Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 1093–1094page 252 of 376
PG 27:109321. Ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν 22. ᾿Ανὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα. 23. Ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ 24. Προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν. 25. Ἐπ' αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσει 26. Εκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν. 27. Ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ. 28. ᾿Απὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται ἡ γῆ. 29. ῾Ο ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι, 30. Καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων. 31. Τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς 32. Καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου. 35. Τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ 34. Καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει. 35. Χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου, 36. Αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας. 37. Ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι 21. Ὁ ἐξαποστέλλων τοὺς ἀποστόλους εἰς τὰ ἔθνη, 22. ᾿Ανὰ μέσον τῶν ἐθνῶν διελεύσονται οἱ εὐαγ γελισταί. 23. Τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελιστοῦ κηρύξουσι πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τοῦ κόσμου. 24. Προσδέξονται τὰ ἔθνη τὸ κήρυγμα εἰς ἀπάντησιν τῶν ψυχῶν. 25. Ἐπ' αὐτὰ τὰ ἔθνη κατοικήσει τὰ χαρίσματα αὐτοῦ. 26. Εκ μέσου τῶν καρδιῶν αὐτῶν δοξάσουσιν αὐ τόν 27. Ποτίζων τὰ ἔθνη ἐκ τῶν χαρισμάτων αὐτοῦ. 28. ᾿Απὸ τῆς χάριτος τῶν προσταγμάτων σου ἐμπλησθήσονται αἱ ψυχαὶ τῶν ἐθνῶν. 29. 'ϋ μαραίνων τὸν πλοῦτον τῶν ἀσεβῶν. 30. Καὶ [ἐξανατέλλων] τὰ προστάγματα αὐτοῦ ταῖς ψυχαῖς, καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἐπεγνωκότων την ἀλήθειαν. 31. Τὸ σύστημα τῶν πεπιστευκότων 52. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς. 33. Τοῦ πληρῶσαι τῆς χάριτος αὐτοῦ πᾶσαν καρ δίαν ἐν τῷ ἐλέει αὐτοῦ. 34. ῾Ο ἐπουράνιος ἄρτος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰη σους. 35. Τὸ πλῆθος τῶν ἁγίων τῶν πλῆρες έργων ἀγαθῶν χορτασθήσεται τῆς χάριτος αὐτοῦ. 36. Οἱ αὐτοὶ ἅγιοι ἄσηπτοι, καὶ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ οἱ φυτευθέντες ἐν τῇ πίστει παρὰ τοῦ Κυρίου. Δι βανος γὰρ λευκασμὸς ἑρμηνεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος ὁ λευκαίνων πάντας. 37. Τὰ ἔθνη ἐν τοῖς ἀποστόλοις. Ευαγγελίου ποιήσαντες πάσι, Ανάπαυσιν. Τον Θεόν. Ορη. Πεπιστευκότων ἐθνῶν. Αυτός άρτος. Το πλήρες, χορτασθήσονται τῆς χάρι τός σου. Λευκαίνων.
21. Ὁ ἐξαποστέλλων πηγὰς ἐν φάραγξιν·
22. ᾿Ανὰ μέσον τῶν ὀρέων διελεύσονται ὕδατα.
23. Ποτιοῦσι πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ·
24. Προσδέξονται ὄναγροι εἰς δίψαν αὐτῶν.
25. Ἐπ' αὐτὰ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκη
νώσει·
26. Εκ μέσου τῶν πετρῶν δώσουσι φωνήν.
27. Ποτίζων ὄρη ἐκ τῶν ὑπερῴων αὐτοῦ.
28. ᾿Απὸ καρποῦ τῶν ἔργων σου χορτασθήσεται
ἡ γῆ.
29. ῾Ο ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι,
30. Καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.
31. Τοῦ ἐξαγαγεῖν ἄρτον ἐκ τῆς γῆς
32. Καὶ οἶνος εὐφραίνει καρδίαν ἀνθρώπου.
35. Τοῦ ἱλαρῦναι πρόσωπον ἐν ἐλαίῳ·
34. Καὶ ἄρτος καρδίαν ἀνθρώπου στηρίζει.
35. Χορτασθήσονται τὰ ξύλα τοῦ πεδίου,
36. Αἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, ἃς ἐφύτευσας.
37. Ἐκεῖ στρουθία ἐννοσσεύσουσι·
PSAL. CIII.
21. Qui emittis foutes in convallibus:
22. Inter medium montium pertransibunt aquæ.
23. Potabunt omnes bestiæ agri.
24. Exspectabunt onagri in siti sua.
25. Super ea volucres coeli habitabunt:
26. De medio petrarum dabunt voces.
27. Rigans montes de superioribus suis.
28. De fructu operum tuorum satiabitur terra.
29. Producens fenum jumentis.
50. Et herbam servituti hominum.
31. Ut educas panem de terra:
32. Et vinum lætificet cor hominis.
33. Ut exhilaret faciem in oleo:
34. Et panis cor hominis confirmet.
35. Saturabuntur ligna campi.
36. Et cedri Libani, quas plantavit.
37. Illic passeres nidificabunt:
21. Ὁ ἐξαποστέλλων τοὺς ἀποστόλους εἰς τὰ ἔθνη,
22. ᾿Ανὰ μέσον τῶν ἐθνῶν διελεύσονται οἱ εὐαγ
γελισταί.
23. Τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελιστοῦ κηρύξουσι
πᾶσι τοῖς ἔθνεσι τοῦ κόσμου.
24. Προσδέξονται τὰ ἔθνη τὸ κήρυγμα εἰς ἀπάντη
σιν τῶν ψυχῶν.
25. Ἐπ' αὐτὰ τὰ ἔθνη κατοικήσει τὰ χαρίσματα
αὐτοῦ.
26. Εκ μέσου τῶν καρδιῶν αὐτῶν δοξάσουσιν αὐ
τόν
27. Ποτίζων τὰ ἔθνη ἐκ τῶν χαρισμάτων αὐτοῦ.
28. ᾿Απὸ τῆς χάριτος τῶν προσταγμάτων σου
ἐμπλησθήσονται αἱ ψυχαὶ τῶν ἐθνῶν.
29. 'ϋ μαραίνων τὸν πλοῦτον τῶν ἀσεβῶν.
30. Καὶ [ἐξανατέλλων] τὰ προστάγματα αὐτοῦ
ταῖς ψυχαῖς, καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἐπεγνωκότων την
ἀλήθειαν.
31. Τὸ σύστημα τῶν πεπιστευκότων
52. Ο Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς.
33. Τοῦ πληρῶσαι τῆς χάριτος αὐτοῦ πᾶσαν καρ
δίαν ἐν τῷ ἐλέει αὐτοῦ.
34. ῾Ο ἐπουράνιος ἄρτος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησους.
35. Τὸ πλῆθος τῶν ἁγίων τῶν πλῆρες έργων
ἀγαθῶν χορτασθήσεται τῆς χάριτος αὐτοῦ.
36. Οἱ αὐτοὶ ἅγιοι ἄσηπτοι, καὶ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ
οἱ φυτευθέντες ἐν τῇ πίστει παρὰ τοῦ Κυρίου. Διβανος γὰρ λευκασμὸς ἑρμηνεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ
Κύριος ὁ λευκαίνων πάντας.
37. Τὰ ἔθνη ἐν τοῖς ἀποστόλοις.
21. Qui emittis apostolos in gentes.
22. Per medium gentium pertransibunt predica -
tores Evangelii.
23. Sermonem Evangelii prædicabunt omnibus
gentibus mundi.
24. Exspectabunt gentes prædicationem in refrt.
gerium animarum.
25. Super ipsas gentes habitabunt ejus dona.
26. medio cordium suorum glorificabunt eum.
27. Rigans gentes de donis suis.
28. Gratia mandatorum tuorum implebuntur animæ gentium.
29. Marcescere faciens divitias impiorum.
30. Et exoriri faciens præcepta sua animis, internisque sensibus agnoscentium veritatem.
31. Congregationem credentium.
32. Dominus noster Jesus.
33. Ut impleat gratia sua cor omnium in misericordia ipsius.
34. Supercoelestis panis Dominus noster Jesus.
55. Multitudo sanctorum plena operibus bonis
satiabitur gratia ipsius.
56. Ipsi sancti incorruptibiles, et mundi corde
plantati in fide a Domino. Libanus enim interpretatur dealbatio, quod convenit Domino, qui dealbat
omnes.
37. Gentes in apostolis.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ευαγγελίου ποιήσαντες πάσι, etc.
Ανάπαυσιν.
Τον Θεόν.
Ορη.
Πεπιστευκότων ἐθνῶν.
Αυτός pro άρτος.
(*)
Το πλήρες, etc., χορτασθήσονται τῆς χάρι
τός σου.
Λευκαίνων.
col. 1095–1096page 253 of 376
PG 27:109558. Τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ κατοικία ἡγεῖται αὐτῶν. 59. Ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις 40. Πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγῳοῖς. 41. Εποίησε σελήνην εἰς καιρούς 42. Ο ήλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. 45. Ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ 44. Ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ. 45. Σκύμνοι ωρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι, 46. Καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς. 47. ᾿Ανέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν 48. Καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται. 49. Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ. 50. Καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας. 51. Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε 38. 'Ερωδιοῦ ἑρμηνεύεται κατάρχοντος. Τοῦ Κυρίου οὖν κατάρχοντος τῇ κατοικίᾳ, εἰκότως οἱ ἀπό στολοι ἡγοῦνται τῶν ἐθνῶν. 39. Αἱ ἐντολαὶ αἱ ἐπουράνιαι τοῖς ἀναιροῦσι τὰ ἰοβόλα τῶν θηρίων. 40. Ο Κύριος τοῖς ταπεινοῖς, καὶ πραέσι, καὶ προθύμοις ἐπὶ τὴν πορείαν καταφυγὴ ὑπάρχει. 41, 42. Ο Κύριος έλεγε περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. 43. Ἔθου σκότος ἐν τῇ συναγωγῇ διὰ τὴν ἀπο στίαν αὐτῶν· νυκτὶ γὰρ ὠμοίωσας αὐτὴν διὰ τοῦ προφήτου. 44. Ἐν σκότει διατελοῦσιν οἱ ἀπειθοῦντες αὐτῷ Ἰουδαῖοι. 45, 46. Τὰ ἔθνη βοῶσι πρὸς τὸν Θεὸν τοῦ ἁρπάσαι τὴν βασιλείαν αὐτοῦ. Σκύμνους εἴρηκε τὰ ἔθνη, ἐπειδὴ ὁ σκύμνος, ὅτε τεχθῇ, διὰ τριῶν ἡμε ρῶν ἀναβλέπει· οὕτως οὖν καὶ τὰ ἔθνη διὰ τῆς τριημέρου μεμνήσεως τοῦ Κυρίου ἐν τῷ βαπτίσματι ἀνέβλεψαν. Ἐν γὰρ ταῖς τρισὶ καταδύσεσι τοῦ βαπτίσματος τὰς τρεῖς νύχτας τοῦ θανάτου Κυρίου μιμοῦνται, ἐπειδὴ ἐν τῇ καταδύσει οὐδὲν δύνανται βλέπειν ἐν νυκτί· ἐν δὲ ταῖς τρισὶν ἀναλύσεσι τοῦ βαπτίσματος τὰς τρεῖς ἡμέρας τοῦ Κυρίου μιμοῦνται, ἐπειδὴ ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ πάντα καθορῶσιν ἐν τῇ ἀναλύσει· αὕτη οὖν ἑρμηνεία του σκύμνου. 47. ᾿Ανέστη ὁ Κύριος, καὶ ἐπίστευσαν, καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας. 48. Καὶ εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις. 49. Πᾶς τῶν πιστῶν προθύμως ἐπιδῷ ἑαυτὸν εἰς τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ. 50. Καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης ἕως τῆς συνο τελείας 51. Ὡς ὑπερεπλεόνασαν τα χαρίσματά σου. Ερωδιού, τοῦ κατάρχοντος ἡ κατοικία, τουτέστιν οἱ ἀπόστολοι, Επουράνιοι. Ὁ Χριστός, ὑπάρχων. Προέλεγεν. Ομομοίωσας. (6 Ν. 45. Τὰ ἔθνη, Σκύμνοι είρηκεν, Επειδή γάρ, μιμήσεως τοῦ Κυρίου, του θανάτου τοῦ Κυρίου, δύναται βλέπειν, ὡς ἐν νυκτί, ἀναδύσεσιν τοῦ, ἐν ἡμέρᾳ πάντα καθαίρωσιν καθορῶσιν ἐν τῇ ἀναδύσει, Ν. 46. Τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ν. 47. 'Ανέστη ὁ Κύριος, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Ν. 43. Εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, καὶ εἰς τὰς αἰωνίου; ἀναπαύσεις. Ν. 49. Πᾶς, Υπερεπλεόνασεν, τ. χ. σ. Κυριε.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
38. Erotii donus dus est eorun.
39. Montes excelsi cervis:
40. Petra refugium leporibus.
41. Fecit lunam in tempora:
42. Sol cognovit occasum suum.
45. Josuisti tenebras et facta est nox:
44. In ipsa pertransibunt omnes bestiæ silvæ.
45. Catuli leonum rugientes ut rapient,
46. Et quærant a Deo escam sibi.
47. Ortus est sol, et congregati sunt:
48. Et in cubilibus suis collocabuntur.
49. Exibit homo ad opus suum,
50. Et ad operationem suam usque ad vesperam.
51. Quam magnificata sunt opera tua, Domine:
EXEGETICA.
58. Τοῦ ἐρωδιοῦ ἡ κατοικία ἡγεῖται αὐτῶν.
59. Ὄρη τὰ ὑψηλὰ ταῖς ἐλάφοις·
40. Πέτρα καταφυγὴ τοῖς λαγῳοῖς.
41. Εποίησε σελήνην εἰς καιρούς
42. Ο ήλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ.
45. Ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ
44. Ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ
δρυμοῦ.
45. Σκύμνοι ωρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι,
46. Καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς.
47. ᾿Ανέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ συνήχθησαν·
48. Καὶ εἰς τὰς μάνδρας αὐτῶν κοιτασθήσονται.
49. Ἐξελεύσεται ἄνθρωπος ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ.
50. Καὶ ἐπὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας.
51. Ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε·
38. Erodii interpretatur imperantis. In habitatione
igitur Donini imperantis merito apostoli duces
sunt gentium.
39. Mandata cœlestia interficientibus venenata
animalia.
40. Dominus humilibus, et mansuetis, et promptis
ad proficiscendum refugium est.
41, 42. Dominus locutus est de morte sha.
43. Posuisti tenebras in synagoga propter incredulitatem eorum: nocti enim per prophetam assimilasti eam.
44. In tenebris degunt Judæi non credentes illi.
45, 46. Gentes clamant ad Deum, ut rapiant ejus
regnum. Catulos dixit gentes, quoniam catulus,
quando natus est, intra tres dies oculos aperit, ita
etiam gentes per triduam commemorationem Domini
in baptismo visum receperunt. Nam in tribus submersionibus baptismi tres noctes mortis Domini
repræsentantur, quoniam in submersione nihil videre possunt tanquam in nocte, in tribus autem
emersionibus baptismi tres dies Domini exprimuntur, quoniam velut in die cuncta conspiciunt in
emersione: hæc catuli est interpretatio.
47. Resurrexit Dominus, et crediderunt, et venerunt ad eum in Dei Ecclesias.
48. Et in æternis requietibus.
49. Quisque fidelium prompte seipsum tradet in
divina mandata.
50. Et in opera justitiæ usque adl consummationem.
51. Quam superabundarunt dona tua.
38. 'Ερωδιοῦ ἑρμηνεύεται κατάρχοντος. Τοῦ
Κυρίου οὖν κατάρχοντος τῇ κατοικίᾳ, εἰκότως οἱ ἀπόστολοι ἡγοῦνται τῶν ἐθνῶν.
39. Αἱ ἐντολαὶ αἱ ἐπουράνιαι τοῖς ἀναιροῦσι τὰ
ἰοβόλα τῶν θηρίων.
40. Ο Κύριος τοῖς ταπεινοῖς, καὶ πραέσι, καὶ
προθύμοις ἐπὶ τὴν πορείαν καταφυγὴ ὑπάρχει.
41, 42. Ο Κύριος έλεγε περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
43. Ἔθου σκότος ἐν τῇ συναγωγῇ διὰ τὴν ἀποστίαν αὐτῶν· νυκτὶ γὰρ ὠμοίωσας αὐτὴν διὰ
τοῦ προφήτου.
44. Ἐν σκότει διατελοῦσιν οἱ ἀπειθοῦντες αὐτῷ
Ἰουδαῖοι.
45, 46. Τὰ ἔθνη βοῶσι πρὸς τὸν Θεὸν τοῦ
ἁρπάσαι τὴν βασιλείαν αὐτοῦ. Σκύμνους εἴρηκε τὰ
ἔθνη, ἐπειδὴ ὁ σκύμνος, ὅτε τεχθῇ, διὰ τριῶν ἡμε
ρῶν ἀναβλέπει· οὕτως οὖν καὶ τὰ ἔθνη διὰ τῆς τριημέ
ρου μεμνήσεως τοῦ Κυρίου ἐν τῷ βαπτίσματι ἀνέβλε
ψαν. Ἐν γὰρ ταῖς τρισὶ καταδύσεσι τοῦ βαπτίσματος
τὰς τρεῖς νύχτας τοῦ θανάτου Κυρίου μιμοῦνται,
ἐπειδὴ ἐν τῇ καταδύσει οὐδὲν δύνανται βλέπειν ἐν
νυκτί· ἐν δὲ ταῖς τρισὶν ἀναλύσεσι τοῦ βαπτίσματος
τὰς τρεῖς ἡμέρας τοῦ Κυρίου μιμοῦνται, ἐπειδὴ ὡς
ἐν τῇ ἡμέρᾳ πάντα καθορῶσιν ἐν τῇ ἀναλύσει· αὕτη
οὖν ἑρμηνεία του σκύμνου.
47. ᾿Ανέστη ὁ Κύριος, καὶ ἐπίστευσαν, καὶ ἦλθε
πρὸς αὐτὸν εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας.
48. Καὶ εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις.
49. Πᾶς τῶν πιστῶν προθύμως ἐπιδῷ ἑαυτὸν εἰς
τὰ προστάγματα τοῦ Θεοῦ.
50. Καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης ἕως τῆς συνο
τελείας
51. Ὡς ὑπερεπλεόνασαν τα χαρίσματά σου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ερωδιού, etc., τοῦ κατάρχοντος ἡ κατοικία,
τουτέστιν οἱ ἀπόστολοι, etc.
Επουράνιοι.
Ὁ Χριστός, etc., ὑπάρχων.
Προέλεγεν.
Ομομοίωσας.
(6 Ν. 45. Τὰ ἔθνη, etc. Σκύμνοι είρηκεν, etc.
Επειδή γάρ, etc., μιμήσεως τοῦ Κυρίου, etc., του
θανάτου τοῦ Κυρίου, etc., δύναται βλέπειν, ὡς ἐν
νυκτί, etc., ἀναδύσεσιν τοῦ, etc., ἐν ἡμέρᾳ πάντα
καθαίρωσιν (leg. ut in cod. Barb. καθορῶσιν ἐν τῇ
ἀναδύσει, etc. Ν. 46. Τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ. Ν. 47.
'Ανέστη ὁ Κύριος, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. Ν. 43.
Εἰς τὰς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας, καὶ εἰς τὰς αἰωνίου;
ἀναπαύσεις. Ν. 49. Πᾶς, etc.
Υπερεπλεόνασεν, τ. χ. σ. Κυριε.
col. 1097–1098page 254 of 376
PG 27:109712. Πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας 65. Ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου; 54. Αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος 55. Ἐκεῖ ἑρπετὰ ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς, 56. Ζῶα μικρὰ μετὰ μεγάλων. 57. Ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται 58. Δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῷ. 59. Πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι δοῦναι τὴν τροφὴν αὐτῶν [αὐτοῖς] εἰς εὔκαιρον 60. Δόντος σου αὐτοῖς, συλλέξουσιν. 61. Ανοίξαντός σου [δέ σου] τὴν χεῖρα, τὰ σύμ παντα πλησθήσονται χρηστότητος 62. Αποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον, ταραχθήσονται. και 63. Ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι 64. Καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν. 65. Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσον 66. Καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς. 67. Ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας 68. Εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. 69. Ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ποιῶν αὐτὴν τρέμειν. 52. Πάντα τὰ χαρίσματά σου ἐν τῇ πολυποικίλῳ σου σοφίᾳ κατήρτισας 58. Ο κόσμος τῶν ἁγίων σου. 54. Ἡ οἰκουμένη. 55. Οἱ δαίμονες. 56. Οἱ ἄνθρωποι. 57. Οἱ ἅγιοι ἔχοντες ἐν αὐτοῖς τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τῶν τρέφοντες τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. 58. Ο διάβολος ὁ καταπαιζόμενος ὑπὸ τῶν ἁγίων σου. 59. Τὰ ἔθνη ἀπεκδέχονται τὴν παρὰ σοῦ τροφήν, ἣν αὐτοῖς δώσεις ἐν εἰρήνῃ. 60. Δεδωκότος σου αὐτοῖς, τὰς ἐντολάς σου δέξονται. 61. Φανερώσαντος δέ σου τὸν Κύριον Υἱόν, ὁ κόσμος σου πλησθήσεται τοῦ Πνεύματός σου τοῦ ἁγίου. 62. ᾿Απὸ τῶν Ἰουδαίων ἀποστρέψαντος τὸ πρόσω ωπόν σου, εἰς ἀφανισμὸν ἔσονται 63. Λάβῃς τὴν χάριν ἀπ' αὐτῶν, καὶ διαλυθήσονται. 64. Καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν ἐναπομένωσιν 65. Ἐπὶ τοὺς πιστεύοντας εἰς σέ. 66. Καὶ ἀνανεώσεις τὴν διάνοιαν τῆς καρδίας αὐτῶν. 67, 68. Τοῖς ἁγίοις. 69. Ἐπὶ τὸ σύστημα τῶν δαιμόνων. Κατήρτισα. Επληρώθη ὁ κόσμος, Εαυτοῖς. Δι' αὐτῶν. Τον Υιόν σου, δ, Γενήσονται. Εναπομείνωσιν. Ν - Απαύστως. Ν. 68. Τοῖς ἁγίους.
PSAL. CHIL
12. Πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας·
52. Omnia in sapientia fecisti:
65. Ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου;
54. Αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καὶ εὐρύχωρος
55. Ἐκεῖ ἑρπετὰ ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμὸς,
56. Ζῶα μικρὰ μετὰ μεγάλων.
57. Ἐκεῖ πλοῖα διαπορεύονται·
58. Δράκων οὗτος, ὃν ἔπλασας ἐμπαίζειν αὐτῷ.
59. Πάντα πρὸς σὲ προσδοκῶσι δοῦναι τὴν τροφὴν
αὐτῶν [αὐτοῖς] εἰς εὔκαιρον·
60. Δόντος σου αὐτοῖς, συλλέξουσιν.
61. Ανοίξαντός σου [δέ σου] τὴν χεῖρα, τὰ σύμ
παντα πλησθήσονται χρηστότητος·
62. Αποστρέψαντος δέ σου τὸ πρόσωπον, ταραχθήσονται.
και
63. Ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι
64. Καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν.
65. Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσον66. Καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς.
67. Ἤτω ἡ δόξα Κυρίου εἰς τοὺς αἰῶνας·
68. Εὐφρανθήσεται Κύριος ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
69. Ὁ ἐπιβλέπων ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ποιῶν αὐτὴν
τρέμειν.
53. Impleta est terra possessione tua:
54. Hoc mare magnum, et spatiosum manibus:
55. Illic reptilia, quorum non est numerus,
56. Animalia pusilla cum magnis.
57. Illic naves pertranseunt:
58. Draco iste, quem formasti ad illudendum ei.
59. Omnia a te exspectant ut des escam ipsorum
[ipsis] in tempore:
60. Dante te illis, colligent.
61. Aperiente autem] te manum, omnia iniple
buntur bonitate.
62. Avertente autem te faciem, turbabuntur.
63. Auferes spiritum eorum, et deficient
64. Et in pulverein suum revertentur.
65. Emittes Spiritum tuum, et creabuntur
66. Et renovabis faciem terræ.
67. Sit gloria Domini in sæculà:
68. Lælabitur Dominus in operibus suis.
69. Qui respicit terram, et facit eam tremere,
52. Πάντα τὰ χαρίσματά σου ἐν τῇ πολυποικίλῳ σου
σοφίᾳ κατήρτισας
58. Ο κόσμος τῶν ἁγίων σου.
54. Ἡ οἰκουμένη.
55. Οἱ δαίμονες.
56. Οἱ ἄνθρωποι.
57. Οἱ ἅγιοι ἔχοντες ἐν αὐτοῖς τὰ λόγια τοῦ
Θεοῦ, καὶ διὰ τῶν τρέφοντες τὸ γένος τῶν ἀνθρώ
πων.
58. Ο διάβολος ὁ καταπαιζόμενος ὑπὸ τῶν ἁγίων
σου.
59. Τὰ ἔθνη ἀπεκδέχονται τὴν παρὰ σοῦ τροφήν,
ἣν αὐτοῖς δώσεις ἐν εἰρήνῃ.
60. Δεδωκότος σου αὐτοῖς, τὰς ἐντολάς σου δέξον
ται.
61. Φανερώσαντος δέ σου τὸν Κύριον Υἱόν, ὁ
κόσμος σου πλησθήσεται τοῦ Πνεύματός σου τοῦ ἁγίου.
62. ᾿Απὸ τῶν Ἰουδαίων ἀποστρέψαντος τὸ πρόσω
ωπόν σου, εἰς ἀφανισμὸν ἔσονται
63. Λάβῃς τὴν χάριν ἀπ' αὐτῶν, καὶ διαλυθήσονται.
64. Καὶ ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν ἐναπομένωσιν
65. Ἐπὶ τοὺς πιστεύοντας εἰς σέ.
66. Καὶ ἀνανεώσεις τὴν διάνοιαν τῆς καρδίας αὐτῶν.
67, 68. Τοῖς ἁγίοις.
69. Ἐπὶ τὸ σύστημα τῶν δαιμόνων.
Κατήρτισα.
Επληρώθη ὁ κόσμος, etc.
Εαυτοῖς.
Δι' αὐτῶν.
'o deest.
52. Omnia dona tua, in multifaria tua sapientie
perfecisti.
53. Mundus sanctis tuis.
54. Orbis terrarum.
55. Damones.
56. Homines:
37. Sancti habentes in seipsis eloquia Dei, et
eisdem alentes humanum genus.
58. Diabolus delusus a sanctis tuis.
59. Gentes exspectant a te escam, quam ipsis
dabis in pace.
60. Cum tu dederis ipsis mandata tua, excipient.
61. Manifestante autem te Dominum Filium;
mundus tuus implebitur Spiritu sancto tuo.
62. Avertente te faciem tuam a Judæis ad nihi“
lum redigentur.
63. Auferes gratiam ab ipsis, et peribant.
64. Et in peccato suo permanebunt.
65. Super credentes in te.
66. Et renovabis mentem cordis eorum.
67, 68. In sanctis.
69. Daemonum coeturn.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
PATROL. GR. XXVIL
Τον Υιόν σου, δ, etc.
Γενήσονται.
Εναπομείνωσιν.
Ν - Απαύστως. Ν. 68. Τοῖς ἁγίους.
col. 1099–1100page 255 of 376
PG 27:109970. Ὁ ἀπτόμενος τῶν ὀρέων, καὶ καπνίζονται. 71. Ασω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου 72. Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω. 73. Ηδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου 74. Ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ. 75. Εκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς, 76. Καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς 77. Ευλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΔ'. 1. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα αὐτοῦ 2. Απαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἔργα αὐτοῦ. 3. Ασατε αὐτῷ, καὶ ψάλατε αὐτῷ. 4. Διηγήσασθε πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ 5. Ἐπαινεῖσθε ἐν τῷ ἁγίῳ [ὀνόματι] αὐτοῦ 6. Εὐφρανθήτω καρδία ζητούντων τὸν Κύριον. 7. Ζητήσατε τὸν Κύριον, καὶ κραταιώθητε 8. Ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός. 9. Μνήσθητε τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε, 70. Ο φλέγων τὰς ἐναντίας δυνάμεις καὶ ἐκλείπουσιν. 71. Ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. 72. Ἐν τῷ νῦν αἰῶνι. 73. Αρέσει αὐτῷ ἡ ὑμνολογία μου. 74. Χαρήσομαι. 75. Οἱ δαίμονες ἀπὸ τῆς γῆς τῶν ἁγίων ἧς μέλλουσι κληρονομεῖν. 76. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, καὶ οἱ πειθόμενοι αὐτοῖς. 77. Δοξολόγει Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αλληλούτα, αἶνος, ὅπερ ερμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. Δοξολογεί. 1. Εξαγορεύονται [ Εξαγορεύεσθε] τὰς ἁμαρτ τίας ἡμᾶς τῷ Κυρίῳ, ἱκετεύσατε αὐτόν. 2. Κηρύξατε τοῖς ἔθνεσι τὰ προστάγματα αὐτοῦ. 5. Αγαλλιώμενοι δοξάσατε αὐτόν. 4. Οτι, Θεὸς ὢν, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος μείνας Θεὸς, καὶ πέπονθε, καὶ ἀνέστη, καὶ ἀνελήφθη ὅθεν δι' ἡμᾶς κατελθὼν οὐκ ἐχωρίσθη. 5. Ἐκ τῆς καλῆς ὑμῶν ἐπιστροφῆς ἔντιμοι για νεσθε καὶ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις. 6. Πλησθήσεται πνεύματος καρδία πιστευόντων εἰς τὸν Κύριον. 7. Πιστεύσατε εἰς τὸν Θεὸν καὶ δυναμοῦσθε. 8. Αιτήσασθε τὴν χάριν αὐτοῦ ἀδιαλείπτως. 9. Ὑπόμνησιν λάβετε, ὡς διῆλθεν εὐεργετῶν, καὶ ιώμενος πάντα· τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ Ο διαβόλου. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Εξαγορεύοντες, ὑμῶν, ικετεύετε, Ἐν τοῖς. Αγαλλιώμενος δόξαζε, Γενέσθε. Κύριον.
S. ATHANASI OPP. PARS III. EXEGETICA.
70. Qui tangit montes et fumigant.
71. Cantabo Domino in vita mea:
72. Psallam Deo meo quandiu sum.
73. Jucundum sit ei cloquium meum:
74. Ego vero delectabor in Domino.
75. Deficiant peccatores a terra,
76. Et iniqui ita ut non sint:
77. Benedic, anima mea, Domino,
Aleluia. PSAL. CIV.
1. Confitemini Domino, et invocate nomen ejus:
2. Annuntiate inter gentes opera magnalia ]
ejiis.
3. Cantate ei, et psallite ei [laudate eum]:.
4. Narrate omnia mirabilia ejus.
5. Laudamini in sancto [nomine] ejus:
6. Lætetur cor quærentium Dominum.
7. Quærite Dominum, et confirmauini:
8 Quærite faciem ejus semper.
9. Mementote mirabilium ejus, quæ fecit,
70. Ὁ ἀπτόμενος τῶν ὀρέων, καὶ καπνίζονται.
71. Ασω τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ ζωῇ μου·
72. Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.
73. Ηδυνθείη αὐτῷ ἡ διαλογή μου·
74. Ἐγὼ δὲ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ Κυρίῳ.
75. Εκλείποιεν ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ τῆς γῆς,
76. Καὶ ἄνομοι, ὥστε μὴ ὑπάρχειν αὐτούς
77. Ευλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.
Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΔ'.
1. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ
ὄνομα αὐτοῦ·
2. Απαγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι τὰ ἔργα αὐτοῦ.
3. Ασατε αὐτῷ, καὶ ψάλατε αὐτῷ.
4. Διηγήσασθε πάντα τὰ θαυμάσια αὐτοῦ·
5. Ἐπαινεῖσθε ἐν τῷ ἁγίῳ [ὀνόματι] αὐτοῦ·
6. Εὐφρανθήτω καρδία ζητούντων τὸν Κύριον.
7. Ζητήσατε τὸν Κύριον, καὶ κραταιώθητε·
8. Ζητήσατε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διαπαντός.
9. Μνήσθητε τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, ὧν ἐποίησε,
70. Qui urit contrarias potestates, et deficiunt.
71. In futuro sæculo.
72. In presenti tempore.
73. Placebit ipsi laudatio mea.
74. Gaudebo.
75. Damones a terra sanctorum, cujus hæredes
ipsi futuri sunt.
76. Adversariæ potestates, et qui illis obediant.
77. Glorifica.
70. Ο φλέγων τὰς ἐναντίας δυνάμεις καὶ ἐκλεί
πουσιν.
71. Ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι.
72. Ἐν τῷ νῦν αἰῶνι.
73. Αρέσει αὐτῷ ἡ ὑμνολογία μου.
74. Χαρήσομαι.
75. Οἱ δαίμονες ἀπὸ τῆς γῆς τῶν ἁγίων ἧς μέλλουσι
κληρονομεῖν.
76. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, καὶ οἱ πειθόμενοι αὐτοῖς.
77. Δοξολόγει
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αλληλούτα, αἶνος, ὅπερ ερμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν.
Titulus præpositus continet: Alleluia, laus, quod interpretatur laudate eum, qui Deus est.
1. Enarrate peccata vestra Domnino, orate eum.
2. Prædicate gentibus precepta ejus.
3. Exsultantes glorificate eum.
4. Quoniam cum Deus esset, propter nos factus
est homo manens Deus, et passus est, et resurrexit, et assumptus est unde propter nos descendens non fuerat separatus.
5. Ex bona vestra conversatione honorabiles sitis, et Deo et hominibus.
6. Implebitur spiritu cor credentium in Dominum.
7. Credite in Deum, et confortamini.
8. Postulate gratiam ipsius indesinenter.
9. In memoriam revocate, quemadmodum pertransivit benefaciens, et sanans omnes, oui sub
potestate erant diaboli.
Δοξολογεί.
1. Εξαγορεύονται [ Εξαγορεύεσθε] τὰς ἁμαρτ
τίας ἡμᾶς τῷ Κυρίῳ, ἱκετεύσατε αὐτόν.
2. Κηρύξατε τοῖς ἔθνεσι τὰ προστάγματα αὐτοῦ.
5. Αγαλλιώμενοι δοξάσατε αὐτόν.
4. Οτι, Θεὸς ὢν, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος μείνας
Θεὸς, καὶ πέπονθε, καὶ ἀνέστη, καὶ ἀνελήφθη ὅθεν
δι' ἡμᾶς κατελθὼν οὐκ ἐχωρίσθη.
5. Ἐκ τῆς καλῆς ὑμῶν ἐπιστροφῆς ἔντιμοι για
νεσθε καὶ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.
6. Πλησθήσεται πνεύματος καρδία πιστευόντων εἰς
τὸν Κύριον.
7. Πιστεύσατε εἰς τὸν Θεὸν καὶ δυναμοῦσθε.
8. Αιτήσασθε τὴν χάριν αὐτοῦ ἀδιαλείπτως.
9. Ὑπόμνησιν λάβετε, ὡς διῆλθεν εὐεργετῶν, καὶ
ιώμενος πάντα· τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ
Ο διαβόλου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Εξαγορεύοντες, etc, ὑμῶν, etc. ικετεύετε, etc.
Ἐν τοῖς.
Αγαλλιώμενος δόξαζε, etc.
Γενέσθε.
Κύριον.
col. 1101–1102page 256 of 376
PG 27:110110. Τα τέρατα αὐτοῦ, καὶ τὰ κρίματα του στόματος αὐτοῦ. 11. Σπέρμα Αβραὰμ δοῦλοι αὐτοῦ, 12. Υἱοὶ Ἰακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ. 13. Αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν, 14. Ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ. 15. Εμνήσθη εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ, 16. Λόγου, οὗ ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς. 17. Ον διέθετο τῷ ᾽Αβραὰμ, 18. Καὶ τοῦ ὄρκου αὐτοῦ τῷ Ἰσαάκ. 19. Καὶ ἔστησεν αὐτὸν τῷ Ἰακὼβ εἰς πρόσταγμα 20. Καὶ τῷ Ἰσραὴλ εἰς διαθήκην αἰώνιον. 21. Λέγων· Σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναάν 22. Σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν. 23. Ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἀριθμῷ βραχεῖς, 24. Ολιγοστούς καὶ παροίκους ἐν αὐτῇ. 25. Καὶ διῆλθεν ἐξ ἔθνους εἰς ἔθνος 26. Καὶ ἐκ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον. 10. Αἱ ἰάσεις καὶ αἱ διδασκαλίαι τοῦ λόγου τῆς χά ριτος αὐτοῦ 11. Οἱ πιστοὶ ὡς ᾿Αβραάμ. 12. Οἱ ἀπόστολοι ὡς Ἰακώβ, τουτέστι καθαροὶ τῇ καρδίᾳ. 13. Ο ἐξ ἀρχῆς αὐτὸς καὶ ἐπὶ γῆς ὀφθείς 14. Τὰ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις προστάγματα αὐτοῦ. 15. Ἐπλήρωσεν ἐν καιρῷ ἐσχάτῳ τὰ περὶ τῆς βασι λείας αὐτοῦ. 16. Περὶ τοῦ πάθους αὐτοῦ, οὗ προέλεγε καθ' ἑκά στην γενεὰν διὰ τῶν προφητῶν. 17. Οτι εἶπε τῷ ᾿Αβραάμ· Εσται το σπέρμα σου ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ τῷ φωτί. 48. Καὶ τὴν πίστιν αὐτῷ τῷ λαῷ τῆς χάριτος [χαρᾶς]. "Ορκος γὰρ πίστις ἐστίν. Ἰακὼβ δὲ ἑρμης νεύεται χάρις. 19. Καὶ ἐπλήρωσεν αὐτὴν ἀσάλευτον τὴν ἐπαγγελίαν τῆς πίστεως τῷ λαῷ τῷ τὰ τέλη τῶν Ἰουδαίων κατασχόντι. 20. Καὶ τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς ἁγίοις πᾶσι τοῖς ὁρῶσιν αὐτὸν ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, καὶ ὁμο λογοῦσιν αὐτὸν, ὡς Θεόν κατ' ουσίαν, ὥσπερ δ Ἰσραὴλ ὁρῶν τὸν Θεόν. 21. Λέγων τῷ χορῷ τῶν ἀποστόλων· Ὑμῖν δώσω πάντα τὸν κόσμον τῶν ἐθνῶν. Χανκὰν γὰρ ἑρμηνεύεται προσκυνῶν τὴν ἀνομίαν, ὅπερ ἦσαν τὰ ἔθνη. 22. Απέραντον πλῆθος τῆς κληρονομίας ὑμῶν. 23. Ησαν γὰρ δώδεκα. 24. Ιδιώτας τῷ λόγῳ, καὶ πτωχοὺς ἐν τῷ κόσμῳ. 25. Κηρύσσοντες τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ 26. Καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων διῆλθον κηρύσε σοντες εἰς τὰ ἔθνη. Χάριτός σου. Ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη. Αὐτοῦ τῷ λαῷ τῆς χάριτος, 'Ισαὰκ δέ, Εἰς Θεόν, Τήν (β) Θεοῦ εἰς πάντα τὰ ἔθνη.
- PSAL. CIV.
10. Τα τέρατα αὐτοῦ, καὶ τὰ κρίματα του στόματος αὐτοῦ.
11. Σπέρμα Αβραὰμ δοῦλοι αὐτοῦ,
12. Υἱοὶ Ἰακὼβ ἐκλεκτοὶ αὐτοῦ.
13. Αὐτὸς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν,
14. Ἐν πάσῃ τῇ γῇ τὰ κρίματα αὐτοῦ.
15. Εμνήσθη εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ,
16. Λόγου, οὗ ἐνετείλατο εἰς χιλίας γενεάς.
17. Ον διέθετο τῷ ᾽Αβραὰμ,
18. Καὶ τοῦ ὄρκου αὐτοῦ τῷ Ἰσαάκ.
19. Καὶ ἔστησεν αὐτὸν τῷ Ἰακὼβ εἰς πρόσταγμα
20. Καὶ τῷ Ἰσραὴλ εἰς διαθήκην αἰώνιον.
21. Λέγων· Σοὶ δώσω τὴν γῆν Χαναάν
22. Σχοίνισμα κληρονομίας ὑμῶν.
23. Ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἀριθμῷ βραχεῖς,
24. Ολιγοστούς καὶ παροίκους ἐν αὐτῇ.
25. Καὶ διῆλθεν ἐξ ἔθνους εἰς ἔθνος -
26. Καὶ ἐκ βασιλείας εἰς λαὸν ἕτερον.
10. Prodigia ejus, et judicia oris ejus.
11. Semen Abraham servi ejus,
12. Filii Jacob electi ejus.
13. Ipse Dominus Deus noster,
14. In universa terra judicia ejus.
15. Memor fuit in sæculum testamenti sui,
16. Verbi, quod mandavit in mille generationes.
17. Quod disposuit Abraham,
18. Et juramenti sui Isaac.
19. Et statuit illud Jacob in præceptum,
20. Et Israel in testamentum æternum.
21. Dicens: Tibi dabo terram Chanaan,
22. Funiculum hæreditatis vestræ
23. Cum essent ipsi numero modici,
24. Paucissimi et incolæ ejus.
25. Et pertransierunt de gente in gentem:
26. Et de regno ad populum alterum.
10. Αἱ ἰάσεις καὶ αἱ διδασκαλίαι τοῦ λόγου τῆς χά
ριτος αὐτοῦ
11. Οἱ πιστοὶ ὡς ᾿Αβραάμ.
12. Οἱ ἀπόστολοι ὡς Ἰακώβ, τουτέστι καθαροὶ τῇ
καρδίᾳ.
13. Ο ἐξ ἀρχῆς αὐτὸς καὶ ἐπὶ γῆς ὀφθείς
14. Τὰ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις προστάγματα αὐτοῦ.
15. Ἐπλήρωσεν ἐν καιρῷ ἐσχάτῳ τὰ περὶ τῆς βασι
λείας αὐτοῦ.
16. Περὶ τοῦ πάθους αὐτοῦ, οὗ προέλεγε καθ' ἑκά
στην γενεὰν διὰ τῶν προφητῶν.
17. Οτι εἶπε τῷ ᾿Αβραάμ· Εσται το σπέρμα σου
ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ τῷ φωτί.
48. Καὶ τὴν πίστιν αὐτῷ τῷ λαῷ τῆς χάριτος
[χαρᾶς]. "Ορκος γὰρ πίστις ἐστίν. Ἰακὼβ δὲ ἑρμης
νεύεται χάρις.
19. Καὶ ἐπλήρωσεν αὐτὴν ἀσάλευτον τὴν ἐπαγγε
λίαν τῆς πίστεως τῷ λαῷ τῷ τὰ τέλη τῶν Ἰουδαίων
κατασχόντι.
20. Καὶ τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς ἁγίοις πᾶσι
τοῖς ὁρῶσιν αὐτὸν ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων, καὶ ὁμο
λογοῦσιν αὐτὸν, ὡς Θεόν κατ' ουσίαν, ὥσπερ δ
Ἰσραὴλ ὁρῶν τὸν Θεόν.
10. Sanationes, et doctrina verbi gratiæ ipsius
11. Fideles sicut Abraham.
12. Apostoli sicut Jacob. hoc est mundi corde:
13. Qui a principio, idem et in terra visus est.
14. Præcepta ejus, quæ in Evangeliis continentur.
45. Implevit in tempore novissimo quæ de regnu
suo promiserat.
16. De passione sua, quam prædixit in singulis
Cgenerationibus per prophetas,
21. Λέγων τῷ χορῷ τῶν ἀποστόλων· Ὑμῖν δώσω
πάντα τὸν κόσμον τῶν ἐθνῶν. Χανκὰν γὰρ ἑρμηνεύεται προσκυνῶν τὴν ἀνομίαν, ὅπερ ἦσαν τὰ ἔθνη. b
22. Απέραντον πλῆθος τῆς κληρονομίας ὑμῶν.
23. Ησαν γὰρ δώδεκα.
24. Ιδιώτας τῷ λόγῳ, καὶ πτωχοὺς ἐν τῷ κόσμῳ.
25. Κηρύσσοντες τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ
26. Καὶ ἐκ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων διῆλθον κηρύσε
σοντες εἰς τὰ ἔθνη.
ª³ Gen. xv, 5; xvi, 10.
Χάριτός σου.
Ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη.
17. Quoniam dixit Abraham: Erit semen tuum
sicut astra coeli multitudine, et luce ss.
18. Et fidem eidem populo gratiæ [lætitiæ]; nani
juramentum dides est. Jacob autem interpretatur
gratia.
19. Et implevit ipsam incommutabilem promissionem fidei populo detinenti novissima Judæorum.
20. Et apostolis et sanctis omnibus videntibus
eum in similitudinem hominum et conâitentibus
eum ut Deum secundum essentiam, quemadmodum
Israel videns Deum interpretatur.
21. Dicens choro apostolorum: Vobis dabo omnem
mundum gentium. Chanaam enim interpretatur adorans iniquitatem, quales erant gentes.
22. Infinitam multitudinem hæreditatis vestræ
25. Erant enim duodecim.
24. Sermone imperiti et pauperes in mundo
25. Prædicautes regnum Dei.
26. Et de populo Judæorum pertransierunt ad
prædicandum in gentibus
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Αὐτοῦ τῷ λαῷ τῆς χάριτος, etc., 'Ισαὰκ δέ, etc.
Εἰς Θεόν, etc.
Τήν deest.
(β) Θεοῦ εἰς πάντα τὰ ἔθνη.
col. 1103–1104page 257 of 376
PG 27:110327. Οὐκ ἀφῆκεν ἄνθρωπον ἀδικῆσαι αὐτούς 28. Καὶ ἤλεγξεν ὑπὲρ αὐτῶν βασιλεῖς. 29. Μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου 30. Καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε. 31. Καὶ ἐκάλεσε λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν 32. Πᾶν στήριγμα άρτου συνέτριψεν. 33. Απέστειλεν ἔμπροσθεν αὐτῶν ἄνθρωπον 34. Εἰς δοῦλον ἐπράθη Ἰωσήφ. 35. Εταπείνωσαν ἐν πέδαις τοὺς πόδας αὐτοῦ 36. Σίδηρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ. 37. Μέχρι τοῦ ἐλθεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ. 38. Τὸ λόγιον Κυρίου ἐπύρωσεν αὐτόν. 39. Απέστειλε βασιλεὺς, καὶ ἔλυσεν αὐτόν 40. "Αρχων λαοῦ, καὶ ἀφῆκεν αὐτόν. 41. Κατέστησεν αὐτὸν Κύριον τοῦ οἴκου αὐτοῦ, 42. Καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς κτήσεως αὐτοῦ. 43. Τοῦ παιδεῦσαι τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ὡς ἑαυτὸν, Θεοῦ. 27. Οὐκ ἀφῆκέ τινα τῶν τότε κρατούντων κατα δυναστεῦσαι τῶν ἀποστόλων. 28. Ἡρώδην καὶ Νέρωνα ἐθανάτωσεν. 29. Τῶν ἀποστόλων. 30. Ησαν γὰρ οἱ αὐτοὶ ἀπόστολοι καὶ προφῆται, λέγοντες τὰ μέλλοντα ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 31. Ἐν τῇ συναγωγῇ ἤνεγκεν οὐ λιμὸν ἄρτου, ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου 32. Πᾶσαν αὐτῶν τὴν διδασκαλίαν τὴν κοσμικήν εἰς ἀφανισμὸν ἔδωκεν. 33. Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωάννης 34. Τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων εἰς δουλείαν ἦν πε πραμένοι τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ• Ιωσής γὰρ ἑρμηνεύεται προσέθηκα. 35. Ἐδάμασαν ἐναντίαι δυνάμεις τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων τῇ ἁμαρτίᾳ. 36. Εἰς θάνατον ἐπέπεσεν ἡ ψυχὴ παντὸς τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. 57. Εως οὗ ἦλθεν ὁ μονογενής Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. 38. Η διδαχὴ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἐκαθάρισε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. 39. Ὁ Πατὴρ τὸν Υἱὸν ἀπέστειλε, καὶ ἔλυσε πάντα τὸν κόσμον ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 40. Ελευθέρους αὐτοὺς πεποίηκε τοῦ κυριεύεσθαι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας. 41. Ο Πατὴρ ἀνέδειξε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ Κύριον πάνω των τῶν ἁγίων, καὶ εἴρηκεν, ὡς Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, αὐτοῦ ἀκούετε. 42. "Αρχοντα καὶ ἐξουσιαστὴν πάσης ὁμοῦ τῆς ἐπουρανίου, καὶ ἐπιγείων, καὶ καταχθονίων ατι σεως. 43. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ. Πεπραμένον, προσέθηκεν. Δἱ ἐναντίαι. Ὑπέπεσεν, Τοῦ Τοῦ μὴ κυριεύεσθαι. (β) 'Αγίων αὐτοῦ, εἰρηκώς· Οὗτος, Επιγείου, καὶ καταχθονίου,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
27 Non reliquit hominem nocere eis:
28. Et corripuit pro eis reges.
29. Nolite tangere christos meos.
30. Et in prophetis meis nolite malignari.
31. El vocavit famem super terram:
32. Omme firmamentum panis contrivit.
53. Misit ante eos virum:
34. In servum venundatus est Joseph.
35. Humiliaverunt in compedibus pedes ejus⚫
36. Ferrum pertransiit animam ejus.
37. Donec veniret verbum ejus:
38. Eloquium Domini inflammavit eum.
39. Misit rex, et solvit eum:
40. Princeps populi et dimisit eum.
41. Constituit eum Dominum domus sum,
42. Et principem omnis possessionis suæ.
45. Ut erudiret principes ejus sicut semetipsum,
EXEGETICA.
27. Οὐκ ἀφῆκεν ἄνθρωπον ἀδικῆσαι αὐτούς·
28. Καὶ ἤλεγξεν ὑπὲρ αὐτῶν βασιλεῖς.
29. Μὴ ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου·
30. Καὶ ἐν τοῖς προφήταις μου μὴ πονηρεύεσθε.
31. Καὶ ἐκάλεσε λιμὸν ἐπὶ τὴν γῆν
32. Πᾶν στήριγμα άρτου συνέτριψεν.
33. Απέστειλεν ἔμπροσθεν αὐτῶν ἄνθρωπον
34. Εἰς δοῦλον ἐπράθη Ἰωσήφ.
35. Εταπείνωσαν ἐν πέδαις τοὺς πόδας αὐτοῦ
36. Σίδηρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ.
37. Μέχρι τοῦ ἐλθεῖν τὸν λόγον αὐτοῦ.
38. Τὸ λόγιον Κυρίου ἐπύρωσεν αὐτόν.
39. Απέστειλε βασιλεὺς, καὶ ἔλυσεν αὐτόν·
40. "Αρχων λαοῦ, καὶ ἀφῆκεν αὐτόν.
41. Κατέστησεν αὐτὸν Κύριον τοῦ οἴκου αὐτοῦ,
42. Καὶ ἄρχοντα πάσης τῆς κτήσεως αὐτοῦ.
43. Τοῦ παιδεῦσαι τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ ὡς ἑαυτὸν,
27. Non reliquit quempiam eorum, qui tunc imperium obtinebant, ut apostolos superarent.
28. Herodem et Neronem interfecit.
29. Apostolos.
30. Erant enim iidem apostoli etiam prophetæ,
annuntiantes quæ futura sunt in regno cœlorum.
31. In Synagogam intulit non famem panis, sed
famem audiendi verbum Domini “.
32. Oinnem eorum mundanam doctrinam dedit
in perditionem.
nes
33. Fuit homo missus a Deo, cui nomen erat Joan34. Humanum genus venditum erat in servitutem
ab Adam ob peccatum: nam Joseph interpretatur
addidi.
55. Domuerunt adversariæ potestates genus humanum peccato.
36. In mortem incidit anima universi bumani
generis.
37. Donec venit unigenitus Filius Dei.
38. Doctrina et adventus Domini mundavit genus
humanum.
39. Pater Filium misit, et solvit totum mundum
a peccatis suis.
40. Liberos ipsos effecit a dominatione peccati.
41. Pater Filium suum declaravit Dominun omnium sanctorum, et dixit: Hic est Filius meus dilectus, ipsum audile.
42. Principem et Dominatorem omnis simul cϥ
lestis et terrestris, et infernæ creaturæ.
43. Apostolos ejus.
• Amos VIII, 11. 25 Joan. 1, 6.
Θεοῦ.
27. Οὐκ ἀφῆκέ τινα τῶν τότε κρατούντων καταδυναστεῦσαι τῶν ἀποστόλων.
28. Ἡρώδην καὶ Νέρωνα ἐθανάτωσεν.
29. Τῶν ἀποστόλων.
30. Ησαν γὰρ οἱ αὐτοὶ ἀπόστολοι καὶ προφῆται,
λέγοντες τὰ μέλλοντα ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
31. Ἐν τῇ συναγωγῇ ἤνεγκεν οὐ λιμὸν ἄρτου,
ἀλλὰ λιμὸν τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου
32. Πᾶσαν αὐτῶν τὴν διδασκαλίαν τὴν κοσμικήν
εἰς ἀφανισμὸν ἔδωκεν.
33. Εγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ
Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ ᾿Ιωάννης
34. Τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων εἰς δουλείαν ἦν πε
πραμένοι τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπὸ τοῦ ᾿Αδάμ• Ιωσής
γὰρ ἑρμηνεύεται προσέθηκα.
35. Ἐδάμασαν ἐναντίαι δυνάμεις τὸ γένος τῶν
ἀνθρώπων τῇ ἁμαρτίᾳ.
36. Εἰς θάνατον ἐπέπεσεν ἡ ψυχὴ παντὸς τοῦ
γένους τῶν ἀνθρώπων.
57. Εως οὗ ἦλθεν ὁ μονογενής Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
38. Η διδαχὴ καὶ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἐκαθάρισε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων.
39. Ὁ Πατὴρ τὸν Υἱὸν ἀπέστειλε, καὶ ἔλυσε πάντα
τὸν κόσμον ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
40. Ελευθέρους αὐτοὺς πεποίηκε τοῦ κυριεύε
σθαι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας.
41. Ο Πατὴρ ἀνέδειξε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ Κύριον πάνω
των τῶν ἁγίων, καὶ εἴρηκεν, ὡς Οὗτός ἐστιν
ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς, αὐτοῦ ἀκούετε.
42. "Αρχοντα καὶ ἐξουσιαστὴν πάσης ὁμοῦ τῆς
ἐπουρανίου, καὶ ἐπιγείων, καὶ καταχθονίων ατισεως.
43. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic
Πεπραμένον, etc., προσέθηκεν.
Δἱ ἐναντίαι.
Ὑπέπεσεν, etc. Τοῦ deest.
Τοῦ μὴ κυριεύεσθαι.
(β) 'Αγίων αὐτοῦ, εἰρηκώς· Οὗτος, etc.
Επιγείου, καὶ καταχθονίου, etc.
col. 1105–1106page 258 of 376
PG 27:110544. Καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτοῦ σοφίσαι. 45. Καὶ εἰσῆλθεν Ἰσραήλ εἰς Αἴγυπτον 46. Καὶ Ἰακὼβ παρώκησεν ἐν γῇ Χάμ. 47. Καὶ ηύξησε τὸν λαὸν αὐτοῦ σφόδρα 43. Καὶ ἐκραταίωσεν αὐτὸν ὑπὲρ τοὺς ἐχθροὺς αὐ τοῦ. 49. Μετέστρεψε τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ μισῆσαι τὸν λαὸν αὐτοῦ 50. Τοῦ δολιοῦσθαι ἐν τοῖς δούλοις αὐτοῦ. 51. Εξαπέστειλε Μωϋσῆν τὸν δοῦλον αὐτοῦ, 52. Ααρών, ὃν ἐξελέξατο ἑαυτῷ. Β. Εθετο ἐν αὐτοῖς τοὺς λόγους τῶν σημείων αυτ τοῦ, 54. Καὶ τῶν τεράτων αὐτοῦ ἐν γῇ Χάμ. 55. Εξαπέστειλε σκότος καὶ ἐσκότασεν 56. Ότι παρεπίκραναν τους λόγους αὐτοῦ. 17. Μετέστρεψε τὰ ὕδατα αὐτῶν εἰς αἷμα 58. Καὶ ἀπέκτεινε τοὺς ἰχθύας αὐτῶν. 59. Ἐξεῖρψεν ἡ γῆ αὐτῶν βατράχους 60. Ἐν τοῖς ταμιείοις τῶν βασιλέων αὐτῶν. 44. Και επισκόπους καὶ πρεσβυτέρους ἐν πλήθει τῆς χάριτος αὐτοῦ. 45. Ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων εἰσῆλθεν ἐν τῇ θλίψει τοῦ κόσμου. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται τοῖς ὁρῶν τὸν Θεὸν, ὅπερ ἦσαν οἱ ἀπόστολοι. Αἴγυπτος δὲ ἐρ μηνεύεται θλίψις. 46. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ παρώκησεν ἐν τῷ κόσμῳ. 47. Καὶ κατήρτισε τοὺς ἁγίους αὐτοῦ. 48. Ενίσχυσε τοὺς ἁγίους ὑπὲρ τὰς ἐναντίας δυ νάμεις. 49. Απεστράφη τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. 50. Ἐπειδὴ ἐδολιεύσαντο κατὰ τῶν προφητῶν αὐ τοῦ. 51. Εξαπέστειλε τὸν χορὸν τῶν ἁλιέων Μωϋσῆς γὰρ ἑρμηνεύεται ἀναίρεσις ἀφ᾽ ὕδατος. Ἀπὸ γὰρ τῆς θαλάσσης ἀνείλετο τοὺς ἀποστόλους ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 52. Ααρών ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμενος ὅπερ ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 55. Τὰ προστάγματα αὐτοῦ ἔθετο ἐν τῷ λαῷ. 54. Καὶ τῶν παθημάτων αὐτοῦ, ὧν ὑπέμεινε τῇ συναγωγῇ τῶν τολμηρῶν ἀνθρώπων. Χαμ γὰρ τολμηρὸς ἑρμηνεύεται. 55. Ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτ τῶν. 56. Οτι οὐκ ἐφύλαξαν τὰ προστάγματα αὐτοῦ. 57. Αφείλετο αὐτῶν τὴν χάριν, καὶ εἴασε αὐτοὺς δουλεύειν τῇ ἁμαρτία. 58. Τὰς ψυχὰς αὐτῶν τὰς ἐν κόσμῳ νηχομένας. 59. Αἱ καρδίαι αὐτῶν τὰς ἐπιθυμίας τῶν δαιμόνων. 60. Ἐν ταῖς διανοίαις τῶν ἀρχόντων αὐτῶν. Εμπλῆσα: της, Αλιέων, ὧν Μωϋσῆς ὕδατος, ανήλατο, ἑρμηνεύεται ἀναίρεσις Δυνάμεως. Ἐν τῷ κόσμῳ,
44. Καὶ τοὺς πρεσβυτέρους αὐτοῦ σοφίσαι.
45. Καὶ εἰσῆλθεν Ἰσραήλ εἰς Αἴγυπτον
46. Καὶ Ἰακὼβ παρώκησεν ἐν γῇ Χάμ.
47. Καὶ ηύξησε τὸν λαὸν αὐτοῦ σφόδρα·
43. Καὶ ἐκραταίωσεν αὐτὸν ὑπὲρ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ.
49. Μετέστρεψε τὴν καρδίαν αὐτοῦ τοῦ μισῆσαι
τὸν λαὸν αὐτοῦ·
50. Τοῦ δολιοῦσθαι ἐν τοῖς δούλοις αὐτοῦ.
51. Εξαπέστειλε Μωϋσῆν τὸν δοῦλον αὐτοῦ,
52. Ααρών, ὃν ἐξελέξατο ἑαυτῷ.
Β3. Εθετο ἐν αὐτοῖς τοὺς λόγους τῶν σημείων αυτ
τοῦ,
54. Καὶ τῶν τεράτων αὐτοῦ ἐν γῇ Χάμ.
55. Εξαπέστειλε σκότος καὶ ἐσκότασεν
56. Ότι παρεπίκραναν τους λόγους αὐτοῦ.
17. Μετέστρεψε τὰ ὕδατα αὐτῶν εἰς αἷμα·
58. Καὶ ἀπέκτεινε τοὺς ἰχθύας αὐτῶν.
59. Ἐξεῖρψεν ἡ γῆ αὐτῶν βατράχους
60. Ἐν τοῖς ταμιείοις τῶν βασιλέων αὐτῶν.
PSAL. CIV.
44. Et senes ejus prudentiam doceret.
45. Et intravit Israel in Ægyptum:
46. Et Jacob accola fuit in terra Cham.
47. Et auxit populum suum vehementer:
48. Et firmavit eum super inimicos ejus.
49. Convertit cor ejus ut odiret populum ejus:
50. Et dolum faceret in servos ejus.
51. Misit Moysen servum suum,
52. Aaron, quem elegit sibi.
53. Posuit in eis verba signorum suorum,
54. Et prodigiorum suorum in terra Clam.
55. Misit tenebras et obscuravit:
56. Quia exacerbaverunt sermones suos:
57. Convertit aquas eorum in sanguinem:
58. Et occidit pisces eorum.
59. Edidit terra eorum ranas
60. In penetralibus regum ipsorum.
44. Και επισκόπους καὶ πρεσβυτέρους ἐν πλήθει
τῆς χάριτος αὐτοῦ.
45. Ὁ χορὸς τῶν ἀποστόλων εἰσῆλθεν ἐν τῇ θλίψει
τοῦ κόσμου. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται τοῖς ὁρῶν
τὸν Θεὸν, ὅπερ ἦσαν οἱ ἀπόστολοι. Αἴγυπτος δὲ ἐρ- c
μηνεύεται θλίψις.
46. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ παρώκησεν ἐν τῷ κόσμῳ.
47. Καὶ κατήρτισε τοὺς ἁγίους αὐτοῦ.
48. Ενίσχυσε τοὺς ἁγίους ὑπὲρ τὰς ἐναντίας δυνάμεις.
49. Απεστράφη τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων διὰ τὴν
ἀπιστίαν αὐτῶν.
50. Ἐπειδὴ ἐδολιεύσαντο κατὰ τῶν προφητῶν αὐτοῦ.
51. Εξαπέστειλε τὸν χορὸν τῶν ἁλιέων
Μωϋσῆς γὰρ ἑρμηνεύεται ἀναίρεσις ἀφ᾽ ὕδατος.
Ἀπὸ γὰρ τῆς θαλάσσης ἀνείλετο τοὺς ἀποστόλους·
ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.
52. Ααρών ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμενος
44. Et episcopos et presbyteros in plenitudine
gratiæ suæ.
45. Chorus apostolorum ingressus est in tribulationem mundi. Israel enim interpretatur mens videns
Deum, quales erant apostoli. Ægyptus autem interpretatur tribulatio.
46. Filius Dei habitavit in mundo.
47. Et perfecit sanctos suos.
48. Corroboravit sanctos super adversarias potestates.
49. Aversatus est gentem Judzorum propter suam
infidelitatem.
50. Quoniam dolos fecerunt contra prophetas
suos.
51. Misit chorum piscatorum. Moyses enim interpretatur assumptio ab aqua. mare siquidem sustulit apostolos erant enim piscatores.
52. Aaron interpretatur mons virtutis, qualis est
ὅπερ ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία τῶν πιστῶν, ἣν περιεποιή- Ecclesia fidelium, quam comparavit sibi sanguine
σατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος.
55. Τὰ προστάγματα αὐτοῦ ἔθετο ἐν τῷ λαῷ.
54. Καὶ τῶν παθημάτων αὐτοῦ, ὧν ὑπέμεινε τῇ
συναγωγῇ τῶν τολμηρῶν ἀνθρώπων. Χαμ γὰρ
τολμηρὸς ἑρμηνεύεται.
55. Ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτ
τῶν.
56. Οτι οὐκ ἐφύλαξαν τὰ προστάγματα αὐτοῦ.
57. Αφείλετο αὐτῶν τὴν χάριν, καὶ εἴασε αὐτοὺς
δουλεύειν τῇ ἁμαρτία.
58. Τὰς ψυχὰς αὐτῶν τὰς ἐν κόσμῳ νηχομένας.
59. Αἱ καρδίαι αὐτῶν τὰς ἐπιθυμίας τῶν δαιμόνων.
60. Ἐν ταῖς διανοίαις τῶν ἀρχόντων αὐτῶν.
Εμπλῆσα: της, etc.
Αλιέων, ὧν Μωϋσῆς
ὕδατος, etc. ανήλατο, etc.
suo.
53. Præcepta sua posuit in populo.
54. Et passionum suarum, quas passus est in congregatione audacium hominum. Cham enim audax
interpretatur.
55. In congregationem eorum propter eorum infidelitatem.
56. Quia non custodiverunt ejus præcepta.
57. Abstulit eis gratiam, et permisit eos servire
peccato.
Addenda et corrigenda
ἑρμηνεύεται ἀναίρεσις
58. Animas eorum in mundo natantes.
59. Corda eorum concupiscentias dæmonum,
60. In mentibus principum eorum.
ex cod. Vatic.
Δυνάμεως.
'Ev th.
Ἐν τῷ κόσμῳ,
col. 1107–1108page 259 of 376
PG 27:110761. Εἶπε, καὶ ἦλθε κυνόμυια, 62. Καὶ σκνίπες ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῶν. 65. Εθετο τάς βροχὰς αὐτῶν χάλαζαν, 64. Πῦρ καταφλέγον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν. 65. Καὶ ἐπάταξε τὰς ἀμπέλους αὐτῶν καὶ τὰς συ κᾶς αὐτῶν 66. Καὶ συνέτριψε πᾶν ξύλον ὁρίου αὐτῶν. 67. Εἶπε, καὶ ἦλθεν ἀκρὶς, 68. Καὶ βροῦχος, οὗ οὐκ ἦν ἀριθμός. 69. Καὶ κατέφαγε πάντα χόρτον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν 70. Και κατέφαγε πάντα τὸν καρπὸν τῆς γῆς αὐτῶν, 71. Καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν 72. Απαρχήν παντὸς πόνου αὐτῶν. 73. Καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ. 74. Καὶ οὐκ ἦν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν ὁ ἀσθενῶν. 75. Εὐφράνθη Αἴγυπτος ἐν τῇ ἐξόδῳ αὐτῶν 76. Ὅτι ἐπέπεσεν ὁ φόβος αὐτῶν ἐπ' αὐτούς. 77. Διεπέτασε νεφέλην εἰς σκέπην αὐτοῖς 78. Καὶ πῦρ τοῦ φωτίσαι αὐτοῖς τὴν νύχτα, 79. Ἤτησαν, καὶ ἦλθεν όρτυγομήτρα. Τη διδαχή Διέμενον. 61. Συνεχώρησε, καὶ ἦλθε τὰ ἔθνη κατ' αὐτῶν. 62. Καὶ πληγὴ ἀνίατος ἐπὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν. 63. Εἴασεν αὐτοὺς διδαχῇ τῶν δαιμόνων πεί θεσθαι. 64. Τὸν διάβολον καταφθείροντα τὸ ἔθνος αὐτῶν. 65. Τὰς ψυχὰς αὐτῶν, ἐπειδὴ ἄκαρποι ἔμενον 66. Πάντα ἄνθρωπον τῶν φυλῶν αὐτῶν μὴ καρποφοροῦντα. 67. Τὰ ἔθνη συνεχώρησεν ἐλθεῖν πρὸς αὐτόν αύ τούς] 68. Τὸ ἔθνος τῶν Ῥωμαίων λαὸν ἐκλείποντα [λίαν ἐκλεῖπον] αὐτούς. 69, 70. Εξωλόθρευσεν ἅπαν τὸ ἔθνος αὐτῶν. 71. Καὶ ἐφόνευσε πάντα Ἰουδαῖον ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ. Αὐτὸν γὰρ τὸν λαὸν ἡ Γραφὴ πρωτότοκον έλεγε προ τερον. 72. Ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτῶν ἐφόνευσαν πᾶν τὸ πλῆθος αὐτῶν. 73. Τοὺς δὲ πιστεύσαντας αὐτῷ Ἰουδαίους ἐξήγα Ο γεν ἐκ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ χάριτι αὐτοῦ. 74. Καὶ οὐχ εὑρέθη τις τῶν πιστευσάντων Ιου δαίων ὁ πληγεὶς ἐν τῷ πολέμῳ. 75. Ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ αὐτῶν. 76. Ὅτι ἐφρουροῦντο αὐτούς. 77. Τὴν βοήθειαν αὐτοῦ ἤπλωσε τοῖς πιστεύουσι 78. Τὴν χάριν αὐτοῦ φωτίσαι τὸν κόσμον. 79. Τὰ χαρίσματα αὐτοῦ ἔδωκε τοῖς πιστοῖς Αὐτόν Εκλέχοντα. έκλιχνεύοντα, Πάντα, Ἐφοβοῦντο. Αὐτοῦ τοῖς πιστοῖς. Καὶ τὴν χάριν,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
61. Dixit, et venit ccnomyia,
62. Et ciniphes in omnibus finibus eorum.
63. Posuit pluvias eorum grandinem,
64. Ignem comburentem in terra ipsorum.
65. Et percussit vineas eorum et ficulneas eorum:
66. Et contrivit omne lignum finium eorum.
67. Dixit, et venit locusta,
68. Et bruchus, cujus non erat numerus.
69. Et comedit omne fenum in terra eorum [omnem fructum terræ eorum]:
70. Et comedit omnem fructum terræ eorum
[omne fenum in terra eorum].
71. Et percussit omue primogenitum in terra
eorum [in terra Ægypti]:
72. Primitias omnis laboris eorum.
73, Et eduxit eos in argento et auro:
74. Et non erat in tribubus eorum infirmus.
75. Letala est Ægyptus in profectione corum:
76. Quia incubuit timor eorum super eos.
77, Expandit nubem in protectionem eis:
78. Et ignem ut luceret eis per noctem,
79, Petierunt, et venit coturnix;
EXEGETICA.
61. Εἶπε, καὶ ἦλθε κυνόμυια,
62. Καὶ σκνίπες ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῶν.
65. Εθετο τάς βροχὰς αὐτῶν χάλαζαν,
64. Πῦρ καταφλέγον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν.
65. Καὶ ἐπάταξε τὰς ἀμπέλους αὐτῶν καὶ τὰς συ
κᾶς αὐτῶν·
66. Καὶ συνέτριψε πᾶν ξύλον ὁρίου αὐτῶν.
67. Εἶπε, καὶ ἦλθεν ἀκρὶς,
68. Καὶ βροῦχος, οὗ οὐκ ἦν ἀριθμός.
69. Καὶ κατέφαγε πάντα χόρτον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν·
70. Και κατέφαγε πάντα τὸν καρπὸν τῆς γῆς αὐτῶν,
71. Καὶ ἐπάταξε πᾶν πρωτότοκον ἐν τῇ γῇ αὐτῶν·
72. Απαρχήν παντὸς πόνου αὐτῶν.
73. Καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐν ἀργυρίῳ καὶ χρυσίῳ.
74. Καὶ οὐκ ἦν ἐν ταῖς φυλαῖς αὐτῶν ὁ ἀσθενῶν.
75. Εὐφράνθη Αἴγυπτος ἐν τῇ ἐξόδῳ αὐτῶν·
76. Ὅτι ἐπέπεσεν ὁ φόβος αὐτῶν ἐπ' αὐτούς.
77. Διεπέτασε νεφέλην εἰς σκέπην αὐτοῖς·
78. Καὶ πῦρ τοῦ φωτίσαι αὐτοῖς τὴν νύχτα,
79. Ἤτησαν, καὶ ἦλθεν όρτυγομήτρα.
61. Permisit, et venerunt gentes contra ipsos,
62. Et plaga insanabilis super eorum animas.
63. Reliquit eos obedire doctrine dæmonum.
64. Diabolum, qui consumpsit eorum gentem.
65. Animas eorum, quia infructiferæ manebant.
GC. Omnem hominem earum tribuum fructum
non ferentem,
67, Permisit, ut venirent gentes adversus eos.
68. Gens Romanorum valde eos numero excedens.
69, 70. Perdidit omnem eorum gentem.
71. Et occidit omnem Judæum in Jerusalem;`
Ipsum enim populum Scriptura primogenitum antea dixit.
72. Cum ipsis primoribus interfecerunt omnem
corum multitudinem.
73. Judaos autem ipsi credentes eduxit ex Je
rusalem in gratia sua,
74. Et nullus Judæorum credentium inventus est,
qui vulneratus fuerit in bello.
75. In eorum interitu.
76. Quia custodiebant eos,
77. Expandit auxilium suum credentibus:
78. Gratiam suam, ut mundum illuminaret,
79. Coelestia sua dona dedit fidelibus:
Τη διδαχή
Διέμενον.
61. Συνεχώρησε, καὶ ἦλθε τὰ ἔθνη κατ' αὐτῶν.
62. Καὶ πληγὴ ἀνίατος ἐπὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν.
63. Εἴασεν αὐτοὺς διδαχῇ τῶν δαιμόνων πείθεσθαι.
64. Τὸν διάβολον καταφθείροντα τὸ ἔθνος αὐτῶν.
65. Τὰς ψυχὰς αὐτῶν, ἐπειδὴ ἄκαρποι ἔμενον
66. Πάντα ἄνθρωπον τῶν φυλῶν αὐτῶν μὴ καρπο
φοροῦντα.
67. Τὰ ἔθνη συνεχώρησεν ἐλθεῖν πρὸς αὐτόν αύτούς]
68. Τὸ ἔθνος τῶν Ῥωμαίων λαὸν ἐκλείποντα
[λίαν ἐκλεῖπον] αὐτούς.
69, 70. Εξωλόθρευσεν ἅπαν τὸ ἔθνος αὐτῶν.
71. Καὶ ἐφόνευσε πάντα Ἰουδαῖον ἐν τῇ Ἱερουσαλήμ.
Αὐτὸν γὰρ τὸν λαὸν ἡ Γραφὴ πρωτότοκον έλεγε προτερον.
72. Ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτῶν ἐφόνευσαν πᾶν τὸ
πλῆθος αὐτῶν.
73. Τοὺς δὲ πιστεύσαντας αὐτῷ Ἰουδαίους ἐξήγαΟ γεν ἐκ τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ χάριτι αὐτοῦ.
74. Καὶ οὐχ εὑρέθη τις τῶν πιστευσάντων Ιουδαίων ὁ πληγεὶς ἐν τῷ πολέμῳ.
75. Ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ αὐτῶν.
76. Ὅτι ἐφρουροῦντο αὐτούς.
77. Τὴν βοήθειαν αὐτοῦ ἤπλωσε τοῖς πιστεύουσι
78. Τὴν χάριν αὐτοῦ φωτίσαι τὸν κόσμον.
79. Τὰ χαρίσματα αὐτοῦ ἔδωκε τοῖς πιστοῖς·
Addenda et corrigenaa ex cod. Vatic.
Αὐτόν habet etiam cod. Vat.
Εκλέχοντα. Forte legendum έκλιχνεύοντα,
Πάντα,
'Ev th.
Ἐφοβοῦντο.
Αὐτοῦ τοῖς πιστοῖς.
Καὶ τὴν χάριν, etc.
col. 1109–1110page 260 of 376
PG 27:110980. Καὶ ἄρτον' οὐρανοῦ ἐνέπλησεν αὐτούς. 81. Διέρρηξε πέτραν, καὶ ἐῤῥύησαν ὕδατα 82. Επορεύθησαν ἐν ἀνύδροις ποταμοί. 85. "Οτι εμνήσθη τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου αὐτοῦ, 84. Τοῦ πρὸς Ἀβραὰμ τὸν δοῦλον αὐτοῦ. 85. Καὶ ἐξήγαγε τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει 86. Καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐν εὐφροσύνῃ. 87. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς χώρας ἐθνῶν 88. Καὶ πόνους λαῶν κατεκληρονόμησαν. 89. Οπως ἂν φυλάξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ 90. Καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐκζητήσωσι. Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΕ". 1. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός 2. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Τις λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου; 4. Ακουστὰς ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ; 5. Μακάριοι οἱ φυλάσσοντες κρίσιν, καὶ (α) ποιοῦντες δικαιοσύνην ἐν παντὶ καιρῷ. (α) 6. Καὶ ποιοῦντες, 7. Μνήσθητι, 80. Τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ εδωκεν εἰς μετάληψιν (α). 81. Τὴν πλευρὰν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ διήνοιξε, καὶ ἐπότισε τὸν κόσμον. 82. Επορεύθησαν ἐν τοῖς ἔθνεσιν οἱ εὐαγγελισταί. 83, 84. Οὗ ἐπηγγείλατο λέγων τῷ ᾿Αβραάμ Ἐν τῇ πίστει σου ευλογηθήσονται πάντα τὰ ἔθνη. 85. Ἐκ τοῦ κόσμου τούτου τοὺς πιστοὺς αὐτοῦ ἐρω ῥύσατο. 86. Καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ ἐν χαρᾷ. 87. Τὰς αἰωνίους ἀνέπαλιν 88. Τὰς μονὰς τῶν ἁγίων. 89. 'Ατελευτήτως διαμένωσιν εἰς τὸ βάπτισμα τοῦ Θεοῦ. 90. Καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐξακριβώσαντες πληρώσουσι. Ἡ προκειμένη επιγραφή περιέχει· Αλληλούϊα, όπερ ερμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. Ἐξαγγείλατε αὐτῷ τὰς προτέρας ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ὑμῶν πράξεις, ὅτι ἀγαθός ἐστιν. 2. Καὶ ἀδιάλειπτον τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 3, 4. Τίς δυνηθῇ διηγήσασθαι μόνον τὰς εὐεργεσίας τοῦ Κυρίου, ἃς παρέχει τοῖς ἀνθρώποις, ἵνα ἀκούοντες ὑμνῶσιν αὐτόν; 5. Μακάριοι οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἔστι κρίσις, καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην, καὶ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ποιοῦντες ἀγαθόν. Εδωκεν αὐτοῖς, Αὐτοῦ Αναπαύσεις. Διαμείνωσιν. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Ὑμνοῦσιν. Ν. 5, Μακάριοι κρίσις. Ν. 6. Καὶ νυκτός, τὸ ἀγαθόν. καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην. (α) Μετάληψις,
DE TITULIS PSALMORUM. - PSAL. CV.
80. Καὶ ἄρτον' οὐρανοῦ ἐνέπλησεν αὐτούς.
81. Διέρρηξε πέτραν, καὶ ἐῤῥύησαν ὕδατα·
82. Επορεύθησαν ἐν ἀνύδροις ποταμοί.
85. "Οτι εμνήσθη τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου αὐτοῦ,
84. Τοῦ πρὸς Ἀβραὰμ τὸν δοῦλον αὐτοῦ.
85. Καὶ ἐξήγαγε τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν ἀγαλλιάσει·
86. Καὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐν εὐφροσύνῃ.
87. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς χώρας ἐθνῶν·
88. Καὶ πόνους λαῶν κατεκληρονόμησαν.
89. Οπως ἂν φυλάξωσι τὰ δικαιώματα αὐτοῦ·
90. Καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐκζητήσωσι.
Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΕ".
1. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός·
2. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
5. Τις λαλήσει τὰς δυναστείας τοῦ Κυρίου;
4. Ακουστὰς ποιήσει πάσας τὰς αἰνέσεις αὐτοῦ;
5. Μακάριοι οἱ φυλάσσοντες κρίσιν, καὶ (α) ποιοῦντες δικαιοσύνην ἐν παντὶ καιρῷ.
(α) Vers. 6. Καὶ ποιοῦντες, etc. F. 7. Μνήσθητι, etc.
80. Et pane celi saturaviteos [panem cœli dedit eis].
81. Disrupit petram, et fluxerunt aquæ:
82. Abierunt [Et abierunt] in siccis flumina.
83. Quoniam memor fuit verbi sancti sui
84. Quod habuit ad Abraham puerum suum.
85. Et eduxit populum suum in exsultatione:
86. Et electos suos in lætitia.
87. Et dedit illis regiones gentium:
88. Εt labores populorum possederunt.
89. Ut custodiant justificationes ejus:
90. Et legem ejus requirant [requirent].
Alleluia, PSAL. CV.
1. Confitemini Domino, quoniam bonus.
2. Quoniam in saeculum misericordia ejus,
3. Quis loquetur potentias Domini?
4. Auditas faciet omnes laudes ejus?
5. Beati qui custodiunt judicium, et faciunt ju»
stitiam in omni tempore.
80. Τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ εδωκεν εἰς
μετάληψιν (α).
81. Τὴν πλευρὰν τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ διήνοιξε, καὶ
ἐπότισε τὸν κόσμον.
82. Επορεύθησαν ἐν τοῖς ἔθνεσιν οἱ εὐαγγελισταί.
83, 84. Οὗ ἐπηγγείλατο λέγων τῷ ᾿Αβραάμ
Ἐν τῇ πίστει σου ευλογηθήσονται πάντα τὰ ἔθνη.
85. Ἐκ τοῦ κόσμου τούτου τοὺς πιστοὺς αὐτοῦ ἐρω
ῥύσατο.
86. Καὶ τοὺς ἁγίους αὐτοῦ ἐν χαρᾷ.
87. Τὰς αἰωνίους ἀνέπαλιν
88. Τὰς μονὰς τῶν ἁγίων.
89. 'Ατελευτήτως διαμένωσιν εἰς τὸ βάπτισμα
τοῦ Θεοῦ.
90. Καὶ τὸν νόμον αὐτοῦ ἐξακριβώσαντες πληρώ
σουσι.
80. Filium suum unigenitum dedit in parucipationem.
81, Latus Filii sui aperuit, et potum dedit
mundo.
82. Abierunt in gentes Evangelii præcones.
83, 84. Quod promiserat Abraham dicens. In
fide tua benedicentur omnes gentes *.
85. Ex hoc mundo fideles suos liberavit.
86. Et sanctos suos in gaudio.
87. Eterna refrigeria.
88. Sanctorum mansiones.
89. In sempiternum permaneant in Dei baptismo.
90. Et legem ejus accurate ac diligenter inpleant.
Ἡ προκειμένη επιγραφή περιέχει· Αλληλούϊα, όπερ ερμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν.
Titulus appositus continet: Alleluia; quod interpretatur laudate eum qui Deus est.
Ἐξαγγείλατε αὐτῷ τὰς προτέρας ἐν τῇ ἀγνοίᾳ
ὑμῶν πράξεις, ὅτι ἀγαθός ἐστιν.
2. Καὶ ἀδιάλειπτον τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
3, 4. Τίς δυνηθῇ διηγήσασθαι μόνον τὰς εὐεργε
σίας τοῦ Κυρίου, ἃς παρέχει τοῖς ἀνθρώποις, ἵνα
ἀκούοντες ὑμνῶσιν αὐτόν;
5. Μακάριοι οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἔστι κρίσις,
καὶ ποιοῦντες δικαιοσύνην, καὶ νυκτὸς καὶ ἡμέρας
ποιοῦντες ἀγαθόν.
16 Gen. XXII,
Εδωκεν αὐτοῖς, etc.
Αὐτοῦ deest.
1. Enuntiate ipsi priores vestras actiones, quas
in ignorantia commisistis, quoniam bonus est.
2. Et indefectibilis misericordia ejus.
3, 4. Quis poterit narrare solumn beneficentias
Domini, quas præbet hominibus, ut audientes laudent eum?
B. Beati credentes, quod est judicium, et facientes justitiam, et nocte ac die bonum operantes.
Addenda et corrigenda ex coa. Vatic.
N. 83, Ob, etc. N. 84, 85. 'Ex toū.
Αναπαύσεις.
Διαμείνωσιν.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Ὑμνοῦσιν.
Ν. 5, Μακάριοι usque ad κρίσις. Ν. 6. Καὶ
νυκτός, etc. τὸ ἀγαθόν. Desunt καὶ ποιοῦντες δίκαιο
σύνην.
(α) Μετάληψις, communio seu participatio Eucharistiæ. Vid. Lex. Suic.
col. 1111–1112page 261 of 376
PG 27:1111σου 6. Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ λαοῦ 7. Επίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῷ σωτηρίῳ σου. 8. Τοῦ ἰδεῖν ἐν τῇ χρηστότητι τῶν ἐκλεκτῶν σου, 9. Τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τοῦ ἔθνους σου, 10. Τοῦ ἐπαινεῖσθαι μετὰ τῆς κληρονομίας σου, 11, Ἡμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν 12. Ηνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν. 13. Οι πατέρες ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ οὐ συνῆκαν τὰ θαυμάσιά σου 14. Οὐκ ἐμνήσθησαν τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους σου 15. Καὶ παρεπίκραναν ἀναβαίνοντες ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ. 16. Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ 17. Τοῦ γνωρίσαι τὴν δυναστείαν αὐτοῦ. 18. Καὶ ἐπετίμησε τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καὶ ἐξη ράνθη 19. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν ἀβύσσω ὡς ἐν ἐρήμῳ. 20. Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἐκ χειρὸς μισοῦντος 21. Καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν. 6. Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅτι εὐδοκεῖς τοῦ ἐλα θεῖν [πρὸς] τοὺς πιστεύσοντας 7. Ἐπίσκεψαι ἡμᾶς τοὺς ἀσθενεῖς ἐν τῷ πάθει σου 8. Τοῦ δὲ ἡμᾶς ἐλεῆσαι ἐν τῇ ἀγαθότητι ήν ποιεῖν [ποιεῖς] τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ. 9. Τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ χάριτι ἦν παρέχεις Ο τοῖς ἁγίοις σου. 10. Τοῦ ἀξιωθῆναι μακαριασμοῦ τῶν εὐαρεστησάντων σοι, 11, 12. Ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν οἱ σταυρώσαντες σε ήνομήσαμεν. 13. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν σκότει ὄντες οὐ συν ῆκαν τὴν ὑπερβολὴν τῆς εὐσπλαγχνίας σου. 14. Οὐκ ἐμνήσθησαν τὸ ἀμέτρητον ἐλέους σου, ὅτι Θεὸς ὢν ἠξίωσας ἄνθρωπος γενέσθαι, καὶ ὀφθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. 15. Καὶ παρεπίκραναν σε επαιρόμενοι τῇ δια νοίᾳ ἐν τῇ αἰσχύνῃ τοῦ κόσμου. 16. Καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας αὐτῶν, ἡ καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἔσωσε διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ τὸ φιλάνθρωπον. 17. Ινα φανερώσῃ αὐτοῖς τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ. 18. Καὶ ἐπετίμησε διὰ τοῦ λόγου τῆς χάριτος αὐ τοῦ τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ κόσμου, καὶ ἐνέκρωσεν αὐτήν. 19. Καὶ τοὺς πιστεύοντας αὐτῷ ὡδήγησεν ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν φωτισμῷ ὡς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ. 20,21. Τὸ βάπτισμα τοὺς ἄρχοντας του Σα τανᾶ ἐθανάτωσεν. 4) Ἐλθεῖν, καὶ σῶσαι τοὺς πιστεύοντάς σοι. Τοῦ καὶ ἡμᾶς, ᾗ ποιεῖς τοῖς ἐκλεκτοῖς, Τοῦ μακαρισμού. Ἐν τῷ, "Αμετρον. Διανοίᾳ κατὰ σοῦ, ἐν, 20, 21, 22. Τ, Ν. 23. Πάντας γὰρ αὐτούς, εἰς
S. ATHANASII OPP. PARS
6. Memento nost, Jumine, in beneplacito poPuli tui:
7. Visita nos in salutari tuo.
8. Ad videndum in bonitate electorum tuorum,
9. Ad lætandum in lætitia gentis tuæ,
19. Ut lauderis cum hæreditate tua.
41. Peccavimus cum patribus nostris:
12. Injuste egimus, iniquitatem fecimus.
13. Patres nostri in Ægypto non intellexerunt
mirabilia tua;
14. Non fuerunt memores multitudinis misericordiæ tuæ:
15. Et irritaverunt ascendentes in mare Rubrum..
46. Et salvavit eos propter nomen suum:
17. Ut notam faceret potentiam suam,
18. Εt increpuit mare Rubrum, et exsiccatum
est.
19. Et deduxit eos in abysso sicut in deserto,
20. Et salvavit eos de manu odientis [odientium]:
31. Et redemit eos de manu inimicorum.
σου
III. EXEGETICA.
6. Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ τοῦ λαοῦ
7. Επίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῷ σωτηρίῳ σου.
8. Τοῦ ἰδεῖν ἐν τῇ χρηστότητι τῶν ἐκλεκτῶν σου,
9. Τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ εὐφροσύνῃ τοῦ ἔθνους σου,
10. Τοῦ ἐπαινεῖσθαι μετὰ τῆς κληρονομίας σου,
11, Ἡμάρτομεν μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν·
12. Ηνομήσαμεν, ἠδικήσαμεν.
13. Οι πατέρες ἡμῶν ἐν Αἰγύπτῳ οὐ συνῆκαν τὰ
θαυμάσιά σου·
14. Οὐκ ἐμνήσθησαν τοῦ πλήθους τοῦ ἐλέους σου
15. Καὶ παρεπίκραναν ἀναβαίνοντες ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ
θαλάσσῃ.
16. Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ·
17. Τοῦ γνωρίσαι τὴν δυναστείαν αὐτοῦ.
18. Καὶ ἐπετίμησε τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καὶ ἐξηράνθη·
19. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐν ἀβύσσω ὡς ἐν ἐρήμῳ.
20. Καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἐκ χειρὸς μισοῦντος·
21. Καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν.
6. Memento nostri, Domine, quoniam tibi placuit ut venires ad eos qui credituri erant,
7. Visita nos infirmos in passione tua,
8. Ad faciendam misericordiam nobiscum in honitate, quam facis erga Dei electos.
9. Ad lætandum in gratia, quam præbes sanctis
tuis.
10. Ut digni efficiamur beatitudine eorum, qui
þeneplacent tibi.
11, 12. Nus et patres nostri crucifigentes te inique egimus.
13. Patres nostri, cum in tenebris essent, non
intellexerunt magnitudinem misericordiæ tuæ.
14. Non recordati sunt immensitatis misericordiæ tuæ, qui cum Deus esses, dignatus es hominem
fieri, et manifestari hominibus,
15. Et mente elati irritaverunt te mundana turpitadine.
16. Et eorum infirinos, aut a diabolo possessos
salvavit propter benignitatem nominis sui.
17. Ut ostenderet ipsis suam potentiam.
18. Et increpuit verbo gratiæ suæ peccatum
mundi, et mortificavit illud.
19. Et credentes ei deduxit in baptismo, in illuminatione ut filios Israel in eremo.
20, 21. Baptismus principes Satanæ mortificavit.
6. Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅτι εὐδοκεῖς τοῦ ἐλα
θεῖν [πρὸς] τοὺς πιστεύσοντας
7. Ἐπίσκεψαι ἡμᾶς τοὺς ἀσθενεῖς ἐν τῷ πάθει σου
8. Τοῦ δὲ ἡμᾶς ἐλεῆσαι ἐν τῇ ἀγαθότητι ήν
ποιεῖν [ποιεῖς] τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ Θεοῦ.
9. Τοῦ εὐφρανθῆναι ἐν τῇ χάριτι ἦν παρέχεις
Ο τοῖς ἁγίοις σου.
10. Τοῦ ἀξιωθῆναι μακαριασμοῦ τῶν εὐαρε
στησάντων σοι,
11, 12. Ἡμεῖς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν οἱ σταυρώσαν
τές σε ήνομήσαμεν.
13. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν σκότει ὄντες οὐ συνῆκαν τὴν ὑπερβολὴν τῆς εὐσπλαγχνίας σου.
14. Οὐκ ἐμνήσθησαν τὸ ἀμέτρητον ἐλέους σου,
ὅτι Θεὸς ὢν ἠξίωσας ἄνθρωπος γενέσθαι, καὶ ὀφθῆναι
τοῖς ἀνθρώποις.
15. Καὶ παρεπίκραναν σε επαιρόμενοι τῇ δια
νοίᾳ ἐν τῇ αἰσχύνῃ τοῦ κόσμου.
16. Καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας αὐτῶν, ἡ καταδυνα -
στευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἔσωσε διὰ τὸ ὄνομα
αὐτοῦ τὸ φιλάνθρωπον.
17. Ινα φανερώσῃ αὐτοῖς τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ.
18. Καὶ ἐπετίμησε διὰ τοῦ λόγου τῆς χάριτος αὐ
τοῦ τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ κόσμου, καὶ ἐνέκρωσεν αὐτήν.
19. Καὶ τοὺς πιστεύοντας αὐτῷ ὡδήγησεν ἐν τῷ
βαπτίσματι, ἐν φωτισμῷ ὡς τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐν
τῇ ἐρήμῳ.
20,21. Τὸ βάπτισμα τοὺς ἄρχοντας του Σα
τανᾶ ἐθανάτωσεν.
Addenda et corrigenda
4) Ἐλθεῖν, καὶ σῶσαι τοὺς πιστεύοντάς σοι.
Τοῦ καὶ ἡμᾶς, etc. ᾗ ποιεῖς τοῖς ἐκλεκτοῖς, etc.
*H.
Τοῦ μακαρισμού.
Ἐν τῷ, etc.
ex cod. Vatic.
"Αμετρον.
Διανοίᾳ κατὰ σοῦ, ἐν, etc.
N. 20, 21, 22. Τ6, etc. Ν. 23. Πάντας γὰρ
αὐτούς, εἰς
col. 1113–1114page 262 of 376
PG 27:111322. Εκάλυψεν ὕδωρ τοὺς θλίβοντας αὐτούς 23. Εἷς ἐξ αὐτῶν οὐχ ὑπελείφθη. 24. Καὶ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ. 25. Καὶ ἦσαν τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ. 26. Ἐτάχυναν, ἐπελάθοντο τῶν ἔργων αὐτοῦ 27. Οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν αὐτοῦ. 28. Καὶ ἐπεθύμησαν ἐπιθυμίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ 29. Καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ἀνύδρῳ. 50. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν 31. Εξαπέστειλε πλησμονὴν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν. 52. Καὶ παρώργισαν τὸν Μωϋσῆν ἐν τῇ παρεμβολῇ, 33. Τὸν (α) 'Ααρὼν τὸν ἅγιον Κυρίου. 34. Ηνοίχθη ἡ γῆ, καὶ κατέπιε Δαθάν 35. Καὶ ἐκάλυψεν ἐπὶ τὴν συναγωγὴν ᾿Αβειρών. 36. Καὶ ἐξεκαύθη πῦρ ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν 37. Φλόξ κατέφλεξεν ἁμαρτωλούς, (α) Τόν 22, 23. Πάντας γὰρ συνέτριψεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος. 24. Οἱ βαπτισθέντες ἐπίστευσαν τοῖς ῥηθεῖσι παρ' αὐτοῦ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις περὶ τῆς ἀποκειμένης βα σιλείας τῶν οὐρανῶν. 25. Καὶ ἐδόξασαν αὐτόν. 26. Ο λαὸς τῶν Ἰουδαίων 27. Οὐ διέμειναν ἐν τῷ νόμῳ καὶ ταῖς φωναῖς τῶν προφητῶν. 28. Καὶ μᾶλλον ἠγάπησαν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ κόσμου τούτου. 29. Καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτ τῶν ταῖς μὴ ἐχούσαις χάριν Θεοῦ, λέγοντες αὐτῷ Σημεῖον θέλομεν ἰδεῖν ἀπὸ σου. 30. "Οπερ ἠθέλησαν. 51. Ἐκ τῶν πέντε ἄρτων, καὶ πάλιν ἐκ τῶν ἑπτὰ ἐχόρτασεν αὐτούς. 2, 53. Καὶ ἐπέμειναν παροργίζοντες τὸν Υἱὸν ἐν τῷ κόσμῳ. Μωϋσῆς γὰρ ἑρμηνεύεται ανά ληψις, ὅπερ ἐστὶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀνελήφθη γάρ. Ααρών ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμεως· τὸν οὖν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ λέγει, τὸν κατὰ φύσιν ἅγιον. 34. Ηνοίχθη ἡ ψυχὴ τῶν ἀπειθούντων τῷ Κυρίῳ, καὶ ἔλαβεν ἑαυτοὺς τὴν ἁμαρτίαν [ἡ ἁμαρτία] αὐτῶν Δαθὰν γὰρ κρίσις δεδομένη ερμηνεύεται 35. Αβειρών έρμηνεύεται πατέρων ὑψηλῶν. Ἐκάλυψεν οὖν ἡ ἁμαρτία τὴν συναγωγὴν τὸ μὲν πρῶτον τῶν Πατέρων τῶν ἁγίων, [δεύτερον δὲ ] τῶν ἀρχόντων τῶν τετυφλωμένων. 36. Καὶ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν. 37. Καὶ ἀνομία κατηνάλωσεν αὐτούς. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὅπερ, Πέντε γάρ. Ν. 32. Καὶ ἐ. π. τ. Υί. τοῦ Θεοῦ ἀνελήφθη γάρ. Ν. 33. 'Ααρών έ. δ. δυνατόν, Ελαβον εφ' ἑαυτούς την αμαρτίαν αὐτῶν. Δαθὰν γὰρ ἑρμηνεύεται κρίσις δεδομένη. Τὸ δὲ δεύτερον βούλεται ἡ ἑρμηνεία τῶν ἀρ χόντων,
22. Εκάλυψεν ὕδωρ τοὺς θλίβοντας αὐτούς·
23. Εἷς ἐξ αὐτῶν οὐχ ὑπελείφθη.
24. Καὶ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ.
25. Καὶ ἦσαν τὴν αἴνεσιν αὐτοῦ.
26. Ἐτάχυναν, ἐπελάθοντο τῶν ἔργων αὐτοῦ·
27. Οὐχ ὑπέμειναν τὴν βουλὴν αὐτοῦ.
28. Καὶ ἐπεθύμησαν ἐπιθυμίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ·
29. Καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ἀνύδρῳ.
50. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν·
31. Εξαπέστειλε πλησμονὴν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν.
52. Καὶ παρώργισαν τὸν Μωϋσῆν ἐν τῇ παρεμβολῇ,
33. Τὸν (α) 'Ααρὼν τὸν ἅγιον Κυρίου.
34. Ηνοίχθη ἡ γῆ, καὶ κατέπιε Δαθάν·
35. Καὶ ἐκάλυψεν ἐπὶ τὴν συναγωγὴν ᾿Αβειρών.
36. Καὶ ἐξεκαύθη πῦρ ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν·
37. Φλόξ κατέφλεξεν ἁμαρτωλούς,
(α) Τόν deest.
PSAL. CV.
22. Operuit aqua tribulantes eos:
23. Unus ex eis non remansit.
24. Et crediderunt verbo ejus [verbis]:
25. Et cecinerunt laudem [laudaverunt laudem]
ejus.
26. Cito fecerunt, obliti sunt operum ejus:
27. Et non sustinuerunt consilium ejus,
28. Εt concupierunt concupiscentiam in deserto:
29. Et tentaverunt Deum in inaquoso,
30. Et dedit eis petitionem ipsorum:
31. Misit saturitatem in animas eorum,
32. Et irritaverunt Moysen in castris,
33. Aaron sanctum Domini.
34. Aperta est terra, et deglutivit Dathan:
35. Et operuit super congregationem Abiron,
36. Et exarsit ignis in synagoga eorum.
37. Flamma combussit peccatores.
22, 23. Πάντας γὰρ συνέτριψεν ἐπὶ τοῦ ὕδατος.
24. Οἱ βαπτισθέντες ἐπίστευσαν τοῖς ῥηθεῖσι παρ'
αὐτοῦ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις περὶ τῆς ἀποκειμένης βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
25. Καὶ ἐδόξασαν αὐτόν.
26. Ο λαὸς τῶν Ἰουδαίων
27. Οὐ διέμειναν ἐν τῷ νόμῳ καὶ ταῖς φωναῖς τῶν
προφητῶν.
28. Καὶ μᾶλλον ἠγάπησαν τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ
κόσμου τούτου.
29. Καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτ
τῶν ταῖς μὴ ἐχούσαις χάριν Θεοῦ, λέγοντες αὐτῷ·
Σημεῖον θέλομεν ἰδεῖν ἀπὸ σου.
30. "Οπερ ἠθέλησαν.
51. Ἐκ τῶν πέντε ἄρτων, καὶ πάλιν ἐκ τῶν
ἑπτὰ ἐχόρτασεν αὐτούς.
2, 53. Καὶ ἐπέμειναν παροργίζοντες τὸν
Υἱὸν ἐν τῷ κόσμῳ. Μωϋσῆς γὰρ ἑρμηνεύεται ανά
ληψις, ὅπερ ἐστὶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀνελήφθη γάρ.
Ααρών ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμεως· τὸν οὖν Υἱὸν
τοῦ Θεοῦ λέγει, τὸν κατὰ φύσιν ἅγιον.
34. Ηνοίχθη ἡ ψυχὴ τῶν ἀπειθούντων τῷ Κυρίῳ,
καὶ ἔλαβεν ἑαυτοὺς τὴν ἁμαρτίαν [ἡ ἁμαρτία] αὐτῶν·
Δαθὰν γὰρ κρίσις δεδομένη ερμηνεύεται
35. Αβειρών έρμηνεύεται πατέρων ὑψηλῶν.
Ἐκάλυψεν οὖν ἡ ἁμαρτία τὴν συναγωγὴν τὸ μὲν
πρῶτον τῶν Πατέρων τῶν ἁγίων, [δεύτερον δὲ ]
τῶν ἀρχόντων τῶν τετυφλωμένων.
36. Καὶ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.
37. Καὶ ἀνομία κατηνάλωσεν αὐτούς.
22, 23. Omnes enim contrivit in aqua.
24. Baptizati autem crediderunt ea quæ dicta
sunt in Evangeliis de regno calorum, quod eis re
positum est.
25. Et glorificaverunt eum.
26. Populus Judæorum.
27. Non permanserunt in lege et dictis prophetarum.
28. Et magis dilexerunt mundi hujus oblectationem.
29. Et tentaverunt Deum in cordibus eorum
gratiam Dei non habentibus, dicentes ipsi: Volumus a te signum videre ***.
30. Quod voluerunt.
31. Quinque panibus, et rursus septem satiavit
eos 37
32, 33. Et perseveraverunt irritantes Filium in
mundo. Moyses enim interpretatur assumptio, quod
convenit Dei Filio, qui assumptus est. Aaron interpretatur mons virtutis: itaque significat Dei Fılium, qui secundum naturam sanctus est.
34. Aperta est anima non obtemperantium Demino, et peccatum eorum suscepit ipsos; nam Dathan judicium datum interpretatur.
35. Abiron interpretatur paler excelsus. Peccatum igitur cooperuit synagogam antea Patruin
sanctorum, et deinde principum eorum, qui exc
cali sunt.
36. Et abundavit peccatum in corde eorum.
37. Et iniquitas consumpsit eos
*** Matth. x1, 32. 27 Matth. xiv, 16; xv, 34; Marc. vi, 38; viii, 4; Joan. vi. 10,
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς ὅπερ, etc.
Πέντε γάρ.
Ν. 32. Καὶ ἐ. π. τ. Υί. τοῦ Θεοῦ usque ad
ἀνελήφθη γάρ. Ν. 33. 'Ααρών έ. δ. δυνατόν, etc,
Ελαβον εφ' ἑαυτούς την αμαρτίαν αὐτῶν.
Δαθὰν γὰρ ἑρμηνεύεται κρίσις δεδομένη.
Τὸ δὲ δεύτερον βούλεται ἡ ἑρμηνεία τῶν ἀρ
χόντων, etc.
col. 1115–1116page 263 of 376
PG 27:1115(α) 38. Καὶ ἐποίησαν μόσχον εν Χωρήβ. 59. Καὶ προσεκύνησαν τῷ γλυπτῷ. 40. Καὶ ἠλλάξαντο τὴν δόξαν αὐτοῦ 41. Ἐν ὁμοιώματι μόσχου ἐσθίοντος χόρτον. 42. Καὶ (α) ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ τοῦ σώζοντος αὐ τους 45. Τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ, 44. Θαυμάσια ἐν γῇ Χάμ, 45. Φοβερὰ ἐπὶ θαλάσσης Ερυθράς. 46. Καὶ εἶπε τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς 47. Εἰ μὴ Μωϋσῆς ὁ ἐκλεκτὸς αὐτοῦ 48. Ἔστη ἐν τῇ θραύσει ἐνώπιον αὐτοῦ, 49. Τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ, τοῦ μὴ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς. 50. Καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν 51. Οὐκ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ. 52. Καὶ ἐγόγγυσαν [ἐγόγγυζον] ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν 38. Καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς ἀσύνετον καρδίαν ἐν τῇ πηρώσει τῆς διανοίας αὐτῶν. Χωρήβ γὰρ ἑρμηνεύεται ξηρασμός, ὅπερ ἐστὶ πήρωσις. 59. Καὶ ἐδουλώθησαν τῇ ἁμαρτία. 40. Καὶ τὴν δόξαν τῆς συνέσεως, ἧς ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς, μετέβαλον εἰς ἀδόκιμον νοῦν. 41. Καὶ ὡμοιώθησαν κτήνει ἀσυνέτῳ, καὶ ὥσπερ ἐκεῖνα χόρτον ἐσθίει τὸν εἰς τὸ πῦρ βαλλόμενον, οὐ τως καὶ οὗτοι τὴν ἁμαρτίαν μεταλαμβάνουσι τὴν εἰς καῦσιν βαλλομένην. 42. Καὶ ἐπελάθοντο τοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου. 45. Τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν τῷ σκότει τοῦ κόσμου. Αίγυπτος γὰρ σκότος ἑρμηνεύεται 4. Ἐν τῇ συναγωγῇ τῶν Ἰουδαίων. Χαμ γὰρ τολμηρὸς ἑρμηνεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ λαὸς τῶν Ἰου δαίων. 45. Φοβερὰ ἐν τῷ κόσμῳ τῆς ἀνομίας 46. Καὶ εἶπεν ὁ Πατὴρ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς. 47, 48. Εἰ μὴ ὁ Υἱὸς αὐτοῦ ἔστη ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ λέγων· Πάτερ, άφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἱ δασι τι ποιοῦσιν. 49. Όπως ἀποστρέψῃ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τοῦ μὴ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς. Μωϋσῆς γὰρ ἀνάληψις ἑρμη νεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς· ἀνελήφθη γάρ. 50. Τὴν Θεοτόκον Μαρίαν ὀνειδίζοντες, τῷ Κυρίῳ περὶ αὐτῆς καὶ λέγοντες· Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ γεγεννήμεθα. 51. Οὐκ ἐπίστευσαν, ὅτι ὁ Υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ. 52. Ἐγόγγυζον καθ' ἑαυτοὺς λέγοντες· Οὐχοὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός; Ν. 40. Καὶ τήν Ν. 41. Καὶ ὥσπερ, ἀσυνέτῳ. Ἑρμηνεύεται σκότωσις. Εστη που
S. ATHANASHI OPP. PARS III.
38. Et fecerunt vitulum in Choreb:
59. Et adoraverunt sculptile.
40. Et mutaverunt gloriam suam
41. In similitudinem vituli comedentis fenum.
42. Et obliti sunt Deum, qui salvavit eos:
43. Qui fecit magnalia in Ægypto,
44. Mirabilia in terra Cham,
43. Terribilia in mari Rubro.
46. Et dixit ut disperderet eos:
47. Si non Moyses electus ejus
48. Stetisset in confractione in conspectu ejus,
49. Ut averteret iram ejus, ne disperderet eos.
50. Et pro nihilo habuerunt terram desiderabilem:
51. Non crediderunt verbo ejus.
52. Et murmuraverunt [murmurabant] in tabernaculis suis:
(α) Kal deest.
EXEGETICA.
38. Καὶ ἐποίησαν μόσχον εν Χωρήβ.
59. Καὶ προσεκύνησαν τῷ γλυπτῷ.
40. Καὶ ἠλλάξαντο τὴν δόξαν αὐτοῦ
41. Ἐν ὁμοιώματι μόσχου ἐσθίοντος χόρτον.
42. Καὶ (α) ἐπελάθοντο τοῦ Θεοῦ τοῦ σώζοντος αὐ
τους
45. Τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν Αἰγύπτῳ,
44. Θαυμάσια ἐν γῇ Χάμ,
45. Φοβερὰ ἐπὶ θαλάσσης Ερυθράς.
46. Καὶ εἶπε τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς·
47. Εἰ μὴ Μωϋσῆς ὁ ἐκλεκτὸς αὐτοῦ
48. Ἔστη ἐν τῇ θραύσει ἐνώπιον αὐτοῦ,
49. Τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμὸν αὐτοῦ, τοῦ μὴ
ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς.
50. Καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν·
51. Οὐκ ἐπίστευσαν τῷ λόγῳ αὐτοῦ.
52. Καὶ ἐγόγγυσαν [ἐγόγγυζον] ἐν τοῖς σκηνώμα
σιν αὐτῶν·
Vers. 48 omissus est ab antiquo scriptore.
38. Et fecerunt sibi ipsis cor insipiens in mentis
suæ obcæcatione. Choreb enim interpretatur exsiccalio, qualis est cæcitas.
39. Et in servitutem redacti sunt a peccato.
40. Et gloriam intellectus, quem dedit eis Deus,
transmutaverunt in mentem reprobam.
41. Et assimilati sunt jumento insipienti, et
quemadmodum illud fenum edit, quod in ignem
mittitur, ita et isti peccatum suscipiunt, quod in
combustionem projicitur.
42. Et obliti sunt Salvatorem mundi.
43. Qui magna fecit in tenebris mundi; Ægyptus enim tenebra interpretatur.
44. In synagoga Judæorum. Cham enim audax
interpretatur, qualis est Judæorum populus.
45. Terribilia in muudo iniquitatis.
46. Et dixit Pater,ut disperderet eos.
47, 48. Nisi Filius ejus stelisset in cruce diceus: Pater, dimitte illis, non enim sciunt quid faciunt 28.
49. Ut averteret iram ejus, ne disperderet eos.
Moyses enim assumptio interpretatur, quod couvenit Domino nostro Jesu, qui assumptus est.
50. Deiparam Mariam injuriis afficientes, et Domino de ipsa dicentes: Nos ex fornicatione nati
ron sumus 30.
51. Non crediderunt, quod Filius Dei esset.
52. Murmuraverunt in se ipsis dicentes: Nonne
hic est fabri filius *?
38. Καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς ἀσύνετον καρδίαν ἐν τῇ
πηρώσει τῆς διανοίας αὐτῶν. Χωρήβ γὰρ ερμηνεύε
ται ξηρασμός, ὅπερ ἐστὶ πήρωσις.
59. Καὶ ἐδουλώθησαν τῇ ἁμαρτία.
40. Καὶ τὴν δόξαν τῆς συνέσεως, ἧς ἔδωκεν
αὐτοῖς ὁ Θεὸς, μετέβαλον εἰς ἀδόκιμον νοῦν.
41. Καὶ ὡμοιώθησαν κτήνει ἀσυνέτῳ, καὶ ὥσπερ
ἐκεῖνα χόρτον ἐσθίει τὸν εἰς τὸ πῦρ βαλλόμενον, οὐτως καὶ οὗτοι τὴν ἁμαρτίαν μεταλαμβάνουσι τὴν εἰς
καῦσιν βαλλομένην.
42. Καὶ ἐπελάθοντο τοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου.
45. Τοῦ ποιήσαντος μεγάλα ἐν τῷ σκότει τοῦ
κόσμου. Αίγυπτος γὰρ σκότος ἑρμηνεύεται
4. Ἐν τῇ συναγωγῇ τῶν Ἰουδαίων. Χαμ γὰρ
τολμηρὸς ἑρμηνεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ λαὸς τῶν Ἰου
δαίων.
45. Φοβερὰ ἐν τῷ κόσμῳ τῆς ἀνομίας
46. Καὶ εἶπεν ὁ Πατὴρ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς.
47, 48. Εἰ μὴ ὁ Υἱὸς αὐτοῦ ἔστη ἐπὶ τοῦ
Σταυροῦ λέγων· Πάτερ, άφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἱ
δασι τι ποιοῦσιν.
49. Όπως ἀποστρέψῃ τὸν θυμὸν αὐτοῦ τοῦ μὴ
ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς. Μωϋσῆς γὰρ ἀνάληψις ἑρμη
νεύεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς· ἀνελήφθη
γάρ.
50. Τὴν Θεοτόκον Μαρίαν ὀνειδίζοντες, τῷ Κυρίῳ
περὶ αὐτῆς καὶ λέγοντες· Ἡμεῖς ἐκ πορνείας οὐ
γεγεννήμεθα.
51. Οὐκ ἐπίστευσαν, ὅτι ὁ Υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ.
52. Ἐγόγγυζον καθ' ἑαυτοὺς λέγοντες· Οὐχοὗτός
ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός;
* Luc. xxiii, 34. s Joan. vult, 41. ** Matth. XIII, 55; Joan. vi, 42.
Ν. 40. Καὶ τήν
Ν. 41. Καὶ ὥσπερ, etc.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
etc., usque ad ἀσυνέτῳ.
Ἑρμηνεύεται σκότωσις.
Εστη που legitur.
col. 1117–1118page 264 of 376
PG 27:111755. Οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου. 54. Καὶ ἐπῆρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ' αὐτοὺς, 55. Τοῦ καταβαλεῖν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ. 56. Καὶ τοῦ καταβαλεῖν τὸ σπέρμα αὐτῶν ἐν τοῖς έθνεσι. 57. Καὶ διασκορπίσαι αὐτοὺς ἐν ταῖς χώραις. 58. Καὶ ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγώρ 59. Καὶ ἔφαγον θυσίας νεκρῶν. 60. Καὶ παρώξυναν αὐτὸν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν 61. Καὶ ἐπληθύνθη ἐν αὐτοῖς ἡ πτῶσις. 63. Καὶ ἐκόπασεν ἡ θραύσις. 62. Καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο 64. Καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, 65. Εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἕως τοῦ αἰῶνος. 66. Καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας 67. Καὶ ἐκακώθη Μωϋσῆς δι' αὐτούς. 68. Οτι παρεπίκραναν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ 69. Καὶ διέστειλεν ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ. 55. Ουκ εισήκουσαν τῆς μαρτυρίας τοῦ Πατρὸς ἀπ᾿ οὐρανῶν βοώσης Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. 54. Καὶ ὠργίσθη αὐτούς 55. Τοῦ συναπολέσθαι αὐτοὺς τῇ ἁμαρτία. 56. Καὶ τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς τῇ τῶν ἐθνῶν ἀνα στροφή. 57. Καὶ ἀποστρέψαι αὐτοὺς ἐν ταῖς τοῦ βίου ἐπάταις. 58. Καὶ ἐλάτρευσαν τῷ διαβόλῳ διὰ τῆς ἀνομίας Βεελφεγώρ γὰρ ἑρμηνεύεται εἶδος ἀσχημοσύνης, καὶ δαιμοχαιρῶν. 59. Καὶ μετέλαβον τὰς ἐπιθυμίας τὰς νεκρούσας τὴν ψυχὴν αὐτῶν. 60. Ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν. 61. Καὶ τὸ πλῆθος αὐτῶν συνέπεσε τῇ ἁμαρτίᾳ. 62. Καὶ Στέφανος πάλιν προσηύξατο περὶ αὐτῶν λιθαζόμενος λέγων· Κύριε, μὴ θήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. Φινεές γὰρ ἑρμηνεύεται στόμα αὐτοῦ σιγῶν· τοῦτο γὰρ εἰπὼν ἐκοιμήθη. 63. Καὶ ἐπαύσατο ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. 64, 65. Καὶ ἐλογίσθη τῷ Στεφάνῳ εἰς δικαιοσύνην. 66. Καὶ παρώργισαν τὸν Κύριον μὴ πιστεῦσαι τῷ βαπτίσματι αὐτοῦ. 67. Καὶ ἠσθένησεν ὁ νόμος δι' αὐτούς. 68. "Οτι παρώργισε τὸν λαλήσαντα δι' αὐτοῦ 69. Οὐκ ἔτι ἐλάλει αὐτοῖς ὁ νόμος. Ει Βοῶντος, ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα. Επ' αὐτούς. Συναπολέσαι. Απορρίψαι. Πιστεύσαντες. Παρώργισαν τ. λ. ἐν αὐτῷ.
PSAL. CV.
55. Οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς Κυρίου.
54. Καὶ ἐπῆρε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ' αὐτοὺς,
55. Τοῦ καταβαλεῖν αὐτοὺς ἐν τῇ ἐρήμῳ.
53. Non exaudierunt vocem Domini.
56. Καὶ τοῦ καταβαλεῖν τὸ σπέρμα αὐτῶν ἐν τοῖς
έθνεσι.
57. Καὶ διασκορπίσαι αὐτοὺς ἐν ταῖς χώραις.
58. Καὶ ἐτελέσθησαν τῷ Βεελφεγώρ
59. Καὶ ἔφαγον θυσίας νεκρῶν.
60. Καὶ παρώξυναν αὐτὸν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν
αὐτῶν·
61. Καὶ ἐπληθύνθη ἐν αὐτοῖς ἡ πτῶσις.
63. Καὶ ἐκόπασεν ἡ θραύσις.
62. Καὶ ἔστη Φινεὲς καὶ ἐξιλάσατο·
64. Καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην,
65. Εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἕως τοῦ αἰῶνος.
66. Καὶ παρώργισαν αὐτὸν ἐπὶ ὕδατος ἀντιλογίας
67. Καὶ ἐκακώθη Μωϋσῆς δι' αὐτούς.
68. Οτι παρεπίκραναν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ·
69. Καὶ διέστειλεν ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ.
54. Et elevavit manum suam super eos,
55. Ut prosterneret eos in deserto.
56. Et ut dejiceret semen eorum in nationibus:
57. Et dispergeret eos in regionibus.
58. Et initiati sunt Beelphegor:
59. Et comederunt sacrificia mortuorum.
60. Et irritaverunt eum in adinventionibus
suis:
61. Et multiplicata est in eis ruina.
62. Et stetit Phinees et placavit:
63. Et cessavit quassatio.
64. Et reputatum est ei in justitiam,
65. In generationem et generationem usque ir
sempiternum.
66. Et irritaverunt eum ad aquam cóntradictionis:
67. Et vexatus est Moyses propter eos.
68. Quia exacerbaverunt spiritum ejus:
69. Et distinxit in labiis suis.
55. Ουκ εισήκουσαν τῆς μαρτυρίας τοῦ Πατρὸς
ἀπ᾿ οὐρανῶν βοώσης Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου
ὁ ἀγαπητός.
54. Καὶ ὠργίσθη αὐτούς
55. Τοῦ συναπολέσθαι αὐτοὺς τῇ ἁμαρτία.
56. Καὶ τοῦ παραδοῦναι αὐτοὺς τῇ τῶν ἐθνῶν ἀναστροφή.
57. Καὶ ἀποστρέψαι αὐτοὺς ἐν ταῖς τοῦ βίου
ἐπάταις.
58. Καὶ ἐλάτρευσαν τῷ διαβόλῳ διὰ τῆς ἀνομίας·
Βεελφεγώρ γὰρ ἑρμηνεύεται εἶδος ἀσχημοσύνης,
καὶ δαιμοχαιρῶν.
59. Καὶ μετέλαβον τὰς ἐπιθυμίας τὰς νεκρούσας
τὴν ψυχὴν αὐτῶν.
60. Ἐν ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῶν.
61. Καὶ τὸ πλῆθος αὐτῶν συνέπεσε τῇ ἁμαρτίᾳ.
62. Καὶ Στέφανος πάλιν προσηύξατο περὶ αὐτῶν
λιθαζόμενος λέγων· Κύριε, μὴ θήσῃς αὐτοῖς τὴν
ἁμαρτίαν ταύτην. Φινεές γὰρ ἑρμηνεύεται στόμα
αὐτοῦ σιγῶν· τοῦτο γὰρ εἰπὼν ἐκοιμήθη.
63. Καὶ ἐπαύσατο ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.
64, 65. Καὶ ἐλογίσθη τῷ Στεφάνῳ εἰς δικαιοσύνην.
66. Καὶ παρώργισαν τὸν Κύριον μὴ πιστεῦσαι
τῷ βαπτίσματι αὐτοῦ.
67. Καὶ ἠσθένησεν ὁ νόμος δι' αὐτούς.
68. "Οτι παρώργισε τὸν λαλήσαντα δι' αὐτοῦ
69. Οὐκ ἔτι ἐλάλει αὐτοῖς ὁ νόμος.
*ª Matth. xv11, 5. ** Act. vil, 59.
53. Non exaudierunt Patris testimonium e cœlis
clamans: Hic est Filius meus dilectus 8.
54. Et iratus est eis.
55. Ut ipsos perderet cum peccato.
56. Ει ut traderet eos gentium subversioni.
57. Et averteret eos in deceptiones vitæ.
58. Et coluerunt diabolum per iniquitatem: Beelphegor enim interpretatur species deformitatis, et
demonem amans.
59. Et acceperunt concupiscentias occidentes
eorum animam.
60. In peccatis eorum.
61. Et multitudo eorum concidit peccato.
62. Et rursus Stephanus cum lapidaretur oravit
pro eis dicens: Domine, ne statuas illis hoc peccatum. Phinees enim interpretatur os ejus silens
hoc enim dicens obdormivit.
63. Et cessavit ira Dei.
64, 65. Et reputatum est Stephano in justitiam.
66. Et irritaverunt Dominum ejus baptismo non
credendo.
67. Et lex infirmata est propter eos.
68. Quia irritaverunt loquentem per eun.
69. Non amplius eis loquebatur lex.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic
Βοῶντος, etc., ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα.
Επ' αὐτούς.
Συναπολέσαι.
Απορρίψαι.
Πιστεύσαντες.
Παρώργισαν τ. λ. ἐν αὐτῷ.
col. 1119–1120page 265 of 376
PG 27:1119Ει 70. Οὐκ ἐξωλόθρευσαν τὰ ἔθνη, ἃ εἶπε Κύριος αὐτοῖς 71. Καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι 72. Καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν. 73. Καὶ ἐδούλευσαν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν [ 74. Καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς εἰς σκάνδαλον. 75. Καὶ ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγα τέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις. 76. Καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῶον, 77. Αἷμα υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων, 78. ἂν ἔθυσαν τοῖς γλυπτοῖς Χαναάν. 79. Καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι [αὐτῶν] 80. Καὶ ἐμιάνθη [ἡ γῆ] ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν 81. Και επορνευσαν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν. 82. Καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ 83. Καὶ ἐβδελύξατο τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. 84. Καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς γεῖσας ἐνθοῶν 85. Καὶ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ μισοῦντες αὐτούς. 86. Καὶ ἔθλιψαν αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν 87. Καὶ ἐταπεινώθησαν ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν. Αὐταῖς. Προσκυνῶν ἀνομίαν. 70. Οὐκ ἀπέρριψαν τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας, ἃς εἶπεν αὐτοῖς Κύριος. 71. Καὶ ἐκολλήθησαν τοῖς δαίμοσι. 72. Καὶ ἔμαθον τὰς διδαχὰς αὐτῶν. 73. Ταῖς ἀνομίαις. 74. Καὶ ἐπαγιδεύθησαν ἐν αὐτοῖς 75. Τὰ σώματα καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐθανάτωσαν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ. 76-78. Καὶ κατήσχυναν τὸ γένος αὐτῶν τὸ ἐκλεκτὸν δουλώσαντες τὰς ψυχὰς, καὶ τὰ σώματα αὐτῶν, δι' ὧν ἐπετέλουν τὴν ἀνομίαν. Χαναὰν γὰρ ἑρμηνεύεται προσκύνησις ἀνομίας 79, 80. Καὶ ἐνεκρώθη ὅλη ἡ συναγωγὴ τῶν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἁμαρτίαις. 81. Κολληθέντες τοῖς δαίμοσι, καὶ ἀποστάντες τοῦ Θεοῦ. 82. Καὶ ὠργίσθη ἐπὶ τὸν πρότερον λαὸν αὐτοῦ. 83. Αὐτοὺς τοὺς Ἰουδαίους. 84. Συνεχώρησεν αὐτοὺς καταδυναστεύεσθαι ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 85. Οι δαίμονες. 86. Κατεδουλώσαντο αὐτοὺς αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις. 87. Καὶ ὑπετάγησαν ὑπὸ τὰς ἐξουσίας τῶν ἀκα θάρτων πνευμάτων. Ν. 79. Καί, ἁμαρτίαις αὐτῶν. Ν. 80, 81. Κολληθέντες, ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.
S. ATHANASII OPP. PARS III. EXEGETICA.
70. Non disperdiderunt gentes, quas dixit Dominus illis:
71. Et commisti sunt inter gentes:
72. Et didicerunt opera eorum.
73. Et servierunt sculptilibus eorum:
74. Et factum est illis in scandalum.
75. Et immolaverunt filios suos, et filias suas
demoniis.
76. Et effuderunt sanguinem innocentem,
77. Sanguinem filiorum suorum et filiarum
78. Quas sacrificaverunt sculptilibus Chanaan.
79. Et cæde polluta est terra in sanguinibus
[eorum]:
80. Et contaminata est [terra] in operibus
eorum:
81. Et fornicati sunt in adinventioniber tuis.
82. Et iratus est furore Dominus in populum
suum:
83. Et abominatus est hæreditatem suam.
84. Et tradidit eos in manus inimicorum [gentium]:
85. Et dominati sunt eorum, qui oderunt eos.
86. Ει tribulaverunt eos inimici eorum:
87. Et humiliati sunt sub manibus eorum:
70. Οὐκ ἐξωλόθρευσαν τὰ ἔθνη, ἃ εἶπε Κύριος
αὐτοῖς·
71. Καὶ ἐμίγησαν ἐν τοῖς ἔθνεσι
72. Καὶ ἔμαθον τὰ ἔργα αὐτῶν.
73. Καὶ ἐδούλευσαν τοῖς γλυπτοῖς αὐτῶν·
[ 74. Καὶ ἐγενήθη αὐτοῖς εἰς σκάνδαλον.
75. Καὶ ἔθυσαν τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγα
τέρας αὐτῶν τοῖς δαιμονίοις.
76. Καὶ ἐξέχεαν αἷμα ἀθῶον,
77. Αἷμα υἱῶν αὐτῶν καὶ θυγατέρων,
78. ἂν ἔθυσαν τοῖς γλυπτοῖς Χαναάν.
79. Καὶ ἐφονοκτονήθη ἡ γῆ ἐν τοῖς αἵμασι [αὐτῶν]·
80. Καὶ ἐμιάνθη [ἡ γῆ] ἐν τοῖς ἔργοις αὐτῶν·
81. Και επορνευσαν ἐν τοῖς ἐπιτηδεύμασιν αὐτῶν.
82. Καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ·
83. Καὶ ἐβδελύξατο τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ.
84. Καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς γεῖσας ἐνθοῶν·
85. Καὶ ἐκυρίευσαν αὐτῶν οἱ μισοῦντες αὐτούς.
86. Καὶ ἔθλιψαν αὐτοὺς οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν·
87. Καὶ ἐταπεινώθησαν ὑπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν.
70. Non projecerunt carnales concupiscentias,
quas dixit illis Dominus.
71. Et adhaeserunt dæmonibus.
72. Et didicerunt eorum doctrinas,
73. Iniquitatibus.
74. Et comprehensi sunt in illis.
75. Corpora et animas eorum interfecerunt in
peccato.
76-78. Et dedecoraverunt genus corum electum redigentes in servitutem animas, et eorum
corpora per ea, quibus perpetraverunt iniquitatem. Chanaan enim interpretatur adoratio iniquitatis.
79, 80. Et mortificata est tota Judæorum syxagoga in peccatis.
31. Adhiarentes dæmonibus, et discedentes a
Deo.
82. Et iratus est in populum antea suum.
83. Ipsos Judzos.
84. Permisit, ut in eos dominarentur contraria
polestates.
85. Damones.
86. In servitutem redegerunt eos potestates inimici.
87. Et subjugati sunt a potestatibus immundorum
spirituum.
Αὐταῖς.
Προσκυνῶν ἀνομίαν.
70. Οὐκ ἀπέρριψαν τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας, ἃς
εἶπεν αὐτοῖς Κύριος.
71. Καὶ ἐκολλήθησαν τοῖς δαίμοσι.
72. Καὶ ἔμαθον τὰς διδαχὰς αὐτῶν.
73. Ταῖς ἀνομίαις.
74. Καὶ ἐπαγιδεύθησαν ἐν αὐτοῖς
75. Τὰ σώματα καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐθανάτωσαν
ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ.
76-78. Καὶ κατήσχυναν τὸ γένος αὐτῶν τὸ ἐκλεκτὸν
δουλώσαντες τὰς ψυχὰς, καὶ τὰ σώματα αὐτῶν, δι'
ὧν ἐπετέλουν τὴν ἀνομίαν. Χαναὰν γὰρ ἑρμηνεύεται
προσκύνησις ἀνομίας
79, 80. Καὶ ἐνεκρώθη ὅλη ἡ συναγωγὴ τῶν
Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἁμαρτίαις.
81. Κολληθέντες τοῖς δαίμοσι, καὶ ἀποστάντες τοῦ
Θεοῦ.
82. Καὶ ὠργίσθη ἐπὶ τὸν πρότερον λαὸν αὐτοῦ.
83. Αὐτοὺς τοὺς Ἰουδαίους.
84. Συνεχώρησεν αὐτοὺς καταδυναστεύεσθαι ὑπὸ
τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
85. Οι δαίμονες.
86. Κατεδουλώσαντο αὐτοὺς αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις.
87. Καὶ ὑπετάγησαν ὑπὸ τὰς ἐξουσίας τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 79. Καί, etc. ἁμαρτίαις αὐτῶν. Ν. 80, 81.
Κολληθέντες, etc., ἀπὸ τοῦ Θεοῦ.
col. 1121–1122page 266 of 376
PG 27:112188. Πλεονάκις έῤῥύσατο αὐτούς 89. Αὐτοὶ δὲ παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ βουλῇ αὐτῶν 90. Καὶ ἐταπεινώθησαν ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν. 91. Καὶ εἶδε Κύριος ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς 92. Ἐν τῷ αὐτὸν εἰσακοῦσαι τῆς δεήσεως αὐτῶν. 95. Καὶ ἐμνήσθη τῆς διαθήκης αὐτοῦ 94. Καὶ μετεμελήθη κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ. 95. Καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμούς, 96. Εναντίον πάντων τῶν αἰχμαλωτευσάντων αὐτούς. 97. Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν 98. Καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν 99. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ 100. Τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν τῇ αἰνέσει σου. 101. Εὐλογητός Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ 102. ᾿Απὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 105. Καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· Γένοιτο, γένοιτο. Αλληλούια. ΨΑΛ. ΡϚ'. 1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός 88. Πολλάκις συνεχώρησεν αὐτούς. 89. Αὐτοὶ δὲ παρώργιζον αὐτὸν ἐν τῇ ἀπιστίᾳ αὐτῶν. 90. Καὶ κατενύγησαν τινες αὐτῶν. 91. Τούς λυπουμένους αὐτῶν. 92. Καὶ δεομένων αὐτῶν πρὸς αὐτὸν εἰσήκουσεν αὐτῶν. 93. Καὶ ἐμνήσθη, ὅτι καὶ αὐτοὶ σπέρμα Αβρααμ εἰσι. 94. Καὶ ἐσπλαγχνίσθη. 95. Καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς ἐπίγνωσιν ἐλέους 36. Καὶ ἐναντιοῦσθαι τοῖς δαίμοσι τοῖς αἰχμαλωτεύσασιν αὐτούς. 97. Καὶ τοῦ βοᾷν πρὸς αὐτὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν. 98. Ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 99. Τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν. 100. Ἐν τοῖς προστάγμασί σου. 101. Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τῶν διανοίων τῶν ὁμολογούντων σε, ὅτι Θεὸς εἶ. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύε και Ἰσραήλ, νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν. 102. ᾿Απὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν μέλλοντα. 103. Καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῶν πιστῶν λέγει· Ἀμὴν, ἀμήν. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἑρμηνεύεται, αινέσατε, καὶ ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. 1. Προσαγάγετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ. Καὶ εἶδε Κύριος τούς, Ελθεῖν. Καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς Τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν Τόν Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, καί. Ν. 1. Προσαγάγετε, ἐστιν. Ν. 2 "Ότι,
88. Πλεονάκις έῤῥύσατο αὐτούς·
89. Αὐτοὶ δὲ παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ βουλῇ
αὐτῶν·
90. Καὶ ἐταπεινώθησαν ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν.
91. Καὶ εἶδε Κύριος ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς·
92. Ἐν τῷ αὐτὸν εἰσακοῦσαι τῆς δεήσεως αὐτῶν.
95. Καὶ ἐμνήσθη τῆς διαθήκης αὐτοῦ·
94. Καὶ μετεμελήθη κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους
αὐτοῦ.
95. Καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς οἰκτιρμούς,
96. Εναντίον πάντων τῶν αἰχμαλωτευσάντων
αὐτούς.
97. Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν·
98. Καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐθνῶν·
99. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ·
100. Τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν τῇ αἰνέσει σου.
101. Εὐλογητός Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ·
102. ᾿Απὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
105. Καὶ ἐρεῖ πᾶς ὁ λαός· Γένοιτο, γένοιτο.
Αλληλούια. ΨΑΛ. ΡϚ'.
1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι χρηστός·
PSAL. CVI.
88. Sape liberavit eos.
89. Ipsi autem exacerbaverunt eum in consilio
suo:
90. Et humiliati sunt in iniquitatibus suis.
91. Et vidit Dominus, cum ipsi tribularentur:
92. Et audivit orationem eorum.
93. Et memor fuit testamenti sui:
94. Et poenituit eum secundum multitudinem
misericordiæ suæ.
95. Et dedit eos in misericordias,
96. In conspectu omnium, qui ceperant eos.
97. Salvos nos fac, Domine Deus noster:
98. Et congrega nos de nationibus:
99. Ut confiteamur nomini sancto tuo:
100. Et gloriemur in laude tua.
101. Benedictus Dominus Deus Israel:
102. sæculo, et usque in sæculum.
103. Et dicet omnis populus: Fiat, fiat.
Alleluia. PSAL. CVI.
1. Contitemini Domino, quoniam bonu
88. Sape condonavit eis.
88. Πολλάκις συνεχώρησεν αὐτούς.
89. Αὐτοὶ δὲ παρώργιζον αὐτὸν ἐν τῇ ἀπιστίᾳ
αὐτῶν.
90. Καὶ κατενύγησαν τινες αὐτῶν.
91. Τούς λυπουμένους αὐτῶν.
92. Καὶ δεομένων αὐτῶν πρὸς αὐτὸν εἰσήκουσεν
αὐτῶν.
93. Καὶ ἐμνήσθη, ὅτι καὶ αὐτοὶ σπέρμα Αβρααμ
εἰσι.
94. Καὶ ἐσπλαγχνίσθη.
95. Καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς εἰς ἐπίγνωσιν ἐλέους
36. Καὶ ἐναντιοῦσθαι τοῖς δαίμοσι τοῖς αἰχμαλω
τεύσασιν αὐτούς.
97. Καὶ τοῦ βοᾷν πρὸς αὐτὸν διὰ τοῦ βαπτίσματος·
Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν.
98. Ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
99. Τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.
100. Ἐν τοῖς προστάγμασί σου.
101. Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τῶν διανοίων τῶν
89. Ipsi autem irritaverunt eum in infidestate
sua.
90. Et aliqui eorum compuncti sunt.
91. Ipsos contristatos.
92. Et deprecantibus ipsis illum, exaudivit eos.
93. Et recordatus est, quod et ipsi semen Abraham sunt.
94. Et misertus est.
95. Et dedit eos in cognitionem misericordiæ.
96. Et repugnare dæmonibus redigentibus eos in
captivitatem.
97. Et clamare ad eum per baptismum: Domine
Deus noster.
98. Ex contrariis potestatibus.
99. Peccata nostra.
100. In præceptis tuis.
101. Benedictus Dominus Deus mention conflὁμολογούντων σε, ὅτι Θεὸς εἶ. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύε- tentium te Deum esse. Ita enim interpretatur
και Ἰσραήλ, νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν.
102. ᾿Απὸ τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς τὸν μέλλοντα.
103. Καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῶν πιστῶν λέγει· Ἀμὴν,
ἀμήν.
Israel, mens videns Deum.
102. praesenti sæculo, et in futurum.
103. Et universus fidelium populus dicat: Amen,
amen.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἑρμηνεύεται, αινέσατε, καὶ ὑμνήσατε τὸν ὄντα
Θεόν.
Titulus praepositus continet: Alleluia, quod interpretatur, laudate, et exaltate eum, qui Deus est.
1. Προσαγάγετε τὰς ψυχὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ.
1. Aferte animnas vestras Domino.
Καὶ εἶδε Κύριος τούς, etc.
Ελθεῖν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἐπισυνάγαγε ἡμᾶς ἐx, etc.
Τοῦ ἐγκαυχᾶσθαι ἐν etc.
Τόν deest.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. Deest
καί.
Ν. 1. Προσαγάγετε, usque ad ἐστιν. Ν. 2
"Ότι, etc.
col. 1123–1124page 267 of 376
PG 27:11232. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου 4. Οὓς ἐλυτρώσατο ἐκ χειρὸς ἐχθροῦ 5. Καὶ ἐκ τῶν χωρῶν συνήγαγεν αὐτούς 6. ᾿Απὸ ἀνατολῶν, καὶ δυσμῶν, καὶ βοῤῥᾶ, καὶ θα λάσσης. 7. Επλανήθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν ἀνύδρῳ 8. Οδὸν πόλεως κατοικητηρίου οὐχ εὗρον θ. Πεινώντες, καὶ διψῶντες 10. Η ψυχή [Α' ψυχαὶ] αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπε ἐξέλιπον]. 11. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς 12. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς. 13. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν, 14. Τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν κατοικητηρίου. 15. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ, 16. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 17. Ὅτι ἐχόρτασε ψυχὴν κενήν 18. Καὶ ψυχὴν πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν. 2. Οτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἀτελεύτητον τὸ ἔλεος αὐτ τοῦ. 3. Εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου τῷ βα πτίσματι, ὅτι ἀγαθὸς, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀδιάλειπιόν έστι 4. Τοῦ διαβόλου. 5. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις, καὶ τὰς χώρας κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰώμε-. νος πᾶσαν νόσον, καὶ πᾶσαν μαλακίαν. 6. ᾿Απὸ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν ἐθνῶν. 7. Επλανήθησαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐν τῇ εἰδολωλατρεία καὶ πάσῃ πράξει ἀκάρπῳ. 8. Ἐντολὴν τῆς ἐπουρανίου πόλεως οὐχ εὗρον. 9. "Ινα αναπαύσωνται αἱ ψυχαὶ αὐτῶν. 10. Ἐξεκαίοντο, καὶ κατετήκοντα αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. 11. Καὶ ἐβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν, ὅτι κατεδυνα στεύοντο ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας. 12. Ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 13. Εἰς τὴν πίστιν τῆς ἀληθείας αὐτοῦ. 14. Τοῦ εὑρεῖν αὐτοὺς ἀνάπαυσιν τῇ ἄνω Ιε ρουσαλήμ. 15. Διηγήσονται πᾶσι τὰ ἐλέη αὐτοῦ. 16. Καὶ τὴν ἀμέτρητον αὐτοῦ ἀγαθότητα τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 17. Ότι πᾶσαν ψυχὴν ἀσθενῆ ἐνεδυνάμωσεν. 18. Καὶ ἐνέπλησε τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ. Ἐν τῷ βαπτίσματι ὑπὸ Κυρίου, διαπαντὸς ἐστιν. Περιῆγε γὰρ ὁ, Ν. 8. Ἐντολήν αὐτῶν. Ν. 9. Ἐξ εκαίοντο, Τοῖς, Ασθενοῦσαν.
S. ATHANASII OPP. PARS III. EXEGETICA.
2. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
3. Dicant qui redempti sunt a Domino:
4. Quos redemit de manu inimici:
5. Et de regienibus congregavit eos:
6. solis ortu, et occasu ab aquilone, et
mari.
7. Erraverunt in solitudine in inaquoso:
8. Viam civitatis habitaculi non invenerunt
9. Esurientes, et sitientes:
10. Anima [Anima] eorum in ipsis defecit [defecerunt].
11. Et clamaverunt ad Dominum cum tribularentur:
12. Εt de necessitatibus eorum eripuit eos.
13. Et deduxit eos in viam rectam,
14. Ut irent in civitatem habitationis.
15. Confiteantur Domino misericordiæ ejus,
16. Et mirabilia ejus aliis hominum.
17. Quia satiavit animam inanem:
18. Et animam esurientem satiavit bonis.
2. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
5. Εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου·
4. Οὓς ἐλυτρώσατο ἐκ χειρὸς ἐχθροῦ·
5. Καὶ ἐκ τῶν χωρῶν συνήγαγεν αὐτούς·
6. ᾿Απὸ ἀνατολῶν, καὶ δυσμῶν, καὶ βοῤῥᾶ, καὶ θα
λάσσης.
7. Επλανήθησαν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν ἀνύδρῳ·
8. Οδὸν πόλεως κατοικητηρίου οὐχ εὗρον
θ. Πεινώντες, καὶ διψῶντες·
10. Η ψυχή [Α' ψυχαὶ] αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλιπε
ἐξέλιπον].
11. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι
αὐτούς·
12. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐῤῥύσατο αὐτούς.
13. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν εὐθεῖαν,
14. Τοῦ πορευθῆναι εἰς πόλιν κατοικητηρίου.
15. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ,
16. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώ
πων.
17. Ὅτι ἐχόρτασε ψυχὴν κενήν·
18. Καὶ ψυχὴν πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν.
Quoniam bonus est, quoniam Infinita est misericordia ejus.
3. Dicant liberati a Domino per baptismam,
quoniam bonus, et indefciens est misericordia
ejus.
4. Diaboli.
5. Et circuivit Jesus urbes et regiones prædicans
regnum Dei, et sanans omnem morbum et omnem infirmitatem.
6. populo Judaeorum, et gentium.
7. Erraverunt in mundo in idololatria, et omni
actione infructifera.
8. Præceptum coelestis civitatis non invenerunt.
9. Ut refocillarentur eorum animæ.
10. Exarserunt, et consumptæ sunt eorum animæ
a peccato.
11. Et clamaverunt ad Deum cum possiderentur
a peccato.
12. De adversariis potestatibus.
13. In fidem veritatis suæ.
14. Ut invenirent requiem in superna Jerusalem.
15. Narrabunt omnibus misericordias ejus.
16. Immensam ejus bonitatem filiis hominum.
17. Qui confortavit omnem animam infirmam.
18. Et implevit donis Spiritus sui boni.
2. Οτι ἀγαθός ἐστιν, ὅτι ἀτελεύτητον τὸ ἔλεος αὐτ
τοῦ.
3. Εἰπάτωσαν οἱ λελυτρωμένοι ὑπὸ Κυρίου τῷ βαπτίσματι, ὅτι ἀγαθὸς, καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἀδιάλειπιόν
έστι
4. Τοῦ διαβόλου.
5. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις, καὶ τὰς
χώρας κηρύσσων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἰώμε-.
νος πᾶσαν νόσον, καὶ πᾶσαν μαλακίαν.
6. ᾿Απὸ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων καὶ τῶν ἐθνῶν.
7. Επλανήθησαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐν τῇ εἰδολωλατρεία
καὶ πάσῃ πράξει ἀκάρπῳ.
8. Ἐντολὴν τῆς ἐπουρανίου πόλεως οὐχ εὗρον.
9. "Ινα αναπαύσωνται αἱ ψυχαὶ αὐτῶν.
10. Ἐξεκαίοντο, καὶ κατετήκοντα αἱ ψυχαὶ αὐτῶν
ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας.
11. Καὶ ἐβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν, ὅτι κατεδυνα
στεύοντο ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας.
12. Ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
13. Εἰς τὴν πίστιν τῆς ἀληθείας αὐτοῦ.
14. Τοῦ εὑρεῖν αὐτοὺς ἀνάπαυσιν τῇ ἄνω Ιερουσαλήμ.
15. Διηγήσονται πᾶσι τὰ ἐλέη αὐτοῦ.
16. Καὶ τὴν ἀμέτρητον αὐτοῦ ἀγαθότητα τοῖς
υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.
17. Ότι πᾶσαν ψυχὴν ἀσθενῆ ἐνεδυνάμωσεν.
18. Καὶ ἐνέπλησε τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος
αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἐν τῷ βαπτίσματι ὑπὸ Κυρίου, etc., διαπαν
τός ἐστιν.
Περιῆγε γὰρ ὁ, etc.
Ν. 8. Ἐντολήν usque ad αὐτῶν. Ν. 9. Ἐξεκαίοντο, etc.
'Ex deest.
'Ev th.
Τοῖς, etc., desunt.
Ασθενοῦσαν.
col. 1125–1126page 268 of 376
PG 27:112519. Καθημένους ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου, 20. Πεπεδημένους ἐν πτωχείᾳ καὶ σιδήρῳ. 21. Ότι παρεπίκραναν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ 22. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου παρώξυναν. 23. Καὶ ἑταπεινώθη ἐν κόποις ἡ καρδία αὐτῶν 24. Ησθένησαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν. 25. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς 26. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς. 27. Καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θα νάτου 28. Καὶ τοὺς δεσμούς αὐτῶν διέρρηξεν. 29. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ, 50. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώ των. 51. Ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς 52. Καὶ μοχλούς σιδηρούς συνέθλασεν. 33. Αντελάβετο αὐτῶν ἐξ ὁδοῦ ἀνομίας αὐτῶν 34. Διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐταπεινώθησαν 35. Πᾶν βρῶμα ἐβδελύξατο ἡ ψυχὴ αὐτῶν 36. Καὶ ἤγγισαν ἕως τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου. 19. Εγκεκλεισμένοι ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ θανά του. 20. Ρερημμένους [Πεπεδημένου- ] ἐν θλίψει, καὶ ὀδύνη ἰσχυρᾷ. 21. Ὅτι ἐναντία τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ πεποιήκασι. 22. Μὴ ποιήσαντες τὸ θέλημα αὐτοῦ. 23. Ἐδουλώθη ἐν ἁμαρτία ἡ καρδία αὐτῶν. 24. Δἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἠσθένησαν, καὶ οὐδεὶς ἴσχυε βοηθῆσαι αὐτοῖς. 25. Καὶ ἐδεήθησαν ἐν τῷ κυριευεσθαι αυτούς ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας. 26. Καὶ ἐκ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων ἔσωσεν αὐτ τούς. 27. Τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου. 28. Καὶ τὰς ἐπιθυμίας τὰς πονηρας εκ των καρ διῶν αὐτῶν ἀπέῤῥιψεν. 29. 'Ανυμνήσατε τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου. 30. Καὶ διηγήσονται τὴν ἀμέτρητον αὐτοῦ φιλανθρωπίαν. 31. "Οτι συνέτριψε τὰς ἐναντίας δυνάμεις. 32. Καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας ἀπώλεσεν. 33. Ερρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῆς ἀναστροφῆς αὐτῶν τῆς πονηρᾶς. 54. Διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐδουλώθησαν. 35. Ἐξετάκησαν αἱ ψυχαὶ αὐτῶν καὶ ἀπεγνώσθησαν. 36. "Εως τῆς συντελείας παρ' ὀλίγον ὁ θάνατος ἐκυρίευσε τῶν ἀνθρώπων. Εγκεκλεισμένους. Αμαρτίαις. Ανυμνοῦσιν. Εως γάρο
19. Καθημένους ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου,
20. Πεπεδημένους ἐν πτωχείᾳ καὶ σιδήρῳ.
21. Ότι παρεπίκραναν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ·
22. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου παρώξυναν.
23. Καὶ ἑταπεινώθη ἐν κόποις ἡ καρδία αὐτῶν·
24. Ησθένησαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν.
25. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι
αὐτούς·
26. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς.
27. Καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ σκότους καὶ σκιᾶς θα
νάτου·
28. Καὶ τοὺς δεσμούς αὐτῶν διέρρηξεν.
29. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ,
50. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώ
των.
51. Ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς·
52. Καὶ μοχλούς σιδηρούς συνέθλασεν.
33. Αντελάβετο αὐτῶν ἐξ ὁδοῦ ἀνομίας αὐτῶν
34. Διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐταπεινώθησαν
35. Πᾶν βρῶμα ἐβδελύξατο ἡ ψυχὴ αὐτῶν·
36. Καὶ ἤγγισαν ἕως τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου.
PSAL. CVI.`
19. Sedentes in tenebris et umbra mortis,
20. Vinctos in mendicitate et ferro.
21. Quia exacerbaverunt eloquia Dei:
22. Εt consilium Altissimi irritaverunt.
23. Et humiliatum est in laboribus cor [anima]
corum:
24. Infirmati sunt, nec erat qui adjuvaret.
25. Et clamaverunt ad Dominum cum tribuiarentur:
26. Et de necessitatibus eorum salvavit [liberavit]
eos..
27. Et eduxit eos de tenebris et umbra mortis:
28. Et vincula eorum disrupit.
29. Confiteantur Domino misericordiæ ejus,
30 Et mirabilia ejus filiis hominum.
31. Quia contrivit portas æreas:
32. Et vectes ferreos confregit.
33. Suscepit eos de via iniquitatis eorum:
34. Propter injustitias enim suas humiliati supt.
35. Omnem escam abominata est anima eorum.
36. Εt appropinquaverunt usque ad portas
mortis.
19. Εγκεκλεισμένοι ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ τοῦ θανά
του.
20. Ρερημμένους [Πεπεδημένου- ] ἐν θλίψει, καὶ
ὀδύνη ἰσχυρᾷ.
21. Ὅτι ἐναντία τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ πεποιήκασι.
22. Μὴ ποιήσαντες τὸ θέλημα αὐτοῦ.
23. Ἐδουλώθη ἐν ἁμαρτία ἡ καρδία αὐτῶν.
24. Δἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἠσθένησαν, καὶ οὐδεὶς ἴσχυε
βοηθῆσαι αὐτοῖς.
25. Καὶ ἐδεήθησαν ἐν τῷ κυριευεσθαι αυτούς ὑπὸ
τῆς ἁμαρτίας.
26. Καὶ ἐκ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων ἔσωσεν αὐτ
τούς.
27. Τῆς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου.
28. Καὶ τὰς ἐπιθυμίας τὰς πονηρας εκ των καρ
διῶν αὐτῶν ἀπέῤῥιψεν.
29. 'Ανυμνήσατε τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου.
30. Καὶ διηγήσονται τὴν ἀμέτρητον αὐτοῦ φιλανθρωπίαν.
31. "Οτι συνέτριψε τὰς ἐναντίας δυνάμεις.
32. Καὶ τοὺς ἄρχοντας τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας
ἀπώλεσεν.
33. Ερρύσατο αὐτοὺς ἐκ τῆς ἀναστροφῆς αὐτῶν
τῆς πονηρᾶς.
54. Διὰ γὰρ τὰς ἀνομίας αὐτῶν ἐδουλώθησαν.
35. Ἐξετάκησαν αἱ ψυχαὶ αὐτῶν καὶ ἀπεγνώ
σθησαν.
36. "Εως τῆς συντελείας παρ' ὀλίγον ὁ θάνατος
ἐκυρίευσε τῶν ἀνθρώπων.
Εγκεκλεισμένους.
Αμαρτίαις.
19. Inclusos in peccato mortis.
20. Fractos [compeditos] tribulatione, et de lore
valido.
21. Quoniam contraria sermonibus Dei fecerunt.
22. Non facientes voluntatem ejus.
23. Subjugatum est in peccato cor eorum,
24. Et animæ eorum infirmatæ sunt, et nemo
potuit eis auxiliari.
25. Et deprecati sunt, cum in eos dominaretur
peccatum.
26. Et ex immundis spiritibus salvavit eos.
27. Ex diaboli potestate.
28. Et disjecit improbas concupiscentias ex eorum cordibus.
29. Laudate misericordias Domini.
30. Et narrabunt immensam ejus benignitatem.
31. Quoniam contrivit adversarias potestates.
52. Εt perdidit principes tenebrarum peccati.
33. Liberavit eos ex improba eorum conversaLione.
34. Nam in servitutem redacti sunt propter 00rum iniquitates.
35. Contabuerunt animæ eorum et desperaverunt.
36. Usque ad consummationem paulo minus
mors dominata est in hominibus.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ανυμνοῦσιν.
Εως γάρο
col. 1127–1128page 269 of 376
PG 27:112737. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς 58. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς. 39. Απέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἰάσατο αὐτούς 40. Καὶ ἐῤῥύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν. 41. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ, 42. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 45. Και θυσάτωσαν αὐτῷ θυσίαν αἰνέσεως" 44. Καὶ ἐξαγγειλάτωσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν ἀγαλα λιάσει. 45. Οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις, 46. Ποιοῦντες έργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς. 47. Αὐτοὶ εἶδον [είδοσαν] τὰ ἔργα Κυρίου, 48. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ. 49. Εἶπε, καὶ ἔστη πνεῦμα καταιγίδος 50. Καὶ ὑψώθη τὰ κύματα αὐτῆς. 51. ᾿Αναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν 52. Καὶ καταβαίνουσιν ἕως τῶν ἀβύσσων Η Πρὸς τὸν Θεόν, 37. Ανεβόησαν προς Κύριον καὶ Θεὸν ἐν τῷ συνέχεσθαι αὐτοὺς ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. 58. Καὶ ἐκ τῶν τοῦ διαβόλου δυναστειῶν ἔσωσεν αὐ τούς. 59. Απέστειλε τὸν Θεὸν Λόγον ὁ Πατήρ, καὶ κεντηθέντος αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἡμεῖς πάντες ἰαθήμεν, ὡς Ἡσαΐας λέγει· Τῷ μώλωπι αὐτοῦ πάντες ιάθη μεν 40. Τῷ γὰρ θανάτῳ αὐτοῦ τὸν θάνατον συνέτριψεν. 41. Δοξάσουσι τὰ ἐλέη αὐτοῦ. 42. Καὶ διηγήσονται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ἐν ὁμοιώματι ἡμῶν γενόμενος πέπονθε δι᾿ ἡμᾶς ὁ Θεὸς Λόγος, καὶ ἀνέστη. 45. Καὶ ἀνυμνήσουσιν αὐτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. 44. Καὶ διηγήσονται τὰ παθήματα αὐτοῦ, καὶ τὴν ἀνάστασιν, καυχώμενοι καὶ χαίροντες. 45. Οἱ ἀπόστολοι λέγοντες· Ἡμῖν δὲ μὴ ᾖ καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 46. Ησαν γὰρ ἁλιεῖς 47. Αὐτόπται γεγόνασι τῶν παθημάτων καὶ τῆς ἀναστάσεως. 48. Οτε ἔπλεον εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν. 49. Τῷ Πνεύματι τοῦ προστάγματος αὐτοῦ κατέβη λαῖλαψ ἀνέμου. 50. Διηγείρετο ἡ θάλασσα. 51. Καὶ συνέβαλλον [συνέβαινον] τὰ κύματα εἰς τὸ πλοῖον. .. Καὶ συνεπληροῦντο, καὶ ἐκινήθησαν Κεντηθέντος τοῦ Θεοῦ Λόγου την, καθώς Ησαΐας, Τῷ μώλωπι αὐτοῦ τοῦ ἀποσταλέντος Λόγου ἡμεῖς πάντες ιάθημεν. Δοξάσωσιν. ᾿Ανυμνοῦσιν. Είη. 'Αλιεῖς· ὅμως καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐποιήσαντ ἐργασίαν πολλὴν, κηρύσσοντες αὐτοῖς. Παθημάτων αὐτοῦ, Τὸ Πνεῦμα τοῦ, Καὶ διηγείρετο. Εκινδύνευον.
S. ATHANASI OPP. PARS III.
7. Et clamaverunt art Domninum cum tribularentur:
38. Et de necessitatibus eorum liberavit eos.
09. Misit verbum suum, et sanavit eos:
40. Et eripuit eos de interitionibus eorum.
41. Confiteantur Domino misericordiæ ejus,
42. Et mirabilia ejus filiis hominum.
43. Et sacrificent ei sacrificium laudis,
44. Et annuntient opera ejus in exsultatione.
45. Qui descendunt in mare in navibus,
46. Facientes operationem in aquis multis.
47. Ipsi viderunt opera Donini,
48. Ft mirabilia ejus in profundo.
49. Dixit, et stetit spiritus procella:
50. Et exaltati sunt fluctus ejus.
51. Ascendunt usque ad coelos:
52. Et descendunt usque ad abyssos:
EXEGETICA.
37. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι
αὐτούς·
58. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἔσωσεν αὐτούς.
39. Απέστειλε τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ ἰάσατο αὐτούς
40. Καὶ ἐῤῥύσατο αὐτοὺς ἐκ τῶν διαφθορῶν αὐτῶν.
41. Εξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ,
42. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώ
πων.
45. Και θυσάτωσαν αὐτῷ θυσίαν αἰνέσεως"
44. Καὶ ἐξαγγειλάτωσαν τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν ἀγαλα
λιάσει.
45. Οἱ καταβαίνοντες εἰς θάλασσαν ἐν πλοίοις,
46. Ποιοῦντες έργασίαν ἐν ὕδασι πολλοῖς.
47. Αὐτοὶ εἶδον [είδοσαν] τὰ ἔργα Κυρίου,
48. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ ἐν τῷ βυθῷ.
49. Εἶπε, καὶ ἔστη πνεῦμα καταιγίδος·
50. Καὶ ὑψώθη τὰ κύματα αὐτῆς.
51. ᾿Αναβαίνουσιν ἕως τῶν οὐρανῶν·
52. Καὶ καταβαίνουσιν ἕως τῶν ἀβύσσων·
37. Clamnaverunt ad Dominum et Deum cum detinerentur a peccatis suis.
38. Et de potentia diaboli salvavit eos.
39. Misit Deum Verbum Pater, et transtixo ejus
latere nos omnes sanati sunius, ut inquit Isaias:
Livore ejus omnes sanati sumus 8.
40. Nam morte sua contrivit mortem.
41. Glorificabunt misericordias ejus.
42. Et narrabunt filiis hominum, quod in similitudinemn nostram factus ", passus est propter ros
Deus Verbum, et resurrexit.
43. Et laudabunt eum in cordibus suis.
.44. Et narrabunt passiones ejus, et resurrectionem, gloriantes et gaudentes.
45. Apostoli dicentes: Nobis autem absit gloriari
nisi in cruce Domini nostri Jesu Christi 35.
46. Erant enim piscatores.
47. Suis oculis conspexerunt passionem et resurrectionem.
48. Cum navigarent in regionem Gaoarenorum.
49. Spiritu præcepti ejus descendit procella
venti.
50. Mare excitatum est.
51. Et coibant [conscendebant] fluctus in navem.
52. Et complebantur, et commoli sunt.
Η Isa. LIII,
Philipp. 1, 7. as Galat. vi, 14.
Πρὸς τὸν Θεόν, etc.
37. Ανεβόησαν προς Κύριον καὶ Θεὸν ἐν τῷ
συνέχεσθαι αὐτοὺς ὑπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
58. Καὶ ἐκ τῶν τοῦ διαβόλου δυναστειῶν ἔσωσεν αὐ
τούς.
59. Απέστειλε τὸν Θεὸν Λόγον ὁ Πατήρ, καὶ κεντη
θέντος αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἡμεῖς πάντες ἰαθήμεν,
ὡς Ἡσαΐας λέγει· Τῷ μώλωπι αὐτοῦ πάντες ιάθη
μεν
40. Τῷ γὰρ θανάτῳ αὐτοῦ τὸν θάνατον συνέτριψεν.
41. Δοξάσουσι τὰ ἐλέη αὐτοῦ.
42. Καὶ διηγήσονται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι
ἐν ὁμοιώματι ἡμῶν γενόμενος πέπονθε δι᾿ ἡμᾶς ὁ
Θεὸς Λόγος, καὶ ἀνέστη.
45. Καὶ ἀνυμνήσουσιν αὐτὸν ἐν ταῖς καρδίαις
αὐτῶν.
44. Καὶ διηγήσονται τὰ παθήματα αὐτοῦ, καὶ τὴν
ἀνάστασιν, καυχώμενοι καὶ χαίροντες.
45. Οἱ ἀπόστολοι λέγοντες· Ἡμῖν δὲ μὴ ᾖ
καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ Χριστοῦ.
46. Ησαν γὰρ ἁλιεῖς
47. Αὐτόπται γεγόνασι τῶν παθημάτων καὶ
τῆς ἀναστάσεως.
48. Οτε ἔπλεον εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν.
49. Τῷ Πνεύματι τοῦ προστάγματος αὐτοῦ
κατέβη λαῖλαψ ἀνέμου.
50. Διηγείρετο ἡ θάλασσα.
51. Καὶ συνέβαλλον [συνέβαινον] τὰ κύματα εἰς τὸ
πλοῖον.
52.. Καὶ συνεπληροῦντο, καὶ ἐκινήθησαν
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Κεντηθέντος τοῦ Θεοῦ Λόγου την, etc., καθώς
Ησαΐας, etc. Τῷ μώλωπι αὐτοῦ τοῦ ἀποσταλέντος
Λόγου ἡμεῖς πάντες ιάθημεν.
Δοξάσωσιν.
᾿Ανυμνοῦσιν.
Είη.
'Αλιεῖς· ὅμως καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐποιήσαντ
ἐργασίαν πολλὴν, κηρύσσοντες αὐτοῖς.
Παθημάτων αὐτοῦ, elc
Τὸ Πνεῦμα τοῦ, etc.
Καὶ διηγείρετο.
Εκινδύνευον.
col. 1129–1130page 270 of 376
PG 27:112953. Ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν κακοῖς ἐτήκετο. 54. Εταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν ὡς ὁ μεθύων 55. Καὶ πᾶσα ἡ σοφία αὐτῶν κατεπόθη. 56. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι αὐτούς 57. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξήγαγεν αὐτούς. 58. Καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὐραν 59. Καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς. 60. Καὶ εὐφράνθησαν, ὅτι ἡσύχασαν 61. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπὶ λιμένα θελήματος αὐτοῦ. 62. Ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ, 65. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 64. Υψωσάτωσαν αὐτὸν ἐν ἐκκλησίᾳ λαοῦ 65. Καὶ ἐν καθέδρα πρεσβυτέρων αινεσάτωσαν αὐτ τόν. 66. Εθετο ποταμοὺς εἰς ἔρημον 67. Καὶ διεξόδους ὑδάτων εἰς δίψαν. 68. Γην καρποφόρον εἰς ἄλμην, 69. (α) ᾿Απὸ κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ. 70. Ἔθετο ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων (α) 53. Ἐφοβήθησαν, καὶ ὠλιγοψύχησαν. 54. Καὶ ἐν ἀγῶνι πολλῇ γέγονα 55. Καὶ πᾶσα ἡ τέχνη αὐτῶν ἡττήθη ὑπὸ τοῦ κλύ δωνος· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 56. Καὶ ἐβόησαν πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα. 57. Καὶ ἐκ τῶν κυμάτων καὶ τοῦ λαίλαπος τοῦ ἀνέμου ἐξήγειρεν αὐτούς 58. Ἐπετίμησε γὰρ τῷ ἀνέμῳ, καὶ ἐπαύσατο, καὶ μόνον αὖραν παρείχεν εἰς ἀνάψυξιν αὐτοῖς. 59. Καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. 60. Καὶ ἐπλήσθησαν χάριτος, ὅτι διεσώθησαν. 61. Κατέπλευσαν γὰρ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν. 62. Διηγήσονται ἐν Εὐαγγελίῳ 63. Καὶ αὐτὰ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ σὺν τοῖς λοιποῖς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 64. Δοξάσουσι αὐτὸν διὰ τοῦ κηρύγματος ἐν τοῖς ἔθνεσιν. 65. Καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει τῶν ἁγίων αἰνεσάτωσαν αὐτόν. 66. Τὰς φυλὰς τῶν Ἰουδαίων. 67. Καὶ ἀπὸ τῶν καρδιῶν αὐτῶν ἀφελεῖ τὴν χάριν αὐτοῦ διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. 68, 69. Τὴν συναγωγὴν τὴν ἄτεχνον. 70, 71. Καὶ τὰς καρδίας αὐτῶν βρύειν τὴν χάριν αὐτοῦ. Γεγόνασιν. Εξήγαγεν, Καὶ ἐπληρώθησαν χαρᾶς, ὅτι, Εὐαγγελίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ. Τοῖς 'Αφείλεν.
53. Ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν κακοῖς ἐτήκετο.
54. Εταράχθησαν, ἐσαλεύθησαν ὡς ὁ μεθύων·
55. Καὶ πᾶσα ἡ σοφία αὐτῶν κατεπόθη.
56. Καὶ ἐκέκραξαν πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαι
αὐτούς·
57. Καὶ ἐκ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν ἐξήγαγεν αὐτούς.
58. Καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὐραν·
59. Καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς.
60. Καὶ εὐφράνθησαν, ὅτι ἡσύχασαν·
61. Καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς ἐπὶ λιμένα θελήματος
αὐτοῦ.
62. Ἐξομολογησάσθωσαν τῷ Κυρίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ,
65. Καὶ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.
64. Υψωσάτωσαν αὐτὸν ἐν ἐκκλησίᾳ λαοῦ·
65. Καὶ ἐν καθέδρα πρεσβυτέρων αινεσάτωσαν αὐτ
τόν.
66. Εθετο ποταμοὺς εἰς ἔρημον
67. Καὶ διεξόδους ὑδάτων εἰς δίψαν.
68. Γην καρποφόρον εἰς ἄλμην,
69. (α) ᾿Απὸ κακίας τῶν κατοικούντων ἐν αὐτῇ.
70. Ἔθετο ἔρημον εἰς λίμνας ὑδάτων·
(α) Vers. 69, 70, 71, sub unico comment.
PSAL. CVI.
53. Anima eorum in malis tabescebat.
54. Turbati sunt, et muti sunt sicut ebrius:
55. Et omnis sapientia eorum devorata est.
56. Et clamaverunt ad Dominum cum tribularentur:
57. Et de necessitatibus eorum eduxit eos.
58. Et mandavit procellæ, et stetit in auram:
59. Et siluerunt fluctus ejus.
60. Et lætati sunt, quia siluerunt:
61. Et deduxit eos in portum voluntatis suæ.
62. Confiteantur Domino misericordiæ ejus,
63. Et mirabilia ejus filiis hominum.
64. Exaltent eum in ecclesia plebis:
65. Et in cathedra seniorum laudent eum.
66. Posuit flumina in desertum:
67. Et exitus aquarum in sitim.
68. Terram fructiferam in salsuginem,
69. malitia inhabitantium in ea.
70. Posuit desertum in stagna aquarum
53. Ἐφοβήθησαν, καὶ ὠλιγοψύχησαν.
54. Καὶ ἐν ἀγῶνι πολλῇ γέγονα
55. Καὶ πᾶσα ἡ τέχνη αὐτῶν ἡττήθη ὑπὸ τοῦ κλύδωνος· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.
56. Καὶ ἐβόησαν πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, σῶσον
ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα.
57. Καὶ ἐκ τῶν κυμάτων καὶ τοῦ λαίλαπος τοῦ
ἀνέμου ἐξήγειρεν αὐτούς
58. Ἐπετίμησε γὰρ τῷ ἀνέμῳ, καὶ ἐπαύσατο, καὶ
μόνον αὖραν παρείχεν εἰς ἀνάψυξιν αὐτοῖς.
59. Καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.
60. Καὶ ἐπλήσθησαν χάριτος, ὅτι διεσώθησαν.
61. Κατέπλευσαν γὰρ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν.
62. Διηγήσονται ἐν Εὐαγγελίῳ
63. Καὶ αὐτὰ τὰ θαυμάσια αὐτοῦ σὺν τοῖς λοιποῖς
τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.
64. Δοξάσουσι αὐτὸν διὰ τοῦ κηρύγματος ἐν τοῖς
ἔθνεσιν.
65. Καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει τῶν ἁγίων αἰνεσάτωσαν
αὐτόν.
66. Τὰς φυλὰς τῶν Ἰουδαίων.
67. Καὶ ἀπὸ τῶν καρδιῶν αὐτῶν ἀφελεῖ τὴν
χάριν αὐτοῦ διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν.
68, 69. Τὴν συναγωγὴν τὴν ἄτεχνον.
70, 71. Καὶ τὰς καρδίας αὐτῶν βρύειν τὴν χάριν
αὐτοῦ.
ss Matth. vi, 25.
s Ibid. 26.
53. Et timuerunt, et animo dejecti sunt.
54. Et in agone multo fuerunt.
55. Et omnis ars eorum superata est a tempestate,
erant enim piscatores.
56. Et clamaverunt ad Jesum: Domine, salva nos,
perimus 3.
57. Et ex fluctibus et venti procella sublevavit
eos.
58. Increpavit enim ventum, et quievit, et solum
auram emisit in eorum refrigerium.
59. Et facta est tranquillitas magna
60. Et impleti suut gaudio, quoniam salvi facti
sunt.
61. Navigaverunt enim in regionem Gadarenorum.
62. Narrabunt in Evangelio.
63. Et hæc mirabilia ejus, et alia filiis hominum.
64. Glorificabunt eum per prædicationem in gentibus.
65. Et in requie sanctorum laudent eum.
66. Tribus Judæorum.
67. Et e cordibus eorum auferet gratiam suam
propter eorum infidelitatem.
68, 69. Synagogam sterilen
70, 71. Et corda eorum ut germinent gratiam
suam.
Γεγόνασιν.
Εξήγαγεν, etc.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἐπληρώθησαν χαρᾶς, ὅτι, etc.
PATROL. GR. XXVII.
Εὐαγγελίῳ τὰ ἐλέη αὐτοῦ.
Τοῖς deest.
'Αφείλεν.
col. 1131–1132page 271 of 376
PG 27:1131Ει Ει (α) Αὐτῶν νας 71. Καὶ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους ὑδάτων. 72. Καὶ κατῴκισεν ἐκεῖ πεινῶντας 73. Καὶ συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας. 74. Καὶ ἔσπειραν ἀγροὺς, καὶ ἐφύτευσαν ἀμπελῶ 73. Καὶ ἐποίησαν καρπόν γεννήματος. 76. Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς, καὶ ἐπληθύνθησαν [σφό δραζ 77. Καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν οὐκ ἐσμίκρυνε. 78. Καὶ ὠλιγώθησαν, καὶ ἐκακώθησαν 79. Ἀπὸ θλίψεως κακῶν καὶ ὀδύνης. 80. Ἐξεχύθη ἐξουδένωσις ἐπ' ἄρχοντας αὐτῶν (α) 81. Καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν ἀβάτῳ, καὶ οὐχ ὁδῷ. 82. Καὶ ἐβοήθησε πένητι ἐκ πτωχείας 83. Καὶ ἔθετο ὡς πρόβατα πατριάς. 84. Οψονται εὐθεῖς, καὶ εὐφρανθήσονται 85. Καὶ πᾶσα ἀνομία ἐμφράξει τὸ στόμα αὐτῆς. 86. Τίς σοφὸς καὶ φυλάξει ταῦτα; 87. Καὶ συνήσουσι τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου; 72. Τὸ πλῆθος τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. 73. Τὰς καρδίας αὐτῶν. 7. Οἱ ἀπόστολοι τὰς καρδίας τῶν ἐθνῶν. 75. Τὰ ἔθνη καρπόν δικαιοσύνης. 76. Τοὺς πιστούς. 77. Καὶ τοὺς ταπεινοὺς αὐτῶν, καὶ πραεῖς οὐκ ἐξουδένωσεν. 78. Ο λαὸς τῶν Ἰουδαίων. 79. ᾿Απὸ θλίψεως κακῶν καὶ τῆς ὀδύνης τῆς Ο γενομένης αὐτοῖς παρὰ τῶν ἐθνῶν τῶν κυριευσάντων αὐτούς. 80. Τῶν Ἰουδαίων. 81. Καὶ εἴασεν αὐτοὺς τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν καρδιῶν αὐτῶν πορεύεσθαι. 82. Τῷ ἐξ ἐθνῶν λαῷ. 83. Τὰ ἔθνη. 84. Αἱ ἅγιαι δυνάμεις χαιρόμεναι βοήσωσι· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ τὰ ἑξῆς. 85. Καὶ πᾶσα ἐναντία δύναμις καταισχυνθεῖσα παύσεται μετὰ τῆς διδαχῆς αὐτῶν 86, 87. Οὐ λέγει· Τίς σοφὸς τοῦ κόσμου τούτου; ἀλλὰ τῆς ἀποκεκρυμμένης σοφίας τίς ἐμπεπλησμένος, ἵνα πρόσχῃ τῇ διανοίᾳ [πρὸς ταῦτα τὰ εἰρημένα ένα ταῦθα, καὶ ἐπιγνῷ τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου τὰ ἀμέτρητα καὶ ἀνεξιχνίαστα; 4) Ταπεινοὺς τῷ πνεύματι, και, θλίψεων, κυριευσάντων αὐτῶν. Τῷ λαῷ τῶν ἐξ έθνων. Εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. Αὐτῆς.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
11. Et terram sine aqua in exitus aquarum.
72. Et collocavit illic esurientes:
73. Et constituerunt civitates habitationis.
14. Et seminaverunt agros,et plantaverunt vineas:
75. Ει fecerunt fructum nativitatis.
76. Ει benedixit eis, et multiplicati sunt [nimis]:
77. Et jumenta eorum non minoravit.
78. Et pauci facti sunt, et vexati sunt.
79. tribulatione malorum et dolore.
80. Effusa est contemptio super principes eorum:
81. Et errare fecit eos in iuvio, et non in via.
82. Et adjuvit pauperem de inopia:
83. Εt posuit sicut oves familias.
84. Videbunt recti, et lætabuntur:
85. Et omnis iniquitas oppilabit os suum.
86. Quis sapiens et custodiet hæc?
87. Et intelliget misericordias Domini?
(α) Αὐτῶν deest.
νας
EXEGETICA.
71. Καὶ γῆν ἄνυδρον εἰς διεξόδους ὑδάτων.
72. Καὶ κατῴκισεν ἐκεῖ πεινῶντας·
73. Καὶ συνεστήσαντο πόλεις κατοικεσίας.
74. Καὶ ἔσπειραν ἀγροὺς, καὶ ἐφύτευσαν ἀμπελῶ
73. Καὶ ἐποίησαν καρπόν γεννήματος.
76. Καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς, καὶ ἐπληθύνθησαν [σφό
δραζ
77. Καὶ τὰ κτήνη αὐτῶν οὐκ ἐσμίκρυνε.
78. Καὶ ὠλιγώθησαν, καὶ ἐκακώθησαν
79. Ἀπὸ θλίψεως κακῶν καὶ ὀδύνης.
80. Ἐξεχύθη ἐξουδένωσις ἐπ' ἄρχοντας αὐτῶν (α)
81. Καὶ ἐπλάνησεν αὐτοὺς ἐν ἀβάτῳ, καὶ οὐχ ὁδῷ.
82. Καὶ ἐβοήθησε πένητι ἐκ πτωχείας·
83. Καὶ ἔθετο ὡς πρόβατα πατριάς.
84. Οψονται εὐθεῖς, καὶ εὐφρανθήσονται·
85. Καὶ πᾶσα ἀνομία ἐμφράξει τὸ στόμα αὐτῆς.
86. Τίς σοφὸς καὶ φυλάξει ταῦτα;
87. Καὶ συνήσουσι τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου;
73. Multitudinem gentium in Ecclesia.
75. Eorum corda.
7. Apostoli corda gentium.
75. Gentes fructum justitiæ.
76. Fideles.
77. Et humiles inter eos, et miles non contempsit.
78. Populus Judæorum.
79. tribulatione malorum, et doloris, quam intulerunt eis gentes, quæ in eos dominata sunt.
80. Judæorum.
81. Et demisit eos incedere in concupiscentia
cordium suorum.
82. Populum ex gentibus.
83. Gentes.
84. Sanctæ virtutes gaudentes clamabunt: Gloria in altissimis Deo, et in terra pax 38, etc.
85. Εt omnis contraria potestas confusa conticescet cum sua doctrina.
72. Τὸ πλῆθος τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.
73. Τὰς καρδίας αὐτῶν.
7. Οἱ ἀπόστολοι τὰς καρδίας τῶν ἐθνῶν.
75. Τὰ ἔθνη καρπόν δικαιοσύνης.
76. Τοὺς πιστούς.
77. Καὶ τοὺς ταπεινοὺς αὐτῶν, καὶ πραεῖς οὐκ
ἐξουδένωσεν.
78. Ο λαὸς τῶν Ἰουδαίων.
79. ᾿Απὸ θλίψεως κακῶν καὶ τῆς ὀδύνης τῆς
Ο γενομένης αὐτοῖς παρὰ τῶν ἐθνῶν τῶν κυριευσάντων
αὐτούς.
86, 87. Non dicit: Quis sapiens hujus mundi?
sed quis repletus sapientia abscondita, ut nientem
suam advertat ad ea, quæ hic dicta sunt, et cognoscat misericordias Domini immensas, et investigabiles?
83 Luc. 11, 14.
80. Τῶν Ἰουδαίων.
81. Καὶ εἴασεν αὐτοὺς τῇ ἐπιθυμίᾳ τῶν καρδιῶν
αὐτῶν πορεύεσθαι.
82. Τῷ ἐξ ἐθνῶν λαῷ.
83. Τὰ ἔθνη.
84. Αἱ ἅγιαι δυνάμεις χαιρόμεναι βοήσωσι· Δόξα
ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη καὶ τὰ
ἑξῆς.
85. Καὶ πᾶσα ἐναντία δύναμις καταισχυνθεῖσα
παύσεται μετὰ τῆς διδαχῆς αὐτῶν
86, 87. Οὐ λέγει· Τίς σοφὸς τοῦ κόσμου τούτου;
ἀλλὰ τῆς ἀποκεκρυμμένης σοφίας τίς ἐμπεπλησμένος,
ἵνα πρόσχῃ τῇ διανοίᾳ [πρὸς ταῦτα τὰ εἰρημένα ένα
ταῦθα, καὶ ἐπιγνῷ τὰ ἐλέη τοῦ Κυρίου τὰ ἀμέτρητα
καὶ ἀνεξιχνίαστα;
Addenda et corrigenaa ex cod. Vatic.
4) Ταπεινοὺς τῷ πνεύματι, και, etc.
θλίψεων, etc., κυριευσάντων αὐτῶν.
Deest amana.
Τῷ λαῷ τῶν ἐξ έθνων.
Εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.
Αὐτῆς.
col. 1133–1134page 272 of 376
PG 27:1133Ὠδὴ ψαλμὸς [ψαλμοῦ] τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΖ. 1. Ετοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεὸς, ἑτοίμη (α) ἡ καρ δία μου 2. Ασομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξη μου. 3. Εξεγέρθητι, ἡ δόξα μου 4. Εξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα 5. Εξεγερθήσομαι ὄρθρου. 6. Εξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε 7. Ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσιν. 8. Οτι μέγα ἐπάνω τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου 9. Καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου. 10. Υψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς, ὁ Θεός 11. Καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου. 12. Οπως ἂν ῥυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου 13. Σῶσον τῇ δεξιᾷ σου, καὶ ἐπάκουσόν μου. 14. Ο Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ 15. Υψωθήσωμαι, καὶ διαμεριῶ Σίκιμα (α) 2, Ετοίμη, δόξῃ μου. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'Ὠδὴ ψαλμοῦ τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται τὸ ᾆσμα τοῦ ψαλμοῦ τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ 1. Εἰς τὸ δοξάζεσθαι τὴν χάριν σου. 2. Ἐν ἀγαλλιάσει τῆς χάριτός σου ψαλῶ δ 5. Ἐλθὲ ἐν τῇ διανοίᾳ μου, ὁ Θεός 4. Καὶ διανίστασο τὸ πνεῦμά μου σὺν τῇ δια νοία μου. 5. Οταν φωτίσης με διὰ τῆς χάριτός σου, τότε εξερ θήσομαι τῇ καρδίᾳ. 6. 'Ανυμνήσω σε ἐν λαοῖς, Κύριε. 7. Δοξάσω σε ἐν τοῖς ἔθνεσιν. 8. Διηγοῦμεν πᾶσιν, ὅτι πολὺς ὁ μισθὸς ὁ ἀπο κείμενος τοῖς ἀγαπῶσί σε. 9. Καὶ ἡ ἐπαγγελία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἕως τῶν ἁγίων τῶν κεχωρισμένων ἐκ τῆς γῆς. 10. Αναλήφθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς, ὁ Θεός. 11. Καὶ ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη τὸ κήρυγμα τῶν παθη μάτων σου 12. Οἱ πιστεύοντες εἰς σέ. 13. Επάκουσόν μου, καὶ σῶσον τῇ ἰσχύϊ σου. 14. Λοιπὸν ὁ Θεὸς Λόγος ἀποκρίνεται διὰ τοῦ ροῦ τῶν προφητῶν χο 15. Οταν σταυρωθῶ, τότε πάντας τοὺς πιστοὺς ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Σίκιμα γὰρ ἑρμηνεύεται ἡ ἀναβαίνουσα, τουτέστιν ἡ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία· ή πάλιν ἡ ποθοῦσα ψυχὴ τὸν Κύριον χωρίζει γὰρ ἐκ τοῦ κόσμου· ἢ πάλιν ἔστιν ἄλλως θεωρῆσαι τὸν Κύριον λέγοντα, ὅτι Οταν σταυρωθῶ, τὰ χαρίσματά μου διαμερίσω τοῖς πιστεύουσιν εἰς ἐμέ. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Θεοῦ εἴρηται. Δέξασθαι. Καρδία μου, ὁ Θεός μου. Διαναστήσω. Εξεγερθήσομαι. Διηγούμενος. Αγίων σου. Μαθητῶν σου. Γὰρ αὐτήν.
Ὠδὴ ψαλμὸς [ψαλμοῦ] τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΖ.
1. Ετοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεὸς, ἑτοίμη (α) ἡ καρδία μου
2. Ασομαι καὶ ψαλῶ ἐν τῇ δόξη μου.
3. Εξεγέρθητι, ἡ δόξα μου·
4. Εξεγέρθητι, ψαλτήριον καὶ κιθάρα·
5. Εξεγερθήσομαι ὄρθρου.
6. Εξομολογήσομαί σοι ἐν λαοῖς, Κύριε·
7. Ψαλῶ σοι ἐν ἔθνεσιν.
8. Οτι μέγα ἐπάνω τῶν οὐρανῶν τὸ ἔλεός σου
9. Καὶ ἕως τῶν νεφελῶν ἡ ἀλήθειά σου.
10. Υψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς, ὁ Θεός·
11. Καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα σου.
12. Οπως ἂν ῥυσθῶσιν οἱ ἀγαπητοί σου
13. Σῶσον τῇ δεξιᾷ σου, καὶ ἐπάκουσόν μου.
14. Ο Θεὸς ἐλάλησεν ἐν τῷ ἁγίῳ αὐτοῦ·
15. Υψωθήσωμαι, καὶ διαμεριῶ Σίκιμα·
(α) Vers. 2, Ετοίμη, etc., δόξῃ μου.
PSAL. CVII.
Canticum psalmi David. PSAL. CVII.
1. Paratum cor meum, Deus, paratum cor meum:
2. Cantabo et psallam in gloria mea.
3. Exsurge, gloria mea:
4. Exsurge, psalterium et cithara:
5. Exsurgam diluculo.
6. Confitebor tibi in populis, Domine:
7. Et psallam tibi in nationibus.
8. Quia magna est super cœlos misericordia tua:
9. Et usque ad nubes veritas tua.
10 Exaltare super cœlos, Deus:
11. Et super omnem terram gloria tua.
12. Ut liberentur dilecti tui:
13. Salvum fac dextera tua, et exaudi me.
14. Deus locutus est in sancto suo:
15. Exaltabor, et dividam Sichimam·
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'Ὠδὴ ψαλμοῦ τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται τὸ ᾆσμα τοῦ ψαλμοῦ
τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ
Titulus præpositus continet: Canticum psalmi David, quod interpretatur, Canticum psalmi manu forti,
hoc est Dei Filio.
1. Εἰς τὸ δοξάζεσθαι τὴν χάριν σου.
2. Ἐν ἀγαλλιάσει τῆς χάριτός σου ψαλῶ
δ
5. Ἐλθὲ ἐν τῇ διανοίᾳ μου, ὁ Θεός
4. Καὶ διανίστασο τὸ πνεῦμά μου σὺν τῇ διανοία μου.
5. Οταν φωτίσης με διὰ τῆς χάριτός σου, τότε εξερ
θήσομαι τῇ καρδίᾳ.
6. 'Ανυμνήσω σε ἐν λαοῖς, Κύριε.
7. Δοξάσω σε ἐν τοῖς ἔθνεσιν.
8. Διηγοῦμεν πᾶσιν, ὅτι πολὺς ὁ μισθὸς ὁ ἀπο
κείμενος τοῖς ἀγαπῶσί σε.
9. Καὶ ἡ ἐπαγγελία τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἕως
τῶν ἁγίων τῶν κεχωρισμένων ἐκ τῆς γῆς.
10. Αναλήφθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς, ὁ Θεός.
11. Καὶ ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη τὸ κήρυγμα τῶν παθημάτων σου
12. Οἱ πιστεύοντες εἰς σέ.
13. Επάκουσόν μου, καὶ σῶσον τῇ ἰσχύϊ σου.
14. Λοιπὸν ὁ Θεὸς Λόγος ἀποκρίνεται διὰ τοῦ
ροῦ τῶν προφητῶν·
χο15. Οταν σταυρωθῶ, τότε πάντας τοὺς πιστοὺς
ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. Σίκιμα γὰρ ἑρμηνεύεται ἡ
ἀναβαίνουσα, τουτέστιν ἡ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία· ή
πάλιν ἡ ποθοῦσα ψυχὴ τὸν Κύριον χωρίζει γὰρ
ἐκ τοῦ κόσμου· ἢ πάλιν ἔστιν ἄλλως θεωρῆσαι τὸν
Κύριον λέγοντα, ὅτι Οταν σταυρωθῶ, τὰ χαρίσματά
μου διαμερίσω τοῖς πιστεύουσιν εἰς ἐμέ.
1. Ad glorificandam gratiam tuam.
2. In exsultatione gratiæ tuæ psallam.
3. Veni in mentem meam, Deus
4. Et assurge, spiritus meus cum mente mea.
5. Cum illuminabis me gratia tua, tunc exsurgam
corde.
6. Laudabo te in populis, Domine.
7. Glorificabo te in gentibus.
8. Narrabimus omnibus, quoniam multa merces
reposita est diligentibus te.
9. Et promissio futurorum bonorum usque ad
sanctos, qui separati sunt a terra.
10. Ascende super coelos, Deus.
11. Et super omnes gentes prædicatio passionum
tuarum.
12. Credentes in te.
13. Exaudi me, et salva fortitudine tua.
14. Deinde Deus Verbum respondet per chorum
prophetarum:
45. Cum crucifixus fuero, tunc omnes fideles
traham ad me ipsum. Sichima enim interpretatur
ascendens, hoc est Ecclesia ex gentibus; aut aliter
anima desiderans Dominum, secedit enim de
mundo; aut iterum alio modo allegorice explicari
hæc possunt de Domino dicente: Cum crucifixus
fuero, dividam dona mea credentibus in me.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Θεοῦ εἴρηται.
Δέξασθαι.
Fulw non legitur.
Καρδία μου, ὁ Θεός μου.
Διαναστήσω.
Εξεγερθήσομαι.
Διηγούμενος.
Αγίων σου.
Μαθητῶν σου.
Γὰρ αὐτήν.
col. 1135–1136page 273 of 376
PG 27:113516. Καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω. 17. Εμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆς 18. Καὶ Ἐφραὶμ ἀντίληψις τῆς κεφαλῆς μου 19. Ἰούδας βασιλεύς μου. 20. Μωαβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου 21. Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐπιβὰλῶ [ἐκτενῶ] τὸ ὑπό δημά μου 22. Ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν. 23. Τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχής; 24. "Η τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς Ιδουμαίας; 25. Οὐχὶ σὺ, ὁ Θεὸς ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς; 26. Καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεὸς, ἐν ταῖς δυνάμεσιν ἡμῶν; 27. Δὺς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως 28. Καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου. Καὶ τὴν καρδίαν τὴν ταπεινοῦσαν ἑαυτὴν ἐνοικήσω, καὶ ἐμπεριπατήσω. 17. Γαλαάδ ἑρμηνεύεται μέτοικος Μανασσῆς ἑρμηνεύεται επιλανθανόμενος. Εμὸς οὖν ἐστι, λέγει, ὁ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας φεύγων, καὶ μέτοικος γενόμενος παρ' ἐμοὶ, καὶ ὅς ἐστι λανθανόμενος τῶν προτέρων αὐτοῦ πονηρῶν πράξεων. 18. Ἐφραίμ ἑρμηνεύεται παράκλητος. Πνεῦμα τὸ ἅγιον, λέγει, Παράκλητος ἀντίληψις τῆς καρδίας μου. 19. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ βασιλεύς μου· δῆλον γὰρ έξ Ἰουδαίων ἀνέσταλκεν ὁ Θεὸς Λόγος, ὅταν αὐτὸς γέγονε σὰρξ ἐκ τῆς Παρθένου. 20. Ἐν τῷ πεντηκοστῷ ἐνάτῳ ψαλμῷ τὸν αὐτὸν στίχον εὑρήσεις έγκείμενον, καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐ τήν 21. Ιδουμαία ἑρμηνεύεται ἐκλείπουσα· ἐπὶ τὴν οἰκουμένην οὖν τὴν ἐκλείπουσαν ποιήσομαι την πορείαν μου. 22. Αλλόφυλοι ερμηνεύεται πίπτοντες ποτή ματι· τὰ ἔθνη οὖν τὰ πρότερον πίπτοντα διὰ τοῦ πό ματος τῆς ἁμαρτίας ὑπετάγησάν μοι διὰ τῆς πίστεως. 23. Τίς ἀπαγάγει με εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ; 24. Πρὸς τὴν Ἰδουμαίαν, ήγουν πρὸς τὴν ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίαν τὴν τὸ πρότερον ἐκλείπουσαν. 25. Οὐχὶ σὺ ἡμᾶς ὁ Θεὸς ὁδηγήσεις πρὸς αὐτὴν ὁ τὸ πρότερον ἡμᾶς ἀποῤῥίψας, 26. Οὐκ ἐξελεύσῃ ὡς εἷς τῶν βασιλέων ἢ τῶν ἀρχόντων ἡμῶν. 27. Λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας. 28. Πάντων γὰρ τῶν ἀνθρώπων ἡ δυναστεία ματαία. Την ταπεινὴν οὖσαν ἑαυτήν, Καὶ ὁ ἐπιλανθανόμενος. Τὸ Πνεῦμα, τὸ Παράκλητον. Γάρ, ὅτι ἐξ Ιούδα ἀνατέταλκεν ὁ Θεός, ἐκ τῆς Παρθένου Μαρίας διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. Αὐτοῦ λέγουσαν περὶ τῆς Παρθένου καὶ τοῦ Κυρίου. Ερμηνεύονται πίπτοντες πτώματα, διὰ τοῦ πτώματος, 'Απάγει. "Η τίς ὁδηγήσει με τὸν λαὸν τῶν Ἰουδαίων πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐξ ἐθνῶν, τὴν τό, Σὺ τό, Καὶ οὐκ ἐξελεύσει. 'Η
EXEGETICA.
16. Καὶ τὴν κοιλάδα τῶν σκηνῶν διαμετρήσω.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
16. Et convallem tabernaculorum dimetiar.
17. Meus est'Galaad, et meus est Manasses:
18. Et Ephraim susceptio capitis mei:
19. Judas rex meus.
20. Moab lebes spei meæ:
21. In Idumæam injiciam [extendam] calceamentum meum:
22. Mihi alienigenæ subditi facti sunt.
23. Quis deducet me in civitatem munitam?
24. Aut quis deducet me usque in Idumæam?
25. Nonne tu, Deus, qui repulisti nos?
26. Et non exibis, Deus, in virtutibus nostris?
27. Da nobis auxilium de tribulatione:
28. Quia vana salus hominis.
17. Εμός ἐστι Γαλαάδ, καὶ ἐμός ἐστι Μανασσῆς·
18. Καὶ Ἐφραὶμ ἀντίληψις τῆς κεφαλῆς μου·
19. Ἰούδας βασιλεύς μου.
20. Μωαβ λέβης τῆς ἐλπίδος μου·
21. Ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν ἐπιβὰλῶ [ἐκτενῶ] τὸ ὑπό
δημά μου·
22. Ἐμοὶ ἀλλόφυλοι ὑπετάγησαν.
23. Τίς ἀπάξει με εἰς πόλιν περιοχής;
24. "Η τίς ὁδηγήσει με ἕως τῆς Ιδουμαίας;
25. Οὐχὶ σὺ, ὁ Θεὸς ὁ ἀπωσάμενος ἡμᾶς;
26. Καὶ οὐκ ἐξελεύσῃ, ὁ Θεὸς, ἐν ταῖς δυνάμεσιν
ἡμῶν;
27. Δὺς ἡμῖν βοήθειαν ἐκ θλίψεως·
28. Καὶ ματαία σωτηρία ἀνθρώπου.
16. Et cor seipsum humilians inhabitabo, et in- 16. Καὶ τὴν καρδίαν τὴν ταπεινοῦσαν ἑαυτὴν
anbulabo.
17. Galaad interpretatur peregrinus: Manasses
interpretatur oblitus. Meus igitur est, inquit, qui a
peccato fugiens, et peregrinus factus apud me, et
oblitus est præcedentium suarum improbarum
actionum.
18. Ephraim interpretatur consolator. Spiritus
sanctus Consolator, ait, susceptio cordis mei est.
19. Et Filius Dei rex meus: manifestum enim
est, Deum Verbum ex Judæis ortum esse, quando
ipse factus est caro ex Virgine.
20. In quinquagesimo nono psalmo hunc eumdem versuin positum invenies, eamdemque interpretationem.
21. Idumea interpretatur deficiens: in mundum
igitur deficientem ingrediar..
22. Allophyli (Latine alienigena) interpretatur
cadentes potu: gentes igitur, quæ prius ceciderant
propter potum peccati, subditæ factæ sunt mihi per
filem.
23. Quis deducet me in supernam Hierusalem?
24. Ad Idumæam, videlicet ad Ecclesiam ex gentibus, antea deficientem.
25. Nonne tu, Deus, deduces nos ad eam, qui
prius nos abjecisti?
26. Non egredieris ut unus regum, aut principum
nostrorum.
27. Libera nos a peccato.
28. Nain cunctorum hominum potentia inanis.
ἐνοικήσω, καὶ ἐμπεριπατήσω.
17. Γαλαάδ ἑρμηνεύεται μέτοικος Μανασσῆς
ἑρμηνεύεται επιλανθανόμενος. Εμὸς οὖν ἐστι, λέγει,
ὁ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας φεύγων, καὶ μέτοικος γενόμενος
παρ' ἐμοὶ, καὶ ὅς ἐστι λανθανόμενος τῶν προτέ
ρων αὐτοῦ πονηρῶν πράξεων.
18. Ἐφραίμ ἑρμηνεύεται παράκλητος. Πνεῦμα
τὸ ἅγιον, λέγει, Παράκλητος ἀντίληψις τῆς καρδίας
μου.
19. Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ βασιλεύς μου· δῆλον γὰρ
έξ Ἰουδαίων ἀνέσταλκεν ὁ Θεὸς Λόγος, ὅταν αὐτὸς
γέγονε σὰρξ ἐκ τῆς Παρθένου.
20. Ἐν τῷ πεντηκοστῷ ἐνάτῳ ψαλμῷ τὸν αὐτὸν
στίχον εὑρήσεις έγκείμενον, καὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν
21. Ιδουμαία ἑρμηνεύεται ἐκλείπουσα· ἐπὶ τὴν
οἰκουμένην οὖν τὴν ἐκλείπουσαν ποιήσομαι την πορείαν
μου.
22. Αλλόφυλοι ερμηνεύεται πίπτοντες ποτή
ματι· τὰ ἔθνη οὖν τὰ πρότερον πίπτοντα διὰ τοῦ πόματος τῆς ἁμαρτίας ὑπετάγησάν μοι διὰ τῆς πίστεως.
23. Τίς ἀπαγάγει με εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ;
24. Πρὸς τὴν Ἰδουμαίαν, ήγουν πρὸς τὴν ἐξ
ἐθνῶν Ἐκκλησίαν τὴν τὸ πρότερον ἐκλείπουσαν.
25. Οὐχὶ σὺ ἡμᾶς ὁ Θεὸς ὁδηγήσεις πρὸς αὐτὴν
ὁ τὸ πρότερον ἡμᾶς ἀποῤῥίψας,
26. Οὐκ ἐξελεύσῃ ὡς εἷς τῶν βασιλέων ἢ τῶν
ἀρχόντων ἡμῶν.
27. Λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας.
28. Πάντων γὰρ τῶν ἀνθρώπων ἡ δυναστεία
ματαία.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Την ταπεινὴν οὖσαν ἑαυτήν, etc.
Καὶ ὁ ἐπιλανθανόμενος.
Τὸ Πνεῦμα, etc, τὸ Παράκλητον.
Γάρ, ὅτι ἐξ Ιούδα ἀνατέταλκεν ὁ Θεός, etc., ἐκ
τῆς Παρθένου Μαρίας διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν.
Αὐτοῦ λέγουσαν περὶ τῆς Παρθένου καὶ τοῦ
Κυρίου.
Ερμηνεύονται πίπτοντες πτώματα, etc., διὰ
τοῦ πτώματος, etc.
'Απάγει.
"Η τίς ὁδηγήσει με τὸν λαὸν τῶν Ἰουδαίων πρὸς
τὴν Ἐκκλησίαν τὴν ἐξ ἐθνῶν, τὴν τό, etc.
Σὺ τό, etc.
Καὶ οὐκ ἐξελεύσει.
'Η deest.
col. 1137–1138page 274 of 376
PG 27:113729. Ἐν τῷ Θεῷ ποιήσομεν δύναμιν, 30. Καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν. Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΗ'. 1. Ο Θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς 2. "Οτι στόμα ἁμαρτωλοῦ, καὶ στόμα δολίου ἐπ' ἐμὲ ἠνοίχθη. 5. Ελάλησαν κατ' ἐμοῦ γλώσσῃ δολίᾳ 4. Καὶ λόγοις μίσους εκύκλωσάν με 5. Καὶ ἐπολέμησάν με δωρεάν. 6. Ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾷν με ἐνδιέβαλλόν με 7. Ἐγὼ δὲ προσευχόμην. 8. Καὶ ἔθεντο κατ' ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν 9. Καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου. 10. Κατάστησον ἐπ' αὐτὸν ἁμαρτωλόν 11. Καὶ διάβολος στήτω ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ 12. Ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν, ἐξέλθοι καταδεδικασμένος 29. Ἐν τῷ Θεῷ διὰ τῆς πίστεως δύναμιν θῶς μεν 30. Καὶ αὐτὸς ἀσθενεῖς ποιήσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει "Οτι ὁ ψαλμὸς εἰς τὰ τέλη εἴρηται τῶν μελλόντων συμβήσε τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ. 1. Ὁ Θεὸς ὁ Πατήρ μου, ὁ μόνος με γινώσκων, τὴν δόξαν μου φανέρωσον τίς ὑπάρχει. 2. "Οτι ὡς ἕνα τῶν ἀνθρώπων οὗτος ὁ ἁμαρτωλὸς 6 Ἰούδας μετὰ δόλου ἦλθεν φιλῆσαί με λέγων Χαῖρε, Ραββί, 3. Συνέθετο μετὰ τῶν Ἰουδαίων λαβεῖν ἀργύ ρια παρ' αὐτῶν, καὶ παραδοῦναι με. 4. Καὶ βουλευσάμενοι ἐκύκλωσάν με. 5. Καὶ μετὰ ξύλων καὶ μαχαιρῶν ἐλθόντες έκρά τησάν με ἀδίκως. 6. Ὑπὲρ ὧν ὤφειλον ἀγαπᾶν με, ὅτι τοὺς ἀσθε νοῦντας αὐτῶν ἰασάμην, κατηγόρουν μου 7. Ἐγὼ δὲ προσευχόμην τύπον τοῖς μαθηταῖς μου διδοὺς ἐν καιρῷ πειρασμοῦ οὕτως προσεύχεσθαι. 8. Καὶ ὥρισαν ἀναιρεθῆναι με ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν, ὧν ἀεὶ παρέσχον αὐτοῖς. 9. Καὶ ἀντὶ τῆς ἀγάπης, ἧς ἐγὼ ἠγάπησα αὐτοὺς ἐμίσουν με. 10, 11. Αρχέτω αὐτοῦ, καὶ κυριευσάτω ἀπ' ἀρχῆς ἁμαρτωλὸς ὁ διάβολος. 12. Αναπολόγητος ἔστω ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως Δυναμωθῶμεν. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Εἰς τὸ τέλος, ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. Τοῦτο οὖν δηλοί, "Οτι, συμβήσεσθαι τῷ, Λαμβάνειν. Μοι. ᾿Αγαπήσεως ἧς ἡγάπησα αὐτοὺς ἐγώ, Αὐτοῦ ὁ ἀπ' ἀρχῆς,
DE TITULIS PSALMORUM.-PSAL. Cvnt.
29. Ἐν τῷ Θεῷ ποιήσομεν δύναμιν,
30. Καὶ αὐτὸς ἐξουδενώσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν.
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΗ'.
1. Ο Θεός, τὴν αἴνεσίν μου μὴ παρασιωπήσῃς·
2. "Οτι στόμα ἁμαρτωλοῦ, καὶ στόμα δολίου ἐπ'
ἐμὲ ἠνοίχθη.
5. Ελάλησαν κατ' ἐμοῦ γλώσσῃ δολίᾳ·
4. Καὶ λόγοις μίσους εκύκλωσάν με
5. Καὶ ἐπολέμησάν με δωρεάν.
6. Ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾷν με ἐνδιέβαλλόν με
7. Ἐγὼ δὲ προσευχόμην.
8. Καὶ ἔθεντο κατ' ἐμοῦ κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν·
9. Καὶ μῖσος ἀντὶ τῆς ἀγαπήσεώς μου.
10. Κατάστησον ἐπ' αὐτὸν ἁμαρτωλόν·
11. Καὶ διάβολος στήτω ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ
12. Ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν, ἐξέλθοι καταδεδικα
σμένος·
29. In Deo faciemus virtutem:
30. Et ipse ad nihilum deducet inimicos nostres.
In finem: Psalmus David. PSAL. CVIII.
1. Deus, laudem meam ne tacueris:
2. Quia os peccatoris, et os dolosi super me apertum est.
3. Locuti sunt adversum me lingua dolosa:
4. Et sermonibus odii circumdederunt me:
5. Et expugnaverunt me gratis.
6. Pro eo ut me diligerent, detrahebant mihi:
7. Ego autem orabam.
8. Et posuerunt adversum me mala pro bonis:
9. Et odium pro dilectione mea.
10. Constitue super eum peccatorem:
11. Et diabolus stet a dextris ejus.
12. Cum judicatur ipse, exeat condemnatus..
29. Ἐν τῷ Θεῷ διὰ τῆς πίστεως δύναμιν θῶς
μεν
30. Καὶ αὐτὸς ἀσθενεῖς ποιήσει τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν.
29. In Deo per fidem virtutem reponimus.
30. Et ipse infirmos reddet inimicos nostros.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει "Οτι ὁ ψαλμὸς εἰς τὰ τέλη εἴρηται τῶν μελλόντων συμβήσε
τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ.
Titulus præpositus continet: Quod Psalmus dictus est de iis quæ in fine eventura erant manu forti, hoc
est Dei Filio.
1. Ὁ Θεὸς ὁ Πατήρ μου, ὁ μόνος με γινώσκων, G
τὴν δόξαν μου φανέρωσον τίς ὑπάρχει.
2. "Οτι ὡς ἕνα τῶν ἀνθρώπων οὗτος ὁ ἁμαρτωλὸς
6 Ἰούδας μετὰ δόλου ἦλθεν φιλῆσαί με λέγων·
Χαῖρε, Ραββί,
3. Συνέθετο μετὰ τῶν Ἰουδαίων λαβεῖν ἀργύ
ρια παρ' αὐτῶν, καὶ παραδοῦναι με.
4. Καὶ βουλευσάμενοι ἐκύκλωσάν με.
5. Καὶ μετὰ ξύλων καὶ μαχαιρῶν ἐλθόντες έκράτησάν με ἀδίκως.
6. Ὑπὲρ ὧν ὤφειλον ἀγαπᾶν με, ὅτι τοὺς ἀσθε
νοῦντας αὐτῶν ἰασάμην, κατηγόρουν μου
7. Ἐγὼ δὲ προσευχόμην τύπον τοῖς μαθηταῖς μου
διδοὺς ἐν καιρῷ πειρασμοῦ οὕτως προσεύχεσθαι.
8. Καὶ ὥρισαν ἀναιρεθῆναι με ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν,
ὧν ἀεὶ παρέσχον αὐτοῖς.
9. Καὶ ἀντὶ τῆς ἀγάπης, ἧς ἐγὼ ἠγάπησα αὐτοὺς
ἐμίσουν με.
10, 11. Αρχέτω αὐτοῦ, καὶ κυριευσάτω ἀπ'
ἀρχῆς ἁμαρτωλὸς ὁ διάβολος.
12. Αναπολόγητος ἔστω ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως
s Matth. xxνι, 49.
1. Deus Pater meus, qui solus me cognoscis, groriam meam manifesta qualis est.
2. Quoniam veluti ad unum ex hominibus, ita
peccator Judas cum dolo venit ad osculandum me
dicens: Ave, Rabbi 39.
3. Convenit cum Judæis argentum ab eis accipere
ut ne traderet.
4. Et inito consilio circumdederunt me.
5. Et cum fustibus et gladiis venientes comprehenderunt me injuste.
6. Pro iis ob quæ debebant me diligere, quod eorum infirmos sanavi, accusabant me.
7. Ego autem orabam, exemplum prabens meis
discipulis tempore tribulationis similiter orare.
8. Et statuerunt me interficere pro bonis quæ
semper eis præbui:
9. Et pro dilectione qua eos ego dilexi, odio me
habuerunt.
10, 11. In eo imperium ac dominationem excr
ceat diabolus, qui fuit ab initio peccator.
12. Inexcusabilis sit in die judicii..
Δυναμωθῶμεν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Εἰς τὸ τέλος,
ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. Τοῦτο οὖν δηλοί, "Οτι, etc. Συμβή
σεσθαι τῷ, etc.
O deest.
Λαμβάνειν.
Μοι.
᾿Αγαπήσεως ἧς ἡγάπησα αὐτοὺς ἐγώ, etc.
Αὐτοῦ ὁ ἀπ' ἀρχῆς, etc.
col. 1139–1140page 275 of 376
PG 27:113915. Καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν. 14. Γενηθήτωσαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι 15. Καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος. Ει Ει 16. Γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοί 17. Καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα. 18. Σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, καὶ ἐπαιτησάτωσαν 19. Εκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν. 20. Εξερευνησάτω δανειστής πάντα, ὅσα ὑπάρ χει αὐτῷ 21. Καὶ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ. 22. Μὴ ὑπαρξάτω αὐτῷ ἀντιλήπτωρ 23. Μηδὲ γενηθήτω οικτίρμων τοῖς ὀρφανοῖς αὐτοῦ. 24. Γενηθήτω τὰ τέκνα αὐτοῦ εἰς ἐξολόθρευσιν 25. Ἐν γενεᾷ μια εξαλειφθείη τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 26. Αναμνησθείη ἡ ἀνομία τῶν πατέρων αὐτοῦ Έναντι Κυρίου 27. Καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρὸς αὐτοῦ μὴ ἐξαλειφθείη. 28. Γενηθήτωσαν εναντίον Κυρίου διαπαντός 29. Καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν. 30. ᾿Ανθ' ὧν οὐκ ἐμνήσθη ποιῆσαι ἔλεος Τὰ μάταια. Αὐτῷ ἁμαρτίαν, Εὑρεθείη βοηθῶν αὐτῷ. 13. Καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ γενέσθω εἰς σκότος. 14. Αὐθήμερον γὰρ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. 15. Ματθίας, οὐχ ὁ τελώνης. 16. Τὰ ἔργα αὐτοῦ μάταια 17. Καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ διαρπαζομένη. 18. Ἐν ἐνδείᾳ συνέσεως καταστῶσιν αἱ φρένες απ τοῦ. 19 Ἐκβληθήτωσαν ἀπ' αὐτοῦ αἱ φρένες αὐτοῦ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ τεχθέντων πονηρῶν ἐνθυμήσεων. 20. Μηδεμίαν ἁμαρτίαν αὐτοῦ συγχωρήσει ὁ Κύριος. 21. Καὶ αἱ ἐναντίαι δυνάμεις κατακυριεύσουσι τῆς ψυχῆς καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ. 22. Μηδείς εὑρεθῇ βοηθὸς αὐτῶν 23. Μηδὲ οἰκτειρήσῃ ὁ Κύριός τι τῶν ἔργων αὐτοῦ τῶν πονηρῶν. 24. Τὰ ἔργα αὐτοῦ 25. παραχρῆμα ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς. 26. Τῶν Πατέρων αὐτοῦ τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ έναν τιουμένων ἀεὶ τῷ Κυρίῳ. 27. Τῆς συναγωγής. 28. Γενηθήτωσαν ἀεὶ ἐναντιούμενοι τῷ Κυρίῳ. 29. Καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ τῆς γῆς τῶν ζώντων τὸ μνημόσυνον τῶν ἀπειθούντων Ἰουδαίων. 30. ᾿Ανθ᾽ ὧν οὕτως ἐπενοήσατο Αὐτοῦ, λέγει. Γενέσθωσαν. 'Απενοήσατο
EXEGETICA.
15. Καὶ ἡ προσευχὴ αὐτοῦ γενέσθω εἰς ἁμαρτίαν.
14. Γενηθήτωσαν αἱ ἡμέραι αὐτοῦ ὀλίγαι
15. Καὶ τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
13. Et oratio ejus flat in peccatum.
15. Ει episcopatum ejus accipiat alter.
14. Fiant dies ejus pauci:
16. Fiant Glii ejus orphani:
17. Ει uxor ejus vidua.
18. Nutantes transferantur filii ejus et mendicent:
19. Ejiciantur de habitationibus suis.
20. Scrutetur fenerator omnem substantiam eius:
21. Et diripiant alieni labores ejus.
22. Non sit illi adjutor
25. Nec sit qui misereatur pupillis ejus.
24. Fiant nati ejus in interitum:
25. In generatione una deleatur nomen ejus.
26. In memoriam redeat iniquitas patrum ejus in
conspectu Domini:
27. Εt peccatum matris ejus non deleatur.
28. Fiant contra Dominum semper:
99. Et dispereat de terra memoria eorum.
50. Pro eo quod non est recordatus facere misericordiam:
16. Γενηθήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ὀρφανοί·
17. Καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ χήρα.
18. Σαλευόμενοι μεταναστήτωσαν οἱ υἱοὶ αὐτοῦ,
καὶ ἐπαιτησάτωσαν·
19. Εκβληθήτωσαν ἐκ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν.
20. Εξερευνησάτω δανειστής πάντα, ὅσα ὑπάρ
χει αὐτῷ·
21. Καὶ διαρπασάτωσαν ἀλλότριοι τοὺς πόνους αὐτοῦ.
22. Μὴ ὑπαρξάτω αὐτῷ ἀντιλήπτωρ·
23. Μηδὲ γενηθήτω οικτίρμων τοῖς ὀρφανοῖς αὐτοῦ.
24. Γενηθήτω τὰ τέκνα αὐτοῦ εἰς ἐξολόθρευσιν·
25. Ἐν γενεᾷ μια εξαλειφθείη τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
26. Αναμνησθείη ἡ ἀνομία τῶν πατέρων αὐτοῦ
Έναντι Κυρίου·
27. Καὶ ἡ ἁμαρτία τῆς μητρὸς αὐτοῦ μὴ ἐξαλει
φθείη.
28. Γενηθήτωσαν εναντίον Κυρίου διαπαντός -
29. Καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
30. ᾿Ανθ' ὧν οὐκ ἐμνήσθη ποιῆσαι ἔλεος·
13. Et cor ejus flat in tenebras.
14. Eadem enim die abiens se suspendit.
5. Matthias, non autem publicanus.
16. Opera ejus inutilia.
17. Et anima ejus direpta.
18. In egestate intellectus mens ejus consistat.
19. Excidat ab ipso mens ejus ob improbas coneuniscentias adnatas in corde suo.
20. Nullam peccatum eius condonabit Dominus.
21. Et adversariæ potestates dominabuntur in
anima et membris ejus.
22. Nullus ei adjutor inveniatur.
23. Neque Dominus misereatur ullius improbarum ejus actionum.
24. Opera ejus.
25. Statim ex libro viventium.
26. Patrum ejus, qui in eremo semper Domino
aversati sunt.
27. Synagogæ.
28. Fiant semper contrarii Domino.
29. Et dispereat de terra viventium memoria
pervicacium Judæorum.
30. Pro eo quod ita cogitavit.
Τὰ μάταια.
Αὐτῷ ἁμαρτίαν, etc.
Kal deest.
Εὑρεθείη βοηθῶν αὐτῷ.
13. Καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ γενέσθω εἰς σκότος.
14. Αὐθήμερον γὰρ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.
15. Ματθίας, οὐχ ὁ τελώνης.
16. Τὰ ἔργα αὐτοῦ μάταια
17. Καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ διαρπαζομένη.
18. Ἐν ἐνδείᾳ συνέσεως καταστῶσιν αἱ φρένες απ
τοῦ.
19 Ἐκβληθήτωσαν ἀπ' αὐτοῦ αἱ φρένες αὐτοῦ ὑπὸ
τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ τεχθέντων πονηρῶν ἐνθυμή
σεων.
20. Μηδεμίαν ἁμαρτίαν αὐτοῦ συγχωρήσει ὁ
Κύριος.
21. Καὶ αἱ ἐναντίαι δυνάμεις κατακυριεύσουσι
τῆς ψυχῆς καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ.
22. Μηδείς εὑρεθῇ βοηθὸς αὐτῶν
23. Μηδὲ οἰκτειρήσῃ ὁ Κύριός τι τῶν ἔργων αὐτοῦ
τῶν πονηρῶν.
24. Τὰ ἔργα αὐτοῦ
25. παραχρῆμα ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς.
26. Τῶν Πατέρων αὐτοῦ τῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ έναντιουμένων ἀεὶ τῷ Κυρίῳ.
27. Τῆς συναγωγής.
28. Γενηθήτωσαν ἀεὶ ἐναντιούμενοι τῷ Κυρίῳ.
29. Καὶ ἐξολοθρευθείη ἐκ τῆς γῆς τῶν ζώντων
τὸ μνημόσυνον τῶν ἀπειθούντων Ἰουδαίων.
30. ᾿Ανθ᾽ ὧν οὕτως ἐπενοήσατο
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Αὐτοῦ, λέγει.
Γενέσθωσαν.
Kal deest.
'Απενοήσατο
col. 1141–1142page 276 of 376
PG 27:114131. Καὶ κατεδίωξεν ἄνθρωπον πένητα καὶ πτωχὸν, 32. Καὶ κατανενυγμένον τῇ καρδίᾳ τοῦ θανατῶσαι. 55. Καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ 54. Καὶ οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσεται ἀπ' αὐτοῦ. 35. Καὶ ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον 56. Καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ 37. Καὶ ὡσεὶ ἔλαιον ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ. 38. Γενηθήτω αὐτῷ ὡς ἱμάτιον ὅ περιβάλλεται 30. Καὶ ὡσεὶ ζώνη ἣν διαπαντός περιζώννυται. 40. Τοῦτο τὸ ἔργον τῶν ἐνδιαβαλλόντων με παρὰ Κυρίου, 41. Καὶ τῶν λαλούντων πονηρὰ κατὰ τῆς ψυ χής μου. 42. Καὶ σύ, Κύριε Κύριε, ποίησον μετ' ἐμοῦ [ἔλεος] ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου 45. "Οτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου [Κύριε]. 44. Ῥῦσαί με, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ 45. Καὶ ἡ καρδία μου τετάρακται εντός μου 46. ὡσεὶ σκιὰ ἐν τῷ ἐκκλῖναι αὐτὴν, ἀντανῃρέθην 47. Ἐξετινάχθην ὡσεὶ ἀκρίδες. 31. Καὶ κατεδίωξε τὸν πλούσιον τὸν δι' ἡμᾶς πτω γεύσαντα. 33. Τὸν πρᾷον τῇ καρδίᾳ. 5. Καὶ ἡ ἀγάπη θάνατον, καὶ ἥξει αὐτοῖς. 34. Καὶ οὐκ ἠθέλησε τὴν αἰώνιον ζωήν, καὶ ἀπο στήσεται ἀπ' αὐτοῦ. 35. Τὸν θάνατον ὡς ἱμάτιον. 36. Πρηνὴς γὰρ γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ. 37. Περιεχύθη ὁ θάνατος ἐν τοῖς μέλεσιν αὐτοῦ. 38. Έστω μετ' αὐτοῦ διὰ παντὸς ἡ ἁμαρτία περιπτυσσομένη αὐτόν. 39. Περισφίγγου αὐτὴν ἀεί. 40. Τοῦτο γενέσθω ἐπὶ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγ γέλους αὐτοῦ. 41. Καὶ [κατὰ] τῶν ἐναντίων δυνάμεων, τῶν συμ βουλευομένων ἀπολέσθαι τὴν ψυχήν μου. 42. Καὶ σὺ, Κύριε Κύριε, ὅτι τὸ ὄνομά σου φιλάνθρωπον λέγεται καὶ ἐστὶν, οὕτως καὶ ποίησον μετ' ἐμοῦ 45. "Οτι ἀγαθὸν τὸ ἔλεός σου. 44. Ῥῦσαί με, ὅτι πτωχός είμι, καὶ πένης ἐν τῇ Ισχύϊ τῆς ψυχῆς μου. 45. Καὶ ἡ καρδία μου ἐν ἀγῶνι πολλῷ καθέστηκεν 46. Ασθενησάσης αὐτῆς καὶ ἐκκλινάσης ['Ασθε νήσασαν αὐτὴν καὶ ἐκκλίνασαν] εἰς ἁμαρτίαν ἐθα νάτωσας 47. Κατεῤῥίφην ἀπὸ τῶν ἀερίων πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων. ηγάπησεν, αὐτῷ. Καὶ περισφίγγουσα, Απολέσαι. Εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἐθανατώθη.
31. Καὶ κατεδίωξεν ἄνθρωπον πένητα καὶ πτωχὸν,
32. Καὶ κατανενυγμένον τῇ καρδίᾳ τοῦ θανατῶσαι.
55. Καὶ ἠγάπησε κατάραν, καὶ ἥξει αὐτῷ·
54. Καὶ οὐκ ἠθέλησεν εὐλογίαν, καὶ μακρυνθήσε
ται ἀπ' αὐτοῦ.
35. Καὶ ἐνεδύσατο κατάραν ὡς ἱμάτιον·
56. Καὶ εἰσῆλθεν ὡσεὶ ὕδωρ εἰς τὰ ἔγκατα αὐτοῦ·
37. Καὶ ὡσεὶ ἔλαιον ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτοῦ.
38. Γενηθήτω αὐτῷ ὡς ἱμάτιον ὅ περιβάλλεται·
30. Καὶ ὡσεὶ ζώνη ἣν διαπαντός περιζώννυται.
40. Τοῦτο τὸ ἔργον τῶν ἐνδιαβαλλόντων με παρὰ
Κυρίου,
41. Καὶ τῶν λαλούντων πονηρὰ κατὰ τῆς ψυ
χής μου.
42. Καὶ σύ, Κύριε Κύριε, ποίησον μετ' ἐμοῦ [ἔλεος]
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου
45. "Οτι χρηστὸν τὸ ἔλεός σου [Κύριε].
44. Ῥῦσαί με, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ·
45. Καὶ ἡ καρδία μου τετάρακται εντός μου
46. ὡσεὶ σκιὰ ἐν τῷ ἐκκλῖναι αὐτὴν, ἀντανῃρέθην
47. Ἐξετινάχθην ὡσεὶ ἀκρίδες.
PSAL. CVIII.
31. Et persecutus est hominem inopem et mendicum,
32. Et compunctum corde mortificare.
33. Et dilexit maledictionem, et veniet ei:
34. Et noluit benedictionem, et elongabitur ab eo.
35. Et induit maledictionem sicut vestimentum:
36. Et intravit sicut aqua in interiora ejus:
37. Et sicut oleum in ossibus ejus.
38. Fiat ei sicut vestimentum quo operitur:
39. Et sicut zona qua semper præcingitur.
40. Hoc opus eorum, qui detrahunt mihi apud
Dominum,
41. Et qui loquuntur mala adversus animam
meam.
42. Et tu, Domine Domine, fac "mecum [misericordiam] propter nomen tuum:
43. Quia suavis misericordia tua [Domine]
44. Libera me quia egenus et pauper ego sum:
45. Et cor meum conturbatum est intra me.
46. Sicut umbra cum declinat, ablatus sum:
47. Et excussus sum sicut locustæ.
31. Καὶ κατεδίωξε τὸν πλούσιον τὸν δι' ἡμᾶς πτω
γεύσαντα.
33. Τὸν πρᾷον τῇ καρδίᾳ.
5. Καὶ ἡ ἀγάπη θάνατον, καὶ ἥξει αὐτοῖς.
34. Καὶ οὐκ ἠθέλησε τὴν αἰώνιον ζωήν, καὶ ἀποστήσεται ἀπ' αὐτοῦ.
35. Τὸν θάνατον ὡς ἱμάτιον.
36. Πρηνὴς γὰρ γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ
ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ.
37. Περιεχύθη ὁ θάνατος ἐν τοῖς μέλεσιν αὐτοῦ.
38. Έστω μετ' αὐτοῦ διὰ παντὸς ἡ ἁμαρτία
περιπτυσσομένη αὐτόν.
39. Περισφίγγου αὐτὴν ἀεί.
40. Τοῦτο γενέσθω ἐπὶ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ.
41. Καὶ [κατὰ] τῶν ἐναντίων δυνάμεων, τῶν συμβουλευομένων ἀπολέσθαι τὴν ψυχήν μου.
42. Καὶ σὺ, Κύριε Κύριε, ὅτι τὸ ὄνομά σου φιλάνθρωπον λέγεται καὶ ἐστὶν, οὕτως καὶ ποίησον μετ'
ἐμοῦ·
45. "Οτι ἀγαθὸν τὸ ἔλεός σου.
44. Ῥῦσαί με, ὅτι πτωχός είμι, καὶ πένης ἐν τῇ
Ισχύϊ τῆς ψυχῆς μου.
45. Καὶ ἡ καρδία μου ἐν ἀγῶνι πολλῷ καθέστηκεν·
46. Ασθενησάσης αὐτῆς καὶ ἐκκλινάσης ['Ασθε
νήσασαν αὐτὴν καὶ ἐκκλίνασαν] εἰς ἁμαρτίαν ἐθα
νάτωσας
47. Κατεῤῥίφην ἀπὸ τῶν ἀερίων πνευμάτων τῶν
ἀκαθάρτων.
** Act. 1, 18.
ηγάπησεν, etc., αὐτῷ.
'H deest.
Καὶ περισφίγγουσα, etc.
31. Et persecutus est divitem propter nos pauperem factum.
32. Mitem corde.
33. Et dilesit mortem, et veniet ei.
34. Et noluit vitam æternam, et aberit ab eo.
35. Mortem ut vestimentum.
36. Εt suspensus crepuit medius, et diffusa sunt
omnia viscera ejus Լ.
37. Circumdiffusa est mors in membris ejus.
38. Sit cum ipso semper peccatum circumdans
eum.
39. Coaugustet eum semper.
40. Hoc fiat contra diabolum et angelos ejus.
41. El [contra] adversarias potestates, quæ ineunt
consilia, ut perdant animam meam.
42. Et tu, Domine Domine, quoniam nomen tuum
benignum dicitur, et est, ita etiam fac mecum:
43. Quoniam bona misericordia tua.
44. Libera me, quoniam mendicus et pauper sum
in fortitudine animæ meæ.
45. Et cor meum in agone multo constitit:
46. Ipsum autem infirmatum, et delapsum in peccatum morti tradidisti.,
47. Projectus sum ab aeriis immundis spiritibus.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Απολέσαι.
Εἰς τὴν ἁμαρτίαν ἐθανατώθη.
col. 1143–1144page 277 of 376
PG 27:114348. Τὰ γόνατά μου ἠσθένησαν ἀπὸ νηστείας 49. Καὶ ἡ σάρξ μου ἠλλοιώθη δι' ἔλαιον. 50. Κἀγὼ ἐγενήθην όνειδος αὐτοῖς 51. Εἴδοσάν με, ἐσάλευσαν κεφαλὰς αὐτῶν. 32. Βοήθησόν μοι, Κύριε ὁ Θεός μου 53. Καὶ σῶσόν με κατὰ τὸ ἔλεός σου. 54. Και γνώτωσαν ὅτι ἡ χείρ σου αὕτη 55. Καὶ σύ, Κύριε, ἐποίησας αὐτήν. 56. Καταράσονται αὐτοὶ, καὶ σὺ εὐλογήσεις 57. Οἱ ἐπανιστάμενοί μοι αἰσχυνθήτωσαν 58. Ὁ δὲ δοῦλός σου εὐφρανθήσεται. 59. Ἐνδυσάσθωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντές με εντροπήν 60. Καὶ περιβαλέσθωσαν ὡς διπλοίδα αἰσχύνην αὐτῶν. 61. Εξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ σφόδρα ἐν τῷ στόματί μου 62. Καὶ ἐν μέσῳ πολλῶν αἰνέσω αὐτόν. 65. "Οτι παρέστη ἐκ δεξιῶν πένητος, 4. Τοῦ σῶσαι ἐκ τῶν καταδιωκόντων τὴν ψυ χήν μου. 48. Εξέτηξα ἐμαυτὸν ἐν νηστείαις ἐξομολογούμενος σοι. 49. Καὶ γέγονεν ἡ εἰδέα μου ὡσεὶ νεκροῦ, διὰ τὸ ἐλεηθῆναι με παρὰ σοῦ. 50. Καὶ ὡς ὄνειδός με ἔχουσιν αἱ ἐναντίαι δι Ο νάμεις ὁρῶσαι με ἐν τῇ μετανοίᾳ. 51. Καὶ βλέποντες ἀπειλοῦσί μοι. 52. Πολέμησον τοὺς ἐπανισταμένους μοι. 55. Τὸ ἀμέτρητον. 54. Καὶ ἐπιγνῶσιν, ὅτι ἡ χείρ του δύναται βοηθῆναι, καὶ σῶσαι με. 55. Καὶ σύ, Κύριε ηὐτρεπισας αὐτὴν εἰς βοήθειαν. 56. θελήσουσι ἀπολέσθαι με, καὶ σὺ περιποιήσεις με εἰς σωτηρίαν. 57. Μηδὲν δυνάμενοι ποιῆσαί μοι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις αἰσχυνθήτωσαν. 58. Ἐγὼ δὲ καὶ πᾶς δοῦλός σου, εὐφρανθησόμεθα ἐν τῇ χάριτί σου. 59. Οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου 60. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις. 61. Απαύστως ὁμολογήσω την παρὰ τοῦ Θεοῦ μοι γενομένην σωτηρίαν. 62. Καὶ ἐπὶ πάντων ἀνυμνήσω αὐτόν. 65. Οτι παρέστη ὑπερασπίζων μου, καὶ μὴ συν χωρῶν τινα τῶν ἐπιβούλων μου πλησιάσαι μοι 64. Τοῦ λυτρώσασθαι ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἐξετείναξα ἑαυτὸν ἐν, Εξέτηξα. "Ονειδόν με. Βλέποντές με. Ν. 53. 54. Τὸ ἀμέτρητον Καὶ ἐπίγνωσιν, βοηθῆσαι καὶ σῶσαι. Σὺ γὰρ, Κύριε, βοήθειαν καὶ σωτηρίαν. Δυνάμεναι ποιῆσαί με. Σκότους. Μου, Με.
S. ATHANASII OPP. PARS II.
48. Genua mea infirmata sunt a jejunio:
49. Et caro mea immutata est propter oleum.
50. Et ego factus sum opprobrium illis:
51. Viderunt me et moverunt capita sua.
52. Adjuva me, Domine Deus meus:
53. Et salvam me fac secundum misericordiam
tuam.
54. Et sciant quia manus tua hæc:
55. Et tu, Domine, fecisti eam.
56. Maledicent illi, et tu benedices:
37. Qui insurgunt in me confundantur:
58. Servus autem tuus latabitur.
59. Induantur qui detrahunt mihi, pudore:
60. Et operiantur sicut diploide confusione sua.
61. Confitebor Domino nimis in ore meo:
62. Et in medio multorum laudabo eum.
63. Quia astitit a dextris pauperis,
64. Ut salvam faceret a persequentibus animam
meam
EXEGETICA.
48. Τὰ γόνατά μου ἠσθένησαν ἀπὸ νηστείας·
49. Καὶ ἡ σάρξ μου ἠλλοιώθη δι' ἔλαιον.
50. Κἀγὼ ἐγενήθην όνειδος αὐτοῖς·
51. Εἴδοσάν με, ἐσάλευσαν κεφαλὰς αὐτῶν.
32. Βοήθησόν μοι, Κύριε ὁ Θεός μου·
53. Καὶ σῶσόν με κατὰ τὸ ἔλεός σου.
54. Και γνώτωσαν ὅτι ἡ χείρ σου αὕτη
55. Καὶ σύ, Κύριε, ἐποίησας αὐτήν.
56. Καταράσονται αὐτοὶ, καὶ σὺ εὐλογήσεις
57. Οἱ ἐπανιστάμενοί μοι αἰσχυνθήτωσαν
58. Ὁ δὲ δοῦλός σου εὐφρανθήσεται.
59. Ἐνδυσάσθωσαν οἱ ἐνδιαβάλλοντές με εντροπήν
60. Καὶ περιβαλέσθωσαν ὡς διπλοίδα αἰσχύνην
αὐτῶν.
61. Εξομολογήσομαι τῷ Κυρίῳ σφόδρα ἐν τῷ
στόματί μου
62. Καὶ ἐν μέσῳ πολλῶν αἰνέσω αὐτόν.
65. "Οτι παρέστη ἐκ δεξιῶν πένητος,
4. Τοῦ σῶσαι ἐκ τῶν καταδιωκόντων τὴν ψυχήν μου.
48. Maceravi me ipsum in jejuniis confitens tibi.
49. Et facta est species mea tanquam mortui,
ut misericordiam a te consequerer.
50. Et veluti ludibrium me habent adversariæ
potestates videntes me in pœnitentia.
51. Et aspicientes minantur mihi.
52. Impugna insurgentes in me.
53. Immensam.
54. Et cognoscant, quod manus tua potest me
adjuvare et salvare.
55. Et tu, Domine, præparasti eam in auxilium.
56. Volent me perdere, et tu me servabis in salutem.
57. Nihil potentes mihi facere adversariæ potestates confundantur.
58. Ego autem, et omnis servus tuus lætabitur
in gratia tua.
59. Principes mundi.
60. Adversariæ potestates.
61. Incessanter confitebor salutem mihi factam
a Deo.
62. Et super omnia laudabo eum.
63. Quoniam astitit protegens me, et non permittens quempiam ex iis qui mihi insidiabantur
ad me accedere.
64. Ut liberaret a contrariis potestatibus animam
meam.
48. Εξέτηξα ἐμαυτὸν ἐν νηστείαις ἐξομολογούμενός σοι.
49. Καὶ γέγονεν ἡ εἰδέα μου ὡσεὶ νεκροῦ, διὰ τὸ
ἐλεηθῆναι με παρὰ σοῦ.
50. Καὶ ὡς ὄνειδός με ἔχουσιν αἱ ἐναντίαι δι
Ο νάμεις ὁρῶσαι με ἐν τῇ μετανοίᾳ.
51. Καὶ βλέποντες ἀπειλοῦσί μοι.
52. Πολέμησον τοὺς ἐπανισταμένους μοι.
55. Τὸ ἀμέτρητον.
54. Καὶ ἐπιγνῶσιν, ὅτι ἡ χείρ του δύναται βοηθῆ
ναι, καὶ σῶσαι με.
55. Καὶ σύ, Κύριε ηὐτρεπισας αὐτὴν εἰς
βοήθειαν.
56. θελήσουσι ἀπολέσθαι με, καὶ σὺ περιποιήσεις
με εἰς σωτηρίαν.
57. Μηδὲν δυνάμενοι ποιῆσαί μοι αἱ ἐναντίαι
δυνάμεις αἰσχυνθήτωσαν.
58. Ἐγὼ δὲ καὶ πᾶς δοῦλός σου, εὐφρανθησόμεθα
ἐν τῇ χάριτί σου.
59. Οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου
60. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις.
61. Απαύστως ὁμολογήσω την παρὰ τοῦ Θεοῦ
μοι γενομένην σωτηρίαν.
62. Καὶ ἐπὶ πάντων ἀνυμνήσω αὐτόν.
65. Οτι παρέστη ὑπερασπίζων μου, καὶ μὴ συν
χωρῶν τινα τῶν ἐπιβούλων μου πλησιάσαι μοι
64. Τοῦ λυτρώσασθαι ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων
τὴν ψυχήν μου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἐξετείναξα ἑαυτὸν ἐν, etc., mel. Εξέτηξα.
"Ονειδόν με.
Βλέποντές με.
Ν. 53. 54. Τὸ ἀμέτρητον deest. Καὶ ἐπιγνῶ
σιν, etc., βοηθῆσαι καὶ σῶσαι.
Σὺ γὰρ, Κύριε, etc., βοήθειαν καὶ σωτηρίαν.
Δυνάμεναι ποιῆσαί με.
Σκότους.
Μου,
Με.
col. 1145–1146page 278 of 376
PG 27:1145Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΘ'. 1. Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· Κάθου ἐκ δε ξιών μου 2. Ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου. 3. Ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών 4. Καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου. 5. Μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου, 6. Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου 7. Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησά σε. 8. "Ωμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται 9. Σὺ ἱερεύς (α) εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. (α) Σὺ εἶ βασιλεύς. ἱερεύς, Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, Ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ. 1. Εἶπεν ὁ Πατήρ τῷ ἐξαγοράσαντί με τῷ τιμίῳ αἵματι αὐτοῦ· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἵνα πάντες γνῶσιν, ὅτι σὺ εἶ ἡ δόξα μου. 2. Εως ἂν οἱ ἀέριοι, καὶ ἐπίγειοι, καὶ καταχθόνιοι ἐχθροί σου γόνυ κάμψουσι δεδεμένοι δεσμοῖς ἀἰδίοις, ἐξομολογούμενοι, ὅτι ὄντως Κύριος Ἰησοῦς εἰς δόξαν τοῦ ἑαυτοῦ Πατρός. 3. Εν δυνάμει καὶ ἐξουσίᾳ μεγάλῃ ἐλεύσεται ἀπὸ τοῦ Πατρός· Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος, ὅπου ἡ σκηνή. 4. Καὶ βασιλεύσεις ατελευτήτως κατὰ τῶν ἐχε θρῶν σου. 5. Εμπροσθέν σου ὁ σταυρὸς τοῦ πάθους σου ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐνδόξου σου παρουσίας. 6. Οταν οἱ ἅγιοι σου ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος. 7. Ἐν ἐμοὶ ἧς ἀεὶ ἀφ᾽ οὗ ἡρξάμην δημιουργεῖν τὰ πάντα διὰ σοῦ· ἐφανέρωσά σε, ὅτι εἶχον, καὶ ἔχω Υἱὸν ἐν ἑαυτῷ. 8. Εθετο ὁ Πατὴρ βουλὴν ἀσάλευτον καὶ ἀμετάβλητον. 9. Σὺ εἶ ὄντως ἱερεὺς ἀληθῆς, ὁ καθάρας πάντα τὸν λαόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ· οὐ δεήσεις ἢ ἱκεσίας ποιησάμενος πρός τινα, ἀλλὰ τῷ τιμίῳ αἵματι πάντας καθαρίσας. Τὸ δὲ, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Πρῶτον μὲν ὁ Μελχισεδέκ ἱερεὺς ἀνεδείχθη οὐκ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Λευΐ τῆς ἱερατείας, ὥσπερ οὔτε ὁ Κύριος, ὅτε εὐδό κησεν ἐπὶ τῆς γῆς τεχθῆναι, οὐκ ἐκ τοῦ Λευὶ ἐτέχθη δεύτερον δὲ τὰς δεκάτας, ἃς ἐδίδου ὁ ἱερεὺς τῷ Θεῷ, ταύτας προσήνεγκεν ᾽Αβραὰμ τῷ Μελχισεδέκ. ἐπειδὴκατὰ πάντα τύπον ἔφερεν ὁ Μελχισεδὲν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ. 43. 4 Σιν, 20. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Κάθου ἐκ δεξιῶν μου. Δεσμίοις. Βασίλευε. Λαὸν αὐτοῦ ἀ. τ. ἀ. αὐ. δεήσεις ἱκεσίας, τῷ τιμίῳ σου αἵματι πάντα ἐκαθάρισας, ὥσπερ οὗτος Κύριος, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΘ'.
1. Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· Κάθου ἐκ δε
ξιών μου
2. Ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν
ποδῶν σου.
3. Ράβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ
Σιών
4. Καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου.
5. Μετὰ σοῦ ἡ ἀρχὴ ἐν ἡμέρᾳ τῆς δυνάμεώς σου,
6. Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν ἁγίων σου
7. Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησά σε.
8. "Ωμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται·
9. Σὺ ἱερεύς (α) εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν
Μελχισεδέκ.
PSAL. CIX.
Psalmus David. PSAL. CIX.
1. Dixit Dominus Domino meo: Sede a dextris
aneis:
2. Donec ponam inimicos tuos scabellum pedum
tuorum.
5. Virgam virtutis emittet tibi Dominus ex
Sion:
4. Et dominare in medio inimicorum tuorum.
5. Tecum principium in die virtutis tuæ,
6. In splendoribus sanctorum tuorum:
7. Ex utero ante Luciferum genui te.
8. Juravit Dominus, et non penitebit eum:
- 9. Tu es sacerdos in æternum secundum ordinem
Melchisedech.
(α) Cod. Σὺ εἶ βασιλεύς. Leg. ἱερεύς, ut Constat ex comment. seu interpret.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν,
Ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ.
Titulus præpositus continet: Psalmus David, quod interpretatur, ut sæpius diximus, Psalmus manu
forti, hoc est Dei Filio.
1. Εἶπεν ὁ Πατήρ τῷ ἐξαγοράσαντί με τῷ τιμίῳ
αἵματι αὐτοῦ· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἵνα πάντες
γνῶσιν, ὅτι σὺ εἶ ἡ δόξα μου.
2. Εως ἂν οἱ ἀέριοι, καὶ ἐπίγειοι, καὶ καταχθόνιοι
ἐχθροί σου γόνυ κάμψουσι δεδεμένοι δεσμοῖς ἀἰδίοις,
ἐξομολογούμενοι, ὅτι ὄντως Κύριος Ἰησοῦς εἰς δόξαν
τοῦ ἑαυτοῦ Πατρός.
3. Εν δυνάμει καὶ ἐξουσίᾳ μεγάλῃ ἐλεύσεται ἀπὸ
τοῦ Πατρός· Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος, ὅπου ἡ
σκηνή.
4. Καὶ βασιλεύσεις ατελευτήτως κατὰ τῶν ἐχε
θρῶν σου.
5. Εμπροσθέν σου ὁ σταυρὸς τοῦ πάθους σου ἐν τῇ
ἡμέρᾳ τῆς ἐνδόξου σου παρουσίας.
6. Οταν οἱ ἅγιοι σου ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος.
7. Ἐν ἐμοὶ ἧς ἀεὶ ἀφ᾽ οὗ ἡρξάμην δημιουργεῖν τὰ
πάντα διὰ σοῦ· ἐφανέρωσά σε, ὅτι εἶχον, καὶ ἔχω
Υἱὸν ἐν ἑαυτῷ.
8. Εθετο ὁ Πατὴρ βουλὴν ἀσάλευτον καὶ ἀμετάβλητον.
9. Σὺ εἶ ὄντως ἱερεὺς ἀληθῆς, ὁ καθάρας πάντα
τὸν λαόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ· οὐ δεήσεις
ἢ ἱκεσίας ποιησάμενος πρός τινα, ἀλλὰ τῷ τιμίῳ
αἵματι πάντας καθαρίσας. Τὸ δὲ, κατὰ τὴν τάξιν
Μελχισεδέκ, τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Πρῶτον μὲν
ὁ Μελχισεδέκ ἱερεὺς ἀνεδείχθη οὐκ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ
Λευΐ τῆς ἱερατείας, ὥσπερ οὔτε ὁ Κύριος, ὅτε εὐδό
κησεν ἐπὶ τῆς γῆς τεχθῆναι, οὐκ ἐκ τοῦ Λευὶ ἐτέχθη
δεύτερον δὲ τὰς δεκάτας, ἃς ἐδίδου ὁ ἱερεὺς τῷ Θεῷ,
ταύτας προσήνεγκεν ᾽Αβραὰμ τῷ Μελχισεδέκ. Ἐπειδὴ
κατὰ πάντα τύπον ἔφερεν ὁ Μελχισεδὲν τὸν Υἱὸν τοῦ
Θεοῦ.
"Philipp. 11, 10, 11.
* Matth. XIII,
1. Dixit Pater ei, qui me redemit pretioso sanguine suo: Sede a dextris meis, ut omnes noscant
quoniam tu es gloria mea.
2. Donec aerei et terrestres et infernales inimici
tui genu flectent vincti vinculis æternis, confitentes
quia vere est Dominus Jesus in gloria Patris sui ".
3. In virtute et potestate magna veniet a Patre.
Sion enim interpretatur locus ubi est Tabernaculum.
4. Et regnabis in æternum adversus inimicos
tuos.
5. Ante te crux passionis tuæ in die gloriosi tui
adventus.
6. Quando sancti tui fulgebunt sicut sol 4.
7. In me eras semper, ex quo capi creare omnia
per te: manifestavi te quod habebam et habeo Filium in me ipso.
8. Posuit Pater voluntatem immobilem atque immutabilem.
9. Tu es utique sacerdos verus, emundans omnem
populum tuum a peccatis suis, neque deprecationes
aut supplicationes faciens ad aliquem, sed pretioso
sanguine omnes emundans. Illud autem: secundum
ordinem Melchisedech; in hunc modum se habet.
Primum quidem Melchisedech sacerdos renuntiatus
est, non ex tribu Levi sacerdotali, quemadmodum
neque Dominus, cum ei placuit nasci in terra, non
ex tribu Levi natus est: deinde decimas, quas dabat sacerdos Deo, has obtulit Abraham Melchisedech *. Quoniam in omnibus figuram gerebat Melchisedech Filii Dei.
43. 4 Gen. Σιν, 20.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Er deest.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Desunt Κάθου ἐκ δεξιῶν μου.
Δεσμίοις.
Βασίλευε.
Λαὸν αὐτοῦ ἀ. τ. ἀ. αὐ. δεήσεις ἱκεσίας, etc.,
τῷ τιμίῳ σου αἵματι πάντα ἐκαθάρισας, etc., ὥσπερ
οὗτος Κύριος, etc., τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
col. 1147–1148page 279 of 376
PG 27:114710. Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν (α) ἐν ἡμερα ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς. 11. Κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα 12. Συνθλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν. 13. Ἐκ χειμάρρου ἐν ὁδῷ πίεται 14. Διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν. Ἀλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΓ. 1. Εξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου 2. Ἐν βουλῇ εὐθέων καὶ συναγων.. 3. Μεγάλα τὰ ἔργα Κυρίου 4. Εξεζητημένα εἰς πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ. 5. Εξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον αὐτοῦ 6. Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. (α) 11, Συνέθλασεν, 12, Κρινεί, 13, Συνθλάσει, 'Ασάφ Γήθ; Γάμελ Δάλεθ. 10. Σὺ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον ἐκ δεξιῶν σου τῷ γὰρ Πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀναλώσει ὁ Κύριος τὸν διάβολον καὶ τὰς ἐξουσίας αὐτοῦ. 11. Ποιήσει ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ πάσας τοῦ ἐχθροῦ τὰς ἀρχὰς θανατώσει. 12. Τῶν δαιμόνων. 13. Ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ πίστει πίε ται τὴν σωτηρίαν αὐτῶν. 14. Διὰ τοῦτο τὴν προτέραν ἀρχὴν κατὰ πάντων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐξουσίαν, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ἐπὶ τοῦ ᾿Αδάμ, πάλιν ἀποκατέστησεν ἡμῖν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Αλληλούια, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε, πάντα, στον. (α) Ἐν τῷ ἄρξασθαί με λαλεῖν οὐκ ἀποκρύψω τι τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ μου. 2. Ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι τοὺς ἁγίους ἐν τῇ ἡμέρα τῆς κρίσεως. 5. Μεγάλη ἡ ἀνταπόδοσις αὐτοῦ [ αὐτῶν ] παρὰ τοῦ Κυρίου Τὸ γὰρ Γὴθ [ Βὴθ ] ἑρμηνεύεται ληνός, ὅπερ ἐστὶν εὐφροσύνη. 4. Δεδοκιμασμένα τὰ ἔργα τῶν ἁγίων κατὰ πάντα τὰ θελήματα τοῦ Κυρίου. Τὸ γὰρ Γαμέν Γίμελ] ἑρμηνεύεται ἀνταπόδοσις, τουτέστι τοῦ ἔργου τῶν ἁγίων. 5. Οἱ ἐν ἐλεημοσύνῃ καὶ πίστει εὑρεθέντες τοῦ Κυρίου ἀνεδείχθησαν 6. Καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἁγίων μένει ατελευτήτως ἡ [ αὕτη ] γὰρ ἑρμηνεία ἐστίν. Πατρὸς κατὰ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον, καὶ αὐτὸ ἐκ δεξιῶν σου. Ν. Τῷ γάρ, δ. Αποκαταστήσει. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, ύμνη σατε τὸν ὄντα Θεόν. Λαλείν με, καρδίᾳ μου· ἑρμηνεύεται γὰρ τὸ Ασάφ ἀρχὴ στόματος. Αὐτοῖς παρὰ Κυρίου. Γαμέλ, τὰ ἔργα τῶν ἁγίων. 'Ανεδείχθησαν. Δάλεθ γὰρ ἑρμηνεύεται ἀνά κρισις. Η γὰρ ἑρμηνεύεται ἔστιν. (α)
S. ATHANASHI OPP. PARS III. EXEGETICA.
10. Dominus a dextris tuis confregit in die iræ
sue reges.
11. Judicabit in nationibus, implebit ruinas:
12. Conquassabit capita in terra multorum.
13. De torrente in via bibet:
14. Propterea exaltabit caput.
Alleluia. PSAL. CX.
1. Confitebor tibi, Domine, in toto corde meo ⚫
2. In consilio justorum et congregatione.
3. Magna opera Domini,
4. Exquisita in omnes voluntates ejus.
5. Confessio et magnificentia opus ejus:
6. Et justitia ejus manet in sæculum sæculi.
10. Κύριος ἐκ δεξιῶν σου συνέθλασεν (α) ἐν ἡμερα
ὀργῆς αὐτοῦ βασιλεῖς.
11. Κρινεῖ ἐν τοῖς ἔθνεσι, πληρώσει πτώματα -
12. Συνθλάσει κεφαλὰς ἐπὶ γῆς πολλῶν.
13. Ἐκ χειμάρρου ἐν ὁδῷ πίεται·
14. Διὰ τοῦτο ὑψώσει κεφαλήν.
Ἀλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΓ.
1. Εξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ
μου
2. Ἐν βουλῇ εὐθέων καὶ συναγων..
3. Μεγάλα τὰ ἔργα Κυρίου
4. Εξεζητημένα εἰς πάντα τὰ θελήματα αὐτοῦ.
5. Εξομολόγησις καὶ μεγαλοπρέπεια τὸ ἔργον
αὐτοῦ·
6. Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ
αἰῶνος.
(α) Vers. 11, Συνέθλασεν, etc. Vers. 12, Κρινεί, etc. Vers. 13, Συνθλάσει, etc.
In marg. ad vers. 1, legitur 'Ασάφ; ad vers. 2 et 3, Γήθ; ad vers. 4, Γάμελ; ad vers. 5, Δάλεθ.
10. Tu a dextris Patris, et Spiritus sanctus tuus
a dextris tuis; Spiritu enim oris ejus perdet Dominus diabolum et potestates ejus
11. Faciet vindictam. nationibus 45, et omnes
principatus inimici mortificabit.
12. Damonum.
13. Ex multitudine gentium in fide bibet eorum
salutem.
14. Propterea pristinum principatum super omnia quæ in terra sunt, et potestatem quam dedit
nobis in Adam, rursus nobis restituet.
10. Σὺ ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς, καὶ τὸ Πνεῦμά σου
τὸ ἅγιον ἐκ δεξιῶν σου τῷ γὰρ Πνεύματι
τοῦ στόματος αὐτοῦ ἀναλώσει ὁ Κύριος τὸν διάβολον
καὶ τὰς ἐξουσίας αὐτοῦ.
11. Ποιήσει ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ πάσας
τοῦ ἐχθροῦ τὰς ἀρχὰς θανατώσει.
12. Τῶν δαιμόνων.
13. Ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐθνῶν ἐν τῇ πίστει πίεται τὴν σωτηρίαν αὐτῶν.
14. Διὰ τοῦτο τὴν προτέραν ἀρχὴν κατὰ πάντων
τῶν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐξουσίαν, ἣν ἔδωκεν ἡμῖν ἐπὶ
τοῦ ᾿Αδάμ, πάλιν ἀποκατέστησεν ἡμῖν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Αλληλούια, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε, πάντα, στον.
Titulus praepositus continet: (α) Alleluia, quod interpretatur, laudale et exaltate eum qui Deus est.
1. Cum coepero loqui, nihil celabo eorum quæ in 1. Ἐν τῷ ἄρξασθαί με λαλεῖν οὐκ ἀποκρύψω τι
corde meo sunt.
τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ μου.
2. Cum congregabuntur sancti in die judicii.
3. Magna enim eorum retributio a Domino. Nam
Geth [Beth] interpretatur lacus, quod est lætitia.
4. Probata opera sanctorum in omnes voluntates
Domini. Illud enim Gimel interpretatur retributio,
scilicet operationis sanctorum.
5. Qui inventi sunt in misericordia et fide, ose
tensi sunt Domini esse.
6. Et sanctorum multitudo manet in æternitate:
hæc enim est interpretatio.
" Il Thess. 11, 8. 4 Psal. cxLIS, 7.
2. Ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι τοὺς ἁγίους ἐν τῇ ἡμέρα
τῆς κρίσεως.
5. Μεγάλη ἡ ἀνταπόδοσις αὐτοῦ [ αὐτῶν ] παρὰ τοῦ
Κυρίου Τὸ γὰρ Γὴθ [ Βὴθ ] ἑρμηνεύεται ληνός,
ὅπερ ἐστὶν εὐφροσύνη.
4. Δεδοκιμασμένα τὰ ἔργα τῶν ἁγίων κατὰ πάντα
τὰ θελήματα τοῦ Κυρίου. Τὸ γὰρ Γαμέν Γίμελ]
ἑρμηνεύεται ἀνταπόδοσις, τουτέστι τοῦ ἔργου τῶν
ἁγίων.
5. Οἱ ἐν ἐλεημοσύνῃ καὶ πίστει εὑρεθέντες τοῦ
Κυρίου ἀνεδείχθησαν
6. Καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἁγίων μένει ατελευτήτως·
ἡ [ αὕτη ] γὰρ ἑρμηνεία ἐστίν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Πατρὸς κατὰ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον, καὶ αὐτὸ
ἐκ δεξιῶν σου.
Ν. 11. Τῷ γάρ, etc., deest art. δ.
Αποκαταστήσει.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., ύμνη
σατε τὸν ὄντα Θεόν.
Λαλείν με, etc., καρδίᾳ μου· ἑρμηνεύεται γὰρ
τὸ Ασάφ ἀρχὴ στόματος.
Αὐτοῖς παρὰ Κυρίου.
Γαμέλ, etc., τὰ ἔργα τῶν ἁγίων.
'Ανεδείχθησαν. Δάλεθ γὰρ ἑρμηνεύεται ἀνάκρισις.
Η γὰρ ἑρμηνεύεται ἔστιν.
(α) Psalmus iste est carmen alphabeticum. Vid. Hieron. in Prafat. in lib. Reg. et al. Scr.
col. 1149–1150page 280 of 376
PG 27:11497. Μνείαν ἐποιήσατο τῶν θαυμασίων αὐτοῦ, 8. Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος 9. Τροφὴν ἔδωκε τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 10. Μνησθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ 11. Ἰσχὺν ἔργων αὐτοῦ ἀνήγγειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ, 12. Τοῦ δοῦναι αὐτοῖς κληρονομίαν ἐθνῶν. 13. Εργα χειρῶν αὐτοῦ ἀλήθεια καὶ κρίσις. 14. Πισταὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ 15. Ἐστηριγμέναι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος 16. Πεποιημέναι ἐν ἀληθείᾳ καὶ εὐθύτητι. 17. Λύτρωσιν ἀπέστειλε [ ἀπέστειλε Κύριος, τῷ λαῷ αὐτοῦ 18. Ενετείλατο εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκην αὐτοῦ 19. "Αγιον καὶ φοβερὸν τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 20. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου 21. Σύνεσις δὲ ἀγαθὴ πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν 22. Η αίνεσις αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 7. Εμνημόνευσεν, ὡς προεῖπε διὰ τῶν προφητῶν αὐτοῦ, ἐλθεῖν, καὶ διὰ τῶν παθημάτων αὐτοῦ σῶ σαι ἡμᾶς. 8. Ελεήμων γὰρ καὶ οἰκτίρμων ὑπάρχει ὁ Κύριος. 9. ἑαυτὸν γὰρ τροφὴν, καὶ τὰ λόγια αὐτοῦ ἔδωκε τοῖς φοβουμένοις αὐτόν. 10. Αδιαλείπτως μνησθήσεται τῶν ἁγίων αὐτοῦ. 11. Τὴν δύναμιν τῶν Γραφών τῶν προλεχθέν των εφανέρωσε τοῖς ἀποστόλοις αὐτοῦ. 12. Τοῦ δοῦναι τοῖς ἀποστόλοις ἐξουσίαν κυριεῦσαι διά τοῦ κηρύγματος πάντων τῶν ἐθνῶν. 13. Τὰ ἔργα τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ πίστις καὶ δι καιοσύνη. 14. Αληθεῖς αἱ ἐπαγγελίαι αὐτοῦ. 15. Καὶ ἀμεταμέλητα τὰ χαρίσματα αὐτοῦ 16. Κατηρτισμένα ἐν πίστει καὶ δικαιοσύνῃ. 17. Ο Πατὴρ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδω κεν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. 18. Ενετείλατο τοῖς πιστεύουσιν αὐτῷ φυλάσσειν τὰ προστάγματα αὐτοῦ. 19. Ενδοξον τοῖς ἁγίοις καὶ φοβερὸν τοῖς δαίμοσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 20. Καὶ ἀρχαὶ πίστεως τὸ φοβηθῆναι τὸν Κύ ριον. 21. Χάρις δὲ Πνεύματος ἁγίου ἐστὶ πᾶσι τοῖς φο βουμένοις τὸν Κύριον. 22. Ατελεύτητος μένει ή αίνεσις τοῦ Κυρίου. Ο ἂν προείπεν δ. τ. π. τοῦ ἐλεεῖν, καί, σω θῆναι ἡμᾶς. Προφητών προφητειών.) Διά Αμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, Κατηρτισμέναι. Αρχή, καί τό. Μένει (α)
7. Μνείαν ἐποιήσατο τῶν θαυμασίων αὐτοῦ,
8. Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων ὁ Κύριος·
9. Τροφὴν ἔδωκε τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
10. Μνησθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκης αὐτοῦ·
11. Ἰσχὺν ἔργων αὐτοῦ ἀνήγγειλε τῷ λαῷ αὐτοῦ,
12. Τοῦ δοῦναι αὐτοῖς κληρονομίαν ἐθνῶν.
13. Εργα χειρῶν αὐτοῦ ἀλήθεια καὶ κρίσις.
14. Πισταὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ·
15. Ἐστηριγμέναι εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος·
16. Πεποιημέναι ἐν ἀληθείᾳ καὶ εὐθύτητι.
17. Λύτρωσιν ἀπέστειλε [ ἀπέστειλε Κύριος, etc.
τῷ λαῷ αὐτοῦ·
18. Ενετείλατο εἰς τὸν αἰῶνα διαθήκην αὐτοῦ·
19. "Αγιον καὶ φοβερὸν τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
20. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου·
21. Σύνεσις δὲ ἀγαθὴ πᾶσι τοῖς ποιοῦσιν αὐτήν·
22. Η αίνεσις αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
PSAL. CX.
7. Memoriam fecit mirabilium suorum,
8. Misericors et miserator Dominus:
9. Escam dedit timentibus se.
10. Memor erit in sæculum testamenti sui:
11. Virtutem operum suorum annuntiabit populo
SUO,
12. Ut det illis hæreditatem gentium,
13. Opera manuum ejus, veritas et judicium.
14. Fidelia omnia mandata ejus:
15. Confirmata in sæculum sæculi
6. Facta in veritate et æquitate.
17. Redemptionem misit misit Dominus] popu.o
suo:
18. Mandavit in æternum testamentum suum:
19. Sanctum et terribile nomen ejus.
20. Initium sapientiæ timor Domini:
21. Intellectus bonus omnibus facientibus eam:
22. Laudatio ejus manet in sæculum sæculi,
7. Εμνημόνευσεν, ὡς προεῖπε διὰ τῶν προφητῶν
αὐτοῦ, ἐλθεῖν, καὶ διὰ τῶν παθημάτων αὐτοῦ σῶ
σαι ἡμᾶς.
8. Ελεήμων γὰρ καὶ οἰκτίρμων ὑπάρχει ὁ Κύριος.
9. ἑαυτὸν γὰρ τροφὴν, καὶ τὰ λόγια αὐτοῦ ἔδωκε
τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
10. Αδιαλείπτως μνησθήσεται τῶν ἁγίων αὐτοῦ.
11. Τὴν δύναμιν τῶν Γραφών τῶν προλεχθέντων εφανέρωσε τοῖς ἀποστόλοις αὐτοῦ.
12. Τοῦ δοῦναι τοῖς ἀποστόλοις ἐξουσίαν κυριεῦσαι
διά τοῦ κηρύγματος πάντων τῶν ἐθνῶν.
13. Τὰ ἔργα τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ πίστις καὶ δικαιοσύνη.
14. Αληθεῖς αἱ ἐπαγγελίαι αὐτοῦ.
15. Καὶ ἀμεταμέλητα τὰ χαρίσματα αὐτοῦ
16. Κατηρτισμένα ἐν πίστει καὶ δικαιοσύνῃ.
17. Ο Πατὴρ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδω
κεν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.
18. Ενετείλατο τοῖς πιστεύουσιν αὐτῷ φυλάσσειν
τὰ προστάγματα αὐτοῦ.
19. Ενδοξον τοῖς ἁγίοις καὶ φοβερὸν τοῖς δαίμοσι
τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
20. Καὶ ἀρχαὶ πίστεως τὸ φοβηθῆναι τὸν Κύ
ριον.
21. Χάρις δὲ Πνεύματος ἁγίου ἐστὶ πᾶσι τοῖς φο
βουμένοις τὸν Κύριον.
7. Recordatus est, ut prædixit per suos prophetas, venire, et per passionem suam salvare nos.
8. Misericors enim et miserator est Dominus.
9. Se ipsum enim iu escam, et eloquia sua dedit
timentibus eum.
10. Indesinenter recordabitur sanctorum suorum.
11. Virtutem hoc est arcanum sensum] Scripturarum de iis quæ prædicta fuerunt, manifestavit
apostolis suis.
12. Ut daret apostolis potestatem dominandi super omnes gentes per prædicationem.
15. Opera apostolorum ejus fides et justitia.
14. Veræ promissiones ejus.
22. Ατελεύτητος μένει ή αίνεσις τοῦ Κυρίου. Ο
15. Et sine poenitentia dona ipsius.
16. Perfecta in fide et justitia.
17. Pater Filium suum unigenitum dedit pro
mundi vita.
18. Præcepit credentibus ei custodire mandata
sua.
19. Gloriosum sanctis, et terribile dæmonibus
nomen ejus.
20. Et initium fidei timere Dominum (a).
21. Gratia autem Spiritus sancti est omnibus timentibus Dominum.
32. Sine fine manet laudatio Domini
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
ἂν προείπεν δ. τ. π. τοῦ ἐλεεῖν, καί, etc., σω
θῆναι ἡμᾶς.
Προφητών (leg. potius videtur προφητειών.)
Διά deest.
Αμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ,
Κατηρτισμέναι.
Αρχή, etc., καί et τό.
Μένει deest.
(α) Aliam affert Dan. Barbarus interpretationem, quæ est Didymi.
col. 1151–1152page 281 of 376
PG 27:1151Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΙΑ'. 1. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον 2. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα. 3. Δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ 4. Γενεὰ εὐθέων ευλογηθήσεται. 5. Δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ 6. Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 7. Εξανέτειλεν ἐν σκότει φῶς τοῖς εὐθέσιν 8. Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων καὶ δίκαιος. 9. Χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν 10. Οἰκονομήσει τους λόγους αὐτοῦ ἐν κρίσει 11. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσεται. 12. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος 15. ᾿Απὸ ἀκοῆς πονηρᾶς οὐ φοβηθήσεται. 14. Ετοίμη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον 15. Ἐστήρικται ἡ καρδία αὐτοῦ, οὐ μὴ φοβηθῇ, Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, υμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. (α). 1. Οτι ἀφίσταται ἀπὸ παντὸς κακοῦ. 2. Σπουδάζει πληρῶσαι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ. 3. Ἐν τῇ γῇ τῶν ζώντων τίμια ἔσονται τὰ ἔργα αὐτοῦ. 4. Τῶν καθαρῶν τῇ καρδίᾳ ὁ χορὸς δοξασθήσεται. 5. Πᾶσα χάρις καὶ δικαιοσύνη ἐν τῷ κλήρῳ τῶν ἁγίων. 6. Καὶ ἡ μισθαποδοσία αὐτῶν ἀτελεύτητος. 7. ᾿Ανέδειξεν ἐν τῷ κόσμῳ τοῖς ἁγίοις τὸν Υἱὸν αὐτοῦ. 8, 9. ᾿Αγαθὸς ἀνὴρ ὁ ἐν ἀγάπη μεταδιδοὺς τῷ πλησίον αὐτοῦ, ἐκ τοῦ χαρίσματος τοῦ δοθέντος αὐτῷ παρὰ τοῦ Θεοῦ. 10. Λέγει γὰρ τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ κρίσει· Κύριε, πέντε τάλαντα μοι παρέδωκας, ἵδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα. 11. Πεπλήρωται γὰρ χαρᾶς, καὶ ἀγαλλιάσεται. 12. Λέγει γὰρ αὐτῷ ὁ Κύριος· Εύγε, δούλε ἀγαθέ, καὶ πιστέ, ἐπὶ ὀλίγα ἧς πιστὸς, ἐπὶ πολ λων σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Ο Κυρίου σου. 13. Οὐκ ἔτι γὰρ ἔσεται ὁ ἀντικείμενος αὐτῷ. 14. Ηυτρέπισται πάντοτε ἡ καρδία αὐτοῦ εἰς εὐαρέστησιν τοῦ Θεοῦ. 15: Τετελείωται [τεθεμελίωται] ἡ καρδία αὐτοῦ ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ διὰ τῆς κινναδάρεως περιέχει. Ν. 6, 7. Καί, ἀτέλευτος, ὃς ἀνέδειξεν, Ν. 8. Κύριος ὁ Θεός. Ν. 9. ᾿Αγαθὸς ἀνὴρ ἐν ἀγάπη Θεού, Ν. 11. Λέγει γάρ, Ν. 12. Οὐκ ἔτι, Ν. 13. Πεπλήρωται γὰρ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως Εἰς τήν. (α)
S. ATHANASII OPP. PARS III.
Alleluia. PSAL. CXI.
1. Beatus vir, qui timet Dominum:
2. In mandatis ejus volet nimis.
3. Potens in terra erit semen ejus:
4. Generatio rectorum benedicetur.
5. Gloria et divitiæ in domo ejus:
6. Et justitia ejus manet in sæculum sæculi.
7. Exortum est in tenebris lumen rectis.
8. Misericors et miserator et justus:
9. Jucundus vir qui miseretur et commodat:
10. Disponet sermones suos in judicio:
11. Quia in aeternum non commovebitur.
12. In memoria æterna erit justus:
13. Ab auditione mala non timebit.
14. Paratum cor ejus sperare in Domino:
15. Confirmatum est cor ejus, non timebit
EXEGETICA.
Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΙΑ'.
1. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον·
2. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ θελήσει σφόδρα.
3. Δυνατὸν ἐν τῇ γῇ ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ·
4. Γενεὰ εὐθέων ευλογηθήσεται.
5. Δόξα καὶ πλοῦτος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ·
6. Καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ
αἰῶνος.
7. Εξανέτειλεν ἐν σκότει φῶς τοῖς εὐθέσιν
8. Ἐλεήμων καὶ οἰκτίρμων καὶ δίκαιος.
9. Χρηστὸς ἀνὴρ ὁ οἰκτείρων καὶ κιχρῶν·
10. Οἰκονομήσει τους λόγους αὐτοῦ ἐν κρίσει
11. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ σαλευθήσεται.
12. Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος·
15. ᾿Απὸ ἀκοῆς πονηρᾶς οὐ φοβηθήσεται.
14. Ετοίμη ἡ καρδία αὐτοῦ ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον
15. Ἐστήρικται ἡ καρδία αὐτοῦ, οὐ μὴ φοβηθῇ,
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, υμνήσατε τὸν ὄντα
Θεόν.
fitulus præpositus continet: Alleluia, quod interpretatur, laudate et exaltate eum qui Deus est.
1. Quia abstinet ab omni malo.
2. Studet implere ejus præcepta.
3. In terra viventium pretiosa erunt opera ejus.
4. Chorus eorum, qui corde mundi sunt, glorificabitur.
5. Omnis gratia et justitia in sorte sanctorum.
6. Et eorum retributio sempiterna.
7. Ostendit in mundo sanctis Filium suum.
8, 9. Bonus vir, qui in charitate communicat cuiu
proximo suo dona, quæ ipsi a Deo data sunt.
10. Dicet enim Domino in judicio: Domine, quinque talenta tradidisti mihi, ecce alia quinque talenta
lucratus sum 4.
11. Inpletus est enim gaudio et exsultabit (α).
12. Dicet enim ipsi Dominus: Euge, serve bone
et fidelis, quia super pauca fuisti fidelis, supra multa
te constituam, intra in gaudium Domini tui *7.
13. Non amplius enim erit ei adversarius.
14. Paratum est semper cor ejus ad placendum
Deo.
15. Perfectum [fundatum] est cor ejus in Deo.
* Matth. xxv,
47 ibid. 21.
1. Οτι ἀφίσταται ἀπὸ παντὸς κακοῦ.
2. Σπουδάζει πληρῶσαι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ.
3. Ἐν τῇ γῇ τῶν ζώντων τίμια ἔσονται τὰ ἔργα
αὐτοῦ.
4. Τῶν καθαρῶν τῇ καρδίᾳ ὁ χορὸς δοξασθήσε
ται.
5. Πᾶσα χάρις καὶ δικαιοσύνη ἐν τῷ κλήρῳ τῶν
ἁγίων.
6. Καὶ ἡ μισθαποδοσία αὐτῶν ἀτελεύτητος.
7. ᾿Ανέδειξεν ἐν τῷ κόσμῳ τοῖς ἁγίοις τὸν Υἱὸν αὐτοῦ.
8, 9. ᾿Αγαθὸς ἀνὴρ ὁ ἐν ἀγάπη μεταδιδοὺς τῷ
πλησίον αὐτοῦ, ἐκ τοῦ χαρίσματος τοῦ δοθέντος
αὐτῷ παρὰ τοῦ Θεοῦ.
10. Λέγει γὰρ τῷ Κυρίῳ ἐν τῇ κρίσει· Κύριε,
πέντε τάλαντα μοι παρέδωκας, ἵδε άλλα πέντε
τάλαντα εκέρδησα.
11. Πεπλήρωται γὰρ χαρᾶς, καὶ ἀγαλλιάσεται.
12. Λέγει γὰρ αὐτῷ ὁ Κύριος· Εύγε, δούλε
ἀγαθέ, καὶ πιστέ, ἐπὶ ὀλίγα ἧς πιστὸς, ἐπὶ πολλων σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ
Ο Κυρίου σου.
13. Οὐκ ἔτι γὰρ ἔσεται ὁ ἀντικείμενος αὐτῷ.
14. Ηυτρέπισται πάντοτε ἡ καρδία αὐτοῦ εἰς
εὐαρέστησιν τοῦ Θεοῦ.
15: Τετελείωται [τεθεμελίωται] ἡ καρδία αὐτοῦ
ἐν τῷ Θεῷ.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναδάρεως περιέχει.
Ν. 6, 7. Καί, etc., ἀτέλευτος, ὃς ἀνέδειξεν, etc.
Ν. 8. Κύριος ὁ Θεός. Ν. 9. ᾿Αγαθὸς ἀνὴρ ἐν
ἀγάπη Θεού, etc.
Ν. 11. Λέγει γάρ, etc. Ν. 12. Οὐκ ἔτι, etc.
Ν. 13. Πεπλήρωται γὰρ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως
Εἰς τήν.
(α) Comment. sub num. 11, non legitur in cod., sed exstat inferius ad n. 13, et hic legitur comment.
n. 12, et ita deinceps prapostero ordine, ut videtur.
col. 1153–1154page 282 of 376
PG 27:115316. Πως οὗ ἐπίδῃ ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ. 17. Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν 18. Η δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 19. Τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ. 20. Αμαρτωλός όψεται, καὶ ὀργισθήσεται 21. Τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ βρύξει, καὶ τακήσεται 22. Επιθυμία ἁμαρτωλοῦ ἀπολεῖται. Αλληλούϊα. ΡΙΒ. 1. Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον 2. Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου. 3. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον 4. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 5. Ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν 6. Αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου. (α) 7. Υψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη ὁ Κύριος" 8. Ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς ἡ δόξα αὐτοῦ. 16. Αφ' οὗ ἴδῃ, ὅτι παρεδόθησαν τῷ αἰωνίῳ πυρὶ ὁ διάβολος καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ. 17, 18. Ὡς ὁ Κύριος πλούσιος ὢν ἐπτώχευσε δι' ἡμᾶς, καὶ τὰ χαρίσματα αὐτοῦ ἔδωκε πᾶσιν ὁμοίως καὶ οὗτος ἐποίησε, πάντα τὸν πλοῦτον αὐτοῦ δέδωκεν τοῖς ἔθνεσιν· διὰ τοῦτο ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 19. Ερεῖ αὐτῷ ὁ Κύριος Δεῦρο ευλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμέ την ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 20. Ὁ διάβολος ὁρῶν τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν δικαίων. 21. 'Θ διάβολος εἰς τὴν αἰώνιον ὑπάρχει κόλασιν. 22. Η πρόσκαιρος ἀπόλαυσις γὰρ τοῦ κόσμου ἀπολεῖται. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει. Αλληλούϊα, ὅπερ ἐστὶ, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. 1. Οἱ ἀπόστολοι τῇ καρδίᾳ. 2. Αδιαλείπτως. 5. Ἐν πᾶσιν ἔθνεσι 4. Καὶ πάλιν, ἀφ᾽ οὗ ἀνατείλει τὸ φῶς αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τῆς παρουσίας αὐτοῦ καὶ ἕως τῆς συν τελείας 5, 6. Καὶ πάλιν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν καὶ ἕως τῆς γῆς αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου. 7. Δεδοξασμένος. 8. Ἐπὶ τοὺς ἁγίους ἡ χάρις αὐτοῦ. Ν. 17. Ὡς, δέδωκεν πᾶσιν, αυτος ἐποίησεν οὕτως, πάντα, τοῖς πένησιν ἔθνε σιν. Ν. 18. Διὰ τοῦτο, Ερεϊ γάρ, ὁ εὐλογημένος τοῦ Πατρός μου, ἀπόλαβε τήν, Υπάρχων. Γάρ εἰ ἀπολεῖται Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περ., ὅπερ έρμη νεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε τον, Ν. 1. Ν. 2. Ατελευτήτως. Ν. 5. Ἐν πᾶσιν ἔθνεσιν· καὶ πάλιν, ἀφ ου ἀνατεῖλαι τό, τὸ ὄνομα Κυρίου. δεδοξασμένος. Ν. 8, Ἐπὶ τοὺς ἁγίους, Τίς ἐστιν οὕτως φιλάνθρωπος; Ν. 10, 11, 6, "Οτι, Ν. 11, ..... ὢν, αὐτὸς καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Ν. 9. Τοῦ, 16, 10. Μετὰ τῶν ἀγ γέλων, Ν. 17, 11. Τὴν Ἐκκλησίαν, τὴν τὸ πρότερον, πίστεως εἰς βασιλείαν σου. Ν. Τήν,
16. Πως οὗ ἐπίδῃ ἐπὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ.
17. Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν·
18. Η δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ
αἰῶνος.
19. Τὸ κέρας αὐτοῦ ὑψωθήσεται ἐν δόξῃ.
20. Αμαρτωλός όψεται, καὶ ὀργισθήσεται·
21. Τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ βρύξει, καὶ τακήσεται·
22. Επιθυμία ἁμαρτωλοῦ ἀπολεῖται.
Αλληλούϊα. ΡΙΒ.
1. Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον·
2. Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου.
3. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον
4. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
5. Ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν
6. Αἰνετὸν τὸ ὄνομα Κυρίου.
PSAL. CXII.
16. Donec despiciat inimicos suos.
17. Dispersit, dedit pauperibus:
18. Justitia ejus manet in sæculum sæculi:
19. Cornu ejus exaltabitur in gloria.
20. Peccator videbit et irascetur:
21. Dentibus suis fremet et labescet:
22. Desiderium peccatoris peribit.
Alleluia. CXII.
• 1. (α) Laudate, pueri, Dominum:
2. Laudate nomen Domini.
3. Sit nomen Domini benedictum
4. Ex hoc nunc, et usque in sæculum.
5. solis ortu usque ad occasum
6. Laudabile nomen Domini.
7. Υψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη ὁ Κύριος"
8. Ἐπὶ τοὺς οὐρανοὺς ἡ δόξα αὐτοῦ.
7. Excelsus super omnes gentes Dominus:
8. Super coelos gloria ejus.
(a) Vers. 1 et 2. Vers, unicus. Vers. 3 et 4: in cod. est 2. Vers. 5 et 6: in cod. 3. Vers. 7 et 8: in
cod. 4. Vers. 9: in cod. 5. Vers. 10 et 11: in cod. 6. Vers. 12: in cod. 7. Vers. 13 et 14: in cod. 8.
Vers. 15: in cod. 9, et sic deinceps.
16. Αφ' οὗ ἴδῃ, ὅτι παρεδόθησαν τῷ αἰωνίῳ πυρὶ
ὁ διάβολος καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ.
17, 18. Ὡς ὁ Κύριος πλούσιος ὢν ἐπτώχευσε
δι' ἡμᾶς, καὶ τὰ χαρίσματα αὐτοῦ ἔδωκε πᾶσιν·
ὁμοίως καὶ οὗτος ἐποίησε, πάντα τὸν πλοῦτον αὐτοῦ
δέδωκεν τοῖς ἔθνεσιν· διὰ τοῦτο ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ
μένει εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
19. Ερεῖ αὐτῷ ὁ Κύριος Δεῦρο ευλογημένοι
τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμέτην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
20. Ὁ διάβολος ὁρῶν τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν δικαίων.
21. 'Θ διάβολος εἰς τὴν αἰώνιον ὑπάρχει κόλασιν.
22. Η πρόσκαιρος ἀπόλαυσις γὰρ τοῦ κόσμου
ἀπολεῖται.
16. Ex quo vidit, quod traditi sunt igni ætern )
diabolus et angeli ejus.
17, 18. Quemadmodum Dominus, cum dives esset, pauper factus est propter nos, et dona sua omnibus elargitus est; ita etiam iste fecit, omnes suas
divitias dedit pauperibus: propterea justitia ejus
manet in sæculum sæculi.
19. Dicet ei Dominus: Venite, benedicti Patris
mei, possidete paratum vobis regnum a constitutio,
mundi 40
20. Diabolus videns retributionem justorum.
21. Diabolus in æterno supplicio exsistit.
22. Temporaria enim oblectatio mundi peribit.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει. Αλληλούϊα, ὅπερ ἐστὶ, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν.
Titulus præpositus continet: Alleluia, hoc est, laudate eum qui Deus est.
1. Οἱ ἀπόστολοι τῇ καρδίᾳ.
2. Αδιαλείπτως.
5. Ἐν πᾶσιν ἔθνεσι
4. Καὶ πάλιν, ἀφ᾽ οὗ ἀνατείλει τὸ φῶς αὐτοῦ ἐν
τῷ κόσμῳ διὰ τῆς παρουσίας αὐτοῦ καὶ ἕως τῆς συντελείας·
5, 6. Καὶ πάλιν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν καὶ ἕως τῆς γῆς
αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου.
7. Δεδοξασμένος.
8. Ἐπὶ τοὺς ἁγίους ἡ χάρις αὐτοῦ.
* Matth. xxν,
b
1. Apostoli corde.
2. Indesinenter.
3. In omnibus gentibus:
4. Et iterum, ex quo exorta est lux ejus in mundo,
propter ipsius adventum et usque ad consummationem:
5, 6. Et rursus a colis usque ad terram laudate
nomen Domini.
7. Glorificatus,
8. Super sanctos gratia ejus.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 17. Ὡς, etc., δέδωκεν πᾶσιν, etc., αυτος
ἐποίησεν οὕτως, πάντα, etc., τοῖς πένησιν non ἔθνε
σιν. Ν. 18. Διὰ τοῦτο, etc.
Ερεϊ γάρ, etc., ὁ εὐλογημένος τοῦ Πατρός
μου, ἀπόλαβε τήν, etc.
Υπάρχων.
Γάρ εἰ ἀπολεῖται desunt.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περ., etc., ὅπερ έρμηνεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε τον, etc.
Ν. 1. Ol, etc. Ν. 2. Ατελευτήτως. Ν. 5. Ἐν
πᾶσιν ἔθνεσιν· καὶ πάλιν, ἀφ ου ἀνατεῖλαι τό, etc.,
usque ad τὸ ὄνομα Κυρίου. Deest δεδοξασμένος. Ν. 8,
in cod. 4. Ἐπὶ τοὺς ἁγίους, etc. N. 9, in cod. 5.
Τίς ἐστιν οὕτως φιλάνθρωπος; Ν. 10, 11, in cod. 6,
"Οτι, etc. Ν. 11, in cod. 7..... ὢν, αὐτὸς καὶ ἐπὶ
τῆς γῆς. Ν. 13. 14, in cod. 8. 'U, etc. N. 15, in
cod. 9. Τοῦ, etc. N. 16, in cod. 10. Μετὰ τῶν ἀγγέλων, etc. Ν. 17, in cod. 11. Τὴν Ἐκκλησίαν, etc.,
τὴν τὸ πρότερον, etc., πίστεως εἰς βασιλείαν σου.
Ν. 18, in cod. 12. Τήν, etc.
col. 1155–1156page 283 of 376
PG 27:11559. Τίς ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν; 10. ῾Ο ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν 11. Καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν [ἐφορῶν, καὶ τὰ ὑψηλὰ ἀπὸ μακρόθεν γιγνώσκων], 12. Ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ 15. Ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν, 14. Καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα, 15. Τοῦ καθίσαι αὐτὸν μετὰ ἀρχόντων, 16. Μετὰ ἀρχόντων λαοῦ αὐτοῦ. 17. Ο κατοικίζων στείραν ἐν οἴκῳ, 18. Μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην. Αλληλούϊα. ΡΙΓ. 1. Ἐν ἐξόδῳ Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου, 2. Οίκου Ἰακὼβ ἐκ λαοῦ βαρβάρου. 3. Εγενήθη Ἰουδαία ἁγίασμα αὐτοῦ 4. Ἰσραὴλ ἐξουσία αὐτοῦ. 5. Η θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν 9-11. "Οτι ἐν τῷ οὐρανῷ κατοικῶν τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς οὕτως ἠγάπησεν. 12. Ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ ὢν καὶ ἐπὶ γῆς παραγέγονεν. 13, 14. Ὁ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐκ τῶν γηίνων καὶ ἀσώτων ἐπιθυμιῶν πεσὸν ἀναστήσας, καὶ δοξάσας διὰ τῆς υἱοθεσίας. 15. Τοῦ ἀξιῶσαι τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀνα παύσεως τῶν ἀγγέλων. 16. Μετὰ τῶν ἁγίων τῶν συνόντων τοῖς ἁγίοις [ἀγγέ λοις] αὐτοῦ. 17. Ὁ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν ἐθνῶν τὴν πρότερον ἄκαρπον εἰσάγων διὰ τῆς πίστεως. 18. Τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ χαίρουσαν ἐπὶ τοῖς ἁγίοις. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αλληλούϊα, ὅ ἐστιν, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. Ο 1. Ἰσραὴλ ἑρμηνεύεται λαὸς ἰσχυρός· Αἴγυ πτος δὲ σκότωσις· ἐν τῷ οὖν τοὺς πιστεύοντας ῥυσθῆναι ἐκ τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας. 2. Τῶν πιστῶν τῶν κατασχόντων τὰ ἔσχατα. Ια κωδ γὰρ ἑρμηνεύεται κρατῶν ἔσχατα· τὸ δὲ, ἐκ λαοῦ βαρβάρου, δῆλον [δηλοῖ] ὅτι ὁ πιστὸς λαὸς ἐξελθὼν ἐκ τοῦ σκότους ἀνεχώρησε τῶν βαρβάρων, τουτέστι τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 5. Καὶ λοιπὸν γίνεται αὐτῷ ἡ Ἐκκλησία ἁγίασμα διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἰουδαία λέγεται διὰ τὸ τὴν χάριν εἶναι ἐν αὐτῇ τοῦ καταξιώσαντος Θεοῦ ἐξ Ἰούδα τεχθῆναι. Κατὰ δὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνόματος Ἰου δαία ἑρμηνεύεται Θεῷ ἐξομολογούμενος Όταν οὖν ψυχὴ Θεῷ ἐξομολογήσεται, γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξω ομολόγησις ἁγίασμα διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν ἁμαρτιῶν. 4. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ ὁρῶντες Θεὸν τουτέστι οἱ ἀπόστολοι, ἄρχοντες αὐτοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Ἰσραὴλ, ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· ᾿Αλληλούϊα, ὅπερ ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε, Δὲ ἑρμηνεύεται, Εξομολογουμένη. 5. Η εἰδωλολατρεία έφυγεν ἰδοῦσα Θεὸν ἐπὶ γῆς Αφέσεως. Τον Θεόν, Τὸν Θεὸν ἐπὶ τῆς γῆς.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
9. Quis sicut Dominus Deus noster?
10. Qui in altis habitat:
11. Et humilia respicit [respicit et alta a onge
cognoscit],
12. In coelo et in terra.
13. Suscitans a terra inopem.
14 Et de stercore erigens pauperem,
15. Ut collocet eum cum principibus,
16. Cum principibus populi sui.
17. Qui habitare facit sterilem in domo,
18. Matrem in filiis lætantem.
Alleluia. CXIII
1. In exitu Israel de Ægypto,
2. Domus Jacob de populo barbaro.
3. Facta est Judæa sanctificatio ejus:
4. Israel potestas ejus,
5. Mare vidit et fugit:
ATHANASI
EXEGETICA.
9. Τίς ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν;
10. ῾Ο ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν·
11. Καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν [ἐφορῶν, καὶ τὰ ὑψηλὰ
ἀπὸ μακρόθεν γιγνώσκων],
12. Ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ
15. Ὁ ἐγείρων ἀπὸ γῆς πτωχὸν,
14. Καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα,
15. Τοῦ καθίσαι αὐτὸν μετὰ ἀρχόντων,
16. Μετὰ ἀρχόντων λαοῦ αὐτοῦ.
17. Ο κατοικίζων στείραν ἐν οἴκῳ,
18. Μητέρα ἐπὶ τέκνοις εὐφραινομένην.
Αλληλούϊα. ΡΙΓ.
1. Ἐν ἐξόδῳ Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου,
2. Οίκου Ἰακὼβ ἐκ λαοῦ βαρβάρου.
3. Εγενήθη Ἰουδαία ἁγίασμα αὐτοῦ·
4. Ἰσραὴλ ἐξουσία αὐτοῦ.
5. Η θάλασσα εἶδε καὶ ἔφυγεν·
INTERPRETATIO.
9.11. Quod in coelo habitans humiles et peccatores adeo dilexit.
12. Qui in cœlo manens, et in terram advenit.
13, 14. Qui genus humanum, quod ceciderat ob
terrenas et flagitiosas concupiscentias, sublevavit,
et gloriam ei donavit adoptionis.
15. Ut dignum faceret genus humanum deliciis
angelorum.
16. Cum sanctis, qui sunt cum angelis suis.
17. Introducens per fidem Ecclesiam gentium antea infructiferam.
18. In supernan Hierusalem in sanctis gaudentem.
9-11. "Οτι ἐν τῷ οὐρανῷ κατοικῶν τοὺς ταπει
νοὺς καὶ ἁμαρτωλοὺς οὕτως ἠγάπησεν.
12. Ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ ὢν καὶ ἐπὶ γῆς παραγέγονεν.
13, 14. Ὁ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἐκ τῶν γηίνων
καὶ ἀσώτων ἐπιθυμιῶν πεσὸν ἀναστήσας, καὶ δοξάσας
διὰ τῆς υἱοθεσίας.
15. Τοῦ ἀξιῶσαι τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀναπαύσεως τῶν ἀγγέλων.
16. Μετὰ τῶν ἁγίων τῶν συνόντων τοῖς ἁγίοις [ἀγγέ
λοις] αὐτοῦ.
17. Ὁ τὴν Ἐκκλησίαν τῶν ἐθνῶν τὴν πρότερον
ἄκαρπον εἰσάγων διὰ τῆς πίστεως.
18. Τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ χαίρουσαν ἐπὶ τοῖς ἁγίοις.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αλληλούϊα, ὅ ἐστιν, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν.
Titulus præpositus continet: Alleluia, hoc est, laudate eum qui Deus est.
4. Israel interpretatur populus fortis: Ægyptus G
autem obtenebratio. Dum igitur liberati sunt fideles
a tenebris peccati.
2. Fidelium tenentium extrema. Jacob enim interpretatur tenens extrema: illud autem, ex populo
barbaro, notum est [significat], quod fidelis populus
egrediens e tenebris recessit a barbaris, hoc est a
contrariis potestatibus,
3. Et demum Ecclesia facta est ei sanctificatio
per baptismum; Judæa dicitur propterea quod gratia in ipsa est Dei, qui dignatus est ex Juda nasci.
Secundum autem nominis interpretationem Judæa
interpretatur confitens Deo. Cum igitur anima Deo
confitetur, fit ipsa confessio sanctificatio, eo quod
auferantur peccata.
4. Et viri videntes Deum, hoc est, apostoli,
principes ejus: ita enim interpretatur Israel, vir
videns Deum.
5. Idololatria fugit videns Deum in terra.
Ο
1. Ἰσραὴλ ἑρμηνεύεται λαὸς ἰσχυρός· Αἴγυ
πτος δὲ σκότωσις· ἐν τῷ οὖν τοὺς πιστεύοντας
ῥυσθῆναι ἐκ τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας.
2. Τῶν πιστῶν τῶν κατασχόντων τὰ ἔσχατα. Ιακωδ γὰρ ἑρμηνεύεται κρατῶν ἔσχατα· τὸ δὲ, ἐκ
λαοῦ βαρβάρου, δῆλον [δηλοῖ] ὅτι ὁ πιστὸς λαὸς
ἐξελθὼν ἐκ τοῦ σκότους ἀνεχώρησε τῶν βαρβάρων,
τουτέστι τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
5. Καὶ λοιπὸν γίνεται αὐτῷ ἡ Ἐκκλησία ἁγίασμα
διὰ τοῦ βαπτίσματος. Ἰουδαία λέγεται διὰ τὸ τὴν
χάριν εἶναι ἐν αὐτῇ τοῦ καταξιώσαντος Θεοῦ ἐξ Ἰούδα
τεχθῆναι. Κατὰ δὲ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὀνόματος Ἰουδαία ἑρμηνεύεται Θεῷ ἐξομολογούμενος Όταν
οὖν ψυχὴ Θεῷ ἐξομολογήσεται, γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξω
ομολόγησις ἁγίασμα διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῶν
ἁμαρτιῶν.
4. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ ὁρῶντες Θεὸν τουτέστι οἱ
ἀπόστολοι, ἄρχοντες αὐτοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται
Ἰσραὴλ, ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν.
Addenda et corrigenda
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· ᾿Αλληλούϊα,
ὅπερ ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε, etc.
Δὲ ἑρμηνεύεται, etc.
Εξομολογουμένη.
5. Η εἰδωλολατρεία έφυγεν ἰδοῦσα Θεὸν ἐπὶ γῆς
ex cod. Vatic.
Αφέσεως.
Τον Θεόν, etc.
Τὸν Θεὸν ἐπὶ τῆς γῆς.
col. 1157–1158page 284 of 376
PG 27:11576. Ο Ιορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω. 7. Τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν ὡσεὶ κριοί 8. Καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων. 9. Τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες; 10. Καὶ σὺ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω; 11. Τὰ ὄρη, ὅτι ἐσκιρτήσατε ὡσεὶ κριοί; 12. Καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων; 15. Ἀπὸ προσώπου Κυρίου ἐσαλεύθη ἡ γῆ, 14. Από πρώτο που τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ 15. Τοῦ στρέψαντας τὴν πέτραν εἰς λίμνας ὑδάτων, 16. Καὶ τὴν ἀκρότομον εἰς πηγὰς ὑδάτων. 17. Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν, 18. ᾿Αλλ' ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν. 19. Ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου 20. Μήποτε είπωσι τὰ ἔθνη· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; β. 'Ο Ἰορδάνης ἑρμηνεύεται τῇ ἐσχάτῳ· πλῆ θος οὖν τῶν ἐθνῶν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ἐξ ἀρχῆς Δεσπότην, καὶ Δημιουργὸν Ἰησοῦν. 7. Οἱ προφῆται ἀγάλλονται καὶ ἐπὶ τῇ ἐπι στροφῇ τῶν ἐθνῶν 8. Καὶ οἱ ἐκ τῶν προφητῶν ἀνατείλαντες, τουτέστιν οἱ ἀπόστολοι ὥσπερ οἱ βουνοὶ ἐκ τῶν ὀρέων. 9. Τί σοί ἐστιν, εἰδωλολατρεία, ὅτι ἔφυγες, όπερ ἐπὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἐποίησας; 10. Καὶ ὑμεῖς, τὰ ἔθνη πάντα, ὅτι ἀπέστητε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας; 11. Καὶ ὑμεῖς, οἱ προφῆται, ὅτι οὕτως ἀγαλλιᾶσθε; 12. Ομοίως καὶ ὑμεῖς, οἱ ἐκ τῶν προφητῶν ἀπό στολοι, τί οὕτως χαίρετε; 13. Ομοῦ δὲ πάντες αποκρίνονται· ἡ μὲν εἰδω λολατρεία ἀποδυρομένη, τὰ δὲ ἔθνη, καὶ οἱ προφῆται, καὶ οἱ ἀπόστολοι χαίροντες βοῶσιν, ὅτι, ὀφθέντος τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, πάντες μετετέθησαν εἰς τὴν ἐπί γνωσιν αὐτοῦ. 14. Ἀπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κηρυχθέντος Ἰακὼβ γὰρ ἑρμηνεύεται ἀκοή. 15. Τοῦ μεταβαλόντος τὴν λιθίνην καρδίαν τῶν ἐθνῶν εἰς τὴν χάριν· Δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς, καθὼς εἶπεν [ Ἰωάννης, ἐγεῖραι τέκνα] υἱῷ· Εγειρον τέκνα τῷ Ἀβραὰμ ἐκ τῶν λίθων τούτων. 16. Καὶ τὴν σκληροτάτην αὐτῶν διάνοιαν εἰς τὰ χαρίσματα αὐτοῦ. 17. Οὐχ ὅτ' ἄξιοί εσμεν, τοῦτο ἐποίησας 18. ᾿Αλλ' ἵνα δοξασθῇ τὸ ὄνομά σου, ὅτι φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων εξ. 19. Διὰ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθεάιν σου. 20. ἵνα μὴ καυχήσωνται αἱ ἐναντίαι δυνάμεις λέ γουσαι· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας αὐτούς; Ἰορδάνης ἑρμηνεύεται γῆ ἐσχάτη. Τὸ πλῆ θος, ᾿Αγαλλιῶνται ἐπὶ τῇ, Τοῦ κηρυχθέντος. Μεταβάλλοντος, τὴν χάριν αὐτοῦ, καθὼς εἶπεν Ἰωάννης· Ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖ και τέκνα τῷ ᾿Αβραάμ. Εσμέν, Κύριε· οὐχ ὅτι ἄξιοί εσμεν, τοῦτο,
DE TITU. IS PSALMORUM.
6. Ο Ιορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω.
7. Τὰ ὄρη ἐσκίρτησαν ὡσεὶ κριοί·
8. Καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων.
9. Τί σοί ἐστι, θάλασσα, ὅτι ἔφυγες;
10. Καὶ σὺ, Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τὰ ὀπίσω;
11. Τὰ ὄρη, ὅτι ἐσκιρτήσατε ὡσεὶ κριοί;
12. Καὶ οἱ βουνοὶ ὡς ἀρνία προβάτων;
15. Ἀπὸ προσώπου Κυρίου ἐσαλεύθη ἡ γῆ,
14. Από πρώτο που τοῦ Θεοῦ Ἰακώβ·
15. Τοῦ στρέψαντας τὴν πέτραν εἰς λίμνας ὑδάτων,
16. Καὶ τὴν ἀκρότομον εἰς πηγὰς ὑδάτων.
17. Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν,
18. ᾿Αλλ' ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν.
19. Ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου·
20. Μήποτε είπωσι τὰ ἔθνη· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς
αὐτῶν;
PSAL. CXIII.
6, Jordanis conversus est retrorsum.
7. Montes exsultaverunt ut arietes:
8. Et colles sicut agni ovium.
9. Quid est tibi, mare, quod fugisti?
10. Et tu, Jordanis, quia conversus es retrorsum?
11. Montes, quia exsultastis sicut arietes?
12. Et colles sicut agni ovium?
13. facie Domini mota est terra,
14. facie Dei Jacob:
15. Qui convertit petram in slagna aquarum,
16. Et rupem in fontes aquarum.
17. Non nobis, Domine, non nobis,
18. Sed nomini tuo da gloriam.
19. Super misericordia tua et veritate tua:
20. Nequando dicant gentes, ubi est Deus eorum?
β. 'Ο Ἰορδάνης ἑρμηνεύεται τῇ ἐσχάτῳ· πλῆ
θος οὖν τῶν ἐθνῶν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας, καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ἐξ ἀρχῆς Δεσπότην, καὶ
Δημιουργὸν Ἰησοῦν.
7. Οἱ προφῆται ἀγάλλονται καὶ ἐπὶ τῇ ἐπιστροφῇ τῶν ἐθνῶν·
8. Καὶ οἱ ἐκ τῶν προφητῶν ἀνατείλαντες, τουτέστιν
οἱ ἀπόστολοι ὥσπερ οἱ βουνοὶ ἐκ τῶν ὀρέων.
9. Τί σοί ἐστιν, εἰδωλολατρεία, ὅτι ἔφυγες, όπερ
ἐπὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἐποίησας;
10. Καὶ ὑμεῖς, τὰ ἔθνη πάντα, ὅτι ἀπέστητε ἀπὸ
τῆς εἰδωλολατρείας;
11. Καὶ ὑμεῖς, οἱ προφῆται, ὅτι οὕτως ἀγαλλιᾶσθε;
12. Ομοίως καὶ ὑμεῖς, οἱ ἐκ τῶν προφητῶν ἀπόστολοι, τί οὕτως χαίρετε;
13. Ομοῦ δὲ πάντες αποκρίνονται· ἡ μὲν εἰδω
λολατρεία ἀποδυρομένη, τὰ δὲ ἔθνη, καὶ οἱ προφῆται,
καὶ οἱ ἀπόστολοι χαίροντες βοῶσιν, ὅτι, ὀφθέντος τοῦ
Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, πάντες μετετέθησαν εἰς τὴν ἐπί
γνωσιν αὐτοῦ.
14. Ἀπὸ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κηρυχθέντος
Ἰακὼβ γὰρ ἑρμηνεύεται ἀκοή.
15. Τοῦ μεταβαλόντος τὴν λιθίνην καρδίαν
τῶν ἐθνῶν εἰς τὴν χάριν· Δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς,
καθὼς εἶπεν [ Ἰωάννης, ἐγεῖραι τέκνα] υἱῷ· Εγειρον
τέκνα τῷ Ἀβραὰμ ἐκ τῶν λίθων τούτων.
16. Καὶ τὴν σκληροτάτην αὐτῶν διάνοιαν εἰς τὰ
χαρίσματα αὐτοῦ.
17. Οὐχ ὅτ' ἄξιοί εσμεν, τοῦτο ἐποίησας·
18. ᾿Αλλ' ἵνα δοξασθῇ τὸ ὄνομά σου, ὅτι φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων εξ.
19. Διὰ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθεάιν σου.
20. ἵνα μὴ καυχήσωνται αἱ ἐναντίαι δυνάμεις λέγουσαι· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας αὐτούς;
» Matth. 11, 9.
6. Jordanis interpretatur in extremo: multitudo
igitur gentium secessit ab idololatria, et venit ad
antiquum Dominum, et Creatorem Jesum.
7. Prophetæ exsultant etiam in conversione
gentium:
8. Et qui ex prophetis orti sunt, hoc est apostoli sicut colles ex montibus.
9. Quid est tibi, idololatria, quod fugisti, quod
sub prophetis non fecisti?
10. Et vos, gentes omnes, quod abscessistis ab
idololatria?
11. Εt vos, prophetæ, quod adeo exsultastis?
12. Similiter etiam vos, qui ex prophetis estis
apostoli, cur ita gaudetis?
13. Simul omnes respondent: idololatria quidem lamentans, gentes autem, et prophetæ, et
apostoli gaudentes clamant, quoniam, apparente
Deo in terra, omnes translati sunt in ejus cognitionem.
14. Ab adventu Dei, qui annuntiatus est: Jacob
enim interpretatur auditio.
15. Qui transmutat lapidea gentium corda in
gratiam: Quoniam potens est Deus, quemadmodum
dixit Joannes, suscitare filios Abraham de lapidibus istis 48.
16. Et durissimam illarum mentem in ejus dona.
17. Non quia nos digni simus, hoc fecisti:
18. Sed ut glorificetur nomen tuum, quoniam
benignus et misericors es.
19. Propter misericordiam tuam et veritatem tuam.
20. Ne glorientur adversariæ potestates dicentes ubi est Deus qui fecit eos?
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἰορδάνης ἑρμηνεύεται γῆ ἐσχάτη. Τὸ πλῆθος, etc.
᾿Αγαλλιῶνται ἐπὶ τῇ, etc.
Τοῦ κηρυχθέντος.
Μεταβάλλοντος, etc., τὴν χάριν αὐτοῦ, etc.,
καθὼς εἶπεν Ἰωάννης· Ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖκαι τέκνα τῷ ᾿Αβραάμ.
Εσμέν, Κύριε· οὐχ ὅτι ἄξιοί εσμεν, τοῦτο, etc.
col. 1159–1160page 285 of 376
PG 27:115921. Ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ ν 22. Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησε. 23. Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, 24. Εργα χειρῶν ἀνθρώπων. 25. Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν 26. Οφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται. 27. Ωτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται 28. Ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται. 29. Χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι 30. Πόδας ἔχουσι, καὶ οὐ περιπατήσουσι 51. Οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν. 52. Όμοιοι αὐτοῖς γένοιντο [Οὐδὲ γάρ ἐστιν πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν· ὅμοιοι αὐτῶν γένωνται] οἱ ποιοῦντες αὐτὰ, 33. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς. 34. Οἶκος Ἰσραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον 55. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. 21-23. Η γὰρ φιλαργυρία τῶν ἐθνικῶς ζώνε των εἰδωλολατρεία ἐστὶ, καθὼς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος. Τὰ δὲ εἰρημένα περὶ τῶν εἰδώλων δῆλα πασίν εἰσιν, ὅτι χαρακτῆρα μὲν ἔχουσιν, ἐνέργεια δὲ μηδεμία ὑπάρχει ἐν τοῖς λεγομένοις μέλεσιν καὶ ἡ ἀπό φασις δὲ ἡ εἰρημένη ἐν τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ περὶ τῶν ποιούντων αὐτὰ, καὶ περὶ τῶν πεποιθότων ἐπ᾿ αὐτοῖς ἀληθὲς ὑπάρχει· ἀλλὰ δίκαιον ἡγησάμην καὶ ἐπὶ τὴν ἀλληγορίαν ἐλθεῖν, καὶ ὑποθῆναι ἑκάστοις στίχοις τὸ ἴδιον νόημα τῆς θεωρίας. 24. Ἔργα ἐπιθυμιῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ φιλαργυρία. 25. Οὐδὲν γὰρ ἀγαθὸν λαλήσουσιν οἱ τοῖς χρή μασι χαίροντες. 26. Ως μὴ ἔχοντες γὰρ ὀφθαλμοὺς κατὰ τῇ ἑαυτ τῶν ἀπωλείᾳ πορεύσονται. 27. Οὐ γὰρ ὑπακούσωσι τοῖς τοῦ Θεοῦ προστάγμασιν. 28. Οὐ γὰρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ μετέχουσιν. 29. Οὐ γὰρ ἐξεζήτησαν εὑρεῖν τὴν θύραν τῆς ζωῆς, τουτέστι τὸν Κύριον 50. Ἐχώλαναν γὰρ διεστραμμένας ὁδοὺς Πορευθέντες ἐν ταῖς πράξεσιν αὐτῶν. 51. Οὐ μὴ ἐπικαλέσονται τὸν Κύριον. 32. Ἔσονται οὕτως ἀπολλύμενοι ὡς τὰ χρήματα οἱ θησαυρίζοντες αὐτά. 35. Καὶ πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ τοῖς χρήμασι. 34. Οἱ δὲ τῇ διανοίᾳ Θεὸν ὁρῶντες ἤλπισαν οὐκ ἐπὶ χρήμασιν, ἀλλ' ἐπὶ Κύριον. 55. Καὶ διὰ τοῦτο ἐνισχύει αὐτοὺς, και πρό νοιαν αὐτῶν ποιεῖται. Ν 21, 22. 'Ο δὲ Θεὸς ἡμῶν καὶ πρὸ τῆς παρ ουσίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησεν. Ν. 25. Η γὰρ φιλαργυρία, Μέλεσιν αὐτῶν. Παραθῆνα: ἑκάστῳ στίχῳ. Λαλοῦσιν. Τῆς ἑαυτῶν ἀπωλείας. Εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ. Χριστόν. 33, 34. Οἱ δέ
S. ATHANASII OPP. PARS III. EXEGETICA.
21. Deus autem noster in caelo et in terra,
22. Omnia quæcunque voluit fecit.
23. Simulacra gentium argentum et aurum,
24. Opera manuum hominum.
25. Os habent, et non loquentur:
26. Oculos habent, et non videbunt.
27. Aures habent, et non audient:
28. Nares habent, et non odorabunt.
29. Manus habent, et non palpabunt:
30. Pedes habent, et non ambulabunt:
51. Non clamabunt in gutture suo.
32. Similes illis fiant [Neque enim est spiritus in
ore ipsorum: similes illorum fiant] qui faciunt ea,
35. Et omnes qui confidunt in eis:
34. Domus Israel speravit in Domino:
35. Adjutor et protector eorum est.
21. Ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ ν
22. Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησε.
23. Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον,
24. Εργα χειρῶν ἀνθρώπων.
25. Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν·
26. Οφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται.
27. Ωτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται·
28. Ρῖνας ἔχουσι, καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται.
29. Χεῖρας ἔχουσι, καὶ οὐ ψηλαφήσουσι·
30. Πόδας ἔχουσι, καὶ οὐ περιπατήσουσι
51. Οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν.
52. Όμοιοι αὐτοῖς γένοιντο [Οὐδὲ γάρ ἐστιν
πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν· ὅμοιοι αὐτῶν γένωνται] οἱ ποιοῦντες αὐτὰ,
33. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς.
34. Οἶκος Ἰσραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον·
55. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν.
21-23. Avaritia enim gentiliter viventium idololatria est, quemadmodum dixit Apostolus 50. Quæ
autem dicta sunt de idolis manifesta omnibus sunt,
quod formam quidem habent, nulla autem inest
operatio in membris, et ea, quæ dicuntur in apposito psalmo de iis qui illa faciunt, vel in illis confidunt, verissima sunt; sed conveniens duxi, descendere ad allegoriam, et singulis versibus subjicere
propriam sententiam sensus allegorici.
24. Opus concupiscentiarum hominum est avarilia.
25. Nullum enim bonum 1oquentur gaudentes
pecuniis.
26. Tanquam non habentes oculos ad eorum perditionem progredientur.
27. Non enim auscultabunt præceptis Dei.
28. Non enim beneplaciti Dei participes erunt.
29. Non enim exquisiverunt invenire portam vitæ,
hoc est Dominum.
30. Claudicaverunt enim, perversas seguentes
vias in actionibus suis.
31. Non invocabunt Dominum.
32. Peribunt non secus ac pecuniæ, qui eas thesaurizant.
33. Et omnes in pecuniis sperantes.
34. Mente autem Deum videntes speraverunt non
in pecuniis, sed in Domino.
35. Et ideo confortat eos, iisdemque prospicit.
80 Coloss. iit, 5.
21-23. Η γὰρ φιλαργυρία τῶν ἐθνικῶς ζώνε
των εἰδωλολατρεία ἐστὶ, καθὼς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος.
Τὰ δὲ εἰρημένα περὶ τῶν εἰδώλων δῆλα πασίν εἰσιν,
ὅτι χαρακτῆρα μὲν ἔχουσιν, ἐνέργεια δὲ μηδεμία
ὑπάρχει ἐν τοῖς λεγομένοις μέλεσιν καὶ ἡ ἀπόφασις δὲ ἡ εἰρημένη ἐν τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ περὶ
τῶν ποιούντων αὐτὰ, καὶ περὶ τῶν πεποιθότων ἐπ᾿
αὐτοῖς ἀληθὲς ὑπάρχει· ἀλλὰ δίκαιον ἡγησάμην καὶ
ἐπὶ τὴν ἀλληγορίαν ἐλθεῖν, καὶ ὑποθῆναι ἑκάστοις
στίχοις τὸ ἴδιον νόημα τῆς θεωρίας.
24. Ἔργα ἐπιθυμιῶν ἀνθρώπων ἐστὶν ἡ φιλαργυρία.
25. Οὐδὲν γὰρ ἀγαθὸν λαλήσουσιν οἱ τοῖς χρήμασι χαίροντες.
26. Ως μὴ ἔχοντες γὰρ ὀφθαλμοὺς κατὰ τῇ ἑαυτ
τῶν ἀπωλείᾳ πορεύσονται.
27. Οὐ γὰρ ὑπακούσωσι τοῖς τοῦ Θεοῦ προστά
γμασιν.
28. Οὐ γὰρ τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ μετέχουσιν.
29. Οὐ γὰρ ἐξεζήτησαν εὑρεῖν τὴν θύραν τῆς ζωῆς,
τουτέστι τὸν Κύριον
50. Ἐχώλαναν γὰρ διεστραμμένας ὁδοὺς πορευθέντες ἐν ταῖς πράξεσιν αὐτῶν.
51. Οὐ μὴ ἐπικαλέσονται τὸν Κύριον.
32. Ἔσονται οὕτως ἀπολλύμενοι ὡς τὰ χρήματα
οἱ θησαυρίζοντες αὐτά.
35. Καὶ πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ τοῖς χρήμασι.
34. Οἱ δὲ τῇ διανοίᾳ Θεὸν ὁρῶντες ἤλπισαν οὐκ
ἐπὶ χρήμασιν, ἀλλ' ἐπὶ Κύριον.
55. Καὶ διὰ τοῦτο ἐνισχύει αὐτοὺς, και πρό
νοιαν αὐτῶν ποιεῖται.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν 21, 22. 'Ο δὲ Θεὸς ἡμῶν καὶ πρὸ τῆς παρουσίας αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ πάντα, ὅσα
ἠθέλησεν ἐποίησεν. Ν. 25. Η γὰρ φιλαργυρία, etc.
Μέλεσιν αὐτῶν.
Παραθῆνα: ἑκάστῳ στίχῳ.
Λαλοῦσιν.
Τῆς ἑαυτῶν ἀπωλείας.
Εὐωδίας τοῦ Χριστοῦ.
Χριστόν.
N. 33, 34. Οἱ δέ etc.
kai non legitur.
col. 1161–1162page 286 of 376
PG 27:116156. Οίκος Ααρών ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον 37. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. 33. Οι φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον [ἐπ' αὐτόν] 59. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστι. 40. Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν, εὐλόγησεν ἡμᾶς 41. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραήλ. 42. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ααρών. 43. Εὐλόγησε τους [Ευλόγησε πάντας τοὺς] φοβουμένους τὸν Κύριον, 44. Τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων. 45. Προσθείη Κύριος ἐφ' ὑμᾶς, 46. Ἐφ' ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν. 47. Εὐλογημένοι ὑμεῖς τῷ Κυρίῳ 48. Τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 49. Ο οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ " 50. Τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων. 51. Οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε 52. Οὐδὲ πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου. 53. Αλλ' ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομεν τὸν Κύριον. 54. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 56, 57. Οι πιστεύοντες, ὅτι ἔστι κρίσις, καὶ λογιζόμενοι, ὡς λόγον ἀποδώσουσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν, οὐκ ἐπὶ δυναστείᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ' ἐπὶ Κύριον ἐλπίζουσιν. 58, 59. Οἱ πιστεύοντες ὁμοίως ἐπὶ Κύριον καὶ λο γιζόμενοι, ὅτι ἔστι κρίσις, καὶ τὰ λοιπά. 40. Τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτόν. 41. Τῶν ὁρώντων αὐτὸν τῇ διανοίᾳ εὐλόγησε τας ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν Θεόν. 42. Τὴν Ἐκκλησίαν τῶν ἐθνῶν· ὅρος γὰρ δυνά μεως Ααρών έρμηνεύεται. 45. Τοὺς ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ. 44. ᾿Απὸ τῶν ἐσχάτων τῶν ἡμῶν πεπιστευκότων ἕως τῶν προφητῶν. 45, 46. Τὴν χάριν αὐτοῦ 47. Οἱ πιστοὶ καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. 48. Τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα. 49. Το κατοικητήριον τῶν ἁγίων τοῦ Κυρίου ἐστίν 50. Τοῖς δὲ ἀνθρώπινα φρονοῦσιν ὡς κτήνη κατ ἔλειπεν αὐτοὺς τὰ γήινα φρονεῖν 51. Οὐ δοξάσουσί σε οἱ νενεκρωμένοι τῇ ἁμαρ τία. 52. Οὐδὲ οἱ πορευόμενοι ἐν ἀνομία. 53. ᾿Αλλ' ἡμεῖς οἱ ζώντες διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ δοξάσομεν τὸν Κύριον. 54. ᾿Απὸ τοῦ νῦν, καὶ εἰς τὸν ἀτελεύτητον αἰῶνα. ἔργα ὑμῶν, λέγει. Ν. 56, 57, Καὶ οἱ ἀμετακίνητοι καὶ ἑδραίο: ὡς ὄρος δυνατὸν οὐκ ἐπὶ πλούτῳ [πλούτου] ἀδηλότητι, ἀλλ᾽ ἐπὶ Κύριον. Ααρών γὰρ ἑρμηνεύεται ὄρος δυνατόν. Ν. 38, 59. Οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἔστιν κρίσις Ημερῶν. Αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν, καὶ ἐπὶ τὰ Τοῦ λαοῦ τῶν ἁγίων τοῦ Υἱοῦ ἐστιν. Γηίνους κατέλιπεν αυ. τ. γ. κρατεῖν. Εν τῇ. Νῦν αἰῶνος, και,
56. Οίκος Ααρών ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον·
37. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν.
33. Οι φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον
[ἐπ' αὐτόν]·
59. Βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστι.
40. Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν, εὐλόγησεν ἡμᾶς·
41. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραήλ.
42. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ααρών.
43. Εὐλόγησε τους [Ευλόγησε πάντας τοὺς] φοβουμένους τὸν Κύριον,
44. Τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων.
45. Προσθείη Κύριος ἐφ' ὑμᾶς,
46. Ἐφ' ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν.
47. Εὐλογημένοι ὑμεῖς τῷ Κυρίῳ·
48. Τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
49. Ο οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ "
50. Τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων.
51. Οὐχ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε·
52. Οὐδὲ πάντες οἱ καταβαίνοντες εἰς ᾅδου.
53. Αλλ' ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομεν τὸν Κύριον.
54. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
ATHANASI
56, 57. Οι πιστεύοντες, ὅτι ἔστι κρίσις, καὶ
λογιζόμενοι, ὡς λόγον ἀποδώσουσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν
αὐτῶν, οὐκ ἐπὶ δυναστείᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ' ἐπὶ Κύριον
ἐλπίζουσιν.
58, 59. Οἱ πιστεύοντες ὁμοίως ἐπὶ Κύριον καὶ λο
γιζόμενοι, ὅτι ἔστι κρίσις, καὶ τὰ λοιπά.
40. Τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτόν.
41. Τῶν ὁρώντων αὐτὸν τῇ διανοίᾳ εὐλόγησε τας
ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται
νοῦς ὁρῶν Θεόν.
PSAL. CXII.
36. Donus Aaron speravit in Domino:
37. Adjutor et protector eorum est.
58. Qui timent Dominum, speraverunt in Domino [in eum].
39. Adjutor et protector ecrum est.
40. Dominus memor fuit nostri, et benedixit
nobis:
41. Benedixit domui Israel:
42. Benedixit domui Aaron.
43. Benedixit timentibus [omnibus qui timent}
Dominum,
44. Pusillis cum majoribus.
45. Adjiciat Dominus super vos,
46. Super vos, et super filios vestros.
47. Benedicti vos a Domino:
48. Qui fecit cœlum et terram.
49. Culum coeli Domino:
50. Terram autem dedit filiis hominum.
51. Non mortui laudabunt te, Domine:
52. Neque omnes, qui descendunt in iufernum:
53. Sed nos, qui vivimus, benedicemus Domino,
54. Ex hoc nunc, et usque in sæculum.
INTERPRETATIO.
42. Τὴν Ἐκκλησίαν τῶν ἐθνῶν· ὅρος γὰρ δυνάμεως Ααρών έρμηνεύεται.
45. Τοὺς ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ.
44. ᾿Απὸ τῶν ἐσχάτων τῶν ἡμῶν πεπιστευ
κότων ἕως τῶν προφητῶν.
45, 46. Τὴν χάριν αὐτοῦ
47. Οἱ πιστοὶ καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι
αἰῶνι.
48. Τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα.
49. Το κατοικητήριον τῶν ἁγίων τοῦ Κυρίου
ἐστίν
50. Τοῖς δὲ ἀνθρώπινα φρονοῦσιν ὡς κτήνη κατ
ἔλειπεν αὐτοὺς τὰ γήινα φρονεῖν
51. Οὐ δοξάσουσί σε οἱ νενεκρωμένοι τῇ ἁμαρ
τία.
52. Οὐδὲ οἱ πορευόμενοι ἐν ἀνομία.
53. ᾿Αλλ' ἡμεῖς οἱ ζώντες διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ
δοξάσομεν τὸν Κύριον.
54. ᾿Απὸ τοῦ νῦν, καὶ εἰς τὸν ἀτελεύτητον
αἰῶνα.
36, 37. Credentes futurum judicium, et cogitantes rationem se reddituros pro animabus suis,
non in hominum potentia, sed in Domino
sperant.
38, 39. Item credentes in Dominum, et cogija
tes futurum judicium, et reliqua.
40. Credentibus in ipsum.
41. Videntium eum mente benedixit animis, et
corporibus: Israel enim interpretatur mens videns
Deum.
42. Ecclesia gentium: mons enim virtutis inter -
pretatur Aaron.
43. Humilibus corde.
44. Ab ultimis inter nos credentibus usque ad
prophetas.
45, 46. Gratiam suam.
47. Fideles et in præsenti, et in futuro sæculo.
48. Visibilia, et invisibilia.
49. Habitaculum sanctorum Domini est
50. Qui autem lumana sapiunt, tanquam jumenta, reliquit eos terrena sapere.
51. Non glorificabunt te, qui peccato moited
sunt.
52. Neque ambulantes in iniquitate.
53. Sed nos viventes per gratiam ejus glorifica
bimus Dominum.
54. Ex hoc nunc, et usque in seculum semipiternun:
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
ἔργα ὑμῶν, λέγει.
Ν. 56, 57, Καὶ οἱ ἀμετακίνητοι καὶ ἑδραίο: ὡς
ὄρος δυνατὸν οὐκ ἐπὶ πλούτῳ [πλούτου] ἀδηλότητι, ἀλλ᾽
ἐπὶ Κύριον. Ααρών γὰρ ἑρμηνεύεται ὄρος δυνατόν.
Ν. 38, 59. Οἱ πιστεύοντες, ὅτι ἔστιν κρίσις etc.
Ημερῶν.
Αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν, καὶ ἐπὶ τὰ
PATROL. GR. XXVII.
Τοῦ λαοῦ τῶν ἁγίων τοῦ Υἱοῦ ἐστιν.
Γηίνους κατέλιπεν αυ. τ. γ. κρατεῖν.
Εν τῇ.
Νῦν αἰῶνος, και, etc.
col. 1163–1164page 287 of 376
PG 27:1163Ο Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΙΔ'. 1. Ηγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου. 2. Οτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί 3. Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι. 4. Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου 5. Κίνδυνοι ᾅδου εὕροσάν με. 6. Θλίψιν καὶ ὀδύνην εὗρον 7. Καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπεκαλεσάμην. 8. "Ω Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου 9. Ελεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος 10. Καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ. 11. Φυλάσσων τὰ νήπια ὁ Κύριος 12. Εταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με. 15. Επίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου Η προκειμένη επιγραφή περιέχει Αλληλούϊα, ὅπερ ἐστὶν, αἰνέσατε [καὶ] ὑμνήσατε τὸν Θεόν. Εἶτα ἀνεπίγραφος παρ' Ἑβραίοις, τουτέστι τοῦτο οἱ Εβραίοι [ού] πεποιήκασιν· οὔτε γὰρ ᾔνεσαν, οὔτε ὕμνησαν τὸν ὄντα Θεόν· εἰς εἰδωλολατρείαν γὰρ καὶ ἀποστασίαν ετράπησαν τὸ πρότερον, ἐπὶ τέλει δὲ αὐτὸν τὸν Θεὸν ἐσταύρωσαν. Ει Οι 4. Επίστευσα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τοῦ κλαυ θμοῦ τῆς ἐξομολογήσεώς μου. 2. Οτι ἔγνων, ὅτι διὰ φιλανθρωπίαν ἕτοιμός εστι τοῦ εἰσακοῦσαί μου. 5. Καὶ ὅταν ἀνανήψω ἐκ τοῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας, μου, ἐπικαλέσομαι αὐτόν. 4. Εκυρίευσαν με ἂς συνέλγεια ἁμαρτάνει εἰς ἐμὲ αἱ συναλγείαι τῆς ἁμαρτίας] ἕως θανάτου 5. Αἱ ἐπιθυμίαι τοῦ ἐχθροῦ οὐ κατέσχον με. 6. Καὶ φωτίσαντός με τοῦ Θεοῦ ἀνένηψα, καὶ εὗρον πάλιν ἀνομίαν καὶ ἁμαρτίαν ἐν ἐμοί. 7, 8. Καὶ ἐδεήθην τοῦ Κυρίου λέγων· Δέομαι σου, Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου. 9. Καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ, καὶ ἐλεήμων ἐστὶν ὁ Κύ ριος, καὶ οὐκ ἂν παρίδῃ με δικαιούμενον· οἶδε γὰρ, ὅτι παράκειται μοι τὸ θέλειν ἀποστῆναι ἀπὸ τῆς ἁμαρ τίας· τὸ δὲ πῶς, οὐ γινώσκω. 10. Ελεεῖ, καὶ ῥύσεταί με ἀπ' αὐτῆς. 11. Τοὺς γὰρ νηπίους τῇ ψυχῇ φυλάσσει ὁ Κύριος. 12. Κυριευόμενόν με ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἔσωσεν. 13. Ὑποτάγηθι οὖν, ψυχή μου, τῷ αέροντι ἀπὸ σοῦ τὸν κόπον καὶ τὸ φορτίον σου, καὶ διὰ τῆς χάριτος Ο αὐτοῦ ἀναπεσόντα σε. Η διά της κινναβαρεως περιέχει 'Αλληλούϊα ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις· ὅπερ ἑρμηνεύεται, αἱ νέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. Εἶτα ἀνεπίγραφος, οὔτε γὰρ ὕμνησαν, εἰς εἰδωλολατρείας γὰρ καὶ ἀποστασίας, Εκυρίευσαν μου, ἃς συνέλαβον ἁμαρτίας ἕως θανάτου. Ν. 7. Καί, Ν. 8. Δέομαι. Ν. 9, 10. Ελεήμων ἐστίν, παρίδει με αδικούμενον· οἶδεν γὰρ ὅτι θέ λειν παράκειται μοι, οὐ γιγνώσκω· ἐλεεῖ δὲ, καὶ φύεται με ἀπ' αὐτῆς. Αναπεσόντα σε. ἀναπαύοντί στο
S. ATHANAȘII OPP, PARS III.
Alleluia. PSAL. CXIV.
-EXEGETICA.
1. Dilexi, quoniam exaudiet Dominus vocem
orationis meæ.
2. Quia inclinavit aurem suam mihi:
3. Et in diebus meis invocabo.
4. Circumdederunt me dolores mortis:
5. Pericula inferni invenerunt ne:
6. Tribulationem et dolorem inveni:
7. Et nomen Domini invocavi.
8. Ο Domine, libera animam meam:
9. Misericors Dominus et justus:
10. Et Deus noster miseretur.
11. Custodiens parvulos Dominus:
12. Humiliatus sum, et liberavit me.
13. Convertere, anima mea, in requiem tuam:
Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΙΔ'.
1. Ηγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς
τῆς δεήσεώς μου.
2. Οτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί·
3. Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι.
4. Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου·
5. Κίνδυνοι ᾅδου εὕροσάν με.
6. Θλίψιν καὶ ὀδύνην εὗρον·
7. Καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπεκαλεσάμην.
8. "Ω Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου
9. Ελεήμων ὁ Κύριος καὶ δίκαιος·
10. Καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ.
11. Φυλάσσων τὰ νήπια ὁ Κύριος·
12. Εταπεινώθην, καὶ ἔσωσέ με.
15. Επίστρεψον, ψυχή μου, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου·
Η προκειμένη επιγραφή περιέχει Αλληλούϊα, ὅπερ ἐστὶν, αἰνέσατε [καὶ] ὑμνήσατε τὸν Θεόν.
Εἶτα ἀνεπίγραφος παρ' Ἑβραίοις, τουτέστι τοῦτο οἱ Εβραίοι [ού] πεποιήκασιν· οὔτε γὰρ ᾔνεσαν, οὔτε
ὕμνησαν τὸν ὄντα Θεόν· εἰς εἰδωλολατρείαν γὰρ καὶ ἀποστασίαν ετράπησαν τὸ πρότερον, ἐπὶ τέλει δὲ
αὐτὸν τὸν Θεὸν ἐσταύρωσαν.
Titulus praepositus continet: Alleluia, hoc est laudate [et] exaltale Deum. Deinde sine titulo apud Hebraos, scilicet hoc Hebræi [uon] fecerunt, neque laudaverunt Dominum, neque glorificaverunt eum,
qui Deus est: quoniam prius rebellaverunt, et idololatrati sunt, et demum ipsum Deum crucifixerunt.
1. Credidi, quo: Dominus exaudiet gemitum
confessionis meæ.
2. Quia cognovi, quod ob benignitatem paratus
est ad me exaudiendum.
5. Et cum experrectus fuero a somno peccati
mei, invocabo eum.
4. In me dominati sunt dolores peccati usque
ad mortem.
5. Concupiscentiæ inimici detinuerunt me.
6. Et illuminante me Deo expergefactus sum, et
inveni rursus iniquitatem, et peccatum in me.
7, 8. Ει Dominum deprecatus sum dicens: Oro
te, Domine, libera animam meam.
9. Et Deus noster miseretur, et misericors est
Dominus, et non ḍespiciet me justificatum: novit
enim, quod velle absistere a peccato adjacet mihi Οι
quomodo autem, non agnosco:
10. Miseretur, et ab eo me liberabit.
11. Nam parvulos animno custodit Dominu
12. Cum dominaretur in me peccatumn, salvavit.
13. Subjecta igitur esto, anima mea, auferenti a
te laborem, et onus tuum, et qui per gratiam suam
prolapsum te sublevavit.
** Rom, vi, 18.
4. Επίστευσα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τοῦ κλαυ
θμοῦ τῆς ἐξομολογήσεώς μου.
2. Οτι ἔγνων, ὅτι διὰ φιλανθρωπίαν ἕτοιμός εστι
τοῦ εἰσακοῦσαί μου.
5. Καὶ ὅταν ἀνανήψω ἐκ τοῦ ὕπνου τῆς ἁμαρτίας,
μου, ἐπικαλέσομαι αὐτόν.
4. Εκυρίευσαν με ἂς συνέλγεια ἁμαρτάνει εἰς
ἐμὲ αἱ συναλγείαι τῆς ἁμαρτίας] ἕως θανάτου
5. Αἱ ἐπιθυμίαι τοῦ ἐχθροῦ οὐ κατέσχον με.
6. Καὶ φωτίσαντός με τοῦ Θεοῦ ἀνένηψα, καὶ εὗρον
πάλιν ἀνομίαν καὶ ἁμαρτίαν ἐν ἐμοί.
7, 8. Καὶ ἐδεήθην τοῦ Κυρίου λέγων· Δέομαι
σου, Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου.
9. Καὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ, καὶ ἐλεήμων ἐστὶν ὁ Κύ
ριος, καὶ οὐκ ἂν παρίδῃ με δικαιούμενον· οἶδε γὰρ,
ὅτι παράκειται μοι τὸ θέλειν ἀποστῆναι ἀπὸ τῆς ἁμαρ
τίας· τὸ δὲ πῶς, οὐ γινώσκω.
10. Ελεεῖ, καὶ ῥύσεταί με ἀπ' αὐτῆς.
11. Τοὺς γὰρ νηπίους τῇ ψυχῇ φυλάσσει ὁ Κύριος.
12. Κυριευόμενόν με ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἔσωσεν.
13. Ὑποτάγηθι οὖν, ψυχή μου, τῷ αέροντι ἀπὸ σοῦ
τὸν κόπον καὶ τὸ φορτίον σου, καὶ διὰ τῆς χάριτος
Ο αὐτοῦ ἀναπεσόντα σε.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διά της κινναβαρεως περιέχει 'Αλληλούϊα
ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις· ὅπερ ἑρμηνεύεται, αἱνέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. Εἶτα ἀνεπίγραφος,
etc., οὔτε γὰρ ὕμνησαν, etc., εἰς εἰδωλολατρείας γὰρ
καὶ ἀποστασίας, etc.
Εκυρίευσαν μου, ἃς συνέλαβον ἁμαρτίας ἕως
θανάτου.
Où non exstat.
Ν. 7. Καί, etc. Ν. 8. Δέομαι. Ν. 9, 10. Unicus
Comment. cujus initium est ab his verbis: Ελεήμων
ἐστίν, etc., παρίδει με αδικούμενον· οἶδεν γὰρ ὅτι θέ
λειν παράκειται μοι, etc., οὐ γιγνώσκω· ἐλεεῖ δὲ, καὶ
φύεται με ἀπ' αὐτῆς.
Αναπεσόντα σε. Leg. videtur, ἀναπαύοντί στο
col. 1165–1166page 288 of 376
PG 27:116514. Οτι Κύριος ευηργέτησέ σε. 15. Ὅτι ἐξείλετο [ἐξήλατο] τὴν ψυχήν μου ἐκ θα νάτου 16. Τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων 17. Καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. 18. Εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν χώρᾳ ζώντων Αλληλούϊα. ΨΛΛ. ΡΙΕ'. 1. Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα 2. Ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα. 5. Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· Πᾶς ἄνθρω πως ψεύστης. 4. Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀντ απέδωκέ μοι; 5. Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι 6. Καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι. 7. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. 8. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ. Ει 14. Οτι τὸν πλοῦτον αὐτοῦ ἐχαρίσατό σοι. 15. Οτι, ἀπελάσας τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἀπ' ἐμοῦ, ἀπέσπασε με ἀπ' αὐτῶν. 16. Τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου ἀπὸ τῶν ὀδυνῶν τῶν ἐχουσῶν με. 17. Καὶ τοὺς μηκέτι ἀκολουθοῦντάς με τῇ ἐπι θυμίᾳ τῆς ἁμαρτίας συμπίπτειν με. 18. Διαπαντός. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούια, ὅπερ ἐστὶν ἑρμηνεία ὁμοίως τῶν πρὸ αὐτοῦ ψαλμών. 1. Ἐπίστευτα, ὅτι πέπονθεν ὁ Θεὸς, διὸ καὶ τοῦτο κηρύσσω πᾶσιν. 2. Τὸ πρότερον ἐταπεινώθην ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας πάνυ. 5. Καὶ ὅταν ἀπετιθέμην τὰ τοῦ κόσμου πάντα, καὶ εἶπα· Οντως ὑπόδικός ἐστι πᾶς ὁ κόσμος το Θεῷ. 4: Ινὰ παραλείπω τὸ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἀχθῆναι με ὑπ' αὐτοῦ, καὶ ὅσα ἐδημιούργησε καὶ εἰς ἀπόλαυσιν, τίς δύναται αὐτῷ ἀνταποδοῦναι, ὅτι οὕτως ἀπει θοῦντός μου αὐτῶν οὐκ ἀπεστράφη με, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν ἕως θανάτου ἔδωκε, καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μου; 5. Οὐδὲν οὖν ἄλλο δύναμαι αὐτῷ ἀνταποδοῦναι εἰ μὴ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανεῖν, καὶ τοῦτο διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ. 6, 7. Ἐν ἐκκλησίαις ὑμνήσω αὐτόν. 8. "Οτι ἔνδοξος ὁ θάνατος ἐνώπιον αὐτοῦ τῶν οὕτως ἐκδιδόντων ἑαυτοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ. Καὶ τοῦ μηκέτι ἀκολουθοῦντά με, με Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα, τὴν ἑρμηνείαν ἔχει ὁμοίως τὴν πρό, Εγὼ δὲ τό, 'Απεθέμην, πάντα ἔγνων, καί, Τοῦ ἐκ τοῦ μή, καὶ ὅσα, καὶ οἷα ἐδημιούργησε πρὸς ἀπόλαυσίν μου, ὅτι δύναμαι αὐτῷ, ἀπειθοῦντός μου αὐτῷ, ἔδωκεν ὑπὲρ τῆς, Ν. 5, 6. Οὐδὲν ἄλλο δύναμαι, μετὰ τῆς χάριτός σου. Ν. 8 Ενδοξος θάνατος,
14. Οτι Κύριος ευηργέτησέ σε.
15. Ὅτι ἐξείλετο [ἐξήλατο] τὴν ψυχήν μου ἐκ θα
νάτου·
16. Τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων·
17. Καὶ τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος.
18. Εὐαρεστήσω ἐνώπιον Κυρίου ἐν χώρᾳ ζώντων
Αλληλούϊα. ΨΛΛ. ΡΙΕ'.
1. Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα·
2. Ἐγὼ δὲ ἐταπεινώθην σφόδρα.
5. Ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· Πᾶς ἄνθρω
πως ψεύστης.
4. Τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀντ
απέδωκέ μοι;
5. Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι·
6. Καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι.
PSAL. CXV.
14. Quia Dominus benefecit tibi.
7. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω ἐναντίον
παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
8. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων
αὐτοῦ.
15. Quia eripuit animam meam de morte:
16. Oculos meos a lacrymis.
17. Ει pedes meos a lapsu
18. Placebo Domino in regione rivorum.
Alleluia. PSAL. CXV.
⋅
1. Credidi, propter quod locutus suin
2. Ego autem humiliatus sum nimis:
3. Ego disi in excessu meo: Omnis homo mendax.
4. Quid retribuam Domino pro omnibus quæ reribuit mihi?
5. Calicem salutaris accipiam:
6. Et nomen Domini invocabo.
7. Vola mea Domino reddamn coram omni populo ejus.
8. Pretiosa in conspectu Domini mors sanctorum ejus.
14. Οτι τὸν πλοῦτον αὐτοῦ ἐχαρίσατό σοι.
15. Οτι, ἀπελάσας τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἀπ' ἐμοῦ,
ἀπέσπασε με ἀπ' αὐτῶν.
16. Τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου ἀπὸ τῶν
ὀδυνῶν τῶν ἐχουσῶν με.
17. Καὶ τοὺς μηκέτι ἀκολουθοῦντάς με τῇ ἐπι
θυμίᾳ τῆς ἁμαρτίας συμπίπτειν με.
18. Διαπαντός.
14. Quia divitias suas donavit tibi.
45. Quia ejiciens a me adversarias potestates ab
eis me eripuit:
16. Oculos mentis meæ a doloribus habentihus me.
17. Et pedes, ne amplius sequentes me concupiscentia peccati corruam.
18. In eternum.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούια, ὅπερ ἐστὶν ἑρμηνεία ὁμοίως τῶν πρὸ αὐτοῦ ψαλμών.
Titulus præpositus continet: Alleluia, cujus interpretatio est eadem ac in superioribus
1. Ἐπίστευτα, ὅτι πέπονθεν ὁ Θεὸς, διὸ καὶ τοῦτο
κηρύσσω πᾶσιν.
2. Τὸ πρότερον ἐταπεινώθην ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας
πάνυ.
5. Καὶ ὅταν ἀπετιθέμην τὰ τοῦ κόσμου πάντα,
καὶ εἶπα· Οντως ὑπόδικός ἐστι πᾶς ὁ κόσμος το
Θεῷ.
4: Ινὰ παραλείπω τὸ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος ἀχθῆναι
με ὑπ' αὐτοῦ, καὶ ὅσα ἐδημιούργησε καὶ εἰς ἀπόλαυ
σιν, τίς δύναται αὐτῷ ἀνταποδοῦναι, ὅτι οὕτως ἀπειθοῦντός μου αὐτῶν οὐκ ἀπεστράφη με, ἀλλ᾽ ἑαυτὸν
ἕως θανάτου ἔδωκε, καὶ ὑπὲρ τῆς σωτηρίας μου;
5. Οὐδὲν οὖν ἄλλο δύναμαι αὐτῷ ἀνταποδοῦναι
εἰ μὴ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀποθανεῖν, καὶ τοῦτο διὰ τῆς
χάριτος αὐτοῦ.
6, 7. Ἐν ἐκκλησίαις ὑμνήσω αὐτόν.
8. "Οτι ἔνδοξος ὁ θάνατος ἐνώπιον αὐτοῦ
τῶν οὕτως ἐκδιδόντων ἑαυτοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ.
* Rom. 111, 19.
1. Credidi quod Deus passus est, propterea et
boc omnibus prædico.
2. Antea enim humiliatas sum a peccato vehementer.
5. Εt cum renuntiassem omnibus, que in mumdo sunt, tum dixi: Utique subditus est omnis
mundus Deo 81.
4. Ut omittam; quod ex nihilo ab eo eductus sum,
et quanta creavit etiam ad oblectationem, quis potest ipsi retribuere, quod me ita ei inobediente, no.1
me aversatus est, sed se ipsum in mortem tradidit, et pro mea salute?
5. Nihil igitur aliud possum ei retribuere, nisi
pro ipso mori, et hoc per ejus gratiam.
6, 7. In ecclesiis laudabo eum.
8. Quoniam gloriosa inors coram ipso ita se
ipsos tradentium pro eo.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ τοῦ μηκέτι ἀκολουθοῦντά με, etc. Ultimum
με deest.
Non legitur Comment. n. 18.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα,
τὴν ἑρμηνείαν ἔχει ὁμοίως τὴν πρό, etc.
Εγὼ δὲ τό, etc.
'Απεθέμην, etc., πάντα ἔγνων, καί, etc.
Τοῦ ἐκ τοῦ μή, etc., καὶ ὅσα, καὶ οἷα εδημιούρ
γησε πρὸς ἀπόλαυσίν μου, ὅτι δύναμαι αὐτῷ, ete
ἀπειθοῦντός μου αὐτῷ, etc., ἔδωκεν ὑπὲρ τῆς, etc.
Ν. 5, 6. Οὐδὲν ἄλλο δύναμαι, etc., μετὰ τῆς
χάριτός σου.
Comment. qui legitur sub n. 6, 7, deest in
cod. sicut N. 7 bujus psalmi.
Ν. 8 Ενδοξος θάνατος, etc.
col. 1167–1168page 289 of 376
PG 27:1167Ο 9. Ο Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σος, 10. Ἐγὼ δοῦλος σὸς, καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου. 11. Διέρρηξας τους δεσμούς μου. 12. Σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως 13. Καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι. 14. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω. 15. (α) Εναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. 16. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου, 17. Ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ. Αλληλούϊα. ΨΛΛ. ΡΙ. 1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔθνη 2. Επαινέσατε αὐτὸν, πάντες οἱ λαοί. 3. Ὅτι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς. 4. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Αλληλούτα. ΨΑΛ. ΡΙΖ'. 1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθὸς, (α) 15, 16, 17, Ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ. 9. Δέομαί σου, Κύριε, ἐν τῷ τιμήῳ σου αἵματι 1,70 ράσθην. 10. Ἐγὼ τοῖς ἴχνεσί σου ἐξακολουθῶ, καὶ υἱός εἰμι τῆς ὑπακοῆς σου 11. Απέρριψας τὰς ἁμαρτίας μου. 12. Σοὶ λατρεύσω, ἐν ψυχῇ συντετριμμένος δε ξάσω σε. 13. Καὶ παρὰ τοῦ ὀνόματός σου αἰτήσω τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα. 14, 15. Τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας, ούς ὑπ εσχόμην προσενεγκεῖν αὐτῷ. 16. Εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις. 47. Ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἐστὶν, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν· ἀνεπίγραφος, τουτέστι οὐ τοῖς Ἑβραίοις λαλεῖ ὁ ψαλμὸς ἀνηκοΐας, ἀλλὰ τοῖς ἔθνεσιν 4. Ὑμεῖς αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι τὴν χάριν αὐτοῦ ἀφεῖλεν ἀπὸ τῶν Ἰουδαίων διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτ τῶν, καὶ ὑμῖν δέδωκεν 2. Θαυμάσατε τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ, ὅτι, Θεός ὤν, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος ἀτρέπτως καὶ ἀκαταλήπτως. 3. Ὅτι ἐπὶ πάντας τὸ ἔλεος αὐτοῦ περιεπή ξατο (β). 4. Καὶ ἡ πίστις αὐτοῦ διαμένει ἐν ἡμῖν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅ ἐστιν αἰνέσατε τὸν ὄντα Θεόν Σου 1. Ανυμνήσατε αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδία Συντετριμμένη καί, Ν. 14. Τούς, μετανοίας σου μου) υπεσχόμην προσενέγκαι αὐτῷ. Ν. 15, 16, 17. Εἰς τάς, Ἱερουσαλήμ. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα, ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις. Τὴν δὲ ἑρμηνείαν τοῦ Αλληλούϊα ἡ ἀρχὴ τοῦ πρώτου στίχου έχει. Είτα, ἀνεπίγραφος παρ' Ἑβραίοις, λαλεῖ ὁ ψαλμὸς διὰ τὴν ἀνηκοΐαν αὐτῶν, ἀλλὰ τοῖς ἔθνεσιν. Απείθειαν αὐτῶν, καὶ ἡμῖν δέδωκεν. "Οτι πάντας, περιεπτύξατο. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· ᾿Αλληλούϊα, ὅπερ, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, ἐπιτρέπει πᾶσιν ἀν υμνεῖν τὸν Θεὸν, καθὼς καὶ ἡ ἀπαρχὴ τοῦ ψαλμοῦ αὐτὸ τοῦτο δηλοί. Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν, ὅτι ἀγα θός ἐστιν.
S. ATHANASI OPP PARS III.
EXEGETICA.
9. Ο Domine, ego servus tuus,
10. Ego servus tuus, et illius ancillae tuæ:
11. Dirupisti vincula mea.
12. Tibi sacriticabo hostiam laudis.
15. Et nomen Domini invocabo.
14. Vola mea Donino reddam,
15. In conspectu omnis populi ejus.
16. In atriis domus Domini,
17. In medio tui, Jerusalem.
Alleluia. PSAL. CXVI.
1. Laudate Dominum, omnes gentes:
2. Laudate eum, omnes populi.
3. Quoniam confirmata est super nos misericordia ejus:
4. Et veritas Donini manet in aeternum.
Alleluia. PSAL. CXVII.
1. Confilemini Domino, quoniam bonus,
9. Ο Κύριε, ἐγὼ δοῦλος σος,
10. Ἐγὼ δοῦλος σὸς, καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης σου.
11. Διέρρηξας τους δεσμούς μου.
12. Σοὶ θύσω θυσίαν αἰνέσεως·
13. Καὶ ἐν ὀνόματι Κυρίου ἐπικαλέσομαι.
14. Τὰς εὐχάς μου τῷ Κυρίῳ ἀποδώσω.
15. (α) Εναντίον παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
16. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου,
17. Ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ.
Αλληλούϊα. ΨΛΛ. ΡΙ.
1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔθνη·
2. Επαινέσατε αὐτὸν, πάντες οἱ λαοί.
3. Ὅτι ἐκραταιώθη τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς.
4. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Κυρίου μένει εἰς τὸν αἰῶνα.
Αλληλούτα. ΨΑΛ. ΡΙΖ'.
1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθὸς,
(α) Vers. 15, 16, 17, hoc modo leguntur sub unico vers. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Κυρίου ἐναντίον παντὸς τοῦ
λαοῦ αὐτοῦ ἐν μέσῳ σου, Ἱερουσαλήμ.
9. Precor te, Domine, pretioso sanguine tuo redemptus sum.
10. Ego vestigia tua sequor, et filius sum obeJientiæ tuæ.
11. Projecisti peccata mea.
12. Adorabo te, in anima contritus glorificabo te.
13. Et a nomine tuo postulabo, quæ ad salutem
pertinent.
14, 15. Fructus poenitentia, quos promisi ei
afferre.
16. In requietibus æternis.
47. In superna Jerusalem.
9. Δέομαί σου, Κύριε, ἐν τῷ τιμήῳ σου αἵματι 1,70
ράσθην.
10. Ἐγὼ τοῖς ἴχνεσί σου ἐξακολουθῶ, καὶ υἱός εἰμι
τῆς ὑπακοῆς σου
11. Απέρριψας τὰς ἁμαρτίας μου.
12. Σοὶ λατρεύσω, ἐν ψυχῇ συντετριμμένος δε
ξάσω σε.
13. Καὶ παρὰ τοῦ ὀνόματός σου αἰτήσω τὰ πρὸς
σωτηρίαν αἰτήματα.
14, 15. Τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας, ούς ὑπ
εσχόμην προσενεγκεῖν αὐτῷ.
16. Εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις.
47. Ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἐστὶν, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν· ἀνεπίγραφος,
τουτέστι οὐ τοῖς Ἑβραίοις λαλεῖ ὁ ψαλμὸς ἀνηκοΐας, ἀλλὰ τοῖς ἔθνεσιν
Titulus præpositus continet: Alleluia, quod est, laudate eum qui est Deus, sine titulo: hoc est non
loquitur psalmus Hebræis, qui aures obstruxerunt, sed gentibus.
4. Vos, laudate Dominum, quoniam gratiam snam
abstulit Judæis propter eorum incredulitatem, et
dedit vobis.
2. Admiramini ejus bonitatem, quoniam Deus
exsistens factus est homo propter nos immutabiliter et incomprehensibiliter.
3. Quoniam super omnes misericordiam suam
confirmavit.
4. Et fides ejus manet in nobis.
4. Ὑμεῖς αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι τὴν χάριν αὐτοῦ
ἀφεῖλεν ἀπὸ τῶν Ἰουδαίων διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτ
τῶν, καὶ ὑμῖν δέδωκεν
2. Θαυμάσατε τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ, ὅτι, Θεός
ὤν, γέγονε δι' ἡμᾶς ἄνθρωπος ἀτρέπτως καὶ ἀκαταλήπτως.
3. Ὅτι ἐπὶ πάντας τὸ ἔλεος αὐτοῦ περιεπήξατο (β).
4. Καὶ ἡ πίστις αὐτοῦ διαμένει ἐν ἡμῖν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅ ἐστιν αἰνέσατε τὸν ὄντα Θεόν
Titulus praepositus continet: Alleluia, quod est, laudate eum qui Deus est.
1. Laudate eum in toto corde.
Σου non legitur.
1. Ανυμνήσατε αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδία
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Συντετριμμένη καί, etc.
Ν. 14. Τούς, etc., μετανοίας σου (leg. ridetur μου) υπεσχόμην προσενέγκαι αὐτῷ. Ν. 15, 16,
17. Εἰς τάς, etc., Ἱερουσαλήμ.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα,
ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις. Τὴν δὲ ἑρμηνείαν τοῦ
Αλληλούϊα ἡ ἀρχὴ τοῦ πρώτου στίχου έχει. Είτα,
ἀνεπίγραφος παρ' Ἑβραίοις, λαλεῖ ὁ ψαλμὸς διὰ τὴν
ἀνηκοΐαν αὐτῶν, ἀλλὰ τοῖς ἔθνεσιν.
Απείθειαν αὐτῶν, καὶ ἡμῖν δέδωκεν.
"Οτι πάντας, etc, περιεπτύξατο.
'Ev deest.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· ᾿Αλληλούϊα,
ὅπερ, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, ἐπιτρέπει πᾶσιν ἀν
υμνεῖν τὸν Θεὸν, καθὼς καὶ ἡ ἀπαρχὴ τοῦ ψαλμοῦ
αὐτὸ τοῦτο δηλοί.
Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν, ὅτι ἀγα
θός ἐστιν.
col. 1169–1170page 290 of 376
PG 27:11692. Οτι εἰς τὸν αιώνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 3. Εἰπάτω δὴ οἶκος Ἰσραὴλ, ὅτι ἀγαθὸς, 4. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Εἰπάτω δὴ οἶκος 'Ααρών, ὅτι ἀγαθὸς. 6. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 7. Εἰπάτωσαν δή πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς, 8. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 9. Εκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον, 10. Καὶ ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν. 11. Κύριος ἐμοὶ βοηθὸς, καὶ οὐ φοβηθήσομαι· τί ποιήσει μοι άνθρωπος; 12. Κύριος ἐμοὶ βοηθός, κἀγὼ ἐπόψομαι τοὺς ἐχθρούς μου. 15. ᾿Αγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον, 14. Η πεποιθέναι ἐπ' ἄνθρωπον. 45. ᾿Αγαθὸν ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον, 16. Η ἐλπίζειν ἐπ' ἄρχουσι [ἄρχοντας ] 17. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με 18. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 19. Κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με 2. Οτι ἀνελλιπὲς τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Η καρδία τῶν ὁρώντων Θεὸν τῇ διανοίᾳ 4. Ὅτι ἀνελλιπὲς τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Εἰπάτω δὴ ὁ χορὸς τῶν ἁγίων, ὅτι ἀγαθός ἐστιν Ααρών γὰρ ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμεως. 6. Οτι ἤπλωται ἐπὶ πάντας τοὺς βουλομένους τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 7. Εἰπάτωσαν δὴ πάντες οἱ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι ἀγαθός ἐστιν, 8. "Οτι τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπ' αὐτούς ἐστιν 9. Ἐν τῷ σκότει τῆς ἁμαρτίας κρατούμενος ἐδεήθην αὐτοῦ 10. Καὶ ἐπήκουσέ μου, καὶ ἤγαγέ με εἰς ἀνάπαυσιν τοῦ φωτὸς αὐτοῦ. 11. Αφ' οὗ αὐτὸς περισσπίζει μου, τί δειλιώ τινα τῶν γηίνων δυνάμεων; 12. Κύριος ἀντιλαμβάνεται μου, κἀγὼ μόνον ἴστα μαι ὁρῶν τοὺς ἄρχοντας τοῦ σκότους συντριβομένους ὑπ' αὐτοῦ. 13, 14. ᾿Αγαθὸν θαῤῥεῖν, καὶ καυχᾶσθαι ἐπὶ τὸν Κύριον, ἢ πεποιθέναι ἐπὶ γηίνῃ δυναστεία. 15, 16. Αγαθὸν ἐν ὑπομονῇ περιμένειν τὴν τῶν μελλόντων ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν, ἢ πρόσκαιρον ἔχειν " ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν. 17. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἐκύκλωσάν με. 18. Καὶ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ συνέτριψα αὐτὸν [ αυτάς ] 19. Καὶ πάλιν ἐπέμειναν ἐπιμονή. Εἰπάτω δὴ καρδία τῶν ὁρώντων τὸν Θεὸν, ὅτι ἀγαθός ἐστιν. Ατελεύτητον. Έστι διαπαντός. Σου. Υπερασπίζει. Ν. 15. ᾿Αγαθόν, 44. "Η θαῤῥεῖν ἐπὶ γηί την δυναστείαν. Αὐτούς.
2. Οτι εἰς τὸν αιώνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
3. Εἰπάτω δὴ οἶκος Ἰσραὴλ, ὅτι ἀγαθὸς,
4. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
5. Εἰπάτω δὴ οἶκος 'Ααρών, ὅτι ἀγαθὸς.
6. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
7. Εἰπάτωσαν δή πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον,
ὅτι ἀγαθὸς,
8. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
9. Εκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν Κύριον,
10. Καὶ ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν.
11. Κύριος ἐμοὶ βοηθὸς, καὶ οὐ φοβηθήσομαι· τί
ποιήσει μοι άνθρωπος;
12. Κύριος ἐμοὶ βοηθός, κἀγὼ ἐπόψομαι τοὺς
ἐχθρούς μου.
15. ᾿Αγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον,
14. Η πεποιθέναι ἐπ' ἄνθρωπον.
45. ᾿Αγαθὸν ἐλπίζειν ἐπὶ Κύριον,
16. Η ἐλπίζειν ἐπ' ἄρχουσι [ἄρχοντας ]
17. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με
18. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
19. Κυκλώσαντες ἐκύκλωσάν με
2. Οτι ἀνελλιπὲς τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
PSAL. CXVII.
2. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
5. Dicat nunc domus Israel, quoniam bonus,
4. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
5. Dicat nunc domus Aaron, quoniam bonuε,
6. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
7. Dicant nunc omnes timentes Dominum, quoniam bonus,
8. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
9. De tribulatione invocavi Dominum,
10. Εt exaudivit me in latitudine.
11. Dominus mihi adjutor, et non timebo, quid
faciat mihi homo?
12. Dominus mihi adjutor, et ego despiciam inimicos meos.
13. Bonum est confidere in Domino,
14. Quam confidere in homine.
15. Bonum est sperare in Domino,
16. Quam sperare in principibus.
17. Omnes gentes circumierunt me:
18. Et nomine Domini ultus sum in eos.
19. Circumdantes circumdederunt me:
5. Η καρδία τῶν ὁρώντων Θεὸν τῇ διανοίᾳ
4. Ὅτι ἀνελλιπὲς τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
5. Εἰπάτω δὴ ὁ χορὸς τῶν ἁγίων, ὅτι ἀγαθός ἐστιν·
Ααρών γὰρ ἑρμηνεύεται ὄρος δυνάμεως.
6. Οτι ἤπλωται ἐπὶ πάντας τοὺς βουλομένους τὸ
ἔλεος αὐτοῦ.
7. Εἰπάτωσαν δὴ πάντες οἱ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ,
ὅτι ἀγαθός ἐστιν,
8. "Οτι τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπ' αὐτούς ἐστιν
9. Ἐν τῷ σκότει τῆς ἁμαρτίας κρατούμενος ἐδεήθην αὐτοῦ
10. Καὶ ἐπήκουσέ μου, καὶ ἤγαγέ με εἰς ἀνάπαυ
σιν τοῦ φωτὸς αὐτοῦ.
11. Αφ' οὗ αὐτὸς περισσπίζει μου, τί δειλιώ
τινα τῶν γηίνων δυνάμεων;
12. Κύριος ἀντιλαμβάνεται μου, κἀγὼ μόνον ἴστα·
μαι ὁρῶν τοὺς ἄρχοντας τοῦ σκότους συντριβομένους
ὑπ' αὐτοῦ.
13, 14. ᾿Αγαθὸν θαῤῥεῖν, καὶ καυχᾶσθαι ἐπὶ
τὸν Κύριον, ἢ πεποιθέναι ἐπὶ γηίνῃ δυναστεία.
2. Quoniam indeficiens misericordia ejus.
5. Cur videntium Deum nente.
4. Quoniam indeficiens misericordia ejus.
5. Dicat nunc chorus sanctorum, quoniam bonus
est: Aaron enim interpretatur mons virtutis.
6. Quoniam explicata est super omnes volentes
misericordia ejus.
7. Dicant nunc omnes humiles corde, quoniam
bonus est,
8. Quoniam super eos misericordia ejus est.
9. In tenebris peccati detentus deprecatus suma
eun.
10. Et exaudivit me, et adduxit me in requiemi
lucis suæ.
11. Ex quo ipse me protegit, quid timebo terrenas potestates?
12. Dominus opitulatur mihi, et ego solus sto vie
dens tenebrarum principes ab eo contritos.
13, 14. Bonum confidere, et gloriari in Domino,
quam fiduciam habere in terrena potestate.
15, 46. Bonum in patientia exspectare frui futu15, 16. Αγαθὸν ἐν ὑπομονῇ περιμένειν τὴν τῶν
μελλόντων ἀγαθῶν ἀπόλαυσιν, ἢ πρόσκαιρον ἔχειν " ris bonis, quam temporariam capere peccati voἁμαρτίας ἀπόλαυσιν.
17. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἐκύκλωσάν με.
18. Καὶ τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ συνέτριψα αὐτὸν
[ αυτάς ]
19. Καὶ πάλιν ἐπέμειναν ἐπιμονή.
luptatem.
17. Contrariæ potestates circumdederunt me
18. Et cruce Christi contrivi eas.
19. Et rursus perseveranter perstiterunt.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic
Εἰπάτω δὴ καρδία τῶν ὁρώντων τὸν Θεὸν, ὅτι
ἀγαθός ἐστιν.
Ατελεύτητον.
Έστι διαπαντός.
Σου.
Υπερασπίζει.
Ν. 15. ᾿Αγαθόν, etc. N. 44. "Η θαῤῥεῖν ἐπὶ γηί
την δυναστείαν.
Αὐτούς.
col. 1171–1172page 291 of 376
PG 27:117120. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτούς. 21. Εκύκλωσάν με ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον 22. Καὶ ἐξεκαύθησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις 23. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς. 24. Ωσθεὶς ἀνετράπην τοῦ πεσεῖν 25. Καὶ ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου. 26. Ισχύς μου καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος 27. Καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν. 28. Φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας ἐν σκηναίς δικαίων. 29. Δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν 30. Δεξιὰ Κυρίου ύψωσέ με τ 31. Δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν. 32. Οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι 35. Καὶ διηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου. 34. Παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος" 35. Καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με. 36. 'Ανοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης 57. Εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυ οψ. 58. Αὕτη ἡ πύλη τοῦ Κυρίου Αύτους. 20. Καὶ τῇ ἐπικλήσει του Κυρίου ἀπήλασα αὐτόν [ αὐτάς] 21. Επεχείρουν νεοσσεύειν εἰς ἐμὲ, καὶ τὰς ἡδονὰς τοῦ βίου συνάγειν εἰς τὴν καρδίαν μου. 22. Καὶ ἐπιθυμίας σαρκικὰς ἐξέκαιον ἐν ἐμοί. 25. Καὶ πάλιν ἐγὼ ἐπικαλούμενος τὴν χάριν τοῦ Κυρίου κατέσβεννον [ κατέσβεσα] αὐτάς. 24. Επιρρίψαντες αἰφνίδιον ἐνέῤῥηξαν μοι. 25. Καὶ ὁ Κύριος οὐ συνεχώρησε κυριευθῆναι με ὑπ' αὐτῶν. 26. Αὐτὸς δυναμοί με κατ' αὐτῶν 27. Καὶ γὰρ ὑπάρχει μοι σωτηρία. 28. Χαρὰ ἀνεκλάλητος, καὶ χάρις Θεοῦ ἐν ταῖς ψυ χαῖς, καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἁγίων. 29, 30. Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνίσχυσέ με. 31. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνεδυνάμωσέ με κατὰ τοῦ διαβόλου. 32. Οὐκ ἔτι κυριευθήσομαι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ ζωοποιηθήσομαι διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ. 55. Καὶ διηγήσομαι ὁ ἐποίησεν μετ' ἐμοῦ. 54. Επισκεψάμενος με υπέδειξέ μοι φεύγειν ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ὁ Κύριος. 35. Καὶ οὐ συνεχώρησε με έως τέλους συν απολέσθαι τῇ ἀνομίᾳ μου. 56, 37. Αποκαλύψετέ μοι τὰ νοήματα τῶν Γραφῶν, ἵνα, συνετισθεὶς ἐν αὐταῖς, δουλώσω ἐμαυ τὸν τῷ Κυρίῳ. 38. Η πίστις αὐτοῦ. Εννοσσεύειν, συναίρειν εἰς τήν, Επιθυμίαις σαρκικαῖς ἐξέκαιον, εἰς. Κατεσκήνουν. Ν. 24, 25. Επιρρίψαντες αἰφνίδιον ἔρρηξάν μοι, καὶ ὁ Κύριος συνεχώρησε με κυριευθῆναι, είς. Αὐτῶν, καὶ δοξάσω αυτόν. Ἐν τοῖς. Ν. 29. Ο Υιός, 30. Ο Υιός, 51. 52, 35. Οὐκ ἔτι, μετ' ἐμοῦ. φυγεῖν φεύγειν. Ν. 36. Αποκαλύψετε, Ν. 37, να αν ετισθεὶς αὐτάς,
S. ATHANASII OPP. PARS III.— EXEGET¡CA.
20. Et nomine Domini ultus sum in eqs
21, Circumdederunt me sicut apes:
22. Et exarserunt sicut ignis in spinis:
23. Et nomine Domini altus sum in eos.
24. Impulsus eversus sum ut caderem:
25. Et Dominus suscepit me.
26. Fortitudo mea et laus mea Dominus.
27. E: factus est mihi in salutem.
28. Vox exsultationis et salutis in tabernaculis
justorum.
29. Dextera Domini fecit virtutem:
30. Dextera Domini exaltavit me:
31. Dextera Domini fecit virtutem.
32. Non moriar, sed vivam:
33. Et narrabo opera Domini.
34. Castigans castigavit mne Dominus:
35. Et morti non tradidit me.
56. Aperite mihi portas justitiae:
37. Ingrediens in eas confitebor [ut ingrediens, etc.,
38. Hæc porta Domini,
20. Et invocatione Domini ejeci eas.
confitear, etc.] Domino,
20. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἡμυνάμην αὐτούς.
21. Εκύκλωσάν με ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον
22. Καὶ ἐξεκαύθησαν ὡς πῦρ ἐν ἀκάνθαις·
23. Καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
24. Ωσθεὶς ἀνετράπην τοῦ πεσεῖν·
25. Καὶ ὁ Κύριος ἀντελάβετό μου.
26. Ισχύς μου καὶ ὕμνησίς μου ὁ Κύριος·
27. Καὶ ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν.
28. Φωνὴ ἀγαλλιάσεως καὶ σωτηρίας ἐν σκηναίς
δικαίων.
29. Δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν·
30. Δεξιὰ Κυρίου ύψωσέ με τ
31. Δεξιὰ Κυρίου ἐποίησε δύναμιν.
32. Οὐκ ἀποθανοῦμαι, ἀλλὰ ζήσομαι·
35. Καὶ διηγήσομαι τὰ ἔργα Κυρίου.
34. Παιδεύων ἐπαίδευσέ με ὁ Κύριος"
35. Καὶ τῷ θανάτῳ οὐ παρέδωκέ με.
36. 'Ανοίξατέ μοι πύλας δικαιοσύνης·
57. Εἰσελθὼν ἐν αὐταῖς ἐξομολογήσομαι τῷ Κυ
οψ.
58. Αὕτη ἡ πύλη τοῦ Κυρίου
21. Tentaverunt nidi@care in me, et vitæ voluptates congregare in corde meo.
22. Et carnales concupiscentias accenderunt in
ine.
23. Et ego rursus invocans gratiam Domini exstinxi
fas.
24. Irrumpentes subito irruerunt super me.
25. Et Dominus non permisit ut ipsæ in me dominarentur.
26. Ipse cumforlat me adversus illas.
27. Etenim salus mea est.
28. Gaudium ineffabile, et gratia Dei in animis,
et membris sanctorum.
29, 30. Filius Dei corroboravit me.
31. Filius Dei confortavit me contra diabolum.
32. Non amplius in me dominabitur peccatum,
ged vivificabor gratia sua.
33. Et narrabo quæ mihi fecit.
34. Visitans me ostendit mihi Dominus fugere a
peccato.
35. Et non permisit in perpetuum me perire cum
iniquitate mea.
36, 37. Revelate mihi sensus Scripturarum, u'
instructus in ipsis subjiciam me ipsum Domino.
58. Fides ejus.
Αύτους.
20. Καὶ τῇ ἐπικλήσει του Κυρίου ἀπήλασα αὐτόν
[ αὐτάς]
21. Επεχείρουν νεοσσεύειν εἰς ἐμὲ, καὶ τὰς
ἡδονὰς τοῦ βίου συνάγειν εἰς τὴν καρδίαν μου.
22. Καὶ ἐπιθυμίας σαρκικὰς ἐξέκαιον ἐν
ἐμοί.
25. Καὶ πάλιν ἐγὼ ἐπικαλούμενος τὴν χάριν τοῦ
Κυρίου κατέσβεννον [ κατέσβεσα] αὐτάς.
24. Επιρρίψαντες αἰφνίδιον ἐνέῤῥηξαν μοι.
25. Καὶ ὁ Κύριος οὐ συνεχώρησε κυριευθῆναι με
ὑπ' αὐτῶν.
26. Αὐτὸς δυναμοί με κατ' αὐτῶν
27. Καὶ γὰρ ὑπάρχει μοι σωτηρία.
28. Χαρὰ ἀνεκλάλητος, καὶ χάρις Θεοῦ ἐν ταῖς ψυ
χαῖς, καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἁγίων.
29, 30. Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐνίσχυσέ με.
31. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνεδυνάμωσέ με κατὰ τοῦ
διαβόλου.
32. Οὐκ ἔτι κυριευθήσομαι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ
ζωοποιηθήσομαι διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ.
55. Καὶ διηγήσομαι ὁ ἐποίησεν μετ' ἐμοῦ.
54. Επισκεψάμενος με υπέδειξέ μοι φεύγειν
ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ὁ Κύριος.
"
35. Καὶ οὐ συνεχώρησε με έως τέλους συν
απολέσθαι τῇ ἀνομίᾳ μου.
56, 37. Αποκαλύψετέ μοι τὰ νοήματα τῶν
Γραφῶν, ἵνα, συνετισθεὶς ἐν αὐταῖς, δουλώσω ἐμαυ
τὸν τῷ Κυρίῳ.
38. Η πίστις αὐτοῦ.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Εννοσσεύειν, etc., συναίρειν εἰς τήν, etc.
Επιθυμίαις σαρκικαῖς ἐξέκαιον, εἰς.
Κατεσκήνουν.
Ν. 24, 25. Επιρρίψαντες αἰφνίδιον ἔρρηξάν
μοι, καὶ ὁ Κύριος συνεχώρησε με κυριευθῆναι, είς.
Αὐτῶν, καὶ δοξάσω αυτόν.
Ἐν τοῖς.
Ν. 29. Ο Υιός, etc. N. 30. Ο Υιός, etc. N. 51.
52, 35. Οὐκ ἔτι, etc. usque μετ' ἐμοῦ.
Ms deest. φυγεῖν pro φεύγειν.
Mot.
Ν. 36. Αποκαλύψετε, etc. Ν. 37, να αν
ετισθεὶς αὐτάς, etc.
col. 1173–1174page 292 of 376
PG 27:117359 Δίκαιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ. 40. Εξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου 41. Καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. 42. Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομούντες, 43. Οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας. 4. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη 45. Καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν. 46. Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος 47. ᾿Αγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ. 48. Ο Κύριε, σῶσον δή 49. "Ω Κύριε, εξέδωσον δή 80. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.. 51. Ευλογήκαμεν ὑμᾶς ἐξ οἴκου Κυρίου 52. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν. Ο Ο 53. Συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν, 54. Ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου.. 39. Οἱ μισοῦντες τὰ πονηρά. 40. Ταπεινώσω ἐμαυτὸν ὑπὸ τὴν χάριν σου, ὅτι ἐπήκουσάς μου. 4. Καὶ ὑπάρχεις μου σωτηρία 42. Τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ὃν ἐξουδένωσαν οι ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου τούτου. 45. Οὗτος ἀνεδείχθη τὰ ἐπουράνια πάντα, καὶ τὰ ἐπίγεια μόνον περιέχων, καὶ πάντα συνιστῶν, καὶ ἐπάνω πάντων ὤν, καὶ μείζων πάντων ὑπάρχων.. 44. Παρὰ τοῦ Πατρός ἡ μαρτυρία αὕτη γεγένηται λέγοντος· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός. 45. Καὶ ἡμεῖς ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ δό ξαν ὡς Μονογενοῦς παρὰ Πατρὸς, πλήρης χάρι τις καὶ ἀληθείας. 46. Ἡ πίστις αὐτοῦ ἐστι τὸ φῶς τὸ ἀληθές 47. Αγαλλιασώμεθα οὖν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ. 48. Δεόμεθά σου, Κύριε 49. Κατάρτισαι τὰς καρδίας ἡμῶν ἐν ἀληθείᾳ πο ρεύεσθαι. 50. Τοῦτο εἴρηται παρὰ τῶν παίδων τῶν Ἰου δαίων, ὅταν εἶδον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ πώλου καθήμενον, καὶ ἔλαβον τὰ βάϊα. 51. Οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουσι [ἐκήρυξαν] Ἰουδαίοις καὶ Ελλησι λέγοντες· Εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν τὰ εἰρημένα τῶν προφητῶν περὶ τοῦ Κυρίου, ὅτι πε πλήρωνται 52. ὡς γὰρ ἂν ὁ Θεὸς Ἰησοῦς Κύριος ὤφθη ἐπὶ τῆς γῆς. 55. Λοιπὸν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἀποστόλους· Συ στήσασθε χαρὰν ἀνεκλάλητον τοῖς ἀποθεμένοις τὴν σκληρότητα τῆς καρδίας αὐτῶν, καὶ ἤδη ἀνθοῦσιν ἐν τῇ πίστει 54. Αμα ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν ἀγαλλιάσθε, Μοι εἰς σωτηρίαν. Μόνος. ᾿Αληθινόν. Δέομαί σου, Κύριε. 'Αγαλλιασώμεθα σὺν τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ, Εὐαγγελιζόμεθα, πεπλήρωται.
PSAL, CXVII.
39. Justi intrabunt in eam.
59 Δίκαιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ.
40. Εξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου
41. Καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν.
42. Λίθον, ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομούντες,
43. Οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας.
4. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη
45. Καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
46. Αὕτη ἡ ἡμέρα, ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος
47. ᾿Αγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.
48. Ο Κύριε, σῶσον δή
49. "Ω Κύριε, εξέδωσον δή
80. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου..
51. Ευλογήκαμεν ὑμᾶς ἐξ οἴκου Κυρίου
52. Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν.
40. Confitebor tibi, quoniam exaudisti me:
41. Et factus es [factus est] mihi in salutem.
42. Lapidem, quem reprobaverunt ædificantes,
43. Hic factus est in caput anguli.
44. Domino factum est istud:
45. Et est mirabile in oculis nostris.
46. Hæc est dies, quam fecit Dominus
47. Exsultemus et lætemur in ea.
48. Ο Domine, salvum me fac:
49. Ο Domine, bene prosperare:
50. Benedictus qui venit in nomine Domin.
51. Benediximus vobis de domo Donini:
52. Deus Dominus et illusit nobis.
53. Constituite dien solemnem in condensis,
54. Usque ad cornu allaris.
53. Συστήσασθε ἑορτὴν ἐν τοῖς πυκάζουσιν,
54. Ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου..
39. Οἱ μισοῦντες τὰ πονηρά.
40. Ταπεινώσω ἐμαυτὸν ὑπὸ τὴν χάριν σου, ὅτι
ἐπήκουσάς μου.
4. Καὶ ὑπάρχεις μου σωτηρία
42. Τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ὃν ἐξουδένωσαν οι
ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, καὶ οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου
τούτου.
45. Οὗτος ἀνεδείχθη τὰ ἐπουράνια πάντα, καὶ τὰ
ἐπίγεια μόνον περιέχων, καὶ πάντα συνιστῶν,
καὶ ἐπάνω πάντων ὤν, καὶ μείζων πάντων ὑπάρχων..
44. Παρὰ τοῦ Πατρός ἡ μαρτυρία αὕτη γεγένηται
λέγοντος· Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός.
45. Καὶ ἡμεῖς ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ δό·
ξαν ὡς Μονογενοῦς παρὰ Πατρὸς, πλήρης χάριτις καὶ ἀληθείας.
46. Ἡ πίστις αὐτοῦ ἐστι τὸ φῶς τὸ ἀληθές
47. Αγαλλιασώμεθα οὖν ἐν Πνεύματι ἁγίῳ
καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ.
48. Δεόμεθά σου, Κύριε
49. Κατάρτισαι τὰς καρδίας ἡμῶν ἐν ἀληθείᾳ πο
ρεύεσθαι.
50. Τοῦτο εἴρηται παρὰ τῶν παίδων τῶν Ἰουδαίων, ὅταν εἶδον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ πώλου καθήμενον,
καὶ ἔλαβον τὰ βάϊα.
51. Οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουσι [ἐκήρυξαν] Ἰουδαίοις
καὶ Ελλησι λέγοντες· Εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν τὰ
εἰρημένα τῶν προφητῶν περὶ τοῦ Κυρίου, ὅτι πεπλήρωνται
52. ὡς γὰρ ἂν ὁ Θεὸς Ἰησοῦς Κύριος ὤφθη
ἐπὶ τῆς γῆς.
55. Λοιπὸν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἀποστόλους· Συστήσασθε χαρὰν ἀνεκλάλητον τοῖς ἀποθεμένοις τὴν
σκληρότητα τῆς καρδίας αὐτῶν, καὶ ἤδη ἀνθοῦσιν ἐν
τῇ πίστει
54. Αμα ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν ἀγαλλιάσθε,
39. Odio babentes mala.
40, Humitiabo me ipsum sub gratia tua, quoniam
exaudisti me.
41. Et salus mea es.
42. Filium hominis, quem reprobaverunt principes Judæorum, et sapientes hujus mundi
43. Hic declaratus est solus continens omnis, cu
lustia, et terrena, et omnia confirmans, et super
omnia, et major omnibus exsistens.
44. Patre ei testimonium redditum est dicente:
Hic est Filius meus dilectus."³.
45. Et nos vidimus gloriam ejus, gloriam quasi
Unigeniti a Patre, plenum gratiæ, et veritatis".
46. Fides ejus est lux vera:
47. Exsultemus igitur in Spiritu sancto, et lætemur in ea.
48. Precamur te, Domine.
49. Perdice corda nostra, ut in veritate procedant,
50. Hoc dictum est a pueris Judæorum, cum viderunt eum sedentem super pullum, et acceperunt
palmas s.
51. Apostoli prædicant [prædicaverunt] Judæis
et gentilibus dicentes: Annuntiavimus vobis, quæ
dicta sunt a prophetis de Domino, impleta esse.
52. Quandoquidem, cumn esset Deus, -esus Dominus visus est in terra.
53. Deiiule Bominus ad apostolos dicit: Constituite gaudium ineffabile deponentibus duritian
cordis sui, et jam in fide florentibus.
43 Matth. xvi, 5. ** Joan. 1, 14.” Matth. xxj,. 7, 9.
Μοι εἰς σωτηρίαν.
Μόνος.
᾿Αληθινόν.
54. Una cum cœlestibus virtutibus exsultate.
Addenda et corrigenda ex coa. Vatic.
Δέομαί σου, Κύριε.
'Αγαλλιασώμεθα σὺν τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ, etc.
Εὐαγγελιζόμεθα, etc., πεπλήρωται.
'U deest.
col. 1175–1176page 293 of 376
PG 27:117555. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ἐξομολογήσομαί σοι 56. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ὑψώσω σε. 57. Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου 58. Καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν. 59. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθὸς, 60. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Αλληλούια. ΨΑΛ. ΡΙΕ. 1. Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν γόμῳ Κυρίου. 2. Μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν. 5. Οὐ γὰρ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ ἐπορεύθησαν. 4. Σὺ ἐνετείλω τὰς ἐντολάς σου, του φυλάξασθαι σφόδρα. 5. Οφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου, τοῦ φυλά ξασθαι τὰ δικαιώματά του. 6. Τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ, ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ πάσας τὰς ἐντολάσου. 55, 56. Εκαστος τῶν πιστευσάντων, ἀκούσας τὴν ἀγάπην, καὶ τὰ σπλάγχνα τοῦ σταυρωθέντος δι' ἡμᾶς, λέγει· Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ἐμαυτὸν ὁμολογήσω ἐξηγορᾶσθαι τῷ τιμίῳ σου αἷματι. 57, 58. Θεός μου εἶ τύ, καὶ δοξάσω σε· έκδωσῳ ἐμαυτὸν, ὅτι οὐκ ἀπεστράφης με, ἀλλ᾽ ἀπεδείχθης βοηθός μου εἰς σωτηρίαν. 59. Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ προσεύχεσθε αὐτῷ, ὅτι ἀγαθές έστιν, 60. Οτι οὐκ ἀπεστράφη ἀφ' ἡμῶν τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅπερ ἑρμηνεύεται [αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεὶν] διάφορος [ διαφόρως ], εἰς ὕμνον καὶ αἶνον ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ προτρεπομένου. σε 1. Μακάριοι οἱ κατὰ τὸν Ἰώβ, οἱ ἀπεχόμενοι ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος. 2. Μακάριοι οἱ καθ᾿ ἑκάστην πράξιν δοκιμάζοντες τί τὸ εὐάρεστον καὶ τέλειον παρὰ τῷ Θεῷ. Θερμοὶ δν τες περὶ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ οὐχ ὑπνώσουσι μεριμνῶντες, πῶς αὐτὸν δέξωνται ἔνοικον αὐτοῖς. 5. Οὐ γὰρ οἱ λεγόμενοι είναι Χριστιανοί, καὶ τὰς επιθυμίας τοῦ κόσμου ἔχοντες, τοῖς πράγμασιν [προστάγμασιν] αὐτοῦ πείθονται. 4. Σὺ εἶπας· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τὰ τοῦ Κυρίου ἀμελῶς. 5. Δώη ἡ χάρις σου συνετισθῆναι τὰ θελήματα τῆς καρδίας μου τοῦ καρποφορεῖν με ἐν τοῖς δικαιώματ! σου. 6. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως οὐ μὴ ἀκούσω παρά τοῦ τὸ, Οὐκ οἶδά σε, ἂν ἡ διάνοιά μου πεφώτισται [ ἐπὶ ] πάσας τὰς ἐντολάς σου. Ν. 53. Εκαστος, καὶ ἑαυτόν, 56. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ δοξάσω σε. Ν. 57. Εκδώσω, Ν. 58, ἀλλ᾽ ἀπέδειξας.
55. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ἐξομολογήσομαί σοι·
56. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ὑψώσω σε.
57. Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι ἐπήκουσάς μου·
S. ATHANASI OPP. PARS III. EXEGETICA.
33. Deus meus es tu, et confitebor tibi:
56. Deus meus es tu, et exaltabo te.
57. Confitebor tibi, quoniam exaudisti me.
58. Et factus es mihi in salutem.
59. Conftemini Domino, quoniam bonus,
60. Quoniam in sæculum misericordia ejus.
Alleluia (+) PSAL. CXVIII.
1. Beati immaculati in via, qui ambulant in lege
Domini.
2. Brati qui scrutantur testimonia ejus, in toto
corde exquirent eum.
3. Non enim qui operantur iniquitatem, in viis
ejus ambulaverunt.
4. Τu mandasti mandala tua, custodiri nimis.
3. Utinam dirigantur viæ meæ, ad custodiendas
justificaţiones tuas.
6. Tunc non confundar cum perspexero in omDibus mandatis tuis.
58. Καὶ ἐγένου μοι εἰς σωτηρίαν.
59. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθὸς,
60. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Αλληλούια. ΨΑΛ. ΡΙΕ.
1. Μακάριοι οἱ ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, οἱ πορευόμενοι ἐν
γόμῳ Κυρίου.
2. Μακάριοι οἱ ἐξερευνῶντες τὰ μαρτύρια αὐτοῦ.
ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ἐκζητήσουσιν αὐτόν.
5. Οὐ γὰρ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν ἐν ταῖς ὁδοῖς
αὐτοῦ ἐπορεύθησαν.
4. Σὺ ἐνετείλω τὰς ἐντολάς σου, του φυλάξασθαι
σφόδρα.
5. Οφελον κατευθυνθείησαν αι οδοί μου, τοῦ φυλά
ξασθαι τὰ δικαιώματά του.
6. Τότε οὐ μὴ αἰσχυνθῶ, ἐν τῷ με ἐπιβλέπειν ἐπὶ
πάσας τὰς ἐντολά- σου.
55, 56. Unusquisque credentium audiens amorem, et viscera crucifixi propter nos, dicit: Defis
meus es tu, et confitebor, me ipsum redemptum
esse pretioso tuo sanguine.
57, 58. Deus meus es tu, et glorificabo te: tradam me ipse, quoniam non aversatus es me, sed
astensus es adjutor mihi in salutem.
59. In toto corde deprecanini eum, quoniam boJus est.
60. Quoniam non avertit a nobis misericordiam
suam.
55, 56. Εκαστος τῶν πιστευσάντων, ἀκούσας
τὴν ἀγάπην, καὶ τὰ σπλάγχνα τοῦ σταυρωθέντος δι'
ἡμᾶς, λέγει· Θεός μου εἶ σὺ, καὶ ἐμαυτὸν ὁμολογήσω ἐξηγορᾶσθαι τῷ τιμίῳ σου αἷματι.
57, 58. Θεός μου εἶ τύ, καὶ δοξάσω σε· έκδωσῳ
ἐμαυτὸν, ὅτι οὐκ ἀπεστράφης με, ἀλλ᾽ ἀπεδείχθης
βοηθός μου εἰς σωτηρίαν.
59. Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ προσεύχεσθε αὐτῷ, ὅτι ἀγαθές
έστιν,
60. Οτι οὐκ ἀπεστράφη ἀφ' ἡμῶν τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὅπερ ἑρμηνεύεται [αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεὶν] διάφορος
[ διαφόρως ], εἰς ὕμνον καὶ αἶνον ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ προτρεπομένου.
Titulus præpositus continet: Alleluia, quod interpretatur [laudate eum, qui Deus ext] varie nos adhor"
jante Deo ad canticum et laudem.
1. Beati, qui secundum Job, abstinent ab omni
apere malo.
2. Beati ei, in singulis actionibus probant quid
beneplacitum, et perfectum coram Deo. Ferventes
circa charitatem ejus non dormitabunt, curam habentes, quomodo cum in ipsis hospitio accipient.
5. Non enim dicentes se esse Christianos, et concupiscentias mundi habentes, ejus mandatis obediunt.
4. Tu dixisti Maledictus omnis qui facit opus
Det negligenter 10.
5. Det gratia tua, ut instruantur voluntates curdis mei ad fructifcandum me in justificationibus
tuis.
6. In die judicii non audiąm a te illud Non nori
te, si mens mea illuminata fuerit in omnibus præceptis tuis.
σε Jer. xt.vi1, 10.
1. Μακάριοι οἱ κατὰ τὸν Ἰώβ, οἱ ἀπεχόμενοι ἀπὸ
παντὸς πονηροῦ πράγματος.
2. Μακάριοι οἱ καθ᾿ ἑκάστην πράξιν δοκιμάζοντες
τί τὸ εὐάρεστον καὶ τέλειον παρὰ τῷ Θεῷ. Θερμοὶ δν·
τες περὶ τὴν ἀγάπην αὐτοῦ οὐχ ὑπνώσουσι μεριμνώντες, πῶς αὐτὸν δέξωνται ἔνοικον αὐτοῖς.
5. Οὐ γὰρ οἱ λεγόμενοι είναι Χριστιανοί, καὶ τὰς
επιθυμίας τοῦ κόσμου ἔχοντες, τοῖς πράγμασιν [προ
στάγμασιν] αὐτοῦ πείθονται.
4. Σὺ εἶπας· Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ ποιῶν τὰ τοῦ
Κυρίου ἀμελῶς.
5. Δώη ἡ χάρις σου συνετισθῆναι τὰ θελήματα τῆς
καρδίας μου τοῦ καρποφορεῖν με ἐν τοῖς δικαιώματ!
σου.
6. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως οὐ μὴ ἀκούσω παρά
τοῦ τὸ, Οὐκ οἶδά σε, ἂν ἡ διάνοιά μου πεφώτισται
[ ἐπὶ ] πάσας τὰς ἐντολάς σου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 53. Εκαστος, etc., καὶ ἑαυτόν, etc. N. 56. Θεός μου εἶ σὺ, καὶ δοξάσω σε. Ν. 57. Εκδώσω, etc.
Ν. 58, ἀλλ᾽ ἀπέδειξας.
(†) Divisio versiculorum hujus psalmi in codice Vaticano omnino diversa erat, ideo necesse fuit integrum fere psalmum cum sua interpretatione ascribere, omissis solum nonnullis versiculis, in quibus sive
col. 1177–1178page 294 of 376
PG 27:11777. Εξομολογήσομαί σοι ἐν εὐθύτητι καρδίας ἐν τῷ μεμαθηκέναι με τα κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 8. Τα δικαιώματά σου φυλάξω, μή με ἐγκαταλίπης έως σφόδρα. 9. Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ; ἐν τῷ φυλάξασθαι τους λόγους σου. 10. Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξεζήτησά σε, μὴ ἀπώσῃ με ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου. 11. Ἐν τῇ καρδία μου έκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω σοι. 12. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. 15. Ἐν τοῖς χείλεσί μου ἐξήγγειλα πάντα τὰ κρί ματα του στόματός σου. 14. Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ. 15. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου ἀδολεσχήσω, καὶ κατα νοήσω τὰς ὁδούς σου. 16. Ἐν τοῖς δικαιώματί σου μελετήσω, οὐκ ἐπι λήσομαι τῶν λόγων σου. 17. Ανταπόδος τῷ δούλω σου, ζησόν με, καὶ φυ λάξω τους λόγους του 7. Εκᾶν ἐμαυτόν σοι ἐν ἀληθινῇ καρδίᾳ, ἐν τῷ ἀκοῦσαί με, καὶ πιστεῦσαι περὶ τῆς μελλούσης δι καίας ἀνταποδόσεως. 8. Τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐάσω, μόνον, μή με ἐγκαταλίπης ἕως τέλους. 9. Πῶς τῶν νεωτερικῶν ἐπιθυμιῶν ἐπελάθετό τις; Ἐν τῷ μνημονεύειν αὐτὸν τῶν εἰρημένων παρὰ σοῦ, ὅτι μέλλουσιν ἀκούειν οἱ ἁμαρτωλοί· Ὑπάγετε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, καὶ τὰ ἑξῆς. 10. Εξ όλης της ψυχής μου έπεπόθησά σε, μὴ ἀνάξιον ἡγήσῃς με τῆς χάριτός σου. 11. Ἐν πάσῃ φυλακῇ ἑτήρουν ἑαυτὸν, μὴ ἐλθὼν ὁ πονηρὸς λάβῃ ἀπὸ τῆς καρδίας μου τὰ λόγιά σου, καὶ μείνω χέρσος. 12. Δεδοξασμένος εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματα σου. 15. Οὐχ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ διδάξαι, καὶ διαμαρτύρασθαι πάντα τὰ θελήματά σου. 14. Οὕτως χαρᾶς πληροῦμαι, ὅταν ποιῶ τὰς ἐντο λάς σου, ἅπαξ ὡς πλοῦτον θησαυρίζων ἑαυτῷ ἐν τῷ οὐρανῷ. 15. Ἐν ταῖς Γραφαῖς σου ἀναγνῶ, καὶ τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς διανοίας μου ἐπιγνῶ τὴν δύναμιν αὐτῶν. 16. Νυκτός και ἡμέρας, καὶ πληρώσω αὐτοὺς ἔρ γοις. 17. Δός μοι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ζωοποιηθήσομαι δι' αυτῆς, καὶ πληρώσω τοὺς λόγους σου δι' έργων.
PSAL. CXVIII.
7. Conβtebor tibi in directione cordis, ut eo quod
didici judicia justitiæ tuæ.
7. Εξομολογήσομαί σοι ἐν εὐθύτητι καρδίας ἐν τῷ
μεμαθηκέναι με τα κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.
8. Τα δικαιώματά σου φυλάξω, μή με ἐγκαταλίπης
έως σφόδρα.
9. Εν τίνι κατορθώσει νεώτερος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ;
ἐν τῷ φυλάξασθαι τους λόγους σου.
10. Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξεζήτησά σε, μὴ ἀπώσῃ
με ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου.
11. Ἐν τῇ καρδία μου έκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως
ἂν μὴ ἁμάρτω σοι.
12. Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά
σου.
15. Ἐν τοῖς χείλεσί μου ἐξήγγειλα πάντα τὰ κρί
ματα του στόματός σου.
14. Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς
ἐπὶ παντὶ πλούτῳ.
15. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου ἀδολεσχήσω, καὶ κατανοήσω τὰς ὁδούς σου.
16. Ἐν τοῖς δικαιώματί σου μελετήσω, οὐκ ἐπι
λήσομαι τῶν λόγων σου.
17. Ανταπόδος τῷ δούλω σου, ζησόν με, καὶ φυ
λάξω τους λόγους του
8. Justificationes tuas custodiam, non me derelinquas usquequaque.
9. In quo corrigit adolescentior viam suam? in
custodiendo sermones tuos.
10. In toto corde meo exquisivi te, ne repellas
me a mandatis tuis:
11. In corde meo abscondi eloquia tua, ut non
peccem tibi,
12. Benedictus es, Domine, doce me justificationes tuas.
15. In labiis meis pronuntiavi omnia judicia oris
14. In via testimoniorum tuorum delectatus sum,
sicut in omnibus divitiis.
15. In mandatis tuis exercebor, et considera!»
vias tuas.
16. In justificationibus tuis meditabor, non obliviscar sermones tuos.
17. Retribue servo tuo, vivifica me, et custodiam
sermones tuos.
7. Εκᾶν ἐμαυτόν σοι ἐν ἀληθινῇ καρδίᾳ, ἐν τῷ
ἀκοῦσαί με, καὶ πιστεῦσαι περὶ τῆς μελλούσης δι
καίας ἀνταποδόσεως.
8. Τὰ δικαιώματά σου οὐκ ἐάσω, μόνον, μή με
ἐγκαταλίπης ἕως τέλους.
9. Πῶς τῶν νεωτερικῶν ἐπιθυμιῶν ἐπελάθετό τις;
Ἐν τῷ μνημονεύειν αὐτὸν τῶν εἰρημένων παρὰ σοῦ,
ὅτι μέλλουσιν ἀκούειν οἱ ἁμαρτωλοί· Ὑπάγετε ἀπ'
ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, καὶ
τὰ ἑξῆς.
10. Εξ όλης της ψυχής μου έπεπόθησά σε, μὴ
ἀνάξιον ἡγήσῃς με τῆς χάριτός σου.
11. Ἐν πάσῃ φυλακῇ ἑτήρουν ἑαυτὸν, μὴ ἐλθὼν ὁ
πονηρὸς λάβῃ ἀπὸ τῆς καρδίας μου τὰ λόγιά σου, καὶ
μείνω χέρσος.
12. Δεδοξασμένος εἶ, Κύριε, δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
15. Οὐχ ὑπεστειλάμην τοῦ μὴ διδάξαι, καὶ διαμαρ
τύρασθαι πάντα τὰ θελήματά σου.
14. Οὕτως χαρᾶς πληροῦμαι, ὅταν ποιῶ τὰς ἐντο
λάς σου, ἅπαξ ὡς πλοῦτον θησαυρίζων ἑαυτῷ ἐν τῷ
οὐρανῷ.
15. Ἐν ταῖς Γραφαῖς σου ἀναγνῶ, καὶ τοῖς οφθαλ
μοῖς τῆς διανοίας μου ἐπιγνῶ τὴν δύναμιν αὐτῶν.
16. Νυκτός και ἡμέρας, καὶ πληρώσω αὐτοὺς ἔρ
γοις.
17. Δός μοι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ
ζωοποιηθήσομαι δι' αυτῆς, καὶ πληρώσω τοὺς λόγους
σου δι' έργων.
87 Matth. xxv, 41
7. Tradam me ipsum tibi sincero corde, cum
audivero, et credidero de futura justa retributione.
8. Justificationes tuas non dimittam, solum ne
derelinquas me usque in finem.
9. Quomodo juvenilium cupiditatum quis obliviscetur? Dum ipse meminerit quæ a te dicta sunt,
quod peccatores audituri sunt: Discedile a me, maledicti, in ignem æternum etc.
10. Ex tota anima mea desideravi te, ne me indignum existimes gratia tua.
11. Omni custodia meipsum custodiebam, ne veniens malus accipiat e corde meo eloquia tua, et
terrenus remaneam.
12. Glorificatus es, Domine, doce me justificationes tuas.
13. Non me subduxi, quominus docerem et testificarer omnes voluntates tuas.
14. Ita gaudio impleor cum exsequor mandata
tua, veluti, ut uno verbo dicam, divitias congereus
mihimetipsi in cœlo.
15. In Scripturis tuis legam, et oculis mentis meæ
intelligam earum virtutem.
16. Noctes, atque dies, in sermonibus tuis meditabor, et illos operibus implebo.
17. Da mihi gratiam sancti Spiritus, et ipsa
vivifcabor, et implebo sermones tuos operibus.
in psalmo sive in interpretatione, nulla varietas ac diversitas erat, neque illos ad divisionem versiculorum indicandam nccesse erat ascribere. ANTONELLUS. Quæ vero Antonellus ascripsit, nos post finem psalmi
hujus addemus.
col. 1179–1180page 295 of 376
PG 27:117918. Αποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατα νοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου. 19. Πάροικος ἐγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ, μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ' ἐμοῦ τὰς ἐντολάς σου. 20. Επεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ. 21. Επετίμησας ὑπερηφάνοις, ἐπικατάρατοι οι ἐκκλίνοντες ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου. 22. Περίελε ἀπ' ἐμοῦ ὄνειδος καὶ ἐξουδένωσιν; ὅτι τὰ μαρτύριά σου ἐξεζήτησα. 25. Καὶ γὰρ ἐκάθισαν ἄρχοντες, καὶ κατ᾿ ἐμοῦ κατελάλουν· ὁ δὲ δοῦλός σου Αδολέσχει ἐν τοῖς δια καιώμασί σου. 24. Καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου μελέτη μου ἐστὶ, καὶ αἱ συμβουλία: μου τὰ δικαιώματά σου .25. Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου, ζήσόν με κατὰ τὸν λόγον σου. 26. Τὰς ὁδούς μου εξήγγειλα, καὶ ἐπήκουσάς μου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 27. Οδὲν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με, καὶ ἀδολεσχήσω. ἐν τοῖς θαυμασίοις σου. 28. Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας, βε βαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου. 18. Διαχώρισον το σκότος ἐκ τῆς καρδίας μου, καὶ τὸ φῶς σου λάμψον, καὶ ἐπιγνῶ τὰ προστάγματα τοῦ νόμου σου. 19. Οὐκ ἔχω πόλιν ὧδε μένουσαν, ἀλλὰ τὴν μέλ λουσαν ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐπιζητῶ, ἧς τεχνίτης και δημιουργὸς αὐτὸς ὑπάρχεις· μὴ ἄξιον ἡγήσῃ με του γνῶναι τὸ θέλημά σου. 20. Επιποθεῖ ἡ ψυχή μου, καὶ οὐκ ὀρέννυται. [ἀρνεῖται ] τὰ κρίματά σου ποιεῖν νυκτὸς καὶ ἡμέρας.. 21. Τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἐπὶ ἀπωλείᾳ τετήρηνται οἱ ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου λαβόντες ἑαυτοὺς, καὶ εἰς τὰς προτέρας αὐτῶν πονηρίας ἀναστροφάς πορευόμενοι. 22. Αφελε ἀπ' ἐμοῦ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐπιθυμίαν τὴν πονηρὰν, ὅτι ἡδέως ἔχω τὰ προστάγματά σου, δι' οὗ μεμαρτύρηται ἕκαστος τῶν ἀνθρώπων. σου αἵματι ἐπεσκεπτόμην τας Γραφάς σου 23. Καὶ γὰρ οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους τούτου βου λεύσονται κατ' ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ ἂν ἐξηγόρασας τῷ τιμί 24. Καὶ γὰρ μελετῶν νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἃ δι εμαρτύρω μοι, καὶ αὐτὰ συμβουλεύω τῇ ψυχῇ μου. 25. Εταπεινώθην ἐνώπιόν σου, ζωοποίησόν με καθὼς θέλει ἡ χάρις σου. 26. Εξωμολογησάμην τὰς πρότερον ἐν τῇ ἀγνοία μου ἁμαρτίας, καὶ εὐθὺς ἠλέησάς με δώρησαι ούκ μοι τὴν χάριν σου. 27. Τὸν φωτισμὸν τῶν Γραφῶν σου συνέτισόν με διὰ τῆς χάριτός σου, ἀπὸ τῆς τέρψεως [ού] παύσομε λέγειν ἐν τῇ μεγαλειότητι τῶν λόγων σου. 28. Βεβύθισται ἡ ψυχή μου ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἀλλὰ διέγειρόν με τῇ χάριτι σου ἐν τοῖς λόγοις σου
S. ATHANASII OPP. PARS III.
18. Revela oculos meos, et considerabo mirabilia
de lege tua.
19. Incola ego sum in terra, non abscondas a me
mandata tua.
20. Concupivit anima mea desiderare justificationes tuas in omni tempore.
21. Increpasti superbus, maledicti qui declinant
a mandatis tuis.
22. Aufer a me opprobrium et contemptum, quia
testimonia tua exquisivi.
25. Etenim sederunt principes, et adversusa me
loquebantur, servus antem tuus exercebatur in
justificationibus tuis.
24. Nam et testimonia tua meditatio mea est, et
consilium meum justificationes tuæ.
25. Adhæsit pavimento anima mea, vivifica me
secundum verbum tuum.
26 Vias meas enuntiavi et exaudisti me, doce
me justificationes tuas.
27. Viam justificationum tuarum instrue me, et
exercebor in mirabilibus tuis.
28. Dormitavit anima mea præ Ladio, confirma
me in verbis tuis.
EXEGETICA.
18. Αποκάλυψον τοὺς ὀφθαλμούς μου, καὶ κατανοήσω τὰ θαυμάσια ἐκ τοῦ νόμου σου.
19. Πάροικος ἐγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ, μὴ ἀποκρύψῃς
ἀπ' ἐμοῦ τὰς ἐντολάς σου.
20. Επεπόθησεν ἡ ψυχή μου τοῦ ἐπιθυμῆσαι τὰ
κρίματά σου ἐν παντὶ καιρῷ.
21. Επετίμησας ὑπερηφάνοις, ἐπικατάρατοι οι
ἐκκλίνοντες ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου.
22. Περίελε ἀπ' ἐμοῦ ὄνειδος καὶ ἐξουδένωσιν; ὅτι
τὰ μαρτύριά σου ἐξεζήτησα.
25. Καὶ γὰρ ἐκάθισαν ἄρχοντες, καὶ κατ᾿ ἐμοῦ
κατελάλουν· ὁ δὲ δοῦλός σου Αδολέσχει ἐν τοῖς δια
καιώμασί σου.
24. Καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου μελέτη μου ἐστὶ,
καὶ αἱ συμβουλία: μου τὰ δικαιώματά σου
.25. Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου, ζήσόν με
κατὰ τὸν λόγον σου.
26. Τὰς ὁδούς μου εξήγγειλα, καὶ ἐπήκουσάς μου
δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
27. Οδὲν δικαιωμάτων σου συνέτισόν με, καὶ
ἀδολεσχήσω. ἐν τοῖς θαυμασίοις σου.
28. Ἐνύσταξεν ἡ ψυχή μου ἀπὸ ἀκηδίας, βε
βαίωσόν με ἐν τοῖς λόγοις σου.
48. Separa tenebras e corde meo, et lux tua
illuceat, et agnoscam legis tuæ præcepta.
19. Non habeo civitatem hic permanentem, sed
ſuturam in cœlis inquiro, cujus tu artifex et fabricator es; ne indignum me existimes agnoscere voluntatem tuam.
20. Desiderat anima mea, et non detrectat facere
judicia tua nocte atque die.
21. Diabolum et angelos ejus: In interitum reservati sunt, qui a tuis præceptis se avertunt, et
in pristinas iniquitatis suæ conversationes revertuntur.
22. Adime a me veterem illam improbam concupiscentiam, quia delector in præceptis tuis,
unde singuli homines laudes ac testimonium accipiunt.
18. Διαχώρισον το σκότος ἐκ τῆς καρδίας μου, καὶ
τὸ φῶς σου λάμψον, καὶ ἐπιγνῶ τὰ προστάγματα
τοῦ νόμου σου.
19. Οὐκ ἔχω πόλιν ὧδε μένουσαν, ἀλλὰ τὴν μέλ
λουσαν ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἐπιζητῶ, ἧς τεχνίτης και
δημιουργὸς αὐτὸς ὑπάρχεις· μὴ ἄξιον ἡγήσῃ με του
γνῶναι τὸ θέλημά σου.
20. Επιποθεῖ ἡ ψυχή μου, καὶ οὐκ ὀρέννυται.
[ἀρνεῖται ] τὰ κρίματά σου ποιεῖν νυκτὸς καὶ ἡμέρας..
21. Τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἐπὶ
ἀπωλείᾳ τετήρηνται οἱ ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου λαβόντες ἑαυτοὺς, καὶ εἰς τὰς προτέρας αὐτῶν πονηρίας
ἀναστροφάς πορευόμενοι.
22. Αφελε ἀπ' ἐμοῦ τὴν παλαιὰν ἐκείνην ἐπιθυ
μίαν τὴν πονηρὰν, ὅτι ἡδέως ἔχω τὰ προστάγματά
σου, δι' οὗ μεμαρτύρηται ἕκαστος τῶν ἀνθρώπων.
23. Etenim principes tenebrarum harum consultaverunt adversum me, ego autem, quem redemnisti pretioso tuo sanguine, considerabam Scriptu- σου αἵματι ἐπεσκεπτόμην τας Γραφάς σου
23. Καὶ γὰρ οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους τούτου βου
λεύσονται κατ' ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ ἂν ἐξηγόρασας τῷ τιμί
ras tuas.
24. Etenim meditans die ac nocte, quæ contestatus es mihi, et hæc suadeo animæ meæ.
25. Humiliatus sum coram te, vivifca me sicut
vult gratia tua.
26. Confessus sum tibi pristina in ignorantia
mea peccata, et statim misertus es mei: dona igitur mihi gratiam tuam.
27. Illuminationem Scripturarum tuarum fac me
intelligere per gratiam tuam, pre delectatione
non cessalo loqui in magnitudine sermonum tuorum.
29. Submersa est anima nea a peccato, seul
Excita me gratia tua in verbis tuis
24. Καὶ γὰρ μελετῶν νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ἃ δι
εμαρτύρω μοι, καὶ αὐτὰ συμβουλεύω τῇ ψυχῇ μου.
25. Εταπεινώθην ἐνώπιόν σου, ζωοποίησόν με
καθὼς θέλει ἡ χάρις σου.
26. Εξωμολογησάμην τὰς πρότερον ἐν τῇ ἀγνοία
μου ἁμαρτίας, καὶ εὐθὺς ἠλέησάς με δώρησαι ούκ
μοι τὴν χάριν σου.
27. Τὸν φωτισμὸν τῶν Γραφῶν σου συνέτισόν με
διὰ τῆς χάριτός σου, ἀπὸ τῆς τέρψεως [ού] παύσομε
λέγειν ἐν τῇ μεγαλειότητι τῶν λόγων σου.
28. Βεβύθισται ἡ ψυχή μου ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας,
ἀλλὰ διέγειρόν με τῇ χάριτι σου ἐν τοῖς λόγοις σου
col. 1181–1182page 296 of 376
PG 27:118129. Οδὸν ἀδικίας απόστησον ἀπ' ἐμοῦ, καὶ τῷ νόμῳ σου ἐλέησόν με. 30. Οδὸν ἀληθείας ᾑρετισάμην, καὶ τὰ κρίματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. 31. Ἐκολλήθην τοῖς μαρτυρίοις σου, Κύριε, μή με καταισχύνης. 32. Οδὸν ἐντολῶν σου ἕδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας τὴν καρδίαν μου. 33. Νομοθέτησόν με, Κύριε, τὴν ὁδὸν τῶν δι καιωμάτων σου, καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διαπαντός. 34. Συνέτισόν με, καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον σου, καὶ φυλάξω αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου. 35. Οδήγησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου, ὅτι αὐτὴν ἠθέλησα. 56. Κλίνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν. 57. Απόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με. 38. Στῆσον τῷ δούλῳ σου τὸ λόγιόν σου εἰς τὸν φόβον σου. 39. Περίελε τὸν ὀνειδισμόν μου, ὃν ὑπώπτευσα, ὅτι τὰ κρίματά σου χρηστά. 40. Ἰδοὺ ἐπεθύμησα τὰς ἐντολάς σου, ἐν τῇ δι καιοσύνῃ σου ζησόν με. 20. Απέλασον τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κόσμου ἀπ' ἐμοῦ, καὶ ἐλέησόν με ὁδηγῶν μὲ ἐν τῷ νόμῳ σου. 30. Πεπόθηκα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθείας· ἐμνημόνευον γὰρ τὸ βῆμά σου τὸ φο φερόν. 51. Ἀκολουθεῖν ἠρξάμην τοῖς προστάγμασί σου, Κύριε, μὴ ἀδόχιμόν με τάσῃς ἐν αὐτοῖς. 32. Προθύμως πορῶ τὸ θέλημά σου, ὅταν ἀνοίξῃς τὴν καρδίαν μου ἐγγράψας ἐν αὐτῇ τὸν νόμον σου. 53. Στήριξον ἐν τῇ διανοίᾳ μου τὸ πῶς ἐπιτελέσω τα δικαιώματά σου, καὶ ἐπιποθήσω ἀεὶ αἰτεῖσθαι παρὰ σοῦ τὴν χάριν ταύτην. 34. Φώτισόν με, καὶ ἐπιζητήσω τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν σου, καὶ σπουδάσω πληρῶσαι αὐτὴν δι' ἔργων ἀγαθῶν. 35. Ἐπεὶ νήπιός είμι, καὶ οὐκ οἶδα βαδίζειν ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, ζητῶν καὶ τὴν ὁδὸν αὐτῶν· κρά τησον τῇ χάριτι σου τὴν ψυχήν μου, καὶ ποίησόν με πατεῖν ἐν αὐταῖς. 56. Ὑπόταξαν τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου, καὶ [οὐκ] εἰς τὴν πλεονεκτοῦσαν με ἁμαρτίαν, ἵνα μὴ ὦ δεδουλωμένος. 37. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου, τοῦ μὴ προσχεῖν εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ κόσμου· ἐν τῷ Υἱῷ σου ζωοποίησόν με, 38. Στήριξον εἰς τὴν καρδίαν μου τὸ λόγιόν σου μετὰ τοῦ φόβου σου. 39. Αφελε ἀπ' ἐμοῦ τὴν αἰσχύνην [ήν] προσ εδόκησα ἔχειν ἐπι τοῦ βήματός σου, ὅτι αἱ ἐπαγγε λίπι σου ἀγαθα!. 40. Ἰδοὺ ἐδίψησα ποιεῖν τὰς ἐντολάς σου, πότισόν με τὴν χάριν σου. α!τεῖσθα
29. Οδὸν ἀδικίας απόστησον ἀπ' ἐμοῦ, καὶ τῷ νόμῳ
σου ἐλέησόν με.
30. Οδὸν ἀληθείας ᾑρετισάμην, καὶ τὰ κρίματά
σου οὐκ ἐπελαθόμην.
31. Ἐκολλήθην τοῖς μαρτυρίοις σου, Κύριε, μή
με καταισχύνης.
32. Οδὸν ἐντολῶν σου ἕδραμον, ὅταν ἐπλάτυνας
τὴν καρδίαν μου.
33. Νομοθέτησόν με, Κύριε, τὴν ὁδὸν τῶν δι
καιωμάτων σου, καὶ ἐκζητήσω αὐτὴν διαπαντός.
34. Συνέτισόν με, καὶ ἐξερευνήσω τὸν νόμον σου,
καὶ φυλάξω αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου.
35. Οδήγησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν σου,
ὅτι αὐτὴν ἠθέλησα.
56. Κλίνον τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά σου,
καὶ μὴ εἰς πλεονεξίαν.
57. Απόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν
ματαιότητα, ἐν τῇ ὁδῷ σου ζῆσόν με.
38. Στῆσον τῷ δούλῳ σου τὸ λόγιόν σου εἰς τὸν
φόβον σου.
39. Περίελε τὸν ὀνειδισμόν μου, ὃν ὑπώπτευσα,
ὅτι τὰ κρίματά σου χρηστά.
40. Ἰδοὺ ἐπεθύμησα τὰς ἐντολάς σου, ἐν τῇ δι
καιοσύνῃ σου ζησόν με.
PSAL. CXVIH,
29. Viam iniquitatis amove a me, et de lege tua
miserere mei.
30. Viam veritatis elegi, et judicia tua non sum
oblitus.
31. Adhasi testimoniis tuis, Domine, noli me
confundere.
32. Viam mandatorum tuorum cncurri, cum dilalasti cor aneum.
33. Legem pone mibi, Domine, viam justificationum tuarum, et exquiram eam semper.
34. Da mihi intellectum, et scrutabor legem
tuam, et custodiam illam in toto corde meo.
35. Deduc me in semitam nandatorum laorunt,
quia ipsam volui.
36. Inclina cor meum in testimonia tua, et non
in avaritiam.
37. Averte oculos meus ne videant vanitatem, in
via tua vivifica me.
38. Statue servo tuo eloquium tuum in timore
39. Ampula opprobrium meum, quod suspicatus
sum, quia judicia tua jucunda.
40. Ecce concupivi mandata tua, in æquitate tua
vivifica me.
20. Απέλασον τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κόσμου ἀπ' ἐμοῦ,
καὶ ἐλέησόν με ὁδηγῶν μὲ ἐν τῷ νόμῳ σου.
30. Πεπόθηκα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁδὸν τῆς
ἀληθείας· ἐμνημόνευον γὰρ τὸ βῆμά σου τὸ φοφερόν.
51. Ἀκολουθεῖν ἠρξάμην τοῖς προστάγμασί σου,
Κύριε, μὴ ἀδόχιμόν με τάσῃς ἐν αὐτοῖς.
32. Προθύμως πορῶ τὸ θέλημά σου, ὅταν ἀνοίξῃς
τὴν καρδίαν μου ἐγγράψας ἐν αὐτῇ τὸν νόμον σου.
53. Στήριξον ἐν τῇ διανοίᾳ μου τὸ πῶς ἐπιτελέσω
τα δικαιώματά σου, καὶ ἐπιποθήσω ἀεὶ αἰτεῖσθαι
παρὰ σοῦ τὴν χάριν ταύτην.
34. Φώτισόν με, καὶ ἐπιζητήσω τὴν ἑρμηνείαν
τῶν Γραφῶν σου, καὶ σπουδάσω πληρῶσαι αὐτὴν δι'
ἔργων ἀγαθῶν.
35. Ἐπεὶ νήπιός είμι, καὶ οὐκ οἶδα βαδίζειν ἐν
ταῖς ἐντολαῖς σου, ζητῶν καὶ τὴν ὁδὸν αὐτῶν· κράτησον τῇ χάριτι σου τὴν ψυχήν μου, καὶ ποίησόν με
πατεῖν ἐν αὐταῖς.
56. Ὑπόταξαν τὴν καρδίαν μου εἰς τὰ μαρτύριά
σου, καὶ [οὐκ] εἰς τὴν πλεονεκτοῦσαν με ἁμαρτίαν,
ἵνα μὴ ὦ δεδουλωμένος.
37. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου, τοῦ
μὴ προσχεῖν εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ κόσμου· ἐν τῷ
Υἱῷ σου ζωοποίησόν με,
38. Στήριξον εἰς τὴν καρδίαν μου τὸ λόγιόν σου
μετὰ τοῦ φόβου σου.
39. Αφελε ἀπ' ἐμοῦ τὴν αἰσχύνην [ήν] προσεδόκησα ἔχειν ἐπι τοῦ βήματός σου, ὅτι αἱ ἐπαγγε
λίπι σου ἀγαθα!.
40. Ἰδοὺ ἐδίψησα ποιεῖν τὰς ἐντολάς σου, πότισόν
με τὴν χάριν σου.
Vox α!τεῖσθα: abundare videtur.
29. Expelle a me mundi concupiscentias, et mi¨
serere mei deducens me in lege tua.
30. Desideravi Filium Dei, qui est via veritatis;
recordatus enim sum tremendi tui tribunalis.
51. Institui sequi præcepta tua, Domine, ne me
reprobum in ipsis dimittas.
32. Alacriter facio voluntaleni tuam, cum aperueris cor meum inscribens in ipso legem tuam.
33. Centirma in mente mea quomodo perfciaui
justificationes tuas, et desiderabo seniper a te hanc
gratiam.
34. Illumina mne, et exquiram interpretationem
tuarum Scripturarum, et studebo eam implere per
opera bona.
35. Quoniam infans sum, et novi ambulare in
præceptis tuis, quærens adhuc eorum viam: appre
hende gratia tua animam meam, et fac ut in ipsis
ambulem.
36. Subjice cor meumn testimoniis wis, et non
circumvenienti me peccato, ne redigar in servitutem.
37. Illumina oculos mentis meæ, ue adhæream
mundi voluptatibus: in Filio tuo vivifca mne.
38. Condirma in corde meo eloquium tuum cun:
timore tuo.
39. Aufer a me pudorem, quem subire exspecta.
vi in tuo tribunali, quia bonæ sunt promissiones
40. Ecce sitivi facere mandata tua, pota me graLia tua.
col. 1183–1184page 297 of 376
PG 27:1183Ει 41. Καὶ ἔλθοι ἐπ' ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, Κύριε, τὸ σω τήριόν σου κατὰ τὸν λόγον σου. 42. Καὶ ἀποκριθήσομαι τοῖς ὀνειδίζουσί μοι λόγον, ὅτι ἤλπισα ἐπὶ τοῖς λόγοις σου. 45. Καὶ μὴ περιέλῃς ἐκ τοῦ στόματός μου λόγου ἀληθείας ἕως σφόδρα, ὅτι ἐπὶ τοῖς κριμασί σου ἐπιλ πισα. 44. Καὶ φυλάξω τὸν νόμον σου διαπαντὸς εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 45. Καὶ ἐπορευόμην ἐν πλατυσμῷ, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα. 46. Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων, καὶ οὐκ ᾔσχυνόμην. 47. Καὶ ἐμελέτων ἐν ταῖς ἐντολαῖς του, ἃς ἠγάπη τα σφόδρα. 48. Καὶ ἦρα τὰς χεῖράς μου πρὸς τὰς ἐντολάς σου, ᾶς ἠγάπησα, καὶ ἐδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου. 49. Μνήσθητι τῶν λόγων σου τῷ δούλῳ σου, ὧν ἐπήλπισάς με. 50. Αύτη με παρεκάλεσεν ἐν τῇ ταπεινώσει μου, ὅτι τὸ λόγιόν σου ἔζησέ με. 51. Υπερήφανοι παρηνόμουν ἕως σφόδρα, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐξέκλινα. 41. Καὶ ἔλθοι επ' ἐμὲ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον τὴ ζωοποιοῦν, καθὼς ἐπήγγειλάς μοι. 42. Καὶ δός μοι τὴν χάριν τοῦ λέγειν με ἀπὸ τῶν ἁγίων Γραφών σου πρὸς πάντας αἱρετικούς, του δαίους τε καὶ Ἕλληνας, ὅτι ἐπεπόθειν [ἐπεπόθησα ἐπὶ τοὺς λόγους σου. 45. Καὶ μὴ ἀφέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὴν χάριν σου ἕως τέλους, ὅτι ἐν τοῖς προστάγμασιν ὅλως ἐκκέχυμαι. 44. Καὶ ποιήσω ἀδιαλείπτως τὸν νόμον σου ἔχων αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντε αἰῶνι. 45. Καὶ ἠγαλλιάσατο ή καρδία μου, ὅτι μεριμνών [ἐμερίμνησα] τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου. 46. Καὶ ἐμνημόνευον ἐν τῇ διανοίᾳ μου ἀπὸ τῶν προσταγμάτων σου, καὶ ἀνθιστάμην τοῖς τοῦ σκότους βασιλεῦσι, καὶ οὐκ ἐκυριευόμην ὑπ' αὐτῶν. 47. Καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἐπέλυον τὰς Γραφάς, ὅτι ἐκκέχυμαι ποθεῖν αὐτάς. 48. Καὶ ἐνέτεινον τὴν διάνοιαν τῆς καρδίας μου εἰς την θεωρίαν τῶν Γραφῶν σου, ἃς ἠγάπησα, καὶ ἐπ έμενον δοκιμάζων, καὶ ἀνακρίνων τὰ ἐν ταῖς Γραφαῖς σου. 49. Μνήσθητι, ὅτι ἐπήγγειλας ἐλεεῖν με, ἐὰν ἐπι στρέψω ἐν τοῖς λόγοις σου. 50. Αὕτη ἡ ἐπαγγελία σου παρεμυθήσατό με, ὅταν ήμην ἐν τῇ ἁμαρτία μου, ὅτι εἴρηκας Οι βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέ ζειν, καὶ ζῇν αὐτόν. 51. Οἱ ἐξουδενοῦντες τὰ προστάγματά σου ἀσεβοῦσιν ἕως τέλους· ἐγὼ δὲ ἀπὸ τοῦ νόμου σου οὐκ ἀφο ιστάμην.
S. ATHANASH OPP. PARS III.
41. Et veniat super me misericordia tua, Dumine, salutare tuum secundum eloquium tuum.
42. Ει respondebo exprobrantibus mihi verbum,
quia speravi in sermonibus tuis.
43. Et ne auferas de ore meo verbum veritatis
usquequaque, quia in judiciis tuis supersperavi.
44. Et custodiam legem tuam semper, in saculum
et in sæculum sæculi.
45. Et ambulabam in latitudine, quia mandata
tua exquisivi.
46. Et loquebar in testimoniis tuis in conspectu
regum, et non confundebar.
47. Et meditabar in mandatis tuis, quæ dilexi
valde.
48. Et levavi manus meas ad mandata tua, quæ
dilexi, et exercebar in justificationibus tuis.
49. Memor esto verbi tui servo tuo, in quo mili
spem dedisti.
50. Hæc me consolata est in humilitate mea,
quia eloquiumi tuum vivificavit me.
51. Superbi inique agebant usquequaque, & lege
autem lua non declinavi.
EXEGETICA.
41. Καὶ ἔλθοι ἐπ' ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, Κύριε, τὸ σω
τήριόν σου κατὰ τὸν λόγον σου.
42. Καὶ ἀποκριθήσομαι τοῖς ὀνειδίζουσί μοι λόγον,
ὅτι ἤλπισα ἐπὶ τοῖς λόγοις σου.
45. Καὶ μὴ περιέλῃς ἐκ τοῦ στόματός μου λόγου
ἀληθείας ἕως σφόδρα, ὅτι ἐπὶ τοῖς κριμασί σου ἐπιλ
πισα.
44. Καὶ φυλάξω τὸν νόμον σου διαπαντὸς εἰς τὸν
αἰῶνα, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
45. Καὶ ἐπορευόμην ἐν πλατυσμῷ, ὅτι τὰς ἐντολάς
σου ἐξεζήτησα.
46. Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον
βασιλέων, καὶ οὐκ ᾔσχυνόμην.
47. Καὶ ἐμελέτων ἐν ταῖς ἐντολαῖς του, ἃς ἠγάπη
τα σφόδρα.
48. Καὶ ἦρα τὰς χεῖράς μου πρὸς τὰς ἐντολάς σου,
ᾶς ἠγάπησα, καὶ ἐδολέσχουν ἐν τοῖς δικαιώμασί σου.
49. Μνήσθητι τῶν λόγων σου τῷ δούλῳ σου, ὧν
ἐπήλπισάς με.
50. Αύτη με παρεκάλεσεν ἐν τῇ ταπεινώσει μου,
ὅτι τὸ λόγιόν σου ἔζησέ με.
51. Υπερήφανοι παρηνόμουν ἕως σφόδρα, ἀπὸ δὲ
τοῦ νόμου σου οὐκ ἐξέκλινα.
41. Et veniat super me Spiritus tuus sanctus vivificans, quemadmodum mihi promisisti.
42. Et da mihi gratiam, ut ego loquar e sanctis
tuis Scripturis contra omnes hæreticos, et Judæos, et gentiles, quoniam desideravi sermones
tuos.
43. Et ne auferas a me gratiam tuam usque in
finem, quoniam totus effusus sum in præceptis tuis.
44. Et indesinenter faciam legem tuam, habens
eam in me ipso, et in præsenti, et futuro sæcule.
له
45. Et exsultavil cor meum, quoniam sollicitus
fui facere voluntatem tuam.
46. Et recogitabam in mente mea præcepta tua,
et restiti regibus tenebrarum, et non sunt in me
dominati.
47. Et in corde meo explicabam Scripturas, quia
carum desiderio effusus sum.
48. Et intendi mentem cordis mei in contemplationem Scripturarum tuarum, quas dilexi, et permansi probans et dijudicans quæ in tuis Scripturis continentur.
49. Recordare, quod promnisisti misereri nei, si
in sermonibus tuis versabor.
50. Hæc promissio tua consolata est me, quando
eram in peccato meo, quoniam dixisti: Nolo mortem peccatoris, sed ut convertatur, et vivut **.
31. Contenuuentes precepta tua impie agunt usque in linem, ego aulem a lege tua non recessi.
** Ezech. xxxm, 11
41. Καὶ ἔλθοι επ' ἐμὲ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον τὴ
ζωοποιοῦν, καθὼς ἐπήγγειλάς μοι.
42. Καὶ δός μοι τὴν χάριν τοῦ λέγειν με ἀπὸ τῶν
ἁγίων Γραφών σου πρὸς πάντας αἱρετικούς, τουδαίους τε καὶ Ἕλληνας, ὅτι ἐπεπόθειν [ἐπεπόθησα
ἐπὶ τοὺς λόγους σου.
45. Καὶ μὴ ἀφέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὴν χάριν σου ἕως
τέλους, ὅτι ἐν τοῖς προστάγμασιν ὅλως ἐκκέχυμαι.
44. Καὶ ποιήσω ἀδιαλείπτως τὸν νόμον σου ἔχων
αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντε
αἰῶνι.
45. Καὶ ἠγαλλιάσατο ή καρδία μου, ὅτι μεριμνών
[ἐμερίμνησα] τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου.
46. Καὶ ἐμνημόνευον ἐν τῇ διανοίᾳ μου ἀπὸ τῶν
προσταγμάτων σου, καὶ ἀνθιστάμην τοῖς τοῦ σκότους
βασιλεῦσι, καὶ οὐκ ἐκυριευόμην ὑπ' αὐτῶν.
47. Καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἐπέλυον τὰς Γραφάς, ὅτι
ἐκκέχυμαι ποθεῖν αὐτάς.
48. Καὶ ἐνέτεινον τὴν διάνοιαν τῆς καρδίας μου εἰς
την θεωρίαν τῶν Γραφῶν σου, ἃς ἠγάπησα, καὶ ἐπέμενον δοκιμάζων, καὶ ἀνακρίνων τὰ ἐν ταῖς Γραφαῖς
σου.
49. Μνήσθητι, ὅτι ἐπήγγειλας ἐλεεῖν με, ἐὰν ἐπιστρέψω ἐν τοῖς λόγοις σου.
50. Αὕτη ἡ ἐπαγγελία σου παρεμυθήσατό με, ὅταν
ήμην ἐν τῇ ἁμαρτία μου, ὅτι εἴρηκας Οι βούλο
μαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέ
ζειν, καὶ ζῇν αὐτόν.
51. Οἱ ἐξουδενοῦντες τὰ προστάγματά σου ἀσεβοῦ
σιν ἕως τέλους· ἐγὼ δὲ ἀπὸ τοῦ νόμου σου οὐκ ἀφο
ιστάμην.
col. 1185–1186page 298 of 376
PG 27:118552. Εμνήσθην τῶν κριμάτων σου ἀπ' αἰῶνος, Κύ ριε, καὶ παρεκλήθην. 53. 'Αθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν τῶν ἐγκα ταλιμπανόντων τὸν νόμον σου. 54. Ψαλτὰ ἦσαν μοι τὰ δικαιώματά σου ἐν τόπῳ παροικίας μου. 55. Εμνήσθην ἐν νυκτὶ τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, καὶ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου. 56. Αὕτη ἐγενήθη μοι, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξ εζήτησα. 57. Μερίς μου εί, Κύριε, εἶπα τοῦ φυλάξασθαι τὸν νόμον σου. 58. Ἐδεήθην τοῦ προσώπου σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, ἐλέησόν με κατὰ τὸ λόγιόν σου. 59. Διελογισάμην τὰς ὁδούς σου, καὶ ἐπέστρεψα τοὺς πόδας μου εἰς τὰ μαρτύριά σου. 60. Ητοιμάσθην, καὶ οὐκ ἐταράχθην τοῦ φυλάξασθαι τὰς ἐντολάς σου. 61. Σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι, καὶ τοῦ νόμου του οὐκ ἐπελαθόμην. 62. Μεσονύκτιον ἐξηγειρόμην, τοῦ ἐξομολογεῖσθαί σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 65. Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε, καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου. 52. Μόνον ἐν νῷ λαβὼν τὰ προστάγματά σου, τὰ ἐξ ἀρχῆς, Κύριε, χαίρεται ἡ καρδία μου. 53. Πολλή θλίψις εἶχε με, ὅταν εώρων τοὺς ἁμαρ τάνοντας καταφρονοῦντας τοὺς νόμους σου. 54. Αεὶ ἐν τοῖς δικαιώμασί σου ἑτερπόμην, [ἑν] παντί τόπῳ τῆς γῆς ὑπάρχων. 55. Αμαρτίας μοι ὑπεισελθούσης, ἐμνήσθην, ὅτι Θεός μου εἶ, καὶ ἀπέστην ἀπ' αὐτῆς· τοῦτο γὰρ ἐν ελείλω μοι [ἐνετείλω μοι]. 56. Αὕτη μοι βοήθεια ὑπῆρξεν, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐπεπόθησα μᾶλλον ἢ τὴν ἁμαρτίαν. 57. Σὺ εἶ ἡ ζωή μου, Κύριε· συνεθέμην γὰρ τοῦ πληρῶσαι τὸν νόμον σου. 58. Εδεήθην ἐλθεῖν [τὴν χάριν σου], ἐν ὅλῃ καροι, μου, ἐλέησόν με, καὶ ἀπόστειλον αὐτὴν, καθὼς εἴρη κας· Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν. 59. Ἐν νῷ ἔλαβον, ὅτι ἐν ἁμαρτίαις πορεύομαι, καὶ μετανοήσας κατέφυγον εἰς τὰ παθήματά σου. 60. Εως θανάτου η τρέπεσα τὴν ψυχήν μου εἰς τὸ θέλημά σου, καὶ οὐκ ἦν μοι δυσχερὲς τὸ πληροῦν τὰς ἐντολάς σου. 61. Λογισμοὶ τῶν ἐναντίων δυνάμεων εἰς ἐπιθυμίας ὑπεισήρχοντό μοι· ἐμνημόνευον γὰρ, ὅτι οἱ πορ νεύσαντες ἐν τοῖς κατακλυσμοῖς ἀπώλοντο, καὶ οἱ Σου δομῖται ἐθραύθησαν [συνεκαύθησαν]. 62. "Οταν πάντες ὕπνῳ κατείχοντο, ἐγώ νη φούσῃ τῇ διανοίᾳ παριστάμενος ἐλάτρευόν σοι ἐν ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς. 63. Ὁρῶν ἕκαστον τῶν εὐαρεστούντων σου, σημειοῦμαι, πῶς ἕκαστος αὐτῶν πολιτεύεται, καὶ ἀφ' ἑκά στου κρατῶ παρ' ἐμαυτῷ, ἐκτελῶν αὐτὸ ὡς ἐκεῖ νος.
52. Εμνήσθην τῶν κριμάτων σου ἀπ' αἰῶνος, Κύριε, καὶ παρεκλήθην.
53. 'Αθυμία κατέσχε με ἀπὸ ἁμαρτωλῶν τῶν ἐγκα
ταλιμπανόντων τὸν νόμον σου.
54. Ψαλτὰ ἦσαν μοι τὰ δικαιώματά σου ἐν τόπῳ
παροικίας μου.
55. Εμνήσθην ἐν νυκτὶ τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε,
καὶ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου.
56. Αὕτη ἐγενήθη μοι, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα.
57. Μερίς μου εί, Κύριε, εἶπα τοῦ φυλάξασθαι τὸν
νόμον σου.
58. Ἐδεήθην τοῦ προσώπου σου ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου,
ἐλέησόν με κατὰ τὸ λόγιόν σου.
59. Διελογισάμην τὰς ὁδούς σου, καὶ ἐπέστρεψα
τοὺς πόδας μου εἰς τὰ μαρτύριά σου.
60. Ητοιμάσθην, καὶ οὐκ ἐταράχθην τοῦ φυλάξα
σθαι τὰς ἐντολάς σου.
61. Σχοινία ἁμαρτωλῶν περιεπλάκησάν μοι, καὶ
τοῦ νόμου του οὐκ ἐπελαθόμην.
62. Μεσονύκτιον ἐξηγειρόμην, τοῦ ἐξομολογεῖσθαί
σοι ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.
65. Μέτοχος ἐγώ εἰμι πάντων τῶν φοβουμένων σε,
καὶ τῶν φυλασσόντων τὰς ἐντολάς σου.
PSAL. CXVIII.
52. Memor fui judiciorum tuorum a saeculo, Damine, et consulatus sum.
53. Defectio tenuit me pro peccatoribus derelinquentibus legen tuam.
54. Cantabiles mihi erant justificationes tuæ in
loco peregrinationis meæ.
55. Memor fui nocte nominis tui, Domine et
custodivi legem tuanı.
56. Hæc facta est mihi, quia justificationes tuas
exquisivi.
57. Portio mea es, Domine, dixi custodire legem
tuam.
58. Deprecatus sum faciem tuam in toto corde
meo, miserere mei secumtum eloquium tuum.
59. Cogitavi vias meas, et converti pedes micos in
testimonia tua.
60. Paratus sum, et non sum turbatus, ut custo
diam mandata tua.
61. Fumes peccatorum circumplexi sunt uc, c
legem tuam non sam oblitus.
62. Media nocte surgebam, al confitendum tibi
super judicia justificationis tuæ.
63. Particeps ego sum omnium timentium te, et
custodientium mandata tua,
52. Μόνον ἐν νῷ λαβὼν τὰ προστάγματά σου, τὰ
ἐξ ἀρχῆς, Κύριε, χαίρεται ἡ καρδία μου.
53. Πολλή θλίψις εἶχε με, ὅταν εώρων τοὺς ἁμαρ
τάνοντας καταφρονοῦντας τοὺς νόμους σου.
54. Αεὶ ἐν τοῖς δικαιώμασί σου ἑτερπόμην, [ἑν]
παντί τόπῳ τῆς γῆς ὑπάρχων.
55. Αμαρτίας μοι ὑπεισελθούσης, ἐμνήσθην, ὅτι
Θεός μου εἶ, καὶ ἀπέστην ἀπ' αὐτῆς· τοῦτο γὰρ ἐν
ελείλω μοι [ἐνετείλω μοι].
56. Αὕτη μοι βοήθεια ὑπῆρξεν, ὅτι τὰ δικαιώματά
σου ἐπεπόθησα μᾶλλον ἢ τὴν ἁμαρτίαν.
57. Σὺ εἶ ἡ ζωή μου, Κύριε· συνεθέμην γὰρ τοῦ
πληρῶσαι τὸν νόμον σου.
58. Εδεήθην ἐλθεῖν [τὴν χάριν σου], ἐν ὅλῃ καροι,
μου, ἐλέησόν με, καὶ ἀπόστειλον αὐτὴν, καθὼς εἴρη
κας· Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν.
59. Ἐν νῷ ἔλαβον, ὅτι ἐν ἁμαρτίαις πορεύομαι, καὶ
μετανοήσας κατέφυγον εἰς τὰ παθήματά σου.
60. Εως θανάτου η τρέπεσα τὴν ψυχήν μου εἰς τὸ
θέλημά σου, καὶ οὐκ ἦν μοι δυσχερὲς τὸ πληροῦν τὰς
ἐντολάς σου.
61. Λογισμοὶ τῶν ἐναντίων δυνάμεων εἰς ἐπιθυμίας ὑπεισήρχοντό μοι· ἐμνημόνευον γὰρ, ὅτι οἱ πορ
νεύσαντες ἐν τοῖς κατακλυσμοῖς ἀπώλοντο, καὶ οἱ Σου
δομῖται ἐθραύθησαν [συνεκαύθησαν].
62. "Οταν πάντες ὕπνῳ κατείχοντο, ἐγώ νη φούσῃ
τῇ διανοίᾳ παριστάμενος ἐλάτρευόν σοι ἐν ψαλμοῖς,
καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς.
63. Ὁρῶν ἕκαστον τῶν εὐαρεστούντων σου, σημειούμαι, πῶς ἕκαστος αὐτῶν πολιτεύεται, καὶ ἀφ' ἑκά
στου κρατῶ παρ' ἐμαυτῷ, ἐκτελῶν αὐτὸ ὡς ἐκεῖ
νος.
» Matth.
52. Solum recordatus præceptorum tuorunt, qu'e
ab initio sunt, Domine, exsultat cor nieum,
55. Mulla tribulatio tenuit me, cum videbam peccatores contemnentes liges tuas.
54. Semper in justificationibus tuis delectabar,
ubique terrarum exsistens.
55. Subingrediente in me peccato, recordatus
sum, quod Deus meus es, et abstiti ab eo, hoc enim
praecepisti mihi.
56. Hoc mihi auxilio fuit, quod justificationes
tuas desideravi magis, quam peccatum.
57. To es vita men, Domnine: proposui enim implere legem tuam.
58. Deprecatus sum, ut veniret gratia tua, in toto
corde meo, miserere mei, et mitte eam, quemadmodum dixisti: Petite, et dubitur vobis **.
59. Recordatus sum, quod in peccatis ambulo,
et pœnitens confugi ad passiones tuas.
60. Usque ad mortem præparasi animam meam
in voluntatem tuam, et non erat mihi diflicile implere præcepta tua.
61. Suggestiones contrariarum potestatum ad excitandas cupiditates in me subingressæ sunt; recordatus autem sum, quod adulterantes in diluvio
perierunt, et Sodomitæ concremati sunt.
62. Cum omnes somno detinebantur, ego vigili
mente astans serviebam tibi in psalmis, et hymnis
et canticis spiritualibus.
65. Spectans singulos, qui placent til», observo.
quomodo quisque eorum vitam instituit, et a singulis aliquid accipiens teneo apud me ipsum, peragens hoc ipsun, sicut ille.
col. 1187–1188page 299 of 376
PG 27:118764. Τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, πλήρης ἡ γῆ, τὰ δικαιώματα του δίδαξόν με. 65. Χρηστότητα ἐποίησας μετὰ τοῦ δούλου σου, Κύριε, κατὰ τὸν λόγον σου. 66. Χρηστότητα, καὶ παιδείαν, καὶ γνῶσιν δίδαξόν με, ὅτι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐπίστευσα. 67. Πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι ἐγὼ ἐπλημμέλησα, διὰ τοῦτο τὸ λόγιόν σου ἐφύλαξα. 68. Χρηστὸς εἶ σὺ; Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 69. Επληθύνθη ἐπ' ἐμὲ ἀδικία ὑπερηφάνων· ἐγὼ δὲ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξερευνήσω τὰς ἐντολάς σου. 70. Ετυρώθη ὡς γάλα ἡ καρδία αὐτῶν· ἐγὼ δὲ τον νόμον σου ἐμελέτησα. 71. Αγαθόν μοι, ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μας θω τὰ δικαιώματά σου. 72. ᾿Αγαθός μοι ὁ νόμος τοῦ στόματός του ὑπὲρ χε λιάδας χρυσίου καὶ ἀργυρίου. 73. Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με, καὶ ἔπλασάν με, συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου. 74. Οἱ φοβούμενοι σε δψονταί με, καὶ εὐφρανθήσονται, ὅτι εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 64. Οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃν οὐκ ἐλεεῖς, κἀμὲ ἐλεής σεις, καὶ διδάξεις με τα δικαιώματά σου. 65. Πᾶσαν τὴν ἀγαθωσύνην σου ἐπλήρωσας εἰς ἐμὲ; καθὼς ἐπηγγείλω μοι. 66. ᾿Αγάπην, καὶ ταπείνωσιν, καὶ τὴν δύναμιν τῶν Γραφῶν σου εἰδέναι με διὰ τῆς χάριτός σου δώρησαί μοι, ὅτι ἐπίστευσα, ὅτι ἔστιν ἀνταπόδοσις δικαίων καὶ ἀδίκων. 67. Πρὸ τοῦ με ὑποταγῆναι σοί, ἐγὼ εἰς σὲ πολλὰ ἥμαρτον, διὰ τοῦτο νῦν ὅπερ ἐνετείλω μοι, ἐφύλαξα. 68. ᾿Αγαθὸς εἶ, Κύριε, καὶ ἐν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἀγαθῷ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου, καὶ γινώσκειν, καὶ ποιεῖν. 69. Πλῆθος ἐπιθυμιῶν καὶ ἐνθυμήσεων διαβολικῶν ἐπέστη μοι· ἐγὼ δὲ οὐδὲ ὅλως ἐξέδωκα εἰς αὐτὰ τὴν καρδίαν μου· τὴν γὰρ διάνοιάν μου εἶχον εἰς τα ἐντολάς σου. 70. Εσκλήρυται ἡ καρδία αὐτῶν, ἐγὼ δὲ τὴν διά νοιάν μου εἰς τὸν φόβον σου ἔχω. 71. Αγαθόν μοι, ὅτι ἐπράϋνας τὴν καρδίαν μου, ὅπως ἂν δέξωμαι τὴν χάριν σου. 72. ᾿Αγαθός μοι ὁ πλοῦτος δν ἔδωκάς μοι λέγων Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον ὑπὲρ πάντα πλοῦτον, ὃν ἐάν τις ἐνθυμηθῇ. 73. Σὺ ἐν ἀρχῇ πηλὸν ὄντα με, καὶ γῆν, ἔπλασας κατ' εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, καὶ νῦν φθαρείσης τῆς καρδίας μου ὑπὸ τῶν γηίνων ἐπιθυμιῶν ἀνακαίνισον αὐτὴν, καὶ ποίησον, ὡς σὴν οὖσαν εἰκόνα, τὰς ἐντο λὰς ἔχειν ἐν αὐτῇ ἐγγεγραμμένας. 74. Οἱ ἅγιοί σου καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι σου ἀγαλ λιάσονται ὁρῶντες, ὅτι μετενόησα.
S. ATHANASII OPP. PARS III. - EXEGETICA.
64. Misericordia tua, Domine, plena est terra,
justificationes tuas doce me.
65. Bonitatem fecisti cum servo tuo, Domine,
secundum verbum tuum.
66. Bonitatem, et disciplinam, et scientiam duce
me, quia mandatis tuis credidi.
67. Priusquam humiliarer ego deliqui; propterea
eloquium tuum custodivi.
68. Bonus es tu, et in bonitate tua doce me justiGcationes tuas.
69. Multiplicata est super me iniquitas superborum: ego autem in toto corde meo scrutabor mandata tua:
70. Coagulatum est sicut lac cor eorum: ego
vero legem tuam meditatus sum.
71. Bonum mihi, quia humiliasti me, ut discam
justificationes tuas.
72. Bonum mibi lex oris tui, super millia auri et
argenti.
73. Manus tuæ fecerunt me, et plasmaverunt me,
da mihi intellectum; et discain mandata tua.
74. Qui timent le videbunt me, et llabuntur:
quia in verba tua supersperavi.
64. Τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, πλήρης ἡ γῆ, τὰ δικαιώματά του δίδαξόν με.
65. Χρηστότητα ἐποίησας μετὰ τοῦ δούλου σου,
Κύριε, κατὰ τὸν λόγον σου.
66. Χρηστότητα, καὶ παιδείαν, καὶ γνῶσιν δίδαξόν
με, ὅτι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐπίστευσα.
67. Πρὸ τοῦ με ταπεινωθῆναι ἐγὼ ἐπλημμέλησα,
διὰ τοῦτο τὸ λόγιόν σου ἐφύλαξα.
68. Χρηστὸς εἶ σὺ; Κύριε, καὶ ἐν τῇ χρηστότητί
σου δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
69. Επληθύνθη ἐπ' ἐμὲ ἀδικία ὑπερηφάνων· ἐγὼ
δὲ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξερευνήσω τὰς ἐντολάς σου.
70. Ετυρώθη ὡς γάλα ἡ καρδία αὐτῶν· ἐγὼ δὲ τον
νόμον σου ἐμελέτησα.
71. Αγαθόν μοι, ὅτι ἐταπείνωσάς με, ὅπως ἂν μας
θω τὰ δικαιώματά σου.
72. ᾿Αγαθός μοι ὁ νόμος τοῦ στόματός του ὑπὲρ χε
λιάδας χρυσίου καὶ ἀργυρίου.
73. Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με, καὶ ἔπλασάν με,
συνέτισόν με, καὶ μαθήσομαι τὰς ἐντολάς σου.
74. Οἱ φοβούμενοι σε δψονταί με, καὶ εὐφρανθή
σονται, ὅτι εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.
64. Non est homo, cujus non miserearis, atque
etiam mei misereberis, et docebis me justificationes
tuas.
65. Omnem tuam bonitatem implevisti in me,
quemadmodum mihi promisisti.
66. Charitatem, et humilitatem, et virtutem Scripturarum tuarum scire me per gratiam tuam concede mihi, quia credidi quod est retributio justis
alque injustis.
67. Priusquam subjicerer tibi, ego in te mulla
peccavi, propterea nunc, quod præcepisti mibi, custodivi.
68. Bonus es, Domine, et in Spiritu tuo bono doce me justificationes tuas et cognoscere et facere.
39. Multitudo cupiditatum et cogitationum diabolicarum irruit in me: ego autem nequaquam tradidi in ipsas cor meum, nam mentem meam habebam in præceptis tuis.
70. Obduratum est cor eorum, ego autem mentem meam in timore tuo habeo.
71. Bonum mihi, quod mansuefecisti cor meum,
ut excipiam gratiam tuam.
72. Bone nihi sunt divitiæ, quas dedisti mibi dicens: Accipite Spiritum sanctum", qui super omnes
divitias est, quas quispiam unquam animo conceperit.
73. Tu ab initio, cum ego lutum essem, et terra,
formasti me secundum tuam imaginem, et similitudinem, et nunc corruptum cor meum a terrenis
concupiscentiis renova illud, et fac, cum tua imago
sit, ut habeat in se inscripta præcepta tua.
74. Sancti tui et omnes angeli tui exsultabunt
videntes quod me pœnituit.
60 Joan. IX,
64. Οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃν οὐκ ἐλεεῖς, κἀμὲ ἐλεής
σεις, καὶ διδάξεις με τα δικαιώματά σου.
65. Πᾶσαν τὴν ἀγαθωσύνην σου ἐπλήρωσας εἰς ἐμὲ;
καθὼς ἐπηγγείλω μοι.
66. ᾿Αγάπην, καὶ ταπείνωσιν, καὶ τὴν δύναμιν τῶν
Γραφῶν σου εἰδέναι με διὰ τῆς χάριτός σου δώρησαί
μοι, ὅτι ἐπίστευσα, ὅτι ἔστιν ἀνταπόδοσις δικαίων
καὶ ἀδίκων.
67. Πρὸ τοῦ με ὑποταγῆναι σοί, ἐγὼ εἰς σὲ πολλὰ
ἥμαρτον, διὰ τοῦτο νῦν ὅπερ ἐνετείλω μοι, ἐφύλαξα.
68. ᾿Αγαθὸς εἶ, Κύριε, καὶ ἐν τῷ Πνεύματί σου τῷ
ἀγαθῷ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου, καὶ γινώσκειν,
καὶ ποιεῖν.
69. Πλῆθος ἐπιθυμιῶν καὶ ἐνθυμήσεων διαβολικῶν
ἐπέστη μοι· ἐγὼ δὲ οὐδὲ ὅλως ἐξέδωκα εἰς αὐτὰ τὴν
καρδίαν μου· τὴν γὰρ διάνοιάν μου εἶχον εἰς τα
ἐντολάς σου.
70. Εσκλήρυται ἡ καρδία αὐτῶν, ἐγὼ δὲ τὴν διάνοιάν μου εἰς τὸν φόβον σου ἔχω.
71. Αγαθόν μοι, ὅτι ἐπράϋνας τὴν καρδίαν μου,
ὅπως ἂν δέξωμαι τὴν χάριν σου.
72. ᾿Αγαθός μοι ὁ πλοῦτος δν ἔδωκάς μοι λέγων·
Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον ὑπὲρ πάντα πλοῦτον, ὃν ἐάν
τις ἐνθυμηθῇ.
73. Σὺ ἐν ἀρχῇ πηλὸν ὄντα με, καὶ γῆν, ἔπλασας
κατ' εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν, καὶ νῦν φθαρείσης τῆς
καρδίας μου ὑπὸ τῶν γηίνων ἐπιθυμιῶν ἀνακαίνισον
αὐτὴν, καὶ ποίησον, ὡς σὴν οὖσαν εἰκόνα, τὰς ἐντο
λὰς ἔχειν ἐν αὐτῇ ἐγγεγραμμένας.
74. Οἱ ἅγιοί σου καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι σου ἀγαλλιάσονται ὁρῶντες, ὅτι μετενόησα.
col. 1189–1190page 300 of 376
PG 27:118975. Εγνων, Κύριε, ὅτι δικαιοσύνη τα κρίματά του, καὶ ἀληθείᾳ ἐταπείνωσάς με. 76. Γενηθήτω δὴ τὸ ἔλεός σου τοῦ παρακαλέσαι με κατὰ τὸ λόγιόν σου τῷ δούλῳ σου. 77. Ἐλθέτωσάν μοι οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ ζήσομαι, ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστίν. 78. Αἰσχυνθήτωσαν ὑπερήφανοι, ὅτι ἀδίκως ἠνόμησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἀδολεσχήσω ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου. 79. Επιστρεψάτωσάν με οι φοβούμενοί σε, καὶ οἱ γινώσκοντες τα μαρτύριά σου. 80. Γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιών μασί σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ. 81. Ἐκλείπει εἰς τὸ σωτήριόν σου ἡ ψυχή μου, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 82. Ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου εἰς τὸ λόγιόν σου, λέγοντες· Πότε παρακαλέσεις με; 85. "Οτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ, τὰ δικαιώματα σου οὐκ ἐπελαθόμην. 84. Πόται εἰσὶν αἱ ἡμέρα: τοῦ δούλου σου; πότε ποιήσεις μοι ἐκ τῶν καταδιωκόντων με κρίσιν; 85. Διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας, ἀλλ' οὐχ ὡς ὁ νόμος σου, Κύριε. 75. Φωτισθεὶς ὑπὸ τῆς χάριτός σου ἔγνων, ὅτι δί καιά εἰσι τὰ προστάγματά σου, καὶ ἅπερ ἀπεφήνω ἐν αὐτοῖς κατ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ δικαίως ὥρισας. 76. ᾿Αλλὰ πάλιν γένοιτο τὸ ἔλεός σου παραμυθούμενον με, ὅτι οὕτως εἶπας· Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν. 77. Επισκηνώσει ἡ χάρις σου εἰς ἐμέ, καὶ νεκρωθέντα με ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ζωοποιήσει, ὅτι ἠρξάμην μελετῶν τὸν νόμον σου. 78. Αἰσχυνθήτωσαν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, ὅτι αὗταί με ἐξῃχμαλώτισαν· ἐγὼ δὲ ἐπιστήσω τὴν διάνοιάν μου εἰς τὰ θελήματά σου. 79. Κατηχήσουσι, καὶ διδάξουσιν οἱ ἔχοντες τὴν χάριν σου, καὶ εἰδότες τὴν δύναμιν τῶν ἁγίων σου Γραφών. 80. Καθαρισθήτω ή καρδία μου ὑπὸ τῆς χάριτός σου εἰς τὰ δικαιώματά σου, μὴ ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ ἐπι θυμίαν ἢ φροντίδα γηίνην, ἵνα μὴ πάλιν αἰσχυνθῶ εἰς τὸ βῆμά σου. 81. Διψᾷ ἡ ψυχή μου τὴν σωτηρίαν σου [τὸ σωτή ριόν σου ], πότισόν με τὰ λόγιά του. 82. Εξετάκην ὅλος ἀπ' ἐπιθυμίας μεριμνών, πότε ποτίσεις με τὴν χάριν σου. 85. "Οτι ενεκρώθην, καὶ ἐξηράνθην ἐν τῇ ἁμαρτία μου, οἶδα, καὶ μνημονεύω, ὅτι εἶπας ἐν τοῖς δικαιώμασί σου τὸν ἁμαρτωλὸν ἀντιλαμβάνεσθαι. 84. Πόσας ἄλλας ἔχω ζῆσαι ἡμέρας; πότε τοσοῦ τον χρόνον δώσει [δώσεις] μοι ἐξουσίαν πατεῖν ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ [ τῶν ἐχθρῶν ], ὅσον αὐτοί μοι κατεδυνάστευσαν; 85. Υπέθεντό μου τὸ πρότερον οἱ δαίμονες τὰς ἑαυτῶν ἀπάτας, ἀλλ' οὐχ ὡς σὺ θέλεις, Κύριε.
PSAL. CXVIII.
75. Cognovi, Domine, quia æquitas judicia tua,
et in veritate tua humiliasti me.
75. Εγνων, Κύριε, ὅτι δικαιοσύνη τα κρίματά
του, καὶ ἀληθείᾳ ἐταπείνωσάς με.
76. Γενηθήτω δὴ τὸ ἔλεός σου τοῦ παρακαλέσαι με
κατὰ τὸ λόγιόν σου τῷ δούλῳ σου.
77. Ἐλθέτωσάν μοι οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ ζήσο
μαι, ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστίν.
78. Αἰσχυνθήτωσαν ὑπερήφανοι, ὅτι ἀδίκως ἠνόμη
σαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἀδολεσχήσω ἐν ταῖς ἐντολαῖς
σου.
79. Επιστρεψάτωσάν με οι φοβούμενοί σε, καὶ οἱ
γινώσκοντες τα μαρτύριά σου.
80. Γενηθήτω ἡ καρδία μου ἄμωμος ἐν τοῖς δικαιών
μασί σου, ὅπως ἂν μὴ αἰσχυνθῶ.
81. Ἐκλείπει εἰς τὸ σωτήριόν σου ἡ ψυχή μου, εἰς
τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.
82. Ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου εἰς τὸ λόγιόν σου,
λέγοντες· Πότε παρακαλέσεις με;
85. "Οτι ἐγενήθην ὡς ἀσκὸς ἐν πάχνῃ, τὰ δικαιώ
ματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.
84. Πόται εἰσὶν αἱ ἡμέρα: τοῦ δούλου σου; πότε
ποιήσεις μοι ἐκ τῶν καταδιωκόντων με κρίσιν;
85. Διηγήσαντό μοι παράνομοι αδολεσχίας, ἀλλ'
οὐχ ὡς ὁ νόμος σου, Κύριε.
76. Fiat misericordia tua ut consoletur me sc
cundum eloquium tuum servo tuo.
77. Veniant mihi miserationes tuæ, et vivam:
quia lex tua meditatio mea est.
78. Confundantur superbi, quia injuste iniquitatem fecerunt in me: ego autem exercebor in mandatis tuis.
79. Convertantur mihi timentes te, et qui noveverunt testimonia tua.
80. Fiat cor meum immaculatum in justificationibus tuis, ut non confundar.
81. Defecit in salutare luum anima mea, et an
verba tua supersperavi.
82. Defecerunt oculi mei in eloquium tuum, dicentes: Quando consolaberis me?
83. Quia factus sum sicut uter in pruina: iustificationes tuas non sum oblitus.
84. Quot sunt dies servi tui? quando facies de
persequentibus me judicium?
85. Narraverunt mih: iniui fabulationes, sed
non ut lex tua, Domine.
75. Φωτισθεὶς ὑπὸ τῆς χάριτός σου ἔγνων, ὅτι δίκαιά εἰσι τὰ προστάγματά σου, καὶ ἅπερ ἀπεφήνω
ἐν αὐτοῖς κατ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ δικαίως ὥρισας.
76. ᾿Αλλὰ πάλιν γένοιτο τὸ ἔλεός σου παραμυθούμενόν με, ὅτι οὕτως εἶπας· Οὐ βούλομαι τὸν θάνατον
τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι καὶ ζῆν αὐτόν.
77. Επισκηνώσει ἡ χάρις σου εἰς ἐμέ, καὶ νεκρω
θέντα με ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ζωοποιήσει, ὅτι ἠρξάμην
μελετῶν τὸν νόμον σου.
78. Αἰσχυνθήτωσαν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, ὅτι αὗταί
με ἐξῃχμαλώτισαν· ἐγὼ δὲ ἐπιστήσω τὴν διάνοιάν
μου εἰς τὰ θελήματά σου.
79. Κατηχήσουσι, καὶ διδάξουσιν οἱ ἔχοντες τὴν
χάριν σου, καὶ εἰδότες τὴν δύναμιν τῶν ἁγίων σου
Γραφών.
80. Καθαρισθήτω ή καρδία μου ὑπὸ τῆς χάριτός
σου εἰς τὰ δικαιώματά σου, μὴ ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ ἐπι
θυμίαν ἢ φροντίδα γηίνην, ἵνα μὴ πάλιν αἰσχυνθῶ
εἰς τὸ βῆμά σου.
81. Διψᾷ ἡ ψυχή μου τὴν σωτηρίαν σου [τὸ σωτήριόν σου ], πότισόν με τὰ λόγιά του.
82. Εξετάκην ὅλος ἀπ' ἐπιθυμίας μεριμνών, πότε
ποτίσεις με τὴν χάριν σου.
85. "Οτι ενεκρώθην, καὶ ἐξηράνθην ἐν τῇ ἁμαρτία
μου, οἶδα, καὶ μνημονεύω, ὅτι εἶπας ἐν τοῖς δικαιώμασί σου τὸν ἁμαρτωλὸν ἀντιλαμβάνεσθαι.
84. Πόσας ἄλλας ἔχω ζῆσαι ἡμέρας; πότε τοσοῦ
τον χρόνον δώσει [δώσεις] μοι ἐξουσίαν πατεῖν ἐπὶ
πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ [ τῶν ἐχθρῶν ], ὅσον
αὐτοί μοι κατεδυνάστευσαν;
85. Υπέθεντό μου τὸ πρότερον οἱ δαίμονες τὰς
ἑαυτῶν ἀπάτας, ἀλλ' οὐχ ὡς σὺ θέλεις, Κύριε.
Ezech. XXXI,
75. Illuminatus gratia tua cognovi, quod justa
sunt præcepta tua, et quæ in ipsis pronuntiasti
contra me peccatoren, juste definivisti.
76. Sed rursus fiat misericordia tua consolans
me, quoniam ita dixisti: Nolo mortem peccatoris,
sed ut convertatur, et vival es.
77. Habitet gratia tua in me, et me mortuum.ob
peccatumn vivificabit, quoniam copi meditari le
gem Luam.
78. Erubescant contrariae potestates, quod ipse
me in captivitatem redegerunt, ego autem firmabo
mentem meam in præceptis tuis.
79. lustruent, et docebunt, qui habent gratiam
tuan, et qui noverunt potestatem sanctarum tuarum Scripturarum.
80. Emundetur cor meum a gratia tua in „uistificationibus tuis, non habens in seipso cupiditatem
et curam terrenarum rerum, ne rursus confundar
ante tuum tribunal.
81. Sitit anima mea salutare tuum, pota me eloquiis tuis.
82. Consumptus sum totus ob desiderium anxie
cogitans, quando me potabis gratia tua.
85. Quoniam mortificatus sum, et arefactus in
peccato meo, novi et recordatus sum, quod dixisti
tuis in justificationibus suscipere peccatorem.
84. Quot alii mihi supersunt dies vitæ? quando
tanto tempore dabis mihi potestatem conculcandi
omnem inimicorum potentiam, quanto ipsi in me
dominati sunt?
85. Subdiderunt mihi dæmones pristinas suas fallacias, sed non quemadmodum tu vis, Domine.
col. 1191–1192page 301 of 376
PG 27:119186. Πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου ἀλήθεια· ἀδίκως κατεδίωξαν με, βοήθησόν μοι. 87. Παρὰ βραχύ συνετέλεσαν με ἐν τῇ γῇ, ἐγὼ δὲ οὐκ ἐγκατέλιπον τὰς ἐντολάς σου. 88. Κατὰ τὸ ἔλεός σου ζησόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρτύρια τοῦ στόματός σου. 89. Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει έν τῷ οὐρανῷ 90. Εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά σου· έθειε λίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει. 91. Τῇ διατάξει σου διαμένει ἡμέρα, ὅτι τὰ σύμ παντα δοῦλα σά. 92. Εἰ μὴ ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστὶ, τότε ἂν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου. 93. Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμα: τῶν δικαιων μάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με. 94 Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά σου ἐξεζήτησα. 95. Ἐμὲ ὑπέμειναν ἁμαρτωλοὶ τοῦ ἀπολέσαι με, τα μαρτύριά σου συνῆκα. 96. Πάσης συντελείας εἶδον πέρας, πλατεῖα ἡ ἐν τολή σου σφόδρα. Με xνι, 86. Οἶδα, ὅτι δίκαιος κριτής εἰ εἰς πάντας· φεύ γοντός μου ἀπ' αὐτῶν, καὶ θέλοντος ἐλθεῖν πρὸς σὲ τὸν κατὰ φύσιν μου Δεσπότην, καταδιώκουσί με ζη τοῦντες ἁρπάσαι με βοήθησόν μοι. 87. Οὕτως ἰσχυρῶς ἐπέβησάν με, ὅτι παρὰ μικρὸν ἐθανάτωσάν με ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ· ἐγὼ δὲ ἐν τῇ καρδία μου ἔλεγον τῇ ψυχῇ μου· Μνημόνευε τί σοι ἐντέταλται ὁ Θεός. 88. Καθὼς τὸ ἔλεός σου ἀμέτρητον, καὶ ἀνεξιχνίαστον ἐστιν, οὕτω τὴν χάριν σου δός μοι τὴν ζωοποιοῦσαν με, καὶ πληρώσω τὰ προστάγματα, ὰ ἐνετείλω μου. 89. Εἰς τὴν καρδίαν, ἐν ᾗ οἰκείως ἐμπεριπατεῖς, ἀπαύστως ἐστὶ τὸ θέλημά σου. 90. Εἰς τοὺς ἁγίους τοὺς καθ' ἑκάστην εὐαρεστήσαντας σοι ὄντως ἐστὶν ἡ πίστις σου· ἐθεμελίωσες τὸν κόσμον ἐν τῇ πίστει σου, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. 91. Τῇ δωρεᾷ τῶν χαρισμάτων σου διαμένει τὸ φῶς σου, ὅτι ἐπουρανίων, καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθη νίων αὐτὸς δεσπόζεις. 92. Εἰ μὴ κἂν νῦν ἠρξάμην μανθάνειν τὸν νόμον σου, ἀλλ᾽ ἔμεινον οὕτως ὡς τὸ πρότερον, παντί τρόπῳ εἶχον ἀπολέσθαι ἐν τῇ ἁμαρτία μου. 93. Οὐκ ἂν ἐπιλάθωμαί ποτε τῶν παθημάτων σου, ὅτι νεκρόν με ὄντα ἐν τῷ αἵματί σου εζωοποίη [ἐζωοποίησάς]. 94. Εξηγόρασάς με τῷ τιμίῳ σου αίματι τελείως σῶσόν με, ὅτι, ἀκούσας τὸ κήρυγμά σου, ἐπίστευσα. 95. Ἐμὲ ἐζήτησαν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἀπολέσα ἐν τῇ εἰδωλολατρείᾳ· τὰ δὲ λεχθέντα παρὰ σοῦ περὶ τῆς εἰς σὲ πίστεως καὶ ἐλπίδος ἀκοῦσαι [ ἀκούσας ] ἐπίστευσα. 96. Πάσης δόξης, καὶ ἀπολαύσεως σαρκικῆς εἶδον
S. ATHANASII OPP. PARS
86. Omnia mandata tua veritas: inique persecuti
sunt me, adjuva me.
87. Paulo minus cousummaverunt me in terra,
ego autem non dereliqui mandata tua.
88. Secundum misericordiam tuam vivifica me,
et custodiam testimonia oris tui.
89. In æternum, Domine, verbum tuum permanet
in caelo:
90. In generationem et generationem veritas tuta:
fundasti terram, et pernanet.
91. Ordinatione tua perseverat dies: quoniam
omnia serviunt tibi.
92. Nisi quod lex tua meditatio mea est, tunc
forte periissem in humilitate mea.
95. In æternum non obliviscar justificationes
tuas, quia in ipsis vivificasti me.
94. Tuus sum ego, salvum me fac: quoniam justificationes tuas exquisivi.
95. Me exspectaverunt peccatores, ut perderent
me, testimonia tua intellexi.
96. Omnis consummationis vidi finem: latum inandatum tuum nimis.
III. EXEGETICA.
86. Πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου ἀλήθεια· ἀδίκως κατεδίω
ξάν με, βοήθησόν μοι.
87. Παρὰ βραχύ συνετέλεσαν με ἐν τῇ γῇ, ἐγὼ δὲ
οὐκ ἐγκατέλιπον τὰς ἐντολάς σου.
88. Κατὰ τὸ ἔλεός σου ζησόν με, καὶ φυλάξω τὰ
μαρτύρια τοῦ στόματός σου.
89. Εἰς τὸν αἰῶνα, Κύριε, ὁ λόγος σου διαμένει έν
τῷ οὐρανῷ·
90. Εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν ἡ ἀλήθειά σου· έθειε
λίωσας τὴν γῆν, καὶ διαμένει.
91. Τῇ διατάξει σου διαμένει ἡμέρα, ὅτι τὰ σύμ
παντα δοῦλα σά.
92. Εἰ μὴ ὅτι ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστὶ, τότε
ἂν ἀπωλόμην ἐν τῇ ταπεινώσει μου.
93. Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμα: τῶν δικαιων
μάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με.
94 Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με, ὅτι τὰ δικαιώματά
σου ἐξεζήτησα.
95. Ἐμὲ ὑπέμειναν ἁμαρτωλοὶ τοῦ ἀπολέσαι με,
τα μαρτύριά σου συνῆκα.
96. Πάσης συντελείας εἶδον πέρας, πλατεῖα ἡ ἐν
τολή σου σφόδρα.
86. Novi quod justus judex es in omnes: fugiente me ab ipsis, et volente ad te venire, qui secundum naturam Dominus meus es, persequuntur me
quærentes ine pradari, adjuva me.
87. Ita valide in me irruerunt, ut paulo minus
interfecissent me in peccato; ego autem in corde
meo dicebain animæ meæ: Recordare quid tibi
præceperit Deus.
88. Quema.imodum misericordia tua immensa
et investigabilis est, ita gratiam tuam da mihi vivie
ficantem me, et implebo præcepta quæ mandasti
mibi.
89. In corde, in quo familiariter inhabitas, ins
cessanter est voluntas tua.
90. In sanctis, qui omni tempore complacuerunt
tibi, vere est fides tua: fundasti mundum in fide
tua, el portæ inſerinon prævalebunt adversus eam 62
91. Dono gratiarum tuarum permanet lux tua,
quoniam tu Dominus es celestium, et terrestrium,
et infernorum.
92. Nisi saltem nunc cœpissem discere legem
tuam, sed mansissem ut prius, omnimode periturus eram in peccato meo.
93. Non utique obliviscar passionum tuarum,
quoniamı me mortuum sanguine tuo vivificasti.
94. Omnino redemisti me pretioso tuo sanguine;
salva ne, quoniam, audita prædicatione tua, credidi.
95. Με quæsiverunt contrariæ potestates perdere
in idololatria; dicta autem a te de fide in te, et
spe audiens credidi.
96. Omuis glɔriæ, et carnalis voluptatis vidi d-
• Matth. xνι, 18
86. Οἶδα, ὅτι δίκαιος κριτής εἰ εἰς πάντας· φεύγοντός μου ἀπ' αὐτῶν, καὶ θέλοντος ἐλθεῖν πρὸς σὲ
τὸν κατὰ φύσιν μου Δεσπότην, καταδιώκουσί με ζη
τοῦντες ἁρπάσαι με βοήθησόν μοι.
87. Οὕτως ἰσχυρῶς ἐπέβησάν με, ὅτι παρὰ μικρὸν
ἐθανάτωσάν με ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ· ἐγὼ δὲ ἐν τῇ καρδία
μου ἔλεγον τῇ ψυχῇ μου· Μνημόνευε τί σοι εντέταλ
ται ὁ Θεός.
88. Καθὼς τὸ ἔλεός σου ἀμέτρητον, καὶ ἀνεξιχνία -
στόν ἐστιν, οὕτω τὴν χάριν σου δός μοι τὴν ζωοποι
οῦσάν με, καὶ πληρώσω τὰ προστάγματα, ὰ ἐνετείλω
μου.
89. Εἰς τὴν καρδίαν, ἐν ᾗ οἰκείως ἐμπεριπατεῖς,
ἀπαύστως ἐστὶ τὸ θέλημά σου.
90. Εἰς τοὺς ἁγίους τοὺς καθ' ἑκάστην εὐαρεστή
σαντάς σοι ὄντως ἐστὶν ἡ πίστις σου· ἐθεμελίωσες
τὸν κόσμον ἐν τῇ πίστει σου, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ
κατισχύσουσιν αὐτῆς.
91. Τῇ δωρεᾷ τῶν χαρισμάτων σου διαμένει τὸ
φῶς σου, ὅτι ἐπουρανίων, καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθηνίων αὐτὸς δεσπόζεις.
92. Εἰ μὴ κἂν νῦν ἠρξάμην μανθάνειν τὸν νόμον
σου, ἀλλ᾽ ἔμεινον οὕτως ὡς τὸ πρότερον, παντί τρόπῳ
εἶχον ἀπολέσθαι ἐν τῇ ἁμαρτία μου.
93. Οὐκ ἂν ἐπιλάθωμαί ποτε τῶν παθημάτων σου,
ὅτι νεκρόν με ὄντα ἐν τῷ αἵματί σου εζωοποίη [έζωο
ποίησας].
94. Εξηγόρασάς με τῷ τιμίῳ σου αίματι τελείως
σῶσόν με, ὅτι, ἀκούσας τὸ κήρυγμά σου, ἐπίστευσα.
95. Ἐμὲ ἐζήτησαν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἀπολέσα:
ἐν τῇ εἰδωλολατρείᾳ· τὰ δὲ λεχθέντα παρὰ σοῦ περὶ
τῆς εἰς σὲ πίστεως καὶ ἐλπίδος ἀκοῦσαι [ ἀκούσας ]
ἐπίστευσα.
96. Πάσης δόξης, καὶ ἀπολαύσεως σαρκικῆς εἶδον
col. 1193–1194page 302 of 376
PG 27:119397. Ως Αγάπησα τὸν νόμον σου, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν μελέτη μου ἐστιν. 98. Ὑπὲρ τοὺς ἐχθρούς μου εσόφισάς με τὴν ἐντο λήν σου· ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐμοί ἐστιν. 99. Ὑπὲρ πάντας τοὺς διδάσκοντάς με συνήκα, ὅτι τὰ μαρτύριά σου μελέτη μου ἐστιν. 100. Ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα. 101. Ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἐκώλυσα τοὺς πό δας μου, ὅπως ἂν φυλάξω τοὺς λόγους σου. 102. ᾿Απὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα· ὅτι σὺ ἐνομοθέτησάς με. 103. Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου. 104. ᾿Απὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα· διὰ τοῦτο ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας. 105. Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου. 106. Ώμοσα, καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρί ματα τῆς δικαιοσύνης σου. τέλος· οἱ δὲ την εντολήν σου φυλάττοντες ἀτελευτή του δόξης, καὶ ἀπολαύσεως ἀξιοῦνται. 97. Ὡς μόνος ἠρξάμην ἀγαπᾶν τὸν νόμον σου, ἀδια λείπτως λοιπὸν φωτίζομαι, καὶ προσκόπτω ἐν αὐτῷ. 98. Ταῖς γὰρ ἐναντίαις δυνάμεσι καὶ πᾶσι τοῖς αἱ ρετικοῖς οὐκ ἔδωκας τοιαύτην χάριν, ὡς ἐμοὶ, τοῦ εἰ δέναι τὰς ἐντολάς σου, ὅτι ἐμοὶ ἀδιαλείπτως ἐδωρήσω τὴν χάριν αὐτήν. 99. Ὑπὲρ τοὺς παλαιοτέρους μου τῇ ἡλικίᾳ ἐφω τίσθην τὰ λόγιά σου, ὅτι νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν αὐτ της μελετῶ. 100. Ὑπὲρ τοὺς πρὸ ἐμοῦ ὄντας τῇ γνώσει συνῆκα τὴν δύναμιν τῶν Γραφῶν, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐπόθησα. 101. Από πάσης ἁμαρτίας πονηρᾶς ἐπαυσάμην, ὅπως πληρώσω εἰς σὲ καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην. 102. Ἐν τοῖς προστάγμασί σου πλαγείς οὐκ ἐπο ρεύθη, ὅτι σὺ τῆς χάριτός σου [ἐπορεύθην, ὅτι σὺ τῇ χάριτι σου] ὁδηγήσεις με. 103. Τὸ μὲν πρῶτον ἰδικὸν τοῦτό ἐστι, ὅτι ὑπὲρ τὸ μέλι γλυκύτερά εἰσι τὰ λόγιά σου· ἐκεῖνο γὰρ οὔτε εἰς τὴν καρδίαν μου εἰσέρχονται [εἰσέρχεται], καὶ μετὰ λαβεῖν αὐτὸ, εὐθέως ἡ γλυκύτης αὐτοῦ παύεται ταῦτα δὲ διαμένοντα εἰς τὴν καρδίαν μου πλεονάζουσιν εἰς ἐμὲ τὴν γλυκύτητα αὐτῶν· τὸ δὲ ἀλληγορῆσαι τοῦτό ἐστιν, ὅπερ ὑπὲρ πᾶσαν ἡδύτητα τοῦ κόσμου γλυκύτερά εἰσι τὰ λόγιά σου, ὅτι τῆς αἰωνίου ἀπο λαύσεως ἔχουσι τὴν προσδοκίαν. 104. Ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου συνεπείσθην· διὰ τοῦτο ἀπεστράφην πᾶσαν ἁμαρτίαν. 105. Οταν σκότος ἐπέλθῃ μοι τῆς ἁμαρτίας, φαί νει μοι ὄνομά σου, μὴ προσκόψαι [προσκόψαντά με τῇ ἁμαρτίᾳ πεσεῖν, ἢ πληγῆναι ἔτι τῆς διανοίας μου [τῇ διανοία μου], καὶ φωτίζει με, τί ποιήσω. 106. Ὁ ὅρκος πίστις ἐστί· πιστεύσας οὖν εἰς σέ, ἐστήριξα τὴν καρδίαν μου, τοῦ πληρῶσαι τὸ θέλημα τῆς ἀγαθότητός σου.
97. Ως Αγάπησα τὸν νόμον σου, Κύριε, ὅλην τὴν
ἡμέραν μελέτη μου ἐστιν.
98. Ὑπὲρ τοὺς ἐχθρούς μου εσόφισάς με τὴν ἐντο
λήν σου· ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα ἐμοί ἐστιν.
99. Ὑπὲρ πάντας τοὺς διδάσκοντάς με συνήκα,
ὅτι τὰ μαρτύριά σου μελέτη μου ἐστιν.
100. Ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς
σου ἐξεζήτησα.
101. Ἐκ πάσης ὁδοῦ πονηρᾶς ἐκώλυσα τοὺς πό
δας μου, ὅπως ἂν φυλάξω τοὺς λόγους σου.
102. ᾿Απὸ τῶν κριμάτων σου οὐκ ἐξέκλινα· ὅτι σὺ
ἐνομοθέτησάς με.
103. Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου,
ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου.
104. ᾿Απὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα· διὰ τοῦτο
ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας.
105. Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου, καὶ φῶς
ταῖς τρίβοις μου.
106. Ώμοσα, καὶ ἔστησα τοῦ φυλάξασθαι τὰ κρί
ματα τῆς δικαιοσύνης σου.
PSAL. CXVIII.
97. Ut dilexi legem tuam, Domine, tota dre meditalio mea est.
98. Super inimicos meos prudentem me fecisti
mandato tuo: quia in æternum mihi est.
99.Super omnes docentes me intellexi: quia testimonia tua meditatio mea est.
160. Super senes intellexi, quia mandata tua quæsivi.
101. Ab omni via mala prohibui pedes meos, ut
custodiam verba tua.
102. judiciis tuis non declinavi: quia tu legem posuisti mihi.
103. Quam dulcia faucibus meis eloquia tua, super mel ori meo.
104. mandatis tuis intellexi: propterea odiví
omuem viam iniquitatis.
105. Lucerna pedibus meis verbum tuum, et lit
men senitis meis.
106. Juravi, et statui custodire judicia justitia
tum.
τέλος· οἱ δὲ την εντολήν σου φυλάττοντες ἀτελευτή
του δόξης, καὶ ἀπολαύσεως ἀξιοῦνται.
97. Ὡς μόνος ἠρξάμην ἀγαπᾶν τὸν νόμον σου, ἀδιαλείπτως λοιπὸν φωτίζομαι, καὶ προσκόπτω ἐν αὐτῷ.
98. Ταῖς γὰρ ἐναντίαις δυνάμεσι καὶ πᾶσι τοῖς αἱ
ρετικοῖς οὐκ ἔδωκας τοιαύτην χάριν, ὡς ἐμοὶ, τοῦ εἰδέναι τὰς ἐντολάς σου, ὅτι ἐμοὶ ἀδιαλείπτως ἐδωρήσω
τὴν χάριν αὐτήν.
99. Ὑπὲρ τοὺς παλαιοτέρους μου τῇ ἡλικίᾳ ἐφω
τίσθην τὰ λόγιά σου, ὅτι νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν αὐτ
της μελετῶ.
100. Ὑπὲρ τοὺς πρὸ ἐμοῦ ὄντας τῇ γνώσει συνῆκα
τὴν δύναμιν τῶν Γραφῶν, ὅτι τὰς ἐντολάς σου
ἐπόθησα.
101. Από πάσης ἁμαρτίας πονηρᾶς ἐπαυσάμην,
ὅπως πληρώσω εἰς σὲ καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην.
102. Ἐν τοῖς προστάγμασί σου πλαγείς οὐκ ἐπο
ρεύθη, ὅτι σὺ τῆς χάριτός σου [ἐπορεύθην, ὅτι σὺ τῇ
χάριτι σου] ὁδηγήσεις με.
103. Τὸ μὲν πρῶτον ἰδικὸν τοῦτό ἐστι, ὅτι ὑπὲρ
τὸ μέλι γλυκύτερά εἰσι τὰ λόγιά σου· ἐκεῖνο γὰρ οὔτε
εἰς τὴν καρδίαν μου εἰσέρχονται [εἰσέρχεται], καὶ
μετὰ λαβεῖν αὐτὸ, εὐθέως ἡ γλυκύτης αὐτοῦ παύεται·
ταῦτα δὲ διαμένοντα εἰς τὴν καρδίαν μου πλεονάζου
σιν εἰς ἐμὲ τὴν γλυκύτητα αὐτῶν· τὸ δὲ ἀλληγορῆσαι
τοῦτό ἐστιν, ὅπερ ὑπὲρ πᾶσαν ἡδύτητα τοῦ κόσμου
γλυκύτερά εἰσι τὰ λόγιά σου, ὅτι τῆς αἰωνίου ἀπολαύσεως ἔχουσι τὴν προσδοκίαν.
104. Ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου συνεπείσθην· διὰ
τοῦτο ἀπεστράφην πᾶσαν ἁμαρτίαν.
105. Οταν σκότος ἐπέλθῃ μοι τῆς ἁμαρτίας, φαίνει μοι ὄνομά σου, μὴ προσκόψαι [προσκόψαντά με
τῇ ἁμαρτίᾳ πεσεῖν, ἢ πληγῆναι ἔτι τῆς διανοίας
μου [τῇ διανοία μου], καὶ φωτίζει με, τί ποιήσω.
106. Ὁ ὅρκος πίστις ἐστί· πιστεύσας οὖν εἰς σέ,
ἐστήριξα τὴν καρδίαν μου, τοῦ πληρῶσαι τὸ θέλημα
τῆς ἀγαθότητός σου.
PATROL. GR. XXVII.
nem: custodientes autem mandatum tuum digni
facti sunt intermina gloria, et voluptate.
indesi97. Ut solum cepi diligere legem tuam,
nenter postea illuminor, et proficio in ipsa.
98. Nam contrariis potestatibus, et omnibus hæreticis non dedisti talem gratiam, sicut mihi, ut intelligerem mandata tua, quoniam mihi indesinenter
donasti eam gratiam.
99. Super omnes seniores me illuminatus sunt
in eloquiis tuis, quoniam nocte ac die in ipsis meditor.
100. Super omnes, qui antecedebant me cognitione, intellexi virtutem Scripturarum, quoniam
mandata tua desideravi.
101. Ab omni pravo peccato cessavi, ut erga te
et proximum charitatem implerem.
102. In præceptis tuis territus ambulavi, quoniam
tu deduces me gratia tua.
105. Primus quidem proprius sensus hic est,
quod melle dulciora sunt eloquia tua; illud enim
neque in cor meum ingreditur, et postquam acceptum est, statim cessat ejus dulcedo; hæc auten,
cum perseverant in corde meo, augent in me suam
dulcedinem: allegorice autem hoc significat, quod
eloquia tua dulciora sunt omni mundi dulcedine,
quoniam exspectationem habent æternæ voluptatis.
104. justificationibus tuis edoctus sum, propterea abominatus sum omne peccatum.
105. Cum peccati tenebræ ingruunt mihi, apparet
mihi nomen tuum, ne offendens in peccatum, cadamn, aut etian mnente mea percutiar, et illuminat
me, quid faciam.
106. Juramentum fides est: credens igitur in
te, obfirmavi cor meum. ut impleam voluntatem
bonitatis tuæ.
col. 1195–1196page 303 of 376
PG 27:1195107. Εταπεινώθην ἕως σφόδρα· Κύριε, ζήσόν με κατὰ τὸν λόγον σου. 108. Τὰ ἐκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή, Κύριε, καὶ τὰ κρίματά σου δίδαξόν με. 109. Ἡ ψυχή μου ἐν ταῖς χερσί σου διαπαντὸς, καὶ τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην. 110. Ἔθεντο ἁμαρτωλοὶ παγίδα μοι, καὶ ἐκ τῶν ἐντολῶν σου οὐκ ἐπλανήθην. 111. Εκληρονόμησα τα μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα, ὅτι ἀγαλλίασμα τῆς καρδίας μου εἰσιν. 112. Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὰ δι καιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν. 113. Παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγά πησα. 114. Βοηθός μου καὶ ἀντιλήπτωρ μου εἶ σὺ, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 115. Εκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ, πονηρευόμενοι, καὶ ἐξερευνήσω τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου. 116. Αντιλαβοῦ μου κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ ζῆ σόν με, καὶ μὴ καταισχύνῃς με ἀπὸ τῆς προσδοκίας μου. 117. Βοήθησόν μοι, καὶ σωθήσομαι, καὶ μελετήσω ἐν τοῖς δικαιώμασί σου διαπαντός. 107. Κυριευθείς τὸ πρότερον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας πολλὰ ἠνόμησα ἐνώπιόν σου· καθώς ειρήκαμεν [ σόν με, καθὼς εἴρηκας]· Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον. 108. Καὶ τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου φώτισόν με. 109. Σὺ ἐξέδωκας ἑαυτὸν ἕως θανάτου, καὶ τῆς εἰς σὲ ἀγάπης καὶ τοῦ πλησίον οὐκ ἐπελαθόμην. 110. Οἱ δαίμονες ἐνέβαλόν μοι φιλαργυρίαν, και οὐκ ἐπλανήθην ἐμνημόνευον γάρ σου εἰπόντος, τώς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 111. Κατεκρύφησα ἐν τῷ εἰδέναι με την φανέρωσιν τῶν μαρτυρίων σου, ὅτι χαρὰ ἀνεκλάλητός ἐστι τῇ καρδίᾳ μου. 112. Εἰς τὸν αἰῶνα ἐξέδωκα ἐμαυτὸν ὅλον εἰς τὸ εὐαρεστῆσαι διὰ παντὸς διὰ τὴν αἰωνίαν ἀνταπόδοσιν τῶν ἀγαθῶν σου. 113. Τοὺς θέλοντάς με ἀποστῆσαι τῆς ἀληθείας ἀπεστρεφόμην, τὰ δὲ προστάγματά σου περιεπυσ σάμην [περιεπηξάμην] ἐν τῇ καρδίᾳ μου. 114. Σὺ ἐν πᾶσιν ὑπερασπίζεις μου· ἐπίστευσα γὰρ τοῖς εἰρημένοις παρὰ σοῦ περὶ τῆς μακαρίας ἐλπίδος. 115. Αναχωρήσατε ἀπ' ἐμοῦ, αἱ ἐναντίαι δυνά μεις, καὶ ἐπιστήσω τὸν νοῦν μου, πῶς πληρώσω τις ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου. 116. Ῥῦσαί με ἐκ τῶν παγίδων του διαβόλου, καθὼς ἐπηγγείλω λέγων· Θανάτος ὑμῶν οὐ μὴ κυ ριεύσει, καὶ μὴ συγχωρήσῃς ήττηθέντα με στερηθή να: τῆς αἰωνίου ζωῆς. 117. Κύκλωσαν τῇ χάριτι σου τὴν καρδίαν μου,
EXEGETICA.
107. Εταπεινώθην ἕως σφόδρα· Κύριε, ζήσόν με
κατὰ τὸν λόγον σου.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
107. Humiliatus sum usquequaque: Domine, vivifica me secundum verbum tuum.
108. Voluntaria oris mei beneplacita fac, Domine, et judicia tua doce me.
109. Anima mea in manibus meis semper, et legem tuam non sum oblitus.
110. Posuerunt peccatores laqueum mihi, et de
mandatis tuis non erravi.
111. Hæreditate acquisivi testimonia tua in æternum: quia exsultatio coralis mei sunt.
112. Inclinavi cor meum ad faciendas justificationes tuas in æternum propter retributionem.
115. Iniquos odio habui, et legem tuam dilexi.
114. Adjutor et susceptor meus es tu, et in verbum tuum supersperavi.
115. Declinate a me, maligni, et scrutabor mandata Dei mei.
116. Suscipe me secundum eloquium tuum, et
vivifica me, et non confundas me ab exspectatione
mea.
147. Adjuva me, et salvus ero, et meditabor in
justificationibus tuis semper.
108. Τὰ ἐκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή,
Κύριε, καὶ τὰ κρίματά σου δίδαξόν με.
109. Ἡ ψυχή μου ἐν ταῖς χερσί σου διαπαντὸς, καὶ
τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.
110. Ἔθεντο ἁμαρτωλοὶ παγίδα μοι, καὶ ἐκ τῶν
ἐντολῶν σου οὐκ ἐπλανήθην.
111. Εκληρονόμησα τα μαρτύριά σου εἰς τὸν
αἰῶνα, ὅτι ἀγαλλίασμα τῆς καρδίας μου εἰσιν.
112. Ἔκλινα τὴν καρδίαν μου, τοῦ ποιῆσαι τὰ δι
καιώματά σου εἰς τὸν αἰῶνα δι᾿ ἀντάμειψιν.
113. Παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα.
114. Βοηθός μου καὶ ἀντιλήπτωρ μου εἶ σὺ, εἰς
τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα.
115. Εκκλίνατε ἀπ᾿ ἐμοῦ, πονηρευόμενοι, καὶ
ἐξερευνήσω τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου.
116. Αντιλαβοῦ μου κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ ζῆσόν με, καὶ μὴ καταισχύνῃς με ἀπὸ τῆς προσδοκίας μου.
117. Βοήθησόν μοι, καὶ σωθήσομαι, καὶ μελετήσω
ἐν τοῖς δικαιώμασί σου διαπαντός.
107. Antea cum dominaretur in me peccatum,
multa inique gessi coram te; vivifica me, quemadmodum dixisti: Qui credit in me, habet vitam
æternam **.
108. Et incerta, et abscondita sapientiæ tuæ ma-
-nifesta mihi.
109. Tu tradidisti te ipsum usque ad mortem,
et non sum oblitus dilectionis erga te, et proximum.
110. Damones mihi injecerunt pecuniæ cupiditatem, et non erravi; recordatus sum enim te dixisse ": Quam difficile, qui pecunias habent, ingre
dientur in regnum cœlorum.
111. Occultavi, dum video manifestationem tuorum testimoniorum, gaudium ineffabile esse cordi
meo.
112. In æternum tradidi totum me ipsum ad placendum tibi omni tempore propter æternam bonorum tuorum retributionem.
113. Volentes abducere me a veritate, aversatus
sum, præcepta autem tua delixi in corde meo.
114. Tu in omnibus protegis me, credidi enim
quæ dicta sunt a te de beata spe.
115. Recedite a me, adversariæ potestates, et
Crmabo mentem meam, quomodo impleam præcepla Dei mei.
116. Libera me ex laqueis diaboli quemadmodum promisisti dicens: Mors non amplius in vo
dominabitur, et non permittes me superatum privari æterna vita.
117. Circumula gratia tua cor meum, et custoes Joan. vi, 47. ** Marc. x. 24.
107. Κυριευθείς τὸ πρότερον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας
πολλὰ ἠνόμησα ἐνώπιόν σου· καθώς ειρήκαμεν [57σόν με, καθὼς εἴρηκας]· Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει
ζωὴν αἰώνιον.
108. Καὶ τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου
φώτισόν με.
109. Σὺ ἐξέδωκας ἑαυτὸν ἕως θανάτου, καὶ τῆς εἰς
σὲ ἀγάπης καὶ τοῦ πλησίον οὐκ ἐπελαθόμην.
110. Οἱ δαίμονες ἐνέβαλόν μοι φιλαργυρίαν, και
οὐκ ἐπλανήθην ἐμνημόνευον γάρ σου εἰπόντος, τώς
δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς
τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
111. Κατεκρύφησα ἐν τῷ εἰδέναι με την φανέρω
σιν τῶν μαρτυρίων σου, ὅτι χαρὰ ἀνεκλάλητός ἐστι
τῇ καρδίᾳ μου.
112. Εἰς τὸν αἰῶνα ἐξέδωκα ἐμαυτὸν ὅλον εἰς τὸ
εὐαρεστῆσαι διὰ παντὸς διὰ τὴν αἰωνίαν ἀνταπόδοσιν
τῶν ἀγαθῶν σου.
113. Τοὺς θέλοντάς με ἀποστῆσαι τῆς ἀληθείας
ἀπεστρεφόμην, τὰ δὲ προστάγματά σου περιεπυσ
σάμην [περιεπηξάμην] ἐν τῇ καρδίᾳ μου.
114. Σὺ ἐν πᾶσιν ὑπερασπίζεις μου· ἐπίστευσα
γὰρ τοῖς εἰρημένοις παρὰ σοῦ περὶ τῆς μακαρίας
ἐλπίδος.
115. Αναχωρήσατε ἀπ' ἐμοῦ, αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, καὶ ἐπιστήσω τὸν νοῦν μου, πῶς πληρώσω τις
ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ μου.
116. Ῥῦσαί με ἐκ τῶν παγίδων του διαβόλου,
καθὼς ἐπηγγείλω λέγων· Θανάτος ὑμῶν οὐ μὴ κυ
ριεύσει, καὶ μὴ συγχωρήσῃς ήττηθέντα με στερηθή
να: τῆς αἰωνίου ζωῆς.
117. Κύκλωσαν τῇ χάριτι σου τὴν καρδίαν μου,
col. 1197–1198page 304 of 376
PG 27:1197118. Εξουδένωσας πάντας τοὺς ἀποστατοῦντας ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου· ὅτι ἄδικον τὸ ἐνθύμημα αὐτῶν. 119. Παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς· διὰ τοῦτο ἠγάπησα τα μαρ τύριά σου. 120. Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου του τὰς σάρκας μου ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην. 121. Εποίησα κρίμα καὶ δικαιοσύνην· μὴ παρα δῷς με τοῖς ἀδικοῦσί με. 122. Εκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθόν· μὴ συκοφαντησάτωσάν με υπερήφανοι. 123. Οἱ ὀφθαλμοί μου ἐξέλιπον εἰς τὸ σωτήριόν σου, καὶ εἰς τὸ λόγιον τῆς δικαιοσύνης σου. 124. Ποίησον μετὰ τοῦ δούλου σου κατὰ τὸ ἔλεός σου, καὶ τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με. 125. Δουλός σου εἰμι ἐγώ, συνέτισόν με, καὶ γνώ σομαι τὰ μαρτύριά σου. 126. Καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν τὸν νόμον σου. 127. Διὰ τοῦτο ἡγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ χρυσίον, καὶ τοπάζιον. καὶ φυλαχθήσομαι, καὶ εἰρήνης οὔσης ἐν ἐμοί, οὐδε μία μοι ἄχλη [ἄλλη] ἔσται φροντίς, ἢ μὴ τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου διαπαντός. 118. Ὅτι οἱ μὲν ἐπίστευσαν εἶναί σε Θεόν, οἱ δὲ τῇ ἀσελγείᾳ, καὶ τῇ πλεονεξίᾳ, καὶ τοῖς λοιποῖς ἐξω έδωκαν ἑαυτούς. 119. Ἐλογισάμην, ὅτι ἀπολλύμενοι εἰσι πάντες οἱ τῇ ἀσελγείᾳ κεκολλημένοι· διὰ τοῦτο ποθῶ τὰ μαρ τύριά σου· ὅτι ζωὴ αἰώνιος εἰσιν. 120. Πεπηγέναι ποίησον ἀσάλευτον ἐν τοῖς μέλεσί μου τὸν φόβον σου, ἵνα νενεκρωμένος ὑπάρχω τῇ ἁμαρτία· ἤκουσα γὰρ περὶ τῶν αἰωνίων κολάσεων, καὶ ἐφοβήθην. 121. Ἐπίστευσα καθὼς ἐνετείλω μοι, καὶ τὸ θέλημά σου πεπλήρωκα· μὴ συγχωρήσῃς κυριευθῆναι με ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 122. Μακροθύμησον εἰς τὴν μετάνοιάν μου, μὴ εὕρωσιν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἀφορμήν τινα κατηγορεῖσθαι με πρὸς σέ. 125. Ολος ὁ πόθος μοί ἐστι τὸ δέξασθαι τὴν χάριν σου, καὶ πληρῶσαι ἅπερ ενετείλω μοι. 124. Καὶ τὰ δικαιώματά σου ποίησον μετ᾿ ἐμου, ὡς εἴωθε τὸ ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ ἐλέους καὶ τῇ χάριτι σου κατάρτισαι τὴν καρδίαν μου ἐπιτελεῖν τὰ δίκαια μετὰ σοῦ. 125. Εξηγόρασας με τῷ τιμίῳ αἷματι, καὶ ὑπο ἐταξά σοι ἐμαυτόν· δός μοι τὴν χάριν, ἵνα ἐπιγνῶ πῶς ἐπιτελεῖν ἄπερ ἐνετείλω μοι. 126. Νῦν ἐστιν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας σου ἀγωνίσασθαι ἕως θανάτου, ἐπειδὴ ηρνήσαντο τὴν πίστιν σου. 127. Διὰ τοῦτο μᾶλλον τὰς ἁγίας του Γραφάς ἐκράτησα ὑπὲρ τὸ χρυσίον τὸ ἐξαίρετον. Τοπάζιον γὰρ ἀγαθὸν ἑρμηνεύεται· ἐπεὶ οὖν οὗτος ὁ πλοῦτος
PSAL. CXVNI.
118. Sprevisti omnes discedentes a judiciis tuis:
quia injusta cogitatio eorum.
118. Εξουδένωσας πάντας τοὺς ἀποστατοῦντας
ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων σου· ὅτι ἄδικον τὸ ἐνθύμημα
αὐτῶν.
119. Παραβαίνοντας ελογισάμην πάντας τοὺς
ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς· διὰ τοῦτο ἠγάπησα τα μαρ
τύριά σου.
120. Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου του τὰς σάρκας μου
ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην.
121. Εποίησα κρίμα καὶ δικαιοσύνην· μὴ παρα
δῷς με τοῖς ἀδικοῦσί με.
122. Εκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθόν· μὴ συ
κοφαντησάτωσάν με υπερήφανοι.
123. Οἱ ὀφθαλμοί μου ἐξέλιπον εἰς τὸ σωτήριόν
σου, καὶ εἰς τὸ λόγιον τῆς δικαιοσύνης σου.
124. Ποίησον μετὰ τοῦ δούλου σου κατὰ τὸ ἔλεός
σου, καὶ τὰ δικαιώματά σου δίδαξόν με.
125. Δουλός σου εἰμι ἐγώ, συνέτισόν με, καὶ γνώσομαι τὰ μαρτύριά σου.
126. Καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ· διεσκέδασαν
τὸν νόμον σου.
127. Διὰ τοῦτο ἡγάπησα τὰς ἐντολάς σου ὑπὲρ
χρυσίον, καὶ τοπάζιον.
119. Prævaricantes reputavi omnes peccatores
terræ: ideo dilesi testimonia tua.
120. Confige timore tuo carnes meas: a judiciis
enim tuis timui.
121. Feci judicium et justitiam: non tradas me
calumniantibus me.
122. Suscipe servum tuum in bonum: non calumnientur me superbi.
123. Oculi mei defecerunt in salutare tuum, et
in eloquium justitiæ tuæ.
124. Fac cum servo tuo secundum misericordiam
tuam, et justificationes tuas doce me.
125. Servus tuus sum ego, da mihi intellectum,
et sciam testimonia tua.
126. Tempus faciendi Domino: dissipaverunt
legem tuam.
1927. Ideo dilexi mandata tua super aurum, et
topazion.
καὶ φυλαχθήσομαι, καὶ εἰρήνης οὔσης ἐν ἐμοί, οὐδε
μία μοι ἄχλη [ἄλλη] ἔσται φροντίς, ἢ μὴ τοῦ ποιεῖν
τὸ θέλημά σου διαπαντός.
118. Ὅτι οἱ μὲν ἐπίστευσαν εἶναί σε Θεόν, οἱ δὲ
τῇ ἀσελγείᾳ, καὶ τῇ πλεονεξίᾳ, καὶ τοῖς λοιποῖς ἐξω
έδωκαν ἑαυτούς.
119. Ἐλογισάμην, ὅτι ἀπολλύμενοι εἰσι πάντες
οἱ τῇ ἀσελγείᾳ κεκολλημένοι· διὰ τοῦτο ποθῶ τὰ μαρ
τύριά σου· ὅτι ζωὴ αἰώνιος εἰσιν.
120. Πεπηγέναι ποίησον ἀσάλευτον ἐν τοῖς μέλεσί
μου τὸν φόβον σου, ἵνα νενεκρωμένος ὑπάρχω τῇ
ἁμαρτία· ἤκουσα γὰρ περὶ τῶν αἰωνίων κολάσεων,
καὶ ἐφοβήθην.
121. Ἐπίστευσα καθὼς ἐνετείλω μοι, καὶ τὸ
θέλημά σου πεπλήρωκα· μὴ συγχωρήσῃς κυριευθῆναι
με ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
122. Μακροθύμησον εἰς τὴν μετάνοιάν μου, μὴ
εὕρωσιν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἀφορμήν τινα κατηγορεῖσθαί με πρὸς σέ.
125. Ολος ὁ πόθος μοί ἐστι τὸ δέξασθαι τὴν χάριν
σου, καὶ πληρῶσαι ἅπερ ενετείλω μοι.
124. Καὶ τὰ δικαιώματά σου ποίησον μετ᾿ ἐμου,
ὡς εἴωθε τὸ ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ μέγεθος τοῦ
ἐλέους καὶ τῇ χάριτι σου κατάρτισαι τὴν καρδίαν
μου ἐπιτελεῖν τὰ δίκαια μετὰ σοῦ.
125. Εξηγόρασας με τῷ τιμίῳ αἷματι, καὶ ὑπο
ἐταξά σοι ἐμαυτόν· δός μοι τὴν χάριν, ἵνα ἐπιγνῶ πῶς
ἐπιτελεῖν ἄπερ ἐνετείλω μοι.
126. Νῦν ἐστιν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας σου ἀγωνίσασθαι ἕως θανάτου, ἐπειδὴ ηρνήσαντο τὴν πίστιν
σου.
127. Διὰ τοῦτο μᾶλλον τὰς ἁγίας του Γραφάς
ἐκράτησα ὑπὲρ τὸ χρυσίον τὸ ἐξαίρετον. Τοπάζιον
γὰρ ἀγαθὸν ἑρμηνεύεται· ἐπεὶ οὖν οὗτος ὁ πλοῦτος
diar, et cum pax erit in me, nulla alia mihi cura
erit, nisi facere voluntatem tuam semper.
118. Quoniam alii quidem crediderunt te Deum
esse, alii autem lasciviæ et avaritiæ, et reliquis vitiis se ipsos tradiderunt
119. Cogitavi, quod perditi sunt omnes, qui
adhærent libidini, ideo amo testimonia tua, quoniam sunt vita æterna.
120. Fac ut immobilis configatur limor tuus in
membris meis, ut mortuus sim peccato, audivi
enim de veternis suppliciis, et timui.
121. Credidi quomadmodum mihi præcepisti, et
voluntatem tuam implevi; ne permittas, ut in me
dominentur contrariæ potestates.
122. Patienter me exspecta ad pœnitentiam, ne
adversariæ potestates causam aliquam inveniant
accusandi me apud te.
123. Omne meum desiderium est gratiam tuam
accipere, et implere quæ mihi præcepisti.
124. Et justificationes tuas fac mecum, quemadmodum consuevit misericordia tua, et secundum magnitudinem misericordiæ etiam perfice
gratia tua cor meum, ut tecum, quæ just sunt,
perficiat.
125. Redemisti me pretioso sanguine, et subjeci
tibi me ipsum, da mihi gratiam, ut agnoscam quomodo perficiam quæ præcepisti mihi.
126. Nunc tempus est decertare pro tua veritate usque ad mortem, quoniam negaverunt fidem
tuam.
127. Propterea tenui magis sanctas tuas Scripluras, quam aurum electum. Topazion enin
interpretatur bonum: quia igitur præsentes di-
col. 1199–1200page 305 of 376
PG 27:1199128. Διὰ τοῦτο πρὸς πάσας τὰς ἐντολάς σου κατ ωρθούμην· πᾶσαν ὁδὸν ἄδικον ἐμίσησα. 129. Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά σου· διὰ τοῦτο ἐξο ἐρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή σου. 130. Ἡ δήλωσις τῶν λόγων σου φωτιεῖ, καὶ συνετιεῖ νηπίους. 131. Το στόμα μου ήνοιξα, καὶ εἵλκυσα πνεῦμα ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐπεπόθουν. 152. Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ, καὶ ἐλέησόν με κατὰ τὸ κρίμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά μου. 135. Τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν σου, καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία. 134. Λύτρωσαν με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς μου. 135. Τὸ πρόσωπόν σου ἐπίφανον ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου. 136. Διεξόδους ὑδάτων κατέδυσαν οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπεὶ οὐκ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου. 137. Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖς αἱ κρίσεις σου. 138. Ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου, καὶ ἀλήθειαν σφόδρα. πρόσκαιρός ἐστιν, οὐδὲ διὰ τῶν ἐντολῶν σου αἰώνιος ὑπάρχει, διὰ τοῦ [τοῦτο] μᾶλλον ἠγάπησα τὰς ἐντο λάς σου. 128. Διὰ τοῦτο πρὸς πάντα τὰ θελήματά σου έτοι μος ήμην, καὶ πᾶσαν ἁμαρτίαν ἀπεστρεφόμην, ἐπειδὴ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν ἀποβλέπω. 129. Πάσης ἐκπλήξεως μετά [μεστά] εἰσι τὰ μαρ τύριά σου δυναμένῳ αὐτὰ νοῆσαι· διὰ τοῦτο ἐπεθύμησα γνῶναι τὴν δύναμιν τῶν Γραφῶν σου. 150. Ἡ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν σου φωτίζει, καὶ εἰς σύνεσιν ἄγει τοὺς νηπίους όντας περὶ τοῦ νοῆσαι. 131. Διψῶν τὴν χάριν σου ἐδεήθην σου, καὶ ἔδωκάς μοι τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον, ἐπειδὴ ἐπεπόθουν τὴν ἑρμηνείαν γνῶναι τῶν Γραφών. 132. Καθὼς ἐφορᾶς τοὺς ἀγαπωντάς σε μετὰ ἐλέους καὶ οἰκτιρμῶν, οὕτως καμὲ ἔπιδε, καὶ ἐλέει με. 153. Την προθυμίαν τῆς καρδίας μου ποίησον ἐξ ἀκολουθεῖν τῷ θελήματί σου, καὶ μὴ ἰσχύσῃ πᾶσα δύναμις τοῦ διαβόλου ἀποστῆσαι με τῆς πρὸς σὲ ἀγάπης. 134. Λύτρωσαι με ἀπὸ πάσης ἀφορμῆς τῶν δαιμόνων, καὶ πληρώσω τὰς ἐντολάς σου. 135. Τὸ φῶς τῆς χάριτός σου ἀνάτειλον ἐν τῇ καρ δίᾳ μου, καὶ δίδαξόν με νοεῖν, καὶ ποιεῖν τὰ δικαιώματα σου. 136. Ποταμούς δακρύων κατήγαγον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μου κλαίων, καὶ ἐνθυμούμενος, ὅτι οὐκ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου. 137. Δικαιοκρίτης εἶ, Κύριε, καὶ οὐκ ἔστι προσωποληψία παρα σοί. 138. Προσέταξας εἰς μαρτυρίαν σου δικαιοσύνην ποιεῖν, καὶ μηδὲν καθ᾽ ὑπόκρισιν.
S. ATHANASII OPP. PARS
128. Propterea ad omnia mandata tua dirigebar:
omnem viam iniquam odio habui.
129. Mirabilia testimonia tua: ideo scrutata est
ea anima mea.
130. Declaratio sermonum tuorum illuminat, et
intellectum dat parvulis.
131. Os meum aperui, et attraxi spiritum: quia
mandata tua desiderabam.
132. Aspice in me, et miserere mei secundum
judicium diligentium nomen tuum.
133. Gressus meos dirige secundum eloquium
tuum, et non dominetur nei omnis injustitia.
134. Redime me a calumniis hominum, et custodiam mandata tua.
135. Faciem tuam illumina super servum tuum,
et doce me justificationes tuas.
136. Exitus aquarum deduxerunt oculi mei: quia
nou custodivi legem tuam.
137. Justus es, Domine, et rectum judicium
tuumn.
138. Mandasti justitiam testimonia tua, et veritatem tuam nimis.
III. EXEGETICA.
128. Διὰ τοῦτο πρὸς πάσας τὰς ἐντολάς σου κατ
ωρθούμην· πᾶσαν ὁδὸν ἄδικον ἐμίσησα.
129. Θαυμαστὰ τὰ μαρτύριά σου· διὰ τοῦτο ἐξο
ἐρεύνησεν αὐτὰ ἡ ψυχή σου.
130. Ἡ δήλωσις τῶν λόγων σου φωτιεῖ, καὶ συνετιεῖ νηπίους.
131. Το στόμα μου ήνοιξα, καὶ εἵλκυσα πνεῦμα·
ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐπεπόθουν.
152. Ἐπίβλεψον ἐπ᾿ ἐμὲ, καὶ ἐλέησόν με κατὰ τὸ
κρίμα τῶν ἀγαπώντων τὸ ὄνομά μου.
135. Τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν
σου, καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία.
134. Λύτρωσαν με ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων,
καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς μου.
135. Τὸ πρόσωπόν σου ἐπίφανον ἐπὶ τὸν δοῦλόν
σου, καὶ δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου.
136. Διεξόδους ὑδάτων κατέδυσαν οἱ ὀφθαλμοί μου
ἐπεὶ οὐκ ἐφύλαξα τὸν νόμον σου.
137. Δίκαιος εἶ, Κύριε, καὶ εὐθεῖς αἱ κρίσεις σου.
138. Ἐνετείλω δικαιοσύνην τὰ μαρτύριά σου, καὶ
ἀλήθειαν σφόδρα.
vitiæ temporariæ sunt, neque propter mandata
tua æternæ exsistunt, ideo magis dilexi præcepta tua.
128. Propterea ad omnes tuas voluntates paratus
erain, et omne peccatum abominatus sum, quoniam
in retributionem respicio.
129. Testimonia tua admiratione plena sunt ei,
qui illa intelligere potest; propterea desideravi
agnoscere vim tuarum Scripturarum.
130. Interpretatio Scripturarum tuarum illuminat, et in intellectum adducit, qui infantes sunt in
intelligendo.
134. Sitiens gratiam tuam deprecatus sum te,
et dedisti mihi Spiritum sanctum tuum, quoniam
desiderabam agnoscere Scripturarum interpretationem.
132. Quemadmodum respicis diligentes te cum
misericordia et miseratione, ita etiam me aspice,
et miserere mei.
133. Fac cor meum prompte sequi voluntatem
tuam, et non poterit omnis diaboli potestas abducere me ab amore tuo.
134. Libera me ab omni dæmonum incursu, et
impleƉo mandata tua.
135. Lux gratiæ tuæ fac, ut exoriatur in corde
meo, et doce me intelligere, et facere justificationes luas.
136. Fluvios lacrymarum deduxi ab oculis meis
et cogitans quod non custodivi legem
Remens
Luam.
137. Justus judex es, Domine, et nou est personarum acceptio apud te.
138. Præcepisti facere justitiam in tui testimonium, et nihil per simulationem.
πρόσκαιρός ἐστιν, οὐδὲ διὰ τῶν ἐντολῶν σου αἰώνιος
ὑπάρχει, διὰ τοῦ [τοῦτο] μᾶλλον ἠγάπησα τὰς ἐντο
λάς σου.
128. Διὰ τοῦτο πρὸς πάντα τὰ θελήματά σου έτοι
μος ήμην, καὶ πᾶσαν ἁμαρτίαν ἀπεστρεφόμην, ἐπειδὴ
εἰς τὴν μισθαποδοσίαν ἀποβλέπω.
129. Πάσης ἐκπλήξεως μετά [μεστά] εἰσι τὰ μαρ
τύριά σου δυναμένῳ αὐτὰ νοῆσαι· διὰ τοῦτο ἐπεθύ
μησα γνῶναι τὴν δύναμιν τῶν Γραφῶν σου.
150. Ἡ ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν σου φωτίζει, καὶ εἰς
σύνεσιν ἄγει τοὺς νηπίους όντας περὶ τοῦ νοῆσαι.
131. Διψῶν τὴν χάριν σου ἐδεήθην σου, καὶ ἔδωκάς
μοι τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον, ἐπειδὴ ἐπεπόθουν τὴν
ἑρμηνείαν γνῶναι τῶν Γραφών.
132. Καθὼς ἐφορᾶς τοὺς ἀγαπωντάς σε μετὰ ἐλέους
καὶ οἰκτιρμῶν, οὕτως καμὲ ἔπιδε, καὶ ἐλέει με.
153. Την προθυμίαν τῆς καρδίας μου ποίησον ἐξἀκολουθεῖν τῷ θελήματί σου, καὶ μὴ ἰσχύσῃ πᾶσα
δύναμις τοῦ διαβόλου ἀποστῆσαι με τῆς πρὸς σὲ
ἀγάπης.
134. Λύτρωσαι με ἀπὸ πάσης ἀφορμῆς τῶν δαιμό
νων, καὶ πληρώσω τὰς ἐντολάς σου.
135. Τὸ φῶς τῆς χάριτός σου ἀνάτειλον ἐν τῇ καρ
δίᾳ μου, καὶ δίδαξόν με νοεῖν, καὶ ποιεῖν τὰ δικαιώ
ματά σου.
136. Ποταμούς δακρύων κατήγαγον ἀπὸ τῶν ὀφθαλ
μῶν μου κλαίων, καὶ ἐνθυμούμενος, ὅτι οὐκ ἐφύλαξα
τὸν νόμον σου.
137. Δικαιοκρίτης εἶ, Κύριε, καὶ οὐκ ἔστι προσωποληψία παρα σοί.
138. Προσέταξας εἰς μαρτυρίαν σου δικαιοσύνην
ποιεῖν, καὶ μηδὲν καθ᾽ ὑπόκρισιν.
col. 1201–1202page 306 of 376
PG 27:1201159. Εξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου· ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου. 140. Πεπυρωμένον τὸ λόγιόν σου σφόδρα, και δοῦλός σου ἠγάπησεν αὐτό. 141. Νεώτερος ἐγώ εἰμι καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δι καιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην. 142. Η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια. 143. Θλίψεις καὶ ἀνάγκαι εὔροσάν με, αἱ ἐντολαί σου μελέτη μου. 144. Δικαιοσύνη τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα, συνέτισόν με, καὶ ζήσομαι. 145. Εκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, ἐπάκουσόν μου, Κύριε, τὰ δικαιώματα σου ἐκζητήσω. 146. Εκέκραξά σοι, σῶσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρ τύριά σου. 147. Προέφθασα ἐν ἀωρία καὶ ἐκέκραξα, εἰς τοὺς λόγους σου ἐπήλπισα. 139. Εμαράνθην ὅλος ἀπὸ τοῦ ζήλου περ. σε, ὅτι ὁρῶ τοὺς αἱρετικοὺς ἐναντία τῶν Γραφῶν σου λα βόντας περὶ τῆς πίστεώς σου. 140. Ἐπειδὴ πῦρ αὐτὸς ὑπάρχει (ὑπάρχεις], πεπυρακτωμένα καὶ τὰ λόγιά σου εἰσι πρὸς τὸ κατακαίειν ξύλα, χόρτον, καλάμου [καλάμην], τουτέστι ταῖς πονηραῖς πράξεσι [τὰς πονηρὰς πράξεις]. Ὁ δὲ δοῦλός σου ὑπάρχων ἀγαπᾷ τὸ λόγιόν σου, ἐπειδὴ πεπυρωμένον ὑπάρχων καταφθείρει τὰς ἀκάνθας τοῦ βίου. 141. Ἐγὼ νῦν ἐρξάμην τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς σὲ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάντες όνειδός με ἔχου σιν ὡς ἁμαρτωλόν· ἐγὼ δὲ ὀνειδιζόμενος ὑπ' αὐτῶν τὰ δικαιώματά σου ἐφύλαττον. 142. Ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστιν εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πάντα ὅσα ἐπηγγείλω περὶ τῶν μελ λόντων ἀγαθῶν ἀλήθειά ἐστιν. 143. Ενδεια, καὶ διωγμὸς εὔροσάν με, ἐγὼ δὲ ὑπὸ εμνησκόμην (α), ὅτι περιείπας· Μακάριοι οἱ πεινῶντες [καὶ διψώντες τὴν δικαιοσύνην], καὶ μακά ριοί έστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, καὶ διώξωσι. 144. Δικαιοσύνη ἐστὶ τὰ μαρτύριά σου καὶ εἰς τὸν νῦν, καὶ εἰς μέλλοντα αἰῶνα· συνέτισόν με αὐτὰ, καὶ ζήσομαι δι' αὐτῶν. 143. Κύριε, μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω· ἐπιβλέψω γὰρ εἰς τὰς Γραφάς σου, καὶ ἐπὶ γνῶσιν τί [καὶ ἐπέγνωκα τί] οὐκ ἐπλήρωσα ἐν αὐταῖς, καὶ τοῦτό σοι ἀποπληρώσω. 146. Ἐν ὀδύνῃ τῆς καρδίας μου πρὸς σέ· βεβυθισμένον ὄντα με ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας σῶσον, ὡς ἔσω σας τὸν Πέτρον ἐν τῷ κλύδωνι τῆς θαλάσσης, καὶ οὐκ ἂν ἐάσω τὰ μαρτύριά σου. 147. Ὡς ἑώρακα ἡσυχάζουσαν τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐνοχλουσῶν αὐτὴν, ἐξωμολογούμην σοι τὰς ἁμαρ τίας μου· ἤλπισα γὰρ εἰς τοὺς λόγους σου, ὅτι ἧς εἰρηκώς· Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ Ξεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. (α) ύπεμιμνησκόμην, ὅτιπερ εἶπας, 1217, Ν. 164.
159. Εξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου· ὅτι ἐπελάθοντο τῶν
λόγων σου οἱ ἐχθροί μου.
140. Πεπυρωμένον τὸ λόγιόν σου σφόδρα, και
δοῦλός σου ἠγάπησεν αὐτό.
141. Νεώτερος ἐγώ εἰμι καὶ ἐξουδενωμένος, τὰ δι
καιώματά σου οὐκ ἐπελαθόμην.
142. Η δικαιοσύνη σου δικαιοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα,
καὶ ὁ νόμος σου ἀλήθεια.
143. Θλίψεις καὶ ἀνάγκαι εὔροσάν με, αἱ ἐντολαί
σου μελέτη μου.
144. Δικαιοσύνη τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα,
συνέτισόν με, καὶ ζήσομαι.
145. Εκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου, ἐπάκουσόν
μου, Κύριε, τὰ δικαιώματα σου ἐκζητήσω.
146. Εκέκραξά σοι, σῶσόν με, καὶ φυλάξω τὰ μαρ
τύριά σου.
147. Προέφθασα ἐν ἀωρία καὶ ἐκέκραξα, εἰς τοὺς
λόγους σου ἐπήλπισα.
PSAL. CXVII.
159. Tabescere me fecit zelus meus: quia obliti
sunt verba tua inimici mei.
140. Ignitum eloquium tuum vehementer, et servus tuus dilexit illud.
141. Adolescentulus sum ego et contemptus, justificationes tuas non sum oblitus.
142. Justitia tua, justitia in æternum, et lex tua
veritas.
143. Tribulatio et angustiæ invenerunt me, mandata tua meditatio mea est.
144. Justitia testimonia tua in æternum, intellectum da mihi, et vivam.
145. Clamavi in toto corde meo, exaudi me, Domine, justificationes tuas requiram.
446. Clamari ad te, salvum me fac, et custodiam
mandata tua.
147. Præveni in maturitate. et clamavi: quia in
verba tua supersperavi.
139. Εμαράνθην ὅλος ἀπὸ τοῦ ζήλου περ. σε, ὅτι
ὁρῶ τοὺς αἱρετικοὺς ἐναντία τῶν Γραφῶν σου λαβόντας περὶ τῆς πίστεώς σου.
140. Ἐπειδὴ πῦρ αὐτὸς ὑπάρχει (ὑπάρχεις], πεπυρακτωμένα καὶ τὰ λόγιά σου εἰσι πρὸς τὸ κατακαίειν
ξύλα, χόρτον, καλάμου [καλάμην], τουτέστι ταῖς
πονηραῖς πράξεσι [τὰς πονηρὰς πράξεις]. Ὁ δὲ δοῦλός
σου ὑπάρχων ἀγαπᾷ τὸ λόγιόν σου, ἐπειδὴ πεπυρωμένον ὑπάρχων καταφθείρει τὰς ἀκάνθας τοῦ βίου.
141. Ἐγὼ νῦν ἐρξάμην τοῦ ἐπιστρέψαι πρὸς σὲ
ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάντες όνειδός με ἔχουσιν ὡς ἁμαρτωλόν· ἐγὼ δὲ ὀνειδιζόμενος ὑπ' αὐτῶν
τὰ δικαιώματά σου ἐφύλαττον.
142. Ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστιν εἰς
τὸν αἰῶνα, καὶ πάντα ὅσα ἐπηγγείλω περὶ τῶν μελ
λόντων ἀγαθῶν ἀλήθειά ἐστιν.
143. Ενδεια, καὶ διωγμὸς εὔροσάν με, ἐγὼ δὲ ὑπὸ
εμνησκόμην (α), ὅτι περιείπας· Μακάριοι οἱ πεινῶν
τες [καὶ διψώντες τὴν δικαιοσύνην], καὶ μακάριοί έστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, καὶ διώξωσι.
144. Δικαιοσύνη ἐστὶ τὰ μαρτύριά σου καὶ εἰς τὸν
νῦν, καὶ εἰς μέλλοντα αἰῶνα· συνέτισόν με αὐτὰ, καὶ
ζήσομαι δι' αὐτῶν.
143. Κύριε, μακροθύμησον ἐπ' ἐμοὶ, καὶ πάντα
σοι ἀποδώσω· ἐπιβλέψω γὰρ εἰς τὰς Γραφάς σου,
καὶ ἐπὶ γνῶσιν τί [καὶ ἐπέγνωκα τί] οὐκ ἐπλήρωσα
ἐν αὐταῖς, καὶ τοῦτό σοι ἀποπληρώσω.
146. Ἐν ὀδύνῃ τῆς καρδίας μου πρὸς σέ· βεβυθι
σμένον ὄντα με ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας σῶσον, ὡς ἔσωσας τὸν Πέτρον ἐν τῷ κλύδωνι τῆς θαλάσσης, καὶ
οὐκ ἂν ἐάσω τὰ μαρτύριά σου.
147. Ὡς ἑώρακα ἡσυχάζουσαν τὴν ψυχήν μου ἀπὸ
τῶν ἐνοχλουσῶν αὐτὴν, ἐξωμολογούμην σοι τὰς ἁμαρ
τίας μου· ἤλπισα γὰρ εἰς τοὺς λόγους σου, ὅτι ἧς
εἰρηκώς· Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ
Ξεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
139. Emarcui totus ob zelum erga te, quoniam
video hæreticos contraria fidei tuæ sumentes e
Scripturis tuis.
140. Quoniam ignis ipse es, et ignita eloquia tua
sunt ad conburendum ligna, fenum, stipulam ",
hoc est improbas actiones. Qui autem servus tuus
est, diligit eloquium tuum, quoniam, cum ignitum.
sit, vitæ spinas comburit.
141. Ego nunc coepi convertere me a peccatis
meis ad te, et omnes me opprobrio habent, tanquam peccatorem; ego autem opprobratus ab ipsis
justificationes tuas custodivi.
142. Faciens justitiam justus est in æternum, et
ea omnia, quæ de venturis bonis promisisti, veritas sunt.
143. Indigentia et persecutio invenerunt me,
ego autem recordatus sum, quoniam dixisti: Beati
qui esuriunt et sitiunt justitiam], et beati estis, cum
maledixerint vobis, et persecuti vos fuerint“.
144. Justitia sunt testimonia tua, et in præsenti,
et in futuro sæculo, fac ut ea intelligam, et per
ipsa vivam.
145. Domine, patienter mecum age, et omnia
reddam tibi respiciam enim in Scripturas tuas,
et cognoscam quid non implevi in ipsis, et hoc
tibi adimplebo.
146. Clamavi in dolore cordis mei ad te; submersum me a peccato salva, quemadmodum salvasti Petrum in fluctu maris, et non relinquam
testimonia tua.
147. Ut vidi animam meam quiescentem a perturbantibus eam, confessus sum tibi peccata mea;
speravi enim in sermonibus tuis, quoniam dixisti:
Venite ad me, omnes qui laboratis et onerati estis,
el ego reficiam vos “.
Matth. xi, 28.
“1 Cor. 111, 12. 65 Matth. v, 6, 11.
(α) Lege ύπεμιμνησκόμην, ὅτιπερ εἶπας, ut eol. 1217, Ν. 164.
col. 1203–1204page 307 of 376
PG 27:1203148. Προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ μελετῶν τὰ λόγιά σου. 149. Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός σου, [καὶ] κατὰ τὸ κρῖμά σου ζησόν με. 150. Προσήγγισαν οἱ καταδιώκοντές με ἀνομίᾳ, ἀπὸ δὲ τοῦ νόμου σου ἐμακρύνθησαν. 151. Ἐγγὺς εἶ σὺ, Κύριε, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου ἀλήθεια. 152. Κατ' ἀρχὰς ἔγνων ἐκ τῶν μαρτυρίων σου, ὅτε. εἰς τὸν αἰῶνα ἐθεμελίωσας αὐτά. 153. Ιδε τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην. 154. Κρίνον τὴν κρίσιν μου, καὶ λύτρωσαί με, διά τὸν λόγον σου ζῆσόν με. 155. Μακρὰν ἀπὸ ἁμαρτωλῶν σωτηρία, ὅτι τὰ δι καιώματά σου οὐκ ἐξεζήτησαν. 156. Οἱ οἰκτιρμοί σου πολλοί, Κύριε, κατὰ τὸ κρί μά σου ζῆσόν με. 157. Πολλοὶ οἱ ἐκδιώκοντες με, καὶ θλίβοντές με ἐκ τῶν μαρτυρίων σου οὐκ ἐξέκλινα. 158. Εἶδον ἀσυνετοῦντας, καὶ ἐξετηκόμην, ὅτι τὰ λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο. 159. Ιδε, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα· Κύριε, ἐν τῷ ἐλέει σου ζῆσόν με 148. ᾿Ανῆψαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς καρδίας μου τὸ ἡδέως δέξασθαι τὸ φῶς τῶν Γραφών σου. 149. Καθὼς ἀμέτρητόν ἐστι τὸ ἔλεός σου, οὕτως ἄκουσόν μου, καὶ καθὼς θέλεις, οὕτως ζῆσόν με. 150. Προσέφερον αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἐπιθυμίας πονηράς· ὡσεὶ [ὡς δὲ] εἶδον ἐν ἐμοὶ ὄντα τὸν νόμον σου, ἀφανεῖς ἐγένοντο. 151. Πλησίον εἶ σὺ, Κύριε, τῶν θελόντων προσφεύ-. γειν σοι, καὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου οὐκ εἰσὶ βαρεῖαι. 152. Ἐξ ἀρχῆς συνετίσθην ἐκ τῶν Γραφών σου, ὅτι ἀνίκητά [ἀκίνητά] εἰσι τὰ προστάγματά σου. 153. Μνήσθητι, ὅτι γῆ καὶ σποδός εἰμι, καὶ ἐξελοῦμαί [ἐξελοῦ με] ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, ὅτι μερι μνῶ ἀδιαλείπτως τὸ πῶς πληρώσω τον νόμον σου.. 154. Ὡς δικαιοκρίτης ὑπάρχεις, ἀδικούμενόν με ὑπὸ τῶν δαιμόνων λύτρωσαι, καὶ διὰ τὸν λόγον σου ἔτισόν με [ζησόν με. 155. Ότι εἶπας· Οὐδὲν [οὐδεὶς] ὑμῶν οὐ μὴ ἀδικήσῃ· τεθανατωμένοι εἰσὶν οἱ ἁμαρτωλοί, ὅτι τὴν ἐπαγ Ο γελίαν τῆς ζωῆς τῆς μελλούσης οὐκ ἠθέλησαν. 156. Οἶδα ὅτι ἀμέτρητοι εἰσιν οἱ οἰκτιρμοί σου, ὡς θέλεις, ζῆσόν με. 157. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις. Εμεμνήμην γὰρ εἰπόντ τος σου· Ἐν ύπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν, καὶ ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται. 158. Προσεῖχον τοὺς ἀπολλυμένους, ἐξετηκόμην ἀπὸ τῆς θλίψεως, ὅτι τῷ βουλήματί σου ἀνθίσταντο. 159. Καρδιογνώστα πάντων, οἶδας, ὅτι ἡδέως ἔχω πληρῶσαι τὰς ἐντολάς σου, Κύριε· ἐλεῶν με, καὶ βοηθῶν με, ζησόν με διὰ τῆς χάριτός σου.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
148. Prævenerunt oculi mei ad te diluculo, ut
meditarer cloquia tua.
149. Vocem meam audi secundum misericordiam.
tuam, Domine, [et] secundum judicium tuum vivifica me.
150. Appropinquaverunt persequentes me iniquitati, a lege autem tua longe facti sunt.
151. Prope es tu, Domine, et omnes viæ tuæ veritas.
152. Initio cognovi de testimoniis tuis, quia in
æternum fundasti ea.
155. Vide humilitatem. meam, et eripe me, quia
legem tuam non sum oblitus.
154. Judica judicium meum, et redime me: propter eloquium tuum vivifica me.
155. Longe a peccatoribus salus, quia justificationes tuas non exquisierunt:
156. Misericordiæ tuæ multæ, Domine, secundum
judicium tuum vivifica me.
157. Multi qui persequuntur me, et tribulant me:
a testimoniis tuis non declinavi.
158. Vidi prævaricantes, et tabescebam: quia eloquia tua non custodierunt.
159. Vide, quoniam mandata tua dilexi: Domime, in misericordia tua vivifica me.
EXEGETICA.
148. Προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς ὄρθρον τοῦ
μελετῶν τὰ λόγιά σου.
149. Τῆς φωνῆς μου ἄκουσον, Κύριε, κατὰ τὸ ἔλεός
σου, [καὶ] κατὰ τὸ κρῖμά σου ζησόν με.
150. Προσήγγισαν οἱ καταδιώκοντές με ἀνομίᾳ, ἀπὸ
δὲ τοῦ νόμου σου ἐμακρύνθησαν.
151. Ἐγγὺς εἶ σὺ, Κύριε, καὶ πᾶσαι αἱ ὁδοί σου
ἀλήθεια.
152. Κατ' ἀρχὰς ἔγνων ἐκ τῶν μαρτυρίων σου, ὅτε.
εἰς τὸν αἰῶνα ἐθεμελίωσας αὐτά.
153. Ιδε τὴν ταπείνωσίν μου, καὶ ἐξελοῦ με, ὅτι
τοῦ νόμου σου οὐκ ἐπελαθόμην.
154. Κρίνον τὴν κρίσιν μου, καὶ λύτρωσαί με, διά
τὸν λόγον σου ζῆσόν με.
155. Μακρὰν ἀπὸ ἁμαρτωλῶν σωτηρία, ὅτι τὰ δι
καιώματά σου οὐκ ἐξεζήτησαν.
156. Οἱ οἰκτιρμοί σου πολλοί, Κύριε, κατὰ τὸ κρί
μά σου ζῆσόν με.
157. Πολλοὶ οἱ ἐκδιώκοντες με, καὶ θλίβοντές με
ἐκ τῶν μαρτυρίων σου οὐκ ἐξέκλινα.
158. Εἶδον ἀσυνετοῦντας, καὶ ἐξετηκόμην, ὅτι τὰ
λόγιά σου οὐκ ἐφυλάξαντο.
159. Ιδε, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα· Κύριε, ἐν
τῷ ἐλέει σου ζῆσόν με
148. Vigilaverunt oculi cordis nei ad suaviter excipiendam lucem Scripturarum. tuarum.
149. Sicut immensa est misericordia tua, ita. exaudi me, et secundum voluntatem tuam ita vivifica me.
150. Attulerunt adversariæ potestates improbas
cupiditates; ut vero-viderunt in me exsistentem legem
tuam, disparuerunt.
151. Prope es tu, Domine, volentibus ad te confugere, et omnia mandata tua non sunt onerosa.
152. Ab initio cognovi e Scripturis tuis, quod
invicta [immutabilia] sunt mandata tua.
153. Recordare, quod terra et pulvis sum, et eripe
me ab adversariis potestatibus, quoniam indesinenter sollicitus sum, quomodo impleam legem tuam.
154.Quandoquidem justus judex exsistis, me inique oppressum a dæmonibus libera, et sermone tuo
vivifica me.
155. Quoniam dixisti: Nemo vestrum inique agat;
morti traditi sunt peccatores, quia respuerunt promissionem vitæ venturæ.
150. Novi immensas esse miserationes tuas, secundum voluntatem tuam vivifica me.
157. Contrariæ potestates. Nam recordatus sum
te dixisse: In patientia possidebitis animas vestras º7;
et: Qui sustinuerit in finem, hic salvus erit ª³.
158. Observavi pereuntes, et præ tribulatione ta-.
bescebam, quia voluntati tuæ resistebant.
159. Qui omnium corda noscis, novisti suave
mihi esse implere præcepta tua, Domine, miserens
mei, et adjuvans me vivifica me gratia tua.
67 Luc. xxi, 19.
68 Marc. x!!!, 13.
148. ᾿Ανῆψαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς καρδίας μου τὸ ἡδέως·
δέξασθαι τὸ φῶς τῶν Γραφών σου.
149. Καθὼς ἀμέτρητόν ἐστι τὸ ἔλεός σου, οὕτως
ἄκουσόν μου, καὶ καθὼς θέλεις, οὕτως ζῆσόν με.
150. Προσέφερον αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἐπιθυμίας
πονηράς· ὡσεὶ [ὡς δὲ] εἶδον ἐν ἐμοὶ ὄντα τὸν νόμον
σου, ἀφανεῖς ἐγένοντο.
151. Πλησίον εἶ σὺ, Κύριε, τῶν θελόντων προσφεύ-.
γειν σοι, καὶ πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου οὐκ εἰσὶ βαρεῖαι.
152. Ἐξ ἀρχῆς συνετίσθην ἐκ τῶν Γραφών σου,
ὅτι ἀνίκητά [ἀκίνητά] εἰσι τὰ προστάγματά σου.
153. Μνήσθητι, ὅτι γῆ καὶ σποδός εἰμι, καὶ ἐξελοῦ -
μαι [ἐξελοῦ με] ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, ὅτι μεριμνῶ ἀδιαλείπτως τὸ πῶς πληρώσω τον νόμον σου..
154. Ὡς δικαιοκρίτης ὑπάρχεις, ἀδικούμενόν με ὑπὸ
τῶν δαιμόνων λύτρωσαι, καὶ διὰ τὸν λόγον σου ἔτισόν
με [ζησόν με.
155. Ότι εἶπας· Οὐδὲν [οὐδεὶς] ὑμῶν οὐ μὴ ἀδικήσῃ· τεθανατωμένοι εἰσὶν οἱ ἁμαρτωλοί, ὅτι τὴν ἐπαγ
Ο γελίαν τῆς ζωῆς τῆς μελλούσης οὐκ ἠθέλησαν.
156. Οἶδα ὅτι ἀμέτρητοι εἰσιν οἱ οἰκτιρμοί σου, ὡς
θέλεις, ζῆσόν με.
157. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις. Εμεμνήμην γὰρ εἰπόντ
τος σου· Ἐν ύπομονῇ κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν,
καὶ ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται.
158. Προσεῖχον τοὺς ἀπολλυμένους, ἐξετηκόμην ἀπὸ
τῆς θλίψεως, ὅτι τῷ βουλήματί σου ἀνθίσταντο.
159. Καρδιογνώστα πάντων, οἶδας, ὅτι ἡδέως ἔχω
πληρῶσαι τὰς ἐντολάς σου, Κύριε· ἐλεῶν με, καὶ
βοηθῶν με, ζησόν με διὰ τῆς χάριτός σου.
col. 1205–1206page 308 of 376
PG 27:1205160. Αρχὴ τῶν λόγων σου ἀλήθεια, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα πάντα τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 161. "Αρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου. 162. 'Αγαλλιάσομαι ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά σου, ὡς δ εὑρίσκων σκύλα πολλά. 163. Αδικίαν ἐμίσησα, καὶ ἐβδελυξάμην· τὸν δὲ νό μου σου ἠγάπησα. 164. Επτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε ἐπὶ τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου. 165. Εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάνδαλον. 166. Προσεδόχων τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα. 167. Εφύλαξεν ή ψυχή μου τὰ μαρτύριά σου, καὶ ἠγάπησεν αὐτὰ σφόδρα. 168. Εφύλαξα τὰς ἐντολάς σου καὶ τὰ μαρτύριά σου· ὅτι πᾶσαι αἱ ὁδοί μου ἐναντίον σου, Κύριε. 169. Ἐγγισάτω ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, Κύριε, κατὰ τὸ λόγιόν σου συνέτισόν με. 160. Ἀρχὴ τῶν προσταγμάτων σου τὸ πιστεύειν εἰς σέ, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἀπόδοσις ἑκάστου κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. 161. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἦλθον κατέχειν με εἰς μα ταιότητα ματαιοτήτων, καὶ ἐπιμνησθεὶς τῆς αἰωνίου κρίσεως ἐφοβήθη ή καρδία μου εἶναι σὺν αὐτοῖς. 162. Οὕτως χαίρω εἰς τὰ λόγιά σου, ὡς ὁ εὑρίσκων Θησαυρὸν ἀμέτρητον. 163. Πᾶσαν ἁμαρτίαν ἐμίσησα, καὶ βδελύσσομαι τὸ δὲ ἀγαπᾶν σε καὶ τὸν πλησίον, χαρά μου ἐστιν. 164. Τὸ μὲν πρῶτον· ἀπαύστως ᾔνεσά σοι, ἐπιτελῶ διεγείρων ἀγαθὴν τὴν δικαιοσύνην σου· καὶ ἑτέ ρως δὲ πάλιν νοεῖται· ὅτι διὰ τῶν ἑπτὰ χαρισμάτων τοῦ φωτός σου τῶν ἐν τοῖς προστάγμασι τῆς δικαιοσύνης σου ήνεσά σε ἔργῳ καὶ λόγῳ. 165. Οἱ πόθον ἔχοντες πληρῶσαι τὸν νόμον σου οὐ πολεμοῦνται ὑπό τινος, οὐδέ ἐστιν ἐν αὐτοῖς ἐπιθυμία τις πονηρά· ἔχοντες γὰρ ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἀμέτρη τον χάριν σου, ἣν ἠγάπησας, βοηθοῦσι, καὶ διδάσκουσιν αὐτούς. 166. ᾿Απέβλεπον εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, Κύριε, καὶ διὰ τοῦτο ἅπερ προσέταξάς μοι, ἡδέως εἶχον. 167. Μέμνηται ἀεὶ τῶν παθημάτων σου ἡ ψυχή μου, καὶ ἐγκείμενά ἐστιν ἀεὶ διὰ τῆς μνήμης εἰς τὴν διά νοιαν αὐτῆς πάνυ. 168. Εφύλαξα ἐν ἐμαυτῷ ὅπερ προσέταξάς μοι, καὶ διεμαρτύρουν μοι πάντες σφόδρα, ὥσπερ ἐπιτε Τῶν [ὅπερ ἐπετέλουν] ἔργῳ καὶ λόγῳ. μ 169. Οὕτως ἰσχυρὰν, καὶ δυνατὴν ποίησον τὴν δέη σίν μου, ὥστε δυνηθῆναι αὐτὴν ἀνελθοῦσαν πλησίον σου εὑρεθῆναι. "Η πάλιν· Αὐτὸς ἑαυτὸν κλίνας διὰ τῆς φιλανθρωπίας πλησίον αὐτῆς γένου [γενοῦ]; ἵνα οὔτε [οὕτως, ἐγγίσῃ μου, καὶ καθὼς εἶπας, Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, δός μοι αιτουμένῳ τὴν χάριν. σου, καὶ ἐν αὐτῇ συνέτισόν με.
160. Αρχὴ τῶν λόγων σου ἀλήθεια, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα
πάντα τὰ κρίματα τῆς δικαιοσύνης σου.
161. "Αρχοντες κατεδίωξάν με δωρεάν, καὶ ἀπὸ τῶν
λόγων σου ἐδειλίασεν ἡ καρδία μου.
162. 'Αγαλλιάσομαι ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά σου, ὡς δ
εὑρίσκων σκύλα πολλά.
163. Αδικίαν ἐμίσησα, καὶ ἐβδελυξάμην· τὸν δὲ νόμου σου ἠγάπησα.
164. Επτάκις τῆς ἡμέρας ᾔνεσά σε ἐπὶ τὰ κρίματα
τῆς δικαιοσύνης σου.
165. Εἰρήνη πολλὴ τοῖς ἀγαπῶσι τὸν νόμον σου, καὶ
οὐκ ἔστιν αὐτοῖς σκάνδαλον.
166. Προσεδόχων τὸ σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ τὰς
ἐντολάς σου ἠγάπησα.
167. Εφύλαξεν ή ψυχή μου τὰ μαρτύριά σου, καὶ
ἠγάπησεν αὐτὰ σφόδρα.
168. Εφύλαξα τὰς ἐντολάς σου καὶ τὰ μαρτύριά
σου· ὅτι πᾶσαι αἱ ὁδοί μου ἐναντίον σου, Κύριε.
169. Ἐγγισάτω ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, Κύριε,
κατὰ τὸ λόγιόν σου συνέτισόν με.
PSAL. CXVIII.
160. Principium verborum tuorum veritas, et in
æternum) omnia judicia justitiæ tuæ.
161. Principes persecuti sunt me gratis, et a ver
bis tuis formidavit cor meum.
162. Lætabur ego super eloquia tua, sicut qui invenit spolia multa.
163. Iniquitatem odio habui, et abominatus sum:
legem autem tuam dilexi.
164. Septies in die laudem dixi tibi, super judicia justitiæ tuæ.
165. Pax multa diligentibus legem tuam, et non
est illis scandalum.
166. Exspectabam salutare tuum, Domine, et mandala tua dilexi.
167. Custodivit anima mea testimonia tua, et &-
lexit ea vehementer.
168. Servavi mandata tua et testimonia tua: quis
Domine.
omnes viæ meæ in conspectu tuo,
169. Appropinquet deprecatio mea in conspectu
tuo, Domine, juxta eloquium tuum da mihi intellectum.
160. Ἀρχὴ τῶν προσταγμάτων σου τὸ πιστεύειν εἰς
σέ, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἀπόδοσις ἑκάστου κατὰ
τὰ ἔργα αὐτοῦ.
161. Αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἦλθον κατέχειν με εἰς μα
ταιότητα ματαιοτήτων, καὶ ἐπιμνησθεὶς τῆς αἰωνίου
κρίσεως ἐφοβήθη ή καρδία μου εἶναι σὺν αὐτοῖς.
162. Οὕτως χαίρω εἰς τὰ λόγιά σου, ὡς ὁ εὑρίσκων
Θησαυρὸν ἀμέτρητον.
163. Πᾶσαν ἁμαρτίαν ἐμίσησα, καὶ βδελύσσομαι·
τὸ δὲ ἀγαπᾶν σε καὶ τὸν πλησίον, χαρά μου ἐστιν.
164. Τὸ μὲν πρῶτον· ἀπαύστως ᾔνεσά σοι, επιτελῶ διεγείρων ἀγαθὴν τὴν δικαιοσύνην σου· καὶ ἑτέ
ρως δὲ πάλιν νοεῖται· ὅτι διὰ τῶν ἑπτὰ χαρισμάτων
τοῦ φωτός σου τῶν ἐν τοῖς προστάγμασι τῆς δικαιοσύνης σου ήνεσά σε ἔργῳ καὶ λόγῳ.
165. Οἱ πόθον ἔχοντες πληρῶσαι τὸν νόμον σου οὐ
πολεμοῦνται ὑπό τινος, οὐδέ ἐστιν ἐν αὐτοῖς ἐπιθυμία τις πονηρά· ἔχοντες γὰρ ἐν ἑαυτοῖς τὴν ἀμέτρητον χάριν σου, ἣν ἠγάπησας, βοηθοῦσι, καὶ διδάσκουσιν αὐτούς.
166. ᾿Απέβλεπον εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν, Κύριε, καὶ
διὰ τοῦτο ἅπερ προσέταξάς μοι, ἡδέως εἶχον.
167. Μέμνηται ἀεὶ τῶν παθημάτων σου ἡ ψυχή μου,
καὶ ἐγκείμενά ἐστιν ἀεὶ διὰ τῆς μνήμης εἰς τὴν διά
νοιαν αὐτῆς πάνυ.
168. Εφύλαξα ἐν ἐμαυτῷ ὅπερ προσέταξάς μοι,
καὶ διεμαρτύρουν μοι πάντες σφόδρα, ὥσπερ ἐπιτεΤῶν [ὅπερ ἐπετέλουν] ἔργῳ καὶ λόγῳ.
160. Initium mandatorum tuorum credere in te,
et in venturo sæculo retributionem cuique secundum opera ejus.
161. Contrariæ potestates venerunt, ut detinerent
me in vanitate vanitatum, et recordatus æterni judicii extimuit cor meum esse cum ipsis.
162. Ita gaudeo in eloquiis tuis, sicut qui immensum thesaurum invenit.
163. Odio habui, et abominor omne peccatum; diligere autem te et proximum, gaudium neum est.
164. Primum quidem: incessanter laudavi te,
perago excitans justitiam tuam bonam: aliter autem etiam intelligitur: quod per septem lucis tuæ:
dona, quæ in præceptis justitiæ tuæ sunt, opere, et.
verbo laudavi te.
165. Qui desiderant implere legem tuam, anemine impugnantur, neque est in ipsis aliqua improba
cupiditas: habentes enim in seipsis immensam tuam
gratiam. quam dilexisti, adjuvant, et docent eos.
166. Respexi in æternam vitam, Domine, et propterea quæ præcepisti mihi, suavia nihi fuerunt.
167. Recordata est semper passionum tuarum anima mea, et recordatione semper infixæ sunt in mente ejus valde.
μ
168. Custodivi in me ipso quod præcepisti mihi,
et testabantur mihi omnes vehementer, quod opere
et sermone perficiebam.
169. Ita validam ac potentem redde precationem
meam, ut proxime ad te valeat ipsa pervenire. Aut
alio modo: humanitate te ipsum inclinans prope
eani sis, ut hoc modo mihi appropinques, et quemadmodum dixisti: Pelile, et dabitur vobis co,
169. Οὕτως ἰσχυρὰν, καὶ δυνατὴν ποίησον τὴν δέησίν μου, ὥστε δυνηθῆναι αὐτὴν ἀνελθοῦσαν πλησίον
σου εὑρεθῆναι. "Η πάλιν· Αὐτὸς ἑαυτὸν κλίνας διὰ
τῆς φιλανθρωπίας πλησίον αὐτῆς γένου [γενοῦ]; ἵνα
οὔτε [οὕτως, ἐγγίσῃ μου, καὶ καθὼς εἶπας, Αἰτεῖτε,
καὶ δοθήσεται ὑμῖν, δός μοι αιτουμένῳ τὴν χάριν. mihi petenti ratiam tuam, et in ipsa da mihi intelσου, καὶ ἐν αὐτῇ συνέτισόν με.
lectum.
69 da
es Matth. vi, 7.
col. 1207–1208page 309 of 376
PG 27:1207170. Εἰσέλθοι τὸ ἀξίωμά μου ἐνώπιόν σου, κατὰ τὸ λόγιόν σου ῥῦσαί με. Μακάριοι, Κύριε, 171. Εξερεύξαιντο τὰ χείλη μου ὕμνον, ὅταν διδά ξης με τὰ δικαιώματά σου. 172. Φθέγξατο ἡ γλῶσσά μου τὰ λόγιά σου, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου δικαιοσύνη. 175. Γενέσθω ή χείρ σου τοῦ σῶσαι με, ὅτι τὰς ἐν τολάς σου ᾑρετισάμην. 174. Ἐπεπόθησα το σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ ὁ νόμος σου μελέτη μου ἐστι. 175. Ζήσεται ἡ ψυχή μου, καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ κρίματά σου βοηθήσει μοι. 176. Επλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην. Οι πορευόμενοι, Μακάριοι, Ἐν ὅλῃ, Οὐ γάρ, Η προκειμένη επιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάρεως περιέχει, Έρμηνεύεται διαφόρως καὶ πολυτρόπως εἰς, ἡμᾶς προτρεπόμενον. 1. Μακάριοι οἱ κατὰ τὸν Ἰώβ. Τὸ ᾿Αλερ, τὸ διὰ τῆς κινναβάρεως παρακείμενον, ἑρμηνεύεται ἀρχὴ στόματος, τουτέστιν ὁ δυνάμενος μὴ πταίειν ἐν λόγῳ, οὗτος τέλειος ἀνήρ. το τι 170. ῎Ανοιξον τὰς πύλας τῶν οὐρανῶν σου, καὶ τὴν παράκλησιν μου δέξαι, καθὼς εἶπας· Ἐπικαλέσεται με επικάλεσαι με] ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου, καὶ έξελοῦμαι σε, καὶ δοξάσεις με· οὕτως νῦν, δεξα μένου μου τὴν παράκλησιν, ῥῦσαί με. 171. 'Ανέπεμψα [αναπέμψω] ύμνον δοξάζων σε ὅταν φωτίσῃς με τὰ δικαιώματά σου, καὶ νοεῖν, καὶ πράττειν. 172. Λαλήσω τὸν λόγον σου μετά παρρησίας, ότι ἀπ' ἀρχῆς ἕως τέλους δικαιοσύνη εἰαὶν, ἅπερ ἐνετείλω ὑμῖν [ἡμῖν]. 173. Εὐτρέπισον τὴν χάριν σου [εἰς τὸ] φυλάττειν με, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξελεξάμην. 174. Επεπόθησα γνώναι, Κύριε, τὴν φανέρωσιν τῶν προσταγμάτων σου· διὰ τοῦτο ἐπιζητῷ ἑκάστης Γραφῆς τὴν ἐπίλυσιν. 175. Ζωοποίησον την ψυχήν μου διὰ τῆς χάριτός σου, καὶ αἰνέσει [σε ] δι' αὐτῆς· καὶ τὰ κρίματά σου ὅπλα μοι γένοιντα κατὰ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 176. Επλανήθην καταλιπών σε τὸν ἀληθινὸν ποι μένα· ἀλλὰ γινώσκεις ποῦ εἰμι· θέλησον εὑρεῖν με, ὅτι καὶ πεπλανημένος ὢν ὡς πρόβατον ἀναβοῶν ζη τῶν [ζητῶ ] σε, καὶ τὴν σὴν ποίμνην, φοβούμενος, μήποτε διὰ τῆς ἁμαρτίας μου καὶ θηριάλωτος γένω μαι ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. Οἱ ἀπεχόμενοι, Μακάριοι, 4. Θερμοί, τὸ πῶς, ἔνοικον ἐν αὐτοῖς. 5. Οἱ γὰρ λεγόμενοι, τοῖς προστάγμασιν αυ τοῦ οὐ πείθονται.
S. ATHANASI OPP. PARS III. EXEGETICA.
170. Εἰσέλθοι τὸ ἀξίωμά μου ἐνώπιόν σου,
κατὰ τὸ λόγιόν σου ῥῦσαί με.
170. Intret postulatio mea in conspectu tuo, Domine, secundum eloquium tuum eripe me.
171. Eructabunt labia nea hymnum, cum docueris me justificationes tuas.
172. Pronuntiabit lingua mea eloquium tuum,
quia omnia mandata tua æquitas.
173. Fiat manus tua ut salvet me, quoniam mandata tua elegi.
174. Concupivi salutare tuum Domine, et lex tua
meditatio mea est.
175. Vivet anima mea, et laudabit te, et judicia
lua adjuvabunt me.
176. Erravi sicut ovis quæ periit, quære servum
suum, quia mandata tua non sum oblitus.
1. Μακάριοι, etc. Beati, etc.
Κύριε,
171. Εξερεύξαιντο τὰ χείλη μου ὕμνον, ὅταν διδά
ξης με τὰ δικαιώματά σου.
172. Φθέγξατο ἡ γλῶσσά μου τὰ λόγιά σου, ὅτι
πᾶσαι αἱ ἐντολαί σου δικαιοσύνη.
175. Γενέσθω ή χείρ σου τοῦ σῶσαι με, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ᾑρετισάμην.
174. Ἐπεπόθησα το σωτήριόν σου, Κύριε, καὶ ὁ
νόμος σου μελέτη μου ἐστι.
175. Ζήσεται ἡ ψυχή μου, καὶ αἰνέσει σε, καὶ τὰ
κρίματά σου βοηθήσει μοι.
176. Επλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός· ζήτησον
τὸν δοῦλόν σου, ὅτι τὰς ἐντολάς σου οὐκ ἐπελαθόμην.
TAA. PIH'. PSAL. CXVIII.
2. Οι πορευόμενοι, etc. Qui ambulant, etc.
3. Μακάριοι, etc. Beati, etc..
4. Ἐν ὅλῃ, etc. in toto, etc.
5. Οὐ γάρ, etc. Non enim, etc.
170. Aperi portas coelorum tuorum, et depreca
rionem meam recipe, quemadmodum dixisti: InDuca me in die tribulationis tua, et eruam te, et glorifcabis me 70: ita nunc excipiens deprecationem
mream libera me.
171. Hymnum rependam glorificans te, cum illuminabis me ad intelligendas et faciendas justificaLanes tuas.
172. Loquar confidenter sermonem tuum, quoniam ab initio usque in finem justitia sunt, quæ
mandasti nobis.
173. Præpara gratiam tuam ad custodiendum me,
quoniam præcepta tua elegi.
174. Desideravi, Domine, cognoscere manifestationem præceptorum tuorum, propterea exquiro
singularum Scripturarum explicationem.
175. Vivifica animam meam per gratiam tuam,
et ejus auxilio te laudabit: et judicia tua arma
mihi sint adversus contrarias potestates.
176. Erravi relinquens te verum pastorem: sed
cognoscis ubi sum; fac ut velis me reperire, quoniam etiam errabundus exsistens, tanquam ovis
clamans quæro te, et gregem tuum, timens ne
propter meum peccatuin et in prædam sim contrariis potestatibus.
Η προκειμένη επιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάρεως
περιέχει, etc. Έρμηνεύεται διαφόρως καὶ πολυτρό
πως εἰς, etc. ἡμᾶς προτρεπόμενον. Titulus prepositus cinnabari scriptus continet, etc. Interpretatur
diverse et varie ad hymnos et laudem nos exhortans.
1. Μακάριοι οἱ κατὰ τὸν Ἰώβ. Τὸ ᾿Αλερ, τὸ διὰ
τῆς κινναβάρεως παρακείμενον, ἑρμηνεύεται ἀρχὴ
στόματος, τουτέστιν ὁ δυνάμενος μὴ πταίειν ἐν
λόγῳ, οὗτος τέλειος ἀνήρ. Beati, qui secundum Job.
Aleph cinnabari versui ascriptum interpretatur
το 'sal. xLIS, 15. τι Jac. 111, 2.
170. ῎Ανοιξον τὰς πύλας τῶν οὐρανῶν σου, καὶ τὴν
παράκλησιν μου δέξαι, καθὼς εἶπας· Ἐπικαλέσεται
με επικάλεσαι με] ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου, καὶ
έξελοῦμαι σε, καὶ δοξάσεις με· οὕτως νῦν, δεξα
μένου μου τὴν παράκλησιν, ῥῦσαί με.
171. 'Ανέπεμψα [αναπέμψω] ύμνον δοξάζων σε
ὅταν φωτίσῃς με τὰ δικαιώματά σου, καὶ νοεῖν, καὶ
πράττειν.
172. Λαλήσω τὸν λόγον σου μετά παρρησίας, ότι
ἀπ' ἀρχῆς ἕως τέλους δικαιοσύνη εἰαὶν, ἅπερ ἐνετεί
λω ὑμῖν [ἡμῖν].
173. Εὐτρέπισον τὴν χάριν σου [εἰς τὸ] φυλάττειν
με, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξελεξάμην.
174. Επεπόθησα γνώναι, Κύριε, τὴν φανέρωσιν
τῶν προσταγμάτων σου· διὰ τοῦτο ἐπιζητῷ ἑκάστης
Γραφῆς τὴν ἐπίλυσιν.
175. Ζωοποίησον την ψυχήν μου διὰ τῆς χάριτός
σου, καὶ αἰνέσει [σε ] δι' αὐτῆς· καὶ τὰ κρίματά σου
ὅπλα μοι γένοιντα κατὰ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
176. Επλανήθην καταλιπών σε τὸν ἀληθινὸν ποι
μένα· ἀλλὰ γινώσκεις ποῦ εἰμι· θέλησον εὑρεῖν με,
ὅτι καὶ πεπλανημένος ὢν ὡς πρόβατον ἀναβοῶν ζη
τῶν [ζητῶ ] σε, καὶ τὴν σὴν ποίμνην, φοβούμενος,
μήποτε διὰ τῆς ἁμαρτίας μου καὶ θηριάλωτος γένωμαι ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
principatus oris, hoc est, qui potest non offendere
in verbo, hic perfectus vir ".
2. Οἱ ἀπεχόμενοι, etc. Qui abstinent, etc.
3. Μακάριοι, etc. Beati, etc.
4. Θερμοί, etc., τὸ πῶς, etc., ἔνοικον ἐν αὐτοῖς.
Ferventes, etc., quomodo eum accipiant inhabitantem in se ipsis.
5. Οἱ γὰρ λεγόμενοι, etc., τοῖς προστάγμασιν αυ
τοῦ οὐ πείθονται. Dicentes enim se esse, etc., pr
ceptis ejus non obediunt.
col. 1209–1210page 310 of 376
PG 27:1209Τὰ δικαιώματά σου, Ἐν τοῖς χείλεσί μου, 19. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς, καὶ κατανοήσω τα 20. Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου, Αποκάλυψον, 31. Καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου, 6. Σὺ εἶπας, τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς. Τα 8. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως σου μή, Τὰ δικαιώματά σου, 12. Πῶς τῶν νεωτερικῶν ἐπιθυμιῶν ἐπιλάθεται τις; Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως παρακείμενον όνομα, τὸ Βὴθ, ἑρμηνεύεται οἶκος. Δηλοῖ δὲ, ὅτι οὕτω κατορθοί τὰ μέλη αὐτοῦ οἶχον Θεοῦ. 15. Ἐν τῷ, τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 17. Οὐχ ὑπεστειλάμην τοῦ διδάξαι, 19. Ἐν ταῖς Γραφαῖς σου, τῆς καρδίας μου, 20. Νυκτὸς καὶ ἡμέρας. 21. Καὶ πληρώσω αὐτοὺς ἔργῳ. Δός, τοῦ ἁγίου σου, 25. Διαχώρισον το σκότος σου, 25. Μὴ ἀνάξιον ἡγήσῃ με τοῦ γνῶναι με τό, 26. Επιποθεί, καὶ οὐ κορέννυται τά, 28. Ἐπὶ ἀπωλείᾳ, πονηρὰς ἀναστροφές 29. "Αφελε, μεμαρτύρησαι ἕκαστον τῶν, 30. Καὶ γάρ, Επισκεπτόμην, 33. Εξωμολογησάμην σοι, καὶ εὐθέως ήθε 34. Τὸν φωτισμόν, καὶ ἀπὸ τῆς τέρψεως οὐ 37. Επεπόθησά σε τόν, Μνημονεύω γὰρ τό, 42. Ἐπειδὴ νήπιος, βαδίσαι, ζητήσω δὲ με 43. Ὑπόταξον, καὶ μὴ εἰς τήν, ἵνα
6. E, etc. Tu, etc., tou deest.
7. "Opɛàov, etc. Utinam, ete.
8. Tóte, etc. Tunc, etc.
9. 'Eopoloropat, etc. Confitebor, etc
10. 'Ev μеμaеnxévat, etc. In eo, quod didici,
etc.
11. Τὰ δικαιώματά σου, etc. Justificationes tuas,
etc.
12. 'Ev tivi, etc. In quo, etc.
13. Ev z quàάactat, etc. In custodiendo, etc.
14. 'Ev öλn, etc. In toto, etc.
45. ’Ev rỉ xapôla, etc. In corde, ete.
16. Eúdoyntás, etc. Benedictus, etc.
17. Ἐν τοῖς χείλεσί μου, etc. In labiis meis, etc.
18. 'Ev 664, etc. In via, etc.
19. Ἐν ταῖς ἐντολαῖς, etc., καὶ κατανοήσω τα
Oxvµásiá sov. In mandatis, etc., et considerabo
mirabilia tua.
20. Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου, etc. In justificationibus tuis, etc.
21. Oúx éniλhooμat, etc. Non obliviscar, etc.
PSAL. GX VIII.
22. 'Avtañódos, etc. Retribue, etc.
23. Αποκάλυψον, etc. Revela, etc.
24. Пápoixos, etc. Incola, etc.
25. Mh àñoxpúns, etc. Non abseondas, etc.
26. 'ETET60rGɛy, etc. Concupivit, etc.
27. 'Enetiunsas, etc. Increpasti, etc.
28. 'Enixarápatot, etc. Maledicti, etc.
29. Пɛpiɛdɛ, etc. Aufer, etc.
30. Kal yáp, etc. Etenim, etc.
31. Καὶ γὰρ τὰ μαρτύριά σου, etc. Nam et testi
monia tua, etc.
32. 'Exollen, etc. Adhæsit, etc.
33. Tàs dos μov, etc. Vias meas, etc.
34. '086v, etc. Viam, etc.
35. 'Evúotakɛv, etc. Dormitavit, etc. `
36. '066v, etc. Viam, etc.
37. 'Oddv álŋjþɛías, etc., xal deest. Viam veritatis, etc.
42. Odhynoóv µɛ, etc. Deduc me, etc.
3. Klivov, etc. Inclina, etc.
6. Σὺ εἶπας, etc., τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς. Τα
dixisti, etc., opera Dei negligenter.
7. Aoon, etc. Det, etc.
8. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως σου μή, etc. In die
judicii non audiam, etc.
9. 'Exow, etc. Tradam, etc.
10. 'Ev tý áxoữσal µɛ, etc. Cum audiero, etc.
11. Τὰ δικαιώματά σου, etc. Justificationes tuas,
etc.
12. Πῶς τῶν νεωτερικῶν ἐπιθυμιῶν ἐπιλάθεται
τις; Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως παρακείμενον όνομα, τὸ
Βὴθ, ἑρμηνεύεται οἶκος. Δηλοῖ δὲ, ὅτι οὕτω κατορθοί
vewtepos tǹv dddy aútoū ¿v té̟ elvai thy fuxhv xal
τὰ μέλη αὐτοῦ οἶχον Θεοῦ. Quomodo juvenilium
cupiditatum quis obliviscitur? Illud cinnabari
ascriptum nomen: Beth interpretatur domus. Significat autem, quod ita corrigit adolescentior viam
suam, si anima et membra ipsius sint domus
Dei.
15. Ἐν τῷ, etc., τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ
διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Cum recordatus
sum, quæ a te dicta, etc., in ignem æternum, quod
paratum est diabolo et angelis ejus "*.
14. 'EĘ Dŋs, etc., hyhon, etc. Ex tota, etc., existimes, etc.
17. Οὐχ ὑπεστειλάμην τοῦ διδάξαι, etc. Non refugi docere, etc.
18. Outws xapãs, etc. Ita gaudio, etc.
19. Ἐν ταῖς Γραφαῖς σου, etc., τῆς καρδίας μου,
etc. In scripturis tuis, etc., cordis mei, etc.
20. Νυκτὸς καὶ ἡμέρας. Die noctuque.
21. Καὶ πληρώσω αὐτοὺς ἔργῳ. Et implebo eos
opere.
22. Δός, etc., τοῦ ἁγίου σου, etc. Da, etc., sancti
tui Spiritus, etc.
· Matth. xxv, 42.
25. Διαχώρισον το σκότος σου, etc. Separa tenebras, etc.
24. Oux Exw, etc. Non habeo, etc.
25. Μὴ ἀνάξιον ἡγήσῃ με τοῦ γνῶναι με τό, etc.
Ne indignum existimes me agnoscere me voluntatem tuam.
26. Επιποθεί, etc., καὶ οὐ κορέννυται τά, etc.
Desiderat anima mea, et non satiatur facere.
27. Tip diaбódy, etc. Diabolum, etc.
28. Ἐπὶ ἀπωλείᾳ, etc., πονηρὰς ἀναστροφές
Topзvóμɛvot. In interitum, etc., ad pristinas iniquas
suas conversationes revertuntur.
29. "Αφελε, etc., μεμαρτύρησαι ἕκαστον τῶν, etc.
Adime, etc.
30. Καὶ γάρ, etc. Επισκεπτόμην, etc. Etenim, etc.
31. Kal yàp pɛɛtwv, etc. Etenim, etc.
32. 'Etansivúðŋy, etc. Humiliatus sum, etc.
33. Εξωμολογησάμην σοι, etc., καὶ εὐθέως ήθε
Aŋoás pɛ, etc. Confessus sum tibi, etc., et statim
voluisti me, etc.
34. Τὸν φωτισμόν, etc., καὶ ἀπὸ τῆς τέρψεως οὐ
Dлaúsoμal µeλetwv ¿v t√, etc. Illuminationem, etc.,
et præ delectatione non cessabo meditans in, etc.
35. Be600 atat, etc. Submersa est, etc.
36. 'Améλasov, etc. Expelle, etc., secundum ɲɛ
deest.
37. Επεπόθησά σε τόν, etc. Μνημονεύω γὰρ τό,
etc. Desideravi te filium, etc., memini enim tremendi, etc.
42. Ἐπειδὴ νήπιος, etc. βαδίσαι, etc., ζητήσω δὲ
thy, etc., με mεpiñately, etc. Quoniam infans, etc.,
incedere, etc., quæram autem viam, etc., et fac me
inambulare in ipsis.
43. Ὑπόταξον, etc., καὶ μὴ εἰς τήν, etc., ἵνα
elul, etc. Subjice, etc., et non, etc., ut sim, etc.
col. 1211–1212page 311 of 376
PG 27:1211Απόστρεψον, Ἐν τῇ ὁδῷ, Στήσον, Περίελε, Ιδού, Καὶ ἔλθοι, 50. Καὶ ἀποκριθήσομαι, 51. Οτι ἤλπισα ἐπὶ τοὺς λόγους σου. Καὶ μή, Καὶ φυλάξω, Καὶ ἐπορευόμην, Καὶ ἐλάλουν, 56. Καὶ ἐμελέτων, αἷς ἠγάπησα, Καὶ ἦρα, Καὶ ἠδολέσχουν, Μνήσθητι, Αὕτη, Ὅτι τὸ λόγιόν σου, 62. Υπερήφανοι παρηνόμουν, Εμνήσθην, Αθυμία, Ψαλτά, Εμνήσθην, Αὕτη, 68. Μερίς μου, φυλάξασθαι τὰς ἐντολὰς σου. Ἐδεήθην, Διελογισάμην, Ητοιμάσθην, Σχοινία, Καὶ τοῦ νόμου, Μεσονύκτιον, Μέτοχος, Τοῦ ἑλέους, 77. Χρηστότητα, κατὰ τὸ λόγιόν σου. Ἐπληθύνθη, Ετυρώθη, Αἱ χεῖρές σου, Συνέτισόν με, εἰε. Οἱ φοβούμενοί σε, 44. Φώτισον, προσχεῖν με εἰς, 45. Ἐν τῷ Υἱῷ σου ζησόν με. 67. Αφελε, τὴν αἰσχύνην, καὶ δός μοι παρ ῥησίαν σχεῖν ἐπὶ τοῦ, 49. Καὶ ἔλθοι, ζωοποιοῦν με καθὼς ἐπηγγείλω μοι. Καὶ δός μοι, Οτι ἐπεπόθησα ἐπί, 52. Καὶ μή, προστάγμασί σου ἐκκέχυμαι. 53. Καὶ ποιήσω, τὸν νόμον ἔχων, καὶ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. 54. Καὶ ἠγαλλιάσατο, ὅτι μεριμνῶ τοῦ, 56. Καί, ἐπέλυον ἐν ἑαυτῷ τάς, ἐκκέχυμαι πόθῳ ἐν αὐταῖς. 57. Καὶ ἀνέτεινον, ὧν ἠγάπησα. Καὶ ἐπέμενον, 59. Μνήσθητι, ὅτι ἐπηγγείλω μοι, ἐὰν ἐπιστρέψω έν, Αὕτη, 61. Ὅτι ἧς εἰρηκώς, τὸ ἐπιστρέψαι, και, Οἱ ἐξουδενοῦντες, Μόνον, 64. Πολλή, ὅταν ἐθεώρουν τούς, τοῦ νό μου σου. 'Αε!, ἐν παντὶ τόπῳ, 66. 'Αμαρτίας, Τοῦτο γὰρ ἐνετείλω μοι. 69. Εδεήθην ἐλθεῖν ἐν ὅλῃ, καὶ ἀπόστειλον τὴν βοήθειάν σου, καθὼς εἶπας· Αἰτεῖτε, 72. Λογισμοί, εἰς ἐπιθυμίαν, 73. Ἐμνημόνευον γάρ, ἐν τῷ κατακλυσμῷ, ἐκεραυνοβολήθησαν. 74. Οταν, παριστάμην λατρεύων σοι, 76. Οὐκ ἔστιν, κἀμὲ ἐλέησον, καὶ δίδαξόν με, 81. Πλῆθος, εἰς αὐτὰς τήν, ἔσχον εἰς τάς, 82. Εσκλήρυνται αἱ καρδίαι αὐτῶν κατ᾿ ἐμοῦ. Ἐγὼ δέ, εἰς τὸν νόμον σου ἔχω. 85. Σὺ ἐν ἀρχῇ, ἔπλασας με κατ', 86. Καὶ νῦν, ἀνακαίνισον αὐτὴν, ὡς στην οὖσαν, τὰς ἐντολάς σου ἔχειν ἐν ἑαυτῇ, 87. Οἱ ἅγιοι σου, ὁρῶντές με,
S. ATHANASH OPP. PARS III. EXEGETICA.
4. Απόστρεψον, etc. Averte, etc.
45. Ἐν τῇ ὁδῷ, etc. lu via, etc.
46. Στήσον, etc. Statue, etc.
47. Περίελε, etc. Aufer, etc.
48. Ιδού, etc. Ecce concupivi, etc.
49. Καὶ ἔλθοι, etc. Et veniat, etc.
50. Καὶ ἀποκριθήσομαι, etc. Εt respondebo, etc.
51. Οτι ἤλπισα ἐπὶ τοὺς λόγους σου. Quia speravi, etc.
52. Καὶ μή, etc. Et ne auferas, etc.
53. Καὶ φυλάξω, etc. Et custodiam, etc.
54. Καὶ ἐπορευόμην, etc. Εt ambulabam, etc.
55. Καὶ ἐλάλουν, etc. Et loquebar, etc.
56. Καὶ ἐμελέτων, etc., αἷς ἠγάπησα, etc. Et meditabar, etc.
57. Καὶ ἦρα, etc. Et levavi, etc.
58. Καὶ ἠδολέσχουν, etc. Εt exercebar, etc.
59. Μνήσθητι, etc. Memor, etc.
60. Αὕτη, etc. Hæc me, etc.
61. Ὅτι τὸ λόγιόν σου, etc. Quia eloquium tuum,
elc.
62. Υπερήφανοι παρηνόμουν, etc. Superbi inique etc.
63. Εμνήσθην, etc. Memor fui, etc.
64. Αθυμία, etc. Defectio, etc.
65. Ψαλτά, etc. Cantabiles, etc.
66. Εμνήσθην, etc. Memor fui, etc.
67. Αὕτη, etc. Hæc facta est, etc.
68. Μερίς μου, etc., φυλάξασθαι τὰς ἐντολὰς
σου. Portio mea, etc., custodire leges tuas.
69. Ἐδεήθην, etc. Deprecatus sum, etc.
70. Διελογισάμην, etc. Cogitavi, etc.
71. Ητοιμάσθην, etc. Paralus sum, etc.
72. Σχοινία, etc. Funes, etc.
73. Καὶ τοῦ νόμου, etc. Et legem, etc.
74. Μεσονύκτιον, etc. Media nucle, etc.
75. Μέτοχος, etc. Particeps, etc.
76. Τοῦ ἑλέους, etc. Misericordia tua, etc.
77. Χρηστότητα, etc., κατὰ τὸ λόγιόν σου. Bonitatem,
elc.
81. Ἐπληθύνθη, etc. Multiplicata est, etc.
82. Ετυρώθη, etc. Coagulatum est, etc.
85. Αἱ χεῖρές σου, etc. Manus tuæ, etc.
86. Συνέτισόν με, etc. Da nihi intellectum, eἰε.
87. Οἱ φοβούμενοί σε, etc. Qui timent, etc.
44. Φώτισον, etc., προσχεῖν με εἰς, etc. Illumina,
etc., ne ego adhæream, etc.
45. Ἐν τῷ Υἱῷ σου ζησόν με. In Filio tuo, etc.
67. Αφελε, etc., τὴν αἰσχύνην, καὶ δός μοι παρ
ῥησίαν σχεῖν ἐπὶ τοῦ, etc. Aufer a me pudorem, et
da mibi fiduciam habere in, etc.
49. Καὶ ἔλθοι, etc. ζωοποιοῦν με καθὼς ἐπηγγεί
λω μοι. Et venial, etc., vivificans me, quemadmodum promisisti mihi.
50. Καὶ δός μοι, etc., et da mili, etc.
51. Οτι ἐπεπόθησα ἐπί, etc. Quoniam desideravi, etc.
52. Καὶ μή, etc., προστάγμασί σου ἐκκέχυμαι.
me, etc., in præceptis tuis effusus sum.
53. Καὶ ποιήσω, etc. τὸν νόμον ἔχων, etc., καὶ ἐν
τῷ νῦν αἰῶνι, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Εt faciam, etc.
54. Καὶ ἠγαλλιάσατο, etc., ὅτι μεριμνῶ τοῦ, etc.
Et exsultavit, etc.
56. Καί, etc., ἐπέλυον ἐν ἑαυτῷ τάς, etc., ἐκκέχυ
μαι πόθῳ ἐν αὐταῖς. Εt, etc., dissolvebam in me
ipso, etc., effusus sum desiderio in ipsis.
57. Καὶ ἀνέτεινον, etc., ὧν ἠγάπησα. Εt intendi,
etc.
58. Καὶ ἐπέμενον, etc. Εt permansi, etc.
59. Μνήσθητι, ὅτι ἐπηγγείλω μοι, etc., ἐὰν ἐπιστρέ
ψω έν, etc. Recordare, quod nromisisti mihi, etc.,
si versabor in, etc.
60. Αὕτη, etc. Hæc, etc.
61. Ὅτι ἧς εἰρηκώς, etc., τὸ ἐπιστρέψαι, και, etc
62. Οἱ ἐξουδενοῦντες, etc. Contemnentes, etc.
63. Μόνον, etc. Solum, etc.
64. Πολλή, etc. ὅταν ἐθεώρουν τούς, etc., τοῦ νόμου σου. Multa, etc. cum aspiciebam, etc., legem
tuam
65. 'Αε!, etc., ἐν παντὶ τόπῳ, etc. Semper, etc.,
in omni loco, etc.
66. 'Αμαρτίας, etc. Τοῦτο γὰρ ἐνετείλω μοι. Subingrediente in me peccato, etc., hoc enim præcs-·
pisti mihi.
69. Εδεήθην ἐλθεῖν ἐν ὅλῃ, etc., καὶ ἀπόστειλον
τὴν βοήθειάν σου, καθὼς εἶπας· Αἰτεῖτε, etc. Deprecatus sum venire in toto, etc., et mitte aux!-
lium tuum, sicut dixisti: Petite, etc.
72. Λογισμοί, etc., εἰς ἐπιθυμίαν, etc. Suggestio
nes, etc.
73. Ἐμνημόνευον γάρ, etc., ἐν τῷ κατακλυσμῷ,
etc., ἐκεραυνοβολήθησαν. Recordabar enin, etc., in
diluvio, etc., fulminibus perculsi sunt.
74. Οταν, elc. παριστάμην λατρεύων σοι, etc.
Cum, etc., astiti serviens tibi.
76. Οὐκ ἔστιν, etc., κἀμὲ ἐλέησον, καὶ δίδαξόν
με, etc. Non est, etc., et miserere mei, et doce
mne, etc.
81. Πλῆθος, etc., εἰς αὐτὰς τήν, etc., ἔσχον εἰς
τάς, etc. Multitudo, etc.
82. Εσκλήρυνται αἱ καρδίαι αὐτῶν κατ᾿ ἐμοῦ.
Ἐγὼ δέ, etc., εἰς τὸν νόμον σου ἔχω. Obdurata sunt
corda eorum contra me, ego autem, etc., in lege
tua habeo.
85. Σὺ ἐν ἀρχῇ, etc., ἔπλασας με κατ', etc. Tu ab
initio, etc., formasti me secundum, etc.
86. Καὶ νῦν, etc., ἀνακαίνισον αὐτὴν, ὡς στην
οὖσαν, etc., τὰς ἐντολάς σου ἔχειν ἐν ἑαυτῇ, etc. Εt
nunc, etc., renova illud, ut quod est tua imago,
præcepta tua baneat in seipso inscripta.
87. Οἱ ἅγιοι σου, etc., ὁρῶντές με, etc. Sancti
tui, etc., videntes me, etc.
col. 1213–1214page 312 of 376
PG 27:121393. Επιστρεψάτωσάν με, 95. Εκλείπει, καὶ εἰς τοὺς λόγους, 100. Διηγήσαντό μοι, ἀδολεσχίαν, Σός είμι, 117. Ὑπὲρ τούς, ἐμή ἐστιν. 90. ᾿Αλλὰ πάλιν γένοιτο τό, 91. Επισκηνώσει, ζωοποίησον, ὅτι, 93. Κατηχήσουσι, καὶ ἰδόντες τῶν ἁγίων 98. Οἶδα, καὶ μνημονεύω, τῶν ἁμαρτωλῶν 99. Πόσας, δώσεις μο:, μου κατεδυνά 100. Υπέθεντό μοι τό, ἀλλ' οὐχ οὕτως οὐ θέ 110. Οὐκ ἄν, ἐξωποίησας. 112. Ἐμέ, παρὰ σοῦ περὶ τῆς σῆς ἐλπίδος. 113. Πάσης, εἶδον πέρας. 115. Ὡς μόνον, ἀγαπᾶν τὸ ὄνομά σου. Οι 116. Αδιαλείπτως, καὶ προκόπτω ἐν αὐτῷ. 117. Ταῖς γάρ, τὴν χάριν ταύτην. 121. Ἐν τοῖς, πλάγιος οὐκ ἐπορεύθην, ὅτι σὺ τῇ χάριτι σου, 122. Τὸ μὲν πρῶτον τὸ ἰδικόν, ἐστί μοι τὰ δι 101. Οἶδα, ὅτι δικαιοκρίτης εἶ εἰς πάντα. Νονί, καιώματά σου· καὶ μετὰ τὸ παραλαβεῖν αὐτό, 104. Καθώς, τὰ προστάγματά σου, 105. Εἰς τὴν καρδίαν, ἐν ᾗ οἰκεῖς, καὶ ἐμπεριπα 106. Εἰς τοὺς ἁγίους σου τοὺς καθ᾿ ἑκάστην γε 107. Εθεμελίωσας πάντα τὸν κόσμον, τοῦ πέεται, Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὑπὲρ πᾶσαν, 125. ᾿Απὸ τῶν, συνετίσθην. 124. Όταν, φαίνει μοι ὁ νόμος που τῷ μὴ προσκόψαντί μοι [προσκόψαι με] τῇ ἁμαρτία μου πεσεῖν ἢ πληγῆναί τι τῆς,
PSAL. CXVII!.
88. "Eyvwv, etc. Cognovi, etc.
89. Kal áàŋėɛía, etc. Et veritate, etc.
90. Tevηoftw, etc. Fiat misericordia, etc.
31. 'E20źtwoav, etc. Veniant, etc.
92. Aloxvvśńtwoxv, etc. Confundantur, etc.
93. Επιστρεψάτωσάν με, etc. Convertamur
mihi, etc.
94. Fevrßhtw, etc. Fiat cor meum, etc.
95. Εκλείπει, etc., καὶ εἰς τοὺς λόγους, etc. Defecit, etc., et in tuos sermones, etc.
96. 'E¿¿àɩmov, etc. Defecerunt, etc.
97. "Ort, etc. Quia, etc.
98. Tà dixaiwuzrá cov, etc. Justificationes tuas,
etc.
99. Iosa, etc. Quot sunt, etc.
100. Διηγήσαντό μοι, etc., ἀδολεσχίαν, etc. Nar
raverunt mihi, etc., fabulationem, etc.
101. Idoat, etc. Omnia, etc.
102. 'Adixws, etc., Bohoŋody μs, etc. Inique, etc.,
adjuva me.
103. Hapá, etc. Paulo minus, etc.
104. Katá, etc. Secundum, etc.
105. Els òv alova, etc. In æternam, etc.
106. Els yɛvɛάv, etc. In generationem, etc.
107. Espellwoas, etc. Fundasti, etc.
108. Tỹ diaráĘst, etc. Ordinatione, etc.
109. Ei µń, etc. Nisi, etc.
110. Els tov, etc. In æternum, etc.
111. Σός είμι, etc. Tuus sum, etc.
112. 'Epé, etc. Me exspectaverunt, etc.
113. Háoŋs, etc. Omuis, etc.
114. Matela, etc. Latum, etc.
115. 'Q, etc. Quomodo, etc.
416. "Oλny, etc. Tota, etc.
117. Ὑπὲρ τούς, etc., ἐμή ἐστιν. Super inimi
cos, etc.
118. 'Ynèp návτas, etc. Super omnes, etc.
119. Yxếp, etc. Super senes, etc.
120. 'Ex násŋs, etc. Ab omni via, etc.
121. 'And tŵy, etc. judiciis, etc.
122. ', etc. Quam dulcia, etc.
123. 'Arò twv, etc. mandatis, etc.
124. Aúxvos, etc. Lucerna, etc
ATHANASI
INTERPRETATIO.
88. Pwtiołɛls, etc. Illuminatus, etc.
89. Kai anɛp, etc. Et quæ, etc.
90. ᾿Αλλὰ πάλιν γένοιτο τό, etc. Sed, etc.
91. Επισκηνώσει, etc., ζωοποίησον, ὅτι, etc. Habitet, etc., vivifica, quoniam, etc.
93. Κατηχήσουσι, etc., καὶ ἰδόντες τῶν ἁγίων
Tpapy, Instruent, etc., et videntes, etc., sanctarum Scripturarum.
94. Katz:00ftw, etc. Perficiatur, etc.
95. Aula, etc. Sitit, etc..
96. 'Están ó óyos, etc. Consumptus est sermo, etc., legend. ut in cod. Barb. 'Ežeráxyv 82o5.
97. "Ott, etc. Quoniam, etc.
98. Οἶδα, καὶ μνημονεύω, etc., τῶν ἁμαρτωλῶν
avtilau6ávesat. Novi, et recordor, etc., peccatoribus subvenire.
99. Πόσας, etc., δώσεις μο:, etc., μου κατεδυνά
STEVA; Quot, etc., dabis mihi, etc., in me dominati sunt?
100. Υπέθεντό μοι τό, etc., ἀλλ' οὐχ οὕτως οὐ θέAst. Kúpte. Subdiderunt mihi, etc., sed non sic
vis, Domine, etc.
dasti omnem mundum, etc.
110. Οὐκ ἄν, etc., ἐξωποίησας. Non utique, etc.,
vivificasti.
112. Ἐμέ, etc., παρὰ σοῦ περὶ τῆς σῆς ἐλπίδος.
àxoúsas ¿nioteuσa. Me, etc., dicta autem a te de tua
spe audiens credidi.
113. Πάσης, etc., εἶδον πέρας. Omnis, etc., vidi
finem.
114. Oi 6, etc. Custodientes autem, etc.
115. Ὡς μόνον, etc., ἀγαπᾶν τὸ ὄνομά σου. Οι solum, etc., nomen tuum.
116. Αδιαλείπτως, etc., καὶ προκόπτω ἐν αὐτῷ.
Indesinenter, etc., et proficio in ipsa,
117. Ταῖς γάρ, etc., τὴν χάριν ταύτην. Nam con -
trariis, etc., hanc gratiam.
148. ‘YTẾp, etc. Super, etc.
119. Yrèp toùs mpó, etc. Super omnes, etc.
120. 'And nάons, etc. Ab omni, etc.
121. Ἐν τοῖς, etc., πλάγιος οὐκ ἐπορεύθην, ὅτι σὺ
τῇ χάριτι σου, etc. In præceptis tuis transversim non
abivi, quoniam tu gratia tua deduxisti me.
122. Τὸ μὲν πρῶτον τὸ ἰδικόν, etc., ἐστί μοι τὰ δι
101. Οἶδα, ὅτι δικαιοκρίτης εἶ εἰς πάντα. Νονί, καιώματά σου· καὶ μετὰ τὸ παραλαβεῖν αὐτό, etc., aúquod justus judex es in omnem.
102. Þɛúrovτós pov, etc. Fugiente me, etc.
103. Oʊzwę, elc., èñéáŋsáv µoi, etc., èv tñ áµaptią µov, ¿yú, etc. Ita, etc., irruerunt mihi, etc., in
peccato meo, ego, etc.
104. Καθώς, etc., τὰ προστάγματά σου, elc.
Quemadmodum, etc., præcepta tua, etc.
105. Εἰς τὴν καρδίαν, ἐν ᾗ οἰκεῖς, καὶ ἐμπεριπαTɛis, etc. In corde, in quo habitas, et inambulas, etc.
106. Εἰς τοὺς ἁγίους σου τοὺς καθ᾿ ἑκάστην γε
yeάv, etc. In sanctis tuis, qui, etc.
107. Εθεμελίωσας πάντα τὸν κόσμον, etc. Funτοῦ πέεται, etc. Τοῦτο δηλοῖ, ὅτι ὑπὲρ πᾶσαν, etc.
Primus quidem proprius, etc., dulciores sunt mihi
justificationes tuæ, etc., et postquam acceptum
est, etc., statim excidit ejus dulcedo, etc.
125. ᾿Απὸ τῶν, etc., συνετίσθην. justificationibus, etc.
124. Όταν, etc., φαίνει μοι ὁ νόμος που τῷ μὴ
προσκόψαντί μοι [προσκόψαι με] τῇ ἁμαρτία μου
πεσεῖν ἢ πληγῆναί τι τῆς, etc. Cum, etc apparet
mihi lex tua, ne offendens in peccatum cadam, aut
aliquid mentis meæ valueretur, et illuminat me, ut
sciam quid faciam?
col. 1215–1216page 313 of 376
PG 27:1215Η ψυχή μου, 136. 'Αντιλαβοῦ, καὶ ζήσομαι, 152. Ἐπίβλεψον, τὸ ὄνομά σου, μɛ, 126. Κυριευθείς, ἐνώπιόν σου· καὶ ζῆσόν με, καθὼς εἴρηκας· ὁ, 127. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ὡς θυμίαμα 130. Οἱ δαίμονες ἐπέβαλόν μοι, 151. Κατετρύφησα ἐν, ἔστιν ἐν τῇ, 132. Εξέδωκα, εὐαρεστήσαι σοι διά, 153. Τούς, περιεπτυσσόμην ἐν, 134. Σύ, τοῖς εἰρημένοις μοι, 135. ᾿Αναχωρήσατε, τὸ πῶς, 137. Κύκλωσον, οὐδέν μοι ἄλλη ἔσται, 139. Ἐλογισάμην, οἱ τῆς ἀσελγείας κεκολλη 141. Επίστευσα εἰς σὲ καθώς, 142. Μακροθύμησον, κατηγορῆσαί μου πρὸς 143. υλος ὁ πόθος μου ἐστι τὸ δέξασθαί με 144. Ποίησον μετ' ἐμοῦ, τοῦ ἐλέους σου, 145. Εξηγόρασας, τιμίῳ σου, τὴν χάριν 147. Διὰ τοῦτο, Ἐπειδὴ οὖν οὗτος ὁ πλοῦτος πρόσκαιρος, ὁ δὲ διὰ τῶν ἐντολῶν σου πλοῦτος αιώ νιος ὑπάρχει, διὰ τοῦτο μᾶλλον, 148. Διὰ τοῦτο, απέβλεπον. 149. Πάσης ἐκπλήξεως μεστά εἰσι, τῷ δυνα μένῳ, Διὰ τοῦτο οὖν, τῶν Γραφών. 150. Η ερμηνεία περὶ τὸ νοῆσαι. 151. Διψών, ἐπειδὴ ἐπεθύμουν ἐπιγνῶναι τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν σου. 152. Καθὼς ἐφόρεσας τους, καὶ ἐλέησόν με. 154. Λύτρωσαι με ἀπὸ πάσης συκοφαντίας καὶ 159. Ἐμαράνθην, λαλοῦντας περί, 160. Επειδή, υπάρχεις, καλάμην, τους ἐστιν αἱ πράξεις αἱ πονηραί. 161. Ὁ δὲ δοῦλός σου, τὰς ἐν ἑαυτῷ ἀπάνθας
S. ATHANASII OPP. PARS IU. EXEGETICA.
123. 'Quora, etc. Juravi, etc.
126. 'Etanteivwłny, etc. Humiliatus sum, etc.
127. Tà éxoúsia, etc. Voluntaria, etc.
128. Kaì và xpípara, etc. Et judicia, etc.
129. Η ψυχή μου, etc. Anima mea, etc.
130. "Ešɛvto, etc. Posuerunt, etc.
131. 'Exλnpovéunoa, etc. Hæreditavi, etc.
132. "Exhiva, etc. Inclinavi, etc.
133. Пlapavóuous, etc. Iniquos, etc.
134. Boŋbós µov, etc. Adjutor, etc.
135. 'Exxλívate άn' tµoù, etc. Declinate, etc.
136. 'Αντιλαβοῦ, etc., καὶ ζήσομαι, etc. Suscipe, etc.
137. Bofßŋaóv µo:, etc. Adjuva me, etc.
138. 'Ežovdévwaaç, etc. Sprevisti, etc.
139. Пapaбalvovtas, etc. Prævaricantes, etc.
140. Kałźλwsov, etc. Confige, etc.
441. Encolnsa, etc. Feci, etc.
142. "Exdɛğaɩ, etc. Suscipe, etc.
143. Oi bapol pov, etc. Oculi mei, etc.
144. Пoingov, etc. Fac, etc.
145. Aoûλó; σov, etc. Servus tuus, etc.
146. Kaipó, etc. Tempus, etc.
147. Aik toūto, etc. Ideo, etc.
148. Aɩà toūto, etc. Propterea ad, etc.
149. Davµastá, etc. Mirabilia, etc.
.50. 'H Shawots, etc. Declaratio, etc.
151. Tò σróµa, etc. Os meum, etc.
152. Ἐπίβλεψον, etc., τὸ ὄνομά σου, etc. Aspi
ce, etc., nomen tuum, etc.
153. Tà diaбhpatá pov, etc. Gressus meos, etc.
154. Aúrpwoal μɛ, etc. Redime me, etc.
159. 'Ežźtnęć µs, etc. Tabescere me, etc.
160. Пsπwμśvov, etc. Ignitum, etc.
161. Ka! & Soulós sov, etc. Et servus tuus, etc.
125. 'O 8pxos, etc. Juramentum, etc.
126. Κυριευθείς, etc., ἐνώπιόν σου· καὶ ζῆσόν με,
καθὼς εἴρηκας· ὁ, etc. Antea cum dominaretur, etc., coram te; et vivifica me: quemadmodum
dixisti, etc.
127. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ὡς θυμίαμα
¿vámɩóy cov. Dirigatur oratio mea, sicut incensum
in conspectu tuo.
128. Kal =¿ &dŋà¤, etc. Et incerta, etc.
129. Xù ¿§édwxa;, etc. Tu tradidisti, etc.
130. Οἱ δαίμονες ἐπέβαλόν μοι, etc. Demones injecerunt mihi, etc.
151. Κατετρύφησα ἐν, etc., ἔστιν ἐν τῇ, etc. Deliciatus sum in sciendo manifestationem, etc., quoniam gaudium ineffabile est in corde meo.
132. Εξέδωκα, etc., εὐαρεστήσαι σοι διά, etc.
Tradidi totum meipsum ad placendum tibi, etc.
153. Τούς, etc., περιεπτυσσόμην ἐν, etc. Volentes, etc., præcepta autem tua amplexus sum in corde
neo.
134. Σύ, etc., τοῖς εἰρημένοις μοι, etc., Tu, etc.,
quæ dicta sunt a te mihi de, etc.
135. ᾿Αναχωρήσατε, etc., τὸ πῶς, etc. Recedite, etc.
136. 'Pical µɛ, etc. Libera me, etc.
137. Κύκλωσον, etc., οὐδέν μοι ἄλλη ἔσται, etc.
Circunda, etc., nulla mihi alia erit cura, etc.
138. "Out oε µèv oúx inlatsuoav, etc. Quoniam
alii quidem non crediderunt, etc.
139. Ἐλογισάμην, etc., οἱ τῆς ἀσελγείας κεκολλη
Hévot, etc., totiv. Cogitavi, etc.
140. Ilɛnŋyéval, etc. Fac ut immobilis, etc.
141. Επίστευσα εἰς σὲ καθώς, etc. Credidi iu te
quemadmodum, etc.
142. Μακροθύμησον, etc., κατηγορῆσαί μου πρὸς
a. Patienter me exspecta, etc.
143. υλος ὁ πόθος μου ἐστι τὸ δέξασθαί με
thy, etc. Omne, etc.
144. Ποίησον μετ' ἐμοῦ, etc., τοῦ ἐλέους σου, etc.,
tà dixaiwµatá sou. Fac mecum, etc., misericordiæ
tuæ, etc., ut justificationes tuas efficiam.
145. Εξηγόρασας, etc., τιμίῳ σου, etc., τὴν χάριν
dov, etc., to Tws, etc. Redemisti, etc., pretioso
*uo, etc., gratiam tuam, etc.
146. Nuv tov, etc. Nunc tempus est, etc.
147. Διὰ τοῦτο, etc. Ἐπειδὴ οὖν οὗτος ὁ πλοῦτος
πρόσκαιρος, ὁ δὲ διὰ τῶν ἐντολῶν σου πλοῦτος αιώ
νιος ὑπάρχει, διὰ τοῦτο μᾶλλον, etc. Nunc est, etc.,
quia igitur præsentes divitiæ temporariæ sunt, divitiæ autem ex præceptis tuis æternæ exsistunt,
propterea magis dilexi, etc.
148. Διὰ τοῦτο, etc., απέβλεπον. Propterea, etc.,
respiciebam.
149. Πάσης ἐκπλήξεως μεστά εἰσι, etc., τῷ δυναμένῳ, etc. Διὰ τοῦτο οὖν, etc., τῶν Γραφών. Testimonia tua plena sunt, etc., propterea igitur, etc.
- 150. Η ερμηνεία περὶ τὸ νοῆσαι. Interpretatio, etc.
151. Διψών, etc., ἐπειδὴ ἐπεθύμουν ἐπιγνῶναι
τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν σου. Sitiens, etc., quoniam desiderabam agnoscere interpretationem tuarum Scripturarum.
152. Καθὼς ἐφόρεσας τους, etc., καὶ ἐλέησόν με.
Quemadmodum respexisti, etc., et miserere mei.
153. Thy poplav, etc. Fac cor meum, etc.
154. Λύτρωσαι με ἀπὸ πάσης συκοφαντίας καὶ
acopμñs, etc. Libera me ab omni fraude et incursu, etc.
159. Ἐμαράνθην, etc., λαλοῦντας περί, etc. Emarcui totus, etc., hæreticos contraria Scripturis tuis
loquentes de fide tua.
160. Επειδή, etc., υπάρχεις, etc., καλάμην, τους
ἐστιν αἱ πράξεις αἱ πονηραί. Quoniam ignis ipse
exsistis, etc., stipulam, hoc est pravas operationes.
161. Ὁ δὲ δοῦλός σου, etc., τὰς ἐν ἑαυτῷ ἀπάνθας
toŭ ßlov. Qui autem servus, etc., vitæ spinas in se
ipso comburit.
col. 1217–1218page 314 of 376
PG 27:1217462. Νεώτερός είμι εγώ, καί, Προέφθασα, 172. Τῆς φωνῆς μου, κατὰ τὸ λόγιόν σου, Πολλοί, καὶ ἐκ τῶν, Κατὰ τὸ λόγιόν σου, 162. Ἐγὼ νῦν, καὶ πάντες εἰς ὄνειδός με, 164. Ένδεια, ὅτιπερ εἶπες Μακάριος, ὅταν διώξωσιν ὑμᾶς, καὶ ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς. 165. Δικαιοσύνη, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα μέλλοντα, 183. Αρχή, πιστεύειν σοι, ἀποδώσεις, Οὕτως χαίρω εγώ, 187. Πᾶσαν, χαρά μοί ἐστιν. 188. Τὸ μὲν πρῶτον, νεσά σε, ἐπιτελῶν διὰ Ἐπιβλέψω, καὶ ἐπιγνῶ τί, ἔργων ἀγαθῶν τήν, 168. Ἐν ὀδύνῃ, βοῶ πρὸς σέ, 169. Ὡς ἑώρακα, ἐξομολογοῦμαι σοι, 189. Οἱ πόθον, ἣν ἠγάπησαν βοηθοῦσαν, καὶ 192. Εφύλαξα ἐν αὐτῷ ἅπερ προσέταξάς μοι, καὶ 171. Ανένηψαν οἱ, τοῦ ἡδέως, διεμαρτύρω μοι, ὅτι πάντα ἐφορᾷς ἅπερ ἐπιτελῶ ἔρ 172. Καθώς, καὶ καθὼς θέλεις, ζῆσόν με. 173. Προσέφερόν μοι αἱ, ὡς δὲ εἶδον ἐν 177. Ὡς δικαιοκρίτης ὑπάρχων, λύτρωσαί με, καὶ διὰ λόγον σου συνέτισόν με, ὅτι εἶπας· Οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 181. Προσεῖχον, καὶ ἐτηκόμην, 182. Οἶδας, ὅτι, καὶ βοηθῶν μοι, 193. Οὕτως, γενοῦ, ἵνα οὕτως ἐπισίσης μοι [ἐγγίσης μου]. 195. Ανοιξον, ἐπικάλεσαι με, 197. Λαλήσω, ἐνετείλω ἡμῖν. 198. Εὐτρέπισον, τοῦ φυλάττειν, 200. Ζωοποίησον, καὶ αἴνεσαι (α) δι' αὐτῆς, 201. Επλανήθην, εἰμὶ νῦν. Θέλησον οὖν, σɛ,
462. Νεώτερός είμι εγώ, καί, etc. Adolescentulus sum ego, elc.
166. ‘Eşćxpaşa, etc. Clamavi, etc.
167. Tà dixaiwμará cov, etc. Justificationes, etc.
168. 'E¿¿xpaşa, etc. Clamavi ad te, etc.
169. Προέφθασα, etc. Præveni, etc.
170. Els toùs 26you;, etc. In sermones tuos, etc.
171. Пpoéóðasav, etc. Prævenerunt, etc.
172. Τῆς φωνῆς μου, etc., κατὰ τὸ λόγιόν σου,
xati tó, etc. Vocem meam, etc., secundum eloquium tuum, secundum judicium tuum, etc.
173. Пposhyyɩavy, etc. Appropinquaverunt, etc.
177. Kpivov, etc. Judica, etc.
178. Maxpáv, etc. Longe a peccatoribus, etc.
179. Oi olxtipuol σov, etc. Misericordiæ tuæ, etc.
180. Πολλοί, etc., καὶ ἐκ τῶν, etc. Multi qui, etc.
181. Elbov, etc. Vidi prævaricantes, etc.
182.”Idɛ, ötɩ, etc. Vide quoniam, etc.
PSAL. CXVIII
183. 'Apxn, etc. Principium verborum, etc.
184. "Apxovtes, etc. Principes, etc.
185. Kal and twv 26ywv, etc. Et a verbis, etc.
186. 'Ayalλtásoμat, etc. Lætabor, etc.
187. 'Adixiav, etc. Iniquitatem, etc.
188. 'Entáxis, etc. Septies in die, etc.
189. Elphyn, etc. Pax multa, etc.
192. 'Eçúlaža, etc. Servavi, etc.
193. 'Eyyisάtw, etc. Appropinquet, etc.
194. Κατὰ τὸ λόγιόν σου, etc. Juxta eloquium
tuum, etc.
195. Elstot, etc. Intret, etc.
196. 'Ezpeúžovtat, etc. Eructabunt, etc.
197. Yalta, etc. Pronuntiabit, etc.
198. Tevéσow, etc. Fiat manus tua, etc.
200. Zńoɛtai, etc. Vivet anima mea, etc.
201. 'Enlavhony, etc. Erravi, etc.
162. Ἐγὼ νῦν, etc., καὶ πάντες εἰς ὄνειδός με, etc.
Ego nunc, etc.
164. Ένδεια, etc., ὅτιπερ εἶπες Μακάριος, etc.,
ὅταν διώξωσιν ὑμᾶς, καὶ ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς. Indigentia. etc., quoniam dixisti: Beati, etc., cum persequentur vos et exprobrabunt vobis.
165. Δικαιοσύνη, etc., καὶ εἰς τὸν αἰῶνα μέλλοντα,
súvɛtigóv pɛ, etc. Justitia, etc.
166. Kúpia, etc. Domine, etc.
183. Αρχή, etc., πιστεύειν σοι, etc., ἀποδώσεις,
etc. Initiuni, etc., credere tibi, etc., reddes unicutque, etc.
184. Al tvavríaɩ, etc. Contrariæ, etc.
185. Kał únoµvnoðaís, etc. Et recordatus, etc.
186. Οὕτως χαίρω εγώ, etc. Ita ego gauden, etc
187. Πᾶσαν, etc., χαρά μοί ἐστιν. Odio habui, etc.,
gaudium mihi est.
188. Τὸ μὲν πρῶτον, etc., νεσά σε, ἐπιτελῶν διὰ
167. Ἐπιβλέψω, etc., καὶ ἐπιγνῶ τί, etc. Respi- " ἔργων ἀγαθῶν τήν, etc. Primum quidem incessanciam, etc., et cognoscam quid non, etc.
168. Ἐν ὀδύνῃ, etc., βοῶ πρὸς σέ, etc. In dolore
cordis mei clamo ad te, etc.
169. Ὡς ἑώρακα, etc., ἐξομολογοῦμαι σοι, etc. Ut
vidi, etc., confiteor tibi, etc.
170. "Hλлs, etc. Speravi, etc.
ter laudavi te peragens per bona opera justitiam
tuam, etc.
189. Οἱ πόθον, etc., ἣν ἠγάπησαν βοηθοῦσαν, καὶ
didácxovsav aútoús. Qui, etc., quam dilexerunt ad
juvantem et docentem eos.
192. Εφύλαξα ἐν αὐτῷ ἅπερ προσέταξάς μοι, καὶ
171. Ανένηψαν οἱ, etc., τοῦ ἡδέως, etc. Vigilave- διεμαρτύρω μοι, ὅτι πάντα ἐφορᾷς ἅπερ ἐπιτελῶ ἔρrunt, etc.
172. Καθώς, etc., καὶ καθὼς θέλεις, ζῆσόν με.
Sicut, etc., et quemadmodum vis vivifica me.
173. Προσέφερόν μοι αἱ, etc., ὡς δὲ εἶδον ἐν
¿pol, etc. Attulerunt mihi adversariæ, etc., ubi vero
viderunt in me, etc.
177. Ὡς δικαιοκρίτης ὑπάρχων, etc., λύτρωσαί με,
καὶ διὰ λόγον σου συνέτισόν με, ὅτι εἶπας· Οὐδὲν
ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. Quandoquidem, etc., libera
me et sermone tuo instrue me, quoniam dixisti:
Nihil vos lædet.
178. Tɛbavatwμévot, etc. Morti traditi sunt, etc.
179. Ota, etc. Novi, etc.
180. 'Eµɛµvýµŋv, etc. Recordatus sum, etc.
181. Προσεῖχον, etc., καὶ ἐτηκόμην, etc. Obser
vavi, etc.
182. Οἶδας, ὅτι, etc., καὶ βοηθῶν μοι, etc. Novisti, etc.
(a) In cod. Barb., alvėseɩ ot.
yw xał lóyw. Custodivi in meipso quæ constituisti
mihi, et contestatus es mihi, quod omnia inspicis
quæcunque efficio opere vel sermone.
193. Οὕτως, etc., γενοῦ, ἵνα οὕτως ἐπισίσης μοι
[ἐγγίσης μου]. Ita, etc.
194. Kal xa0ws, etc. Et quemadmodum, etc.
195. Ανοιξον, etc., ἐπικάλεσαι με, etc. Aperi, etc.,
invoca me, etc.
197. Λαλήσω, etc., ἐνετείλω ἡμῖν. Loquar, etc.
198. Εὐτρέπισον, etc., τοῦ φυλάττειν, etc. Przpara, etc.
200. Ζωοποίησον, etc., καὶ αἴνεσαι (α) δι' αὐτῆς,
etc., yévovtal, etc. Vivifica, etc.
201. Επλανήθην, etc., εἰμὶ νῦν. Θέλησον οὖν, etc.,
¿vzboŵ ¿TIŠNTŴy σɛ, etc. Erravi, etc., ubi sum nune.
Fac ut velis igitur reperire mc, etc., clamo quærens
te, etc.
col. 1219–1220page 315 of 376
PG 27:1219Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΙΘ'. 1. Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐξέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου 2. Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων, 3. Καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας. 4. Τί δοθείη σοι, καὶ τί προστεθείη σοι πρὸς γλῶσ σαν δολίαν; 5. Τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἡκονημένα 6. Σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς. 7. Οίμοι, ὅτι ἡ παροικία μου έμακρύνθη, 8. Κατεσκήνωσα μετὰ τῶν σνηνωμάτων Κηδάρ 9. Πολλὰ παρῴκησεν ἡ ψυχή μου. 10. Μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ήμην είρη νικός 11. Οταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἐρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἐρ χομένων ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν, ἀνιέναι εἰς τὴν τοῦ Κυρίου πίστιν, καὶ τὰς τούτου ἐντολάς. Αναβαθμοὶ οὖν διὰ τοῦτο εἴρηται ὅτι, ὥσπερ ἐξ ὑδάτων, οὕτως ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τῶν ἔργων ταύτης ἄρχονται οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοῦ πρώτου ψαλμοῦ τῶν ᾿Αναβαθμῶν ἐξομολογεῖσθαι, καὶ καθεξῆς καθ᾿ ἕκαστον βα θμὸν ἀνίεντο [ἀνιόντες] ὑψηλοτέρους δείκνυσθαι τούτοις· τελειοτέρους δὲ καὶ τελειοτέρας Εξομολογήσεις, καὶ εὐχαριστίας ἀναπέμπειν. 1. Ἐν τῷ εἶναι με δεδουλωμένον τῇ ἁμαρτίᾳ πρὸς Κύριον ἀνεβόησα μετὰ δακρύων, καὶ εἰσήκουσέ μου. 2, 3. Κύριε, δεόμενός σου ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων καὶ τοῦ διαβόλου. 4. Ὁ δὲ Θεὸς, ἀκούσας αὐτοῦ, λέγει πρὸς αὐτ τόν· Τί σοι δωρήσομαι, καὶ μετὰ ποίας βοηθείας πρὸς τὸ ῥυσθῆναι σε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας; 5, 6. ᾿Αποστελῶ σοι τοὺς ἀποστόλους τῷ Υἱῷ μου μετὰ τῶν λόγων αὐτοῦ τῶν ἐρημούντων τὴν εἰ δωλολατρείαν, καὶ πᾶσαν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ. 7. Εξομολογεῖται λοιπὸν οὗτος λέγων· Οὐαί μοι ὅτι πάντα τὸν βίον μου ἀνήλωσα ζῶν ἀσώτως. 8. Καὶ διέμενον χωφὸς καὶ σεβόμενος τὰ εἴδω λα τῶν τοῦ σκότους δυνάμεων· ἑρμηνεύεται γὰρ Κηδάρ σκότος. 9. Απονηπιόθεν [ἀπενοήθην] τὴν ἐλπίδα μου πᾶσιν ἐν ἑαυτοῖς εἶχον. 10. Φίλος ήμην τῶν τοῦ διαβόλου δυνάμεων τῶν ἐχθρῶν τῆς εἰρήνης. 11. Οταν ἐλάτρευον αὐτοῖς, κατεδυνάστευόν μου αἰχμαλωτίζοντες εἰς ἐπιθυμίας ἀνωφελεῖς, καὶ ματαίας. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Ερμηνεύονται. Αὐτῆς. ᾿Αναβαθμὸν ἀνιέντες, ὡς εἰς βαθμούς ὑψηλότεροι δείκνυσθαι, τουτέστι τελειότεροι, καὶ τελειοτέρας, Δέομαί σου, Εισακούσας. 'Αποστέλλω, τοῦ Υἱοῦ μου. Οὕτως λέγων· Οὐαί μοι ἐστιν, Πεποιθώς, καί, Ον. ᾿Απὸ νηπιόθεν, πᾶσαν ἐν αὐτοῖς εἶχον. Ελάλουν, αἰχμαλωτίζοντές με,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
Canticum Graduum. PSAL. CXIX.
1. Ad Dominum cum tribularer clamavi, et exaudivit me.
2. Domine, libera animam meam a labiis iniquis,
3. Et a lingua dolosa.
4. Quid detur tibi, aut quid apponatur tibi ad
linguam dolosam?
5. Sagittæ potentis acuta
6. Cum carbonibus desolatoriis,
7. Heu mihi, quia incolatus meus prolongatus est,
8. Habitavi cum habitantibus Cedar:
9. Multum incola fuit anima mea.
10. Cum his, qui oderunt pacem eram pacificus:
EXEGETICA.
Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΙΘ'.
1. Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐξέκραξα, καὶ
εἰσήκουσέ μου
2. Κύριε, ῥῦσαι τὴν ψυχήν μου ἀπὸ χειλέων ἀδίκων,
3. Καὶ ἀπὸ γλώσσης δολίας.
4. Τί δοθείη σοι, καὶ τί προστεθείη σοι πρὸς γλῶσ
σαν δολίαν;
5. Τὰ βέλη τοῦ δυνατοῦ ἡκονημένα
6. Σὺν τοῖς ἄνθραξι τοῖς ἐρημικοῖς.
7. Οίμοι, ὅτι ἡ παροικία μου έμακρύνθη,
8. Κατεσκήνωσα μετὰ τῶν σνηνωμάτων Κηδάρ
9. Πολλὰ παρῴκησεν ἡ ψυχή μου.
10. Μετὰ τῶν μισούντων τὴν εἰρήνην ήμην είρηνικός·
11. Cum loquebar illis, impugnabant me gratis.
11. Οταν ἐλάλουν αὐτοῖς, ἐπολέμουν με δωρεάν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἐρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἐρχομένων ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν, ἀνιέναι εἰς τὴν τοῦ Κυρίου πίστιν, καὶ τὰς τούτου ἐντολάς. Αναβαθμοὶ οὖν διὰ
τοῦτο εἴρηται ὅτι, ὥσπερ ἐξ ὑδάτων, οὕτως ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας καὶ τῶν ἔργων ταύτης ἄρχονται
οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοῦ πρώτου ψαλμοῦ τῶν ᾿Αναβαθμῶν ἐξομολογεῖσθαι, καὶ καθεξῆς καθ᾿ ἕκαστον βα
θμὸν ἀνίεντο [ἀνιόντες] ὑψηλοτέρους δείκνυσθαι τούτοις· τελειοτέρους δὲ καὶ τελειοτέρας Εξομολογήσεις,
καὶ εὐχαριστίας ἀναπέμπειν.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio venientium a peccatis, ut
ascendant ad fidem Domini, ejusque præcepta. Gradus igitur ideo dicti sunt, quoniam quemadmodum ex
aquis [baptismi], ita ab idololatria, et hujus operibus incipiunt, qui convertuntur, a primo psalmo graduum confiteri, et deinceps per singulos gradus ascendentes his gradibus, quos ascenderunt, sublimiores
ostendi; perfectiores autem perfectiores etiam confessiones, et gratiarum actiones referre.
1. Cum redactus essem in servitutem a peccato,
ad Dominum lacrymans clamavi, et exaudivit me.
2, 5. Domine, deprecor te, libera animam meam
a contrariis potestatibus, et diabolo.
4. Deus autem audiens eum dicit ipsi: Quid tibi
dabo, et quali auxilio succurram, ut liberem te ab
idololatria?
5, 6. Mittam tibi apostolos Filii mei, cum verbis
ejus desolantibus idololatriam, et omnem potentiam inimici.
7. Confitetur deinde hic dicens: Hei mihi, quod
omnem meam vitam consumpsi luxuriose vivendo.
8. Et mansi mutus, et adorans idola potestatum
tenebrarum Cedar enim tenebræ interpretatur.
9. Vecors fui, et omnem meam spem in ipsis repositam habui.
10. Amicus eram potestatum diaboli, quæ inimicae sunt.
11. Cum serviebam ipsis, dominabantur in me
captivum me deducentes in cupiditates inutiles, et
vanas.
1. Ἐν τῷ εἶναι με δεδουλωμένον τῇ ἁμαρτίᾳ πρὸς
Κύριον ἀνεβόησα μετὰ δακρύων, καὶ εἰσήκουσέ μου.
2, 3. Κύριε, δεόμενός σου ῥῦσαι τὴν ψυχήν
μου ἀπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων καὶ τοῦ διαβόλου.
4. Ὁ δὲ Θεὸς, ἀκούσας αὐτοῦ, λέγει πρὸς αὐτ
τόν· Τί σοι δωρήσομαι, καὶ μετὰ ποίας βοηθείας πρὸς
τὸ ῥυσθῆναι σε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας;
5, 6. ᾿Αποστελῶ σοι τοὺς ἀποστόλους τῷ Υἱῷ
μου μετὰ τῶν λόγων αὐτοῦ τῶν ἐρημούντων τὴν εἰ
δωλολατρείαν, καὶ πᾶσαν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ.
7. Εξομολογεῖται λοιπὸν οὗτος λέγων· Οὐαί
μοι ὅτι πάντα τὸν βίον μου ἀνήλωσα ζῶν ἀσώτως.
8. Καὶ διέμενον χωφὸς καὶ σεβόμενος τὰ εἴδω
λα τῶν τοῦ σκότους δυνάμεων· ἑρμηνεύεται γὰρ
Κηδάρ σκότος.
9. Απονηπιόθεν [ἀπενοήθην] τὴν ἐλπίδα μου
πᾶσιν ἐν ἑαυτοῖς εἶχον.
10. Φίλος ήμην τῶν τοῦ διαβόλου δυνάμεων τῶν
ἐχθρῶν τῆς εἰρήνης.
11. Οταν ἐλάτρευον αὐτοῖς, κατεδυνάστευόν μου
αἰχμαλωτίζοντες εἰς ἐπιθυμίας ἀνωφελεῖς, καὶ
ματαίας.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Ερμηνεύονται.
Αὐτῆς.
᾿Αναβαθμὸν ἀνιέντες, ὡς εἰς βαθμούς υψηλότε
ροι δείκνυσθαι, τουτέστι τελειότεροι, καὶ τελειοτέ
ρας, etc.
Δέομαί σου, etc. Kal deest
Εισακούσας.
'Αποστέλλω, etc., τοῦ Υἱοῦ μου.
Οὕτως λέγων· Οὐαί μοι ἐστιν, etc.
Πεποιθώς, καί, etc.
Ον.
᾿Απὸ νηπιόθεν, etc., πᾶσαν ἐν αὐτοῖς εἶχον.
Ελάλουν, etc, αἰχμαλωτίζοντές με, etc.
col. 1221–1222page 316 of 376
PG 27:1221Ὠδὴ των Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚ. 1. Ηρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν (α) ἥξει ἡ βοήθειά μου. 2. Η βοήθειά μου παρὰ Κυρίου, 3. Τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 4. Μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου, 5. Μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε. 6. Ἰδοὺ οὐ νυστάξει, οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν Ἰσραήλ. 7. Κύριος φυλάξοι σε, 8. Κύριος σκέπη σοι [σου] ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου. 9. Ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε 10. Οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα. 11. Κύριος φυλάξοι σὲ ἀπὸ παντὸς κακοῦ 12. Φυλάξοι τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος. (α) 2. Πόθεν ήξει, 5. Η βοήθειά, τὴν γῆν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν· ἐξομολόγησις τῶν ἀνιέντων ἀπὸ τοῦ πρώτου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν δεύτερον, τουτέστιν ἀπὸ τῆς ἐξομολογήσεως τῶν ἁμαρτιῶν ἅμα νήφειν τῇ διανοίᾳ, καὶ τὴν βοήθειαν αὐτοῦ ἐπιγινώσκειν, ὅτιπερ παρὰ Θεοῦ ἐστιν. 1. Ανέτεινα τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου ἀκοῦσαι παρὰ τῶν ἁγίων Γραφῶν, πόθεν ἐλεύσεται ἡ βοήθειά μου. 2, 5. Καὶ ἤκουσα ἐν αὐταῖς, ὅτι ἡ βοήθειά μου παρὰ Κυρίου ἔσεται τοῦ δημιουργοῦ πάντων τῶν ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων. 4. Παραγγελεῖ αὐτῷ λοιπὸν ὁ Θεός· Μηκέτι εἰς τὸν ὄλισθον τῶν προτέρων σου ἁμαρτημάτων περιπάτει [περιπατεῖν]. Σάλος γὰρ πειρασμὸς ἑρμηνεύεται. 5. Μηδὲ δὲ ὑπνώσῃ ὁ νοῦς σου τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ γρηγορείτω, καὶ προσευχέσθω τοῦ μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πειρασμόν. 6. Ἰδοὺ [οὐδὲ] στιγμὴν, οὐδὲ χρόνον παραλεί πε: ὁ Θεὸς ἐφορῶν, καὶ φυλάσσων τὸν νοῦν τὸν ὁρῶντα αὐτόν. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται ὁρῶν Θεόν. 7, 8. Κύριος ἐκ δεξιῶν σου ἐστιν φυλάσσων καὶ σκέπων εἰς τὰ ἔργα δικαιοσύνης. 9. Ἐν τῷ φωτὶ ὢν [όντα] πᾶσα θέρμη πειρασμοῦ οὐ ξηρανεῖ σε· ἔχεις γὰρ ἐν ἑαυτοῖς τὴν πηγὴν τῆς ζωῆς. 10. Οὐδὲ ἡ ἀπάτη τοῦ βίου τούτου ἐν τῷ σκότει κυριεύσει σου. 11, 12. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ὁ Κύριος οὐ συγκαύσει σε· οὐ γὰρ μέλλεις ἔχειν τοιαῦτα ἔργα, μεθ' ὧν ὠφείλεις τῷ πυρὶ παραδοθῆναι, οὐδὲ ἡ πρόσ καιρος δόξα τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου ἡ κατ' ὀλίγον φθίνουσα, ὥσπερ ή σελήνη, καταδυναστεύσει σου Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· π. τ. 'Α. ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις, Της πρώτης εξομολογήσεως τ. ά. ἄρχεται ἀνα νήφειν τῇ, Εσται, των. Παραγγέλλει, περιπατήσῃς, Χρόνον οὐ παραλείπει, τῶν ὁρώντων, εἰ νους ὁρῶν, Φυλάττων σε, καὶ σκέπων σε, 7) Φωτί σου όντος, ἐν ἑαυτῷ. Καταδυναστεύει σου.
Ὠδὴ των Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚ.
1. Ηρα τοὺς ὀφθαλμούς μου εἰς τὰ ὄρη, ὅθεν (α)
ἥξει ἡ βοήθειά μου.
2. Η βοήθειά μου παρὰ Κυρίου,
3. Τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
4. Μὴ δῴης εἰς σάλον τὸν πόδα σου,
5. Μηδὲ νυστάξῃ ὁ φυλάσσων σε.
6. Ἰδοὺ οὐ νυστάξει, οὐδὲ ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τὸν
Ἰσραήλ.
7. Κύριος φυλάξοι σε,
8. Κύριος σκέπη σοι [σου] ἐπὶ χεῖρα δεξιάν σου.
9. Ἡμέρας ὁ ἥλιος οὐ συγκαύσει σε·
10. Οὐδὲ ἡ σελήνη τὴν νύκτα.
11. Κύριος φυλάξοι σὲ ἀπὸ παντὸς κακοῦ·
12. Φυλάξοι τὴν ψυχήν σου ὁ Κύριος.
PSAL. CXX.
Canticum Graduum. PSAL. CXX.
1. Levavi oculos meos in montes, unde veniet
auxilium mihi.
2. Auxilium meum a Domino,
3. Qui fecit coelum et terram.
4. Non det in commotionem pedem tuum,
5. Neque dormitet qui custodit te.
6. Ecce non dormitabit, neque dormiet qui custodit Israel.
7. Dominus custodit te:
8. Dominus protectio tua, super manum dexterama
Luam.
9. Per diem sol non uret te:
10. Neque luna per noctem.
11. Dominus custodit te ab omni malo:
12. Custodiat animam tuam Dominus.
(α) Vers. 2. Πόθεν ήξει, etc. Vers. 5. Η βοήθειά, etc., τὴν γῆν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν· ἐξομολόγησις τῶν ἀνιέντων ἀπὸ τοῦ πρώτου
βαθμοῦ ἐπὶ τὸν δεύτερον, τουτέστιν ἀπὸ τῆς ἐξομολογήσεως τῶν ἁμαρτιῶν ἅμα νήφειν τῇ διανοίᾳ, καὶ
τὴν βοήθειαν αὐτοῦ ἐπιγινώσκειν, ὅτιπερ παρὰ Θεοῦ ἐστιν.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum; confessio ascendentium a primo gradu in secundum,
hoc est a confessione peccatorum ad simul evigilandum mente, et ad agnoscendum auxilium suum, quod
a Deo est.
1. Ανέτεινα τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου
ἀκοῦσαι παρὰ τῶν ἁγίων Γραφῶν, πόθεν ἐλεύσεται
ἡ βοήθειά μου.
2, 5. Καὶ ἤκουσα ἐν αὐταῖς, ὅτι ἡ βοήθειά μου
παρὰ Κυρίου ἔσεται τοῦ δημιουργοῦ πάντων τῶν
ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων.
4. Παραγγελεῖ αὐτῷ λοιπὸν ὁ Θεός· Μηκέτι εἰς
τὸν ὄλισθον τῶν προτέρων σου ἁμαρτημάτων περιπάτει
[περιπατεῖν]. Σάλος γὰρ πειρασμὸς ἑρμηνεύεται.
5. Μηδὲ δὲ ὑπνώσῃ ὁ νοῦς σου τοῦ λοιποῦ εἰς τὴν
ἁμαρτίαν, ἀλλὰ γρηγορείτω, καὶ προσευχέσθω τοῦ
μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πειρασμόν.
6. Ἰδοὺ [οὐδὲ] στιγμὴν, οὐδὲ χρόνον παραλείπε: ὁ Θεὸς ἐφορῶν, καὶ φυλάσσων τὸν νοῦν τὸν
ὁρῶντα αὐτόν. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται ὁρῶν Θεόν.
7, 8. Κύριος ἐκ δεξιῶν σου ἐστιν φυλάσσων καὶ
σκέπων εἰς τὰ ἔργα δικαιοσύνης.
9. Ἐν τῷ φωτὶ ὢν [όντα] πᾶσα θέρμη πειρασ
μοῦ οὐ ξηρανεῖ σε· ἔχεις γὰρ ἐν ἑαυτοῖς τὴν πηγὴν
τῆς ζωῆς.
10. Οὐδὲ ἡ ἀπάτη τοῦ βίου τούτου ἐν τῷ σκότει
κυριεύσει σου.
11, 12. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ὁ Κύριος οὐ
συγκαύσει σε· οὐ γὰρ μέλλεις ἔχειν τοιαῦτα ἔργα,
μεθ' ὧν ὠφείλεις τῷ πυρὶ παραδοθῆναι, οὐδὲ ἡ πρόσκαιρος δόξα τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου ἡ κατ'
ὀλίγον φθίνουσα, ὥσπερ ή σελήνη, καταδυναστεύσει
σου
4. Intendi oculos mentis meæ ad audiendum
sanctis Scripturis, unde veniet auxilium mihi.
2, 3. Et ex ipsis audivi, quod auxilium meum erit
a Domino creatore visibilium omnium et invisibilium.
4. Denuntiabit deinde ipsi Deus: Ne amplius incedas in lubrico anteriorum tuorum peccatorum.
Salos enim tentatio interpretatur.
5. Neque mens tua dormiat in posterum in peccato, sed vigilet, et oret, ne incidat in tentationem.
6. Ecce neque punctum, neque momentum præterit Deus, in quo non aspiciat, et custodiat mentem videntem eum. Israel enim interpretatur videns
Deum.
7, 8. Dominus a dextris tuis est custodiens, et
protegens in opera justitiæ.
9. In luce permanentem omnis tentationis æslus
non te exuret; habes enim in teipso fontem vitæ.
10. Neque deceptio hujus vitæ in tenebris dominabitur tibi.
11, 12. In die judicii Dominus non te comburet,
non enim habiturus est țalia opera, quibuscum igni
tradendus sis neque temporaria gloria principum
hujus mundi paulatim deficiens, sicut luna, domi
nabitur in te.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· π. τ. 'Α.
ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις, etc.
Της πρώτης εξομολογήσεως τ. ά. ἄρχεται ἀνανήφειν τῇ, etc.
Εσται, etc., desunt duo των.
Παραγγέλλει, etc., περιπατήσῃς, etc.
Χρόνον οὐ παραλείπει, etc., τῶν ὁρώντων, εἰ
νους ὁρῶν, etc.
Φυλάττων σε, καὶ σκέπων σε, etc.
7) Φωτί σου όντος, etc., ἐν ἑαυτῷ.
Καταδυναστεύει σου.
col. 1223–1224page 317 of 376
PG 27:1223σου 15. Κύριος φυλάξοι τὴν εἴσοδόν του καὶ τὴν ἐξεδόν 14. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΑ. 1. (α) Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι 2. Εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα. 3. Εστῶτες ἦσαν οἱ πόδες ἡμῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, Ιερουσαλήμ 4. Ἱερουσαλὴμ οἰκοδομουμένη ὡς πόλις 5. Ης ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό. 6. Ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί, 7. Φυλαὶ Κυρίου, μαρτύριον τοῦ Ἰσραήλ, 8. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου [ὀνό ματί σου, Κύριε ]. 9. Ὅτι ἐκεῖ ἐκάθισαν θρόνοι εἰς κρίσιν, Εν ταῖς αὐλαῖς σου ῾Ιερουσαλήμ. 13. Ο Κύριος φυλάξοι τὴν ἀκοήν σου τοῦ μὴ ὑπα κοῦσαι τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ τὴν καρδίαν τοῦ μη ἐξαγαγεῖν πονηροὺς καὶ ἐπιθυμίας βλαβεράς. 14. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τῆς συντελείας. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τοῦ πρώτου βαθμοῦ τῆς καθ᾿ ἑαυτὸν ἐξομολογήσεως, καὶ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς κατηχήσεως ἀνιέντων ἐπὶ τὸν τρίτον βαθμὸν τοῦ σπουδάζειν λοιπὸν ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῖς ἱερεῦσι τοῦ Θεοῦ ἐξομολογεῖσθαι, καὶ παρ' αὐτῶν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ θέλοντες φωτισθῆναι. 4, 2. Ἐπληρώθην χαρᾶς ἀκούσας παρὰ τῶν συμβουλευόντων μοι· Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἀπέλ θαμεν. 3. Εἶτα εἰσελθὼν ἀποκρίνεται πρὸς αὐτόν [ἑαυτόν] Επέβησαν οἱ πόδες μου ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, ἔνθα τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου ἐστί· τοῦτο γὰρ ἐρ μηνεύεται Ἱερουσαλήμ, Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος. 4. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ οἰκοδομουμένη καὶ τειχιζομένη ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ· Πύλαι γὰρ ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. 5. Τῆς χάριτος οἱ ἅγιοι σου μετέχουσιν, ἧς καὶ αὐτός 6, 7. Ἐν αὐτῇ γὰρ ἀνέβησαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ ἀπόστολοι Κυρίου οἱ μάρτυρες, οἱ ἑωρακότες τὸν Θεόν· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται, ὡς προείπον, ὁρῶν Θεόν. 8. Τοῦ κηρύξαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. 9. Ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκάθισαν οἱ ἀπόστολοι σὺν ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις. Κύριος φυλάξει τ. ά. σ. τ. μ. ὑπακούειν, λογισμούς πονηρούς, Τῆς, Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Ανιόντων. Κυρίου. Χαρᾶς ἐπληρώθην, τοῦ Θεοῦ ἀπελθεῖν. Τῆς αὐτῆς χάριτος οἱ ἅγιοι σου μετέχουσιν καὶ αὐτοί. Ν. 6. Ἐν αὐτῇ γὰρ εἰσιν οἱ ἀπόστολοι. Ν. 7. Οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, προείπον, καὶ πάλιν λέγω· ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν. Ονόματα σου, Κύριε,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
13. Dominus custodiat introitum tuum et exitum
tuum,
14. Ex hoc nunc et usque in sæculum.
Canticum graduum. PSAL. CXXI.
1. Lætatus sum in his quæ dicta sunt mihi:
2. In domum Domini ibimus.
3. Stanles erant pedes nostri in atriis tuis, Jeru
salem:
4. Jerusalem quæ ædificatur ut civitas;
5. Cujus participatio ejus in idipsum.
6. Illuc enim ascenderunt tribus,
7. Tribus Domini, testimonium Israel,
8. Ad confitendum nomini Domini [nomini tuo,
Domine].
9. Quia illic sederunt sedes in judicio,
(a) Vers. 1 et 2. Vers. unus.
σου
EXEGETICA.
15. Κύριος φυλάξοι τὴν εἴσοδόν του καὶ τὴν ἐξεδόν
14. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΑ.
1. (α) Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι·
2. Εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα.
3. Εστῶτες ἦσαν οἱ πόδες ἡμῶν ἐν ταῖς αὐλαῖς
σου, Ιερουσαλήμ
4. Ἱερουσαλὴμ οἰκοδομουμένη ὡς πόλις
5. Ης ἡ μετοχὴ αὐτῆς ἐπὶ τὸ αὐτό.
6. Ἐκεῖ γὰρ ἀνέβησαν αἱ φυλαί,
7. Φυλαὶ Κυρίου, μαρτύριον τοῦ Ἰσραήλ,
8. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματι Κυρίου [ὀνόματί σου, Κύριε ].
9. Ὅτι ἐκεῖ ἐκάθισαν θρόνοι εἰς κρίσιν,
Εν ταῖς αὐλαῖς σου ῾Ιερουσαλήμ. Hæc verba addita sunt in cod. alio charact.
15. Dominus custodial auditum tuum, ne auscultes peccato, et cor tuum, ne educat pravas et perniciosas cupiditates.
14. Ex hoc nunc et usque in finem.
13. Ο Κύριος φυλάξοι τὴν ἀκοήν σου τοῦ μὴ ὑπακοῦσαι τῇ ἁμαρτίᾳ, καὶ τὴν καρδίαν τοῦ μη
ἐξαγαγεῖν πονηροὺς καὶ ἐπιθυμίας βλαβεράς.
14. Ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τῆς συντελείας.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ
τοῦ πρώτου βαθμοῦ τῆς καθ᾿ ἑαυτὸν ἐξομολογήσεως, καὶ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς κατηχήσεως ἀνιέντων
ἐπὶ τὸν τρίτον βαθμὸν τοῦ σπουδάζειν λοιπὸν ἐλθεῖν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῖς ἱερεῦσι τοῦ Θεοῦ
ἐξομολογεῖσθαι, καὶ παρ' αὐτῶν ἀκοῦσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ θέλοντες φωτισθῆναι.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a primo
gradu internæ confessionis, et a secundo gradu institutionis seu catechismi in tertium gradum desiderii
veniendi demum in domum Dei et confitendi Dei sacerdotibus, et ab ipsis audire verbum Dei, volentes
illuminari (nempe baptizari).
1, 2. Impletus sum gaudio audiens ab iis, qui
mihi consilio aderant: Adeamus Ecclesiam Dei.
3. Deindle ingrediens loquitur ad seipsum: Ascenderunt pedes mei in atria tua, ubi Spiritus gratiæ
Domini est: ita enim Jerusalem interpretatur Spiritus gratiæ ejus.
4. Ecclesia Dei ædificata et munita divina gratia:
Portæ enim inferi non prævalebunt adversus eam
5. Cujus gratiæ sancti tui participes sunt et ego.
6, 7. Ad ipsam enim ascenderunt apostoli, apostoli Domini testes, qui viderunt Deum: Israel enim
interpretatur, ut antea dixi, videns Deum.
8. Ad prædicandum in nomine Domini remissionem peccatorum.
9. Quia in Ecclesia sederunt apostoli cum episcopis et presbyteris.
78 Matth. xvi, 18.
4, 2. Ἐπληρώθην χαρᾶς ἀκούσας παρὰ τῶν
συμβουλευόντων μοι· Εἰς τὴν Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἀπέλθαμεν.
3. Εἶτα εἰσελθὼν ἀποκρίνεται πρὸς αὐτόν [ἑαυτόν]·
Επέβησαν οἱ πόδες μου ἐν ταῖς αὐλαῖς σου, ἔνθα τὸ
Πνεῦμα τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου ἐστί· τοῦτο γὰρ ἐρ
μηνεύεται Ἱερουσαλήμ, Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος.
4. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ οἰκοδομουμένη καὶ τει
χιζομένη ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ· Πύλαι γὰρ
ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.
5. Τῆς χάριτος οἱ ἅγιοι σου μετέχουσιν, ἧς καὶ
αὐτός
6, 7. Ἐν αὐτῇ γὰρ ἀνέβησαν οἱ ἀπόστολοι, οἱ
ἀπόστολοι Κυρίου οἱ μάρτυρες, οἱ ἑωρακότες τὸν
Θεόν· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται, ὡς προείπον, ὁρῶν
Θεόν.
8. Τοῦ κηρύξαι ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου
ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
9. Ὅτι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκάθισαν οἱ ἀπόστολοι σὺν
ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Κύριος φυλάξει τ. ά. σ. τ. μ. ὑπακούειν, etc.,
λογισμούς πονηρούς, etc.
Τῆς, deest.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Ανιόντων.
Κυρίου.
Χαρᾶς ἐπληρώθην, etc. τοῦ Θεοῦ ἀπελθεῖν.
Τῆς αὐτῆς χάριτος οἱ ἅγιοι σου μετέχουσιν καὶ
αὐτοί.
Ν. 6. Ἐν αὐτῇ γὰρ εἰσιν οἱ ἀπόστολοι. Ν. 7.
Οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, etc. προείπον, καὶ πάλιν
λέγω· ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν.
Ονόματα σου, Κύριε, etc.
col. 1225–1226page 318 of 376
PG 27:122511. Ερωτήσατε δὴ τὰ εἰς εἰρήνην τὴν Ἱερουσαλήμ, 10. Θρόνοι ἐπὶ οἶκον Δαβίδ. 12. Καὶ εὐθηνια τοῖς ἀγαπῶσί σε. 13. Γενέσθω δὴ εἰρήνη ἐν τῇ δυνάμει σου, 14. Καὶ εὐθηνία ἐν ταῖς πυργοβάρεσί σου. 45. Ενεκα τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τῶν πλησίον μου, 16. Ελάλουν δὴ εἰρήνη [εἰρήνην ] περὶ σοῦ. 17. Ἕνεκα τοῦ οἴκου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξ εζήτησα ἀγαθά σοι. Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΒ'. 1. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου, 2. Τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. 5. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυ ρίων αὐτῶν 10. Καθὼς εἴπαμεν, οἱ ἀπόστολοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ ἱκανοῦ τῇ χειρὶ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ ἱκανὸς χειρὶ ὅπερ ἐστὶν οἱ Υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. 11. Λοιπὸν οἱ ἐλθόντες ἐπὶ τὸ φωτισθῆναι δέονται λέγοντες τοῖς ἀποστόλοις· Παρακαλέσατε ἱκανῶς κατ αλλαγῆναι ἡμῖν τὸν Θεὸν, ἵνα καὶ ἡμεῖς δεξώ μεθα τὴν χάριν αὐτοῦ· ὡς γὰρ προείπαμεν, Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος. 12. Καὶ εὐθηνήσει ἡ καρδία αὐτῶν ἐν ταῖς ἐντολαῖς τῶν ἁγίων. 13-15. Ο χορὸς τῶν ἀποστόλων λέγει πρὸς τὸν Θεόν· Ενεκεν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀδελφῶν ἡγου μένων, καὶ τῶν πλησίον ἡμῶν γενομένων διὰ τῆς πίστεως, 16. Ελαλήσαμεν αὐτοῖς τὸν λόγον σου καὶ τὴν εἰς σὲ ἐλπίδα. Ει Ἕνεκα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἁγίων ήτησα [ᾐτήσαμεν] χαρίσματα τοῦ Πνεύματός σου ἁγίου. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει (β)· δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀνα βαινόντων ἀπὸ τοῦ τρίτου βαθμοῦ τῆς θεοσεβείας ἐπὶ τὸν τέταρτον εἰς σύνεσιν ἐρχομένων, καὶ γινωσκόντων ἑαυτοὺς ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις, ταπεινουμένων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ δεομένων αὐτοῦ, ὥστε ἐλεηθῆναι. 1, 2. Οὐκ ἔτι τὴν ἐλπίδα μου ἔχω ἐπὶ τῇ ματαιότητι τῶν εἰδώλων· ἀνένευσα γὰρ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας μου πρὸς σὲ τὸν ἐν τῷ οὐρανῷ κατοικοῦντα. 3. "Ωσπερ έκαστος τῶν δούλων ἀφορᾷ, καὶ τὸ ζῇν, καὶ τὸ θανεῖν αὐτὸν ἐν τῷ Δεσπότῃ αὐτοῦ· οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐνώπιόν σου παριστάμεθα το [οἷον] βούλημα σόν ἐστι ποιῆσαι εἰς ἡμᾶς· ἀπολογίαν γὰρ οὐκ ἔχου μεν ἐνώπιόν σου. Τῇ χειρι, ὁ Υἱός. Ημίν Ν. 12. Καὶ βλαστῆσαι ἡμᾶς, καὶ καρποφορῆσαι διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ, οὕτως ὡς τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν. Ν. 13. Προσεύχονται λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῶν οἱ ἀπόστολοι λέγοντες· Γενέσθω δὴ ἐν αὐτοῖς εἰρήνη ἐν τῇ δυνάμει σου. Ν. 14. Καὶ εὐθήνησεν ἡ καρδία, 12. Ν. 15. Ὁ χορὸς τῶν, Σωτηρίας των ἀδελφῶν ἡμῶν, καί, Ἠτήσατο, σου τοῦ ἁγίου. 16) Η διά κινναβαρεως περ 7) Τῶν εἰς σ. έ. κ. συγγινωσκόντων ἑαυτοῖς,; καὶ ταπεινουμένων, Καὶ ὥσπερ ἔ. τ. δ. τῶν ἡμαρτηκότων ἀσύγ γνωστα ἀφορᾶ τὸ ζῇν, αὐτοῦ εἶναι, παρ ιστάμεθα βούλημα,
PSAL. CXXII.
10. Sedes super domum David.
11. Ερωτήσατε δὴ τὰ εἰς εἰρήνην τὴν Ἱερουσαλήμ,
10. Θρόνοι ἐπὶ οἶκον Δαβίδ.
12. Καὶ εὐθηνια τοῖς ἀγαπῶσί σε.
13. Γενέσθω δὴ εἰρήνη ἐν τῇ δυνάμει σου,
14. Καὶ εὐθηνία ἐν ταῖς πυργοβάρεσί σου.
45. Ενεκα τῶν ἀδελφῶν μου καὶ τῶν πλησίον μου,
16. Ελάλουν δὴ εἰρήνη [εἰρήνην ] περὶ σοῦ.
17. Ἕνεκα τοῦ οἴκου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ἐξεζήτησα ἀγαθά σοι.
Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΒ'.
1. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου,
2. Τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ.
5. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυ
ρίων αὐτῶν·
11. Rogate quæ ad pacem sunt Jerusalem,
12. Et abundantia diligentibus te.
43. Fiat pax in virtute tua,
14. Et abundantia in turribus tuis.
15. Propter fratres meos et proximos meos,
16. Loquebar pacem de te.
17. Propter domum Domini Dei nostri, quasivi
bona tibi.
Canticum Graduum. PSAL. CXXII.
1. Ad te levari oculos meos,
2. Qui habitas in cœlis.
3. Ecce sicut oculi servorum in manibus dominorum suorum:
10. Καθὼς εἴπαμεν, οἱ ἀπόστολοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
τοῦ ἱκανοῦ τῇ χειρὶ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ
ἱκανὸς χειρὶ ὅπερ ἐστὶν οἱ Υἱοὶ τοῦ Θεοῦ.
11. Λοιπὸν οἱ ἐλθόντες ἐπὶ τὸ φωτισθῆναι δέονται
λέγοντες τοῖς ἀποστόλοις· Παρακαλέσατε ἱκανῶς κατ
αλλαγῆναι ἡμῖν τὸν Θεὸν, ἵνα καὶ ἡμεῖς δεξώμεθα τὴν χάριν αὐτοῦ· ὡς γὰρ προείπαμεν, Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος.
12. Καὶ εὐθηνήσει ἡ καρδία αὐτῶν ἐν ταῖς
ἐντολαῖς τῶν ἁγίων.
13-15. Ο χορὸς τῶν ἀποστόλων λέγει πρὸς
τὸν Θεόν· Ενεκεν τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀδελφῶν ἡγουμένων, καὶ τῶν πλησίον ἡμῶν γενομένων διὰ τῆς
πίστεως,
16. Ελαλήσαμεν αὐτοῖς τὸν λόγον σου καὶ τὴν εἰς
σὲ ἐλπίδα.
10. Sicut diximus, apostoli in Ecclesia manu fortts: ita enim David interpretatur manu fortis, qualis est Dei Filius.
11. Demum venientes ad illuminationem (nempe
ad baptismum), precantur dicentes apostolis: Orate
valde, ut Deus nobis reconcilietur, ut etiam nos
accipiamus gratiam ejus: sicut enim antca diximus,
Jerusalem interpretatur Spiritus gratiæ ejus.
12. Ει abundabit cor eorum in præceptis sanctorum.
43-15. Chorus apostolorum dicit ad Deum: Propter salutem nostrorum fratrum, qui præiverunt,
et eorum qui proximi nostri facti sunt per fidem,
16. Locuti sumus ipsis verbum tuum, et spem
in te.
17. Ἕνεκα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἁγίων ήτησα 17. Propter perfectionem sanctorum postulavi-
[ᾐτήσαμεν] χαρίσματα τοῦ Πνεύματός σου ἁγίου. mus dona sancti tui Spiritus.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει (β)· δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τοῦ τρίτου βαθμοῦ τῆς θεοσεβείας ἐπὶ τὸν τέταρτον εἰς σύνεσιν ἐρχομένων, καὶ γινωσκό
ντων ἑαυτοὺς ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις, ταπεινουμένων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ δεομένων αὐτοῦ, ὥστε ἐλεηθῆναι.
Titulus præpositus continet: Canticum Gruduum, quod interpretatur confessio ascendentium a tertio
gradu cultus erga Deum in quartum gradum eorum, qui intelligunt et cognoscunt se ipsos in peccatis.
humiliant se coram Deo, eumque deprecantur, ut ipsorum misereatur.
1, 2. Οὐκ ἔτι τὴν ἐλπίδα μου ἔχω ἐπὶ τῇ ματαιό
τητι τῶν εἰδώλων· ἀνένευσα γὰρ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς
διανοίας μου πρὸς σὲ τὸν ἐν τῷ οὐρανῷ κατοικοῦντα.
3. "Ωσπερ έκαστος τῶν δούλων ἀφορᾷ, καὶ τὸ
ζῇν, καὶ τὸ θανεῖν αὐτὸν ἐν τῷ Δεσπότῃ αὐτοῦ· οὕτω καὶ
ἡμεῖς ἐνώπιόν σου παριστάμεθα το [οἷον] βούλημα
σόν ἐστι ποιῆσαι εἰς ἡμᾶς· ἀπολογίαν γὰρ οὐκ ἔχου
μεν ἐνώπιόν σου.
Τῇ χειρι, etc., ὁ Υἱός.
Ημίν deest.
1,2. Non amplius meam spem repositam habeo
in idolorum vanitate; sustuli enim oculos mentis
meæ ad ie, qui habitas in caelis.
3. Quemadmodum unusquisque servòrum intuetur vitam suaın, et mortem in Donțini sui potestate
esse; ita etiam nos coram te astamus, exspectantes, quid velis in nos facere: neque enim coram te
habemus defensionem.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 12. Καὶ βλαστῆσαι ἡμᾶς, καὶ καρποφορή
σαὶ διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ, οὕτως ὡς τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν.
Ν. 13. Προσεύχονται λοιπὸν ὑπὲρ αὐτῶν οἱ
ἀπόστολοι λέγοντες· Γενέσθω δὴ ἐν αὐτοῖς εἰρήνη ἐν
τῇ δυνάμει σου. Ν. 14. Καὶ εὐθήνησεν ἡ καρδία, etc.,
ut in n. 12. Ν. 15. Ὁ χορὸς τῶν, etc. Σωτηρίας των
PATROL. GR. XXVII.
ἀδελφῶν ἡμῶν, καί, etc.
Ἠτήσατο, etc., σου τοῦ ἁγίου.
16) Η διά κινναβαρεως περ
7) Τῶν εἰς σ. έ. κ. συγγινωσκόντων ἑαυτοῖς, etc;
καὶ ταπεινουμένων, etc.
Καὶ ὥσπερ ἔ. τ. δ. τῶν ἡμαρτηκότων ἀσύγ
γνωστα ἀφορᾶ τὸ ζῇν, etc., αὐτοῦ εἶναι, etc., παρ
ιστάμεθα βούλημα, etc.
col. 1227–1228page 319 of 376
PG 27:12274. Ως ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας αὐτῆς 5. Οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, 6. Εως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς. 7. Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς 8. "Οτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως. 9. Ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν. 10. Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι, 11. Καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις. Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΓ'. 1. Εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν 2. Εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ 3. Εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, 4. Ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ' ἡμᾶς 5. "Αρα ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς. 4. Καὶ ὡς ἑκάστη παιδίσκη, ἡμαρτηκυία, μετά φόβου καὶ τρόμου παρίσταται τῇ κυρίᾳ αὐτῆς ἐκδε χομένη ἢ θανατῶσαι, ἢ χαρίσεται [χαρίσασθα:] αὐτῇ τὸ ζῆν 5, 6. Οὕτω καὶ ἡμεῖς ἀπεκδεχόμεθα νῦν ἢ τὴν ζωὴν δοθῆναι ἡμῖν παρὰ Θεοῦ, ἢ τὴν δικαίαν ἀνταπόδοσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. 7. Δεόμεθά σου, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς. 8. Πεπληρωμένοι γάρ ἐσμεν πάσης ἀνομίας καὶ ἁμαρτίας. 9. Ανήκαστόν ['Ανήκεστόν] ἐστι τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. 10, 11. Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτούς· Μὴ φοβεῖσθε, ἀνθ' ὧν ἐπεστρέψατε πρός με· αἱ ἀνομίαι ὑμῶν ἐπὶ τὰς ἐναντίας δυνάμεις, καὶ τὸ κατάκριμα ὑμῶν ἐπὶ τὰς τοῦ διαβόλου ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀνα βαινόντων ἀπὸ τετάρτου βαθμοῦ τῆς θεοσεβείας ἐπὶ τὸν πέμπτον· τουτέστι μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν φωτισθέντες, καὶ μεμνημένοι πῶς ἐκυριεύοντο ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τὸ πρότερον· καὶ ὅτι μὴ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ βαπτίσματος ἐῤῥύσατο αὐτοὺς ἐξ αὐτῶν, ἤμελλον ἀποθνήσκειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν. 1. Εἰ μὴ Ἰησοῦς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν ἦλθε, καὶ ὤφθη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη. 2. Είπατω δὴ ὁ λαὸς ὁ φωτισθεὶς τὴν διάνοιαν. 5. Οτι εἰ μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος παρεγένετο. 4. Ἐν τῷ τὰς ἐναντίας δυνάμεις επέρχεσθαι καθ' ἡμῶν. 5. Παντὶ τρόπῳ, ὡς ἔτι ἦμεν ἐπὶ τῆς γῆς, ζῶν τες ἂν ἐθανατώθημεν. Εἰ θανατώσει αὐτήν, ἤ, Ανίκαστον, ἁμαρτιῶν μου. ἀνίκητον.. Επιστρέψατε. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περι Ἀπὸ τοῦ. Τουτέστι τῶν. Φωτισθέντων, καὶ μεμνημένων τὸ πῶς
S. ATHANASII OPP. PARS III.
4. Sicut oculi ancillæ in manibus dominæ suæ:
5. Ita oculi nostri ad Dominum Deum nostrum,
6. Donec misereatur nostri.
7. Miserere nostri, Domine, miserere nostri:
8. Quia multum repleti sumus despectione.
9. Quia multum repleta est anima nostra.
10. Opprobrium abundantibus,
11. Et despectio superbis.
Canticum Graduum. PSAL. CXXIII.
1. Nisi quia Dominus erat in uobis;
2. Dicat nunc Israel:
5. Nisi quia Dominus erat in nobis,
4. Cum exsurgerent homines in nos,
5. Forte vivos deglutissent nos.
EXEGETICA.
4. Ως ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας τῆς κυρίας
αὐτῆς·
5. Οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν
ἡμῶν,
6. Εως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς.
7. Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς·
8. "Οτι ἐπὶ πολὺ ἐπλήσθημεν ἐξουδενώσεως.
9. Ἐπὶ πλεῖον ἐπλήσθη ἡ ψυχὴ ἡμῶν.
10. Τὸ ὄνειδος τοῖς εὐθηνοῦσι,
11. Καὶ ἡ ἐξουδένωσις τοῖς ὑπερηφάνοις.
Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΓ'.
1. Εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν·
2. Εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ
3. Εἰ μὴ ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν,
4. Ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ' ἡμᾶς·
5. "Αρα ζῶντας ἂν κατέπιον ἡμᾶς.
4. Et sicut omnis ancilla, quæ peccavit, parens
et tremens astat dominæ suæ exspectans, aut morti
tradi, aut vita donari:
5, 6. Ita etiam nos nunc exspectamus, aut vitam
nobis a Deo concedi, aut justam peccatorum nostrorum retributionem.
7. Precamur te, Domine, miserere nostri.
8. Impleti enim sumus omni iniquitate et peccalo.
9. Insanabilis est multitudo peccatorum nostrorum.
10, 11. Dominus autem ad eos: Ne timealis ob
peccata, pro quibus ad me conversi estis; iniquita
tes vestræ vertentur super contrarias potestates, et
condemnatio vestra erit super principatus et potestates diaboli.
4. Καὶ ὡς ἑκάστη παιδίσκη, ἡμαρτηκυία, μετά
φόβου καὶ τρόμου παρίσταται τῇ κυρίᾳ αὐτῆς ἐκδε
χομένη ἢ θανατῶσαι, ἢ χαρίσεται [χαρίσασθα:]
αὐτῇ τὸ ζῆν·
5, 6. Οὕτω καὶ ἡμεῖς ἀπεκδεχόμεθα νῦν ἢ τὴν
ζωὴν δοθῆναι ἡμῖν παρὰ Θεοῦ, ἢ τὴν δικαίαν ἀντα
πόδοσιν τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν.
7. Δεόμεθά σου, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς.
8. Πεπληρωμένοι γάρ ἐσμεν πάσης ἀνομίας καὶ
ἁμαρτίας.
9. Ανήκαστόν ['Ανήκεστόν] ἐστι τὸ πλῆθος
τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν.
10, 11. Ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτούς· Μὴ φοβεῖσθε,
ἀνθ' ὧν ἐπεστρέψατε πρός με· αἱ ἀνομίαι ὑμῶν
ἐπὶ τὰς ἐναντίας δυνάμεις, καὶ τὸ κατάκριμα ὑμῶν
ἐπὶ τὰς τοῦ διαβόλου ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τετάρτου βαθμοῦ τῆς θεοσεβείας ἐπὶ τὸν πέμπτον· τουτέστι μετὰ τὴν ἐξομολόγησιν
φωτισθέντες, καὶ μεμνημένοι πῶς ἐκυριεύοντο ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τὸ πρότερον· καὶ ὅτι μὴ
ὁ Θεὸς διὰ τοῦ βαπτίσματος ἐῤῥύσατο αὐτοὺς ἐξ αὐτῶν, ἤμελλον ἀποθνήσκειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ αὐτῶν.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a quarto
gradu cultus erga Deum in quintum: hoc est eorum, qui post confessionem illuminati sunt, et in memoriam revocant, quomodo fuerunt prius sub dominio contrariarum potestatum; et quod nisi Deus eos ab
ipsis baptismate liberasset, morituri erant in eorum peccato.
4. Nisi Jesus Dei Filius Dominus poster venisset,
et apparuisset super terram, et cum hominibus
conversatus esset.
2. Dicat autem populus mente illuminatus.
3. Quod nisi ipse Dominus advenisset.
6. Cum in nos irruerent contrariæ potestates.
5. Omnino uti adhuc eramus in terra viventes,
morti traditi fuissemus.
1. Εἰ μὴ Ἰησοῦς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ Κύριος ἡμῶν
ἦλθε, καὶ ὤφθη ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τοῖς ἀνθρώποις
συνανεστράφη.
2. Είπατω δὴ ὁ λαὸς ὁ φωτισθεὶς τὴν διάνοιαν.
5. Οτι εἰ μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος παρεγένετο.
4. Ἐν τῷ τὰς ἐναντίας δυνάμεις επέρχεσθαι καθ'
ἡμῶν.
5. Παντὶ τρόπῳ, ὡς ἔτι ἦμεν ἐπὶ τῆς γῆς, ζῶν·
τες ἂν ἐθανατώθημεν.
Addenda et corrigenda
Εἰ θανατώσει αὐτήν, ἤ, etc.
Nῦy deest.
Ανίκαστον, etc., ἁμαρτιῶν μου. Fort. leg.
ἀνίκητον..
Επιστρέψατε.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περι
ex cod. Vatic.
Ἀπὸ τοῦ.
Τουτέστι τῶν.
Φωτισθέντων, καὶ μεμνημένων τὸ πῶς
Ei µh.
"0.
col. 1229–1230page 320 of 376
PG 27:12296. Ἐν τῷ ὀργισθῆναι τὸν θυμὸν αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς, 7. "Αρα τὸ ὕδωρ ἂν κατεπόντισεν ἡμᾶς. 8. Χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν 9. "Αρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπόστατον. 10. Εὐλογητός Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἡμᾶς εἰς θήκ ραν τοῖς ὁδοῦσιν αὐτῶν. 11. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη 12. Εκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων. 13. Η παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐῤῥύσθημεν. 14. Η βοήθεια ἡμῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου, 15. Τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΔ'. 1. Οἱ πεποιθότες ἐπὶ Κύριον, ὡς ὄρος Σιών. 2. Οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα ὁ κατοικῶν Ἱερουσαλήμ. 6. Ἐν τῷ τὰς ἀρχὰς, καὶ ἐξουσίας καὶ τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους βρύχειν ἐφ' ἡμᾶς. 7. Πάντως ἡ ὁρμὴ τῆς δυναστείας αὐτῶν κατήγαγεν ἂν ἡμᾶς εἰς τὰ κατώτατα τῆς ἀβύσσου. 8. Τὰς ὁρμὰς τῆς ἡδονῆς καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ διαβόλου, δι᾿ ὧν κατασύρει πάντας. 9. "Αρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὴν τυραννίδα τοῦ διαβόλου τὴν ἀκράτητον. 10. Εὐλογητός Κύριος, ὃς οὐ συνεχώρησεν ἕως τέτ λους ἀπολέσαι ἡμᾶς ὑπὸ τῶν διδασκομένων αὐτῶν. 11, 12. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐκ τῆς παγίδος τῶν ἐναντίων δυνάμεων θηρευθείς γὰρ ὑπάρχει ὑπ' αὐτῶν διὰ τὰς γηίνας ἐπιθυμίας, ὡς στρουθίον. 15. Αλλ' ὁ Κύριος ἐλθὼν συνέτριψε τὴν ἁμαρτίαν διὰ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἡμεῖς ἐῤῥύσθημεν. 14, 15. Καὶ τοῦ λοιποῦ ἡ βοήθεια ἡμῶν ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐστι τοῦ δημιουργοῦ πάντων. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τοῦ πέμπτου βαθμοῦ τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος ἀνελθών [ἀνελθόντων] ἐπὶ τὸν ἕκτον βαθμόν· τουτέστιν ἐξομολόγησις τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἐπιγινωσκόντων τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ· τὸ πῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν πιστευόντων εἰς αὐτὸν, καὶ τοὺς ἀπειθοῦντας αὐτῷ πῶς παραδίδωσιν εἰς κόλασιν αἰωνίαν 1. Οἱ πιστεύοντες εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ δυνατοί Ισχύϊ ὑπάρχουσιν, ὡς ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Σιὼν ἑρμηνεύεται ἐντολή. 2. Αμετακίνητοι ἔσονται οἱ διαμένοντες ἐν τῷ Πνεύματι τῆς χάριτος αὐτοῦ· ἑρμηνεύεται γὰρ Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος. Τὰς ἐξουσίας. Τῶν ἡδονῶν. Απολέσθαι, τῶν διδασκαλιῶν. Θηρευθείσα γὰρ ὑπῆρχεν. Εν ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦ ἐστι τοῦ δημιουργοῦ τῶν, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει. Ανιόντων. (*) Αιώνιον. Αἱ ἐντολαί, Σιών γάρ, Γὰρ Ιερουσαλήμ,
6. Ἐν τῷ ὀργισθῆναι τὸν θυμὸν αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς,
7. "Αρα τὸ ὕδωρ ἂν κατεπόντισεν ἡμᾶς.
8. Χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν·
9. "Αρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὸ ὕδωρ τὸ ἀνυπό
στατον.
10. Εὐλογητός Κύριος, ὃς οὐκ ἔδωκεν ἡμᾶς εἰς θήκ
ραν τοῖς ὁδοῦσιν αὐτῶν.
11. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη
12. Εκ τῆς παγίδος τῶν θηρευόντων.
13. Η παγὶς συνετρίβη, καὶ ἡμεῖς ἐῤῥύσθημεν.
14. Η βοήθεια ἡμῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου,
15. Τοῦ ποιήσαντος τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΔ'.
1. Οἱ πεποιθότες ἐπὶ Κύριον, ὡς ὄρος Σιών.
2. Οὐ σαλευθήσεται εἰς τὸν αἰῶνα ὁ κατοικῶν
Ἱερουσαλήμ.
PSAL. CXXIV.
6. Cum irasceretur furor eorum in nos,
7. Forsitan aqua absorbuisset nos.
8. Torrentem pertransivit anima nostra:
9. Forsitan pertransisset anima nostra aquam intolerabilem.
10. Benedictus Dominus, qui non dedit nos in
captionem dentibus eorum.
11. Anima nostra sicut passer erepta est
12. De laqueo venantium.
13. Laqueus contritus est, et nos liberali sumus.
14. Adjutorium nostrum in nomine Domini,
15. Qui fecit coelum et terram:
Canticum Graduum. PSAL. CXXIV.
1. Qui confidunt in Domino, sicut mons Sion:
2. Non commovebitur in æternum, qui habitat
in Jerusalem.
6. Ἐν τῷ τὰς ἀρχὰς, καὶ ἐξουσίας καὶ τοὺς
κοσμοκράτορας τοῦ σκότους βρύχειν ἐφ' ἡμᾶς.
7. Πάντως ἡ ὁρμὴ τῆς δυναστείας αὐτῶν κατήγα
γεν ἂν ἡμᾶς εἰς τὰ κατώτατα τῆς ἀβύσσου.
8. Τὰς ὁρμὰς τῆς ἡδονῆς καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν
τοῦ διαβόλου, δι᾿ ὧν κατασύρει πάντας.
9. "Αρα διῆλθεν ἡ ψυχὴ ἡμῶν τὴν τυραννίδα τοῦ
διαβόλου τὴν ἀκράτητον.
10. Εὐλογητός Κύριος, ὃς οὐ συνεχώρησεν ἕως τέτ
λους ἀπολέσαι ἡμᾶς ὑπὸ τῶν διδασκομένων αὐτῶν.
11, 12. Ἡ ψυχὴ ἡμῶν ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐκ
τῆς παγίδος τῶν ἐναντίων δυνάμεων θηρευθείς
γὰρ ὑπάρχει ὑπ' αὐτῶν διὰ τὰς γηίνας ἐπιθυμίας,
ὡς στρουθίον.
15. Αλλ' ὁ Κύριος ἐλθὼν συνέτριψε τὴν ἁμαρτίαν
διὰ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἡμεῖς ἐῤῥύσθημεν.
14, 15. Καὶ τοῦ λοιποῦ ἡ βοήθεια ἡμῶν ἐν τῷ
ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐστι τοῦ δημιουργοῦ πάντων.
6. Cum principatus, et potestates, et rectores tem
nebrarum mundi fremerent in nos.
7. Impetus utique eorum potentiæ forsitan dedu◄
xisset nos in inferiora abyssi.
8. Impetus voluptatis, et concupiscentiarum dia⭑<
holi, quibus omnes pertrahit.
9. Forsitan pertransisset anima nostra diaboli
tyrannidem insuperabilem.
10. Benedictus Dominus, qui non permisit usque
in finem nos perdi ab eorum doctrinis.
11, 12. Anima nostra, ut passer liberata est ex
laqueo contrariarum potestatum; irretita enim
ab ipsis fuit terrenis concupiscentiis, veluti passer.
13. Sed Dominus veniens per baptismum contrivit peccatum, et nos liberati sumus.
14, 15. Et demum auxilium nostrum est in nomine Domini Jesu Christi creatoris omnium
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ
τοῦ πέμπτου βαθμοῦ τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος ἀνελθών [ἀνελθόντων] ἐπὶ τὸν ἕκτον βαθμόν· τουτέστιν
ἐξομολόγησις τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἐπιγινωσκόντων τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ· τὸ πῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν
πιστευόντων εἰς αὐτὸν, καὶ τοὺς ἀπειθοῦντας αὐτῷ πῶς παραδίδωσιν εἰς κόλασιν αἰωνίαν
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a quinto
gradu spei in Christum in sextum gradum: hoc est confessio agnoscentium post baptismum
Christi virtutem: quomodo opitulatur credentibus in eum, et non credentes quomodo tradit in supplicium
#eternum.
1. Οἱ πιστεύοντες εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ δυνατοί
Ισχύϊ ὑπάρχουσιν, ὡς ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Σιὼν
ἑρμηνεύεται ἐντολή.
2. Αμετακίνητοι ἔσονται οἱ διαμένοντες ἐν τῷ
Πνεύματι τῆς χάριτος αὐτοῦ· ἑρμηνεύεται γὰρ
Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος.
Τὰς ἐξουσίας.
Τῶν ἡδονῶν.
1. Credentes in Filium Dei potentes virtute sunt,
sicut mandatum Dei. Sion enim interpretatur mandatum.
2. Immobiles erunt permanentes in Spiritu gratias
ipsius. Jerusalem enim interpretatur Spiritus grad
tive ejus.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Απολέσθαι, etc., τῶν διδασκαλιῶν.
Θηρευθείσα γὰρ ὑπῆρχεν.
Εν ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦ ἐστι τοῦ δημιουργοῦ
τῶν, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει.
Ανιόντων.
(*) Αιώνιον.
Αἱ ἐντολαί, etc., Σιών γάρ, etc
Γὰρ Ιερουσαλήμ, etc.
col. 1231–1232page 321 of 376
PG 27:12313. Ορη κύκλῳ αὐτῆς, 4. Καὶ ὁ Κύριος κύκλῳ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ. 5. ᾿Απὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. 6. Οτι οὐκ ἀφήσει Κύριος την ῥάβδον τῶν ἁμαρ τωλῶν 7. Επι τον κλῆρον τῶν δικαίων 8. Οπως ἂν μὴ ἐκτείνωσιν οἱ δίκαιοι ἐν ἀνομίας; χεῖρας αὐτῶν. 9. Αγάθυνον, Κύριε, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς εὐθέσι τῇ καρδίᾳ. 10. Τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιας 11. Απάξει Κύριος μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν. 12. Εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΕ. 1. Ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν Σιών, 5. Ορη ὑπάρχουσι κύκλῳ τῆς Ἱερουσαλήμ. 4, 5. Καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς, τὸ ὄρος τὸ πληροῦν τὴν οἰκουμένην, κύκλῳ ἐστὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. 6. Οὐ γὰρ συγχωρήσει Κύριος κατ' ἐξουσίαν, καὶ τὴν ἐναντίαν δύναμιν. 7. Τῶν ἁγίων αὐτοῦ. 8. ἵνα μὴ οἱ δίκαιοι, κυριευθέντες ὑπὸ τῶν δαιμόνων, ἐκδώσωσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ταῖς ἐπιθυμίαις τοῦ βίου. 9. ᾿Αγαθὰ δώρησαι, ὁ Θεὸς, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς ὑπακούουσι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐκ καρδίας. 10, 11. Τοὺς δὲ εἰς ἀσελγείας ἐκδεδωκότας ἑαυ τοὺς τῇ φθορᾷ παραδώσει Κύριος τῷ αἰωνίῳ πυρί Ο μετὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ. 12. Η χάρις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς καθαρούς τῇ καρδία. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ερμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τοῦ πέμπτου βαθμοῦ [ ἀπὸ τοῦ ἔκτου βαθμοῦ τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀνιέντων ἐπὶ τὸν ἕβδομον βαθμὸν ] τῆς εἰς Χριστὸν ἐλπίδος ἀν:έντων ἐπὶ τὸν ἔκτον βαθμὸν, τουτέστιν ἐξομολόγησις τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἐπιγινωσκόντων τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ· τὰ πῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν πιστευόντων εἰς αὐτὸν, καὶ τοὺς ἀπειθοῦντας αὐτῷ παραδίδωσιν εἰς κόλασιν αιώνιον. 1. Ἐν τῷ καιρῷ ὅταν ἐπέστρεψεν ὁ Κύριος Ἰησοῦς τὴν δουλείαν τῆς καρδίας ἡμῶν, ὅταν ἐβουλεύσα μεν ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσι. Σιών γὰρ ερμηνεύε και σκοπευτήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία. Οὐ γάρ, κατ εξουσιάζειν τὰς ἐναντίας δυνάμεις των, Καρδίας. Ν. 10, Τούς, 11. Παραδώσει, 12, Η χαρά του, Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀνα βαινόντων ἀπὸ τοῦ ἔκτου βαθμοῦ τῆς εἰς Χριστὸν τε λειότητος ἐπὶ τὸν ἕβδομον βαθμὸν, τὴν μνήμην γεν νῶντα τοῖς πιστοῖς, καὶ παρασκευάζοντα αὐτοὺς δια ηγεῖσθαι τὰ περὶ τῆς γενομένης αὐτοῖς παρὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀντιλήψεως, καὶ παράκλησις παρακλήσεως) ἀπολαβεῖν αὐτοὺς τὴν προτέραν ἀπό λαύσιν τοῦ παραδείσου, ἣν ὁ προπάτωρ Ἀδὰμ ἀπὸ ώλεσεν, ἀπατηθεὶς ὑπὸ τοῦ διαβόλου. Εδουλεύσαμεν.
S. ATHANASI OPP. PARS III. EXEGETICA.
3. Montes in circuitu ejus,
4. Et Dominus in circuitu populi sui,
5. Ex hoc nunc et usque in sæculum.
6. Quia non relinquet Dominus virgam peccaLorum
7. Super sortem justorum:
8. Ut non extendant justi ad iniquitatem manus
Suas.
9. Benefac, Domine, bonis, et rectis corde.
10. Declinantes autem in obligationes,
11. Adducet Dominus cum operantibus iniquitatem.
12. Pax super Israel.
Canticum Graduum. PSAL. CXXV.
1. In convertendo Dominus captivitatem Sion,
ATHANASII
3. Ορη κύκλῳ αὐτῆς,
4. Καὶ ὁ Κύριος κύκλῳ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
5. ᾿Απὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
6. Οτι οὐκ ἀφήσει Κύριος την ῥάβδον τῶν ἁμαρ
τωλῶν
7. Επι τον κλῆρον τῶν δικαίων
8. Οπως ἂν μὴ ἐκτείνωσιν οἱ δίκαιοι ἐν ἀνομίας;
χεῖρας αὐτῶν.
9. Αγάθυνον, Κύριε, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς εὐθέσι
τῇ καρδίᾳ.
10. Τοὺς δὲ ἐκκλίνοντας εἰς τὰς στραγγαλιας
11. Απάξει Κύριος μετὰ τῶν ἐργαζομένων τὴν
ἀνομίαν.
12. Εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ
Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΕ.
1. Ἐν τῷ ἐπιστρέψαι Κύριον τὴν αἰχμαλωσίαν Σιών,
INTERPRETATIO.
3. Montes exsistunt in circuitu Jerusalem.
4, 5. Et Dominus Jesus, mons implens mundum,
in circuitu est populi sui, et nunc et in futura
seculo.
6. Non enim sinet Dominus potestatem, et adversariam potentiam.
7. (Super sortem ) sanctorum ejus.
8. Ne justi, dominantibus in eos damonibus,
tradant animas suas concupiscentiis vitæ.
9. Da, Deus, bona bonis, et obedientibus præceptis tuis ex corde.
10, 11. Dedentes autem seipsos in lascivias corruptioni, tradet Dominus in ignem æternum cum
diabolo et angelis ejus.
12. Gratia Filii Dei super mundos corde.
5. Ορη ὑπάρχουσι κύκλῳ τῆς Ἱερουσαλήμ.
4, 5. Καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς, τὸ ὄρος τὸ πληροῦν
τὴν οἰκουμένην, κύκλῳ ἐστὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ καὶ ἐν
τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι.
6. Οὐ γὰρ συγχωρήσει Κύριος κατ' ἐξουσίαν,
καὶ τὴν ἐναντίαν δύναμιν.
7. Τῶν ἁγίων αὐτοῦ.
8. ἵνα μὴ οἱ δίκαιοι, κυριευθέντες ὑπὸ τῶν δαιμό
νων, ἐκδώσωσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν ταῖς ἐπιθυμίαις
τοῦ βίου.
9. ᾿Αγαθὰ δώρησαι, ὁ Θεὸς, τοῖς ἀγαθοῖς καὶ τοῖς
ὑπακούουσι ταῖς ἐντολαῖς σου ἐκ καρδίας.
10, 11. Τοὺς δὲ εἰς ἀσελγείας ἐκδεδωκότας ἑαυ
τοὺς τῇ φθορᾷ παραδώσει Κύριος τῷ αἰωνίῳ πυρί
Ο μετὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.
12. Η χάρις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς καθαρούς
τῇ καρδία.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ερμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τοῦ
πέμπτου βαθμοῦ [ ἀπὸ τοῦ ἔκτου βαθμοῦ τῆς γνώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀνιέντων ἐπὶ τὸν ἕβδομον βαθμὸν ] τῆς
εἰς Χριστὸν ἐλπίδος ἀν:έντων ἐπὶ τὸν ἔκτον βαθμὸν, τουτέστιν ἐξομολόγησις τῶν μετὰ τὸ βάπτισμα ἐπιγινω
σκόντων τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ· τὰ πῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν πιστευόντων εἰς αὐτὸν, καὶ τοὺς ἀπειθοῦντας
αὐτῷ παραδίδωσιν εἰς κόλασιν αιώνιον.
Titulus (†) præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a
quinto gradu spei in Christum in sextum gradum [a sexto gradu cognitionis Christi ascendentium in septimunı gradum], hoc est confessio agnoscentium post baptismum Christi virtutem: quomodo opitulatur credentibus in eum, et non credentes tradit in supplicium æternum.
1. In tempore quando convertit Dominus Jesus
servitutem cordis nostri, cum serviebamus contrariis potestatibus. Sion enim interpretatur specula, quod est cor.
1. Ἐν τῷ καιρῷ ὅταν ἐπέστρεψεν ὁ Κύριος Ἰησοῦς
τὴν δουλείαν τῆς καρδίας ἡμῶν, ὅταν ἐβουλεύσαμεν ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσι. Σιών γὰρ ερμηνεύε
και σκοπευτήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
N. 6, 7, Comment. unus, Οὐ γάρ, etc., κατεξουσιάζειν τὰς ἐναντίας δυνάμεις των, etc.
Καρδίας.
Ν. 10, Τούς, etc. N. 11. Παραδώσει, etc. N. 12,
Η χαρά του, etc.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν
᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τοῦ ἔκτου βαθμοῦ τῆς εἰς Χριστὸν τε
λειότητος ἐπὶ τὸν ἕβδομον βαθμὸν, τὴν μνήμην γεννῶντα τοῖς πιστοῖς, καὶ παρασκευάζοντα αὐτοὺς δια
ηγεῖσθαι τὰ περὶ τῆς γενομένης αὐτοῖς παρὰ τῆς τοῦ
Χριστοῦ ἀντιλήψεως, καὶ παράκλησις (leg. videtur
παρακλήσεως) ἀπολαβεῖν αὐτοὺς τὴν προτέραν ἀπό
λαύσιν τοῦ παραδείσου, ἣν ὁ προπάτωρ Ἀδὰμ ἀπὸ
ώλεσεν, ἀπατηθεὶς ὑπὸ τοῦ διαβόλου.
Εδουλεύσαμεν.
(†) In describenda explicatione titulorum psalmorum graduum multipliciter, et non uno in loco errasse videtur librarins. Manifestus quidem hoc loco scribæ error est: cum interpretatio tituli hujus
psalmi eadem atque illa psalmi antecedentis sit. Quomodo autem pauca mutando corrigerem, ad margi-
col. 1233–1234page 322 of 376
PG 27:12332. Εγενήθημεν ὡσεὶ παρακεκλημένοι. 3. Τότε επλήσθη χαρᾶς τὸ στόμα ἡμῶν, 4. Καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀγαλλιάσεως. 5. Τότε ἐροῦσιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν 6. Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μετ' αὐτῶν. 7. Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν 8. Εγενήθημεν εὐφραινόμενοι. 9. Επίστρεψον, Κύριε, τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν, 10. Ως χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ. 2. Εγενόμεθα ὡς ἀνάπαυσιν· Ο γὰρ παρακαλῶν τοὺς ταπεινούς παρεκάλεσεν ἡμᾶς Θεός. 5. Τότε επλήσθημεν Πνεύματος ἁγίου 4. Καὶ ἠρξάμεθα λαλεῖν ἑαυτοῖς ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς ᾄδοντες, καὶ ψάλ λοντες ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ. 5, 6. Τότε έλεγον αἱ ἐναντίαι δυνάμεις· Εὐδό χησεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ σῶσαι αὐτούς. 7. Ἡμεῖς δὲ πάλιν καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ λέγομεν Ἥπλωσεν ἐπὶ πάντας, καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 8. Εὑρέθημεν πλησθέντες τη χαριτι αὐτοῦ. 9, 10. Ο χειμάρρους οὗτος, περὶ οὗ λέγει ὁ Προ φήτης, ἐν τῷ νότῳ ἐστὶν ἐν τῇ Ρινοκουρούρα ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ τῆς Αἰγύπτου· διὸ καὶ ὁ Προφήτης εἴρηκεν, ὡς ὁ χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ. Τοῦτο οὖν μεμαθήκαμεν παρὰ πλειόνων, ὅτιπερ οἱ Σαρακηνοί κατήρχοντο εἰς τὴν Ῥινοκουρούραν, ἢ [ὡς] καὶ κατ έρχονται μέχρι τοῦ νῦν, καὶ παιδεύουσιν ὥσπερ [πορθοῦσιν ὄπερ] εὑρίσκουσι, καὶ ἀνέρχονται εἰς τοὺς τόπους αὐτῶν. Ὁ δὲ χειμάρρους οὗτος, περὶ οὗ εἶπεν ὁ Προφήτης, ἐκ τῶν Σαρακηνῶν κατέρχεται κατὰ βούλησιν οὖν Θεοῦ, ἡνίκα γένηται ὑετὸς λάβρος, πληθύνει ὁ χειμάρρους, ὥστε κατέρχεσθαι αὐτὸν σφο δρῶς, λαμβάνοντα τὰς σκηνὰς τῶν Σαρακηνῶν, καὶ αὐτοὺς δὲ ἀπόλλυσιν, ἅπερ δὲ διήρπασαν λαβὼν φέ ρει εἰς τὴν Ρινοκουρούραν, ὅθεν καὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ τῶν Σαρακηνῶν τὸ πρότερον· καὶ ἡμεῖς δὲ, γενόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ πόλει, ἐθεασάμεθα τὸν χειμάρρουν. Τοῦτο οὖν ἐστιν ὁ λέγει ὁ Προφήτης ἐκ προσώπου τῶν πεπιστευκότων· ὅτι, ὥσπερ ἐκεῖνος ὁ χειμάρρους τοὺς μὲν αἰχμαλωτίζοντας ἀπόλλυσι, τὰ δὲ ληφθέντα παρ' αὐτῶν σκύλα ἀποκαθίστησιν, ἐξ ὧν καὶ ἐλήφθησαν, οὕτω ποίησον καὶ αὐτὸς, καὶ τὰς μὲν ἐναντίας δυνάμεις τὰς αἰχμαλωτισάσας ἡμᾶς θανάτωσον τῷ ὕδατι τοῦ βαπτίσματος, δι' αὐτοῦ δὲ τοῦ ὕδατος ἀπό δος ἡμῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἀφείλαντο ἡμῖν αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις. Αὕτη οὖν ἡ διήγησις τοῦ χειμάρρου, καὶ αὕτη ἡ αἰτία τοῦ εἰρηκέναι τὸν Προφήτην. Εἰς ἀνάπαυσιν, ὁ Θεός. Ἐν ἑαυτοῖς. Ν. 5, Τότε, τοῦ Ν. 6, 7, Ημείς, ἐν τῷ Κυρίῳ, εἰς πάντας ἡμᾶς, Τῆς χάριτος, Ἐν τῇ Ρινοκούρα, ὡς χειμάρρους,
2. Εγενήθημεν ὡσεὶ παρακεκλημένοι.
3. Τότε επλήσθη χαρᾶς τὸ στόμα ἡμῶν,
4. Καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀγαλλιάσεως.
5. Τότε ἐροῦσιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν·
6. Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μετ' αὐτῶν.
7. Ἐμεγάλυνε Κύριος τοῦ ποιῆσαι μεθ᾿ ἡμῶν·
8. Εγενήθημεν εὐφραινόμενοι.
9. Επίστρεψον, Κύριε, τὴν αἰχμαλωσίαν ἡμῶν,
10. Ως χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ.
PSAL. CXXV.
2. Facti sumus sicut consolati.
3. Tunc repletum est gaudio os nostrum,
4. Et lingua nostra exsultatione.
5. Tunc dicent inter gentes:
6. Magnificavit Dominus facere cum eis.
7. Magnificavit Dominus facere nobiscum:
8. Facti sumus lætantes.
9. Converte, Domine, captivitatem nostram,
10. Sicut torrens in austro.
2. Εγενόμεθα ὡς ἀνάπαυσιν· Ο γὰρ παρακαλῶν τοὺς ταπεινούς παρεκάλεσεν ἡμᾶς Θεός.
5. Τότε επλήσθημεν Πνεύματος ἁγίου·
4. Καὶ ἠρξάμεθα λαλεῖν ἑαυτοῖς ἐν ψαλμοῖς καὶ
ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς ᾄδοντες, καὶ ψάλ
λοντες ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
5, 6. Τότε έλεγον αἱ ἐναντίαι δυνάμεις· Εὐδό
χησεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ σῶσαι αὐτούς.
7. Ἡμεῖς δὲ πάλιν καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ λέγομεν
Ἥπλωσεν ἐπὶ πάντας, καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
8. Εὑρέθημεν πλησθέντες τη χαριτι αὐτοῦ.
9, 10. Ο χειμάρρους οὗτος, περὶ οὗ λέγει ὁ Προ
φήτης, ἐν τῷ νότῳ ἐστὶν ἐν τῇ Ρινοκουρούρα
ἥτις ἐστὶν ἀρχὴ τῆς Αἰγύπτου· διὸ καὶ ὁ Προφήτης
εἴρηκεν, ὡς ὁ χειμάρρους ἐν τῷ νότῳ. Τοῦτο οὖν
μεμαθήκαμεν παρὰ πλειόνων, ὅτιπερ οἱ Σαρακηνοί
κατήρχοντο εἰς τὴν Ῥινοκουρούραν, ἢ [ὡς] καὶ κατέρχονται μέχρι τοῦ νῦν, καὶ παιδεύουσιν ὥσπερ
[πορθοῦσιν ὄπερ] εὑρίσκουσι, καὶ ἀνέρχονται εἰς
τοὺς τόπους αὐτῶν. Ὁ δὲ χειμάρρους οὗτος, περὶ οὗ
εἶπεν ὁ Προφήτης, ἐκ τῶν Σαρακηνῶν κατέρχεται
κατὰ βούλησιν οὖν Θεοῦ, ἡνίκα γένηται ὑετὸς λάβρος,
πληθύνει ὁ χειμάρρους, ὥστε κατέρχεσθαι αὐτὸν σφο
δρῶς, λαμβάνοντα τὰς σκηνὰς τῶν Σαρακηνῶν, καὶ
αὐτοὺς δὲ ἀπόλλυσιν, ἅπερ δὲ διήρπασαν λαβὼν φέρει εἰς τὴν Ρινοκουρούραν, ὅθεν καὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ
τῶν Σαρακηνῶν τὸ πρότερον· καὶ ἡμεῖς δὲ, γενόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ πόλει, ἐθεασάμεθα τὸν χειμάρρουν.
Τοῦτο οὖν ἐστιν ὁ λέγει ὁ Προφήτης ἐκ προσώπου
τῶν πεπιστευκότων· ὅτι, ὥσπερ ἐκεῖνος ὁ χειμάρρους
τοὺς μὲν αἰχμαλωτίζοντας ἀπόλλυσι, τὰ δὲ ληφθέντα
παρ' αὐτῶν σκύλα ἀποκαθίστησιν, ἐξ ὧν καὶ ἐλήφθη
σαν, οὕτω ποίησον καὶ αὐτὸς, καὶ τὰς μὲν ἐναντίας
δυνάμεις τὰς αἰχμαλωτισάσας ἡμᾶς θανάτωσον τῷ
ὕδατι τοῦ βαπτίσματος, δι' αὐτοῦ δὲ τοῦ ὕδατος ἀπόδος ἡμῖν τὴν δόξαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, ἣν ἀφείλαντο
ἡμῖν αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις. Αὕτη οὖν ἡ διήγησις
τοῦ χειμάρρου, καὶ αὕτη ἡ αἰτία τοῦ εἰρηκέναι τὸν
Προφήτην.
74 ¡l Cor. vit 6. 78 Ephes. v, 4.
G
2. Facti sumus veluti in requie: Qui enim consolatur humiles, consolatus est nos Deus”.
3. Tunc repleti sumus Spiritu sancto:
4. Εt ccepimus nobismetipsis loqui in psalmis,
et hymnis, et canticis spiritualibus cantantes, et
psallentes in cordibus nostris nomini ejus”.
5, 6. Tunc dixerunt contrariæ potestates: Complacuit Filio Dei ipsos salvos facere.
7. Nos autem rørsus gloriantes in Domiuo dicimus: Expandit super omnes, et super nos misericordiam suam.
8. Inventi sumus repleti gratia ipsius.
9, 10. Torrens iste, de quo loquitur Propheta,
est in parte australi in Rhinocerura, quæ est principium Ægypti; ideo et Propheta dixit, veluti tor
rens in austro. Hoc enim didicimus a pluribus,
quod Saraceni deveniebant in Rhinoceruram, ut
etiamnum veniunt, et depopulantur quæcunque inveniunt, et revertuntur in loca sua. Torrens autem
iste, de quo loquitur Propheta, ex Saracenorum
terra originem habet: secundum igitur Dei voluntatem, cum copiosus imber cadit, adeo crescit torrens, ut vehementer se inferat trahens serum tabernacula Saracenorum, et ipsos quidem perdit,
quæcunque autem rapuerunt, accipiens fert Rhinoceruram, unde et antea capta fuerunt a Saracenis et nos quidem cum essemus in ea civitate
vidimus torrentem. Hoc igitur est, quod dicit Propheta ex persona credentium: quod quemadmodum ille torrens eos, qui alios in captivitatem abduxerunt, perdit, capta autem ab ipsis spolia restituit eis, quibus et erepta fuerant; ita fac et ipse,
et contrarias potestates, qui captivos nos duxerunt,
interfice aqua baptismi, eadem auten: aqua redde
nobis gloriam, et libertatem, quam nobis eripuerunt potestates inimici. Hæc igitur est explicatio
dictionis illius, sicut torrens, et hæc causa, cur
Propheta ejus meminerit.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Εἰς ἀνάπαυσιν, etc., ὁ Θεός.
Ἐν ἑαυτοῖς.
Ν. 5, Τότε, etc., τοῦ deest. Ν. 6, 7, Ημείς, etc.,
ἐν τῷ Κυρίῳ, etc., εἰς πάντας ἡμᾶς, etc.
Τῆς χάριτος, etc.
Ἐν τῇ Ρινοκούρα, etc., ὡς χειμάρρους, etc.,
nem ascripsi; recte autem, an secus benigni lectoris judicio relinquam. Neque enim mihi spes est,
omnia ad rectam et veram lectionem revocare posse, et quæ sanctus doctor scripsit, et nunc manca et
mutila ac corrupta leguntur, in integrum restituere.
col. 1235–1236page 323 of 376
PG 27:123511. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θε ριοῦσι. 12. Πορευόμενοι ἐπορεύοντο, καὶ ἔκλαιον 13. Βάλλοντες τὰ σπέρματα αὐτῶν. 14. Ερχόμενοι δὲ ἥξουσιν ἐν ἀγαλλιάσει, 15. Αίροντες τὰ δράγματα αὐτῶν. Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν τῷ Σολομών. 1. Ἐὰν μὴ Κύριος οικοδομήση οίκον, 2. Εἰς μάτην εκοπίασαν οἱ οἰκοδομούντες. 3. Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν, 4. Εἰς μάτην ηγρύπνησεν ὁ φυλάσσων. 11. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ἐν τῷ νῦν καιρῷ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ἐν καρδίᾳ καθαρᾷ, ὅτι παρακληθής σονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 12, 13. Τὸν βίον αὐτῶν πάντα ἐπετέλουν μετὰ φά ου νυκτὸς καὶ ἡμέρας μετὰ δακρύων κατεργαζόμενοι τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν 14, 15. Ἐν τῇ ἀναστάσει ερχόμενοι ἐλεύσονται ἐν ἀγαλλιάσει ἀπολαμβάνοντες τὴν αἰώνιον ζωήν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Σολομών, ὅπερ ἑρμηνεύεται τῶν σω θέντων διὰ τοῦ βαπτίσματος τῷ εἰρηνικωτάτῳ, τουτέστιν Ἰησοῦ τῇ εἰρήνῃ ἡμῶν· τοῦτο οὖν λέγω, λοιπὸν μετὰ τὸν ἕβδομον βαθμὸν τῆς γνώσεως [τῆς δυνάμεως] τοῦ Χριστοῦ εἰς ὑψηλότερον βαθμὸν ἀνέρχονται εἰς τὸν ὄγδοον ὡσανεὶ εἰς τὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοῦ, τῷ διδάσκοντι αὐτοὺς, ὅτιπερ οὐκ ἦν δυνατὸν σωθῆναι ἡμᾶς διὰ τοῦ λόγου τοῦ λαληθέντος δι' ἀγγέλων καὶ τῶν προφητῶν, εἰ μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος, αὐταῖς ὄψεσι παρα γενόμενος, ἔσωσεν ἡμᾶς· καὶ ὅτι αὐτοὶ προφῆται ἐν ὀδύνῃ διήγον, ὅτι οὐκ ἠδύναντο ἐπιστρέψαι τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ἵνα σωθῇ, εἰ μὴ ὡς προεἶπον, ὁ Κύριος παραγέγονεν, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ πρῶτος στίχος τοῦ ψαλμοῦ Το 1, 2. Ἐὰν μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος τῇ ἑαυτοῦ παρ ουσίᾳ ᾠκοδόμησε τὴν Ἐκκλησίαν, καθὼς εἴρηκε τῷ Πέτρῳ· Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, ὀφελεῖς ὑπῆρχον οἱ κόποι τῶν προφητῶν ἐν γένει τῶν ἀνθρώπων. 3, 4. Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πάντα ἄνθρωπον, εἰς μάτην εκόπιεν ἕκαστος τῶν δοκούντων εἶναί τι. εἰς τὴν 'Ρινοκούραν, ή και, καὶ παρεδρεύουσιν ἅπερ εὑρίσκουσι, καὶ ἀπέρχονται, ὑετὸς λά βρος, ἀπόλλυσι. Τὰ δὲ αὐτῶν πάντα ἀναγκαίως, καὶ ἅπερ διήρπασαν, Ρινοκούραν, ὅθεν καὶ ἐλή φθησαν τὰ αὐτὰ σκύλα ὑπὸ τῶν, "Οτι, ὥσπερ ὁ χειμάρρους, καὶ αὐτός, τὰς αἰχμαλωτισά σας ἡμᾶς, εἰε., πάλιν ἀποδώσει ἡμῖν, ἣν ἀφεί. λαντο ἡμῶν, 1) Φόβου, και τρόμου. Τη δέ. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, Σολο μῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν, ᾿Αγγέλου. Οἱ προφῆται. Ψαλμοῦ αὐτὸ τοῦτο δηλοῖ. Ν. 1. Εάν, Ανωφελείς, Τῷ γένει, 2, 3, 4. Ἐὰν μὴ Κύριος, Εκοπίασεν,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
11. Qui seminant in lacrymis, in exsultatione
metent.
12. Euntes ibant, et flebant
13. Mittentes semina sua.
14. Venientes autem venient cum exsultatione,
15. Portantes manipulos suos.
Canticum Graduum Salomonis. PSAL. CXXVI.
1. Nisi Dominus adificaverit domum:
2. In vanum laboraverunt qui adificant eam.
3. Nisi Dominus custodierit civitatem:
4. Frustra vigilavit qui custodit eam.
EXEGETICA.
11. Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θε
ριοῦσι.
12. Πορευόμενοι ἐπορεύοντο, καὶ ἔκλαιον
13. Βάλλοντες τὰ σπέρματα αὐτῶν.
14. Ερχόμενοι δὲ ἥξουσιν ἐν ἀγαλλιάσει,
15. Αίροντες τὰ δράγματα αὐτῶν.
Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν τῷ Σολομών.
TAA. PKG'.
1. Ἐὰν μὴ Κύριος οικοδομήση οίκον,
2. Εἰς μάτην εκοπίασαν οἱ οἰκοδομούντες.
3. Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πόλιν,
4. Εἰς μάτην ηγρύπνησεν ὁ φυλάσσων.
11. Beati flentes in præsenti sæculo peccata sua
corde mundo, quoniam consolabuntur in regno
coelorum.
12, 13. Totam suam vitam traducunt in metu,
nocte ac die cum lacrymis operantes salutem
suam.
14, 15. In resurrectione venientes venient in
exsultatione accipientes vitam æternam.
11. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες ἐν τῷ νῦν καιρῷ τὰς
ἁμαρτίας αὐτῶν ἐν καρδίᾳ καθαρᾷ, ὅτι παρακληθής
σονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
12, 13. Τὸν βίον αὐτῶν πάντα ἐπετέλουν μετὰ φά
6ου νυκτὸς καὶ ἡμέρας μετὰ δακρύων κατεργα
ζόμενοι τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν
14, 15. Ἐν τῇ ἀναστάσει ερχόμενοι ἐλεύσονται
ἐν ἀγαλλιάσει ἀπολαμβάνοντες τὴν αἰώνιον ζωήν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Σολομών, ὅπερ ἑρμηνεύεται τῶν σω
θέντων διὰ τοῦ βαπτίσματος τῷ εἰρηνικωτάτῳ, τουτέστιν Ἰησοῦ τῇ εἰρήνῃ ἡμῶν· τοῦτο οὖν λέγω, λοιπὸν
μετὰ τὸν ἕβδομον βαθμὸν τῆς γνώσεως [τῆς δυνάμεως] τοῦ Χριστοῦ εἰς ὑψηλότερον βαθμὸν ἀνέρχονται εἰς τὸν
ὄγδοον ὡσανεὶ εἰς τὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοῦ, τῷ διδάσκοντι αὐτοὺς, ὅτιπερ οὐκ ἦν δυνατὸν σωθῆναι ἡμᾶς
διὰ τοῦ λόγου τοῦ λαληθέντος δι' ἀγγέλων καὶ τῶν προφητῶν, εἰ μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος, αὐταῖς ὄψεσι παραγενόμενος, ἔσωσεν ἡμᾶς· καὶ ὅτι αὐτοὶ προφῆται ἐν ὀδύνῃ διήγον, ὅτι οὐκ ἠδύναντο ἐπιστρέψαι τὸ γένος
τῶν ἀνθρώπων, ἵνα σωθῇ, εἰ μὴ ὡς προεἶπον, ὁ Κύριος παραγέγονεν, ὡς καὶ αὐτὸς ὁ πρῶτος στίχος τοῦ
ψαλμοῦ
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum Salomoni, quod interpretatur canticum eorum, quɩ
salvi facti sunt per baptismum summe Pacifico, nempe Jesu, qui est pax nostra 76: hoc igitur dico, demum post septimum gradum agnitionis [virtutis] Christi in altiorem gradum ascendunt scilicet in octavum,
videlicet in cœlestia Christi dona docentis fieri non potuisse, ut salvaremur sermone, quem locuti sunt
angeli, et prophetæ, nisi ipse Dominus nostris aspectibus se præbens salvos nos fecisset: et quod ipsi
prophetæ in dolore vitam agebant, quia non poterant convertere genus humanum, ut salvaretur nisi ut
antea dixi, Dominus advenisset, ut ipse primus psalmi versus dicit.
1, 2. Nisi ipse Dominus adventu suo ædificasset
Ecclesiam, quemadmodum dixit Petro: Tu es Petrus, et super hanc petram ædificabo Ecclesiam
meam”, inutiles fuissent labores prophetarum in
generatione hominum.
5, 4. Nisi Dominus custodierit omnem hominem,
frustra elaboravit quicunque videtur esse aliquid.
Το Ephes. II, 14. * Matth. xvi, 18.
1, 2. Ἐὰν μὴ αὐτὸς ὁ Κύριος τῇ ἑαυτοῦ παρουσίᾳ ᾠκοδόμησε τὴν Ἐκκλησίαν, καθὼς εἴρηκε τῷ
Πέτρῳ· Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα
οικοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, ὀφελεῖς ὑπῆρχον
οἱ κόποι τῶν προφητῶν ἐν γένει τῶν ἀνθρώπων.
3, 4. Ἐὰν μὴ Κύριος φυλάξῃ πάντα ἄνθρωπον, εἰς
μάτην εκόπιεν ἕκαστος τῶν δοκούντων εἶναί τι.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic,
εἰς τὴν 'Ρινοκούραν, ή και, etc., καὶ παρεδρεύουσιν
ἅπερ εὑρίσκουσι, καὶ ἀπέρχονται, etc., ὑετὸς λάβρος, etc.. ἀπόλλυσι. Τὰ δὲ αὐτῶν πάντα ἀναγκαίως,
καὶ ἅπερ διήρπασαν, etc. Ρινοκούραν, ὅθεν καὶ ἐλή
φθησαν τὰ αὐτὰ σκύλα ὑπὸ τῶν, etc. "Οτι, ὥσπερ ὁ
χειμάρρους, etc., καὶ αὐτός, etc., τὰς αἰχμαλωτισάσας ἡμᾶς, εἰε., πάλιν ἀποδώσει ἡμῖν, etc., ἣν ἀφεί.
λαντο ἡμῶν, etc.
1) Φόβου, και τρόμου.
Τη δέ.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. Σολομῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν, etc.
᾿Αγγέλου.
Οἱ προφῆται.
Ψαλμοῦ αὐτὸ τοῦτο δηλοῖ.
Ν. 1. Εάν, etc. Ανωφελείς, etc. Τῷ γένει,
etc. N. 2, 3, 4. Ἐὰν μὴ Κύριος, etc. Εκοπίασεν,
etc.
col. 1237–1238page 324 of 376
PG 27:12375. Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ [τοῦ] ἀρθρίζειν 6. Εγείρεσθε μετὰ τὸ καθῆσθαι, 7. Οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης. 8. Οταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕπνον. 9. Ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου, υἱοί 10. Ὁ μισθὸς τοῦ καρποῦ τῆς γαστρός. 11. ὡσεὶ βέλη ἐν χειρὶ δυνατοῦ 12. Οὕτως οἱ υἱοὶ τῶν ἐκτετιναγμένων. 15. Μακάριος, ὃς πληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ἐξ αὐτῶν 14. Οὐ καταισχυνθήσονται, ὅταν λαλῶσι τοῖς ἐχθροῖς αὐτοῦ [αὐτῶν] ἐν πύλαις. 5. Ὑμῖν τοῖς προφήταις εἰς μάτην ἐστὶ τὸ όρο θρίζειν ὑμᾶς, καὶ λαβεῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἀπείθειαν τῶν ἀνθρώπων. 6. Ομως μετὰ τὴν κοίμησιν ὑμῶν ἀνίστασθε· ὁ λόγος γὰρ ὑμῶν μέλλει κηρύσσεσθαι, καὶ ἄγειν πάνε τας εἰς τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ. 7. Οἱ νῦν, διὰ τὸ μηδένα ὑμῶν ἀκούειν, με δδύ νης ἐσθίοντες τὸν ἑαυτῶν ἄρτον. 8. Πότε διεγείρεσθε, ὅταν ὁ Κύριος μέλλων συλ λαμβάνεσθαι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐπὶ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ, τουτέστι τοῖς ἀποστόλοις· Καθεύδετε τὸ λοι πὸν, καὶ ἀναπαύσεσθε· ἤγγικε γὰρ ὁ παραδιδοὺς με. 9. Ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου υἱοὶ ὑμῶν τῶν προ φητῶν, οἱ ἀπόστολοι. 10. Καὶ ὁ μισθὸς τοῦ πόνου ὑμῶν καὶ τῆς ὀδύνης, ῆς ἔχετε τότε κυριεύσοντες, τούτους τοὺς ἀποστόλους ἡμῖν ἔτεκεν. 11. Ὡς βέλη πεμπόμενα παρά τινος εὐστόχου καὶ Ισχυροῦ, οὕτως εἰσὶν οἱ ἀπόστολοι ὑπὸ Κυρίου πεμ πόμενοι εἰς τὸ κήρυγμα. 12. Οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν, τῶν μὴ ἐχόντων ἐν αὐτ τοῖς σίτα, ἢ βρῶσιν τὴν ἀφανίζουσαν. 13. Μακάριος, ὅτι [ ὅστις ] τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων εἰς τὰ εἰρημένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, και μαθών αὐτὰ, καὶ πληρῶν. 14. Οἱ τοιοῦτοι γὰρ οὐ καταισχύνονται, ὅταν μετα βαίνωσιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐναντίαι δυνά μεις ἑστῶσαι ἔξωθεν τῶν πυλῶν τοῦ οὐρανοῦ ζητοῦσι κατ' αὐτῶν εὑρεῖν τινα πράξιν πονηρὰν εἰς αὐτ τοὺς, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτῶν πρὸς τὸν Θεὸν ὡς ἡμαρτηκότων. Τοῦ ὀρθρίζειν ὑμᾶς, καὶ λαλεῖν, Μετ' οδύνης ἤσθιον, Πότε δὲ ἐγείρεσθε, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ὁ μέλλων, Ἰουδαίων εἴπῃ τοῖς, και γάρ. Είχετε τότε κηρύσσοντες. Ἐν ἑαυτοῖς σἶτα, ἢ βρῶσίν τινα, Ο. Πονηρὰν πεπραχότας αὐτούς,
5. Εἰς μάτην ὑμῖν ἐστι τὸ [τοῦ] ἀρθρίζειν·
6. Εγείρεσθε μετὰ τὸ καθῆσθαι,
7. Οἱ ἐσθίοντες ἄρτον ὀδύνης.
8. Οταν δῷ τοῖς ἀγαπητοῖς αὐτοῦ ὕπνον.
9. Ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου, υἱοί10. Ὁ μισθὸς τοῦ καρποῦ τῆς γαστρός.
11. ὡσεὶ βέλη ἐν χειρὶ δυνατοῦ·
12. Οὕτως οἱ υἱοὶ τῶν ἐκτετιναγμένων.
15. Μακάριος, ὃς πληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ
ἐξ αὐτῶν·
14. Οὐ καταισχυνθήσονται, ὅταν λαλῶσι τοῖς
ἐχθροῖς αὐτοῦ [αὐτῶν] ἐν πύλαις.
PSAL. CXXVI.
5. Vanum est vobis ante lucem surgere:
6. Surgite postquam sederitis,
7. Qui manducalis panem doloris.
8. Cum dederit dilectis suis somnum
9. Ecce hæreditas Domini, filii:
10. Merces fructus ventris.
11. Sicut sagittæ in manu potentis:
12. Ita filii excussorum.
13. Beatus vir qui implebit desiderium suum ex
ipsis:
14. Non confundentur cum loquentur inimicis
suis in porta.
5. Ὑμῖν τοῖς προφήταις εἰς μάτην ἐστὶ τὸ όρο
θρίζειν ὑμᾶς, καὶ λαβεῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν
ἀπείθειαν τῶν ἀνθρώπων.
6. Ομως μετὰ τὴν κοίμησιν ὑμῶν ἀνίστασθε· ὁ
λόγος γὰρ ὑμῶν μέλλει κηρύσσεσθαι, καὶ ἄγειν πάνε
τας εἰς τὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ.
7. Οἱ νῦν, διὰ τὸ μηδένα ὑμῶν ἀκούειν, με δδύ
νης ἐσθίοντες τὸν ἑαυτῶν ἄρτον.
8. Πότε διεγείρεσθε, ὅταν ὁ Κύριος μέλλων συλ
λαμβάνεσθαι ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων ἐπὶ τοῖς ἀγαπητοῖς
αὐτοῦ, τουτέστι τοῖς ἀποστόλοις· Καθεύδετε τὸ λοι
πὸν, καὶ ἀναπαύσεσθε· ἤγγικε γὰρ ὁ παραδιδούς με.
9. Ἰδοὺ ἡ κληρονομία Κυρίου υἱοὶ ὑμῶν τῶν προφητῶν, οἱ ἀπόστολοι.
10. Καὶ ὁ μισθὸς τοῦ πόνου ὑμῶν καὶ τῆς ὀδύνης,
ῆς ἔχετε τότε κυριεύσοντες, τούτους τοὺς ἀποστό
λους ἡμῖν ἔτεκεν.
11. Ὡς βέλη πεμπόμενα παρά τινος εὐστόχου καὶ
Ισχυροῦ, οὕτως εἰσὶν οἱ ἀπόστολοι ὑπὸ Κυρίου πεμπόμενοι εἰς τὸ κήρυγμα.
12. Οἱ υἱοὶ τῶν προφητῶν, τῶν μὴ ἐχόντων ἐν αὐτ
τοῖς σίτα, ἢ βρῶσιν τὴν ἀφανίζουσαν.
13. Μακάριος, ὅτι [ ὅστις ] τὴν ἐπιθυμίαν ἔχων
εἰς τὰ εἰρημένα ὑπὸ τῶν ἀποστόλων, και μαθών
αὐτὰ, καὶ πληρῶν.
5. Vobis, prophetæ, vanum est ante lucem surgere, et sumere verbum Dei propter hominum incredulitatem.
6. Verumtamen post dormitionem vestram resurgite; vester enim sermo prædicabitur, et adducet omnes ad Dei fidem.
7. Nunc autem, quia nemo vos audit, cum dolore editis panem vestrum.
8. Tandem resurgetis, cum Dominus comprehendetur a Judais inter suos dilectos, hoc est apostolos, et dixerit: Dormite jam et requiescile, appropinquavit enim qui me tradet 18.
9. Ecce hæreditas Domini filii vestri, o prophetæ,
apostoli.
10. Et merces laboris vestri, et doloris quem
habebatis tunc prædicantes, eosdem apostolos nobis
peperit.
11. Sicut tela missa ab aliquo perito et forti sagittario; ita sunt apostoli missi a Domino ad prædicandum.
12. Filii prophetarum non habentium in se ipsis
frumentum, aut escam deficientem.
13. Beatus quicunque habens desiderium eorum,
quæ dicta sunt ab apostolis, et discit ipsa et implet.
14. Tales enim non confunduntur, cum decedunt
14. Οἱ τοιοῦτοι γὰρ οὐ καταισχύνονται, ὅταν μεταβαίνωσιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἐναντίαι δυνά- ex hoc mundo, et contrariæ potestates slantes extra
μεις ἑστῶσαι ἔξωθεν τῶν πυλῶν τοῦ οὐρανοῦ ζητοῦσι
κατ' αὐτῶν εὑρεῖν τινα πράξιν πονηρὰν εἰς αὐτ
τοὺς, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτῶν πρὸς τὸν Θεὸν ὡς
ἡμαρτηκότων.
78 Matth. xxvi, 45, 46.
coli portas quærunt contra ipsos invenire aliquam
improbam actionem, ut eos tanquam peccatores Deo
accusent.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τοῦ ὀρθρίζειν ὑμᾶς, καὶ λαλεῖν, etc.
Μετ' οδύνης ἤσθιον, etc.
Πότε δὲ ἐγείρεσθε, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ὁ μέλλων,
etc., Ἰουδαίων εἴπῃ τοῖς, etc. Mox deest και et γάρ.
Είχετε τότε κηρύσσοντες.
Ἐν ἑαυτοῖς σἶτα, ἢ βρῶσίν τινα, etc.
Ο.
Πονηρὰν πεπραχότας αὐτούς, etc.
col. 1239–1240page 325 of 376
PG 27:1239Ὠδὴ τῶν Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΖ'. 1. Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, 2. Οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ. 5. Τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι 4. Μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται. 5. Η γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα 6. Ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας του. 7. Οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν 8. Κύκλῳ τῆς τραπέζης σου. 9. Ἰδοὺ οὕτως ευλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον. 10. Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών, 11. Καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλήμ 12. Πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου. 13. Καὶ ἴδοις υἱοὺς τῶν υἱῶν σου Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τῆς γνώσεως [τῶν χαρισμάτων] τοῦ Χριστοῦ, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ ἀνιόντων εἰς τὸν Θεὸν, λέγω δὴ τοῦ εἰδέναι αὐτοὺς, ὅτι πληρῶν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ πῶς ἡ μισθαποδοσία αὐτῶν [τῆς μισθαποδοσίας αὐτὸς] ἀξιοῦται ἐν τῇ ἡμέρα τῆς κρίσεως ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. 1. Μακάριοι οἱ ὑπακούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. 2. Οἱ ἐξακολουθούντες τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ. 5. Τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης, οὓς μετά θλίψεως τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐκτελεῖς, ὕστερον ἐμπλησθήσῃ αὐτῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 4. Τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἁγίων ἀξιωθήσῃ, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Θεοῦ σὺ εἰσελεύσεις. εὐφροσύνης· οὕτως ἐστὶν ἐν τοῖς μέλεσι τοῦ σώματός 5, 6. Ἡ ψυχή σου, ὡς ἄμπελος, γέμουσα ἁπάσης σου, ἔνθεν αὐτῆς, καὶ ἔνθεν ἔχουσα καρπούς δικαιοσύνης, Διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δε ξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης, καὶ ἀτιμίας, καὶ τῶν λοιπῶν. 7, 8. Τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης σου μετὰ ἐλέους καὶ καρπῶν εἰρηνικῶν εἰσι συσφίγγοντα καὶ σκέπονται Ο τὴν καρδίαν σου. 9. Ἰδοὺ οὕτως μακαρισθήσεται ἄνθρωπος (ώς μέλλων λέγειν [α]) ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 10. Ερεῖ γὰρ παντὶ τοιούτῳ ἀνθρώπῳ ὁ Κύριος, ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι του Πατρός μου καὶ τὰ ἑξῆς. ἀγαθῶν, ὧν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν 11, 12. Καὶ ἀπολαύσει ἕκαστος τῶν αἰωνίων αὐτὸν εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. 15. Τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν ἔργων σου. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, 'Ανιόν των εἰς τὸν ἔννατον, λέγω, δή, Ὅτι ὁ πληρῶν, Πόσης μισθαποδοσίας ἀξιοῦται, Ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Λόγου. Τῷ λόγῳ. οὓς νῦν μετά, Χάριν τοῦ Θεοῦ σου εἰσελθεῖν. Διὰ τῶν δεξιῶν. Ως μέλλω λέγειν, πᾶς ἄνθρωπος, δ, Μου, ἀπολάβετε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασι λείαν πρὸ καταβολής κόσμου. Εκαστος τοιοῦτος τῶν. Καὶ ἴδοις τήν, (α)
S. ATHANASH OPP. PARS III.
- EXEGETICA.
Canticum Graduum. PSA). CXXVII.
1. Beati omnes qui timent Dominum,
2. Qui ambulant in viis ejus.
3. Labores manuum tuarum manducabis:
4. Beatus es, et bene tibi erit:
5. Uxor tua sicut vitis abundans
6. In lateribus domus tuæe.
7. Filii tui sicut novellæ olivarum
8. In circuitu mensæ tuæ.
9. Ecce sic benedicetur homo, qui timet Dominum.
10. Benedicat tibi Dominus ex Sion,
12. Omnibus diebus vitæ tuæ.
11. Et videas bona Jerusalem
13. Et videas filios filiorum tuorum:
Ὠδὴ τῶν Αναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΖ'.
1. Μακάριοι πάντες οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον,
2. Οἱ πορευόμενοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.
5. Τοὺς πόνους τῶν καρπῶν σου φάγεσαι·
4. Μακάριος εἶ, καὶ καλῶς σοι ἔσται.
5. Η γυνή σου ὡς ἄμπελος εὐθηνοῦσα
6. Ἐν τοῖς κλίτεσι τῆς οἰκίας του.
7. Οἱ υἱοί σου ὡς νεόφυτα ἐλαιῶν
8. Κύκλῳ τῆς τραπέζης σου.
9. Ἰδοὺ οὕτως ευλογηθήσεται ἄνθρωπος ὁ φοβού
μενος τὸν Κύριον.
10. Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών,
11. Καὶ ἴδοις τὰ ἀγαθὰ Ἱερουσαλήμ
12. Πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς σου.
13. Καὶ ἴδοις υἱοὺς τῶν υἱῶν σου·
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ
τῆς γνώσεως [τῶν χαρισμάτων] τοῦ Χριστοῦ, τουτέστιν ἀπὸ τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ ἀνιόντων εἰς τὸν Θεὸν, λέγω
δὴ τοῦ εἰδέναι αὐτοὺς, ὅτι πληρῶν τὰς ἐντολὰς τοῦ Χριστοῦ πῶς ἡ μισθαποδοσία αὐτῶν [τῆς μισθαποδοσίας
αὐτὸς] ἀξιοῦται ἐν τῇ ἡμέρα τῆς κρίσεως ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpreta.ur confessio ascendentium a cognitione [donorum] Christi, hoc est ab octavo gradu in Deum, nempe ad intelligendum, quomodo implens
mandata Christi dignus ipse retributione censebitur Deo in die judicii.
1. Beati qui auscultant sermonem Dei.
2. Qui sectantur vestigia ejus.
3. Fructus justitiæ, quos cum tribulatione, quæ
in mundo est, producis, postea impleberis iisdem in
regno Dei.
4. Sanctorum beatitudine dignus fies, et in gaudium Dei tu introibis.
5, 6. Anima tua, veluti vitis, plena omnis lætitiæ; ita est in membris corporis tui hinc, et inde
babens fructus justitiæ: Per arma justitiæ a dextris
et a sinistris per gloriam et ignobilitatem”, etc.
7, 8. Opera justitia tuæ cum misericordia et fructibus pacificis stipantia, et protegentia cor tuum.
9. Ecce ita beatus prædicabitur homo faciens
Dei voluntatem.
10. Dominus enim dicet omnibus hujusmodi hom
minibus in cœlesti civitate: Venite, benedicti Patris
mei ®, etc.
11, 12. Et fruetur quisque æternis bonis, quæ
Dominus promisit diligentibus se ® in sempiterna
sæcula.
13. Retributionem operum tuorum.
1. Μακάριοι οἱ ὑπακούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.
2. Οἱ ἐξακολουθούντες τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ.
5. Τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης, οὓς μετά
θλίψεως τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐκτελεῖς, ὕστερον ἐμπλησθήσῃ αὐτῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.
4. Τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἁγίων ἀξιωθήσῃ, εἰς τὴν
χαρὰν τοῦ Θεοῦ σὺ εἰσελεύσεις.
εὐφροσύνης· οὕτως ἐστὶν ἐν τοῖς μέλεσι τοῦ σώματός
5, 6. Ἡ ψυχή σου, ὡς ἄμπελος, γέμουσα ἁπάσης
σου, ἔνθεν αὐτῆς, καὶ ἔνθεν ἔχουσα καρπούς δικαιο
σύνης, Διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δε
ξιῶν καὶ ἀριστερῶν, διὰ δόξης, καὶ ἀτιμίας, καὶ
τῶν λοιπῶν.
7, 8. Τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης σου μετὰ ἐλέους
καὶ καρπῶν εἰρηνικῶν εἰσι συσφίγγοντα καὶ σκέπονται
Ο τὴν καρδίαν σου.
9. Ἰδοὺ οὕτως μακαρισθήσεται ἄνθρωπος (ώς
μέλλων λέγειν [α]) ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
10. Ερεῖ γὰρ παντὶ τοιούτῳ ἀνθρώπῳ ὁ Κύριος,
ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι του
Πατρός μου καὶ τὰ ἑξῆς.
ἀγαθῶν, ὧν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν
11, 12. Καὶ ἀπολαύσει ἕκαστος τῶν αἰωνίων
αὐτὸν εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας.
7 ] Cor. vi, 7, 8. 80 Matth. xxv, 34. 81
33 1 Cor. II,
15. Τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν ἔργων σου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. 'Ανιόντων εἰς τὸν ἔννατον, λέγω, δή, etc. Ὅτι ὁ πληρῶν,
elc. Πόσης μισθαποδοσίας ἀξιοῦται, etc. Ὑπὸ τοῦ
Θεοῦ Λόγου.
Τῷ λόγῳ.
οὓς νῦν μετά, etc.
Χάριν τοῦ Θεοῦ σου εἰσελθεῖν.
Διὰ τῶν δεξιῶν.
Ως μέλλω λέγειν, πᾶς ἄνθρωπος, δ, etc.
Μου, ἀπολάβετε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν πρὸ καταβολής κόσμου.
Εκαστος τοιοῦτος τῶν.
Καὶ ἴδοις τήν, etc.
(α) Verba intra parenthesim posita expungenda videntur.
PG 27:124114. Εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ. δὴ τῶν ᾿Αναβαθμών. ΨΑΛ. ΡΚΗ'. 1. Πλεονάκις ἐπολέμησαν με ἐκ νεότητός μου 2. Εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ 5. Πλεονάκις ἐπολέμησαν με ἐκ νεότητός μου 4. Καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι. 5. Ἐπὶ τὸν νῶτόν μου τοῦ νώτου μου] ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί 6. Ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. 7. Κύριος δίκαιος [ὁ Κύριος δικαίως] συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν 8. Αἰσχυνθήτωσαν, καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών. 14. Καὶ οὐκ ἔτι ἐστὶν ἐν τῇ ἄνω Τρουσαλήμ ὁ πολεμῶν τινα· εἰρήνη γάρ ἐστι· ἐπειδὴ καὶ τεχνί της, καὶ δημιουργὸς αὐτῆς ὑπάρχει Ἰησοῦς, καὶ εἰρήνη ἡμῶν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ [ἐννάτου] τοῦ Θεοῦ βαθμοῦ ἀναβαινόντων ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, τουτέστι μετὰ τὴν γνῶσιν τοῦ εἰδέναι τὰ τῆς μελλούσης μισθαποδοσίας, μέμνηνται δὲ ἅπερ ὑπέμειναν ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, καὶ πῶς ὑπὸ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐῤῥύσθησαν, ἔτι γε μὴν εἰς ὑψηλοτέραν γνῶσιν ἀνιόντες τοῦ προγινώσκειν ἅπερ συνέβη τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἐξιοῦσι τὸν βίον τοῦτον. 4. Ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐζήτουν αἰχμαλωτίζειν με οἱ δαίμονες, ὅτε ήμην νήπιος τῇ κατὰ Θεὸν φρονήσει. 2, 3 Ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτῶν διηγησάσθωσαν οἱ φωτισθέντες τὴν διάνοιαν ἐπιγνῶναι τὸν Θεὸν, τὸ πῶς ἐπολεμοῦντο ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 4. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἀντιλαμβάνετό μου. 5, 6. Ετι μὲν τοὺς δύο στίχους λαβεῖν εἰς τὸν Κύριον, τουτέστιν ἡνίκα ἐφραγελλώθη ὑπὸ τῶν Ἰου δαίων· ὅμως καὶ πρὸς τὰ ἄνω δεδομένα (λεγόμενα] θεωροῦνται ἐκ τῶν ἀποῤῥιφέντων ὀπίσω μου πονη ρῶν πράξεων, καὶ πάλιν ἐπετίθουν μοι αὐτὰς, καὶ ἐπέμενον ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν ἐπικείμενοί μοι. 7. Αλλ' ὁ Κύριος, ὁ μηδένα παρορῶν πιστευόντων εἰς αὐτὸν, ἐθανάτωσε τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας του σκότους. 8. Ἐν τῇ μελλούσῃ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ὁ διάβολος, καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ πειθόμενοι αὐτοῖς καταδικασθήτωσαν τῷ αἰωνίῳ πυρί, οἱ ἀποστρεφόμενοι πᾶσαν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Σιών γὰρ ἐντολὴ ἑρμηνεύεται. Έσται, Ἰησοῦς ἡ εἰρήνη ἡμῶν. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν, ἀπὸ τοῦ ἐννάτου βαθμοῦ, ἐπὶ τὸν δέκατον, τουτέστι, μέμνηται ἅπερ, καὶ τὸ πῶς, (α) ἅπερ συμβαίνει τοῖς, Έστι μέν, ἐφραγγελώθη· καὶ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους ὅμως, καὶ πρὸς τὰ ἀποδεδομένα, & θεωροῦνται, πράξεων πάλιν, επικείμεναί μοι.
14. Εἰρήνη ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ.
DE TITULIS PSALMORUM.-PSAL. CXXVIII.
14. Pacem super Israel.
δὴ τῶν ᾿Αναβαθμών. ΨΑΛ. ΡΚΗ'.
1. Πλεονάκις ἐπολέμησαν με ἐκ νεότητός μου·
2. Εἰπάτω δὴ Ἰσραήλ·
5. Πλεονάκις ἐπολέμησαν με ἐκ νεότητός μου·
4. Καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι.
5. Ἐπὶ τὸν νῶτόν μου τοῦ νώτου μου] ἐτέκταινον
οἱ ἁμαρτωλοί -
6. Ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν.
7. Κύριος δίκαιος [ὁ Κύριος δικαίως] συνέκοψεν
αὐχένας ἁμαρτωλῶν·
8. Αἰσχυνθήτωσαν, καὶ ἀποστραφήτωσαν εἰς τὰ
ὀπίσω πάντες οἱ μισοῦντες Σιών.
Canticum Graduum. PSAL. CXXVIII.
1. Sæpe expugnaverunt me a juventute mea:
2. Dicat nunc Israel,
3. Sæpe expugnaverunt me a juventute mea:
4. Etenim non potuerunt mihi.
5. Supra dorsum meum fabricaverunt peccatores:
6. Prolongaverunt iniquitatem suam.
7. Dominus justus [juste] concidit cervices peccatorum:
'
8. Confundantur, et convertantur retrorsum omnes, qui oderunt Sion.
14. Καὶ οὐκ ἔτι ἐστὶν ἐν τῇ ἄνω Τρουσαλήμ
ὁ πολεμῶν τινα· εἰρήνη γάρ ἐστι· ἐπειδὴ καὶ τεχνίτης, καὶ δημιουργὸς αὐτῆς ὑπάρχει Ἰησοῦς, καὶ εἰρήνη
ἡμῶν.
14. Neque amplius est in superma Jerusalem bellum ullum, sed pax est: quoniam et artifex, et
opifex illius Jesus exsistit er, qui et pax nostra.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ ᾿Αναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ
[ἐννάτου] τοῦ Θεοῦ βαθμοῦ ἀναβαινόντων ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, τουτέστι μετὰ τὴν γνῶσιν τοῦ εἰδέναι τὰ τῆς
μελλούσης μισθαποδοσίας, μέμνηνται δὲ ἅπερ ὑπέμειναν ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, καὶ πῶς ὑπὸ τῆς
χάριτος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐῤῥύσθησαν, ἔτι γε μὴν εἰς ὑψηλοτέραν γνῶσιν ἀνιόντες τοῦ προγινώσκειν ἅπερ
συνέβη τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἐξιοῦσι τὸν βίον τοῦτον.
Titulus praepositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a [mono]
Dei gradu (a) in Jesum, hoc est post cognitionem, qua cognoverunt, quæ ad mercedem futuram pertinent,
recordantur, quæ perpessi sunt a contrariis potestatibus, et quomodo gratia Domini Jesu liberati suut
et etiamnum quidem in altiorem cognitionem ascendentes ad prænoscendum, quæ eventura sunt peccatoribus decedentibus ex hac vita.
4. Ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐζήτουν αἰχμαλωτίζειν με οἱ
δαίμονες, ὅτε ήμην νήπιος τῇ κατὰ Θεὸν φρονήσει.
2, 3 Ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ αὐτῶν διηγησάσθωσαν οἱ
φωτισθέντες τὴν διάνοιαν ἐπιγνῶναι τὸν Θεὸν, τὸ πῶς
ἐπολεμοῦντο ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
4. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἀντιλαμβάνετό μου.
5, 6. Ετι μὲν τοὺς δύο στίχους λαβεῖν εἰς τὸν
Κύριον, τουτέστιν ἡνίκα ἐφραγελλώθη ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων· ὅμως καὶ πρὸς τὰ ἄνω δεδομένα (λεγόμενα]
θεωροῦνται ἐκ τῶν ἀποῤῥιφέντων ὀπίσω μου πονηρῶν πράξεων, καὶ πάλιν ἐπετίθουν μοι αὐτὰς, καὶ
ἐπέμενον ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν ἐπικείμενοί μοι.
7. Αλλ' ὁ Κύριος, ὁ μηδένα παρορῶν πιστευόντων
εἰς αὐτὸν, ἐθανάτωσε τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας του
σκότους.
8. Ἐν τῇ μελλούσῃ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ὁ διάβολος,
καὶ οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ πειθόμενοι αὐτοῖς
καταδικασθήτωσαν τῷ αἰωνίῳ πυρί, οἱ ἀποστρεφόμενοι πᾶσαν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου. Σιών γὰρ ἐντολὴ
ἑρμηνεύεται.
61 Hebr. x1, 10.
4. Multo tempore quæsiverunt me dæmones in
captivitatem redigere, quoniam intelligentia secundum Deum infans eram.
2, 3. Ex toto corde suo enarrent, qui mente illuminati sunt ad cognoscendum Deum, quomodo impugnabantur a contrariis potestatibus.
4. Quoniam Dominus opitulatus est mili.
5, 6. Hi duo quidem versiculi accipi etiam possunt de Domino, hoc est cum a Judæis flagellatus
est: verumtamen et apposite ad ea quæ supra dicta sunt, allegorice possunt explicari de improbis
actionibus, quas post me projeceram, et rursus eas
mihi imposuerunt, et diu permanserunt incumbentes mihi.
7. Sed Dominus, qui neminem credentium in se
despicit, mortificavit principatus, et potestates
tenebrarum.
8. In die ventura judicii diabolus, et angeli ejus,
et omnes, qui ipsis obediunt condemnentur in ignem
æternum, qui aversati sunt omne Domini mandatum. Sion enim mandatum interpretatur.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Έσται, etc. Ἰησοῦς ἡ εἰρήνη ἡμῶν.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν,
etc., ἀπὸ τοῦ ἐννάτου βαθμοῦ, etc., ἐπὶ τὸν δέκατον,
τουτέστι, etc., μέμνηται ἅπερ, etc., καὶ τὸ πῶς, etc.,
(α) Divinæ scilicet retributionis.
ἅπερ συμβαίνει τοῖς, etc.
Έστι μέν, etc., ἐφραγγελώθη· καὶ πρὸς τοὺς
Ἰουδαίους ὅμως, καὶ πρὸς τὰ ἀποδεδομένα, & θεωροῦν
ται, etc., πράξεων πάλιν, etc., επικείμεναί μοι.
col. 1243–1244page 327 of 376
PG 27:12439. Γενηθήτωσαν ώσει χόρτος δωμάτων, 10. Ος πρὸ τοῦ ἐκσπασθῆναι [ἐκσπασθῆναι αὐτὸν] ἐξηράνθη. 11. Οὗ οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων, 12. Καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δραγματα συλλέγων. 13. Καὶ οὐκ εἶπον [εἶπαν] οἱ παράγοντες· Εὐλογία Κυρίου ἐφ' ὑμᾶς 14. Εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΘ'. 1. Εκ βαθέων ἐκέκραξα σοι, Κύριε 2. Κύριε (α), εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου. 5. Γενηθήτω τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου. (α) 2. Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχής μου, προσέχοντα. 5. Εἰς τήν, 9. Οὕτως εἰς πῦρ βαλλόμενοι. 10. Οἱ πρὸ τοῦ τέλους ὄντες εν τῷ κόσμῳ νεα νεκρωμένοι ὑπῆρχον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας. 11, 12. ᾿Απὸ τῶν τοιούτων οὐχ εὗρεν ἕκαστος τῶν ἀγγέλων τῶν τὰς ψυχὰς αὐτῶν λαμβανόντων, ὡσεὶ μίαν δραχμήν δικαιοσύνης, καὶ ἕκαστος ἄγγε λος τῶν συνόντων αὐτοῖς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τὰ ἔργα αὐτῶν προσφέρων τῷ Θεῷ, οὐχ εὗρεν ἐν αὐτοῖς σπέρμα δικαιοσύνης ἀνενεγκεῖν τῷ Θεῷ. 15. Καὶ οἱ ἅγιοι ἄγγελοι αποστελλόμενοι ἐν τῷ κόσμῳ διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν, θεωροῦντες αὐτοὺς ἀπαγομένους ἐκ τοῦ κόσμου τού οὐχ ἡσπάσαντο αὐτούς. του, 14. Οὐδὲ εἶπον αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν· τοῦτο γάρ ἐστι Ο τὸ ὄνομα Κυρίου. Η προκειμένη επιγραφή περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ τοῦ δεκάτου βαθμοῦ τῆς γνώσεως τοῦ εἰδέναι τὰ τῆς μελλούσης κρίσεως· λοιπὸν ἀδιαλείπτως νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐκ τῆς καρδίας αὐτῶν μετὰ ὀδυρμῶν δεόμενοι τοῦ Θεοῦ πρὸ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτοῖς εἴ τι πάρεστιν αὐτῶν ἁμάρτημα πεπραγμένον. 1. Ἐκ τῆς καρδίας μου στεναγμὸν ἀλάλητον ἀνεβόησα πρὸς σέ 2, 3. Υποκλίνας μοι ἑαυτὸν παράσχου μοι τὰ ὦτά σου ἕτοιμα εἰς τὸ ἀκοῦσαι, ἅπερ μέλλω ἐξομολο Ο γεῖσθαί μοι. Οι πρὸ τοῦ τελευτήσουσιν ὡς ἐντὶ ἦσαν ἐν τῷ. Ν. 11. Από, 12. Καὶ ἕκαστος ἄγγε λος, Ν. 13. Καὶ οἱ, τούτου. Ν. 14. Οὐκ ἡσπάσαντο αὐτοὺς, οὐδὲ εἶπον, Ἡ διὰ τῆς κινναβάσεως περιέχει, της γνώ σεως τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἑνδέκατον ἀνιέντων, τοῦτ' ἔστιν ἀπὸ τῆς γνώσεως τοῦ εἰδέναι, μετὰ ὀδυρμοῦ δεσ μένων τοῦ Θεοῦ, αὐτοῖς, εἰ τί περ αὐτοῖς ἐστιν ἁμάρτημα, Στεναγμῷ ἀλαλήτω. Ἑαυτήν, ἑαυτόν, ἐξομολογεῖσθαί
S. ATHANASII OPP. PARS III. EXEGETICA.
9. Fiant sicut fenum lectorum,
9. Γενηθήτωσαν ώσει χόρτος δωμάτων,
10. Quod priusquam evellatur [evellatur illud,
exaruit.
11. De quo non implevit manum suam qui
metit,
12. Et sinum suum, qui manipulos colligit.
13. Et non dixerunt qui præteribant: Benedictio
Domini super voş
14. Benediximus vobis in nomine Domini.
Canticum Graduum. PSAL. CXXIX.
1. De profundis clamavi ad te, Domine:
2. Domine, exaudi vocem meam.
3. Fiant aures tuæ intendentes in vocem deprecationis meæ.
10. Ος πρὸ τοῦ ἐκσπασθῆναι [ἐκσπασθῆναι αὐτὸν]
ἐξηράνθη.
11. Οὗ οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων,
12. Καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δραγματα συλλέγων.
13. Καὶ οὐκ εἶπον [εἶπαν] οἱ παράγοντες· Εὐλογία
Κυρίου ἐφ' ὑμᾶς·
14. Εὐλογήκαμεν ὑμᾶς ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΚΘ'.
1. Εκ βαθέων ἐκέκραξα σοι, Κύριε·
2. Κύριε (α), εἰσάκουσον τῆς φωνῆς μου.
5. Γενηθήτω τὰ ὦτά σου προσέχοντα εἰς τὴν φωνὴν
τῆς δεήσεώς μου.
(α) Vers. 2. Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχής μου, usque ad προσέχοντα. Vers. 5. Εἰς τήν, etc.
9. Ita in ignem projecti.
10. Qui ante finem in mundo exsistentes interempti sunt a peccato.
11, 12. Ab his non invenit unusquisque angelorum accipientium eorum animas, fere unam drachmam justitiæ, et unusquisque angelorum, qui cum
ipsis fuerunt in vita ipsorum, et afferens eorum
opera Deo, non invenit semen justitiæ in eis ad offerendum Deo.
13. Et angeli sancti missi in mundum propter
eos qui haeredes salutis futuri sunt, videntes ipsos
abeuntes ex hoc mundo non salutaverunt eos.
14. Neque ipsis dixerunt: Pax vobis; hoc enim
est nomen Domini.
9. Οὕτως εἰς πῦρ βαλλόμενοι.
10. Οἱ πρὸ τοῦ τέλους ὄντες εν τῷ κόσμῳ νεα
νεκρωμένοι ὑπῆρχον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας.
11, 12. ᾿Απὸ τῶν τοιούτων οὐχ εὗρεν ἕκαστος
τῶν ἀγγέλων τῶν τὰς ψυχὰς αὐτῶν λαμβανόντων,
ὡσεὶ μίαν δραχμήν δικαιοσύνης, καὶ ἕκαστος ἄγγε
λος τῶν συνόντων αὐτοῖς ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν, καὶ τὰ
ἔργα αὐτῶν προσφέρων τῷ Θεῷ, οὐχ εὗρεν ἐν αὐτοῖς
σπέρμα δικαιοσύνης ἀνενεγκεῖν τῷ Θεῷ.
15. Καὶ οἱ ἅγιοι ἄγγελοι αποστελλόμενοι ἐν τῷ
κόσμῳ διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν,
θεωροῦντες αὐτοὺς ἀπαγομένους ἐκ τοῦ κόσμου τού
οὐχ ἡσπάσαντο αὐτούς.
του,
14. Οὐδὲ εἶπον αὐτοῖς, Εἰρήνη ὑμῖν· τοῦτο γάρ ἐστι
Ο τὸ ὄνομα Κυρίου.
Η προκειμένη επιγραφή περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῶν ἀπὸ
τοῦ δεκάτου βαθμοῦ τῆς γνώσεως τοῦ εἰδέναι τὰ τῆς μελλούσης κρίσεως· λοιπὸν ἀδιαλείπτως νυκτὸς καὶ
ἡμέρας ἐκ τῆς καρδίας αὐτῶν μετὰ ὀδυρμῶν δεόμενοι τοῦ Θεοῦ πρὸ τοῦ ἀφεθῆναι αὐτοῖς εἴ τι πάρεστιν αὐτῶν
ἁμάρτημα πεπραγμένον.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a decimo
gradu cognitionis (Christi in undecimum) ad sciendum ea, quæ ad futurum judicium pertinent: deinde
indesinenter nocte, atque die ex corde suo deprecantur cum lacrymis Deum pro remissione peccati, si
quod superest ab eis commissum.
1. Ex corde meo gemitu inenarrabili clamavi
ad te.
2, 3. Inclinans teipsum ad me exhibe mihi aures
tuas promptas ad audiendum, quæ tibi confessurus sum.
1. Ἐκ τῆς καρδίας μου στεναγμὸν ἀλάλητον
ἀνεβόησα πρὸς σέ
2, 3. Υποκλίνας μοι ἑαυτὸν παράσχου μοι τὰ
ὦτά σου ἕτοιμα εἰς τὸ ἀκοῦσαι, ἅπερ μέλλω ἐξομολο
Ο γεῖσθαί μοι.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Οι πρὸ τοῦ τελευτήσουσιν ὡς ἐντὶ ἦσαν ἐν
τῷ. etc.
Ν. 11. Από, etc. N. 12. Καὶ ἕκαστος ἄγγελος, etc.
Ν. 13. Καὶ οἱ, etc., usque τούτου. Ν. 14. Οὐκ
ἡσπάσαντο αὐτοὺς, οὐδὲ εἶπον, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβάσεως περιέχει, etc., της γνώ
σεως τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἑνδέκατον ἀνιέντων, τοῦτ' ἔστιν
ἀπὸ τῆς γνώσεως τοῦ εἰδέναι, etc., μετὰ ὀδυρμοῦ δεσ
μένων τοῦ Θεοῦ, etc., αὐτοῖς, εἰ τί περ αὐτοῖς ἐστιν
ἁμάρτημα, etc.
Στεναγμῷ ἀλαλήτω.
Ἑαυτήν, sed leg. ἑαυτόν, etc., ἐξομολογεῖσθαί
col. 1245–1246page 328 of 376
PG 27:1245ριε 4. Ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσης [παρατηρήσει], Κύ 5. Κύριε, τίς ὑποστήσετα: (α); 6. Οτι παρὰ σοὶ ἱλασμός ἐστιν. 7. Ενεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινα σε, Κύριε. 8. Υπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου [εἰς τοὺς λόγους σου ] 9. Ηλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον. 10. ᾿Απὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτὸς, 11. Από φυλακῆς πρωίας ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον. 12. Ὅτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος, 13. Καὶ πολλὴ παρ' αὐτῷ λύτρωσις 14. Καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ. 'δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛ'. 1. Κύριε, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου 4, 5. Ἐὰν προσχῇς ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν, καὶ πρὸ αὐτῆς οὕτω ποιήσῃς ὑμῖν, Κύριε, Κύριε, τίς περιλειφθήσεται; 6. Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἱλασμὸς τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν οὐ μόνον δὲ περὶ τῶν ἡμετέρων, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου. 7. "Οτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος ὑπάρχεις, διὰ τοῦτο κἀγὼ ἀπεκδέχομαι παρὰ σοῦ ἐλεηθῆναι. 8. Καὶ ὑπομένει ή ψυχή μου εἰς τὰς ἐντολάς σου. 9. Ελπισον, ἡ ψυχή μου, εἰς τὸν Κύριον, ὅτι οὐκ ἂν ἀπεῤῥίφης ἀπ' αὐτοῦ. 10. Φυλάττων αὐτὸν τοῦ μὴ ἁμαρτήσαι ἡμέρας καὶ νυκτός. 11. Καὶ συντηρῶν ἑαυτὸν ἐν τοῖς ἔργοις τοῦ φω τὸς, ἐλπισάτω πᾶς ἀνὴρ τῶν ὁρώντων τὸν Θεὸν τῇ διανοίᾳ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Ἰσραὴλ, ἀνὴρ 6 ρῶν Θεόν. 12. "Οτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος δίδοται τοῖς ἀνθρώποις. 13. Καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ τιμίου αἵματος πάντας ἐξαγοράσει τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτόν. 14. Καὶ τὰς ἀνομίας πάντων ἐξαλείψει. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγησις τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τοῦ ἑνδεκάτου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, ὡσανεὶ ἀπὸ τῆς ἐξομολογήσεως, καὶ τῆς ἐλπίδος, καὶ τελειότητος τῆς εἰς τὸν Χριστὸν ἀναβέβηκεν εἰς τὸ τῆς ταπεινοφροσύνης ὕψος. 1. Κύριε, οὐκ ἐλογισάμην εἶναί σου ἄξιος. Καὶ πρὸς αὐτὰς οὕτως ἡμῖν ποιήσεις, Κύριε, καὶ τίς, Περὶ τῶν, Υπέμεινεν. Ηλπισεν, ἐπὶ τόν, ἀπεῤῥίφην, Εαυτόν, Τοῦ Κυρίου. Τοῦ τιμίου αὐτοῦ αἵματος. Αὐτῶν πάντων. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, βαθμού ἐπὶ τὸν δωδέκατον, ώσανεί,
ριε
DE TITULIS PSALMOR UN.
PSAL. CXXX.
4. Ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσης [παρατηρήσει], Κύ5. Κύριε, τίς ὑποστήσετα: (α);
6. Οτι παρὰ σοὶ ἱλασμός ἐστιν.
7. Ενεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὑπέμεινα σε, Κύριε.
8. Υπέμεινεν ἡ ψυχή μου εἰς τὸν λόγον σου [εἰς
τοὺς λόγους σου ] •
9. Ηλπισεν ἡ ψυχή μου ἐπὶ τὸν Κύριον.
10. ᾿Απὸ φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτὸς,
11. Από φυλακῆς πρωίας ἐλπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ
τὸν Κύριον.
12. Ὅτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος,
13. Καὶ πολλὴ παρ' αὐτῷ λύτρωσις
14. Καὶ αὐτὸς λυτρώσεται τὸν Ἰσραὴλ ἐκ πασῶν
τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ.
'δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛ'.
1. Κύριε, οὐχ ὑψώθη ἡ καρδία μου·
(a) Vers. 4, 5, vers. unicus.
4. Si iniquitates observaveris, Domine:
5. Domine, quis sustinebit?
6. Quia apud te propitiatio est:
7. Propter legem tuam sustinui te, Domine.
8. Sustinuit anima mea in verbo ejus [in verbis
tuis]:
9. Speravit anima mea in Domino.
10. custodia matutina usque ad noctem,
11. custodia matutina speret Israel in Domiro.
12. Quia apud Dominum misericordia,
13. Et copiosa apud eum redemptio:
14. Et ipse redimet Israel ex omnibus iniquitatibus ejus.
Canticum Graduum David. PSAL. CXXX.
1. Domine, non est exaltatum cur meum:
4, 5. Ἐὰν προσχῇς ταῖς ἀνομίαις ἡμῶν, καὶ πρὸ
αὐτῆς οὕτω ποιήσῃς ὑμῖν, Κύριε, Κύριε, τίς περιλειφθήσεται;
6. Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἱλασμὸς τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν·
οὐ μόνον δὲ περὶ τῶν ἡμετέρων, ἀλλὰ καὶ περὶ
ὅλου τοῦ κόσμου.
7. "Οτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος ὑπάρχεις, διὰ
τοῦτο κἀγὼ ἀπεκδέχομαι παρὰ σοῦ ἐλεηθῆναι.
8. Καὶ ὑπομένει ή ψυχή μου εἰς τὰς ἐντολάς
σου.
9. Ελπισον, ἡ ψυχή μου, εἰς τὸν Κύριον, ὅτι
οὐκ ἂν ἀπεῤῥίφης ἀπ' αὐτοῦ.
10. Φυλάττων αὐτὸν τοῦ μὴ ἁμαρτήσαι ἡμέρας
καὶ νυκτός.
11. Καὶ συντηρῶν ἑαυτὸν ἐν τοῖς ἔργοις τοῦ φωτὸς, ἐλπισάτω πᾶς ἀνὴρ τῶν ὁρώντων τὸν Θεὸν τῇ
διανοίᾳ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Ἰσραὴλ, ἀνὴρ 6ρῶν Θεόν.
12. "Οτι παρὰ τῷ Κυρίῳ τὸ ἔλεος δίδοται
τοῖς ἀνθρώποις.
13. Καὶ αὐτὸς διὰ τοῦ τιμίου αἵματος πάντας
ἐξαγοράσει τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτόν.
14. Καὶ τὰς ἀνομίας πάντων ἐξαλείψει.
4, 5. Si attendas iniquitates nostras, et secundum
eas, ita facias nobis, Domine, Domine, quis relinquetur?
6. Quoniam tu es propitiatio pro peccalis nostris: non pro nostris autem tantum, sed etiam totius mundi 83.
7. Quoniam misericors, et benignus es, propteres
etiam ego exspecto misericordiam consequi a te,
8. Et permanel anima mea in præceptis tuis.
9. Spera, anima mea, in Domino, quoniam non
projecta es ab ipso.
10. Custodiens meipsum, ne peccem die ac
nocte.
11. Et conservans se ipsum in operibus lucis,
speret omnis homo videns Deum mente: ita enim
Israel interpretatur, vir videns Deum.
12. Quia apud Dominum misericordia & impertitur hominibus.
13. Et ipse pretioso sanguine omnes redimet
credentes in eum.
14. Εt omnium iniquitates delebit.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγη
σις τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τοῦ ἑνδεκάτου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν
Ἰησοῦν, ὡσανεὶ ἀπὸ τῆς ἐξομολογήσεως, καὶ τῆς ἐλπίδος, καὶ τελειότητος τῆς εἰς τὸν Χριστὸν ἀναβέβηκεν
εἰς τὸ τῆς ταπεινοφροσύνης ὕψος.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum David, quod interpretatur confessio manu forti, hoc
est Dei Filio, ascendentium ab undecimo gradu in Jesum, videlicet a gradu confessionis, et spei, et perfectionis, quæ est in Christo, ascendit in altitudinem humilitatis.
1. Κύριε, οὐκ ἐλογισάμην εἶναί σου ἄξιος.
88 [ Joan. 11, 2. 84 Psal. CXXIX, 7.
1. Domine, non existimavi me esse dignum te.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ πρὸς αὐτὰς οὕτως ἡμῖν ποιήσεις, Κύριε,
καὶ τίς, etc.
Περὶ τῶν, etc.
Υπέμεινεν.
Ηλπισεν, etc., ἐπὶ τόν, etc., ἀπεῤῥίφην, etc.
Εαυτόν, etc.
Τοῦ Κυρίου.
Τοῦ τιμίου αὐτοῦ αἵματος.
Αὐτῶν pro πάντων.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., βαθμού
ἐπὶ τὸν δωδέκατον, ώσανεί, etc.
col. 1247–1248page 329 of 376
PG 27:12472. Οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου 5. Οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις 4. Οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμέ. 5. Εἰ μὴ ἐταπεινοφρόνουν, ἀλλὰ (α) ύψωσα την ψυχήν μου 6. Ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ 7. ὡς ἀνταποδώσεις ἐπὶ τὴν ψυχήν μου. 8. Ελπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον 9. ᾿Απὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΛΑ. 1. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Δαβίδ, καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. 2. Ως ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηύξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ. 5. Εἰ εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οίκου μου (α) 6. Αλλά, 7. Ως τό, 8. Ὡς ἀνταποδώσεις, 9. Ελπισάτω, 10. ᾿Απὸ τοῦ, 2. Οὐδὲ ἡ διάνοιά μου έχει τι τοιοῦτον. 5, 4. Οὐδὲ ἐπεθύμησα ἱερατικοῦ τινὸς ἀξιώ ματος ἐντὸς γενέσθαι. 5-7. Εἰ μὴ, ὡς τὸ παιδίον τὸ γνῶσιν ἔχον ταπεινοῦται ὑπὸ τὴν μητέρα αὐτοῦ, οὕτω κἀγὼ ἐταπείνουν ἐμαυτὸν ἐνώπιόν σου, ἀλλ' ἐλογισάμην, ὅτι περ εὐηρέστησά σοι· γένοιτο ἀνταπόδοσις τῇ ψυχῇ μου ἐν τοῖς ὑπερηφάνοις. 8, 9. Ἡ χάρις δὲ τοῦ Θεοῦ λέγει τοῖς τοιούτοις Μὴ φοβεῖσθε, ἐλπίσατε ἐπὶ τὸν Κύριον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τῆς συντελείας. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγητις τῶν ἀνα βαινόντων ἀπὸ τοῦ κυρίου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, τουτέστιν ἀπὸ τῆς ταπεινοφροσύνης εἰς πλείονα φωτισμόν ἀναβέβηκεν. Εκδέδωκε γὰρ ἑαυτὸν ἀποτάξασθαι πᾶσι τοῖς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐκδοῦναι δὲ αὐτὸν ὅλον τῷ Θεῷ, ἐν ταῖς ὑψηλοτέραις ὡσανεὶ μείζοσιν ἐντολαῖς λοιπὸν ἀνιών εὑρίσκεται· ὥσπερ γὰρ ἀπὸ τοῦ κυρίου βαθμοῦ ἀνιών τις ἐπιφαίνεται, οὕτω καὶ οὗτος ἐπὶ τὸν μείζονα τοῦ Χριστοῦ ἀναβέβηκεν. Εσχεν τι, 1. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ λαοῦ σου τοῦ ποιοῦντος οὕτως τὰ θελήματά σου. 2. Ὡς ἐπίστευσε τῷ Κυρίῳ, ἐτάξατο ἑαυτὸν τῷ Θεῷ τῆς ὑπακοῆς· ἑρμηνεύεται γὰρ Ἰακὼβ ἀκρή 5. Εἰ πρόνοιαν τοῦ λοιποῦ ποιήσομαι τοῦ σώ ματός μου. Ν. Οὐδέ, εἰ μὴ, ὡς, ἔχον τεταπείνωται ὑπό, ἐταπείνουν ἑαυτόν εὐηρέστησά σοι Ν. 8. Γένοιτο, ὡς τοῖς, 9, 10. Η χάρις τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν τρισκαιδέκατον, του τέστιν ἀπὸ τῆς, ἀποτάξασθαι μέν, έκδο.. ναι δὲ ἑαυτὸν ὅλον τῷ Θεῷ, καὶ ἐν ταῖς, λοιπὸν ἀν:ὼν εὑρίσκεται· ὥσπερ ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου βαθμοῦ ἀνιών τις ἐπὶ τὸν τρισκαιδέκατον υψηλότερος ανα φαίνεται, οὕτω καὶ οὗτος ἐπὶ τὸν μείζονα φωτισμὸν τοῦ Κυρίου ἀναβέβηκεν. Υπακοή. Ποίησον μετά τοῦ σώματός μου.
S. ATHANASI OPP. PARS III.
EXEGETICA.
2. Neque elati sunt. oculi mei:
3. Neque ambulavi in magnis:
4. Neque in mirabilibus super me.
5. Si non humiliter sentiebam, sed exaltavi animam meam:
6. Sicut ablactatus est super matre sua:
7. Ita retributiones in anima mea.
8. Speret Israel in Domino
9. Ex hoc nunc et usque in sæculum.
Canticum Graduum. PSAL. CXXXI.
1. Memnento, Domine, David, et omnis mansuetudinis ejus.
2. Sicut juravit Domino, votum vovit Deo Jacob.
3. Si introiero in tabernaculum domus meæ:
2. Οὐδὲ ἐμετεωρίσθησαν οἱ ὀφθαλμοί μου
5. Οὐδὲ ἐπορεύθην ἐν μεγάλοις·
4. Οὐδὲ ἐν θαυμασίοις ὑπὲρ ἐμέ.
5. Εἰ μὴ ἐταπεινοφρόνουν, ἀλλὰ (α) ύψωσα την
ψυχήν μου•
6. Ὡς τὸ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ τὴν μητέρα
αὐτοῦ·
7. ὡς ἀνταποδώσεις ἐπὶ τὴν ψυχήν μου.
8. Ελπισάτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸν Κύριον
9. ᾿Απὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ὠδὴ τῶν Ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΛΑ.
1. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Δαβίδ, καὶ πάσης τῆς
πραότητος αὐτοῦ.
2. Ως ὤμοσε τῷ Κυρίῳ, ηύξατο τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
5. Εἰ (c) εἰσελεύσομαι εἰς σκήνωμα οίκου μου·
(α) Vers. 6. Αλλά, etc. Vers. 7. Ως τό, etc. Vers. 8. Ὡς ἀνταποδώσεις, etc.
(b) Vers. 9. Ελπισάτω, etc. Vers. 10. ᾿Απὸ τοῦ, etc.
(c) El deest.
2. Neque mens mea aliquid hujusmodi habet.
3, 4. Neque concupivi in sacerdotali aliqua dignitate constitui,
3-7. Nisi, sicut puer cognitione præditus se
submittit matri suæ, ita etiam ego humiliavi me
ipsum coram te, imo cogitavi, quomodo tibi complacerem; fiat retributio animæ meæ in medio superborum.
8, 9. Gratia autem Dei talibus dieit: Ne timeatis, sperate in Domino ex hoc nunc et usque in
finem.
2. Οὐδὲ ἡ διάνοιά μου έχει τι τοιοῦτον.
5, 4. Οὐδὲ ἐπεθύμησα ἱερατικοῦ τινὸς ἀξιώ
ματος ἐντὸς γενέσθαι.
5-7. Εἰ μὴ, ὡς τὸ παιδίον τὸ γνῶσιν ἔχον ταπεινοῦται ὑπὸ τὴν μητέρα αὐτοῦ, οὕτω κἀγὼ ἐταπείνουν ἐμαυτὸν ἐνώπιόν σου, ἀλλ' ἐλογισάμην, ὅτι περ
εὐηρέστησά σοι· γένοιτο ἀνταπόδοσις τῇ ψυχῇ μου
ἐν τοῖς ὑπερηφάνοις.
8, 9. Ἡ χάρις δὲ τοῦ Θεοῦ λέγει τοῖς τοιούτοις·
Μὴ φοβεῖσθε, ἐλπίσατε ἐπὶ τὸν Κύριον ἀπὸ τοῦ νῦν
καὶ ἕως τῆς συντελείας.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν Ἀναβαθμῶν, ὅπερ ἑρμηνεύεται ἐξομολόγητις τῶν ἀναβαινόντων ἀπὸ τοῦ κυρίου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν, τουτέστιν ἀπὸ τῆς ταπεινοφροσύνης εἰς πλείονα φωτισμόν
ἀναβέβηκεν. Εκδέδωκε γὰρ ἑαυτὸν ἀποτάξασθαι πᾶσι τοῖς ἐν τῷ κόσμῳ, ἐκδοῦναι δὲ αὐτὸν ὅλον τῷ Θεῷ, ἐν
ταῖς ὑψηλοτέραις ὡσανεὶ μείζοσιν ἐντολαῖς λοιπὸν ἀνιών εὑρίσκεται· ὥσπερ γὰρ ἀπὸ τοῦ κυρίου βαθμοῦ
ἀνιών τις ἐπιφαίνεται, οὕτω καὶ οὗτος ἐπὶ τὸν μείζονα τοῦ Χριστοῦ ἀναβέβηκεν.
Titulus præpositus continet: Canticum Graduum, quod interpretatur confessio ascendentium a gradu
principali in Jesum, hoc est ab humilitate in majorem iiluminationem ascendit. Nam qui renuntiando
omnibus, quæ in mundo sunt, tradidit se ipsum totum Deo, in altiora, in majora nempe præcepta deinde
ascendens invenitur: quemadmodum enim e principali gradu ascendens quispiam conspicuus fit, ita
etiam iste in majorem Christi illuminationem pervenit.
4. Recordare, Domine, populi tui secundum David, facientis perinde ac ipse voluntates tuas.
2. Quemadmodum credidit Domino, subjecit sc
ipsum Deo auscultationis: Jacob enim interpretatur auscultatio.
3. Si in posterum curam geram corporis mei.
Εσχεν τι, etc.
1. Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ κατὰ τὸν Δαβὶδ λαοῦ σου
τοῦ ποιοῦντος οὕτως τὰ θελήματά σου.
2. Ὡς ἐπίστευσε τῷ Κυρίῳ, ἐτάξατο ἑαυτὸν τῷ
Θεῷ τῆς ὑπακοῆς· ἑρμηνεύεται γὰρ Ἰακὼβ ἀκρή
5. Εἰ πρόνοιαν τοῦ λοιποῦ ποιήσομαι τοῦ σώ
ματός μου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 3. Οὐδέ, etc. N. 4-6, juxta divisionem quæ
supra, εἰ μὴ, ὡς, etc., ἔχον τεταπείνωται ὑπό, etc.,
ἐταπείνουν ἑαυτόν usque ad εὐηρέστησά σοι Ν. 8.
Γένοιτο, etc., ὡς τοῖς, etc. N. 9, 10. Η χάρις τοῦ
Θεοῦ, etc., καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., ἀπὸ
τοῦ δωδεκάτου βαθμοῦ ἐπὶ τὸν τρισκαιδέκατον, του
τέστιν ἀπὸ τῆς, etc., ἀποτάξασθαι μέν, etc., έκδο..
ναι δὲ ἑαυτὸν ὅλον τῷ Θεῷ, καὶ ἐν ταῖς, etc., λοιπὸν
ἀν:ὼν εὑρίσκεται· ὥσπερ ἀπὸ τοῦ δωδεκάτου βαθμοῦ
ἀνιών τις ἐπὶ τὸν τρισκαιδέκατον υψηλότερος ανα
φαίνεται, οὕτω καὶ οὗτος ἐπὶ τὸν μείζονα φωτισμὸν
τοῦ Κυρίου ἀναβέβηκεν.
Υπακοή.
Ποίησον μετά τοῦ σώματός μου.
col. 1249–1250page 330 of 376
PG 27:12494. Ε! ἀναβήσομαι ἐπί κλίνης στρωμνῆς μου. Β. Εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου, 6. Καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμόν, 7. Καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, 8. Εως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, 9. Σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ. 10. Ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθά 11. Εὔρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ. 12. Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ 13. Προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ. 14. Ανάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου, 15. Σὺ καὶ ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου. 16. Οἱ ἱερεῖς σου ἐνδύσονται δικαιοσύνην, 17. Καὶ οἱ ὅσιοί σου ἀγαλλιάσονται [ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται]. 18. Ἔνεχεν Δαβίδ τοῦ δούλου σου 4. Εἰ μὴ ἐπ' εδάφους ὕπνωσα τοῦ λοιποῦ. 5, 6. Εἰ παύσομαι ἀγρυπνῶν, καὶ προσευχόμενος, καὶ μελετῶν νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τῷ νόμῳ σου. 7. Καὶ εἰ δώσω ἄνεσιν τῇ διανοίᾳ τῆς καρδίας μου περὶ τὰ νοήματα τῶν Γραφών. 8, 9. Ἕως οὗ διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ οἰκοδομήσω ἐμαυτὸν οἶκον τῷ Κυρίῳ, καὶ ἀνάπαυσιν τῷ Θεῷ ὑπὸ ακοῆς εἴπαμεν γὰρ, Ἰακὼβ ἑρμηνεύεται ὑπ ακοή. 10. Ἰδοὺ ἠκούσαμεν ἐν Εὐαγγελίῳ, ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ ἀνάπαυσις τοῦ Θεοῦ, ὅταν τις πωλήσῃ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ δῷ πτωχοῖς, καὶ ἀπέλθῃ, καὶ ἀποτάξηται· Εφραθὰ γὰρ ἑρμηνεύεται παραδιδόντος καρποφορίαν. 11. Εύρομεν τὴν ἀνάπαυσιν ταύτην εἰς τὴν ἔρημον, ἔνθα τὸ πλῆθός ἐστι τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐχόν των ἡπλωμένας τας καρδίας πρὸς τὸν Θεόν· δῆλον, τοὺς μοναχοὺς λέγει. 12. Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ μοναστήρια πρὸς τὸ ἀπο τάξασθαι. 13. Τὸν σταυρὸν αὐτοῦ προσκυνήσομεν, ἔνθα ἐπάγησαν οἱ πόδες αὐτοῦ. 14. Προσεύχονται οἱ ἡγούμενοι ὑπὲρ τῶν ἀποτασσομένων, λέγοντες· Ἐλθὲ, Κύριε, εἰς τὴν καρδίαν τούτων τῶν τὴν ἀνάπαυσίν σου τελούντων 15. Σὺ ἐλθέ, καὶ ἡ χάρις σου σὺν τοῖς ἁγίοις σου πᾶσιν. 16. Ἡμεῖς οἱ ἱερεῖς σου ἐνδυσόμεθα διὰ τῆς διδασκαλίας τούτους τοὺς τῆς δικαιοσύνης υἱούς. 17. Καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι σου καὶ πᾶσα ἡ ἀδελ φότης ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῇ ἀποταγῇ τούτων τῶν προελθόντων. 18. Διὰ τὸν χορὸν τὸν πεπυθημένον τῶν ἁγίων σου· Δαβὶδ γὰρ ἑρμηνεύεται πεποθημένος. Επ' Τῆς ὑπακοῆς· εἴπαμεν γάρ, ὅτι Ἰακώβ, Τοιαύτη, Εΰραμεν, πρὸς τὸν Θεὸν, τουτέστι τους. Εκτελούντων. Ενδυσόμεθα τούτους δ. τ. δ. τοὺς τῆς δ. αὐτ τοῦ υἱούς.
4. Ε! ἀναβήσομαι ἐπί κλίνης στρωμνῆς μου.
Β. Εἰ δώσω ὕπνον τοῖς ὀφθαλμοῖς μου,
6. Καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμόν,
7. Καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου,
8. Εως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ,
9. Σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.
10. Ἰδοὺ ἠκούσαμεν αὐτὴν ἐν Ἐφραθά
11. Εὔρομεν αὐτὴν ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ δρυμοῦ.
12. Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ·
13. Προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ
πόδες αὐτοῦ.
14. Ανάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου,
15. Σὺ καὶ ἡ κιβωτός τοῦ ἁγιάσματός σου.
16. Οἱ ἱερεῖς σου ἐνδύσονται δικαιοσύνην,
17. Καὶ οἱ ὅσιοί σου ἀγαλλιάσονται [ἀγαλλιάσει
ἀγαλλιάσονται].
18. Ἔνεχεν Δαβίδ τοῦ δούλου σου
PSAL: CXXXI.
4. Si ascendero in lectum strati mei.
5. Si dedero somnum oculis meis,
6. Et palpebris meis dormitationem,
7. Et requiem temporibus meis.
8. Donec inveniam locum Domino,
9. Tabernaculum Deo Jacob.
10. Ecce audivimus eam in Ephratha·
11. Invenimus eam in campis silve.
12. Introibimus in tabernacula ejus:
13. Adorabimus in loco, ubi steterunt pedes
ejus.
14. Surge, Domine, in requiem tuam,
45. Tu et arca sanctificationis tuæ.
16. Sacerdotes tui induentur justitiam,
17. Et sancti tui exsultabunt [exsultatione exsultabunt].
18. Propter David servum tuum
4. Εἰ μὴ ἐπ' εδάφους ὕπνωσα τοῦ λοιποῦ.
5, 6. Εἰ παύσομαι ἀγρυπνῶν, καὶ προσευχόμενος,
καὶ μελετῶν νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τῷ νόμῳ σου.
7. Καὶ εἰ δώσω ἄνεσιν τῇ διανοίᾳ τῆς καρδίας μου
περὶ τὰ νοήματα τῶν Γραφών.
8, 9. Ἕως οὗ διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ οἰκοδομήσω
ἐμαυτὸν οἶκον τῷ Κυρίῳ, καὶ ἀνάπαυσιν τῷ Θεῷ ὑπὸ
ακοῆς εἴπαμεν γὰρ, Ἰακὼβ ἑρμηνεύεται ὑπ·
ακοή.
10. Ἰδοὺ ἠκούσαμεν ἐν Εὐαγγελίῳ, ὅτι αὕτη
ἐστὶν ἡ ἀνάπαυσις τοῦ Θεοῦ, ὅταν τις πωλήσῃ τὰ
ὑπάρχοντα αὐτοῦ, καὶ δῷ πτωχοῖς, καὶ ἀπέλθῃ, καὶ
ἀποτάξηται· Εφραθὰ γὰρ ἑρμηνεύεται παραδιδόν
τος καρποφορίαν.
11. Εύρομεν τὴν ἀνάπαυσιν ταύτην εἰς τὴν
ἔρημον, ἔνθα τὸ πλῆθός ἐστι τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐχόν
των ἡπλωμένας τας καρδίας πρὸς τὸν Θεόν· δῆλον,
τοὺς μοναχοὺς λέγει.
12. Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ μοναστήρια πρὸς τὸ ἀποτάξασθαι.
13. Τὸν σταυρὸν αὐτοῦ προσκυνήσομεν, ἔνθα
ἐπάγησαν οἱ πόδες αὐτοῦ.
14. Προσεύχονται οἱ ἡγούμενοι ὑπὲρ τῶν ἀποτασ
σομένων, λέγοντες· Ἐλθὲ, Κύριε, εἰς τὴν καρδίαν
τούτων τῶν τὴν ἀνάπαυσίν σου τελούντων
15. Σὺ ἐλθέ, καὶ ἡ χάρις σου σὺν τοῖς ἁγίοις σου
πᾶσιν.
16. Ἡμεῖς οἱ ἱερεῖς σου ἐνδυσόμεθα διὰ τῆς
διδασκαλίας τούτους τοὺς τῆς δικαιοσύνης υἱούς.
17. Καὶ πάντες οἱ ἄγγελοι σου καὶ πᾶσα ἡ ἀδελ
φότης ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῇ ἀποταγῇ τούτων τῶν
προελθόντων.
18. Διὰ τὸν χορὸν τὸν πεπυθημένον τῶν ἁγίων
σου· Δαβὶδ γὰρ ἑρμηνεύεται πεποθημένος.
Επ' deest.
4. Nisi in futurum humi somnum capiam:
5, 6. Si cessa vero vigilare, et orare, et meditarl
die ac nocte in lege tua.
7. Et si dedero requiem menti cordis mei in
Scripturis perscrutandis.
8, 9. Donec gratia tua ædificabo me ipsum in
domum Domino, et requiem Deo auscultationis:
diximus enim quod Jacob interpretatur auscultatio,
10. Ecce audivimnus in Evangelio, quod hæc est
requies Dei, cum quis vendiderit omnia bona sua,
et dederit pauperibus, et abiverit, et omnibus renuntiaverit: Ephratha enim interpretatur de eo, qui
præbet fructuum ubertatem.
11. Iuvenimus requiem hanc in eremo, ubi est
multitudo virorum babentium corda sua expansa
ad Deum (manifestum est, quod monachos signi
ficat).
12. Introibimus in monasteria ad renuntiandum
mundo.
43. Crucem ejus adorabimus, ubi confixi sunt
pedes ejus.
14. Orant praesides monachorum pro iis, qui
mundo renuntiarunt, dicentes: Veni, Domine, iu
cor istorum, qui requiem tuam efficiunt.
15. Veni tu, et gratia tua cum omnibus sanctis
tuis.
16. Nos sacerdotes tui induemur per doctrinam
his justitiæ filiis.
17. Εt omnes angeli tui, et omnis fraternitas
exsultabunt in renuntiatione seu professione horum,
qui ad monasticam vitam venerunt.
18. Propter chorum desideratum sanctorum tuo
rum: David enim interpretatur desideratus.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τῆς ὑπακοῆς· εἴπαμεν γάρ, ὅτι Ἰακώβ, etc.
Τοιαύτη, etc.
Εΰραμεν, etc., πρὸς τὸν Θεὸν, τουτέστι τους.
etc.
Εκτελούντων.
Ενδυσόμεθα τούτους δ. τ. δ. τοὺς τῆς δ. αὐτ
τοῦ υἱούς.
col. 1251–1252page 331 of 376
PG 27:125119. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου. 20. Ωμοσε Κύριος τῷ Δαβιδ ἀλήθειαν, 21. Καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν [αὐτόν] 22. Ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου. 23. Ἐὰν φυλάξωνται οἱ υἱοί σου τὴν διαθήκην μου, 24. Καὶ τὰ μαρτύριά μου ταῦτα, & διδάξω αὐτοὺς, 25. Καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἕως τοῦ αἰῶνος καθιοῦνται ἐπὶ τοῦ θρόνου σου. 26. Οτι ἐξελέξατο Κύριος την Σιών 27. Ηρετίσατο αὐτὴν εἰς κατοικίαν ἑαυτῷ. 28. Αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος 29. 'Ωδε κατοικήσω, ὅτι ᾑρετισάμην αὐτήν. 50. Τὴν χήραν αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω 51. Τοὺς πτωχοὺς αὐτῆς χορτάσω ἄρτων. 32. Τοὺς ἱερεῖς αὐτῆς ἐνδύσω σωτηρίαν, 55. Καὶ οἱ ὅσιοι αὐτῆς ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται. 34. Ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαβίδ. Αυτόν, 19. Μὴ ἀντανέλῃς ἀφ᾿ ἡμῶν τὴν χάριν τοῦ Υἱοῦ σου. 20, 21. "Α ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτὸν, οὐ μὴ στερήσῃ αὐτούς Δαβὶδ γὰρ ἐρμης νεύεται ἀγαπητός. 22. Τὰ τέκνα ὑμῶν, & τίκτετε διὰ τῆς χάριτός μου, αὐτὰ κληρονομήσουσι τὴν βασιλείαν τῶν οὐρα νῶν· ταῦτα πρὸς ἕκαστον τῶν ἡγουμένων λέγει. 23, 24. Ἐὰν οἷόν τε ὑπὸ τὴν χεῖρα ἑνὸς ἑκά στου ὑμῶν ἔχωσιν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν τὴν διαθήκην μου, καὶ τὰ παθήματά μου ταῦτα, & φωτίσω αὐτοὺς εἰδέναι διὰ τῆς χάριτός μου. 25. Καὶ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης αὐτῶν βασιλεύσουσι ἀτελευτήτως. 26. Οτι ἐξελέξατο Κύριος καρδίαν τὴν ποιοῦσαν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ· Σιών γὰρ ἑρμηνεύεται σκοπευτήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία. 27. Ἐν τῇ τοιαύτῃ καρδίᾳ ἡδέως ἐνοικήσει ὁ Θεός. 28. ᾿Αναπαύσομαι ἐν τῇ τοιαύτῃ καρδίᾳ καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. 29. Ἐν αὐτῇ ἐνοικήσω, καὶ ἐμπεριπατήσω, ὅτι ἠγάπησα αὐτήν 50. Τὸ φιλόξενον αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω. 51. Τὸ πρᾶον αὐτῆς καὶ ἡσύχιον χορτάσω τῶν λο γίων μου. 32. Τὰς δεήσεις αὐτῆς, καὶ ἱκεσίας περιβαλώ σω τηρίαν. 55. Καὶ τὰ ἔργα αὐτῆς τὰ ἄμωμα ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν ἀγαλλιάσονται. 54. Ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐξανατελῶ τὴν βασι λείαν τῷ λαῷ τῷ πεποθημένῳ· Δαβὶδ γὰρ ἑρμηνεύε και πεποθημένος. 23. Εάν οἱ ὄντες ὑπό, 21. Καὶ τὰ παθήματά μου, Ενοικεῖ,
S. ATHANASH OPP. PARS HI.
19. Non avertas faciem Christi tui.
20. Juravit Dominus David veritatem,
21. Et non frustrabitur eam [eum]:
22. De fructu ventris tui ponam super sedem
tuam.
23. Si custodierint filii tui testamentum meum,
24. Et testimonia mea hæc, quæ docebo eos,
25. Et filii eorum usque in sæculum sedebunt
super sedem tuam.
26. Quoniam elegit Dominus Sion:
27. Elegit eam in habitationem sibi.
28. Hæc requies mea in seculum sæculi;
29. Hic habitabo, quoniam elegi eam.
30. Vidcam ejus lenedicens benedicam:
31. Pauperes ejus saturabo panibus.
32. Sacerdotes ejus induam salutari,
33. Et sancti ejus exsultatione exsullalunt.
34. Illuc producan cornu David:
EXEGETICA.
19. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ σου.
20. Ωμοσε Κύριος τῷ Δαβιδ ἀλήθειαν,
21. Καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν [αὐτόν]·
22. Ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ
θρόνου σου.
23. Ἐὰν φυλάξωνται οἱ υἱοί σου τὴν διαθήκην μου,
24. Καὶ τὰ μαρτύριά μου ταῦτα, & διδάξω αὐτοὺς,
25. Καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν ἕως τοῦ αἰῶνος καθιοῦνται
ἐπὶ τοῦ θρόνου σου.
26. Οτι ἐξελέξατο Κύριος την Σιών
27. Ηρετίσατο αὐτὴν εἰς κατοικίαν ἑαυτῷ.
28. Αὕτη ἡ κατάπαυσίς μου εἰς αἰῶνα αἰῶνος·
29. 'Ωδε κατοικήσω, ὅτι ᾑρετισάμην αὐτήν.
50. Τὴν χήραν αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω·
51. Τοὺς πτωχοὺς αὐτῆς χορτάσω ἄρτων.
32. Τοὺς ἱερεῖς αὐτῆς ἐνδύσω σωτηρίαν,
55. Καὶ οἱ ὅσιοι αὐτῆς ἀγαλλιάσει ἀγαλλιάσονται.
34. Ἐκεῖ ἐξανατελῶ κέρας τῷ Δαβίδ.
19. Non auferas a nobis gratiam Filii tui.
20, 21. lis rebus, quas promisit Dorninus dili
gentibus se, non privabit eos: David enim interpretatur dilectus.
22. Filii vestri, quos parilis per gratiam meam,
ipsi hæreditabunt regnum cœlorum: hæc dicit
omnibus præsidibus monachorum.
23, 24. Qui sub potestate sunt uniuscujusque
vestrum, si habeant in corde suo testamentuin
meum, et has meas passiones, quas ut discant,
eos illumino gratia mea;
25. Et in sempiternum opera justitiæ eorum regnabunt.
26. Quoniam elegit Dominus cor faciens præcepta
sua: Sion enim interpretatur specula, quale est
cor.
27. In tali corde libenter inhabitabit Deus.
28. Requiescam in tali corde, et nunc, et in futuro sæculo.
29. In ipso inhabitabo, et inambulabo, quoniam
dilesi illud.
30. Ejus hospitalitatem benedicens benedicam.
31 Mansuetudinen ejus, et silentium saturabo
eloquiis meis.
32. Deprecationes ejus, et supplicationes salute
circumdabo.
33. Et opera ejus immaculata in regno coelorum
exsultabunt.
34. In superna Jerusalem excitabo regnum in
populo desiderato: David enim interpretatur desiratus.
Αυτόν, etc.
19. Μὴ ἀντανέλῃς ἀφ᾿ ἡμῶν τὴν χάριν τοῦ Υἱοῦ σου.
20, 21. "Α ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν
αὐτὸν, οὐ μὴ στερήσῃ αὐτούς Δαβὶδ γὰρ ἐρμης
νεύεται ἀγαπητός.
22. Τὰ τέκνα ὑμῶν, & τίκτετε διὰ τῆς χάριτός
μου, αὐτὰ κληρονομήσουσι τὴν βασιλείαν τῶν οὐρα
νῶν· ταῦτα πρὸς ἕκαστον τῶν ἡγουμένων λέγει.
23, 24. Ἐὰν οἷόν τε ὑπὸ τὴν χεῖρα ἑνὸς ἑκάστου ὑμῶν ἔχωσιν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν τὴν διαθήκην
μου, καὶ τὰ παθήματά μου ταῦτα, & φωτίσω αὐτοὺς
εἰδέναι διὰ τῆς χάριτός μου.
25. Καὶ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης αὐτῶν βασιλεύ
σουσι ἀτελευτήτως.
26. Οτι ἐξελέξατο Κύριος καρδίαν τὴν ποιοῦσαν
τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ· Σιών γὰρ ἑρμηνεύεται σκοπευτήριον, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία.
27. Ἐν τῇ τοιαύτῃ καρδίᾳ ἡδέως ἐνοικήσει ὁ
Θεός.
28. ᾿Αναπαύσομαι ἐν τῇ τοιαύτῃ καρδίᾳ καὶ ἐν τῷ
νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι.
29. Ἐν αὐτῇ ἐνοικήσω, καὶ ἐμπεριπατήσω, ὅτι
ἠγάπησα αὐτήν
50. Τὸ φιλόξενον αὐτῆς εὐλογῶν εὐλογήσω.
51. Τὸ πρᾶον αὐτῆς καὶ ἡσύχιον χορτάσω τῶν λογίων μου.
32. Τὰς δεήσεις αὐτῆς, καὶ ἱκεσίας περιβαλώ σω
τηρίαν.
55. Καὶ τὰ ἔργα αὐτῆς τὰ ἄμωμα ἐν τῇ βασιλείᾳ
τῶν οὐρανῶν ἀγαλλιάσονται.
54. Ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐξανατελῶ τὴν βασι
λείαν τῷ λαῷ τῷ πεποθημένῳ· Δαβὶδ γὰρ ἑρμηνεύε
και πεποθημένος.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
N. 23. Εάν οἱ ὄντες ὑπό, etc. N. 21. Καὶ τὰ
παθήματά μου, etc.
Ενοικεῖ, etc.
col. 1253–1254page 332 of 376
PG 27:125335. Ητοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου. 56. Τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐνδύσω αἰσχύνην. 37. Ἐπὶ δὲ αὐτὸν ἐξανθήσει τὸ ἁγίασμά μου. Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΒ'. 1. Ἰδοὺ δὴ τί καλόν, ἢ τί τερπνόν, 2. Αλλ' ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό; 3. Ως μύρον ἐπὶ κεφαλῆς, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώς γωνα, 4. Τὸν πώγωνα τὸν Ααρών. 5. Τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ 35. Θεωρείται μὲν εἰς τὸν Ἰωάννην τὸν Βα πτιστὴν καὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ· καὶ πρὸς τὰ δεδομένα [λεγόμενα] δὲ ἁλο ληγορεῖται τὸ, Ητοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου, τουτέστιν· Ηὐτρέπισα φῶς ἀἴδιον τῷ λαῷ μου τῷ χρισθέντι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ βαπτίσματος. 36. Τὰς ἐναντίας δυνάμεις, καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου, καὶ τοὺς πειθομένους αυτ ταῖς καὶ ἐχθροῖς οἶσι τοῦ λαοῦ μου, ἐνδύσω αἰσχύνην αιώνιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως. 37. Ἐπὶ δὲ τὸν χορὸν τῶν ἁγίων ἐπελεύσεται ἡ χάρις μου, καὶ ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ήλιος. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, τουτέστι τέρψις ὑπάρχουσι καὶ ἀγαλλίασις τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ οἱ ἀναβαίνοντες εἰς τὴν τελείαν γνῶσιν τῆς ἀποταγῆς· ἐπειδὴ γὰρ ὁ πρὸ αὐτοῦ ψαλμὸς ἐκ προσώπου τῶν ἀποτασσομένων τῷ κόσμῳ εἴρηται, διὰ τοῦτο ἐν τούτῳ τῷ ψαλμῷ οὐ λέγει μόνον, ὡς ἐν τοῖς πρὸ αὐτοῦ ἀναβαθμοῖς, δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ἀλλὰ προστίθησι τὸ τῷ Δαβίδ, ἵνα δῆλον ᾖ, ὅτι τούτου τοῦ ἀναβαθμοῦ ἡ ᾠδὴ τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, ὡσανεὶ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, εἴρηται. Ὠδὴ γὰρ τέρψις ἐστίν εἶτα τῶν Ἀναβαθμῶν, λέγω δὴ τῶν ἀνελθόντων ἀπὸ τοῦ τρισκαιδεκάτου ἀναβαθμοῦ ἐπὶ τὸν τεσσαρεσκαιδέ. κατον. Εἶτα τῷ Δαβίδ, ὡς προεῖπον, ἑρμηνεύεται τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, φημὶ δὴ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· ὡς προεί τον οὖν, τέρψεις ὑπάρχουσι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ οἱ ἀναβαίνοντες εἰς τὴν τελείαν γνῶσιν τῆς ἀποταγῆς, ὡς καὶ ὁ πρῶτος στίχος δηλοῖ, ἀπὸ τούτου Κυρίου λέγοντος. 1. 2. Τί τοιοῦτο καλόν, ἢ τί τερπνὸν ὡς τοὺς ἀπο ταξαμένους τῷ κόσμῳ ὁμοῦ εἶναι συμψύχως καὶ ἐν φρονοῦντες; 5-5. Ὡς τὸ μύρον τὸ πνευματικὸν, ᾧπερ θεωρεί, καὶ πρὸς τὰ ἀποδεδομένα δέ, Αὐτοῖς. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν Αναβαθμῶν, τουτέστι τέρψις, Τέρψις. Δηλοί, αὐτὸ τοῦτο τοῦ Κυρίου, Συμψύχους τὸ ἓν φρονοῦντας; "Οπερ ἐχρίσθη, 1., τῷ κόσμῳ κατὰ Θεὸν, καὶ ὄντες, καὶ ἴρεως, καὶ ἐγένετο, ἐχρίετο ὁ ἱερεὺς, ὅταν προεχειρίζετο, κάλαμος δὲ εὐωδίας ἐστίν, "Οπερ ήρμηνεύθη σμύρνα, εις. ὅπερ ἡρμηνεύθη τὸ κιννάμωμον, Τὸ τῆς ἱερέως ἴρεως) όνομα, Τῆς χάριτος, καὶ τὴν γρηγόρησιν, εις. Διὰ τοῦτο οὖν ἀπείκασεν αὐτούς, εις. Καὶ ἐπὶ τὸ περιστόμιον τοῦ ἱματίου· τοῦτο γάρ ἐστιν ἡ α τοῦ ἐνδύματος, τὸ περιστόμιον τὸ κυκλοῦν τὸν τράχηλον, καὶ ἐπληροῦτο ἀναγκαίως τοῦ μύρου ἀμ φότερα, Ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, τουτέστιν εἰς τὴν διάνοιαν πληροῖ γὰρ τῆς, Πληροῖ δὲ καὶ κύ κλῳ γλυκύτητος διδασκαλίαν τῆς ψυχῆς, εἰς. Καὶ πάλιν ἔστι συνιδείν, Τὸ μύρον ἐκεῖνο ἀπείκασεν αὐτοὺς, ἐπειδήπερ ἐκ τῶν τεσσάρων ἐκείνων εἰρή καμεν, Εἰς τὸ ἔλαιον, Μεστὴ ἐλέους, εις. Μύρον εκκενωθεν εὐωδίας· ἀναγκαίως, Τοῦ Χριστοῦ κατὰ χάριν μέλλοντος, εἰκότως,
- FSAL. CXXXII.
35. Ητοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου.
56. Τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ ἐνδύσω αἰσχύνην.
37. Ἐπὶ δὲ αὐτὸν ἐξανθήσει τὸ ἁγίασμά μου.
Ὠδὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΒ'.
1. Ἰδοὺ δὴ τί καλόν, ἢ τί τερπνόν,
2. Αλλ' ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό;
3. Ως μύρον ἐπὶ κεφαλῆς, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώς
γωνα,
4. Τὸν πώγωνα τὸν Ααρών.
5. Τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ᾤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ·
35. Paravi lucernam Christo meo.
36. Inimicos ejus induam confusione:
57. Super ipsum autem efflorebit sanctificatio mea.
Canticum graduum David. PSAL. CXXXII.
1. Ecce quam bonum, et quam jucundum,
2. Habitare fratres in unum!
3. Sicut unguentum in capite, quod descendit in
parbam,
4. Barbam Aaron,
5. Quod descendit in oram vestimenti ejus:
35. Θεωρείται μὲν εἰς τὸν Ἰωάννην τὸν Βαπτιστὴν καὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν τὸν Υἱὸν
τοῦ Θεοῦ· καὶ πρὸς τὰ δεδομένα [λεγόμενα] δὲ ἁλο
ληγορεῖται τὸ, Ητοίμασα λύχνον τῷ Χριστῷ μου,
τουτέστιν· Ηὐτρέπισα φῶς ἀἴδιον τῷ λαῷ μου τῷ
χρισθέντι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος διὰ τοῦ
βαπτίσματος.
36. Τὰς ἐναντίας δυνάμεις, καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ
τὰς ἐξουσίας τοῦ διαβόλου, καὶ τοὺς πειθομένους αυτ
ταῖς καὶ ἐχθροῖς οἶσι τοῦ λαοῦ μου, ἐνδύσω
αἰσχύνην αιώνιον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως.
37. Ἐπὶ δὲ τὸν χορὸν τῶν ἁγίων ἐπελεύσεται ἡ
χάρις μου, καὶ ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ήλιος.
35. Spiritualiter quidem explicatur de Joanne
Baptista, et de Domino nostro Jesu Filio Dei. Ad
ea autem quæ dicta sunt, allegorice etiam illud,
Paravi lucernam Christo meo, exponitur in hunc
modum Paravi lucem æternam populo meo, qui
unctus est gratia Spiritus sancti per baptismum.
36. Contrarias virtutes, et principatus, et potestates diaboli, et eos qui illis obediunt, et qui inimici sunt populo meo, induam confusione æterna
in die judicii.
37. Super chorum autem sanctorum veniet gratia nea, et fulgebunt tanquam sol.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, τουτέστι τέρψις ὑπάρχουσι καὶ
ἀγαλλίασις τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ οἱ ἀναβαίνοντες εἰς τὴν τελείαν γνῶσιν τῆς ἀποταγῆς· ἐπειδὴ γὰρ ὁ πρὸ αὐτοῦ
ψαλμὸς ἐκ προσώπου τῶν ἀποτασσομένων τῷ κόσμῳ εἴρηται, διὰ τοῦτο ἐν τούτῳ τῷ ψαλμῷ οὐ λέγει μόνον,
ὡς ἐν τοῖς πρὸ αὐτοῦ ἀναβαθμοῖς, δὴ τῶν ᾿Αναβαθμῶν, ἀλλὰ προστίθησι τὸ τῷ Δαβίδ, ἵνα δῆλον ᾖ, ὅτι
τούτου τοῦ ἀναβαθμοῦ ἡ ᾠδὴ τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, ὡσανεὶ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, εἴρηται. Ὠδὴ γὰρ τέρψις ἐστίν·
εἶτα τῶν Ἀναβαθμῶν, λέγω δὴ τῶν ἀνελθόντων ἀπὸ τοῦ τρισκαιδεκάτου ἀναβαθμοῦ ἐπὶ τὸν τεσσαρεσκαιδέ.
κατον. Εἶτα τῷ Δαβίδ, ὡς προεῖπον, ἑρμηνεύεται τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, φημὶ δὴ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· ὡς προεί
τον οὖν, τέρψεις ὑπάρχουσι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ οἱ ἀναβαίνοντες εἰς τὴν τελείαν γνῶσιν τῆς ἀποταγῆς, ὡς
καὶ ὁ πρῶτος στίχος δηλοῖ, ἀπὸ τούτου Κυρίου λέγοντος.
Titulus præpositus continet: Cunticum Graduum David, hoc est oblectationi et gaudio sunt Dei Filio,
qui ascendunt in perfectam cognitionem monasticæ renuntiationis: quoniam psalmus qui præcedit, ex
persona dictus est eorum, qui mundo renuntiarunt, propterea in hoc psalmo non dicit solum, ut in
præcedentibus psalmis gradualibus: Canticum Graduum, sed additur David: adeo, ut manifestum sit,
quod canticum hujus gradus manu forti, hoc est Dei Filio dictum est: Canticum autem oblectatio est.
Deinde verbum illud Graduum explico de iis qui ascendunt a decimo tertio gradu ad decimum quartum.
Deinde: David, quod, ut antea dixi, interpretatur, manu forti, hoc est Dei Filio: quemadmodum igitur
superius dixi, oblectationi sunt Dei Filio, qui ascendunt ad perfectam cognitionem renuntiationis, sicut
primus versiculus declarat, a quo Dominus ita sermonem exorditur.
1. 2. Τί τοιοῦτο καλόν, ἢ τί τερπνὸν ὡς τοὺς ἀποταξαμένους τῷ κόσμῳ ὁμοῦ εἶναι συμψύχως καὶ
ἐν φρονοῦντες;
5-5. Ὡς τὸ μύρον τὸ πνευματικὸν, ᾧπερ
1, 2. Quid ita pulchrum, aut jucundum, sicut ii,
qui mundo renuntiant, cum simul sint unanimes,
et unum sentientes?
3-5. Sicut unguentum spirituale, quo unctus est
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
θεωρεί, etc., καὶ πρὸς τὰ ἀποδεδομένα δέ, etc.
Αὐτοῖς.
Deest art. ¿.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ὠδὴ τῶν
Αναβαθμῶν, τουτέστι τέρψις, etc.
Τέρψις.
Δηλοί, αὐτὸ τοῦτο τοῦ Κυρίου, etc.
Συμψύχους τὸ ἓν φρονοῦντας;
"Οπερ ἐχρίσθη, 1., τῷ κόσμῳ κατὰ Θεὸν,
καὶ ὄντες, etc., καὶ ἴρεως, etc., καὶ ἐγένετο, etc.,
ἐχρίετο ὁ ἱερεὺς, ὅταν προεχειρίζετο, etc., κάλαμος
δὲ εὐωδίας ἐστίν, etc. "Οπερ ήρμηνεύθη σμύρνα, εις.
ὅπερ ἡρμηνεύθη τὸ κιννάμωμον, etc. Τὸ τῆς ἱερέως
(leg. ἴρεως) όνομα, etc. Τῆς χάριτος, καὶ τὴν γρη
γόρησιν, εις. Διὰ τοῦτο οὖν ἀπείκασεν αὐτούς, εις.
Καὶ ἐπὶ τὸ περιστόμιον τοῦ ἱματίου· τοῦτο γάρ ἐστιν
ἡ α τοῦ ἐνδύματος, τὸ περιστόμιον τὸ κυκλοῦν τὸν
τράχηλον, καὶ ἐπληροῦτο ἀναγκαίως τοῦ μύρου ἀμφότερα, etc. Ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, τουτέστιν εἰς
τὴν διάνοιαν πληροῖ γὰρ τῆς, etc. Πληροῖ δὲ καὶ κύκλῳ γλυκύτητος διδασκαλίαν τῆς ψυχῆς, εἰς. Καὶ
πάλιν ἔστι συνιδείν, etc. Τὸ μύρον ἐκεῖνο ἀπείκασεν
αὐτοὺς, ἐπειδήπερ ἐκ τῶν τεσσάρων ἐκείνων εἰρή
καμεν, etc. Εἰς τὸ ἔλαιον, etc. Μεστὴ ἐλέους, εις.
Μύρον εκκενωθεν εὐωδίας· ἀναγκαίως, etc. Τοῦ
Χριστοῦ κατὰ χάριν μέλλοντος, εἰκότως, etc.
col. 1255–1256page 333 of 376
PG 27:1255κόσμῳ καταθανόντες, καὶ οἱ ὄντες ὁμόψυχοι. Ἐκεῖνο γὰρ τὸ μύρον κατεσκεύαστο ἀπὸ σμύρνης, καὶ κινναμώμου, καὶ καλάμου ευώδους, καὶ ἴρεως· ἐμίγνυτο γὰρ ταῦτα ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἐγίνετο μύρον μυρεψικόν καὶ τούτῳ ἐχρίσατο ὁ ἱερεὺς, ὅταν προεχειρίζετο Ιερα τεύειν τῷ Θεῷ· οὕτω γὰρ ἦν προστάξας ὁ Θεὸς τῷ Μωϋσεῖ ἐν τῇ βίβλῳ τῆς Ἐξόδου. Ἑρμηνεύεται οὖν σμύρνα μελωδία αὐτῶν· κιννάμωμον δὲ ἑρμηνεύεται κτίσις ἄμωμος· κάλαμος δὲ εὐώδης ἐστὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· ὁ γὰρ Κύριος φησιν· Ἡ γλῶσσα μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου, τουτέστι τὸ Πνεῦμα· ἱερέως [ἔρις] δὲ ἑρμηνεύεται γρηγόρησις. Οὕτως οὖν καὶ οὗτοι ὑπάρχουσι συγκείμενοι, λέγω δὴ οἱ ἀποταξάμενοι κατὰ Θεὸν διὰ μελῳδίας αὐτῶν, ἐχρίσθη Ααρών, οὕτως εἰσὶ καὶ οἱ ἀποταξάμενοι τῷ (α) ὅπερ ἑρμηνεύεται σμύρνα· καὶ διὰ τῆς κτήσεως τῶν ἔργων αὐτῶν τῶν ἀμώμων, ὅπερ ἑρμηνεύεται τὸ κιννάμωμον· καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπερ ἐστὶν ὁ κάλαμος ὁ εὐώδης· καὶ διὰ τῆς ἐγρη γόρσεως τῆς ψυχῆς, ὅπερ ἡρμηνεύθη τὸ τοῦ ἱερέως όνομα. Ταῦτα οὖν ἔχοντες οἱ ἀποταξάμενοι, τὴν μετ λῳδίαν αὐτῶν, καὶ τὴν κτῆσιν τῶν ἔργων τῶν ἀμώμων, καὶ τὴν εὐωδίαν τῆς χάριτος, καὶ τὴν ἐγρήγορσιν, μίσγουσιν αὐτὰ ἐλεημοσύνῃ, καὶ ἔστι μύρον τῷ Θεῷ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας. Διὰ τοῦτο οὖν ἀπηκλ. [ἀπεικάζει] αὐτοὺς τῷ μύρῳ τῷ βληθέντι ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἱερέως. Καὶ ἄλλην δὲ ἑρμηνείαν ἔχου σιν οἱ αὐτοὶ στίχοι. Ηνίκα γὰρ ἐπέχεε τὸ μύρον τὸ προλεχθὲν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἱερέως, ἀναγκαίως κατῄει ἐπὶ τὸν πώγωνα αὐτοῦ τὸ μύρον, καθὼς εἴτ ρηκεν ὁ ψαλμὸς, καὶ ἐπὶ τὸ περιστόμιον τὸ κυκλοῦν τὸν τράχηλον, καὶ ἐπληροῦντο ἀναγκαίως τοῦ μύρου τὰ ἀμφότερα, ὅ τε πώγων καὶ ἡ (να τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ. Οὕτως οὖν, λέγει, εἰσὶ καὶ οἱ ὁμοψύχως κατὰ Θεὸν ἀποταξάμενοι· ἐπιχέεται γὰρ αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστὶ τὸ μύρον, καὶ κατελθὸν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν, τουτέστι εἰς διάνοιαν, πληροί τῆς χάριτος αὐτοῦ, καὶ τὰ λεπτά νοήματα τῆς καρδίας, ὡσανεὶ τὴν πώγωνα. Πληροῖ καὶ κύκλῳ γλυκύτητος τὴν διδασκαλίαν τῆς ψυχῆς τῆς διδα σκαλίας τὴν ψυχὴν], ὅπερ ἐστὶν ἡ α τοῦ ἐνδύματος, ἵνα λέγει· Χριστοῦ εὐωδία εσμὲν ἐν τοῖς σωζομένοις. Καὶ πάλιν ἔστι συνιδεῖν, ὅτι διὰ τοῦτο τὸ μύρον ἐκεῖνο τὸ μύρον [ἐκείνῳ τῷ μύρῳ] ἀπείκασεν αὐτοὺς, ἐπειδὴ ἐκ τῶν τεσσάρων ἐκείνων, ὧν εἰρή καμεν, κατεσκεύαστο εἰς ἔλαιον ἐκεῖνο τὸ μύρον· οὔ τως οὖν καὶ οὗτοι ἐκ τῶν τεσσάρων Ευαγγελίων κατά εσκευάσθησαν εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ἥτις ὑπάρ χει μεστὴ ἐλαίου καὶ καρπῶν εἰρηνικῶν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἔστιν ἐπιστῆσαι τὸν νοῦν διὰ ποίαν αἰτίαν τῷ μύρῳ ἐκείνῳ τῷ πνευματική ἀφωμοίωσε τοὺς τοιούτους· ἐπειδὴ ὄντως οἱ τοιοῦτοι Χριστοῦ μέλη τυγχάνουσι, περὶ οὗ ὁ προφήτης λέ γει· Μύρον ἐκκενωθεν ὄνομά σοι· ἀναγκαίως οὖν ὡς τοῦ θείου μύρου, ώσανεί Χριστοῦ, κατὰ χάριν μέλη ὄντες, εἰκότως καὶ αὐτοὶ κύρῳ ἀπεικάσθησαν. (α)
EXEGETICA.
S. ATHANASH OPP. PARS III.
κόσμῳ καταθανόντες, καὶ οἱ ὄντες ὁμόψυχοι. Ἐκεῖνο
γὰρ τὸ μύρον κατεσκεύαστο ἀπὸ σμύρνης, καὶ κινναμώμου, καὶ καλάμου ευώδους, καὶ ἴρεως· ἐμίγνυτο
γὰρ ταῦτα ἐν ἐλαίῳ, καὶ ἐγίνετο μύρον μυρεψικόν
καὶ τούτῳ ἐχρίσατο ὁ ἱερεὺς, ὅταν προεχειρίζετο Ιερα
τεύειν τῷ Θεῷ· οὕτω γὰρ ἦν προστάξας ὁ Θεὸς τῷ
Μωϋσεῖ ἐν τῇ βίβλῳ τῆς Ἐξόδου. Ἑρμηνεύεται οὖν
σμύρνα μελωδία αὐτῶν· κιννάμωμον δὲ ἑρμηνεύεται
κτίσις ἄμωμος· κάλαμος δὲ εὐώδης ἐστὶ τὸ Πνεῦμα
τὸ ἅγιον· ὁ γὰρ Κύριος φησιν· Ἡ γλῶσσα μου
κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου, τουτέστι τὸ
Πνεῦμα· ἱερέως [ἔρις] δὲ ἑρμηνεύεται γρηγόρησις.
Οὕτως οὖν καὶ οὗτοι ὑπάρχουσι συγκείμενοι, λέγω δὴ
οἱ ἀποταξάμενοι κατὰ Θεὸν διὰ μελῳδίας αὐτῶν,
Aaron, ita sunt, et qui mundo morientes ipsi re- ἐχρίσθη Ααρών, οὕτως εἰσὶ καὶ οἱ ἀποταξάμενοι τῷ
nuntiarunt, et unanimes sunt. Nam illud unguentum
componebatur ex myrrha, el cinnamomo, et calamo
bene olenti, et iride (α): hæc enim miscebantur in
oleo, atque ita tiebat unguentum unguentorum, quo
ungebatur sacerdos, cum initiabatur ad sacra Deo
facienda ita enim præceperat Deus Moysi in libro
Exodi ". Myrrhg igitur interpretatur concentus eorum; cinnamomum autem possessio immaculata; calamus vero benevolens est Spiritus sanctus. Dominus
enim inquit: Lingua mea calamus scribæ velociter
scribentis 86, scilicet Spiritus; iris autem interpre
talur vigilantia. Ita igitur etiam isti compositi efsistunt, renuntiantes, inquam, mundo secundum
Deum, propter eorum concentum, quod interpretatur myrrha; et propter possessionem immaculala- ὅπερ ἑρμηνεύεται σμύρνα· καὶ διὰ τῆς κτήσεως τῶν
rum suarum operationum, quod interpretatur cinnamomum; et propter gratiam Spiritus sancti, qui est
calamus benevolens: et propter animæ vigilantiam,
quam significat iridis nomen. Haec igitur habentes,
qui mundo renuntiant, scilicet concentum inter ipsus et possessionem immaculatarum actionum, et
fragrantium gratiæ, et vigilantiam, miscent ea cum
misericordia, et fit unguentum Deo in odorem suavitalis. Propterea igitur assimilat eos unguento effuso in caput sacerdotis. Aliam etiam interpretationem accipere possunt iidem psalmi versiculi.
Nam cum unguentum electum effunditur in caput
sacerdotis, necessario descendit in ejus barbam,
quemadmodum dixit psalmus: et in superhumerale, quod ejus collumn circuit, et necessario
utraque unguento implentur, barba scilicet et
ora vestimenti ejus. Ita igitur, inquit, sunt etiam
qui unanimiter secundum Deum mundo renuntant; effunditur enim in ipsos Spiritus sanctus a
Deo, qui est unguentum spirituale, et descendens
in caput, hoc est in mentem, implet gratia sua
etiam minimos cordis sensus, veluti barbam. Circumimplet etiam dulcedinis doctrina animam, perinde ac oram vestimenti, ut dicat: Christi bonus
odor sumus in iis, qui salvi fiunt 7. Rursus animadvertere licet, quod propter hoc idem unguentum,
unguento illi eos assimilavit, quoniam ex iis quatuor, quæ recensuimus, præeparatur unguentum il
lud in oleo; ita etiam isti ex quatuor Evangeliis
præparati sunt in Dei charitate, quæ est plena olei,
et fructuum pacificorum. Non solum autem in huuc
modun, sed etiam aliter intelligere licet mentem
hujusmodi psalmi, quam ob causam unguento illi
spirituali eos assimilaverit, quoniam omnino isti
membra sunt Christi, de quo propheta inquit: Unguentum novum nomen tuum. Apposite igitur, veluti
divini unguenti, videlicet Christi, sccundum gratiam membra exsistentes, merito etiam unguento
iidem assimilati sunt.
86 Psal. ALIV,
ἔργων αὐτῶν τῶν ἀμώμων, ὅπερ ἑρμηνεύεται τὸ κιν
νάμωμον· καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ὅπερ ἐστὶν ὁ κάλαμος ὁ εὐώδης· καὶ διὰ τῆς ἐγρηγόρσεως τῆς ψυχῆς, ὅπερ ἡρμηνεύθη τὸ τοῦ ἱερέως
όνομα. Ταῦτα οὖν ἔχοντες οἱ ἀποταξάμενοι, τὴν μετ
λῳδίαν αὐτῶν, καὶ τὴν κτῆσιν τῶν ἔργων τῶν ἀμώμων,
καὶ τὴν εὐωδίαν τῆς χάριτος, καὶ τὴν ἐγρήγορσιν,
μίσγουσιν αὐτὰ ἐλεημοσύνῃ, καὶ ἔστι μύρον τῷ Θεῷ
εἰς ὀσμὴν εὐωδίας. Διὰ τοῦτο οὖν ἀπηκλ.
[ἀπεικάζει] αὐτοὺς τῷ μύρῳ τῷ βληθέντι ἐπὶ τὴν
κεφαλὴν τοῦ ἱερέως. Καὶ ἄλλην δὲ ἑρμηνείαν ἔχου
σιν οἱ αὐτοὶ στίχοι. Ηνίκα γὰρ ἐπέχεε τὸ μύρον τὸ
προλεχθὲν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ ἱερέως, ἀναγκαίως
κατῄει ἐπὶ τὸν πώγωνα αὐτοῦ τὸ μύρον, καθὼς εἴτ
ρηκεν ὁ ψαλμὸς, καὶ ἐπὶ τὸ περιστόμιον τὸ κυκλοῦν
τὸν τράχηλον, καὶ ἐπληροῦντο ἀναγκαίως τοῦ μύρου
τὰ ἀμφότερα, ὅ τε πώγων καὶ ἡ (να τοῦ ἐνδύματος
αὐτοῦ. Οὕτως οὖν, λέγει, εἰσὶ καὶ οἱ ὁμοψύχως κατὰ
Θεὸν ἀποταξάμενοι· ἐπιχέεται γὰρ αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα
τὸ ἅγιον ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπερ ἐστὶ τὸ μύρον, καὶ
κατελθὸν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν, τουτέστι εἰς διάνοιαν,
πληροί τῆς χάριτος αὐτοῦ, καὶ τὰ λεπτά νοήματα τῆς
καρδίας, ὡσανεὶ τὴν πώγωνα. Πληροῖ καὶ κύκλῳ
γλυκύτητος τὴν διδασκαλίαν τῆς ψυχῆς τῆς διδα
σκαλίας τὴν ψυχὴν], ὅπερ ἐστὶν ἡ α τοῦ ἐνδύματος,
ἵνα λέγει· Χριστοῦ εὐωδία εσμὲν ἐν τοῖς σωζομέ
νοις. Καὶ πάλιν ἔστι συνιδεῖν, ὅτι διὰ τοῦτο τὸ
μύρον ἐκεῖνο τὸ μύρον [ἐκείνῳ τῷ μύρῳ] ἀπείκασεν
αὐτοὺς, ἐπειδὴ ἐκ τῶν τεσσάρων ἐκείνων, ὧν εἰρή
καμεν, κατεσκεύαστο εἰς ἔλαιον ἐκεῖνο τὸ μύρον· οὔ
τως οὖν καὶ οὗτοι ἐκ τῶν τεσσάρων Ευαγγελίων κατά
εσκευάσθησαν εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ἥτις ὑπάρ
χει μεστὴ ἐλαίου καὶ καρπῶν εἰρηνικῶν. Οὐ μόνον
δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἔστιν ἐπιστῆσαι τὸν νοῦν
διὰ ποίαν αἰτίαν τῷ μύρῳ ἐκείνῳ τῷ πνευματική
ἀφωμοίωσε τοὺς τοιούτους· ἐπειδὴ ὄντως οἱ τοιοῦτοι
Χριστοῦ μέλη τυγχάνουσι, περὶ οὗ ὁ προφήτης λέ
γει· Μύρον ἐκκενωθεν ὄνομά σοι· ἀναγκαίως οὖν
ὡς τοῦ θείου μύρου, ώσανεί Χριστοῦ, κατὰ χάριν
μέλη ὄντες, εἰκότως καὶ αὐτοὶ κύρῳ ἀπεικάσθησαν.
2. 87 ][ Cor. 11,
80 Exod. xxx, 23, 24.
(α) Herba aromatica; casia dicitur in Latin. vulg. edit.
col. 1257–1258page 334 of 376
PG 27:12576. Ως δρόσος Αερμὼν ἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὄρη Σιών. 7. "Οτι ἐκεῖ ἐνετείλατο Κύριος τὴν εὐλογίαν, 8. Ζωὴν ἕως τοῦ αἰῶνος. Ὠδὴ τῶν ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΛΓ. 1. Ἰδοὺ δὴ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οι δοῦλοι Κυρίου. 2. Οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, 3. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν. 9. Δρόσος Αερμών ἑρμηνεύεται δρόσος ἐνδοξαζόμενος· τοῦτο οὖν λέγει, ὅτι οὕτως ὑπάρχουσι, περὶ ὧν ἄνω εἰρήκαμεν, ὡς ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος ἡ πολυποίκιλος, ἡ κατιοῦσα ἐπὶ τοὺς προφήτας, καὶ ἐπουρανίου πόλεως· ἡ δρόσος γὰρ ἡ ἐνδοξαζομένη, δῆλον, ὅτι τὰ χαρίσματά εἰσι τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος διὰ τὸ λεπτότατον αὐτῶν, καὶ ὠφέλιμον· τὰ δὲ ὄρη δηλονότι οἱ προφῆταί εἰσιν· ἡ δὲ Σιών σαφῶς ἡ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐν πολλοῖς ἀποδέδεικται. Οὕτως οὖν καὶ οὗτοι ὁμοψύχως ἀποταξάμενοι ἔχουσι διάφορα χαρίσματα, καὶ ὡς ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ όντες, οὕτως πολιτεύονται. 7, 8. "Οτι ἐκεῖ εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ ἐπηγ γείλατο ὁ Κύριος λέγειν· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, απολάβετε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν πρὸ καταβολῆς κόσμου εἰς τοὺς ἀτε λευτήτους αιώνας. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'δὴ τῶν ἀναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, ὅ ἐστιν, ὅτι ἡ ᾠδὴ αὕτη τῶν ἀναβαθμῶν τοῦ Δαβίδ ἐστι· τουτέστιν, οὐκ ἔτι ἐκ προσώπου τῶν ἐπιστρεψάντων ἐστὶν ἡ ᾠδὴ, ἀλλὰ τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, λέγω δὴ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· οὕτω γὰρ ἑρμηνεύεται τὸ Δαβὶδ όνομα ἱκανὸς χειρί. προστάσσει γὰρ αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῖς ἀποταξαμένοις καὶ κατοικοῦσιν ἅμα ἐπὶ τὸ αὐτὸ λατρεύειν αὐτῷ ἐν εἰλι κρινεῖ διανοίᾳ. 1. Ὑμῖν λέγω τοῖς ἀποταξαμένοις· [ Ἰδοὺ δή] Ἱκανῶς εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, τουτέστιν ἐμέ τὸ γὰρ δὴ ἱκανῶς ἑρμηνεύεται [ἰδοὺ δὴ ἑρμηνεύεται], οἱ ἐκδεδωκότες ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ Χριστοῦ, οἱ τῇ διανοίᾳ νήφοντες, καὶ ἀνιστάμενοι, αὐτὴν παριστῶντες τῷ βουλήματι τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ὕψει τῶν οὐρανῶν. 2, 5. Καὶ ἑδραῖοι ὄντες ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐν αὐταῖς αὐλιζόμενοι. Τοῦ ἁγίου Πνεύματος, Τοὺς προφήτας τῆς επουρανίου, Τὰ δὲ ὄρη, δῆλον, ὅτι οἱ, Απο δέδεκται, Οὗτοι οἱ ὁμοψύχως κατὰ Θεὸν ἀποταξάμενοι, Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, Τῷ Δα Οδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται, ὅτι, Τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα, Ιχανως. Ν. 2. Πάντες λέγει οἱ ἐκδεδωκότες ε. εἰ. τ. ὑπο ακοὴν τοῦ Χριστοῦ. Ν. 3. Οἱ τῇ διανοίᾳ νήφοντες, καὶ ἀνατεταμένην αὐτήν, τῶν οὐρανῶν. Ν. 4, 5, 5. Ἐν ταῖς ἐπερχομέναις, εύχα οιστίας τὸν Κύριον.
· PSAL. CXXXIII.
6. Ως δρόσος Αερμὼν ἡ καταβαίνουσα ἐπὶ τὰ ὄρη
Σιών.
7. "Οτι ἐκεῖ ἐνετείλατο Κύριος τὴν εὐλογίαν,
8. Ζωὴν ἕως τοῦ αἰῶνος.
Ὠδὴ τῶν ἀναβαθμῶν. ΨΑΛ. ΡΛΓ.
1. Ἰδοὺ δὴ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οι δοῦλοι
Κυρίου.
2. Οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου,
3. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.
6. Sicut ros Hermon, qui descendit in montes
Sion.
7. Quoniam illic mandavit Dominus benedictionem,
8. Vitam usque in sæculum.
Canticum graduum. PSAL. CXXXIII.
1. Ecce nunc benedicite Domninum, omnes serv:
Domini.
2. Qui statis in domo Domini,
3. In atriis domus Dei nostri.
9. Δρόσος Αερμών ἑρμηνεύεται δρόσος ένδοξαζόμενος· τοῦτο οὖν λέγει, ὅτι οὕτως ὑπάρχουσι,
περὶ ὧν ἄνω εἰρήκαμεν, ὡς ἡ χάρις τοῦ Πνεύμα
τος ἡ πολυποίκιλος, ἡ κατιοῦσα ἐπὶ τοὺς προφήτας,
καὶ ἐπουρανίου πόλεως· ἡ δρόσος γὰρ ἡ ἐνδοξαζο
μένη, δῆλον, ὅτι τὰ χαρίσματά εἰσι τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος διὰ τὸ λεπτότατον αὐτῶν, καὶ ὠφέλιμον· τὰ
δὲ ὄρη δηλονότι οἱ προφῆταί εἰσιν· ἡ δὲ Σιών σαφῶς
ἡ ἄνω Ἱερουσαλὴμ ἐν πολλοῖς ἀποδέδεικται. Οὕτως
οὖν καὶ οὗτοι ὁμοψύχως ἀποταξάμενοι ἔχουσι διάφορα
χαρίσματα, καὶ ὡς ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ όντες,
οὕτως πολιτεύονται.
6. Ros Hermon interpretatur ros glorificatus: hoc
igitur significat, quod ita sunt ii, de quibus supra
locuti sumus, sicut gratia Spiritus multifaria, quæ
descendit in prophetas, et quæ supercolestis civitatis est; ros enim glorificatus evidens est, quod
sunt dona Spiritus sancti propter eorum sublimitatem et utilitatem. montes autem prophetæ nimirum
sunt: Sion autem manifeste supernam Jerusalem
multis in locis significare ostensum est. Ita igitur
etiam isti unanimiter mundo renuntiantes habent
diversa dona, et perinde ac in superna Jerusalem
cssent, ita vitam agunt.
7, 8. "Οτι ἐκεῖ εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος λέγειν· Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ
Πατρός μου, απολάβετε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν
βασιλείαν πρὸ καταβολῆς κόσμου εἰς τοὺς ἀτε- tutionem mundi ss in sempitera sæcula.
λευτήτους αιώνας.
7, 8. Quoniam illic in superna Jerusalem promisit Dominus se dicturum: Venite, benedicti Patris
mei, accipite præparatum vobis regnum ante constiἩ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'δὴ τῶν ἀναβαθμῶν τῷ Δαβίδ, ὅ ἐστιν, ὅτι ἡ ᾠδὴ αὕτη τῶν
ἀναβαθμῶν τοῦ Δαβίδ ἐστι· τουτέστιν, οὐκ ἔτι ἐκ προσώπου τῶν ἐπιστρεψάντων ἐστὶν ἡ ᾠδὴ, ἀλλὰ τῷ
ἱκανῷ τῇ χειρὶ, λέγω δὴ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· οὕτω γὰρ ἑρμηνεύεται τὸ Δαβὶδ όνομα ἱκανὸς χειρί. Προστάσ
σει γὰρ αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῖς ἀποταξαμένοις καὶ κατοικοῦσιν ἅμα ἐπὶ τὸ αὐτὸ λατρεύειν αὐτῷ ἐν εἰλικρινεῖ διανοίᾳ.
Titulus præpositus continet: Canticum graduum David, hoc est, quod hoc canticum graduum David est:
nempe non amplius ex persona eorum, qui se converterunt canticum hoc dicitur, sed ad manu fortem
pertinet, hoc est ad Dei Filium: ita enim interpretatur nomen David manu fortis. Ipse enim Dei Filius
præcipit iis qui mundo renuntiarunt, et simul in unum habitant, ut sincero corde illi serviant.
1. Ὑμῖν λέγω τοῖς ἀποταξαμένοις· [ Ἰδοὺ δή]
Ἱκανῶς εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, τουτέστιν ἐμέ·
τὸ γὰρ δὴ ἱκανῶς ἑρμηνεύεται [ἰδοὺ δὴ ἑρμηνεύεται],
οἱ ἐκδεδωκότες ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑπομονὴν τοῦ
Χριστοῦ, οἱ τῇ διανοίᾳ νήφοντες, καὶ ἀνιστάμενοι,
αὐτὴν παριστῶντες τῷ βουλήματι τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ
ὕψει τῶν οὐρανῶν.
2, 5. Καὶ ἑδραῖοι ὄντες ἐν ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ,
καὶ ἐν αὐταῖς αὐλιζόμενοι.
88 Matth. xxv, 34.
1. Vobis dico, qui muudo renuntiastis: Abundanter benedicite Dominum, hoc est me: illud enim ecce
nunc abundanter, seu affatim interpretatur de iis,
qui seipsos tradiderunt in Christi patientiam, mente
vigilantes, atque assurgentes, illam praesentantes
voluntati Dei in sublimitate cœlorum.
2, 5. Et firmi exsistentes in Dei præceptis, et iu
ipsis immorantes.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τοῦ ἁγίου Πνεύματος, etc. Τοὺς προφήτας τῆς
επουρανίου, etc. Τὰ δὲ ὄρη, δῆλον, ὅτι οἱ, etc. Αποδέδεκται, etc. Οὗτοι οἱ ὁμοψύχως κατὰ Θεὸν ἀποταξάμενοι, etc.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. Τῷ Δα
Οδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται, ὅτι, etc. Τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα,
etc.
PATROL. GR. XXVII.
N. 1. Comment. incipit a verb. Ιχανως.
Ν. 2. Πάντες λέγει οἱ ἐκδεδωκότες ε. εἰ. τ. ὑπο
ακοὴν τοῦ Χριστοῦ. Ν. 3. Οἱ τῇ διανοίᾳ νήφοντες, καὶ
ἀνατεταμένην αὐτήν, etc. usque τῶν οὐρανῶν. Ν. 4,
5, 5. Ἐν ταῖς ἐπερχομέναις, etc. usque ad εύχα -
οιστίας τὸν Κύριον.
col. 1259–1260page 335 of 376
PG 27:12594. Ἐν ταῖς νυξὶν ἐπάρατε τὰς χεῖρας ὑμῶν εἰς τὰ "Αγια, 5. Καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον. 6. Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών, 7. Ο ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. 4. Ἐν ταῖς ἐπερχομέναις ὑμῖν εἰσβολαῖς τοῦ σκέ τους, τουτέστι τοῦ ἐχθροῦ, ἀνατείνατε τὰς καρδίας ὑμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀποβλέποντες τὰ ἀποκείμενα μῖν ἀγαθά. 5. Καὶ δοξάζετε διὰ τῶν ἔργων τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐχαριστίας τὸν Κύριον. 6, 7. Καταπέμψει σοι Κύριος ἐκ τῶν ἁγίων αὐτ τοῦ ὑψωμάτων τὴν χάριν αὐτοῦ σκέπουσαν σε κα. ἁγιάζουσαν. Διὰ τί δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ᾿Αναβαθμῶν δέκα καὶ πέμ πτων ψαλμῶν ὑπάρχει, λέξομεν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ. Δῆλον πᾶσιν ὑμῖν ἐστιν, ὅτιπερ οἱ κατὰ Θεὸν προκόπτοντες υἱοὶ φωτός εἰσι, καὶ υἱοὶ ἡμῶν [ἡμέρας], ὡς αὐτὸ τοῦτο λέγει ὁ ᾿Απόστολος γράφων Θεσσαλονικεῦσιν· Ὅτι πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε, καὶ υἱοὶ ἡμέρας· καὶ πάλιν μετ' ὀλίγα· Ἡμεῖς δὲ, ἡμέρας ὄντες νήφομεν· καὶ πάλιν αὐτὸς ὁ Κύ ριος περὶ ἑαυτοῦ ταὐτὰ λέγει ἐν Εὐαγγελίῳ, ἡμέραν ἑαυτὸν καὶ φῶς διαγράφων διὰ τοῦ λέγειν· 'Εάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου. βλέπει· καὶ πάλιν· Εγώ είμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐκοῦν, ὡς προείπαμεν, οἱ τῷ Κυρίῳ κολλώμενοι τῆς ἡμέρας καὶ τοῦ φωτός εἰσιν υἱοί. Οἴδατε καὶ τοῦτο, ἀγαπητοί, ὅτιπερ, ὅταν ἡ νύξ τὸ τέλειον ἐκλείψει, δέκα καὶ πέμπτων ὡρῶν γίνεται ἐν ἡμέρᾳ. Διὰ τοῦτο οὖν καὶ ἀναβαθμοὶ δέκα καὶ πέμπτοι εἴρηνται, ἵνα δῆλον ᾗ πᾶσιν, ὅτι περὶ τῆς τελείας ἡμέρας τοῦ φωτὸς, τουτέστι τοῦ ἐν Χριστῷ κατὰ πρόσβασιν εἰς τελειότητα φωτὸς ἀνερχομένων ἐν βαθμοῖς. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἐν τρισκαιδεκάτῳ βαθμῷ, λέγω δὴ εἰς τὸ, Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Δαβίδ, εἴρηκε περὶ τῶν ἀποτεσσάρων βαθμῶν τῷ κόσμῳ [ἀποταξάντων τῷ κόσμῳ], ἵνα σημαίνῃ, ὅτι πλείονος φωτὸς ἀξιοῦνται οἱ τοιοῦτο:. Ὑπερέβησαν γὰρ τὸν Ἰησοῦν βαθμὸν, καὶ εἰς ὑψη λοτέραν γνῶσιν ἀναβεβήκασι τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἐξέλιπε γὰρ παρ' αὐτοῖς νύξ τῆς ἁμαρτίας· ἑαυ τοὺς γὰρ δεδώκασι ἀναβαίνειν μὲν ἐν τῷ φωτὶ τῆς ἡμέρας, ὡσανεὶ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοὺς δέκα καὶ πέμ υ στους ἀναβαθμούς, ἵνα δῆλον ᾗ πᾶσιν, ὅτι παρ' αὐ τοῖς τὸ τέλειον ἐξέλιπεν ἡ νύξ, καὶ ἀνίσχυρος γίνεται ἡ ἁμαρτία, καθὼς προεἶπον· οἱ ἀναβαθμοὶ οὖν ταῖς ὥραις τῆς τελείας ἡμέρας ἀφωμοιωμένοι εἰσὶ, διηγούμενοι ἐκ προσώπου τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς, καὶ τῶν τούτου υἱῶν. οι Ν. 7, 8. Καταπέμψει, σοι, Διὰ τί δὲ καὶ ὁ ἀριθμός, εις. Καὶ πέντε ψαλμῶν, Ἰησοῦ Χρι στοῦ, Καὶ υἱοὶ ἡμέρας, ὡσαύτως τοῦτο λέγει, Τὰ αὐτὰ λέγει, Διὰ τοῦτο λέγει, ἐάν, Τοῦ κόσμου τούτου, Οίδατε δὲ καί, Δέκα καὶ πέντε ὡρῶν γίνεται ἡ ἡμέρα. Διὰ τοῦτο οὖν οἱ ἀναβαθμο, πέντε καὶ δέκα εἴρηνται, Τοῦ φωτός, τοῦτ᾽ ἔστιν τῆς ἐν Χριστῷ ἀναστροφῆς διηγοῦνται τὴν ἀνάβασιν τῆς προκοπῆς τῶν ἐν Χριστῷ κατά, εἰς. Ως ἐν βαθμοῖς, Καὶ διὰ τοῦτο τῷ τρισκαιδεκάτῳ ἀναβαθμῷ, Τῷ Δαβίδ, εἴρηκε περὶ τῶν ἀποτασσομένων τῷ κόσμῳ, ἵνα σημαίνῃ, ὅτιπερ πλείονος φωτὸς ἠξίωται ὁ τοιοῦτος. Υπερέβη γὰρ τὸν δωδέκατον ἀριθμὸν ἀναβαθμὸν καὶ εἰς ὑψηλοτέραν γνώσιν ἀναβέβηκεν τοῦ φωτός, Παρ' αὐτῶν παρ' αὐτῷ ἡ νύξ τῆς ἁμαρτίας ἑαυτὸν γὰρ δέδωκεν ἀναβαίνειν, Ἐπὶ τοὺς κ' ἀναβαθμούς, Παρ' αὐτῷ, Γεγένηται ἡ ἁμαρ τία. Ἐκ προσώπου.
3. ATHANASI OPP. PARS
4. In noctibus extollite manus vestras in Sancta,
5. Et benedicite Dominum.
6. Benedical te Dominus ex Sion:
7. Qui fecit caelum et terram.
EXEGETICA.
4. Ἐν ταῖς νυξὶν ἐπάρατε τὰς χεῖρας ὑμῶν εἰς τὰ
"Αγια,
5. Καὶ εὐλογεῖτε τὸν Κύριον.
6. Εὐλογήσαι σε Κύριος ἐκ Σιών,
7. Ο ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
4. In supervenientibus vobis incursibus tenebrarum, hoc est inimici, intendite corda vestra in coles, respicientes reposita vobis bona.
5. Et operibus justitia, et gratiarum actionibus
Dominum glorificate.
6, 7. Mittet tibi Dominus ex sanctis suis altitudinibus gratiam suam protegentem te, et sanctificantem.
4. Ἐν ταῖς ἐπερχομέναις ὑμῖν εἰσβολαῖς τοῦ σκέ
τους, τουτέστι τοῦ ἐχθροῦ, ἀνατείνατε τὰς καρδίας
ὑμῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἀποβλέποντες τὰ ἀποκείμενα
μῖν ἀγαθά.
5. Καὶ δοξάζετε διὰ τῶν ἔργων τῆς δικαιοσύνης
καὶ τῆς εὐχαριστίας τὸν Κύριον.
6, 7. Καταπέμψει σοι Κύριος ἐκ τῶν ἁγίων αὐτ
τοῦ ὑψωμάτων τὴν χάριν αὐτοῦ σκέπουσαν σε κα.
ἁγιάζουσαν.
Διὰ τί δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν ᾿Αναβαθμῶν δέκα καὶ πέμ
πτων ψαλμῶν ὑπάρχει, λέξομεν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ. Δῆλον πᾶσιν ὑμῖν ἐστιν, ὅτιπερ οἱ κατὰ
Θεὸν προκόπτοντες υἱοὶ φωτός εἰσι, καὶ υἱοὶ ἡμῶν
[ἡμέρας], ὡς αὐτὸ τοῦτο λέγει ὁ ᾿Απόστολος γράφων
Θεσσαλονικεῦσιν· Ὅτι πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός
ἐστε, καὶ υἱοὶ ἡμέρας· καὶ πάλιν μετ' ὀλίγα· Ἡμεῖς
δὲ, ἡμέρας ὄντες νήφομεν· καὶ πάλιν αὐτὸς ὁ Κύ
ριος περὶ ἑαυτοῦ ταὐτὰ λέγει ἐν Εὐαγγελίῳ, ἡμέραν
ἑαυτὸν καὶ φῶς διαγράφων διὰ τοῦ λέγειν· 'Εάν τις
περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς
τοῦ κόσμου τούτου. βλέπει· καὶ πάλιν· Εγώ είμι
τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Οὐκοῦν, ὡς προείπαμεν, οἱ τῷ
Κυρίῳ κολλώμενοι τῆς ἡμέρας καὶ τοῦ φωτός εἰσιν
υἱοί. Οἴδατε καὶ τοῦτο, ἀγαπητοί, ὅτιπερ, ὅταν ἡ νύξ
τὸ τέλειον ἐκλείψει, δέκα καὶ πέμπτων ὡρῶν γίνεται
ἐν ἡμέρᾳ. Διὰ τοῦτο οὖν καὶ ἀναβαθμοὶ δέκα καὶ
πέμπτοι εἴρηνται, ἵνα δῆλον ᾗ πᾶσιν, ὅτι περὶ τῆς
τελείας ἡμέρας τοῦ φωτὸς, τουτέστι τοῦ ἐν Χριστῷ
κατὰ πρόσβασιν εἰς τελειότητα φωτὸς ἀνερχομένων
ἐν βαθμοῖς. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο
ἐν τρισκαιδεκάτῳ βαθμῷ, λέγω δὴ εἰς τὸ, Μνήσθητι,
Κύριε, τοῦ Δαβίδ, εἴρηκε περὶ τῶν ἀποτεσσάρων
βαθμῶν τῷ κόσμῳ [ἀποταξάντων τῷ κόσμῳ], ἵνα
σημαίνῃ, ὅτι πλείονος φωτὸς ἀξιοῦνται οἱ τοιοῦτο:.
Ὑπερέβησαν γὰρ τὸν Ἰησοῦν βαθμὸν, καὶ εἰς ὑψη
λοτέραν γνῶσιν ἀναβεβήκασι τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ.
Ἐξέλιπε γὰρ παρ' αὐτοῖς νύξ τῆς ἁμαρτίας· ἑαυ
τοὺς γὰρ δεδώκασι ἀναβαίνειν μὲν ἐν τῷ φωτὶ τῆς
ἡμέρας, ὡσανεὶ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοὺς δέκα καὶ πέμυ
στους ἀναβαθμούς, ἵνα δῆλον ᾗ πᾶσιν, ὅτι παρ' αὐ
τοῖς τὸ τέλειον ἐξέλιπεν ἡ νύξ, καὶ ἀνίσχυρος γίνεται
ἡ ἁμαρτία, καθὼς προεἶπον· οἱ ἀναβαθμοὶ οὖν ταῖς
ὥραις τῆς τελείας ἡμέρας ἀφωμοιωμένοι εἰσὶ, διηγού
Quare autem numerus psalmorum gradualium
est quindecim psalmorum, gratia Jesu Domini nostri dicemus. Vobis omnibus manifestum est, quod
omnes, qui secundum Deum proficiunt, sunt filii
lucis, et filii diei, quemadmodum hoc ipsum dicit
Apostolus scribens Thessalonicensibus: Omnes enim
ros filii lucis estis, et filii diei 89; et rursus paucis
interjectis: Nos autem, qui diei sumus, sobrii simus 50; et rursus ipse Dominus de se ipso hæc eadem dicit in Evangelio; diem se ipsum, et lucem
esse designans dicendo: Si quis ambulaverit in die,
non offendit, quoniam lucem hujus mundi videt "
et rursus: Ego sum lux mundi". Porro ut antea
diximus, qui Domino adhærent, diei et lucis filii
sunt. Non ignoratis etiam hoc, dilecti, quod cum
nox ad extremum deficit, dies est horarum quindecim. Propterea igitur et graduales quindecim sunt,
ut notum sit omnibus, quod sunt de die lucis perfecta, hoc est de luce ascendentium per gradus in
perfectionem secundum ascensionem in Christo.
Non autem propter hoc solum, sed etiam propter
illud, quod desimo tertio gradu, in psalmo inquam:
Memento, Domine, David **, locutus est de iis qui
mundo renuntiarunt, ut significaret, quod tales piurima luce donantur. Ascenderunt enim gradum qui
Jesus est, et pervenerunt in altiorem cognitionem
lucis Christi. Defecit enim apud eos nox peccati;
elenim se ipsos dederunt ad ascendendum quidem
in lucem diei, videlicet Christi per quindecim g'adus, ut omnibus manifestum sit, quod apud eos
omnino nox defecit, et infirmatum est peccatum,
quemadmodum antea dixi; gradus igitur horis perfecti diei comparati sunt, et expositi ex persona
veræ lucis, et filiorum ejus.
μενοι ἐκ προσώπου τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς, καὶ τῶν τούτου υἱῶν.
Thessal. v, 5. 9. ibid. 8. οι Joan. xi, 9. • Joan. vult, 12.» Psal. cxxxı, f.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 7, 8. Καταπέμψει, σοι, etc. Διὰ τί δὲ καὶ ὁ
ἀριθμός, εις. Καὶ πέντε ψαλμῶν, etc. Ἰησοῦ Χριστοῦ, etc. Καὶ υἱοὶ ἡμέρας, ὡσαύτως τοῦτο λέγει,
etc. Τὰ αὐτὰ λέγει, eic. Διὰ τοῦτο λέγει, ἐάν, etc.
Τοῦ κόσμου τούτου, etc. Οίδατε δὲ καί, etc. Δέκα
καὶ πέντε ὡρῶν γίνεται ἡ ἡμέρα. Διὰ τοῦτο οὖν οἱ
ἀναβαθμο, πέντε καὶ δέκα εἴρηνται, etc. Τοῦ φωτός,
τοῦτ᾽ ἔστιν τῆς ἐν Χριστῷ ἀναστροφῆς διηγοῦνται
τὴν ἀνάβασιν τῆς προκοπῆς τῶν ἐν Χριστῷ κατά,
εἰς. Ως ἐν βαθμοῖς, etc. Καὶ διὰ τοῦτο τῷ τρισκαι
δεκάτῳ ἀναβαθμῷ, etc. Τῷ Δαβίδ, εἴρηκε περὶ τῶν
ἀποτασσομένων τῷ κόσμῳ, ἵνα σημαίνῃ, ὅτιπερ πλείονος φωτὸς ἠξίωται ὁ τοιοῦτος. Υπερέβη γὰρ τὸν
δωδέκατον ἀριθμὸν (leg. vid. ἀναβαθμὸν καὶ εἰς
ὑψηλοτέραν γνώσιν ἀναβέβηκεν τοῦ φωτός, etc. Παρ'
αὐτῶν (leg. vill, παρ' αὐτῷ ἡ νύξ τῆς ἁμαρτίας·
ἑαυτὸν γὰρ δέδωκεν ἀναβαίνειν, etc. Ἐπὶ τοὺς κ'
ἀναβαθμούς, etc. Παρ' αὐτῷ, etc. Γεγένηται ἡ ἁμαρ
τία. etc. Ἐκ προσώπου. etc.
col. 1261–1262page 336 of 376
PG 27:1261Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΛΔ'. 1 Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου, 2. Αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον. 5. Οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου, 4. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν. 5. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς Κύριος. 6. Ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὅτι καλόν. 7. Οτι τὸν Ἰακὼβ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος, 8. Ἰσραὴλ εἰς περιουσιασμὸν ἑαυτῷ [ἑαυτοῦ]. 9. "Οτι ἐγὼ ἔγνωκα, ὅτι ὁ (α) μέγας ὁ Κύριος 10. Καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς. 11. Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν 12. Ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, 15. Ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις. 14. Ανάγων νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, 15. Αστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησεν. 1. Ἐπαινεῖτε τὴν ὡραιότητα αὐτοῦ. 2. Οἱ ὑποτασσόμενοι αὐτῷ. 5. Οἱ ἀδιαλείπτως παριστάμενοι τῇ διανοίᾳ τῷ Θεῷ. 4. Ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 5. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι οὐ βούλεταί τινα ἀπολέσθαι, ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν θέλει χωρῆσαι, καὶ τῶν αἰωνίων αὑτοῦ ἀγαθῶν ἀπολαῦσαι. 6. Ανυμνεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν καρδίᾳ και θαρᾷ, ὅτι τοῦτο ὑμῖν ἀποβήσεται εἰς σωτηρίαν. 7. "Οτι τὸν λαὸν τὸν ὄντα κατὰ τὸν Ἰακὼς ἁπλα στον τῇ καρδίᾳ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος. 8. Τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν [ὁρῶντας] περιεποιήσατο εἰς πλοῦτον ἑαυτῶν διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. 9. Συνετισθεὶς παρ' αὐτοῦ ἐπέγνων τὴν μεγαλειότητα αὐτοῦ διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ θανάτου αὐτοῦ. 10. Καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν δυνατώτερός ἐστιν ὑπὲρ πάντας τοὺς θεοὺς, οἵπερ εἰσὶ λεγόμενοι μὲν, οὐκ ὄντες δὲ θεοί, εἴτε ἐν τῷ οὐρανῷ, εἴτε ἐν τῇ γῇ. 11, 12. Τῷ γὰρ βουλήματι αὐτοῦ οὐδεὶς οὔτε ἀντιστῆναι ἐδυνήθη, οὔτε ἀνθίσταται. 13. Καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐν τοῖς ὕδασι τοῦ βαπτίσματος ἐν τῷ θανάτῳ ἑαυτοῦ πάντα ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε, καὶ τὰς ἐναντίας δυνάμεις συνέτριψεν. 14. Ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τοῦ κόσμου ἀνέδειξε προφήτας τοὺς περὶ τὸν ᾿Αγαβον καὶ Συμεῶνα τὸν καλούμενον Νῆγερ, καὶ Λούκιον τὸν Κυρηναίον, καὶ Μαναῆν τὸν Ἡρώδου τοῦ τετράρχου σύντροφον. 15. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ φαίνειν τῷ κόσμῳ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ ἕως δυσμῶν, καὶ ὡς ὑετόν κατιέναι τὸν λόγον αὐτῶν εἰς τὴν καρδίαν τὴν ξηρανθεῖσαν διὰ τῆς ἁμαρτίας. οι ή περιεποιήσατο εἰς πλοῦτον ἑαυτῷ διά, Καὶ ὅτι αὐτός, Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Αλ ληλούϊα, ὅπερ δηλοῖ ὁ πρῶτος στίχος του ψαλμοῦ, τουτέστιν· Αἰνεῖτε, ὑμνεῖτε τὸν Κύριον. Θέλει Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν καρδίᾳ, Ἰσραὴλ ἑρμηνεύεται ἀνὴρ ὁρῶν Θεὸν, καὶ νοῦς ἐρῶν Θεόν· τὸν λαὸν τὸν ὁρῶντα, τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν Ν. 11. Τῷ, Ἠδυνήθη, 12, 13. Καὶ ἐ. τ. οὐ γὰρ, καί, Καὶ ἐν τῷ θανάτῳ, Αγαβ, καὶ Συμεῶνα, σύντροφον. ᾿Απὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν αὐτῶν εἰς τήν,
PSAL. CXXXIV.
Αλληλούϊα. ΨΑΛ. ΡΛΔ'.
1 Αἰνεῖτε τὸ ὄνομα Κυρίου,
2. Αἰνεῖτε, δοῦλοι, Κύριον.
5. Οἱ ἑστῶτες ἐν οἴκῳ Κυρίου,
4. Ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.
5. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸς Κύριος.
6. Ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, ὅτι καλόν.
7. Οτι τὸν Ἰακὼβ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος,
8. Ἰσραὴλ εἰς περιουσιασμὸν ἑαυτῷ [ἑαυτοῦ].
9. "Οτι ἐγὼ ἔγνωκα, ὅτι ὁ (α) μέγας ὁ Κύριος
10. Καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν παρὰ πάντας τοὺς θεούς.
11. Πάντα ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος ἐποίησεν
12. Ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ,
15. Ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν πάσαις ταῖς ἀβύσσοις.
14. Ανάγων νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς,
15. Αστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησεν.
(a) Deest uterque art. ¿
Alleluia. PSAL. CXXXIV.
1. Laudate nomen Domini,
2. Laudate, servi, Dominum.
3. Qui statis in domo Domini,
In atriis domus Dei nostri.
5. Laudate Dominum, quia bonus Dominus:
6. Psallite nonini ejus, quoniam suave,
7. Quoniam Jacob elegit sibi Dominus,
8. Israel in possessionem sibi [sui].
9. Quia ego cognovi, quod magnus est Dominus:
10. Et Deus noster præ omnibus diis.
11. Omnia quæcunque voluit Dominus, fecit
12. In coelo, et in terra,
13. Et in mari, et in omnibus abyssis.
14. Educens nubes ab extremo terræ:
15. Fulgura in pluviam fecit.
Explicatio tituli hujus psalmi deest in codice Barberino.
1. Ἐπαινεῖτε τὴν ὡραιότητα αὐτοῦ.
2. Οἱ ὑποτασσόμενοι αὐτῷ.
5. Οἱ ἀδιαλείπτως παριστάμενοι τῇ διανοίᾳ τῷ Θεῷ.
4. Ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
5. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι οὐ βούλεταί τινα ἀπολέσθαι, ἀλλὰ πάντας εἰς μετάνοιαν θέλει χωρῆσαι,
καὶ τῶν αἰωνίων αὑτοῦ ἀγαθῶν ἀπολαῦσαι.
6. Ανυμνεῖτε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν καρδίᾳ και
θαρᾷ, ὅτι τοῦτο ὑμῖν ἀποβήσεται εἰς σωτηρίαν.
7. "Οτι τὸν λαὸν τὸν ὄντα κατὰ τὸν Ἰακὼς ἁπλαστον τῇ καρδίᾳ ἐξελέξατο ἑαυτῷ ὁ Κύριος.
8. Τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν [ὁρῶντας] περιεποιήσατο
εἰς πλοῦτον ἑαυτῶν διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος.
9. Συνετισθεὶς παρ' αὐτοῦ ἐπέγνων τὴν μεγαλειό
τητα αὐτοῦ διὰ τῆς ἰσχύος τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
10. Καὶ αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν δυνατώτερός ἐστιν
ὑπὲρ πάντας τοὺς θεοὺς, οἵπερ εἰσὶ λεγόμενοι μὲν,
οὐκ ὄντες δὲ θεοί, εἴτε ἐν τῷ οὐρανῷ, εἴτε ἐν τῇ γῇ.
11, 12. Τῷ γὰρ βουλήματι αὐτοῦ οὐδεὶς οὔτε
ἀντιστῆναι ἐδυνήθη, οὔτε ἀνθίσταται.
13. Καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ἐν τῇ γῇ, καὶ ἐν τοῖς
ὕδασι τοῦ βαπτίσματος ἐν τῷ θανάτῳ ἑαυτοῦ πάντα
ὅσα ἠθέλησεν, ἐποίησε, καὶ τὰς ἐναντίας δυνάμεις
συνέτριψεν.
14. Ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τοῦ κόσμου ἀνέδειξε
προφήτας τοὺς περὶ τὸν ᾿Αγαβον καὶ Συμεῶνα
τὸν καλούμενον Νῆγερ, καὶ Λούκιον τὸν Κυρηναίον,
καὶ Μαναῆν τὸν Ἡρώδου τοῦ τετράρχου σύντροφον.
1. Laudate pulchritudinem ejus,
2. Qui ei subditi estis.
3. Indesinenter mente astantes Deo.
4. In coelis.
5. Laudate Dominum, quoniam neminem vult
perire, sed omnes venire ad penitentiam ", et
æternis suis bonis frui.
6. Glorificate nomen ejus corde puro, quoniam
id vobis evadet in salutem.
7. Quonian populum, perinde ac Jacobum, corde
simplicem, sibi elegit Dominus.
8. Corde Deum [videntes] acquisivit sibi in divitias
pér proprium sanguinem.
9. Ab ipso edoctus cognovi magnitudinem suam
per virtutem mortis ejus.
15. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ φαίνειν τῷ κόσμῳ ἀπὸ
ἀνατολῶν καὶ ἕως δυσμῶν, καὶ ὡς ὑετόν κατιέναι
τὸν λόγον αὐτῶν εἰς τὴν καρδίαν τὴν ξηρανθεῖσαν διὰ
τῆς ἁμαρτίας.
οι jl Petr. 111,
es | Cor. vill, 5. • Act. sill, 1.
ή
10. Et ipse Dominus noster potentior est super
omnes deos, qui etsi dicuntur dii, revera non sunt,
sive in colo, sive in terra 10.
11, 12. Nam voluntati ejus nemo resistere potest, neque resistit.
13. Et in coelo, et in terra, et in aquis baptismi
in morte sua oinnia, quæcunque voluit fecit, e. contrarias potestates contrivit.
14. Ultimis diebus mundi ostendit prophetas
Agabum et Simonem, qui vocabatur Niger, et Lucium Cyrenensem, et Manahen, qui erat Herodis
tetrarchæ collactaneus **.
15. Apostolos ejus apparere fecit mundo ab
oriente usque in occidentem, et veluti pluviam descendere sermonem eorum in cor arefactum peccatis.
περιεποιήσατο εἰς πλοῦτον ἑαυτῷ διά, etc.
Καὶ ὅτι αὐτός, etc.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως
περιέχει· Αλληλούϊα. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Αλ
ληλούϊα, ὅπερ δηλοῖ ὁ πρῶτος στίχος του ψαλμοῦ,
τουτέστιν· Αἰνεῖτε, ὑμνεῖτε τὸν Κύριον.
Θέλει non legitur.
Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν καρδίᾳ, etc.
Ἰσραὴλ ἑρμηνεύεται ἀνὴρ ὁρῶν Θεὸν, καὶ νοῦς
ἐρῶν Θεόν· τὸν λαὸν τὸν ὁρῶντα, τῇ καρδίᾳ τὸν Θεὸν
Ν. 11. Τῷ, etc. Ἠδυνήθη, etc. N. 12, 13. Καὶ
ἐ. τ. οὐ γὰρ, καί, etc. Καὶ ἐν τῷ θανάτῳ, etc.
Αγαβ, καὶ Συμεῶνα, rel. desunt usque σύντρο
φον.
᾿Απὸ ἀνατολῶν ἕως δυσμῶν αὐτῶν εἰς τήν, etc.
col. 1263–1264page 337 of 376
PG 27:126316. Ὁ ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ. 17. ὓς ἐπάταξε τὰ πρωτότοκα Αἰγύπτου, 18. ᾿Απὸ ἀνθρώπου έως κτήνους. 19. Εξαπέστειλε σημεῖα καὶ τέρατα 20. Εν μέσῳ σου, Αίγυπτε 21. Ἐν Φαραώ, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις αὐτοῦ. 22. ὓς ἐπάταξεν ἔθνη πολλά 23. Καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς 24. Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων, 25. Καὶ τὸν Ογ βασιλέα τῆς Βασὰν, 20. Καὶ πάσας τὰς βασιλείας Χαναάν. 27. Καὶ ἔδωκε τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, 28. Κληρονομίαν Ἰσραὴλ λαῷ αὐτοῦ. 29. Κύριε, τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα 30. Καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γε νεάν. 16. Τοὺς αὐτοὺς ἀποστόλους λέγει, τοὺς καταρ σθέντας ἐκ τῶν προσταγμάτων αὐτοῦ περιοδεύσα πᾶσαν τὴν γῆν. 17. Τὰς ἀρχὰς τοῦ σκότους· Αἴγυπτος γὰρ σκό τος ἑρμηνεύεται. 18. ᾿Απὸ τοῦ διαβόλου, καὶ ἕως τῶν δυνάμεων αὐ τοῦ τῶν ὄντων εἰς ἀκουστὴν ὑπακοὴν] καθώς γέγραπται περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Ἰώβ. 19, 20. Εξαπέστειλε διὰ τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ ἐν τῷ σκότει σημεία, καὶ τέρατα διὰ τῶν ἰάσεων, ὧν ἐπετέλουν, 21. Ἐπὶ διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ. 22. Τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐν τῷ βαπτίσματι 23. Τὰς ἐξουσίας καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ διαβόλου. 24. Σηών γὰρ ἑρμηνεύεται πειρασμὸς θερ μός· Ἀμοῤῥαίων ἑρμηνεύεται πικραινόντων ὑδά των· οὐκοῦν τὸν διάβολον σαφῶς λέγει τὸν βασιλέα τῶν δαιμόνων τῶν πικραινόντων πᾶσαν ψυχήν. 25. Ὢγ πάλιν ἑρμηνεύεται ἀθροίζων· Βασὰν δὲ ἑρμηνεύεται αἰσχύνη ξυρά [αἰσχύνη ξηρασίας ξηρά) δῆλον οὖν, ὅτι θάνατον λέγει τὸν βασι λεύοντα τῆς ἁμαρτίας. 26. (α) Καὶ πάσας τὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἐξουσίας, ὡς προεἶπον, τῶν προσκυνούντων τῇ ἀνομίᾳ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Χαναάν προσκυνούντων ἀνομίαν. 27, 28. Καὶ τὰ ἔθνη, & τὸ πρότερον αὐτοὶ εἶ χον διὰ τῆς πλάνης, ἔδωκαν αὐτὰ τοῖς ἀποστόλοις κληρονομῆσαι, τουτέστι περιποιήσασθαι τοῖς ἀνδράσι τοῖς θεασαμένοις αὐτόν· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν. 29. Ανεξάλειπτον. 30. Καὶ ἡ μνήμη τῶν παθημάτων σου ἀεὶ διαμέ ει Εἰς ἄβυσσον, καθώς, Ἐπὶ τὸν διάβολον, Βαπτίσματι συνέτριψεν. Γάρ Ξηρά, ὅτι τὸν θάνατον, Τά 2 τό, ἔδωκεν, Διαμενεῖ. (α)
S. ATHANASII OPP. PARS III. — EXEGETICA.
16. Qui producit ventos de thesauris suis.
17. Qui percussit primogenita Ægypti,
18. Ab homine usque ad pecus.
19. Misit signa et prodigia
20. In medio tui, Ægypte,
21. In Pharaonem, et omnes servos eius.
22. Qui percussit gentes multas:
23. Et occidit reges fortes.
24. Sehon regem Amorrhæorum:
25. Et Og regem Basan,
26. Et omnia regna Chanaan.
27. Et dedit terram eorum hæreditatem,
28. Hæreditatem Israel populo suo.
29. Domine, nomen tuum in æternum:
30. Et memoriale tuum in generationem et generationem.
16. Ὁ ἐξάγων ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ.
17. ὓς ἐπάταξε τὰ πρωτότοκα Αἰγύπτου,
18. ᾿Απὸ ἀνθρώπου έως κτήνους.
19. Εξαπέστειλε σημεῖα καὶ τέρατα
20. Εν μέσῳ σου, Αίγυπτε
21. Ἐν Φαραώ, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς δούλοις αὐτοῦ.
22. ὓς ἐπάταξεν ἔθνη πολλά·
23. Καὶ ἀπέκτεινε βασιλεῖς κραταιούς
24. Τὸν Σηὼν βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων,
25. Καὶ τὸν Ογ βασιλέα τῆς Βασὰν,
20. Καὶ πάσας τὰς βασιλείας Χαναάν.
27. Καὶ ἔδωκε τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν,
28. Κληρονομίαν Ἰσραὴλ λαῷ αὐτοῦ.
29. Κύριε, τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα·
30. Καὶ τὸ μνημόσυνόν σου εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.
16. Eosdem apostolos dicit instructos præceptis
ipsius circumivisse totam terram.
17. Principatus tenebrarum. Egyptus enim renebræ interpretatur.
18. diabolo, et usque ad potestates ejus, quæ
ipsi obediunt, quemadmodum de illis scriptum est
in Job.
19, 20. Emisit per apostolos suos in tenebris signa, et prodigia per sanationes, quas perpetrarunt,
21. In diabolum et angelos ejus.
22. Adversarias virtutes in baptismo
23. Potestates et principatus diaboli.
24. Sehon enim interpretatur tentatio vehemens:
Amorrhæorum interpretatur exacerbantium aqua·
rum: diabolum igitur manifeste significat regem
dæmonum exacerbantium omnem animam.
25. Og rursus interpretatur congregans: Basan
autem interpretatur ignominia acuta [ignominia sic -
citatis, aut sicca ]: manifestum est igitur, quod
mortem significat dominantem per peccatum.
26. Et omnes principatus, et potestates, ut antea
dixi, colentium iniquitatem; hoc enim significat
verbum illud, Chanaan, colentium iniquitatem.
27, 28. Et gentes, quas prius ipsæ per peccatum
tenebant, eas dedit apostolis in hæreditatem, hoc
est in possessionem hominibus videntibus eum:
Israel enim interpretatur vir videns Deum.
29. Indelebile.
30. Et memoria passionum tuarum perpetuo permanet.
16. Τοὺς αὐτοὺς ἀποστόλους λέγει, τοὺς καταρ
σθέντας ἐκ τῶν προσταγμάτων αὐτοῦ περιοδεύσα
πᾶσαν τὴν γῆν.
17. Τὰς ἀρχὰς τοῦ σκότους· Αἴγυπτος γὰρ σκότος ἑρμηνεύεται.
18. ᾿Απὸ τοῦ διαβόλου, καὶ ἕως τῶν δυνάμεων αὐ
τοῦ τῶν ὄντων εἰς ἀκουστὴν ὑπακοὴν] καθώς
γέγραπται περὶ αὐτῶν ἐν τῷ Ἰώβ.
19, 20. Εξαπέστειλε διὰ τῶν ἀποστόλων αὐτοῦ ἐν
τῷ σκότει σημεία, καὶ τέρατα διὰ τῶν ἰάσεων, ὧν
ἐπετέλουν,
21. Ἐπὶ διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ.
22. Τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐν τῷ βαπτίσματι
23. Τὰς ἐξουσίας καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ διαβόλου.
24. Σηών γὰρ ἑρμηνεύεται πειρασμὸς θερ
μός· Ἀμοῤῥαίων ἑρμηνεύεται πικραινόντων ὑδά
των· οὐκοῦν τὸν διάβολον σαφῶς λέγει τὸν βασιλέα
τῶν δαιμόνων τῶν πικραινόντων πᾶσαν ψυχήν.
25. Ὢγ πάλιν ἑρμηνεύεται ἀθροίζων· Βασὰν δὲ
ἑρμηνεύεται αἰσχύνη ξυρά [αἰσχύνη ξηρασίας aut
ξηρά) δῆλον οὖν, ὅτι θάνατον λέγει τὸν βασι
λεύοντα τῆς ἁμαρτίας.
26. (α) Καὶ πάσας τὰς ἀρχὰς, καὶ τὰς ἐξουσίας,
ὡς προεἶπον, τῶν προσκυνούντων τῇ ἀνομίᾳ· τοῦτο
γὰρ ἑρμηνεύεται Χαναάν προσκυνούντων ἀνομίαν.
27, 28. Καὶ τὰ ἔθνη, & τὸ πρότερον αὐτοὶ εἶ
χον διὰ τῆς πλάνης, ἔδωκαν αὐτὰ τοῖς ἀποστόλοις
κληρονομῆσαι, τουτέστι περιποιήσασθαι τοῖς ἀνδράσι
τοῖς θεασαμένοις αὐτόν· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται
ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν.
29. Ανεξάλειπτον.
30. Καὶ ἡ μνήμη τῶν παθημάτων σου ἀεὶ διαμέ
ει
Addenda et corrigenda
ex cod. Vatic.
Εἰς ἄβυσσον, καθώς, etc.
Ἐπὶ τὸν διάβολον, etc.
Βαπτίσματι συνέτριψεν.
Γάρ deest.
Ξηρά, etc., ὅτι τὸν θάνατον, etc.
Τά pro 2 τό, etc., ἔδωκεν, etc.
Διαμενεῖ.
(α) Non legitur in cod. comment. ad hunc vers., quia et in psalmo desideratur vers. 26.
col. 1265–1266page 338 of 376
PG 27:126551. Ὅτι κρινεί Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ 32. Καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται. 33. Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. 34. Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν 55. Οφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται. 56. Ωτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται [ἀκούσονται] 37. Οὐδὲ γάρ ἐστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν. 58. Όμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ, 39. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς. 40. Οίκος Ισραήλ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον 41. Οίκος 'Ααρών, εὐλογήσατε τὸν Κύριον 42. Οίκος Λευί, εὐλογήσατε τὸν Κύριον 43. Οἱ φοβούμενοι τον Κύριον, εὐλογήσατε τὸν Κύριον. 44. Εὐλογητός Κύριος ἐκ Σιών, 45. Ο κατοικῶν Ἱερουσαλήμ. 31. Ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν ἐκδίκησιν τοῦ λαοῦ αὐ τοῦ ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 32. Καὶ ἐπὶ τοῖς ὑπακούουσι τῷ λόγῳ τοῦ Εὐαγ γελίου ἑαυτὸν δυσωπήσας καταλλαγήσεται. 33. Τὰ σώματα καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν ἐθνικῶς βιούν των δεδούλωται τῇ φιλαργυρίᾳ· τὸ μὲν ἰδικὸν ὡς καὶ ἀλλαχοῦ εἴρηται δῆλόν ἐστιν, ἡ δὲ θεωρία τοῦ το βούλεται. 34. Οὐδὲν γὰρ εἰρηνικὸν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν. 35. Ἐν σκότει γὰρ διαπορευόμενοι οὐκ ἀνανή φουσιν. 56. Οὐχ ὑπακούουσι γὰρ τοῖς τοῦ Θεοῦ προστάγματ σιν, ὡς καὶ ὁ Κύριος πρὸς τοὺς τοιούτους ἔλεγεν Ὁ ἔχων ώτα ακούειν, ἀκουέτω. 37. Οὐδὲ γὰρ ἔχουσι Πνεῦμα ἅγιον. 58. Ομοίως τῶν χρημάτων τῷ πυρὶ παραδοθήσονται οἱ θησαυρίζοντες αὐτά. 39. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι. 40. Οἱ εὐθεῖαν ἔχοντες τὴν καρδίαν πρὸς τὸν Θεὸν, δοξάσατε τὸν Κύριον· Ισραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται εὐ θύτης Θεοῦ. 41. Οἱ ἑδραῖοι ὄντες περὶ τὴν πίστιν καὶ τὰς ἐντο λὰς τοῦ Θεοῦ, δοξάσατε τὸν Κύριον· Ααρών γὰρ ἑρμηνεύεται ὄρος δυνατόν. 42. Οἱ προσκείμενοι τῷ Θεῷ, δοξάσατε τὸν Κύριον Λευί γὰρ ἑρμηνεύεται προσκείμενος. 45. Οἱ εὐλαβεῖς τῇ καρδίᾳ, ἐγκωμιάσατε αὐτόν. 44, 45. Σιὼν ἑρμηνεύεται διψῶσα· Ιερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται ὅρασις ειρήνης· ἐκ καρδίας οὖν διψώ σης εὐλογητός Κύριος ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ. Δεδούλωνται. Πορευόμενοι. Ομοίως των χρημάτων παραδοθήσονται τῷ αἰωνίῳ πυρὶ θη σαυρίζοντες αὐτά. Δοξάσατε τὸν Κύριον, Λευίς γάρ, Διψώσης αὐτόν, εὐλογητός,
De titulis PSALMORUM.
51. Ὅτι κρινεί Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ·
32. Καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται.
33. Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον
ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
34. Στόμα ἔχουσι, καὶ οὐ λαλήσουσιν·
55. Οφθαλμοὺς ἔχουσι, καὶ οὐκ ὄψονται.
56. Ωτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἐνωτισθήσονται [ἀκούσονται]·
37. Οὐδὲ γάρ ἐστι πνεῦμα ἐν τῷ στόματι αὐτῶν.
58. Όμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ,
39. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς.
40. Οίκος Ισραήλ, εὐλογήσατε τὸν Κύριον·
41. Οίκος 'Ααρών, εὐλογήσατε τὸν Κύριον·
42. Οίκος Λευί, εὐλογήσατε τὸν Κύριον·
43. Οἱ φοβούμενοι τον Κύριον, εὐλογήσατε τὸν
Κύριον.
44. Εὐλογητός Κύριος ἐκ Σιών,
45. Ο κατοικῶν Ἱερουσαλήμ.
PSAL. CXXXIV.
31. Quia judicabit Dominus populum suum:
52. Et in servis suis deprecabitur.
33. Simulacra gentium argentum et aurum, opera manuum hominum.
34. Os habent, et non loquentur:
35. Oculos liabent, et non videbunt.
36. Aures habent, et non audient:
37. Neque enim est spiritus in ore ipsorum.
38. Similes illis fiant qui faciunt ea,
39. Et omnes qui confidunt in eis.
40. Domus Israel, benedicite Domino:
41. Domus Aaron, benedicite Domino:
42. Domus Levi, benedicite Domino:
43. Qui timetis Dominum, benedicite Domino.
44. Benedictus Dominus ex Sion,
45. Qui habitat in Jerusalem.
31. Ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν ἐκδίκησιν τοῦ λαοῦ αὐ
τοῦ ἐκ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
32. Καὶ ἐπὶ τοῖς ὑπακούουσι τῷ λόγῳ τοῦ Εὐαγγελίου ἑαυτὸν δυσωπήσας καταλλαγήσεται.
33. Τὰ σώματα καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν ἐθνικῶς βιούν
των δεδούλωται τῇ φιλαργυρίᾳ· τὸ μὲν ἰδικὸν
ὡς καὶ ἀλλαχοῦ εἴρηται δῆλόν ἐστιν, ἡ δὲ θεωρία τοῦ
το βούλεται.
34. Οὐδὲν γὰρ εἰρηνικὸν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν.
35. Ἐν σκότει γὰρ διαπορευόμενοι οὐκ ἀνανή
φουσιν.
56. Οὐχ ὑπακούουσι γὰρ τοῖς τοῦ Θεοῦ προστάγματ
σιν, ὡς καὶ ὁ Κύριος πρὸς τοὺς τοιούτους ἔλεγεν
Ὁ ἔχων ώτα ακούειν, ἀκουέτω.
37. Οὐδὲ γὰρ ἔχουσι Πνεῦμα ἅγιον.
58. Ομοίως τῶν χρημάτων τῷ πυρὶ παραδοθήσονται οἱ θησαυρίζοντες αὐτά.
39. Καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπὶ πλούτου ἀδηλότητι.
40. Οἱ εὐθεῖαν ἔχοντες τὴν καρδίαν πρὸς τὸν Θεὸν,
δοξάσατε τὸν Κύριον· Ισραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται εὐ
θύτης Θεοῦ.
41. Οἱ ἑδραῖοι ὄντες περὶ τὴν πίστιν καὶ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, δοξάσατε τὸν Κύριον· Ααρών γὰρ
ἑρμηνεύεται ὄρος δυνατόν.
42. Οἱ προσκείμενοι τῷ Θεῷ, δοξάσατε τὸν Κύριον
Λευί γὰρ ἑρμηνεύεται προσκείμενος.
45. Οἱ εὐλαβεῖς τῇ καρδίᾳ, ἐγκωμιάσατε αὐτόν.
44, 45. Σιὼν ἑρμηνεύεται διψῶσα· Ιερουσαλὴμ
ἑρμηνεύεται ὅρασις ειρήνης· ἐκ καρδίας οὖν διψώ
σης εὐλογητός Κύριος ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ.
Δεδούλωνται.
Πορευόμενοι.
31. Quoniam Dominus vindicabit populum suum
a contrariis potestatibus.
32. Et in obedientibus verbo Evangelii sui se
ipsum exorans reconciliabitur.
35. Corpora, et animæ eorum, qui gentiliter vivunt, inserviunt avaritiæ: proprie autem quid significet alibi etiam dictum est, allegoria autem hanc
exigit explicationem.
34. Nihil enim pacificum in ore ipsorum.
35. In tenebris semper ambulantes ad sobrietatem mentis non redeunt.
36. Non enim obediunt divinis præceptis, sicut
et Dominus istis dixit: Qui habet aures audiendi audiat.
37. Neque enim habent Spiritum sanctum.
38. Perinde ac pecuniæ igni tradentur thesaurizantes eas.
59. Et omnes, qui confidunt in incerto divitiarum.
40. Qui rectum habetis cor ad Deum glorificate
Dominum: Israel enim interpretatur rectitudo Dei.
41. Qui firmi estis iu fide et praeceptis Dei, glorificate Dominum: Aaron enim interpretatur mons
fortis.
42. Appositi Deo glorificate Dominum: Levi enimi
interpretatur appositus.
43. Pii et timentes corde, exaltale eum.
44, 45. Sion interpretatur siliens: Jerusalem interpretatur visio pacis: ex corde igitur sitiente benedictus Dominus, qui habitat in ip:o.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Quæ sub n. 37 desunt. At 37, 38, ita: Ομοίως
των χρημάτων παραδοθήσονται τῷ αἰωνίῳ πυρὶ θησαυρίζοντες αὐτά.
Δοξάσατε τὸν Κύριον, deest in cod.
Λευίς γάρ, etc.
Διψώσης αὐτόν, εὐλογητός, etc.
col. 1267–1268page 339 of 376
PG 27:1267Αλληλούτα. ΨΑΛΜ. ΡΑΕ. 1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός 2. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 3. Εξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν 4. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 5. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων 6. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 7. Τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ 8. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 9. Τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει 10. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 11. Τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων 12. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 13. Τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ 14. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Η προκειμένη επιγραφή περιέχει Ἀλληλούϊα. Εν τισι δὲ ἀντιγράφοις εὔραμεν μετὰ τὸ, Ἀλληλούται, καὶ τῆς διπλῆς [διττῆς] ἐπιγεγραμμένης, ὡς καὶ ἐνταῦθα προγέγραπται. Τὸ Ἀλληλούια, ὡς πολλάκις είν ρήκαμεν, ἑρμηνεία, αἰνεῖτε τὸν Θεόν· τὸ δὲ, τῆς διπλῆς, τοῦτο δηλοί, ὡς ὅτιπερ τῆς δευτέρας διαθήκης ἐστὶν οὗτος ὁ αἰών [αἶνος]. Ἐπειδὴ καθ' ἓν ἕκαστον, ὃ ἐποίησεν εἰς ἡμᾶς, πλουσίως ἐπεδείξατο τὸ ἔλεος αὐτοῦ, καθὼς αὐτὸς ὁ ψαλμὸς τοῦτο δηλοῖ ἐφ' ἑκάστου, ὧν ἐποίησεν ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν λέγων· Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 1, 2. Εξαγοράσατε τῷ Κυρίῳ τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν, ὅτι οὐ μνησικακεῖ, διότι ελεήμων ὑπάρχει. 3. Εξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν ἁγίων, τῶν κατὰ χάριν αὐτοῦ θεῶν γεγονότων. 5. Εξομολογεῖσθε τῷ δεσπόζοντι πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων. 7. Καὶ ἐπὶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ, καὶ ἐπὶ τῇ ἐνδόξῳ αὐτοῦ παρουσίᾳ. 9. Τῷ ἐμπλήσαντι τοὺς ἁγίους αὐτοῦ πνεῦμα συνέσεως, ἐν οἷς κατοικεῖ, καὶ ἐμπεριπατεῖ, καὶ καταρτίσαντι αὐτοὺς εἰς σύνεσιν πνευματικήν. 11. Τὰς καρδίας τῶν ἐθνῶν εἰς τὴν πίστιν αύ τοῦ ἐν τοῖς ὕδασι τοῦ βαπτίσματος. 13. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ, καθὼς ἔλεγεν αὐτοῖς Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· καὶ, Οὕτως λαμ ψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων Ο καὶ τὰ ἑξῆς. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα τῆς διπλῆς. Ἔν τισι, καὶ τῆς διπλῆς ἐπιγεγραμμένον, ἑρμηνεύεται, Αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν, εις.. ὡς ὅτι περὶ τῆς δευτέρας διαθήκης ἐστὶν οὗτος ὁ αἴ γος, ὧν ἐποίησεν, ὁ ψαλμὸς αὐτὸ τοῦτο ἐπι λέγει ἐφ' ἑκάστου, Εξαγορεύετε, οὐ μνησικακεῖ, ὑπο ἀρχει ἐν πᾶσιν. Τῷ ἐμπιπλάσαντι, καὶ ἐγκαταστήσαντι αὐτούς, Τῷ στερεώσαντι τὰς καρδίας, Ανθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
S. ATHANASH OPP: PARS III.
Alleluia. PSAL. CXXXV.
4. Confitemini Domino, quoniam bonus:
2. Quoniam in teruum misericordia ejus.
3. Contitemnini Deo deorum:
4. Quoniam in æternum misericordia ejus.
5. Confitenini Domino dominorum:
6. Quoniam in æternum misericordia ejus.
7. Qui facit mirabilia magna solus:
8. Quoniam it. æternum misericordia ejus.
9. Qui fecit coelos in intellectu:
10. Quoniamı in æternum misericordia ejus
11. Qui firmavit terram super aquas:
12. Quoniam in æternum misericordia ejus.
13. Qui fecit luminaria magna solus:
14. Quoniam in æternum misericordia eius.
EXEGETICA.
Αλληλούτα. ΨΑΛΜ. ΡΑΕ.
1. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἀγαθός·
2. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
3. Εξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν θεῶν·
4. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
5. Εξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ τῶν κυρίων·
6. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
7. Τῷ ποιήσαντι θαυμάσια μεγάλα μόνῳ·
8. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
9. Τῷ ποιήσαντι τοὺς οὐρανοὺς ἐν συνέσει·
10. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
11. Τῷ στερεώσαντι τὴν γῆν ἐπὶ τῶν ὑδάτων·
12. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
13. Τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ·
14. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Η προκειμένη επιγραφή περιέχει Ἀλληλούϊα. Εν τισι δὲ ἀντιγράφοις εὔραμεν μετὰ τὸ, Ἀλληλούται,
καὶ τῆς διπλῆς [διττῆς] ἐπιγεγραμμένης, ὡς καὶ ἐνταῦθα προγέγραπται. Τὸ Ἀλληλούια, ὡς πολλάκις είν
ρήκαμεν, ἑρμηνεία, αἰνεῖτε τὸν Θεόν· τὸ δὲ, τῆς διπλῆς, τοῦτο δηλοί, ὡς ὅτιπερ τῆς δευτέρας διαθήκης
ἐστὶν οὗτος ὁ αἰών [αἶνος]. Ἐπειδὴ καθ' ἓν ἕκαστον, ὃ ἐποίησεν εἰς ἡμᾶς, πλουσίως ἐπεδείξατο τὸ ἔλεος αὐτοῦ,
καθὼς αὐτὸς ὁ ψαλμὸς τοῦτο δηλοῖ ἐφ' ἑκάστου, ὧν ἐποίησεν ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν λέγων· Ὅτι εἰς τὸν
αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Titulus præpositus continet: Alleluia. In quibusdam autem exemplaribus invenimus post verbum Alleluia, et hoc verbo duplicis inscripto, ut etiam hic inscriptum est. Alleluia, ut sæpe diximus, interpretatur, laudate Deum: Illud autem duplicis hoc significat, quod veluti secundi testamenti est hæc laus. Siquidem in unoquoque, quod fecit erga nos, ditissime ostendit misericordiam suam, quemadmodum ipse
psalmus hoc declarat, ad singula, quæ fecit in novissimis diebus, dicens: Quoniam in æternum misericordia ejus.
1, 2. Confitemini Domino peccata vestra, quoniam injuriarum non recordatur, quia misericors est.
3. Confitemini Deo sanctorum, qui dii secundum
gratiam ejus facti sunt.
5. Confitemini ei, qui dominator est omnium, qui
In sublimitate sunt.
7. Et in filiis Israel, et in glorioso ejus adventu.
9. Qui implet spiritu intelligentiæ sanctos suos,
in quibus inhabitat, et inambulat, et perficit eos in
spiritualem intelligentiam.
11. Corda gentium in fide sua in aquis baptismi.
15. Apostolos suos, quemalmodum ipsis dixit:
Vos estis lux mundi, et: Sic luceat lux vestra coram hominibus s7 etc.
97 Matth. v, 14, 16.
1, 2. Εξαγοράσατε τῷ Κυρίῳ τὰς ἁμαρτίας
ὑμῶν, ὅτι οὐ μνησικακεῖ, διότι ελεήμων ὑπάρχει.
3. Εξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τῶν ἁγίων, τῶν κατὰ
χάριν αὐτοῦ θεῶν γεγονότων.
5. Εξομολογεῖσθε τῷ δεσπόζοντι πάντων τῶν ἐν
ὑπεροχῇ ὄντων.
7. Καὶ ἐπὶ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ, καὶ ἐπὶ τῇ ἐνδόξῳ
αὐτοῦ παρουσίᾳ.
9. Τῷ ἐμπλήσαντι τοὺς ἁγίους αὐτοῦ πνεῦμα
συνέσεως, ἐν οἷς κατοικεῖ, καὶ ἐμπεριπατεῖ, καὶ κατ
αρτίσαντι αὐτοὺς εἰς σύνεσιν πνευματικήν.
11. Τὰς καρδίας τῶν ἐθνῶν εἰς τὴν πίστιν αύ
τοῦ ἐν τοῖς ὕδασι τοῦ βαπτίσματος.
13. Τοὺς ἀποστόλους αὐτοῦ, καθὼς ἔλεγεν αὐτοῖς·
Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου· καὶ, Οὕτως λαμ
ψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων
Ο καὶ τὰ ἑξῆς.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Αλληλούϊα
τῆς διπλῆς. Ἔν τισι, etc., καὶ τῆς διπλῆς ἐπιγεγραμμένον, etc., ἑρμηνεύεται, Αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν, εις..
ὡς ὅτι περὶ τῆς δευτέρας διαθήκης ἐστὶν οὗτος ὁ αἴγος, etc., ὧν ἐποίησεν, etc., ὁ ψαλμὸς αὐτὸ τοῦτο ἐπιλέγει ἐφ' ἑκάστου, etc.
Εξαγορεύετε, etc.,ὅτι οὐ μνησικακεῖ, etc., ὑπο
ἀρχει ἐν πᾶσιν.
Τῷ ἐμπιπλάσαντι, etc., καὶ ἐγκαταστήσαντι
αὐτούς, etc.
Τῷ στερεώσαντι τὰς καρδίας, etc.
Ανθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα,
καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
col. 1269–1270page 340 of 376
PG 27:126915. Τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας 16. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 17. Την σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς νυκτός 18. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 19. Τῷ πατάξαντι Αίγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοι αὐτῶν 20. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 21. Καὶ ἐξαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν 22. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 23. Ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ 24. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 25. Τῷ καταδιελόντι τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν εις διαιρέσεις 26. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 27. Καὶ διαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς [ ἐκ μέσου αὐτῶν ] 28. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 29. Καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐ τοῦ εἰς θάλασσαν Ἐρυθράν. (α) 15. Τοὺς ἁγίους ἄρχειν τοῦ λαοῦ τοῦ φωτὸς, αὐτὸς [ περὶ αὐτῶν ] γὰρ εἴρηται, ὅτι τότε ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος. 17. Τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ τοὺς προφήτας άρ χειν τῶν τότε Ἰουδαίων. 19. Τῷ πᾶν τὸ πλῆθος τῶν δαιμόνων συντρίψαντι σὺν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις αὐτῶν. 21. Καὶ ῥυσαμένῳ τὸν λαὸν φωτισθέντα τῇ δια νοίᾳ ἐκ τῆς δουλείας αὐτῶν. 23. Ἐν τῷ Υἱῷ αὐτοῦ τῷ μονογενεί 25. Τῷ τὸν κόσμον διαμερίσαντι τοῖς ἀποστόλοις ἐν τῷ κηρύγματι αὐτῶν. Τὸ μὲν εἰδικὸν γεγενημένον τότε ἐν τῇ Ἐρυθρά θαλάσσῃ ἐπὶ Μωϋσέως, ὡς πολλοὶ τῶν παλαιῶν ἱστοροῦσι, ὅτιπερ εἰς δύο καὶ δέκα μέρη διείλε τότε τὴν θάλασσαν τὴν Ἐρυθράν, ἵνα εκάστη φυλὴ ἰδίαν ὁδὸν ὁδεύσῃ δι' αὐτῆς· διδ καὶ οὕτω λέγει ὁ ψαλμὸς τῷ καταδιελόντι τὴν Ερυ θρὰν θάλασσαν, καὶ οὐκ εἶπεν εἰς διαίρεσιν, ἀλλ᾽ εἰς διαιρέσεις. Αὕτη οὖν ἡ ἱστορία ἡ γενομένη ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ εἰς τύπον ὑπῆρχε τοῦ κόσμου τοῦ μέλλοντος διαιρεῖσθαι τοῖς δύο καὶ δέκα ἀποστόλοις παρὰ Κυρίου. 27. (α) Καὶ αὐτὸν τὸν χορὸν τῶν ἀποστόλων τῶν θεασαμένων αὐτὸν διαγαγὼν διὰ μέσου τῆς οἰκουμένης. 29. Καὶ συντρίψαντι τὸν διάβολον, καὶ τὴν δύ να μιν αὐτοῦ ἐν τῷ βαπτίσματι· Ἐρυθρὰν δὲ θάλασ Του ἄρχειν του λαού του φωτός· αὐτὸς γὰρ εἴ βηκεν, Καί Καὶ φωτισθέντα τὴν διάνοιαν ἐκ τῆς δουλείας αὐτῶν. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν Θεόν. Τὸ μὲν ἰδικός, ὡς δώδεκα μέρη δ. τ. τ. θ. Ερυθράν, ἡ ἱστορία ἡ γεναμένη, τοῖς δώ δεκα ἀποστόλοις παρὰ τοῦ Κυρίου, Καὶ τήν,
DE TITULIS PSALMORUM. PSAL. CXXXV.
15. Solem in potestatem diei
15. Τὸν ἥλιον εἰς ἐξουσίαν τῆς ἡμέρας·
16. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
17. Την σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας εἰς ἐξουσίαν τῆς
νυκτός·
18. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
19. Τῷ πατάξαντι Αίγυπτον σὺν τοῖς πρωτοτόκοι
αὐτῶν·
20. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
21. Καὶ ἐξαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ μέσου αὐτῶν·
22. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
23. Ἐν χειρὶ κραταιᾷ καὶ ἐν βραχίονι ὑψηλῷ·
24. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
25. Τῷ καταδιελόντι τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν εις
διαιρέσεις·
26. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
27. Καὶ διαγαγόντι τὸν Ἰσραὴλ διὰ μέσου αὐτῆς
[ ἐκ μέσου αὐτῶν ]
28. Ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
29. Καὶ ἐκτινάξαντι Φαραὼ καὶ τὴν δύναμιν αὐ
τοῦ εἰς θάλασσαν Ἐρυθράν.
(α) Vers. 29, 30, desunt in cod.
16. Quoniam in æternum misericordia ejus.
17. Lunam et stellas in potestatem noctis:
18. Quoniam in æternum misericordia ejus.
19. Qui percussit Ægyptum cum primogenitis
eorum:
20. Quoniam in æternum misericordia ejus.
21. Qui eduxit Israel de medio eorum:
22. Quoniam in æternum misericordia ejus.
23. In manu potenti, et brachio excelso:
24. Quoniam in æternum misericordia ejus.
25. Qui divisit mare. Rubrum in divisiones:
26. Quoniam in æternum misericordia ejus.
27. Et eduxit. Israel per medium ejus [ ex medio
eorum]:
28. Quoniam in æternum misericordia ejus.
29. (a) Et excussit Pharaonem et virtutem e³us
in mari Rubro:
15. Τοὺς ἁγίους ἄρχειν τοῦ λαοῦ τοῦ φωτὸς,
αὐτὸς [ περὶ αὐτῶν ] γὰρ εἴρηται, ὅτι τότε ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος.
17. Τὴν Παλαιὰν Διαθήκην καὶ τοὺς προφήτας άρ
χειν τῶν τότε Ἰουδαίων.
19. Τῷ πᾶν τὸ πλῆθος τῶν δαιμόνων συντρίψαντι
σὺν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις αὐτῶν.
21. Καὶ ῥυσαμένῳ τὸν λαὸν φωτισθέντα τῇ διανοίᾳ ἐκ τῆς δουλείας αὐτῶν.
23. Ἐν τῷ Υἱῷ αὐτοῦ τῷ μονογενεί
25. Τῷ τὸν κόσμον διαμερίσαντι τοῖς ἀποστόλοις ἐν
τῷ κηρύγματι αὐτῶν. Τὸ μὲν εἰδικὸν γεγενημένον τότε ἐν τῇ Ἐρυθρά θαλάσσῃ ἐπὶ Μωϋσέως, ὡς
πολλοὶ τῶν παλαιῶν ἱστοροῦσι, ὅτιπερ εἰς δύο καὶ
δέκα μέρη διείλε τότε τὴν θάλασσαν τὴν Ἐρυθράν,
ἵνα εκάστη φυλὴ ἰδίαν ὁδὸν ὁδεύσῃ δι' αὐτῆς· διδ
καὶ οὕτω λέγει ὁ ψαλμὸς τῷ καταδιελόντι τὴν Ερυ
θρὰν θάλασσαν, καὶ οὐκ εἶπεν εἰς διαίρεσιν, ἀλλ᾽
εἰς διαιρέσεις. Αὕτη οὖν ἡ ἱστορία ἡ γενομένη ἐν
τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ εἰς τύπον ὑπῆρχε τοῦ κόσμου
τοῦ μέλλοντος διαιρεῖσθαι τοῖς δύο καὶ δέκα ἀποστό
λοις παρὰ Κυρίου.
27. (α) Καὶ αὐτὸν τὸν χορὸν τῶν ἀποστόλων τῶν
θεασαμένων αὐτὸν διαγαγὼν διὰ μέσου τῆς οἰκου
μένης.
29. Καὶ συντρίψαντι τὸν διάβολον, καὶ τὴν δύ
να μιν αὐτοῦ ἐν τῷ βαπτίσματι· Ἐρυθρὰν δὲ θάλασ
ss Matth. xu, 415. Sanctos præesse populo lucis, de ipsis enim
dictum est, quod tunc fulgebunt sicut sol ®, etc.
17. Vetus Testamentum et prophetas præesse
olim Judais.
19. Qui contrivit omnem dæmonum multitudinem cum principatibus et potestatibus eorum.
21. Et qui eripuit populum mente illuminatum
ex illorum servitute.
23. In Filio suo unigenito.
25. Qui divisit mundum apostolis in eorum prædicatione. Quod speciale quidem contigit tunc in
mari Rubro sub Moyse, quemadmodum multi veterum scribunt, quod mare Rubrum divisum est in
duodecim partes, adeo ut quælibet tribus sua via
per illud incederet; ideoque ita dicit psalmus, qui
divisit mare Rubrum, et non ait in divisionem, sed
in divisiones. Id ipsum igitur, quod ex historia traditum est, contigisse in mari Rubro, in figura fuit
mundi, qui dividendus erat a Domino duodecim
apostolis.
27. Et ipsum apostolorum chorum videntium
eum, per medium mundum deduxit.
29. Et contrivit diabolum, et potentiam ejus in
baptismo; mare autem Rubrum ideo vocat bapti❤
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Του ἄρχειν του λαού του φωτός· αὐτὸς γὰρ εἴβηκεν, etc.
Καί deest.
Καὶ φωτισθέντα τὴν διάνοιαν ἐκ τῆς δουλείας
αὐτῶν. Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν Θεόν.
Τὸ μὲν ἰδικός, etc., ὡς δώδεκα μέρη δ. τ. τ. θ.
Ερυθράν, etc., ἡ ἱστορία ἡ γεναμένη, etc., τοῖς δώ
δεκα ἀποστόλοις παρὰ τοῦ Κυρίου, etc.
N. 29 incipit ab his verbis, Καὶ τήν, etc.
(a) Commentarius, seu interpretation. 27 et 28 deest in cod.,[sed ejus loco. exstat interpr. quæ est
n. 29 et 30, qui duo vers. in cod. deficiunt.
col. 1271–1272page 341 of 376
PG 27:127150. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτου. 31. Τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ 32. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 33. Τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους 34. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 35. Καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς 36. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 37. Τὸν Σηών βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων 38. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 39. Καὶ τὸν ἂγ βασιλέα τῆς Βασάν 40. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 41. Καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν 42. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 43. Κληρονομίαν Ἰσραὴλ δούλῳ αὐτοῦ 44. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 45. Ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν Κύριος 46. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 47. Καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν 48. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 49. Ο διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί Επειδή. Τοῦ Ἰησοῦ σημάνῃ ἡμῖν. σαν διὰ τοῦτο λέγει τὸ βάπτισμα ἐπεὶ ὡς ἐν τῇ θαλάσσῃ ζωογονοῦνται οἱ ἰχθύες αὐτῆς, οὕτω καὶ οἱ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ νηχόμενοι ἄνθρωποι ζωοποιοῦνται, βαπτιζόμενοι ἐν τῷ αἵματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ· διὰ γὰρ τοῦτο εἴρηται Ερυθρά, ἵνα τὸ αἷμε τοῦ Κυρίου σημαίνῃ ἡμῖν. 31. Τῷ ποιμαίνοντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. 35. Τὰς ἀρχὰς τοῦ διαβόλου 55. Καὶ τὰς ἐξουσίας αὐτοῦ. 37. Σηών έρμηνεύεται πειρασμὸς θερμός, ὅς ἐστιν ὁ διάβολος ὁ βασιλεὺς τῶν ἡδονῶν τοῦ κόσμου. Αμορραίων δὲ ἑρμηνεύεται πικραινόντων ὑδάτων, ὅπερ εἰσὶν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, αἱ πικραίνουσαι πά σαν ψυχήν. 39. Ογ ἑρμηνεύεται αθροίζων· Βασὰν δὲ ἑρμη νεύεται αἰσχύνη ξηρά· τὸν θάνατον οὖν λέγει τὸν συνάγοντα μὲν τοὺς νεκροὺς, βασιλεύοντα δὲ τῆς ἁμαρτίας. 41. Καὶ δόντι τῷ λαῷ τῷ πιστῷ τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ, ἐν ᾗ οὗτοι κατῴκουν πρὸ τοῦ ῥιφῆναι ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ. 45. Κληρονομίαν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. 45. Οτι εἶδεν ἡμᾶς δεδουλωμένους ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ ηλέησεν ἡμᾶς. 47. Καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς διὰ τοῦ πάθους αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων. 49. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ἡ δὲ ἑρμηνεία τοῦ Προφήτου τοῦτο δηλοῖ· ὁ ἑαυτὸν παρέχων τροφὴ εἰς ζωὴν αἰώνιον παντὶ ἀνθρώπῳ βουλομένῳ. Σιών, Σηών) ὅπερ υπαρχει ὁ διά σε όλος ὁ βασιλεύων, ἅπερ εἰσίν, Ῥιφῶσιν ἀπ' οὐρανῶν. Εἶδεν. Της προφητείας.
50. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτου.
S. ATHANASI OPP. PARS III. EXEGETICA.
30. Quoniam in æternum misericordia ejus.
31. Qui traduxit populum suum per desertum:
32. Quoniam in æternum misericordia ejus.
33. Qui percussit reges magnos:
34. Quoniam in æternum misericordia ejus.
35. Et occidit reges fortes:
36. Quoniam in æternum misericordia ejus.
37. Sehon regeur Amorrhæorum:
38. Quoniam in æternum misericordia ejus.
39. Et Og regem Basan:
40. Quoniam in æternum misericordia ejus.
41. Et dedit terram eorum haereditatem:
42. Quoniam in æternum misericordia ejus.
45. Hereditatem Israel servo suo:
44. Quoniam in æternum misericordia ejus.
45. Quia in humilitate nostra memor fuit nostri
Dominus:
46. Quoniam in æternum misericordia ejus.
47. Εt redemit nos ab inimicis nostris:
48. Quoniam in aternum misericordia ejus.
49. Qui dat escam omni carni:
31. Τῷ διαγαγόντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῇ ἐρήμῳ·
32. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
33. Τῷ πατάξαντι βασιλεῖς μεγάλους·
34. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
35. Καὶ ἀποκτείναντι βασιλεῖς κραταιούς·
36. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
37. Τὸν Σηών βασιλέα τῶν ᾿Αμορραίων·
38. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
39. Καὶ τὸν ἂγ βασιλέα τῆς Βασάν·
40. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
41. Καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν·
42. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
43. Κληρονομίαν Ἰσραὴλ δούλῳ αὐτοῦ·
44. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
45. Ὅτι ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν
Κύριος -
46. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
47. Καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν·
48. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
49. Ο διδοὺς τροφὴν πάσῃ σαρκί·
smum, quia quemadmodum in mari vivescunt ejus
pisces, ita et in hoc mundo natantes vivificantur
homines baptizati in sanguine Domini nostri Jesu:
propterea enim dicitur Rubrum, ut sanguis Domini
hobis significetur.
51. Qui gubernat populum suum in mundo.
33. Principatus diaboli.
35. Et potestates ejus.
37. Seon interpretatur tentatio calida seu vehewens, qualis est diabolus rex mundanarum voluplatum Amorrhæorum autem interpretatur aqua -
rum exacerbantium, quales sunt contrariæ potesta
tes exacerbantes omnem animam.
39. Og interpretatur congregans: Basan autem
interpretatur ignominia sicca: mortem igitur significat congregantem quidem mortuos, dominantem
autem per peccatum.
41. Et dedit populo fideli supernam Jerusalem,
in qua isti habitabant priusquam e calo projicerentur.
45. Hereditatem sanctis suis.
45. Quia vidit nos iu servitutem redactos a contrariis potestatibus, et misericordia motus est, et
misertus est nostri.
47. Et redemit nos passione sua ab immundis
spiritibus.
49. Sensus quidem proprius manifestus est, interpretatio autem allegorica verborum Prophetæ
hoc significat: qui præbet seipsum cibum in vitam
æternam omni homini volenti.
Επειδή.
Τοῦ Ἰησοῦ σημάνῃ ἡμῖν.
σαν διὰ τοῦτο λέγει τὸ βάπτισμα ἐπεὶ ὡς ἐν τῇ
θαλάσσῃ ζωογονοῦνται οἱ ἰχθύες αὐτῆς, οὕτω καὶ οἱ
ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ νηχόμενοι ἄνθρωποι ζωοποιοῦνται, βαπτιζόμενοι ἐν τῷ αἵματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν
Ἰησοῦ· διὰ γὰρ τοῦτο εἴρηται Ερυθρά, ἵνα τὸ αἷμε
τοῦ Κυρίου σημαίνῃ ἡμῖν.
31. Τῷ ποιμαίνοντι τὸν λαὸν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ.
35. Τὰς ἀρχὰς τοῦ διαβόλου·
55. Καὶ τὰς ἐξουσίας αὐτοῦ.
37. Σηών έρμηνεύεται πειρασμὸς θερμός, ὅς
ἐστιν ὁ διάβολος ὁ βασιλεὺς τῶν ἡδονῶν τοῦ κόσμου.
Αμορραίων δὲ ἑρμηνεύεται πικραινόντων ὑδάτων,
ὅπερ εἰσὶν αἱ ἐναντίαι δυνάμεις, αἱ πικραίνουσαι πά
σαν ψυχήν.
39. Ογ ἑρμηνεύεται αθροίζων· Βασὰν δὲ ἑρμηνεύεται αἰσχύνη ξηρά· τὸν θάνατον οὖν λέγει τὸν
συνάγοντα μὲν τοὺς νεκροὺς, βασιλεύοντα δὲ τῆς
ἁμαρτίας.
41. Καὶ δόντι τῷ λαῷ τῷ πιστῷ τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἐν ᾗ οὗτοι κατῴκουν πρὸ τοῦ ῥιφῆναι
ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ.
45. Κληρονομίαν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.
45. Οτι εἶδεν ἡμᾶς δεδουλωμένους ὑπὸ τῶν
ἐναντίων δυνάμεων, καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ ηλέησεν
ἡμᾶς.
47. Καὶ ἐλυτρώσατο ἡμᾶς διὰ τοῦ πάθους αὐτοῦ
ἐκ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων.
49. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ἡ δὲ ἑρμηνεία
τοῦ Προφήτου τοῦτο δηλοῖ· ὁ ἑαυτὸν παρέχων
τροφὴ εἰς ζωὴν αἰώνιον παντὶ ἀνθρώπῳ βουλομένῳ.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Σιών, etc. (leg. Σηών) ὅπερ υπαρχει ὁ διά
σε όλος ὁ βασιλεύων, etc., ἅπερ εἰσίν, etc.
Ῥιφῶσιν ἀπ' οὐρανῶν.
Εἶδεν.
Της προφητείας.
col. 1273–1274page 342 of 376
PG 27:127350. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. 51. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ 52. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ διὰ Ἱερεμίου. ΨΑΛ. ΡΛη. 1. Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος, 2. Ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν, 5. Ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών [τὴν Σιών]. 4. Ἐπὶ ταῖς ἰτέαις, ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν τὰ ὄργανα ἡμῶν. 5. "Οτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαντες ἡμᾶς, λόγους ᾠδῶν 6. Καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς, ὕμνον 7. Ασατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών. 8. Πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας; 51, 52. Δοξάζετε τὸν Θεὸν τοῦ χοροῦ [οἱ χοροὶ ] τῶν ἁγίων, διηγούμενοι τὰ προλεχθέντα, ὅτι ἀτελεύτητον τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Τῷ Δαβὶδ διὰ ῾Ιερεμίου, ἀνεπίγραφος παρ' 'Εβραίοις. Αὕτη οὖν ἡ ἑρμηνεία τοῦ επιγράμματος, τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, τουτέστιν ἐξομολόγησις διὰ τοῦ βαπτίσματος τῶν προτέρων πονηρῶν πράξεων. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται τὸ διὰ Ἱερεμίου, παροχὴ ὕδατος ὡτανεὶ τὸ βάπτισμα, καὶ μνήμη τῶν προσερχομένων τῷ φωτίσματι Ἰουδαίων, πῶς αἱ ἐναντίαι δυνάμεις ἠνάγκαζον αὐτοὺς λατρεύειν αὐταῖς. Τὸ δὲ, ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις, ἀπρόσδεκτος λέγει τοῖς ἀπειθοῦσι Ἰουδαίοις· οὐ προείλαντο γὰρ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. 1. (α) 'Εν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς συγχύσεως. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Βαβυλῶνος, ἐν οἷς ἐδελεάσθημεν, καὶ ἐξεκλύσθημεν εναπομείναντες. 2, 5. Ἐκεῖ ἐκλαύσαμεν μνησθέντες τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Σιών γὰρ ἑρμηνεύεται εντολή. 4. Η ιτέα τέρψιν μὲν ἔχει τοῦ ἰδεῖν, ἄκαρπον δὲ δένδρον ὑπάρχει. Τοῦτο οὖν λέγει ὅτι ἐν ταῖς ἀπάταις καὶ ματαιότητι τοῦ βίου ἀπεκρέμαντο τῇ ἐπιθυμίᾳ τὰ μέλη ἡμῶν ἐν μέσῳ τῆς συγχύσεως, τουτέστι τῆς ἁμαρτίας. 5-7. Ὅτι ἐκεῖ, ἐν τῇ συγχύσει ὄντων ἡμῶν τῆς ἁμαρτίας, λοιπὸν καὶ ἠπάτων ἡμᾶς αἱ ἐναντίαι δυνά μεις αἰχμαλωτεύσασθαι ἡμᾶς τοῦ λατρεύειν, καὶ σέβεσθαι αὐτὰς, καὶ λέγειν ἡμῖν· Δοξάσατε ἡμᾶς ὡς τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ γὰρ Σιών πάλιν ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνὴ, ὡσανεὶ ὁ οὐρανός. 8. Ἡμεῖς δὲ πρὸς τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐλέγομεν Πῶς ὑμῖν λατρεύσωμεν τοῖς δαίμοσι τοῖς γηίνοις τοῖς ἀλλοτρίοις; Ταῦτα τὰ προλεχθέντα, ὅτι ἀτελεύτητόν ἐστιν, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Τῷ Δαβὶδ ᾠδὴ διά, Καὶ μνήμη τῶν προερχομένων, Το πῶς, Οὐ προσήλαντο γὰρ τῷ βαπτίσματι του Χριστοῦ. Καὶ ἐξεκλύσθημεν, Λέγει, ὡς νομίζω, ὅτι, εἰς. Τοῦ βίου τούτου Αιχμαλωτεύσασαι. Τοῖς γηίνοις (α) Ν.
50. Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
51. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ·
52. "Οτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ διὰ Ἱερεμίου. ΨΑΛ. ΡΛη.
1. Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος,
2. Ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν,
5. Ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιών [τὴν Σιών].
4. Ἐπὶ ταῖς ἰτέαις, ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκρεμάσαμεν
τὰ ὄργανα ἡμῶν.
5. "Οτι ἐκεῖ ἐπηρώτησαν ἡμᾶς οἱ αἰχμαλωτεύσαν
τες ἡμᾶς, λόγους ᾠδῶν·
6. Καὶ οἱ ἀπαγαγόντες ἡμᾶς, ὕμνον
7. Ασατε ἡμῖν ἐκ τῶν ᾠδῶν Σιών.
8. Πῶς ᾄσωμεν τὴν ᾠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλοτρίας;
PSAL. CXXXVI.
50. Quoniam in æternum misericordia ejus.
51. Confitemini Deo cali.
52. Quoniam in æternum misericordia ejus.
Psalmus David Jeremia. PSAL. CXXXVI.
1. Super flumina Babylonis,
2. Illic sedimus et flevimus,
3. Cum recordaremur Sion.
4. In salicibus, in medio ejus suspendimus orgaria nostra.
5. Quia illic interrogaverunt nos, qui captivos
duxerunt nos, verba cantionum,
6. Et qui abduxerunt nos, hymnum:
7. Cantate nobis de canticis Sion.
8. Quomodo cantabimus canticum Domini in
terra aliena?
51, 52. Δοξάζετε τὸν Θεὸν τοῦ χοροῦ [οἱ χοροὶ ] τῶν
ἁγίων, διηγούμενοι τὰ προλεχθέντα, ὅτι ἀτελεύ
τητον τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
51, 52. Glorificate Deum, chori sanctorum, narrantes quæ ante dicta sunt, quoniam sine fine misericordia ejus.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Τῷ Δαβὶδ διὰ ῾Ιερεμίου, ἀνεπίγραφος παρ' 'Εβραίοις. Αὕτη οὖν
ἡ ἑρμηνεία τοῦ επιγράμματος, τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ, τουτέστιν ἐξομολόγησις διὰ τοῦ
βαπτίσματος τῶν προτέρων πονηρῶν πράξεων. Τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται τὸ διὰ Ἱερεμίου, παροχὴ ὕδατος
ὡτανεὶ τὸ βάπτισμα, καὶ μνήμη τῶν προσερχομένων τῷ φωτίσματι Ἰουδαίων, πῶς αἱ ἐναντίαι δυνάμεις
ἠνάγκαζον αὐτοὺς λατρεύειν αὐταῖς. Τὸ δὲ, ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις, ἀπρόσδεκτος λέγει τοῖς ἀπειθοῦσι
Ἰουδαίοις· οὐ προείλαντο γὰρ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ.
Titulus præpositus continet: David per Jeremiam, sine titulo apud Hebræos. Inscriptionis autem interpretatio talis est: manu forti, nempe Dei Filio, confessio per baptismum priorum malarum actionum,
Ita enim interpretatur illud per Jeremiam præbitio aquæ, nimirum baptismus, et recordatio Judæorum
advenientium ad illuminationem, quomodo contrariæ potestates cogebant eos ipsas colere. Illud autem
sine titulo apud Hebræos significat receptum non fuisse ab incredulis Judæis; non enim præelegerunt
baptismum Christi.
1. (α) 'Εν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς συγχύσεως. Τοῦτο
γὰρ ἑρμηνεύεται Βαβυλῶνος, ἐν οἷς ἐδελεάσθημεν,
καὶ ἐξεκλύσθημεν εναπομείναντες.
2, 5. Ἐκεῖ ἐκλαύσαμεν μνησθέντες τῆς ἐντολῆς
τοῦ Θεοῦ. Σιών γὰρ ἑρμηνεύεται εντολή.
4. Η ιτέα τέρψιν μὲν ἔχει τοῦ ἰδεῖν, ἄκαρπον δὲ
δένδρον ὑπάρχει. Τοῦτο οὖν λέγει ὅτι ἐν ταῖς
ἀπάταις καὶ ματαιότητι τοῦ βίου ἀπεκρέμαντο τῇ
ἐπιθυμίᾳ τὰ μέλη ἡμῶν ἐν μέσῳ τῆς συγχύσεως,
τουτέστι τῆς ἁμαρτίας.
5-7. Ὅτι ἐκεῖ, ἐν τῇ συγχύσει ὄντων ἡμῶν τῆς
ἁμαρτίας, λοιπὸν καὶ ἠπάτων ἡμᾶς αἱ ἐναντίαι δυνάμεις αἰχμαλωτεύσασθαι ἡμᾶς τοῦ λατρεύειν, καὶ
σέβεσθαι αὐτὰς, καὶ λέγειν ἡμῖν· Δοξάσατε ἡμᾶς ὡς
τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ. Τὸ γὰρ Σιών πάλιν ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνὴ, ὡσανεὶ ὁ οὐρανός.
8. Ἡμεῖς δὲ πρὸς τὰς ἐναντίας δυνάμεις ἐλέγομεν·
Πῶς ὑμῖν λατρεύσωμεν τοῖς δαίμοσι τοῖς γηίνοις
τοῖς ἀλλοτρίοις;
etc.
1. In concupiscentiis confusionis: ita enim inter
pretatur super flumina Babylonis, in quibus inescati,
et submersi sumus permanentes;
.2, 5. Illic ferimus recordati mandati Dei: Sion
enim interpretatur mandatum.
4. Salix aspectu quidem delectabilis, sed arbor
infructifera est. Hoc igitur significat, quod in deceptionibus et vanitatibus vite ob concupiscentiam
suspensa fuerunt membra nostra in medio confusionis, hoc est peccati.
5-7. Quoniam illic, dum in confusione peccati
essemus, demum etiam nos deceperunt contrariæ
potestates redigendo nos in captivitatem ad colendum et adorandum eas, ac dicendo nobis Glorificate nos sicut Deum cœli. Nam Sion
etiam interpretatur locus ubi tabernaculum, videlicet calum.
8. Nos autem contrariis potestatibus diximus.
Quomodo vos colemus, qui estis dæmones terrestres
alieni?
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ταῦτα τὰ προλεχθέντα, ὅτι ἀτελεύτητόν ἐστιν,
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Τῷ Δαβὶδ
ᾠδὴ διά, etc. Καὶ μνήμη τῶν προερχομένων, etc. Το
πῶς, etc. Οὐ προσήλαντο γὰρ τῷ βαπτίσματι του
Χριστοῦ.
Καὶ ἐξεκλύσθημεν, deest.
Λέγει, ὡς νομίζω, ὅτι, εἰς. Τοῦ βίου τούτου
elc.
Αιχμαλωτεύσασαι.
Τοῖς γηίνοις deest.
(α) Ν. 1, 2, 3. Unicus comment. Εt submersi sumus deest.
col. 1275–1276page 343 of 376
PG 27:1275Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ή δεξιά μου. 10. Κολληθείη [Κολληθῇ ] ἡ γλῶσσά μου τῷ λά ρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ. 11. Ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλήμ, ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου. 12. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν Ἐδωμ, τὴν ἡμέ ραν Ἱερουσαλήμ. 13. Τῶν λεγόντων· Ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε ἕως τῶν θεμελίων αὐτῆς. 14. Θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος 15. Μακάριος, ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά σου, ὁ ἀνταπέδωκας ἡμῖν. 16. Μακάριος, ὃς κρατήσει, καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπια σου [καὶ ἐδαφιεῖ αὐτὰ] πρὸς τὴν πέτραν. Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΖ. 1. Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου. η 9. Καὶ ἐν ἁμαρτίᾳ ὧν ἐὰν ἐπιλάθω σου, Ἰησοῦ ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ἀποπέσω τῆς βοηθείας σου· Ιερουσαλήμ γὰρ ἑρμηνεύεται ὅρασις εἰρήνης, τουτέστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἑωράθη γὰρ τῷ κόσμῳ εἰρήνη ὑπάρχων. 10. Εκλείψῃ ἡ ψυχή μου ζητοῦσα τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ μὴ τυγχάνουσα, ἐὰν μή σου μνησθῶ, καὶ ἐπιστραφῷ πρὸς σέ. 11. Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται πνεῦμα χάρι τος· τοῦτο οὖν λέγει, ὡς νομίζω, ἐὰν μὴ πάντων τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προτιμήσω τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐν τῷ ἀνανήφειν τὴν καρδίαν μου. 12, 13. Εδώμ ἑρμηνεύεται έκλείπων [ἐκλείπουσα] ὅπερ ἐστὶν ὁ διάβολος. Μνήσθητι οὖν, λέγει, καὶ τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, τῶν υἱῶν τοῦ πονηροῦ τοῦ λέγοντος· Ἐκλείπει, ἐκλείπει τὸ γένος τῶν πιστῶν· καὶ πάλιν εἰς τὸν αὐτὸν στίχον· Τὴν ἡμέραν Ἱερουσαλήμ, τουτέστι τὸν φωτισμὸν τῆς ἄνωθεν γνώσεως διὰ τοῦ λουτροῦ τῆς ἀθανασίας. 14. Ταλαίπωρος ψυχὴ ἡ οὖσα θυγάτηρ τῆς συγχύσεως, ὡσανεὶ τῆς ἁμαρτίας· Βαβυλών γὰρ ἐρ μηνεύεται σύγχυσις. 15. Μακάριος, λέγει, ἐστὶν ὅς οὕτως καταδουλώσει ἑαυτῷ τὴν ἁμαρτίαν, ὥσπερ αὐτὴ πρότερον κατεδούλωσεν αὐτόν 16. Μακάριος δς, κυριεύσας τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, συντρίψει αὐτὰς πρὸς τὴν πέτραν, τουτ ἐστι τὸν Χριστόν· ἡ γὰρ πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς, και θὼς λέγει ὁ ᾿Απόστολος. 1. Ο λαὸς τῶν φωτιζομένων λέγει· Ἐκδέδωκά σοι ἐμαυτόν. Αμαρτίαις ῶν, ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος, Πνεύματός σου Εκλείπον, Τῶν λεγόντων· Ἐκλείπῃ, ἐκλεί. τη, Τῆς ἄνωθεν γενέσεως, Βαβυλῶνος. Καὶ συντρίψεις αυτάς, Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάρεων περιέχει· Τῷ Δαβίδ, τοῦτ' ἔστιν τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ λέγω δὲ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ
S. ATHANASII OPP. PARS III..
'
EXEGETICA.
9. Si oblitus fuero tui, Jerusalem, oblivioni de- 9. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη
ή δεξιά μου.
tur dextera mea.
10. Adhæreat lingua mea faucibus meis, si non
meminero tui.
11. Si non proposuero erusalem in principio
lætitiæ meæ.
.2. Memor esto, Domine filiorum Edom, in die
Jerusalem.
13. Qui dicunt: Exinanite, exinanite usque ad
fundamentum ejus.
14. Filia Babylonis misera:
© 215. Beatus, qui retribuet tibi retributionem tuam.
quam retribuisti nobis.
16. Beatus, qui tenebit et allidet parvulos tuos
ad petram.
Psalmus David. PSAL. CXXXVII.
1. Conftebor tibi, Domine, in toto corde meo:
10. Κολληθείη [Κολληθῇ ] ἡ γλῶσσά μου τῷ λά
ρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ.
11. Ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλήμ, ὡς
ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.
12. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν υἱῶν Ἐδωμ, τὴν ἡμέ
ραν Ἱερουσαλήμ.
13. Τῶν λεγόντων· Ἐκκενοῦτε, ἐκκενοῦτε ἕως τῶν
θεμελίων αὐτῆς.
14. Θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος
15. Μακάριος, ὃς ἀνταποδώσει σοι τὸ ἀνταπόδομά
σου, ὁ ἀνταπέδωκας ἡμῖν.
16. Μακάριος, ὃς κρατήσει, καὶ ἐδαφιεῖ τὰ νήπια
σου [καὶ ἐδαφιεῖ αὐτὰ] πρὸς τὴν πέτραν.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΖ.
1. Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε, ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου.
9. Et exsistens in peccato, si oblitus fuero tui,
Jesu pax nostra, decidam ab auxilio tuo: Jerusalem
enim interpretatur visio pacis, hoc est Dei Filius.
Apparuit enim mundo pax exsistens.
10. Deficiat anima mea quærens gratiam sancti
Spiritus, et non assequins, nisi tui meminero, et
convertar ad te.
11. Jerusalem interpretatur spiritus gratiæ;
hoc igitur, ut reor, significat: nisi rebus omnibus,
quæ in mundo sunt, præferam gratiam sancti Spiritus, cum evigilaverit cor meum.
12, 13. Edom interpretatur deficiens, qualis est
diabolus. Dicit igitur, memor etiam esto exprobrationis contrariarum potestatum, quæ filiæ mali
sunt dicentis: Deficit, deficit genus fidelium; et
rursus in eodem versu, in die Jerusalem, hoc est
in illuminatione supernæ scientiæ per lavacrum
immortalitatis.
14. Infelix anima, quæ filia es confusionis, scilicet peccati: Babylon enim interpretatur confusio.
15. Beatus, inquit, est, qui ita in servitutein suam
redegerit peccatum, quemadmodum ipse prius a η
peccato in servitutem redactus est.
16. Beatus, qui carnalium concupiscentiarum
dominus effectus contriverit eas ad petram, hoc
est Christum. Petra autem erat Christus, quemadmodum dicit Apostolus”.
9. Καὶ ἐν ἁμαρτίᾳ ὧν ἐὰν ἐπιλάθω σου, Ἰησοῦ ἡ
εἰρήνη ἡμῶν, ἀποπέσω τῆς βοηθείας σου· Ιερουσαλήμ
γὰρ ἑρμηνεύεται ὅρασις εἰρήνης, τουτέστιν ὁ Υἱὸς
τοῦ Θεοῦ. Ἑωράθη γὰρ τῷ κόσμῳ εἰρήνη ὑπάρχων.
10. Εκλείψῃ ἡ ψυχή μου ζητοῦσα τὴν χάριν τοῦ
ἁγίου Πνεύματος, καὶ μὴ τυγχάνουσα, ἐὰν μή σου
μνησθῶ, καὶ ἐπιστραφῷ πρὸς σέ.
11. Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται πνεῦμα χάρι
τος· τοῦτο οὖν λέγει, ὡς νομίζω, ἐὰν μὴ πάντων
τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προτιμήσω τὴν χάριν τοῦ ἁγίου
Πνεύματος, ἐν τῷ ἀνανήφειν τὴν καρδίαν μου.
12, 13. Εδώμ ἑρμηνεύεται έκλείπων [ἐκλεί
πουσα] ὅπερ ἐστὶν ὁ διάβολος. Μνήσθητι οὖν,
λέγει, καὶ τοῦ ὀνειδισμοῦ τῶν ἐναντίων δυνάμεων,
τῶν υἱῶν τοῦ πονηροῦ τοῦ λέγοντος· Ἐκλείπει,
ἐκλείπει τὸ γένος τῶν πιστῶν· καὶ πάλιν εἰς τὸν
αὐτὸν στίχον· Τὴν ἡμέραν Ἱερουσαλήμ, τουτέστι
τὸν φωτισμὸν τῆς ἄνωθεν γνώσεως διὰ τοῦ λουτροῦ
τῆς ἀθανασίας.
14. Ταλαίπωρος ψυχὴ ἡ οὖσα θυγάτηρ τῆς συγχύ
σεως, ὡσανεὶ τῆς ἁμαρτίας· Βαβυλών γὰρ ἐρ
μηνεύεται σύγχυσις.
15. Μακάριος, λέγει, ἐστὶν ὅς οὕτως καταδουλώσει
ἑαυτῷ τὴν ἁμαρτίαν, ὥσπερ αὐτὴ πρότερον κατεδούλωσεν αὐτόν
16. Μακάριος δς, κυριεύσας τῶν σαρκικῶν ἐπιθυ
μιῶν, συντρίψει αὐτὰς πρὸς τὴν πέτραν, τουτ
ἐστι τὸν Χριστόν· ἡ γὰρ πέτρα ἦν ὁ Χριστὸς, και
θὼς λέγει ὁ ᾿Απόστολος.
6) Explicatio tituli hujus psalmi deest in codice Barberino, forsitan quia eadem est atque antecedentis,
videlicet: Psalmus David, hoc est manu forti, nempe Dei Filio.
1. Populus eorum, qui illuminati sunt dicit: Tradidi me ipsum tibi.
"I Cor. x, 4.
etc
1. Ο λαὸς τῶν φωτιζομένων λέγει· Ἐκδέδωκά σοι
ἐμαυτόν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Αμαρτίαις ῶν, ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, etc.
Πνεῦμα αὐτοῦ χάριτος, etc. Πνεύματός σου
Εκλείπον, etc. Τῶν λεγόντων· Ἐκλείπῃ, ἐκλεί.
τη, etc. Τῆς ἄνωθεν γενέσεως, etc.
Βαβυλῶνος.
Καὶ συντρίψεις αυτάς, etc.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάρεων
περιέχει· Τῷ Δαβίδ, τοῦτ' ἔστιν τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ·
λέγω δὲ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ
col. 1277–1278page 344 of 376
PG 27:12772. Καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι 8. Οτι ήκουσας πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου. 4. Προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου 5. Καὶ ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου, 6. Ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου 7. "Οτι εμεγάλυνας ἐπὶ πᾶν [πάντας] τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν σου. 8. Ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσομαί σε, ταχὺ ἐπι ἀκουσόν μου 9. Πολυωρήσεις με ἐν ψυχῇ μου δυνάμει σου. 10. Εξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντες οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς 11. Ὅτι ήκεσαν πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός σου. 12. Καὶ ἀσάτωσαν ἐν ταῖς ὁδοῖς Κυρίου [ὁδοῖς σου, Κύριε] 15. Ὅτι μεγάλη ἡ δόξα Κυρίου. 14. Οτι ὑψηλὸς Κύριος, καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορᾷ 15. Καὶ τὰ ὑψηλὰ ἀπὸ μακρόθεν γινώσκει. ΓΕ 2. Καὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων τῶν παρεστώτων τῷ φωτίσματί σου ἀνυμνήσω σε. 5. Οτι προσεδέξω τὴν ἐξομολόγησίν μου, καὶ ἠξίω σάς με τῆς χάριτός σου. 4. Εἰσελθὼν ἐν τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προσκυνήσω σοι, μετὰ τὸ φωτισθῆναι με. 5. Καὶ ἐξομολογήσω ἐμαυτὸν δεδουλῶσθαι τῷ ὀνόματί σου, 6. Διὰ τὸ ἔλε; σου, καὶ τὴν ἀλήθειάν σου, ἣν ἐποίησ σας εἰς ἐμέ. 7. "Οτι καὶ ἐπὶ πάντας δεδόξασται τὸ ὄνομά σου. 8. Αφ' οὗ ἠξίωσάς με της υἱοθεσίας, μόνον βοῶ Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, εὐθὺς ἀκούεις μου. 9. Εἰς τὰ ὕψη ἐντολών σου ἀναγάγεις την ψυ χήν μου τῇ δυνάμει σου. 10. Δοξάσουσί με πάντες οἱ πεπιστευκότες εἰς σέ. 11. "Οτι ἐδέξαντο, καὶ ἐπλήρωσας ἅπερ αὐτοῖς ἀπηγγείλω. 12. Καὶ ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας ἀνυμνήσουσί σε, Κύριε. 13. "Οτι ἀνεκλάλητός ἐστιν ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. 14. Ὅτι τοσοῦτος, καὶ τηλικοῦτος ὤν, καὶ κατοικῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, πρόνοιαν ποιῆσαι ἁμαρτωλῶν, καὶ ταπεινῶν ἀνθρώπων, τουτέστιν ἡμῶν. 15. Καὶ τοὺς ἁγίους ἀπὸ προκαταβολής κόσμου προέγνω, καὶ προώρισεν. Ἐν τῷ ναῷ σου τῷ ἁγίῳ, Ομολογήσω. Ἐπὶ τοὺς ἁμαρτωλούς δεδόξασται, Βοήσω πρὸς σέ· Πάτερ μου, ἄκουσόν με 'Ανάγαγε. (ϋ) Ἐπλήρωσαν ἅπερ αὐτοῖς ἐνετείλω. 'Ανυμνήσωσί σε, Ανέκλειπτος, τοῦ Κυρίου, Καταξιοῖ ποιεῖσθαι, 'Αγίους αὐτοῦ πρό,
2. Καὶ ἐναντίον ἀγγέλων ψαλῶ σοι·
8. Οτι ήκουσας πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός
μου.
4. Προσκυνήσω πρὸς ναὸν ἅγιόν σου·
5. Καὶ ἐξομολογήσομαι τῷ ὀνόματί σου,
6. Ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου·
7. "Οτι εμεγάλυνας ἐπὶ πᾶν [πάντας] τὸ ὄνομα τὸ
ἅγιόν σου.
8. Ἐν ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐπικαλέσομαί σε, ταχὺ ἐπι
ἀκουσόν μου·
9. Πολυωρήσεις με ἐν ψυχῇ μου δυνάμει σου.
10. Εξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντες οἱ
βασιλεῖς τῆς γῆς·
11. Ὅτι ήκεσαν πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός
σου.
12. Καὶ ἀσάτωσαν ἐν ταῖς ὁδοῖς Κυρίου [ὁδοῖς σου,
Κύριε]·
15. Ὅτι μεγάλη ἡ δόξα Κυρίου.
14. Οτι ὑψηλὸς Κύριος, καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορᾷ·
15. Καὶ τὰ ὑψηλὰ ἀπὸ μακρόθεν γινώσκει.
PSAL. CXXXVII.
2. Et in conspectu angelorum psallam tibi·
3. Quoniam audisti omnia verba oris mei.
4. Adorabo ad templum sanctum tuum:
5. Et confitebor nomini tuo,
6. Super misericordia tua, et veritate tua:
7. Quoniam magnificasti super omne [omnes] nomen sanctum tuum.
8. In quacunque die invocavero te, velociter exaudi me:
9. Multiplicabis me in anima mea virtute tua.
10. Confiteantur tibi, Domine, omnes reges ter
ΓΕ:
11. Quia audierunt omnia verba oris tui.
12. Et cantent in viis Domini [viis tuis, Domine]:
13. Quoniam magna est gloria Domini.
14. Quoniam excelsus Dominus, et humilia respicit;
15. Et alta a longe cognoscit.
2. Καὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων τῶν παρεστώτων
τῷ φωτίσματί σου ἀνυμνήσω σε.
5. Οτι προσεδέξω τὴν ἐξομολόγησίν μου, καὶ ἠξίω
σάς με τῆς χάριτός σου.
4. Εἰσελθὼν ἐν τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προσκυνήσω
σοι, μετὰ τὸ φωτισθῆναι με.
5. Καὶ ἐξομολογήσω ἐμαυτὸν δεδουλῶσθαι τῷ
ὀνόματί σου,
6. Διὰ τὸ ἔλε; σου, καὶ τὴν ἀλήθειάν σου, ἣν ἐποίησ
σας εἰς ἐμέ.
7. "Οτι καὶ ἐπὶ πάντας δεδόξασται τὸ ὄνομά σου.
8. Αφ' οὗ ἠξίωσάς με της υἱοθεσίας, μόνον βοῶ -
Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, εὐθὺς ἀκούεις μου.
9. Εἰς τὰ ὕψη ἐντολών σου ἀναγάγεις την ψυ
χήν μου τῇ δυνάμει σου.
10. Δοξάσουσί με πάντες οἱ πεπιστευκότες εἰς σέ.
11. "Οτι ἐδέξαντο, καὶ ἐπλήρωσας ἅπερ αὐτοῖς
ἀπηγγείλω.
12. Καὶ ἐν ἀγαλλιάσει καρδίας ἀνυμνήσουσί σε,
Κύριε.
13. "Οτι ἀνεκλάλητός ἐστιν ἡ φιλανθρωπία τοῦ
Θεοῦ.
14. Ὅτι τοσοῦτος, καὶ τηλικοῦτος ὤν, καὶ κατοι
κῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, πρόνοιαν ποιῆσαι ἁμαρτωλῶν, καὶ ταπεινῶν ἀνθρώπων, τουτέστιν ἡμῶν.
15. Καὶ τοὺς ἁγίους ἀπὸ προκαταβολής κόσμου
προέγνω, καὶ προώρισεν.
1 Matth. vi, 9.
2. Et inter sanctos angelos astantes luci tuæ
glorificabo te.
3. Quoniam accepisti confessionem meam, et dì·
gnatus es me gratia tua.
4. Ingrediens in templum sanctum tuum a:lorabo
te, postquam illuminatus fuero.
5. Et confitebor, me ipsum servum esse nominis
tui,
6. Propter misericordiam tuam, et veritatem
tuam, quam fecisti in me.
7. Quoniam et super omnes glorificatum est nomen tuum.
8. Ex quo dignatus es me adoptione, vix dum
clamo: Pater noster, qui es in cœlis', statim me
exaudis.
9. In altitudines præceptorum tuorum deduces
animam meam virtute tua.
10. Glorificabunt te omnes, qui in te crediderunt.
11. Quia acceperunt, et implevisti, quæ illis denuntiasti.
12. Et in exsultatione cordis laudabunt te, Domine.
13. Quoniam ineffabilis est benignitas Dei.
14. Quoniam talis, et tantus exsistens, et in calis
labitans, curam geris de peccatoribus, ac vilibus
hominibus, hoc est nobis.
15. Et sanctos a constitutione mundi præscivit,
et prædestinavit.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἐν τῷ ναῷ σου τῷ ἁγίῳ, etc.
Ομολογήσω.
Ἐπὶ τοὺς ἁμαρτωλούς δεδόξασται, etc.
Βοήσω πρὸς σέ· Πάτερ μου, etc., ἄκουσόν με
'Ανάγαγε.
(ϋ) Ἐπλήρωσαν ἅπερ αὐτοῖς ἐνετείλω.
'Ανυμνήσωσί σε, etc.
Ανέκλειπτος, etc., τοῦ Κυρίου,
Καταξιοῖ ποιεῖσθαι, elc.
'Αγίους αὐτοῦ πρό, etc.
col. 1279–1280page 345 of 376
PG 27:127916. Ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως. ζήσεις με ή. σης με]. 17. Επ' ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου [χεῖρά σου]. 48. Καὶ ἔσωτέ με ἡ δεξιά σου. 19. Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ. 20. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα 21. Τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του μὴ παρίδης. Εἰς τὸ τέλος τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΗ'. 1. Κύριε, ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με. 2. Σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου. 3. Σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν. 4. Τὴν τρίβον μου καὶ σχοινόν μου σὺ ἐξιχνίασας, 5. Καὶ πάσας τὰς ὁδοὺς μου προεῖδες 6. Οτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου. 7. Ἰδού, Κύριε, σὺ ἔννως πάντα τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα 16. Ἐὰν ἐν τῇ ὁδῷ τῇ στενῇ τῶν ἐντολῶν σου που ρευθώ, ζήσεις με. 17. Ἐν τῷ τοὺς ἐχθρούς μου ζητεῖν με τοῦ ἀνελεῖν, ἀντελάβου μου διὰ τῆς παρουσίας σου. 18. Καὶ ἔσωσέ με ἡ χάρις σου. 19. Κύριος καταπολεμήσει τὰς ἐναντίας δυνάμεις, ὑπὲρ ὧν ἐπολέμησάν με. 20. Καὶ ἀληθάργητον τὸ ἔλεός σου τοῦτο, ὅ ἐποίησας τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων. 21. Καὶ ἕως τέλους μὴ παρίδης, οὓς ἐποίησας κατ' εικόνα σήν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Εἰς τὸ τέλος ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται περὶ ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν μελλόντων ἔσεσθαι, εἴρηται ὁ ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ. 1. Κύριε, διακρίνας τας ενθυμησεις μου καὶ τὴν διάνοιαν τῆς καρδίας μου ἔγνως, ὁποῖος ἀποδήσομαι ἐνώπιόν σου. 2. Σὺ ἔγνως, τί ἐστιν ἡ ἀνάπαυσις τῆς καρδίας μου, καὶ ἡ προθυμία τῆς ψυχῆς μου. 5. Σὺ πρὸ τοῦ με γενηθῆναι εἴδης [οίδας] ἅπερ μέλλω διαλογίζεσθαι. 4. Τὴν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ αναστροφήν μου, καὶ ὁποίων ἔργων ἀγαθῶν, ἡ πονηρῶν ἤμελλον, ἢ μέλλω ἐκτελεῖν πλοκὴν ἐν ταῖς ἡμέραις μου, σὺ ἕως τέλους κατάλεπτον οἶδας τὴν ἀπόβασιν αὐτῶν. 5. Τὰς πράξεις μου προγινώσκεις. 6. Καὶ οἶδας, ὅτι οὐ λέγω ψευδή. 7. Σὺ γὰρ τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι, καὶ τὰ γεγονότα ἐπίστασαι. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως θεωρῆσαι τὸν στίχον, ότι κατὰ Προφήτην είρηται· Ιδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάντα τὰ ἔσχατα, καὶ τὰ ἀρχαῖα, τουτέστι, σύ μέλλεις ἔχειν πάντα τὰ ἔσχατα ἔθνη, καὶ τὰ ἀρχαία τῶν Ἰουδαίων γένη. Ζητεῖν τοῦ ἀνελεῖν με, Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, περὶ τῶν ἐπ᾽ εἰς., τῇ χειρὶ, τοῦτ' ἔστιν τῷ, Ἥδεις. Καὶ πάσας τάς, Προγεγονότα, κατά προφητείαν,
S. ATHANASM OPP. PARS III. EXEGETICA.
16. Si ambulavero in medio tribulationis, vivificabis me:
17. Super iram inimicorum neorum extendisti
manus tuas manum tuam]:
[1
18. Et salvum me fecit dextera tua.
19. Dominus retribuet pro me:
20. Domine, misericordia tua in sæculum.
21. Opera manuum tuarum ne despicias.
In finem: Psalmus David. PSAL, CXXX VIII.
1. Domine, probasti me, et cognovisti me:
2. Tu cognovisti sessionem meam, et resurrectionem mearn.
3. Intellexisti cogitationes meas de longe.
4. Semitam meam et funiculum meum investiga
sti,
5. Et omnes vias meas prævidisti:
6. Quia non est dolus in lingua mea.
7. Ecce, Domine, tu cognovisti omnia novissima
et antiqua:
16. Ἐὰν πορευθῶ ἐν μέσῳ θλίψεως. ζήσεις με 15ή.
σης με].
17. Επ' ὀργὴν ἐχθρῶν μου ἐξέτεινας χεῖράς σου
[χεῖρά σου].
48. Καὶ ἔσωτέ με ἡ δεξιά σου.
19. Κύριος ἀνταποδώσει ὑπὲρ ἐμοῦ.
20. Κύριε, τὸ ἔλεός σου εἰς τὸν αἰῶνα·
21. Τὰ ἔργα τῶν χειρῶν του μὴ παρίδης.
Εἰς τὸ τέλος τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΛΗ'.
1. Κύριε, ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με.
2. Σὺ ἔγνως τὴν καθέδραν μου καὶ τὴν ἔγερσίν μου.
3. Σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν.
4. Τὴν τρίβον μου καὶ σχοινόν μου σὺ ἐξιχνίασας,
5. Καὶ πάσας τὰς ὁδοὺς μου προεῖδες·
6. Οτι οὐκ ἔστι δόλος ἐν γλώσσῃ μου.
7. Ἰδού, Κύριε, σὺ ἔννως πάντα τὰ ἔσχατα καὶ τὰ
ἀρχαῖα·
16. Si in via angusta præceptorum tuorun ambulavero, vivificabis me.
17. Cum inimici mei quærercut me interficere,
opitulatus es mihi per adventum tuum.
18. Et salvum me fecit gratia tua.
19. Dominus debellabit contrarias potestates propter ea, pro quibus me impugnaverunt.
20. Et nunquam oblivioni tradetur misericordia
tua hæc, quam fecisti generi humano.
21. Et usque in finem ne despicias, quos fecisti
secundum imaginem tuam.
16. Ἐὰν ἐν τῇ ὁδῷ τῇ στενῇ τῶν ἐντολῶν σου που
ρευθώ, ζήσεις με.
17. Ἐν τῷ τοὺς ἐχθρούς μου ζητεῖν με τοῦ
ἀνελεῖν, ἀντελάβου μου διὰ τῆς παρουσίας σου.
18. Καὶ ἔσωσέ με ἡ χάρις σου.
19. Κύριος καταπολεμήσει τὰς ἐναντίας δυνάμεις,
ὑπὲρ ὧν ἐπολέμησάν με.
20. Καὶ ἀληθάργητον τὸ ἔλεός σου τοῦτο, ὅ ἐποίησας τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων.
21. Καὶ ἕως τέλους μὴ παρίδης, οὓς ἐποίησας κατ'
εικόνα σήν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Εἰς τὸ τέλος ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται περὶ ἐπ'
ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν μελλόντων ἔσεσθαι, εἴρηται ὁ ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ.
Titulus appositus continet: In finem psalmus David, quod interpretatur de iis, qui in novissimis diebus
futuri sunt, dictus est psalmus manu forti, hoc est Dei Filio.
1. Domine, discernens cogitationes meas, et mentem cordis mei cognovisti, qualis incedam coram te.
2. Τu cognovisti, quæ sit requies cordis mei,
et desiderium animæ meæ.
3. Τu priusquam ego fierem, scivisti que cogitaturus sum.
4. Conversationem meam in hoc mundo, et qualium operationum bonarum ine, an malarum seriem
expleturus eramı, vel sum in diebus meis, tu usque
in finem ad minimum novisti earum exitum.
5. Actiones meas præcognoscis.
6. Et novisti, quod non dico falsa.
7. Tu enim futura et præterita novisti. Aliter
etiam potest versiculus iste allegorice explicari;
1. Κύριε, διακρίνας τας ενθυμησεις μου καὶ τὴν
διάνοιαν τῆς καρδίας μου ἔγνως, ὁποῖος ἀποδήσομαι
ἐνώπιόν σου.
2. Σὺ ἔγνως, τί ἐστιν ἡ ἀνάπαυσις τῆς καρδίας μου,
καὶ ἡ προθυμία τῆς ψυχῆς μου.
5. Σὺ πρὸ τοῦ με γενηθῆναι εἴδης [οίδας] ἅπερ
μέλλω διαλογίζεσθαι.
4. Τὴν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ αναστροφήν μου, καὶ
ὁποίων ἔργων ἀγαθῶν, ἡ πονηρῶν ἤμελλον, ἢ μέλλω
ἐκτελεῖν πλοκὴν ἐν ταῖς ἡμέραις μου, σὺ ἕως τέλους
κατάλεπτον οἶδας τὴν ἀπόβασιν αὐτῶν.
5. Τὰς πράξεις μου προγινώσκεις.
6. Καὶ οἶδας, ὅτι οὐ λέγω ψευδή.
7. Σὺ γὰρ τὰ μέλλοντα ἔσεσθαι, καὶ τὰ γεγονότα
ἐπίστασαι. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως θεωρῆσαι τὸν στίχον,
quoniam secundum Prophetam dictum est: Ecce, ότι κατὰ Προφήτην είρηται· Ιδού, Κύριε, σὺ
Domine, tu cognovisti omnia novissima, et antiqua,
hoc est, tu habiturus es novissimas omnes gentes,
et antiquas Judæorum progenies.
ἔγνως πάντα τὰ ἔσχατα, καὶ τὰ ἀρχαῖα, τουτέστι, σύ
μέλλεις ἔχειν πάντα τὰ ἔσχατα ἔθνη, καὶ τὰ ἀρχαία
τῶν Ἰουδαίων γένη.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic
Ζητεῖν τοῦ ἀνελεῖν με, etc.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc, περὶ τῶν
ἐπ᾽ εἰς., τῇ χειρὶ, τοῦτ' ἔστιν τῷ, et.
Ἥδεις.
Καὶ πάσας τάς, etc.
Προγεγονότα, etc., κατά προφητείαν, etc.
col. 1281–1282page 346 of 376
PG 27:12818. Σὺ ἔπλασάς με, καὶ ἔθηκας ἐπ' ἐμὲ τὴν χεῖρά σου. 9. Εθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ 10. Εκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν. 11. Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός σου; 12. Καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου που φύγω; 13. Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανὸν, σὺ ἐκεῖ εἶ 14. Ἐὰν καταβῶ εἰς τὴν ᾄδην, πάρει. 15. Ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ' όρθρον, 16. Καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης 17. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με 18. Καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου. 19. Καὶ εἶπα· "Αρα σκότος καταπατήσει με. 20. Καὶ νὺξ φωτισμὸς ἐν τῇ τρυφῇ μου. 21. Ὅτι σκότος οὐ σκοτισθήσεται ἀπὸ σοῦ, 8. Σὺ ἐδημιούργησάς με, και έθηκας ἐπ' ἐμὲ τὴν βοήθειάν σου σκέπουσάν με. 9. Μνησθεὶς τὸ, τίς ὑπάρχει ἡ δύναμίς σου, ἔξω ἐμαυτοῦ γέγονα ἀποθαυμάζων ἐν ἐμαυτῷ. 10. 'Ανείκαστος ὑπάρχει ἡ δύναμίς σου, οὐ δύνα μαι ἀντιστῆναι πρὸς αὐτήν. 11. Ποῦ γὰρ δύναμαι κρυβῆναι ἀπὸ τὸ ἅγιόν σου Πνεῦμα, τὸ γινῶσκον [τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, τοῦ γινώσκοντος] τὰ πάντα; 12. Καὶ ἀπὸ σοῦ τὰ πάντα ἐφορῶντος, που δύ ναμαι φυγεῖν; ὅτι πάντα γυμνὰ, καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς σου. 15. Αχώριστος εἶ τῶν πατρικῶν κόλπων. 14. Εθανατώθης γὰρ δι' ἐμέ. 15. Τοῦτό μοι μόνον περιλείπεται, ἐὰν ἄρα ἀνα λάβω τὰς ἐνθυμήσεις τῆς καρδίας μου, καταφύγω ἐν τῷ φωτίσματι τῆς πίστεώς σου 16. Καὶ δώσω ἐμαυτὸν εἰς τὸ βάπτισμα. 17, 18. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χάρις σου οδηγήσει με, καὶ περικρατήσει με. 19. Καὶ ἐλογισάμην κατ' ἐμαυτὸν λέγων· 'Αρα οὕτως ἀνάσχωμαι ἕως τέλους κυριεύεσθαι ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας; 20. Καὶ ἐλογισάμην δοῦναι ἐμαυτὸν τῇ κατα δύσει τοῦ βαπτίσματος, ὅτι φωτισμὸς καὶ τρυφή μου ἐστι τὸ λουτρὸν τῆς ἀθανασίας· ἐκεῖ γὰρ καταλιμπάνω τὰς ἁμαρτίας μου. 21. Οτι πᾶσα ψυχὴ ἐν σκότει καθημένη, ελθουσα ἐπὶ τὸ βάπτισμα, οὐκ ἔτι σκοτισθήσεται, ἀπὸ τοῦ σε τὸ ἀληθὲς φῶς ἐπιβῆναι ἐν αὐτῇ. Ἐξ ἑαυτοῦ γέγονα, ἐν ἑαυτῷ. Κρυβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιόν σου τὸ πάντα γιγνώσκονται γιγνώσκον). Σοῦ τοῦ τὰ, Αχώριστος γάρ, Σου Η χείρ σου. Εαυτόν, Αληθινὸν φῶς ἐπιβῆναι ἐν ταύτῃ.
DE TITULIS PSALMORUM. — PSAL. CXXX VIII.
8. Tu formasti me, et posuisti super me manum
8. Σὺ ἔπλασάς με, καὶ ἔθηκας ἐπ' ἐμὲ τὴν χεῖρά
tuam.
σου.
9. Εθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ·
10. Εκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν.
11. Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ Πνεύματός σου;
12. Καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου που φύγω;
13. Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανὸν, σὺ ἐκεῖ εἶ·
14. Ἐὰν καταβῶ εἰς τὴν ᾄδην, πάρει.
15. Ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ' όρθρον,
16. Καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης
17. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με
18. Καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου.
19. Καὶ εἶπα· "Αρα σκότος καταπατήσει με.
20. Καὶ νὺξ φωτισμὸς ἐν τῇ τρυφῇ μου.
21. Ὅτι σκότος οὐ σκοτισθήσεται ἀπὸ σοῦ,
9. Mirabilis facta est scientia tua ex me:
10. Confortata est, non potero ad eam.
11. Quo ibo a Spiritu tuo?
12. Et quo a facie tua fugiam?
13. Si ascendero in coelum, tu illic es:
14. Si descendero in infernum, ades.
15. Si sumpsero pennas meas diluculo,
16. Et habitavero in extremis maris:
17. Etenim illuc manus tua deducet me:
18. Et tenebit me dextera tua.
19. Et dixi: Forsitan tenebra conculcabunt me:
20. Et nox illuminatio in deliciis meis.
21. Quia tenebræ non obscurabuntur a te.
8. Σὺ ἐδημιούργησάς με, και έθηκας ἐπ' ἐμὲ τὴν
βοήθειάν σου σκέπουσάν με.
9. Μνησθεὶς τὸ, τίς ὑπάρχει ἡ δύναμίς σου, ἔξω
ἐμαυτοῦ γέγονα ἀποθαυμάζων ἐν ἐμαυτῷ.
10. 'Ανείκαστος ὑπάρχει ἡ δύναμίς σου, οὐ δύναμαι ἀντιστῆναι πρὸς αὐτήν.
11. Ποῦ γὰρ δύναμαι κρυβῆναι ἀπὸ τὸ ἅγιόν σου
Πνεῦμα, τὸ γινῶσκον [τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, τοῦ
γινώσκοντος] τὰ πάντα;
12. Καὶ ἀπὸ σοῦ τὰ πάντα ἐφορῶντος, που δύναμαι φυγεῖν; ὅτι πάντα γυμνὰ, καὶ τετραχηλισ
μένα τοῖς ὀφθαλμοῖς σου.
15. Αχώριστος εἶ τῶν πατρικῶν κόλπων.
14. Εθανατώθης γὰρ δι' ἐμέ.
15. Τοῦτό μοι μόνον περιλείπεται, ἐὰν ἄρα ἀναλάβω τὰς ἐνθυμήσεις τῆς καρδίας μου, καταφύγω ἐν
τῷ φωτίσματι τῆς πίστεώς σου
16. Καὶ δώσω ἐμαυτὸν εἰς τὸ βάπτισμα.
17, 18. Καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χάρις σου οδηγήσει
με, καὶ περικρατήσει με.
19. Καὶ ἐλογισάμην κατ' ἐμαυτὸν λέγων· 'Αρα
οὕτως ἀνάσχωμαι ἕως τέλους κυριεύεσθαι ὑπὸ τῆς
ἁμαρτίας;
20. Καὶ ἐλογισάμην δοῦναι ἐμαυτὸν τῇ καταδύσει τοῦ βαπτίσματος, ὅτι φωτισμὸς καὶ τρυφή μου
ἐστι τὸ λουτρὸν τῆς ἀθανασίας· ἐκεῖ γὰρ καταλιμπά
νω τὰς ἁμαρτίας μου.
21. Οτι πᾶσα ψυχὴ ἐν σκότει καθημένη, ελθουσα
ἐπὶ τὸ βάπτισμα, οὐκ ἔτι σκοτισθήσεται, ἀπὸ τοῦ σε
τὸ ἀληθὲς φῶς ἐπιβῆναι ἐν αὐτῇ.
• Hebr. 1v, 13.
8. Tu creasti me, et posuisti super me auxilium
tuum protegens me.
9. Recordatus, quæ sit potentia tua, extra me
ipsum factus sum præ admiratione.
10. Investigabilis est virtus tua, non possum contra eam resistere.
11. Ubi enim abscondi possum a Spiritu sancto
tuo, qui noscit omnia?
12. Et a te, qui omnia vides, quo possum fugere?
quoniam omnia nuda, et aperta oculis tuis”.
13. Inseparabilis es a sinu Patris.
14. Morti enim traditus es propter me.
15. Hoc solum mihi reliquum est, si forte assumam cogitationes cordis mei, et confugiam ad illuminationem fidei tuæ.
16. Εt dabo me ipsum in baptismum.
17, 18. Etenim illuc gratia tua deducet me, et in
me dominabitur.
19. Et mecum cogitavi dicens: An ita patiar usque in finem dominari in me peccatum?
20. Et cogitavi tradere me ipsum baptismatis
immersioni, quoniam illuminatio, et deliciæ meæ
sunt lavacrum immortalitatis: ibi enim relinquo
peccata mea.
21. Quia omnis anima in tenebris sedens cum
venerit ad baptismum, non amplius obtenebrabitur,
quoniam tu, qui vera lux es, ascendis in ipsam.
Addenaa et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἐξ ἑαυτοῦ γέγονα, etc., ἐν ἑαυτῷ.
Κρυβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιόν σου τὸ πάντα
γιγνώσκονται (leg. vid. γιγνώσκον).
Σοῦ τοῦ τὰ, etc.
Αχώριστος γάρ, etc.
Σου deest.
Η χείρ σου.
Εαυτόν, etc.
Αληθινὸν φῶς ἐπιβῆναι ἐν ταύτῃ.
col. 1283–1284page 347 of 376
PG 27:1283Α. 22. Καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται 23. Ὡς τὸ σκότος αὐτῆς, οὕτω καὶ τὸ φῶς αὐτῆς. 24. Ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου 25. ᾿Αντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου. 26. Εξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθης. 27. Θαυμάσια τὰ ἔργα σου, καὶ ἡ ψυχή μου για νώσκει σφόδρα. 28. Οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ, 29. Ο ἐποίησας ἐν κρυφῇ, 30. Καὶ ἡ ὑπόστασις μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς. 31. Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου. 32. Καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται 35. Ημέρας πλασθήσονται, καὶ οὐδεὶς ἐν αὐτοῖς. 34. Ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός 35. Λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν. 22. Καὶ ἡ ἐν ἁμαρτίαις ἐπινοσοῦσα ψυχή, δι εγερθεῖσα ἐν τῷ βαπτίσματι, ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται, ἀνατείλαντός σου ἐν αὐτῇ. 25. Οὕτως γὰρ μιμεῖται ἐν τῷ βαπτίσματι πᾶσα ψυχὴ φωτιζομένη ὑπὸ σοῦ τὴν τριήμερον τοῦ θανάτου σου καὶ τῆς ἀναστάσεως νύκτα καὶ ἡμέραν. 24. Ὅτι σὺ ἐξηγόρασας πᾶσαν τὴν ἰσχύν μου Ο τῷ τιμίῳ σου αἷματι. 25. Βοηθόν μοι δέδωκας εὐθέως ἀπὸ τῆς κοι λυμβήθρας τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον. 26. Ἐκδώσω σοι ὅλον ἐμαυτὸν, ὅτι ὑπερβαλλόντως δεδόξασαι. 27. Εκπλήξεως μετὰ ὑπάρχουσι τὰ παθήματά σου, καὶ ἡ ψυχή μου πιστεύει ἐν αὐτοῖς ἕως τέλους. 28. Οὐ παρεωράθη παρὰ σοῦ τὸ ἀσθενὲς τῆς ψυχῆς μου, 29. Καὶ ἡ ὑπόστασις αὐτῆς ἡ παλαιωθεῖσα ἐν ἁμαρτίαις. 30. Ανεκαίνισας γάρ με ἐν κρυφῇ, τουτέστιν ἐν τῷ βαπτίσματι τὴν καρδίαν μου. 31. Τὸ διεφθαρμένον μου, καὶ ἄχρηστον τῆς δια νοίας οὐ παρεῖδες, ἀλλ᾽ ἐποιήσω πρόνοιαν. 32. Καὶ οἱ ἀξιωθέντες τοῦ βαπτίσματός σου πάντες ἐν βίβλῳ σμιλίῳ ἐτάγησαν [ τῆς ζωῆς ἐγράφησαν] ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 35. Ἐν τῷ φωτὶ τοῦ βαπτίσματος ἀνακαινοῦνται, καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐκεῖ εἰ μὴ σὺ μόνος ἐν αὐταῖς 34. Ἐμοὶ δὲ τοῦ λοιποῦ τίμιοι ὑπάρχουσιν οἱ ἀπόστολοί σου, πρὸς οὓς εἰρήκαμεν· Ὑμεῖς φίλοι ἐστέ. 35. Ἰσχυρῶς κατεδυνάστευσεν ἡ ἐξουσία τοῦ κρ ρύγματος αὐτῶν. Καὶ ἐν ἁμαρτίαις ὑπνοῦσα ψυχή, ὡς ἡ ἡμέρα, Ούτω, Ἐν τῷ, Μεστά, Βοηθῶν μοι, Ν. Τῆς ψυχῆς, καὶ ἡ ὑπόστασις τῆς ψυχῆς μου ή, Εν βίβλῳ ζωῆς ἀνετάγησαν, Αὐτοῖς. Τιμής, πρὸς οὓς ειρηκας· Ὑμεῖς φιλο μου έστε.
EXEGETICA.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
Α. 22. Καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται·
22. Et nos sicut dies illuminabitur:
23. Sicut tenebræ ejus, ita et lumen ejus.
24. Quia tu possedisti renes mcos:
25. Suscepisti me de utero matris meæ.
26. Confitebor tibi, quia terribiliter magnificatus es:
27. Mirabilia opera tua, et anima mea cognoscit
nimis.
28. Non est occultatum os meum a te,
29. Quod fecisti in occulto,
30. Et substantia mea in inferioribus terræ:
31. Imperfectum meum viderunt oculi tui.
52. Et in libro tuo omnes scribentur:
33. Dies formabuntur, et nemo in eis.
34. Mihi autem nimis honorificati sunt amici tui,
Deus:
55. Nimis confortatus est principatus eorum.
23. Ὡς τὸ σκότος αὐτῆς, οὕτω καὶ τὸ φῶς αὐτῆς.
24. Ὅτι σὺ ἐκτήσω τοὺς νεφρούς μου·
25. ᾿Αντελάβου μου ἐκ γαστρὸς μητρός μου.
26. Εξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμα
στώθης.
27. Θαυμάσια τὰ ἔργα σου, καὶ ἡ ψυχή μου για
νώσκει σφόδρα.
28. Οὐκ ἐκρύβη τὸ ὀστοῦν μου ἀπὸ σοῦ,
29. Ο ἐποίησας ἐν κρυφῇ,
30. Καὶ ἡ ὑπόστασις μου ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς.
31. Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου.
32. Καὶ ἐπὶ τὸ βιβλίον σου πάντες γραφήσονται·
35. Ημέρας πλασθήσονται, καὶ οὐδεὶς ἐν αὐτοῖς.
34. Ἐμοὶ δὲ λίαν ἐτιμήθησαν οἱ φίλοι σου, ὁ Θεός·
35. Λίαν ἐκραταιώθησαν αἱ ἀρχαὶ αὐτῶν.
22. Et quæ in peccatis ægrotat anima sublevata
in baptismo, veluti dies illuminabitur, exoriente te
in ipsa.
25. Ita enim omnis anima illuminata a te, imitatur in baptismo triduum mortis tuæ et resurrectionis, noctem atque diem.
21. Quia tu redemisti omnem meam virtutem
pretioso tuo sanguine.
25. Adjutoren mihi dedisti statim a lavacro Spiritum sanctum tuum.
26. Tradam totum me ipsum tibi, quia excellenter glorificatus es.
27. Admirationis plena sunt passiones tuæ, et
anima mea credit in ipsis usque in finem.
28. Non despiciatur a te infirmitas animæ meæ,
29. Et substantia ipsius inveterata in peccatis.
30. Renovasti enim me in occulto, hoc est in baplismo, cor meumn.
31. Corruptelam, et inutilitatem mentis meæ non
despexisti, sed ei providisti.
32. Et qui digni facti sunt baptismo tuo, omnes
in libro vitæ scripti sunt in cœlis.
33. In luce baptismi renovantur, et nemo alius
:llic, nisi tu solus in ipsis.
34. Mihi autem deinceps honorabiles sunt apostoli tui, ad quos dixisti: Vos amici estis5.
55. Fortiter dominata est potentia prædicationis
eorum.
• Joan. xv,
22. Καὶ ἡ ἐν ἁμαρτίαις ἐπινοσοῦσα ψυχή, δι
εγερθεῖσα ἐν τῷ βαπτίσματι, ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται,
ἀνατείλαντός σου ἐν αὐτῇ.
25. Οὕτως γὰρ μιμεῖται ἐν τῷ βαπτίσματι
πᾶσα ψυχὴ φωτιζομένη ὑπὸ σοῦ τὴν τριήμερον τοῦ
θανάτου σου καὶ τῆς ἀναστάσεως νύκτα καὶ ἡμέραν.
24. Ὅτι σὺ ἐξηγόρασας πᾶσαν τὴν ἰσχύν μου
Ο τῷ τιμίῳ σου αἷματι.
25. Βοηθόν μοι δέδωκας εὐθέως ἀπὸ τῆς κοι
λυμβήθρας τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον.
26. Ἐκδώσω σοι ὅλον ἐμαυτὸν, ὅτι ὑπερβαλλόντως
δεδόξασαι.
27. Εκπλήξεως μετὰ ὑπάρχουσι τὰ παθήματά
σου, καὶ ἡ ψυχή μου πιστεύει ἐν αὐτοῖς ἕως τέλους.
28. Οὐ παρεωράθη παρὰ σοῦ τὸ ἀσθενὲς τῆς
ψυχῆς μου,
29. Καὶ ἡ ὑπόστασις αὐτῆς ἡ παλαιωθεῖσα ἐν
ἁμαρτίαις.
30. Ανεκαίνισας γάρ με ἐν κρυφῇ, τουτέστιν ἐν
τῷ βαπτίσματι τὴν καρδίαν μου.
31. Τὸ διεφθαρμένον μου, καὶ ἄχρηστον τῆς δια
νοίας οὐ παρεῖδες, ἀλλ᾽ ἐποιήσω πρόνοιαν.
32. Καὶ οἱ ἀξιωθέντες τοῦ βαπτίσματός σου πάντες
ἐν βίβλῳ σμιλίῳ ἐτάγησαν [ τῆς ζωῆς ἐγράφη
σαν] ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
35. Ἐν τῷ φωτὶ τοῦ βαπτίσματος ἀνακαινοῦνται,
καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐκεῖ εἰ μὴ σὺ μόνος ἐν αὐταῖς
34. Ἐμοὶ δὲ τοῦ λοιποῦ τίμιοι ὑπάρχουσιν οἱ
ἀπόστολοί σου, πρὸς οὓς εἰρήκαμεν· Ὑμεῖς φίλοι
ἐστέ.
35. Ἰσχυρῶς κατεδυνάστευσεν ἡ ἐξουσία τοῦ κρ
ρύγματος αὐτῶν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἐν ἁμαρτίαις ὑπνοῦσα ψυχή, etc., ὡς ἡ
ἡμέρα, etc.
Ούτω, etc.
Ἐν τῷ, etc.
Μεστά, etc.
Βοηθῶν μοι, etc
Ν. 28, 29, 50. Comm. unicus.
Τῆς ψυχῆς, καὶ ἡ ὑπόστασις τῆς ψυχῆς μου
ή, etc.
Εν βίβλῳ ζωῆς ἀνετάγησαν, etc.
Αὐτοῖς.
Τιμής, etc., πρὸς οὓς ειρηκας· Ὑμεῖς φιλο
μου έστε.
col. 1285–1286page 348 of 376
PG 27:128536. Εξαριθμήσομαι αὐτοὺς, καὶ ὑπὲρ ἄμμον πλη θυνθήσονται 57. Εξηγέρθην, καὶ ἔτι εἰμὶ μετὰ σοῦ. 58. Ἐὰν ἀποκτείνης ἁμαρτωλούς, ὁ Θεός 59. "Ανδρες αἱμάτων, ἐκκλίνατε ἀπ' ἐμοῦ 40. Ὅτι ἐρισταί ἐστε εἰς διαλογισμούς 41. Λήψονται εἰς ματαιότητα τὰς πόλεις [σου]. 42. Οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα; 45. Καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου [ τοῖς ἐχθροῖς σου ἐξετηκόμην; 44. Τέλειον μίσος ἐμίσουν αὐτούς 45. Εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι. 46. Δοκίμασόν με, ὁ Θεὸς, καὶ γνῶθι τὴν καρδίαν μου ' 47. Ἔτασόν με, καὶ γνῶθι τὰς τρίβους μου. 48. Καὶ ἴδε, εἰ ὁδὸς [εἰ ἔστιν ὁδὸς] ἀνομίας ἐν ἐκοί 49. Καὶ ὁδήγησόν με ἐν ὁδῷ αἰωνίᾳ. 86. Δώδεκά εἰσι, καὶ τὸν κόσμον ὅλον διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν περιποιήσονται εἰς υἱοὺς καὶ θυνατέρας. 37. Εζωοποιήθην διὰ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀδια λείπτως ἔσομαι μετὰ σοῦ. 33. Ἐὰν θανατώσῃςταύ τας τὰς ἐναντίας δυνάμεις, ὁ Θεός 39. Τοῖς δαίμοσι λέγει· Αἱμοπόται μισάνθρωποι, ἀναχωρήσατε ἀπ' ἐμοῦ 40. "Οτι ἐνθυμήσεις πονηρὰς ὑποτίθεσθε πολε μοῦντες 41. Αἰχμαλωτίζουσι τας ψυχας τῶν ἀνθρώπων εἰς μάτην· πάλιν γὰρ ἐπιστρέψουσι πρὸς σέ. 42. Ἐγὼ δὲ πάντας τοὺς ἀνθισταμένους τῇ ἀληθείᾳ σου, Κύριε, ἐμίσησα. 43. Καὶ ἐπὶ τοῖς ἀπειθοῦσιν εξετηκόμην ἀπὸ τοῦ ζήλου. Καὶ ἄλλως δὲ νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος· καὶ ἐπὶ ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσι διὰ τῆς νηστείας καὶ ἐγκρατείας. 44. Οὔτε προσηγόρευον τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεώς σου. 45. Οὕτως ἐβδελυσσόμην αὐτοὺς, ὡς ἐπισυστῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ' ἐμὲ, εἰς τὸ φονεῦσαι με. 46. Ἐπίσκεψαι τὴν καρδίαν μου, καὶ πρόσχες, εἰ εἰς πάντα ἐπακούει σου. 47. Ανάκρινον τὴν καρδίαν μου, καὶ ἐπίγνωθι τὰς ἐνθυμήσεις μου. 48. Καὶ ἐὰν εὕρῃς ἐν ἐμοὶ ἐπιθυμίαν πονηρὰν, φυγάδευσον αὐτὴν τῇ χάριτί σου. 49. Καὶ ὁδήγησόν με ἐν τῇ αἰωνίῳ ζωῇ. Πολεμοῦντες με. Απειθοῦσι τοῖς προστάγμασί σου ἐξετηκόμην, δὲ νοητέον τὸν αὐτὸν στίχον· καί, Αιωνίᾳ,
36. Εξαριθμήσομαι αὐτοὺς, καὶ ὑπὲρ ἄμμον πληθυνθήσονται·
57. Εξηγέρθην, καὶ ἔτι εἰμὶ μετὰ σοῦ.
58. Ἐὰν ἀποκτείνης ἁμαρτωλούς, ὁ Θεός·
59. "Ανδρες αἱμάτων, ἐκκλίνατε ἀπ' ἐμοῦ·
40. Ὅτι ἐρισταί ἐστε εἰς διαλογισμούς·
41. Λήψονται εἰς ματαιότητα τὰς πόλεις [σου].
42. Οὐχὶ τοὺς μισοῦντάς σε, Κύριε, ἐμίσησα;
45. Καὶ ἐπὶ τοὺς ἐχθρούς σου [ τοῖς ἐχθροῖς σου
ἐξετηκόμην;
44. Τέλειον μίσος ἐμίσουν αὐτούς·
45. Εἰς ἐχθροὺς ἐγένοντό μοι.
46. Δοκίμασόν με, ὁ Θεὸς, καὶ γνῶθι τὴν καρδίαν
μου '
47. Ἔτασόν με, καὶ γνῶθι τὰς τρίβους μου.
48. Καὶ ἴδε, εἰ ὁδὸς [εἰ ἔστιν ὁδὸς] ἀνομίας ἐν ἐκοί·
49. Καὶ ὁδήγησόν με ἐν ὁδῷ αἰωνίᾳ.
PSAL CXXX VIII.
36. Dinumerabo cos, et super arenam multipli
cabuntur:
37. Exsurrexi, et adhuc sum tecum.
38. Si occideris, Deus, peccatores:
39. Viri sanguirum, declinate a me:
40. Quia contentiosi estis in cogitationibus:
41. Accipient in vanitate civitates [tuas].
42. Nonne qui oderunt te, Domine, oderam?
43. Et super inimicos tuos tabescebam?
44. Perfecto odio oderam illos
45. Inimici facti sunt mihi.
46. Proba me, Deus, et scito cor meum:'
47. Interroga me, et cognosce semilas meas.
48. Et vide, si via [si est via iniquitatis in me:
49. Et deduc me in via æterna.
86. Δώδεκά εἰσι, καὶ τὸν κόσμον ὅλον διὰ τοῦ λόγου
αὐτῶν περιποιήσονται εἰς υἱοὺς καὶ θυνατέρας.
37. Εζωοποιήθην διὰ τοῦ βαπτίσματος, καὶ ἀδιαλείπτως ἔσομαι μετὰ σοῦ.
33. Ἐὰν θανατώσῃςταύ τας τὰς ἐναντίας δυνάμεις,
ὁ Θεός·
39. Τοῖς δαίμοσι λέγει· Αἱμοπόται μισάνθρωποι,
ἀναχωρήσατε ἀπ' ἐμοῦ·
40. "Οτι ἐνθυμήσεις πονηρὰς ὑποτίθεσθε πολεμοῦντες
41. Αἰχμαλωτίζουσι τας ψυχας τῶν ἀνθρώπων εἰς
μάτην· πάλιν γὰρ ἐπιστρέψουσι πρὸς σέ.
42. Ἐγὼ δὲ πάντας τοὺς ἀνθισταμένους τῇ ἀληθείᾳ
σου, Κύριε, ἐμίσησα.
43. Καὶ ἐπὶ τοῖς ἀπειθοῦσιν εξετηκόμην ἀπὸ
τοῦ ζήλου. Καὶ ἄλλως δὲ νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος· καὶ
ἐπὶ ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσι διὰ τῆς νηστείας καὶ
ἐγκρατείας.
44. Οὔτε προσηγόρευον τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεώς
σου.
45. Οὕτως ἐβδελυσσόμην αὐτοὺς, ὡς ἐπισυστῆναι
αὐτοὺς ἅμα ἐπ' ἐμὲ, εἰς τὸ φονεῦσαι με.
46. Ἐπίσκεψαι τὴν καρδίαν μου, καὶ πρόσχες,
εἰ εἰς πάντα ἐπακούει σου.
47. Ανάκρινον τὴν καρδίαν μου, καὶ ἐπίγνωθι τὰς
ἐνθυμήσεις μου.
48. Καὶ ἐὰν εὕρῃς ἐν ἐμοὶ ἐπιθυμίαν πονηρὰν,
φυγάδευσον αὐτὴν τῇ χάριτί σου.
49. Καὶ ὁδήγησόν με ἐν τῇ αἰωνίῳ ζωῇ.
Πολεμοῦντες με.
56. Duodecim sunt, et totum mundum sermone
suo in filios et filias per adoptionem spiritualem:
acquirent.
37. Baptismo vivificatus sum, et indesinenter ero
tecum.
38. Si morti tradideris, Deus, has contrarias potestates:
39. Damonibus dicit: Sanguipotores osores hom
minum, recedite a me:
40. Quia cogitationes pravas pugnantes subjicitis:
41. Captivas abducent animas hominum in vanitale, rursus enim convertentur ad te.
42. Ego autem omnes adversantes veritati tuæ,
Domine, oderam.
45. Et super inobedientes tibi tabescebam præ
zelo. Aliter autem intelligitur iste versiculus in
hunc modum et super contrarias potestates jejunio et continentia tabescebam.
44. Neque salutabam inimicos fidei tuæ.
45. Ita eos abominatus sum, ut simul ipsi consisterent in me, ut me occiderent.
46. Visita cor meum, et attende, si in omnibus
tibi obtemperet.
47. Dijudica cor meum, et agnosce cogitationes
meas.
48. Et si inveneris in me concupiscentias ma.as,
ejice eas, gratia tua.
49. Et deduc me in vitam æternam.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Απειθοῦσι τοῖς προστάγμασί σου ἐξετηκό
μην, etc., δὲ νοητέον τὸν αὐτὸν στίχον· καί, etc.
"Iva ɛls, etc.
Αιωνίᾳ, etc.
col. 1287–1288page 349 of 376
PG 27:1287Εἰς τὸ τέλος ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΑΘ. 1. Εξελοῦ με, Κύριε, ἐξ ἀνθρώπου πονηροῦ 2. ᾿Απὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ῥῦσαί με. 5. Οἵτινες ἐλογίσαντο ἀδικίαν ἐν καρδίᾳ 4. Ολην τὴν ἡμέραν παρετάσσοντο πολέμους. 5. Ηκόνησαν γλῶσσαν αὐτῶν ὡσεὶ ὄψεως 6. Ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν. 7. Φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ 8. ᾿Απὸ ἀνθρώπων ἀδίκων ἐξελοῦ μετ 9. Οἵτινες διελογίσαντο τοῦ (α; ὑποσκελίσαι τὰ δια βήματά μου. 10. Έκρυψαν ὑπερήφανοι παγίδα μοι 11. Καὶ σχοινίοις διέτειναν παγίδα τοῖς ποσί μου 12. Εχόμενα τρίβου σκάνδαλα ἔθεντό μοι. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Εἰς τὸ τέλος τῷ Δαβὶδ ψαλμός, ὅπερ ερμηνεύεται περὶ τῶν ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων μελλόντων ἔσεσθαι τοῖς ἀνθισταμένοις τῇ ἀληθείᾳ, καὶ περὶ τῆς μισθαποδοσίας τῶν ἁγίων εἴρηται ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστιν τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν. 1. Λύτρωσαι με, Κύριε, ἐκ τῶν ἐχόντων μόρφωσιν μὲν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι 2. Ἀπὸ παντὸς ὁπλιζομένου κατὰ τῆς ἀληθείας 5. Οίτινες τὴν ὑπόκρισιν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς. 4. Αδιαλείπτως ταχινοί εἰσι τοῦ ἐκχέαι αἷμα. 5. Διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἀπατῶσι τὰς ψυχὰς τῶν ἀκάκων, ὥσπερ ὁ ὄφις διὰ τῶν λόγων αὐτ τοῦ Εὐαν ἐξηπάτησεν. 6. Η διδασκαλία αὐτῶν καὶ ἡ νουθεσία θανατηφόρος τυγχάνει, ὡς ὁ ἱὸς τῆς ἀσπίδος. 7. Φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ τῶν τοιούτων, ὅτι χειρ τοῦ διαβόλου ὑπάρχουσιν. 8. ᾿Απὸ ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικία κατεχόντων ἐξελού με. 9. Οἵτινες ἐσκέχαντο πιθανότητας λόγων ἀπὸ τοῦ καταγαγεῖν με ἀπὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως. 10. Συνήγαγον ἑαυτοὺς [ἑαυτοῖς] οἱ τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Θεοῦ ἀνθιστάμενοι λόγους τινὰς ζητημάτων παγιδεῦσαι με θέλοντες. 11. Καὶ πλοκάς τινας τῶν διεστραμμένων αυτ τῶν λόγων προσέεινάν μοι ἐπὶ τὸ λαβέσθαί μου. 12. Καὶ ζητήσεις τινὰς βλαβερὰς καὶ ἀνωφελεῖς προσεβάλοντό μοι. Ἡ διὰ τῆς κινναβάρεως περιέχει, Ηρνημένων. Αληθείας, ῥῦσαί με. Εψεύσαντο πιθανότητάς τινας λόγων, Εν ἑαυτοις, Τινάς διεστραμμένων αὐτῶν λόγων προέτειναν μοι ἐπὶ τὸ λαβέσθαι μοι. Προεβάλοντό μοι.
S. ATHANA SII OPP. PARS III.
In finem: Psalmus David. PSAL. CXXXIX.
1. Eripe me, Domine, ab homine malo:
2. viro iniquo eripe me.
3. Qui cogitaverunt iniquitates in corde:
4. Tota die constituebant prælia.
B. Acuerunt linguas suas sicut serpentis:
6. Venenum aspidum sub labiis eorun.
7. Custodi me, Domine, de manu peccatoris
8. Ab hominibus iniquis eripe me:
9. Qui cogitaverunt supplantare gressus meos.
10. Absconderunt superbi laqueum mihi.
11. Et funibus extenderunt laqueun: pedibus meis:
12. Juxta iter seandala posuerunt mihi.
EXEGETICA.
Εἰς τὸ τέλος ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΑΘ.
1. Εξελοῦ με, Κύριε, ἐξ ἀνθρώπου πονηροῦ·
2. ᾿Απὸ ἀνδρὸς ἀδίκου ῥῦσαί με.
5. Οἵτινες ἐλογίσαντο ἀδικίαν ἐν καρδίᾳ·
4. Ολην τὴν ἡμέραν παρετάσσοντο πολέμους.
5. Ηκόνησαν γλῶσσαν αὐτῶν ὡσεὶ ὄψεως·
6. Ἰὸς ἀσπίδων ὑπὸ τὰ χείλη αὐτῶν.
7. Φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ χειρὸς ἁμαρτωλοῦ·
8. ᾿Απὸ ἀνθρώπων ἀδίκων ἐξελοῦ μετ
9. Οἵτινες διελογίσαντο τοῦ (α; ὑποσκελίσαι τὰ διαβήματά μου.
10. Έκρυψαν ὑπερήφανοι παγίδα μοι·
11. Καὶ σχοινίοις διέτειναν παγίδα τοῖς ποσί μου12. Εχόμενα τρίβου σκάνδαλα ἔθεντό μοι.
(a) Vers. 3. Omnes, etc. † 4. Qui, etc., et sic deinceps, h. e. vers. in cod. Vat. sunt n. 8.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Εἰς τὸ τέλος τῷ Δαβὶδ ψαλμός, ὅπερ ερμηνεύεται περὶ τῶν ἐπὶ
συντελείᾳ τῶν αἰώνων μελλόντων ἔσεσθαι τοῖς ἀνθισταμένοις τῇ ἀληθείᾳ, καὶ περὶ τῆς μισθαποδοσίας τῶν
ἁγίων εἴρηται ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ, τουτέστιν τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ, ὡς
πολλάκις εἰρήκαμεν.
Titulus præpositus continet: In finem psalmus David, quod interpretatur de iis, quæ in fine sæculorin futura sunt illis, qui resistunt veritati, et de retributione sanctorum: dictus est psalmus manu ſorti,
hoc est Dei Filio, ita enim interpretatur David, ut pluries diximus.
1. Libera me, Domine, ab iis, qui speciem quidem habent pietatis, ejus autem denegant virtutem.
2. Ab omni viro, qui armatus est contra veritatem.
3. Qui simulationem habent in se ipsis.
4. Semper festini sunt ad fundendum sanguinem.
5. Decipiunt bonis in speciem sermonibus, et
fctis laudibus animas simplicium, quemadmodum
serpens sermonibus suis Evam decepit.
6. Doctrina eorum, et admonitio mortifera est,
veluti venenum aspidis.
7. Ab hujusmodi hominibus custodi me, Domine, quoniam manus diaboli sunt.
8. Eripe me ab hominibus detinentibus veritatem
in injustitia *.
9. Qui meditati sunt persuasibiles sermones ad
deducendum me a Christi fide.
10. Congregaverunt sibi ipsis, qui Dei veritati
resistunt, sermones quosdam captiosos, volentes
me illaqueare.
11. Et nexus quosdam eorum, qui in sermone
suo perversi sunt, ad comprehendendum me tetenderunt mihi.
12. Εt quæstiones quasdam noxias, et inutiles
injecerunt mihi.
• Rom. 1 18.
1. Λύτρωσαι με, Κύριε, ἐκ τῶν ἐχόντων μόρφωσιν
μὲν εὐσεβείας, τὴν δὲ δύναμιν αὐτῆς ἠρνημένοι
2. Ἀπὸ παντὸς ὁπλιζομένου κατὰ τῆς ἀληθείας
5. Οίτινες τὴν ὑπόκρισιν ἔχουσιν ἐν ἑαυτοῖς.
4. Αδιαλείπτως ταχινοί εἰσι τοῦ ἐκχέαι αἷμα.
5. Διὰ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογίας ἀπατῶσι τὰς
ψυχὰς τῶν ἀκάκων, ὥσπερ ὁ ὄφις διὰ τῶν λόγων αὐτ
τοῦ Εὐαν ἐξηπάτησεν.
6. Η διδασκαλία αὐτῶν καὶ ἡ νουθεσία θανατηφό
ρος τυγχάνει, ὡς ὁ ἱὸς τῆς ἀσπίδος.
7. Φύλαξόν με, Κύριε, ἐκ τῶν τοιούτων, ὅτι χειρ
τοῦ διαβόλου ὑπάρχουσιν.
8. ᾿Απὸ ἀνθρώπων τῶν τὴν ἀλήθειαν ἐν ἀδικία
κατεχόντων ἐξελού με.
9. Οἵτινες ἐσκέχαντο πιθανότητας λόγων ἀπὸ
τοῦ καταγαγεῖν με ἀπὸ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως.
10. Συνήγαγον ἑαυτοὺς [ἑαυτοῖς] οἱ τῇ ἀληθείᾳ
τοῦ Θεοῦ ἀνθιστάμενοι λόγους τινὰς ζητημάτων παγιδεῦσαί με θέλοντες.
11. Καὶ πλοκάς τινας τῶν διεστραμμένων αυτ
τῶν λόγων προσέεινάν μοι ἐπὶ τὸ λαβέσθαί μου.
12. Καὶ ζητήσεις τινὰς βλαβερὰς καὶ ἀνωφελεῖς
προσεβάλοντό μοι.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναβάρεως περιέχει, etc.
Ηρνημένων.
Αληθείας, ῥῦσαί με.
Εψεύσαντο πιθανότητάς τινας λόγων, etc.
Εν ἑαυτοις, etc.
Τινάς διεστραμμένων αὐτῶν λόγων προέτειναν
μοι ἐπὶ τὸ λαβέσθαι μοι.
Προεβάλοντό μοι.
col. 1289–1290page 350 of 376
PG 27:128913. Εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εί σύ. 14. Ενώτισαι, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου. 15. Κύριε, Κύριε, δύναμις τῆς σωτηρίας μου, 16. Ἐπεσκίασας ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ που λέμου. 17. Μὴ παραδῷς με (α), Κύριε, ἀπὸ τῆς ἐπιθυμίας μου ἁμαρτωλῷ. 18. Διελογίσαντο κατ' ἐμοῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς με, μήποτε ὑψωθῶσιν. 19. Η κεφαλὴ τοῦ κυκλώματος αὐτῶν. 20. Κόπος τῶν χειλέων αὐτῶν καλύψει αὐτούς 21. Πεσοῦνται ἐπ' αὐτοὺς ἄνθρακες 22. Ἐν πυρὶ καταβαλεῖς αὐτούς [ἐν τῇ γῇ]. 23. Εν ταλαιπωρίαις, καὶ οὐ μὴ ὑποστῶσιν. 24. 'Ανὴρ γλωσσώδης οὐ κατευθυνθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς 25. Ανδρα ἄδικον κακὰ θηρεύσει θηρεύσῃ] εἰς διαφθοράν. 26. Έγνων, ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν κρίσιν τῶν πτωχῶν, (α) Με 13, 14. Ἐγὼ δὲ εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εἶ σὺ ὁ σταυρωθείς· ἄκουσον, Κύριε, τοῦ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. 15. Κύριε, Κύριε, τὰ παθήματά σου εἰσὶν εἰς σω τηρίαν μου. 16. Κατέπεμψας τὴν χάριν σου φρουρεῖν τὴν καρ δίαν μου ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀντιθέσεως τῆς ψευδωνύμου αὐτῶν συνέσεως 17. Μὴ συγχωρήσῃς, Κύριε, τῷ διαβόλῳ ἀποστῆσαι με τῆς πίστεώς σου· αὕτη γὰρ ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία μου. 48. Εσκεψαντό τινας εξερευνήσεις κατ' ἐμοῦ πρὸς τὸ ἀπατῆσαί με· μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου, μήποτε καυχήσωνται, ὡς ἠδικήσαντο. 19. Τὸ φρόνημα τῆς καρδίας αὐτῶν ἀσθενὲς ὑπάρ χει 20. Ασθενῆσαι ποίησαι καὶ τοὺς λόγους τῆς σου φίας αὐτῶν, καὶ πεσοῦντε [ἐπιπεσοῦνται] ἅμα αὐτῶν. 21. Οἱ γὰρ λόγοι τῆς χάριτος οὓς λαλήσω πρὸς αὐτοὺς, ὡς ἄνθρακες [σου] ἐπιπεσοῦνται ἐπ' αὐτούς. 22. Καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ νεκρώσεις αὐτούς. 23. Ἐν ταῖς ταλαιπωρίαις τῶν σεσοφισμένων αὐτῶν λόγων οὐ μὴ δυνηθῶσιν ἀντιστῆναι πρὸς σὲ τὴν ἀλή θειαν 24. Ανδριζόμενος κατὰ σοῦ, καὶ λαλῶν διεστραμμένως οὐκ εἰσελεύσεται εἰς ἄνω Ἱερουσαλήμ. 25. "Ανδρα ανθιστάμενον τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ αἱ λοιπαὶ ἁμαρτίαι περικυκλώσουσι, φυλάττουσαι αὐτὸν εἰς ἀπώλειαν. 26. Οἶδα, ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἁγίων αὐτοῦ. Ν. 15, Εγώ, 14, "Ακουσον τοῦ στεναγμοῦ, Γενέσεως συνέσεως. ᾿Απ' ἐμοῦ· μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου ἀπ' ἐμοῦ, ὡς ήδη νικήσαντες. Ὑπάρχον. Ποιήσει, ἅμα σὺν αὐτοῖς. Χάριτός σου, Πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Διεστραμμένα, εἰς τὴν ἄνω,
13. Εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εί σύ.
14. Ενώτισαι, Κύριε, τὴν φωνὴν τῆς δεήσεώς μου.
15. Κύριε, Κύριε, δύναμις τῆς σωτηρίας μου,
16. Ἐπεσκίασας ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου ἐν ἡμέρᾳ που
λέμου.
17. Μὴ παραδῷς με (α), Κύριε, ἀπὸ τῆς ἐπιθυ
μίας μου ἁμαρτωλῷ.
18. Διελογίσαντο κατ' ἐμοῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς με,
μήποτε ὑψωθῶσιν.
19. Η κεφαλὴ τοῦ κυκλώματος αὐτῶν.
20. Κόπος τῶν χειλέων αὐτῶν καλύψει αὐτούς·
21. Πεσοῦνται ἐπ' αὐτοὺς ἄνθρακες
22. Ἐν πυρὶ καταβαλεῖς αὐτούς [ἐν τῇ γῇ].
23. Εν ταλαιπωρίαις, καὶ οὐ μὴ ὑποστῶσιν.
24. 'Ανὴρ γλωσσώδης οὐ κατευθυνθήσεται ἐπὶ τῆς
γῆς
25. Ανδρα ἄδικον κακὰ θηρεύσει θηρεύσῃ] εἰς
διαφθοράν.
26. Έγνων, ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν κρίσιν τῶν
πτωχῶν,
(α) Με deest.
PSAL. CXXXIX.
13. Dixi Domino: Deus meus es tu.
14. Exaudi, Domine, vocem deprecationis meæ.
15. Domine, Domine, virtus salutis meæ,
16. Obumbrasti super caput meum in die belli.
17. Ne tradas me, Domine, a desiderio meo peccatori.
18. Cogitaverunt contra me, ne dereunquas me,
ne forte exaltentur.
19. Caput circuitus eorum.
20. Labor labiorum ipsorum operiet eos:
21. Cadent super eus carbones:
22. In ignem dejicies eos [in terra].
23. In miseriis non subsistent.
24. Vir linguosus non dirigetur in terra:
25. Virum injustum mala capient in interitu.
26. Cognovi, quia faciet Dominus judicium inopum,
13, 14. Ἐγὼ δὲ εἶπα τῷ Κυρίῳ· Θεός μου εἶ
σὺ ὁ σταυρωθείς· ἄκουσον, Κύριε, τοῦ στεναγμοῦ τῆς
καρδίας μου.
15. Κύριε, Κύριε, τὰ παθήματά σου εἰσὶν εἰς σω
τηρίαν μου.
16. Κατέπεμψας τὴν χάριν σου φρουρεῖν τὴν καρ
δίαν μου ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀντιθέσεως τῆς ψευδωνύμου
αὐτῶν συνέσεως
17. Μὴ συγχωρήσῃς, Κύριε, τῷ διαβόλῳ ἀποστῆ
σαί με τῆς πίστεώς σου· αὕτη γὰρ ὑπάρχει ἡ ἐπιθυ
μία μου.
48. Εσκεψαντό τινας εξερευνήσεις κατ' ἐμοῦ
πρὸς τὸ ἀπατῆσαί με· μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου,
μήποτε καυχήσωνται, ὡς ἠδικήσαντο.
19. Τὸ φρόνημα τῆς καρδίας αὐτῶν ἀσθενὲς ὑπάρ
χει
20. Ασθενῆσαι ποίησαι καὶ τοὺς λόγους τῆς σου
φίας αὐτῶν, καὶ πεσοῦντε [ἐπιπεσοῦνται] ἅμα αὐτῶν.
13, 14. Ego autem dixi Domino: Deus meus es
tu, qui crucifixus es; audi, Domine, gemitum cordis mei.
15. Domine, Domine, passiones tuæ sunt in meam
salutem.
16. Misisti gratiam tuam ad custodiendum cor
in tempore oppositionis falsæ
meum
eorum
scientia.
17. Ne permittas, Domine, diabolo, ut me avertat a fide tua, quoniam ipsa est desiderium meum.
21. Οἱ γὰρ λόγοι τῆς χάριτος οὓς λαλήσω πρὸς
αὐτοὺς, ὡς ἄνθρακες [σου] ἐπιπεσοῦνται ἐπ' αὐτούς.
22. Καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίῳ νεκρώσεις αὐτούς.
23. Ἐν ταῖς ταλαιπωρίαις τῶν σεσοφισμένων αὐτῶν
λόγων οὐ μὴ δυνηθῶσιν ἀντιστῆναι πρὸς σὲ τὴν ἀλή
θειαν
24. Ανδριζόμενος κατὰ σοῦ, καὶ λαλῶν διεστραμ
μένως οὐκ εἰσελεύσεται εἰς ἄνω Ἱερουσαλήμ.
25. "Ανδρα ανθιστάμενον τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ
αἱ λοιπαὶ ἁμαρτίαι περικυκλώσουσι, φυλάττουσαι
αὐτὸν εἰς ἀπώλειαν.
26. Οἶδα, ὅτι ποιήσει Κύριος τὴν ἐκδίκησιν τῶν
ἁγίων αὐτοῦ.
18. Meditati sunt adinventiones quasdam contra
me, ut me deciperent; ne auferas a me gratiam
tuam, nequando glorientur, quod me inique oppresserunt.
19. Sensus cordis eorum infirmus est.
20. Infirmos effice etiam sermones sapientiæ eorum, et una cum ipsis concident.
21. Sermones enim gratiæ, quos loquar ad ipsos,
veluti carbones cadent super eos.
22. Εt Spiritu sancto tuo occides eos.
23. In miseriis sermonum suorum, quos excogitaverunt, non potuerunt resistere veritati tuæ.
24. Obstinatus contra te, et perverse loquens non
ingredietur in supernam Jerusalem.
23. Hominem resistentem divinæ veritati et reli
qua peccata circumdabunt, quæ custodient eum in
interitum.
26. Novi, quod faciet Dominus vindictam sanctorum suorum.
Addenda et corrigenda
Ν. 15, Εγώ, etc. N. 14, "Ακουσον τοῦ στεναγμοῦ, etc.
Γενέσεως leg. videtur συνέσεως.
᾿Απ' ἐμοῦ· μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου ἀπ'
ἐμοῦ, etc., ὡς ήδη νικήσαντες.
PATROL, GR. XXVII.
ex cod. Vatic.
Ὑπάρχον.
Ποιήσει, etc., ἅμα σὺν αὐτοῖς.
Χάριτός σου, etc.
Πρὸς τὴν ἀλήθειαν.
Διεστραμμένα, etc., εἰς τὴν ἄνω, etc.
col. 1291–1292page 351 of 376
PG 27:129127. Καὶ τὴν δίκην τῶν πενήτων. 28. Πλὴν δίκαιοι ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου 29. Καὶ κατοικήσουσιν εὐθεῖς σὺν τῷ προσώπου σου. Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΜ. 1. Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σὲ, εἰσάκουσόν μου 2. Πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου, 5. Ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ. 4. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ὡς θυμιαμα ἐνώπιόν σου 5. Επαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή. 6. Θου, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου 7. Καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου. 8. Μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας, 27. Καὶ τὴν ἐκδίκησιν τῶν καταπονουμένων νῦν διὰ τὴν εἰς Χριστὸν ἐλπίδα. 28. Πλὴν γὰρ αὐτῶν τῶν ἁγίων ουσεις ετερος τῶν ἀδίκων ἐστὶν ὁ δοξάζων σε. 29. Καὶ οὕτως πάντοτε έσονται οἱ ἅγιοι σου χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ θεωροῦντες τὴν δόξαν σου, καὶ ἀπαύστως ὑμνοῦντές σε. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει (2*)· Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο γὰρ, ὡς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρήκαμεν, τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα· καὶ ἄλλας δὲ ἑρμηνείας ἔχει τὸ αὐτὸ ὄνομα· ἐνταῦθα τοῦτο ἑρμηνεύεται, ὡς προγέγραπται. σέ, 1. Κύριε, ἐν ὀδύνῃ τῆς καρδίας μου ἀνεβόησα πρὸς εἰσάκουσόν μου. 2. Πρόσχες τῷ πόνῳ τῆς καρδίας μου, 5. Ἐν τῷ στένειν αὐτὴν πρὸς σέ. 4. Ανειμησαμένη ['Ανιμησαμένη] ἡ χάρις σου τὴν προσευχήν μου, καὶ ἡδέως ἑλκύσασα πρὸς ἑαυ τὴν, ὡς θυμίαμα κατέχει παρ' ἑαυτῇ. 5. Ἡ ἀναβόησις τῆς καρδίας μου οὕτως εὐρεθῇ ἐνώπιόν σου, ὡς ἡ θυσία, ἣν ἀναπέμπουσιν οἱ ἅγιοι ἄγγελοί σου ἐπιστρέφοντες πρὸς σὲ ἀπὸ τῆς διακονίας τῶν μελλόντων κληρονομεῖν σωτηρίαν. 6, 7. Ασφάλισαι, Κύριε, τὸ στόμα μου, καὶ τὴν χάριν σου δός μοι περὶ τὰ χείλη μου, ἵνα μὴ ἐκπορεύηται ἐκ τοῦ στόματός μου λόγος σαπρὸς, καὶ ὑπὲρ ἀργοῦ λόγου εὑρεθῶ λόγον διδοὺς, ἀλλὰ μᾶλλον εἴ τι πρὸς οἰκοδομὴν τῶν ἀκουόντων ἵνα λέγω, καὶ πλη ρωθῇ ἐν ἐμοὶ τὸ Διήνοιξε το στόμα αὐτοῦ. 8. Με συγχωρήσῃς τὴν καρδίαν μου δοῦναι ἑαυτὴν εἰς λόγους ὑποκρίσεως, Εσονται σὺν σοὶ οἱ, Τὸ διά ψαλμα οὖν ἑρμηνεύεται ἀεί· εἰς ὃν οὖν στίχον κεῖται σημαίνει το λεγόμενον ῥητὸν ὑπὸ τοῦ στίχου, ὅτι τοῦτο τὸ λεγόμενον ἐν τῷ στίχῳ ἐστίν· ἀεὶ, εἴτε ἀγα ψόν ἐστιν ὁ λέγει ὁ στίχος, εἴτε φαῦλον. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ ἕως οὗ εἰς) ἂν κεῖται τὸ διάψαλμα, σημαίνει, ὅτι περὶ ἄλλου λέγει ὁ ψαλμός προσώπου, καὶ οὐχὶ περὶ οὗ ἔλεγεν ἕως τοῦ διαψάλματος. Αὕτη οὖν ἡ διήγησις περὶ τοῦ διαψάλματος. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, ἑρμη νεύεται τὸ τοῦ Δαβὶὸ ὄνομα, ἔχει τὸ τοῦ Δαβιδ ὄνομα· ὅμως ἐνταῦθα τοῦτο ἑρμηνεύεται, δ γέγραπται. Ανισαμένη" ἀνισταμένη, κατά σχη, 'Ανάβασις, Πᾶς λόγος, εἴτε προς οἰκοδομήν, ἐν ἐμοὶ τὸ, Ανοιγε στόμα σὸν λόγῳ Θεοῦ.
S. ATHANASI OPP. PARS III
27. Εt vindictam pauperum.
28. Verumtamen justi confitebuntur nomini tuo:
29. Et habitabunt recti cum vultu tuo.
Psalmus David, PSAL. CXL.
1. Domine, clamavi ad te, exaudi me:
2. Intende voci deprecationis meæ,
3. Cum clamavero ad te.
4. Dirigatur oratio mea sicut incensum in conspeetu tuo:
5. Elevatio manuum mearum sacrificium vesper
Linum.
6. Pone, Domine, custodiam ori meo:
7. Et ostium circumstantiæ circa labia mea.
8. Non declines cor meum, in verba malitiæ,
EXEGETICA.
27. Καὶ τὴν δίκην τῶν πενήτων.
28. Πλὴν δίκαιοι ἐξομολογήσονται τῷ ὀνόματί σου
29. Καὶ κατοικήσουσιν εὐθεῖς σὺν τῷ προσώπου σου.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΜ.
1. Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς σὲ, εἰσάκουσόν μου·
2. Πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου,
5. Ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.
4. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ὡς θυμιαμα
ἐνώπιόν σου·
5. Επαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή.
6. Θου, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου·
7. Καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου.
8. Μὴ ἐκκλίνῃς τὴν καρδίαν μου εἰς λόγους πονηρίας,
27. Εt vindictam eorum, qui nunc laboribus oppressi sunt propter spem in Christum.
28. Etenim præter ipsos sanctos nullus est alius
injustorum, qui te glorificet.
29. Et ita semper erunt sancti tui gaudio ineffabili videntes gloriam tuam, et incessanter laudantes te.
27. Καὶ τὴν ἐκδίκησιν τῶν καταπονουμένων νῦν διὰ
τὴν εἰς Χριστὸν ἐλπίδα.
28. Πλὴν γὰρ αὐτῶν τῶν ἁγίων ουσεις ετερος τῶν
ἀδίκων ἐστὶν ὁ δοξάζων σε.
29. Καὶ οὕτως πάντοτε έσονται οἱ ἅγιοι σου
χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ θεωροῦντες τὴν δόξαν σου, καὶ
ἀπαύστως ὑμνοῦντές σε.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει (2*)· Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὅπερ ἑρμηνεύεται ψαλμὸς τῷ ἱκανῷ τῇ χειρὶ
τουτέστι τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο γὰρ, ὡς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἰρήκαμεν, τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα· καὶ ἄλλας δὲ
ἑρμηνείας ἔχει τὸ αὐτὸ ὄνομα· ἐνταῦθα τοῦτο ἑρμηνεύεται, ὡς προγέγραπται.
Titulus præpositus continet: Psalmus David, quod interpretatur, psalmus mam forti, nempe Dei Filio;
hoc enim, ut supra diximus, David nomen significat; alias etiam significationes habet hoc nomen; hic
ita interpretatur, ut modo scriptum est.
1. Domine, in dolore curdis mei clamavi ad te,
erandi mc.
2. Intende labori cordis mei,
5. Cum illud ingemuerit ad te.
4. Sursum elevans gratia tua orationem meam,
et suaviter trahens ad seipsam, ut incensum delireat apud se.
5. Exclamatio cordis mei ita inveniatur coram
te veluti sacrificium, quod offerunt sancti angeli
tui convertentes se ad te a ministerio eorum qui
hæredes futuri sunt salutis.
6, 7. Muni, Domine, os meu:n, et gratiam tuam
mihi circum labia mea, ne prodeat ex ore meo sermo impurus, et de verbo otioso rationem reddere
debeam, sed potius si quid est ad ædificationem
audientium, ut id loquar, et impleatur in me illud:
Aperuit os suum,
etc.
8. Ne permittas cor meum, ut se tradat in verba
simulationis,
σέ,
1. Κύριε, ἐν ὀδύνῃ τῆς καρδίας μου ἀνεβόησα πρὸς
εἰσάκουσόν μου.
2. Πρόσχες τῷ πόνῳ τῆς καρδίας μου,
5. Ἐν τῷ στένειν αὐτὴν πρὸς σέ.
4. Ανειμησαμένη ['Ανιμησαμένη] ἡ χάρις σου
τὴν προσευχήν μου, καὶ ἡδέως ἑλκύσασα πρὸς ἑαυ
τὴν, ὡς θυμίαμα κατέχει παρ' ἑαυτῇ.
5. Ἡ ἀναβόησις τῆς καρδίας μου οὕτως εὐρεθῇ
ἐνώπιόν σου, ὡς ἡ θυσία, ἣν ἀναπέμπουσιν οἱ ἅγιοι
ἄγγελοί σου ἐπιστρέφοντες πρὸς σὲ ἀπὸ τῆς διακονίας
τῶν μελλόντων κληρονομεῖν σωτηρίαν.
6, 7. Ασφάλισαι, Κύριε, τὸ στόμα μου, καὶ τὴν
χάριν σου δός μοι περὶ τὰ χείλη μου, ἵνα μὴ ἐκπορεύηται ἐκ τοῦ στόματός μου λόγος σαπρὸς, καὶ ὑπὲρ
ἀργοῦ λόγου εὑρεθῶ λόγον διδοὺς, ἀλλὰ μᾶλλον εἴ τι
πρὸς οἰκοδομὴν τῶν ἀκουόντων ἵνα λέγω, καὶ πληρωθῇ ἐν ἐμοὶ τὸ Διήνοιξε το στόμα αὐτοῦ.
8. Με συγχωρήσῃς τὴν καρδίαν μου δοῦναι ἑαυτὴν
εἰς λόγους ὑποκρίσεως,
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Εσονται σὺν σοὶ οἱ, etc.
Ante titulum seu inscriptionem psal. CXL
legitur hujusmodi adnotatio de Diapsalmate, quæ
exstat etiam post tertium psalmum, supra: Τὸ διάψαλμα οὖν ἑρμηνεύεται ἀεί· εἰς ὃν οὖν στίχον κεῖται
σημαίνει το λεγόμενον ῥητὸν ὑπὸ τοῦ στίχου, ὅτι
τοῦτο τὸ λεγόμενον ἐν τῷ στίχῳ ἐστίν· ἀεὶ, εἴτε ἀγαψόν ἐστιν ὁ λέγει ὁ στίχος, εἴτε φαῦλον. Οὐ μόνον δὲ
τοῦτο, ἀλλὰ ἕως οὗ (leg. εἰς) ἂν κεῖται τὸ διάψαλμα,
σημαίνει, ὅτι περὶ ἄλλου λέγει ὁ ψαλμός προσώπου,
καὶ οὐχὶ περὶ οὗ ἔλεγεν ἕως τοῦ διαψάλματος. Αὕτη
οὖν ἡ διήγησις περὶ τοῦ διαψάλματος.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., ἑρμη
νεύεται τὸ τοῦ Δαβὶὸ ὄνομα, etc., ἔχει τὸ τοῦ Δαβιδ
ὄνομα· ὅμως ἐνταῦθα τοῦτο ἑρμηνεύεται, δ γέγρα
πται.
Ανισαμένη" forte leg. ἀνισταμένη, etc.. κατάσχη, etc.
'Ανάβασις, etc.
Πᾶς λόγος, etc., εἴτε προς οἰκοδομήν, etc., ἐν
ἐμοὶ τὸ, Ανοιγε στόμα σὸν λόγῳ Θεοῦ.
col. 1293–1294page 352 of 376
PG 27:12939. Τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, 10. Σὺν ἀνθρώποις ἐργαζομένοις τὴν ἀνομίαν 11. Καὶ οὐ μὴ συνδυάσω μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτῶν. 12. Παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με 15. Ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κε φαλήν μου 14. Οτι ἔτι καὶ ἡ προσευχή μου ἐν ταῖς εὐδοκίαις αὐτῶν. 15. Κατεπόθησαν εχόμενα πέτρας οἱ κριταὶ αὐτῶν 16. 'Ακούσονται τὰ ῥήματά μου, ὅτι ἠδυνήθησαν. 47. ὡσεὶ πάχος γῆς ἐῤῥάγη ἐπὶ τῆς γῆς 18. Διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτῶν παρὰ τὸν ἅδην. 19. Ὅτι πρὸς σὲ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου, 20. Ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν ψυχήν μου. 21. Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι, 22. Καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνο μίαν. 25. Πεσοῦνται ἐν ἀμφιβληστρῳ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί 9. Τοῦ συντιθεῖν τινας ἀφορμὰς ἔθελον εὐλό γους 10. Μετὰ ἀνθρώπων τῶν μὴ πειθομένων τῷ νόμῳ σου, ἀλλ᾽ ἀφόβως ἑαυτοὺς ποιμαινόντων 11. Καὶ οὐ μὴ σύνθομαι τὴν διδασκαλίαν τῶν ἱερέων αὐτῶν. 12. Παιδεύσει με πᾶς ποιῶν τὴν δικαιοσύνην, καὶ λαλῶν ἀλήθειαν ἐν σπλάγχνοις Χριστοῦ, καὶ ἐπιπλήξει μοι. 13. Ἡ δὲ ἀγάπη, καὶ ἡ κολακία τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας μὴ πλησιάσει τῇ διανοίᾳ μου. 14. "Οτι διὰ πάντων τοῦτο προσεύχομαι, τὸ τοῖς ἴχνεσι τῶν ἁγίων ἀκολουθῆναι. 15. Ανηλώθησαν καταλειφθέντες ὑπὸ τῶν ἁγίων οἱ ἄρχοντες τῶν ἀσεβῶν. 16. Ἰσχύσει ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, καὶ πληρωθήτω ἅπερ ᾐτησάμην σε. 17. Εἶδον τὸν Σατανᾶν πεσόντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ συντριβέντα ὡσεὶ βόλιν γῆς. 18. Πᾶσα ἡ ἰσχὺς αὐτῶν διεφθάρη ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τοῦ θανάτου. 19. Ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας μου ἀνατεταγμένοι ὑπάρχουσιν. 20. Ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου τὴν συνιστῶσαν τὴν ψυχήν μου. 21. Φύλαξόν με ἀπὸ πάσης αὐτῶν διδασκαλίας να μιζόμενον ἔχειν τινὰ τροφὴν τῇ ψυχῇ, ἐν ἑαυτῇ οὔτης δὲ συλλήψεως εἰς θάνατον. 22. Καὶ ἀπὸ τῶν δαιμόνων τῶν ὑποτιθέντων μου τὰς ἡδονὰς τοῦ βίου. 23. Συλληφθῶσιν ἐν ταῖς ἁπάταις τοῦ βίου οι ἐν τῷ πελάγει αὐτοῦ διάγοντες. Ἐθέλω εὐλόγους. Συνθώμαι τῇ διδασκαλίᾳ τῶν, Η Ὅτι δεῖ, καὶ διαπαντὸς τοῦτο, ἐξακολουθεῖν τῶν ἁγίων. ᾿Ανήλθοσαν, ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄρχοντες, Ισχύει ή, Βόλος, Νομιζομένης, Ταῖς συνερραμμέναις ἀπάταις,
9. Τοῦ προφασίζεσθαι προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις,
10. Σὺν ἀνθρώποις ἐργαζομένοις τὴν ἀνομίαν·
11. Καὶ οὐ μὴ συνδυάσω μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτῶν.
12. Παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει, καὶ ἐλέγξει με·
15. Ἔλαιον δὲ ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου·
14. Οτι ἔτι καὶ ἡ προσευχή μου ἐν ταῖς εὐδοκίαις
αὐτῶν.
15. Κατεπόθησαν εχόμενα πέτρας οἱ κριταὶ αὐτῶν·
16. 'Ακούσονται τὰ ῥήματά μου, ὅτι ἠδυνήθησαν.
47. ὡσεὶ πάχος γῆς ἐῤῥάγη ἐπὶ τῆς γῆς·
18. Διεσκορπίσθη τὰ ὀστᾶ αὐτῶν παρὰ τὸν ἅδην.
19. Ὅτι πρὸς σὲ, Κύριε, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοί μου,
20. Ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν ψυχήν μου.
21. Φύλαξόν με ἀπὸ παγίδος, ἧς συνεστήσαντό μοι,
22. Καὶ ἀπὸ σκανδάλων τῶν ἐργαζομένων τὴν ἀνομίαν.
25. Πεσοῦνται ἐν ἀμφιβληστρῳ αὐτῶν οἱ ἁμαρτωλοί·
PSAL. CXL.
9. Ad excusandas excusationes in peccatis,
10. Cum hominibus operantibus iniquitatem:
11. Et non communicabo cum electis eorum.
12. Corripiet me justus in misericordia, et increpabit me:
13. Oleum autem peccatoris non impinguet caput
meum:
14. Quoniam adhuc et oratio mea in beneplacitis
eorum.
15. Absorpti sunt juncti petra judices lorum:
16. Audient verba mea, quoniam potuerunt.
17. Sicut crassitudo terra disrupta est super terram:
18. Dissipata sunt ossa nostra secus infernum.
19. Quia ad te, Domine, Domine, oculi mei,
20. In te speravi, non auferas animam meam.
21. Custodi me a laqueo, quem statuerunt mihi,
22. Et a scandalis operantium iniquitatem.
23. Cadent in retiaculo ejus peccatores:
9. Τοῦ συντιθεῖν τινας ἀφορμὰς ἔθελον εὐλό
γους
10. Μετὰ ἀνθρώπων τῶν μὴ πειθομένων τῷ νόμῳ
σου, ἀλλ᾽ ἀφόβως ἑαυτοὺς ποιμαινόντων·
11. Καὶ οὐ μὴ σύνθομαι τὴν διδασκαλίαν τῶν
ἱερέων αὐτῶν.
12. Παιδεύσει με πᾶς ποιῶν τὴν δικαιοσύνην, καὶ
λαλῶν ἀλήθειαν ἐν σπλάγχνοις Χριστοῦ, καὶ ἐπιπλήξει μοι.
13. Ἡ δὲ ἀγάπη, καὶ ἡ κολακία τῶν ἐχθρῶν
τῆς ἀληθείας μὴ πλησιάσει τῇ διανοίᾳ μου.
14. "Οτι διὰ πάντων τοῦτο προσεύχομαι, τὸ τοῖς
ἴχνεσι τῶν ἁγίων ἀκολουθῆναι.
15. Ανηλώθησαν καταλειφθέντες ὑπὸ τῶν
ἁγίων οἱ ἄρχοντες τῶν ἀσεβῶν.
16. Ἰσχύσει ἡ δέησίς μου ἐνώπιόν σου, καὶ
πληρωθήτω ἅπερ ᾐτησάμην σε.
17. Εἶδον τὸν Σατανᾶν πεσόντα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ συντριβέντα ὡσεὶ βόλιν γῆς.
18. Πᾶσα ἡ ἰσχὺς αὐτῶν διεφθάρη ἐν ταῖς ἐπιθυ
μίαις τοῦ θανάτου.
19. Ὅτι πρὸς σέ, Κύριε, οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας
μου ἀνατεταγμένοι ὑπάρχουσιν.
20. Ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, μὴ ἀντανέλῃς τὴν χάριν σου
τὴν συνιστῶσαν τὴν ψυχήν μου.
21. Φύλαξόν με ἀπὸ πάσης αὐτῶν διδασκαλίας να
μιζόμενον ἔχειν τινὰ τροφὴν τῇ ψυχῇ, ἐν ἑαυτῇ
οὔτης δὲ συλλήψεως εἰς θάνατον.
22. Καὶ ἀπὸ τῶν δαιμόνων τῶν ὑποτιθέντων μου
τὰς ἡδονὰς τοῦ βίου.
23. Συλληφθῶσιν ἐν ταῖς ἁπάταις τοῦ βίου οι
ἐν τῷ πελάγει αὐτοῦ διάγοντες.
Ἐθέλω εὐλόγους.
9. Ad aliquos speciosos praetextus componendos.
13. Cum hominibus non obtemperantibus legi
tua, sed sine timore se ipsos gubernantibus:
11. Et non assentiar doctrinæ sacerdotum ipsorum.
12. Corripiet me omnis, qui facit justitiam, et
loquitur veritatem in visceribus Christi, et objurgabit me.
13. Dilectio autem, et adulatio inimicorum veritatis non approximabit menti meæ.
14. Quoniam semper hoc deprecor, ut sequar vestigia sanctorum.
15. Consumpti sunt principes impiorum a sanctis derelicti.
16. Potens erit deprecatio mea coram te, et implebuntur quæ te rogavi.
17. Vidi Satanam de coelo cadentem, et contritum veluti glebam terræ.
18. Omnis eorum virtus corrupta est in concupiscentiis mortis.
19. Quoniam ad te, Domine, oculi mentis me
elevati sunt.
20. In te speravi, ne auferas gratiam tuam confirmantem animam meam.
21. Custodi me ab omni eorum doctrina, qua
existimatur habere aliquem cibum animæ, exsistente
autem in ea decipula ad mortem.
22. Et a dæmonibus subjicientibus mihi voluptaLes vita.
23. Comprehendentur in fallaciis vitæ, qui in pelago ipsius vivunt.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Συνθώμαι τῇ διδασκαλίᾳ τῶν, etc.
Η deest.
Ὅτι δεῖ, καὶ διαπαντὸς τοῦτο, etc., ἐξακολουθεῖν τῶν ἁγίων.
᾿Ανήλθοσαν, ele., ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄρχον
τες, etc.
Ισχύει ή, etc.
Βόλος, etc.
Νομιζομένης, etc.
Ταῖς συνερραμμέναις ἀπάταις, etc.
col. 1295–1296page 353 of 376
PG 27:129526. Καταμένας εἰμὶ ἐγώ, ἕως ἂν ἕως οὗ παρέλθω Συνέσεως τῷ Δαβίδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ προσευχόμενον. ΓΑΛ. ΡΜΑ. 1. Φωνή, μου πρὸς Κύριον ἐκέκρας 2. Φωνή μου προς Κύριος προς τὸν Θεὸν ἐδεήθη 3. Εκχεῶ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου 4. Την θλίψιν μου ἐνώπων αὐτοῦ ἀπαγγελῶ. 5. Ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου, 6. Καὶ σὺ ἔγνως τις τρίβους μου. 7. Ἐν ὁδῷ ταύτη, ᾗ ἐποφενόμην, έκρυψαν παγίδα με.. 8. Κατενόουν εἰς τὰ δεξιὰ, καὶ ἐπέβλεπον 9. Καὶ σὐκ ἦν ὁ ἐπιγινώσκων με. 10. Απώλετο φυγὴ ἀπ' ἐμοῦ Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Συνέσεως τῷ Δαβὶδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ προσει χόμενον. Τοῦτο οὖν ἐστι· τὸ τοῦ Δαβίδ όνομα διαφόρως ἑρμηνεύεται, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν· ὅτε γὰρ εἰς πρόσωπον τοῦ Κυρίου εὑρήσεις αὐτὸ κείμενον, ἑρμηνεύεται ἱκανὸς χειρί· ὅτε δὲ εἰς πρόσωπον τῶν δικαίων, ἑρμηνεύεται πεποθήμενος· ὅτε δὲ εἰς πρόσωπον τῶν ἁμαρτανόντων καὶ ἐπιστρεφόντων εὑρήσεις αὐτὸ κείμενον, ἐξουθενημένον διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ. [Ψαλμὸς οὖν εἴρηται] εἰς τὸν λαὸν τὸν ἡμαρτηκότα, καὶ εἰς σύνεσιν ἐλθόντα, καὶ ἐν σπηλαίῳ ἑαυτὸν κατακλείσαντα, καὶ προσευχόμενον μετά δακρύων ἰσχυρῶν ἐξομολογούμενον· ὡς δὲ αὐτὸ τοῦτο δηλοῖ, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ψαλμὸς σαφῶς τοῦτο διδάσκει. 24. Οὐκ ἂν δουλώσω ἐμαυτὸν τῇ ἁμαρτία, ἕως ἂν τελέσω τὸν δρόμον μου. 1. Ἐν ἐδύνῃ τῆς καρδίας μου ἐστέναξα πρὸς σέ. 2. Καὶ μὴ τολμῶ τὰ χείλη μου ἀνοῖξαι ἐνώπιον αὐτοῦ, στεναγμοῖς ἀλαλήτοις πρὸς αὐτὸν ἐδεήθην. 5. Διὸ δάκρυα τῆς ψυχῆς μου ἐνώπιον αὐτοῦ ἐκχεῶ. 4. Καὶ τὰς ἁμαρτίας μου, άσπερ οἶδε πρὸ τῶν ἐμῶν ῥημάτων, ἐνώπιον αὐτοῦ ἐξομολογήσομαι. 5. Καὶ νῦν, καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τῶν ἡμερῶν μου. 6. Καὶ σύ, καρδιογνώστα πάντων, γινώσκεις τὰς πονηράς μου πράξεις. 7. Ἐν παντὶ χρόνῳ τῆς ζωῆς μου ἐνεφύτευσαν εἰς τὴν καρδίαν μου τὴν πονηρὰν τοῦ βίου ἐπιθυμίαν. 8. Καὶ ἀνανήψας ἐλογιζόμην ἐν ἑαυτῷ, εἰ ἄρα ἐποίησα τι ἀγαθὸν ἐνώπιόν σου. 9. Καὶ παντελῶς οὐκ ἦν ἐν ἐμοὶ ἀποκείμενον ἔρ γον ἀγαθόν 10. Καὶ διελογιζόμην τὸ πρὸς τίνα φύγω, καὶ ἐν ἀμηχανία ήμην. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει Ἐν τῷ σπηλαίῳ, προσευχή. Τοῦτο, ειρήκαμεν, καὶ δια φόρως καὶ λαμβάνεται· ὅτε γάρ, τῶν δικαίων εὑρήσεις αὐτὸ κείμενον, ἑρμηνεύεται, κείμενον ἑρμηνεύεται ἐξουθενημένος, τουτέστι διὰ τὰς ἁμαρ τίας αὐτοῦ. Νῦν οὖν αὐτὸ τοῦτο τὸ Δαβὶδ ὄνομα ἔστι λαβεῖν εἰς τὸν λαόν, ἰσχυρῶν ὡς καὶ αὐτὸ τοῦτο, σαφῶς αὐτὸ τοῦτο διδάσκει. Τολμών, Τα δάκρυα, Διό Εργον τι ἀγαθόν. (ϋ) Τὸ ποῦ, ἢ πρὸς τίνα φυγὼν ἀεὶ ἐν,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
24. Singulariter sum ego donec transeam.
Intellectus David, cum esset in spelunca orans.
PSAL. CXLI.
1. Voce mea ad Dominum clamari:
2. Voce mea ad Dominum (ad Deum] deprecatus
sum.
3. Eſſundo in conspectu ejus orationem meam:
4. Tribulationem meam ante ipsum pronuntio,
5. In deficiendo ex me spiritum meum,
6. Et tu cognovisti semitas meas.
7. In via hac, qua ambulabam, absconderunt la«
queum mihi.
8. Considerabam ad dexteram, et videbam:
9. Et non erat qui cognosceret me:
10. Periit fuga a me:
EXEGETICA.
26. Καταμένας εἰμὶ ἐγώ, ἕως ἂν ἕως οὗ παρέλθω
Συνέσεως τῷ Δαβίδ, ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ
σπηλαίῳ προσευχόμενον. ΓΑΛ. ΡΜΑ.
1. Φωνή, μου πρὸς Κύριον ἐκέκρας·
2. Φωνή μου προς Κύριος προς τὸν Θεὸν ἐδεήθη
3. Εκχεῶ ἐνώπιον αὐτοῦ τὴν δέησίν μου
4. Την θλίψιν μου ἐνώπων αὐτοῦ ἀπαγγελῶ.
5. Ἐν τῷ ἐκλείπειν ἐξ ἐμοῦ τὸ πνεῦμά μου,
6. Καὶ σὺ ἔγνως τις τρίβους μου.
7. Ἐν ὁδῷ ταύτη, ᾗ ἐποφενόμην, έκρυψαν παγίδα
με..
8. Κατενόουν εἰς τὰ δεξιὰ, καὶ ἐπέβλεπον·
9. Καὶ σὐκ ἦν ὁ ἐπιγινώσκων με.
10. Απώλετο φυγὴ ἀπ' ἐμοῦ·
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Συνέσεως τῷ Δαβὶδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῷ σπηλαίῳ προσει
χόμενον. Τοῦτο οὖν ἐστι· τὸ τοῦ Δαβίδ όνομα διαφόρως ἑρμηνεύεται, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν· ὅτε γὰρ
εἰς πρόσωπον τοῦ Κυρίου εὑρήσεις αὐτὸ κείμενον, ἑρμηνεύεται ἱκανὸς χειρί· ὅτε δὲ εἰς πρόσωπον τῶν
δικαίων, ἑρμηνεύεται πεποθήμενος· ὅτε δὲ εἰς πρόσωπον τῶν ἁμαρτανόντων καὶ ἐπιστρεφόντων εὑρήσεις
αὐτὸ κείμενον, ἐξουθενημένον διὰ τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ. [Ψαλμὸς οὖν εἴρηται] εἰς τὸν λαὸν τὸν ἡμαρτηκότα,
καὶ εἰς σύνεσιν ἐλθόντα, καὶ ἐν σπηλαίῳ ἑαυτὸν κατακλείσαντα, καὶ προσευχόμενον μετά δακρύων ἰσχυρῶν
ἐξομολογούμενον· ὡς δὲ αὐτὸ τοῦτο δηλοῖ, ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ψαλμὸς σαφῶς τοῦτο διδάσκει.
Titulus præpositus continet: Intellectus David, cum esset ipse in spelunca orans. Ita igitur res est: nomen Darid varie interpretatur, ut sæpius diximus: modo enim positum invenies ad significandam personam Domini, et tunc interpretatur manu fortis: modo autem ad personam justorum, et tunc interpretatur
desideratus: modo vero ad personam eorum, qui peccarunt, et se converterunt, illud positum invenies,
et tunc interpretatur contemplus ob peccata sua. Psalmus igitur dictus est de populo, qui peccavit, et in
intellectum venit, et claudens se in spelunca, orat cum lacrymis validis, et confitetur: quod autem hoe
ipsum significet, similiter et psalmus ipse manifeste hoc docet.
24. Non me ipse tradam in servitutem peccato,
donec perficiam cursum meum.
1. In dolore cordis mei ingemui ad te.
2. Et non audens aperire labia mea coram ipso,
deprecatus sum ad eum fletibus inenarrabilibus.
3. Propterea effundo in conspectu ejus lacrymas
animæ meæ.
4. Et confitebor ante ipsum peccata mea coram
irso, quæ priusquam ego eloquar, novit.
5. Et nunc, et in ultimis diebus meis.
6. Et tu, qui omnium corda nosti, cognoscis
improbas meas actiones.
7. In omni tempore vitæ meæ, inseruerunt in
corde meo pravas vitæ cupiditates.
8. Et evigilans reputabam in me ipso, an forte
aliquod bonum coram te fecissem.
9. Et nullum penitus in me erat repositum opus
bonum.
10. Et cogitabam ad quem confugerem, et incertus, atque inops consilii eram.
24. Οὐκ ἂν δουλώσω ἐμαυτὸν τῇ ἁμαρτία, ἕως ἂν
τελέσω τὸν δρόμον μου.
1. Ἐν ἐδύνῃ τῆς καρδίας μου ἐστέναξα πρὸς σέ.
2. Καὶ μὴ τολμῶ τὰ χείλη μου ἀνοῖξαι ἐνώπιον
αὐτοῦ, στεναγμοῖς ἀλαλήτοις πρὸς αὐτὸν ἐδεήθην.
5. Διὸ δάκρυα τῆς ψυχῆς μου ἐνώπιον αὐτοῦ
ἐκχεῶ.
4. Καὶ τὰς ἁμαρτίας μου, άσπερ οἶδε πρὸ τῶν ἐμῶν
ῥημάτων, ἐνώπιον αὐτοῦ ἐξομολογήσομαι.
5. Καὶ νῦν, καὶ εἰς τὰ ἔσχατα τῶν ἡμερῶν μου.
6. Καὶ σύ, καρδιογνώστα πάντων, γινώσκεις τὰς
πονηράς μου πράξεις.
7. Ἐν παντὶ χρόνῳ τῆς ζωῆς μου ἐνεφύτευσαν εἰς
τὴν καρδίαν μου τὴν πονηρὰν τοῦ βίου ἐπιθυμίαν.
8. Καὶ ἀνανήψας ἐλογιζόμην ἐν ἑαυτῷ, εἰ ἄρα ἐποίη
σά τι ἀγαθὸν ἐνώπιόν σου.
9. Καὶ παντελῶς οὐκ ἦν ἐν ἐμοὶ ἀποκείμενον ἔρ
γον ἀγαθόν
10. Καὶ διελογιζόμην τὸ πρὸς τίνα φύγω, καὶ ἐν
ἀμηχανία ήμην.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει etc. Ἐν τῷ
σπηλαίῳ, προσευχή. Τοῦτο, etc., ειρήκαμεν, καὶ διαφόρως καὶ λαμβάνεται· ὅτε γάρ, etc., τῶν δικαίων
εὑρήσεις αὐτὸ κείμενον, ἑρμηνεύεται, etc., κείμενον
ἑρμηνεύεται ἐξουθενημένος, τουτέστι διὰ τὰς ἁμαρ
τίας αὐτοῦ. Νῦν οὖν αὐτὸ τοῦτο τὸ Δαβὶδ ὄνομα ἔστι
λαβεῖν εἰς τὸν λαόν, etc., ἰσχυρῶν ὡς καὶ αὐτὸ τοῦτο,
etc., σαφῶς αὐτὸ τοῦτο διδάσκει.
Τολμών, etc.
Τα δάκρυα, etc. Διό deest.
Kal deest.
Εργον τι ἀγαθόν.
(ϋ) Τὸ ποῦ, ἢ πρὸς τίνα φυγὼν ἀεὶ ἐν, etc.
col. 1297–1298page 354 of 376
PG 27:129711. Καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὴν ψυχήν μου. 12. Εκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, 13. Εἶπα· Σὺ εἶ ἡ ἐλπίς μου, 14. Μερίς μου εἶ ἐν γῇ ζώντων. 15. Πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου 16. Ὅτι ἐταπεινώθην σφόδρα. 17. Ῥῦσαί με ἐκ τῶν καταδιωκόντων με 18. Ὅτι ἐκραταιώθησαν ὑπὲρ ἐμέ. 19. Εξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου, 20. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου. 21. Ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδώς μοι. Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, οπότε κατεδίωκεν αὐτὸν Ἀβεσαλὼμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. ΨΑΛ. ΡΜΒ. 1. Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου 2. Ενώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου. 11. Οὐδὲ γὰρ ἦν πρόνοιάν μου ποιούμενος τῆς ψυχῆς. 12, 13. Ὡς οὖν εἶδον, ἐμαυτὸν ἀπήλπισα, καὶ μετ τὰ δακρύων ἀνεβόησα πρὸς σὲ, Κύριε, καὶ εἶπα Απολογίαν οὐκ ἔχω ἐνώπιόν σου· εἰς δὲ τὴν φιλανθρωπίαν σου ἐλπίζω, ὅτι ἐλεήσεις με. 14. Κληρονομία εἶ ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ τῇ πόλει τῶν ἁγίων σου. 15, 16. Πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου, καὶ πλήρωσον αὐτὴν, ὅτι δεδουλωμένος εἰμὶ τῇ ἁμαρτία 17. Ῥῦσαί με ἀπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τῶν θε λόντων με ἀποστῆσαι ἀπὸ σοῦ. 18. Οτι, ἐμοῦ ἡμαρτηκότος, αὗται ισχυρότερα! μου γεγόνασιν. 19. Ἐξάγαγε ἐκ τῶν δεσμῶν καὶ τοῦ σκότους τῶν ἀνομιῶν τὴν ψυχήν μου 20. Οπως, ἐλθὼν ἐν τῷ φωτί σου, δυνηθῶ ἐξομολογήσασθαι σοι, ἅπερ πέπρακται μοι· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι. 21. Εμὲ ὑπομενοῦσι πάντες οἱ δίκαιοί σου καὶ αἱ ἅγια! σου δυνάμεις, ἵνα ἐπιστρέψω, καὶ ἀντὶ τοῦ πένθους, οὗ ἔχω ἐν τῇ ψυχῇ μου, δώρησαί μοι εύ φροσύνην, συγχωρήσας μοι τὰ παραπτώματα, καὶ λοιπὸν συνήθως χαρὰν ποιήσωσιν ὑμνοῦντές σε ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι, τουτέστιν ἐμοί. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὁπότε αὐτὸν κατεδίωκεν ᾿Αβεσαλὰμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. Δαβὶδ οὖν ἑρμηνεύεται ἔνθα πεποθημένος, τουτέστι ὁ ἐπιστρέφων πρὸς τὸν Κύριον λαὸς τῶν Ἰου 1. 2. Κύριε, πλήρωσον τὴν προσευχήν μου, καὶ ἄκουσον τὴν δέησίν μου ἐν τῷ Υἱῷ σου ὑπάρχων. Εαυτὸν ἀπηλπισμένον μετά, Κληρονομία μου εἶ, 'Αμαρτία πάνυ. Ισχυρότεροί μου, Ὑπομένουσι πάντες οἱ ἅγιοί σου, χαρὰν ποιήσουσιν, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, ὅτε αὐτ τήν, τῶν Ἰουδαίων. Εἰ τότε αὐτόν, τῆς εἰ ρήνης ὡσανεὶ ὁ δρομαῖος, τοῦ κατασχεῖν εἰς σω τηρίαν, ἔλεγεν μετὰ καὶ τῆς ἄλλης, τῷ στίχῳ τῷ ὀκτὼ καὶ δεκάτῳ ψαλμῷ· ὁμοίως καὶ τοῦ το, ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ τὸ ἀναβεβηκέναι αὐτὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἐν τῷ λέγειν αὐτόν, συλλαβεῖν αὐτὸ εἰς, ὅτιπερ ὁ υἱὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ κατα εδίωκε, δῆλον εὑρήσῃς καὶ τοῦτο. Ο γάρ, Ἰησ σους Υιός, Ν. 1. Κύριε, 2. Καὶ ἄκουσον,
11. Καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκζητῶν τὴν ψυχήν μου.
12. Εκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε,
13. Εἶπα· Σὺ εἶ ἡ ἐλπίς μου,
14. Μερίς μου εἶ ἐν γῇ ζώντων.
15. Πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου
16. Ὅτι ἐταπεινώθην σφόδρα.
17. Ῥῦσαί με ἐκ τῶν καταδιωκόντων με
18. Ὅτι ἐκραταιώθησαν ὑπὲρ ἐμέ.
19. Εξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου,
20. Τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου.
21. Ἐμὲ ὑπομενοῦσι δίκαιοι, ἕως οὗ ἀνταποδώς μοι.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, οπότε κατεδίωκεν αὐτὸν Ἀβε
σαλωμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ. ΨΑΛ. ΡΜΒ.
1. Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου·
2. Ενώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου.
PSAL. CXLII
11. Et non est qui requirat animam meam).
12. Clamavi ad te, Domine,
13. Εt dixi: Tu es spes mea
14. Portio mea in terra viventium.
15. Intende ad deprecationem meam:
16. Quia humiliatus sum nimis.
17. Libera me a persequentibus me:
18. Quia confortati sunt super me.
19. Edue de custodia animam meam,
20. Ad confitendum nomini tuo.
21. Me exspectabunt justi, donec retribuas mihi.
Psalmus David, quando persequebatur eum Absalon
filius ejus. PSAL, CXLII.
1. Domine, exaudi orationem meam:
2. Auribus percipe obsecrationem mneam in veritate tua.
11. Neque enim erat, qui provideret animm
11. Οὐδὲ γὰρ ἦν πρόνοιάν μου ποιούμενος τῆς
ψυχῆς.
12, 13. Ὡς οὖν εἶδον, ἐμαυτὸν ἀπήλπισα, καὶ μετ
τὰ δακρύων ἀνεβόησα πρὸς σὲ, Κύριε, καὶ εἶπα
Απολογίαν οὐκ ἔχω ἐνώπιόν σου· εἰς δὲ τὴν φιλαν
θρωπίαν σου ἐλπίζω, ὅτι ἐλεήσεις με.
14. Κληρονομία εἶ ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ τῇ
πόλει τῶν ἁγίων σου.
15, 16. Πρόσχες πρὸς τὴν δέησίν μου, καὶ πλήρω
σον αὐτὴν, ὅτι δεδουλωμένος εἰμὶ τῇ ἁμαρτία
17. Ῥῦσαί με ἀπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τῶν θελόντων με ἀποστῆσαι ἀπὸ σοῦ.
18. Οτι, ἐμοῦ ἡμαρτηκότος, αὗται ισχυρότερα!
μου γεγόνασιν.
19. Ἐξάγαγε ἐκ τῶν δεσμῶν καὶ τοῦ σκότους τῶν
ἀνομιῶν τὴν ψυχήν μου·
20. Οπως, ἐλθὼν ἐν τῷ φωτί σου, δυνηθῶ ἐξομο
λογήσασθαί σοι, ἅπερ πέπρακται μοι· πᾶν γὰρ τὸ φανερούμενον φῶς ἐστι.
21. Εμὲ ὑπομενοῦσι πάντες οἱ δίκαιοί σου καὶ
αἱ ἅγια! σου δυνάμεις, ἵνα ἐπιστρέψω, καὶ ἀντὶ τοῦ
πένθους, οὗ ἔχω ἐν τῇ ψυχῇ μου, δώρησαί μοι εύ
φροσύνην, συγχωρήσας μοι τὰ παραπτώματα, καὶ
λοιπὸν συνήθως χαρὰν ποιήσωσιν ὑμνοῦντές σε ἐπὶ
ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι, τουτέστιν ἐμοί.
mex.
12, 13. Cum igitur aspicerem me ipsum, desperavi, et cum lacrymis clamavi ad te, Domine,
et dixi: Defensionem non habeo coram
in benignitate autem tua spero, quod misereberis
mei.
te;
14. Hæreditas es in superna Jerusalem civitate.
sanctorum tuorum.
15, 16. Intende ad deprecationem meam, et im
ple illam, quoniam in servitutem redactus sum a
peccato.
17. Libera me a contrariis potestatibus, quæ volunt me a te avertere.
18. Quia me peccante, ipsa fortiores me facta
sunt.
19. Educ e vinculis, e tenebris iniquitatum animam meam,
20. Ut veniens in lucem tuam possim confteri
tibi, quæ facta sunt mihi: omue enim, quod manifestatur, lux est,
21. Me exspectadunt omnes justi tui, et sanctæ
tuæ virtutes, ut convertar, et pro incrore, quem
habeo in anima mea, dona mihi lætitiam condonans
mihi peccata, et tum de more lætitia exsultabunt
laudantes te super uno peccatore pœnitentiam
agente ', hoc est super me.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, ὁπότε αὐτὸν κατεδίωκεν ᾿Αβεσαλὰμ ὁ υἱὸς
αὐτοῦ. Δαβὶδ οὖν ἑρμηνεύεται ἔνθα πεποθημένος, τουτέστι ὁ ἐπιστρέφων πρὸς τὸν Κύριον λαὸς τῶν ἸουTitulus præpositus continet: Psalmus David, quando persequebatur eum Absalom filius ejus. David
igitur hic interpretatur desideratus, hoc est populus Judæorum convertens se ad Dominum. Deinde
1. 2. Κύριε, πλήρωσον τὴν προσευχήν μου, καὶ
ἄκουσον τὴν δέησίν μου ἐν τῷ Υἱῷ σου ὑπάρχων.
* Luc. xv, 10.
1, 2. Domine, imple orationem meam, et audi
deprecationem meam in Filio tuo exsistens.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Εαυτὸν ἀπηλπισμένον μετά, etc.
Κληρονομία μου εἶ, etc.
'Αμαρτία πάνυ.
Ισχυρότεροί μου, etc.
Ὑπομένουσι πάντες οἱ ἅγιοί σου, etc., χαρὰν
ποιήσουσιν, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. ὅτε αὐτ
τήν, etc., τῶν Ἰουδαίων. Εἰ τότε αὐτόν, etc., τῆς εἰ
ρήνης ὡσανεὶ ὁ δρομαῖος, etc., τοῦ κατασχεῖν εἰς σω
τηρίαν, etc., ἔλεγεν μετὰ καὶ τῆς ἄλλης, etc., τῷ
στίχῳ τῷ ὀκτὼ καὶ δεκάτῳ ψαλμῷ· ὁμοίως καὶ τοῦ
το, etc., ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ τὸ ἀναβεβηκέναι αὐτὸν
ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἐν τῷ λέγειν αὐτόν, etc., συλλαβεῖν
αὐτὸ εἰς, etc., ὅτιπερ ὁ υἱὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ κατα
εδίωκε, δῆλον εὑρήσῃς καὶ τοῦτο. Ο γάρ, etc., Ἰησ
σους Υιός, etc.
Ν. 1. Κύριε, etc. N. 2. Καὶ ἄκουσον, clc.
col. 1299–1300page 355 of 376
PG 27:12993. Εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου, 4. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου 5. Οτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. 6. "Οτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου 7. Εταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. 8. Εκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, 9. Καὶ ἠκηδίασεν ἐπ' ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου 10. Ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. δαίων. "Η τότε [εἶτα, ὁπότε] αὐτὸν κατεδίωκεν Αβεσαλὴμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ· Ἀβεσαλώμ ἑρμηνεύεται πατὴρ εἰρήνης· τὸν λαὸν οὖν τὸν ἐπιστρέφοντα τῶν Ἰουδαίων κατεδίωκεν ὁ πατὴρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς ὡσανεὶ ὁ δρο μέως [δρομεύς]· κατελήλυθεν Ἰησοῦς ἐκ τῶν οὐρανῶν τοῦ κατασχεῖν αὐτὸν εἰς σωτηρίαν. Τοῦτο γὰρ μεμνημένος ὁ Προφήτης ἔλεγεν· μετὰ δὲ τῆς ἄλλης ἑρμηνείας τῆς παρακειμένης τῷ στίχῳ τοῦ ὀγδοδεκάτου ψαλμοῦ ὁμοίως δὲ τοῦτο δηλῶν τὸ καταβεβηκέναι αὐτὸν ἐκ τῶν οὐρανῶν ἐν τῷ λέγειν αὐτόν· Αγαλλιάσεται ὡς για γας δραμεῖν ὁδιν, ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ. Αὕτη οὖν ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἐπιγράμματος· Ψαλμὸς τῷ λαῷ τῶν Ἰουδαίων τῷ ἐπιστρέψαντι πρὸς τὸν Θεόν, ὅτε ὁ πατὴρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς κατεδίωκεν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. συλλαβεῖν αὐτ τοὺς εἰς σωτηρίαν. Τὸ δὲ εἰπεῖν ἐν τῷ ἐπιγράμματι, ὅτε ὁ υἱὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ κατεδίωκε, δῆλον εὑ ρήσεις τοῦτο. Ο γὰρ Πατήρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς, ὁ Υἱὸς γεγονώς κατὰ χάριν ἰδίαν τῶν Ἰουδαίων, οὕτως ἐσπούδαζε συλλαβεῖν αὐτοὺς ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ εἰς σωτηρίαν. ᾿Αμαρτιών μου. Ὅτι συνέσχεν, 5. Καὶ πλήρωσον αὐτὴν δι' αὐτοῦ. 4. Καὶ μὴ θελήσῃς συνᾶραι λόγον μετ᾿ ἐμοῦ, τουτέ ἐστιν ἐξέτασιν ποιήσασθαι τῶν ἀνομιῶν μου 5. Ὅτι οὐκ ἔστιν δίκαιος, οὔτε εἷς· Πάντες γὰρ ἥμαρτον, καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης σου, δικαιούμενοι δωρεάν τῇ σῇ χάριτι. 6. Συνέσχεν ὁ διάβολος τὴν ψυχήν μου. 7. Ἐθανάτωσεν εἰς τὰς γηίνας ἐπιθυμίας τὴν ψυ χήν μου. 8. Ὡς τοὺς νεκροὺς ἐν τοῖς μνήμασιν ἀπο κλείουσι, καὶ ἑῶσιν αὐτοὺς ἐν τῇ δυσωδίᾳ τῆς δια φθορᾶς αὐτῶν, οὕτως πεποίηκέ μοι καὶ ὁ διάβολος. Απέκλεισε γάρ με ἐν τῇ δυσωδίᾳ τῶν ἁμαρτιῶν μου διαφθείρεσθαι, καὶ οὕτως προσώζουσα, ὥστε τὴν δυσωδίαν ὧν ἔπραξα μὴ φέρειν τὴν ψυχήν μου, ἀλλ᾽ ἑαυτὴν βδελύττεσθαι. 9. Καὶ τὸ συνειδὸς τῆς καρδίας μου, 10. Μνησθέντος μου τῆς μελλούσης κρίσεως, φόβῳ συνεσχέθη. Ν. 8, 9. Ως τούς, ἀποκλείουσιν οἱ τεθνηκότες αὐτοὺς, και, τῆς φθορᾶς αὐτῶν, τῶν ἁμαρτιῶν διαφθείρεσθαι, καὶ οὕτως προσώζεσα, μὴ φθείρειν τήν, βδελύσσεσθαι. Ν. 10. Καὶ τό, συνεσχέθη.
S. ATHANASI OPP. PARS III.
3. Eraudi me in tua justitia,
4. Et non intres in judicium cum servo tuo:
5. Quia non justificabitur iu conspectu luo omnis
vivens.
6. Quia persecutus est inimicus animam meam:
7. Humiliavit in terra vitam meam.
8. Collocavit me in obscuris sicut mortuos sæeuli,
9. Et anxiatus est super me spiritus meus:
10. In me turbatun est cor meum.
EXEGETICA.
3. Εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου,
4. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου
5. Οτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.
6. "Οτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου·
7. Εταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
8. Εκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος,
9. Καὶ ἠκηδίασεν ἐπ' ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου·
10. Ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
ATHANASU INTERPRETATIO.
δαίων. "Η τότε [εἶτα, ὁπότε] αὐτὸν κατεδίωκεν Αβεσαλὴμ ὁ υἱὸς αὐτοῦ· Ἀβεσαλώμ ἑρμηνεύεται πατὴρ
εἰρήνης· τὸν λαὸν οὖν τὸν ἐπιστρέφοντα τῶν Ἰουδαίων κατεδίωκεν ὁ πατὴρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς ὡσανεὶ ὁ δρο
μέως [δρομεύς]· κατελήλυθεν Ἰησοῦς ἐκ τῶν οὐρανῶν τοῦ κατασχεῖν αὐτὸν εἰς σωτηρίαν. Τοῦτο γὰρ μεμνημένος ὁ Προφήτης ἔλεγεν· μετὰ δὲ τῆς ἄλλης ἑρμηνείας τῆς παρακειμένης τῷ στίχῳ τοῦ ὀγδοδεκάτου ψαλμοῦ
ὁμοίως δὲ τοῦτο δηλῶν τὸ καταβεβηκέναι αὐτὸν ἐκ τῶν οὐρανῶν ἐν τῷ λέγειν αὐτόν· Αγαλλιάσεται ὡς για
γας δραμεῖν ὁδιν, ἀπ᾿ ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἔξοδος αὐτοῦ, καὶ τὸ κατάντημα αὐτοῦ ἕως ἄκρου τοῦ
οὐρανοῦ. Αὕτη οὖν ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἐπιγράμματος· Ψαλμὸς τῷ λαῷ τῶν Ἰουδαίων τῷ ἐπιστρέψαντι πρὸς τὸν
Θεόν, ὅτε ὁ πατὴρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς κατεδίωκεν ἀπὸ τῶν οὐρανῶν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. συλλαβεῖν αὐτ
τοὺς εἰς σωτηρίαν. Τὸ δὲ εἰπεῖν ἐν τῷ ἐπιγράμματι, ὅτε ὁ υἱὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ κατεδίωκε, δῆλον εὑρήσεις τοῦτο. Ο γὰρ Πατήρ τῆς εἰρήνης Ἰησοῦς, ὁ Υἱὸς γεγονώς κατὰ χάριν ἰδίαν τῶν Ἰουδαίων, οὕτως ἐσπού
δαζε συλλαβεῖν αὐτοὺς ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ εἰς σωτηρίαν.
quando eum persequebatur Absalom filius ejus: Absalom interpretatur pater pacis: populum. igitur Judæorum convertentem se persequebatur pater pacis Jesus veluti cursor: descendit enim Jesus e cœlo, ut
eum apprebenderet, ac salvum faceret. Hoc enim commemorans Propheta cecinit (juncta quidem alia
interpretatione apposita versiculo psalmi decimi octavi, qui hoc ipsum significat, descendisse eum de
cœlis), dicens: Exsultavit ut gigas ad currendam viam, a summo cœlɔ egressio ejus, et occursus ejus usque
ad' summum ejus. Hæc igitur est interpretatio inscriptionis: Psalmus populo Judæorum convertenti se ad
Deum, quando pater pacis Jesus persequebatur e cœlis genus humanum, ut comprehenderet eum, et
seivaret. Quod autem dicitur in inscriptione quando filius patrem suum persequebatur, manifesto id
comperies. Pater enim pacis Jesus, Filius per gratiam suam Judæorum factus, ita studuit comprehendere
cos sub alas suas, ut salvos faceret.
3. Et imple eam per ipsum.
4. Et ne velis rationem mecum ponere, hoc est
examen facere iniquitatum mearum.
5. Quoniam non est justus, neque unus: Omnes
enim peccaverunt, et egent gloria tua, justificati gratis gratia tua
6. Comprehendit diabolus animam meamn.
7. Mortificavit in terrenis concupiscentiis animam meam.
8. Quemadmodum mortuos in monumentis includunt, et dimittunt eos in fetore suæ corruptionis,
ita etiam mihi fecit diabolus. Conclusit enim me in
fœtore peccatorum meorum, ut corrumperer, et ita
computrui, ut faetorem eorum, quæ feci, non ferret G
anima mea, sed se ipsam abominaretur.
9. Et conscientia cordis mei,
10. Cum recordarer futuri judicii, timore corres
pta est
• Rom. 111, 40, 23.
᾿Αμαρτιών μου.
Ὅτι συνέσχεν, etc.
5. Καὶ πλήρωσον αὐτὴν δι' αὐτοῦ.
4. Καὶ μὴ θελήσῃς συνᾶραι λόγον μετ᾿ ἐμοῦ, τουτέ
ἐστιν ἐξέτασιν ποιήσασθαι τῶν ἀνομιῶν μου
5. Ὅτι οὐκ ἔστιν δίκαιος, οὔτε εἷς· Πάντες γὰρ
ἥμαρτον, καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης σου, δικαιού
μενοι δωρεάν τῇ σῇ χάριτι.
6. Συνέσχεν ὁ διάβολος τὴν ψυχήν μου.
7. Ἐθανάτωσεν εἰς τὰς γηίνας ἐπιθυμίας τὴν ψυ
χήν μου.
8. Ὡς τοὺς νεκροὺς ἐν τοῖς μνήμασιν ἀπο
κλείουσι, καὶ ἑῶσιν αὐτοὺς ἐν τῇ δυσωδίᾳ τῆς διαφθορᾶς αὐτῶν, οὕτως πεποίηκέ μοι καὶ ὁ διάβολος.
Απέκλεισε γάρ με ἐν τῇ δυσωδίᾳ τῶν ἁμαρτιῶν μου
διαφθείρεσθαι, καὶ οὕτως προσώζουσα, ὥστε τὴν
δυσωδίαν ὧν ἔπραξα μὴ φέρειν τὴν ψυχήν μου, ἀλλ᾽
ἑαυτὴν βδελύττεσθαι.
9. Καὶ τὸ συνειδὸς τῆς καρδίας μου,
10. Μνησθέντος μου τῆς μελλούσης κρίσεως, φόβῳ
συνεσχέθη.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 8, 9. Ως τούς, etc., ἀποκλείουσιν οἱ τεθνη
κότες αὐτοὺς, και, etc., τῆς φθορᾶς αὐτῶν, clc. τῶν
ἁμαρτιῶν διαφθείρεσθαι, καὶ οὕτως προσώζεσα, etc...
μὴ φθείρειν τήν, etc., βδελύσσεσθαι. Ν. 10. Καὶ τό,
etc. usque ad συνεσχέθη.
col. 1301–1302page 356 of 376
PG 27:130111. Εμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων 12. Εμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, 15. Ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. 14. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου 15. Ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. 16. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε 47. Ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου. 13. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, 19. Καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκ κου. 20. ᾿Ακουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωὶ τὸ ἔλεός σου 21. Ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα. 22. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν, ἐν ᾗ πορεύσομαι 25. Οτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου. 24. Εξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, 25. Πρὸς σὲ κατέφυγον. 26. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ 5 Θεός μου.. 11. Εμνήσθην γὰρ τῶν προτέρων μου ἡμερῶν τῶν παλαιωθεισῶν ἐν ἀνομίαις. 12. Καὶ ἠρξάμην ἐπιστρέψας γυμνάζειν ἐμαυτὸν ἐν τοῖς ἔργοις τῆς εὐσεβείας. 13. Καὶ ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐδημιούργησάς με, ἐπειρώμην τοιοῦτος εὑρεθῆναι ἐνώπιόν σου. 14. Ανατείνας τὴν καρδίαν μου, μετ᾿ ὀδύνης ἐβόησα πρὸς σέ 15. Ακαρπος ὑπάρχει, καὶ κεχώρισται μὴ ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον. 16. Δέομαί σου, Κύριε· ταχὺ πλήρωσον ὅπερ αι τοῦμαι 17. Τεθανάτωμαι γὰρ ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας 18. Μὴ βδελύξη με διὰ τὸ ὄνομά σου. 19. Καὶ ὅμοιος γένωμαι τῶν μὴ ὁρώντων τοῦτο τὸ φῶς, καὶ πιπτόντων εἰς βόθρον, καὶ ἀπὸ τοῦ κἀμὲ οὔτ τως ἐμπίπτειν καὶ ἐναπομένειν τῇ ἁμαρτία. 20, 21. Ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, οὕτως ἐλέησόν με. 22. Ὥστε πάντας γνῶναι, ὅτι περ ηλέησάς με ἐν τῷ τὸ φῶς σου ἀνατεῖλαι ἐν ἐμοί. 23. Ότι σοι προσήγαγον τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἀπὸ σκότους εἰμὶ [ἐσκοτισμένος] τῶν πρώτων μου άμαρ τιῶν, καὶ οὐκ οἶδα τὸ πῶς πορευθῶ πρὸς τὸ ἐγγίσαι σοι, δός μοι τὴν ὁδηγοῦσαν με πρὸς σέ. 24. Εξελοῦ με ἐκ τῶν δαιμόνων, Κύριε. 25. Οτι ὑπὸ τὴν σὴν δεσποτείαν θέλω εἶναι. 26. Καὶ ἐπειδὴ νήπιός εἰμι ἀκμὴν ἐν ταῖς ἐντολαῖς σου, κατήχησόν με, τί τὸ τέλειον καὶ εὐάρεστον ἐν ώπιόν σου. Εαυτόν, Ανεβόησα, Πλήρωσον, Κύριε, ὅπερ αἰτοῦμαι σε. Βδελύξει με τό, Πιπτόντων καὶ ἀπὸ τούτου, καὶ ἐμὲ οὕτως ἐκπίπτειν, Ν. 20, 21. "Οτι, ἐν ἐμοί. Ν. 22, 23. Ὅτι σοι προσήγαγον τ. ψ. μ. ἔτι ἀπὸ τοῦ σκότους εἰμὶ τῶν πρώτων μου, 24, 25. Έξελοῦ με, τὴν σὴν δεσποτείαν,
11. Εμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων •
12. Εμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου,
15. Ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.
14. Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου·
15. Ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι.
16. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε·
47. Ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.
13. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ,
19. Καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκ
κου.
20. ᾿Ακουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωὶ τὸ ἔλεός σου
21. Ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.
22. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν, ἐν ᾗ πορεύσομαι·
25. Οτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.
24. Εξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε,
25. Πρὸς σὲ κατέφυγον.
26. Δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ
5 Θεός μου..
PSAL. CXLII
11. Memor fui dierum antiquorum:
12. Meditatus sum in omnibus operibus tuis.
13. In factis manuuin tuarum meditabar.
44. Expandi manus meas ad te:
15. Anima mea sicut terra sine aqua tibi.
16. Velociter exaudi me, Domine:
17. Defecit spiritus meus.
18. Non avertas faciem tuam a me,
19. Et similis ero descendentibus in lacum.
20. Auditam fac mihi mane misericordiam tuam:
21. Quia in te speravi.
22. Notam fac mihi viam, in qua ambulem:
23. Quia ad te levavi animanı meam.
24. Eripe me de inimicis meis, Domine,
25. Ad te confugi.
26. Doce me facere voluntatem tuam, quia Deus
meus es UI.
11. Εμνήσθην γὰρ τῶν προτέρων μου ἡμερῶν
τῶν παλαιωθεισῶν ἐν ἀνομίαις.
12. Καὶ ἠρξάμην ἐπιστρέψας γυμνάζειν ἐμαυτὸν
ἐν τοῖς ἔργοις τῆς εὐσεβείας.
13. Καὶ ὡς ἐξ ἀρχῆς ἐδημιούργησάς με, ἐπειρώ
μην τοιοῦτος εὑρεθῆναι ἐνώπιόν σου.
14. Ανατείνας τὴν καρδίαν μου, μετ᾿ ὀδύνης ἐβόη
σα πρὸς σέ
15. Ακαρπος ὑπάρχει, καὶ κεχώρισται μὴ ἔχουσα
ἐν ἑαυτῇ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον.
16. Δέομαί σου, Κύριε· ταχὺ πλήρωσον ὅπερ αιτοῦμαι
17. Τεθανάτωμαι γὰρ ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας:
18. Μὴ βδελύξη με διὰ τὸ ὄνομά σου.
19. Καὶ ὅμοιος γένωμαι τῶν μὴ ὁρώντων τοῦτο τὸ
φῶς, καὶ πιπτόντων εἰς βόθρον, καὶ ἀπὸ τοῦ κἀμὲ οὔτ
τως ἐμπίπτειν καὶ ἐναπομένειν τῇ ἁμαρτία.
20, 21. Ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, οὕτως ἐλέησόν με.
22. Ὥστε πάντας γνῶναι, ὅτι περ ηλέησάς με ἐν
τῷ τὸ φῶς σου ἀνατεῖλαι ἐν ἐμοί.
23. Ότι σοι προσήγαγον τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἀπὸ
σκότους εἰμὶ [ἐσκοτισμένος] τῶν πρώτων μου άμαρτιῶν, καὶ οὐκ οἶδα τὸ πῶς πορευθῶ πρὸς τὸ ἐγγίσαι
σοι, δός μοι τὴν ὁδηγοῦσαν με πρὸς σέ.
24. Εξελοῦ με ἐκ τῶν δαιμόνων, Κύριε.
25. Οτι ὑπὸ τὴν σὴν δεσποτείαν θέλω εἶναι.
26. Καὶ ἐπειδὴ νήπιός εἰμι ἀκμὴν ἐν ταῖς ἐντολαῖς
σου, κατήχησόν με, τί τὸ τέλειον καὶ εὐάρεστον ἐνώπιόν σου.
Εαυτόν, etc.
11. Memini enim anteriorum dierum meorum, qui
inveteraverunt in iniquitatibus..
12. Et conversus copi meipsum exercere in operibus pietatis.
13. Et quemadmodum ab initio me creasti, talem
conatus sum inveniri coram te.
te.
14. Extendens cur meum, cum dolore clamavi ad
15. Infructifera est et desolata, non habens in se
ipsa Spiritum sanctum tuum.
16. Deprecor te, Domine, celeriter imple quod
peto;
17. Nam mortificatus sum a peccato.
18. Ne abomineris me propter nomen tuum.
19. Et similis fiam illis non videntibus hanc lucem
et incidentibus in foveam, quia etiam ego sic incidi,
et permansi in peccato.
20, 21. Quia in te speravi, ideo miserere mei.
22. Ut omnes noscant, quod mei misertus es, dum
lux tua exoritur in me.
23. Qu'a tibi obtuli animam meam, quoniam a tenebris anteriorum meorum peccatorum obtenebratus sum, et ignoro quo progrediar, ut appropinquen
tibi, da mihi gratiam tuam deducentem me ad te.
24. Eripe me a dæmoniis, Domine.
25. Quoniam sub tuum dominium esse volo.
26. Et quia infans sum adhuc, in mandatis tuis,
instrue me, quid perfectum et placitum sit coram
Le.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ανεβόησα, etc.
Πλήρωσον, Κύριε, ὅπερ αἰτοῦμαι σε.
Βδελύξει με τό, etc.
Πιπτόντων καὶ ἀπὸ τούτου, καὶ ἐμὲ οὕτως
ἐκπίπτειν, etc.
Ν. 20, 21. "Οτι, etc. usque ad ἐν ἐμοί. Ν.
22, 23. Ὅτι σοι προσήγαγον τ. ψ. μ. ἔτι ἀπὸ τοῦ
σκότους εἰμὶ τῶν πρώτων μου, etc. N. 24, 25. Com -
ment. unus. Έξελοῦ με, etc., τὴν σὴν δεσποτείαν,
etc.
col. 1303–1304page 357 of 376
PG 27:1303(α) 2. Διδάσκων. 27. Τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθεία 28. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με έν τῇ δικαιοσύνη σου. 29. Ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, 50. Καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου. 31. Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας την ψυχήν μου' 32. ῞Οτι ἐγὼ δοῦλός σου εἰμί. Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, πρὸς τὸν Γολιάθ. ΨΑΛ. ΡΜΓ. 1. Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός μου, ὁ (α) διδάσκων τὰς χεῖράς μου εἰς παράταξιν. 2. Τοὺς δακτύλους μου εἰς πόλεμον, 3. Ελεός μου καὶ καταφυγή μου, 27. Σοῦ τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα οδηγήσει με καταντῆσαι ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ. 28. Οτι ζῶν ὑπάρχων, καὶ τοῦτο όνομά σοι, κἀμὲ τὸν νεκρωθέντα ζωοποίησον ἐν τῷ Υἱῷ σου τῷ δικαιοκρίτῃ. 29. Ἐξάξεις με ἐκ τοῦ σκότους καὶ τῶν δεσμῶν τῶν προκειμένων τῇ ψυχῇ μου. 30. Καὶ ὁρῶν τοὺς μώλωπας τῆς ψυχῆς μου, οὓς πεποίηκάν μοι οἱ ἐχθροί μου, εὐσπλαγχνίσθητι καὶ τῷ αἰωνίῳ πυρὶ παράδος αὐτούς. 51. Καὶ πάντας τοὺς ὑποτιθεμένους τῇ καρδίᾳ μου τὰς τοῦ βίου πονηρὰς ἐπιθυμίας ἀπώλεσον εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. 32. Ὅτι ἐγὼ τῷ τιμίῳ αἵματι ἐξηγοράσθην. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, πρὸς τὸν Γολιάθ· τοῦτο οὖν λέγει τῷ λαῷ τῷ πεποθημένῳ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν διάβολον· ἑρμηνεύεται γὰρ τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα πεποιημένος, καὶ τὸ τοῦ Γολιάθ ὄνομα μετοικίζων, τουτέστιν αἰχμαλωτίζων, ὅπερ σαφῶς ὁ διάβολός ἐστιν, ὁ πάντας αἰχμαλωτίζων. 1. Κατὰ φύσιν εὐλογητὸς ὁ Κύριος ὁ Θεός μου, ὁ τῇ χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος αὐτοῦ διδάσκων τὴν καρδίαν μου ευτρεπίζειν ἑαυτὴν πρὸς πάντα πει ρασμόν. 2. Καὶ τὴν διάνοιάν μου ἀνθίστασθαι πρὸς πάντα τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ τὰ πεπυρωμένα. 5. Ανάπαυσις μου, καὶ σκέπη μου. Τὸ ἅγιον ἀγαθὸν Πνεῦμα, Ν. 28. "Οτι ζῶν ὑπάρχεις, ζωο ποίησον. Ν. 29. Ἐν τῷ, ψυχή μου. Σπλαγχνίσθητι, Τιμίῳ σου αἵματι. Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Τῷ Δαβιδ πρὸς τὸν Γολιάδ, καὶ τὸ τοῦ Γολιάδ όνομα ἑρμη νεύεται μετοικίζων, Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, 5, Ν. 2. ϋ τῇ,
S. ATHANASII OPP. PARS
27. Spiritus tuus bonus deducet me in terram
rectam.
28. Propter nomen tuum, Domine, vivificabis me
in equitate.
29. Educes de tribulatione animam meam,
30. Et in misericordia tua disperdes inimicos
meos.
31. Et perdes omnes qui tribulant animam meam.
32. Quoniam ego servus tuus sum.
Psalmus David, adversus Goliath. PSAL. CXLIII.
1. Benedictus Dominus Deus meus qui docet manus meas ad prælium,
2. Et digitos meos ad bellum.
3. Misericordia mea et refugium meum,
(α) Vers. 2. Διδάσκων.
III. EXEGETICA.
27. Τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ
εὐθεία
28. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με έν
τῇ δικαιοσύνη σου.
29. Ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου,
50. Καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς
μου.
31. Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας την ψυχήν
μου'
32. ῞Οτι ἐγὼ δοῦλός σου εἰμί.
Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, πρὸς τὸν Γολιάθ. ΨΑΛ. ΡΜΓ.
1. Εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεός μου, ὁ (α) διδάσκων
τὰς χεῖράς μου εἰς παράταξιν.
2. Τοὺς δακτύλους μου εἰς πόλεμον,
3. Ελεός μου καὶ καταφυγή μου,
27. Tui, qui bonus es, bonus et sanctus Spiritus
deducet me, ut perveniam in supernam Jerusalem.
28. Quia Deus vivens es, et hoc tibi nomen, et me
etsi mortidicatum vivilica in Filio tuo justo judice.
29. Educes me ex tenebris et vinculis inhærentibus animæ meæ.
30. Et videns plagas animæ meæ, quas fecerunt
mihi inimici mei, commiserere, et aterno igni trade
illos.
31. Et oinnes, qui subjiciunt cordi meo impro
bas vitæ concupiscentias, disperde in gehennam
ignis.
32. Quoniam ego pretioso tuo sanguine redemptus
sum.
27. Σοῦ τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα
οδηγήσει με καταντῆσαι ἐν τῇ ἄνω Ἱερουσαλήμ.
28. Οτι ζῶν ὑπάρχων, καὶ τοῦτο όνομά σοι,
κἀμὲ τὸν νεκρωθέντα ζωοποίησον ἐν τῷ Υἱῷ σου τῷ
δικαιοκρίτῃ.
29. Ἐξάξεις με ἐκ τοῦ σκότους καὶ τῶν δεσμῶν
τῶν προκειμένων τῇ ψυχῇ μου.
30. Καὶ ὁρῶν τοὺς μώλωπας τῆς ψυχῆς μου, οὓς
πεποίηκάν μοι οἱ ἐχθροί μου, εὐσπλαγχνίσθητι
καὶ τῷ αἰωνίῳ πυρὶ παράδος αὐτούς.
51. Καὶ πάντας τοὺς ὑποτιθεμένους τῇ καρδίᾳ μου
τὰς τοῦ βίου πονηρὰς ἐπιθυμίας ἀπώλεσον εἰς τὴν
γέενναν τοῦ πυρός.
32. Ὅτι ἐγὼ τῷ τιμίῳ αἵματι ἐξηγοράσθην.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ, πρὸς τὸν Γολιάθ· τοῦτο οὖν λέγει τῷ λαῷ
τῷ πεποθημένῳ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν διάβολον· ἑρμηνεύεται γὰρ τὸ τοῦ Δαβὶδ ὄνομα πεποιημένος, καὶ
τὸ τοῦ Γολιάθ ὄνομα μετοικίζων, τουτέστιν αἰχμαλωτίζων, ὅπερ σαφῶς ὁ διάβολός ἐστιν, ὁ πάντας αἰχμα
λωτίζων.
Titulus præpositus continet: Psalmus David adversus Goliath; hoc igitur dicit psalmus populo desiderato a Deo adversus diabolum: etenim uomen David interpretatur desideratus, et nomen Goliath interpretatur transmigrure faciens: hoc est in captivitatem ducens, qualis manifeste diabolus est, qui omnes in
captivitatem ducit.
1. Secundum naturam benedictus Dominus Deus
meus, qui gratia sancti Spiritus sui docet cor
meum se ipsum præparare adversus omnem tentationem.
2. Et mentem meam resistere omnibus telis ignitis inimici.
3. Requies mea et protectio mea.
1. Κατὰ φύσιν εὐλογητὸς ὁ Κύριος ὁ Θεός μου,
ὁ τῇ χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος αὐτοῦ διδάσκων
τὴν καρδίαν μου ευτρεπίζειν ἑαυτὴν πρὸς πάντα πει
ρασμόν.
2. Καὶ τὴν διάνοιάν μου ἀνθίστασθαι πρὸς πάντα
τὰ βέλη τοῦ ἐχθροῦ τὰ πεπυρωμένα.
5. Ανάπαυσις μου, καὶ σκέπη μου.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τὸ ἅγιον ἀγαθὸν Πνεῦμα, etc.
Ν. 28. "Οτι ζῶν ὑπάρχεις, etc. usque ad ζωοποίησον. Ν. 29. Ἐν τῷ, etc. usque ad ψυχή μου.
Σπλαγχνίσθητι, etc.
Τιμίῳ σου αἵματι.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Τῷ Δαβιδ
πρὸς τὸν Γολιάδ, etc., καὶ τὸ τοῦ Γολιάδ όνομα ἑρμηνεύεται μετοικίζων, etc.
Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε, 5, etc.
Ν. 2. ϋ τῇ, etc.
col. 1305–1306page 358 of 376
PG 27:13054. Αντιλήπτωρ μου καὶ ῥύστης μου, 5. Υπερασπιστής μου, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἤλπισα, 6. Ὁ ὑποτάσσων τὸν λαόν μου ἐπ' ἐμέ [ὑπ' ἐμέ ]. 7. Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ; 8. Η υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι λογίζῃ αὐτῷ [αὐτόν ]; 9. "Ανθρωπος ματαιότητι ώμοιώθη 10. Α' ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιὰ παράγουσι. 11. Κύριε, κλίνον οὐρανοὺς, καὶ κατάβηθι 12. Αψαι τῶν ὀρέων, καὶ καπνισθήσονται. 13. Αστραψον ἀστραπὴν, καὶ σκορπιεῖς αὐτούς 14. Εξαπόστειλον τὰ βέλη σου, καὶ συνταράξεις αὐτούς. 15. Εξαπόστειλον τὴν χεῖρά σου ἐξ ὕψους 16. Εξελοῦ με, καὶ ῥῦσαί με ἐξ ὑδάτων πολλῶν, 17. Ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων 18. ἂν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα, 4. Ὑπὲρ ἐμοῦ ἐδίδων [ὁ διδοὺς ] ἑαυτὸν ἕως θανάτου, καὶ ῥυόμενός με. 5. Πρόνοιάν μου ποιεῖται, καὶ πᾶσαν τὴν μέριμνάν μου ἐπ' αὐτὸν ἐπέρριψα. 6. Ο εκχύων με ὑποπιάζειν μου τὸ σῶμα, καὶ δουλαγωγεῖν αὐτό. 7. Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι κατηξίωσας αὐτῷ ὀφθῆναι ἐπὶ τῆς γῆς; 8. Η τί ἐστι πάλιν υἱὸς πηλοῦ, ὅτι οὐκ ἐπι λανθάνεις αὐτοῦ, ἀδιαλείπτως καὶ πρόνοιαν αὐτοῦ του σαύτην ποιούμενος; 9. Εκαστος τῶν ἀνθρώπων τῷ κόσμῳ τούτῳ ὠμοιώθη. 10. ᾿Ανωφελεῖς καὶ ἀνυπόστατοι. 11. Κύριε, κλίνας σου τοὺς οὐρανούς, ἐλθὲ πρὸς ἡμᾶς. 12. Πλησίον μόνον γενοῦ τῶν ἐναντίων δυνάμεων, καὶ εὐθέως ἄρξονται καταφλέγεσθαι. 13. 'Οράθητι μόνον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θεασάμενοι τὸ ἀπαύγασμα, εἰς τὴν γῆν πεσοῦνται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. 14. Απόστειλον τοὺς ἀποστόλους σου κατ' αὐτῶν ἠκονημένη [ ὡς βέλη ήκονημένα ] ἐξεῖς ὄντας τῇ χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀσθενεῖς εἰς αὐτ τοὺς ποιήσωσιν. 15. Τῷ Θεῷ Πατρὶ πάλιν προσεύχεται λέγων Πέμψον τὸν Υἱόν σου ἐκ τῶν ἁγίων σου υψωμάτων. 16. Ελευθέρωσόν με δι' αὐτοῦ ἀπὸ τῶν πνευμάτων τούτων πονηρῶν τῶν πολλῶν, τῶν βυθιζόντων με. 17. Ἐκ τῆς δυναστείας τῶν υἱῶν τοῦ πονηροῦ, τῶν ἐναντίων δυνάμεων 18. Τῶν ἡ διδασκαλία πᾶσα οὐδὲν ζωοποιὸν ἔχει, ἀλλὰ πάντα εἰς διαφθορὰν καὶ ἀπώλειαν. τήν, Δίδον, διδούς διδῶν, με. Ὁ ἐνισχύων με, Κύριε, τίς ἐστιν, αὐτὸν ὀφθῆναι, Η τίς ἐστι, πεποίησαι; Απαύγασμα τῆς δόξης του προσώπου σου εἰς σιν. Ηκονημένους, ἀσθενεῖς αὐτοὺς ποιήσου Τούτων τῶν πονηρῶν, Πάντας,
4. Αντιλήπτωρ μου καὶ ῥύστης μου,
5. Υπερασπιστής μου, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἤλπισα,
6. Ὁ ὑποτάσσων τὸν λαόν μου ἐπ' ἐμέ [ὑπ' ἐμέ ].
7. Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ;
8. Η υἱὸς ἀνθρώπου, ὅτι λογίζῃ αὐτῷ [αὐτόν ];
9. "Ανθρωπος ματαιότητι ώμοιώθη·
10. Α' ἡμέραι αὐτοῦ ὡσεὶ σκιὰ παράγουσι.
11. Κύριε, κλίνον οὐρανοὺς, καὶ κατάβηθι
12. Αψαι τῶν ὀρέων, καὶ καπνισθήσονται.
13. Αστραψον ἀστραπὴν, καὶ σκορπιεῖς αὐτούς·
14. Εξαπόστειλον τὰ βέλη σου, καὶ συνταράξεις
αὐτούς.
15. Εξαπόστειλον τὴν χεῖρά σου ἐξ ὕψους
16. Εξελοῦ με, καὶ ῥῦσαί με ἐξ ὑδάτων πολλῶν,
17. Ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων·
18. ἂν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιότητα,
PSAL. CXLIII.
4. Susceptor meus et liberator meus,
5. Protector meus, et in ipso speravi,
6. Qui subdit populum meum sub me.
7. Domine, quid est homo, quia innotuisti ei?
8. Aut filius hominis, quia reputas eum?
9. Homo vanitati similis factus est:
10. Dies ejus sicut umbra prætereunt.
11. Domine, inclina coelos, et descende:
12. Tange montes, et fumigabunt.
13. Fulgura coruscationem, et dissipabis eos:
14. Emitte sagittas tuas, et conturbabis eos.
15. Emitte manum tuam de alto:
16. Eripe me, et libera me de aquis multis,
17. De manu filiorum alienorum:
18. Quorum os locutum est vanitatem,
4. Ὑπὲρ ἐμοῦ ἐδίδων [ὁ διδοὺς ] ἑαυτὸν ἕως
θανάτου, καὶ ῥυόμενός με.
5. Πρόνοιάν μου ποιεῖται, καὶ πᾶσαν τὴν μέριμνάν
μου ἐπ' αὐτὸν ἐπέρριψα.
6. Ο εκχύων με ὑποπιάζειν μου τὸ σῶμα, καὶ
δουλαγωγεῖν αὐτό.
7. Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι κατηξίωσας
αὐτῷ ὀφθῆναι ἐπὶ τῆς γῆς;
8. Η τί ἐστι πάλιν υἱὸς πηλοῦ, ὅτι οὐκ ἐπιλανθάνεις αὐτοῦ, ἀδιαλείπτως καὶ πρόνοιαν αὐτοῦ του
σαύτην ποιούμενος;
9. Εκαστος τῶν ἀνθρώπων τῷ κόσμῳ τούτῳ
ὠμοιώθη.
10. ᾿Ανωφελεῖς καὶ ἀνυπόστατοι.
11. Κύριε, κλίνας σου τοὺς οὐρανούς, ἐλθὲ πρὸς
ἡμᾶς.
12. Πλησίον μόνον γενοῦ τῶν ἐναντίων δυνάμεων,
καὶ εὐθέως ἄρξονται καταφλέγεσθαι.
13. 'Οράθητι μόνον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ θεασάμενοι
τὸ ἀπαύγασμα, εἰς τὴν γῆν πεσοῦνται ὑπὸ τῶν
ἀνθρώπων.
14. Απόστειλον τοὺς ἀποστόλους σου κατ' αὐτῶν
ἠκονημένη [ ὡς βέλη ήκονημένα ] ἐξεῖς ὄντας τῇ
χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀσθενεῖς εἰς αὐτ
τοὺς ποιήσωσιν.
15. Τῷ Θεῷ Πατρὶ πάλιν προσεύχεται λέγων·
Πέμψον τὸν Υἱόν σου ἐκ τῶν ἁγίων σου υψωμάτων.
16. Ελευθέρωσόν με δι' αὐτοῦ ἀπὸ τῶν πνευμάτων
τούτων πονηρῶν τῶν πολλῶν, τῶν βυθιζόντων
με.
17. Ἐκ τῆς δυναστείας τῶν υἱῶν τοῦ πονηροῦ,
τῶν ἐναντίων δυνάμεων
18. Τῶν ἡ διδασκαλία πᾶσα οὐδὲν ζωοποιὸν ἔχει,
ἀλλὰ πάντα εἰς διαφθορὰν καὶ ἀπώλειαν.
4. Pro me dedit se ipsum usque ad mortem, et
liberavit me.
5. Providet mihi, et ego omnem curam meam super ipsum projeci.
6. Corroborans me, ut castigem corpus meum,
et ipsum in servitutem redigam.
7. Domine, quid est homo, quod dignatus es
ipsi manifestari super terra?
8. Aut quid rursus est filius luti, quoniam non
oblivisceris illius, et indesinenter tantam de ipso
curam habes?
9. Unusquisque hominum huic mundo assimilatur
10. Inutiles atque instabiles.
11. Domine, inclinans coelos tuos veni ad nos.
12. Prope tantummodo fas contrariis potestatibus, et statim incipient comburi.
13. Appare solum in terra, et videntes splendorem cadent in terram sub hominibus.
14. Mitte apostolos tuos, veluti tela exacula contra easdem potestates, acutos exsistentes gratia
sancti Spiritus, et infirmas in ipsos reddent.
15. Deum Patrem rursus orat dicens: Mitte Fim ex sanctis tuis altitudinibus.
16. Libera me per ipsum a spiritibus istis malis
et multis, submergentibus me.
17. potestate filiorum improbi, hoc est a contrariis potestatibus:
18. Quarum omnis doctrina nihil vivificans l12bet, sed omnia in corruptionem et exitium.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
τήν, etc.
Δίδον, etc. leg. διδούς aut διδῶν, deest με.
Ὁ ἐνισχύων με, etc.
Κύριε, τίς ἐστιν, etc. αὐτὸν ὀφθῆναι, etc.
Η τίς ἐστι, etc. πεποίησαι;
Απαύγασμα τῆς δόξης του προσώπου σου εἰς
σιν.
Ηκονημένους, etc., ἀσθενεῖς αὐτοὺς ποιήσου
Τούτων τῶν πονηρῶν, etc.
Πάντας, etc.
col. 1307–1308page 359 of 376
PG 27:130719. Καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας. 20. Ὁ Θεὸς, ᾠδὴν καινὴν ᾆσομαί σοι. 21. Ἐν ψαλτηρίω δεκαχόρδῳ ψαλῶ σοι 22. Τῷ διδόντι τὴν σωτηρίαν τοῖς βασιλεῦσι 23. Τῷ λυτρουμένῳ Δαβὶδ τὸν δοῦλυν αὐτοῦ ἐκ ῥομφαίας πονηράς [ ρύσεται αὐτόν ]. 24. Ῥῦσαί με, καὶ ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλ λοτρίων 25. ἂν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιοτητα, 26. Καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας. 27. ἂν οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς νεόφυτα ἱδρυμένα ἐν τῇ νεότητι αὐτῶν. 28. Αἱ θυγατέρες αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι, περι κεκοσμημέναι (α) ὡς ὁμοίωμα ναού. 29. Τὰ ταμιεία αὐτῶν πλήρη, ἐξερευγόμενα ἐκ τούτου εἰς τοῦτο. 50. Τὰ πρόβατα αὐτῶν πολυτόκα, πληθύνοντα εν ταῖς ἐξόδοις αὐτῶν (α) 29, Περικεκοσμημέναι ὡς ὁμοίωμα ἀνθρώπου. 30, Τὰ ταμιεία, Θάνατος, 19. Οὐ μόνον τὰ ἀριστερὰ αὐτῶν ἀπώλειά ἐστιν, ἀλλὰ καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν θανάτου ὑπάρχει. 20. Καθαράν, ἄμωμον ὑπὲρ τοῦ πάθους σου. 21. Ἐν τῇ χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ταῖς δέκα ἐντολαῖς καταρτίσας ἐμαυτὸν, δοξάσω σε δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν. 22. Τῷ ζωοποιοῦντι διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ τοὺς ἁγίους τοὺς ἐν τῇ γῇ βασιλεύοντας κατὰ τῆς ἁμαρ τίας, καὶ ἐν οὐρανῷ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶ νας. 23. Τῷ δεδωκοτι ἑαυτὸν ἀντίλυτρον τῷ θανάτῳ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ πεποθημένου, ὅπως ἐξέληται ἡμᾶς ἐκ τοῦ διαβόλου. 24. Ῥῦσαι, καὶ ἀπόσπασόν με ἐκ τῆς ἐξου σίας τῶν ἐναντίων δυνάμεων 25. αν ἡ διδαχή διέσπειρε ἀνομίαν καὶ ἁμαρ τίαν ἐν τοῖς ἀνθρώποις 26. Καὶ ἡ δύναμις αὐτῶν αὕτη ἐστὶν, τί ἵνα ἀρ πάσωσι καὶ βίᾳ καταδουλώσωνται. 27. Καὶ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις καὶ ταῖς ἀνομίαις τῶν δαιμόνων γεγεννημένοι, εὐθηνοῦσι πλούτῳ καὶ δόξῃ, δρώμενο: παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐν τῇ ἀπάτῃ αὐτῶν ἐπαινούμενοι ὡς νεόφυτα ἰσχυρὰ καὶ εὐθαλῆ.. 28. Καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν πάσῃ περιβολῇ που λυτελεῖ ἡμφιεσμέναι, καὶ χρυσῷ, καὶ ἀργύρῳ, καὶ λίθῳ πολυτελεῖ δορυφορούμεναι. 29. Αἱ καρδίαι αὐτῶν πεπληρωμέναι πάσης ἀνο μίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ ἐκ τούτου τοῦ πονηροῦ ἐπιτηδεύματος εἰς ἄλλο δεινότερον μετέρχονται ἐπιθύμημα. 30. Οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, τῆς ἁμαρτίας ὄντες ἐπιθυμηταὶ, ἐφευρεταί εἰσι κακῶν, ἐξάγοντες ἐκ τῆς καρ δίας αὐτῶν διαλογισμούς πονηρούς. Οὐρανῷ βασιλεύοντας εἰς, Ἐξελεῖται, Ρυσαί με, καί, Πᾶσαν ἀνομίαν. Αὕτη ἐστὶ τὸ, τί ἁρπάσωσιν, Καὶ ἀνομίαις, 28, Καὶ ψυχαὶ αὐτῶν πᾶσα: ἠμφιεσμέναι. Ν. Καὶ χρυσῷ, Ν. 50, Α' καρδίαι, 31, Θἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι οἱ τῆς ἁμαρτίας, 52, οι διδάσκαλοι, Ν. 55, Οὐκ ἔστι τινὰ ἐπιβῆναι τοῖς,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
19. Et dextera eorum, dextera iniquitatis.
20. Deus, canticum novum cantabo tibi:
21. In psalterio decachordo psallam tibi.
22. Qui das salutem regibus:
23. Qui redemisti David servum tuum de gladio
maligno [liberabit eum]. `
24. Eripe me, et erue me de manu filiorum alienorum:
25. Quorum os locutum est vanitatem,
26. Et dextera eorum, dextera iniquitatis.
27. Quorum filii sicut novella plantationes in juventute sua.
28. Filiæ eorum compositæ, circumornatæ ut
similitudo templi.
29. Promptuaria eorum plena, eructantia ex hoc
in illud.
30. Oves eorum fœtosæ, abundantes in egressibus suis:
EXEGETICA.
19. Καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας.
20. Ὁ Θεὸς, ᾠδὴν καινὴν ᾆσομαί σοι.
21. Ἐν ψαλτηρίω δεκαχόρδῳ ψαλῶ σοι·
22. Τῷ διδόντι τὴν σωτηρίαν τοῖς βασιλεῦσι·
23. Τῷ λυτρουμένῳ Δαβὶδ τὸν δοῦλυν αὐτοῦ ἐκ
ῥομφαίας πονηράς [ ρύσεται αὐτόν ].
24. Ῥῦσαί με, καὶ ἐξελοῦ με ἐκ χειρὸς υἱῶν ἀλλοτρίων·
25. ἂν τὸ στόμα ἐλάλησε ματαιοτητα,
26. Καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν δεξιὰ ἀδικίας.
27. ἂν οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς νεόφυτα ἱδρυμένα ἐν τῇ
νεότητι αὐτῶν.
28. Αἱ θυγατέρες αὐτῶν κεκαλλωπισμέναι, περικεκοσμημέναι (α) ὡς ὁμοίωμα ναού.
29. Τὰ ταμιεία αὐτῶν πλήρη, ἐξερευγόμενα ἐκ
τούτου εἰς τοῦτο.
50. Τὰ πρόβατα αὐτῶν πολυτόκα, πληθύνοντα εν
ταῖς ἐξόδοις αὐτῶν·
(α) Vers. 29, Περικεκοσμημέναι ὡς ὁμοίωμα ἀνθρώπου. Vers. 30, Τὰ ταμιεία, etc.
19. Non solum sinistra earum perditio est, sed
etiam earum dextera mors exsistit.
20. Mundum, immaculatum de passione tua.
21. Gratia sancti Spiritus in decem præceptis
perficiens me ipsum, glorificabo te bonis operibus.
22. Qui vivificas gratia tua sanctos regnantes in
terra contra peccatum, et in coelo in indiuita sæcula.
23. Qui tradidit se ipsum morti in redemptionis
pretium pro populo desiderato, ut eriperet nos a
diabolo.
24. Libera, et abstrabe me e dominio contrariarum potestatum:
25. Quarum doctrina disseminat in hominibus
iniquitatem, et peccatum:
26. Et earum potentia hæc est, ut aliquid rapiant, et vi in servitutem redigant.
27. Et in concupiscentiis, et dænionum iniquitatibus geniti abundant divitiis, et gloria, et conspecti ab hominibus in eorum fallacia laudantur, tanquam novellæ plantationes validæ, et florentes.
28. Et animæ eorum omni pretioso amictu coopertæ, et auro, et argento, et lapide pretioso circumstipatæ.
29. Corda eorum plena omni iniquitate, et peccalo, et ex uno improbo desiderio transeunt in
aliam pejorem concupiscentiam.
30. Iidem homines cum peccati cupidi sint, inventores sunt malorum, educentes e cordibus suis
pravas cogitationes.
Θάνατος, etc.
19. Οὐ μόνον τὰ ἀριστερὰ αὐτῶν ἀπώλειά ἐστιν,
ἀλλὰ καὶ ἡ δεξιὰ αὐτῶν θανάτου ὑπάρχει.
20. Καθαράν, ἄμωμον ὑπὲρ τοῦ πάθους σου.
21. Ἐν τῇ χάριτι τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ταῖς
δέκα ἐντολαῖς καταρτίσας ἐμαυτὸν, δοξάσω σε δι᾿
ἔργων ἀγαθῶν.
22. Τῷ ζωοποιοῦντι διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ τοὺς
ἁγίους τοὺς ἐν τῇ γῇ βασιλεύοντας κατὰ τῆς ἁμαρ
τίας, καὶ ἐν οὐρανῷ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶ
νας.
23. Τῷ δεδωκοτι ἑαυτὸν ἀντίλυτρον τῷ θανάτῳ
ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τοῦ πεποθημένου, ὅπως ἐξέληται
ἡμᾶς ἐκ τοῦ διαβόλου.
24. Ῥῦσαι, καὶ ἀπόσπασόν με ἐκ τῆς ἐξου
σίας τῶν ἐναντίων δυνάμεων
25. αν ἡ διδαχή διέσπειρε ἀνομίαν καὶ ἁμαρ
τίαν ἐν τοῖς ἀνθρώποις·
26. Καὶ ἡ δύναμις αὐτῶν αὕτη ἐστὶν, τί ἵνα ἀρ
πάσωσι καὶ βίᾳ καταδουλώσωνται.
27. Καὶ ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις καὶ ταῖς ἀνομίαις
τῶν δαιμόνων γεγεννημένοι, εὐθηνοῦσι πλούτῳ καὶ
δόξῃ, δρώμενο: παρὰ τῶν ἀνθρώπων ἐν τῇ ἀπάτῃ
αὐτῶν ἐπαινούμενοι ὡς νεόφυτα ἰσχυρὰ καὶ εὐθαλῆ..
28. Καὶ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν πάσῃ περιβολῇ που
λυτελεῖ ἡμφιεσμέναι, καὶ χρυσῷ, καὶ ἀργύρῳ, καὶ
λίθῳ πολυτελεῖ δορυφορούμεναι.
29. Αἱ καρδίαι αὐτῶν πεπληρωμέναι πάσης ἀνο
μίας καὶ ἁμαρτίας, καὶ ἐκ τούτου τοῦ πονηροῦ ἐπι
τηδεύματος εἰς ἄλλο δεινότερον μετέρχονται ἐπιθύ
μημα.
30. Οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι, τῆς ἁμαρτίας ὄντες ἐπιθυ
μηταί, ἐφευρεταί εἰσι κακῶν, ἐξάγοντες ἐκ τῆς καρ
δίας αὐτῶν διαλογισμούς πονηρούς.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Οὐρανῷ βασιλεύοντας εἰς, etc.
Ἐξελεῖται, etc.
Ρυσαί με,
καί, etc.
Πᾶσαν ἀνομίαν.
Αὕτη ἐστὶ τὸ, τί ἁρπάσωσιν, etc.
Καὶ ἀνομίαις, etc.
N. 28, Καὶ ψυχαὶ αὐτῶν πᾶσα: usque ad ἠμφιεσμέναι. Ν. 29. juxta suprascriplam divisionem: Καὶ
χρυσῷ, etc. Ν. 50, Α' καρδίαι, etc. N. 31, Θἱ αὐτοὶ
ἄνθρωποι οἱ τῆς ἁμαρτίας, etc. N. 52, οι διδάσκα
λοι, etc. Ν. 55, Οὐκ ἔστι τινὰ ἐπιβῆναι τοῖς, etc.
col. 1309–1310page 360 of 376
PG 27:130930. Οἱ βόες αὐτῶν παχείς. 32. Οὐκ ἔστι κατάπτωμα φραγμοῦ οὐδὲ διέξοδος" 33. Οὐδὲ κραυγὴ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῶν. 34. Ἐμακάρισαν τὸν λαὸν, ᾧ ταῦτά ἐστι 35. Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ. Αἴνεσις τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΜΑ'. 1. 1. 'Αλέφ] Υψώσω σε, ὁ Θεός μου ὁ βασιλεύς μου δ 2. Καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα, 5. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 4. [Βήθ] Καθ' ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε, 5. Καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα, 31. Οι διδάσκαλοι αὐτῶν σπαταλῶντες ἐν ταῖς εὐωχίαις αὐτῶν, καὶ μεγαλαυχοῦντες κατὰ τῆς ἀληθείας. 32. Οὐκ ἔστι τινὰ ἐπιμῆναι τοῖς κτήμασιν αὐτῶν, οὐδὲ παρελθεῖν ἑαυτοῖς· πάσῃ γὰρ φυλακῇ τηροῦνται. 35. Οὐδέ τινα τολμῆσαι ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν τοσοῦτον φόβον ἔχουσιν. 54. Καὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἐμακάρισαν, ᾧ ταῦτα ὑπῆρξεν 35. Εγω δὲ λέγω· Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κυριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ, πλοῦτος αὐτοῦ καὶ δόξα ὑπάρχων Καὶ ἄλλως δὲ ἔστι θεωρῆσαι τοὺς προκειμένους στί χους πάλιν εἰς τοὺς ἁγίους αὐτοῦ· ὅτι τῶν μὲν δαι μόνων τὰ πρόβατα καὶ οἱ βόες εἰσὶ, καθὰ ἑρμηνεύεται περὶ αὐτῶν· ἐν δὲ τοῖς δικαίοις οὐκ ἔτι τὴν βο ήθειαν [βόσκημα] αὐτῶν παλαιωθῆναι, καὶ πεσεῖν [βό σκειν ]· οὐδὲν γὰρ ὑπερηφανίας ἐν ταῖς διανοίαις αὐτ τῶν· ἐμαχάρισαν αἱ Γραφαι, ᾧ ταῦτα ὑπάρχει λέ γουσαι· Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αἴνεσις τῷ Δαβίδ, τουτέστι τῷ ἱκανῶ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ, ὡς πολλάκις ειρήκαμεν. 1. Δοξάσω σε, ὁ Θεὸς ὁ βασιλεύς μου, ὁ διδά ξας με γνῶναι· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχῳ ὄνο μα τὸ Αλὲς ἑρμηνεύεται διδασκαλία.. 2. Ἐν τῷ νῦν, 5. Καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. 4. Καθ' ἑκάστην πράξιν τοῦ φωτός σου δοξάσω σε ἐν τῇ καρδίᾳ μου· τοῦτο γὰρ δηλοῖ ἡ συλλαβὴ ἡ παρακειμένη τῷ στίχῳ· ἑρμηνεύεται γὰρ τὸ Βὴθ, οἶκος, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία.. 5. Οὐ διαλείψῃ ὕμνος ἐκ τοῦ στόματός μου έκπο ρευόμενος ἐν τῷ νῦν αἰῶνι. Τολμῆσαι λαλῆσαι ἐν ταῖς, Δόξα υπάρχει, ὅτι τῶν μὲν εὐδαιμόνων τὰ πρόβατα, καὶ αἱ βόες, οὐκ ἔστι τὴν βοήθειαν αὐτῶν παλαιωθῆναι, καὶ πεσεῖν, οὐδὲ τελευτὴν αὐτ τῶν· ἀεὶ γὰρ ζῶσιν· οὐδὲ ὑπερηφανία ἐν ταῖς, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, εἰρή καμεν, ἱκανὸς χειρὶ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ο Θεός μου, ὁ διδάξας με γνῶσιν· τὸ γὰρ τῆς κινναβάρεως παρακείμενον, 2, 3. Καὶ ἐν τῷ νῦν, αἰῶνι. Μου συλλαβὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως τῷ στίχῳ παρακειμένη, καὶ ἐν τ. ν. α', καὶ ἐ. τ. α. καὶ εἰς τὰς αἰωνίους αὐλάς σου.
30. Οἱ βόες αὐτῶν παχείς.
PSAL. CXLIV.
31. Boves eorum crassæ.
32. Οὐκ ἔστι κατάπτωμα φραγμοῦ οὐδὲ διέξοδος"
33. Οὐδὲ κραυγὴ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῶν.
34. Ἐμακάρισαν τὸν λαὸν, ᾧ ταῦτά ἐστι·
35. Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ.
Αἴνεσις τῷ Δαβίδ. ΨΑΛ. ΡΜΑ'.
1. [In marg. ad vers. 1. 'Αλέφ] Υψώσω σε, ὁ Θεός
μου ὁ βασιλεύς μου·
δ
2. Καὶ εὐλογήσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα,
5. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
4. [Βήθ] Καθ' ἑκάστην ἡμέραν εὐλογήσω σε,
5. Καὶ αἰνέσω τὸ ὄνομά σου εἰς τὸν αἰῶνα,
32. Non est ruina maceriæ, neque transitus:
33. Neque clamor in plateis eorum.
34. Beatum dixerunt populum, cui hæc sunt:
35. Beatus populus, cujus Dominus Deus ejus.
Laulatio ipsi David. PSAL. CXLIV.
1. [Aleph Exaltabo te, Deus neus rex meus:
2. Et benedicam nomini tuo in sæculum,
3. Et in seculum saeculi
4. [Beth] Per singulos dies benedicam tib`
5. Et laudabo nomen tuum in sæculum.,
31. Οι διδάσκαλοι αὐτῶν σπαταλῶντες ἐν ταῖς εὐωχίαις αὐτῶν, καὶ μεγαλαυχοῦντες κατὰ τῆς ἀληθείας.
32. Οὐκ ἔστι τινὰ ἐπιμῆναι τοῖς κτήμασιν αὐτῶν,
οὐδὲ παρελθεῖν ἑαυτοῖς· πάσῃ γὰρ φυλακῇ τηροῦν
ται.
35. Οὐδέ τινα τολμῆσαι ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν·
τοσοῦτον φόβον ἔχουσιν.
54. Καὶ λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἐμακάρισαν, ᾧ ταῦτα
ὑπῆρξεν
35. Εγω δὲ λέγω· Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κυριος ὁ
Θεὸς αὐτοῦ, πλοῦτος αὐτοῦ καὶ δόξα ὑπάρχων
Καὶ ἄλλως δὲ ἔστι θεωρῆσαι τοὺς προκειμένους στί
χους πάλιν εἰς τοὺς ἁγίους αὐτοῦ· ὅτι τῶν μὲν δαιμόνων τὰ πρόβατα καὶ οἱ βόες εἰσὶ, καθὰ ἑρμηνεύε
ται περὶ αὐτῶν· ἐν δὲ τοῖς δικαίοις οὐκ ἔτι τὴν βοήθειαν [βόσκημα] αὐτῶν παλαιωθῆναι, καὶ πεσεῖν [βόσκειν ]· οὐδὲν γὰρ ὑπερηφανίας ἐν ταῖς διανοίαις αὐτ
τῶν· ἐμαχάρισαν αἱ Γραφαι, ᾧ ταῦτα ὑπάρχει λέγουσαι· Μακάριος ὁ λαὸς, οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ.
51. Magistri eorum luxuriantes in comessationibus suis, et gloriantes contra veritatem.
32. Non est qui possessiones eorum invadat,
neчue eas pertranseat: omni enim custodia servantur.
55. Neque quispiam in eorum domibus aliquid
audet, adeo illos omnes timent.
34. Et demum beatum homines dixerunt, cui
talia sunt.
35. Ego autem dico: Beatus populus, cujus Dominus Deus ejus divitiæ ipsius et gloria exsistit.
Et aliter etiam præpositos versus allegorice interpretari iterum licet de sanctis ejus: quoniam
dæmonum quidem oves, et boves sunt, secundum
quod allegorice de ipsis interpretantur. In justis
autem non amplius auxilium [pecus] eorum veterascere, et cadere [pascere]; nulla enim superbia
in mentibus eorum; beatum dixerunt Scripturæ,
cui hac sunt, dicentes: Beatus populus, cujus Dominus Deus ejus.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Αἴνεσις τῷ Δαβίδ, τουτέστι τῷ ἱκανῶ τῇ χειρὶ, τῷ Υἱῷ τοῦ
Θεοῦ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Δαβίδ, ὡς πολλάκις ειρήκαμεν.
Titulus præpositus continet: Laus David, hoc est manu forti, id est Dei Filio: ita enim interpretatur
David, ut saepius diximus (f).
1. Δοξάσω σε, ὁ Θεὸς ὁ βασιλεύς μου, ὁ διδά
ξας με γνῶναι· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχῳ ὄνο
μα τὸ Αλὲς ἑρμηνεύεται διδασκαλία..
2. Ἐν τῷ νῦν,
5. Καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι.
4. Καθ' ἑκάστην πράξιν τοῦ φωτός σου δοξάσω σε
ἐν τῇ καρδίᾳ μου· τοῦτο γὰρ δηλοῖ ἡ συλλαβὴ ἡ
παρακειμένη τῷ στίχῳ· ἑρμηνεύεται γὰρ τὸ Βὴθ,
οἶκος, ὅπερ ἐστὶν ἡ καρδία..
5. Οὐ διαλείψῃ ὕμνος ἐκ τοῦ στόματός μου έκπορευόμενος ἐν τῷ νῦν αἰῶνι.
1. Glorificabo te, Deus rex meus, qui docuiati
me scientiam: nam nomen Aleph versui ascriptum
interpretatur doctrina.
2. In præsenti,
3. Et in futuro sæculo.
4. Secundum singulas actiones lucis tuæ glorificabo te in corde meo, hoc enim significat syllaba
versui apposita: Beth enim interpretatur domus,
quæ est cor.
5. Non cessabit hymnus prodiens ex ore meo in
præsenti sæculo.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τολμῆσαι λαλῆσαι ἐν ταῖς, etc.
Δόξα υπάρχει, etc., ὅτι τῶν μὲν εὐδαιμόνων τὰ
πρόβατα, καὶ αἱ βόες, etc., οὐκ ἔστι τὴν βοήθειαν
αὐτῶν παλαιωθῆναι, καὶ πεσεῖν, οὐδὲ τελευτὴν αὐτ
τῶν· ἀεὶ γὰρ ζῶσιν· οὐδὲ ὑπερηφανία ἐν ταῖς, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., εἰρή
καμεν, ἱκανὸς χειρὶ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.
Ο Θεός μου, etc. ὁ διδάξας με γνῶσιν· τὸ γὰρ
τῆς κινναβάρεως παρακείμενον, etc.
N. 2, 3. Καὶ ἐν τῷ νῦν, etc., αἰῶνι.
Μου deest, συλλαβὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως τῷ
στίχῳ παρακειμένη, etc.
καὶ ἐν τ. ν. α',
N. 5, 6. Comm. unicus..
καὶ ἐ. τ. α. καὶ εἰς τὰς αἰωνίους αὐλάς σου.
(†) Quatuor psalmos secundum ordinem Hebræorum incipere elementorum, etc. In centesimo decimo
octavo psalmo, singulas litteras octoni versus sequuntur. In centesimo quadragesimo quarto singuli
versus deputantur. llier. in Epist. ad Paulam, de interpret. Alphab. Hebr.
col. 1311–1312page 361 of 376
PG 27:13116. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 7. [ Γαμέλ] Μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα, 8. [Δαλέθ ] Καὶ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας. 9. Γενεὰ καὶ γενεὰ ἐπαινέσει τὰ ἔργα σου. 10. [Η] Καὶ τὴν δύναμίν σου ἀπαγγελοῦσι. 11. Τὴν μεγαλοπρέπειαν τῆς δόξης τῆς ἁγιωσύνης σου λαλήσουσι, 12. [Οὐαῦ ] Καὶ τὰ θαυμάσιά σου διηγήσονται 13. Καὶ τὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν σου ἐροῦσι, 14. [Ζηεί] Καὶ τὴν μεγαλωσύνην σου διηγήσονται [ καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσιν ]. 15. Μνήμην τοῦ πλήθους τῆς χρηστότητός σου ἐξερεύξονται, 6. Καὶ ἐν τῇ κρίσει, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς αἰων νίου αὐλῆς σου. 7. Θώραξ μου ἐν πολέμῳ ὁ Κύριος, καὶ αἰνετός ἐστι τῇ καρδίᾳ μου ἕως τέλους· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ Γαμέλ ὄνομα τὸ τῷ στίχῳ παρακείμενον· ἐρ μηνεύεται γὰρ θώραξ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν, καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος. 8. Καὶ οὐκ ἔστιν κτίσις ἡ χωροῦσα αὐτόν 9. Οἱ γεννώμενοι ἐκ τῆς χάριτός σου θαυμάσουσι τὰ προστάγματά σου· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχῳ ὄνομα τὸ Δαλέθ ἑρμηνεύεται γέννησις. 10. Ἡ συλλαβὴ ἡ τῷ στίχῳ παρακειμένη "Η λεγο μένη ερμηνεύεται ἀλῶναι, ὅπερ ἐστιν ὁ Κύριος, καὶ πάλιν ἑρμηνεύεται δέξασθε· ὁ λαὸς, οὖν, ἅμα τὰς ἑρμηνείας τῆς συλλαβῆς συνάψας, εὑρήσεις, Κύ ριός ἐστιν, δέξασθε. Διὸ καὶ ὁ στίχος αὐτὸ τοῦτο δη λοι λέγων· Οτι Θεὸς εἶ, κηρύξουσί σε. 11, 12. Τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ προσ ώπου σου διηγήσονται, ὅτε μετεμορφώθης ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ τὰ θαύματά σου, ἃ ἐποίησας ἐν τῇ παρ ουσίᾳ σου, διηγήσονται ἐν τῇ οἰκουμένῃ· ἑρμηνεύεται γὰρ Οὐαῦ, ἐν αὐτῇ, τουτέστιν ἐν τῇ παρουσίᾳ καὶ ἐν τῇ οἰκουμένῃ 13, 14. Καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἰάσεών σου τῶν φου σερῶν λέξουσιν ἐν Εὐαγγελίῳ, καὶ τὸ ἀμέτρητόν σου Έλεος διηγοῦνται· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχω, δ λέγεται Ζαῖν, ἑρμηνεύεται ἔλεος. 15. Τὸ μνημόσυνον τῆς ἀμετρήτου σου ἀγαθότητος κηρύξουσιν, ὅτι θεὸς ὢν ὑπέμεινας σταυρὸν, αἰσχύ της καταφρονήτας. Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως ὄνομα τῷ στίχω παρακείμενον τὸ Γαμέλ, ὅπερ ερμηνεύεται θώραξ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος, καθώς, Τὸ γὰρ ὄνομα διὰ τῆς κινναβάρεως παρακείμενον τῷ στίχῳ τῷ Δαλέθ, Η λεγομένη "Η ερμηνεύεται ᾿Αδοναί, ὅπερ ἐστὶν Κύριον, καὶ πάλιν ἑρμηνεύεται ἔστι, καὶ πάλιν ἑρμηνεύεται δέξασθε· ὅλας οὖν ἅμα τάς, Ν. 11. Τό, τοῦ προσώπου αὐτοῦ, μετ εμορφώθη, Ν. 12, Καὶ τὰ θαυμάσιά σου, ἄ, τὸ Οὐαῦ ἐν, 15, Καὶ τήν, 14, Καὶ τὸ ἀμέτρητόν, σου, τὸ γὰρ διὰ τῆς κινναβαρεως τῷ στίχῳ παρακείμενον 8 λέγεται Ζηεί,
6. Et in sæculum sæculi.
S. ATHANASI OPP. PARS III.
7. [Gamel.] Magnus Dominus et laudabilis nimis.
8. Et magnitudinis ejus non est finis.
9. Generatio et generatio laudabit opera tua,
10. [He] Et potentiam tuam pronuntiabunt.
11. [7] Magnificentiam gloriæ sanctitatis tuæ loquentur.
12. [Vau] Et mirabilia tua narrabunt,
13. Et virtutem terribilium tuorum dicent,
14. [Zeei] Et magnitudinem tuam narrabunt [et
potentiam tuam loquentur].
15. Memoriamı abundantiæ suavitatis tuæ eructabunt.
EXEGETICA.
6. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
7. [ Γαμέλ] Μέγας Κύριος καὶ αἰνετὸς σφόδρα,
8. [Δαλέθ ] Καὶ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι
πέρας.
9. Γενεὰ καὶ γενεὰ ἐπαινέσει τὰ ἔργα σου.
10. [Η] Καὶ τὴν δύναμίν σου ἀπαγγελοῦσι.
11. Τὴν μεγαλοπρέπειαν τῆς δόξης τῆς ἁγιωσύνης
σου λαλήσουσι,
12. [Οὐαῦ ] Καὶ τὰ θαυμάσιά σου διηγήσονται
13. Καὶ τὴν δύναμιν τῶν φοβερῶν σου ἐροῦσι,
14. [Ζηεί] Καὶ τὴν μεγαλωσύνην σου διηγήσονται [ καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσιν ].
15. Μνήμην τοῦ πλήθους τῆς χρηστότητός σου
ἐξερεύξονται,
6. Et in futuro udicio, et in sæculis æternæ
aulæ tuæ.
7. Thorax meus in bello Dominus, et usque in
finem laudabilis est in corde meo: hoc enim significat nomen Gamel versui ascriptum; interpretatur enim thorax, quod est Dominus noster, quemadmodum dixit Apostolus.
8. Et non est creatura capiens eum.
9. Qui geniti sunt ex gratia tua admirabuntur
mandata tua: nomen enim Daleth versui appositum interpretatur generatio.
10. Syllaba versui ascripta, quæ He dicitur, interpretatur area, quæ est Dominus, atque etiam
interpretatur suscipile: Popule, igitur (simul conjungens syllaba interpretationes hunc sensum in- G
venies), Dominus est, suscipite. Propterea etiam
versus hoc ipsum significat dicens: Quia Deus es,
prædicabunt te.
11, 12. Splendorem gloriæ faciei tuæ narrabunt,
quando transformatus es ante eos, et mirabilia tua
quæ fecisti in adventu tuo narrabunt in mundo:
interpretatur enim Vau in ipso, hoc est in adventu
et in mundo:
43, 14. Et virtutem mirabilium tuarum curationum dicent in Evangelio, et immensam tuam misericordiam narrabunt: nomen enim, versui ascriptum, quod dicitur Zain, misericordia interpretatur.
15. Memoriam immensæ tuæ bonitatis prædicabunt, quoniam cum Deus esses, sustinuisti crucem confusione contempta 7.
* Hebr. x11, 2.
6. Καὶ ἐν τῇ κρίσει, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς αἰων
νίου αὐλῆς σου.
7. Θώραξ μου ἐν πολέμῳ ὁ Κύριος, καὶ αἰνετός
ἐστι τῇ καρδίᾳ μου ἕως τέλους· τοῦτο γὰρ σημαίνει
τὸ Γαμέλ ὄνομα τὸ τῷ στίχῳ παρακείμενον· ἐρ
μηνεύεται γὰρ θώραξ, ὅπερ ἐστὶν ὁ Κύριος ἡμῶν,
καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος.
8. Καὶ οὐκ ἔστιν κτίσις ἡ χωροῦσα αὐτόν
9. Οἱ γεννώμενοι ἐκ τῆς χάριτός σου θαυμάσουσι τὰ
προστάγματά σου· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχῳ
ὄνομα τὸ Δαλέθ ἑρμηνεύεται γέννησις.
10. Ἡ συλλαβὴ ἡ τῷ στίχῳ παρακειμένη "Η λεγο
μένη ερμηνεύεται ἀλῶναι, ὅπερ ἐστιν ὁ Κύριος,
καὶ πάλιν ἑρμηνεύεται δέξασθε· ὁ λαὸς, οὖν, ἅμα
τὰς ἑρμηνείας τῆς συλλαβῆς συνάψας, εὑρήσεις, Κύ
ριός ἐστιν, δέξασθε. Διὸ καὶ ὁ στίχος αὐτὸ τοῦτο δη
λοι λέγων· Οτι Θεὸς εἶ, κηρύξουσί σε.
11, 12. Τὸ ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου διηγήσονται, ὅτε μετεμορφώθης ἔμπροσθεν
αὐτῶν, καὶ τὰ θαύματά σου, ἃ ἐποίησας ἐν τῇ παρ
ουσίᾳ σου, διηγήσονται ἐν τῇ οἰκουμένῃ· ἑρμηνεύε
ται γὰρ Οὐαῦ, ἐν αὐτῇ, τουτέστιν ἐν τῇ παρουσίᾳ
καὶ ἐν τῇ οἰκουμένῃ·
13, 14. Καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἰάσεών σου τῶν φου
σερῶν λέξουσιν ἐν Εὐαγγελίῳ, καὶ τὸ ἀμέτρητόν σου
Έλεος διηγοῦνται· τὸ γὰρ παρακείμενον τῷ στίχω, δ
λέγεται Ζαῖν, ἑρμηνεύεται ἔλεος.
15. Τὸ μνημόσυνον τῆς ἀμετρήτου σου ἀγαθότητος
κηρύξουσιν, ὅτι θεὸς ὢν ὑπέμεινας σταυρὸν, αἰσχύ
της καταφρονήτας.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως ὄνομα τῷ στίχω πα
ρακείμενον τὸ Γαμέλ, ὅπερ ερμηνεύεται θώραξ, ὅπερ
ἐστὶν ὁ Κύριος, καθώς, etc.
Τὸ γὰρ ὄνομα διὰ τῆς κινναβάρεως παρακεί
μενον τῷ στίχῳ τῷ Δαλέθ, etc.
Η λεγομένη "Η ερμηνεύεται ᾿Αδοναί, ὅπερ
ἐστὶν Κύριον, καὶ πάλιν ἑρμηνεύεται ἔστι, καὶ πάλιν
ἑρμηνεύεται δέξασθε· ὅλας οὖν ἅμα τάς, etc
Ν. 11. Τό, etc. τοῦ προσώπου αὐτοῦ, etc. μετ
εμορφώθη, etc. Ν. 12, Καὶ τὰ θαυμάσιά σου, ἄ, etc.
τὸ Οὐαῦ ἐν, etc. N. 15, Καὶ τήν, etc. N. 14, Καὶ τὸ
ἀμέτρητόν, σου, etc. τὸ γὰρ διὰ τῆς κινναβαρεως
τῷ στίχῳ παρακείμενον 8 λέγεται Ζηεί, etc.
col. 1313–1314page 362 of 376
PG 27:131346. [Ηθ] Καὶ τῇ δικαιοσύνῃ σου ἀγαλλιάσονται. 17. Οικτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, 18. Μακρόθυμος καὶ πολυέλεος. 19. Χρηστὸς Κύριος τοῖς σύμπασι, 20. Καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ. 21. [ Ἰώθ] Ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντα τὰ ἔργα σου, 22. [ Χάμ] Καὶ οἱ ὅσιοί σου εὐλογησάτωσάν σε. 23. Δέξαν τῆς βασιλείας σου ἐροῦσι, 24. [ Σαβέδ] Καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσι. 25. Τοῦ γνωρίσαι τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὴν δυναστείαν σου, 26. Καὶ τὴν δόξαν τῆς μεγαλοπρεπείας τῆς βασι λείας σου. 27. Η βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, 28. Καὶ ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ. [π] [ν] 16. Καὶ τῇ ἀνατροφῇ, ᾗ ανετράφης ἐν τῷ κόσμῳ, μαθόντες ἐν αὐτῇ πολιτεύσονται. Ἡ γὰρ τῷ στίχῳ παρακειμένη συλλαβή, ἡ λεγομένη Χήθ, έρω μηνεύεται ἔκστασις· ἔκστασις γὰρ εἶχε, καὶ ἔχει πάντας, ὅτι ἐστὶ Θεὸς, καὶ τοῖς ἀνθρώποις ἐπὶ τῆς τῆς συνανεστράφη. 17, 18. Ἀπὸ τῶν παθημάτων, ὧν ὑπέμεινεν ὑπὲρ ἡμῶν, δείκνυται. 19. ᾿Αγαθὸς Κύριος τοῖς πᾶσιν ἀνθρώποις. 20. Καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα ἄνθρωπον. 21. Εξομολογήσουσι πάντες οἱ ἄνθρωποι, ὅτι σὺ εἶ κυριεύων πάντων· τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ τῷ στίχῳ παρακείμενον ὄνομα τὸ λεγόμενον ᾿Ιωθ, ὃ ἐρω μηνεύεται κυριεύων. 22. Καὶ οἱ τῷ πνεύματι ζῶντες, καὶ κοπιῶντες ἐν τοῖς ἔργοις τῆς δικαιοσύνης δοξάσουσί σε. Τὸ γὰρ τῷ στίχῳ παρακείμενον Τὰμ ἑρμηνεύεται θέρμη, καὶ [ κόπον ] ὅμως, τουτέστι τὸ θερμὸν τῆς πίστεως, καὶ ἐπίπονον τῶν ἁγίων ἐνταῦθα δηλοῖ. 23, 24. Καὶ τὴν αἰώνιον κόλασιν ἀναγγελοῦσι· τὸ γὰρ παρακείμενον τοῦτο δηλοῖ ἐπειδὴ ἑρμη νεύεται Σαμές [ Λαμέδ] ράβδος, τουτέστι βάσανος 25, 26. Τοῦ σημᾶναι πᾶσι τὴν κρίσιν τῆς παρουσίας σου, καὶ τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. 27. Ατελεύτητος, 28. Καὶ ἐπὶ τοὺς πιστεύσαντας τῷ λόγῳ τοῦ Εὐαγ γελίου, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ πιστεύσαντας. Αναστροφή, ᾗ ανεστράφης, πολιτεύονται, συλλαβή, ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως, ἡ λεγομένη Ηθ, καὶ ἔχει πάντας, ὅτι Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφης. Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως τῳ στίχῳ, Ἰώθε ἑρμηνεύεται γὰρ κυριεύων. Ζέοντες, και, παρακείμενον, τὸ λεγόμενον Χὰμ ἑρμηνεύεται θέρμη, καὶ ὅμως, ὠμός. Τὸ γὰρ τῷ στίχῳ παρακείμενον ὄνομα τοῦτο δηλοί, ἑρμηνεύεται τὸ Σαβὶδ ράβδος, Ν. 25, Του, τῆς ἐξουσίας του. Ν. 26, Καὶ τήν,
46. [Ηθ] Καὶ τῇ δικαιοσύνῃ σου ἀγαλλιάσονται.
17. Οικτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος,
18. Μακρόθυμος καὶ πολυέλεος.
19. Χρηστὸς Κύριος τοῖς σύμπασι,
20. Καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ.
21. [ Ἰώθ] Ἐξομολογησάσθωσάν σοι, Κύριε, πάντα
τὰ ἔργα σου,
22. [ Χάμ] Καὶ οἱ ὅσιοί σου εὐλογησάτωσάν σε.
23. Δέξαν τῆς βασιλείας σου ἐροῦσι,
24. [ Σαβέδ] Καὶ τὴν δυναστείαν σου λαλήσουσι.
25. Τοῦ γνωρίσαι τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὴν
δυναστείαν σου,
26. Καὶ τὴν δόξαν τῆς μεγαλοπρεπείας τῆς βασι
λείας σου.
27. Η βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων,
28. Καὶ ἡ δεσποτεία σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.
PSAL. CXLIV.
16. [Heth] Et justitia tua exsultabunt.
17. Miserator et misericors Dominus,
18. [π] Patiens et multum misericors.
19. [ν] Suavis Dominus universis,
20. Et miserationes ejus super omnia opera ejus.
21. [Joth] Confiteantur tibi, Domine, omnia
opera tua,
22. [5 Kam] Et sancti tui benedicant tibi.
23. Gloriam regni tui dicent,
24. [5 Sabed] Et potentiam tuam loquentur.
25. Ut notam faciant filiis hominum potentiam
tuam,
26. Et gloriam magnificentiæ regni tui.
27. Regnum tuum, regnum omnium sæculorum,
28 Et dominatio tua, in omni generatione et generatione.
16. Καὶ τῇ ἀνατροφῇ, ᾗ ανετράφης ἐν τῷ
κόσμῳ, μαθόντες ἐν αὐτῇ πολιτεύσονται. Ἡ γὰρ τῷ
στίχῳ παρακειμένη συλλαβή, ἡ λεγομένη Χήθ, έρω
μηνεύεται ἔκστασις· ἔκστασις γὰρ εἶχε, καὶ ἔχει
πάντας, ὅτι ἐστὶ Θεὸς, καὶ τοῖς ἀνθρώποις ἐπὶ τῆς
τῆς συνανεστράφη.
17, 18. Ἀπὸ τῶν παθημάτων, ὧν ὑπέμεινεν ὑπὲρ
ἡμῶν, δείκνυται.
19. ᾿Αγαθὸς Κύριος τοῖς πᾶσιν ἀνθρώποις.
20. Καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα ἄνθρωπον.
21. Εξομολογήσουσι πάντες οἱ ἄνθρωποι, ὅτι σὺ
εἶ κυριεύων πάντων· τοῦτο γὰρ βούλεται τὸ τῷ στίχῳ
παρακείμενον ὄνομα τὸ λεγόμενον ᾿Ιωθ, ὃ ἐρω
μηνεύεται κυριεύων.
22. Καὶ οἱ τῷ πνεύματι ζῶντες, καὶ κοπιῶντες ἐν τοῖς ἔργοις τῆς δικαιοσύνης δοξάσουσί σε. Τὸ
γὰρ τῷ στίχῳ παρακείμενον Τὰμ ἑρμηνεύεται θέρμη,
καὶ [ κόπον ] ὅμως, τουτέστι τὸ θερμὸν τῆς πίστεως,
καὶ ἐπίπονον τῶν ἁγίων ἐνταῦθα δηλοῖ.
23, 24. Καὶ τὴν αἰώνιον κόλασιν ἀναγγελοῦσι· τὸ
γὰρ παρακείμενον τοῦτο δηλοῖ ἐπειδὴ ἑρμη
νεύεται Σαμές [ Λαμέδ] ράβδος, τουτέστι βάσανος
25, 26. Τοῦ σημᾶναι πᾶσι τὴν κρίσιν τῆς
παρουσίας σου, καὶ τὴν ἀνταπόδοσιν τῶν αἰωνίων
ἀγαθῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
27. Ατελεύτητος,
28. Καὶ ἐπὶ τοὺς πιστεύσαντας τῷ λόγῳ τοῦ Εὐαγ
γελίου, καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ πιστεύσαντας.
16. Εt conversationem, qua conversalus es in
mundo, ediscentes in ipsa vivent. Nam syllaba
versui ascripta, quæ dicitur Cheth, interpretatur
stupor: stupor enim habuit, et habet omnes, quod
Deus est, et cum hominibus in terra conversatus
est.
17, 18. Ex iis que pro nobis passus est, osten
ditur.
19. Bonus Dominus erga omnes homines.
20. Et miserationes ejus super omnem bominem.
21. Confitebuntur omnes homines, quoniam tu
es dominator omnium; hoc enim significat nomen Joth versui ascriptum, quod interpretatur dominans.
22. Et spiritu viventes, et laborantes in operibus justitiæ glorificabunt te. Nam Cham versui appositum interpretatur calor et labor, hoc est, calorem fidei, et laborem sanctorum in hoc mundo
significat.
23, 24. Et æternum supplicium annuntiabunt:
nomen siquidem ascriptum hoc significat, quia
Sames [Lamed] interpretatur virga, hoc est cruciatus:
25, 26. Ut significent omnibus judicium adventus tui, et retributionem æternorum bonorum in
regno tuo.
27. Sine line,
28. Et super omnes credentes verbo Evangelii,
Det super non credentes.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Αναστροφή, ᾗ ανεστράφης, etc. πολιτεύονται, etc., συλλαβή, ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως, ἡ λεγομένη
Ηθ, etc., καὶ ἔχει πάντας, ὅτι Θεὸς ἐπὶ τῆς γῆς τοῖς
ἀνθρώποις συνανεστράφης.
Τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως τῳ στίχῳ, etc., Ἰώθε
ἑρμηνεύεται γὰρ κυριεύων.
Ζέοντες, και, etc., παρακείμενον, τὸ λεγόμε
νον Χὰμ ἑρμηνεύεται θέρμη, καὶ ὅμως, etc.; leg. viii.
ὠμός.
Τὸ γὰρ τῷ στίχῳ παρακείμενον ὄνομα τοῦτο
δηλοί, etc., ἑρμηνεύεται τὸ Σαβὶδ ράβδος, etc.
Ν. 25, Του, etc., τῆς ἐξουσίας του. Ν. 26,
Καὶ τήν, etc.
col. 1315–1316page 363 of 376
PG 27:1315[ν [ο [π 29. [Σάμ | Πιστός Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτ του, 30. Καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. 51. [ Χάμ] Υποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς και ταπίπτοντας, 52. Καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατεῤῥαγμένους. 35. [ Μεί ] Οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι, 54. Καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ [ αὐτοῖς ἐν εὐκαιρίαις ] 35. [ Φή ] 'Ανοίγεις σὺ τὴν χεῖρά σου, και εμπι πλᾶς πᾶν ζῶον εὐδοκίας. 29. ᾿Αληθής, ἑδραῖος, ἀμετακίνητος, ἐφ᾽ οἷς ὥρι σεν ἐν τῇ κρίσει· τοῦτο γὰρ βούλεται ή συλλαβή ή λεγομένη Σάμ, ὅ ἐστιν ἐστήριξε, καὶ πάλιν ἐρ μηνεύεται ἐκεῖ, τουτέστιν ἐν τῇ κρίσει. 30. Καὶ ἄμεμπτος ἐν πᾶσιν, οἷς ἐδημιούργησεν, καὶ ἐν πᾶσι τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ, καὶ ἐν πᾶσιν, οἷς κατεδέξατο, καὶ πέπονθε διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν. 51. Ὑποτίθησι Κύριος τὴν χάριν αὐτοῦ. 52. Καὶ ἀνέστησε πάντας τοὺς καταπίπτοντας ἐπι τὰ πρόσωπα, τουτέστιν ἐπὶ τὰς καρδίας αὐτῶν, καὶ ἀσθενοῦντας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ· ἡ δὲ παρακειμένη συλ λαβή ή λεγομένη Χάμ όμως ερμηνεύεται, ὡσανεὶ ὑποτίθησιν ἑαυτὸν ὁ Κύριος, καὶ βαστάζει τοὺς ἀσθε νεῖς, ὡς ὁ στίχος δηλοῖ· καὶ τοὺς ἐναπομείναντας τῇ διανοίᾳ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὡς ἐξ ὕπνου διεγείρει, κατανύγων αὐτοὺς τῇ χάριτι αὐτοῦ, καὶ ἀναστάντας αὐτοὺς ἐξομολογεῖσθαι, καὶ νήφειν τοῦ λοιποῦ τοῦ μὴ ἁμαρτάνειν. 33. Α' καρδίαι πάντων τῶν πιστευόντων εἰς σὲ τὴν χάριν ἀπεκδέχονται. 54. Καὶ σὺ, ὅταν ἡσυχάζει ὁ νοῦς αὐτῶν ἀπὸ πάσης βιωτικῆς φροντίδος καὶ ἐπιθυμίας, φωτίζεις αὐτοὺς τὴν γνῶσιν τῶν προσταγμάτων σου. 55. Πλουσίως δώρησαι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύ ματος παντὶ ἀνθρώπῳ προκειμένῳ τῷ θελήματα σου· τὸ γὰρ Φὴ ἑρμηνεύεται στόμα, τουτέστι τὸ ἐμφυσᾶν αὐτὸν εἰς τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, καὶ λέ γειν· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον. Η διὰ τῆς κινναβάρεως συλλαβὴ ἡ λεγομένη Σάμ, ἑρμηνεύεται, στηρίξαι και, τουτέστιν ἐκεῖ, Πέποιθεν. Ν. 51. Υποτίθησι, καὶ ἀνίστησι πάντας τοὺς ἀσθενοῦντας, καὶ καταπίπτοντας, ἐπὶ τὰς καρδίας αὐτῶν· ἡ δὲ παρακειμένη διὰ τῆς κιννατά ρεως συλλαβή, ή λεγομένη Χάμ, υποτίθησιν αὐτ τὸν ὅ, τοὺς ἀσθενεῖς, καθὼς καὶ ὁ στίχος τοῦτο δηλοί. Ν. 32, Καὶ τοὺς ἐναπομείναντας, τῇ χάσ αὐτοῦ ἀναστάντας, ριτι Αὐτῶν ὁ νοῦς, τῶν προσταγμάτων σου τῶν δυναμούντων αὐτούς. Τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, προσκειμένω, εἰε., τὸ γὰρ Φὴ, τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως, ἑρμηνεύεται,
S. ATHANASII OPP. PARS III. - EXEGETICA.
29. [ν Sam (1)] Fidelis Dominus in omnibus verbis suis,
30. Et sanctus in omnibus operibus suis.
31. [ο Kam] Allevat Dominus omnes qui corruunt,
32. Et erigit omnes elisos.
35. [y Mei] Oculi omnium in te sperant,
34. Et tui das escam illorum in tempore opportuno [escam eis temporibus opportunis].
35. [π Phe] Aperis tu manum tuam, et imples
omne animal benedictione.
29. [Σάμ | Πιστός Κύριος ἐν πᾶσι τοῖς λόγοις αὐτ
του,
30. Καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
51. [ Χάμ] Υποστηρίζει Κύριος πάντας τοὺς και
ταπίπτοντας,
52. Καὶ ἀνορθοῖ πάντας τοὺς κατεῤῥαγμένους.
35. [ Μεί ] Οἱ ὀφθαλμοὶ πάντων εἰς σὲ ἐλπίζουσι,
54. Καὶ σὺ δίδως τὴν τροφὴν αὐτῶν ἐν εὐκαιρίᾳ
[ αὐτοῖς ἐν εὐκαιρίαις ]·
35. [ Φή ] 'Ανοίγεις σὺ τὴν χεῖρά σου, και εμπι
πλᾶς πᾶν ζῶον εὐδοκίας.
29. Verax, firmus, immutabilis in iis, quæ definivit in judicio; hoc enim significat syllaba, quæ
dicitur Sam, hoc est stabilivit, et etiam interpretatur illic, hoc est in judicio.
30. Et irreprehensibilis in omnibus quæ creavit;
et in omnibus præceptis suis; et in omnibus quæ
suscepit, et passus est propter nostram salutem.
31. Subjicit Dominus gratiam suam.
32. Et surgere facit omnes prolapsos in faciem,
hoc est in corda sua, et infirmatos in peccatis:
syllaba enim apposita, quæ dicitur Cham, sustentaculum interpretatur, perinde ac si diceret subjicit
se ipsum Dominus, et portat infirmos, ut versus significat: et permanentes mente sua in peccatis,
veluti ex somno suscitat, compungens eos gratia
sua, et surgere faciens, ut confiteantur, et vigilent
deinceps, ne amplius peccent.
33. Corda omnium credentium in te gratiam recipiunt.
34. Et tu, cum mens eorum quiescit ab omni
mundana cura, et concupiscentia, illuminas eos
scientia præceptorum tuorum.
35. Abundanter donando gratiam sancti Spiritus
omni homini, qui adhæret voluntati tuæ: Phe
enim interpretatur os, hoc est insufflans ipsum in
faciem sanctorum et dicens: Accipite Spiritum
sanctum.
8 Joan. xx, 22.
29. ᾿Αληθής, ἑδραῖος, ἀμετακίνητος, ἐφ᾽ οἷς ὥρι
σεν ἐν τῇ κρίσει· τοῦτο γὰρ βούλεται ή συλλαβή
ή λεγομένη Σάμ, ὅ ἐστιν ἐστήριξε, καὶ πάλιν ἐρμηνεύεται ἐκεῖ, τουτέστιν ἐν τῇ κρίσει.
30. Καὶ ἄμεμπτος ἐν πᾶσιν, οἷς ἐδημιούργησεν,
καὶ ἐν πᾶσι τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ, καὶ ἐν πᾶσιν,
οἷς κατεδέξατο, καὶ πέπονθε διὰ τὴν ἡμετέραν
σωτηρίαν.
51. Ὑποτίθησι Κύριος τὴν χάριν αὐτοῦ.
52. Καὶ ἀνέστησε πάντας τοὺς καταπίπτοντας ἐπι
τὰ πρόσωπα, τουτέστιν ἐπὶ τὰς καρδίας αὐτῶν, καὶ
ἀσθενοῦντας ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ· ἡ δὲ παρακειμένη συλ
λαβή ή λεγομένη Χάμ όμως ερμηνεύεται, ὡσανεὶ
ὑποτίθησιν ἑαυτὸν ὁ Κύριος, καὶ βαστάζει τοὺς ἀσθε
νεῖς, ὡς ὁ στίχος δηλοῖ· καὶ τοὺς ἐναπομείναντας
τῇ διανοίᾳ εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὡς ἐξ ὕπνου διεγείρει,
κατανύγων αὐτοὺς τῇ χάριτι αὐτοῦ, καὶ ἀναστάντας
αὐτοὺς ἐξομολογεῖσθαι, καὶ νήφειν τοῦ λοιποῦ τοῦ μὴ
ἁμαρτάνειν.
33. Α' καρδίαι πάντων τῶν πιστευόντων εἰς σὲ
τὴν χάριν ἀπεκδέχονται.
54. Καὶ σὺ, ὅταν ἡσυχάζει ὁ νοῦς αὐτῶν ἀπὸ
πάσης βιωτικῆς φροντίδος καὶ ἐπιθυμίας, φωτίζεις
αὐτοὺς τὴν γνῶσιν τῶν προσταγμάτων σου.
55. Πλουσίως δώρησαι τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύ
ματος παντὶ ἀνθρώπῳ προκειμένῳ τῷ θελήματα
σου· τὸ γὰρ Φὴ ἑρμηνεύεται στόμα, τουτέστι τὸ
ἐμφυσᾶν αὐτὸν εἰς τὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, καὶ λέ
γειν· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβάρεως συλλαβὴ ἡ λεγομένη
Σάμ, ἑρμηνεύεται, στηρίξαι και, etc., τουτέστιν ἐκεῖ,
Πέποιθεν.
Ν. 51. Υποτίθησι, etc.. καὶ ἀνίστησι πάντας
τοὺς ἀσθενοῦντας, καὶ καταπίπτοντας, etc., ἐπὶ τὰς
καρδίας αὐτῶν· ἡ δὲ παρακειμένη διὰ τῆς κιννατάρεως συλλαβή, ή λεγομένη Χάμ, etc., υποτίθησιν αὐτ
τὸν ὅ, etc., τοὺς ἀσθενεῖς, καθὼς καὶ ὁ στίχος τοῦτο
δηλοί. Ν. 32, Καὶ τοὺς ἐναπομείναντας, etc., τῇ χάσ
αὐτοῦ ἀναστάντας, etc.
ριτι
Αὐτῶν ὁ νοῦς, etc., τῶν προσταγμάτων σου
τῶν δυναμούντων αὐτούς.
Τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, etc., προσκειμένω,
εἰε., τὸ γὰρ Φὴ, τὸ διὰ τῆς κινναβαρεως, ἑρμηνεύεται,
etc.
Deest in textu Hebræo litera 2, quia deficit versus, qui ab illa incipere debebat, nempe es,
id est Fidelis, ut advertunt Vatablus, et Simeon de Muis, aliique. Hunc autem versum necesse est, vel
librariorum culpa excidisse, vel de industria ab Hebræis fuisse sublatum. Nam illum in textu Hebræo
originali antea exstitisse probat ordo litterarum alphabeti Hebraici, certoque confirmat versio Septuaginta, aliæque Græcæ versiones; et præter Vulgatam, quæ ex Septuaginta sumpta est, etiam Arabica
et Syriaca, quæ omnes versum illum habent, et consequenter in codicibus Hebræis, unde adornatæ
sunt, legerunt. Quare merito contra Masoretarum veneratores inquit Grotius: Quomodo ad hæc respondebunt, qui nos jubent per omnia Masoretarum stare decretis? Et insuper hac de re digna quidem observatione sunt, quæ adnotat Clarius referens: veteres Hebræos dixisse tempore Messiæ hunc versum, qui
tum deerat, reponendum quod cernimus, ait, factum.
|
col. 1317–1318page 364 of 376
PG 27:131736. Δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ, 37. Καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ. 38. [ Κώφ ] Εγγύς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν, 39. Πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ. 40. [Ρής ] Θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει, 41. Καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται, καὶ σώ σει αὐτούς. 42. [ Σέμ ] Φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν, 45. Καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει, 44. [ Θαῦ ] Αἴνεσιν Κυρίου λαλήσει τὸ στόμα μου, 45. Καὶ εὐλογείτω πᾶσα σὰρξ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ, 46. Εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος. 56. ᾿Αβαρὴς ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ· βα- 36. ρεῖαι γὰρ οὐκ εἰσίν 57. Καὶ ἐπαινεθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτ τοῦ 38. Μόνον ει θεάσηταί τινα μέλλοντα ανα βουν πρὸς αὐτὸν, εὐθέως παραγίνεται αὐτὸς πρὸς αὐτόν· ἡ συλλαβὴ γὰρ ἡ λεγομένη Κως ἑρμηνεύεται ἐκκροῦμα, τουτέστιν ἀναβόησις. 39. Πᾶσι τοῖς ἐκ πίστεως αδιακρίτως αὐτὸν ἐπι καλουμένοις. 40. Η συλλαβή ή παρακειμένη τῷ στίχῳ ἡ λεγο μένη Ρὴς ἑρμηνεύεται κεφαλὴ καὶ ὁρατός σωτηρία ουν έστι τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν, καὶ γνω στὸς αὐτοῖς πάλιν ἔσεται ὁ Κύριος. 41. Καὶ τὴν ἀναβόησιν, ἣν ποιοῦνται νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐκφυγεῖν τὴν μέλλουσαν κρίσιν, πληρώσει ὁ Κύριος· ἀξιώσει γὰρ αὐτοὺς τῆς αἰωνίου χάριτος. 42. Η συλλαβή ή παρακειμένη τῷ στίχῳ, ἥτις (β) ἐστὶν Σέμ, ἑρμηνεύεται ὄνομα· τὸ ὄνομα οὖν τοῦ Κυρίου ἐπικεκλημένον ἐπὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτ τὸν φυλάττει αὐτούς. 43. Παραδώσει τῷ αἰωνίῳ πυρί. 44. Ἡ τῷ στίχῳ παρακειμένη συλλαβή ή λεγο μένη θαῦ ἑρμηνεύεται σημεῖον, καὶ κλίσις, ἢ συντέλεια· τὴν δόξαν οὖν τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ, καὶ τὴν συντέλειαν τοῦ αἰῶνος ἐν τῷ ψαλμῷ, λέγει, δεν ηγήσομαι. 45. Καὶ δοξαζέτω δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν πᾶς ἄνθρωπος τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ. 46. Καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι. Αὐτοῦ, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος λέγει· Καὶ αἱ ἐν τολαί αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν. Τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. Μόνον θεάσηται, ἡ συλλαβὴ γὰρ ἡ διὰ τῆς κινναβάρεως, ἡ λεγομένη, ἔκκρούσμα, Ἑρμηνεύεται ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως συλλαβή ἡ π. τ. στ. ἡ λ. Ρής, κεφαλή, οὖν ἔσται, πάλιν ἔσται, Πληρώσει, ὃς ἀξιώσει γάρ, Ἡ συλλαβὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάσεως τῷ στίχω παρακειμένη, ήτις, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως συλλαβὴ τῷ στίχω παρακειμένη, ἡ λεγομένη, Θαῦ, καὶ κλίσις, καὶ συντέλεια,
36. Δίκαιος Κύριος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ,
37. Καὶ ὅσιος ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ.
38. [ Κώφ ] Εγγύς Κύριος πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμέ
νοις αὐτὸν,
39. Πᾶσι τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτὸν ἐν ἀληθείᾳ.
40. [Ρής ] Θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει,
41. Καὶ τῆς δεήσεως αὐτῶν εἰσακούσεται, καὶ σώσει αὐτούς.
42. [ Σέμ ] Φυλάσσει Κύριος πάντας τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν,
45. Καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει,
44. [ Θαῦ ] Αἴνεσιν Κυρίου λαλήσει τὸ στόμα μου,
45. Καὶ εὐλογείτω πᾶσα σὰρξ τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον
αὐτοῦ,
46. Εἰς τὸν αἰῶνα καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος.
PSAL. CXLIV.
36. [3] Justus Dominus in omnibus viis suis,
37. Et sanctus in omnibus operibus suis.
38. [p Kopb] Prope est Dominus omnibus invo
cantibus eum,
39. Omnibus invocantibus eum in veritate.
40. [ Res] Voluntatem timentium se faciet,
41. Et deprecationem eorum exaudiet, et salvos
faciet ecs.
42. [ Sem] Custodit Dominus omnes diligentes sc,
43. Et omnes peccatores disperdet.
44. [n Thau] Laudationem Domini loquetur os
meum,
45. Et benedical omnis caro nomini sancto ejus,
46. In sæculum, et in sæculum sæculi.
56. ᾿Αβαρὴς ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ· βα- 36. Non onerosus in omnibus præceptis suis:
ρεῖαι γὰρ οὐκ εἰσίν
nam graves non sunt.
57. Καὶ ἐπαινεθήσεται ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτ
τοῦ
38. Μόνον ει θεάσηταί τινα μέλλοντα ανα
βουν πρὸς αὐτὸν, εὐθέως παραγίνεται αὐτὸς πρὸς
αὐτόν· ἡ συλλαβὴ γὰρ ἡ λεγομένη Κως ἑρμηνεύεται
ἐκκροῦμα, τουτέστιν ἀναβόησις.
39. Πᾶσι τοῖς ἐκ πίστεως αδιακρίτως αὐτὸν ἐπικαλουμένοις.
40. Η συλλαβή ή παρακειμένη τῷ στίχῳ ἡ λεγομένη Ρὴς ἑρμηνεύεται κεφαλὴ καὶ ὁρατός
σωτηρία ουν έστι τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν, καὶ γνωστὸς αὐτοῖς πάλιν ἔσεται ὁ Κύριος.
41. Καὶ τὴν ἀναβόησιν, ἣν ποιοῦνται νυκτὸς καὶ
ἡμέρας ἐκφυγεῖν τὴν μέλλουσαν κρίσιν, πληρώσει ὁ
Κύριος· ἀξιώσει γὰρ αὐτοὺς τῆς αἰωνίου χάριτος.
42. Η συλλαβή ή παρακειμένη τῷ στίχῳ, ἥτις
(β) ἐστὶν Σέμ, ἑρμηνεύεται ὄνομα· τὸ ὄνομα οὖν
τοῦ Κυρίου ἐπικεκλημένον ἐπὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτ
τὸν φυλάττει αὐτούς.
43. Παραδώσει τῷ αἰωνίῳ πυρί.
44. Ἡ τῷ στίχῳ παρακειμένη συλλαβή ή λεγομένη θαῦ ἑρμηνεύεται σημεῖον, καὶ κλίσις, ἢ
συντέλεια· τὴν δόξαν οὖν τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ, καὶ
τὴν συντέλειαν τοῦ αἰῶνος ἐν τῷ ψαλμῷ, λέγει, δεν
ηγήσομαι.
45. Καὶ δοξαζέτω δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν πᾶς ἄνθρω
πος τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
46. Καὶ ἐν τῷ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι.
37. Et laudabitur in omnibus operibus suis.
58. Si solum viderit aliquem, qui clamaturus
sit ad eum, statim advenit ipse ad illum: syllaba
enim dicta Coph interpretatur sonus, hoc est clamor.
39. Omnibus ex fide non ficta eum invocantibus.
40. Syllaba versui apposita, quæ dicitur Res
interpretatur caput et visibilis: salus igitur est
timentibus eum, et notus ipsis rursum Dominus
erit.
41. Et clamorem, quem emittunt nocte atque dic,
ut fugiant venturum judicium, exaudiet Dominus;
nam donabit eos gratia æterna.
42. Syllaba versui apposita, quæ est Sem, interpretatur nomen: nomen igitur Domini invocatum
super diligentes eum custodit illos.
43. Tradet igni æterno.
44. Syllaba versui ascripta, quæ vocatur Thau,
interpretatur signum et inclinatio, aut consummatio:
gloriam igitur crucis suæ, et consummationem sæculi in psalmo, inquit, narrabo.
45. Et glorificet operibus bonis omnis homo nomen sanctum ejus.
46. Et nunc et in futuro sæculo..
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Αὐτοῦ, καθὼς ὁ ᾿Απόστολος λέγει· Καὶ αἱ ἐντολαί αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν.
Τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.
Μόνον θεάσηται, etc., ἡ συλλαβὴ γὰρ ἡ διὰ
τῆς κινναβάρεως, ἡ λεγομένη, etc., ἔκκρούσμα, etc.
Ἑρμηνεύεται ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως συλλαβή
ἡ π. τ. στ. ἡ λ. Ρής, κεφαλή, etc. οὖν ἔσται, etc.,
πάλιν ἔσται, etc.
Πληρώσει, ὃς ἀξιώσει γάρ, etc.
Ἡ συλλαβὴ ἡ διὰ τῆς κινναβάσεως τῷ στίχω
παρακειμένη, ήτις, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως συλλαβὴ τῷ στίχω
παρακειμένη, ἡ λεγομένη, Θαῦ, etc., καὶ κλίσις, καὶ
συντέλεια, etc.
col. 1319–1320page 365 of 376
PG 27:1319Η Αλληλούϊα. Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΕ. 1. Αίνει, ή ψυχή μου, τὸν Κύριον, 2. Αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου 5. Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω. 4. Μὴ πεποίθατε ἐπ' ἄρχοντας, ἐπὶ (α) υἱοὺς αν θρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία. 5. Ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, 6. Καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ 7. Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ δια λογισμοὶ αὐτοῦ. 8. Μακάριος, οὗ ὁ Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ 9. Ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ, 10. Τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς (α) 5. Καὶ ἐπὶ υἱούς, 6. Ἐξελεύσεται, ἀποστρέψει, αὐτοῦ. 7. Εν ἐκείνῃ, οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ἀλληλούια, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· ἀλληλούια οὖν ἑρμηνεύεται αἰνέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν· Ἀγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται νίκη λέοντος. Αἰνέσατε οὖν τὴν ἑορτὴν τῶν παθημάτων τοῦ λέοντος τοῦ νικητοῦ, Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Διὸ καὶ ὁ Προφήτης αὐτὸ τοῦτο ἄρχεται διὰ τοῦ λέγειν· Αἴνει, ἡ ψυχή μου. 1. Ἐπαίνους ἀξίου, ἀνάπεμπε τῷ Δεσπότῃ σου τῷ ἐξαγοράσαντί σε τῷ ἰδίῳ αἷματι. 2, 5. 'Ανυμνήσω αὐτὸν ἕως ἂν δέξηται τὸ πνεῦμάμου, καὶ πάλιν μετὰ τὸ δέξασθαι αὐτὸν τὸ πνεῦμάμου, ἐκεῖ ἀνυμνήσω αὐτόν. 4. Μή καταφύγετε ἐπὶ τὴν βοήθειαν αὐτῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, μηδὲ ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, τοὺς μὴ δυναμένους ἑαυτοὺς σῶσαι· ἀλλ᾽ ἐπ᾿ ἐκεῖνον ἐλπίσατε τὸν λεγόμενον Υἱὸν ἀνθρώπου διὰ τὴν οἰκείαν φιλανθρωπίαν, Σωτῆρα δὲ ὄντα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, 5, 6. Εκάστου ἀνθρώπου τελευτήσαντος ὑποστρέφει ὑπόστασις εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη· ἐκεῖνος δὲ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μετὰ τὸ θανεῖν αὐτὸν δι᾿ ἡμᾶς, καὶ ἄφθαρτος διέμεινεν οἰκείᾳ δυνάμει, καὶ Ο τοὺς νεκροὺς ἐζωοποίησεν. 7. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τὰ κρυπτὰ τῶν ἀν θρώπων κρινεῖ ὁ Θεὸς, κατηγορούντων τῶν λογισμῶν ἕκαστον περὶ τῶν ἔργων αὐτοῦ. 8. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος, οὗ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπελά στου [ἀπέλαστος] βοηθὸς αὐτοῦ ἐστιν. 9. Καὶ πᾶσαν τὴν μέριμναν αὐτοῦ ἐπιρρίψει ἐπ' αὐτόν. 10. Τὴν θάλασσαν, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, τὸν Δημιουργὸν τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν πάντων. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, Υμνή σατε τὸν Κύριον. Αγγέου, Αἰνέσατε οὖν, ὑμνή σατε τὴν ἑορτήν, τοῦ νικητού, τουτέστιν Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ὡς καὶ ὁ, ἄρχεται. Διὰ τοῦτο λέγει· Αίνει, Ν. 4. Μὴ καταφύγητε ἐπὶ τὴν βοήθειαν τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων Ν. 5. Μηδὲ ἐπί, Σωτῆρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. 1. 6. Ἑκάστου, καὶ ἄφθαρτος ἔμεινεν, Εκάστου, Απλάστου λαοῦ βοηθός, τὸν δημιουργών,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
Alleluia. Aggæi et Zachariæ. PSAL. CXLV.
1. Lauda, anima mea, Dominum,
2. Laudabo Dominum in vita mea:
5. Psallam Deo meo quandiu fuero.
4. Nolite confidere in principibus, in filiis liom
minum, in quibus non est salus.
5. Exibit spiritus ejus,
6. Et revertetur in terram suam.
7. In illa die peribunt omnes cogitationes ejus.
8. Beatus, cujus Deus Jacob adjutor ejus:
9. Spes ejus in Domino Deo ipsius,
10. Qui fecit coelum et terram, mare et omnia
quge in eis sunt:
EXEGETICA.
Η Αλληλούϊα. Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΕ.
1. Αίνει, ή ψυχή μου, τὸν Κύριον,
2. Αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου
5. Ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.
4. Μὴ πεποίθατε ἐπ' ἄρχοντας, ἐπὶ (α) υἱοὺς ανθρώπων οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία.
5. Ἐξελεύσεται τὸ πνεῦμα αὐτοῦ,
6. Καὶ ἐπιστρέψει εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ·
7. Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἀπολοῦνται πάντες οἱ διαλογισμοὶ αὐτοῦ.
8. Μακάριος, οὗ ὁ Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ·
9. Ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ,
10. Τὸν ποιήσαντα τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν
θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς·
(α) Vers. 5. Καὶ ἐπὶ υἱούς, etc. V. 6. Ἐξελεύσεται, etc., ἀποστρέψει, etc., usque ad αὐτοῦ. V. 7. Εν
ἐκείνῃ, etc., οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ἀλληλούια, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· ἀλληλούια οὖν ἑρμηνεύεται
αἰνέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν· Ἀγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται
νίκη λέοντος. Αἰνέσατε οὖν τὴν ἑορτὴν τῶν παθημάτων τοῦ λέοντος τοῦ νικητοῦ, Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.
Διὸ καὶ ὁ Προφήτης αὐτὸ τοῦτο ἄρχεται διὰ τοῦ λέγειν· Αἴνει, ἡ ψυχή μου.
Titulus præpositus continet: Alleluia, Aggæi, et Zacharia: alleluia igitur interpretatur auaale, et
hymnum dicite Deo vero: Aggæi autem interpretatur festum agentis: Zachariæ vero interpretatur victoriæ leonis. Laudate igitur festum passionis leonis, qui victoriam retulit, Jesu Domini nostri. Propterea
et Propheta ex hoc ipso exorditur dicendo: Lauda, anima mea, etc.
1. Laudes dignas repende Domino tuo, qui redemit te proprio sanguine.
2, 3. Laudabo eum, donec accipiat spiritum meum,
et rursus postquam acceperit ipse spiritum meum,
illic laudabo eum.
4. Nolite confugere ad auxilium eorum, qui in
sublimitate sunt, neque ad flios hominum, qui
non possunt se ipsos salvare, sed in illum sperate, qui dictus est Filius hominis propter propriam humanitatem, Salvator autem cum sit generis humani.
5, 6. Uniuscujusque hominis morientis redit
substantia in terram, ex qua sumpta est: ille antem Filius hominis, etiam postquam mortuus fuit
propter nos, et incorruptus permansit propria virtute, et mortuos vivificavit.
7. In die judicii occulta hominum judicabit Deus,
accusantibus cogitationibus unumquemque de actionibus suis ⁹.
8. Beatus homo, cujus inseparabilis adjutor ejus
est Deus.
9. Et omnem suam curam projiciet in ipsum.
10. Mare, et omnia quæ in eis sunt, Creator visibilium, et invisibilium omnium.
• Rom. 11, 15, 16.
1. Ἐπαίνους ἀξίου, ἀνάπεμπε τῷ Δεσπότῃ σου τῷ
ἐξαγοράσαντί σε τῷ ἰδίῳ αἷματι.
2, 5. 'Ανυμνήσω αὐτὸν ἕως ἂν δέξηται τὸ πνεῦμά
μου, καὶ πάλιν μετὰ τὸ δέξασθαι αὐτὸν τὸ πνεῦμά
μου, ἐκεῖ ἀνυμνήσω αὐτόν.
4. Μή καταφύγετε ἐπὶ τὴν βοήθειαν αὐτῶν ἐν
ὑπεροχῇ ὄντων, μηδὲ ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, τοὺς μὴ
δυναμένους ἑαυτοὺς σῶσαι· ἀλλ᾽ ἐπ᾿ ἐκεῖνον ἐλπίσατε
τὸν λεγόμενον Υἱὸν ἀνθρώπου διὰ τὴν οἰκείαν φιλαν
θρωπίαν, Σωτῆρα δὲ ὄντα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων,
5, 6. Εκάστου ἀνθρώπου τελευτήσαντος ὑποστρέ
φει ὑπόστασις εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη· ἐκεῖνος δὲ
Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ μετὰ τὸ θανεῖν αὐτὸν δι᾿
ἡμᾶς, καὶ ἄφθαρτος διέμεινεν οἰκείᾳ δυνάμει, καὶ
Ο τοὺς νεκροὺς ἐζωοποίησεν.
7. Ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κρινεῖ ὁ Θεὸς, κατηγορούντων τῶν λογισμῶν
ἕκαστον περὶ τῶν ἔργων αὐτοῦ.
8. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος, οὗ ὁ Θεὸς τοῦ ἀπελά
στου [ἀπέλαστος] βοηθὸς αὐτοῦ ἐστιν.
9. Καὶ πᾶσαν τὴν μέριμναν αὐτοῦ ἐπιρρίψει ἐπ'
αὐτόν.
10. Τὴν θάλασσαν, καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς, τὸν
Δημιουργὸν τῶν ἀοράτων καὶ ὁρατῶν πάντων.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. Υμνήσατε τὸν Κύριον. Αγγέου, etc. Αἰνέσατε οὖν, ὑμνή
σατε τὴν ἑορτήν, etc., τοῦ νικητού, τουτέστιν Ἰησοῦ
τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ὡς καὶ ὁ, etc., ἄρχεται. Διὰ τοῦτο
λέγει· Αίνει, etc.
Ν. 4. Μὴ καταφύγητε ἐπὶ τὴν βοήθειαν τῶν
ἐν ὑπεροχῇ ὄντων Ν. 5. Μηδὲ ἐπί, etc., usque ad
Σωτῆρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. 1. 6. Ἑκάστου,
elc., καὶ ἄφθαρτος ἔμεινεν, etc.
etc.
Εκάστου, etc.
Απλάστου λαοῦ βοηθός, etc.
N. 10. Incipit ab his verbis, τὸν δημιουργών,
col. 1321–1322page 366 of 376
PG 27:132111. Τὸν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τὸν αἰῶνα 12. Ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις 15. Διδόντα τροφὴν τοῖς πεινῶσι. 14. Κύριος λύει πεπεδημένους 15. Κύριος σοφοί τυφλούς 16. Κύριος ἀνορθοί κατεῤῥαγμένους 17. Κύριος ἀγαπᾷ δικαίους 18. Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους. 19. Ορφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται, 20. Καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ. 21. Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ (α) Θεός σου Σιών, 22. Εἰς γενεὰν καὶ γενεάν. Αλληλούϊα. Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. 1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός (α) 22. () Θεός σου, καὶ γενεάν. 11. Τὸν ἀψευδῆ Θεὸν τὸν φρουροῦντα πᾶσαν καρδίαν τῶν ἁγίων αὐτοῦ. 12. Ποιοῦντα ἐκδίκησιν καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι τοῖς καταπονουμένοις, ἢ ὑπὸ ἀνθρώπων, ἢ ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων. 15. Τὸ μὲν ἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι αὐτὸς τρέφει πα σαν σάρκα· ὅμως δὲ καὶ τοῦτο θεωρεῖται, ὅτι τοῖς ποθοῦσι τὴν χάριν αὐτοῦ πλουσίως αὐτὴν παρέχει. 14. Τοὺς συνεσφιγμένους ὑπὸ τῶν ἰδίων ἁμαρ ειῶν ἀπαλλάττει αὐτοὺς διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ. 15. Τοὺς πεπηρωμένους τὴν διάνοιαν σοφοί αὐτ τοὺς, οὐ τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ τὴν ἀνίκητον [ἀκίνητον] καὶ ἀτελεύτητον. 16. Κύριος ἀνεγείρει τους καταπεσόντας ἐν ταῖς ἁμαρτίαις. 47. Ὥστε καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θεῖναι ὑπὲρ αὐτῶν. 18. Τους προσφεύγοντας αὐτῷ σκέπει τῇ χάριτι αὐτοῦ. 19. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλαμβάνεται· περὶ δὲ τοῦ νεανίσκου λέγει, οὗ ἀνέστησεν ὁ Κύριος ἐν τῇ Ναῖν, καὶ τῆς τούτου μητρός. 20. Καὶ πᾶσαν τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τὴν ἀπάτην, καὶ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου συντελέσει. 21, 22. Ατελευτήτως ὁ Θεός σου ἡ ἄνω Ιε ρουσαλήμ, ἔνθα τὸ ἐπουράνιον θυσιαστήριον ὑπάρχει Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή, τουτ ἐστιν ὅπου τὸ ἐπουράνιον θυσιαστήριον. Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ἀλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· ἀλληλούτα οὖν ἑρμηνεύε 1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἡδὺ τῷ Θεῷ τὸ ψάλ 1. λειν αὐτῷ. Δέ Ιδίων Πεπρωμένους πεπηρωμένους. Αὐτῶν, αὐτοῦ. Ν. 21. Ατελευτήτως. Ν. 22. Ὁ Θεὸς ἡ ἄνω, τουτέστιν τόπος, ὅπου, Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, έρμη νεύεται μνήμη Κυρίου, αἶνος, ὕμνος τῷ Θεῷ τῷ ὄντι παρά, Ψάλαι,
PSAL. CXLVI.
11. Qui custodit veritatem in saculum:
12. Facit judicium injuriam patientibus:
11. Τὸν φυλάσσοντα ἀλήθειαν εἰς τὸν αἰῶνα·
12. Ποιοῦντα κρῖμα τοῖς ἀδικουμένοις·
15. Διδόντα τροφὴν τοῖς πεινῶσι.
14. Κύριος λύει πεπεδημένους·
15. Κύριος σοφοί τυφλούς·
16. Κύριος ἀνορθοί κατεῤῥαγμένους·
17. Κύριος ἀγαπᾷ δικαίους·
18. Κύριος φυλάσσει τοὺς προσηλύτους.
19. Ορφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται,
20. Καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ.
21. Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ (α) Θεός
σου Σιών,
22. Εἰς γενεὰν καὶ γενεάν.
Αλληλούϊα. Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. PMG.
1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἀγαθὸν ψαλμός·
(α) Vers. 22. () Θεός σου, etc., usque ad καὶ γενεάν.
13. Dat escam esurientibus.
14. Dominus solvit compeditos:
45. Dominus illuminat cæcos:
16. Dominus erigit elisos:
17. Dominus diligit justos:
18. Dominus custodit advenas.
19. Pupillum, et viduam suscipiet,
20. Et vias peccatorum disperdet.
21. Regnabit Dominus in sæcula Deus tuus Sion,
22. In generationem et generationem.
Alleluia. Aggæi et Zachariæ. PSAL. CXLVI.
4. Laudate Dominum, quoniam bonum est psalmus:
11. Τὸν ἀψευδῆ Θεὸν τὸν φρουροῦντα πᾶσαν καρδίαν
τῶν ἁγίων αὐτοῦ.
12. Ποιοῦντα ἐκδίκησιν καὶ ἐν τῷ νῦν, καὶ ἐν τῷ
μέλλοντι αἰῶνι τοῖς καταπονουμένοις, ἢ ὑπὸ ἀνθρώπων, ἢ ὑπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων.
15. Τὸ μὲν ἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι αὐτὸς τρέφει πα
σαν σάρκα· ὅμως δὲ καὶ τοῦτο θεωρεῖται, ὅτι τοῖς
ποθοῦσι τὴν χάριν αὐτοῦ πλουσίως αὐτὴν παρέχει.
14. Τοὺς συνεσφιγμένους ὑπὸ τῶν ἰδίων ἁμαρ
ειῶν ἀπαλλάττει αὐτοὺς διὰ τῆς χάριτος αὐτοῦ.
15. Τοὺς πεπηρωμένους τὴν διάνοιαν σοφοί αὐτ
τοὺς, οὐ τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλὰ τὴν
ἀνίκητον [ἀκίνητον] καὶ ἀτελεύτητον.
16. Κύριος ἀνεγείρει τους καταπεσόντας ἐν ταῖς
ἁμαρτίαις.
47. Ὥστε καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θεῖναι ὑπὲρ αὐτῶν.
18. Τους προσφεύγοντας αὐτῷ σκέπει τῇ χάριτι
αὐτοῦ.
19. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι ὀρφανὸν καὶ
χήραν ἀναλαμβάνεται· περὶ δὲ τοῦ νεανίσκου λέγει,
οὗ ἀνέστησεν ὁ Κύριος ἐν τῇ Ναῖν, καὶ τῆς τούτου
μητρός.
20. Καὶ πᾶσαν τὴν ἐπιθυμίαν, καὶ τὴν ἀπάτην,
καὶ τὴν διδασκαλίαν τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου
συντελέσει.
21, 22. Ατελευτήτως ὁ Θεός σου ἡ ἄνω Ιερουσαλήμ, ἔνθα τὸ ἐπουράνιον θυσιαστήριον ὑπάρχει
Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή, τουτ
ἐστιν ὅπου τὸ ἐπουράνιον θυσιαστήριον.
11. Qui verax Deus est custodiens corda omnia
sanctorum suorum.
12. Vindicans, et in praesenti, et in futuro sculo afflictos, aut ab hominibus, aut a contrariis
potestatibus.
15. Proprius quidem sensus manifestus est, quod
ipse omnem carnem alit: verumtamen id allegorice
etiam explicari potest, quod desiderantibus gratiam suam abundanter ipsam exhibet..
14. Constrictos a propriis peccatis liberat eos
gratia sua.
15. Mente excæcatos sapientes reddit eos, non
sapientia hujus mundi, sed insuperabili [immutabili] et æterna.
16. Dominus erigit sapsos in peccata.
17. Adeo ut et animam suam pro ipsis posuerit.
18. Confugientes ad ipsum protegit gratia sua.
19. Sensus quidem proprius manifestus est, quod!
pupilli et viduæ curam suscipit: allegorice aulem
loquitur de juvene, quem Dominus suscitavit in
urbe Nain, et de illius matre.
20. Et omnem concupiscentiam, et deceptionem
et doctrinam principum hujus sæculi conficiet.
21, 22. In æternum Deus tuus superna Jerusalem,
bi supercœleste altare exsistit: Sion enim interpretatur locus ubi tabernaculum, hoc est ubi supercœleste altare.
Ἡ προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει Ἀλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· ἀλληλούτα οὖν ἑρμηνεύε
Titulus præpositus continet: Alleluia, Aggæi, et Zachariæ: alleluia igitur interpretatur laus el hym1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον, ὅτι ἡδὺ τῷ Θεῷ τὸ ψάλ 1. Laudate Dominum, quoniam jucundum est
λειν αὐτῷ.
Deo, ut ipsi psallatur.
Δέ deest.
Ιδίων deest.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Πεπρωμένους leg. videtur πεπηρωμένους.
Αὐτῶν, leg. αὐτοῦ.
Ν. 21. Ατελευτήτως. Ν. 22. Ὁ Θεὸς ἡ ἄνω,
PATROL. GR. XXVII.
etc., τουτέστιν τόπος, ὅπου, etc.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., έρμη
νεύεται μνήμη Κυρίου, etc., αἶνος, ὕμνος τῷ Θεῷ
τῷ ὄντι παρά, etc.
Ψάλαι, etc.
col. 1323–1324page 367 of 376
PG 27:13232. Θεῷ ἡδυνθείη αίνεσις. 3. Οἰκοδομῶν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος 3. Τὰς διασποράς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπισυνάξει. 5. Ο ἰώμενος τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν 6. Καὶ δεσμεύων τὰ συντρίμματα αὐτῶν. 7. Ὁ ἀριθμῶν πλήθη άστρων, 8. Καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν. ται αἶνος καὶ ὕμνος· Ἀγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται μνήμης Κυρίου. Σαφῶς οὖν τοῦτο λέγει, αἶνος καὶ ὕμνος τῷ ὄντι Θεῷ παρὰ τοῦ ἑορτάζοντος λαοῦ τὴν μνήμην τῶν παθημάτ των αὐτοῦ. 2. Τερφθήσεται γὰρ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αἰνέσει ὁ Θεός. 3. Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται ὅρασις εἰρήνης, ὅπερ ὑπάρχει καρδία πιστή· ἑκάστην οὖν τοιαύτην καρδίαν οἰκοδομεῖ ὁ Κύριος. Όμως δὲ τὴν ἄνω Ιερουσαλὴμ αὐτὸς ἐδημιούργησε, καὶ τὸ πλῆθος δὲ τῶν ἀγγέλων λέγεται Ἱερουσαλήμ, καὶ δῆλόν ἐστι πα σι, ὅτιπερ αὐτὸς αὐτοὺς οἰκοδομεῖ οἶκον πνευματικὸν, καθὼς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος. 4. Τὰ διεσκορπισμένα μέλη τῶν ἁγίων, τουτέστι τοὺς ἐξ Ἰουδαίων λαοὺς, καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν, ἐπι συνάξει διὰ τοῦ πάθους αὐτοῦ. Καὶ ἄλλην δὲ τῷ αὐτ τῷ στίχῳ ἑρμηνείαν λέξομεν. Ἰσραὴλ ερμηνεύεται ὁρῶν Θεόν· τῆς διανοίας οὖν τῆς ὁρώσης αὐτὸν πα σαν αἰχμαλωσίαν ἐπισυνάξει, καὶ εἰς τὴν αὐτῆς αὐτο εξουσιότητα αὐτὸν ἀποκαταστήσει. (α). Και δέ. 5, 6. Καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν τὰς πρότερον συντριβούσας τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων δεσμεύων δεσμοῖς ἀϊδίοις, καὶ παραδιδοὺς τῷ αἰωνίῳ πυρί, τους ἐστι τὰς ἐναντίας δυνάμεις. 7, 8. Δῆλον μέν ἐστιν, ὅτι, ὡς πεποιηκώς, οἶδε την ποσότητα ὧν πεποίηκεν. Καὶ εἰς τοὺς ἁγίους δὲ θεωρεῖται ὁ τούτων ἀριθμὸς, καὶ ὁμοίως πάλιν καὶ αὐ τῶν γινώσκει τὸν ἀριθμόν. Εἰ μὴ γὰρ προΐδῃ πόστ. ἔσται ἡ ποσότης αὐτῶν, οὐκ ἂν προητοίμασεν αὐτοῖς πόλιν τὴν δυναμένην αὐτοὺς δέξασθαι. Ὁ ἀριθμῶν οὖν πλήθη ἄστρων, ὁ θεωρῶν καὶ δοκιμάζων ποῖον χάρισμα, καὶ πόσον δύναται δέξασθαι ἕκαστος τῶν ἁγίων, καὶ οὕτω παρέχων. Εἶτα, Καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν· ἔθνος γὰρ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς ἁγίους αὐτῆς τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ διδασκάλους· εἶτα δυνάμεις, οἵτινες ὑπάρχουσιν οἱ διάκονοι· εἶτα τοὺς ἐπιτελοῦντας τὰς ἰάσεις εἶτα αναγνώστας· εἶτα τοὺς ἑρμηνεύοντας ἀπὸ τῆσδε τῆς γλώσσης εἰς τήνδε τὰς Γραφάς. Τοῦτο οὖν ἐστι τὸ, πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν. Καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος, Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν, αὐ τὴν ἀποκαταστήσει. προήδει.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
2. Deo nostro sit jucunda laudatio.
3. Edificans Jerusalem Dominus:
4. Dispersiones Israelis congregabit.
5. Qui sanat contritos corde;
6. Et alligat contritiones eorum,
7. Qui numerat multitudinem stellarum,
8. Et omnibus eis nomina vocat.
EXEGETICA.
2. Θεῷ ἡδυνθείη αίνεσις.
3. Οἰκοδομῶν Ἱερουσαλὴμ ὁ Κύριος·
3. Τὰς διασποράς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπισυνάξει.
$53
5. Ο ἰώμενος τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν·
6. Καὶ δεσμεύων τὰ συντρίμματα αὐτῶν.
7. Ὁ ἀριθμῶν πλήθη άστρων,
8. Καὶ πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν.
ται αἶνος καὶ ὕμνος· Ἀγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται μνήμης Κυρίου.
Σαφῶς οὖν τοῦτο λέγει, αἶνος καὶ ὕμνος τῷ ὄντι Θεῷ παρὰ τοῦ ἑορτάζοντος λαοῦ τὴν μνήμην τῶν παθημάτ
των αὐτοῦ.
nus: Aggæi autem festum agentis: Zachariæ autem interpretatur memoriæ Domini. Aperte igitur hoc significat, laus et hymnus Deo vero a populo, qui festum agit memoriæ passionis ejus.
2. Delectabitur enim hujusmodi laude Deus.
3. Jerusalem interpretatur visio pacis, quale est
cor fidele: singula igitur hujusmodi corda ædifcat Dominus. Verumenimvero supernam Jerusalem ipse ædificavit; et multitudo angelorum dicitur Jerusalem, et omnibus manifestum est, quod
ipse eos ædificat domum spiritualem, quemadmodum inquit apostolus 10.
4. Dispersa membra sanctorum, hoc est populos,
qui ex Judæis sunt, et qui ex gentibus, congregabit per passionem suam. Aliam etiam interpretationem hujus versus dican. Israel interpretatur videns Deum mentis igitur videntis eum omnein
captivitatem congregabit, et in suam liberam potestatem ipsam restituet.
2. Τερφθήσεται γὰρ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αἰνέσει ὁ Θεός.
3. Ἱερουσαλὴμ ἑρμηνεύεται ὅρασις εἰρήνης,
ὅπερ ὑπάρχει καρδία πιστή· ἑκάστην οὖν τοιαύτην
καρδίαν οἰκοδομεῖ ὁ Κύριος. Όμως δὲ τὴν ἄνω
Ιερουσαλὴμ αὐτὸς ἐδημιούργησε, καὶ τὸ πλῆθος δὲ
τῶν ἀγγέλων λέγεται Ἱερουσαλήμ, καὶ δῆλόν ἐστι πασι, ὅτιπερ αὐτὸς αὐτοὺς οἰκοδομεῖ οἶκον πνευματικὸν,
καθὼς εἶπεν ὁ Ἀπόστολος.
4. Τὰ διεσκορπισμένα μέλη τῶν ἁγίων, τουτέστι
τοὺς ἐξ Ἰουδαίων λαοὺς, καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν, ἐπισυνάξει διὰ τοῦ πάθους αὐτοῦ. Καὶ ἄλλην δὲ τῷ αὐτ
τῷ στίχῳ ἑρμηνείαν λέξομεν. Ἰσραὴλ ερμηνεύεται
ὁρῶν Θεόν· τῆς διανοίας οὖν τῆς ὁρώσης αὐτὸν πα
σαν αἰχμαλωσίαν ἐπισυνάξει, καὶ εἰς τὴν αὐτῆς αὐτο
εξουσιότητα αὐτὸν ἀποκαταστήσει.
Interpretatio versiculi quinti usque ad decimum octavum non exstat in cod, Barb.
5, 6. Et concupiscentias eorum conterentes
antea corda hominum alligans vinculis æternis, et
tradens igni æterno, hoc est contrarias potestates.
7, 8. Manifestum quidem est, quod ipse ut
factor, novit quantitatem earum stellarum, quas
fecit. De sanctis etiam allegorice explicari possunt,
“quæ de stellarum numero dicuntur; similiter enim
et horum numerum agnoscit. Nisi enim prævideret
·quæ sit eorum quantitas, non præparasset ipsis civitatem, quæ posset eos excipere. Numerans igitur
multitudinem stellarum, perspiciens et probans
quale charisma, et quantur possit unusquisque
sanctorum accipere, et ita exhibens. Deinde sequitur in psalmo Et omnibus eis nomina vocans: mos
enim in Ecclesia est sanctos suos alios quidem vocare apostolos, alios autem prophetas, alios autem
magistros; deinde lectores, deinde interpretes Scripturarum ex una lingua in aliam. Hic igitur mos est,
inquam, omnibus eis nomina vocans (α).
10 | Petr. 11,
Και pro δέ.
5, 6. Καὶ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν τὰς πρότερον
συντριβούσας τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων δεσμεύων
δεσμοῖς ἀϊδίοις, καὶ παραδιδοὺς τῷ αἰωνίῳ πυρί, τους
ἐστι τὰς ἐναντίας δυνάμεις.
7, 8. Δῆλον μέν ἐστιν, ὅτι, ὡς πεποιηκώς, οἶδε
την ποσότητα ὧν πεποίηκεν. Καὶ εἰς τοὺς ἁγίους δὲ
θεωρεῖται ὁ τούτων ἀριθμὸς, καὶ ὁμοίως πάλιν καὶ αὐ
τῶν γινώσκει τὸν ἀριθμόν. Εἰ μὴ γὰρ προΐδῃ πόστ.
ἔσται ἡ ποσότης αὐτῶν, οὐκ ἂν προητοίμασεν αὐτοῖς
πόλιν τὴν δυναμένην αὐτοὺς δέξασθαι. Ὁ ἀριθμῶν
οὖν πλήθη ἄστρων, ὁ θεωρῶν καὶ δοκιμάζων ποῖον
χάρισμα, καὶ πόσον δύναται δέξασθαι ἕκαστος τῶν
ἁγίων, καὶ οὕτω παρέχων. Εἶτα, Καὶ πᾶσιν αὐτοῖς
ὀνόματα καλῶν· ἔθνος γὰρ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοὺς
ἁγίους αὐτῆς τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας,
τοὺς δὲ διδασκάλους· εἶτα δυνάμεις, οἵτινες ὑπάρχου
σιν οἱ διάκονοι· εἶτα τοὺς ἐπιτελοῦντας τὰς ἰάσεις·
εἶτα αναγνώστας· εἶτα τοὺς ἑρμηνεύοντας ἀπὸ τῆσδε
τῆς γλώσσης εἰς τήνδε τὰς Γραφάς. Τοῦτο οὖν ἐστι
τὸ, πᾶσιν αὐτοῖς ὀνόματα καλῶν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος, desunt hæc ultima
verba in cod.
Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται νοῦς ὁρῶν, etc., αὐ
τὴν ἀποκαταστήσει.
L., προήδει. EDIT.
(a) Ex hujusmodi autem loquendi ratione, qua hoc loco interpres noster varios sanctorum fideliam
ordines in B. Pauli Epistolis expressos refert, quisque rerum ecclesiasticarum peritus ejus vetustatem
conjicere potest, tum etiam ex iis quæ in explicatione vers. 12, psal. xxvi, leguntur: nempe baptisterium
fuisse locum occultum in ecclesia. Nam primis Ecclesiæ sæculis et in ipsa urbe Alexandria baptisteriumn
col. 1325–1326page 368 of 376
PG 27:13259. Μέγας (α) ὁ Κύριος ἡμῶν, 10. Καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, 11. Καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός. 12. Αναλαμβάνων πραεῖς ὁ Κύριος 13. Ταπεινῶν δὲ ἁμαρτωλοὺς ἕως τῆς γῆς. 14. Ἐξάρξατε τῷ Κυρίῳ ἐν ἐξομολογήσει 15. Ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν ἐν κιθάρα. 46. Τῷ περιβάλλοντι τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις, 17. Τῷ ἑτοιμάζοντι τῇ γῇ ὑετόν. 18. Τῷ ἐξανατέλλοντι ἐν ὄρεσι χόρτον, 19. Καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων. 20. Διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν, 21. Καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν. Ει (α) Μέγας, αὐτοῦ. Καὶ τῆς, Αναλαμβάνων, Ταπεινών, ἕως γῆς, 9,10. Ὁ διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ καταργήσας τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον. 11. Ο βάθος πλούτου, καὶ σοφίας, καὶ γνώ σεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ, καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! Τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου; ἢ τὶς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο; σὺν τῷ Πατρὶ γὰρ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι βουλευσάμενος, θανατωθεὶς ἐζωοποίησε τους νεκρούς. 12. Προσκαλεῖται πρὸς ἑαυτὸν τοὺς μὴ ἀνθ ισταμένους τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ. 13. Παραδοὺς δὲ τὸν διάβολον τηρεῖσθαι, καὶ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ τοὺς πειθομένους αὐτοῖς ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς. 14. Διανοίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν τῷ Κυρίῳ, ἐξομολογούμενοι αὐτῷ. 15. Νεκρώσαντες τὰ μέλη ὑμῶν, δοξάσατε αὐτὸν ἐν αὐτοῖς. 16. Τῷ σκέποντι τὸν χορὸν τῶν ἁγίων αὐτοῦ ἐν τοῖς χαρίσμασιν τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου. Καὶ ἄλλως δὴ λέξωμεν· Τὸν πληροῦντα τὸν παράδεισον τῶν ἁγίων αὐτοῦ. 17. Τῷ εὐτρεπίζοντι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ τῇ οἰ κουμένῃ. Όμως καὶ ἄλλως λέξωμεν· Τῷ ἑτοίμως παρέχοντι καρδίᾳ πιστῇ τὴν χάριν αὐτοῦ. 18. Τὰ ἄνθη τῶν χαρισμάτων αὐτοῦ ἐν τοῖς ἔθνεσιν. 19. Καὶ τὰ λόγια αὐτοῦ εἰς ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἀνθρώπων. 20. Διδόντι τοῖς ἀσυνέτοις σύνεσιν τοῦ μεταλαμβάνειν τῶν προσταγμάτων αὐτοῦ τῶν ζωοποιούντων αὐτούς. 21. Καὶ τοῖς τῶν μεμελανωμένων καὶ ἀκαθάρτων ἐθνῶν τέκνοις διδοὺς τροφὴν τὴν χάριν αὐτοῦ, τοῖς διὰ τῆς πίστεως ἀναβοῶσι πρὸς αὐτόν. Ο Ν. 17. Τῷ ἐξανατέλλοντι τὰ ἄνθη, Ν. 18. Καὶ τὰ λόγια, 19. Διδόντι, του μεταλαβεῖν, Καὶ τῶν μεμελανωμένων, 21. Οὐκ έν, Ν. 22. Οὐδὲ τῷ, 25. 'Αλλ' ἐν κ. τ. καὶ τεταπεινωμένῃ, εὐδοκεῖ κατοικεῖν. Ν. 24. Και ἐν τ. μ. π. ἐφ' ἑ. ὁ. εἰ. δίκαιοι· ἐλπίζοντας ἐλπί ζουσιν) δὲ, ὅτι διὰ τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ,
9. Μέγας (α) ὁ Κύριος ἡμῶν,
PSAL. CXLVI.
9. Magnus Dominus noster,
10. Καὶ μεγάλη ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ,
11. Καὶ τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός.
12. Αναλαμβάνων πραεῖς ὁ Κύριος
13. Ταπεινῶν δὲ ἁμαρτωλοὺς ἕως τῆς γῆς.
14. Ἐξάρξατε τῷ Κυρίῳ ἐν ἐξομολογήσει·
15. Ψάλατε τῷ Θεῷ ἡμῶν ἐν κιθάρα.
46. Τῷ περιβάλλοντι τὸν οὐρανὸν ἐν νεφέλαις,
17. Τῷ ἑτοιμάζοντι τῇ γῇ ὑετόν.
18. Τῷ ἐξανατέλλοντι ἐν ὄρεσι χόρτον,
19. Καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.
20. Διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν,
21. Καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλου
μένοις αὐτόν.
10. Et magna virtus ejus,
11. Et sapientiæ ejus non est numerus.
12. Suscipiens mansuetos Dominus:
13. Humilians autem peccatores usque ad terram.
14. Præcinite Domino in confessione:
15. Psallite Deo nostro in cithara.
. 16. Qui operit cœlum nubibus,
17. Et parat terræ pluviam.
18. Qui producit in montibus fenum,
19. Ει herbam servituti hominum.
20. Qui dat jumentis escam ipsorum,
21. Εt pullis corvorum invocantibus eum.
(α) Vers. 9. Μέγας, etc., usque ad αὐτοῦ. Vers. 10. Καὶ τῆς, etc. Vers. 11. Αναλαμβάνων, etc. Vers.
12. Ταπεινών, etc., ἕως γῆς, et sic deinceps in cod. vers. recensentur.
9,10. Ὁ διὰ τοῦ θανάτου αὐτοῦ καταργήσας τὸν
τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τουτέστι τὸν διάβολον.
11. Ο βάθος πλούτου, καὶ σοφίας, καὶ γνώ
σεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ,
καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ! Τίς γὰρ ἔγνω
νοῦν Κυρίου; ἢ τὶς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;
σὺν τῷ Πατρὶ γὰρ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι βουλευσά
μενος, θανατωθεὶς ἐζωοποίησε τους νεκρούς.
12. Προσκαλεῖται πρὸς ἑαυτὸν τοὺς μὴ ἀνθ
ισταμένους τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ.
13. Παραδοὺς δὲ τὸν διάβολον τηρεῖσθαι, καὶ τοὺς
ἀγγέλους αὐτοῦ, καὶ τοὺς πειθομένους αὐτοῖς ἐν
τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς.
14. Διανοίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν τῷ Κυρίῳ,
ἐξομολογούμενοι αὐτῷ.
15. Νεκρώσαντες τὰ μέλη ὑμῶν, δοξάσατε αὐτὸν G
ἐν αὐτοῖς.
16. Τῷ σκέποντι τὸν χορὸν τῶν ἁγίων αὐτοῦ ἐν
τοῖς χαρίσμασιν τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου. Καὶ ἄλλως
δὴ λέξωμεν· Τὸν πληροῦντα τὸν παράδεισον τῶν
ἁγίων αὐτοῦ.
17. Τῷ εὐτρεπίζοντι τὸ κήρυγμα αὐτοῦ τῇ οἰ
κουμένῃ. Όμως καὶ ἄλλως λέξωμεν· Τῷ ἑτοίμως
παρέχοντι καρδίᾳ πιστῇ τὴν χάριν αὐτοῦ.
18. Τὰ ἄνθη τῶν χαρισμάτων αὐτοῦ ἐν τοῖς
ἔθνεσιν.
19. Καὶ τὰ λόγια αὐτοῦ εἰς ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς
καὶ τοῖς μέλεσι τῶν ἀνθρώπων.
20. Διδόντι τοῖς ἀσυνέτοις σύνεσιν τοῦ μεταλαμβάνειν τῶν προσταγμάτων αὐτοῦ τῶν ζωοποιούντων
αὐτούς.
21. Καὶ τοῖς τῶν μεμελανωμένων καὶ ἀκαθάρτων
ἐθνῶν τέκνοις διδοὺς τροφὴν τὴν χάριν αὐτοῦ, τοῖς
διὰ τῆς πίστεως ἀναβοῶσι πρὸς αὐτόν.
11 Rom. x1,
9, 10. Qui per mortem suam profligavit eum,
qui mortis imperium habebat, hoc est diabolum.
11. Ο altitudo divitiarum, et sapientia, et scientiæ Dei! quam imperscrutabilia sunt judicia ejus, et
investigabiles viæ ejus! Quis enim novit mentem Domini, et quis consiliarius ejus fuitly Nam cum Patre
et cum Spiritu sancto inito consilio, morti traditus
mortuos vivificavit.
12. Advocal ad se ipsum non adversantes præceptis suis.
13. Tradidit autem diabolum, et angelos ejus,
et obedientes ipsis, ut custodirentur in inferioribus
terræ.
14. Aperite corda vestra Domino, confitentes
ipsi.
15. Mortificantes membra vestra, glorificate eum
in ipsis.
16. Qui protegit chorum sanctorum ejus in donis Spiritus sancti. Et aliter quidem explicabimus,
dicendo: Qui implet paradisum sanctis suis.
17. Qui præparat prædicationem suam universæ terræ. Verumtamen et aliter explicando dice.
mus: Qui prompte exhibet cordi ſideli gratiam suam.
18. Flores ejus charismatum in gentibus.
19. Εt eloquia ejus in requiem aninis et membris hominum.
20. Qui dat insipientibus intellectum ad comprehendenda ejus præcepta, quibus vivificantur.
21. Et filiis gentium, quæ denigratæ et immundæ
sunt, clamantibus ad eum per fidem in cibum gra÷
tiam suam præbet.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 17. Τῷ ἐξανατέλλοντι τὰ ἄνθη, etc. Ν. 18.
Καὶ τὰ λόγια, etc. N. 19. Διδόντι, etc., του μεταλαβεῖν,
etc. N.20. Καὶ τῶν μεμελανωμένων, etc. N. 21. Οὐκ
έν, etc. Ν. 22. Οὐδὲ τῷ, etc. N. 25. 'Αλλ' ἐν κ. τ. καὶ
τεταπεινωμένῃ, etc. εὐδοκεῖ κατοικεῖν. Ν. 24. Και
ἐν τ. μ. π. ἐφ' ἑ. ὁ. εἰ. δίκαιοι· ἐλπίζοντας (leg. ἐλπίζουσιν) δὲ, ὅτι διὰ τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, etc.
fuisse locum ab ecclesia sejunctum et ecclesiam adeuntibus absconditum declarant potissimum ea, quæ
de cæde Proterii episcopi Alexandrini ab Evagrio et Liberato diacono, aliisque tradita sunt. Sæculo autem
sexto certum est, baptisteria in propatulo et in narthece ecclesiæ ædificata fuisse.
col. 1327–1328page 369 of 376
PG 27:132722. Οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἵππου θελήσει 23. Οὐδὲ ἐν ταῖς κνήμαις τοῦ ἀνδρὸς εὐδοκιεῖ. 24. Εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν, 25. Καὶ ἐν (α) τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ. Αλληλούϊα. ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΖ'. 4. Επαίνει, Ἱερουσαλήμ, τὸν Κύριον, 2. Αἴνει τὸν Θεόν σου, Σιών. 5. Οτι ἐνίσχυσε τοὺς μοχλούς των πυλῶν σου 4. Εὐλόγησε τοὺς υἱούς σου ἐν σοί. 5. Ὁ τιθεὶς τὰ ὅριά σου εἰρήνην, 6. Καὶ στέαρ πυροῦ ἐμπιπλῶν σε. 22. Οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἀσυνέτου θελήσει ένοι κῆσαι τὴν χάριν αὐτοῦ. 23. Οὐδὲ τῷ μεγέθει, καὶ τῇ καρδίᾳ ἑκάστου τέρ πεται 24. ᾿Αλλ' ἐν καρδίᾳ συντετριμμένῃ, τεταπεινωμένη ὑπὸ τοῦ φόβου αὐτοῦ εὐδοκεῖ, καὶ κατοικεῖ. 25. Καὶ ἐν τοῖς μὴ πεποιθόσιν· ἐν ἑαυτοῖς, ὅτι εἰσὶ δίκαιοι ελπίζοντας· διὸ καὶ. [ἀλλ' ἐν τοῖς ἐλπίζουσιν, ὅτι καὶ]διὰ τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ ἀξιωθήσονται ἐλέους. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'Αλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου, ὡς προείρηκα, καὶ πάλιν λέγω, ἀλληλούτα ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν Θεόν· Αγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται νίκη λέοντος Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἣν ἐποιήσατο διὰ τῆς παρουσίας καὶ τῶν παθημάτων αὐτοῦ. 1. Ορασις τῆς εἰρήνης, δόξασον τὸν Κύριον, τουτο ἐστιν ἡ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία, ἐν ᾗ ἑωράθη, καὶ ὁρᾶ ται εἰρήνη (%) τοῦ παντὸς κόσμου ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς· Ἱερουσαλὴμ γὰρ ἑρμηνεύεται δρασις εἰ ρήνης. 2. Αίνει τὸν Θεόν σου, ἡ αὐτοῦ Εκκλησία, εν θα τὸ ἁγίασμα τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐστι· Σιών γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή. 3. Ὅτι ἐνεδυνάμωσε τὰς δυναστείας τῶν ἀποστόλων, δι' ὧν πάντες εἰσέρχονται πρὸς σέ. 4. Ηγίασεν αὐτοὺς ἐν τῇ γαστρί σου, τουτέστιν ἐν τῇ κολυμβήθρα. 5. Πύλαι γὰρ ᾅδου οὐ κατασχύσουσί σε 6. Καὶ τὸ στέαρ τοῦ ἐπουρανίου σίτου ἐμπιπλῶν σε, τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῇ γῇ, καὶ ἀνατείλαντος τοὺς στάχυας αὐτοῦ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. χνι, Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, ὡς προει βηχαμεν, αἰνεῖτε, ὑμνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. Αγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται νίκη λέοντος, Ἡ εἰρήνη, Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, Κατισχύσουσί σου. Εἰς τὴν γῆν, καί,
S. ATHANASII OPP. PARS III.
22. Non in fortitudine equi voluntatem habebit:
23. Nec in tibiis viri beneplacitum erit ei.
24. Beneplacitum est Domino super timentes eum,
25. Et in eis qui sperant super misericordia ejus.
Alleluia. Aggæi et Zachariæ, PSAL. CXLVII.
1. Lauda, Hierusalem, Dominum,
2. Lauda Deum tuum, Sion.
3. Quoniam confortavit seras portarum tuarum:
4. Benedixit filiis tuis in te.
5. Qui posuit fines tuos pacem,
6. Et adipe frumenti satiat te.
jä) Véís. 24. in cod. Kal èv nãci tois, etc.
EXEGETICA.
22. Οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἵππου θελήσει·
23. Οὐδὲ ἐν ταῖς κνήμαις τοῦ ἀνδρὸς εὐδοκιεῖ.
24. Εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τοῖς φοβουμένοις αὐτὸν,
25. Καὶ ἐν (α) τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Αλληλούϊα. ᾿Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΖ'.
4. Επαίνει, Ἱερουσαλήμ, τὸν Κύριον,
2. Αἴνει τὸν Θεόν σου, Σιών.
5. Οτι ἐνίσχυσε τοὺς μοχλούς των πυλῶν σου
4. Εὐλόγησε τοὺς υἱούς σου ἐν σοί.
5. Ὁ τιθεὶς τὰ ὅριά σου εἰρήνην,
6. Καὶ στέαρ πυροῦ ἐμπιπλῶν σε.
22. Non in fortitudine insipientis voluntatem habebit, ut inhabitet gratia sua.
23. Neque magnitudine, et corde cujusque delectatur.
24. Sed in corde contrito et humiliato a timore
suo beneplacitum est ei, et inhabitat.
25. Et non in eis, qui confidunt in se ipsis quod
sint justi; sed in eis qui sperant, quod ob ejus bonitatem digni fient misericordia.
22. Οὐκ ἐν τῇ δυναστείᾳ τοῦ ἀσυνέτου θελήσει ένοι
κῆσαι τὴν χάριν αὐτοῦ.
23. Οὐδὲ τῷ μεγέθει, καὶ τῇ καρδίᾳ ἑκάστου τέρ
πεται
24. ᾿Αλλ' ἐν καρδίᾳ συντετριμμένῃ, τεταπεινωμένῃ ὑπὸ τοῦ φόβου αὐτοῦ εὐδοκεῖ, καὶ κατοικεῖ.
25. Καὶ ἐν τοῖς μὴ πεποιθόσιν· ἐν ἑαυτοῖς, ὅτι εἰσὶ
δίκαιοι ελπίζοντας· διὸ καὶ. [ἀλλ' ἐν τοῖς ἐλπίζουσιν,
ὅτι καὶ]διὰ τὴν ἀγαθότητα αὐτοῦ ἀξιωθήσονται ἐλέους.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει 'Αλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου, ὡς προείρηκα, καὶ πάλιν
λέγω, ἀλληλούτα ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν Θεόν· Αγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται νίκη λέοντος Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου
ἡμῶν, ἣν ἐποιήσατο διὰ τῆς παρουσίας καὶ τῶν παθημάτων αὐτοῦ.
Titulus præpositus continet: Alleluia, Aggæi et Zachariæ: ut dixi, et rursus dico, alleluia interpre
tatur laudate Deum: Aggreus autem interpretatur victoria Leonis Jesu Domini nostri, quam retulit adventu
et passione sua.
1. Visio pacis glorifica Dominum, hoc est Eccle
sia ex gentibus, in qua visa est, et videtur pax totius mundi Dominus noster Jesus: Hierusalem enim
interpretatur visio pacis.
2. Lauda Deum tuum, Ecclesia ipsius, in qua est
sanctuarium gratiæ ejus: Sion enim interpretatur
locus ubi tabernaculum.
3. Quoniam corroboravit potentiam apostolorum,
per quos omnes ingrediuntur ad te.
4. Sanctificavit eos in ventre suo, hoc est in lavacro.
5. Portæ enim inferi non prævalebunt adversus
te 19.
1. Ορασις τῆς εἰρήνης, δόξασον τὸν Κύριον, τουτο
ἐστιν ἡ ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησία, ἐν ᾗ ἑωράθη, καὶ ὁρᾶ
ται εἰρήνη (%) τοῦ παντὸς κόσμου ὁ Κύριος ἡμῶν
Ἰησοῦς· Ἱερουσαλὴμ γὰρ ἑρμηνεύεται δρασις εἰ
ρήνης.
2. Αίνει τὸν Θεόν σου, ἡ αὐτοῦ Εκκλησία, εν
θα τὸ ἁγίασμα τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐστι· Σιών γὰρ
ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή.
3. Ὅτι ἐνεδυνάμωσε τὰς δυναστείας τῶν ἀποστό
λων, δι' ὧν πάντες εἰσέρχονται πρὸς σέ.
4. Ηγίασεν αὐτοὺς ἐν τῇ γαστρί σου, τουτέστιν ἐν
τῇ κολυμβήθρα.
5. Πύλαι γὰρ ᾅδου οὐ κατασχύσουσί σε
6. Καὶ τὸ στέαρ τοῦ ἐπουρανίου σίτου ἐμπιπλῶν
6. Et adipe supercoelestis frumenti satiat te,
quod moritur in terra, et germinare facit spicas σε, τοῦ ἀποθανόντος ἐν τῇ γῇ, καὶ ἀνατείλαντος
suas in toto mundo 18.
τοὺς στάχυας αὐτοῦ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ.
ss Matth. χνι, 18.
10 Joan. III, 24, 25.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Η διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc., ὡς προει
βηχαμεν, etc., αἰνεῖτε, ὑμνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. Αγγαίου
δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται
νίκη λέοντος, etc.
Ἡ εἰρήνη, etc.
Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησία, etc.
Κατισχύσουσί σου.
Εἰς τὴν γῆν, καί, etc.
j
col. 1329–1330page 370 of 376
PG 27:13297. Ὁ ἀποστέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῇ γῇ 8. Εως τάχους δραμεῖται ὁ λόγος αὐτοῦ. 9. Διδόντος χιόνα αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον 10. Ομίχλην ὡσεὶ σποδὸν πάσσοντος. 11. Βάλλοντος κρύσταλλον αὐτοῦ ὡσεὶ ψωμούς 12. Κατὰ πρόσωπον ψύχους αὐτοῦ τίς ὑποστήσεται; 15. Ἐξαποστελεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ τήξει αὐτά 14. Πνεύσει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ ῥυήσεται ὕδατα. 15. Ὁ ἀπαγγέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῷ Ἰακώβ, 16. Δικαιώματα καὶ κρίματα αὐτοῦ τῷ Ἰσραήλ. 17. Οὐκ ἐποίησεν οὕτω παντὶ ἔθνει. 18. Καὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν αὐτοῖς. 7, 8. Ὁ ἀποστέλλων τὸ κήρυγμα αὐτοῦ διὰ τῶν προφητῶν τῆς συναγωγῆς τῇ γηίνῃ [τῇ γῇ], ἕως, τοῦ κόσμου τοῦ ἐν τάχει παριόντος, κηρυχθήσεται ὁ λόγος αὐτοῦ. 9. Τὸ καθαρὸν τοῦ λόγου λέγει καὶ ἀπαλὸν τοῖς βουλομένοις, καὶ ὅτιπερ τοῖς ἐπιμελῶς ἐργαζομένοις λόγον γίνεται, ὡς ἀπὸ ἐρέας, περιβόλαιον τῇ ψυχή. 10. Το λεπτότατον καὶ δυσνόητον ἐν τοῖς λόγοις αὐτ τοῦ ἐγκείμενον δηλοῖ· ὅτιπερ τὰ πλησίον ὄντα τοῦ ἀναγινώσκοντος λόγια οὐ συγχωρεῖται ἡ διάνοια αὐτ τοῦ καθορᾷν διὰ τὴν οὖσαν ἐν ἑαυτοῖς λεπτότητα, ὥσπερ ὁμίχλης ἐπικειμένης ἐν αὐτοῖς· χρεία οὖν ἵνα ἀνατείλῃ ἐν τῇ διανοίᾳ ήλιος δικαιοσύνης, καὶ παρ αγάγῃ τὴν ἐπικειμένην ὁμίχλην, ἵν' οὕτω δυνηθῇ καθαρῷ τῷ ὄμματι τῆς καρδίας ἰδεῖν ὁ ἀναγινώσκων τὸν ἐγκείμενον νοῦν. 11. Τὸ σκληρὸν τοῦ λόγου αὐτοῦ καὶ τηλαυγές, ὥσπερ τὸ κρύσταλλον· σημαίνει δὲ καὶ τὸ ζωο ποιοῦν αὐτοῦ, ὥσπερ ὁ ψωμός. 12. Τὸ φρικῶδες καὶ φοβερὸν τοῦ νόμου ἐδή λωσεν, ὡς νομίζω. 13. Εξαποστελεῖ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ τὸν ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ διαλύσει αὐτὰ, ἑρμηνεύων ἡμῖν τὰ σκληρὰ καὶ δυσνόητα τοῦ νόμου 14. Επιφοιτήσει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον αὐτοῦ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος. 15. Ο φανερῶν τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τῷ λαῷ τῷ ἐσχάτ τῳ. Ἰακὼβ γὰρ ἑρμηνεύεται κρατῶν ἔσχατα. 16. Καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ φανερῶν τοῖς ὁρῶ σιν αὐτὸν τῇ διανοί.. 17. Ἕως γὰρ τῆς παρουσίας αὐτοῦ οὐκ ἐποίησενοὕτω παντὶ ἔθνει, τὸ τὸν λόγον αὐτοῦ ἀκοῦσαι ἐκ στόματός μου. 18. Καὶ οὕτω τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν, ὡς τοῖς ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν πιστεύσασιν εἰς αὐτόν. Ν. 7. Ὁ ἀποστέλλων, προφητῶν τῇ συν αγωγῇ τῇ γηίνη. Ν. 8. Εως τοῦ κόσμου ἐν τάχει, Τὸ ἀκάθαρτον, καθαρόν. αὐτοῖς. Παραγαγεῖν, καρδίας ἐπιδεῖν, Δέ Τοῦ νόμου ἐδήλωσεν, ὡς λογίζομαι. - Λόγου Βίου. Τῷ τόν, στόματος αὐτοῦ.
7. Ὁ ἀποστέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῇ γῇ·
8. Εως τάχους δραμεῖται ὁ λόγος αὐτοῦ.
9. Διδόντος χιόνα αὐτοῦ ὡσεὶ ἔριον·
10. Ομίχλην ὡσεὶ σποδὸν πάσσοντος.
11. Βάλλοντος κρύσταλλον αὐτοῦ ὡσεὶ ψωμούς·
12. Κατὰ πρόσωπον ψύχους αὐτοῦ τίς ὑποστήσεται;
15. Ἐξαποστελεῖ τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ τήξει αὐτά·
14. Πνεύσει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ ῥυήσεται ὕδατα.
15. Ὁ ἀπαγγέλλων τὸ λόγιον αὐτοῦ τῷ Ἰακώβ,
16. Δικαιώματα καὶ κρίματα αὐτοῦ τῷ Ἰσραήλ.
17. Οὐκ ἐποίησεν οὕτω παντὶ ἔθνει.
18. Καὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν αὐτοῖς.
PSAL. CXLVII.
7. Qui emittit eloquium suum terræ:
8. Velociter currit sermo ejus.
9. Qui dat nivem sicut lanam:
10. Nebulam sicut cinerem spargit.
11. Millit crystallum suum sicut buccellas:
12. Ante faciem frigoris ejus quis sustinebit?
15. Emittet eloquium suum, et liquefaciet ea:
14. Flabit spiritus ejus, et fluent aquæ.
15. Qui annuntiat verbum suum. Jacob:
16. Justitias et judicia sua Israel.
17. Non fecit taliter omni nationi.
18. Et judicia sua non manifestavit eis.
7, 8. Ὁ ἀποστέλλων τὸ κήρυγμα αὐτοῦ διὰ
τῶν προφητῶν τῆς συναγωγῆς τῇ γηίνῃ [τῇ γῇ], ἕως,
τοῦ κόσμου τοῦ ἐν τάχει παριόντος, κηρυχθήσεται ὁ
λόγος αὐτοῦ.
9. Τὸ καθαρὸν τοῦ λόγου λέγει καὶ ἀπαλὸν
τοῖς βουλομένοις, καὶ ὅτιπερ τοῖς ἐπιμελῶς ἐργαζομένοις λόγον γίνεται, ὡς ἀπὸ ἐρέας, περιβόλαιον τῇ
ψυχή.
7, 8. Qui emittit prædicationem suam terræ, per
prophetas synagog, donec, mundo celeriter pertranseunte, prædicabitur sermo ejus.
9. Puritatem sermonis ejus significat, et facilitatem volentibus, et quod diligenter operantibus sermonem fit animæ eorum, veluti operimentum ex
lana.
10. Το λεπτότατον καὶ δυσνόητον ἐν τοῖς λόγοις αὐτ
τοῦ ἐγκείμενον δηλοῖ· ὅτιπερ τὰ πλησίον ὄντα τοῦ
ἀναγινώσκοντος λόγια οὐ συγχωρεῖται ἡ διάνοια αὐτ
τοῦ καθορᾷν διὰ τὴν οὖσαν ἐν ἑαυτοῖς λεπτότητα,
ὥσπερ ὁμίχλης ἐπικειμένης ἐν αὐτοῖς· χρεία οὖν ἵνα
ἀνατείλῃ ἐν τῇ διανοίᾳ ήλιος δικαιοσύνης, καὶ παρ
αγάγῃ τὴν ἐπικειμένην ὁμίχλην, ἵν' οὕτω δυνηθῇ
καθαρῷ τῷ ὄμματι τῆς καρδίας ἰδεῖν ὁ ἀναγινώσκων dis oculo videre sensum latentem.
τὸν ἐγκείμενον νοῦν.
10. Subtilitatem, et intelligendi difficultatem,
quæ in sermonibus ejus est, significat: quonianı
cum prope legentem sint eloquia, non conceditur
menti ipsius ea introspicere propter eorum subtilitatem, perinde ac si nebula ea obtegeret; opus est
igitur, ut in mente exoriatur sol justitiæ, et abigal
incubantem nebulan, ut ita possit lector puro cor11. Τὸ σκληρὸν τοῦ λόγου αὐτοῦ καὶ τηλαυγές,
ὥσπερ τὸ κρύσταλλον· σημαίνει δὲ καὶ τὸ ζωοποιοῦν αὐτοῦ, ὥσπερ ὁ ψωμός.
12. Τὸ φρικῶδες καὶ φοβερὸν τοῦ νόμου ἐδήλωσεν, ὡς νομίζω.
13. Εξαποστελεῖ τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ τὸν
ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ διαλύσει αὐτὰ, ἑρμηνεύων
ἡμῖν τὰ σκληρὰ καὶ δυσνόητα τοῦ νόμου
14. Επιφοιτήσει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον αὐτοῦ ἐν
τοῖς ἀνθρώποις, καὶ ῥεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτῶν
ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος.
15. Ο φανερῶν τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τῷ λαῷ τῷ ἐσχάτ
τῳ. Ἰακὼβ γὰρ ἑρμηνεύεται κρατῶν ἔσχατα.
16. Καὶ τὰ προστάγματα αὐτοῦ φανερῶν τοῖς ὁρῶσιν αὐτὸν τῇ διανοί..
17. Ἕως γὰρ τῆς παρουσίας αὐτοῦ οὐκ ἐποίησεν
οὕτω παντὶ ἔθνει, τὸ τὸν λόγον αὐτοῦ ἀκοῦσαι
ἐκ στόματός μου.
18. Καὶ οὕτω τὰ κρίματα αὐτοῦ οὐκ ἐδήλωσεν, ὡς
τοῖς ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν πιστεύσασιν εἰς αὐτόν.
Joan. VII, 38, 39.
11. Durum, ac dilucidum esse sermonem ejus,
sicut crystallum: significat autem etiam vivificum
esse, veluti buccellam.
12. Ostendere voluit, ut puto, timendum ac tremendum esse sermonem ejus.
13. Emittet Filium suum unigenitum solem justitiæ, et dissolvet ea hoc est eloquia interpretans
nobis obscura et difficilia legis).
14. Adveniet Spiritus sanctus ejus in homines,
et fluent ex ipsorum ventre flumina aquæ vivæ “.
45. Qui manifestat Filium suum populo novissimo. Jacob enim interpretatur tenens extrema.
16. Εt præcepta sua manifestat iis, qui mente
eum vident.
17. Usque enim ad adventum ejus nulli genti ita
fecit, ut verbum suum ex ore ejus audirent.
18. Neque ita judicia sua manifestavit, ut in ultimis diebus credentibus in eum.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ν. 7. Ὁ ἀποστέλλων, etc., προφητῶν τῇ συναγωγῇ τῇ γηίνη. Ν. 8. Εως τοῦ κόσμου ἐν τάχει, etc.
Τὸ ἀκάθαρτον, leg. tamen vid. καθαρόν.
L., αὐτοῖς. EDIT.
Παραγαγεῖν, etc., καρδίας ἐπιδεῖν, etc.
4) Δέ deest.
Τοῦ νόμου ἐδήλωσεν, ὡς λογίζομαι. - Λόγου
in marg. cod. Barberin.
Βίου.
Τῷ τόν, etc., στόματος αὐτοῦ.
col. 1331–1332page 371 of 376
PG 27:1331Η Αλληλούϊα. Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΕ. 1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν 2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις. 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ. 4. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν, ἥλιος καὶ σελήνη 6. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς. 7. Αἰνεῖτε αὐτὸν, οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν, Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· 'Αλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· εἴρηκα δὲ πολλάκις, ὅτι τὸ ἀλληλούϊα ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν Θεόν· 'Αγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται μνησκομένη [μνημονευομένου] Κυρίου, καὶ πάλιν νίκη τοῦ λέοντος. Οὐκοῦν αἶνος Θεῷ τῶν ἑορταζόντων τὴν μνήμην καὶ τὴν νίκην τοῦ λεοντος, τουτέστι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴν παρουσίαν καὶ τὸ πάθος. 1-4. Ηνίκα γὰρ ἐτέχθη ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὴν ἡμε τέραν σωτηρίαν ὁ Θεὸς ἀνεβόησαν ἐκ τῶν οὐρα νῶν καὶ ἐκ τῶν ὑψίστων πᾶσαι αἱ οὐράνιαι στρατιαί Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία· ὁμοίως καὶ καθ᾿ ἑκάστην άνω υμνοῦσιν αὐτόν. Ο δὲ λέγει νῦν ὁ προφήτης, σαφῶς ἀπὸ τῆς Γραφῆς ἀποδέδεικται· ὅτι τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς οὐρανίου στρατιᾶς δοξολογίαν ἐπὶ τῆς παρ ουσίας αὐτοῦ ἐδήλωσεν ἡμῖν ἐνταῦθα, καθώς νέο γραπται. 5, 6. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι διὰ τῆς θέας, καὶ τοῦ τελεῖν αὐτὰ τὸν προσταχθέντα αὐτοῖς δρόμον, δοξάζουσιν αὐτὸν τὸν ποιήσαντα τὰ αὐτά Οπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Όμως τὸ εἰρη μένον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς ἔστι συνιδεῖν, ὅτι τὴν ἐν τῷ πάθει αὐτοῦ γενομένην αἴνεσιν ὑπὸ τῶν φωστήρων καὶ τοῦ φωτὸς ἐδήλωσεν ἡμῖν· ἡνίκα γὰρ ὑπῆρχε πεπηγὼς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, σκοτισθέντα ἀπέδειξαν ἐκεῖνον τὸν τὴν ὑπόστασιν τοῦ εἶναι αὐτὰ φῶς δημιουργήσαντα. 7. Σαφῶς καὶ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν ήνεσαν αὐτὸν, κλίναντες μὲν ἑαυτοὺς τῇ αὐτοῦ δυνάμει ἐν τῇ πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίᾳ, ἀνεῳγότες δὲ πάλιν αὐτῷ, ὅταν ἀφ' ἡμῶν ἀνήει, ὅθεν κατελθὼν ἀχώριστος ἔμεινεν. Ομως δὲ καὶ ἄλλην σοι παραγάγω θεωρίαν περὶ τού του, ἀγαπητέ· Αἰνεῖτε γὰρ αὐτὸν, οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν· τουτέστιν, οἱ ἀπόστολοι οἱ ὑψηλότεροι πάντων τῶν ἁγίων, αἰνέσατε αὐτὸν διὰ τοῦ κηρύγματος ὑμῶν. Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, Ειρή καμεν δὲ πολλάκις, αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. 'Αγ γαίου δὲ ἑρμηνεύεται μνησκομένου Κυρίου, καὶ πά λιν, ἑορτάζοντος, Ο Θεὸς αὐτῶν, καὶ ἐν τοῖς ὑψίστοις πα σαι, ὅμως καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἀπαύστως ἀν υμνοῦσιν, καθὼς προγέγραπται. Ποιήσαντα αὐτὰ, ὥς που περὶ τῶν ἀνθρώπων εἴρηται, ὅπως ἴδωσιν, καὶ δοξάσουσιν, ἔστιν ὑμῖν ἰδεῖν, ὅτι, ἀπέδειξεν ἐκεῖνον, τοῦ εἶναι σαφῶς δημιουργήσαντα. Διήνεσαν αὐτόν, εἰς. Ομως καὶ ἄλλην σου παράγω θεωρίαν περὶ τούτου, ὦ ἀγαπητέ. εἰε.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
- EXEGETICA.
Alleluia. Aggei et Zacharia. PSAL. CXLVIII. Η Αλληλούϊα. Ἀγγαίου καὶ Ζαχαρίου. ΨΑΛ. ΡΜΕ.
1. Laudate Dominum de cgelis:
2. Laudate eum in excelsis.
3. Laudate eum, omnes angeli ejus.
4. Laudate eum, omnes virtutes ejus.
5. Laudate eum, sol et luna:
6. Laudate eum, omnes steHæ et lumen.
7. Laudate eum, coli colorum,
1. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν·
2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς ὑψίστοις.
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ.
4. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ·
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν, ἥλιος καὶ σελήνη
6. Αἰνεῖτε αὐτὸν, πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς.
7. Αἰνεῖτε αὐτὸν, οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν,
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· 'Αλληλούϊα, Αγγαίου καὶ Ζαχαρίου· εἴρηκα δὲ πολλάκις, ὅτι τὸ
ἀλληλούϊα ἑρμηνεύεται αἰνεῖτε τὸν Θεόν· 'Αγγαίου δὲ ἑρμηνεύεται ἑορτάζοντος· Ζαχαρίου δὲ ἑρμηνεύεται
μνησκομένη [μνημονευομένου] Κυρίου, καὶ πάλιν νίκη τοῦ λέοντος. Οὐκοῦν αἶνος Θεῷ τῶν ἑορταζόντων
τὴν μνήμην καὶ τὴν νίκην τοῦ λεοντος, τουτέστι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴν παρουσίαν καὶ τὸ πάθος.
Titulus præpositus continet: Alleluia, Aggæi et Zachariæ: sæpius autem dixi quod alleluia interpretatur, laudate Deum: Aggæi autem interpretatur, festum agentis: Zachariæ autem interpretatur, qui memor est Domini atque etiam victoria leonis. Laus igitur Deo eorum qui festum agunt, recolentes memoriam et victoriam leonis, hoc est, adventum et passionem Domini nostri Jesu Christi.
1-4. Cum enim natus est Deus in terra propter
nostram salutem, clamaverunt de culis, et ex excelsis omnes cœlestes exercitus: Gloria in altissimis Deo, et in terra pax, in hominibus beneplacitum 48; similiter etiam quotidie laudant eum: quod
autem dicit hunc Propheta manifeste e Scriptura
demonstratum est. Nimirum hic nobis indicavit
glorificationem factam in ejus adventu a cœlesti
exercitu, quemadmodum scriptum est.
5, 6. Sensus quidem proprius manifestus est, quod
scilicet ex aspectu, et ex eo quod præstitutum sibi
cursum conficiant, gloriam præbent factori suo:
Ut videant opera vestra bona, et glorificent Patrem
vestrum, qui in cœlis est 18*. Verumtamen, quod
mystice significatur in versibus, de quibus agitur,
certe ex titulo seu inscriptione intelligere licet:
videlicet laudem, quam in passione sua ei præbuerunt luminaria et lux, indicavit nobis: cum enim
confixus est in cruce, tenebris suffusa demonstrarunt, illum esse, qui ea creando effecerat, ut lux
essent.
7. Manifeste etiam coeli cœlorum laudaverunt
eum, inclinantes quidem se ipsi ejus virtuti in ejus
ad nos adventu, et rursus se ipsi aperientes, cum
a nobis reversus est, unde descendens inseparabilis
manserat. Verumtamen aliam quoque mysticam explicationem de hoc versu adducam tibi, charissime.
Nan: Laudate eum, cœli calorum: hoc est, apostoli omnibus sanctis sublimiores, laudate eum prædicatione vestra.
18 Luc. 11, 14.
15 Matth. v,
1-4. Ηνίκα γὰρ ἐτέχθη ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὴν ἡμε
τέραν σωτηρίαν ὁ Θεὸς ἀνεβόησαν ἐκ τῶν οὐρα
νῶν καὶ ἐκ τῶν ὑψίστων πᾶσαι αἱ οὐράνιαι στρατιαί
Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν
ἀνθρώποις εὐδοκία· ὁμοίως καὶ καθ᾿ ἑκάστην άνω
υμνοῦσιν αὐτόν. Ο δὲ λέγει νῦν ὁ προφήτης, σαφῶς
ἀπὸ τῆς Γραφῆς ἀποδέδεικται· ὅτι τὴν γενομένην
ὑπὸ τῆς οὐρανίου στρατιᾶς δοξολογίαν ἐπὶ τῆς παρουσίας αὐτοῦ ἐδήλωσεν ἡμῖν ἐνταῦθα, καθώς νέο
γραπται.
5, 6. Τὸ μὲν εἰδικὸν δῆλόν ἐστιν, ὅτι διὰ τῆς θέας,
καὶ τοῦ τελεῖν αὐτὰ τὸν προσταχθέντα αὐτοῖς δρόμον,
δοξάζουσιν αὐτὸν τὸν ποιήσαντα τὰ αὐτά Οπως
ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα, καὶ δοξάσωσι τὸν
Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Όμως τὸ εἰρη
μένον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ἀπὸ τῆς ἐπιγραφῆς
ἔστι συνιδεῖν, ὅτι τὴν ἐν τῷ πάθει αὐτοῦ γενομένην
αἴνεσιν ὑπὸ τῶν φωστήρων καὶ τοῦ φωτὸς ἐδήλωσεν
ἡμῖν· ἡνίκα γὰρ ὑπῆρχε πεπηγὼς ἐπὶ τοῦ σταυροῦ,
σκοτισθέντα ἀπέδειξαν ἐκεῖνον τὸν τὴν ὑπόστασιν
τοῦ εἶναι αὐτὰ φῶς δημιουργήσαντα.
7. Σαφῶς καὶ οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν ήνεσαν
αὐτὸν, κλίναντες μὲν ἑαυτοὺς τῇ αὐτοῦ δυνάμει ἐν τῇ
πρὸς ἡμᾶς ἐπιδημίᾳ, ἀνεῳγότες δὲ πάλιν αὐτῷ, ὅταν
ἀφ' ἡμῶν ἀνήει, ὅθεν κατελθὼν ἀχώριστος ἔμεινεν.
Ομως δὲ καὶ ἄλλην σοι παραγάγω θεωρίαν περὶ τούτου, ἀγαπητέ· Αἰνεῖτε γὰρ αὐτὸν, οἱ οὐρανοὶ τῶν
οὐρανῶν· τουτέστιν, οἱ ἀπόστολοι οἱ ὑψηλότεροι
πάντων τῶν ἁγίων, αἰνέσατε αὐτὸν διὰ τοῦ κηρύγμα
τος ὑμῶν.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει, etc. Ειρή
καμεν δὲ πολλάκις, etc., αἰνεῖτε τὸν ὄντα Θεόν. 'Αγ
γαίου δὲ ἑρμηνεύεται μνησκομένου Κυρίου, καὶ πά
λιν, etc., sed nel. alt. lect., ἑορτάζοντος, etc.
Ο Θεὸς αὐτῶν, etc., καὶ ἐν τοῖς ὑψίστοις πα
σαι, etc., ὅμως καὶ καθ᾿ ἑκάστην ἀπαύστως ἀνυμνοῦσιν, etc., καθὼς προγέγραπται.
Ποιήσαντα αὐτὰ, ὥς που περὶ τῶν ἀνθρώπων
εἴρηται, ὅπως ἴδωσιν, etc., καὶ δοξάσουσιν, etc.h
ἔστιν ὑμῖν ἰδεῖν, ὅτι, etc.. ἀπέδειξεν ἐκεῖνον, etc.,
τοῦ εἶναι σαφῶς δημιουργήσαντα.
Διήνεσαν αὐτόν, εἰς. Ομως καὶ ἄλλην σου
παράγω θεωρίαν περὶ τούτου, ὦ ἀγαπητέ. εἰε.
col. 1333–1334page 372 of 376
PG 27:13338. Καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν, 9. Αινεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου" 10. Οτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν 11. Αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν. 12. Έστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα, 13. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος 14. Πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται. 15. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς, 16. Δράκοντες καὶ πᾶσα: ἄβυσσοι. 8, 9. Τὸ μὲν ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν νε σεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ Νῶε, σαφῶς ἀποδεῖξαν τὴν δύναμιν τοῦ Δημιουργοῦ, ὅτι προστάγματι αὐτοῦ καὶ κατα βέβηκεν εἰς τὴν γῆν, ὅθεν ἀνήχθη ἐν τῇ κοσμοποιία, καὶ πάλιν ἀναβέβηκε μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ὅθεν κατελήλυθεν, τουτέστιν ἐκ τῶν οὐρανῶν· ὅμως τάχα νῦν εὑρήσεις τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν [δουλοῦν] τὸ τοῦ βαπτίσματος ὕδωρ, τὸ ὑπὲρ κεφαλῆς μὲν εὑρισκόμενον τῶν οὐρανῶν, ὡσανεὶ τῶν πεπι στευκότων, ἐκχεόμενοι δὲ πάλιν ἑαυτούς [ ἐκχεόμενον δὲ ὑπὲρ αὐτούς]· ὡς γὰρ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπερ άνω τῶν οὐρανῶν κατέκλυσε, καὶ ἀπώλεσε πάντας τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ· οὕτω τὸ καὶ τοῦ βαπτίσματος εὑρισκόμενον ὑπεράνω, λέγω δὲ ὑπὲρ κεφαλῆς τῶν πιστευσάντων, κατακλύζει καὶ ἀπόλλυσι τὰς ἐναντίας δυνάμεις· ὡς ἐν τῷ κατακλυσμῷ πεποίηκεν ἐπὶ τοὺς ἀνόμους τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν τὸ ὕδωρ. 10. Αὐτὸς γὰρ εἶπεν ἀναγεννηθῆναι αὐτοὺς δι' ὕδατος καὶ Πνεύματος. 11. Αὐτὸς γὰρ ἐνετείλατο τοῖς ἀποστόλοις αὐτοῦ λέ γων· Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βα πτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ οὕτως ἀνεκαινο ποιήθησαν ἐν τῷ βαπτίσματι. 12, 15. Δῆλα μέν εἰσι τὰ περὶ τῶν εἰδικῶν· ἡ δὲ προφητεία περὶ ὧν ἡμῖν ὁ λόγος ἐστὶν, δηλοῖ, ὅτι τοὺς ἐν τῷ βαπτίσματι ὁ Κύριος προσέταξε ζην ἀτελευτήτως, καθὼς ἐν Εὐαγγελίῳ εἴρηκεν· Πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται. 14. Τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ἀνταποδόσεως. 15. 16. Αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις αἱ ἕρπουσαι ἐπὶ τῆς γῆς συντριβεῖσαι ὑπ' αὐτοῦ, καὶ μὴ βουλόμεναι ὁμολογεῖν τῆς ἀϊδίου θεότητος αὐτοῦ αὐθεντίαν τε καὶ δύναμιν βοῶσαι· Εα, τί ἡμῖν καὶ σοὶ, Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἦλθες πρὸ καιροῦ ἀπολέσαιἡμᾶς; καὶ ὅπως κριτὴν τοῦ μέλλοντος καὶ μὴ βου λόμεναι ὁμολογεῖν αὐτὸν, καθὰ προείπαμεν. (α) Εκχεόμενον δὲ πάλιν ἐπ' αὐτούς, ὡς τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω, οὕτως καὶ τὸ τοῦ βαπτίσματος, λέγω δή, ὡς ἐν τῷ κατακλυσμῷ πεποίηκεν,
8. Καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν,
9. Αινεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου"
10. Οτι αὐτὸς εἶπε, καὶ ἐγενήθησαν·
11. Αὐτὸς ἐνετείλατο, καὶ ἐκτίσθησαν.
12. Έστησεν αὐτὰ εἰς τὸν αἰῶνα,
13. Καὶ εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος·
14. Πρόσταγμα ἔθετο, καὶ οὐ παρελεύσεται.
15. Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς,
16. Δράκοντες καὶ πᾶσα: ἄβυσσοι.
PSAL. CALVIII.
8. El aqua quæ super coelos,
9. Laudent nomen Domini:
10. Quia ipse dixit, et facta sunt:
41. Ipse mandavit, et creata sunt.
12. Statuit ea in æternum,
13. Et in sæculum sæculi:
14. Præceptum posuit, et non præteribit.
15. Laudate Dominum de terra,
16. Dracones et omnes abyssi.
8, 9. Aqua quidem, quæ super coelos est laudavit
eum sub Noe, manifeste ostendens virtutem Creatoris, quoniam præcepto ejus et descendit in terram, unde assumpta fuerat in mundi creatione; et
rursus ascendit post diluvium, unde veneral, hoc
este coelis; tamen forte nunc invenies aquam quæ
supra coelos est, esse [significare] aquam baptismi,
quæ supra caput quidem invenitur cœlorum, hoc
est credentium, effusa vero super ipsos. Nam sicut
aqua, quæ super colos est, submersit, et perdidit
omnes Dei inimicos; ita aqua baptismi inventa super, inquam, caput credentium, submergit et perdit
contrarias potestates, quemadmodum in diluvio ſecit adversus iniquos aqua, quæ super coelos est.
8, 9. Τὸ μὲν ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν νεσεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ Νῶε, σαφῶς ἀποδεῖξαν τὴν δύναμιν
τοῦ Δημιουργοῦ, ὅτι προστάγματι αὐτοῦ καὶ καταβέβηκεν εἰς τὴν γῆν, ὅθεν ἀνήχθη ἐν τῇ κοσμοποιία,
καὶ πάλιν ἀναβέβηκε μετὰ τὸν κατακλυσμόν, ὅθεν
κατελήλυθεν, τουτέστιν ἐκ τῶν οὐρανῶν· ὅμως τάχα
νῦν εὑρήσεις τὸ ὕδωρ τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν
[δουλοῦν] τὸ τοῦ βαπτίσματος ὕδωρ, τὸ ὑπὲρ κεφαλῆς
μὲν εὑρισκόμενον τῶν οὐρανῶν, ὡσανεὶ τῶν πεπι
στευκότων, ἐκχεόμενοι δὲ πάλιν ἑαυτούς [ ἐκχεόμενον δὲ ὑπὲρ αὐτούς]· ὡς γὰρ τὸ ὕδωρ τὸ ὑπερ
άνω τῶν οὐρανῶν κατέκλυσε, καὶ ἀπώλεσε πάντας
τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ· οὕτω τὸ καὶ τοῦ βαπτίσμα
τος εὑρισκόμενον ὑπεράνω, λέγω δὲ ὑπὲρ κεφαλῆς
τῶν πιστευσάντων, κατακλύζει καὶ ἀπόλλυσι τὰς ἐναντίας δυνάμεις· ὡς ἐν τῷ κατακλυσμῷ πεποίηκεν
ἐπὶ τοὺς ἀνόμους τὸ ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν τὸ ὕδωρ.
10. Αὐτὸς γὰρ εἶπεν ἀναγεννηθῆναι αὐτοὺς δι' G
ὕδατος καὶ Πνεύματος.
11. Αὐτὸς γὰρ ἐνετείλατο τοῖς ἀποστόλοις αὐτοῦ λέγων· Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βα
πτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς, καὶ τοῦ
Υἱοῦ, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, καὶ οὕτως ἀνεκαινο
ποιήθησαν ἐν τῷ βαπτίσματι.
12, 15. Δῆλα μέν εἰσι τὰ περὶ τῶν εἰδικῶν· ἡ δὲ
προφητεία περὶ ὧν ἡμῖν ὁ λόγος ἐστὶν, δηλοῖ, ὅτι
τοὺς ἐν τῷ βαπτίσματι ὁ Κύριος προσέταξε ζην
ἀτελευτήτως, καθὼς ἐν Εὐαγγελίῳ εἴρηκεν· Πιστεύων
εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται.
14. Τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας ἀνταποδόσεως.
15. 16. Αἱ τοῦ ἐχθροῦ δυνάμεις αἱ ἕρπουσαι ἐπὶ
τῆς γῆς συντριβεῖσαι ὑπ' αὐτοῦ, καὶ μὴ βουλόμεναι
ὁμολογεῖν τῆς ἀϊδίου θεότητος αὐτοῦ αὐθεντίαν τε
καὶ δύναμιν βοῶσαι· Εα, τί ἡμῖν καὶ σοὶ, Ἰησοῦ
Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἦλθες πρὸ καιροῦ ἀπολέσαι
ἡμᾶς; καὶ ὅπως κριτὴν τοῦ μέλλοντος καὶ μὴ βουλόμεναι ὁμολογεῖν αὐτὸν, καθὰ προείπαμεν.
10. (α) Ipse enim dixit eos regenerandos esse
per aquam et Spiritum.
11. Ipse enim præcipit apostolis suis dicens:
Euntes docete omnes gentes, baptizantes eos in nomine Patris, et Filii, et Spiritus sancti ', et ita
renovati sunt in baptismo.
12, 13. Manifesta quidem sunt, quæ ad sensum
proprium spectant; prophetia autem earum rerum,.
de quibus nobis sermo est, significat, quod renatos.
in baptismo, Dominus constituit, ut vivant in æternum, quemadmodum iu Evangelio dixit: Qui credit in me, etiamsi mortuus fuerit, vivet 1**,
14. Diem justæ retributionis.
15, 16. Potestates inimici repentes super terram.
contritæ ab ipso, et nolentes confiteri æternæ di⚫
vinitatis ejus auctoritatem et virtutem clamantes:
Sine, quid nobis et tibi, Jesu Christe Fili Dei, venisti ante tempus perdere nos 17? et tanquam judicem futuri nolentes etiam confiteri ipsum, ut prædiximus.
16 Matth. XXVIII', 19. 16* Joan. x1, 25. 17 Marc. 1, 23; Luc. iv, 35.
Addenda el corrigenda ex cod. Vatic.
Εκχεόμενον δὲ πάλιν ἐπ' αὐτούς, ὡς τὸ ὕδωρ
τὸ ὑπεράνω, etc., οὕτως καὶ τὸ τοῦ βαπτίσματος,
etc., λέγω δή, etc., ὡς ἐν τῷ κατακλυσμῷ πεποίηκεν, etc.
(a) Comment. a vers. 10, usque ad finem desideratur una cum versiculis Psalmi, qui alternatim cum
interpretatione, quæ interlinearis est, seu singulis psalmorum versiculis interposita, scripti sunt. Integra
enim pagina deest in codice. Sequens autem pagina incipit ab his verbis commentarii, seu interpretationis
versiculi quinti psalmi sequentis cxlix.
col. 1335–1336page 373 of 376
PG 27:133517. Πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα κατ αιγίδος, 18. Τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ, 19. Τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, 20. Ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι, 21. Τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, 22. Ερπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά, 23. Βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοί, 21. Αρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς, 25. Νεανίσκοι καὶ παρθένοι, 26. Πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων, 27. Αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου 28. Ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ μόνου. 17, 18. Δηλονότι τῷ πυρὶ εοίκασιν οἱ ἅγιοι ἀπό στολοι, τὰς ἐναντίας δυνάμεις καταφλέγοντες· ἐπειδὴ καὶ ἐκ τοῦ πυρὸς ταῦτα πάντα καταναλίσκοντος ἑτά χθησαν, καὶ ἐνεπληρώθησαν, τουτέστι Πνεύματος ἁγίου. Ομοίως καὶ χάλαζα τυγχάνουσιν οἱ αὐτο ἀπόστολος· ἐμπίπτοντες γὰρ εἰς τοὺς ὄφεας καὶ σκορ πίους, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, κατεπάτουν αὐτοὺς, καὶ τὴν αὐτῶν δύναμιν· χιὼν δὲ πάλιν ὑπάρχουσι διὰ τὸ καθαρὸν αὐτῶν τῆς καρδίας, καὶ κρύσταλλος εἰσι διὰ τὸ τηλαυγὲς αὐτῶν, καὶ ἰσχυρὸν τῆς πίστεως· οὐκοῦν πῦρ. χάλαζα, χιών, κρύσταλλος ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα οἱ ἀπόστολοι, καθὼς ἀποδέδεικται. Πνεῦμα δὲ καταιγίδος εὑρήσεις ἐκεῖνο τὸ ὑπακοῦσαν αὐτῷ ἐν τῷ κλύδωνι τῆς θαλάσ της, ὅτε ἔλεγον οἱ ἀπόστολοι· Τίς ἐστιν οὗτος, ότι καὶ ἄνεμοι, καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ; περὶ οὗ καὶ ὁ προφήτης ἔλεγεν ἐν βίβλῳ Ψαλμῶν Καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὔραν, καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς. Οἱ ἀπόστολοι οὖν ὁμοῦ, καὶ ὁ ἄνεμος ἦν ἐπαναυτὸν [ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ] τότε οἱ μὲν ἀπόστολοι ἑωρακότες τὸ θαῦμα, ὁ δὲ ἄνεμος καταπτήξας τῷ λόγῳ τοῦ προστάγματος· διὰ γὰρ τοῦτο ἐπάγει περὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τοῦ Πνεύματος τῆς καταιγίδος· Τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ. 19, 20. Οἱ ὑψηλοὶ ταῖς ἐντολαῖς, καὶ ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ, ει ποιοῦντες καρπὸν δικαιοσύνης, καὶ ἄση που διαμένοντες. 21. Ἐν ταῖς ἐρήμοις διαιτώμενοι, καὶ πραεῖς τῇ καρδίᾳ. 22. Τὰ σώματα καὶ αἱ ψυχαί των ἁγίων. 23. Οἱ ἐπίσκοποι, καὶ πάντες λαοὶ οἱ πιστεύοντες. 24. Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ τῷ κόσμῳ ἀποταξάμενοι. 25. Οἱ ἀνθιστάμενοι τῷ πονηρῷ, καὶ ἁγνὴν ἔχοντες τὴν καρδίαν. 26. Οι προηλπικότες ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ τῇ γνώσει τελείως φερόμενοι, καὶ οἱ ἀνθοῦντες περὶ τὴν πίστιν. 27. Ομοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι, καὶ μια καρδία ἀνυμνήσουσι τὸ ὄνομα Κυρίου πάντες. 23. "Οτι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀπεδείχθη κυριεῦον πάν των.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
17. Ignis grando, nis, crystallum, spiritus procellæ,
18. Quæ faciunt verbum ejus,
19. Montes et omnes colles,
20. Ligna fructifera et omnes cedri,
21. Bestia et universa pecora,
22. Serpentes et volucres pennatæ,
23. Reges terræ et omnes populi,
24. Principes et omnes judices terrae,
25. Juvenes et virgines,
26. Senes cum junioribus,
27. Laudent nomen Domini:
28. Quia exaltatum est nomen ejus solius.
EXEGÈTICA.
17. Πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα κατ
αιγίδος,
18. Τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ,
19. Τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί,
20. Ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι,
21. Τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη,
22. Ερπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά,
23. Βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ πάντες λαοί,
21. Αρχοντες καὶ πάντες κριταὶ γῆς,
25. Νεανίσκοι καὶ παρθένοι,
26. Πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων,
27. Αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα Κυρίου·
28. Ὅτι ὑψώθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ μόνου.
17, 18. Nimirum igni assimilati sunt sancti
apostoli comburentes contrarias potestates, quoniam ex igne, qui hæc omnia consumit, constituti
sunt, et impleti sunt, hoc est Spiritu sancto. Similiter perinde ac grando sunt iidem apostoli, cadentes enim super serpentes et scorpiones, et omnem
inimici potestatem, conculcaverunt eos eorumque
potentiam: nix autem etiam sunt propter cordis
munditiem; et crystallum quoque sunt propter eorum claritudinem et fidei firmitatem: itaque ignis,
grando, nis, crystallum significant hoc loco apostolos, quemadmodum demonstratum est. Spiritum
autem procellæ invenies illum obtemperantem ei
in fluctu maris, quando dicebant apostoli Quis
est hic, quia et venti et mare obediunt ei ¹? de quo
etiam Propheta dixit in libro Psalmorum **: Et
imperavit procellæ, et stetit in aere, et siluerunt fluclus ejus. Apostoli igitur simul et ventus erant
tunc in idipsum; apostoli quidem spectantes miraculum, ventus autem cedens verbo imperii: ideo
subjicit de apostolis et spiritu tempestatis: Qua
faciunt verbum ejus.
19, 20. Sublimes præceptis, et huniles corde
facientes fructum justitiæ, et incorrupti permapentes.
21. In eremis viventes, et mansueti corde.
22. Corpora et anima sanctorum.
23. Episcopi, et omnes populi credentes.
24. Presbyteri, et qui mundo renuntiarunt.
25. Qui malo resistunt, et mundi sunt corde.
26. Qui ante speraverunt in Christo, et cognitione perfecta aguntur, et florent in ſide.
27. Unanimiter omnes uno ore et uno ccrde
laudabunt nomen Domini.
28. Quoniam nomen ejus demonstratum est
omnium dominans.
17, 18. Δηλονότι τῷ πυρὶ εοίκασιν οἱ ἅγιοι ἀπό
στολοι, τὰς ἐναντίας δυνάμεις καταφλέγοντες· ἐπειδὴ
καὶ ἐκ τοῦ πυρὸς ταῦτα πάντα καταναλίσκοντος ἑτάχθησαν, καὶ ἐνεπληρώθησαν, τουτέστι Πνεύματος
ἁγίου. Ομοίως καὶ χάλαζα τυγχάνουσιν οἱ αὐτο
ἀπόστολος· ἐμπίπτοντες γὰρ εἰς τοὺς ὄφεας καὶ σκορ
πίους, καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, κατεπάτουν αὐτοὺς, καὶ τὴν αὐτῶν δύναμιν· χιὼν δὲ πάλιν
ὑπάρχουσι διὰ τὸ καθαρὸν αὐτῶν τῆς καρδίας,
καὶ κρύσταλλος εἰσι διὰ τὸ τηλαυγὲς αὐτῶν, καὶ
ἰσχυρὸν τῆς πίστεως· οὐκοῦν πῦρ. χάλαζα, χιών,
κρύσταλλος ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα οἱ ἀπόστολοι,
καθὼς ἀποδέδεικται. Πνεῦμα δὲ καταιγίδος εὑρήσεις
ἐκεῖνο τὸ ὑπακοῦσαν αὐτῷ ἐν τῷ κλύδωνι τῆς θαλάσ
της, ὅτε ἔλεγον οἱ ἀπόστολοι· Τίς ἐστιν οὗτος, ότι
καὶ ἄνεμοι, καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;
περὶ οὗ καὶ ὁ προφήτης ἔλεγεν ἐν βίβλῳ Ψαλμῶν·
Καὶ ἐπέταξε τῇ καταιγίδι, καὶ ἔστη εἰς αὔραν,
καὶ ἐσίγησαν τὰ κύματα αὐτῆς. Οἱ ἀπόστολοι οὖν
ὁμοῦ, καὶ ὁ ἄνεμος ἦν ἐπαναυτὸν [ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ] τότε·
οἱ μὲν ἀπόστολοι ἑωρακότες τὸ θαῦμα, ὁ δὲ ἄνεμος
καταπτήξας τῷ λόγῳ τοῦ προστάγματος· διὰ γὰρ
τοῦτο ἐπάγει περὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τοῦ πνεύμα
τος τῆς καταιγίδος· Τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ.
19, 20. Οἱ ὑψηλοὶ ταῖς ἐντολαῖς, καὶ ταπεινοὶ τῇ
καρδίᾳ, ει ποιοῦντες καρπὸν δικαιοσύνης, καὶ ἄση που
διαμένοντες.
21. Ἐν ταῖς ἐρήμοις διαιτώμενοι, καὶ πραεῖς τῇ
καρδίᾳ.
22. Τὰ σώματα καὶ αἱ ψυχαί των ἁγίων.
23. Οἱ ἐπίσκοποι, καὶ πάντες λαοὶ οἱ πιστεύοντες.
24. Οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ τῷ κόσμῳ ἀποταξάμενοι.
25. Οἱ ἀνθιστάμενοι τῷ πονηρῷ, καὶ ἁγνὴν ἔχοντες
τὴν καρδίαν.
26. Οι προηλπικότες ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ τῇ γνώσει
τελείως φερόμενοι, καὶ οἱ ἀνθοῦντες περὶ τὴν πίστιν.
27. Ομοθυμαδὸν ἐν ἑνὶ στόματι, καὶ μια καρδία
ἀνυμνήσουσι τὸ ὄνομα Κυρίου πάντες.
23. "Οτι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἀπεδείχθη κυριεῦον πάν
των.
18 Luc. x, 19. 19 Matth. vi1, 27.
so Psal. cxi,
col. 1337–1338page 374 of 376
PG 27:133729. Ἡ ἐξομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ, 30. Καὶ ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ. 31. Ὕμνος πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, 32. Τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, λαῷ ἐγγίζοντι αὐτῷ. Αλληλούια ΨΑΛ. ΡΜΘ. 1. Ασατε τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν 2. Η αίνεσις αὐτοῦ ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων. 5. Εὐφρανθήτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τῷ ποιήσαντι αὐτὸν, 4. Καὶ υἱοὶ Σιὼν ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ βασιλεῖ αὐτῶν. 5. Αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν χορῷ, 29. Καὶ ἐπὶ γῆς γὰρ ὄντες αὐτῷ ἐξομολογούμεθα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ πάλιν ἐν οὐρανῷ πάντας ἡμᾶς δεῖ παραστῆναι τῷ βήματι αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος. 30. Καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ λαοῦ ἀτελεύτητον ποιή σει. 31. Ἔπαινος πᾶσι τοῖς ὁσίοις. 32. Τοῖς υἱοῖς τῶν ἁγίων ἀποστόλων, τῶν ὁρώντων αὐτὸν τῇ διανοίᾳ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Ισραήλ, ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. 1. Ὕμνον ἀναπέμψατε τῷ Κυρίῳ καθαρόν· ὅμως καὶ ἄλλως νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος, ὅτι ὕμνον δόξης εἴπατε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τοῦ πάθους αὐτοῦ, ὃν οὐδεὶς εἴρηκε τῶν ἔμπροσθεν γενεῶν, εἰ μὴ μόνον ἡμεῖς, οἱ θεασάμενοι καὶ ἀκούσαντες τὸν Θεόν. 2. Η γὰρ αίνεσις αὐτοῦ λέγεται ἐν ἐκκλησία ὁσίων, τουτέστιν ἐν συστροφῇ τῶν ἁγίων. Ὅμως καὶ ἄλλως νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος· Ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις καὶ ἐν τοῖς μέλεσι τῶν ἁγίων· Ὑμεῖς γὰρ, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, ναὸς Θεοῦ ἐστε· καὶ πά λιν· Οὐκ οἴδατε, ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναός ἐστι τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματος, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ. Εὐφρανθήτω ὁ λαός ο πεφωτισμένος τὴν διά νοιαν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι αὐτὸν, καὶ ἐν ἀρχῇ η καὶ ἐν τῷ βαπτίσματι· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται, ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, νοῦς ὁρῶν Θεόν. 4. Καὶ οἱ υἱοὶ τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ πόλεως ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ τῷ βασιλεῖ αὐτ τῶν· Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή. 5. Αἰνεσάτωσαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ, καὶ ἐν ὅλοις τοῖς μέλεσιν αὐτῶν· ὡς γὰρ ὁ χορὸς ὑπόκειται ὑπὸ διαφόρων άνθρώπων, οὕτω καὶ τὰ μέλη σύγκεινται ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· ἐν ὅλοις οὖν τοῖς σώμασι καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ αἰνέσατε αὐτὸν δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν. Ὑπὸ διαφόρων ἰδίων κύκλῳ, οὕτω τοῖς σώμασι, καθὰ προείπαμεν, καὶ ἐν τῇ, εἰ.
de titulis PSALMORUM.
29. Ἡ ἐξομολόγησις αὐτοῦ ἐπὶ γῆς καὶ οὐρανοῦ,
30. Καὶ ὑψώσει κέρας λαοῦ αὐτοῦ.
31. Ὕμνος πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ,
32. Τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ, λαῷ ἐγγίζοντι αὐτῷ.
Αλληλούια ΨΑΛ. ΡΜΘ.
1. Ασατε τῷ Κυρίῳ ᾆσμα καινόν·
2. Η αίνεσις αὐτοῦ ἐν ἐκκλησίᾳ ὁσίων.
5. Εὐφρανθήτω Ἰσραὴλ ἐπὶ τῷ ποιήσαντι αὐτὸν,
4. Καὶ υἱοὶ Σιὼν ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ βασιλεῖ
αὐτῶν.
5. Αἰνεσάτωσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐν χορῷ,
PSAL. CXLIX.
29. Confessio ejus super terram et coelum,
30. Et exaltabit cornu populi sui.
31. Hymnus omnibus sanctis ejus,
32. Filiis Israel, populo appropinquanti sibi.
Alleluia. PSAL. CXLIX.
1. Cantate Domino canticum novum:
2. Laus ejus in ecclesia sanctorum.
3. Laetetur Israel in eo, qui fecit eum,
4. Et Gilii Sion exsultent in rege suo.
5. Laudent nomen ejus in choro,
29. Καὶ ἐπὶ γῆς γὰρ ὄντες αὐτῷ ἐξομολογούμεθα
τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, καὶ πάλιν ἐν οὐρανῷ πάντας
ἡμᾶς δεῖ παραστῆναι τῷ βήματι αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ,
καθὼς εἶπεν ὁ ᾿Απόστολος.
30. Καὶ τὴν βασιλείαν τοῦ λαοῦ ἀτελεύτητον ποιήσει.
31. Ἔπαινος πᾶσι τοῖς ὁσίοις.
32. Τοῖς υἱοῖς τῶν ἁγίων ἀποστόλων, τῶν ὁρώντων
αὐτὸν τῇ διανοίᾳ· τοῦτο γὰρ ἑρμηνεύεται Ισραήλ,
ἀνὴρ ὁρῶν Θεόν.
29. Nam et in terra exsistentes peccata nostra
ipsi confitemur, et rursus in cœlo omnes nos
oportet stare ante tribunal ipsius Christi, quemadmodum dixit Apostolus ".
30. Et regnum populi efficiet sempiternum.
31. Laus omnibus sanctis.
32. Filiis sanctorum apostolorum videntium
eum mente; ita enim interpretatur Israel, vir videns Deum.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ περιέχει· Ἀλληλούτα, ὅπερ ἑρμηνεύεται αινέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα
Θεόν.
Titulus præpositus continet: Alleluia, quod interpretatur laudate, hymnum dicite Deo vero.
1. Ὕμνον ἀναπέμψατε τῷ Κυρίῳ καθαρόν· ὅμως
καὶ ἄλλως νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος, ὅτι ὕμνον δόξης
εἴπατε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ τοῦ πάθους αὐτοῦ, ὃν οὐδεὶς
εἴρηκε τῶν ἔμπροσθεν γενεῶν, εἰ μὴ μόνον ἡμεῖς, οἱ
θεασάμενοι καὶ ἀκούσαντες τὸν Θεόν.
2. Η γὰρ αίνεσις αὐτοῦ λέγεται ἐν ἐκκλησία
ὁσίων, τουτέστιν ἐν συστροφῇ τῶν ἁγίων. Ὅμως καὶ
ἄλλως νοεῖται ὁ αὐτὸς στίχος· Ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν
ταῖς καρδίαις καὶ ἐν τοῖς μέλεσι τῶν ἁγίων· Ὑμεῖς
γὰρ, φησὶν ὁ ᾿Απόστολος, ναὸς Θεοῦ ἐστε· καὶ πάλιν· Οὐκ οἴδατε, ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναός ἐστι
τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματος, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ.
1. Hymnum mundum emittite Domino: aliter
etiam hic versiculus intelligi potest, scilicet, bymnum gloriæ dicite Domino de passione ejus, quera
nulla dixit præteritarum generationum nisi solum
nos, qui vidimus et audivimus Deum.
2. Laus enim ejus dicitur in ecclesia sanctorum,
hoc est in congregatione sanctorum. Verumtamen
aliter etiam interpretari potest idem versus: nempe,
laus ejus in cordibus et in membris sanctorum:
Vos enim, inquit Apostolus, templum Dei estis 38;
et rursus: An nescitis, quoniam corpora vestra
templum sunt Spiritus sancti, qui in vobis est, quem
habetis a Deo 23?
3. Εὐφρανθήτω ὁ λαός ο πεφωτισμένος τὴν διά 3. Lætetur populus mente illuminatus in Domino,
νοιαν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι αὐτὸν, καὶ ἐν ἀρχῇ η qui fecit eum, et ab initio, et in baptismo. Israel
καὶ ἐν τῷ βαπτίσματι· Ἰσραὴλ γὰρ ἑρμηνεύεται,
ὡς πολλάκις εἰρήκαμεν, νοῦς ὁρῶν Θεόν.
4. Καὶ οἱ υἱοὶ τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ πόλεως
ἀγαλλιάσθωσαν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ τῷ βασιλεῖ αὐτ
τῶν· Σιὼν γὰρ ἑρμηνεύεται τόπος ὅπου ἡ σκηνή.
5. Αἰνεσάτωσαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ καρδίᾳ, καὶ ἐν ὅλοις
τοῖς μέλεσιν αὐτῶν· ὡς γὰρ ὁ χορὸς ὑπόκειται ὑπὸ
διαφόρων άνθρώπων, οὕτω καὶ τὰ μέλη σύγκειν
ται ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· ἐν ὅλοις οὖν τοῖς σώμασι καὶ ἐν
τῇ καρδίᾳ αἰνέσατε αὐτὸν δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν.
» Hebr. S,
14. 33 1 Cor. 111, 16; Il Cor. vi, 16.
enim interpretatur, ut sæpius diximus, mens
videns Deum.
4. Et filii coelestis civitatis Hierusalem exsulent
in Domino Jesu ipsorum rege: Sion enim interpretatur locus ubi tabernaculum.
5. Laudent eum in toto corde, et in totis membris suis; quemadmodum enim chorus componitur
a diversis hominibus, ita etiam membra composita
sunt in homine: in toto igitur corpore et corde
laudate eum per bona opera.
38 1 Cor. vi, 19.
Addenda et corrigenda ex cod. Vatic.
Ὑπὸ διαφόρων ἰδίων κύκλῳ, οὕτω τοῖς σώμασι, καθὰ προείπαμεν, καὶ ἐν τῇ, εἰ.
col. 1339–1340page 375 of 376
PG 27:13396. Ἐν τυμπάνῳ καὶ ψαλτηρίῳ ψαλάτωσαν αὐτῷ. 7. "Οτι εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ, 8. Καὶ ὑψώσει πραεῖς ἐν σωτηρία. 9. Καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ 10. Καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν. 11. Αἱ ὑψώσεις [ἡ ὕψωσις] τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν, 12. Καὶ ῥομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν. 15. Τοῦ ποιῆσαι ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν, 14. Ἐλεγμοὺς ἐν τοῖς λαοῖς. 15. Τοῦ δῆσαι τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἐν πέδαις, 16. Καὶ τοὺς ἐνδόξους αὐτῶν ἐν χειροπέδαις σιδη ραῖς. 17. Τοῦ ποιῆσαι ἐν αὐτοῖς κρῖμα ἔγγραπτον 18. Δόξα αὕτη ἔσται πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ Ει 6. Καὶ νεκρώσαντες ἑαυτοὺς, καὶ πλησθέντες Πνεύ ματος ἁγίου ἀνυμνήσουσιν αὐτόν. 7. "Οτι θέλημα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς ἐστι. 8. Καὶ δοξάσει τοὺς ὑπακούοντας ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον. 9. Καυχήσονται οἱ ἀποστόλοι ἐν αὐτῷ τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐν τῷ σταυρῷ αὐτοῦ, καθώς φησιν ὁ ᾿Απόστολος Ὁ δὲ καυχώμενος ἐν τῷ Κυρίῳ καυχάσθω· καὶ, Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. 10. Καὶ ἀγαλλιάσονται εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις. 11. Τὸ κήρυγμα τῶν παθημάτων τοῦ Θεοῦ ἀνα βοῶς ν. 12. Τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης τὰ νοήματα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. Ὅμως δὲ ἄλλως νοεῖται [ὅτι] ὧν τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν. Ὅσοις γὰρ ἐπέθηκαν τὰς χεῖρας χρείαν ἔχουσιν, ἐδίδουν αὐτοῖς Πνεῦμα ἅγιον· καὶ ὅσοις αῤῥώστοις επετίθουν τὰς χεῖρας, ἰῶντο αὐτούς. Τὰ γὰρ πάθη, τουτέστι τὰς ἐναντίας δυνάμεις, ἐθανάτουν τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου Πνεύματος. 13. Τοῦ ἐλευθερῶσαι τὰ ἔθνη ἀπὸ τῶν ἐναντίων δυνάμεων τῶν τὸ πρότερον καταδυναστευόντων αὐτῶν. 14. Τοῦ ἐλέγξαι ἐν τοῖς λαοῖς τὴν τόλμαν αυτ τῶν, τὴν κατὰ τοῦ Θεοῦ γεγενημένην. 15. Τοῦ δῆσαι τοὺς δαίμονας τοὺς βασιλεύοντας αὐτῶν διὰ τῆς ἁμαρτίας. 16. Τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας τοῦ ἐχθροῦ δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφου παρέδωκαν τηρεῖσθαι εἰς ἡμέραν κρίσεως. 17, 18. Τοῦ ποιεῖν ἐν τοῖς λαοῖς καὶ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ἐκδίκησιν. Καὶ ἐμοὶ μὴ εἴη καυχάσθαι, εἰ μή, Όμως καὶ ἄλλως νοητέον τὰ χαρίσματα, Οσοις γὰρ ἐὰν ἐπέθηκαν, Τὰ γὰρ πάθη ἔκοπτον ἀπ' αὐτῶν, τὰς δὲ ποιούσας τὰ πάθη, τουτέστιν, ἐθανάτουν τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῇ δυνάμει. Λαοῖς τῶν Ἰουδαίων, Καὶ τάς, ὑπὸ ζόφον παρέδωκεν, Τοῦ ποιῆσσι, ἐκδίκησιν κατὰ τῶν ἐναν τίων δυνάμεων.
S. ATHANASII OPP. PARS III.
6. In tympano et psalterio psallant ei.
7. Quia beneplacitum est Domino in populo suo,
8. Et exaltabit mansuetos in salutem.
9. Exsultabunt sancti in gloria:
10. Et lætabuntur in cubilibus suis.
11. Exaltationes [exaltatio] Dei in gutture eorum,
12. Et gladii ancipites in manibus eorum.
13. Ad faciendam vindictam in nationibus,
14. Increpationes in populis.
15. Ad alligandos reges eorum in compedibus,
16. Et nobiles eorum in manicis ferreis.
17. Ut faciant in eis judicium conscriptum.
18. Gloria hæc est omnibus sanctis ejus,
EXEGETICA.
6. Ἐν τυμπάνῳ καὶ ψαλτηρίῳ ψαλάτωσαν αὐτῷ.
7. "Οτι εὐδοκεῖ Κύριος ἐν τῷ λαῷ αὐτοῦ,
8. Καὶ ὑψώσει πραεῖς ἐν σωτηρία.
9. Καυχήσονται ὅσιοι ἐν δόξῃ·
10. Καὶ ἀγαλλιάσονται ἐπὶ τῶν κοιτῶν αὐτῶν.
11. Αἱ ὑψώσεις [ἡ ὕψωσις] τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι
αὐτῶν,
12. Καὶ ῥομφαῖαι δίστομοι ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῶν.
15. Τοῦ ποιῆσαι ἐκδίκησιν ἐν τοῖς ἔθνεσιν,
14. Ἐλεγμοὺς ἐν τοῖς λαοῖς.
15. Τοῦ δῆσαι τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν ἐν πέδαις,
16. Καὶ τοὺς ἐνδόξους αὐτῶν ἐν χειροπέδαις σιδηραῖς.
17. Τοῦ ποιῆσαι ἐν αὐτοῖς κρῖμα ἔγγραπτον·
18. Δόξα αὕτη ἔσται πᾶσι τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ
6. Et mortificantes se ipsos, et repleti Spiritu
sancto glorificabunt eum.
7. Quia voluntas ejus in ipsis est.
8. Et glorificabit obedientes in præceptis suis in
vitam æternam.
9. Gloriabuntur apostoli in ipso Domino et in
cruce ipsius, quemadmodum dicit Apostolus: Qui
autem gloriatur in Domino glorietur "; et: Mihi
autem absit gloriari, nisi in cruce Domini nostri
Jesu Christi 25.
10. Ει exsultabunt in æteruis requietibus.
11. Prædicationem divinæ passionis inclamabunt.
12. Veteris et Novi Testamenti sensus in cordibus eorum. Attamen etiam aliter intelligitur:
scilicet, dona sancti Spiritus in manibus eorum;
quotquot enim opus habentibus imponebant manus,
dabant ipsis Spiritum sanctum, et quotquot infirmis
manus imponebant, sanabant eos. Egritudines
enim, hoc est contrarias potestates, mortificabant
virtute sancti Spiritus.
15. Ad liberandas gentes a contrariis potestatibus, quæ antea in ipsas dominabantur.
14. Ad redarguendam in populis audaciam, qua
contra Deum usi sunt.
15. Ad alligandos dæmones regnantes in illis per
peccatum,
16. Principatus et potestates inimici vinculis
aternis sub caliginem tradiderunt, ut custodirentur in diem judicii 6.
17, 18. Ut faciant vindictam in populis et gentibus,
34 I Cor. 1,
31. 18 Galat, vi, 14. ** Jud. ¸6.
6. Καὶ νεκρώσαντες ἑαυτοὺς, καὶ πλησθέντες Πνεύ
ματος ἁγίου ἀνυμνήσουσιν αὐτόν.
7. "Οτι θέλημα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς ἐστι.
8. Καὶ δοξάσει τοὺς ὑπακούοντας ἐν ταῖς ἐντολαῖς
αὐτοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον.
9. Καυχήσονται οἱ ἀποστόλοι ἐν αὐτῷ τῷ Κυρίῳ,
καὶ ἐν τῷ σταυρῷ αὐτοῦ, καθώς φησιν ὁ ᾿Απόστολος·
Ὁ δὲ καυχώμενος ἐν τῷ Κυρίῳ καυχάσθω· καὶ,
Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ
σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
10. Καὶ ἀγαλλιάσονται εἰς τὰς αἰωνίους ἀναπαύσεις.
11. Τὸ κήρυγμα τῶν παθημάτων τοῦ Θεοῦ ἀναβοῶς ν.
12. Τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης τὰ νοήματα
ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. Ὅμως δὲ ἄλλως νοεῖται·
[ὅτι] ὧν τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν ταῖς
χερσὶν αὐτῶν. Ὅσοις γὰρ ἐπέθηκαν τὰς χεῖρας χρείαν
ἔχουσιν, ἐδίδουν αὐτοῖς Πνεῦμα ἅγιον· καὶ ὅσοις
αῤῥώστοις επετίθουν τὰς χεῖρας, ἰῶντο αὐτούς. Τὰ
γὰρ πάθη, τουτέστι τὰς ἐναντίας δυνάμεις, ἐθανάτουν τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
13. Τοῦ ἐλευθερῶσαι τὰ ἔθνη ἀπὸ τῶν ἐναντίων
δυνάμεων τῶν τὸ πρότερον καταδυναστευόντων αὐτῶν.
14. Τοῦ ἐλέγξαι ἐν τοῖς λαοῖς τὴν τόλμαν αυτ
τῶν, τὴν κατὰ τοῦ Θεοῦ γεγενημένην.
15. Τοῦ δῆσαι τοὺς δαίμονας τοὺς βασιλεύοντας
αὐτῶν διὰ τῆς ἁμαρτίας.
16. Τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας τοῦ ἐχθροῦ
δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφου παρέδωκαν τηρεῖσθαι εἰς
ἡμέραν κρίσεως.
17, 18. Τοῦ ποιεῖν ἐν τοῖς λαοῖς καὶ ἐν τοῖς
ἔθνεσιν ἐκδίκησιν.
Addenda et Corrigenda ex cod. Vatic.
Καὶ ἐμοὶ μὴ εἴη καυχάσθαι, εἰ μή, etc.; mel.
sup.
Όμως καὶ ἄλλως νοητέον τὰ χαρίσματα, etc.
Οσοις γὰρ ἐὰν ἐπέθηκαν, etc. Τὰ γὰρ πάθη ἔκοπτον
ἀπ' αὐτῶν, τὰς δὲ ποιούσας τὰ πάθη, τουτέστιν, etc.,
ἐθανάτουν τοῦ ἁγίου Πνεύματος τῇ δυνάμει.
Λαοῖς τῶν Ἰουδαίων, etc.
Καὶ τάς, etc. ὑπὸ ζόφον παρέδωκεν, etc.
Τοῦ ποιῆσσι, etc. ἐκδίκησιν κατὰ τῶν ἐναν
τίων δυνάμεων.
col. 1341–1342page 376 of 376
PG 27:1341Αλληλούϊα. ΨΑΔ. ΡΝ. 1. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ 2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ 4. Αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλοσύνης αὐτοῦ. 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος 6. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ. 7. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ 8. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ. 9. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις 10. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ. ΨΑΛ. ΡΝ. Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὡς προείρηκα, καὶ πάλιν λέγω· Αινέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν. 1. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς ἁγίοις προστάγμασιν αὐτοῦ. 2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ἐν τῇ πίστει τῆς χάριτος αὐτοῦ. 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ Ἐν τοῖς παθήμασιν αὐτοῦ. 4. Αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ. Καθὼς ἀνίκητος ὑπάρχεις 5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος Ἐν τῷ κηρύγματι αὐτοῦ. 6. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρα. Ἐν τῇ χάριτι τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀνυμνοῦντες αὐτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ τῇ γλώσσῃ, καὶ τοῖς χείλεσιν ὑμῶν. 7. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χόρῳ Τῇ νεκρώσει παντὸς τοῦ σώματος ὑμῶν ἀνυμν σατε αὐτόν. 8. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ. Χορδαί, λογίζομαι, νεῦρά ἐστι, καθ᾿ ἑαυτὰ μὲν νεκρὰ ὄντα, καὶ ἀποδεδεμένα ἐν ξύλῳ τινί· κια νούμενα δὲ ὑπό τινος τῶν τεχνιτῶν, φωνὴν ἀποτελοῦσιν· ὄργανον δὲ αὐτοὶ συγκείμενοί εἰσι, καὶ ἀλλή λοις μεταδίδωσι τὸ μέλος ἐμπνεόμενα ὑπὸ τοῦ πνεύ ματος, ἡνίκα ἔχουσι τοὺς πρὸς τοῦτο αὐτοὺς κινοῦντας. Αἰνεῖτε οὖν αὐτὸν ἐν ταῖς ἐντολαῖς ταῖς λεπταῖς, καὶ ἰσχυραῖς, καὶ ταῖς ἀποδεδεμέναις τῇ νεκρώσει τοῦ σώματος, καὶ ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐνεργουμένῃ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, καὶ μεταδιδοῦσα ἀπὸ τούτου εἰς τοῦτο, καὶ πληροῦσα πάσας ὁμοῦ τὰς ἐντολὰς, καὶ πᾶσιν ἀκουομένη, εἰ διατυγχάνει, ὡσεὶ τοῦ ὀργά του φωνή. 9. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς χείλεσι τοῦ σώματος ὑμῶν. 10. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ. Καὶ ἐν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις τῆς διανοίας ὑμῶν. ὑπάρχει.
Αλληλούϊα. ΨΑΔ. ΡΝ.
PSAL. CL.
1. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ·
2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ·
4. Αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλοσύνης
αὐτοῦ.
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος
6. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρᾳ.
7. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ·
8. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.
9. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις·
10. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ.
Alleluia, PSAL, CL,
1. Laudate Dominum in sanctis ejus:
2. Laudate eum in firmamento virtutis ejus.
3. Laudate eum in virtutibus ejus:
4. Laudate eum secundum multitudinem magnitudinis ejus.
5. Laudate eum in sono tubæ:
6. Laudate eum in psalterio et cithara.
7. Laudate eum in tympano et choro:
8. Laudate eum in chordis et organo.
9. Laudate eum in cymbalis benesonantibus;
10. Laudate eum in cymbalis jubilationis.
Interpretatio, seu expositio ultimi psalmi deest in codice Barberino.
ΨΑΛ. ΡΝ.
Η προκειμένη ἐπιγραφὴ ἡ διὰ τῆς κινναβαρεως
περιέχει· Ἀλληλούϊα, ὡς προείρηκα, καὶ πάλιν
λέγω· Αινέσατε, ὑμνήσατε τὸν ὄντα Θεόν.
1. Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ.
Αἰνεῖτε τὸν Θεὸν ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, καὶ ἐν
τοῖς ἁγίοις προστάγμασιν αὐτοῦ.
2. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν στερεώματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.
Ἐν τῇ πίστει τῆς χάριτος αὐτοῦ.
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐπὶ ταῖς δυναστείαις αὐτοῦ·
Ἐν τοῖς παθήμασιν αὐτοῦ.
4. Αἰνεῖτε αὐτὸν κατὰ τὸ πλῆθος τῆς μεγαλωσύνης
αὐτοῦ.
Καθὼς ἀνίκητος ὑπάρχεις
5. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ἤχῳ σάλπιγγος -
Ἐν τῷ κηρύγματι αὐτοῦ.
6. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν ψαλτηρίῳ καὶ κιθάρα.
Ἐν τῇ χάριτι τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀνυμνοῦντες αὐτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ, καὶ τῇ γλώσσῃ, καὶ τοῖς
χείλεσιν ὑμῶν.
7. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χόρῳ
Τῇ νεκρώσει παντὸς τοῦ σώματος ὑμῶν ἀνυμν
σατε αὐτόν.
8. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ.
Χορδαί, λογίζομαι, νεῦρά ἐστι, καθ᾿ ἑαυτὰ μὲν
νεκρὰ ὄντα, καὶ ἀποδεδεμένα ἐν ξύλῳ τινί· κια
νούμενα δὲ ὑπό τινος τῶν τεχνιτῶν, φωνὴν ἀποτελοῦσιν· ὄργανον δὲ αὐτοὶ συγκείμενοί εἰσι, καὶ ἀλλή
λοις μεταδίδωσι τὸ μέλος ἐμπνεόμενα ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ἡνίκα ἔχουσι τοὺς πρὸς τοῦτο αὐτοὺς κινοῦν
τας. Αἰνεῖτε οὖν αὐτὸν ἐν ταῖς ἐντολαῖς ταῖς λεπταῖς,
καὶ ἰσχυραῖς, καὶ ταῖς ἀποδεδεμέναις τῇ νεκρώσει τοῦ
σώματος, καὶ ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐνεργουμένῃ ὑπὸ τοῦ
Πνεύματος τοῦ ἁγίου, καὶ μεταδιδοῦσα ἀπὸ τούτου
εἰς τοῦτο, καὶ πληροῦσα πάσας ὁμοῦ τὰς ἐντολὰς,
καὶ πᾶσιν ἀκουομένη, εἰ διατυγχάνει, ὡσεὶ τοῦ ὀργά
του φωνή.
9. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις εὐήχοις·
Ανυμνεῖτε αὐτὸν ἐν τοῖς χείλεσι τοῦ σώματος ὑμῶν.
10. Αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν κυμβάλοις ἀλαλαγμοῦ.
Καὶ ἐν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις τῆς διανοίας ὑμῶν.
Leg. ὑπάρχει.
PSAL. CL.
Titulus præpositus cinnabari scriptus continet:
Alleluia, ut antea dixi, et iterum dico: Laudate,
hymnis celebrate Deum, qui est.
1. Laudale Deum in sanctis ejus:
Laudate Deum in sanctis ejus, et in sanctis præceptis ejus.
2. Laudate eum in firmamento virtutis ejus.
In fide charitatis ejus.
3. Laudate eum in virtutibus ejus:
In passionibus ejus.
4. Laudate eum secundum multitudinem magni.
tudinis ejus.
Cum invincibilis sit.
5. Laudate eum in sono tubæ:
In prædicatione ejus.
6. Laudate eum in psalterio et cithara.
In gratia Spiritus sancti laudantes eum in corde,
et lingua, et labiis vestris.
7. Laudate eum in tympano et choro:
Mortificatione totius corporis vestri laudate eum.
8. Laudate eum in chordis et organo.
Chordæ, ut puto, nervi sunt in se ipsis quidem
mortui, et colligati in quodam ligno, moti autem
ab aliquo perito artifice vocem efficiunt. Organum
autem fistulæ compactæ sunt, et invicem harmoniam emittunt spiritu inflatæ, cum habent, qui cas
ad id moveant. Laudate igitur eum in præceptis
subtilibus, et validis, et illigatis mortificationi
corporis, et in charitate, quæ efficitur a Spiritu
sancto, et tradita ex hoc in illud, et implens omnia
simul præcepta, et ab omnibus audita, si adsit, velut organi vox.
9. Laudate eum in cymbalis bene sonantibus:
Laudate eum in labiis corporis vestri.
10. Laudate eum in cymbalis jubilationis.
Et in gemitibus inenarrabilibus mentis vestræ.
Continue reading PG 27: Fragmenta in Matthæum →≣ entire volume