλάξας τῆς θεότητος ἐν τῷ ταπεινῷ τῆς ἀνθρωπότητος· οὐ μεταβαλών εἰς πάθος τὸ ἀπαθὲς τῆς θεότητος· οὐ μεταβαλὼν ἁμαρτίαν ε ἐκ τῆς ἁμαρτησάσης φύσεως, ἵνα μὴ τὸ ἡμῖν σωτήριον, γένηται αὐτῷ ἀτιμαστήριον· καὶ ἡ ἡμῶν ὕψωσις εὑρεθήσηται αὐτῷ ἔκπτωσι;. Οὐ θεό τητι πάσχων, κἂν ὁ Μανιχαῖος, καὶ ᾿Αρειος, καὶ Μαρκίων μαίνωνται. Ἐπεὶ, τις ἦν χρεία σαρκών σεως; οὐ ψιλῷ ὁ σώματι σταυρούμενος· κἂν ὁ Παῦ λος ὁ Σαμωσατεὺς καταράσσεται, ἵνα ἡμεῖς ὡς αἷμα ἀνθρώπου πιστεύσωμεν. Επικατάρατος γὰρ φη γάς, σὶν ἡ Γραφή, πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου, καὶ πᾶς ὃς ἔχει ἐλπίδα ἐπὶ ψιλὸν ἄνθρωπον. Ανθρω Ο ΣΧΙν, Ταφέντα. φανέντα. 4 Καὶ παθόντα. σταυρωθέντα. * Μεταβ. ἁμαρτίαν. με καδ. ἁμαρτίας. • Οὐ ψιλῷ. υψηλῷ.: Ἡμεῖς ὡς αἷμα. μὴ εἰς αίμα. οὐ ψιλά. ὑψηλῷ
col. 2925–2926page 10 of 30
PG 86:2925πος σῶσαι ἡμᾶς οὐκ ἴσχυεν· ἐπεὶ Μωϋσῆς ἄρα, ή τις ἐκ τῶν προφητῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀποθνήσκειν ἔμελ λεν· ἀλλὰ πάντες ὑπὸ ἁμαρτίαν ἐτύγχανον· διὸ ἐδεήθημεν τοῦ Θεοῦ ἀναμαρτήτου σεσαρκωμένου, καὶ τὸν ὑπὲρ ἡμῶν θάνατον σαρκὶ καταδεχομένου. Διὰ τοῦτο ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται, ἵνα ὅπερ ἔχει διὰ τῆς θεότητος ἀδύνατον, τοῦτο σχῇ δι' ἀνθρωπότητος δυ νατόν. Η΄. Πάσχει, καὶ οὐ πάσχει· τὸ πρῶτον, οὐ τῷ λόγῳ λόγισαι· τὸ δεύτερον, τῆς σαρκὸς τοῦ Λόγου μὴ νόμιζε [ὅμως δὲ τὴν σάρκα τοῦ Λόγου μή χώριζε.] Οὐ γὰρ χωρίζω, ἀλλὰ γνωρίζω, τῆς ἑκατέρας οὐσίας τὸ ἴδιον. Συμμένοντα, ἀλλ' οὐχὶ συμπαθόντα τὸν Λόγον λέγω συγκρεμάμενον, ἀλλ' οὐχ ἥλους εἰς ἰδίαν φύσιν δεξά μενον συνθαπτόμενον, ἀλλ' οὐ συνθανατούμενον συγκλειόμενον, ἀλλ' οὐ συμπεριγραφόμενον ψυχήν ἐκ σώματος χωριζομένην, ἀλλὰ τὸν Λόγον οὐδενὸς αὐτῶν ἀφιστάμενον. Οθεν ὁ μὲν ᾅδης ἐσκυλεύθη, τῆς ἐνθέου ψυχῆς ἐκεῖ κατελθούσης. Πορευθεὶς γὰρ ἐκήρυξε καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ πνεύμασιν· ἐν δὲ τῷ τάφῳ, διαφθορὰν οὐκ εἶδε τὸ ἅγιον " σῶμα. Καὶ γὰρ ἦν ἀχώριστος ὁ Λόγος τῆς ἰδίας σαρκὸς, ἐν ἑκάστῳ και ρῷ, οὐδαμοῦ ψιλὸν ἢ ἔρημον ἀφῶν ταύτην, ἢ ἄθεον, ἢ ὡς ἑνὸς τῶν καθ' ἡμᾶς τυγχάνουσαν σωμάτων. Ομως εἰ καὶ ἡνώθη καθ᾽ ὑπίστασιν τῷ λόγῳ ἡ λό γικὴ ἡμῶν φύσις, ἀλλ' οὐκ ἐσώθη. Πῶς γὰρ σωθή σεται ν τῷ προαιωνίῳ τὸ πρόσφατον; ἢ πῶς ὁμοιωθήσεται τῷ ἀνάρχῳ, τὸ ἔναρχον; διὸ καὶ ὁρᾷς αὐτ τὸν ἐπὶ πῶλον σήμερον· ἀλλ' ὡς ἄνθρωπον· διπλοῦς γὰρ ἦν. Ἐπεὶ, καὶ ἠὔξησε, καὶ ἐθήλασε, καὶ ἐδά κρυσε, καὶ ἡγωνίασε νόμῳ τῆς ἡμετέρας φύσεως. Οὐ γὰρ ηρνήσατο τὰ τῆς φύσεως ἡμῶν ἀδιάβλητα πάθη σαρκωθεὶς ὁ Θεὸς Λόγος· ἐπεὶ ἄρα αὐτὴν πρὸ τούτων ηρνήσατο. Οὐχ ὑπνοῖ ἐν τῷ πλοίῳ ὁ Θεὸς Λόγο;· Οὐ νυστάξει γάρ, οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ισραήλ· ἀλλ' ὑπνοῖ ἡ σὰρξ ἡ ἡμετέρα, ἣν ἐνεδύσατο ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος. Οὐ πεινᾷ, οὐ κοπιᾷ ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἡ θεία φύσις, ὡς Ησαΐας φησίν Ὁ Θεὸς ὁ μέγας καὶ ἰσχυρὸς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ κοπιάσει. Πῶς οὖν πεινᾷ; Σαρκὶ τῇ ἐξ ἡμῶν. Πῶς πάσχει; Σαρκὶ τῇ ἐξ ἡμῶν. Πῶς δακρύει; Σαρκὶ τῇ ἐξ ἡμῶν. Πῶς ἐθανατώθη; Σαρκί· ζωοποιεῖται δὲ πνεύματι. Πῶς γῆν σαλεύει; Θεότητι τῇ ἐκ Πατρός. Πῶς τὸν ᾄδην πατεῖ; Θεότητι, οὐκ ἐξ ἡμῶν. Πῶς φησιν· Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἔν ἐσμεν; Τῇ ἄνω πρὸ αἰώνων γεννήσει. Πῶς, Ὁ Πατὴρ μείζων μου ἐστι; Τῇ κάτω, ἐκ Παρθένου γεννήσει. Πῶς, ῾Ο εωρακώς ἐμὲ, ἑώρακε τὸν Πατέρα; Τῇ ἀκτίστῳ τοῦ Λόγου φύσει. Πῶς, Οὐ δύναμαι ποιεῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ "Αγιον. ένθεον. * Σωθήσεται. σωθήσεται.
col. 2927–2928page 11 of 30
PG 86:2927δέν; τί οὖν ἀδύνατος ὁ Λόγος παρὰ τὸν Πατέρα; ἅπαγε τῆς ᾿Αρειανικῆς φρενοβλαβείας! Τί τὸ λέγον Δόξασόν με, Πάτερ; Τὸ σῶμα τοῦ Λόγου. Τίς ὁ λέγων· Ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί; Ὁ ἐν τῷ σώματι Λόγος. Πῶς, Πατέρα μου, καὶ Πα τέρα ὑμῶν; Πατὴρ μὲν ὁ Πατήρ, οὐ τῆς σαρκός, ἀλλὰ τοῦ ἐξ αὐτοῦ Θεοῦ Λόγου. Θεόν μου, καὶ θεὸν ὑμῶν; Θεὸς, οὐ τοῦ Λόγου· πῶς γὰρ ἔσται τοῦ ἴσου αὐτοῦ Θεοῦ Θεός; ἀλλὰ Θεὸς τῆς ἐν τῷ λόγῳ μορφ φῆς τοῦ δούλου. Πρὸ τοῦ Ἀβραὰμ γενέσθαι, ἐγώ εἰμι; Ὁ ἐν τῇ σαρκὶ Θεὸς Λόγος. Κύριος εἶπε πρὸς με· Υιός μου εἶ σὺ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε; Τῇ προσφάτῳ τοῦ Λόγου σαρκώσει. Οὐ γὰρ ἄλλος ἦν ὁ πρὸ ἑωσφόρου ἐκ Πατρὸς γεννηθείς, καὶ ἄλλος, ὁ ἐν Βηθλεὲμ ἐκ μητρός σαρκωθείς. Εἰ γὰρ καὶ Παῦ λος ὁ Σαμωσατεὺς ταῦτα παραφρονεῖ, ἀλλ' οὐ Παῦ λος ὁ Ταρσεύς ταῦτα νουθετεῖ. Ἀλλ' ὅτε μὲν τὴν τοῦ Θεοῦ μορφὴν ἐν τῇ τοῦ δούλου μορφή σημαίνει. βολ· "Ος ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης· ὅτε δὲ πάλιν τῆς ἐν τῷ λόγῳ ἑνωθείσης σαρκὸς τὴν διαφοράν σημαίνει, λέγει· Ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγει ρεν· ἵνα ἀμφοτέρων τῶν ἐν τῷ σώματι μορφών ἀποδείξας τὴν διάγνωσιν, καὶ Μάνοντα τὸν φαντα σιομάχον, καὶ Παῦλον τὸν ἀνθρωπολάτρην, Παῦλος ὁ ἀπόστολος καταβάλλῃ. οι Παρὰ τόν. πρός τόν. Θ. Σὺ δὲ τί λέγεις; τί νομοθετεῖς, ὦ νέε Μανι χαῖς, καὶ καθαρὰ τῆς ἐκεῖνου μανίας ὑπέρμαχε; οὐ δίδως τὸ ὀνομάζειν τὴν σάρκα φύσιν; ἀλλ᾽ Ἐκεῖ δειλιᾷς φόβῳ οὗ οὐκ ἦν φόβος. Οὐδὲ τὸν Δεσπό την ήδεισθα 5 λέγοντα ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους· Τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής; εἰ πρ θυμος, πῶς ἀσθενής; ποία Χριστοῦ μορφή; ποία σὰρξ ἀσθενής; πάντως ἡ τοῦ ἀσθενήσαντος Αδάμ. Πῶς δὲ καὶ κλίνων τὰ γόνατα προσεύχεται; ἆρα ὁ Λόγος εὔχεται; καὶ πῶς Θεὸς ὢν, Θεοῦ δέεται; εἰ μὲν οὖν ἴσος τῷ Πατρὶ, ὥσπερ καὶ ἴσος· οὐ θεό τητι εὔχεται, ἀλλ' ὡς ἄνθρωπος. Εξουσίαν ἔχω θεῖναι τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν; ὁ ἐξουσίαν ἔχων, πῶς ἄλλου προς βοήθειαν δέεται; ὁ λέγων· Λύσατε τὸν ναὸν τοῦ τον ήγουν τὴν ἑαυτοῦ σάρκα· καὶ ἐν τρισὶν ἡμέ ραις ἐγερῶ αὐτόν· πῶς, ὦ θεομάχε, τὸν ναὸν τὸν ἑαυτοῦ ἐγείρων, σὺν τῷ ναῷ λύεται; εἰ γὰρ αὐτὸς λέλυται, ἀλλ᾽ οὐ πάντως τοῦ ἐγείροντος δέεται; σὺ μὲν γὰρ φοβῆσαι, ὡς δοκεῖς, μὴ σῶμα Θεοῦ ἀκούων παθόν τι, ψιλῷ κτίσματι προσκυνήσῃς καὶ κοινω δεισθα. αἰδῆσαι. ΝΟΤ.Ε. Αὐτὸς ὁ ἐγείρων αὐτὸς ὁ ναός αντί τοῦ, ἀλλά ἄρα άρα οὖν
col. 2929–2930page 12 of 30
PG 86:2929νήσῃς· ἐγὼ δὲ τοῦτο τρέμω, μὴ θεότητα παθοῦσαν καὶ θανοῦσαν εἴπω, καὶ τὸ πᾶν τῆς Τριάδος ἀτιμάσω μυστήριον. Εἰ μὲν γὰρ ὁ Λόγος ἔπαθεν, ὁ δὲ Πατήρ ἀπαθοῦς ἐστι φύσεως, πάντως ἄλλη ἦν οὐσία τοῦ Λόγου, καὶ ἄλλη ἡ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Καὶ τί λοιπὸν Αρειανοῖς μάχεσθαι διὰ τοῦτο; εἰ δὲ μία οὐσία Πα τρὸς, καὶ τοῦ Λόγου, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἔπαθε δὲ ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐν σαρκί, παθητῆς πάν τως οὐσίας καὶ θνητῆς, καὶ ὁ Πατήρ, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Εἰ γὰρ συνέπασχε τῇ σαρκὶ ὁ Λόγος, πάνε τως καὶ συντέθνηκε. Καὶ εἰ συντέθνηκε, πῶς τὸν ᾅδην ἐσκύλευσε; πῶς τοὺς νεκροὺς ἀνέστησεν; εὑρε θήσεται δὲ καὶ θανών χωρισθεὶς πάντως τοῦ ζῶντος Πατρός. Καὶ εἰ τοῦτο, οὐκ ἔτι λοιπὸν Τριὰς ἐν οὐρα νῷ κατὰ τὸν τοῦ πάθους καιρὸν, ἀλλὰ δυάς, ἀναμένουσα τὸν Λόγον, ἵνα ἀπὸ τοῦ Πατρὸς ἀναστῇ, καὶ ἐν οὐρανῷ ἀνέλθῃ. Ο τῆς ἀθεμίτου τόλμης! ποῖος ὄφις ψιθυρίσας ἠπάτησε τοὺς θεομάχους παθητὸν τὸν ἀπαθῆ ἀποφήνασθαι; οἱ τὸν Κτίστην ποιοῦσι τῶν κτισμάτων ἀσθενέστερον. Οὐκ ἐντρέπῃ, ὦ αἱρετικό, ἥλιον ἐν δένδρῳ τυγχάνοντα, καὶ τὸ μὲν δένδρον τεμνόμενον, τὸν δὲ ἥλιον οὐδὲ χωριζόμενον, οὐδὲ συν τεμνόμενον· τὸν δὲ τῆς δικαιοσύνης Ἥλιον παθητὸν λέγων ἐν τῷ ἰδίῳ σώματι γενόμενον; οὐδὲ φονέα τινὰ ἢ κακοῦργον, ὦ κακούργε, εώρακας κεφαλὴν ἢ χεί ρας στερούμενον, τὴν δὲ ἀθάνατον * ψυχὴν αὐτοῦ μὴ συναποθνήσκουσαν τῷ σώματι; εἶτα ἔλαβον • οὗτοι καιρίαν τὴν πληγὴν ὑπὸ τοῦ Λόγου, καὶ πέπτωκεν ὁ θεομάχος· πάλιν ἀνέπνευσεν ὁ Χριστομάχος· πάλιν ἀναισχυντεῖ ὁ Ἰουδαῖος. Τί λέγων; Γ. Ορα, φησίν, ὅτι οὐ Θεόν, ἀλλ᾽ ἄνθρωπον ἀπο εκτείναμεν. Πρὸς ἐν εὐθέως καλὸν εἰπεῖν, Σιώπα πεφίμωσο· λάβε κατόχιον ἐπὶ τῷ στόματι. Εστω νόμον ἠθέτησας· ἔστω, προφήτας ἀπέκτεινας οὐδὲ τὸν Δαβὶδ ἐρυθριᾷς περὶ τοῦ Χριστοῦ λέγοντα Εκ γαστρὸς πρὸ ἑωσφόρου ἐγέννησε με; Ο Παν τὴρ ἄνω. Καὶ πάλιν· Κύριος εἶπε πρός με· Υἱός μου εί σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε. Δύο έχει γεννήσεις ὁ εἷς καὶ μόνος Χριστός· μίαν ἐκ Πατρὸς ἀχρόνως, καὶ ἄλλην ἐκ· μητρὸς ἀσπόρως· ὅταν οὖν λέγει· Τὸν νῶτον μου δέδωκα εις μάστιγας, τὰς δὲ σιαγόνας μου εἰς ῥαπίσματα· ταῦτα ἐκ τῆς Μαρίας τῆς ἐξ Ἰούδα ἔλαβε· καὶ ἅπερ ἐξ Ἰούδα ἔλαβε, ταῦτα Ἰουδαίοις ῥαπίζειν καὶ μαστίζειν δέη δωκεν· ἃ δὲ ὡς Θεὸς κατὰ φύσιν ἔχει, Οὐκ ὄψεται ἄνθρωπος ἐκεῖνα, καὶ ζήσεται. 'Αλλ' ὁ Ἰουδαῖος πάλιν· Πῶς οὖν ὁ προφήτης περὶ τοῦ Σταυρωθέντος * Δὲ ἀθάνατον. διὰ θάνατον. • Εἶτα. είτε. ΝΟΤΑ. Μὴ συναπο θνήσκουσαν τῷ σώματι.
col. 2931–2932page 13 of 30
PG 86:2931οὐδὲ κάλλος; ἀλλ' ὁρᾷς πάλιν, ᾧ ἀγνώμων, ὅτι περὶ αὐτοῦ γέγραπται· 'Ωραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Εἰ δὲ λέγεις· Ποιος Θεός δύναται είναι πρόσφατος; καγώ σοι ἐρῶ· Πσίου ἀνθρώπου πρὸ τοῦ ἡλίου διαμένει τὸ ὄνομα, καὶ πρὸ τῆς σελήνης γενεάς γενεῶν; καὶ, Καταβήσει ται ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον, καὶ ὡς ἡ σταγὼν ἡ στά ζουσα ἐπὶ τῆς γῆς. Πάλιν δὲ ἴσως ἐρεῖς· Ποιος Θεὸς τριάκοντα αργυρίων πιπράσκεται; καγώ σοι ἐρῶ· Ποίον ἀνθρώπου αἷμα κόσμον ὅλον ἐξηγόρασε καὶ ἡγίασεν; εἰ δὲ ἐκείνῳ προσκόπτεις, ὅτι ἐπὶ πώλου ὁρᾷς καθήμενον σήμερον, πῶς δὲ οὐ κἀκεῖνο λέγεις, ὅπερ οἱ παῖδες, ὦ ἀδίδακτε, ἀδιδάκτως ἔμα θον ἅμα καὶ ἐκράζον· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου; "Οτι δὲ Κύριος καὶ Θεὸς ὁ ἐπὶ πώλου ὡς ἄνθρωπος καθήμενος, παρέστω μοι ὁ σός, ἀλλ' οὐ σὸς Δαβίδ, περὶ τῶν σῶν παίδων διερχομένης, καὶ τὸν ὑπ' αὐτῶν ἀνυμνούμενον· εἰπάτω τί; ἐστιν ὁ θεολογούμενος· [καὶ] οἷον καταντικρύ τοῦ πώλου ἑστηκώς, καὶ ούτωσὶ βοῶν· Σὺ ὁ ἐπὶ τοῦ ἄνω θρόνου, καὶ ἐπὶ τοῦ κάτω πώλου καθήμενος, Κύριε ὁ Κύριος ἡμῶν, ὡς θαυμαστὸν τὸ ὄνομά σου ἐν πάσῃ τῇ γῇ! ὅτι ἐπήρθη ἡ μεγαλοπρέπειά σου ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν. Ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον, ἕνεκα των ἐχθρῶν σου, τοῦ καταλῦσαι ἐχθρὸν καὶ ἐκδικη τὴν, τὸν διάβολον. Σὺ ὁ ἐπὶ πώλου ὡς ἄνθρωπος, Θεὸς εἶ ἀληθινός· καὶ ὀψόμεθα τοὺς οὐρανοὺς ἔργα τῶν δακτύλων σου. Σὺ ὁ ἐπὶ πώλου, σελή την καὶ ἀστέρας ἐθεμελίωσας· σὺ ἡλάττωσας τὸν ἄνθρωπον βραχύ τι παρ' ἀγγέλους, καὶ φορέσας τὸν ἄνθρωπον, ὕψωσας αὐτὸν ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς, καὶ ἐξουσίας, καὶ δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστερά νωσας αὐτόν. Σὺ ὁ ὁρώμενος ἐπὶ πώλου, Ο θρόνος σου, ὦ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. Καὶ, Ράβδος εὐθύτητος, ἡ ῥάβδος τῆς βασιλείας σου. Σὺ ἠγάπησας δικαιοσύνην, καὶ μόνος ἐμίσησας. ἀνομίαν. Διὰ τοῦτο ἔχρισέν σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου, ὅτι δούλου μορφὴν ἀνέλαβες. Έχρισέν σε, οὐκ ἐλαίου χρίσματι, ἀλλ᾽ ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτὸ γάρ ἐστι 41? λέγει· Καὶ εἶδομεν ἡ αὐτὸν καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος Ει ο τὸ ἔλαιον τῆς ἀγαλλιάσεως. Διὸ καὶ ἔλεγεν ἤ σε το τι το Είδομεν. οίδαμεν. ΝΟΤ.Ε. Γενεάς γενεῶν ἕως γενεάς ισ. και Γενεάς γενεῶν τὸ, πρὸ τῆς σελήνης, σὺν τῷ πρὸς τὸ, συμπαραμενεῖ τῷ ἡλίῳ· τῷ, πρὸ τοῦ ἡλίου διαμένει τό, σὺ ὁ δρώμενος ἐπὶ πώλου,
col. 2933–2934page 14 of 30
PG 86:2933τεκοῦσα Παρθένος· αγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου; Τι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ Σωτῆρι μου, ἡνίκα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐπ' αὐτὴν ἐπεσκίασε. Σὺ δέ μοι σκόπει ὁ πιο στὸς ἀκροατής, πῶς ἡ παναγία Παρθένος Θεὸν τὸν Υἱὸν αὐτῆς προσηγόρευσε. Και φησι· Θεός μου, κατὰ τὴν θεϊκὴν αὐτοῦ οὐσίαν· Υἱός μου, κατὰ τὴν ἑαυτῷ ὑποστᾶσαν ἐξ ἐμοῦ οὐσίαν. Οὐ γὰρ ἔτεκον τῷ κόσμῳ ψιλὶν ἄνθρωπον, ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον. Καὶ μάρτυς ἀξιόπιστος, ἡ σφραγὶς τῆς παρθενίας μου. Μὴ ἀτιμάσῃς, ὦ ἄνθρωπε, ὅπερ ἐξ ἐμοῦ ἔλα δεν ὁ Θεὸς περιβόλαιον, ἵνα μὴ τὸν περιβαλλόμενόν καθυβρίσῃς· μὴ ὑβρίσῃς τὴν σκηνήν, ὅτι ὄντως ἄνευ χειρός συνεῤῥάφη τῷ σκηνώσαντι. Μὴ μερίσῃς τὸ φῶς ἐκ τῆς σαρκικῆς μου λαμπάδος, ἵνα μὴ σβέσῃ κακῶς τὸν τῷ κόσμῳ λάμψαντα ἥλιον, καὶ γενόμενον χωρὶς ἀνθρώπου ἄνθρωπον. Οὐ γὰρ ἐπ ἔγνων ἄνθρωπον. εἰ καὶ ἔγνων Θεὸν ἐν ἐμοὶ γενό μενον ἄνθρωπον. ΧΙ. ΙΑ'. Ἔχεις, ὦ πιστότατον καὶ ἱερώτατον Χριστοῦ ποίμνιον, τὰ τῆς ἑορτῆς ἐγκώμια· σκίρτησον. Ἔχεις τὰ θεῖα καὶ ἄμωμα τῆς Ἐκκλησίας διδάγματα· τρύφησον. Εχεις τὰ ὅπλα τὰ πνευματικά· κατὰ τῶν λύο κων τῆς ποίμνης πολέμησαν· παίδευσον μὴ βλασφη. μεῖν· δίδαξον ὑπὲρ ἀληθείας ἀγωνίσαι· ἀπόδειξον ὅτι καθαρὰ ἀπὸ πάντων τῶν ζιζανίων τῆς ἡμῶν καὶ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἡ ἄρουρα. Εἰ μὲν οἷόν τε Λάσ ζαρός τις εἴ, σειραῖς πταισμάτων ἢ ἐναντίων δογμάτ των δεσμούμενος, σήμερον ὑπὸ τοῦ Λόγου ἄκουσον φωνοῦντός σου· Δεῦρο ἔξω, καὶ λύθητι, καὶ ἀνά στηθι. Εἰ δὲ μαθητής τις εἶ, καὶ τῶν πρὸς διδασκαλίαν ἐπιτήδειος ἀποστάλθητι, καὶ λύσας ἄγαγε Χριστῷ πῶλον καὶ πώλους, καὶ πολλοὺς τοὺς ἐν πλάνη προσδεδεμένους, καὶ εἰς τὴν κατέναντι πίστιν, καὶ κώμην ἀντικειμένους. Κάν τινες ἀντιλέγουσι, καὶ τὴν λύσιν τῶν πεπεδημένων κακῶς ἐμποδίζειν δοκιμάζουσι, φάσκοντες· Τί λύεις τὸν πῶλον; καθὰ καὶ τοῖς τυφλοῖς ἐπετίμων μὴ κρά ζειν εἰπὲ καὶ σὺ, "Οτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει. Κύριος γὰρ λύει πεπεδημένους· Κύριος σοφοί τυφλούς, καθώς σήμερον τοῦ Εὐαγγελίου ἤκουσας. Ἐπειδὴ γὰρ τὸν τῆς δικαιοσύνης "Ηλιον ἐπιδημήσαντα ἔγνωκαν, εἰκότος πρὸς αὐτὸν ἔκραζον Ελέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὲ Δαβίδ. ξένων καὶ παραδόξων θαυμάτων! οἱ τυφλοὶ ἀναβλέπουσι, καὶ οἱ βλέποντες Ἰουδαῖοι τυφλώττουσιν. Οὗτοι Κύριον ὁμολογοῦσι, κἀκεῖνοι· Τίς ἐστιν οὗτος; ἐπερωτῶσι. Φησὶ γὰρ ὁ εὐαγγελιστής· Οἱ δὲ ὄχλοι οι προάγοντες, καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες, έκραζον, Ωσαννά· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς Ἱερουσαλὴμ, ἐσείσθη πᾶσα ἡ πόλις, λέγουσα· Τίς ἐστιν οὗτος; ἴδες τὸ ξένον τοῦ βασιλέως μυστήριον; ἐπὶ πώλου καθήμενος σείει τὴν πόλιν, καὶ ἐν σταυρῷ καθηλούμενος σείει τὴν οἰκουμένην· ἵνα σὺ μάθῃ, ὅτι τὴν πολύθεον τῶν εἰδώλων πλάνην σεῖσαι καὶ καταλῦσαι ἐλήλυθεν. Επιτήδειος. ἐπιτηδείων.
col. 2935–2936page 15 of 30
PG 86:2935ΙΒ΄. Ορα δέ μοι τοῦ κατ' αὐτὸν τῆς οἰκονομίας με υτηρίου τὸ ἄγνωστον. Ἐν τῷ ᾅδῃ σείοντος αὐτοῦ τὴ ἐκεῖ δεσμωτήριον, ὡς ἔκραζον αἱ ἄνω Δυνάμεις της τὰς κάτω δυνάμεις· "Αρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες, ὑμῶν, ἵνα εἰσέλθῃ ὁ λέγων· Εἰμὶ ἐγὼ ἡ θύρα εκπληττόμεναι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἀντεφθέγγοντο Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; εἰς τὴν ἐπὶ γῆς Ἱερουσαλήμ ξενιζόμενοι πύθονται· Τις ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης; ] εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἀνερχομένου αὐτοῦ, ὁρῶντες αὐτὸν μετὰ σώματος, αἱ οὐδέποτε ἰδόντες αὐτόν, διὰ τὰ ἀσώματων, νοεραὶ δυνάμεις, θαυμάζουσαι τοῦ ξένου τρόπου τὴν ἄνοδον, διηπόρουν πρὸς ἀλλήλας, λέγουσαι· Τίς ἐστιν οὗτος παραγενόμενος ἐν τοῖς ἀσω μάτοις χωρίοις ἐνσώματος; θαυμάσαι δὲ ἄξιον, πως πύθονται, τίς ἐστιν οὗτος ὁ παραγενόμενος, εἰ τριαὶ τῶν ἐθνῶν· οἱ κάτω τοῖς ἄνω ἀντιφθέγγονται βασιλικαί δυνάμεις, αἱ ἐν τῇ κάτῳ γεννήσει αὐτοῦ, βοήσασαι ἅμα καὶ ὑμνήσασαι· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία οἷς γε καλῶς ἐμαθήτευσαν τῶν Ἑβραίων οἱ θεολόγοι παῖδες σήμερον λέγοντες· Ωσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ, καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. Οὕτως γὰρ ο Λουκᾶς εἴρηκε. Καὶ ἦν ἐν Σιὼν ιδέσθαι ὥσπερ ἄν τιφθεγγόμενα καὶ ἀντασπαζόμενα ἄλληλα τὰ οὐράνιε καὶ τὰ ἐπίγεια. Οἱ ἄνω λέγουσι· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ τῆς εἰρήνη οἱ κάτω ἀποκρίνονται Ειρήνη ἐν οὐρανῷ, καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. Οἱ ἄγγελοι, Ἐπὶ γῆς εἰρήνη, εἰρήκασιν· οἱ ἄνθρωποι, Ειρήνη ἐν οὐρανῷ, κεκράγασι. Διατί; ἐπειδὴ ἐπέστη ὁ πᾶσι βοῶν Εἰρήνη ὑμῖν· περὶ οὗ ὁ προφήτης ηύχετο, λέγων Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν· τοῦτ' ἔστι, Τὸν Υἱόν σου τὸν μονογενῆ ἀπόστειλον, ἵνα δι' αὐτοῦ καταλλαγῇ; πρὸς ἡμᾶς, ὁρῶν τὴν ἡμετέραν φύσιν ἐνωθεῖσάν σοι δι' αὐτοῦ· ἦνπερ εἰρήνην ὁρῶντες οἱ τῶν ἄνω χοροὶ, ἐβόων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη· ἤγουν Θεοῦ πρὸς ἐχθροὺς τελεία καταλλαγή, ην καὶ οἱ παῖδες μαθόντες έκραζον Ωσαννά Ειρήνη ἐν οὐρανῷ, καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. Γεγόνασι γὰρ τά ποτε ἐχθρά, νῦν ἀδελφά· μίαν τι οὐράνια, καὶ τὰ ἐπίγεια Χριστῷ τῷ οὐρανίῳ καὶ ἐπιγείῳ θεολογίαν προσάγοντα, καὶ προσκύνησιν. Οθεν θεολογίαν προσάγειν οἱ ἄνω τοῖς κάτω διακελεύονται· Προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ πα Προσκυνησάτωσαν αὐτῷ πάντες άγγελοι Θεοί. Ο Δαβίδ τοῖς ἀμφοτέροις βοᾷ· Εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοὶ, καὶ ἀγαλλιάσθω ἡ γῆ. Οἱ παῖδες ἀπεκρίνοντο· Ὡσαννά· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. χ.θ. ΙΓ΄. Μεθ' ὧν καὶ ἡμεῖς ἀνυμνήσωμεν, καὶ ἑορτάσωμεν σήμερον· μὴ πανηγυρικῶς, ἀλλὰ θεϊκῶς· μὴ μόνον τῇ χειρὶ, ἀλλὰ καὶ τῇ ψυχῇ, βαΐα κατέχοντες· καὶ ταύτην ὑπὲρ χιόνα λευκάναντες, πᾶσαν ἐξ αὐτῆς τοῦ παλαιοῦ καὶ δερματίνου χιτώνος τὴν νέκρωσιν ἀποδυσώμεθα, πάντα τύφον καὶ ἔπαρσιν ἀπορρίψαντες. Διὰ τοῦτο γὰρ ὁ βασιλεὺς τῶν ἀσωμάτων, οὐκ ἐφ᾽ ἁρμάτων καὶ στρατευμάτων παραγίνεται· ἀλλ' το Στιν,
col. 2937–2938page 16 of 30
PG 86:2937ἐπὶ πώλου οἰκτροῦ καὶ μικροῦ καθήμενος ἔρχεται, & σὲ παιδεύων μὴ ἐφ᾿ ἵππων καὶ ἡμιόνων, οἷς οὐκ ἔστι σύνεσις, ἐπαίρεσθαι. Διὸ καὶ ἡμεῖς συμμετριά σωμεν Χριστῷ, ἵνα καὶ συνέλθωμεν· μετὰ ἀγγέλων ὑμνήσωμεν· μετὰ τῶν παίδων δοξάσωμεν· μετὰ τοῦ ὄχλου τὰ τοῦ ὄχλου βοήσωμεν· μετὰ Βηθανίας σκιρτήσωμεν· μετὰ Λαζάρου τῶν νεκρῶν ἔργων ἀναστῶμεν· μετὰ τῶν ἐν Σιὼν χορεύσωμεν μετὰ τῶν ἀναβλεψάντων τυφλών κράξωμεν· μετὰ νηπίων καὶ γερόντων αἰνέσωμεν· μετὰ μαθητών κηρύξωμεν ἐλαιῶν κλάδους δι' ἐλεημοσύνης ἐν τῇ τοῦ βίου ὁδῷ καλῶς ὑποστρώσωμεν· κατὰ τοὺς παῖδας περικόψωμεν τῆς πολυβλου ἡμῶν ὑπάρξεως τὸν ὄγκον. καὶ ἐλεημοσύνῃ ἑαυτοὺς ὑποστρώσωμεν ἐν τῇ ὁδῷ τῇ λεγούσῃ· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός· ὅπως καὶ ἡμεῖς δι' αὐτῆς εύρωμεν ἔλεος παρ' αὐτῆς, καὶ σὺν αὐτῇ εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Εἰς τὸ ἱερὸν τὸ μέγα συνεισέλθωμεν, καὶ οἱ προάγοντες, καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες οἱ προάγοντες μεν, οἱ ἐν τῇ τρίτῃ ὥρᾳ, καὶ οἱ ἀκο λουθοῦντες, οἱ περὶ τὴν ἐνδεκάτην· καὶ οἱ προ άγοντες διὰ πράξεων, καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες διὰ προσ θέσεως, ἅπαντες [σύν] Χριστῷ δ, οἱ αὐτοὶ συνακολουθοῦντες, καὶ ἀκολουθήσαντες συμβασιλεύοντες αὐτῷ, καὶ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπολαύοντες, δόξαν καὶ μεγαλοσύνην αναπέμψωμεν, ἅμα τῷ Πατρὶ, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ζωοποιῷ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν. 4 Χριστῷ. τῷ Χριστῷ. ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΕΥΛΟΓΙΟΥ ΠΑΠΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΕΠΤΑ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Δ΄. Εἰ μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἐστιν, εἰπε, ποίας; τῆς λαβούσης,
col. 2939–2940page 17 of 30
Captia Septem de Duabus Naturis DominiFragmenta ex sermone de Trinitate et Incarnatione
PG 86:2939ἢ τῆς ληφθείσης; καὶ τί γέγονεν ἡ ἑτέρα; εἰ ὑπάρχουσιν ἀμφότεραι, πῶς μία, εἰ μὴ ἐξ ἀμφοτέρων μία ἀπετελέσθη σύνθετος; εἰ δὲ τοῦτο, πώς οὐχ ἑτεροούσιος ὁ Χριστὸς, τοῦ Πατρὸς ἀσυνθέτιν ὑπάρχοντος; Β'. Εἰ οὐδέποτε δύο φύσεων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὡμολόγηται ὤν, πῶς δυνατὸν λέγειν μιᾶς μετὰ τὴν ἔνωσιν τὸν Χριστὸν, ἢ καὶ ὅλως λέγειν ἕνωσιν: εἰ δὲ ὡμολόγηται ὁ Χριστός δύο φύσεων γεγονέναι, εἰπὲ πότε δύο φύσεων ἦν ὁ Χριστός, καὶ πότε γέγονεν ἐκ μιᾶς; Γ΄. Ομοούσιος ὁ Θεός Λόγος τῇ παρ' αὐτοῦ ληφθείση. σαρκί, ἢ ἑτεροούσιος; ἀλλ' εἰ μὲν ὁμοούσιος, πῶς οὐ γέγονε τετράς ἡ Τριάς; εἰ δὲ ἑτεροούσιος ή σαρξ τοῦ Θεοῦ Λόγου, πῶς οὐ δύο φύσεων ὁ Χριστός; Δ΄. Μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην φασί τινες· οἶμαι δὲ καὶ ὑμᾶς οὕτω λέγειν. 'Αλλ' εἰ μὲν μιᾶς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς σαρκὸς τοῦτο νοητέον, πῶς οἷόν τε τὸ κτιστὸν τῷ ἀκτίστῳ, καὶ τὸ ἀΐδιον τῷ ὑπὸ χρόνον εἶναι ταυτόν; εἰ δὲ ὡς μιᾶς φύσεως ἐχούσης ἑτέραν, ἢ ἐχομένης ὑφ' ἑτέρας, τίς ὑποίσει μίαν καὶ μίαν, οὐ δύο, ἀλλὰ μίαν εἰπεῖν; Ε΄. Εἰ μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πατρός, πῶς οὐ μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τῆς σαρκός; Γ'. Εἰ κατ' οὐδὲν δύο ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σὰρξ, πῶς οὐ κατὰ πάντα ἐν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σάρξ; καὶ εἰ κατὰ πάντα ἐν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σαρξ, πῶς οὐκ ἔσται ὁ Λόγος σάρξ, καὶ ἡ σαρξ λόγος, καὶ συναΐδιος τῷ Πατρὶ, καὶ ὁμοούσιος ὡς ὁ Θεὸς Λόγος; εἰ δὲ οὐ κατὰ πάντα ἐν ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σὰρξ, πῶς οὐ κατά τι δύο ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σάρξ; Ζ'. Εἰ ἀδύνατον πλέον ἡνῶσθαι τὸν Θεὸν Λόγον καὶ τὴν σάρκα, οὗ ἦνωται ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ὁ Πατὴρ, πῶς ἡνωμένος ὁ Θεὸς Λόγος καὶ ἡ σάρξ κατ' οὐδέν εἰσι δύο; Εὐλογίου ἐπισκόπου Αλεξανδρείας λόγος περί Τριάδος καὶ τῆς θείας οἰκονομίας τοῦ ἑνὸς τῆς Τριάδος Θεοῦ Λόγου. Ἐν ἀρχῇ πρὸ αἰώνων ἦν ὁ Θεὸς, καὶ Θεὸς ἦν πρὸ τῶν αἰώνων, καὶ πρὸ πάντων ἦν ὁ Θεὸς [Λόγος], πρὸ κόσμου, πρὸ ἀγγέλων, πρὸ οὐρανοῦ, πρὸ ἡλίου,
col. 2941–2942page 18 of 30
PG 86:2941πρὸ φωτός, πρὸ ἀστέρων, πρὸ ἀνέμων, πρὸ ὑδάτων, πρὸ πνοῆς, πρὸ τῆς γῆς, πρὸ πάσης ὁρατῆς τε, καὶ ἀοράτου κτίσεως· οὗτος τοίνυν ὁ προάναρχος καὶ προαιώνιος ὁ ἄκτιστος Θεὸς οἰκείᾳ βουλήσει καὶ εὐω δοκήσει ὡς μόνος οἶδεν αὐτὸς, καὶ ὅτε οἶδεν, καὶ ὅθεν οἶδεν, ἔκτισε πάσας τὰς οὐρανίους τῶν ἀγγέλων καὶ ἀσωμάτων στρατευμάτων καὶ ταγμάτων, ἀοράτων, πολυομμάτων, κομμάτων, ἐξαπτερύγων, θρόνων, οὐρανῶν δυνάμεις· εἶτα μετὰ ταύτας δημιουργεί τὸν ἐρώμενον ἐξ οὐρανοῦ καὶ γῆς κόσμον, ἐξ ὧν ἐστι καὶ ὁ ἄνθρωπος, μίμημα τῆς ὁρατῆς καὶ [πορά του κτίσεως, ὁρατὴν μὲν ἔχων τὴν σάρκα, ἀόρατον δὲ τὴν ψυχήν. Τοῦτον τὸν ἄνθρωπον πλασθέντα ἐνουθέτησεν ὁ Θεὸς, δοὺς αὐτῷ εἰς ἐπιστροφὴν τὴν ἐκ τῆς πλάνης εἰδωλολατρείας νόμον γραπτὸν διὰ Μωϋσέως. Αλλ' οὐκ ἴσχυσεν ὁ νόμος τὸν ἄνθρωπον ἀνακαλέσασθαι· εἶτα ἀπέστειλεν προφήτας νουθετοῦντας, ἀπειλοῦντας, θαυματουργοῦντας. Αλλ' οὐδὲ οὕτως ὁ πλανηθεὶς ἄνθρωπος ἐκ τῆς πλάνης ἐπεστρεψε. Τέλος δὲ λοιπὸν κατοικτίσας τὸ ἴδιον πλάσμα, ὁ Θεὸς αὐτὸς ἐπὶ γῆς ὤφθη, καὶ τοῖς ἀνθρώποις ὡς ἄνθρωπος ὁ Θεὸς Λόγος συνανεστράφη, καὶ μορφὴ τοῦ Δεσπότου ἐπὶ γῆς κατῆλθεν, ἵνα ἡ μορφή τοῦ δούλου ἐν οὐρανοῖς ἀνέλθῃ. Εἶτα ἐκπεσὼν τῆς προτέρας πλάνης καὶ ἐλπίδος ὁ πονηρὸς τῶν ἀνθρώπων πολέμιος, ὡς εἶδεν ἑαυτὸν ἡττηθέντα καὶ διὰ Χριστοῦ συντριβέντα, διὰ σταυροῦ πατηθέντα, καὶ διὰ βαπτίσματος βυθισθέντα, τά τε είδωλα καταστραφέντα, καὶ τὴν εἰδωλολατρείαν λοιπὸν ἐξ ἀνθρώπων καταργηθεῖσαν, καὶ τὴν θεο γνωσίαν ἐν κόσμῳ κηρυχθεῖσαν, τί ποιεῖ ὁ κακοῦργος καὶ παμμήχανος; δευτέραν ἄλλην εἰδωλολατρείαν καὶ πλάνην εἰς οἰκουμένην κατέσπειρεν, τὰ τῶν αἱρέ σεων ζιζάνια. Εὐθέως ἐπὶ τῶν ἀποστόλων Σίμωνα τὸν Μάγον ἀναστήσας μυσεράρχην πρῶτον τῶν τοῦ κατ σμου αἱρέσεων, λέγοντα ἑαυτὸν εἶναι θεόν. Εἶτα δεύ τερον Νικόλαον, ἐξ οὗ σἱ Νικολαῖται ἐλέγοντο. Είτα Θεοδᾶν. Εἶτα ἑτέρους καθεξῆς οἰκείους ἐργάτας καὶ τῆς πλάνης ἐφευρέτας, δι' οὓς πλεῖσται καὶ διάφοροι ἅγιαι συνόδοι ὑπὸ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας συνε ηθροίσθησαν. Οὕτω ποτὲ τότε ἀνέστη μυσεράρχης Αρειος ᾿Αλεξανδρείας πρεσβύτερος, λέγων κτίσμα εἶναι τὸν Υἱόν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ἑτεροούσιον τοῦ Πατρός· καθ᾽ οὗ ἡ ἁγία σύνοδος ἡ νικητικὴ τῶν ἐν Νικαία την ἁγίων Πατέρων συνηθροίσθη, ὁμοούσιον ὁρίσασα τὸν Υἱὸν τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ὁμοούσιον τὸν αὐτὸν ἡμῖν τοῖς ἀνθρώποις κατὰ τὴν αὐτοῦ ἀνθρωπί. τητα, κηρύξασα, οὐ κτίσμα ὄντα, ἀλλὰ Κτίστην· οὐ ποίημα, ἀλλὰ Ποιητὴν τῶν ἁπάντων. Εἶτα μετὰ χρό νους νε' ἀνεφάνη Μακεδόνιος ὁ δόλιος ἐπίσκοπος Κων σταντινουπόλεως, κτίσμα λέγων τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Δι' ἐν ἡ ἁγία σύνοδος τῶν ἐν ἁγίων Πατέρων γέγονεν, ὁμοούσιον λέγουσα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ ἄκτιστον, Έχουν μίαν οὐσίαν Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύ ματος, μίαν θεότητα, μίαν ἐξουσίαν, μίαν δύναμιν, ἐν τρισιν ὑποστάσεσιν.
col. 2943–2944page 19 of 30
PG 86:2943Ο Χρόνων δέ που πάλιν να διαδραμόντων, προέκυψε καὶ Νεστόριος ὁ μιαρὸς καὶ ἀκάθαρτος πρόεδρος Κωνσταντινουπόλεως, ἀνθρωποτύχον λέγων τὴν ἁγίαν Παρθένον, καὶ οὐ Θεοτόκον· δι' δν γέγονεν ἡ ἐν Έφέ σῳ τὸ πρότερον σ' ἁγίων Πατέρων σύνοδος, Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθῶς κηρύττουσα τὴν ἁγίαν Παρθένον, καὶ Νεστόριον αἰωνίῳ ἀναθέματι ὑποβαλοῦσα. Ο δια πάντων δὲ περί του κε' χρόνων Ευτυχής ὁ δυστυχής ἀρχιμανδρίτης μοναστηρίων Κωνσταντινουπόλεως, ἀνέκυψε, μὴ λέγων ὁμοούσιον ἡμῶν εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Λοιπὸν δὲ καὶ Διόσκορος προῆλθε τότε πάπας ᾿Αλεξανδρείας, μίαν φύσιν λέγων ἐν τῷ Χριστῷ δι' οὕς τινας δύο μιαρούς αἱρεσιάρχας συνηθροίσθη ἡ ἁγία σύνοδος ἡ Χαλκηδόνος τῶν ὀρθοδόξων ἁγίων Πατέρων ἀναθεματίσασα τοὺς εἰρημένους αιρεσιάρο χας, ὁμοῦ τε καὶ Νεστόριον, ὁμοούσιον ἡμῖν τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα κηρύξασα, καὶ δύο αδιαιρέτους ὁρίσασα σὺν ἑνὶ προσώπῳ γνωριζομένας φύσεις· εἰς γάρ ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ οὐ δύο, καὶ σύνθετος αὐτοῦ ἡ ὑπόστασις. Σβεσθείσης τοίνυν κἀκείνης, ήγουν ἀναθεματισθεί. σης της ξυνωρίδος τῶν αἱρεσιαρχῶν, διίππασέ που ρ' τούτοις χρόνοις καὶ γέγονεν ἡ μακαρία πέμπτη σύν οδος ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ βασιλέως κατὰ Ὀριγένους, Διδύμου, καὶ Εὐαγρίου, τῶν ματαιοφρόνων ληρωδούντων προϋπάρχειν τῶν σωμάτων ἡμῶν τὰς ψυχὰς ἐν οὐρανοῖς καὶ τέλος ἔχειν τὴν κόλασιν αιώνιον ἅπερ ἅπαντα ἀπεβάλετο καὶ ἀνεθεμάτισεν αὐτοῖς ἡ θεόπνευστος σύνοδος. Μακρὸς δ' ἂν εἴη λόγος καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοπικῶν πολλάκις γενομένων ἁγίων συνόρων διηγήσασθαι, καὶ τῶν καθ' ἔκαστον καιρὸν καὶ τόπον, ἀναφανέντων ποικίλων αἱρέσεων, τῶν μὲν ἀρνουμένων τοῦ εἶναι ἐν, Ἕλληνες· τῶν δὲ δύο λεγόν των καὶ τὸ τέταρτον δὲ, 'Αρειανοί, Μανιχαίοι, τρεῖς οὐσίας ἐπὶ τῆς ἁγίας βλασφημούντων Τριάδος καὶ αὐτῶν δὲ Σαβελλιανοί, μίαν λεγόντων ἐπ' αὐτῆς τὴν ὑπόστασιν· ἄλλων δὲ τῇ οἰκονομία Χριστοῦ.... Ἐκ τῶν συνηγοριῶν Εὐλογίου Αλεξανδρείας πρὸς τοὺς λέγοντας: «Εἰ φατε τὸν Χριστὸν δύο ἔχειν οὐσίας, πάντως ἡ ἁγία Τριάς πάσα σεσάρκωται.» Ταῦτα τῶν ἐναντίων υπάρχει προβλήματα. Οίον ται γὰρ ίσως μεριστὴν εἶναι τὴν τῆς θεότητος οὐσίαν, καὶ τὸ μέρος αὐτῆς ἐν Πατρὶ θεωρεῖσθαι, τὸ δὲ ἐν Υἱῷ, τὸ δὲ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, ὡς ἐκείνης ὑποστάσεως ἐκ μέρους, ἀλλ' οὐκ ἐν πᾶσι τοῖς τῆς θεότητος Ιδιώμασι γνωριζομένης. Ἡμεῖς δὲ οὐκ εἰς τοσοῦτον ἀσεβείας ἡλάσαμεν, ὡς μερισμὸν ἡγεῖσθαι καὶ κατα τομὴν περὶ τὴν θείαν ὑπάρχειν οὐσίαν· ἀλλὰ φαμεν
col. 2945–2946page 20 of 30
Fragmenta Dogmatica
PG 86:2945ἑκάστην χαρακτηριστικὴν ὑπόστασιν ἀνελλιπῶς τὰ τῆς θεότητος ἔχειν γνωρίσματα, τὸ δημιουργικὸν, καὶ ὅσα περὶ τὴν ἄκτιστον φύσιν ὑπάρχει. Οὕτω γὰρ, καὶ ὁμοούσιον τὴν Τριάδα φαμὲν, ὡς τῆς αὐτῆς οὐσίας ὁλοτελῶς ἐν τρισὶ προσώποις γνωριζομένης. Καὶ γὰρ ὁ Πατήρ τελείως ἔχει τὴν τῆς θεότητος οὐσίαν· ὁμοίως ὁ Υἱὸς, ὁμοίως τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Τούτοις, καὶ ὁ τῆς ἀληθείας κήρυξ Παῦλος συνηγορεί φάσκων· Ἐν αὐτῷ γὰρ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς. Οὐ γὰρ τὸν Πατέρα φησί σεταρχῶσθαι, ἀλλ' ὅτι πᾶσα ἡ θεότης ἐν ταῖς ὑπο στάσεσιν ἀνελλιπής υπάρχει, ἐν Πατρὶ, ἐν Υἱῷ, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, ἐν ἑκάστῃ ὑποστάσει τελείως ένα υπάρχουσα, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ Σωτῆρος λέγουσαν Πάντα τὰ τοῦ Πατρὸς ἐμὰ εἰσι τουτέστιν, ὅσα τῆς τοῦ Πατρὸς οὐσίας ὑπάρχει γνωρίσματα, ταῦτα τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ σαρκωθέντος ἐστίν· οὐχ ὡς τοῦ Πατρὸς ὄντος Υἱοῦ, ἢ τοῦ Υἱοῦ ὄντος Πατρός. Ταῦτα γὰρ ονόματα σημαντικά τῆς πρὸς ἀλλήλους σχέσεως ὑπάρχει. Πῶς οὖν μὴ εἴπωμεν τὴν οὐσίαν τῆς θεότητος ἀνελλιπῶς ἐν τῷ Χριστῷ εἶναι, ὁπότε τέλειον Θεὸν αὐτὸν εἶναί φαμεν; Πῶς δὲ, καὶ τοῖς τέ λειον αὐτὸν ἄνθρωπον ὁμολογοῦσιν, οὗ πᾶσαν ἀνθρωπότητος οὐσίαν ἐνυπάρχειν αὐτῷ προσομολογήσομεν; Οὐ γὰρ μέρος αὐτῆς προσείληφεν, ὡς ᾿Απολινάριός φησί, σάρκα δίχα λογικῆς ψυχῆς, ἀλλὰ πᾶσαν τὴν οὐσίαν, ὅ ἐστι σὰρξ ἐμψυχωμένη ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερά. Αὕτη γὰρ κοινῶς ἐν τοῖς καθ᾽ ἕκαστον ἀνθρώποις τελείως ἐνυπάρχουσα, οὐσία εἰκότως ἂν ῥηθείη χωρίζονται γὰρ ἀλλήλων οἱ κατὰ μέρος, οὐ τῇ οὐσίᾳ, τοῖς δὲ παρεπομένοις ιδιώμασι, μεγέθει, καὶ χρώ ματι, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, ταῖς χαρακτηριστικοῖς τῶν προσώπων ποιότησι. Πῶς δὲ καὶ ἐκ δύο φύσεων φή σουσι τὸν Χριστὸν, εἰ μὴ ἀντὶ οὐσιῶν αὐτοῖς νοηθείη τὸ τῆς φύσεως ὄνομα; οὐ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεων χαρακτηριστικών, τολμήσουσι λέγειν· ἐπεὶ καὶ ἐκ δύο προσώπων ἀναγκασθήσονται εἰπεῖν· ἡ γὰρ ὑπόστασις ἡ χαρακτηριστική, πρόσωπον δίδωσιν ἐννοεῖν· ἐν χα ρακτῆρι δέ φημι, μήπως τῇ συνήθει τῶν αἱρετικῶν ἀπάτῃ δίχα χαρακτῆρος ὑποθῶνται τὴν ὑπόστασιν τότε γὰρ τὴν τῆς οὐσίας σημασίαν ἀποφέρεται. Πῶς δὲ καὶ ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ καὶ ἡμῖν ὁμοούσιον τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν ὑποτίθενται; καὶ οὐ ναρκῶ οὐσία εἰκότως ἂν βηθείη, σι, δύο μὲν ὁμοούσια ὁμολογοῦντες, ἀρνούμενοι δὲ τὰς δύο οὐσία;; Αντίθεσις πρὸς τοὺς λέγοντας, ἰδικὴν οὐσίαν εἶναι τοῦ Πατρὸς, καὶ ἰδικὴν τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁμοίως τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Εἰ ὁ λόγος, καθ' δ· Λόγος ἐστὶν, φύσις ἐστὶν, οὐ καθ᾽ ὁ Θεός· καὶ ὁ Πατήρ, καθ' ὁ Πατήρ, φύσις ἐστὶ, καὶ οὐ καθ᾽ ὁ Θεός· καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καθ' δ ἐκπορευτή, φύσις ἐστὶ, καὶ οὐ καθ᾽ ὁ Θεὸς, οὐδ᾽ ὁπό τερος αὐτῶν ἔσται φύσει Θεός· εἴπερ τὸ Θεός, οὐκέτι καὶ πατρότης καὶ υἱότης καὶ ἐκπόρευσις· εἰ δὲ μὴ Θελή, κτίσμα πάντως. Καὶ πάλιν· Ἐν οἷς διακρίνεται τοῦ Πατρὸς ὁ λόγος, τούτοις καὶ φύσις ἐστὶ,
col. 2947–2948page 21 of 30
PG 86:2947τούτοις δὲ καὶ πρὸς τὴν σάρκα ταυτίζεται ὁ Λόγος οὕτω φησὶ περὶ Πατρὸς, καὶ Υἱοῦ, καὶ ἁγίου Πνεύ όμοφυής μὲν ἔσται οὕτω γε τῇ σαρκὶ, ετεροφυὴς δὲ τῷ Πατρί· τὸ καθέκαστον τὸ κοινὸν ἔχων τῆς φύσεως μετὰ τῶν ἀφοριστικῶν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ κοινοῦ ἰδιωμά των, οὐ κατὰ τὰ ἀφοριστικὰ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν λοιπῶν ὁμοουσίων, κατὰ ταῦτα ἡ κοινὴ φύσις ἐστίν· ἀλλὰ κατὰ τὴν ὅλην ὅλῳ ἐνυπάρχουσαν αὐτῷ ὁριστικῶς φύσιν. Οὐδὲ γὰρ ἕτερόν ἐστιν ἡ ὑπόστασις κατὰ τοὺς Θεοφόρους Πατέρας, ἢ οὐσία μετὰ τῶν ἰδιωμάτι γ' περιττεύει γὰρ πάντως ἡ ὑπόστασις τῆς οὐσίας αὐτῆς τοῖς ἀφοριστικοῖς ἀπὸ τῶν λοιπῶν ὁμοειδών ἰδιώμασιν· ὅθεν οὐδὲν ἐν τῷ ὄρῳ τῆς οὐσίας αὐτῆς λαμβάνεται, ἀλλ' ἐν τῇ ὑπογραφῇ, ἐπειδὴ ἐπουσιών δη τυγχάνουσιν, οὐκ οὐσιώδη. Διὸ καὶ Βασίλειος φησιν, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν καὶ τῷ κοινῷ τῆς οὐσίας λόγῳ τοῦ εἶναι μετέχει· καὶ τοῖς περὶ αὐτῶν ἰδιώ μασιν, ὁ δεῖνά ἐστι καὶ ὁ δεῖνα. Εἰ χωρήσαντες τῇ ἐπινοίᾳ τὰ συμβεβηκότα ἰδιώματα, καὶ ἐφ' ἑαυτὴν τὴν Πέτρου σκοπήσαντες φύσιν, οριζόμενοι οὕτω λέ γομεν, ὅτι ζῶον λογικὸν θνητόν· ὁ αὐτὸς δὲ ὄρος καὶ ἐπὶ τῆς ἁπλῶς φύσεως παρ' ἡμῶν ἀποδίδοται, δ αὐτὸς ἄρα ἔσται λόγος ἐπὶ τῆς ἁπλῶς φύσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ἔν τινι θεωρουμένης· ποὺ οὖν τὸ μὴ δύνασθαι τὴν φύσιν, τοῦ καθ᾽ ἕκαστον κοινὴν εἶναι, κἂν πολλάκις ἐξ αὐτῆς λέγηται, ὅπερ ἐν βεβαιοῦται; ὥστε ἡ μὲν φύσις τοῦ καθ' ἕκαστον κοινὴ, ἡ δ᾽ ὑπόστασις Ιδική. Εἰ τὴν κοινὴν φύσιν ὁ Λόγος οὐκ ἀνέλαβεν, ἀπο λογούμεθα ἡμεῖς, ὅτι τὴν φύσιν είπομεν αὐτὸν ἀνα λαβεῖν, οὐ μὴν τὰ ὑποστατικὰ ἑκάστου ἰδιώματα ταῦτα γὰρ ποιεῖ τὸν Ἰούδαν καὶ τὸν δεῖνα· ὅ τι τοῖς καθόλου πᾶσιν ἐστιν εὔδηλον. Διόπερ ἐκ κοινῶν οὐ σιῶν λέγοντες τὴν ἕνωσιν γενέσθαι, οὐκ ἀναγκαζόμεθα συνεισάγειν τὰς ὑπ' αὐτὰς ὑποστάσεις πάσας, ὡς οἱ συκοφάνται ληροῦσιν. Εἰ τοίνυν τελείαν καὶ ἀνελλιπῆ καὶ ὑπερπλήρη ἔχοντα ἐν ἑαυτῷ τῆς θεό τητος τὴν φύσιν ἐνανθρωπήσαι λέγομεν, ποία ἀνάγκη ἡμᾶς τοῦτο λέγοντας πάντως καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα καταβιβάζειν εἰς τὴν ἐνανθρώπησιν; Τί γὰρ Πέτρου σταυρωθέντος ἢ Παύλου ἀποτμηθέντος, καὶ θατέρου αὐτῶν πλήρη καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν ἔχοντος τῶν ἀνθρώπων φύσιν, τοὺς λοιποὺς τοῦτο παρέβλαψε, τοὺς ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἀναγομένους φύσιν; ὅτι οὐ φύσεων, ἀλλ᾽ ὑποστάσεων ιδιότητας διδασκόμεθα. Γρηγόριος ἐν δευτέρῳ κατ' Ευνομίου λόγῳ ματος, ὡς διὰ τῶν κλήσεων τούτων, οὐ φύσεων δια φορὰν διδασκόμεθα, ἀλλὰ μόνας τὰς τῶν ὑποστάσεων γνωριστικὰς ἰδιότητας. Ἐκ τῶν Συνηγοριών Ευλογίου Αλεξανδρείας. Ηκουσά τινος αὐτῶν γενναίως οιομένου διαλέγεσθαι ὅτι οὐκ ἔστι φύσις ἀπρόσωπος, ἀλλὰ πας έπεται τῇ φύσει καὶ πρόσωπον. Εἰ οὖν δύο φύσεις, πάντως καὶ δύο πρόσωπα· πῶς οὐκ ἄν τις τοὺς τὰ τοιαῦτα προβαλλομένους ἐλεήσειεν, οἳ σαφῶς οὕτω προσπταίουσιν; καὶ Νεστορίῳ προσποιούμενοι που
col. 2949–2950page 22 of 30
PG 86:2949λεμεῖν, τοῖς αὐτοῦ προβλήμασι κέχρηνται, καὶ τὴν ἐκείνου νόσον τό γε ἐπ' αὐτοῖς ἀσπάζονται; Εἰ γὰρ οὐκ ἔστι φύσις ἀπρόσωπος, ἀλλὰ καὶ παρέπεται τῇ φύσ σει καὶ πρόσωπον, φασὶ δὲ ἐκ δύο φύσεων τὴν ἀπόρ ῥητον ἔνωσιν ἐν Χριστῷ γεγονέναι, ἄρα ἐκ δύο προσ ώπων κατ' αὐτοὺς ὁ Ἐμμανουήλ, καί ἀνέφητας λοιπὸν τοῖς βλασφημοῦσι παρρησία δύο πρόσωπα λέ γειν ἐν Χριστῷ, ὅπερ μανίας ἀνάμεστον. Οὐ γὰρ ἂν Πέτρον ἢ Παῦλον εἴ τις ενώσεις, μίαν ὑπόστασιν καὶ ἐν πρόσωπον εἴποι· αἱ γὰρ ὑποστάσεις, ἃ εἶναι πρόσωπα τὴν κατ᾽ οὐσίαν καὶ σχέσιν ἔνωσιν ἐπιδέχονται, οὐ τὴν ἐνυπόστατον καὶ ἐν πρόσωπον ἀπο τελοῦσιν. Κατ' ουσίαν μὲν οὖν αἱ ὑποστάσεις ἑνοῦνται, ὡς ἐπὶ τῆς ἁγίας Τριάδος· τρεῖς γὰρ ὑποστάσεις μιας οὐσίας ὑπάρχουσιν. Η δὲ κατὰ σχέσιν ἔνωσις κατὰ πολλούς νοεῖται τρόπους, ἐν ὁμωνυμίᾳ, ἐν ἰσοτιμίᾳ, ἐν ταυτοβουλία, καὶ ὅσα τούτοις παραπλήσια· ἐν ὁμωνυμίᾳ μὲν, ὡς Ἰούδας ὁ Ἰακώβου, καὶ Ἰούδας Ισκαριώτης ισοτιμία δὲ καὶ ταυτοβουλία, ὡς Πέτρος καὶ Ἰωάννης· ἐκτε τερος γὰρ ἀπόστολος καὶ αὔξειν ήβούλοντο τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. “Ο οὖν ἔφθην εἰπὼν αἱ δύο ὑποστάσεις *; ουν πρόσωπα ἑνούμενα, οὐδέποτε μίαν ἀποτελοῦσιν ὑπόστασιν καὶ ἐν πρόσωπον. Εἰ οὖν ἐκ δύο φύσεων ὁ Ἐμμανουήλ, ἡ δὲ φύσις πρόσωπόν ἐστι κατ' αὐτοὺς, ἔσται ἄρα καὶ ἐκ δύο προσώπων, ἅπερ οὐκ ἐπιδέ γονται τὴν ἐνυπόστατον ἔνωσιν· καὶ οὕτω κατὰ τῶν διεφθαρμένων λόγον τὸ τῆς ἀθέου διαιρέσεως δόγμα χώραν εὑρήσει· καὶ Κύριλλος ἐκβληθήσεται πάλαι κατὰ Νεστορίου τοιαῦτα βοῶν, ὀνήσει δὲ κατ᾽ οὐδένα τρόπον τὸν ὀρθὸν περὶ τῆς πίστεως λόγον εἰς τὸ οὕτως ἔχειν. Κἂν εἰ προσώπων ἔνωσιν ἐπιφημίζωσί τινες, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως οὔτε ἡ ἀλήθεια ἀπαιτεῖ, οὔθ᾽ ἡμεῖς ἀνεξόμεθα, ἀλλὰ τὴν ἀκλινῆ καὶ μέσην ὁδὸν βαδιούμεθα, τοὺς μὲν δυάδα προσώπων εἰσαγαγόντας ἀναθεματίζοντες, τὴν δὲ ἀλήθειαν τῶν ἐν Χριστῷ δύο οὐσιῶν ὁμολογοῦντες. ᾿Αλλ᾽ ἴσως ἐξ ἀπορίας διαστρέφειν πειρώμενοι την τοιαύτην πεποίηνται πρότασιν· ἡμῶν γὰρ ἐνυποστάτως ήνωμένας δύο φύσεις λεγόντων, ἐθελοχωρῶσιν, καὶ περιξύοντες τῆς ὁμολογίας ἡμῶν, τῷ ἐνυποστάτως ηνωμένας προβλήματι κέχρηνται καθ' ἡμῶν τῆς η ἡμετέρας ὁμολογίας ἀπᾴδοντι, καί φασιν, Οὐκ ἔστι φύσις ἀπρόσωπος· τί τοίνυν αὐτοῖς τὸ σοφὸν τοῦτο βούλεται πρόβλημα; Εἰ μὲν ὅτι οὐ δυνατὸν τὰς φύσ σεις ἄλλως ἢ ἐν προσώποις θεωρεῖσθαι, τούτοις πᾶς τις καὶ τῶν μικρὰ εἰδότων συνομολογήσειεν τίς γὰρ ἀγνοεῖ ὅτι καθόλου ἐν τοῖς κατὰ μέρος προσώποις, ὅπερ ταῖς χαρακτηριστικαῖς ὑποστάσεσι θεωρεῖται, εἴη τῆς θεότητας φύσις ἐν Πατρὶ, ἐν Υἱῷ, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι; ὁμοίως ἡ ἀγγελικὴ φύσις ἐν Μιχαήλ, ἐν Γαβριὴλ καὶ τοῖς λοιποῖς; καὶ ἡ τῆς ἀνθρωπότητος φύσις ἐν τοῖς καθ᾿ ἕκαστον γνωρίζεται προσώποις; Εἰ δὲ τοῦτο βούλονται κατασκευάζειν ὅτι πάσῃ φύσει ἰδιάζον περιέπεται πρόσωπον, ἐπὶ τῶν μὴ καθ' ὑπό στα σιν ηνωμένων φύσεων, ὅ ἐστιν οὐσιῶν, καὶ τοῦτον
col. 2951–2952page 23 of 30
PG 86:2951σει καὶ ἐνυποστάτως ἡνωμένων, πόρρω τῆς ἀληθείας καθέστηκεν. Εστι γὰρ ὅτε διάφοροι φύσεις συνερχόμεναι κατὰ τὴν ἀδιαίρετον ἔνωσιν, ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ἀποτελοῦσιν ὑπόστασιν, εἰ τὰ τέσσαρα στοιχεία, διάφοροι ὑπάρχουσιν οὐσίαι, ἀλλ' ὅμως ἐν ἀποτελοῦ. σι τῶμα τοῦδε τυχὸν τοῦ ξύλου ἢ λίθου τῶν ἐν ἰδιό τητι θεωρουμένου, ὅπερ ἐστὶν ὑπόστασις. ὀρθῶς ἔχειν ἡγοῦμαι τὸν λόγον· ἐπὶ δὲ τῶν ἐν συνθέ Αλλ' επείπερ παράδειγμα κρᾶσιν δοκεῖ πως ἐμ φαίνειν καὶ σύγχυσιν, ληπτέον ἡμῖν τὸ κατὰ τὸν ἄν θρωπον παράδειγμα τὸν ἐν μιᾷ ὑποστάσει· ἐν ἑκάστῳ γὰρ ἡμῶν ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς ἑτέρα ἐστὶν, ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ σώματος. Αλλ' όμως αἱ δύο οὐσίας συνελθοῦσαι ἐν τοῖς καθ' ἕκαστον, ἓν πρόσωπον ἀπο τελοῦσιν, φέρε εἰπεῖν Ἰωάννου ή Παύλου ή ἄλλουτινὸς, μείνασαι δύο. Οὔτε γὰρ ἡ ψυχὴ σὰρξ ἐγένετο, οὔτε μὴν ἢ σάρξ ψυχή γέγονεν· μάρτυς δὲ τούτου Παῦλος ὁ κήρυξ τῆς ἀληθείας φάσκων, Ὁ ἔσω άν θρωπος καὶ ὁ ἔξω, ἵνα τὸ διάφορον σημαίνῃ τῶν οὐσιῶν· τούτῳ κατ' ἴχνος επόμενος Ιωάννης, ὁ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπος καὶ πάσης Εκ κλησίας διδάσκαλος; τοιαῦτα γράφει ἐν τῷ ἐπιγεγραμμένῳ λόγῳ εἰς τὴν ἀσάφειαν τῆς Παλαιᾶς διαθήκης· Διπλοῦν γὰρ τοῦτο τὸ ζῶον· ὁ ἄνθρωπος ἐκ δύο συγκείμενον οὐσιῶν, τῆς μὲν αἰσθητῆς, τῆς δὲ νοητῆς, ψυχῆς, λέγω, καὶ σώματος, καὶ ἐν οὐ ρανῷ καὶ ἐν γῇ συγγένειαν ἔχον. Διὰ γὰρ τῆς νοητῆς οὐσίας κοινωνεῖ ταῖς ἄνω δυνάμεσιν· διὰ δὲ τῆς αἰσθητῆς, τοῖς ἐπὶ γῆς συνήπται πράτ γμασιν, σύνδεσμος ὢν ἀκριβὴς ἑκατέρας τῆς κτί σεως. Οὕτως οὖν ἐν Χριστῷ τῶν δύο οὐσιῶν γέγονεν Ένωσις εἰς μίαν ὑπόστασιν καὶ ἐν πρόσωπον· εἰ καὶ ἀμυδρῶς διὰ τῶν παραδειγμάτων ἀποδέδεικται· πα σαν γὰρ ἔνωσιν ἡ ἐν Χριστῷ οἰκονομία ὡς ἀληθῶς ὑπεραίρουσα τὴν ἀνθρωπίνην διαδιδράσκει κατά ληψιν. ᾿Αλλὰ πάλιν τοῖς αὐτοῖς ἐμφιλοχωρούσι νοσήμασιν, καὶ κατὰ τὸν λόγον τῷ βορβόρῳ ἐγκυλιόμενοι· ταῦτα γὰρ πάλιν διαφόρως προβάλλονται· φασὶ γὰρ, Οὐκ ἔστιν οὐσία ἀνυπόστατος. Πῶς οὖν οὐκ ἐν δύο ὑποστάσεσι ῥητέον, εἴπερ ἄρα δύο οὐσίας φατέ; ὁρᾶτε τῶν κομψῶν τούτων τὴν ἄγνοιαν· τὴν γὰρ αὐτὴν ἡμῖν ἀνοήτως εἰσήγαγον πρότασιν; τὰ ὀνόματα πάλιν ὑπαλλάξαντες. Τις γὰρ διαφορὰ οὐσίας καὶ φύσεως; τίς δὲ προσώπου προέστην ἐν χαρακτῆρι ὑπόστασιν; "Οθεν ὁ αὐτὸς ἡμῖν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκέσει λόγο;· εἴποιμι γὰρ ἂν πρὸς αὐτούς· Καὶ εἰ μὲν τὸν ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος ἐν ἰδιώμασιν χαρακτηριστικοῖς θεωρούμενον ἄνθρωπον, πολλὰς ὑποστάσεις καὶ πολλοὺς ἀνθρώπους δοκεῖτε ποιεῖν; οὐ γὰρ δὴ τοσοῦτον ἠλίθιοι πεφύκατε, ὥστε ἀγνοεῖν ἑτέραν μὲν εἶναι κατ' οὐσίαν τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ σῶμα, ἕτερον δὲ τὸ σῶμα τὸν περὶ τῆς οὐσίας λόγον ἐπέχειν· εἰ δὲ ἑκάστη ουσία καθ' ὑμᾶς ἰδικὴν ὑπόστασιν χαρακτηριστικήν ἀναδέχεται, κενά μοι τὰ τῆς ἐνώσεως, καὶ ὁ εἷς γέγονε δύο, ἵνα ὑμῖν δόξῃ καὶ τοῖς ματαία:;
col. 2953–2954page 24 of 30
PG 86:2953σκινδάλμοις. Εἰ δὲ ἐγὼ ἐκ διαφόρων οὐσιῶν δύο συγκείμενος, οὐκ εἰμὶ δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὰς δύο ἔχω οὐσίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, καὶ ἐν ὑπο στάσει μια θεωροῦμαι, τίς ἀνάγκη καὶ ἐπὶ Χριστοῦ τὰς δύο οὐσία; ὁμολογοῦντα, δύο φάναι καὶ ἰδικές τὰς ὑποστάσεις; Αὐτοῦ μὲν γὰρ τῇ φύσει τὰ θεῖα, αὐτοῦ δὲ διὰ τὴν ἐνυπόστατον ἔνωσιν τὰ ἀνθρώπινα οὐ γὰρ ἐν ἑτέρῳ, ἀλλ' ἐν αὐτῷ ἡ ἰδικὴ αὐτοῦ ὑπὸ έστη σὰρξ, ὡς προείρηται· τὸ κοινὸν γὰρ ἔχουσα τῆς ἀνθρωπίνης οὐσίας τοῦτο, τὸ εἶναι σὰρξ ἐφυ χωμένη ψυχῇ λογικῇ, ἐν μόνῳ τῷ Θεῷ λόγῳ ἔσχεν τὰ ἰδικὰ, τοῦτό ἐστι τὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ οὐχ ἑτέρου σάρξ. Πῶς οὖν ἑτέρα ὑπόστασις, ή μηδ ὅλως καθ' ἑαυτὴν ὑποστάσα; 'Αλλως τε μηδὲ τοῦτο ἀγνοείτωσαν, ὅτι ἀντὶ οὐσίας ἡ ὑπόστασις τοῖς ἁγίοις Πατράσι πολλάκις ἐν[νεν]όη ται, ὡς καὶ Κυρίλλῳ δοκεῖν ἐν γὰρ τῷ γ' ἀναθεματισμῷ φησιν· Εἴ τις ἐπὶ τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ διαιρεῖ τὰς ὑποστάσεις μετὰ τὴν ἔνωσιν. Τὸ γὰρ ὑφεστηκές ἐνταῦθα δηλοῖ ἡ ὑπόστασις· οὐ γὰρ ἂν ὁ θεοφόρος ἐπὶ τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ ὑποστάσεις ὠνόμαζει ὁ ταῖς Νεστορίου βλασφημίαις ἀεὶ πολεμῶν, εἰ μὴ ἀντὶ οὐσιῶν αὐτὰς ἐδέχετο. Ομοίως καὶ ὁ ἅγιος ᾿Αθανάσιος ἐν τῇ πρὸς Αφρους ἐπιστολῇ φησιν· Ἡ δὲ ὑπόστασις οὐσία ἐστὶ, Καὶ οὐδὲν ἄλλο σημαινόμενον ἔχει, ἢ αὐτὸ τὸ ὄν· ὅπερ ὁ Ἱερεμίας ὕπαρξιν ὀνομάζει λέγων· Καὶ οὐκ ἤκουσαν φωνὴν ὑπάρ ξεως· ἡ γὰρ ὑπόστασις καὶ ἡ ουσία ὑπαρξις ἐστιν ἔστι γὰρ καὶ ὑπάρχει. Εἰ οὖν τις ἐνυποστάτους κατὰ τοῦτον τὸν λόγον εἴποι τὰς οὐσίας, ὅ ἐστιν ὑπε αρχούσας, οὐδὲ ἡμεῖς ἀρνηθείημεν· ἡ γὰρ ὑπόστασις πρὸς τὴν οὐσίαν τῷ εἶναι μέν τι οὐ διαφέρει, ἀλλὰ τῷ τὴν μὲν κοινῶς εἶναι, φημὶ δὲ τὴν οὐσίαν· τὴν δ' ὑπόστασιν ἰδικῶς, ὅταν μετὰ τῶν καθόλου καὶ ἰδικόν τι ἔχοι. Οὐ κατὰ τοῦτο οὖν φαμεν τὴν ἡμετέραν ἐν Χριστῷ οὐσίαν ἐνυπόστατον εἶναι, οἷον ὑπό στασιν καθ' ἑαυτὴν χαρακτηριστικὴν καὶ πρόσωπον οὖσαν, ἀλλὰ καθ᾽ ὁ ὑφέστηκέν τε καὶ ἔστι· ἐνίοτε γὰρ τὸ ὑφεστηκένα: δηλοῖ ἡ ὑπόστασις, ὅ ἔστιν οὐσία, ὡς ἀποδέδεικται, ὅταν τῶν χαρακτηριστικών ιδιω μάτων καὶ περὶ πρόσωπον θεωρουμένων εστέρηται. Ἐκ τῶν Εὐλογίου Συνηγοριών περὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου. Ο κοινῶς καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖται, οὐ τινὶ μὲν πλέον, τινὶ δὲ ἔλαττον, ὑπάρχον, οὐσία ὀνομάζεται. Ἐπεὶ οὖν τῷ καθέκαστον ἀνθρώπῳ ἐξ ἴσου πρόσεστι τὸ εἶναι σάρκα εμψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ, ὅ ἐστιν ἀνθρωπότης, κατὰ τοῦτο τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ δύο οὐσιῶν ὑπάρχουσαν γνώρισμα, μίαν φαμὲν οὐσίαν, ὡς κοινῶς ἐν πᾶσιν ἀνθρώποις, καὶ ἐξ ἴσου θεωρουμένην. Ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Ἐμμανουὴλ, οὐ φαμεν ποιῆσαι μίαν οὐσίαν τὴν ἕνωσιν τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος· ἐπεὶ ἀνάγκη καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖσθαι, ὡς ἀποδέδεικται. Εἰ οὖν μίαν οὐσίαν φασὶ γενέσθαι τὰ δύο, πάντως που της τοιαύτης οὐ σίας μετειλήφασι καὶ ἕτεροι, καὶ ἐξ ἴσου τῷ Ἐμμα ουσία
col. 2955–2956page 25 of 30
PG 86:2955οἱ νῦν συκοφάνται, εἰ καὶ λίαν θεομάχοι καὶ τῆς ἀληθείας ἐχθροὶ καθεστήκασι. Καὶ μεθ' ἕτερα & νουήλ, ὅπερ οὐκ ἔστι. Μηδὲ τοσοῦτον παραφρονήσειαν την ανθρωπότητα σύνθετον οὖσαν ἐξ ἀνομοίων πραγμάτων μιᾶς οὐσίας φαμὲν, οὐ πρὸς τὴν ἔτερο ρὰν τῆς ψυχῆς καὶ σώματος, ἀλλὰ πρὸς τὸ κοινὸν ἀφορῶντες· ὅτι κοινῶς ἐν πᾶσι τοῖς ὑπ' αὐτὸ ἀνα γομένοις θεωρείται. Οὗτος γὰρ ἐστι τῆς ουσίας δρος, ὡς Βασίλειος ἐπαίδευσε λέγων, ὅτι ἂν ἔχει λόγον τὸ κοινὸν πρὸς τὸ ἴδιον, τοῦτον ἔχει ἡ οὐσία πρὸς τὴν ὑπόστασιν. Κατὰ τοῦτον οὖν τὸν τῆς κοι νότητος λόγον, μιᾶς οὐσίας φαμὲν τὴν ἐν ἀνθρώποις ἀνθρωπότητα· ὅτι κοινῶς ἐν πᾶσιν ἀνθρώποις τοῖς καθ᾿ ἕκαστον καὶ ἐξ ἴσου ὑπάρχει τὸ εἶναι ζῷον δεν γικὸν θνητόν, νοῦ καὶ ἐπιστήμης δεκτικόν· οὗτος γὰρ ὁ ὄρος τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐπὰν δὲ τὰ ἐξ ὧν ἐστι λογισώμεθα, καὶ ψυχὴν ὀνομάσωμεν, καὶ σῶμα σκοπήσωμεν, τὸ ἑτεροφυὲς καὶ τὰ ἴδια τῶν οὐσιῶν καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν οὐκ ἀρνηθείημεν. Εἰ γὰρ τῆς αὐτῆς οὐσίας τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχή, τῶν δὲ ὁμοουσίων ὁ αὐτὸς λόγος, φθαρτὸν δὲ τὸ σῶμα, οὐκοῦν ἄρα καὶ ἡ ψυχὴ διαφθείρεται, καὶ τὸ λέγειν ἀθάνατον εἶναι τὴν ψυχὴν, ψευδὲς ἀναδειχθήσεται διὰ τὰς ὑμῶν ἀνοήτους κενοφωνίας. Ἐκ τῶν Εὐλογίου Συνηγοριών. Ιστέον γὰρ ὅτι τότε τὸ σύνθετον μίαν ἀπολύτως λέγομεν φύσιν, ὅτε μηκέτι δυνάμεθα κυρίως ἐπ' αὐτοῦ τὰ τῶν ἁπλῶν λέγειν ὀνόματα· οἷόν τι λέγω Τὸ ἐκ τεσσάρων στοιχείων σῶμα συγκείμενον, ἐξ. ὕδατος, ἔφαμεν, καὶ γῆς ἀέρος τε καὶ πυρός, ὕδωρ καὶ γῆν ἀέρα τε καὶ πῦρ οὐκ ἂν εἴποιμεν κυρίως, καὶ διὰ τοῦτο μίαν σώματος φύσιν επονομάζομεν, ὡς μηκέτι αὐτὸ κυρίως τοῖς ὀνόμασι τῶν ἁπλῶν ἐπινο μάζειν ἰσχύοντες· καὶ πάλιν ἐκ λίθων καὶ ξύλων τὴν οἰκίαν φαμὲν, ξύλα δὲ αὐτὴν καὶ λίθους οὐκ ἄν τις καλέσοι, κυρίαις λέξεσι χρῆσθαι βουλόμενος· πάλιν τὸν ἄνθρωπον ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος εἶναί φαμεν, σῶμα δὲ καὶ ψυχὴν οὐκέτι κυρίως· καὶ δῆλον ἐκ τοῦ μὴ δύνασθαι τὸν τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ σώματος ὅρον ἐπὶ τοῦ συναμφοτέρου ἀποδιδόναι, καὶ τούτου χάριν ἐκ δύο φύσεων λέγοντες (ετεροφυῇ γὰρ τὰ συνελθόντα καὶ ἀλλήλοις οὐχ ὁμοούσιο), μίαν ἐπὶ τοῦ συνθέτου φύσιν δοξάζομεν· οὐδὲ γὰρ σῶμα ἡ ψυχὴν κυριολεκτοῦντες ἀποκαλοῦμεν τὸν ἄνθρωπον, εἰ καὶ σύνηθες τῇ Γραφῇ πολλάκις τῇ ἐλευθερία κεχρημένη τοῦ Πνεύματος ἐκ τοῦ μέρους τὸ ὅλον ἐπονομάζειν, ὡς ζυγῷ δουλείας οὐκ ἐνεχομένῃ τῆς διαλεκτικῆς ματαιότητος· ἐπὶ δὲ τοῦ Χριστοῦ ἄφραστος μὲν καὶ ἀλαλητός ἐστι ἡ ἔνωσις οὐκ ἀνθρώπινος νοῦς ταύτης ἐφίκοντο, οὐδὲ παράδειγμα εὑρεῖν ἴσον κατά γε πάντα, λέγω, δυνήσεται, ἐπειδὴ δὲ αὐτὸν οὐ μόνον ἐκ θεότητος εἶναι καὶ ἀνθρωπότητός φαμεν, ἀλλὰ καὶ τοῖς ὀνόμασιν ἐπ' αὐτοῦ κεχρήμεθα τῶν ἁπλῶν· Θεὸν γὰρ λέγομεν τὸν
col. 2957–2958page 26 of 30
PG 86:2957Χριστὸν καὶ ἄνθρωπον τὸν αὐτὸν, ὅπερ ἐπ' ἐκείνων λέγειν κυρίως οὐκ ἔχομεν· κυρίως γὰρ καὶ κατὰ ἀλήθειαν Θεὸς ὁ Χριστός δι κυρίως καὶ κατά ἀλήθειαν Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον φαμέν· καὶ κυρίως κατ' ἀλήθειαν ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς, ἀληθῶς ἀποθανών, ἀληθῶς ἀναστάς· τούτου χάριν αὐτὸν μίαν φύσιν ἁπλῶς εἰπεῖν ἀδύνατον· διὰ τοῦτο τοίνυν ἡμεῖς καὶ ἐκ δύο λέγομεν φύσεων, ἐπειδὴ ἐκ θεότητος αὐτὸν· ἴσμεν καὶ ἀνθρωπότητος συγκείμενον, καὶ ετεροφιἢ τὰ συνελθόντα γνωρίζομεν· καὶ δύο φύσεις διαιρετοὺς ἐπ' αὐτοῦ λέγομεν, ἐπειδὴ Θεὸν καὶ ἄνθρωπον κυρίως τὸν αὐτὸν εἶναι δοξάζομεν· καθάπερ ὁ ἐν ἁγίοις φησί Κύριλλος ἐν τῇ δευτέρᾳ πρὸς Σούκενσον ἐπιστολῇ, Ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τοῦτο κἀκεῖνο ὑπάρχοντα· καὶ σκόπησον ὡς οὐκ εἶπεν, ἐκ τούτου κακείνου ὑπάρχοντα (καὶ τοῦτο γὰρ ἦν ἀληθὲς), ἀλλὰ τοῦτο κἀκεῖνο ὑπάρχοντα· τὸ γὰρ τοῦτο κἀκεῖνο, δύο πάντως ἐστὶ, κἂν αὐτὸς μὴ βουληθείης· πάλιν δὲ ὁ αὐτὸς πρὸς Ουαλεριανὸν τὸν τοῦ Εἰκονίου ἐπίσκοπον οὕτω γράφει· Οὐκοῦν ὁμολογοῦμεν ὡς μὲν τὸ ἀπὸ σαρκὸς σάρξ ἐστι, τὸ δὲ ἐκ Θεοῦ Θεός· ἔστι δὲ κατὰ ταυτὸν ἀμφότερα Χριστὸς εἷς ὢν Υἱὸς καὶ εἰς Κύριος μετὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ σαρκός· τὸ δὲ τὸν Χριστὸν εἶναι ἀμφότερα, τί Ετερόν ἐστιν, ἢ δύο είναι φύσεις τὸν Χριστόν; οὐ γὰρ εἶπεν ἐνταῦθα ἐξ ἀμφοτέρων εἶναι τὸν Χριστὸν, ἀλλ' ὅτι ἀμφότερά ἐστιν ὁ Χριστὸς εἶς ὤν. Εκ τῶν Εὐλογίου Συνηγοριών πρὸς τοὺς λέγοντας, ότι ο Εἰ δύο φατὲ οὐσίας, ὅ ἐστι φύσεις ἡνωμένας, πάντως μία γέγονε φύσις· τὰ γὰρ ἐνούμενα, πάντως ἔν τι γίνεται. Εἰ μὲν τὸ ἔν τι γενέσθαι κατὰ τὴν χαρακτηριστικήν ὑπόστασιν βούλονται κατασκευάζειν, ὀρθῶς καὶ λίαν εὐσεβῶς καὶ συνῳδὰ τοῖς ἐν Χαλκηδόνι δογματίζουσιν· κἀκεῖνοι γὰρ μίαν ὑπόστασιν ἀποφαίνονται, δύο δὲ τὰς οὐσίας· ἡ γὰρ σὰρξ ἔμεινε σὰρξ, εἰ καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου σὰρξ ἐγένετο, ὅ ἐστι προσείληφε σάρκα καὶ ἤνωσεν ἑαυτῷ ἀδιαιρέτως. Οὐ γὰρ τροπήν ὑπέστη τὴν εἰς σάρχα· Θεὸς γὰρ ἀναλλοίωτος ὑπάρχει τῆς Τριάδος ἡ φύσις· ὡς ἔφην οὖν ἀσύγχυτοι μεμε νήκασιν ἐν τῷ Ἐμμανουήλ τῷ ἑνὶ Χριστῷ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αἱ δύο οὐσίαι· εἰ δὲ μίαν οὐσίαν φασὶ γεγονέναι τὰς δύο φύσεις, λελή θασιν ἑαυτοὺς ἀπατῶντες, καὶ σύγχυσιν ἢ τροπὴν ὑπο τιθέμενοι, ὡς τῆς μιᾶς τραπείσης εἰς τὴν ἑτέραν ή συγχυθείση;· ὅτι γὰρ τὰ ἐνούμενα ἀτρέπτως καὶ ἀσυγχύτως φυλάττεται ἐν τῇ οἰκείς ποσότητι, τοῦτο σαφῶς ὑμῖν παραστήσω διὰ παραδείγματος τῶν τριῶν ὑποστάσεων ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως ἡνωμένων κατὰ τὴν οὐσίαν, φημὶ δὲ πρὸς Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ ἁγίου Πνεύματος· οὐ γὰρ διὰ τὸ ἡνῶσθαι. αὐτὰς, μία ὑπόστασις γεγόνασιν, ἀλλ᾽ ἡνωμέναι μέν εἰσιν κατὰ τὴν οὐσίαν, ἐν τρισὶ δὲ καὶ ἡνωμέναις γνωρίζοντας ὑποστάσεσιν· οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ δύο οὐσίαι ἡνωμέναι ἀδιαιρέτως καὶ ἀσυγχύτως ὑπάρχουσιν· κείσθω δὲ τὸ παράδειγμα εἰς μόνον τὸ παραστῆσαι τὸ πρόβλημα τὸ σαθρόν· ἐπεὶ τὸ τῆς ἐν Χριστῷ ἑνώσεως, ἔμπαλιν ἢ ἐπὶ τῆς
col. 2959–2960page 27 of 30
PG 86:2959Τριάδος ἔχει· ἐκεῖ μὲν γὰρ ἄλλος καὶ ἄλλος, ἵνα μὴ τὰς ὑποστάσεις συγχέωμεν, οὐκ ἄλλο δὲ καὶ ἄλλο ἓν γὰρ τὰ τρία καὶ ταυτὸν τῇ θεότητι· ἐν δὲ τῷ Εμμανουήλ ἄλλο μὲν θεότης, ἄλλο δὲ ἀνθρωπότης, ἵνα μὴ τὰς οὐσίας συγχέωμεν· οὐ γὰρ ταυτὸ τὸ ἄχρονον τῷ ἐν χρόνῳ, καὶ τὸ ὁρατὸν τῷ ἀοράτῳ· οὐκ ἄλλος δὲ καὶ ἄλλος, μὴ γένοιτο· τὰ γὰρ ἀμφότερα τῇ ἑνώσει ἓν πρόσωπον ἀπετελέσθη, καὶ μίαν ὑπόστασιν χαρακτηριστικήν. Ἐκ τῶν Εὐλογίου Συνηγοριών. Μὴ τοίνυν πράγματα ἡμῖν παρεχέτωσαν οἱ μηδὲν ὑγιες νοεῖν βουλόμενοι, ἀλλὰ μάτην εἰκαιολογούντες καὶ τὴν ὀρθὴν καὶ ἀμώμητον [πίστιν] διαταράττειν ἐπιχειροῦντες· ἡμεῖς γὰρ ἕνα Χριστὸν Υἱὸν Θεοῦ η προσκυνοῦμεν σαρκὶ ὀφθέντα τοῖς ἐπὶ γῆς· διαφοράν μέντοι τῆς θεότητος πρὸς τὴν σάρκα γινώσκομεν καὶ γὰρ ὁ Θεὸς Λόγος ἄχρονος, ἄκτιστος, ἀπαθής, καὶ ὅσα πρέπει τῇ θείᾳ μεγαλωσύνῃ· ἡ δὲ σὰρξ αὐτοῦ ἔν τι ὑπάρχουσα πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν ἄκραν καὶ ἐνυπόστατον ένωσιν, δι' ἣν καὶ ὁ θεσπέσιος Ιωάννης βοι· Ο λόγος σάρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, ἔγχρονος ὑπάρχει, κτιστή, παθητή πάντα δὲ ταῦτα τῆς σαρκὸς ὁμολογοῦμεν γενέσθας τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἰ γὰρ ἰδία αὐτοῦ ἡ σάρξ, δῆλον ὅτι καὶ τὰ τῆς σαρκὸς πάντα αὐτοῦ ἔσται· οἰκειοποιεῖται γὰρ αὐτὰ, εἰ καὶ μὴ ὑπέκειτο τούτοις ή θεία αὐτοῦ φύσις· ὅτι γὰρ πάντα τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐστὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τὰ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, ἡ θεία Γραφὴ ἡμᾶς παιδεύει· φησὶ γὰρ, Εωράκαμεν τὸν Κύριον, τὸ συναμφότερον λέγουσα· ὁ γὰρ δωρα κὼς τὴν σάρκα τοῦ Χριστοῦ, ὅλον ἐθεάσατο, εἰ καὶ ἀθέατος τὸ κατὰ φύσιν ἡ θεότης ὑπῆρχεν· καὶ πάλιν, Οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν και του τῇ θείᾳ φύσει αὐτοῦ μή παθόντος, ἀλλὰ τῇ οἰκεία σαρκί· διδασκόμεθα οὖν ἐν πᾶσι τούτοις, ὅτι τοῦ Θεοῦ Λόγου σαρκωθέντος ἦν τά τε θεοπρεπῆ καὶ τὰ ἀνθρώπινα· ἀλλ' ἐν οἷς φησιν ὅτι ἐπείνησεν καὶ ἐδίψησεν ἢ ἐψηλαφήθη ή ώράθη, νοῶ ὅτι οὐ τῇ θείᾳ φύσει ταῦτα πέπονθεν, ἀλλὰ τῇ προσληφθείσῃ σαρκί, καθ' ἣν ἄνθρωπος έχρημάτισεν
col. 2961–2962page 28 of 30
PG 86:2961Εὐλογίου πάπα Αλεξανδρείας ερμηνεία εἰς τὸ, Σίμων Ιωνά, ἀγαπᾷς με;» Ὅτι ἐρωτῶν ὁ Κύριος εἶπε τῷ Πέτρῳ· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; οὐκ αὐτὸς ὁ πάντα εἰδὼς, θέλων μαθεῖν ἐπηρώτα, ἀλλ' ἐπεὶ ἔμελ λεν αὐτῷ τὸ ποίμνιον καταπιστεύειν, ἵνα δείξῃ ὅσην ἔχει πρόνοιαν τοῦ ποιμνίου, τοῦτο ποιεῖ· ὁ γὰρ τὸν φίλτρῳ πολλῷ πρὸς τὸν Δεσπότην ἀναπτόμενον έφ ιστῶν τῷ ποιμνίων, τὴν ὅτην περὶ τὰ πρόβατα διά θεσιν παρίστησιν ἀναμφιβόλως· διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν καὶ τρίτον ἐρωτᾷ, τὴν πολλὴν περὶ τὰ λογικά πρό βατα ἐπιμέλειαν ἐνδεικνύμενος· ἅμα δὲ βαθμόν τινα τῶν ποιμαινομένων διέξεισιν· ἀργία πρότερον βόσκειν ἐγκελευόμενος· εἶτα προβάτια, & πρόβατα ὄντα, διά τινα πταίσματα κατασμικρυνθέντα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς τελειότητος, εἰς προβάτια ἀνθυπέστρεψεν· καὶ λοιπὸν τὸ τρίτον τὰ τέλεια επιφέρει πρόβατα· ἀρ. νίοις γοῦν εἰκάζονται οἱ ἔτι γάλακτος καὶ στοιχειώδους διδασκαλίας δεόμενοι προβατίοις δὲ οἱ διά τινα παραπτώματα κατασμικρυνθέντες τῆς τελειότητος προβάτοις δὲ οἱ εἰς τὸ τέλειον ἀναβεβηκότες καὶ τῆς πίστεως καὶ τῶν πράξεων· καὶ σκόπει όπως προ τάττει τὰ ἀτελῆ τῶν τελείων· προηγούμενος γὰρ τῷ Δεσπότῃ σκοπὸς ἡ τῶν ἁμαρτωλῶν σωτηρία, Οὐ γὰρ ἦλθον, φησί, καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν. Τοῦ ἐν ἁγίοις Εὐλογίου Αλεξανδρείας εἰς τὸ, Ζεύγος τῶν τρυγόνων.» Πολλῶν ὄντων ζώων, ἃ ἐν τῇ τῶν καθαρῶν ἑτά. Ο χθη μερίδι, διὰ τί πέντε μόνα ἐθυσιάζοντο τοῖς πα λαιοῖς, τράγος, καὶ κριός, καὶ βοῦς, τρυγών, καὶ περιστερά; Επειδή βούλεται ἡμᾶς ὁ Λόγος τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν τὸν ἴσον ὑποβαλλομένας ἀριθμὸν καθαράς προσάγειν Θεῷ. Τοῦ ἐν ἁγίοις Ευλογίου 'Αλεξανδρείας. Ὅτι καὶ διὰ τῶν κυνῶν τὴν ὑπερβολὴν τῆς τοῦ πλουσίου ἀπηνείας ἐλέγχει ἡ παραβολή· οἱ μὲν γὰρ κύνες οἰκτείροντες αὐτοῦ τὴν πολλὴν ταλαιπωρίαν, ὅπερ ἐδύναντο ποιεῖν ἔπραττον περιλείχοντες και οἷον ἀποσμήχοντες αὐτοῦ τὸ ἔλκος ταῖς γλώσσαις· ἡ
col. 2963–2964page 29 of 30
PG 86:2963δὲ καὶ τῶν κυνῶν περὶ τὸν ὁμόφυλον ἀπηνέστερες, καὶ δι' αὐτῶν ἠλέγχετο τῶν κυνῶν· διὰ τοῦτο κἀκεῖνον τὸ πῦρ ἀδυσωπήτως μετέρχεται. Ευλογίου Αλεξανδρείας. Δέχεται καὶ ταῦτα διὰ τῶν πενήτων ὁ Θεός· ἂν μόνο νον τοῦ λοιποῦ φυλαξώμεθα μὴ ἁμαρτάνειν. Καλόν γὰρ κἂν διὰ τῶν τῆς πλεονεξίας χρημάτων φίλους κτᾶσθαι τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ πενομένους, πλασ σίους δὲ κατὰ Θεόν· ἵνα ὅταν ἐκλίπωμεν, μηδὲν ἔχοντες ζωτικὸν δικαίωμα, δι' ὧν αὐτοὺς εὖ ἐποιήσαμεν, εἰς τὰς ἑαυτῶν ἡμᾶς σκηνάς οἱ ήλεημένοι ὑποδέξωνται· Εἰ δὲ μηδὲ ἐκ τοῦ μαμωνά τῆς ἀδι κίας, ἤτοι τῆς πλεονεξίας, εν ποιεῖν θελήσαιμεν, πώς ἂν πιστευθείημεν ὅτι εἰ προσῆσαν ἡμῖν ἐξ οἰκείων κόπων χρήματα, τούτοις ἂν τοὺς ἐνδεεῖς ἐλεήσαμεν; Εἰ γὰρ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων καὶ ἃ χωρίς κόπων πλεσι εκτικῶς ἐκτησάμεθα, οὐ μετεδώκαμεν, & καὶ οἰκεία δοκεῖ εἶναι, καὶ πόνων ἰδίων καρπὸς, πῶς ἄν τίνι τούτων μεταδοῦναι πιστευθείημεν. Ευλογίου πάπα Αλεξανδρείας. Τὸ μὲν ἀφείθησαν, ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος, τὸ δὲ ἐπεκαλύφθησαν ἐπὶ τῆς μετανοίας τάττεται. Τὸ δὲ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος, ἐξήγησίς ἐστι τοῦ ἐπικαλυφθῆναι· ἡ γὰρ ὀρθὴ μετάνοια έπιπε λύπτει τὰς ἁμαρτίας, ὥστε μὴ παρὰ τῷ Θεῷ λογί ζεσθαι ταύτας.
col. 2965–2966page 30 of 30
PG 86:2965Μνήμη ὁσίων καὶ Θεοφόρων Πατέρων, τῶν ἐν ἀσκήσει λαμ τετραφύστερος ἐφάνη ἐν γῇ, ἡ διὰ δις δύο αὕτη Συμεώνειος ὁμωνυμία, ἐν τοῖς στύλοις τρεῖς εἰσι, καὶ δρα, τὸν ἐν θαυμαστῷ ὄρει
Page scan enlarged

Notebook

Full View