Diplomatic text · vision-corrected transcription of the Migne scan (complete), over scholarios OCR (cleaned, language-split) — PG column chips mark the printed columns.
col. 865–866page 1 of 154
PG 84:865ἀβάπτιστον διασώσαντα τὸ σκάφος, ΙΙΙ, 1019. ἀβδη, ὁ ἐκραῖος λέγει, Ι, 4406, 29. ἀβέβηλον καὶ ἅγιον, τὸ τοῖς ἱερεῦσιν ἀφωρισμένον, Αβιμέλεχ Αχιμέλεχ, 1, 422. Αβρααμιαίος, 1, 1415; 16, 627. Αβρααμισίας (δίζης). 1, 1415. ἄβυσσος δικαιοσύνης, Ι, 49. ἀγαγεῖν τὸν ὄρθρον, ΙΙ, 1428, προαγαγεῖν. ἀγαθὸν Θεὸν εἰ δίκαιον, 19, 314, ἀγαθῶς δημιουργηθείς, ΙΙ, 938. ἀγαθῷ, δίκαιον. ἀγάλματα φιλοσοφίας ἐν ταῖς ψυχαῖς δημιουργοῦ ἄγαν, Ι, λίαν, μάλα, ἄγαν ἀγαπηθείσης, 1048 ἄγαν ἁγίου, ἄγαν ἀναγούς, ΙΙ, 200. ἄγαν ἁγίοις, 36 ἄγαν ἀδικωτάτων, Π, 39 ἄγαν αδυνά των, ΙΙΙ, 378. ἄγαν αἱρετικοῖς, 55; 1216. ἄγαν ἀναγκαίως, ΙΙΙ, 14. ἄγαν ἁρμοδίως, ΙΙΙ, 354, ἄγαν αὐτῷ τὸ κηρύττειν ἁρμόττει, ΙΙΙ, 416. ἄγαν ἀσελγεστάτοις, 997. ἄγαν δυνατόν, 185. άγαν δυσμενεστάτους, ΙΙΙ, 1073. ἄγαν δυσσεβεί, Ι, 251. ἄγαν ευκληρίας, 686, ἄγαν εὐσεβὴς, 1, 323, 501, άγαν θαυμάζειν, 1, 1022. ἄγαν θερμῶς, ΙΙΙ, 642; 467 ἄγαν λαγνιστάτων, 17, 885. ἄγαν λιθίνους, νωθέστατον, ΙΙΙ, 1153, ἄγαν περιφανῶν, ΙΙΙ, 1084. ἄγαν πίπτουσι. πίπτουσι. ἄγαν πράως, 1, 408 ἄγαν προμηθούμενοι, Ι, 1440. ἄγαν προσκυνητὸν, ΙΙΙ, 9. Αγαν σοφῶς, ΙΙΙ, 207, 371, 433, 896. ἄγαν τιμιωτάτων, 924. ἄγαν φθονε ἀγάπη ὑμῶν, ὑμετέρα, 798, 884, 1034. ἀγάπης ὑμετέρας γράμματα, ΙΙΙ, 884, ἀγαπήσαι μεταβολὴν, Π. 989. ἀγαπήσαντες πιστεύομεν, 1065, ἀγάπησις, 1, 1018. ἀγαπητικοῖς ῥήμασι, Π, 476. τὸς Υἱὸς, τουτέστι, γνήσιος, ΙΙΙ, 476. ἀγαπῶσι τούτων ζυγόν, 17, 900. ἀγγελικὸν βίον ασπασάμενοι, Ι, 1103, ἀγγέλοις τῆς ψυχῆς χρώμενος τοῖς προσώποις, ἀ. π. ζηλώσαντε;, ΙΙΙ, 985, ἀγένητον οἱ ἀγέννητον, 941. ἄγραφον. που ἀγέννητος αγένητον ἀγέν νητον, ίδιον εὐγενέστεροι, ἐπιεικέστεροι, ἀγέννητον εἰ ἀγένητον 941. ἀγέννητον αἰτίας δηλωτικόν, 985,
VEL
GLOSSARIUM THEODORETEUM
Revocatur Lector ad numeros crassiores textui insertos. Numeri Romani tomum, Arabici paginam designant.
Opera data est, ut glossarii justi partes impleret hic index, in quo verba et loquendi modi reperirentur,
ut ab auctore ipso essent posite; unde non omnia sub themate suo quæras: ut notarentur voces omnes,
e quarum usu dogmatum Theodoreti ratio patesceret; unde rerum Index huc plerumque ablegat; ut
lectiones confusæ inter se, corruptæ quoque, operarum nonnunquam lapsų, critice notarentur; propria
Theodoreto, vel cum aliis notabiliter communia, figuræ quoque orationis, signarentur: obscuriora denique, aut a vulgato usu aberrantia, breviter explicarentur: alia denique præstarentur, intelligentibus
facile deprehendenda, et commode adhibenda. Nec notiora subinde posita quisquam calumnietur; nam
et hæc male sæpe habent frustra quærentes.
• "A kotiv ¿ Xploròs, III, 752. Quæ omnia inveniuntur in Christo, ejusque naturam (divinam) constituunt.
ἀβάπτιστον διασώσαντα τὸ σκάφος, ΙΙΙ, 1019. Ita
quoque IV, 612.
'A66axovu, I, 1273. Alias 'Auбaxobu, 1379 init.
ἀβδη, ὁ ἐκραῖος λέγει, Ι, 4406, 29.
'A66to, I. 519, pro 'A66lou, ex Hebr.
ἀβέβηλον καὶ ἅγιον, τὸ τοῖς ἱερεῦσιν ἀφωρισμένον,
Αβιμέλεχ pro Αχιμέλεχ, 1, 422.
Αβρααμιαίος, 1, 1415; IV, 16, 627.
Αβρααμισίας (δίζης). 1, 1415.
àбpasa, IV, 293 (init.) Basilidis.
ἄβυσσος δικαιοσύνης, Ι, 49. Deus infinite justus.
ἀγαγεῖν τὸν ὄρθρον, ΙΙ, 1428, προαγαγεῖν.
ayabbs, I, 368, pulchritudinem corporis notat.
ἀγαθὸν Θεὸν εἰ δίκαιον, ut duos, 19, 314, distinxit Marcion.
ayagóns, Dei, Filji, angelorum, hominum, V, 932.
ἀγαθῶς δημιουργηθείς, ΙΙ, 938.
dyawatos, IV, 1080, cum benignum notat, sic
efferri potest.
ayabutepov, IV, 315, quia loquebantur de Deo
ἀγαθῷ, etsi illa magis ad δίκαιον.
ayahua owppooúvns, IV, 1145. Josephus in
Ægypto.
ἀγάλματα φιλοσοφίας ἐν ταῖς ψυχαῖς δημιουργοῦ
GLv. IV, 787 init. ascetæ, eremitæ.
àyaulav hyánŋsav, I, 346. Nullos postea liberos
ex Boaso peperit Ruth. Nam yaμov sane refertur
celebrasse, cap. iv. Sed yaμo; et de concubitu sine
conjugio dicitur, ut Latonæ ráμog Callim. Hymn.
in Dian.
ἄγαν, Ι, 137, pro λίαν, μάλα, quod est quaest. 22.
ἄγαν ἀγαπηθείσης, II, 1048 init. ἄγαν ἁγίου, ἄγαν
ἀναγούς, ΙΙ, 200. ἄγαν ἁγίοις, IV, 36 init. sanctissimis. ἄγαν ἀδικωτάτων, Π, 39 init. ἄγαν αδυνάτων, ΙΙΙ, 378. ἄγαν αἱρετικοῖς, II, 55; IV, 1216.
ἄγαν ἀναγκαίως, ΙΙΙ, 14. ἄγαν ἁρμοδίως, ΙΙΙ, 354,
659. åyav ápµótov, III, 41, ut nostri, gar zu
schon. ἄγαν αὐτῷ τὸ κηρύττειν ἁρμόττει, ΙΙΙ, 416.
satis. ἄγαν ἀσελγεστάτοις, ΙV, 997. ἄγαν δυνατόν,
IV, 185. extr. άγαν δυσμενεστάτους, ΙΙΙ, 1073. ἄγαν
δυσσεβεί, Ι, 251. ἄγαν ευκληρίας, IV, 686, summe.
ἄγαν εὐσεβὴς, 1, 323, 501, summa pietate. άγαν
θαυμάζειν, 1, 1022. ἄγαν θερμῶς, ΙΙΙ, 642; ΙV,
467 init. ἄγαν λαγνιστάτων, 17, 885. ἄγαν λιθίνους,
II, 705, valde, plane. Gya μssiv, III, 132. &yav
νωθέστατον, ΙΙΙ, 1153, pro positivo. ἄγαν περιφανῶν, ΙΙΙ, 1084. ἄγαν πίπτουσι. Vid. πίπτουσι. ἄγαν
πράως, 1, 408 init. ἄγαν προμηθούμενοι, Ι, 1440.
ἄγαν προσκυνητὸν, ΙΙΙ, 9. Αγαν σοφῶς, ΙΙΙ, 207, 371,
433, 896. ἄγαν τιμιωτάτων, ΙV, 924. ἄγαν φθονε
pwτάτwv, IV, 508, superlat. pro positivo.
ἀγάπη ὑμῶν, ὑμετέρα, II, 798, 884, 1034. Nos
Eure Liebe.
ἀγάπης ὑμετέρας γράμματα, ΙΙΙ, 884, vestre lit
teræ.
· ἀγαπήσαι μεταβολὴν, Π. 989.
ἀγαπήσαντες πιστεύομεν, V, 1065, amorem ponit
fide priorem.
ἀγάπησις, 1, 1018.
ἀγαπητικοῖς ῥήμασι, Π, 476.
ayanno, simpliciter, I, 886. Christus. ¿yaxŋτὸς Υἱὸς, τουτέστι, γνήσιος, ΙΙΙ, 476.
ἀγαπῶσι τούτων ζυγόν, 17, 900. Romanorum
imperio subsunt.
ayyedixhy Tohitelav, III, 1152, vitam asceticam.
ἀγγελικὸν βίον ασπασάμενοι, Ι, 1103, viventes in
paupertate et solitudine. ascetica et contemplativa.
ἀγγέλοις τῆς ψυχῆς χρώμενος τοῖς προσώποις, ΙV,
617, e vultu illorum conjectans animi statum, tristitiam.
ȧyyśhwy mohitelav, IV, 1235, asceticam vitam.
ἀ. π. ζηλώσαντε;, ΙΙΙ, 985, ascetæ, eremita.
ἀγένητον οἱ ἀγέννητον, differunt, V, 941.
ayevrov, V, 945. Patrem non vult dicere, quia
sit ἄγραφον.
aytuntos. V, 955. Commune tribus personis,
που ἀγέννητος Paulo post pro αγένητον leg. ἀγέννητον, quod veget ίδιον Patri.
ayevvès, IV, 29, stuporem, pervicaciam. Legendum ayevés. Oppositum hinc explices, Act. XVII,
εὐγενέστεροι, i. e. ἐπιεικέστεροι, modestiores, do
ciliores.
ȧyevvnola, V, 967, erit Pater, e mente Anomœorum.
áyévvŋta, IV, 364, tenebras, ignem, aquam, dixit
Audæus.
dyevvntoyevvhs, III, 749. De Filio dixit Arius.
dyeventov, IV, 486. Ens primum, rerum effectorem.
ἀγέννητον εἰ ἀγένητον diff. V, 941.
ἀγέννητον αἰτίας δηλωτικόν, V, 985, inquit AnoSciat Lector, hujusce Indicis articulos qui intra paginas 1-68 et 915-1174, tomi V comprehenduntur ad scrip'a
spectare jam a nobis edita inter opera S. Athanasii vel Cyrilli Alexandrini. Hos autem articulos retinuimus ut integer
remaneret hic Græcitatis Index, egregium sane et laboris improbi et recondita scientiæ monumentum. Scripta a
nobis amandata hæc sunt: 1° Theodoreti reprehensio duodecim capitum S. Cyrilli. (Theod. opp. t. V, p. 1-68), quæ
exstat inter opera S. præsulis Alexandrini, tom. IX editionis nostræ; 2º Dialogi de sancta Trinitate (Theod. opp. t. V,
p. 915-1112), inter opera S. Athanasii editi (tom. IV, col. 407-791); 3° Eutherii, Tyanensis. Nestoriani, Sermones
(opp. Theod. t. V, pag. 1113–1174) qui exstant apud eumdem Athanasium ibid. col. 1337 et seqq. edit. patr.
col. 867–868page 2 of 154
PG 84:867ἀγέννητον ὑπερέχειν τῆς κτίσεως. ἀγέννητον ἔν ὁ Πατήρ, ΙΙΙ, 734. ἀγέννητον, ἰδίωμα Πατρί, ΙΙΙ, 745. ἀγέννητον, οὐκ ἔστιν οὐσία ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πα τρός, ἀγέννητον, οὐκ ἴδιον τοῦ Πατρός, 934. ἀγέννητος. ἀγέννητος, ἀγεννήτου μέρος, ΙΙΙ, 750. ἀγέννητος ἅμα καὶ γεννητὸς, 111, 844. ἀγέννητος οὐκ ἦν, ΙΙΙ, ἀγένητος, ἀγέννητος πᾶσα οὐσία, 981,; γεννήτορα ποιητήν. ἀγεννήτῳ μόνῳ λειπόμενον, ΙΙΙ, 743. ἀγέννητον. ἀγεννήτως ἦν ἐν τῷ Πατρὶ, ΙΙΙ, 782. πρὶν γεννηθῆναι. ἀγεννήτως συνυπάρχει ὁ Υἱὸς τῷ Θεῷ, ΙΙΙ, 749. ἀγέννη τον ἀγενήτως, ἀγέραστος ἀγεώργητον ναόν, ἀγεώργητον ἔθνος, ΙΙΙ, 805, ἀγεώργητον οἶνον, για ἁγίων, ἁγιάζειν, ΙΙΙ, ἁγιάζειν, ἀφορίζειν, 36; ἁγιάζειν κτίζειν, ν, 1024. ἁγιάζειν τὴν γλῶτταν ᾠδαῖς πνευματικαῖς, 111, 495. ἁγιάζειν, μεῖζον τοῦ κτίζειν, 1024. ἁγιάζουσαι, ἁγίαν του καὶ Θεῷ φίλην περιπτύσσομαι κεφαλήν, ἁγιάσαι, ΙΙ, 1403. ἀφορίσαι. ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἀντὶ τοῦ, δοξασθήτω, ΙΙ, ἁγίασμα, τὸ χρίσμα, 1, 535. ἁγιασμόν, ἁγιασμόν, ἅγιοι, εἴς τινα χρείαν ἀφωρισμένοι, 1, 588; ΙΙ, 260. ἅγιοι, ἅγιον, τὸ τοῖς ἱερεῦσιν ἀφωρισμένον, 1, 388. ἁγιότης ὑμῶν, ἁγιότητος σῆς εἰ ἁγιότητα σήν, ἁγίους καὶ τοὺς δαίμονας εκάλουν, 1, 450. ἁγιστείαν, Ι, ἁγιασίαν, ἀγιστείαν, αγνιστείαν ἁγιωσύνη, ἁγιώτης, ἁγιωσύνῃ τῇ σῇ, ἁγιωσύνην σην, 1092, ἁγιωτάτου ἐπισκόπου, 1189. ἀγκιστροθηρευτάς, ΙΙ, 282, ἀγκῶνας, ἢ παραστάδας, ΙΙ, 1905, ἀγλάϊσμα εὐσεβείας, ΙΙΙ, 1905. ἀγνεία, Ι, ΙΙΙ, αγνείαν τοῦ γάμου προτιμήσαι, 467, ἀγνείαν ὑπὲρ φύσιν, ἁγνείας πλοῦτον. Πλοῦτον. ἀγνοεῖν μοι δοκεῖς, ἀγνοεῖν τὴν φύσιν ὁ θυμὸς ἀναγκάζει, ΙΙ, 240, ἄγνοια, ἄγνος, ἁγνός, ἀγνοοῦντας, Ι, 758 άμαρτάνοντας. ἀγνοοῦσιν. Ι, ἀγνωμονούμενος, σκληρύνειν, ἄγξαι τὸ πάθος, τὸ ἄγονον τῆς ψυχῆς, ἀγορὰ πόλεως μεγίστης, 509, ἄγραφα, ΙΙΙ, ἀγράφου τῶν Ἰουδαίων διδασκαλίας, ΙΙΙ, 689, ἄγραφον νόμον Θεοῦ, 810, ἀγρεύειν, Θήρατρα. ἀγρεύεσθαι τοὺς ἀπίστους, ΙΙΙ, 230, ἀγρευομένους, ΙΙ, 362; ΙΙΙ, 979, ἀγρεύσαντες εἰς τὴν τῶν εἰδώλων λατρείαν, Ι, 277, ἀγροικικήν, ΙΙΙ, 1928. ἀγροικικὸν πλῆθος, 1314. ἄγροικον, ΙΙΙ, 1191, ἀγροΐχον, ἀγρὸν ἐκκλησιαστικόν, 1068; ἀγυίας, ΙΙ, ἀγχιθύρους ἐκείνων, 13, 81, ἀγχιθύρων, ἀγχιστεύων, 222. ἀγχόνη. μετὰ τὴν ἐκείνου ἀγχόνην, Ι, 968, ἀγώγιμος γεγονώς, ΙΙΙ, 1211, ἀγωγίμων, ΙΙΙ, ἀγών, ἀγῶνας, ΙΙ, ἀγῶνα ἀγῶνας, 1, 816, ἀγῶνας παρόντας, ἀγῶνι, ἐν τῷ, ἀγωνιᾷ τὸν ᾿Αρχέλαον, 122. ἀγωνιά τοὺς δεχομένους, ΙΙΙ, 455, ἀγωνίαν ἑτέραν λέγει, ΙΙΙ, 157, ἀγῶνα, ἀγωνισάμενος, ἀγωνισταῖς, 922, ἀγωνιῶντας τὸν νόμον, ΙΙΙ. 230. ἀγώνων ἐπικινδύνων ἐφίεται, 1, 765 ἀγῶσι πρὸς αὐτούς, ΙΙΙ, 272, Αδάμ, τὸ ἐρυθρόν, ΙΙΙ, ἀδάμαντα, Ι,
maeus, falso, et arguitur; nec verius, ob ἀγέννητον
Deum ὑπερέχειν τῆς κτίσεως.
ἀγέννητον ἔν ὁ Πατήρ, ΙΙΙ, 734.
ἀγέννητον, ἰδίωμα Πατρί, ΙΙΙ, 745.
ἀγέννητον, οὐκ ἔστιν οὐσία ἐπὶ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, V, 959, extr.
ἀγέννητον, οὐκ ἴδιον τοῦ Πατρός, V, 934. extr.
quia et Sp. S. ἀγέννητος.
ἀγέννητος, ἀγεννήτου μέρος, ΙΙΙ, 750. Filio removet Arius: recte.
ἀγέννητος ἅμα καὶ γεννητὸς, 111, 844. De Filio
dicebant Ariani.
ἀγέννητος οὐκ ἦν, ΙΙΙ, 750. Filius, secundum Arium
quoque. Legitur et ἀγένητος, n. 24, magis ex ejus
niente.
ἀγέννητος πᾶσα οὐσία, V, 981, dicit Anomous;
quia non habet γεννήτορα Deum, sed ποιητήν.
ἀγεννήτῳ μόνῳ λειπόμενον, ΙΙΙ, 743. Filium, qua
Patrem ἀγέννητον.
ἀγεννήτως ἦν ἐν τῷ Πατρὶ, ΙΙΙ, 782. Filius, πρὶν
γεννηθῆναι. Ariani sic loquebantur.
ἀγεννήτως συνυπάρχει ὁ Υἱὸς τῷ Θεῷ, ΙΙΙ, 749.
Culpat Arius in epist. sed per calumniam: ἀγέννητον enim negabant pii. Confudit ἀγενήτως, consulto.
ἀγέραστος esse non debuit dies septimus, honore
Vacare, I, 36.
ἀγεώργητον ναόν, V, 116. Corpus Christi, sine
concubitu formatur.
ἀγεώργητον ἔθνος, ΙΙΙ, 805, paganum.
ἀγεώργητον οἶνον, IV, 465, quod Christus Canæ in
nuptiis fecit.
για ἁγίων, ex Hebraismo expl., I, 203.
ἁγιάζειν, ΙΙΙ, 868, mamus episcoporum unice debent, in coena S.
ἁγιάζειν, expl. ἀφορίζειν, destinare, I, 36; II,
ἁγιάζειν idem subinde quod κτίζειν, ν, 1024.
ἁγιάζειν τὴν γλῶτταν ᾠδαῖς πνευματικαῖς, 111, 495.
ἁγιάζειν, μεῖζον τοῦ κτίζειν, V, 1024.
ἁγιάζουσαι, ΙV, 880, montium vertices, ascetarum sedes.
ἁγίαν του καὶ Θεῷ φίλην περιπτύσσομαι κεφαλήν,
IV, 1069. Flaviano.
ἁγιάσαι, ΙΙ, 1403. Bene expl. ἀφορίσαι.
ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἀντὶ τοῦ, δοξασθήτω, ΙΙ,
ἁγίασμα, τὸ χρίσμα, 1, 535.
ἁγιασμόν, ΙV. 25, 126, vini in cœna consecrationem. Post illam, ait, vinum vocari sanguinem
Christi, IV, 25.
ἁγιασμόν, V, 1024, adhibet de sanctitate primitus addita, originali, angelorum quoque.
ἅγιοι, εἴς τινα χρείαν ἀφωρισμένοι, 1, 588; ΙΙ, 260.
ἅγιοι, ascetæ, lil, 1222.
ἅγιον, τὸ τοῖς ἱερεῦσιν ἀφωρισμένον, 1, 388.
ἁγιότης ὑμῶν, ΙV, 1106, in litteris ad episcopum
quemdam. Similiter ἁγιότητος σῆς εἰ ἁγιότητα σήν,
ἁγίους καὶ τοὺς δαίμονας εκάλουν, 1, 450.
ἁγιστείαν, Ι, 295, cultum Dei publicum. In cod.
ἁγιασίαν, contra analogiam. Aut ἀγιστείαν, aut
αγνιστείαν legi possit.
ἁγιωσύνη, in litteris idem, quod ἁγιώτης, ut
ἁγιωσύνῃ τῇ σῇ, aut ἁγιωσύνην σην, IV, 1092,
1095, 1107, "1113, 1197. Presbytero R', 1199. Archidiac. R., 1305.
ἁγιωτάτου ἐπισκόπου, IV, 1189.
ἀγκιστροθηρευτάς, ΙΙ, 282, piscatores.
ἀγκῶνας, ἢ παραστάδας, ΙΙ, 1905, januae pustes a
latere.
ἀγλάϊσμα εὐσεβείας, ΙΙΙ, 1905. Alexander episc.
ἀγνεία, Ι, 255; ΙΙΙ, 653, 969, abstinentia a conjugio.
αγνείαν τοῦ γάμου προτιμήσαι, IV, 467, coiibatum.
ἀγνείαν ὑπὲρ φύσιν, IV, 340, continentiam, qua868
lem ascetæ deinde exercebant: quam divini aliquid, vel angelici, habere putarent.
ἁγνείας πλοῦτον. Vid. Πλοῦτον.
ἀγνοεῖν μοι δοκεῖς, IV, 127, versari videris in
summa ignorantia. Accusativus pon adest, neque
ullus e contexto subjici potest.
ἀγνοεῖν τὴν φύσιν ὁ θυμὸς ἀναγκάζει, ΙΙ, 240, ne
gligere, violare, contra ejus leges agere.
ἄγνοια, quid, I, 177, (ponit qua legem).
ἄγνος, 1, 211, quasi ἁγνός, castitati consulere dicitur. Quod autem nomine eos monitos dicit castiWalis, gratis dictum, cum Græcum sit.
ἀγνοοῦντας, Ι, 758 (med.). pro άμαρτάνοντας.
ἀγνοοῦσιν. Ι, 7, non reputant.
ἀγνωμονούμενος, 11, 956, cum ingrati essent erga
eum. Hypall. ut in σκληρύνειν, duriter habere.
ἄγξαι τὸ πάθος, IV, 1119 (init.), reprimere luctum
ratione.
τὸ ἄγονον τῆς ψυχῆς, 1, 277, ut mens nil boni agal.
ἀγορὰ πόλεως μεγίστης, IV, 509, eleganter voca
tar mare.
ἄγραφα, ΙΙΙ, 762, extr. arguuntur et defenduntur.
ἀγράφου τῶν Ἰουδαίων διδασκαλίας, ΙΙΙ, 689, traditione.
ἄγραφον νόμον Θεοῦ, IV, 810, in arena videns
mare, recedit.
ἀγρεύειν, de Deo. Vid. Θήρατρα.
ἀγρεύεσθαι τοὺς ἀπίστους, ΙΙΙ, 230, ad Christum
verti.
ἀγρευομένους, ΙΙ, 362; ΙΙΙ, 979, ad Christum versos.
ἀγρεύσαντες εἰς τὴν τῶν εἰδώλων λατρείαν, Ι, 277,
illecebris captos eo inducentes.
ἀγροικικήν, ΙΙΙ, 1928.
ἀγροικικὸν πλῆθος, ΙV, 1314.
ἄγροικον, ΙΙΙ, 1191, extr. pro ἀγροΐχον, ruricolan
ἀγρὸν ἐκκλησιαστικόν, ΙV, 1068; jam enim tum
dotatæ Ecclesiæ.
ἀγυίας, ΙΙ, 1471, init. paroxytonon.
ἀγχιθύρους ἐκείνων, 13, 81, extr. similia iis sentientes.
ἀγχιθύρων, ΙV. 3, similia docentium. Eleganter.
ἀγχιστεύων, quid, I, 222.
ἀγχόνη. μετὰ τὴν ἐκείνου ἀγχόνην, Ι, 968, postquam laqueo Judas elisisset spiritum. Ita quoque,
I, 1383 et II, 1647.
ἀγώγιμος γεγονώς, ΙΙΙ, 1211, in judicium addactus.
ἀγωγίμων, ΙΙΙ, 1196, venalia ultro citroque vehentium.
ἀγών, 1, 41, specimen, exercitium obedientiæ, I,
291, Christi tentatio in deserto.
ἀγῶνας, ΙΙ, 1055, explicationem Danielis.
ἀγῶνα Pauli, cum apud Neronem causam diceret,
III, 471, mortem soceri, et luctum ex eo, IV, 1070.
ἀγῶνας, 1, 816, virtutis studium. ἀγῶνας παρόντας, 1, 747, med. ps. xxi; extr. coeptum opus explicandi Psalmos.
ἀγῶνι, ἐν τῷ, Socrates philosophatur, i. e. cum
mors immineret cicutam bibenti, IV, 818.
ἀγωνιᾷ τὸν ᾿Αρχέλαον, V, 122.
ἀγωνιά τοὺς δεχομένους, ΙΙΙ, 455, extr.
ἀγωνίαν ἑτέραν λέγει, ΙΙΙ, 157, pro ἀγῶνα, laberem, periculum.
ἀγωνισάμενος, III, 1200, asceticæ vitæ austeritate
exercitatus.
ἀγωνισταῖς, ΙV, 922, martyribus.
ἀγωνιῶντας τὸν νόμον, ΙΙΙ. 230.
ἀγώνων ἐπικινδύνων ἐφίεται, 1, 765 (init.) cupit,
se a Deo spectari: eleganter, quasi cum Deo coutendens, ecquid in ipso vituperandum sit inventurus; magno periculo, ob Dei sanctitatem et omniscientiam.
ἀγῶσι πρὸς αὐτούς, ΙΙΙ, 272, libris contra eos
scriptis.
Αδάμ, τὸ ἐρυθρόν, ΙΙΙ,
ἀδάμαντα, Ι, 132. Fecit hominem Christus, immortalem ex mortali. Hippol.
col. 869–870page 3 of 154
PG 84:869ὁδαμαντίνω τείχει, ΙΙΙ, 162. ἀδέκαστον οὐκ ἐάσω. Εάσω. ἀδελφὲ προσφιλέστατε, 111, 788. ἀδελφιδούν, ΙΙ, 49, ἀδελφῆς υἱόν. ἀδελφιδοῦν, τοῦ βασιλέως, 1, 566 ἀδελφικής συμφωνίας, Ι, 1512. ἀδελφοὶ ἀγαπητοί, ΙΙΙ, 773, 800, 818, 826. ἀδελφοὶ τιμιώτατοι, 111, 770. ἀδελφοῖς τὴν κώμην οἰκοῦσι συγκατελεκτο, ΙΙΙ, ἀδελφὸν τῆς κτίσεως, ἀδελφὴν ἔχων τὴν κτίσιν, ΙΙΙ, ἀδεῶς φύεται ἄγρωστις ἐν τῇ μὴ γεωργουμένῃ γῇ, ἄδηλον πρὸς τῇ βασιλείᾳ καὶ τὸ γένος Δαβίδ, ΙΙ, ᾅδὴν ἀνέωξεν, Ι, 1067. ἀνέφξεν. ᾅδην ἀπὸ τῆς κατεχούσης δόξης ώνόμασε, ΙΙ, 157. εἰς τὸν δην ἀδηρίτως δέξασθε, 17. 1007. ἀδιανόητον, ΙΙΙ, 730, ἀνόητον. ἀδιάφορον μετάληψιν τῶν εἰδωλοθύτων, ΙΙΙ, 228, ἀδιεξόδευτον φρουράν, Ι, 1066. ἀδικήματα, οὐκ ἀσεβήματα, 1, 567, ἄδικον ψῆφον τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 81, ἄδικος (οὐκ) ἐκλογή, ΙΙ, 406. αδόκητον, 1072, ἀπροσδόκητον. ἀδολεσχίαν περιστερᾶς, ΙΙ, 525, 576, άδοξος ενανθρώπησιν ᾅδου. Πρὸς τὸ γενέσθαι ἐν ᾅδου χρείαν εἶχε ψυχῆς, 1076. Ταῖς ἐν ᾅδου εὐηγγελίσατο (Χρι στὸς) μετὰ τῆς ψυχῆς, ὑπὲρ ἡμῶν. Υπέρο ἀδύνατον ἀποῤῥιφῆναι τὸν Ἰσραήλ, ΙΙ, 551, ἀδύνατον ἦν. ἀδυνάτων (τῶν) ἐστὶ, Ι, 1246; ΙΙ, 1421, 1444 ἓν, ἐκ. ἀδύτων τοῦ Πνεύματος, 2, ταῖς ἀεὶ παρθένοις χορηγεῖσθαι, ΙΙΙ, 774, εἷς. τῇ πρὸς τὸν ἀέρα ὁμοιώσει ἀζυγώτατον ἀζυγωτάτην) θεότητα. Ζυγῷ. ἀθάνατος-ἀπόλαυσις κόλασις, ΙΙ, 396. ἀθάνατος εὐωχία, Ι, 744. Τροφή, 745. ἄνευ τῆς θείας δυνάμεως. ἀθεῖαν νοσοῦντος, ἀθεμιτουργίαις, Ι, 682. ἀθληταὶ ἀρετῆς, 1, 47. 'Αρετής. διακρίνατε. ἀθυμίαν συμβᾶσαν ὑμῖν, 1226, ἀθυμίας χαλαρόν, 617. Χαλαρόν. ευθυμίας, τὸ χαλαρόν, αθύρωτα στέματα, 1, 675; 488. αθώας σφαγάς, ΙΙ, 854, τῶν ἀθῴων, ἀθῷον ἐκφυγεῖν τὸ σὸν δικαστήριον, Ι, 1549, αιγίδων (μετὰ τῶν), ἔτρεχον, ΙΙ, 1055
ὁδαμαντίνω τείχει, ΙΙΙ, 162.
&6stav, IV, 502. Plenam libertatem aëri sol relinquit; eleganter, quasi timuerit solem, temperantem.
ἀδέκαστον οὐκ ἐάσω. Vid. Εάσω.
áðɛìçé µov, III, 810. Constant. M. ad Saporen
Persarum regem.
ἀδελφὲ προσφιλέστατε, 111, 788. Imp. Const. ad
Eusebium Cæs. dyan, 790, 793.
àɛlph, IV. 644, mens corpori.
doeλons peoбutipas, IV, 538. Agriculturam
dicit, antiquiorem arte fabrili.
ἀδελφιδούν, ΙΙ, 49, ἀδελφῆς υἱόν.
ἀδελφιδοῦν, τοῦ βασιλέως, 1, 566 Benaiam vocat,
et 448, fratris Joiadæ filium.
ἀδελφικής συμφωνίας, Ι, 1512.
adshot, III, 814. Imperator episcopis scribens.
ἀδελφοὶ ἀγαπητοί, ΙΙΙ, 773, 800, 818, 826. Imp. episcopis, III, 826. Constant. II. Ecclesiæ Alexandrinæ.
ἀδελφοὶ τιμιώτατοι, 111, 770. Constantinus episcopis.
ἀδελφοῖς τὴν κώμην οἰκοῦσι συγκατελεκτο, ΙΙΙ,
1264 (init.), asceta. Videntur esse monachi sociati
in urbe, sacerdotum simul officio publice fungentes.
ἀδελφὸν τῆς κτίσεως, ἀδελφὴν ἔχων τὴν κτίσιν, ΙΙΙ,
477. Negat in Christum Adyov cadere.
adeλoobs Xplotou, 1, 781 (init.). Intell. apostolos.
adews Buetv, 11. 318, pro lubitu, non soli Deo,
quos Hiskias adigebat, sed vago cultu pluribus diis.
ἀδεῶς φύεται ἄγρωστις ἐν τῇ μὴ γεωργουμένῃ γῇ,
II, 1357, extr. Elegantissime: secure, licenter.
ἄδηλον πρὸς τῇ βασιλείᾳ καὶ τὸ γένος Δαβίδ, ΙΙ,
1001. Nemo hodie probare potest. aut regnare genus Davidis, aut omnino quempiam ex eo superesse.
ony, IV, 199, mortem, p. 200, ei opp. Baotletav.
ᾅδὴν ἀνέωξεν, Ι, 1067. Vid. ἀνέφξεν. ᾅδην ἀπὸ τῆς
κατεχούσης δόξης ώνόμασε, ΙΙ, 157. εἰς τὸν δην
zuevos Adap. II, 218, morti obnoxius: aut ex
opinione istorum temporum, loco, ubi exspectaret
adventum Christi.
ἀδηρίτως δέξασθε, 17. 1007.
ádiában to; mistis, V, 1. Doctrina vera, irrefuta.
bilis.
áðiádoxov ßacidslav, IV, 33, ut ad neminem extraneum perveniret, sed apud ejus posteros maneret.
dòialpɛta, IV, 794, alomos.
àdiaɩpéτw;, IV, 143, in eadem persona.
ἀδιανόητον, ΙΙΙ, 730, ἀνόητον.
dolantwtwę quλártebat, III 770. Æquabiliter,
gleich durch; ut nemo dianity, se subtrahat, desit,
ausfalle.
ἀδιάφορον μετάληψιν τῶν εἰδωλοθύτων, ΙΙΙ, 228,
quæ videatur media, neutra, non sit; addit enim,
nil differre ab idololatria.
àdiapópws, III, 233, sine cunctatione, temere:
vel, promiscue cum feminis. ¿oíaçópwę petɛidŋ46tas, III, 238. Cœna sacra usos, temere, leviter,
contemptim.
ἀδιεξόδευτον φρουράν, Ι, 1066.
ȧõixelę oɛautóv, V, 1040, 1041. Si quid detrahere volueris Deo: neque enim potes; et tibi
noces, errore impio provocans pœnam Dei.
dolxnua, I, 1067, quod diabolus, permissu Dei,
Christum innoxium interimendum curavit.
ἀδικήματα, οὐκ ἀσεβήματα, 1, 567, in homines,
non in Deum.
ἄδικον ψῆφον τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 81, qua Christum,
morti damnatum primo ob peccatum nostrum, secundo a peccatoribus, cum ipse nil peccasset. Ea
iniquitate sublatam, ait, pœnam in nobis justam.
ἄδικος (οὐκ) ἐκλογή, ΙΙ, 406. Jeremiæ vocatio ad
munus; quia Deus eum norat aptum. Utrumque
parum commode dictum.
ȧõíxwv alpáτwv, II, 1491, injuste fusi sanguinis.
Hypallage.
αδόκητον, ΙV, 1072, ἀπροσδόκητον.
ἀδολεσχίαν περιστερᾶς, ΙΙ, 525, 576, gemitum.
àóasto:, IV, 5, qui nil plane decernunt, Sceptici.
άδοξος post ενανθρώπησιν non fuit Christus, I,
1271 init.
ᾅδου. Πρὸς τὸ γενέσθαι ἐν ᾅδου χρείαν εἶχε ψυχῆς,
Christus, V, 1076. Ταῖς ἐν ᾅδου εὐηγγελίσατο (Χρι
στὸς) μετὰ τῆς ψυχῆς, V, 1089, et hoc factum dicit
ὑπὲρ ἡμῶν. Vid. Υπέρο
ádúvatov, III, 182 init., scil. si quis velit perite
et recte redificare. ἀδύνατον ἀποῤῥιφῆναι τὸν
Ἰσραήλ, ΙΙ, 551, quia Deus non vult. ἀδύνατον ἦν.
autov tépus eiεTY, III, 608, pontificem, in
adytum illicitum, vetitum; et vero periculosum.
ἀδυνάτων (τῶν) ἐστὶ, Ι, 1246; ΙΙ, 1421, 1444 init.,
scil. ἓν, ἐκ.
ἀδύτων τοῦ Πνεύματος, II, 2, arcana Scripture
sacræ.
del, I, 606, expl. Saapatos, ex Aquila; ut Targum. ταῖς ἀεὶ παρθένοις χορηγεῖσθαι, ΙΙΙ, 774, transpositum àɛt, pertinet ad xopnyetoa. Vid. Philol.
Paull. Thuc., p. 284. ȧel redundat cum dateλsiv,
I, 440 med., 1354. det omissum, 1, 218, e tribu
Judæ εἷς.
ȧɛɩyɛvvhs, III, 749. In orthodoxis culpat Arius.
alpos olxovoplav, II, 913, diabolo tribuit, cuin
etiam tunc bonus esset. Addit nito, a Deo.
depwòŋ. Vid. Neguồn, IV, 552. Aeris colorem
intelligi, patet ex addito, τῇ πρὸς τὸν ἀέρα ὁμοιώσει
ex addito, 7, 95, 96,
allusione ad nomen.
ἀζυγώτατον (vel ἀζυγωτάτην) θεότητα. Vid. Ζυγῷ.
ἀθάνατος-ἀπόλαυσις κόλασις, ΙΙ, 396.
ἀθάνατος εὐωχία, Ι, 744. Τροφή, 745. Sacra coena
effective.
dbesi ¿quxwonc, Y, 1079. Sine vi ac voluntate
divina: expl. ἄνευ τῆς θείας δυνάμεως. Sane aliur
intell. Apollin. ut Oɛò; Aóyo; animarit corpus sua
conjunctione.
ἀθεῖαν νοσοῦντος, 1, 629, et hanc ponit in tollenda Dei providentia.
ἀθεμιτουργίαις, Ι, 682.
&sov, td, II, 1162. Chaldæorum, ponitur in eo,
quod non potuerint scripturam in pariete legere.
Sign. primo imbecillitatem deorum ab iis cultorum;
secundo, carentes auxilio veri Dei.
&sov äipesiv, III, 777. Quæ non sentiat nobiscum de Christo: Ariani scribunt.
äßɛov àɛɣétw, V, 957. Eunomius Deum; per absurdum.
&dov, III, 760 init. Arianos.
ἀθληταὶ ἀρετῆς, 1, 47. Vid. 'Αρετής.
a0λntals, 1, 68. Sadrach, Mesach, Abednego.
áðλŋtixhv taútŋy, III, 1139, vitæ ascetica ansteritatem.
áðiŋtāv ovµµsplav, III, 1192, virgines sanctas
in monasterio.
ȧophosts, IV, 788, pro ȧ0phoaze, ut p. 791 med.
et sequitur, διακρίνατε.
dopóaν TEETH, III, 952. Forte, quod antea,
ægrotare tantum, audissent.
ἀθυμίαν συμβᾶσαν ὑμῖν, IV, 1226, causam doloris,
calamitatem.
ἀθυμίας χαλαρόν, IV, 617. Vid. Χαλαρόν. Forte
ibi legendum, ευθυμίας, cui alibi tribuit τὸ χαλαρόν,
et hic addit peolaua. Neque vero ante locutus est
de àlvula, ut nunc eam diceret remitti.
&uμov, V, 87, de re ipsa.
aupoσtopla, V, 11, effusa declamatio, quasi os
janua careat.
αθύρωτα στέματα, 1, 675; IV, 488.
Ouputatα oτópara, IV, 1181 extr., impudenter
calumniantia; forte àbúpwra.
αθώας σφαγάς, ΙΙ, 854, pro τῶν ἀθῴων, Hypallage.
ἀθῷον ἐκφυγεῖν τὸ σὸν δικαστήριον, Ι, 1549, i. e.
ita ut innocens declaretur.
ai, Dei nomen, ávexçwvytov, IV, 392.
αιγίδων (μετὰ τῶν), ἔτρεχον, ΙΙ, 1055 extr, in
col. 871–872page 4 of 154
PG 84:871αἰγείων, δερμάτων. Αἰγυπτία, Αἰγύπτια κακά, Αιγυπτιακῆς πόλεως, ὁ τῆς Ἀλε ξανδρείας, τῆς τινός. Αιγυπτιακοῦ κλύδωνος, 1327, Αἰγυπτίου, 17, 1993, ἀΐδιον, τουτέστι, τὸν ὄντα, ΙΙ, 1330. (τὸ τοῦ) ἀϊδίου δηλωτικόν, 1, 4. αἰκία, αλλάμ, 1, 468, τὶ αἷμα, ΙΙ, 877, αἵματος, αἷμα βδελυκτόν, ΙΙΙ, αἵματος χάριν έπανθοῦσαν ἔχουσιν οἱ ἀξίως τῆς δωρεᾶς πολιτευόμενοι, ΙΙ. 1291. αἱμάττειν, ΙΙ, αἱμάτων, ΙΙ, αἱμοβόροις δαίμοσι, Ι, 1362, αἱμοβόρων, ΙΙΙ, 825, Αϊνά, ᾿Αϊναός, 1, 101. αἰνεῖν ὑγιῶς, αἰνέσει ὑγιῶς ὁ καλῶς δοξάζων, ΙΙ, 258. Δο ξάζειν. αἰνίγματα. αἰνίγματα ἑτέρων, 971. αἰνίγματα θεολογίας. Θεολογίας. δι' αἰνίγματος, Ι, αἰνιγματωδῶς, αινίττεται, 301, αινίττεται ταῦτα φιληδονίαν μηδεμίαν, Ι, αἱρεῖσθαι βίου προσαίτου, 518. βίον. αἱρέσεις ἀπὸ Χριστοῦ καλουμένας. Χριστοῦ. αἱρέσεις εννόμους ἔχοντα, ΙΙ, 15, αἱρέσεις, τὰς καλουμένας, 1067, αἱρέσεις, τὰς φιλονεικίας, οὐ τῶν δογμάτων τὰς διαφορές, ΙΙΙ, 256. αἱρέσεως, ΙΙΙ, αἱρεσιάρχην, 1349, αἵρεσιν ἐθνικὸς, ΙΙΙ, 987. αἵρεσιν καινὴν, αἵρεσιν πᾶσαν, αἱρεσιῶται, ΙΙΙ, 748. αἱρεσιώτης, 11. αἱρετικοί, ΙΙΙ, αἰσθανθήσεται, 1154. αἰσθήσεις λείποντες, 90, αἴσθησιν, 666, αἴσθησιν ἐκ τῆς φλογὸς δεχομένας, ΙΙ, 1150, τρί χας αἴσθησιν τῆς γεγενημένης αιχμαλωσίας, ΙΙ, 4640, αἴσθησις ἁμαρτίας, πεῖραν. αισθητά, αἰσθητὰς γλώττας, ΙΙΙ, 251, νοητάς, αισθητάς, αισθητή κτίσις, 1, 25. αἰσθητὴν Ἱερουσαλήμ, 11, 1606, αἰσθητήρια καρδίας, ΙΙ, 454. αἰσθητοὶ ὀφθαλμοί, 1, 376, αἰσθανόμενοι, σωματικοί. αἰσθητῶς, ΙΙ, 190, φανερώς. νοητῶς. αἰσχρῶν αἰώνων, αἰσχύνεται τὴν ψάμμον, Ι, 1334, 1578; 810, αἰτεῖν παρὰ τοῦ Θεοῦ, τῶν λογικῶν, ζητεῖν, καὶ τῶν ἀλόγων, Ι, 1338. αἰτία τῶν δεικνυμένων, Π, 1599 αἴτια φαυλισμοῦ, ΙΙ, 1674. τοὺς τρόπους, τὰ εἴδη, φαυλισμών αίτια αἰτίαν τὴν συγχώρησιν καλεί, 1, 285. αἰτίας ἀποκλήρωσιν ἐμφαινούσης διαστάσεως, Γ, αἴτιον ἔχει τὸν Θεόν, ν, 988. οι αἴτιον ἔχει τὸ Πνεῦμα ἅγιον τὸν Θεὸν, ν, 941. οὗ πνεῦμά ἐστι. αἴτιον, αἴτιος αὐτοῦ ὁ Πατήρ, ΙΙΙ, 233, αἴτιος τῆς πόλεως, 1, 29, αἰτιῶν διά τινων, αιτούμενος, αἰχμαλωτεύειν αἰχμαλωτίζειν, Ι, 323 αἰχμαλωσίας εἰδώλων, 1, 1029 αἰών, ΙΙΙ, αἰῶνα, καὶ τὸν ὀλίγον χρόνον καλεί ή Γραφή, 11, αἰῶνας, αἰῶνος διαστήματι, ΙΙΙ, 736, αἰῶνος παρόντος πατήρ 'Αδάμ, ΙΙ, 236. αἰώνων Ποιητήν, 1145, ἄκαιρον φυλακὴν τοῦ νόμου, ΙΙΙ, 111, ἄκανθαν, τὴν ἁμαρτίαν, 1, 802. ἀκάνθας αἱρετικὰς κατασπείρειν, ΙΙΙ, 682. ἄκαρπον, τὸ τῆς καρδίας, ΙΙ, 215, ἀκατονομάστου, 822. ἀκατηχήτων, ΙΙΙ, 750, ἀκηδίαν τὴν καλουμένην, 1, 1445 προσβολή απαυδῆσαι. ἀκοαῖς ἀνθρωπίναις μετροῦσα τοὺς λόγους, Ι, 1508, ἀκοαῖς ἀσθενεστέραις, ΙΙ, 1052, ἀκοὰς βασιλικὰς ἐκίνησαν, ΙΙΙ, 1061. ἀκοὰς, ἀκοὰς διώρυττον. Διώρυττον. ἀκοὰς πεῖσαι, 982.
Orgiis Bacchi: pro αἰγείων, sc. δερμάτων. Ægidis
hic nulla ratio.
Αἰγυπτία, ΙV, 1257. Potipharis uxor; non sine
allusione ad Cyrill. Alex. vel Ægyptium ep.
Αἰγύπτια κακά, 11, 257, contemptum Dei, Pharaonis exemplo.
Αιγυπτιακῆς πόλεως, IV, 346, simpliciter, addito
articulo ns, ut certæ urbis, et principis, Alexandriæ; at enim hæc ut distincta mox ponitur, episcopusque nominatur, ut alius urbis, ὁ τῆς Ἀλε
ξανδρείας, nec loco motus ille perhibetur; τῆς ergo hic pro τινός.
Αιγυπτιακοῦ κλύδωνος, IV, 1327, a Cyrillo moti.
Αἰγυπτίου, 17, 1993, Cyrilli.
ἀΐδιον, τουτέστι, τὸν ὄντα, ΙΙ, 1330.
(τὸ τοῦ) ἀϊδίου δηλωτικόν, 1, 4.
αἰκία, 1, 76, injuria; violandæ uxoris.
αλλάμ, 1, 468, expl.
τὶ αἷμα, ΙΙ, 877, pro αἵματος, aut τi redundat.
αἷμα βδελυκτόν, ΙΙΙ, 809, sacrificiorum paganorum.
αἵματος χάριν (Christi scil.) έπανθοῦσαν ἔχουσιν
οἱ ἀξίως τῆς δωρεᾶς πολιτευόμενοι, ΙΙ. 1291. Coenam
sanctam videtur innuere.
αἱμάττειν, ΙΙ, 275, active, sanguine tingere.
· αἱμάτων, ΙΙ, 850 med. et II, 1491 med. ex Hebr.
αἱμοβόροις δαίμοσι, Ι, 1362, qui gauderent sanguine hominum fuso, cæde et morte.
αἱμοβόρων, ΙΙΙ, 825, crudelium.
Αϊνά, Chald. expl. I, 101. Vid. not.
᾿Αϊναός, 1, 101. Vid. not.
αἰνεῖν ὑγιῶς, mox itidem.
αἰνέσει ὑγιῶς ὁ καλῶς δοξάζων, ΙΙ, 258. Vid. Δοξάζειν.
αἰνίγματα. imagines, admonitiones, I, 168. Notæ,
vestigia, 1, 263 init.
αἰνίγματα ἑτέρων, typi, III, 971.
αἰνίγματα θεολογίας. Vid. Θεολογίας.
δι' αἰνίγματος, Ι, 166, verbls frontali inscriptis.
αἰνιγματωδῶς, 1, 25, de trinitate et unitate, per
numerum singularem et pluralem, I, 1107, ui e
quibusdam omnes intelligerentur: synecdochice et
analogice.
αινίττεται, 1, 243, 527, 540, clare ostendit, 1,
301, typice monstrat. αινίττεται ταῦτα φιληδονίαν
μηδεμίαν, Ι, 95. Non sunt ista signa libidinis.
αἱρεῖσθαι βίου προσαίτου, HI, 518. Forte βίον.
αἱρέσεις ἀπὸ Χριστοῦ καλουμένας. Vid. Χριστοῦ.
αἱρέσεις εννόμους ἔχοντα, ΙΙ, 15, conditioncs
æquas, quas optares et acciperes.
αἱρέσεις, τὰς καλουμένας, IV, 1067, in dotali
instrumento, ut ponatur casus ambiguus, et, quid
in utrumlibet eventum fieri placeat, designetur.
αἱρέσεις, τὰς φιλονεικίας, οὐ τῶν δογμάτων τὰς
διαφορές, ΙΙΙ, 256.
αἱρέσεως, ΙΙΙ, 1128, proposito, instituto vitæ genere.
αἱρεσιάρχην, ΙV, 1349, Cyrillum.
αἵρεσιν ἐθνικὸς, ΙΙΙ, 987.
αἵρεσιν καινὴν, IV, 1953, 1958. Cyrillum innuit.
αἵρεσιν πᾶσαν, III, 485, precipuos errores qua
Christum et Trinitatis personas.
αἱρεσιῶται, ΙΙΙ, 748.
αἱρεσιώτης, lereticus, V, 11.
αἱρετικοί, ΙΙΙ, 750. Ario vocantur orthodosi.
αἰσθανθήσεται, V, 1154.
αἰσθήσεις λείποντες, V, 90, a rebus externis animum sevocantes.
αἴσθησιν, 1V, 666, visum.
αἴσθησιν ἐκ τῆς φλογὸς δεχομένας, ΙΙ, 1150, τρί
χας vel sign. damnum: vel metonymice, ut nil
sentiri ab aliis posset in iis, odore, vel aspectu.
αἴσθησιν τῆς γεγενημένης αιχμαλωσίας, ΙΙ, 4640,
* memoriam acerbam.
αἴσθησις ἁμαρτίας, 1, 40, post lapsum venit protoplastis, P. 42. vocat πεῖραν.
αισθητά, 11, 89, extr. res terrenæ; hujus vile,
presentes.
αἰσθητὰς γλώττας, ΙΙΙ, 251, opp. νοητάς, has an
gelorum facit, facultatem communicandi cogitata
cum aliis, sine organo corporeo, neque ut per sellsus inferantur: nostras facit αισθητάς, utentes organo corporeo et inferentes notionem per sensus
corporis.
αισθητή κτίσις, res corporeæ, 1, 25.
αἰσθητὴν Ἱερουσαλήμ, 11, 1606, extr., terrestrem,
Fidaicam.
αἰσθητήρια καρδίας, ΙΙ, 454.
αἰσθητοὶ ὀφθαλμοί, 1, 376, i. e. αἰσθανόμενοι, aut
passive, σωματικοί.
αἰσθητῶς, ΙΙ, 190, pro φανερώς. Neque enim hic
redditur, νοητῶς.
αἰσχρῶν αἰώνων, scil. IV, 400, quales Valenti
nian commenti, absurda proferebant.
αἰσχύνεται τὴν ψάμμον, Ι, 1334, 1578; IV, 810,
Mare, non procedit aut assurgit ultra litus.
αἰτεῖν παρὰ τοῦ Θεοῦ, τῶν λογικῶν, ζητεῖν, καὶ
τῶν ἀλόγων, Ι, 1338.
αἰτία τῶν δεικνυμένων, Π, 1599 init., vis, consi
lium, significatio.
αἴτια φαυλισμοῦ, ΙΙ, 1674. τοὺς τρόπους, τὰ εἴδη,
ut e seq. patet. Quodsi φαυλισμών passive accepeperis, ut Deus contemnatur, ab aliis scilicet: po
test αίτια esse, causas, Illud aptius sequenti.
αἰτίαν τὴν συγχώρησιν καλεί, 1, 285.
αἰτίας ἀποκλήρωσιν ἐμφαινούσης διαστάσεως, Γ,
989, ut in unaquaque rerum, quæ inter se diferant, sit aliquid, quod faciat, ut non sit illa, a qua
differat.
aizıodoɣıxdv. III, 37, quod consilium notet.
αἴτιον ἔχει τὸν Θεόν, ν, 988. Filius, οι Spiritus
Sanctus.
αἴτιον ἔχει τὸ Πνεῦμα ἅγιον τὸν Θεὸν, ν, 941.
Propter egressionem. Addit: οὗ πνεῦμά ἐστι. (luferre licet: ergo et a Christo.)
αἴτιον, Spiritus Sanctus habet Patrem, V, 1068.
αἴτιος αὐτοῦ (Christi) ὁ Πατήρ, ΙΙΙ, 233, qua
generationem.
αἴτιος τῆς πόλεως, 1, 29, auctor, conditor.
αἰτιῶν διά τινων, IV, 517. Splen trahit, per ductus, meatus, canales.
αιτούμενος, 1, 1455. Hypall. pro, a quo petitur.
αἰχμαλωτεύειν pro αἰχμαλωτίζειν, Ι, 323 init.
αἰχμαλωσίας εἰδώλων, 1, 1029 init., cultus idolorum, quo tenerentur, ut Judæi potestate Babylopiorum.
αἰών, æternitatem haud semper sign. I, 155. Εxplicatur ex instituto, ΙΙΙ, 546; IV, 400 init.
αἰῶνα, καὶ τὸν ὀλίγον χρόνον καλεί ή Γραφή, 11,
896 init.
αἰῶνας, IV, 301, Marci.
αἰῶνος διαστήματι, ΙΙΙ, 736, in avo sine rebus,
ante mundum, aspectabilem certe.
αἰῶνος παρόντος πατήρ 'Αδάμ, ΙΙ, 236.
αἰώνων Ποιητήν, ΙV, 1145, Christum.
ἄκαιρον φυλακὴν τοῦ νόμου, ΙΙΙ, 111, aut immodicam, aut a novo test. alienam.
ἄκανθαν, τὴν ἁμαρτίαν, 1, 802.
ἀκάνθας αἱρετικὰς κατασπείρειν, ΙΙΙ, 682.
ἄκαρπον, τὸ τῆς καρδίας, ΙΙ, 215, vacuitas a virtute.
ἀκατονομάστου, ΙV, 822.
ἀκατηχήτων, ΙΙΙ, 750, imperitis.
ἀκηδίαν τὴν καλουμένην, 1, 1445 oriri, dicit, e
προσβολή crebra peccati, quæ faciat απαυδῆσαι.
Non ergo securitas est, sed defatigatio et tædium
resistendi.
ἀκοαῖς ἀνθρωπίναις μετροῦσα τοὺς λόγους, Ι, 1508,
intellectui, captui.
ἀκοαῖς ἀσθενεστέραις, ΙΙ, 1052, animis imperi
tiorum.
ἀκοὰς βασιλικὰς ἐκίνησαν, ΙΙΙ, 1061. Imperatorem
per ἀκοὰς, irritarunt ad iram.
ἀκοὰς διώρυττον. Vid. Διώρυττον.
ἀκοὰς πεῖσαι, 1V, 982.
col. 873–874page 5 of 154
PG 84:873ἀκοὰς προλεαίνειν. Προλεαίνειν. ἀκοὴν θεραπεύων. Θεραπεύων. ἀκοὴν προθεραπεύει, 111, 160. Προθεραπ. ἀκοήν. ἀκοινωνησίαν ὡρίσαμεν κατ' αὐτῶν, 111, 901, ἀκοινωνησίας δεσμοῖς ὑποβληθείς, 1102. ἀκοινώνητοι, 1527. καθαιρεθέντες, ἀκοινώνητοι ἦσαν τῷ διοικητῇ καὶ τῷ μητροπο ἀκοινώνητον τόκον τῆς παρθένου, Ι, 1453. Κοινω ἀκόλουθα τούτοις, ὅμοια. 1205, τὰ ἑξῆς. ἀκολουθεῖ λόγῳ θείῳ καὶ νεύματι ἡ φύσις, ΙΙ, 995, ἀκολουθεῖν σημείοις τοῦ οὐρανοῦ, ΙΙ, 465, ἀκολουθῆσαι ὀπίσω σου, ΙΙ, 51. φύσις τῷ Δεσπότη. ἀκολούθησις, Ι, 1506. ἀκολουθία μεγίστη. Μεγίστη. ἀκολουθίαν (κατὰ τὴν τῆς φύσεως γενόμενα τε ἀκολουθίας ἐκκλησιαστικῆς τύπον, ΙΙΙ, 864. ἀκόλουθον ἦν, πρὸ τῶν ἄλλων ἐπιδεῖξαι, ΙΙΙ, 114. ἀκολούθως γεγενημένην διαθήκην, ΙΙΙ, 376, ἀκοντίσαι λόγους βλασφήμους, ΙΙ, 1205 ἀκούειν τούτων τῶν λόγων, 1070, ἀκουέτω μετὰ παρρησίας, 1, 917, λέξω αὐτῷ. Παρρησία. ἀκούομεν Γαλάτας ἐν Εὐρώπῃ. 1185 ἄκουσα τὸν στέφανον δέδωκεν, ΙΙ, 89 ἀκουσίοις πόνοις, ΙΙΙ, 319 546, ἀκουστική δύναμις Θεοῦ, 1, 25, 635, ἀκρατὲς στόμα, 55. ἄκραν φιλοσοφίαν. Φιλοσοφίαν. ἄκρατον ὕδωρ θερμότατον, ΙΙΙ, 1005. ἄκρατον φῶς, ΙΙ, 691. ἀκριβεστέραν έκβασιν, Ι, 1604. πνευματικῷ ἀκριβῶς, ΙΙ, 379, ἀληθῶς, Ν. Τ., ΙΙ, ἀκριβῶς καὶ ἀληθῶς, ΙΙ, 999, τυπικώς. ἀκρίτως ἐκρίθημεν. ἐκρίθ. ἀκροαῖς, ἀκ οαταῖς, ἀκρόασιν ο γνώσει Γνώσεως, ΙΙ, 111. ἀκρώρεια τοῦ ὄρους. Ι, 148. ἀκτήμονα βίον, ἀκτήμονα βίον τελειότατον ἔφη, 946. φωτός. ἀκωλύτως προσφέρειν παιδεύματα, 662. ἀλαζονείας διδασκάλων, Ι, 1235, ἀλαζὼν ὑβριστής, ΙΙ, 947. άλα αλαζών
ἀκοὰς προλεαίνειν. Vid. Προλεαίνειν.
¿xoàę Sµwv did᧤t, IV, 1160, litteris.
ἀκοὴν θεραπεύων. Vid. Θεραπεύων.
ἀκοὴν προθεραπεύει, 111, 160. Vid. Προθεραπ.
Obs. et axony, de epistola legenda; recitabatur autem publice; col. 4, 16 et 167. □poleάvas thy
ἀκοήν.
àxoftwv apxaplan, IV, 1235, monachorum
non dormientium.
axoivwvmolas, IV, 1100, ut arceretur cœtu sacro.
ἀκοινωνησίαν ὡρίσαμεν κατ' αὐτῶν, 111, 901, nondum habet exclusionem ab Ecclesia.
ἀκοινωνησίας δεσμοῖς ὑποβληθείς, ΙV. 1102.
ἀκοινώνητοι, ΙV, 1527. Disting. καθαιρεθέντες,
episcopatu moti. Illud gravius.
ἀκοινώνητοι ἦσαν τῷ διοικητῇ καὶ τῷ μητροπο
Airŋ, IV, 1352. Hi abstinebant eorum consortio;
non, ut ipsi moverint cœtu eccl.
ἀκοινώνητον τόκον τῆς παρθένου, Ι, 1453. Κοινω
viav vocal concubitum.
ȧxólastuv yhŵttav, IV, 740, impiam in Deum et
doctrinam sacram.
ἀκόλουθα τούτοις,
I, 540, pro, ὅμοια. It. IV
1205, pro, τὰ ἑξῆς.
axolover, IV, 410, paret.
àxodovßeï ¿vteüßɛv, III, 669, nascitur.
ἀκολουθεῖ λόγῳ θείῳ καὶ νεύματι ἡ φύσις, ΙΙ, 995,
paret.
ἀκολουθεῖν σημείοις τοῦ οὐρανοῦ, ΙΙ, 465, obser
vare ea, velut futurorum nuntia, aut sortis humanæ momentum ab iis pendere.
axoloveñoa, IV, 198, eamdem sortem experiri.
ἀκολουθῆσαι ὀπίσω σου, ΙΙ, 51.
axolouhoavtag tiù mpoyóvy toùs amoróvous, III,
269; idem illis accidisse: et mox, àxoλov¤†σɛt H
φύσις τῷ Δεσπότη.
ἀκολούθησις, Ι, 1506.
ἀκολουθία μεγίστη. Vid. Μεγίστη.
ἀκολουθίαν (κατὰ τὴν τῆς φύσεως γενόμενα τε
xva, III, 101, vim, efficientiam.
ἀκολουθίας ἐκκλησιαστικῆς τύπον, ΙΙΙ, 864. Le
ges eccl. et consuetudinem.
¿xólovšov ánoxplaɛws, II, 1079 extr., se recte
⚫respondisse.
ἀκόλουθον ἦν, πρὸ τῶν ἄλλων ἐπιδεῖξαι, ΙΙΙ, 114.
axoloúbwv pηtwy, IV, 277 quæ statim subjiciuntur.
ἀκολούθως γεγενημένην διαθήκην, ΙΙΙ, 376, legitime.
ǎxovta (šĘ:lászwy), III, 984, si recusaret exire.
axoves tot wav, II, 229. Aquila, Symm., Theod.,
inscii, non id agentes.
ἀκοντίσαι λόγους βλασφήμους, ΙΙ, 1205 extr.
axovtiowy 20ov, III, 1219, funda.
axovstv, intelligere, I, 65; II, 401 init.
ἀκούειν τούτων τῶν λόγων, IV, 1070, scire, reoutare, iis nunc uti, eorum meminisse.
ȧxoústę Euσéбtov, IV, 257, nosti; vel, vides, me
¡llum innuere.
dxouste Neotópiov, IV, 369, intelligitis, me loqui
de Nestorio.
ἀκουέτω μετὰ παρρησίας, 1, 917, metonymice
pro λέξω αὐτῷ. Vid. Παρρησία.
ἀκούομεν Γαλάτας ἐν Εὐρώπῃ. III, 1185 extr.,
ipse enim nunquam eo venerat.
axovovtas, II, 1137, legentes: quia prælegebantur libri, domi quoque.
ȧxoūsav nixovplay, III, 89 med. Lat. versio sufficientem, legit &pxousay. Illud sit, sanans, medens,
et referri possit ad dobevelas, sed minus est usitatum.
ἄκουσα τὸν στέφανον δέδωκεν, ΙΙ, 89 extr. Dedit
quidem volens, sed non eo consilio, in quod re ipsa
cessit, hactenus ergo invita, ut nollet, esse coronam, quod est, gloriosum.
axovons (va). V, 1059, ut in te cadant illa verba.
ἀκουσίοις πόνοις, ΙΙΙ, 319 546, incommodis, quæ
PATROL. GR. LXXXIV.
aļii iis inferant: in quibus ipsi nil faciant: non,
quo inviti subeant: sed, ut non pendeant ab ipsorum arbitrio.
ἀκουστική δύναμις Θεοῦ, 1, 25, 635, ad quam
haud egeat auribus; II, 982, omniscientia, qua
res, quas nos auribus percipimus. Vid. 'Orrixh.
àxoowμɛv, V, 1074 extr., intelligemus.
ἀκρατὲς στόμα, V, 55.
ἄκραν φιλοσοφίαν. Vid. Φιλοσοφίαν.
ἄκρατον ὕδωρ θερμότατον, ΙΙΙ, 1005.
ἄκρατον φῶς, ΙΙ, 691.
ȧxpát xpuμ, III, 1284, summo.
ȧxpiбela helov, II, 1275, quod Hebraismos ad
verbum expresserint.
ἀκριβεστέραν έκβασιν, Ι, 1604. extr., non in typo
aut re historica et politica, sed qua conditionem
Ecclesiæ N. T.
ȧxpiбñ Exбasiv, II, 1578, 1633 extr., ponit in
sensu πνευματικῷ prophetiæ, qua Christum et nov.
testam.
ἀκριβῶς, ΙΙ, 379, ἀληθῶς, de tempore Ν. Τ., ΙΙ,
557, opp. TUTIxus, in exitu vaticiniorum.
ἀκριβῶς καὶ ἀληθῶς, ΙΙ, 999, opp. τυπικώς.
ȧxpibus ouvidely, II, 938, ut non subsistas in
historia, sed TVεμτix intelligas.
ἀκρίτως ἐκρίθημεν. Vid. ἐκρίθ.
axpoais, V, 95 extr. Ferri potest, ab άxpoάouai:
forte tamen fuit, ἀκροαῖς, vel ἀκ οαταῖς, ut hæ du
lectiones in unam coaluerint.
ἀκρόασιν ο γνώσει disting. Vid. Γνώσεως, ΙΙ, 111.
ȧxpoath, IV, 1060 init., lectori.
áxovativ, 1, 643, lectorem quoque; quia tuin fère
recitabatur Script. sacra; II, 1077, lectorem: prælectione enim magis utebantur, per servos.
ȧxp6бuotos, III, 55 med. 48, 206.
axpoбosta, IV, 665 init. eleganter de diabolo, Christum tentare incipiente.
ȧxpodpúwv, II, 104, pomorum; II, 1386, arboribus fructiferis.
ȧxpolívia oxúhov, I, 174. Pleonasmus.
ȧxpotshɛútiov, III, 637, epistolæ clausulam finalem.
àxpowμévous, IV, 487, legentes, quia tum libri
tere recitabantur, ab anagnostis, vel amicis.
ȧxpwvvylar opov, IV, 787 init.; HII, 1064, 1150;
IV, 202 extr., 1019.
ἀκρώρεια τοῦ ὄρους. Ι, 148. Pleonasmus.
&xpws Evavtloic, IV, 497, ut calor summus et
frigus summum: ab extremo contrariis.
axτpova, III, 654, voluntario pauperem.
ἀκτήμονα βίον, I, 522, 562, paupertatem extre
mam, sed voluntariam; I, 178, expl. opovτlow)
euzpov, ascetarum.
ἀκτήμονα βίον τελειότατον ἔφη, Christus, IV, 946.
ȧxthμoves, III, 741 med., e contexto, hic debent
esse, qui non aliunde Exth sato, collegerint sapientiam, sed ipsi sint ejus superal.
áxtηposúvη, III, 1260 extr., paupertas voluntaria ascetarum.
axtiva, III, 1278, solis splendorem, lucem, diurnam
ȧxtīvas xaxias, II, 55, quia solem adurentem
de pravitate explicat.
áxtivog ȧnýľavov, III, 807, cæci non erant: pro
φωτός.
ȧxtio: vúttwy, III, 1292, pro áxtor, stimulis,
aculeis.
ἀκωλύτως προσφέρειν παιδεύματα, III, 662. Proprium ponitur h didaoxadia, ubi non sit pugnandum contra dolorem, iram rel. eorum, quibuscuin
loquamur.
ἀλαζονείας διδασκάλων, Ι, 1235, demonum, arrogantium sibi cultum Dei, et sic superbire docentium et homines.
ἀλαζὼν ὑβριστής, ΙΙ, 947. Eumdem ponit άλαCova cum inapoive. aliorum contemptore. Sed
talis non semper est αλαζών
col. 875–876page 6 of 154
PG 84:875ἀλάστορα ἀνθρώπων, ΙΙ, 938, ἀλάστορες τῶν ἀνθρώπων, 1, 503, ἀπενέγκασθαι ἀλάστορος κοινοῦ ἀνθρώπων, ΙΙ, 1293. ἀλάστωρ ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 298, ἀλάστω, φύσεως ἀνθρωπίνης, ΙΙ, 760 αλγηδόνας. ἀλείφει πρὸς τὴν κακίαν, οἷον παιδοτρίβης, ΙΙΙ, ἀλείφοντα πρὸς ἀνδρείαν, 1084. ἀλείφοντας, 1, 1047. καὶ φωτίζοντας, ἀλείφων εἰς καρτερίαν, 1070, οι ἀλείφων εἰς ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν, 1, 945, ἀθλητὰς τῷ ἀγώνι. ἀλείφων πρὸς τοὺς κινδύνους, 544, ἀλεξιτήριον, 151, αλεξητήρ. ἀλεύρων ἐκ παρθενικών, 117. ἀλήθειαν. Κατά. ἀλήθεια 107. ἀλήθεια προδιέγραφεν ἑαυτήν, ΙΙ, 198, ἀλήθεια τῆς Γραφῆς, 1, 145, ἀλήθεια τῆς προφη θεια, οὐ τύπος, 976 ἀλήθεια οὐ φιλανθρωπίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ τιμωρίαν ἔχει δι καίαν, ΙΙ, 1520. ἀληθείᾳ. 1041. φύσει, οὐσίᾳ, χάριτι. ἀληθεία οὐδὲν λυμανείτα:, ΙΙ, 1471, ἀλήθειᾳ τῆς συνόδου πρὸς μετάνοιαν του, τετηρή ἀληθείᾳ, κατὰ τὴν ἀλήθειαν. ἀλήθειαν προτυποί, 1, 313,: τοῦ τύπου τὴν ἀλήθειαν ἔστιν εὖ ἀλήθεια σώμα, χῶς); ΙΙ, 269, 426, 1625; ΙΙΙ, 634. αλήθειαν, θειαν (ἐπὶ τὴν ἀναβαίνειν ἀπὸ τῶν τύπων, ΙΙ, 376, ἀλήθειαν δείκνυμεν διὰ τῶν τύπων, 111, 178. ἀλήθειαν ὅρκων ἐπιβλαβή. ΙΙΙ, 982, ἀλήθειαν μάρτυρα καλῶν, ΙΙΙ, 1204. ἀληθείας όρους. ἀληθείας ἀρχές ἀληθείας οὐχ ἁμάρτοι, ΙΙ, 541, θείας ἐκείνων πρόξενοι, ΙΙ, 847. ἀληθείας οὐχ ἁμαρτήσεται, Ι,, 1636. όρους, Ευσ. ὅρους, ἀληθείας ἀληθείας ἐλλείποντα ἢ πε στερούμεν προσκύνησιν, ἀλήθεια. προσκυνοῦντες Θεόν, προσκυνοῦμεν τὴν ἀλήθειαν. ἀληθείαις, ταῖς, 949,; σχηματίζονται. ἀληθὲς πέρας, ΙΙ, 1375, πνευματι ἀληθὲς σημεῖον, Ι, 1002. τύπος. ἀληθὴς καρπός. ἀληθὲς θεολογία, 1, 308, τὸ ἐξ ἐπιπολῆς νόημα. ἀληθινῷ φωτὶ, 186, λυχνιαίῳ. ἀληθῶς, τυπικώς, Ι, 861; ΙΙ, 999, ἀληθῶς, ἀκριβῶς. ἀληθῶς ἐπισκόπων, 111, 797, ἀληθῶς καὶ κυρίως, ΙΙ, 356, ἀληθῶς καὶ κυρίως βασιλευόμεθα ὑπὸ ἔφη, ὁ προφήτης, ΙΙ, 431, ὡς ἀληθῆ, ἀληθῶς προσῆκε, ἁλιάδος (ἐπὶ ὀχούμενος, 846, ἀλίσκοιντο ὀρθὰ φρονοῦντες, 58, σκόμενα, ὁ δαπανήσας. ἀλιτήριοι δαίμονες, Ι, 162.
alalayud, expl. L. 771, et iisdem verbis 806
extr., quasi e Glossario.
ἀλάστορα ἀνθρώπων, ΙΙ, 938, diabolum,
ἀλάστορες τῶν ἀνθρώπων, 1, 503, mali demones,
àλástop‹, I, 981, aut diabolum sign. aut Rabsacen impium; cui falsi dii dicantur ἀπενέγκασθαι
pov, attulisse decretum, i. e. Dei pœnam contraxisse. Sed corrupta interpretari quid attinet?
ἀλάστορος κοινοῦ ἀνθρώπων, ΙΙ, 1293. Antichristum hic intelligit.
ἀλάστωρ ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 298, diabolus.
ἀλάστω, φύσεως ἀνθρωπίνης, ΙΙ, 760 extr.,
bolus.
diaalyóvas. III, 1493 extr., operarum lapsu forte
pro αλγηδόνας.
halost, II, 708, firmat, roborat.
ἀλείφει πρὸς τὴν κακίαν, οἷον παιδοτρίβης, ΙΙΙ,
ἀλείφοντα πρὸς ἀνδρείαν, IV, 1084. Ulyssem sese.
ἀλείφοντας, 1, 1047. Addit, καὶ φωτίζοντας, cognitione veri Dei imbuentes, et ad eam suscipiendam colendamque firmantes, animum addentes.
ἀλείφων εἰς καρτερίαν, ΙV, 1070, οι prædotriba.
ἀλείφων εἰς ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν, 1, 945, Airmans, aptans, uἱ ἀθλητὰς τῷ ἀγώνι.
ἀλείφων πρὸς τοὺς κινδύνους, ΙII, 544, Armans,
ut luctatores.
alexáxous, IV, 915, haberi, ait, martyres, per
preces ad Deum; eodem modo latpoú;.
ἀλεξιτήριον, V, 151, pro αλεξητήρ.
ἀλεύρων ἐκ παρθενικών, V, 117. e massa corporis Mariæ; unde àraphy sumpsit Christus homo.
&λfera, I, 352, res per historiam typice et prophetice designata, habens to owμa nov. test. opp.
Apóxelpov vonua, sensus verborum, historia primitus narrata; non quod falsa sit, sed quod umbra rei
in nov. test. gerendæ. Vid. et Kupiw;, 'Ent th;
ályozlag tyveto, I, 304, eventum habuit. xat
ἀλήθειαν. Vid. Κατά. ἀλήθεια in pectorali quid I,
107. ἀλήθεια προδιέγραφεν ἑαυτήν, ΙΙ, 198, res ipsa,
opp. typis v.T. ἀλήθεια τῆς Γραφῆς, 1, 145,
quod clare tradit textus sacer. ἀλήθεια τῆς προφη
relas, H, 1604, quoad referri dicitur ad rem novi
test. ahora ToU TÚROU, III, 585, antitypum.
θεια, οὐ τύπος, II, 976 init. in test. novo. ἀλήθεια
οὐ φιλανθρωπίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ τιμωρίαν ἔχει δικαίαν, ΙΙ, 1520.
ἀληθείᾳ. V. 1041. φύσει, οὐσίᾳ, opponitur χάριτι.
ahola, III, 984. Sane et antea allatæ causæ erant
veræ et intimæ, non prætentæ: sed hæc præcipua,
potentissima. ἀληθεία οὐδὲν λυμανείτα:, ΙΙ, 1471,
quidquid senserit de ambitu Nineves. At quomodo
utrumvis verum esse potest? Scilicet intelligit bistoriam ipsam aut dogmata fidei, secure admodum
et crassius. ἀλήθειᾳ τῆς συνόδου πρὸς μετάνοιαν
Tephe, III, 800 init. Sane legendum videtur,
imo ex aliis (n. 21, p. 799), recipiendum, fa,
eo sensu, quem nota ponit: aut pro periphrasi tñhs
ouvódov, ut alia abstracta in epistolis ejus ætatis.
Alioqui deest nominal. vel subjectum του, τετηρήxet. Aut lege, phi, ego scil. imperator, th
ἀληθείᾳ, κατὰ τὴν ἀλήθειαν. Illud præferendum.
Neque enim talia sibi arrogat imp.
astav, 1, 305, rem novi tesi. signatam historia Vet. test. af méixe to túni, 1, 168,
rem eo monstratam reddidit. ἀλήθειαν προτυποί,
1, 313, et infra: τοῦ τύπου τὴν ἀλήθειαν ἔστιν εὖ
pety, i. e. rem novi test. veuμatixhy, figura illa
signalam. ἀλήθεια est, quod Paulus vocat σώμα,
cujus oxɩà sunt et historiæ vet. test. etsi per se
rere gesta. alheiav opp. túmp, 1. 786 (in quo tamen et ipso res facta primitus, sed non veμatiχῶς); ΙΙ, 269, 426, 1625; ΙΙΙ, 634. αλήθειαν, opp.
paboλhy, II, 838, 839. Signif. rem gestam. Ahθειαν (ἐπὶ τὴν ἀναβαίνειν ἀπὸ τῶν τύπων, ΙΙ,
1028. Hic sign. vitam æternam. ¿½belav ypayñjs,
II, 376, sensum verum. ἀλήθειαν δείκνυμεν διὰ τῶν
τύπων, 111, 178. ἀλήθειαν ὅρκων ἐπιβλαβή. ΙΙΙ, 982,
quia res mala. ἀλήθειαν μάρτυρα καλῶν, ΙΙΙ, 1204.
aitostav napáßÇ To Tú, IV, 202, rem ipsam,
antitypum.
àλ†,bɛiaç, II, 1559, opp. oxide, illud sign. statum
Ecclesiæ novi testamenti; hoc res terrenas, J11dorum et Assyriorum fata. ἀληθείας όρους.
759 extr. æquitatis. delas oux àµapthostal,
1139 et alibi, de eo dicit, qui et aliter interpretari
voluerit re scil. haud repugnante: quia plerumque jungit plures interpretationes. ἀληθείας ἀρχές
Tumov πpo, I, 1348. Josephum aut, virtutis
exemplum, aut, unde discerent, ipsum Deum esse
unum verum. ἀληθείας οὐχ ἁμάρτοι, ΙΙ, 541, in du
plici interpretatione: quia res ipsa in se vera, et
interpretationem capiunt hinc quoque verba. aλnθείας ἐκείνων πρόξενοι, ΙΙ, 847. Fecistis delictis
vestris, ut ego paterer fieri vobis mala, quæ paganorum auguriis prædicerentur, alioqui mendacibus.
ἀληθείας οὐχ ἁμαρτήσεται, Ι,, 1636. Qui aliter explicaverit. &nbelas didászdov, III, 1051, Ambrosium vocat Theodosius imperator ob evosбela;
όρους, quos ipsum docuit. Vid. Ευσ. ὅρους, ἀληθείας
µéλt, III, 1201, summæ et perfectæ virtutis, ex omnibus partibus collectz. ἀληθείας ἐλλείποντα ἢ πεpittà phuata, V, 81, quæ deessent vel redundaren: ad structuram et sententiam. ¿lŋɛla; oùx ȧTOotεpoμe thy posivi, V, 10. Non alium,
στερούμεν προσκύνησιν,
quam verum Deum, qui est ¿½a, adoramus.
Nempe et Filius et Spiritus sanctus sunt ἀλήθεια.
Unde subjicit: προσκυνοῦντες Θεόν, προσκυνοῦμεν
τὴν ἀλήθειαν.
ἀληθείαις, ταῖς, III, 949, re ipsa; opp. σχηματί
ζονται.
ἀληθὲς πέρας, ΙΙ, 1375, per Christum, πνευματιxws, antea et historice, qua exsilium Babylonicum.
ἀληθὲς σημεῖον, Ι, 1002. opp. τύπος. Est signum
quidem, sed, quod rem ipsam, typo figuratam, adesse, significet: crucem intelligit, qua signarentur
Christiani; cui vim mirificam tribuit.
danoes the nappnalas. III, 505, causam, fundamentum idoneum, materiam, e qua haud sit vana.
ainßeotipav, 1, 625. Ps. 11 extr. perfectiorem, firmiorem, tutiorem, ampliorem, durabilem magis.
Nam et in hac vita ἀληθὴς καρπός.
¿àŋštotepov, 1, 1409, de eventu vaticiniorum in
nov. test.
ἀληθὲς θεολογία, 1, 308, opp. τὸ ἐξ ἐπιπολῆς
νόημα.
dandy altare, I, 317, opp. typo.
ἀληθινῷ φωτὶ, II, 186, opp. λυχνιαίῳ. miuori.
ἀληθῶς, opp. τυπικώς, Ι, 861; ΙΙ, 999, ἀληθῶς,
contra Melchisedecitas scr. Orig. IV, 333, i. e.
ἀκριβῶς. subtiliter, bene. ἀληθῶς ἐπισκόπων, 111,
797, orthodoxorum. ἀληθῶς καὶ κυρίως, ΙΙ, 356,
opp. typice. ἀληθῶς καὶ κυρίως βασιλευόμεθα ὑπὸ
o, II, 908. aŋows xpiths Oeds, I, 1187, proprie, summe, primario, ut homines ab eo accipiant
judicandi potestatem et facultatem. aλnows oux
ἔφη, ὁ προφήτης, ΙΙ, 431, i. e. ὡς ἀληθῆ, quasi
essent vera; ex mente errantium et mentientium,
quasi deducendo ad absurdum. ἀληθῶς προσῆκε,
IV, 35, unice.
ἁλιάδος (ἐπὶ ὀχούμενος, ΙV, 846, piscator, navi
piscatoria.
¿dieutixí ámdótyti, II, 252, apostolica; a Petro
piscatore.
CAUTIOUS, IV, 839, apostolorum; quia plures
eorum, et principes, tales.
ἀλίσκοιντο ὀρθὰ φρονοῦντες, V, 58, quasi pudeat
veri.
áltoxóueva, IV, 427, profecto legendum, avai
σκόμενα, de cibo, ut sequitur, ὁ δαπανήσας.
alienplov, III, 933, Juliani Ap.
ἀλιτήριοι δαίμονες, Ι, 162.
pov III, 535 init., Antichristum.
col. 877–878page 7 of 154
PG 84:877&λ' ἐσπείσ. Αλλά μᾶλλον, τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τῶν μαρτύρων. ἀλλεπαλλήλῳ χειρί, ΙΙΙ, 995 ἀλληλούια, ν, 75, τῷ ὄντι Θεῷ, ᾆσω ἄλλην, τοιαύτην. Τοιαύτην. τὸ ἀλλόφωνον τῆς γλώττης. ἀλλοδαπή, ΙΙ, 1371 άλλοδαπήν. άλλοι, λοιποί, ἑρμηνευται, ΙΙ, ἀλλοιοί. Μεταβάλλει. ἄλλοις γεννᾷ καὶ ἄλλοις κτίζει, οἷς γεννᾳ καὶ κτί ἀλλοίωσιν πραγμάτων, Ι, ἀλλοιωτική δύναμις τῆς γαστρός, ΙΙ, 1467, άλλως, ἄλλο μὲν, ἀλλότριος τῶν ζωντων, ΙΙ, 324, θείας, ΙΙ, 848, ἀλλότριον τῆς θείας οὐσίας, ¿λλ τριον οὐκ ἦν τὸ σῶμα ἐνωθὲν αὐτῷ, 14, άλλότριον τῆς θείας φύσεως Χριστόν, 242, ἀλλότριον χάριτος πνευματι δαιμόνων. ἀλλοτρίους, ΙΙΙ, 319,; ἀλλοτρίους τῆς ἐπισκοπικῆς ἀξίας, ΙΙΙ, 901, ἀλλοτρίους τῶν ἰδίων παροικιών, τῆς ἐπισκοπῆς πεποιήκαμεν. 1317. 1323 ἀλλοτριοῖ τῶν ὀρθὰ φρονούντων, 14, ἀλλοτριώσαι τῆς σῆς προμηθείας, 1116, ἀπὸ τ. ἀλλοτρίωσιν τοῦ σου, ΙΙ, 1665, ἀλλόφυλοι άλλοφύλοις Ι, ἀλλόφυλοι 756. αλλόφυλος. τῶν Γραφών καὶ Πατέρων, άγραφος, ἄλλως. Οὐ γὰρ ἄλλως ἠξιώθη μήτηρ ὀνομασθῆναι, 388, 477. άλλως τε δὲ, 637. ἄλλως τε καὶ, ἄλλως τε, καὶ νέος ὤν, Ι, 767. ἄλλως τε καὶ ὢν ἦν, ἄλλως καὶ ματος, μετὰ σώματος, 424 ἄλλως ἀλογίᾳ δουλεύων, 521. Δουλεύων. ἀλογίαν, 663. Λογικόν. ἀλογίαν ατοπίαν ἀλόχευτο: ὠδῖνες, ἄλση, ἀσθαρώθ. 1, 542. άλσος 475, ἀλύειν, ΙΙΙ, 505. ἄλφα (τῷ) ἕως τοῦ ω ἐχρησάμεθα, ΙΙΙ, 956, ἅλωσιν εἰσδέξασθαι τοῦ ἄγους, ἅμαις καὶ μακέλλαις, ΙΙΙ, 1241 ἁμάρτημα, ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 1277, ἁμαρτία πολλὴν διαφορὰν πρὸς ἀσέβειαν ἔχει, 1, 797. ἁμάρτοι οὐκ ἄν τις, οὐχ ἁμάρτοι τῆς ἀληθείας, ἄμαχον άναρχον, 907, 4.
&& post oudeμla, pro †, IV, 1139 init. Redundat, post répa, ante µh, 11, 1097 extr. Redundare
videtur post participium, IV, 490 init. &λ' õues.
Sed puncto deleto postionicavto, et commate posito,
pendebit ab omɛicavto, cum respectu tamen ad
ǎfuxa övta, qua sensum et oppositionem; qua
structuram ab ἐσπείσ. pendet. Αλλά post μᾶλλον,
pro. V, 41.
ad xal, I, 667 extr., non auget, sed nectit
modo: τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τῶν μαρτύρων.
Neque enim hos prætulerit illis, nec prætulít.
äàìà µhv, V, 116. Non liber ita incipit, sed
fragmentum e medio.
ἀλλεπαλλήλῳ χειρί, ΙΙΙ, 995
anyopntal reprehenduntur, I, 52.
· ἀλληλούια, ν, 75, expl. τῷ ὄντι Θεῷ, omisit ᾆσωev. Vid., n. 46.
ἄλλην, τοιαύτην. Vid. Τοιαύτην.
&λ26YWTTOV THS owvñs, II, 440. Pleon. vel hvpall. pro τὸ ἀλλόφωνον τῆς γλώττης.
ἀλλοδαπή, ΙΙ, 1371 init., pro άλλοδαπήν.
&o, simpliciter, I, 1181. Interpretes præter
LXX et Symm. άλλοι, vel λοιποί, ἑρμηνευται, ΙΙ,
1367 extr., disting. ab Aqu., Symm., Theodot. Sunt
e reliquis èxóσs:, I, 480, 516, 521; sunt ipsi LXX,
ut res docet; sed eorum plures tx60, 11, 1629;
ipse expl. Aqu. Symm. Theod. Sic I, 1130, 1158,
1383 extr., 1387 init. II. 238, 242, 870 extr., 898,
979, 980 extr., 1033; II, 227: præter Aqu. et LXX.
ἀλλοιοί. Vid. Μεταβάλλει.
ἄλλοις γεννᾷ καὶ ἄλλοις κτίζει, οἷς γεννᾳ καὶ κτίst, V, 920, 921, 925. Ab hoc disting. &^ws, alio
modo; hoc concedit in Deo, non illud, quia sit simplex. Est ergo alia et alia parte sui, essentiæ suæ.
Obscure, ut in re obscura: hoc quidem apparet,
quia disting. &λw;, aliter, idque admittit, illud,
quia simplicitati Dei contrarium dicatur, debere
pertinere quasi ad partes et communicationes vel
exsertiones, ut sic dicam, ipsius oiolaç. Nempe,
quia revnou concedit Anomous, nec tamen a
xttoet distinguit, ipse rursus, sic et xτíst pro yɛvvet baberi posse, ex absurdo insistit.
allowa xahv, I, 887 init. paganis per baptismum dedit Christus. ἀλλοίωσιν πραγμάτων, Ι,
1076 init. de tempore Novi Test. dlholwory popph
dental, III, 1297, ut Lat. mutatur, in ventriculo.
aliolwors, V, 2, mutatio; non essentiæ, hæc est
sponh, sed attributorum.
ἀλλοιωτική δύναμις τῆς γαστρός, ΙΙ, 1467, ut
Lat. mutare cibum.
äàào. I, 487. Recte inde argumentatur ad similitudinem prædicati. &o; e, IV, 442, sine xal.
älloç xal äλlos, III, 423 extr. Non descendit neque
ascendit Christus; sed άλλως, quod vide. ἄλλο μὲν,
ǎo dè, IV, 1294, in Christo agnoscit Theodoretus.
opóɣaμov, 1, 939. Davidem vocat, qua Bathsebam.
ἀλλότριος τῶν ζωντων, ΙΙ, 324, jam in eo postus, ut eximerer numero viventium. &orpía Ozov
† tŵv ȧɣaðŵv ȧxapnía, I, 277, duo sign.: 1° ipsum
Deum non esse sterilem bonis agendis et dandis;
2° homines ad illa steriles esse Deo dissimiles et
invisos, a cœtu ejus arcendos. ȧllorplay the dλnθείας, ΙΙ, 848, falsam. ἀλλότριον τῆς θείας οὐσίας,
1, 149, essentiæ et naturæ diversæ a Patre. ¿λλ6τριον οὐκ ἦν τὸ σῶμα ἐνωθὲν αὐτῷ, V, 14, i. e. Dei
corpus recte dicebatur, ut ejusdem personæ hypostasis altera. άλλότριον τῆς θείας φύσεως Χριστόν,
III, 242, non Deum. ἀλλότριον χάριτος πνευματι
xns, II, 1059, expertem. aldorplwv, 1, 723, expl.
δαιμόνων. ἀλλοτρίους, ΙΙΙ, 319, hostes, inimicos;
quia dicit: Erga eos ostendi paxpobuμlav. It. 353
extr. ἀλλοτρίους τῆς ἐπισκοπικῆς ἀξίας, ΙΙΙ, 901,
indignos, privatos. ἀλλοτρίους τῶν ἰδίων παροικιών,
III, 877, absentes ab illis, longe remotos. aldorpiou;
τῆς ἐπισκοπῆς πεποιήκαμεν. V. 1317. 1323
ἀλλοτριοῖ τῶν ὀρθὰ φρονούντων, V, 14, declarat
eos non esse in numero recte sentientium.
ἀλλοτριώσαι τῆς σῆς προμηθείας, II, 1116, eam
nobis subtrahere, negare.
ἀπὸ τ.
ἀλλοτρίωσιν τοῦ σου, ΙΙ, 1665, pro
ἀλλόφυλοι opponuntur vicinis, άλλοφύλοις et ipsis,
Ι, 586. ἀλλόφυλοι Judais negantur Idumei, Ammonitæ, Moabitæ, II, 887. aλlopúlwv ¿vwv, paganorum, III, 36. ¿226qulov ülny, quæ esset alius naturæ, qaamn Deus, IV, 756. αλλόφυλος. τῶν Γραφών
καὶ Πατέρων, doctrina άγραφος, quam ignoret
Script. S. nec Patres agnoscant, V, 10.
ἄλλως. Οὐ γὰρ ἄλλως ἠξιώθη μήτηρ ὀνομασθῆναι,
III, 158. (Præcessit: multis eam ornavit apstñs XATopowuasiv. Debebat sequi: nam vocat eam matrem
suam. Itaque άumpe est, ostendit, declarat,
eam florere laude). "Allwę tɛ, omisso xat, III, 374,
388, 477. άλλως τε δὲ, IV, 637. ἄλλως τε καὶ, cum
verbo finito, IV, 315 init. &λws tɛ dè xxl, I, 827
(et cum verbo finito). ἄλλως τε, καὶ νέος ὤν, Ι, 767.
(Debebat vra, quia præcedit accus. cum infin. Sed
solet ἄλλως τε καὶ ponere absolute, ut ὢν sit pro
ἦν, aut nominativus consequentia). ἄλλως καὶ
aws, descendit et ascendit Christus, illud ású)-
ματος, hoc μετὰ σώματος, III, 424 init, ἄλλως
Yevva, aws xviet, alio modo; ut aliud faciat, cum
illud facit, aliud, cum hoc (non, ut ovcía ejus sese
alio modo habeat et exserat), V, 920.
ἀλογίᾳ δουλεύων, IV, 521. Vid. Δουλεύων. ἀλογίαν,
IV, 663. Vid. Λογικόν. ἀλογίαν et ατοπίαν distinguit, V, 1146 (ad illum refert, alium alio, vel in
alio, qua alium, pati: ad hanc, tov Adyov zabeÏv.
Hoc majus, impietatem quoque significat).
&oyov, contemptum, cujus ratio nulla habeatur,
alds diathany expl., I, 573 extr.
ἀλόχευτο: ὠδῖνες, partus sine ulla molestia, 1, 291.
ἄλση, ἀσθαρώθ. 1, 542. άλσος Libani, I, 475,
minus, quam pro re.
ἀλύειν, ΙΙΙ, 505.
¿Aúnwę, IV, 503, transitive, ut nobis nil noceat.
&lvoiv, ààúse:, III, 441, cum spiritu leni. Et mox
&λúsv, ut non catenam, sed sollicitudinem videatur
innuere voluisse. At 1271 init. significat catenam.
ἄλφα (τῷ) ἕως τοῦ ω ἐχρησάμεθα, ΙΙΙ, 956, omnia tenemus, et divinum cultum, et magistratuum
reverentiam; imo, ad superiorem contextum, et
auctorem rerum conservatoreinque colimus, et salutis datorem Christum, cujus et leges ut divinas
observamus.
aw Antuvaton, II, 622 extr., metonymice, areæ,
ubi spice sint comminutæ et excussæ, culinis per
rotas abscissis et elisis.
alwv xolvwvouvres, convictu juncti, I, 965 (e supplem.). álův peμvýμévot, convictus, convivii, I,
574 init.
ἅλωσιν εἰσδέξασθαι τοῦ ἄγους, sceleris reum sese
facere, IV, 360. &wow Expwy, interitum, 1, 948.
apa et apa confund., IV, 763, n. 25.
ἅμαις καὶ μακέλλαις, ΙΙΙ, 1241 seq.
'Auavitev, per a et unum µ, II, 1174 extr.
ἁμάρτημα, ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 1277, quod aviculam
comedere voluerit Ismaelita; scil. contra votum
voluntarium, et grati animi signum, e sensu sæculi.
&uapria quid? 1, 177, lapsus Adami, I, 18. ȧpapla fabri lignarii in ligno exasciando, IV, 1036 extr.
ἁμαρτία πολλὴν διαφορὰν πρὸς ἀσέβειαν ἔχει, 1, 797.
ἁμάρτοι οὐκ ἄν τις, οὐχ ἁμάρτοι τῆς ἀληθείας,
II, 327, 341, 361, 386, 461, rel. dicitur, cum duæ
interpretationes junctæ probantur, quarum utralibet complectatur et ponat rem et sententiam veram.
Rei ergo ahetav intelligit, et optionem facit; nam
hermeneutice una tantum vera, a scriptore speclata.
apaptwloùs quos vocet Scr. S. I, 012. init.
ἄμαχον legitur pro άναρχον, I, 907, n. 4.
áµбλúvetv, obscurare, oblitterare, II, 1176.
col. 879–880page 8 of 154
PG 84:879ΙΙΙ, 266. ἀμβλωθριδίων γενομένων, ἀμβλωθριδίοις φαρμάκοις, 942. ἀμβλώσεως κίνδυνος, ΙΙΙ, 1214, 1215, ἀμείβοντες τὰ δεσμωτήρια τῆς οἰκουμένης, ἀμείνων φθορᾶς, 25. ἀμείνω τῶν πολεμούντων, Ι, 901 κρείττω). ἀμείνω πολιτείαν, έν ἀμειφθῆναι εἰς φθέγμα, ν, 94. ἀμείψαντος τοῦ συνειδότος, ἀμελετήτως ἐνοῦται πρὸς σῶμα, ἀμελούμενον παρ' ἐμοῦ, ἄμεσος δέησις, ἀμεταμέλητα νοσούντας, ΙΙ, 296, σύγχυσιν, 170. ἀμετρίαν τῆς ταπει ἀμέτρῳ μετριότητι, Ι, 392, ἀφράστῳ, ἀμέτρως βασιλικώτερος, μήχανον ἐργασίαν, ἁμιλληθῆναι δυνήσονται, 1416 'Αμμών), υἱὸν γένους σημαίνει, ΙΙ, Αμμανίται. 11, 462, 409, 478, 645, νίται. ἀμοιβαίοις, γράμμασι, ΙΙΙ, 881, ἀμοιβῶν (τῶν), 55, Αμορραίος καὶ ἡ κατοικῶν ὀνομάζεται, 1, 506. ἄμπελον, τὸ Κυριακὸν σῶμα, 58; εἰργάσατο διὰ τοῦ Λόγου, ἀμυδρῶς γεγένηται ἐπὶ τῶν Ἰουδαίων, Ι, 1566, 571; 670. ἀμύητον τοῦ πάθους τὸ Θεῖον, 1, 1396. ἀμυητός αμύητος. ἀμφιβάλλουσι (οὐκ) λέγοντες ἑαυτοὺς Χριστιανούς ἀμφισβητοῦντες πρὸς ἀλλήλους, ἂν 466. εἰ καλῶς ἔτρεχον, κατευθύνοντο, ἄν. "Αν κρατεῖ, οὐκ ἂν γὰρ, οὐ γὰρ ἂν, 1037. ἂν τοῖς μόνοις, ἀναβαθμίδων, αναβαθμών, Ι, 550. ἀναβαίνειν ἀπὸ τῶν τύπων ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, ἀναβάσεις δεξάμενοι 1199, αναβαθμῶν, ἀναβάσεις Θεοῦ ἐν ταῖς καρδί ἀναβεβακχευμένους ὑπὸ τούτων, 952 ἀναβλύσαντα ἐκ τῆς Σιὼν νόμον, 966 ἀναβλυστάνειν, Ι, 751; ΙΙΙ, 938. ἀναγκάζεται παρά γνώμην κολάζειν, 489. αναγκαζόμενος ὑπὸ τῆς παρανομίας. 842. αναγκαζόμενος εἰπεῖν, 919, ἀναγκαζόντων με βλέπειν, παραινῶν). 390, 641. ἀναγκαίους καὶ πρώτους νόμους, καίως ἀναγκάζεται. ἀναγκαίως βού ἀναγκαίως γεγενημένην τὴν ἐνανθρώπησιν — Ἰησοῦ 1190. ἀναγκαίως δοκεῖ βλέπειν, 1912. ἀναγκαίως εδέησε γενέσθαι, ΙΙ, 360 ἀναγκαίως ἐρήσονται, 1, 840 ἀναγκαίως ἐχρήσαντο, 250. ἀναγκαίως νενομοθέτηκεν, ε 890. ἀναγκαίως πεποίηκε,
au6wpidi, fetui immaturo, jam præmortuo,
ΙΙΙ, 266. ἀμβλωθριδίων γενομένων, cum post partum intermortui sitis, aut immature editi, III, 385.
ἀμβλωθριδίοις φαρμάκοις, abortivis, IV, 942.
ἀμβλώσεως κίνδυνος, ΙΙΙ, 1214, 1215, ne aborum
faceret, au6woxovons, ab ortum facientis, IV. 834.
ἀμείβοντες τὰ δεσμωτήρια τῆς οἰκουμένης, peragrantes carceres, nunc hic, nunc illic captivi, III, 269.
ἀμείνων φθορᾶς, ei non obnoxius, III, 25. ἀμείνω
τῶν πολεμούντων, Ι, 901 (pro frequentiori, κρείττω).
ἀμείνω πολιτείαν, ceconomiam N. T. II, 393 extr. έν
Tois &uelvoos Nabothum imitantibus, IV, 1208. (Quænam ergo xɛipova eius? Tristia fata, quæ illis ominari non vult.)
ἀμειφθῆναι εἰς φθέγμα, ν, 94.
ἀμείψαντος τοῦ συνειδότος, mordente conscientia,
castigante intus, III, 23 init.
ἀμελετήτως ἐνοῦται πρὸς σῶμα, Deus Christus,
JV, 172. contexto debet esse, sine mutatione, vel
confusione, quasi ¿µeraétw;. Possis et vertere
ineffabiliter.
ἀμελούμενον παρ' ἐμοῦ, non ita curatum, non tam
benigne, quam Jacobi genus, II, 1672.
ἄμεσος δέησις, Joannis ad Christum sine interprete, V, 97.
ἀμεταμέλητα νοσούντας, ΙΙ, 296, pro substantivo,
quasi austauenslav, vel pro adverbio. Illud magis
ex usu Theod. àµetapéàntov spónov, animum perLinacem, 1, 968.
ȧueτplay daιptoews, ut ubique, largiter, sollieite, diligenter urgeant discrimen naturarum in Christo, contra σύγχυσιν, IV, 170. ἀμετρίαν τῆς ταπει
vopposúvns, summam modestiam, inajorem, quam
cpus esset aut posceretur, III, 188.
ἀμέτρῳ μετριότητι, Ι, 392, ἀφράστῳ, inenarra
bili, summa. Oxymori genus, non affectatum in re
vere hyperbolica.
ἀμέτρως βασιλικώτερος, Deus, infinitis modis,
ultra quam dici possit, IV, 483. àµérpw; Oppvhowcv, de peccatis, III, 324.
auŋyern, aliquatenus, IV, 842, 1231, e Platone.
Expressum.
uv. Eo vocabulo finire solet Theod. tomos
commentariorum.
μήχανον ἐργασίαν, apum; vel, cui machinas et
instrumenta non adhibeant, vel, quod nos efficere
nequeamus, IV,
ἁμιλληθῆναι δυνήσονται, adhibere vim dicendi,
scil. cum successu, ut rei magnitudinem verbis
æquent, III, 792.
Aupav, II, 844. Disting. ab Auuшv, populo;
illam facit Arabiæ urbem, olim Philadelphiam, II,
1416 med. (Pro 'Αμμών), υἱὸν γένους σημαίνει, ΙΙ,
1292 init.
Αμμανίται. per a pro w, 11, 462, 409, 478, 645,
649, 676, 844, 848,887, 1291 med., 1415 med. iv, 966.
ǎppai, vel ǎuat, III, 937, ad humuni effodiendam.
'Aµµwv, per w, IJ, 600, 885, disting. ab urbe
Arab. Amman. II, 844.
'Аμμwvitat, per w, II, 575, ubi cod. n. 11 'Apaνίται.
ἀμοιβαίοις, γράμμασι, ΙΙΙ, 881, responsione.
ἀμοιβῶν (τῶν), ΙII, 55, premiorum.
popov spoon, IV, 517, effective; unde nil
alimenti suggeratur corpori: vel pop melonymice pro materia, apopun nutriendi.
Αμορραίος καὶ ἡ κατοικῶν ὀνομάζεται, 1, 506.
ἄμπελον, τὸ Κυριακὸν σῶμα, IV, 58; hanc εἰργάσατο διὰ τοῦ Λόγου, ibid. (Athanas.)
aurexóuevos, carnem, Christus, IV, 752.
aµnexóvny (thy), baptismi usum, III, 914.
duuroaλivny, II. 408, ex Hebr. et Syr.
ἀμυδρῶς γεγένηται ἐπὶ τῶν Ἰουδαίων, Ι, 1566,
imperfecte, typice, non ita universe aut insigniter,
in N. T. II, 1630.
duurto, nondum baptizatus, sed dudum Chri-
tianus scilicet, III, 954. àµúntos auaprias, expers
peccati, eo nondum quasi initiatus, I. 42; III, 556,
571; IV, 670. ἀμύητον τοῦ πάθους τὸ Θεῖον, 1, 1396.
apunto, nondum ad cœnam S. admissi, catechumeni, IV, 24, nondum baptizati, III, 914.
ἀμυητός vitiose pro αμύητος. III, 556 med
ἀμφιβάλλουσι (οὐκ) λέγοντες ἑαυτοὺς Χριστιανούς
Elvat, non verentur, se dicere, III, 844.
àµóíɓoλov, I, 1260, imperfectum; ob Ellipsin.
ἀμφισβητοῦντες πρὸς ἀλλήλους, cum litem habetis, III, 194.
'Aµws ó πpophtηs, IV, 975 extr. cum circumflexu.
ἂν omissum, II, 466. εἰ καλῶς ἔτρεχον, κατευθύ
νοντο, scil. ἄν. "Αν cum indicativo κρατεῖ, V, 1048.
οὐκ ἂν γὰρ, pro οὐ γὰρ ἂν, V, 1037. ἂν τοῖς μόνοις,
V, 125 med., lege &ptois µóvoiç. Nam neque rolę sie
poni pro touto potest, neque av locum hic habet.
ἀναβαθμίδων, pro αναβαθμών, Ι, 550.
ἀναβαίνειν ἀπὸ τῶν τύπων ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ,
1028, quia loquitur de vita cœlesti.
ἀναβάσεις δεξάμενοι (pro singulari), 1199, qu
redeundi in patriam beneficium accepissent; scil.
e Græco αναβαθμῶν, ἀναβάσεις Θεοῦ ἐν ταῖς καρδί
ats, monitus, efficientiæ, II, 916. Ductum a Cherubinis, quibus insidens Deus figuratur.
ἀναβεβακχευμένους ὑπὸ τούτων, ΙV, 952
ἀναβλύσαντα ἐκ τῆς Σιὼν νόμον, ΙV, 966
ἀναβλυστάνειν, Ι, 751; ΙΙΙ, 938.
avayivwaxousiv, evangelistæ, scribunt, ponunt,
"
ἀναγκάζεται παρά γνώμην κολάζειν, Deus,
489. αναγκαζόμενος ὑπὸ τῆς παρανομίας. punis
Deus, II, 842. αναγκαζόμενος εἰπεῖν, IV, 919, sed
non dixit. ἀναγκαζόντων με βλέπειν, animus dicit
de oculis, IV, 643. (Pellexerunt me, objecerunt
mihi speciem, quam devitare primo non possem,
deinde sæpius videre gestirem). ȧvayxážousi, velint
cogere, III, 746 (negat enim coacturos). àvayxáv
owy povεiv, Deus, I, 150 (scil. argumentis, ut mox
addit: παραινῶν).
avayxala, moraliter et per se bona: non liturgica tantum, externa, arbitraria, II, 830. toù vóμov,
moralia, quæ sunt juris naturalis, III, 370, 388,
390, 641. ἀναγκαίους καὶ πρώτους νόμους, juris
naturalis, IV, 439; 1, 68.
avayxalws, gravi de causa, apte, à propos, reposcente et loco, I, 137, occasione data, I, 259.
apte ad rem, quia oratio ita ferebat, I, 319. opportune, I, 477 med. &valóyw;, eixóτws, 1, 633 extr.
Aposnxóvtws, 1, 744. apte, II, 386, quia res ita fert,
nexu notionum, congrue, II, 722, 723; II, 737 (bis);
II, 1241; III, 194. (Monitus illa re et notione, avari,
quam posuit; mentione ejus injecta. Nulla ibi præterea necessitatis notio, ne opportunitatis quidem.
Gallice sit à propos de l'avare), III, 281 init.; IV,
559 med. salubri nobis exemplo, V, 128, economiam Christi gestam, i. e. e certis Dei consiliis,
apte ad ejus attributa, justitiam imprimis. àvayκαίως ἀναγκάζεται. Vid. Pleonasm. ἀναγκαίως βού
Aetai xexpñola, IV, 1304. (Temperare sibi non
potest, quin velit; vel, uti vult ws avayxafois).
ἀναγκαίως γεγενημένην τὴν ἐνανθρώπησιν — Ἰησοῦ
Xpotou, III, 40 init. (quia homines ea indigerent
ad salutem, quam non possent tenere lege servanda).
ȧvayxzlw; didászat, re poscente, apte ad causam,
II, 218. ȧvayxaiw; Stoάoxerat, apposite, congrue,
bene, II, 1190. ἀναγκαίως δοκεῖ βλέπειν, commode, apte ad rem, factum est, quod videtur, rel. II,
1912. ἀναγκαίως εδέησε γενέσθαι, ΙΙ, 360 init.
(adventum Christi, ob delicta nostra: hypothetice
quidem, si vellet Deus, nos salvos esse). avayxaiw;
Enhyayev, sapienter, gravi de causa, I, 278, 284.
ἀναγκαίως ἐρήσονται, 1, 840 (quia nosse cupient;
vel: certo quærent). ἀναγκαίως ἐχρήσαντο, ad veram
utilitatem, III, 250. ἀναγκαίως νενομοθέτηκεν, ε
jure naturæ, moralitate interna et naturali rei ipsius, IV, 890. ἀναγκαίως πεποίηκε, Deus, bene,
col. 881–882page 9 of 154
PG 84:881ἀναγκαίως προσ τέθεικε, 293. ἀναγκαίως τέθεικε, ἀναγκαίως τὸ πά θος ὑπέμεινε, 560. ἀναγκαίως τρὶς τῆς ἐπανόδου τυγχάνουσι, 1228. ἀναγκαίως ὑποπίπτουσι ἀναγκάσῃ, πείσῃ, ἀναγκαστικὴν τῆς περιτομῆς διδασκαλίαν, ΙΙΙ, αναγκαστικήν, εἰς τὴν περιτομήν. ἀνάγκη πάσα, 1646. ἀνάγκη προσπταίειν ἀνθρώπους ὄν τας, 954. ὑπ' ἀνάγκης της συνειδήσεως, 640. ἀνάγκην βασιλικήν. Βασιλ. ἀναγνοὺς τὸν νόμον, 466. ἀνάγνωθι, που λέγει. ἀναγνωσθέντα νῦν, ἀκούομεν, ἤκουσε. ἀνάγνωσιν εὑρεῖν οὐκ ἠδύναντο, εἰς ἀνάγνωσιν ἔρχεσθαι, ΙΙΙ, 899. ἀνάγνωσμα, ν, ἀναγνώσομαι, ἀναγνώσομαι τὸν νόμον, 956. ἀναγωγήν, ἀναγωγῆς νόημα, πνευματικός, ἀναδειξάμενοι μίσος, Ι, 1387, επιδειξάμενοι. ἀναδεξάμενοι. ἀναδεξάμενος, Ι, 366, τῆς ἀνὰ, ἀναδεξάμενοι αναδειξάμενοι, Ι, 1387, ἀναδέχομαι εἰς ἐμαυτὸν, ΙΙΙ, ἀναδησάμενος νίκην, 127. ἀναδησαμένου βασι λείαν τῆς οἰκουμένης, ΙΙ, 1267 ἀναδησαμένου τὸ Περσῶν κράτος, ΙΙ, 1927. ἀναδησαμένης τὸ κράτος, Ι, 1073, ἀναδήσεται τὴν νίκην, Π, ἀναδιδάξητε, ΙΙ, ἀναδυόμενον, ἀναδύσεται τὸ κράτος 890. ἀναδήσεται, ἀναζωπυρείν, Ι, 187, ἀεὶ ζωπυρείν). τὴν χάριν. τὸ χάρισμα. ἀναθεὶς ἀνατύπωσιν, ἀνάθεμα ἀνάθημα ἀνάθεμα διπλήν διάνοιαν, τὴν δευτέραν διάνοιαν. ἀναθέματα ἀνέθεσαν, ΙΙ, 1068. ἀναθέματα, αναθήματα, κι ἀναθέματα Θεοῦ, ΙΙΙ, ἀναθεματίζει ἀναθεματίζουσι 50. αναθεματίσας, μηδένα τροφῆς μεταλαβεῖν, ἀνάθημα, ἀναθέματι, 11, 1563. ανάθημα και ἐπὶ τοῦ ἁγίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἀναγούς καὶ βεβήλου, ΙΙ, 260;: ἀνάθημα τοὺς τῆς Ἐκκλησίας ἐκβαλό λομένους. ἀνάθεμα ἀναθήσειν Θεῳ, ἀναίδην ἀνέδην, ΙΙΙ, 802, 849 5, ἀναίρεσις. διὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν βρεφῶν, Ι, 307. Διά. ἀναιρούντων ἀπαλλάξῃ, ΙΙ, 92, τῆς ἀναιρέσεως, ἀναίτιον ἀναίτιον ἀναίτιος ἀγέννητος, 91. ἀνακαινισμός, ἀνακαλεῖται τὸ παράπτωμα, Υ, 131, ἀνακαλέσαι τὴν ἧτταν, ἀναπαλαίειν, 48 ἀναπαλαίσασθαι. ἀνακαλέσασθαι τὴν πλάνην τῶν προβάτων, ἀναχειμένην εἰδώλοις, 1, 302. ἀνάθημα. ἀνέθεντο. ἀνα κειμένης τῷ πατρὶ παλλακίδης, ΙΙ, 1417 ἀνα κειμένοις σοι, ἀνακείρας τὴν γαστέρα, ἀνακεφαλαιούμενον εἰς αὐτόν, 52. ἀνεκεφαλαιώσατο ἀνακεφαλαιωθή. ἀνακηρύξει σε, 855. ἀνακηρύτα τει, κολάζει, 642. ἀνακηρύττειν τοὺς ἀθλη τὰς, 630. ἀνακηρύττουσαν ατοπίαν, 1168. Ρο ἑαυτήν, ανακύπτουσαν, τῶν ἀνα κυπτόντων, ἀνακινεῖ, ΙΙ, ἀνακινῶν λόγους, 1158. ἀνακλᾷ τὸν αὐχένα, 509. ἀνακλᾶσθαι εἰς ἑαυτὰς, ἀνακλήσεως οὐκ ἔτυχον, Ι, 287. ἀνακλήσεως οὐκέτι ἀπολαύουσι, ἀνακραθέντας τοῖς τοῦ Θεοῦ λόγοις, ΙΙΙ, 566. Ηο ἀνακρουομένην βλασφημίαν, 631. ἀνακρουομένοις ὀργάνοις, ΙΙ, 872. ἀνάκτισις, ἀνάκτορα, τοῦ ἄνακτος, 1, 1050. άνακτόρων ἐπιβαίνειν, ἀνάκτορον, 5. ἀνάκτορον καὶ ἄδυτον τῆς σκηνῆς, 166. ἀνακυκλοῖ τοὺς αὐτοὺς λόγους, 268 ἀνακυπτόντων, ν, 1168. ἀνακύπτουσαν ἀντίθεσιν, ἀνακωχήν τινα δοῦναι τῷ πολέμῳ, ΙΠ, 1064. ἀνακωχῆς γενομένης, ΙΙΙ, 907; Ι, 336, 1266. ἀνακωχῆς ὀλίγης τυχών, Ι, 425; ἀναπαύσεως. ἀναλάβω τὴν ἐξ ὑμῶν σάρκα, ΙΙ, 1354. ἀναλαβών, ΙΙ, 249: ενανθρωπήσει τοῦ Λόγου. ἀναλαμβάνειν 52. ἀναλαμβάνειν ἄνθρωπον, ἀνειλήφθαι, ἀναληφθήναι, 76. ταγῆναι, ἀνάληψις, ἀνάληψις
sapienter, convenienter, IV, 809. ἀναγκαίως προσ
τέθεικε, vere, I, 293. ἀναγκαίως τέθεικε, aple,
congrue, re poscente, III, 602 init. ἀναγκαίως τὸ πά
θος ὑπέμεινε, Christus, ad nostram salutem, ex
ceconomia, III, 560. ἀναγκαίως τρὶς τῆς ἐπανόδου
τυγχάνουσι, ex parallelo, convenienter, analogice,
quia ter abducti, II, 1228. ἀναγκαίως ὑποπίπτουσι
merito, ut poscit eorum error, V, 32.
ἀναγκάσῃ, pro πείσῃ, inducat, I, 480 init.
ἀναγκαστικὴν τῆς περιτομῆς διδασκαλίαν, ΙΙΙ,
395. Si genitivus pendet ab αναγκαστικήν, est pro
εἰς τὴν περιτομήν.
ἀνάγκη πάσα, consequens est, relinquitur, superest, I, 1646. ἀνάγκη προσπταίειν ἀνθρώπους ὄν
τας, vix vitetur, III, 954. ὑπ' ἀνάγκης της συνειδή
σεως, vi, imperio, IV, 640. ἀνάγκην βασιλικήν. Vid.
Βασιλ.
ἀναγνοὺς τὸν νόμον, IV, 466. Repeters, non e
libro, sed ut eam noverat in mente, III, 435. Paulus in Epistola; cum posuisset, attulisset, commemorassel, quasi prælegens Ephesiis.
ἀνάγνωθι, V, 1074. Die, ostende locum; sequitur
enim που λέγει.
ἀναγνωσθέντα νῦν, verba jam allata, II, 909 init.,
scil. quia assueti legendæ publice Scr. S.; unde
sepe dicit: ἀκούομεν, ἤκουσε.
ἀνάγνωσιν εὑρεῖν οὐκ ἠδύναντο, modum, quo legeretur, vel, quid esset scriptum, II, 1162 εἰς
ἀνάγνωσιν ἔρχεσθαι, legi, ΙΙΙ, 899.
ἀνάγνωσμα, ν, 1010. Quod capi legere.
ἀναγνώσομαι, referam, commemorabo, exponam,
ἀναγνώσομαι τὸν νόμον, apponam, III, 956.
ἀναγωγήν, sensum typicum, propheticum, 1, 681.
ἀναγωγῆς νόημα, sensus sublimior, πνευματικός,
moralis, I, 280.
ἀναδειξάμενοι μίσος, Ι, 1387, pro επιδειξάμενοι.
Cod. ἀναδεξάμενοι.
ἀναδεξάμενος, Ι, 366, cum vi τῆς ἀνὰ, quia iam
bellatum.
ἀναδεξάμενοι legitur pro αναδειξάμενοι, Ι, 1387,
n. 3.
ἀναδέχομαι εἰς ἐμαυτὸν, refero ad me, ut mihi
facta reputo, ΙΙΙ, 1307.
ἀναδησάμενος νίκην, V, 127. ἀναδησαμένου βασιλείαν τῆς οἰκουμένης, ΙΙ, 1267 (signatum pro signo).
ἀναδησαμένου τὸ Περσῶν κράτος, ΙΙ, 1927.
ἀναδησαμένης τὸ κράτος, Ι, 1073, habentis, et
quasi diademate illo sese ornantis.
ἀναδήσεται τὴν νίκην, referet, ea ornabitur, Π,
ἀναδιδάξητε, ΙΙ, 79; pro simplici, ut Thucyd.
ἀναδυόμενον, tergiversantem, cunctantem, III, 13.
ἀναδύσεται τὸ κράτος (in accus.), II, 890. Vitiose
pro ἀναδήσεται, ut alias loquitur.
ἀναζωπυρείν, Ι, 187, (cod. ἀεὶ ζωπυρείν). Respi
cit ll Tim. 1, 6; sed addit: τὴν χάριν. Paulus liabet: τὸ χάρισμα.
ἀναθεὶς ἀνατύπωσιν, V, 57, velut in illustri monumento posuit, consecravit, reliquit.
ἀνάθεμα expl. III, 98 extr., ita ut ἀνάθημα confundat. At mox 99 init. ponit utrumque, et distin -
guit, cum ante dixisset, ἀνάθεμα habere διπλήν
διάνοιαν, et rursus, Paulum secutum (in uno eodemque vocab.) τὴν δευτέραν διάνοιαν.
ἀναθέματα ἀνέθεσαν, ΙΙ, 1068. Pleonasmus: et
ἀναθέματα, pro αναθήματα, κι ἀναθέματα Θεοῦ, ΙΙΙ,
ἀναθεματίζει apostolos et angelum, V, 45. ἀναθεματίζουσι baptismum et coenam S. Archontici,
IV, 50. αναθεματίσας, μηδένα τροφῆς μεταλαβεῖν,
I, 377; i. e. cum anathemate adjecto vetuisset.
ἀνάθημα, et Deo sacrum et ab eo alienum dicit,
confundens cum ἀναθέματι, 11, 1563. ανάθημα και
ἐπὶ τοῦ ἁγίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἀναγούς καὶ βεβήλου, ΙΙ,
260; et mox: ἀνάθημα τοὺς τῆς Ἐκκλησίας ἐκβαλό
λομένους. Altero sensu ἀνάθεμα potius dicatur.
ἀναθήσειν Θεῳ, puerum sacerdotio declinaturam,
ἀναίδην confund. cum ἀνέδην, ΙΙΙ, 802, 849 n. 5,
1018 n. 12; V, 48.
ἀναίρεσις. διὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν βρεφῶν, Ι, 307.
Vid. Διά.
ἀναιρούντων ἀπαλλάξῃ, ΙΙ, 92, pro, τῆς ἀναιρέ
σεως, a cade, interitu. Melonymia.
ἀναίτιον Patrem dicit, V, 941. ἀναίτιον Spiritum
S. negat Orthod., 1068. ἀναίτιος non est Filius, quia
non ἀγέννητος, ΙV, 91.
ἀνακαινισμός, regeneratio per baptismum, V,
ἀνακαλεῖται τὸ παράπτωμα, Υ, 131, corrigit, reparat, er macht es wieder gut; in integrum restituit, ac si factum non esset. ἀνακαλέσαι τὴν ἧτταν,
reparare, V, 661. Alibi ἀναπαλαίειν, unde et hic n.
48 ἀναπαλαίσασθαι. ἀνακαλέσασθαι τὴν πλάνην τῶν
προβάτων, oves ex errore, IV, 667.
ἀναχειμένην εἰδώλοις, 1, 302. Cultui idolorum
deditam, ut ἀνάθημα. Nam et urbes ἀνέθεντο. ἀνακειμένης τῷ πατρὶ παλλακίδης, ΙΙ, 1417 extr. ἀνακειμένοις σοι, 1, 1085, cultui tui sacratis.
ἀνακείρας τὴν γαστέρα, aperto, dissecto ventre,
ἀνακεφαλαιούμενον εἰς αὐτόν, IV, 52. Christum
vocat (Iren.), qui Adamum (et omnes nos, p. 53)
ἀνεκεφαλαιώσατο ad sese, ut caput revocaverit, sibi
junctum restituerit veluti in integrum. Sic et mox
ἀνακεφαλαιωθή.
ἀνακηρύξει σε, scil. victorem, I, 855. ἀνακηρύτα
τει, opp. κολάζει, ΙV, 642. ἀνακηρύττειν τοὺς ἀθλη
τὰς, scil. victores, et consequenter præmiis ornare, I, 630. ἀνακηρύττουσαν ατοπίαν, V, 1168. Ροtest intelligi ἑαυτήν, sese prodentem. Interpres legisse videtur ανακύπτουσαν, ut infra est τῶν ἀνα -
κυπτόντων, quæ inde consequantur.
ἀνακινεῖ, ΙΙ, 473: pro simplici.
ἀνακινῶν λόγους, exorsus, III, 1158.
ἀνακλᾷ τὸν αὐχένα, mari tribuit, ut equo recellenti, IV, 509. ἀνακλᾶσθαι εἰς ἑαυτὰς, valva, replielç
carentur, sich zurüctlegten, brachen, II, 1025.
ἀνακλήσεως οὐκ ἔτυχον, nondum reducti sunt in
terram suam, Ι, 287. ἀνακλήσεως οὐκέτι ἀπολαύ
ουσι, III, 510. Judai, post excidium Hieros. et dissivationem.
ἀνακραθέντας τοῖς τοῦ Θεοῦ λόγοις, ΙΙΙ, 566. Ηοmines ipsos, intime illis insinuatos, ut plane sibi
assererent.
ἀνακρουομένην βλασφημίαν, velut fdibus, IV,
631. ἀνακρουομένοις ὀργάνοις, ΙΙ, 872.
ἀνάκτισις, restitutio, revocatio in vitam, II, 996.
ἀνάκτορα, adytum, sedes τοῦ ἄνακτος, Dei, 1,
162. Ipsum altare, ubi habebatur eucharistia, cum
septo et area, Chor, III, 1050. άνακτόρων ἐπιβαίνειν,
ad aram, ubi celebraretur coena S. III, 1069.
ἀνάκτορον, adytum, pars templi sanctissima et
arcana, I, 94, 468, 570, e Symmacho, 1, 766. Vid.
n. 5. ἀνάκτορον καὶ ἄδυτον τῆς σκηνῆς, I, 166.
ἀνακυκλοῖ τοὺς αὐτοὺς λόγους, III, 268 med.
ἀνακυπτόντων, quæ consequantur ex illa doctrina,
ν, 1168. ἀνακύπτουσαν ἀντίθεσιν, emergentem, nascentem, III, 61: eleganter.
ἀνακωχήν τινα δοῦναι τῷ πολέμῳ, ΙΠ, 1064. ἀνακωχής γενομένης, II, 566. laxamento, quiete (quia
ad tempus abscesserant Chaldæi. Non ergo inducia),
ΙΙΙ, 907; Ι, 336, 1266. ἀνακωχῆς ὀλίγης τυχών, Ι,
425; i. e. ἀναπαύσεως.
ἀναλάβω τὴν ἐξ ὑμῶν σάρκα, ΙΙ, 1354.
ἀναλαβών, ΙΙ, 249: de ενανθρωπήσει τοῦ Λόγου.
ἀναλαμβάνειν explicat Cyrillus V, 52. ἀναλαμβάνειν ἄνθρωπον, ἀνειλήφθαι, de piis et beneficio Dei,
V, 54. de Christo non dicendum, Cyrill. ibid.
ἀναληφθήναι, V, 76. ταγῆναι, locari, in catalogun
Psalm. reponi.
ἀνάληψις, ut homo Christus a Christo Deo sit
ascitus, V, 55. ἀνάληψις Christi Hierosolymis est;
col. 883–884page 10 of 154
PG 84:883ἀνάληψιν σαρκὸς ἐκ τῆς Μαρίας, ΙΙΙ, 1037. ἀνάληψιν ψυχῆς ἀναλίσκεται ἀκαριαίον, ΙΙΙ, 280. ἀναλλάξας, Ι, 1007: ἐναλλάξας. ἀναλλοίωτος ἀναλουμένην χάριν καὶ ἀθανασίαν, ἀναλύεσθαι, ΙΙΙ, ἀνάλυσις πάντων εἰς πῦρ, 825 ἀναλώσαντες (την τροφήν), 1, 82. ἀναμάρτητοι, δύνανται ἁμαρτῆσαι. ἀναμάττεται τοὺς θείους χαρακτῆρας, 1, 840. ἀναμένοντες τὸν κόρον, Ι, 1298. ἀναμιγνύς, ΙΙΙ, ἀναμιμνήσκει, ΙΙ, 502. τῆς ποιήσεως ἀναμιμνήσκει τὸν ποιητὴν, 835. ἀναμιμνήσκει τῶν συμβησομένων, ΙΙ, 1352. ἀναμιμνήσκει τῷ ὅρκῳ, 1345; ἀναμιμνήσκουσι τῶν ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 631 θεῷ ἀναγνωσθήναι. ἀναμιμνήσκονται τῶν παλαι. ἀναμιμνήσκουσι τῶν θαυμάτων, Ι, ἀναμιμνήσκουσι τῶν ἀπειλῶν, ἀναμιμνησκώμεθα, ΙΙΙ, 594. θεωρία, ἀναμνήσων αὐτοὺς τῆς προῤῥήσεως, ΙΙ, 883, ανάμνησον, αναμοχλεύοντας, Ι, 130. αναμοχλεῦσαι, 512. καθαρτήρια. ἀναμφισβητήτως, ἀνανέωσιν φύσεως, ἀνανεωθεῖσαν ἀνάστασιν, 141, ἀνανεῶσαι, ΙΙΙ, ἀνανθείς, ΙΙΙ, 1140. καθάπερ πυρί, αὐανθείς, ἄναξ Ηρακλῆς, Ηρακλες, ἀνάξιος τῆς θείας κηδεμονίας, 103. αναξίους τῆς ἑορτῆς, Ι, ἀνάξω σοι παιδείαν, 591, επάξω, ἀναπαλαίειν τὴν ήτταν, ΙΙΙ, 933, ἀναπαλαίσασθαι εἰ ἀνακαλέσαι 661, 48. άναπαλαῖσαι. ἀναπαλαίσωμεν τὰς ἥττας, ΙΙΙ, 1253, ἀναπαύσασθαι, 767. ἀναπέμπει ανάπτει, 42. Αναπιμπλάς συμφορῶν, ΙΙΙ, 984. ἀνάπλασις, ἀναπλήρωσιν, ἀναποδίζων, ΙΙ, ἀνάπτει συνάπτει, τῆς σὺν, εἰ ἀναπέμπει. ἀναμενομεν. ἀνέμενον. ἀναρπασθέντες, 129. ἀναῤῥηθέντων, ΙΙΙ, 1934. ἀναῤῥήσεις 449. ἀναῤῥήσεων θείων, 36. ἀναρτήσαντες σφᾶς αὐτοὺς τῆς θείας ἐλπίδος, Ι, ἄναρχον κράτος, 620. άναρχος γένο νησις τὸ ἄναρχον ἄμαχον, αήττητον. ἀνασκαλεύσαντι τὸν λογισμόν, 751, τῷ Πνεύματι. ἀνασκευάσασθαι, 1, 391 ἀνασκινδαλευθῆναι, 902, ανασκολοπισθῆναι. ἀνασκολοπίζοντες, ἀνασταυροῦν ἀνασκολοπισθείς, 4664. ἀνασταλήσεται, ΙΙΙ, ἀνάστασις, ἀνάστασις ἡ ἄνω θεν στάσις. [ 442. ἀνάστασις νοεῖται ἡ τοῦ ἡλίου ἀνατολή, ν, 1029. ἀνάστασις (σώματος καὶ ψυχῆς, άδην ἀνάστασις Ἱερουσαλήμ, 404, ἀνάστατος. ἀναστείλαι τὴν πονηρὰν γνωμην, ἀναστέλλωμεν τὰς ὁρμᾶς, 11, 880. ἀνάστηθι, ἀναστροφήν, Ι, ἀνατροφήν. ἀνασχῃ ποιῆσαι. 880, ανασχόμενος θαλ ῥῆσαι, 855. οὐκ ἀνασχόμενος, ἀνατέθεικε τὰ ἄλση, 497. ἀνατέθεικεν πλῆθος ἑαυτὸ τῇ Ἐκκλησίᾳ, 789, ἀνατιθέναι, Ι, Ἀνατολῆς πρόεδρος, 1190, ἀνατολῆς οἰκείας, ἀνατρέχει ἡ εὐεργεσία εἰς τὸν εὐεργέτην, Ι, 922, τὴν οἰκείαν ὠφέλειαν. ἀνατύπωσιν εὐαγοῦς πολιτείας ἀναθεὶς, 57. ἀναφανείσης τῆς Καινῆς Διαθήκης, ΙΙ, 1584; ΙΙΙ, 7. ἀναφανείσης τῆς πίστεως, ἀναφέρεσθαι, ἀναφορὰ, 1516. πρὸς τὸν βασιλέα, 1314, 1316. δι' ἀναφορᾶς ἔγνωμεν, ΙΙΙ, δι' ἀναφορών, ἀναφορὰν εἰς τὸν Πατέρα ἔχει, ἀναφορὰν ἔχει πρὸς τὴν θείαν βούλησιν. ΗΙ.
metonymice, locus, monumentum ejus, II, 1050.
ἀνάληψιν σαρκὸς ἐκ τῆς Μαρίας, ΙΙΙ, 1037. ἀνάληψιν
ψυχῆς agnovit Apollinarius, IV, 372.
ἀναλίσκεται ἀκαριαίον, intercedit, ΙΙΙ, 280.
ἀναλλάξας, Ι, 1007 med.: lege ἐναλλάξας.
ἀναλλοίωτος Filius Ario dicitur, III,
ἀναλουμένην χάριν καὶ ἀθανασίαν, amissam, V,
ἀναλύεσθαι, rescindi, mutari, ΙΙΙ, 868.
ἀνάλυσις πάντων εἰς πῦρ, ΙV, 825: ex opinione
Pythagora.
ἀναλώσαντες (την τροφήν), 1, 82. ad nihilum redegerunt; fecerunt, ut amplius non exstaret.
ἀναμάρτητοι, V, 948 init. opponit et distinguit
δύνανται ἁμαρτῆσαι. Ergo illud actum ipsum tollit,
non conditionem.
ἀναμάττεται τοὺς θείους χαρακτῆρας, 1, 840.
ἀναμένοντες τὸν κόρον, Ι, 1298. eo usque ve
scentes, donec satientur: non exspectantes ergo, sed
arcessentes.
ἀναμιγνύς, ΙΙΙ, 16. inter se miscens, promiscue
ponens; non, admiscens; neminem enim ante nominavit.
ἀναμιμνήσκει, ΙΙ, 502. τῆς ποιήσεως ἀναμιμνήσκει
τὸν ποιητὴν, Jobus in precibus, IV, 835. ἀναμιμνή
σκει τῶν συμβησομένων, ΙΙ, 1352. prædicit ea (erant
tamen jamjam predicta, et illis nota). ἀναμιμνήσκει τῷ ὅρκῳ, I, 1345; pro Genitivo. ἀναμιμνήσκουσι τῶν ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 631: aut sese (pro
medio), aut Deum; fatentur ei delicta, ostendunt
se scire, quid fecerint, et a Deo recte ob illa puniri. Vid. et θεῷ ἀναγνωσθήναι. Μox medio:
ἀναμιμνήσκονται τῶν παλαι. ἀναμιμνήσκουσι τῶν
θαυμάτων, Ι, 633, Deum; rogantes, ut sibi
constet, nunc quoque eadem faciat, ipsos juvet,
ut antea juverit. ἀναμιμνήσκουσι τῶν ἀπειλῶν,
ostendunt se scire, quid minatus sit Deus, II,
ἀναμιμνησκώμεθα, ΙΙΙ, 594. Accusativum regere
videatur. Sed vide θεωρία, ibid.
ἀναμνήσων αὐτοὺς τῆς προῤῥήσεως, ΙΙ, 883, vitiose pro ανάμνησον, imperativo: contextus clamat.
αναμοχλεύοντας, Ι, 130. αναμοχλεῦσαι, IV, 512.
Medicum vocabulum; significat malos humores
corporis 1° movere, ciere, ut abitum parent, per
digestiva, quæ vocant; 2° mollire, et obstantia removere; 3° corpore expellere. Hinc talia remedia vocat
καθαρτήρια.
ἀναμφισβητήτως, sine mora, sine cunctatione,
ἀνανέωσιν φύσεως, homines corrigendos per Christum, 1, 1203.
ἀνανεωθεῖσαν ἀνάστασιν, IV, 141, non, quo ante
fuerit, amissave sit, sed, ut res plane nova per
Christum parta. (Ambros.) Vid. Philol. Paul. pag.267.
ἀνανεῶσαι, ΙΙΙ, 883, mutare professionem, aliam
edere.
ἀνανθείς, ΙΙΙ, 1140. καθάπερ πυρί, comprehensus,
incensus. Forte per u, αὐανθείς, arefactus.
ἄναξ Ηρακλῆς, IV, 905: paganorum formula.
Ηρακλες, vocativo, legendum videtur.
ἀνάξιος τῆς θείας κηδεμονίας, III, 103. Esavus,
quem scil. male acturun prospiceret Deus. αναξίους
τῆς ἑορτῆς, Ι, 532, incestos, profanos, alienos ab
istis sacris.
ἀνάξω σοι παιδείαν, II, 591, pro επάξω, ut cod.
habet n. 86.
ἀναπαλαίειν τὴν ήτταν, ΙΙΙ, 933, damnum et cladem reparare novo certamine; paganum errorem
cluere denuo amplectenda Christi doctrina.
ἀναπαλαίσασθαι εἰ ἀνακαλέσαι variant, IV, 661, n.
48. Malim άναπαλαῖσαι.
ἀναπαλαίσωμεν τὰς ἥττας, ΙΙΙ, 1253, reparato
certamine corriganus priora peccata.
ἀναπαύσασθαι, mori, III, 767.
ἀναπέμπει legitur pro ανάπτει, V, 42.
Αναπιμπλάς συμφορῶν, ΙΙΙ, 984.
ἀνάπλασις, ΙV, 392. per mortem Christi, I, 981,
de baptismo.
ἀναπλήρωσιν, IV, 445 med., ut plane et solide
esset auctor salutis, integrum et perfectum redderet
hominem. Ambros.
ἀναποδίζων, ΙΙ, 677: in computandis annis.
ἀνάπτει legitur pro συνάπτει, V, 42: forte ad
vitandam invidiam τῆς σὺν, ibi notatam. Legitur
εἰ ἀναπέμπει.
ἀναμενομεν. Vid. ἀνέμενον.
ἀναρπασθέντες, mortui, III, 129.
ἀναῤῥηθέντων, jam beatorum, in coelo agentium,
ΙΙΙ, 1934.
ἀναῤῥήσεις victorum, III, 224, 440, 502, 617,
624, 1108. Hinc gloria et præmia sanctorum in vita
futura sic dicuntur, his ipsis locis, et III, 268; IV,
449. ἀναῤῥήσεων θείων, assensu, laude, III, 36.
ἀναρτήσαντες σφᾶς αὐτοὺς τῆς θείας ἐλπίδος, Ι,
836 init.
ἄναρχον κράτος, æternum, I, 620. άναρχος γένο
νησις Filii, ab æterno, III, 744. τὸ ἄναρχον Apostolorum, I, 907. Cod. ἄμαχον, melius, tum quia illud sensu commodo caret, tum ob αήττητον.
ἀνασκαλεύσαντι τὸν λογισμόν, ΙII, 751, qui excitaveris mentem, ut ignem. Potest et ab agro ductum notare, excolueris, subegeris. Illud convenit
magis τῷ Πνεύματι.
ἀνασκευάσασθαι, 1, 391: expl.
ἀνασκινδαλευθῆναι, ΙV, 902, in tormentis martyrum discindi, lacerari. N. 31. ανασκολοπισθῆναι.
Utrumque forte jungendum.
ἀνασκολοπίζοντες, IV, 773. Redundat dvd, ut in
ἀνασταυροῦν
ἀνασκολοπισθείς, in crucem actus, II, 4664.
ἀνασταλήσεται, ΙΙΙ, 800, episcopus removebitur.
ἀνάστασις, Hierosolymis, monumenta, loca, ubi
Christus in vitam rediit, II, 1050. ἀνάστασις ἡ ἄνωθεν στάσις. [ 442. ἀνάστασις νοεῖται ἡ τοῦ ἡλίου
ἀνατολή, ν, 1029. ἀνάστασις (σώματος καὶ ψυχῆς,
IV, 435: nempe ut denuo sociaretur corpori, cum
interea fuisset in statu discidii ab eo, άδην quoque
adisset. ἀνάστασις Ἱερουσαλήμ, ΙI, 404, interitus,
ut fieret urbs ἀνάστατος.
ἀναστείλαι τὴν πονηρὰν γνωμην, corrigere, revocare a pravitate, I, 965.
ἀναστέλλωμεν τὰς ὁρμᾶς, 11, 880.
ἀνάστηθι, de Deo, expl., I, 646.
ἀναστροφήν, Ι, 347 med., vitiose fortasse pro
ἀνατροφήν.
ἀνασχῃ ποιῆσαι. II, 880, facias. ανασχόμενος θαλ
ῥῆσαι, volens, I, 855. οὐκ ἀνασχόμενος, nolens, III,
26 init.
ἀνατέθεικε τὰ ἄλση, sacravit, I, 497. ἀνατέθεικεν
πλῆθος ἑαυτὸ τῇ Ἐκκλησίᾳ, III, 789, Christiani
facti sunt.
ἀνατιθέναι, offerre, sacrificare (ut victimam), Ι,
Ἀνατολῆς πρόεδρος, IV, 1190, Antiochenus episcopus, quia Antiochia Orientis, qui proprie diceretur, caput. ἀνατολῆς οἰκείας, adventus sui, I,
1074 de Christo, e Luc. I extr.
ἀνατρέχει ἡ εὐεργεσία εἰς τὸν εὐεργέτην, Ι, 922,
ipsi prodest; præcedit enim, τὴν οἰκείαν ὠφέλειαν.
ἀνατύπωσιν εὐαγοῦς πολιτείας ἀναθεὶς, V, 57.
ἀναφανείσης τῆς Καινῆς Διαθήκης, ΙΙ, 1584; ΙΙΙ, 7.
ἀναφανείσης τῆς πίστεως, promulgata doctrina de
Christo, III, 52.
ἀναφέρεσθαι, anagogice explicari, I, 855.
ἀναφορὰ, relatio ad Augustas ab episcopis, ΙV,
1516. πρὸς τὸν βασιλέα, Bericht, IV, 1314, 1316. δι'
ἀναφορᾶς ἔγνωμεν, referentibus, nuntiantibus illis,
ΙΙΙ, 882. δι' ἀναφορών, IV, 1101, referendo ad præsidem, durch Borstellung. Possis et explicare, repetitis modis, saepius. ἀναφορὰν εἰς τὸν Πατέρα ἔχει,
İII, 741: in Filium impia vox; Patrem lædit, qua
Patrem. ἀναφορὰν ἔχει πρὸς τὴν θείαν βούλησιν. ΗΙ.
col. 885–886page 11 of 154
PG 84:885ἀναχαιτίζεται πάλιν ἡ θάλασσα, Ι, 1334, πάλιν ἀναχαιτίζεται ἵππος χαλινῷ, 810. ἀναχαιτίζωμεν τὰς ὁρμᾶς, ἀναχεθήσεσθαι, 311 αναχυθήσεσθαι. ἀναχωρήσαντας τῆς πίστεως, 799, ἀπο χωρήσαντας. ἀναχωρῶ πάλιν τοῦ ἀναγνώσματος, 1010, χωρῶ εἰς τὸ ἀνα γινώσκειν. οὐκ ἀναχωρῶ τῆς σῆς ὀνομασίας, ἀνδραποδισμὸς τῆς πατρίδος, ΙΙ, 1996. ἀνδρείως φεύγουσι, 11, 355 ἀνδρίαν, ἀνδριάντα, ἀνδρόγυνον ἄγαλμα, 919. ἀνεβάλλετο τὴν οἰκοδομίαν, Ι, 1506, ἀνεβίω τυπικῶς, ἀνέγνω τὴν γραφήν, 1265 ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ΙΙ, 196, ἀνέδην, Ν, ανίημι, καὶ ἀναιδώς αναίδην.) ΙΙΙ, 1018 αναίδην. ΙΙΙ, αναίδην, 851, ἀνέδην ζυγομαχούντος αναίδην, ἀνέδην ἐβόα, ἀναίδην ἐβόα, ἀναιδέστερον ἐβόα. ἀνέ δεν τολμώντες, αναίδην. ἀνεδήσατο τὴν βασιλείαν, ΙΙ, 22, 1268. ἀνεδήσαντο νίκην, 1102. τὸ κατὰ πάντων κράτος, ἀνέδραμεν εἰς Ἱερουσαλήμ, 380. ἀνέθηκε τὴν πόλιν τῷ Θεῷ, Ι, 309, ἀνέθηκε τῷ δικαίῳ κριτῇ τὴν οἰκείαν κρίσιν, ἀνείδεον (τὸ τῆς σωματικῆς ἀκροβυστίας, ΙΙ, ἀζήμιον, ἀνείληφας ἐξ ἡμῶν ναόν, Ι, 1071, ἀνείληφε φύσιν, 42, ἀνείληφε ναόν, Ι, 1291. Ναόν. ἀνειμένος χαρακτήρ διδασκαλία πρόσφορος, ἀνεκαινίσθη εἰς ἀφθαρσίαν, 250. ἡ ἀνθρωπό της ἀνεκαλέσατο τὴν ἀπόφασιν, ΙΙ, 1317, ἀνεκήρυξεν ὁ ζῆλος 1473, ἀνεκεφαλαιώσατο εἰς ἑαυτὸν τὴν ἀρ χαίαν πλάσιν τοῦ ᾿Αδάμ, 130, ἀνεκτησάμην νόμον, Ι, 1457, ἀνέκυπτεν ἀπορία, 1136. ανέκυψεν ἡ πλάνη, ἀνέλαβε, ἀνέλαβε ἀνελάβετο, ἀνελέγχων, ΙΙΙ, 706 ἀνελίξας ἑπτάκις εἰς ἑαυτὸν τὸν χρόνον, ἀνελίττων συνεχῶς τὸν λόγον, 59, ἀνελὼν καθελών, ἀνεμάξασθε τὴν χαρακτῆρα τῶν ἐθνῶν, ΙΙ, 718. ἀνέμενον — πείσαι, ΙΙΙ, 338, εἶθ' οὕτως και λάσαι, ἀνέμιγεν, ΙΙΙ, 16, ἀνέμιξε τῷ χαλινῷ, ΙΙΙ, 795, ἀνέμνησα ἀνύμνησα, 50, 23. ἀνέμων αὖραι, ΙΙΙ, 24. ἀνενδυάστως, ΙΙ, 1626, 1695; ἀνενδοιάστως. ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις, Ι, 806 ἀνεξικακία ὑμετέρα μέμνηται, ΙΙΙ, 798, ἀνεξικάκως, ΙΙΙ, κακῶν, ἀνέξομαι ἀποβαλείν, Ι, 637: άπο βαλώ. ἀνεπαύσατο, ΙΙΙ, 825, ἀνέπαφον διετήρησαν, 883 ἀν έπαφον ὁμολογίαν διαφυλάξαι, ΙΙ, 150. ἀνεπιτήδευτον, ἀνεργάστου ἐκ γῆς πεπλασμένου, 53, ἄνεσιν, 643, ψυχῶν, κόλα σιν. αίνεσιν, ανάρρησιν. ανεσκολόπισαν, 929. ἀνέσπερον ἡμέραν, 495. ἀνέστη Θεόδουλος φέρων τὴν διαβολήν, ΙΙΙ, 836. φεύγων ἀνεῖλον ἄν, εἰ μὴ διέφυγεν. 36. κεκέλευστο ἀνεστομώθη ἐκ τῆς πλευρᾶς ή πηγή, ἀνεσφαίρισας τὴν γλῶτταν εἰς ύψος, 1, 931, ἀνέσχετο ἠνέσχετο, οὐκ ἀνέσχετο ἰδεῖν, ἀνετέθης πρὸ ὠδίνων, ἄνετος ὁ νεώς, ΙΙΙ, ἀνεύθυνος τῆς κατηγορίας, ΙΙΙ, 74. ἀνευθύνων, ΙΙ, 1510, δικαίων, ἀναιτίων. ἀνευρύνοντες ὀφθαλμόν, ΙΙ, 212, ἀνευρύνωμεν τὰς αύλακας τῇ μακέλλη, 695, ἀνεφωνοῦντο οἱ ψαλμοί, 1, 915, ἀνεχαίτισεν ὁ ποταμός, Ι, 1411, ἀνέχεσθαι ἀξίνην κτήσασθαι, 524, ἀνα έχεσθαι τῆς φωνῆς, ΙΙ, 1331, ἀνέχομαι, 519 ἀνέχεται, 59, ἀνέχεται ἐντολὴν, 921, ἐντολῆς, οὐκ ἀνέχεται κωλύειν. 285. ἀνέχεται τέχνης Ιατρικής, 1, ἀνέχεται παθεῖν, 2. ἀνέχονται πολλὰ νέμειν, 558, οὐκ ἀνέχονται ερυθριᾷν, 445. ἀνεχόμενος κόρον λαβεῖν, δυνάμενος, θέλων, Ι, 702. ἀν εχόμενος τὸ ἔλκος, 1, 843. τοῦ ἔλκους. κρύπτειν
773, ab ea pendet, cum ea congruit, ex ea decretum est:
ἀναχαιτίζεται πάλιν ἡ θάλασσα, Ι, 1334, quasi
equus retro consternatur, ubi littus attigerit. Eleganter; πάλιν redundat. ἀναχαιτίζεται ἵππος χαλι
νῷ, ΙV, 810. ἀναχαιτίζωμεν τὰς ὁρμᾶς, refrenemus,
retrahamus, II, 880.
ἀναχεθήσεσθαι, IV, 311 med. pro αναχυθήσεσθαι.
ἀναχωρήσαντας τῆς πίστεως, III, 799, pro ἀποχωρήσαντας.
ἀναχωρῶ πάλιν τοῦ ἀναγνώσματος, V, 1010, repeto terium, pergo recitare, pro χωρῶ εἰς τὸ ἀναγινώσκειν. οὐκ ἀναχωρῶ τῆς σῆς ὀνομασίας, V,
$103, eam retineo, ea utor.
ἀνδραποδισμὸς τῆς πατρίδος, ΙΙ, 1996.
ἀνδρείως φεύγουσι, 11, 355: ironice, ut nos.
ἀνδρίαν, definit Theod. IV, 566.
ἀνδριάντα, hominem, Dei imaginem, V, 117.
ἀνδρόγυνον ἄγαλμα, Dionysi, Bacchi, III, 919.
ἀνεβάλλετο τὴν οἰκοδομίαν, Ι, 1506, non distulit,
sed plane omisit.
ἀνεβίω τυπικῶς, IV, 205, Isaacus, velut redivivus, praesentissima morti ereptus.
ἀνέγνω τὴν γραφήν, IV, 1265 init., nempe cum
sensu et cura. Emphasis.
ἀνεγράφησαν εἰς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ΙΙ, 196,
cives ejus, participes facti sunt.
ἀνέδην, Ν, 6, secure, negligenter, ab ανίημι,
remitto. (In Lat. est impudenter. Sed in Greco non
καὶ ἀναιδώς vel αναίδην.) ΙΙΙ, 1018 pro αναίδην. ΙΙΙ,
849, aut pro αναίδην, aut signif. secure, licenter,
suo jure. At p. 851, ἀνέδην ζυγομαχούντος legen
dum αναίδην, etsi nil ibi variant libri. ἀνέδην ἐβόα,
III, 802. avalony e n. 6 ut p. 819, eadem de muliere et re ἀναίδην ἐβόα, et ἀναιδέστερον ἐβόα. ἀνέ
δεν τολμώντες, IV, 278, libere, remisse, sine metu; forte tamen pro αναίδην.
ἀνεδήσατο τὴν βασιλείαν, ΙΙ, 22, 1268. ἀνεδήσαντο
νίκην, retulere, III, 1102. τὸ κατὰ πάντων κράτος,
II, 1190, accepere, veluti coronam, vel diadema.
ἀνέδραμεν εἰς Ἱερουσαλήμ, venit, II, 380.
ἀνέθηκε τὴν πόλιν τῷ Θεῷ, Ι, 309, sacrarat; non
ut ibi coleretur, sed ut nemo ibi habitaret. Est
Hebr, D. ἀνέθηκε τῷ δικαίῳ κριτῇ τὴν οἰκείαν
κρίσιν, 1, 398, permisit.
ἀνείδεον (τὸ τῆς σωματικῆς ἀκροβυστίας, ΙΙ,
463 init. Cod. n. 49, ἀζήμιον, plane ad contextum.
Vix enim commode h. 1. illud interpretere; nisi
sit, ut iis deformitatem haud induat.'
ἀνείληφας ἐξ ἡμῶν ναόν, Ι, 1071, naturam humanam, a nobis adscitam, divinæ junxisti. ἀνείληφε
φύσιν, IV, 42, humanam. ἀνείληφε ναόν, Ι, 1291.
Vid. Ναόν.
ἀνειμένος χαρακτήρ διδασκαλία πρόσφορος, ΙV,
ἀνεκαινίσθη εἰς ἀφθαρσίαν, IV, 250. ἡ ἀνθρωπό
της Christi, incommode dictum. Amphil.
ἀνεκαλέσατο τὴν ἀπόφασιν, ΙΙ, 1317, mutat, retractat, wiederrufet.
ἀνεκήρυξεν ὁ ζῆλος Pineam, I, 1473, i. e. fecit,
ut laudaretur. Metonym.
in
ἀνεκεφαλαιώσατο εἰς ἑαυτὸν (Christus) τὴν ἀρ
χαίαν πλάσιν τοῦ ᾿Αδάμ, IV, 130, ascivisset,
suain hypostasin retulisset, sibi quasi vindicasset,
ih sua persona instaurasset. (Iren.)
ἀνεκτησάμην νόμον, Ι, 1457, rursus colui, amavi, observare didici.
ἀνέκυπτεν ἀπορία, V, 1136. ανέκυψεν ἡ πλάνη,
III, 1036, prodiit, quasi prospexit.
ἀνέλαβε, iteravit, I, 1120. ἀνέλαβε naturam humanam Christus, II, 1000. ἀνελάβετο, repetivit,
iteravit, II, 43.
ἀνελέγχων, ΙΙΙ, 706: pro simplici.
ἀνελίξας ἑπτάκις εἰς ἑαυτὸν τὸν χρόνον, ducens,
multiplicans, II, 1239.
ἀνελίττων συνεχῶς τὸν λόγον, ΙII, 59, repetens,
incucaus.
ἀνελὼν Darium dicitur Alexander M. II, 1213.
1215, aut pro καθελών, aut ex alia auctoritate.
ἀνεμάξασθε τὴν χαρακτῆρα τῶν ἐθνῶν, ΙΙ, 718.
ἀνέμενον — πείσαι, ΙΙΙ, 338, eo usque exspecta
bam, donec, vel sequitur tamen, εἶθ' οὕτως και
λάσαι, ut verti possit: volebam, statueram, prius
corrigere, deinde castigare. Vid. Philol. Paul. p. 96.
ἀνέμιγεν, ΙΙΙ, 16, ἀνέμιξε τῷ χαλινῷ, ΙΙΙ, 795, clavos infixit.
ἀνέμνησα legitur pro ἀνύμνησα, IV, 50, n. 23.
Hoc contexto aptius.
ἀνέμων αὖραι, ΙΙΙ, 24.
ἀνενδυάστως, ΙΙ, 1626, 1695; pro ἀνενδοιάστως.
ἀνεπίγραφος παρ' Εβραίοις, Ι, 806 init. Idque
LXX positum ait.
ἀνεξικακία ὑμετέρα μέμνηται, ΙΙΙ, 798, vos meministis, nulla sane conditione malorum patiendorum.
ἀνεξικάκως, ΙΙΙ, 783, leniter, patienter, controversias audiit imp. (Nulla hic notio κακῶν, inju
riæ; molestiæ tamen.)
ἀνέξομαι ἀποβαλείν, Ι, 637: simpliciter pro άποβαλώ.
ἀνεπαύσατο, ΙΙΙ, 825, mortuus est.
ἀνέπαφον διετήρησαν, puram, I, 883 init. ἀνέπαφον ὁμολογίαν διαφυλάξαι, ΙΙ, 150.
ἀνεπιτήδευτον, V, 63, quin eo utatur, omissum,
intentatum.
ἀνεργάστου ἐκ γῆς πεπλασμένου, IV, 53, Adami,
e terra nondum subacta. Sic et e Virgine Christus.
(Iren.)
ἄνεσιν, ΙV, 643, ψυχῶν, in illa vila, opp. κόλασιν. Legendum videtur aut αίνεσιν, aut ανάρρησιν.
ανεσκολόπισαν, IV, 929.
ἀνέσπερον ἡμέραν, ΙV, 495.
ἀνέστη Θεόδουλος φέρων τὴν διαβολήν, ΙΙΙ, 836.
Potest esse: comparuit, venit ad judicium, concilium, afferens, incusans corum calumniam. Hoc
sensu et φεύγων admitti possit. Interfectumn enim
bic quidem referri, incredibile reddunt præmissa:
ἀνεῖλον ἄν, εἰ μὴ διέφυγεν. Vid. tamen et n. 36.
κεκέλευστο quidem indicat, rem non esse perfe
ctam.
ἀνεστομώθη ἐκ τῆς πλευρᾶς (Christi) ή πηγή, II,
ἀνεσφαίρισας τὴν γλῶτταν εἰς ύψος, 1, 931, quasi
pilam leviter in sublime expulisti, temere ac superbe locutus; geschwungen.
ἀνέσχετο pro ἠνέσχετο, οὐκ ἀνέσχετο ἰδεῖν, noleDat, recusabat, Iil, 1146.
ἀνετέθης πρὸ ὠδίνων, sacerdotio et ecclesia offciis destinatus es, III, 1215.
ἄνετος ὁ νεώς, ΙΙΙ, 1047, apertum, liberi aditus.
ἀνεύθυνος τῆς κατηγορίας, ΙΙΙ, 74. ἀνευθύνων,
ΙΙ, 1510, δικαίων, ἀναιτίων.
ἀνευρύνοντες ὀφθαλμόν, ΙΙ, 212, aperientes, aufsperren.
ἀνευρύνωμεν τὰς αύλακας τῇ μακέλλη, ΙV, 695,
proscindamus, molliamus, glebis fractis.
ἀνεφωνοῦντο οἱ ψαλμοί, 1, 915, dicti sunt, com
positi, pronunciati.
ἀνεχαίτισεν ὁ ποταμός, Ι, 1411, velut externatus
recessit, cursum sustinuit.
ἀνέχεσθαι ἀξίνην κτήσασθαι, I, 524, velle. ἀνα
έχεσθαι τῆς φωνῆς, ΙΙ, 1331, eam audire, ei parere.
ἀνέχομαι, soleo, I, 519 extr. ἀνέχεται, solet, I, 59,
sed negatione semper addita. IV, 665, vult, opus
esse ducit. ἀνέχεται ἐντολὴν, V, 921, pro ἐντολῆς, et
signif. adhibet, opus habet. οὐκ ἀνέχεται κωλύειν.
non vult, I, 285. ἀνέχεται τέχνης Ιατρικής, 1,
578, opus habet, eget, utitur. ἀνέχεται παθεῖν, patitur, V, 2. ἀνέχονται πολλὰ νέμειν, IV, 558, pastores', canibus fisi, audent, securi suscipiunt. οὐκ
ἀνέχονται ερυθριᾷν, nolunt, II, 445. ἀνεχόμενος
κόρον λαβεῖν, pro δυνάμενος, vel θέλων, Ι, 702. ἀνεχόμενος τὸ ἔλκος, 1, 843. debebat τοῦ ἔλκους. Forte
excidit infinitivus; et vero κρύπτειν præmittit co-
col. 887–888page 12 of 154
PG 84:887μὴ ἀνεχόμενοι, 956 οὐκ ἀνεχομένων ὁμολογεῖν, 5, ἀνεχομένους ἐπιμέμφεσθαι πόνοις ἀλλοτρίοις, ἀνεχώρησας τῆς Γραφῆς, άγραφα, ἀνεψιδοῦς, Εκγονος. ἀνέωξεν ᾅδην, Ι, ἀνηγμένους καὶ θεοπρεπείς λόγους, 66, 249, ταπεινούς, ἀνήκαμεν θρησκεία, ΙΙΙ, 956. ἡμᾶς. ἀνηλεείς, ΙΙ, 947, νηλεείς, ἀνέλεοι. ἀνηλεῆ, ἀντλεῶς, ΙΙ, 864. ἀνημέρων, ΙΙ, ἀνὴρ ἐβασίλευσεν, ἀεὶ, ἀνήροτον. "Ασπαρτον. ἀνήχθησαν τοῦ λιμένος, ΙΙΙ, 1213, ἐκ. ἀνθεῖν, ἀν θοῦσαν ἐν ὑμῖν πνευματικὴν χάριν, ΙΙ, 303. ἀνθή σας ἐξ αὐτῶν, Ι, 61, ἀνθήσαντα ἐκ τοῦ ἱερατικοῦ γένους, ΙΙ, 1615, ἄνθος αλουργίδος, 671; ΙΙΙ, 1046. ἄνθος κατασβέσαι. Κατασβέσαι. ἄνθος πρόσκαιρον ἔχει ἡ εἰκών, ἄνθος προσώπων, ἀνθ' ὅτου ἀνθρώπειον (τό). 52. κατὰ τὸ ἀνθρώπειον ηγέρθη, ἀνθρώπειον δέος, ἀνθρώπεια ἀνθρώπινα ΙΙ, ἀνθρωπίνην γνῶσιν, 1, 1479 τῶν θείων λογίων. ἀν θρωπίνης ἀρετῆς, ἀνθρώπινον πρόσ ταγμα, τὸ ἀν θρώπινον, 1, 113. ἀνθρώπινον, 228 ἀνθρώπι δουλοπρεπές, 56. ἀνθρωπίνων, ἀνθρωπίνων οὐδέν, 1507. άνθρωπίνοις λόγοις, 1, 286. διὰ συνήθων λόγων. ἀνθρωπίνως λέγει Χριστός, Ι, 1381, ἀνθρωπίνως ἔλεγεν ὁ Πατήρ 1, 690, ανθρωπίνως ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀνθρωπίνως ἐφθέγγετο ἀνθρωποπαθῶς, 924. ἄνθρωπος, ἄνθρωπος, άνθρωπότης. "Ανθρω της, ἄνθρωπος, ἄνθρωπος. ὃν ἐφό ρεσεν (ὁ Υἱός), εἰκών ἐστι τοῦ Υἱοῦ, 134 σύνθρονος τῷ θειοτάτῳ Πνεύματι, περί ἀνθρώπου, Η, ἄνε θρωπον αὐτοῦ, τὸ θεϊκὸν αὐτοῦ τὸν Θεὸν αὐτοῦ. ἄνθρωπον, τὸν κατὰ φύσιν, συνάψῃ τῷ κατὰ φύσιν τῆς θεότητος, 156 τὸν ἐκ τῆς Παρθένου ἄνθρωπον ἀναλαβὼν ὁ Λόγος), άνθρωπον ἐφόρεσεν ὁ Λόγος, 57 άνθρωπον τὸν ἐκ Μαρίας, 17, 167, ένωσιν Λόγου άνθρωπον, τὸ Θεῖον, 237 άνθρωπον τέλειον ὑπὸ τε λείου Θεοῦ ἀνειλήφθαι, 1998. ἄνθρωπον ἡνωμένον Θεώ ἄνθρωπον δῶρον τὴν ἄνθρωπον, ΙΙΙ, 795, 806, 928. ἄνθρωπον παλαιόν, καινόν, ΙΙΙ, 962, ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο, 874, ἀνθρώποις οὖσιν, ΙΙΙ, 14 μόνον, ψιλανθρώποις, ἀνθρωπότης, 10, ἀνθρωπίνοις, ἀνθρωποτόχος οι Θεοτόκος ἀνθυφαίρεσις, 1, 378. θεραφίμ, ἐπιστερήσεως, α στερεῖν, επιτηρήσεως. ἀνιμωμένων τῶν νεφῶν, 811, ἀνισότητα δείκνυσιν ἡ ἄγνοια, 177, ἀνοηταίνειν, 976. ἀνοήτων φροντίδων ἀνοικοδομηθείσας, ΙΙ, 290 ἀνοίξῃ τὰς τοῦ ἐλέου πηγὰς, ἀνοίσει, ΙΙΙ, ἀνοίξει. ἀνομήλητα, 90, ἀνομίλητα. τὰ πρὸς ἐκείνους ἑαυτῷ προσλαλοῦντι, καὶ μὴ ἀκούσαντι Θεοῦ. καὶ μόνου ἀκούσαντι, καὶ μὴν ἀκ Θ. μή ἀκούσαντι ἀνόμοιον κατὰ πάντα τῷ γεγεννηκότι, 354. γεννηθέντα ἀνορθοῦντας τὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1004. ὑπηκόους ἀνορύττει λογισμούς, ἀντέδωκεν ἔλεον θεῖον ἀντεῖπον 974. ἀντεῖπον ταῖς προφητείαις, αντέστη, Ι, έστη. ἀντεστράτευσε τὴν ἐπιστήμην τοῖς πάθεσι, ἀντέταξεν τῇ τοῦ ᾿Αδάμ ἁμαρτία τὴν ἰδίαν δικαιοσύνην, ΙΙ, 235; ἀντηχμαλώτευσε, ΙΙΙ, ἀντὶ παραδείγματος, ΙΙΙ, 224, 238, 259, 661, ἀντὶ τοῦ, τουτ έστι, 1, 353; ΙΙ, 231, 264, 547, 1204; ΙΙΙ, 64 178, 513, 514, 515, 642, δηλονότι, 51,
des, recte. μὴ ἀνεχόμενοι, negligentes, non colentes, III, 956 extr. οὐκ ἀνεχομένων ὁμολογεῖν, V, 5,
qui nolunt (non sustinent) confiteri, concedere.
ἀνεχομένους ἐπιμέμφεσθαι πόνοις ἀλλοτρίοις, solitos, amantes, III, 2.
ἀνεχώρησας τῆς Γραφῆς, eam reliquisti, Angendo
vocabula άγραφα, V, 1109.
ἀνεψιδοῦς, 1, 556, patruelis, i. e. patrui filius.
Vid. Εκγονος.
ἀνέωξεν ᾅδην, Ι, 1067, fecit, ut homines evadere
possent infernum. (Videtur sane respicere eos
quos putaret usque ad Christi mortem ibi fuisse.)
ἀνηγμένους καὶ θεοπρεπείς λόγους, ΙV, 66, 249,
de Christo, ut Deo; opp. ταπεινούς, qua humanamn
naturam. (Amphil.)
'
ἀνήκαμεν θρησκεία, ΙΙΙ, 956. Si vera lectio, debet esse, adhaeremus, vacamus, sc. ἡμᾶς.
ἀνηλεείς, ΙΙ, 947, pro νηλεείς, vel ἀνέλεοι. ἀνηλεῆ,
HI. 998.
ἀντλεῶς, ΙΙ, 864.
ἀνημέρων, ΙΙ, 350, dænonum inalorum.
ἀνὴρ ἐβασίλευσεν, scil. ἀεὶ, unus semper.
ἀνήροτον. Vide "Ασπαρτον.
ἀνήχθησαν τοῦ λιμένος, ΙΙΙ, 1213, scil. ἐκ.
ἀνθεῖν, cum accusat. rei efflorescentis, I, 9. ἀνθοῦσαν ἐν ὑμῖν πνευματικὴν χάριν, ΙΙ, 303. ἀνθή
σας ἐξ αὐτῶν, Ι, 61, ex illis oriundus. ἀνθήσαντα
ἐκ τοῦ ἱερατικοῦ γένους, ΙΙ, 1615, natum.
ἄνθος αλουργίδος, splendor, II, 671; ΙΙΙ, 1046.
ἄνθος κατασβέσαι. Vid. Κατασβέσαι. ἄνθος πρόσκαιρον ἔχει ἡ εἰκών, splendorem, vigorem, I, 1119.
ἄνθος προσώπων, color rubeus, vegetus, vultus bilaris, alacer, II, 262.
ἀνθ' ὅτου; quo argumento? 1, 51.
ἀνθρώπειον (τό). humanam naturam Christi, IIΙ,
52. κατὰ τὸ ἀνθρώπειον ηγέρθη, Christus, ut homo,
101, 198 init. ἀνθρώπειον δέος, hominum, objective,
1V, 1069. ἀνθρώπεια Christi, quæ in eum ut nominem cadunt, 1, 889, 890. De eo ut homine dicta, III, 552.
ἀνθρώπινα Christi dicit sapientiam, miracula,
cultum ab omnibus exhibitum, ΙΙ, 357. ἀνθρωπίνην
γνῶσιν, 1, 1479 extr.; opp. τῶν θείων λογίων. ἀνθρωπίνης ἀρετῆς, I, 553, non, quæ sit posita in
viribus hominis, sed, qua opus habeat homo, quæ
cadat in hominem, non in Deum. ἀνθρώπινον πρόσ
ταγμα, Christo ut homini datum, IV, 173. τὸ ἀνθρώπινον, humanitas Christi; vel, quoad est homo,
1, 113. ἀνθρώπινον, expl. III, 228 init. ἀνθρώπι
vov, idem; quod δουλοπρεπές, V, 56. ἀνθρωπίνων,
sensus et judicii humani, quo loco rem habeant
homines, II, 1069 init. ἀνθρωπίνων οὐδέν, eorum,
quæ offerre, præstare et sacrificare homines possint aut velint, I, 1507. άνθρωπίνοις λόγοις, 1,
286. mox expl. διὰ συνήθων λόγων.
est.
ἀνθρωπίνως λέγει Χριστός, Ι, 1381, quoad homo
ἀνθρωπίνως ἔλεγεν ὁ Πατήρ (Christo), 1, 690,
tanquam homini. At p. 691, ανθρωπίνως ipse explicat ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, pro genere humano, i. e. ut iis detur aliquid, non ipsi; etsi ex
corum numero loquitur, I, 741. ἀνθρωπίνως ἐφθέγ
γετο: 1° ut homo; 2° ex hominum persona, non ut
ipse sibi. Utrumque ibi jungendum.
ἀνθρωποπαθῶς, V, 924.
ἄνθρωπος, mire argutatur in hoc vocabulo, I,
180. ἄνθρωπος, humana Christi natura, III, 847;
V, 1107 init. (ubi mos pro eo άνθρωπότης. "Ανθρω
της, amicus Jobi, IV, 647. ἄνθρωπος, IV, 131 extr.,
432 init. et alibi apud Patres, quorum loca ibi affert, versatur in dilogia, ut junctim notet 1° humaɲam naturam Christo assumptam, 2º
genus humanum, reliquos homines per eum restitutos; unde
dicit Hippolytus, hominem quæsisse in utero Mariæ, unmortalemn effecisse, rel. ἄνθρωπος. ὃν ἐφόρεσεν (ὁ Υἱός), εἰκών ἐστι τοῦ Υἱοῦ, IV, 134 (Eu -
stath.). σύνθρονος τῷ θειοτάτῳ Πνεύματι, ibid. περί
ἀνθρώπου, de Christo, qua homine, Η, 486. ἄνε
θρωπον αὐτοῦ, humanam ejus naturam, IV, 132;
opp. p. seq. τὸ θεϊκὸν αὐτοῦ· ubi non dicit, nec alibi
legitur, τὸν Θεὸν αὐτοῦ. ἄνθρωπον, τὸν κατὰ φύσιν,
συνάψῃ τῷ κατὰ φύσιν τῆς θεότητος, ΙV, 156 (Athan.).
τὸν ἐκ τῆς Παρθένου ἄνθρωπον ἀναλαβὼν ὁ Λόγος),
humanam naturam, IV, 55 (Hippol.). Sic et Method.
p. seq. init. άνθρωπον ἐφόρεσεν ὁ Λόγος, 1V, 57
(Eustath.). άνθρωπον τὸν ἐκ Μαρίας, 17, 167, ei tribuit ένωσιν Λόγου (Attic.). άνθρωπον, opp. τὸ Θεῖον,
IV, 237 extr. (Eustath.). άνθρωπον τέλειον ὑπὸ τελείου Θεοῦ ἀνειλήφθαι, ΙV, 1998. ἄνθρωπον ἡνωμέ
νον Θεώ peperit Maria, V, 4, e Theodoreti sententia. ἄνθρωπον δῶρον Deo attulisse Christus dicitur
ascendens in coelum, IV, 132 (Hippol.): i. e. bumanam naturam Deo jam consecrasse, et in regnum
ejus cœleste intulisse, perpetuo ibi mansuram;
quod scil. et nobis prodesset. τὴν ἄνθρωπον, ΙΙΙ,
795, 806, 928. ἄνθρωπον παλαιόν, καινόν, ΙΙΙ, 962,
crrorem, veritatem doctrinæ. ἐξ ἀνθρώπων ἐγένετο,
II, 874, mortuus est. ἀνθρώποις οὖσιν, ΙΙΙ, 14 scil.
μόνον, ψιλανθρώποις, nil aliud.
ἀνθρωπότης, V, 10, disting. ab ἀνθρωπίνοις, ut
subjectum a prædicato et affectionibus suis.
ἀνθρωποτόχος οι Θεοτόκος dici potest Maria IV,
ἀνθυφαίρεσις, 1, 378. Aquila sic reddit θεραφίμ,
quasi a rapuit, ut sit pro; unde et nata
fortasse varians lectio n. 5. ἐπιστερήσεως, α στερεῖν,
privare; forte επιτηρήσεως.
ἀνιμωμένων τῶν νεφῶν, IV, 811, aquas et vapo-.
res e mari.
ἀνισότητα δείκνυσιν ἡ ἄγνοια, III, 177, Spirit.
sanct. Deo inæqualem, si quædam nescial.
ἀνοηταίνειν, il, 976.
ἀνοήτων φροντίδων liberum dicit calibern, HI,
ἀνοικοδομηθείσας, ΙΙ, 290 extr., pro simplici.
ἀνοίξῃ τὰς τοῦ ἐλέου πηγὰς, Deum moveat ad
misericordiam, II, 392.
ἀνοίσει, declarabit, ΙΙΙ, 767. Epiph. legisse videtur ἀνοίξει.
ἀνομήλητα, V, 90, extr.; vitiose pro ἀνομίλητα.
Sensus est, τὰ πρὸς ἐκείνους non poterat loqui
cum populo Zacharias, ἑαυτῷ προσλαλοῦντι, cum
secum ipse intus loqueretur, καὶ μὴ ἀκούσαντι
Θεοῦ. Legendum, καὶ μόνου ἀκούσαντι, vel καὶ μὴν
ἀκ Θ. Nam μή alienum est, cum ἀκούσαντι refe
ratur ad Zachariam. Aut sensus est: etsi non audisset Deum. Sed illud probo.
ἀνόμοιον κατὰ πάντα Aelius primus docuit Filium τῷ γεγεννηκότι, IV, 354. γεννηθέντα ergo
agnovit, etsi contra analogiam suæ sententiæ.
ἀνορθοῦντας τὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1004. ὑπηκόους
vocat, sine quibus scil. regnum evanescal.
ἀνορύττει λογισμούς, anxie excogitat et conquirit, V, 33.
ἀντέδωκεν ἔλεον θεῖον Paulus Onesiphoro et familiæ ejus, III, 681; precatus est, quin et promisit.
ἀντεῖπον Judai, noluerunt accipere Evangelium,
1V, 974. ἀντεῖπον ταῖς προφητείαις, noluerunt parere prophetica doctrinæ, 975.
αντέστη, Ι, 850, ei insultavit, hostiliter in eum
invectus est. Resistendi hic nulla notio. Forte dyέστη.
ἀντεστράτευσε τὴν ἐπιστήμην τοῖς πάθεσι, 1V
ἀντέταξεν (Christus) τῇ τοῦ ᾿Αδάμ ἁμαρτία τὴν
ἰδίαν δικαιοσύνην, ΙΙ, 235; plane ex economia Dei
dictum, Rom. v.
ἀντηχμαλώτευσε, ΙΙΙ, 423, e diaboli captivis suae
potestatis fecit.
ἀντὶ παραδείγματος, ΙΙΙ, 224, 238, 259, 661,
exemplum ipsum, præcipuum. ἀντὶ τοῦ, pro τουτέστι, 1, 353; ΙΙ, 231, 264, 547, 1204; ΙΙΙ, 64 extr.,
178, 513, 514, 515, 642, et pro δηλονότι, III, 51,
col. 889–890page 13 of 154
PG 84:889182 ἀντὶ τούτων ἀντιδόσεις, 1192 ἀντιβουλόμενος οἷς ἐξέδωκεν, 294, τῶν δυσσεβῶν,, οἷς ἀνθρώποις, εξέδωκεν, ἀντιγράψαι. ΙΙ, ἀντιγραφεί, ἀντιγράφοις, 1152. ἀντιγράφων οὐκ ἔτυχον, ἀντιδέδωκεν εὐχὴν ἣν ᾔτησε, ΙΙΙ, 538, ἀντίδοσιν σωτηρίας δὸς τῇ ἐλπίδι, Ι, 1210 ἀντίδοσιν τῶν πόνων, ΙΙΙ, 55, ἀντίδοσιν ἀντιδόσεις, 866. ἀντιδόσεις συμβολαίων, άντιδόσεις τῶν ὕμνων, Ι, 779. ἀντιδότω ταύτη, ΙΙΙ, 883. ἀντίθεον ἀντίθεον Χριστόν, ἀντιθέοις, ἀντίθεσιν, λύειν. ἀντίθετον ἀντιλαμβάνεσθαι ἀτμῶν ἀντιλαμβάνεται τῶν ὀσμῶν 558, ἀντιλαμβανόμενος τῆς εὐοσμίας, 145. ἀντιλέγοντες. ἀντιλέγοντας, ἐθέλοντας, ἀντέλεγον. ἀντιλέγουσι παρατάττεσθαι, ἀντίληψις ἑωθινή, Ι, ἀντίληψις ὁδμῶν, ἀντινομοθετῆσαι τῇ διδασκαλίᾳ, 1247, ἀντίπαλον τοῦ Εὐαγγελίου, ΙΙΙ, 364. ἀντιποιούμενος τῆς φιλίας, 111, 868. ἀντιποιουμέν νου ἐν τῇ πίστει, ΙΙΙ, 868; τῆς πίστεως. ἀντιπρόσωπα τμήματα, 560. ἀντίῤῥοπον ὕμνον τῇ θυμηδία, ΙΙΙ, 515, ἀντίστασιν, ἀντιστρατεύειν τοῖς προφήταις ψευδοπροφήτας, ΙΙΙ, 344;; ἀντιστρατεύσας πάθει πάν θος, 1, 171, άντιστρ. πάθει πρὸς πάθος. ἀντι στρατεύων τῇ ἀληθείᾳ τὸ ψεῦδος, ΙΙ, 146. ἀντιστρατεύων τῇ παρανομία τὸ δέος, ΙΙΙ, 516. ἀντιστρατεύει αὐτῷ ἄγγελον, ΙΙ, 1109. ἀντιστρατευόμενος τῷ Θεῷ τὸν τύφον, ΙΙ, 1105. ἀντιστρέφει, διὰ προς αντιστρέψα:, ἀντιταλαντεύειν, Ι, ἀντιταλαντεύσας, ἀντίτυπά ἐστι τὰ θεῖα μυστήρια, 125, σύμβολα. ἀντιτύπων τοῦ σώματος, ιν. τύπω περιττὸς ὁ τύπος, ἀληθείᾳ. ἀντίχθονες, 1, 33. ἀντίχριστον, τὸν ἀσεβή, 11, 251, 4. ἀντρίοις οἰκίσκοις, 115. ἄντροις ἢ οἰκίσκοις; ἀντρίοις, αντρείοις, ἀντωνυμία, Ι, μου; ἀντωνυμίας ἐναλλαγή, 1, 885, ἀνυμνεῖ, 1, 767, ἀνύμνησε, 30, ἀνέμνησε, ἕνεκα. ἀνύμνησεν, ΙΙΙ, άνω υμνοῦντες, ἀνυπαρξίαν ἠπείλει τὸ πᾶν, Ι, 1290, ἀνυπόπτως μεθοδεύων τὸν λόγον, ἀνυπόστατοι ὁμοιότητες, 6, ὑποστάσει ἀνυποστόλως κηρυττομένην, ΙΙΙ, 1032, ἄνω. αἱ ἄνω δυνάμεις, 42, ἄνω εἰμι τῆς κολαστικῆς ἀπειλῆς, ΙΙ, 154, ἄνω προεγίνωσκεν, ΙΙ, 1663, ἄνωθεν. ἄνω καὶ κάτω περὶ τοῦ νόμου διαλεγόμενο!, 1, 929. ἄνω καὶ κάτω προβάλλεται, 1157, ἄνωθεν, Ι, άνω θεν ἐπαίνων, ΙΙ, τῶν ἄνωθεν ῥημάτων. ἄνωθεν ἡμᾶς ἐδημιούργησεν, 495, ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς, Ι, 1124, ΙΙ, 512, 546, 1995; ΙΙΙ, 126. ἄνωθεν μεμαθήκαμεν, 1157, ἄνωθεν οικητόρων πληρώσω, Ι, 1579, ὡς ἄνωθεν, ἄνωθεν προγινώσκων, Ι, 1145. ἄνωθεν προηγόρευσεν, ΙΙΙ, 512. άνω θεν προσέταξεν ὁ Θεὸς, Π, 432. ἄνωθεν συνήθης αὐτοῖς, 1, 1308. Ι, ἀνῳκοδόμει, ΙΙΙ, 1117; ἀνωλέθροις αἰῶσι, 924. ἀνωφελές, ΙΙΙ, 899, αξία. κατ' αξίαν κατὰ φύσιν, 971. ἀξίαι ἀγγέλων, Ι, θεότης κατ' αξίαν, ἀξιάγαστος ἀνὴρ, 1, 298. ἀξιεράστους ἡμᾶς πεποίηκεν ὁ Δεσποτικός θάνα τος, ΙΙΙ, 403. ἀξιόκτητον ἀθλητὴν, 1070. ἀξιόνικοι, ἄξιος ἱκανός. ἀξιόπιστον τοῦ νόμου, 469, ἄξιος, Ι, 685, ἱκανός. ἄξιος Θεοῦ, ΙΙΙ, 1146, ἀξιώτατος, ἄξιος οὐρανῶν πρεσβύτης, ΙΙΙ, 974. ἀξία αἰωνίου ζωῆς γεγένηται, 92, δι' αὐτῶν, 11. ἀξία Θεοῦ κτίσις, 933, ἀξίου τῆς χάριτος, ἀξιωθῆναι, τετύχηκε. ἄξιον τῆς ἐνεργείας,
182 extr.; ἀντὶ τούτων ἀντιδόσεις, IV, 1192 extr.
Pleonasmus.
ἀντιβουλόμενος οἷς ἐξέδωκεν, II, 294, potest notare pro iis, eorum loco. scil. τῶν δυσσεβῶν,, a quibus liberari cupit, volens exercitia virtutis: aut,
si oἷς est masculinum, suppleto ἀνθρώποις, quod
aptius est verbo εξέδωκεν, erit: diversa volens.
Sed hoc sensum ibi commodum non habet, alienumque est a tenore. Illud præfero.
ἀντιγράψαι. ΙΙ, 537, rursus scribere, cum refutatione quidem diversa sentientium.
ἀντιγραφεί, ΙV, 1168, scribæ illustra, quæstori,
(contrôleur-général.)
ἀντιγράφοις, responsione, IV, 1152. ἀντιγράφων
οὐκ ἔτυχον, IV, 1158, 1166, nil mihi rescripsisti.
ἀντιδέδωκεν εὐχὴν ἣν ᾔτησε, ΙΙΙ, 538, Paulus, ut
pro se precari jussit Thessalonicenses, ita hic pro
illis precatur.
ἀντίδοσιν σωτηρίας δὸς τῇ ἐλπίδι, Ι, 1210 extr.
ἀντίδοσιν τῶν πόνων, ΙΙΙ, 55, a Deo. ἀντίδοσιν illius
vite metitur virtutibus hujus vitæ, III, 278; posita tamen omnium salute per Christum. Sunt gradus gloriæ coelestis. ἀντιδόσεις, commoda agnitæ
paupertatis Christi, I, 866. ἀντιδόσεις συμβολαίων,
II, 527, pacta et obligationes muluæ, præstitis simul et redditis, quæ ex iis debeantur. άντιδόσεις
τῶν ὕμνων, Ι, 779.
ἀντιδότω ταύτη, ΙΙΙ, 883.
ἀντίθεον Judaei habebant Christum, II, 568. ἀντίθεον
Χριστόν, falsum Messiam, Judæis exspectatum; Antichristum, II, 1648. ἀντιθέοις, falsis diis, idolis,
II, 152).
ἀντίθεσιν, dubitationem, Einwurf, III, 71. Unde
ei jungit voc. λύειν.
ἀντίθετον non est Spiritus sanctus, V, 938, ut
opponatur Deo, quasi non Deus, neque eamdem
habens voluntatem.
ἀντιλαμβάνεσθαι ἀτμῶν nares voluit Deus, IV,
572. Apprehendere (saisir), percipere, judicare.
ἀντιλαμβάνεται τῶν ὀσμῶν canis, IV, 558, captat et
sequitur, a semel occupato non abscedit. ἀντιλαμ
βανόμενος τῆς εὐοσμίας, particeps, II, 145.
ἀντιλέγοντες. 10n credentes, impii, nolentes Chri
stum sequi, III, 120, 126, 173. ἀντιλέγοντας, invitos, IV, 966; opp. ἐθέλοντας, neque enim ἀντέλε
γον. ἀντιλέγουσι παρατάττεσθαι, i. e. pertinacibus,
in bello perseverantibus, I, 442, ex Hebr.
ἀντίληψις ἑωθινή, Ι, 735, expl.: adventus Christi,
ἀντίληψις ὁδμῶν, IV, 411 init., durius dictum;
sed variare voluit.
ἀντινομοθετῆσαι τῇ διδασκαλίᾳ, IV, 1247, alia
aocere; dogmata, non leges.
ἀντίπαλον τοῦ Εὐαγγελίου, ΙΙΙ, 364.
ἀντιποιούμενος τῆς φιλίας, 111, 868. ἀντιποιουμέν
νου ἐν τῇ πίστει, ΙΙΙ, 868; pro τῆς πίστεως.
ἀντιπρόσωπα τμήματα, victimarum, II, 560.
ἀντίῤῥοπον ὕμνον τῇ θυμηδία, ΙΙΙ, 515, qui eam
exprimere valeat.
ἀντίστασιν, quod ei repugnasset, III, 1073.
ἀντιστρατεύειν τοῖς προφήταις ψευδοπροφήτας, ΙΙΙ,
344; effective; opponere. ἀντιστρατεύσας πάθει πάν
θος, 1, 171, pro, άντιστρ. πάθει πρὸς πάθος. ἀντιστρατεύων τῇ ἀληθείᾳ τὸ ψεῦδος, ΙΙ, 146. ἀντιστρατεύων τῇ παρανομία τὸ δέος, ΙΙΙ, 516. αντιστρα
τεύει αὐτῷ ἄγγελον, ΙΙ, 1109. ἀντιστρατευόμενος τῷ
Θεῷ τὸν τύφον, ΙΙ, 1105.
ἀντιστρέφει, V, 1059, i. e. utrumque de utroque
dicitur: διὰ de Filio, προς de Spiritu, et inverse.
αντιστρέψα:, convertere e fuga retrahere, non pugnaturos, sed ne perniciem evadant, I, 732.
ἀντιταλαντεύειν, pretium congruum solvere, quo
rem redimas, tibi servaturus, Ι, 216. ἀντιταλαντεύ
σας, repulans, si multa deliquerimn, me et multa
passum, I, 762.
ἀντίτυπά ἐστι (corporis Christi) τὰ θεῖα μυστή
ρια, in Cena S. IV, 125, i. e. σύμβολα. αντιτύ
πων τοῦ σώματος, Dane et vino in Coena S.
ιν. 269.Pro τύπω posuit: unde statim addit: περιττὸς ὁ τύπος, sine ἀληθείᾳ. Hæc est verum corpus
Christi: illa ejus symbola, præsentis tamen.
ἀντίχθονες, 1, 33.
ἀντίχριστον, sic expl. τὸν ἀσεβή, 11, 251, Jes. II, 4.
ἀντρίοις οἰκίσκοις, ΙV, 115. Forte ἄντροις ἢ οἰκίσκοις; alioquin ἀντρίοις, imo αντρείοις, est, antrosis, antro similibus. Sed cur non separatim
memoret antra?
ἀντωνυμία, Ι, 695, pronomen possessivum; III,
499, pronomen μου; 11, 107; articulus praepositi
vus. ἀντωνυμίας ἐναλλαγή, 1, 885, ut primo tertia,
deinde secunda persona ponatur.
ἀνυμνεῖ, 1, 767, pro simplici. ἀνύμνησε, IV, 30,
rectius quam ἀνέμνησε, n. 23. Vid. Ellipsis ἕνεκα.
ἀνύμνησεν, ΙΙΙ, 18 init., pro simplici, et sine car
minis notione, in Epistola; it. I, 356 extr. άνω
υμνοῦντες, 1, 517 init., pro simplici.
ἀνυπαρξίαν ἠπείλει τὸ πᾶν, Ι, 1290, minabatur
et parabat interitum natura. suppl.
ἀνυπόπτως μεθοδεύων τὸν λόγον, ut non statim
sentiant, quo tendat, III, 564.
ἀνυπόστατοι ὁμοιότητες, V, 6, quæ non essent in
ὑποστάσει aliqua, ut subjecto metaphysico, sed veluti per se.
ἀνυποστόλως κηρυττομένην, ΙΙΙ, 1032, sine fraude,
calumnia, metu.
ἄνω. αἱ ἄνω δυνάμεις, V. 42, angeli. ἄνω εἰμι
τῆς κολαστικῆς ἀπειλῆς, ΙΙ, 154, me non feriunt
minæ, non terrent. ἄνω προεγίνωσκεν, ΙΙ, 1663, pro
ἄνωθεν. ἄνω καὶ κάτω περὶ τοῦ νόμου διαλεγόμενο!,
1, 929. ἄνω καὶ κάτω προβάλλεται, IV, 1157, sem
per jaclat.
ἄνωθεν, Ι, 1485, ab initio; I, 978, adhuc semper;
IL, 466, 1145, 1147, 1308; III, 232, 512, olim,
primitus, antiquitus; III, 114 (bis), olim (prædicta)
in vet. test.; III, 150, jam ante in vet. test. άνωθεν ἐπαίνων, ΙΙ, 107, quas ante diximus; ut 110.
τῶν ἄνωθεν ῥημάτων. ἄνωθεν ἡμᾶς ἐδημιούργησεν,
III, 495, denuo. ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς, Ι, 1124, aut
synonyma sunt, aut illud est, jam inde ab antiquissimis temporibus. Sic et I, 1128 extr., 1500, 1531;
ΙΙ, 512, 546, 1995; ΙΙΙ, 126. ἄνωθεν μεμαθήκαμεν,
IV, 1157, dudum. ἄνωθεν οικητόρων πληρώσω, Ι,
1579, i. e. ὡς ἄνωθεν, ut ante. ἄνωθεν προγινώσκων, Ι, 1145. ἄνωθεν προηγόρευσεν, ΙΙΙ, 512. άνωθεν προσέταξεν ὁ Θεὸς, Π, 432. ἄνωθεν συνήθης
αὐτοῖς, 1, 1308.
Ι,
ἀνῳκοδόμει, ΙΙΙ, 1117; pro simplici.
ἀνωλέθροις αἰῶσι, ΙV, 924.
ἀνωφελές, ΙΙΙ, 899, noxium.
αξία. Non κατ' αξίαν servus est Christus, sed
κατὰ φύσιν, qua home, II, 971. ἀξίαι ἀγγέλων, Ι,
10; videntur distingui ab exercitu coelesti, ut sint
archangeli, proceres angelorum. θεότης κατ' αξίαν,
vera, naturalis, III, 744.
ἀξιάγαστος ἀνὴρ, Josephus, 1, 298.
ἀξιεράστους ἡμᾶς πεποίηκεν ὁ Δεσποτικός θάνατος, ΙΙΙ, 403.
ἀξιόκτητον ἀθλητὴν, IV, 1070. Deo; valentem
sustinere certamina.
ἀξιόνικοι, IV, 855, victores, decoram victoriam
reportantes; IV, 789, 922, victoriæ apti, ad eam
instructi, pares victoriæ referendæ, victores. Hie
evidenter ἄξιος pro ἱκανός.
ἀξιόπιστον τοῦ νόμου, IV, 469, ut divinitus data
credatur, servetur.
ἄξιος, Ι, 685, ἱκανός. ἄξιος Θεοῦ, ΙΙΙ, 1146, et
mnox ἀξιώτατος, asceta, relictis cognatis, ne videre
quidem sustinens eos. ἄξιος οὐρανῶν πρεσβύτης,
ΙΙΙ, 974. ἀξία αἰωνίου ζωῆς γεγένηται, II, 92, Rahab, δι' αὐτῶν, per exploratores a se servatos: quia
scil. inde venit in coetum veri populi Dei, per fdem, Hebr. 11. ἀξία Θεοῦ κτίσις, V, 933, quæ ita
sentiat et agat, ut probetur Deo. ἀξίου τῆς χάριτος,
I, 350, apto ad suscipiendum beneficium. Mox expl.
ἀξιωθῆναι, τετύχηκε. ἄξιον τῆς ἐνεργείας, diabolis
col. 891–892page 14 of 154
PG 84:891άξιοι ἄξιοι ἀμοιβῶν τὴν τῆς ψυχῆς καθαρότητα, ΙΙ, 916. ἄξιοι οὐρανῶν, ΙΙΙ, ἀπωλείας, ΙΙΙ, 535, οἱ σφᾶς αὐτοὺς τῆς σωτηρίας ἐστέρησαν. ἀξίοις, 11, 1307, τοῖς τῆς τε λειότητος ἀποδέουσιν, ψεως, 119. αξίοις δεδώρηται ἡ χάρις (τοῦ Πνεύματος) ΙΙΙ, 84; χάριν ἀξίους ἀπολαῦσαι τῆς σωτη 737, 1445. ἀξίους ἐκλογῆς πιστεῦσαι, ἀξιοῦσθαι φειδούς, 474; τυχεῖν ἐλέους. αξιούμενος βαπτίσματος, Ι, 24, 307. ἀξιούμενοι τοῦ Δεσποτικοῦ αἵματος, ΙΙ, 1291; ἀξιόχρεοι κήρυκες, 524. ἀξιόχρεως αξιόχρεως καὶ λόγῳ ὑπισχνούμενος, ΙΙ, 777, αξιόχρεων αἴτησιν, ΙΙΙ, ἀξιόω, ἠξίου θεραπείας τον προφήτην, 1, 519, ἀξιωθεῖσι σωτηρίας, 861. οἴκτου, 1, 945, τυχεῖν. ἀξιωθῶμεν, ΙΙΙ, 97 τον τοῦ βαπτίσματος, ΙΙΙ, 711. ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Δε σπότης ἐκείνης της δόξης, ΙΙΙ, 483 ἀξιώσει πάσης κηδεμονίας, ΙΙ, 469; παραμυθίας, 1, 424: ἀντὶ τοῦ, τυχεῖν, ἀπολαύειν εἴασε. αορίστως τοὺς ἰχθύας θηρεύσαντες, 637, ἀπαγορευτικὸν λόγον, ΙΙΙ, 71, μὴ γένοιτο, ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν, ΙΙ, 646: άγουσαν. ἀφθαρσίας, τῆς ἀναμαρτησίας ἀπάθειαν διὰ πάθους, ἀπαθὲς τῆς γεννήσεως, ἀπάθους, ΙΙΙ, 602, ἀπαθοῦς. ἀπαθῶς γεν νᾶται ὁ Υἱὸς ἀπαθῶς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα, ἀπαλλαγῆναι ἁμαρτημάτων, 1, 756, ἀπαλλαγείη της προσηγορίας, 56, θορυβούμενον. ἀπαλλάξαι αὐτοὺς ζυγῶν, 1101, ἀπαλλοτριοῖ αὐτὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν εὐσεβείας, ἀπαντῆσαι τῶν μαρτύρων τὸν ἀριθμόν, ΙΙ, 666, ἀπαράλλακτος, ἡ αὐτή, 993 ἀπαραμύθητον τιμωρίαν, ΙΙ, 982. ἀπαρέμφατον ἐστι τὸ ἐγείρεσθε, Ι, 1496, ἀπαρκτίαν, ἀφηλιώτη πελάζοντα, ΙΙΙ, 1144. ἀπαρνησάμενος χρείαν πυρός, ΙΙΙ, 1240 ἀπαρνούμενοι ἐδωδήν, ἀπαρχή. Απαρχὴν ἡμετέραν ὁ Λόγος ἀνειληφώς, δ αρχήν ει φύραμα αρχή φύσεως άνθρωπείας, 1, 734. φύσεως ἡμετέρας, 1, 860, 36. ἡμῶν, 40. ἐξ ἡμῶν, ΙΙ, 556. 1397; ΙΙΙ, 269. ἀπαρχὴ ἀναστάσεως, ἀπαρχὰς προσφέρειν Θεῷ, 1196. ἀπαρχάς πονηρίας, ἀπατηλῶν. ἀπάτην
IV, 457; aptum, paratum ei recipiendæ. &tor
I, 1064 extr., pro txavol vel, quibus Deus illud
tribuere voluerit. III, 279 init., recte usi favore
Dei. άξιοι salutis coelestis, II, 382. ἄξιοι ἀμοιβῶν
τὴν
qua Deum, II, 162. & tot 16ews belas bid thy
τῆς ψυχῆς καθαρότητα, ΙΙ, 916. ἄξιοι οὐρανῶν, ΙΙΙ,
277, ita comparati, ut possint eo recipi. &tor owemplas, II, 1295, qui paruerint Eliæ monenti. &Ętor
pɛtdoūs, 1, 136, ita comparati, ut parcere iis posset,
Deus. &o xapitos, 1, 788, non omnes; i. e. eam cupiunt, accipiunt, ex ea vivunt, ea rite utuntur. ¿źłwy
ἀπωλείας, ΙΙΙ, 535, ipse expl. οἱ σφᾶς αὐτοὺς τῆς
σωτηρίας ἐστέρησαν. ἀξίοις, 11, 1307, opp. τοῖς τῆς τε
λειότητος ἀποδέουσιν, nempe dignis majori virtute.
&to; dabitur felicitas æterna, IV, 451, i. e. qui se
ita gesserint hic, ut jam possint salva Dei sanctitate
Deari. alo dat Spiritum S. Christus, V, 39,
1105, fidelibus, cupientibus, eo recte usuris, per
Christum aptatis ad accipiendum. &ğlois &ñoxaλúψεως, capientibus eam, II, 119. αξίοις δεδώρηται ἡ
χάρις (τοῦ Πνεύματος) ΙΙΙ, 84; ergo jam ante χάριν
ponit à tous, qui velint illam accipere, neque impedimenta objiciant. ἀξίους ἀπολαῦσαι τῆς σωτη
plac, III, 683, ut, qui possint, habiles sint, fiant
salvi. add. II, 737, 1445. ἀξίους ἐκλογῆς πιστεῦσαι,
III, 699, ut crederent, qui habiles essent ad accipiendam salutem destinatam. ¿louç èvepyɛlac, IV,
285, diaboli, aptos ei recipiendæ et adhibendæ.
agious Bɛoyvwelas, III, 117, qui eam capiunt et recipiunt. ȧlous noipalvet, II, 123, qui volunt et rite
adhibent. alous copiousay, V, 121, cupientes,
præbentes sese et aptantes ei percipiendæ. 'Aious
Stepávwvánohyn, faciat ut coronam auferant.
alous plavbpwnias, III, 107 extr., ita affectos et
viventes, ut non impediant in se Dei benignitatem.
ἀξιοῦσθαι φειδούς, I, 474; infra, τυχεῖν ἐλέους.
αξιούμενος βαπτίσματος, Ι, 24, 307. ἀξιούμενοι τοῦ
Δεσποτικοῦ αἵματος, ΙΙ, 1291; potest hic omnino
esse, Christi sanguine mundi; sed et intelligas, ex
usu Theod., sanguine Christi in Coena S. fruentes.
ἀξιόχρεοι κήρυκες, fide digni, II, 524. ἀξιόχρεως
A6yos, III, 704, fide digna oratio, et quæ movere
alios possit, efficax. dióxpews vous, III, 563
ned. αξιόχρεως καὶ λόγῳ ὑπισχνούμενος, ΙΙ, 777,
fide dignus. atóxpawy, IV, 1102, fide dignum, observandum, audiendum. αξιόχρεων αἴτησιν, ΙΙΙ,
712, non rejiciendam, facile admittendam.
ἀξιόω, ἠξίου θεραπείας τον προφήτην, 1, 519,
adhibuit ei, præstitit: ipsa scil inferior. &wets,
III, 12, de nomine Pauli, ut potiori Sauli nomine.
ἀξιωθεῖσι σωτηρίας, copiam ejus nactis, I, 861.
¿žiwôñvai tayñs, I, 407 init. et 458, pro tuxely, ne
minima quidem dignationis conditione. vai
οἴκτου, 1, 945, pro τυχεῖν. ἀξιωθῶμεν, ΙΙΙ, 97 init.,
consequamur, habiles iis reddamur. diwcas Touτον τοῦ βαπτίσματος, ΙΙΙ, 711. ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Δε
σπότης ἐκείνης της δόξης, ΙΙΙ, 483 init., dabit eam
nobis. ἀξιώσει πάσης κηδεμονίας, ΙΙ, 469; Deus hoII,
mines. &wow perdous, II, 347. helwse to owμa th
παραμυθίας, 1, 424: ἀντὶ τοῦ, τυχεῖν, ἀπολαύειν
εἴασε.
¿žiwµátwy ¿vótns, (V, 12, non naturæ aut substantiæ, sed dignationis.
ȧópatov pov, I, 727; II, 1503 init., cujus
causam et modum nemo videat: per angelum.
ȧópistov, I, 1509, sine conditione.
doplorws, I, 301, sine conditione, simpliciter.
αορίστως τοὺς ἰχθύας θηρεύσαντες, ΙV, 637, promi
scue, nullo bonorum malorumve discrimine.
áñ³ àpxñs, V, 1173 extr., junctim lege ȧnapX7s, humanæ naturæ Christi.
anayyɛllas, V, 1168, enuntiationis.
anayyw, IV, 1061 haud dubie legendum
nayyw, peto, posco, rogo.
anayopsúɛi, III, 75: dicens, μh yévoito, quasi
detestans et avertens atrocitatem.
ἀπαγορευτικὸν λόγον, ΙΙΙ, 71, μὴ γένοιτο, quasi
detestationem ominis.
ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωὴν, ΙΙ, 646: pro άγουσαν.
ánaðavaτičóµɛvot, 1, 1003: e suppl. tribuitur
baptismo.
ànáðɛia, I, 937 med.: ponitur effectus Te
ἀφθαρσίας, et causa hypothetica τῆς ἀναμαρτησίας
ἀπάθειαν dare Christus voluit nobis διὰ πάθους,
I, 1389, Jibertatem a morte et pœnis æternis. vel,
sanctitatem.
¿ñaðèç, IV, 795: atomis tribuitur, quod secari
et mutari nequeant. ἀπαθὲς τῆς γεννήσεως, ΙV,
387 sine mutatione. & Brothy, III, 1007, duram, quasi nil sentirent, nulla re egerent.
ἀπάθους, ΙΙΙ, 602, lege ἀπαθοῦς.
anabwę nabav, V, 1138 (stulta vox hæreticorum,
Apollinaristarum et Eutychianorum). ἀπαθῶς γεν
νᾶται ὁ Υἱὸς ἀπαθῶς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα, V,
ἀπαλλαγῆναι ἁμαρτημάτων, 1, 756, veniam.mpetrare. ἀπαλλαγείη της προσηγορίας, V, 56, non
cadit in eum tale nomen. (Sanè innuit, certe ponit hypothetice, Christum hominem sejunctim a
Aby exstitisse, dicit enim, per assumptionem
formæ servilis hoc factum. amallartel, IV, 621.
simpliciter, cura liberat, opúбov, repetendum e
θορυβούμενον. ἀπαλλάξαι αὐτοὺς ζυγῶν, ΙV, 1101,
ut ne cogerentur e jugeris 2500, quæ nil pendere
possent, tributum exigere; sed alia pro his sibi
assignarentur.
ἀπαλλοτριοῖ αὐτὸν τῆς τῶν ἀδελφῶν εὐσεβείας,
I, 69, ostendit, eum non pium fuisse, ut fratres.
anavas, III, 56 med., vitiose pro &navas. Idem
III, 63 init. legerim ǎña§. Vid. Ind. Rer. V. Baptismus h. 1.
ἀπαντῆσαι τῶν μαρτύρων τὸν ἀριθμόν, ΙΙ, 666,
adesse, intervenire.
ἀπαράλλακτος, ἡ αὐτή, V, 993: hoc deinde negat Maced.
ἀπαραμύθητον τιμωρίαν, ΙΙ, 982.
ànápas, III. 952, mortuus.
ἀπαρέμφατον ἐστι τὸ ἐγείρεσθε, Ι, 1496, infini
tum. Scribendum videatur tyɛlpɛobat. Sed tunc
nil attinebat notari: imo indicativum, optotixov,
dicere debebat. Sed ne hunc quidem satis hic notat; sed plane est pro infinito, to surgere vestrum,
quod surgitis.
ἀπαρκτίαν, ἀφηλιώτη πελάζοντα, ΙΙΙ, 1144.
ἀπαρνησάμενος χρείαν πυρός, ΙΙΙ, 1240 init.
anapvoúμevol towohv, III, 1275, repudiantes.
ἀπαρνούμενοι ἐδωδήν,
ἀπαρχή. Απαρχὴν ἡμετέραν ὁ Λόγος ἀνειληφώς,
I, 654, i. e. púoty, scil. ex qua suam duceret, quæ
illi foret anapyn, materia (templi, ut ait, ædificandi), eo sensu, quo Rom. 11, 16. δ αρχήν ει φύραμα
Paulus distinguit. Sic et loquitur, I, 755 extr.,
787 init., 1178; III, 94; IV, 422, 1299, 1301. 'Aπαρχή φύσεως άνθρωπείας, 1, 734. φύσεως ἡμετέρας,
1, 860, V, 36. ἡμῶν, IV, 40. ἐξ ἡμῶν, ΙΙ, 556.
Christus, princeps hominum, qua homo, I, 806:
ideo dicitur pro nobis precari. Adde 1, 1072,
1397; ΙΙΙ, 269. ἀπαρχὴ ἀναστάσεως, Christus,
III, 745. &mapxhy expl. Hippol. IV, 232.
anappal, I, 174, quod de præda Deo consecratur. ἀπαρχὰς προσφέρειν Θεῷ, ΙII, 1196. Christianis quoque tribuitur, scil. Ecclesiæ et sacerdotibus.
sustentandis. ἀπαρχάς πονηρίας, a pravo exemplo
dominorum hauriunt servi, IV, 610. &popuàs, semina.
ànapxóµevos, I, 946, 959, incipiens, pro simplici.
&naca owenpla, II, 1626, summa, "perfecta, solida.
anastía, abstinentia cibi, III, 1195.
anáη veufάtwv, I, 899 init. et extr., dæmonum (Hebr.), pro ἀπατηλῶν. ἀπάτην II, 1087 vocat
ipsos Deos paganorum.
ánátopes, III. 993, Ariani. Ludit ex ambiguo,
col. 893–894page 15 of 154
PG 84:893ἀπεδουχόλουν, ἀπέγνων τῆς σωτηρίας, ΙΙ, 324 ἀπεδέχετο τὸν σκοπόν, Ι, 1584, ἀπεδύετο λαβὰς, ἀπέδωκε, Ι, έδωκε, ἀπειθεῖ πονηρία, 1, 737. πονηρίαν. ἀπειθείας (τὰς), ΙΙ, 490. ἀπεικασμένην παρδάλει, ΙΙ, 439, ἀπειλὴν θανάτου, ΙΙΙ, 291, ἀπείληφεν, ἀπειλῶν ἀριστεύειν, Ι 598, ἀπείραστος αὐτῶν, ἀπειρηκυίας τῆς φύσεως, ΙΙΙ, 101, ἄπειρον (ἀγαθότητα) απόρρητον, Ι, 55. ἄπειρον ποιμένα, ἀσεβή ἀπεκάλυψεν, Ι, ἀπο έκαμψεν ἐδίδαξεν. ἀπ εκάλυψε, ἀπέκαμψεν εἰ ἀπεκάλυψεν 594. ἀπεκήρυξεν, ΙΙΙ, ἀπεκήρυξαν, ἀπεκήρυξαν, ἐβεβαίωσαν, ἀπεκήρυξαν, ἀπεκλήρου καιρῷ ἁρμοδίῳ τὴν παρουσίαν, 458. ἀπεκλήρωσαν ἑαυτοὺς τῇ θεωρίᾳ, 1019. ἀπεκλήρωσε, ΙΙ, 747, ἀπεκλήρωσε χώραν αὕτη, 524, ἀπεκλήρωσεν ἡμᾶς εἰς ταύτην τὴν ζωὴν, ΙΙΙ, 405. ἀπέχνες, ΙΙ, 502. 37. ἀπέκναιεν. ἀπέκοψα ἐλπίδας, πέκρινεν ἡ φύσις, ΙΙΙ, 686, ἀπέκρυψεν, Ι, ἀπέκρυψε τῶν ἄλλων τὴν ἀσέβειαν, 539, ἀπέκρυψε, ΙΙΙ, ἀπεκτονόσι, περιορισμῷ, καθαιρέσει. ἀπέλαβον προνοίας,, Ι, 1094: έτυχον, ἀπήλαυον. ἀπέλθω ἐνθένδε, πελείφθη, ΙΙΙ, πελέκητα ἀπελεύθερον καλεῖν εἰώθαμεν τὸν ἐκ δούλων γεγε νημένον, ΙΙΙ, 207, ἐκ δούλου γεγεν. ἐλεύθερον, Απέλλαιον, ΙΙ, ἀπεμνημονεύσαμεν, 1155 σα. ἀπεμνημόνευτα,: απεμνημόνευ ἀπεμπολῆσαι, Ι, 1347: πωλῆσαι. ἀπεμπολήσας, ΙΙ, ω, ἀπὸ εἰ ἐν ἀπεμπολούμενοι, 1, 881, άπεμπολούν, ΙΙΙ, 802: ἀπεμπολούσαι τὴν ὥραν, ΙΙ, 423. απεμπολούσι, Ι, 1538 ἀπεμπολούντες, 1, 1276; 602, 611. ἀπεμπωλοῦντες, ΙΙ, 854 ω. άπεμπωλοῦσα, ΙΙ, ἀπένειμαν σφίσιν αὐτοῖς τὸ κρίνειν, 111, 186, ἀπένειμε τὰ μὲν τῆς γῆς) εἰς πεδία, τὰ δὲ εἰς ὄρη καὶ νάπας, 1, 1132 εποίησε. εἰς ἀπένεμεν αὐτῷ ὁ λαός, 11, 824. έπει εμάνη. ἀπέξυσας τῶν μετώπων τὴν αἰδώ, ΙΙΙ, 1048. ἀπέπτυσαν πάντα, Ι, ἀπερίγραπτος ὁ Θεός, Ι, 25, τὸ ἀπερίγραπτον τοῦ Θεοῦ, Ι, 27, απερίγραπτον χάριν, ΙΙΙ, 812, ἀπερίγραφον τῇ ουσίᾳ τῇ σοφίᾳ τη δυνάμει ἀπερίγραφον ἀπερίγραφος οὐκ ἔστιν ἡ ληφθεῖσα φύσις 1253 ἀπερίγραφον ἀνάστασιν, ἀπεριέργως δέχεσθαι, Ι, 807 πολυπραγμοσύνῃ ἀπεριμερίμνως, 63. ἀπέριττον βίον, Ι, 1388: ἀκτήμονα, ἐγκρατῆ. ἀπεσβέσθη 1086. ἀπέσβη ή χά ρις, 731. ἀπέσβην χόρτῳ παραπλησίως, ἀπεσκίρτησαν, ἀπεστείλαμεν, ΙΙΙ, 902: έπεστ. ἀπέστειλε, ΙΙΙ, 808: επέστ. 15. ἀπέστειλεν ἐπέστειλεν ἐπιστολὴν νεί γράμματα γὰρ φησί. επέστειλεν ἀπεσχηκώς, ΙΙ, οἱ παῖ δές μου. ἀπεσχοίνισε, ΙΙΙ, άπεσχοινίσθησαν τῆς βασιλείας, 1, ἀπέτεινε μακροὺς λόγους, Ι, 129. ἀπέτεμον τὸν Ἰάκωβον, ΙΙ, 367, ἀπετυμπάνισαν, 1, 929. ἀπευθυσμένον ἔντερον, 534, ἀπεύχεται αὐτῷ λυπηρά, ΙΙ, 1147, ἀπεφάνθη, Ι, 524: γέγονε. ἀπεφάνθη ἱερεὺς, ΙΙΙ, 589. ἀπεφάνθησαν χωρισθέντες, ΙΙΙ, 874: εχωρίσθησαν. ἀπηγάγετο Πνεῦμα τὸ ἅγιον, 123 ἀπήγαγε τὸ Πν. ἀπήγγειλεν τὸν Πατέρα διδάξαι τοὺς ἀποστόλους, ἐπήγγειλεν ἀπήγγειλεν ἐπήγγειλεν, ἀπηλαύσαμεν, ἀπήλαυσαν ἡγεμόνων, 602, ἀπήλαυσας σωτηρίας, ΙΙΙ, 717: έτυχες, απολαύεις. ἀπη λαύσατε Πνεύματος, ΙΙΙ, 422, ἀπηλαύσατε τούτων, ἀπήλαυσε σωτηρίας, ΙΙ, 1670: έλαχε, ἀπολαύει.
quod in Fillo errantes, et Patrem, qua Patrem,
tollebant, et Patrum orthodoxorum, Nicænorum,
reliquerant rationem.
ἀπεδουχόλουν, III, 264, turbabant, decipiebant.
ἀπέγνων τῆς σωτηρίας, ΙΙ, 324: pro accusativo.
ἀπεδέχετο τὸν σκοπόν, Ι, 1584, probabat.
ἀπεδύετο λαβὰς, V, 1161, intentatos captionum
Jaqueos effugit.
ἀπέδωκε, Ι, 1361 med.: pro έδωκε, e promisso
scil.
ἀπειθεῖ πονηρία, 1, 737. Cod. πονηρίαν. Aliena
videntur; nam neque cohærent, neque in Christum
cadunt. Sensus sit: exspers fuit pravi sensus et
moris.
ἀπειθείας (τὰς), ΙΙ, 490.
ἀπεικασμένην παρδάλει, ΙΙ, 439, sub imagine
pardi.
ἀπειλὴν θανάτου, ΙΙΙ, 291, periculum.
ἀπείληφεν, V, 101. Joannes Bapt. Joannem Chrysost. (Potest significare: suscepit ad se, ad consortium suum, in cœlis; vel, successorem cognomi
nem accepit.)
ἀπειλῶν ἀριστεύειν, Ι 598, glorians, jactans,
promittens. Homericum, et Hor.: Multa et pulchra
minantem.
ἀπείραστος αὐτῶν, IV, 560, illaesa ab illis.
ἀπειρηκυίας τῆς φύσεως, ΙΙΙ, 101, cum per naturam spes omnis sublata foret.
ἄπειρον (ἀγαθότητα) variat cum απόρρητον, Ι, 55.
ἄπειρον ποιμένα, 11, 1650. Antiochum Epiphanem
dictum quidam volunt, ut qui stulte obtruderet sacra sua: sed et ἀσεβή notat.
ἀπεκάλυψεν, Ι, 594. Præfertur altera lectio ἀπο
έκαμψεν sed illi congruit explicatio ἐδίδαξεν. ἀπ
εκάλυψε, 1 928 init., de SS. Trinitate, satis obscure profecto
ἀπέκαμψεν εἰ ἀπεκάλυψεν var. I, 594.
ἀπεκήρυξεν, ΙΙI, 893, removerat a coetu Christiano et episcopatu. ἀπεκήρυξαν, ΙV, 1928, Ecclesiæ communione moverunt. ἀπεκήρυξαν, IV, 1277:
capitula Cyrilli: opp. ἐβεβαίωσαν, et mox: doctrinam apostol. ἀπεκήρυξαν, damnarunt.
ἀπεκλήρου καιρῷ ἁρμοδίῳ τὴν παρουσίαν, IV,
458. ἀπεκλήρωσαν ἑαυτοὺς τῇ θεωρίᾳ, IV, 1019.
ἀπεκλήρωσε, ΙΙ, 747, dedit, assignavit. ἀπεκλήρωσε χώραν αὕτη, IV, 524, accepit, habet. ἀπεκλήρωσεν ἡμᾶς εἰς ταύτην τὴν ζωὴν, ΙΙΙ, 405.
ἀπέχνες, ΙΙ, 502. Cod. n. 37. ἀπέκναιεν.
ἀπέκοψα ἐλπίδας, I, 1479: pro medio: spem abjeci.
πέκρινεν ἡ φύσις, ΙΙΙ, 686, aurea et argentea
vasa; eorum materia per se præstat materiæ aliorum.
ἀπέκρυψεν, Ι, 461 lin. 4, sapientia sua vicit.
ἀπέκρυψε τῶν ἄλλων τὴν ἀσέβειαν, I, 539, vicit,
post se reliquit. ἀπέκρυψε, ΙΙΙ, 890 init., vicit,
superavit.
ἀπεκτονόσι, IV, 1221, qui nos vexant exilio, jaelatione, περιορισμῷ, καθαιρέσει.
ἀπέλαβον προνοίας,, Ι, 1094: έτυχον, ἀπήλαυον.
ἀπέλθω ἐνθένδε, III, 1124, mortuus fuero.
πελείφθη, ΙΙΙ, 755, non venit ad concilium.
πελέκητα ligna quid? 1, 479.
ἀπελεύθερον καλεῖν εἰώθαμεν τὸν ἐκ δούλων γεγενημένον, ΙΙΙ, 207, i. e. ἐκ δούλου γεγεν. ἐλεύθερον,
aut e numero servorum.
Απέλλαιον, ΙΙ, 1622: Judæorum Casleu mensem.
ἀπεμνημονεύσαμεν, III, 1155: pro simplici:
mentionem fecimus.
σα.
ἀπεμνημόνευτα, ibid.: vitiose pro απεμνημόνευἀπεμπολῆσαι, Ι, 1347: pro πωλῆσαι. ἀπεμπολή
σας, ΙΙ, 1174 init.: per o pro ω, et pro simplici,
ἀπὸ εἰ ἐν redundantibus. ἀπεμπολούμενοι, 1, 881,
ex alio in alium locum depulsi. άπεμπολούν, ΙΙΙ,
802 init.: particip. ἀπεμπολούσαι τὴν ὥραν, ΙΙ,
423. απεμπολούσι, Ι, 1538 ἀπεμπολούντες, 1,
1276; ΙV, 602, 611. ἀπεμπωλοῦντες, ΙΙ, 854 init.,
899 extr.: hic recte per ω. άπεμπωλοῦσα, ΙΙ, 902.
ἀπένειμαν σφίσιν αὐτοῖς τὸ κρίνειν, 111, 186,
sumpsissent, arrogassent. ἀπένειμε τὰ μὲν τῆς
γῆς) εἰς πεδία, τὰ δὲ εἰς ὄρη καὶ νάπας, 1, 1132:
pro εποίησε. Ipsa enim terra sic divisa. Aut εἰς
pro dativo alias partes assignavit montibus, alias
campis. ἀπένεμεν αὐτῷ (Mosi) ὁ λαός, 11, 824. Si
vera est lectio, significat: ut eum exceperit, ei
responderit. Sed elegantissime cod. n. 20. έπει
εμάνη.
ἀπέξυσας τῶν μετώπων τὴν αἰδώ, ΙΙΙ, 1048.
ἀπέπτυσαν πάντα, Ι, 1358, neglexerunt, non reputarunt, congrue iis non fecerunt.
ἀπερίγραπτος ὁ Θεός, Ι, 25, ubique adest. τὸ
ἀπερίγραπτον τοῦ Θεοῦ, Ι, 27, abest homini qua
naturam; sed imitatur cogitandi velocitate, omnia
obeunte. απερίγραπτον χάριν, ΙΙI, 812, summam.
ἀπερίγραφον habet Deus τῇ ουσίᾳ (ubique prasens), τῇ σοφίᾳ (omniscius), τη δυνάμει (omnipotens), I, 28. ἀπερίγραφον Dei, I, 25, ut non habeat
corpus, quia sit ubique. ἀπερίγραφος οὐκ ἔστιν ἡ
ληφθεῖσα φύσις Christi, IV, 1253 extr. απερίγρα
φον non est corpus Christi, nec post ἀνάστασιν,
ἀπεριέργως δέχεσθαι, Ι, 807 sine πολυπραγμο
σύνῃ et cura, quomodo feri possit.
ἀπεριμερίμνως, V, 63.
ἀπέριττον βίον, Ι, 1388: ἀκτήμονα, vel ἐγκρατῆ.
non afluentem opibus aut luxu.
ἀπεσβέσθη Diocletianus, III, 1086. ἀπέσβη ή χάρις, sublata est, II, 731. ἀπέσβην χόρτῳ παραπλη
σίως, exarui, evanui, I, 1316.
ἀπεσκίρτησαν, ΙV, 888, absterriti et indignabundi refugissent, parere recusassent.
ἀπεστείλαμεν, ΙΙΙ, 902 init.: pro έπεστ. scripsimus. ἀπέστειλε, ΙΙΙ, 808 extr.: pro επέστ. ut est n. 15.
ἀπέστειλεν Corinthiis, III, 406. Legendum bic etiam
videtur ἐπέστειλεν nam et ellipsis est durior, έπιστο
λὴν νεί γράμματα· et sequuntur verba, quæ scripse
rit, etsi his inseritur γὰρ et φησί. Sed επέστειλεν est
etiam, scripsit, litteras dedit.
ἀπεσχηκώς, ΙΙ, 336: legitur pro recepto, οἱ παῖδές μου. Si vera lectio, signif., qui accepit a me
largiter omnia beneficia.
ἀπεσχοίνισε, ΙΙΙ, 902, fecerit, ut inter se discdium facerent. άπεσχοινίσθησαν τῆς βασιλείας, 1,
1486, separatæ.
ἀπέτεινε μακροὺς λόγους, Ι, 129.
ἀπέτεμον τὸν Ἰάκωβον, ΙΙ, 367, caput ei anputarunt: si quidem sermo de Majori. Sed sequentia
loquuntur de Minori, e traditione: ut magis sit, interfecere, sustulere.
ἀπετυμπάνισαν, 1, 929.
ἀπευθυσμένον ἔντερον, IV, 534, rectum, Μaftdarm.
ἀπεύχεται αὐτῷ λυπηρά, ΙΙ, 1147, detestatur,
Deum rogat, ut avertat, seque id optare significat.
ἀπεφάνθη, Ι, 524: γέγονε. (Et tempus minus
usitatum.) ἀπεφάνθη ἱερεὺς, ΙΙΙ, 589. ἀπεφάνθησαν
χωρισθέντες, ΙΙΙ, 874 init.: pro εχωρίσθησαν.
ἀπηγάγετο Πνεῦμα τὸ ἅγιον, V, 123: divisim lege
ἀπήγαγε τὸ Πν.
ἀπήγγειλεν τὸν Πατέρα διδάξαι τοὺς ἀποστόλους,
IV, 378: pro ἐπήγγειλεν· rogavit Patrem, ut doceret apostolos. ἀπήγγειλεν legitur pro ἐπήγγειλεν,
I, 297, n. 4.
ἀπηλαύσαμεν, ΙII, 1302, acceperimus, nunc quo
que habeamus. ἀπήλαυσαν ἡγεμόνων, IV, 602, accepere malos principes. ἀπήλαυσας σωτηρίας, ΙΙΙ,
717 init.: έτυχες, nunc quoque απολαύεις. ἀπηλαύσατε Πνεύματος, ΙΙΙ, 422, accepistis, eoque et
nunc fruimini. ἀπηλαύσατε τούτων, III, 167, eodem
sensu. ἀπήλαυσε σωτηρίας, ΙΙ, 1670: pro έλαχε,
et nunc porro ἀπολαύει.
col. 895–896page 16 of 154
PG 84:895ἀπελειμμένον, 671 ἐξαλείψας ἀπῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον, 1280: ἐπανῆλθεν, ἀπηλλάττετο ταῖς προσβολαῖς, ΙΙΙ, 1284 δετῶν. ἀπηλλοτρίωσαν, Ι, ; συνεδόξασαν, ἐν μιᾷ τῆς Τριάδος πίστει. ἀπημπώλουν, Ι, 1417. ἀπηνέμους λιμένας, ΙΙ, 279: ανηνέμους. ἀπηνέχθησαν αἰχμάλωτοι, Ι, 1244: ἀπήχθησαν. ἀπήνη, Ι, 396: τῇ λαμπήνῃ ἀπήντα ἐκείνοις τῆς συγγνώμης, 89. τὸ τῆς συγγν., ἀπῄτει, ἀπῄτησε τὴν προσκύνησιν τῆς εἰκόνος, ΙΙ, 1138 ἀπό· ἐκέλευσε. ἀπηχεῖς ἀπειλάς, Ι, ἀπηνεῖς? ἀπηχὲς κήρυγμα, 1471, ἀπηχῶν προῤῥήσεων, ΙΙ, 1308, ἀπηνῶν. ἀπήχησιν θείαν ἐνηχεῖν, 90. ἀπιστήσῃς τῇ ἀναστάσει, 650, ἀπιστοῦσι τῇ ἀναστάσει, 99 ἄπιστον ἄπιστος ἄπιστοι, ἄπιστοι, Ι, ἄπλειστον, ΙΙΙ, 1105: άπλη στον. ἀπληστία τροφῆς, άπληστίαν φιλανθρωπίας, ἀπλήστου τροφῆς, ἁπλήστως ἄπλητον άπληστον) φιλανθρωπίαν άπληστον. ἀπλοϊκῶς, ΙΙ, 1557: πανουργία, ΙΙΙ, 308. ἁπλοϊκῶς ἁπλοϊκωτέρους, 1131 ἁπλοῦς ἀλαζονείας τρόπος, ΙΙ, 1105: ἀντι κρὺς ἀντίθεος. ἁπλωθέντα θήρατρα, 668. ἁπλῶς, ἀλλὰ ἁπλῶς μηδὲ ἁπλῶς, ἀλλ᾽ εἰδὼς, ὡς δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος ὁ Δεσπότης. ἁπλῶς, ἁπλῶς, 1534: τῇ σῇ φωτιζόμενος αἴγλῃ. ἁπλῶς, ΙΙ, έρωτήσεις προσαγαγών. ἁπλῶς οὐκ εἰς λογισμοὺς ἁπλῶς. λο γισμούς, οὐχ ἁπλῶς πλέκει τὴν ὕμνον, ἀλλὰ ὕλην ποιούμενος τὴν εὕρεσιν. άπλως μάτην, ἁπλῶς ΙΙ, 1119: δεδιδαγμένος ὑπὸ τοῦ Δαβίδ. ἁπλῶς ἁπλῶς ΙΙ, 925 ἁπλῶς, ΙΙΙ, 264: ἀλλὰ πρῶτον, πρότερον. ἁπλῶς, ΙΙ, ΙΙΙ, ἁπλῶς, ΙΙ, ἁπλῶς, ίν, κατὰ διανομήν. ἁπλῶς, ἐκ συμβάντος, 646. ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχεν, 1186: μετὰ δέους καὶ φρίκης. ἁπλῶς οὐ δίδωσιν, ἀλλὰ τοῖς συνιέναι βουλομένοις, ΙΙ. ἁπλῶς με ταῦτα λέγειν, ΙΙ, 422, ἁπλῶς οὐκ ἔχου μεν, ΙΙΙ, 762, οὐχ ἁπλῶς τιμω ρεῖται, ΙΙ, 1139: ἀλλὰ φρενοβλαβεία ἁπλῶς θέειν, ΙΙ, ἁπλῶσαι τὴν χεῖρα, Ι, 1564. ἁπλώσας, 159. ἀπό 1,299. ἀπὸ κήδους ὄντες, ἀπὸ γῆς εὐκαρπίαν, ἀπὸ, γῆς ἀκαρπίαν.) 768, ἀπὸ ὑπὸ 9. 1, 1457, ἀπὸ τοῦ παιδὸς ἐξελάσθην: ὑπό. 25, ἀπὸ τῆς προσηγορίας πληττέσθω υπό. ΙΙ, 1025, ἀπὸ τριῶν πήχεων, ἀπό. ΙΙ, 1187, ἀπὸ τῆς οἰκουμένης πολιορκούμενος. ΙΙ, 1439, ἀπὸ τοῦ προφήτου λεγομένων: ὑπό. ΙΙ, 1474, ἀπὸ τοσούσων ὀνομαζόμενος. ΙΙΙ, 3, ἀπὸ χρόνου τάξιν, κατὰ χρόνον. ΙΙΙ, ἀπὸ τῶν γραμμάτων θεραπείαν: διά. 25, ἀπὸ τῶν ἔργων ἀνοήτους σφᾶς αὐτοὺς ἀπέφηναν. διά. ΙΙΙ, 84, ἀπὸ Χριστοῦ τετυχηκότες της σωτηρίας. ΙΙΙ, 190, ἀπὸ παθημάτων, χαρισμάτων, σεμνύνεσθε, 443 ἀπὸ τῆς χάριτος κυβερνώμενος: ὑπὸ. ΙΙΙ, 445, ἀπὸ τούτων ποιμαινομένοις: ὑπό. 845, ἀπὸ ᾿Αλεξάνδρου καθῃρῆσθαι: ὑπό. 1028. ἀπὸ σμικρότητος λανθάνειν, ὑπὸ, από ἀπὸ διά, ἀπὸ τριῶν μιλίων τῆς πόλεως ἀφέστηκα: τρισί μιλίοις. 1316, ἀπὸ μονῶν τριῶν ἀπέχομεν, τῆς Καινῆς Διαθήκης εὑρεῖν, ἀποβάλλει, ἀποβολὴ ἀπόλλυται, 982, τὸ ἀποβληθέν, ἀποβουκολεῖν, 964, ἀποβουκοληθώ μεν, ἀποβουχο ληθείσι, ΙΙΙ, ἀποβουκολούμενον, ΙΙΙ, 1046, ἀπογεύων, ΙΙΙ, ἀπόγονος, 11, 1312, ἀπόγονος τοῦ ᾿Αβραάμ, ἀπογόνους, ἀπογραφῆς, ἀποδεδημηκότος, 1166, ἀπόδειξιν προφητείας ποιούμενος, 1381 ἐξήγησιν. ἐντεῦθεν, ἀποδέροντος τοῦ φλογμοῦ τὰ γυμνά, ΙΙ, 926 ἀποδαίροντος, ἀποδεξάμενος, ἀποδεχόμενος, ΙΙΙ, 444; 602, ἀποδημίας, ΙΙΙ, ἀπο δημίαν ἐντεῦθεν, 1220, ἀποδιδράσκων τὸν υἱὸν, Ι, 626, 644, 1449, ἀποδιδράσκουσι τὴν ἰατρείαν, 695. ἀποδράσει τὸν πλάνον, 758,
ἀπελειμμένον, ΙV, 671 deletum. ἐξαλείψας Panlus.
ἀπῆλθεν εἰς τὸ συνέδριον, IV, 1280: pro ἐπανῆλθεν, rediit.
ἀπηλλάττετο ταῖς προσβολαῖς, ΙΙΙ, 1284: pro ge
nitivo. Dedit alteri genitivo, δετῶν.
ἀπηλλοτρίωσαν, Ι, 951, Spiritum sanctum a Pa
tre et Filio; opp. συνεδόξασαν, ἐν μιᾷ τῆς Τριάδος
πίστει.
ἀπημπώλουν, Ι, 1417.
ἀπηνέμους λιμένας, ΙΙ, 279: pro ανηνέμους.
ἀπηνέχθησαν αἰχμάλωτοι, Ι, 1244: pro απήχθη
σαν.
ἀπήνη, Ι, 396: idem τῇ λαμπήνῃ:
ἀπήντα ἐκείνοις τῆς συγγνώμης, V, 89. Sic construendum, si sana lectio: forte, τὸ τῆς συγγν.,
contigisset illis venia.
ἀπῄτει, cum infnitivo verbi, IV, 1158 init.
ἀπῄτησε τὴν προσκύνησιν τῆς εἰκόνος, ΙΙ, 1138:
redundat ἀπό· significat ἐκέλευσε.
ἀπηχεῖς ἀπειλάς, Ι, 1393, terribiles, inauditas. An ἀπηνεῖς? ἀπηχὲς κήρυγμα, II, 1471, terribilem concionem. ἀπηχῶν προῤῥήσεων, ΙΙ, 1308,
terribilium: forte ἀπηνῶν.
ἀπήχησιν θείαν ἐνηχεῖν, V, 90.
ἀπιστήσῃς τῇ ἀναστάσει, IV, 650, de ea dubites.
ἀπιστοῦσι τῇ ἀναστάσει, IV, 99: eam tollentibus.
ἄπιστον Deum dici posse, per absurdum, V, 955.
ἄπιστος Usa, tangens arcam, V, 74. ἄπιστοι, qui
turrim Babyl. extruebant, V, 75. Utrobique signidical pervicaces, immorigeros, Deo non parentes.
ἄπιστοι, Ι, 1249, vocantur, qui penitentiam Deo
tribuunt.
ἄπλειστον, ΙΙΙ, 1105 med.: vitiose pro άπλη
στον.
ánd†j sloódy, III, 990, ut solus, sine auxilio, urbem intraret.
ἀπληστία τροφῆς, IV, 627 init., lignis sine modo
congerendis. άπληστίαν φιλανθρωπίας, in Deo, IV,
ἀπλήστου τροφῆς, III, 1115 extr.: per Hypallagen: quem ἁπλήστως ingessisset.
ἄπλητον (pro άπληστον) φιλανθρωπίαν Dei, IV,
513. Αl. άπληστον. n. 2. Minus congruit Deo.
ἀπλοϊκῶς, ΙΙ, 1557: opp. πανουργία, ΙΙΙ, 308.
ἁπλοϊκῶς cibum cepit, quem aliis apponeret, sine
asseveratione et pompa edendi ascetice, III, 1149.
ἁπλοϊκωτέρους, III, 1131 init.
ἁπλοῦς ἀλαζονείας τρόπος, ΙΙ, 1105: opp. ἀντικρὺς ἀντίθεος. Significat ergo, levis, tolerandus,
vulgaris.
ἁπλωθέντα θήρατρα, ΙV, 668.
ἁπλῶς, ubi ἀλλὰ subjicitur, plerumque signifcat
otiose, temere, sine causa et consilio additum vocabulum, I, 1052, 1523, 1574; II, 416, 438, 1076,
1078 extr., 1316, 1456, 1589, 1655; III, 31, 87,
156, 250, 292. ἁπλῶς non vetat utrumque, I, 149,
i. e. quasi una eademque res foret; sed, per μηδὲ
distinguendo, duo esse diversa docet, utrumque et
sine altero cavendum. ἁπλῶς, 1, 758 extr., opp.
ἀλλ᾽ εἰδὼς, ὡς δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος ὁ Δεσπότης.
Sensus est: non temere, non sine ratione, cui inniterer. ἁπλῶς, I, 1308, otiose, sine gravi causa,
quia sic visum. ἁπλῶς, I, 1534: τῇ σῇ φωτιζόμενος
αἴγλῃ. Significat, per me, mea sponte. Potest tamen
et esse Lemere, sine certa scientia. ἁπλῶς, ΙΙ,
1075 extr., leviter, perfunctorie; opp. έρωτήσεις
προσαγαγών. ἁπλῶς redundat plane II, 1084 init.
οὐκ εἰς λογισμοὺς ἁπλῶς. Plane enim seposuit λο
γισμούς, ut inutiles. Possit verti quasi pro adjectivo non in vanas meditationes tempus consumpsit. οὐχ ἁπλῶς πλέκει τὴν ὕμνον, ibid. opp. ἀλλὰ
ὕλην ποιούμενος τὴν εὕρεσιν. Significat ergo universe, omnino, in allgemeinen Ausdrücken: sed de
re una proprie. άπλως expl. μάτην, II, 1091 init.
ἁπλῶς ΙΙ, 1119 init.: oppos. δεδιδαγμένος ὑπὸ τοῦ
Δαβίδ. ἁπλῶς 11, 1366: opp. quod et apparuerit ei
Deus, et cum eo collocutus fuerit. Significat tantum, veluti vulgariter, sine magno apparatu et
quasi pompa. ἁπλῶς ΙΙ, 1605 extr., solum, ut V,
925 init. ἁπλῶς, ΙΙΙ, 264: opp. ἀλλὰ πρῶτον, i. e.
πρότερον. Signif. statim ab initio, sine exordio,
præfracte. ἁπλῶς, ΙΙ, 1500: ΙΙΙ, 442, promiscue.
ἁπλῶς, ΙΙ, 452, sine causa, pravia scil. in re ipsa
(non impellente, aut finali, ut alibi). ἁπλῶς, ίν,
191, solum, tantum, vel temere, sine ordine, ob
seq. κατὰ διανομήν. ἁπλῶς, ἐκ συμβάντος, ΙV, 646.
ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχεν, II, 1186: opp. μετὰ δέους
καὶ φρίκης. ἁπλῶς οὐ δίδωσιν, ἀλλὰ τοῖς συνιέναι
βουλομένοις, ΙΙ. 1085, non promiscue, non omnibus, non nolentibus aut negligentibus. ἁπλῶς με
ταῦτα λέγειν, ΙΙ, 422, falso, temere. ἁπλῶς οὐκ ἔχου
μεν, ΙΙΙ, 762, soli, sine Christo. οὐχ ἁπλῶς τιμω
ρεῖται, ΙΙ, 1139: opp. ἀλλὰ φρενοβλαβεία: signif.
leviter, leniter, mediocriter. ἁπλῶς θέειν, ΙΙ, 1332
init., tantum; vel, cæce, ut retineri haud possint.
ἁπλῶσαι τὴν χεῖρα, Ι, 1564. ἁπλώσας, ΙV, 159.
Chrysost.
ἀπό 1,299. ἀπὸ κήδους ὄντες, recens funestati.
1, 982, ἀπὸ γῆς εὐκαρπίαν, pro genitivo, redundante ἀπὸ, more Thucydidis. (Nam et p. sem. init.
γῆς ἀκαρπίαν.) I, 768, ἀπὸ et ὑπὸ variant, n. 9.
1, 1457, ἀπὸ τοῦ παιδὸς ἐξελάσθην: cod. ὑπό. II, 25,
ἀπὸ τῆς προσηγορίας πληττέσθω l: pro υπό. ΙΙ,
1025, ἀπὸ τριῶν πήχεων, redundat ἀπό. ΙΙ, 1187,
ἀπὸ τῆς οἰκουμένης πολιορκούμενος. ΙΙ, 1439, ἀπὸ
τοῦ προφήτου λεγομένων: pro ὑπό. ΙΙ, 1474, ἀπὸ
τοσούσων ὀνομαζόμενος. ΙΙΙ, 3, ἀπὸ χρόνου τάξιν,
ordinem, qui sequatur tempus, κατὰ χρόνον. ΙΙΙ, 7,
ἀπὸ τῶν γραμμάτων θεραπείαν: pro διά. III, 25,
ἀπὸ τῶν ἔργων ἀνοήτους σφᾶς αὐτοὺς ἀπέφηναν. pro
διά. ΙΙΙ, 84, ἀπὸ Χριστοῦ τετυχηκότες της σωτηρίας.
ΙΙΙ, 190, ἀπὸ παθημάτων, χαρισμάτων, σεμνύνεσθε,
ob ea, illis. III, 443 init., ἀπὸ τῆς χάριτος κυβερ
νώμενος: pro ὑπὸ. ΙΙΙ, 445, ἀπὸ τούτων ποιμαινομένοις: pro ὑπό. III, 845, ἀπὸ ᾿Αλεξάνδρου καθηρή
σθαι: pro ὑπό. III, 1028. ἀπὸ σμικρότητος λανθά
νειν, n, 6 est ὑπὸ, solemnius; sed et από causam
notat. IV, 211 med., ἀπὸ pro διά, bis. IV, 1202,
ἀπὸ τριῶν μιλίων τῆς πόλεως ἀφέστηκα: pro τρισί
μιλίοις. IV, 1316, ἀπὸ μονῶν τριῶν ἀπέχομεν, tribus
stationibus, tridui itinere, ab urbe. V, 1002, ånd
τῆς Καινῆς Διαθήκης εὑρεῖν, in N. T., auxilio N.T.
ἀποβάλλει, IV, 502, excutit, efundit.
ἀποβολὴ ἀπόλλυται, V, 982, quod res amittit,
quod ei decedit, τὸ ἀποβληθέν, intertrimentum,
Abgang.
ἀποβουκολεῖν, ΙV, 964, decipere. ἀποβουκοληθώ
μεν, IV, 763, deciperemur, abriperemur. ἀποβουχο
ληθείσι, ΙΙΙ, 276, deceptis, a vera via deductis.
ἀποβουκολούμενον, ΙΙΙ, 1046, caecatum.
ἀπογεύων, ΙΙΙ, 1982, gustare jubens, gustandum
præbens, quasi extremo digito (quod addit) legentium ori admoto.
ἀπόγονος, 11, 1312, pronepos. ἀπόγονος τοῦ
᾿Αβραάμ, ΙV, 610, 618, Joseph, pronepos. ἀπογό
νους, 1, 1344, nepotes, proprie.
ἀπογραφῆς, IV, 1101, tributi imperati, Grandund Vermogen-Stever.
ἀποδεδημηκότος, III, 1166, mortuo.
ἀπόδειξιν προφητείας ποιούμενος, I, 1381: pro
ἐξήγησιν. ἐντεῦθεν, ex illo facto, explicat vatici
nium: monstrat, eo referri.
ἀποδέροντος τοῦ φλογμοῦ τὰ γυμνά, ΙΙ, 926: pro
ἀποδαίροντος, detrahente, quasi excoriante; quod
aestui tribuit, quia cutem solvit.
ἀποδεξάμενος, I, 680, 1361, probans, laudans,
amans. ἀποδεχόμενος, ΙΙΙ, 444; IV, 602, probans,
amans, colens, fovens.
ἀποδημίας, ΙΙΙ, 546, huc illuc commeandi. ἀποδημίαν ἐντεῦθεν, III, 1220, mortem.
ἀποδιδράσκων τὸν υἱὸν, Ι, 626, 644, 1449, fugiens ob filium. ἀποδιδράσκουσι τὴν ἰατρείαν, ΙV,
695. ἀποδράσει τὸν πλάνον, ΙV, 758, vitabit errorem.
'
col. 897–898page 17 of 154
PG 84:897ἀποδράσωμεν τὴν προσκύνησιν, 763, ἀποδιδόμενα οἴκῳ, ἀποδίδως σαυτῷ μεγάλα, 985. ἀποδώσουσιν ἀθάνατον τὸ σῶμα Κυρίου, ΙΙ, ἀπόδος τῷ βασιλεῖ, ΙΙΙ, 869, ἀποδοῦναι νίκην τὴν φύσιν, 663, (η. τῇ φύσει, ἀποδοῦναι ἀποδοθέντος λόγου, ΙΙ, 274, ἀποδοθείσας διανοίας, ΙΙΙ, 781, ἀποδιοπομπούμενοι βλάβας, 912, Διός ἀποδράσει, Ι, 1029: ἀποδρᾶσαι. Αποδιδρ. ἀποθέμενοι τῆς ἀκτῖνος τὸ λυποῦν, 1, 872 ἀπωθούμενοι, σκιαδίοις σκε πόμενοι. ἀποθέσθαι τὰς προσφερομένας ἐπιβουλάς, ΙΙΙ, ἀποτίθεσθαι. ἀπωθεῖσθαι, ἀποθεωθείς, ν, 1085, ὁ νοῦς ἑνωθεὶς τῷ Λόγῳ. ἀποθλίβομεν τὸν μυστικὸν οἶνον, 198, ἀποθῶται, ἀπωθῶν ται. ἄποιος, ἄποιος ἄρτος, 1, 1317: ὁ ἄποιος ἄρτος τὸ σῶμα τρέφει, ἐπίγειος, ὁ ἐξ οὐρανοῦ. ποιότητα, πνευματικήν, ποιότητα ἐπίγειος ἀπὸ γῆς). ἀποίσει αὐτοῖς τὴν αἴγλην, ΙΙΙ, 805. ἀποκαίεσθαι, ἀποκακήσας, ΙΙΙ, 994, ἀποκαλέσαι ἀπὸ τῶν ὀνομάτων, 1304. ἀποκαλύπτοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐνοικούσης χά ριτος, ΙΙΙ, ἀποκάλυψις προδείκνυσι τὰ ἐσόμενα, ΙΙ, 472, κατὰ θείαν ἀποκάλυψιν, ΙΙΙ, ἀποκατάστασιν φύσεως εἰς ἑαυτὴν διὰ τῆς τῶν ἐντολῶν ἐργασίας, ΙΙ, 163: εἰς ἑαυτήν, ἀποκηρύττομεν, ἀναθεματίζομεν. ἀποκηρύξαι αὐτ τοὺς καὶ θείων ἐξελᾶσαι συλλόγων, ΙΙΙ, 898 ἀπεκήρυξαν, ἅπερ προὔτεινεν, ἀποκναίει τὸ ἄηθες, ΙΙΙ, 1240. ἀποκναίειν τὰς όψεις, ἀποκναίειν τῷ μήκει του λόγου, ΙΙ, 1021, 1157, 1593; ΙΙΙ, 1953; 881, ἀποκναίσῃ τὸ μήκος, ΙΙΙ, 637. ἀποκομίζειν, ἀποκριθεὶς εἶπε, 1189: ήρξατο τῆς διηγήσεως. ἀποκρύπτει, 254: τὴν ἀσθένειαν, ἀποκρύψαντος δυσσεβείς. ΙΙ, 5: νικήσαντος. ἀποκρύπτονται οἱ ἀστέρες, ΙΙ, 262, ἀποκρύψαι, ΙΙΙ, ἀποκρύπτοντες, ἀπόκρυφοι βίβλοι, 565, καὶ μυστικοί, νόθους ἀποκτώμενος, ΙΙΙ, ἀπολαύει τοῦ ποθουμένου, ΙΙΙ, 181, ἀπολαύσαντες τῆς θείας χάριτος, 111, ἀπολαύσασαν τῶν χειρῶν αὐτοῦ, ἀπολαύσαντες διδασκάλων: λαχόντες. ΙΙΙ, 466, ἀπολαύοντες τῶν γραμμάτων, 504, ἀπολαύειν τῆς τοῦ Θεοῦ προμηθείας ἀπολαύσαντες, τυχόντες. 1504, ἀπολαυέτω του πόθου, 120, ἀπολαῦον χάριτι, χάριτος. ἀπόλαυσις τῶν δικαίων 596. ἀπολείπει, 281, ἀπολειφθῆναι, ἀπαλειφθῆναι, ἐκ τῶν γραμμάτων. ἀπολειφθείς, ἀποληφθείς, ΙΙΙ, 807, 10. ἀπολειφθείσιν, ΙΙΙ, ἀπολέσαντες τὸ λογικόν, 1, 126, ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, ΙΙ, 178: τὸ ἀπέχεσθαι. ἀποληφθείς, ΙΙΙ, 807, ἀπο λειφθείς, Αποληφθεὶς μέσος, Ι, 511; μέσος, τῆς ἐντολῆς καὶ τῶν ἄρχων, Ι, Απολιναριασταί, 1079, 1094. Απολινάριος, 515, 562, ἀπολισθήσας τοῦ εἶναι Θεός, 2, Απόλλω (τον), ἀπολογήσονται ὑπὲρ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων, ἀπολύει τὴν οἰκείαν φύσιν, 122 ἀπολα λύει, ἀπολύει, ἀπολογισάμενος, 696 ἀπολογησ. ἀπολουσμοῖς, ΙΙ, 401. ἀπόλυτον, ἀπολύτως, ἀπομεμένηκε, 44: μένειν. ἀπομεμνημένους, ἀπομένειν, Ι, 189, 5: ἀπονέμειν. ἀπονεμούσας ἐρίῳ τὰς χεῖρας, ΙΙΙ, 1295, ἀπονοίας, ΙΙΙ, ἀποξενωμένον ἀπεξενωμένον) τοῦ Θεοῦ, ν, Βούλημα, ἀποξέσας τὴν λέπραν, 665: ἱασάμενος, ἀποξύουσι τῶν μετώπων τὴν αἰδώ, ΙΙ, 425 ΙΙ, ἀποξύσης, ἀποπέμπεται, Ι, ἀποπεμπόμεθα τὸ ἄχθος, ἀποπέμπονται τὸν ζυγὸν, 1, 618,
ἀποδράσωμεν τὴν προσκύνησιν, IV, 763, caveamus,
.detestemur.
ἀποδιδόμενα οἴκῳ, II, 532, vasa, remissa in templum. ἀποδίδως σαυτῷ μεγάλα, assumis, arrogas, V,
985. ἀποδώσουσιν ἀθάνατον τὸ σῶμα Κυρίου, ΙΙ,
234, hostes ejus; i. e. corpus ejus eripietur potestati eorum, et deinde erit immortale. Reddent
dixit, quia fuerat in potestate eorum;
simul quod
occasionem præbuerunt, ut immortale appareret.
ἀπόδος τῷ βασιλεῖ, ΙΙΙ, 869, da. Imperatrix enim
miserat. ἀποδοῦναι νίκην τὴν φύσιν, IV, 663, ut
homines (in Christo) vincerent diabolum, repararent damnum peccato inflictum; præstarent per
Christum hominem, ut jus et potestatem amitteret
diabolus. (η. 58, τῇ φύσει, hominibus; ut ἀποδοῦ·
ναι Christi sit prædicatum.) ἀποδοθέντος λόγου, ΙΙ,
274, posili, adjecti. ἀποδοθείσας διανοίας, ΙΙΙ, 781,
expositas, quarum ratio reddita est.
ἀποδιοπομπούμενοι βλάβας, ΙV, 912, martyribus
tribuit; quia pagani sic de suis diis loquebantur. Vocabulum Διός in isto nomine non urgendum, quia alludit tantum universe ad nomen paganum Jovis.
ἀποδράσει, Ι, 1029 init.: lege ἀποδρᾶσαι. Vid.
Αποδιδρ.
ἀποθέμενοι τῆς ἀκτῖνος τὸ λυποῦν, 1, 872 extr.
Cod. ἀπωθούμενοι, aptius sane verbis σκιαδίοις σκεπόμενοι. Sed et illud sic intelligi potest, ut Lat.
deponere molestiam, sitim, pro depellere.
ἀποθέσθαι τὰς προσφερομένας ἐπιβουλάς, ΙΙΙ,
461 init. Cod. n. 14 ἀποτίθεσθαι. Non congruit;
forte ἀπωθεῖσθαι, ut et Latina versio aut legisse
aut accepisse videtur.
ἀποθεωθείς, ν, 1085, ὁ νοῦς Christi, ἑνωθεὶς τῷ
Λόγῳ.
ἀποθλίβομεν τὸν μυστικὸν οἶνον, II, 198, velut in
torculari sanguine Christi fruimur in Coena S.
vino consecrato.
ἀποθῶται, IV, 525 extr., sphalma, pro ἀπωθῶνται.
ἄποιος, V, 1066, Deus, non habet qualitates circunscriptas et determinatas, ut res creatæ.
ἄποιος ἄρτος, 1, 1317: ὁ ἄποιος ἄρτος τὸ σῶμα
τρέφει, e supplem. Corrupte fortasse, pro ἐπίγειος,
quia opponitur ὁ ἐξ οὐρανοῦ. Sensus illius esse pos
sit: qui non habet ποιότητα, scil. πνευματικήν,
caelestem. Sed corruptum videtur. Nam ποιότητα
et corporeis reddit. Sane legatur ἐπίγειος (vel ἀπὸ
γῆς).
ἀποίσει αὐτοῖς τὴν αἴγλην, aleret, ΙΙΙ, 805.
ἀποκαίεσθαι, 1, 186, comburi plane.
ἀποκακήσας, ΙΙΙ, 994, defciens.
ἀποκαλέσαι ἀπὸ τῶν ὀνομάτων, ΙV, 1304.
ἀποκαλύπτοντες τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐνοικούσης χά
ριτος, ΙΙΙ, 240: re ipsa probabant.
ἀποκάλυψις προδείκνυσι τὰ ἐσόμενα, ΙΙ, 472, qua
scil. de prasentibus eguisse Jeremiam negel. κατὰ
θείαν ἀποκάλυψιν, ΙΙΙ, 645, Timotheum dicit factum
doctorem ut apostoli moniti divinitus intelligantur eum creare.
ἀποκατάστασιν φύσεως εἰς ἑαυτὴν διὰ τῆς τῶν
ἐντολῶν ἐργασίας, ΙΙ, 163: εἰς ἑαυτήν, quia de numeris in se ductis loquitur.
ἀποκηρύττομεν, III, 843, societate nostra et corpore segregamus, ἀναθεματίζομεν. ἀποκηρύξαι αὐτ
τοὺς καὶ θείων ἐξελᾶσαι συλλόγων, ΙΙΙ, 898 init.
ἀπεκήρυξαν, ἅπερ προὔτεινεν, ibid., damnarunt,
improbarunt. Add. p. 899 init.
ἀποκναίει τὸ ἄηθες, ΙΙΙ, 1240. ἀποκναίειν τὰς
όψεις, 1, 554, foedo aspectu injucunde afficere.
ἀποκναίειν τῷ μήκει του λόγου, ΙΙ, 1021, 1157,
1593; ΙΙΙ, 1953; IV, 881, fatigare. ἀποκναίσῃ τὸ
μήκος, ΙΙΙ, 637.
ἀποκομίζειν, V, 27, detorquere, interpretando
afingere errores.
ἀποκριθεὶς εἶπε, II, 1189: bene expl. ήρξατο τῆς
διηγήσεως.
ἀποκρύπτει, ΙV, 254: τὴν ἀσθένειαν, humange
naturae, Christus, interdum; cum ostendit virtu
Lem divinam. Chrysost. (Obs. ob vocabulum et de
humana natura dici.) ἀποκρύψαντος δυσσεβείς. ΙΙ,
5: νικήσαντος. ἀποκρύπτονται οἱ ἀστέρες, ΙΙ, 262,
sole emergente. ἀποκρύψαι, ΙΙΙ, 1165, 1175, vinceret. ἀποκρύπτοντες, IV, 899, superantes.
ἀπόκρυφοι βίβλοι, IV, 565, καὶ μυστικοί, quæ
duo hic idem significant, nempe sacros libros, arcanis plenos. Non ergo hi sunt h. 1. quos apocryphos vocamus. hos νόθους hic vocat.
ἀποκτώμενος, ΙΙΙ, 252, qui se sponte privat opibus suis.
ἀπολαύει τοῦ ποθουμένου, ΙΙΙ, 181, facit elicit,
quod tentavit: potitur quæsito. I, 555, ἀπολαύσαν
τες τῆς θείας χάριτος, Deo juvante, II, 111, απο
λαύσασαν τῶν χειρῶν αὐτοῦ, cum ab illis tacti et
loti sint pedes, ut apostolis. III, 24, ἀπολαύσαντες
διδασκάλων: pro praesenti, vel λαχόντες. ΙΙΙ, 466,
ἀπολαύοντες τῶν γραμμάτων, ad quos datæ sunt
litter. IV, 504, ἀπολαύειν τῆς τοῦ Θεοῦ προμη
θείας aeri tribuit, ut sentienti et gaudenti. IV, 921,
ἀπολαύσαντες, τυχόντες. ut eliam nunc habeant.
IV, 1504, ἀπολαυέτω του πόθου, faciat quod vult;
indulgeat cupiditati, satietur re cupita, fruatur
ingenio suo. V, 120, ἀπολαῦον χάριτι, pro χάριτος.
ἀπόλαυσις τῶν δικαίων (masc.) felicitas, II, 596.
ἀπολείπει, IV, 281, vincit. ἀπολειφθῆναι, IV,
1260, omitti. Forte leg. ἀπαλειφθῆναι, deleri, quia
addit, ἐκ τῶν γραμμάτων. ἀπολειφθείς, variat cum
ἀποληφθείς, ΙΙΙ, 807, n. 10. ἀπολειφθείσιν, ΙΙΙ,
774, qui non venerant ad concilium.
ἀπολέσαντες τὸ λογικόν, 1, 126, usum rationis
negligentes.
ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, ΙΙ, 178: τὸ ἀπέχεσθαι.
ἀποληφθείς, ΙΙΙ, 807, captus cæcitate. Αl. ἀπο
λειφθείς, destitutus luce. Αποληφθεὶς μέσος, Ι, 511;
III, 368, dubius, utrum sequeretur, utrum vitaret,
quasi inter duo consilia deprehensus ac destitutus.
(Obs. et genitivos post μέσος, τῆς ἐντολῆς καὶ τῶν
ἄρχων, Ι, 511. Totum eleganter dictum.)
Απολιναριασταί, V, 1079, 1094.
Απολινάριος, uno i, IV, 515, 562, etc.
ἀπολισθήσας τοῦ εἶναι Θεός, V, 2, (non) desiit
esse Deus, (non) exiit a divinitate.
Απόλλω (τον), IV, 886 penacute.
ἀπολογήσονται ὑπὲρ τῶν προτέρων ἁμαρτημάτων,
II, 543, ea fatebuntur, eorum veniam petent, diversis ea corrigent.
ἀπολύει τὴν οἰκείαν φύσιν, IV, 122 forte ἀπολα
λύει, certe hoc sensu ἀπολύει, dimittunt, deponunt.
ἀπολογισάμενος, III, 696 init. pro ἀπολογησ.
ἀπολουσμοῖς, ΙΙ, 401.
ἀπόλυτον, IV, 150, absolutam, non relatam al
Patris conditionem.
ἀπολύτως, 1, 9, absolute, sine additamento, eale
gorematice, IV, 183, sine exceptione aut circumscriptione, IV, 371, per se.
ἀπομεμένηκε, V, 44: pro simplici μένειν.
ἀπομεμνημένους, I, 602, recitantes, cantantes.
ἀπομένειν, Ι, 189, lin. 5: lege ἀπονέμειν.
ἀπονεμούσας ἐρίῳ τὰς χεῖρας, ΙΙΙ, 1295, adhibentes, occupantes.
ἀπονοίας, ΙΙΙ, 1185 extr., confidentiæ, arrogantiæ, impudentiae.
ἀποξενωμένον (pro ἀπεξενωμένον) τοῦ Θεοῦ, ν,
1057. Βούλημα, non habet Spiritum S. quod sit
contrarium voluntati Dei.
ἀποξέσας τὴν λέπραν, IV, 665 extr.: ἱασάμενος,
ἀποξύουσι τῶν μετώπων τὴν αἰδώ, ΙΙ, 425: add.
ΙΙ, 784. ἀποξύσης, 1, 954, abluas, abstergas.
ἀποπέμπεται, Ι, 652, repudiat. II, 1517, repadiet, spernat, non audiat, non juvet, non miseretur, populum suum non habeat. IV, 886, aversatur, fugit, admittere non vult. V, 68, ἀποπεμπόμε
θα τὸ ἄχθος, amolimur, nos eo levamus. ἀποπέμ
πονται τὸν ζυγὸν, 1, 618, detrectant,
col. 899–900page 18 of 154
PG 84:899ἀποπίοιεν, ΙΙΙ, 1428 ἀποπληροῖ τὸ χρέος, 666, 1101, ἀποπληροῦντα. ΙΙ, 1348, αποπληροῦντες τῷ Θεῷ λειτουργίαν. ΙΙ, 1350 αποπληροῦν λατρείαν. ΙΙ, 1435, αποπληρούντες μύρου τὴν ἀσωτίαν. ΙΙ, αποπληρώσας, ἀποπληρούμεν τύπον, Τύπος. ἀποπομπαίος, αποπομπή εἰς τὸν ἀποπομπαίον ἀποπτώσεως ἐπὶ τὸ χεῖρον, ΙΙ, 170. ἀποῤῥέομεν εἰς χοῦν, ΙΙΙ, 1046. ἀποῤῥέοντος του λογισμού, ἀπόῤῥητον άπειρον, 53. ἀποῤῥίψαι τῆς ἀγάπης οὐδὲν δύναται, ΙΙ, 254, 1, 699. ἀπορρίψαντες τὸ λογικὸν, απορρίψας τὸν μῶ μον. ΙΙΙ, 1110, ἀποῤῥίψασαι τὴν αἰδώ, ἀποῤῥοίαις ἐκ διαιρέσεων κατ' ἀπόῤῥοιαν ἀληθινὸν γέν νημα, ἀληθινὸς άπαθεί, εἰ ὁμοουσίῳ, ἀπαθεῖ. ἀποῤῥύπτειν, Ι, 1005 ρύπῳ, 775, ἀποῤῥυπτομένων. ΙΙΙ, 1110. ἀπορρύπτουσαι τοῖς ποσὶν ἱμάτια, ἀποῤῥύπτων. ἀπορύπτουσι ἀποῤῥύπτουσι) τὸ σῶμα, ΙΙΙ, τύπον αποσείεσθαι τέχνην Ιατρικήν, ΙΙ, 325, αποσίτους, ἀποσκευασάμενοι τὸ δέος, ΙΙΙ, 1065. ἀποσκιρτήσαντες πάσης εὐλαβείας, ΙΙΙ, 729. ἀποσκιρώσαντος εἰς τὰς ψυχὰς, 741; ἀποσκηνώσαντος. ἀποσκιστής σαντος. ἀποσκορακίσῃς, 1, 772. ἀποσοβεῖσθαι φωνάς, 29, λόγῳ. ἀποσπάδας, ἀποσπουδάζεται τὸ εἰδέναι, 20, ἀποσταλῆναι κύριον καὶ συλλειτουργὸν ἡμῶν, ΙΙΙ, ἀποστατῶν ἀγγέλων, ἀποστερήσωμεν ἑαυτοὺς τῆς τοῦ Χριστοῦ προσκυνήσεως, ἀποστερῶν, ἀλλήλων). ἀποστερούμενοι τῆς πα στάδος, 1, 640, ἀποστῆναι, ΙΙΙ, ἀποστήσομεν αὐτὸν τῶν λόγων καὶ πραγμάτων, ἀποστολεῖον. 103, ἐν τῷ ἀποστολείῳ ἀποστολή. εἰς τὴν συνήθη ἀποστολὴν προχεῖν τὰ νάματα, ἀποστολικῆς χάριτος καταλιπούσης Ἰούδαν, εἰσ ἦλθεν εἰς αὐτὸν ὁ διάβολος, 1, 380. ΙΙΙ, 662, ἀπο στολικῆς χάριτος ἠξιωμένους, 44. ΙΙΙ, 727, 755, ἀποστολικοῖς χαρίσμασι, 111, 806, ἀποστολικῶν χαρισμάτων, 812, αποστολικὰς φροντίδας, απο στολικής πολιτείας, χάριν ἀποστολικήν. ΙΙΙ, 910, ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν, 935, ἀποστολικῆς προεδρίας, ΙΙΙ, ἀποστολικῆς χάριτος ἀνάπλεως, 1034, 1036, ἀποστολικὴ καθέδρα, 1109, ἀπο στολικῆς λαμπηδόνος, ΙΙΙ, 1115, ἀποστολικοίς χαρίσμασι, ἀποστολικὸν διήγημα, 1150, ἀποστολικὸν θρόνον, 1184, ἀποστολικοῖς θώκοις, ἀποστολικὸν ὑμῶν θρόνον, 1197, ἀποστολικῇ ἐξουσίᾳ 1047, ἀποστολικὸν τὸ Πνεῦ μα· ἀποστέλλεται γάρ. ἀποστολικοῖς ἱδρῶσι Ιδρῶσι. ἀποστολικῶς, ΙΙ, 1201, προφητικῶς καὶ αι νιγματωδῶς, ἀποστολικῶς εἰπεῖν, 1, 929, 1104; ΙΙΙ, ἀποστόλιον, εὐχτή. ριον ν, ἀπόστολος, ἀποστόλου Κρήτης τὸν Τίτον κεχειροτόνηκε Παῦλος, ΙΙ, 255; καὶ Τιμόθεον τῆς Ἐφέσου. ἀποστόλους τους ἑβδομήκοντα, ἀπόστολος ΙΙΙ, 652. ἀποστόλους ὠνόμαζον τοὺς νῦν και λουμένους ἐπισκόπους, ΙΙΙ, 652, ἀληθῶς ἀποστόλοις. ἀποστόλων πρῶτος, 37 Πρῶτος. ἀποστόλων διάδοχος. Διάδοχος. ἀποστρέφει τὰς ὄψεις ἡ τῆς αἴγλης υπερβολή, Ι, ἀποστρέφειν πρόσ ωπον. Πρόσωπον. ἀποστρεφόμενοι τὴν ἐλπίδα, ἀποσυλὴν τὴν πίστιν, ΙΙΙ, 485: ἀποσυλοῦν τας εὐνὰς ἀλλοτρίους, 773, ἀποσυμβαίνουσι, ἀποσυνάγωγος, ἀποσχοινίζειν τοῦ χοροῦ τῶν προφητών 1055. ἀποσχοινίσαντας ἑαυτοὺς τῆς τοῦ Ἰούδα βασιλείας, ΙΙ, 999, ἀπόσχωνται λέγειν, 45, τοῦ, ἀποταξάμενος τῇ κτίσει, 1043 ὁ λαός, κτίσεως συνταξά μενος τῷ Πατρί, θεότητα. ἀποτεθῇ, ΙΙ, ἀποτείνεται πρὸς Ἰουδαίους ὁ λόγος,. 1064. ἀκοτεκεῖν, ἀποτελέσματος, αποτέλεσμα νί ἁγιά ζειν· ὅταν τις απολέσῃ τὸν ἁγιασμόν. ἀπότεξις υἱοῦ ἔσται τῇ ὁμοζύγῳ, 88. ἀποτίθεται τὸ ὑγρόν, ἀποτίλλαντες, ΙΙΙ, 933, αποτέλλοντες. ἄποτον ἀσέβειαν, 256: πικρὰν άτοπον.
ἀποπίοιεν, ΙΙΙ, 1428 extr.
ἀποπληροῖ τὸ χρέος, ΙV, 666, solvit. II, 1101,
ἀποπληροῦντα. ΙΙ, 1348, αποπληροῦντες τῷ Θεῷ
λειτουργίαν. ΙΙ, 1350 extr., αποπληροῦν λατρείαν.
ΙΙ, 1435, αποπληρούντες μύρου τὴν ἀσωτίαν. ΙΙ,
1552, αποπληρώσας, effecit, quæ voluisset ab æterno. ἀποπληρούμεν τύπον, vid. Τύπος.
ἀποπομπαίος, αποπομπή (Levit. xvi): expl., I,
199. εἰς τὸν ἀποπομπαίον scripsit Cyrillus, IV,
1150, ex Levit. xvi. Duarum in Christo naturarum
symbolum, nominatim divinæ, non passæ.
ἀποπτώσεως ἐπὶ τὸ χεῖρον, ΙΙ, 170.
ἀποῤῥέομεν εἰς χοῦν, ΙΙΙ, 1046. ἀποῤῥέοντος του
λογισμού, 1, 595, fugiente rationis usu.
ἀπόῤῥητον variat cum άπειρον, I, 53.
ἀποῤῥίψαι τῆς ἀγάπης οὐδὲν δύναται, ΙΙ, 254, mimuere amorem; efficere ut cesset amare; quasi
dejicere amore. 1, 699. ἀπορρίψαντες τὸ λογικὸν,
non utentes ratione. III, 1147, απορρίψας τὸν μῶ
μον. ΙΙΙ, 1110, ἀποῤῥίψασαι τὴν αἰδώ, plane non
habentes.
ἀποῤῥοίαις ἐκ διαιρέσεων non venit ex Patre
Christus, III, 745. κατ' ἀπόῤῥοιαν negatur ex Patre
Filius, [II, 993, eoque nomine dicitur ἀληθινὸν γέν
νημα, non futurus ἀληθινὸς Filius, si per emanationein, a Deo, ut άπαθεί, alienam, ergo et a Filio ejus
vero, εἰ ὁμοουσίῳ, similiterque ἀπαθεῖ.
ἀποῤῥύπτειν, Ι, 1005 init., a sordibus, ρύπῳ, purgare. li, 775, ἀποῤῥυπτομένων. ΙΙΙ, 1110. ἀποῤῥύπτουσαι τοῖς ποσὶν ἱμάτια, subigentes pedibus, ut
sordes eliderent. III, 1201, ἀποῤῥύπτων.
ἀπορύπτουσι (pro ἀποῤῥύπτουσι) τὸ σῶμα, ΙΙΙ,
193, τύπον deponunt.
αποσείεσθαι τέχνην Ιατρικήν, ΙΙ, 325, spernere,
repudiare, pro nihilo habere, ea non uti.
αποσίτους, nauseantes, IV, 586.
ἀποσκευασάμενοι τὸ δέος, ΙΙΙ, 1065.
ἀποσκιρτήσαντες πάσης εὐλαβείας, ΙΙΙ, 729.
ἀποσκιρώσαντος εἰς τὰς ψυχὰς, ΙII, 741; de sensu
Satanico. Forte ἀποσκηνώσαντος. Alii ἀποσκιστής
σαντος. Significare possit illudentem.
ἀποσκορακίσῃς, 1, 772.
ἀποσοβεῖσθαι φωνάς, V, 29, negare, talia dicta
esse a λόγῳ.
ἀποσπάδας, IV, 650, surculos abscissos, terra
mandatos, propagines, plantaria, stolones, ableger,
absenker.
ἀποσπουδάζεται τὸ εἰδέναι, V, 20, sedulo devital,
ut videat vere profutura; ita rem tractat, ut negligat apta ad causam.
ἀποσταλῆναι κύριον καὶ συλλειτουργὸν ἡμῶν, ΙΙΙ,
962. Hinc patet (quo utamur contra Socinianos),
non esse inferioris, mitti.
ἀποστατῶν ἀγγέλων, malorum geniorum, III, 957.
ἀποστερήσωμεν ἑαυτοὺς τῆς τοῦ Χριστοῦ προσκυ
νήσεως, IV, 1968, ei nos subtrahamus, eam illi
negenius. (Sic Paulo ἀποστερῶν, 1 Cor. vi, 5, ubi
supplendum, ἀλλήλων). ἀποστερούμενοι τῆς πα
στάδος, 1, 640, exclus.
ἀποστῆναι, ΙΙΙ, 205, divortium facere.
ἀποστήσομεν αὐτὸν τῶν λόγων καὶ πραγμάτων,
V, 56, negabimus, illa ab eo dicta et facta; aliena
ab eo dicemus.
ἀποστολεῖον. V, 103, ἐν τῷ ἀποστολείῳ Theod.
laudavit Chrysostomum, Constantinopoli haud dubie, aut Antiochiæ.
ἀποστολή. εἰς τὴν συνήθη ἀποστολὴν προχεῖν τὰ
νάματα, 1, 1236 init., docere et prædicare coetibus, quibus soliti: velut receptaculo per canalem
immittere.
ἀποστολικῆς χάριτος καταλιπούσης Ἰούδαν, εἰσἦλθεν εἰς αὐτὸν ὁ διάβολος, 1, 380. ΙΙΙ, 662, ἀποστολικῆς χάριτος ἠξιωμένους, presbyterii, I Tim. v,
44. ΙΙΙ, 727, 755, ἀποστολικοῖς χαρίσμασι, mirifica
virtute. 111, 806, ἀποστολικῶν χαρισμάτων, ut miracula posset edere. III, 812, αποστολικὰς φροντίδας,
de salute et propagatione Ecclesiæ. 111, 904, απο-
στολικής πολιτείας, quod miraculo defenderit libe
raritque Nisibin. Hanc mox dicit χάριν ἀποστολικήν.
ΙΙΙ, 910, ἀποστολικὴν ἐκκλησίαν, templum apostolis
sacratum. III, 935, ἀποστολικῆς προεδρίας, episo
patus Antiocheni, ut antiquissimi, et Petro, ut ferebant, usurpati: add. IV, 1157. ΙΙΙ, 974, ἀποστολι
κῆς χάριτος ἀνάπλεως, thaumaturgus. III, 1034,
1036, ἀποστολικὴ καθέδρα, Romana. III, 1109, ἀπο
στολικῆς λαμπηδόνος, virtutis miracula edentis. ΙΙΙ,
1115, ἀποστολικοίς χαρίσμασι, ut, precante eo,
compescerentur improbi. III, 1945, ἀποστολικὸν
διήγημα, exemplum thaumaturgia, precum ad mi
racula valentium. IV, 1150, ἀποστολικὸν θρόνον,
sedem Alexandrinam, ob dignitatem et puritatem
doctrinæ acriter ibi defensam; necnon, quia Marcus ibi episcopus. IV, 1184, ἀποστολικοῖς θώκοις,
episcopatu Antiocheno. IV, 1187, 1190, ἀποστολικὸν
ὑμῶν θρόνον, sedem Romanami, Petri fuisse creditam. IV, 1197, ἀποστολικῇ ἐξουσίᾳ uti Theod.
vult Leonem Rom. V, 1047, ἀποστολικὸν τὸ Πνεῦ
μα· ἀποστέλλεται γάρ. ἀποστολικοῖς ἱδρῶσι· vid.
Ιδρῶσι.
ἀποστολικῶς, ΙΙ, 1201, opp. προφητικῶς καὶ αινιγματωδῶς, ἀποστολικῶς εἰπεῖν, 1, 929, 1104; ΙΙΙ,
1103, 1149; IV, 762, ut apostoli verbis hoc exprimam, cum eo loquar.
ἀποστόλιον, IV, 1327, ædes vel sacellum, εὐχτή.
ριον apostolis sacratum, reliquias quoque habens.
ν, 1334, Joannis evangelist, Ephesi.
ἀπόστολος, simpliciter, Paulus, I, 6, 168, 173,
418; IV, 85, 533, 1143. Petrus, III, 1034. ἀπόστο
λου Κρήτης τὸν Τίτον κεχειροτόνηκε Παῦλος, ΙΙ,
255; καὶ Τιμόθεον τῆς Ἐφέσου. ἀποστόλους τους
ἑβδομήκοντα, ΙII, 249, et alios sic dictos, ibidem
monet Theod. ἀπόστολος Philippensium Epaphroditus, ΙΙΙ, 652. ἀποστόλους ὠνόμαζον τοὺς νῦν και
λουμένους ἐπισκόπους, ΙΙΙ, 652, et hos distinguit ab
ἀληθῶς ἀποστόλοις. ἀποστόλων πρῶτος, Petrus, IV,
37 extr. Vid. Πρῶτος. ἀποστόλων διάδοχος. Vid.
Διάδοχος.
ἀποστρέφει τὰς ὄψεις ἡ τῆς αἴγλης υπερβολή, Ι,
1331, cogit avertere; Meton. ἀποστρέφειν πρόσ
ωπον. Vid. Πρόσωπον. ἀποστρεφόμενοι τὴν ἐλπίδα,
III, 746, relicturi, abjecturi.
ἀποσυλὴν τὴν πίστιν, ΙΙΙ, 485: Hypall. ἀποσυλοῦντας εὐνὰς ἀλλοτρίους, ΙV, 773, adulteros.
ἀποσυμβαίνουσι, IV, 122, non accidere, abesse
possunt.
ἀποσυνάγωγος, III, 739, de Christiano.
ἀποσχοινίζειν τοῦ χοροῦ τῶν προφητών Danielen
audent Judaei, II, 1055. ἀποσχοινίσαντας ἑαυτοὺς
τῆς τοῦ Ἰούδα βασιλείας, ΙΙ, 999,
ἀπόσχωνται λέγειν, IV, 45, scil. τοῦ, desinant.
ἀποταξάμενος τῇ κτίσει, V, 1043 init. ὁ λαός,
improbans nomen κτίσεως de Spir. S. nec passus,
eum sic dici, aut eo loco haberi. Sequitur συνταξά
μενος τῷ Πατρί, rel. quasi adjungens se illorum
partibus, defendens communem tribus triumque
θεότητα.
ἀποτεθῇ, ΙΙ, 859, sepeliretur.
ἀποτείνεται πρὸς Ἰουδαίους ὁ λόγος,. 1064.
ἀκοτεκεῖν, IV, 304: pro simplici.
ἀποτελέσματος, V, 1024, quod fat, quod ei eve
niat, qui amiserit sanctitatem. Sed αποτέλεσμα νίdeatur hic velut mystice poni pro baptismo, e cu
jus magnitudine ostendat, quantum opus sit ἁγιά
ζειν· nisi adderet, ὅταν τις απολέσῃ τὸν ἁγιασμόν.
Ergo hic eventum significet; cum præsertim sequatur Judæ exemplum, qui, amissa sanctitate, melius
non fuisset natus: ut plus sit in sanctitate, quain
in nascendi sorte, hæc sine illa inutilis, quin noxia.
ἀπότεξις υἱοῦ ἔσται τῇ ὁμοζύγῳ, V, 88.
ἀποτίθεται τὸ ὑγρόν, IV, 520, amittit, exsicatur.
ἀποτίλλαντες, ΙΙΙ, 933, lege αποτέλλοντες.
ἄποτον ἀσέβειαν, II, 256: quia et πικρὰν vocavit, et mari comparavit. Alioqui legas άτοπον. Sed
col. 901–902page 19 of 154
PG 84:901άποτος ἀποτρέπει, Ι, 284: οὐ βιάζεται. αποτρέπειν. ἀποτρέχειν. Τρέχειν. ἀποτριβόμενος δόξαν, ΙΙΙ, 135. ἀποτρίψασθαι τὰ ὀνείδη, 1, 1444, ἀποτρίψωμεν γλώττας, ἀκοὰς, 983, ἀποτροπαίους ὀσμάς, ΙΙΙ, 809, ἀποφαινόμενος λέγω, Ι, 8, ἀποφανῆναι κρείττους, Ι, 886 ἀποφῆναι, ἀποφαντικός λόγος, ἀποφαντικώς. ὑπόκρισιν. 8, ἀποφαντικώς λέγειν, ἀποφαντικῶς ἑρμηνεύσωμεν, ἀποφαντικώς, ἀποφαντικώς, ἀποφατικῶς, γνωμικώς, ἀποφαντικώς, ἀποδεικτικῶς. 211, αποφαντικώς, μετὰ συλλογισμούς, ἀπόφασις ἀποφαίνω, ἀπόφημι), Ι, 483 ἐντολὴ, νόμος. ἀποφατικῇ ἀπαγορεύσει, ΙΙΙ, 61, ἀποφαντικῇ. ἀπόφασις ἀποφηνάμενοι, Ι, 681: νομίζοντες. ἀποφοιτᾷν τὰς φύσεις, 17, ἀποφοιτήσαν, τὸ Πνεῦμα ἅγιον, πυ ἀποφοιτῶντες τῶν ὀρθῶν δογμάτων, 54. ἀποφορτίσασθαι αὐτῶν τὴν γνῶσιν, ΙΙΙ, 735, ἀποφυγγάνουσι. 727, ἀποχαράξαι γράμματα πρὸς ὑμᾶς. ΙΙΙ, 960, 961, αποχαράξαι διὰ πολλῶν. ἀποχειροβίωτοι, ΙΙ, 1583; ΙΙΙ, 695. ἀποχειροτονεί, ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, ΙΙ, 178, τὸ ἀπέχεσθαι. ἀποχῇ τῶν κακῶν, ΙΙ, ἀποχρῶσαι ψυχαγωγίαν ἐπορισάμην, Ι, 1451 αποχρώσαν. ἀπράγμονα βίον, Ι, 836: ἐπιεική ἄπρακτα, ΙΙΙ, 1117, ἀπράκτους ἡμέρας, Επρεπείας εἴδη, ἀπροσδεὴς ἐπηρείας, 237, κάλλους, προσ δεής. ἀπρόσωπον κατηγορίαν, ΙΙ, 670, ἅπτεται τῆς ἐκτίσεως, 492, ἁπτόμενοι, ἀπτὴ δύναμις, ἀπτώτως πίπτοντα, 1138, έπαθεν ἀπαθῶς. ἀπύλωτον στόμα, 53. ἀπῳκίσθη (οὐκ) τῆς ᾿Αβραμιαίας οικίας, ΙΙΙ, 1159, ἀπώνατο τούτων οὐδὲν, ΙΙ, 533, ἀπώνατο τῶν δογμάτων, 986, ἀραρότως, ΙΙ, ἀργὰς προῤῥήσεις, χεῖρας ἀργὰς, ἀργὰς δείξει τὰς μηχανὰς, 986, ἀργεῖ ἡ ψῆφος τῆς τιμωρίας ἐπὶ τῶν τὰ τῆς μετα νοίας φάρμακα δεξαμένων, ΙΙ, 907 ἀργεῖν τὸν νόμον, ἀναφανείσης τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 52. ἀργείαν, ΙΙ, 826: 1° αργίαν. 2' ἀργῇ ἡμέρᾳ, ΙΙ, 858, ἀργία ἀργὸς ἀναφανεῖται νόμος, ΙΙ, 1601, ἀργὸν τὸν μουσικόν, 413, ἀργὰς εἰ ἀργῇ. ἀργυρίτιν γῆν, 758. ἀρδείας ἀρδεύοντος, ΙΙΙ, 1902, ἀρδεύσας ἐπιθυμίαν ὁ οἶνος, Ι, 424, Αρειανικήν νόσον, ΙΙΙ, 542 λώβην, ΙΙΙ, 826 λώβην. 'Αρειανικής, ΙΙΙ, 852, 862, 910. ἀρειομανῖται, ΙΙΙ, 832, 836, 759, 951. ἀρετή, Ι, 1168 1, 645, ἀρετῆς μόρια, σωφροσύνη, φρόνησις, ἀνδρεία, δικαιοσύνη, 1, 686. ἀρετῆς είδη, 645. μόρια. 11, 91, ἀρετὴν διπλῆν, ἐν θεωρίᾳ, ἐν πράξει. ἀρετῆς, φιλοσοφίας, 1086, ἀρετῆς Δανιήλ, 82 ἀρετῆς ἄλλης πρότερον χρὴ ἐπιμεληθῆναι, εἶθ' οὕτως τῆς τῶν θείων γνώσεως. ἀρετήν· ἀρετὴν 564, διὰ τῶν τῆς ἀρετῆς κατορθωμά των διατηρήσωμεν τὴν ἐλπίδα. 565: τὴν πίστιν φυλάξωμεν, 1055, ἀρετῆς ἀθληταί, γυμνασταί, ἀρετῆς στάδιον, 1200, ἀρετῆς ἄθλους, κατ' ἀρετὴν ὁ Λόγος ἀρετῆς πολιτείαν. Πολιτείαν. ἀρετῆς τελειοτέρας. Τελειοτέρας. ἄρθρον, Ι, 618, 6, ή, τό ἀριδήλως πιστεύομεν, 34, ὡς ἀρίδηλον, ἀριθμός, 1, 25, ἀριθμὸν τῶν τῆς Τριάδος προσώπων ἀριθμῶν λογισμούς ανθρώπων λογ. λογισμοί 85, ἀριθμὸν τὸν δέκα, τῆς δεκάδος. ΙΙ, 128, ἀριθμὸν κοσμοποιίας, 165, ἀριθμὸς εἰκοστός, διακόσιος, 396, ἀριθμὸν τὸν ἑκατὸν, τέλειον. ΙΙ, 835, ἀριθμοῦ ἀξίους, θμὸν Τριάδος πληροί. πληροί. ἀριθμῷ ὑποβαλεῖν. ὑποβαλεῖν. ἀριστερὰ, τὰ τῆς ὕλης ἄριστος βίος. ΙΙΙ, 411, οὐ γὰρ διὰ τὸν ἄριστον ἡμῶν βίον ἀρχαδίκιν, 1, 562: ἐξωμίδα. ἀρκεῖσθε τοῖς οἰκείοις, ΙΙΙ, 265, ἀρκέσασαν, Ι, 1119, ἀρχέσασαν πρὸς ὀλίγον, ΙΙΙ, ἄρχος, άρκτος, Ι, 341; ΙΙ, 1492; ΙΙΙ, 1111. ἁρμοδίας, 1, 607: αρμονίας.
illud recte habet. άποτος est nis, qui intelligant
ejus foeditatem.
ἀποτρέπει, Ι, 284: opp. οὐ βιάζεται. Significat:
dissuadet, monet ne faciant, studet αποτρέπειν.
Tantum propter oppositum notes.
ἀποτρέχειν. Vid. Τρέχειν.
ἀποτριβόμενος δόξαν, ΙΙΙ, 135.
ἀποτρίψασθαι τὰ ὀνείδη, 1, 1444, ut eluere possit.
ἀποτρίψωμεν γλώττας, ἀκοὰς, IV, 983, purgemus.
ἀποτροπαίους ὀσμάς, ΙΙΙ, 809, videtur passive
h. 1. accipiendum, detestabiles.
ἀποφαινόμενος λέγω, Ι, 8, pro certo dico.
ἀποφανῆναι κρείττους, Ι, 886 init. Cod. ἀποφῆ
ναι, aptius activis præcedentibus. Ceterum verbis
precandi sæpius subjiciuntur passiva. Hic durius.
ἀποφαντικός λόγος, II, 364, expressus, quasi de
clarativus.
ἀποφαντικώς. Vid. ὑπόκρισιν. I, 8, ἀποφαντικώς
λέγειν, quasi comperta ponere. II, 26, ἀποφαντικῶς
ἑρμηνεύσωμεν, dictatorie, pro lubitu et auctoritate.
III, 168 extr., ἀποφαντικώς, non per interrogationem. III, 614 extr. ἀποφαντικώς, forte
pro ἀποφατικῶς, quia distingu. γνωμικώς, quod vide. IV, 199,
ἀποφαντικώς, pro imperio, sine argumentis; opp.
ἀποδεικτικῶς. ΙV, 211, αποφαντικώς, μετὰ συλλο
γισμούς, categorice, præfracte, axiomatice, ut rem
argumentis haud egentem.
ἀπόφασις (ab ἀποφαίνω, non ἀπόφημι), Ι, 483
seq., prædictio. I, 412, ἐντολὴ, νόμος.
ἀποφατικῇ ἀπαγορεύσει, ΙΙΙ, 61, simplici nega
tione, sine argumento. Forte ἀποφαντικῇ. Etsi et
ἀπόφασις est declaratio præfracta.
ἀποφηνάμενοι, Ι, 681: pro νομίζοντες.
ἀποφοιτᾷν τὰς φύσεις, V, 17, separatim agere,
nil plane conjunctum habere. ἀποφοιτήσαν, V, 39,
τὸ Πνεῦμα ἅγιον, abiit a nobis, scil. in Adamo, πυstri personam gerente; in quo fuisse dicitur antea.
Aut est metonymice, non amplius venit in nos.
ἀποφοιτῶντες τῶν ὀρθῶν δογμάτων, V, 54.
ἀποφορτίσασθαι αὐτῶν τὴν γνῶσιν, ΙΙΙ, 735, levare eos isto pondere.
ἀποφυγγάνουσι. ΙV, 727, ἀποχαράξαι γράμματα
πρὸς ὑμᾶς. ΙΙΙ, 960, 961, αποχαράξαι διὰ πολλῶν.
III, 962, pluribus scribere.
ἀποχειροβίωτοι, ΙΙ, 1583; ΙΙΙ, 695.
ἀποχειροτονεί, amovet dignitate, II, 1085 init.
ἀποχὴ τοῦ κακοῦ, ΙΙ, 178, τὸ ἀπέχεσθαι.
ἀποχῇ τῶν κακῶν, II, 1472 extr., proposito jam
ΙΙ,
non delinquendi amplius.
ἀποχρῶσαι ψυχαγωγίαν ἐπορισάμην, Ι, 1451: vitiose pro αποχρώσαν.
ἀπράγμονα βίον, Ι, 836: ἐπιεική (ut ibid. habet),
ut nemini noceant. Anglice harmless.
ἄπρακτα, ΙΙΙ, 1117, irrita, inutilia. ἀπράκτους
ἡμέρας, 1, 37, otiosos, operibus vacuos.
Επρεπείας εἴδη, IV, 238 init., quæ humiliter et
indigne acciderunt homini Christo. EUSTATA.
ἀπροσδεὴς ἐπηρείας, IV, 237, in quem non cadat ignominia vel injuria, qui non possit ea affici,
nec damnum inde capiat. Datum Dilogiæ, e voc.
κάλλους, quod præcedit, cui proprie convenit προσδεής. EUSTATH.
ἀπρόσωπον κατηγορίαν, ΙΙ, 670, non nominatis,
quos tangeret.
ἅπτεται τῆς ἐκτίσεως, IV, 492, incipit solvere debitum. ἁπτόμενοι, V, 43, studentes, assecuti.
ἀπτὴ δύναμις, ΙV, 531: active, tangendi.
ἀπτώτως πίπτοντα, rel. V, 1138, inducit ad ridendam vocem, έπαθεν ἀπαθῶς.
ἀπύλωτον στόμα, V, 53.
ἀπῳκίσθη (οὐκ) τῆς ᾿Αβραμιαίας οικίας, ΙΙΙ, 1159,
(non) alienus erat a fide et professione Abrahami
de Messia. Allegorice dicit de asceta Ismaelita,
quod proprie factum in Ismaele, pulso ædibus Abrahami.
ἀπώνατο τούτων οὐδὲν, ΙΙ, 533, non usus est eo,
non absterritus. ἀπώνατο τῶν δογμάτων, IV, 986,
usus est iis, ea tenuit; ut meliora scil. ea retinendo
poneret, quam de suis posuit.
ǎpa et ǎµa variant, IV, 763 extr., n. 25.
ἀραρότως, ΙΙ, 1425 init., congrue, aple.
ἀργὰς προῤῥήσεις, II, 531, vanas, exitu carituras. χεῖρας ἀργὰς, IV, 665, claudas, debiles. ἀργὰς
δείξει τὰς μηχανὰς, I, 986, inutiles.
ἀργεῖ ἡ ψῆφος τῆς τιμωρίας ἐπὶ τῶν τὰ τῆς μετανοίας φάρμακα δεξαμένων, ΙΙ, 907 extr., non procedit, non exercetur; tollitur. ἀργεῖν τὸν νόμον,
ἀναφανείσης τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 52.
ἀργείαν, ΙΙ, 826: 1° pro αργίαν. 2' in Sabbato.
ἀργῇ ἡμέρᾳ, ΙΙ, 858, Sabbato.
ἀργία Sabbati, otium, quies operum, I, 146, 155,
1264; II, 374, 498. apyla Dei in Sabbato, 1, 37, ut
jam nil crearet.
ἀργὸς ἀναφανεῖται νόμος, ΙΙ, 1601, Christo nato:
non amplius vigebit, aut adhibebitur, 111, 388, inutilis. ἀργὸν τὸν μουσικόν, ΙV, 413, ut nil canere
possit. Vid. et ἀργὰς εἰ ἀργῇ.
ἀργυρίτιν γῆν, ΙV, 758.
ἀρδείας ἀρδεύοντος, ΙΙΙ, 1902, doctrina, docente.
ἀρδεύσας ἐπιθυμίαν ὁ οἶνος, Ι, 424, ut quasi plan
tae vel segeti incrementa daret, vel, ep. præc. us
flammam oleo suffuso aleret.
Αρειανικήν νόσον, ΙΙΙ, 542 init. λώβην, ΙΙΙ, 826:
vid. λώβην. 'Αρειανικής, ΙΙΙ, 852, 862, 910.
ἀρειομανῖται, ΙΙΙ, 832, 836, 759, 951.
ἀρετή, Ι, 1168 extr., modestia. 1, 645, ἀρετῆς
μόρια, σωφροσύνη, φρόνησις, ἀνδρεία, δικαιοσύνη,
1, 686. ἀρετῆς είδη, quæ p. 645. μόρια. 11, 91,
ἀρετὴν διπλῆν, ἐν θεωρίᾳ, ἐν πράξει. Not. et iv pro
genitivo explicante. II, 1019, ἀρετῆς, distingu. φιλοσοφίας, quod vide. II, 1086, ἀρετῆς Δανιήλ, 82pientiæ, virtutis propheticz. II, 1360, ἀρετῆς ἄλλης
πρότερον χρὴ ἐπιμεληθῆναι, εἶθ' οὕτως τῆς τῶν
θείων γνώσεως. Obs. 1. cognitionem Dei et ipsam
poni ἀρετήν· 2° ἀρετὴν præcedere juberi cognitio
nem Dei. III, 564, διὰ τῶν τῆς ἀρετῆς κατορθωμά
των διατηρήσωμεν τὴν ἐλπίδα. p. 565 init. ait: τὴν
πίστιν φυλάξωμεν, de eadem re. III, 1055, ἀρετῆς
ἀθληταί, γυμνασταί, ascetæ, monachi, ob vitam austeram. (Ita et III, 1138, 1229; IV, 1021.) III, 1192,
ἀρετῆς στάδιον, vitam asceticam. III, 1200, ἀρετῆς
ἄθλους, asceticæ vitæ labores. V, 1081 extr., κατ'
ἀρετὴν non sibi junxit ὁ Λόγος hominem, quasi
virtutis merito. ἀρετῆς πολιτείαν. Vide Πολιτείαν.
ἀρετῆς τελειοτέρας. Vid. Τελειοτέρας.
ἄρθρον, Ι, 618, articulus 6, ή, τό
ἀριδήλως πιστεύομεν, IV, 34, ὡς ἀρίδηλον, quia
est evidens. Vid. Philol. Paul. p. 116. Est et poeticum magis vocabulum.
ἀριθμός, 1, 220, nummus ipse, siclus, qua pretium.
1, 25, ἀριθμὸν τῶν τῆς Τριάδος προσώπων ostendunt voces plurales, i, e, plures una, non utique
tres. I, 568, ἀριθμῶν λογισμούς non incommode
legitur pro ανθρώπων λογ. in Var. Lectt. (Addendis
p. III). Neque enim hominum ibi ratio ponitur,
neo λογισμοί simpliciter sint computi, calculi. II,
85, ἀριθμὸν τὸν δέκα, pro τῆς δεκάδος. ΙΙ, 128,
ἀριθμὸν κοσμοποιίας, sex dierumn tempus. II, 165,
ἀριθμὸς εἰκοστός, διακόσιος, pro cardinali. II, 396,
ἀριθμὸν τὸν ἑκατὸν, τέλειον. ΙΙ, 835, ἀριθμοῦ ἀξίους,
dignos, qui sint inter meos, et a me curentur. àpeθμὸν Τριάδος πληροί. Vid. πληροί. ἀριθμῷ ὑποβαλεῖν. Vid. ὑποβαλεῖν.
ἀριστερὰ, τὰ τῆς ὕλης vocabant Valentiniani, IV,
ἄριστος βίος. ΙΙΙ, 411, οὐ γὰρ διὰ τὸν ἄριστον
ἡμῶν βίον· rel., quasi perfecte et solide sancta foret.
ἀρχαδίκιν, 1, 562: ἐξωμίδα.
ἀρκεῖσθε τοῖς οἰκείοις, ΙΙΙ, 265, placete vobis, ve
stra tantum spectate, e vestro commodo omnia agite.
ἀρκέσασαν, Ι, 1119, quæ duravit. ἀρχέσασαν
πρὸς ὀλίγον, ΙΙΙ, 303, quæ non diu duraverit.
ἄρχος, pro άρκτος, Ι, 341; ΙΙ, 1492; ΙΙΙ, 1111.
ἁρμοδίας, 1, 607: pro αρμονίας.
col. 903–904page 20 of 154
PG 84:903αρμοδίω καιρῷ άρμόδιον, ἁρμονίαν ἁρμονίας, Ι, ἀρμόττει ὁ ἔλεος τοῖς ἡμαρτηκόσι καὶ μεταμελουμένοις, ΙΙ, 636. ἁρμόττει αὐτῷ κηρύττειν, ΙΙΙ, 416 προσήκει, ἀρνειός, ΙΙ, ἀρνηθείς, ΙΙΙ, άρ νηθέντων· ἀσπισαμένων, 1657, ἀρνηθῆναι τὴν πλάνην, 864, ἀρνήσασθαι κοινωνίαν, 907, ἀρνηθῆναι τὸ ὁμοούσιον, καὶ τὸ ἑτεροούσιον, ἀρνηθῆναι τὴν ἀσέβειαν. 1277, ἀρνηθῶσι τὰ κεφάλαια, ἀπεκήρυξαν. 1278, ἀρνηθῆναι τὰ πεπραγμένα, ἀρνήσει τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ι, 1185, ἀρνήσεως ρήμασι καταχρήσασθαι 544. ἄρνησιν τοῦ νομοθέτου, ἀρνούμενοι τὴν ἀσέβειαν, 1, 1044, ἀρνούμενος τὴν ἀσέβειαν, 784, ἀρνούμενος τὰ σὰ σκήπτρα, ἀρνοῦνται τὴν ἐξαπάτην, ΙΙΙ, ἄροτρον προφητικόν δεξαμένη, 310 ἀμούρας ἐκ τῆς θαυμασίας ἐβλάστητε, ΙΙΙ, 935, ἀρπει αν δεῖ οὐ τὰ ἄγραφα, ἀλλὰ τὴν βασι λείαν τῶν οὐρανῶν, 961. ἁρπάσωσιν ὠφέ λειαν, Ι, 878, 1, 1555, ἁρπάσαι την κοινωνίαν, 1295, ἁρπάσασι σωτηρίαν, 1303 ἁρπάζοντα προῤῥήσεις τὰ πράγματα, ἁρπάζουσι τὴν προφητείαν, εἰκότως, ἁρπάζειν, εἰκότως, 1655, ἁρπάσαι τὴν συμμαχίαν, ΙΙΙ, 1147, ἁρπάσαι τὸν ἀθλητὴν, ἁρπάσας τῷ ὁμοίω τὸ ὅμοιον, ἁρπάζο μεν καταδίκης, εξαρπάζομεν. ἀῤῥητοποιίας, 1, 682. Αρτεμιν, οἷον ἀερότεμιν, 771. ἀρτιοπέρισσος, περισσάρτιοι, ἀρύεσθαι διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 660, ἀρύεται νοτίδα 1099, ἀρύσασθαι ὀφθαλμοῖς τὴν ὠφέλειαν. ΙΙΙ, 1961, ἀρύσηται βλάβην ἐντεῦθεν. [] 1299, ἀρύσαιντο θάλπος. ἀρχάγγελος, ἀρχαία παραδόσει, 1155. ἀρχαῖον σχῆμα, ἀρχαιογονίας ἱστορία, 89. ἀρχαιότητα κηρύγματος, ΙΙΙ, 147, 699. κήρυγμα ΙΙΙ, 482, ἀρχαιότητα Εὐαγγελίου. ΙΙΙ, 744, ἀρχαιότητα τοῦ Λόγου, 1207. ἀρχαιότητα καὶ ἁπλότητα ἠθῶν, ἀρχεγόνοις Βαλεντίνου θεοῖς, 349 ἄρχειν Περσῶν ἀρχεῖον, ΙΙΙ, ἀρχέτυπον, Ι, 240. παρανομίας, ἀρχέτυπον, 1, 828, 1536, ἀρχέτυπον ὠφελείας, ἀρχέτυπον βλάβης, ἀρχέτυπον 202, ἀρχέτυπον ΙΙΙ, 218, ἀρχέτυπον ΙΙΙ, 624, ἀρχέτυπα εὐσεβείας ἀρχέτυπον εἰκόνος, τὸ τί. ἀρχέτυπον ἀληθείας. 'Αληθ. ἀρχέτυπον σωτηρίας. Σωτηρ. ἀρχὴ 1, 464. ἀρχὴν πιστευθείς, Ι, 1188, τιμῆς, ΙΙΙ, 750. ἀρχὴν ἔχει ὁ Υἱός, ΙΙΙ, 962, ἐκ τῆς ἀρχῆς στρατιωτικής ἀρχὴν, ἀρχὴν ποιήσομαι τὸν Ἰάκωβον, ἀρχὴν ἐποιησάμην τὴν Ἰάκωβον, ; ἀρχὴν πρώτον. 377, ἀρχὴν μίαν τῶν ὅλων, 535, ἀρχὴν, άρ χάς, ἐν ἀρχαῖς ἐν ἀρχαῖς, ἀρχῇ. ἀρχὴν κλήσεως. Κλήσεως. ἀρχηγὸν ἐν τοῖς κρείττοσιν 97, Ν. Τ. ἀρχηγούς πλάνης, ἀρχιδιάκονος Ῥώμης, 1199. ἀρχιεπίσκοπον 1197, 1198, 1200, 1203. Αλεξανδρείας, ἐπισκόπους Αντιοχείας, Επίσκοπος). ἀρχιερατικῆς λειτουργίας, 727. ἀρχιερατικῆς χάριτος, ΙΙΙ, 805, ἀρχιερατικοῖς θώκοις, ΙΙΙ, 955, ἀρχιερατικοῦ, ἀρχιερατικῶς ἐθύνειν τὰς πόλεις, ΙΙ, 1012, ἀρχιερεῖς, ἱερεῦσιν 225, 4, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, τονοῦσι τοὺς ἱερεῖς, Ι, χειροτονίαν 1608, ἀρχιερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. ΙΙΙ, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ἀρχιερεὺς τῆς ᾿Αντιοχέων, ἀρχιερεὺς, ἐπι σκοπήσεις ἀρχιερεὺς ἀρχιερωσύνη. ΙΙΙ, 725: 1245, ἀρχιερωσύνης λειτουργία, ἀρχιερωσύνης ἠξιωμένος, 953. ἀρχιερωσύνη ἱερωσύνη, ἀρχιερέα ἀρχικαῖς δυνάμεσιν, ΙΙ, 958, κατὰ τὸ ἀρχικὴν μόνον
αρμοδίω καιρῷ Antichristi adventum assignavit
Dens, IV, 458, i. e. certo, suo; malis enim talibus
nullum tempus άρμόδιον, nec cogitari potest.
ἁρμονίαν et avibus dedit Dens, canoris, IV, 814.
ἁρμονίας, Ι, 1561, lin. 14, constantia, fiducia, modestia, promptitudine.
ἀρμόττει ὁ ἔλεος τοῖς ἡμαρτηκόσι καὶ μεταμελουμένοις, ΙΙ, 636. ἁρμόττει αὐτῷ κηρύττειν, ΙΙΙ, 416:
προσήκει, jus sit.
ἀρνειός, ΙΙ, 472, subst. agnus.
ἀρνηθείς, ΙΙΙ, 1141, cum recusasset. II, 1983, άρνηθέντων· opp. ἀσπισαμένων, amplerorum. II,
1657, ἀρνηθῆναι τὴν πλάνην, deponere, III, 864,
ἀρνήσασθαι κοινωνίαν, repudiare. III, 907, αρνηθή
ναι τὸ ὁμοούσιον, καὶ τὸ ἑτεροούσιον, omittere, non
urgere, prorsus non adhibere. III, 1976, ἀρνηθῆναι
τὴν ἀσέβειαν. ΙV, 1277, ἀρνηθῶσι τὰ κεφάλαια, ipse
expl. ἀπεκήρυξαν. IV, 1278, ἀρνηθῆναι τὰ πεπραγμένα, mutare.
ἀρνήσει τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ι, 1185, repudiando eo. ἀρνήσεως ρήμασι καταχρήσασθαι Novatus
narratur, IV, 544. ἄρνησιν τοῦ νομοθέτου, repudiationem, defectionem ab illo, III, 362.
ἀρνούμενοι τὴν ἀσέβειαν, 1, 1044, repudiantes.
ἀρνούμενος τὴν ἀσέβειαν, celato errore. III, 784,
ἀρνούμενος τὰ σὰ σκήπτρα, qui te regem non agno
scat et colat, tibi non pareat. III, 1084, ἀρνοῦνται
τὴν ἐξαπάτην, ΙΙΙ, 1274, repudiant, non amplius patiuntur, se falli.
ἄροτρον προφητικόν δεξαμένη, II, 310 culta per
doctrinam prophetarum.
ἀμούρας ἐκ τῆς θαυμασίας ἐβλάστητε, ΙΙΙ, 935,
illa matre natus.
ἀρπει αν δεῖ οὐ τὰ ἄγραφα, ἀλλὰ τὴν βασι
λείαν τῶν οὐρανῶν, V, 961. ἁρπάσωσιν ὠφέ
λειαν, Ι, 878, capiant. 1, 1555, ἁρπάσαι την
κοινωνίαν, cupide appetere, dum tempus sit. Ii,
1295, ἁρπάσασι σωτηρίαν, cupide amplexis. II, 1303
init. ἁρπάζοντα προῤῥήσεις τὰ πράγματα, res cogentes evidentia exitus de ipsis explicare vaticinia,
co quasi sibi vindicantes. II, 1496, ἁρπάζουσι τὴν
προφητείαν, in se trahunt explicando. Addit tamen
εἰκότως, et conditionem ponit, qua evanescat notio
rapiendi, invadendi. Sed quia scit et probat, eos
ἁρπάζειν, perverse interpretari, retinet hoc vocabulum, εἰκότως, nil mirum. II, 1655, ἁρπάσαι τὴν
συμμαχίαν, cupide expetant. ΙΙΙ, 1147, ἁρπάσαι τὸν
ἀθλητὴν, corpus mortui ad se transferre. IV, 62,
ἁρπάσας τῷ ὁμοίω τὸ ὅμοιον, eripuit peccato hom
mines, quia, similis iis factus, ponam ut homo,
quasi peccasset, tulit. Greg. Νaz. V, 1152, ἁρπάζο
μεν καταδίκης, liberamus damnatione, culpa, pena
liberos pronuntiamus, εξαρπάζομεν.
ἀῤῥητοποιίας, 1, 682.
Αρτεμιν, οἷον ἀερότεμιν, ΙV, 771.
ἀρτιοπέρισσος, ΙV, 866, numeri, e paribus et imparibus compositi, ut par numerus insit numero
impari, puta, 4 in 36 movies, in 12 ter. His opponuntur περισσάρτιοι, ubi numerus impar inest numero pari, ut 9 in 36 quater, 7 in 42 sexies.
ἀρύεσθαι διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 660, ut Latini haurire,
percipere, imbibere. II, 799, ἀρύεται νοτίδα vitis e
terra, trahit. III, 1099, ἀρύσασθαι ὀφθαλμοῖς τὴν
ὠφέλειαν. ΙΙΙ, 1961, ἀρύσηται βλάβην ἐντεῦθεν. [1]
1299, ἀρύσαιντο θάλπος.
ἀρχάγγελος, Gabriel, II, 18: ex incerto.
ἀρχαία παραδόσει, in Vet. Test., V, 1155. ἀρχαῖον
σχῆμα, urbium, II, 795, quale erat, antequam conderentur, ut esset locus vastus et descrtus.
ἀρχαιογονίας ἱστορία, Geneseos liber, IV, 89.
ἀρχαιότητα κηρύγματος, ΙΙΙ, 147, 699. Evangelii,
quod jam in V. T. innotuerit, imo vero ab æterno
constitutum fuerit. κήρυγμα hic est res ipsa, quæ
nunc doceatur. ΙΙΙ, 482, ἀρχαιότητα Εὐαγγελίου. ΙΙΙ,
744, ἀρχαιότητα τοῦ Λόγου, æternitatem, III, 1207.
ἀρχαιότητα καὶ ἁπλότητα ἠθῶν, ignorantiam simul
continet ordinis eccl.
ἀρχεγόνοις Βαλεντίνου θεοῖς, IV, 349: bene ibi
ludit în Silentio et Profundo, cui rcm tradi velit.
ἄρχειν Περσῶν angelo tribuitur, II, 1264.
ἀρχεῖον, ΙΙΙ, 1211: judicii sedem intelligit.
ἀρχέτυπον, Ι, 240. παρανομίας, primum exem
plum. I, 814, David ἀρχέτυπον, exemplum spei non
destituendæ. 1, 828, 1536, ἀρχέτυπον ὠφελείας,
exemplum utiliter imitandum. Ita I, 274, vocatur,
qui, punitus ob delictum, moneat alios suo exemplo
et primo, parere, utiliter sibi aliisque. Notabiliter
sane. I, 1078, ἀρχέτυπον βλάβης, exemplum malum,
diffidentiæ in Deum, cujus fiducia me primum fefellerit. II, 1986, ἀρχέτυπον Antiochi Antichristus,
i. e. antitypus; ille hujus typus, hic eo figuratus. IIJ,
202, ἀρχέτυπον Paulum vocat. ΙΙΙ, 218, ἀρχέτυπον
eidem tribuit. ΙΙΙ, 624, ἀρχέτυπα εὐσεβείας pios
vocat. IV, 125, ἀρχέτυπον εἰκόνος, corpus et sanguinem in Coena S. quorum symbola sint panis et
vinum. τὸ ibi pro τί. ἀρχέτυπον ἀληθείας. Vid. 'Αληθ.
ἀρχέτυπον σωτηρίας. Vid. Σωτηρ.
ἀρχὴ Abiatharis distingu. a dignitate sacerdotali,
1, 464. ἀρχὴν πιστευθείς, Ι, 1188, diabolo tribuitur,
priusquam delinqueret, ex Ep. Jud. v, 5. Mox expl.
τιμῆς, ΙΙΙ, 750. ἀρχὴν ἔχει ὁ Υἱός, Arii decretum.
ΙΙΙ, 962, ἐκ τῆς ἀρχῆς στρατιωτικής vetantur, certe
dissuadendo, creari presbyteri et diaconi, i. e. e
prefectis militaribus. III, 1053, ἀρχὴν, dignitatem
magistri officiorum. III, 1954, ἀρχὴν ποιήσομαι τὸν
Ἰάκωβον, et p. seq. ἀρχὴν ἐποιησάμην τὴν Ἰάκωβον,
ab eo; vel ἀρχὴν pro πρώτον. IV, 377, ἀρχὴν μίαν
τῶν ὅλων, Deum. IV, 535, ἀρχὴν, extremum; άρχάς, extremitates, les bouts. V, 39, ἐν ἀρχαῖς
nobis abiit Spiritus S. scil. in Adamo, cum in eo
omnes peccaremus. V, 64, ἐν ἀρχαῖς, pro ἀρχῇ.
ἀρχὴν κλήσεως. Vid. Κλήσεως.
ἀρχηγὸν ἐν τοῖς κρείττοσιν Joannem vocat V, 97,
quia aperuit Ν. Τ. ἀρχηγούς πλάνης, auctores, II, 412.
ἀρχιδιάκονος Ῥώμης, ΙV, 1199.
ἀρχιεπίσκοπον episcopum Romanum vocat, IV
1197, 1198, 1200, 1203. Αλεξανδρείας, Athanasium,
IV, 1243 (uti mox Leonem et Damasum ἐπισκόπους
dicit). Αντιοχείας, Joannem, IV, 4351. Domnum
Antiochenum (eumque solum), IV, 1163 (qui 1164,
Επίσκοπος). Anibrosium, III, 1048.
ἀρχιερατικῆς λειτουργίας, episcopatus Constantinopolitani, III, 727. ἀρχιερατικῆς χάριτος, ΙΙΙ, 805,
dignitatem episcopalem; cui mandandæ scil. juncta
esset virtus divina. ἀρχιερατικοῖς θώκοις, ΙΙΙ, 955,
984, episcopatu, sede episcopali. ἀρχιερατικοῦ, IV,
1100, episcopalis.
ἀρχιερατικῶς ἐθύνειν τὰς πόλεις, ΙΙ, 1012, episcopus ibi ut esset.
ἀρχιερεῖς, pro ἱερεῦσιν positi, I, 225, lin. 4, et
cod. habet ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, episcopi, I, 1132; I,
558; III, 136, 756, 768, 775, 796, 849, 850. Xsipoτονοῦσι τοὺς ἱερεῖς, Ι, 233 (tribuunt illis virtutem,
scil. ut ipsi a Deo accepere), habent χειροτονίαν (ac
ipsi
tivam), 255; dona tribuere dicuntur, ibid. II,
1608, ἀρχιερεὺς κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. ΙΙΙ,
756, ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς coegerunt Eustathium
feri episcopum Antiochiæ; i. e. episcopi ejus digceseos et presbyteri. III, 965, ἀρχιερεὺς τῆς ᾿Αντιοχέων, episcopus Ecclesia Antiochenæ. IV, 1138,
ἀρχιερεὺς, episcopus, qua ordinem et locum; ἐπισκοπήσεις
munus et sedem. IV, 1249, Christus
ἀρχιερεὺς dicitur non ut Deus, sed ut homo, e
mente Theodoreti.
ἀρχιερωσύνη. ΙΙΙ, 725: IV, 1245, episcopatus
Alexandrinus. III, 727, Romanus. ἀρχιερωσύνης
λειτουργία, episcopale munus, III, 1112. ἀρχιερω
σύνης ἠξιωμένος, episcopus, III, 953. ἀρχιερωσύνη
Melchisedeci, I, 1396. Supra ἱερωσύνη, sed ille et
rex erat, et Christum ἀρχιερέα figurabat.
ἀρχικαῖς δυνάμεσιν, ΙΙ, 958, angelis precipuis,
potestate aliqua ornatis. κατὰ τὸ ἀρχικὴν μόνον ho
mo imago Dei dicitur, III, 234.
col. 905–906page 21 of 154
PG 84:905ἀρχιμανδρίτης 1089. ἀρχιμανδρίτης καὶ πρεσβύτερος Μακίμας, 1910, 1211, 1212 ἀρχομένοις τὸ βασιλεύεσθαι πρέπει, 11, 87 τετελειωμένοις, τετελειωμένοι βασιλεύεσθαι τοῖς ἀρχομένοις, ἀρχομένους ῥυθμίζειν, αρχομένων, ἄρχου περὶ τούτου, ΙΙΙ, 751, ἄρχων, Ι, 368, 230, άρχοντα βασιλέα κέκληκε, ἄρχοντας άρχων Τύρου αόρα τος, ἄρχον τις 326, άρχοντα πνευματικὸν 482, ἄρχοντας τοῦ ἔθνους, Λαοδικέας, μι ήρχον, 1069, ὑπὸ ἕνδεκα ἀρχόντων ἄρχον τες, ΙΙΙ, 1211, τὸν τῶν μειζόνων ἀρχόντων ἄρχοντα, τῶν πλειόνων ἐθνῶν προστατεύοντα, ἄρχοντι, ἄρχοντας δευτέρους. Δευτέρους. ἀρώμενος πᾶσι. ἀσαρκία ἐν σώματι, ΙΙ, 72, ἄσαρχος Λόγος, 9: ενανθρώπησιν. ἀσαφία, ΙΙ, 1164, ἀσαφῶς διδάσκει, 11, 1255. άσβεστος, τίτανος. ἀσέβεια. 1, 484, μετὰ τὴν ἀσέβειαν, 797, ασέβειαν ἁμαρτίαν ἀσέ ἀσεβείς προσμείναντες, 11, 209, 1509, ἀσέβειαν παρανομίαν ΙΙ, ἀσεβείας ὑποβάθρα ή παρανομία. ΙΙΙ, 20, ασέβεια ὑποβάθρα τῆς παρανομίας. 370, ασέβεια, ἀσεβείας παράδειγμα. ἀσεβεῖς εἰ ἁμαρτωλούς 611 ἀσεβή ἀσεβήματα, 1, 567 αδικήμασι. γάμων διαρρήξεις ασεβήμα τα, ἀδίκημα δωροδοκίαν ἀσελγαίνειν, 882. ἀσελγειῶν (των). 294. ἀσέμνως, ΙΙΙ, 730. ἄσηπτα ξύλα, Ι, 174. ἀσήπτων ἐκ ξύλων Ασηρώθ Αταρώθ, 1, 551. Ασθαρώθ, 1, 542. ἀσθένειαν θλίψιν, Ι, 630. ἀσθένειαν ἀσθένειαν ὑπελάμβανον τοῦ Θεοῦ τὴν τῶν Ἰουδαίων δουλείαν, Ι, ἀσθένειαν τοῦ ποιητοῦ, ΙΙΙ, 1189, ἀσθένειαν τῶν πολλῶν, ἀσθένειαν ἀσκήσεσιν, 87: ἀσκήσασιν. ἄσκησιν, ΙΙΙ, ἀσκητήριον, ἀσκητικῶς βιοτεύοντες, ΙΙ, 1072, ἀσκοῦσιν, ἀσκούσας παρθενίαν, άσκωμα, ᾆσμα ᾀσμάτων βιβλίον, ασπαλιευτής, 1, 1125. αλιευτής. ἀσπαστηρίους οίκους, 1245, θείοις σηκοῖς. ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, ἰδίᾳ οίκους ἀσπαστηρίους, 5 ανάκτορον, ἀσπαστικῷ ἐν οἴκῳ άσπαρτοι ὠδῖνες, 1, 291, άσπαρ τον γένος, ΙΙΙ, ἄσπαρτον σκηνῇ. ἀσπιδηφόροι, Ι, δορυφόροις, 987; 901, ἀσπιδιφο Αστάρτη. 1, 497: ἡ ᾿Αφροδίτη. ἀστερομάντεις, ΙΙ, 1639. ἄστεως, ΙΙ, 628: άστεος. ἄστεσι, ΙΙΙ, 1218. ἀστρολογία και γενεθλιολογία, 699, ἀστρονομίαν καὶ ἀστρολογίαν ἀστυγείτονες, ἀσυγχύτως ἡνωμέναι. Ενόω. ἄσυλος κλῆρος, 1, 1466; 829: άσυλος πλοῦτος, ΙΙ, 511. άσυλος διδασκαλία, 11, 972, 1042, άσυλος μνήμη, ΙΙΙ, 1101. ἄσ. θησαυρὸς, ΙΙΙ, 1140. άσυλον κτήμα, ΙΙ, 1301. άσυλον δι φύλαξα, 11, 151. ἄσυλον αὐτὴν διατηρήσει, ΙΙΙ, 446, ἄσχετον, ἀσωμάτων βίον ἐν τῷ σώματι μιμησάμενος, ΙΙΙ, ἀσυντάκτως, ἀσύντριπτον, ἄσωτον. κάπηλον. ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων, ΙΙ, 1052. ἀτελής, ἀτελεῖς, ἀτελῆς ἡ συνθήκη τοῦ λόγου, ΙΙΙ, 98, τὸ ἀτελὴς εἰ συνθήκη.) ἀτελῆ πρὸς σωτηρίαν τὴν τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν, ΙΙΙ, οὐκ ἀρκοῦσαν. ἀτεχνίαν λήθην, 822. ἀτεράμονα καρδίαν, Ι, 392, ατεράμονα γνώμην, ΙΙ, 338. ἀτεράμονας, ΙΙ, 490. ἀτερμάτιστον σκάφος, ΙΙΙ, 25 12. ἀτημέλητον, Ι, 95: τημελείν, τοῦ ἀκηδεμόνευτον. 1052, 1408; 19, ατημέλητος,
ἀρχιμανδρίτης diaconus, IV, 1089. ἀρχιμανδρίτης
καὶ πρεσβύτερος Μακίμας, IV, 1910, 1211, 1212 bis.
ἀρχομένοις τὸ βασιλεύεσθαι πρέπει, 11, 87: quia
opponitur τετελειωμένοις, hic significat incipientibus, rudioribus. τετελειωμένοι sunt Christiani firmiores, peritiores. Forte et intelligit sanctitate
eminentes, sapientia et pietatis usu insignes, a quibus βασιλεύεσθαι conveniat τοῖς ἀρχομένοις, qui
eorum præceptis et consiliis subjecti sint. III, 933,
ἀρχομένους ῥυθμίζειν, episcopo tribuitur, idque ab
ipso imp. IV, 1113, αρχομένων, sub episcopo Alexandrino.
ἄρχου περὶ τούτου, ΙΙΙ, 751, aggredere hoc, noli
negligere, tracta illud, scribe de eo.
ἄρχων, Ι, 368, Samuel. II, 230, άρχοντα βασιλέα
κέκληκε, illud minus. II, 245, ἄρχοντας subjicit lyparchis, primis a rege. II, 908, άρχων Τύρου αόρατος, diabolus, quoad pagani Tyrii. II, 937, ἄρχοντις regis, satrape. III, 326, άρχοντα πνευματικὸν
Corinthiorum Titum vocat; arrogantius, e sæculi
sensu. III, 482, ἄρχοντας τοῦ ἔθνους, Λαοδικέας, μι
ea urbs caput esset Phrygiæ; parum proprie quidem; neque enim Laodicenses ήρχον, sed praetores
Romani, qui ibi sedem haberent et conventus agerent. III, 1069, ὑπὸ ἕνδεκα ἀρχόντων Asia regebatur. Episcopi hic intelligendi videntur, quia Chrysostomus iis prescripta dedit. Certe, ubi ἄρχον
τες, ibi et episcopi. ΙΙΙ, 1211, τὸν τῶν μειζόνων
ἀρχόντων ἄρχοντα, τῶν πλειόνων ἐθνῶν προστα
τεύοντα, toli præfecturæ vel diocesi imperantem,
Oberstatthalter. IV, 1097, ἄρχοντι, provinciæ præsidi.
ἄρχοντας δευτέρους. Vid. Δευτέρους.
ἀρώμενος πᾶσι. [II, 375, poenas et dira denuntians.
ἀσαρκία ἐν σώματι, ΙΙ, 72, vacuitas a cura et
amore terrestrium.
ἄσαρχος Λόγος, V, 9: ante ενανθρώπησιν.
ἀσαφία, ΙΙ, 1164, per iota.
ἀσαφῶς διδάσκει, 11, 1255. (Pene repugnant).
άσβεστος, 1, 72, calx viva. IV, 11, lapis coclus
in calcem, τίτανος.
ἀσέβεια. 1, 484, μετὰ τὴν ἀσέβειαν, cum capisset. I, 797, ασέβειαν et ἁμαρτίαν distinguit. ἀσέ6.a, I, 1014, 1044, 1073, 1093, idololatria. 1, 1047,
ἀσεβείς προσμείναντες, qui pagani sunt etiam nunc.
11, 209, 1509, ἀσέβειαν et παρανομίαν distinguit;
illa ad falsum Deorum cultum refertur. ΙΙ, 870,
ἀσεβείας ὑποβάθρα ή παρανομία. ΙΙΙ, 20, ασέβεια
ὑποβάθρα τῆς παρανομίας. IV, 370, ασέβεια, error
Nestorii de persona Christi. ἀσεβείας παράδειγμα.
Vid. Metonymia.
ἀσεβεῖς εἰ ἁμαρτωλούς distinguit Scr. S., I, 611
extr., 612 init. ἀσεβή Deum dicere liceat, si Eunomii ratio valeat, V, 955.
ἀσεβήματα, 1, 567 distinguit ab αδικήμασι. Illa in
Deum et sacra, hæc in homines. Observandum tamen, quod γάμων διαρρήξεις refert inter ασεβήματα, ἀδίκημα ponit δωροδοκίαν intell. peccata contra
præceptum 7.
ἀσελγαίνειν, IV, 882.
ἀσελγειῶν (των). ΙV, 294.
ἀσέμνως, ΙΙΙ, 730.
ἄσηπτα ξύλα, Ι, 174. ἀσήπτων ἐκ ξύλων Christi
humanitas sine peccato formata, IV, 54 extr. Hippol. Alludit ad arcam foederis, et LXX virali.
Ασηρώθ idem quod Αταρώθ, 1, 551.
Ασθαρώθ, 1, 542.
ἀσθένειαν bene explicat θλίψιν, Ι, 630. ἀσθένειαν
Judzorum, I, 959, ponit un eo, quod facilius hominem, quam Deum, agnoscerent Christum. ἀσθένειαν
ὑπελάμβανον τοῦ Θεοῦ τὴν τῶν Ἰουδαίων δουλείαν, Ι,
1320: metonymice: effectum et signum infirmitatis.
ἀσθένειαν τοῦ ποιητοῦ, ΙΙΙ, 1189, quasi imperfecte pulchros condiderit homines. ἀσθένειαν τῶν πολλῶν,
III, 1192, quod non credent, miracula illa patrata
ab asceta. ἀσθένειαν terra, IV, 763, quod in ea et
ex ea tot incommoda proveniant.
PATROL. GR. LXXXIV.
ἀσκήσεσιν, V, 87 init.: legendum ἀσκήσασιν. Alioqui nil cohæret.
ἄσκησιν, ΙΙΙ, 140, in abstinentia ab usu carnis.
ἀσκητήριον, IV, 1138, sedes monastica.
ἀσκητικῶς βιοτεύοντες, ΙΙ, 1072, abstinendo a
cibis lautioribus.
· ἀσκοῦσιν, 1, 423: simpliciter et cum emphasi:
iis, qui ex instituto, diligenter exercent sapientiæ
et virtutis studium; ascetis, ἀσκούσας παρθενίαν,
I, 1069, cælibes; quod pietatis opus haberent.
άσκωμα, Symmachi vocabulum, I, 305.
ᾆσμα et de re tristi adhiberi, notatur II, 197.
ᾀσμάτων βιβλίον, Canticum canticorum, IV, 550.
ασπαλιευτής, 1, 1125. αλιευτής. Deum intelligit,
trahentem ad sese homines.
ἀσπαστηρίους οίκους, IV, 1245, distinguit a θείοις
σηκοῖς. Ante dixit, ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ, docentes scilicet. ἰδίᾳ pertinet ad οίκους ἀσπαστηρίους, 5cerdotum cellas, ubi privatim adirentur, soli
cum solis loquerentur, appartement, cabinet, Sacristen, post altare et ανάκτορον, ubi Ambrosius
locutus cum imperatore.
ἀσπαστικῷ ἐν οἴκῳ sedebat episcopus, III, 1048,
ad templum, quod ingredi non ausus Theodosius
impr. eo venit. Est ergo locus, ubi versarentur sacerdotes, et sui copiam facerent.
άσπαρτοι ὠδῖνες, 1, 291, partus sine patre, άσπαρ
τον γένος, ΙΙΙ, 358: per Hypallagen: ubi nondum
semina jacta essent doctrina evangelicæ. ἄσπαρτον
xal ávf,potov, V, 116. Vid. n. 1. Minus sane convenit σκηνῇ.
ἀσπιδηφόροι, Ι, 443, 464, dicuntur esse circa
imperatorem: satellites, praetoriani: distinguuntur a δορυφόροις, add. II, 987; 1V, 901, ubi ἀσπιδιφο
per t.
Αστάρτη. 1, 497: ἡ ᾿Αφροδίτη.
ἀστερομάντεις, ΙΙ, 1639.
ἄστεως, ΙΙ, 628: pro άστεος. ἄστεσι, ΙΙΙ, 1218.
ἀστρολογία και γενεθλιολογία, 1V, 699, distin
guuntur ab astronomia. Sed II, 465, ἀστρονομίαν
καὶ ἀστρολογίαν jungit ut eadem et æque culpanda.
ἀστυγείτονες, I, 1079, Romani Persarum imperio (non urbi) confines.
ἀσυγχύτως ἡνωμέναι. Vid. Ενόω.
ἄσυλος κλῆρος, 1, 1466; III, 829: Hypall. άσυλος
πλοῦτος, ΙΙ, 511. άσυλος διδασκαλία, 11, 972, 1042,
pura, integra. άσυλος μνήμη, ΙΙΙ, 1101. ἄσ. θησαυρός, ΙΙΙ, 1140. άσυλον κτήμα, ΙΙ, 1301. άσυλον δι
•φύλαξα, 11, 151. ἄσυλον αὐτὴν διατηρήσει, ΙΙΙ, 446,
de re dicitur; alias de eo, cui auferatur.
ἄσχετον, IV, 150, ut non referatur ad aliquid, nil
ponat, quo se habeat.
ἀσωμάτων βίον ἐν τῷ σώματι μιμησάμενος, ΙΙΙ,
941, asceta.
ἀσυντάκτως, ΙV, 1157, raptim, clam, nemine salulato.
ἀσύντριπτον, ΙV, 64. Greg. Nyss. tribuit humanitati Christi, typo e tabulis Mosis ducto.
ἄσωτον. Vid. κάπηλον.
ἀτελευτήτους αἰῶνας τῶν αἰώνων, ΙΙ, 1052.
ἀτελής, 1, 5, infirmior cognitione, rudior. ἀτελεῖς,
I, 95, infirmiores, non satis edoctæ veram pietatem.
ἀτελῆς ἡ συνθήκη τοῦ λόγου, ΙΙΙ, 98, non quo stru
cturæ aliquid desit, sed ut rei et senteutiæ aliquid
addatur e contexto. (Sane incongruum hic τὸ ἀτελὴς
εἰ συνθήκη.) ἀτελῆ πρὸς σωτηρίαν τὴν τοῦ Χριστοῦ
παρουσίαν, ΙΙΙ, 473, inutilem, invalidam, parum lo
cupletem et idoneam, οὐκ ἀρκοῦσαν.
ἀτεχνίαν explicat λήθην, I, 822.
ἀτεράμονα καρδίαν, Ι, 392, duram, implacabilem,
pervicacem. ατεράμονα γνώμην, ΙΙ, 338. ατεράμο
νας, ΙΙ, 490.
ἀτερμάτιστον σκάφος, ΙΙΙ, 25 extr. Vid. n. 12.
ἀτημέλητον, Ι, 95: a τημελείν, curare. Synony
mon τοῦ ἀκηδεμόνευτον. add., I, 1052, 1408; 19,
508. ατημέλητος, neglecti, I, 992; 11, 1644: scil. ut
eos non juvaret, ceu ante, nec beneficiis excoleret.
col. 907–908page 22 of 154
PG 84:907ὠκεανὸν ἑσπέριον καὶ ἑῷον. ἀτολμίας ἀναιδοῦς, 1151: τόλμης, εὐτολμίας, παντομίας. &τομ, μον, ἡ καθ' ἕκαστον ἡμῶν ἀνθρωπότης, 958, ἐν ἀτόμοις θεω ἀτονήσαντος τοῦ προφήτου περὶ τὴν διήγησιν, ΙΙ, ἀτονίᾳ δυνάμεως, ΙΙ, 355. πία εἰ ἀλογία ἀλογία άτοπα, 62. ἄτοποι λογισμοί, πονηροί. ατοπώτερα, ἄτρεπτον μακαρίου, ΙΙΙ, 672. ἀτρέπτων γενομένων τῶν ψυχῶν, ΙΙ, στον δεχομένων τῶν ψυχῶν, 451, ἀτρεπτότητος ένωσιν ἄττει εἰς παρανομίαν, Ι, 666, ἄττει κατὰ τῆς άττειν πέρα τῶν ὅρων, 844. ἄττου σα κατὰ τῆς ἀληθείας γλῶσσα, 777. ἄττουσιν ὡς σκορπίοι, 591: δίκην σκορπίων, ΙΙ, 698. Αὐγούσταν, 1232. Αὐγούστη, 1935. Αύγουστε θεοφιλέστατε, ΙΙΙ, 950. αὐθαιρέτῳ γνώμῃ κατὰ τὴν αὐθεντίαν τῶν ἀποστόλων, αύλακας δικαιοσύνης διατέμνει, 11, 99 ὕλης. ἀΰλων φύσις, αὔξει τὴν παραίνεσιν μαρτυρίᾳ, αὔξη (ή), ΙΙ, 534, 541. αὔξον τὴν θεραπείαν, αὐτάρκη τὰ εἰρημένα, 25. αὐτάρκη προσο έφερε χρείαν, 625: ἀρκοῦσαν. αὕτη ἡ φυλή, Ι, αυτή, αὐτή. σεσωσμένη εσομένη, καὶ αὕτη τῷ χρόνῳ διαφθείρεται, ΙΙ, αὐτή, οὔτε ἐκείνους ἀνθεῖν ἐξ. ἡ αὐτὴ εἰ τοιαύτη 992. τῆς αὐτῆς εἷς, 1060. αὐτὴν ἐσχήκαμεν τοῦ Δε σπότου τὴν προσηγορίαν, 836: τὴν αὐτὴν, οἱ τῆς αὐτοῦ προσηγορίας Αξιωμέ αὐτοί· καὶ αὐτοὶ, αὐτίκα, α. γοῦν, α. τοίνυν, αὐτοβοΐ, ΙΙ, 205: αυτοβοεί. αὐτοδύναμος, 23, οὐσιωδῶς αὐτόθεν λέγοντος τοῦ ᾿Αποστόλου, ΙΙΙ, 738 αὐτολεξεί. ἀποστολικῆς χάριτος· αὐτοῖς γὰρ, προτιθεὶς αὐτοῖς. ἕκαστον τῶν πολεμουμένων. αὐτοῦ φίλην γαλήνην, 1506: αὐτῷ, αὐτοκράτωρ λογισμός, 941, αὐτὸν, ΙΙ, 1037: καλεῖ τὸν ἡγούμενον. ΙΙ, 1086,. αὐτὸν προσαγορεύει 1196, αὐτὸν: συνίστημι αὐτὸν, χρήσιμον αὐτὸν — γενέσθαι δυνάμενον. 1263 4, 5, τοῦτον αὐτόν· μόνον, ἕτερον. 1069 τὸ αὐτόν. αὐτόνομος καινοτομία, 1167, αὐτός. 1, 1502, αὐτὸς ὁ Θεὸς διά Ησαΐου, περιέκειτο. αὐτὸν
anuelw; V, 47, negligenter, leviter, vel perniciose.
¿tipayédai, IV, 361, gregem spernentes, relinquentes, suam rationem seorsiin persequentes,
eigensinnig.
àpias àpopphy, II, 1108, contemptus in te;
transitive.
Arhavixà nelán, 1, 1106. Addit, velut idem,
ὠκεανὸν ἑσπέριον καὶ ἑῷον.
árµòv, IV, 952, vim fatidicam sacerdotum paganorum; e specu Delphico.
ἀτολμίας ἀναιδοῦς, V, 1151: pro τόλμης, εύτολ
μίας, vel παντομίας.
&τoμ, IV, 7, individuum, res singularis. &toμον, ἡ καθ' ἕκαστον ἡμῶν ἀνθρωπότης, V, 958, individualitas subjectiva. Eam dicit ἐν ἀτόμοις θεωpouuévny, in singulis individuis, qua singula, cogitari.
ἀτονήσαντος τοῦ προφήτου περὶ τὴν διήγησιν, ΙΙ,
683, fluctuante, rem minus diserte exprimente;
quia dicit, se vidisse ws ¿polwµz, obscurius et
minus definite.
ἀτονίᾳ δυνάμεως, ΙΙ, 355.
&nonia, improbitas, impietas, II, 963; III, 28.
fæeditas, atrocitas, II, 656. flagitium, III, 191. ȧtoπία εἰ ἀλογία distinguuntur, V. 1146. ἀλογία significat magis ȧavotasiay philosophicam, ut res cogitari nequeat, aronia etiam stolidam impietatem
Deo Aby indignam.
άτοπα, fagitia, scelera, III, 62. ἄτοποι λογισμοί,
1, 752: πονηροί. ατοπώτερα, graviora, atrociora,
IH, 41.
¿τpañol erroris, II, 282, varii modi.
ἄτρεπτον Dei ellicitur e nomine μακαρίου, ΙΙΙ, 672.
aperto oux eisty al oxal (nostræ), IV, 1249: quia
variis studiis jactantur, et sæpe delinquunt. (Alio
ergo sensu hic to &xpertov humanæ naturæ Christi
dicitur, vel penting, ut ante vocat, quam vulgo
aecipinus.) ἀτρέπτων γενομένων τῶν ψυχῶν, ΙΙ,
550, in altera vita; ut non amplius errent, sententiam mutent, prava sequantur, cupiditatibus agitentur, sed constantes sint et tranquillæ. to &pεστον δεχομένων τῶν ψυχῶν, IV, 451, in illa vita, ut
labi amplius et corrumpi nequeant.
ἀτρεπτότητος per ένωσιν divinæ naturæ cum anima Christi et nos reddemur compotes olim in àvaσráðɛt· scil. ut non amplius agitemur studiis variis,
aut peccemus, IV, 1249.
atpenxw; panels, IV, 372: absurda vox Eutychis
ἄττει εἰς παρανομίαν, Ι, 666, ruit. ἄττει κατὰ τῆς
yas, IV, 491, recellit, petit manum. &ety &
twy úòάtwy thy pústy, IV, 505, ferri, emicare, subsilire, erigi. άττειν πέρα τῶν ὅρων, IV, 844. ἄττου
σα κατὰ τῆς ἀληθείας γλῶσσα, ΙV, 777. ἄττουσιν ὡς
σκορπίοι, ΙV, 591: δίκην σκορπίων, ΙΙ, 698.
að málɩv, IV, 1254 extr.: transp.
Αὐγούσταν, IV, 1232. Αὐγούστη, 1935.
Αύγουστε θεοφιλέστατε, ΙΙΙ, 950.
αὐθαιρέτῳ γνώμῃ et pravitatis et sanctitatis studiuin cultumque suscipere nos dicit, III, 66.
aúðsvtíav iðíav, sua commenta, Einfälle, V, 1144.
κατὰ τὴν αὐθεντίαν τῶν ἀποστόλων, e prescripto,
formula divinitus proposita, ex ipsa eorum doctrina et ratione, III, 881.
αύλακας δικαιοσύνης διατέμνει, 11, 99: e Jeremia.
&o; Bios, V, 95: Joannis victum sic vocat, quasi
non corporeum, angelicum, quia carne abstinuit,
quasi crassiori materia. Vid. ὕλης. ἀΰλων φύσις,
angelorum, ipsi angeli, V, 96.
αὔξει τὴν παραίνεσιν μαρτυρίᾳ, Grmat, pondus ei
addit, III, 518.
αὔξη (ή), ΙΙ, 534, 541.
abgnois, IV, 786: ut alii succedant et succrescant
in decedentiun locum. Nam augere et immortales
poterat Deus; supplere numerum semel creatorum,
constitutum, opus non habebat, quia immortales.
αὔξον τὴν θεραπείαν, ostendens amplitudinem
ejus, III, 469.
apa àvéuv, IV, 502, flatus lenes.
aità (tà), III, 869, eamdem summam; aliis tolidem ab imp. missis.
αὐτάρκη τὰ εἰρημένα, IV, 25. αὐτάρκη προσο
έφερε χρείαν, ΙV, 625: ἀρκοῦσαν.
AUTEOUGLÓT, III, 765, libero arbitrio.
αὕτη ἡ φυλή, Ι, 846 extr.: pro αυτή, et ipsa: et
cod. habet auth. autŋ † qúois, 1, 861, med. itidem
pro αὐτή. (Quod ibi pro σεσωσμένη legitur εσομένη,
si verum est, potest notare homines per Christum
olim beandos.) καὶ αὕτη τῷ χρόνῳ διαφθείρεται, ΙΙ,
1522, æque pro αὐτή, quia præcedit οὔτε ἐκείνους
ἀνθεῖν ἐξ.
ἡ αὐτὴ εἰ τοιαύτη an differant, V, 992. τῆς αὐτῆς
differt ab εἷς, V, 1060. αὐτὴν ἐσχήκαμεν τοῦ Δε
σπότου τὴν προσηγορίαν, II, 836: aut pro τὴν αὐτὴν,
quia ante dixit: οἱ τῆς αὐτοῦ προσηγορίας Αξιωμέ
vo • aut legendum αὐτοί· καὶ αὐτοὶ, nos et ipsi, sicut illi. Nam authy videatur aliquod majus inferre:
nisi id quærit in Christianorum nomine. Vid. Indicem rerum, voce CHRISTUS.
αὐτίκα, α. γοῦν, α. τοίνυν, premittitur exemplis
et speciminibus afferendis (ut statim in Instit. Justinian, 3, 12, 1); J, 4, 11, 48, 50, 188, 295, 310,
551, 803, 808 verbi causa, sic, speciminis loco.
abrixx youv, I, 310, sic contra; 1, 390, sic ergo.
autixa tolvuv, IV, 551, porro autem, vel, ut et hoc
utar.
autoalbɛia, III, 738, Deus: ea conditione, qua
non possit addi quidquam ejus naturæ et inάpžel
perfectæ.
αὐτοβοΐ, ΙΙ, 205: alias αυτοβοεί.
αὐτοδύναμος, V, 23, ipsa potentia, οὐσιωδῶς· vel,
ex se, per se habens illam.
autown, Filius, V, 23.
αὐτόθεν λέγοντος τοῦ ᾿Αποστόλου, ΙΙΙ, 738: aut significat ideo, ob id ipsum; aut, iisdem ipsis verbis,
αὐτολεξεί.
avrois, I, 914, refertur ad omissum, ex alio supplendum; ἀποστολικῆς χάριτος· αὐτοῖς γὰρ, scil.
apostolis. I, 955, autolę non habet, quo referatur:
προτιθεὶς αὐτοῖς. Nil enim præcessit, sed sequitur
ἕκαστον τῶν πολεμουμένων. Male omnino ista colarent, ut, suppleta et corrupta.
αὐτοῦ φίλην γαλήνην, ΙV, 1506: aut pro αὐτῷ,
aut arou. Illud prætulerim.
autoxpáropas, imperatores, III, 1029.
αὐτοκράτωρ λογισμός, I, 941, ratio, quae non pareat cupiditatibus, sed his imperet. Sic autoxpatupa
vouv, IV, 485, qui debebat imperare cupiditatibus,
vindicare et libertatem ab illis, et jus in illas.
V, 989, eventis, casibus externis,
accidenti, non ut sit in re ipsa.
autopolwg xal auapéτws, IV, 791. Neque opus
emendari e n. 31, cuin avropatov notio insit in
autoμoàɛiv, sua sponte ire, venire.
αὐτὸν, ΙΙ, 1037: καλεῖ τὸν ἡγούμενον. ΙΙ, 1086,.
αὐτὸν προσαγορεύει Daniel, se ipsum sane, in suo
libro. Legendum aútby, aut sic intelligendum. IV,
1196, αὐτὸν redundat: συνίστημι αὐτὸν, χρήσι
μον αὐτὸν — γενέσθαι δυνάμενον. Aut sint absoluti
accusativi, hic tamen minus apti, quia cœpit accusativo. IV, 1263 lin. 4, 5, τοῦτον αὐτόν· pro μόνον,
opp. ἕτερον. V, 1069 extr., τὸ αὐτόν.
αὐτόνομος καινοτομία, V, 1167, hæresis suo 'uro
et ausu mutans dogmata.
αὐτός. 1, 1502, αὐτὸς ὁ Θεὸς διά Ησαΐου, quia
ante dixerat Jeremias ad Deum, etsi et hic divinitus. 111, 454, autòs oùx my touto, Christus homo:
hoc enim, ait, περιέκειτο. αὐτὸν ergo intelligit
Deum Abyov. III, 534 extr., autos e contexto debet'
esse Antichristus, quasi quem nominare dedignetur. Diabolus esse nequit, cujus nomen præcessit;
prædicatum non congruit. IV, 421, autòs & Aɛ-
col. 909–910page 23 of 154
PG 84:909πότης έφη, αὐτὸς Θεὸς, αὐτὸς Θεὸς αυτοσοφία, 23. αὐτοσχέδιος άζυμος, μηδὲν ἀναμιγνύναι 505 1602, αυτοσχέδιος τάφος, ΙΙ, 250, αυτοσχέδιον σκότος, αὐτοῦ. 1, 761, αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου ἐστὶν ἀκούειν. 788, αὐτοῦ λέγοντος ἀκούομεν, αὐτοῦ τούς του. Περὶ αὐτοῦ φησιν. αὐτὸς αὐτῆς ὑπάρ χει ποιητής, σοφίας. περὶ αὐτῆς. αὐτοῦ, γον αὐτοῦ τούτου, 957, αὐτοῦ τὰς χεῖρας ἐνίψατο, αὐτοῦ. 19, 62, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου. 457, αὐτοῦ παρουσίαν, αὐτοῦ, αὐτοῦ, ἑαυτοῦ. ν, 1021, αὐτοῦ τοῦ Πατρός, μόνου. αυτουργός γένωμαι τὰ ἐμὰ διανέμων, καὶ θερα πεύων τοὺς δεομένους, ΙΙΙ, 252, αὐτοὺς προφήτας, 11, 446. τοὺς αὐτούς. τοῦ, αὐτούς, πάλιν, πάλιν αὖ τοὺς πρ. 48) τους, τοὺς αὐτούς. αὐτόχειρ αὐτός, Ι, αὑτοῦ, τοῦ, αὐτὸς, αὐτόχειρ αὐτῷ ἑαυτῷ, αὐτῶν. ΙΙ, 1630, δι' αὐτῶν ἀπολαύσεσθαι τῆς σω τηρίας, αὐχεῖν. ΙΙΙ, 117, αὐχῶ τὸν ᾿Αβραὰμ πρόγονον. ΙΙΙ, 123, αὐχεῖς τοῦτον. ΙΙ, 570, αὐλοῦντες τὸ γένος, 922, αὐχοῦντες λαμπρότητα. 925, αὐχεῖ πατέρα τὸν Δία. 1082, αὐτῶν πατρίδα τὴν Αἴγυπτον, αὐχήσας γεννήτορας. ἀφαιρήσεις του μηδενός, 978, ἀφανίζονται τὰς ἀσθενείας τοῦ σώματος Λόγον ἀφαρμόσαι, 87 ἄφατον τῶν νεκρῶν, ΙΙ, 461: πλῆθος. ἀφεθείη, ΙΙΙ, ἀφεθεῖσαν, ἐκπεμφθεῖσαν, ἀφελκύσηται εἰς εὔνοιαν, Ι, 405: ἐφελκύσηται. ἄφεσις, ΙΙ, 1266, άφεσιν αἰχμαλωσίας, ΙΙ, 1076. ἀφεστήκατε τοῖς Ἰουδαίοις, ΙΙΙ, 364 ἀφηγηματικῶς, οὐ προστακτικῶς, ΙΙΙ, 449. ἀφήν λέπραν, 1, 274. ἀφηνιῶντα τῆς σῆς ἡγεμονίας, 539, ἀφθαρσία, Ι, ἀφθαρσίας μετέδωκε τῇ φθορά, 2). 111, 558, ἀφθαρσίας μετέξει μεθέξει) τα δρώμενα. 991, ἀφθαρσίας βάπτισμα, μετά την ἀφθαρσίαν ἀνάστασιν, Εἰς ἀφθαρσίαν ἀνεκαινίσθη. 'Ανεκαιν. ἀφθεγξίας τῆς ἔνδον, 90: λόγοι, ἀφιεροῦν ἀφίησιν ἡ χάρις. ἀφίκεται, ΙΙ, 182: ἀφίκετο. ΙΙ, 135, ἀφίκηται ἡ ἡμέρα. ἄφιξις. Μεταξύ τῆς ἀφίξεως ἐῤῥάγησαν, ΙΙΙ, 958. ἀφιστῶντα λόγον) τῆς κακοδοξίας, 49. ἀφιστῶντα, ἀφιστῶντας, τούς. ἀφοβία Θεοῦ, Ι, 682, ἀφοριζομένοις, ἀφορισθέντας, 1, 260: τοῦ ἀπο ένειμεν, ἀφόρισμα ἀφορμὴ εὐλογίας, Ι, ἀξία. ἀφορμαὶ ἥττης, ἀφορμὴ ἀναβιώσεως, ἀφορμὴ φειδούς, ἀφορμαὶ εὐπρεπείας, ΙΙ, 1087, ἀφορμὴν ἔχουσαν τὴν τέχνην, ἀφορμα φίλτρου, ἀφορῶντες σμικρά - προσεδοκήσαμεν, ΙΙΙ, 528. εἰς τὴν περ νίαν αὐτῶν. ἀφοσίωσις. Ἐπὶ τῇ ἀφοσιώσει τὴν ἐπιδημίαν ἐπι δειξαμένους, ΙΙΙ, ἀφραινούσας, εὐφραινούσας, τῷ λυπούσας. ἀφρενούσας, ἀφραινούσας, λυπούσας, εὐφραινούσας· ἡδονὴν ἄῤῥητον προξενούσας. 'Αφρική, ΙΙ, Αφρον ἐπιζητοῦσιν οἱ φιλόπλουτοι, 463, ἄφρονα τὸν δυσσεβῆ ἡ Γραφή είωθε λέγειν, ΙΙ, 1649. ἀφυπνίζουσιν ὕπνῳ κατεχόμενον, ΙΙ, 1.464. ἀφύσικον. ΙΙΙ, 738, οὐσίᾳ ἀφφουσών ἀφφὼ ἀφωμοίωσεν, ἀφώρισα αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ἐμὴν κηδεμονίαν, ΙΙ, ἀφωρισμένη τροφῇ, ἀχαμώθ, έν θύμησιν σοφίας, ΠΥΞΩΝ.
πότης έφη, opponitur Davidi in Psalmis loquenti,
scil. ad Deum, etsi divinitus; cum illud per vatem
Deus e sua persona loquatur. IV, 549, αὐτὸς Θεὸς,
per Jeremiam directo loquens; opp. Salomoni, in
Proverbiis nos alloquenti. IV, 890, αὐτὸς Θεὸς per
Isaïam; quia antea Davidis verba posuerat, e sua
persona loquentis, etsi divinitus.
αυτοσοφία, Filius, V, 23.
αὐτοσχέδιος dicitur panis άζυμος, 1, 159. Opponitur, habens aliquid fermenti veteris: et sequitur,
μηδὲν ἀναμιγνύναι unde h. 1. est, purus, sincerus, nulla re aliena mistus; aut recens, novus. I,
505 et II, 1602, αυτοσχέδιος τάφος, ut terra rupta
rivos hauriret. ΙΙ, 250, αυτοσχέδιον σκότος, repentinæ tenebræ.
αὐτοῦ. 1, 761, αὐτοῦ τοῦ Δεσπότου ἐστὶν ἀκούειν.
Addit, per Isaiam. I, 788, αὐτοῦ λέγοντος ἀκούομεν,
addit: per Ezechielem; quia 1 Davidis precantis,
2° libri Sapientiæ verba attulerat, 3° Deus ipse directo loquitur: Ego, rel. II, 641, αὐτοῦ pro τούς
του. Περὶ αὐτοῦ φησιν. Praecessit, αὐτὸς αὐτῆς ὑπάρχει ποιητής, scil. σοφίας. Debebat ergo, περὶ αὐτῆς.
Neque enim legi potest αὐτοῦ, quia negat Deum A6γον loqui Prov. v. αὐτοῦ ergo est τούτου, de ea
re. III, 957, αὐτοῦ τὰς χεῖρας ἐνίψατο, pro αὐτοῦ.
19, 62, ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ, pro ἐκ τοῦ αὐτοῦ λόγου.
IV, 457, αὐτοῦ παρουσίαν, pro αὐτοῦ, Dei scil. vel
Christi, quam per Eliam dicitur prædicturus, suam
ergo, non ejus, Elis. V, 77, init. αὐτοῦ, pro ἑαυτοῦ.
ν, 1021, αὐτοῦ τοῦ Πατρός, bis, pro μόνου.
αυτουργός γένωμαι τὰ ἐμὰ διανέμων, καὶ θερα
πεύων τοὺς δεομένους, ΙΙΙ, 252, ipse meis manibus
divisero et juvero.
αὐτοὺς προφήτας, 11, 446. Omissum τοὺς post
αὐτούς. Sed nulla hic vis τοῦ, αὐτούς, quia nemo
opponitur. Itaque, cum præcedat πάλιν, legerim,
πάλιν αὖ τοὺς πρ. Sed cod. (n. 48) præmittit τους,
quod absorberi potuit a τοὺς in αὐτούς.
αὐτόχειρ αὐτός, Ι, 644. Preferenda haud dubie
lectio codicis αὑτοῦ, tum ob pleonasmum τοῦ, αὐτὸς,
tum quod αὐτόχειρ simpliciter illud non significat.
αὐτῷ pro ἑαυτῷ, III, 947: unde et of legitur ibi,
n. 4.
αὐτῶν. ΙΙ, 1630, δι' αὐτῶν ἀπολαύσεσθαι τῆς σω
τηρίας, per apostolos: per eorum doctrinam et
ministerium.
αὐχεῖν. ΙΙΙ, 117, αὐχῶ τὸν ᾿Αβραὰμ πρόγονον. ΙΙΙ,
123, αὐχεῖς τοῦτον. ΙΙ, 570, αὐλοῦντες τὸ γένος, pro
dativo. IV, 922, αὐχοῦντες λαμπρότητα. IV, 925,
αὐχεῖ πατέρα τὸν Δία. ΙV, 1082, αὐτῶν πατρίδα τὴν
Αἴγυπτον, pro dativo, aut habens. IV, 1515, αὐχήσας
γεννήτορας.
ἀφαιρήσεις του μηδενός, V, 978, ostendat, notio.
nem subesse ei vocabulo, aliquid co innui, quod
dici possit de Deo.
ἀφανίζονται τὰς ἀσθενείας τοῦ σώματος habebat
Λόγον Christus, quo non sentiret illas, aut qui humanam naturam iis plane exueret, post mortem
scil., IV, 259. Athanas.
ἀφαρμόσαι, IV, 87 extr.
ἄφατον τῶν νεκρῶν, ΙΙ, 461: scil. πλῆθος.
ἀφεθείη, ΙΙΙ, 980 extr., permitteretur iis redire in
suos secessus, 1, 414. ἀφεθεῖσαν, de arca (de hominibus liberandis dicitur usitate); intra ἐκπεμφθεί
σαν, magis ex usu.
ἀφελκύσηται εἰς εὔνοιαν, Ι, 405: forte εφελκύσηται.
ἄφεσις, ΙΙ, 1266, e servitute. άφεσιν αἰχμαλωσίας,
ΙΙ, 1076.
ἀφεστήκατε τοῖς Ἰουδαίοις, ΙΙΙ, 364: pro genitivo.
ἀφηγηματικῶς, οὐ προστακτικῶς, ΙΙΙ, 449.
ἀφήν explicat λέπραν, 1, 274.
ἀφηνιῶντα τῆς σῆς ἡγεμονίας, IV, 539, recusantia
imperium, et quasi frenos excutientia.
ἀφθαρσία, Ι, 937 med., immortalitati. I, 1390,
ἀφθαρσίας μετέδωκε Christus humanæ naturae stat
(quasi antea obnoxia τῇ φθορά, contra psal. xvΙ,
Act. 2). 111, 558, ἀφθαρσίας μετέξει (leg. μεθέξει) τα
δρώμενα. 1V, 991, ἀφθαρσίας βάπτισμα, quod immortalitatem nobis Girmat. iv, 1972, μετά την
ἀφθαρσίαν Christi, post ἀνάστασιν, ut violari amiplius non posset, nec solvi ab anima corpus. Εἰς
ἀφθαρσίαν ἀνεκαινίσθη. Vide 'Aνεκαιν.
ἀφθεγξίας τῆς ἔνδον, V, 90: λόγοι, ubi sonus nou
auditur, sed tantum in animo efficiuntur notiones,
ut a loquente excitatæ.
ἀφιεροῦν (nomen Dei) precibus, rel. I, 153, solis
illis adhibere.
ἀφίησιν ἡ χάρις. 1, 1459, destituit, sibi relinquit.
ἀφίκεται, ΙΙ, 182: corrupte pro ἀφίκετο. ΙΙ, 135,
ἀφίκηται ἡ ἡμέρα.
ἄφιξις. Μεταξύ τῆς ἀφίξεως ἐῤῥάγησαν, ΙΙΙ, 958.
Sensus, si recte habent verba, esse videtur: post
adventum ejus (in terras), vel intra adventum
ejus, duplicem, in terras, alterum ad judicium, vastati sunt; Judi scil. excidio Hierosol.
ἀφιστῶντα (scil. λόγον) τῆς κακοδοξίας, V, 49.
Oratio, qua siudeamus avocare a falsa opinione.
Rectius ibi ἀφιστῶντα, quam ἀφιστῶντας, quia
abest τούς.
ἀφοβία Θεοῦ, Ι, 682, impietas.
ἀφοριζομένοις, 1II, 193, sacrorum societate exclusis.
ἀφορισθέντας, 1, 260: est interpretatio τοῦ ἀπο
ένειμεν, destinavit.
ἀφόρισμα Paulus se dicit Patris, Filii et Spiritus
S. V, 1025, i. e. ab iis destinatuni et vocatum ad
munus apostoli.
ἀφορμὴ εὐλογίας, Ι, 298, causa, cur bona illi pre
dici possent; quasi jus quoddam et ἀξία. 1, 309,
ἀφορμαὶ ἥττης, cause impellentes, cur Deus sineret eos vinci. I, 694, ἀφορμὴ ἀναβιώσεως, origo,
causa. I, 1385, ἀφορμὴ φειδούς, conditio, ratio, cur
iis parcatur. 11, 897, ἀφορμαὶ εὐπρεπείας, alimenta,
causa, materia, quasi fontes et firmamentum. ΙΙ,
1087, ἀφορμὴν ἔχουσαν τὴν τέχνην, initium habentem ab arte, effictam ab illa, sustineri et foveri. III,
54, ἀφορμα φίλτρου, cause ad amorem impellentes.
ἀφορῶντες σμικρά - προσεδοκήσαμεν, ΙΙΙ, 528.
Videtur hic aliquid excidisse, tanquam, εἰς τὴν περ
νίαν αὐτῶν.
ἀφοσίωσις. Ἐπὶ τῇ ἀφοσιώσει τὴν ἐπιδημίαν ἐπι
δειξαμένους, ΙΙΙ, 840, cum in speciem tantum venissent, ut innocentes viderentur.
ἀφραινούσας, V, 93 extr. Hoc nihili hic est; legerdum εὐφραινούσας, opposite τῷ λυπούσας. Nam,
si ἀφρενούσας, insolituni alias vocabulum, contexto
aptum sit, et ἀφραινούσας, ut solitum, active tamen,
retineri possit. Sed quid sit, partu isto non ad insaniam venisse Mariam? Quis hoc ferat? Dolori ei
fuisse, λυπούσας, negat; laetitia potius fuisse ait,
εὐφραινούσας· unde et addit, ἡδονὴν ἄῤῥητον προξενούσας.
'Αφρική, ΙΙ, 1463, ora maritina provinciæ Afric
proconsularis.
Αφρον ἐπιζητοῦσιν οἱ φιλόπλουτοι, II, 463, argentum ex Africa.
ἄφρονα τὸν δυσσεβῆ ἡ Γραφή είωθε λέγειν, ΙΙ, 1649.
ἀφυπνίζουσιν ὕπνῳ κατεχόμενον, ΙΙ, 1.464.
ἀφύσικον. ΙΙΙ, 738, alienum ab οὐσίᾳ Dei.
ἀφφουσών explicatur, I, 539.
ἀφφὼ expl. I, 516: male.
ἀφωμοίωσεν, ΙII, 585, non Christum Melchisedeco, sed hunc illi, ut principali typum. Res tamen
eodein redit; et alterum fit in Psal.
ἀφώρισα αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ἐμὴν κηδεμονίαν, ΙΙ,
995. Breviloquentia: separatos a reliquis, proprie
curavi; vel: eo segregavi, quod proprie illos curavi.
ἀφωρισμένη τροφῇ, I, 761 init., militum; cibaria
iis assignata, frumentum demensum, menstruun.
Iloc enim plus extorquere poterant a præbentibus.
ἀχαμώθ, ΙV, 298 extr., Valentiniani vocabant ένθύμησιν σοφίας, Hebr. ΠΥΞΩΝ.
tay Google
col. 911–912page 24 of 154
PG 84:911ἀχαριστίαι, Ι, 1354. Αχεμενίδης, ΙΙΙ, 1084, 'Αχαιμ. ἄχραντος Τριάς, ἀχάριστον. πορείας, 1, 1485. ἀψίδες οὐράνιοι, Π, 148; 488, 790. αψιμαχία, 101, 1022, 349. ἀψοφητι γεγενημένην, Ι, 1104, γέννησιν ανθρωπείαν. ἡσύχως και μυστικῶς, Βααλείμ, 1, 535, σηχον τοῦ Βάαλ. βαδδεὶμ, τὰ βύσσινα, ΙΙ, 1258. βαδίσαι (ἔσθ' ὅτε διὰ μηνυμάτων νομικών, μεν ἐπὶ τὴν ἑρμηνείαν, Ι, 1086; 449, ἑρμηνείαν τὰ συνεχῆ τῆς ἑρμηνείας, υἱ βαθεῖα εἰρήνη, ΙΙ, 1494, 1495. βαθεῖα γαλήνη, βάθος. Εἰς τὸ βάθος καταδύσαι, 11, 896 κατὰ τὸ ῥητόν. πνευματικώτερον, βαθὺ γῆρας, ΙΙ, 1626 βαθὺ λήϊον, ΙΙΙ, 358 βακχείᾳ δαιμόνων, ΙΙΙ, 1926, βακχείαν δαίμονος εἰσδεξάμενοι, ΙΙΙ, 1067. βακχείας διαβολικῆς, ΙΙΙ, 1188: ενεργείας. βακχευόμενοι ὑπὸ δαιμόνων, ΙΙΙ, 917, 1209. βάλλει τη γλώσσῃ, νοῦν, 939: λαβών. βαλλόμενος, οδύναις, Ι, 1145. τῇ ἀθυμίᾳ, Ι, 1361. φθόνῳ, ΙΙΙ, 74, 257, 642. ὑπὸ τοῦ φθόνου τῶν ὁμοτίμων, ΙΙΙ, 1022, βαλλόμενοι ὑπὸ τῆς Βαραδάδ, 1, 527. βάρβαρα έθνη, 1, 1189, βάρβαροι καὶ Ἕλληνες, Ι, 1594. βαρβάρων έφοδοι, ΙΙ, βαρυκαρδίους 631. βαρούχ, 1, 595, Κύριος εὐλογητός. βαρύνει τῇ μαρτυρία τὴν μαθητήν, ΙΙ, 691, βάσανον τῇ φύσει προσενεγκεῖν, Ι, 464, βασίλεια λείων προστατεύοντες. ΙΙΙ, 1055, βασιλείων ἡγούμενος. Μάγιστρον. 1, 52, βασιλείαν τῶν οὐρανῶν 1, 859, βασιλεία τοῦ Ἰωσήφ, 1065, βασιλείαν τῆς οἰκουμένης διαιρεί, χων. 1495, βασιλείαν Περσῶν ἐρεθίζοντες λείας τήν), βασι λεία τυραννίδος διαφέρει. ΙΙΙ, 1025, βασιλείαν παρα ΙΙΙ, 1067, βασιλείαν Εὐρώπης δεξάμενος, βασιλείαν ταύ την ιθύνειν λαχών, 31, βασιλείας, 624, βασιλείας τὴν ἐν βασιλείᾳ διαγωγήν, λείᾳ ὑμῶν φιλοχρίστῳ, βασίλειος λεωφόρος, 17, 974: ὁδός. βασιλειῶν ἐξελαθείς, 1, 851, βασιλειῶν ἐγκρατη, σίλεια. βασιλείων. βασιλεύς. Ι, 570, βασιλέα της κτίσεως δόξας. ΙΙ, 30, βασιλέως ὁμολογίαν, 956, 958, βασιλέως μεγάλου θρη σκείαν, 956, βασιλέως τοῦ διέπον της τὴν γῆν ταύτην, 1023, βασιλέα κεχειροτόνηκε, βασιλεύειν, Ι, 149, βασιλεύσας Κύρος, σεῖν. ΙΙ, 908, βασιλευόμεθα ὑπ' ἀνθρώπων εὐσεβεία κεκοσμημένων.
ayavɛic, III, 988, exanimes; at paulo inferius,
obstupefacti.
ἀχαριστίαι, Ι, 1354.
axáptorov, 1, 1579, inutile; vel, pro quo non conveniat agi grates. Cod. axonotov, bene.
xapotouevos, II, 956, cum ingrati essent erga
eum. Hypall.
Αχεμενίδης, ΙΙΙ, 1084, pro 'Αχαιμ.
axahv, I, 525 med., mox axliv, usitatius.
ἄχραντος Τριάς, 1, 986, cui nihil immisceri pos
sit majus et minus, vel impar aut inæquale.
&xpotov, III, 899, noxium. I, 1579, n. 4 legitur
pro ἀχάριστον.
&xpic, III, 270 extr., expl. ut plane non cesset
res, et ultra terminum perstet.
axwplows, IV, 173, ponit et tuetur Apollinarius.
voto, ingressi iter, I, 1010 init.
πορείας, 1, 1485.
lavatov, 1, 570, adytum. Yavaty, hic est, accedere, pedibus tangere.
ἀψίδες οὐράνιοι, Π, 148; IV, 488, 790.
αψιμαχία, 101, 1022, IV, 349.
ἀψοφητι γεγενημένην, Ι, 1104, dicit Christi γέννησιν ανθρωπείαν. Αddit ἡσύχως και μυστικῶς, i. e.:
1° sine magno in terra motu, ut nemo aut pauci
resciscerent; 2° modo ineffabili et arcano, quem
nemo creatus assequeretur.
fwueba s puvelas, II, 85, pergamus. Jam
enim coeperat, etsi præmiserat aliquid, quasi extra
interpretationem, de Salomone; jam verba singula
explicare aggreditur hujus novæ pericope. Sic et
96 extr.
awpla xaxwv, II, 652, 1621, summa, nimia mala,
Snapбolh, vel deformitas.
Βααλείμ, 1, 535, explicat σηχον τοῦ Βάαλ.
βαδδεὶμ, τὰ βύσσινα, ΙΙ, 1258.
βαδίσαι (ἔσθ' ὅτε διὰ μηνυμάτων νομικών, IV,
135, observavit legibus instituta. Eustath. Padiowμεν ἐπὶ τὴν ἑρμηνείαν, Ι, 1086; III, 449, redeamus;
vel ἑρμηνείαν intell. τὰ συνεχῆ τῆς ἑρμηνείας, υἱ
βαθεῖα εἰρήνη, ΙΙ, 1494, 1495. βαθεῖα γαλήνη,
βάθος. Εἰς τὸ βάθος καταδύσαι, 11, 896: opp.
κατὰ τὸ ῥητόν. Significat πνευματικώτερον, moraliter, theologice, de doctrina Christi.
βαθὺ γῆρας, ΙΙ, 1626 init. βαθὺ λήϊον, ΙΙΙ, 358:
poet.
Baxenplay explicat crucem, I, 749.
βακχείᾳ δαιμόνων, ΙΙΙ, 1926, idololatria. βακχείαν
δαίμονος εἰσδεξάμενοι, ΙΙΙ, 1067. βακχείας διαβολι
κῆς, ΙΙΙ, 1188: ενεργείας.
βακχευόμενοι ὑπὸ δαιμόνων, ΙΙΙ, 917, 1209.
Baλ6c, IV, 487, congressu primo.
Bans, III, 967, 975, 980, Valens imp.
Bains us, pro λán; (Jer. xv, 45), pro variante
affertur, II, 491.
Billet woon, I, 211, maledicendo petit
βάλλει τη γλώσσῃ,
Deum, et quantum in ipso, lædit. Bárhova idv, I
988, de spineto vel frutice: proferens. Balwv els
νοῦν, III, 939: al. λαβών. βαλλόμενος, οδύναις, Ι,
1145. τῇ ἀθυμίᾳ, Ι, 1361. φθόνῳ, ΙΙΙ, 74, 257,
642. ὑπὸ τοῦ φθόνου τῶν ὁμοτίμων, ΙΙΙ, 1022, invidia aliorum petitus, vexatus. βαλλόμενοι ὑπὸ τῆς
vhuns, III, 1279, exciti.
Bantiwy to oxágos, fluctibus, mergens, perdens, III, 968; IV, 568.
Βαραδάδ, 1, 527.
Bapapávne, Vararanes, III, 1080, 1083.
βάρβαρα έθνη, 1, 1189, Judaeorum vicini. βάρβαροι καὶ Ἕλληνες, Ι, 1594. βαρβάρων έφοδοι, ΙΙ,
704, hostium. Báρбаpɔ, IV, 656, Philistæi, Ægyptii, qua Abrahamuni et Saram. ßápázpos, Joannes, IV, 751, ut Judæus, cum Amelius esset Græcus, vel Græce doctus
Bapбniwo, IV, 304, figmentum hæreticorum,
Hebraico vocabulo, ficto haud dubie.
βαρυκαρδίους explicat, I, 631.
βαρούχ, 1, 595, expl. Κύριος εὐλογητός.
βαρύνει τῇ μαρτυρία τὴν μαθητήν, ΙΙ, 691, ur
get, acriter instat. Bapúveral xapdía, expl., I, 126.
βάσανον τῇ φύσει προσενεγκεῖν, Ι, 464, eleganter:
amore materno excitato et tentato verum proferre.
Basista (ra), libri Regum, I, 559 (alias feminino, ut p. 562). Sed III, 17, palatium, vel alia sedes
imperatorum, Roma; patopsov, ut 448, 470,
680. Basheia olxovouelv, III, 892, reditus imperaβασίλεια
toris, vel palatii comites, cubicularios. Hoc sensu
minus aptum voc. olxovouεly. Sed et p. 895, Basiλείων προστατεύοντες. ΙΙΙ, 1055, βασιλείων ἡγούμε
νος. Vid. Μάγιστρον.
Baordela (†), I, 39: simpliciter, felicitas æterna.
1, 52, βασιλείαν τῶν οὐρανῶν exspectare dicuntur
sancti interfecti ob fidem. I, 620, Baoiλɛlav EµquTov Christus habet, ut Deus; xepotovnthy, qua homo. 1, 859, βασιλεία τοῦ Ἰωσήφ, potentia in Agypto. I, 1003, Baatdelav infato, in urbe, sedem
imperii. I, 1065, βασιλείαν τῆς οἰκουμένης διαιρεί,
apostolis, quos reges vocari ait, et aprovaç, ad
psal. χων. I, 1495, βασιλείαν Περσῶν ἐρεθίζοντες:
cod. melius ibi Baoléas. Neque enim regnum
contra Judæos moverunt; regibus eos suspectos
reddiderunt. II, 127, Bagidelas Exeσi, coelo privari. II, 187, Basiλslas, jure et dominio in res
creatas, divinitus assignato. II, 213, did the ßaorλείας (pro τήν), ut feret imperator. III, 64, βασιλεία τυραννίδος διαφέρει. ΙΙΙ, 1025, βασιλείαν παραAa6ov, Theodosius M., collega Gratiani factus. III,
1024, Basinelas olxelas Theodosii, vivo Gratiano.
ΙΙΙ, 1067, βασιλείαν Εὐρώπης δεξάμενος, Honorius,
e divisione Theodosii M. III, 1068, βασιλείαν ταύ
την (Constantinopoli) ιθύνειν λαχών, Arcadius, IV,
31, βασιλείας, scil. coelestis. IV, 624, βασιλείας
byxov, regis et aulicorum. IV, 1074, Bachelą, absolute, caelo: τὴν ἐν βασιλείᾳ διαγωγήν, beate
mortui; ut statum tamen hic potius notet, præsertim sine articulo, quam locum. IV, 1315, Basiλείᾳ ὑμῶν φιλοχρίστῳ, tibi: Augusto episcopi.
βασίλειος λεωφόρος, 17, 974: scil. ὁδός.
Bachstwv liber, unde vocatus, I, 321. spin, II,
1562. tv Bachelais, Regum libris, I, 166; II, 1547,
βασιλειῶν ἐξελαθείς, 1, 851, et βασιλειῶν ἐγκρατη,
853, aut Baoelwy legendum, aut pluralis pro singulari, tn Baodelas. Sed David habebat plura ßaσίλεια. Ergo βασιλείων.
βασιλεύς. Ι, 570, βασιλέα της κτίσεως Christum
vocat, eumque xati oάpxa nasciturum. I, 755,
756, Baaideuç 66, expl. maxime qua angelos,
ceu δόξας. ΙΙ, 30, βασιλέως ὁμολογίαν, simpliciter,
Dei trinunius. II, 190, Baoilet; 'Papaiwv, imperatores. (Sic et III, 17.) II, 498, Bachevat, Sedechiæ,
ejus domui, et principibus. III, 765, Barthes, Constantinus imp. (ut 768, 769, 785; IV, 351); Constantius, III, 864: Constans, collega Constantini II,
III, 829; Nero, III, 681. III, 925, Bagilews lòlwv
xpηuátiv, rei privatæ; non fisci, qui tunc pro
Erario esset. III, 956, 958, βασιλέως μεγάλου θρη
σκείαν, Dei trinunius. III, 956, βασιλέως τοῦ διέποντης τὴν γῆν ταύτην, Dei, qua creationem et providentiam, excluso Christo, salutis auctore. III,
1023, βασιλέα κεχειροτόνηκε, Gratianus imp. Theodosium collegam ascivit. V, 1059, ßasıkta Spiritum
sanctum dici improbat Macedonianus.
βασιλεύειν, Ι, 149, βασιλεύσας Κύρος, adeptus
regnum metonymice. I, 525, Basilevovoa nóλıç,
sedes imperii, regia. Sic III, 830, 1077; IV, 44,
351, 1172, 1179, 1512; Constantinopolis. II, 127,
Brochevety, coelo frui; oppositum ɛic yeevvay &μTEσεῖν. ΙΙ, 908, βασιλευόμεθα ὑπ' ἀνθρώπων εὐσεβεία
κεκοσμημένων. (Quasi pagani principes non fuerint
veri et legitimi principes. Loquitur tamen de statui
col. 913–914page 25 of 154
PG 84:913Ἐκκλησίαν. πόλιν, κι 1156. βασιλευούσης Ρωμαίων ἀρχῆς, βασιλίς, Ι, 1175. βασιλίδα πόλιν, βασιλικός. Ι, 345, βασιλικής φυλής. 1408, εἰς τὸν βασιλικόν θρόνον κεκάθικε εἰς παρὰ, 1, 1437, βασιλικὴν ΙΙ, 440 646, τὴν ἀπάγουσαν εἰς ζωήν. ΙΙ, βασιλικόν λόγον βασιλικοῦ διαδήματος, ΙΙΙ, 633, βασιλικών 792, βασιλικήν, 925, βασιλικών θη σαυρῶν, ἰδίοις τοῦ βασιλέως χρήμασι. βασκήνας, ΙΙ, 1345. βδελυροί. βδελυττότερον, ΙΙ, 1921 βδελυκτότερον. 74 βδελυρώτερος, βδελυρώτερον. βεβαιωθῆναι οὐκ εἴασε τὴν προφητείαν, ΙΙ, βεβαπτισμένη φροντίσι διάνοια, 2, βέβηλον, Ι. 388. βέβηλόν ἐστι τὸ μὴ ἅγιον, του έστι, κοινόν, ΙΙ, 365. βέβηλον οὐ τὸ ἐναγές, ἀλλὰ τὸ κοινὸν, ΙΙ, 857. βεβιωμένα (τα), 315, 605, πεπραγμένα. βέλη ἀρᾶς κατ' αὐτῶν ἀφιέναι, 907, βελτιωθῇ ὁ Λόγος σάρκωσιν, 437 βήματος θείου τῶν ἀρχιερέων, 371, βιαζόμενος κολάζειν, ΙΙ, 881. βια βίαιος πόνος, 1287: αὐθαίρετος. βιαίως ὑπέστησαν φθοράν, ΙΙΙ, 988: βιαίαν, νεί βιασθεῖσαι. βίβλος τῶν Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων, 1, 589 βίος. Ι, 760, βίοι εὐσεβείας πολλοί, αὐτὸ βίου τέλος ἐπ' του, σώφρονας. ΙΙΙ, 1925, βίον: Πολι τείαν. οἷς βίος ὁ λόγος: Λόγος. βίου παρόντος Έξω: Έξω. βιοτή μέλλουσα, ΙΙ, 383: ζωή. βιωφελή, 965. 392, βλάβας ἐπιγινομένας διεσκέδασε. βλάβαι, ἐπεγίνοντο 736, βλάβην τῶν γειτονευόντων, βλάστη ὀστῶν, 400, βλαστῆσαι τὸν οὐρανὸν λειμῶνα ἀστέρων, ΙΙ, 1126. βλαστήσῃ τὴν εὐλογίαν, 1, 346, ἀνεθάλετε, 50, βλασφημεῖ τὸν Κύριον ὁ μὴ ὁμολογῶν αὐτὸν σαρκοφόρον. βλέφαρα, ὡς περιβόλους, 1, 697. βλεφαρίδας, ἀντὶ σκολόπων, ζειν, 15, 26. βοήσῃς, ΙΙ, 72: λέγης, 141, 337, 1960, 1459; διαρρήδην, Ι, 655. βοῶντες βοεργάς, 1, 365. βοηθούμενος ὑπὸ τῆς χάριτος, ΙΙΙ, 202 βομβύλους, 539 κομβύλους, π. ῥᾶθεν, ἀπὸ τοῦ βορρά. 914, 938, 327. ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ΙΙΙ, 1048. βουκολήσας, ΙΙΙ, 801, 879, 913: απατήσας. βουλευτήριον ψυχῆς, Ι, 1466. ἐκ τοῦ βουλευτηρίου βουλήν σκοπόν. Ι, 684. βούλησις οι οὐσία 962 βούλησιν
sui ævi, et Ecclesia quæ tum esset.) III, 1029, ßaaidevonte xwple huwv, quiete, pace, dignitate fruamini ex I Cor. iv, quod simul explicatur tali
usu. IV. 47, Baathabousay, Constantinopolin.
priori repetas Ἐκκλησίαν. Possis tamen et πόλιν,
κι IV, 1156. βασιλευούσης Ρωμαίων ἀρχῆς, rerum
potiente. III, 961.
βασιλίς, Ι, 1175. βασιλίδα πόλιν, Constantinopo
lim, JI, 1502; IV, 359, 1324. Basilios vid;, III,
620, Moses, filiæ regis. Bachlowv yopds. III, 1228,
imperatrix cum filiabus, vel aliis cognatis. IV,
1316, Sastas, Pulcheriam et Eudoxiam.
βασιλικός. Ι, 345, βασιλικής φυλής. Ex ea uxorem
duxisse Aaronem dicit, eique tamen insolenter obstitisse Israelitas. (Atqui tum non erat regia tribus
Juda, neque id futurum sciebant. Poterant tamen
e Jacobi vaticinio, Gen. xLx.) I, 525, Bao xây
áváyxŋv, quod regis ministerium cogit, et munus
aulicum. I, 1408, εἰς τὸν βασιλικόν θρόνον κεκάθικε
Deus Josephum in Ægypto. Catachrestice dictum,
aut εἰς pro παρὰ, juxta, prope. 1, 1437, βασιλικὴν
dov, vitam sanctam Deo probatam; ex Jac. n. Sic
ΙΙ, 440 et 646, ubi addit, τὴν ἀπάγουσαν εἰς ζωήν.
ΙΙ, 5, βασιλικόν λόγον quidam appellarunt Canticum
Salomonis, ut agens de rege et populo. II, 772,
βασιλικοῦ διαδήματος, divini. ΙΙΙ, 633, βασιλικών
vouwv, legibus imperatorum, constitutionibus. III,
792, βασιλικήν, templum. III, 925, βασιλικών θη
σαυρῶν, disting. ab ἰδίοις τοῦ βασιλέως χρήμασι.
Illiad publicos sumptus, fiscus; hæc ad privatos
et domesticos imperatoris, res privata. IV, 483, ßzGiAxwτepos Bacλśwv, Deus, verior rex, pleniori et
magis propria majestate. IV, 925, Bastixby, imperatoris.
βασκήνας, ΙΙ, 1345.
Báros, quid, I, 466.
Satrapioμois, V, 47, nugis frustra repetitis et
frequentatis.
ßdeduxth hµépa, I, 38, dies ater, infaustus, quo
nil suscipiatur prospere.
ẞdeduplav, I, 484, Judæorum. qui, cum ipsi habeant genus impurum, Christianos arguant paganæ
originis. Significat impudentiam eorum, qui ipsi
sint βδελυροί.
Boadupwτátovs, IV, 883 extr., per u, pro o.
βδελυττότερον, ΙΙ, 1921 init., pro βδελυκτότερον.
Cod. n. 74 βδελυρώτερος, forte βδελυρώτερον.
Beбalois às mÉGES, IV, 609, reddis, eventu
scil. firmas. Bɛɓalwσar vóμov, III, 983, scribere,
primitus. βεβαιωθῆναι οὐκ εἴασε τὴν προφητείαν, ΙΙ,
532, ratam haberi, credi.
βεβαπτισμένη φροντίσι διάνοια, ΙI, 2, obruta, immersa.
βέβηλον, expl. Ι. 388. βέβηλόν ἐστι τὸ μὴ ἅγιον,
του έστι, κοινόν, ΙΙ, 365. βέβηλον οὐ τὸ ἐναγές,
ἀλλὰ τὸ κοινὸν, ΙΙ, 857.
βεβιωμένα (τα), ΙΙII, 315, 605, facta, πεπραγμένα.
ße62aorŋxótwv, I, 1328: simpliciter, cum fuissent, nati essent.
Bax, expl., 1, 556.
B30, mensura, Báros, I. 466.
βέλη ἀρᾶς κατ' αὐτῶν ἀφιέναι, III, 907, ex urbe
obsessa. Beλwy to liµoÛ, II, 664.
βελτιωθῇ ὁ Λόγος per σάρκωσιν, IV, 437 improbat Athanas.
ßɛdoaŭ, II, 230: ex Hebr. expl. idola. Sed male
בֵּאלֹהָיו addit e ex
Beveria, III, 882, Venetia, regione.
BeTepavos, IV, 59, veteranus.
βήματος θείου τῶν ἀρχιερέων, IV, 371, sede episcopali.
Bipos, IV, 932 init., Verus, imp.
Bidetat, II, 59, adjurando. Brácetal (terra) -
xtety, animalia, IV, 763. Causæ plures efficiunt, ut
hoc fiat. βιαζόμενος (Dens) κολάζειν, ΙΙ, 881. βιαCaµdvng tòv Adyov, IV, 624, flumen et vim sugge-
rente orationi meæ, urgente, cursum, ejus incitante
et producente, auferente, abripiente.
βίαιος πόνος, ΙII, 1287: opp. αὐθαίρετος.
βιαίως ὑπέστησαν φθοράν, ΙΙΙ, 988: pro βιαίαν,
νεί βιασθεῖσαι.
Biasaμevns the púsew;, I, 423, naturæ fervore
stimulante (non, ut resistere non posset).
B16201 £650μtxovta Scripture sacræ, I, 1132 init.
Vix effeceris, nisi apocrypha complura adjungendo.
βίβλος τῶν Ἑβραϊκῶν ὀνομάτων, 1, 589 Lexicon
Hebraicum.
Bixtop, Victor, III, 4011; IV, 331.
βίος. Ι, 760, βίοι εὐσεβείας πολλοί, i. e. pietas in
variis vitæ generibus exerceri potest. III, 386, nap'
αὐτὸ βίου τέλος paganos dicit conversos,, i. e. ἐπ'
εJXάTWY TWV Huεpwv, extrema mundi ætate: multi
etiam proprie, moribundi. III, 522, xaτà tòv ẞiov
yɩvóµɛvë, în vita communi, vulgo. III, 492, Biw tw
mapóveɩ vexpoi, per baptismum. Nimium dicit;
neque enim Blog Tapiov per se malus: sed innuit
spem vitæ alterius. III, 703, Blou nifedsię, explicatio του, σώφρονας. ΙΙΙ, 1925, βίον: vid. Πολι
τείαν. οἷς βίος ὁ λόγος: vid. Λόγος. βίου παρόντος
Έξω: vid. Έξω.
βιοτή μέλλουσα, ΙΙ, 383: ζωή.
Bóng ȧvopwnivη, III, 822: pro ßlos, quasi vitalitas, quoad possent vivere.
Betados, Vitalius, III, 1019.
BwTsUELY, per w, I, 1455.
Biotixoi &pxoves, non-christiani, III, 164.
βιωφελή, IV, 965.
82a6n. I, 156 init.: Bláбns et λaбñç variant. I,
392, βλάβας ἐπιγινομένας διεσκέδασε. Non ergo
erant βλάβαι, neque ἐπεγίνοντο sed potuissent, et
minabantur. Metonymia, [pro, impetus nocendi,
mala intentata. II, 736, βλάβην τῶν γειτονευόντων,
corruptionem per malum exemplum. III, 1058,
pertinaciæ in errore pagano. V, 12, ßláбn, absurdæ consequentiæ dogmatis.
βλάστη ὀστῶν, ΙI, 400, vigor.
Blaochuata texvns, IV, 580, quod arte sua effecerint.
βλαστῆσαι τὸν οὐρανὸν λειμῶνα ἀστέρων, ΙΙ, 1126.
βλαστήσῃ τὴν εὐλογίαν, 1, 346, active, ut ἀνεθάλετε,
Philipp. iv, 10.
Blaopnula dicitur error tollentium veram humanitatem Christi, V, 25, scil. quia fraudis arguat
Scripturam sacram, IV, 50, βλασφημεῖ τὸν Κύριον
ὁ μὴ ὁμολογῶν αὐτὸν σαρκοφόρον. Ign.
βλέφαρα, ὡς περιβόλους, 1, 697.
βλεφαρίδας, ἀντὶ σκολόπων, ibid.
Boa, dicit, monet, scribit, I, 222 (bis), 656 med.,
1029 init., 1392; II, 28, 29 extr., 697, 972, 1264,
1355, 1378, 1399, 1597 init.; III, 605; IV, 93,
379 (ter), 380 init., 381, 757 init., 804; V, 40.
Body expl. de tacitis animni precibus, I, 627, ut xpáζειν, Rom. vu, 15, coll. 26. βοήσῃς, ΙΙ, 72: λέγης,
scil. ut idem vere sentias. Bowv pro λéywv, 1, 45,
141, 337, 1960, 1459; διαρρήδην, Ι, 655. βοῶντες
Thy ouexsuhy, III, 855, prodentes, fatentes.
βοεργάς, 1, 365.
βοηθούμενος ὑπὸ τῆς χάριτος, ΙΙΙ, 202 extr.
βομβύλους, ΙV, 539 extr. Pro eo, κομβύλους, π.
Bópa0ev, III, 1004 init.: pro ẞópþaðɛv, vel ßopῥᾶθεν, ἀπὸ τοῦ βορρά.
Bouxolnosis, deceptus, falsa spe lactatus, III.
914, 938, IV, 327. ὑπὸ τῆς ἐλπίδος, ΙΙΙ, 1048. βουκολήσας, ΙΙΙ, 801, 879, 913: απατήσας.
Bouxolfots, V, 1255. (Suppl.) Synon. pools, cantoribus chori Davidici forte a grege vel pastorali
cantu sic dictis.
βουλευτήριον ψυχῆς, Ι, 1466. ἐκ τοῦ βουλευτηρίου
vetantur creari diaconi et presbyteri, IH, 962.
βουλήν expl. σκοπόν. Ι, 684.
βούλησις οι οὐσία differunt, V, 962 seq. βούλησιν
col. 915–916page 26 of 154
PG 84:915οὐ καλοῦμεν ἐνέργειαν (Θεοῦ), 456 βούλομαι. 1, 1530, ὡς ἠβουλήθη, νενοηκώς, βουλομένῳ μοί ἐστι, 456, βουλομένου Θεοῦ, συγχωρούντος. βραβεύειν, ΙΙ, 1628. βραβεῦσαι συμφωνίαν, ΙΙΙ, 467, βραβεύσας τοῖς ἔθνεσι πλῆθος εἰρήνης, ΙΙ, 1635. βραβεύεται νίκη, ΙΙΙ, 1067, βραβεύσαντες εἰρήνην, ΙΙΙ, 1105. βραχεῖσαι σαγῆναι, 892: βρέ χειν. βράχη μιμούμενοι, ΙΙΙ, 756, βραχιάλιον, βραχιάριον. 404 βραχυλογία, ΙΙΙ, βραχύτατος τῶν ἐκγόνων, Ι, 70, βρενθύεται εἰδέναι, 959. βρενθυόμενοι, μέγα φρονοῦντες, Ι, βρενθύονται, σεμνύνονται, Ι, 485. βρενθύοντες, 1, 1443. Βρεττανία, ΙΙΙ, 950. τὰς Βρεττανίας, ΙΙΙ, 772, Βρετταννοί, 111, 1272, Βρεττανοί, βροντῆς υἱὸς, 1, 1955, βρόντησιν. βρύσεως, 124: βρώσεως. βρυθόμενοι ἐπὶ πλούτῳ, 11, 7. βυθιζόμενοι, βωμολοχίαις κατὰ τῶν ἁγίων, 917, Γαβαών, βουνός, 1, 445. γαϊδούρ Γαλατία πρὸς δυόμενον ήλιον. 824, Γαλατίας, τῆς νῦν Γαλλίας ὀνομαζομένης, Γαλγάλ ἐλευθερίαν, Ι, 324. Γάλγαλα γαληνίτης ὑμετέρα, 1105, 1136, γαληνότητα αὐτοῦ, γαληνότατος βασιλεύς. 1232. Γαλλίαι, ΙΙΙ, 822, τῶν καλουμένων Γαλλιών. γαλουχηθέντας τὰ τῆς εὐσεβείας δόγματα, ΙΙΙ, γαλουχήσαντας. εμφορεῖσθαι, ἐμφορηθεὶς γαλακτούχ. γαμέτην (την), 1092: γαμετήν. γαμικός τόκος, παρ θενικός. γαμική όμιλία, 1, 274: κοινωνία, ὁμιλία γάμον. ὁμιλία κοινωνία γαμική. γαμικὸς ὑετός: Υετός. γάμος κοινωνίαν, Ι, γάμῳ θαῤῥεῖν, γάτ μον διαλύσητε. ΙΙΙ, 69, γάμου καρπόν. γάμον γάμον. γάμου κοινωνία Κοινωνία γάμον γάμους διορύττων Διορύττων. γάμους οι μάγους 176. γάμων μάγων, ΙΙ, 34. γαννύμενος, 1, 948. γάρ. οὐ θαυμαστόν· εἰκότως. βίβλος γὰρ γενέσεως υἱοῦ ᾽Αβραὰμ Δαβίδ, βίβλ. γεν. ὁ διάβολος λεληθότως γὰρ ἐζήτησε. ὁ διάβολος νοεῖται ὁ πλούσιος, ὁ πονηρὸς) λελ. γὰρ, καὶ δώσει γὰρ ἰσχύν, γέγραπται γάρ δώσει, 888 οὐ γὰρ ἂν ἀπείκασεν. ἂν λέγει. οὐ μόνον, ἀλλά. δὲ, γάρ.ΙΙ, 972: προφήτευσον γαρ, φησὶ γὰρ, προφήτ. ΙΙΙ, 147: οὖν, οὖν, άρπαγέντας, τούτους τούτο. τούτους οὖν. πρᾶξαι, οὖν, ἀφίκετο γάρ, ὅτι, τεκμήριον. οὖν. 270, οὐ γὰρ συνέχεε, οὐκ οὖν. ἡμεῖς γὰρ, δέ. αλλά. ύπέρ ἀνθρώπων γὰρ γέγονεν άνθρωπος. ὑπὲρ ἄνθρωπον, γὰρ ὑπὲρ άνθρωπον, Γαβριήλ. γαρεὶμ 530. γαστήρ. 1, 794, γαστέρα τῶν λογισμῶν ταμιείον ἐκάλεσεν. 935, 942, ἐκ γαστρός γαστήρ, τὸ γεννητικόν, γε νῦν δέ, έλεγ χθεὶς δέ γε. γεγενημένα, ΙΙ, γεγενημένην ἀλήθειαν, γε γενημένην φιλανθρωπίαν, Ι, 1178, γεγε νημένης βραδυτήτος, ΙΙΙ, 459. γεγενημένης σωτη ρίας, ΙΙΙ, γεγενῆσθαι οὐσίαν τῷ γεγεννῆσθαι τοῦ τρόπου τῆς γεννήσεως. γεγένηται μετάπεμπτος, ΙΙΙ, 1135 μεταπέπεμπται. γεγέννηκε Σάρα, ΙΙΙ, 386. γεγέννηται. ν, 4, γεγ. ἐκ τῆς παρθένου. 927, γεγένν. το γεγένηται, ἔκτισται, εἰ μόνος ἄνευ μεσίτου διὰ μεσίτου, γεγέννηται γεγευμένην ἁμαρτίας ἥκιστα, γενήμεθα, 1205: 3 γήθω. γέγονε, γέγονεν ἀναγκαίως, πεποίηται, συνετέθη πε ἀναγκαῖος. 76, γέγονε λήθη εἰς αὐτούς: αὐτοῖς ἐγγέγονε, ἦλθεν εἰς αὐτούς, ἐπῆλθεν αὐτοῖς. γεγονὼς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1511,; 7, γεγονότα ἐν προσλήψει, γεγονός. ΙΙΙ, 934, γεγωνότερον ἔψαλλον. 877, γεγωνοτάτην φωνήν.
οὐ καλοῦμεν ἐνέργειαν (Θεοῦ), IV, 456: nempe in
malis permittendis.
βούλομαι. 1, 1530, ὡς ἠβουλήθη, νενοηκώς, te
mere, pro lubitu, Angens. III, 811, βουλομένῳ μοί
ἐστι, libenter audio, IV, 456, βουλομένου Θεοῦ, i. e.
συγχωρούντος.
βραβεύειν, ΙΙ, 1628. βραβεῦσαι συμφωνίαν, ΙΙΙ,
467, curare, tueri, fovere. βραβεύσας τοῖς ἔθνεσι
πλῆθος εἰρήνης, ΙΙ, 1635. βραβεύεται νίκη, ΙΙΙ,
1067, datur, venit. βραβεύσαντες εἰρήνην, ΙΙΙ, 1105.
βραχεῖσαι σαγῆναι, humida retia, II, 892: a βρέ
χειν.
βράχη μιμούμενοι, ΙΙΙ, 756, vada, brevia imitantes; i. e. subdoli, occultantes errorem.
βραχιάλιον, vel βραχιάριον. brachiale, I, 404
extr. Aquilæ verbum, latinum fere: sed et Græcum
esse potest.
βραχυλογία, ΙΙΙ, 5, brevitas disputandi.
βραχύτατος τῶν ἐκγόνων, Ι, 70, posterorum novissimus.
βρενθύεται εἰδέναι, IV, 959. βρενθυόμενοι, glorantes, superbe loquentes, μέγα φρονοῦντες, Ι,
506, 929; 11, 205; III, 169, 1176, IV, 218. βρεν
θύονται, pro usitatiori σεμνύνονται, Ι, 485. βρεν
θύοντες, 1, 1443.
Βρεττανία, ΙΙΙ, 950. τὰς Βρεττανίας, ΙΙΙ, 772,
Britanniam propriam et Scotiam.
Βρετταννοί, 111, 1272, Britanni. Βρεττανοί, uno v,
βροντῆς υἱὸς, 1, 1955, Joannes.
βρόντησιν. 1, 1181: e versionibus.
βρύσεως, V, 124 med.: lege βρώσεως.
βρυθόμενοι ἐπὶ πλούτῳ, 11, 7.
βυθιζόμενοι, 1, 985, qui baptizantur ab hæreticis.
βωμολοχίαις κατὰ τῶν ἁγίων, III, 917, ludibriis,
cavillationibus.
Γαβαών, expl. βουνός, 1, 445.
γαϊδούρ (Hebr. per Daleth) expl. 1, 402.
Γαλατία πρὸς δυόμενον ήλιον. ΙΙII, 824, Gallia;
quia Galatia et in Asia. III, 882, Γαλατίας, τῆς
νῦν Γαλλίας ὀνομαζομένης, nempe et a Græcis;
Romani enim semper vocarunt Galliam.
Γαλγάλ explical ἐλευθερίαν, Ι, 324.
Γάλγαλα expl. ex Hebr. 1, 307.
γαληνίτης ὑμετέρα, IV, 1105, clementia, indulgentia; Augusta. IV, 1136, γαληνότητα αὐτοῦ,
principem.
γαληνότατος βασιλεύς. IV, 1232.
Γαλλίαι, ΙΙΙ, 693, 772, 950: ut Lat. Galliæ. IIΙ,
822, τῶν καλουμένων Γαλλιών.
γαλουχηθέντας τὰ τῆς εὐσεβείας δόγματα, ΙΙΙ,
999, n. 82, est γαλουχήσαντας. Illud simili hypallage, qua εμφορεῖσθαι, ἐμφορηθεὶς pro activo. Signifiot imbutos, veluti cum lacte materno: debebat
γαλακτούχ.
γαμέτην (την), IV, 1092: pro γαμετήν.
γαμικός τόκος, II, 218, e matrimonio; opp. παρ
θενικός. γαμική όμιλία, 1, 274: disting. a κοινωνία,
quæ est ὁμιλία ante γάμον. Vid. ὁμιλία et κοινωνία
γαμική. γαμικὸς ὑετός: vid. Υετός.
γάμος sequitur κοινωνίαν, Ι, 275, scil. cum cele
bratione et firmitate. I, 555, γάμῳ θαῤῥεῖν, ab
ipso et solo conjugio prolem sperare. II, 1685, γάτ
μον διαλύσητε. ΙΙΙ, 69, γάμου καρπόν. γάμον semper fere de ipso concubitu dicit: ut Callimach.
Hymn. Dian. Latone γάμον. γάμου κοινωνία: vid.
Κοινωνία γάμον vel γάμους διορύττων vid. Διορύττων.
γάμους οι μάγους variant, I, 176. Item γάμων et
μάγων, ΙΙ, 34.
γαννύμενος, 1, 948.
t
γάρ. 1, 423 post med., cum breviloquentia: socius factus est flagitii Amnonis: si enim videris furem, rel. i. e. ut in eum cadat, quod legitur psal.
t; vel supple: nam et auxilium ac societas improborum est delictum.
váp. 1, 491· Q. 45, redundat ab init. aut elli916
psin sententiae innuit; v. c. οὐ θαυμαστόν· εἰκότως.
1, 610: notabili ellipsi positum. Christus filius Davidis. βίβλος γὰρ γενέσεως υἱοῦ ᾽Αβραὰμ (imo
Δαβίδ, postulante contexto), i. e. nam Matthaus
dicit: βίβλ. γεν. rel. I, 667, alieno loco positum.
ὁ διάβολος λεληθότως γὰρ ἐζήτησε. Sed distinguendum puto: ὁ διάβολος (scil. νοεῖται ὁ πλούσιος, vel
ὁ πονηρὸς) λελ. γὰρ, rel. Nam hæc verba habent
aliam explicationem, priori non cohærentem, aliunde forte addita, aut, quia sunt digna Theodoreto,
vocabulum omissum, ad cujus sensum referrentur.
1, 702: transposite et cum brevitate: καὶ δώσει γὰρ
ἰσχύν, rel. i. e. γέγραπται γάρ δώσει, rel. I, 888:
pro: alioqui. οὐ γὰρ ἂν ἀπείκασεν. ἂν h. l. abesse
nequit. I, 964: per breviloquentiam inferitur diclis probaturis, omisso λέγει. I, 967, 968 init.:
redundat post οὐ μόνον, ἀλλά. I, 1090: pro δὲ,
psal. Lxix extr. [ 77 extr. nimirum, igitur.
γάρ.ΙΙ, 972: elliptice ponitur. προφήτευσον γαρ, i..
φησὶ γὰρ, προφήτ. ΙΙΙ, 147 extr.: pro οὖν, vel videlicet. III, 787 med.: pro οὖν, in reditu ad narrationem omissam. III, 800 init.: explicat, pust
άρπαγέντας, praesertim si pro τούτους legeris τούτο.
Post τούτους erit pro οὖν. Vid. πρᾶξαι, ibid. III,
871 med., c. 15 init.: pro οὖν, quia redit ad superius omissa. III, 967 extr., igitur, nimirum. Iil,
1145 extr.: explicat. ἀφίκετο γάρ, venerat nimirum. III, 1151: pro ὅτι, post τεκμήριον. Vid. Philol. Paul. Thucyd. p. 158. III, 1167: ab initio narrandi, pro οὖν. IV, 270, οὐ γὰρ συνέχεε, pro οὐκ
οὖν. Edicitur enim e præced. IV, 449, ἡμεῖς γὰρ,
i. e. δέ. opp. enim errori hæretico: plane ut Philipp.
1, 3. V, 31: redundat post αλλά. V, 151 extr. ύπέρ
ἀνθρώπων γὰρ γέγονεν άνθρωπος. Si sic legendum,
ac non ὑπὲρ ἄνθρωπον, γὰρ notat: sufficit, quod,
rel. nil ultra quære; denique, kurz um. Forte tamen
legendum ὑπὲρ άνθρωπον, i. e. 1° ut Deus simul maneret; 2° modo ultra omnem humanitatis vim et
captum ordinemque elato. V, 1048: pro oïv• ¿ yàp
Γαβριήλ.
γαρεὶμ expl., I, 530.
γαστήρ. 1, 794, γαστέρα τῶν λογισμῶν ταμιείον
ἐκάλεσεν. V, 935, 942, ἐκ γαστρός Filius, ut distin
guatur a Spiritu sancto. V, 942 sq., γαστήρ, τὸ
γεννητικόν, de Filio.
γε redundat post νῦν δέ, III, 32 et p. 23. έλεγχθεὶς δέ γε.
γεγενημένα, ΙΙ, 385 extr., scil. qua ipsos. Facta
enim, dicit, sed qua Christianos, in iis. γεγενημέ
νην ἀλήθειαν, 1, 435, monstratam veracitatem. γεγενημένην φιλανθρωπίαν, Ι, 1178, exhibitam. γεγενημένης βραδυτήτος, ΙΙΙ, 459. γεγενημένης σωτη
ρίας, ΙΙΙ, 1016, acquisita, parta.
γεγενῆσθαι οὐσίαν Filii e Patre, III, 780. Euseb.
in epist. miscens τῷ γεγεννῆσθαι mox enim dicit,
τοῦ τρόπου τῆς γεννήσεως.
γεγένηται μετάπεμπτος, ΙΙΙ, 1135: periphrasis
præteriti passivi, μεταπέπεμπται.
γεγέννηκε Σάρα, ΙΙΙ, 386.
γεγέννηται. ν, 4, γεγ. ἐκ τῆς παρθένου. V, 927,
γεγένν. το γεγένηται, explicat enim ἔκτισται, εἰ
addit, μόνος ἄνευ μεσίτου ergo reliqua διὰ μεσίτου,
γεγέννηται tamen. Anomous scil. loquitur.
γεγευμένην ἁμαρτίας ἥκιστα, Christi animamı,
γενήμεθα, ΙV, 1205: 3 γήθω.
me
γέγονε, 1V, 59 bene explicat Athanasius. V, 47,
γέγονεν ἀναγκαίως, i. e. πεποίηται, συνετέθη πε
quis corrigat ἀναγκαῖος. V, 76, γέγονε λήθη εἰς
αὐτούς: pro αὐτοῖς ἐγγέγονε, vel ἦλθεν εἰς αὐτούς,
ἐπῆλθεν αὐτοῖς.
γεγονὼς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1511, Sanherib; rex
scil. factus, destinatus ad aliquid eficiendum. V,
7, γεγονότα ἐν προσλήψει, assumpsisse; eo se dimisisse, in eam conditionem venisse, ut assumeret.
γεγονός. ΙΙΙ, 934, γεγωνότερον ἔψαλλον. 1V, 877,
γεγωνοτάτην φωνήν.
col. 917–918page 27 of 154
PG 84:917γεγραμμένον νόμον ἄγραφον. γέγραφεν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, γεγυμνωμένος, ΙΙΙ, γεγυμνωμένος ἱερωσύνης, ΙΙ, γεγύμνωνται οἱ θεῖοι λόγοι πάσης ἀνθρωπίνης σου φίας, ΙΙ, 118. γέεννα. ΙΙ, 127, εἰς γέενναν έμπεσεῖν μετὰ τοῦ τὸν Χριστὸν ἀγαπᾷν. γειτνιάζουσα γειτονήματος μετέχουσι, 3. γειώρας γιο ράς.) μέτοικος γειώραν γέμειν. 11, 1595, γέμουσαν πραότητος βασιλείαν. 111, 1046, γέμουσαν ἀξίαν) οδυρμών συμφορὰν. 661, γέμοντα φιλανθρωπίας. γενάρχης Αδάμ, ΙΙ, 1605, Ἰακώβ, ΙΙ, 1671. γενεὰ ἑτέρα, Ι, 1560, γενεάν, Ι, 684 γενεὰν καὶ γενεάν 810. γενεαῖς ἀπείροις προϋπάρχων τῆς κτίσεως, Ι, 1104 γενεάς, γενεαλογίαι, γενεάρχης Αδάμ, 561. γενεθλιαλογίαι, 1, 18. γενέθλιος ἑορτὴ τοῦ Σωτῆρος, ΙΙ, 1047. γενέσθαι αὐτῷ τὰ δάκρυα, ΙΙΙ, 676, γενέσθαι ἐν θεωρία· Εν. γενέσια. 96, γενεσίοις τοῦ θεολήπτου, γενεσιουργεί έξωθεν. 988, ουσίᾳ, γενεσιουργός, Ι, γενεσιουργός, γένεσις εἰ γέννησις 1025. γένεσιν ἐκ τοῦ βουλήματος 753. γενέσεως κρείττων ἐστὶν οὐσία, ουσία γενέσει, γένη. Ι, 1350, γένη ἰχθύων ἁπάντων, ἅπαντα γένη τῶν δαιμόνων, τὸ γένος. γένη ἀλόγων, ε. τα άλογα. 671. γένημα, πρωτογένημα, 158 γένητα: ἀξιώτερος αὐτοῖς, ΙΙΙ, 475: φαίνηται, νομίζηται. γενητός, 1, 12: ἀγένητος. Ι, 756 γε νητής φύσεως. ἀοράτου, σωματικής. φύσιν οὐ γενητήν. ΙΙΙ, 752, γενητὸν τῇ οὐσίᾳ γενητον, τὸ ἐκ τῆς ἐξουσίας. 974, γενητὸν γεννητόν γενητὸν κτιστῷ γενητόν, χτιστόν. γενικά δόγματα δύο, 1645, γενικωτέραν εξου σίαν, Ι, ἐξουσίαν δύναμιν. γέννα. 166: γέννησις. γενναῖος ΙΙ, 75. γενναῖοι, γεννάν. Ι, 865; ΙΙΙ, 582, γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου. γεννηθῇ, κτισθῇ, ὁρισθῇ, θεμελιωθῇ. 11, 1016, γεννήσας βαθμούς, εὑρὼν, διδάξας. 61, γεννήσασαν, γεννῆσαι ει κτίσαι γεννησαμέ νης, 1047, γεννηθῆναι Θεὸν μετὰ τοῦ προσλήμματος, τον Λόγον 1309, γεννηθεῖσαν θεότητα 1, γενναν γεν νήσας ταῦτα, 921, γεννα (Θεός) ὑποστάσει. 926, γεννα ὁ νοῦς ἐξ αὐτοῦ λόγον, κτίζει δὲ ἐξ ὕλης οἰκίαν. 966, τὸ γεννᾶσθαι χρονικόν Αρειανοίς, χρόνων αιωνίων Λόγον. γέννημα ει κτίσμα 927. γεννήματι παθητῷ ἐνοικήσας ὁ Λόγος, 46, γέννησις ἐκ Παρθένου, 1303. γέννησις κατὰ σάρκα, 2, 12. γέννησις γένεσις γεννηταγέννητος, θεότητα θεότητι γεννητικοί πόροι, γεννητικώς γεννητὸν εἰ γενητόν 974. γεννητόν, γεγεννημένον, γεννη τῶν, ΙΙΙ, γενητών, Λόγῳ, γεννητός. 155, ἐκ γεν νητῆς: μια γενητής, γεννήσεως, γενέσεως. 941, γεννητὸν, τὸ ἐκ τῆς ὑποστάσεως. 964, γεννητόν, ἀγέννητον, οὐσία οὐκ ἔστιν. 974, γεννητῆς φύσ σεως γενη τῆς. γένοιτο ἡμᾶς ἀπολαῦσαι, ΙΙ, 1157. ἐπιτυχεῖν, ΙΙ, 1131, 1253, 1457. ἔχειν, 920. μεταμαθείν, γενόμενος ἀληθινός ἐστιν, 762. γενομένη ἐν ἐμοὶ χάρις, ΙΙ, 704: οὖσα, ενεργουμένη. ΙΙ, 1017, γενομένης προς νοίας, γενόμενος πανταχοῦ τοῦ κηρύγματος δρόμος. 1172, γενο μένη φωνή, γενόμενος ἐν ἐμαυτῷ: Εν. γένος, 7: γένος ἀνθρώπινον, γένος θυμάτων, ΙΙ, 1372, θύματα, γένος ὀνείρων, 14, γέρα, τὰ τοῖς ἱερωμένοις ἀπονεμημένα, ΙΙΙ, 918, σιτηρέσια, γεραίρομεν, 1, 574. γέρας, γέρας γέρας Γετθαίων, 73: Χετταίων. γεύσασθαι τιμωριών, ΙΙ, 58. γευσάμενα ἁμαρτίας, 441. Πως βρέφεσιν γεώδεις ἁπάτας πλάττοντες, 235, γεώδη λαμ πηδόνα, ΙΙΙ, ἐπωδῆς λ. γεωργεί ταύτην, 587. γεωργῆσαι τὴν οἰκουμένην, 354. γεωργήσατε τὰς ψυχάς. ΙΙ, 450. γεωργοῦντα, 1, 912, γεώργιον οἰκοδομή. γεωργία. 1, 84, γεωργίας αὐτοῦ ἠξιωμένον, Θεοῦ γεώργιο. 1, 546, γεωργίαν ἔκλεψε, γεωργία σπόρος σπείρειν, κλέπτειν
γεγραμμένον νόμον in arena vel littore quasi videt mare, IV, 508. Eleganter! alibi ἄγραφον.
γέγραφεν ἡ χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος, per
Davidem, I, 1115.
γεγυμνωμένος, ΙΙΙ, 215 extr., carentes: non, quo
antea habuerint. γεγυμνωμένος ἱερωσύνης, ΙΙ,
1125 extr., qui plane non sit, nunquam fuerit sacerdos.
γεγύμνωνται οἱ θεῖοι λόγοι πάσης ἀνθρωπίνης σου
φίας, ΙΙ, 118.
γέεννα. ΙΙ, 127, εἰς γέενναν έμπεσεῖν μετὰ τοῦ
τὸν Χριστὸν ἀγαπᾷν.
γειτνιάζουσα Syrorum lingua Hebrææ, similis,
γειτονήματος μετέχουσι, similia docent, IV, 3.
γειώρας vocatur proselytus, I, 142. (Cod. γιοράς.) 11, 260, μέτοικος: forte ex Hebr. na, quod
γειώραν reddunt of O'.
γέμειν. 11, 1595, γέμουσαν πραότητος βασιλείαν.
111, 1046, γέμουσαν i. e. ἀξίαν) οδυρμών συμφοράν. 1V, 661, γέμοντα φιλανθρωπίας.
γενάρχης Αδάμ, ΙΙ, 1605, Ἰακώβ, ΙΙ, 1671.
γενεὰ ἑτέρα, Ι, 1560, pagani. γενεάν, Ι, 684 med.,
populum, cives: quia scil. biblico vocabulo ante
usus. γενεὰν καὶ γενεάν mire explicat I, 810. γενεαῖς
ἀπείροις προϋπάρχων τῆς κτίσεως, Ι, 1104: quasi
et æternitali tribuat γενεάς, e tempore mutuatus.
γενεαλογίαι, I Tim. 1, 4, explicantur de angelorum
origine, 1, 6.
γενεάρχης Αδάμ, IV, 561.
γενεθλιαλογίαι, 1, 18.
γενέθλιος ἑορτὴ τοῦ Σωτῆρος, ΙΙ, 1047.
γενέσθαι αὐτῷ τὰ δάκρυα, ΙΙΙ, 676, obortas lacrymas. γενέσθαι ἐν θεωρία· vid. Εν.
γενέσια. V, 96, γενεσίοις τοῦ θεολήπτου, Joannis
nati festo.
γενεσιουργεί έξωθεν. V, 988, ut extra se, velut
aliud ab illius ουσίᾳ, producat, fons aquam.
γενεσιουργός, Ι, 163, Creator. V, 974, filii sui
nemo γενεσιουργός, effector, opifex.
γένεσις εἰ γέννησις differunt V, 1025. γένεσιν
ἐκ τοῦ βουλήματος Filio tribuit Eusebius Nicomediensis, III, 753. γενέσεως κρείττων ἐστὶν οὐσία, V,
971, 972, et Dei, et omnium rerum: quia non posita est ουσία γενέσει, neque ab hac pendet aut ab
ea afficitur.
γένη. Ι, 1350, γένη ἰχθύων ἁπάντων, periphrasis
piscium. Cod. ἅπαντα· sic cesset periphrasis, aut
hypallage. II, 1552, γένη τῶν δαιμόνων, drmones
es;
ui mox singulari, τὸ γένος. II, 1396, 1472, γένη
ἀλόγων, i. ε. τα άλογα. Sic et III, 671.
γένημα, πρωτογένημα, per unum v, I, 158 cet.
γένητα: ἀξιώτερος αὐτοῖς, ΙΙΙ, 475: φαίνηται, νο
μίζηται.
γενητός, 1, 12: opp. ἀγένητος. Ι, 756 init., γενητής φύσεως. Si oppositum est ἀοράτου, illud est
pro σωματικής. Sin jungenda hæc duo, ut contextum suadet, distinguit angelos a Deo, qui habet
φύσιν οὐ γενητήν. ΙΙΙ, 752, γενητὸν τῇ οὐσίᾳ Filium
dicit Eusebius Nicomed. V, 941, γενητον, τὸ ἐκ
τῆς ἐξουσίας. V, 974, γενητὸν et γεννητόν ut diffe
rant. V, 1066, γενητὸν distinguit a κτιστῷ Macedonianus, quod arguit Orthodoxus. V, 1067, γενητόν,
idem χτιστόν.
γενικά δόγματα δύο, II, 1645, universa, summa,
quibus reliqua continerentur. γενικωτέραν εξου
σίαν, Ι, 4171: opponitur cure Dei, qua Israelitas
ex Ægypto educendos. ἐξουσίαν posuit pro δύναμιν.
γέννα. IV, 166 extr.: γέννησις.
γενναῖος Jobus, ΙΙ, 75. γενναῖοι, fortes, bellato
res, I, 1359.
γεννάν. Ι, 865; ΙΙΙ, 582, γεννηθεὶς ἐκ Παρθένου.
III, 750, synonyma qua Filium ponit Arius γεννη
θῇ, κτισθῇ, ὁρισθῇ, θεμελιωθῇ. 11, 1016, γεννήσας
βαθμούς, i. e. εὑρὼν, διδάξας. 1V, 61, γεννήσασαν,
matrem. Basil. IV, 558, γεννῆσαι ει κτίσαι idem
esse in Deo, dicebant hæretici. IV, 609, γεννησαμέ
νης, matre. IV, 1047, γεννηθῆναι Θεὸν μετὰ τοῦ
προσλήμματος, natum esse τον Λόγον Deum,
assumpta in utero Mariæ, et ex ea, natura humana. Ergo Deum natum professus Theodoretus. IV,
1309, γεννηθεῖσαν θεότητα Christi e Patre. V, 1,
γενναν de Matre, vel muliere, Maria. V, 10, γεννήσας ταῦτα, qui hanc doctrinam invenit, excogitavit. V, 921, γεννα (Θεός) ὑποστάσει. V, 926, γεννα
ὁ νοῦς ἐξ αὐτοῦ λόγον, κτίζει δὲ ἐξ ὕλης οἰκίαν. V.
966, τὸ γεννᾶσθαι χρονικόν Αρειανοίς, in tempore
factum. At non sic capiebant orthodoxi: imo, quia
pro χρόνων αιωνίων genitum habebant Λόγον.
γέννημα ει κτίσμα distinguuntur, V, 927. γεννή
ματι παθητῷ ἐνοικήσας ὁ Λόγος, IV, 46, in corpore humano et animo.
γέννησις ἐκ Παρθένου, ΙV, 1303. γέννησις Christi
κατὰ σάρκα, V, 2, 12. γέννησις et γένεσις distinguuntur, V, 1025.
γεννηταγέννητος, V, 1001. Macedonio fetum, ut
ostenderet, θεότητα Filii distinctam a θεότητι Pa
tris.
γεννητικοί πόροι, IV, 512, non qui generent, sed
in quibus generetur vel colligatur.
γεννητικώς ex Patre est Filius; non Spiritus
sanctus, V, 923.
γεννητὸν εἰ γενητόν disting., V, 974. γεννητόν,
γεγεννημένον, ut intelligant Ariani, III, 844. γεννητῶν, ΙΙΙ, 734: pro γενητών, creatorum. Opponuntur enim Λόγῳ, qui est γεννητός. IV, 155, ἐκ γεννητῆς: μια γενητής, γεννήσεως, γενέσεως. V, 941,
γεννητὸν, τὸ ἐκ τῆς ὑποστάσεως. V, 964, γεννητόν,
ἀγέννητον, οὐσία οὐκ ἔστιν. V, 974, γεννητῆς φύσ
σεως Gabriel; legendum aut intelligendum γενητῆς.
γένοιτο ἡμᾶς ἀπολαῦσαι, ΙΙ, 1157. ἐπιτυχεῖν, ΙΙ,
1131, 1253, 1457. ἔχειν, II, 920. μεταμαθείν, IV,
γενόμενος ἀληθινός ἐστιν, Deus, Filius, secundum Arianos, III, 762. γενομένη ἐν ἐμοὶ χάρις, ΙΙ,
704: οὖσα, ενεργουμένη. ΙΙ, 1017, γενομένης προς
νοίας, quam exercui, exhibui. III, 475, γενόμενος
πανταχοῦ τοῦ κηρύγματος δρόμος. III, 1172, γενομένη φωνή, ex Hebr. γενόμενος ἐν ἐμαυτῷ: vid. Εν.
γένος, IV, 7: expl. dialectic. γένος ἀνθρώπινον,
IV, 117, natura humana Christi. γένος θυμάτων,
ΙΙ, 1372, ipsa θύματα, animalia. γένος ὀνείρων, 14,
619, somnia omnino.
γέρα, τὰ τοῖς ἱερωμένοις ἀπονεμημένα, ΙΙΙ, 918,
cibaria, σιτηρέσια, ut alibi vocal.
γεραίρομεν, 1, 574.
γέρας, munus, I, 592. γέρας sacerdotum, I, 183
ut sint instar populi universi. I, 187, γέρας hominis, rerum creatarum domini.
Γετθαίων, V, 73: melius in cod. Χετταίων. Illi
sunt Philistei, de quibus hic non est sermo.
γεύσασθαι τιμωριών, ΙΙ, 58. γευσάμενα ἁμαρτίας,
IV, 441. Πως βρέφεσιν abjudicat.
γεώδεις ἁπάτας πλάττοντες, IV, 235, animam intelligenten negantes Christo. Eustath. γεώδη λαμπηδόνα, ΙΙΙ, 809, possit intelligi, splendorein bu
manum; sed contextus agit de sacris profanis, et
quia Persis scribitur, ignem et solem intelligere
licet. Cod. n. 11. ἐπωδῆς λ. quæ tamen inter s
minus congruant.
γεωργεί ταύτην, resinam, II, 587. γεωργῆσαι τὴν
οἰκουμένην, per apostolos, II, 354. γεωργήσατε τὰς
ψυχάς. ΙΙ, 450. γεωργοῦντα, 1, 912, relicta allegoria, cum de urbibus e: turribus coepisset; signif
tuentem, curantem; forte respexit I Cor. iu, 9,
eadem de re junguntur γεώργιον et οἰκοδομή.
ubi
γεωργία. 1, 84, γεωργίας αὐτοῦ ἠξιωμένον, vel
quod Abrahamus educasset Ismaelem, vel quod
Deus ejus posteros augere et euin fovere vellet.
Possis adhibere ad 1 Cor. 1, 9, Θεοῦ γεώργιο.
1, 546, γεωργίαν ἔκλεψε, de Ruth dicitur. γεωργία
est concubitus, ut σπόρος et σπείρειν, κλέπτειν hie
eo pertinet, quod venit ad Boasum inscium, mi-
col. 919–920page 28 of 154
PG 84:919γήϊνον σῶμα ἀνέλαβον, ΙΙ, 53, γήϊνον φρόνημα, 11, 298, 1406. γήρει, 1, 1395: γήραϊ. τὸ γῆρας. συμπεριορίζεται ΙΙΙ, 434, γῆρας παλαιὸν ἁμ. γίνεσθαι σάρκα δοῦλον: άνα λαβεῖν σάρκα, μορφήν δούλου, 7. ἐμὲ δὲ σὺ, 1055, γινώσκων ἑαυτὸν Χριστιανὸν, γινώ γλῶσσσα, ΙΙ, 1330, γλώσσης Εβραϊκῆς ἑρμηνευτα, ἐν εἴδει πυρὸς ἐπεκάθητο άλογόν σου γλῶτταν, τὴν τοῦ λόγου σου γλ.) 1, 1219, γλώττας ἀνθρώπων νικᾷ ἡ σὴ μεγαλοπρέπεια. ΙΙ, 1385, ἀπὸ γλώττης εἰς γλώτταν ἑτέραν διὰ τὴν μεταφορὰν διὰ τῆς μεταφοράς. γλώττη μετρητήν. Μετρ. γνησιότητα: Γνησίαν. γνήσιον, 476: ἀγαπητόν, τῶν ἄλλων τιμιώτατον. ΙΙΙ, 548, τὸ γνήσιον τῆς γεννήσεως, γνησιώτερος πατέρων ὁ Θεός, 111, 1181. γνώμη. Ι, 1465, ἡ γνώμη προστίθησιν ένια, 1, 1469, γνώμην μείζονα εργάζεται 4 λώδην. χαλεπωτέρα· γνώ μαις ἀκολουθεῖ ἡ θεία κηδεμονία. 1604, κατὰ γνώ ΙΙΙ, 81, γνώμην οὐκ ἔσχε τὴν αὐτὴν ἡμῖν, γνώμης ἐκ περι φύσει. ΙΙΙ, 1064, γνώμην ἐνίκησεν ὁ ὕπνος. ΙΙΙ, 1309, γνώμης γνωμικά· Φυσικά. 1, 891, γνωμικῆς αἱρέσεως φυσικῆς δυνάμεως. Φυσικής. 1, 1405, γνω μικαὶ θυσίαι· νομικαῖς, 10, 345, γνωμικοῖς κατορθώμασι, αποφαντικώς. ἀποφαντικῶς αποφατικώς, πιστεύσας. γνώμη. αἰτιολογίαν, ἀπο τὸ ἀποφαντικόν γνώμης. σιν, ἀδύνατον, ν. γνώμην δεῖ. γνῶντες. 1039: γνόντες. γνωρίζονται ἐν ὀνόμασι μόνοις, 215 πολλοί. του γνώσις. γνώσεως διάθεσις· Διάθεσις. 111, γνώσεως, ἢ ἀκροάσεως, ἀποκαλύψεως, διδασκαλίας. ΙΙΙ, 1049, γνώσεις, γνώσται μάντεις, 1, 531, 548. γόμος, 437. γόμους ημιονικούς, άχθη, φορτία. γόμος γόνιμος χαρακτήρ λόγων, 569, οἰκοδομὴν. κλίνας, η. 9. γονοβρύει, 1, 177: γονοῤῥεῖ, γουσαν λάκκον, 91, γράμματος τὸ πρόχειρον καὶ ἐπι τὸ ἐξ ἐπιπολῆς νόημα, και, ΙΙΙ, 2, γράμματος προκαλυμμάτων ἀπογυμνῶσαι τὸ βάθος τῆς ἀποστολικῆς σοφίας,
rantique, ac veluti deprehenso, rem narrans, conjugium ab eo abstulerit. Nam de occupato concubitu explicari non posse, et historia declarat,
Ruth. Het v, et ipse disputat p. 349 extr., 360
extr. Consilium tantum et inivolav sign. a Noemi
suggestam, noi, p. 349 med. ab ipsa
Ruth effectam. I, 900, Yewpylav, relicta allegoria
de flumine; retenta tamen, qua consilium fluminis
emittendi. II, 199, yɛwpylav vineæ; ut Virgilius in
Georgicis lib. 11 de vineis agit. II, 255, Yɛwpylav
Ovv, Evangelium inter eos docendum. (Sic et III,
16, 481.) III, 805, yswpylav, docendæ Christianæ
doctrinæ opus.
Yewoyol, III, 1225, coloni, in vico, habitatores:
qui scil. etsi vicani, agricultura tamen unice alerentur.
Yñ. 1, 825, w; tv yn tivt, otiosum, nisi in LXX
legit. Vid, n. 7.
γήϊνον σῶμα ἀνέλαβον, ΙΙ, 53, de Christo. γήϊνον
φρόνημα, 11, 298, 1406.
γήρει, 1, 1395: pro γήραϊ. Cod. τὸ γῆρας. Tune
συμπεριορίζεται active accipiendum.
Tipas the duaptias, 1, 748, 940: quia 1° e priori vita, 2º infirmitas. Sic 1, 940, y. t. &. infirmitatem et incommoda. III, 317: opp. VεOUPYNESS.
Peccatum, quod adhuc habuimus, quod nos redderet infirmos, et quasi decrepitos, squalentes situ.
ΙΙΙ, 434, γῆρας παλαιὸν ἁμ.
γίνεσθαι σάρκα δοῦλον: rel. distinguitur ab άναλαβεῖν σάρκα, μορφήν δούλου, V. 7. Accipitur pro
pénɛobat, verti, mutari, ibid.
YiVoxav. 11, 422 ad C. 3 init., Yivosxet forte
legendum yivoxels, suppleto Aéyet. Aut yivboxes
est voμoßetsi. Illud prætulerim, quia 1° res nota
erat Judæis, et sic ponitur; 2° mox pergit persona
sccunda, ἐμὲ δὲ σὺ, rel. III, 1055, γινώσκων ἑαυτὸν
Χριστιανὸν, putans, haberi volens. V, 974, γινώoxet xápiv, habet, ut Germ. Dank wissen.
γλῶσσσα, ΙΙ, 1330, γλώσσης Εβραϊκῆς ἑρμηνευτα,
textus Hebraici. IV, 390 extr., tais ydwocais (apostolorum) ἐν εἴδει πυρὸς ἐπεκάθητο Spir. sanct. in
festo Pentecostes; et mox, linguas apostolorum negat eo igne ustas.
YAwooalyia, V, 63, immoderata declamatio. IV,
46 (desinatis), impudenter loqui et temere.
Yawsσóxμion, 1, 365, Josephi interpretatio vocis
Soapyát. II, 940, loculum mortuo.
yàŵttav toū hóyou σou, I, 951. Durius dictum, et
est e supplem. forte subditum. Sensus sit: linguam
tui sermonis ministram. (Forte autem legas: thy
άλογόν σου γλῶτταν, pro τὴν τοῦ λόγου σου γλ.) 1,
1219, γλώττας ἀνθρώπων νικᾷ ἡ σὴ μεγαλοπρέπεια. ΙΙ, 1385, ἀπὸ γλώττης εἰς γλώτταν ἑτέραν
TWV 16ywv μeτayopav, nihil aliud significat, nisi enallagen temporum. Yurta hic est pars orationis; modus verborum efferendorum. διὰ τὴν μεταφορὰν est
pro διὰ τῆς μεταφοράς. γλώττη μετρητήν. vid.
Μετρ.
Yvádov Gustéllwv, IV, 843, superbiam deprimere
studens, ne amplius quasi buccas inflent.
yvolav vióτnta, Ill, 738, Christi, ut non sit
adoptatus, sed quost, Filius,
γνησιότητα: vid. Γνησίαν.
γνήσιον, Filium, III, 476: ἀγαπητόν, τῶν ἄλλων
τιμιώτατον. ΙΙΙ, 548, τὸ γνήσιον τῆς γεννήσεως,
Christi, ut sit ouooústos Patri Filius, non adoptatus. IV, 1258, rolov Ylby, expl. qúoet, verum,
Èx tñs odolaç Patris, non adoptatum.
γνησιώτερος πατέρων ὁ Θεός, 111, 1181.
γνώμη. Ι, 1465, ἡ γνώμη προστίθησιν ένια, quæ
non diserte præcipiuntur lege.: arbitrium hominis.
1, 1469, γνώμην μείζονα εργάζεται legitur n. 4 pro
λώδην. Hoc praeferendum ob χαλεπωτέρα· etsi γνώun notare possit spiritus, fastum. II, 1071, Yve
μαις ἀκολουθεῖ ἡ θεία κηδεμονία. II, 1604, κατὰ γνώMEV olxoUVTES, volentes, libenter: ut, cum posent abire, nollent. II, 1658, napk yvúµŋy, invitum.
ΙΙΙ, 81, γνώμην οὐκ ἔσχε τὴν αὐτὴν ἡμῖν, Christus
homo quia alienus a peccandi studio, III, 653,
γνώμης negatur esse Digamia, quia veniat ἐκ περιGrásews, morte dissoluto priori conjugio, et natura
novum poscente. Semper enim rywun opponit
φύσει. ΙΙΙ, 1064, γνώμην ἐνίκησεν ὁ ὕπνος. ΙΙΙ, 1309,
Young vid. Olxovoulaç, ibid.
γνώμης·
γνωμικά· vid. Φυσικά. 1, 891, γνωμικῆς αἱρέσεως:
opp. φυσικῆς δυνάμεως. vid. Φυσικής. 1, 1405, γνω
μικαὶ θυσίαι· opp. νομικαῖς, diserte jussis. II, 10,
Yvwuixhy Guyyévetav, moralem, animi et vitæ similitudinem. II, 1037, yvwμxhy Oualay, non imperatan lege. III, 345, γνωμικοῖς κατορθώμασι, quæ
non versentur in rebus fortuitis et externis, sed ad
animum moresque pertineant.
wpixus expatioas, III, 614 extr.: Paulus,
quod ante posuerat αποφαντικώς. Atqui et alterum
illud anove, universe enuntiarat. Quare illud
ἀποφαντικῶς videatur esse pro αποφατικώς, negative, ob vocab. &úvatov. unde addit: 6 yap un
πιστεύσας. Nam utrumque est γνώμη. Nisi
huic notioni adjunxeris αἰτιολογίαν, qua caret ἀποpavtixus dictum. Rhetores quidem, ut Aphthon.
Progymn., τὸ ἀποφαντικόν ponunt speciem γνώμης.
qua dicatur esse aliquid: cum aliæ faciendum vel
omittendum ponant. Ita fit, ut v. 6 habeat áñópavσιν, ἀδύνατον, ν. sq. γνώμην practicam, δεῖ.
γνῶντες. V, 1039: pro γνόντες.
Yvwpisov, II, 1080, somnium, visum, oblatum,
monstratum.
γνωρίζονται ἐν ὀνόμασι μόνοις, ΙII, 215 init., nom
minantur tantum, non sunt: audiuntur, cum imagine quadam et notione, cui non subsit res vere
exstans; aut verte: distinguuntur inter se; cum
et adsit πολλοί.
Yvúρioμа τoυ лάos, III, 791, crucem Christi.
γνώσις. γνώσεως διάθεσις· vid. Διάθεσις. II, 111,
γνώσεως, ἢ ἀκροάσεως, contemplatione et meditatione propria, aut præceptis e Script. sacr. audiendis vel legendis. II, 1088, YvWσews dɩaxóvw. pro
ἀποκαλύψεως, διδασκαλίας. ΙΙΙ, 1049, γνώσεις, sen
tentiæ, judicio habito.
γνώσται explicantur μάντεις, 1, 531, 548.
Yons, III, 913 extr., sacerdos, vates idolorum.
γόμος, juinenti onus, IV, 437. γόμους ημιονικούς,
1, 525: pro άχθη, φορτία. γόμος est navium, plaustrorum, intus habentium onus.
Yoμop expl. I, 145, 394; II, 1036.
Yovai dáτwv, III, 1126, scaturigines. yovat AɛGoTizal, IV, 24, natales Christi.
γόνιμος χαρακτήρ λόγων, ΙV, 569, modus dicen
di, qui valeret ad utilitatem, οἰκοδομὴν.
Tovox, III, 809, supplex legitur pro yovu
κλίνας, η. 9.
γονοβρύει, 1, 177: lege γονοῤῥεῖ, ex analogia et
186 med.
Yopyoùs, IV, 666 init., manus: vegetas, agiles,
firmas opp. &pyás.
Foot, Gothi, III, 967, 974, 1010.
γουσαν graece esse e Syriaco ait λάκκον, 111,
Ypáuua, I, 33: propria significatio verborum, cui
non insistendum: ut, cum oculi, alæ, rel. Deo tribuuntur. I, 54, ypáµµa Script. sac. contemnit
Origenes. I, 91, γράμματος τὸ πρόχειρον καὶ ἐπι
Tatov, quod verba primo intuitu per se velle videantur cui punvala addita, aliud prophetice de
Christo subinnui, alvitreoba, dicit. Vid. et p. 82,
quæst. 59. 1, 808, páµµatos ¿qάveta: idem quod
τὸ ἐξ ἐπιπολῆς νόημα, cui ibi additum sine και,
glossa videtur. II, 3, уpáµμatos, pro surуpáµµ.,
libri. II, 9, ypáµµati ánoxtelvovat, sensui verborum primo, corporeas res signanti: unde oriamır
interpretatio indecora et impia, si institeris illi.
ΙΙΙ, 2, γράμματος προκαλυμμάτων ἀπογυμνῶσαι τὸ
βάθος τῆς ἀποστολικῆς σοφίας, verba obscuriora
interpretando sensum et res ostendere. III, 104.
col. 921–922page 29 of 154
PG 84:921γράμματα ταῦτα σαφή, γράμμα, γράμμα τοῦτο ἔχων, τοῦτο, πρὸς τοῦτο. 254, γράμμα, Ενδυμα λόγων Ενδυμα. 1960, γράμματα μυστικά γράμματα ἐκ νόμου. Νόμου. γράμματος ἠνέσχου" Ηνέσχου. γραμμαί, 499: ἁμαξῶν, οχημάτων, οι 607, γραμμὰς εὐθέτους οφρύων. γραμματεῖς, διδάσκαλοι, 1, 581. γραφή. 1, 48, γραφῆς ὑπεύθυνος: συνεδριῳ, 21. 1, 1495, γραφή του Εσδρα. ΙΙ, 947, Γραφή Παλαιά, Καινή. 216, 328, 582). ΙΙΙ, 702, γραφὴν αὐτῶν ἐποιήσατο, ΙΙΙ, 1153, γραφὴν φιλαυτίας, βασκανίας. γραφάς πολλὰς γρα φήν, ὑπὸ μώμου γρα φήν· πίπτει, ἔρχεται, γραφὴν προθέσθαι Προθέσθαι. γραφικὸν ἁμάρτημα 395 422 1. 11, 980, γραφικὸν ἰδίω μα τῆς Γραφῆς. ΙΙΙ, 98, 150, γραφικαῖς μαρτυρίαις. ΙΙΙ, 108, 237, 450, 589, 595, 668, γραφική μαρτυρία. γράψαι, γρίφων, 216, ἀπαθῶς πεπονθέναι. γυμνάσιον τῶν θλίψεων, Ι, 819. γυμνάσιον πολε μικόν, ΙΙΙ, γυμνός. ΙΙ, 166, γυμνὴν ἔχοντα διάνοιαν, γυμνὴ τιμωρία ἐπιφέρεται, μακροθυμία. ΙΙΙ, 324, γυμνή λύπη, 545, γυμνὴν διδασκαλίαν προσήνεγκε γυμνὴν καρτερίαν ἐπιδείξηται. ΙΙΙ, 1284 για μνῷ ἀέρι. 64, γυμνός Λόγος σὰρξ γενόμενος. ν, 1014, γυμνός Ἀδὰμ ηὑρέθη· ἐκδυσάμενος τὸν καινὸν ἄνθρωπον. γυμνοῦν. 1, 708, γυμνώσαι κατάλογον τῶν κατορθωμάτων, 41, γυμνοῖ ἀγάπην, γυμνώσαντας τὰς ψυχάς, 131, γυμνοῦται ἅπαν τὸ φῶς. ΙΙ, 714, γυμνοῖ τὴν ἔννομον πολιτείαν. ΙΙ, 815, γυμνοῖ τὴν οἰκείαν ἀγαθότητα. ΙΙ, 832, γυμνώσω τὴν ἐξουσίαν (ἐμὴν) διὰ παιδείας, γυμνοῦν (καὶ δήλας ποιεῖν τὰς προῤῥήσεις. ΙΙ, 1094, γυμνώσει τὴν οἰκείαν (βασιλείαν), 52, γυμνώσας τὰ δῶρα τῆς χάριτος. 111, 87, γυμνώσῃ τὴν φιλανθρωπίαν. ΙΙΙ, 135, για μνώσας τὴν δικαίαν αὐτοῦ ψῆφον, 144, γυμνώσας τὸν ἐκεῖνα μετιόντα, γυμνώσατε τὸν πλοῦτον τῆς ἀγάπης. ΙΙΙ, 440, γυό μνοῖ τὰ ἆθλα, 820, γυμνώσας αὐτὸν τῆς ἐφεστρίδος, 989, γυμνωσάμενον ἐσθῆτα καὶ αἰδὼ, γυμν. ἑαυ τὸν τῆς ἐσθῆτος καὶ αἰδοῦς. 62, γυμνοῖ τὸ ζου φῶδες τοῦ ψεύδους ἡ ἀλήθεια. γυμνώσεις παρθένων, ΙΙΙ, 841. γυα γυναικονίτις, γυνή ναῖκα μὴ γενομένην, 117, γύννις γύργαθος, ΙΙΙ, 920, γυψοποιητική, 397. γωνία τῆς οἰκουμένης, μᾶλλον δὲ ἐπαρχία μια, ΙΙ, γωνιῶν, Δαβιτικός, Ι, 294, 1486; ΙΙ, 218, 237, 515, 558, δαυχούσης, ΙΙ, 196: δαδουχούσης. δαιμονικής, ΙΙΙ, 1169: δαιμονιακής. δαίμων λαοπλάνος, 1, 398, 400 1392, δαίμονες, διάκονοι τοῦ δια βόλου. ΙΙ, 317, δαίμονες τελοῦντες ὑπ' ἐκείνῳ, ΙΙ, δαιμόνων ἀσθένειαν,: τῆς τῶν χρυσοχόων δεόμενα τέχνης. ΙΙ, 4552, δαίμονι Αμμωνι, δαιμόνων στίφος δαίμονας δάκρυον δένδρων, δακτύλῳ θείῳ καταγραφείσα, σὰρξ δαμαστηρίων, ΙΙ, 992: κολαστηρίων. δἂν, ΙΙΙ, δ' ἄν. δανείζεσθαι τὸν χρόνον δαπαναν. 1, 499, δαπανωμένην τῷ λιμῷ τῶν ἀν θρώπων τὴν φύσιν. Ι, 645, δαπανᾷ με, 1430, δαπανᾷ τὸ πῦρ τὰς ἀκάνθας. Ι, 204, δαπανηθῆναι 245, δαπανήσει την στρα τιάν. 11, 449, δαπανῆσαι τὸ κίβδηλον. ΙΙ, 1359, δαπανήσω τὴν δύναμιν, 1505, δαπανῶσιν ἄρνες τὴν ἀγρωστιν. ΙΙΙ, 1212, δαπανηθείσης τέχνης, δαπανήσας δαπανώμενος πυκνούμενος καὶ συχνός. δαπάνη πυρός, δαπανητικὸν δαπα νητικὰ φυτῶν ὀργανα, 841, δασέως ἀναγινώσκειν προσήκει, ΙΙΙ, 549: αὐτοῦ, αὐτοῦ. δασμὸν λαμβάνεις παρὰ τῆς κτίσεως, 510, δασμοφορεί, δασυνόμενον, ΙΙ, 898, Κίττιον, Ηλ δασυνόμενον, "Ηλ πάρ Δαυϊτικός, ΙΙΙ, 889, 923, 1123; 52. δὲ νῦν δὲ, 1, 71. εἰς δὲ τὸν νεώτατον έπεμψε. νῦν δὲ, 938, δὲ: τὰ ἄλλοις άδηλα, ἐμοὶ δὲ δῆλα πεποίηκας. δὲ ἐκείνου γὰρ βουλομένου, οὗτοι δὲ ἐβόων, δή. ΙΙ, κατὰ δὲ τὴν ἀκολουθίαν. ΙΙΙ, 800,: εἴ τις δέ. εἰ δέ τις. 884, δὲ τε, 23. ΙΙΙ, 1041, επειδή Μάξιμος δέ τις, δεδαπανᾶσθαι δεδαπανῆσθαι) ὑπὸ τοῦ πυρὸς, δεδεγμένοι, 1, 22: λαβόντες, ἔχοντες. 1, 499, δε δεγμένη πεῖραν· λαβοῦσα, 501 671, δεδεγμένον, δεδειότι, Ι, 99. 92: δεδιότι. δεδέχθαι, λαβεῖν, Ι, 253: θεόθεν. δεδηλωκότες, Ι, 258, 1051, δεδηλωκότος, τί ποτε οὐ μεμένηκας ἔνδον ἐρωτήσαντος. δεδημιουργηκέναι ἄγονον τὴν μήτραν, 1, 82,
γράμματα ταῦτα σαφή, verba, testimonia, loca Scr.
sacr. HI, 961, γράμμα, epistolam synodicam, ibid.,
γράμμα τοῦτο ἔχων, diploma, auctoritatem ejus rei,
per litteras imp. datam. τοῦτο, πρὸς τοῦτο. ΙV,
254, γράμμα, Ενδυμα λόγων vid. Ενδυμα. IV, 1960,
γράμματα μυστικά debent esse libri liturgici, Agen
de, ad bapt. et Coen. S. aut etiam epistolæ Pauli.
γράμματα ἐκ νόμου. vid. Νόμου.
γράμματος ἠνέσχου" vid. Ηνέσχου.
γραμμαί, IV, 499 init.: ἁμαξῶν, οχημάτων, οι
bitz. iv, 607, γραμμὰς εὐθέτους οφρύων.
γραμματεῖς, διδάσκαλοι, 1, 581.
γραφή. 1, 48, γραφῆς ὑπεύθυνος: pro συνεδριῳ,
Matth. v, 21. 1, 1495, γραφή του Εσδρα. ΙΙ, 947,
Γραφή Παλαιά, Καινή. Vet. et Nov. test. (ita et III,
216, IV, 328, 582). ΙΙΙ, 702, γραφὴν αὐτῶν ἐποιή
σατο, eos objurgavit; Christus Pharisæos, ore quidem ac verbis. ΙΙΙ, 1153, γραφὴν φιλαυτίας, notam,
reprehensionem, crimen; ut, 1167, βασκανίας.
IV, 219, γραφάς πολλὰς non legerat eunuchus, sed
unum locum et testimonium Isaia. IV, 1145, γραφήν, criminationem Josephi ad Putipharem, ab
uxore, non scripto factam. V, 60, ὑπὸ μώμου γρα
φήν· scil. πίπτει, ἔρχεται, vitium et reprehensio
est.
γραφὴν (accusationem) προθέσθαι vid. Προθέσθαι.
γραφικὸν ἁμάρτημα in LXX invenit Theod. I,
395 et 422 init. Vid. not. 1. 11, 980, γραφικὸν ἰδίω
μα τῆς Γραφῆς. ΙΙΙ, 98, 150, γραφικαῖς μαρτυ
ρίαις. ΙΙΙ, 108, 237, 450, 589, 595, 668, γραφική
μαρτυρία.
γράψαι, V, 73, describere, abschreiben.
γρίφων, ΙV, 216, quod dicat, ἀπαθῶς πεπονθέναι.
γυμνάσιον τῶν θλίψεων, Ι, 819. γυμνάσιον πολεμικόν, ΙΙΙ, 1002, 1004, 1180: ei scil. tunc consi
lio gymnasia, exercierplatz.
γυμνός. ΙΙ, 166, γυμνὴν ἔχοντα διάνοιαν, apertum
sensum, qui haud egeat interpretatione. II, 839,
γυμνὴ τιμωρία ἐπιφέρεται, Gine μακροθυμία. ΙΙΙ, 324,
γυμνή λύπη, vana, sine fructu, non afficiens mores
vestros. III, 545, γυμνὴν διδασκαλίαν προσήνεγκε Paulus in Epist. ad Hebr. ut non poneret nomen suum,
neque apostoli dignitatem præscriberet. III, 1956,
γυμνὴν καρτερίαν ἐπιδείξηται. ΙΙΙ, 1284 init., για
μνῷ ἀέρι. Hypallage; ipsi erant nudi ad aerem. iv,
64, γυμνός Λόγος opp. σὰρξ γενόμενος. Greg. Nyss.
ν, 1014, γυμνός Ἀδὰμ ηὑρέθη· ἐκδυσάμενος τὸν
καινὸν ἄνθρωπον.
γυμνοῦν. 1, 708, γυμνώσαι κατάλογον τῶν κατορ
θωμάτων, proponere. il, 41, γυμνοῖ ἀγάπην, hone
stum quidem amorem. H, 112, γυμνώσαντας τὰς
ψυχάς, morte corporis, quod ut velumn animæ dematur. II, 131, γυμνοῦται ἅπαν τὸ φῶς. ΙΙ, 714,
γυμνοῖ τὴν ἔννομον πολιτείαν. ΙΙ, 815, γυμνοῖ τὴν
οἰκείαν ἀγαθότητα. ΙΙ, 832, γυμνώσω τὴν ἐξουσίαν
(ἐμὴν) διὰ παιδείας, exercendo ostendam. II, 1055,
γυμνοῦν (καὶ δήλας ποιεῖν τὰς προῤῥήσεις. ΙΙ, 1094,
γυμνώσει τὴν οἰκείαν (βασιλείαν), patefaciet, illustrabit. III, 52, γυμνώσας τὰ δῶρα τῆς χάριτος.
111, 87, γυμνώσῃ τὴν φιλανθρωπίαν. ΙΙΙ, 135, για
μνώσας τὴν δικαίαν αὐτοῦ ψῆφον, prædicens. III,
144, γυμνώσας τὸν ἐκεῖνα μετιόντα, ostendens, quo
animo agat, quid sibi deesse ostendat. III, 333,
γυμνώσατε τὸν πλοῦτον τῆς ἀγάπης. ΙΙΙ, 440, γυό
μνοῖ τὰ ἆθλα, ostendit. III, 820, γυμνώσας αὐτὸν
τῆς ἐφεστρίδος, rejecta, remota (non exuta) veste
superiori. III, 989, γυμνωσάμενον ἐσθῆτα καὶ αἰδὼ,
deposita veste et pudore. Hypallage, pro γυμν. ἑαυ
τὸν τῆς ἐσθῆτος καὶ αἰδοῦς. V, 62, γυμνοῖ τὸ ζου
φῶδες τοῦ ψεύδους ἡ ἀλήθεια.
γυμνώσεις παρθένων, ΙΙΙ, 841.
γυα
γυναικονίτις, monasterium muliebre, III, 1192.
γυνή (uxor) et de sponsa dici potest, 1, 276.
ναῖκα μὴ γενομένην, V, 117, conjugem, maritam.
γύννις Bacchus exprimitur a statuariis, IV, 782.
γύργαθος, ΙΙΙ, 920, corbis.
γυψοποιητική, ΙV, 397.
γωνία τῆς οἰκουμένης, μᾶλλον δὲ ἐπαρχία μια, ΙΙ,
185. Ergo angulum terræ plus ponit, quam provinciam. IV, 547, γωνιῶν, normis, Winkelhaken.
6a6elp, adytum, I, 470, 473, 570.
Δαβιτικός, Ι, 294, 1486; ΙΙ, 218, 237, 515, 558,
δαυχούσης, ΙΙ, 196: vitiose pro δαδουχούσης. Nubi in deserto tribuitur.
δαιμονικής, ΙΙΙ, 1169: pro δαιμονιακής.
δαίμων λαοπλάνος, 1, 398, 400: fuit in Endoritide, distinctus a Deo, vel angelo, quem vaticinatum Saulo dicit. I, 1392, δαίμονες, διάκονοι τοῦ διαβόλου. ΙΙ, 317, δαίμονες τελοῦντες ὑπ' ἐκείνῳ, diabolo, principe. (Sic et IV, 406.) ΙΙ, 620, δαιμόνων
ἀσθένειαν, idolorum. Addit enim: τῆς τῶν χρυσοχόων δεόμενα τέχνης. ΙΙ, 4552, δαίμονι Αμμωνι,
Jovi Ammoni. IV, 407, δαιμόνων στίφος a diabolo
ut principe distinguitur. IV, 915, δαίμονας vocari
vocandosque negat martyres.
δάκρυον δένδρων, II, 587: ut Ovid. lacrymata:
cortice myrrha,
δακτύλῳ θείῳ καταγραφείσα, σὰρξ Christi, tabu
larum Mosis antitypus, IV, 64. Greg. Nyss.
δαμαστηρίων, ΙΙ, 992: κολαστηρίων.
δἂν, ΙΙΙ, 1299 init.: junctim, pro δ' ἄν.
δανείζεσθαι τὸν χρόνον eleganter tribuit noctibus
et diebus, incremento et decremento mutuo sese
augentibus et minuentibus, I, 719, IV, 492.
δαπαναν. 1, 499, δαπανωμένην τῷ λιμῷ τῶν ἀν
θρώπων τὴν φύσιν. Ι, 645, δαπανᾷ με, macerat,
consumit. I, 1430, δαπανᾷ τὸ πῦρ τὰς ἀκάνθας. Ι,
204, δαπανηθῆναι igni. II, 245, δαπανήσει την στρα
τιάν. 11, 449, δαπανῆσαι τὸ κίβδηλον. ΙΙ, 1359, δαπανήσω τὴν δύναμιν, delebo. II, 1505, δαπανῶσιν
ἄρνες τὴν ἀγρωστιν. ΙΙΙ, 1212, δαπανηθείσης τέχνης,
frustra adhibita. IV, 427, δαπανήσας cibum Deus,
Abrahamo visus; qui fecit, ut non appareret cibus.
IV, 502, δαπανώμενος aer, a calore solis, tenuatus,
disjectus, elisus; opp. πυκνούμενος καὶ συχνός.
δαπάνη πυρός, II, 771, pabulum; metonym.
δαπανητικὸν paena, vis perdendi, I, 1483. δαπανητικὰ φυτῶν ὀργανα, II, 841, ut serra, securis,
quæ cædunt et evertunt arbores.
δασέως ἀναγινώσκειν προσήκει, ΙΙΙ, 549: αὐτοῦ,
non αὐτοῦ.
δασμὸν λαμβάνεις παρὰ τῆς κτίσεως, IV, 510,
homo.
δασμοφορεί, IV, 510, homini natura.
δασυνόμενον, ΙΙ, 898, Κίττιον, ut pro K ft X, ex
Hebr. s. IV, 392. Ηλ δασυνόμενον, ut "Ηλ legatur
cum spiritu aspero. Ergo N sic legere Judæi, cum
fortem dicerent.
πάρ
Δαυϊτικός, ΙΙΙ, 889, 923, 1123; 1V, 52.
δὲ pro νῦν δὲ, 1, 71. εἰς δὲ τὸν νεώτατον
έπεμψε. Præcesserat: si patri denuntiasset, omne
genus damnasset; sequi debebat: νῦν δὲ, nunc
vero. I, 938, δὲ abundat: τὰ ἄλλοις άδηλα, ἐμοὶ δὲ
δῆλα πεποίηκας. 1, 996 δὲ redundat post genit. absol. ἐκείνου γὰρ βουλομένου, οὗτοι δὲ ἐβόων, rel.
forte δή. ΙΙ, 274 itidem redundat: κατὰ δὲ τὴν
ἀκολουθίαν. ΙΙΙ, 800, transpositum: εἴ τις δέ. UsiLatius, εἰ δέ τις. III, 884, δὲ pro τε, n. 23. ΙΙΙ,
1041, redundat post επειδή Μάξιμος δέ τις, rel.
δεδαπανᾶσθαι (pro δεδαπανῆσθαι) ὑπὸ τοῦ πυρὸς,
δεδεγμένοι, 1, 22: λαβόντες, ἔχοντες. 1, 499, δε
δεγμένη πεῖραν· pro λαβοῦσα, ut 501 med. IV, 671,
δεδεγμένον, babens, exhibens.
δεδειότι, Ι, 99. Int. 92: leg. δεδιότι.
δεδέχθαι, λαβεῖν, Ι, 253: add. θεόθεν.
δεδηλωκότες, Ι, 258, rogantes. III, 1051, δεδηλω
κότος, τί ποτε οὐ μεμένηκας ἔνδον pro ερωτήσαντος.
δεδημιουργηκέναι ἄγονον τὴν μήτραν, 1, 82, non
col. 923–924page 30 of 154
PG 84:923δεδίασι τὰ τολμώμενα, ΙΙΙ, 75: διὰ, δεδίξηται, δεδομένη βίβλος διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως Διά. δεδουλευκότας ειδώλοις, ΙΙ, 352 δεδυνάμεθα, ΙΙΙ, 840 δεδυνημένος, Ι, 917 δεδύνηνται, ΙΙΙ, δέδωκα βαθεῖαν την τομήν, ΙΙ, 540: ἐποιησάμην. 574, δέδωκε σημεία ἑαυτῷ, χιν. δεδω κάτι τὸν δεσμὸν, ἐπιθέντι. ΙΙΙ, 1259, δεδωκέναι αὐτῷ τρίχινον χιτῶνα, δεδωκότες γυμνῷ ἀέρι τὰ σώματα, 1060, δέδωκα βίβλον, δέεται, δεηθῆναι συμπλοκής ιδίας, 487, δεῖ, οὐκ ἀναγκαστικόν, ΙΙΙ, 236. δεῖγμα ἀσεβείας, 11, 455: όνομα ἀσεβ. 33. δείκηλον καὶ ἴνδαλμα, 743: τύπον. 766 δείχηλα, δείκνυμι. Ι, 619 δείκνυσι, 1394, δεικνύσεις, δείξεις. ΙΙ, 364, δεικνύντα τοῖς κλάδοις τὴν ἡδονὴν, 570, δεικνύντες αδολεσχίαν, 1202, δεικνύντες φοβερώτερον, ΙΙ, 1348, δεικνύουσι πλήρεις έξωθεν, δείκνυσι με εὐτελῆ, 200, δεικνύναι ἑαυτὸν ἀπερίτμητον, δεικνύτωσαν, 588 δεικνύσα, 998, δείκνυσι τὰ ἐν ᾅδου κολαστήρια, 1185, δεικνύντα κατηγορίαν, 41, ένα δέδειχεν ἡ ἔνωσις, 72, δείκνυσι ψάλ λουσά, δειλιάσας τὰς ἀπειλάς, ΙΙ, 77, πρός, διά. Ια ΙΙΙ, 677, δειλιῶμεν τοὺς κινδύνους. δείλιο:, 1, 970, 986: δειλοί. δειμαίνειν, δειμάμενος, ΙΙ, 1045 δείματος γέμοντας όρκους, ΙΙΙ, 1147. δεῖν. 6, ἐπὶ τὸ δεῖν ἀποφαίνειν ετράπετο, 7, τὸ δεῖν οἴεσθαι περιττόν οἶμαι, των χρῆναι λεγόντων ὀνομάζεσθαι δεῖν ὁ δεῖνα, τοῦ δεῖνος, Ι, 169, 181, 919, 1328; ΙΙ, 1132, 3, 209, 1079. τῷ δεῖνι, 93, 165, οἱ δεῖνες, Ι, δεῖνα δεῖξαι, ΙΙΙ, δειξαμένων, δείσας τὴν προδοσίαν, Ι, 438: διὰ τὴν πρ., δεῖται ἡ γνῶσις τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, 1016, δεῖται τῶν ἔργων ἡ πίστις. δεκτά 297. δεκτοί τῆς ἐκ. κλησίας, 111, 901: τῇ ἐκκλησία, δεκτικὸν κέρδος γένηται, ΙΙΙ, 111: δεκτόν, δελεάσασα, μή δελ. δελεάσματι δεξαμενή, δεξαμένη νόμον, Ι, 479: ἔχουσα. 1, 504, δεξι μένη τὸ πέρας. 713, δεξάμενοι προφή την, νομοθέτην, 779, δεξάμενοι δειλίαν, 1010, δεξάμενοι τὰς αἰτήσεις λαβόντες τὰ ᾐτημένα. 1, 1434, δεξα μένη τὴν ἀνάστασιν ἡμέρα, ΙΙ, 332, δεξάμενοι πλοῦτον· λαβόντες ΙΙ, δεξάμενοι τὸν θάνατον. ΙΙΙ, 31, οὐ δεξάμενοι, 261, δεξαμένων τὸν ἔλεγχον, δεν ξαμένους τὴν ἐπαγγελίαν τί ὤνησε; λαβόντας" ἐδέξαντο, ὤνησε. 935, δεξάμενος τὰς ψήφους" φυγὼν τὴν ἡγεμονίαν δεξάμενος τὴν ἱκετείαν ἀκούσας ἀναγνούς διέρρηξε. ΙΙΙ, 1111, δεξάμενον τὴν ἐνέργειαν, ενέργειαν δεξαμένους πάθη σωτήρια τόπους, δεξαμένη ενέργειαν δαίμονος, δέξασθαι, 1, 361, δεξάμενος, ἐδέξατο, τιμω ρίαν ἐδέξαντο. ΙΙΙ, 747, δέξασθαι παρ' ὑμῶν δεχθήσεσθαι. ΙΙΙ, 1178, ψηφίσασθαι τὸ μὴ δέξασθαι, (δέξασθαι λαβείν), δεξιά δεξώμεθα δουλεύειν, ΙΙΙ, 296, δέους καὶ φρίκους μεσταί, 676 δέρματα δεσμὰ Θεοῦ, θεῖα, ο θήρατρα, 671, δεσμὰ περιτιθέντες ταῖς θύραις, ιμάντας, δεσμὰ τῶν κυμάτων περιβάλλει τῷ πλοίῳ, ΙΙΙ, δεσμὸν ἐχε κλησίας, θεσμόν, 1048, 1078, δεσμά, ει δεσμόν, δεσμὰ ἱερωσύνης περιτέθεικα, δεσμὰ δεσμοῦ ἀκοινωνησίας. δεσμώτην παρέπεμψε 1453 δεσμωτηρίω παρέδωκε, 1, 578. δέσποτα, δέσποτα ἁγιώτατε, δεσποτεία. 1, 298, δεσποτείαν δεσποτείαν, μέχρι τοῦ ἔτους τῆς ἀφέσεως. ΙΙ, 1116, δεσποτείας τῆς σῆς ὄνομα ἐπικείμενον ἡμῖν δεσπότης. Δεσπότης Θεός. 1, 158, 142, 291, 319, 339: Χρι στός 511, Δεσπότης καὶ Κύριος· Κύριος. 1, 352, Δε σπότης Κύριος ἀπόγονον υἱὸν δεσπό της τοῦ προφήτου ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησ σους. ΙΙ, 402, δεσπότης οἰκουμένης, 641, δεσπότης σοφίας Θεὸς ὁ Λόγος, 1' ίμεν
creasse, sed impediendo conceptionem, sivisse ad
tempus sterilem esse. Concepit enim deinde Sara:
neque istud creatio fuit.
δεδίασι τὰ τολμώμενα, ΙΙΙ, 75: scil. διὰ, vel sign.
aversantur; horrenda illis videntur.
δεδίξηται, 1, 49, terreret; poet.
δεδομένη βίβλος διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως vid. Διά.
δεδουλευκότας ειδώλοις, ΙΙ, 352 init.
δεδυνάμεθα, ΙΙΙ, 840 extr.
δεδυνημένος, Ι, 917 init.
δεδύνηνται, ΙΙΙ, 10: et in se minus usitatum, et
hic pro praesenti.
δέδωκα βαθεῖαν την τομήν, ΙΙ, 540: pro έποιη
σάμην. Hebr. I, 574, δέδωκε σημεία ἑαυτῷ, constituit: ut antea Eliezer, Gen. χιν. III, 1079, δεδω
κάτι τὸν δεσμὸν, i. e. ἐπιθέντι. ΙΙΙ, 1259, δεδωκέναι
αὐτῷ τρίχινον χιτῶνα, docuisse, monuisse talem
ferre: exemplo monstrasse. III, 1984, δεδωκότες
γυμνῷ ἀέρι τὰ σώματα, exponentes. IV, 1060,
δέδωκα βίβλον, inscripsi, misi, dicavi.
δέεται, 1V, 808 extr. sine contractione.
δεηθῆναι συμπλοκής ιδίας, IV, 487, exspectare,
dum ad ipsos proprie et separatim veniamus refulandos.
δεῖ, οὐκ ἀναγκαστικόν, ΙΙΙ, 236.
δεῖγμα ἀσεβείας, 11, 455: legitur pro όνομα
ἀσεβ. n. 33.
δείκηλον καὶ ἴνδαλμα, IV, 743: τύπον. 1V, 766
jil., δείχηλα, imagines.
δείκνυμι. Ι, 619 med., δείκνυσι, reddit, facit. I,
1394, δεικνύσεις, pro δείξεις. ΙΙ, 364, δεικνύντα
τοῖς κλάδοις τὴν ἡδονὴν, exhibentes, præbentes. II,
570, δεικνύντες αδολεσχίαν, edentes, initantes. II,
1202, δεικνύντες φοβερώτερον, judicium facientes.
ΙΙ, 1348, δεικνύουσι πλήρεις έξωθεν, specien halent, ac si sint plene. 11' 1674, δείκνυσι με (Deum)
εὐτελῆ, facit, ut, qui nesciat, ne spernat: ita agitis, aesi sim vilis: ostendit, me videri vilem vobis. Hl,
200, δεικνύναι ἑαυτὸν ἀπερίτμητον, de circumseclo:
ellicere, ut videatur non fuisse circumsectus. III,
880, δεικνύτωσαν, scil. contraria corum sententie,
quæ tacent. Alias ille jubetur ostendere, qui non
habeat, quæ non habeat, auxilia causa suæ. IV,
588 init., δεικνύσα, cum acuto. IV, 998, δείκνυσι
τὰ ἐν ᾅδου κολαστήρια, de iis loquitur. IV, 1185,
δεικνύντα κατηγορίαν, continentia. V, 41, ένα δέδει
χεν ἡ ἔνωσις, fecit, produxit. V, 72, δείκνυσι ψάλλουσά, Psalmorum liber, scil. dogmata et precepta; canendo docet.
δειλιάσας τὰς ἀπειλάς, ΙΙ, 77, scil. πρός, διά.
Ια ΙΙΙ, 677, δειλιῶμεν τοὺς κινδύνους.
δείλιο:, 1, 970, 986: pro δειλοί.
δειμαίνειν, passive, timere, I, 671, 685, 972,
δειμάμενος, ΙΙ, 1045: pro activo.
δείματος γέμοντας όρκους, ΙΙΙ, 1147.
δεῖν. V, 6, ἐπὶ τὸ δεῖν ἀποφαίνειν ετράπετο, disputationem eo vertit, ut putaret, sibi demonstrandum. V, 7, τὸ δεῖν οἴεσθαι περιττόν οἶμαι, supervacuum puto, urgere necessitatem putandi. Ibid.,
των χρῆναι λεγόντων ὀνομάζεσθαι δεῖν· pleon.
ὁ δεῖνα, ΙV, 1276. Nominare non vult alium episcopum. τοῦ δεῖνος, Ι, 169, 181, 919, 1328; ΙΙ,
1132, IV, 3, 209, 1079. τῷ δεῖνι, III, 93, 165,
174, 528. οἱ δεῖνες, Ι, 1318. Alias δεῖνα est indeclinabile.
δεῖξαι, ΙΙΙ, 102, afferre, commemorare, eorum
exemplo uti. δειξαμένων, II, 566 extr.: pro activo.
δείσας τὴν προδοσίαν, Ι, 438 med.: pro διὰ τὴν
πρ., vel sign. poenam ejus.
δεῖται ἡ γνῶσις τῆς πρακτικῆς ἀρετῆς, ΙV, 1016,
non sufficit sine hac; accedere hæc debet et jungi,
si prodesse et Deo placere debet. Sic III, 647, δεῖται
τῶν ἔργων ἡ πίστις.
δεκτά expl. e Symmacho, I, 297. δεκτοί τῆς ἐκ.
κλησίας, 111, 901: pro τῇ ἐκκλησία, ut possent re
cipi denuo.
δεκτικὸν κέρδος γένηται, ΙΙΙ, 111: pro δεκτόν,
passive.
δελεάσασα, IV, 1257. μή δελ. nempe cum effectu,
ut caperetur.
δελεάσματι fraudem tegebant Ariani, verbis ad
orthodoxia speciem compositis, III, 1113.
δεξαμενή, canalis, I, 504: e Josepho.
δεξαμένη νόμον, Ι, 479: pro ἔχουσα. 1, 504, δεξι
μένη τὸ πέρας. finita. I, 713, δεξάμενοι προφή
την, νομοθέτην, de paganis: cum missus ad eos esset. i,
779, δεξάμενοι δειλίαν, habentes. I, 1010, δεξάμενοι
τὰς αἰτήσεις pro λαβόντες τὰ ᾐτημένα. 1, 1434, δεξα
μένη τὴν ἀνάστασιν ἡμέρα, qua factus est ille reditus.
ΙΙ, 332, δεξάμενοι πλοῦτον· pro λαβόντες· nondum
enim oblata erant beneficia. ΙΙ, 1014, δεξάμενοι
τὸν θάνατον. ΙΙΙ, 31, οὐ δεξάμενοι, quibus plane
data lex non sit. III, 261, δεξαμένων τὸν ἔλεγχον,
cum essent convicti: non sua sponte. III, 566, δεν
ξαμένους τὴν ἐπαγγελίαν τί ὤνησε; pro λαβόντας"
nam si ἐδέξαντο, cos ὤνησε. III, 935, δεξάμενος τὰς
ψήφους" et tamen sequitur, φυγὼν τὴν ἡγεμονίαν
sign. cum creatus esset. III, 1011, δεξάμενος τὴν
ἱκετείαν pro ἀκούσας vel ἀναγνούς sequitur enim
διέρρηξε. ΙΙΙ, 1111, δεξάμενον τὴν ἐνέργειαν, paruisse ejus efficientia; aut ενέργειαν aquæ tribues,
vin rursus erumpendi. III, 1166, δεξαμένους πάθη
σωτήρια τόπους, ubi mortuus Christus. III, 1210,
δεξαμένη ενέργειαν δαίμονος, invita quidem.
δέξασθαι, 1, 361, intelligere, p. seq. δεξάμενος,
ἐδέξατο, est, accepit, invitus quidem, ut 365, τιμωρίαν ἐδέξαντο. ΙΙΙ, 747, δέξασθαι παρ' ὑμῶν· pro
δεχθήσεσθαι. ΙΙΙ, 1178, ψηφίσασθαι τὸ μὴ δέξασθαι,
ut perinde gratum haberet, quod non tulisset, accepisset (δέξασθαι pro λαβείν), ac si vere accepisset,
quod petisset.
δεξιά animas vocabant Valentiniani, IV, 300.
δεξώμεθα δουλεύειν, ΙΙΙ, 296, ut vobis servi reddamur.
δέους καὶ φρίκους μεσταί, II, 676: active.
δέρματα non animalium modo, sed et arborum:
unde vestes primis hominibus, I, 53.
δεσμὰ Θεοῦ, θεῖα, 1, 386: sunt 1° impedimenta
a Deo objecta pravis consiliis, 2ο θήρατρα, quod
vide. II, 671, δεσμὰ περιτιθέντες ταῖς θύραις, aut
repagula sign. aut lora, ιμάντας, quos Homerus in
Odyssea in feris commemorat. II, 1464, δεσμὰ τῶν
κυμάτων περιβάλλει τῷ πλοίῳ, cursum ejus moraturus, donec redderet Jonam. ΙΙΙ, 874, δεσμὸν ἐχε
κλησίας, pro θεσμόν, legem. III, 1048, 1078, δεσμά,
ει δεσμόν, sacrorum usum prohibitum. III, 1237,
δεσμὰ ἱερωσύνης περιτέθεικα, denuntiavi, me sa
cris illos prohibiturum, ut propere abscessissent.
IV, 1075 et 1192, δεσμὰ vocat jussum imp. ut Cyro
se contineret. IV, 1319 et 1323, δεσμοῦ ἀκοινωνησίας.
δεσμώτην παρέπεμψε Jonam Deus, III, 1453:
ceti alvo clausum, coegit ire Niniven.
δεσμωτηρίω παρέδωκε, 1, 578.
δέσποτα, episcopo, IV, 1069, 1076, 1088, 1095,
1113, 1146, 1207, presbytero IV, 1196. δέσποτα
ἁγιώτατε, IV, 1355: episcopi Rulo episcopo.
δεσποτεία. 1, 298, δεσποτείαν Palæstinæ accepere
Judæi. II, 1057, δεσποτείαν, proprietatem; et mox,
usumfructum; quia addit, μέχρι τοῦ ἔτους τῆς
ἀφέσεως. ΙΙ, 1116, δεσποτείας τῆς σῆς ὄνομα ἐπικεί
μένον ἡμῖν· metonymice: quod tui servi vocamur:
relatum hoc ei, quod Deus est δεσπότης.
Δεσπότης Θεός. 1, 158, 142, 291, 319, 339: Χριστός 1, 89, 90, 115, 139, 1346, qui et simpliciter,
511, Δεσπότης καὶ Κύριος· vid. Κύριος. 1, 352, Δε
σπότης et Κύριος disting. elegantiæ et variandi causa, quia ἀπόγονον et υἱὸν distinguit. I, 579, δεσπό
της τοῦ προφήτου (Samuelis) ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησ
σους. ΙΙ, 402, δεσπότης οἰκουμένης, Christus. I,
641, δεσπότης σοφίας Θεὸς ὁ Λόγος, quia 1' ίμεν
col. 925–926page 31 of 154
PG 84:925ο δεσπότῃ μου, τοῦ δεσπότου μου. δέσποτα.) ΙΙΙ, 1218, δεσπότην κώμης κώμης. ΙΙΙ, 1925, δεν σπότην οὐκ εἶχεν ἡ κώμη· αὐτοὶ δὲ ἦσαν δεσπόται καὶ γεωργοί δεσπότῃ μου, δεσπότη μου, δεσποτικός, 1, 244, (ΙΙ, 1991,) δεσποτικὸν αἷμα. 1, 588, δεσποτικοῦ σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνουσι, 969, δεσποτικαὶ ἐπισ βουλαί, 990, δεσποτικός τάφος, δεσποτικός θάνατος, ΙΙΙ. 281, δεσποτικὴ ἡμέρα, 558, δε σποτικῆς διδασκαλίας δεσποτικῇ διδα σκαλία, δεσποτικὸν πά θος. ΙΙΙ, 668, δεσποτικοῖς ὅροις, 1244, δεσποτικῆς παροινίας δεσποτικὸν μυστήριον μυστ. δεσποτικῶς εἰπεῖν, ΙΙ, δεσποτικῶς πραγματεύεται δεύτερος νόμος, δεύτερος φύλαρχος • φύλαρχος. δευτέρους ἄρχοντας, Ι, 1580, δευτερώσεις, ΙΙ, δευτέρωσιν, δέχεσθαι, Ι, 17, 174 λαμβάνειν. δεχομένη πανωλεθρίαν, 1, 687, δέχεται γράμματα ή στήλη, 1, 1527, δέχεται, 274, δέχεται ἡ ὀσφὺς τὴν ζώνην, δεχό μενοι, δεχό μενοι ονείδη, 56, δέχεται τὸν ὄρον, δεχόμενοι όνησιν, ἔχοντες. ΙΙΙ, 679, δεχόμενοι τὰ Εὐαγγέλια, ἐδέχοντο. 1130, δεχόμενα τῇ φύσει τῆς σαρκὸς,: ἃ ἡ φύσις τ. σ. δέχεται: εχόμενα, φύσει, ταπεινότερον τῇ φύσει, ἐχόμενα τῆς σαρκὸς, δέων, Ι, δέον, δηλάτωρ, δῆλος. 1, 400, δήλους, τὰ διὰ τοῦ Εφουδ σημαινόμενα. Ι. 1546, δήλην πεποίηκα δηλοῦν. Ι, 667, δηλοῦται τὸ κόψει, συντριβήναι, ί. ε. ἑρμηνεύεται δηλοῖ ἡ ἀνάβασις τὴν κατάβασιν, δηλοῖ τὸ ὄρος, δήλωσις, 1, 167. δηλωτικόν, 1, 182, 184, δημαγωγία, δημαγωγός δημαγωγός βασι λεύς. 11, 1001, δημαγωγών. δημεύσεις, δημοσιεύσεις), δήμου ταμιείοις βασιλείοις. Δήμητρα τὴν πεδινὴν γῆν.) δήμιοι, ΙΙΙ, δημιουργεῖν, ποιεῖν, 1, 17. δημιουργεῖσθαι ψυχάς. 117, δημιουργηθέντα άρ τον. 878, δημιουργοῦσα πηλῷ ὀφθαλμούς, δημιουργία, δημ., δημιουργία καινή, οίκονομίαν. 576, δημ., δημιουργικῶς, ἐκ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ δημιουργός παρρησίας ζωή Εννομος, Ι, 1449. δη μιουργοί τῆς προαιρέσεως, ΙΙ, 449, 1115, δημιουργὸς βλασφημίας. 559, 567, δημιουργός τοπάνων. 435, δημιουργὸν τὸν δίκαιον Θεόν. 1548, δη μιουργός καρπῶν, δημοθοινίας, δῆμος ψυχῶν, δῆμοι ἀγγέλων, Ι, 9, 1461, 1527; ΙΙ, 335; 9, ΓΙΝΟΥ. δήμοι τῶν ἀοράτων, ΙΙΙ, 405. δήμοι μαρτύρων, Ι, ΙΙΙ, δήμους φυλαί, δήμους, ΠΠΟΥΣ, πατριάς. Δημοσθένης ἀγράμματος, ΙΙΙ, 982. δημοσιεύειν, δημοσιεύσεις· δημεύσεις. δημοσίων δρόμος, 867: ἵππων, οχημά των, δημοτικά τάγματα, δήσας ὁδοῦσι καὶ ὄνυξι τὸ θηρίον, 558, διά. δι' ἀμάξης πριονι πρίονι. (διὰ έν.) δι᾿ ἀνθρώπου· παρὰ ἀνθρ. δι' ἧς προσηγορίας προσηγ. δι' οὗ ἐξ οὗ διὰ πίστεως ἡ τῆς χάριτος δόσις· χάριτος. Ι, 102, διὰ τῶν πυρῶν προσκύνησις, διὰ διὰ μεταμελείας λά ῃ τὴν ἄφεσιν. 1, 307, διὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν βρεφῶν της διά, 474, δι' αὐτὸν οἰκοδομήσειν ναόν δι' αὐτοῦ. 1, 500, δι' αὐτὴν γέγονε τελευτή, 560, διὰ Φαραώ, διὰ Ναβουχοδονόσορ 950, διὰ τῆς ἐπιγραφῆς ἔχει τὴν ἔννοιαν, 973, διὰ τῆς μετανοίας προσφέρειν διὰ καθαρά τητος καὶ πίστεως, καὶ διὰ τὴν ἀγάπησιν ἀπολαβεῖν 1054, διὰ τριῶν ἡμερῶν ἀναστῆναι, 1172, δι' ἐκείνου (τοῦ ἱλαστηρίου) ἐπιφάνεια θεία ἐγένετο, ἐπ' ἐκείνῳ. Ι, 1577, διά πάντων πλέκειν ὑμνῳδίαν, 20, διὰ πλάτους, 79, διὰ μόνον τὸ κτιστὸν νῷ καὶ αὐτὴν τὴν ἀγγελικὴν φύσιν παρ έβην. διά διέβην παρέβην, ὑπερέβην, μόνον κτιστὸν μόνον, νῷ, μόνον πᾶν διὰ τῶν ὀφθαλμῶν θαυμάζει τὸ ὀπτικὸν, 215, διὰ τῆς βασιλείας ἀνω έστρεψεν 295. διὰ τοὺς Ασσυρίους κατέλυσε 11, 572, διὰ τοῦ παρακληθείς, ΙΙ, 137, δι' ενός"
habet, 2ο donat, quibus vult. III, 751, δεσπότῃ
μου, ad episcopum scribitur ab episcopo; et in epistola, τοῦ δεσπότου μου. (Vid. et δέσποτα.) ΙΙΙ,
1218, δεσπότην κώμης vid. κώμης. ΙΙΙ, 1925, δεν
σπότην οὐκ εἶχεν ἡ κώμη· αὐτοὶ δὲ ἦσαν δεσπόται
καὶ γεωργοί· quasi in municipio. IV, 280: Sporacum ita vocat, virum in aula et imperio conspicuum. IV, 1146, δεσπότῃ μου, dommo episc. IV,
1981, δεσπότη μου, Joannes Antiochenus Nestorio.
δεσποτικός, 1, 244, (ΙΙ, 1991,) δεσποτικὸν αἷμα.
1, 588, δεσποτικοῦ σώματος καὶ αἵματος μεταλαμβάνουσι, ccna S. utuntur. I, 969, δεσποτικαὶ ἐπισ
βουλαί, Christo facta. I, 990, δεσποτικός τάφος,
Christi. III, 61 et 405, δεσποτικός θάνατος, Christi.
ΙΙΙ. 281, δεσποτικὴ ἡμέρα, dominica. III, 558, δε
σποτικῆς διδασκαλίας· ut a Christi ipsius in terris
versantis ore doceretur. III, 556, δεσποτικῇ διδασκαλία, ut Christus ipse explicat vaticinium; distingu. a Pauli, auctoritate. III, 648, δεσποτικὸν πάθος. ΙΙΙ, 668, δεσποτικοῖς ὅροις, Christi præceptis.
1V, 1244, δεσποτικῆς παροινίας· quam Christus expertus est. δεσποτικὸν μυστήριον vid, μυστ.
δεσποτικῶς εἰπεῖν, ΙΙ, 671, ut Christi verbis utar.
δεσποτικῶς πραγματεύεται salutem hominum Christus, III, 593.
δεύτερος νόμος, 1. 257, lex nova, discreta a priori,
qua argumentum. δεύτερος φύλαρχος • vid. φύλαρχος. δευτέρους ἄρχοντας, Ι, 1580, post reges.
δευτερώσεις, ΙΙ, 180, traditiones Judaicas, quas
pro altera lege haberent; unde Mischna dicuntur.
Sic III, 640, δευτέρωσιν, Judæorum interpretationem legis.
δέχεσθαι, Ι, 17, 174 (et sæpius) pro λαμβάνειν.
I, 55, accipere, subire invitum. I, 537, δεχομένη
πανωλεθρίαν, peritura funditus, passura interitum.
1, 687, δέχεται γράμματα ή στήλη, ei inscribuntur
littere. 1, 1527, δέχεται, probat. II, 274, δέχεται ἡ
ὀσφὺς τὴν ζώνην, ei solet circumponi. II, 586, δεχό
μενοι, habentes, ut mittatur ad eus. II, 1598, δεχόμενοι ονείδη, audientes. III, 56, δέχεται τὸν ὄρον,
subit, invitus, coactus. III, 259, δεχόμενοι όνησιν,
i. e. ἔχοντες. ΙΙΙ, 679, δεχόμενοι τὰ Εὐαγγέλια, Judaei, audientes, cum illis proponerentur; nil enim
minus, quam ἐδέχοντο. V, 1130, δεχόμενα τῇ φύσει
τῆς σαρκὸς, passive accipiendum: ἃ ἡ φύσις τ. σ.
δέχεται: aut legendum εχόμενα, ut comma sit post
φύσει, jungaturque, ταπεινότερον τῇ φύσει, ἐχόμενα
τῆς σαρκὸς, quæ referuntur ad corpus, vel humanitatem, ei adhærent.
δέων, Ι, 70, lin. 4: vitiose pro δέον, cum opor
teret.
δηλάτωρ, ΙV, 1105: Latinum, delator.
δῆλος. 1, 400, δήλους, τὰ διὰ τοῦ Εφουδ σημαινό
μενα. Ι. 1546, δήλην πεποίηκα: Deo, per preces.
δηλοῦν. Ι, 667, δηλοῦται τὸ κόψει, συντριβήναι, ί.
ε. ἑρμηνεύεται• aut medium pro activo. I, 1065,
δηλοῖ ἡ ἀνάβασις τὴν κατάβασιν, ponit, antecessisse
ostendit. II, 1578, δηλοῖ τὸ ὄρος, intelligit, nomi
nat.
δήλωσις, quid, 1, 167.
δηλωτικόν, 1, 182, 184, imago.
δημαγωγία, 1, 274, 521, cum judices regerent
Judæos, democratia fere tum utentes, et ad tempus.
δημαγωγός propheta, I, 368: vice Dei, sine regibus. II, 516, 999, δημαγωγός Serubabel, non βασιλεύς. Sic 11, 1001, Serubabel δημαγωγών.
δημεύσεις, 1, 1983, bonorum publicationes, confiscationes. Sic III, 1028 (ubi n. 9, δημοσιεύσεις),
et p. 925. Olim δήμου ærarium erat, tunc principis,
fisco confusum, etsi diversum; unde mox ταμιείοις
βασιλείοις.
Δήμητρα cur dixerint veteres, IV, 771. (Ibid. τὴν
πεδινὴν γῆν.)
δήμιοι, ΙΙΙ, 730, milites Romani, qui Christum in
crucem egerunt.
δημιουργεῖν, idem quod ποιεῖν, ercare, 1, 17.
Quaest. 14, videtur distinguere, quasi illud ex materia sit parata, sed statim commutat. II, 1651,
δημιουργεῖσθαι ψυχάς. V. 117, δημιουργηθέντα άρ
τον. IV, 878, δημιουργοῦσα πηλῷ ὀφθαλμούς, divina
Christi natura, cæco nato.
δημιουργία, effectio, alia Dei, alia hominis, I, 26;
II, 328, δημ., rerum (ipsarum creatarum. IV, 392,
δημιουργία καινή, per Christi οίκονομίαν. IV, 576,
δημ., procreatio e matrimonio.
δημιουργικῶς, ἐκ τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ (Dei, non
ergo ex ipso, aut ovolą ejus), sunt res creatæ, V,
δημιουργός παρρησίας ζωή Εννομος, Ι, 1449. δη
μιουργοί τῆς προαιρέσεως, ΙΙ, 449, quia opp. Deo,
naturæ auctori. III, 1115, δημιουργὸς βλασφημίας.
IV, 559, 567, δημιουργός τοπάνων. IV, 435, δημιουρ
γὸν Marcion vocal τὸν δίκαιον Θεόν. IV, 1548, δη
μιουργός καρπῶν, concordia, datrix bonorum.
δημοθοινίας, IV, 923: in memoriam martyrum.
δῆμος ψυχῶν, IV, 412: jam creatarum simul.
δῆμοι ἀγγέλων, Ι, 9, 1461, 1527; ΙΙ, 335; III, 9,
480; 1V, 20: ob varios ordines, aut ex llebr. ΓΙΝΟΥ.
δήμοι τῶν ἀοράτων, ΙΙΙ, 405. δήμοι μαρτύρων, Ι,
1571, ΙΙΙ, 1315. δήμους Judæorum, I, 288 expli
cat e Jos. 7, 14, 17. Sunt 1° φυλαί, hæ 2 dividuntur in δήμους, ΠΠΟΥΣ, gentes, hæ 3° in familias,
πατριάς.
Δημοσθένης ἀγράμματος, ΙΙΙ, 982.
δημοσιεύειν, fateri, indicare, vulgare, I, 1114;
II, 143; IV, 355. Eodem modo abutitur hoc vocabulo, quo Latino publicandi abutuntur.
δημοσιεύσεις· vid. δημεύσεις.
δημοσίων δρόμος, III, 867: scil. ἵππων, οχημά
των, cursus publicus.
δημοτικά τάγματα, V, 100, populi, cum in sacris,
tum domi.
δήσας ὁδοῦσι καὶ ὄνυξι τὸ θηρίον, IV, 558, canis,
tenens, firmiter destituens.
διά. δι' ἀμάξης πριονι vid. πρίονι. (διὰ pro έν.)
δι᾿ ἀνθρώπου· vid. παρὰ ἀνθρ. δι' ἧς προσηγορίας -
vid. προσηγ. δι' οὗ vid. ἐξ οὗ διὰ πίστεως ἡ τῆς
χάριτος δόσις· vid. χάριτος. Ι, 102, διὰ τῶν πυρῶν
προσκύνησις, aut pro διὰ cum accusativo, aut, occasione frugum effecta. I, 224, διὰ μεταμελείας λά
6ῃ τὴν ἄφεσιν. 1, 307, διὰ τὴν ἀναίρεσιν τῶν βρεφῶν·
notabili usu της διά, negative, ne illos occiderent
circumsectione. I, 474, δι' αὐτὸν οἰκοδομήσειν ναόν
pro δι' αὐτοῦ. 1, 500, δι' αὐτὴν γέγονε τελευτή, ad
ejus utilitatem. I, 560, διὰ Φαραώ, διὰ Ναβουχοδονόσορ futura ostendit Deus, i. e. illis: etsi et aliis
deinde narrarunt. I, 950, διὰ τῆς ἐπιγραφῆς ἔχει
τὴν ἔννοιαν, i. e. titulo duce videmus, hanc ejus
esse sententiam. I, 973, διὰ τῆς μετανοίας προσφέ
ρειν (preces), cum poenitentia. I, 1018, διὰ καθαρά
τητος καὶ πίστεως, καὶ διὰ τὴν ἀγάπησιν ἀπολα
βεῖν· aut in priori genit. pro accus. aut contra in
altero: etsi utrumque habet suum sensum, temporum
usui aptum. I, 1054, διὰ τριῶν ἡμερῶν ἀναστῆναι,
post tres dies. I, 1172, δι' ἐκείνου (τοῦ ἱλαστηρίου)
ἐπιφάνεια θεία ἐγένετο, i. e. ἐπ' ἐκείνῳ. Ι, 1577, διά
πάντων πλέκειν ὑμνῳδίαν, ex omnibus petita mate
ria. II, 20, διὰ πλάτους, pluribus. II, 79, διὰ μόνον
τὸ κτιστὸν νῷ καὶ αὐτὴν τὴν ἀγγελικὴν φύσιν παρ
έβην. (Obscuriora verba, ac pene nugatoria. διά accusativum habet pro genitivo, et διέβην est pro
παρέβην, ὑπερέβην, μόνον redundat plane, aut jungendum κτιστὸν μόνον, quod creatum modo nonnisi
creatum esset: ut sensus sit: per res creatas ordine
ad angelus veni, ab his ad Christum, idque νῷ,
cogitando, contemplando. Corrupta forte verba:
nec cod. habet vo, quod tamen nil juvat. μόνον
rectius abesset, πᾶν aptius foret. II, 117, διὰ τῶν
ὀφθαλμῶν θαυμάζει τὸ ὀπτικὸν, dum oculos laudat,
mentem intelligit. II, 215, διὰ τῆς βασιλείας ἀνω
έστρεψεν pro accusativo, ut fieret imperator. ll,
295. διὰ τοὺς Ασσυρίους κατέλυσε pro genitivo.
11, 572, διὰ τοῦ παρακληθείς, a tc. ΙΙ, 137, δι' ενός"
col. 927–928page 32 of 154
PG 84:927ένα, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δεδομένη. βίβλος προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ. διὰ δεδομένη Ν. Τ. ἡ Παλαιά Διαθήκη τὸ τέλος ἐδέξατο.) ΙΙ, 649. δι' αὐτὴν παριόντας. δι' αὐτῆς. διὰ κατά, παρά. 11, 668, διὰ τὴν αὐτοῦ χά ριν τῇ αὐτοῦ χάριτι. ΙΙ, 681, δι' υδάτων τῆς σωτηρίας τετύχηκεν, 1° δι' ύδατος, 755, δι' ἀκολασίαν δεχόμενος τὴν θεραπείαν· δι' ἀκολασίας. ΙΙ, 760, διὰ πλατύ. τέρων εἰρηκώς. ΙΙ, 828, διὰ τὸν νόμον ποδηγεῖσθαι τοῦ νόμου. ΙΙ, 847, διὰ μαντείαν ἐφόδους ποιούμενοι· 1° διὰ μαντείας· 2· διὰ σύν. μαντείαν δι' αὐτοῦ συγχωροῦντος • διά. ΙΙ, 1017, διὰ τῆς προνοίας δέξη μαι προσκύνησιν· διὰ τὴν πρόνοιαν. ΙΙ, 1167, διὰ τὸν θεῖον ὅρον· ΙΙ, 1207, δι' ἐκεί νων πάντας, 1461, δι' ἀνθρωπείας φύσεως ἐπιφαίνεσθαι τοῖς ἀνθρώποις 1670, διὰ ταύτην (παρουσίαν διὰ ταύτης. ΙΙ, 1678, διὰ τοῦ Λευῒ μέμνηται τοῦ ᾿Ααρών, ΙΙΙ, 76, διὰ τῆς χρήσεως νοήσωμεν· κατὰ τὴν χρῆσιν. νοήσομεν, διὰ ῾Ρωμαίων πᾶσιν ἀνθρώποις τὴν ὠφέλειαν προσο ήγαγεν, διὰ τὸ πληροῦν· ὥστε, εἰς τό. ΙΙΙ, 461, διὰ γλώσσης δεχόμενος, δι' οὗ, ἐπὶ τοῦ Πατρὸς τέθεικεν 429, διὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ καὶ αἵματος κοινωνεῖν τῷ Κυρίῳ. ΙΙΙ, διὰ 384, δι' ἐμοῦ τὸν Χριστὸν θεραπεύεσθαι, διὰ ΙΙΙ, 408, διὰ τῆς ὁρωμένης φύσεως τὴν ἀόρατον προσκυνεῖσθαι θεότητα. ΙΙΙ, 421, διὰ πίστεως καὶ ἀγάπης δυνατὸν ἡμᾶς θείας χάριτος ἀπολαῦσαι, τὴν χάριν εφέλ χωνται, 432, διὰ πάντα θερα πεύειν τὸν Δεσπότην διὰ πάντων. ΙΙΙ, 461, διὰ τῆς περιτομῆς σεμνύνεσθαι. διὰ τὴν περιτομήν, νεὶ ἐπὶ τῇ περιτομῇ. ΙΙΙ, 465, διὰ τὰ κρείττονα και ταφρονῶ τῶν μειόνων, 10, Ένεκεν. ΙΙΙ, 468, διὰ τὴν θείαν χάριν, διὰ τῆς χάριτος. ΙΙ, 473, διά, την πρόθεσιν, ἐπὶ τοῦ Πατρὸς τέθεικεν. ΙΙΙ, 479, διὰ τὴν αὐτοῦ σοφίαν καὶ δύναμιν Έστηκε· 514, διά, πρόθεσιν, οὐ τέ θειχε, διὰ ὑπουργόν. 111, 522, διὰ πάντα δεδήλωκεν πάντων. 626, δι' ἐκείνων (χαρισμάτων) δέδωκεν (Θεός) ἡμῖν τὸ τῆς υἱοθεσίας ἀξίωμα, 111, 689, διὰ τοῦ κηρύγματος άλη θεία, κηρυχθείσῃ, ἐν τῷ κηρύγματι οὔσῃ. ΙΙΙ, δι' αὐτοῦ πάντα, ΙΙΙ, 873, διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκήρυξαν οἱ ἀπόστολοι ἐν αὐτῷ, 16, ἡ πίστις ἡ δι' αὐτοῦ. διὰ, διὰ, πρόθεσιν, δι' ἐπινοίας προσβολαῖς: μετά. ΙΙΙ, 1028, διά μυ ρίων επανήκασι θλίψεων, δι' αὐτοῦ, ΙΙΙ, διὰ τοῦ λαοῦ τὴν ζωὴν ἀφηρέθη, διὰ τριῶν καὶ τεττάρων ἡμερῶν δι᾿ ἑπτὰ ἡμερῶν τὸ σῶμα διέτρεφεν, 26, διὰ τῆς ἐναλλαγῆς πιστεύειν διὰ τὴν ἐναλλαγήν. 293, διὰ τὴν βλάβην οὐκ ἐντέθεικα, διὰ τῆς Ἐκκλησίας διὰ ταύτην ἀναπαύεται ταύτης, 614, δι᾿ ὅν οὐκ ἐπέλειπε τὸ γένος δε οὗ. 656, διὰ τούτου ἀνακηρύττεσθαι· τοῦτον, 1064, διὰ τῶν μαστίγων, καθώ ώπλισε τὰς χεῖρας διὰ τὴν θείαν χάριν 1161, 1164, 1191.) 1145, 1144, διὰ τὴν χάριν Θεοῦ 1163, διὰ τῶν ἐπισκόπων προσφθέγγομαι, 1169, γράφω. 989, διὰ τὴν ψυχήν, διὰ τὸ σῶμα· κατά ἐν ᾅδου, 1016, δι' οὗ, ταυτόν ἐστι τῷ, ἐξ ού. διὰ τοῦ Πατρὸς, διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκχυθεν, 1067, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, 1088, διά γυναικός κατά πνεῦμα, ἐκ γυναικὸς κατὰ σάρκα· ἐχ. διὰ ἕνωσιν τοῦ Λόγου, Δία (τὸν), τὸ διὰ πάντων χωροῦν πνεῦμα, 771. διαβάθρα τῆς ἐπανόδου, διαβαλλομένων (τῶν ἐστὶν, ΙΙ, 106, διαβάντες, διαβατικώτερος νους, 91, διαβεβλήσεται ἡ ἀνάληψις, Ν, 55, διαβήματα, τῆς πράξεως τὴν ὁρμήν, 1, 696. διαβήσομαι, ΙΙΙ, 1270: μεταβήσομαι. διαβλύζουσι πηγαί, 1089. διαβολαὶ κατὰ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 729, διάβολος ει δαίμονες 144, διάβολος, καὶ οἱ τούτου διάκονοι δαί μονες. 1, 1392, διάβολον καὶ τοὺς ὑπ' ἐκείνῳ δαίμονας. 406, διάβολος, καὶ δαιμόνων στίφος, 407. διαγνώναι, διαγνώσεως ἡμέρα, ΙΙ, 78, 1255, διαγράφει τὴν ἁμαρτίαν ὁ λογισμὸς, 1250, διαγωγὴ τῆς πατρίδος, Ι, 1030: ἐν τῇ πατρίδι. διαδήματος βασιλικού, ΙΙ, 772, διαδικασία, διαδοχή. ΙΙ, 805, ἐκ διαδοχῆς τῶν βασιλέων προς πάτορας έχων, διάδοχος ἀποστόλων, ὁ διάδοχος, διαδιδράσκοντες τοὺς ἱδρῶτας, διαδραμών. ΙΙ, 80, διαδραμοῦσαι παραδρ., 675, διαδραμόντος χρόνου ὀλίγου. ΙΙ, 976, διαδραμόντων ἐτῶν ἐξ καὶ τετράκοντα. διαθεῖναι. ΙΙΙ, 26, ἃ οὐδεὶς διαθεἶναι αὐτοὺς ἐπει ράθη, διάθεσις. ΙΙ, 546, διαθέσει, διά θεσιν ΙΙ, 1672; 111, 458, 459, 689.) 11, 1156, διάθεσιν καὶ φίλτρον ἔλαβον 1450, διάθεσις περὶ τὸν Θεόν, 11, 1629, διάθεσιν περὶ ἀλήθειαν, 111, 65, διάθεσις τῆς γνώσεως περὶ τὰ ἀγαθὰ, με περὶ εἰς γνῶ σιν, γνώμη, 96, διάθεσιν περὶ αὐτὸν, 190, περί αυτούς. ΙΙΙ, 297, διάθεσιν θερμήν, 524, διαθέσεως εἰλικρινούς, 773, διαθέσεως ὑμετέρας όψιν,; διάθε
pro ένα, ut cod. habet n. 5, et nexus docet. II, 641,
διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δεδομένη.
(Præcedit βίβλος προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ. Αut διὰ
est pro post, aut δεδομένη fundatum, occasionem,
materiam nactum, promulgatum. Notat enim Ν. Τ.
quia sequitur: ἡ Παλαιά Διαθήκη τὸ τέλος ἐδέξατο.)
ΙΙ, 649. δι' αὐτὴν παριόντας. Cod. δι' αὐτῆς. διὰ est
pro κατά, vel παρά. 11, 668, διὰ τὴν αὐτοῦ χά
ριν pro genitivo, vel τῇ αὐτοῦ χάριτι. ΙΙ, 681, δι'
υδάτων τῆς σωτηρίας τετύχηκεν, Moses; 1° ex
aquis servatus, 2° ea occasione ad dignitatem provectus, 3° quia illud factum facit typum baptismi. (Eodem consilio Petrus I Ep., 111, 20, servatos in diluvio dicit δι' ύδατος, ex aqua, in aqua baptismi typo.) II, 755, δι' ἀκολασίαν δεχόμενος τὴν
θεραπείαν· pro δι' ἀκολασίας. ΙΙ, 760, διὰ πλατύ.
τέρων εἰρηκώς. ΙΙ, 828, διὰ τὸν νόμον ποδηγεῖσθαι·
pro τοῦ νόμου. ΙΙ, 847, διὰ μαντείαν ἐφόδους ποιούμενοι· 1° pro διὰ μαντείας· 2· διὰ pro σύν. Neque
enim per μαντείαν invadebant; sed ea utebantur
ante expeditionem. II, 1011, δι' αὐτοῦ συγχωρούν
τος • redundat διά. ΙΙ, 1017, διὰ τῆς προνοίας δέξη -
μαι προσκύνησιν· pro διὰ τὴν πρόνοιαν. ΙΙ, 1167,
διὰ τὸν θεῖον ὅρον· pro genitivo. ΙΙ, 1207, δι' ἐκεί
νων πάντας, monet Paulus, in illis, cum illos mo
net. II, 1461, δι' ἀνθρωπείας φύσεως ἐπιφαίνεσθαι
τοῖς ἀνθρώποις Christus dicitur. II, 1670, διὰ ταύτην
(παρουσίαν Christi) salutem accepimus: pro διὰ
ταύτης. ΙΙ, 1678, διὰ τοῦ Λευῒ μέμνηται τοῦ ᾿Ααρών,
illo commemorando hujus notionem vult excitari.
ΙΙΙ, 76, διὰ τῆς χρήσεως νοήσωμεν· pro κατὰ τὴν
χρῆσιν. Si esset νοήσομεν, proprie foret per. III, 128,
διὰ ῾Ρωμαίων πᾶσιν ἀνθρώποις τὴν ὠφέλειαν προσο
ήγαγεν, ad Romanos scribendo. III, 137, διὰ τὸ
πληροῦν· pro ὥστε, εἰς τό. ΙΙΙ, 461, διὰ γλώσσης
δεχόμενος, dictante Paulo excipiens. III, 165, 167,
δι' οὗ, ἐπὶ τοῦ Πατρὸς τέθεικεν (contra Arianos). III,
429, διὰ τοῦ σώματος αὐτοῦ καὶ αἵματος κοινωνεῖν
τῷ Κυρίῳ. ΙΙΙ, 560, διὰ et de Patre et de Filio. III,
384, δι' ἐμοῦ τὸν Χριστὸν θεραπεύεσθαι, si me coleretis. III, 402, διὰ de Deo Patre adhibitum monetur.
ΙΙΙ, 408, διὰ τῆς ὁρωμένης φύσεως (Christi) τὴν
ἀόρατον προσκυνεῖσθαι θεότητα. ΙΙΙ, 421, διὰ πίστεως
καὶ ἀγάπης δυνατὸν ἡμᾶς θείας χάριτος ἀπολαῦσαι,
quasi fides et amor precedant τὴν χάριν et εφέλ
χωνται, ut alibi loquitur. III, 432, διὰ πάντα θερα
πεύειν τὸν Δεσπότην pro διὰ πάντων. ΙΙΙ, 461, διὰ
τῆς περιτομῆς σεμνύνεσθαι. pro διὰ τὴν περιτομήν,
νεὶ ἐπὶ τῇ περιτομῇ. ΙΙΙ, 465, διὰ τὰ κρείττονα και
ταφρονῶ τῶν μειόνων, præ his; ut I Cor. nt, 10,
Ένεκεν. ΙΙΙ, 468, διὰ τὴν θείαν χάριν, pro διὰ τῆς
χάριτος. ΙΙ, 473, διά, την πρόθεσιν, ἐπὶ τοῦ Πατρὸς
τέθεικεν. ΙΙΙ, 479, διὰ τὴν αὐτοῦ σοφίαν καὶ δύναμιν
Έστηκε· pro genitivo. III, 514, διά, πρόθεσιν, οὐ τέ
θειχε, de Filio. III, 515, διὰ non significat ὑπουργόν.
111, 522, διὰ πάντα δεδήλωκεν pro πάντων. III, 626,
δι' ἐκείνων (χαρισμάτων) δέδωκεν (Θεός) ἡμῖν τὸ τῆς
υἱοθεσίας ἀξίωμα, illis repletos, fecit habiles juri et
nomini iliorum. 111, 689, διὰ τοῦ κηρύγματος άληθεία, scil. κηρυχθείσῃ, vel ἐν τῷ κηρύγματι οὔσῃ.
ΙΙΙ, 755, δι' αὐτοῦ πάντα, Filio relinquunt Ariani.
ΙΙΙ, 873, διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκήρυξαν οἱ ἀπόστολοι
fidem, pro ἐν αὐτῷ, ut Act. ut, 16, ἡ πίστις ἡ δι'
αὐτοῦ. Forte tamen insitum διὰ, aut notat, jussu et
auctoritate Jesu Christi. III, 888, διὰ, πρόθεσιν,
doxologia Filii præponebant Ariani. III, 994, δι'
ἐπινοίας προσβολαῖς: pro μετά. ΙΙΙ, 1028, διά μυ
ρίων επανήκασι θλίψεων, post multas calamitates.
11, 1069, δι' αὐτοῦ, ab illo (tit. cap. 29). ΙΙΙ, 1135,
διὰ τοῦ λαοῦ τὴν ζωὴν ἀφηρέθη, precante populo,
exaudiente et annuente Deo, mortuus. III, 1153,
διὰ τριῶν καὶ τεττάρων ἡμερῶν cibum cepit; tertio
quoque vel quarto die. III, 1240, δι᾿ ἑπτὰ ἡμερῶν
τὸ σῶμα διέτρεφεν, septimo quoque die cibum cepit.
IV, 26, διὰ τῆς ἐναλλαγῆς πιστεύειν pro διὰ τὴν
ἐναλλαγήν. IV, 293, διὰ τὴν βλάβην οὐκ ἐντέθεικα,
æe damnum inde caperent; ad vitandum damnum.
'
ΙV, 548, διὰ τῆς Ἐκκλησίας vaticinia eventum habuerunt; i. e. in Ecclesia, qua Ecclesiam. IV, 495,
διὰ ταύτην ἀναπαύεται pro ταύτης, ejus ope, beneficio. IV, 614, δι᾿ ὅν οὐκ ἐπέλειπε τὸ γένος pro δε
οὗ. ΙV, 656, διὰ τούτου ἀνακηρύττεσθαι· pro τοῦτον,
ob certamen. IV, 1064, διὰ τῶν μαστίγων, rel. καθώ
ώπλισε τὰς χεῖρας pro dativo simplici. IV, 1082,
διὰ τὴν θείαν χάριν pro genitivo. (Sic IV, 1161,
1164, 1191.) IV, 1145, 1144, διὰ τὴν χάριν Θεοῦ·
pro genit. IV, 1163, διὰ τῶν ἐπισκόπων προσφθέγγο
μαι, litteras per eos mitto; illi perferunt, reddent.
Sic 1169, γράφω. V, 989, διὰ τὴν ψυχήν, διὰ τὸ
σῶμα· pro κατά· quia ob utrumque, per utrumque,
fieri poterat, ut qua animam esset ἐν ᾅδου, qua corpus in sepulcro. V, 1016, δι' οὗ, ταυτόν ἐστι τῷ, ἐξ
ού. V, 1038, διὰ τοῦ Πατρὸς, inferiorem non reddit
Patrem. Ibid. διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκχυθεν,
Spir. S. V, 1067, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐκ τοῦ Θεοῦ, distinguit
Macedonianus. V, 1088, διά γυναικός κατά πνεῦμα,
ἐκ γυναικὸς κατὰ σάρκα natus Christus· ἐχ. massam
corporis humani notat; διὰ ἕνωσιν τοῦ Λόγου, in
utero Mariæ factam, postquam Deus homo inde
progressus.
Δία (τὸν), τὸ διὰ πάντων χωροῦν πνεῦμα, IV, 771.
διαβάθρα τῆς ἐπανόδου, naves, quibus ad reditum
uti potuisset, III, 942.
διαβαλλομένων (τῶν ἐστὶν, ΙΙ, 106, male audit,
in tristibus ponitur.
διαβάντες, 11, 876, famem, pestem: qui evasissent.
διαβατικώτερος νους, V, 91, majori vi ad penetranda secreta.
διαβεβλήσεται ἡ ἀνάληψις, Ν, 55, ab ipsis, qui
eam inferunt; i. e. ita eam describent, ut se ipsa
evertat.
διαβήματα, exp. τῆς πράξεως τὴν ὁρμήν, 1, 696.
διαβήσομαι, ΙΙΙ, 1270: μεταβήσομαι.
διαβλύζουσι πηγαί, IV, 1089.
διαβολαὶ κατὰ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 729, dogmata ejus
majestatem minuentia.
διάβολος ει δαίμονες distinguuntur ut Pharao et
Ægyptii. I, 144, διάβολος, καὶ οἱ τούτου διάκονοι δαί
μονες. 1, 1392, διάβολον καὶ τοὺς ὑπ' ἐκείνῳ δαίμο
νας. ΙV, 406, διάβολος, καὶ δαιμόνων στίφος, iv, 407.
διαγνώναι, penitus perspicere, IV, 520.
διαγνώσεως ἡμέρα, ΙΙ, 78, 1255, judicii extremi.
διαγράφει τὴν ἁμαρτίαν ὁ λογισμὸς, IV, 1250, designat, concipit, cupit.
διαγωγὴ τῆς πατρίδος, Ι, 1030: pro ἐν τῇ πατρίδι.
διαδήματος βασιλικού, ΙΙ, 772, favoris divini, salutis æternæ, ut quasi in corona gestemur a Deo.
διαδικασία, IV, 672, disceptatio coram judice.
διαδοχή. ΙΙ, 805, ἐκ διαδοχῆς τῶν βασιλέων προς
πάτορας έχων, Christus: omnes ejus majores fuere
reges deinceps. Metonymia abstracti.
διάδοχος ἀποστόλων, IV, 328, Irenaeus, ob tempus;
ut Patres apostolici. ὁ διάδοχος, e successoribus
unus. Pertinet et ad articuli usum.
διαδιδράσκοντες τοὺς ἱδρῶτας, metuentes, recusantes, IV, 882.
διαδραμών. ΙΙ, 80, διαδραμοῦσαι pro παραδρ.,
relictis illis. II, 675, διαδραμόντος χρόνου ὀλίγου. ΙΙ,
976, διαδραμόντων ἐτῶν ἐξ καὶ τετράκοντα.
διαθεῖναι. ΙΙΙ, 26, ἃ οὐδεὶς διαθεἶναι αὐτοὺς ἐπει
ράθη, in illos statuere, edere, illis facere.
διάθεσις. ΙΙ, 546, διαθέσει, amore, favore. (Sic διάθεσιν ΙΙ, 1672; 111, 458, 459, 689.) 11, 1156, διάθεσιν
καὶ φίλτρον ἔλαβον· idem significat utrumque, amorem. II, 1450, διάθεσις περὶ τὸν Θεόν, amor in Deum.
11, 1629, διάθεσιν περὶ ἀλήθειαν, studium veritatis.
111, 65, διάθεσις τῆς γνώσεως περὶ τὰ ἀγαθὰ, με
bona 1° intelligamus, 2o amemus. περὶ pro εἰς γνῶ
σιν, pro tota mente et utraque facultate, γνώμη,
posuit. III, 96, διάθεσιν περὶ αὐτὸν, amorem in
eum: 190, περί αυτούς. ΙΙΙ, 297, διάθεσιν θερμήν,
amorem. III, 524, διαθέσεως εἰλικρινούς, amore. III,
773, διαθέσεως ὑμετέρας όψιν, vestri aspectum;
Eurcr Licbe. (Episcopis imperator.) 1V, 410, διάθε
col. 929–930page 33 of 154
PG 84:929σιν περὶ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν, 823, διάθεσιν διαίρεσιν 54. 17, 2017, διαθέσεσι περὶ τἀγαθοῦ, διαθέσει τῇ σῇ, τὴν σὴν διάθεσιν, διαθεούσης, 1034, Θεός. Διαθήκη παλαιὰ, καινή, Ι, 780; 666; 378, 379. διαθήκης παλαιᾶς καὶ καινῆς εἰς νομοθέτης, 1, 458. διαιρεῖν τὰς φύσεις μετὰ τὴν ἕνωσιν, 170, 127, διαιροῦντας τῷ λόγῳ τὰς φύσεις, αδιαιρέτως, τῷ λόγῳ, διαίρεσις. 1, 745, διαίρεσιν 1, 832, διαιρέσει χρησάμενος, 743, ἐκ διαιρέσεων ἀποῤῥοίαις, ρεσις οὐσία διαί ρεσιν φυλάξωμεν θεότητος καὶ σαρκός, διαφοράν.) 174, διαιρέσει κρᾶσιν. 193, διαιρέσεως λόγον, διαίρεσιν, χύσει μεταβολῇ. 825, διαίρεσιν διάθεσιν διαιρέσει διαίρεσις, διαιρέσεως ἀμετρία. άμετρ. δίαιταν διαιτήσονται, ΙΙ, 1350. διάκειμαι εἰκότως περὶ τ. υ. θ. 1124, 98, διακειμένη περὶ αὐτὰ 1425, διακειμέναις ἐν τῷ πελάγει νήσοις. ΙΙ, 435, διάκειται, κεῖται, 450, διακείμενον χωρίον κείμενον. ΙΙ, 604, διακειμένην κειμένην. ΙΙ, 789, διακειμένη βορειότερα. ΙΙ, 838, διακείμενα, κείμενα. ΙΙ, 886, δια κειμένας 1025, διακειμένας ἐν τῇ αὐλῇ. ΙΙ, 1525, διακείμενος θερμῶς περὶ αὐτούς, διακειμένους κειμένους, ΙΙΙ, διάκειται ἄγαν περὶ ὑμᾶς, ΙΙΙ, 467, δια κείμενος σφόδρα περὶ αὐτοὺς, διακειμένην, ΙΙΙ, 1150, διακείμενον πρὸς ἑσπέραν. ΙΙΙ, 1960, δια κειμένην οὐ πόῤῥω. 1202, διάκειται, διακεχυμένον ἐν τοῖς σπλάγχνοις, 93, βρέφος, διακονεῖν γράμμασι, ΙΙ, 299, 1059, διακονεῖν διακονίας διακονία διάκονος διακόνῳ γνώ σεως, ΙΙ, διακόνω ἐπι στολῶν, ΙΙΙ, διάκονον γραμμάτων, διακόνων χορού ἡγούμενος, ΙΙΙ, 815, διακόνων χερσὶν ἀντὶ θυσιαστηρίου χρησάμενος, διάκονον ὠδίνων, διακοπτέτω τὴν προθυμίαν, ΙΙΙ, 594. διακορὴς ἡδονῆς, 438. διακόσιος ἀριθμὸς, 1, 163: τῶν διακοσίων. διακοσμίσας, Ι, 29: διακοσμήσας. κοσμεῖν κοσμίζειν. διακοῦσαι, 1182 διακρινησάμενος, 111, 144: διευκρινητά μενος. διακύπτειν τὸν πλοῦτον πρὸς τοὺς πένητας, 17, 488, διακύπτουσαν δι᾿ ἑκάστου μορίου την πρόνοιαν, διαλαλών, 995: λαλῶν. διαλεγόμεθα ὡς ἐνὶ, ΙΙΙ, 909 διαλείμμασιν, 'Αεὶ τοίνυν, λαλοῦντος, ἐν αὐτῷ αὑτῷ), καὶ παρὰ τὸν τῆς σιωπῆς καιρὸν, ὁ λόγος ἦν ἐν διαλείμμασιν, διαλείμματα, διαψάλματα. διάλεξις, Ι, διαλογισάμενοι, 1435: λογισάμενοι, διαλύει τοὺς ἀμῶντας τὴ θερμόν, 394, ΙΙΙ, 1079, διαλύσαι τὸν δεσμόν λύσαι. 1176, διαλῦσαι τὰ κύματα. διαμαρτάνων τῆς ἀξίας, Ι, 1534, διαμαρτύρασθαι τοῖς ἁμαρτωλοῖς, ΙΙΙ, 1155 τιμωρίαν, μετάνοιαν 1476, διαμάρτυρα αὐτοῖς οὐρανὸν καὶ γῆν, διαμαρτύρεται αὐτὸν, ΙΙ, διαμαρτύρῃ τοὺς παραβαίνοντας, 1, 1472 διαμαρτυρόμενοι, τὴν ἀλήθειαν, διαμαρτών, Ι, 1078: διαμαρτών, διαμαρτυρία, 1, 1182: διαμαρτύρομαι. διαμαρτύρεσθαι διαμαρτυρία, διαμαστιγώσεις. 955 διαμάχη, Ι, 430, 441; ΙΙΙ, 300. διαμονή, Ι, 1520, διαμονήν, Ι, 1577, διανομίαν. διαμορφοί, διαναπαύσαντες ἀκροατήν, ΙΙ, 1077, διανείμαντες ἑαυτοὺς, ΙΙΙ, 188, διανεύεις εἰς τὴν γαστέρα, 521 διανηξάμενον, τό, πρὸς τὸ διανῆξαι. διανίστησι τὸν Θεόν, Ι, 1172, διάνοια. διάνοια ὑπόθεσις, διανοίᾳ οὐ λυμανείται, διά νοιαν Αρειανικὴν τοῦ ῥητοῦ, διάνοιαν τὴν αὐτὴν ἔχει πᾶσα γλῶσσα, διάνοιαν, ῥητόν. ρητόν. διανομίαν, Ι, 1577. διαμονήν διανομήν. διαπαίζει τὸν καιρόν, ΙΙΙ, 864, διαπιστείν, 663; ΙΙ, 223; ΙΙΙ, 414,
σιν περὶ τὴν ἀνθρωπείαν φύσιν, amorem in homi
nes. 1V, 823, διάθεσιν et διαίρεσιν variant n. 54. 17,
2017, διαθέσεσι περὶ τἀγαθοῦ, studiis, amore virtutis. IV, 1981, διαθέσει τῇ σῇ, tibi: Eurer Liebe,
Liebden. (Episcopus episcopo.) 1982, τὴν σὴν διάθε
σιν, te.
διαθεούσης, V, 1034, notatio voc. Θεός.
Διαθήκη omittitur in vocc. παλαιὰ, καινή, Ι, 780;
III, 666; IV, 378, 379. διαθήκης παλαιᾶς καὶ καινῆς
εἰς νομοθέτης, 1, 458.
διαιρεῖν τὰς φύσεις μετὰ τὴν ἕνωσιν, IV, 170, non
confundere. Sic IV, 127, διαιροῦντας τῷ λόγῳ τὰς
φύσεις, diverse proponentes utramque, non corfundentes; etsi sunt in Christo αδιαιρέτως, realiter,
at non τῷ λόγῳ, cogitatione et disputatione, notando, abstrahendo.
διαίρεσις. 1, 745, διαίρεσιν· variam significatio
nem vocabuli. 1, 832, διαιρέσει χρησάμενος, distri
butione, quæ non dirimeret, sed partes persequeretur. III, 743, ἐκ διαιρέσεων ἀποῤῥοίαις, ut ema
narit e Patris obolą Christus, et sic facta sit dialρεσις ejus, et separata οὐσία a Patra. IV, 142, διαί
ρεσιν φυλάξωμεν θεότητος καὶ σαρκός, teneamus,
he confundamus naturas. Ambros. (p. 143 vocal
διαφοράν.) IV, 174, διαιρέσει opp. κρᾶσιν. IV, 193,
διαιρέσεως λόγον, non miscendarum naturarum
Christi. IV, 225, 255, διαίρεσιν, distinctionem naturarum, ut manere utraque intelligatur sine uyχύσει aut μεταβολῇ. IV, 825, διαίρεσιν et διάθεσιν
variant n. 54. IV, 1145, διαιρέσει nimia Patres Niceni quidam in scriptis contra Arianos, qua naturas Christi, usi sunt, quam a se propellit Theod.
διαίρεσις, status et conditio sejunctorum, scil. ut
antea nunquam fuerint juncta, priusquam in unum
coirent. Non actum separandi significat. διαιρέσεως
ἀμετρία. Vid. άμετρ.
δίαιταν διαιτήσονται, ΙΙ, 1350.
διάκειμαι εἰκότως περὶ τ. υ. θ. IV, 1124, merito
vos amo. I, 98, διακειμένη περὶ αὐτὰ (idola), dedita
illis. I, 1425, διακειμέναις ἐν τῷ πελάγει νήσοις. ΙΙ,
435, διάκειται, pro κεῖται, sita est. II, 450, διακεί
μενον χωρίον pro κείμενον. ΙΙ, 604, διακειμένην
(urbem): pro κειμένην. ΙΙ, 789, διακειμένη βορειοτέρα. ΙΙ, 838, διακείμενα, pro κείμενα. ΙΙ, 886, δια
κειμένας (bis), sitas. II, 1025, διακειμένας ἐν τῇ
αὐλῇ. ΙΙ, 1525, διακείμενος θερμῶς περὶ αὐτούς,
amans eos ardenter. II, 1493, διακειμένους - pro
κειμένους, sita, exstructa (templa). ΙΙΙ, 526, διάκει
ται ἄγαν περὶ ὑμᾶς, valde amat vos. ΙΙΙ, 467, διακείμενος σφόδρα περὶ αὐτοὺς, eos valde amare. III,
910, διακειμένην, sitam, exstructam, ædem sacram.
ΙΙΙ, 1150, διακείμενον πρὸς ἑσπέραν. ΙΙΙ, 1960, διακειμένην οὐ πόῤῥω. IV, 1202, διάκειται, situm est.
διακεχυμένον ἐν τοῖς σπλάγχνοις, V, 93, βρέφος,
embryo, porrectus.
διακονεῖν γράμμασι, ΙΙ, 299, perferre. V, 1059,
διακονεῖν Spiritui S. tribuit Macedonianus.
διακονίας vocabulum explicat III, 242. διακονία
tribuitur Spiritui S. a Maced. V, 1059.
διάκονος dici potest Christus, I, 500. διακόνῳ γνώσεως, ΙΙ, 1088, interprete, doctore. διακόνω ἐπιστολῶν, ΙΙΙ, 7, qui perferret, redderet. III, 289,
διάκονον γραμμάτων, qui pertulit. διακόνων χορού
ἡγούμενος, ΙΙΙ, 815, διακόνων χερσὶν ἀντὶ θυσιαστη
ρίου χρησάμενος, III, 1234, in celebranda cœna S.
διάκονον ὠδίνων, IV, 531, linguam, interpretem
cogitatorum.
διακοπτέτω τὴν προθυμίαν, ΙΙΙ, 594.
διακορὴς ἡδονῆς, ΙV, 438.
διακόσιος ἀριθμὸς, 1, 163: pro τῶν διακοσίων.
διακοσμίσας, Ι, 29 (si vera lectio): pro διακοσμή -
σας. Sed κοσμεῖν usitatum, non κοσμίζειν.
διακοῦσαι, IV, 1182 extr.
διακρινησάμενος, 111, 144: forte pro διευκρινητάμενος.
διακύπτειν τὸν πλοῦτον πρὸς τοὺς πένητας, 17,
1094 eleganter, quasi, ut per fenestram prospi930
ciant divites, advertente pauperis aspectu: aut, ut
pecunia prodeat ex arca ad borum usus. Sic IV,
488, διακύπτουσαν δι᾿ ἑκάστου μορίου την πρόνοιαν,
quasi e fenestra prospicientem.
διαλαλών, V, 995: pro simplici λαλῶν.
διαλεγόμεθα ὡς ἐνὶ, ΙΙΙ, 909: Deo, in precibus
et adoratione.
διαλείμμασιν, V, 78. Totus locus ita concipiendus: 'Αεὶ τοίνυν, semper quidem, λαλοῦντος, loquente, Davide, ἐν αὐτῷ (lege αὑτῷ), intra se, in animo,
καὶ παρὰ τὸν τῆς σιωπῆς καιρὸν, etiam cum os et
lingua tacebat, ὁ λόγος ἦν ἐν διαλείμμασιν, oratio
tamen, verbis exprimenda, interdum quiescebat;
etsi animo, non ore tamen semper cantabat: hinc
intervalla, διαλείμματα, quæ vocari dicit διαψάλ
ματα.
διάλεξις, Ι, 337, dialectus, pronuntiandi modus.
διαλογισάμενοι, II, 1435: pro simplici, λογισάμενοι, reputantes.
διαλύει τοὺς ἀμῶντας τὴ θερμόν, III, 394, fatigal.
ΙΙΙ, 1079, διαλύσαι τὸν δεσμόν pro λύσαι. 1V, 1176,
διαλῦσαι τὰ κύματα.
διαμαρτάνων τῆς ἀξίας, Ι, 1534, cum digne landare et exprimere nequeam.
διαμαρτύρασθαι τοῖς ἁμαρτωλοῖς, ΙΙΙ, 1155: scil.
τιμωρίαν, vel μετάνοιαν· monere, hortari, denuntiare. I, 1476, διαμάρτυρα αὐτοῖς οὐρανὸν καὶ γῆν,
testes invoca contra eos, διαμαρτύρεται αὐτὸν, ΙΙ,
1609, instruit et monet eum, cum asseveratione.
διαμαρτύρῃ τοὺς παραβαίνοντας, 1, 1472: pro dativo: verbum autem ex usu Hebr. διαμαρτυρόμε
νοι, 111, 1180: scil. τὴν ἀλήθειαν, docere, probare,
informare. διαμαρτών, Ι, 1078: pro διαμαρτών,
nisi est vitiosum.
διαμαρτυρία, 1, 1182: quia in textu est διαμαρ
τύρομαι. Cod. habet διαμαρτύρεσθαι pro illo substantivo minus usitato, sed ferendo. Occurrit et III,
509. Et III, 691, διαμαρτυρία, obtestatione.
διαμαστιγώσεις. IV, 955: pro simplici.
διαμάχη, Ι, 430, 441; ΙΙΙ, 300.
διαμονή, Ι, 1520, duratio. διαμονήν, Ι, 1577, legi
tur pro διανομίαν.
διαμορφοί, IV, 179, animus, virtutem et vitium,
perficit, agendo absolvit, per membra corporis.
διαναπαύσαντες ἀκροατήν, ΙΙ, 1077, respirandi
spatio dato.
διανείμαντες ἑαυτοὺς, ΙΙΙ, 188, qui, in varias
sectas divisi, aliis alii sese aggregarunt, alius hunc,
alius illum secuti, cujus partium haberi vellet.
διανεύεις εἰς τὴν γαστέρα, IV, 521: pro simplici,
neque innuendi sensu, sed vergendi, caput demittendi.
διανηξάμενον, τό, 1, 945 (in margine e Suppl.),
i. e. πρὸς τὸ διανῆξαι. Participium pro infinitivo.
(Vid. Philol. Paul. Thuc. p. 100.)
διανίστησι τὸν Θεόν, Ι, 1172, auxilium rogat.
διάνοια. 1, 701, διάνοια psalmi xvi, ipsa verba et
sententia omnes, paucis mutatis: aut ὑπόθεσις, res,
causa, ad quam referatur; materia, quæ eum inustret. II, 1384, διανοίᾳ οὐ λυμανείται, tribuit aliter
interpretanti; quia scil. res sit vera. IV, 277, διά
νοιαν Αρειανικὴν τοῦ ῥητοῦ, interpretationem,
quam ei verbo tribuunt Ariani. IV, 841, διάνοιαν
τὴν αὐτὴν ἔχει πᾶσα γλῶσσα, hactenus, ut habeant
1° omnes partes orationis necessarias, nomina,
verba, particulas, earumque inflexiones ex usu;
2 structuras verborum et nexus, rationi consentaneas; 3º notionum ubique notarum signa, ut corporum, attributorum, rel. Gravis sententia de linguarum analogia reali. V, 1027, διάνοιαν, ῥητόν.
Vid. ρητόν.
διανομίαν, Ι, 1577. Cod. διαμονήν· forsan pro
διανομήν.
διαπαίζει τὸν καιρόν, ΙΙΙ, 864, terit tempus mora
fallaci et pervicaci, quominus pareat.
διαπιστείν, pro simplici, I, 663; ΙΙ, 223; ΙΙΙ, 414,
col. 931–932page 34 of 154
PG 84:931διαπλασιασμῷ, Ι, 614: διπλασ. διαπλάσας πολλοὺς ἀνθρώπους ἐν αὐτῇ, ΙΙ, 4470, διάπλασιν διαπορθμεύειν, 1210, 781, διαπορθμεύσατε τὸ κήρυγμα. Ι, 899, διαπορθμευομένου κηρύγματος. 1, 913, διαπορθμευθῆναι ἐν ἁπάσαις ταῖς γενεαῖς. Ι, 1329, 1577, διαπορθμεύειν τοὺς θείους λόγους, διαπορθμεύσαντας πᾶσι τὸ κήρυγμα. 36.) ΙΙ. 183, διαπορθμεῦσαι τοὺς λόγους, διαπορθμεύουσαι, ΙΙ, 491, διαπορθμεύων τοὺς σοὺς λόγους, 527, διαπορθμεῦσαι λόγους θείους, διαπόρθμευσον, ΙΙ, 1389, διαπορθμεῦσαι εἰς τοὺς παῖδας. ΙΙ, 1503, δια πορθμεύοντες τοῖς ἔθνεσι τὸ κήρυγμα. ΙΙΙ, 681, δια πορθμεύσωσι πρὸς ἑτέρους τὴν διδασκαλίαν. διαπράττοντας ἐν αὐτοῖς, ΙΙΙ, 215: διάγοντας, διαπρέψαντες, ΙΙ, 85, ἐν εὐσεβεία, ΙΙΙ, 22. διαπτύειν, ΙΙΙ, ΙΙ, 4, διαπτύσαντας τους τοιούτους ἄνδρας, διαπτυόν των, διαρθροῦντες ἐναργῶς τὰ κεκρυμμένα μυστήρια, 1, 96: διαθρ. διάρθρωσιν τῶν μελῶν διὰ σπαργάνων. ΙΙ, 775. διαρκέσαι εἰς γενεὰν ἑτέραν, 1, 1204, διαρκέσει, ΙΙ, διαρκοῦντας ἐπὶ πλεῖστον, ΙΙ, 168, διαρκής, 1, 1975, καὶ μόνιμος καὶ αἰώνιος. ΙΙ, 1558: πρόσκαιρος. 109, 511, τὸ διαρκές, διαρκές, ΙΙ, 631, διαρκή τὸ ἀσάλευτον. διαρπάσαντες, κομίσαντες, τὸ σῶμα διαῤῥέουσαν εἰς μακράν, Ι, 972 διαρκοῦσαν, 1567, διαῤῥεύσητε ἄνθεσι παραπλησίως. 574, διαῤῥέουσαν στρωμνήν, διασαφεί, ΙΙ, 401: σαφηνίζει. διαστασιάσασαι, διά, στασιάσασαι διάστασις. 969, διαστάσει ουσίας, ουσίᾳ οὐσία 1098, διάστασιν σαρκὸς πρὸς νοῦν, διάστημα. ΙΙΙ, 546: τῇ κτιστῇ φύσει παρεζευγμένον. ΙΙΙ, διάστημα, διαστίξης τὴν τοῦ σώματος καὶ τῆς θεότητος φύσιν, διαστροφή, διασυρίζον πνεῦμα, 1, 1018 διασφάλλεται, ΙΙΙ, 254: βεβαία μένει. διασώζουσι τὴν τάξιν, Ι, 607, διατεθείς θερμῶς. 1348, δια τεθῆναι περὶ γυναῖκα μοιχεύτριαν, 1324, διατείνοντες τὰς ἐντίδας, Π, 40, διατειχίζοντας, 545: σταθμούς, διατελῶ διηνεκώς, 1, 643 διατέμνει τοὺς αύλακας, ΙΙ, 99, διατεμεῖν τὴν ἀκτῖνα, ΙΙΙ, 1278 ἐγκόπτειν, 98, διατέμνεσθαι οὐ δεῖ τὸν Λόγον Ενωθέντα τῇ σαρκί. διατιθέμενον θεότητι, 167, διατρήτους, οἱ πολλοί, διατριβή. 1, 502, διατριβές πλείστας ἐποιεῖτο. 733, διατριβὴν Πυθαγόρου ἡ Θεανώ ἐδέξατο, διατριβής Πορφυρίου πρωτεύσας, δίαυλον οἰκουμένης, 522 διαύλους διαφερόντων τῇ ἀνθρωπεία φύσει, 1, 663 συμφερόντων. διαφέρουσαν ἄλλῳ εὐνήν, ΙΙΙ, 546 προσήκουσαν. ΙΙΙ, 665, διαφερούσας τοῖς ἀπίστοις, προσηκούσας, διαφέρουσαν τοῖς πηδαλίοις ἐπιμέλειαν, διαφορά· διαίρεσιν. 1, 285, διαφοραί παθη μάτων, διάφορα παθήματα· 1 4, 5, 6, διαιρέσεις χαρισμάτων διαιρεθέντα χαρίσμα τα. Ι, 1415, διαφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους, διαφορά φωτὸς καὶ σκότους, 1048, διαφοράν, έξω οχήν, διαφορὰν φυτῶν καὶ ζώων, 1075 διαφοράν, 7, διαφορὰν ὑπὲρ τὸ ίδιον, τὸ κοινὸν διαφόρως, διαφυλάξει ὑμᾶς ὁ Θεός, ΙΙΙ, 800. ΙΙΙ, 818, διαφυλάττοι ὑμᾶς ὁ Θεός ΙΙΙ, διαφυλάξοι ὑμᾶς ἡ θεία πρόνοια, διαφωνία, ΙΙΙ, 241: ἀλήθεια. διαχθῆναι τὴν γῆν, 598. διαχθῆναι ἀπαχθῆναι, γῆ παρετάθη διαχυθῆναι, διάψαλμα διδακτὴν φωνὴν 11, 228, διδακτοῖς ἐμοῖς· ὑπ' ἐμοῦ, διδάξαι τῷ λαῷ, 73. διδάξαντα ψευδῆ τὸν βασι λέα, ΙΙΙ, διδασκαλία, Ι, 1337, διδασκαλία καιρών διδασκαλίαν, ΙΙ, διό δασκαλίᾳ τοῦ Πνεύματος, 586, διδασκαλίαις τοῦ νόμου, διδασκαλία, 946, διδασκαλίας Κωνσταντίνου, διδάσκαλοι, διδασκάλους ἑαυτῶν, ΙΙΙ, 23, διδασκάλοις ἐχρήσαντο, διδασκάλοις διδασκαλίαις, διδασκάλων. ΙΙΙ, 955, τὴν διδάσκαλος χορού, διδάσκειν. 1, 725, διδάσκων (τὸν Θεόν), δι δάσκει, 1195 1465, διδάσκειν, ίδιον βασιλέων,
διαπλασιασμῷ, Ι, 614: forte διπλασ.
διαπλάσας πολλοὺς ἀνθρώπους ἐν αὐτῇ, ΙΙ, 4470,
in urbe Ninive; nasci et habitare voluisset, multis
eam frequentasset.
διάπλασιν Christi in utero Mariæ tribuit Spiritui
S. IV, 28.
διαπορθμεύειν, III, 1210, nuntiare. I, 781, διαπορθμεύσατε τὸ κήρυγμα. Ι, 899, διαπορθμευομένου
κηρύγματος. 1, 913, διαπορθμευθῆναι ἐν ἁπάσαις
ταῖς γενεαῖς. Ι, 1329, 1577, διαπορθμεύειν τοὺς θείους
λόγους, angelis tribuitur; afferre hominibus de
colo in terram, vel ex alio in alium locum. 11, 30,
διαπορθμεύσαντας πᾶσι τὸ κήρυγμα. (Adde II, 36.)
ΙΙ. 183, διαπορθμεῦσαι τοὺς λόγους, proponere. II,
285, διαπορθμεύουσαι, nuntiantes, vulgantes. ΙΙ,
491, διαπορθμεύων τοὺς σοὺς λόγους, nuntians ho
minibus. II, 527, διαπορθμεῦσαι λόγους θείους, muntiare. II, 698, διαπόρθμευσον, nuntia, perfer. ΙΙ,
1389, διαπορθμεῦσαι εἰς τοὺς παῖδας. ΙΙ, 1503, διαπορθμεύοντες τοῖς ἔθνεσι τὸ κήρυγμα. ΙΙΙ, 681, διαπορθμεύσωσι πρὸς ἑτέρους τὴν διδασκαλίαν.
διαπράττοντας ἐν αὐτοῖς, ΙΙΙ, 215: διάγοντας, viventes, versantes.
διαπρέψαντες, ΙΙ, 85, ἐν εὐσεβεία, ΙΙΙ, 22.
διαπτύειν, ΙΙΙ, 248, spernere, supervacua pulare.
ΙΙ, 4, διαπτύσαντας τους τοιούτους ἄνδρας, contempla eorum auctoritate. III, 140, 141, διαπτυόντων, spernentibus, aversantibus.
διαρθροῦντες ἐναργῶς τὰ κεκρυμμένα μυστήρια,
1, 96: forte διαθρ.
διάρθρωσιν τῶν μελῶν διὰ σπαργάνων. ΙΙ, 775.
διαρκέσαι εἰς γενεὰν ἑτέραν, 1, 1204, durare.
διαρκέσει, ΙΙ, 1971. vigebit, valebit, servabitur.
διαρκοῦντας ἐπὶ πλεῖστον, ΙΙ, 168, durantes.
διαρκής, 1, 1975, καὶ μόνιμος καὶ αἰώνιος. ΙΙ,
1558: opp. πρόσκαιρος. III, 109, 511, τὸ διαρκές,
stabilitatem. III, 616, διαρκές, firmum, duraturum.
ΙΙ, 631, διαρκή expl. τὸ ἀσάλευτον.
διαρπάσαντες, ΙII, 1259: pro simplici; sequitur
enim κομίσαντες, τὸ σῶμα scil. integrum ergo.
διαῤῥέουσαν εἰς μακράν, Ι, 972 (felicitatem) durantem. Passis tentare διαρκοῦσαν, sed nil opus.
Imo illud elegantius, ut de flumine vel fonte. II,
1567, διαῤῥεύσητε ἄνθεσι παραπλησίως. IV, 574,
διαῤῥέουσαν στρωμνήν, molliter subsidentem, cedentem incumbenti quales Xenophon describit,
Cyrop. extr.
διασαφεί, ΙΙ, 401: σαφηνίζει.
διαστασιάσασαι, II, 1326, seditione mota sese segregarunt. Aut redundat διά, et στασιάσασαι est,
cum defecissent, metonymice.
διάστασις. V, 969, διαστάσει ουσίας, ut secederet
ab ουσίᾳ Patris οὐσία Filii, et jam separatim exstaret. V, 1098, διάστασιν σαρκὸς πρὸς νοῦν, dissensionem, pugnam.
διάστημα. ΙΙΙ, 546: τῇ κτιστῇ φύσει παρεζευγμέ
νον. ΙΙΙ, 736, διάστημα, in quo nondum fuerit Christus.
διαστίξης τὴν τοῦ σώματος καὶ τῆς θεότητος φύσιν,
IV, 145, separaris cogitando.
διαστροφή, V, 80 (bis), refutatio.
διασυρίζον πνεῦμα, 1, 1018: de Spirit S. levante tres illos in camino: ex Dan. 1, 50. Graec.
διασφάλλεται, ΙΙΙ, 254: opp. βεβαία μένει.
διασώζουσι τὴν τάξιν, Ι, 607, retinent, reddunt.
διατεθείς θερμῶς. II, 1348, studiosus, amans. δια
τεθῆναι περὶ γυναῖκα μοιχεύτριαν, II, 1324, amare
eam, adjungere eam sibi.
διατείνοντες τὰς ἐντίδας, Π, 40, abstergentes.
Nam sicut e contracta cute oriuntur rugæ, ita tolluntur cute intendenda et expandenda.
διατειχίζοντας, IV, 545: σταθμούς, quibus inter
se distent, distineantur, interjectos, cito convenire
prohibentes, distinentes.
διατελῶ διηνεκώς, 1, 643: pleonastice.
διατέμνει τοὺς αύλακας, ΙΙ, 99, secando efficit.
διατεμεῖν τὴν ἀκτῖνα, ΙΙΙ, 1278: scil. solis, tribuitur
brachorum multitudidini: signif. ἐγκόπτειν, disti
nere a terra, obducere, impedire quominus terram
illustraret. V, 98, διατέμνεσθαι οὐ δεῖ τὸν Λόγον
Ενωθέντα τῇ σαρκί.
διατιθέμενον θεότητι, IV, 167, firmum, quasi situm, immotum.
διατρήτους, 1, 513, fenestras cancellatas. Eas sic
vocant, inquit, οἱ πολλοί, i. e. usu communi, architectorum certe.
διατριβή. 1, 502, διατριβές πλείστας ἐποιεῖτο.
Singularis usitatior, hoc sensu, ut sit, ibi versabatur. IV, 733, διατριβὴν Πυθαγόρου ἡ Θεανώ ἐδέξατο,
disciplinam, rationem, scholam ipsam. IV, 751,
διατριβής Πορφυρίου πρωτεύσας, princeps ejus
disciplinæ, vel successor.
δίαυλον οἰκουμένης, IV, 522: sol uno die percur
rit, stadium. V, 103, διαύλους pro singulari; sta
dium, in quo decurreres.
διαφερόντων τῇ ἀνθρωπεία φύσει, 1, 663: pro
συμφερόντων. διαφέρουσαν ἄλλῳ εὐνήν, ΙΙΙ, 546:
προσήκουσαν. ΙΙΙ, 665, διαφερούσας τοῖς ἀπίστοις,
i. e. προσηκούσας, cognatas, affines. IV, 81, διαφέρουσαν τοῖς πηδαλίοις ἐπιμέλειαν, debitam, convenientem.
διαφορά· vid. διαίρεσιν. 1, 285, διαφοραί παθη
μάτων, i. e. διάφορα παθήματα· ut 1 Cor. xii, 4, 5,
6, διαιρέσεις χαρισμάτων sunt διαιρεθέντα χαρίσμα
τα. Ι, 1415, διαφορὰ πρὸς τοὺς ἄλλους, praestantia,
dignitas præ celeris. I, 1534, διαφορά φωτὸς καὶ
σκότους, vicissitudo. II, 1048, διαφοράν, i. e. έξω
οχήν, praestantiam, nobilitatem præ caeteris. III, 171,
διαφορὰν φυτῶν καὶ ζώων, genera varia. III, 1075
διαφοράν, inimicitiam. IV, 7, διαφορὰν ὑπὲρ τὸ
ίδιον, quia τὸ κοινὸν est superius individuo.
διαφόρως, V, 972, proprie, maxime.
διαφυλάξει ὑμᾶς ὁ Θεός, ΙΙΙ, 800. Clausula epistolæ imp. (Obs. et futurum indicativi pro optatativo.) ΙΙΙ, 818, διαφυλάττοι ὑμᾶς ὁ Θεός· itidem
claus. epist. imp. ad episcopos. ΙΙΙ, 826, διαφυλάξοι ὑμᾶς ἡ θεία πρόνοια, Const. II Ecclesie Alexandr.
διαφωνία, ΙΙΙ, 241: oppos. ἀλήθεια.
διαχθῆναι τὴν γῆν, II, 598. Si διαχθῆναι est pro
ἀπαχθῆναι, γῆ significat homines, incolas, alio ab
ductos. Sed esse possit, corruptam, laceratam,
vexatam, ut apud Aristoph. Nub. Euboea παρετάθη
ab Atheniensibus et Pericle.
διαχυθῆναι, 111, 941: ut Lat. latitia diffusum.
διάψαλμα expl. I, 606: V. 78, 1935. (Suppl.)
cum alii choro canenda pars Psalmi traderetur. Non
incommode.
διδακτὴν φωνὴν Hebraicam linguam dicit, I, 75,
traditam a Deo, inductam a Mose, velut sacram et
artificialem, compositam, non naturaliter genti
propriam. 11, 228, διδακτοῖς ἐμοῖς· pro ὑπ' ἐμοῦ,
discipulis meis ex Hebr.
· διδάξαι τῷ λαῷ, V, 73. διδάξαντα ψευδῆ τὸν βασι
λέα, ΙΙΙ, 823, falsa ad eum detulit: calachresis in
voc. docendi, veris congruo.
διδασκαλία, 1, 644 extr., præceptum morum.
Ι, 1337, διδασκαλία καιρών est usus solis ac lunæ.
II, 231, διδασκαλίαν, narrationem rei gestæ; ΙΙ,
801, temporis in historia notationem. II, 1470, διό
δασκαλίᾳ τοῦ Πνεύματος, historice relatis de cele
qua Jonam. III, 586, διδασκαλίαις τοῦ νόμου, typis
Christum monstrantibus. III, 556, διδασκαλία, explicationi prophetiæ. III, 946, διδασκαλίας Κωνσταν
τίνου, milites imbuti, Christiani erant.
διδάσκαλοι, 1, 72, interpretes; vid. not. II, 1504,
διδασκάλους ἑαυτῶν, Judaeorum, Josephum. ΙΙΙ, 23,
διδασκάλοις ἐχρήσαντο, paruerunt. διδασκάλοις etiam
pro διδασκαλίαις, natura et conscientia. Sic p. 24
διδασκάλων. ΙΙΙ, 955, τὴν διδάσκαλος χορού, quæ
instruxisset, duxisset, præcinuisset.
διδάσκειν. 1, 725, διδάσκων (τὸν Θεόν), commemorans, querens (non docendi causa). I, 1190, δι
δάσκει, Deum in precibus, commemorat. (Sic et
1195 extr.) I, 1465, διδάσκειν, ίδιον βασιλέων, jube-
col. 933–934page 35 of 154
PG 84:933τὰ προσήκοντα. διδάσκεσθαι, διδάσκων διδάσκει, ὅσαπερ γράφει, διδάσκων ἡμῖν· τοῦ ἡμῖν, ἡμᾶς. διέβην, Ι, 79: ὑπερέβην. 929, διέβησαν μετέβησαν. διεγείρει ἀρχέτυπον, ΙΙΙ, 202, διέγνω, διέδραμεν ἡ εὐσέβεια ἔτι μέχρι τῶν ἀπογόνων, διέθεσαν αὐτοῖς μυρία κακά, ΙΙ, 888. διέθηκε, 111, διεθεσμοθέτησαν, 1034. διείργοντο, ΙΙ, 755, διεκείμην, ὅτι, διεκόσμησεν, 1, 260; τοῦ ἀπένειμεν. διέκοψε τὸν δρόμον, Ι, 1509; ΙΙΙ, 1152: ένα έκοψε. διέκρινε διχῆ τὰ γένη, 810, διέλεγξα σε τὴν ἀχάριστον γνώμην, Ι, 1182 κατά, είς. σου, διελαλήσαμεν,: είπομεν. διελήλεκται, 269: κ. διέλυσας θάλασσαν, Ι, 1129, διεμέτρησε (ὅσα) χρόνου μέρη, τὸν ἐκείνου βίον, διέπεσον, διέπηξεν δίχτυα, 1, 649. διέπραξεν. διέποντι μέρη ἐπάρχων, ΙΙΙ, 792. ἐπάρχου, επαρχίας ἄρχων διεπόρθμευσα τὴν προφητείαν ἡμῖν, ΙΙ, 1614. διέπρεπον ἐν πλήθει καὶ ἀνδρείᾳ, Ι, 1312. διεπρίοντο, Ι, διεπτύσατε, δια έπτυσε, διεπώλησαν, διέρανε, ΙΙΙ, 1081: διέῤῥανε. διεσκέδασε τὰς βλάβας, Ι, 393, διεσκεύασεν ἑορτήν, 722, διέστη, Ι, 1045: ὁ Ἰορδάνης: ὑπέστη διέστη, ν, 970, διέστη οὐσιωδῶς, οὐσία διέσωσε τὰ μέτρα τοῦ βρέφους, 268, διετέθειμεν, ΙΙΙ, 515: ει η, διετέλεσεν ἀεὶ, 1, 440: 1929, δι ετέλεσε βίον τὸν): βιούς ταλαιπωρῶν. τὸν λοιπόν, βίον, τὸ λοιπ. βίου. 1231, διετέλεσε χρόνον πλεῖστον· ΙΙΙ, 1270, διετέλεσεν οὕτω τὰς μ' ἡμέρας, διέφερεν οὐδαμῶς ἡ οἰκοδομία τῷ Ἰσραήλ, ΙΙ, 712. διεχειρόμενοι, διεγειρόμενοι. διήγημα. 11, 169, διηγήματα προλέγει, 1649, διηγήματα δεινὰ καὶ χαλεπά προλέγει. ΙΙΙ, 149, διηγήματα τῶν ἁγίων, 1154, διηγήματος ἑνὸς τῶν κατ' αὐτὸν μνησθήσομαι, διήγημα πρεσβύτερον πρεσβύτερον. διηγορευμένος νόμος, 575 διηκόνησα τῷ προστάγματι, 1, 258: ὑπήκουσα. 18, διηκόνησε τῇ συλλήψει διηκόνησαν τοῖς γράμμασι, γ. 1020, διηκόνησεν ἡμῖν τὴν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίαν διήλασε τὴν ἡμίονον ὁ κτύπος, Ι, 439, διήμαρτον τῶν προτέρων ὠδίνων, 385, διηθημένου οίνου διηνθισμένου), ΙΙ, 1435 καὶ τούτου, άνθ οσμίου, διήρκεσαν, Ι, τοῦ ἀρκεῖν. 1, 712, διήρκεσα μέχρι του παρ όντος, καὶ ἤρκεσα). διήρκεσε, διηυκρινημένων, ΙΙ, 1312, διηύρυνε τοῦτον τὸν λόγον, 915, διιόντος πηγήν, ΙΙΙ, 1110, παριόντος. ΙΙΙ, 1134, διιόντος τὰς θύρας τῶν βασιλείων,; διιππευομένης ὁδοῦ, ΙΙΙ, 1151, διεστάντες θεωρίαν εἰς ἄνθρωπον καὶ Θεὸν, 9, δικάζει λόγοις ψυχή, δικάζουσιν οἱ ὀφθαλμοί, κρίνουσι. δίκης 1100, δικάζειν γλῶσσα πεπίστευται, δικάζειν ταῖς ποιότησι τῶν γεύσεων, δικαιοκρίτης, ΙΙΙ, δικαιοκρίτη. δίκαιος. 1, 71, ὁ δίκαιος, 648, τὸ δέ καιον ἔχουσα πανωλεθρία. Ι, 679, δικαίαν ἐπικουρίαν αἰτεῖν, τὸ δίκαιον τῆς θείας προμηθείας, δίκαιον ἔλεον, δικαίας φιλανθρωπίας· δικαίῳ λυμαίνονται ὀφθαλμοί, τῷ ἀληθεῖ, δίκαιον δεσποτείας, 1662, δίκαιοι πειραθῆναι συμφορῶν· δίκαιον αὐτοὺς π. σ. ΙΙΙ, 58, δίκαιον φυ λαχθῆναι ἐπὶ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, δικαίου ὅρον ὑπερβαίνει ἡ φιλοτιμία, δί καιον, Ι, δίκαιον ἔχει ἡ φιλανθρωπία, 871, δίκαιον ὑπέλαβον, τὰς φωνὰς, ἄξιον, τοῦ δικαίου, 314, δίκαιον ἀγαθὸν τὸ δίκαιον ὑπερβαίνει ὑπερβ. δικαίου μοῖραν· μοῖραν. δικαιοσύνη. Ι, 630, δικαιοσύνης μου· δικαίας αἰτήσεως. Ι, 652, δικαιοσύνην· εὐσεβείας. Ι, δικαιοσύνην 686, δικαιοσύνην· τελείαν ἀρετήν. Ι, 695 δικαίαν αἴτησιν. 1, 752, δικαιοσύναι πᾶσαι ἀν θρώπων. Ι, 1103, δικαιοσύνην εὐαγγελικὴν ἐν αὐτοῖς καρποῦνται οἱ τὸν ἀγγελικὸν βίον ασπασάμενοι. ΙΙ. 255, δικαιοσύνην ἰδίαν ἀντέταξε τῇ τοῦ Ἀδὰμ ἁμαρτία. ΙΙ, 1110, δικαιοσύνην περὶ τοὺς νό μους· περὶ εἰς. δικαιοσ.
re, leges dare, docere τὰ προσήκοντα. διδάσκεσθαι,
servare illa, parere. II, 1473, διδάσκων Deum Jonas: memorat, affert. III, 383, διδάσκει, ὅσαπερ
γράφει, probat, argumentis frmat. V, 16, διδάσκων
ἡμῖν· per pleonasmum τοῦ ἡμῖν, Græcis frequentem. Non pendet a verbo, nec legendum ἡμᾶς.
διέβην, Ι, 79: pro ὑπερέβην. IV, 929, διέβησαν·
pro μετέβησαν.
διεγείρει ἀρχέτυπον, ΙΙΙ, 202, proponit
διέγνω, IV, 938, agnovit, admisit, servavit.
διέδραμεν ἡ εὐσέβεια ἔτι μέχρι τῶν ἀπογόνων,
propagata viguit, I, 323.
διέθεσαν αὐτοῖς μυρία κακά, ΙΙ, 888. διέθηκε, 111,
700: pro simplici, vel poposcit.
διεθεσμοθέτησαν, ΙV. 1034.
διείργοντο, ΙΙ, 755, aberant.
διεκείμην, ὅτι, etc. IV, 1361, putabam. Cyrill.
διεκόσμησεν, 1, 260; interpretatio τοῦ ἀπένειμεν.
διέκοψε τὸν δρόμον, Ι, 1509; ΙΙΙ, 1152: pro ένα
έκοψε.
διέκρινε διχῆ τὰ γένη, IV, 810, Deus, duo genera
fecit.
διέλεγξα σε τὴν ἀχάριστον γνώμην, Ι, 1182: scil.
κατά, είς. Cod. σου, e conjectura corrigentis.
διελαλήσαμεν, V,990: pro simplici, et pro είπομεν.
διελήλεκται, ΙV, 269: sine y ante κ.
διέλυσας θάλασσαν, Ι, 1129, fecisti, ut rursus
proflueret.
διεμέτρησε (ὅσα) χρόνου μέρη, τὸν ἐκείνου βίον,
V, 99, quid per omnem ætatem egerit.
διέπεσον, 111, 919, linguæ in ore: dissoluta sunt,
ore exciderunt putrefactæ.
διέπηξεν δίχτυα, 1, 649. Cod. διέπραξεν. Illud
aptius.
διέποντι μέρη ἐπάρχων, ΙΙΙ, 792. Si sit ἐπάρχου,
verterim, vices eparchi, praesidis, sustinenti. Sed
ob pluralem, malim: qui obit et invisit provincias
presidum, visitiret. Nam επαρχίας ἄρχων separatim
additur.
διεπόρθμευσα τὴν προφητείαν ἡμῖν, ΙΙ, 1614.
διέπρεπον ἐν πλήθει καὶ ἀνδρείᾳ, Ι, 1312.
διεπρίοντο, Ι, 1490, odio et invidia urebantur: ut
Act. vil, 54.
διεπτύσατε, 11, 718, contempsistis. III, 1218, δια
έπτυσε, contempsisset.
διεπώλησαν, 1, 1120: pro simplici. Nec solitum
de hominibus in servitutem vendendis.
διέρανε, ΙΙΙ, 1081: pro διέῤῥανε.
διεσκέδασε τὰς βλάβας, Ι, 393, avertit, repulit.
διεσκεύασεν ἑορτήν, ΙV, 722, instituit, ex alio sacro expressum et quasi refictum.
διέστη, Ι, 1045: ὁ Ἰορδάνης: pro ὑπέστη etsi
et proprie, qua superiora et inferiora, per quæ
mredius transiret populus. IV, 869, διέστη, in creatione, segretata inter se, suo quodque loco positum.
ν, 970, διέστη οὐσιωδῶς, fecit, ut οὐσία Filii, ex
ipso (Patre) progressa, jam separatin exstaret, non
in Patre, aut cum Patre.
διέσωσε τὰ μέτρα τοῦ βρέφους, IV, 268, Christus,
non transiluit; infans fuit, et infantis quasi numeros implevit, priusquam adolesceret.
διετέθειμεν, ΙΙI, 515: ει pro η, vitiose forte.
διετέλεσεν ἀεὶ, 1, 440: pleonastice. III, 1929, διετέλεσε βίον (scil. τὸν): pro βιούς (particip.), etsi
jam praecessit particip. ταλαιπωρῶν. Forte fuit τὸν
λοιπόν, nempe βίον, pro τὸ λοιπ. aut βίου. III, 1231,
διετέλεσε χρόνον πλεῖστον· sine participio. ΙΙΙ, 1270,
διετέλεσεν οὕτω τὰς μ' ἡμέρας,
διέφερεν οὐδαμῶς ἡ οἰκοδομία τῷ Ἰσραήλ, ΙΙ, 712.
διεχειρόμενοι, ΙII, 90 extr.: operarum vitio pro
διεγειρόμενοι.
διήγημα. 11, 169, διηγήματα προλέγει, res, casus.
Metonym. Sic II, 1649, διηγήματα δεινὰ καὶ χαλεπά
προλέγει. ΙΙΙ, 149, διηγήματα τῶν ἁγίων, exempla.
(Sic III, 688, 1243, 1284, 1294; IV, 1145.) III,
1154, διηγήματος ἑνὸς τῶν κατ' αὐτὸν μνησθήσομαι,
unum factum ejus narrabo, exemplum commemorabo. διήγημα πρεσβύτερον vid. πρεσβύτερον.
διηγορευμένος νόμος, IV, 575: active capiendum.
διηκόνησα τῷ προστάγματι, 1, 258: ὑπήκουσα.
II, 18, διηκόνησε τῇ συλλήψει (Christi) Gabriel:
eam nuntiavit, predixit. III, 164, διηκόνησαν τοῖς
γράμμασι, ea pertulere, reddidere. (Sic 284 sing.)
γ. 1020, διηκόνησεν ἡμῖν τὴν τοῦ Θεοῦ διδασκαλίαν·
de Spiritu S. dicit Macedonianus.
διήλασε τὴν ἡμίονον ὁ κτύπος, Ι, 439, consternavit, fugavit.
διήμαρτον τῶν προτέρων ὠδίνων, III, 385, prior
partus non fuit vitalis.
διηθημένου οίνου (vel διηνθισμένου), ΙΙ, 1435 -
quia addit, καὶ τούτου, ut notet majus, quam άνθοσμίου, potest esse, foribus et sertis ornato.
διήρκεσαν, Ι, 357, fuerunt, durarunt; nulla conditione τοῦ ἀρκεῖν. 1, 712, διήρκεσα μέχρι του παρ
όντος, vigui, steti, mansi. (Cod. καὶ ἤρκεσα). 1,
1954 init. et med., διήρκεσε, vixit, viguit.
διηυκρινημένων, ΙΙ, 1312, explicatis.
διηύρυνε τοῦτον τὸν λόγον, IV, 915, pluribus eam
ren disputavit.
διιόντος πηγήν, ΙΙΙ, 1110, παριόντος. ΙΙΙ, 1134,
διιόντος τὰς θύρας τῶν βασιλείων, prætereunte;
nam in templum tendebat.
διιππευομένης ὁδοῦ, ΙΙΙ, 1151, Landstrasse, Poststrasse, publica via.
διεστάντες θεωρίαν εἰς ἄνθρωπον καὶ Θεὸν, V, 9,
ita disputantes, ut alium hominem, alium Deum
dicamus.
δικάζει λόγοις ψυχή, II, 669, vera a falsis discer
nit. Ibid. δικάζουσιν οἱ ὀφθαλμοί, de coloribus et
figuris, pro κρίνουσι. Notio δίκης redundat. III,
1100, δικάζειν γλῶσσα πεπίστευται, gustibus, vel
latine, de gustibus: non quo pugna sit, sed, quales
sint, an sint, ut differant. IV, 572, δικάζειν ταῖς
ποιότησι τῶν γεύσεων, linguan voluit Deus.
δικαιοκρίτης, ΙΙΙ, 497: paroxytonon. Sic III, 646,
δικαιοκρίτη.
δίκαιος. 1, 71, ὁ δίκαιος, Noachus. I, 648, τὸ δέκαιον ἔχουσα πανωλεθρία. Ι, 679, δικαίαν ἐπικουρίαν αἰτεῖν, ad causam justam, quod tribuere Deus
salva justitia possit. I, 708, τὸ δίκαιον τῆς θείας
προμηθείας, durius dictum: signif. homines ita vivere, ut Deus possit iis consulere, versantibus in
causa bona. I, 771, δίκαιον ἔλεον, quia hostes injusti, neque ab ipso laesi. I, 979, δικαίας φιλανθρω
πίας· scil. quia inique premeretur. II, 669, δικαίῳ
λυμαίνονται ὀφθαλμοί, i. e. τῷ ἀληθεῖ, in coloribus
et fguris. II, 1070, δίκαιον δεσποτείας, jus domino
usurpatum. II, 1662, δίκαιοι πειραθῆναι συμφο
ρῶν· pro δίκαιον αὐτοὺς π. σ. ΙΙΙ, 58, δίκαιον φυ
λαχθῆναι ἐπὶ τῆς τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίας, ut Christi
reditus in vitam participes redderemur: qui pro
nobis eum aperuisset, et nobis peperisset. III, 58,
δικαίου ὅρον ὑπερβαίνει ἡ φιλοτιμία, plus tribuit,
quam justitiæ consentaneum esset: non debita nobis dedit. Minus congrue dictum: nil enim, ne per
Christum quidem, debebat: nil ibi, qua nos, δίκαιον, quod jure posceremus. 11Ι, 106, δίκαιον ἔχει
ἡ φιλανθρωπία, Dei: ut respiciat sensus moresque
nostros. III, 871, δίκαιον ὑπέλαβον, τὰς φωνὰς, rel.
aptum, congruum, ἄξιον, à propos. III, 1110, τοῦ
δικαίου, ascet. IV, 314, δίκαιον et ἀγαθὸν Deum
distinxit Marcion, ut duos, τὸ δίκαιον ὑπερβαίνει •
vid. ὑπερβ. δικαίου μοῖραν· vid. μοῖραν.
δικαιοσύνη. Ι, 630, δικαιοσύνης μου· expl. δικαίας
αἰτήσεως. Ι, 652, δικαιοσύνην· vid. εὐσεβείας. Ι,
647, δικαιοσύνην quo sensu David sibi tribuat. I,
686, δικαιοσύνην· expl. τελείαν ἀρετήν. Ι, 695:
expl. δικαίαν αἴτησιν. 1, 752, δικαιοσύναι πᾶσαι ἀνθρώπων. Ι, 1103, δικαιοσύνην εὐαγγελικὴν ἐν αὐτοῖς
καρποῦνται οἱ τὸν ἀγγελικὸν βίον ασπασάμενοι. ΙΙ.
255, δικαιοσύνην ἰδίαν ἀντέταξε (Christus) τῇ τοῦ
Ἀδὰμ ἁμαρτία. ΙΙ, 1110, δικαιοσύνην περὶ τοὺς νόμους· περὶ pro εἰς. δικαιοσ. signif. observantiam,
col. 935–936page 36 of 154
PG 84:935περί κατά, 335, δικαιοσύνην αἰώνιον φύει ἡ τῶν χρημάτων υπεροψία, τε λειότητα. 567, δικαιοσύνην 52, διὰ πάσης δικαιοσύνης ὁδεῦσαι δικαιοῦ, τὸν κατορθοῦντα δύνασθαι, Ι, 1411, 479, δικαιωθέντας δίχα νόμου 11, 14. 1508, δικαιωθήσονται οἱ ἱερεῖς ἐπιτελοῦντες τὴν κατὰ νόμον λατρείαν. 67, δια καιούμεθα, ὁμολογοῦντες ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ. 68, τὸ τῆς ἁμαρτίας ἄχθος ἀποπεμπόμεθα. 979, δικαιοῖς, δικαίως τὰ τῆς δίκης κατάσχης ζυγά, Ι, 1522, δικαίως ηλέησε δικαίως γινομένης σωτηρίας, δικαίως σωζομένους, δικαίως οὐκ ἐνικήθη ὁ ἐχθρός, 196, δικαίως παῦσαι τοῦ θανάτου το κράτος, δικαίως ἀπο κρίνει δικαίως δικασάμενος, δικασταὶ σχημάτων και χρωμάτων, ΙΙ, 669: κρι ται, γνώμονες. ΙΙΙ, 793, δικασταίς, δικασταὶ, δικαστικώς, ΙΙΙ, συνοδικῶς. δίκη. ΙΙ, 1456, δίκην πυρὸς ἀναλωθῆναι. ἀναλίσκεται· δίκην πυρὸς ὡς ὑπὸ πυρός, ὡς πυρ. ΙΙΙ, 828, εἰς τὴν δίκην δικτύων ἀποστολικῶν εἴσω ἐγένετο, ΙΙΙ, 711: 2 δικτυωτά 1, 515. διοδεύσας διὰ τῆς μητρας γαστρός, 57: ὁ Λόγος. ἀρχὴν εἴληφεν, θεάνθρ. διοίκησιν Ασιανὴν καὶ Ποντικήν διοικηταὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως. 937, διοικητής μητροπολίτη. διολισθαίνειν, Διόνυσον τὴν φυτικὴν δύναμιν προσηγόρευσαν, διορθώσεως, διορίζειν, ορίζειν, ὥρισε, διορίζειν διορίζεται εἶναι· λέγεται. 2. διοριζόμεθα γεγενῆσθαι, διορισμός, διορύττειν γάμους ἀλλοτρίους, γάμον ἀλλο τριον, τῶν τοιχωρύχων, ΙΙ, τον ἀκοὰς, διορύξας τὴν εἰρκτὴν, ΙΙΙ, διπλασιασμός, ἰδίωμα τῆς Ἑβραίων γλώττης, ΙΙ, διπλῆ ἡ προφητεία, ΙΙ, 973, 527, διπλῆς τετύχηκε χάριτος διπλόῃ κεχρημένοι, 674, 775 διπλόης ἀπηλλάχθαι διπλόη χρώμην διπλή γνώμη, ΙΙΙ, 316, διπλόην περίκεινται, διπλούς ἦν θεάνθρωπος, 149. δίχα πορνείας ἀπόλυσις, 436, 466, διχῆ διεῖλες τὴν ἀνθρωπότητα, 113, διχόνοια τῶν λογισμῶν, Ι, 634, διχόνοια Ι, ΠΙ, διψαν, 107: ΙΙΙ, 1070, διψήν τῆς σωτη ρίας. διωγμάτων διωγμών, 1028, 6 διώκειν ἐκ τῶν σωμάτων, 512: ἐλαύνειν διώρθωσε τὸ οἰκεῖον σκεῦος, 68, διώρυξ δόγμα, Ι, 813: του νόμου. ΙΙ, 233, δόγματα θεῖα παραδιδούς θεολογία δογμάτων δι δασκαλίαν· ἠθικὴν παραίνεσιν. ΙΙΙ, 412, δόγ ματα δοκεῖν. 516, δόγματα τῶν οὐκ ὄντων θεῶν, ιν. 44, δόγματα τῆς εὐσεβείας, δόγ ματος ἐφευρετής· ἐφευρ. δογμάτων ἐξεστηκέναι· ἐξίστημι. δογματικὴν (διδασκαλίαν), Ι, 609 τὴν τῶν ἀσεβῶν κατηγορίαν. ἀσεβεῖς.) ΙΙΙ, 128, δογματικοῖς λόγοις τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν προστέθεικε. ΙΙΙ, 140, δογματικούς λόγους, χιν. πρακτικά, δογματικός λόγος, δογματικὴν διδασκαλίαν· ἠθικήν. δοκεῖν. Ι, 615, δοκοῦσα τῷ νόμῳ ψῆφος. 1, 985, δοκούντων νοσεῖν· νοσούντων. 245, τὰ ἐλάτα τονα δοκοῦντας είναι χαρίσματα ειληφότας· δου κοῦντα χαρίσματα, τοὺς δοκοῦντας εἶναι εἰληφότας εἰληφέναι) τὰ λ. χαρ. δοκεῖ παλαίειν 655, δοκεῖ Παύλῳ καὶ τῇ ἀληθείᾳ, ἀλήθεια δοκεῖ μοι τὸν βασιλέα εἰδέναι. 28, δοκεῖν μὴ εἰδέναι
curam, subjective, ergo et in animo. Quodsi objective acceperis, περί erit pro κατά, contra usum
tamen Theodoreti. III, 335, δικαιοσύνην αἰώνιον
φύει ἡ τῶν χρημάτων υπεροψία, praemia virtutis
alerna; aut virtutem ipsam, cujus eam ponit τε
λειότητα. IV, 567, δικαιοσύνην definit. V, 52, διὰ
πάσης δικαιοσύνης ὁδεῦσαι dicitur Christus homo,
i. e. omnia officia virtutis exercuisse.
δικαιοῦ, τὸν κατορθοῦντα δύνασθαι, Ι, 1411,
1438; II, 825, legi tribuit, scil. si quis eam possit
plane observare. I, 479, δικαιωθέντας δίχα νόμου
vocat paganos, e lege naturali juste et recte sentientes et agentes, ut Sabæ reginam; allato Pauli
loco, Rom. 11, 14. I, 1508, δικαιωθήσονται οἱ ἱερεῖς
ἐπιτελοῦντες τὴν κατὰ νόμον λατρείαν. V, 67,
δια
καιούμεθα, ὁμολογοῦντες ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ.
ld explicat p. 68, τὸ τῆς ἁμαρτίας ἄχθος ἀποπεμπό
μεθα. V, 979, δικαιοῖς, putas, censes.
δικαίως τὰ τῆς δίκης κατάσχης ζυγά, Ι, 1522,
δικαίως ηλέησε· quia innoxii premebantur. II, 388,
δικαίως γινομένης σωτηρίας, de salute per Christum parta; quia bostes hominum merito puniebantur. II, 739, δικαίως σωζομένους, quia non cum
caeteris peccarant. IV, 128, δικαίως οὐκ ἐνικήθη ὁ
ἐχθρός, diabolus, si homo non esset Christus; sicut
enim vicerat hominem, ita ab homine rursus erat
vincendus, si jure suo privari deberet. Sic certe disputat Irenæus. IV, 196, δικαίως παῦσαι τοῦ θανάτου
το κράτος, ut nec diabolus queri posset, ereptos sibi
homines per omnipotentiam Dei: quia homo Christus eum vicisset, innocensque interfectus, nocentes necandi jus ei eripuisset. IV, 517, δικαίως ἀπο
κρίνει cibum ventriculus, quantum satis est, geha
rig. IV, 660, δικαίως Deus efficit salutem nostram,
per Christi hominis victoriam de diabolo et morte
justam; quod porro exsequitur ibi.
δικασάμενος, IV, 1190, causa dicta.
δικασταὶ σχημάτων και χρωμάτων, ΙΙ, 669: κριται, γνώμονες. ΙΙΙ, 793, δικασταίς, eparchis, præsidibus. Hic tamen non ut δικασταὶ, repulantur.
δικαστικώς, ΙΙΙ, 191: tribuit Paulo ad Corinthios
venturo. III, 850: vid. συνοδικῶς.
δίκη. ΙΙ, 1456, δίκην πυρὸς ἀναλωθῆναι. Non ignis
ἀναλίσκεται· δίκην πυρὸς est, ὡς ὑπὸ πυρός, cum
alias sit, ὡς πυρ. ΙΙΙ, 828, εἰς τὴν δίκην Julius Ep.
R. evocavit Athanasium Alex.
δικτύων ἀποστολικῶν εἴσω ἐγένετο, ΙΙΙ, 711: 2
Paulo ad Christum versus est.
δικτυωτά expl. 1, 515.
διοδεύσας διὰ τῆς μητρας γαστρός, ΙV, 57: ὁ
Λόγος. Incommode dictum. Loquitur enim, hypothetice quidem, quasi nondum fuerit, sed ita esse
cceperit, ἀρχὴν εἴληφεν, scil. ut θεάνθρ.
διοίκησιν Ασιανὴν καὶ Ποντικήν Constantinus
memorat, III, 722.
διοικηταὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως. III, 937, sacerdotes, episcopi. IV, 1352, διοικητής distinguitur a
μητροπολίτη. Ille est, qui reditus ecclesiæ curat,
clericus et ipse.
διολισθαίνειν, IV, 512, digitis percurrere canonem, claves organi.
Διόνυσον τὴν φυτικὴν δύναμιν προσηγόρευσαν,
διορθώσεως, ΙV, 1180, restitutionem in integrum.
διορίζειν, alibi est explicare; sed V, 24, de die
judicii extremi, est pro simplici ορίζειν, destinare.
Videtur enim respici Act. xv, 31, ubi est ὥρισε,
non tamen ad diem judicii referendum. Nisi διορίζειν hic est, explicavit, significavit, declaravit, non
qua tempus, sed qua rem ipsam. III, 755, διορίζεται εἶναι· i. e. λέγεται. V, 2. διοριζόμεθα γεγενήσθαι, ita explicamus, ut factum dicamus.
διορισμός, 1, 282, conditio, determinatio, sub
qua illa valitura essent.
διορύττειν γάμους ἀλλοτρίους, vel γάμον ἀλλο
τριον, furum more, τῶν τοιχωρύχων, domos perfodientium, ut auferant non sua, I, 1455; ΙΙ, 439,
458; III, 62, 516, 590, 775, 816; IV, 787. Suputτον ἀκοὰς, 111, 826, obsederunt, calumniis occuparunt, in den Ohren gelegen. διορύξας τὴν εἰρκτὴν, ΙΙΙ,
1153, fecit, ut alter ille relinqueret cellam suam.
διπλασιασμός, ἰδίωμα τῆς Ἑβραίων γλώττης, ΙΙ,
957: repetitio verbi per infinitivum.
διπλῆ ἡ προφητεία, ΙΙ, 973, duplicem sensum habet, duo spectat. I, 527, διπλῆς τετύχηκε χάριτος
Elisa, duplo majorem habuit vim, quam Elias; qui
famem duplo longiorem induxit.
διπλόῃ κεχρημένοι, I, 674, 775: ut aliter sentiant, aliter loquantur. I, 686, διπλόης ἀπηλλάχθαι·
ubi ponit in mente. I, 1315, διπλόη χρώμην Cod.
διπλή γνώμη, quod ibi egregie convenit contexto.
ΙΙΙ, 316, διπλόην περίκεινται, habent animum fallacem et simulatorem.
διπλούς ἦν Christus θεάνθρωπος, IV, 149. Greg.
Naz.
δίχα πορνείας ἀπόλυσις, IV, 436, 466, divortium
sine causa legitima, scortationis crimine vero.
διχῆ διεῖλες τὴν ἀνθρωπότητα, IV, 113, in animam
et corpus, contra Apollinaristas et Arianos.
διχόνοια τῶν λογισμῶν, Ι, 634, dubitatio. Sic δι
χόνοια Ι, 1016; ΠΙ, 609. Sed III, 770, et discordiam
et dubitationem notare potest.
διψαν, IV, 107: per a. ΙΙΙ, 1070, διψήν τῆς σωτηρίας.
διωγμάτων pro διωγμών, III, 1028, not. 6 b.
διώκειν ἐκ τῶν σωμάτων, IV, 512: ἐλαύνειν· metonymice.
διώρθωσε τὸ οἰκεῖον σκεῦος, IV, 68, restituit hom
mines, quorum corpus assumpsisset. Chrysost.
διώρυξ Euphratis, II, 617: nunc Babylonis rudera
secat. (An manu factus?)
δόγμα, Ι, 813: του νόμου. ΙΙ, 233, δόγματα θεῖα
παραδιδούς - hoc ideo ponit, quia Ariani abuteban
tur verbis Pauli ad Christum deprimendum; quod
h. 1. non sit consilium ejus, non loquentis ex instituto de persona Christi, sed aliquid de eo dicentis,
quod proposito congruat loci illius. Eadem conditione negat, θεολογία hic uti illum, i. e. de Chriti
persona ex instituto agere. III, 250, δογμάτων διδασκαλίαν· opp. ἠθικὴν παραίνεσιν. ΙΙΙ, 412, δόγ
ματα appellari dicit doctrinam evangel. Eph. it,
quia perfectio pendeat a libertate nostra. Et falsa
explicatio, et mira ratio, plane etymologica, e notione δοκεῖν. III, 516, δόγματα τῶν οὐκ ὄντων θεῶν,
fabulas, exempla deorum, quæ scil. mores afficerent: ut Jovis cum Danae, apud Terent. Eun. act.
ιν. V, 44, δόγματα τῆς εὐσεβείας, Christiana. δόγ
ματος ἐφευρετής· vid. ἐφευρ. δογμάτων ἐξεστηκέ
ναι· vid. ἐξίστημι.
δογματικὴν (διδασκαλίαν), Ι, 609 vocat τὴν τῶν
ἀσεβῶν κατηγορίαν. (Vid. ἀσεβεῖς.) Est ergo non
dogmatica, quam vocant, sed parenelica et ipsa,
cohortatio ut fugiamus atheismuin et polytheismum.
ΙΙΙ, 128, δογματικοῖς λόγοις τὴν ἠθικὴν διδασκαλίαν
προστέθεικε. ΙΙΙ, 140, δογματικούς λόγους, de infrmioribus tolerandis, Rom. χιν. Sane et hæc sunt
πρακτικά, sed nituntur discrimine rerum. III, 657,
δογματικός λόγος, de Christi æconomia. IV, 1160,
δογματικὴν διδασκαλίαν· non ἠθικήν.
δοκεῖν. Ι, 615, δοκοῦσα τῷ νόμῳ ψῆφος. 1, 985,
δοκούντων νοσεῖν· pro νοσούντων. III, 245, τὰ ἐλάτα
τονα δοκοῦντας είναι χαρίσματα ειληφότας· aut δου
κοῦντα legendum, ad χαρίσματα, aut construendum
τοὺς δοκοῦντας εἶναι εἰληφότας (pro εἰληφέναι) τὰ
λ. χαρ. Illud et simplicius, et contexto aptius disputantis, leviora videri, non esse, ista charismata.
IV, 647, δοκεῖ παλαίειν· statua ei posita est habitu
luctantis. IV, 655, δοκεῖ Παύλῳ καὶ τῇ ἀληθείᾳ, res
ipsa loquitur cum eo: nisi ἀλήθεια hic est Deus
ipse, per Paulum loquens. IV, 1179, δοκεῖ μοι τὸν
βασιλέα εἰδέναι. V, 28, δοκεῖν μὴ εἰδέναι Cyrillus
tribuit Christo, p. 30, ita locutum dicens, ac si
nesciret quædam: nescierit vere, necne, non dofinit.
col. 937–938page 37 of 154
PG 84:937δοκήσεις, Ι, δοκηταί· δοκιτ. δοκιμάζειν. ΙΙ, 600, δοκιμάσω τιμωρήσασθαι, του εδοκίμασε. 1520, δοκιμάσειεν, 1552, δοκιμάσας, θελήσας. ΙΙ, 1689, δοκιμάσατε, εἰ μὴ γενήσεται, ΙΙΙ, δοκιμάζεσθαι, δοκιμασθῇ χα μαχθῆναι, δοκίτης, δοκιτῶν αἵρεσις. δόματα 269. δομηθέντα, Ι, 551. δομήσασθαι σηκὸν ἀναλυθέντα, ΙΙΙ, 990: αναδομήσασθαι. Ι, 454, δομήσηται. δόξα 1, 173: σέλας. 1, 985, δόξα Παρ τρὶ δι' Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Πνεύματι ἁγίῳ. ΙΙ, 234, δόξης προτέρας θείας εἰκόνος, Ι, 23. ΙΙ, 372, δόξα του Θεοῦ· δοξάζῃ. ΙΙ, δόξα Θεοῦ, οὐκ αὐτὸς ὁ Θεός· ΙΙΙ, 110, δόξαν δυσμενείας λάβωσιν οἱ ἔλεγχοι σχῆμα, δυσμενείας, δόξαν μεμηνότων σχήσουσι περὶ αὐτῶν δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ δεινότητα, εὐλογητὸς ὁ Θεός. δόξας περιγενέσθαι Θεοῦ· ἐδόκει. δοξάζειν ἐπιτεταγμένως, ΙΙ, 258, αἰνεῖν, δοξάζων καλῶς, καὶ ὑγιῶς αἰνές σει, ψαλμῳδίαις. 48, δοξάζεσθαι δόξητε αὔξειν καὶ παθεῖν, ΙΙΙ, 958: αύξητε, πάθητε. ΙΙΙ, 839, δόξωσι καταπλήττειν κατα πλήττωσι. δοξολογίαν μίαν προσφέρομεν, ν, 45. δορυάλωτον ἀπέφηνεν ἡ ἡδονὴ, 1, 540. δορυάλωτον γενέσθαι τὴν κιβωτόν, Ι, 362. δορυφορία Πιλάτου, Ι, 994 δορυφόροι, δορυφόρους ανθέρικας, δὸς τῷ βασιλεῖ, 869: ἀπόδος, ἀπόδος. δόσις καινῆς διαθήκης, ΙΙ, 404. δότε Θεῷ τὰ πρόσωπα, καὶ μὴ τὰ νῶτα, ΙΙ, 363, δουλεία εἰ λατρεία 319, τῆς τῶν ἀλλο τρίων θεῶν ἀπαλλαγῆναι δουλείας, μόνῳ δὲ λατρεύειν δουλεύοντα εἰδώλοις. ΙΙΙ, 135, δουλεύουσι τῷ ζόφῳ ἐν μεσημβρία μέσῃ. 521, δουλεύων ἀλογίᾳ, άλογος, απ' δουλοπρεπές, γ, 56: ανθρώπινον. δοῦλος. ἐκ δούλων ἀπελεύθερον. Ι, 416, δοῦ λον Θεοῦ ὀνομασθῆναι, ἄκρα τιμή. Ι, 986, δοῦλον τοῦ Υἱοῦ 1389, δοῦλος. τῆς ληφθείσης φύσεως όνομα δούλου μορφή, 3, 4. μορφή.) ΙΙΙ, 670, δοῦλοι Θεοῦ, φύσει πάντες, τῇ σχέσει, 832, δούλοις Θεοῦ 'Αρειομανῖται. γ, ὑπὲρ δούλων δοῦλον δοῦναι καρπούς, 1040: 1672, δοῦ ναι διάθεσιν, 145, δοὺς ἑαυτὸν τῷ θανάτῳ. ΙΙΙ, 185, δοῦναι τὴν διαφοράν, δοχεῖον θείου Πνεύματος γενόμενος, ΙΙ, 1164. δο χεῖα φθόνου, 1181 δράγμα σὸν τόδε, ΙΙΙ, 1279. δράγματος τραγῳδία δράματος. δράκοντος ἐκδιωχθέντος, ΙΙΙ, 788 δρακωνάριος, δράμα. 1, 108, δράμα κατὰ τὸ κόνδυ κατεσκεύασε, δράμα, 430, δράμα διαπλάσας. 1, 990, δράμα, ΙΙ, 192, δράμα της τιμωρίας, δράμα, δράμα, δράμα, δράματα, δράμα κλοπής, δραμείν, ΙΙΙ, 1025, τρέχειν. Ι, 602, δραμοῦνται πανταχόθεν προσδραμοῦνται. δραπετεύειν, ΙΙΙ, 189, δραπετεύουσαι τὸ φῶς,; ἀπὸ τοῦ φωτός. ΙΙ, 285, δραπετεύοντας τὸν Ασσύριον, 1462, δραπετεύουσι τὰ νότια, δρασμός. ΙΙΙ, 837, διὰ δρασμῶν, δραστηρίῳ, δρομήσαντες, ΙΙΙ, 562. πάλιν, παλινδρομήσαντες. δρόμος. 1, 376, δρόμον πρὸς τὴν ἐγγαστρίμυθον των πεποιηκότων απαγορεύσαντος 867, δρόμος τῶν δημοσίων, ψευδωνύμων λατρείαν, τῷ Θεῷ. δουλείαν, 1014, δουλεία Θεοῦ. 11, 225, τοῦ Κυρίου. ΙΙ, 361, τῶν δαιμόνων. 428.) ΙΙ, 380, δου λείαν (Εκκλησίας), 468, δουλείᾳ φυσικῇ οὐχ ὑποβάλλει τὸ ἐλεύθερον τῆς γνώμης, 392, δουλείᾳ τῶν ποιημάτων, 37, δουλείας ἀδελφός, των δού λων τοῖς τῆς, δουλείας ζυγά. δουλεύειν τῷ χρόνῳ χρόνῳ. ΙΙ, 82, δουλεύσαντες τῇ Εβραίων γλώττη, τοῖς (, 380, δουλεύουσι τῇ Ἐκκλησίᾳ, δρόσῳ ἀφίξεως κατασβέσαι τὴν ᾿Αρείου φλόγα, δρυμόν δρύφακτον, ἀπὸ δρυφάκτου, δυάς. Π, 1606, δυάδα τῶν προσώπων, δυάδα τῶν φύσεων. 146, δυάδα Κυρίων, δυκός, ΙΙΙ, 934: στρατηγὸν δύναμις. 1, 51, δυνάμεις εναντίαι, 675.) 1, 31, 55, δυνάμεις αόρατοι, 754, 755, αἱ ἄνω δυνάμεις, ἀόρατοι,
δοκήσεις, Ι, 54: ut Christus specie tantum fuerit homo, secundum Marcionem, Docetas, Praxeam.
δοκηταί· vid. δοκιτ.
δοκιμάζειν. ΙΙ, 600, δοκιμάσω τιμωρήσασθαι, του
luero, scil. qua actum externum et ipsam effectionem. Rem ipsam enim jam ante εδοκίμασε. II,
1520, δοκιμάσειεν, velit. II, 1552, δοκιμάσας, i. e.
θελήσας. ΙΙ, 1689, δοκιμάσατε, εἰ μὴ γενήσεται,
exspectate, periculum facile. ΙΙΙ, 195, δοκιμάζε
σθαι, ad judices causam delatam præbere cognoscendam et judicandam. III, 868, δοκιμασθῇ χαμαχθῆναι, decernatur, ut infamia notetur. (Ob
vers. lat. posui).
δοκίτης, 1, 18, comelae genus, aut trabs ignea.
δοκιτῶν αἵρεσις. 1V, 1142. Eo refert Valentinianos, Marcionitas, Manichæos.
δόματα quid, I, 269.
δομηθέντα, Ι, 551. δομήσασθαι σηκὸν ἀναλυθέντα,
ΙΙΙ, 990: pro αναδομήσασθαι. Ι, 454, δομήσηται.
δόξα Mosis, 1, 173: expl. σέλας. 1, 985, δόξα Παρ
τρὶ δι' Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· δόξα Πατρὶ καὶ
Υἱῷ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι formulæ hæreticorum baptizantium, cum deberent: δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ
καὶ Πνεύματι ἁγίῳ. ΙΙ, 234, δόξης προτέρας expl.
θείας εἰκόνος, ad Rom. Ι, 23. ΙΙ, 372, δόξα του
Θεοῦ· transitive, ut Deus nos δοξάζῃ. ΙΙ, 745, δόξα
Θεοῦ, οὐκ αὐτὸς ὁ Θεός· in specie prophetica. ΙΙΙ,
110, δόξαν δυσμενείας λάβωσιν οἱ ἔλεγχοι· pro
σχῆμα, et δυσμενείας, ut profecta ex odio. III, 260,
δόξαν μεμηνότων σχήσουσι περὶ αὐτῶν· active; habebunt eos furiosos. V, 1100, δόξα ἐν ὑψίστοις
Θεῷ· rel. graviter exclamat, hæretico vel invito
verum fatente. Patristice plane sonat, in tali tenore, et Chrysostomi δεινότητα, ut mox: εὐλογητὸς ὁ
Θεός. δόξας περιγενέσθαι Θεοῦ· vid. ἐδόκει.
δοξάζειν ἐπιτεταγμένως, ΙΙ, 258, interne, mente;
αἰνεῖν, ore. Ibid., δοξάζων καλῶς, καὶ ὑγιῶς αἰνές
σει, illud in mente, hoc ore et professione, cantu
imprimis, ψαλμῳδίαις. V, 48, δοξάζεσθαι a Spiritu
S. dici potest Jesus, sed non ut ab alieno.
δόξητε αὔξειν καὶ παθεῖν, ΙΙΙ, 958: pro αύξητε,
πάθητε. ΙΙΙ, 839, δόξωσι καταπλήττειν pro καταπλήττωσι.
δοξολογίαν μίαν προσφέρομεν, ν, 45.
δορυάλωτον ἀπέφηνεν ἡ ἡδονὴ, 1, 540. δορυάλωτον
γενέσθαι τὴν κιβωτόν, Ι, 362.
δορυφορία Πιλάτου, Ι, 994: eleganter; auxilio,
ministerio ejus, cum desiderio illorum obsecundaret.
δορυφόροι, IV, 580, ministri, famuli, cohors, comites; neque enim de imp. sermo; Gefolge. IV,
650, δορυφόρους eleganter vocat ανθέρικας, quibus
cincte horrent ariste.
δὸς τῷ βασιλεῖ, III, 869: pro ἀπόδος, redde. Miserat enim imperator. Vid. et ἀπόδος.
δόσις καινῆς διαθήκης, institutio, ΙΙ, 404.
δότε Θεῷ τὰ πρόσωπα, καὶ μὴ τὰ νῶτα, ΙΙ, 363,
advertite.
δουλεία εἰ λατρεία idem. I, 319, τῆς τῶν ἀλλο
τρίων θεῶν ἀπαλλαγῆναι δουλείας, μόνῳ δὲ λατρεύειν
ei se adjunxerunt, ejus membra et partes facti
sunt; eam tuentur et juvant. II, 383, δουλεύοντα
εἰδώλοις. ΙΙΙ, 135, δουλεύουσι τῷ ζόφῳ ἐν μεσημβρία
μέσῃ. ΙV, 521, δουλεύων ἀλογίᾳ, canis, άλογος, απ'
non possit assequi aut intelligere, quæ nos.
δουλοπρεπές, γ, 56: expl. ανθρώπινον.
δοῦλος. ἐκ δούλων vid. ἀπελεύθερον. Ι, 416, δοῦ
λον Θεοῦ ὀνομασθῆναι, ἄκρα τιμή. Ι, 986, δοῦλον
τοῦ Υἱοῦ hæretici dicunt Spiritum sanctum. I,
1389, δοῦλος. τῆς ληφθείσης φύσεως όνομα· de
Christo. II, 45, δούλου μορφή, humana natura Chri
sti. (Sic V, 3, 4. Vid. et μορφή.) ΙΙΙ, 670, δοῦλοι
Θεοῦ, φύσει πάντες, pii vero τῇ σχέσει, gerendo se
ita erga Deum, idque sentientes et volentes. 111,
832, δούλοις Θεοῦ opponuntur 'Αρειομανῖται. γ,
97, ὑπὲρ δούλων precari rogatur Joannes Bapt. V,
1067, δοῦλον Spiritum S. dicere non vult Macedonianus.
δοῦναι καρπούς, II, 1040: ex Hebr. II, 1672, δοῦ
ναι διάθεσιν, advertere, exhibere, zuwenden. III,
145, δοὺς ἑαυτὸν τῷ θανάτῳ. ΙΙΙ, 185, δοῦναι τὴν
διαφοράν, agnoscere, concedere.
δοχεῖον θείου Πνεύματος γενόμενος, ΙΙ, 1164. δοχεῖα φθόνου, II, 1181 extr.
δράγμα σὸν τόδε, ΙΙΙ, 1279. tibi, tuis precibus
debeo hunc filium. III, 1212, δράγματος τραγῳδία·
vitiose pro δράματος.
δράκοντος ἐκδιωχθέντος, ΙΙΙ, 788: Maxentium intelligit imp. Constantinus M. quia Christianos vexarat; vel Licinium, qui in Oriente sæviit, III.
755. An. ad Apoc. xm allusit?
δρακωνάριος, ΙV, 1922: Latinum: equester mi
les, Dragoner; præfectus hic haud dubie, aut vexillifer.
δράμα. 1, 108, δράμα κατὰ τὸ κόνδυ κατεσκεύασε,
fabulam lusit. I, 425, δράμα, fabula a Nathane
composita et narrata, ut res vere gesta, imago vere
gesta. Sic 430, δράμα διαπλάσας. 1, 990, δράμα,
simulatus a Michal Davidis morbus; commentuni.
ΙΙ, 192, δράμα της τιμωρίας, Sodomorum, historia
vera, casus. II, 201, δράμα, terribilem casum
vere gestum. III, 32, δράμα, commentum Josephi
de poculo surrepto. 111, 849, 852, δράμα, malus conatus. IV, 370, δράματα, turbæ erroris Nestoriani.
IV, 620, δράμα κλοπής, e composito impactum fratribus Josephi crimen falsum.
δραμείν, ΙΙΙ, 1025, proficisci. Vid. τρέχειν. Ι,
602, δραμοῦνται πανταχόθεν pro προσδραμοῦνται.
δραπετεύειν, ΙΙΙ, 985, urbe excedere, ut periculum
vitarent. II, 189, δραπετεύουσαι τὸ φῶς, vitantes;
pro ἀπὸ τοῦ φωτός. Tribuitur vespertilionibus. ΙΙ,
285, δραπετεύοντας τὸν Ασσύριον, fugientes impetum hostis. II, 1462, δραπετεύουσι τὰ νότια, e loco
meridionali fugientibus.
δρασμός. ΙΙΙ, 837, διὰ δρασμῶν, fuga.
δραστηρίῳ, IV, 512, vehementiori remedio et
pellente.
δρομήσαντες, ΙΙΙ, 562. Præcedit πάλιν, forte junctim legendum, παλινδρομήσαντες.
δρόμος. 1, 376, δρόμον πρὸς τὴν ἐγγαστρίμυθον
των πεποιηκότων Finverter απαγορεύσαντος quod adiisset eam III. 867, δρόμος τῶν δημοσίων,
ψευδωνύμων λατρείαν,
τῷ Θεῷ. Nil clarius, nil magis promiscuum. I, 777
extr., δουλείαν, fore ut ipsi quandoque libenter
parerent. I, 1014, δουλεία Θεοῦ. 11, 225, τοῦ Κυρίου.
ΙΙ, 361, τῶν δαιμόνων. (ut p. 428.) ΙΙ, 380, δου
λείαν (Εκκλησίας), societatem, ut ei intersint, eam
foveant, ad eam accedant, profitendo veri Dei cultu. H, 468, δουλείᾳ φυσικῇ οὐχ ὑποβάλλει τὸ ἐλεύθε
ρον τῆς γνώμης, necessitati a Deo nobis per crea
tionem inditæ. IV, 392, δουλείᾳ τῶν ποιημάτων,
idololatria. V, 37, δουλείας ἀδελφός, i. e. των δού
λων aut leg. e marg. τοῖς pro τῆς, ut δουλείας
pendeat a ζυγά.
δουλεύειν τῷ χρόνῳ vid. χρόνῳ. ΙΙ, 82, δουλεύ
σαντες τῇ Εβραίων γλώττη, bene tribuitur τοῖς (,
et reprehenditur. II, 380, δουλεύουσι τῇ Ἐκκλησίᾳ,
PATROL, GR. LXXXIV.
Postwesen, Postamt, cursus publicus.
δρόσῳ ἀφίξεως κατασβέσαι τὴν ᾿Αρείου φλόγα,
HI, 1131.
δρυμόν explicat dupliciter, 1, 779, 785.
δρύφακτον, 1. 165, conclave e scissis tabulis
compactum ein Verschlag, III, 928, ἀπὸ δρυφάκτου,
tabulato, septo, lorica, von dem Oberboden,
δυάς. Π, 1606, δυάδα τῶν προσώπων, Patrem et
Filium; ut pateat, duos esse. IV, 109, δυάδα τῶν
φύσεων. IV, 146, δυάδα Κυρίων, Gen. xΙx; psal. cx.
δυκός, ΙΙΙ, 934: Latinum, duce, mox στρατηγὸν
vocat.
δύναμις. 1, 51, δυνάμεις εναντίαι, damones mali.
(Sic IV, 675.) 1, 31, 55, δυνάμεις αόρατοι, angeli,
aut quidquid præter eos est spiritus (creatus) sine
corpore. I, 754, 755, αἱ ἄνω δυνάμεις, ἀόρατοι, an30
col. 939–940page 38 of 154
PG 84:939808: δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Ι, 959, δύναμις τοῦ ψαλμοῦ, 1990, δυ νάμεις οὐρανῶν, οὐράνιαι, Ι, 1998. ΙΙ, 81, δυνάμεις θεῖαι, 115.) 153, δυνά μεσιν ἀσωμάτοις, 180, δύναμιν ὀνομάζειν ειώθαμεν τοὺς στρατιωτικούς καταλόγους. 11, 330, δυνάμεις ουρανίους, 400, δυνάμεις κολαστικαὶ δυνάμεις τιμωρητικάς, 1266, δυνάμεων ἐπουρανίων. ΙΙ, 1639, δυνάμει" ΙΙΙ, 407, κατὰ δύναμιν δύναμιν ὠφέλειαν δυσ νάμει ἦν ἐν τῷ Πατρὶ πρὶν ἐνεργεία γεν νηθῆναι 960. 845, δύναμιν Πατρὸς τὸν Υἱὸν δυνάμεως μὴ καθικνούμενον τὸ πάθος, δύναμις σάρκα. 28, δυνάμεων Κύριο, δύναμις δυνάμεις αἱ ἄνω, 1014, δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ. δυνάμενος. Π, 111, δυνάμενοι περιγενήσεσθαι. δυνηθησόμενοι περιγενέσθαι. ΙΙ, 1285, τὸ μὴ δυνάμενον πονεῖν βιάζεται πονεῖν,; δυναστεία. (δυναστείαν μιμούμενος. μιμούμ. Εἰ δυναστείαν ἐπιθυμίας ἐμπέπλησι 1, 376, δυναστείας, 1077, δυναστεία δυνάμει, 1327.) ΙΙ, 250, δυναστεία τῶν Φαρισαίων, 478, δυναστείαν, 496, δυναστείᾳ ἀνθρωπίνῃ θαρ βοῦνται δυνάμει. ΙΙΙ, 1028, δυναστεία Ἀρειανῶν, 591, δυναστείαν δύνα μεν. 1184, διὰ δυναστείας βασιλικής, δυναστεία τοῦ Χριστοῦ, δυναστεία δυνατός. Ι, 514, δυνατούς· ευζώνους. Ι, 1237, δυνατὸν ἐν τοῖς κατορθώμασι τῆς ἀρετῆς. δύξ· δυκός. δυσαγῇ δόγματα, 339. δυσάρεστον (το), δυσέκνιπτος διδασκαλία, 321. δυσεντερίας πάθος, 1, 363 δυσήνιον, ΙΙ, δύσις, 1120, ἐν τῇ Δύσει ἄρχειν, δυτικῇ. δυσκατόρθωτος νόμος, ΙΙΙ, δύσκριτον ἔχω τὴν αἵρεσιν, ΙΙΙ, 451 δυσμαὶ βίου, 1, 1318, δυσμῶν, ΙΙ, 889 δυσμενής (δυσμενῶν· ἐπὶ τῶν δ.) Ι, 938, (δυσμενη τοῦ Θεοῦ· τῷ Θεῷ. Δυσμενεῖς ἀνθρώ των, ΙΙ, 511: 703, δυσμενῶν τῆς ἀληθείας. 327, δυσμενής κοινός. δυσοσμίαν αἱρετικὴν ἐξήμεσε, 909. δυσπαθές, δυσσέβεια, δεισιδαιμονία, παρανομία, ο 156', δυσσέβεια καὶ παρανομία. ΙΙΙ, πρὸς τῇ δυσσεβείᾳ καὶ τὸν παράνομον βίον. δυσσεβές, Ι, ΙΙΙ, δυσσεβές, Πατράσιν ἀντιλέγειν. ΙΙΙ, 496, δυσσεβέσιν, δυστεβοῦντες αἱρετικοί, Ι, 1055, δυστράπελος νόσος, δυστροπίαι δυσφημία κακοδοξία, δυσχείμαρον καὶ προσάρκτιον, ΙΙΙ, 1957. δυσχεραίνει τὰς ἐπαναστάσεις, ΙΙ, 504. δυσχεραίνων τὴν ζωὴν, 506, δυσχεραίνουσι την κηδεμονίαν, 1964: τῇ κηδεμονία, διὰ τὴν κηδεμονίαν. ΙΙΙ, 448, δυσχεραίνοντας τὸν δρόμον: 457, δυσχεραίνοντες τὰ λυπηρά. ΙΙΙ, 687, δυσχεραίνειν τὴν ῥαθυμίαν. τῇ ῥαθυμία. 877, δυσχεραίνοντας τὸ μήκος. ΙΙΙ, 943, δυσχεράναντα τὸν λιμὸν καὶ τὴν ἔρημον, ΙΙΙ, 1206, δυσχεραίνων τὰ χωρία. 656. δυσχεραινόντων τὰ τῆς δίκης ζυγά, δυσχεραίνουσι τὴν ζάλην. 847, δυσχεραίνουσι τοὺς ὑγιαίνοντας, δυσώδες (τὸ τῶν μύθων, 691. δυσωδία, δυσώνυμοι αἱρετικοί, Ι, 48; 638. αἱρέσεις, δυσωπεῖν τὸν Σωτῆρα, 1, 1025. διὰ προσευχῶν, 111, 900, δυσωποῦντες συνήκειν. ἐδυσωποῦμεν ἀκολουθεῖν, δυσωπήσαντες και μεῖν, δῷ τιμωρίαν, ΙΙ, δωμάτιον, πολλὰς μυριάδας, δῶμεν, ΙΙΙ, θῶμεν. δῶμεν τῷ λόγῳ δῶρα δῶρον. Δωρδώνην. Δωδώνην, 938. δωρεᾶς ταύτης ἀπολαῦσαι, ΙΙΙ, 1125, δωριεῖται τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 365. δῶρον προσφερόμενον· προσφερόμ. 1, 177, δῶρα δώρων δίχα δῶρον δέχου, τὸ δῶρον δεξάμενος. ΙΙΙ, 982, δώρα τὰ ειωθότα προστ ενήνοχε τῷ θυσιαστηρίῳ, δῶρα προσενεγκεῖν τῇ ἱερᾷ τραπέζη, δώσεις εὐαγγελίαν, Δώσεις χάριν ἑαλόντας, ΙΙΙ, 991: αλόντας. ἐάν. ΙΙΙ, 267, ἐὰν ἐκηρύχθη· τε ἐὰν δέξο μαι ἐάσω. ΙΙ, 244, ἐάσω σέ ἐπὶ τῆς ἀνοίας, μέ νειν. ΙΙ, 591, ἐάσω ἀδέκαστον. ἀδέκαστον δίκαιον, ἄμωμον, ξάσω ἀδέκαστον ἀδίκαστον, ξάσω 87, ἀπαίδευτον. ἑαυτοῖς εὑρόντες, ἑαυτόν, αὐτὸν, εἷλκε πρὸς ἑαυτὸν τὴν φωνὴν, εἷλκε,
geli. I, 808: expl. δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Ι, 959,
δύναμις τοῦ ψαλμοῦ, sensus, materia. I, 1990, δυνάμεις οὐρανῶν, angeli; οὐράνιαι, Ι, 1998. ΙΙ, 81,
δυνάμεις θεῖαι, angeli. (Sic II, 115.) II, 153, δυνάμεσιν ἀσωμάτοις, angelis. II,, 180, δύναμιν όνομά
ζειν ειώθαμεν τοὺς στρατιωτικούς καταλόγους. 11,
330, δυνάμεις ουρανίους, angelos. II, 400, δυνάμεις
κολαστικαὶ Dei, vel angeli, vel omnia in rebus creatis, quibus pænæ ministris utitur Deus. II, 737,
δυνάμεις τιμωρητικάς, angelos vindices, ponæ ministros. II, 1266, δυνάμεων ἐπουρανίων. ΙΙ, 1639,
δυνάμει" de equo. ΙΙΙ, 407, κατὰ δύναμιν apostolum
egisse dicit in laudando Deo. III, 690, δύναμιν et
ὠφέλειαν Scriptura sacra distinguit. III, 782, δυσ
νάμει ἦν ἐν τῷ Πατρὶ (Filius), πρὶν ἐνεργεία γεννηθῆναι· e' mente Eusebii Caesar. et Arianorum.
(Sic et 960. III, 845, δύναμιν Πατρὸς τὸν Υἱὸν profitentur orthodoxi; eamdem et numero et genere
potentiam habere et exercere. IV, 235, δυνάμεως
μὴ καθικνούμενον τὸ πάθος, ad divinam Christi naturam. IV, 237, δύναμις (bis) divinitas Christi;
opp. σάρκα. Αpollin. V, 28, δυνάμεων Κύριο, Christus; opp. infirmitati et lassitudini. V, 39, δύναμις
anathematismi, vis declarandi veram doctrinam,
et damnandi secus sentientes. V, 42, δυνάμεις αἱ
ἄνω, angeli. V, 1014, δυνάμει ἢ ἐνεργείᾳ.
δυνάμενος. Π, 111, δυνάμενοι περιγενήσεσθαι.
pro δυνηθησόμενοι περιγενέσθαι. ΙΙ, 1285, τὸ μὴ
δυνάμενον πονεῖν βιάζεται πονεῖν, nolens, recusans;
aut quod in aliis nequit.
δυναστεία. (δυναστείαν μιμούμενος. vid. μιμούμ.
Εἰ δυναστείαν ἐπιθυμίας ἐμπέπλησι· vid. Hypallage.)
1, 376, δυναστείας, regno. I, 1077, δυναστεία pro
δυνάμει, viribus. (Sic ii, 1327.) ΙΙ, 250, δυναστεία
τῶν Φαρισαίων, auctoritatem. II, 478, δυναστείαν,
opes, potentiam. II, 496, δυναστείᾳ ἀνθρωπίνῃ θαρ
βοῦνται pro δυνάμει. ΙΙΙ, 1028, δυναστεία Αρεια
νῶν, potentia, opes. IV, 591, δυναστείαν pro δύναμεν. IV, 1184, διὰ δυναστείας βασιλικής, quasi decreto imperatoris, vel, ministris et militibus usi,
quasi ab imperatore submissis. V, 39, δυναστεία
τοῦ Χριστοῦ, potentia et virtus Christi, quam habuerit ut homo per Spiritum sanctum. Ei additam
et circumdatam Filii dignitatem dicebant Nestoriani. δυναστεία alias est imperium, non h. 1.
δυνατός. Ι, 514, δυνατούς· vid. ευζώνους. Ι, 1237,
δυνατὸν ἐν τοῖς κατορθώμασι τῆς ἀρετῆς.
δύξ· vid. δυκός.
δυσαγῇ δόγματα, ΙV, 339.
δυσάρεστον (το), IV, 586, 587: active, ut nil placeat, omnia molesta sint; nausea, fastidium.
δυσέκνιπτος διδασκαλία, IV, 321.
δυσεντερίας πάθος, 1, 363: Josephi interpret.
δυσήνιον, ΙΙ, 1256, animum moremque asperum,
immorigerum.
δύσις, ΙV, 1120, ἐν τῇ Δύσει ἄρχειν, in Occidente:
pro δυτικῇ.
δυσκατόρθωτος νόμος, ΙΙΙ, 74, qui difficile servaretur.
δύσκριτον ἔχω τὴν αἵρεσιν, ΙΙΙ, 451: pleonasmus.
δυσμαὶ βίου, 1, 1318, finis. δυσμῶν, ΙΙ, 889: de
tempore occasus; alias de loco.
δυσμενής (δυσμενῶν· vid. ἐπὶ τῶν δ.) Ι, 938,
(δυσμενη τοῦ Θεοῦ· pro τῷ Θεῷ. Δυσμενεῖς ἀνθρώ
των, ΙΙ, 511: pro dativo. III, 703, δυσμενῶν τῆς
ἀληθείας. IV, 327, δυσμενής κοινός.
δυσοσμίαν αἱρετικὴν ἐξήμεσε, ΙII, 909.
δυσπαθές, IV, 530, ut difficulter ladi possint, vix
lædantur, omnia facile elabantur ac declinent.
δυσσέβεια, δεισιδαιμονία, παρανομία, distinguuntur I, 764: ut 1° verum Deum non colerent, 2ο falsos Deos colerent, 3° in alios inique agerent. II,
156', δυσσέβεια καὶ παρανομία. Illud signif. idolo
latriam. (Sic et distincta 1, 683.) ΙΙΙ, 705, πρὸς τῇ
δυσσεβείᾳ καὶ τὸν παράνομον βίον. Illud sign. falsam religionem.
δυσσεβές, Ι, 151 vocatur, proprie intelligere, qua
Deus ipse aliter alibi efferat. ΙΙΙ, 784, δυσσεβές,
Πατράσιν (Ecclesia) ἀντιλέγειν. ΙΙΙ, 496, δυσσεβέ
σιν, non-christianis,
δυστεβοῦντες αἱρετικοί, Ι, 1055, qui prave sentiunt de persona et naturis Christi.
δυστράπελος νόσος, IV, 512, qui difficulter curetur.
δυστροπίαι hæreticorum, V, 27, perversiones,
detorsiones.
δυσφημία hæreticorum auferri, III, 949; errore,
κακοδοξία, vel impietate.
δυσχείμαρον καὶ προσάρκτιον, ΙΙΙ, 1957.
δυσχεραίνει τὰς ἐπαναστάσεις, ΙΙ, 504. δυσχεραί
νων τὴν ζωὴν, 506, δυσχεραίνουσι την κηδεμονίαν,
1964: pro τῇ κηδεμονία, vel διὰ τὴν κηδεμονίαν. ΙΙΙ,
448, δυσχεραίνοντας τὸν δρόμον: pro dativo. III, 457,
δυσχεραίνοντες τὰ λυπηρά. ΙΙΙ, 687, δυσχεραίνειν τὴν
ῥαθυμίαν. pro, τῇ ῥαθυμία. III, 877, δυσχεραίνοντας
τὸ μήκος. ΙΙΙ, 943, δυσχεράναντα τὸν λιμὸν καὶ τὴν
ἔρημον, ΙΙΙ, 1206, δυσχεραίνων τὰ χωρία. IV, 656.
δυσχεραινόντων τὰ τῆς δίκης ζυγά, indignantes,
quod juste agat Deus. 1V, 658, δυσχεραίνουσι τὴν
ζάλην. IV, 847, δυσχεραίνουσι τοὺς ὑγιαίνοντας,
agre ferunt, cum valent, homines felices esse, et
tunc negant bonam quoque valetudinem calumniantur.
δυσώδες (τὸ τῶν μύθων, ΙV, 691.
δυσωδία, mala fama, III, 1248.
δυσώνυμοι αἱρετικοί, Ι, 48; III, 638. αἱρέσεις,
δυσωπεῖν τὸν Σωτῆρα, 1, 1025. διὰ προσευχῶν,
venerari, colere. 111, 900, δυσωποῦντες συνήκειν.
Ibid., ἐδυσωποῦμεν ἀκολουθεῖν, terrendo monere
studuimus (in priori), valuimus (in posteriori);
duplex metonymia. III, 1051, δυσωπήσαντες και
μεῖν, cunctati.
δῷ τιμωρίαν, ΙΙ, 523: Deus ut puniret nos.
δωμάτιον, ΙV, 221, vocat locum, ubi effusus Spiritus sanctus Act. ut, quia scil. commemorat πολλὰς
μυριάδας, eo congregatas. IV, 352, 355, sacrarium,
receptaculum sacerdotum, Sacristei.
δῶμεν, ΙΙΙ, 95 init. pro θῶμεν. (Nulla hic concedendi notio, sed ponendi. III, 37, δῶμεν τῷ λόγῳ
potest utrolibet casu accipi.
δῶρα vid. δῶρον.
Δωρδώνην. pro Δωδώνην, Dodonam, III, 938.
δωρεᾶς ταύτης ἀπολαῦσαι, ΙΙΙ, 1125, ut eum comitaretur in molesto itinere per desertum.
δωριεῖται τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 365.
δῶρον προσφερόμενον· vid. προσφερόμ. 1, 177,
δῶρα cur dicta sint sacrificia? Il, 229, δώρων δίχα
lex ad verum ducebat; nempe ut non opus haberent multa impendere et dare, qualia pagani poscebant vates ut futura prædicerent. III, 239, δῶρον
δέχου, corpore et sanguine Christi in cona S. utere. (Ofert ergo nobis Christus in coena S.) Et mox,
τὸ δῶρον δεξάμενος. ΙΙΙ, 982, δώρα τὰ ειωθότα προστ
ενήνοχε τῷ θυσιαστηρίῳ, quæ utentes cœna S. alferrent; ex antiquis oblationibus agaparum. III, 1050,
δῶρα προσενεγκεῖν τῇ ἱερᾷ τραπέζη, ante usum
coena S.
δώσεις εὐαγγελίαν, V, 970, nuntiabis, afferes.
Δώσεις χάριν vid. Metonymia.
ἑαλόντας, ΙΙΙ, 991: pro αλόντας.
ἐάν. ΙΙΙ, 267, ἐὰν ἐκηρύχθη· pro τε cum doce
batur, vel doceretur, vere scil. V, 1015, ἐὰν δέξο
μαι pro conjunctivo.
ἐάσω. ΙΙ, 244, ἐάσω σέ ἐπὶ τῆς ἀνοίας, scil. μέ
νειν. ΙΙ, 591, ἐάσω ἀδέκαστον. Si ἀδέκαστον est pro
δίκαιον, ἄμωμον, a specie judicis incorrupti) ad
genus: ξάσω est, dimittam a judicio meo, sic abire
impunitum jubebo. Sin ἀδέκαστον est impunitum,
quasi ἀδίκαστον, ξάσω retinet suum sensum. Cod.
n. 87, ἀπαίδευτον.
ἑαυτοῖς εὑρόντες, III, 763, ex suo ingenio, sine
Scriptura sacra vel Patribus.
ἑαυτόν, pro αὐτὸν, ut videtur, IV, 664 init. εἷλκε
πρὸς ἑαυτὸν τὴν φωνὴν, Patris in baptismo Christi.
Hoc tribuitur Spiritui S. At hic εἷλκε, inter-
col. 941–942page 39 of 154
PG 84:941ἐγκαλινδουμένους κακοῖς, τὸ Πνεῦμα φαινόμενον αὐτόν, ἑαυτοῦ, σεαυτοῦ, ΙΙΙ, 393 2). ἑαυτοῦ γῇ, ἄρχων δοκῶν τῆς οἰκουμένης. ἐβαρβάρισεν, ΙΙ, ἀγράμματον. ἐβαρύνετο, ἐβασιλεύοντο κατά κώμας, 966 ἐβασίλευσε τῆς Γαλατίας, ΙΙΙ, 824 ἐβάστασε τὸν σταυρὸν ὁ Δεσπότης, ΙΙ, 235, ἕβδομα. ΙΙΙ, 857, μετὰ τὰ ἕβδομα τοῦ Πάσχα, ἑβδομηκοστὸς χρόνος, 1, 1483: ἑβδομηκοντού της, Εβιωνεῖς, ἑβλάπτετο· ἀδικεῖτο, 1007. ἐβλάστησεν ὠφέλειαν, Ι, 362: βλαστάνειν ἐποίησε. ἐβδα τὴν δύναμιν, ΙΙΙ, 1142. ἐβούλετο. ΙΙ, 1519, ὡς ἐβούλετο, ἐβούλετο χόρον λαβεῖν· ἠδύνατο. ἐβουλεύσαντο διελεῖν, ΙΙΙ, 730: ἐβούλοντο οὐ: ἐβουλεύσαντο οὐ διελεῖν. Εβραϊκὰ ἔτη, ΙΙ, Ἑβραῖος. Ι, 69, Ἑβραῖος ὁ ταῦτα εἰπών ὁ Ἑβραῖος, τις 1, 733, Εβραίων φωνῇ, σαβαχθανί· Εβραίοις, 1, 899, τὸ Ἑβραίων οὐκ ἔχει· βιβλίον. ΙΙ, 1246, Εβραίος συγγραφείς, Ἑβραῖος βασιλεὺς Εβρεί, ἐγγαστρίμυθος 1, 207. ἐγγάστριον ἕξειν, 88. ἐγγεννώντες θορύβους ταῖς Ἐκκλησίαις, ΙΙΙ, 867. ἔγγονος, ΙΙ, ἔγγονοι ἔκγονοι ἔγγραφον πίστεως, ΙΙΙ, 785, έγγραφα, εγγύς που διακόσιοι, ΙΙΙ, 886. ἐγενεαλόγησεν αὐτὸν ᾽Αβραὰμ καὶ Δα βίδ, ἐγένετο. 126, νοεῖται ἅπερ ἐγένετο, ουσίας. ἐγέννησα τιμωρίαν δι' ἁμαρτίας, ἐγενόμην, ΙΙ, Έγερσις τοίχων, 111, 792. ἐγεώργησα ἔθνη, ΙΙΙ, ΙΙΙ, εγεώργησε θαύμασι, ἔγημε δημοσίᾳ, ἐγκαίνια. 1118, ἐγκαινίων, ἐγκαινισμὸν οἴκου 786. ἐγκαλεῖ τοὺς Ἰδουμαίους μνησικακίαν, ΙΙ, 979 τοῖς Ἰδουμαίοις. ἐγκαλινδούμενος ἁμαρτίαις, Ι, 1529, ἐγκαλούμενοι, τί δήποτε προσφέρετε, ΙΙ, 1677, ἐγκαλύπτειν. ΙΙ, 261, ἐγκαλύψουσι ἀλλήλοις τὸ δέος, ἐγκαλύπτονται, ἐγκαθέτους, φρούριον ἐγκατάλειψιν 733. ἐγκατελείπατε, ἐγκαταλέξαντες τὸ μυθῶδες ταῖς ἀληθέσι δόξαις, 643. 45 έγκαταμίξαντες. ἐγκατασκεύοις διφθέραις, ΙΙΙ, 789: εὐκατα σκεύοις, ἐν ἐγκεχειρισμένος τὸ κήρυγμα, ΙΙΙ, 680. ἔγκλημα τῆς ἀγάπης ηὔξησε, 111, 144. ἔγκλημα τῆς ἀγάπης ηύξησε, τῇ ἀγάπῃ, διὰ τῆς ἀγάπης. ἐγκόπτων εκκόπτων ἐκκόπτ. Εγκράτεια, ΙΙΙ, 203, έγκράτειαν μετὰ τὸν γάμον ἐγκρατείας, εγκρατείας, οἴνου καὶ κρεωφαγίας ἀποχήν. ἐγκρατιταὶ εἰ ἐγκρατιτὰς, 312. έγκρα. τίται. ἐγκρατηταί. ἔγκρις, ἐγκρις, 145. ἔγκριτοι βασιλειῶν, Ι, 1435: έκκριτοι, ἔγνω. Ι, 589, οὐκ ἔγνω τὸν εὐεργέτην, ἐγρήγορεν ὁ μυκτήρ, ἐγρήγορσις λογικού, φρόνησις, 566. ἐγύμνωσα. 1, 391, εγύμνωσε την φιλοσοφίαν. 1559, εγύμνωσε δόξαν, ἣν εἶχεν. ΙΙΙ, 186, ἐγύμνωσεν αὐτοὺς τῆς ἐξουσίας, ἐγύμνωσε καρτερίαν, φιλοσοφίαν, ΙΙΙ, 275, εγύμνωσε τὴν προ μήθειαν. ΙΙΙ, 329, εγυμνώσατε την προθυμίαν. ΙΙΙ, ἐγύμνωσαν τὴν χεῖρα, ἐγχειρίζειν. Ι, 1531, ἐγχειρισθείς βασιλείαν. ΙΙ, 255, ἐγχειρισθὲν γεωργίαν 1328, ἐγχειρισθέντες τὴν ἰατρείαν. ΙΙΙ, 1141, εγχειρισθεὶς πολλάκις ἀρχὰς, έγκεχείριστο διακονίαν. 1074, ἐγχειρίσωμεν (Θεῷ τοὺς ἡμετέρους οἷα χας, 1103, έγχειρισθείσης μοι χώρας, ἐγχριπτόμενος ιόν, ΙΙΙ, 965, ἐγχωρίῳ φωνῇ, 111, 1161: Ἑλλάδι Εγώ, ΙΙ, ἐδαπάνησε τοὺς μὲν ὁ λιμὸς, τοὺς δὲ ὁ πόλεμος, ἐδαφίου, εδαφισμός, Έδαφος. 56, αἱ ἐπὶ ἐδάφους θαυματουργίας, πάθει, ἀναστάσει ἐπὶ ἐδάφους,
reus: impeditus peccatis. I, 1370, ἐγκαλινδουμέ
νους κακοῖς, non moralibus.
pretabatur, non de se, sed de Christo. Nec Chri
stus ipse hic explicabat, si forte τὸ Πνεῦμα φαινό
μενον volueris habere pro accusativis absolutis. Sed
Spiritus sanctus per adventum interpretabatur els
αὐτόν, de Christo.
ἑαυτοῦ, pro σεαυτοῦ, ΙΙΙ, 393 (n. 2). ἑαυτοῦ γῇ,
II, 918, e qua sumptum esset corpus ejus hominis":
aut, quæ subjecta esset imperio ejus, ut de diabolo
dicit: ἄρχων δοκῶν τῆς οἰκουμένης.
ἐβαρβάρισεν, ΙΙ, 983: proprie capiendum, quia
Basilius vocal ἀγράμματον.
ἐβαρύνετο, 1, 127, pertinaciam repetebat.
ἐβασιλεύοντο κατά κώμας, IV, 966: minima loca
habebant principes, a nemine pendentes.
ἐβασίλευσε τῆς Γαλατίας, ΙΙΙ, 824: Constantinus
filius.
ἐβάστασε τὸν σταυρὸν ὁ Δεσπότης, ΙΙ, 235, perpessus est. Etsi hic proprie de ferenda humeris cruce loquitur.
ἕβδομα. ΙΙΙ, 857, μετὰ τὰ ἕβδομα τοῦ Πάσχα, in
hebdomade post Pascha.
ἑβδομηκοστὸς χρόνος, 1, 1483: pro ἑβδομηκοντού
της, septuagenarius, non septuagesimus.
Εβιωνεῖς, IV, 328, Ebionita.
ἑβλάπτετο· vid. ἀδικεῖτο, V. 1007.
ἐβλάστησεν ὠφέλειαν, Ι, 362: i. e. βλαστάνειν
ἐποίησε.
ἐβδα τὴν δύναμιν, ΙΙΙ, 1142.
ἐβούλετο. ΙΙ, 1519, ὡς ἐβούλετο, Deus, modo nobis incognito atque impervestigabili. III, 1137,
ἐβούλετο χόρον λαβεῖν· pro ἠδύνατο.
ἐβουλεύσαντο διελεῖν, ΙΙΙ, 730: pro ἐβούλοντο
aut οὐ transpositum: ἐβουλεύσαντο οὐ διελεῖν.
Εβραϊκὰ ἔτη, ΙΙ, 1245: ut Judæi computant et
agunt.
Ἑβραῖος. Ι, 69, Ἑβραῖος ὁ ταῦτα εἰπών· magi,
ster Origenis. I, 74, ὁ Ἑβραῖος, textus Hebraicus
Seripturæ sacra. (Sic I, 192, 413, 885, 1055, 1125,
1130, 1267, 1406; II, 230, 926.) I, 412, 'Eбpaiós
τις incertum quis. 1, 733, Εβραίων φωνῇ, σαβαχθανί· ino Syr. I, 1110, Εβραίοις, in textu Hebraico. 1, 899, τὸ Ἑβραίων οὐκ ἔχει· scil. βιβλίον. ΙΙ,
1246, Εβραίος συγγραφείς, Josephus, non gente
Hebræus, sed oratione. II, 1593, Ἑβραῖος βασιλεὺς
non fuit, Persis regnantibus.
Εβρεί, 1, 74, e textu ebræo ponitur, my
ἐγγαστρίμυθος quid, 1, 207.
ἐγγάστριον ἕξειν, V, 88. Maria Christum.
ἐγγεννώντες θορύβους ταῖς Ἐκκλησίαις, ΙΙΙ, 867.
ἔγγονος, ΙΙ, 515, post oldy proprie. ἔγγονοι pro
ἔκγονοι legitur I, 322, n. 7.
ἔγγραφον πίστεως, ΙΙΙ, 785, scriptam fidei professionem. III, 874, έγγραφα, libelli, scripta, hypomnemata.
εγγύς που διακόσιοι, ΙΙΙ, 886.
ἐγενεαλόγησεν αὐτὸν (Christum) ᾽Αβραὰμ καὶ Δαβίδ, IV, 102, ostendit, ut a Davide et Abrahamo
genus deduceret.
ἐγένετο. ΙV, 126, νοεῖται ἅπερ ἐγένετο, symbola
eucharistica; intelliguntur (fde scil.) facta, corpus
et sanguis Christi, sine mutatione sure ουσίας. (Quid
ergo aliud, nisi ei sociata?) ἐγέννησα τιμωρίαν δι'
ἁμαρτίας, 1, 1146, mihi contraxi.
rel.
ἐγενόμην, ΙΙ, 324, jam in eo erat, ut mox fierem,
Έγερσις τοίχων, 111, 792.
ἐγεώργησα ἔθνη, ΙΙΙ, 152, Christi doctrina imbui.
ΙΙΙ, 1168, εγεώργησε θαύμασι, Christi cultu implevit.
ἔγημε δημοσίᾳ, IV, 1026, publice cum ea rem
habuit.
ἐγκαίνια. IV, 1118, ἐγκαινίων, novi templi consecrandi.
ἐγκαινισμὸν οἴκου expl. allegorice, I, 786.
ἐγκαλεῖ τοὺς Ἰδουμαίους μνησικακίαν, ΙΙ, 979:
pro τοῖς Ἰδουμαίοις.
ἐγκαλινδούμενος ἁμαρτίαις, Ι, 1529, non consul30: obnoxius pravitati, multorumque delictorum
ἐγκαλούμενοι, τί δήποτε προσφέρετε, ΙΙ, 1677,
interrogati, cum objurgatione quidem.
ἐγκαλύπτειν. ΙΙ, 261, ἐγκαλύψουσι ἀλλήλοις τὸ
δέος, einander nicht merken lassen; alter ab altero.
ΙV, 839, ἐγκαλύπτονται, vultum, præ pudore.
ἐγκαθέτους, 1, 421, a quibusdam tantum sic vα
cari, ait, præsidia urbium: et sane φρούριον frequentius.
ἐγκατάλειψιν Christi expl. I, 733.
ἐγκατελείπατε, I, 572 extr. (in Addend. Var.
Lect. p. iv.)
ἐγκαταλέξαντες τὸ μυθῶδες ταῖς ἀληθέσι δόξαις,
IV, 643. Pro eo est n. 45 έγκαταμίξαντες. Νon
opus; illud est, asciverunt, interposuerunt.
ἐγκατασκεύοις διφθέραις, ΙΙΙ, 789: forte εὐκατασκεύοις, etsi ἐν idem sepe notat.
ἐγκεχειρισμένος τὸ κήρυγμα, ΙΙΙ, 680.
ἔγκλημα τῆς ἀγάπης ηὔξησε, 111, 144. Obscure
dictum: quid enim ἔγκλημα τῆς ἀγάπης? An, quod
ex amore nascatur, ut res sit vituperanda eo nomine, quod non consentiat cum amore? Quid deinde
ηύξησε, cum nondum de ea re sit locutus Paulus?
Forte leg. τῇ ἀγάπῃ, vel διὰ τῆς ἀγάπης. Ostendit,
rem esse hoc graviorem, quod repugnet amori.
ἐγκόπτων pro εκκόπτων legitur 1, 45 extr. Vid.
ἐκκόπτ.
Εγκράτεια, ΙΙΙ, 142, abstinentia a certis cibis,
nominatim carne. III, 203, έγκράτειαν μετὰ τὸν
γάμον laudat. IV, 469, ἐγκρατείας, abstinentia secundi matrimonii. IV, 479, εγκρατείας, ipse explicat οἴνου καὶ κρεωφαγίας ἀποχήν.
ἐγκρατιταὶ εἰ ἐγκρατιτὰς, IV, 312. Antea έγκρα.
τίται. Forte ἐγκρατηταί.
ἔγκρις, vel ἐγκρις, expl. I, 145.
ἔγκριτοι βασιλειῶν, Ι, 1435: pro έκκριτοι, se
lecta, potiora.
ἔγνω. Ι, 589, οὐκ ἔγνω τὸν εὐεργέτην, gratias ei
non egit.
ἐγρήγορεν ὁ μυκτήρ, II, 145, cautus est, falli se
non patitur.
ἐγρήγορσις λογικού, φρόνησις, IV, 566.
ἐγύμνωσα. 1, 391, εγύμνωσε την φιλοσοφίαν.·
Obs. quod de re honesta dicitur: proprie de turpi
et celanda. I, 1559, εγύμνωσε δόξαν, ἣν εἶχεν. ΙΙΙ,
186, ἐγύμνωσεν αὐτοὺς τῆς ἐξουσίας, ostendit, monuit, eos carere potestate illa. III, 189, ἐγύμνωσε
καρτερίαν, φιλοσοφίαν, ΙΙΙ, 275, εγύμνωσε τὴν προ
μήθειαν. ΙΙΙ, 329, εγυμνώσατε την προθυμίαν. ΙΙΙ,
820, ἐγύμνωσαν τὴν χεῖρα, ex arca protraxerunt.
ἐγχειρίζειν. Ι, 1531, ἐγχειρισθείς βασιλείαν. ΙΙ,
255, ἐγχειρισθὲν γεωργίαν hypallage. II, 1328,
ἐγχειρισθέντες τὴν ἰατρείαν. ΙΙΙ, 1141, εγχειρισθεὶς
πολλάκις ἀρχὰς, et inferius, έγκεχείριστο διακονίαν.
IV, 1074, ἐγχειρίσωμεν (Θεῷ τοὺς ἡμετέρους οἷα
χας, relinquamus, nobis non sumamus. (Jam enim
tenet.) IV, 1103, έγχειρισθείσης μοι χώρας, cui presum episcopus.
ἐγχριπτόμενος ιόν, ΙΙΙ, 965, incutiens, ingerens.
ἐγχωρίῳ φωνῇ, 111, 1161: opp. Ἑλλάδι significat
Syriacam.
Εγώ, ΙΙ, 115 extr. de Christo, distinguit ab ejus
corpore, vel humana natura, quam ibi vestem vocat.
ἐδαπάνησε τοὺς μὲν ὁ λιμὸς, τοὺς δὲ ὁ πόλεμος,
ἐδαφίου, V, 1006: vix esse potest, nisi eversio,
εδαφισμός, urbis Sodomorum.
Έδαφος. ΙV, 56, αἱ ἐπὶ ἐδάφους θαυματουργίας,
Christi, opponuntur ejus πάθει, morti, ἀναστάσει·
sed et mortuis in vitam revocatis. Hoc si absit, explicem, quæ in hominibus edidit, non in se ipso:
nunc malim, quæ in hac vita, qua terrestrem vitam,
in rebus et corporibus terrenis, edidit. Nam mortuorum ressuscitatio pertinet et ad animam, que
non jam esset ἐπὶ ἐδάφους, et ad alteram vitam
col. 943–944page 40 of 154
PG 84:943ἀναβιώσεις ἐπὶ ἐδάφους, ἐδεδώκει τὴν ἀπόλαυσιν, ΙΙΙ, 74, ἐδέησαν, ΙΙ, 360: έδει. ἔδει προσκεῖσθαι, ἐδείκνυ τοῦτο ἀτελῆ τὴν παρουσίαν, ΙΙΙ, 473. ἐδειλίασε θάνατον, 1301. ἔδειξα. ΙΙ, 352, έδειξε νεκρούς, ἐποίησε. ἐδείξαμεν, εἰκὸς Έδειτο, ΙΙΙ, 1189: ἐδεῖτο, ἐδείχθη, 1, 849, 1575, ἐδείχθησαν ανάξιοι, ἐδεξάμην. 1, 36, ἐδέξατο δημιουργίαν ἰδίαν ἐκά στη ἡμέρα, ἐδέξατο κατηγορίαν, ἐδέξατο Ελα ε. Ι, 424, ἐδέξατο ὕπνον. ἐδέξατο ὠδῖνας ώδι νας. Ι, 496, ἐδέξατο τὴν πληγὴν, ἐδέξατο στάσιν ὁ οἶκος, 1, 789, ἐδέξατο δέος, 908, ἐδέξατο ἐπὶ τῆς πόλεως τὸ ὄνομα, 1163, εδέ ξαντο τὴν σφαγήν, 1511; ΙΙΙ, 944). Ι, 1964, ἐδέξατο τὴν ἐπιγραφήν έλαβε. ΙΙ, 949, ἐδέξατο τέλος, 1964, ἐδεξάμην ἀσθένειαν, 1351, ἐδέξαντο, 1427, ἐδέξω τὴν παιδείαν, ἐδέξω· ἐδεξάμην. ἐδέξω σαυτῷ· σαυτῷ. Έδεσα, Εδεσης, Ἐδέσῃ, ΙΙΙ, 965. ἐδέχετο τρικυμίας, Ι, 437, ἐδέχοντο νόμον, Ι, 148, ἔλαβον. ἐδήλωσε φυγεῖν, ΙΙΙ, 904, ἐδιδάχθη προῤῥήσεις προρρήσεις. ἐδίδοντο δι' ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 242, 591, ἐδίδου τὴν οἰκείαν ἀνάστασιν διὰ τῶν θαυμά των, ἐδικαίωσαν, 1147. ἐδιώχθησαν, Ένα νυμφικά, ΙΙ, ἐδογματίσθη, ἐδόκει ἐναντιοῦσθαι, ΙΙ, 1262, ἐδόκει ἄνθρωπος εἶναι, Θεὸς ὤν, 42, ἐδόκησε, Ν, έδοξε. εὐδόκησε. Εδοκίμασα, ΙΙ, 436, ἐδοκίμασε, 505, θέσθαι, καταλιπεῖν, ἐδοκίμασεν εἶναι καιρόν, ΙΙ, ἐδοκιμάσθησαν, ΙΙ, ἐδομήθη, 1, 295. 42, 2. έδομήσατο, Ι, 467 ἔδοξε παλαίειν ὀφθέντι, ΙΙ, 1866 Θεοῦ περιγενέσθαι δόξας, ἐδούλευες τοῖς εἰδώλοις, ΙΙ, 423. ἐδούλευον εἰδώλοις, ΙΙ, λα τρεύειν. έδρα, ἕδρας τῆς αὐτῆς, ΙΙ, 687, 688: τόπου. έδραμε, Εδρα μον γῆν καὶ θάλασσαν κατά. ἐδραπέτευσεν ὁ κίνδυνος, ΙΙΙ, 1215. ἑδράσαντες, Ι, 363. ἐδρέψαντο τὴν εὐλογίαν, 1, 69: ἐδέξαντο. ἔδωκαν νῶτα, ΙΙ, 418: έδειξαν, ἔστρεψαν Εδώμ, τὸ πυῤῥὸν, 1, 40. ἐδωρήσατο. Ι, 158, τὸν εὐαγγελικὸν νόμον ὁ Θεός. ἡ πίστις τὴν ἄφεσιν, ὁ πόνος τὴν χάριν, ἐζηλωκώς, Ι, 526, ἐξήλωσε· εμιμήσατο, 1, 484. τὸν Δεσπότην, ΙΙΙ, εζήλωσαν, 103; 698. τήν συγγένειαν, 462, ἐζήτησε κατασφάξαι, ΙΙ, 574, εζώγρει, ΙΙΙ, έζωγρημένους ὑπὸ τῆς βλασφημίας, εζώγρησεν, ΙΙΙ, 360, εἰς ζωὴν, ἐθάρρησεν ἐναλλάξαι, 350. ἐθαύμασεν ὁ Παῦλος) τοὺς δίχα νόμου δικαιωθέντας, Ι, ἐθεάσατο, ΙΙ, ἐθέλω. Ι, 136, ὅθεν ἠθέλησεν, όπως ἠθέλησαν, ΙΙ, 791, ἐθέλουσι τυχεῖν συγγνώμης, 1529, ἐθέλουσι χόρον λαμβάνειν, δυναμένοις. 556 ἐθέλει σοι ὑπο ακούειν, ἐθέλουσι δεῖν, ἐθεμελιώθη ἡ πίστις ἐν Νικαία, ΙΗ, 884, ἐθεολογήθη ἡ σὰρξ σὺν αὐτῷ, 17, ἐθεολόγησε τὸν Δεσπότην Χριστόν, Ι, 1455. 50 ἐθεολόγησεν, ἐθεοποιήθη ὁ ἄνθρωπος, 136 ένωσιν. ἐθεράπευσε τὸ ειρωνικῶς ῥηθεν, 889, εθεράπευσε τοῦτο αὐτὸν, ἔθη δεισιδαιμονίας, ΙΙ, 590: είδη, ήθη, ἐθήρευε, ΙΙΙ, ἐθή ρευον τοὺς ἀνθρώπους εἰς ζωήν, 4635 ἐθήρευσαν. ἔθνος. ΙΙ, 1495, ἐξ ἐθνῶν πλειόνων ή Ρωμαίων πόλις. ΙΙΙ, 984, ἔθνους ἡγούμενος, Εθος. Ι, 742, ἔθος, Ἰουδαίους οὕτω ὀνομάζειν τοὺς προσιόντας. Ἰουδαίοις. έθος 277, έθος ἀνθρώπινον, ἐθρήνησε, ὠλοφύρατο, 1, 404. θρήνον κι ολοφύρεσθαι θρηνεῖν ἐθριάμβευον γυμνὰς πᾶσαν τὴν πόλιν, κατὰ, ἐθρύλησεν, ), ΙΙΙ, 892. ἐθρύλλουν, 835. εἰ. 11, 519, εἰ πάρειμι παρῶ, ὅτε πάρειμι. ΙΙΙ, 825, εἴ τι δ' ἂν πεποίηκα· εἰ δὲ ἂν 1351, εἴ τι κἂν συμβαίνῃ τὸ βλάσφημον,
Sed enim hæ ἀναβιώσεις pertinent tantum ad eos,
qui rediere in vitam statim post mortem Christi:
manet ergo ἐπὶ ἐδάφους, quæ edidit, dum in terra
versabatur, ante crucem et mortem. Eustath.
ἐδεδώκει τὴν ἀπόλαυσιν, ΙΙΙ, 74, concessit.
ἐδέησαν, ΙΙ, 360: pro έδει.
ἔδει προσκεῖσθαι, III, 98: de eo dicit, quod
emiserit Paulus, e tenore et re supplendum.
ἐδείκνυ τοῦτο ἀτελῆ τὴν παρουσίαν, ΙΙΙ, 473. Si
hoc admitterent, viderentur et profiteri cogerentur, se Christi opus habere imperfectum.
ἐδειλίασε θάνατον, ΙV, 1301.
ἔδειξα. ΙΙ, 352, έδειξε νεκρούς, i. e. ἐποίησε. Sed
et proprie ibi. II, 592, ἐδείξαμεν, diximus. Nil enim
probavit, imo εἰκὸς tantum posuit loco, quem intelligit. Vid. Index rerum, voce Cyprii.
Έδειτο, ΙΙΙ, 1189 med.: pro ἐδεῖτο, operarum
forte vitio.
ἐδείχθη, 1, 849, se gessit, fuit. I, 1575, ἐδείχθη
σαν ανάξιοι, se exhibuerunt.
ἐδεξάμην. 1, 36, ἐδέξατο δημιουργίαν ἰδίαν ἐκάστη ἡμέρα, unoquoque die aliquid effectum. 1, 69,
ἐδέξατο κατηγορίαν, subiit, invitus quidem et necessario, ut dignus. I, 246, lin. 8, ἐδέξατο pro Ελα6ε. Ι, 424, ἐδέξατο ὕπνον. ἐδέξατο ὠδῖνας vid. ώδι
νας. Ι, 496, ἐδέξατο τὴν πληγὴν, interfectus est. I,
625, ἐδέξατο στάσιν ὁ οἶκος, seditione infestata est.
1, 789, ἐδέξατο δέος, senserat. I, 908, ἐδέξατο ἐπὶ
τῆς πόλεως τὸ ὄνομα, posuit, adhibuit. I, 1163, εδέξαντο τὴν σφαγήν, occisi sunt. (Sic II, 1511; ΙΙΙ,
944). Ι, 1964, ἐδέξατο τὴν ἐπιγραφήν pro έλαβε.
ΙΙ, 949, ἐδέξατο τέλος, passus est. II, 1964, έδεξάμην ἀσθένειαν, sensi. II, 1351, ἐδέξαντο, acceperant; passive. II, 1427, ἐδέξω τὴν παιδείαν, sensisti, nolens quidem.
ἐδέξω· vid. ἐδεξάμην. ἐδέξω σαυτῷ· vid. σαυτῷ.
Έδεσα, Edessa, uno c, III, 975. Εδεσης, 1,1109.
Ἐδέσῃ, ΙΙΙ, 965.
ἐδέχετο τρικυμίας, Ι, 437, aflictabatur iis.
ἐδέχοντο νόμον, Ι, 148, lex iis data est, ἔλαβον.
ἐδήλωσε φυγεῖν, ΙΙΙ, 904, suasit.
ἐδιδάχθη προῤῥήσεις vid. προρρήσεις.
ἐδίδοντο δι' ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 242, peragebantur,
exercebantur, ad usum aliorum adhibebantur. III,
591, ἐδίδου τὴν οἰκείαν ἀνάστασιν διὰ τῶν θαυμά
των, probavit.
ἐδικαίωσαν, νoluerunt, V, 1147.
ἐδιώχθησαν, V, 965, pulsi, ejecti sunt.
Ένα νυμφικά, ΙΙ, 12, sacrificia Judzorum, et omnino observatio legis.
ἐδογματίσθη, 111, 767, in concilio, qua credenda.
ἐδόκει ἐναντιοῦσθαι, ΙΙ, 1262, dicitur, refertur a
Daniele. ἐδόκει ἄνθρωπος εἶναι, Θεὸς ὤν, IV, 42,
scil. nudus homo: aut, reddidit hominem, plane
expressit, videndum sese Deus homo, hominem
hominibus praebuit.
ἐδόκησε, Ν, 1235 (suppl.): pro έδοξε. Aut leg.
εὐδόκησε. Hoc præferam.
Εδοκίμασα, ΙΙ, 436, volui, decrevi. ἐδοκίμασε, 505,
vult. li, 1313, θέσθαι, voluit. IV, 1190, καταλι
πεῖν, voluit, constituit. ἐδοκίμασεν εἶναι καιρόν, ΙΙ,
1199. ἐδοκιμάσθησαν, ΙΙ, 1939, constituta, decreta
sunt; beliebet worden.
ἐδομήθη, 1, 295. Qu. 42, lin. 2. έδομήσατο, Ι, 467:
medium pro activo.
ἔδοξε παλαίειν ὀφθέντι, ΙΙ, 1866: Jacobus cum
Deo: quia vere negat luctatum, certe ut vere vinceretur: unde mox: Θεοῦ περιγενέσθαι δόξας, i. e.
Deus ita cum eo egit, ut quasi ab eo victus abiret
Deus.
ἐδούλευες τοῖς εἰδώλοις, ΙΙ, 423. ἐδούλευον εἰδώλοις,
1, 1161; ΙΙ, 368, 411. Semper idem est cum λα
τρεύειν.
έδρα, 1, 1077, fundus maris, abyssi. ἕδρας τῆς
αὐτῆς, ΙΙ, 687, 688: τόπου.
έδραμε, 1, 1175, profecta est, venit. I, 1424, Εδρα -
μον γῆν καὶ θάλασσαν apostoli. Omissum κατά.
ἐδραπέτευσεν ὁ κίνδυνος, ΙΙΙ, 1215.
ἑδράσαντες, Ι, 363.
ἐδρέψαντο τὴν εὐλογίαν, 1, 69: in marg. ἐδέξαντο.
ἔδωκαν νῶτα, ΙΙ, 418: pro έδειξαν, ἔστρεψαν
Εδώμ, τὸ πυῤῥὸν, 1, 40.
ἐδωρήσατο. Ι, 158, τὸν εὐαγγελικὸν νόμον ὁ Θεός.
(Quia beneficium). III, 53, ἡ πίστις τὴν ἄφεσιν,
fecit ut daretur. III, 1167, ὁ πόνος τὴν χάριν, conciliavit, effecit ut daretur a Deo; movit Deum ut
ei daret.
ἐζηλωκώς, Ι, 526, imitatus.
ἐξήλωσε· pro εμιμήσατο, 1, 484. τὸν Δεσπότην,
ΙΙΙ, 130. εζήλωσαν, imitati sunt, II, 428, 454; 111,
103; 1V, 698. τήν συγγένειαν, II, 462, fecerunt ad
imitationem cognatorum; cognationi id dederunt.
ἐζήτησε κατασφάξαι, ΙΙ, 574, cupierit, eamque
mentem verbis significaverit.
εζώγρει, ΙΙΙ, 805, Christianos fecit. III, 1070.
orthodoxos fecit ex Arianis. έζωγρημένους ὑπὸ τῆς
βλασφημίας, 111, 727, in errorem impium deductos.
εζώγρησεν, ΙΙΙ, 360, ad Christum verterat. εἰς ζωὴν,
ἐθάρρησεν ἐναλλάξαι, 1V, 350.
ἐθαύμασεν ὁ Παῦλος) τοὺς δίχα νόμου δικαιω·
θέντας, Ι, 479: i. e. laudat, exemplum proponit.
ἐθεάσατο, ΙΙ, 1150, in se sensit, suo usu expertus
est.
ἐθέλω. Ι, 136, ὅθεν ἠθέλησεν, modo nobis ignoto,
vel materia. (Sic 1, 82, angeli dicuntur cibum
abolevisse, όπως ἠθέλησαν, modo nos latente). ΙΙ,
791, ἐθέλουσι τυχεῖν συγγνώμης, consequentur,
consequi possint. II, 1529, ἐθέλουσι χόρον λαμβά
νειν, pro δυναμένοις. IV, 556 seq., ἐθέλει σοι ὑπο
ακούειν, elephas eo adducitur, ut non recuset tibi
parere. V, 7, ἐθέλουσι δεῖν, putantibus, contendentibus oportere.
ἐθεμελιώθη ἡ πίστις ἐν Νικαία, ΙΗ, 884, composita professio, firmata, repetita, omnibus proposita.
ἐθεολογήθη ἡ σὰρξ (Christi Dei) σὺν αὐτῷ, 17,
138. Athanas.
ἐθεολόγησε τὸν Δεσπότην Χριστόν, Ι, 1455. 50phocles ἐθεολόγησεν, IV, 896, de uno et vero Deo
locutus est.
ἐθεοποιήθη ὁ ἄνθρωπος, ΙV, 136: Christus homo,
per diving naturæ ένωσιν. Athanas.
ἐθεράπευσε τὸ ειρωνικῶς ῥηθεν, ΙV, 889, explicavit, serio proposuit, ironiæ acerbitatem mollivit,
vere se ita velle, testando. εθεράπευσε τοῦτο αὐτὸν,
IV, 1179, (si) probaret, (si) hoc ei placeret, arrideret.
ἔθη δεισιδαιμονίας, ΙΙ, 590: pro είδη, vel ήθη,
quia in animo; sed et in ritibus externis.
ἐθήρευε, ΙΙΙ, 805, 807, ad Christum vertit. III,
1151, ascetica vitæ amore cepit, ad eam duxit. ἐθή
ρευον τοὺς ἀνθρώπους εἰς ζωήν, II, 4635: apostoli,
ἐθήρευσαν. 1, 665, ad Christum vocarunt.
ἔθνος. ΙΙ, 1495, ἐξ ἐθνῶν πλειόνων ή Ρωμαίων
πόλις. ΙΙΙ, 984, ἔθνους ἡγούμενος, provincia præ
fectus.
Εθος. Ι, 742, ἔθος, Ἰουδαίους οὕτω ὀνομάζειν τοὺς
προσιόντας. Cod. Ἰουδαίοις. Illud ferri potest, commate ad έθος posito. IV, 277, έθος ἀνθρώπινον, quod
accidit hominibus.
ἐθρήνησε, minus quam ὠλοφύρατο, 1, 404. Illud
ostendit luctum externum, hoc carmen lamentabile. Pag. tamen sequ. θρήνον videtur odam dicere;
κι ολοφύρεσθαι sit, dedere ex intimo doloris sensu,
θρηνεῖν externa magis specimina spectet.
ἐθριάμβευον γυμνὰς πᾶσαν τὴν πόλιν, scil. κατὰ,
III, 988, ludibrii causa velut bello captas, per urbem
duxere.
ἐθρύλησεν, uno ), ΙΙΙ, 892. ἐθρύλλουν, 835.
εἰ. 11, 519, εἰ πάρειμι pro παρῶ, vel ὅτε πάρειμι.
ΙΙΙ, 825, εἴ τι δ' ἂν πεποίηκα· εἰ δὲ et ἂν redundat.
IV, 1351, εἴ τι κἂν συμβαίνῃ τὸ βλάσφημον, quanta
impietas consequatur. (Non incertam rem hic red-
col. 945–946page 41 of 154
PG 84:945τι.) 7, εἰ μὴ, οὐχ ἑτέρως ἢ εἰ. ν, εἰ τοὺς ἐντυγχ. εί, εἶτα· εἰ γὰρ ἂν, συνεισέφερε. η γὰρ ἂν, εἴασε, ΙΙΙ, είασε, εἶδε. 1, 1499, εἶδε ἐν τούτοις τῶν ἀγαθῶν τὴν κτῆ σιν, 635, εἶδε λωβᾶσθαι. οἶδε, εἰδέα. Ι, 1654, εἰδέαις παντοδαπαῖς θανάτου, ΙΙΙ, 1083, εἰδέας τιμωριῶν. εἰδέναι. 1, 125, εἰδέναι τήν φύσιν, εἰδέναι Θεόν, ειδέ και διαφοράν, 1061, εἰδέναι οὐδὲν θελήσαντες. λογίζεσθαι, εἴδη· είδος. εἴδησις· γνώσις, Ι, 1463. εἴδησιν καὶ γνῶσιν, (γνώσις ΙΙΙ, 241, εἴδησιν γλωσσών είδομεν, Ι, ενσάρκῳ, είδος. 1, 716, είδη θείων νόμων. Ι, 764, είδη οι κείας ἀρετῆς. 1, 830, είδη πονηρίας, πονη ρίαν. 518.) 1, 840, είδη κακίας· τὴν κακίαν. ΙΙ, 328, εἶδος ἕκαστον δημιουργίας, 879, εἶδος ἐφ᾽ ἕτερον μεταφέρει τὴν προφητείαν, 933, εἰας τοῦτο, 984, κατ' εἶδος· κατά μέρος. ΙΙ, 1121, εἰδός ἐστιν ἐν ἐκείνῃ τῇ χώρᾳ γινόμενον, ειδή ἀρετῆς τινα, 1319, είδη παιδείας τὸν τρόπον. ΙΙΙ, 14, εἶδος ἐπαγγελίας, είδη θανάτων μυρία. ΙΙΙ, 152, εἶδος καυχήσεως· ἀφορμὴν, εἴδη τῆς ἀρετῆς, είδη διακονίας, κατ' εἶδος, 111, 517, εἶδος ἕτερον παραινέσεως, είδεσιν ἀρετῆς μέρεσι, 1082, είδεσιν ἀρετῆς πολλοῖς κοσμούμενος. ΙΙΙ, 1258, εἶδος ἕτερον διηγήσεως, διήγησιν ἑτέραν. 7, είδος 485, είδους ἀπάτην ἑτέραν· εἶδος ἕτερον ἀπάτης. 607, είδη ποικίλα δεχομένης, κατ' εἶδος θεανθρωπία, ψιλάνθρωπος. εἰδωλικοί, ΙΙΙ, 995, ειδωλικοί τόποι, 1, εἰδωλολατρεῖν. Ι, 758, εἰδωλολάτρησα εἰδωλολατρείαν είδωλον ὁμοίωμα 149. εἰδώλου τάξιν ἐπέχοντα, 798, εἰδῶν τούτων τριών, 1, 633 εἰδῶν ἀρετῆς, ΙΙΙ, 438: μερών, ἀρετῶν. εἰδώς. 546, οὐκ εἰδότες ὑμνεῖν, εἰδὼς καὶ εἰ μέν. εἴη. ΙΙ, 889, εἴη ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν· ἐπιτύχοιμεν. ΙΙ, 1407, εἴη ἡμᾶς τυχεῖν. ΙΙ, 1448, ἡμᾶς δὲ εἴη πεῖραν λαβεῖν. ΙΙΙ, 1922, εἴη ἡμᾶς διώξαι, εἰθικότες, 936: εἰθισμένοι, ἔθος εἰκαιολογεῖς, Υ, εἰχαιομυθεῖν, 13: εικαιολογείν. εἰκάσματα· μιμήματα. εἴκειν. Ι, 1461, είχει, Έχει, ἥκει τοῖς σοῖς νεύμασιν, εἶνει, εἴχειν ἐπιτάγμασιν. ΙΙΙ, 853.) ΙΙΙ, 136, εἰκέτω, 349, είχων λογίσασθαι, 553, είκειν μηχανήμασιν, είχου σιν ἰατροῖς, εἰκός, Ι, εἰκὸς δυνατὸν 1, 337; 11, 273, 275, 380, 455, 617, 624, 1662 (εἰκὸς ἦν, ἐστί); 252, 501, 526,612, ΙΙΙ, 1152: ἀληθὲς, δῆλον. εἰκὸς ὅτι, 11, 1307; ΙΙΙ, 448. εἰκὸς πταίειν ἀνθρώπους, 11, 483, ἐκ τῶν εἰκότων φαμέν, εἰκότως, πολυγονίαν, εικότως εἰκών. ΙΙ, 75, κατ' εἰκόνα ὁρᾶται διὰ τὸ κατ' εἰκόνα εικόνα να έχει ἡ ἁμαρτία· εἰκὼν τοῦ Θεοῦ γενόμενος οίκονομίαν, ΙΙΙ, 234, εἰκόνος εἰκὼν, 477, εἰκών ἐστι δηλοῦσα τὸ ὁμοούσιον·; 825, εἰκὼν τοῦ ὑμετέρου πόθου, από εἰκόνα θείαν ἀκήρατον διασώσαντες· τέλειοι, κατ' εἰκόνα 125, εἰκόνος ἀρχέτυπον· ἀρχ. εἱλεῖσθαι περὶ τὰς κοινὰς φροντίδας τον κρα τοῦντα, ΙΙΙ, 877. εἰλητά. ΙΙΙ, 695, ἐν εὐλητοῖς εἶχον τας θείας Γρα φάς, εἰλήφαμεν τὴν οὐσίαν σημαίνειν, 8: ὑπειλήφαμεν, εἰληφότες εἰς Γωγ τὸν ψαλμόν, 1, 802, ειληχότας ὑπὸ Θεοῦ τὸ ἄρχειν, Ι, 1175. εἰληφότας, .. εἰλικρινώς. ΙΙ, 1324, ἐπεκλήθη Θεός ἀληθῶς). ΙΙΙ, 151, εἰλικρινῶς ἐλπίζειν, εἰλικρινῶς, εἷλκε πρὸς ἑαυτὸν τὴν φωνὴν, 664 ἑαυτόν. είλκυσε, ΙΙΙ, εἱλούμενοι περὶ τὴν φυλακήν, ΙΙ, 829, ειμαρμένην 850 είναι. 1, 6, 7, εἶναι, φύσις, οὐσία - ΙΙΙ, 732, τοῦ εἶναι αὐτὸν ἀεὶ, Γραφάς, Λόγον εἶναι ετών. 1048, εἶναι λέγεται ὅπου ἂν κρατεῖ κρατῇ). εἶξα ἂν ἀντιβαλοῦσιν, ΙΙ, 488,
dit et τι.) V, 7, εἰ μὴ, post οὐχ ἑτέρως pro ἢ εἰ.
ν, 72, εἰ τοὺς ἐντυγχ. rel. Nil subjicitur huic εί,
et abest n. 12. Si aliud verbum sequatur, legerim
εἶτα· sed nil sequitur. εἰ γὰρ ἂν, V, 980, scil. συνεισ
έφερε. Forte, η γὰρ ἂν, alioqui.
εἴασε, ΙΙΙ, 1127, omisit, mutavit. IV, 1072, nihil
in rebus humanis Deus stabile είασε, i. e. esse voluit; neque enim antea stabile quidquam Metonymia, ut Liv. l. v, dirimere conjugia patrum et plebis,
id est, plane non permittere ne unquam contrahantur.
εἶδε. 1, 1499, εἶδε ἐν τούτοις τῶν ἀγαθῶν τὴν κτῆ
σιν, ponit. IV, 635, εἶδε λωβᾶσθαι. Legendum οἶδε,
solet, potest.
εἰδέα. Ι, 1654, εἰδέαις παντοδαπαῖς θανάτου, ΙΙΙ,
1083, εἰδέας τιμωριῶν.
εἰδέναι. 1, 125, εἰδέναι τήν φύσιν, semet agnoscere. II, 1373, εἰδέναι Θεόν, colere. III, 380, ειδέκαι διαφοράν, facere, respicere. III, 1061, εἰδέναι
οὐδὲν θελήσαντες. i. e. λογίζεσθαι, reputare, sequi,
servare.
εἴδη· vid. είδος.
εἴδησις· pro γνώσις, Ι, 1463. εἴδησιν καὶ γνῶσιν,
1, 804 (γνώσις hic distincta practica magis videtur).
ΙΙΙ, 241, εἴδησιν γλωσσών apostolis tribuit.
είδομεν, Ι, 1051: de Christo ενσάρκῳ, suis quidem temporibus.
είδος. 1, 716, είδη θείων νόμων. Ι, 764, είδη οι
κείας ἀρετῆς. 1, 830, είδη πονηρίας, ipsam πονη
ρίαν. (Sic II, 518.) 1, 840, είδη κακίας· pro τὴν
κακίαν. ΙΙ, 328, εἶδος ἕκαστον δημιουργίας, res
creata quælibet. II, 879, εἶδος ἐφ᾽ ἕτερον μεταφέρει
τὴν προφητείαν, ad rem aliam. II, 933, εἰας
τοῦτο, mios loquendi, ut tempora misceantur: figura. II, 984, κατ' εἶδος· pro κατά μέρος. ΙΙ, 1121,
εἰδός ἐστιν ἐν ἐκείνῃ τῇ χώρᾳ γινόμενον, naphtha;
corpus, natura; ut nos Berg-Art. 11, 1120, ειδή
ἀρετῆς τινα, partes. II, 1319, είδη παιδείας· i. e.
τὸν τρόπον. ΙΙΙ, 14, εἶδος ἐπαγγελίας, argumentum,
vim, quo pertineat. III, 53, είδη θανάτων μυρία.
ΙΙΙ, 152, εἶδος καυχήσεως· i. e. ἀφορμὴν, materiam. III, 182, εἴδη τῆς ἀρετῆς, partes, omnem virtutem (Sic III, 335, 421, 691, 1026; IV, 566.) III,
319, είδη διακονίας, quid præstare et tolerare debeant in isto munere. III, 433, κατ' εἶδος, per partes singulas et ordines; 496, singula virtutis officia. 111, 517, εἶδος ἕτερον παραινέσεως, partem,
materiam, argumentum. HI, 1026, είδεσιν ἀρετῆς·
i. e. μέρεσι, οιnni virtute. III, 1082, είδεσιν ἀρετῆς
πολλοῖς κοσμούμενος. ΙΙΙ, 1258, εἶδος ἕτερον διηγήσεως, caput, partem; vel periphrasis, pro διήγησιν
ἑτέραν. ΙV, 7, είδος expl. dialectice. IV, 485, είδους
ἀπάτην ἑτέραν· evidens hypallage, pro εἶδος ἕτερον
ἀπάτης. 1V, 607, είδη ποικίλα δεχομένης, domus,
homines excipientis e varia terra, gente, variis inoribus, professione Dei, rel. V, 1092, κατ' εἶδος
Deum dicit hominem Christum; quod forma et
quasi conditio hujus hominis esset θεανθρωπία, ut
bic homo esset idem Deus; quam formam nemo
hominum haberet, ut ψιλάνθρωπος.
εἰδωλικοί, ΙΙΙ, 995, idololatræ. ειδωλικοί τόποι, 1,
494, ubi colerentur idola.
εἰδωλολατρεῖν. Ι, 758, εἰδωλολάτρησα· verbum
minus usitatum.
εἰδωλολατρείαν Paulo dicit ait observantiam legis, III, 383.
είδωλον et ὁμοίωμα ut differant, I, 149. εἰδώλου
τάξιν ἐπέχοντα, IV, 798, ceu speculum.
εἰδῶν τούτων τριών, 1, 633: i. e. rebus; vino,
frumento, oleo. εἰδῶν ἀρετῆς, ΙΙΙ, 438: pro μερών,
vel omnino pro ἀρετῶν.
εἰδώς. IV, 546, οὐκ εἰδότες ὑμνεῖν, nolentes, cuclantes. 1V, 1069, εἰδὼς Hypatium, cum mihi innotuerit. Neque enim sequentia participia inde
pendere possunt, ob καὶ εἰ μέν.
εἴη. ΙΙ, 889, εἴη ἡμᾶς ἐπιτυχεῖν· pro ἐπιτύχοιμεν. ΙΙ, 1407, εἴη ἡμᾶς τυχεῖν. ΙΙ, 1448, ἡμᾶς δὲ
εἴη πεῖραν λαβεῖν. ΙΙΙ, 1922, εἴη ἡμᾶς διώξαι, utinam quæramus.
εἰθικότες, ΙV, 936: pro εἰθισμένοι, vel, qui instituerunt, ἔθος fecerunt et servant.
εἰκαιολογεῖς, Υ, 6, frustra disputas, aliena atfers, quæ nil faciant ad causam..
εἰχαιομυθεῖν, V, 13: idem quod εικαιολογείν.
εἰκάσματα· vid. μιμήματα.
εἴκειν. Ι, 1461, είχει, paret. Cod. Έχει, suo sensu: ἥκει τοῖς σοῖς νεύμασιν, venit ad nulus tuos.
Illud praeferendum, ex usu Theod. II, 169, εἶνει,
paret, agendo scil. III, 66, εἴχειν ἐπιτάγμασιν. (Sic
ΙΙΙ, 853.) ΙΙΙ, 136, εἰκέτω, pareat. III, 349, είχων
λογίσασθαι, concedens. IV, 553, είκειν μηχανήμα
σιν, parere, facere, quod effici velis. IV, 694, είχουσιν ἰατροῖς, parent.
εἰκός, Ι, 279, feri potest, facile est, nec raro ft
(scil. ut filii male pareant parentibus). Sic εἰκὸς
pro δυνατὸν 1, 337; 11, 273, 275, 380, 455, 617, 624,
702, 1403, 1481, 1609 (ubi probabile non putat),
1662 (εἰκὸς ἦν, pro ἐστί); III, 252, 501, 526,612,
687, 689, 701, 712, 784; IV, 125, 467, ɛixòç tv.
ΙΙΙ, 1152: i. e. ἀληθὲς, δῆλον. εἰκὸς ὅτι, 11, 1307;
ΙΙΙ, 448. εἰκὸς πταίειν ἀνθρώπους, 11, 483, facile
est, facile feri potest. ἐκ τῶν εἰκότων φαμέν, ΙV,
57, sola conjectura, vel probabilitate.
εἰκότως, 1, 294, lin. 3, e contrario, analogice:
ut Jacobus abstulerat πολυγονίαν, ita reddit Moses
Rubeni, restituens quod ille sustulerat. Sic Christus dici potest εικότως restituisse perdita in Ada--
mo, i. e. ex analogia diversi.
εἰκών. ΙΙ, 75, κατ' εἰκόνα ὁρᾶται· non ipse (Chri
stus), sed per varia signa, verbo, cogitatione, fide,
eficientia. II, 80, διὰ τὸ κατ' εἰκόνα· dicit, mentem habere thesauros sapientiæ absconditos, quod
de Christo dicit Paulus. "Patres autem ɛixóva Dei
nominatim intelligebant Christum, ad cujus formam nos factos dicerent. II, 392, εικόνα να έχει
ἡ ἁμαρτία· nil ei conferri potest. II, 1339, εἰκὼν
τοῦ Θεοῦ γενόμενος propheta, faciens, quæ figurarent Dei οίκονομίαν, præteritam et præsentem.
ΙΙΙ, 234, εἰκόνος εἰκὼν, mulier, viri. III, 477, εἰκών
ἐστι δηλοῦσα τὸ ὁμοούσιον· nempe qualis Christus;
non omnis. III, 825, εἰκὼν τοῦ ὑμετέρου πόθου, από
gitatio vestri amoris in eum. III, 1008, εἰκόνα θείαν
ἀκήρατον διασώσαντες· ascetæ, quasi τέλειοι, et
plane divini. IV, 90, κατ' εἰκόνα· distinguit Eranistes. IV, 125, εἰκόνος ἀρχέτυπον· vid. ἀρχ.
εἱλεῖσθαι περὶ τὰς κοινὰς φροντίδας τον κρα
τοῦντα, ΙΙΙ, 877.
εἰλητά. ΙΙΙ, 695, ἐν εὐλητοῖς εἶχον τας θείας Γρα
φάς, voluminibus membranaceis.
εἰλήφαμεν τὴν οὐσίαν σημαίνειν, IV, 8: ὑπειλή -
φαμεν, ponimus: vel, ita adhibemus ut signifcet.
εἰληφότες εἰς Γωγ τὸν ψαλμόν, 1, 802, intelligentes de eu.
ειληχότας ὑπὸ Θεοῦ τὸ ἄρχειν, Ι, 1175. Cod.
εἰληφότας, n. 1..
εἰλικρινώς. ΙΙ, 1324, ἐπεκλήθη Θεός (ante dixit
ἀληθῶς). ΙΙΙ, 151, εἰλικρινῶς ἐλπίζειν, sine dubi
tatione. III, 954, εἰλικρινῶς, tuto, recte, cum
fiducia.
εἷλκε πρὸς ἑαυτὸν τὴν φωνὴν, IV, 664: vid.
ἑαυτόν.
είλκυσε, ΙΙΙ, 1923, contulerit, adhibuerit, verba
prophetæ.
εἱλούμενοι περὶ τὴν φυλακήν, ΙΙ, 829, occupati,
operati.
ειμαρμένην explicat, 1V, 850
είναι. 1, 6, 7, εἶναι, φύσις, οὐσία - synonyma. ΙΙΙ,
732, τοῦ εἶναι αὐτὸν ἀεὶ, Γραφάς, Scripturæ loca,
quæ dicant Λόγον semper fuisse et esse. IV, 103,
εἶναι redundat post ετών. V, 1048, εἶναι λέγεται
(diabolus) ὅπου ἂν κρατεῖ (pro κρατῇ).
ɛïvɛxa, II, 1409, 1475; IN, 1291, 1295; IV, 388,
693 (bis, 906, 1009.
εἶξα ἂν ἀντιβαλοῦσιν, ΙΙ, 488, fecissem, quæ pe-
col. 947–948page 42 of 154
PG 84:947είξαμεν τοῖς κελεύουσιν, Ι, 1525, είξατε παραινέσεσιν, 326, είξαν, 1585, είξαι, Ι, 1314, 1110, εἶξαι καὶ τοῦτο, 1064, είξαι κελεύσαντι, είξας είξας), εἴξειν εἰς ἅπαντα, εἶξεν, Ι, εἶπε, ΙΙ, ΙΙΙ, εἶπε τοῦτο, εἰπὲ πρὸς αὐτὴν, (τί) εἴπει καὶ λαλήσει, 355 εἴπῃ καὶ λαλήσῃ). εἰπεῖν, εἴπερ ὅμως, ὅπως. ΙΙ, 599, εἴπερ ἀληθές, εἴπῃ τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα, 946 τὸ θέ λημα, εἴπῃ κατασιγάζει, εἰπέ. εἰργασάμενος, 1, 221: έργασάμενος εἰργασμένος. νεκρὸν ἐργασάμενος διὰ μιαι φονίας. εἰργομένη φέρειν, 1913: τοῦ, ἀπὸ τοῦ. εἴρηκα. Ι, 395, εἰρήκασιν οἱ ἑρμηνευταί, 534, ειρήκασιν ἀπὸ διαφθορᾶς, 535, ειρήκασι τὴν διαθήκην συνθήκην διαθήκης συνθήκης. 590, ειρήκαμεν, 1, 638, εἴρηκεν τέθεικεν, ήρμήνευκεν. 1, 731, 820, 827, 1047.) Ι, 1956, είρηκε τον ψαλμόν 1, 1462, εἴρηκαν ειρήκασι, τὸ ὑπέμειναν εἴρηκαν, ἀντὶ τοῦ ὑπέμειναν, εἰρήκασι ἡρμηνεύκασι. ΙΙ, 227, είρηκεν, είρηκεν οὕτως ταῦτα, ταῦτα τῶν Ο'. ΙΙΙ, 761, εἰρήκασι τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, εἰρηκέναι. Ι, 608, εἰρηκέναι τους ψαλμούς, 1112, εἰρηκέναι τὸν Δαβιδ γε γραφέναι τὸν Ασάφ. ΙΙΙ, 653, ειρηκέναι, εἰρηκώς, ΙΙ, 1057: προειρηκώς. εἰρηκότος ἐλαύνειν, ΙΙΙ, εἰρήνη. 111, 869, εἰρήνῃ πείσθητι πείσθητι, εἰρήνης, εἰρηνικῶς ειρωνικώς ΙΙΙ, 351, 11. εἰρῆσθαι τὰς θείας Γραφάς, 1020, εἱρκτὴ ἐθελούσιος, εἱρμὸν ἱκετείας διακόψαι, ΙΙΙ, 1252. ειρωνεία ζῶσι, 1, 667: ἐνεδρεύουσι. ειρωνικώς εἰ εἰρηνικῶς 551, 11. εἰς. εἰς αὐτοὺς γέγονε λήθη. γέγονε. εἰς ἑαυ τὸν ἤνεγκε: ἤνεγκε, εἰς τὸ θεῖον νεών θαυμάζειν θαυμάζειν. εἰς ἔλεγχον. ἔλεγχος. 1, εἰς γάμον ἀπέστελλεν, 1, 107, εἰς καιρόν· ἐν καιρῷ. Ι, 166, εἰς μνή μην λαμβάνειν. Ι, 266, εἰς μέσον ήγαγε, εἰς νίκος τέλος πανολεθρίαν. 548, εἰς πλάνην ἐλύττησε εἰς πόλεις ᾤχη σαν ἐν ταῖς πόλεσι Ι, 644, εἰς νοῦν λαβόντες. 1, 772 εἰς κόρακας. Ι, 822 εἰς κόλπον μου: 950, εἰς ἀφορμὴν ἔλαβες· ὡς, έλαβες 944, εἰς πολλήν φιλανθρωπίαν διὰ, φιλανθρωπίαν. 1, 986, εἰς τριθεῖαν παραλαμβάνουσι τὴν θεότητα, εἰς οπωροφυλάκιον γενομένης, ΙΙ, 218, εἰς τὸν ἄδην κείμενος, ἐν τῷ ᾅδῃ. ΙΙ, 296, εἰς τιμωρίαν χρόνους ορίζει, 324, εἰς ἀρετὴν καταλιπών τοὺς ζῶντας, εἰς βάθος κείμεναι· ἐν βάθει· κείμεναι, 466, εἰς τὴν Αἴγυπτον δουλεῦον ἐν τῇ Αἰγύπτῳ. ΙΙ, 1105, εἰς ἑαυτὸν ἐπανῆλθεν, 1246, εἰς τὸν Ἰορδάνην ἀφίξεως πρός, παρά. ΙΙ, 1954, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν (ὁδὸν ἐπανελθεῖν· το διὰ τῆς ἐνεγκούσης, 1996, εἰς τοὺς Μακκαβαίους λάβοιεεν, 1314, εἰς ἅπαντα εἶξαι, 1337, εἰς τὸν Θεὸν ἐπίγνωσις· τοῦ Θεοῦ, περὶ τοῦ Θεοῦ. περί ώς, ΙΙ, 1391, εἰς τοὺς πολεμίους λαμβάνοντες· περί. ΙΙ, 1439, εἰς τὴν Ἰουδαίαν βιοτεύειν ἐν τῇ Ἰου δαίᾳ· ΙΙ, 1516, εἰς τὴν ἱερὰν ἐξαλείφει κολυμβήθραν· ἐν τῇ κολυμβήθρα. ΙΙ, 1530, εἰς ὀλίγους περιλειφθήσεται τὸ πλῆθος, εἰς τύπον ώς. 17, εἰς πάντα θεραπεύειν. ΙΙΙ 20, εἰς τὴν πίστιν ποδηγηθῆναι· πρός. 71, εἰς κατηγορίαν λήψονται, 109, εἰς Χριστὸν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ. ΙΙΙ, 716, εἰς τοὺς Κολασσαείς· πρός. ΙΙΙ, 734, εἰς εὐσεβεῖς οὐκ οἶμαι λογιζομένους· 55. τοὺς λογιζομ. ἐν τοῖς εὐσεβέσι. ΙΙΙ, 836. εἰς στενὸν εἶχον ἐν στενῷ. εἰς ΙΙΙ, 839, εἰς τὸν Μαρεώτην έν. ΙΙΙ, 883, εἰς Νίκαιαν· ἐν Νικαία. ΙΙΙ, 999, εἰς χαλεποὺς οἰκῆσαι τόπους κατα κριθήσεσθε. χαλεπούς οἰκῆσαι κατακρ. εἰς τόπους, ἀπιέναι. κατακριθ. οἰκῆσαι εἰς τόπ. χαλ. ἐν τόποις χαλεποίς. 17, 148, εἰς τὸν Θεὸν προσειλήφθαι, 356, εἰς πύελον ἐβάπτιζον· ἐν πυέλῳ. 503, εἰς εὔκρατον τὸν ἀέρα γεγενημένον είς, γεγεν. ἐλθόντα. 607, εἰς τὸ τέλος τῆς εὐχῆς ἔφθασεν; εἰς τὴν ἀντίδοσιν ὁρῶσι • εἰς. 656, εἰς τὸν προσδοκώμενον βίον ἀνακηρύττεσθαι· έν. 856, εἰσύστερον· εἰς ὕστερον. 1092, εἰς τὰς θύρας ήγαγε, παρά. 1, εἰς Θεὸν πιο στεύειν, 18, εἰς λῆξιν ἤκουσα ἐμβροντησία, ληξιν, 51, εἰς κατοικήσαι. 77, εἰς αὐτὸν θαύματος ἄξια· ἐν αὐτῷ, περὶ αὐτοῦ. εἷς. 933, εἷς ἐν Χριστῷ πάντες άνθρωποι, εἷς καὶ εἷς, Θεός, εἰσαγγέλλει τὸν προφήτην παρὰ τῷ βασιλεῖ, ΙΙ, εἰσαγωγικοῖς ὁ φόβος, 1402: τελείοις, εἰσβάλλουσιν ἀτραποὶ εἰς τὴν λεωφόρον, 974
tebant. είξαμεν τοῖς κελεύουσιν, Ι, 1525, fecimus
jussa. Alias negative magis ponitur, de non faciendo, quod nolit alter: quæ vis est cedendi. είξατε
παραινέσεσιν, ΙII, 326, parueritis. είξαν, II, 1585,
paruere.
είξαι, Ι, 1314, obedire. III, 1110, εἶξαι καὶ
τοῦτο, annuisse. IV, 1064, είξαι κελεύσαντι, pa
rere.
είξας (non είξας), III, 907, parens, obsecutus
precanti.
εἴξειν εἰς ἅπαντα, II, 576, in omnibus parituros.
εἶξεν, Ι, 303, paruit imperio regis; vel, metu
victa, proposito cessit. III, 400, obsecutus est. IV,
1064, paruit, fecit quod jubebat.
εἶπε, ΙΙ, 475, vertit (Syrus Int.). ΙΙΙ, 247, εἶπε
τοῦτο, hoc innuit verbis illis.
εἰπὲ πρὸς αὐτὴν, V, 957: simpliciter; scil. quid
tibi videatur; responde; mache Anmerkungen dariiber.
(τί) εἴπει καὶ λαλήσει, II, 355: insolitum (forsan
εἴπῃ καὶ λαλήσῃ).
εἰπεῖν, V, 1051, respondere, arguere.
εἴπερ expl. ὅμως, I, 850 extr.; nam p. med. pro
eo posuerat ὅπως. ΙΙ, 599, εἴπερ ἀληθές, non dubitantis semper esse monet.
εἴπῃ τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα, V, 946 init. Si τὸ θέλημα, est nominativus, εἴπῃ significat loquatur.
Οpp. κατασιγάζει, suam voluntatem silere jubet,
ut Dei voluntas loquatur, significet, scil. quid velit.
Aut si Accusativus est, verti potest: ut dicat voluntatem Dei, i. e. hæc est Dei voluntas, a mea
distincta. Vid. εἰπέ.
εἰργασάμενος, 1, 221: pro έργασάμενος vel
εἰργασμένος. Obs. et, νεκρὸν ἐργασάμενος διὰ μιαιφονίας.
εἰργομένη φέρειν, HI, 1913: scil. τοῦ, vel ἀπὸ
τοῦ.
εἴρηκα. Ι, 395, εἰρήκασιν οἱ ἑρμηνευταί, usi sunt
isto vocabulo, I, 534, ειρήκασιν ἀπὸ διαφθορᾶς,
duxerunt inde vocabulum, vel interpretati sunt, ac
si inde descenderet. I, 535, ειρήκασι τὴν διαθήκην
συνθήκην pro voc. διαθήκης posuerunt hoc alterum; vel: quod of O' exprimuntillo vocabulo, id alii
exprimuut vocabulo συνθήκης. (Sic et I, 1302.) 1,
590, ειρήκαμεν, e libro attulimus. 1, 638, εἴρηκεν·
pro τέθεικεν, ήρμήνευκεν. (Sic 1, 731, 820, 827,
1047.) Ι, 1956, είρηκε τον ψαλμόν David. 1, 1462,
εἴρηκαν pro ειρήκασι, ut Cod. legit. τὸ ὑπέμειναν
εἴρηκαν, est pro ἀντὶ τοῦ ὑπέμειναν, aut εἰρήκασι
pro ἡρμηνεύκασι. ΙΙ, 227, είρηκεν, reddidit, interpretatus est. II, 284, είρηκεν οὕτως ταῦτα, interpretatus est, vertit, reddidit; vel ταῦτα est pro
illis verbis τῶν Ο'. ΙΙΙ, 761, εἰρήκασι τὸ ἐκ τοῦ
Θεοῦ, interpretati sunt.
εἰρηκέναι. Ι, 608, εἰρηκέναι τους ψαλμούς, fecisse. I, 1112, εἰρηκέναι τὸν Δαβιδ (Psalmum), γε
γραφέναι τὸν Ασάφ. ΙΙΙ, 653, ειρηκέναι, explicasse.
εἰρηκώς, ΙΙ, 1057: pro προειρηκώς. εἰρηκότος
ἐλαύνειν, ΙΙΙ, 922, cum jussisset, institisset.
εἰρήνη. 111, 869, εἰρήνῃ πείσθητι· aut significat,
studio pacis, per metonymiam; aut πείσθητι, inservi, stude, fac, quæ poscat pax, si restitui debeat. III, 1067, εἰρήνης, ut abstinerent ludis gladiatoriis et venationibus.
εἰρηνικῶς legitur pro ειρωνικώς ΙΙΙ, 351, n. 11.
εἰρῆσθαι τὰς θείας Γραφάς, V, 1020, a Spiritu
S. suggestas, a viris divinis consignatas.
εἱρκτὴ ἐθελούσιος, III, 1153, cella monastica.
εἱρμὸν ἱκετείας διακόψαι, ΙΙΙ, 1252.
ειρωνεία ζῶσι, 1, 667: expl. ἐνεδρεύουσι.
ειρωνικώς εἰ εἰρηνικῶς variant Il, 551, n. 11.
εἰς. εἰς αὐτοὺς γέγονε λήθη. vid. γέγονε. εἰς ἑαυ
τὸν ἤνεγκε: vid. ἤνεγκε, εἰς τὸ θεῖον νεών θαυμά
ζειν vid. θαυμάζειν. εἰς ἔλεγχον. vid. ἔλεγχος. 1,
86. εἰς γάμον ἀπέστελλεν, ut filio uxorem peteret.
1, 107, εἰς καιρόν· pro ἐν καιρῷ. Ι, 166, εἰς μνή
μην λαμβάνειν. Ι, 266, εἰς μέσον ήγαγε, comme
moravit. I, 408, εἰς νίκος male explicat: vid. not.
1. (Possis dicere, eum et τέλος in mente habuisse,
quia pag. seq. ponit πανολεθρίαν. Sed disertius
commemorasset.) I, 548, εἰς πλάνην ἐλύττησε·
breviloquentia: eo futuris progressus est, ut etiam
in hunc errorem incideret. I, 594, εἰς πόλεις ᾤχησαν pro ἐν ταῖς πόλεσι· vel habitatum venerunt.
Ι, 644, εἰς νοῦν λαβόντες. 1, 772 εἰς κόρακας. Ι, 822
sq., εἰς κόλπον μου: expl. I, 950, εἰς ἀφορμὴν
ἔλαβες· pro ὡς, vel redundat, aut έλαβες est, interpretatus es. I, 944, εἰς πολλήν φιλανθρωπίαν·
not. 12 in Suppl., pro διὰ, vel, ad ostendendam
φιλανθρωπίαν. 1, 986, εἰς τριθεῖαν παραλαμβάνουσι
τὴν θεότητα, pro tribus Diis accipiunt. I, 1166, εἰς
οπωροφυλάκιον γενομένης, Hebraismus, ex usu
ΙΙ, 218, εἰς τὸν ἄδην κείμενος, pro ἐν τῷ ᾅδῃ. ΙΙ,
296, εἰς τιμωρίαν χρόνους ορίζει, ante ponam. II,
324, εἰς ἀρετὴν καταλιπών τοὺς ζῶντας, omissis
exemplis virtutis superstitum. II, 526, εἰς βάθος
κείμεναι· pro ἐν βάθει· aut κείμεναι, vergentes,
tendentes. II, 466, εἰς τὴν Αἴγυπτον δουλεῦον pro
ἐν τῇ Αἰγύπτῳ. ΙΙ, 1105, εἰς ἑαυτὸν ἐπανῆλθεν, ad
pristinam sensus morumque pravitatem rediit. II,
1246, εἰς τὸν Ἰορδάνην ἀφίξεως pro πρός, παρά.
ΙΙ, 1954, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν (ὁδὸν ἐπανελθεῖν· το
διὰ τῆς ἐνεγκούσης, qua venissent. II, 1996, εἰς
τοὺς Μακκαβαίους λάβοιεεν, de iis. II, 1314, εἰς
ἅπαντα εἶξαι, in omnibus parere. II, 1337, εἰς τὸν
Θεὸν ἐπίγνωσις· pro τοῦ Θεοῦ, vel περὶ τοῦ Θεοῦ.
Ut περί pro ώς, sic contra. (Ita et II, 1446.) ΙΙ,
1391, εἰς τοὺς πολεμίους λαμβάνοντες· pro περί. ΙΙ,
1439, εἰς τὴν Ἰουδαίαν βιοτεύειν pro ἐν τῇ Ἰου
δαίᾳ· ΙΙ, 1516, εἰς τὴν ἱερὰν ἐξαλείφει κολυμβή
θραν· pro ἐν τῇ κολυμβήθρα. ΙΙ, 1530, εἰς ὀλίγους
περιλειφθήσεται τὸ πλῆθος, ita minuetur, ut ad
paucos redigatur. II, 1612, εἰς τύπον· redundat,
aut pro ώς. III, 17, εἰς πάντα θεραπεύειν. ΙΙΙ 20,
εἰς τὴν πίστιν ποδηγηθῆναι· pro πρός. III, 71, εἰς
κατηγορίαν λήψονται, tanquam, pro, de. III, 109,
εἰς Χριστὸν ὁμολογία pro τοῦ Χριστοῦ. ΙΙΙ, 716,
εἰς τοὺς Κολασσαείς· pro πρός. ΙΙΙ, 734, εἰς εὐσεβεῖς
οὐκ οἶμαι λογιζομένους· variant codd. n. 55. Si sit
τοὺς λογιζομ. (etsi supplere licet articulum), accipias pro ἐν τοῖς εὐσεβέσι. ΙΙΙ, 836. εἰς στενὸν εἶχον·
pro ἐν στενῷ. (Abesse εἰς nequit.) ΙΙΙ, 839, εἰς τὸν
Μαρεώτην pro έν. ΙΙΙ, 883, εἰς Νίκαιαν· pro ἐν
Νικαία. ΙΙΙ, 999, εἰς χαλεποὺς οἰκῆσαι τόπους κατακριθήσεσθε. Si χαλεπούς οἰκῆσαι jungendum, aspera
ad habitandum: observanda phrasis, κατακρ. εἰς
τόπους, per breviloquentiam, scil. ἀπιέναι. Sin ita:
κατακριθ. οἰκῆσαι εἰς τόπ. χαλ. erit pro ἐν τόποις
χαλεποίς. 17, 148, εἰς τὸν Θεὸν προσειλήφθαι, ut
humanitas reciperetur in Evwoty divinæ naturæ. IV,
356, εἰς πύελον ἐβάπτιζον· pro ἐν πυέλῳ. 1V, 503,
εἰς εὔκρατον τὸν ἀέρα γεγενημένον • aut redundat
είς, aut γεγεν. pro ἐλθόντα. IV, 607, εἰς τὸ τέλος
τῆς εὐχῆς ἔφθασεν; supervenit, commodum finitis
precibus, sub finem precationis. IV, 635, εἰς τὴν
ἀντίδοσιν ὁρῶσι • redundat εἰς. IV, 656, εἰς τὸν
προσδοκώμενον βίον ἀνακηρύττεσθαι· pro έν. 1V,
856, εἰσύστερον· pro εἰς ὕστερον. IV, 1092, εἰς τὰς
θύρας ήγαγε, ad fores, παρά. V, 1, εἰς Θεὸν πιο
στεύειν, profiteri Deum. V, 18, εἰς λῆξιν ἤκουσα
ἐμβροντησία, summa, extrema. Nam morbi, ubi ad
ληξιν, finem properant, ad summum pervenere antea. V, 51, εἰς (pro v, ad) κατοικήσαι. V, 77, εἰς
αὐτὸν θαύματος ἄξια· pro ἐν αὐτῷ, περὶ αὐτοῦ.
εἷς. V, 933, εἷς ἐν Χριστῷ πάντες άνθρωποι, expl.
V, 995, εἷς καὶ εἷς, Θεός, dicit Macedonianus.
εἰσαγγέλλει τὸν προφήτην παρὰ τῷ βασιλεῖ, ΙΙ,
εἰσαγωγικοῖς ὁ φόβος, I, 1402: opp. τελείοις, quibus amorem Dei dicat aptiorem.
εἰσβάλλουσιν ἀτραποὶ εἰς τὴν λεωφόρον, IV, 974:
eleganter, ut flumina in mare, vel rivuli in fluRICH.
col. 949–950page 43 of 154
PG 84:949εἰσβολὰς ὕπνου, εἰσβολῆς, 542: λήψεως, εἰσδέχεσθαι. ΙΙ, 1644, εἰσδεξάμενοι νόσον. ΙΙΙ, 67, εἰσδέχεται τὴν αἰσχύνην· 447, εἰσδεξαμένην πόθους, ερεθισμούς δεξαμένην. 18, εἰσδέχεσθαι εἰσδυομένην δι' ὄψεως ἐπιθυμίαν, 436, εἰσδύεται, μοιχείαν νο εἰσδυομένην, ἐπιθυμίας εἰσεκόμισεν, Ι, 383. ἐπέδειξεν, εἰσενέγκατε σπουδήν, ΙΙΙ, 457. εἰσενεγκεῖν τοὺς συκοφάντας, 1, 506: τὴν κατηγορίαν. εισάγειν.) ΙΙΙ, 1924, εἰσ ενεγκεῖν κινδύνους ἀντὶ τῆς θείας χάριτος, 1205, εἰσενεγκεῖν σπουδὴν καὶ προθυμίαν, εἰσενεγκόντες πίστιν, ΙΙΙ, 43 1087, εἰσενεγκόντας τὸν πόνον, εἰσενήνοχε πόνους, 1109. εἰσεπήδησεν αὐτόματος, 1015, εἰσεφθάρη τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, 869 εἰσέφρησα ἐμαυτὸν εἰς τοῦτον, 1191, εἰσηγείται, εἰσηγείται παραίνεσιν, 1, 756. εἰσηγήσασθαι, εἰσηγούμενος εἶναι χρήσιμα, ΙΙΙ, 989: εἶναι, ὡς εἰσήγησις. Ι, 349, εἰσηγήσεως, εισήγησιν, εἰσήγησιν, εἰσήγησιν προσφέρουσι τοῦ ψαλμοῦ, 11, εἰσήγησιν, εἰσηγήσεις, εἰσίεσαν, ΙΙ, 873: εἴσιον, είσο Μεσαν. εἰσκομίζεις λόγον, 193 εἰσκρίνεσθαι θύραθεν, 826, 834 εἴσοδον μηνῦσαι, ΙΙΙ, 1005, 1035, εἰσόδου καὶ ἐξόδου ἓν εἶναι μέ τρον εἰσοικίσασθαι, εἰσῳκισάμην αὐτὸν εἰς νοῦν. εἰσποίητον φύσει, 1958. εισπραξάμενος, 1, 67: είσπραξόμενος. εἴσπραξιν ὀφειλόντων, ΙΙ, 371: ὀφειλομένων, είσπραξις εἰσύστερον εἰς ὕστε ρου. εἰσφέρειν. ΙΙΙ, 179, εἰσφέρει την κατηγορίαν 222, εἰσφέρω τῆς ἐργασίας τὸν πόνον, 497, εἰσφέρει ψῆφον. ΙΙΙ, εἰσφέρειν προαίρεσιν, 1213, εἰσφέρων προθυμίαν, θείας ἐπικουρίας ἀπή λανε. 461, εἰσφέρων περὶ παρθενίας· μνή μην, λόγον, 1213, εἰσφέρω μικρὰν ἀντίδοσιν. 1225, εἰσφέρουσι κακοήθειαν, εἰσφορά • φόρον. εἰσφρήσαντα ἑαυτὸν εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν ἐχε κλησίαν ΙΙΙ, 1435. εἴσω τούτων ποιεί, ΙΙ, 1164. 1196, εἴσω τὰς χεῖρας έχοντας, εἶτα δὲ, δὲ τὸ εἶτα. εἴτ' οὖν, εἴτουν, εἰτοῦν· ήγουν, εἶχε, 1, 98, τύπον, 1158, είχε τὰ βα σίλεια ή Τάνις, 17, εἶχεν ἐν τούτῳ ψαλτήριον ἐπὶ, εἶχεν, 92, είχε ταύτην ἔκτος μήν εἰώθασιν· εἰώθεισαν, ΙΙ, 128 τηνικάδε, ΙΙΙ, εἰώθει ἱερατεύειν, τοῦτο ποιεῖν ειωθόσι, εἰωθὸς λυπεῖν, 65, ειωθός πάσχειν, πάθεσι, πάθη. εἰωθότων όρων, 496 ἐκ. Ι, 125, ἐκ προγνώσεως ἐκ δευτέρου ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρος εἴρηται ὁ ψαλμός. Ι. 728, ἐκ προσώπου τοῦ λαοῦ. 1, 747, ἐκ προσώπου τῶν ἐθνῶν. 1, 935, ἐκ τοῦ λαοῦ λεγόμενα, 1172, ἐκ (ἐξ) εἰδώλων ἀποστροφήν ἀπό· ἐκ δια μέτρου παράνομος, ΙΙ, 294, ἐκ τοῦ ἀπὸ χοροῦ λέγει ἐκ προσ ώπου τοῦ Θεοῦ, 892, ἐκ τῶν λίθων εμπλήσουσι· 1178, ἐκ πλαγίων τῆς βασιλείας: 3: ἐκ τῆς βασι λείας. ΙΙ, 1609, ἐκ σοῦ τὸν λαὸν οἰκονομούντων ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος ἐνίκησε, ΙΙΙ, 172, ἐκ τῆς παροιμιακῆς φωνῆς βλασφημίαν 178, ἐκ τοῦ Θεοῦ ὕπαρξιν ἔχον, 111, 243, ἐκ τοῦ Πνεύματος δέδοται, ὑπὸ. ΙΙΙ, 517, ἐκ τῶν χειρῶν τὸν βίον ποιούμενοι. ΙΙ, 682, οἱ ἐκ τούτου, 111, 761, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. ΙΙΙ, 765, ἐκ τῆς συνόδου ἀναγκαῖον ἐφάνη ἀποσταλῆναι ὑπό. ΙΙΙ, 849, τοὺς ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀπῆγε (ἐκ τοὺς ἐν τῇ ἀγορᾷ διατρίβοντας) ἀπῆγεν ἐκ τ. ἀγ. ΙΙΙ, 995, ἐκ τούτου φοβεῖν· διά. ΙΗ, 1030, ἐκ τῶν γραμμάτων συνδεδραμήκειμεν, 1261, ἐκ τῶν πόνων ἐπανθεί χά ρις, ἐκ πολλών ἐρανισάμενοι, παρά. 67, ἐκ τῆς σαρκὸς εἶπον, 712, ἐκ πίστεως δέχεσθαι, 1242, ἐκ τῶν κοινῶν ὀνομάτων ἐκάλεσεν τοῖς κοινοῖς ὀνόμασι. 923, ἐκ τοῦ Θεοῦ 993, ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἡ κτίσις ν, 1038, ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκχυθέν 1067, ἐκ τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Υἱοῦ, 1088, ἐκ γυναικὸς κατὰ σάρκα, διὰ γυναικὸς κατὰ πνεῦμα Εκάεργος, 962, ὡς ἁγνὸς καὶ ἀμίαντος, ἐκαινοτόμησεν οὐδὲν τῶν τῆς εὐσεβείας δοχ μάτων, 301.
εἰσβολὰς ὕπνου, 111, 970, tempore dormiendi,
nocte veniente; non, quo ipse dormierit.
εἰσβολῆς, ΙV, 542: λήψεως, quam Cic. ad Attic.
dicit, accedentis febris.
εἰσδέχεσθαι. ΙΙ, 1644, εἰσδεξάμενοι νόσον. ΙΙΙ, 67,
εἰσδέχεται τὴν αἰσχύνην· invitus quidem, IV, 447,
εἰσδεξαμένην πόθους, mentem, per oculos et aures,
1 recepta cupiditatum materia et incitamento, 20
excitata intus cupiditate. Proprie ante, ερεθισμούς
δεξαμένην. V, 18, εἰσδέχεσθαι famem et sitim, pati,
sentire, per naturam habere.
εἰσδυομένην δι' ὄψεως ἐπιθυμίαν, IV, 436, excitatam, nascentem: occasio et materia ejus εἰσδύε
ται, non ipsa: de ipsa tamen loquens, μοιχείαν νο
cat. Ergo observatio vertitur in voc. εἰσδυομένην,
cum Dilogia tamen ἐπιθυμίας· cupiditatem; cujus
incitamentum per oculos inferatur.
εἰσεκόμισεν, Ι, 383. expl. ἐπέδειξεν, scil. eminus,
extrinsecus.
εἰσενέγκατε σπουδήν, ΙΙΙ, 457.
εἰσενεγκεῖν τοὺς συκοφάντας, 1, 506: scil. τὴν
κατηγορίαν. (Aut pro εισάγειν.) ΙΙΙ, 1924, εἰσ
ενεγκεῖν κινδύνους ἀντὶ τῆς θείας χάριτος, remunerari favorem Dei periculis in ejus gloriam subeundis. 1V, 1205, εἰσενεγκεῖν σπουδὴν καὶ προθυμίαν, adhibere.
εἰσενεγκόντες πίστιν, ΙΙΙ, 43: ultra quam nil
poscit Deus. IV, 1087, εἰσενεγκόντας τὸν πόνον, adhibito labore, quasi in terram illato, eique credito.
εἰσενήνοχε πόνους, IV, 1109.
εἰσεπήδησεν αὐτόματος, IV, 1015, in convivium,
non invitatus.
εἰσεφθάρη τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, IV, 869: pravus cum esset, hoc occultans, sacerdotio sese insinuavit: corruptelam suam simul intulit.
εἰσέφρησα ἐμαυτὸν εἰς τοῦτον, III, 1191, eum invasi, me ei insinuavi.
εἰσηγείται, 1, 760: simpliciter sine casu vel
verbo. εἰσηγείται παραίνεσιν, 1, 756. εἰσηγήσασθαι,
1, 323, suasisse, Attica plane veritate rei et elegantia verbi, quia tum democratia Judaeis. εἰσηγούμενος εἶναι χρήσιμα, ΙΙΙ, 989: redundat εἶναι,
ὡς potius adesset.
εἰσήγησις. Ι, 349, εἰσηγήσεως, consilii, quod
Noemi dedit Ruth. 1, 523, εισήγησιν, (rei jane propositæ commendationem, demonstrationem; Vorstellangen. I, 644, εἰσήγησιν, consilium. I, 1495,
εἰσήγησιν προσφέρουσι τοῦ ψαλμοῦ, doctrinam. 11,
44, εἰσήγησιν, exhortationem. III, 460, εἰσηγή
σεις, exhortationes, de re jam nota et repetita.
εἰσίεσαν, ΙΙ, 873: aut pro εἴσιον, aut pro είσο
Μεσαν.
εἰσκομίζεις λόγον, IV, 193: ut novum et ignotum, mihi non probatum.
εἰσκρίνεσθαι θύραθεν, IV, 826, 834: animum in
corpus.
εἴσοδον μηνῦσαι, ΙΙΙ, 1005, tempus ingrediendi
balneum. II, 1035, εἰσόδου καὶ ἐξόδου ἓν εἶναι μέ
τρον in emendis et vendendis mercibus.
εἰσοικίσασθαι, ΙI, 79, domum deducere. Et mox:
εἰσῳκισάμην αὐτὸν εἰς νοῦν.
εἰσποίητον filium Christum Ariani habebant, non
φύσει, IV, 1958.
εισπραξάμενος, 1, 67: pro είσπραξόμενος.
εἴσπραξιν ὀφειλόντων, ΙΙ, 371: aut pro όφειλο
μένων, aut είσπραξις metonymice est vexatio, acerbitas in debitores.
εἰσύστερον junctim legitur IV, 856 pro εἰς ὕστε
ρου.
εἰσφέρειν. ΙΙΙ, 179, εἰσφέρει την κατηγορίαν·
Paulus, in epist. III, 222, εἰσφέρω τῆς ἐργασίας
τὸν πόνον, adhibeo. III, 497, εἰσφέρει ψῆφον. ΙΙΙ,
655, εἰσφέρειν προαίρεσιν, adhibere, ostendere. III,
1213, εἰσφέρων προθυμίαν, θείας ἐπικουρίας ἀπήλανε. IV, 461, εἰσφέρων περὶ παρθενίας· scil. μνή
μην, λόγον, coqui exorsus, vel consilium afferens.
1213, εἰσφέρω μικρὰν ἀντίδοσιν. IV, 1225,
εἰσφέρουσι κακοήθειαν, adhibent, ostendunt.
εἰσφορά • vid. φόρον.
εἰσφρήσαντα ἑαυτὸν εἰς τὴν τῶν αἱρετικῶν ἐχε
κλησίαν ΙΙΙ, 1435.
εἴσω τούτων ποιεί, ΙΙ, 1164. aperit ea, patefacit,
explicat. III, 1196, εἴσω τὰς χεῖρας έχοντας, complicatis manibus et remissis, in den Schooss legend.
εἶτα δὲ, ΙV, 1143. Non solet sequi δὲ alias τὸ
εἶτα.
εἴτ' οὖν, vel εἴτουν, aut εἰτοῦν· pro ήγουν, I,
1211, 1215, 1240, 1376, 1384'; III, 793, 1031; V,
εἶχε, 1, 98, τύπον, fuit typus. I, 1158, είχε τὰ βα
σίλεια ή Τάνις, urbs. V, 17, εἶχεν ἐν τούτῳ ψαλτήριον· aut ev pro ἐπὶ, eo consilio; aut εἶχεν, occupabat. V, 92, είχε ταύτην ἔκτος μήν· hypallage.
εἰώθασιν· pro εἰώθεισαν, ΙΙ, 128 (addit enim
τηνικάδε, et loquitur de re veteri), ΙΙΙ, 232, 235.
εἰώθει ἱερατεύειν, II, 1101: si esset sacerdos, si
posset fungi eorum muneribus: et mox, τοῦτο ποιεῖν
ειωθόσι, quibus jus esset hoc faciendi.
εἰωθὸς λυπεῖν, V, 65, vim habens nocendi. ειωθός
πάσχειν, ibid., obnoxium πάθεσι, in quod cadant
πάθη. εἰωθότων όρων, IV, 496: soli, i. e. constitutos a Deo, quos nullo anno migrat.
ἐκ. Ι, 125, ἐκ προγνώσεως non punit Deus. I,
507, ἐκ δευτέρου (Jos. 5, 2): quo pertineat? I, 688,
ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρος εἴρηται ὁ ψαλμός. Ι. 728,
ἐκ προσώπου τοῦ λαοῦ. 1, 747, ἐκ προσώπου τῶν
ἐθνῶν. 1, 935, ἐκ τοῦ λαοῦ λεγόμενα, ex ejus persona. I, 1172, ἐκ (ἐξ) εἰδώλων ἀποστροφήν· pro
ἀπό· a cultu idolorum, metonymice. II, 214, ἐκ δια
μέτρου παράνομος, e diverso; opp. Jothamo pio. ΙΙ,
294, ἐκ τοῦ ἀπὸ χοροῦ λέγει· quasi eorum personam
sustinens, quasi illi loquantur. II, 435, 745, ἐκ προσ
ώπου τοῦ Θεοῦ, Dei verbis. II, 892, ἐκ τῶν λίθων
εμπλήσουσι· redundat ex. II, 1178, ἐκ πλαγίων τῆς
βασιλείας: var. lect. Dan. vi, 3: pro ἐκ τῆς βασι
λείας. ΙΙ, 1609, ἐκ σοῦ τὸν λαὸν οἰκονομούντων·
breviloquentia: qui ex te nati præerunt. III, 102,
ἐκ πολλοῦ τοῦ περιόντος ἐνίκησε, multis omissis
tamen argumentorum vi et copia tenet, quod vult.
ΙΙΙ, 172, ἐκ τῆς παροιμιακῆς φωνῆς βλασφημίαν·
quam superstruunt verbis Salomonis, Prov. VIII.
male explicatis. III, 178, ἐκ τοῦ Θεοῦ ὕπαρξιν ἔχον,
de Spiritu S. 111, 243, ἐκ τοῦ Πνεύματος δέδοται, pro
ὑπὸ. ΙΙΙ, 517, ἐκ τῶν χειρῶν τὸν βίον ποιούμενοι. ΙΙ,
682, οἱ ἐκ τούτου, assecla ejus. 111, 761, ἐκ τοῦ Θεοῦ
explicatur in concilio Nic. ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ.
ΙΙΙ, 765, ἐκ τῆς συνόδου ἀναγκαῖον ἐφάνη: pro dativo; vel, ad ἀποσταλῆναι pro ὑπό. ΙΙΙ, 849, τοὺς
ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἀπῆγε (ἐκ transpositum, cum brevitate): i. e. τοὺς ἐν τῇ ἀγορᾷ διατρίβοντας) ἀπῆγεν
ἐκ τ. ἀγ. ΙΙΙ, 995, ἐκ τούτου φοβεῖν· pro διά. ΙΗ,
1030, ἐκ τῶν γραμμάτων συνδεδραμήκειμεν, post
litteras, occasione ab iis data, auf Veranlassung;
non ut episcopi convocarent; sed ut imperator,
litteris motus. III, 1261, ἐκ τῶν πόνων ἐπανθεί χάρις, propter eos, eorum præmium. IV, 2, ἐκ πολλών
ἐρανισάμενοι, a multis, παρά. 1V, 67, ἐκ τῆς σαρκὸς
εἶπον, ut homo, qua humanam naturam. Amph. 17,
712, ἐκ πίστεως δέχεσθαι, cum fide, per fidem. IV,
1242, ἐκ τῶν κοινῶν ὀνομάτων ἐκάλεσεν
pro τοῖς
κοινοῖς ὀνόμασι. V, 923, ἐκ τοῦ Θεοῦ varie accipiendum. V, 993, ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἡ κτίσις· quo sensu?
ν, 1038, ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐκχυθέν Spir.
S. V. 1067, ἐκ τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ Υἱοῦ, distinguit Macedonianus. V, 1088, ἐκ γυναικὸς κατὰ σάρκα, διὰ
γυναικὸς κατὰ πνεῦμα· natus Christus.
Εκάεργος, ΙV, 962, Apollo. Explicat, ὡς ἁγνὸς καὶ
ἀμίαντος, falso quidem, si vero lectio.
ἐκαινοτόμησεν οὐδὲν τῶν τῆς εὐσεβείας δοχ
μάτων, IV, 301.
col. 951–952page 44 of 154
PG 84:951925, ἐκεῖ ήνθησε σωτηρία: έκεῖθεν, ἐκ Σιών, οἱ ἀπόστολοι ἐκάθαρα, ΙΙΙ, 1488: εκάθαιρε, ἐκάθηρε. εκάλεσε, ΙΙ, ἐκάλυπτον τὸν κτύπον τῆς θαλάσσης, ΙΙΙ, 996, ἐκάλυψεν ἡ πίστις τῆς ἁμαρτίας τὰ τραύματα, τραύ ματα ἐκανονίσθη, ΙΙΙ, ἐκαρτέρησαν μένειν, 111, 729. ἑκατέρωθεν τῆς θύρας, ΙΙ, 1022: 1. ἐκάττυσας τὸν φόνον, 1, 427 λαθεῖν ἠθέλησας. ἐκβακχεύειν. ΙΙΙ, 1301, ἐκβακχευθείς 358, έκβακχευθέντες ὑπ' αὐτοῦ. 366, ἐκβακχεύσαντος σφᾶς δαίμονος. ἐκβάλλειν. Ι, 298, οὐκ ἐκβάλλων τὴν ἱστορίαν ἐκβάλλειν ἐκβάλλων τὸ εἶναι υἱὸν Δαβίδ τὸν Χριστὸν, τοῦ 175, ἐκβάλλουσιν αὐτοὺς τῆς ἀπολογίας ἀποστερούσι. 1087, ἐκβαλών τον χορόν, ἐκβαλὼν θεούς. ΙΙΙ, 596, εκβάλλει τὸν νόμον, 510, ἐκβάλλεις, ὧν ἐποίησε, ἐκβάλλειν τὰ κεφάλαια, ἐκβάντος Λιβερίου, ΙΙΙ, 869: ἐξελθόντος, έκβασις τῶν προῤῥήσεων, ΙΙ, 1557. ἔκγονος, ΙΙ, ἔκγονοι εἰ ἔγγονας ἐκδεδιητημένοι, ΙΙ, 1435. ἐκδεδιητημένως ζῶν, Ι, 339: παρανόμως, εἴ τι ἐξεδεδιήτητο. ἐκδημία, ἐκδημία ἐντεῦθεν, Ι, ἐκδημῆσαι, 1201, ἐκδημήσας ἐντεῦθεν, 815, έκδημήσωμεν διὰ τῶν ὁρωμένων πρὸς τὸν ἀόρατον, ἐκδίδωμι. 1, 61, ἐκδεδωκόσιν εἰς ὄλεθρον σφᾶς αὐτοὺς, ἐκδεδομένοι εἰς πᾶσαν φθοράν. Ι, 1061, εκδεδωκότες τὰ μέλη εἰς δουλείαν. ΙΙ, 391, ἐκδοῦναι ἑαυτὸν εἰς ἀταξίαν. ΙΙ, 879, ἐκδώσω κακοῖς. 11, 1239, ἐκδεδώκασιν, έκδε δώκασι σφᾶς αὐτοὺς τῷ ζόφῳ τῆς ἀγνοίας. 111, 275, ἐκδίδωσιν εἰς θανάτους ἑαυτόν. ΙΙΙ, 772, ἐκδεδόσθαι νηστείαις, 1071, ἐκδούναι εἰ ἐνδοῦναι (τὸν θεῖον νεών, εκδί δωσι Λουκᾶς, έχε δοὺς τὰς ἀκοὰς τοῖς συκοφαντοῦσι. ἐκδικία κοινῶν· κοινῶν. ἐκδόσεις, 578; (Εκδοσις 516; 81· πέμπτη ἔκδοσις, ἐκδρομαῖς κεχρῆσθαι είωθε, ΙΙΙ, 464, ἐκεῖ. 1, 775, ἐκεῖ παραπέμπων ἐκεῖσε. ἐπέτρεψαν. ΙΙ, 520, ἐκεῖ ἀνατιθέντες· ἐκεῖσε. ΙΙΙ, 915, ἐκεῖ αὐτοὺς ἐξωστράκισεν: ἐκεῖσε. ν, 194, ἐκεῖ ἀκοντίσῃ· ἐκεῖσε. ἐκεῖ ρίψας πλήξῃ. ἐκεῖθεν σύλλογο:, 1, 765: έκεῖ. ἐκεῖνο μοιχείαν οὗτος. ἐκεῖνα κἀκεῖνα, Δεσπότην, ἐκεῖνο εἰ τοῦτο εἰ δὲ γνώσεως ἐκεῖνο, καὶ τοῦτο ὁμοίως. ἐκεῖνο γνῶσιν τοῦτο. εἰ δὲ γν. τοῦτο, καὶ ἐκ· όμ. 194, ἐκείνων ἐξουσίαν οὐκ ἔχω, τοὺς ἔξω. τοὺς ἔσω τοὺς ἔξω, ἐκείνους ὑπὸ τὴν κρίσιν κατα λείπομεν τοῦ Θεοῦ, τούτους δὲ καὶ ἡμεῖς προσετάχθημεν κρίνειν, ἐκείνου; τού τους. ΙΙΙ, 381, ἐκείνους αὐτῶν ἐπιμελεῖσθαι τούτους, επιτρόποις. 1000, ἐκείνου τούτου, σκότους, ἐκεῖσε λαβόντων αύξησιν, ΙΙΙ, 789: ἐκεῖ. 814, ἐκεῖσε (κἀκεῖσε) κριθῆναι· ἐκεῖ· κρι θῆναι, έκεῖσε μαρτυρησάντων • ἐκεῖ. ἐκέκτηντο λογισμούς, ΙΙ, 1674. ἀγάπην, ΙΙΙ, 215. ἐκέλευε τοῖς συνοίκοις, ΙΙΙ, 1153. ἐκέλευέ μοι, ἐκέλευσεν αὐτοῖς, ΙΙ, 337 964), τού τοις κελεύσω. 11, 436, ἐκέλευσε τοῖς παισίν. ΙΙΙ, 939, ἐκέλευσε τῷ νεωτέρῳ. ΙΙΙ, 140, ἐκέλευσεν ὁ νόμος, τροφήν, ἐκενώθη, ν, ἐκεχήνεσαν τὴν ἐπάνοδον, ΙΙΙ, 1129: προς, Εκθερμαθεῖσα, 1298. ἔκθεσις, 896, ἡ ἐν Νικαίᾳ, 959. ἔκθεσις ἀποστολική, 1184, ἐκθέσθαι διδασκαλίαν πίστεως, ΙΙΙ, 860. ἐκίνησαν τὴν βλασφημίαν κατ' ἐμοῦ, ΙΙ, 988. ἐκκαθαίρει τὸν ῥύπον, ΙΙ, 1686: 1 ἐκκαιούσῃ ὀργὴν θείαν, ὡς ὕλη, Ι, 625. τὸ ἐκκαίειν πῦρ, εγκαλουμένη εἰς ἀμετρίαν τὰ πάθη, ΙΙΙ, 60. ἐκκαλουμένους εἴη τὴν αὐτὴν νόσον, ΙΙ, 201, ἐκκείμενον εἰς ἀπάτην, ΙΙΙ, 731, ἐκκλησία. 1, 502, ἐκκλησίαν εἰδώλοις ανακειμένην έκκλησία, ἐκκλησίας 1, 1064, ἐκκλησίας όνομάζουσι σφᾶς αὐτοὺς οἱ σύλλογοι τῶν αἱρετικῶν. Ι, 1992, Εκκλησίαι, κατὰ τόπον. 290; 111. 724, 789.) ΙΙ, 5, Εκκλησίᾳ πρέπειν ἀποφηνάμενοι, 54, ἐκκλησίαι αἱρετικῶν. ΙΙΙ, 767, οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, 111, 889, ἐκκλησίαι σηκοῖς ἐκκλησίαν δειμάμενος, 1155, ἐκκλησίαν αἱρετι χῶν. εκκλησίας, ἐκκλησιάζεται. ἐκκλησιαζόμεναι,
925, ἐκεῖ ήνθησε σωτηρία: pro έκεῖθεν, quia præcedit ἐκ Σιών, et sequitur οἱ ἀπόστολοι (scil. egressi
ἐκάθαρα, ΙΙΙ, 1488: aut pro εκάθαιρε, aut pro
ἐκάθηρε. Sign. expulit diabolum.
εκάλεσε, ΙΙ, 225, mentionem eorum fecit; vel,
venturos prædixit.
ἐκάλυπτον τὸν κτύπον τῆς θαλάσσης, ΙΙΙ, 996,
vincebant, obscurabant majori strepitu.
ἐκάλυψεν ἡ πίστις τῆς ἁμαρτίας τὰ τραύματα,
III, 621, sanavit: tegi enim haud satis: aut τραύ
ματα sunt macula, labes, defornitas.
ἐκανονίσθη, ΙΙΙ, 767: in synodo, qua disciplinam
eccl.
ἐκαρτέρησαν μένειν, 111, 729.
ἑκατέρωθεν τῆς θύρας, ΙΙ, 1022: videtur h. 1.
esse, in ambabus valvis.
ἐκάττυσας τὸν φόνον, 1, 427: arte et fraude, clam
struxisti; e contexto; addit: λαθεῖν ἠθέλησας.
ἐκβακχεύειν. ΙΙΙ, 1301, ἐκβακχευθείς amore
Dei. IV, 358, έκβακχευθέντες ὑπ' αὐτοῦ. IV, 366,
ἐκβακχεύσαντος σφᾶς δαίμονος.
ἐκβάλλειν. Ι, 298, οὐκ ἐκβάλλων τὴν ἱστορίαν·
quasi historiam credi nolit, aut rem vere, ut narratur, gestam haberi, sed tantum typice et allegorice
scriptam intelligi. 1, 767, ἐκβάλλειν· ut spuria, non
authentica, nec primæ scripturæ. 1, 1391, ἐκβάλλων
τὸ εἶναι υἱὸν Δαβίδ τὸν Χριστὸν, negans, tollens.
Codex, eleganter sane, τοῦ· (non) ejicit, vel dejicit,
amovet Christum to esse filium Davidis: non ei
hoc adimit. II, 175, ἐκβάλλουσιν αὐτοὺς τῆς ἀπολο
γίας i. e. ἀποστερούσι. II, 1087, ἐκβαλών τον χορόν,
arguens, inutilem ostendens; ut mox, ἐκβαλὼν θεούς.
ΙΙΙ, 596, εκβάλλει τὸν νόμον, non amplius valere
ostendit. IV, 510, ἐκβάλλεις, ὧν ἐποίησε, Deum negas illa curare aut regere. IV, 1350, ἐκβάλλειν τὰ
κεφάλαια, damnare.
ἐκβάντος Λιβερίου, ΙΙΙ, 869: pro ἐξελθόντος, cum
e Casaris cubiculo abisset. Minus usitatum hoc
sensu.
έκβασις τῶν προῤῥήσεων, ΙΙ, 1557.
ἔκγονος, nepos, proprie, I, 448, 1530; ΙΙ, 1312;
III, 616; IV, 610, 618. Sed 1, 556, filius, ex Num.
XVI, 1, etsi I Chron. vi, 18, 22, pro lizhar est Aminadab. Binominis fuit, aut alius Cora. 1, 322, n. 7,
ἔκγονοι εἰ ἔγγονας variant.
ἐκδεδιητημένοι, ΙΙ, 1435.
ἐκδεδιητημένως ζῶν, Ι, 339: expl. παρανόμως,
Thucyd. εἴ τι ἐξεδεδιήτητο.
ἐκδημία, IV, 1119: simpliciter, mors; ut ἐκδημία
ἐντεῦθεν, Ι, 832, 918; III, 437; 1V, 645. Confer ad
II Cor. v, 6, 7.
ἐκδημῆσαι, 1, 459, urbe egredi, tantum trans rivum Kidron. II, 1201, ἐκδημήσας ἐντεῦθεν, mortuus. 1V, 815, έκδημήσωμεν διὰ τῶν ὁρωμένων πρὸς
τὸν ἀόρατον, evehanur cogitatione, non inhærea
mnus rebus creatis; eleganter.
ἐκδίδωμι. 1, 61, ἐκδεδωκόσιν εἰς ὄλεθρον σφᾶς
αὐτοὺς, qui se ipsos quasi dediderint in perniciem,
qua culpa sibi cam attulerint. 1, 682, ἐκδεδομένοι
εἰς πᾶσαν φθοράν. Ι, 1061, εκδεδωκότες τὰ μέλη εἰς
δουλείαν. ΙΙ, 391, ἐκδοῦναι ἑαυτὸν εἰς ἀταξίαν. ΙΙ,
879, ἐκδώσω κακοῖς. 11, 1239, ἐκδεδώκασιν, verterunt, ir. terpretati sunt, expresserunt. II, 1327, έκδεδώκασι σφᾶς αὐτοὺς τῷ ζόφῳ τῆς ἀγνοίας. 111, 275,
ἐκδίδωσιν εἰς θανάτους ἑαυτόν. ΙΙΙ, 772, ἐκδεδόσθαι
νηστείαις, vacare. III, 1071, ἐκδούναι εἰ ἐνδοῦναι
(τὸν θεῖον νεών, Arianis) variant n. 7. IV, 135, εκδί
δωσι Λουκᾶς, refert, narrat. Eustath. IV, 1156 έχε
δοὺς τὰς ἀκοὰς τοῖς συκοφαντοῦσι.
ἐκδικία κοινῶν· vid, κοινῶν.
ἐκδόσεις, versiones, I, 363: Josephi, Aquile,
Symmachi interpretationes diversæ unius vocabuli.
Sic I, 578; (Εκδοσις Aquilæ) 516; V, 81· πέμπτη
ἔκδοσις, quinta interpretatio in Hexaplo, I, 135; 11,
ἐκδρομαῖς κεχρῆσθαι είωθε, ΙΙΙ, 464, degressionibus. Hic ponit in miscenda dogmatibus morali præceptione.
ἐκεῖ. 1, 775, ἐκεῖ παραπέμπων pro ἐκεῖσε. II,
ἐπέτρεψαν. ΙΙ, 520, ἐκεῖ ἀνατιθέντες· pro ἐκεῖσε.
ΙΙΙ, 915, ἐκεῖ αὐτοὺς ἐξωστράκισεν: pro ἐκεῖσε.
ν, 194, ἐκεῖ ἀκοντίσῃ· pro ἐκεῖσε. Nam in priori
ἐκεῖ ρίψας refertur et ad alterum πλήξῃ.
ἐκεῖθεν σύλλογο:, 1, 765: pro έκεῖ.
ἐκεῖνο 1,427, lin. 6 ad propius et posterius;
refertur enim prædicatum ad μοιχείαν· vid. οὗτος.
II, 472, ἐκεῖνα itidem refertur ad propius; κἀκεῖνα,
quæ ad Christum pertinent, Δεσπότην, quem alterum posuit. III, 177, ἐκεῖνο εἰ τοῦτο permutata, εἰ
δὲ γνώσεως ἐκεῖνο, καὶ τοῦτο ὁμοίως. ἐκεῖνο est
dictum Pauli de Spiritu S. in quo γνῶσιν intelligendam, monstrare vult per alterum dictum; evidens, ad quod pertinet τοῦτο. Debebat: εἰ δὲ γν.
τοῦτο, καὶ ἐκ· όμ. III, 194, ἐκείνων ἐξουσίαν οὐκ
ἔχω, refertur ad proximos, τοὺς ἔξω. Εt mox τοὺς
ἔσω τοὺς ἔξω, ἐκείνους ὑπὸ τὴν κρίσιν καταλείπομεν τοῦ Θεοῦ, τούτους δὲ καὶ ἡμεῖς προσετάχθημεν κρίνειν, rursus permutavit ἐκείνου; et τού
τους. ΙΙΙ, 381, ἐκείνους αὐτῶν ἐπιμελεῖσθαι· pro
τούτους, proximum enim est επιτρόποις. IV, 1000,
ἐκείνου pro τούτου, nempe σκότους, quod proxime
præcessit.
ἐκεῖσε λαβόντων αύξησιν, ΙΙΙ, 789: pro ἐκεῖ. III,
814, ἐκεῖσε (κἀκεῖσε) κριθῆναι· pro ἐκεῖ· vel κριθῆναι, venire eo, ut causam diceret. III, 1082, έκεῖσε
μαρτυρησάντων • pro ἐκεῖ.
ἐκέκτηντο λογισμούς, ΙΙ, 1674. ἀγάπην, ΙΙΙ, 215.
ἐκέλευε τοῖς συνοίκοις, ΙΙΙ, 1153. ἐκέλευέ μοι,
ἐκέλευσεν αὐτοῖς, ΙΙ, 337 (IV, 964), et mox, τούτοις κελεύσω. 11, 436, ἐκέλευσε τοῖς παισίν. ΙΙΙ,
939, ἐκέλευσε τῷ νεωτέρῳ. ΙΙΙ, 140, ἐκέλευσεν ὁ
νόμος, τροφήν, permitteret, non velaret.
ἐκενώθη, ν, 1100, in eo calumniatur Apollinarista.
ἐκεχήνεσαν τὴν ἐπάνοδον, ΙΙΙ, 1129: scil. προς,
cupide exspectarent.
Εκθερμαθεῖσα, ΙII, 1298. sine v.
ἔκθεσις, symbolum, 111, 881; fidei professio, 895,
896, ἡ ἐν Νικαίᾳ, 959. ἔκθεσις ἀποστολική, IV, 1184,
professio Nicæna.
ἐκθέσθαι διδασκαλίαν πίστεως, ΙΙΙ, 860.
ἐκίνησαν τὴν βλασφημίαν κατ' ἐμοῦ, ΙΙ, 988.
ἐκκαθαίρει τὸν ῥύπον, ΙΙ, 1686: bypallage, ut 1
Cor. v, 7.
ἐκκαιούσῃ ὀργὴν θείαν, ὡς ὕλη, Ι, 625. Ligno tribuitur τὸ ἐκκαίειν πῦρ, i. e. ardendi et urendi materiam præbere.
εγκαλουμένη εἰς ἀμετρίαν τὰ πάθη, ΙΙΙ, 60.
ἐκκαλουμένους εἴη τὴν αὐτὴν νόσον, ΙΙ, 201, conantes in eamdem pravitatem trahere.
ἐκκείμενον εἰς ἀπάτην, ΙΙΙ, 731, patentem fraudi,
opportunum, credulum, simplicem.
ἐκκλησία. 1, 502, ἐκκλησίαν εἰδώλοις ανακειμένην
paganos vocat, per prolepsin; quæ futura esset ecclesia. 1, 500, έκκλησία, pagani, cum venirent ad
eos apostoli. 1, 892, ἐκκλησίας intell. templa ædificata, basilicas. 1, 1064, ἐκκλησίας όνομάζουσι σφᾶς
αὐτοὺς οἱ σύλλογοι τῶν αἱρετικῶν. Ι, 1992, Εκκλησίαι,
plur. Cod. addit κατὰ τόπον. Templa signif. (Sic H,
290; 111. 724, 789.) ΙΙ, 5, Εκκλησίᾳ πρέπειν ἀποφη
νάμενοι, non ut legeretur in.sacris publicis (canticum Salom.), sed ut argumentum ejus pertineret
ad ecclesiam. II, 54, ἐκκλησίαι αἱρετικῶν. ΙΙΙ, 767,
οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, clerici, 111, 889, ἐκκλησίαι distinguuntur a σηκοῖς martyrunt. III, 1129, ἐκκλησίαν
δειμάμενος, templum. III, 1155, ἐκκλησίαν αἱρετι
χῶν. 1V, 1142, εκκλησίας, plures ergo, rexit Theodoretus in Cyrestide.
ἐκκλησιάζεται. Epist. ad Hebræeos, V, 922: le
gitur in sacris, canonica habetur; nempe h. 1. ut.
1° Pauli sit, 2° ex ea probetur dogma.
ἐκκλησιαζόμεναι, epistolæ, quæ prælegantur in
sacris publicis V, 82.
col. 953–954page 45 of 154
PG 84:953ἐκκλησιαστικὴ πίστις, ΙΙΙ, 776 ἐκκλησιαστικοί, 868, ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα, 10, 1144, ἐκκλησιαστικῶς σωφρονίσα:, 1153 Ρ. 34. παραινετικῶς. ἔκκλινεν, 116: ἔκλινεν. ἐκκοπήν, ΙΙΙ, 220: έγκοπήν, ἐπέχει τὸν δρόμον, κωλύει, τελ. ἐκκόπτειν. 1, 45, εκκόπτω εγκόπτω εκκόπτων τύφον. εγκόπτων. τύφος τύφος 1, 45, πολυπραγμοσύνην ἐκκόπτων εγκόπτων, 1, 276, ἐκκόπτει τὴν ἀπληστίαν, έγκόπτει) ἀπληστία εκκόπτων τὰ ἁμαρτήματα, εγκόπτων. 11, 520, εκκόπτων, ἐκκρίσεις φυσικὰς ποιήσασθαι, 1, 391 ἐκλαμβάνειν. ΙΙ, 10. ἐκλαμβάνομεν, ΙΙ, 295, ἐκλαμβάνεται εἰς τὸν διάβολον, 1385, ἐκλαβεῖν τὰ εἰρημένα, 1635, ἐκλαμβάνειν εἰς τὸν Ζοροβάβελ, 48, ἐκλαμβάνεις εἰς φύσιν, 1055; ἐκλαμβάνειν δύο φύσεις ἐπὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως, θεαν θρωπίαν. ἐκλεκτός. Ι, 700, ἐκλεκτοῖς καὶ τελείοις, 113, ἐκλεκτῷ βέλει τῆς ἀγάπης Π, ἐκλεκτὴν γῆν ἐκλελοίπει τὰ παιδάρια, 1, 1473, ἐκλευκανθήσεται, 1186, έκλεψε την γεωργίαν. γεωργία. ἐκληρονόμησαν, ἐκλήρωσε, Ι, ΙΙ, 876, ἐκληρώθησαν εἰς ὄλεθρον, εἰς σωτη ρίαν. ἐκλογή. ΙΙ, ἐκλογῆς οἱ τῆς κλήσεως ἀξιωθέντες, 54, τοῦ ἐκλεκτοὺς εἶναι, ΙΙ, 357, ἐκλογῆς ἠξιωμένους. ΙΙΙ, 699, ἐκλογῆς ἀξίους πιστεῦσαι, ἐκμαγεῖον τῆς ἐκείνου ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1254. ἐκμαξαμένη, ΙΙ, ἐκμαξάμενος τὴν ἐκείνου πολιτείαν. ἐκμάττεται τύπον ὁ κηρός, ΙΙΙ, 1959, εκμάττεται, 610, ἐκμάττονται τὸ μίμημα. 631. ἐκματτομένους ἐκ τῶν δεσποτῶν κακίαν. ἐκνενεμηκώς, ἐκνευρίσαντας τὸ μυστήριον, ΙΙΙ, 747, ἐκνοσηλεύοντες, ΙΙ, ἐκοινώνησαν τοῦ πάθους ταύταις, 636, ἐκοινώνησαν τῆς τιμωρίας, ΙΙ, 842, ἐκόμισεν αὐτὸν ἐγκωμίοις, ΙΙΙ, 475, ἑκόντες τῆς σωτηρίας ἐστέρηνται, ΙΙΙ, 113. έχοντι, ΙΙ, 1007: ἑκουσίως. ἐκοσμεῖτο δόγμασιν ἀποστολικοῖς, 967 τὰ πρῶτα ἐκοῦσα τὸν ὄλεθρον ἐπεσπάσατο, ΙΙ, 424, έχουσιασμός. ΙΙΙ, 755, καθ᾿ ἑκουσιασμόν γενόμενα λόγῳ ὅμοια εσόμενα, λογικά άλογα. ἑκουσίῳ πάθει, ἐκπαιδεύει τοῦτο ὁ λόγος, Ι, 635, 704, εκπαιδεύει τοῦτο, 11, έχε παιδεύει ἡμᾶς κἀκεῖνο. ΙΙΙ, 74, εκπαιδεύων αὐτὸν τοὺς ὄρους, 203, εκπαιδεύει ἀμφότερα πρὸς, εἰς, ἐκπαιδεύει τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς: ἡμᾶς εἰς τὰ είδη. 753, ἐκπαιδεύουσι δόξας, ἐκπέμπειν σιαγόνας τους κεράμους, Ι, 1515, με ἐκπεσόντες, ΙΙΙ, 993, τῶν Πατέρων, ἐκπηδῶσαν ἐκεῖθεν τοῦ Πνεύματος χάριν, 1, 570, Εκπληξιν ὑπερβαίνει, ΙΙΙ, 791. ἐκπληροῦν. ΙΙΙ, 46, ἐκπληροῦμεν τὰ ἔργα διὰ τοῦ σώματος. ΙΙΙ, 81, ἐκπληρῶσαι τὸν σκοπόν. ΙΙΙ, 647, ἐκπληροῦμεν τοὺς νόμους. ἐκπλήρωσις. 1, 1403, ἐκπλήρωσιν τῶν θείων λο γίων, 1380, ἐκπλήρωσιν (καὶ διατήρησιν) θείων λογίων 46, εκπλήρωσις ἔργων ἀγαθῶν. ΙΙΙ, 642, ἐκπλήρωσιν, ἐκπολεμώσῃ, ΙΙΙ, ἐκπορεύεσθαι, ύπαρξιν ἔχειν, ν, 47. ἐκπορευτικῶς ἐκπτύσαντες τὴν ἀσέβειαν, Ι, 152 ἔκπτωσις. 166. ἔκπτωσιν ἐκ Θεοῦ. Θεός εκπτώσεως, ἐκράθησαν κατὰ ταὐτὸν, ΙΙΙ, 1494 κατὰ ταὐτὸν, εκράτησαν, ἐκραταίωσας θάλασσαν, Ι, 1129, ἐκράτησεν οἰκουμένης: ανά στασιν, Ι, ἐκράτησε τῶν βασιλείων τὸ Εὐαγγέλιον. 1236, ἐκράτησαν τὴν καινὴν αἵρεσιν, εκράτυναν. ἐκράτυναν τῷ ἔργῳ τοὺς λόγους, 1, 1024, ἐκράτυνε τοῦ θανάτου τὴν δυναστείαν, το κράτος, ενεκαίνισεν όδον, ἐκράτυνε νόμῳ Μ. ἐκρέει τὸ Πνεῦμα, 518, ἐκρίθημεν ἀκρίτως, 1932, 1239, ἐκρίθησαν ἑβδομάδες, Έκστασις. Ι, 792, εκστάσεως: 1. 799, Εκστασιν, τὴν ἁμαρτίαν: 1, 1070, εκστάσει ἐκτάξας τοὺς ὕμνους αὑτοῦ ὑμνεῖν τὸν Θεὸν, ἔταξεν.) Έκτασις. ΙΙΙ, 4057, ἐκτάσει καὶ συστολῇ κεχωρίσθαι ἀπὸ τοῦ Πατρὸς, 336, ἔκτασιν τῆς θεότητος τοῦ Πατρὸς εἰς τὸν Υἱόν ἐληλυθέναι ἐκτά σεως παρέκτασιν
ἐκκλησιαστικὴ πίστις, ΙΙΙ, 776: quam universa
Ecclesia profiteri debeat.
ἐκκλησιαστικοί, III, 868, clerici.
ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα, 10, 1144, sententia catholica, orthodoxa.
ἐκκλησιαστικῶς σωφρονίσα:, IV, 1153: ipse expl.
Ρ. 34. παραινετικῶς.
ἔκκλινεν, V, 116: leg. ἔκλινεν.
ἐκκοπήν, ΙΙΙ, 220: legendum έγκοπήν, quia se
quitur, ἐπέχει τὸν δρόμον, κωλύει, τελ.
ἐκκόπτειν. 1, 45, εκκόπτω et εγκόπτω variant.
(Illud potentius.) I, 62, εκκόπτων τύφον. (Hic non
legitur εγκόπτων. τύφος autem hic est materia, occasio superbiendi. Ipse enim τύφος sane adest: ut
1, 45, πολυπραγμοσύνην ἐκκόπτων vel εγκόπτων,
auferens materiam et occasionem supervacua rimandi.) 1, 276, ἐκκόπτει τὴν ἀπληστίαν, vult exstirpare (quasi έγκόπτει) materiam ei præcidendo,
eamque velando; ἀπληστία h. 1. sign. facta et
opera avaritia signa. II, 296, εκκόπτων τὰ ἁμαρτή
ματα, pro εγκόπτων. 11, 520, εκκόπτων, volens
tollere.
ἐκκρίσεις φυσικὰς ποιήσασθαι, 1, 391: e Josepho.
ἐκλαμβάνειν. ΙΙ, 10. ἐκλαμβάνομεν, interpretamur,
ΙΙ, 295, ἐκλαμβάνεται εἰς τὸν διάβολον, explicatur
de diabolo. II, 1385, ἐκλαβεῖν τὰ εἰρημένα, intelligere. II, 1635, ἐκλαμβάνειν εἰς τὸν Ζοροβάβελ, de
eo explicare. IV, 48, ἐκλαμβάνεις εἰς φύσιν, de
natura intelligis. IV, 1055; ἐκλαμβάνειν δύο φύσεις
ἐπὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως, ponere, intelligere, θεανθρωπίαν.
ἐκλεκτός. Ι, 700, ἐκλεκτοῖς καὶ τελείοις, sanctis
et innocentibus. II, 113, ἐκλεκτῷ βέλει τῆς ἀγάπης
Π, 466, ἐκλεκτὴν γῆν· ex Hebraismo, pulchram,
optimam.
ἐκλελοίπει τὰ παιδάρια, 1, 1473, an omnes venissent, nullo reliquo? Ex Hebr. +2, non, ut defecisse aut eum destituisse intelligantur: sed, ut prodiisse omnes, neque alius superesse, qui prodiret.
ἐκλευκανθήσεται, W, 1186, apparebunt, frmabuntur.
έκλεψε την γεωργίαν. vid. γεωργία.
ἐκληρονόμησαν, 1, 301: ex Hebr., tenuerunt, ceperunt.
ἐκλήρωσε, Ι, 281, dedit, assignavit, mandavit.
ΙΙ, 876, ἐκληρώθησαν εἰς ὄλεθρον, εἰς σωτηρίαν.
ἐκλογή. ΙΙ, 55, ἐκλογῆς indignos se reddidisse
dicuntur οἱ τῆς κλήσεως ἀξιωθέντες, ut p. 54, τοῦ
ἐκλεκτοὺς εἶναι, ut salutem re ipsa consequerentur.
ΙΙ, 357, ἐκλογῆς ἠξιωμένους. ΙΙΙ, 699, ἐκλογῆς ἀξίους
πιστεῦσαι, qui non respuerent voluntatem Dei de
ipsorum salute.
ἐκμαγεῖον τῆς ἐκείνου ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1254.
ἐκμαξαμένη, ΙΙ, 863, exprimens, imitans. II, 1068,
ἐκμαξάμενος τὴν ἐκείνου πολιτείαν.
ἐκμάττεται τύπον ὁ κηρός, ΙΙΙ, 1959, in se habet
expressam. IV, 575, εκμάττεται, animus, notiones
rerum. IV, 610, ἐκμάττονται τὸ μίμημα. IV, 631.
ἐκματτομένους ἐκ τῶν δεσποτῶν κακίαν.
ἐκνενεμηκώς, V, 34, tribuens. ex redundat.
ἐκνευρίσαντας τὸ μυστήριον, ΙΙΙ, 747, sublata
Christi deitate.
ἐκνοσηλεύοντες, ΙΙ, 1029, ut agrum refocillantes
sensim.
ἐκοινώνησαν τοῦ πάθους ταύταις, II, 636, idem
passe (invite). ἐκοινώνησαν τῆς τιμωρίας, ΙΙ, 842,
922, inviti et passi.
ἐκόμισεν αὐτὸν ἐγκωμίοις, ΙΙΙ, 475, ut Lat. laudibus tulit.
ἑκόντες τῆς σωτηρίας ἐστέρηνται, ΙΙΙ, 113.
έχοντι, ΙΙ, 1007: pro ἑκουσίως.
ἐκοσμεῖτο δόγμασιν ἀποστολικοῖς, III, 967: Valens
Imp. (Potest medium esse, ut τὰ πρῶτα sit accusativus.)
ἐκοῦσα τὸν ὄλεθρον ἐπεσπάσατο, ΙΙ, 424, prudens.
έχουσιασμός. ΙΙΙ, 755, καθ᾿ ἑκουσιασμόν γενόμενα
distinguuntur ab iis quæ dicit Euseb. Nicomed.
λόγῳ ὅμοια εσόμενα, i. e. λογικά - illa sunt
άλογα.
ἑκουσίῳ πάθει, V, 1086: Christi; quidquid 1
penderet ab animo, 2º'eum afficeret, utdolor, timor,
rel.
ἐκπαιδεύει τοῦτο ὁ λόγος, Ι, 635, docet hoc, monet. I, 704, εκπαιδεύει τοῦτο, exponit. III, 11, έχε
παιδεύει ἡμᾶς κἀκεῖνο. ΙΙΙ, 74, εκπαιδεύων αὐτὸν
τοὺς ὄρους, ut ei ostenderet. II, 203, εκπαιδεύει
ἀμφότερα scil. πρὸς, εἰς, aut hypallage. III, 691,
ἐκπαιδεύει τὰ εἴδη τῆς ἀρετῆς: pro ἡμᾶς εἰς τὰ
είδη. ΙV, 753, ἐκπαιδεύουσι δόξας, aliorum re
censent.
ἐκπέμπειν σιαγόνας τους κεράμους, Ι, 1515, με
stillæ cadant a tegulis.
ἐκπεσόντες, ΙΙΙ, 993, τῶν Πατέρων, relicta sententia Patrum Nicænorum.
ἐκπηδῶσαν ἐκεῖθεν τοῦ Πνεύματος χάριν, 1, 570,
motam et exserentem se ad cantus alacritatem divinam.
Εκπληξιν ὑπερβαίνει, ΙΙΙ, 791.
ἐκπληροῦν. ΙΙΙ, 46, ἐκπληροῦμεν τὰ ἔργα διὰ
τοῦ σώματος. ΙΙΙ, 81, ἐκπληρῶσαι τὸν σκοπόν. ΙΙΙ,
647, ἐκπληροῦμεν τοὺς νόμους.
ἐκπλήρωσις. 1, 1403, ἐκπλήρωσιν τῶν θείων λο
γίων, observantiam. II, 1380, ἐκπλήρωσιν (καὶ
διατήρησιν) θείων λογίων: pro simplici et totum es
Hebr. III, 46, εκπλήρωσις ἔργων ἀγαθῶν. ΙΙΙ, 642,
ἐκπλήρωσιν, observationem, exercitium.
ἐκπολεμώσῃ, ΙΙΙ, 168, irritet, odio impleat.
ἐκπορεύεσθαι, de Spiritu S, explicat ύπαρξιν
ἔχειν, ν, 47.
ἐκπορευτικῶς e Patre est Spiritus sanctus,
ἐκπτύσαντες τὴν ἀσέβειαν, Ι, 152
ἔκπτωσις. 1V. 166. ἔκπτωσιν ἐκ Θεοῦ. desinens
esse Deus. Amphiloch. Θεός pro divina natura. IV,
407, εκπτώσεως, lapsus, diaboli.
ἐκράθησαν κατὰ ταὐτὸν, ΙΙΙ, 1494: gaudium et
luctus. Aut redundat κατὰ ταὐτὸν, aut forte legendum εκράτησαν, obtinebant.
ἐκραταίωσας θάλασσαν, Ι, 1129, fecisti ut staret
immotum.
ἐκράτησεν οἰκουμένης: Christus post ανά
στασιν, Ι, 617; partim gloriæ divinae usu, pleno et
illustri, partim prodito Evangelio. III, 470, ἐκράτησε τῶν βασιλείων τὸ Εὐαγγέλιον. IV, 1236, ἐκράτησαν τὴν καινὴν αἵρεσιν, pro εκράτυναν.
ἐκράτυναν τῷ ἔργῳ τοὺς λόγους, 1, 1024, fecere
quod deliberassent. III, 58, ἐκράτυνε τοῦ θανάτου
τὴν δυναστείαν, peccatum Adami; locum ei fecit, ut
jam firmiter nos teneret. (Non auxit το κράτος, sed
induxit: ut Hebr. X, 20. Christus ενεκαίνισεν όδον,
non innovavit, quasi antea fuisset, sed, plane novam
dedit, quæ non patuisset sine eo, aut ante eum.
Vid. Philol. Paull. p. 167.) 111, 829, ἐκράτυνε νόμῳ
Const. Μ. acta Concil. Nic.
ἐκρέει τὸ Πνεῦμα, IV, 518, transpiratur.
ἐκρίθημεν ἀκρίτως, ΙV, 1932, judicatum est, ino
pronuntiatum, de absentibus. incognita causa
nostra. II, 1239, ἐκρίθησαν ἑβδομάδες, constituta,
decreta sunt. Ex aliis intt.
Έκστασις. Ι, 792, εκστάσεως: vid. not. 1. I, 799,
Εκστασιν, τὴν ἁμαρτίαν: 1, 1070, εκστάσει: tribuitur Paulo, Christum in cœlo videnti.
ἐκτάξας τοὺς ὕμνους αὑτοῦ ὑμνεῖν τὸν Θεὸν, V,
77, proposuit, vulgavit, destinavit suos hymnos ad
laudandum Deum. (Not. 8. ἔταξεν.)
Έκτασις. ΙΙΙ, 4057, ἐκτάσει καὶ συστολῇ κεχωρίσθαι
ἀπὸ τοῦ Πατρὸς, Filium, quidam somniabant. IV,
336, ἔκτασιν τῆς θεότητος τοῦ Πατρὸς εἰς τὸν Υἱόν
ἐληλυθέναι dixit Marcellus; ejusque in Filium ἐκτάσεως παρέκτασιν rursus Spir. S.
col. 955–956page 46 of 154
PG 84:955ἐκτεθεῖσα ἐν Νικαία πίστις, ΙΙΙ, 775. ἐκτεθεῖσι, ΙΙΙ, ἐκτελέσει τὸν βίον, ΙΙ, 672, ἐκτεμεῖν κεφαλὴν, ΙΙΙ, 934; 1064: ἀποτεμεῖν. ἐκτέμοι κλάδους, 1011: ἀποτεμοι. 818, εκτεμόντες δεξιάν: ἀποτεμόντες. 95, ἐκτέτμητο κεφαλήν. ἐκτήσαντο πίστιν, ΙΙ, 1646. ἐκτήσαντο φλήναφον, ἐκτήσω ζυγά, ΙΙ. ἐκτίθεσθαι ὅρον, ἐκτίκτειν, ἐκτέτοκεν: 7. ἐκτίσεως, ἐκτισμένος ἀεὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱός, 358 ἐκτομὴ κακῶν κινημάτων, ΙΙ, 953: πε ριτομὴν καρδίας. 334, ἐκτομὴ ἀνδρὸς, ἐκτημαὶ χειρῶν καὶ ποδῶν: ἀποτομαί. ἐκτομίας: εὐνοῦχος, Ι, 104. Έκτοποι πόθοι, ἐκτὸς γενομένη πάντων ἀνθρωπίνων, ΙΙ, 1671, ἐκτρέχοντας ἐκεῖσε, Π, 184 ἐντροπίας οἶνος, 11: όξος. ἐκτυπήσει αὐτοὺς βρονταίς, ΙΙ, 1638, κτύπος. κατακτυπήσει. κτύπος, ἔκτυπος χαρακτήρ, ΙΙΙ, 740 ἐκυρτώθη, Εκφανσις, 92 ἐκφορεῖ, 1, 648, ταῖς ἀπειλαῖς: εκφοβεῖ, ἐκφυγεῖν τὸ δικαστήριον, Ι, 1549, ἐκφυσωμένῳ, 515: έμφυσ. ἐκχύσας, 1, 1141: ἐκχέας, ἐκχύνας. ἐκώλυσε τῆς κοινωνίας, ΙΙΙ, 1078, ἐκωμώδησε τὴν ἄνοιαν, ΙΙ, 187, ἐλαάδ 521. ἔλαβον τὸν ψαλμὸν εἰς τὸν Ἱερεμίαν, Ι, 855, ἔλαβον εἰς διά νοιαν (ἔλαβες εἰς ἀφορμήν: εἰς), ΙΙ, 848. ἔλαβε τὴν προτέραν εὐπραξίαν, ἀνέλαβε. 12, ἔλαβεν, ὑμέτερον εύρημα, ἐλάμπρυνεν, ΙΙΙ, 159: ἄλλως. ἐλάσειν εἰς γῆρας βαθύ, ΙΙ, 1626. Ελάται 116, 148. ἐλάτρευον εἰδώλοις, ΙΙ, 412, 425. Ελάττονα, ΙΙΙ, ἐλαττώματα, ἐλεγκικός λόγος, μυστικόν. ἔλεγον τοῖς πατράσι, δικάζοντας ἐκφέρειν, ΙΙ, Έλεγχος, Ι, εἰς ἔλεγχον, εὐδοκήσαντες τῇ ἀδικίᾳ τοιγαροῦν τῶν ἠπιστηκότων — ἥξει τῆς πονηρίας ὁ πατὴρ το Απιστηκότων ἵνα κριθῶσι πάντες - τῇ ἀδικίᾳ. εἰς ἔλεγ χον τοιγαροῦν τῶν ἠπιστ., μέγιστος αὐτῶν ἔλεγχος τῆς ἀσεβείας γενήσεται ἡ τοῦ ᾿Αντιχρίστου παρουσίᾳ. τοιγαροῦν Ελέει, ἐλεεινῶς, ὅτι συνάπτει, ΙΙ, 1231 ἐλεεινὸν, ὅτι ἐλέγχειν. ΙΙΙ, 1084, οὐκ ἤλεγξαν τὴν ἀνδρείαν, ἐλέησεν. ΙΙ, 269_ έλυσεν, πιν, 17. ἐλεπρίασεν, 946. ἐλευθερία. ΙΙ, 1428, ελευθερίαν ελευθέρωσιν. ΙΙΙ, 80, Ελευθερίας δύο. ΙΙΙ, 462, ἐκ τῆς ἐλευθερίας βλάστησα· ἐξ ἐλευθέρων, ΙΙΙ, 1056, Ελευθερίας μετά πάσης παρρησίας, ελευθερίαν ἐφύλαξε, προγονικῆς ἐλευθερίας ἐξέπεσε, ἐλευθερικῶν ζυγών, 1101, ταμια ἐλευθερίων λόγων, ἐλευθεροῖς τοῦ θράσους, 556 ακύρως ἐλεύθερος ἐν νεκροίς, ΙΙΙ, 81 ἐλήλαμαι τῆς πατρίδος, Ι, 1549: ἐξελήλαμαι. 446, ἐλήλαται, ἐξελήλαται. ἐληλυθότες διὰ πάσης σοφίας, 698. ἐλήστευσε τὴν ῥώμην τῆς ψυχῆς, 617, Ελήστευσε θησαυρὸν, 645; Ελισσαίος, ΙΙ, 263: σ. Ελισσώμενος, ΙΙ, 598 ἕλκειν. 1, 1471, ἕλκει τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἡ προθυμία. 633, έλκουσι βλάβην. ἑλκύειν. Ι, 1492, ἑλκύσωσι τὴν ἐντεῦθεν βλάβην. ΙΙ, 164, ἑλκύσαι θεραπείαν 717, 718, ἑλκύσωσιν ὠφέλειαν. Η, 813, ἑλκύσας λώβην. ΙΙ, 1388, έλκύσαι εἰς ἔλεον τὸν Δεσπότην, 1977, ελκύσειε τῶν δεσμῶν τῆς ἁμαρτίας ἑλκύσας τὸν ὑετὸν, ἑλκύσαντες τοῦτον. λόγον, ἐφ᾽ ἕτερον μεταβῶμεν ἑλκύειν ὠφέ λειαν, βλάβην, λόγον, ἕλκυσιν, 1126: ἕλκουσιν. Ελλάδα φωνὴν, 528: Ελληνικήν. ἔλλαμψις ἑτέρα Πνεύματος, 78, ἐλλειπῶς κεῖται, Έλλην, Ελληνες, 1506, 1592; ΙΙ, 312, ΙΙ, 917. Ελλήνων μύθους, Ι, ἑλληνίζων τῇ φωνῇ, ΙΙΙ, 783 Ελληνιζόντων, Ελληνικός. ΙΙ, 149. Ελληνικήν, 475,
ἐκτεθεῖσα ἐν Νικαία πίστις, ΙΙΙ, 775.
ἐκτεθεῖσι, ΙΙΙ, 763, composite in concilio professioni fidei, et vulgatæ, ad episcopos et Ecclésias
missa.
ἐκτελέσει τὸν βίον, ΙΙ1, 672, morietur, peribit.
ἐκτεμεῖν κεφαλὴν, ΙΙΙ, 934; IV, 1064: pro άποτεμεῖν. ἐκτέμοι κλάδους, IV, 1011: pro ἀποτεμοι. III,
818, εκτεμόντες δεξιάν: pro ἀποτεμόντες. V, 95,
ἐκτέτμητο κεφαλήν.
ἐκτήσαντο πίστιν, ΙΙ, 1646. ἐκτήσαντο φλήναφον,
IV, 413, invenerunt, adhibuerunt. ἐκτήσω ζυγά, ΙΙ.
1368, uteris quasi libra iniqua.
ἐκτίθεσθαι ὅρον, V, 1, proponere formulam, explicare et promulgare.
ἐκτίκτειν, ἐκτέτοκεν: de matre, V, 7. Vis est: ut
pariendo efficeret, initium et originem ei daret.
ἐκτίσεως, IV, 492: cum dies decrescens nocti
addit de suo spatio, ut hæc antea illi.
ἐκτισμένος ἀεὶ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὁ Υἱός, IV, 358: h
reticorum vox.
ἐκτομὴ κακῶν κινημάτων, ΙΙ, 953: quia dicit περιτομὴν καρδίας. IV, 334, ἐκτομὴ ἀνδρὸς, ut eum
coetu sacro pellerent. IV, 935, ἐκτημαὶ χειρῶν καὶ
ποδῶν: pro ἀποτομαί.
ἐκτομίας: pro εὐνοῦχος, Ι, 104.
Έκτοποι πόθοι, IV, 447, prava desideria.
ἐκτὸς γενομένη πάντων ἀνθρωπίνων, ΙΙ, 1671,
mens prophetæ, in impetu fatidico, ad monitus Dei
intenta.
ἐκτρέχοντας ἐκεῖσε, Π, 184: Hierosolyma: pro
simplici.
ἐντροπίας οἶνος, IV. 11: όξος.
ἐκτυπήσει αὐτοὺς βρονταίς, ΙΙ, 1638, contra analogiam; quia est a κτύπος. Cod. n. 44. κατακτυπήσει. Illud est ab ex et κτύπος, altero x omisso.
ἔκτυπος χαρακτήρ, ΙΙΙ, 740: Filius, Patris
Dei.
ἐκυρτώθη, ΙV, 648: coelum, arcuatum, cameratum est.
Εκφανσις, V, 92 extr.
ἐκφορεῖ, 1, 648, ταῖς ἀπειλαῖς: cod. εκφοβεῖ, melius.
ἐκφυγεῖν τὸ δικαστήριον, Ι, 1549, dimitti a tribucali, absolvi.
ἐκφυσωμένῳ, IV, 515: pro έμφυσ. quasi quod
excitetur et animetur.
ἐκχύσας, 1, 1141: pro ἐκχέας, vel ἐκχύνας.
ἐκώλυσε τῆς κοινωνίας, ΙΙΙ, 1078, exclusit.
ἐκωμώδησε τὴν ἄνοιαν, ΙΙ, 187, propheta
ἐλαάδ expl. I, 521.
ἔλαβον τὸν ψαλμὸν εἰς τὸν Ἱερεμίαν, Ι, 855, de eo
acceperunt, intellexerunt, I, 1550, ἔλαβον εἰς διά
νοιαν (ἔλαβες εἰς ἀφορμήν: vid. εἰς), ΙΙ, 848.
ἔλαβε τὴν προτέραν εὐπραξίαν, pro ἀνέλαβε. IV,
12, ἔλαβεν, ὑμέτερον εύρημα, Eranistes orthodoxo
dicit.
ἐλάμπρυνεν, ΙΙΙ, 159: vid. ἄλλως.
ἐλάσειν εἰς γῆρας βαθύ, ΙΙ, 1626.
Ελάται expl. II, 116, 148.
ἐλάτρευον εἰδώλοις, ΙΙ, 412, 425.
Ελάττονα, ΙΙΙ, 202: impatientiam abstinentiæ a
conjugio et concubitu.
ἐλαττώματα, IV, 944, vitia, levitates morales, Schwachheiten
ἐλεγκικός λόγος, II, 86, quo impii arguantur et
imperiti doceantur opp. μυστικόν.
ἔλεγον τοῖς πατράσι, δικάζοντας
1623, præcepi.
ἐκφέρειν, ΙΙ,
Έλεγχος, Ι, 29, 39, signum, monumentum, admonitio. IV, 456, εἰς ἔλεγχον, obscure dictum, si quidem retuleris ad præcedens εὐδοκήσαντες τῇ
ἀδικίᾳ: unde et abest alibi, n.49 (II Thess. 11, 12).
Sed et sequentia sensu carent: τοιγαροῦν τῶν
ἠπιστηκότων — ἥξει τῆς πονηρίας ὁ πατὴρ το
Unde pendet genitivus Απιστηκότων? cur deinde
repetit et, de quo tam sæpe? Sed enim interpunctione laborat locus, simplicissime sic refin-
gendus: ἵνα κριθῶσι πάντες - τῇ ἀδικίᾳ. εἰς ἔλεγ
χον τοιγαροῦν τῶν ἠπιστ., etc. Sic omnia clara, et
bene coherent. Ipse statim: μέγιστος αὐτῶν ἔλεγχος
τῆς ἀσεβείας γενήσεται ἡ τοῦ ᾿Αντιχρίστου παρου
σία. Quid evidentius? τοιγαροῦν et postponi uni
vocabulo potest.
Ελέει, 1, 332: imperfectum, sine augmento.
ἐλεεινῶς, ὅτι συνάπτει, ΙΙ, 1231: aut pro
ἐλεεινὸν, aut ὅτι redundat.
ἐλέγχειν. ΙΙΙ, 1084, οὐκ ἤλεγξαν τὴν ἀνδρείαν,
non vicerunt, fregerunt; vinci posse, ostendere non
potuerunt.
ἐλέησεν. ΙΙ, 269_ legitur pro έλυσεν, Jos. πιν, 17.
ἐλεπρίασεν, V, 946.
ἐλευθερία. ΙΙ, 1428, ελευθερίαν pro ελευθέρωσιν.
ΙΙΙ, 80, Ελευθερίας δύο. ΙΙΙ, 462, ἐκ τῆς ἐλευθερίας
βλάστησα· pro ἐξ ἐλευθέρων, e Lea et Rahel, ΙΙΙ,
1056, Ελευθερίας μετά πάσης pro παρρησίας, constantia. IV, 611, ελευθερίαν ἐφύλαξε, ut in malum
cogi non posset, nec se pateretur adigi. IV, 1130,
προγονικῆς ἐλευθερίας ἐξέπεσε, quod libera nata,
ab hostibus abducta et vendita, inique serviret.
ἐλευθερικῶν ζυγών, IV, 1101, agrorum, qui ordinaria tributa non pendant, Freyguter; opp. ταμια
xà, quod vide.
ἐλευθερίων λόγων, IV, 569, doctrina elegantiori.
ἐλευθεροῖς τοῦ θράσους, IV, 556: equum: subigis, expellis ejus ferocitatem. Plane ακύρως bic
posita liberandi notio.
ἐλεύθερος ἐν νεκροίς, ΙΙΙ, 81: e Psalmis ductum,
ad Christum confert, principem inter revocatos in
vitam.
ἐλήλαμαι τῆς πατρίδος, Ι, 1549: pro ἐξελήλαμαι.
IV, 446, ἐλήλαται, pro ἐξελήλαται.
ἐληλυθότες διὰ πάσης σοφίας, IV, 698.
ἐλήστευσε τὴν ῥώμην τῆς ψυχῆς, IV, 617, fregit, minuit, eripuit. Ελήστευσε θησαυρὸν, ΙV, 645;
de re bona, sensu Scripturæ S. per oculos legentis
in mentem illato.
Ελισσαίος, ΙΙ, 263: per duplex σ.
Ελισσώμενος, ΙΙ, 598: per w.
ἕλκειν. 1, 1471, ἕλκει τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἡ
προθυμία. IV, 633, έλκουσι βλάβην.
ἑλκύειν. Ι, 1492, ἑλκύσωσι τὴν ἐντεῦθεν βλάβην.
ΙΙ, 164, ἑλκύσαι θεραπείαν (quia de cervis sermo
fuit, trahentibus, ut fabula fert, serpentes spiritu,
pro remedio). II, 717, 718, ἑλκύσωσιν ὠφέλειαν. Η,
813, ἑλκύσας λώβην. ΙΙ, 1388, έλκύσαι εἰς ἔλεον τὸν
Δεσπότην, movere. III, 1977, ελκύσειε τῶν δεσμῶν
τῆς ἁμαρτίας· scil. ex. Sensus est: peccati veniam
eis impetraret. III, 1979, ἑλκύσας τὸν ὑετὸν, fecisti
precibus, ut Deus secundaret partum, ut conceptus
et fotus maturusque prodiret. IV, 624, ἑλκύσαντες
τοῦτον. Nil suppleri potest e proximo, nisi λόγον,
sed quo sensu? Protrahere nec notat, nec congruit,
quia addit, ἐφ᾽ ἕτερον μεταβῶμεν et accusarat
ipse prolixitatem suam. Quare per metonymiam
intelligam posteaquam ex istis exemplis utilitatem
hausimus: sic enim ubique Noster, ἑλκύειν ὠφέ
λειαν, βλάβην, rel. ut Lat. trahere. Quidni ergo et
λόγον, nempe utilitatem ejus? Ut infantes et lac trahere et ubera ipsa dicuntur.
ἕλκυσιν, V, 1126 med,: corrige ἕλκουσιν.
Ελλάδα φωνὴν, IV, 528: pro Ελληνικήν.
ἔλλαμψις ἑτέρα Πνεύματος, V, 78, cum Spiritus
S. novam ei cogitationem suggereret.
ἐλλειπῶς κεῖται, III 75: ellipsin habet.
Έλλην, V, 1167, paganus. I, 513.
Ελληνες, pagani; junguntur enim Judais, ut a
Paulo; Romanis quoque intellectis. Sic I, 1047,
1506, 1592; ΙΙ, 312, ΙΙ, 917. Ελλήνων μύθους, Ι,
1460, paganorum, philosophorum maxime commenta, Mythologia enim tum neminem movebat.
ἑλληνίζων τῇ φωνῇ, ΙΙΙ, 783: cum græce loquebatur, Const. M. IV, 782, Ελληνιζόντων, paganorum,
vel, antiquo isti errori faventium.
Ελληνικός. ΙΙ, 149. Ελληνικήν, pagamam. II, 475,
col. 957–958page 47 of 154
PG 84:957490, 621, Ἑλληνικὴν ἑρμηνείαν, τῶν Ο', Ελληνικὰς δόξας, Ελληνικήν πλάνην, Ἑλληνικῶν παθημάτ των 1324, Ελληνικοίς καιροίς, ἐλογισάμην, Ι, Ελπίς. ΙΙΙ, 478, 492, ἐλπίσι. 1081, ἐλπίδα προσ μένωμεν, ἐλυμήνατο θέα τεθνεῶτος. Π, 1034, ελυμήνατο τῇ φι λοτιμίᾳ, ἔλυσεν ὁ Θεὸς τὴν ἁμαρτίαν τοῦ λαοῦ, ΙΙ, 1618. ἐλωβᾶτο ΙΙΙ, 213. ἐλώθ, Θεός, ἐλων, Θεός μου, 392. ἐμπνεύσας τοῖς συγγραφεῦσιν, ΙΙ, 96. ἐμπνεῦσαν αὐτοὺς Πνεῦμα, 1020 ἐμπνευσθεὶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ΙΙ. ἐμπνευσθῆναι ἐμπόδισμα, ΙΙ, 1219, ἐμποιήσω πανωλεθρίαν Βαβυλωνίοις, 347 επάξω. ἐμπολιτεύεσθαι χρόνοις, ΙΙΙ, 736, ἐμπορεύονται τὰς συμφοράς, 565 εμπορία. 1, 297, ἐμπορίαν παραλίαν κατοικούντων εμπόρια, κατοικεῖν. εὐπορίαν, θηλάσουσι.) ΙΙ, έμπο ρία κακῇ χρησάμενος, 157, ἐλὼν ἔνθεν ἄρξωμαι, ΙΙΙ, 1107: ἑλὼν τὴν εμπορίαν, ἀρχὴν, ἀφορμήν. ἐλώφησεν, 1076. ἐμακροθύμει, 1, 847, Εμανουήλ 1996 Εμμ. ἐμαρτυρήθη ὁ Δεσπότης ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, Ι, 1106, έμαρτ. αὐτῷ. ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς ἀστρολογίαν, 954. εμβατεύεις εἰς τὰς ψυχὰς, ΙΙΙ, 1507, ἐμβλὰ, ἐμβελὼ, έμβαλὸς; εἰ σεμβέλ ὡς. ἐμβρίῳ, ΙΙΙ, 266: εμβρύῳ. έμεινε λυττῶν, ΙΙ, 1109: διετέλεσε, ΙΙΙ, 1315, ἔμεινε βλέπων καὶ πληρῶν. ἔμελλεν ποιήσων, 1,1537: ποιήσειν, ποιεῖν. ἐμέμφθη, Ι, 68, 563 ἐμέμφοντο, 1, 969: ἐφθέγγοντο, ἐβουλεύοντο ἐμέσει θυμὸν, ΙΙ, 1983. ἐμέτρησα ταύτῃ, εμέτρησεν ἑκάστῳ την 809, οὐκ ἐμέτρησεν ὁ Θεὸς τὴν κτίσιν τῇ δυνά μει, ἐμὴν γνῶσιν, ΙΙ, 1335, 1353: ἐμοῦ, περὶ ἐμοῦ. ἐμίγη τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπείᾳ, οὐ μὴν ἡ ἀνθρωπεία φύσις ἐμίγη τῇ θείᾳ, 166 ἐμιμεῖτο ἡ θάλασσα τὴν κολυμβήθραν, ΙΙΙ, 226, Εμμανουήλ ΙΙ, 218 θεαν θρωπία Εμμανουήλ, ἐμμεῖναι τοῖς καταψηφισαμένοις· καταψηφ. ἐμνησικάκουν τούτους, ΙΙ, 277: τούτοις. ἐμοῖς διδακτοῖς· ὑπ᾿ ἐμοῦ δεδιδαγμένοις, ΙΙ, ἐμοὺς ὅρκους, ΙΙ, ἐν. ἐμπεδοῦν τοὺς ὅρκους, ΙΙ, 1628, ἐμπεπαρμένων πάγαις, 424. ἐμπεπίστευτο, 1, 1229: ένεπεπίστευτο. ἐμπεφυκὸς οὐσιωδῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα ἐμπεφυρμένους κακοῖς, ΙΙ 1963 ἐμπίμπλαντο Ι, 898: ενεπίμπλ. ἐμπίπλησι τῆς ἐπιθυμίας τὴν δυναστείαν ἐμπληκτικός, 935. εμπνεόμενος ὑπὸ τῆς χάριτος, ΙΙΙ, 201. ένανθρωπήσει. ἐμπόροις, ἐμπούσας, ΙΙ, ἐμπρέπουσα, ἐμπρησθῆναι, ἐμπρησμόν, ΙΙΙ, 253, έμ πρησμούς, ἔμπροσθεν ἑρμηνευομένους. ΙΙ, 476. πρόσθεν.) ἔμ προσθεν εἰρήκαμεν πρόσθεν, 1149, ἔμπροσθεν ἄγουσι, ἐμφαγεῖν τῆς σαρκός, 151, ἔμφασιν σμικρὰν, Κύριος, Κύριός μου έμφασιν, ἔμφασιν θεότητος, ἐμφατικωτέραν φωνήν 61 τὴν ἐκ, τὴν διά, πάροδον, ὑλικῶς ἐμφέρεται ἐν ταῖς Γραφαῖς, ΙΙΙ, 780, ἐμφερής νῆσος, 894: νήσοις νήσῳ. ἐμφιλόνεικος κρίσις, 1334. ἐμφιλοχωρῶν, 28: εμμένων, ἐμφορεῖν. ΙΙΙ, 1173, ἐμφορῶν φρονήματος. Ι, 1954, εμφορηθέντες θυμηδίας έμφο ρεῖσθαι γνώσεως. ΙΙΙ, 669, εμφοροῦσι τοὺς πελάζοντας τῆς λύμης. ΙΙΙ, 676, εμφορούμαι θυμηδίας πολύ λῆς. ΙΙΙ, 677, ἐμφορούμενοι θείας δυνάμεως. ΙΙΙ, ἐμφορηθείς. ἐμφύσημα θεοπρεπώς 39. ἔμφυτος, Ι, 620. Εμφυτον βασιλείαν 1, 1098, ἔμφυτον ἔσχε τὴν Αἰγυπτίων ἀσέβειαν, ἔμφυτον ἀγάπην καὶ διάθεσιν, 771, ἔμφυτος μανία ἔμφυτον ἀθανασίαν ἔμφυτος λόγος,
INDEX GR.ECUS.
490, 621, Ἑλληνικὴν ἑρμηνείαν, græcam τῶν Ο',
proprie h. 1. et unice, III, 245, Ελληνικὰς δόξας,
paganos errores. III, 725, Ελληνικήν πλάνην, pagapam superstitionem. IV, 693, Ἑλληνικῶν παθημάτ
των ipse explicat. IV, 1324, Ελληνικοίς καιροίς,
cum pagani potentes erant..
ἐλογισάμην, Ι, 821, in mentem mihi venere, ut
facerem.
Ελπίς. ΙΙΙ, 478, 492, ἐλπίσι. IV, 1081, ἐλπίδα προσ
μένωμεν, eventum spei, rem speratam. Metonym.
ἐλυμήνατο θέα τεθνεῶτος. Π, 1034, incestasset,
sacris ineptum reddidisset. III, 60, ελυμήνατο τῇ φι
λοτιμίᾳ, obstitit, eam minuit.
ἔλυσεν ὁ Θεὸς τὴν ἁμαρτίαν τοῦ λαοῦ, ΙΙ, 1618.
ἐλωβᾶτο cum dativo, ΙΙΙ, 213.
ἐλώθ, Θεός, ἐλων, Θεός μου, IV, 392.
ἐμπνεύσας τοῖς συγγραφεῦσιν, ΙΙ, 96. ἐμπνεῦσαν
αὐτοὺς Πνεῦμα, V, 1020 ἐμπνευσθεὶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου,
ΙΙ. 1382. ἐμπνευσθῆναι Lycurgum ab Apolline,
ἐμπόδισμα, ΙΙ, 1219, obstaculum.
ἐμποιήσω πανωλεθρίαν Βαβυλωνίοις, II, 347: pro
επάξω.
ἐμπολιτεύεσθαι χρόνοις, ΙΙΙ, 736, contineri, censeri, in iis factum intelligi.
ἐμπορεύονται τὰς συμφοράς, IV, 565: lucrum inde
captant.
εμπορία. 1, 297, ἐμπορίαν παραλίαν κατοικούντων
pro εμπόρια, quod legitur apud LXX (Deut. 33, 19),
et aptius est verbo κατοικεῖν. (Forte εὐπορίαν, ut
infra, quod aptum verbo θηλάσουσι.) ΙΙ, 917, έμπο
ρία κακῇ χρησάμενος, homo in paradiso. IV, 157,
ἐλὼν ἔνθεν ἄρξωμαι, ΙΙΙ, 1107: scil. ἑλὼν τὴν εμπορίαν, lucrum, commodum e satisfactione
ἀρχὴν, ἀφορμήν.
ἐλώφησεν, IV, 1076.
ἐμακροθύμει, 1, 847, silebat.
Εμανουήλ ΙV, 1996 expl. Vid. Εμμ.
ἐμαρτυρήθη ὁ Δεσπότης ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, Ι, 1106,
declaratus est Filius esse. Hypallage pro έμαρτ.
αὐτῷ.
ἐμαρτύρησεν αὐτοῖς ἀστρολογίαν, IV, 954.
εμβατεύεις εἰς τὰς ψυχὰς, ΙΙΙ, 1507, penetras:
omniscius.
ἐμβλὰ, ἐμβελὼ, I, 337: corrupta ex Hebr. Schi
poleth; unde et cod. habet έμβαλὸς; εἰ σεμβέλ
ὡς.
ἐμβρίῳ, ΙΙΙ, 266: pro εμβρύῳ.
έμεινε λυττῶν, ΙΙ, 1109: i. e. διετέλεσε, ΙΙΙ, 1315,
ἔμεινε βλέπων καὶ πληρῶν.
ἔμελλεν ποιήσων, 1,1537: pro ποιήσειν, vel
ποιεῖν.
ἐμέμφθη, Ι, 68, 563: passive.
ἐμέμφοντο, 1, 969: cod. ἐφθέγγοντο, verius;
opp. enim ἐβουλεύοντο et illud, e contexto, debet
notare blanda verba, non criminationes. Nam
extra hunc tenorem possit esse: alia Judæi accusabant in Christo, alia corde premebant, quæ non
auderent dicere Pilato. Sed hoc ibi alienum.
ἐμέσει θυμὸν, ΙΙ, 1983.
ἐμέτρησα ταύτῃ, IV, 604, comparavi cum ea; repulavi, quantum ei cederent. εμέτρησεν ἑκάστῳ
tv zápiv, III, 423, dedit, quantum voluit cuique.
την
1V, 809, οὐκ ἐμέτρησεν ὁ Θεὸς τὴν κτίσιν τῇ δυνά
μει, non omnia creavit, quæ posset.
ἐμὴν γνῶσιν, ΙΙ, 1335, 1353: ἐμοῦ, περὶ ἐμοῦ.
ἐμίγη τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπείᾳ, οὐ μὴν ἡ ἀνθρωπεία
φύσις ἐμίγη τῇ θείᾳ, IV, 166: ex Augustino.
ἐμιμεῖτο ἡ θάλασσα τὴν κολυμβήθραν, ΙΙΙ, 226,
ejus typus erat.
Εμμανουήλ ΙΙ, 218 expl. ex Hebr. de θεανθρωπία Christi. Add. IV, 1296.
Εμμανουήλ, V, 5: de Christo homine eodem et
Deo, vel de conjunctione Christi Dei et Christi hominis, e mente Theodoreti.
ἐμμεῖναι τοῖς καταψηφισαμένοις· vid. καταψηφ.
ἐμνησικάκουν τούτους, ΙΙ, 277: pro τούτοις.
ἐμοῖς διδακτοῖς· pro ὑπ᾿ ἐμοῦ δεδιδαγμένοις, ΙΙ,
228. ἐμοὺς ὅρκους, ΙΙ, 804, jusjurandum per me, nomine meo obstrictum.
ἐν.
ἐμπεδοῦν τοὺς ὅρκους, ΙΙ, 1628, servare, reddere.
ἐμπεπαρμένων πάγαις, ΙV, 424.
ἐμπεπίστευτο, 1, 1229: pro ένεπεπίστευτο. Pleon.
ἐμπεφυκὸς οὐσιωδῶς τὸ ἅγιον Πνεῦμα habet
Christus, V, 44: ob essentiæ unitatem.
ἐμπεφυρμένους κακοῖς, ΙΙ 1963: quæ facerent:
contaminatos.
ἐμπίμπλαντο Ι, 898: pro ενεπίμπλ. ut cod.,
habet.
ἐμπίπλησι τῆς ἐπιθυμίας τὴν δυναστείαν· hypallage.
ἐμπληκτικός, stupidus, IV, 935.
εμπνεόμενος ὑπὸ τῆς χάριτος, ΙΙΙ, 201.
Christi et ένανθρωπήσει. Chrysost.
ἐμπόροις, 1, 602: aut proprie, mercatoribus, vel
omnino peregrinantibus, quoniam et in viis vel
itineribus recitari dicit psalmos: aut metaphorice,
qui usum captent e Ser. (e Matth. xi, 45).
ἐμπούσας, ΙΙ, 265, spectri genus. Unain proprie
Empusam veteres norant. Aristoph. Ran. unam
nominat, in varias species, asini quoque, subito
sese mutantem; et Demnosth. p. Cor. Æschinis
uxorem sic vocat, vario quæstu utentem et amatores vulgo mutantem.
ἐμπρέπουσα, IV, 543: pro simplici, decora,
digna.
ἐμπρησθῆναι, IV, 902; de martyribus, uri: proprie quidem, incendi, ut sub Nerone factum Tacitus
refert, ut in usum nocturni luminis urerentur (tunica molesta induti),
ἐμπρησμόν, ΙΙΙ, 253, mortem per ignem. έμπρησμούς, IV, 659, ignis supplicia.
ἔμπροσθεν ἑρμηνευομένους. ΙΙ, 476. (Sine Casu
non ita ponitur. Cod. habet πρόσθεν.) I, 95, ἔμπροσθεν εἰρήκαμεν pro πρόσθεν, V, 1149, Εμπρο
σθεν ἄγουσι, praeferunt, potiorem habent.
ἐμφαγεῖν τῆς σαρκός, V, 151, anbeissen, gustare.
ἔμφασιν σμικρὰν, II, 696: ponit in voc. Adonai,
quia non sit Κύριος, sed Κύριός μου· quasi notionis
accessoriæ notam. II, 1154, έμφασιν, significationen. IV. 277, ἔμφασιν θεότητος, notam, significationem.
ἐμφατικωτέραν φωνήν IV, 61 vocat Basilius τὴν
ἐκ, quam τὴν διά, de Christo nato; quod illa tollat
πάροδον, et verum ex Mariæ corpore ὑλικῶς sumptum corpus ostendat.
ἐμφέρεται ἐν ταῖς Γραφαῖς, ΙΙΙ, 780, legitur, ponitur.
ἐμφερής νῆσος, II, 894: legendum νήσοις vel
νήσῳ.
ἐμφιλόνεικος κρίσις, V, 1334.
ἐμφιλοχωρῶν, V, 28: pro εμμένων, servans, non
relinquens, nec deponens.
ἐμφορεῖν. ΙΙΙ, 1173, ἐμφορῶν φρονήματος. Ι, 1954,
εμφορηθέντες θυμηδίας - hypallage, ut saepe in hoc
verbo, quod rei proprie adhibetur. III, 447, έμφο
ρεῖσθαι γνώσεως. ΙΙΙ, 669, εμφοροῦσι τοὺς πελάζον
τας τῆς λύμης. ΙΙΙ, 676, εμφορούμαι θυμηδίας πολύ
λῆς. ΙΙΙ, 677, ἐμφορούμενοι θείας δυνάμεως. ΙΙΙ,
1172, ἐμφορηθείς. tribus malis, pomis.
ἐμφύσημα animi θεοπρεπώς explicandum, I, 39.
ἔμφυτος, Ι, 620.
Εμφυτον βασιλείαν Christus ut Deus habet; æternum, non datum, sed quod habeat ex majestate
attributorum, 1, 1098, ἔμφυτον ἔσχε τὴν Αἰγυπτίων
ἀσέβειαν, assuetam, notam, gratam, depositu digicilem, ut pronis ad eam. III, 749, ἔμφυτον ἀγάπην
καὶ διάθεσιν, diuturnum, firmum. III, 771, ἔμφυτος
μανία Judorum, solita, diuturna, obfirmata. Possis
tamen et insitam vertere, quia jam in Christo
exerouere. IV, 435. ἔμφυτον ἀθανασίαν· animi. IV.
640, ἔμφυτος λόγος, sensus communis, sana cujus
que ratio, monitoris externi haud egens.
col. 959–960page 48 of 154
PG 84:959ἐμψυχία θεία· θείᾳ. ἐμψυχῶν, εμψύχων, ἐν. εἰς· κατηγμένος, ἐν διαλείμμασιν ἦν ὁ λόγος • διαλ. ἐν θεωρίᾳ, ἐν πράξει ἀρετήν ἀρετήν. Ι, 55, ἐν τούτῳ συμπεράνας την ποίησιν, ἐν τύπῳ, 381, ἐν τροπαίοις γεγυμνασμένον· ἐν νίκαις. Ι, ἐν ταῖς βασιλείαις 765, ἐν τούτῳ θεραπεύειν διὰ τούτου ἐν Φιλιππησίοις 1026, ἐν περινοίᾳ τῆς κηδεμονίας γενόμενοι, παροινίᾳ, 1146, ἐν αὐτοῖς μελέτην ποιούμενος. ἐν αὐτῷ· αὑτῷ, ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Σωτῆρος, ἐν ᾧ προσηλώθη 1340, ἐν εὐμενείᾳ δωρούμενος δι᾿ εὐμένειαν, σὺν εὐμενείᾳ, εὐμενῶς, 1, 1345, ἐν τῇ Θεού γνώσει μέγα φρονεῖν· ἐπὶ, 1374, ἐν τοῖς ποταμοῖς κατῴκισε· παρά. 1528, ἐν τῇ δυνάμει σου, ἐν τύπω' εἰς τύπον, ΙΙ, 71 ἐν τῇ σκέπῃ τῆς πέτρας καλεῖ· εἰς. 76. ἐν μέσῳ κοίλων τινῶν καὶ ταπεινῶν· τὸ μέσῳ, 11, 109, ἐν ἀπολαύσει γίνεται. ΙΙ, 185, ἐν τῇ βα σιλείᾳ· ἐπὶ τῆς βασιλείας, 255, ἐν μέσῳ πάθος, ΙΙ, 286, ἐν ἀκαρεί· ἀχαρεί, ἐν 310, ἐν προφήταις καὶ δικαίοις ήνθουν. 365, ἐν τούτοις, 804, ἐν Βαβυλῶνι παραπέμψω· εἰς Βαβυλῶνα. ΙΙ, 836, ἐν αἰσθήσει γενήσεσθε τῶν ἀσεβημάτων. ΙΙ, 868, ἐν αἰσθήσει γε νήσῃ, 1917, ἐν θρήνοις ἦσαν ἐθρήνουν, ΙΙ, 1974, ἐν τῇ χώρα μεταθήσει τὸν πόλεμον εἰς τὴν χώραν. 1523, ἐν ἐπιγνώσει γίνεται τοῦ Δεσπότου, 1554, ἐν τοῖς καρ ποῖς ἐπισυμβαῖνον πάθος· ἐν ἐπὶ ἐπί. 1392, ἐν φωτὶ τὴν ἡμέραν, ἐν αὐτῇ συμμέτρω τὴν νύχτα. ἔχειν. 11, 1460, ἐν μέσῳ συστήσασθαι χορείαν, μέσῳ. ΙΙ, ἐν τοῖς ψευδοπροφήταις φθεγγόμενον, 1552, ἐν τῇ προαιρέσει μιμούμενοι διὰ τῆς προ αιρέσεως. ΙΙ, 1612, ἐν τῇ θεωρίᾳ γεγονώς, ΙΙ, 168, ἐν ταῖν χεροῖν λαβών • εἰς τὰς χεῖρας. [ΙΙ, 44, ἐν τῷ αἷματι· διά. ΙΙΙ, 174, ἐν τῷ δεῖνι επονομάζεσθε· ἀπὸ ἐκ. 180, ἐν ἡμῖν διαφορά. ΙΙΙ, 215, ἐν ὀνόμασι γνωρίζονται ἐν τύπῳ τύπον, εἰς τύπον. ΙΙΙ, 380, οἱ ἐν ἕξει· τέλειοι, 478, ἐν ἐλπίσι ἔχομεν τὴν μεταβολήν. (τὰς ἐπαγγελίας· ἐπαγγ.) 502, ἐν Χριστῷ, 111, 565, ἐν τῷ τύπῳ τῆς ἀναστάσεως γεγενήμεθα, ἐν συμβόλῳ καὶ τύπῳ, ἐν οὐ ρανοῖς ἀναληφθείς· εἰς οὐρανούς, ΙΙΙ, 755, ἐν τοῖς ζῶσι συνέταξε ἐν. ἐν τοῖς βρέφεσιν αὔξεται τὸ σῶμα· ἐν. 847, ἐν τῷ Θεῷ οὐκ ἄνθρωπος, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος ἐν τῷ Θεῷ ἀνέστη, 869, ἐν ποίῳ τόπῳ μετατεθῆναι βέλει εἰς ποῖον τόπον. ΙΙΙ, 888, πρόθεσιν ἐν. ἐν ποίοις σκεύεσιν ὑπηρετεῖται· ἐν. 949, ἐν τού τοις, 951, ἐν τῇ Τριάδι μίαν εἶναι θεό τητα· τῆς Τριάδος. ΙΙ, 962, ἐν Πατρὶ, Υἱὸς, Υἱὸς ἐν Πατρὶ, σὺν τ. ά. Πνεύματι. τὸ ἐν γέννη σιν. οὐσίας ή σύν, Πατρί, σὺν Υἱῷ καὶ ἁγ. Πνεύματι.) ΙΙΙ, 1182, ἐν αἰδοῖ εἶχεν, δεῖτο. 52, ἐν τῷ εἰπεῖν σημαίνοντος ἦν τὸ εἰπεῖν, 143, ἐν τῇ ἐμῇ ὑποστάσει λαλεῖ ἐκ τῆς, 144, ἐν τῇ φύσει ἐλάλει. 255, ἓν πρὸς τὸν Κύριον γέγονε τὸ σῶμα τοῦ Κυ ρίου. 365, ἐν τῷ λόγῳ φυλάξομεν ἐν τῇ εὐκρασίᾳ, ἐν τῷ στόματι δέχεται την τροφήν διά ἐν αὐτῷ γενόμενος, ἐν θεωρίᾳ γενέσθαι τῆς φύσεως, οὐκ ἐν μα θήσει γραμμάτων, ἀλλ' ἐν ἀληθείας γνώσει την φιλο σοφίαν ὁρίζεται. 847, ἐν τῇ κτίσει προσπταιόν των ἐν. 942, ἐν ἡδοναῖς διαβόητος ἐν, επί. ἐν πολλοῖς οὖσαν, 1190, ἐν ἐκκλησίαις ποιμαίνειν ἐκκλησίας. 1198, ἐν τοῖς γράμμασιν ἐγκείμενα ἐν ἐν τοῖς σηκοῖς εἰσιόντες· εἰς τοὺς σηκούς. 1, 7, ἐν προσλήψει ἑτέρου γίνεται, 14, ἐν τοῖς μέτροις κατηγμένων: εἰς τὰ μέτρα; κατηγμένων ἐπιγινώσκομεν. 15, εν γνώσει βλασφημῶν, σὺν γνώσει. 50, ἐν τοῖς καθ' ἡμᾶς καθῆκεν· εἰς. 74, ἐν τούτοις, ἐν τούτῳ εἶχεν εἶχεν. 972, ἐν ψιλῇ προσηγορία κέκτησαι· κατά. ἐν ουσίᾳ οὐ φέρων τὴν ὑπεροχήν τοῦ ὀνόματος, οὐσίαν, οὐσίαν ἐν Παύλῳ λαλήσας. Χριστός. 1090, ἐν ἀνθρώπῳ Θεὸς οὐκ ἄνθρωπός ἐστι, ἐν ταύταις ζημιοῦν τὸ γένος. ταύταις? εὐχαριστίας, τῆς. εὐχαριστίαις, εὐεργεσίαις,: ἐν ταύταις ἐν ἀνδρὶ Θεόν ἐν ἕνα ἐκ πάντων ἀποσταλῆναι, ΙΙΙ, 962, ἐναβρύνεσθαι, ΙΙ, ἐναβρυνόμενος τῇ κοινωνίᾳ, 34, έναβρυνόμενον τοῖς γράμμασι μόνοις. 111, 421, ἐναβρύνεται τοῖς δεσμοῖς, αναβρύνεται, ἐναγές, Υ, Εναγχος καινοτομηθεισῶν, ΙΙΙ, 1032 έναγχος καινοτ. ἐναλλαγὴ ὀνομάτων· ὄνομα. ΙΙ, 872, ἐναλλαγὰς ἱματίων ἐνανθρωπίσας, ΙΙ, 640 - ενανθρωπήσας. ἐναντίος. (ἐναντίαι δυνάμεις δύναμις.) 1, 270, εναντία: 12. τῇ εὐσεβεία, ἐναντίας μέσ ταβολάς· εἰς τοὐναντίον. 264.) Ι, 1381, έναντίαν τοῦ νομοθέτου ΙΙ, 955, ἐναντίου, 1504, εναντίους τῆς ἀληθείας. ΙΙΙ, 182, ἐναντία τῆς ἀρετῆς. 43, ἐναντίου πνεύματος, 789, εναντίας πέρι δυνάμεως, 842, εναντία εκείνων τροφεία, ἐναπέρχεται χερσίν, 579,
ἐμψυχία θεία· vid. θείᾳ.
ἐμψυχῶν, 18, 312: pro εμψύχων, lapsu fortasse.
ἐν. pro εἰς· vid. κατηγμένος, ἐν διαλείμμασιν ἦν
ὁ λόγος • vid. διαλ. ἐν θεωρίᾳ, ἐν πράξει ἀρετήν
vid. ἀρετήν.
- Ι, 55, ἐν τούτῳ (homine) συμπεράνας την
ποίησιν, illo creando, ut post illum nil crearetur,
in hoc fuis esset. I, 162, ἐν τύπῳ, tanquam typus. I,
381, ἐν τροπαίοις γεγυμνασμένον· i. e, ἐν νίκαις. Ι,
590, ἐν ταῖς βασιλείαις • cum interpretaremur eos
libros. I, 765, ἐν τούτῳ θεραπεύειν pro διὰ τούτου
Hebr. I, 899, ἐν Φιλιππησίοις (si vera lectio), apud
Philippenses. I, 1026, ἐν περινοίᾳ τῆς κηδεμονίας
γενόμενοι, cogitantes eam, reputantes. Cod. παροι
νίᾳ, male: etsi possit notare gaudium exsultabundum. I, 1146, ἐν αὐτοῖς μελέτην ποιούμενος. Hebr.
1, 1198, ἐν αὐτῷ· vitiose pro αὑτῷ, p. med. I, 1955,
ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ τοῦ Σωτῆρος, tempore, quo nasceretur. I, 1994, ἐν ᾧ προσηλώθη • pro dativo solo.1,
1340, ἐν εὐμενείᾳ δωρούμενος pro δι᾿ εὐμένειαν,
σὺν εὐμενείᾳ, εὐμενῶς, Hebr. 1, 1345, ἐν τῇ Θεού
γνώσει μέγα φρονεῖν· pro ἐπὶ, ante posito, I, 1374,
ἐν τοῖς ποταμοῖς κατῴκισε· pro παρά. I, 1528, ἐν τῇ
δυνάμει σου, per, ex Hebr.
-11, 44 ἐν τύπω' pro εἰς τύπον, tanquam typum.
ΙΙ, 71 ἐν τῇ σκέπῃ τῆς πέτρας καλεῖ· pro εἰς. II, 76.
ἐν μέσῳ κοίλων τινῶν καὶ ταπεινῶν· redundat τὸ
μέσῳ, 11, 109, ἐν ἀπολαύσει γίνεται. ΙΙ, 185, ἐν τῇ βασιλείᾳ· pro ἐπὶ τῆς βασιλείας, eo regnante. II, 255,
ἐν μέσῳ — πάθος, post natales, ante illustrationem.
ΙΙ, 286, ἐν ἀκαρεί· pro ἀχαρεί, aut ἐν abesset, H,
310, ἐν προφήταις καὶ δικαίοις rel. ήνθουν. II, 365,
ἐν τούτοις, per illa; ex Hebr. II, 804, ἐν Βαβυλῶνι
παραπέμψω· pro εἰς Βαβυλῶνα. ΙΙ, 836, ἐν αἰσθήσει
γενήσεσθε τῶν ἀσεβημάτων. ΙΙ, 868, ἐν αἰσθήσει γε
νήσῃ, senties. II, 1917, ἐν θρήνοις ἦσαν pro ἐθρή
νουν, ΙΙ, 1974, ἐν τῇ χώρα μεταθήσει τὸν πόλεμον
pro εἰς τὴν χώραν. II, 1523, ἐν ἐπιγνώσει γίνεται
τοῦ Δεσπότου, eum agnoscit. II, 1554, ἐν τοῖς καρ
ποῖς ἐπισυμβαῖνον πάθος· et ἐν et ἐπὶ redundat,
certe ἐπί. II, 1392, ἐν φωτὶ τὴν ἡμέραν, ἐν αὐτῇ
συμμέτρω τὴν νύχτα. periphrasis adjectivi, vel
verbi ἔχειν. 11, 1460, ἐν μέσῳ συστήσασθαι χορείαν,
in camino ardenti. Redundat μέσῳ. ΙΙ, 1487, ἐν τοῖς
ψευδοπροφήταις φθεγγόμενον, per illos, ex illis. II,
1552, ἐν τῇ προαιρέσει μιμούμενοι pro διὰ τῆς προ
αιρέσεως. ΙΙ, 1612, ἐν τῇ θεωρίᾳ γεγονώς, ΙΙ, 168,
ἐν ταῖν χεροῖν λαβών • aut redundat iv, aut pro εἰς
τὰς χεῖρας.
[ΙΙ, 44, ἐν τῷ αἷματι· pro διά. ΙΙΙ, 174, ἐν τῷ
δεῖνι επονομάζεσθε· Hebr. pro ἀπὸ ἐκ. III, 180, ἐν
ἡμῖν διαφορά. ΙΙΙ, 215, ἐν ὀνόμασι γνωρίζονται· redundat iv. III, 226, ἐν τύπῳ· i. e. τύπον, pro typo,
εἰς τύπον. ΙΙΙ, 380, οἱ ἐν ἕξει· i. e. τέλειοι, adulti,
doctiores. III. 478, ἐν ἐλπίσι ἔχομεν τὴν μεταβολήν.
(τὰς ἐπαγγελίας· vid. ἐπαγγ.) ii, 502, ἐν Χριστῷ,
per Christum. 111, 565, ἐν τῷ τύπῳ τῆς ἀναστάσεως
γεγενήμεθα, baptizati, accepimus signum et pignus
reditus in vitam. III, 619, ἐν συμβόλῳ καὶ τύπῳ, pro
signo et imagine, tanquam Aguram. III, 745, ἐν οὐ
ρανοῖς ἀναληφθείς· pro εἰς οὐρανούς, ΙΙΙ, 755, ἐν τοῖς
ζῶσι συνέταξε redundat ἐν. Ibid., ἐν τοῖς βρέφεσιν
αὔξεται τὸ σῶμα· similiter redundat ἐν. Etsi vertas,
in parvulis, an den Kindern; tamen simplicius, ut redundet. III, 847, ἐν τῷ Θεῷ οὐκ ἄνθρωπος, ἀλλ' ὁ
ἄνθρωπος ἐν τῷ Θεῷ ἀνέστη, non divina Christi natura, humanæ juncta, sed humana, divinæ juncta,
surrexit. III, 869, ἐν ποίῳ τόπῳ μετατεθῆναι βέλει
pro εἰς ποῖον τόπον. ΙΙΙ, 888, πρόθεσιν ἐν. Ariani
præponebant doxologie Spiritus S. III, 926, ἐν ποίοις
σκεύεσιν ὑπηρετεῖται· redundat ἐν. III, 949, ἐν τού
τοις, per hac. III, 951, ἐν τῇ Τριάδι μίαν εἶναι θεό
τητα· i. e. τῆς Τριάδος. ΙΙ, 962, ἐν Πατρὶ, Υἱὸς,
Υἱὸς ἐν Πατρὶ, σὺν τ. ά. Πνεύματι. (Videtur τὸ ἐν
Patri et Filio unice tribui, non Spiritui S. ob γέννησιν. Parem tamen et unius numero specieque οὐσίας
facit ή σύν, ut ante Filio et ipsi redditur, Πατρί,
σὺν Υἱῷ καὶ ἁγ. Πνεύματι.) ΙΙΙ, 1182, ἐν αἰδοῖ εἶχεν,
i. e. δεῖτο.
"
- IV, 52, ἐν τῷ εἰπεῖν σημαίνοντος ἦν pro
τὸ εἰπεῖν, Iren. IV, 143, ἐν τῇ ἐμῇ ὑποστάσει λαλεῖ·
pro ἐκ τῆς, qua illam. IV, 144, ἐν τῇ φύσει ἐλάλει.
1V, 255, ἓν πρὸς τὸν Κύριον γέγονε τὸ σῶμα τοῦ Κυ
ρίου. Apollin. IV, 365, ἐν τῷ λόγῳ φυλάξομεν - pro
dativo: sequenti libro reservabimus. IV, 415, ἐν
τῇ εὐκρασίᾳ, cum bene est temperatum, tunc animus
potest exhibere sapientiam. IV, 520, ἐν τῷ στόματι
δέχεται την τροφήν· redundat ev, aut per Hebr.
pro διά • non sine loci tamen et sedis conditione.
1V, 551, ἐν αὐτῷ γενόμενος, memet attendens, et
defixus in me, cogitationibus collectis, vacuus a
turbis rerum extrinsecus objectarum, et interpellationibus. Ibid. ἐν θεωρίᾳ γενέσθαι τῆς φύσεως,
totus ei vacare, et incumbere. IV, 704, οὐκ ἐν μα
θήσει γραμμάτων, ἀλλ' ἐν ἀληθείας γνώσει την φιλο
σοφίαν ὁρίζεται. 1V, 847, ἐν τῇ κτίσει προσπταιόντων redundat ἐν. IV, 942, ἐν ἡδοναῖς διαβόητος·
redundat ἐν, aut est pro επί. IV, 1167, ἐν πολλοῖς
οὖσαν, multa doctrina excultum: aut forte melius,
multis occupationibus obrutum et districtum, multa simul cogitare coactum: ut, aliorum te moneri,
attineat. IV, 1190, ἐν ἐκκλησίαις ποιμαίνειν pro
ἐκκλησίας. IV, 1198, ἐν τοῖς γράμμασιν ἐγκείμενα
alterutrum ἐν redundat. IV, 1218, ἐν τοῖς σηκοῖς
εἰσιόντες· pro εἰς τοὺς σηκούς.
- 1, 7, ἐν προσλήψει ἑτέρου γίνεται, assumit al
terum. V, 14, ἐν τοῖς μέτροις κατηγμένων: pro εἰς
τὰ μέτρα; aut κατηγμένων refer ad ἐπιγινώσκομεν.
V, 15, εν γνώσει βλασφημῶν, prudens, sciens, cum
intelligat melius, σὺν γνώσει. V, 50, ἐν τοῖς καθ'
ἡμᾶς καθῆκεν· pro εἰς. V, 74, ἐν τούτοις, per illa,
propter illa, si uterentur istis formulis, V, 77, ἐν
τούτῳ εἶχεν vid. εἶχεν. V, 972, ἐν ψιλῇ προσηγορία
κέκτησαι· redundat iv, vel pro κατά. V, 974, ἐν
ουσίᾳ οὐ φέρων τὴν ὑπεροχήν τοῦ ὀνόματος, qua
οὐσίαν, propter οὐσίαν non habens in se dignitatem, quam præfert hoc nomen. V, 1019, ἐν Παύλῳ
λαλήσας. Χριστός. V, 1090, ἐν ἀνθρώπῳ Θεὸς οὐκ
ἄνθρωπός ἐστι, objicit Apollinarista. V, 1164, ἐν
ταύταις ζημιοῦν τὸ γένος. (Quersum ταύταις? Precedit εὐχαριστίας, τῆς. Forte supplendum εύχαρι -
στίαις, vel εὐεργεσίαις, e relato: uἱ ἐν ταύταις sit,
dum illa tollit.) V, 1174, ἐν ἀνδρὶ Θεόν • de Christo
dicere ait Scripturam sacram, Act, xvi, 51. Sed ibi
ἐν est per.
ἕνα ἐκ πάντων ἀποσταλῆναι, ΙΙΙ, 962, eum misimus, quem præcipue aptum judicaremus; melius,
quam nos per litteras, rem interpretaturum.
ἐναβρύνεσθαι, ΙΙ, 780, fidere, sibi placere. I, 959,
ἐναβρυνόμενος τῇ κοινωνίᾳ, sibi placens, gaudens,
glorians. II, 34, έναβρυνόμενον τοῖς γράμμασι μόνοις.
111, 421, ἐναβρύνεται τοῖς δεσμοῖς, placet sibi, gau:
det, gloriatur. IV, 508, αναβρύνεται, deliciatur, sibi
placet in ea. er thut sich etwas darauf zu gute.
ἐναγές, Υ, 121, licet, fas est.
Εναγχος καινοτομηθεισῶν, ΙΙΙ, 1032 • non est pleonasmus; έναγχος pertinet ad tempus, καινοτ. ad
rem ipsam, a vetere fide alienam.
ἐναλλαγὴ ὀνομάτων· vid. ὄνομα. ΙΙ, 872, ἐναλλαγὰς
ἱματίων· in festis; meliorum usus.
ἐνανθρωπίσας, ΙΙ, 640 - pro ενανθρωπήσας.
ἐναντίος. (ἐναντίαι δυνάμεις vid. δύναμις.) 1, 270,
εναντία (absolute): Qu. 12. tit. scil. τῇ εὐσεβεία,
vera doctrinæ; falsa, impia, I, 1085, ἐναντίας μέσ
ταβολάς· pro εἰς τοὐναντίον. (Vid. Philol, Paull. p.
264.) Ι, 1381, έναντίαν τοῦ νομοθέτου· pro dativo.
ΙΙ, 955, ἐναντίου, diaboli. II, 1504, εναντίους τῆς
ἀληθείας. ΙΙΙ, 182, ἐναντία τῆς ἀρετῆς. 1V, 43,
ἐναντίου πνεύματος, diaboli. IV, 789, εναντίας πέρι
δυνάμεως, de diabolo. IV, 842, εναντία εκείνων
τροφεία, beneficium ejus, quod me erudivit, contemptu et infectatione remunerans.
ἐναπέρχεται χερσίν, IV, 579, ablala manibus furum (divitia), relinquunt dominos.
col. 961–962page 49 of 154
PG 84:961ἐνεργῶς οὐ δίδοται ἡ χάρις, ΙΙΙ, 243 ἐναρίθμιος τῷ καταλόγω, 369. ἐνασχολούμενοι, ἔναυλον εἶχον τὴν μνήμην, 1, 285, έναυλον μνήμην, 1324, έναυλον περιφέρειν μνήμην. ἐνδιαιτάσθαι ἐναυξηθέντος τοῦ βρέφους, 901 ἐναύσματα ἀληθείας, ἐνδέονται τὴν ἡμετέραν φύσιν, ΙΙΙ, 411 ἐνδέδωκε· ἐνδοῦναι. ἐνδημία τοῦ Σωτῆρος, ΙΙ, 360, ἔνδον ἐν τῇ θαλάττη κειμένη, 11, 894: ένδον τὰ ἔνδον· ἀνάκτορον ἐνδοξότατος κόμης, 1319. ἐνδοῦναι χρόνον, 1083. ἐνδοῦναι ἐκδοῦναι ἐνδέδωκε, Ι, 450. επέτρεψε, συνεχώρησε. Ι, 518, ἐνδέδωκε, ἔνδυμα λόγου ἐστὶ γράμμα, 1,254 ἐνδυσάμενον τὸν λόγον νεανιεύσατο, ΙΙ, 1191, ἐνεανιεύσαντο ἔχειν δύναμιν. 950, ἐνεανιεύσαντο προλέγειν.massten ἐνεγκόντες ἰδεῖν, ΙΙΙ, 915. ἐνεγκοῦσαν (ὁδὸν) καταλαμβάνειν, 263, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν ἀπάξοντες, ἐνεγκούσαν καταλαβών, ὁδὸν, ἐνεγκοῦσαν ἐπανελθεῖν, 805, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν ἐπάνω οδος. ἐνέδυσεν ἀφθαρσίᾳ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ, 242, ἐνέθηκε λόγον προφητείας, ΙΙ, 961, Ενείρων, ΙΙΙ, 1086: εμπείρων, ἐνειλήσαντος ἑαυτὸν ὄψεως ὑπέρω, 853 περιειλήσατο. ἐνεκλήθησαν παρανομίαν, ΙΙ, 125. ἐνέμεινεν, 1025, τὴν ἐνέργειαν, ἀνέμεινεν. ἐνεπίμπλαντο, 1633: θυσίας. ἐνεπίστευσεν, Ι, 168, ἐνεπίστευσαν μαρτυρίαν, ἐνέπνει τὴν προφητείαν, ΙΙ, 1559 ἐνήχει. ἐνεπορεύου ταύτην, Π, 902, Ενέργεια. (ενέργειαν δεξάμενον· δεξάμενον.) ΙΙ, ενέργειαν ἐδέξατο, ΙΙΙ, 782, ενεργεία γεννήθῆναι ΠΟΠ ενεργείας ἐμοῦ, ενεργεία, δυνάμει ἐνεργεῖν. ΙΙ, 20, ενεργούμενον ὑπὸ τοῦ Πνεύμα της, ΙΙΙ, 495, ενεργείτω τὴν ἁμαρτίαν. ν, 1094, ἐνεργήσαντος Θεοῦ ἀνθρώπῳ ἐνεστῶτα, ΙΙΙ, 361, τοῦ προσκαίρου, ἐνετείλατο, ν, εντολήν Ενεφύρητε 2. κακοίς, 836 ἐνεφύσησεν - 521. ἐνέχεεν ὅλον ἑαυτὸν, 166 ενεχείρει παίζων, ενεχείρησε δύναμιν, 1, 531: ενεχείρισε. ενεχείρισε σωτηρίαν ἐθνῶν τοῖς ἀποστόλοις, Ι, 914, ένεχείρισεν ὀπτικὴν δύναμιν τοῖς ὀφθαλμοῖς. ἐνεχειρίσθην τὴν γεωργίαν, ΙΙΙ, 16 1082, ενεχειρίσθη φόνον. ΙΙΙ, 482, ενεχειρίσθη αὐτοὺς (αἱ ἐπιστεύθη): ενεχειρίσθησαν αὐτῷ. ΙΙΙ, 543, ενεχειρίσθη τὴν ἐπιμέλειαν. 1, 923, ἐνεχειρίσθησαν οι υἱοὶ Κορὲ ἄδειν τὰ προηρμηνευμένα. Ι. 1187, ενεχειρίσθησαν κρίνειν. 1, 1543. ἐνεχειρίσθησαν αἱ χεῖρες τὸ ἐργάζεσθαι. ΙΙ, 700, ενεχειρίσθησαν τὴν οἰκουμένην· υἱ 701. ἐγχειρισθέντες νόμους τῶν νόμων ἐγχειρισθέντων. οἱ ἐγχειρισθέντες γλώττας, τρόπους, νόμους, ἐνεχειρίσθησαν τὴν τιμωρίαν ἐνηργῆσθαι λόγῳ ενηργῆσθαι παρὰ τοῦ λόγου, 41 ἐνεργήσαι, τῷ, παρὰ 8. λ. ἐνήχει τισί τινα, ἐνηχήθησαν, 48: κατηχήθησαν, ἀνήχησε δόγματα ὁ δαίμων, 1, 322, 324: μύθους δ ποιηταῖς; ἐνηχουμένῃ ἔνδοθεν, 1600 Ενηχούμενος ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ἐνηχοῦντι πνευματικώς, 78 ἐνηχῶν αὐτῷ τοὺς λόγους ἄγγελος, 11. 1605 Ενθα Ενθα ἐτάφη, λέγει. ἐνθεαστικῇ φωνῇ, ν, 94. ἐνθεῖναι χάρτῃ, ἔνθεν, Ι, ἐνθένδε, ἐντεῦθεν. ἔνθεν ἀνάστασιν, ἔνθεον γέννησιν, ΙΙΙ, 781 ἔνθεον σάρκα, 1133 ένθους, ΙΙ, 678: ένθεος ἔνθους γενόμενος, ΙΙΙ, 928 ἐνθουσιασταί, ἐνθρονισθείς, 55: Λόγος, ἐνθυάζουσι, ΙΙ, (οι). ἐνθυάζουσιν, ΙΙ, 1536 ἐνδοιάζ. ένδυάζων, ἐνίησι τοῖς μέτροις τῶν προφητῶν. 7, 54 ἐνισχόμενον, ΙΙ, ἐννάτης λειτουργίαν, ΙΙΙ, 1144
ἐνεργῶς οὐ δίδοται ἡ χάρις, ΙΙΙ, 243: quia nunc
per miracula exseri nequit.
ἐναρίθμιος τῷ καταλόγω, ΙV, 369.
ἐνασχολούμενοι, II, 448, diligenter observantes.
ἔναυλον εἶχον τὴν μνήμην, 1, 285, etiam tum insi
dentem. Sic I, 364, έναυλον μνήμην, frmam; et I,
1324, έναυλον περιφέρειν μνήμην. (lia et ἐνδιαιτάσθαι
Græci tribuunt memoriæ.) Add. ÌI, 580, 1354; HI,
ἐναυξηθέντος τοῦ βρέφους, IV, 901: pro simplici,
ut est n. 27.
ἐναύσματα ἀληθείας, IV, 742, quasi allatus quosdam tenues; ab auw, spiro.
ἐνδέονται τὴν ἡμετέραν φύσιν, ΙΙΙ, 411: Christus.
ἐνδέδωκε· vid. ἐνδοῦναι.
ἐνδημία τοῦ Σωτῆρος, ΙΙ, 360, adventus in
terram.
ἔνδον ἐν τῇ θαλάττη κειμένη, 11, 894: Tyrus, ένδον
hic est plane, quia a littore recessit. III, 1030, τὰ
ἔνδον· i. e. ἀνάκτορον post cancellos, solis clericis
assignatum.
ἐνδοξότατος κόμης, ΙV, 1319.
ἐνδοῦναι χρόνον, II, 1083. ἐνδοῦναι et ἐκδοῦναι variant III, 1071, n. 7. ἐνδέδωκε, cum inβnitivo, Ι,
450. Pro επέτρεψε, συνεχώρησε. Ι, 518, ἐνδέδωκε,
cessit hosti.
ἔνδυμα λόγου ἐστὶ γράμμα, 1,254: adhibetur
ad ostendendum, non potuisse cum humana Christi natura mori divinam, sicut verba et sententiæ
manent etiam pereuntibus litteris. Seuer.
ἐνδυσάμενον τὸν λόγον • corpus Christi, post mortem, ascitum in plenum usum omnis gloriæ ejus,
nominatim immortalitatis, IV, 239. Athanas.
νεανιεύσατο, ΙΙ, 1108, stulte gloriabatur. Ilf,
1191, ἐνεανιεύσαντο ἔχειν δύναμιν. IV, 950, ἐνεανιεύσαντο προλέγειν.massten sich an.
ἐνεγκόντες ἰδεῖν, ΙΙΙ, 915.
ἐνεγκοῦσαν (ὁδὸν) καταλαμβάνειν, II, 263, et alibi
antea, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν ἀπάξοντες, qua venis
sent: viam, per quam reditus pateret. Sic II, 1109,
ἐνεγκούσαν καταλαβών, scil. ὁδὸν, rediit, qua venerat. (Add. II, 565, 613, 673, 1255.) II, 1254, elc thu
ἐνεγκοῦσαν ἐπανελθεῖν, redire, qua venissent, imno
unde venissent. III, 805, εἰς τὴν ἐνεγκοῦσαν ἐπάνω
οδος.
ἐνέδυσεν ἀφθαρσίᾳ ἐν τῇ ἐπαγγελίᾳ, IV, 242, eam
nobis firmavit. Athanas.
ἐνέθηκε λόγον προφητείας, ΙΙ, 961, monuit eum,
vaticinari jussit.
Ενείρων, ΙΙΙ, 1086: εμπείρων, inserens, indigens,
arundinem corporis membro.
ἐνειλήσαντος ἑαυτὸν ὄψεως ὑπέρω, IV, 853: pro
περιειλήσατο.
ἐνεκλήθησαν παρανομίαν, ΙΙ, 125.
ἐνέμεινεν, V, 1025, τὴν ἐνέργειαν, exspectabat.
Forte ἀνέμεινεν.
ἐνεπίμπλαντο, II, 1633: refertur ad θυσίας. Significat, 1° quæ largiter offerebant, 2° quorum
carne vescebantur.
ἐνεπίστευσεν, Ι, 905: pro simplici: commisit. II,
168, ἐνεπίστευσαν μαρτυρίαν, commiserunt, petiverunt, ut ipse testis esset, ab eo exspectarunt.
ἐνέπνει τὴν προφητείαν, ΙΙ, 1559: distingu. ab
ἐνήχει. Illud est ut notiones et cogitationes in animis eorum excitaverit.
ἐνεπορεύου ταύτην, Π, 902, exercebas cum illa
mercaturam maritimam.
Ενέργεια. (ενέργειαν δεξάμενον· vid. δεξάμενον.)
ΙΙ, 553, ενέργειαν ἐδέξατο, prophetice impetum mo
nitum, jussum. ΙΙΙ, 782, ενεργεία γεννήθῆναι ΠΟΠ
illico volunt Filium Ariani. III, 800, ενεργείας ἐμοῦ,
a me, imperatore. V, 1014, ενεργεία, δυνάμει distinguit, actu secundo et primo.
ἐνεργεῖν. ΙΙ, 20, ενεργούμενον ὑπὸ τοῦ Πνεύμα
της, quod scribi voluit et suggessit Spiritus S.
ΙΙΙ, 495, ενεργείτω τὴν ἁμαρτίαν. ν, 1094, ενεργήσαντος Θεοῦ ἀνθρώπῳ quid fat ille homo, angu962
stius argumentatur Apollinarista, et recte corrigit
Theod.
ἐνεστῶτα, ΙΙΙ, 361, brevitatis, τοῦ προσκαίρου,
rationem habere ait.
ἐνετείλατο, ν, 1025, Pater Filio, ut crearet; Ma
cedonianus ait, et εντολήν a Patre ad hoc acce
pisse.
Ενεφύρητε (aor. 2. pass.) κακοίς, II, 836: calamitatibus. Illud verbum moralibus magis convenit.
ἐνεφύσησεν - expl. I, 521.
ἐνέχεεν ὅλον ἑαυτὸν, IV, 166: Christus Deus in
naturam humanam.
ενεχείρει παίζων, IV, 853, arguebat, rem ad absurdum deducebat.
ενεχείρησε δύναμιν, 1, 531: pro ενεχείρισε.
ενεχείρισε σωτηρίαν ἐθνῶν τοῖς ἀποστόλοις, Ι, 914,
curam ejus commisit. IV, 525, ένεχείρισεν ὀπτικὴν
δύναμιν τοῖς ὀφθαλμοῖς.
ἐνεχειρίσθην τὴν γεωργίαν, ΙΙΙ, 16: hypallage.
Sic II, 1082, ενεχειρίσθη φόνον. ΙΙΙ, 482, ενεχειρίσθη
αὐτοὺς (αἱ ἐπιστεύθη): pro ενεχειρίσθησαν αὐτῷ.
ΙΙΙ, 543, ενεχειρίσθη τὴν ἐπιμέλειαν. 1, 923, ένεχει
ρίσθησαν οι υἱοὶ Κορὲ ἄδειν τὰ προηρμηνευμένα. Ι.
1187, ενεχειρίσθησαν κρίνειν. 1, 1543. ενεχείρισθη
σαν αἱ χεῖρες τὸ ἐργάζεσθαι. ΙΙ, 700, ενεχειρίσθησαν
τὴν οἰκουμένην· υἱ p. 701. ἐγχειρισθέντες νόμους
pro, τῶν νόμων ἐγχειρισθέντων. (Observa et sensum:
οἱ ἐγχειρισθέντες γλώττας, τρόπους, νόμους, i. e.
quibus commissi essent populi, quorum linguæ, leges, mores, essent inter se diversi.) II, 737, ενεχειρίσθησαν τὴν τιμωρίαν hypallage.
ἐνηργῆσθαι a Deo λόγῳ Jesus non dicendus, V, 38.
ενηργῆσθαι παρὰ τοῦ λόγου, V, 41: melius, quam
in marg. ἐνεργήσαι, quod non convenit τῷ, παρὰ
8. λ.
ἐνήχει τισί τινα, II, 1519: Deus prophetis, ut audire sibi aliquem videretur.
ἐνηχήθησαν, IV, 48: κατηχήθησαν, edocti sunt.
ἀνήχησε δόγματα ὁ δαίμων, 1, 322, 324: μύθους
δ
ποιηταῖς; rel. IV, 883, diabolus.
ἐνηχουμένῃ ἔνδοθεν, II, 1600: ut videretur audire, haberetque in animo notionem vocis, quæ tamen
extrinsecus non accideret.
Ενηχούμενος (David) ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ΙV,
751, monitus, edoctus.
ἐνηχοῦντι πνευματικώς, V, 78: Deo, mentem
ejus novis cogitationibus implenti per monitum
suum.
ἐνηχῶν αὐτῷ τοὺς λόγους ἄγγελος, 11. 1605 init.
Ενθα· interrogative, certe, oblique, I, 326 init.
Ενθα ἐτάφη, scil. λέγει.
ἐνθεαστικῇ φωνῇ, ν, 94.
ἐνθεῖναι χάρτῃ, V, 361, conscribere excipere dic
tata.
ἔνθεν, Ι, 897: ut Lat. post longam inde temporum seriem: pro ἐνθένδε, vel ἐντεῦθεν.
ἔνθεν ἀνάστασιν, 1, 966: scquemtem, scil. post
hanc vitam et mortem.
ἔνθεον γέννησιν, ΙΙΙ, 781: Filii.
ἔνθεον σάρκα, V, 1133: Christi.
ένθους, ΙΙ, 678: pro ένθεος: de vale vera.
ἔνθους γενόμενος, ΙΙΙ, 928 extr.
ἐνθουσιασταί, ΙII, 964: Messaliani, Euchitz.
ἐνθρονισθείς, IV, 55: Deus Λόγος, in humana natura, imo in corpus Mariæ. Hipp.
ἐνθυάζουσι, ΙΙ, 1544: tantum in hoc libro sic reperias: alibi semper scribit per (οι).
ἐνθυάζουσιν, ΙΙ, 1536 init: pro ἐνδοιάζ. ut cod.
habet, n. 1. Sed et p. sequ. ένδυάζων, ubi rursus
variat, n. t.
ἐνίησι τοῖς μέτροις τῶν προφητῶν. 7, 54: Christum scilicet: i. e. nil ei tribuit amplius, quam
prophetis - prophetis similem facit, nil ultra.
ἐνισχόμενον, ΙΙ, 1426, dentibus inhærens, infzum
mediis.
ἐννάτης λειτουργίαν, ΙΙΙ, 1144: ante vespertinas
preces officium, die Vesper.
col. 963–964page 50 of 154
PG 84:963ἔννοιαν, ἔννοιαν, εἰς, ἔλαβον, ἔννοιαν κατὰ, ὑποθεμένου Θεοῦ, 1, 55, ἐννοίας, 11, 1058: προγνώσεις προῤῥήσεις ἐννοίας ὑμετέρας ἱερᾶς γνῶσιν, 824. εὐνοίας, ἀγάπης ὑμετ. ἐννεύοντας ἑτέρως, ΙΙΙ, 321 ἐχνεύοντας. ἑτέρως, κλίνοντας τὸν ζυγόν. τὴν ἴσην ἀγάπην ἑνέω· ἀσυγχύτως ἡνωμέναι ὑποστάσεις, 1, 28 ἐνοικήσαντα Λόγον ἐν τούτοις διὰ τοῦ ἑνὸς σώματος, ἐνοίκησις Λόγου ἔνοικον τὸν Λόγον ἔχων ναὸς, 4. ἔνοικον λάβωμεν τὸν Δεσπότην, ἐνόμισας σαυτὸν λέγειν, 951 σαυτὸν ἐνόμισε (ὡς ἐνόμ.) 679, 680, ἐνομοθέτει τὸ Σάββατον ἀργίαν, Ι, 1264. ἀργία νενομοθέτηται, ὡς ἀργία. ἐνομοθέτησαν, 657: ἐνομοθέτησεν, ἐνομοθέτησαν, ΙΙΙ, 764 ἐνομοθέτησαν ἀρετὴν, ΙΙ, 985 ἐνομοθέτησε, Ι, ἐνομοθέτησε, ἐνομοθέτησε γάμον ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεός, 465. ἐνομοθέτησε συνάφειαν δευτέραν, ἐνομοθέτησεν εὔχεσθαι, ΙΙ, παρακαλώ. ἐνόρκιον όρκιον) 224. ἐνοσήλευε τοὺς κλινοπετεῖς, ΙΙΙ, 1052. ἐνόσησεν ἀχαριστίαν, Ι, 188. ενόσησαν παρανομίαν, κόρον, ἀναλγησίαν, ΙΙΙ, 427. ἐνόσουν ἄγνοιαν. ἑνότης ἀξιωμάτων· ἀξιωμ. ἐνοῦσα τὴν θεότητα, 1011: τῶν ὑποστάσεων θεότητα ἐνούσιον λόγον, 757: οὐσίαν ἐνόχλησιν ἐπιθυμίας, 469. ἐνοχλοῦντος τοῦ ἡλίου τοῖς ποταμοίς, 812, ἐνοχλούσης τῆς σκαπάνης, ΙΙ, 1337: τὴν ἄγρω στιν ἔνσαρκον οἰκονομίαν, ΙΙ, 693: τῆς ἐνανθρωπήσεως ἐνσημαίνει, ἐνσημάναι ενσημᾶναι), 96 ἐνστάσης ἡμέρας, ἐνστάσης γενεσίων καὶ τὸν παρόντα σύλλογον τῇ ἐνστάσῃ ἡμέρᾳ, γενεσίων, ἔνστασις, ἐνταῦθα θεωρούμεν τὰ πράγματα, Ι, 1585. ἐντέθεικα χαρακτῆρα ἀνειμένον τοῖς λόγοις, Ι. ἐντέθεικε, ἐν τοῖς πρόσθεν, ΙΙ, 557: τέθεικε. ἐντέθεικε πάσας ιδέας κακίας, 459, Εντελέχειαν, 822: (τ.) ἐνέργειαν. Εντεριώνην, φλοιόν δέρμα. Εντερομάντεις? 207. ἐντεῦθεν, ΙΙ, τὴν ἐντεῦθεν κοινωνίαν προσφέρειν, 1, 1365 ἐντεῦθεν το κοιν. προ έντευξις, κατηγορία τῶν ἀδικούντων, ΙΙΙ, 646. ἐντευξομένων (των) Εντευξομένων, ἢ ἀκουσομένων, ΙΙ, 150 ἐντολὴν ἐκάλεσε τὴν συγχώρησιν, Ι, 450. ἐντολὴν Δεσποτικήν, ΙΙ, 940, εξουσίαν; ἐντολὴν τὴν τῷ ᾿Αδὰμ δεδομένην, ΙΙΙ, 73: νόμῳ, νόμον, οὐ δυσκατόρθωτον. ἐντολὴν, κατὰ ὑπάρχοντας, 982 ἐντολήν· ἐνετείλατο, 1023. ἐντολῆς πρακτικῆς· πρακτικῆς. ἐντολικοῦ, ἐντὸς γενέσθαι τῷ πνεύματι, ΙΙ, 6: τοῦ πνεύ ματος, νεί, ἐντὸς τοῦ γράμματος τῷ πν. διὰ τοῦ πν., 9 ἐντὸς τούτου γενόμενοι, τοῦ γράμματος. ἐντὸς δογμάτων ὑπάρχουσι, 17, 1988, ἐντρυφῶν τοῖς ἀγαθοῖς, 1151, ἐντρυφήσει τοῖς ἀγαθοῖς, Ι, 764 ἐντρυφῶν τοῖς σκεύεσιν, ΙΙ, 1170, ἐντρυφῶντες, ΙΙ, ἐντρυφῶντας τοῖς θείοις ἀγαθοῖς, 1198 ἐντρυφῶσα τοῖς θείοις λογίοις, Ι, 1561. ἐντυγχάνοντας, 1, 607, 580, ἐντυγχάνοντι ἀκριβέστερον, Ι, 1553, ἐντυγχάνοντες διηνεκῶς τοῖς θείοις λογίοις, 1, 746. ἐντυχάνων τοῖς θείοις λογίοις, 1137, ἐντυγχεῖν βουλομένοις, Ι, 1583 ἐντυχεῖν βουλομένω, 801, ἐντυχίας, ΙΙΙ, ἐντυχών, 958. ἐντυχῶν γράμμασι, Ι, 522, ἐντυχὼν ἀκριβῶς, ἐνυπνίον εἰ μυστήριον 100. ἐνυπόστατον πνεῦμα, 757. ἔνυστρον, τὸ τῆς κόπρου δοχεῖον, ΙΙ, 1678. ἑνωθὲν κατ' ἀρετήν· ν. ἀρετήν. Ενωπίως παρίσταται ἄγγελος, 88. ἑνώσας (τὸ σῶμα, οὐ πρότερον ὑπάρξαν, ἀλλ' ἐν αὐτῇ τῇ ὑπάρξει, 1085.
ἔννοιαν, IV, 306: filium hominis, secundum hominem, hæretici ponebant.
ἔννοιαν, εἰς, ἔλαβον, IV, 323, excogitassent, sich
einfallen (einkommen) lassen concepissent.
ἔννοιαν κατὰ, ὑποθεμένου Θεοῦ, 1, 55, ut cogitationem et commentum excitaret in mente illorum;
scil. non voce patefaceret.
ἐννοίας, 11, 1058: ponit inter προγνώσεις et
προῤῥήσεις: sunt notiones rerum divinarum, o
cullarum, divinitus impresse.
ἐννοίας ὑμετέρας ἱερᾶς γνῶσιν, III, 824. Caesar
Constant. Ecclesiæ Alex. εὐνοίας, quod vult Camer.
sit, ut, ἀγάπης ὑμετ.
ἐννεύοντας ἑτέρως, ΙΙΙ, 321: boves; forte pro
ἐχνεύοντας. Aut est, nitentes, trahentes jugum, incumbentes jugo, ἑτέρως, impariter, non æquo nisu,
alter lenius et remissius, alter acrius. Sic intelligas
facilius, quod subjicitur, κλίνοντας τὸν ζυγόν. Neque enim”, dum alter huc tendit, alter illuc, inclinatur jugum, sed distrahitur, forte frangitur; inæquabiliter trahendo obliquatur: et hoc respondet
verbis, τὴν ἴσην ἀγάπην plane ut apud Terent. Eunucho: Utinam ista pars mihi amoris æqua esset
tecum, ac pariter fieret. ›
ἑνέω· ἀσυγχύτως ἡνωμέναι ὑποστάσεις, 1, 28: in
Trinitate. Eadem oratione utitur T. V, de duabus
naturis in Christo, qua hic de personis.
ἐνοικήσαντα Λόγον ἐν τούτοις (hominibus) διὰ τοῦ
ἑνὸς σώματος, IV, 242: Christi Athan. Ergo Christus et qua corpus, per corpus, in nobis habitat,
ut in coena sancta.
ἐνοίκησις sola non est Λόγου in carne. V, 61.
ἔνοικον τὸν Λόγον ἔχων ναὸς, V, 4. ἔνοικον λάβωμεν
τὸν Δεσπότην, ΙII, 240: per coenam sanctam.
ἐνόμισας σαυτὸν λέγειν, V, 951 init., credidisti,
ita dicendum tibi: assuevisti ita dicere, σαυτὸν
tamen abesset melius; vid. n. r quæ lectio præferenda.
ἐνόμισε (ὡς ἐνόμ.) IV, 679, 680, suo more.
ἐνομοθέτει τὸ Σάββατον ἀργίαν, Ι, 1264. Cod.
ἀργία νενομοθέτηται, scil. ὡς ἀργία.
ἐνομοθέτησαν, III, 657 init.: vitiose pro ένομοθέ
τησεν, Paulus nimirum. ἐνομοθέτησαν, ΙΙΙ, 764: in
concilio. ἐνομοθέτησαν ἀρετὴν, ΙΙ, 985: ultro
placitum sibi, quam sibi imposuissent exercendam,
ascela nimirum.
ἐνομοθέτησε, Ι, 632: David in Psalmis, commendat, monet. ἐνομοθέτησε, III, 496: Paulus velando
angelorum cultum. ἐνομοθέτησε γάμον ἐξ ἀρχῆς ὁ
Θεός, ΙV, 465. ἐνομοθέτησε συνάφειαν δευτέραν, IV,
469, permisit, licitam pronuntiavit. ἐνομοθέτησεν
εὔχεσθαι, ΙΙ, 630: Paulus, I Tim. u. init. Ipse
Paulus dicit παρακαλώ.
ἐνόρκιον (vel όρκιον) expl. I, 224.
ἐνοσήλευε τοὺς κλινοπετεῖς, ΙΙΙ, 1052.
ἐνόσησεν ἀχαριστίαν, Ι, 188.
ενόσησαν παρανομίαν, κόρον, ἀναλγησίαν, ΙΙΙ, 427.
ἐνόσουν ἄγνοιαν. III, 1147: Paschatis celebrandi.
(Gravius, quam pro re, vocabulum.)
ἑνότης ἀξιωμάτων· vid. ἀξιωμ.
ἐνοῦσα τὴν θεότητα, V, 1011: unam numero τῶν
ὑποστάσεων θεότητα ostendens.
ἐνούσιον λόγον, IV, 757: qui οὐσίαν habeat, subsistat, non sit eventum.
ἐνόχλησιν ἐπιθυμίας, IV, 469.
ἐνοχλοῦντος τοῦ ἡλίου τοῖς ποταμοίς, ΙV, 812, eos
exsiccante.
ἐνοχλούσης τῆς σκαπάνης, ΙΙ, 1337: τὴν ἄγρωστιν eleganter.
ἔνσαρκον οἰκονομίαν, ΙΙ, 693: τῆς ἐνανθρωπήσεως Christi.
ἐνσημαίνει, V, 94: pro simplici.
ἐνσημάναι (imo ενσημᾶναι), V, 96: pro simplici.
ἐνστάσης ἡμέρας, V, 85: si illo ipso festo die
habuit sermonem, ἐνστάσης est, hic dies, praesens
festum. γενεσίων ergo dies sit ipse Joannis natalis.
Sed videtur καὶ τὸν παρόντα σύλλογον ab illo di964
stinguere, qui futurus sit τῇ ἐνστάσῃ ἡμέρᾳ, et habuisse orationem ante festum γενεσίων, nati
Joannis.
ἔνστασις, V, 7, affirmatio, defensio, disputatio
asseverans in aliqua re, eam urgens.
ἐνταῦθα θεωρούμεν τὰ πράγματα, Ι, 1585. Cod.
n. 4 aútà, quæ simplicissima lectio sit. Illud tamen
notare potest, nunc hac ætate, ante oculos.
ἐντέθεικα χαρακτῆρα ἀνειμένον τοῖς λόγοις, Ι.
690, usus sum oratione remissa, leni, sedata in hoc
libro.
ἐντέθεικε, ἐν τοῖς πρόσθεν, ΙΙ, 557: pro τέθεικε.
ἐντέθεικε πάσας ιδέας κακίας, IV, 459, eos implevit omni improbitate.
Εντελέχειαν, IV, 822: per (τ.) expl. ἐνέργειαν.
Εντεριώνην, IV, 520, medullam arborum: vel, ibrum, interiorem et teneriorem pellem. Illud præferendum, quia φλοιόν posuit. Nam Cortex est
δέρμα.
Εντερομάντεις qui? I, 207.
ἐντεῦθεν, ΙΙ, 545 med., deinde, porro, jam.
τὴν ἐντεῦθεν κοινωνίαν προσφέρειν, 1, 1365
init., ccenam sanctam vel collectam pauperibus,
quæ peragatur deinde, post Amen dictum.Transpositus est artic. pro, ἐντεῦθεν το κοιν. προ
έντευξις, κατηγορία τῶν ἀδικούντων, ΙΙΙ, 646.
ἐντευξομένων (των) I, 111, qui in ista incidissent
legendo. Εντευξομένων, ἢ ἀκουσομένων, ΙΙ, 150: ab
audientibus distinguuntur legentes.
ἐντολὴν ἐκάλεσε τὴν συγχώρησιν, Ι, 450. ἐντολὴν
Δεσποτικήν, ΙΙ, 940, vocat εξουσίαν; jus, potestatem,
apostolis datam, non jubendo, sed vires et fiduciam
dando: debebant tamen hoc facere. ἐντολὴν τὴν τῷ
᾿Αδὰμ δεδομένην, ΙΙΙ, 73: distingu. a νόμῳ, lege
Mosaica. At illud p. sequ. init. ipse vocat νόμον, οὐ
δυσκατόρθωτον. ἐντολὴν, κατὰ ὑπάρχοντας, V, 982:
volente Deo. ἐντολήν· vid. ἐνετείλατο, V, 1023.
ἐντολῆς πρακτικῆς· vid. πρακτικῆς.
ἐντολικοῦ, 14, 1354, decreti imp. scripti.
ἐντὸς γενέσθαι τῷ πνεύματι, ΙΙ, 6: pro τοῦ πνεύ
ματος, νεί, ἐντὸς τοῦ γράμματος τῷ πν. i. e. διὰ τοῦ
πν., ut p. 9 extr., ἐντὸς τούτου γενόμενοι, scil. τοῦ
γράμματος. ἐντὸς δογμάτων ὑπάρχουσι, 17, 1988,
servant orthodoxiam: vel, periti sunt Theologize.
ἐντρυφῶν τοῖς ἀγαθοῖς, III, 1151, frui præceptis
Ascetæ.
ἐντρυφήσει τοῖς ἀγαθοῖς, Ι, 764 init., gaudebit:
pie quidem et modeste; nulla notione luxuriandi,
ut alibi.
ἐντρυφῶν τοῖς σκεύεσιν, ΙΙ, 1170, ad luxum
utens.
ἐντρυφῶντες, ΙΙ, 56: bono sensu et sancto.
ἐντρυφῶντας τοῖς θείοις ἀγαθοῖς, I, 1198: bono
sensu..
ἐντρυφῶσα τοῖς θείοις λογίοις, Ι, 1561.
ἐντυγχάνοντας, 1, 607, 580, legentes.
ἐντυγχάνοντι ἀκριβέστερον, Ι, 1553, legenti.
ἐντυγχάνοντες διηνεκῶς τοῖς θείοις λογίοις, 1, 746.
legentes semper Scr. S., vel audientes.
ἐντυχάνων τοῖς θείοις λογίοις, ΕI, 1137, legens
Script. S. 1139 init.
ἐντυγχεῖν βουλομένοις, Ι, 1583 init., legere: non
casu. ἐντυχεῖν βουλομένω, IV, 801, legere.
ἐντυχίας, ΙΙΙ, 730, precibus, suffragatione, Ver.
mittelung.
ἐντυχών, ΙV, 958. ἐντυχῶν γράμμασι, Ι, 522, cum
accepisset litteras, ad se missas, et legisset.
ἐντυχὼν ἀκριβῶς, IV, 893, cum diligenter legisset.
ἐνυπνίον εἰ μυστήριον var. I, 100.
ἐνυπόστατον πνεῦμα, IV, 757.
ἔνυστρον, τὸ τῆς κόπρου δοχεῖον, ΙΙ, 1678.
ἑνωθὲν κατ' ἀρετήν· ν. ἀρετήν.
Ενωπίως παρίσταται ἄγγελος, V, 88.
ἑνώσας (τὸ σῶμα, Christus) οὐ πρότερον ὑπάρξαν,
ἀλλ' ἐν αὐτῇ τῇ ὑπάρξει, V, 1085.
col. 965–966page 51 of 154
PG 84:965ἑνώσει, τῷ συνάψει, ἑνώσεως οἰκονομίᾳ, 1090 ἑνώσεως οἰκονομία, ἕνωσιν τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν, κράσει, Ένωσιν 32. Ενωσιν διέλυσας, κράσιν Ένωσιν, 1216: Ένωσιν φεύγει λέγειν, 1279: ἔνωσιν αὐτῆς τῆς συλλήψεως γενέσθαι, ἕνωσιν καθ᾽ ὑπόστασιν, 1292, κρᾶσιν σύγχυσιν ἕνωσις εἰ κένωσ. 58. Ένωσις εἰ σάρκωσις 100, 101. Ένωσις κοινὰ ποιεῖ τὰ ὀνό ματα, 226. Ένωσις φύσεων γέγονε, 1994 ἑνώτητι. 465 ἑνότητι. ἐξ ἀμφοτέρων εἴρηται, 1, 1092 ἐξ ἅπαντος δευτέρους, ΙΙΙ, 766, ἐξ ἄπ. ἐξ αὐτῆς τῆς κυήσεως ὁ Θεὸς Λόγος ἀναλαβὼν (τὴν δούλου μορ φὴν) ἤνωσεν αὐτῷ, ΙΙ, 249. ἐξ αὐτοῦ γραφεῖσαν, ΙΙΙ, 532: ρτο ὑπ' αὐτοῦ. ἐξ αὐτοῦ πάντα, ΙΙΙ, 753 ἐξ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος εἴρηται ὁ ψαλμός, 688 ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρος. ἐξ αὐτοῦ, τουτέστιν, ἀπ' αὐτοῦ ἦν, ΙΙΙ, 753 ἀπό ῥοια ἐξ αὐτῶν προσφέρονται λόγοι, 1, 914 ὑπ' αὐτῶν, ἐξ ἐκείνου, μετά ἐξ ἐκείνων εἰρη μένων, Ι, ὡς. ἐξ ἐπιπολῆς νόημα, θεολογία, Θεὸν λόγον ἐξ ἡμῶν ληφθείς, λαμβάνω, ληφθείς. ἐξ Ἰηοῦ τρίτος, ΙΙ, 1462, τέταρτος. ἐξ οὗ ΙΙΙ, δι' οὗ, ἐξ οὗ δι' οὗ, ΙΙΙ, ἐξ οὗ, ἀντὶ τῆς δι' οὗ, ἐκ γυναικός, διὰ πάροδον ἐξ οὐκ ὄντων τὸν Υἱόν. γεγονέναι φρονεῖν, μανιώδες, ΙΙΙ, 735. ἐξ οὐκ ὄντων, 732 ἐξ οὐκ ὄντων, οἱ, λέγοντες, ἐξ ὑμῶν ἀναλάβω την σάρκα, 1354 τὴν ἐξ ὑμῶν, ἐξαγαγεῖν σκνίπας, 1, 270, ἐξαγαγών, 354 ἐκβαλών. ἐξάγιστος, ΙΙΙ, ένα γέστατος. ἐξαγορεῦσαι ἁμαρτίαν, 1, 183, Εξαίρετος περιούσιος. ἐξαιτήσαντες, Ι, 877. ἐξαλείφει τὰς θραν, ΙΙ, 1516. ἁμαρτίας εἰς τὴν κολυμβή ἐξαντλοῦντες τὴν πηγὴν τῶν ἀγαθῶν, ΙΙ, 169 Εξαπάτη, ΙΙ, 249, 459, 1207 665, 1370, 940, ἐξαπλοῦν τὰς σαγήνας, Η, 890. ἐξαπλοῦντες τὰς ἐπιβουλάς, οἷον δίκτυα, ΙΙ, 1335. ἐξαρνηθῇ τὰ τολμηθέντα, 1275, ἐξαρνοῦνται, ἃ δεδράκασιν. ἐπιμενόντων, τοῦ θρη νεῖν ἐξαρνηθῆναι τους νόμους, 935, ἐξ ἀρχῆς ἑρμηνεύσαντες, Ι, 1276, ἔξαρχος τῆς ἀταξίας καὶ παρανομίας, 1320. Εξαρχοι τούτων, προστάται. ἐξάρχου τῶν παρ' ἡμῖν μοναζόντων, 1192 ἑξὰς τὸν τῆς κοσμοποιίας ἀριθμὸν περιέχει, ΙΙ, ἐξαφθεὶς ὑπὸ (τῶν ἀγγελθέντων, ΙΙΙ, 145. ἐξεβάκχευσεν αὐτὰς τὸ θεῖον φίλτρον, ΙΙΙ, 1991 ἐξέβαλε τὴν στρατιὰν τῆς πολεμίας, ΙΙΙ, 947. ἐξέλαβε. εκλαμβάνειν στρατιάν? έκβάλλειν εξάγειν, ἐξέβαλεν προσφέρειν, ἐξεγέρθητι· 646 ἐξεδέξατο, ἐξεδήμησεν, ΙΙΙ, ἐξέδωκαν, Ι, 896. ἐξέδωκας τοῖς πολεμίοις, 1, 426 ἐξέδωκε, ἐξέδωκε τιμωρίαις αὐτοὺς, Ι, 1154, 1952 ΙΙ, 469. ἐξεικονισμένον (βρέφος) 156 τον, ΠΟΣΑ. ἐξειλήφασιν εἰς τὴν ἐπάνοδον, ΙΙ, 1578, ἐξείληφε — εἰς τὸν λόγον, ΙΙΙ, 112, ἐξειλήφασι, ΙΙ, ἕξεις οὐσίας δεύτεραι, ἀλλ᾽ οὖν γε προτιμότεραι, οὐσία. ἐξεχυλίσθησαν εἰς τὴν εἰδώλων λατρείαν. Ι, 870 τοὺς εἰς ἔρωτας ἐκκυλισθέντας. ἐξέλαμψεν, ἐκ τίνος, 752 δόξῃ ἐξελαύνει τῆς βασιλείας, 51 ἐξελεκτέον, 1124: ἐξελεγκτ. ἐξέλθωμεν τὸν βίον, ΙΙ, 1253. ἐξελήλυθεν (οὐκ ἐκ Σιὼν ὁ Θεὸς Λόγος, ΙΙ, 185 ἀλλ' ἐν Σιών ἐξεπαίδευσεν. ἐξελληνιζόμενον, ἐξέμηνε, ΙΙ, 1439: ἐξέμηνε τοὺς δήμους κατ' αλλήλων, ΙΙΙ, 918. ἐξέμηνε τὸν θυμόν, ἐξέμηνε, ΙΙΙ,‘985, ἐξέμηνεν αὐτὰς ὁ ἔρως, ΙΙΙ, 1291 ἐξενάγησε πρὸς τὴν ἀλήθειαν, 806, ἐξενεχθεῖσαν ψῆφον, ΙΙΙ, 646 ἐξεπαίδευσεν ἀλήθειαν, ΙΙ, 185 ἐξεπαίδευσεν ἡμᾶς τὸν τρόπον, ΙΙΙ, 64. ἐξεπαίδευσεν, ὡς — πεποίηκε, ΙΙΙ, 614 ἐξεπαίδευσε τὴν ἀσθένειαν, 682, τὸν τρό πον, 1017. ἐξεπαίδευσε, 1250, ἐξεπαίδευσε δόγματα, 744, ἐξεπαίδευσε δόξαν ἐναντίαν, 826. ἐξεπαίδευσαν σαφῶς, ὡς ἐξέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ δεσμωτήριον, 567 εἰσέπ. παρέπ.
ἑνώσει, jungitur τῷ συνάψει, 1, 23: de natura
humana Christi.
ἑνώσεως οἰκονομίᾳ, V, 1090: vestes et sepulcrum Dei dici possunt.
ἑνώσεως οἰκονομία, V, 1090 init. Deus Christus
mortuus est. (Quid minus Nestorianum?)
ἕνωσιν Dei et hominis agnoscit Theodoretus, V,
10, sed non τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν, quæ facta sit per
nativitatem, ut una jam sit natura et subsistendi
modus Dei et hominis; hanc distinguit a κράσει,
confusione, quam et ipsam damnat. Ένωσιν ponit
Theodoret. V, 32. Ενωσιν διέλυσας, IV,
Eranistes dicit Orthodoxo, falsam scil. et κράσιν
quæ unam e duabus naturam faciat. Ένωσιν, ΙV,
1216: animi et corporis. Ένωσιν φεύγει λέγειν,
IV, 1279: Nestorius. ἔνωσιν αὐτῆς τῆς συλλήψεως
γενέσθαι, IV, 1303: profitetur Theod.
ἕνωσιν καθ᾽ ὑπόστασιν, IV, 1292, ut Cyrilli commentum improbat Theod. κρᾶσιν et σύγχυσιν induci, criminatus.
ἕνωσις εἰ κένωσ. conj. V, 58. Ένωσις εἰ σάρκωσις
idem sunt, IV, 100, 101. Ένωσις κοινὰ ποιεῖ τὰ ὀνό
ματα, 1V. 226. Ένωσις φύσεων γέγονε, IV, 1994:
profitetur Theod. 1997 extr.
ἑνώτητι. IV, 465 init. pro ἑνότητι.
ἐξ ἀμφοτέρων εἴρηται, 1, 1092: quasi illi loquantur. ἐξ ἅπαντος δευτέρους, ΙΙΙ, 766, omnino, universe; aut leg. ἐξ ἄπ. ut ex sit post. ἐξ αὐτῆς τῆς
κυήσεως ὁ Θεὸς Λόγος ἀναλαβὼν (τὴν δούλου μορ
φὴν) ἤνωσεν αὐτῷ, ΙΙ, 249. ἐξ αὐτοῦ γραφεῖσαν, ΙΙΙ,
532: ρτο ὑπ' αὐτοῦ. ἐξ αὐτοῦ πάντα, ΙΙΙ, 753: Patri
soli asserunt Ariani. ἐξ αὐτοῦ τοῦ Σωτῆρος εἴρηται
ὁ ψαλμός, 1, 657 extr.: ab illo, imo, ex ejus persona: ut 688 init., ἐκ προσώπου τοῦ Σωτῆρος. ἐξ
αὐτοῦ, τουτέστιν, ἀπ' αὐτοῦ ἦν, ΙΙΙ, 753: de Christo
negat. Euseb. Niconed. quia tunc sit pars, vel ἀπόῥοια Patris. ἐξ αὐτῶν προσφέρονται λόγοι, 1, 914:
pro, ὑπ' αὐτῶν, vel ex eorum persona, ἐξ ἐκείνου,
IV, '932 init. L. Verus, simpliciter est, successor
Antonini: ex pro μετά cum accus. ἐξ ἐκείνων εἰρημένων, Ι, 756. ex illorum persona: præmisit ὡς.
ἐξ ἐπιπολῆς νόημα, 1, 808, ut verba prima specie
sunt. Opp. θεολογία, quæ Θεὸν λόγον intelligere
moneat. ἐξ ἡμῶν ληφθείς, V, 5: Homo Christus e
nobis, i. e. nostra natura, sumptus, vel assumptus.
Vid. λαμβάνω, vel ληφθείς. ἐξ Ἰηοῦ τρίτος, ΙΙ, 1462,
post Jehu, eumque exclusum, quia intercessere
Joahas et Joas: alioqui sit τέταρτος. ἐξ οὗ ΙΙΙ, 165,
167: plus esse, quam δι' οὗ, negat, contra Arianos.
ἐξ οὗ et δι' οὗ, ΙΙΙ, 127 extr. non differre ostendit.
ἐξ οὗ, ἀντὶ τῆς δι' οὗ, IV, 61: Basil., qua Christum,
natum ἐκ γυναικός, nempe, quia ex de viro, διὰ de
nuliere, vel matre, I Cor. ii. nam πάροδον ipse
damnat. ἐξ οὐκ ὄντων τὸν Υἱόν. γεγονέναι φρονεῖν,
μανιώδες, ΙΙΙ, 735. ἐξ οὐκ ὄντων, III, 732: Christum
factum, Ariani dicebant. 733, ibid. ἐξ οὐκ ὄντων, οἱ,
III, 736: scil. λέγοντες, qui hoc protulere, crepant.
ἐξ ὑμῶν ἀναλάβω την σάρκα, II, 1354 extr. τὴν
ἐξ ὑμῶν, vestri similem, ex materia corporis hunani.
ἐξαγαγεῖν σκνίπας, 1, 270, efficere.
ἐξαγαγών, IV, 354 init. ἐκβαλών.
ἐξάγιστος, ΙΙΙ, 932, impurus, profanus: al. έναγέστατος. Jul. Apost. sic vocatur, ut 945 n. 5.
ἐξαγορεῦσαι ἁμαρτίαν, 1, 183, fateri culpam.
Εξαίρετος vid. περιούσιος.
ἐξαιτήσαντες, Ι, 877. extr. precati.
ἐξαλείφει τὰς
θραν, ΙΙ, 1516.
ἁμαρτίας εἰς τὴν
κολυμβή
ἐξαντλοῦντες τὴν πηγὴν τῶν ἀγαθῶν, ΙΙ, 169:
incommode, de usu perpetuo beneficiorum Dei.
Εξαπάτη, ΙΙ, 249, 459, 1207 init. 665, 1370, 940,
ἐξαπλοῦν τὰς σαγήνας, Η, 890.
ἐξαπλοῦντες τὰς ἐπιβουλάς, οἷον δίκτυα, ΙΙ, 1335.
ἐξαρνηθῇ τὰ τολμηθέντα, IV, 1275, mutentur,
retractentur; et mox ἐξαρνοῦνται, ἃ δεδράκασιν.
Priori opp. ἐπιμενόντων, alterum effectum τοῦ θρη
νεῖν ponit.
ἐξαρνηθῆναι τους νόμους, IV, 935, relinquere,
omittere.
ἐξ ἀρχῆς ἑρμηνεύσαντες, Ι, 1276, init., primi et
antiquissimi interpretes, vel ante LXX, qui tunc
essent: sic et 1989 init.
ἔξαρχος τῆς ἀταξίας καὶ παρανομίας, IV, 1320.
Εξαρχοι τούτων, III, 840, principes factionis, hæreseos προστάται.
ἐξάρχου τῶν παρ' ἡμῖν μοναζόντων, IV, 1192:
quasi abbatem. 1198, 1199.
ἑξὰς τὸν τῆς κοσμοποιίας ἀριθμὸν περιέχει, ΙΙ,
ἐξαφθεὶς ὑπὸ (τῶν ἀγγελθέντων, ΙΙΙ, 145.
ἐξεβάκχευσεν αὐτὰς τὸ θεῖον φίλτρον, ΙΙΙ, 1991 (de
re tam sancta).
ἐξέβαλε τὴν στρατιὰν τῆς πολεμίας, ΙΙΙ, 947. deduxit, abduxit. Male Vales. ἐξέλαβε. Quis unquam
legit, εκλαμβάνειν στρατιάν? Aut si reperiatur, ubi
hoc sensu? Sed nuspiam est. έκβάλλειν pro εξάγειν,
vid. Philol. Thuc., Paull. p. 60. ἐξέβαλεν προσφέ
ρειν, IV, 889. init. improbavit, irritum et supervacaneum declaravit, 891.
ἐξεγέρθητι· de Deo, I, 646: expl.
ἐξεδέξατο, V, 1023, exspectavit, ut sine eo agere
aut non posset, aut nollet.
ἐξεδήμησεν, ΙΙI, 1165, mortuus esset, init.
ἐξέδωκαν, Ι, 896. verterunt.
ἐξέδωκας τοῖς πολεμίοις, 1, 426: Uriam: fecisti,
ut interficeretur:
ἐξέδωκε, 1, 372, vertit, reddidit, Symm.
ἐξέδωκε τιμωρίαις αὐτοὺς, Ι, 1154, 1952 med.;
ΙΙ, 469.
ἐξεικονισμένον (βρέφος) quid? I, 156: in Hebr. est
τον, ΠΟΣΑ.
terpretati sunt.
ἐξειλήφασιν εἰς τὴν ἐπάνοδον, ΙΙ, 1578, de eo in-
cavit, eo accommodavit.
ἐξείληφε — εἰς τὸν λόγον, ΙΙΙ, 112, de illo expli
ἐξειλήφασι, ΙΙ, 1471 init., intelligunt. 1476 init.
ἕξεις οὐσίας δεύτεραι, ἀλλ᾽ οὖν γε προτιμότεραι,
V, 980, qui aliquid addunt, quod non sit in οὐσία.
ἐξεχυλίσθησαν εἰς τὴν εἰδώλων λατρείαν. Ι, 870:
per voluptates: ut Xen. M. S. 1, 2, τοὺς εἰς ἔρωτας
ἐκκυλισθέντας.
ἐξέλαμψεν, ἐκ τίνος, IV, 752: Christus, e quo
Patre natus esset; quia lux Joanni vocatur, et de
δόξῃ sermo.
ἐξελαύνει τῆς βασιλείας, IV, 51: eo venturos,
negat.
ἐξελεκτέον, V, 1124: pro ἐξελεγκτ.
ἐξέλθωμεν τὸν βίον, ΙΙ, 1253.
ἐξελήλυθεν (οὐκ ἐκ Σιὼν ὁ Θεὸς Λόγος, ΙΙ, 185:
hoc falso negatur. Accepit tamen aut pro, natus
est, scil. qua Dei Filius, aut, egressus inde in alias
terras, paganorum; quia opponit, ἀλλ' ἐν Σιών
ἐξεπαίδευσεν.
ἐξελληνιζόμενον, I, 74, Græca terminatione for
matum.
ἐξέμηνε, ΙΙ, 1439 extr.: transitive. ἐξέμηνε τοὺς
δήμους κατ' αλλήλων, ΙΙΙ, 918. ἐξέμηνε τὸν θυμόν,
III, 933, active: incendit. ἐξέμηνε, ΙΙΙ,‘985, irritavit, invasit. ἐξέμηνεν αὐτὰς ὁ ἔρως, ΙΙΙ, 1291:
Christi: 1° transitive; 2° de re sancta.
ἐξενάγησε πρὸς τὴν ἀλήθειαν, 806, adduxit.
ἐξενεχθεῖσαν ψῆφον, ΙΙΙ, 646 init.
ἐξεπαίδευσεν ἀλήθειαν, ΙΙ, 185 init,: hypallage.
ἐξεπαίδευσεν ἡμᾶς τὸν τρόπον, ΙΙΙ, 64. ἐξεπαίδευσεν, ὡς — πεποίηκε, ΙΙΙ, 614 init., ostendit. ἐξεπαίδευσε τὴν ἀσθένειαν, ΙV, 682, monstravit. τὸν τρό
πον, 1017. ἐξεπαίδευσε, IV, 1250, ostendit. ἐξεπαίδευσε δόγματα, IV, 744, proposuit. ἐξεπαίδευσε
δόξαν ἐναντίαν, IV, 826. ἐξεπαίδευσαν σαφῶς, ὡς:
rel.. IV, 1253.
ἐξέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ δεσμωτήριον, II, 567: pro
εἰσέπ. vel παρέπ.
col. 967–968page 52 of 154
PG 84:967εξέπεσεν, ΙΙ, ἐξεπιπολῆς (ή) τοῦ γράμματος διάνοια, 1, 306, ἐξεπλήρωσε τὸ κελευσθέν, ΙΙΙ, 1976. ἐξεπολεμώθημεν τῷ Θεῷ. ΙΙ, 359, τῷ πολεμοῦται οἰκειοῦται. ἐξεστηκέναι τῶν τῆς εὐσεβείας δογμάτων, 44, ἐξετάζεσθαι ἐν ἑορταῖς καὶ αἰνέσεσι, ΙΙΙ, 772. ἐξετάζεται ἐν τοῖς ζῶσιν, ΙΙΙ, 837, ἐξεταζόμενον ἐν ὀδύναις, 1, 1086: όντα, ἐξεταζομένων ἐν — παροικίᾳ, 766, ἐξετασθέντων ἐν παρανομίαις, ΙΙ, 360: εύρε θέντων, ὄντων. ἐξέτεινεν οὐδὲ μίαν στοιχείου κεραίαν, ΙΙΙ, 983 ἐξέτεινε σκηνὴν, ΙΙΙ, 1187, ἐξέφηνε, Ι, εξύφηνε. ἕξεως στέρησις. στέρησις. ἐξήγαγον τὴν ἀντίρρησιν, 1290, ἐξηλάθη τῆς ποίμνης, 1252 -- 1512, ἀπηλ. ἐξήλασαν τὸ στίφος τῶν ἐναντίων, ΙΙΙ, 1103 ἐναντίων ἐξήλα σαν απήλασαν. τοὺς ἔνδον λογισμούς. ἐξήλεγξεν, ΙΙΙ, 1980: φιλοσοφίαν, ἐξήλθομεν, ΙΙ, ἐξηνδραπόδιζεν, ἐξηρανθῆναι, Ι, 1501: ξηρανθῆναι, εξηράνθη. ἐκσπασθῆναι. ἐξηρτημένη τοῦ φίλτρου, 112, ἐξήρτηντο τῆς δυσοσμίας. 886. ἐξήρτηται τοῦδε τοῦ ὀνόματος, 1268, 1969 ἐξῄτησε, ΙΙΙ, ἐξηυρημένοι, 935. ἐξηφάνισεν, Ι, 953. ἐξικνεῖται — διαγνώναι, 520.: εἰς τό ἐξιλεωσώμεθα τὸν κριτὴν τῇ τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ φυλακή, 11, 278. ἕξιν ἀκόρεστον πρὸς παρανομίαν ἀσκήσαντες, ΙΙΙ, ἕξις, καὶ οὐκ οὐσία, ἐστὶ σοφία, ΙΙ, 57, Έξις στερήσεως, γεννητὴ οὐσία, ἕξις, τοῦ ἀγεννήτου. ἐξισούμενος, ΙΙ, ἐξισοῦσθαι οὐκ ἀνέχονται, ΙΙΙ, 741: διδασκάλοις, εξιστάμενοι τῆς φιλανθρωπίας τὸν Κύριον, ΙΙΙ, 988: έξιστ. τῇ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου. Εξιτηρίοις εὐλογίαις, 111, 796, ἐξοδίασιν στρατιωτῶν, 869, ἐξόδιον, 1, 210. Έξοδον, ΙΙΙ, 805, ἐξοκείλαντα εἰς ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 939. ἐξοκείλαντες εἰς τὸν παράνομον βίον, ΙΙΙ, 28. ἐξολοθρευθήσεται, ἐξομαλισθῆναι, ἐξομάλισον, ἐξορίας, ἐξορίζει τὸ φύσημα, 111, 134, ἐξορισμῷ, ἐν τῷ, ἀποθανεῖν, ΙΙΙ, 859. Εξορύξαι, ΙΙΙ, Εξοστρακίσαι εἰς τὴν οἰκείαν πατρίδα, ΙΙΙ, 909. ἐξοστρακισθεῖεν, 759 ἐξουρίων, ΙΙ, 1464, 1543 ἐξουσία 1, 32. ἐξουσία τὴν ἡμετέραν ᾠκονόμησε σωτηρίαν, ἐξουσίαν, ΙΙ, 1146: δύναμιν 894: ἐξουσ, σου προτέραν. ἐξουσίαν ἐξουσίαν γενικωτέραν γενικωτέραν. ἐξουσίαν ἔννομον, Ι, 371, εξουσίας κατὰ τῶν παθῶν, Ι, 941, τὸ κράτος, τὸ ἐγκρατή εἶναι. εξουσίαν δυνάμει τῆς ἐξουσίας. ἐξουσίαν τοῦ νικάν, δύναμιν. ἐξουσίας, δυνάμει, ἐξουσίας κακῆς ἀποστῆσαι, ΙΙΙ, ἐξουσίας μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς, ΙΙΙ, 9. ἐξουσίας ὑμετέρας προμηθείᾳ, 14, 1164, ἐξύβρισαν τὴν φυτουργίαν, ΙΙ, 416, ἐξυφήνασα, 543: συνυφήνασα, ἐξύφηναν μέλισσαι τὸ κηρίον, Ι, 498 ἐξύφηνεν εὐλογίαν, ἔξω (οι) συγγραφείς, ΙΙ, 1989, 1913, έξω, τους, ΙΙΙ, ἔξω τῆς φύσεως φύσεως., ἔξω τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου λόγον, Ι, 1456. ἔξω τοῦ παρόντος βίου γενέσθαι, ἔξωθεν παιδείας. Ι, ἔξωθεν, τοῖς, ΙΙΙ, 1164, ἔξωθεν ἀπειλοῦσι, 1179, ἔξωθεν, ἔξωθεν γενεσιουργεί. γενεσ. ἐξωθησαμένη, 38: έξωσαμ. † ἐξώκειλαν εἰς ἀμέλειαν, Ι, 549. ἐξωκείλαντα εἰς ἀσέβειαν, Ι, 332. ἐξωκείλαντες εἰς ἀκολασίαν, 1, 1860. ἐξωλόθρευσαν, ΙΙ, ἐξωστράκισε, ΙΙΙ, εἰς τι χωρίον, 897. ἑορτάζοντες σωτηρίαν, Ι, 1435 ἑορτάζοντες πανηγύρεις, ΙΙ, 1348. Εορταστική, 1065 ἐπιστολή, ἑορταστικὴν πρόσρησιν, 1123 ἑορταστικοῖς γράμμασιν, 1065 πρόσρησιν
εξέπεσεν, ΙΙ, 1116 init., concidit examinatus,
defecit.
ἐξεπιπολῆς (ή) τοῦ γράμματος διάνοια, 1, 306, quod
verba prima fronte præ se ferunt; verba ipsa per
se.
ἐξεπλήρωσε τὸ κελευσθέν, ΙΙΙ, 1976.
ἐξεπολεμώθημεν τῷ Θεῷ. ΙΙ, 359, inimici facti
sumus. Sic et Thucyd. 1, 36. τῷ πολεμοῦται opp.
οἰκειοῦται.
ἐξεστηκέναι τῶν τῆς εὐσεβείας δογμάτων, V, 44,
aberrare a vera doctrina, eam non tenere.
ἐξετάζεσθαι ἐν ἑορταῖς καὶ αἰνέσεσι, ΙΙΙ, 772. inveniri, versari, deprehendi, occupari, esse.
ἐξετάζεται ἐν τοῖς ζῶσιν, ΙΙΙ, 837, est, invenitur,
versatur.
ἐξεταζόμενον ἐν ὀδύναις, 1, 1086 init.: όντα, ver.
santem, agentem; da ich mich befand.
ἐξεταζομένων ἐν — παροικίᾳ, III, 766, qui inveniantur, censeantur.
ἐξετασθέντων ἐν παρανομίαις, ΙΙ, 360: pro εύρεθέντων, ὄντων.
ἐξέτεινεν οὐδὲ μίαν στοιχείου κεραίαν, ΙΙΙ, 983:
1° exarare, 2° poluit.
ἐξέτεινε σκηνὴν, ΙΙΙ, 1187, exstruxit.
ἐξέφηνε, Ι, 506, protulit, invenit: versum est, ac
si lectum foret εξύφηνε.
ἕξεως στέρησις. vid. στέρησις.
ἐξήγαγον τὴν ἀντίρρησιν, 1V, 1290, proposui,
apposui.
ἐξηλάθη τῆς ποίμνης, ΙV, 1252 -- 1512, pro
ἀπηλ.
ἐξήλασαν τὸ στίφος τῶν ἐναντίων, ΙΙΙ, 1103: si
ἐναντίων est, cupiditatum, arrogantius dicuntur
ascete eas expulisse. Si diaboli intelliguntur: ἐξήλασαν erit pro απήλασαν. Sed e sequenti apparet, hos
intelligendos negat enim, eos adjutores habuisse
τοὺς ἔνδον λογισμούς.
ἐξήλεγξεν, ΙΙΙ, 1980: φιλοσοφίαν, i. e. constantiam,
fregit, vinci posse ostendit.
ἐξήλθομεν, ΙΙ, 1989, degressi sumnus, & ccepto,
proposito, delapsi ad aliud.
ἐξηνδραπόδιζεν, III, 726, errore suo imbuit et
implicuit.
ἐξηρανθῆναι, Ι, 1501 med.: vitiose pro ξηρανθή
ναι, vel εξηράνθη. Illud malim, quia sequitur indn.
ἐκσπασθῆναι. Vid. Ind. Rer. Var. Lect.
ἐξηρτημένη τοῦ φίλτρου, I, 112, devincta, amori
ejus et addicta.
ἐξήρτηντο τῆς δυσοσμίας. IV, 886.
ἐξήρτηται τοῦδε τοῦ ὀνόματος, IV, 1268, 1969
illud tenet, defendit, sollicite tuetur, in eo cuncta
ponit.
ἐξῄτησε, ΙΙΙ, 335 init., pro simplici.
ἐξηυρημένοι, ΙV, 935.
ἐξηφάνισεν, Ι, 953.
ἐξικνεῖται — διαγνώναι, IV, 520. extr.: scil. εἰς τό
ἐξιλεωσώμεθα τὸν κριτὴν τῇ τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ
φυλακή, 11, 278.
ἕξιν ἀκόρεστον πρὸς παρανομίαν ἀσκήσαντες, ΙΙΙ,
998, cupiditatem, ita ut feret insatiabilis, assuetudine. ἕξις, καὶ οὐκ οὐσία, ἐστὶ σοφία, ΙΙ, 57, eventum, accidens, non res per se subsistens, nominatim corporea. Έξις στερήσεως, V, 979: ut negative
referatur ad rem: nempe, ut sit γεννητὴ οὐσία,
cui velut ἕξις, addatur notio τοῦ ἀγεννήτου.
ἐξισούμενος, ΙΙ, 938: statim ab initio par creatus.
ἐξισοῦσθαι οὐκ ἀνέχονται, ΙΙΙ, 741: διδασκάλοις,
non ut ipsi velint pares esse illis, sed, ut hos sibi
nolint, illos præ se contemnant: nec satis habeant,
pares se illis esse.
εξιστάμενοι τῆς φιλανθρωπίας τὸν Κύριον, ΙΙΙ,
988: pro έξιστ. τῇ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου.
Εξιτηρίοις εὐλογίαις, 111, 796, extremis in morte
votis.
ἐξοδίασιν στρατιωτῶν, III, 869, ad armandos et
alendos milites, ad expeditiones.
ἐξόδιον, expl. 1, 210.
Έξοδον, ΙΙΙ, 805, exsilium.
ἐξοκείλαντα εἰς ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 939.
ἐξοκείλαντες εἰς τὸν παράνομον βίον, ΙΙΙ, 28.
ἐξολοθρευθήσεται, 1, 48: in lege Mosis saepe obvium, expl. de supplicio capitali.
ἐξομαλισθῆναι, V, 1027, explicari, contexto
aplari. p. seq. 929, ἐξομάλισον, explica.
ἐξορίας, 1, 1985 extr., exsilia.
ἐξορίζει τὸ φύσημα, 111, 134, vetat.
ἐξορισμῷ, ἐν τῷ, ἀποθανεῖν, ΙΙΙ, 859.
Εξορύξαι, ΙΙΙ, 879, delere, eradere e scripto.
Εξοστρακίσαι εἰς τὴν οἰκείαν πατρίδα, ΙΙΙ, 909.
ἐξοστρακισθεῖεν, III, 759: in concilio.
ἐξουρίων, ΙΙ, 1464, 1543: uno vocab.
ἐξουσία tribuitur sideribus (qua diem et noctem),
1, 32. ἐξουσία τὴν ἡμετέραν ᾠκονόμησε σωτηρίαν,
III, 22: negatur hoc fecisse Deus, ut sola uteretur
auctoritate, nulla justitiæ aut ordinis habita ratione. ἐξουσίαν, ΙΙ, 1146 med.: videtur pro δύναμιν
positum, ut 894: ἐξουσ, σου προτέραν. ἐξουσίαν
omnium plantarum homini dedit Deus, I, 51: i. e.
jus et copiam illis vescendi. ἐξουσίαν γενικωτέραν
vid. γενικωτέραν. ἐξουσίαν ἔννομον, Ι, 371, legitinium modum administrandæ potestatis. εξουσίας
κατὰ τῶν παθῶν, Ι, 941, τὸ κράτος, τὸ ἐγκρατή
εἶναι. Nam εξουσίαν semper habemus, δυνάμει
caremus plerumque, et usu τῆς ἐξουσίας. ἐξουσίαν
τοῦ νικάν, IV, 827: habet animus; forte debebat
δύναμιν. Sed proprie dixit, quia in voluntate animi
situm est, vincere velit, an vinei. ἐξουσίας, V, 941,
voluntate et δυνάμει, ἐξουσίας κακῆς ἀποστῆσαι, ΙΙΙ,
222 extr.: ab abusu noxio potestatis, ἐξουσίας μιᾶς
καὶ τῆς αὐτῆς, ΙΙΙ, 1036: cum Patre et Filio et
Spir. 9. ἐξουσίας ὑμετέρας προμηθείᾳ, 14, 1164,
tuæ, vestre; præfecto.
ἐξύβρισαν τὴν φυτουργίαν, ΙΙ, 416, vanam, irri
tam fecere.
ἐξυφήνασα, ΙV, 543: pro συνυφήνασα, contexens,
jungens,
ἐξύφηναν μέλισσαι τὸ κηρίον, Ι, 498: eleganter:
ut Virg. Ge. IV, favos texere. ἐξύφηνεν εὐλογίαν,
ἔξω (οι) συγγραφείς, ΙΙ, 1989, 1913, profani historici. έξω, τους, ΙΙΙ, 1201, non-Ascelas. ἔξω τῆς
φύσεως vid. φύσεως., ἔξω τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου·
vid. λόγον, Ι, 1456. ἔξω τοῦ παρόντος βίου γενέσθαι,
II, 72 init. abstrahere animum et vacare a curis
rerum terrestrium. ἔξωθεν παιδείας. Ι, 772, e doctrina profana, Greca. IV, 342. ἔξωθεν, τοῖς, ΙΙΙ,
1164, non-Ascetis. ἔξωθεν ἀπειλοῦσι, IV, 1179,
longinquo, ut ad me non accedant propius, nec,
quod maxime hic opponitur, litteras imp. exhi
beant. ἔξωθεν, V, 74: præter verba, quæ in Psamis legantur: precum formulas ab ipsis compositas. ἔξωθεν γενεσιουργεί. vid. γενεσ.
ἐξωθησαμένη, II, 38 init.: pro έξωσαμ. Obs. et
censum metonymicum, hypallagen quoque; ego te
expuli, i. e. Deus te expulit, me in locum tuum
ascivit.
† ἐξώκειλαν εἰς ἀμέλειαν, Ι, 549.
ἐξωκείλαντα εἰς ἀσέβειαν, Ι, 332.
ἐξωκείλαντες εἰς ἀκολασίαν, 1, 1860.
ἐξωλόθρευσαν, ΙΙ, 939: Diabolum pagani, reliéto
ejus cultu.
ἐξωστράκισε, ΙΙΙ, 822, relegavit, in urbem certam,
εἰς τι χωρίον, 897.
ἑορτάζοντες σωτηρίαν, Ι, 1435 extr. ἑορτάζοντες
πανηγύρεις, ΙΙ, 1348.
Εορταστική, ΙV. 1065 init. seq. ἐπιστολή, quales
plurimas dedit, (vid. Ind.) ad episc. fere nil aliud,
nisi salutandi officio defuncturus. Quinta est ad
civilem præsidem.
ἑορταστικὴν πρόσρησιν, ΙV, 1123: assessori
cuidam.
ἑορταστικοῖς γράμμασιν, IV, 1065: ipse vocat
tales Epistolas, ut prescriptio vocat. Nec gratulationem habent, nec vola, sed tantum πρόσρησιν et
col. 969–970page 53 of 154
PG 84:969προσφθέγγεσθαι, ἐπαγγείλαντες εὐχάς, ΙΙΙ, 1497, ἐπαγγείλας τὴν γνῶσιν ἐπ' ὠφε λείς, ἐπαγγείλας εὐλογίας ἀντί δοσιν ΙΙΙ, 1264 ἐπαγγείλασθαί σοι αίτησιν θέλω, ΙΙΙ, ἐπαγγελίαν ἐζήτει. ἐζήτει. ἐπαγγελίας, 1, 483, τοίς. ἐπαγγελίας γη, Ι, 268, 1186; ΙΙ, 747, ΙΙ, 1382, 111, 566, 570. ἐπαγγελίας τῶν ἀγαθῶν ἐν ἐλπίσιν ἔχομεν, ΙΙΙ, ἐπαγγέλλοντας ἡμῖν, ἐπαγγέλλοντες, ἐπαγγέλλοντες χάριτας, ΙΙΙ, ἐπαγγέλλων τὸν θεῖον ἔλεον, Ι, 1232, ἐπήγγειλαν, Ι, ἐπήγγειλαν ἑρμηνείαν, ΙΙ, 1055, ἐπήγγειλάν με, ἐπηγγείλαντο, ἐπηγγείλατο τὴν ἴασιν, 627, ἐπήγγειλε προσευχές, ΙΙΙ, 455, ἐπήγγειλε τὸν βασιλέα δου ναι, επήγγειλεν, Ι, 297: ἀπήγγ, 4, ἐπήγγειλεν ἄρτον, 305, ἐπήγγελλον ἔλεον, ΙΙ, 1365, ἐπηγγέλλοντο ἑαυτούς, Ι, 225, ἐπαγόμενος τὴν θάνατον, Ι, 741 επάγων. ἐπαγόμενοι συγκατάθεσιν, 1029, επαγωνίσματα λει τουργία, επαγωγὴ μαρτυρεί, ΙΙ, 1385 επαίδευσε ταῦτα, ΙΙ, 1485 επαίδευσε περὶ τούτων οὐδὲν ἡ φύσις, ΙΙΙ, 370 επαιδεύετο τὸ δέον, Η, 1335. ἐπαιδοποίησεν Αλέξανδρον, ΙΙ, 1989 ἐπαιδοτρίβησεν ἡ μακροθυμία τον αλάστορα εἰς μείζονα λύνταν, ἐπαίθριον ἡώρησαν, ΙΙΙ, 930: ὑπαίδριον, ἐπαινουμένην πολιτείαν, ΙΙΙ, 474, ἐπαινουμένην αὐτάρκειαν, 632, ἐπαινούμενον βίον, ΙΙΙ, 645,661, ἐπαινούμενον ΙΙΙ, 692, έπαι νούμενον φόβον, ἐπακούειν τῶν θείων λογίων, Ι, 449 ἐπακούουσι, ἐπαλείφοντες, ΙΙΙ, ἐπαμῦναι τῇ κιβωτῷ, 1, 415 ἐπαναστάσεις τῶν δυσσεβῶν, 1, 1059, τῷ ἐπαναστάσεως καιρῷ. ἐπανάστασιν Ή, ἐπανήγαγες, ΙΙ, ἐπανήση ὁ ὑετὸς ἐπ᾿ αὐτὸν, Ι, 1317 σπανήσῃ, τοῦ ξυραίνεσθαι, ένδεια τοῦ λόγου. ἐπανθήσασαν Ἰουδαίοις χάριν, ΙΙ, 310. ἐπανθοῦσαν αὐτῷ τὴν θείαν χάριν. 1, 358. ἐπανθοῦσαν θείαν χάριν, ΙΙ, 1082 ἐπανθοῦσαν τῷ ναῷ χάριν θείαν, ΙΙ, 1216 ἐπανθοῦσαν τῷ πρεσβύτῃ τοῦ Πνεύματος χάριν, ΙΙΙ, 1130. ἐπανθοῦσαν τῷ χρόνῳ τὴν ἀλήθειαν Έχει, ἐπανθούσης τῷ μειρακίῳ χάριτος, ΙΙ, 1075. ἐπανθούσης τῷ ναῷ χάριτος, ΙΙ, 209. Απαν θούσης χάριτος, ΙΙ, 653. ἐπαπορεῖν, ΙΙ, 1337: ἐπαπορείσθω, ἐπαπόρησιν, ΙΙ, ἐπὶ. ἐπάραντας νίκην, ΙΙ, 999, τρόπαιον. ἐπαράτους τίθεσθαι, ΙΙΙ, 810 ἐπαρχεῖ, έπαρκεῖν, ΙΙΙ, επαρκέσαντα, βοηθήσαντα. ἐπαρκέσει, ΙΙ, 242, έπαρ κοῦντός σφισιν, 907: βοηθοῦντος. ἐπαρχία τῇ ὑφ' ὑμᾶς, ΙΙ, ἐπαρχίαν Εὐφρατησίαν, ΙΙΙ, 891. ἐπάταξαν τὰ κύματα των δυσμενῶν, 1642 ἐπάτησας τὰς συνθήκας, ΙΙ, 794. ὅρκους ἐπάτησε, διαθήκην, ΙΙΙ, 97 ἐπαφῆκε τὴν γλῶτταν, 1405 ἐπαχθεῖς περὶ τὴν απεχθείς ἐπέβη ὧν, Ι, ἐπεδήμησε κόσμῳ Υιός, 256. ἐπέδησε τὰ στόματα τῶν λεόντων, Ι, 1962 ἐπέδησε τῇ νόσῳ, ἐκώλυσε. Εκ ἐπέδοσαν λιβέλλους, ἐπέδωκεν, ΙΙΙ, ἐπέθεικε, ΙΙΙ, 1043 ἐπέθηκε. ἐπέθηκε τὸ ἔργον τῷ λόγῳ· ἔργον. ἐπειδὰν παρεγένετο, ΙΙ, 349: ὅτε. ἐπειδὴ έόει ἔδει, ἐπεἶδον τὸν δεῖνα, ΙΙ, 1454: 1° ἐπειλημμένος ὁ λόγος τῆς γλώττης, ὡς δεξιάς, 1, ἐπειράθη, Ι, 518. ἐπειράθησαν, 106. ἐπειράθησαν παρ' ἐμοῦ κακοῦ τινος, Ι, 1382, ἐπειράθησαν συμ φορῶν, 11, 1268. ἐπείσακτον τοῦ Θεοῦ ἡ τιμωρία, 1, 1163 ἐπείσα στον χρείαν, έπεισάκτων λόγων, ἐπειρᾶτο δοῦλον λαβεῖν, Ι, ἐπείσαντο, 1, 311: ἐπείσθησαν. ἔπεισε τὸν φιλάνθρωπον, ΙΙ, 663 ἐπέκειτο δέος τοῖς οἰκοδομοῦσι, 1, 977. ἐπέκλυσα ευεργεσίαις, Ι, 1583. ἐπικλυσθεὶς εὐερ γεσίαις, ἐπέκριναν, Η, ἐπεκτανθῆναι, 298 έπεκταθῆναι. ἐπελάβετο τῆς ἡμέρας, ΙΙ, 506,;
προσφθέγγεσθαι, ut ipse vocat; compellationem salutatoriam, officium merum: elegantes tamen ut
plurimum et e tempore variatæ.
ἐπαγγείλαντες εὐχάς, ΙΙΙ, 1497, jussis pro se
precari Deum. ἐπαγγείλας τὴν γνῶσιν ἐπ' ὠφε
λείς, 11, 672, si profteatur, se utilitatis causa scire
velle: aut potius: si Deum poposcerit cognitionem,
quæ ipsi aliisque prosit, ἐπαγγείλας εὐλογίας ἀντί
δοσιν ΙΙΙ, 1264 extr., petens. ἐπαγγείλασθαί σοι
αίτησιν θέλω, ΙΙΙ, 1262 med., imponere tibi, quod
pelam.
ἐπαγγελίαν ἐζήτει. Vid. ἐζήτει. ἐπαγγελίας, 1, 483,
τοίς. ἐπαγγελίας γη, Ι, 268, 1186; ΙΙ, 747, ΙΙ, 1382,
111, 566, 570. ἐπαγγελίας τῶν ἀγαθῶν ἐν ἐλπίσιν
ἔχομεν, ΙΙΙ, 492, bona promissa, nondum adepti,
speramus.
ἐπαγγέλλοντας ἡμῖν, IV, 915, poscentes precibus
Deum. ut nobis præbeat. ἐπαγγέλλοντες, IV, 922
init., petentes, a sanctis colicolis. ἐπαγγέλλοντες
χάριτας, ΙΙΙ, 17, petentes, poscentes beneficia.
ἐπαγγέλλων τὸν θεῖον ἔλεον, Ι, 1232, pescens, provocans. ἐπήγγειλαν, Ι, 602, imposuerunt nobis, postularunt a nobis. ἐπήγγειλαν ἑρμηνείαν, ΙΙ, 1055,
poposcerunt, imperarunt. ἐπήγγειλάν με, 11, 405,
rogarunt, impulerunt. ἐπηγγείλαντο, IV, 376 extr.,
poposcerunt, petiverunt. ἐπηγγείλατο τὴν ἴασιν,
III, 627, suasit, precepit. ἐπήγγειλε προσευχές, ΙΙΙ,
455, poposcit, petivit. ἐπήγγειλε τὸν βασιλέα δου
ναι, iri, 1071, petiit a rege, poposcit, ut daret.
επήγγειλεν, Ι, 297: pro eo legitur ἀπήγγ, n. 4,
illud melius. ἐπήγγειλεν ἄρτον, III, 1227 init.; IV..
305, poposcit. ἐπήγγελλον ἔλεον, ΙΙ, 1365, poscebant, rogabant. ἐπηγγέλλοντο ἑαυτούς, Ι, 225, consecrabant se Deo, scil. facturos aliquid, uti mox
expl.
ἐπαγόμενος τὴν θάνατον, Ι, 741: diabolus Christo:
pro επάγων. ἐπαγόμενοι συγκατάθεσιν, III, 1029,
conciliare studentes; vel etiam, afferentes nobiscum, ut notam, ad concil.
επαγωνίσματα; IV, 4: quasi corollaria et λει
τουργία, ut Plin. vocat, Zugaben; in Scena sint
Nachspiele.
επαγωγὴ μαρτυρεί, ΙΙ, 1385: quae sequuntur.
επαίδευσε ταῦτα, ΙΙ, 1485 (de re). επαίδευσε περὶ
τούτων οὐδὲν ἡ φύσις, ΙΙΙ, 370 extr. επαιδεύετο τὸ
δέον, Η, 1335.
ἐπαιδοποίησεν Αλέξανδρον, ΙΙ, 1989 init.
ἐπαιδοτρίβησεν ἡ μακροθυμία (Dei) τον αλάστορα
(Julianum) εἰς μείζονα λύνταν, III, 1129, ea usus
est ad majorem furorem ipse Jul.
ἐπαίθριον ἡώρησαν, ΙΙΙ, 930: al. ὑπαίδριον, sed
sign. in aere sublimem.
ἐπαινουμένην πολιτείαν, ΙΙΙ, 474, vitam laudabilem. ἐπαινουμένην αὐτάρκειαν, III, 632, laude dignam. ἐπαινούμενον βίον, ΙΙΙ, 645,661, laude dignam vitam. ἐπαινούμενον ΙΙΙ, 692, laudabile. έπαινούμενον φόβον, IV, 1000, laude dignum, probandum.
ἐπακούειν τῶν θείων λογίων, Ι, 449: ut iis prælegerentur. ἐπακούουσι, 1, 25: pro simplici.
ἐπαλείφοντες, ΙΙΙ, 994 init., firmantes, erigentes.
ἐπαμῦναι τῇ κιβωτῷ, 1, 415: ne laberetur.
ἐπαναστάσεις τῶν δυσσεβῶν, 1, 1059, repugnantia
contra doctrinam christianam, et mox τῷ ἐπαναστάσεως καιρῷ. ἐπανάστασιν Judorum, Ή,
Christum in Gethsemane comprehendentium.
ἐπανήγαγες, ΙΙ, 325: vitam vel animam, nondum
egressam, sed jamjam auferendam vel exituram.
ἐπανήση ὁ ὑετὸς ἐπ᾿ αὐτὸν, Ι, 1317: nihili verbum, e Supplem. forte σπανήσῃ, qui est causa τοῦ
ξυραίνεσθαι, et in comparato redditur ένδεια τοῦ
λόγου.
ἐπανθήσασαν Ἰουδαίοις χάριν, ΙΙ, 310. ἐπανθοῦ
σαν αὐτῷ τὴν θείαν χάριν. 1, 358. ἐπανθοῦσαν θείαν
χάριν, ΙΙ, 1082 extr. ἐπανθοῦσαν τῷ ναῷ χάριν θείαν,
ΙΙ, 1216 ἐπανθοῦσαν τῷ πρεσβύτῃ τοῦ Πνεύματος
χάριν, ΙΙΙ, 1130. ἐπανθοῦσαν τῷ χρόνῳ τὴν ἀλήθειαν
PATROL. GR. LXXXIV.
Έχει, IV, 708: præterquam quod vetustissima, eliam
verissima sunt. ἐπανθούσης τῷ μειρακίῳ χάριτος,
ΙΙ, 1075. ἐπανθούσης τῷ ναῷ χάριτος, ΙΙ, 209. Απαν
θούσης χάριτος, ΙΙ, 653.
ἐπαπορεῖν, ΙΙ, 1337: pro simplici. ἐπαπορείσθω,
HI, 742 init., tentata sint, disputata.
ἐπαπόρησιν, ΙΙ, 1538, 1541 extr. quæstionem,
dubitationem, Einwurf; redundat ἐπὶ.
ἐπάραντας νίκην, ΙΙ, 999, qui reportassent:
quasi pro τρόπαιον.
ἐπαράτους τίθεσθαι, ΙΙΙ, 810 extr.: uti illis panis
et malis pro summa imprecatione et malorum denuntiatione atrocissima.
ἐπαρχεῖ, 1, 819: simpliciter: juval, omnia praebet.
III, 455 init., adest, succurrit. έπαρκεῖν, ΙΙΙ, 1080,
auxilio venire: IV, 1214. επαρκέσαντα, 1, 954: pro
βοηθήσαντα. ἐπαρκέσει, ΙΙ, 242, diu durabit. έπαρκοῦντός σφισιν, III, 907: βοηθοῦντος.
ἐπαρχία τῇ ὑφ' ὑμᾶς, ΙΙ, 961: episcopis scribitur
dioceseos Asianæ, ab aliis epp. ἐπαρχίαν Εὐφρα
τησίαν, ΙΙΙ, 891.
ἐπάταξαν τὰ κύματα των δυσμενῶν, H, 1642 init.,
perruperunt: ut olim Moses, percusso mari, transitum aperuit.
ἐπάτησας τὰς συνθήκας, ΙΙ, 794. ὅρκους ἐπάτησε,
διαθήκην, ΙΙΙ, 97: vitiose
v. n. 3. Sed et illud sensutu
ἐπαφῆκε τὴν γλῶτταν, IV, 1405
ἐπαχθεῖς περὶ τὴν
forte pro απεχθείς
habet molesti, acerbi.
ἐπέβη ὧν, Ι, 1064: de sanctis, quos incitet Deus.
ἐπεδήμησε κόσμῳ Υιός, IV, 256. Apoll.
ἐπέδησε τὰ στόματα τῶν λεόντων, Ι, 1962 init.,
compressit, continuit.
ἐπέδησε τῇ νόσῳ, I, 75, impedivit. Ut Virg. An.
XI. de Mezentio: vulnere illigatus. Ovid., inutilis,
inque ligatus, apposite huc de re venerea. Tac.
Ann. 2, devinctus artibus magicis. Statim ipse expl.
ἐκώλυσε. Εκ Homero ductum.
ἐπέδοσαν λιβέλλους, IV, 1276: ubergeben, eingegeben, obtulere.
ἐπέδωκεν, ΙΙΙ, 895, publice reddidit, eingegeben.
ἐπέθεικε, ΙΙΙ, 1043 init. per et, pro ἐπέθηκε.
ἐπέθηκε τὸ ἔργον τῷ λόγῳ· vid. ἔργον.
ἐπειδὰν
παρεγένετο, ΙΙ, 349: pro ὅτε. Nam
illud poscit coujunctivum conditionis.
ἐπειδὴ pro έόει leg. 1, 105. fortasse absorptum ab
ἔδει, quod ob infinit. abesse nequit.
ἐπεἶδον τὸν δεῖνα, ΙΙ, 1454: dicit, 1° et ipsiusævo
usurpari (ex usu biblico); 2° voluptatis notionem
habere.
ἐπειλημμένος ὁ λόγος τῆς γλώττης, ὡς δεξιάς, 1,
813, utens, expediens eam.
ἐπειράθη, Ι, 518. active. ἐπειράθησαν, active. I,
106. ἐπειράθησαν παρ' ἐμοῦ κακοῦ τινος, Ι, 1382,
mali quidquam a me accepere. ἐπειράθησαν συμφορῶν, 11, 1268.
ἐπείσακτον τοῦ Θεοῦ ἡ τιμωρία, 1, 1163: quasi
extrinsecus allata, ut non puniat, nisi adigant peccantes, ut faciat, quæ non libenter faciat. ἐπείσα
στον χρείαν, IV, 537 init., non a natura additum,
sed ab arte petitum usum. έπεισάκτων λόγων, 17,
640, ab aliis afferendorum, quos ipse invenire non
potuisset; quorum ratio non sit in animo ejus impressa aut expedita. ἐπειρᾶτο δοῦλον λαβεῖν, Ι,
32: Josephus fratrem, simulabat se velle.
ἐπείσαντο, 1, 311: musitatius pro ἐπείσθησαν.
ἔπεισε τὸν φιλάνθρωπον, ΙΙ, 663: Deum: Deus
audiit preces ejus.
ἐπέκειτο δέος τοῖς οἰκοδομοῦσι, 1, 977.
ἐπέκλυσα ευεργεσίαις, Ι, 1583. ἐπικλυσθεὶς εὐερ
γεσίαις, p. seq:
ἐπέκριναν, Η, 865: pro simplici.
ἐπεκτανθῆναι, ΙV, 298 extr. pro έπεκταθῆναι.
ἐπελάβετο τῆς ἡμέρας, ΙΙ, 506, accusavit diem;
il s'en prend à lui: nescius quem accusaret: der
Tag muss es entgelten: in eum effundit indignatio31
col. 971–972page 54 of 154
PG 84:971ἐπεμάνη, απένεμε, ἐπεμάνησαν τῷ Σωτήρι, 685, ἐπεμβαίνειν, ΙΙ, 979, 766. έπεμ βαίνοντες ταῖς συμφοραῖς, Ι, 1525. ἐπεμβαίνουσι συμφοραῖς ἐμεῖς, ἐπέμ έμειναν, τοῦ κατελείφθησαν ἐπεμέμψαιτο, 1, 82: έπιμ. ἐπέμενεν ἡ ἀγριότης εἰς κίνδυνον αὐτοῦ, ΙΙΙ, 825, επεμήνατο, ἐπεμάνη. ἐπεμφορούνται τοῦ νάματος, 899. ἔπεμψε, επενδύτης 1, 166. ἐπενεγκεῖν τὸν ἐκείνων ὄλεθρον, 1185: εκεί νοις τὸν βλ. ἐπενεχθῆναι φωνὴν, ΙΙ, 493 ἐπεντρυφῶν τῇ θεωρίᾳ τῶν νοητών, 787. ἐπεξεργασίας, ΙΙ, ἐπεξεργασίας, ΙΙ, ἐπεπήδα, ἐπιπήδησον τοῖς λόγοις, 64, επεποιήκει συνθήκας, 1, 444 ἐπεσημηνάμην, ἔπεσι, ἐν τοῖς, ἐπεσπάσαντο γέρας, ΙΠ, 1221, ἐπέστη αὐτῶν, αύτ τοῖς. ἡ ψῆφος αὐτῶν. ἐπέστησεν ἰατροὺς τοῖς ἕλκεσι, Π, 1477. ἐπέστησε τοῖς ὁρίοις, 1, 486 ἐπεστράτευσέ μοι τὸ τοῦ δίψους πάθος, ΙΙΙ, 1247. ἐπεστράτευσεν αὐτῷ οἰμωγάς, 1, 500. 1° ἐπεστράτευσεν επιστρατεύειν ἐκέλευσεν, παρεσκεύασεν· 2° στράτευσε τοῖς ἀνθρώποις λιμὸν Ηλίας, 625, ἐπέτειναν βλάβην, ΙΙ, 756: έξέ τειναν.» ἐπετείχιζες τὰς ὁδοὺς αὐτοῖς, 11, 979: ἀπετεί χιζες, ἐπετέλεις (τῶν) σκηνῶν, ΙΙ, 1369, ἐπέτρεψαν τὴν οἰκουμένην εἰς θεογνωσίαν, ΙΙ, 525 επέτρεψε, ΙΙΙ, ἐπιτρέψαι, ἐπέτριβον (τὰ πάθη) τῇ ἐπαγγελίᾳ, ΙΙ, 445, ἐπεύχεται τὸ Πνεῦμα, 1, 956, ἐπέφηναν, Ι, 1166, ἀπέφηναν, ἐπεφέροντο, 1, 388. ἄρτοι οὓς ἐπεφ. ἔπεχε προφέρειν, ΙΙΙ, 992, ἔπεχε τύπον, 11, 704: έχε, κι 709. ἐπέχειν τύπον. ἐπέχει απ τὸν φανῆναι, ΙΙΙ, 534: ὥστε μή, κωλύει. ἐπέχει τάξιν, ΙΙΙ, 406: έχει. 409, 426 458. ἐπέχοντα τάξιν, 798: ἔχοντα. ἐπέχουσαν τύπον, ΙΙΙ, 597: ἔχουσαν. ἐπέχουσι τάξιν, Ι, 892: ἔχουσι. ἐπέχουσι τάξιν νενοσηκότων με λῶν, ΙΙΙ, ἐπέχουσιν ὀφθαλμὸν θεωρεῖν, 614: κωλύουσιν. ἐπέχων τάξιν, ΙΙ, 1601; ΙΙΙ, 218: έχων. Επέ χων τῇ μελωδίᾳ τῷ — ἐνηχοῦντι, 78, ἐπέφανε, Ι, 259: ἐπέφηνε, ἐπεφάνη. ἐπέφανεν τὴν Σιών, ἐπέφηνεν, ἐπήγαγε σωτηρία», τιμωρίαν. ἐπήγασεν ἄρτους, ΙΙ, 231, ἐπήνεσε, ἐποίησε έγρα ψε, επήρκεσε. Ι, 1489, ἐπηρμένου τοῦ σχήματος σχήματος. ἐπήφιον, ΙΙΙ, 987. ἐπῃώρηται κίνδυνος κατὰ τῶν 1958, ἐπὶ ἀγῶνας καὶ ἄθλους ἐπιστήμην, 639 ἐπί ἐπὶ πλείστον, ΙΙ, 1413; ΙΙΙ, 1058: πλεῖον. ἐπὶ καὶ μεν 639. προσώπου μίαν ὑπόστασιν ὀνομάζεσθαι. ΙΙ, οὐσίαν. ἐπὶ τῇ Ἑλλάδι φωνῇ, 1399: ἐν ἐστὶ, ἐπὶ τῇ Ιδουμαία διακειμένην, ΙΙ, 604 66. ἐπὶ τῆς ἀληθείας ἐγένετο, Ι, 304 ἀληθὲς, ἀληθῶς, 34. ἐπὶ τῆς διανοίας ἀποκρυπτόμενος, ΙΙΙ, 799. ἐπὶ τῆς ἔκτης, 1, 37 ἐν, ἐπὶ τῆς Τριάδος νοοῦμεν τρεῖς ὑπο στάσεις, 1, 28: ἐπὶ τὸ κρεῖττον, τὰ, ΙΙ, 492: τὰ κρείττονα. ἐπὶ τὸ σῶσαι καλέ σας, 111, 525: ἐπὶ τῷ. ἐπὶ τοῦ βασιλέως ἐξη τάσθη, ΙΙ, ἐπὶ τοῦ βιανοῦ χρόνοις, ΙΙΙ, 990: τοῖς ἐπὶ χρόνοις ἐπὶ τοῦ κρείττονος αἵρεσιν, 475: ἐπί ἐπὶ τοῦ Μωσέως, ΙΙ, ἐπὶ τοῦ Μωσέως, ἐπὶ τοὺς τεθνεῶτας ἀθυμοῦντας, ΙΙΙ, 518: τοῖς τεθνεῶσιν. ἐπὶ τοῦτο ἐπὶ τούτῳ, ἐπὶ τῶν δυσμενῶν δίκας αὐτοὺς οὐκ ἐπραξάμην, ΙΙ, 823 δυσμενείς ἐπὶ τῶν δ. δυσμενή, ἐπὶ τῶν ἐπιστολῶν συσκευὰς, ἐπὶ χεῖρας κρατῶν· κρατῶν. ἐπὶ χά ριτος διαλεγόμενος, ΙΙΙ, 1281: σὺν χάριτι, χαριέντως. ἐπὶ χορῷ παρεδίδου, 1235. ἐπὶ. ἔτι. ἐπὶ χρόνῳ τοσού τῳ διαθρέψαι, Ι, 1523: διὰ χρόνου. ἐπὶ φύσεως οἰκείας διαμένειν, Ι, 1521: φύ σεως. ἐπ' Ἀετίῳ γενομένης καταγνώσεως, ΙΙΙ, 899 τοῦ 'Αετίου. ἐπ' αὐτὸν πίστεως, ΙΙΙ, 371. ἐπ' ὄψεσιν αὐτῶν ἐπαίνου; ἔπεμπον, ΙΙΙ, 991, ἐφ' ἡμῖν ἡ κτῆσις τῆς ἀρετῆς, ιν, 419; ἐφ' ἡμῖν ἐκραταίωσας θάλασσαν, ἐπ' ἐκείνων διέλυσας, ἐπιβαίνει ἐπὶ τούτους ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, Υ, 1029. ἐπιβάσει εἰς αὐτὴ, ἐπίβασιν πρὸς αὐτὸν τὸ σῶ μα, 242, 245: τοῦ λόγου ἐνανθρωπήσει. ἐπιβάσεις ἀγγέλων ἀποστατῶν, ΙΙΙ, 957, επιβάσεως θείας, ἐπιβάσεως θείας, ΙΙ, Ενεργείας, ἐπιβατεύσας τῆς παρθενικῆς μήτρας, 236: δ Λόγος, ἐπιβλυγμός, ἐπιφλυγμός, 1, 38:;
INDEX GRAECUS.
nem, ut infantes in tabulam, in quam impegerint.
ἐπεμάνη, legitur απένεμε, 11,824, n. 20. Si verum
sit, significet: contra eum furebat. Alias est,
amore et studio insanire, in aliqua re.
ἐπεμάνησαν τῷ Σωτήρι, IV, 685, contra eum.
ἐπεμβαίνειν, ΙΙ, 979, insultare, III, 766. έπεμβαίνοντες ταῖς συμφοραῖς, Ι, 1525. ἐπεμβαίνουσι
συμφοραῖς ἐμεῖς, 1, 1094, insultant, illudunt.
ἐπέμ
έμειναν, 1, 515 post med. videtur esse supersunt. Est enim comparatio τοῦ κατελείφθησαν de
Cananæis.
ἐπεμέμψαιτο, 1, 82 extr.: pro έπιμ.
ἐπέμενεν ἡ ἀγριότης εἰς κίνδυνον αὐτοῦ, ΙΙΙ, 825,
intenta erat. Forte επεμήνατο, vel ἐπεμάνη.
ἐπεμφορούνται τοῦ νάματος, ΙV, 899.
ἔπεμψε, 111, 499 init., remisit: Onesimum Philemoni.
επενδύτης expl. 1, 166.
ἐπενεγκεῖν τὸν ἐκείνων ὄλεθρον, I, 1185: pro εκεί
νοις τὸν βλ.
ἐπενεχθῆναι φωνὴν, ΙΙ, 493: pro simplici: audiatur, proferatur.
ἐπεντρυφῶν τῇ θεωρίᾳ τῶν νοητών, IV, 787.
ἐπεξεργασίας, ΙΙ, 20, longiori disputatione. ἐπεξεργασίας, ΙΙ, 405, explicatione.
ἐπεπήδα, V, 75, modulate incedebat cum cantu.
ἐπιπήδησον τοῖς λόγοις, V, 64, illude, insolenter
reprehende.
επεποιήκει συνθήκας, 1, 444: pro medio. Hic
tamen spectatur foedus, quoad profuerit Gibeonitis.
ἐπεσημηνάμην, III, 13, attuli, monui.
ἔπεσι, ἐν τοῖς, IV, 938: Homerus, i. e. in lliade.
ἐπεσπάσαντο γέρας, ΙΠ, 1221, captant.
ἐπέστη αὐτῶν, I, 952 extr. et seq. init.: pro αύτ
τοῖς. Vel junge, ἡ ψῆφος αὐτῶν. ἐπέστησεν ἰατροὺς
τοῖς ἕλκεσι, Π, 1477. ἐπέστησε τοῖς ὁρίοις, 1, 486:
vitulos, posuit in finibus, statuit. Alias est, imposuit,
præfecit; non h. 1.
ἐπεστράτευσέ μοι τὸ τοῦ δίψους πάθος, ΙΙΙ, 1247.
ἐπεστράτευσεν αὐτῷ οἰμωγάς, 1, 500. Νot. 1° ἐπε
στράτευσεν neutrum pro transitivo, επιστρατεύειν
ἐκέλευσεν, παρεσκεύασεν· 2° elegantem sensum,
quia lentus erat Elias (ut ait) et immotus miseriis
aliorum, ipse non expertus: expugnavit animum
ejus duriorem fletu muliebri, et in misericordiam
fregit, lacrymis et querelis ut exercitu admotis.ETEστράτευσε τοῖς ἀνθρώποις λιμὸν Ηλίας, IV, 625,
imaniserat; arroganter dictum!
ἐπέτειναν βλάβην, ΙΙ, 756: quia ante dixit έξέτειναν.»
ἐπετείχιζες τὰς ὁδοὺς αὐτοῖς, 11, 979: pro ἀπετεί
χιζες, ut cod. habet n. 10.
ἐπετέλεις (τῶν) σκηνῶν, ΙΙ, 1369, fecisti: quia
de re sacra el cultu divino ac publico.
ἐπέτρεψαν τὴν οἰκουμένην εἰς θεογνωσίαν, ΙΙ, 525:
pro simplici. επέτρεψε, ΙΙΙ, 755: Constantinus imp.
episcopis, concilium incipere. Idem deinde episcopos rogat, ἐπιτρέψαι, ut in mediis consideret; hoc
civiliter (aus Herablassung, obligeance), ut apparet;
illud jure majestatis.
ἐπέτριβον (τὰ πάθη) τῇ ἐπαγγελίᾳ, ΙΙ, 445, titil
larunt, indurarunt, callum obduxerunt.
ἐπεύχεται τὸ Πνεῦμα, 1, 956, vocal.
ἐπέφηναν, Ι, 1166, fecerunt. Codd. ἀπέφηναν,
quod solemnius.
ἐπεφέροντο, 1, 388. ἄρτοι οὓς ἐπεφ. quos afferebant comedendos: imo, quos secum habebant.
ἔπεχε προφέρειν, ΙΙΙ, 992, desine. ἔπεχε τύπον,
11, 704: pro έχε, κι 709. ἐπέχειν τύπον. ἐπέχει απ
τὸν φανῆναι, ΙΙΙ, 534: scil. ὥστε μή, vel pro κωλύει.
ἐπέχει τάξιν, ΙΙΙ, 406: pro έχει. 409, 426 init., 458.
ἐπέχοντα τάξιν, IV, 798: pro ἔχοντα. ἐπέχουσαν
τύπον, ΙΙΙ, 597: pro ἔχουσαν. ἐπέχουσι τάξιν, Ι,
892: pro ἔχουσι. ἐπέχουσι τάξιν νενοσηκότων με
λῶν, ΙΙΙ, 540, iis similes, vel, sunt membra.
ἐπέχουσιν ὀφθαλμὸν θεωρεῖν, ΙV, 614: κωλύουσιν. ἐπέχων τάξιν, ΙΙ, 1601; ΙΙΙ, 218: pro έχων. Επέ
χων τῇ μελωδίᾳ τῷ — ἐνηχοῦντι, V, 78, sustinens,
inhibens cantum ut audiret Deum nova suggerentem.
ἐπέφανε, Ι, 259: pro ἐπέφηνε, imo ἐπεφάνη. Passivum enim requiritur. Obs. et sensum: apparuit
scil. tantum voce, nulla specie. ἐπέφανεν τὴν Σιών,
II, 357: pro dativo. ἐπέφηνεν, IV, 254, dixit, declaravit.
ἐπήγαγε σωτηρία», 1, 1356: per syllepsin, quia
additur, τιμωρίαν.
ἐπήγασεν ἄρτους, ΙΙ, 231, multiplicavit.
ἐπήνεσε, ΙV, 943 init.: haud dubie præferendum
e n. 95. ἐποίησε et Sardanapalo, et præmisso έγρα
ψε, sanxit, aptius.
επήρκεσε. Ι, 1489, juvit.
ἐπηρμένου τοῦ σχήματος vid. σχήματος.
ἐπήφιον, ΙΙΙ, 987.
ἐπῃώρηται κίνδυνος κατὰ τῶν rel. IV, 1958, im
minet iis.
ἐπὶ ἀγῶνας καὶ ἄθλους ἐπιστήμην, ΙV, 639: pro
genitivo, sine ἐπί· vel, qua uti ad illa possint. ἐπὶ
πλείστον, ΙΙ, 1413; ΙΙΙ, 1058 init.: pro πλεῖον. ἐπὶ
καὶ μεν 639.
προσώπου μίαν ὑπόστασιν ὀνομάζεσθαι. ΙΙ,
880 extr., unum illis tribui subsistendi modum, aut
οὐσίαν. ἐπὶ τῇ Ἑλλάδι φωνῇ, I, 1399: pro ἐν cod.
bene, ἐστὶ, quia nullum verbum additum est. ἐπὶ
τῇ Ιδουμαία διακειμένην, ΙΙ, 604: pro iv, ut cod.
habet n. 66. ἐπὶ τῆς ἀληθείας ἐγένετο, Ι, 304: i. e.
ἀληθὲς, aut ἀληθῶς, ut Act. x, 34. ἐπὶ τῆς διανοίας
ἀποκρυπτόμενος, ΙΙΙ, 799. ἐπὶ τῆς ἔκτης, 1, 37: i. e.
ἐν, sexto die. ἐπὶ τῆς Τριάδος νοοῦμεν τρεῖς ὑπο
στάσεις, 1, 28: i. e. in Trinitate. ἐπὶ τὸ κρεῖττον,
τὰ, ΙΙ, 492: pro τὰ κρείττονα. ἐπὶ τὸ σῶσαι καλέ
σας, 111, 525: pro ἐπὶ τῷ. ἐπὶ τοῦ βασιλέως ἐξη
τάσθη, ΙΙ, 765: in concilio, error Arii. ἐπὶ τοῦ loβιανοῦ χρόνοις, ΙΙΙ, 990: τοῖς post ἐπὶ abesse
posse vix videtur, aut χρόνοις delendum. ἐπὶ τοῦ
κρείττονος αἵρεσιν, II, 475: redundat ἐπί ἐπὶ τοῦ
Μωσέως, ΙΙ, 1939, ad Mosen, cum Mose loquens, in
historia Mosis. ἐπὶ τοῦ Μωσέως, II, 955, ad Mosen,
ut Deus sic loqueretur ad illum. ἐπὶ τοὺς τεθνεῶτας
ἀθυμοῦντας, ΙΙΙ, 518: pro τοῖς τεθνεῶσιν. ἐπὶ
τοῦτο V, 41: rectius in marg. ἐπὶ τούτῳ, in
hac re,
ex ea. ἐπὶ τῶν δυσμενῶν δίκας αὐτοὺς
οὐκ ἐπραξάμην, ΙΙ, 823 extr. Si δυσμενείς sunt hostes, sign. coram hostibus, ut viderent hostes eorum poenam; sin neutrum est genus: obs. 1° ἐπὶ
τῶν δ. pro genitivo simplici: 2 δυσμενή, hostiliter
in me facta. improba facinora. ἐπὶ τῶν ἐπιστο
λῶν συσκευὰς, ΙII, 841: pro simplici genitivo, explicante. ἐπὶ χεῖρας κρατῶν· vid. κρατῶν. ἐπὶ χάριτος διαλεγόμενος, ΙΙΙ, 1281: σὺν χάριτι, suaviter,
χαριέντως. ἐπὶ χορῷ παρεδίδου, V, 1235. (Suppl.)
init. redundat ἐπὶ. Aut lege, ἔτι. ἐπὶ χρόνῳ τοσούτῳ διαθρέψαι, Ι, 1523: pro διὰ χρόνου. ἐπὶ φύσεως
οἰκείας διαμένειν, Ι, 1521: terra dicitur. vid. φύσεως. ἐπ' Ἀετίῳ γενομένης καταγνώσεως, ΙΙΙ, 899:
pro τοῦ 'Αετίου. ἐπ' αὐτὸν πίστεως, ΙΙΙ, 371. ἐπ'
ὄψεσιν αὐτῶν ἐπαίνου; ἔπεμπον, ΙΙΙ, 991, cum
eos vidissent: vel etiam, videntibus (audientibus),
illis.
ἐφ' ἡμῖν ἡ κτῆσις τῆς ἀρετῆς, ιν, 419; a nobis
pendet hactenus, an velimus uti auxilio divino.
ἐφ' ἡμῖν ἐκραταίωσας θάλασσαν, ἐπ' ἐκείνων
διέλυσας, 1. 1129; nobis, illis transituris: vel, in
nostrum commodum, illorum interitum.
ἐπιβαίνει ἐπὶ τούτους ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, Υ,
1029. ἐπιβάσει εἰς αὐτὴ, ἐπίβασιν πρὸς αὐτὸν τὸ σῶμα, ΙV, 242, 245: τοῦ λόγου in ἐνανθρωπήσει. Athan.
ἐπιβάσεις ἀγγέλων ἀποστατῶν, ΙΙΙ, 957, impetus
energia. επιβάσεως θείας, 1, 1064, monitu, impetu,
energia. ἐπιβάσεως θείας, ΙΙ, 916, adventu Dei,
Ενεργείας, monitu, gubernatione interna: a Cherubinis ductum.
ἐπιβατεύσας τῆς παρθενικῆς μήτρας, IV, 236: δ
Λόγος, homo factus. Eustath.
ἐπιβλυγμός, vel ἐπιφλυγμός, 1, 38: ex Aquila;
col. 973–974page 55 of 154
PG 84:973βλύζειν φλύζειν ἐπιβουλὰς τῶν πλησίων πλησίον), Ι, 1440 κατὰ τ. πλ. ἐπιβουλῆς, 621 ἐπιβουλεύειν ὅσα, ἐπίβουλον λήθης,: λήθη, ἐπίβουλον τὸ φῶς, ΙΙΙ, 500, ἐπίδου λον τῶν ἀμπέλων, Ι, 1176: ἐπίβουλος παθῶν πάθεσι), ἐπιγνῶναι ἡγεμονίαν, ΙΙ, 999, ἐπιγνῶντες, 376: ἐπιγνόντες. ἐπιγράφειν, Ι, ἐπιγράφεσθαι ἐμὲ Κύριον, ΙΙ, 765, ἐπιγράφονται θεοὺς μυρίους τῷ λόγῳ, 682 ἐπιδέδωκε, ΙΙΙ, ἐπιδοθέντα συγγράμματα, 1230, ἐπιδείκνυμι. ὅσῳ — ἐδείκνυ κηδεμονίαν, τοσούτῳ ἐδείκνυ κηδεμονίαν, τοσούτῳ ἐκεῖνος εὔνοιαν ἀπεδείκνυτο, Ι, 433, 434. κηδε μονια εὔνοια ἐπιδεικνὺς φθεγγόμενον, 30, ἐπιδεικτιᾷν, ΙΙΙ, ἐπίδειξις. ἐπιδεικτικῶς ἐχρῶντο, ΙΙΙ, 250, ἐπιδεξαμένου φιλοστοργίαν, 1, 791: ἐπιδειξάμενοι, ἐπιδημήσαντος Χριστοῦ, ΙΙ, 295, επιδημήσας τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ΙΙΙ, 745: ὁ Λόγος ένανθρωπήσας. ἐπιδημίαν εἰς ἀνθρώπους, 91 ἐπιδημίαν Θεοῦ, ἐπιδήμους ἐπισήμους 98, ἐπιδιορθοῦσθαι, ἐπίδοσιν, ἐπιεικείας πατέρων, 43, ἐπιεικείᾳ, ἐπιείκειαν τὴν σὴν, ΙΙΙ, ἐπιεικέστεροι, ΙΙ, 237: δυσσεβεστέροις. ἐπιεικεστέρους, 1, 676: δυσσεβείαις συζῶντες. 5. ἐπιεικὲς εὐσεβές. ἐπιεική, ἐπιεικῶν, ἐπιζήμιος ἀμπελών, 1, 1085 ἐπιζητῶν ἐν τῇ μήτρα, 132 ενανθρώπησιν ἐπιθεῖναι τῷ μετώπῳ τοῦ σταυροῦ τὸ σημεῖον, ΙΙΙ, ἐπίθετον (όνομα) τῆς ἀρετῆς, 237 ἀρετῆς, ἕνεκα, ἐπίθετον φυσικώτερον - ἠθικώτερον. ἐπιθυμητικόν, ἐν τοῖς νεφροῖς ὄν, ἀνακινεῖ τὸν λογισμόν, ΙΙ, ἐπιθυμία· ὀργή, Ι, 112. ἐπιθυμίας ἀγαθὰς πληροῖ ὁ Δεσπότης, Ι, ἐπιθυμίας δεῖται· ΙΙΙ, 76. mΟΣ τὸ συντελεῖν εἰς τὸν θεῖον πόθον. ἐπιθυμίαν συμμετρίαν ἀμετρίαν ἐπιθυμίας λογισμοί: λογισμοί. ἐπιθυμίας οὐκ ἀπολαύσουσιν, Χ, 1406, ἐπιθυμίαν ἐμὴν ἐκεί νῳ παράσχης, 1, 4540. ἐπιθυμιῶν ἀνδρὸς, Ι, 602 (τὸ ἐπιθυμητικὸν ἔγκειται τοῖς νεφροῖς, ἐπικαρπίαν, Ι, ἐπίκειμαι τὸ δέρμα, 1, 1316: τὸ δ. ἐπίκειται. περίκειμαι τοῦτο, τοῦτό μοι περίκειται. ἐπικειμένης αὐτῇ τέ χνης, ΙΙ, τῇ ὕλῃ, ἐπικείμενον ὄνομα, ΙΙ, 1116. ἐπίκλην ὠνομάζετο, ΙΙ, 215:; ἐπικλήσεως ἱερατικῆς, πρὸ τῆς, 125, 126, ἁγιασμὸν ἐπικλήσει τῆς ἁγίας Τριάδος ἁγιάζεται τῶν ὑδάτων ἡ φύσις, ΙΙΙ, ἐπίκλησιν Θεοῦ, προσευχήν - ευλογία. ἐπικλισθεὶς πρός τι τῶν ἀνθρωπίνων, 95 ἐπικλιθείς, ἐπικλασθείς, ἐπικλύζειν, ΙΙΙ, ἐπικοροῦντα, Ι, 481 επικουροῦντα) πατέρα Έχεις, ἐπικράτειαν τῆς εὐσεβείας, Π, 1657 ἐπικρύπτοντες, 751: ἀποκρ. ἐπικτήτους φωνάς, ἐπικωμάσαι τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς συλλόγοις, ΙΙΙ, ἐπιλαβόμενοι τῆς δυσκληρία;, 322, ἀφορμήν. ἐπιλέγεσθαι ὄνομα τῶν ἀξίων τοῦ κλήρου, 111, ονόματα), χειροτονίαν. ἐπιλέλοιπε, ἐπιλήνια ᾄσματα, ἐπίληπτον 529 ἐπιλήπτους ἐκάλουν τοὺς προφήτας οἱ δυσσεβεῖς, ΙΙ, 520. ἐπιλησμονήν, ἀναβολήν βοηθείας, Ι, 677. ἐπιληψίαν ὑπεκρίνατο 1, 390; μανίαν ἐπίλυσις, ἐπιμανεῖσαν τῷ νυμφίῳ, 11, 38 ἐπιμελείας θείας σφᾶς αὐτοὺς ἀπεστέρησαν, ἐπιμεμένηκε, ἐπιμέμφεται τοῖς δώροις, 1, 485 ἐπιμέμφονται τῇ βραδύτητι της τιμωρίας, ΙΙ, 498 ἐπιμένει — δεχόμενος, 631: διατελεῖ, ἐπι Ι, μένοι θεός, ΙΙΙ, 799, ἐπιμένει - προλέγων, επιμετρουμένην προθεσμίαν, ΙΙ, 851 ἐπινίκιος, 1, 629, 649 ἐπινίκιος ὕμνος, ἐπινοήσῃ, αὐτῇ παιδίον ἐκεῖθεν επίνοια,
inundatio terra, per scaturigines, aut pluviam.
Illud notioni βλύζειν vel φλύζειν aptius, ut ex expl.
p. 39.
ἐπιβουλὰς τῶν πλησίων (vel πλησίον), Ι, 1440
extr.: i. e. κατὰ τ. πλ. ἐπιβουλῆς, IV, 621 extr.,
furti.
ἐπιβουλεύειν: cum accusat. rei, ὅσα, IV, 810 extr.
ἐπίβουλον λήθης, III: pro λήθη, mire dictum,
cum non absentiæ conditionem habeat, et privandi. ἐπίβουλον τὸ φῶς, ΙΙΙ, 500, noxium, ἐπίδου
λον τῶν ἀμπέλων, Ι, 1176: ἐπίβουλος παθῶν (pro
πάθεσι), ΙV, 512, ars medica.
ἐπιγνῶναι ἡγεμονίαν, ΙΙ, 999, colere, ei se subjicere.
ἐπιγνῶντες, ΙV, 376: pro ἐπιγνόντες.
ἐπιγράφειν, Ι, 265, 266, tribuere: quasi titulum
inscribere. ἐπιγράφεσθαι ἐμὲ Κύριον, ΙΙ, 765, nominare, meo nomine censeri, signari. ἐπιγράφονται
θεοὺς μυρίους τῷ λόγῳ, I, 682 med., simulent ver
bis, se profiteri.
ἐπιδέδωκε, ΙΙΙ, 785, publice reddidit imperatori
übergeben. ἐπιδοθέντα συγγράμματα, IV, 1230,
oblatos libellos, eingegeben.
ἐπιδείκνυμι. ὅσῳ — ἐδείκνυ κηδεμονίαν, τοσούτῳ
ἐδείκνυ κηδεμονίαν, τοσούτῳ
ἐκεῖνος εὔνοιαν ἀπεδείκνυτο, Ι, 433, 434. Utrobique
aut medium esse debeat, aut activum. Sed κηδε
μονια est notio mere activa el transiliva, εὔνοια
magis in animo. ἐπιδεικνὺς φθεγγόμενον, IV, 30,
inducens.
ἐπιδεικτιᾷν, ΙΙΙ, 747, criminatiunculis falsis arguere, quasi argutulari, quia non est vera ἐπίδειξις.
ἐπιδεικτικῶς ἐχρῶντο, ΙΙΙ, 250, ad meram ostentationem.
ἐπιδεξαμένου φιλοστοργίαν, 1, 791: aut pro έπιδειξαμένοι, aut sign. sentiente, quasi concipiente.
Illud prætulerim, forma Homerica,
ἐπιδημήσαντος Χριστοῦ, ΙΙ, 295, cum in terras
venisset. επιδημήσας τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων, ΙΙΙ,
745: ὁ Λόγος ένανθρωπήσας.
ἐπιδημίαν εἰς ἀνθρώπους, V, 91: Christi.
ἐπιδημίαν Θεοῦ, V, 1154, adventum Christi in
terras.
ἐπιδήμους pro ἐπισήμους legitur, II, 98, n. Illud
a contextu alienum.
ἐπιδιορθοῦσθαι, V, 73 init., recte loqui.
ἐπίδοσιν, IV, 1067 init.: in tabulis (lotalibus,
pactum de dote, et inferenda, ab uxore, et pensanda a marito.
ἐπιεικείας πατέρων, V, 43, æquis et congruis
explicationibus et disputationibus. ἐπιεικείᾳ, 111,
971, popularitate, civilitate, i. e. ut se unum e
multis ferret alienus ab arrogantia et contemptu
aliorum tenuiorum, Herablassung, obligeance. επιεί
κειαν τὴν σὴν, ΙΙΙ, 876, te; PP. imperatori Gnade.
ἐπιεικέστεροι, ΙΙ, 237: opp. δυσσεβεστέροις. ἐπι
εικεστέρους, 1, 676 extr.: opp. δυσσεβείαις συζῶν
τες. Sic Phil. v, 5. ἐπιεικὲς potest esse εὐσεβές.
ἐπιεική, ΙV, 861 extr., virtute præditum, probum, sanctum.
ἐπιεικῶν, ΙV, 693 init., prudentium, modestorum.
ἐπιζήμιος ἀμπελών, 1, 1085 extr., acerbos et molestos fructus ferens.
ἐπιζητῶν ἐν τῇ μήτρα, IV, 132: Christus hominem reddere salvum quærens per ενανθρώπησιν
suam. Hippol.
ἐπιθεῖναι τῷ μετώπῳ τοῦ σταυροῦ τὸ σημεῖον, ΙΙΙ,
ἐπίθετον (όνομα) τῆς ἀρετῆς, II, 237: Israelis
237':
nomen Jacobo. ἀρετῆς, supple ἕνεκα, ἐπίθετον est,
additum a Deo, præter nomen Jacobi, quod vocat
φυσικώτερον - illud erat ἠθικώτερον.
ἐπιθυμητικόν, ἐν τοῖς νεφροῖς ὄν, ἀνακινεῖ τὸν
λογισμόν, ΙΙ, 473. Sunt impetus corporei.
ἐπιθυμία· expl. ὀργή, Ι, 112. ἐπιθυμίας ἀγαθὰς
πληροῖ ὁ Δεσπότης, Ι, 1325. Ipse distinguit malas
et bonas. Ex usu quidem Scr. S. semper fere sunt
malæ. ἐπιθυμίας δεῖται· homo, ΙΙΙ, 76. Eidem mΟΣ
ribuit τὸ συντελεῖν εἰς τὸν θεῖον πόθον. Non ergo
pravam intelligit ἐπιθυμίαν (ut Paulus), ejusque
συμμετρίαν mox laudat; ἀμετρίαν accusat. ἐπιθυμίας λογισμοί: vid. λογισμοί. ἐπιθυμίας οὐκ ἀπολαύσουσιν, Χ, 1406, re cupita. ἐπιθυμίαν ἐμὴν ἐκεί
νῳ παράσχης, 1, 4540. ἐπιθυμιῶν ἀνδρὸς, Ι, 602:
Danielis. (τὸ ἐπιθυμητικὸν ἔγκειται τοῖς νεφροῖς,
ἐπικαρπίαν, Ι, 1498, fructum, ejusque perceptionem.
ἐπίκειμαι τὸ δέρμα, 1, 1316: pro, τὸ δ. ἐπίκειται.
Sic et περίκειμαι τοῦτο, pro, τοῦτό μοι περίκειται.
lllud tamen minus usitatum. ἐπικειμένης αὐτῇ τέ
χνης, ΙΙ, 1169: τῇ ὕλῃ, et impensa arte et adhibita.
ἐπικείμενον ὄνομα, ΙΙ, 1116.
ἐπίκλην ὠνομάζετο, ΙΙ, 215: Alius; quod nomen
esset, non cognomem, Adriani imp.
ἐπικλήσεως ἱερατικῆς, πρὸ τῆς, IV, 125, 126,
ante consecrationem in cœna sancta per preces,
que peragunt ἁγιασμὸν Symbolorum. ἐπικλήσει τῆς
ἁγίας Τριάδος ἁγιάζεται τῶν ὑδάτων ἡ φύσις, ΙΙΙ,
196 extr.: in baptismo, IV, 356. ἐπίκλησιν Θεοῦ,
III, 1256, appellationem nominis divini, a quo distinguit προσευχήν - illa est ευλογία.
ἐπικλισθεὶς πρός τι τῶν ἀνθρωπίνων, V, 95:
Joannes negatur; aut pro ἐπικλιθείς, aut legendum
ἐπικλασθείς, fractus: dignum constantia ejus.
ἐπικλύζειν, ΙΙΙ, 957, opprimere, onerare, injuriis,
contumeliis.
ἐπικοροῦντα, Ι, 481 (pro επικουροῦντα) πατέρα
Έχεις, Davidem, cujus causa tibi parcam.
ἐπικράτειαν τῆς εὐσεβείας, Π, 1657: ut ubique
vigeat vera religio.
ἐπικρύπτοντες, III, 751: pro ἀποκρ.
ἐπικτήτους φωνάς, 111, 740: Christi ex assumpta
humanitate, non proprias divinitati.
ἐπικωμάσαι τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς συλλόγοις, ΙΙΙ,
784 extr., fallere Christianos, dissimulando errore,
ut incautos opprimeret.
ἐπιλαβόμενοι τῆς δυσκληρία;, I, 322, usi occasione rerum Judæis adversarum: per occasionem
diceret, Livius, vel, suam occasionem rati, ἀφορμήν.
ἐπιλέγεσθαι ὄνομα τῶν ἀξίων τοῦ κλήρου, 111,
767 (alii ονόματα), ut recitando conmendentur ad
χειροτονίαν.
ἐπιλέλοιπε, IV, 1198, deseruit sine auxilio, de.
stituit.
ἐπιλήνια ᾄσματα, II, 198, Cantus in ccena sacra.
ἐπίληπτον expl. I, 529 ext. ἐπιλήπτους ἐκάλουν
τοὺς προφήτας οἱ δυσσεβεῖς, ΙΙ, 520.
ἐπιλησμονήν, expl. ἀναβολήν βοηθείας, Ι, 677.
ἐπιληψίαν ὑπεκρίνατο David, 1, 390; mox
μανίαν vocat, quæ et ipsa spasmos habet; magis
iamen mentis errorem, et gestus violentiores et
indecoros.
ἐπίλυσις, V, 1 seq. explicatio theseos, aphorismi.
ἐπιμανεῖσαν τῷ νυμφίῳ, 11, 38 init. contra eum
furiosam. Alias est, amore alicujus ardere.
ἐπιμελείας θείας σφᾶς αὐτοὺς ἀπεστέρησαν, IV,
602: non omni, sed benigna et benifica.
ἐπιμεμένηκε, V, 44: pro simplici.
ἐπιμέμφεται τοῖς δώροις, 1, 485: non ut spernendis, sed, quod omnino attulisset. ἐπιμέμφονται
τῇ βραδύτητι της τιμωρίας, ΙΙ, 498: quæ tamen
ipsis immineat, sed ut Deo invidiam faciunt.
ἐπιμένει — δεχόμενος, I, 631: pro διατελεῖ, ἐπιΙ,
μένοι θεός, ΙΙΙ, 799, adsit. ἐπιμένει - προλέγων,
il, 601, pergit.
επιμετρουμένην προθεσμίαν, ΙΙ, 851: tempus intermedium notat, non terminum.
ἐπινίκιος, 1, 629, 649: e Symm.
ἐπινίκιος ὕμνος, I, 1585: qui referatur ad N. Test.
ἐπινοήσῃ, αὐτῇ παιδίον ἐκεῖθεν (ex Hagare)
I, 80.: ut isto commento et auxilio faceret, ut tamen Sara haberet prolem. Erat enim επίνοια, conmentum, ein Einfall.
'
col. 975–976page 56 of 154
PG 84:975ἐπινοοῦντες αὐτοῖς συνάφειαν,Υ, αὐτοῖς αὐτῶν, αὐταῖς. ἐπαρχίας Ἰουδαίων, ΙΙ, 722, ἐπίπαππον, 307: πρόπαππον, πρόγονον. ἐπιπαττομένη ἀχλὺς, ΙΙΙ, 1100. Επιπλα, καὶ ἕτερα σκεύη. επιπλέκει πολλὰ ὀνόματα, Ι, 1560, ἐπιπλεονάζειν τοῖς ἀναγκαίοις, ΙΙΙ, 825. ἐπιπόλαιον (το), Ι, γράμμα. πνευματ τικόν. ἐπιπολῆς (ἐξ) νενοηκότες, Ι, 1040 ἐπιπροσθεί, ΙΙ, Επιπροσθεῖ ἡ ἐξουσία τῷ λογισμῷ, ΙΙΙ, Επιπροσθεῖν ὑμῖν τὸ - πάθος, 733. ἐπιπροσθοῦσα, ἐπιῤῥοίας ὀφθαλμῶν, 80, επισημαντέον, ἐπισημήνασθαι. ΙΙ, 318, 547, ἐπίσημον, διὰ τὸ, τῆς ὁμολογίας, Επισήμους εἰ ἐπιδή μους ἐπισκευαστὴν ἀθανασίαν, τὴν παιδοποιίαν, 17, ἐπείσακ τον, ἐπισκεψαμένη τὴν θνητήν φύσιν, 240: ἡ ζωή, ἐπισκοπικὰς συνόδους, 1139. ἐπισκοπικὴν οὐ κονομίαν, ΙΙΙ, ἐπισκοπικὴν χειροτονίαν, ΙΙΙ, 902, ἐπισκοπικῆς ἀξίας, ΙΙΙ, 901. χάριτος Χάριτος. χειροτονίας, 407. ἐπισκοπικούς νόμους, ΙΙΙ, 652, ἐπισκοπήσας, ἐπισκόποις καλουμένοις, ΙΙΙ, 657 ἐπίσκοπον τὸν πρεσβύτερον λέγει, ΙΙΙ, 652 ἐπισκόπου Ρώ ἀρχιεπίσκοπον. ἐπισκόπους, τοὺς νῦν καλουμένους, ἀποστόλους ὠνόμαζον ΙΙΙ. 652. ἐπισκόπους τοὺς πρεσβυτέρους καλεῖ, ΙΙΙ, ἐπισκόπῳ, ἐπισκοτίζονται, 466 ἐπισπάσασθαι προμήθειαν θείαν, 1366 ἐπισπώμεναι εύνοιαν, ἐπισπούδως, ΙΙΙ, 962. επισταμένας συγχαίειν, ΙΙ, 56 ἐπισταμένων ταῦτα χειρῶν, ΙΙ, 463. ἐπίσταται, 381 ἐπιστῆσαι, ΙΙ, τὸν νοῦν, ἐπιστασίᾳ ἀγγέλων, 789 ἐπιστολὰς διὰ τῶν πατριαρχῶν, 25, Επιστρέφοντες 493. ἐπίστυλον, ἐπισυμβαῖνον πάθος, ΙΙ, 1334: ἐπί. ἐπισφίγγοντες νόμους, 439, ἐπισφραγίζοντος τοῦ ἐπισκόπου, 111, 767, ἐπισχῶμεν τὸν λόγον, ΙΙ, 1056, επίτασις τῆς ἀρετῆς, ΙΙ, 809 ἐπιτατικῶς νοήσωμεν τὸ ὡς, ΙΙ, 1390. ἐπιταφίων; Ι, 538: ταφῆς. ἐπιτέθεικε τὴν ἀλήθειαν τῷ τύπῳ, Ι. 168. ἐπιτεθεικὼς φόβον, ΙΙ, 952: ἐπιθεῖναι φ. 951, ένα θεῖναι. ἐπιτεθεὶς κέντρον, ΙΙ. 1335. ἐπιτεθηκότα μώμον, ΙΙΙ, 1263 ἐπιτεθεικότα, ἐπιτειχίσαι 1, 495: τειχίσαι. ἐπιτεταγμένου - την προστασίαν, Ι, 1218 1°: ᾧ ἐπετάχθη ἡ ἡμετέρα προστασία. 2 ἐπιτεταγμένου πεπιστευμένου. ἐπιτεταγμένως δοξάζων, ΙΙ, 258, ἐσφαλμένας ἐχόν των υπολήψεις. ἐπι τεταμένως. ἐπιτετευγμένως, 1258: έπι τεταγμένως. ἐπιτηδεύματα, 1, 661 ἐπιτηδειότητα μεταβολής, 987, ἐπιτηρήσεως, ἐπιτίθησι τοῖς ἡμιόνοις την καμάραν, ΙΙΙ, 1217 χαμάραν ἐπιτίθησιν ἐπιτραπέντες ἐπανελθεῖν, ΙΙ, 1604 ἐπιτρεπισθῆναι τὴν ὁδὸν, ΙΙ, 387: εὐτρεπισθ. ἐπιτρεπομένην τὴν ῥομφαίαν, ΙΙ, 1658 ἐπιτρεπόμενον τῶν εἰρημένων ἕκαστον, Ι, 554, ἐπιτρέποντες, ΙΙ, 1492, ἐπιτρέψαι, ΙΙΙ, 1079 ἐπιτρέπειν, ἐπιτρέψαντες ἑαυτοῖς, ΙΙ, 1347, ἁρπάσαντες. ἐπιτρέψειε τὴν λειτουργίαν ἑαυτῷ, ἐπιτριβομένους εἰς ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 731 ἐπιτυγχάνων ἐπιφάνεια τοῦ γράμματος, 1, 1989, γράμματος. ἐπιφανείᾳ τοῦ Σωτῆρος, Ι, 1955, ἐπιφανείᾳ τῶν ὑδάτων ἐπικαθήμενον, ΙΠ, 1133, ἐπιφάνειαν γῆς ἐξωμάτ λισε, ΙΙΙ, Επιφάνειαν Δεσποτικήν, ΙΙ, 183, 305, ἐπιφανείας Δεσποτικῆς μνήμη, ἐπιφανείας δευτέρας, τῷ τῶν ὅλων Θεῷ, ἐπιφανείας παρὰ τὸν Ἰορδάνην, ΙΙ, 1242: 1446, ἀφίξεως εἰς τὸν Ἰορδάνην. ἐπιφανείας σημεία, 1, 415, ἐπιφάνεια ἐπιφανεῖται, ΙΙΙ, 65, ἐπιφαινόμενον ἦθος, επιφέρει καί φησι, 58. ἐπι φέρειν μνήμην άληστον, Ι, 1446
ἐπινοοῦντες αὐτοῖς (Homini et Deo) συνάφειαν,Υ,
14, in this factam comminiscentes, vel αὐτοῖς pro
αὐτῶν, ut infra αὐταῖς.
ἐπαρχίας Ἰουδαίων, ΙΙ, 722, perdidia, immanitate in Christum: catachrestice.
ἐπίπαππον, IV, 307: aut pro πρόπαππον, aut
pro hoc, ordine inverso, πρόγονον.
ἐπιπαττομένη ἀχλὺς, ΙΙΙ, 1100.
Επιπλα, IV, 540 init., vitrei vasis convivalis
genus. Certum esse debet, et proprium, quia addit,
καὶ ἕτερα σκεύη.
επιπλέκει πολλὰ ὀνόματα, Ι, 1560, cumulat.
ἐπιπλεονάζειν τοῖς ἀναγκαίοις, ΙΙΙ, 825.
ἐπιπόλαιον (το), Ι, 179, externum, corporeum,
quod verba loquuntur, γράμμα. Opp. πνευματ
τικόν.
ἐπιπολῆς (ἐξ) νενοηκότες, Ι, 1040: non prophetice, typice de N. Test.
ἐπιπροσθεί, ΙΙ, 72, incurrit, impugnat, turbat,
interpellat. Επιπροσθεῖ ἡ ἐξουσία τῷ λογισμῷ, ΙΙΙ,
1046, se immiscet, turbat rationem: quasi ei incurrit: cogitatio ejus sese adjungit, ut velis, quæ
poesis. Επιπροσθεῖν ὑμῖν τὸ - πάθος, 1V, 733. Επιπροσθοῦσα, IV, 566: nubes, et, velut nubes, ebrietas, stultitia, intercurrens, sese opponens luci,
turbans et obscurans usum rationis: vel, incurrens,
petens infesto appulsu.
ἐπιῤῥοίας ὀφθαλμῶν, ΙV, 80, suffusiones.
επισημαντέον, I, 565 med., observandum. Criticum vocab.
ἐπισημήνασθαι. ΙΙ, 318, 547, observare, notare,
attendere, II, 1085, 1203; III, 382, 145; IV, 469:
Scholiastarum voc.
ἐπίσημον, διὰ τὸ, τῆς ὁμολογίας, IV, quia conjesseris nomine insignis erat. Επισήμους εἰ ἐπιδή
μους variant, II, 98, n. 3.
ἐπισκευαστὴν ἀθανασίαν, τὴν παιδοποιίαν, 17,
785, adventitiam, extrinsecus arcessitam, ἐπείσακτον, supplementum mortalitati.
ἐπισκεψαμένη τὴν θνητήν φύσιν, IV, 240: ἡ ζωή,
divinitas Christi immortalis, veniens in humanam
ejus naturam. Ath.
ἐπισκοπικὰς συνόδους, IV, 1139. ἐπισκοπικὴν οὐ
κονομίαν, ΙΙΙ, 446: apud Colossenses, Epaphrodito
tribuit, quia apostolus eorum vocetur. ἐπισκοπικὴν
χειροτονίαν, ΙΙΙ, 902, ad episcopatum. ἐπισκοπικῆς
ἀξίας, ΙΙΙ, 901. χάριτος vid. Χάριτος.
χειρο
τονίας, IV, 407. ἐπισκοπικούς νόμους, ΙΙΙ, 652, episcopis præscripta.
ἐπισκοπήσας, IV, 1138, qui episcopus fuerim.
ἐπισκόποις καλουμένοις, ΙΙΙ, 657 init., presbyteris,
qui Pauli tempore episcopi vocarentur. ἐπίσκοπον
τὸν πρεσβύτερον λέγει, ΙΙΙ, 652 init. ἐπισκόπου Ρώµns, IV, 1243: Damasum dicit, et mox Leonem:
et statim antea Alexandr. ἀρχιεπίσκοπον. ἐπισκό
πους, τοὺς νῦν καλουμένους, ἀποστόλους ὠνόμαζον
ΙΙΙ. 652. ἐπισκόπους τοὺς πρεσβυτέρους καλεῖ, ΙΙΙ,
445. ἐπισκόπῳ, IV, 1210: simpliciter inscribit Epist.
n. 126, quia cesserat episcopatu: orde tamen
manebat.
ἐπισκοτίζονται, ΙI, 466: homines ips.
ἐπισπάσασθαι προμήθειαν θείαν, II, 1366: per
virtutis studium: faceret, ut Deus ei eximia bona
tribueret. ἐπισπώμεναι εύνοιαν, II, 36, concipienles, sentientes.
ἐπισπούδως, ΙΙΙ, 962.
επισταμένας συγχαίειν, ΙΙ, 56: de radiis veluti
solaribus: qui possint, soleant. ἐπισταμένων ταῦτα
χειρῶν, ΙΙ, 463. ἐπίσταται, IV, 381 extr., apostolus,
dicit, docet: meton. ἐπιστῆσαι, ΙΙ, 1040: scil. τὸν
νοῦν, notare, observare, 814, 825.
ἐπιστασίᾳ ἀγγέλων, ΙV, 789: homines custodit
Deus.
ἐπιστολὰς διὰ τῶν πατριαρχῶν, rel. II, 25, promissa de adventu Christi.
Επιστρέφοντες quid? I, 493.
ἐπίστυλον, 1, 471, epistylium, quod columnis
transversis imponitur: Gesims.
ἐπισυμβαῖνον πάθος, ΙΙ, 1334: redundat ἐπί.
ἐπισφίγγοντες νόμους, IV, 439, firmantes: eleganter, at de nervis vel chordis, arctius etiam in
N. T. astrictas leges innuit.
ἐπισφραγίζοντος τοῦ ἐπισκόπου, 111, 767, confire
mante creatum, ut auctor fiat.
ἐπισχῶμεν τὸν λόγον, ΙΙ, 1056, differemus.
επίτασις τῆς ἀρετῆς, ΙΙ, 809 extr.: e contexto
esse debet: ut et virtus addatur, bona opera exer
ceantur, non tantum mala vitentur.
ἐπιτατικῶς νοήσωμεν τὸ ὡς, ΙΙ, 1390.
ἐπιταφίων; Ι, 538 extr.: pro ταφῆς.
ἐπιτέθεικε τὴν ἀλήθειαν τῷ τύπῳ, Ι. 168. ἐπιτεθεικώς φόβον, ΙΙ, 952: ἐπιθεῖναι φ. 951, pro ένα
θεῖναι.
ἐπιτεθεὶς κέντρον, ΙΙ. 1335.
ἐπιτεθηκότα μώμον, ΙΙΙ, 1263 med.:pro επιτεθει
κότα, vitio forte.
ἐπιτειχίσαι cum accus. 1, 495: pro τειχίσαι.
ἐπιτεταγμένου - την προστασίαν, Ι, 1218:
1° hypallage, pro: ᾧ ἐπετάχθη ἡ ἡμετέρα προστα
σία. 2 ἐπιτεταγμένου pro πεπιστευμένου.
ἐπιτεταγμένως δοξάζων, ΙΙ, 258, recte, ordine,
cum vera cognitione. Opp. ibi, ἐσφαλμένας ἐχόν
των υπολήψεις. Alias sane legendum videatur, ἐπι
τεταμένως.
ἐπιτετευγμένως, II, 1258: corrupte leg. pro έπι
τεταγμένως.
ἐπιτηδεύματα, 1, 661: ex Aquila.
ἐπιτηδειότητα μεταβολής, V, 987, quod subest et
patet mutationi, quod per illud inducitur mutatio.
ἐπιτηρήσεως, 1, 578, observandis futuris per ora
cula: si vera lectio.
ἐπιτίθησι τοῖς ἡμιόνοις την καμάραν, ΙΙΙ, 1217:
si χαμάραν sign. currum arcuatuun, ἐπιτίθησιν est,
jungit mulas; sed et lecticam notare potest, quæe
proprie imponeretur mulabus.
ἐπιτραπέντες ἐπανελθεῖν, ΙΙ, 1604: hypall.
ἐπιτρεπισθῆναι τὴν ὁδὸν, ΙΙ, 387: pro εὐτρεπισθ.
ἐπιτρεπομένην τὴν ῥομφαίαν, ΙΙ, 1658: hypallage.
ἐπιτρεπόμενον τῶν εἰρημένων ἕκαστον, Ι, 554,
attendens, animadvertens, observans. ἐπιτρέποντες, ΙΙ, 1492, jubentes. ἐπιτρέψαι, ΙΙΙ, 1079 init.:
significare videtur, imperare. Cur enim permitteret
episcopus, quod asceta suo ausu facere potuisset,
et rogatus, difficulter mutaret? Sic Liv. negotium
dare, quod est ipsum ἐπιτρέπειν, ponit pro imperare. ἐπιτρέψαντες ἑαυτοῖς, ΙΙ, 1347, sumentes, arrogantes, ἁρπάσαντες. ἐπιτρέψειε τὴν λειτουργίαν
ἑαυτῷ, IV, 1349, arrogarit sibi jus celebrand Eucharistiæ, vel cultus publici.
ἐπιτριβομένους εἰς ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 731 init., obarmatos.
ἐπιτυγχάνων (Gen. xxxix, 2), quid? I, 104.
ἐπιφάνεια τοῦ γράμματος, 1, 1989, ut primo adspectu proxime sonant verba: vid. γράμματος.
ἐπιφανείᾳ τοῦ Σωτῆρος, Ι, 1955, cum nasceretur.
ἐπιφανείᾳ τῶν ὑδάτων ἐπικαθήμενον, ΙΠ, 1133, superhciei, summæ aquæ. ἐπιφάνειαν γῆς ἐξωμάτ
λισε, ΙΙΙ, 1148, sepulcri locum reliquo solo æquavit,
ne appareret. Επιφάνειαν Δεσποτικήν, ΙΙ, 183, 305,
Christum natum. ἐπιφανείας Δεσποτικῆς μνήμη,
IV, 1111, festum nati Christi. ἐπιφανείας δευτέρας,
1, 671 init. tribuitur τῷ τῶν ὅλων Θεῷ, quem hic
Christum vocat. ἐπιφανείας (Christi) παρὰ τὸν
Ἰορδάνην, ΙΙ, 1242: sic et 1446, expl. ἀφίξεως εἰς
τὸν Ἰορδάνην. ἐπιφανείας σημεία, 1, 415, adventus,
auxilii. (Alioquin ipsa ἐπιφάνεια sit signum.)
ἐπιφανεῖται, ΙΙΙ, 65, adjuturus aderit. ἐπιφαινόμε
νον ἦθος, IV, 1029: Socratis: qualem habitum morum præ se ferret in vita et usu hominum: sein
Betragen, äusserliches Bezeugen.
επιφέρει καί φησι, porro insequitur, V, 58. ἐπιφέρειν μνήμην άληστον, Ι, 1446 init.: potest intelligi, ut nobis ingeramus, adhibeamus. Forte leg.
col. 977–978page 57 of 154
PG 84:977περιφ. ἐπιφέρεσθαι, ΙΙ, 1100, ἐπιφέρεσθαι ἐν μνήμῃ, 76: περιφέρ. ἐπιφερόμενον, ΙΙ, ἐπὶ ἐπιφέρονται ἐν τοῖς πολέμοις, Ι, 900 ἐπιφημίζει μῶμον, ἐπιφέρει, Ν, 63. ἐπίχειρα εὐσεβείας, 579, ἐπιχειρήσει κατὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ΙΙ, 1543 τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι. ἐπιχωρίοις, χωριτικοίς, 1, 1105 7. ἔπλεξεν αὐτοῖς ἐγκώμιον, ΙΙΙ, 327. ἐπλεονέκτει τοὺς ἄλλους, ΙΙΙ, 1151, ἐπλεονέκτει ἤθους ἁπλότητι, 1200. ἐπλεονέκτει πάντας, ἐπλημμέλησαν, ΙΙΙ, ἐπλήρου τύπον, 45, ἐπλήρου τὰς συνθήκας, ΙΙ, 1507. ἐπλήρουν κατάλογον - κατάλ. ἐπληρώθη ὁ χρόνος, ΙΙ, 126: ἐπλήρωσα τὰς ἐντολὰς, 1, 1479 ἐπλουτήσαμεν, Ν, 97: ἐπλουτίσαμεν, ἐποίει τὴν φροντίδα, ΙΙ, 536: ἐποιεῖτο. ἐποίει πολλαπλασίαν ἐργασίαν, 1964: εκέ λευε. ἐποίησας παρασύναξιν, 1281: εποιήσω. ἐποιήσατο ὑπὸ μίαν βασιλείαν, ΙΙ, 1167. ἐποίησε ἐπήνεσε, 943 95. ἐποίησεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν Μακεδονικὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1532 ἐποίησεν ἑορτὴν, Ι, τοῦ Ἰούδα, ἐποιήσατο. ἐποιοῦντο συχνὰς διαδοχάς, ΙΙ, 1246: ἐποίουν ἐπολιτεύετο σκιὰ παρ' ἐκείνοις, Ι, 1504. ἑπόμενον ὅρους, 120: όροις. επονομάζῃ, ΙΙΙ, 35: κοινὸν ὄνομα, Επόπτην στάσεων, ἐπουράνιος, ἐπουρανίων τύπος, 1028 ἐπιψίας, ? έποψίας θείας πόρρω τυγχάνουσιν, έποψίαν κυρῶσαι, 1101: βεβαιῶσαι, βεβαιωθῆναι, 1102: τὰ ἐν τῇ ἐποψίᾳ, καὶ διὰ τῆς ἐποψίας, ψηφισθέντα, κυρωθέντα μένειν, ἐπραγματεύσαντο λέγειν, 1351: Έλεγον. ἐπρίατο ὁ Κύριος, τὸ οἰκεῖον αἷμα τιμὴν δεδωκώς, 141. ἐπρίατο ὑμᾶς ὁ Δεσπότης, δοὺς τὸ οἰκεῖον αἷμα, ΙΙΙ, 207 Επταπλασίως πολλαπλασίως, 1, 676. ἑπτερωμένης διανοίας, ΙΙ, 1. επυρπολούμην, Ι, πυρποληθεὶς. ἐπύρσευσε, Ι, πυρσῷ, ἐπιδαῖς, ΙΙΙ, ἐπωδῇ τῆς θείας προσηγορίας, έπα ᾠδὴν λόγων θείων, ἐπωμές· Ἐφεστρίς. ἐπωμίδα, τοῦ Ἐφούδ. Ι, 335. ἐπώνυμοι τῶν οἰκιστῶν, ΙΙ, 887. ἐπώνυμον, ΙΙΙ, ἐπώνυμον εἶναι τῆς οἰκείας ὀξυδορκίας, 11,62, 144. ἐπώνυμον ἡμῖν πόλιν, ΙΙΙ, 789 ἐπώνυμον τῆς συγχύσεως πύργον, 746: ἐπώνυμον τού του, 524: ἐπώνυμος μανίας μανίας. ἐπώνυμος τῆς λίμνης, 821 ερανίζεται την ὑπόστασιν ἐξ ὕλης καὶ τέχνης, 414: ερανισθὲν ἐξ ὕλης καὶ τέχνης, 1, ἐρανιστής, πολύμορφος, ἐράνου (ἐξ) συνισταμένους, ΙΙ, 340 ἐρασταῖς ἑαυτῶν λέγουσιν οἱ νενικηκότες, Ι, 1455 ἐραστήν, ΙΙΙ, ἐργάζεται ἧτταν ἡ πονηρία, Ι, 511 νόμος ὀργὴν κατεργάζεται, ἐργασάμενος νεκρόν, Ι, 221, άπτόμενος. ἐργάσονται ἀλλήλοις δεινά, 1057: ἀλλήλους. ἐργασίᾳ ἀγαθῶν, ΙΙ, 748, 958. ἐργασία καθέστηκεν τὴν τοῦ νοητοῦ ἄρτου βρῶσιν, Ι, 1517 Εργάζεσθε βρῶσιν. έργασίαν, ἐργασίαν αἰσχύνης ποιητικήν, 11,796. έργα σίαν ἀρετῆς, Ι, 761. ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 227. ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, ΙΙ, 163. ἐργασίας, μετὰ τῆς καλῆς, προσενέγκωμεν τὸ τάλαντον, 13, 1177 ἐργαστήριον, ΙΙΙ, 759: σαφῶς ἐάλω, ἔργον, ἐργαστήριον τῆς φύσεως, 650; ἐργαστήριον χριστομάχον, ΙΙΙ, 729, συνεκρότησαν. Εργαστηρίῳ κρυπτῷ τῆς φύσεως, Ι, ἐργαστηρίοις τελωνικοῖς, 900 έρ ἐργάται δικαιοσύνης, Ι, 843 δυσσεβείας καὶ πονηρίας, Ι, 1215. έργάται ψεύδους, 456. ἐργάταις πονηρίας, ΙΙΙ, 431. — τῆς ἀδικίας, 1616. — τῆς ἀρετῆς, ΙΙ, 550. ἐργάτας ἀρετῆς, Ι, 655.ἁμαρτημάτων, — ἀσελγείας, 281. πονηρίας, 518: κακίας, ἐργάτης ἀρετῆς τοσαύτης, 1, 1469: τοσ οὗτος, ἔργον ἐγένετο ὁ λόγος, 14, ἔργον ἐπέθηκε τῷ λόγῳ, ἔργον. λατρευτόν· Λατρευτόν. ἔργον μὴ ἐπιθέντα τῷ λόγῳ, ἔργον ὁ λέ γος γέγονε, έργον (εἰς) προχωροῦντος τοῦ σκοποῦ, ΙΙ, 371. εργοχειρούμενος λόγος, 1153, ἐρεῖσθαι, 307. ἠρεῖσθαι, ἐρεισθῆναι, ἐρεττόντων τὸ σκάφος, 1206. έρημα πραγμάτων ρήματα, ΙΙ, 1315: πρα γμάτων. ἐρήμην ἐποιήσαντο τὴν γραφήν, 1162, ἐρημικὸν βίον, Ι, 1261; 1167, 1964. ἐρημικοί βίοι, Ι, 760: ορρ. πολιτικοί. ἔρημον ὀνομάζει τὰ ἔθνη, Ι. 784. ἐρήμους της προσηγορίας, Ι, ἐριχνωμένον, 1250: έῤῥιαν. ἐρκτὴν, ΙΙΙ, 1158: ειρκτήν. ἑρμηνέα του λόγου, ἑρμηνεία, έρμηνεία τῶν Ἑβραϊκών ονομάτων, 389 βίβλον τῶν Ἑβρ. όνομ. ει 394 βίβλ. των Εβρ. όνομ. έρμ. ἑρμηνεία Εβρ. όνομ. δόσιν Ιαώ.
περιφ. ἐπιφέρεσθαι, ΙΙ, 1100, habere, circumferre.
ἐπιφέρεσθαι ἐν μνήμῃ, V, 76: pro περιφέρ. ἐπιφερόμενον, ΙΙ, 1602 extr.: et ἐπὶ redundat, et medium
pro activo. ἐπιφέρονται ἐν τοῖς πολέμοις, Ι, 900:
peltam.
ἐπιφημίζει μῶμον, i. e. ἐπιφέρει, Ν, 63.
ἐπίχειρα εὐσεβείας, I, 579, præmia.
ἐπιχειρήσει κατὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ΙΙ, 1543: pra,
τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι.
ἐπιχωρίοις, in cod. pro χωριτικοίς, 1, 1105 n. 7.
male.
ἔπλεξεν αὐτοῖς ἐγκώμιον, ΙΙΙ, 327.
ἐπλεονέκτει τοὺς ἄλλους, ΙΙΙ, 1151, vincebat (modestia).
ἐπλεονέκτει ἤθους ἁπλότητι, rel. III, 1200. έπλεον
έκτει πάντας, III, 1258: precandi assiduitate
vincebat.
ἐπλημμέλησαν, ΙΙΙ, 837 bis: de gravi delicto.
ἐπλήρου τύπον, III, 45, erat typus. ἐπλήρου τὰς
συνθήκας, ΙΙ, 1507. ἐπλήρουν κατάλογον - vid. κατάλ.
ἐπληρώθη ὁ χρόνος, ΙΙ, 126: ex Hebr. ἐπλήρωσα
τὰς ἐντολὰς, 1, 1479: Hebr.
ἐπλουτήσαμεν, Ν, 97: pro ἐπλουτίσαμεν, laudibus
cumulavimus.
ἐποίει τὴν φροντίδα, ΙΙ, 536 init.: pro ἐποιεῖτο.
ἐποίει πολλαπλασίαν ἐργασίαν, I, 1964: pro εκέ
λευε. ἐποίησας παρασύναξιν, IV, 1281: pro εποιήσω.
ἐποιήσατο ὑπὸ μίαν βασιλείαν, ΙΙ, 1167. ἐποίησε et
ἐπήνεσε, var. IV, 943 init., n. 95. ἐποίησεν αὐτὴν ὑπὸ
τὴν Μακεδονικὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1532 extr. ἐποίησεν
ἑορτὴν, Ι, 486: scil. non sibi, sed populo et ob
genit. τοῦ Ἰούδα, non est ἐποιήσατο. ἐποιοῦντο συχνὰς
διαδοχάς, ΙΙ, 1246: pro ἐποίουν dicitur enim de
Romanis, qua Pontificatum Judæorum.
ἐπολιτεύετο σκιὰ παρ' ἐκείνοις, Ι, 1504.
ἑπόμενον ὅρους, V, 120: pro όροις.
επονομάζῃ, ΙΙΙ, 35: refert ad κοινὸν ὄνομα, ap
pellativum, et honorificum.
Επόπτην στάσεων, V, 99, qui veniat eas sedalurus, disceptatorem, arbitrum.
ἐπουράνιος, V, 1095: homo, quo sensu? 1099.
ἐπουρανίων τύπος, II, 1028: expl. de vitæ æternæ
Siguris.
ἐπιψίας, ΙV, 1100: miserat imp. ad cognoscendum ejus regionis statum (Commission), an possent
tolerare tributa? έποψίας θείας πόρρω τυγχάνουσιν,
II, 1018, impii, scil. benigna, virtutem et felicitatem juvante. έποψίαν κυρῶσαι, IV, 1101: βεβαιώ
σαι, βεβαιωθῆναι, 1102 seq.: metonymice, pro, τὰ
ἐν τῇ ἐποψίᾳ, καὶ διὰ τῆς ἐποψίας, ψηφισθέντα,
κυρωθέντα μένειν, quæ in ea gesta, ex ea relata et
decreta fuerint.
ἐπραγματεύσαντο λέγειν, IV, 1351 init.: Έλεγον.
ἐπρίατο ὁ Κύριος, τὸ οἰκεῖον αἷμα τιμὴν δεδωκώς,
II, 141. ἐπρίατο ὑμᾶς ὁ Δεσπότης, δοὺς τὸ οἰκεῖον
αἷμα, ΙΙΙ, 207 extr.
Επταπλασίως expl. πολλαπλασίως, 1, 676.
ἑπτερωμένης διανοίας, ΙΙ, 1. επυρπολούμην, Ι,
1114, indignabar, angebar: et p. 1120 init. πυρπο
ληθείς.
ἐπύρσευσε, Ι, 231: quasi πυρσῷ, face subdita
incendit.
ἐπιδαῖς, ΙΙΙ, 1239 init., argumentis, precibus
Vorstellungen. ἐπωδῇ τῆς θείας προσηγορίας, III,
1955: dolorem sedavit, quasi incantamento. έπα
ᾠδὴν λόγων θείων, IV, 1072: lenimen dolori.
ἐπωμές· vid. Ἐφεστρίς. ἐπωμίδα, interp. τοῦ
Ἐφούδ. Ι, 335.
ἐπώνυμοι τῶν οἰκιστῶν, ΙΙ, 887. ἐπώνυμον, ΙΙΙ,
1080 bis, nomen ab illo habens. ἐπώνυμον εἶναι
τῆς οἰκείας ὀξυδορκίας, 11,62, nomen inde habere.
144. ἐπώνυμον ἡμῖν πόλιν, ΙΙΙ, 789: quæ a nobis
dicitur, Constantinopolim. ἐπώνυμον τῆς συγχύσεως πύργον, ΙV, 746: Babylonicam. ἐπώνυμον τού
του, IV, 524: ab eo dictum est. ἐπώνυμος μανίας
vid. μανίας. ἐπώνυμος τῆς λίμνης, III, 821: ab
eo habens nomen. Alioquin inverse adhibetur.
'
ερανίζεται την ὑπόστασιν ἐξ ὕλης καὶ τέχνης,
II, 414: idola. ερανισθὲν ἐξ ὕλης καὶ τέχνης, 1,
782: signum, imago.
ἐρανιστής, ΙV, 2: Theodoreti liber, cujus nominis causam reddit. πολύμορφος, idem dicitur
ἐράνου (ἐξ) συνισταμένους, ΙΙ, 340: Deos falsos,
imo imagines, quæ materiam ab auro, formam
haberent ab arte et opere, quasi collectam et mutuam. Eleganter.
ἐρασταῖς ἑαυτῶν λέγουσιν οἱ νενικηκότες, Ι, 1455:
martyres, quorum tum admiratio invaluisset, cultusque glisceret. ἐραστήν, ΙΙΙ, 1124, sectatorem cupidum.
ἐργάζεται ἧτταν ἡ πονηρία, Ι, 511 init.: per eam
merentur, ut vincantur. Contuleris Rom. IV, 15. ¿
νόμος ὀργὴν κατεργάζεται, facit (violata) ut puniamur. ἐργασάμενος νεκρόν, Ι, 221, qui interfecerit,
quia scil. opp. άπτόμενος. ἐργάσονται ἀλλήλοις δεινά,
II, 1057: pro ἀλλήλους.
ἐργασίᾳ ἀγαθῶν, ΙΙ, 748, 958. ἐργασία καθέστη
κεν τὴν τοῦ νοητοῦ ἄρτου βρῶσιν, Ι, 1517: quia scil.
Christus dicat: Εργάζεσθε βρῶσιν. supplem.
έργασίαν, IV, 1015: talentorum quæstum, fenus,
fructum. ἐργασίαν αἰσχύνης ποιητικήν, 11,796. έργα
σίαν ἀρετῆς, Ι, 761. ἐργασίαν τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 227.
extr. ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, ΙΙ, 163. ἐργασίας, μετὰ
τῆς καλῆς, προσενέγκωμεν τὸ τάλαντον, 13, 1177:
cum fructu et fenore.
ἐργαστήριον, ΙΙΙ, 759: Eusebii Nicomed. σαφῶς
ἐάλω, cum vidissent, quid ille sentiret, quem errerem induxisset, quid ab eo profectum esset: pro
ἔργον, ἐργαστήριον τῆς φύσεως, IV, 650; semen
unde homo nascitur, in utero formandus. Εργαστή
ριον χριστομάχον, ΙΙΙ, 729, coetum Christo adver
sum. Templum ipsum intelligi nequit, ob verbum,
συνεκρότησαν. Εργαστηρίῳ κρυπτῷ τῆς φύσεως, Ι,
1535, utero materno.
ἐργαστηρίοις τελωνικοῖς, ΙV, 900 init. (quia έρYasla et quæstum vel vectigal notat).
ἐργάται δικαιοσύνης, Ι, 843 med.
δυσσεβείας
καὶ πονηρίας, Ι, 1215. έργάται ψεύδους, IV, 456.
ἐργάταις πονηρίας, ΙΙΙ, 431. — τῆς ἀδικίας, II
1616. — τῆς ἀρετῆς, ΙΙ, 550. ἐργάτας ἀρετῆς, Ι,
655.ἁμαρτημάτων, p. seq. — ἀσελγείας, 1V. 281. -
πονηρίας, II, 518: ex Hebr. κακίας, IV,
ἐργάτης ἀρετῆς τοσαύτης, 1, 1469: hypall. pro τοσ
οὗτος, talis cultor.
ἔργον ἐγένετο ὁ λόγος, I, 14, factum est, quod
dixerat: a verbo ad rem venit. ἔργον ἐπέθηκε τῷ
λόγῳ, 1, 48, statim fecit, quod jussus erat, ἔργον.
λατρευτόν· vid. Λατρευτόν. ἔργον μὴ ἐπιθέντα τῷ
λόγῳ, 1, 485, qui non fecerit promissa, ἔργον ὁ λέ
γος γέγονε, 1, 66, fides et eventus constitit dicto.
έργον (εἰς) προχωροῦντος τοῦ σκοποῦ, ΙΙ, 371.
εργοχειρούμενος λόγος, V, 1153, vaticinia re et
eventu effecta. Mirum vocab.
ἐρεῖσθαι, ΙV, 307. ἠρεῖσθαι, ἐρεισθῆναι, defixisse.
ἐρεττόντων τὸ σκάφος, ΙV, 1206.
έρημα πραγμάτων ρήματα, ΙΙ, 1315: vid. πραγμάτων. ἐρήμην ἐποιήσαντο τὴν γραφήν, ΙV, 1162,
accusarunt nos absentes, cum adesse et respandere non possemus.
ἐρημικὸν βίον, Ι, 1261; III, 1167, 1964. ἐρημικοί
βίοι, Ι, 760: ορρ. πολιτικοί.
ἔρημον ὀνομάζει τὰ ἔθνη, Ι. 784. ἐρήμους της
προσηγορίας, Ι, 1518, indignos: habebant enim.
ἐριχνωμένον, ΙΙII, 1250 init.: pro έῤῥιαν. ver
schrumpfi.
ἐρκτὴν, ΙΙΙ, 1158: ειρκτήν.
ἑρμηνέα του λόγου, IV, 423, auctorem, qui proferat ista verba, iis utatur.
ἑρμηνεία, 1, 191, declaratio anagogica, cujus rei
imago sit ritus. έρμηνεία τῶν Ἑβραϊκών ονομάτων,
1,387, 492, 543, Glossarium vel Lexicon Hebr. quo
usus Theod. p. 389 vocat βίβλον τῶν Ἑβρ. όνομ.
ει 394 βίβλ. των Εβρ. όνομ. έρμ. ἑρμηνεία Εβρ.
όνομ. 1, 558: Nethinim expl. δόσιν Ιαώ. Ergo in eo
col. 979–980page 58 of 154
PG 84:979155. ἑρμηνεία όνομ. Ἑβρ. Ι. 551 πτῶσιν. ἑρμηνείαν επάγει, ΙΙΙ, 260, Ερμηνείαν (ἐπὶ τὴν) βαδίσωμεν, ΙΙΙ, 449, ἑρμηνείαν ἔχει ταύτην, ΙΙ, 1632, Ερμηνείας ἁψώμεθα, , 85: ἀψώμ. ἑρμηνείας ἐχώμεθα Ἐχώμ. Ερμηνεύει τὸ ὄνομα, ΙΙ, 689, ἑρμηνεύει τὸν ἀΐδιον, ΙΙ, 1350, ἑρμηνεύει τοῦτο τὸ μάννα, 1, 145: έρμηνεύεται, ἑρμηνεύεται ὁ γειώρας τῇ Ἑλληνικῇ φωνῇ ὁ προσήλυτος, ΙΙ, έρμην. γειώρας προσήλυτος ἑρμηνευομένοις, ΙΙ, ήρμηνευμένοις, οἱ ἑρμηνεύσαντες τὸν Ἐζεκιήλ, Ι, 479 ἐκδόσει. ἑρμηνεύων εἰπεῖν, 1051, ἑρμηνευταί ΙΙ, 1975: οἱ θ' ἑρμηνευταὶ ἄλλοι, 1, 407: τους ('. "Αλλοι. ἑρπετὰ, θηρίοις. έρ πετά ἑρπετὰ, ἑρπετῶν, ἑρπιστικών, Ι, 1539: ερπυστικών. ἐῤῥάγησαν, ΙΙΙ, ῥήγνυμι βήσσειν, ἐῤῥάτσε, ΙΙΙ, 1239: ἀῤῥωστήσας, ἐῤῥώσθη. ἐῤῥῶσθαι πᾶσι φράσαντες, ΙΙΙ, 542 σθαι φράσας τῷ λογικῷ, 555 ἐῤῥῶσθαι πᾶσι φράσαντα, 606, ἐρυγγάνοντας, 417. ἐρευγομένους. Ερυγγάνουσι, Ι, 638: ερεύγουσι. ἐρυγγάνουσι, φωνάς, ἐρυγὰς ἀναπέμπει, ερυγήν, ουσίᾳ ερυθρια σε παρόντα, 1674 ἐρυθριᾷς τὴν μνήμην, 534: τῇ μνήμῃ. Ερυσίβην Ι, 1534. Ερυσίβης ψεκάδες, 11, ἔρχεται εἰς τὴν τῆς ἀρχιερωσύνης λειτουργίαν, ερχομένου, ΙΙΙ, ἐρῶ, Ι, ἐσαγήνευσαν, ΙΙΙ, ἐσαγήνευσε, ν, ἐσαγήνευσεν εἰς ζωήν, ΙΙ, 1660 ἐσβέννυντο τῷ θανάτῳ, ΙΙ, 1177, ἔσβεσεν την πλάνην, ΙΙ, 327. ἔσβεσται ἡ πλάνη, ΙΙ, 281. ἔσεσθαι τὴν ὑγείαν τομῇ πλατάνου, ΙΙΙ, 1920 γενήσεσθαι, ἐλθεῖν. ἐσημείωσεν, ΙΙ, 89, ἐσθίεται ὁ νυμφίος, ΙΙ, 54: ἐσθιόμενος ὑπὸ σφηκῶν καὶ μελιττών, ΙΙΙ, 920, ἐσιώπα ὁ Παῦλος ἐν ταῖς ᾿Αθήναις, 505 συνείχετο ἐσκηνούμην παρ' αὐτὸν τὸν θάνατον, Ι, 1547 ἐσκηνωμένον, ΙΙΙ, ἐσκιαγραφήθη, ἐσκιογράφησε, Ι, 1326, ἐσκιογραφημένα, ἐσκιογράφηται, 1, 1365. ἐσκίρτα ἐπί τινα τὸ πνεῦμα, 75 ἐσκίρτησας κατ᾿ ἐμοῦ, Ι, 426, Εσκιρτήσατε κατὰ τοῦ χορ ηγοῦ,11,1426. ἐσχύλευσαν ἐσμὸν πάθους πρόῤῥιζον ανασπᾶσαι, 111, 429 ἐσμός ἐσομένην — ἀντιλογίαν, ΙΙ, 211; γενησομένην ἐσομένην ὑπ' αὐτοῦ κρίσιν, 1,1187. ἐσομένας ὑπ' ἐκείνων σφαγάς, 716: γενησομένας. ἐσομένη, σεσωσμένη, 1, 861 Αὕτη, ἐσομένης εὐκόλως τῆς οἰκοδομίας, ΙΙΙ, 1266 γενησομένης, εὐκόλως εὐκύλου. ἐσομένων τεράτων, ἐσπάσαμεν τοῦ ἀέρος τὴν χρείαν, 645. ἐσπείσαντο φιλίαν, ἑσπέρας, ἑσπέρας (ἀπὸ τῆς), ΙΙΙ, 894, ἔσται πάλιν, ΙΙ, 842: ἐὰν καὶ ἀπωσθῇ. ἔσται ή πρόβ ῥησις, ΙΙ, ἑστερήθη τὸν θρόνον, ΙΙ, 497. 16 τῶν θρόνων. ἐστερημένον Θεοῦ· Θεοῦ. ἐστερημένῳ θείας εἰκόνος, ἐστερημένων ἀγάπης, 215,; ἑστέρηνται τῶν ἀνθρώπων απ όδο!, ΙΙ, 460. ἑστέρησε με εμφορηθῆναι. 1112 ἐκώλυσε. ἑστερῆσθαι, 111, 1016, έστερξε τὴν ψῆφον, ΙΙΙ, 764, ἔστη ὁ Δεσπότης, ΙΙ, 1552. ἐπὶ τῷ σταυρῷ, ἕστηκε, ΙΙΙ, 479: ἡ κτίσις συνέστηκε, ἐστηλίτευσε τὴν αἵρεσιν, 368, ἐστηλίτευται τὸ τῆς αἱρέσεως ψεῦδος, ἑστηριγμένος 544, ἑστηρημένος, ἑστιαθῆναι, ΙΙΙ, 1154, ἑστίαν, χθονίας δυνάμεως τὸ ἡγεμονικόν,1, ἐστράφη ὁ λόγος ἐν τῇ σαρκί, 1037, ἔστω, αἰνιγματωδῶς, 126: γινέσθω. ἑστῶσι τοῖς ὠσὶ, ΙΙΙ, 1179, ἑστῶτας ἀπ' ἀλλήλων, 1, 1433: διεστώτας. ἐσύλησα εὐνὰς ἀλλοτρίας, 643, ἐσύλησε κολακεία, ἐσύλησε ταύτην, ΙΙΙ, 693 ἐμὲ ταύτης. ἐσύλησεν ὁ χρόνος καὶ ἡ μελέτη του πόνου τὸ πλέον, 111, 1270, ἐσφάλθαι τὸν χρόνον, ΙΙ, 1954 ἔσφαλται ὁ χρόνος, ΙΙ, 1258. ἔσφιγξεν τὸν παρειμένον, Ι, 1571, ἔσχατος ὅρος, ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν, ΙΙ, ἔσχατον οὐρανὸν, τὸν ὑφ᾽ ἡμῶν ὁρώμενον, 291. ἐσχάτην αὐτῶν εὐλάβειαν ἐσχάτην χρῆσιν,
libro nomen Jehovah:.non ergo a Judo. vid. p.
155. ἑρμηνεία όνομ. Ἑβρ. Ι. 551: Topheth. expl.
πτῶσιν. ἑρμηνείαν επάγει, ΙΙΙ, 260, consequentiam
inde elicit, argumentatur. Ερμηνείαν (ἐπὶ τὴν) βαδίσωμεν, ΙΙΙ, 449, ad reliqua explicanda. ἑρμηνείαν
ἔχει ταύτην, ΙΙ, 1632, sensum. Ερμηνείας ἁψώμεθα,
, 85: vid. ἀψώμ. ἑρμηνείας ἐχώμεθα· vid.
Ἐχώμ.
Ερμηνεύει τὸ ὄνομα, ΙΙ, 689, significat. ἑρμηνεύει
τὸν ἀΐδιον, ΙΙ, 1350, significat loc vocab. ἑρμηνεύει
τοῦτο τὸ μάννα, 1, 145: pro έρμηνεύεται, signif
cal. ἑρμηνεύεται ὁ γειώρας τῇ Ἑλληνικῇ φωνῇ ὁ
προσήλυτος, ΙΙ, 266. At utrumque Græcum vocab.
est. έρμην. est, nominatur; γειώρας magis est
Græcuur, προσήλυτος ex Hebraismo. Ερμηνευομένοις, ΙΙ, 476, dictis a Jeremia, positis. Nam illa
verba non est interpretatus. Nota et præsens pro
præterito, ήρμηνευμένοις, quod habet cod. n. 7 οἱ
ἑρμηνεύσαντες τὸν Ἐζεκιήλ, Ι, 479: scil. e LXX,
quia non uno auctore versi omnes libri in ista ἐκδόσει. ἑρμηνεύων εἰπεῖν, 1V, 1051, ostendens, se
innuere.
ἑρμηνευταί ΙΙ, 1975: simpliciter οἱ θ' ἑρμηνευ
ταὶ ἄλλοι, 1, 407: præter τους ('. vid. "Αλλοι.
ἑρπετὰ, 1, 20, venenata; distingu. a θηρίοις. έρπετά ex usu Ser. S. qua? I, 55: non, que vulgo.
ἑρπετὰ, ΙV, 412, venenata animalia, ἑρπετῶν, IV,
ἑρπιστικών, Ι, 1539: f. pro ερπυστικών.
ἐῤῥάγησαν, ΙΙΙ, 958: Judæi (haud dubie h. 1.
intelligendi) puniti, vastali, eversi sunt, excidio
Hierosol. ῥήγνυμι et βήσσειν, ex usu Scr. S. et
Hebr. JD, poenas Dei lethiferas notat.
ἐῤῥάτσε, ΙΙΙ, 1239: ἀῤῥωστήσας, ἐῤῥώσθη.
ἐῤῥῶσθαι πᾶσι φράσαντες, ΙΙΙ, 542: neglectis
omnibus argumentis, nihilo secius pertinaces. èpowσθαι φράσας τῷ λογικῷ, IV, 555: haud amplius
scrutatus consilia, neque interpretatus: ohne weiter
zu raisonniren. ἐῤῥῶσθαι πᾶσι φράσαντα, IV, 606,
nalli rei fidere, ad unum Deum confugere.
ἐρυγγάνοντας, IV, 417. ἐρευγομένους. Platonis
atticismos imitatur interdum, præsertim in hisce
libris, ubi usus esset paratusque accederet a lectione veterum, maxime Platonis. Ερυγγάνουσι, Ι,
638 med.: pro ερεύγουσι. ἐρυγγάνουσι, φωνάς, IV,
ἐρυγὰς ἀναπέμπει, 1, 887: in versione est fructus, operarum vitio: debebat, ructus, vel eructationes, quod non inhoneste Latini dicunt: ut mare
eructare arenam. ερυγήν, III, 750: Patris, Filium
dicebant quidam: nempe ex ουσίᾳ Patris.
ερυθρια σε παρόντα, II, 1674 extr. ἐρυθριᾷς τὴν
μνήμην, IV, 534 extr.: pro τῇ μνήμῃ.
Ερυσίβην expl. Ι, 1534. Ερυσίβης ψεκάδες, 11,
290: quia ex humore aereo.
ἔρχεται εἰς τὴν τῆς ἀρχιερωσύνης λειτουργίαν,
III, 1112 init., episcopus factus est. ερχομένου, ΙΙΙ,
749 init., eunte, proficiscente.
ἐρῶ, Ι, 778, explicabo.
ἐσαγήνευσαν, ΙΙΙ, 566: ad Christi doctrinam
verterant. ἐσαγήνευσε, 1, 115, ad Christum adduxit; quia de Petro sermo, ad Luc. ν, 10. II, 1501,
Petrus, ad Christum vertit. III, 465, Christus Paulum. ἐσαγήνευσεν εἰς ζωήν, ΙΙ, 1660 init.: Petrus.
ἐσβέννυντο τῷ θανάτῳ, ΙΙ, 1177, post mortem in
oblivionem venere. ἔσβεσεν την πλάνην, ΙΙ, 327.
ἔσβεσται ἡ πλάνη, ΙΙ, 281.
ἔσεσθαι τὴν ὑγείαν τομῇ πλατάνου, ΙΙΙ, 1920:
γενήσεσθαι, ἐλθεῖν.
ἐσημείωσεν, ΙΙ, 89, ostendit.
ἐσθίεται ὁ νυμφίος, ΙΙ, 54: in Coena sacra. εσθιό
μενος (homo) ὑπὸ σφηκῶν καὶ μελιττών, ΙΙΙ, 920,
Exus.
ἐσιώπα ὁ Παῦλος ἐν ταῖς ᾿Αθήναις, II, 505: scil.
ingressus urbem. Siluisse auten, exprimit e verbo,
συνείχετο: quasi, ut Jeremias, loqui noluerit. Falso
haud dubie, qua Paulum quidem.
ἐσκηνούμην παρ' αὐτὸν τὸν θάνατον, Ι, 1547:
David in spelunca.
ἐσκηνωμένον, ΙΙΙ, 1000, in ascetico secessu viventen.
ἐσκιαγραφήθη, 1, 1989: typice et prophetice, II,
ἐσκιογράφησε, Ι, 1326, et mox. ἐσκιογραφημένα,
per o. ἐσκιογράφηται, 1, 1365.
ἐσκίρτα ἐπί τινα τὸ πνεῦμα, V, 75: eum occu
passet, incitassel. ἐσκίρτησας κατ᾿ ἐμοῦ, Ι, 426,
insolenter me violasti. Εσκιρτήσατε κατὰ τοῦ χορηγοῦ,11,1426.
ἐσχύλευσαν (Ægyptios Israelite),1, 174: vid.
not.
ἐσμὸν πάθους πρόῤῥιζον ανασπᾶσαι, 111, 429:
minus inter se congruunt: ἐσμός est turbo, exainent.
ἐσομένην — ἀντιλογίαν, ΙΙ, 211; γενησομένην
qua usuri essent. ἐσομένην ὑπ' αὐτοῦ κρίσιν, 1,1187.
ἐσομένας ὑπ' ἐκείνων σφαγάς, ΙI, 716: pro γενησο
μένας. ἐσομένη, legitur pro σεσωσμένη, 1, 861: vid.
Αὕτη, ἐσομένης εὐκόλως τῆς οἰκοδομίας, ΙΙΙ, 1266:
pro γενησομένης, vel εὐκόλως pro εὐκύλου. ἐσομένων
τεράτων, ΙV, 458: quæ ille edet.
ἐσπάσαμεν τοῦ ἀέρος τὴν χρείαν, IV, 645.
ἐσπείσαντο φιλίαν, IV, 490 init.: aqua et ignis
in coelo et alibi: poeticum pene.
ἑσπέρας, III, 860, Occidente, Italia, ἑσπέρας
(ἀπὸ τῆς), ΙΙΙ, 894, e Gallia.
ἔσται πάλιν, ΙΙ, 842: opp. ἐὰν καὶ ἀπωσθῇ. Sign.
restituetur, vigebit, nomen habebit. ἔσται ή πρόβ
ῥησις, ΙΙ, 308, reddetur, eventum habebit.
ἑστερήθη τὸν θρόνον, ΙΙ, 497. Cod. n. 16 habet,
τῶν θρόνων. ἐστερημένον Θεοῦ· vid. Θεοῦ. ἑστερημένω θείας εἰκόνος, IV, 203 extr.: ariete, plane non
habente imaginem Dei, qui nunquam habuisset.
ἐστερημένων ἀγάπης, III, 215, non habentes; non,
ut antea habuerint. ἑστέρηνται τῶν ἀνθρώπων απ
όδο!, ΙΙ, 460. ἑστέρησε με εμφορηθῆναι. IV, 1112:
ἐκώλυσε. ἑστερῆσθαι, 111, 1016, plane non habere:
scil. ut neque antea habuerit.
έστερξε τὴν ψῆφον, ΙΙΙ, 764, ei paruit.
ἔστη ὁ Δεσπότης, ΙΙ, 1552. ἐπὶ τῷ σταυρῷ, ἕστηκε,
ΙΙΙ, 479: ἡ κτίσις pro συνέστηκε, facta est et
servatur.
ἐστηλίτευσε τὴν αἵρεσιν, IV, 368, turpitudinem
ejus ostendit. ἐστηλίτευται τὸ τῆς αἱρέσεως ψεῦδος,
ἑστηριγμένος expl. I, 544, postes.
ἑστηρημένος, 1, 98, stans, insistens.
ἑστιαθῆναι, ΙΙΙ, 1154, oculos pascere.
ἑστίαν, χθονίας δυνάμεως τὸ ἡγεμονικόν,1,
ἐστράφη ὁ λόγος ἐν τῇ σαρκί, ΙII, 1037, fuerit in
corpore Christi pro anima humana, illudque
rexerit.
ἔστω, αἰνιγματωδῶς, IV, 126 iuit: pro γινέσθω.
ἑστῶσι τοῖς ὠσὶ, ΙΙΙ, 1179, intrepidus. ἑστῶτας ἀπ'
ἀλλήλων, 1, 1433 init.: pro διεστώτας.
ἐσύλησα εὐνὰς ἀλλοτρίας, ΙV, 643, adulterium
commisi. ἐσύλησε κολακεία, ΙII, 1315 init.: Josephum in Ægypto, pellexit, corrupit, a virtute abduxit (Negatur scil.). ἐσύλησε ταύτην, ΙΙΙ, 693
abstulit: hypallage, pro, ἐμὲ ταύτης. ἐσύλησεν ὁ
χρόνος καὶ ἡ μελέτη του πόνου τὸ πλέον, 111, 1270,
minuit, lenivit.
ἐσφάλθαι τὸν χρόνον, ΙΙ, 1954: vitiose scriptum
a librariis. ἔσφαλται ὁ χρόνος, ΙΙ, 1258.
ἔσφιγξεν τὸν παρειμένον, Ι, 1571, artus ejus solutos conjunxit, firmavit.
ἔσχατος ὅρος, ΙI, 871: et tamen tria addit, quibus
augeat illud extremum. ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν, ΙΙ, 1552;
1, 717: tempore Christi et N. Test. II, 1008: bene
expl. de tempore futuro. ἔσχατον οὐρανὸν, τὸν ὑφ᾽
ἡμῶν ὁρώμενον, 1V, 291. ἐσχάτην αὐτῶν εὐλάβειαν
IV, 1005, vel minimam partem pietatis eorum.
ἐσχάτην χρῆσιν, II, 147: calcei præbent, humili-
col. 981–982page 59 of 154
PG 84:981ἐσχάτοις καιροῖς ἐσχάτας ἡμέρας 1008 ἐσχάτας ἡμέρας τὰς μετὰ τὴν Δε σποτικὴν ἐπιφάνειαν λέγει, Ι, 183 ἐσχεδίασε τῷ πατρὶ ἑορτὴν, 478 ἐσχεδίασεν ἑορτήν, ΙΙΙ, 1077, ἐσχήκασι γνῶσιν, ἐσχήκασιν όνομα, 367: ἔλαβον. ἐσχηκόσι, ΙΙ, 1606: έχουσι, εἰληφόσι. ἐσχηκόσι (ουδέπω) τὴν γνῶσιν, ΙΙΙ, 213 έχουσι. ἐσχηκυίας, 1015: ἐχούσας. ἐσχηκότα τύπον, 868: λαβόντα. ἐσχηκότες, θνητὸν σῶμα, 402: λαχόντες, λαβόντες, ἔχοντες. ἐσχημάτισται ὁ ψαλμὸς ἐκ προσώπου τοῦ Ἰω σίου, Τ. 1285. ἐσχημάτισται εἰς τὸν χορόν, Ι, 1482, ἐσχημάτισται ὁ λόγος, ἐσχημάτισται ὡς ἐξ Εζεχίου, 1, 806 ἔσχον οἱ λόγοι τὴν εἰρήνην, ΙΙ, 1490, ἑτάζων, ἐταινίασας εὐφημίαις τοὺς ἡμετέρους λόγους, 17, 1061: ἐταινίωσαν στεφάνῳ ἀκανθῶν τι ἕτερον μετά τούτων, ΙΙΙ, 1164: ἦν. ἐτύγχανον τῶν φίλων, 1, 965: ὄντες. ἐτύγχανον ἐν μετουσίᾳ, ΙΙ, 744: ὄντες. ἐτύγχανον οἰκέτης, ΙΠ, 1252 ἔτυχον παρεῖναι, 1287 παρόντες. καὶ τὰ εὐαγγέλια (τα) Ι, εὐαγγέλια, ΙΙΙ, εὐαγγέλια τὰ περὶ τῶν ὄνων, 1, 570, εὐαγγέλια τῶν ἀγαθῶν, ΙΙΙ, ἐν εὐαγγελίοις, ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, Ι, 339 Π, 4301; ΙΙΙ, 520, 531 εὐαγγέλιον εκηρύχθη ἡ τοῦ — Σωτῆρος — ἀνάστασις, ΙΙΙ, 267. εὐαγγέλιον τῶν ἀποστόλων συγγράμματα', ΙΙ, 1019. εύαγγελίων, ΙΙΙ, εὐαγγελίων, εὐαγγελίων δι δασκαλία, ΙΙ, 966, 954. εὐαγγελίων δοτήρα. 111, 742: εὐαγγελίων ἡ χάρ ρις, 1, 292: εὐαγγελίων μαρ τυρίαν, ΙΙ, 976: εὐαγγελίων φωνή, εὐαγγελικὴν νομοθεσίαν· Νομοθεσίαν. εὐαγ γελικὴν πολιτείαν, 111, 1195, εὐαγγελικῶς μᾶλλον, ἢ προφητικῶς, ΙΙ, 1201, εὐαγγελιστής, Ι, 236: εὐαγγελιστης, κεφαλήν, 11, 198. ἐταινίωσε πολλαίς ευφημών, την 1999: 1305, Εξαγγε 698. ἐταινίωσεν ἐγκωμίοις, ΙΙ, 1505. Εταινίωσεν εὖ φημίαις, ΙΙΙ, 75, 97, 158. εταιρία προφητῶν, ΙΙΙ, 1315. ἐταλαιπωροῦντο αὐτὸν, ΙΙ, 505: 1° ἐτελέσαμεν ὑπὸ τὴν σὴν βασιλείαν, 1, 1124. ἑτεροζυγείν 206. ἑτεροίως ἔχειν, 18: αλλοιωθῆναι, ἑτεροκενοδοξεῖν, ἑτεροκλινὲς ὅμμα, 1, 699 ἕτερόν τι φύσει καὶ δυνάμει, ΙΙΙ, 752 Ομοιότητα. ἑτέ ροτης· Ιδίοτης. ἑτέρους αὐτῷ προσφέρει, ΙΙΙ, 860, ἑτέρως, ΙΙΙ, ἑτέρως ἐννεύοντας βόας, ΙΙΙ, 521 ἑτέρωσε νεύοντας. ἑτέρως ἑτέ ρωσε, εἰ ἐννεύοντας νεύοντας ἐκνεύοντας. ἑτέρως ἔχοντες τὴν διάνοιαν, 110: ἑτέρωσε ἑτέρωθι ἑτέρως, καὶ ἑτέρως νοούμενα, ΙΙΙ, 385 ἐτετύχηκεν, ετετυχήκει, ἠξίωτο. ἐπιζητῆσαι, ἔτι ζητ. επιζητῆσαι ἐτολμᾶτε κρύβδην, ΙΙ, 1550. τολμᾶτο, ΙΙΙ, 253 ἐτόλμησεν ἐσθίειν., 11, 1277, ἐτόξευσαν τοῖς λογισμοῖς καὶ τοῖς λόγοις τὸν οὐρανὸν. Ι, ἐτραγώδησεν, Ι, Ετρόμαξε, ΙΙΙ, 880: Έτρεμε. λιστής, εὐαγεῖς λειτουργίας, ΙΙΙ, 1159. εὐαγές, ΙΙΙ, 1923, εὐαγοῦς πολιτείας, εὐαρεστήσεως είδη, Ι, εὐηρέστησα εὐαρέστησιν, ἡδονῇ, εὐάρετον, 1934. εὐάρεστον. ἀρετῇ ἐνάρετον εὔγαιος γῆ, ΙΙ, 221. εὐγενείᾳ εὐαγγελική, 4555, εὐγένειαν, αἰχμάλωτον, ζωήν. εὐγένειαν δωρηθεί. σαν, ΙΙΙ, εὐγένειαν, εὐγένειαν πατρώαν, εὐγένειαν τῆς θείας Γραφῆς, εὐγενείας, ΙΙΙ, εὐγενείς, 1, 42: ευθυγενείς εὐγηροτάτου, ΙΙΙ, 854. εὐγηροτάτου Οσίου, ΙΙΙ, εὐγνωμόνως, εὐδοκήσας, Ι, 88, εὐδοκήσω ἕνεκεν πάντων, ΙΙΙ, 773, εὐδόκητον εὐδοκητόν) ΙΙ, 304 εὐδοκίαν 639 εὐδοκίαν, κατά τήν, οὐκ ἐν ἅπασιν ἐστιν ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 274. εὐδοκούμενα εὐδοκοῦντα, 297 δεκτά.. εξεικτον, ΙΙ, 1041: ἐπιεικές. εὐεπίαν, 841: εὐέπειαν, 843, 882 1039. εὐεπιβόλως, εὐεπιχείρωτος, εὐεπιχείρητος, εὐχείρωτος, εὐεργεσίας, ΙΙ, εὐεργεσίας Ἰούδα, ἐτύγχανε νέος, ΙΙΙ, 1235: ν. ἐτύγχανεν (εἴ εὐεργεσίας μήτηρ ἡ παιδεία, ΙΙ, ἐτρώθης τῷ φίλτρω, ΙΙ, 94.
mum, infimum. ἐσχάτοις καιροῖς homo factus Christus, V, 2.
ἐσχάτας ἡμέρας bene expl. de N. Test. II, 183
extr., 1008 init. ἐσχάτας ἡμέρας τὰς μετὰ τὴν Δεσποτικὴν ἐπιφάνειαν λέγει, Ι, 183: tempore
N. T.
ἐσχεδίασε τῷ πατρὶ ἑορτὴν, IV, 478: flis perditus
redux: occasio subita fuit et materia oblata festinando convivio. ἐσχεδίασεν ἑορτήν, ΙΙΙ, 1077, ex
tempore celebravit, subito apparatu.
ἐσχήκασι γνῶσιν, IV, 373, habent, acceperunt.
Melon. ἐσχήκασιν όνομα, IV, 367 extr.: ἔλαβον.
ἐσχηκόσι, ΙΙ, 1606: pro έχουσι, εἰληφόσι. ἐσχηκόσι
(ουδέπω) τὴν γνῶσιν, ΙΙΙ, 213 init., nactis, έχουσι.
ἐσχηκυίας, IV, 1015: pro ἐχούσας. ἐσχηκότα τύπον,
III, 868 init.: λαβόντα. ἐσχηκότες, θνητὸν σῶμα,
1V, 402: λαχόντες, λαβόντες, ἔχοντες.
ἐσχημάτισται ὁ ψαλμὸς ἐκ προσώπου τοῦ Ἰωσίου, Τ. 1285.
ἐσχημάτισται (Psalmus) εἰς τὸν χορόν, Ι, 1482,
ex eorum persona dictus. ἐσχημάτισται ὁ λόγος,
III, 95: de intercessione Christi in colo, quam
precando fieri, negat, certe qua divinam naturam.
ἐσχημάτισται ὡς ἐξ Εζεχίου, 1, 806: contuleris
ad1 Cor. iv, 6.
ἔσχον οἱ λόγοι τὴν εἰρήνην, ΙΙ, 1490, pollicebantur, loquebantur, ostendebant.
ἑτάζων, 1, 967 med.: cum spiritu aspero.
ἐταινίασας εὐφημίαις τοὺς ἡμετέρους λόγους, 17,
1061: per a. ἐταινίωσαν στεφάνῳ ἀκανθῶν
τι ἕτερον μετά τούτων, ΙΙΙ, 1164: ἦν. ἐτύγχανον
τῶν φίλων, 1, 965 init.: scil. ὄντες. ἐτύγχανον ἐν
μετουσίᾳ, ΙΙ, 744: scil. ὄντες. ἐτύγχανον οἰκέτης,
ΙΠ, 1252 med. ἔτυχον παρεῖναι, IV, 1287: pro
παρόντες. Joan. Ant.
καὶ τὰ
εὐαγγέλια (τα) Ι, 175, nuntius de pariendo Christo. εὐαγγέλια, ΙΙΙ, 679, doctrinam evangelicam.
εὐαγγέλια τὰ περὶ τῶν ὄνων, 1, 570, nuntius de repertis Saulo asinabus. εὐαγγέλια τῶν ἀγαθῶν, ΙΙΙ,
679: pleonasmus. ἐν εὐαγγελίοις, 1, 244: apud Joannem. ἐν τοῖς εὐαγγελίοις, Ι, 339: apud Matthæum,
Π, 4301; ΙΙΙ, 520, 531 extr. εὐαγγέλιον εκηρύχθη
ἡ τοῦ — Σωτῆρος — ἀνάστασις, ΙΙΙ, 267. εὐαγγέλιον
τῶν ἀποστόλων συγγράμματα', ΙΙ, 1019.
(Singulari), εύαγγελίων, ΙΙΙ, 513: quæ Timotheus
Paulo nuntiasset de fide et amore Thessalonicensium. εὐαγγελίων, IV, 868: Joannis cap. 1; IV,
896, doctrine, formula Christianæ. εὐαγγελίων δι
δασκαλία, ΙΙ, 966, Christiana, IV, 954. εὐαγγελίων
δοτήρα. 111, 742: Deum Patrem. εὐαγγελίων ἡ χάρ
ρις, 1, 292 extr.: plur. pro sing. εὐαγγελίων μαρ
τυρίαν, ΙΙ, 976: Joannis, cap. u. εὐαγγελίων φωνή,
V, 5: de uno.
εὐαγγελικὴν νομοθεσίαν· vid. Νομοθεσίαν. εὐαγ
γελικὴν πολιτείαν, 111, 1195, asceticam vitam, maxime qua paupertatem voluntariam.
εὐαγγελικῶς μᾶλλον, ἢ προφητικῶς, ΙΙ, 1201,
perspicue.
εὐαγγελιστής, Ι, 236: Lucas. εὐαγγελιστης, simκεφαλήν, 11, 198. ἐταινίωσε πολλαίς ευφημών, την pliciter, IV, 1999: Lucas 1305, Joannes. Εξαγγε
698. ἐταινίωσεν ἐγκωμίοις, ΙΙ, 1505. Εταινίωσεν εὖφημίαις, ΙΙΙ, 75, 97, 158.
εταιρία προφητῶν, ΙΙΙ, 1315.
ἐταλαιπωροῦντο αὐτὸν, ΙΙ, 505: 1° medium pro
activo; 2° intransitivum pro transitivo
ἐτελέσαμεν ὑπὸ τὴν σὴν βασιλείαν, 1, 1124.
ἑτεροζυγείν expl. I, 206.
ἑτεροίως ἔχειν, V, 18: idem, quod αλλοιωθῆναι,
mutari in id, quod non fuerit res.
ἑτεροκενοδοξεῖν, III, 961: pleonasmum habet;
ferri tamen potest.
ἑτεροκλινὲς ὅμμα, 1, 699: ex Hom.
ἕτερόν τι φύσει καὶ δυνάμει, ΙΙΙ, 752: Filium dicit Euseb. Nicomed.: vid. tamen Ομοιότητα. ἑτέ
ροτης· vide Ιδίοτης. ἑτέρους αὐτῷ προσφέρει, ΙΙΙ, 860,
eamdem summam et ipse de suo affert: sicut antea
imp. et imperatrix miserant.
ἑτέρως, ΙΙΙ, 304, alio argumento, alia conditione,
Gesichtspunct. ἑτέρως ἐννεύοντας βόας, ΙΙΙ, 521:
forte, ἑτέρωσε νεύοντας. Certe ἑτέρως est pro ἑτέρωσε, εἰ ἐννεύοντας pro νεύοντας aut ἐκνεύοντας.
ἑτέρως ἔχοντες τὴν διάνοιαν, III, 110: pro ἑτέρωσε
vel ἑτέρωθι alio versam, alibi occupatam. ἑτέρως,
καὶ ἑτέρως νοούμενα, ΙΙΙ, 385: allegorice dicta, ita
tamen, ut rei narratæ et ipsi constet sua proprietas historica et fides literalis.
ἐτετύχηκεν, IV, 476 extr.: minus analogice:
forte, ετετυχήκει, tum, quia consona sequitur; elsi hoc negligit Theod., tum, quia præcedit plusq. pl.
ἠξίωτο. Utrumque tamen pro præter.
ἐπιζητῆσαι, ΙV, 759 init.:. aut disjungendum, ἔτι
ζητ. aut επιζητῆσαι reponendum.
ἐτολμᾶτε κρύβδην, ΙΙ, 1550. τολμᾶτο, ΙΙΙ, 253:
ut operto capite incederent et precarentur viri.
ἐτόλμησεν ἐσθίειν., 11, 1277, voluit; neque enim
effecit.
ἐτόξευσαν τοῖς λογισμοῖς καὶ τοῖς λόγοις τὸν
οὐρανὸν. Ι, 1116: de Deo impie sentiunt et loquuntur.
ἐτραγώδησεν, Ι, 425: de Nathani ad Davidem
descriptione, I, 1358:. in Psalmo, de re indigna et
improba. II, 490 init.: propheta.
Ετρόμαξε, ΙΙΙ, 880: Έτρεμε.
λιστής, V, 46: aliquis evangelistarum, Matthaus,
εὐαγεῖς λειτουργίας, ΙΙΙ, 1159. εὐαγές, ΙΙΙ, 1923,
crimine vacuum, IV, 69, pium, licitum, probum.
εὐαγοῦς πολιτείας, V, 57, vitae bene instituta.
εὐαρεστήσεως είδη, Ι, 765, facta singula, officia
piæ vitæ. Nam et verbum, εὐηρέστησα hic expl.
pie viri, ut contextus docet. εὐαρέστησιν, IV, 984,
pro ἡδονῇ, posuit Heraclitus in summo bono.
εὐάρετον, V, 1934. (Suppl.) forte, εὐάρεστον.
Potest tamen et ab ἀρετῇ duci, aut ἐνάρετον legi.
εὔγαιος γῆ, ΙΙ, 221.
εὐγενείᾳ εὐαγγελική, IV, 4555, puritate, orthodoxia, veritate, authentia Scr. S. εὐγένειαν, I, 1011:
opp. αἰχμάλωτον, et expl. ζωήν. εὐγένειαν δωρηθεί.
σαν, ΙΙΙ, 174: ut per Christum simus Olii Dei.
εὐγένειαν, doctrinæ, IV, 575, 396, praestantiam
præ hæresibus et paganorum erroribus, veritatem,
puritatem, antiquitatem genuinam. Das originelle
Gottliche. εὐγένειαν πατρώαν, IV, 265, 383: Christi
divinam ex Patre naturam, III, 740. εὐγένειαν τῆς
θείας Γραφῆς, IV, 807, excellentiam doctrinæ ejus;
vera et sapientis. εὐγενείας, ΙΙΙ, 740: Christi, ut
sit verus Filius Dei.
εὐγενείς, 1, 42: legitur pro ευθυγενείς· quod
vide.
εὐγηροτάτου, ΙΙΙ, 854. εὐγηροτάτου Οσίου, ΙΙΙ,
εὐγνωμόνως, ΙV, 492: eleganter de die et nocte,
quasi officia et mutuum reddentibus.
εὐδοκήσας, Ι, 88, lætus.
εὐδοκήσω ἕνεκεν πάντων, ΙΙΙ, 773, gaudeam.
εὐδόκητον (forte εὐδοκητόν) ΙΙ, 304: Christum vocari dicunt, i. e. ipsi vocant.
εὐδοκίαν bene expl. I, 639 extr. εὐδοκίαν, κατά
τήν, οὐκ ἐν ἅπασιν ἐστιν ὁ Θεὸς, ΙΙΙ, 274.
εὐδοκούμενα pro εὐδοκοῦντα, I, 297: exp..
δεκτά..
εξεικτον, ΙΙ, 1041: ἐπιεικές.
εὐεπίαν, ΙV, 841: pro εὐέπειαν, 843, 882 init. 1039.
εὐεπιβόλως, ΙV, 763 extr., apte, vel eleganter.
εὐεπιχείρωτος, I, 481, minus analogice; aut
εὐεπιχείρητος, aut εὐχείρωτος, debebat.
εὐεργεσίας, ΙΙ, 824, indulgentia, benignitate.
εὐεργεσίας Ἰούδα, IV, 16: vel quod illi tributum,
vel quod per Messiam, ex eo oriundum, ad nos reἐτύγχανε νέος, ΙΙΙ, 1235: scil. ν. ἐτύγχανεν (εἴ duudavit. εὐεργεσίας μήτηρ ἡ παιδεία, ΙΙ,
ἐτρώθης τῷ φίλτρω, ΙΙ, 94.
col. 983–984page 60 of 154
PG 84:983σωτηρίας. εὐεργεσίας τοῦ πέλας, ΙΙΙ, 213: εἰς τὸν π. εὐεργέτης, 1, 1172; 11, 393, 394: εὐερ γέτου Ι, εὐζώνους, Ι, 515: δυνατούς, εὐηγγελίσατο τοῖς ἐν ᾅδου εὐθαρσείς, ΙΙΙ, 745. εὐθεῖαν μεσημβρίαν, 11, 837: πρὸς δύσιν ἀποκλίνει. εὐθήρατον λόγον, Ι, εὐθυγενεῖς εὐγενεῖς. εὐθύνας ἐκτίνων, εὐθύνας τίνων, Ι, 933 τιμωρίας, ευθύνας εἰσπραχθείς, ΙΠ, 1116, εὐκαιρεῖν, ΙΙΙ, 868: εἰς τὸ ἁγιάζειν. μόνον, εὐκαιρείν εὐκαταφρόνητον, εὐκέλαδος ὄρνις, ΗΙ, 1162 εὐκολίαν, ΙΙΙ, εὐκολίαν περὶ τοὺς — λόγους, Μ. 514, εὐκολίαν τῆς γνώμης, εὐκολίαν τοῦ κηρύγματος, Ι, 526, εύκολον τῆς θείας δυνάμεως, ΙΙ, 850. εὐκόλους πρὸς ἁμαρτίαν, εὔχομα λήτα, ΙΙ, 152. ευκοσμίας, μεστή ὀσμὴ, ΙΙ, 100: εὐοσμίας. εὐκτήρια τοῦ ἁγίου Μιχαήλ, ΙΙ, 490. εὐκτηρίοις οίκοις, ΙΙ, ἑορτάζουσιν σηκοῖς εὐκτήριοι τόποι, Ι, τῶν εὐκτηρίων τοῦ σταυροῦ, τῆς ἀναστάσεως. εὐκτήριον οἰκίσκον, ΙΙΙ, 1064: εὐκτήριον οἶκον, ΙΙΙ, εὐκτηρίους σηκοὺς τούτῳ ἐδείμαντο,' Η, 1147 εὐκτηρίων οίκων, ΙΙ, 361, εὐκτηρίων νεῶν, ΙΙΙ, ἐκκλησίας εὐκτηρ. καὶ νεῶν, ἢ νεῶν. εὐκτηρίων εὐκτικῶς σχηματίζει τοὺς λόγους, Ι, 1555. εύκτι πῶς τὰ ἐσήμενα λέγει, Ι, 1528 εὐλάβεια περὶ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 741, εὐλαβείᾳ τῇ ὑμετέρα, ΙΙΙ, 729 εὐλαβείᾳ τῇ σῇ, εὐλάβειαν τὴν σήν, εὐλάβειαν ὑμετέραν, εὐλαβείας τῆς σῆς, εὐλόγησε 1, 506: έβλασφήμησε. εὐλο γησεν, Ι, 532: προσείπεν. εὐλογίαν τοῦ νομοθέτου Νομοθέτου. εὐλογίαν ὑπὸ τῶν ἁγίων ἄρτων λαβών. Ι, 768 ὑπὸ ἀπὸ, εὐλογίαν. εὐλογίαν ἔχει Θεός Εχει, 1, 1402. εὐλογίαν ἐδέξατο, ὡς παρ' ἀγγέλων, ΙΙΙ, 632. εὐλογίαν ἐπισκόπων οὐκ ἐδεξάμην, 18, εὐλογίας κρυπτομένης Κρυ πτομένης. εὐμαθία, 17: πολυμαθία. εὐμαρῶς ευμαρες, βάδιον, α ἐστί. εὐμενείας σῆς γράμματα, ΙΗ, 878, εὐμένειαν τὴν σὴν, εὐμήχανον Δεσπότην, 1080 εὐνὰς ἐσύλησα· Εσύλ. εὐνὴν ἀλλοτρίαν συλής σαι· Συλήσαι. εὐνὴν ληστεύων Ληστεύων. εὐχὴν σεσυληκότος· Σεσυληκ. εθνῆς λῃστὴν Ληστήν. είνοι θεραπεύσαντες, 1, 1422. εὔνοιαν, ΙΙ, σε βοντες. εὐνομία, εννοοι, ΙΙΙ, 1168, 1082 εὐνοῦχος· ρ. ἐκτομίας, 1, 104. εὐνῶν, Ι, εὔνους, εὔοπτον γυναῖκα, 540, εὐπάθειαν, ΙΙ, εὐπραξία εὐπρεπὴς ἡ ὁδὸς, ΙΗ, 608: εύ τρεπής, εὕρειεν, εὗρα, εὔραιμι, εὕρεια. εὑρέματα, 481, 1931. ευρεσιλογία εὑρετὴν αἱρέσεως, 2. εὐρίπιστον εὔριπον εύριπον γνώμην, ΙΙΙ, 827: εὐρίπιστον, εύριπον, εὔριπον τῶν ρευμάτων τοῦ πλούτου, 983 εὑρισκομένην πρὸς μαθητείαν, ΙΙ, 78: ἐπιτηδείαν, εὑρισκομένους ἀνθρώπους, 1, 1255, ευρόντες ἐκ κοπρίας Κοπρίας. εὖρος, ΙΙ, εὕρους, ΙΙ, 511. εύρυζον, ΙΙ, εὐρύναι τὸν λόγον, 428, εὐρύνειν. εὐρύτερον, 17, 455 εὐσέβεια, Τ. εὐσέβεια ὑμῶν διαλάμπουσα, 1323, εὐσεβείᾳ, εὐσεβείᾳ ἐκκλησιαστικῇ, 111, 739, εὐσεβείᾳ ἐπί σημος εἶ, εὐσέβεια σή, εὐσεβεία σου, ΙΠ, εὐσέβειαν, Ι, εὐσέβειαν, εὐσέβειαν αὐτοῦ, εὐσέβειαν ἐθνῶν, Ι, εὐσέβειαν ὑμῶν καταλαβείν, 1528, εὐσεβείας, εὐσεβείας, εὐσεβείας, εὐσεβείας βίοι πολλοί νία. βίο:. εὐσεβείας διδασκάλων, Η, 1494, τῆς εὐσεβείας δόγ ιιι, 18. εὐσεβείας εστερημένοι, Ι, 652, δικαιοσύνην, εὐσεβείας λείψανα, 111, 117, εὐσεβείας λόγος,
extr.: metonymice pro σωτηρίας. εὐεργεσίας τοῦ
πέλας, ΙΙΙ, 213: pro, εἰς τὸν π.
εὐεργέτης, 1, 1172; 11, 393, 394: Christus. εὐερ
γέτου Ι, 1172: Christum sign.
εὐζώνους, Ι, 515: expl. δυνατούς, i. e. expeditos
itineri.
εὐηγγελίσατο τοῖς ἐν ᾅδου· Christus, qua animam
vere humanam, V. 1089.
εὐθαρσείς, ΙΙΙ, 745.
εὐθεῖαν μεσημβρίαν, 11, 837: opp. πρὸς δύσιν
ἀποκλίνει.
εὐθήρατον λόγον, Ι, 1547: active, quibus eos facile venetur.
εὐθυγενεῖς primi homines, 1, 42, recens creati;
aut innocentes creati; unde in marg. est, εὐγενεῖς.
Hlud contexto aptius.
εὐθύνας ἐκτίνων, εὐθύνας τίνων, Ι, 933: pro
τιμωρίας, poenas pendens. Meton. ut 1555. ευθύνας
εἰσπραχθείς, ΙΠ, 1116, panam.
εὐκαιρεῖν, ΙΙΙ, 868: debent manus episc. εἰς τὸ
ἁγιάζειν. Potest suppleri, μόνον, ne ad alia trahantur, sed εὐκαιρείν esse potest, apla esse, pura:
ergo vindicta civili non sunt contaminandæ.
εὐκαταφρόνητον, V, 987 init. facile refutandum.
εὐκέλαδος ὄρνις, ΗΙ, 1162: Lockvogel.
εὐκολίαν, ΙΙΙ, 848, mobilitatem, parendi fakesis
facilitatem. εὐκολίαν περὶ τοὺς — λόγους, Μ. 514,
promptum animum ad illos accipiendos. εὐκολίαν
τῆς γνώμης, 1, 502, 509, levitatem, mutabilitatem.
εὐκολίαν τοῦ κηρύγματος, Ι, 526, celerem propagationem doctring.
εύκολον τῆς θείας δυνάμεως, ΙΙ, 850. εὐκόλους
πρὸς ἁμαρτίαν, IV, 562, promos, facile movendos.
εὔχομα λήτα, ΙΙ, 152.
ευκοσμίας, μεστή ὀσμὴ, ΙΙ, 100: forte εύοσ
μίας.
εὐκτήρια τοῦ ἁγίου Μιχαήλ, ΙΙ, 490. εὐκτηρίοις
οίκοις, ΙΙ, 381, templis Christianorum. IV, 1327:
in iis ἑορτάζουσιν excommunicati: in σηκοῖς martyrum, aliisque sacellis. εὐκτήριοι τόποι, Ι, 1050,
loca sancta Hierosolymis, monumenta mortis
Christi et reditus in vitam et coelum. Et mox, τῶν
εὐκτηρίων τοῦ σταυροῦ, τῆς ἀναστάσεως. εὐκτήριον
οἰκίσκον, ΙΙΙ, 1064: in summo monte. εὐκτήριον
οἶκον, ΙΙΙ, 870: Romæ: ab ecclesiis videtur distingui. εὐκτηρίους σηκοὺς τούτῳ ἐδείμαντο,' Η, 1147:
Marciano, quo ejus corpus post mortem inferrent.
εὐκτηρίων οίκων, ΙΙ, 361, templis. εὐκτηρίων
νεῶν, ΙΙΙ, 853 extr., ædium sacrarum, ubi preces
tantum fierent. Mox tamen ἐκκλησίας vocat. Forte
εὐκτηρ. καὶ νεῶν, vel ἢ νεῶν. Aut εὐκτηρίων non
urgendum, synecdochice certe accipienduñi.
εὐκτικῶς σχηματίζει τοὺς λόγους, Ι, 1555. εύκτι
πῶς τὰ ἐσήμενα λέγει, Ι, 1528 extr.
εὐλάβεια περὶ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 741, sana doctrina de
ejus divinitate. εὐλαβείᾳ τῇ ὑμετέρα, ΙΙΙ, 729: tibi,
vel vobis in epistolis ad illustriores, ut ibi ad
episcopum Cplit. εὐλαβείᾳ τῇ σῇ, 111, 878, tibi: episcopi imperatori. εὐλάβειαν τὴν σήν, 111, 902, te;
synodus episcopo Alexandr, εὐλάβειαν ὑμετέραν,
111, 4028, vos: episcopi, episcopis. εὐλαβείας τῆς σῆς,
1V,1065, tuum; episcopo.
εὐλόγησε 1, 506 init.: expl. έβλασφήμησε. εὐλο
γησεν, Ι, 532: expl. προσείπεν.
εὐλογίαν τοῦ νομοθέτου vide Νομοθέτου. εὐλογίαν
ὑπὸ τῶν ἁγίων ἄρτων λαβών. Ι, 768: quia scil. e
Joco sacro cum precibus et votis sacerdotis abstulerat. Pro ὑπὸ cod. ἀπὸ, melius. Neque enim ipsi
panes dabant εὐλογίαν. εὐλογίαν ἔχει Θεός· vid.
Εχει, 1, 1402. εὐλογίαν ἐδέξατο, ὡς παρ' ἀγγέλων,
ΙΙΙ, 632. εὐλογίαν ἐπισκόπων οὐκ ἐδεξάμην, 18,
1207, beneficia, pecuniam ab iis oblatam auxilio;
dona: ex Hebr. εὐλογίας κρυπτομένης vid. Κρυπτομένης.
εὐμαθία, V, 17: πολυμαθία.
εὐμαρῶς pro ευμαρες, et ante βάδιον, α
ἐστί.
εὐμενείας σῆς γράμματα, ΙΗ, 878, tuas litteras.
Episcopi imperatori. εὐμένειαν τὴν σὴν, te, ibid.
et mox nominativo, 140.
εὐμήχανον Δεσπότην, ΙV, 1080: Deum, vel, precibus flecti facilem; vel, omnia facite expedientem.
εὐνὰς ἐσύλησα· vid. Εσύλ. εὐνὴν ἀλλοτρίαν συλής
σαι· vid. Συλήσαι. εὐνὴν ληστεύων vid. Ληστεύων.
εὐχὴν σεσυληκότος· vid. Σεσυληκ. εθνῆς λῃστὴν· vid.
Ληστήν.
είνοι θεραπεύσαντες, 1, 1422.
εὔνοιαν, ΙΙ, 1357: cultum idolorum; expl. σε
βοντες.
εὐνομία, 11, 426, legum reverentia.
εννοοι, ΙΙΙ, 1168, 1082 init.
εὐνοῦχος· ρ. ἐκτομίας, 1, 104.
εὐνῶν, Ι, 1520: genit. plur. ab εὔνους, inusitatior.
εὔοπτον γυναῖκα, ΙV, 540, formosam.
εὐπάθειαν, ΙΙ, 4405 extr., vigorem, salebritatem,
firmitatem, pecndum scil.
εὐπραξία Abelis, I, 56: quod Deo placeret sacri-.
ficium ejus.
εὐπρεπὴς ἡ ὁδὸς, ΙΗ, 608 extr.: forte εύτρεπής, parata.
εὕρειεν, 11, 837: insolita forma, quasi aor. 1. εὗρα,
εὔραιμι, εὕρεια.
εὑρέματα, IV, 481, 1931.
ευρεσιλογία haereticorum, V, 11, commenta, qua
verborum, qua rerum.
εὑρετὴν αἱρέσεως, IV, 2.
εὐρίπιστον legitur pro εὔριπον· certe hoc expl.
HI, 827 med. n. 4.
εύριπον γνώμην, ΙΙΙ, 827: εὐρίπιστον, εύριπον,
III, 909, mobilem, Constantium. Adjectivum est.
εὔριπον τῶν ρευμάτων τοῦ πλούτου, IV, 983: ob
inconstantiam.
εὑρισκομένην πρὸς μαθητείαν, ΙΙ, 78: scil. ἐπι
τηδείαν, cum apta composita (non) essem, cum (non)
facerem ad disciplinam. εὑρισκομένους ἀνθρώπους,
1, 1255, viventes eo tempore. ευρόντες ἐκ κοπρίας
vid. Κοπρίας.
εὖρος, ΙΙ, 1471; III, 1287: per spir. asperum.
εὕρους, ΙΙ, 511.
εύρυζον, ΙΙ, 262, aurum, obryzum.
εὐρύναι τὸν λόγον, IV, 419 extr., plura disputare:
428, εὐρύνειν.
εὐρύτερον, 17, 455: pluribus.
εὐσέβεια, Τ. 49, vera doctrina, ut unus Christus
agnoscatur. εὐσέβεια ὑμῶν διαλάμπουσα, ΙV, 1323,
tu; episcopi Augusto. εὐσεβείᾳ, II, 1045, vera
doctrinae. εὐσεβείᾳ ἐκκλησιαστικῇ, 111, 739, vera
doctrina, adhuc in Ecclesia servalæ. εὐσεβείᾳ ἐπί
σημος εἶ, III, 811: Sapori tribuit Const. M. quia haud
asper Christianis. εὐσέβεια σή, 111, 878, tu: episcopi
imperatori, et mox dativo. εὐσεβεία σου, ΙΠ, 864, 872.
extr., 948, tibi: episcopus ac synodus imperatori.
εὐσέβειαν, Ι, 1045, veri Dei cultum. 17, 1188, Christianam religionem. εὐσέβειαν, III, 994, veram doctrinam de Christo, non Arianarn. εὐσέβειαν αὐτοῦ,
IV, 1135, principem ipsumn. εὐσέβειαν ἐθνῶν, Ι,
283: futurum, ut et pagani ad verum Deum vertantur. εὐσέβειαν ὑμῶν καταλαβείν, IV, 1528, ad te
venire; episcopi Augusto. εὐσεβείας, 111,
christiana doctrinæ, vel verz, 346, 758. εὐσεβείας,
IV, 44, vere doctrinæ de persona Christi. εὐσεβείας,
1V, 491: Dei ex operibus agnoscendi. εὐσεβείας βίοι
πολλοί νία. βίο:. εὐσεβείας διδασκάλων, Η, 1494,
theologorum orthodoxorum. τῆς εὐσεβείας δόγ
pata, V, 44, vera doctrina Christiana: ex I Tim.
ιιι, 18. εὐσεβείας εστερημένοι, Ι, 652, alieni a professione veri Dei; quibus tamen relinquit δικαιοσύνην, opera æqua. εὐσεβείας λείψανα, 111, 117,
in Elia, veri cultus, vora Ecclesie, εὐσεβείας λόγος,
1, 9, doctrina. 74, doctrina salutaris, quasi articuli
col. 985–986page 61 of 154
PG 84:985εἰ: σεβείας όρους, ΙΙΙ, ἀλήθειαν ἀληθείας διδάσκαλον, εὐσεβείας σῆς, ΙΙΙ, εὐσεβείας τὰ γράμματα, εὐσεβείας τῆς ἐμῆς, 793, εὐσεβείας τρόφιμα τρόφιμοι. εὐσεβεῖν ἐπισταμένοις, 1266, θεανθρωπία υἱότητι γνησια. εὐσεβεῖν προαιρουμένους, 1, 47, εὐσεβοῦμεν, σφάλλεσθε. εὐσεβούντων (διά,) εὐσεβεῖς, ΙΙΙ, εὐσεβές, εὐσεβεστέρων, Ι, Ι. εὐσε δέστερον κινηθείς, ΙΙ, 563. εὐσεβεστέρων χορός, Ι, εὐσεβεία λαμπρυνομένους. εὐσεβῆ λόγον, Ν, εὐσεβή πολιτείαν, Ι, εὐσεβής, Ι, εὐσεβῶς νοῆσαι, ΙΙΙ, 671 εὐσεβῶς νοῶ, εὔστολον λιμένα, 1199. εὐστόμων λιμένων, 1219: εύστολον εὐταξίαν Ἰουδαίων πεπιστευμένος, 1159 εὐτέλειαν, Ι, 448: ὑπερηφανίαν. εὐτεχνὲς (τὸ τῆς οἰκονομίας, 27, εὐτυχές, εὐ τεχνοῦς ἑνώσεως κενώσεως), 38, εὐτρεπίζουσαν ζωήν, ΙΙ, 74 τὸ εὐτρεπίζειν εὐτύχηκα· εὐτύχημα. εὐτύχημα οι ευτύχηκα 96 εξύποιστος, ΙΙΙ, εὐφημίαν πατρικήν Πατρικήν. εὐφημίαν εἰς σήν, 101, εὐφημίας κατάλογον, εὐφημίας μαρ τυρία, 111, 161: εὔφημος, τῆς ἀρετῆς, εὐφημίας, ΙΙΙ, 643: ἀποδοχῆς. εὐφημίας ἐν εἴδει νόμους, 1001 εὐχήν ὑπόσχεσιν, 1, 215, 225, 743. εὐχῆς πάσης υπέρτερον, ΙΙ, εὐχὴν ψαλμωδία ἐδέχετο, ΙΙΙ, 1161. εὐχαῖς, 1, Εὐχίτας σημαίνει, εὐωδία Χριστοῦ τὸ πνεῦμα, 925 εὐωδιαζουσῶν αὐτοὺς, Ι, 164, εὐωδίας· εὐαρεστήσεως, Ι, 169. εὐώνυμοι πράξεις, 1, 187, εὐωνύμους τιμωρίας, 1, 1146. εὐωχίαν μυστικὴν καὶ ἀθάνατον, 744, ἐφ' Ἐπί. ἐφαίδρυνε τὴν ἀρχιερατικήν προεδρίαν, 111, ἐφάμιλλα τὰ ἐπιτηδεύματα, Η, 865, ἐφάμιλλον ἀγαθότητος, ΙΙ, 841, ἐφαπλοῖς τῇ γῇ, έν, ἐφέλκεται τὴν θείαν προμήθειαν ἡ εὐσεβεία, 1, 841. εφέλκομαι τὸν δεσπότην εἰς ἔλεον, ΙΙ, 659. ἐφέλ κοντα ζυγόν, ΙΠ, 1187 ἐφέσει χρησάμενος, ΙΙ, 695 ἐφέσεως, ΙΙΙ, 1301: του πόθου. Έφεσιν, ΙΙΙ, ἔφεσιν τοῦ πλείονος, ΙΙΙ, 27, τὸ ἐφίεσθαι, ἐφέστια θηρίων, ΙΙΙ, 996. Εφεστρίς, τῆς ἐπωμίδος, 166, ἐφέσῳ, τῇ χρησάμενος, ΙΙ, 401 εφέσει, ἐφευρετὰς δόγματος, ΙΙΙ,874 συγγραφείς, ἔφη, 1221; 390 ἔφθασαν Ἰουδαῖοι τῇ τῶν Ἰδου μαίων πληγῇ, καὶ τῇ τῶν Βαβυλωνίων νίκῃ, ΙΙ, 315. ἔφθα σεν ἀναληφθῆναι. 527: αναληφθείς ἐφιλονείκουν, ΙΙ, ἐφίσταται πᾶσιν ἡ θεία φύσις, 1, 1332. ἐφοδιάζει ἡμᾶς τούτου, 57, ἐφόδιον ἀγνοίας ἡ ἁπλότης, Ι, 759: ἀφορμή, πρόφασις. ἐφόδιον ἐξουσίαν εἰς ἀδικίαν, Ι, 1277, ἀφορμήν. ἐφόδιον εἰς τυραννίδα, ἐφόδιον ἐξαπάτης τὴν τοῦ βασιλέως φιλανθρωπίαν εὐρόντες, ἐφόδιον θρασύτητος, ΙΙΙ, 912, ἐφόδιον. εἰς βλασφημίαν, 501: ἀφορμὴν, ἐφόδιον ἀδικίας, ἐφόδιον εἰς δυσμένειαν, ἐφοδίων (μετά) μεγί στων καὶ καλλίστων ἀπάρας, ΙΙΙ, 952 ἐφοδίων σωτηρίας, ΙΙΙ, ἐφόρεσε σῶμα ἔμψυχον ὁ λόγος, 1071 Ἐφούδ, 1, 335, 358. ἐφρύαξαν, ἀντὶ τοῦ, ἠλαζόνευσαν, Ι, 618 φρυάγματα, ἐφύλαξε, ἐφωδιάσθησαν γράμμασι, ΙΙΙ, 501. ἐφώτισαν τὴν οἰκουμένην, 1008 ἐχαλέπαινεν κατ' αὐτοῦ, Ι, 579 ἐχαρακτήρισεν ἡ ἄσκησις τύπον ἁγίων, ΙΙΙ, 988 ἀγγέλων, ἁγίων έχαρ. τύπον, ἦν τύπος. ἐχαράξαμεν τὸ γράμμα, ΙΙΙ, 961. ἐχαρίσατο παῖδας, ἐχέγγυον τῆς παραινέσεως, ΙΙ, 652, ἔχει ἡ ἀλήθεια φιλανθρωπίαν, τιμωρίαν, ΙΙ, 1520,
fundamentales et necessari. εἰ: σεβείας όρους, ΙΙΙ,
1051: ubi sacerdotibus in templo, ubi aliis, ipsique
imperatori consistere liceret. Hanc mox ἀλήθειαν
vocat, et Ambrosium ἀληθείας διδάσκαλον, a que
hac didicerit. εὐσεβείας σῆς, ΙΙΙ, 948, te (volente):
episcopi Joviano imper. εὐσεβείας τὰ γράμματα,
II, 363, Scripturam sacram. εὐσεβείας τῆς ἐμῆς,
III, 793, a me: imperator. εὐσεβείας τρόφιμα
vid. τρόφιμοι.
εὐσεβεῖν ἐπισταμένοις, ΙV, 1266, rite intelligere
Script. sacr. nominatim de Christi θεανθρωπία et
υἱότητι γνησια. εὐσεβεῖν προαιρουμένους, 1, 47, qui
veram doctrinam tenere velint, εὐσεβοῦμεν, V, 1071,
recte docemus: opp. σφάλλεσθε. εὐσεβούντων (διά,)
II, 981, ab orthodoxis, non Arianis.
εὐσεβεῖς, V, 46, pii, Christiani, credentes: disting. ab apostolis, ΙΙΙ, 496. εὐσεβές, dicit, 1, 1280,
bovem triturantem vesci sinere; i. e. liberale, gratum, æquum. εὐσεβεστέρων, Ι, 1091: proprie h. Ι.
præ reliquis Judais; reditum spernentibus. εὐσε
δέστερον κινηθείς, ΙΙ, 563. εὐσεβεστέρων χορός, Ι,
1047, veri Dei cultores, scil. præ cæteris: addit
enim, εὐσεβεία λαμπρυνομένους. εὐσεβῆ λόγον, Ν,
49, disputationem ac demonstrationem vere docirina. εὐσεβή πολιτείαν, Ι, 1375 init., Ecclesiam:
εὐσεβής, Ι, 532 init., qui in tentoriis habitaret el
vino abstineret. Externa hic spectantur, at signa
tunc usitata.
εὐσεβῶς νοῆσαι, ΙΙΙ, 671: ut nihil stulti nec
falsi aut contra doctrinam divinam inferamus.
εὐσεβῶς νοῶ, ΙV, 39: ut Deum decet, et Scriptura
sacra docet alibi.
εὔστολον λιμένα, IV, 1199.
εὐστόμων λιμένων, IV, 1219: supra εύστολον
nec tamen alterum ex altero corrigendum, quia
utrumque portui aptum illed commodum, hoe
amplum notat.
εὐταξίαν Ἰουδαίων πεπιστευμένος, ΙV, 1159:
Felix procurator.
εὐτέλειαν, Ι, 448: opp. ὑπερηφανίαν. Sign. animi
humilitatem, timorem obnoxium.
εὐτεχνὲς (τὸ τῆς οἰκονομίας, V, 27, egregium
quasi artificium negotii salutaris. Nec probandum
εὐτυχές, e marg. quod hic sensum non habet. εὐτεχνοῦς ἑνώσεως (vel κενώσεως), V, 38, bene et
sapienter instituta.
εὐτρεπίζουσαν ζωήν, ΙΙ, 74: de Lege, quam, si
servassent homines, beati fuissent: e conditione
scil. divinitus adjuncta; τὸ εὐτρεπίζειν Deo conve
wit, non legi, nec si vitam hujus orbis intelligas.
εὐτύχηκα· vid. εὐτύχημα.
εὐτύχημα οι ευτύχηκα var., I, 96: vid. not.
εξύποιστος, ΙΙΙ, 988 init., tolerabilis.
εὐφημίαν πατρικήν vid. Πατρικήν. εὐφημίαν εἰς
σήν, V, 101, ad te laudandum. εὐφημίας κατάλο
γον, 1, 580, laudum enumerationem. εὐφημίας μαρτυρία, 111, 161: pro εὔφημος, vel, τῆς ἀρετῆς, per
metonym. εὐφημίας, ΙΙΙ, 643: explicatio ἀποδοχῆς.
εὐφημίας ἐν εἴδει νόμους, IV, 1001: Christi, beatos
prædicantis ista tenentes.
εὐχήν expl. ὑπόσχεσιν, 1, 215, 225, 743. εὐχῆς
πάσης υπέρτερον, ΙΙ, 817, ante omnia petendum
a Deo. εὐχὴν ψαλμωδία ἐδέχετο, ΙΙΙ, 1161. εὐχαῖς, 1,
1586, deprecatio pro nebis.
Εὐχίτας σημαίνει, IV, 566: Messalianorum nomen: forte ab Hebr. 7, dictum sacrum, si
vera notatio.
εὐωδία Χριστοῦ τὸ πνεῦμα, V, 925: quia per
ipsum agnoscitar.
εὐωδιαζουσῶν αὐτοὺς, Ι, 164, bono odore implentium.
εὐωδίας· expl. εὐαρεστήσεως, Ι, 169.
εὐώνυμοι πράξεις, 1, 187, mala opera. εὐωνύμους
τιμωρίας, 1, 1146.
εὐωχίαν μυστικὴν καὶ ἀθάνατον, I, 744, Sacram.
C. et 747, Ps. 22 init.
ἐφ' vid. Ἐπί.
ἐφαίδρυνε τὴν ἀρχιερατικήν προεδρίαν, 111,
ἐφάμιλλα τὰ ἐπιτηδεύματα, Η, 865, æmula, similia.
ἐφάμιλλον ἀγαθότητος, ΙΙ, 841, par, conferendum.
ἐφαπλοῖς τῇ γῇ, IV, 552: scil. έν, in terra expandis: vel, terræ æquas, ne emineant.
ἐφέλκεται τὴν θείαν προμήθειαν ἡ εὐσεβεία, 1, 841.
εφέλκομαι τὸν δεσπότην εἰς ἔλεον, ΙΙ, 659. ἐφέλ
κοντα ζυγόν, ΙΠ, 1187: pro simplici.
ἐφέσει χρησάμενος, ΙΙ, 695 extr.: cum provocasset ad imper. ἐφέσεως, ΙΙΙ, 1301: του πόθου.
Έφεσιν, ΙΙΙ, 210, cupiditatem cibi. III, 1240, desideriam. ἔφεσιν τοῦ πλείονος, ΙΙΙ, 27, cupiditatem,
τὸ ἐφίεσθαι, affectare.
ἐφέστια θηρίων, ΙΙΙ, 996.
Εφεστρίς, explicatio τῆς ἐπωμίδος, 166, chlamys,
paludamentum.
ἐφέσῳ, τῇ χρησάμενος, ΙΙ, 401: intelligi potest,
etsi durius. Sed haud dubie legendum, εφέσει,
cum provocasset ad imp.
ἐφευρετὰς δόγματος, ΙΙΙ,874: vocant Patres Conc.
Nic. et συγγραφείς, quo explicatur et illud: qui
formulam et professionem illius composuissent ac
proposuissent, re ipsa e Sacris litteris constituta
pridem.
ἔφη, II, 99 init. reddidit, pro illo hoc posuit.
Epnge, I, 1255, 1379, 1507; II, 1655; III, 913,
1221; IV, 390 init. ἔφθασαν Ἰουδαῖοι τῇ τῶν Ἰδουμαίων πληγῇ, καὶ τῇ τῶν Βαβυλωνίων νίκῃ, ΙΙ, 315.
Sensus e contexto capitis ipsius esse debet: antea
ab Idumæis afflicti, et a Babyloniis victi erant. ἔφθα
σεν ἀναληφθῆναι. I, 527: pro αναληφθείς
ἐφιλονείκουν, ΙΙ, 242, studebant, vol&bant, copabantur.
ἐφίσταται πᾶσιν ἡ θεία φύσις, 1, 1332.
ἐφοδιάζει ἡμᾶς τούτου, IV, 57, tradit nobis illud,
firmat, certo significat. Eustath.
ἐφόδιον ἀγνοίας ἡ ἁπλότης, Ι, 759: i. e. ἀφορμή,
vel πρόφασις. excusatio. ἐφόδιον ἐξουσίαν εἰς ἀδικίαν,
Ι, 1277, auxilium, ἀφορμήν. ἐφόδιον εἰς τυραννίδα,
I, 941, materiam, stimulum, adjumentum. ἐφόδιον
ἐξαπάτης τὴν τοῦ βασιλέως φιλανθρωπίαν εὐρόντες,
III, 800, adjumentum, firmamentum, licentiam, far
cilitatem fallendi. ἐφόδιον θρασύτητος, ΙΙΙ, 912,
adjumentum, incitamentum, praesidium. ἐφόδιον.
εἰς βλασφημίαν, IV, 501: ἀφορμὴν, occasionem,
mcitamentum. ἐφόδιον ἀδικίας, IV, 566, adjumentum et incitamentum. ἐφόδιον εἰς δυσμένειαν, IV,
618, causam, incitamentum. ἐφοδίων (μετά) μεγί
στων καὶ καλλίστων ἀπάρας, ΙΙΙ, 952: ita, ut laudem
et secundam memoriam sui relinqueret. ἐφοδίων
σωτηρίας, ΙΙΙ, 986: ut Christiani ferent, ut baptizarentur.
ἐφόρεσε σῶμα ἔμψυχον ὁ λόγος, V, 1071 init.
Ἐφούδ, 1, 335, 358.
ἐφρύαξαν, ἀντὶ τοῦ, ἠλαζόνευσαν, Ι, 618: sic et
Sophocl. Αi. Flag. φρυάγματα, pro fastu.
ἐφύλαξε, ΙV, 629: ignis capillos; iis perpecit, abstinuit.
ἐφωδιάσθησαν γράμμασι, ΙΙΙ, 501.
ἐφώτισαν τὴν οἰκουμένην, ΙV, 1008: apostoli.
ἐχαλέπαινεν κατ' αὐτοῦ, Ι, 579 extr.: pro dat.
ἐχαρακτήρισεν ἡ ἄσκησις τύπον ἁγίων, ΙΙΙ, 988 -
additur n. 4. ἀγγέλων, forte ipsum pro ἁγίων legendum. Pleonastice sane, uberius certe, έχαρ.
τύπον, pro, ἦν τύπος.
ἐχαράξαμεν τὸ γράμμα, ΙΙΙ, 961.
ἐχαρίσατο παῖδας, II, 1201: mulieribus asceta:
per vim mirificam et preces, quibus annueret
Deus.
ἐχέγγυον τῆς παραινέσεως, ΙΙ, 652, incitamentum,
firmamentum fidei, ut credant, benefacturos, si
paruerint hortanti.
ἔχει ἡ ἀλήθεια φιλανθρωπίαν, τιμωρίαν, ΙΙ, 1520,
sunt ejus partes: eas ponit, affert, comprehendit.
col. 987–988page 62 of 154
PG 84:987ἐῶντα τὰς ἡνίας, ἑώρα, Ι, ἑώρα κας τἀναντία, ἕως, πρότερον, Ι, 712: πρίν. έως ὡς ἕως ἂν, πρότερον, πρότερον 565. μὴ πρότερον ἀφισταμένων, ἕως ἂν εὔρωσι. ἕως ποτὲ 641 ἕως προσηγορίας, αἱ μέχρι. Ρ. ἕως, ἐν προσηγορίᾳ. ἑωσφόρος, έῴων τμῆμα, ΙΙΙ, ζαβουλών, ΙΙ, 232: ῥύσις νυκτερείας φύσις. ἔχει (Θεός) ὕμνον αιώνιον, Ι. 1402. εὐλογίαν καὶ εὐφημίαν άναρχον, καὶ αήττητον, 1407 τὸ ἄναρχος, ἀφορμήν, Έχει παράβασιν ὁ νόμος Παράβασιν. Έχει συγγνώμην τινὰ σμικράν, Έχει φορὰν ἀγαθῶν τὸ πεποιθέναι Θεῷ, 1, 1956, ἔχει ὁ τράχηλος τοῦ στομάχου τὸ στόμα, 523,; mΟΣ 524, ἔχει τὴν ἀρτηρίαν, ἔχει τὸ τέρμα, ἔχειν πλημμελήματα, ΙΙ, 1609, τὴν ἀπό λαυσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τῶν δεσποτών, 595, ἔχειν τύπον, εἶναι. ἐχέσθω ἐμοὶ ὁ λόγος ὕστερον, 91. ὕστερον ὕστερον, τῶν ὕστερον, εἰς τὰ ὕστερον. ἔχεται τῆς αὐτῆς διανοίας, ἔχομεν ἐν ἐλπίσι, 111, 492, 478: Ελπίζομεν. ἔχοντα συμφωνίαν πίστεως γάμον, Εχον τας αἵρεσιν, 1066, ἔχουσι μίαν βί έχω θαυμάσας, του, θαυμάζω. ἔχω διαφορὰν φωτὸς καὶ σκότους, Ι, 1534, ἐχώμεθα, τῆς ἑρμηνείας, ΙΙΙ, 177, ἔχων ὑπὲρ ἔννοιαν τὴν σύλληψιν, 93, Έχει έχον, υφειμένον τι. ἔχων καλῶς Έζησε, 1, 1220: έχον. ἐχειροτόνησεν, κακοζήλως, Έχεις δύο ἀπὸ τῆς ἀσπίδος Αρειανῆς ἐγεν νήθησαν, ΙΙ, 844. ἐχθρὸς καὶ πολέμιος, ΙΙΙ, 813 ἐχθρῷ νόμῳ Ῥωμαίων, 991, ἐχρεωστείτο λαμπρῷ βίῳ λαμπρά τελευτή, ν, ἐχρημάτισε πατήρ, 199 ἐχρημάτισεν. Ι, 516 ἐχρημάτισεν ὄνο μα Χριστιανῶν, ΙΙΙ, 1033. ἐχρησμώδησαν, ἐχρησμώδησεν ὁ προφήτης, 965. ἐχρῶντο πενία, 524, ἐχρῶντο συνεδρίοις, Ι, ἐχώρισα ἐμαυτὸν κακίας, 1, 766 ἐχώρισα ἐμαυτὸν τῆς σῆς προμηθείας, Ι, ἔψαλλεν, ΙΙΙ, ἐψεύσαντο, ἔψοντες λίθον, 11 ἐψυχαγώγησε, ἕω (πρὸς) κείμενον, κατὰ ἀπαρκτίαν, ΙΙΙ, 1144 ἑώα, ἑψαν, έψας, ΙΙΙ, Ποντική Ασιανή. ἀπὸ τῆς ἑῴας, ἑας ἡγουμένῃ· Ηγουμένη. Φωλος λόγος και μάταιος, 269. ζεύγλην δουλείας, Ι, 529. ζεύγλην πρεσβυτέρου ὑποδέξασθαι, ΙΙΙ, ζεῦγος ἱερὸν, ΙΙ, ζῆλον λαβών, ΙΙ, ζῆλος ζήλωσις, ζηλοτυποῦντος τῆς γυναικὸς τὴν μοιχείαν, ΙΙ, 788. ζηλοῦν, 949 ζηλῶσαι τὴν ἀπεί θειαν, ΙΙ, 498, ζηλῶσαι τὴν ἐκείνων παχύ τητα, ΙΙΙ, 631. ζηλώσαντες, ΙΙ, 1253 ζηλώσαντες τὴν ἀσέβειαν, ΙΙ, 1510 ζηλώσας ἀρετήν, ΙΙ, 514: μιμησάμενος. ζηλώσας τὴν Ἱερουσαλήμ, ζηλώσασα, ΙΙΙ, ζηλώσατε την συγγένειαν, ΙΙΙ, 429 ζηλώ σῃς, ΙΙ, ζηλωτὴς ἐπιεικείας, ΙΙΙ, 337. ζημία, Ι, τιμωρία, Ι, ζη μίαν, τα μιακά, Ελευθερικοῖς ζητεῖ τὸν ἐπίκουρον, ΙΙ, 77, ζητεῖν, καὶ τῶν ἀλόγων, αἰτεῖν, τῶν λογικῶν, Ι,. ζητῶν ῥητῶν, ζοφώτατα άντρα, 950: ζοφερώτατα, ζοφωδέστατα, απ σχίων, αἴσχιστος, αίσχος, καλλίων κάλλος, ζυγομαχεί, ΙΙ, 1099 ζυγομαχεῖν, Ι, 74; 11, 49, 1991: περὶ χρημάτων, ΙΙΙ, 654 ζυγομαχήσομεν, ΙΙ, ζυγομαχήσω, ΙΙΙ, 1308. ζυγομαχοῦντας πρὸς ἀλλήλους, ΙΙΙ, 648. ζυγομαχοῦσαι. 811. ζυγομαχούσῃ (δαμάλει) πρὸς τοῦτον, ΙΙ, 1359 πρὸς τοῦτον ζυγόν, ζυγομαχούσι,Ι, 1628, ΙΙΙ, 204. ζυγὸς, ὁ νόμος, 618 ζυγῷ ἀνισότητος δια τέμνουσι τὴν ἀζυγώτατον, ὡς οίονται, — θεότητα, άζυγον, ζυγὸν γαμικὸν ἐπιθήσω σοι, 1, 350, ζυγών, ζωὰς, τὰς, ΙΙ, 1550. ζωγραφοῦσι τῷ λόγῳ, 486, ζωγρείν,: θήρατρα, ζωγρηθῆναι τὰ ἔθνη, ΙΙΙ, ζωγρῶν,
ἐῶντα τὰς ἡνίας, IV, 605, omittentem, non regentem.
ἑώρα, Ι, 777 extr., cogitabat, respiciebat. ἑώρακας τἀναντία, II, 277: evenere diversa.
ἕως, post πρότερον, Ι, 712: pro πρίν. έως pro
ὡς legitur, I, 1578 n. 4, sign. quamdiu, ἕως ἂν,
post πρότερον, pro f, aut πρότερον redundat, II,
565. μὴ πρότερον ἀφισταμένων, ἕως ἂν εὔρωσι.
ἕως ποτὲ expl. I, 641 extr. ἕως προσηγορίας, V,
971, nomine tenus tantum, intra αἱ μέχρι. Ρ. seq.
ἕως, hic est ἐν προσηγορίᾳ.
ἑωσφόρος, Astarte dea, I, 366.
έῴων τμῆμα, ΙΙΙ, 1024 init.; quid comprehenderit, magna ex parte ibi memoratur.
Z.
ζαβουλών, ΙΙ, 232: expl. ῥύσις νυκτερείας ex
Hebr. Vid. φύσις.
ἔχει (Θεός) ὕμνον αιώνιον, Ι. 1402. εὐλογίαν καὶ
εὐφημίαν άναρχον, καὶ αήττητον, 1407 init. non ab
angelis: repugnat enimn τὸ ἄναρχος, sed in se,
materiam, ἀφορμήν, fontem, dignitatem, merita,
causam laudabilitatis, cur sit laudandus: necnon
in conscientia suarum virtutum. Έχει παράβασιν ὁ
νόμος vid. Παράβασιν. Έχει συγγνώμην τινὰ σμικράν,
IV, 994, ignosci ei aliquatenus potest. Έχει φορὰν
ἀγαθῶν τὸ πεποιθέναι Θεῷ, 1, 1956, profert: scil.
habet in se vim ejus efferendæ. ἔχει ὁ τράχηλος τοῦ
στομάχου τὸ στόμα, IV, 523, in eo patet, est; et mΟΣ
524, ἔχει τὴν ἀρτηρίαν, ab eo suspensa hæret. ἔχει τὸ
τέρμα, III, 1120 init., facit, constituit, est terminus.
ἔχειν πλημμελήματα, ΙΙ, 1609, fecisse.ἔχειν τὴν ἀπόλαυσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τῶν δεσποτών, IV, 595, pendere
ab iis qua fructum. ἔχειν τύπον, 1, 515: al. pro
εἶναι.
ἐχέσθω ἐμοὶ ὁ λόγος ὕστερον, IV, 91. Si ὕστερον
absit: vertam, subsistat, inhibeatur. Nunc aliter
non potest, nisi: persequatur, inhæreat, pergat
porro, ὕστερον, quia sign. deinde, potest et esse
porro, τῶν ὕστερον, εἰς τὰ ὕστερον. ἔχεται τῆς
αὐτῆς διανοίας, IV, 396, eamdem sententiam, rem
eamdem continent, proponunt. ἔχομεν ἐν ἐλπίσι,
111, 492, 478: Ελπίζομεν. ἔχοντα συμφωνίαν πίστεως
γάμον, IV, 469: matrimonium Christiani et non
Christianæ, vel contra: conjugium, cujus necessi
tudini non adjuncta esset professionis societas. Εχοντας αἵρεσιν, V, 1066, hæreticos. ἔχουσι μίαν βί62ov., 11, 1308, 1309, efficiunt, eo continentur, iis
assignatur. έχω θαυμάσας, V, 17: periphr. του,
θαυμάζω. ἔχω διαφορὰν φωτὸς καὶ σκότους, Ι, 1534,
sentio, experior. ἐχώμεθα, τῆς ἑρμηνείας, ΙΙΙ, 177,
ad reliqua interpretanda progrediamur ἔχων ὑπὲρ
ἔννοιαν τὴν σύλληψιν, V, 93, videns, existimans.ΜΟΧ
Έχει pro έχον, ut præcedit υφειμένον τι. ἔχων καλῶς
Έζησε, 1, 1220 init.: pro έχον.
'
ἐχειροτόνησεν, IV, 531: animus linguam, cogitatorum interpretem, ea utitur ministra: quasi facit
et constituit, postquam aptam tali ministerio sensit. Audacter sane, de mente, cujus non ea potentia, nec potestas: κακοζήλως, si de Deo; sed illud
structura verborum requirit.
Έχεις (vipera) δύο ἀπὸ τῆς ἀσπίδος Αρειανῆς ἐγεν
νήθησαν, ΙΙ, 844.
ἐχθρὸς καὶ πολέμιος, ΙΙΙ, 813: illud sensu et animo, hoc factis. ἐχθρῷ νόμῳ Ῥωμαίων, III, 991, re,
quæ esset contraria legibus R. vel quam hostilem
declararent leges Rom.
ἐχρεωστείτο λαμπρῷ βίῳ λαμπρά τελευτή, ν,
ἐχρημάτισε πατήρ, IV, 199 init., factus est.
ἐχρημάτισεν. Ι, 516 init. fuit, est. ἐχρημάτισεν ὄνο
μα Χριστιανῶν, ΙΙΙ, 1033.
ἐχρησμώδησαν, IV, 880: de prophetis divinis in
Scr. sac. ἐχρησμώδησεν ὁ προφήτης, ΙV, 965.
ἐχρῶντο πενία, I, 524, pauperes erant. ἐχρῶντο
συνεδρίοις, Ι, 1079, instituebant conventus, agebant.
ἐχώρισα ἐμαυτὸν κακίας, 1, 766 extr., abstinui,
purus, immunis fui. Conferas ad Hebr. vi, 26, ubi
tamen plus sign. ἐχώρισα ἐμαυτὸν τῆς σῆς προμη
θείας, Ι, 763, plane commisi, ut jam mihi omnino
non consuleres.
ἔψαλλεν, ΙΙΙ, 1179: de re lamentabili.
ἐψεύσαντο, V, 948, angeli defecere.
· ἔψοντες λίθον, 1V, 11: ut calx fat.
ἐψυχαγώγησε, ΙII, 250, consolatus est, erexit,
dolere vetuit.
ἕω (πρὸς) κείμενον, κατὰ ἀπαρκτίαν, ΙΙΙ, 1144:
Ost-Nord-Ost.
ἑώα, 111, 1076: disting ab Ægypto, Bosporo,
Thrace. ἑψαν, III, 1062: ab ea disting. Asianam,
Ponticam prefecturam, vel diocesin. έψας, ΙΙΙ,
892 extr.: ab ea distinguuntur Ποντική et Ασιανή.
ἀπὸ τῆς ἑῴας, III. 842 extr.: Laodicea Sardicam.
ἑας ἡγουμένῃ· vid. Ηγουμένη.
· Φωλος λόγος και μάταιος, ΙV, 269.
ζεύγλην δουλείας, Ι, 529. ζεύγλην πρεσβυτέρου
ὑποδέξασθαι, ΙΙΙ, 1920, presbyterum feri.
ζεῦγος ἱερὸν, ΙΙ, 255: Paulus et Barnabas.
ζῆλον λαβών, ΙΙ, 1243, amore patria et templi incensus. ζῆλος Pauli Samosat., III, 739: est haeresis
Arii, i. e. ζήλωσις, imitatio.
ζηλοτυποῦντος τῆς γυναικὸς τὴν μοιχείαν, ΙΙ, 788.
ζηλοῦν, IV, 949 init., imitari. ζηλῶσαι τὴν ἀπεί
θειαν, ΙΙ, 498, imitari. ζηλῶσαι τὴν ἐκείνων παχύτητα, ΙΙΙ, 631. ζηλώσαντες, ΙΙ, 1253 init.: simpliciter, studio sacrorum incensi. ζηλώσαντες τὴν
ἀσέβειαν, ΙΙ, 1510 init., imitati. ζηλώσας ἀρετήν,
ΙΙ, 514: μιμησάμενος. ζηλώσας τὴν Ἱερουσαλήμ,
HI, 223, studiosus ejus asserendæ et juvandæ, ne
majestas ipsius (Dei) violetur. ζηλώσασα, ΙΙΙ, 1217,
imitata. ζηλώσατε την συγγένειαν, ΙΙΙ, 429 extr.,
studete imitari Deum, cujus filii estis: tuemini
hanc cognationem, ostendite similitudine Dei. ζηλώ
σῃς, ΙΙ, 699, imiteris.
ζηλωτὴς ἐπιεικείας, ΙΙΙ, 337.
ζημία, Ι, 184, 192, sacrificium pro contaminatione vel delicto leviori. Opp. τιμωρία, Ι, 184. ζημίαν, IV, 1101: quod plura jugera facta essent ταμιακά, neque a reliquis Ελευθερικοῖς confici posset
tributi summa, ad quam 5000 jugera jam nil conferrent.
ζητεῖ τὸν ἐπίκουρον, ΙΙ, 77, precibus adit. Hebr.
ζητεῖν, καὶ τῶν ἀλόγων, αἰτεῖν, τῶν λογικῶν, Ι,.
1338. Illud impetum tantum et desiderium habet;
hoc sensum, conscientiam, consilium, verba.
ζητῶν pro ῥητῶν, cod. habet, I, 1522, n. 2.
ζοφώτατα άντρα, IV, 950: pro ζοφερώτατα, vel
ζοφωδέστατα, a substantivo factus gradus, ut απ
σχίων, αἴσχιστος, ab αίσχος, καλλίων a κάλλος, rel.
ζυγομαχεί, ΙΙ, 1099 init. ζυγομαχεῖν, Ι, 74; 11, 49,
aisputare, altercari, controversias agitare. IV,
1991: in navi. περὶ χρημάτων, ΙΙΙ, 654: delectatur hoc vocab. Theodor. ζυγομαχήσομεν, ΙΙ, 1175:
pro simplici. ζυγομαχήσω, ΙΙΙ, 1308. ζυγομαχούν
τας πρὸς ἀλλήλους, ΙΙΙ, 648. ζυγομαχοῦσαι. IV, 811.
ζυγομαχούσῃ (δαμάλει) πρὸς τοῦτον, ΙΙ, 1359: hic
proprie adhibetur, cum pleonasmo quidem; πρὸς
τοῦτον enim refertur ad ζυγόν, quod præmisit.
ζυγομαχούσι,Ι, 1628, et particip. ΙΙΙ, 204.
ζυγὸς, ὁ νόμος, I, 618 extr. ζυγῷ ἀνισότητος δια
τέμνουσι τὴν ἀζυγώτατον, ὡς οίονται, — θεότητα,
I, 986 (e supplem.). Sensus, si qui est, hic esse
videtur: dirimunt Trinitatem, quam non putant
jungi posse, dum ita jungunt, ut una persona alteri sit impar, altera minor, ac, dum volunt Deum
esse άζυγον, i. e. non consociari e tribus, impares.
jungunt. ζυγὸν γαμικὸν ἐπιθήσω σοι, 1, 350, ducam
te conjugen. ζυγών, IV, 1101, jugerorum,
partiuin, in quas descripta provincia aratur.
ζωὰς, τὰς, ΙΙ, 1550.
agri.
ζωγραφοῦσι τῷ λόγῳ, 1V, 486, Angunt.
ζωγρείν, de Deo: vid. θήρατρα, ζωγρηθῆναι τὰ
ἔθνη, ΙΙΙ, 152: ad Christum verterentur. ζωγρῶν,
III, 1085, ad Christum vertere.
col. 989–990page 63 of 154
PG 84:989ζώδιον ἐκεῖνο σμικρόν, τον πρίαπον, 783 ζωὴ ἀνθρωπίνη δήλη, Ι, 155, ζωή Εννομος, βίος. τωῇ κατὰ νόμου, βίῳ. ζωὴν, 17, 275: ζωὴν δικαιοσύνη κεκοσμημένην, ΙΙΙ, 645: βίον. ζωὴν ἐλευθέραν, ΙΙ, βίον, ζωὴν ἐν αἰχμαλωσία, ΙΙ, βίον ἐν ὅπλοις, ΙΙ, 1144: βίον. — ἐν πενίᾳ, 636. κατὰ νόμον, ΙΙΙ, 387. μοναδικὴν, 463 βίον μοναδικόν. ὕποπτον, Ι, 1448: βίον. ζωογονεῖ οὐδεὶς ἀνθρώπων, 1099 ζωοποιεί. ζωογονοῦντος, ζωοποιοῦντος, 61. ζῶον Θεόν, 1092: θεάνθρωπον, Ένωσιν τοῦ Λόγου ζῶον καλείται καὶ ὁ ἄγγελος, λογικὸν ἀθάνατον, ΙΙ, 683. ζῶον κοινόν Κοινόν. ἐκ ζώου και λογικοῦ συγκείμενος, ἄνθρωπος, 1105, 995, συνταττόμενον τῷ ζώῳ τὸ λογικόν. άλογα ζῶα. ζώου ἑνὸς ὄντος τῆς φύσεως, οὔσης Οντος. ζωοποιός, ζωοποιὸς τοῦ πεπονθότος Θεός, 58. ζωοποιοῦ τροφῆς, Ι, 815, ζωοποιόν φύσιν, 41. ζωοποιούς νόμους, ΙΙ, φυλάξω μεν. ΙΙΙ, Τ. ζωοποιῷ πνεύματι, ζῶσι τῇ εἰρωνεία, Ι, 667: συζῶσι. χρῶνται. ζωτικὴν ψυχήν, 73. ζωτικόν εἰ λογικὸν, ζωώσας, τὸ σῶμα, ζώον, είπερ, ή Μαράνα, ἢ κύρα. ἢ γὰρ, Ι, 350,: ή, ἢ γὰρ ἂν, Ι. ᾖ, ή. γ. ἢ δῆλον, 966: ἦ. ἢ δύο σημαίνει, 11, 241: ή, ἢ τῆς γνώμης, 229 ἦ, φησι, Ι, ἢ ταραχθήσεσθαι, 261: 262, ἐνδείκνυται. Ηβιώνους (τους) Ηβίωνος, Ἠσιώνου. ἡβῶντα, ἠγάσθη, 1, 545, ἡγεμόνα χειροτονηθέντα, 1, 964 ἡγεμονία ἑκατέρα, ΙΙ, ήγεμονίαν, ἡγεμονία Ρωμαίων, ΙΙΙ, 1000, ἡγεμονίαν, ἡγεμονίαν, εἰς τὴν ἡγεμονίαν δοθεῖσαν, ΙΙΙ, ἡγεμονίαν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν οἰκουμένην, ἡγεμονίαν Ρω μαίων, ΙΙΙ, ἡγεμονίαν τῶν ἰδίων τοῦ βασιλέως χρημάτων, 925 ὑπὸ τὴν ἡγεμονίαν ἐκείνων τελοῦντες, ΙΙ, ἡγεμονίας εἰς ἕξ, ΙΙΙ, 1069 ἡγεμονίας οικονομία, ΙΙΙ, 136: προμηθείᾳ ἡγεμονίαν, ἡγεμονικοῦ προβλήματα καὶ καλύμματα οἱ μαστοί, ἡγησαμένης κρίσεως, 1046, ἡγησαμένου τοῦ σεισμοῦ, ΙΙ, 1011, ἡγήσασθαι μὴ τῆς ἡδονῆς τὸ πάθος, ἀλλὰ τὸν λογι σμὸν τῆς κοινωνίας, Ι, 275: πρὸς ἡδονὴν, πρὸς κοινωνίαν. ἡγήσατο, 711, ἡγήσατο συν όδου, ΙΙΙ, 861: ποίας οὐ. ἡγουμένῃ ἑας, ἡγούμενος τῆς κιβωτού, Ι, ἡγούμενος τοῦ ἔθ νους, ΙΙΙ, 984, ἡγουμένους διὰ τῆς θύραθεν παιδείας, 1156: ήγε μένους. ἡγουμένους τοῦ βασιλέως, 1, 535, ἡγουμένους (ἀγγέλους) Χριστοῦ ήγουμένῳ στίχῳ, Ι. ήγου μένων, ΙΙΙ, 168, ἡγουμένων πόνων, ἡγοῦνταί τινα εἰς μέσ τρον σοφίας, ΙΙΙ, ἡγίαζε (τὸ μῦρον) τοῦ χιτῶνος τὸ (μέρος) περὶ τὸ στήθος, Ι, 1512. ευοσμίας πλή ρου. ἡγιᾶσθαι, 1, 523: ήγιάσθαι. ἡγίασεν, ἀντὶ τοῦ, ἀφώρισε, ΙΙ, 1565. ἡγίασται, ΙΙΙ, 962: ἡ Τριάς, ἡγμένοις διὰ παντοδαπής παιδεία:, 3. Αγνόουν τὸ πρακτέον, 644, Αγωνίζετο, ΙΙΙ ἤδη, ἀλλά, 437: ἀλλ' ἤδη καὶ τῶν ἀλόγων, Ν. Τ. ἠδίκημαι, οὐκ ἠδίκ. ἀδικεῖτο προσκυνῶν, 1007 ἐβλά πτετο. ἠδύνασαι, ΙΙ, 94, ἠδύνατο. ηδυνήθησαν κλήρῳ μαθεῖν, ΙΙ, 1465 ἠθέλησαν, ὥρμησαν. ἡδύνει τὴν αἴσθησιν, Ι, 1464, σκληρύνειν, ἠθέλησε κόρον λαβείν, 327: ἀδύνατο. ἠθέλησε ὅσας ἠθέλ. μυριάδας, 402 ἠθέλησε ὡς ἠθέλ.) σχηματίσας, ἤθη τὰ ἔθη ποιεῖ, 592. ἠθικὴν ἀρετὴν, ιεπιο. ἠθικὴν διδασκαλίαν, 1, 609: παραίνεσιν, ΙΙΙ, 250. ἠθικῆς, θεολογίας τε ἠθικῆς καὶ διδασκαλίας, τῆς ἄλλης θεολογίας τε καὶ ἠθικῆς διδασκ. Ηθικοῖς, ἠθικού λόγου, περὶ μετα νοίας, 274 ἠθικώτερον, ΙΙΙ, 540 Ηθοποιία, ηθοποιία κέχρηται, ΙΙ, 619, ηθοποιίαν, ΙΙ, Αίθεον τὸν υἱὸν διαμείναι, 540, ἧκεν, ὅσον ἦκ. εἰς τὴν θείαν κηδεμονίαν, ΙΙ, 1017, ἦχεν,
ζώδιον ἐκεῖνο σμικρόν, τον πρίαπον, 1V, 783
extr.
ζωὴ ἀνθρωπίνη δήλη, Ι, 155, scimus terninum
ejus et brevitatem. ζωή Εννομος, 1, 1449: pro βίος.
τωῇ κατὰ νόμου, II. 451: tali contexto usitatius,
βίῳ. ζωὴν, 17, 275: naturam divinam. ζωὴν δικαιο
σύνῃ κεκοσμημένην, ΙΙΙ, 645: pro βίον. ζωὴν ἐλευθέ
ραν, ΙΙ, 611: pro βίον, vivendi rationem. ζωὴν ἐν
αἰχμαλωσία, ΙΙ, 461; et hoc sensu βίον usitatius.
ἐν ὅπλοις, ΙΙ, 1144: pro βίον. — ἐν πενίᾳ, IV, 636.
κατὰ νόμον, ΙΙΙ, 387. μοναδικὴν, IV, 463:
pro βίον μοναδικόν. ὕποπτον, Ι, 1448: pro βίον.
ζωογονεῖ οὐδεὶς ἀνθρώπων, V, 1099: ait Apollin.;
vel ζωοποιεί. Certe illud hoc sensu, ex Hebraismo,
Exod. 1, 22, rel. vitam servat, præbet; nempe ita,
ut Christus. ζωογονοῦντος, ζωοποιοῦντος, V, 61.
ζῶον Θεόν, V, 1092 init.: θεάνθρωπον, animal e
corpore et animo consociatum, quod per Ένωσιν
τοῦ Λόγου esset idem Deus. ζῶον καλείται καὶ ὁ
ἄγγελος, λογικὸν ἀθάνατον, ΙΙ, 683. ζῶον κοινόν·
vid. Κοινόν. ἐκ ζώου και λογικοῦ συγκείμενος,
ἄνθρωπος, V, 1105, ut 995, συνταττόμενον τῷ ζώῳ
τὸ λογικόν. Quia sunt et άλογα ζῶα. ζώου ἑνὸς ὄντος
τῆς φύσεως, ΙV, 246: homines in Christo pro uno
habentur. Greg. Nyss. Debebat, οὔσης· vid.
Οντος.
ζωοποιός, caro Christi dicenda, V, 61. ζωοποιὸς
τοῦ πεπονθότος Θεός, V, 58. ζωοποιοῦ τροφῆς, Ι,
815, Conæ sanctæ. ζωοποιόν φύσιν, V, 41. ζωοποιούς
νόμους, ΙΙ, 520: Dei, ipse vocat, addito φυλάξω
μεν. ΙΙΙ, 442, in Evangelio et Novo Τ. ζωοποιῷ
πνεύματι, 1, 1340: Elisa filium suscitavit: i. e. virtute vitali, qua Deus illum, ut prophetam, instruxisset.
ζῶσι τῇ εἰρωνεία, Ι, 667: usitatius, συζῶσι. Sed
et Liv. L. II, sola virtute vivere; pro χρῶνται.
ζωτικὴν ψυχήν, IV, 73. ζωτικόν εἰ λογικὸν, in
animo, I, 28.
ζωώσας, V, 1091 extr. τὸ σῶμα, faciens, ut esset
ζώον, habens animam.
H.
*, II, 251 bis, pro f, sane. *, omissum, imo
absorptum videtur ante είπερ, V, 8 med. ή pro
xat, III, 1253 extr., 1258 init. in titulis: sunt enim
bini diversi, Thalassius et Limnæus, Zebinas et Polychronius, non bina duorum nomina: sic et 1988,
Μαράνα, ἢ κύρα. ἢ γὰρ, Ι, 350, init.: pro ή, profecto. ἢ γὰρ ἂν, Ι. 450, et sape tali nexu esse debet. ᾖ, profecto, I, 1576: pro ή. γ. a. i. e., alioqui
sane. ἢ δῆλον, II, 966 extr.: pro ἦ. ἢ δύο σημαίνει,
11, 241: pro ή, sane. ἢ τῆς γνώμης, rel. H, 229:
pro ἦ, sane. * φησι, Ι, 271,276 (ad us 3.): pro f.
ἢ ταραχθήσεσθαι, II, 261: pro f, et 262,
ἐνδείκνυται.
Ηβιώνους (τους) IV, 129: Iren. Ebionis, debet
aut Ηβίωνος, aut Ἠσιώνου.
ἡβῶντα, 1V, 650: eleganter, de teneris arbo
ribus.
ἠγάσθη, 1, 545, laudat.
ἡγεμόνα χειροτονηθέντα, 1, 964: Judam dicit a
Christo, i. e. apostolum. Hos enim sæpe vocat
principes et reges.
ἡγεμονία ἑκατέρα, ΙΙ, 847, regia et sacerdotalis.
Ergo et sacerdotibus tribuit ήγεμονίαν, suis temporibus favens. ἡγεμονία Ρωμαίων, ΙΙΙ, 1000, agro.
ἡγεμονίαν, 1.977, regnum. 111, 801 init., episcopatum. ἡγεμονίαν, IV, 516: corporis, cordi tribuit,
quia sedes animi sit. εἰς τὴν ἡγεμονίαν δοθεῖσαν,
ΙΙΙ, 1023: in Orientem, Gratianus misit Theodos.
collegam. ἡγεμονίαν Ἐκκλησιῶν κατὰ τὴν οἰκουμέ
νην, IV, 1197: tribuit sedi Rom. ἡγεμονίαν Ρωμαίων, ΙΙΙ, 942, terras ipsas et regiones. ἡγεμονίαν
τῶν ἰδίων τοῦ βασιλέως χρημάτων, ΙII, 925: habens,
comnes rei privatæ. ὑπὸ τὴν ἡγεμονίαν ἐκείνων
τελοῦντες, ΙΙ, 697: in cœlesti vita, sub præsidio
Pauli et Timothei. ἡγεμονίας εἰς ἕξ, ΙΙΙ, 1069:
Thracia divisa, etiam qua episcopos. ἡγεμονίας
οικονομία, ΙΙΙ, 136: disting. a προμηθείᾳ - lane
ponit in constituendis et efficiendis, quæ directo
voluerit Deus; illam in permittendis et dirigendis,
quæ non fieri maluisset. ἡγεμονίαν, IV, 602: sacerdotum, episcopis tribuit Deus.
ἡγεμονικοῦ προβλήματα καὶ καλύμματα οἱ μαστοί,
II, 861: in corde ergo crassius ponit animum.
ἡγησαμένης κρίσεως, III, 1046, ante facto judicio. ἡγησαμένου τοῦ σεισμοῦ, ΙΙ, 1011, præcedente.
ἡγήσασθαι μὴ τῆς ἡδονῆς τὸ πάθος, ἀλλὰ τὸν λογι
σμὸν τῆς κοινωνίας, Ι, 275: i. e. πρὸς ἡδονὴν, πρὸς
κοινωνίαν. ἡγήσατο, II, 711, rex fuit. ἡγήσατο συν
όδου, ΙΙΙ, 861: ποίας οὐ. Husius. ἡγουμένῃ ἑας,
III, 1016: Antiochia, Syrie, et Orientis, qui proprie diceretur, capite, ἡγούμενος τῆς κιβωτού, Ι,
562 init., incedens ante arcam. ἡγούμενος τοῦ ἔθνους, ΙΙΙ, 984, praefectus provincia. ἡγουμένους διὰ
τῆς θύραθεν παιδείας, IV, 1156: passive, pro ήγε
μένους. ἡγουμένους τοῦ βασιλέως, 1, 535, præcurrentes satellites. ἡγουμένους (ἀγγέλους) Χριστοῦ
1, 755, præcurrentes in coelos sublatum, ήγουμένῳ
στίχῳ, Ι. 606, priori, proxime antecedenti. ήγουμένων, ΙΙΙ, 168, doctoribus. ἡγουμένων πόνων, ΙV,
598, ubi antea laborarimus. ἡγοῦνταί τινα εἰς μέσ
τρον σοφίας, ΙΙΙ, 741, aliquem sibi qua sapientiam
parem ducunt ejus sapientiæ sese comparant.
ἡγίαζε (τὸ μῦρον) τοῦ χιτῶνος τὸ (μέρος) περὶ τὸ
στήθος, Ι, 1512. In seq. exp. ευοσμίας πλή
ρου.
ἡγιᾶσθαι, 1, 523: pro ήγιάσθαι. Sensus est, vi
mirifica et salutari divinitus pollere. ἡγίασεν, ἀντὶ
τοῦ, ἀφώρισε, ΙΙ, 1565. ἡγίασται, ΙΙΙ, 962: ἡ Τριάς,
Deus est, colitur, majestatem habet.
ἡγμένοις διὰ παντοδαπής παιδεία:, ΙV, 3.
Αγνόουν τὸ πρακτέον, IV, 644, oblita sum, neglexi, omisi.
Αγωνίζετο, ΙΙΙ 1231, ascetice vivel at.
ἤδη, redundat post ἀλλά, IV, 437: ἀλλ' ἤδη καὶ
τῶν ἀλόγων, rel. neque enim hoc in Ν. Τ. sancitum, etsi manet, e Veteri repetitum. Italico simile,
non.gia.
ἠδίκημαι, οὐκ ἠδίκ. IV, 1138, nemo vindicat injuriam meam; mihi quiescendum, ut non læso.
ἀδικεῖτο προσκυνῶν, V, 1007: aut pro activo, aut,
sibi nocebat, se nimis abjiciebat, unde mox, ἐβλάπτετο.
ἠδύνασαι, ΙΙ, 1169 init.: contra analogiam. Cod.
n. 94, ἠδύνατο. ηδυνήθησαν κλήρῳ μαθεῖν, ΙΙ, 1465:
pro ἠθέλησαν, ὥρμησαν.
ἡδύνει τὴν αἴσθησιν, Ι, 1464, suavitate afficit.
Hebr. ex usu LXX et Novi Test. Apoc. VIII, 9, 10.
Sic et σκληρύνειν, Rom. ix.
ἠθέλησε κόρον λαβείν, IV. 327: ἀδύνατο.
ἠθέλησε ὅσας ἠθέλ. μυριάδας, IV, 402: quarum
numerus nos lateat. ἠθέλησε ὡς ἠθέλ.) σχηματίσας,
II, 695: modo nobis incognito, neque investigando.
ἤθη τὰ ἔθη ποιεῖ, IV, 592.
ἠθικὴν ἀρετὴν, IV, 569: pleonasmus, isto conιεπιο. ἠθικὴν διδασκαλίαν, 1, 609: παραίνεσιν, ΙΙΙ,
250. ἠθικῆς, θεολογίας τε ἠθικῆς καὶ διδασκαλίας,
IV, 388: transposita hæc videntur, et legendum:
τῆς ἄλλης θεολογίας τε καὶ ἠθικῆς διδασκ. Ηθικοῖς,
IV, 460: huc refert locum de virginitate, conjugio,
penitentia (canonica scil.), jejunio, et aliis institutis ecclesiasticis. ἠθικού λόγου, περὶ μετανοίας, II, 274 extr. ἠθικώτερον, ΙΙΙ, 540 extr., cum
majori fiducia de sensu eorum.
Ηθοποιία, 1, 875 med., loquentis inductio, imitatio. ηθοποιία κέχρηται, ΙΙ, 619, alloquentem se illos, respondentes illos, inducit. ηθοποιίαν, ΙΙ,
1007, ut loquentes introducat ea, quæ sensuros,
probabile sit.
Αίθεον τὸν υἱὸν διαμείναι, 1V, 540, cælibem.
ἧκεν, ὅσον ἦκ. εἰς τὴν θείαν κηδεμονίαν, ΙΙ, 1017,
quantum in Deo fuit, ab ejus cura exspectari potuit: Deus non defuit; homines defuerunt. ἦχεν,
col. 991–992page 64 of 154
PG 84:991ὅσον ἧκ. εἰς λόγους, 487, ὅσον ἧκεν εἰς αὐτούς. ἧκον, τόγε εἰς αὐτοὺς ἧκ. 1277, τόγε ἦχον εἰς τὸ αὐτῷ δου ἡκόντων εἰς τὴν ἐμὴν εὐλάβειαν, Ακόντισε λόγους βλασφήμους, Ι, 953. Ακρωτηρίασε τον λόγον, 350, Ακρωτηριάσθαι αὐτοῦ ποτε τὸν λό ήκρωτ. αὐτὸν τοῦ λόγου, ἧκτο διὰ πάσης παιδείας Ελληνικής, ΙΙΙ, 1020, Αλαζόνευσαν, Ι, 618: τοῦ ἐφρύαξαν. ἠλευθέρωσε τὸν λαὸν τῆς ἀσεβείας, 1, 559 εἰδώλων τὴν γῆν, 1, 532, Αλειμμέναι χρυσίῳ, 1, 165. ἦλθεν εἰς τὴν τῶν ἐθνῶν εὐεργεσίαν, Ι, 1249, ἦλθον ἐπὶ τὰ γράμματα, 1232, ἡλίευσεν τὴν οἰκουμένην δι' ἁλιέων, ΙΙΙ, 175. ἡλικίαν σωματικήν, ΙΙ, 63. ήλικίαν, ΙΙ, 596 ἡλικίας πρώτης, δευτέρας, ΙΙΙ, 915. τῆς ἡλικίας τὸν νέον ἐκβάλλει, ΙΙΙ, 655: ἡλικίᾳ νέον, ἐκβάλλει τῆς ἡλι ἠλλωτριώθη τῆς ἐκκλησίας, ΙΙΙ, 899, ἀμβλύνει τὰς ὀργάς. εðалоυ, ιθαγενής ἡμέρας οὐδεμιᾶς ἐνδεεῖς, Ι, 1536 ἡμερότητος (παρὰ τῆς ἡμετέρας, ΙΙΙ, 790, 10 ἡμεροφανές πᾶν ἄστρον ἐστι, 943 ἡμετέραν προφητείαν, Ι, 778 ἡμετέρας, ἡμετέρων, ΙΙΙ, 790 ἡμήνυε, 1, 230: ἐμήνυε. ἡμιμέδιμνον, ΙΙ, 1056: τὸ ἔκτον τοῦ γομάρ. ἥμισυ, τρεῖς ἥμισυ, και, 1, 145. ἦν ἡ σάρκωσις καὶ τὸ πάθος, πρὸ τοῦ τοὺς αἰῶνας. γενέσθαι, τῇ προγνώσει, 928. ἦν, ὅτε οὐκ ἦν, Ι, 726, 733 ἦν ὅτε οὐκ ἦν φρονῶν τὸν Υἱόν, 111, ἤνεγκε τὸν ψαλμὸν εἰς ἑαυτὸν, 1, 677: ἀντὶ τοῦ, προήνεγκε, εἴρηκε, εἶπεν, εἰς ἑαυτὸν περὶ ἑαυτοῦ, ἠνείχετο ἐπιτελεῖν τὸ πάσχα, ΙΙ, 1174, έδρων. Ανέσχετο, 1, 388, ἠνέσχετο γῆμαι, δουλεύων ήνέσχετο οὐδενὸς, ΙΙΙ, τῆς καθάρσεως, οὐκ ἠνέσχετο, 1, 522, ἠνέσχοντο τῆς τούτου νομοθεσίας, γράμματι διάνοιαν, ήνέσχετο κλίνης, ἤνθησαν, ΙΙΙ, 1086: 1° ανήνθησαν; 2 Προσδοκ. ἡνίας Αἰγύπτου ἐπιστεύθη, 1, 105 ᾐνίξατο σαφῶς, ΙΙΙ, 62.
ὅσον ἧκ. εἰς λόγους, ΙV, 855, quoad disputando valuit, quantum per sententiam ejus stetit: soviel an
ihm war: ut 487, ὅσον ἧκεν εἰς αὐτούς.
+xoloúst, III, 1174 extr., paruit.
ἧκον, τόγε εἰς αὐτοὺς ἧκ. IV, 1277, quantum in
illis fuit. rd xov els tò ɛldévai, V, 20, quantum
scire et deprehendere possumus, quoad assequimur utriusque naturam. τόγε ἦχον εἰς τὸ αὐτῷ δου
xoūv, V, 59, quantum per ejus sententiam fit: si
valeat ejus ratio. ἡκόντων εἰς τὴν ἐμὴν εὐλάβειαν,
III, 847, quæ a me exspectari poterunt.
xovno, 1, 916, inít.: pro hxóvnto, an vitio
operarum?
Ακόντισε λόγους βλασφήμους, Ι, 953.
xove, IV, 384: diabolus Paulum dicentem et
scribentem, scil. vidit. Syllepsis simul est, et sententiam de diabolo notandam docet.
Ακρωτηρίασε τον λόγον, IV, 350, aliquid ex ea
doctrina ejecit. Ακρωτηριάσθαι αὐτοῦ ποτε τὸν λόYov, III, 737, abfuisse, ut quasi mutilus foret. Hypallage est, pro, ήκρωτ. αὐτὸν τοῦ λόγου, truncatum eo non, ut ante habuerit, sed ut nondum.
ἧκτο διὰ πάσης παιδείας Ελληνικής, ΙΙΙ, 1020, didicerat, subactus erat.
2., Hebr. expl. dupliciter, IV, 392, et pronuntiari dupliciter dicitur.
Αλαζόνευσαν, Ι, 618: expl. τοῦ ἐφρύαξαν.
Hladev el; togaútny ápethy, III, 1175, provectus
est.
hyeбwp, II, 235, El gibbor.
heyhav thy dvopelav, III, 1084 init., fregerunt,
vicerunt, vinci posse ostenderunt. yon may
ɛldo; tiµwplas, II, 330, vim nullam habuit, vanum
repertum est. Sic p. 326 1. 1, da jeɣál -
tai, ars medica in magnis remediis inefficax cadit,
infirma reperitur.
ἠλευθέρωσε τὸν λαὸν τῆς ἀσεβείας, 1, 559: aboJendo idola, et occasione præcidenda. HepwoɛV
εἰδώλων τὴν γῆν, 1, 532, purgavit.
Αλειμμέναι χρυσίῳ, 1, 165.
ἦλθεν εἰς τὴν τῶν ἐθνῶν εὐεργεσίαν, Ι, 1249,
constituit paganis dare beneficium, Judæis spretum. ἦλθον ἐπὶ τὰ γράμματα, IV, 1232, constitui
has litteras scribere.
ἡλίευσεν τὴν οἰκουμένην δι' ἁλιέων, ΙΙΙ, 175.
ἡλικίαν σωματικήν, ΙΙ, 63. ήλικίαν, ΙΙ, 596: in
altera vita, æqualem omnium fore, dicit, qua æternitatem et vitæ et sortis. ἡλικίας πρώτης, δευτέ
ρας, ΙΙΙ, 915. τῆς ἡλικίας τὸν νέον ἐκβάλλει, ΙΙΙ,
655: aut pro, ἡλικίᾳ νέον, aut, ἐκβάλλει τῆς ἡλι
xlaç, scil. ætate, qua episcopi fieri possint.
o, I, 174, soli similis, splendore solis
illustris qf. Sonnicht, Sonnenartig: trahens aliquid a sole
'Hou, I, 1364 med. Eliæ. II, 1295; III, 1171.
Hou, 1, 514 et 517 bis: pro 'Hλou ab 'Halac.
Sed est ex Hebr. "Hatou, vid. et 'A68ɩou.
ἠλλωτριώθη τῆς ἐκκλησίας, ΙΙΙ, 899, expulsus
cultu sacro.
HATICOV, III, 1115, timebant.
w, 1, 1541
pro čáλw, sign. victus est,
6AUVEY THY SPEEV, 1, 75, debilitat, ut Thuc.
ἀμβλύνει τὰς ὀργάς.
εðалоυ, IV, 624 extr., nostratis: non quasi
Theodor. Judæus, sed qua regem Zedekiam, qui
esset ιθαγενής Judaeus.
upav Xplotou (Joan. VIII, 56) to άos xalet,
IV, 246 init. huépa önv. expl. àɛt, I, 757 extr.
ἡμέρας οὐδεμιᾶς ἐνδεεῖς, Ι, 1536: infantes, non
immature editi, sed peractis solide mensibus, numeris.
huaplos (rais), IV, 81 plantis hortensibus, cultu
egentibus, oleribus, vitibus imprimis.
ἡμερότητος (παρὰ τῆς ἡμετέρας, ΙΙΙ, 790, a 10bis imp. scribit. husportos Sparépas, IV, 1327,
1328, tuas (litteras): episcopi imperatori.
ἡμεροφανές πᾶν ἄστρον ἐστι, V, 943: manifesto
falsum; soli hoc convenit uni. Nec sequentia congruunt; etsi non communia habeat omnia cum reliquis. Sed hæc verba pendent a præmisso, eftis
Eheye, et inducit absurde loquentem, omnibus astris
tribuentem, quæ de uno sole dicenda sint, et tamen
solem ab iis, ut unicum, distinguentem.
ŋµétɛpa (tà), 1, 1365, 1428: Novi Test. tempora
et bona. H, 976; III, 48, 386; IV, 683. quétepa
Aéyɛcv, 1, 860 bis; Christo dignum, i. e. vice nostra, ut hominem, quæ nostrum sit, dicere. tà
fµétɛpa, III, 724, res Christianorum opp. paganis. ἡμετέραν προφητείαν, Ι, 778: quæ ad Christianos pertinet. ἡμετέρας, ἡμετέρων, ΙΙΙ, 790:
imp. scribit. querépa Kúpov, III, 1020: cujus
ego nunc sum episc. querépas módews, III, 864,
Roma; Constantius imp. dicit. Tois téporc, II,
1025 Novo Test. ejusque doctrinæ incrementis.
еpov, IV, 1300 extr., humanum, humanæ naturæ in Christo. Tеpov vexpov, IV, 964: martyris corpus. μstépovç olaxaç, IV, 1074: rerum nostrarum. etÉpwy oxid, I, 1304: Novi Test. TúTOS, III, 225; II, 1631 init,
ἡμήνυε, 1, 230 init.: pro ἐμήνυε.
ulboulot, I. 281: filii Jacobi ex ancillis, II, 1048;
III, 462 init. huidoulov, III, 102 init..: Ismaelem,
et mox, bolous, Jacobi filios ex ancillis, 1, 82.
ulovlov, IV, 849: Democritus et Chrysippus faciunt voluntatem hominis, ut quodammodo pen-.
deat a fato.
ἡμιμέδιμνον, ΙΙ, 1056: τὸ ἔκτον τοῦ γομάρ.
fulvav, II, 1036: Hebr. Hin.
byxiov, I, 337: e Lat. uncia: quod forte ab.
Byxos, pondus.
ἥμισυ, τρεῖς ἥμισυ, scil. και, 1, 145.
upwvous, IV, 304: æonum Marci quosdam, ut
litteras.
ἦν ἡ σάρκωσις καὶ τὸ πάθος, πρὸ τοῦ τοὺς αἰῶνας.
γενέσθαι, τῇ προγνώσει, V, 928. ἦν, ὅτε οὐκ ἦν, Ι,
1185 hv, sc. xoovos tempus erat, quo nondum
esset aliquando non erat; ex addito notè, III,
726, 733 extr. ἦν ὅτε οὐκ ἦν φρονῶν τὸν Υἱόν, 111,
993 materialiter ponitur, quasi epitheton et nomen Filii.
hvayxátovto, III, 883 in concilio, argumentis.
hvayxaσátny, IV, 932, potuerunt cogere; nam voluerunt quidem, et tentarunt. Avaynάoon, III, 1074,
jussus, damnatus est: nempe urbe excedere, quod
non factum.
ἤνεγκε τὸν ψαλμὸν εἰς ἑαυτὸν, 1, 677 init.: ἀντὶ τοῦ,
προήνεγκε, εἴρηκε, εἶπεν, quod est in cod. Potest
et esse, contulit in se, suis rebus aptatum protulit.
εἰς ἑαυτὸν erit pro περὶ ἑαυτοῦ, si prior ratio placuerit.
ἠνείχετο ἐπιτελεῖν τὸ πάσχα, ΙΙ, 1174, solebat,
pergebat, erroneo more Judæos sequentium. hvɛlXETO xócμov, III, 1189, amabat ornatum, colebat.
veryoμny Spav, I, 1313 med.: simpliciter pro
έδρων. Ανέσχετο, 1, 388, ausus est. ἠνέσχετο γῆμαι,
I, 351, cupiit ducere; præmittit enim, th hoový
δουλεύων ergo non invitus. ήνέσχετο οὐδενὸς, ΙΙΙ,
223 init. nullo usus est, voluit uti: mox, vox.
τῆς καθάρσεως, subiit. οὐκ ἠνέσχετο, 1, 522, noluit,
recusavit. ἠνέσχοντο τῆς τούτου νομοθεσίας, IV,
926, leges ab eo aliis datas receperunt. VÉGXOU TOU
уáµµatos, IV, 202, non acquievisti in prima et
solita vocabuli notione. γράμματι opp. διάνοιαν,
quam scil. contextus et res ipsa suppeditet prima
specie vocabuli aliud innuente. ήνέσχετο κλίνης,
11, 1255: larpins tеxvns, 1256, utebatur.
་
ἤνθησαν, ΙΙΙ, 1086: 1° pro ανήνθησαν; 2 denuo
exstructa sunt, templa scil. Hvôŋoɛ ´poodoxía· vid.
Προσδοκ.
ἡνίας Αἰγύπτου ἐπιστεύθη, 1, 105: Josephus.
ᾐνίξατο σαφῶς, ΙΙΙ, 62.
vioxos, 1, 365: eleganter dicitur arca, vehiculo
sine auriga imposita, viæ dux.
col. 993–994page 65 of 154
PG 84:993ήτταν τοῦ πυρὸς, ἡνωμένον τῇ θεότητι τοῦ Μονογενοῦς τὸ σῶμα, 1255. ήνωσεν ἑαυτῷ τὴν τοῦ δούλου μορφὴν ὁ Λόγος, ΙΙ, ἠξιωμένον εὐλογίας ἔλαιον, ΙΙΙ, 1279 ἠξίω σαν αιωνίων ἀγαθῶν 502, ἱκανοὺς ἀπέφηναν, ηξίωσαν, ἠξιώθησαν, ηξίωσε συγγνώμης ὁ Θεός, ΙΙΙ, 176 ἠξίωσε τῆς εἰρήνης ἡμᾶς, ΙΙ, 359, ηξίωσεν εὐλογίας, ἐπιφανείας τετύχηκε, 24, ἀξιούμενος τοῦ βαπτίσματος, ἠξιῶσθαι, ΙΙΙ, τυχεῖν, ἠξίωτο, Ι, 330: τετύχηκε. ἠπείγετο - ἡ γῆ τάφος εἶναι, ΙΙ, 1662, ἤπειρον, ἤρδευσεν ἐκκλησίαν, 47 ἡρεμήσουσιν, Ι, ἠρεμ. ήρετο, ήρκεσεν ἡ βασιλεία αὐτὸν ἀπαλλάξαι, Ι, 1517 ήρκεσεν (οὐκ ἤρκ.) ἡμᾶς 14 ἡμῖν, ἡ ἀπαλλαγή, ἡ χάρις, 111, 86. ἀντὶ τοῦ ἡρμηνεύκασι τὴν αὐτὴν διάνοιαν, Ι, 1165, ΙΙ, ἡρμηνεύκασι τὴν βουλήν, συναγωγήν, 615 βουλήν, συναγ. ἐφρύαξαν. ἡρμήνευσαν τοὺς ἐνδιαβάλλοντας ἀντικειμένους, Ι, 1390, τῶν Ο', ἐνδιαβαλλ. ἀντικ. ἡρμήνευσε, ήρ μήνευσε Ρὼς κεφαλήν, ΙΙ, 1003, ἡρμήνευσεν ἔρημον τὰ ἔθνη, ΙΙ, 386, ἠρνεῖτο Θεὸν, ΙΙ, ηρνήθη ταύτην τὴν τάξιν, οὐκ ἠρνήθη, ηρνήθη τὴν χρείαν, ΙΙ, 1160, ηρνήθης τὴν ἁμαρτίαν, ΙΙΙ, 61, ὧν ηρνήθης τὴν εὐσέβειαν, ΙΙ, 774, ηρνήθησαν τὴν δουλείαν, την προσκύνησιν, ΙΙ, 1107, 1108.— τὸν Απόστολον, Ι, τὸν ποιητήν, ΙΙΙ, ἠρνήθητε τὴν ἐμὴν βασιλείαν, ΙΙ, 441, ήρνημένων τῶν φίλων αὐτῆς, ΙΙ, αὐτήν, αὐτήν. ηρνήσατο τὸ συμβόλαιον, Ι, 351, 13. ηρνήσαντο δεσποτείαν, 564 ήρπασα τὴν ψῆφον, 1142, ἤρτητο τοῦ δαίμονος ή Αίγυπτος, 11, 1532, Ασκοῦτο 305. ᾐτήθημεν, ΙΙ, 1055: ᾐτήθη παρ' ἡμῶν. ἧτταν, ΙΙ, ήταν εἰδώλων. Ι. Ν. Τ. επιθυμίας, 469: ήττων τῆς ἐπι θυμίας. ήτταν σωτήριον, Η, 225. ήτρια, ἡτρίους, ἡττώμενοι, ΙΙ, ηὐτρεπισμένην ηύτρεπ. 728 10. ηὑρέθη, 1014. ηὗρεν, ΙΙ, 1075: εξ ρεν. ηὗρον, ΙΙ, 1178, 1410, 1467, 1510 εὗρον. ηὐτρεπιμένον, 1, 728: ηὐτρεπισμένον, ηὔχει ᾿Αέτιον διδάσκαλον. 354. ἠχεῖτο φήμη, ΙΙΙ, 1182. ἠχήσαντες ἀκοὰς βασιλικὰς κατ' αὐτῶν, ΙΙΙ, 999. Θ. Θααλά, Θαβίδ, ΙΙ, θαλαμενομένης κόρης. ΙΙΙ, 1210. θαλαττίῳ γιγνομένῳ, 511, θαλαττουμένην τῷ ποταμῷ, ΙΙ, 284, Θάλεω (του) θανατική ψήφος 1, 953, 96€. θάνατος θεήλατος, 1, 295: θάνατον ἕτερον αὐτοῖς ἐπήγαγε, Ι, 1360, θάνατον τριήμερον, θάνατον τὸν καθ' ἡμῶν τυρεύσητε, 225 καθ' ἡμῶν ἡμῶν, θάνατον θανά. τῳ παρέπεμψε, 1, 546, 619. θανάτῳ τὸν θάνατον πα ραδούς, καταργήσας Έλυσε, θανάτων μυρία είδη, ΙΙ, 716. θανάτων τοιούτων, 592, θαν νάτους, ΙΙΙ, 275. θαῤῥεῖ τὴν διάλεξιν, ΙΙ, 1083, θαρ ῥεῖν ἐπειράθησαν εἰς τὰ ὄρη, εἰς τὰ ἄλση, ΙΙ. 436 φυγείν, ἐθάρρουν. θαῤῥεῖν τὰς προσβολάς, ΙΙ, 1633: τολμαν, θαῤῥηθεὶς τὴν στρατηγίαν, Ι, 544: πιστευθείς. θαῤῥῆσαι τὴν νίκην, 1, 381: ἐλπίζειν. ΕΠ. κατά, εἰς θαῤῥῆσαι τὸν ἀγῶνα. 11,11055: εἰς, θαῤῥαλέως ποι εἶσθαι, ὑφίστασθαι. θαῤῥήσαις καλέσαι, 215 τολμήσαις. θαῤῥοῦμεν τὰ γράμματα, 1102, θαῤῥουμένοις, ΙΙΙ, θαῤῥούμενον τοῖς φίλοις μυστήριον, ΙΙΙ, 280. θᾶττον, ἢ λόγος, ΙΙ, 756, θαυμάζει, Η, θαυμάζει τὰς γυναῖκας, ΙΙΙ, 466, θαυμάζει, ΙΙΙ, θαυμάζειν γυναικὶ παραπλησίως, ΙΙ, θαυμάζειν εἰς τὸ θεῖον νεών, ΙΙΙ, τὸ, θαυμ. (τὸν) νεὼν εἰς τὸ θεῖον, εἰς θαυμάζων, ΙΙΙ, θαυ μάζοντες τὴν διδασκαλίαν, 160, θαυμάσαιμεν, ΙΙΙ, θαυμάσιον ᾿Αβδιού, Η, 1450. θαυμασιότης σου, θαυμασιότητος σῆς, 1119 1073. θαυμασιότητος ὑμετέρας, θαυμασιότητι σῇ, 1097: θαυμασιότητα σου, θαύματα (εἰς) γλῶτταν ἐκίνησεν, ΙΙ, 1551: εἰς τὸ θαυμάζειν. θαυματουργία τοῦ Σωτῆρος, Ι, 312 θαυματουργίαν. ΙΙ, Θεαίτητος· του Σαμουήλ, 1, 558. θέα μόνῃ ἀρκεῖς διαλύσαι τὰ σκυθρωπά, 1, 1081
cultu idolorum. ήτταν τοῦ πυρὸς, II, 1127: quod
non noceret ipsi injectis.
ἡνωμένον τῇ θεότητι τοῦ Μονογενοῦς τὸ σῶμα,
IV, 1255. ήνωσεν ἑαυτῷ τὴν τοῦ δούλου μορφὴν ὁ
Λόγος, ΙΙ, 249, naturam humanam a Spiritu S.
formatam.
ἠξιωμένον εὐλογίας ἔλαιον, ΙΙΙ, 1279 init. ἠξίω
σαν (paganos) αιωνίων ἀγαθῶν (Apostoli), I, 502,
fecerunt, ut ea percipere possent, ἱκανοὺς ἀπέφη
ναν, vel: tribuerunt iis illa, scil. docendo, promittendo, viam ostendendo, juvando. ηξίωσαν, I,
257: cod. ἠξιώθησαν, quasi pro activo. ηξίωσε
συγγνώμης ὁ Θεός, ΙΙΙ, 176: Judæos, qui Christum necassent. ἠξίωσε τῆς εἰρήνης ἡμᾶς, ΙΙ, 359,
Deus dedit pacem nobis. ηξίωσεν εὐλογίας, 1, 97,
dedit tibi felicitatem; pro quo mox ait; ἐπιφανείας τετύχηκε, ut p. 24, ἀξιούμενος τοῦ βαπτίσμα
τος, qui accipit baptisma. ἠξιῶσθαι, ΙΙΙ, 359 extr.:
τυχεῖν, neque enim fuerat Paulus apud Christum.
ἠξίωτο, Ι, 330 extr.: expl. τετύχηκε.
ἠπείγετο - ἡ γῆ τάφος εἶναι, ΙΙ, 1662, subito eos
hausit, quasi cupide.
ἤπειρον, IV, 496, 511, terram, haud exclusis insulis. IV, 537 extr. opp. mare.
ἤρδευσεν ἐκκλησίαν, IV, 47 init., docuit.
ἡρεμήσουσιν, Ι, 1487: aspirate. Vitiose forte pro
ἠρεμ.
ήρετο, 1, 520 med., quæri jussit ex eo, per famulum.
ήρκεσεν ἡ βασιλεία αὐτὸν ἀπαλλάξαι, Ι, 1517
init., valuit. ήρκεσεν (οὐκ ἤρκ.) ἡμᾶς (cod. n. 14
ἡμῖν, sed non opus) ἡ ἀπαλλαγή, ἡ χάρις, 111, 86.
Hypallage, ἀντὶ τοῦ: non satis erat Deo, nos liberasse, et libertatem præbuisse; sed etiam, rel.
ἡρμηνεύκασι τὴν αὐτὴν διάνοιαν, Ι, 1165, eumdem sensum interpretando posuerunt, effecerunt,
expresserunt sua interpretatione, ΙΙ, 247. ἡρμηνεύκασι τὴν βουλήν, συναγωγήν, I, 615: i. e. vocabuIum Hebr. quod of o vertere βουλήν, illi vertere,
et pro hoc dedere, συναγ. Sic et p. 617, voc.
ἐφρύαξαν. Aptius loquitur p. 629 init. ἡρμήνευσαν
τοὺς ἐνδιαβάλλοντας ἀντικειμένους, Ι, 1390, i. e.:
pro vocab. τῶν Ο', alterum illud posuere, vel Hebraicum voc. quod LXX verterunt, ἐνδιαβαλλ. illi
reddidere ἀντικ. ἡρμήνευσε, 1, 558, recenset. ήρμήνευσε Ρὼς κεφαλήν, ΙΙ, 1003, significat (aoristus pro praesenti). Aut, lingua Hebr. hunc sensum
ei subjicit. ἡρμήνευσεν ἔρημον τὰ ἔθνη, ΙΙ, 386,
paganos vocat desertum.
ἠρνεῖτο Θεὸν, ΙΙ, 1288, plane ignorabat, colere
nunquam voluerat. ηρνήθη ταύτην τὴν τάξιν, IV,
600, expers est ejus, ignorat; οὐκ ἠρνήθη, admittit, habet. ηρνήθη τὴν χρείαν, ΙΙ, 1160, usu abstinuit. ηρνήθης τὴν ἁμαρτίαν, ΙΙΙ, 61, deposuisti,
repudiasti. ὧν ηρνήθης τὴν εὐσέβειαν, ΙΙ, 774, religuisti, non imitatus es. ηρνήθησαν τὴν δουλείαν,
II, 380, recusarunt, suscipere noluerunt. την
προσκύνησιν, ΙΙ, 1107, 1108.— τὸν Απόστολον, Ι,
333, scripta Pauli non habuere, pro veris aut divinis. - τὸν ποιητήν, ΙΙΙ, 27, non agnoverunt. ήρνήθητε τὴν ἐμὴν βασιλείαν, ΙΙ, 441, repudiastis, haDere et agnoscere noluistis. ήρνημένων τῶν φίλων
αὐτῆς, ΙΙ, 647: cod. αὐτήν, n. 4. aut suppleri po
test αὐτήν. Sign. verbum, relinquere, spernere.
ηρνήσατο τὸ συμβόλαιον, Ι, 351, noluit pactum iuire;
recusavit; ut Hebr. 11, 24; II Tim. m. 5; Act. 1,
13. ηρνήσαντο δεσποτείαν, IV, 564: hominis, aninalia, ei parere recusant.
ήρπασα τὴν ψῆφον, IV, 1142, cupide parui.
ἤρτητο τοῦ δαίμονος ή Αίγυπτος, 11, 1532, eum
alebat, consulebat.
Ασκοῦτο aqua, I, 305.
ᾐτήθημεν, ΙΙ, 1055: hypallage, pro, ᾐτήθη παρ'
ἡμῶν.
ἧτταν, ΙΙ, 151: quod non valeant eam digne laudare.
ήταν εἰδώλων. Ι. 286 init., abolitionem in Ν. Τ.
- επιθυμίας, 1V, 469: ut homo fit ήττων τῆς ἐπιθυμίας. ήτταν σωτήριον, Η, 225.: liberationem a
ήτρια, IV, 546: adjective, flaminosa, contexta.
ἡτρίους, ΙV, 651, Gbris constantes.
ἡττώμενοι, ΙΙ, 1128, non valentes exprimere
verbis.
ηὐτρεπισμένην et ηύτρεπ. var., I, 728 n. 10.
ηὑρέθη, V, 1014. ηὗρεν, ΙΙ, 1075 extr.: pro εξ
ρεν. ηὗρον, ΙΙ, 1178, 1410, 1467, 1510 med.: pro
εὗρον.
ηὐτρεπιμένον, 1, 728: var. cum ηὐτρεπισμένον,
n. 10. Illud melius, quia refertur ad vitam.
ηὔχει ᾿Αέτιον διδάσκαλον. IV, 354.
ἠχεῖτο φήμη, ΙΙΙ, 1182. ἠχήσαντες ἀκοὰς βασιλικὰς
κατ' αὐτῶν, ΙΙΙ, 999.
Θ.
Θααλά, Hebr. expl. I, 504.
Θαβίδ, ΙΙ, 1000 med.: per i vitiose fortasse.
θαλαμενομένης κόρης. ΙΙΙ, 1210.
θαλαττίῳ γιγνομένῳ, IV, 511, navigant.
θαλαττουμένην τῷ ποταμῷ, ΙΙ, 284, circumdatam
et ubique rigatam et permeatam Nilo.
Θάλεω (του) IV, 832, Thaletis.
θανατική ψήφος 1, 953, 96€.
θάνατος θεήλατος, 1, 295: clades populi. θάνατον
ἕτερον αὐτοῖς ἐπήγαγε, Ι, 1360, genus interitus.
θάνατον τριήμερον, 11, 115: Christi in sepulcro.
θάνατον τὸν καθ' ἡμῶν τυρεύσητε, II, 225: aut redundat articulus, aut καθ' ἡμῶν est pro ἡμῶν, au:
θάνατον sign. consilia perniciosa, mortifera. θανά.
τῳ παρέπεμψε, 1, 546, 619. θανάτῳ τὸν θάνατον πα
ραδούς, IV, 256: Christus, morte sua, καταργήσας
Έλυσε, ut ipse expl. Apollin. θανάτων μυρία είδη, ΙΙ,
716. θανάτων τοιούτων, IV, 592, suppliciorum. θαν
νάτους, ΙΙΙ, 275.
θαῤῥεῖ τὴν διάλεξιν, ΙΙ, 1083, fdenter subit. θαρ
ῥεῖν ἐπειράθησαν εἰς τὰ ὄρη, εἰς τὰ ἄλση, ΙΙ. 436:
i. e. φυγείν, quia illis ἐθάρρουν. Breviloqu. θαῤῥεῖν
τὰς προσβολάς, ΙΙ, 1633: τολμαν, θαῤῥηθεὶς τὴν
στρατηγίαν, Ι, 544: pro πιστευθείς. θαῤῥῆσαι τὴν
νίκην, 1, 381: ἐλπίζειν. ΕΠ. κατά, εἰς θαῤῥῆσαι
τὸν ἀγῶνα. 11,11055: scil. εἰς, vel, θαῤῥαλέως ποι
εἶσθαι, ὑφίστασθαι. θαῤῥήσαις καλέσαι, IV, 215:
τολμήσαις. θαῤῥοῦμεν τὰ γράμματα, IV, 1102, bono
cum animo, fidenter scribimus. θαῤῥουμένοις, ΙΙΙ,
124. Quibus creditur arcanum. θαῤῥούμενον τοῖς
φίλοις μυστήριον, ΙΙΙ, 280.
θᾶττον, ἢ λόγος, ΙΙ, 756, dicto citius.
θαυμάζει, Η, 117, 99: Christo tribuitur, bona
Ecclesiæ probanti. θαυμάζει τὰς γυναῖκας, ΙΙΙ, 466,
laudat; θαυμάζει, ΙΙΙ, 528, laudat, IV, 425 extr.,
laudat, verbis probat. θαυμάζειν γυναικὶ παραπλη
σίως, ΙΙ, 842: cadem et cladem omnium: i. e.
queri, deplorare. θαυμάζειν εἰς τὸ θεῖον νεών, ΙΙΙ,
379, colere, sacris in eo operari. Aut, si recte babet τὸ, possis construere: θαυμ. (τὸν) νεὼν εἰς τὸ
θεῖον, ob numen, quod ibi appareret. Alioquin εἰς
redundat. θαυμάζων, ΙΙΙ, 154, laudans verbis. θαυ
μάζοντες τὴν διδασκαλίαν, III, 160, laudantis, commnendantis. θαυμάσαιμεν, ΙΙΙ, 1336, laudarimus
verbis.
θαυμάσιον ᾿Αβδιού, Η, 1450.
θαυμασιότης σου, IV, 1067: illustrem matronam
alloquitur. θαυμασιότητος σῆς, IV, 1118: matronæ
scribit, ut 1119 et 1073. θαυμασιότητος ὑμετέρας,
JV, causidico. — IV, 1210: decurionibus. θαυμα
σιότητι σῇ, IV, 1097: præsidi scribit. θαυμασιό
τητά σου, IV, 1081, te; viro illustri haud dubie.
θαύματα (εἰς) γλῶτταν ἐκίνησεν, ΙΙ, 1551: εἰς τὸ
θαυμάζειν.
θαυματουργία τοῦ Σωτῆρος, Ι, 312: tolis defectio, rel. in morte ejus: quæ ipsum ergo effecisse,
doceat. θαυματουργίαν. ΙΙ, 1005 extr. interitum
ejus, qui illi insultasset.
Θεαίτητος· interpretatio του Σαμουήλ, 1, 558.
θέα μόνῃ ἀρκεῖς διαλύσαι τὰ σκυθρωπά, 1, 1081:
Deo dicitur, nullo sane sensu.
col. 995–996page 66 of 154
PG 84:995θεασάμενος λόγους μου, Ι, 799: ἀκούσας. θεάσασθαι ἀέρα ἐλεύθερον, 1329, θεηγόρους ἀποστόλους, ΙΙΙ, 755. θεία πανήγυρις, 1400, τὰ θεῖα διδάξας, τὰ περὶ τῆς οἰκονομίας διέξεισι, ΙΙΙ, 551, 552 θεία τροφή Τροφή - θείας ἐλπίδος, Ι, 1259 εἰς Θεόν· θείας ἔξω βαίνοντες, ΙΙ, 518: ὁδοῦ, πολιτείας. θείας ἐπικλήσεως, Ι, 1072: τοῦ Θεοῦ. θείας καταλλαγάς, 1, 1193; ΙΙΙ, 114, θείας μνήμης· Μνήμης. θείας συνέσεως, 1, 1445, θείας ψυχῆς, ΙΙΙ, 1159: θείᾳ λόγος θείᾳ ἐπικλήσει, ΙΙΙ, 118, 1184, τοῦ Θεοῦ. θείαν ἀποκαλοῦσι τὴν Δεσποτικήν σάρκα, 1150, ἐπίγνωσιν, ΙΙ, 920: Θεοῦ. κολυμ θείαις προσηγορίαις, ΙΙΙ, θεῖος ΙΙΙ, 1211. θεῖος όμιλος τῶν ἀρχιερέων, ΙΙΙ, 768. θεῖος ὄντως Μακάριος, ΙΙΙ, 794 ἀποστόλων, ΙΙ, 1553 θείου βήματος· Βή ματος. θεῖον ἄνθρωπον, ΙΙΙ, 981: θεῖον δέος, 1, 1403; ΙΙ, 492: τοῦ Θεοῦ. θεῖον λέγω τὸ σῶμα, 1253: θείᾳ δόξῃ κεκοσμημένον, 1273. θεῖον πόθον, ΙΙΙ, 77, τοῦ Θεοῦ, θεῖον πόθον ἐβασάνιζεν, Ι, θεῖον σῶμα, θεῖον φίλτρον. Φίλτρον. θεῖοι ἄνδρες, ΙΙΙ, 1929, θείους νεκρούς, ΙΙΙ, θείῳ λογισμῷ Λογισμῷ θειοτέροις ἐν χωρίοις διαναπαύ σηκούς, θεία χωρία. θειότατος. θεῖκαῖς ἐνεργείαις, 1092. θεῖον σῶμα, μίαν. θεῖον Θεός, θέλησις οὐ μία ἀλλὰ πολλαὶ θελήσεις, θέλησιν, 1, 482: εὐδόκησα ἐν αὐτῷ. θέλησιν θέλησιν ὑπερβαίνει ἡ εἰκὼν τῆς ὑποστάσεως, 921 ὡς ἠθέλησεν, ἔπαθεν, 1055 θεμέλιον πρώτον της Εκκλησίας, 478 θεμελιωθῇ, ΙΙΙ, 750: τῷ γεν θεμελιωτὸν τῇ οὐσίᾳ· Οὐσία. θεογνωσίαν δι᾽ ὕδατος και λιγγενεσίας ἐσομένην, ΙΙ, 681. θεογνωσίαν ἐσομένην τῶν ἀνθρώπων, Ι, 1341. θεοειδές, Ι, 124: ή λογική φύσις. θεόθεν, Ι, 253, 258. φύσεως τῆς αὐτῆς θείας κοινωνοὶ φύσεως φύσιν δεύτερον τὸ Θεὸν εἶναι, μητέρα επεισάγων Ἕλλην ἀνέγκλητος, 372 Θεοτόκος θεοὺς κομιδῇ γε ἐκείνου (θεοῦ) ἀποδέοντας. θεοληπτικώτατα, θεολογεῖν δεδιδαγμένος, 11, 99. θεολογεῖται τὸ πνεῦμα, 1055. θεολογῆσαι τὸν Χριστὸν, 330. θεολογία ἀληθὴς, 1, 808: Λόγῳ. Θεολογία κεχρημένος • Δό γματα θεία, ΙΙΙ, 233. θεολογία παρατίθησι τὴν τῶν θεολογίαν ἐξ ἀρχῆς. ἡ φύσις παρέδωκεν, 760. Θεολογίαν ἔχει ἄβατον ἀπὸ τῆς θεολογίας εἰς τὴν οἰκονομίαν μετα
Osavopixhe modicslag, V, 122: Christi.
θεασάμενος λόγους μου, Ι, 799: pro ἀκούσας.
Osasάuevos, III, 1064: per somnium oblata specie.
θεάσασθαι ἀέρα ἐλεύθερον, IV, 1329, haurire.
θεηγόρους ἀποστόλους, ΙΙΙ, 755.
θεία πανήγυρις, IV, 1400, festum. τὰ θεῖα διδάξας,
τὰ περὶ τῆς οἰκονομίας διέξεισι, ΙΙΙ, 551, 552: ubi
de divina persona et majestate Christi disseruit.
θεία τροφή vid. Τροφή - θείας ἐλπίδος, Ι, 1259:
pro εἰς Θεόν· θείας ἔξω βαίνοντες, ΙΙ, 518: scil. ὁδοῦ,
πολιτείας. θείας ἐπικλήσεως, Ι, 1072: pro τοῦ Θεοῦ.
θείας καταλλαγάς, 1, 1193; ΙΙΙ, 114, cum Deo. θείας
μνήμης· vid. Μνήμης. θείας συνέσεως, 1, 1445,
Deo data. θείας ψυχῆς, ΙΙΙ, 1159: ascetæ. θείᾳ
¿ufuxia fuxwèv, V, 1079: corpus Christi, secundum Apollinar. ut λόγος esset pro anima. θείᾳ
ἐπικλήσει, ΙΙΙ, 118, 1184, τοῦ Θεοῦ. θείαν ἀποκα
λοῦσι τὴν Δεσποτικήν σάρκα, ΙV. 1150, Cyrill. et
Theoph. Ostav yov, IV, 334, rerum divinarum
e Scr.sacr.-vody, III,773: imp. vocat decretum
concilii. - ἐπίγνωσιν, ΙΙ, 920: pro Θεοῦ. κολυμ
6h0pav, II, 1516, divinitus institutum, divina vi
pollentem, baptismum. Belay doov, 1, 940, Deo gratam vitam. Cod. sústav. II, 1495, vitam asceticam,
pauperem et solitariam. θείαις προσηγορίαις, ΙΙΙ,
16, ut vocaret dilectos Deo, sanctos. Oɛlois voμois,
III, 1079, ecclesiasticis. Bɛious phuaoi, 1, 308: utitur angelus, i. e. iisdem, quibus Deus ad Mosen:
quasi ipse Deus. θεῖος vocatur David, I, 1558; II,
459; III, 3, 2, 459: Isaias, II, 509 Jeremias, II,
403 Ezechiel. I, 1552; II. 669: Joannes, III, 400:
Paulus. II, 505: Petrus, III, 387: Zacharias, II,
1643: Flavianus. III, 1068: Alexander episc. III,
748 Eulogius, III, 979: Ascetæ, III, 1147: Julianus, III, 1120 Marcianus, III, 1138: Macedonius,
ΙΙΙ, 1211. θεῖος όμιλος τῶν ἀρχιερέων, ΙΙΙ, 768.
θεῖος ὄντως Μακάριος, ΙΙΙ, 794: quia deprehendit,
ut ait Th., veram crucem Christi, per niiraculum.
Oslos nós, III, 1165, in Deum amor. 1259.
❤60; 1069, metus Dei, objective. Osing xoods tw
ἀποστόλων, ΙΙ, 1553 init. θείου βήματος· vid. Βή -
ματος. θεῖον ἄνθρωπον, ΙΙΙ, 981: Basilium. θεῖον
δέος, 1, 1403; ΙΙ, 492: pro τοῦ Θεοῦ. θεῖον λέγω τὸ
Пveμа où μhy Oy, V, 1016: Maced. Ocio
σῶμα, IV, 1253: Christi, θείᾳ δόξῃ κεκοσμημένον,
1273. θεῖον πόθον, ΙΙΙ, 77, τοῦ Θεοῦ, objective. θεῖον
πόθον ἐβασάνιζεν, Ι, 85: specimen sumpsit Deus,
quantopere ipsum amaret Abrahamus. θεῖον σῶμα,
IV, 251, Christi. Amphil. Bɛľov õµvov, I, 1416, in
Deum, ad Dei laudes. θεῖον φίλτρον. vid. Φίλτρον.
θεῖοι ἄνδρες, ΙΙΙ, 1929, eremitz. θείους νεκρούς, ΙΙΙ,
1288 martyrum: corpora. Ostwy, II, 1069 init.:
sensus divini, quomodo Deus judicet, quo loco
res habeat. Oziwy napanеtasμάtwv, III, 982, post
altare, ante sacellum. θείῳ λογισμῷ vid. Λογισμῷ
yw;
Ostótepov, IV, 247 pro Oetov, divinitatem
Christi. Greg. Nyss. θειοτέροις ἐν χωρίοις διαναπαύ
ovrat, IV, 1242: animæ Sanctorum: opponit
σηκούς, et ipsa θεία χωρία. θειότατος. vocatur
David, 1, 671, 518; IV, 379: Daniel, II, 1055; III,
553 extr.: Isaias, I, 790: Josua, I, 315: Moses,
IV, 414, 600 Micha, II, 1478 Paulus, II, 1501;
IV, 1259 Petrus, III, 244 init., 354 init.; IV, 391
init. Samuel, I, 366: Zacharias, II, 1227: asceta,
DI, 1053, 1145.0stórato Barnabas et Paulus, 11,
599 init. Joel, Ezechiel, Micha, Zacharias, I, 1189.
Bao, IV, 952: vi divina, ut sint pleni Deo:
Begeisterung.
θεῖκαῖς ἐνεργείαις, V. 1092. θεῖον σῶμα, V,
1079 Apollinar. tribuit Christo, sine anima, Aóyų
junctum, 1081, Christi, per Evolv et oixovoμίαν.
Osixw, II, 1606; V, 28, ut Deus, quoad est
Deus. Oɛixws, V, 1110 dicendum negat de attributis et eventis humanæ naturæ Christi, i. e. qua
Beonta, quasi doluerit ut Deus, timuerit, adoleverit, rel.
θεῖον idem quod Θεός, V, 1017 seq.
Osións, III, 877, Deus.
Delseyta thy ohy, IV, 1061, te; episcopum, ut
videtur.
Bexout, quid? I, 492.
Behnátov, V, 958: sunt res ipsæ, quas velit
Deus materia volendi.
θέλησις οὐ μία (Dei), ἀλλὰ πολλαὶ θελήσεις, V,
958 Eunom. ludit, aut fallitur, in ambiguitate
facultatis ipsius, et actus vel materiæ volendi et
recte arguitur. 6ows rv, II, 1276: ex aliis
int. θέλησιν, 1, 482: expl. εὐδόκησα ἐν αὐτῷ. θέλησιν
plav, III, 1039: Patris, Filii, Spir. S. ponunt PP.
θέλησιν ὑπερβαίνει ἡ εἰκὼν τῆς ὑποστάσεως, V, 921:
non voluntate Dei effecta est: cum enim sit eadem
quæ Dei, non debet pendere a voluntate Dei, qui
ipse a neminis voluntate pendeat.
Oźw we honoav, III, 858: passim, sic temere.
ὡς ἠθέλησεν, ἔπαθεν, IV, 1055: modo nobis non
assequendo.
θεμέλιον πρώτον της Εκκλησίας, IV, 478: poni -
tentiæ conditionem, et redeundi copiam.
θεμελιωθῇ, ΙΙΙ, 750: synonymum Ario τῷ γενvno, qua filium. Proverb.
θεμελιωτὸν τῇ οὐσίᾳ· vid. Οὐσία.
Oɛoyvwola hµɛrépa, II, 1001: ut Christum agno
scamus regem æternum. θεογνωσίαν δι᾽ ὕδατος και
λιγγενεσίας ἐσομένην, ΙΙ, 681. θεογνωσίαν ἐσομένην
τῶν ἀνθρώπων, Ι, 1341.
semper adhibet hoc voc.
in Novo Test: de quo
Oɛoyovlay didayμεv, V, 1051: Macedon. si Filius Dei generet Filium.
ɛó càp, IV, 64, 246: Christi Greg.
Nyss.
θεοειδές, Ι, 124: ή λογική φύσις.
θεόθεν, Ι, 253, 258.
Beol yivouɛba, V, 1054: imitando Deo; ad Paulum simul provocat: φύσεως tamen τῆς αὐτῆς negat, nos fieri posse. Et tamen Petrus, II Ep. 1, 4.
θείας κοινωνοὶ φύσεως - nempe qua moralia attributa, quæ non constituunt φύσιν Dei, cui δεύτερον ponit τὸ Θεὸν εἶναι, quia sequitur demum e
quoet ejus. Difficile, non labi in hisce tricis. Oɛoię
μητέρα επεισάγων Ἕλλην ἀνέγκλητος, ΙV, 372:
dixit Nestorius: nempe si Θεοτόκος Maria. θεοὺς
SEUTÉPOUS TIVȧS, IV, 785. Angelos; addit tamen.
κομιδῇ γε ἐκείνου (θεοῦ) ἀποδέοντας.
BeoxTóvot, I, 968; Judæi.
θεοληπτικώτατα, V, 92: quæ maxime requirant
et ostendant monitum divinum.
Oslov, V, 86: Joannis.
θεολογεῖν δεδιδαγμένος, 11, 99. θεολογεῖται τὸ
πνεῦμα, V, 1055. θεολογῆσαι τὸν Χριστὸν, IV, 330.
Bɛolonas, IV, 739: Plato.
θεολογία ἀληθὴς, 1, 808: doctrina de Deo Λόγῳ.
Oɛoloría xal olxovouía, 11, 83: doctrina de persona
et munere Christi. Θεολογία κεχρημένος • vid. Δόγματα θεία, ΙΙΙ, 233. θεολογία παρατίθησι τὴν τῶν
Sacμvwv à00évatav, II, 620 extr.: sermoni de potentia et omniscientia Dei. Oɛoloɣiav, I, 829 init.:
doctrinam de Trinitate, nominatim Adyw. Hanc disting. a doctrina de providentia, et ampoyntela.
de Novo Test. Ondoylav, Mosis, IV, 691: de origine mundi a Deo aterno solo, θεολογίαν ἐξ ἀρχῆς.
ἡ φύσις παρέδωκεν, 1V, 760. Θεολογίαν ἔχει ἄβατον
xal avunépбatov, II, 1040: Joannis Evangelium.
Dɛohoylas, I, 782: doctrina de Christo. III, 542,.
544 quæ Paulus de Christo affert, Hebr. 1. iv,
807 doctrina de origine rerum. IV, 868: de Abyw,
Joan. I. colorlas aivlyμata, I, 24, indicia et admonitiones doctrinæ de Trinitate, in numero plurali,
FACIAMUS. ἀπὸ τῆς θεολογίας εἰς τὴν οἰκονομίαν μετα
66n, III, 479: de divinitate et majestate Christi
locutus, jam de salute per eum parta et Ecclesia
constituta disputat. Oɛodoylas äntetar, III, 476:
!
col. 997–998page 67 of 154
PG 84:997θεολογίας λόγον, ΠΙ, θεολογίας σύμβολον ὁ Λίβανος, ΙΙ, κατὰ τὸν νόμον. θεολογίας τὸ ὕψος φιλοσόφοις. θεολόγου Ἰωάννου, ΙΙ, 231. θεολόγων θεολογοῦντας, ΙΙ, 26: κτίσμα προσαγορεύοντας. θεολογοῦντες Χριστόν, 1, 915 47. Θεόν, Δεσπότην. Δημιουργόν, Θεὸν κατὰ μίμησιν καὶ χάριν, Ν, 1054: θεὸν εἶναι δεύτερον Θεσί. θεὸν μερικόν - Μερικός. Θεός, 1034 νών, 1089 Θεὸς θεῖον, καὶ τὸ θεῖον Θεός, 1056. ὁ Θεὸς νομοθετεί, 1105 ώς Θ. ὡς ἄνθρωπος ὁ Θεὸς τῶν ὅλων· Ολος. Θεός τέχνα. Θεοῦ ἄνθρωπον, τὸν μέγαν Μελέτιον, ΙΙΙ, 928; 1184. Θεοῦ ἄνθρωπος, ΙΙΙ, 1150, 1147; 1102 Θεοῦ ἑστερημένον οὐδέν ἐστι τῆς κτίσεως Θεῷ ἀναγνωσθῆναι τὴν ἐπιστο θεοποιήσαντες, 4 5, έθεοποιοῦντο, θεοποιήσουσιν, 1, 68. θεοπτίας, 1, 970; 1039: θεοψίας. θεοσέβεια ἡ σή, σοῦ, 1078, 1060, 1107, 1170, θεοσημείαι. 87, 95: θεοσημείαις, Ι, 124, θεοσημείας, Ν, θεοσημείας θεοσημίας 44 πληροῦν, θεότης ει ὑπόστασις 918. θεότητα μίαν θεότητι λαμπρυνθέντος Καλλωπισθέντος, 246. θεότητος λόγου μετασχεῖν Χριστοτόκον. Θεοτόκον τὴν ἁγίαν παρθένον ἀποκαλοῦμεν, 1311, Θεοτόκος, φόρον ἄνθρωπον, ΙΙΙ, θεόφορος, Θεοφόρος σὰρξ, θεόφορος, θεοφόρος. θεοφόρων, 18, θεραπεία, Ι, 536· Θεραπεῦσαι. θεραπείᾳ τῇ θεραπεύει ὁ Δεσπότης τὸν οἰκέτην, ΙΙ, 740 πεία. θεραπεύειν τὸ δίψος ὕδασι, Ι, 1398 θεραπεύουσι τῇ πράσει τὸν φόνον, 611 5, 56. τὸ ξυμφέρον, θεραπεύον θεραπεία, θεραπεῦσαι τὴν παράβα πεύσαντες εἶναι τοῦ Θεοῦ, Ι, 1423: θεράποντες. πῶς θεραπευτέον τοὺς – πλημμελήσαντας, Ι, τὴν ἀσθένειαν, ΙΙΙ, τραύ θεράποντος τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 900: τουτέστιν, ἐμοῦ, θεραφίμ, 1, 378. θεριζομένῳ, ΙΙ, 324: υφάσματι, τέρμα. θερμανθῇς εἰς πολυγονίαν, Ι, 294. θερμαστρεῖς, Ι, 472 θέρμης, ἀντὶ τοῦ φωτός, 1, 720 θερμῶς πεπιστευκότι, ΙΙΙ, 713. θέσει, οὐ φύσει, σῶμα πεφόρεκεν ὁ Θεὸς, 60, θέσει χειροτεύκτους, εἰκόνας, θεσμὸς συγγενείας συνάψει, 1096
Suvyowμev, IV, 238: Athan. in societatem ejus
venire, moralem et beatam.
doctrinam de Christo Deo θεολογίας λόγον, ΠΙ, 174:
solidiorem doctrinam de Christo Deo. Beoloɣlas
Óvópata, III, 571: quæ Christo, Deo, Aórw congruant. θεολογίας σύμβολον ὁ Λίβανος, ΙΙ,
doctrinæ de Christi persona, et vero munere, quia
addit, κατὰ τὸν νόμον. θεολογίας τὸ ὕψος· doctrina
de Christo. I, 911, wxɛavóv· Mosen, IV, 742.
Beloyixwe, IV, 110: de Christo, qua Deo.
Geoloyous, IV, 883: inter paganos, disting. a
φιλοσόφοις. θεολόγου Ἰωάννου, ΙΙ, 231. θεολόγων
&vpwv, IV, 463, a viris sanctis, ut Paulo; qua
doctrinam de conjugio.
θεολογοῦντας, ΙΙ, 26: Filium Dei; opp. κτίσμα
προσαγορεύοντας. θεολογοῦντες Χριστόν, 1, 915 extr.
Beoloyw, V, 1012, Deum dico, Spir. sanctum.
sov, simpliciter positum Patrem accipit Theodor, V, 47. Θεόν, Δεσπότην. Δημιουργόν, distinguit,
II, 321. Beby uè mohon, IV, 150: Christus liberet
nos labe hujus terræ, "Deo societ in vita cœlesti.
Greg. Naz. xarà e siphyny, IV, 1155 init.: cum
piis et orthodoxis, Θεὸν κατὰ μίμησιν καὶ χάριν, Ν,
1054: moraliter. θεὸν εἶναι δεύτερον vid. Θεσί. θεὸν
μερικόν - vid. Μερικός. Θεός, expl. etymol. V, 1034
init.; V, 1035, varie adhibetur. Oɛó, Estiv ¿ ¿ñoðανών, V, 1089 extr. Sed expl. Θεὸς θεῖον, καὶ τὸ
θεῖον Θεός, V, 1056. ὁ Θεὸς νομοθετεί, V, 1105: legendum videtur, ώς Θ. sequitur enim, ὡς ἄνθρωπος·
nempe Christus. ὁ Θεὸς τῶν ὅλων· vid. Ολος. Θεός
se diapulážei, III, 790: clausula epistolæ imp. ad
episc., ut 793. Oεd; Touwv, IV, 1015: Davidis,
Isaiæ, Mosis; Christus. Oεds twv öλwy, Christus, I,
671 init. tribuit enim illi deutépa TávεLAY,
ex Hebr. 1x, 28; nisi supplendum, Xplotou, quia
alias simpliciter Patrem ita vocare solet: sed et
Filium, IV, 934. Oso suppletur, III, 101: voc.
τέχνα.
Θεοῦ ἄνθρωπον, τὸν μέγαν Μελέτιον, ΙΙΙ, 928;
ΙV, 1184. Θεοῦ ἄνθρωπος, ΙΙΙ, 1150, 1147; IV, 1102:
asceta. Θεοῦ ἑστερημένον οὐδέν ἐστι τῆς κτίσεως
µópiov, IV, 662 ejus præsentia, scientia, cura
Evepyala, gubernatione. Oso бpn, 1, 830: expl
maximos montes. Θεῷ ἀναγνωσθῆναι τὴν ἐπιστοAhv, 11, 631 incommode dictum. addit: Ev tais
λaumpals toorais. Deo ergo legebatur, quod in
saeris publicis prælegeretur: quia scil. alloquebantur in illa Deum.
θεοποιήσαντες, I, 4 et p. 5, έθεοποιοῦντο, medio.
θεοποιήσουσιν, 1, 68.
Bɛonolnois, IV, 136: hominum, quorum naturam
Christus assumpsisset. Athan. Aut ad Christum
ipsum hominem refer, ut owerpla sit active, ab
lto parta.
Oεompenhe duvaµıç, V, 45, divina vere, propria
alli ut Deo, non aliena.
GEOTрETWĘ, I, 39: humanitus dicta explicanda.
Oops, III, 659: Spiritus S. prædicit, ut appareat, Deum esse, V, 924.
θεοπτίας, 1, 970; V, 1039: pro θεοψίας.
θεοσέβεια ἡ σή, σοῦ, IV, 1078, 1060, 1107, 1170,
1065, 1093 per casus varios, tu, tibi, te; episcopo, 1080, 1081; diacono, 1170; presbytero, 1115.
Beoσéбɛlav Sμetépay, IV, 1124, vos: clericis Beroeæ.
Eбat hp, IV, 1361: Theodoretum
vocat Cyrillus: quem tamen accuset.
θεοσημείαι. V, 87, 95: qua Joannem. θεοση -
μείαις, Ι, 124, miraculis (Mosis). θεοσημείας, Ν,
41, miracula, et alia, quæ Christum Deum ostenderent. θεοσημείας et θεοσημίας scribitur, V, 44:
πληροῦν, ibid.
θεότης ει ὑπόστασις disting. V, 918. θεότητα μίαν
v th Tpiádi, III, 951 profitentur orthodoxi. 06enta plav où déyw, V, 999 inquit Macedon. Nempe
Deum quidem unum, sed attributa divina singulis
personis distincta. θεότητι λαμπρυνθέντος vid.
Καλλωπισθέντος, IV, 246. θεότητος λόγου μετασχεῖν
sotóxov, IV, 371: noluit Nestorius dicere Ma
riam, sed Χριστοτόκον. Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθέ
νον ἀποκαλοῦμεν, IV, 1311, init. Θεοτόκος, 1V,
1048 Maria esse probatur, III, 745; V, 1082, 998,
Đɛopilia; tñs ons, IV, 1079, tuam (constantiam);
diacono.
0ɛopópot, IV, 1051 apostoli et prophetæ. 0ɛ0φόρον ἄνθρωπον, ΙΙΙ, 959: Christum dici, improbatur, V, 30. Cyr. Geopopov Christum dicit Theodor., V, 32. Ceopópo;, V, 28, 30, 32: priori loco
legas, Aɛópopov, vatem divinitus incitatum. In reliquis est active, de carne Christi. Dopo avr.p.
IV, 968 Isaias: active, plenus Deo, scil. Evepyεla
ejus, non quoɛt, vel obsta. Forte tamen legendum,
θεόφορος, passive, a Deo incitatus. Θεοφόρος σὰρξ,
IV, 61 Christi. Bas. Deopópw &vpy, III, 1517:
dubium, a θεόφορος, an a θεοφόρος. θεοφόρων, 18,
388, 460 prophetarum et apostolorum.
θεραπεία, Ι, 536· vid. Θεραπεῦσαι. θεραπείᾳ τῇ
Tepl tauta, II, 1656: pro genitivo: et sign. curam,
occupationem. 0εpanelav Osov, IV, 786: ex additis
patet, asceticam tantum vitam intelligi.
θεραπεύει ὁ Δεσπότης τὸν οἰκέτην, ΙΙ, 740: docendo euin pœnæ causam, ut videat, cur non admiserit ejus deprecationein. Oɛpaneúety vid. 0ɛpaπεία. θεραπεύειν τὸ δίψος ὕδασι, Ι, 1398 init. Θερα
πεύουσι τῇ πράσει τὸν φόνον, IV, 611: fratres Josephi idem faciunt, idem consequi student vendendo eo, ac si eum interfecissent; ut ex oculis
amoveant. Ita Thuc. 5, 56. τὸ ξυμφέρον, θεραπεύον·
tes, consequi studentes. Et hoc tenori convenit;
nondum enim commiserant cædem, nec vendendo
lenissent: neque enim poterant vendere occisum.
OɛpaneÑoa olxov, I, 536, tueri, sartam tectam
servare in baulichem Wesen erhalten. Hæc cura
vocatur θεραπεία, ibid. θεραπεῦσαι τὴν παράβαGv, II, 569, corrigere. wieder gut machen. Oɛpaπεύσαντες εἶναι τοῦ Θεοῦ, Ι, 1423: pro θεράπον
τες. πῶς θεραπευτέον τοὺς – πλημμελήσαντας, Ι,
222 ut habendi, ut castigandi et corrigendi. OspaTsuwv autous, III, 17, blandiens, ambitiose laudans.
Ospañеúwy the axony, II, 1587 init.: Deus, molliens
rem, quæ molesta et iniqua videri possit; causam
addens, cur poscat. τὴν ἀσθένειαν, ΙΙΙ, 215, ei
parcens, ut taceat, quæ capere nequeant. τραύ
pata, I, 933: per pœnitentiam, i. e. confessionem.
θεράποντος τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 900: τουτέστιν, ἐμοῦ,
imp. scribit, de coercendis episcopis.
- θεραφίμ, 1, 378.
θεριζομένῳ, ΙΙ, 324: υφάσματι, quod abscinditur
et a jugo aufertur resolutum.
Oppa, III, 1259 med. tou ẞlov vitio pro
τέρμα.
θερμανθῇς εἰς πολυγονίαν, Ι, 294.
θερμαστρεῖς, Ι, 472: expl.
θέρμης, ἀντὶ τοῦ φωτός, 1, 720: meton.
θερμῶς πεπιστευκότι, ΙΙΙ, 713.
θέσει, οὐ φύσει, σῶμα πεφόρεκεν ὁ Θεὸς, IV, 60,
adoptione, non unione. Athan. Arianus error. Oése
viobetηvwv, III, 737: pleonasmus, accuratiori
discrimini datus. θέσει χειροτεύκτους, εἰκόνας, IV,
135 init. opp. quoet, ut sunt filii naturales. Illud·
sign. arte, effectione, commento hominum. Poni
signa vel statuæ proprie dicuntur: Hor. Od. 1,
30. Nunc hominem PONERE, nunc deum. OÉGIS TOỮ
vóµov, II, 826, præceptum legis. -
0ɛoμobéta: et vouolétat disting., IV, 590: scil.
quod alibi hoc, alibi illo nomine dicerentur: aut
illi sunt vopopúlaxɛç, perpetui magistratus; hi ad
unum negotium, ut Solon, Lycurgus, decemviri.
θεσμὸς συγγενείας συνάψει, II, 1096: forte leg.
dɛouds, ob verbum ouvάdet.
BEGTÉGLOS, Petrus, 1, 618 extr.
sanilovga, IV, 1325 extr., jubens; episcopi im-
col. 999–1000page 68 of 154
PG 84:999θεωρῆσαι ἐν τῷ πεδίῳ, ΙΙΙ, 1454 θεωρίας ὑποβάθραν τὴν ἀγαθὴν πρᾶξιν, 1, 168 173. θεωρῆσαι δυνατὸν τοῖς τελείοις ἀρετήν. θεωρία, ΙΙΙ, τῇ θεωρίᾳ τὸν τύπον τῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀναμ μνησκώμεθα παθημάτων. ἀναμιμνησκώμεθα των. θεωρίᾳ ἀγγέλου, Ι, 247: τοῦ θεωρίαν ἐπὶ τῆς γνώσεως θεωροῦμεν τρεῖς ἰδιότητας ἐν μιᾷ φύσει, ΙΙ, 1019 διδάσκει, ότι θεωρ. θεωρητέον, θεωρεῖν δεῖ, προσήκει, θεωρείν θεωρουμένης φύσεως, θήρα τοῦ θανάτου παραδούς, Ι, 1160 θήρας θήραμα ἐξαπάτης Αρειανικῆς γενομένη, ΙΙΙ, θήρατρα τοῦ δεσπότου, 586 ἀγρεύειν εζώγρησε. θηρεπωδόν, Ι, 984: έπῳδόν, θηρία μένον ἐν τῷ γράμματι, 1, 54 θησαυρών βασιλικῶν Βασιλ. θησαυρῶν ἀποστολικῶν ἐκβάλλειν, ΙΙΙ, 549. θησόμεθα τὴν δύναμιν ἀκριβέστερον, ΙΙ, 1063 θησόμεθα εκθήσομεν. θιασῶται τῆς εὐσεβείας, 917. Χριστοῦ θιασώτας, 925. θημώνα, θημονίαν. σιν ἔλαχε πᾶσα ἡ κτίσις ὁρωμένη, 82 θνητότητος ζυγὸν ἕλκειν, 111, 560. θνητότητος όρος. θοίνην (εἰς) προκαλούμενοι μελίττας, 111, 920 θοίνην οἰωνοῖς καὶ θηρίοις, Ι, 485. θοίνην ὠμοβόρον, Ι, 769 θρηνῆσαι ἄξιον 306. οικτείρειν, θρῆνος, εἶδος διδασκαλίας, ΙΙ, 170. θρήνου, ΙΙ. σκείας τερθρείας, ΙΙΙ, 1025. θρησκευόμενα τάδε, 788: περὶ θεῶν, θήρατρα. θηρεύειν ἀγκίστρῳ καὶ σαγήνῃ, ΙΙ, ἐπινοίαις, Ι, 654. θηρευθέντα ὑπὸ τῆς ᾿Αρειανικῆς θηρεύεσθαι, θηρεύσαντες, ΙΙΙ, εὑρόντες ἰχθύας, θηρεύση θηρεύσει,: καταλύσει), ἐν παγίδι, ΙΙ, 227: θηρεύω θεὸν, καὶ λαβεῖν θηρευτὴς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1127. ἐπιθυμητής. Θησαυρὸς κοινός, 503: θησαυρόν κεκρυμ θρησκευομένων δογμάτων, ΙΙΙ, 1151 θρησκευομένων παρ' ἡμῖν, θρησκεύοντες τὰ ἐκείνων, 1, 1185 θαυμάζοντες", θρησκεύοντες τὰ Πλάτωνος, Πυθαγόρου, 5, θρησκεύοντες ταῦτα, θριαμβεύων τὴν ἀκολασίαν αὐτῶν, ΙΙ, 143, θρόμβου, ἐκ θρ. σώζειν,, 245: δρόμ Gων τρόμου, θορύβου. θρόνος πανάγιος • Πανάγ. θρόνῳ Ἐκκλη θρόνον ἀποστολικόν Αποστολ. θρόνον Εκκλη
peratori. Oɛsmołɛlor, IV, 1316, imperatis a principe.
boniopara, IV, 1314 jussa imp. 4316, 1317.
θεωρῆσαι ἐν τῷ πεδίῳ, ΙΙΙ, 1454: sich darinnen
umzusehen. Pro accusativo; tv tamen voluptatis
notionem habet, ex Hebr. 1- TOÙS πPÉσбɛLÇ, III,
878, admittere, audire. Bewphoas lenta thy
xouμ60pay, I, 1005: anagogice et mystice explicans.
Bewpnτixhv &perhy, IH, 138: perfici dicit e præcepto de amore Dei: cujus nimirum cultum intimum et summum ponerent in contemplatione ejus
solitaria.
Bewplas, II, 707, monitu divino, specie divinitus
oblata. emplaç à§‹woñvai, III, 1251: consequens
mortis et tou avastivat sign. beatitudinem coeJestem. θεωρίας ὑποβάθραν τὴν ἀγαθὴν πρᾶξιν, 1,
168 et 173. θεωρῆσαι δυνατὸν τοῖς τελείοις ἀρετήν.
Ergo Oswplay dicit venire post virtutem et ex illa.
θεωρία, ΙΙΙ, 594, in Coena sacra contemplatione. Est
ibi: τῇ θεωρίᾳ τὸν τύπον τῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἀναμ
μνησκώμεθα παθημάτων. Sic ἀναμιμνησκώμεθα
videatur accusativum regere. Sed quid est, typum
recordari? Imo ipsa nahata recordamur. Legerim: (vxt) Bewpią toỹ túrou, rel. hoc sensu:
ut, cum videamus rúmov, i. e. symbola mortis
Christi, in Coena sacra recordemur ejus лaðŋuáτων. θεωρίᾳ ἀγγέλου, Ι, 247: species oblata. τοῦ
vonuatos, III, 485, explicationi, disputationi de
sensu et sententia. Oɛwplay, II, 691, visum, videndi usum, in oculo. θεωρίαν ἐπὶ τῆς γνώσεως
Eλaбev, V, 916: Christus, de Deo, Joan. xiv, 9.
θεωροῦμεν τρεῖς ἰδιότητας ἐν μιᾷ φύσει, ΙΙ, 1019:
præcessit: διδάσκει, ότι θεωρ. ergo est pro, θεωρητέον, θεωρεῖν δεῖ, προσήκει, θεωρείν hic est, agnoscere, scire, credere. θεωρουμένης φύσεως, V,
1034 etymologia voc. Oɛóę.
BEWOIS TOÙ You, V, 86 extr.: ut ad Deum efferretur, ejus cogitatione impleretur. sensibus ejus
congrueret swary, II, 164: ut fiant sancti et
beati.
θήρα τοῦ θανάτου παραδούς, Ι, 1160 extr. θήρας
dihuapte, 1, 947: non tenuit consilium, ut Judæos
averteret ab Hiskiæ officio et pietate in Deum.
θήραμα ἐξαπάτης Αρειανικῆς γενομένη, ΙΙΙ,
θήρατρα τοῦ δεσπότου, I, 586: modi, quibus Deus
utitur ad corrigendos homines: quibus eos Onpeúcty
et ἀγρεύειν ibidem dicitur, εζώγρησε.
θηρεπωδόν, Ι, 984: pro έπῳδόν, usitato. θηρία
hic sunt venata.
μένον ἐν τῷ γράμματι, 1, 54: allegoriam intell.
Origenes. Oncaupov, III, 1078: reliquias, corpus
Chrysostomi. θησαυρών βασιλικῶν vid. Βασιλ.
θησαυρῶν ἀποστολικῶν ἐκβάλλειν, ΙΙΙ, 549. Epistolam ad Hebræos, a Paulo scriptam negare.
θησόμεθα τὴν δύναμιν ἀκριβέστερον, ΙΙ, 1063:
pro ȧxpiбeaté pav, quod tunc erit, magis perspicuam, aut θησόμεθα pro εκθήσομεν.
0:asuta, III, 1122: reliqui eremitæ, ad eum
congregati. θιασῶται τῆς εὐσεβείας, III, 917.
545. init. adversarios alloquitur. Osawa, IV,
Orowtwv, III, 922: Athanasii, ipse sic vocat
Theodor. bono sensu. Gaswtwyth ȧnbelas, III,
1086. Bawrais, II, 76 extr. sociis, amicis, sectatoribus; Dei scil. vel Christi. IV, 901. Bawras ins
Tpiádos, III, 1180: Non-Arianos, Homouosiastas
orthodoxas. Tou Σwtipos, III, 921: Christianos:
Χριστοῦ θιασώτας, p. 925.
Opava, III, 1169 init., frumenti acervum, pro
θημώνα, vel θημονίαν.
Ovnthy qúoiv, III, 56: habebant posteri Adami,
ut ex eo post peccatum creati. Ergo Adamus antea
non habuit Ovnthy, scil. cui necesse esset mori, IV,
239 habuit corpus Christi: nempe per se, sine
necessitate interna, e peccato et morbis: sed ut
posset per vim externam solvi a mente. Anthy ou
σιν ἔλαχε πᾶσα ἡ κτίσις ὁρωμένη, IU, 82: interibit
aliquando, ob peccatum hominum.
θνητότητος ζυγὸν ἕλκειν, 111, 560. θνητότητος όρος.
I, 52, decretum Dei, conditio, ut homo jam esset
morti obnoxius.
Boɩvāoðar, I, 871: absumere; de cervis.
θοίνην (εἰς) προκαλούμενοι μελίττας, 111, 920: ut
corpus melle oblitum appeterent. θοίνην οἰωνοῖς καὶ
θηρίοις, Ι, 485. θοίνην ὠμοβόρον, Ι, 769: legendum
videtur, p66opov, retracto accentu, passive: aut
per hypall. Sign. autem cædem.
Oopvuμévous, IV, 783. in Venerem ruentes. 884.
Gopov, IV, 835, semen humanum.
Opaouxwrátous, II, 98: minus ex analogia.
6pacuenta definit, IV, 566 extr.
θρηνῆσαι ἄξιον Judæos, I, 306. i. e. οικτείρειν,
miserandi sunt.
θρῆνος, εἶδος διδασκαλίας, ΙΙ, 170. θρήνου, ΙΙ.
99 in Epistola, quod Judæos miseretur. Ophyou
napoula, 11, 820: modus loquendi usitatus de calamitate alicujus, mali casus exemplo. Opfivou, I,
506, dolorem, luctum.
Opvouvres, I, 364, dolentes, timentes.
Opnaxelav puoapay, IV, 2: Systema, rationem
Manichæam, de duobus principiis: doctrinam. Opnσκείας legitur pro τερθρείας, ΙΙΙ, 1025.
θρησκευόμενα τάδε, IV, 788: περὶ θεῶν, doceri,
credi.
Onpest, IV, 846: piscator. OneVELY (Juvonpeúcty) de aucupio, I, 159. Oneε de Deo:
vid. θήρατρα. θηρεύειν ἀγκίστρῳ καὶ σαγήνῃ, ΙΙ,
1543 init. Onpevεly μaprapley, II, 1053 init.:
minus congrue. nisi quod e mari. Oŋpevciv rais
ἐπινοίαις, Ι, 654. θηρευθέντα ὑπὸ τῆς ᾿Αρειανικῆς
carhvns, III, 1069 extr. in Arianum errorem inductum. 6npevéve, III, 979, Christiano facto. Onpesova, IV, 817, cognitione et fide imbuuntur ex
audito verbo Dei. Ompeñoat, I, 390, capere et interfcere. θηρεύεσθαι, p. seq., capi. θηρεύσαντες, ΙΙΙ,
819, εὑρόντες ixbúac, IV, 637. "Onpean (lege IV, 1210, docentes.
ἰχθύας, θηρεύση
θηρεύσει, sicut præc.: καταλύσει), ἐν παγίδι, ΙΙ,
227: melon. capturus sit. θηρεύω θεὸν, καὶ λαβεῖν
¿piepat, III, 1209: quia cum venante loquebatur.
θηρευτὴς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1127. ἐπιθυμητής. Possis
et vertere, quia et dorpions idem dicitur, et
nexus fit per verba, állá saúτηcis, qui eum studuit monere et imbuere ad hanc virtutem, factis
scil. suis.
Onpla tǹs yūs negantur ob hominem facta, aut
ei subjecta, 1, 34. Omploy, II, 1468 init. monstrum
marinum. Oŋplośę, II, 1444: in mari.
Onpiwolav, Novati, IV, 472, negantis reditum
lapsis.
Θησαυρὸς κοινός, IV, 503: aer. θησαυρόν κεκρυμθρησκευομένων δογμάτων, ΙΙΙ, 1151 init. θρησκευομένων παρ' ἡμῖν, IV, 691, quæ apud nos creduntur
et docentur. Opox, IV, 1174 extr., docens,
defendens. θρησκεύοντες τὰ ἐκείνων, 1, 1185: i. e.
θαυμάζοντες", sequentes, amplexi, θρησκεύοντες
τὰ Πλάτωνος, Πυθαγόρου, IV, 5, probantes rationem
eorum, sequentes præcepta. θρησκεύοντες ταῦτα,
θριαμβεύων τὴν ἀκολασίαν αὐτῶν, ΙΙ, 143, publice increpans, exprobrans, ignominiose vulgans.
θρόμβου, ἐκ θρ. σώζειν,, ΙV, 245 extr: pro δρόμ
Gων forte, τρόμου, vel θορύβου. Greg. Naz.
θρόνος πανάγιος • vid. Πανάγ. θρόνῳ Ἐκκλη
olas, III, 989: videtur hic cathedram, suggestum,
Cantzel, pulpitum notare; quia hominem ei
impositum, appellarunt nunyópov. Sed coram
altari sedentes app. dicebant. Opovov, III, 190,
400, 796; IV, 984, 1060, 1184, 1107, episcopatum.
θρόνον ἀποστολικόν vid. Αποστολ. θρόνον Εκκληgiac, III, 697, sedem episcopalem. Opovov péyiatov, IV. 370, episcopatum Constantinop. Opovov
Mediolávov xasµñoaç, IV, 1312: Ambrosius. Apó-
col. 1001–1002page 69 of 154
PG 84:1001νον ὑμῶν ὑψηλὸν, 1101: θρόνον ὑψηλὸν τῶν ὑπάρχων, Ι, 1137. θρόνοι, λογικὸν καὶ θρυλεῖσθαι, ΙΙΙ, 391: λ. θρυλουμένης, 804. θρυλλιζόντων, ΙΙ, 1690: θρυλλούντων, λαλούν θύοντος, θύλακον πτίσσε· πτίσσε. θυσίαι. θυμόν, ΙΙΙ, τῇ ἐπιθυ τὸ ταχύ, τὸ ἐπίμονον. θύρα δίθυρος, τετράθυρος, Ι. 1025 θύρα προανοίγνυται τοῖς ἡμετέροις διὰ τῆς προφητείας, 1025 θύρας ανέωξε τοῦ μυστη θείαν. θύραθεν φιλοσοφίας, ΙΙΙ, 804 σίαν ἀναίμακτον τῶν ἐθνῶν, ΙΙ, 1075 θυσίαν καὶ δῶρον, ΙΙ, προσφερομένην ἰδεῖν· Ἰδεῖν. Μοχ: θυσίαν θείαν καὶ σωτήριον προσήνεγκα. θυ σίαν τῶν ἀνθρώπων, θυσίας σφαγήν παρανόμων, ΙΙ, 1563. θυσίας προσήνεγκεν, Ι, 1387 Ουσιαστήρια θεῖα, 11, 1002 θῶκος μέσος· Μέσος. θωρακίσας καὶ ἀσφαλισάμενος, 1, 976. ἴα, κύριον, ἢ τὸν ὄντα, Ι, 1599. ή παιδεία. Ιατρικῶς χρήσασθαι, 210 ιατρούς· 'Αλεξικάκους. 1, 495 στου, 17, 309; ἰδέας διαφόρους τῆς ἀρετῆς, 1431 Ιδέας εἰς μυρίας, μεταμορφού ιδέας θανάτου πάτας, 981 ἰδέας κακίας, 1, 459: είδη, μέρη. ἰδεῖν ἐκέλευσε τοὺς ἀστέρας, προσφερομ. ίδια ἱερέων, βασιλέων, ΙΙΙ, 1047, τοῦ Υἱοῦ ἰδίᾳ ἰδίᾳ παρὰ τὸν Πατέρα, ἰδίαν λύπην τινὰ πρὸς ἡμᾶς ἔχω, ΙΙΙ, 584, Ιδίας συμπλοκής δεηθῆναι δεηθῆναι. ἴδιοι χαρακτῆρες, 1, 75 ἴδιον βασιλέων τὸ διδάσκειν, Ι, 1465, γέρας. ἴδιον ἰδίωμα· ἰδίωμα, ίδιων κηδεμονίας θείας ἴδιον τῶν ἱερέων, καὶ τῶν ἄλ λων, τὸ δικάζειν, έργον. - σφύρας, τῆς χάριτος, τοῦ γάμου, τοῦ Θεοῦ, 1, 356, τοῦ ποιμένος, ΙΙ, τῶν θρηνουσῶν, ΙΙ, 422, τῶν χι βευόντων, — ΙΙΙ, 425, τῶν μελῶν, 428. τοῦ δια 52:: οὐδὲ ᾔδει, ὅστις ἦν οὗτος. Ιδιάζει ὁ σαρκωθεὶς παρὰ τὸν μὴ σαρκωθέντα Πα τέρα, 471 ιδιάζον τῆς πολιτείας, ΙΙ, 815, 826, 828. πολιτείας ἰδιάζοντα χαρακτή ἰδιάζουσαν ἐνέργειαν, 1, 573 ιδιότης, 8: πρόσωπον, ὑπόστασις. ιδιότης, ἰδιότης ἑκάστη Θεὸς, Ιδιότης, ἑτερότης,
νον ὑμῶν ὑψηλὸν, IV, 1101: praesidi scribit. θρόνον
indov, IV, 1107: provinciæ præfecturam. Opóvov
ὑψηλὸν τῶν ὑπάρχων, Ι, 1137. θρόνοι, λογικὸν καὶ
áбpasov aúna, II, 688: angelos intell. sic appellatos, dicens, quia Deus super eos sedens apud Ezech.
apparuerit. Opóvwv, IV, 1278: suum episcopatum
intell. póvwv too; IV, 1113, sedis episcop.
Alex. Opovou, IV, 620: Josepho tributum, potestate
a rege summa. Apóvous iepatixoùg, IV, 1323.
θρυλεῖσθαι, ΙΙΙ, 391: uno λ. θρυλουμένης, 804.
θρυλλιζόντων, ΙΙ, 1690: pro θρυλλούντων, λαλούν
TWY.
Opúhlov (cou), III, 900 init. turbarum.
Ouyatpidouv, II, 1175 nepotem e filia.
Quei tà Onpia, I, 157, mactant, interficiunt. OvELV,
IV, 936, interficere. Ovduevos, II, 1258: agnus
paschalis, mactatus, non sacrificatus. θύοντος,
269, mactante ad vescendum.
θύλακον πτίσσε· vid. πτίσσε.
Gúpata, 1, 269, ad vescendum mactata: opp.
θυσίαι.
Ouμns, H, 893, pegmate, scena: Bühne
Bu, IV, 566 extr. 567: opp. Emðupŋtixou illo aversamur, per hoc appetimus.
θυμόν, ΙΙΙ, 77: adjunctum a Deo dicit, τῇ ἐπιθυula aversationem. Ouds, opp. niðuµía, IV, 827,
843, 844. Ouμds et 6pyh disting. I. 1082: in illo
τὸ ταχύ, in hoc τὸ ἐπίμονον.
θύρα δίθυρος, τετράθυρος, Ι. 1025: cum valvis
duabus, quatuor. θύρα προανοίγνυται τοῖς ἡμετέ
ροις διὰ τῆς προφητείας, IV, 1025: vaticinium
prædixit initium N. Test. et progressum_doctrinæ
Christ.inter gentes. θύρας ανέωξε τοῦ μυστη
plou, III, 238, coepit, instituit Cœnam sacram.
Gupatev, IV, 7: philosophos paganos. Oúpabev
Taidelas, HI, 1009; IV, 1166: paganorum litteris.
Thy yvwav, IV, 334, profanam eruditionem; opp.
θείαν. θύραθεν φιλοσοφίας, ΙΙΙ, 804: doctrinae profanæ.
Oŭoat, 1, 426 init. mactare, quod edas.
Buola, et de inventis sacrificiis expl. I, 180:
expl. farinam hordeaceam. I, 224. Ovolai a λeiTOUPytas distinctæ; J, 123: ut species a genere. Ouσίαν ἀναίμακτον τῶν ἐθνῶν, ΙΙ, 1075: aut, sacram
Coenam indicat, memoriam Christi mortui aut
Loyixhy, woav, Rem. XII, 1. Illud præferendum, e.
p. seq. extr.
θυσίαν καὶ δῶρον, ΙΙ, 283: intelligi dicit Coenarr
sacram quia 1° fit ad memoriam sacrificii J. C.
in locum Quotwy Vet. Test. in sacris publicis
successit; 3° Deo nos asserit. Ovolav loyixhy, II,
558 intelligit aut cultum vsμatixò, e Rom.
XII, 1, aut, si de sacerdotibus proprie loquitur, sacra publica, in primis Coenam sacram. Oustav πVEVpatixhy xai puoixv, III, 1234 init.: Cœnam sacram. Addit, προσφερομένην ἰδεῖν· vid. Ἰδεῖν.
Μοχ: θυσίαν θείαν καὶ σωτήριον προσήνεγκα. θυ
σίαν τῶν ἀνθρώπων, II, 141: ut homines se Deo
offerant et sacrent. θυσίας expl. σφαγήν παρανό
μων, ΙΙ, 1563. θυσίας προσήνεγκεν, Ι, 1387: Christus. Cur plurali utitur? Quia obiit solemnia sacrificia Judæorum, ut Paschale, rel.
Ουσιαστήρια θεῖα, 11, 1002: Christianorum in
Novo T. ob Coenam sacram. Augiastyplou, III,
989 init. in æde Christianorum: lɛpãç τpanéšns.
avti Quotaceypiou, III, 1254: manibus Diaconorum
usus Theod. episc. in celebranda Cœna sacra apud
Ascetam. Quotαornpiw, III, 982: ubi Coena sacra
celebraretur. Ovoσi, IV, 352: in ecclesia
Christianorum; et per enallagen numeri.
θῶκος μέσος· vid. Μέσος.
θωρακίσας καὶ ἀσφαλισάμενος, 1, 976.
ἴα, κύριον, ἢ τὸν ὄντα, Ι, 1599.
labal, Samaritæ pro àlà, vel Jehovah, IV,
PATROL. GR. LXXXIV.
laphy, I, 101: vid. not.
larpslas (ns),III, 1050: Theodosius vocat, quod
didicerit ab Ambrosio, nemini licere stare in altari
vel ávaxtópu,, nisi sacerdotibus.
laspixhy raidslav, II, 591, salutarem. Neque
enim medicorum est ή παιδεία.
Ιατρικῶς χρήσασθαι, I, 210: non physice, sed
moraliter et symbolice.
ιατρούς· vid. 'Αλεξικάκους. 1, 495: expl. magos
et veneficos.
idéat, IV, 866: numerorum genera. idéav, IV,
981 extr. eleganter vocat prædictiones, ut designationes, Entwürfe, futurorum. lôézy лdsav, IV,
929, genus. modum. idéav ndoay 26ywv, IV, 705,
omnes genus, omnes partes doctrinæ. idéa; àxoháστου, 17, 309; facto, ἰδέας διαφόρους τῆς ἀρετῆς,
I, 1431 init., genera. Ιδέας εἰς μυρίας, μεταμορφού
μevov, IV, 835: semen humanum; in varia membra. ιδέας θανάτου πάτας, III, 981 init. ἰδέας
κακίας, 1, 459: είδη, μέρη.
ideiv autous natpixws, IV, 1192, excipere, compellare, cum iis agere. ἰδεῖν ἐκέλευσε τοὺς ἀστέρας,
IV, 465, aspicere, suspicere. tôsiv r.pdę xevodošlav,
I, 1445 mpоoyɛpopevny, Cœnam Sacram. vid.
προσφερομ.
ίδια ἱερέων, βασιλέων, ΙΙΙ, 1047, jura. τοῦ Υἱοῦ
xal toū Ilvsúμatos, III, 644: sane et Patris, divina
attributa. 18inoua, III. 1223, seorsim,
ἰδίᾳ
singulorum, suo cujusque loco. ἰδίᾳ παρὰ τὸν Πατέρα,
IV, 256: nil tribuit Christo Apoll. nisi per humanam
naturam. ἰδίαν λύπην τινὰ πρὸς ἡμᾶς ἔχω, ΙΙΙ, 584,
dolorem injuriæ acceptæ, indignationem privatam, persönlichen Hass. Ιδίας συμπλοκής δεηθῆναι·
vid. δεηθῆναι. ἴδιοι χαρακτῆρες, 1, 75: non omni
bus intellecti aut usitati. lotov, 1, 1513 extr.: t◊
Saxpuety, convenit illis, decet eos. Etov, I, 477
init.; III, 456 init., 695, mos; nam et alii faciunt.
ἴδιον βασιλέων τὸ διδάσκειν, Ι, 1465, munus, honor,
γέρας. ἴδιον ἰδίωμα· vid. ἰδίωμα, ίδιων κηδεμονίας
θείας II, 1102, ratio, mos', efficientia. póvo
Bɛou, 1, 924 init. vocatur, quod tamen et hominibus
tribui dicit: et mox: ἴδιον τῶν ἱερέων, καὶ τῶν ἄλ
λων, τὸ δικάζειν, sign. nunus, έργον. - σφύρας,
II, 615, vis. τῆς χάριτος, 11, 996, opus, mos, ratio. τοῦ γάμου, τοῦ Θεοῦ, 1, 356, alterum a conjugio, alterum a Deo exspectandum et petendum:
opus, munus utriusque. τοῦ ποιμένος, ΙΙ, 965,
officium. — τῶν θρηνουσῶν, ΙΙ, 422, mos.
τῶν χι-
βευόντων, — ΙΙΙ, 425, mos. τῶν μελῶν, 428. τοῦ δια
xalov xpitov oùx Estiv, II, 767, mos non est, indignum eo est, alienum ab ejus ratione. [dtov oux ĔSTI
ɛo, IV, 409, dignum eo, congruum justitiæ ejus:
aut, mos, ratio. lotov, V, 935: cujusque personæ expl.
idiós tis hy oūtos, II, 306: qui nuntiaret: certus,
quidam, cujus nomen sciret Jeremias, nuntii scil.
qui venisset ad patrem de nato ipso. Cod.
n. 52: eleganter: οὐδὲ ᾔδει, ὅστις ἦν οὗτος.
Ιδιάζει ὁ σαρκωθεὶς παρὰ τὸν μὴ σαρκωθέντα Πατέρα, IV, 471 extr. ex Apoll. ιδιάζον τῆς πολιτείας,
ΙΙ, 815, 826, 828. πολιτείας ἰδιάζοντα χαρακτή
pa, proprium Judæis quo ab omni populo distinguerentur. ἰδιάζουσαν ἐνέργειαν, 1, 573:
suam, voµhv, II, 1513 extr.
ldɩxòv, IV, 310: mundi partem vocabant hæretici hanc nostram, vel orbem terraruni.
idixw, Bayev, IV, 362: separatos a communi
Ecclesia. ouvola, V, 13: sociatam ita, ut
maneret in sua substantia separata.
ιδιότης, 1V, 8: πρόσωπον, ὑπόστασις. ιδιότης, expl.
V, 934: in ovolav cadere negatur, quia numerum
recipiat; ib. sign. individualitatem, personalitateni,
persona subsistentiam. ἰδιότης ἑκάστη Θεὸς, 1, 928,
persona Trinitatis. Ιδιότης, ἑτερότης, V. 956: ut
hoc non sit illud p. 939, the Exástou, individualitas. lõtórŋsi tà τplα èv, IV, 754: hic proprie
tates notare videtur: aut
ut tres personæ unam
col. 1003–1004page 70 of 154
PG 84:1003ιδιοτή των διαφορᾷ, 757, ιδιότητας τρεῖς τῆς μιᾶς Τριάδος, ιδίαν ὕπαρξιν, ιδιότητας τρεῖς, ΙΙ, 1019 ιδιότητι τοῦ Υἱοῦ, Ι, ιδιότητος λόγον, κατὰ τὸν, ιδιότητας ὑποστάσεων, ιδιοτήτων, πρόσωπον, ιδιοτήτων, Ιδιότροπον ὑπόστασιν, ΙΙΙ, 733. Ιδιόχειρον, ἰδίωμα, ΙΙ, ἴδιον, 980. ἰδίωμα ἀνθρώπων, ΙΙ, 934, ιδίωμα Γραφῆς, ΙΙ, τῆς Γραφῆς, Ι, εἰ τὸ ἰδίωμα Εβραϊκόν, 792 ἰδίωμα Εβραίων, τὰ (κ) >, χ. ἰδίωμα, ιδιώματα, τῆς Γραφῆς, ιδίωμα οἰκεῖον, Ιδίωμα Πατρὶ τὸ ἀγέννητον, ΙΙΙ, 745. ἰδίωμα τοῦτο εὑρίσκομεν, ΙΙ, Ιδιωμάτων τῆς Γραφῆς, Ιδιώτην καλῶν, 1903. στρατιώτας ἰδιώτας καλεῖν εἰώθασι τοὺς ἔξω τῆς στρατιᾶς, ΙΙΙ, 259. ιδιώτας, τοὺς ἀμυήτους, ΙΙΙ, 200. ιδιωτικοὶ βίοι, Ι, 760: στρατιωτικοί. ιδιώτης ἴδοιεν ὑπὲρ εἰρήνης, ΙΙΙ, 868 ἴδωσιν δ περίκεινται, ἱμάτιον, ΙΙΙ, 139, ἱδρεῖσαι, 85: ἱδρῶσαι. Ιδρύσθαι, ΙΙΙ, 1130: ἐφ' ἑνὸς χωρίου, ἱδρῶσι περιῤῥεόμενον ἀποστολικοῖς, ΙΙΙ, 769 1. ἱδρῶτας τῶν θείων νόμων, 882, Ιεβουσσαίων, 73: σ. ἰέναι δι' ἀμφοῖν τοῖν λόγοιν, 27, ἱερᾶς καὶ παναγίας νυκτός, ΙΙΙ, 238 ἱερᾶς καλύβης ἱερᾶς κεφαλῆς, ΙΙΙ, 1264: ἱεροῖς γόνασι, 111, 1073: ἱεροῦ συλλόγου Συλλόγου. Ιερατείον, ΙΙΙ, Ιερατεύειν θυσίας, 1, 1086: ερεύειν, ἱερατεύσας χιλιόμβας, 1, 569 ιερεύσας θυσίας ἱερατικῆς λειτουργίας, τετυχηκότες, ΙΙΙ, 889 λαῷ. ἱερατικοῦ τάγματος (ἐκ τοῦ), ΙΙΙ, 962 τάγμα ἱερατικὴν, ἱερέα ἐπίσκοπον, Ι, ἱερέα οὐκ ἐνταῦθα λέγει, ἀλλὰ τὸν γεγηρακότα, ΙΙΙ, €62: πρεσβύτερον. ἱερέα, ΙΙΙ, 1925 - ἱερωσύνης, κώμῃ. ἱερεῖς ἱερεῦσι τοῖς κατὰ κώμην ἐπιστατῶν, 1269. ἱερεὺς γενέσθαι, ΙΙΙ, 1314 ἱερέως, ἱερεύεται ὁ ἄμωμος ἀμνός, ΙΙ, 1676 Ιεριχούς, 1, 594: 328, ἐν Ἱε ριχῷ τὸν Ιεριχώ, ἱερουργίαν μυστικὴν τῆς ἁγίας τραπέζης, Ι, 164 ἱερουργίας μυστικῆς στικῆς. ἱερουργός θείων μυστηρίων, 9 ἱερουργών, ΙΙΙ, ἱερωθῆναι, 111, 913, ἱερωμένοι, ΙΙΙ, 803, 918, ἱερωμένους αὐτῶν, ΙΙ, 1131 αὐτοῖς, ἱερεῖς, ἱερωμένων; 111, 827: πολλῶν. Ιεροφαντοῦσι, θρησκείας Ιερωσύνη, ΙΙΙ, 1921, Ιερωσύνη κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ΙΙ, 558 οοἱ ταύτης ἠξιωμένοι λογικὴν θυσίαν προσφέρουσι. θυσίαν λογικήν. ἱερωσύνης άρχεται ἐν τῇ νυκτὶ, Ι, 1396. Ιερωσύνην, θυσίαν ἄρ χεται, ἱερωσύνης δεσμά - Δεσμά. ἱερωσύνης ἠξιωμένοις, ΙΙΙ, 445, Ιεσσων τουτέστι, Χριστοῦ, ΙΙ, 385. ιθμῷ, ΙΙΙ, ιθύνας – πόλιν, 44: ιθύνας τὴν μητρόπολιν, ιθύνειν Κύρρον, ἰθύνειν πό λεις, ΙΙΙ, 1012: ἰθυνομένας, Ι, ιθύνουσι τὴν ἑῴαν ἐπισκόποις, ΙΙΙ, 1034. Ιθύνων 'Ρώμην, ἱκανὸν ἀντὶ πάντων τῷ θανάτῳ, 241 ἱκετείαν προσήνεγκεν ὑπὲρ τῶν γεγενημένων, 111, Σκέτην, ΙΙΙ, ἱκετηρία ικετεία, Ι, 256. Ικρίον, τό, κρίψ, 994. ἱκρίῳ τοῦ σταυροῦ, Ι, 1832. ἱλαστήριον, 1, 163: τῆς προφητείας σύμβολον. ἱμαντίας, οὐχ ἵνα ὑμᾶς ἀνιάσωσιν ; ἀλλ᾽ ἵνα ἡμᾶς ἐξελάσωσιν ἵνα 878: στυγνὸν εἴη. ἵνα — δοκῶσιν, τὸ δοκεῖν. ἵνα ταῦτα ἔφη ποιῇ, ἵνα ποιῇ, ὅπως, ποιῇ, ποιείτω. ἵνα μὴ φανεῖται, 89 ἵνα μὴ δυνηθώσιν, ΙΙΙ, 847, Ένας (τὰς) Ένας ένη, ης, ή. ἴναυλον ἔχοντας τὸν Θεὸν, 54, ίνδαλμα Θεοῦ, ίνδαλμα φύσεως τέχνη, 513. Ιοβόλοις θηρίοις, ΙΙ, 305. τὸν ἐπεκτείνοντες μέχρι τῶν ἐπισκόπων, ΙΙΙ. 998. Ζουγατίωνα, ο Ίππαρχοι, υπαρχει,
essentiam habeant: quod tamen jam dixit. ιδιοτήτων διαφορᾷ, 757, personarum. ιδιότητας τρεῖς τῆς
μιᾶς Τριάδος, 1, 832. i. e. hypostases, ιδίαν habentes ὕπαρξιν, distinctas. ιδιότητας τρεῖς, ΙΙ, 1019
personas Trinitatis. ιδιότητι τοῦ Υἱοῦ, Ι, 1322, persong, a Patre distincta. ιδιότητος λόγον, κατὰ τὸν,
III, 548, quatenus est persona. ιδιότητας ὑποστά
σεων, ΙV, 363: confudit Apollin. ιδιοτήτων, III,
1051: πρόσωπον, ut Pater non sit Filius, Filius non
sit Spir. S. ιδιοτήτων, IV, 744, personarum.
Ιδιότροπον ὑπόστασιν, ΙΙΙ, 733. Filii, ut non sit
similis rebus creatis.
Ιδιόχειρον, V, 82, init., autographum.
ἰδίωμα, ΙΙ, 396, usum loquendi, addit ἴδιον, non
pleonastice, nam et alius linguæ esse poterat. II,
980. ἰδίωμα ἀνθρώπων, ΙΙ, 934, usus loquendi. ιδίωμα
Γραφῆς, ΙΙ, 4475: mos in genealogia ponenda. -
τῆς Γραφῆς, Ι, 1393 bis, usus adhibendi ut pro non
εἰ τὸ donec. ἰδίωμα Εβραϊκόν, I, 792: notatur in
Addit. n. 6, ut adjunctum pro subjecto, vel concr.
pro abstr. ponatur. ἰδίωμα Εβραίων, II, 898, et
τὰ (κ) ponant >, χ. ἰδίωμα, ιδιώματα, τῆς Γραφῆς,
II, 792, 801, usus, loquendi ratio. ιδίωμα οἰκεῖον,
1, 1316, usum loquendi, omnino Hebræis vel prophetis, proprium III, 41, 59, 126. Ιδίωμα Πατρὶ τὸ
ἀγέννητον, ΙΙΙ, 745. ἰδίωμα τοῦτο εὑρίσκομεν, ΙΙ,
1343, usum loquendi, diguram. Ιδιωμάτων τῆς
Γραφῆς, 11, 896, modis loquendi, usu.
Ιδιώτην καλῶν, III, 1903. opp. στρατιώτας· quia
ille in eremo ageret; hic in coetu eccles.
ἰδιώτας καλεῖν εἰώθασι τοὺς ἔξω τῆς στρατιᾶς,
ΙΙΙ, 259. ιδιώτας, τοὺς ἀμυήτους, ΙΙΙ, 200.
ιδιωτικοὶ βίοι, Ι, 760: opp. στρατιωτικοί. Semper
enim ιδιώτης ex opposito explicandum. Hic notat
vitan paganam, militiæ expertem.
ἴδοιεν ὑπὲρ εἰρήνης, ΙΙΙ, 868: ut Latini, videant
de pace, cam stadeant restituere et servare. ἴδωσιν δ
περίκεινται, ἱμάτιον, ΙΙΙ, 139, reputent, ejus rationem habeant, ei congrue vivant.
ἱδρεῖσαι, V, 85: pro ἱδρῶσαι.
Ιδρύσθαι, ΙΙΙ, 1130: ἐφ' ἑνὸς χωρίου, uno et certo
loco semper habere sacra publica.
ἱδρῶσι περιῤῥεόμενον ἀποστολικοῖς, ΙΙΙ, 769: occupatum obeundis passim ecclesiis, ut Paulus, II
Cor. 1. ἱδρῶτας τῶν θείων νόμων, IV, 882, præ
cepta difficilia, labores in iis servandis exhauriendos.
Ιεβουσσαίων, V, 73: duplici σ.
ἰέναι δι' ἀμφοῖν τοῖν λόγοιν, V, 27, utroque modo
loqui, uti modis loquendi: nunc in humanam naturam cadentibus, nunc in divinam.
ἱερᾶς καὶ παναγίας νυκτός, ΙΙΙ, 238: in qua Coena
sacra instituta. ἱερᾶς καλύβης III, 1138, eremnitici
secessus. ἱερᾶς κεφαλῆς, ΙΙΙ, 1264: asceta. ἱεροῖς
γόνασι, 111, 1073: Chrysostomi. ἱεροῦ συλλόγου
vid. Συλλόγου.
Ιερατείον, ΙΙΙ, 855, 786, sacerdotum receptaculum
in templo, Sacristen.
Ιερατεύειν θυσίας, 1, 1086 med.: cod. ερεύειν,
aptius accusativo. ἱερατεύσας χιλιόμβας, 1, 569:
ιερεύσας θυσίας· nisi vitium scripturæ.
ἱερατικῆς λειτουργίας, τετυχηκότες, ΙΙΙ, 889: opp.
λαῷ. ἱερατικοῦ τάγματος (ἐκ τοῦ), ΙΙΙ, 962 init.:
presbyteri et diaconi creari jubentur, per illos et
ex illis constituitur τάγμα ἱερατικὴν, et plane idem
est cum illis atque episcopis. Sed intelligendum de
isto tempore, quo plures essent amoti et pulsi eoclesiis certis, quorum orthodoxi restitui jubeantur.
ἱερέα vocat Th. quem Paulus ἐπίσκοπον, Ι, 188.
ἱερέα οὐκ ἐνταῦθα λέγει, ἀλλὰ τὸν γεγηρακότα, ΙΙΙ,
€62: expl. πρεσβύτερον. ἱερέα, ΙΙΙ, 1925 - ἱερωσύ
νης, ib. in κώμῃ. ἱερεῖς veri Dei, I, 109: Christiani
clerici. ἱερεῦσι τοῖς κατὰ κώμην ἐπιστατῶν, III,
1269. ἱερεὺς γενέσθαι, ΙΙΙ, 1314: voluit Abraham,
flio Isaaco mactando, sacrificando. ἱερέως, 111, 701,
episcopi.
ἱερεύεται ὁ ἄμωμος ἀμνός, ΙΙ, 1676: in Coena
sacra celebranda memoria.
Ιεριχούς, 1, 594 init.: genit. 328, med. ἐν Ἱε
ριχῷ V, 81, Hierichunte. τὸν Ιεριχώ, 1, 472 med.
ἱερουργίαν μυστικὴν τῆς ἁγίας τραπέζης, Ι, 164:
Coenam sacram. ἱερουργίας μυστικῆς vid. Mu
στικῆς.
ἱερουργός θείων μυστηρίων, V, 9: Paulus.
ἱερουργών, ΙΙΙ, 1216 extr., cultum publicum,
sacra curans.
ἱερωθῆναι, 111, 913, consecraretur. ἱερωμένοι, ΙΙΙ,
803, 918, clerici. ἱερωμένους αὐτῶν, ΙΙ, 1131: pro
αὐτοῖς, vel particip. pro nomine, ἱερεῖς, cum casu
nominis. ἱερωμένων; 111, 827: opp. πολλῶν.
Ιεροφαντοῦσι, IV, 296 init., sacram habent, sacrorum et θρησκείας loco peragunt.
Ιερωσύνη, ΙΙΙ, 1921, presbyteri muneri. Ιερωσύνη
κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ, ΙΙ, 558: non Christi
ibi intelligitur, sed sacerdotum Christianorum,
dicit enim: oοἱ ταύτης ἠξιωμένοι λογικὴν θυσίαν
προσφέρουσι. Nisi omnino Christianos intelligi vou
lueris.Sed illud usui Theodoreti, et contexto aptius:
vid. et θυσίαν λογικήν. ἱερωσύνης άρχεται (Christus)
ἐν τῇ νυκτὶ, Ι, 1396. Obs. Ιερωσύνην, non dignitatem aut munus, sed opus et actum. Innuit sacram
Cœnam institutam, cujus et formulam affert: quæ
scil. respiciat ejus θυσίαν piacularem. Sed ἄρχεται, tantum dicit: rem ipsam in cruce peregisse,
ad Hebr. disputat. ἱερωσύνης δεσμά - vid. Δεσμά.
ἱερωσύνης ἠξιωμένοις, ΙΙΙ, 445, episcopis et diaconis
apud Colossenses.
Ιεσσων τουτέστι, Χριστοῦ, ΙΙ, 385.
ιθμῷ, ΙΙΙ, 1297, meatibus, per quos cibus in jecur
illabitur, sanguini efficiendo tenuatus et purgatus.
ιθύνας – πόλιν, IV, 44: episcopus. ιθύνας τὴν
μητρόπολιν, IV, 337 init.: episcopus ibi. ιθύνειν
Κύρρον, ΙV, 1196: episcopus ibi esse. ἰθύνειν πό
λεις, ΙΙΙ, 1012: episcopis tribuitur. ἰθυνομένας, Ι,
1064: simpliciter, scil. ad voluntatem Dei, ιθύνουσι
τὴν ἑῴαν ἐπισκόποις, ΙΙΙ, 1034. Ιθύνων 'Ρώμην, 1V,
1952: episc. Leo.
ἱκανὸν ἀντὶ πάντων τῷ θανάτῳ, IV, 241: corpus Christi, valens mortem avertere a nobis omnibus. Athan.
ἱκετείαν προσήνεγκεν ὑπὲρ τῶν γεγενημένων, 111,
1078: imp. Theod. corpori Chrysost. veniam petens
injuriarum vivo illatarum ab aliis.
Σκέτην, ΙΙΙ, 1953 init., qui apud judicem cueratur,
lege agat.
ἱκετηρία pro ικετεία, Ι, 256.
Ικρίον, τό, IV, 901, crucem. κρίψ, 1, 732, cruci,
994. ἱκρίῳ τοῦ σταυροῦ, Ι, 1832.
ἱλαστήριον, 1, 163: τῆς προφητείας σύμβολον.
ἱμαντίας, 1, 496: vocab. architectonicum, ligamenta asserun, contabulationes.
ïva, III, 986: non consilii veri aut formalis nota,
sed eventus: οὐχ ἵνα ὑμᾶς ἀνιάσωσιν hoc sane voluerant; ἀλλ᾽ ἵνα ἡμᾶς ἐξελάσωσιν· hoc noluerant; sed hoc factum, non illud. ἵνα explicat, III,
878: στυγνὸν εἴη. ἵνα — δοκῶσιν, pro, τὸ δοκεῖν. ἵνα
deesse videtur, 11, 955: ταῦτα ἔφη — ποιῇ, scil. ἵνα
ποιῇ, vel ὅπως, aut ποιῇ, est pro, ποιείτω. ἵνα μὴ
— φανεῖται, V, 89 init. ἵνα μὴ δυνηθώσιν, ΙΙΙ, 847,
ita ut, ut sic non possint.
Ένας (τὰς) 1V, 540, Gbras, fila lanæ. Ένας si legeris,
erit ab ένη, ης, ή. Sed illud in usu.
ἴναυλον ἔχοντας τὸν Θεὸν, V, 54, inhabitantem.
ίνδαλμα Θεοῦ, 1, 514: musca: e pagana superstitione. ίνδαλμα φύσεως τέχνη, IV, 513.
Ιοβόλοις θηρίοις, ΙΙ, 305.
τὸν ἐπεκτείνοντες μέχρι τῶν ἐπισκόπων, ΙΙΙ. 998.
Ζουγατίωνα, IV, 1101: 1° descriptionem terra in
jugera; 2ο tributi; 3° impositionem; 4° aut exactionem secundum illam descriptionem: GrundSteuer. Latinum.
Ίππαρχοι, 1, 22: legitur pro υπαρχει, male. Illi
col. 1005–1006page 71 of 154
PG 84:1005στρατηγοίς, Ισαρίθμους τούτων, 465: τούτοις. ἴσασι τὸν μῆνα πρώτον, ΙΙ, 1596: ἄγουσι, ἔχουσι. ἴσην ὑπέχειν τιμωρίαν, Ι, 156: φόνον ἴσον εἶναι τοῦτο καὶ δίκαιον ἡγου ἴσμεν μαστοὺς τοὺς - κρουνούς, 95, ἴσμεν, ἐξ οὗπερ, ἑαυτοὺς, ΙΙΙ, 777 ἐσόμετρον τῆς προθυμίας, ΙΙΙ, 1217 ; ο ἰσόῤῥοπον, μιν τὴν αὐτὴν ὁμοίαν. ισοστάσιον τῶν πόνων τοῖς πόνοις): καρο πόν, ΙΙ, 1052. Ισότης, 12: ἑνότητι. ισότητα νενίκηκε· Νενίκηκε. ισότητα δείκνυσιν ἡ γνῶσις, ἱστορῆσαι Ινδίαν, ΙΙΙ, 804, ἱστορήσας, ΙΙ, 1664: διηγησάμενος. ἱστορήσαντες, 514 ἱστόρησεν ή βίβλος, Ι, 510. ἱστόρησεν, ἱστορία τῆς διηγήσεως, ΙΙΙ, 1186. ἱστορίαν παλαιάν Παλαιάν ἱστορίαν, Ι, 361,: Κυρίως. ἀναγωγήν. ἠθικὴν διδασκαλίαν. ἱστορίαν συμπεπλεγμένην συμ ἱστορία. προφητεία ἐπὶ τὴν ἱστορίαν ἐπανέλθωμεν, ΙΙ, ἱστορίαν, ἱστορίαν φυτών, 650, ἱστορικῶς, ΙΙ, 1292: τροπικώς, 1559: πνευματικώς, τυπικῶς. ἰσχνὴ εὐβουλία, 17. ισχνοτέρων ἐννοιῶν, 45, ἰσχοῦσα, 1280: ισχύουσα. Ισχύει (έν) ΙΙ, 930: ισχύϊ. Ισχυροποίητο, ΙΙΙ, 799: ισχυροπεπ. ἴσως (τό), οὐχ ὡς ἀγνοῶν εἴρηκεν, 11, 528. ἴχνος ἀνδρὸς δεξαμένη, ΙΙ, 558, ιχνηλατήσει τὴν πίστιν τοῦ πατριάρχου, ΙΙΙ, 49, Ἰώβ, ὁ γενναῖος, 1, 24. Ιωβηλαίον, τῶν πεντήκοντα ἐτῶν ἀριθμόν, ΙΙ, 677. κάδης, Ι, 293,: καδής, ἁγίαν, καθ' Κατά. καθαίρειν διὰ πράξεως, ΙΙ, καθελών Τιμόθεον, καθείλομεν Τιμ. χονίας, ΙΙΙ, 899: ἀπὸ, ἐκ. καθηρέθησαν, ΙΙΙ, καθαροῖς χείλεσι, Ι, καθαρὸν τῆς διανοίας οπτι Βαπτίσει ὑμᾶς. κάθαρσις ψυχῆς, 1, 525 κάθαρσις τῷ πυρὶ παραδίδοται, ΙΙ, καθέδρας, ΙΙΙ, 786, καθέδρας καθεστήκατε τοιοῦτοι ΙΙΙ, 701, καθέστηκεν καθίστατο προαιρούμενος, 1475: εἰς τὸ προαιρεῖσθαι. καθημένου οι καθηγουμ. 1374. καθηπλωμένος ἐπὶ δαπέδου σάκκος, 111, 806. καθιεροί ἑαυτῷ τὴν πίστιν καὶ τὴν ὁμο κάθοδος εἰς Μαρίαν περισσή, 52. ὁ Λόγος.
enim jam sunt in στρατηγοίς, neque ad contextum
faciunt.
Ισαρίθμους τούτων, IV, 465: pro τούτοις.
ἴσασι τὸν μῆνα πρώτον, ΙΙ, 1596 extr.: ἄγουσι,
ἔχουσι.
ἴσην ὑπέχειν τιμωρίαν, Ι, 156: præcessit, φόνον
xalelobat. Est ergo lon (obscurius quidem) eadem
pœna, quæ cædi proponitur. [oov, IV, 1076, 1186,
1354 ypaμμátov, exemplum, apographum.
Latin. Abschrift. ἴσον εἶναι τοῦτο καὶ δίκαιον ἡγου
μévous, III, 187; IV, 1076.
ἴσμεν μαστοὺς τοὺς - κρουνούς, II, 95, intelligimus, accipimus. ἴσμεν, ἐξ οὗπερ, ἑαυτοὺς, ΙΙΙ, 777
extr., e quo nobis conscii sumus.
ἐσόμετρον τῆς προθυμίας, ΙΙΙ, 1217: pro dativo.
isovoula, 1, 142, jura paria, in sacris.
leópponov Exeivou youny, 1, 982. Obs. 1° genitivum pro dativo; 2ο ἰσόῤῥοπον, μιν τὴν αὐτὴν
ὁμοίαν.
ισοστάσιον τῶν πόνων (pro τοῖς πόνοις): καρο
πόν, ΙΙ, 1052.
Ισότης, V, 12: synonymum ἑνότητι. ισότητα νε
νίκηκε· vid. Νενίκηκε. ισότητα δείκνυσιν ἡ γνῶσις,
V, 177: Spiritus S. cum Deo. loórŋta toỹ TOINTo, IV, 593, æquitatem volentis, pares esse
omnes.
ἱστορῆσαι Ινδίαν, ΙΙΙ, 804, videre. ἱστορήσας, ΙΙ,
1664: διηγησάμενος. ἱστορήσαντες, IV, 514: medici,
naturam corporis internam. istópŋoev, 1, 261, repetiit. ἱστόρησεν ή βίβλος, Ι, 510. ἱστόρησεν, IV,
208: Marcus.
lotopia mowin, II, 1281 init., liber I. iotoplas
axoλoublay, II, 1572 med.: vaticinia de rebus in
orbe gerendis, politice, non veμatixwę, ut ante,
locutum, ait de paganis ad Christum accessuris.
ἱστορία τῆς διηγήσεως, ΙΙΙ, 1186. ἱστορίαν παλαιάν
vid. Παλαιάν ἱστορίαν, Ι, 361, init.: vid. Κυρίως.
1, 650 explicare licet, e sensu litterali verborum,
ut sonant primitus: quia ante allegorice explicaverat. - 1, 681: opp. ἀναγωγήν. - II, 274: opp.
ἠθικὴν διδασκαλίαν. ἱστορίαν συμπεπλεγμένην συμ
nepávas apoyntelav, II, 582 extr. corruptum. Cod.
n. 1, poti. Sed et sic structura laborat.
Malim, ἱστορία. Nam προφητεία est præcipuum,
historia accedit. lotoplav, II, 941, sensum primum
vaticinii, historicum, terrestrem, non vεuμatixÓV.
xaτà thy lotoplav, II, 1411, proprie, physice, ut
verba sonant. ἐπὶ τὴν ἱστορίαν ἐπανέλθωμεν, ΙΙ,
1525 prophetæ verba, quoad de re olim gesta
agunt; quia adhuc interpretatus erat veuμatixws.
lotoplay authy, II, 1663, proprie litteraliter, scil.
ut sic et in N. T. et Christo ipso evenerit; cui
alioquin opponit ἱστορίαν, ἱστορίαν φυτών, IV, 650,
considerationem.
ἱστορικῶς, ΙΙ, 1292: opp. τροπικώς, anagogice,
πvevyatıxwç. Illud ad rem gestam refertur, quam
prima specie ponunt verba et prædicant.
1559: opp. πνευματικώς, τυπικῶς.
louxáčovtos tou Abyou, IV, 232: Epiph. in tentatione et morte Christi.
ἰσχνὴ εὐβουλία, V, 17. ισχνοτέρων ἐννοιῶν, V, 45,
subtiliores, accuratiores.
ἰσχοῦσα, IV, 1280: vitiose pro ισχύουσα.
Ισχύει (έν) ΙΙ, 930 init.: lege ισχύϊ.
loxùv xŋpúyµatos, III, 156, celerem propagationem.
Ισχυροποίητο, ΙΙΙ, 799 init.: pro ισχυροπεπ.
ἴσως (τό), οὐχ ὡς ἀγνοῶν εἴρηκεν, 11, 528.
Italwy ywviv, 1, 353, Latinam linguam.
ixbuv Baλáttiov, IV, 541, muricein.
ἴχνος ἀνδρὸς δεξαμένη, ΙΙ, 558, consuetudinem,
concubitum, ut Liv. 1. 1, vestigia viri alieni in
Jecto tuo.
ιχνηλατήσει τὴν πίστιν τοῦ πατριάρχου, ΙΙΙ, 49,
imitabitur.
Ἰώβ, ὁ γενναῖος, 1, 24.
Ιωβηλαίον, τῶν πεντήκοντα ἐτῶν ἀριθμόν, ΙΙ, 677.
(Ergo non 49 ex ejus sententia.)
'Iwoɛdex, II, 516, 555: Hebr. Jehovah Zidkenu.
sed omisso pronom. affixo, quod tamen expressere
of altero loco: in priori habent illud nomen.
', II, 1173 init. per duplex (r) et mox,
'Iwonos, et 1217, 1246, 1281 extr. 1644: rel.
K.
Kayw, IV, 989 consulto addit xal, quia dicit,
legi ab aliis ibi posse.
κάδης, Ι, 293, expl.: ex Hebr. καδής, ἁγίαν,
784 extr. xaons, xadŋoelµ, expl. I, 450 seq
καθ' vid. Κατά.
xabaɩpɛɛls, IV, 1349: non statim Ecclesiæ communione pellitur. καθαίρειν διὰ πράξεως, ΙΙ,
angelis tribuitur. Not. et quod præmittitur Towte, quod vide. xaɛɛ, IV, 356 init. munere
eccles. movit. καθελών Τιμόθεον, καθείλομεν Τιμ.
III, 1034, 1035: Damaso R. tribuitur. xaonpion.
III, 764, episcopatu motus est. xaoppεon the diaχονίας, ΙΙΙ, 899: scil. ἀπὸ, ἐκ. καθηρέθησαν, ΙΙΙ,
800, episcopi munere moti sunt. xa¤¶pñó¤¤ɩ. III,
843 init., quod episcopatu motus est: tribuitur
episcopo, ut mox xabɛɛv, concilio.
xabalpeois, IV, 1185, abdicatio, episcopatus
ademptio. xabatpésɛw;, III, 803, adempti episcopatus. xabaɩptoɛwę frpov, III, 764, ut moveretur
episcopatu.
xaŝāpàv Ļuxhv, III, 1266: ex ascetica vita fieri,
putabant. καθαροῖς χείλεσι, Ι, 695: expl. eadem lo
quens, quæ sentio. καθαρὸν τῆς διανοίας οπτι
xov, II, 1399: causam ponit virtutis propheticœ:
e vita contemplativa.
xabapóτns Suetέpa, III, 884, vos: episcopi episcopis. xaapót June. II, 916: ponit jam ante
inibasiv Osiav, et hac dignos reddi per illam. Intell. monitum divinum, èvépystav, fere propheticam. III, 1208 nil plane, præter Deum, cogi
tantis, ut nec ritus et ordinem Ecclesiæ scire curarent. xaðapótŋti tñs fuxñs, III, 1156, mente
vacua a rebus terrenis et alienis, qua Deum solum
contemplaretur et amaret.
xábapor, II, 1686: baptismum videtur intelligere, quia addit, potixws, et affert Joannis verba,
Βαπτίσει ὑμᾶς. κάθαρσις ψυχῆς, 1, 525 init., baplisma. κάθαρσις (vitis) τῷ πυρὶ παραδίδοται, ΙΙ,
771, purgamenta, palmites refecti. Metonyinice.
καθέδρας, ΙΙΙ, 786, latrinas publicas. καθέδρας
deutépa; †wμεvous, III, 1180, presbyteros.
xabɛìç čautóv, IV, 904: scil. in pyram, Hercules,
eo ascendit aut forte e loco superiori insiluit.
καθεστήκατε τοιοῦτοι ΙΙΙ, 701, estis. καθέστηκεν
† Epɣasia Spwoiv, I, 1317, facit: in ea posita est
Sowote. supp). xaßeorηxotes, III, 1109 extr.:
adulti qua cognitionem, edocti et certi de vera ratione. xaßɛorxulav, IV, 784, gravem, abstinentem
turpi errore et superstitione: in se colligentem
sese quasi consistentem, quod ebrii non possunt.
καθίστατο προαιρούμενος, ΙII, 1475: pro εἰς τὸ
προαιρεῖσθαι.
xaonyouμtvou, I, 1374 verba præcunte, incipiente. Cod. xašŋµévov, vitiose.
καθημένου οι καθηγουμ. var., I, 1374.
καθηπλωμένος ἐπὶ δαπέδου σάκκος, 111, 806.
καθιεροί ἑαυτῷ τὴν πίστιν
καὶ τὴν ὁμο
Aoylav, V, 59: Christus. xabispoñoɩ, IV, 328 extr.,
diem Dominic. celebrant, festum agunt. xabispu
oat, II, 395: simpliciter, scil. Tois eldwhois. Si
vaòv intelligere contextus patiatur de humana
Christi natura verterim, quod sacrificarint, mactarint, quasi xabepɛÑσat,
xaßlopara. Psalterii: v. Stationes in Indice rerum.
κάθοδος εἰς Μαρίαν περισσή, IV, 52. Iren. si nil
ex ea sumpsit humani ὁ Λόγος.
xabolixaïç įmotoλals, V, 924: simpliciter, Pe-
col. 1007–1008page 72 of 154
PG 84:1007καθολικὸν τῆς διοικήσεως, ΙΙ, 790, καθολικῶς, ΙΙΙ, καθορίζει τὸ ἀσύνηθες, 11, καθυπογράψαντες, 1348 καθωμολόγησεν, ΙΙΙ, 82. καθωσιωμένον, και, 111, 626: πατέρα καὶ πνευμάτων, 6. γὰρ δὲ πατέρα, καὶ πατέρα πν. πνευμάτων. καὶ σκοτομήνη καὶ ἀσελήνῳ νυκτί, 6 993, ταύτην προσθήσω, καὶ ἀξιώσω· ὥστε ἀξιῶσα:. ΙΙ, 1246, επιφανείας, καὶ εἰς τὸν Ἰορδάνην ἀφίξεως. ΙΙΙ, 372, προδιαγρά φω, καὶ διὰ πίστεως ὁρῶ. 111, 929 προστέθεικε ταῦτα, καὶ συνέτριψε, 1444 φιλόσοφος 626, ἐξ ὕλης καὶ χρυσοῦ·. ε. ύλης χρυσής. 780 φιλοτησίαν. καὶ τὸ κώνειον. καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ. λαλεῖ, καὶ συνεὶς συνῄει. λογιζόμενοι, ΙΙ, 879. 11, 1335 νύξω, καὶ κέντρον - επιτιθείς. ἐπιθήσω. ΙΙΙ, 230, ἐρωτῶντες, είτε - ἐστιν, εἴτε καὶ μή. έρω τώντες, πεδηθεὶς — καὶ διετέλεσε. Αυι ὅμως, καὶ οὐκ οἶδα. καὶ 1, 696, ο χρόνος ἐδεύων, καὶ — παρεσκεύασε, καὶ δεδωκότες - ἔλαχον καὶ χρόνος, καὶ ὁ χρ. όδ. παρεσκ. καὶ αὐ τοί) πεῖρ. δεδ. Ελ. και ἐξ ὕλης καὶ χρυσού, ύλης χρυσής. ὕλην καὶ πόρνη δὲ καὶ ἡ Ῥααβ πόρνη, 1356, ἀνάγραπτος δὲ καὶ ἡ ᾠδή, ἀνάγραπτος. Ι, 1444, οὕτω καὶ γάρ οὕτω γὰρ καὶ. Ι, 894, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ περίῤῥητος περίῤῥυτος) καὶ νῆσος νήσῳ) εμφερής αὐτή, καὶ περ ρίῤῥ. ε. καὶ ν. ε. 1232, ἀκρίτως καὶ ἐκρίθημεν, καὶ ἀπόντες κατεδικάσθημεν καὶ ἀκρ. ἐκρ. καὶ ἀπ. κατ. 97, είτε ούτε) μὴ καὶ δεόντως εἴτε καὶ μὴ δ. 1071 ἀλλ᾽ ἔτι καί· ἀλλὰ καὶ λέγοντες) ότι. καὶ σύνδεσμος. καὶ 1439, στερεώτερος καὶ ἰσχυρώτατος. καὶ 630, ή δήποτε παρα δέδωκε, καὶ τοὺς δικαίους εἴασε, 225, εἰ τοίνυν ὀρθὸς εἶ, καὶ προσήρμοσας ὀρθός. καὶ, τε, 1349, υπουργούς τε καὶ διακόνους. καὶ ἀλλὰ, οὐ οὔτε γὰρ, καὶ δὲ δὲ, 838; 7, ἐν προσλήψει.καὶ μᾶλλον ἑτέρου γίνεται. και, ΙΙΙ, 450: κάν,: κἂν διαφύγω. καὶ ὑπομείνω, κἂν ὑπομ. καὶ ΙΙ, καλὸν καὶ τῶν καλῶν τὸ κάλλιστον. καὶ, ὥστε, εἰς τὸ, ΙΙ, 529, ἀρχεῖ τὸ βουληθῆναι καὶ παραγαγεῖν· 1. ε. πρὸς τὸ παραγ. ἀρκεῖ τὸ βουλ. καὶ. οὐδὲ, 1256 καὶ ἔκτος μήν, 92. ήδη, καὶ ἑτέρως νοούμενα· ἑτέρως. καὶ σύνδεσμον, καὶ σύνδεσμον τέθεικε, ΙΙΙ, 514 καὶ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ πατρός συνέταξε την μνήμην, 196 και, συνέταξε τοῦ Πνεύ ματος καὶ τοῦ Υἱοῦ. καὶ, τοῦ Θεοῦ Πατρός. καὶ τοῦ σώ ματος καὶ τῆς ψυχῆς γίνεται χωρισμός, Ι, 1340. καὶ καινῆς δόξης, Ι, κενή; καινόν ᾆσμα καινὸν θυσίας τρόπον, 889, καινόν ξύλον, καινίσαν τοὺς ἁγίους, ΙΙΙ, 745 κινήσαν, ἅγιοι καινότης της βρώσεως, 1, 45 1, 43: παραδοξία, τὸ ἀλλόκοτον. καινοτομηθείσης ἐκ τοῦ λόγου σαρκός, 1131, καινοτομηθεισῶν αἱρέσεων, ΙΙΙ, 1032. καινοτομία, ΙΙΙ, 208. καιομένοις, 449. καιρὸς εἰπεῖν, τόπος, καιρὸς, κατά και ρούς 1. καιρὸς νῦν εἰπεῖν, ΙΙ, 750, καιρὸς οὐκ ἔστι δρόμου, ΙΙ, 455, ὑπὲρ καιρὸν ἐμπίμπλασθαι. καιρὸν εὔθετον Ν. Τ., 1, 803. ἐν τοῖς καιροῖς Ἰουλιανοῦ, ΙΙΙ, 990. Κωνσταντίου, ΙΙΙ, καιρούς, 1, 17. Καίσαρα Ευρώπης απέφηνε, 111, 941 Καίσαρος, κακεμφάτου ῥητού, 276. κακῆς ἐξουσίας· ἐξουσίας. κακίᾳ (ἐν τῇ) γεγενημένην πονηρίαν· πονη ρίαν. κακίᾳ χρωννῦντες τὸ ψεῦδος, ΙΗ, 352, κακομυθίας αἱρετικής, 280, κακοτροπία καὶ συκοφαντία, ΙΙΙ, 837. κακουργείν, κακουργήσαντες τοῦτο αἱ περὶ τὸν Ακύ λαν,· ΙΙ, κακουργίας ἀσπάζομαι, 261 κάκωσις αυθαίρετος, ΙΙ, 1261, κακωτικὰ ἀνθρώπων, ΙΙ, 1241. κακωτικῆς ἀπει λῆς, καλὰ μὲν, οὐ καλῶς δὲ, 11, 449 καλὴ οὐ με νον, ἀλλὰ καὶ ὡραίας. καλῆς ἀπάτης, ΙΙ, 1366 ἐν τῷ καλῷ τυγχάνων ἀνελλιπής, καλάμους χαλκούς, 513, 516 καλάποδι, καλεῖ τὰ μὴ ὄντα ὁ Θεὸς, Ι, 13,; ιν, 17. καλεῖ μάρτυρα, 111, 47. καλεῖ ἡ Γραφή, 11, καλεῖν εἰς ἀρχὴν τοῦ εἶναι, γεννήσει, καλεῖν συμμαχίαν, Ι, 678, παρακαλεῖσθαι, ἐπικαλ. καλεῖσθαί φασι
tri. καθολικὸν τῆς διοικήσεως, ΙΙ, 790, præsidem,
comitem, scil. isci, rediluum provincialium; ille
enim sumptus suppeditare jubetur: Landes-Hauptmann, Land-Rath.
καθολικῶς, ΙΙΙ, 141, de omnibus rebus.
καθορίζει τὸ ἀσύνηθες, V, 11, notat, premit, excerpit, urget, ei insistit.
καθυπογράψαντες, IV, 1348: pro simplici.
καθωμολόγησεν, ΙΙΙ, 82.
καθωσιωμένον, IV, 1135: militarem magistrum
sic vocat, pium haud dubie.
και, 111, 626: πατέρα καὶ πνευμάτων, cod. n. 6.
γὰρ forte δὲ aut intell. πατέρα, καὶ πατέρα πν.
trem, eumque πνευμάτων. etsi patris rationem non
amplius explicat. καὶ explicat. σκοτομήνη καὶ ἀσελή
νῳ νυκτί, I, 6 init. II, 993, ταύτην προσθήσω, καὶ
ἀξιώσω· i. e. ὥστε ἀξιῶσα:. ΙΙ, 1246, επιφανείας,
καὶ εἰς τὸν Ἰορδάνην ἀφίξεως. ΙΙΙ, 372, προδιαγρά
φω, καὶ διὰ πίστεως ὁρῶ. 111, 929 init. προστέθεικε
ταῦτα, καὶ συνέτριψε, ut confringeret. ill, 1444:
vid. φιλόσοφος ibi. IV, 626, ἐξ ὕλης καὶ χρυσοῦ·.
ε. ex ύλης χρυσής. IV, 780 extr., φιλοτησίαν. καὶ
τὸ κώνειον. καὶ omissum. Vid. ellipsis, post οὐ
μόνον, ἀλλὰ. I, 1531; IV, 852, in versu Philem.
n. 59, ante λαλεῖ, ob metrum utique inserendum,
ne iambus laboret. καὶ redundare videtur, I, 361
extr., v. n. 3, aut anacoluthon, ut συνεὶς sit pro
συνῄει. Redundat post participium λογιζόμενοι, ΙΙ,
879. 11, 1335 extr., νύξω, καὶ κέντρον - επιτιθείς.
Aut participium pro ἐπιθήσω. ΙΙΙ, 230, ἐρωτῶντες,
είτε - ἐστιν, εἴτε καὶ μή. Si non esset post έρω
τώντες, non redundaret. Post participium, III, 445,
πεδηθεὶς — καὶ διετέλεσε. Αυι sign. ὅμως, nihilom
arinus. 1V, 998 init., καὶ οὐκ οἶδα. Sequitur enim
Participium. καὶ aut redundat, aut loco motum,
1, 696, ο χρόνος ἐδεύων, καὶ — παρεσκεύασε, καὶ
δεδωκότες - ἔλαχον priori καὶ nil respondet,
quia pendet a χρόνος, alterum vero ad novum subjectum pertinet. Ergo aut redundat, aut transposite intelligendum: καὶ ὁ χρ. όδ. παρεσκ. καὶ αὐτοί) πεῖρ. δεδ. Ελ. Ibid. και explicat. ἐξ ὕλης καὶ
χρυσού, i. e. ex ύλης χρυσής. ὕλην tamen ponit,
ut moneat, corporeum fuisse idolum. καὶ transpositum videatur, I, 346. πόρνη δὲ καὶ ἡ Ῥααβ· quænam ergo prater illam? verum et Bathseba πόρνη,
adultera, de qua præcessit. transpositum et loco
motum I, 1356, ἀνάγραπτος δὲ καὶ ἡ ᾠδή, non
quasi et aliud quidquam scriptum sit, sed pertinet
ad ἀνάγραπτος. Ι, 1444, οὕτω καὶ γάρ pro, οὕτω
γὰρ καὶ. Ι, 894, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ περίῤῥητος (imo
περίῤῥυτος) καὶ νῆσος (imo νήσῳ) εμφερής· qualem
ergo præter eam? Intelligo αὐτή, Tyrus, καὶ περ
ρίῤῥ. ε. καὶ ν. ε. IV, 1232, ἀκρίτως καὶ ἐκρίθημεν,
καὶ ἀπόντες κατεδικάσθημεν pro, καὶ ἀκρ. ἐκρ. καὶ
ἀπ. κατ. V, 97, είτε (sic enim leg. pro ούτε) μὴ καὶ
δεόντως pro, εἴτε καὶ μὴ δ. V, 1071 init., ἀλλ᾽ ἔτι
καί· pro, ἀλλὰ καὶ (scil. λέγοντες) ότι. καὶ non dislinguit ut diversa: vid. σύνδεσμος. καὶ dissimiles
formas nectit, II, 1439, στερεώτερος καὶ ἰσχυρώτα
τος. καὶ solutius nectit 1V, 630, ή δήποτε παρα
δέδωκε, καὶ τοὺς δικαίους εἴασε, rel. Disjecta ista
et obscura. Neque enim sciscitantur, cur impios
castigarit, sed cur pios. Vinctius ergo et astrictius
dixisset: Cur idem ille Deus, qui malos puniisset,
simul etiam, nihilo secius, probos quoque in servitutem dedit? xal distrahit orationem incommode, ΙV, 225, εἰ τοίνυν ὀρθὸς εἶ, καὶ προσήρμοσας·
vid. ὀρθός. καὶ, præmisso τε, synonyma jungit, I,
1349, υπουργούς τε καὶ διακόνους. καὶ pro ἀλλὰ,
post οὐ II, 535, extr.; post οὔτε γὰρ, III, 2001 init.
καὶ pro δὲ habent Symn. et Aquila: vid. δὲ, 1,
838; V, 7, ἐν προσλήψει.καὶ μᾶλλον ἑτέρου γίνεται.
και, ΙΙΙ, 450: pro κάν, quod præcessit: κἂν διαφύ
γω. καὶ ὑπομείνω, pro κἂν ὑπομ. sunt enim disjuncta, sive
sive. καὶ pro quin, ΙΙ, 208, καλὸν
καὶ τῶν καλῶν τὸ κάλλιστον. καὶ, pro ὥστε, vel εἰς
τὸ, ΙΙ, 529, ἀρχεῖ τὸ βουληθῆναι καὶ παραγαγεῖν· 1.
ε. πρὸς τὸ παραγ. ἀρκεῖ τὸ βουλ. καὶ. post ou, pro
οὐδὲ, IV, 1256 init. καὶ ἔκτος μήν, V, 92. ήδη, jam.
καὶ ἑτέρως νοούμενα· vid. ἑτέρως. καὶ σύνδεσμον,
III, 888, in doxologia Filii apponebant orthodoxi.
καὶ σύνδεσμον τέθεικε, ΙΙΙ, 514 ad probandam conjunctionem Patris et Filii. καὶ τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ
πατρός συνέταξε την μνήμην, III, 196: redundat
alterum και, ant συνέταξε ad præmissa, τοῦ Πνεύ
ματος καὶ τοῦ Υἱοῦ. Ubi deinde Patris ibi mentio?
qua distincti a Deo? Sane redundare videtur alterum καὶ, quasi sit, τοῦ Θεοῦ Πατρός. καὶ τοῦ σώ
ματος καὶ τῆς ψυχῆς γίνεται χωρισμός, Ι, 1340.
Utrumque καὶ redundat, prius certe.
καινῆς δόξης, Ι, 1441 init.: forte vitiose pro
κενή; nam et in Latino est, inanem. Si de doctrina
serrno esset, non de virtute: redderem, per novam
doctrinam et hæresin. καινόν ᾆσμα expl. 1, 857.
καινὸν θυσίας τρόπον, IV, 889, alium, non novum,
sed antiquiorem quoque illis. καινόν ξύλον, 1, 43:
proprii generis; diversa arbor ab omni alia; ignota
et unica.
καινίσαν τοὺς ἁγίους, ΙΙΙ, 745: Spiritui S. tri
buitur. Cod. n. 130 κινήσαν, melius. ἅγιοι enim
sunt prophetæ et Apostoli.
καινότης της βρώσεως, 1, 45: ut aliquid insoliti
et unici in suo genere comederint primi homines.
1, 43: quasi παραδοξία, τὸ ἀλλόκοτον.
καινοτομηθείσης ἐκ τοῦ λόγου σαρκός, V, 1131,
si non esset e Davidis progenie et stirpe formata.
καινοτομηθεισῶν αἱρέσεων, ΙΙΙ, 1032.
καινοτομία, ΙΙΙ, 208.
καιομένοις, Ps. vis, expl. I, 449.
καιρὸς εἰπεῖν, II, 725: τόπος, verbis similem sententiam in mentem revocantibus. καιρὸς, κατά και
ρούς congregati, variis temporibus, repetitis sessionibus, V, 1. καιρὸς νῦν εἰπεῖν, ΙΙ, 750, hac verba illa conveniunt. καιρὸς οὐκ ἔστι δρόμου, ΙΙ, 455,
modus, tinis, ut Xen. Μem. S. 1, 5. ὑπὲρ καιρὸν
ἐμπίμπλασθαι. καιρὸν εὔθετον expl. Ν. Τ., 1, 803.
Mirum, sic explicantem, non attulisse 11 Cor. vi, 2.
ἐν τοῖς καιροῖς Ἰουλιανοῦ, ΙΙΙ, 990. Κωνσταντίου,
ΙΙΙ, 919, 1006 extr. καιρούς, anni tempora vocat
Scr. S. 1, 17. Καίσαρα Ευρώπης απέφηνε, 111, 941:
Constantius Julianum.
Καίσαρος, 1, 313: imperatoris, M. Veri.
κακεμφάτου ῥητού, ΙV, 276.
κακῆς ἐξουσίας· vid. ἐξουσίας.
κακίᾳ (ἐν τῇ) γεγενημένην πονηρίαν· vid. πονη
ρίαν. κακίᾳ χρωννῦντες τὸ ψεῦδος, ΙΗ, 352, fraude,
simulatione.
κακομυθίας αἱρετικής, IV, 280, errorum, comnentorum.
κακοτροπία καὶ συκοφαντία, ΙΙΙ, 837.
κακουργείν, 17, 19, detorquere verba Scr. 5.,
calumniari. κακουργήσαντες τοῦτο αἱ περὶ τὸν Ακύ
λαν,· ΙΙ, 235: Aquila, ut. Judzus, corrupit hoc et
avertit per interpretationem malignam.
κακουργίας ἀσπάζομαι, 1V, 261: agnosco, Chri
stum mala passum. Eus. Em..
κάκωσις αυθαίρετος, ΙΙ, 1261, jejunium: rel.
κακωτικὰ ἀνθρώπων, ΙΙ, 1241. κακωτικῆς ἀπει
λῆς, ibid.: quæ denuntient malum.
καλὰ μὲν, οὐ καλῶς δὲ, 11, 449 need. καλὴ οὐ με
νον, ἀλλὰ καὶ ὡραίας. καλῆς ἀπάτης, ΙΙ, 1366: Jacobi qua Esavun quæ placeret Deo, certe ejus
destinata eficeret. ἐν τῷ καλῷ τυγχάνων ἀνελλιπής,
III, 727 init.: Pater: ergo nec sine Filio unquan.
καλάμους χαλκούς, IV, 513, 516: Astulas dicit
in organo pneumatico.
καλάποδι, IV, 719, formæ calceorum, Leisten.
καλεῖ τὰ μὴ ὄντα ὁ Θεὸς, Ι, 13, creat; ut Rom.
ιν, 17. καλεῖ μάρτυρα, 111, 47. καλεῖ ἡ Γραφή, 11,
63, cervos, sape ponit, de iis loquitur, compa
rando eos adhibet. καλεῖν εἰς ἀρχὴν τοῦ εἶναι, tribuitur γεννήσει, nativilati, V, 2, ut Rom. 17, 17.
καλεῖν συμμαχίαν, Ι, 678, in auxilium vocare, πα
ρακαλεῖσθαι, ἐπικαλ. ut p. seq. extr. καλεῖσθαί φασι
col. 1009–1010page 73 of 154
PG 84:1009φασί. καλείται φιλοσοφία, ΙΙΙ, 1311 εικότως. καλέσαι κτίσιν ἄψυχον, ΙΙ, 346, καλέσαντος, 1161 καλινδούμενος θόρυβος, ΙΙΙ, 875. καλλιερησάμενον, 1, 373. καλλίνικος, Η, 617. καλλινίκου βασιλέως, 1135, 1137 καλλίνικον βασιλέα, 1185 καλλίνικον κορυφήν κορυφήν. καλλίνικος. 1605: 921. καλλινίκων στεφάνων, Ι, 1417 καλλωπίζει, καλλωπίζουσι, ΙΙ. 1582: καλλωπίσας τὸν κόσμον) ἔργοις, Ι, 30. καλλωπίσασα τὸν Θεὸν ὑπεροχῇ, 984. καλλωπισθέντος τῷ πά θει τοῦ σώματος, τῇ θεότητι λαμπρυνθέντος 19. θεότητι, θείᾳ δόξῃ καὶ τιμῇ, καλοποιῆσαι, Ι, 984: 22, καλὸν ποιῆσαι. καλουμένας ξύμας, ΙΙ, 665. ἀγυιαῖς, Εύμαι καλουμένας καλουμένοις, ἐπισκόποις ἐπισκόποις. καλοῦνται δι' αὐτοῦ πατέρες, 483, καλούσης τῆς φύσεως, 18 καλοῦσι τὸ Μάννα θυσίαν οἱ Εβραίοι, ΙΙ, 650, την θυσίαν Μάννα. καλοῦσι θυσία, Μάννα, που μαγιά. καλῶ τὴν σὴν ἐπικουρίαν, 1, 794, παρακαλώ. κάλων πάντα κινεί καθ᾿ ἡμῶν, ΙΙΙ, 749. κάλων πάντα κινήσαντες, 929. καλύβαις σκηναίς. καλυφθείσης τῆς σκιᾶς ὑπὸ τοῦ σώματος, ΙΙ, 1559 καλύψαντα τὴν οἰκουμένην, 117:; τὸ καλύ πτειν. πληροῦν, κεκαλυμμένος σαρκί, 265 καλῶς δημιουργηθείς, ΙΙ, 938: καλός. καμάραν ἡμιόνοις ἐπιτίθησι, ΙΙΙ, 1217, ἀπὸ τῆς καμάρας διακύψας, 1084, καμεῖν ἄχρις ὑμῶν, ΙΙ, 1051, κάμπης, τῆς καλουμένης, ΙΙΙ, 1278 κἂν καν ἔχει. κἂν ἀληθῆ σέβητε θρησκείαν, 111, 992. μή κἂν ἄρχουσι, Ι, κἂν δίκην ἐλαίου, 1, 1844: καὶ, ἐθέλει, 1, 1402 κἂν μὴ κοινοποιεῖται, 1043:: κοινοποιήται. 950, κἂν ὁδηγεῖ, κανών, κανόνα, κανονικὸν πράγμα, 1280, κανονικῶς, ΙΙΙ, 1033 κανονίσαντες, ταῖς θείαις Γραφαῖς συντεταχότες. κάπηλον, ΙΙΙ, άσωτον καραδοκοῦσα οὐδὲν χρηστόν, 1184. Καρακάλου, Ν, 81, καρδία, κατὰ τὴν καρδίαν τὸ καταθύμιον. Ι, 322. καρδίαν ἔχοις ἐν χειρὶ Θεοῦ, ΙΙΙ, 948 καρδίαν, λογισμών ταμείον, ΙΙ, 1090. εἰς καρ δίαν παραπέμπει τὰ ψευδῆ, Ι, 675, καρδίας ἐπὶ τοῦ λογικοῦ τέθεικεν, καρπογονίαν, ΙΙ, 471. καρπὸς τῶν θρεμμάτων καὶ τὸ γάλα, 1, 1405 καρπὸς ὑπάρχεις σωτηρίας, καὶ οὐκ αἰσχύνης, Ι, 1078:: αἴτιος, καρπόν. ἐγγόνους. καρπὸν φέρειν, ΙΙΙ, 1213, χαρ πὸν ὥριμον, ΙΙ, χαρ πούς, καρπῷ μελιττῶν, 125. καρπῶν. Ι, 1498 χειρών, καρπῶν συκοφαντίας ἀπο λαῦσαι, καρποῦται βλάβην, ΙΙΙ, 231. καρπωσαμένων, Ι, 78 καρπωτομ. καρποφορούντων τὴν εὐσέβειαν, Ι, 1064 κατά μετά 349, 24. κατὰ Δη μήτριον στάσιν, 111, 291. κατὰ Θεὸν πράξιν, ΙΙ, θ. ζωή, κατὰ θεὸν παῤῥησίας, ΙΙΙ, 934. κατὰ θεὸν ὑγείας. κατὰ καιρὸν γενόμενοι διδάσκαλοι, ΙΙ, 1005, κατὰ λόγου τῶν ζώντων ἔξω ἐγένετο, ΙΙΙ, κατὰ μέρος. κατὰ Νίκαιαν συνόδῳ. ΙΙΙ, Νίκαιαν φοινίκην, Αἰλίαν, κατά Σαρδικὴν ἀποσταλέν των, είς, ἐν, ἐν εἰς Ει συγκροτῆσαι τὴν ψῆψον. κατὰ πάντων εἶχον τὸ κράτος. 271, κατὰ πάντων, κράτος, ΙΙ, 1990 εἰς πάντας. κατὰ πάσης αἰτίας τὸ ἀπαράλλακτον, κατὰ σάρκα ἀνάληψις τοῦ Σωτῆρος, 11, 749: σάρκα 1 οίκο νομίαν ἐν σαρκί. κατὰ σάρκα, 39 κατὰ ταὐτὰ, δύο, 1093. κατὰ ταὐτὸ ΙΙΙ, 945: κατὰ ταὐτὸν συναθροισθεῖσα, 945. κατὰ ταὐτὸν, Ι, κατὰ ταὐτὸν μίαν ᾤκησαν γαστέρα, ΙΙ, 1414 1415 κατὰ ταὐτὸν, κατὰ ταὐτὸν, κατά ταύ τόν, ΙΙ, κατὰ ταὐτὸν, Ι, κατά ταὐτὸν, ΙΙ, κατὰ ταὐτὸν, κατὰ ταὐτὸν διάγοντες, ΙΙΙ, 159, κατὰ ταὐτὸν ἔδειξεν, ΙΙΙ, 637, κατὰ ταὐτὸν, ταὐτὸν, 1250. κατά ταύτον δέκα κέρατα ἔχον, ΙΙ, 1210 κατὰ ταὐτὸν ἐκράθησαν ἐκράθ. κατὰ τὴν ἔρημον νομοθεσιών, ΙΙ, 826: ἐν τῇ ἐρή μῳ. κατὰ ταὐτὸν ἑπτὰ ἡμέρας, ΙΙΙ, 1115, κατὰ ταὐτὸν ὠνομάζοντο Μῆδοι καὶ Πέρ σα:, ΙΙ, 1215, κατὰ τοὺς Ο' κείμενον,
vid. φασί. καλείται φιλοσοφία, ΙΙΙ, 1311: est, yo
cari meretur. Supple, εικότως. καλέσαι κτίσιν ἄψυ
χον, ΙΙ, 346, animare. καλέσαντος, III, 1161: Dei,
cujus nulum secutus, scilicet, Ascela esset.
καλινδούμενος θόρυβος, ΙΙΙ, 875.
καλλιερησάμενον, 1, 373.
καλλίνικος, Stephani epith., I, 291, 373, 1473;
Η, 617. καλλινίκου βασιλέως, IV, 1135, 1137: imp.
Theod. II, καλλίνικον βασιλέα, IV, 1185: Theodos.
Jun. καλλίνικον κορυφήν vid. κορυφήν. καλλίνικος.
1. 665. 1424: epith. apostolorum et martyrum. II,
1605: 1V, 921. καλλινίκων στεφάνων, Ι, 1417: que
pulchram victoriam indicarent: meton. vel hypall.
καλλωπίζει, IV, 537: terram pratis, agris, nemoribus. καλλωπίζουσι, ΙΙ. 1582 extr.: domos. καλλωπίσας τὸν κόσμον) ἔργοις, Ι, 30. καλλωπίσασα
τὸν Θεὸν ὑπεροχῇ, V, 984. καλλωπισθέντος τῷ πάθει τοῦ σώματος, 1V, 246 init.: Greg. Νaz. ipse
expl. τῇ θεότητι λαμπρυνθέντος· quod Paulus
dicit, Hebr. n, 19. θεότητι, est θείᾳ δόξῃ καὶ τιμῇ,
quam accepisset a divinitate sociata hypostatice.
καλοποιῆσαι, Ι, 984: e Jer. IV, 22, ubi est καλὸν
ποιῆσαι. Illud inusit.
καλουμένας ξύμας, ΙΙ, 665. Distinguit ab ἀγυιαῖς,
quibus idem sint, si xal absit, ut in cod. n. 19,
Εύμαι magis sunt in urbe. καλουμένας dicit, quasi
non ab omnibus, aut vocabulo minus Græco aut
usilato. Illud sane usitatius. καλουμένοις, ἐπισκό
ποις vid. ἐπισκόποις. καλοῦνται δι' αὐτοῦ πατέρες,
1V, 483, fiunt, sunt. καλούσης τῆς φύσεως, V, 18:
ad famem scil. et sitim, rel. i. e. cogente, ita
ferente, ut ista vilari nequeant. καλοῦσι τὸ Μάννα
θυσίαν οἱ Εβραίοι, ΙΙ, 650, imo, την θυσίαν Μάννα.
καλοῦσι est, pro Greco, nostro, θυσία, dicunt
Μάννα, που μαγιά. καλῶ τὴν σὴν ἐπικουρίαν,
1, 794, cod. παρακαλώ.
κάλων πάντα κινεί καθ᾿ ἡμῶν, ΙΙΙ, 749. κάλων
πάντα κινήσαντες, IV, 929.
καλύβαις vid. σκηναίς.
καλυφθείσης τῆς σκιᾶς ὑπὸ τοῦ σώματος, ΙΙ, 1559:
ut jam conditio Novi Test. fecerit, ut nemo de istis
fatis historicis cogitaret. Incongrue sane dictum,
et falso. καλύψαντα τὴν οἰκουμένην, V, 117: panem;
incongrue dictum; sed intell. corpus Christi: omnrres simul imagines ante positas, uvæ, frumenti,
restis, respicit; quibus proprie convenit. τὸ καλύ
πτειν. De Christo significat πληροῦν, Evangelii
doctrina el benefciis, regnoque Ecclesiæ. κεκαλυμμένος σαρκί, IV, 265: Christus.
καλῶς δημιουργηθείς, ΙΙ, 938: pro καλός.
καμάραν ἡμιόνοις ἐπιτίθησι, ΙΙΙ, 1217, lecticam.
ἀπὸ τῆς καμάρας διακύψας, ΙΙII, 1084, e cubiculo.
Si de itinere sermo evidens foret verteres: e curru
contecto, arcuato.
καμεῖν ἄχρις ὑμῶν, ΙΙ, 1051, proficisci. Melonymice.
κάμπης, τῆς καλουμένης, ΙΙΙ, 1278: minus ergo
usitatum vocab.
κἂν cum indicativo, I, 1415 init. καν
ἔχει.
κἂν ἀληθῆ σέβητε θρησκείαν, 111, 992. Inserendun
videatur, μή· sed sensus est: etiamsi cultus, quem
sequimini, verus sit, falsumque nunc reddere cogamini. κἂν ἄρχουσι, Ι, 1429 extr.: pro conjunct.
κἂν δίκην ἐλαίου, 1, 1844: pro καὶ, ut cod. habet
n. 8. Neque enim verbum redditur. xäv ἐθέλει,
1, 1402 pro conjunct. κἂν μὴ κοινοποιεῖται, V,
1043:: pro κοινοποιήται. p. 950, κἂν ὁδηγεῖ, κανών,
1, 719, ex Aqu. expl. κανόνα, IV, 1103, summani
tributi imperatam: den Staat.
κανονικὸν πράγμα, IV, 1280, rem congruam Ecelesiæ canonibus.
κανονικῶς, ΙΙΙ, 1033 bis.
κανονίσαντες, II, 5: Canticum Salom.; prac.
ταῖς θείαις Γραφαῖς συντεταχότες.
κάπηλον, ΙΙΙ, 1445, ascela se vocat, quod ante
vesperam cibo utatur: άσωτον quoque, comparans
se alteri, qui per triduum cibo abstineat.
καραδοκοῦσα οὐδὲν χρηστόν, ΙV, 1184.
Καρακάλου, Ν, 81, Caracalla.
καρδία, κατὰ τὴν καρδίαν expl. τὸ καταθύμιον. Ι,
322. καρδίαν ἔχοις ἐν χειρὶ Θεοῦ, ΙΙΙ, 948 init., voluntatem tuam Deo permiseris, et in ejus favore acquieveris. καρδίαν, λογισμών ταμείον, ΙΙ, 1090. εἰς καρδίαν παραπέμπει τὰ ψευδῆ, Ι, 675, refert alteri et
Persuadet falsa. καρδίας ἐπὶ τοῦ λογικοῦ τέθεικεν,
καρπογονίαν, ΙΙ, 471.
καρπὸς τῶν θρεμμάτων καὶ τὸ γάλα, 1, 1405
extr.: juridice. καρπὸς ὑπάρχεις σωτηρίας, καὶ
οὐκ αἰσχύνης, Ι, 1078: de Deo: pro αἴτιος, auclor, per metonym. καρπόν. 1, 750: expl. εγγό
νους. καρπὸν φέρειν, ΙΙΙ, 1213, parere filium. χαρ
πὸν ὥριμον, ΙΙ, 173: vineæ, vocat Christum. χαρπούς, I, 1527: simpliciter, probe facta. καρπῷ με
λιττών, V, 125. καρπῶν. Ι, 1498: in LXX, Ps.
CXXVII: expl. χειρών, durius sane: neque enim
carpo manuum opus ft. καρπῶν συκοφαντίας ἀπολαῦσαι, ΙV, 1172: acerbitatem et molestiam ejus
sentire, ab aliis intentatæ.
καρποῦται βλάβην, ΙΙΙ, 231. καρπωσαμένων, Ι,
78 med. pro καρπωτομ.
καρποφορούντων τὴν εὐσέβειαν, Ι, 1064 extr.
*
κατά et μετά permut., IV, 349, n. 24. κατὰ Δη
μήτριον στάσιν, 111, 291. ab eo motam. κατὰ Θεὸν
πράξιν, ΙΙ, 1040 extr., Deo gratam. x. θ. ζωή, 1043.
κατὰ θεὸν παῤῥησίας, ΙΙΙ, 934. κατὰ θεὸν ὑγείας.
II, 1043, quam præbet Deus, animo, moralem.
κατὰ καιρὸν γενόμενοι διδάσκαλοι, ΙΙ, 1005, variis
temporibus. κατὰ λόγου τῶν ζώντων ἔξω ἐγένετο,
ΙΙΙ, 35. κατὰ μέρος. II, 1951 extr.. sensim, paniatim, ex uno ad aliud. κατὰ Νίκαιαν συνόδῳ. ΙΙΙ,
865: corruptum videtur Νίκαιαν et contra Historiam. Vid. n. 11. Haud dubie in mente librario
versabatur Nicæna synodus, ut celebratissima. An
fuit, φοινίκην, quia de Tyria sermo esse videtur?
An Αἰλίαν, e lib. 1. c. 25. quo translata synodis.
Tyro? Nam nec Liberius de hæreseos crimine respondet, sed de aliis. κατά Σαρδικὴν ἀποσταλέν
των, pag. seq potest sane jungi ut xarà sit
pro είς, sicut est pro ἐν, ut in priori; ἐν
et εἰς autem permutantur. Ει sme, missos Sardicam accusatores Athanasii, legimus 2, 6. Nec tamen
ideo ibi debent συγκροτῆσαι τὴν ψῆψον. Sed iidem
possunt alibi, qui antea eo missi essent, si de Tyria
synodo sermo. κατὰ πάντων εἶχον τὸ κράτος. II,
271, κατὰ πάντων, κράτος, ΙΙ, 1990: pro genit. vel,
εἰς πάντας. κατὰ πάσης αἰτίας τὸ ἀπαράλλακτον, V,
984: ut a nulla pendeat, nec mularetur. κατὰ σάρκα
ἀνάληψις τοῦ Σωτῆρος, 11, 749: σάρκα dicit, ob 1
ablatam praesentiam aspectabilem, z finitam οίκονομίαν ἐν σαρκί. κατὰ σάρκα, IV, 39: ponit et divinitatem. κατὰ ταὐτὰ, δύο, IV, 1093. κατὰ ταὐτὸ
ΙΙΙ, 945: κατὰ ταὐτὸν συναθροισθεῖσα, pag. 945.
IV, 381 iisdem verbis. κατὰ ταὐτὸν, Ι, 1545, simul;.
i. e. iisdem verbis, eadem re. κατὰ ταὐτὸν μίαν
ᾤκησαν γαστέρα, ΙΙ, 1414 extr., 1415 med., uno
tempore, ut gemini. Alioqui sit pleon. κατὰ ταὐτὸν,
1, 1417, simul, i. e. in codem psalmo. κατὰ ταὐτὸν,
II, 856, extr., eodem actu, opera eadem. κατά ταύ
τόν, ΙΙ, 964, uno tempore, 977, 1196, 1592; 17,
1065. κατὰ ταὐτὸν, Ι, 1097, ut unum regnum e
duobus esset, in uno rege comprehensum. κατά
ταὐτὸν, ΙΙ, 1270, iisdem verbis, nunc sic, nunc de
altero intelligendis: promiscue. κατὰ ταὐτὸν, 11,
1168; IV, 835, eodem actu, iisdem verbis. 1173
med., junctis viribus. κατὰ ταὐτὸν διάγοντες, ΙΙΙ,
159, in una domo. κατὰ ταὐτὸν ἔδειξεν, ΙΙΙ, 637,
iisdem verbis. κατὰ ταὐτὸν, IV, 490, idem ille.κατὰ
ταὐτὸν, IV, 1250. κατά ταύτον δέκα κέρατα ἔχον, ΙΙ,
1210 init. κατὰ ταὐτὸν ἐκράθησαν
vid. ἐκράθ.
κατὰ τὴν ἔρημον νομοθεσιών, ΙΙ, 826: pro ἐν τῇ ἐρή
μῳ. κατὰ ταὐτὸν ἑπτὰ ἡμέρας, ΙΙΙ, 1115, deinceps,
continuo. κατὰ ταὐτὸν ὠνομάζοντο Μῆδοι καὶ Πέρ
σα:, ΙΙ, 1215, promiscue. κατὰ τοὺς Ο' κείμενον,
col. 1011–1012page 74 of 154
PG 84:1011παρὰ τοῖς Ο', κατὰ τῆς ἐμῆς σφαγῆς κινοῦσι λογισμόν, 1, 1540: εἰς τὴν ἐμ. σφαγήν. κατὰ τῶν ὀρνέων ἡγεμονίαν, ΙΙ, κατὰ τῶν ἀνθρώπων χώραν έχουσης. χώραν. κατὰ φρύ γας, κατὰ φύσιν, τὰ ὑπὲρ φύσιν, κατά φύσιν νομοθετεί κατ' ἀλήθειαν θεός, 2) Ι, κατ᾽ ἀλλήλους, ΙΙΙ, 95, κατ' ἀρετήν, 59 δι' ἀρετὴν κατά βραχύ, κατ' αὐτὸν, 1689: κατὰ ταὐτόν. κατ' αὐτὸν γεγονότες, κατὰ ταὐτόν κατ' ἐμαυτὸν ἔσομαι, ΙΙ, 1337 καθ᾿ ἡμᾶς Ἀλεξανδρείας, ΙΙΙ, 990 καθ' ἡμᾶς οἰκουμένην οἰκουμένην. καθ᾽ ἡμᾶς παραπλησίως 2, 16. τὸν καθ' ἡμῶν τυρεύσητε θάνατον - θάνατον. καθ᾽ ὁμοίωσιν, διὰ τὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν, 79 διὰ τὸ ὅμοιον ῥηθὲν, καθ' ὁμοίωσιν, διὰ τὸ καθ' εἰκόνα: εἶναι, ῥηθέν. καθ᾽ ὑπόκρισιν ὑπόκρ. καθ' ὑπόκρισιν ἀναγνωστέον, Ι, 684 κατ' ερώτησιν, καταβαίνει ἐπὶ τὰ ἀνθρώπεια, 1, 890, καταβὰς εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς ἐκ Θεοῦ Θεός, Ι, 1099. καταβαλεῖ ἑαυτὸν, 6, καταβέβληται τὸ αἷμα τὸ δεσποτικὸν ὑπὲρ ὑμῶν, ΙΙΙ, 199 κατάβασις θείας φύσεως 525 ιν, 8. κατάβασιν 1065: ἐνανθρωπήσει. καταβολὴν πεποιήμεθα, 5 καταβοήν, κατάβρωσις, Π, 454: τοῦ ταφέθ. καταγελᾷ τῶν ῥημάτων, ΙΙΙ, 1308 καταγέλαστοι, καταγιγνώσκομαι το χρησμωδοτούμενον, 89 κάταγμα ἐρίου, κατάγνωσις, 253: καταγνωστέον, έγκλημα, καταγόμενον ἐκ τῆς Δαυϊτικῆς ῥίζης, 32, κατο αγόμενοι ἐκ τοῦ Ησαύ, Ι, 1526, κατηγμένος ἐν ἀνθρωπότητι, 30 xαι θηγμ.) κατάγω, ἐν εἰς, καθιγμένος, καθικνέομαι. καταγώγιον κεραμέως, ΙΙ, 499, μονα χικόν, ΙΙΙ, 1449, καταδαπανήσαντα ὄφεις, ΙΙ, 65, κατεδαπάνησε πόνοις τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 1149. καταδέχονται λέγειν, 719: λέγουσι, κατεδέξατο χρείαν προσευχῆς, χρήσιν, καταδεχθείς, ΙΙΙ, 1035: ὁ ὄφις, καταπληχθείς, κατενεχθείς,. καταφέρειν αναζῇ, καταθελχθεὶς. καταδίκη τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, 423 καταδίκῳ, ΙΙΙ, καταδουλώμενοι, 1441: κατα δουλούμ. καταδουλώμενοι. καταδύεσθαι, ΙΙΙ, 820, καταδυναστευόντων, καταδύσεις. ΙΙ, καταθαῤῥεῖ ταύτης (τῆς ἑρμηνείας), 619, καταθαῤῥῆσαι του πολέμου, Ι, 352, κατεθαῤῥήσαμεν τῆς ἑρμηνείας, ΙΙ, 20. κατεθαῤῥήσαμεν τὸν βυθὸν τοῦ πελάγους, ΙΙ, 2: εἰσελθεῖν. κατατολμᾷν. καταθέλγων τὴν ἀκοὴν, ΙΙΙ, 484 κατέθελξε, Ι, καταθήσας, 21: κατωθήσας, ὠθέω. κατώσας. καταθήσας, κατατίθημι κατα δήσας, καταθύσας, ΙΙΙ, καταιδεῖν, ΙΙΙ, καταιονῶμεν τῇ σπογγιᾷ τοῦ λόγου τὸ πάθος, καταιονῶσι βίᾳ τὰς κεφαλὰς, 695 καταιονῶσι τῇ σπογγιᾷ, 879 καταισχυμμὸν, 11, 950. κατακέκραγεν ὁ ἀναθεματισμὸς τῆς ἀπιστίας κατακενῶσαι τὸν θυμόν, Ι, 408, κατακενῶσαι τὴν πηγὴν τῶν οἰκτιρμῶν τῆς ἁμαρτίας τὸ ἕλκος, Ι, 933. κατακλύσαντος πέτραν, 1115 κατακλυσμόν, κατακοντίζειν, 1412, κατακοντίσαι, κατακοντίσας, κατακοντίσας δι' ἀγω γέλου, ΙΙ, 1395. κατακοντίσας προσευχῇ τὸν ᾿Αρειον, κατα ακοντίσει, ΙΙ, 1274, κατακούοντες, 11, 1382 κατακροτεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος, 1, 985, κατακρύψας τὴν ἀξίαν, ΙΙΙ, 454 καταλαβεῖν τὴν ἐνεγκοῦσαν· ένεγκ. τις πύλας, ΙΙ, 498, τὰ βασί λεια, 308, καταλαβεῖν τὴν ἀγέλην, καταλαβόντες Ιάκωβον, ΙΙΙ, καταλαβὼν τὴν πόλιν, Ι, 424. καταλαβών τὴν δορυάλωτον, καταλάβωσι σε οἱ καρποί, ΙΙ, 1352. καταλαμβάνειν, ΙΙ, κατέλαβες πυ θμένα γῆς, ΙΙ, καταλαμβάνειν τὰ οἰκεῖα, 1633, καταλαμβάνει τὴν πατρίδα, ΙΙ, 1243, καταλαμβάνουσι, Ι, καταληφθεὶς Ηλίας, 1, 1459,
1, 327: i. e. παρὰ τοῖς Ο', quod legitur in eorum
versione. κατὰ τῆς ἐμῆς σφαγῆς κινοῦσι λογισμόν,
1, 1540: pro εἰς τὴν ἐμ. σφαγήν. κατὰ τῶν ὀρνέων
ἡγεμονίαν, ΙΙ, 799: pro genitivo simplici. κατὰ τῶν
ἀνθρώπων χώραν έχουσης. vid. χώραν. κατὰ φρύ
γας, IV, 341: Montanislæ vocantur. κατὰ φύσιν,
III. 208. quæ poscit natura, ut necessaria et justa.
Sed parum congrue opponit, τὰ ὑπὲρ φύσιν, quæ
non omnes efficere valeant, perfectionem, quam
vocat. Ex hac enim diversitate κατά φύσιν esse
debent, quæ possit præstare natura. Hæc tamen
non νομοθετεί utique Deus; de iis tamen quid in
iis sit observandum officii.
κατ' ἀλήθειαν θεός, verus Deus: ex Hebr. (Rom, II,
2) V, Ι, κατ᾽ ἀλλήλους, ΙΙΙ, 95, congruens, accommodatus. κατ' ἀρετήν, V, 59 extr. i. e. δι' ἀρετὴν·
pro eo est in marg. κατά βραχύ, sensim. κατ' αὐτὸν,
il, 1689: pro κατὰ ταὐτόν. κατ' αὐτὸν γεγονότες,
1, 308, 309: cod. κατὰ ταὐτόν· sign. uno tempore,
in una ælate. κατ' ἐμαυτὸν ἔσομαι, ΙΙ, 1337 init.:
vos non juvabo, sed deseram, quasi quiescens, remotus a rebus curandis et agendis.
καθ᾿ ἡμᾶς Ἀλεξανδρείας, ΙΙΙ, 990: cui præsum
episcopus. καθ' ἡμᾶς οἰκουμένην vid. οίκουμένην.
καθ᾽ ἡμᾶς factus est homo, V, 2: expl. Pauli.
παραπλησίως Hebr. 2, 16. τὸν καθ' ἡμῶν τυρεύσητε
θάνατον - vid. θάνατον.
καθ᾽ ὁμοίωσιν, διὰ τὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν, II, 79: i. e.
διὰ τὸ ὅμοιον; vel supple, ῥηθὲν, ob id, quod dictum est Gen. 1, Faciamus hominem καθ' ὁμοίωσιν,
ut mos, διὰ τὸ καθ' εἰκόνα: ubi supplendum, εἶναι,
aut, quod praetulerim, ῥηθέν. καθ᾽ ὑπόκρισιν· vid.
ὑπόκρ. καθ' ὑπόκρισιν ἀναγνωστέον, Ι, 684 init.
Cod. κατ' ερώτησιν, melius. Illud fit cum imi
tatione illorum, de quibus sermo, alienum ab h. l.
καταβαίνει ἐπὶ τὰ ἀνθρώπεια, 1, 890, Christi, quia
humana ponit inferiora divinis, etiam hic in
Christo. καταβὰς εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς ἐκ
Θεοῦ Θεός, Ι, 1099.
καταβαλεῖ ἑαυτὸν, V, 6, arguet, refutabit. καταβέ
βληται τὸ αἷμα τὸ δεσποτικὸν ὑπὲρ ὑμῶν, ΙΙΙ, 199:
ut pretium, pecunia, expensus est.
κατάβασις θείας φύσεως (Christi), I, 525: conjunctio cum humana. Forte in mente habuit, Eph.
ιν, 8. κατάβασιν Christi, I, 1065: intell. de ενανθρω
πήσει.
καταβολὴν πεποιήμεθα, V, 5: si vera lectio, sign.
refutavimus. Forte leg. καταβοήν, ut Lat. declamavimus.
κατάβρωσις, Π, 454: expl. τοῦ ταφέθ.
καταγελᾷ τῶν ῥημάτων, ΙΙΙ, 1308 init., Christus,
falsa sciat, repudiet.
καταγέλαστοι, II, 1296: incommode, de damnandis ad æternam pœnam.
καταγιγνώσκομαι το χρησμωδοτούμενον, V, 89:
si vera lectio, sign. acquiesco in tua prædictione,
eam accipio. Hoc sequentia declarant.
κάταγμα ἐρίου, I, 1574, lana deducta, tenuata in
floccos.
κατάγνωσις, ΙV, 253: Chrys. pro καταγνωστέον,
vel improbandum, έγκλημα, ut ante dixit.
καταγόμενον ἐκ τῆς Δαυϊτικῆς ῥίζης, ΙV, 32, κατο
αγόμενοι ἐκ τοῦ Ησαύ, Ι, 1526, oriundi. κατηγμέ
νος ἐν ἀνθρωπότητι, V, 30 (sic enim leg. non xαι
θηγμ.): 2 κατάγω, deductus, demissus. ἐν pro εἰς,
etiamsi legeris καθιγμένος, a καθικνέομαι.
καταγώγιον κεραμέως, ΙΙ, 499, domum. μονα
χικόν, ΙΙΙ, 1449, init.
καταδαπανήσαντα ὄφεις, ΙΙ, 65, devorantem.
κατεδαπάνησε πόνοις τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 1149.
καταδέχονται λέγειν, IV, 719 init.: pro λέγουσι,
defendunt, ut assumpta, probata. κατεδέξατο χρείαν
προσευχῆς, ΙV, 578: Christus homo, non respuit
usum, χρήσιν, qs. adhibitionem precum.
καταδεχθείς, ΙΙΙ, 1035: ὁ ὄφις, non congruit,
neque active accipi potest, n. 7. Camerar. emendat
καταπληχθείς, allietus, imo obstupefactus, forte,
κατενεχθείς, dejectus. hoc καταφέρειν Nostro queque notat; et Virgil. Ge. iv, dejici jubet serpentem,
saxo, vel robore. Nisi sequeretur αναζῇ, et leniora
remedia hic intelligi possent: lege item, καταθελ·
χθείς.
καταδίκη τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, IV, 423: ob
illud irrogata, poena ejus. Metonym. καταδίκῳ, ΙΙΙ,
869, reo. damnato.
καταδουλώμενοι, II, 1441: vitiose fortasse, κατα
δουλούμ. vel καταδουλώμενοι.
καταδύεσθαι, ΙΙΙ, 820, occultari.
καταδυναστευόντων, III, 1115 init: simpliciter,
sine cas": pollentibus.
καταδύσεις. ΙΙ, 187 extr. latebras, speluncas.
καταθαῤῥεῖ ταύτης (τῆς ἑρμηνείας), ΙV, 619, eam
reddere audet. καταθαῤῥῆσαι του πολέμου, Ι, 352,
capere animum intrepidum ad bellum. κατεθαῤῥή
σαμεν τῆς ἑρμηνείας, ΙΙ, 20. κατεθαῤῥήσαμεν τὸν
βυθὸν τοῦ πελάγους, ΙΙ, 2: scil. εἰσελθεῖν. Aut accusal. pro genitivo, ut in κατατολμᾷν.
καταθέλγων τὴν ἀκοὴν, ΙΙΙ, 484: Paulus, asperiora prolaturus. κατέθελξε, Ι, 1364: Deus Cyrum
mitem et facilem reddidit Judæis.
καταθήσας, V, 21: melius, κατωθήσας, ab ὠθέω.
Etsi debebat, κατώσας. Ergo et καταθήσας, minus
analogice, a κατατίθημι esse possit. Forte καταδήσας, devinxit, constrinxit.
καταθύσας, ΙΙΙ, 1277, cum mactassel, edendam
scil. non sacrificandam.
καταιδεῖν, ΙΙΙ, 1073, reverentia implere.
καταιονῶμεν τῇ σπογγιᾷ τοῦ λόγου τὸ πάθος, IV,
793, abstergimus, purgamus, humectamus. καταιο
νῶσι βίᾳ τὰς κεφαλὰς, IV, 695: medici, linunt,
ungunt. καταιονῶσι τῇ σπογγιᾷ, IV, 879: medici,
purgant, abstergunt, rigant.
καταισχυμμὸν, 11, 950.
κατακέκραγεν ὁ ἀναθεματισμὸς τῆς ἀπιστίας
damnat errorem publice.
κατακενῶσαι τὸν θυμόν, Ι, 408, iram effundere,
crede explere. κατακενῶσαι τὴν πηγὴν τῶν οἰκτιρ
μῶν τῆς ἁμαρτίας τὸ ἕλκος, Ι, 933. Est exergasia,
hyperbolica plane et plus quam oratoria, præcedentis sententiæ: ut omnis misericordia in ipsum
eflundatur; sequitur: ut plaga evacuet omnem
fontem misericordia, i. e. ut omnis misericordia adhibeatur ei sanandæ.
κατακλύσαντος πέτραν, II, 1115: qui fecit, ut
aquas effunderet.
κατακλυσμόν, 1, 785: expl. de Evangelio prodilo.
κατακοντίζειν, I, 1412, interficere. κατακοντίσαι,
I, 408 init.: scil. gladio. I, 850, interficere. (Naui
Abisa volebat ei caput deripere.) κατακοντίσας, 1,
1400, delevit. II, 555 init.: angelus Assyrios. IV,
931, Nero, Petrum et Paulum. κατακοντίσας δι' ἀγω
γέλου, ΙΙ, 1395. κατακοντίσας προσευχῇ τὸν ᾿Αρειον,
III, 796, precibus mortem ejus accessiverat. κατα
ακοντίσει, ΙΙ, 1274, delebit.
κατακούοντες, 11, 1382: pro simplici.
κατακροτεῖ ἐπὶ τοῦ παρόντος, 1, 985, tangit illa
tempora, notat, accusat.
κατακρύψας τὴν ἀξίαν, ΙΙΙ, 454: Christus.
καταλαβεῖν τὴν ἐνεγκοῦσαν· vid. ένεγκ.
τις πύλας, ΙΙ, 498, consistere ibi. τὰ βασί
λεια, 308, eo venire. καταλαβεῖν τὴν ἀγέλην,
1, 306, redire ad gregem suum. καταλαβόντες
Ιάκωβον, ΙΙΙ, 1110, cum eum adiissent, convenissent. καταλαβὼν τὴν πόλιν, Ι, 424. καταλαβών
τὴν δορυάλωτον, III, 807, eam convenit, adiit.
καταλάβωσι σε οἱ καρποί, ΙΙ, 1352. καταλαμβά
νειν, ΙΙ, 263, viam ingredi, repetere: κατέλαβες πυ
θμένα γῆς, ΙΙ, 268, venisti in profundum. καταλαμ
βάνειν τὰ οἰκεῖα, II, 1633, domum redire. καταλαμβάνει τὴν πατρίδα, ΙΙ, 1243, eo venit. καταλαμβάνουσι, Ι, 1115, adeunt conveniunt, ad eum tendunt. καταληφθεὶς Ηλίας, 1, 1459, extr.: vitiose
col. 1013–1014page 75 of 154
PG 84:1013καταλειφθείς, μόνος κατελήφθη καταλήψεται την Σπανίαν, ΙΙΙ, 153. καταληψόμεθα τὸν οἶκον, 1, 873 καταλήψονται τὴν ἐνεγκοῦσαν, ΙΙ, 565, venerunt.καταλαβεῖν τ. ένεγκ. 615. κατειληφότων τοῖς ἀκτῖσι τὰ τέρματα τῆς οἰκουμένης, ΙΙΙ, 1106. κατέλαβε, κατέλαβε την Ἰουδαίαν, ΙΙ, 712, τὴν 'Ρώμην, ΙΙΙ, 1, τὸ ἔθνος, συνέδριον, ΙΙΙ, κατ έλαβεν ᾿Αθήνας, ΙΙΙ, 294, τὸ καταλαζονεύσῃ αὐτοῦ, 63, καταλαμπόμενον, 1092; θεῖ καῖς ἐνεργείαις, Λόγον κατέλαμψε τοὺς ἀκούοντας τῷ φωτὶ, 1, 1347 καταλείπω, κατα λιπὼν τὸν πατέρα κεχρῆσθαι τῇ εὐσπλαγχνίᾳ, Ι, 439: εάσας·: καταλιπών τῷ πατρὶ, κεχρ. καταλιπὼν αὐτὸν, και ἐάσας. καταλιπόντες Ἰουδαίους ληρείν, ΙΙ, 977 καταλιπ. εάσαντες, Ἰουδαίους Ιου δαίοις,ληρείν ληροῦντας. καταλ. καὶ ἑάσαντες ληρεῖν. κατέλιπε φέρεσθαι, 589: εἴασε, καταλιπών εἴασεν. καταλιμπάνεται κοινωνὸς τοῦ παιδός, 87, καταλιμπάνοντα, καταλλαγάς θείας πραγματεύονται, 1, 1105 καταλλαγάς Θεοῦ, ΙΙΙ, 13: ὑμετέρας, ΙΙΙ, 479. μετὰ καταλλαγῆς ἀποτίσουσιν, ΙΙ, 234, καταλλαγών, ΙΙΙ, καταλλαγῶν διάκονος, κατάλληλον τροφήν, Ι, 1524, καταλλήλων καλυμμάτων, ΙΙΙ, 669, καταλλήλων ἐχώρησαν, ΙΙΙ, 1275 κατ' ἀλλήλων. καταλογιούμεθα, 21. καταλόγου του ζώντων, 948: κατάλογον πολεμικών, 905, εἰς τὸν κατάλογον τῶν πλουσίων ἀναβαίνουσι, ΙΙΙ, 1311, εἰς τὸν κατάλογον τῶν πλουσίων μεταβάντας, 634, κατάλογον Αργοναυτῶν ἐπλή ρουν, ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν μαθητῶν ταχθείς, ΙΙΙ, καταλόγων στρατιωτικῶν ἡγούμενον, ΙΙΙ, 856. καταλόγους στρατιωτικοὺς, ΙΙ, δύναμιν ὀνομάζειν ειώθαμεν. καταλύσαι καταλύσαι) ὀφρὺν τετυφωμένην, Π, 1100. 1059 καταλύσαι), την μανίαν τῇ σφαγῇ τὸν πολέμιον, Ι, 977, πόλεμον. καταλύσαντες καταναλώσαντες. καταλυσάντων, Ι, κατέλυσαν σωτηρίαν, 541. σω τηρίαν. καταμείνῃ ἐν ἡμῖν, Τ. 39, καταμελήσωσι, 1667 καταναγκαζόμενοι, Ι, 1012 καταναγκαζόμενοι προσκυνῆσαι, Ι, καταναλώσαντες, 268: καταλύσαντες, ποι. 6. λόχους, ΙΙ, 1642, κατανύξει, 1, 624: τοῦ, ἐν τρόμῳ, κατανύξεως δάκρυον ἀναβλύζων, 111, 1147 κατανύξεως δάκρυα προχέειν, 1465 κατάνυξιν ἀντὶ σιγῆς τεθείκασιν οἱ Ο'. κατάνυξις, καταξαίνουσαν δημίου πικροτέρως φύσιν, ΙΙΙ, 618 κατα ξανθέντες αἰκίαις διαφόροις, ΙΙΙ, 1028. καταξιοῦντος Θεοῦ, ΙΠ, 1034, καταξιωθέντας, ΙΙΙ, καταξίωσόν μου δηλῶσαι, 1060. και αξίωσον εὔξασθαι, 1278. καταπαύσεις τρεῖς ἐν τῇ Γραφή. ΙΙΙ, 566. καταπημαίνουσι τὸ κάλλος, Ν, 54. παρατημ. καταπίνουσιν τὰ ἔθνη Ασσυρίοις, ΙΙ, 277. καταπιστεύσας, 111, 1229 καταποθούμενον, ΙΙ, 877: αἷμα ἐπὶ γῆς, καταποθὲν, καταπατούμενον. καταποντιστῶν, ΙΙΙ, 1130 καταπόσεις θεῶν, κατάῤῥησιν ἀπονοίας, 774: κατηγορίαν, ἀπόφασιν. κατασβέννυσθαι ψυχήν, ΙΙ, 225, κατασβέσαι ζά λην, ΙΙΙ, 524 κατασβέσαι τὸ ἄνθος, ΙΙ, 1540, κατασβέσω πανήγυριν καὶ θυμηδίαν, 870. κατέσβεσε την πλάνην, ΙΙ, 335. κατέσβεσε πυρετόν, ΙΙ, 231. κατασκευάζειν ποιεῖν, Ι, 12. κατασκευάζεις, 1045, κατα σκευᾶσθαι, ΙΙ, 463: κατεσκευάσθαι. κατεσκεύασαν τὸ μίσος, Ι, κατασκευὴν μιᾶς βίβλου, ΙΙ, 1309 κατασκήνωσιν τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1028, κατασκιάσουσιν ἄνθος προσώπων, 262, κατασκιρτᾷν τῆς ψυχῆς, 1028 κατάσκοπος, ΙΙΙ, κατάσκοπον, ΙΙ, κατασπαρήσεται, ; διασπαρ. κατέσπειραν, ΙΙ, 835: διέσπ. κατέσπειρεν ελπί δας ἀναστάσεως, κατασπῶν τὴν ὀφρύν, 845, κατάστασιν οἰκουμένης, Ι, 1295, καταστέλλει τὴν ὀφρύν· ἐφρύν, ΙΙΙ, 169. τὸν τύφον, ΙΙ, 565. καταστέλλων ὀφρὺν αὐτῶν, ΙΙ, 462. τὸν τύφον, κατέστειλε τὴν ἀλαζονείαν, ΙΙΙ, 10. καταστρατεύσας αὐτοῖς ἐμπίδας, 1235 αὐτοῖς αὐτῶν. καταστρέφοντες εἰς τέλος, ΙΙ, 370, καταστροφή, ΙΙΙ, κατασφαγεὶς τῇ προθυμίᾳ τοῦ πατρὸς, 205 κατασφάξαντας τὰ οἰκεῖα μέλη, 1201:: σφαγή. κατατέμνοντας τῆς Ἐκκλησίας τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 254 κατατέμνουσα μίαν προσκύνησιν, 510 κατατομα κλιμάκων, 530
pro καταλειφθείς, scil. μόνος· cum crederet, se
solum e pis superesse. Nunquam enim κατελήφθη
deprehensus est. καταλήψεται την Σπανίαν, ΙΙΙ, 153.
καταληψόμεθα τὸν οἶκον, 1, 873 init., eo veniemus.
καταλήψονται τὴν ἐνεγκοῦσαν, ΙΙ, 565, abibunt, qua
venerunt.καταλαβεῖν τ. ένεγκ. p. 615. κατειληφότων
τοῖς ἀκτῖσι τὰ τέρματα τῆς οἰκουμένης, ΙΙΙ, 1106.
κατέλαβε, 1, 400 med. 402 init.: exercitum, rediit
ad eum, pervenit, il joignit Carmée. κατέλαβε την
Ἰουδαίαν, ΙΙ, 712, venit eo. τὴν 'Ρώμην, ΙΙΙ, 1,
eo venit. τὸ ἔθνος, 111, 805, ad eos venit.
συνέδριον, ΙΙΙ, 819, coram concilio comparuit. κατέλαβεν ᾿Αθήνας, ΙΙΙ, 294, eo abiit.
τὸ
καταλαζονεύσῃ αὐτοῦ, V, 63, cum sapientiæ jactatione eum reprehendes.
καταλαμπόμενον, V, 1092; corpus Christi, θεῖ
καῖς ἐνεργείαις, quod per Λόγον junctum ostendere
posset opera divina ut intelligeretur esse_corpus
Dei. κατέλαμψε τοὺς ἀκούοντας τῷ φωτὶ, 1, 1347
active.
extr.,
'
καταλείπω, 1, 292 init. silentio preteream. καταλιπὼν τὸν πατέρα κεχρῆσθαι τῇ εὐσπλαγχνίᾳ, Ι,
439: pro εάσας· quasi: καταλιπών τῷ πατρὶ,
κεχρ. vel, καταλιπὼν αὐτὸν, degressus ab illo, και
ἐάσας. καταλιπόντες Ἰουδαίους ληρείν, ΙΙ, 977: aut
καταλιπ. pro εάσαντες, aut Ἰουδαίους pro Ιου
δαίοις,ληρείν pro ληροῦντας. Breviter dictum vide
tur pro, καταλ. καὶ ἑάσαντες ληρεῖν. κατέλιπε
φέρεσθαι, ΙV. 589: εἴασε, vel καταλιπών εἴασεν.
καταλιμπάνεται κοινωνὸς τοῦ παιδός, III, 87, redditur, fit, scil. testamento et hæreditate: relinquitur talis a testatore moriente. καταλιμπάνοντα, V,
1125 omittentem,intermittentem, aussetzen.
καταλλαγάς θείας πραγματεύονται, 1, 1105:
ascetis tribuitur, precantibus pro aliis. καταλλαγάς
Θεοῦ, ΙΙΙ, 13 extr.: pro singulari. ὑμετέρας, ΙΙΙ,
479. μετὰ καταλλαγῆς ἀποτίσουσιν, ΙΙ, 234, auctum
reddent, non id tantum, quod ademerant, sed
multo amplius. καταλλαγών, ΙΙΙ, 317, pro singulari. καταλλαγῶν διάκονος, ibid., Paulus: interpres,
doctor, legatus ei rei significandæ.
κατάλληλον τροφήν, Ι, 1524, natura eorum aptum
cibum. καταλλήλων καλυμμάτων, ΙΙΙ, 669, quæ sufficiant, vel, congruis nostræ conditioni. illud prae
ferendum. καταλλήλων ἐχώρησαν, ΙΙΙ, 1275: pro
κατ' ἀλλήλων.
καταλογιούμεθα, tribuemus. V, 21.
καταλόγου του ζώντων, I, 948: ex Hebr. κατάλο
γον πολεμικών, ΙI. 905, exercitum. εἰς τὸν κατάλογον
τῶν πλουσίων ἀναβαίνουσι, ΙΙΙ, 1311, divites funt.
εἰς τὸν κατάλογον τῶν πλουσίων μεταβάντας, 1V,
634, divites factos, κατάλογον Αργοναυτῶν ἐπλήρουν, IV, 767, in eorum numero erant, cum iis
ibant. ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν μαθητῶν ταχθείς, ΙΙΙ,
655: si prius discipulus et laicus fuerit. καταλόγων
στρατιωτικῶν ἡγούμενον, ΙΙΙ, 856. καταλόγους στρα
τιωτικούς, ΙΙ, 180, copias, exercitum ipsum: addit
δύναμιν ὀνομάζειν ειώθαμεν.
καταλύσαι (imo καταλύσαι) ὀφρὺν τετυφωμένην,
Π, 1100. Pag. 1059 (lege καταλύσαι), την μανίαν
deponere, lenire. τῇ σφαγῇ τὸν πολέμιον, Ι, 977,
tollere. Forte leg. πόλεμον. καταλύσαντες in deserto
40 annos, I, 268. Cod. καταναλώσαντες. Illud sign.
quasi in deversorio agentes, ut nuspiam consistentes, subinde tamen quiescerent, ac veluti deverterent ad stationes, καταλυσάντων, Ι, 779, castra
habentibus. κατέλυσαν σωτηρίαν, II, 541. vid. σωτηρίαν.
καταμείνῃ ἐν ἡμῖν, Sp. Τ. V, 39, veniat in nos,
et dein maneat.
καταμελήσωσι, II, 1667 init.
καταναγκαζόμενοι, Ι, 1012 extr.: non ut facerent tamen, aut vincerentur. καταναγκαζόμενοι
προσκυνῆσαι, Ι, 1461: quod tamen non fecere.
καταναλώσαντες, I, 268: legitur pro καταλύσαν
τες, ποι. 6. λόχους, ΙΙ, 1642, cedentes.
κατανύξει, 1, 624: expl. τοῦ, ἐν τρόμῳ, κατανύ
ξεως δάκρυον ἀναβλύζων, 111, 1147: ascetæ tribuitur.
κατανύξεως δάκρυα προχέειν, ΙI. 1465: semper
solebat asceta. κατάνυξιν ἀντὶ σιγῆς τεθείκασιν οἱ
Ο'. 1, 791 med. κατάνυξις, I, 550, dolor animi, ex
Act. 11, 37.
καταξαίνουσαν δημίου πικροτέρως φύσιν, ΙΙΙ, 618
extr., cruciantem, lacerantem, veluti virgis. καταξανθέντες αἰκίαις διαφόροις, ΙΙΙ, 1028.
καταξιοῦντος Θεοῦ, ΙΠ, 1034, juvante, propitio
Deo, καταξιωθέντας, ΙΙΙ, 960, cuni dignatus fuerit
Deus nos illustrare, ut vera videremus et perscriberemus. καταξίωσόν μου δηλῶσαι, IV, 1060. και -
αξίωσον εὔξασθαι, IV, 1278.
καταπαύσεις τρεῖς ἐν τῇ Γραφή. ΙΙΙ, 566.
καταπημαίνουσι τὸ κάλλος, Ν, 54. corrumpunt.
In marg. παρατημ. Illud melius.
καταπίνουσιν τὰ ἔθνη Ασσυρίοις, ΙΙ, 277.
καταπιστεύσας, 111, 1229: pro simplici.
καταποθούμενον, ΙΙ, 877: αἷμα ἐπὶ γῆς, corruple forte pro καταποθὲν, vel καταπατούμενον.
Mirum, libros nil variare.
καταποντιστῶν, ΙΙΙ, 1130: malis et hæreticis
episcopis, qui non essent gubernatores navis Eccl.,
sed eam mergerent fluctibus.
καταπόσεις θεῶν, IV, 114: pagani îngunt, Saturno devoratos natos.
κατάῤῥησιν ἀπονοίας, I, 774: pro κατηγορίαν,
ἀπόφασιν.
κατασβέννυσθαι ψυχήν, ΙΙ, 225, κατασβέσαι ζάλην, ΙΙΙ, 524 extr. κατασβέσαι τὸ ἄνθος, ΙΙ, 1540,
vigorem et colorem vultus mutare in pallorem et
maciem. κατασβέσω πανήγυριν καὶ θυμηδίαν, II,
870. κατέσβεσε την πλάνην, ΙΙ, 335. κατέσβεσε
πυρετόν, ΙΙ, 231.
κατασκευάζειν de tenebris, non ποιεῖν, Ι, 12.
κατασκευάζεις, V, 1045, destruis, evertis. κατασκευᾶσθαι, ΙΙ, 463: pro κατεσκευάσθαι. κατεσκεύα
σαν τὸ μίσος, Ι, 1185, sibi.contraxere.
κατασκευὴν μιᾶς βίβλου, ΙΙ, 1309: ut singuli
implerent unum et peculiare volumen.
κατασκήνωσιν τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1028, præsentiam
beatam Dei in cœlo et vita æterna.
κατασκιάσουσιν ἄνθος προσώπων, II, 262, dolorem vultu tristi fatebuntur.
κατασκιρτᾷν τῆς ψυχῆς, ΙV, 1028 init.: corpus
non debet.
κατάσκοπος, ΙΙΙ, 817: in concilio, nomine imperatoris, exconsul Dionysius, Aufseher, Commissarius. κατάσκοπον, ΙΙ, 954, 955, vigilem in specula.
κατασπαρήσεται, IV, 1007: gens Judaica per
terrarum orbem; pro διασπαρ. κατέσπειραν, ΙΙ,
835: Romani Judæos, pro διέσπ. κατέσπειρεν ελπίδας ἀναστάσεως, IV, 672: Christus ipse redivivus.
κατασπῶν τὴν ὀφρύν, 1V, 845, superbiam deprimens, imo, ut deprimam.
κατάστασιν οἰκουμένης, Ι, 1295, felicem statum
per Christum.
καταστέλλει τὴν ὀφρύν· vid. ἐφρύν, ΙΙΙ, 169. τὸν
τύφον, ΙΙ, 565. καταστέλλων ὀφρὺν αὐτῶν, ΙΙ, 462.
τὸν τύφον, ibid. κατέστειλε τὴν ἀλαζονείαν, ΙΙΙ, 10.
καταστρατεύσας αὐτοῖς ἐμπίδας, III, 1235: transitive, et αὐτοῖς pro αὐτῶν.
καταστρέφοντες εἰς τέλος, ΙΙ, 370, tendentes, venientes.
καταστροφή, ΙΙΙ, 859, furor, grassatio, quasi
oninia evertentium.
κατασφαγεὶς τῇ προθυμίᾳ τοῦ πατρὸς, ΙV, 205:
Isaacus,quantum in Abrahamo erat. κατασφάξαντας
τὰ οἰκεῖα μέλη, IV, 1201: episcopos: vid. σφαγή.
κατατέμνοντας τῆς Ἐκκλησίας τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 254
extr. qui nollent omnia ad communem usum
jungere, speruerent alios, et supervacaneus habe
rent. κατατέμνουσα μίαν προσκύνησιν, IV, 510:
uni Deo debitam, multis rerum ab eo effectarum
singulis tribuit.
κατατομα κλιμάκων, 1V, 530 extr. per scalas
col. 1015–1016page 76 of 154
PG 84:1015κατατολμᾷ τῶν κυμάτων, κατατολμᾷν μιαιφονίας, ΙΙΙ, 77. κατατολμᾷν διδασκαλίας, της, κατατολμῆσαι τῆς διδασκαλίας, 151: τὸ, Η τολμηρότερον γράψαι. κατατολμήσει τῶν ἀδύτων, κατατολμήσας τῶν ἀδύτων, ΙΙ, 206, κατετόλμησε τῆς οὐ προσηκούσης λειτουργίας, κατατολμήσας ἀγγέλων, ἀνεθεμάτισε, κατατολμήσας τῆς ἱερωσύνης, ΙΙΙ, 589. κατατολμήσοι τῶν ἀφράστων, 1002. κατατολμήσομεν τῆς προφητείας, 1, 605, κατατολμήσομεν τῆς ἑρ μηνείας, ΙΙ, 672, κατατολμῶν τῶν ἀσπίδων, ΙΙ, 252, κατατολμῶν τῆς ἱερουργίας, 592. κατατολιῶντες τῶν ἀδύτων, ΙΙ, 730. κατατολμώσης τῶν ἀδύτων τοῦ πνεύματος, κατετόλμησας ζώων, κατετόλμησε τοῦ θυσιαστηρίου, ΙΙ, κατατοξεύετε λόγοις βλασφήμοις, 867. κατατυρεύσαντες κατὰ τῶν εὐσεβῶν δεινά,1, κατά. καταυγάζων μελωδία μελωδία. καταφαίνεσθαι, κατεφάνη. καταφέννης, ΙΙΙ, κατὰ φέννης. φέννην, καταφλέγειν τὴν διάνοιαν, 1, 979 καταφλέγουσαν τὴν ἁμαρτίαν, κολυμβήθρα καταφρονεῖν τῶν θηρίων, Ι, 784, καταφρονήσαντες γήρως, 1165. καταφρονήσαντες χειμερινής ώρας, 1179, κατεφρόνησεν ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ, Π. 511: ύπερ εφρόν. καταφρονητής (τῶν ἄλλων ἐγένετο. καταχεθεῖσαν αὐτῶν δόξαν, ΙΙΙ, 135. καταχέοντες μυρία ἡμῶν, καταχρηστικῶς, κατα χρηστικῶς γεννώμεθα, 1025, φυσικῶς. καταχώννυσι τὸ λογικὸν ἡ ἀμετρία τροφῆς, ΙΙΙ, καταψηφίζεσθε ἀσθένειαν τοῦ ποιητού, ΙΙΙ, 1189. καταψηφισαμένοις ἐμμεῖναι, 1191 κατεψηφισμένοις, τῷ ἐμ μεῖναι, κατεψηφίσθησαν δουλείαν, Ι, 1084: κατ εψηφίσθη δουλεία αὐτῶν. κατεγλωττισμένους λόγους, 898. κατεδικάσθη δουλείαν, Ι. 774. κατεδικάσθημεν τὰς θλίψεις, ΙΙΙ, κατειδώλοις πόλεσι, ΙΙ, 1370: 16. κατειπεῖν τι τῶν ἀποῤῥήτων, 919. κατειργάσατο, κατεκάλυψε, κατεκήλησεν, κατεκοίμιζε, ΙΙΙ, 1496, κατέκρινεν αὐτὸν ὁ ἔλεος, Ι, 377, κατέλεξαν τοῖς θεοῖς,· ἐγκατέλεξαν. κατέλευον, κατενεγκάσης τὸν τύφον, Ι, 518: ταπει κατάσης. κατεντευχθείς, κατεπανέστησαν τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 832. κατε πανουργεύσατο γνώμην ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 1135. κατεπεμβαίνοντες ἀλλήλοις, ὡς πολεμίοις, 1, κατεποντίσθησαν, Ι, 1357 υποβρυχίους κύμασι κατεπόθησαν. κατεσχηλιτευμένα μέλη, ΠΙ, 1170, κατεσκηλιτευμένῳ σώματι, ΙΙΙ, 1992. κατέστησεν εἰς χρείαν· χρείαν. κατεστεμμένον κέδροις δρος, Π, 1378. κατευθύνοντο, κατώρθωσαν ἄν. κατευώδωσεν ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ι, 1066. κατέφαγεν τὸν νυμφίον, ΙΙ. 476 ὡς θηρίον. κατεφέροντο, ΙΙΙ, κατέχει τον στέφανον, 647, κατέχομεν περισσόν, ΙΙΙ, 40: έχομεν. προεχόμεθα. οὐ πάντων, κατέχων τὴν ἐπιστολὴν, Ι, κατά. κατηγορεῖ τὰς ἀχαριστίας, Ι, 1354 κατηγορεῖν τῆς θεραπείας του σώματος, ΙΙ, 1921. κατηγορείσθαι τοὺς αὐτοὺς ὠμότητα καὶ φιλανθρωπίαν, 1182. κατηγορηθεὶς, ΙΙ, κατηγόρησε ταῦτα κατ' αὐτῶν, 850 κατά. κατηγόρησεν αὐτῶν μέγιστον ἔγε κλημα, ΙΙΙ, 521. κατηγορήσῃ τῶν ὑποσχέσεων, Ι, ἵνα μὴ ψευδῶς κατηγορήσῃ, κατηγορουμένων, ΙΙΙ, κατηγορούμεν αὐτῇ ἀσθένειαν, 17, 1240. κατηγορούντων ἡμᾶς, 116. κατηγορία, Ι, 56, κατηγορία Νοουάτου, ΙΙΙ, 212, κατηγορία τῶν δικούντων, ΙΙΙ, 646: έντευξις, κατηγορίας τὸ ἔγκλημα, 25, κατήγορος κατήδεσαν, ΙΙΙ, κατηκόντισα, ΙΙΙ, 1255: κατο ηκόντισαν, κατ ηκόντισε, Ι, κατεκέντησε, τίσαν. κατηκόντισεν, κατηκόντισεν ή στρατιὰ τὸ στίφος, Ι, 382. κατηκοντίσθησαν ὀργάνων χωρίς, Ι, κατήκουσε, ΙΙ, 1472 κατήνας, ΙΙΙ, κατήνεγκε, ΙΙΙ, κατηνύασε, ΙΙ, 645: κατήνυσε, κατηυάσθη ἡ ζάλη, ΙΙΙ, 724: κατ
sursum deorsum evadit securus. κατατολμᾷ τῶν
κυμάτων, ΙV, 639, committit se fuctibus. κατατολμαν μιαιφονίας, ΙΙΙ, 77. κατατολμᾷν διδασκαλίας,
της, 111, 233 init., arrogare sibi ejus potestatem.
κατατολμῆσαι τῆς διδασκαλίας, III, 151: expl. τὸ,
Η τολμηρότερον γράψαι. κατατολμήσει τῶν ἀδύτων,
1. 199, audere eo ingredi, II, 649. κατατολμήσας
τῶν ἀδύτων, ΙΙ, 206, intrare ausus. κατετόλμησε τῆς
οὐ προσηκούσης λειτουργίας, invasit. κατατολμήσας
ἀγγέλων, 1V. 1290: Paulus, Gal. ut, ipsos ἀνεθεμάτισε, si alia docerent, κατατολμήσας τῆς ἱερωσύνης, ΙΙΙ, 589. κατατολμήσοι τῶν ἀφράστων, IV,
1002. κατατολμήσομεν τῆς προφητείας, 1, 605,
audebimus eam explicare. κατατολμήσομεν τῆς ἑρ
μηνείας, ΙΙ, 672, aggrediamur. κατατολμῶν τῶν
ἀσπίδων, ΙΙ, 252, audens eas tractare. κατατολμῶν
τῆς ἱερουργίας, I, 592. κατατολιῶντες τῶν ἀδύτων,
ΙΙ, 730. κατατολμώσης τῶν ἀδύτων τοῦ πνεύματος,
II, 2: bono sensu sign. ingredi audentis. κατετόλ
μησας ζώων, IV, 553 init., aggredi ausus es, dich
an sie gewagt. κατετόλμησε τοῦ θυσιαστηρίου, ΙΙ,
210, ausus est accedere.
κατατοξεύετε λόγοις βλασφήμοις, IV, 867.
κατατυρεύσαντες κατὰ τῶν εὐσεβῶν δεινά,1,
1089: pleon. κατά.
καταυγάζων μελωδία vid. μελωδία.
καταφαίνεσθαι, ΙII, 789: pro simplici: et mox,
κατεφάνη.
καταφέννης, ΙΙΙ, 997: disjunctive accipiendum,
κατὰ φέννης. vel φέννην, Phennesiis.
καταφλέγειν τὴν διάνοιαν, 1, 979: ut animum
meum ira excitarent. καταφλέγουσαν τὴν ἁμαρτίαν,
L 4005: tribuitur κολυμβήθρα baptismali.
καταφρονεῖν τῶν θηρίων, Ι, 784, vincere ea, preculcare. καταφρονήσαντες γήρως, IV, 1165. non
absterriti ab itinere longo cogitatione senectutis
sulæ. καταφρονήσαντες χειμερινής ώρας, IV, 1179,
non veriti hyemem, non absterriti ea ab itinere.
κατεφρόνησεν ἐπὶ τῇ βασιλείᾳ, Π. 511: pro ύπερεφρόν. vel καταφρονητής (τῶν ἄλλων ἐγένετο.
καταχεθεῖσαν αὐτῶν δόξαν, ΙΙΙ, 135. quæ de illis
vulgata obtineret. καταχέοντες μυρία ἡμῶν, IV,
1158, crimina in nos congerentes.
καταχρηστικῶς, V, 1005, angeli et hominis nomine venit Dens, non ut sit, sed ex aliqua similitudine et occasione aliquid faciendi, 1006. κατα
χρηστικῶς γεννώμεθα, V, 1025, improprie, moraliter, non, ut Christus a Patre: opp. φυσικῶς.
καταχώννυσι τὸ λογικὸν ἡ ἀμετρία τροφῆς, ΙΙΙ,
καταψηφίζεσθε ἀσθένειαν τοῦ ποιητού, ΙΙΙ, 1189.
καταψηφισαμένοις ἐμμεῖναι, IV, 1191: forte leg.
κατεψηφισμένοις, passive, ut conveniat τῷ ἐμ
μεῖναι, observare, de re enim dicitur. De hominibus, si maneat medium, significet parere, cedere.
κατεψηφίσθησαν δουλείαν, Ι, 1084: hypall. pro κατεψηφίσθη δουλεία αὐτῶν.
κατεγλωττισμένους λόγους, IV, 898.
κατεδικάσθη δουλείαν, Ι. 774. κατεδικάσθημεν τὰς
θλίψεις, ΙΙΙ, 1029, perpessi sumus.
κατειδώλοις πόλεσι, ΙΙ, 1370: ut Actor. xvi, 16.
κατειπεῖν τι τῶν ἀποῤῥήτων, IV, 919.
κατειργάσατο, II, 1163 init., vicerat, ceperat,
implerat, subegerat.
κατεκάλυψε, ΙV, 876: divinam naturam Christus
humana.
κατεκήλησεν, ΙII. 1153 movit, sollicitavit, persuasit ei.
κατεκοίμιζε, ΙΙΙ, 1496, domabat.
κατέκρινεν αὐτὸν ὁ ἔλεος, Ι, 377, culpa ei fuit,
et damnationis causa. Meton.
κατέλεξαν τοῖς θεοῖς, 1V,,806· pro εγκατέλεξαν.
κατέλευον, ΙV, 929, lapidarunt.
κατενεγκάσης τὸν τύφον, Ι, 518 init.: i. c. ταπει
κατάσης.
κατεντευχθείς, IV, 1440, accusatus, ut nos, does
jemand wider mich eingekommen wäre.
κατεπανέστησαν τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 832.
κατε πανουργεύσατο γνώμην ἐπὶ τὸν λαὸν τοῦ
Θεοῦ, ΙΙΙ, 1135.
κατεπεμβαίνοντες ἀλλήλοις, ὡς πολεμίοις, 1,
κατεποντίσθησαν, Ι, 1357: Dathan et Abiram:
terra, velut aqua hausti: unde et alibi υποβρυχίους
factos dicit, et de κύμασι loquitur. Cod. tamen
κατεπόθησαν.
κατεσχηλιτευμένα μέλη, ΠΙ, 1170, exarefacta.
κατεσκηλιτευμένῳ σώματι, ΙΙΙ, 1992.
κατέστησεν εἰς χρείαν· vid. χρείαν.
κατεστεμμένον κέδροις δρος, Π, 1378.
κατευθύνοντο, ΙII, 466, felices essent, omnia pulchre cederent; κατώρθωσαν ἄν.
κατευώδωσεν ἡμῖν τὴν σωτηρίαν, Ι, 1066.
κατέφαγεν τὸν νυμφίον, ΙΙ. 476: populus Judaicus
Christum interfecit, quia premisit ὡς θηρίον.
κατεφέροντο, ΙΙΙ, 857: ex ædibus, vel in carcerem.
κατέχει τον στέφανον, ΙV, 647, in capite gerit.
κατέχομεν περισσόν, ΙΙΙ, 40: pro έχομεν. Neque
videntur poni Pauli verba, quæ sunt: προεχόμεθα.
οὐ πάντων, sed explicari. κατέχων τὴν ἐπιστο
λήν, Ι, 725, in manibus habens, tenens. Redundat
κατά.
κατηγορεῖ τὰς ἀχαριστίας, Ι, 1354: pro genit.
κατηγορεῖν τῆς θεραπείας του σώματος, ΙΙ, 1921.
negligere, parvi pendere, ponere pro delicto, certo
impedimento cultus divini habere. κατηγορείσθαι
τοὺς αὐτοὺς ὠμότητα καὶ φιλανθρωπίαν, IV, 1182.
κατηγορηθεὶς, ΙΙ, 507 init., de quo referuntur vituperanda. κατηγόρησε ταῦτα κατ' αὐτῶν, IV, 850:
redundat κατά. κατηγόρησεν αὐτῶν μέγιστον ἔγε
κλημα, ΙΙΙ, 521. κατηγορήσῃ τῶν ὑποσχέσεων, Ι,
1117, neget, eventum iis constitisse. ἵνα μὴ ψευδῶς
κατηγορήσῃ, ut ostendat, causam fuisse, cur Deus
non redderet promissa. κατηγορουμένων, ΙΙΙ, 147.
med., repudiatorum, exclusorum favore Dei cam
reliquis Judais. κατηγορούμεν αὐτῇ ἀσθένειαν, 17,
1240. κατηγορούντων ἡμᾶς, IV, 116.
κατηγορία, Ι, 56, fagitium. Meton. κατηγορία
Νοουάτου, ΙΙΙ, 212, elenchus, refutatio. κατηγορία
τῶν δικούντων, ΙΙΙ, 646: dicitur έντευξις, cum
querimur apud Deum per preces de injuriis improborum. κατηγορίας τὸ ἔγκλημα, HI, 25, culpam rei,
cujus ipse accusaretur, in Evam rejecit.
κατήγορος recte dictorum, V, 5, reprehensor,
impugnator.
κατήδεσαν, ΙΙΙ, 969, reverentia impleverunt, ab
injuria absterruerunt.
κατηκόντισα, ΙΙΙ, 1255: dæmones, ait ascet. κατο
ηκόντισαν, interfecerunt, I, 880 init. II, 174, 1471
extr.: Jonam Ninivitæ: negantur scil. omnino,
interfecisse quocunque modo. IV. 929, interfecerunt, variis quidem modis, quos antea posuit. κατ
ηκόντισε, Ι, 328: Josua reges, i. e. interfecit;
nullum baculo ille quidem, forte leg. κατεκέντησε,
confodit. Sed et p. 340 de maxilla asini, xataxovτίσαν. Jonathan, praesidium Philistæorum, I,
373: gladio scil. II, 233, delevit. H, 575, occiderit.
1518, Deus per angelum Sanberibi exercitum, et
1575 med. IV, 1077, Simson maxilla asini hostes.
κατηκόντισεν, I, 532 extr. jugulavit. I, 1489:
Deus hostes. — 1, 401, 495 init,, 507, 1530, delevit.
- III, 1116: Arium Jacobus, precibus effecit, ut
moreretur. κατηκόντισεν ή στρατιὰ τὸ στίφος, Ι,
382. occidit. κατηκοντίσθησαν ὀργάνων χωρίς, Ι,
κατήκουσε, ΙΙ, 1472 init.
κατήνας, ΙΙΙ, 855: Latinum, catenas.
κατήνεγκε, ΙΙΙ, 1033: statuam imperatricis deje
cit, deturbavit.
κατηνύασε, ΙΙ, 645: pro κατήνυσε, confecit, profigavit. κατηυάσθη ἡ ζάλη, ΙΙΙ, 724: quasi κατ-
col. 1017–1018page 77 of 154
PG 84:1017ηνύθη, κατηνύσθη, κατην νάσθη, κατηξίωσεν, κατῆραν τὸ γένος ἐξ Ἰουδαίων, Ι, 1299 κατῃσχέθησαν, ΙΙΙ, 837: κατέχειν, κατηχήσας, ΙΙ, κατηχήσει πρώτῃ, ΗΙ, 776 κατισχύειν, κατιών, άνω. κατοικῶ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ, 1, 519 κατοιχομένου. Ι, 534, καταχω κότος, κατοπτρίζεσθαι τὸ θεῖον κάλλος, 1, 770 κατορθοῖ τὴν σωφροσύνην, ΙΙΙ, 181. καταρ θοῦται δίχα πόνου, 598, κατ ορθωμένων, Ι, 321: κατωρθωμ. κατορθών, ], 1104, κατορθώσας τὴν ἀρετὴν, Ι, 1014. κατορθώσαντες νίκην τοιαύτην, Ι, 1159. κατά ορθῶσαι ἀνδραγαθήματα, ΙΙ, 1615, κατορθώσαι σω φροσύνην, ΙΙΙ, 627. κατώρθου φιλοσοφίαν, Ι, 425, εἰς, κατά, κατορθοῦν 1. τέλειος ἦν, τελείαν ἀπεδείξατο. κατορθωθεῖσαν εἰρήνην, Ι, 1101, κατωρθωκὼς τὸ εἰδέναι συκοφαντεῖν, κατώρθωσεν τὴν ἀκροτάτην ἀρετὴν, Ι, 595. κατόρθωμα τοῦ νόμου, ΙΙΙ, 76, κατορθώμασιν ἀγέλης, Ι, κατορθώμασιν ἀρε τῆς, Ι, 1237. κατορθώμασιν ἀρετῆς ἐλάμπρυνεν, ΙΙ, κατορθώματα 1033. κατορθωμάτων, ΙΙΙ, 1148 κατόρθωσιν ἀρετῆς, ΙΙΙ, 93. κατοχῆς, καττίτερον, 539: κασσίτερον. κάτω συγγένειαν· συγγέν. τοῖς κάτω μέρεσι, παραδοῦσα, ΙΙΙ, κατωλιγώρησαν, Ι, 1351 καυλακαύαν, καυχάσθαι μεθ᾿ ἡμῶν, ΙΠ, 884, καφφωρέ 1, 567. κέδροις, ταῖς, κατεστεμμένον ὄρος, 1378 κέδρους, κείμενον, 1, 74: - 9, ὑπάρ χοντα, κείμενον Εμμανουήλ τὸ μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς, ΙΙ, 235 κείμενον κατὰ τοὺς Ο'· κατά. κεί μενον τὸ σῶσον δὴ ὡσαννὰ παρὰ Ἑβραίῳ, Ι, 1435 κειμένους ἀναστήσει, ΙΙΙ, 271, κειμένων σωμάτων, 652, κεῖται ἐν τῇ αἱρέ σει, ΙΙΙ, κεῖται τὸ ἱμάτιον σωτηρίου ἱμάτιον Ἰεσσιά, 11, κεκάθικε, Ι. 1408 κεκελεύκειν, ΙΙΙ, 799. κεκαλλιεπημένοις λόγοις, ΙΙ, 339 κεκαλυμμένος σαρκί, 265 κεκαπηλευκέναι τὸν λόγον τῆς ἀληθείας; ΙΙΙ, 843. κεχερσωμένη, 102: κεχερσωμ. κεκλημένους, Ι, κλητούς κεκονιαμένος κέκραγε, Ι, 892, κεκράξομαι, 1, Α προθυμία κεκωλυμένοι τῶν ἐθνῶν, 17, 887. τοῖς το κελεύει, 1, 86: κελεύοι, ἔλοιτο. χελεύει Η, 19, 160. κελεύει παιανίζειν, 1375, χελεύει τοῖς ἀπολαύουσι, ΙΙΙ. 393. πιστοῖς, ΙΙΙ, 665 τούτοις, ΙΙ. 615. προφήτη, ΙΙ, 441. τοῖς Ἰουδαίοις, 446; ΙΙ, 448, 508, 519, 562, 364 κελευόμενα σοι, ΙΙ, 702. κελεύσας, ΙΙΙ, κελεύσας αὐτῇ, Ι, 348: κελεύειν παρακελεύειν. κελεύσας τῷ Νῶς, 1, 589. κελεύσητε, 1191: κελευσθέν, επή γειλαν. κελεύων στοιχείοις, Ι, 283 παράδοξα απαραί νειν, κελλίω, ΙΙ, 838, κενὸν κενὸς οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἐκ τῆς Μαρίας, 1087, ναός, Λόγῳ, αεσα ρωμένος, Λόγον ἔνοικον. κενοτάφια, 1, 385. κέντρα του πόθου, 1, 390, 415 κέντρων, κέντρων εἰς πεῖραν ἐλθεῖν, κένωσις, 70, κένωσις εἰ ἔνω σις, κεραννῦντος, κεραννῦντος ἡμερότητι ἐξουσίαν, 482, κεράννυσι τῇ φορὰ τὴν ἀκαρπίαν, κεράννυσι τὸ ζοφώδες, κεράννυσιν ἡ σελήνη τῆς νυκτὸς τὸ ζοφώδες, 761. κεράσας τὸ ποτήριον. Ι, κέρας Ἰουδαίων εἰς ὕψος αἱρόμενον, 1156. κέρας σωτηρίας, 702. - σωτηρίας, Νικηφόρον ὅπλον, Ι, 880. κέρας τοῦ σταυροῦ, Ι, 1267 χέρας, Ιερά, κερατιοῦμεν τοὺς ἐχθρούς, ΙΙ, 1551 κέρδει χρημάτων, Ι, 435 κέρδος, 1110, κέρδος ἀγά πης, ΙΙΙ, κέρδος οἰκεῖον ἡγεῖται (ὁ Θεὸς) τὴν τῶν ἀνθρώπων ζωήν, 1301 χερεσείμ 1, 600. κεφάλαιον ἀγαθῶν, ΙΙ, 1396, κεφάλαιον ἐπ' ἄλλο μεταβῆναι, 808, κεφάλαιον εὐφροσύνης, 1, 1526, κεφάλαιον μέγι στον κηδεμονίας, μέγιστον. κεφάλαιον πάν των ἀγαθῶν, ΙΙ, 23, 920, ΙΙΙ, 128. κεφάλαιον πρῶτον, 111, 199 κεφάλαιον συνεπλήρωσε, ΙΙΙ, κεφάλαιον σω τηρίας, ΙΙ, κεφαλή σου ἱερὰ καὶ θεοφιλής ίστω, 1173 κεφαλὴν ὑμῶν ἱερὰν καὶ θεῷ φίλην ίχε τεύω, κεχερσωμένην πόλιν, 111, 979, κέχηνεν εἰς γῆν,
ηνύθη, vel κατηνύσθη, confecta, Anita est. An κατην
νάσθη, sopita est?
κατηξίωσεν, V, 1107 extr., dedignatus est, sprevit, recusavit.
κατῆραν τὸ γένος ἐξ Ἰουδαίων, Ι, 1299: ex iis
oriundi.
κατῃσχέθησαν, ΙΙΙ, 837: a κατέχειν, minus anaLogice certe debet esse sine iota subscr.
κατηχήσας, ΙΙ, 499 init., cum Christianum fe
cisset. κατηχήσει πρώτῃ, ΗΙ, 776: non que sit
secunda.
κατισχύειν, de mente improba quid? I, 126.
κατιών, 1, 944, progressus in oratione; quia scil.
initium vocavit άνω.
κατοικῶ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ, 1, 519: expl. bene.
κατοιχομένου. Ι, 534, defuncti, pro καταχω
κότος, præsens pro præter.
κατοπτρίζεσθαι τὸ θεῖον κάλλος, 1, 770: in tabernaculo.
κατορθοῖ τὴν σωφροσύνην, ΙΙΙ, 181. καταρ
θοῦται δίχα πόνου, IV, 598, eficitur, paratur. κατορθωμένων, Ι, 321: pro κατωρθωμ. κατορθών, ],
1104, regens, efficiens. κατορθώσας τὴν ἀρετὴν, Ι,
1014. κατορθώσαντες νίκην τοιαύτην, Ι, 1159. κατά
ορθῶσαι ἀνδραγαθήματα, ΙΙ, 1615, κατορθώσαι σω
φροσύνην, ΙΙΙ, 627. κατώρθου φιλοσοφίαν, Ι, 425,
suppleri potest, εἰς, κατά, aut accus. a κατορθοῦν
pendere, sign. h. 1. τέλειος ἦν, vel τελείαν ἀπεδεί
ξατο. κατορθωθεῖσαν εἰρήνην, Ι, 1101, constitutam,
plane effectam. κατωρθωκὼς τὸ εἰδέναι συκοφαν
τεῖν, V, 20, perfecle callens calumniandi arten.
κατώρθωσεν τὴν ἀκροτάτην ἀρετὴν, Ι, 595.
κατόρθωμα τοῦ νόμου, ΙΙΙ, 76, vis bona. κατορθώ
μασιν ἀγέλης, Ι, 91, virtutibus et bonis rebus,
quibus oves commendantur. κατορθώμασιν ἀρε
τῆς, Ι, 1237. κατορθώμασιν ἀρετῆς ἐλάμπρυνεν, ΙΙ,
159, laudibus; metonym. κατορθώματα Novi Test.
1033. κατορθωμάτων, ΙΙΙ, 1148: austeritatis
ascetica.
κατόρθωσιν ἀρετῆς, ΙΙΙ, 93.
κατοχῆς, ΙV, 952: ut occupentur a Deo fatidici.
καττίτερον, IV, 539: pro κασσίτερον.
κάτω συγγένειαν· vid. συγγέν. τοῖς κάτω μέρεσι,
παραδοῦσα, ΙΙΙ, 810, fecit, ut in infernum detrudezetur.
κατωλιγώρησαν, Ι, 1351 med.: pro simplici.
καυλακαύαν, ΙV, 292: Christum vocant Basilidiani.
καυχάσθαι μεθ᾿ ἡμῶν, ΙΠ, 884, publice profteri
fidem.
καφφωρέ expl, 1, 567.
κέδροις, ταῖς, κατεστεμμένον ὄρος, II, 1378: redundat artic. aut notat, proceris illis, notis, in
Sc. s. saepius memoratis. κέδρους, dupliciter expl.
I, 779, 780 extr.
κείμενον, 1, 74: quod legitur. - V, 9, ὑπάρ
χοντα, per se subsistentem. κείμενον Εμμανουήλ
τὸ μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς, ΙΙ, 235: pro quo est in Hebr.
Emmanuel. κείμενον κατὰ τοὺς Ο'· vid. κατά. κείμενον τὸ σῶσον δὴ ὡσαννὰ παρὰ Ἑβραίῳ, Ι, 1435:
:. e. pro eo, quod Græci posuere in Hebr. est hoc.
κειμένους ἀναστήσει, ΙΙΙ, 271, mortuos. κειμένων
σωμάτων, ΙV, 652, mortuorum. κεῖται ἐν τῇ αἱρέ
σει, ΙΙΙ, 414, absolvitur, censetur, continetur ea.
κεῖται τὸ ἱμάτιον σωτηρίου ἱμάτιον Ἰεσσιά, 11,
385: pro eo, quod est in Græco, hoc est in Hebr.
κεκάθικε, Ι. 1408 extr.
κεκελεύκειν, ΙΙΙ, 799.
κεκαλλιεπημένοις λόγοις, ΙΙ, 339: pleon.
κεκαλυμμένος σαρκί, ΙV, 265: Christus.
κεκαπηλευκέναι τὸν λόγον τῆς ἀληθείας; ΙΙΙ, 843.
κεχερσωμένη, V, 102 init.: pro κεχερσωμ. sign.
terram paganam.
κεκλημένους, Ι, 369: ex Aquila. Obs. istos convivas venisse, ne κλητούς alios putemus,
κεκονιαμένος transiit Israel mare rubrum, I,
144, leviter irroratus aspergine tenui.
κέκραγε, Ι, 892, dicit. κεκράξομαι, 1, 77Α
expl. de προθυμία - vid.
κεκωλυμένοι τῶν ἐθνῶν, 17, 887.
τοῖς
το
κελεύει, 1, 86: lege κελεύοι, sicut præcedit, ἔλοιτο.
χελεύει cum dat. I, 1123 init, 1063 med. 1515 med.,
Η, 19, 160. κελεύει παιανίζειν, II, 1375, hortatur,
incitat. χελεύει τοῖς ἀπολαύουσι, ΙΙΙ. 393.
πιστοῖς, ΙΙΙ, 665 extr. τούτοις, ΙΙ. 615.
προφήτη, ΙΙ, 441. τοῖς Ἰουδαίοις, 446; ΙΙ, 448,
508, 519, 562, 364 Init. κελευόμενα σοι, ΙΙ, 702.
κελεύσας, ΙΙΙ, 635: Paulus, digamiam, qui permisisset, liberum pronuntiasset, non improbassel.
κελεύσας αὐτῇ, Ι, 348: κελεύειν cum dativo est,
hortari, παρακελεύειν. κελεύσας τῷ Νῶς, 1, 589.
κελεύσητε, IV, 1191: sedi Rom. tribuit. κελευσθέν,
II, 405, quod rogatus sum; præcessit enim επή
γειλαν. κελεύων στοιχείοις, Ι, 283: pro accusat.
cum ellipsi, quid jusserit: scil. παράδοξα απαραί
νειν, vel, parere Judais.
κελλίω, ΙΙ, 838, cellula.
κενὸν venire ad Deum quid? I, 158. κενὸς οὐκ
ἐγεννήθη ὁ ἐκ τῆς Μαρίας, V, 1087, ναός, Jesus,
qua homo; non est natus sine Λόγῳ, cujus templum esset corpus. Eodem sensu negatur αεσαρωμένος, quasi tantum purgatus, ut capere posset,
non jam haberet Λόγον ἔνοικον.
κενοτάφια, 1, 385.
κέντρα του πόθου, 1, 390, 415: Lat. stimulos
amoris. Platonicum et Latinum. κέντρων, I, 547,
radiis, circinis. κέντρων εἰς πεῖραν ἐλθεῖν, IV,1361,
castigationem episcopalem et ecclesiast. experiri.
κένωσις, 1V, 70, expl. Apollinar. κένωσις εἰ ἔνω
σις, conf. V, 38 init.
κεραννῦντος, IV, 562 init., frigus auxilio ignis
minuente, frangente: sc. Paulo (non exelo), lignis
accensis. κεραννῦντος ἡμερότητι ἐξουσίαν, IV, 482,
mitigantem, lenientem. κεράννυσι τῇ φορὰ τὴν
ἀκαρπίαν, IV, 621, compensat, supplet, et occurrit,
mature reponendo, fere tollit, κεράννυσι τὸ ζοφώδες,
IV, 492 init., mitigat. lenit, illustrat. κεράννυσιν ἡ
σελήνη τῆς νυκτὸς τὸ ζοφώδες, ΙV, 761. κεράσας τὸ
ποτήριον. Ι, 1396: in Coena sacra. Neque enim
merum bibebant.
κέρας Ἰουδαίων εἰς ὕψος αἱρόμενον, IV, 1156.
κέρας σωτηρίας, expl. I, 702. - σωτηρίας, νικηφό
ρον ὅπλον, Ι, 880. κέρας τοῦ σταυροῦ, Ι, 1267: e
Suppl. χέρας, H, 895: ex alior. interpr. pro
Ιερά, Εzech. xxv!!,
κερατιοῦμεν τοὺς ἐχθρούς, ΙΙ, 1551: quasi aut e
Ps. xvHI, 30, aut e Lx, aut cvΙπ.
κέρδει χρημάτων, Ι, 435 extr. κέρδος, IV, 1110,
occasionem beneficentiæ exercendz. κέρδος ἀγάπης, ΙΙΙ, 251, præstantiam præ omni virtute, vel
mirifica. κέρδος οἰκεῖον ἡγεῖται (ὁ Θεὸς) τὴν τῶν
ἀνθρώπων ζωήν, I, 1301 med.
χερεσείμ expl. 1, 600.
κεφάλαιον ἀγαθῶν, ΙΙ, 1396, præcipuum, sine quo
reliqua nil prosint: dulcissimum. κεφάλαιον ἐπ'
ἄλλο μεταβῆναι, II, 808, rem. κεφάλαιον εὐφροσύ
νης, 1, 1526, summam voluptatem. κεφάλαιον μέγιστον – κηδεμονίας, IV, 659, argumentumn, opus,
negotium. Aut redundat μέγιστον. κεφάλαιον πάντων ἀγαθῶν, ΙΙ, 23, 920, summum, præcipuum, ΙΙΙ,
128. κεφάλαιον πρῶτον, 111, 199 extr.: Epistolæ i
ad Corinth. Paulum finisse dicit cap. vr extr. Imo
cap. v extr. Nam cap. v novum argumentum orditur.
Sign. Haupt-Abschnitt. κεφάλαιον συνεπλήρωσε, ΙΙΙ,
60, totam disputationem absolvit. κεφάλαιον σωτηρίας, ΙΙ, 545, fundamentum, fons.
κεφαλή σου ἱερὰ καὶ θεοφιλής ίστω, ΙV, 1173:
episcopo, κεφαλὴν ὑμῶν ἱερὰν καὶ θεῷ φίλην ίχε
τεύω, IV, 1192, te; episc. R.
κεχερσωμένην πόλιν, 111, 979, nondum Christianam, pagana horrentem superstitione.
κέχηνεν εἰς γῆν, II, 95, terrena appetit: ut 89
col. 1019–1020page 78 of 154
PG 84:1019κεχήνασι περὶ τὰ αἰσθητά μιν εἰς. κεχηνόσι περὶ γῆν, κεχρωσμένῃ φιλίᾳ, χρώννυται, κε χρωσμένοις εὐνοίᾳ ρήμασι, Ι. 828. κηδεμόνες κωμών, άρχοντας. κηδεμονίαν ἀνθρώπων πεπιστευμένοι, ΙΙΙ, 334 κηδεμονίαν ἐμὴν, ΙΙ, κηδεμονίας αλλό τριον, ΙΙ, κηδεστής, κηδεστρίας, ΙΙ, 1511, κηδόμενα ποθοῦντα. σωτηρίαν, 1, 1172 κημοὺς ἐκ δερμάτων, ΙΙ, 223, κηρογραφεῖσθαι, 134: τοῦ καὶ ἐκ ἀν ομοίων χηρογρ. χρωμάτων εἰκόνας, του, παρασκευάσαντος, δεδωκότος. κήρυγμα, ΙΙΙ, κηρύγματος, ΙΙΙ, 483: νόμος διὰ τῆς τοῦ κηρύγμα της διδασκαλίας, κηρύγματος, πρὸ τοῦ, συναφθέντων, ΙΙ, 206 κήρυκες τῆς οἰκείας αχαριστίας, Ι. 1570, κατήγοροι. κήρυξι, ΙΙΙ, κήρυξιν, ΙΙΙ, 352 κηρύττει σωφροσύνην αὐτῶν, 1110, κηρύττουσι τὸ δέος τῷ πειρῆσθαι λανθάνειν, 592, κηρύττων τὴν ἀγαθότητα, Ι, 1579. κήτη τῶν οὐρανῶν διεπέτασε, 1332 αύτη, κίβδηλον ἵματιον,? 1, 206. κιβοτος, Ι, 145: κιβωτός. κιγκλίδας, Ι, ἀνάκτορον κιγκλίδων, ΙΙΙ, 1252 Κιλίκισσα πόλις, ΙΙΙ, 1.195. κινδυνεύειν, κινεῖ πάντα πόρον, Ι, ει 285. κινηθείσης φιλανθρωπότερον τῆς συνόδου, κινήματα τῆς ἐννοίας, Ι, 885. κινήματα λογι σμῶν, ΙΙΙ, λογισμοί. κινῆσαν, καινίσαν, ΙΙΙ, 745, 130; ἐμπνεύσαν, ενεργῆσαν, κινήσας τὴν οὐσίαν οὐσίαν. κινοῦσι λογισμόν πάντα, Ι, 1540. κι νοῦσι πάντα πόρον, ΙΙ, 212, κεκίνηκε τὴν λόγων λόγων. κεκίνηκε, κεκινηκότες ἑαυτοὺς, ΙΙ, 369: ἐπαναστάντες. κίνησιν ἐν ἡμῖν ἔχει τὰ φυσικὰ, 18, κίνησιν, στάσιν, βεβαίωσιν λογισμῷ κίονας πάντων τῶν ἐν κόσμῳ, 753 οίκου, ένης. κιόνων, κιρναμένων — κλήσεων, — φύσεων, 62 κλείθρων (τῶν) τῆς Παρθένου ἐπικειμένων, κλέος εὐρύ, ΙΙΙ, 1219. κλέπτει ὁ πόθος τὸ δίκαιον, 1061, κλέπτεις τῶν ὀρνίθων τὴν αἴσθησιν, 17, 552 έκλεψε νόον πύκα περ φρονεόντων. κλέπτειν, 1, 69 κλέπτειν σωφροσύνην, ΙΙΙ, κλέπτουσι λόγους προφητικούς, ΙΙ, κλέψῃ τὸν νοῦν τῆς φαντασίας, ΙΙΙ, κλέψω, ΙΙΙ, κεκλοφότας τὴν ἀλήθειαν, ΙΙΙ, 115, κεκλοφότες ὄνομα θεῖον, κεκλοφώς, κεκλοφώς ὄνομα θεός, 454 κληδών 1, 548. κληρικοί, ΙΙΙ, 855: λαῶν. κληρικούς, 111, 1035. κληρικούς τῶν ἐπισκόπων, ΙΙΙ, 851, κληρικῶν, κλήρον, Ι, 1150, 1355; ΙΙΙ, 1042: κληρονομίαν, κλῆρον δέχεται, 87, κλήρον εὐσεβείας, ΙΙΙ, 829, κλῆρος τῆς Ἱερουσαλήμ, Ι, 481. κληρονομήσαι θρόνον, ΙΙΙ, 984, κληρονομήσαντες τῆς ὀνομασίας, Ι, 685 κληρονόμοι γενόμενοι. κληρονομούντες ἐντεῦθεν τὴν αἰώνιον ζωήν, ", κλη ρονομούσι, ΙΙ, 382, κεκληρωμένος φύσιν θνητήν, ΙΙΙ, 1084. κληρονομία νέα, 1064, κληρονομίας πατρώας, κληρονομίαν σαρκός, κληρονόμος, Ι, κληρονόμου, ΙΙ, 1601. κληρονόμον, 1167, κληρονόμον προεδρίας, ΙΙΙ. κληρονόμοι τῶν ἐν Νικαίᾳ Πατέρων, ΙΙΙ, 872 κληρονομούσι 634. 657, κληρονομοῦσα κληροῦν τιμωρίαν, κληρωθέντας οἰκεῖν, Ι, 1031. κλήσεως ἀρχὴν, ἀρχὴ, κλῆσις, κλή σεως γράμματα, κλῆσιν, ΙΙΙ, κλῆσιν βασιλικήν. ΙΙΙ, 908, κλήσεων, κλίνοντας τὸν ζυγόν, ΙΙΙ, 321 ἐννεύοντας. κλινοπετεῖς, ΙΙΙ, 1052, κλοπὰς λόγων, κλώντων, 512: τοὺς πόρους πόρους) φραττόντων, κοιλίᾳ ἐγκεφάλου, 824. κοιλίᾳ καρδίας εὐωνύμῳ, 514. κοιλίας μου, 1, 860. κοινὸς ὁ λόγος, κοινοῦ πατρὸς ὑμῶν, κοινῇ διαλέγεσθε, ΙΙΙ, 261, κοινῇ κτίσει διαφέρει, ΙΙΙ, 846 κοινὴν, ἡμέραν ἀποφαίνεις: τουτέστι, βέβηλον. κοινὴν πίστιν, ΙΙ, 244: κοινὸν βέβηλον κοινὸν, Ι, 990: ἀπὸ τῶν πνευματικῶν ἐπὶ τὰ σωματι
extr. κεχήνασι περὶ τὰ αἰσθητά μιν εἰς. κεχηνόσι
περὶ γῆν, 1, 215, suspensis ab agricultura, ei unice
deditis et fidentibus.
κεχρωσμένῃ φιλίᾳ, II, 820, falsa. Ipsa quidem
amicitia non χρώννυται, sed odium specie ejus. κεχρωσμένοις εὐνοίᾳ ρήμασι, Ι. 828.
κηδεμόνες κωμών, IV, 601: hos proprios facit
virorum vel pagorum, præfectos, curatores, Amtleute, sicut urbium άρχοντας.
κηδεμονίαν ἀνθρώπων πεπιστευμένοι, ΙΙΙ, 334
extr. angeli dicuntur. κηδεμονίαν ἐμὴν, ΙΙ, 993:
scil. propriam, præcipuam. κηδεμονίας (Dei) αλλό
τριον, ΙΙ, 766: vocat impium: scil. benevola, benigna, felici.
κηδεστής, socer, I, 132 (et al.): vid. not.
κηδεστρίας, ΙΙ, 1511, socrum.
κηδόμενα
sign. ποθοῦντα.
σωτηρίαν, 1, 1172: pro genit. Εt
κημοὺς ἐκ δερμάτων, ΙΙ, 223, servis circumponi
dicit.
κηρογραφεῖσθαι, IV, 134 extr.: τοῦ καὶ ἐκ ἀνομοίων χηρογρ. χρωμάτων εἰκόνας, excidisse videtur
post του, παρασκευάσαντος, δεδωκότος.
κήρυγμα, ΙΙΙ, 164 init.: simpliciter evangelicam
doctrinam. κηρύγματος, ΙΙΙ, 483: opp. νόμος sign.
Evangelii doctrinam: ut mox, διὰ τῆς τοῦ κηρύγμα
της διδασκαλίας, docendo Evangelio. κηρύγματος,
πρὸ τοῦ, συναφθέντων, ΙΙ, 206: priusquam apud
illos innotesceret Evangelium, imo ab illis acciperetur.
κήρυκες τῆς οἰκείας αχαριστίας, Ι. 1570, testes
κατήγοροι. κήρυξι, ΙΙΙ, 256: simpliciter, apostolis.
κήρυξιν, ΙΙΙ, 352: apostolis.
κηρύττει σωφροσύνην αὐτῶν, II, 1110, ostendit
(ea res), signum ejus est. κηρύττουσι τὸ δέος τῷ
πειρῆσθαι λανθάνειν, 1V, 592, fatentur, produnt.
κηρύττων τὴν ἀγαθότητα, Ι, 1579. Deus, ostendens.
κήτη τῶν οὐρανῶν διεπέτασε, I, 1332: vitiose,
pro αύτη, fornices, ut alibi.
κίβδηλον ἵματιον, quid et cur? 1, 206.
κιβοτος, Ι, 145: pro κιβωτός.
κιγκλίδας, Ι, 94, septa, cancellos. III, 1050:
ἀνάκτορον ungentes. κιγκλίδων, ΙΙΙ, 1252 extr.,
cancellis, quibus seplus erat, ut hodie, locus judicii.
Κιλίκισσα πόλις, ΙΙΙ, 1.195.
κινδυνεύειν, IV, 1140, praesentem venire ad judicium, coram experiri.
κινεῖ πάντα πόρον, Ι, 284, adhibet; il fait agir,
ει 285. κινηθείσης φιλανθρωπότερον τῆς συνόδου,
κινήματα τῆς ἐννοίας, Ι, 885. κινήματα λογι
σμῶν, ΙΙΙ, 596: quia et cupiditates sunt λογισμοί.
κινῆσαν, legitur pro καινίσαν, ΙΙΙ, 745, n. 130;
sign. ἐμπνεύσαν, ενεργῆσαν, κινήσας τὴν οὐσίαν
vid. οὐσίαν. κινοῦσι λογισμόν πάντα, Ι, 1540. κι
νοῦσι πάντα πόρον, ΙΙ, 212, omnia faciunt. κεκίνηκε
τὴν λόγων vid. λόγων. κεκίνηκε, coepit, ortus
esί. κεκινηκότες ἑαυτοὺς, ΙΙ, 369: ἐπαναστάντες.
κίνησιν ἐν ἡμῖν ἔχει τὰ φυσικὰ, V, 18, originem.
κίνησιν, στάσιν, βεβαίωσιν in λογισμῷ distingu.
κίονας πάντων τῶν ἐν κόσμῳ, III, 753: apostolos, sustinentes cognitionem doctrinæ, et curam
οίκου, ένης. κιόνων, ΙV, 523, fistularum, tuborum,
in aqueductibus.
κιρναμένων — κλήσεων, — φύσεων, ΙV, 62: quia
appellationes permutantur, consociatio intima indicatur.
κλείθρων (τῶν) τῆς Παρθένου ἐπικειμένων, ΙV,
118, clauso Mariæ utero, quia virgo erat, ob virginitatem.
κλέος εὐρύ, ΙΙΙ, 1219. (Homericum.)
κλέπτει ὁ πόθος τὸ δίκαιον, IV, 1061, facit ut in
suam partem pronuntietur, idque nobis justum videatur: vel, fallit sensum justi et eximit. κλέπτεις
τῶν ὀρνίθων τὴν αἴσθησιν, 17, 552 init., fallis, quasi
erepto sensu. Ex Homerico, έκλεψε νόον πύκα περ
φρονεόντων. κλέπτειν, 1, 69: tribuitur Adamo veti
tum fructum edenti. κλέπτειν σωφροσύνην, ΙΙΙ,
1155, se ab illa alienare fraude. κλέπτουσι λόγους
προφητικούς, ΙΙ, 519, vere prophetarum vocibus
pro suis utuntur. κλέψῃ τὸν νοῦν τῆς φαντα
σίας, ΙΙΙ, 1124 init., avocaret ipsi animum invito
a cogitatione Dei. κλέψω, ΙΙΙ, 1261, simulatione
aliqua interim, paululum, ab eo auferrem, levarem
onere nolentem. κεκλοφότας τὴν ἀλήθειαν, ΙΙΙ, 115,
vero dissimulato, occultato. κεκλοφότες ὄνομα θεῖον,
ΙV, 1501. κεκλοφώς, IV, 858: Plato, e prophetis.
κεκλοφώς ὄνομα θεός, IV, 454: diabolus.
κληδών expl. 1, 548.
κληρικοί, ΙΙΙ, 855: opp. λαῶν. κληρικούς, 111,
1035. κληρικούς τῶν ἐπισκόπων, ΙΙΙ, 851, comites,
administros, Capellane. κληρικῶν, IV, 1147; distingu. ab episcopis.
κλήρον, Ι, 1150, 1355; ΙΙΙ, 1042 init.: pro κληρονομίαν, ex Hebr. κλῆρον δέχεται, III, 87, hæreditalis
partem ex testamento capit. κλήρον εὐσεβείας, ΙΙΙ,
829, hæreditatem. κλῆρος τῆς Ἱερουσαλήμ, Ι, 481.
locus, situs, regio urbis,
κληρονομήσαι θρόνον, ΙΙΙ, 984, succedere episcopo: non fium sane, sed alium creatum. κληρονο
μήσαντες τῆς ὀνομασίας, Ι, 685 init., nacti. Obs. et
genit. pro accus. quasi, κληρονόμοι γενόμενοι.
κληρονομούντες ἐντεῦθεν τὴν αἰώνιον ζωήν, ",
1495 extr.: e paupertatis et quietis studio. κληρονομούσι, ΙΙ, 382, accipiunt. κεκληρωμένος φύσιν
θνητήν, ΙΙΙ, 1084.
κληρονομία νέα, I, 1064, populus Novi T. κληρο
νομίας πατρώας, III, 1159: Abrahami, fidei in
Christum. κληρονομίαν σαρκός, IV, 52, salutem humanæ naturæ nostræ, quæ nulla sit, ni Christus
homo.
κληρονόμος, Ι, 775 extr., particeps; ex Hebr.
κληρονόμου, ΙΙ, 1584 extr.: simpliciter Christi,
1601. κληρονόμον, V, 1167, asseclam. κληρονόμον
προεδρίας, ΙΙΙ. 1025, successorem in episcopatu.
κληρονόμοι τῶν ἐν Νικαίᾳ Πατέρων, ΙΙΙ, 872: qua
professionem fidei.
κληρονομούσι expl. I, 634. Hinc p. 657, κληρονομοῦσα esl, anima pia.
κληροῦν τιμωρίαν, 1, 48, proponere, imponere.
κληρωθέντας οἰκεῖν, Ι, 1031.
κλήσεως ἀρχὴν, II, 410, ipsam vocationem: ca
enim est, ἀρχὴ, κλῆσις, per metonymiam, notat
statum consequentem, ut essent populus Dei. κλή
σεως γράμματα, ΙV, 1076, convocatoria ad synodum, vel evocatoriæ. κλῆσιν, ΙΙΙ, 377, appellationem. III, 828. evocationem a Julio ep. factam Rom
mam. κλῆσιν βασιλικήν. ΙΙΙ, 908, jussum imp. ut
veniret. κλήσεων, 1V, 62, nominibus.
κλίνοντας τὸν ζυγόν, ΙΙΙ, 321: boves, dum alter
huc trahit, alter illuc. Vid. et ἐννεύοντας.
κλινοπετεῖς, ΙΙΙ, 1052, decubantes.
κλοπὰς λόγων, IV, 842: acute et fallaciter captioseque dicta.
κλώντων, IV, 512: τοὺς πόρους (vide πόρους): moventium, ut effundant humorem malignum e corpore: deinde φραττόντων, ne amplius ibi contrahatur, aut in alias partes corporis effundatur.
κοιλίᾳ ἐγκεφάλου, IV, 824. κοιλίᾳ καρδίας εὐωνύ
μῳ, ΙV, 514. κοιλίας μου, expl. 1, 860.
κοινὸς ὁ λόγος, IV, 830: de quo inter omnes
constet et conveniat. κοινοῦ πατρὸς ὑμῶν, IV, 1984:
Joan. Ant. de Acacio. G P. κοινῇ διαλέγεσθε, ΙΙΙ,
261, omnes simul. κοινῇ κτίσει διαφέρει, ΙΙΙ, 846:
Christus, qua homo, qua reditum a morte primarium. κοινὴν, 1, 275: filiorum accusationem esse
voluit Deus; i. e. neque a patre solo, neque a matre sola, sed ab utrisque conjunctim, institui.κοινὴν
ἡμέραν ἀποφαίνεις (Sabbatum): τουτέστι, βέβηλον.
κοινὴν πίστιν, ΙΙ, 244: opp. mirificæ. κοινὸν et
βέβηλον synonyma ponit, il, 365 bis. κοινὸν, Ι,
990: expl. ἀπὸ τῶν πνευματικῶν ἐπὶ τὰ σωματι
col. 1021–1022page 79 of 154
PG 84:1021και κοινὸν τῆς δεσποτείας, 744, κοινὸν τικοίς, 1, 561; κοινῶν ἐκδικίαν κοινῶν πατέρων, 775: σφε ὡς κοινοῖς τοῖς ἁγίοις χρησάμενοι, Ι, κοινοποιείται τοῖς πᾶσιν, 1042 κοινοποιείται τοῖς ἄλλοις ἄστροις, 1043, κοινότης, ὑποστάσει 938 κοινότητα καὶ ἑνότητα, θεότης. 461. κολάσαι τὴν πονηρίαν, 111, 890 Κολασσαί, Κολασσαεῖς, ΙΙΙ, 7, 8, 471 κόλλην ἐκ μολίβδου καὶ κασσιτέρου, 101 κολοφῶν, 1124 κολοφών) ενώσεως κολοφὼν ἀγαθῶν, ΙΙ, 159; 451, κολοφών φιλανθρωπίας, ΙΙ, 23. φιλοσόφων· 704. κολοφώνα τῆς ἀσε φῶνα τῶν εὐεργεσιών, ΙΙΙ, 94 κολοφῶνα τῶν κολποειδὲς πεδίον, ΙΙΙ, 1150. ἱερὰν μητέρα ἔχει, ΙΙ, νεῖν τῷ Κυρίῳ διὰ τοῦ αὐτοῦ σώματος καὶ αἵματος, κοινωνῆσαι αὐτῷ τοὺς Γότθους, ΙΙ, 1013 μετέχειν· κοινωνήσας σὺν αὐτῷ τραπέζης, ΙΙ, 574 κοιν. αὐτῷ τῆς τρ. κοινώνησον τῷ βασιλεῖ. ΙΙΙ, κοινωνοῦσι τῷ θυσιαστηρίῳ, ΙΙΙ, 229 κοινωνῶν τοῦ συνεδρίου, ΙΙΙ, 829 κοινωνία ἴδιον τοῦ γάμου, 1, 556, ὁμιλία, γαμικῆς κοινωνίας κοινωνίας μυστικῆς ἐν τῷ Πάσχα με ταλαχεῖν παρεσκεύασα, 1182. κοινωνίαν, Ι, 424; εἰς τὸ Πάσχα, ἐν τῷ Πάσχατι, κοινωνίας Κοινωνίαν Εὐαγρίου, ΙΙΙ, 1061 κοινωνίαν πρὸς τούτους, ΙΙΙ, 830, χειροτονίαν, τῷ, πρὸς τούτους πρὸς τούτων. κοινωνίαν προσφέρειν, Ι, 1365: προς κοινωνικοὶ βίοι, 1, 760, κοινωνία. κοινωνικῶν, 111, 878, κοινωνικούς, ΙΙΙ, 675: άτυφον ἦθος ἔχοντας, κοινωνικούς κολάζομεν τὸ ψυχρόν τῷ θερμῷ, ΙΙΙ, 77. κολάζων τὸν λόγον, ἵνα μὴ γένηται νόμος, κομᾷ χαρίσμασι διπλοῖς, 681 κομβύλους βομβύλους λοπρεπέστατον, 1154. κόμητα προβάτων, ΙΙΙ κόμητι καὶ πρωτεύοντι, 1094 κομητιανῆς τάξεως πράκτορες, 1101, ἀληθείᾳ τὴν γλῶσσαν κοσμοῦντας, εἰ σωφροσύνῃ λάμποντας. κομμῷ, ΙΙ, 273. κομμοῦν εὐεπίᾳ λόγους, 17,843. κομψεία λόγου, 484. κόνεως σωμάτων ἀθανασίαν, ΙΙΙ, 615. κόνιν θυ κόνις τῆς δαμάλεως, ΙΙΙ, 602, κονισαμένους ὕλη ἀπαιδεύτῳ κατὰ τοῦ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 742
και κοινὸν τῆς δεσποτείας, IV, 744, unitatem. κοινὸν
Cov, V, 1092, verum animal, ex anima et corpore,
ut sunt omnia vere (wa, in primis homines veri,
quales sumus omnes. xová (vestimenta) opp. tepaτικοίς, 1, 561; etiam regi gestata. κοινῶν ἐκδικίαν
poolaбóvta, III, 809, publicum auxilium principis
et imperii. κοινῶν πατέρων, III, 775: opp. σφε
Tépous, suarum partium: illi ergo sunt Ecclesiæ
catholicæ. ὡς κοινοῖς τοῖς ἁγίοις χρησάμενοι, Ι,
1127 pro Bois ex usu tŵy O'et Novi Test.
xoivaç panelaç, III, 237, Agapas.
κοινοποιείται τοῖς πᾶσιν, V, 1042: idem est cum
reliquis, nil præ iis solum habet. xoivoniei, V,
1043: ut p. præc. in iisdem verbis, xoɩvonoleitai.
κοινοποιείται τοῖς ἄλλοις ἄστροις, V, 1043, idem sit
cum reliquis, omnia habeat communia.
κοινότης, ab ὑποστάσει difert, V, 938 seq. κοινό
τητα καὶ ἑνότητα, V, 1009: quod una numero esset
corum θεότης.
461. κολάσαι τὴν πονηρίαν, 111, 890: suam,
nuere, sibi ab ea temperare.
inixolaxɛla, III, 1315: Potipheræ, erga Josephum:
blanditiæ, illecebræ.
Κολασσαί, Κολασσαεῖς, ΙΙΙ, 7, 8, 471 seq.: semper per a. Kolosσaɛūst, IV, 472 extr.: hic
per (o).
κόλλην ἐκ μολίβδου καὶ κασσιτέρου, IV, 101: ad
ferruminandum.
xo).06wτépwv, III, 734, inferiorum, imperfectiorum, magis circumscriptorum, captui facilius re
spondentium.
κολοφῶν, IV, 1124 extr. (pro κολοφών) ενώσεως
summa, intima conjunctio. κολοφὼν ἀγαθῶν, ΙΙ,
159; 1V, 451, summum. κολοφών φιλανθρωπίας, ΙΙ,
23. φιλοσόφων· Plato, IV, 704. κολοφώνα τῆς ἀσε
6etas, I, 1362 extr., summam impietatem. xohoφῶνα τῶν εὐεργεσιών, ΙΙΙ, 94 init. κολοφῶνα τῶν
xaxwv, II, 854, summam improbitatem.
κολποειδὲς πεδίον, ΙΙΙ, 1150.
xoluµ6h0pa, I, 144, baptisterium, IV, 37, baptismus, III, 226 init. xoλuμ60 pay ȧylav, 1, 1331,
baptismum ipsum, opus baptizandi: post acceptum
baptismum metonymia.· ἱερὰν μητέρα ἔχει, ΙΙ,
129 med. — lɛply xai bɛlav, II, 1516, baptisterium,
baptismum.-0ɛlav, I, 1005, 1045, baptismi locum.
xoLvwvelv Yuvait, IV, 944, concumbere. xotvwνεῖν τῷ Κυρίῳ διὰ τοῦ αὐτοῦ σώματος καὶ αἵματος,
III, 229. xovwvvat, III. 766, recipi et admitti in
societatem clericorum et Ecclesiæ ac liturgiæ celebrandæ. κοινωνῆσαι αὐτῷ τοὺς Γότθους, ΙΙ, 1013:
nt ipsius doctrinam susciperent. xotvwvñat auth,
IV, 340, rem cum muliere habere. xotvwvñoavfux,
V, 1075: prouxis, quod habeat animam.xotvwvf-xoluµáƒ@pas & touμévous, II, 252, baptizatos.
Gavtes rap, III, 997, sepulti; pro genitivo ut
μετέχειν· κοινωνήσας σὺν αὐτῷ τραπέζης, ΙΙ, 574:
pro, κοιν. αὐτῷ τῆς τρ. κοινώνησον τῷ βασιλεῖ. ΙΙΙ,
975, amplectere sententiam imp. de dogmate fidei,
Arianam. xotvwYOUμEY TO DECTÓry, III, 229 init.,
ei jungimur. κοινωνοῦσι τῷ θυσιαστηρίῳ, ΙΙΙ, 229:
quia unam eamdemque victimam et offerunt et
comedunt. κοινωνῶν τοῦ συνεδρίου, ΙΙΙ, 829: imper. Const. M.
'
xoɩvwvla, I, 275: disting. a yάµw, sign. consuetudinem ante matrimonium, quasi licitam cum
ancilla, κοινωνία ἴδιον τοῦ γάμου, 1, 556, ὁμιλία,
concubitus. xotvwvla toù yáμnu, II, 89, copula
matrimonialis: et mox, γαμικῆς κοινωνίας· in
Coena sacra. xoɩvwvla humanitatis in Christo ostendit, eum adorandum et ut hominem: V, 32; sed
naturas distinguendas. Ibid. xotvwvias, III, 966,
concubitum conjugalem. III, 335; IV, 786, 468
init., conjugalis copulæ. xotvwvlas aresteption.
III, 787 Arius, morte subita, quo minus veniret
ad conventum Christianorum, in ecclesiam, ut
constituisset. κοινωνίας μυστικῆς ἐν τῷ Πάσχα με
ταλαχεῖν παρεσκεύασα, ΙV, 1182. κοινωνίαν, Ι, 424;
IV, 458, concubitum. xowvwvlav autolę to Пioxa
8:66vat, IV, 1158 extr.: ut paschatis festo admitterentur ad Eucharistiam, eoque significaretur, nolle
nos abstinere eorum communione. to Пáoɣa aut
est pro, εἰς τὸ Πάσχα, ἐν τῷ Πάσχατι, aut sign.
communionem paschalem, κοινωνίας eccl. pignus.
Κοινωνίαν Εὐαγρίου, ΙΙΙ, 1061: ut eum vellent
episcopum habere. κοινωνίαν πρὸς τούτους, ΙΙΙ, 830,
Lectio n. 44. χειροτονίαν, non convenit τῷ, πρὸς
τούτους; aut toti contexto, etiamsi legeris πρὸς
τούτων. κοινωνίαν προσφέρειν, Ι, 1365 init.: προςpepet est prædicatum populi, unde XO!VEvia possit esse collecta, in usum pauperum, quam
et Paulus sic vocat, Hebr. XIII, 16. Potest tamen et
ad sacerdotem referri: tunc notabit Cœnam sacram
vel oblationibus spectatis.
κοινωνικοὶ βίοι, 1, 760, conjugia. Vid. κοινωνία.
κοινωνικῶν, 111, 878, de secta ejus. κοινωνικούς,
ΙΙΙ, 675: άτυφον ἦθος ἔχοντας, civiles. κοινωνικούς
ÈxLoxónovę. III, 1030, nobiscum sentientes, orthodoxos.
xoivwvds toū naids, III, 87: non est servus;
par filio per omnia, jure eodem ad omnia. xolvevous expl. I, 543.
xoláče to nua, V, 1063, cohibet, non facit,
quod vult. κολάζομεν τὸ ψυχρόν τῷ θερμῷ, ΙΙΙ,
77. κολάζων τὸν λόγον, ἵνα μὴ γένηται νόμος, IV,
xoμav apetis eldest, II, 104: ut arborem fructu,
non fronde. κομᾷ χαρίσμασι διπλοῖς, II, 681: hono
sensu. xoμwv árabois modhols, III, 1156: ut arbor,
vel campus. xopovta àfia, I, 1501.
κομβύλους pro βομβύλους (vitrei genus vasis) legitur, IV, 539 extr., n. 18.
xuns, III, 990, comes, quæstor. xóµŋta µɛyaλοπρεπέστατον, IV, 1154. κόμητα προβάτων, ΙΙΙ
925: Latinum; rei privatæ comitem, i. e. administrum. xóµŋtɩ, IV, 1086, comiti, Orientis forte.
κόμητι καὶ πρωτεύοντι, IV, 1094: diversa ergo
illa comes major; neque in provincia, ut πpwtrúwv, quod tamen esse interdum posset.
Twy
xoμrtanolwv, III, 990, comitatensium; militiæ
honoratioris. Quod si genit. λapyτtówy eodem refertur: largitiones comitatenses sunt stipendia illis
militibus danda. Sed possis distinguere, xai
xoµntatŋsiwv dè, et Comitatensium unus, largitionum comes. Illud præferendum, quia Comites,
administri, non agebant inter milites. Etsi ducen
militum fuisse apparet, et milites duxisse multos
Alexandriam refertur.
κομητιανῆς τάξεως πράκτορες, ΙV, 1101, comi
tes, Commissarien, a principe missi ad exigendum
tributum. tážɩę, hic est dignitas, ordo, locus.
xoμlotwoav voμots, III, 656 init.: corruptum
haud dubie forte, xooμelobwoav, quia de virtutibus eorum loquitur; et mox: ἀληθείᾳ τὴν γλῶσσαν
κοσμοῦντας, εἰ σωφροσύνῃ λάμποντας.
xoptatov, to, III, 853: Latinum, com.tatum.
Debebat tóv. Constantius scribit: sign. provinciam,
nostram, regni partem.
xoµµds, II, 1655 init. bis, excidium.
κομμῷ, ΙΙ, 273. κομμοῦν εὐεπίᾳ λόγους, 17,843.
κομψεία λόγου, ΙV, 484.
xovditoç olvos, V, 951: Latinum, conditum, melle
puta, vel aromate. Addit xɛpaobɛlç, aqua: sic sunt
tres substantiæ naturæ, vini, aromatis, aquæ: quo
improbe usi Anomi ad Trinitatem.
κόνεως σωμάτων ἀθανασίαν, ΙΙΙ, 615. κόνιν θυ
otwv, II, 252, cineres. xóvis ¿YÉVETO, II, 918: homo
lapsus aut sign. morti obnoxium, aut dignitate
pristina exutum. xóvis duowons, III, 129, cadaverum. κόνις τῆς δαμάλεως, ΙΙΙ, 602, cinis. κονισαμέ
νους ὕλη ἀπαιδεύτῳ κατὰ τοῦ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 742:
cod. n. 105, pro sin. Sax, quod minus congruat
verbo xovicaμévous. Aut intellige: qui inconditam
materiam dubitationum suarum velut pulverem et
arenam contra Christum jactarunt, sparserunt; aut:
qui incondita materia ædificarunt, calce induxerunt
col. 1023–1024page 80 of 154
PG 84:1023κοπούμενον σῶμα, 495. κοπρίας, ἐκ κοπρ. εὑρόντες, ΙΙ, 763 ἀντὶ τοῦ, εὑρόντες ἐν κοπρίᾳ, καὶ προενεγκόντες, λαλήσαντες, συλλέξαντες. οἱ δὲ ἐπίσκοποι, οὐχ ἑαυτοῖς εὑρόντες τὰς λέξεις. κοπτόμενοι τῷ μήκει τῆς ὁδοιπορίας, 1, 44. κόρον ὑπομεῖναι· ὑπομεῖναι. κόρον, ΙΙΙ, 427 αναλγησία τὸ κόρον ἐνόσησαν, ἀναλγησίαν ἐνόσιαν παράνομον παρανομίᾳ ὑπὲρ κόρον καταχρώμενοι τῷ βίῳ, ὑπὲρ μέ τρον. ἀμετρίαν. κόρον λαβεῖν ἡθέ λησεν, 327: παύσασθαι. κόρου, ΙΙ, 1036: τριάκοντα μηδίμνων. κορυβαντιών, Ι, τὲ ; κορυβαντιῶσιν εοίκασιν οἱ ψευδοπροφῆται. κορύζης οὐδὲν διαφερονται, 651 διὰ κορύζης, κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων, 1, 616, 622; φιλοσόφων, κορυφαίω, 365: κορυφαίους τῶν ἀποστόλων, κορυφῆς ὑμετέρας, 1514,; κορυφῆς ὑμῶν θεοφιλούς, 1554, κορυφὴν ὑμῶν φιλόχριστον, κορυφήν καλλίνικον. 1202: χορυ φὴν αὐτῶν θεογιλή, κορυφοῦται ἡ ζάλη, 1076. κοσμεῖς ἀληθείᾳ τὰς ἐπαγγελίας, 1, 1477. κοσμήσεις γλῶτταν εὐσεβείᾳ, 585. κοσμείται τοῖς ἀληθέσι λόγοις, ΙΙΙ, 65: κοσμουμένας αλητ θείᾳ ἐντολὰς, Ι, 1460: εκόσμησε ταπεινοφροσύνῃ τὸν λόγον, κοσμούμενον ἀληθείᾳ λόγον, ΙΙ, 1493. κοσμούμενον ἀληθείᾳ τὸ ῥηθησόμενον, ΙΙΙ, 98. κοσμούμενον συγγενείας, ΙΙΙ, 973 συγγενείαις. κοσμοῦντας τὴν γλώτταν άλη θείς, ΙΙΙ, 656. κεκοσμημένην ἀληθείᾳ ἀπολογίαν, ΙΙ, κοσμική σοφία, 17, κοσμικὸν ἀξίωμα, ΙΙ, κοσμίσηται, ΙΙΙ, κομίσηται. κοσμογενείᾳ, ΙΙ, κοσμογέ γειαν συγγράψας, 398 κόσμον ἀγέννητον, ἰδικὸν, 310. κόσμον ένα τὸ σύμπαν 30. κόσμου εἰρήνης, οικουμένης, κόσμους πάντας, τοῦ τραχήλου, ΙΙ, 99, τοὺς ἄλλους κόσμους. κόσμῳ Ρωμαίῳ, ΙΙΙ, κοσμοποιοὺς ἀγγέλους, 413 κοσμοποιῶν ἀγγέλων, 291 κούφα, τὰ ῥᾳδίως εξαπατώμενα, ΙΙΙ, 276. κου φος, κράμα, κρᾶσιν· συνουσίωσιν. 174, κράσπεδα δρους, ΙΠ, 1151, κράσπεδα τῆς ὑπωρείας, κραταίωμα κέκληκε τὴν ἱερωσύνην, 1, 560. κρατῆσαι, κρα τοῦσαν ἀθλίως οίκτειρον, ΙΙ, 649. 18 πράτ τουσαν. κρατοῦσαν κεκρατημένην, κράζουσαν? κρατούσης τῆς ἀλη θείας, ΙΙ, κεκρατημένη πολυθεΐα, 955 δύναμις πολυθεία κεκρατημένῃ, πολυθεία κρατῶν ἐπὶ χεῖρας, λαμβάνων εἰς χ., κρατῶν ταῖν χεροίν. κράτος ἀσεβείας, κράτος αὐτῶν, κράτος ἡμέτερον προσέταξε, ΙΙΙ, 956, 957, κράτος, μετὰ τὸ τῆς ἀληθείας, 17, 1929: μια μετὰ τὸ κρατῦναι τὴν ἀλήθειαν, κράτος Περσῶν ἀναδησαμένου, ΙΙ, 1977, κράτος πίστεως, κράτος ὑμέτερον, κράτους ὑμετέρου θεσπίσματα, 11, κρατήναι τῶν φιλοσόφων τὴν δόξαν, 397, κρατεῖν, κρατύνει εὐχῇ τὴν διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 537 κρατύνουσι, κραυγήν προθυμίαν ψυχῆς, 1, 627. κρεῖττον, οὗ πάντα κρεῖττον ἢ κατὰ ἄνθρωπον, κρείττονα, κρείττονα αἱρουμένου τοῦ ἀνδρός, ΙΙΙ, 202 κρείττους τῆς ἠπειλημένης τιμωρίας, ΙΙΙ, 506. κρείττω,V, ἐν τοῖς κρείττοσι. κρείττων γενέσεως γενέσεως, 978. κρείττων θανάτου, κρεμαννυμένους. ΙΙΙ, κρηνιαῖον νάμα, ΙΙΙ, 1200. κρηπίδα τοῦ γένους, Μονογενή. κρηπίδι σκηνής, ΙΙΙ, 989 κρηφαγίας, 898. χρηφαγοῦντας, 1025. κριθείη άριστα παρὰ τῶν ἰατρῶν, 418, κρίνειν ταῖς ὠδῖσι, κρινόντων τὰ θεῖα, κρίνουσι τοῖς διδασκάλοις, ΙΙΙ, κρῖναι ἐμαυτῷ, κρίσει ἀποστολικῆς καθέδρας, Ι, 1036 κρίσει θεοῦ ἅγιον γεγενημένον, ΙΙΙ, κριτάς, Ι, ἄρχοντας, κριτής τρόπου, οὐ γένους, Θεὸς, κριτήριον, κροτηθείσης συνόδου, ΙΙΙ, 956, συγκροτ. κρούμασι πνευματικοῖς, 1, 822, κρούμασι (τοῦ νοῦς ὑπουργεῖν ἱκανὴ ἡ γλῶττα, 267. κρούματα γλώσσης, 651 κρουμάτων,
(ut falsi prophetæ apud Ezech.) ædificium systematis sui.
κοπούμενον σῶμα, ΙV, 495.
κοπρίας, ἐκ κοπρ. εὑρόντες, ΙΙ, 763 init.: est
breviloquentia, ἀντὶ τοῦ, εὑρόντες ἐν κοπρίᾳ, καὶ
προενεγκόντες, vel λαλήσαντες, συλλέξαντες. Est
enim oppositio manifesta: οἱ δὲ ἐπίσκοποι, οὐχ
ἑαυτοῖς εὑρόντες τὰς λέξεις.
κοπτόμενοι τῷ μήκει τῆς ὁδοιπορίας, 1, 44.
κόρον ὑπομεῖναι· vid. ὑπομεῖναι. κόρον, ΙΙΙ, 427:
ponit ut synonymum αναλγησία: nam, cum causam reddit, vel explicat τὸ κόρον ἐνόσησαν, ei substituit, ἀναλγησίαν ἐνόσιαν· quod illi respondet, sicut
παράνομον respondet παρανομίᾳ ibidem: scilicet
satiatus hebetem habet sensum et languidum. Ib.,
ὑπὲρ κόρον καταχρώμενοι τῷ βίῳ, i. e. ὑπὲρ μέ
τρον. Substituit enim ἀμετρίαν. κόρον λαβεῖν ἡθέ
λησεν, IV, 327: metonymice pro, παύσασθαι. κόρου,
ΙΙ, 1036: τριάκοντα μηδίμνων.
κορυβαντιών, Ι, 383: de Sauli melancholia, τὲ
furore; p. seq. κορυβαντιῶσιν εοίκασιν οἱ ψευδοπροφῆται.
κορύζης οὐδὲν διαφερονται, ΙV, 651: seminis humani guttæ, hominis stamina. διὰ κορύζης, IV,
366: dæuionem exire, nugabantur Messaliani.
κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων, Petrus, 1, 616, 622;
II, 397, 1242, 1663; III, 160, 168, 244. xopupaio;
φιλοσόφων, ΙV, 1019: Socrates. Alibi Platonem sic
appellat. κορυφαίω, II, 365: Petro. κορυφαίους
τῶν ἀποστόλων, II, 363 extr.: Petrum et Jacobum.
κορυφῆς ὑμετέρας, IV, 1514, a te; episcopi imperatori. κορυφῆς ὑμῶν θεοφιλούς, IV, 1554, tuas,
litteras, Joan. Antioch. imperatori. κορυφὴν ὑμῶν
φιλόχριστον, ΙV, 1327, te; episcopi imperatori.
κορυφήν καλλίνικον. IV, 1202: imperatoremn. χορυφὴν αὐτῶν θεογιλή, IV, 1231 init.: imperatorem et
Augustam.
κορυφοῦται ἡ ζάλη, IV, 1076.
κοσμεῖς ἀληθείᾳ τὰς ἐπαγγελίας, 1, 1477. κοσμή
σεις γλῶτταν εὐσεβείᾳ, IV, 585. κοσμείται τοῖς
ἀληθέσι λόγοις, ΙΙΙ, 65: lingua. κοσμουμένας αλητ
θείᾳ ἐντολὰς, Ι, 1460: εκόσμησε ταπεινοφροσύνῃ
τὸν λόγον, ibid. κοσμούμενον ἀληθείᾳ λόγον, ΙΙ,
1493. κοσμούμενον ἀληθείᾳ τὸ ῥηθησόμενον, ΙΙΙ, 98.
κοσμούμενον συγγενείας, ΙΙΙ, 973: pro dativo,
forte συγγενείαις. κοσμοῦντας τὴν γλώτταν άληθείς, ΙΙΙ, 656. κεκοσμημένην ἀληθείᾳ ἀπολογίαν, ΙΙ,
κοσμική σοφία, V, 17, philosophia. κοσμικὸν
ἀξίωμα, ΙΙ, 990, civilem honorem.
κοσμίσηται, ΙΙΙ, 497 med. c. 5 extr.: vitiose pro
κομίσηται.
κοσμογενείᾳ, ΙΙ, 1089, libro I, Mosis, nominatim
prima parte et post diluvium, IV, 834. κοσμογέ
γειαν συγγράψας, IV, 398: Μoses.
κόσμον ἀγέννητον, ἰδικὸν, IV, 310. Perata, hæretici, distinguebant mira inconstantia. κόσμον ένα τὸ
σύμπαν facere voluit Deus, I, 30. κόσμου εἰρήνης,
111, 868: pro οικουμένης, orbis terrarum, imperii
Rom. κόσμους πάντας, τοῦ τραχήλου, ΙΙ, 99, et
mox, τοὺς ἄλλους κόσμους. κόσμῳ Ρωμαίῳ, ΙΙΙ,
882, imperio Rom.
κοσμοποιοὺς ἀγγέλους, ΙV, 413: Hæreticorum.
κοσμοποιῶν ἀγγέλων, IV, 291: quos Saturninus
induxit.
κούφα, τὰ ῥᾳδίως εξαπατώμενα, ΙΙΙ, 276. κου
φος, 1, 506, mutabilis, inconstans, mobilis in penitentiam.
κράμα, 1V, 26: vinum, aqua scil. mistum
κρᾶσιν· vid. συνουσίωσιν. IV, 174, induxit
Apollinar. V, 62, - Cyrillo objicit Theod. ob carnis
vocab. scil. inanimata.
κράσπεδα δρους, ΙΠ, 1151, radices, Fuss.
1985: ibi metaphorice notat modestiam. κράσπεδα
τῆς ὑπωρείας, II, 1172: hic explicat genit.
κραταίωμα κέκληκε τὴν ἱερωσύνην, 1, 560.
κρατῆσαι, ΙV, 250 init., ostendere, probare: ut
quasi vicerint, sequente infin. i. e. probaverint. κρα
τοῦσαν ἀθλίως οίκτειρον, ΙΙ, 649. Cod. n. 18 πράττουσαν. κρατοῦσαν esse possit pro κεκρατημένην,
malis scil. An κράζουσαν? κρατούσης τῆς ἀλη
θείας, ΙΙ, 4559: cum videamus, vaticinia evenisse
typice. κεκρατημένη πολυθεΐα, I, 955 extr., corrupte,, nam et per se inepta dictio, ut δύναμις
dicatur πολυθεία κεκρατημένῃ, et falsa sententia;
tum, quia πολυθεία est figmentum, nec potest continere vim, tum, quia Saulus et Doeg non erant
polytheit. κρατῶν ἐπὶ χεῖρας, V. 75: aut pro
λαμβάνων εἰς χ., aut pro κρατῶν ταῖν χεροίν.
κράτος ἀσεβείας, I, 1073, primas partes, princi
patum idololatriæ inde ad reliquos proditæ. κράτος
αὐτῶν, 4231: imperator et Augusta, 1955. κράτος
ἡμέτερον προσέταξε, ΙΙΙ, 956, 957, nos praecepimus,
imp. κράτος, μετὰ τὸ τῆς ἀληθείας, 17, 1929: μια
IV, pro
verbo, μετὰ τὸ κρατῦναι τὴν ἀλήθειαν, ubi demonstrarimus. κράτος Περσῶν ἀναδησαμένου, ΙΙ, 1977,
rege eorum facto. κράτος πίστεως, 17, 1929, victo
riam: Homericum. κράτος ὑμέτερον, IV, 1102:
ad imperatricem. κράτους ὑμετέρου θεσπίσματα, 11,
1323, 1324: episc. imperatori.
κρατήναι τῶν φιλοσόφων τὴν δόξαν, IV, 397, te
nere, quasi κρατεῖν, in ea manere, suo assensu
firmare. κρατύνει εὐχῇ τὴν διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 537:
gravem esse ostendit, quia Deum precatur ut eam
illustret et illis imprimat. Potest et reddi, elaudit,
fuit. κρατύνουσι, ΙV, 839, doctrinam probant, sequuntur, tuentur.
κραυγήν expl. προθυμίαν ψυχῆς, 1, 627.
κρεῖττον, οὗ πάντα κρεῖττον ἢ κατὰ ἄνθρωπον, V,
95: aut pro plurali, κρείττονα, aut adverb. pro
adject. κρείττονα αἱρουμένου τοῦ ἀνδρός, ΙΙΙ, 202
init., abstinentiam a' concubitu, ut potiorem concubitu (legitimo conjugum), e sensu sæculi. κρείτ
τους τῆς ἠπειλημένης τιμωρίας, ΙΙΙ, 506. κρείττω,V,
96: ἐν τοῖς κρείττοσι. p. seq. bona et spes Novi
Test. κρείττων γενέσεως vid. γενέσεως, adde 978.
κρείττων θανάτου, V, 42: de corpore Christi; quod
non possit manere mortuum, et vincat mortem
suam, Act. ur, 24.
κρεμαννυμένους. ΙΙΙ, 1052 init. a quibus tributum
exigeretur, qui solvere non possent. An ita intelligendum, ut de Chud. imp. apud Sueton. venalis
pependerit?
κρηνιαῖον νάμα, ΙΙΙ, 1200.
κρηπίδα τοῦ γένους, I, 24: vocat ipsam humanitatem, quatenus eam a nobis sumpsisse dicit row
Μονογενή. κρηπίδι σκηνής, ΙΙΙ, 989: in theatro, pulpito.
κρηφαγίας, IV, 898.
χρηφαγοῦντας, IV, 1025.
κριθείη άριστα παρὰ τῶν ἰατρῶν, IV, 418, præparentnr, misceantur, temperentur, versetzt werden.
κρίνειν ταῖς ὠδῖσι, 1V, 1061: de libris, operibus.
κρινόντων τὰ θεῖα, 1V, 1231: perite scil. et cum
reverentia et cautione. Emphasis vera. κρίνουσι
τοῖς διδασκάλοις, ΙΙΙ, 186, pronuntiant, quis præferatur reliquis. 187, κρῖναι ἐμαυτῷ, de me sententiam ferre.
κρίσει ἀποστολικῆς καθέδρας, Ι, 1036: Timo -
theum depositum, Damasus R. scrivit. κρίσει θεοῦ
ἅγιον γεγενημένον, ΙΙΙ, 792: locum sepulcri Christi,
voluntate declarata.
κριτάς, Ι, 1580: ponit post ἄρχοντας, qui secundi sint a regibus. κριτής τρόπου, οὐ γένους, Θεὸς,
1, 1499: spectat mores, non genus.
κριτήριον, 1, 923, 925 extr., ipsum judicii exercendi actum sign. 1292.
κροτηθείσης συνόδου, ΙΙΙ, 956, pro συγκροτ. ut
ibi variat n. 4.
κρούμασι πνευματικοῖς, 1, 822, cantu fidium, vi
divina pollente. κρούμασι (τοῦ νοῦς ὑπουργεῖν ἱκανὴ
ἡ γλῶττα, ΙV, 267. κρούματα γλώσσης, ΙV, 651:
velut fidium. κρουμάτων, 1, 602 (pro usitatiori
col. 1025–1026page 81 of 154
PG 84:1025κρουσμάτων), κρουνοί διάφοροι, μία πηγή, ΙΙ, 245 κρουνοί τῆς θείας χάριτος, 1315, κρουνούς διαφόρους μία πηγὴ ἐκπέμπει, ΙΙΙ, 422. κρουνούς τοῦ Πνεύματος, 48 κρύπτεται ἐν μεσημβρία, 111, 304. φῶς λυχνιαῖον, κρυπτομένην, κρυπτομένης ἐν αὐτοῖς εὐλογίας πίστει, Ι, 1456, ἐν τῇ ὀσφύϊ αὐτῶν, κρυπτόμενον ἐν αὐτῷ βασιλέα. 224 τῇ ὀσφύϊ αὐτοῦ, 10.· ἐν αὐτῷ σπέρμα, Π, νπ, κεκρυμμένην, κεκρυμμένον λόγον καὶ μυστικόν. μυστικόν. κρυσταλλώδες, τοῦ οὐρανοῦ, 489 κρυψίνους την γνώμην, ΙΙΙ, 852 κρύφιος, τοῦ ἀφφω, ΠΕΝ. κρυφίον. Ι, λογισμών. κτένα, τὸ γυναικείον μόριον, 784, 885. κτῆμα οὐδενός ἐστι, πολλοὺς ἔχον κυρίους, ΙΙ, κτημάτων, κτήνη, κτηνώδεις, ΙΙ, κτηνώδης, κτῆσαι τὴν ἀγάπην, 388. κτησάμενα πίστιν, 1, 1445. κτησάμενος ἐλπίδα, 1, 1414. κτησαμένου πρώτου. Π, τὸ ὄρος, κτισαμένου, κτησάμενοι ἀπιστίαν, ΙΙΙ, 225. κτής σασθαι φιλοστοργίαν, 11, 428, κτήσεται εὐσέβειαν, 927, διδάσκαλον. κεκτημένοι γνώμην μιαιφόνον, Ι, 1167. κεκτημένοις ἀγάπην, Ι, 522. κεκτημένοις ἐνταῦθα, χωρία, κεκτημένων γνώμην, 1, 982. κέκτησαι τὸ βάπτισμα ἐν προσ ηγορία, κτῆσιν ἀγαθῶν, ΙΙ, πτῆσιν δικαιοσύνης, Π 525, κτησιν (ἐπιζήμιον) ἁμαρτίας, 1, 178: ἀρετῆς, 479. κτίζει· γεννᾷ. κτίζει τὸ πνεῦμα, 1026 κτί σαι καὶ γεννῆσαι, κτίσας (τὰ πονηρὰ) γεννήματα, 1350. κτίσει κοινῇ· κοινῇ. κτισθῇ, ΗΙ, 750 τοῦ γεννηθῇ, κτίλοι τῆς ποίμνης. ΙΠ, 1156, κτίσεως πάσης πρωτότοκος, τῆς νέας δηλονότι, ἡγούμενος, κτίσεως τὸ βιβλίον, κτίσιν ὑπὲρ ἁπάσης κτίσεως προσενήνοχε τὸ σῶμα, ΠΙ, κτίσιν τούτων, ΙΙΙ, κτησιν κτίσιν, κτίσις 1. 24. κτίσις αἰσθητὴν εἰ νοητήν, Ι, 25. κτίσι, πᾶσα ἡ ὁρωμένη θνητήν ἔλαχε φύσιν, ΙΙ, 88 κτί σις πᾶσα ἐδεῖτο τοῦ τῆς οἰκονομίας φαρμάκου, ΙΙΙ, κτίσμα· γέννημα. 111, 477 Λόγος. κτίσμα εξαίρετον, 111, 959 κτίσμα Πνεύματος, κτίσμα Χριστοῦ. κτισταί, κτιστὴν φύσιν ὅσα εἶχε, ἐδεῖτο τῆς θεραπείας, 111, 557 κτίσις. κτιστὸν τῇ ουσίᾳ· οὐσίᾳ. κτιστὸν Θεὸν τὸν Υἱὸν ὀνομάζοντες. 11, 296: κτιστὸν, χτύπος τῶν φύλλων, Ι, 439: ὁ ψόφος κυβερνούμενον, ΙΙΙ, 64 κυδιστῆσαι εἰς τὸν βυθόν, 17, 1062. κυίσκειν, κυϊσκομένων, ΙΙΙ, κύκλος με ανίστησιν, 103, κυκλουμένην διώρυξι, ΙΙ, 284 κυκλών, κυκλοῦντα, Ι, κυκλοῦνται. κυκλοῦσιν οἱ λογισμοί, Ι, 725 εὐπερίστατον ἁμαρ τίαν. κύκλῳ τῶν λόγων, Ι, Χύλισσαι, κυμαίνει τὰ λήτα, Ι, κυμαίνοντα λήτα, κυμαίνουσα πλήθει οἰκητόρων, κύμασι παραδόξοις· ὑποβρυχίους ἐν γῇ κυμάτια, Η, κυνογάμια (τα), κοινογάμια. κυρεστῶν χώρας, Κυριακή, ΙΙ, 857, 4115: ἡμέρα. κυριακήν, Ένωσιν. Κύριος Θεός. κυριακὸς ἄνθρωπος, 240, θεάνθρωπος. κυριακού φόβου, ΙΙ, 1033. κυρίαν, ΙΙΙ, προθεσμίαν. κύριε, Κύριος, Κύριος, ΙΙΙ, Θεός. Κύριος δεσπότης 1, 352 δεσπότης. κύριος Δόμνος, 17, 1164 κύριος Ἰάκωβος, 1102, 1104 Κύριος και Δεσπότης 567. κύριος μου, 17, 1983: ὁ Κύριος Θεὸν ἑαυτὸν προφανῶς οὐκ ἐκάλεσε, ΙΙΙ, 356 Κύριος παντοκράτωρ. παντοκρ. – 1, 384: Κύριος Πνεῦμα Κυρίου Πνεῦμα, θεότητι Κύριος τῆς δόξης οὐ δοξάζεται, ἀλλ᾽ ἡ σάρξ.Ι, Κύριος τῶν γεγενημένων, ΙΙΙ, 767
κρουσμάτων), canticorum ipsorum, et 607, modorum canendi. κρουνοί διάφοροι, μία πηγή, ΙΙ,
245 extr. κρουνοί τῆς θείας χάριτος, 1V, 1315, doctores Eccl. κρουνούς διαφόρους μία πηγὴ ἐκπέμπει,
ΙΙΙ, 422. κρουνούς τοῦ Πνεύματος, IV, 48 extr.:
per quos Sp. S. vera docuerit. Patres ita vocat,
quasi apostolos.
κρύπτεται ἐν μεσημβρία, 111, 304. φῶς λυχνιαῖον, plane non apparet, etsi adsit, præ majori
luce. κρυπτομένην, V, 121: de qua (divina Christi
natura) ibi nil dicunt, non loquuntur. κρυπτομένης
ἐν αὐτοῖς εὐλογίας πίστει, Ι, 1456, fiducia Christi,
qui, felicitatis auctor, ex ipsis nasciturus esset,
nunc occultus ἐν τῇ ὀσφύϊ αὐτῶν, Hebr. vi, 10.
κρυπτόμενον ἐν αὐτῷ βασιλέα. II, 224: Messiam,
aliquando ex ejus posteris proditurum: qui esset v
τῇ ὀσφύϊ αὐτοῦ, Hebr. vi, 10.· ἐν αὐτῷ σπέρμα,
Π, 237: Messiam ex illo genere olim proditurum,
Hebr. νπ, 40. κεκρυμμένην, IV, 876: divinam naturam Christi. κεκρυμμένον λόγον καὶ μυστικόν. vid.
μυστικόν.
κρυσταλλώδες, τοῦ οὐρανοῦ, ΙV, 489: ex opinione
veterum.
κρυψίνους την γνώμην, ΙΙΙ, 852: pleonasmus.
κρύφιος, 1, 516: explicatio τοῦ ἀφφω, scil. Hebr.
ΠΕΝ. 1, e. non hic, est. κρυφίον. Ι, 725: expl.
λογισμών. Contuleris ad 1 Cor. iv, 5.
κτένα, τὸ γυναικείον μόριον, IV, 784, 885.
κτῆμα οὐδενός ἐστι, πολλοὺς ἔχον κυρίους, ΙΙ,
672, frma, certa, perpetua possessio. κτημάτων,
IV, 1101, agrorum, fundorum, prædiorum, GrundStücke.
κτήνη, majora, non subjecta homini, I, 36: in.
tell. elephantos.
κτηνώδεις, ΙΙ, 518: opp. observantes legis divine, haud dubie e Ps. xxxii extr. κτηνώδης, IV, 555:
e Ps. Lxxi: expl. qui pareat Deo sine examine voluntatis ejus, ut bruta homini, ohne zu raisonniren.
κτῆσαι τὴν ἀγάπην, HI, 388. κτησάμενα πίστιν,
1, 1445. κτησάμενος ἐλπίδα, 1, 1414. κτησαμένου
πρώτου. Π, 21: τὸ ὄρος, qui ibi consederat, forte
κτισαμένου, κτησάμενοι ἀπιστίαν, ΙΙΙ, 225. κτής
σασθαι φιλοστοργίαν, 11, 428, excitare in animo suo.
κτήσεται εὐσέβειαν, F1, 927, discet, colet: ponit
enim διδάσκαλον. κεκτημένοι γνώμην μιαιφόνον, Ι,
1167. κεκτημένοις ἀγάπην, Ι, 522. κεκτημένοις
ἐνταῦθα, IV, 1136: simpliciter, scil. χωρία, locupletibus, ansassin: aut omnino, opulentis. κεκτημένων γνώμην, 1, 982. κέκτησαι τὸ βάπτισμα ἐν προσηγορία, 1, 97: non re, sed verbo baptizatus es;
non es vere Christianus."
κτῆσιν ἀγαθῶν, ΙΙ, 178, habitum virtutis internum, et opera bona. III, 327, virtutis studium.
πτῆσιν δικαιοσύνης, Π 525, studium, usum. κτησιν
(ἐπιζήμιον) ἁμαρτίας, 1, 178: ἀρετῆς, 479.
κτίζει· vid. γεννᾷ. κτίζει τὸ πνεῦμα, V, 1026:
quia formavit corpus Christi in utero Maria. κτίσαι καὶ γεννῆσαι, IV, 858, de Deo idem esse, dicebant hæretici. κτίσας (τὰ πονηρὰ) γεννήματα,
1350. κτίσει κοινῇ· vid. κοινῇ. κτισθῇ, ΗΙ, 750:
Filio tribuit Arius. ut synon. τοῦ γεννηθῇ, e Proverb. vi.
κτίλοι τῆς ποίμνης. ΙΠ, 1156, monasticae vitae
principes, lumina.
κτίσεως πάσης πρωτότοκος, τῆς νέας δηλονότι,
II, 1944: Christus; expl. ἡγούμενος, Christianorum.
κτίσεως τὸ βιβλίον, 11, 608, Genesis, vel ob creatum
universum, vel ob κτίσιν populorum, de qua ibi
sermo. ὑπὲρ ἁπάσης κτίσεως προσενήνοχε τὸ σῶμα,
ΠΙ, 561: Christus: hic homines notare potest;
etsi, omnibus rebus creatis profuisse mortem
Christi, snbinde ait, p. 557. κτίσιν τούτων, ΙΙΙ,
670: haud dubie κτησιν legendum. κτίσιν, ΙV,
545: exclusis animalibus brutis, de quibus nunc
demum agit. κτίσις omnis debet adorare Christum,
1. 24. κτίσις dividitur in αἰσθητὴν εἰ νοητήν, Ι, 25.
Illa comprehendit res corporeas, hæc angelos. Inter
utramque medius homo, ex utraque mixtus. κτίσι,
πᾶσα ἡ ὁρωμένη θνητήν ἔλαχε φύσιν, ΙΙ, 88: etiam
coelum et terra, ut seq. docent: sign. aliquando
interituram; quod sine peccato factum non esset;
omnia enim hominis conditionem sequi dicit. κτίσις πᾶσα ἐδεῖτο τοῦ τῆς οἰκονομίας φαρμάκου, ΙΙΙ,
405 extr.: hæc porro persequitur; quod universum
cœlum et terra', ut ob hominem facta, corruptioni
subjecta fuerit ob peccatum hominis, angeli indoluerint, rel.
κτίσμα· vid. γέννημα. 111, 477: non est
Λόγος. κτίσμα εξαίρετον, 111, 959: Filium dixere
quidam. κτίσμα Πνεύματος, V, 1026: corpus Christi. Macedon. vocat κτίσμα Χριστοῦ.
κτισταί, ΙV, 229: anima et corpus Christi. κτιστὴν
φύσιν ὅσα εἶχε, ἐδεῖτο τῆς θεραπείας, 111, 557: morte
Christi: vid. Ind. rer. v. Christus; vid. Creata,
it. hic κτίσις.
κτιστὸν τῇ ουσίᾳ· vid. οὐσίᾳ. κτιστὸν Θεὸν τὸν
Υἱὸν ὀνομάζοντες. 11, 296: Eunomiani. κτιστὸν,
III, 831: aperte Macedonius dicit Spir. S.
χτύπος τῶν φύλλων, Ι, 439: ὁ ψόφος durius et
gravius, quam pro re.
κυβερνούμενον, ΙΙΙ, 64 init.
κυδιστῆσαι εἰς τὸν βυθόν, 17, 1062.
κυίσκειν, V, 89, utrisque simul parentibus trlbuitur.
κυϊσκομένων, ΙΙΙ, 103 t cum in utero essent.
κύκλος με ανίστησιν, V, 103, partes me sunt
dicendi; poscor: alii ergo ante laudaverant.
κυκλουμένην διώρυξι, ΙΙ, 284: permeatam sectam;
quam undique obeant canales. Sic et Gen. 11, 11,
13, luvius dicitur 997, κυκλών, circundans,
i. e. permeans terram. κυκλοῦντα, Ι, 1556: vitiose
pro κυκλοῦνται. κυκλοῦσιν οἱ λογισμοί, Ι, 725: intus,
Scil. in animo; ut Hebr.xu. εὐπερίστατον ἁμαρ
τίαν.
κύκλῳ τῶν λόγων, Ι, 430, circumscriptione, ambagibus, quasi allegoria.
Χύλισσαι, ΙV, 1071, Cilisse, per u non per t, ut
debet; lapsu forte.
κυμαίνει τὰ λήτα, Ι, 175: poet. et tamen mature
messi aptius. κυμαίνοντα λήτα, IV, 813, ut nostra
tes, wallende Felder. κυμαίνουσα πλήθει οικητό
ρων, IV, 1187: Roma.
κύμασι παραδόξοις· vid. ὑποβρυχίους ἐν γῇ
κυμάτια, Η, 1022: in foribus, ornamenta, quasi
undulationes tornaturæ ac cælature.
κυνογάμια (τα), ΙV. 1026, concubitum publicum
et promiscuum. n. 38, κοινογάμια. Hud Cynico
aptius.
κυρεστῶν χώρας, 1V, 1138 extr.: cui episcopus
Theod.
Κυριακή, ΙΙ, 857, 4115: ἡμέρα. κυριακήν, V.
1092: omnia humana in Christo vocat Theod. ob
Ένωσιν. Κύριος ergo pro Θεός. κυριακὸς ἄνθρωπος,
IV, 240, Christus θεάνθρωπος. Athan. κυριακού
φόβου, ΙΙ, 1033.
κυρίαν, ΙΙΙ, 1225, diem solvendo præstitutam,
Termin, προθεσμίαν.
κύριε, 1, 524: quod dixerit is, qui securim perdidisset, impie dictum negat: non quod vatem
vocarit dominum, sed quod Deum huic rei invocarit, quod docet allatus. Ps. cxvii. Κύριος, 1, 1344,
Christus. Κύριος, ΙΙΙ, 216 init. idem cum Θεός. 1V,
1109, 1110, episcopus. Κύριος et δεσπότης distingu. 1, 352 med. vid. δεσπότης. κύριος Δόμνος, 17,
1164 init. κύριος Ἰάκωβος, IV, 1102, 1104: asceta.
Κύριος και Δεσπότης Davidis Christus, I, 567.
κύριος μου, 17, 1983: episc. de episcopo, ὁ Κύριος
Θεὸν ἑαυτὸν προφανῶς οὐκ ἐκάλεσε, ΙΙΙ, 356: Christus. Κύριος παντοκράτωρ. vid. παντοκρ. – 1,
384: Spiritus S. Κύριος Πνεῦμα et Κυρίου Πνεῦμα,
V, 1035: differunt, salva tamen θεότητι Spir. S.
Κύριος τῆς δόξης οὐ δοξάζεται, ἀλλ᾽ ἡ σάρξ.Ι,
init. Athan. Κύριος τῶν γεγενημένων, ΙΙΙ, 767: in
Concilio, arbiter cum cæteris fuit, de omnibus
col. 1027–1028page 82 of 154
PG 84:1027κύριον ἡμῶν καὶ συλλειτουργὸν, ΙΙΙ, 902 αποσταλῆναι· ἀποσταλῆναι. Κύριονἡμῶν, ΙΙΙ, Κύριον, ἢ τὸν κύριον καὶ δεσπότην, 11, 763. κυρίων δυάδα - δυάδα. κυρίοις τιμιωτάτοις, ΙΙΙ, κυριολογεῖται τὸ Πνεῦμα, 1035 τῷ θεολογεῖται. κυρίως, ΙΙ, 356: κυρίως αρμόττει τὸ πρόχειρον εἰ τὴν ἀλήθειαν. κυρίως κύριον καὶ ἀληθῆ. κυριώτερον καὶ κῦρος (τό) τῶν πραττωμένων, 590, κυροῦσι τὴν φιλανθρωπίαν, 1286 κυῤῥεστών, 1204, πόλεως, κυρωθείσης ἐν Νικαίᾳ πίστεως, ΙΙΙ, 1054. αύτη οὐρανῶν, Ι, 1461, 1378; ΙΙ, κύψει συντριβήναι, Ι, 667 κώμας (κατά) έβασιλεύοντο, 966 δεσπότην οὐκ εἶχε· δεσπότην. κώμη, ἧς ἦν, σπότης, δέσποινα, κώμη πολυάνθρωπος, ΙΙΙ, 1923 χώμην μεγίστην, ΙΙΙ, 1924, 1229: κώμη. κώμης δεσπότης, ΙΙΙ, 1218 γεωργοί, κωμῶν κηδεμόνες κηδεμ. κωμωδεί, Ι, 1518: κωμωδείτω κωμῳδίαι κατὰ τῶν θείων λόγων, ΙΙ, κωμῳδοποιών, ΙΙΙ, 815 Λ λαβεῖν εἰς ἔννοιαν: ἔννοιαν. λαβεῖν τὰς προβ λάβοιεν εἰς τοὺς Μακκαβαίους, λάβωμεν τὴν τελευτὴν ἀπο ἁμαρτωλοὺς ἐδικαίωσε, ΙΙΙ, 149 εὐρών. λαβὼν εἰς νοῦν, ΙΙΙ, 959: βαλών. λαμβάνειν εἰς μνήμην, Ι, 166, λαμβάνειν εἰς Ζοροβάβελ, ΙΙ, 976, λαμ λαμβάνει τὴν καινὴν νομοθεσίαν, Ι, 951, λαμβάνει τὴν μνήμην τῆς τέχνης, ΙΙ, 1142. λαμβάνει πάλιν, ΙΙΙ, 125 δίδωσι· αίρει. λαμβάνοντες, γένος, ΙΙ, 1001, λαμβάνων λαμβάνων πίστιν, ἀντιδίδωσι, τὴν χάριν. ΗΙ, Λόγου, ληφθεῖτα φύσις, ληφθείσης φύσεως, Ι, 869, ἀκακία, ληφθεῖσα ἡ διάνοια ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ΙΙ, 1670. ληφθεῖσαν τὸ ληφθέν, μορφή δούλου, 56: τὸ ληφθὲν εἰ τὸν εἰλη φότα ληφθέντος ἄρτι γάλακτος, ΙΙΙ, 1166, λήψονται εἰς κατηγο λαβῆς ἀφορμὴν — δεδωκώς, 656 λαγνεστάτους, 768. λαγνιστάτων, 885. λαθρίδιον κύημα, 354 λαϊκούς, ΙΙΙ. λαϊκῶ τάγματι. ΙΙΙ, 259. λαϊκῶν, ΙΙΙ, 667. λάκκον, Ι, 775: θάνατον. λαχωναρία. λαλιᾶς καιρόν, 11, 961: τοῦ λαλεῖν. λαμπάδιον, 584, 58: μαλαττόντων. λαμπάδια λαμπίνη, Ι, 596: λαμπήνη. λαμπρότης ἡ σὴ, 1125. λαμπρότητα, 111, λαμπρύνηται ἡ γλῶττα, ΙΙΙ, 113
audiit, censuit, sententiam dixit, simul decrevit,
scribendo affuit, subscripsit. Kuplov, III, 242:
ponitur inter Patrem et Spir. S. simpliciter.
IV, 1102 episcopi Antioch. IV, 1104, 1107,
præside. xuplov.... IV, 1219 init. consulto omissum
videtur nomen, quia aliæ non sunt lacunæ. xupių
práty, III, 899: episcopo Alexandr. synodus.
κύριον ἡμῶν καὶ συλλειτουργὸν, ΙΙΙ, 902: episcopi
de episcopo; quem quidem dicant a se et ipsorum
nomine αποσταλῆναι· vid. ἀποσταλῆναι. κύριον
ἡμῶν, ΙΙΙ, 961: episcopi de episcopo. Κύριον, ἢ τὸν
6vta, Hebr. Jah, 1, 1399. Synonyma ergo illa norant tum temporis. κύριον καὶ δεσπότην, 11, 763.
κυρίων δυάδα - vid. δυάδα. κυρίοις τιμιωτάτοις, ΙΙΙ,
1027 episcopis episcopi. xupious The thyou XXTEstŋov, II, 198, voluit ipsos judicare; rem eorum
judicio subjecit.
xupioxtovíav, III, 774 init.
xupioloyel autous, V, 1006 extr., dominos appellat; il les traite de seigneurs.
κυριολογεῖται τὸ Πνεῦμα, V, 1035: idque æquale
ponit τῷ θεολογεῖται.
xupiórnτa plav, IV, 1255 extr.: Trinitatis.
κυρίως, ΙΙ, 356: opp. typice. κυρίως αρμόττει·
Xploty pópai, I, 361 init., accurate, per
omnem ambitum, et veritatem summam, e consilio
Dei, qua Nov. Test. distingu. xatë thy istopiav
qua rem singularem, in Vet. T. gestam, ut
umbram rei in N. T. gerendæ. Idem est, quod alibi
distinguit τὸ πρόχειρον εἰ τὴν ἀλήθειαν. κυρίως
Beol xaneiev, I, 924: præ cæteris digni hoc nomine. xuplws xal aλnows, II, 289, perfecte, de vita
coelesti; ergo vaticinii sensum historicum non habet κύριον καὶ ἀληθῆ.
xupiwtatov, III, 74, summum præcipuum.
xupidratov popio, IV, 516: cor vocat, qui animi sedes, vitæ certe, habebatur. xupiwráty po
pio, IV, 527, cerebro, mentis sedi. Cupiditates tribuebant cordi.
xupiwte poc SEOTOTV, IV, 493: Deus, magis Kúpros, vel xuples, proprie magis, vere Dominus
pleno vocabuli sensu. Favit ei ambiguitas vocabuli
et dominum et proprium notantis. κυριώτερον καὶ
anotaτepov, I, 1409: de rebus Novi Test.
κῦρος (τό) τῶν πραττωμένων, ΙV, 590, summa
potestas.
κυροῦσι τὴν φιλανθρωπίαν, IV, 1286: Dei, probant, loquuntur. Joan. Ant.
κυῤῥεστών, ΙV, 1204, πόλεως, Cyro.
Kuppov, IV, 1196 bis, 1231: urbem. Kúppos, IV,
1190, hic provinciam notare videtur, quia dicit,
800 parecías habere. xúpow, IV, 1182 init., 1245:
duplici. xúppy, IV, 1245: urbi.
xuproval ta xúμata, I, 1373, insurgunt. Homericum.
κυρωθείσης ἐν Νικαίᾳ πίστεως, ΙΙΙ, 1054.
xútn, IV, 508: maris, ambitum tumentem, velut arcuatum. αύτη οὐρανῶν, Ι, 1461, 1378; ΙΙ,
κύψει συντριβήναι, Ι, 667 extr.
κώμας (κατά) έβασιλεύοντο, IV, 966: ante Rom.
imperium, per minutos principes, toparchas. xwun
δεσπότην οὐκ εἶχε· vid. δεσπότην. κώμη, ἧς ἦν,
III, 1231 extr., sc. mólews. Civitas ergo erat 8σπότης, seu δέσποινα, vici: ad ejus agrum pertinebat vicus. κώμη πολυάνθρωπος, ΙΙΙ, 1923: et
corpus ascetæ ad sese transtulit. χώμην μεγίστην,
ΙΙΙ, 1924, 1229: κώμη. κώμης δεσπότης, ΙΙΙ, 1218:
ergo jam tum vici dominos habuere? Notare tamen
potest et judicem, juri ibi dicundo præfectum, dictatorem, opp. tamen γεωργοί, κωμῶν κηδεμόνες·
vid. κηδεμ.
κωμωδεί, Ι, 1518 init.: David in Ps. κωμωδείτω
Gav, III, 938, iis tribuit, a quibus alienissimum videatur, Apollinem admirantibus: qui tamen et ipsi
riderent oracula talia. xwuwohoas, IV, 1266, Isaias.
xwµpówv, I, 1410 init.: David in Psalmo..
273 prophetæ tribuitur. II, 1334 de vate
divino: téyxwv, cum ironia arguens.
xwµydlą knɩpévwv, II, 1169, pergens arguere
vanos Deastros. κωμῳδίαι κατὰ τῶν θείων λόγων, ΙΙ,
505, ludibria, convicia.
κωμῳδοποιών, ΙΙΙ, 815 med.
Kovotaç, III, 848, Constans imp.
Λ
Aaбas, V, 1161, petitiones, captiones, laqueos.
λαβεῖν εἰς ἔννοιαν: vid. ἔννοιαν. λαβεῖν τὰς προβ
phoele, II, 369, recte intelligere. conferre in eum
ad quem pertinerent. λάβοιεν εἰς τοὺς Μακκαβαίους,
II. 1296, de iis interpretarentur. λaбévteçɛiç voÛv,
I, 644. λaбóvti, III, 408: Christo Deo; non ut duo
sint Christi quod ipse alibi arguit, et h. 1. recte
disputat contra Nestor. λάβωμεν τὴν τελευτὴν ἀποEnplav, IV, 4074, credamus, habeamus. λa6wy
ἁμαρτωλοὺς ἐδικαίωσε, ΙΙΙ, 149: Christus. Aut,
assumpta eorum natura humana; aut pro, èπɩḥA66μevos autŵy, adjuturus eos; aut redundat; aut
pro εὐρών. λαβὼν εἰς νοῦν, ΙΙΙ, 959: al. βαλών.
λαμβάνειν εἰς μνήμην, Ι, 166, meminisse. λαμβάνεῖν εἰς Ζοροβάβελ, ΙΙ, 976, de eo explicare. λαμ
6ávelу STÓлTwoty, III, 759, ea uti, ad eam descendere. λαμβάνει τὴν καινὴν νομοθεσίαν, Ι, 951,
commemorat, tangit. λαμβάνει τὴν μνήμην τῆς
τέχνης, ΙΙ, 1142. λαμβάνει πάλιν, ΙΙΙ, 125: opp.
δίδωσι· aufert, adimit, eripit, αίρει. λαμβάνοντες,
II, 1390, 1394, intelligentes. Lauбávovary slę to
γένος, ΙΙ, 1001, de eo explicant. λαμβάνων
Evwoty, V, 15, qui ponit, qui hoc vocabulo utitur.
λαμβάνων πίστιν, Deus, ἀντιδίδωσι, τὴν χάριν. ΗΙ,
423, accipit ut munus a nobis. Angels & Huwv, V,
5: i. e. ¿valŋyłɛìç, ut statim expl. Christus homo,
e nostra natura assumptus in conjunctionem Tou
Λόγου, vel, petitus et formatus e Maria. ληφθεῖτα
φύσις, ληφθείσης φύσεως, Ι, 869, naturam humanam
sign. quatenus a Christo ascita: quo nomine ei
redditur ἀκακία, et securitas ab hoste. ληφθεῖσα ἡ
διάνοια ὑπὸ τῆς θείας χάριτος, ΙΙ, 1670. ληφθεῖσαν
huwv qúov, III, 225, 408: Christi humanam naturam. Angeloŋs, 1, 1119: uva unica e vinea, i. e.
Christo homine facto e Judzis. τὸ ληφθέν, μορφή
δούλου, V, 56: et sic sæpius τὸ ληφθὲν εἰ τὸν εἰλη
φότα distinguit. ληφθέντος ἄρτι γάλακτος, ΙΙΙ, 1166,
recens expresso uberibus. λήψονται εἰς κατηγο
plav, III, 71, interpretabuntur criminationem.
λαβῆς ἀφορμὴν — δεδωκώς, I, 656 init. Cod.
Bháбns, et illud bonum.
146pov, pro laŭpov legitur, IV, 502, n. 9, hoc
aptius contexto.
λaбuplybous, IV, 842: Aristotelis et Chrysippi,
subtilitates et captiones.
λαγνεστάτους, ΙV, 768.
λαγνιστάτων, ΙV, 885.
layout the rñs. I, 1453, in intima terra, in visceribus: Latino magis quam Græco usa.
λαθρίδιον κύημα, IV, 354 extr.
Aaixov, ex Aquila, I. 388, commune, non sacerdotibus solis destinatum. λαϊκούς, ΙΙΙ. 1035. λαϊκῶ
τάγματι. ΙΙΙ, 259. λαϊκῶν, ΙΙΙ, 667.
λάκκον, Ι, 775 init.: expl. θάνατον.
λaxwvaplav xauápav, III, 793. Latinum, lacunar
et mox, λαχωναρία.
λαλιᾶς καιρόν, 11, 961: Deus novit, i. e. τοῦ
λαλεῖν.
λαμπάδιον, IV, 584, n. 58: legitur pro μαλαττόντων. Sane λαμπάδια sunt medicamenta, Charpie,
sed ab h. 1. aliena.
laµnŋôóva Exéxtηto, II, 1177, gloriam, ſamam.
Jaunmooves to Blou, III, 1226, mores, virtutes.
λαμπίνη, Ι, 596: pro λαμπήνη.
λαμπρότης ἡ σὴ, IV, 1125. λαμπρότητα, 111,
170 extr.: Græcæ linguæ dedit Deus ipse.
λαμπρύνηται ἡ γλῶττα, ΙΙΙ, 113: prædicando
col. 1029–1030page 83 of 154
PG 84:1029λαμπρυνομένας ὑγεία, 512. λαμπρυνομένων, λαμπρῶς ἀγωνίσασθαι, ΙΙΙ, 452. λαμπτῆρες τῆς εὐσεβείας, ΙΙΙ, 702. λαξευτόν λατρευτόν, 1, 210, λαοπλάνος δαίμων, Ι, 398, 400 λαοπλάνων δαιμόνων, Ι, 502. λαός, λαός νέος, πρῶτος λαοῦ κατάλογον, 11, 290, λαούς, αὐτὸν, λαοὺς ἑκάστης εκκλησίας, 111, ΙΙΙ, λαῷ ἰδίῳ, ΙΙΙ, λαῷ συντεταγμένοι, λαῶν, ΙΙΙ, κληρικοί. λαργιτιόνων, ΙΙΙ, λάσανα δημόσια, 352, λατόμος ιδίας σαρκός, 64 λατρεία - δουλεία. λατρεία τῆς συνειδήσεως παρήμην πρεπόντως τῇ λατρεία τ. συνειδ.), ΙΙΙ, λατρεύειν, τὴν λατρείαν ἐπιτελεῖν προσκυνείν λατρευτόν, λαξευτὸν. λατρευτὸν ἔργον, Ι, 262· πνευματικῷ, λαχανώδεις τῶν βοτανών, ΙΙΙ, 1109, λέγει αὐτοῖς καταλιπεῖν, 460, αὐτούς, μή, λέγει ἔλεγον αὐτοῖς μὴ ἀδικεῖν. λέγειν δυναμένους, ΙΙΙ, λέγοιτο παθεῖν ὁ Λόγος, 66 οικονομίαν λεγό μενον, λεγομένοις, ΙΙΙ, λέ γουσι, δι' ὧν πράττουσι, Ι, 668 λέγων, ἄθυτος θυσία λεηλατουμένους, λείαν οικείαν, Ι, τῆς λείας, λειμῶνα ἀστέρων βλαστῆσαι τὸν οὐρανὸν ΙΙ, 1126. λειμόνων θείων, λειότητι, λειπόμενον μόνῳ ἀγεννήτῳ, ΙΙΙ, 743 αγέννητος, λειτουργεῖν Θεῷ, ΙΙΙ, 65 λειτουργίας, ΙΙΙ, 1171, λειτουργίας ἐκκλησιαστικής, ΙΙ, 1301: ἐνδελεχισμού, θυσία λειτουργίας ἐκκλησιαστικῆς τάξιν, ΙΙΙ, 638 λειτουργίας ἑσπερινὰς, ἑωθινὰς, 1314, λειτουργίας θείας, ΙΙΙ, 805, τῆς λειτουργίας ὑμνῳδίας, 1, 562. λειτουργίαν, Ι, βαπτίσματος, ΙΙΙ, θείαν. ΙΙΙ, καινήν, ΙΙ, μυστικήν. λειτουργίαν τῆς ἐννάτης ἐννάτης. λειτουργίαι εί θυσίαι Ι, 123. λειτουργὸν ἐσχηκέναι εἰς Μαρεώτην, ΙΙΙ, 839 λεκτικάριος, λεμά, λέξις ἑκάστη τῶν εἰρημένων, Ι, 1496. κατὰ λέξιν, κατὰ λέξιν ἑρμηνείας, ΙΙ, 1060, λέξεων κοινότης, Γ. λέξεσιν αὐταῖς φησιν ὧδε, 8, λέξεις αὐτολεξεί λεπρὸν, τὸ ποικίλον του χρώματος, Ι, 193. λέπρωσις, λεπτομερῶς ἐκρέει τὸ πνεῦμα, 518 λεπτομερὲς τὸ πνεῦμα. λεπτουργίαν ἐν λόγοις, ΙΙ. 282. λεπτῦναι τὰ δράγματα, ΙΙ, 1447, ; λεπτύνονται. λεπτύνει τα δράγματα, ΙΙ, τέμνει, λεπτυνθείσῃ ἅλῳ· ἄλῳ. λεπτωθέντος, λεπτῶς θεώρει, τὸ λεπτὸν, λεπτολογεῖν. λευιτικὴν λειτουργίαν πληρούντων διακόνων, ΙΙ, λευκὴν γαλήνην. 1921 λευκότερον εἰρήκασι, λευκ. γεγράφασι, 762. λευχῶς διηρμήνευσεν, Ι, 172 λευκῶς προαγγέλλει, λευχειμονοῦντα, ΙΙΙ, 1246 μονοῦντας, 111, λεως, ΙΙ, 1218, 1585; 1074, κακοζηλίαν. λήθης ἄξιον, ἄξιον λήθης, ΙΙΙ, 945; 4 ἐξάγιστον. λήθῃ κεκρυμμένας καλῶς συμφε ράς, ΙΙΙ, λήτα, 1, 21: λήτα κυμαίνει, 1, 175 κυμαίνει. λήμην ἀπιστίας περικείμεθα, ΙΙΙ, 307, 308, λήμμα, προφητείαν, Ι, 1530 λήμμα τὴν προφητείαν (εκάλουν οἱ δυσσεβεῖς), ΙΙ, 520 λημμάτων, ΙΙΙ, λειμμάτων, ληνοὶ θεῖαι, ληνούς, λήξεως προτέρας ἐξέπεσον, 407:; τάξεως, λήψεως, λαγχάνειν, ειληχέναι λήξεως θείας καὶ τρισολβίας ἀπολαῦσαι, λαγχάνω. ταύτην ἔχουσι λῆξιν, λήξιν, ν, ληπτὴν ὀφθαλμῷ, 1051: καταληπτήν, ληρῳδίας, 1048. ληστείαν χειμῶνος, λῃστεύειν τοὺς καρπούς, ΙΙΙ, 1441, λῃστεύουσι θησαυρόν, 935, ληστεύσαν τῆς τὸ ὄνομα, ΙΙ, 423: ἁρπάσαντες. λῃστεύων εὐνὴν
alacriter vero. λαμπρυνομένας ὑγεία, IV, 512. λαμπρυνομένων, ΙV, 508, gloriantibus.
λαμπρῶς ἀγωνίσασθαι, ΙΙΙ, 452.
λαμπτῆρες τῆς εὐσεβείας, ΙΙΙ, 702.
λαξευτόν male legitur pro λατρευτόν, 1, 210,
n. 6.
λαοπλάνος δαίμων, Ι, 398, 400 extr.: qui per
Sibyllam Endoream locutus. λαοπλάνων δαιμό
νων, Ι, 502.
λαός, a Levitis distingu. I, 281: ex usu ecclesiastico, ut Laici a Clericis. λαός νέος, πρῶτος· vid.
suo loco. λαοῦ κατάλογον, 11, 290, laicorum. λαούς,
III, 290: opp. αὐτὸν, Paulum: sign. Christianos,
non doctores, laicos. λαοὺς ἑκάστης εκκλησίας, 111,
ΙΙΙ,
842. λαῷ ἰδίῳ, ΙΙΙ, 877: episcoporum, cotu sacro,
illis commisso. λαῷ συντεταγμένοι, II, 889, laici,
nondum clerici. λαῶν, ΙΙΙ, 855: opp. κληρικοί.
λαργιτιόνων, ΙΙΙ, 990, largitionum, redituum et
expense.
λάσανα δημόσια, IV, 352, latrinas.
λατόμος ιδίας σαρκός, ΙV, 64: Christus; alludit
ad tabulas Mosis: Greg. Nyss.
λατρεία - vid. δουλεία. λατρεία τῆς συνειδήσεως
παρήμην (vel πρεπόντως τῇ λατρεία τ. συνειδ.), ΙΙΙ,
798: imperator concilio.
λατρεύειν, simpliciter I, 367 (qu. 12 tit.): scil.
Deo, aut, τὴν λατρείαν ἐπιτελεῖν· sic et in Seriptura sacra προσκυνείν absolute.
λατρευτόν, 1, 210: pro eo corrupte legitur λαξευτόν. λατρευτὸν ἔργον, Ι, 262· opp. πνευμα
τικῷ, quod vide.
λαχανώδεις τῶν βοτανών, ΙΙΙ, 1109, quasi olerosas,
quæ, oleribus assimile robur habentes, nutrimentum
supplere possent.
λέγει αὐτοῖς καταλιπεῖν, rel., II, 460, dicit, eos
fecisse. Forte leg. αὐτούς, e cod. n. 21. Sed si recipiendum est μή, e n. 25, λέγει sign. præcipit,
suadet, et Thucyd. ἔλεγον αὐτοῖς μὴ ἀδικεῖν. λέγειν
δυναμένους, ΙΙΙ, 909 init., concionari, publice docere populum. λέγοιτο παθεῖν ὁ Λόγος, V, 66: per
οικονομίαν unitæ humanitatis: vere ergo. λεγό
μενον, IV, 260: quod in una re factum, ad alteram
conferatur, ut de imagine regis in regem: adhibetur ad enuntiata personalia de Christo. Euseb.
Emes. λεγομένοις, ΙΙΙ, 789: quæ poposceris. λέγουσι, δι' ὧν πράττουσι, Ι, 668 med., factis ostendunt, se hoc credere, quasi dicunt. λέγων, non
semper notat verba Scr. sacra, sed et vim, vel consequentiam, per periphrasim, I, 186, qu. 6, nam
ἄθυτος θυσία non legitur in textu.
λεηλατουμένους, I, 664 init.: apostolos, vexatos
a paganis.
λείαν οικείαν, Ι, 401: ipsi ab hostibus rapta.
τῆς λείας, ΙV, 514, arteriam, per quam dicat spiritum in cordis sinum infundi.
λειμῶνα ἀστέρων βλαστῆσαι τὸν οὐρανὸν ΙΙ, 1126.
λειμόνων θείων, ΙII, 1160, cellis et secessibus asce
ticis.
λειότητι, ΙV, 489: coli, sol non nocet, nempe
solidum cœlum credebant.
λειπόμενον μόνῳ ἀγεννήτῳ, ΙΙΙ, 743: Filium Pa
tre, non inferiorem, sed ut non sit αγέννητος, quod
soli tribuendum Patri.
λειτουργεῖν Θεῷ, ΙΙΙ, 65 init.: potest corpus.
λειτουργίας, ΙΙΙ, 1171, precum, in deserto. λειτουργίας ἐκκλησιαστικής, ΙΙ, 1301: expl. ἐνδελεχισμού,
loquitur autem de Novo Test., ergo sacram Cœnam
intelligit, quam sape θυσία confert. λειτουργίας
ἐκκλησιαστικῆς τάξιν, ΙΙΙ, 638: Paulus docet Timotheum. λειτουργίας ἑσπερινὰς, ἑωθινὰς, IV, 1314,
preces. λειτουργίας θείας, ΙΙΙ, 805, sacra publica.
τῆς λειτουργίας ὑμνῳδίας, 1, 562. λειτουργίαν, Ι,
1525, eultum publicum, per cantica et organa. III,
242, cultum et sacra publica. βαπτίσματος, ΙΙΙ,
894 extr. θείαν. ΙΙΙ, 656, cultum omnem publiκαινήν, ΙΙ, 530: Nov. Test. III, 594: vid.
cum.
μυστικήν. λειτουργίαν τῆς ἐννάτης vid. ἐννάτης.
λειτουργίαι εί θυσίαι distingu., Ι, 123.
λειτουργὸν ἐσχηκέναι εἰς Μαρεώτην, ΙΙΙ, 839:
episcopum ibi habuisse clericum, eo inissum, sua
vice sacris functurum.
λεκτικάριος, ΙV, 1180, lecticarius, Kammerpage,
qui litteras imp. attulisset, aut certe, Heyducke.
λεμά, 1, 135. Hebr., h per Schua.
לכה
λέξις ἑκάστη τῶν εἰρημένων, Ι, 1496. κατὰ λέξιν,
IV, 455: Danielem et alios) interpretatus est
Theod. κατὰ λέξιν ἑρμηνείας, ΙΙ, 1060, singulorum
versuum et sensuum. λέξεων κοινότης, Γ. 1042,
homonymia. λέξεσιν αὐταῖς φησιν ὧδε, V, 8, ipsissimis verbis. Alioqui λέξεις sunt verba rara, obscura. αὐτολεξεί tamen ita adhibetur.
λεπρὸν, τὸ ποικίλον του χρώματος, Ι, 193.
λέπρωσις, 1, 124, defectio a vera religione et
pietate.
λεπτομερῶς ἐκρέει τὸ πνεῦμα, IV, 518: ex arteriis, tenuatus, et sensim: et mox, λεπτομερὲς τὸ
πνεῦμα.
λεπτουργίαν ἐν λόγοις, ΙΙ. 282.
λεπτῦναι τὰ δράγματα, ΙΙ, 1447, terere: synecdochice; arista et grana λεπτύνονται. λεπτύνει τα
δράγματα, ΙΙ, 332: alias dicit, τέμνει, quia grana
partim comminuebantur, partim abscindebantur
culmi. λεπτυνθείσῃ ἅλῳ· ἄλῳ.
λεπτωθέντος, V, 80 init.: de Adriano imp. tabe
consumpto.
λεπτῶς θεώρει, V, 17, subtilius, accuratius considera. Alias in vitio et nimio τὸ λεπτὸν, ut in
λεπτολογεῖν.
λευιτικὴν λειτουργίαν πληρούντων διακόνων, ΙΙ,
558: in ecclesia et sacris Novi Test.
λευκὴν γαλήνην. IV, 1921 extr., serenam. λευκότερον εἰρήκασι, III, 701, planius, pressius; λευκ.
γεγράφασι, 762.
λευχῶς διηρμήνευσεν, Ι, 172 med. aperte, si vera
lectio: abest a Græca edit. λευκῶς προαγγέλλει,
V, 92, clare.
λευχειμονοῦντα, ΙΙΙ, 1246:
μονοῦντας, 111,
λεως, ΙΙ, 1218, 1585; II, 1074, per κακοζηλίαν.
λήθης ἄξιον, vel ἄξιον λήθης, ΙΙΙ, 945; legitur
n. 4 pro ἐξάγιστον. λήθῃ κεκρυμμένας καλῶς συμφε
ράς, ΙΙΙ, 1100, quæ rectius celarentur, melius ignorarentur: quia nefanda habent scelera, ut Atrei et
Thyestis, Oedipodis, rel.
λήτα, 1, 21: poeticum. λήτα κυμαίνει, 1, 175:
vid. κυμαίνει.
λήμην ἀπιστίας περικείμεθα, ΙΙΙ, 307, 308, cæcitatem, Staar.
λήμμα, expl. προφητείαν, Ι, 1530 extr. seq.,
recte, sed mala reddita causa. λήμμα τὴν προφη
τείαν (εκάλουν οἱ δυσσεβεῖς), ΙΙ, 520: hoc ponit ex
ignoratione Hebr. Nun, quod est vaticinium, ut
ipsi prophetæ vocant. λημμάτων, ΙΙΙ, 189 extr.:
forte λειμμάτων, sed nil opus.
ληνοὶ θεῖαι, 1, 1178, ecclesiæ particulares. ληνούς,
Ps. vut expl. ecclesias 1, 650; 1V, 519, lacus aquæ,
Bassins, piscinas.
λήξεως προτέρας ἐξέπεσον, IV, 407: diaboli; an
τάξεως, ut p. extr., an λήψεως, quod acceperant?
Sed et a λαγχάνειν, per ειληχέναι ductum esse potest. λήξεως θείας καὶ τρισολβίας ἀπολαῦσαι, ΙV,
911, 913, statu, conditione; a λαγχάνω. Εt mox:
ταύτην ἔχουσι λῆξιν, in tali statu vivunt. λήξιν, ν,
1172, sortem.
ληπτὴν ὀφθαλμῷ, IV, 1051: καταληπτήν, perci
piendam, sentiendam, aspectabilem.
ληρῳδίας, ΙV, 1048.
ληστείαν χειμῶνος, IV, 615 init.: ex agris, pralis,
hortis. arboribus, omnia rapientis.
λῃστεύειν τοὺς καρπούς, ΙΙΙ, 1441, surripere.
λῃστεύουσι θησαυρόν, IV, 935, auferunt. ληστεύσαντῆς τὸ ὄνομα, ΙΙ, 423: ἁρπάσαντες. λῃστεύων εὐνὴν
col. 1031–1032page 84 of 154
PG 84:1031ἄλλῳ διαφέρουσαν, λῃστὴς θείας προσηγορίας, 454 λῃστὴν ἀλλοτριόταμον, 1, 939, αλλοτρίων γά μων. λῃστὴν εὐνης αλλοτρίας, 1957, ληστρικὸν λόγον, ΙΙ, 1087: λῃστρικὰ σπήλαια, λῆψιν τῆς διανοίας, λίαν ἀγριωτάτων, 561: αγρίων, λίαν. λίαν ἀδικώτατον, 13, 81. λίαν ἀναιδέστατος, ΙΙΙ, 67. λίαν άτοπωτάτων, 1074. λίαν δυνατωτέρους, 11, 952: πολλῷ. λίαν δυσσεβέστατοι, ΙΙ, λίαν λίαν φιλοπονωτάτους, 493: φιλο πόνους. λίβα, ΙΙ, λίδα νότον, λιβάδας δακρύων, 1, 528: λιβὰς αἵματος, λιβέλλους, λιβύαν, ΙΙΙ, λιγνυώδες (τό), λιγνυώδες πνεῦμα, λιγνυώδες πε ρίττωμα, λιθολευστούμενος, λιθόλευστον "Αρην, λίθος (ή) λίθον ἐξ αὐτοῦ κατὰ σάρκα τμηθέντα, 1, 382: λίθοι χαλάζης σφενδονῶνται, 11, 263. λίθους χαλάζης, ΙΙ, 308. Λικιννίου, ΙΙΙ, 755: (ν). λιμοκτονῶν τὸν ἔσω ἄνθρωπον, 1124 λιμοῦ πληγήν· πληγήν. λιχανῷ δακτύλῳ, ΙΙΙ, 1282. λογάδας συνειλεγμένους, ΙΙ, 366, λογεῖον, χχΥΗ, λόγιον. λογηθεῖσα ἱστορία, 1205, λογίζεται, λογισάμενος, λογική σάρξ, λογική θεραπεία σωμάτων, 1196, λογι κῶς μεταχειρίζων τὴν τέχνην. λογικὴν γεωργίαν, ΙΙ, 199: πνευματικήν, θυσίαν, ΙΙΙ, 605: 2 ἀλόγων, ζώων. καὶ ἀναίμακτον θυσίαν, ΙΙ, 1687. - λατρείαν, Ι, 859: νομικήν. οἰκίαν, 519 τράπεζαν, τῶν ἀλόγων τραπέζη, λογικόν ζωτικόν 28. λογικὸν ἀναλαβούσης (φύσεως) 663 ἀλογίαν τὸ λογικὸν ἀπολέσαντες ἀπολέσ. λογικὸν εἰ μὴ ἀσθενήσει, οὐ στασιάσει τὰ πάθη, 1, 641. λογικὸν ναὸν, Ι, 417, σάρκα πνευματικόν, Λόγος, λογικὴν νεών, λογικὸν ὄργανον, 513, τοῦ στόματος, 411. λογικὸν ποταμόν, ΙΪΙ, 1077, λογικοῦ εἰς γυμνασίαν, λογι κοῦ ἀμνοῦ, ΙΙΙ, 630, λογικῷ ἐῤῥῶσθαι φρά σας· ἐῤῥῶσθαι. λογικωτέρα, 545 λογικωτέρους τῶν ἀνθρώπων, ΙΙ, 935, βάρβαρα τῶν ἐθνῶν. λογικῶς ἐνεργεῖν τὸ πῦρ ἄψυχον, ΙΙΙ, 1172 λόγιον, Ι, λογείον. λόγιον Ερμήν, λόγιον θεόν, ΙΙΙ, λόγιον κρίσεως, 1, 253. λογισμοὶ ἐπιθυμίας, Ι, ὀρέξεις, λογι σμοῖς, ΙΙ, 399: ἅπερ ἠθέλησαν. λογισμοῖς πονηροῖς, λογισμοῖς φιλανθρωπίας, 1, 699. λογισμὸν ἀνακινεῖ τὸ ἐπιθυμητικὸν, ΙΙ, λογισμὸν ὀρθόν, λογισμὸς ἀγωνίζεται. 1, 937, λογισμοῦ ὁρμήν· ὁρμήν, λογισμόν αὐτοκράτορα, αὐτοκράτορα. λογισμὸς ἀκόλαστος, ΙΙΙ, 632, λογισμοῦ ἀκίδας, 111, 1207, λογισμοῦ φαντασία, 1, 28: υι λογισμούς, λογισμοῦ ῥαστώνη, λογισμούς ἀριθμῶν· ἀριθμ. λογισμούς. ὁρμὴν πρώτην τῆς ψυχῆς, ΙΙ, επιτηδεύματα καὶ ἔργα. λογισμῷ, λογισμῷ θείῳ, λογισμῷ μόνον, λογισμῶν, λογισμῶν ταμιείον, 1, 794. λογισμῶν ἰσχυροτέρας τῆς λύπης, λογιστεύειν, ΙΙΙ, 239: λογιστεῦσαι, 1, 829, τὰ βεβιωμένα, πεπραγμένα, λαγομαχία, λόγος, τόμος. λόγος, ΙΙ, θρήνῳ λόγος, Ι, ΙΙΙ, 1084, κατὰ χάριν, οὐ καθ᾽ ἕνω σιν. λόγος ἔμφυτος· ἔμφυτος. λόγος έργον ἐγέ νετο· ἔργον. λόγος· θᾶττον ἢ λόγος, ΙΙ, 756 ῥηθῇ, λόγος τῆς διανοίας τῶν εἰ ρημένων, ΙΙΙ, 779: ή διάνοια, λόγος, οἷς βίος Ο λόγος, λόγος εὔλογος καὶ πρόσφορος, 17, 889, Λόγος ἔπαθε σαρκί, 64, 65. λόγος ἐνυπόστατος, προφορικός, 1023. Λόγος τοῦ Πατρὸς ἐξεδέξατο τὸν τοῦ Χριστοῦ Λόγου, λόγου σου γλῶττα· γλῶττα. λόγου τοῦ καθ᾽ ἡμᾶς ἔξω, Ι, λόγος πεπυκασμένον, πεπυκνωμ? λόγου τοῦ καθ' ἡμᾶς, ΙΙ, τὸ τοῦ λόγου,
INDEX
ἄλλῳ διαφέρουσαν, III, 516: ut Latini, nuptiarum
insidiator.
λῃστὴς θείας προσηγορίας, IV, 454: diabolus.
λῃστὴν ἀλλοτριόταμον, 1, 939, qui alienam conjugem vi abripit. Elegantissime cod. αλλοτρίων γά
μων. λῃστὴν εὐνης αλλοτρίας, IV, 1957, adulterum.
ληστρικὸν λόγον, ΙΙ, 1087: Apollinaristas. ληστρικά σπήλαια, 111, 965: monasteria Messaliano
errore infecta.
λῆψιν τῆς διανοίας, II, 1519: ut implerentur notionibus propheticis: Begeisterung: et 1538 med.
λίαν ἀγριωτάτων, 1V, 561: pro αγρίων, vel redundante λίαν. λίαν ἀδικώτατον, 13, 81. λίαν
ἀναιδέστατος, ΙΙΙ, 67. λίαν άτοπωτάτων, ΙV, 1074.
λίαν δυνατωτέρους, 11, 952: pro πολλῷ. λίαν δυσσε
βέστατοι, ΙΙ, 873: aut redundat λίαν. aut superlat.
pro posit. λίαν φιλοπονωτάτους, IV, 493: pro φιλο
πόνους.
λίβα, ΙΙ, 837, meridiem, vergentem ad occidentem. λίδα et νότον, idem ponit, ex Hebr. Theman,
λιβάδας δακρύων, 1, 528: poet. λιβὰς αἵματος,
λιβέλλους, ΙV, 1276 seq., 1280: Latinum; accusatorios.
λιβύαν, ΙΙΙ, 772: usitatius per n, pro a.
λιγνυώδες (τό), IV, 514, spiritus, qui e pulmonibus per os expellitur, quasi vapore exustus et infectus. λιγνυώδες πνεῦμα, IV, 519, spiritus inclusus, vaporibus corruptus, densior. λιγνυώδες πε
ρίττωμα, ΙV, 528, densiores vapores in cerebro
congestes, nocituros, si hæserint: lentiores, mucidos.
λιθολευστούμενος, IV, 94 init.: pene poet., certe
pleormast. Sophocl. λιθόλευστον "Αρην, Ajax Flagell.
λίθος (ή) 1V, 817, magnes. HI, 1996, lapis Lydius.
λίθον ἐξ αὐτοῦ (Davide) κατὰ σάρκα τμηθέντα, 1,
382: Christum. λίθοι χαλάζης σφενδονῶνται, 11,
263. λίθους χαλάζης, ΙΙ, 308.
Λικιννίου, ΙΙΙ, 755: per duplex (ν).
λιμοκτονῶν τὸν ἔσω ἄνθρωπον, V, 1124 extr.,
subtrahenda Scr. S. et doctrina divina.
λιμοῦ πληγήν· vid. πληγήν.
λιχανῷ δακτύλῳ, ΙΙΙ, 1282. indice.
λογάδας συνειλεγμένους, ΙΙ, 366, pleen.
λογεῖον, LXX habent, Exod. χχΥΗ, 28, 29, 30.
Noster λόγιον.
λογηθεῖσα ἱστορία, V, 1205, Additam
λογίζεται, 17, 8 init., cogitat, notionem ejus rei
animo concipit. λογισάμενος, III, 1073, veritus.
λογική σάρξ, V, 2, corpus mente humana præditum. λογική θεραπεία σωμάτων, 1V, 1196, arte edica, non einpirica mere: unde mox, Ep. seq. λογικῶς μεταχειρίζων τὴν τέχνην. λογικὴν γεωργίαν,
ΙΙ, 199: πνευματικήν, animi. θυσίαν, ΙΙΙ, 605: 2
Christo oblatum sacrificium: opp. ἀλόγων, ζώων.
-- καὶ ἀναίμακτον θυσίαν, ΙΙ, 1687. - λατρείαν, Ι,
859: opp. νομικήν. οἰκίαν, ΙV, 519: cui niens
insideret. — τράπεζαν, IV, 665, sacræ Conæ, quam
comparavit presepi, τῶν ἀλόγων τραπέζη, in qua
fuerit Christus, cum stuli essent homines; nunc,
ubi resipuerint, in altari, hominum mensa, iis offeratur. λογικόν et ζωτικόν in animo, I, 28. λογικὸν
ἀναλαβούσης (φύσεως) 1V, 663: post Evangelium
promulgatum; usum rationis, abjecta idololatriæ
insania, quam ἀλογίαν h. linnuit. τὸ λογικὸν ἀπο
λέσαντες vid. ἀπολέσ. λογικὸν εἰ μὴ ἀσθενήσει, οὐ
στασιάσει τὰ πάθη, 1, 641. λογικὸν ναὸν, Ι, 417,
vocat σάρκα Christi; i. e. πνευματικόν, in quo
esset Λόγος, utroque sensu, et rationis, et naturæ
diving. λογικὴν νεών, 1, 1927, humanam Christi na..
turam. λογικὸν ὄργανον, IV, 513, linguam. τοῦ
στόματος, IV, 411. λογικὸν ποταμόν, ΙΪΙ, 1077, multitudinem Christianorum congregatam et cum
pompa incedentem. Possis et intelligere, eloquenGRECUS.
tiæ flumen, vim dicendi. Orationem enim habuit
haud dubie. Illud praeferam. λογικοῦ εἰς γυμνασίαν,
1, 328: Deus Adamo dedit præceptum, 111, 56. λογικοῦ ἀμνοῦ, ΙΙΙ, 630, Christi. λογικῷ ἐῤῥῶσθαι φρά
σας· vid. ἐῤῥῶσθαι. λογικωτέρα, IV, 545: grammatica est artibus aliis, ut magis in cogitando et dicendo scribendoque, propriis rationi officiis, occupata. λογικωτέρους τῶν ἀνθρώπων, ΙΙ, 935, sapientiores, cultiores, politiores. Οpp. βάρβαρα τῶν
ἐθνῶν.
λογικῶς ἐνεργεῖν τὸ πῦρ ἄψυχον, ΙΙΙ, 1172: velut
sensum haberet, ut parceret piis.
λόγιον, Ι, 166: vid. not. 12 quid notarit. 467
quomodo Deus monuerit per illud? Ibid. Quid
Christianis? Ibid. vid. et λογείον. λόγιον Ερμήν, 17,
484. λόγιον θεόν, ΙΙΙ, 938: Apollinem vocabant.
λόγιον κρίσεως, Urim et Thummim, 1, 253.
λογισμοὶ ἐπιθυμίας, Ι, 648: dicuntur excitari per
ὀρέξεις, quas in corpore ponit. Sunt ergo cogitationes et desideria anini, a corpore moti. λογισμοῖς, ΙΙ, 399: expl. ἅπερ ἠθέλησαν. λογισμοῖς
πονηροῖς, II,854 init., cupiditatibus. λογισμοῖς φιλανθρωπίας, 1, 699. λογισμὸν ἀνακινεῖ τὸ ἐπιθυμητι
κόν, ΙΙ, 475, impetus et motus corporei excitant
desiderium animi. λογισμὸν ὀρθόν, 1, 1314 init., et
judicium et vero voluntatem; ut p. præc. extr. el
semper fere. λογισμὸς ἀγωνίζεται. 1, 937, contra
cupiditates. λογισμοῦ ὁρμήν· vid. ὁρμήν, λογισμόν
αὐτοκράτορα, vid. αὐτοκράτορα. λογισμὸς ἀκόλαστος, ΙΙΙ, 632, cupiditas. λογισμοῦ ἀκίδας, 111, 1207,
accusationis internæ, conscientiæ, sollicitudinis
moralis, Scrupels. λογισμοῦ φαντασία, 1, 28: υι
cogitemus remota a nobis. λογισμούς, 1, 656 extr.,
curas, studia. II, 180, commenta Judaica. III, 1104,
cupiditates: ut mox, λογισμοῦ ῥαστώνη, λογισμούς
ἀριθμῶν· vid. ἀριθμ. λογισμούς. ὁρμὴν πρώτην τῆς
ψυχῆς, ΙΙ, 1342 init., motum primum, et cogitandi,
et volendi, unde nasci ait επιτηδεύματα καὶ ἔργα.
λογισμῷ, IV, 7: ut una idea excitet aliam. λογισμῷ
θείῳ, 111, 987: lacrymas compescui, robore et
constantia divinitus data. λογισμῷ μόνον, IV,
1074, ratione sibi relicta, sine Scriptura sacr., per
philosophiam. λογισμῶν, 1, 752, consiliis, desideriis: e seq. — 1, 1445, cogitationum et cupiditatum. λογισμῶν ταμιείον, 1, 794. λογισμῶν ἰσχυροτέ
ρας τῆς λύπης, 1, 678 med.: si omne consilium,
omnem constantiam, vicerit dolor.
λογιστεύειν, ΙΙΙ, 239: λογιστεῦσαι, 1, 829, examinare, explorare; τὰ βεβιωμένα, πεπραγμένα,
λαγομαχία, 1V, 718: de sole, ejusque magnitadine.
λόγος, in Cant. cant. et alibi notat partes, i
quas descriptus est commentarius, alibi τόμος.
λόγος, ΙΙ, 470: distinguitur a θρήνῳ sign. exhortationem. λόγος, Ι, 330; ΙΙΙ, 739: simpliciter,
Scr. sacr. habet cognitionem Patris, V, 24, i.
e. eamdem quan Paler: nil nescit. V, 25:
permisisse timorem dicitur formæ servi. V,
1084, Christus, in sanctis, κατὰ χάριν, οὐ καθ᾽ ἕνω
σιν. λόγος ἔμφυτος· vid. ἔμφυτος. λόγος έργον ἐγέ
νετο· vid. ἔργον. λόγος· θᾶττον ἢ λόγος, ΙΙ, 756:
scil. ῥηθῇ, dicto citius. λόγος τῆς διανοίας τῶν εἰ
ρημένων, ΙΙΙ, 779: pro ή διάνοια, λόγος, οἷς βίος
Ο λόγος, IV, 5: qui uil agerent, nisi disputationes
doctas. λόγος εὔλογος καὶ πρόσφορος, 17, 889,
digna et grata celebratio Dei. Λόγος ἔπαθε σαρκί, V,
64, 65. λόγος ἐνυπόστατος, προφορικός, V, 1023.
Λόγος τοῦ Πατρὸς ἐξεδέξατο τὸν τοῦ Χριστοῦ Λόγου,
V, 1023: in condendo mundo; inquit Macedon.
λόγου σου γλῶττα· vid. γλῶττα. λόγου τοῦ καθ᾽
ἡμᾶς ἔξω, Ι, 1436: sunt scriptores Græci pagani
veteres; λόγος h. 1. est lingua; nam Christianorum
Patrum Græcitas multum traxerat e LXX et Novo
Test. Doctrinam hic notare nequit; quid enim illa
ad usum voc. πεπυκασμένον, et πεπυκνωμ? λόγου
τοῦ καθ' ἡμᾶς, ΙΙ, 1267 init., doctrinam et profes
sionem Christianam. τὸ τοῦ λόγου, III, 816: ut
col. 1033–1034page 85 of 154
PG 84:1033λόγου τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 1055, ἐπὶ τὸν λόγου λόγον, 425 Λόγῳ λόγου οικονομίας, Λόγου τοῦ ἄνω καὶ πρώτου, 84, λόγῳ προειρημένῳ τρέφει, 650. λό γῳ ἰδίῳ φθαρτά, Λόγον, 382: Μονογενή, λόγον ελεγκτικόν, κεκρυμμένον Λόγων Θεὸν ἀτρέπτως ἐκ Παρθένου γενόμενον είδομεν, 1, 1051. λόγον κυβερνητικὸν ἀναπληροῦσιν οἱ ἐπιστήμονες, ΙΙ, λόγον χρείαν, τόπον. λόγον δημιουργίας, σωτηρίας, ΙΙΙ, 175, Λόγον Θεόν, κυοφορήσασα, γεννήσασα τὴν περὶ τῶν λόγων κεκίνηκε λόγων, ΙΙ, 40 τὸν λόγον. λόγων μεταλαχεῖν, λό γοις, Ι, 1576, λόγος ἐντεθραμμένον, ΙΙΙ, 938, λόγους καὶ συγγραφήν· συγγραφήν. λόγους τῆς προ νοίας ἐξετάσαι, 1265: λογισμούς, οἰκονομίας, ὁδούς. λοιδορούμενον, 211. λοιπόν, λοιπόν, τὸ λοιπὸν, σῶμα κεφαλῆς ἐστέρησε, ΙΙΙ, 934. λοιπὸν Ιούλων καθεμπόν των, λοιπὸν εὑρίσκω, λοιποί, τους λοξάς, ΙΙ, λουκίφερα, ΙΙΙ, λουκίφερ. λουτρόν, τὸ λουτρὸν ἐλάβομεν, ΙΙΙ, λυγιζομένων, ΙΙΙ, λύειν τὰς τιμωρίας, 1, 270 λυθέντος του σταδίου, ΙΙΙ, 625 λυθῆ και την τιμωρίαν, Ι, 255 λυκαυγές, 352, λυκόφως. λυκίων Εθνος, 401: λιβύων τῷ τοῖς λυμαίνεσθαι 582 λυμαίνεται 1, 1504. τῷ αὐτεξουσίῳ, ΙΙ, 989 τῷ δρόμῳ, λόγῳ, ἐπισταμένοις, Ι, λωβᾶται. τοῖς εἰρημένοις, 1630 ταῖς σωφρονούσαις, λυμαίνεται ταῖς ἀμπέλοις, ΙΙ, 75: τοῖς γνωρίμοις, ΙΙ, 1545. λυμανείται τῇ ἀληθείᾳ, ΙΙ, 1471. λυμανθεὶς τὸ ἥμισυ τοῦ σώματος, ΙΙΙ, 1290, λυμανοῦνται ὑμῖν, ΙΙΙ, 457. λυμανοῦνται τῇ δόξη, ΙΙΙ, 558 λυμηνέσθω, ΙΙ, λυμηνάσθω, λυμαινέσθω, λυμήνηται τῇ ἀληθείᾳ, 11, 1594. τῇ οἰκονομία, ΙΙΙ, 368. Συμεώνων, ΙΙΙ, 800. λύμην Μαρκίωνος, λύπῃ τῇ κατ' ἀλλήλων, ΙΙ, 889. ὀργῇ λύπην ἰδίαν ίδίαν. λύρα ἐκκλησιαστική, 102: λύραν τὴν σὴν, λύρα Πνεύμα της, λύρας παντρ μονίας, 99. λῦσαι μεταμελείᾳ τὴν ἀπειλήν, 1988, λύσεις τὰ σκυθρωπά, 1, 1214. λῦσον τὰ σκυθρωπά, 1, 1179. λυσιμελής, λύσιν ῥητῶν, Ι, ῥητῶν ζητών, οὐ σκοπείτω, λυτήριον τῶν ἁμαρτημάτων ὕδωρ, ΙΙ, 311, Σύτρον, οἷόν τι, λυτρούμενον· λυτρωτήν. λυτρωθὲν διὰ τοῦ λόγου σῶμα, λυτρωτήν. λυτρούμενον. λυττήσας βλασφημίαν, ΙΙ, 1523 λυχνιαῖον φῶς, 232: λυχνιαίῳ φωτὶ τοῦ νόμου, ΙΙ, 186. λύχνος, 1, 709 λύχνος ὠνόμασται ὁ νόμος, Ι, 1464: ἥλιος, φως. λωβᾶται, 1267: λυμαίνεται. λωδᾶται τοῖς ἔχουσιν, ΙΙΙ, 487. λωβᾶται τοῖς, 492. λώδης, 358 λώδης ᾿Αρειανικής, 1025 λώβην ταύτην ἐδέξατο. λώβην, 1, 773 βλάβην. λαβήν, βλάβην. - 111, λώβην γνώμην, 1469, 4. λώβην 'Αρείου, ΙΙΙ, 801, 803, 827. περικείμενοι, Ι. 148, Βαλεντίνου, λωποδύται ψυχῶν, λωποδύτου τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ, λωφῆσαι, ΙΙΙ, 967. λωφήση, 101, 1938 Μαγιστριανού, μαγιστριανῷ, μάγιστρος, Ι, μάγιστρον οἱ Ρω μαῖοι καλοῦσιν, 1055, βασι λείων ἡγούμενος, μαγίστρω, 1161, μαγίστρων ἀπὸ μαγ. μάγους γάμους 176. μάγους τοὺς τὰ στοιχεῖα θεοποιοῦντας, 111, 1082 καλοῦσι, μάγων γάμων 54. μαζουρώθ, 1, 450. μαζώρ. 1, 331: κραταιῷ. μαθαρώθ, αβλεψία, Ι, 531. μαθεῖν τοὺς νόμους οὐκ ἐθέλοντας, 28. μαθὼν πείρᾳ ὑπακοὴν μαθὼν τὴν νίκην, Ι, μανθάνοντες, ΙΙΙ, πάλιν παραιτοῦνται. μαθήματα ἀποστόλων ἀναγνωστέον, 757, 11 μαθήματα δυσωνύμων θεῶν, ΙΙΙ, 944 μαθήματος νηστείας, ΙΙΙ, 1163. μαθη μάτων Αἰγυπτιακών, ΙΙ, 863 μαθηματικὴν πλάνην, 333 μαθητείαν, ΙΙ, μαθητεύουσι πιστεύειν, 550
est in proverbio. λόγου τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 1055, Gide.
ἐπὶ τὸν λόγου λόγον, 1V, 425: in Joanne si sit,
verteris: ad doctrinam de Deo Λόγῳ nunc, in
Paulo, etsi et hic de Christo locutus ibi, possis
reddere ad propositam rationem porro illustrandam et firmandam. λόγου est, οικονομίας, de qua
Paulus agit, Rom. v. Λόγου τοῦ ἄνω καὶ πρώτου, V,
84, Christi. λόγῳ προειρημένῳ τρέφει, IV, 650. λόγῳ ἰδίῳ φθαρτά, 1, 54: per se, naturali et prima
conditione. Λόγον, IV, 382: vid. Μονογενή, λόγον
ελεγκτικόν, κεκρυμμένον vid. suo loco. Λόγων
Θεὸν ἀτρέπτως ἐκ Παρθένου γενόμενον είδομεν, 1,
1051. λόγον κυβερνητικὸν ἀναπληροῦσιν οἱ ἐπιστήμονες, ΙΙ, 399, sunt vice gubernatorum, id sunt
reipubl. quod hi sunt navi. λόγον pro χρείαν,
vel τόπον. λόγον δημιουργίας, σωτηρίας, ΙΙΙ, 175,
voluntatem Dei de creando universo, de salute
hominum per Christum. Λόγον Θεόν, IV, 1048:
κυοφορήσασα, γεννήσασα ponitur Maria a Theod.
τὴν περὶ τῶν λόγων κεκίνηκε λόγων, ΙΙ, 40
init.: corruptum videtur, et legendum, τὸν λόγον.
λόγων μεταλαχεῖν, IV, 1161, dicendæ causa, sui
defendendi copiam habere, audiri in judicio. λόγοις, Ι, 1576, libro.
λόγος ἐντεθραμμένον, ΙΙΙ, 938, doctum. λόγους
καὶ συγγραφήν· vid. συγγραφήν. λόγους τῆς προνοίας ἐξετάσαι, I, 1265: i. e. λογισμούς, οικονο
μίας, ὁδούς.
λοιδορούμενον, active, I, 211.
λοιπόν, 111, 675, jam. λοιπόν, III, 786: et temporis, et cause consequentiam notat. τὸ λοιπὸν, σῶμα
κεφαλῆς ἐστέρησε, ΙΙΙ, 934. λοιπὸν Ιούλων καθεμπόν
των, ΙV, 1226 extr., jamjam.
λοιπὸν εὑρίσκω, V, 312, nunc vero invenio,
quod antea non videbam, ut 11 Tim. iv, 8.
λοιποί, 1, 268, alii sunt interpretes praeter τους
O. 1, 363, 534, 735 extr., 762, 1390; II, 339, 349,
λοξάς, ΙΙ, 1024, fenestras, intus angustas, extrinsecus latas, et ab obliquo deorsum vergentes,
λουκίφερα, ΙΙΙ, 916, Luciferum. Mox nominativo,
λουκίφερ.
λουτρόν, IV, 303: simpliciter, et sine contexto,
baptisma, baptismi usum. τὸ λουτρὸν ἐλάβομεν, ΙΙΙ,
776 extr.: baptizati sumus.
λυγιζομένων, ΙΙΙ, 895, argutantium, gesticulantium, saltantium.
λύειν τὰς τιμωρίας, 1, 270: hypali.
λυθέντος του σταδίου, ΙΙΙ, 625 extr. misso cer
tamine, finito, dimissis certatoribus Meton. λυθῆ
και την τιμωρίαν, Ι, 255: hypallage.
λυκαυγές, IV, 352, diluculum, λυκόφως.
λυκίων Εθνος, II, 401: lege λιβύων de Africa
enim sermo.
τῷ
τοῖς
λυμαίνεσθαι cum dat., I, 582 init. λυμαίνεται
cum dativo, 1, 1504. τῷ αὐτεξουσίῳ, ΙΙ, 989
extr., tollit, impedit. τῷ δρόμῳ, ΙV, 635.
λόγῳ, 1, 9, 74, adversatur, infestum est.
ἐπισταμένοις, Ι, 1266, eos turbat in explicanda
Scr. sac. et doctrina de Christo Dei Filio, p. seq.
λωβᾶται. τοῖς εἰρημένοις, II, 1630 extr. obstal,
dubitationem movet. ταῖς σωφρονούσαις, 111,
1190 init., facit, ut corruptores sollicitent. λυμαί
νεται ταῖς ἀμπέλοις, ΙΙ, 75: τοῖς γνωρίμοις, ΙΙ,
1545. λυμανείται τῇ ἀληθείᾳ, ΙΙ, 1471.
λυμανθεὶς τὸ ἥμισυ τοῦ σώματος, ΙΙΙ, 1290, a capite ad calcem, hemiplegia correptus. λυμανοῦνται
ὑμῖν, ΙΙΙ, 457. λυμανοῦνται τῇ δόξη, ΙΙΙ, 558:
Christi, hæretici. λυμηνέσθω, ΙΙ, 146 med.: vitiose pro λυμηνάσθω, aut λυμαινέσθω, ut cod. habet. λυμήνηται τῇ ἀληθείᾳ, 11, 1594. τῇ οίκονομία, ΙΙΙ, 368.
Συμεώνων, ΙΙΙ, 800. λύμην Μαρκίωνος, ΙV,
errorein, hæresin.
λύπῃ τῇ κατ' ἀλλήλων, ΙΙ, 889. ὀργῇ λύπην ἰδίαν·
vid. ίδίαν.
λύρα ἐκκλησιαστική, V, 102: λύραν τὴν σὴν,
PATROL. GR. LXXXIV
108: eloquentiam Chrysost. intell. qui etiam qua
prius, carmina fecisse intelligatur. λύρα Πνεύμα
της, IV, 1252. Ephrem Syrus, poëta. λύρας παντρ
μονίας, V, 99.
λῦσαι μεταμελείᾳ τὴν ἀπειλήν, 1988, facere, ut
Deus non exsequeretur minas eventu. λύσεις τὰ
σκυθρωπά, 1, 1214. λῦσον τὰ σκυθρωπά, 1, 1179.
λυσιμελής, ΙV, 782: a statuariis exprimitur Dionysus mollis.
λύσιν ῥητῶν, Ι, 1522, explicationem, quia scil.
habent dubitationem et difficultatem Pro ῥητῶν
cod. legit ζητών, pleonastice, οὐ σκοπείτω, et quia
jam dixit: Quod si quis dubitet.
λυτήριον τῶν ἁμαρτημάτων ὕδωρ, ΙΙ, 311, haptisma. Σύτρον, οἷόν τι, 111, 45: Christus obtulit sanguinem suum.
λυτρούμενον· vid. λυτρωτήν. λυτρωθὲν διὰ τοῦ
λόγου σῶμα, IV, 137: Christi a dolore et mortis
conditione; Alban.
λυτρωτήν. 1, 724, vocari ait Deum, quia baptismate nos liberet a pravitate et dæmonum servitute. Eodem senau adhibet verbum λυτρούμενον.
λυττήσας βλασφημίαν, ΙΙ, 1523 init., furiose
effudisse eo furoris progressus, ut impie loque
retur.
λυχνιαῖον φῶς, II, 232: legem Mosis. λυχνιαίῳ
φωτὶ τοῦ νόμου, ΙΙ, 186. λύχνος, 1, 709 extr.: hurnana Christi natura. λύχνος ὠνόμασται ὁ νόμος, Ι,
1464: non ἥλιος, nec φως.
λωβᾶται, IV, 1267: vid. λυμαίνεται. λωδᾶται
τοῖς ἔχουσιν, ΙΙΙ, 487. λωβᾶται τοῖς, rel. IV, 492.
λώδης, ΙV, 358 init., erroris. λώδης ᾿Αρειανικής,
III, 1025 et p. seq. λώβην ταύτην ἐδέξατο. λώβην,
1, 773 pro βλάβην. Cod. λαβήν, pro βλάβην. - 111,
888; 1, 1245 init., hæresin, errorem. λώβην et
γνώμην, var. I, 1469, n. 4. λώβην 'Αρείου, ΙΙΙ,
801, 803, 827. περικείμενοι, Ι. 148, turpi bæresi ejus infecti. Βαλεντίνου, IV, 343.
λωποδύται ψυχῶν, 1. 1441, falsi doctores, vel
morum corruptores. λωποδύτου τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ,
1144 init.: diaboli, arte corrumpentis.
λωφῆσαι, ΙΙΙ, 967. λωφήση, 101, 1938 extr.
Μαγιστριανού, IV, 1530. Palladii, ex-magistri
officiorum. μαγιστριανῷ, ΙV, 1926, ex-magistro.
μάγιστρος, Ι, 443: Latinum; ipse expl. prætorianorum ducem. III, 1047, magister, palatii,
vet officiorum, Hof-Marschall. μάγιστρον οἱ Ρωμαῖοι καλοῦσιν, III, 1055, qui ante dictus, βασιλείων ἡγούμενος, μαγίστρω, ΙV, 1161, magistro vel
militum, vel officiorum. Vid. Garner.|(T. V. p. 335.)
μαγίστρων ἀπὸ μαγ. IV, 1180. Ex-magistro, olliciorum, vel alio; aut uni ex magistris.
μάγους et γάμους variat in libb. I. 176. μάγους
τοὺς τὰ στοιχεῖα θεοποιοῦντας, 111, 1082 extr.: addit, καλοῦσι, Perse; non quo id fieri ab aliis putent; aut improbent, sed quod res ita sese habeat.
μάγων et γάμων permut. II, 54.
μαζουρώθ, expl. 1, 450.
μαζώρ. 1, 331: expl. κραταιῷ.
μαθαρώθ, expl. αβλεψία, Ι, 531.
μαθεῖν τοὺς νόμους οὐκ ἐθέλοντας, III, 28. sequi,
servare. μαθὼν πείρᾳ ὑπακοὴν Christus dicitur, V,
52. μαθὼν τὴν νίκην, Ι, 167: cum victoriam monstrari sibi, vidisset. μανθάνοντες, ΙΙΙ, 1166: usua
olei, admittentes, observantes. opp. πάλιν παραι
τοῦνται.
μαθήματα ἀποστόλων ἀναγνωστέον, ΙV, 757, 11bri. μαθήματα δυσωνύμων θεῶν, ΙΙΙ, 944: quæ docent suos. μαθήματος νηστείας, ΙΙΙ, 1163. μαθημάτων Αἰγυπτιακών, ΙΙ, 863: idololatriae.
μαθηματικὴν πλάνην, IV, 333: Chaldeorum artes praesagas.
μαθητείαν, ΙΙ, 78: tribuit Christianis qua binos
angelos.
μαθητεύουσι πιστεύειν, IV, 550 extr., docent.
col. 1035–1036page 86 of 154
PG 84:1035μαιεύσεως πατρικῆς φυσικήν υιότητα, ΙΙΙ, 739 μακάριος θεία προσηγορία, 1, 610 θυμήσας τρις, τετράκις, ΙΙ, 1415, 1414 πολλάκις μακρὸν τὸ ἦν, ΙΙΙ, 734, μακραῖς ἐπαγ μάλιστα προυργιαίτατος, 175. μάλιστα πνε των βλαβερώτατον, 595. λον ὁσιώτερόν τε καὶ δικαιότερον, 710 34. ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ φρικτώτερον, 88. μαναά, 541. μανιάκην χρυσοῦν, ΙΙ, 1171, μανικὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1634 μανιχαϊκής, 2. μανιχαῖος μανῇ, 1076: 975, μανι μάννα θυσίαν οἱ Ἑβραῖοι καλοῦσι, 1, 630 μαντείας ψευδούς, Ι, 250 τῆς τοῦ παναγίου Πνευμ. ἐνεργείας. μάντις προφήτης μαρμάροις ἐπεποίκιλτο ὁ ναὸς, 1, 476, 567. μαρμαρυγαῖς, 12. μαρμαρυγάς, ΙΙ, 1238 μάρτυρα ψήφου, μάρτυρα ἔχειν τῆς διδασκαλίας τὴν που ἀλήθειαν, ΙΙΙ, 1204. μάρτυρες αἰσχύνης Ἰουδαῖοι, μάρτυρας καλα σήκους. μαρτυρεῖ τῇ προββήσει το τέλος, 1, 714, μαρτυρεῖ τῇ προφητείᾳ τὰ πράγματα, 1, μαρτυρήσωσιν ἀγαθὰ τῷ συνειδότι ἑαυτῶν, πονηρὰ τῶν ψευδολόγων τὸ συνειδὸς οὐκ ρὰ τῶν ψευδολ. οὐκ ἀνεχ. μαρτυρήσ. ἀγ. τῷ συνειδότι ἑαυτῷ πονηρὰ, τῶν ψευδ. τὸ συν. οὐκ ἀνέχεται μενος ἐπ' εὐσεβεία, 1, 1399. μαρτυροῦντες ἐπὶ τῇ καθαρότητι, ΙΙΙ, 834. μαρτυρῶν ἑαυτῷ ἀρετὴν, Ι, 672. μεμαρτύρηκεν ἑαυτῷ δικαιοσύνην, Ι, 647. μαρτύριον, τὸν στέ φανον βασιλικόν, Ι, 534. μαρτυρίου, 255, περὶ τῆς μαρτυρίας ἀμφιβάλλειν, ΙΙΙ, 177 μαρτυρίαν τῶν πραγμά των προστεθῆναι τῇ προθυμία, 329 μá μάτην οἰκοδομῆσαι τὸν τά μαχαίρα διστόμῳ, μαχαίρας ἐγγὺς, ἐγγὺς Θεοῦ, 50 μέγα, μείζον, μέγιστον, 362 μεγαλαυχομένων, 566: μεγαλαυχουμ. μεγαλαυχούντων. μεγαλαυχούσιν, 811 μεγαλοδωρεᾶς, 90 μεγαλόπολις Αντιοχέων, 1157. μεγαλοπρέπειά σου, 1076: ( σης, μεγαλοπρέπειαν τὴν σὴν, 1, 1065, σήν, 1169: ἀντιγραφεί. μεγαλοπρέπειαν ὑμετ. 1105 μεγαλοπρεπεστάτου υπάρχου, 1104. , μεγάλου Ιερεμίου, ΙΙ. 1175.
µaðŋtoū táživ, III, 218: Paulo negat; nempe
cuin ista scribebat 1 Cor. ix. paðŋrwv, III, 655,
laicorum.
µalɛvua oiwnis, V, 94. partus, fructus, in quem
erupit silentium, per cujus tempus illa animo agitasset.
μαιεύσεως πατρικῆς φυσικήν υιότητα, ΙΙΙ, 739:
Christi, al. n. 87, Yeow; quod glossema videtur, etsi durius sane illud et de patre, et de generatione, cum quasi mitricationem notet.
μακάριος θεία προσηγορία, 1, 610: solum vere
ledens Deum. paxápioc, sanctorum Epitheton:
Mosis, I, 101, 103, 1332. Noachi, IV, 561. Abrahami, Rebecca, II, 1265. Davidis, I, 1539; II, 420.
Danielis, II, 1202 init. Isaiæ, II, 620. Jeremiæ, I,
1091. Oseæ, II, 1314, 1478. Habacuci, 1, 1379; II,
64, 68. Jonæ, II, 1461. Zephaniæ, II, 1571. Michæ,
II, 1477 extr. Matthæi, I, 103; II, 805; III, 14.
Marci, III, 399. Lucæ, 1, 202; III, 543. Zachariæ,
HI, 1660. Petri, 1, 190. Pauli maxime, II, 68, 117
V, 2. 16; II, 331 rel. Timothei et Titi, II, 1630;
III, 298. Onesiphori, II, 1630. Tychici, III, 401.
Philippi Diaconi, III, 424. Zacchæi, 1, 185; II,
1440. Epaphroditi, III, 444, 445. trium puerorum
in camino, I, 12, 942 extr.; II, 67. µaxapia yhŵtta,
III, 177 Pauli.
Maxedovec, 11, 488, 516, 1637: Syri reges, Antiochi.
Maxɛdovexx xaxà, II, 1494: a regibus Syris, post
Al. M. maxime ab Ant. Epiph. Judæis illata. Maxedovixhy Baoslav, II, 439: ut Syros quoque
reges, Antiochos, post Alex. M. eo referat. Maxedovxwwv, II, 1652: Syris.
paxpobúμet, V, 1007, exspecta parumper. μaxpoθυμήσας τρις, τετράκις, ΙΙ, 1415, ut 1414 extr.:
πολλάκις addit.
μακρὸν τὸ ἦν, ΙΙΙ, 734, æternum. μακραῖς ἐπαγyɛllais, IV, 947: quarum materia et eventus sero
venturus sit.
μάλιστα προυργιαίτατος, ΙV, 175. μάλιστα πνε
των βλαβερώτατον, 1V, 595.
paλøv, redundat ante allà, V, 41, 45: Thucydidis more. padovanéσtepov, 1, 396: pleon. μa
λον ὁσιώτερόν τε καὶ δικαιότερον, 1V, 710 extr.
μälov doux tye, IV, 618 extr., quin etiam,
idem: ut Rom. v, 34. ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ
iyɛplete, qui idem revixit. Etsi hic plus est. µāλλov
φρικτώτερον, V, 88.
μαναά, expl., I, 541.
Havбúas, quid? 1, 383.
μανιάκην χρυσοῦν, ΙΙ, 1171, torquem.
pavlav simulavit David, I, 390; antea vocavit
manplav. Utrumque posuit, quia et salivam emittebat, vel spumam, quod est epilepsiæ, et indecore
ac violenter gestiebat, ut maniaci solent. paviaç
Evos, IV, 1174, ab insania nomen gerens.
Manetis Periphrasis.
μανικὴν βασιλείαν, ΙΙ, 1634 extr.
μανιχαϊκής, ΙV, 2.
μανιχαῖος μανῇ, V, 1076: allusio, ut 975, μανι
Xaiwv pavia pene ut Cicero, de Orat. I. furit in
rep. Furius.
μάννα θυσίαν οἱ Ἑβραῖοι καλοῦσι, 1, 630: imo
ol
µavvá, MID.
μαντείας ψευδούς, Ι, 250 opp. τῆς τοῦ παναγίου
Πνευμ. ἐνεργείας.
Havtlov, genus chlamydis, vel penulæ, I, 383:
forte a Latino, mantele, unde nostrum, Mantel.
quibusdam tantum vocari dicit, quia a Latinis petitum.
μάντις προφήτης
μávτiç Bileam, 1, 246, non pochtηs veri Dei,
sed dæmonum. µáveis, falsos vates paganorum,
1, 531 extr.
Mapxiaviotwv, III, 1070: per a, Marcionitarum.
μαρμάροις ἐπεποίκιλτο ὁ ναὸς, 1, 476, 567.
μαρμαρυγαῖς, V, 12. μαρμαρυγάς, ΙΙ, 1238 med.;
JH, 1317 init. pappapurhy, III, 307.
μάρτυρα ψήφου, II, 337, comprobatorem, ei assentientem. μάρτυρα ἔχειν τῆς διδασκαλίας τὴν που
Atslav, III, 953, vitam doctrinæ congruam, quæ
eam firmet, quæ ostendat, vera esse quæ doceat,
quia ipse ex ea formula vivat. µáptupa xalwv try
ἀλήθειαν, ΙΙΙ, 1204. μάρτυρες αἰσχύνης Ἰουδαῖοι,
1511, exemplo suo et usu docent, eventura con-¡
slare prædictioni de ignominia. μάρτυρας καλαxsias, Theovelas, III, 507 extr.: nempe, utramque
nullam esse, alienam a se fuisse. μaptúpwv of xous
vid. σήκους.
μαρτυρεῖ τῇ προββήσει το τέλος, 1, 714, eam
firmat. μαρτυρεῖ τῇ προφητείᾳ τὰ πράγματα, 1,
1390, eam firmant. μxptupnoάvtwv, III, 1082, mortem passis pro fide, μαρτυρήσωσιν ἀγαθὰ τῷ συνει
δότι ἑαυτῶν, πονηρὰ τῶν ψευδολόγων τὸ συνειδὸς οὐκ
avéystal, II, 495: corruptus locus, aliter et legendus, et interpungendus. Quid enim est, ipsorum conscientiæ testantur? Falsum quoque, nonρὰ τῶν ψευδολ. οὐκ ἀνεχ. Legendum et distinguendum: μαρτυρήσ. ἀγ. τῷ συνειδότι ἑαυτῷ πονηρὰ,
τῶν ψευδ. τὸ συν. οὐκ ἀνέχεται sic omnia plana.
μаpτρоúμеvоçúnd Aa68, II, 1242 init. hypall.,
de quo dicit David: vel pro, laudatus. paptupovμενος ἐπ' εὐσεβεία, 1, 1399. μαρτυροῦντες ἐπὶ τῇ
καθαρότητι, ΙΙΙ, 834. μαρτυρῶν ἑαυτῷ ἀρετὴν, Ι,
672. μεμαρτύρηκεν ἑαυτῷ δικαιοσύνην, Ι, 647.
paptopia, IV, 1314, 1316 distingu. ab ecclesiis.
Ulli sant onxot, martyrum memoriæ sacri, non perpetuo cultui per omnes dies. μαρτύριον, τὸν στέ
φανον βασιλικόν, Ι, 534. μαρτυρίου, III, 255, morte
martyris.
paptupla, III, 691, obsecratione, obtestatione
per Deum. papropias, II, 1658, prædictionis prophetica e Vet. Test. paptuplas, Oɛlaç, III, 46:
laudis. περὶ τῆς μαρτυρίας ἀμφιβάλλειν, ΙΙΙ, 177:
an vere exstent, imo exstiterint, talia verba in libro quodam Vet. Test., etsi ad nos non pervenerit
ille liber. paptuplav πpoçεpwv, I, 1071: eventu
narrando ostendens veritatem vaticinii, idque in
illa re evenisse perhibens. μαρτυρίαν τῶν πραγμά
των προστεθῆναι τῇ προθυμία, III, 329: hanc factis
probari.
µáty, IV, 511 frigore, humorem in arbore
intus abigit aer, hyeme.
párata, idola, I, 152.
Maratonovw, III, 225 init.
μá úvoμat, I, 1049 opp. sed quia accepi magna beneficia. μάτην οἰκοδομῆσαι τὸν τά
pov, III, 702, falso, cum ibi non esset mortuus.
μαχαίρα διστόμῳ, III, 995: simpliciter, verbo
divino. μαχαίρας ἐγγὺς, ἐγγὺς Θεοῦ, IV, 50: Ignat.
periculo mortis, ut martyr.
μέγα, μείζον, μέγιστον, 1V, 362: de personis
Trinitatis. Apollinarii inventum.
μεγαλαυχομένων, II, 566: pro μεγαλαυχουμ. vel
μεγαλαυχούντων. μεγαλαυχούσιν, IV, 811: dies et
nox: non pɛyalaux. non superbiunt, non spernunt
se mutuo, dum crescunt; eleganti prosopopeia.
μεγαλοδωρεᾶς, V, 90 extr.
μεγαλόπολις Αντιοχέων, IV, 1157.
Heɣalompénɛia oh, IV, 1106: Scholastico, i. e.
causidiro. μεγαλοπρέπειά σου, ΙV, 1076: ad præsi- (
dem, vel primatem. Heyaλompenεia Spetépa, IV,
1091 Apellioni. 1095, comiti. IV, 1100: eparcho
1102. IV, 1112: consuli. 1116: præsidi vel duci
mil. μeɣalonpenɛlaç dµerépaç, IV, 280: Sporacium alloquitur: quem et peɣalonpεnéσtatov ante
dixit. IV, 1086 extr.: comiti. σης, ΙV, 1125:
præsidi. Heyalompenɛia on, IV, 1097 præsidi. IV,
1123 assessori. peyalonpenɛia Suerépa, IV, 1318:
senatui CPlit. μεγαλοπρέπειαν τὴν σὴν, 1, 1065,
te; comitem forte, aut alium illustrem. σήν, ΙV,
1169: ἀντιγραφεί. μεγαλοπρέπειαν ὑμετ. IV, 1105:
patricio, 1105.
μεγαλοπρεπεστάτου υπάρχου, IV, 1104.
, μεγάλου Ιερεμίου, ΙΙ. 1175.
col. 1037–1038page 87 of 154
PG 84:1037μεγαλουργίαν τῶν ἔργων, 1, 4560. μεγαλοφροσύνῃ, μετριάζειν μεγαλοφυΐαν ὑμετέραν, 1087 μεγαλοψυχίαν ἐν πενίᾳ, ΙΙΙ, 327 μεγάλω, ΙΙ, 241: μεγάλῳ Ἰώβ, 540. μέγας Μωσης, ΙΙ, 417. Ἰάκωβος, Ι, 1660. Πέτρος, μείζονα, μείζονα πταί σαντας, ΙΙ, μείονα, μεῖζόν τι κατασκευάζει, ΙΙΙ, 645. μείζους, πρός, ἀναδεχόμενος μάχην, ΙΙ, μείζων, 1065: μείζων τοῖς ὅλοις, 97: τῶν ὅλων, ἐν τοῖς ὅλοι;, εἰς πάντα, κατὰ π. μεγίστη ἀκολουθία τοῦ ῥητοῦ αὕτη, 1027, μεγίστην πόλιν, μεγαφρονεί, ΙΙΙ, 188: μεγαφρονεῖν ἐπὶ τῷ σεσωκότι θεῷ, ΙΙΙ, 465, μεγαφρονεῖτε, 11, 1482: μεγαφρονήσῃς, 11, μεγαφρονήσουσιν, Ι, 1653 μεγαφρονώ, μέγεθος ὑμέτερον, 1095, μέγε θος ὑμῶν, μεθ'. μετά. μεθεκτῶς, 940: κατὰ μετοχήν, μέθην, 1, 749: μέθην ἐκβάλλων ἐπιβλαβή, πνευματικὴν ἀντεισήγαγε, ΙΙΙ, 432 μέθην θείας ἀγάπης, 111, 1301. μεθοδεύει ἑτέρως τον λόγον, ΙΙΙ, 61. μέθοδος, μέθοδον τῆς σωτηρίας, μεθόδους τοῦ διαβόλου, μεθορίῳ γάμου καὶ ἀγαμίας, 209 μεθύειν τῷ πόθῳ, ΙΙΙ, 1121. μεθυσθεῖσα τῷ πόθῳ, Η, 112. μεθύων τῷ πάθει τῆς ὀργῆς, ΙΙΙ, 76. Μεθύμνης, η μεθυπέρβατος διάνοια 1250, 4. μεθυπέρβατον τὸ νόημα, 1, πολλοὶ λέγουσιν, εἰ ἐπληθύνθησαν,: εσημειώθη Κύριε, μεθυπέρβατα ρήματα, 1, ἐν καρδίᾳ ἐχθρῶν, τὰ βέλη σου ήχον, μειδιῶσι, ΙΙΙ, 249 μεῖον, μή δν. δυσκλεέστερον. τὸ μὴ ὂν, τῇ ἀναλήψει μειζοτέρου, ΙΙΙ, 868: μέλαθρα,1, 468 οἰκίσκους 471, ἐπίστυλον. μέλεσιν (τοῖ;) τοῦ νυμφίου ἐντρυφῶντες. 11, 36 μελέτη διὰ φωνῆς, μελέτην ἐν αὐτοῖς ποιούμενος, 1, 1146. μελέτην ἐν λόγοις - καὶ βρο γοις, 1, 1467. μελέτην ποιήσομαι τὰς σὰς ἐντολὰς, 1, 897: τῶν σῶν ἐντολῶν, μελέτην, μπο μελέτης ἀφορμὴν, ὑπόθεσιν, μελετητικόν, ΙΙ, τοικισθήσονται,: τὸ ἰδίωμα τῆς γραφῆς, μελετῶνται. μελετώσαις περιστεραῖς, ΙΙ, 727. μέλη, ΙΙΙ, μέλη του νυμφίου ἐσθίοντες, ΙΙ, 89 μελλησμόν, ΙΙ, 992: μέλλησιν. μελλόντων ἀγαθῶν σκιὰ, ΙΙ, 455, μελοποιόν, 1, 1113, ψαλμογράφω. μελῳδεῖ ἐπ' αὐτῶν, περὶ αὐτῶν, μελωδών, μελωδία προφητική, 476 μελωδίας, ἐν ἄλλῃ μελωδία, μελωδία ἑτέρα, 1015, 1014 μελωδία καταυγάζων, 1, 447, μελωδίαν Δαυιτικὴν ᾄδοντες, ΙΙΙ, 923, μεμυημένοι, μεμυημένοι, ἴστε, τί λέγω, Ι, 1045. μεμνημένοις δήλα, 1, 749, μέμφεται, μεμψίμοιρος, μεμψίμοιρον μεμψιμοίρων. μὲν, μήν, καὶ, τοι μὲν οὐκέτι, ἀλλὰ, Ι, μὲν γάρ, μὲν 450: πῶς δυνατὸν — τοῦ θείου μὲν νεώ περιγενές σθαι δέ. μέν. μένων, 1050 ὤν, οἰκῶν. μεμενήκασι παραυτά, ΙΙΙ, μεμένηκε λυττῶν, ΙΙΙ, 1005. μερὶς τῆς ἐκκλησίας, τοῦ θανάτου μερίδος: χειρός. μερίδος εκείνης ἐγένοντο, ΙΙΙ, μερίδος τῶν εὐσεβῶν ἐγένετο, ΙΙ, 404. μερίδος Τιμοθέου και Παύλου γένεσθαι, 111, 674, μερίζεσθαι δεσμῷ σώματος, ΙΙ, 163, μετ ριζομένη, μερίζοντες τὸν ἀμέριστον, ν, 18. μετ. ρίσας, μὴ μερ. τὸν φύσαντα, 755: ὁ λόγος, ουσίαν μερικὸν θεὸν, Ι, μερικώς μερισμός οβ' ἐθνῶν ἐτελεῖτο γλωσσών, 75, γλωσσών διὰ γλωσσ. νεὶ κατὰ γλώσσας· ἐθνῶν, εἰς Εθνη.
μεγαλουργίαν τῶν ἔργων, 1, 4560.
μεγαλοφροσύνῃ, mi, 1173: adversus hosteri:
opp. μετριάζειν sign. fortitudinem, vin.
μεγαλοφυΐαν ὑμετέραν, IV, 1087: comiti. IV,
1104: patricio. 1105. IV, 1101, te; eparcho, 1111.
19, 1117,: præfecto, vel magistro mil.
μεγαλοψυχίαν ἐν πενίᾳ, ΙΙΙ, 327 bis, liberalitatem,
beneficentiam.
neμεγάλω, ΙΙ, 241: Mosi. μεγάλῳ Ἰώβ, IV, 540.
μέγας Μωσης, ΙΙ, 417. Ἰάκωβος, Ι, 1660. Πέτρος,
111, 19. μείζονα, III, 846: Filio Patrem non
gant orthodoxi, qua Paternitatem Patris; quia nomen Patris majus sit nomine Filii. μείζονα πταίσαντας, ΙΙ, 1542 init.: profecto legendum, μείονα,
leviora: totus clamat contextus, e dubitatione,
cur Deus improbissimis dediderit minus improbos,
non magis. μεῖζόν τι κατασκευάζει, ΙΙΙ, 645. locutus de peccato suo Paulus, medicinam addit evangelicam. μείζους, πρός, ἀναδεχόμενος μάχην, ΙΙ,
1650: plures, et vere insigniores. Christianos Judris. μείζων, V, 1065: bene expl. μείζων τοῖς
ὅλοις, V, 97: pro τῶν ὅλων, vel. ἐν τοῖς ὅλοι;, εἰς
πάντα, κατὰ π.
μεγίστη ἀκολουθία τοῦ ῥητοῦ αὕτη, V, 1027, hoc
mice congruit contexto. μεγίστην πόλιν, 1V, 1140,
CPlim, vel potius Antiochiam h. 1.
μεγαφρονεί, ΙΙΙ, 188: junctim. μεγαφρονεῖν ἐπὶ
τῷ σεσωκότι θεῷ, ΙΙΙ, 465, gaudere. μεγαφρονεῖτε,
11, 1482 init.: junctim. μεγαφρονήσῃς, 11,
unuin vocab. μεγαφρονήσουσιν, Ι, 1653: unum
vocab. μεγαφρονώ, II, 466: junctim.
μέγεθος ὑμέτερον, IV, 1095, te; comiti. IV.
1099: præfecto urbis, vicario, et 1100 init. μέγε
θος ὑμῶν, IV, 1104: patricio. 1105: consuli,
nt.
μεθ'. vid. μετά.
μεθεκτῶς, V, 940: κατὰ μετοχήν, ut accepeμέθην, 1, 749: sacra Conæ vinum. μέθην ἐκβάλ
λων ἐπιβλαβή, πνευματικὴν ἀντεισήγαγε, ΙΙΙ, 432
extr. μέθην θείας ἀγάπης, 111, 1301.
μεθοδεύει ἑτέρως τον λόγον, ΙΙΙ, 61.
μέθοδος, V, 72 init., explicatio, nota, observatio.
μέθοδον τῆς σωτηρίας, iit, u. μεθόδους τοῦ διαβό
λου, V, 1041, artes, fraudes, petitiones.
μεθορίῳ γάμου καὶ ἀγαμίας, III, 209: ut possint hoc tenere, illud sequi: ut, qui sunt in conGinio, facile transire in alteram terram possunt.
μεθύειν τῷ πόθῳ, ΙΙΙ, 1121. μεθυσθεῖσα τῷ πόθῳ,
Η, 112. μεθύων τῷ πάθει τῆς ὀργῆς, ΙΙΙ, 76.
Μεθύμνης, ΙV, 962: necessario per η scribendum, ut versus constet. Sæpius per hæc urbs
scribitur: unde et Virgil. longum e facit Georg. u.
Quam Methymnæo carpit de palmite Lesbos.
μεθυπέρβατος διάνοια - vid. Hyperbaton, in Ind.
rer. I, 1250, ad v. 4. μεθυπέρβατον τὸ νόημα, 1,
633: quia scil. jungit, qua sensum, verba: πολλοὶ
λέγουσιν, εἰ ἐπληθύνθησαν, ut verba: εσημειώθη
Κύριε, sint in parenthesi. μεθυπέρβατα ρήματα, 1,
890. Hyperbaton dicit, quia verba, ἐν καρδίᾳ ἐχθρῶν,
referri, dicit ad illa, τὰ βέλη σου ήχον, non ad
propiora et intermedia.
μειδιῶσι, ΙΙΙ, 249: oculi.
μεῖον, V, 55, deterius. Pro eo legitur μή δν. Illud
aptius sequenti, δυσκλεέστερον. Nec patet e contexto, quid sit hic τὸ μὴ ὂν, nec τῇ ἀναλήψει congruit.
μειζοτέρου, ΙΙΙ, 868: μέλαθρα,1, 468: in templo
Salom. expl. οἰκίσκους in ambitu adjectas: Hallen.
at p. 471, expl. ἐπίστυλον.
μέλεσιν (τοῖ;) τοῦ νυμφίου ἐντρυφῶντες. 11, 36:
in Coena sacra.
μελέτη διὰ φωνῆς, I, 1464, pronuntiatio cogitatorum per verba: pronuntiata enim firmius et pressius cogitantur ac tenentur. μελέτην ἐν αὐτοῖς
ποιούμενος, 1, 1146. μελέτην ἐν λόγοις - καὶ βρο
γοις, 1, 1467. μελέτην ποιήσομαι τὰς σὰς ἐντολὰς, 1,
897 init.: pro τῶν σῶν ἐντολῶν, vel μελέτην, μπο
μελέτης ἀφορμὴν, ὑπόθεσιν, materiam meditandi,
Gegenstand. Hoc tamen modo activum esse debebat: aut intell. mihi faciam, constituam.
μελετητικόν, ΙΙ, 792: futurum tempus intell. xx.
τοικισθήσονται, addit enim: τὸ ἰδίωμα τῆς γραφῆς,
quod ante dixerat, positum in usu futuri pro præsente, vel praterito. Nam futura sane μελετῶνται.
μελετώσαις περιστεραῖς, ΙΙ, 727.
μέλη, ΙΙΙ, 995, lamentationes, querelz.
μέλη του νυμφίου ἐσθίοντες, ΙΙ, 89: corpus Christi, in Coena sacra.
μελλησμόν, ΙΙ, 992: pro μέλλησιν.
μελλόντων ἀγαθῶν σκιὰ, ΙΙ, 455, vitæ future.
Paulus Hebr, x, intell. Nov. Test.
μελοποιόν, 1, 1113, distingu. a ψαλμογράφω.
μελῳδεῖ ἐπ' αὐτῶν, V, 72: Psalmorum liber, i. e.
περὶ αὐτῶν, de dogmatibus et preceptis. μελωδών,
1, 245, referens rem gestam carmine, mentionem
ejus faciens. 1, 475 init.
μελωδία προφητική, IV, 476 init., Psalmorum
liber. μελωδίας, IV, 890 init. psalmi illius, et mox,
ἐν ἄλλῃ μελωδία, μελωδία ἑτέρα, IV, 1015, psalmo:
1014 extr. μελωδία καταυγάζων, 1, 447, carminibus
docens. μελωδίαν Δαυιτικὴν ᾄδοντες, ΙΙΙ, 923, bymnam.
μεμυημένοι, 1, 744, baptizati, quatenus admittuntur ad Cena sacra copiam, II. 56. μεμυημένοι,
ἴστε, τί λέγω, Ι, 1045. μεμνημένοις δήλα, 1, 749, in
primis qua Cenam sacr., solis scil.
μέμφεται, 1, 496, vituperat, notat. Thucydideum.
μεμψίμοιρος, ΙV, 737, omnia improbans, qua
alii dicant, ubique dubitationes videns, calumnians omnia, Chicaneur. μεμψίμοιρον Judzorum, 1,
206: quod facile aliquid culparent: morositatem.
μεμψιμοίρων. ΙII, 311, 1219, malignorum, quibus
nil placet, omnia minuentium et elevantium, nil
probantium aut mirantium. III, 311, calumniatorum,
iniquorum, quibus nil probatur, quod alii faciant.
μὲν, pro μήν, post καὶ, I, 1393 med., Cod. n. 5,
τοι μὲν redundat post οὐκέτι, sequente ἀλλὰ, Ι,
1042. μὲν pro γάρ, 11, 354 init. μὲν redundat, II,
450: πῶς δυνατὸν — τοῦ θείου μὲν νεώ περιγενές
σθαι • neque enim seq. δέ. Et cod. n. 6 omnisit
μέν.
μένων, V, 1050 extr. pro ὤν, οἰκῶν. μεμενήκασι
παραυτά, ΙΙΙ, 997, mortui sunt, ut nos, auf der
Stelle geblieben.
μεμένηκε λυττῶν, ΙΙΙ, 1005.
μερὶς τῆς ἐκκλησίας, τοῦ θανάτου (Christi) dicitur Pater, I, 691: obscure sane et inutiliter, retento
vocab. Hebr. μερίδος: vid. χειρός. μερίδος εκείνης
ἐγένοντο, ΙΙΙ, 1075, idem fecere, ut Chrysostomi
sese fautoribus adjunxerunt, hostes ejus reliquerunt. μερίδος τῶν εὐσεβῶν ἐγένετο, ΙΙ, 404. μερίδος
Τιμοθέου και Παύλου γένεσθαι, 111, 674, similes
eorum, æque sanctos, æque beatos.
μερίζεσθαι δεσμῷ σώματος, ΙΙ, 163, distineri. μετ
ριζομένη, 1, 785: vis duplex, ut altera hic, altera illic
sese exsereret. μερίζοντες τὸν ἀμέριστον, ν, 18. μετ.
ρίσας, μὴ μερ. τὸν φύσαντα, IV, 755: ὁ λόγος, non
auferens essentiæ partem, quam sibi haberet: non
separatam ab eo et ex eo ουσίαν habcns.
μερικὸν θεὸν, Ι, 507 extr.: qui tantum uni provinciæ præessel, aut uni locorum generi; ibi lantum potens.
μερικώς oblata, I, 182: ipse partes victimarum,
prosectæ, et sic oblatae.
μερισμός οβ' ἐθνῶν ἐτελεῖτο γλωσσών, V, 75, gentes per linguas varias divisæ sunt in 72: quot lingure date, tot gentes discessere: γλωσσών est pro,
διὰ γλωσσ. νεὶ κατὰ γλώσσας· ἐθνῶν, pro εἰς
Εθνη.
col. 1039–1040page 88 of 154
PG 84:1039μέρος, μέρος Θεού, σάρξ κόσμου, ν, μέρος τοῦτο. ΙΙΙ, μέρες (έν), μέρει ἐν χάριτος, 45; μέρη επάρχων διέποντι διέποντι. μέση μεσημβρία, ΙΙΙ, 135, 304. μέσῃ τῶν ποτα μῶν, ΙΙΙ, μεσημβρία. μεσημβρίαν, ΙΙ, 837: εὐθεῖαν, μεσημβρινὸς εἰ νότιος, 859 νότον μεσημβρίαν, μεσίταις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τοῖς προφήταις, μεσιτεία, μεσίτης γάμου, ΙΙΙ, 541. μεσίτου ἄνευ γεγέννηται, τουτέστιν, έκτισται, 927 μεσίτου ὄνομα θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος δηλωτι μεσιτεύουσα φύσις μονογενής, ΙΙΙ, 742, γεννητῷ μεσιτευούσης ἀγάπης, καὶ φόβου, ΙΙΙ, 1033, μεσιτεύων ἡλίῳ καὶ γῇ, μέσος αποληφθείς· ἀποληφθείς. μέσος θῶ κος, ΙΙΙ, ἐν μέσῳ γένοιτο σηπεδών, ΙΙ, 104. ἐν μέσῳ ἐστὶν ὅρκος, ἐν μέσῳ πόλεων, κωμῶν, ἐσχατιῶν, ἀγρῶν, ἐν εἰς μέσον ήγαγε, Ι, μέσον ὄντων πειρατηρίου, 51. ἐν μέσῳ, μέσσων, τὸ μέσον, μέσον, ΙΙΙ, μέσον, τῶν οὐκ ὄντων πρὸς τὸν ὄντα Θεόν, μεσσαί,? 1, 554. μετὰ ἀνδρὸς Θεὸν, μετὰ δύο τῆς προφητείας ἐνιαυτούς, ΙΙ, 1410: δύο ἔτη, δυσὶν ἔτεσι μετὰ τὴν προφητείαν. μετὰ μῆνας πέντε. τῆς συνόδου, ΙΙΙ, 813: πέντε μῆν. μετὰ τὴν σύνοδον. μετὰ πέντε ἔτη τοῦ ἀλῶναι την πόλιν, ΙΙ, 630: πέντε έτεσι μετὰ τὸ ἀλ. τ. π. μετὰ πλεῖστον τῆς ἑνώσεως χρό νον, 102: πλεῖστον χρ. μετὰ τὴν ἕνωσιν. μετὰ πολλὰς τῆς ἑνώσεως γενεάς, 114 πολλαῖς γενεαῖς μετὰ τὴν ἔνωσιν. μετὰ σαρκὸς οἰκο νομία, μετά ταύτην, κατά, μετὰ τῆς τῶν πενήτων θεραπείας προσεύχεσθαι, Ι, μετὰ τὴν ἀνάδυσιν τῶν τριῶν καταδύσεων, Ι, ; ἀνάδυσιν καταδύσεων ἀπὸ τ. καταδύσ. Ιστε τί λέγω. μετὰ μεθ' ἡμέραν. μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, Ι, 654: διά. μετὰ τὴν ἡγεμονίαν, 1157 ἐν τῇ ἡγεμονία, ηγεμονίαν, βιν γεγονέναι ἡγεμόνα, μετὰ τὴν θείαν ἀπόφασιν πάντων ἐκράτησεν, 157 κατά. μετὰ τὴν τελείαν ἡλικίαν, ΙΙΙ, 254 ἐν τῇ τελείᾳ ἡλικία, μετὰ τὴν τῆς ἀγρώστεως βλάστην, 302 κατά άγρωστις μετὰ μετὰ τὴν χάριν, ἐν τῇ χάριτι, μετὰ τὸν καιρόν, ΙΙ, 11, μετὰ τοῦ ἡλίου, σύν. μετὰ τοῦ παιδὸς θεσπίσαι, ΙΙ, 215, μετ' εκείνους, ΙΙΙ, 945: στρατηγούς, αὐ τίκα μετ' ἐκ.υι μετ᾿ εὐσεβείας, πεπιστευμένοις πεπιστευμένοι εἰς τὰς ἀρχὰς, ἄρχωσι, μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός·: 1996. μεθ' οὗ ἐνίκησε σχήματος, 647: ἐν ᾧ σχήματ τος. μεθ' ὑπερβατον, ὑπερβατου. μεταβαίνει ἐπὶ τὸ προσκείμενον, ΙΙΙ, 249. μεταβαίνειν σκηνάς, 1, 671: μεταβάλλειν μεταβ. ἐκ σκηνῆς εἰς σκηνήν. μεταβαλεῖν οἰκουμένην, ΙΙ, 407 μεταβάλῃς εἰς εὐσέ βειαν, Ι, μεταβάλῃς τινὰ τῶν ἀνοσίων, ΙΙ, 492 μεταβάλλει, άλλοιοί. 517 μετα βάλλεσθαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς πονηρίας αὐτοῦ, ΙΙ, 391. μεταβάλλεται καὶ ἕτερα γίνεται, 126 τῆς οἰκείας φύσεως ἐξω ίστασθαι, ἐπὶ τῆς προτέρας ουσίας, σχήματος, είδους, μεταβαλλόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδαφωνήν, 1, 445, μεταβαλλομένων ἁπάν των τῶν ὁρωμένων κατὰ τὸν τῆς συντελείας καιρόν, οἰκοδομὴν αἰώνιον: 373 μεταβαλῶ τὰς συμφοράς, μεταβέβληται ὁ ποιμὴν πρόβατον, ν. 1130. εἰς, μεταβληθεὶς, γέγονε πρ. μετέβαλλον, μετεβλήθη, μετάβασιν ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων εἰς τὴν θείαν ἀποκάλυψιν, μετάβασιν γλώσσης, Ι, μεταβολή, οὐ σία. μεταβολῇ πιστεύειν, 26 φύσεως οὐ τὴν φύσιν μεταβαλών, τῇ χάριτι, τὴν χάριν τῇ φύσει προστεθεικώς, χάρις, τροφήν ἁγίαν, προστεθεικώς, χάριν, τροφήν· μεταβολήν, κτίσιν μεταβολὴν ἀξίας, Ι, 187
μέρος, ΙV, 247: generis humani, Christus, Greg.
Nyes. Mitglied, et ex eadem materia. μέρος Θεού,
V, 1111: non est σάρξ Christi. κόσμου, ν,
1094: Christus factus, ut homo. μέρος τοῦτο. ΙΙΙ,
768 init., res, causa de Paschate: Umstand,
Punct. μέρες (έν), V, 1109, separatim, solum. (humanam naturam.) μέρει ἐν χάριτος, V, 45;
quasi beneficium. μέρη επάρχων διέποντι vid.
διέποντι.
μέση μεσημβρία, ΙΙΙ, 135, 304. μέσῃ τῶν ποταμῶν, ΙΙΙ, 1294, Mesopotamia, et sine articulo, IV,
μεσημβρία. 1, 502, tempus quo Christus mortuus,
quia scil. loquitur de sole obscurato, ut rem augeat: necdum sane vesperascebat: sign. pleno die
et claro. μεσημβρίαν, ΙΙ, 837: εὐθεῖαν, dici ait
Theman Hebr.
μεσημβρινὸς εἰ νότιος, II, 859: ut unum ponit; at
p. 837 distinxit νότον et μεσημβρίαν, certe per Hebraicas vocc. Negebh et Theman, per illa ante distincta.
μεσίταις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τοῖς προφήταις,
μεσιτεία, V, 927: Filii, quod omnia per illum
facta.
μεσίτης γάμου, ΙΙΙ, 541. μεσίτου ἄνευ γεγέννηται, τουτέστιν, έκτισται, V, 927: Filius, ex Anoinai sententia; cum reliqua facta sint per ipsum.
μεσίτου ὄνομα θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος δηλωτι
xov, IV, 85.
μεσιτεύουσα φύσις μονογενής, ΙΙΙ, 742, media inter auctorem et res creatas: quarum longum nimis
a Deo intervallum sine Filio γεννητῷ futurum fuisse, ait Alexander: incommode sane, et veluti minor
sit Patre Filius, et creatis propior. μεσιτευούσης
ἀγάπης, καὶ φόβου, ΙΙΙ, 1033, adjuvante. μεσιτεύων
ἡλίῳ καὶ γῇ, IV, 502: aër, infringens vehementiam radiorum.
μέσος αποληφθείς· vid. ἀποληφθείς. μέσος θῶ
κος, ΙΙΙ, 1019 init,: episcoporum in ecclesia, communis duobus, Meletio et Paulino, ex illius liberalitate. ἐν μέσῳ γένοιτο σηπεδών, ΙΙ, 104. impediat,
corrumpat. ἐν μέσῳ ἐστὶν ὅρκος, II, 115, adhibitum
est jusjurandum, ἐν μέσῳ πόλεων, κωμῶν, ἐσχατιῶν,
ἀγρῶν, rel. II, 1495: redundat: pro simplici ἐν
et dativo. εἰς μέσον ήγαγε, Ι, 266, commemoravit.
μέσον ὄντων πειρατηρίου, II, 51. pro ἐν μέσῳ, μέσ
σων, τὸ μέσον, III, 561 extr., discrimen. 687, 563.
med.; IV, 12, 377, 481, 819 med., 1035; H, 36,
1996, 1083, 1691. μέσον, ΙΙΙ, 1272: Hispaniam et
Britanniam inter, Galli tenent; satis improprie et
oblique. μέσον, τῶν οὐκ ὄντων πρὸς τὸν ὄντα Θεόν,
1, 1410, discrimen.
μεσσαί, quid? 1, 554.
μετὰ ἀνδρὸς Θεὸν, V, 1174: de Christo non dicit
Ser. sacra. μετὰ δύο τῆς προφητείας ἐνιαυτούς, ΙΙ,
1410 init.: pro δύο ἔτη, vel, δυσὶν ἔτεσι μετὰ τὴν
προφητείαν. μετὰ μῆνας πέντε. τῆς συνόδου, ΙΙΙ,
813: pro πέντε μῆν. μετὰ τὴν σύνοδον. μετὰ πέντε
ἔτη τοῦ ἀλῶναι την πόλιν, ΙΙ, 630: pro πέντε έτεσι
μετὰ τὸ ἀλ. τ. π. μετὰ πλεῖστον τῆς ἑνώσεως χρόνον, IV, 102: i. e., πλεῖστον χρ. μετὰ τὴν ἕνωσιν.
μετὰ πολλὰς τῆς ἑνώσεως γενεάς, IV, 114: pro
πολλαῖς γενεαῖς μετὰ τὴν ἔνωσιν. μετὰ σαρκὸς οἰκο
νομία, V, 13: negotium salutare, assumpto humano corpore susceptum. μετά ταύτην, IV, 849 init.:
quæ sint infra lunam, n. 24: κατά, quod h. 1. alienum. μετὰ τῆς τῶν πενήτων θεραπείας προσεύχεσθαι, Ι, 158: i. e., quando preceris, simul et pauperibus bene facere. μετὰ τὴν ἀνάδυσιν τῶν τριῶν
καταδύσεων, Ι, 985: baptizare solent orthodoxi. Obscurus locus; ἀνάδυσιν καταδύσεων intelligas, ἀπὸ
τ. καταδύσ. cum ex immersione emerserint. Sed cur
baptizare dicit post immersionem et emersionem? Imo
per illam baptismus fit. Omissum aliquid videtur,
consulto forte, quia addit: Ιστε τί λέγω. μετὰ potest
esse ev, uι μεθ' ἡμέραν. μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, Ι,
654: pro διά. μετὰ τὴν ἡγεμονίαν, III, 1157: aut
pro, ἐν τῇ ἡγεμονία, aut ηγεμονίαν, metonymice,
βιν γεγονέναι ἡγεμόνα, scil. coetus ascetici. μετὰ
τὴν θείαν ἀπόφασιν πάντων ἐκράτησεν, II, 157 init.:
pro κατά. μετὰ τὴν τελείαν ἡλικίαν, ΙΙΙ, 254: pro
ἐν τῇ τελείᾳ ἡλικία, cum eo pervenerint. μετὰ τὴν
τῆς ἀγρώστεως βλάστην, IV, 302 init.: legendum
videtur, κατά· ut άγρωστις crescit, ita propullularunt. μετὰ incommodum sensum hic habet, ferendum tamen. μετὰ τὴν χάριν, III, 359: pro,
ἐν τῇ
χάριτι, sub Evangelio. μετὰ τὸν καιρόν, ΙΙ, 11, in illo
tempore. μετὰ τοῦ ἡλίου, V, 952, statim, ut sol exslat.: vid. σύν. μετὰ τοῦ παιδὸς θεσπίσαι, ΙΙ, 215,
ut parvulum simul gereret in ulnis.
μετ' εκείνους, ΙΙΙ, 945: στρατηγούς, qui statim
illis subjiceretur, sed multo esset inferior: scil. αὐ
τίκα μετ' ἐκ.υι possent intercedere multi, sed non
intercederent. μετ᾿ εὐσεβείας, III, 135: e præc.
πεπιστευμένοις suppleas, πεπιστευμένοι εἰς τὰς
ἀρχὰς, sed hoc sensum non habet. Imo repete
ἄρχωσι, si pie regnent, pia imperent.
μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός· expl. bene: IV, 1996. μεθ'
οὗ ἐνίκησε σχήματος, IV, 647: ἐν ᾧ vid. σχήματ
τος. μεθ' ὑπερβατον, vid. ὑπερβατου.
μεταβαίνει ἐπὶ τὸ προσκείμενον, ΙΙΙ, 249. redit.
μεταβαίνειν σκηνάς, 1, 671: active, pro μεταβάλ
λειν aut per hypall. pro, μεταβ. ἐκ σκηνῆς εἰς
σκηνήν.
μεταβαλεῖν οἰκουμένην, ΙΙ, 407: apostolis tribuitur, docendo Evangelio. μεταβάλῃς εἰς εὐσέ
βειαν, Ι, 1045, ad veri Dei cultum traduxeris. με
ταβάλης τινὰ τῶν ἀνοσίων, ΙΙ, 492: prophetæ tribuitur. μεταβάλλει, άλλοιοί. IV, 517:
cibum ventriculus, non qua substantiam, sed
ut aptetur sanguini et aliis sufliciendis. μεταβάλλεσθαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς πονηρίας αὐτοῦ, ΙΙ, 391.
μεταβάλλεται καὶ ἕτερα γίνεται, IV, 126: panis et
vinum Eucharistiæ: Eranistes dicit, sed orthodoxus,
i. e. Theodoretus, negat, ea τῆς οἰκείας φύσεως ἐξω
ίστασθαι, manere, ait, ἐπὶ τῆς προτέρας ουσίας,
σχήματος, είδους, μεταβαλλόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα
φωνήν, 1, 445, translatum. μεταβαλλομένων ἁπάν
των τῶν ὁρωμένων κατὰ τὸν τῆς συντελείας καιρόν,
II, 574. Antea hanc οἰκοδομὴν negavit esse posse
αἰώνιον: et p. 373 init. μεταβαλῶ τὰς συμφοράς,
tollam. μεταβέβληται ὁ ποιμὴν πρόβατον, ν. 1130.
scil. εἰς, vel, μεταβληθεὶς, γέγονε πρ. μετέβαλλον,
1, 1394: apostoli impios. μετεβλήθη, IV, 839 extr.:
Hebraica lingua in Grecam, et omnes. Plura innui videntur; primo, Vetus Test. versum esse in
plures linguas de quo tamen nec loquitur hic,
nec verum est, qua omnes, quas ponit, linguas;
deinde, quod magis huc pertinet, omnibus gentibus jam notos et familiares esse Hebraismos et Hebraica indole prolata apostolorum dogmata, ut legant et intelligant eorum libros, Hebraismis refertos, utanturque eorum vocabulis in doctrina Christiana, cum sensu ex Hebraismo, ut Patris, Filii,
Spiritus, gratiæ, vitæ, rel.
μετάβασιν ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων εἰς τὴν θείαν
ἀποκάλυψιν, I, 1538: ut huic soli intentus esset
animus prophetarum, in hac defixus, nil præterea
sentiret aut cogitaret. μετάβασιν γλώσσης, Ι, 1303:
musicus facil.
μεταβολή, V, 971: non fit in communicanda οὐσία. μεταβολῇ πιστεύειν, IV, 26: oportet in sacra
Crena, i. e., eam fieri, non φύσεως symbolorum;
ipse enim mox aperte: οὐ τὴν φύσιν μεταβαλών,
sed τῇ χάριτι, ut ait, quod deinde expl. τὴν χάριν
τῇ φύσει προστεθεικώς, nempe ut essent symbola
panis et vinum corporis et sanguinis Christi, non
quæ significarent; quæ enim esset ista χάρις, sed
quæ exhiberent illam τροφήν ἁγίαν, de qua mox.
Bene ergo dicit, προστεθεικώς, et symbola adesse,
et χάριν, ostendens. Unde et τροφήν· μεταβολήν,
III, 478, vitam futuram, beatam: in cujus partem
et κτίσιν venturam dual. μεταβολὴν ἀξίας, Ι, 187:
col. 1041–1042page 89 of 154
PG 84:1041ἀποβολήν. μεταβολὴν ἀμείνω δὸς τῇ συμφορά, 1, 1519: εἰς τὰ ἀμείνω. διδόναι μεταβολὴν ἐθνῶν, ΙΙ, 494, 495, μεταβολὴν μονογενοῦς παιδὸς ὀδυρομένοις, ΙΙ, 1442, ἀποβολήν. μεταβολὴν πραγμάτων, Ι, κτίσιν. μεταβολὴν τῶν Σκυθῶν, ΙΙΙ, 1070 μεταδιδόντα ἀγρυπνίας. ΙΙΙ, 1163 μεταδίδωσι σωτηρίας, 1, 1449. μεταδίδωσι τούτους τῆς ὠφε λείας, Ι, 1580: τούτοις. μετάδος φιλανθρωπίας, μετάδοσιν, ΙΙ, 334: φιλανθρωπίαν μεταδοὺς εὐμενείας, 11, 629, μεταδώσω αὐτοῖς ἐπιμελείας, ΙΙ, 995, μεταδώσω προνοίας ἐμῆς, μεταδεδωκέν μοι, 1361, - αὐτῇ χαρισμάτων ὁ πόνος, ΙΙΙ, μετα δ:δωκὼς τὰς ἐνεργείας, ν, 1092 μετέδωκα τῶν ὀνομάτων, ΙΙ, 1673. μετέδωκε τού των, μετέδωκε τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἀφθαρσίας Ι, 1590. μετέδωκε σώματος καὶ αἵματος τῷ προδότη, ΙΙΙ, 238. μετέδωκεν ὁ Θεὸς τὴν πίστιν εἰς τοὺς τοὺς χρόνους, 874 μετεδ. τῆς πίστεως τοῖς σοῖς χρόνοις. μεταθεῖναι τὸν ὅρκον εἰς αὐτὸν, ΙΙ, 438 μετα θέσθαι τοῦ πονηροῦ τρόπου, ΙΙ, 591, ἀπό. μετέθηκεν εἰς ἑαυτὸν τοῦ ταῦτα εἰρηκότος τὸν ἔρω τα, ΙΙΙ, μετατέθεικε (θεός) τὴν γλῶτταν κατὰ τοῦ ψεύδους, μετατεθεικώς εἰς τὴν Ἑλλάδα φωνήν, 18, μετατιθέναι, Ι, μετατιθέντες, μετατίθησι τὴν βουλὴν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν, τίθησι. μετάθεσιν ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων, 1519 μετάθεσιν ὁπλῶν εύτακτον, μεταιχμίῳ τῶν παρόντων και μελλόντων, ΙΙ, 72 μεταιχμίῳ, μεταλαγχάνει τοῦ δεσποτικοῦ σώματος, 111,218 μεταλαγχάνειν, μεταλαγχάνειν κρεών, 887: μεταλαμβ. μεταλαγχάνομεν ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου, ΙΙΙ, 229 μεταλαγχάνομεν τροφῆς, 1, 1175. μεταλαγχάνοντες τροφής. ΙΙΙ, 140. μεταλαγχάνωμεν τῶν θείων μυστη μίων, ΙΙΙ, 240. μεταλαγχάνων τροφῆς, ΙΙΙ, 181. μεταλαχεῖν τροφῆς, Ι, 488, μεταλαβείν, μεταλαχόντες ἑορτῆς, 1116, μεταλαχοῦσι τελείας τρο φῆς, ΙΙΙ, 462. μεταλαχών της Αρείου λώδης, ΙΙ, 1071. μετελάχομεν τῆς — φλυαρίας, ΙΙ, 1051. μεταλαμβάνοντας, μεταλαμβάνουσιν ἐξ ἐκείνης, ΙΙΙ, 257. μεταλα 432,' σωμάτων ἀνθρωπίνων. ΙΙ, 632: μεταλαβείν τροφῆς, 1, 488 Ν. Τ. τοῦ σώματος οὐκ ἐτόλμησεν ὁ λέων, μεταλάβοι του ὕδατος, ΙΙΙ, 74. μεταλαβὸν τοῦ Λόγου τὸ σῶμα, μετειλήφθαι, φύσιν τοῦ Λόγου, ἡμεῖφθαι· τῷ, μετειληφότες τῆς πίστεως, μετειληφότων λόγου οὐκ ἀκουόν των, μετάληψις, 1, 67, 68, μεταβολὴν μετάληψις ἀμνοῦ ἀμώμου, 1, 305 μετάληψιν αἵματος, 676, εἰδωλοθύτων, 164, 228. ξύλου, 1, 1103, μεταμαθεῖν τὴν εὐσέβειαν, ΙΙ, 1633 μεταμαθεῖν τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 359; ΙΙΙ, 216, 240; μαθεῖν, μεταμαθόντων τὰ θεῖα, Ι, 1342 μαθόντων, μεταμάθωμεν, ΙΙΙ, μεταμάθωμεν τὴν θείαν πορείαν, ΙΙ. 815 μεταμάθωσιν εὐσέβειαν καὶ εὐνομίαν, ΙΙ, μετέ μαθε τὴν εὐσέβειαν, Ι, 1105: έμα θε, μετά μετέ μαθὸν τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 331, 581 μετέμαθον τὴν ασέ Γειαν, ΙΙ, ἔμαθον, βεία. μεταμέλεια (Θεοῦ) οικονομίας μεταβολή. 1, 375. μεταμελείας φαρμάκοις, ΙΙ, 483. μεταμελείας φαρ μάχοις ἰαθῆναι, 821. μεταμεληθεῖσι, μεταμελούμενος, μεταμελούμενον, ἀκρίβειαν μεταμορφοῦν τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ βέλτιον, μεταμφιέσκοντα, 1229: μετ αμφιέσκονται. μεταναστάντες, μετανάστασιν, μετανάστης, (καὶ δοῦλος τῆς ἀσεβείας, 1, 1014. μετανάσται, Ι. μετανοίᾳ προσέχειν, Ι, 637: προσέχειν, μετα νοίας, μετανοίας ἠξίουν τυ χεῖν, ΙΙΙ, μετανοίας καιρόν, τὴν ἐξομολόγησιν ἐποιήσατο. μετανοίας φάρ μαχα, 1, 640, 644 930. μετανοίας φαρμάκοις ἐχρήσατο, μετάνοιαν. μετάνοιαν τῇ ἐξομολογήσει, Ι, 640, 642 μετάνοιαν μετανοίᾳ χαρίζεται, 11, 1472 μεταξὺ τῆς ἀφίξεως· ἀφίξεως, ΙΙΙ, 958. μεταξὺ τῶν ᾿Αρειανικών διηγημάτων, 630 μετάπεμπτος γεγένηται, ΙΙΙ, 1135. μεταπεσόντα εἰς δουλείαν, 1408: έμ πετόντα. μεταποιεῖται, μεταποίησιν, Καν προσκομίσῃς τῷ θυσιαστηρίῳ, προς
pro ἀποβολήν. μεταβολὴν ἀμείνω δὸς τῇ συμφορά, 1,
1519 init.: pro εἰς τὰ ἀμείνω. Εt verbum διδόναι
hoc usu notandum. μεταβολὴν ἐθνῶν, ΙΙ, 494, 495,
832, accessum ad sacra Christi. μεταβολὴν μονογε
νοῦς παιδὸς ὀδυρομένοις, ΙΙ, 1442, mortem lugentibus: mutatam scil. morte vitam. Vers. Lat. jacturam, quasi sit, ἀποβολήν. μεταβολὴν πραγμάτων, Ι,
4054: tempora Novi Test. III, 88. Paulo descrip
tam, Rom, vn, 19. seq. III, 396, in altera vita,
qua κτίσιν. μεταβολὴν τῶν Σκυθῶν, ΙΙΙ, 1070: quod
Christiani facti.
μεταδιδόντα ἀγρυπνίας. ΙΙΙ, 1163: qui doceret
alterum vigilare, acuens exempla. μεταδίδωσι (Deus)
σωτηρίας, 1, 1449. μεταδίδωσι τούτους τῆς ὠφε
λείας, Ι, 1580: pro τούτοις. μετάδος φιλανθρωπίας,
I. 1246, ostende.
μετάδοσιν, ΙΙ, 334: φιλανθρωπίαν negat dici
Paulo, sed aliter appellari.
· μεταδοὺς εὐμενείας, 11, 629, ostendens ei humamitatem. μεταδώσω αὐτοῖς ἐπιμελείας, ΙΙ, 995, adhibebo illis curam. μεταδώσω προνοίας ἐμῆς, II,
1595, eam vobis exhibebo. μεταδεδωκέν μοι, IV,
1361, nuntiavit. - αὐτῇ χαρισμάτων ὁ πόνος, ΙΙΙ,
806, fecit, ut Deus illi daret vim mirificam. μεταδ:δωκὼς τὰς ἐνεργείας, ν, 1092: pro genitivo.
μετέδωκα τῶν ὀνομάτων, ΙΙ, 1673. μετέδωκε τού
των, 1, 1353: ipsa illa, tola, illis dedit. μετέδωκε
(Christus) τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἀφθαρσίας humana natura sum), Ι, 1590. μετέδωκε σώματος καὶ
αἵματος τῷ προδότη, ΙΙΙ, 238. μετέδωκεν ὁ Θεὸς τὴν
πίστιν εἰς τοὺς τοὺς χρόνους, ΙII, 874 extr., transmisit, propagavit. Aut pro, μετεδ. τῆς πίστεως τοῖς
σοῖς χρόνοις.
μεταθεῖναι τὸν ὅρκον εἰς αὐτὸν, ΙΙ, 438: ut jam
non jurarent per idola, sed per verum Deum. μεταθέσθαι τοῦ πονηροῦ τρόπου, ΙΙ, 591, scil. ἀπό.
μετέθηκεν εἰς ἑαυτὸν τοῦ ταῦτα εἰρηκότος τὸν ἔρωτα, ΙΙΙ, 1121, eumdem amorem habuit Dei, quem
David, qui istis verbis eum declarasset. μετατέθεικε
(θεός) τὴν γλῶτταν (Bileami), κατὰ τοῦ ψεύδους, IV,
777: cogit eum loqui secus, ac vellet ille et juberet Balacus, contra voluntatem Dei et rem vere
futuram. μετατεθεικώς εἰς τὴν Ἑλλάδα φωνήν, 18,
328. μετατιθέναι, Ι, 965, (promissum et jusjurandum) negligere, non servare. μετατιθέντες, 1, 178,
referentes; quia scil. ex hac vita amovent cogitationes. μετατίθησι τὴν βουλὴν εἰς τὴν ἐκπλήρω
σιν, I, 1405: pro τίθησι. Neque enim. h. 1. de mutatione sermo est.
μετάθεσιν ἀπὸ τῶν ἀνθρωπίνων, II, 1519: tribuit prophetis in impetu vaticinandi. μετάθεσιν
ὁπλῶν εύτακτον, IV, 556, decoram et alternam pedum jactationem, et glomerationem, quam discunt
equi in stadio, ut certa lege tollant pedem nunc
hunc, nune illum. Transponendi hic notio nulla:
alternandi convenit.
μεταιχμίῳ τῶν παρόντων και μελλόντων, ΙΙ, 72:
prompta ad hæc capessenda, illa relinquenda:
quasi in discrimine exeundi, parata morti. μεταιχμίῳ, IV, 159, medio. Chrys.
μεταλαγχάνει τοῦ δεσποτικοῦ σώματος, 111,218 init.:
pars ejus est. Possis et explicare; fruitur corpore
Christi, in Coena sacra. μεταλαγχάνειν, [11, 200, uti.
μεταλαγχάνειν κρεών, IV, 887 extr.: pro μεταλαμβ.
vesci. μεταλαγχάνομεν ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου, ΙΙΙ, 229 init.
μεταλαγχάνομεν τροφῆς, 1, 1175. μεταλαγχάνοντες
τροφής. ΙΙΙ, 140. μεταλαγχάνωμεν τῶν θείων μυστη
μίων, ΙΙΙ, 240. μεταλαγχάνων τροφῆς, ΙΙΙ, 181.
μεταλαχεῖν τροφῆς, Ι, 488, pro μεταλαβείν, quod
infra posuit. μεταλαχόντες ἑορτῆς, IV, 1116, cum
videriinus, erlebt haben. μεταλαχοῦσι τελείας τρο
φῆς, ΙΙΙ, 462. μεταλαχών της Αρείου λώδης, ΙΙ,
1071. μετελάχομεν τῆς — φλυαρίας, ΙΙ, 1051. imitati eam sumus.
μεταλαμβάνοντας, III, 659, utentes conjugio et
cibo. μεταλαμβάνουσιν ἐξ ἐκείνης, ΙΙΙ, 257. μεταλα6ɛiv xpɛwy, II, 432,' vesci. σωμάτων ἀνθρωπί
νων. ΙΙ, 632: præ fame. μεταλαβείν τροφῆς, 1, 488:
sæp. ex Ν. Τ. τοῦ σώματος οὐκ ἐτόλμησεν ὁ λέων,
1, 489 med. i. e., tangere, devorare. μεταλάβοι του
ὕδατος, ΙΙΙ, 74. μεταλαβὸν τοῦ Λόγου τὸ σῶμα, ΙV,
241: Christi, junctum ei, et particeps omnis vir
tutis ejus. Athan. μετειλήφθαι, IV, 45 extr.: φύσιν
τοῦ Λόγου, præc. ἡμεῖφθαι· excidisse videtur τῷ,
assumenda in societatem humana natura. μετειλη
φότες τῆς πίστεως, IV, 40, credentes (nulla societatis
vel partis notione). μετειληφότων λόγου οὐκ ἀκουόν
των, II, 514: ad quos dirigebatur oratio.
μετάληψις, 1, 67, 68, usus cibi, vini. μεταβολὴν
falsum. μετάληψις ἀμνοῦ ἀμώμου, 1, 305: Cena
sacra. μετάληψιν αἵματος, ΙV, 676, esun.
εἰδωλοθύτων, ii. 164, 228.
de fructu vetilo. Hebr.
- ξύλου, 1, 1103, esam
μεταμαθεῖν τὴν εὐσέβειαν, ΙΙ, 1633: scil. rejecto
errore. III, 1119, agnito errore.
μεταμαθεῖν τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 359; ΙΙΙ, 216, 240;
IV, 895, 985: pro μαθεῖν, deposito tamen errore.
μεταμαθόντων τὰ θεῖα, Ι, 1342: simpliciter quidem pro μαθόντων, sed cun mutatione tamen et
diverso posito, quia ante ignorarant illa, et longe
alia crediderant. μεταμάθωμεν, ΙΙΙ, 1345. pro simplici. μεταμάθωμεν τὴν θείαν πορείαν, ΙΙ. 815 extr.
relicta impietate. μεταμάθωσιν εὐσέβειαν καὶ
εὐνομίαν, ΙΙ, 717: depositis scil. diversis. μετέμαθε τὴν εὐσέβειαν, Ι, 1105: pro simplici, έμα
θε, μετά addit, quia ante erant idololatræ. μετέμαθὸν τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 331, 581: pro simplici
quia ante in errore fuerant. μετέμαθον τὴν ασέ
Γειαν, ΙΙ, 861: pro ἔμαθον, cum ante fuissent pii.
I. 4560. III, 921; II, 430 init.: deposita doɛβεία.
μεταμέλεια (Θεοῦ) οικονομίας μεταβολή. 1, 375.
μεταμελείας φαρμάκοις, ΙΙ, 483. μεταμελείας φαρμάχοις ἰαθῆναι, il, 821.
μεταμεληθεῖσι, II, 559: cum antea pie vixissent. μεταμελούμενος, scil. Deus, I. 322: in cod.
μεταμελούμενον, scil. populum, magis ad ἀκρίβειαν
Theod.
μεταμορφοῦν τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ βέλτιον, 1V,
μεταμφιέσκοντα, IV, 1229 init.: lapsu, pro μεταμφιέσκονται. et forma notanda.
μεταναστάντες, III, 992, patria excedere jussi.
μετανάστασιν, 1I, 521: Jechoniæ Babylonem abducti.
μετανάστης, (καὶ δοῦλος τῆς ἀσεβείας, 1, 1014.
transfuga a Deo. μετανάσται, Ι. 1648: Judi,
sparsi per orbem. III, 269 apostoli, ubique ejecti.
μετανοίᾳ προσέχειν, Ι, 637: vid. προσέχειν, μετανοίας, IV, 478: tit. rel. sign. receptionem lapsorum in societatem Ecclesiæ μετανοίας ἠξίουν τυ
χεῖν, ΙΙΙ, 874: ut liceret publice deprecari et penitentiam fateri. μετανοίας καιρόν, 1, 952: statim
expl. τὴν ἐξομολόγησιν ἐποιήσατο. μετανοίας φάρ
μαχα, 1, 640, 644 init. I. 930. μετανοίας φαρμάκοις
ἐχρήσατο, 1, 800: confessus est culpam. Nam et
hic in confessione ponit μετάνοιαν. μετάνοιαν synonymum ponit τῇ ἐξομολογήσει, Ι, 640, 642 extr.,
645 init.: synecdochice: sed ex more talis illius.
μετάνοιαν μετανοίᾳ χαρίζεται, 11, 1472 init.: Deus,
ut poenam denuntiatam haud' immittat. Ludit in
verbis, rem serio explicat
μεταξὺ τῆς ἀφίξεως· vid. ἀφίξεως, ΙΙΙ, 958.
μεταξὺ τῶν ᾿Αρειανικών διηγημάτων, ΙV, 630: ut
me et lectorem recreem ab illarum acerbitate et
molestia.
μετάπεμπτος γεγένηται, ΙΙΙ, 1135.
μεταπεσόντα εἰς δουλείαν, I, 1408 extr.: pro έμπετόντα.
μεταποιεῖται, IV, 651: semen humanum in membra.
μεταποίησιν, IV, 145 init. Ambros. dicit: Καν
προσκομίσῃς τῷ θυσιαστηρίῳ, nempe oblationes
pamis et vini ad celebrandami Eucharistiam, προς
col. 1043–1044page 90 of 154
PG 84:1043μεταβάλληται· νοῆται 8 πιστεύεται, προσκυνῆται, μεταποίησιν τοῦ ταπεινοῦ ουσία υποστάσει, οὐ τοιοῦτον τὸ σῶμα, καὶ ὅτι τοῦτο μεταρυθμίζειν, 792: μετερύθμισεν. μετάστασις, 1, 554: μετοικεσία. μετα μετασχηματίσαι τὸν κόσμον, 958 τοῦ Θεοῦ οὐσία γέννημα λέγεται, 971 μεταφέρει τὸν λόγον ἐπὶ τὸ προκείμενον, ΙΙΙ, 51 εἶχεν. μετέξει, 558: θ. μετέσχεν, μετέχομεν τοῦ σώματος, ὡς τοῦ πνεύματος, 18, μετενσωματώσεις Πυθαγορικάς, 294 ἄκοντας. μετέστησαν, μεταστάντες, μετιθέμενον, ν, 75: μετατιθ. ερμηνευόμενον, μετοικίας εἰς Βαβυλῶνα, ΙΙ, 1926: μετοικίσεως, έν. μέτοικοι τῆς οἰκουμένης, 1007 μετοπωρινά φύλλα, ΙΙΙ, 1110: δένδροις νεοφύτοις· μετοπωρινά 282, τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 236 κοινωνίαν. τῆς σωτηρίας, ΙΙΙ, 120. φιλοστ οὐσιωδῶς. 947, μετοχῇ ἅγιοι. μετρεῖν τὰ μαθήματα τοῖς παιδευομένοις, Ι, 5, μετρῆσαι τῇ πίστει τὴν ἐμαυτὸν, μετροῦσα τοὺς λόγους, 1, 1472. 2 μετρούσα τους λόγους ἀκοαῖς ἀνθρω ἀμέτρως τιμῶσι. μεμετρημένην γνῶσιν, 28 μέτρον ἀνθρωπότητος, ἀπὸ τοῦ, γεγονώς ἄνθρωπος, μέτρον ἀνθρωπότητος με τρον κενώσεως, 37: ή κένωσις. μέτρον λίθων ἔχουσαν χάλαζαν, Ι, 327, μέτρον μέτρω ἀπείρῳ. 109. μέτρῳ ἀπείρῳ δυνατώτερος, 1, 247. μέτρῳ ὑποβάλλειν ὑποδ. μέτρα τῆς οὐ σίας τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 253 μέτρον, 28. μέτρα τῆς ἀνθρωπότη μέτροις τοῖς ἀνθρωπότητος, μετώπων, μετώπου, ΙΙ, 784. μετώποις ἐγκαθημένην ἔχων αἰδῶ, 612. μετωχέτευσαν τα νάματα, Ι, 620 μέχρι τῶν ἀπογόνων διέδραμεν ἡ εὐσέβεια, 1, 325 μέχρι τῶν πατριαρχών, Ι, 63, τούτου ἑστάναι, 691, μέχρι τούτων ἔστη, 1306, μέχρι ὑπονοίας έστησε, ΙΙΙ, ὄρθρος. μέχρις μεχωνώθ, 1, 471, 539. μηδὲν σημαίνει. 976: οὐσίας δηλωτικόν, μηκύνειν, Ι, 285: τὸν λόγον. ΙΙΙ, 1315; 374, 392; ΙΙ, 1461. μηκύνειν περὶ τού
staronow, ad consecrationem ut jam non sit nudus panis, nudum vinum, sed, quod dixit p. 126,
μεταβάλληται· νοῆται 8 πιστεύεται, προσκυνῆται,
ut symbolum junctum corpori et sanguini Christi
ut ipse Theod. ibid. ait, post yoµdy vocari corpus et sanguinem Christi. μεταποίησιν τοῦ ταπεινοῦ
mphę zò dyràdv, IV, 152 init.: sedendo ad dextram
Dei: salva ergo ουσία et υποστάσει, statu tantum
et conditione mutata in melius: ut mox distinguit,
οὐ τοιοῦτον τὸ σῶμα, καὶ ὅτι τοῦτο: conditione
mutata, non tale, oùsia salva, idem. Gr. Nyss.
pеtantwhy, III, 739, mutabilem, quæ amitti
possit.
μεταρυθμίζειν, IV, 792: uno p ut mox, μετερύθμισεν.
μετάστασις, 1, 554: Judzorum μετοικεσία. μεταoráse:, IV, 810 diabolorum, ejectione e cœlo, et
mutatione status in pejorem. μetάσtaσi, 11, 942,
conversionem (publicam populorum) ad Christum.
petástasiv páptupoę, III, 923: reliquis ejus alio
translatis.
μετασχηματίσαι τὸν κόσμον, V, 958: promisit
Deus, olim, in fine. Eunom. perzoɣquatioðelsa h
τοῦ Θεοῦ οὐσία γέννημα λέγεται, V, 971: calumniatur Anomous.
μεταφέρει τὸν λόγον ἐπὶ τὸ προκείμενον, ΙΙΙ, 51:
avagépet, revocat. μépepe, IV, 869 init., tulerat,
ultro citroque, vel ad aliquem.
petelyev axalapolas, 1, 340, impura erat: mox,
εἶχεν. μετέξει, ΙII, 558 init.: per s pro θ. μετέσχεν,
V, 1085 quo discrimine de Christo et hominibus.
μετέχομεν τοῦ σώματος, ὡς τοῦ πνεύματος, 18,
174 tam humanam, quam divinam Christi naturam tenemus, amplectimur, profitemur. Apollin.
METEVлWμаTwoɛts, IV, 994: Pythagoræ et Platonis. μετενσωματώσεις Πυθαγορικάς, IV, 294: alias
Ex. Illud accuratius. Eas admisere
Carpocratiani ib. et Manichæi, 321.
sav. 1, 572, abiere, volentes quidem; mox
enim distinguit ἄκοντας. μετέστησαν, μεταστάντες,
II. 1444 extr.: voluntario, proprio consilio, non
moventibus aliis, ut et pollerent ibi.
μετιθέμενον, ν, 75: vitiose pro μετατιθ. sign.
ερμηνευόμενον, versum.
μετοικίας εἰς Βαβυλῶνα, ΙΙ, 1926: pro, μετοικί
σεως, metonymice; aut eis pro έν.
μέτοικοι τῆς οἰκουμένης, IV, 1007: facti sunt
Judæi nuspiam cives. II, 1495, 178.
μετοπωρινά φύλλα, ΙΙΙ, 1110: tribuit δένδροις
νεοφύτοις· unde ergo lis folia μετοπωρινά; scil.
ex autumno prioris anni, hærentia ob teneritudinem succulentam, sed cana, fusca et flaccida. vɛóqutz vocat, quia de puellis sermo: et speciem
monstrat indecoram et incongruam: ut etiam inter mortuas novellas intelligere liceat. Sed illud
sufficit et e proximo vere iis indutæ intelligantur.
METÓWρov, I, 18, autumnus ipse. II, 1664; III,
μetovala áfávaτos, IV, 217 init.: non est Deus,
sed obcia, necessario, per se, ab æterno, non ut
aliunde acceperit, ut nos. μεtovolav ȧyabwv, II,
282, copiam, fructum. τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 236:
κοινωνίαν.
τῆς σωτηρίας, ΙΙΙ, 120. φιλοστ
plaç, IV, 983: ad discendam eam; ut fieret philosophus. xapitos, III, 637, copiam.
STOX, V, 932: opp. quoɛhac bonas esse,
negat, res creatas, unum Deum dicit: illa, concedit: nempe dante Deo, qui per se omnia habet ab
æterno, necessario, ex sua ovolą, non ab alio data
aut aliunde expressa. Ilæc persequitur p. seq. petox dávator, V, 1044: angeli sunt, tribuente Deo,
non οὐσιωδῶς. et 947, μετοχῇ ἅγιοι.
μετρεῖν τὰ μαθήματα τοῖς παιδευομένοις, Ι, 5, proferre doctrinam cum ratione virium discentis cujusque. perpɛlobal, IV, 35, 73 init., contineri,
constitui; ut níl occurrat in vita, quo non possit
aliquid e Psalmis conferri. μετρῆσαι τῇ πίστει τὴν
abuulav, IV, 1119, minuere, cohibere. μτphas
ἐμαυτὸν, IV, 1100, reputans qui essem, quam tenuis et humilis. μετροῦσα τοὺς λόγους, 1, 1472.
5 quoel Twv dvopπwv, aptans, ut ei sint 1° similes, 2 faciles. μετρούσα τους λόγους ἀκοαῖς ἀνθρω
nivais, I, 1508. Cod. μеtioσa, persequens. Illud
præferendum, perpoÑal thy tipy, III, 186: opp.
ἀμέτρως τιμῶσι. μεμετρημένην γνῶσιν, V, 28 circumscriptam, non infinitam.
petpytýv ykúitty, I, 1274 extr., verbis explicandam.
µetpiótŋti Èniµévai, II, 412: Deus, minus dicens
de beneficiis suis, quam posset.
μÉτpov ȧvpívov, V, 18, humanitas ipsa, ejusque conditio et affectiones. μέτρον ἀνθρωπότητος,
V, 56, quiquid cadit in hominem. Hic distinguitur
ἀπὸ τοῦ, γεγονώς ἄνθρωπος, μέτρον ἀνθρωπότητος
ȧyvooúanc, V, 28, conditio humanitatis, qua multa
ignoret. perpov Souλomperpès, V, 26, conditio servilts. perpov Exety, II, 60: tribuitur amori in Christum, ita, ut hic ipse dicatur judicare, eum esse
satis magnum: quasi satis amari possit Deus. μετρον κενώσεως, V, 37: ή κένωσις. μέτρον λίθων
ἔχουσαν χάλαζαν, Ι, 327, lapidum instar. μέτρον
68vns, II, 437 init., magnitudinem, acerbitatem.
μέτρω ἀπείρῳ. ΙV, 109. μέτρῳ ἀπείρῳ δυνατώτερος,
1, 247. μέτρῳ ὑποβάλλειν vid. ὑποδ. μέτρα τῆς οὐ
σίας τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 253 • non quæ sint; sed quæ
ponat homo, investigare Dei arcana studens. perpa
àvßpwrózŋtos, V, 10: perfecta et justa ac solida
humanitas, omnibus partibus absoluta; numeri humanitatis: μέτρον, p. 28. μέτρα τῆς ἀνθρωπότη
tos, V, 50: vocasse dicuntur Christum etiam ad
apostoli et pontificis nomen. V, 50. Quasi ex humanitate demum manaverit, ut et hoc esset: cum
ea de causa homo fuerit factus. Scilicet docet, omnia subire debuisse Christum, quæ humanitatis
conditio caperet, ut per omnia similis esset nobis,
et semini Abrahami. Ni alia loca obstent, perpa
interpreter, consilia. Sed et avopwπón obstat:
Evavo pwnhoεw; esse debebat. Sed totum hypothetice intelligi potest: numeri et conditio humanitatis semel assumpta. μέτροις τοῖς ἀνθρωπότητος, V,
14 terminis humanitatis xatnyμévov, intra eos
demissum. péτpois tās ȧváyxns, V, 18, legibus,
conditionibus. In marg. vouois, quod glossam sapit.
petónov pálayYoç, IV, 556, adversos hostes. μετώπων, pro μετώπου, ΙΙ, 784. μετώποις ἐγκαθημένην ἔχων αἰδῶ, ΙV, 612.
μετωχέτευσαν τα νάματα, Ι, 620: eleganter de
propagata ex Judæa per orbem Christi doctrina.
μέχρι τῶν ἀπογόνων διέδραμεν ἡ εὐσέβεια, 1, 325:
ut et in iis esset. μέχρι τῶν πατριαρχών, Ι, 63,
quamdiu erant Patriarchæ, durante eorum ævo;
non, usque ad illam ætatem, ut Act. m, 21. péxpi
Tolloū, II, 1545: sign. terminum in quo. µéxpl
τούτου ἑστάναι, II, 691, in illo. μέχρι τούτων ἔστη,
II, 1306, intra illos. μέχρι ὑπονοίας έστησε, ΙΙΙ,
291, intra.
uéxpis, et terminum in quo, quoad vel quatenus,
notat, 1, 244. pεxpɩ; comεpaç enim, e contextu,
debet esse, durante vespera: quam scil. sequeretur
ὄρθρος. μέχρις xatahúst, 1, 987: durum; in
cod. add. &, et scribitur xaradúon, ut usus fert.
péxpis à ¿¿àŋ. IV, 489 init., quoad, quamdiu.
μεχωνώθ, 1, 471, 539.
μηδὲν σημαίνει. V, 976: opp. οὐσίας δηλωτικόν,
rei, quæ adsit, ad naturam rei pertineat. μnov
ergo est, quod non exstet, non sit in natura rei,
positive, wirklich; quia est notio pure negativa, nil
ponens, sed aliquid removens; nihil ergo, inquit
Anomous, relinquitur.
pro6w, III, 452: uno vocab.
Ovv, IV, 4071 per n, ut fere.
μηκύνειν, Ι, 285: simpliciter, scil. τὸν λόγον. ΙΙΙ,
1315; IV, 374, 392; ΙΙ, 1461. μηκύνειν περὶ τού
col. 1045–1046page 91 of 154
PG 84:1045των, ΙΙΙ, τὸν λόγον, μῆλον τῆς ὄψεως, ΙΙ, μὴν μήτε, 1, 276. μήνιδος (της). ΙΙ, 288. μήνιν ᾿Αχιλλέως, 698 μηνοειδής σελήνη, ΙΙ, 132, μήνυμα, Ι, 105, μηνύματα όψεως, ΙΙΙ, 906 μηνύματα ἑορτῆς, μηνυμάτων νομι χῶν, μηνυτὰς τοῦ γάμου, ΙΙ, 160, μήτε μὴν, ΙΙ, οὐδὲ μήτηρ εὐεργεσίας ή παιδεία. ΙΙ, 1632 μητέρα ἀγαθῶν μυρίων γῆν, Π. 823 μητέρα θανάτων, μήτι γε, ΙΙΙ, 758: δηλονότι, οἷά τε, μητροπόλει, ΙΙΙ, 469:; μητροπολίτας τῶν δύο ἐπαρχιών, 1182. μητροπολίτῃ, μητροπολιτῶν, καὶ τῷ ἡμετέρῳ. 1076 μηχανάς, 1, 661 μία του μηνός, 1, 175: πρώτη, μια προσκυνήσει, μία καὶ μία (ὑπόστασις), ΙΙΙ, 847, εἷς καὶ εἶς. εἰς μίαν οἰκίαν αὐτὸν ὑπεδέξατο, μίαν, τὴν οἰκουμένην, μίαν πίστιν προσενηνέχαμεν, ΙΙΙ, 422 μίαν προσκύνησιν, θεανθρώπῳ, μίαν, 1051: ὁμοίαν. μιαιφονία μιαιφονίαν ἐτόλμησαν, ΙΙ, 391 τὴν φόνον. μιαιφονίας ἐτόλμησαν, 1, 291, μιαίφρονος γνώμη. Ι, 225, 270, μικροψυχία βασιλέως, 1185, καταλλαγαί μικροψυ γίας γενομένης, Ι, μικροψυχίαν πρὸς ἡμᾶς, 1157, φιλαίτιον. μικρῶν προφητών, 1234 μικτὴν ὀρνέων καὶ ἡμιόνων φύσιν, 558 μικτή φύσις, ορέων, δρεῦσι καὶ ἡμιόνοις. μιλίοις εἴκοσι καὶ ἑκατὸν, 1202, μι λίων, μιμεῖται τοῦ Δεσπότου τὴν μετριότητα, 1, μιμεῖται μίμησις, μιμείται, μιμήσασθαι τὸν θάνατον σωτή ριον, ΙΙΙ, μιμή σασθαι τὰ παθήματα τοῦ Δεσπότου, ΙΙΙ, 505. μιμούμενος Χριστόν, μιμούμενος δυνα στείαν Πατρός, ΙΙ, δυναστείαν δύναμιν, μιμούμενος γνώμης, τύχης, μεμίμηται Μελχισεδὲκ τὸν Χριστὸν, 111, ἱερωσύνην, τάξιν. τὸ μιμεῖσθαι μιμήματα τῶν οὐχ ὑφεστώτων, Ι, 149, τῶν ὑφεστώτων εικάσματα. μιμή ματα εικάσματα τὸ εἰκὸς. μιμήματα ἀναστάσεως, μιμητής, nΟΠ μισθωτοί, ΙΙ, μίτραι, τῶν μι τρῶν, 545: μέτρων. μνήμης (ὁ τῆς) μακαρίας, ΙΙΙ, 825 μνήμης θείας, 12. μνήμης τῆς μακαρίας, 990. μνήμης τῆς μεγαλοπρεπούς, 1107. της μνήμης, μακαρίας, Ἰωάννου, 1140, μακαρ. καὶ ὁσίας, – Κυρίλλου, 1155. Πρόκλου, 1157. μνήμης ματ καρίας καὶ ὁσίας ᾿Αλέξανδρος, 1180. Πρόκλος, Ρ. τῆς μνήμης, ὁσίας, 1203: εἰς μνήμην λαμβάνειν, Ι, 166, μνήμην ἔναυλον, Ι, μνήμην μνήμην ἐνυπνίου, ΙΙ, 1079 μνήμην συγγραμμάτων συγγραμάτων. μνημονευομένου, μνημονευομένην, χάριν, μνημονευόμενον, μνησθεὶς ἐνίων ῥημάτων, Ι, 856, μνησθήσομαι ἑνὸς διηγήματος διηγήμ. μέμνηται αὐτοῦ ἡ ἱστορία, ΙΙΙ, 165. μέμνηται ἡ ἱστορία, 1, 935. μέμνηται πλειόνων, Ι, 893 μνηστῆρα θεῖον προελομένης, ΙΙΙ, 1193 μνηστήρος, μοῖραν τοῦ δικαίου προστιθεὶς τῷ ἀδικουμένῳ, ΙΙΙ, ψήφον, δικαίου μοιχεία, 172. μοιχεία, πορ νεία 221, 8. μοιχείαν, ΙΙΙ, 516, πλεονεξίαν. μοιχείαν, μοιχευομένων, Ι, μοιχίδιον παιδίον, 'Ι, 428, μοιχοῦ. ΙΙΙ, 805, μοιχόν. μολιβδίσι, ΙΙΙ, 997. μοναδικὴν ζωήν, 463, μοναδικόν, 1042, τὸ ἅγ. Πνεῦμα τὸ μοναδικὸν τῆς οὐσίας 265 μοναδικόν νόμον, ΙΙΙ, 1004 — βίον, ΙΙΙ, 1266, 1983, 1993. μοναδικοί βίοι, Ι, 760, μοναδικώς μοναδικῶς νομοθετεί, 744
INDEX GR.ECUS.
των, ΙΙΙ, 574: scil. τὸν λόγον, prolixius dicere.
μῆλον τῆς ὄψεως, ΙΙ, 92: vultum genitivus explicat. Malo comparatur vultus.
μὴν post μήτε, 1, 276.
μήνιδος (της). ΙΙ, 288. μήνιν ᾿Αχιλλέως, IV, 698:
ponit pro initio Iliados.
μηνοειδής σελήνη, ΙΙ, 132, falcata.
μήνυμα, Ι, 105, typus. μηνύματα όψεως, ΙΙΙ, 906:
quid species oblata denuntiaret. μηνύματα ἑορτῆς,
IV, 1116: epistolam heortasticam, non festi nunliam, ut quod ille æque sciret, sed quasi admonitionem gaudii communis, excitationem, et officii
in festo praestandi observationem μηνυμάτων νομι
χῶν, IV, 135, ritus lege praescriptos. Eust.
μηνυτὰς τοῦ γάμου, ΙΙ, 160, præcones.
μήτε μὴν, ΙΙ, 212: usitatius, et mollius, οὐδὲ
hv. 1033; III, 49, 97, 209, 247, 261, 668, 1031.
μήτηρ εὐεργεσίας ή παιδεία. ΙΙ, 1632 extr. μητέρα
ἀγαθῶν μυρίων γῆν, Π. 823 init. μητέρα θανάτων,
1V, 592: improbitatem, ob quam puniantur.
μήτι γε, ΙΙΙ, 758 extr.: pro δηλονότι, vel οἷά τε,
quippe, positum videtur.
μητροπόλει, ΙΙΙ, 469: Romæ; Pauli ætate.
μητροπολίτας τῶν δύο ἐπαρχιών, IV, 1182. μητροπολίτῃ, IV, 1352: qui subjectus esset archiepiscopo, μητροπολιτῶν, καὶ τῷ ἡμετέρῳ. IV, 1076:
episcopis, quibus alii subessent. Suum intelligit
Hierapolitanum, primatem.
μηχανάς, 1, 661: e Symm.
μία του μηνός, 1, 175: πρώτη, μια προσκυνήσει,
rel. colendus Christus, V, 42, ne duo Christi intelligantur. μία καὶ μία (ὑπόστασις), ΙΙΙ, 847, una
eademque, non duæ, nec numero, nec specie. Vide
contra, εἷς καὶ εἶς. εἰς μίαν οἰκίαν αὐτὸν ὑπεδέξατο,
III, 157: non redundat μίαν, quia opp. τὴν οἰκου
μένην, μίαν πίστιν προσενηνέχαμεν, ΙΙΙ, 422: speeifice, scilicet, quia subjectivam intelligit: cujus
materia sit una, objective; numero. μίαν προσκύνη
σιν, IV, 1303, V, 119: Christo exhibemus, ut uni,
non ut duobus, Deo alteri, et homini alteri, sed
eidem θεανθρώπῳ, μίαν, V, 1051: vid. ὁμοίαν.
μιαιφονία pro ipso facto cædis, I, 221: quia de
impuritate sermo. μιαιφονίαν ἐτόλμησαν, ΙΙ, 391:
τὴν φόνον. μιαιφονίας ἐτόλμησαν, 1, 291, credes
ipsas: ut 563.
μιαίφρονος γνώμη. Ι, 225, 270, caedis cupidus
animus, pronus ad cædem.
μικροψυχία βασιλέως, IV, 1185, animus alienior
ab episcopo, iniquior; opp. καταλλαγαί μικροψυ
γίας γενομένης, Ι, 236: e contexto sign. discordiam.
Potest tamen et humilem animum ac sordidum notare, aut timorem, quo acti, culpam mali conferrent in Mosen. μικροψυχίαν πρὸς ἡμᾶς, IV, 1157,
animum a nobis alienum, iniquum, φιλαίτιον.
μικρῶν προφητών, V, 1234: (suppl.) cantorum
in choris a Davide institutis.
μικτὴν ὀρνέων καὶ ἡμιόνων φύσιν, IV, 558 init.
Nulla est avium μικτή φύσις, ut mulorum. Amplectar ορέων, e n. 14. Nam et III, 755 extr. junxit
δρεῦσι καὶ ἡμιόνοις. Cur denique aves et mulos
jungat?
μιλίοις εἴκοσι καὶ ἑκατὸν, IV, 1202, et mox, μιλίων, Latinum.
μιμεῖται (Josua) τοῦ Δεσπότου τὴν μετριότητα, 1,
315. Notabile sane: Josua imitatur Christi modestiam at prior vivebat Christo. At typum esse,
dicit; μιμεῖται ergo est, eadem erant in illo, quæ
in Jesu Christo. Erat tamen μίμησις, non e Josu
consilio, id ignorantis, sed Dei, conformantis typum
ad archetypum, cujus sane prior est notio et conditio iu mente Dei. μιμείται, IV, 537, dimetitur, er
nimmt das Maass. μιμήσασθαι τὸν θάνατον σωτήριον, ΙΙΙ, 463: Christi, Paulum velle, ait. μιμήσασθαι τὰ παθήματα τοῦ Δεσπότου, ΙΙΙ, 505. μιμού
μενος Χριστόν, David, I, 609: faciens idem,
quod fecit, post eum Christus. μιμούμενος δυνα
στείαν Πατρός, ΙΙ, 1278 init.: eamdem habens po-
tentiam, quam Pater. δυναστείαν pro δύναμιν, et
μιμούμενος notabiliter de re, quæ non sit γνώμης,
sed τύχης, imo divini benefcii. Aut ad modum imperandi. μεμίμηται Μελχισεδὲκ τὸν Χριστὸν, 111,
585: hoc negat factum, qua ἱερωσύνην, sed Christum fuisse ait, secundum ejus τάξιν. Res ergo
eodem redit: et ipse typis tribuit τὸ μιμεῖσθαι ar
chetypum.
μιμήματα τῶν οὐχ ὑφεστώτων, Ι, 149, ab iis
distingu. τῶν ὑφεστώτων εικάσματα. Etsi et μιμή
ματα ponunt rem, quam exprimas imitando. Sed
ponunt h. 1. rem in phantasia, vel notionem in
mente, rei, quasi sit. εικάσματα exprimunt τὸ
εἰκὸς. ut rei ipsi convenit. μιμήματα ἀναστάσεως,
V, 650: in hac terra figuras, preludia.
μιμητής, V, 58, qui idem sentit et loquitur, nΟΠ
imitandi studio.
μισθωτοί, ΙΙ, 127, qui bona sequuntur spe vitæ
futuræ et cælestis.
μίτραι, apud LXX, expl. tania, I, 166. τῶν μι
τρῶν, IV, 545: pro μέτρων.
μνήμης (ὁ τῆς) μακαρίας, ΙΙΙ, 825: Constantinus
scil. de patre mortuo: et mox, μνήμης θείας, sanc12. μνήμης τῆς μακαρίας, Joviani, III, 990. μνήμης
τῆς μεγαλοπρεπούς, IV, 1101: praesidis defuncti,
1107. της μνήμης, μακαρίας, Ἰωάννου, ΙV, 1140,
1146: μακαρ. καὶ ὁσίας, ibid. Theodoti Antiochi.
– Κυρίλλου, ΙV, 1155. Πρόκλου, 1157. μνήμης ματ
καρίας καὶ ὁσίας ᾿Αλέξανδρος, ΙV, 1180. Πρόκλος, Ρ.
seq. τῆς μνήμης, ὁσίας, IV, 1203: Flavianum. εἰς
μνήμην λαμβάνειν, Ι, 166, recordari. μνήμην ἕναυλον, Ι, 364. Obs. et μνήμην tribui Palestinis eorum,
que, in Ægypto gesta, longe ab is, nec sensissent
ipsi, nee vidissent. μνήμην ἐνυπνίου, ΙΙ, 1079:
transitive: ut ipsi revocarent in mentem somnium
ejus. μνήμην συγγραμμάτων vid. συγγραμάτων.
μνημονευομένου, V, 1137: legendum videtur,
μνημονευομένην, nempe χάριν, quæ in memoriam
revocetur. μνημονευόμενον, V, 1148: de quo dixerat.
μνησθεὶς ἐνίων ῥημάτων, Ι, 856, commemorans,
referens. μνησθήσομαι ἑνὸς διηγήματος - vid.
διηγήμ. μέμνηται αὐτοῦ ἡ ἱστορία, ΙΙΙ, 165. μέμνηται ἡ ἱστορία, 1, 935. μέμνηται πλειόνων, Ι, 893
extr., mentionem facit. Metonym.
μνηστῆρα θεῖον προελομένης, ΙΙΙ, 1193: virginem
ascetica et monastic vitæ cupidam. μνηστήρος, 1,
1104: Josephum intell. Mariæ sponsum.
μοῖραν τοῦ δικαίου προστιθεὶς τῷ ἀδικουμένῳ, ΙΙΙ,
1227 extr.: pro ψήφον, sive δικαίου masculinum
sit, sive neutrum. Si masculinum: sign. partem
vel sententiam debitam innocenti læso sine merito;
sin hoc, sign. judicium vel sententiam de justo, de
innocentia, quam ei reddat judex læsum pronuntiando, et satisfactionem imponendo auctori inju..
riz.
μοιχεία, et de sponsa, I, 172. μοιχεία, pro πορ
νεία quoque, I, 221, qu. 8. μοιχείαν, ΙΙΙ, 516, dicit esse πλεονεξίαν. μοιχείαν, IV, 28: Josephus in
Maria, sponsa, suspicabatur.
μοιχευομένων, Ι, 1330 init.: simpliciter, vitiatis, stupratis, nulla adulteri notione, quia to virgines memorat (etsi et sponsas); 2° de hostibus in
Bello loquitur.
μοιχίδιον παιδίον, 'Ι, 428, ex adulterio natus.
μοιχοῦ. ΙΙΙ, 802, scortatore: ambo enim caliber:
et mox, 805, μοιχόν.
μολιβδίσι, ΙΙΙ, 997.
μοναδικὴν ζωήν, IV, 463, calibem. μοναδικόν, V,
1017, unicum, simile non habens aut secundum.V,
1042, τὸ ἅγ. Πνεῦμα τὸ μοναδικὸν τῆς οὐσίας Dei,
I, 265 init. μοναδικόν νόμον, ΙΙΙ, 1004 — βίον, ΙΙΙ,
1266, 1983, 1993. μοναδικοί βίοι, Ι, 760, vita ca
lebs, vel monastica.
μοναδικώς in Vet. Test. nominatur Deus, I, 262.
μοναδικῶς νομοθετεί, ΙV, 744: Deus, ut unus, non
per tres personas.
col. 1047–1048page 92 of 154
PG 84:1047μονάζοντι, μονά ζοντι 1244. μοναζόντων παρ' ἡμῖν, 1192 μοναρχίαν μηδεὶς ὑπολάβοι, ἀκούων ἕνα Θεὸν, Ι, τῷ λόγῳ τὸ νομοθετεῖν. μονὰς ἀπροσδεής, μονάδος ποιητικός μο νάδος, τριάδος, φύσει, μονάδα δεξιᾶς χειρός, ΙΙ, ἀριθμὸς τῆς δεξιᾶς, μοναστήριον ἡμέτερον. 1202 μοναχικῇ πολιτεία, 1226 μοναχικόν και ταγώγιον, ΙΙΙ, 1148 μοναχικῶς, μοναχοί, ΙΙΙ, 86 μονῆς παρὰ τῷ Πατρὶ, ΙΙΙ, 740 Λόγος μονῆς ἡγεμονεύοντος, ΙΙΙ, 1149 τρίτος τῆς μονῆς, οὐ πρῶτος μονῆς ὑμετέρας μονα ζόντων, με. νὰς μ' ὠδεύσαμεν, 1315. σταθμούς, μόνον ἀπέχομεν ἀπὸ τριῶν· από. μονήρης βίος, 1, 1464: διαγωγῇ ἐν ἐρήμοις. μονογενής, 1, 25: ὁ λόγος. Ι, 762, μονογενής πρωτότοκος ΙΙΙ, 477; 1205. μονογενής. ΙΙΙ, 92, 551, 552: ὡς Θεός, Ι, 1939, μονογενούς, Ι, 1056: μου νογενή, Ι, 2 Λόγῳ, μονογενῆ τὸν Λόγον, 846 Λόγον, μονομαχίας, ΙΙ, μονομέρειαν (κατά) γεγενῆσθαι, 111, 858 μονομερούς (ἐκ) ΙΙΙ, 866. μόνος πρόγονος, μόνων αὐτῶν. μόνων πρόγονος 220, τῶν τιμιωτέρων μόνα καλύμματα ἦν. μόνων, μόνον, μόνον, μόνος, 111, 381: ἀλλὰ τὸν πατέρα συνευδοκοῦντα ἔχει. μόνον. μόνου, 1172: οὗ μόνον τὸ ἀπρόσιτον ἴδιον. ἀπρόσιτον οὗ. μόνη ίσταται μονότητα, 824: τὴν ἔρημον, ψυχήν, μονογενή. μόρια, μορφή, φύσις μορφὴ ἀληθῶν πραγμάτων σημαντική, 111, 150: σχῆμα. μορφὴ ἀνυπόστατος, 8. ενυπόστατος, μορφή, μόρφωσις, εἰκών, μορφὴ ἀντὶ φύσεως καὶ οὐσίας, 1298. μορφή δούλου, 1, 688; 249, 1607 μορφή δούλου, οὐσία δούλου, μορφή Θεοῦ, οὐσία Θεοῦ, ΙΙΙ, 456. δούλου, φύσις δούλου, μορφή δούλου Λόγος μορφή δούλου, ὁ Λόγος. Θεόν μορφήν, μορφή δούλου, ὅλη ανθρωπότης, Θεοῦ, ὅλη θεότης, 1108. μορφή Θεοῦ, φύσις νοεῖται Θεοῦ, μορφὴ Θεοῦ οὐκ ἐγένε το μορφή δούλου, 3: μορφή Θεοῦ, 4: οὐ γυμνὴ ἦν τῆς τοῦ Θεοῦ μορφής (ή μορφή δούλου), Λόγῳ. μορφὴ Θεοῦ, ἐνωθεῖσα τῇ τοῦ δούλου μορφή, 56. μορφή υπόστατης 12, φύσει, μορφὴν δούλου, καὶ Θεοῦ, Ανῶσθαι δίχα τῶν ὑποστάσεων, θεάνθρωπον υποστάσει Μορφήν θεανθρωπίαν, τὸ μορφή φύσει, μορφής δούλου, μορφῇ Θεοῦ, οὐσία Θεοῦ, 146 μορφὴν Θεοῦ, ΙΙΙ, μορφὴν Θεοῦ, καὶ τὴν δούλου μορφήν, ἐν ἑνὶ Υἱῷ γνωριζομένην, ΙΙ, 218. μορφὴν Θεοῦ καὶ μορφὴν δούλου, 217: φύσιν. μορφὴν, ήγουν οὐσία), 117 μορφα, 6: ὑποστάσεσι μορφαὶ οὐχ ὑφεστῶσαι· ὑφεστώς. μορφοι τὸ σῶμα διὰ τῆς ἐνεργείας τὴν ἁμαρ τίαν, ν, 128. μεμορφωμένον σῶμα, 1092 μορφὴν Θεοῦ, τοῦ Θεοῦ Λόγου. μορφώματα, Ι. 385 μοσφαθὲμ ἀργοί, Ι. 531 μοτοῦντος τοῦ πλήξαντος, ΙΙ, 172. μουσικοῦ, ΙΙΙ, μυηθῆναι, ΙΙΙ, 954, καὶ χειροτονηθῆναι, μύθοις Ἰουδαϊκοῖς, ΙΙ, 1018 μύθους, μυθολογίαις, Τ. μυθολογούντες, μυθωδέστερον μῦθον, Ι. 235 μυίας εἶδος, ΙΙ, 698 μυριάκις καθαρά ἐστιν ἡ θεοτόκος, Ι, 1207; ἀλλ' ὅμως μυρίον (τὸ πλῆθος, ΙΙΙ, 907. μυρίοις προφή ταις. ΙΙ, μύρον (εἰς) πνευματικὸν σχηματίζεται, 11, 145 μύσει βλεφάρων τῇ, 525 μυστικόν (τον), ΙΙ, 455: οἶνον, μυσταγωγίας ἱερᾶς, ΙΙ, 50, μυσταγωγούς ἁγίους, 11, 278, μυσταγωγῶν, ΙΙΙ, 968: ξεναγών. μυσταγωγοῦντες, μύσται τῶν μειζόνων. 91, μυστήριον ενυπνίου 100. μυστήριον τῆς ἀναστάσεως, ΙΙ, 372, μυστήριον βαπτίσματος, Ι, 782. μυστήριον τοῦ βαπτίσματος, ΙΙΙ, 61 μυστήριον δεσποτικόν, ΙΙΙ, 256. μυστηρίων ἱερῶν, 237. σωτηρίου μυστηρίου, 258, - θείων. 1218, μυστήριον τῆς ἱερουργίας πεπλήρωκε, 17,
μονάζοντι, 17, 1090: qui idem presbyter: ordinare enim vel consecrare solebant ascetas. μονάζοντι CPleos, IV, 1937: quia et in urbibus monasteria, 1244. μοναζόντων παρ' ἡμῖν, IV, 1192: in
conventu, non in eremo.
μοναρχίαν μηδεὶς ὑπολάβοι, ἀκούων ἕνα Θεὸν, Ι,
1167: ut scil. solius Patris imperium dicatur;
unde et statim τῷ λόγῳ vindical τὸ νομοθετεῖν.
μονὰς ἀπροσδεής, 1, 163: numerus millenarius,
quia per q exprimitur. μονάδος ποιητικός dicitur,
paulo post, i. e., index, signum, eoque quasi effector: et quia unum corpus numerorum conficit. μονάδος, τριάδος, II, 1019: de uno Deo, tribus personis: una φύσει, essentia. μονάδα δεξιᾶς χειρός, ΙΙ,
161 extr. Aut junge ἀριθμὸς τῆς δεξιᾶς, quia dextra notabat unum millenarium.
μοναστήριον ἡμέτερον. IV, 1202: in Cyrrhestide.
μοναχικῇ πολιτεία, III, 1226 extr. μοναχικόν και
ταγώγιον, ΙΙΙ, 1148 extr.
μοναχικῶς, 111, 1191, quasi esset monachus, specie monachi.
μοναχοί, ΙΙΙ, 86: in urbe.
μονῆς παρὰ τῷ Πατρὶ, ΙΙΙ, 740: ut ab æterno
fuerit Λόγος apud Patrem.
μονῆς ἡγεμονεύοντος, ΙΙΙ, 1149: primi ascetæ,
sub cujus præsidio et alii agerent in eremo, mox:
τρίτος τῆς μονῆς, οὐ πρῶτος μονῆς ὑμετέρας μονα
ζόντων, 1V, 1158, in regione, vel urbe vestra. με.
νὰς μ' ὠδεύσαμεν, IV, 1315. σταθμούς, stationes,
dies μόνον ἀπέχομεν ἀπὸ τριῶν· vid. από.
μονήρης βίος, 1, 1464: distingu. a διαγωγῇ ἐν
ἐρήμοις.
μονογενής, 1, 25: ὁ λόγος. Ι, 762, expl. destitutus. μονογενής et πρωτότοκος distingu. ΙΙΙ, 477; ΙV,
1205. μονογενής. ΙΙΙ, 92, 551, 552: Christus ὡς
Θεός, Ι, 1939, μονογενούς, Ι, 1056: Christum μου
νογενή, Ι, 824: expl. e Symm. IV, 382: a Christo
et Aby distingu. Valentin. necnon Christum rursas
2 Λόγῳ, μονογενῆ τὸν Λόγον, ΙII, 846 init.: qua
Λόγον, Deum.
μονομαχίας, ΙΙ, 1067: gladiatorum in arena.
μονομέρειαν (κατά) γεγενῆσθαι, 111, 858: ab una
tantum parte, non audita altera; einseitig: ut perscriberentur tantum adversa Athanasio.
μονομερούς (ἐκ) ΙΙΙ, 866.
μόνος Jacob omnium Israelitarum πρόγονος, I,
215: i. e., μόνων αὐτῶν. Solus enim haud erat,
sed et Isacus et Abrahamus; at hi non μόνων illorum, quia ab his et alii populi. Aut πρόγονος magis
premendum. 220, τῶν τιμιωτέρων μόνα καλύμματα
ἦν. i. e., μόνων, vel μόνον, μόνον, pro μόνος, 111,
381 extr., sequitur enim: ἀλλὰ τὸν πατέρα συνευ
δοκοῦντα ἔχει. μόνον. pro μόνου, V, 1172: οὗ μόνον
τὸ ἀπρόσιτον ἴδιον. Neque enim ad ἀπρόσιτον pertinet, sed ad οὗ. μόνη ίσταται (quercus), II, 215, ab
jectis foliis. nuda.
μονότητα, 824: e Symm. expl. τὴν ἔρημον, scil.
ψυχήν, quia alibi sic expl. μονογενή.
μόρια, 1, 25 seq., membra nostri corporis.
μορφή, ΙV, 247: φύσις Christi, utraque. Greg.
Nyss. μορφὴ ἀληθῶν πραγμάτων σημαντική, 111,
150: opp. σχῆμα. μορφὴ ἀνυπόστατος, V, 8. que
non sit per se, sed constituat habitum et conditionem subjecti exstantis, cui inhæreat, de quo
prædicetur adjuncti vice ενυπόστατος, ib. natura
absoluta, per se exstans, divinitas Christi, sane e
mente Pauli, cui μορφή, Philipp. 1, 6, uι μόρφωσις,
Rom. ut, 20, et εἰκών, Hebr. x, 1, est periphrasis
rei ipsius. μορφὴ ἀντὶ φύσεως καὶ οὐσίας, IV, 1298.
μορφή δούλου, 1, 688; II, 249, 1607: humana natura Christi. μορφή δούλου, οὐσία δούλου, μορφή
Θεοῦ, οὐσία Θεοῦ, ΙΙΙ, 456. δούλου, φύσις δούλου,
IV, 42. V, 4, dicitur formata et nata naturaliter.
μορφή δούλου quædam ignorat, V, 24, ea tantum
sciebat. quæ Λόγος ei revelasset. μορφή δούλου, V,
30: Theodoreto est id, quod assumpsit ὁ Λόγος.
Θεόν proftetur illam μορφήν, ib. μορφή δούλου, ὅλη
ανθρωπότης, Θεοῦ, ὅλη θεότης, V, 1108. μορφή
Θεοῦ, φύσις νοεῖται Θεοῦ, ib. μορφὴ Θεοῦ οὐκ ἐγένε
το μορφή δούλου, V, 3: in Christo. μορφή Θεοῦ, de
Christo Deo,V, 4: οὐ γυμνὴ ἦν τῆς τοῦ Θεοῦ μορφής
(ή μορφή δούλου), V, 4, non erat homo Christus
sine Λόγῳ. μορφὴ Θεοῦ, ἐνωθεῖσα τῇ τοῦ δούλου
μορφή, V, 56. μορφή et υπόστατης distingu. V, 12,
ergo et a φύσει, quæ idem est. Cyrilli verba sunt,
μορφὴν δούλου, καὶ Θεοῦ, negantis Ανῶσθαι δίχα
τῶν ὑποστάσεων, id est, Christum non intelligi
θεάνθρωπον sine υποστάσει utraque, sine humana
et divina natura, vel subsistentia, ut in eodem subjecto et Deus et homo verus subsisteret. Μορφήν
hic intelligit abstractive, θεανθρωπίαν, τὸ esse
Deum et hominem in una persona. μορφή pro φύσει,
V, 16 et passim. μορφής δούλου, IV, 1301: humana nature. μορφῇ Θεοῦ, οὐσία Θεοῦ, IV, 146: Basil.
μορφὴν Θεοῦ, ΙΙΙ, 1087: saneti accipiunt per virtutem. μορφὴν Θεοῦ, καὶ τὴν δούλου μορφήν, ἐν ἑνὶ Υἱῷ
γνωριζομένην, ΙΙ, 218. μορφὴν Θεοῦ καὶ μορφὴν
δούλου, ΙV, 217: utramque φύσιν. μορφὴν, ήγουν
οὐσία), V, 117 extr. μορφα, V, 6: ab ὑποστάσεσι
distiricta. μορφαὶ οὐχ ὑφεστῶσαι· vid. ὑφεστώς.
μορφοι τὸ σῶμα διὰ τῆς ἐνεργείας τὴν ἁμαρ
τίαν, ν, 128. μεμορφωμένον σῶμα, V, 1092: quod
haberet μορφὴν Θεοῦ, esset in eo statu, ut esset
corpus τοῦ Θεοῦ Λόγου.
μορφώματα, Ι. 385: ex Aquila.
μοσφαθὲμ expl. ἀργοί, Ι. 531: vid. locum.
μοτοῦντος τοῦ πλήξαντος, ΙΙ, 172.
μουσικοῦ, ΙΙΙ, 65: qui utitur lingua ad canendum
et loquendum.
μυηθῆναι, ΙΙΙ, 954, baptizari. καὶ χειροτονηθῆναι, statim secutum est in Ambrosio.
μύθοις Ἰουδαϊκοῖς, ΙΙ, 1018: de futuro bello
Gogi et Magogi. μύθους, IV, 280 seq., errores
hæreticos semper vocat, 312.
μυθολογίαις, ΙI, 1046: de restituendis in N. Τ.
Hierosolymis, II, 1590, Apollinarii, interpretantis
vaticinium de re futura, quam futuram haud agnosceret Theodor.
μυθολογούντες, ΙI, 1019: exspectantes eventum
vaticinii, dudum impleti.
μυθωδέστερον μῦθον, Ι. 235: quia scil. et prius
fabulosum, verosimilius tamen, et quasi possibilius.
μυίας εἶδος, ΙΙ, 698: cstrus.
μυριάκις καθαρά ἐστιν ἡ θεοτόκος, Ι, 1207; e
Supplem. inconcinne, ut pleraque inde assuta.
Nec sequens ἀλλ' ὅμως ei respondet; nec cohærent
illa: ex Adamo, ex Abrahamno, e Davide, ex ipsa
ergo nata est justitia. vid. Ind. rer. v. Maria.
μυρίον (τὸ πλῆθος, ΙΙΙ, 907. μυρίοις προφή
ταις. ΙΙ, 1464: apud Judæos: hyperbolice nimis et
catachrestice.
μύρον (εἰς) πνευματικὸν σχηματίζεται, 11, 145:
diabolus.
μύσει βλεφάρων τῇ, IV, 525 extr.
μυστικόν (τον), ΙΙ, 455: οἶνον, quod est e textu:
illud h. 1. glossema videtur, quia textus sacer pergit, cui non solet inserere glossas Theod., sed nositis verbis subjicere.
μυσταγωγίας ἱερᾶς, ΙΙ, 50, baptismi.
μυσταγωγούς ἁγίους, 11, 278, apostolos. μυσταγω
γῶν, ΙΙΙ, 968: vid. ξεναγών.
μυσταγωγοῦντες, IV, 1948, baptizantes, initiantes.
μύσται τῶν μειζόνων. IV, 91, periti.
μυστήριον pro ενυπνίου legitur, I, 100. μυστήριον
τῆς ἀναστάσεως, ΙΙ, 372, μυστήριον βαπτίσματος, Ι,
782. μυστήριον τοῦ βαπτίσματος, ΙΙΙ, 61: quia habet significationem et vim reconditam. μυστήριον
δεσποτικόν, ΙΙΙ, 256. Coenam sacram Christi· μυστηρίων
ἱερῶν, p. 237. et σωτηρίου μυστηρίου, 258, - θείων.
IV, 1218, μυστήριον τῆς ἱερουργίας πεπλήρωκε, 17,
203: Isaacus, omnia faciendo et patiendo, ut per
col. 1049–1050page 93 of 154
PG 84:1049μυστήριον, μυστήρια παραληψομένην, φύσιν, βάπτισμα, μυστήριον παλιγγενεσίας • παλιγγενεσίας μυ στήριον προδοσίας, 309 μυστήρια θεία, μυστηρίων θείων τα σύμβολα σύμβολα. μυστηρίων θείων μεταλαμβάνοντες, 1, 141, μυστηρίων θείων μεταλαμβάνομεν, Ι, μυστηρίων θείων μετέχοντες πιστοί. τελούμενοι, τέλειο.. μυστηρίων θείων καὶ ἀποῤῥήτων, Ι, 965, μυστηρίων θείων ἀπολαύσουσι, θυ σίας, Τ., θυσίαν ἠξιωμένους, ΙΙ, μυστηρίων θείων, ΙΙΙ, 914, στο λήν. μυστηρίων θείων ἠξίωτο, 476, μυστηρίων θείων γευσάμενοι, μυστηρίων ἱερῶν ἀπολαύοντες. μυστηρίων μετάληψιν, 305, λουτρῷ, μυστηρίων νάματα διπλά. μυστηρίων παραδόσει παραδόσει. μυστηρίων τύπους, μυστικός οἶνος μυστική βίβλος, μυστική τράπεζα, 37, μυστικὸν χρίσμα, Π, 383 μυστικῆς ἱερουργίας προκειμένης, ΙΙΙ, 1208, μυστικοῦ σώματος εφιεμένους, μυστικῷ καιρῷ, ΙΙ, μυστικὸν τῆς ἀμπέλου καρπόν, 25, μυστικὸν καιρὸν, Ι, μυστικὸν λόγον καὶ κεκρυμμένον, ΙΙ, 86 μυστικών οἶνον, ΙΙ, 198: μυστικὴν εὐχήν, ΙΙΙ, μυστικήν ευωχίαν τροφήν, 1, 747 οι μυστικωτέραν, πρότερον τοῖς λόγοις, καὶ τότε τὴν μυστικών.· τροφήν, μυ στικὴν κοινωνίαν ὠνόμασαν τὴν ἀσέλγειαν, 1 μυστικήν λειτουργίαν. ΙΙ, 594. μυστικὴν τράπεζαν, Ι, 388, προθέσεως μυστικά σύμβολα σύμβολα. μυστικῶν ἀγαθῶν, 892 μυστικῶν γραμμάτων γραμμ. μυστικώτερα χειροτονία βεβαιωθέντας, 11. 766 μυστικώτερον, ἀμύητος. μυσῶσαι, Ι, 595 σῶσαι. Μωάβ, ὁ ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθείς, ΙΙ, 1291. μῶμον, ΙΙΙ, μωροσκόπους, Μωσαϊκή προσευχή, 111, 1126 Μωσῆ τοῦ μεγάλου, Μωσοῦ, Ναασηνούς, Ι, 543 Νάβαλ, ἀφροσύνην σημαίνει, Ι, 394 άφρονα). ναθιναίους 1, 557. νάμα, νάμα, Ροέt. νάματος, Ε, νάματος, ναός, ὁ Λόγος, ναὸς πᾶς, Θεοῦ ναός, 1022 ναοῦ θείου, μετά τοῦ ναοῦ, Λόγον, σάρκα, ναό, τῷ λόγῳ. μετά, γεννηθείς ναῷ τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, ναὸν, Ι, 775: τὴν σκηνήν, ναὸν ἀγεώργητον· ἀγεώργ. ναὸν ληφθέντα ἐκ τῆς Παρθένου. 119. ναόν διάπλασας 4. ναὸν τὸν ἐκ Δαβίδ, 1511 ναὸν τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὴν τοῦ δού λου μορφήν, ΙΙ, 249: ναὸν ληφθησόμενον, Ι, ναὸν λογικόν, θεῖον, σωτήριον, Ι. 417 σάρκα ναὸν, ὃν ἀνείληφε, Ι, 1294 ναόν σου, ὃν ἀνείληφας, Ι, 1071 συγγένειαν πρὸς τὸν ναόν. ναούς θείους, 1310 σηκοῖς ναουργήσας τὸν ἄνθρωπον ἐφόρεσεν ὁ Λόγος, ναρκήσεις, ναστῶν καὶ κενοῦ δόξαν, 794 μεστῶν, ναστά, να στόν. ναστὰς, οὐδὲν σηραγγώδες ἐχούσας, 651. Ναυᾶτος, Ι, ναύλαις, 75 νάβλαις. ναυτών, νεανιεύεσθε νικάν, 878, νεανιεύεται - κρατήσειν, 321, νεανιευόμενον, ΙΙΙ, νεανιευομένους. νεανιεύονται ἔχειν σε κοινωνόν, ΙΙΙ, 1132. νεανιεύονται ποιεῖσθαι ἄφεσιν, 365. νεανιευσάμενον ἀν ηρηκέναι, νεανικὰς ψυχὰς, 17, νεανικὸν φρόνημα, Ι, νεανικῶς νικήσω, Ι, 655 νεαρός χρόνος, 1023, νεεσθαν, χαλκός αὕτη. νεῖκος, οὐ νίκην, ἀλλὰ τὴν φιλονεικίαν. 1, 738. νεκρὰν θάλασσαν, ΙΙ, 886. νεκρὸν, 1, 714 νεκροφόρος, σαρκοφόρον νέκρωσιν ἀμφιέννυται 1, 54. νενοτισμένα, ΙΙΙ, νεολαία, νεοπαγούς ἐκκλησίας, ΙΙΙ, 1032. νεός, ΙΙΙ, 937, 10 νέος, νέος
INDEX
ipsum non staret, quominus sacrificaretur: μυστή
ριον, quia typus Christi. μυστήρια παραληψομένην,
1, 23: scil. φύσιν, genus hominum: refertur aut ad
βάπτισμα, aut ad doctrinam de Trinitate. lllud aptius contexto, imo utrumque, junctim; cum et
plurali utatur: etsi et hoc utitur de uno Sacram.
μυστήριον παλιγγενεσίας • vid. παλιγγενεσίας μυ
στήριον προδοσίας, IV, 309: Judæ, vocabant he
retici, quia soli Judæ tribuebant yvwat quamdain
qua usus, illam effecisset. μυστήρια θεία, IV, 1951,
Coenam sacram. μυστηρίων θείων τα σύμβολα vid.
σύμβολα. μυστηρίων θείων μεταλαμβάνοντες, 1, 141,
142. utentes Crena sacra, V, 144. μυστηρίων θείων
μεταλαμβάνομεν, Ι, 144: Coenam sacram intelligi,
Lotus tenor loquitur. μυστηρίων θείων μετέχοντες
I, 278: vocantur πιστοί. In primis intell. Coena
sacra usos: hi enim proprie erant τελούμενοι,
τέλειο.. μυστηρίων θείων καὶ ἀποῤῥήτων, Ι,
965, Coena sacrae. μυστηρίων θείων ἀπολαύσουσι,
II, 1050, Coena sacra utentur: huic opponit θυ
σίας, V. Τ., quia habet θυσίαν corporis et salguinis J. C. ἠξιωμένους, ΙΙ, 1330, Coena sacra
usus. μυστηρίων θείων, ΙΙΙ, 914, baptismo, (uti),
quem differre tum solebant; et mox memoral στο
λήν. μυστηρίων θείων ἠξίωτο, IV, 476, Coena sacra
usus est; baptismus hic excluditur, quia de recepto et restituto sermo est. μυστηρίων θείων γευσάμενοι, IV, 650, doctrina divina eruditi. μυστηρίων
ἱερῶν ἀπολαύοντες. 111, 288, sacra Coena utentes.
μυστηρίων μετάληψιν, IV, 305, Conæ sacræ usum,
cum distinctione a λουτρῷ, baptismo. μυστηρίων
νάματα διπλά. II, 1663: aqua baptismi, et sanguinis J. C. in sacra Coena. μυστηρίων παραδόσει· vid.
παραδόσει. μυστηρίων τύπους, III, Sacramentorum.
μυστικός οἶνος (in Coena sacra) sanguis Christi, I,
115. μυστική βίβλος, IV, 1144: Theodoreti: vid.
Garner. Diss. (t. V, p. 414): haud dubie de baptismo et Cena sacra egit. μυστική τράπεζα, IV,
37, sacra Coena. μυστικὸν χρίσμα, Π, 383: in haptismo, μυστικῆς ἱερουργίας προκειμένης, ΙΙΙ, 1208,
cum jam Coena sacra esset celebranda. μυστικοῦ
σώματος εφιεμένους, IV, 550, Coena sacra frui gestientes. μυστικῷ καιρῷ, ΙΙ, 25 med., sacrae Coene
usu. μυστικὸν τῆς ἀμπέλου καρπόν, IV, 25, vinum
In Coena sacra. μυστικὸν καιρὸν, Ι, 1305, tempus
Conæ sacrae. Aut omnino festorum, imprimis Paschatos. μυστικὸν λόγον καὶ κεκρυμμένον, ΙΙ, 86:
qui servetur Christianis provectioribus et firmioribus, non vulgandus impiis aut imperitis. μυστικών
οἶνον, ΙΙ, 198: in Coena sacra. μυστικὴν εὐχήν, ΙΙΙ,
86 init., orationem dominicam; quia adbibebatur
in Coena sacra. μυστικήν ευωχίαν τροφήν, 1, 747:
οι μυστικωτέραν, p. 748 (comparando scil. cum
doctrina, ut minus mystica ): Coenam sacram evidenter imprimis altero loco, ubi dicit: πρότερον
τοῖς λόγοις, καὶ τότε τὴν μυστικών.· τροφήν, μυ
στικὴν κοινωνίαν ὠνόμασαν τὴν ἀσέλγειαν, 1
478: hæretici, Basilides, Carpocr. rel. μυστικήν
λειτουργίαν. ΙΙ, 283, Coenam sacram. III, 235,
594. μυστικὴν τράπεζαν, Ι, 388, Coenam sacram
panibus προθέσεως figuratam. μυστικά σύμβολα
vide σύμβολα. μυστικῶν ἀγαθῶν, IV, 892: per
Christum in N. Test. parta, veniam delictis, salutem æternam. Mystica vocat, quia per baptismum
tribuuntur. μυστικῶν γραμμάτων vid. γραμμ. μυ
στικωτέρα χειροτονία βεβαιωθέντας, 11. 766: ab
hæreticis episcopis ordinatos. ab orthodoxis jam
sanctius Armatos. μυστικώτερον, IV, 34: dici et
agi vult de Coena sacra, quia forte admisit αμύητος.
μυσῶσαι, Ι, 595 vid. σῶσαι.
Μωάβ, ὁ ἐκ τοῦ πατρὸς γεννηθείς, ΙΙ, 1291.
μῶμον, ΙΙΙ, 1147, vitium canonicum in tempore
Paschatos
μωροσκόπους, IV. 1077: Splitter-Richter.
Μωσαϊκή προσευχή, 111, 1126: ascetæ, vim eam-
GRÆCUS.
dem habente, quam Mosis precatio, ad aquam eliciendam.
Μωσῆ τοῦ μεγάλου, IV, 430: genitivus, minue
analogicus. Μωσοῦ, genit. I, 1957, 1182, 1933,
1345; IV, 691 init.
N
Ναασηνούς, Ι, 543: Ophitas.
Νάβαλ, ἀφροσύνην σημαίνει, Ι, 394 (imo άφρονα).
ναθιναίους expl. 1, 557.
νάμα, I, 88, potus. haustus aque: e poét. νάμα,
I, 340 et al., fiuentum, potus. Ροέt. νάματος, Ε,
144, aquæ e rupe. νάματος, 1V, 899 extr., vino.
ναός, humanitatis Christi dicitur ὁ Λόγος, V, 4.
ναὸς πᾶς, Θεοῦ ναός, V, 1022 et porro, ναοῦ θείου,
III, 794 init.: ab Helena Hierosol. exstructi, μετά
τοῦ ναοῦ, V, 1087: natus est Jesus: qua Λόγον,
ut simul ei formaret templum, corpus, in utero:
qua σάρκα, ut hic esset ναό, τῷ λόγῳ. Dilogiam
habet μετά, quia utramque naturam complectitur
Theod. Nam totus ille est γεννηθείς e Maria; nec
jam separatim intelligenda alterutra ejus natura,
ut ait ipse h. 1. ναῷ τοῦ Θεοῦ, ΙΙΙ, 237: de tempore et sacris Corinthiorum, vel primorum Christianorum. ναὸν, Ι, 775: expl. τὴν σκηνήν, ναὸν
ἀγεώργητον· vid. ἀγεώργ. ναὸν ληφθέντα ἐκ τῆς
Παρθένου. V, 119. ναόν διάπλασας in utero virginis, V, 4. ναὸν τὸν ἐκ Δαβίδ, 1511: humanam
Christi naturam. ναὸν τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὴν τοῦ δού
λου μορφήν, ΙΙ, 249: humanam naturam. ναὸν ληφθησόμενον, Ι, 1177: naturam Christi humanam.
ναὸν λογικόν, θεῖον, σωτήριον, Ι. 417 extr. vocat
σάρκα Christi. ναὸν, ὃν ἀνείληφε, Ι, 1294: humanam naturam. ναόν σου, ὃν ἀνείληφας, Ι, 1071:
humanam Christi naturam, et mox, συγγένειαν
πρὸς τὸν ναόν. ναούς θείους, IV, 1310: distingu. a
σηκοῖς martyrum.
ναουργήσας τὸν ἄνθρωπον ἐφόρεσεν ὁ Λόγος, IV,
57 Eust.
ναρκήσεις, IV, 162, oscitaberis, errabis, hærebis.
ναστῶν καὶ κενοῦ δόξαν, IV. 794: Democritus
invenit de atomis, solidis. n. 28, μεστῶν, sensu
commodo hic caret: et mox repetit, ναστά, να
στόν.
ναστὰς, οὐδὲν σηραγγώδες ἐχούσας, IV, 651.
Ναυᾶτος, Ι, 344 init., Novatus. Sic semper
fere. 470, 473.
ναύλαις, V, 75 init pro νάβλαις.
ναυτών, IV, 500, sociorum navalium, Matrosen.
νεανιεύεσθε νικάν, IV, 878, νεανιεύεται - κρατή
σειν, 321, stulte sperat et jactat. νεανιευόμενον, ΙΙΙ,
358, gloriantes. νεανιευομένους. IV, 625 florentes.
νεανιεύονται ἔχειν σε κοινωνόν, ΙΙΙ, 1132. νεανιεύον
ται ποιεῖσθαι ἄφεσιν, IV, 365. νεανιευσάμενον ἀνηρηκέναι, 1, 828, gloriantem, falso atque insolenter.
νεανικὰς ψυχὰς, II, 17, nondum perfectas. νεανι
κὸν φρόνημα, Ι, 51: tribuitur novitiis in studio
pietatis.
νεανικῶς νικήσω, Ι, 655: de Christo.
νεαρός χρόνος, III, 1023, recens.
νεεσθαν, 555: in Lexico Hebr. dicit explicari,
χαλκός αὕτη. Ergo ibi fuisse debet,
Chaldaice. (dan) enim est Chald. hoc.
νεῖκος, οὐ νίκην, ἀλλὰ τὴν φιλονεικίαν. 1, 738.
Unde patet obiter, at et eodem modo pronuntiata.
νεκρὰν θάλασσαν, ΙΙ, 886. νεκρὸν, 1, 714: Judæi vocant Christum.
νεκροφόρος, 17. 50: qui de Christo non recte
docet. Ign. ex opp. σαρκοφόρον lusit.
νέκρωσιν ἀμφιέννυται Adam et Eva, 1, 54.
νενοτισμένα, ΙΙI, 1122, humida, situ et natura.
νεολαία, 1, 256, soboles, novus populus juvenum,
qui succrevisset in locum majorum, quasi denuo
conditus.
νεοπαγούς ἐκκλησίας, ΙΙΙ, 1032.
νεός, ΙΙΙ, 937, c. 10 init debet esse νέος, νέος
col. 1051–1052page 94 of 154
PG 84:1051νόημα πρόχειρον. πρόχειρον. νοήματος προ κειμένου ἄρχεται, ΙΙΙ, λαός, νέον Θεόν, Ι, ἀλλότριον. νέον λαόν, Ι, 1543 1555. νέον λαὸν ἐξ ἐθνῶν, Ι, νέαν Κυριακήν, νέῳ λαῷ, Ι, νεῶν εὐκτηρίων· εὐκτηρίων, νεώτερα τῆς ἐνανθρωπήσεως ὀνόματα, νεωτέρω, ΙΙΙ, νεούργησόν με, 1, 940. νεουργίας ἀπήλαυσεν, ΙΙ, 1045, νεουργίας τετύχηκε, νεουργίαν φύσεως ἀνθρωπίνης καινουργίαν), Ι, νεύοντες πρὸς ἑαυτούς, ΙΙΙ, 432 νεῦσαι τῇ φύσει, ἐπινεῦσαι, ῥυ πην, ῥέπειν, τοῦ νεύειν. νεῦ σαι καὶ συντρίψαι, ΙΙΙ, 929; νεύονται, νεύματι συντρ. νεύων εἰς ἑαυτόν, ΙΙΙ, 1122 νευρούμενος, 642 νεφελώδη θήρατρα καὶ ἀερώδη, 352, Νεφθαλείμ, 11, 232: πλατυσμός. νέφος, 1, 526, νέφος διαλυόμενον ὅτι τά χιστα, νεφρούς, 1, 648: λογισμούς νεφῶν ὠδῖνας λύσαι τὴν πεδήσασαν γλῶσσαν, Ι, νεωκόρος παιδόθεν, 1058: νεωκόρω, νεωκόροι, νεωκόρους, προμάντεις, ὑποφήτας. νεων (τὸ θεῖον, ΙΙΙ, 379: τὸν, εἰς τὸ θεῖον νεών, 807. νεῶν, ναῶν, εἰδωλικῶν, ΙΙΙ, 1069. νεὼς πυρός, ΙΙΙ, 1082. νεὼν θεῖον, νεωτεροποιΐας, ΙΙΙ, 764. νεωτερισμού. νηπιώδες, νηφάλαιον, Ι, 188: νηφάλεον. 8. νήφει ὁ μυκτήρ, νηχόμενος, 29, νίκην σταθμάσθω, ΙΙΙ, 1065 νικῆσαι, νικησάτωσαν τὰς θείας προβ ρήσεις, ΙΙ, νικωμένους, νικών των τὰς χεῖρας, νικῶντας ἀριθμὸν, ΙΙ, 1317. νικώσας ἔβλεπε, νενίκηκε τὴν ἰσότητα, 425 νικηφόροις στεφάνοις, Ι, 937 νικηφόροι. νικοποιῷ, 1, 629, 649: νικο ποιῷ Θεῷ, 1, 650 νιφάδας τῶν βελῶν τοῦ διαβόλου, ΙΙΙ, 1105. νιφάδας, νοερόν, λογικόν νοεροῦ καὶ Θείου Πνεύματος, ΙΙΙ, 1108. νοερῶς ψυχωθέν· ψυχωθέν. νοητή κτίσις, 1, 25: νοηταὶ φύσεις, 26. νοητόν ξύλον, αἰσθητόν, νοητὸν Φα ραώ, Ι, νοητά θηρία, πνευματικά, νοητὰ ὀστᾶ ψυχῆς, αἱ πρακτικαὶ ταύτης δυνάμεις, ΙΙ, νοητά αἰσθητα νοηταὶ φύσεις, ΙΙ, νοητῶν δυσμενών, Ι, 1959, νοη τοῖς, νοη τὰς γλώττας, αἰσθητάς. νοητῶς, ΙΙ, νοθευόντων τὸν νόμον, ΙΙ, 180: διαφθειρόν των, νόθοθεν, 1, 505: νότοθεν. νόθον, νόθων, ἱερὰς βίβλους, νομεύς, νομῆς θείας, νομιζόμεναι αντιδόσεις, Ι. 752 νομισθῇ ἡ ἀσέβεια ὡς εὐσέβεια, ΙΙΙ, 786: ὡς, νομισθῇ πολιτεύηται. νενομισμέναις ὁδοῖς, 11, 478, νομικὰς παρατηρήσεις: παρατηρ. νομικήν πολιτείαν, Ι, 324: Έννομον. νομίμων πρωτεύειν, 1159 νομίμους ἐντολὰς, ΙΙΙ, 738, τοῦ νόμου. νομοθεσία ἀποστολική, 1, 178, νομοθεσία, γνώμης αυθαιρέτου, ει τελειότητος. νομοθεσία, 65 (χάριτι) συμμαχία, επικουρία νομοθεσίαν ἀκριβεστέραν τελειοτέραν, νομο θεσίας διαπαντός δέομαι, 1446 νομοθεσία πνευματικῇ, ΙΙΙ. 1042, νομο θεσίαν, 1, 523: νόμον. πεπλήρωκε νομοθεσίαν. νομοθεσίαν. να μοθεσία», ΙΙΙ, 195: τελειοτέραν, νομο θεσίαν, 1128, 1152, 112, 1149, νομο θεσίαν ἀγγελικήν, ΙΙΙ, νομοθεσίαν ἀποστολικὴν, ΙΙ, 836, 1457; ΙΙΙ, 428 94. νομοθεσίαν εὐαγγελικήν, 1, 525, πεπλήρωκε τὸν νόμον. ΙΙΙ, 144. νομοθεσίαν εὐαγγελικήν, νό μους εὐαγγελικούς. νομοθεσία, θείαν, κατὰ τὴν, ΙΙΙ, νομοθεσίαν και νομοθεσίαν Παύλου, 1, 1166. νομοθεσίαν προσ φέρει, ΙΙΙ, 546: νομοθεσίαις Ἐκκλησιῶν, νομο θεσίαις ἀποστολικαῖς, 264. νομοθεσίας, διδασκαλίας. νομοθετεῖ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, ΙΙ, 599. νομοθετει (ή Καινή Διαθήκη) πιστεύειν τῷ Χριστῷ, 111, 45. νομοθετεί, ΙΙΙ, 192, 250: νομοθετεί, 111,
νόημα πρόχειρον. vid. πρόχειρον. νοήματος προκειμένου ἄρχεται, ΙΙΙ, disputationem.
INDEX GRAECUS.
λαός, 1, 1092: pagani in Novo Test. II, 1012, Ecclesia et pii Novi Test. νέον - Θεόν, Ι, 1183: add.
ἀλλότριον. νέον λαόν, Ι, 1543: paganos ad Christum vocatos, et 1555. νέον λαὸν ἐξ ἐθνῶν, Ι,
980. νέαν Κυριακήν, ΙV, 147, Dom. I, post Pascha,
Quasimodog. νέῳ λαῷ, Ι, 1500. Christianis. νεῶν
εὐκτηρίων· vid. εὐκτηρίων, νεώτερα τῆς ἐνανθρωπήσεως ὀνόματα, IV, 1214: quibus dicatur Christus homo factus; non tempore posteriora; nam
et in Vet. Test. ponuntur, sed re et conditione.
νεωτέρω, ΙΙΙ, 939, filio, juveni.
νεούργησόν με, 1, 940.
νεουργίας ἀπήλαυσεν, ΙΙ, 1045, novo fore, recreatione. νεουργίας τετύχηκε, 1, 1092: de paganis
in Novo Test. νεουργίαν φύσεως ἀνθρωπίνης (cod.
καινουργίαν), Ι, 786: per mortem Christi.
νεύοντες πρὸς ἑαυτούς, ΙΙΙ, 432 extr.: cogitatione
intima penitus defixa in res divinas, quarum in
vobis habeatis notiones. νεῦσαι τῇ φύσει, 1, 356:
pro ἐπινεῦσαι, annuere, subvenire, vires dare, ῥυ
πην, quod est a ῥέπειν, synonymo τοῦ νεύειν. νεῦ
σαι καὶ συντρίψαι, ΙΙΙ, 929; pro νεύονται, vel,
νεύματι συντρ. νεύων εἰς ἑαυτόν, ΙΙΙ, 1122: aversus ab omni re externa: eingekehrt, ut hodie quidam loquuntur, III, 1219.
νευρούμενος, ΙII, 642 firmatus.
νεφελώδη θήρατρα καὶ ἀερώδη, IV, 352, retia te
nuissima, vix in oculos incurrentia; vel, nubium et
aēris colorem imitantia, ad fallendas aves.
Νεφθαλείμ, 11, 232: expl. ex Hebr. πλατυσμός.
νέφος, 1, 526, fames. νέφος διαλυόμενον ὅτι τά
χιστα, 111, 922: Athanas. Julianum dixit.
νεφρούς, 1, 648: λογισμούς expl., i. e. cupiditates.
νεφῶν ὠδῖνας λύσαι τὴν πεδήσασαν γλῶσσαν, Ι,
501, ut eadem voce juberet pluviam venire, qua
cohibuisset. (Nimnis auget: jussit enim Deus )
νεωκόρος παιδόθεν, II, 1058: Samuel. νεωκόρω,
III, 928: Apollinis Daphnæi: νεωκόροι, 932 init.
νεωκόρους, IV, 952: his oracula tribuens, intell.
προμάντεις, ὑποφήτας.
νεων (τὸ θεῖον, ΙΙΙ, 379: forte τὸν, aut εἰς τὸ
θεῖον junge. νεών, III, 806, ædem Christianam:
807. νεῶν, vel ναῶν, εἰδωλικῶν, ΙΙΙ, 1069. νεὼς
πυρός, ΙΙΙ, 1082.
νεὼν θεῖον, IV, 458: et sic sæpe, Attice. et adjecto v.
νεωτεροποιΐας, ΙΙΙ, 764. νεωτερισμού.
νηπιώδες, ΙV, 692: legit Judaicæ, evangelicz
firmitati non apta.
νηφάλαιον, Ι, 188: v'iose pro νηφάλεον. lin. 8.
νήφει ὁ μυκτήρ, II, 145, attentus est et cautus.
νηχόμενος, V, 29, luctuans.
νίκην σταθμάσθω, ΙΙΙ, 1065: quasi possibilitatem vel impossibilitatem, conditionem vincendi.
νικῆσαι, 1V, 384: vocem Dei, corrigere, alia, ei
contraria, defendere. νικησάτωσαν τὰς θείας προβ
ρήσεις, ΙΙ, 531, veriora et certiora proferant, fal
sas illas arguant. νικωμένους, 1, 725, ad peccandum inductis. Contuleris ad Rom. sit, 21. νικών
των τὰς χεῖρας, IV, 402: faciunt, ut opera ejus in
auferendo sit irrita, quia denuo sufficiant novo incrementa. νικῶντας ἀριθμὸν, ΙΙ, 1317. νικώσας
ἔβλεπε, 111, 858, constantes, immotas, non cedentes minis. νενίκηκε τὴν ἰσότητα, IV, 425: amor
Dei, justitia unius Christi omnibus imputanda.
νικηφόροις στεφάνοις, Ι, 937 extr.: per hypall.,
quas gestent νικηφόροι.
νικοποιῷ, 1, 629, 649: ex Aqu. et Theod. νικοποιῷ Θεῷ, 1, 650 init.
'
νιφάδας τῶν βελῶν τοῦ διαβόλου, ΙΙΙ, 1105. νιφά
δας, 111, 1304 extr., malorum multitudinem.
νοερόν, et λογικόν in homine distingu. I, 51:
illud ad simplices notiones, hoc ad jungendas ratiociniis. νοεροῦ καὶ Θείου Πνεύματος, ΙΙΙ, 1108.
νοερῶς ψυχωθέν· vid. ψυχωθέν.
νοητή κτίσις, 1, 25: νοηταὶ φύσεις, p. 26. spiritus sine corpore. νοητόν ξύλον, non fuit arbor vetita. I, 40, i. e. moralis mere, metaphorica, sed
αἰσθητόν, vera et physice nata arbor. νοητὸν Φαραώ, Ι, 1045: diabolum, Pharaone illo designatum, spiritum, et moraliter agentem. νοητά θηρία,
1, 1072, moralia, πνευματικά, hostes doctring
Christi. νοητὰ ὀστᾶ ψυχῆς, αἱ πρακτικαὶ ταύτης
δυνάμεις, ΙΙ, 374: et redundat νοητά: neque enim
sunt αἰσθητα ulla animi ossa. Voluit tamen inconcretam esse mentem. νοηταὶ φύσεις, ΙΙ, 1598,
angeli. νοητῶν δυσμενών, Ι, 1959, dæmones. νοητοῖς, 1V, 809, mentibus sine corpore, angelis. νοητὰς γλώττας, vid. αἰσθητάς.
νοητῶς, ΙΙ, 196: qua mentem et statum Ecclesiæ.
νοθευόντων τὸν νόμον, ΙΙ, 180: pro διαφθειρόν
των, active.
νόθοθεν, 1, 505 extr.: lege νότοθεν.
νόθον, IV, 1258: filium, Christum hominem,
adoptatum, non naturalem. νόθων, IV, 365: opp.
ἱερὰς βίβλους, quibus tamen illos, ut pares, adjungant.
νομεύς, IV, 561: animalium in arca Noachus:
eleganter: addit, et ferocissimorum, et hoc acute,
cum oxymoro.
νομῆς θείας, 17, 362: quid cuique Triuitatis
personæ conveniret, quæ dignatio, quo gradu dilferrent.
νομιζόμεναι αντιδόσεις, Ι. 752: quæ præmia
Deus decrevit dare, et promisit. νομισθῇ ἡ ἀσέβεια
ὡς εὐσέβεια, ΙΙΙ, 786: aut redundat ὡς, aut νομισθῇ
est, valeat, magni flat, recipiatur, vigeat. obtineat,
πολιτεύηται. νενομισμέναις ὁδοῖς, 11, 478, solitis,
publicis, notis.
νομικὰς παρατηρήσεις: vid. παρατηρ. νομικήν
πολιτείαν, Ι, 324: Έννομον.
νομίμων πρωτεύειν, IV, 1159 extr., legum et juris præcipua notitia. νομίμους ἐντολὰς, ΙΙΙ, 738,
τοῦ νόμου.
νομοθεσία ἀποστολική, 1, 178, præceptum Pauli.
111, 204, 208 init. νομοθεσία, II, 414: negatur,
cum vendere omnia, jejunare, rel, aut jubeamur,
aut certe probetur: quia sint γνώμης αυθαιρέτου,
ει τελειότητος. νομοθεσία, III, 65 extr.: Evangelio,
(χάριτι) tribuitur, sed addita συμμαχία, επικουρία
eamque νομοθεσίαν dicit ἀκριβεστέραν ipsa lege, i. e.
τελειοτέραν, ob id ipsum, quia simul adjuvet. νομο
θεσίας (Dei) διαπαντός δέομαι, I, 1446: ut me in
omni re et causa moneas, quid faciam, quid onittam; est quasi usus et applicatio, vel collatio legum scriptarum ad causam quamlibet. νομοθεσία
πνευματικῇ, ΙΙΙ. 1042, doctrinæ evangelicæ. νομοθεσίαν, 1, 523: pro νόμον. Vid. πεπλήρωκε νομοθε
σίαν. νομοθεσίαν. II, 561: Jonadabi et Rechabi. να
μοθεσία», ΙΙΙ, 195: Pauli, eamque τελειοτέραν, ut
nolit omnino lites ardere inter Christianos. νομοθεσίαν, V, 1128, 1152, 112, 1149, doctrinam. νομο
θεσίαν ἀγγελικήν, ΙΙΙ, 1138: instituta ascetico-monastica. νομοθεσίαν ἀποστολικὴν, ΙΙ, 836, 1457; ΙΙΙ,
428 init.; IV, 94. νομοθεσίαν εὐαγγελικήν, 1, 525,
præceptum Christi. Obs. et πεπλήρωκε additum,
ut sit. τὸν νόμον. ΙΙΙ, 144. νομοθεσίαν εὐαγγελικήν,
1V, 925: quia hic de legibus loquitur. P. 928, νόμους εὐαγγελικούς. νομοθεσία, θείαν, κατὰ τὴν, ΙΙΙ,
1260 extr.: paupertas voluntaria. νομοθεσίαν και
why, 1, 687: Novi Test. 931; præcepta ethica Novi T. νομοθεσίαν Παύλου, 1, 1166. νομοθεσίαν προσ
φέρει, ΙΙΙ, 546: Paulus. νομοθεσίαις Ἐκκλησιῶν,
III, 263, instituta, ordinein qua sacra publica; νομο
θεσίαις ἀποστολικαῖς, 264. νομοθεσίας, V,
διδασκαλίας.
νομοθετεῖ ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, ΙΙ, 599. νομοθετει
(ή Καινή Διαθήκη) πιστεύειν τῷ Χριστῷ, 111, 45.
νομοθετεί, ΙΙΙ, 192, 250: Paulus. νομοθετεί, 111,
col. 1053–1054page 95 of 154
PG 84:1053νομοθετεί, ΙΙΙ, τῇ γνώμῃ νομοθετεῖν, νομοθετεῖν ἀγαμίαν ἀντ δράσι, ἐγκράτειαν μετὰ τὸν γάμον γυναιξί, ΙΙΙ, 203 νομοθετηθέντων, ΙΙΙ, νομοθετήσας ὁ Θεὸς τὰ κατὰ φύσιν, ΙΙΙ, 208, προτρέπει, νομοθετήσας, νομοθετήσας τὸν δεύτερον γάμον, ΙΙΙ, 664, νομοθετήσας Ἰουδαίοις, ταύτην εἶναι τὴν οὐ σίαν, ν, ὁ διδάξας, νομοθετήσετε ἀγγέλοις ἐναντία, 1173, νομοθετουμένοις, ΙΙΙ, νομοθετουμένων, ΙΙΙ, μοθετών, θεσία. ΙΙΙ, νομοθετοῦντας τὸ πάθος, νομοθετοῦσαν, νενο μοθέτηκε, ΙΙ, νομοθέτης καινῆς Διαθήκης, Ι, 158. — νόμου 1, 340. νομοθέτης εἷς τῶν δύο διαθηκών, ΙΙ, 549. νομοθέτης εἷς τῶν παλαιῶν καὶ καινῶν, 111, 546 νομοθέτης ἀληθινὸς, οὗ τύπος Μωσής, 64: νομοθέτου, ΙΙΙ, 436: ΙΙΙ, 264: νομοθέτου τὴν εὐλογίαν τρυγήσομεν, εύλο γίαν νομοθέτην, νομοθέτην τῶν καινῶν καὶ τῶν παλαιῶν, ΙΙΙ, 637. νόμος νόμος ἀπο στολικός, 1, 1472. νόμος βασιλικός, 1212, νόμος Δεσποτικός, ΙΙΙ, νόμος ἐγένετο ὁ Λόγος, 930, νόμος εμπέφυκε μελίσσαις, νόμος εὐαγγελικὸς, ΙΙ, μος θείος, ΙΙ, νόμος μοι κολάζειν, ΙΙ, νόμος παλαιὸς, ὁ τῷ Ἀδὰμ δοθείς, ΙΙ, 57 νόμος περιτομῆς, νόμος περὶ τοῦ γάμου, Ι, 406 νόμος ὢν αὐτὸς, τὸ τέλος του νόμου, νόμου νόμου διδασκάλους, ΙΙΙ, ἐκ νόμου γράμματα πεπαιδευμένος, ΙΙΙ, ἐκ νόμου ίδια, ΙΙΙ, φύσις. νόμου προσκυνητού. 111, 825, νόμου φυλακὴν ἄρνησιν τοῦ νομοθέτου ΙΙΙ, 362. νόμῳ δοκοῦσαν ψήφον, Ι, 615. νόμῳ διετήρησεν τὴν γαμικὴν ὁμι λίαν, Ι, νόμῳ τετήρηκε τὸ πρᾶγμα. νόμῳ, 1, 1424 νόμῳ ἐκράτυνε, ΙΙΙ, νόμον, ΙΙ, νόμον, ΙΙΙ, νό μον, νόμον ἀπο στολικόν, Ι, Ι, hγιο. νόμον ἀνεκτησάμην, 1, 1457, νόμον βασι λικόν, ΙΙΙ, ; 983, νόμον περὶ τῆς ἐξορίας, νόμον βαπτίσματος, νόμον βεβαιώσαι βε βαιώσαι. νόμον ἑορτῆς, 1065, 1111, νόμον εὐαγγελικὸν ἐδω ρήσατο ὁ Θεὸς, Ι, 158; 442. νόμον εὐαγγελικὸν, νόμον θεῖον, ΙΙ, νόμον μετανοίας, 1, 759. νόμον νῦν πολιτευόμενον, νόμον περὶ κρεωφαγίας, 440 νόμον τῆς χάρι τος, ΙΙΙ, 366. ὑπὲρ τὸν νόμον ὑπέρ. νόμον φυλάττεις τῇ πίστει κεχρημένος, ΙΙΙ. 146: τὸν εὐαγγελικόν, νόμοι ἀναγκαῖοι, 1, 508 νόμοι του Αποστόλου, νόμοι τοῦ Χριστοῦ, ΙΙΙ, νόμοι Εὐαγγελίων, νόμων, ἐντολῶν. Νόμος νόμων - ἐντολῶν, Ι, 308. να μων - νέας Διαθήκης, Ι, 1025. νόμων εὐαγγελικών ἀκρίβεια, 1, 436. νόμοις βασιλικοῖς ὁπλίσας, ΙΙΙ, νόμων βασιλικῶν, νόμοις θείοις, ΙΙΙ, 1079, νόμους, νόμους, νόμους ἀναγκαίους τῇ φύσει τέθεικεν ὁ Ποιητής, 1, 68. νόμους ἔγραψαν περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτείας, ΙΙΙ, 764 νόμους εὐαγγελικούς, ΙΙ, 1668. νόμους θείους, ἀναστάσει νόμους τίθησι, 111, 129 νέου, ΙΙΙ, νοούμενα (τὰ) τρία ὡς ἑνὶ δὲ διαλεγόμεθα, ΙΙΙ, 909. νοουμένων ἐν κτίσει, 395 θεωρουμένων, νοσεῖ ἀκαρπίαν, Ι, 357. νοσεῖν δόγματα παραπλήσια, Ι, 985. νοσεῖν ἀχαριστίαν, Ι, 633, 1494; ΙΙ, 419 125. νοσῆσαι αχαριστία, 1, 1142. αχαριστίαν, νοσούν μέρος, ΙΙΙ, νοσούντες, νοτοῦντες ἀναισχυντίαν, Η, 1304. νοσούντων τὰ Σαβελλίου, 11, 347. νοσούντας ἀμεταμέλητα - ἄμεταμ. νοσοῦσα ἄγνοιαν Θεοῦ, ΙΙ, 908. νοσοῦσι ταύτην τὴν ἄνοιαν, 1, 456. νοσούσι τὰ Σαβελλίου καὶ Φωτεινού, ΙΙΙ, 547. νοσούσιν ἀπεί θειαν, ΙΙ, 579, 980. ἀσέβειαν, 1225. νενοσηκότων ἀπιστίαν, Ι, 674, νενοσηκόσι τοιαῦτα, νενοσηκότες λήθην Θεοῦ, Ι, νόσῳ, ΙΙΙ, 205, νόσῳ, τὴν ἀποστασίαν, καίτοι ἀποστ. νοσών. νόσον, Ι, νόσον Αρειανικὴν εἰσδεξάμενοι, ΙΙΙ, 542. νόσον ᾿Αρείου ἐν τῇ ψυχῇ ἔφερον, 111, 909. Αρείου, νόσον αχαριστίας, 1, 1153. νόσον ἐνόσησαν, ΙΙΙ, 272, νόσον κοινὴν νενοσηκότας, ΙΙΙ, 240, νόσον κρύπτειν, ΙΙΙ, νόσον Σαβελλίου, ΙΙΙ, 1031. νόσον τελείαν εἰσδεδεγμένοι, νότιον οὐδέν ἐστιν, Ι, 685, οὐδ᾽ ἐῷον, οὐδ᾽ ἑσπέριον. νότιον,
204: de iis dicit, quæ Paulus ipse vocat consilia
sua, non Dei. III, 350: Paulus, qua beneficentiam
Corinthiorum in Judæos. νομοθετεί, ΙΙΙ, 414: Deus
tantum naturæ lege sancita, etiam in N. T. reliqua
relinquit τῇ γνώμῃ Deus. νομοθετεῖν, de carnium
esu, I, 67: quia scil. non permissa tantum creophagia dicitur, sed imperata. νομοθετεῖν ἀγαμίαν ἀντ
δράσι, ἐγκράτειαν μετὰ τὸν γάμον γυναιξί, ΙΙΙ, 203:
Paulum ait: falso. νομοθετηθέντων, ΙΙΙ, 11 init.,
quibus data lex esset. νομοθετήσας ὁ Θεὸς τὰ κατὰ
φύσιν, ΙΙΙ, 208, opp. προτρέπει, hortatur, non, ut
necessaria, jubet. νομοθετήσας, 111, 540: Paulus.
νομοθετήσας τὸν δεύτερον γάμον, ΙΙΙ, 664, cum
permisisset, licitum pronuntiasset, non prohibuisset. νομοθετήσας Ἰουδαίοις, ταύτην εἶναι τὴν οὐ
σίαν, ν, 977: ὁ διδάξας, qui hoc protulerit, acceptum
Judais. νομοθετήσετε ἀγγέλοις ἐναντία, V, 1173,
docebitis; defendelis. νομοθετουμένοις, ΙΙΙ, 65:
νομοθετουμένων, ΙΙΙ, 81, quibus data lex esset. vo
μοθετών, 1 134, cum Christus precari jubet spe
eventus proposita, I, 1405 extr. Deus, paupertatem
voluntariam in N. T. hoc negavit idem; vid. voμoθεσία. 111, 64: Paulus. IV, 47; ΙΙΙ, 1138: asceta,
de institutis (commentitiis) vitæ monasticæ. νομοθε
τοῦντας τὸ πάθος, V, 1156, docentes de morte
Christi. νομοθετοῦσαν, 1, 839: de Novo Test. νενο
μοθέτηκε, ΙΙ, 430: Christus in Evangelio.
νομοθέτης καινῆς Διαθήκης, Ι, 158. — νόμου·
pleon. 1, 340. νομοθέτης εἷς τῶν δύο διαθηκών, ΙΙ,
549. νομοθέτης εἷς τῶν παλαιῶν καὶ καινῶν, 111,
546 init. νομοθέτης ἀληθινὸς, οὗ τύπος Μωσής, IV,
64: Christus. νομοθέτου, ΙΙΙ, 436: Christi. ΙΙΙ,
264: Pauli. νομοθέτου τὴν εὐλογίαν τρυγήσομεν,
III, 526: Pauli; Christum enim distinguit. εύλογίαν passive accipe, vel genitivum: quam ille accepit a Deo, felicitatem. νομοθέτην, IV, 33, foederis
auctorem, promissorem. νομοθέτην τῶν καινῶν καὶ
τῶν παλαιῶν, ΙΙΙ, 637.
νόμος Christi Luc. xv, 10: III, 344. νόμος ἀποστολικός, 1, 1472. νόμος βασιλικός, IV, 1212, jussum
imp. de una scil. causa et persona Theodoreti νόμος
Δεσποτικός, ΙΙΙ, 344: Luc. vn, 10, elatum, dogma.
νόμος ἐγένετο ὁ Λόγος, IV, 930, Dei Filius venit
legislator, et lex viva. νόμος εμπέφυκε μελίσσαις,
IV, 725, consuetudo, agendi modus. νόμος εὐαγγε
λικός, ΙΙ, 660, 1493 med., præceptum Christi. voμος θείος, ΙΙ, 564: vaticinia Jeremiæ de excidio
arbis: voluntas et decretum Dei. νόμος μοι (Deo)
κολάζειν, ΙΙ, 604, mos, justitiæ meæ congruus.
νόμος παλαιὸς, ὁ τῷ Ἀδὰμ δοθείς, ΙΙ, 57: de matrimonii arcto vinculo. νόμος περιτομῆς, 1, 121,
ritus (Ægyptiis). νόμος περὶ τοῦ γάμου, Ι, 406
verba vel prædictio Adami, vel Mosis, Gen. ut extr.
νόμος ὢν αὐτὸς, IV, 136: Christus, legislator, auctor
legis, eam in se habens, ea non egens, e suis virtutibus illam exprimens: quin et, cum de rituali
maxime sermo sit, τὸ τέλος του νόμου, ad quem
omnia illa referrentur. νόμου Synonyma, I, 721.
νόμου διδασκάλους, ΙΙΙ, 882, videntur esse doctores
Ecclesiarum episcopi. ἐκ νόμου γράμματα πεπαιδευμένος, ΙΙΙ, 978: calligraphus. Vid. n. 12; ἐκ est,
ut Lat. ex arte. νόμου ίδια, ΙΙΙ, 370, liturgica, ritus:
opp. φύσις. νόμου προσκυνητού. 111, 825, doctrinæ
Christiane. νόμου φυλακὴν (in Novo Test.) ἄρνησιν
τοῦ νομοθέτου (Christi), ΙΙΙ, 362. νόμῳ δοκοῦσαν
ψήφον, Ι, 615. νόμῳ διετήρησεν τὴν γαμικὴν ὁμι
λίαν, Ι, 349 extr., non ante cum ea congressus est,
quam per legem et receptum ordinem liceret; ut
p. seq., νόμῳ τετήρηκε τὸ πρᾶγμα. νόμῳ, 1, 1424
extr., imperio Christi, exire et docere jubentis
apostolos. νόμῳ ἐκράτυνε, ΙΙΙ, 829: imp. Const.M.
acta in concil. Nic. νόμον, ΙΙ, 1364 extr.: Cyri, de
reditu Judzorum et templo restituendo. νόμον, ΙΙΙ,
159 extr., Christi, apostolis datum præceptum. νόμον, 111, 956, litteras imp. ad synodum. νόμον ἀποστολικόν, Ι, 686 extr.; Ι, 230, monitum de idolohγιο. νόμον ἀνεκτησάμην, 1, 1457, legis usum el
officii ex eo praestandi novum studium. νόμον βασι
λικόν, ΙΙΙ, 969: de uno viro relegando decretum.;
privilegium; p. 983, νόμον περὶ τῆς ἐξορίας, Basilii. νόμον βαπτίσματος, IV, 350, formulam et verba
2 Christo praescripta. νόμον βεβαιώσαι· vid. βεβαιώσαι. νόμον ἑορτῆς, ΙV, 1065, morem salutandi
in festis, p. 1111, morem. νόμον εὐαγγελικὸν ἐδωρήσατο ὁ Θεὸς, Ι, 158; III 442. νόμον εὐαγγελικὸν,
ill, 1204: de paupertate voluntaria, et bonis distribuendis. νόμον θεῖον, ΙΙ, 447, Pauli præceptum,
Rom. xn. III. 1161, Christi, datam, ut putat, de
vendendis bonis. νόμον μετανοίας, 1, 759. νόμον
νῦν πολιτευόμενον, 1V, 464, morem nunc obtinentem. νόμον περὶ κρεωφαγίας, IV, 440: Noacho latam, videtur pro præceptiva lege habere; certe
permissum antea non putat fuisse. νόμον τῆς χάρι
τος, ΙΙΙ, 366. ὑπὲρ τὸν νόμον vid. ὑπέρ. νόμον φυλάττεις τῇ πίστει κεχρημένος, ΙΙΙ. 146: scil. τὸν
εὐαγγελικόν, νόμοι ἀναγκαῖοι, 1, 508: opp. cæremonialibus et liturgicis. νόμοι του Αποστόλου, νόμοι
τοῦ Χριστοῦ, ΙΙΙ, 204. At ibi Paulus non jubet, sed
suadet, νόμοι Εὐαγγελίων, IV, 896, cuitus Dei et
formula Evangelii, sine sacrificiis. νόμων, 1, 287,
288: ἐντολῶν. Νόμος enim usu sacro totum osten
dit. νόμων - plur. p. sing. pro ἐντολῶν, Ι, 308. να
μων - νέας Διαθήκης, Ι, 1025. νόμων εὐαγγελικών
ἀκρίβεια, 1, 436. νόμοις βασιλικοῖς ὁπλίσας, ΙΙΙ,
1069, decretis, de una illa causa: ut p. seq., νόμων
βασιλικῶν, νόμοις θείοις, ΙΙΙ, 1079, disciplinæ eccl.
qua cretum sacrum interdictum. νόμους, II, 562:
asceticam formulam, ad Rechabi institutum; etiam
in Novo Test. νόμους, ΙV, 1001: Christi, beator
predicantis quosdam, Matth. v. νόμους ἀναγκαίους
τῇ φύσει τέθεικεν ὁ Ποιητής, 1, 68. νόμους ἔγραψαν
περὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς πολιτείας, ΙΙΙ, 764 init.,
canones. νόμους εὐαγγελικούς, ΙΙ, 1668. νόμους
θείους, IV, 1066, Script. sacra; nam et de ἀναστά
σει sermo. νόμους τίθησι, 111, 129 init. Paulus,
hortando ad virtutem.
νέου, ΙΙΙ, 428 init.: pro vou, n. 22.
νοούμενα (τὰ) τρία (in Deo), ὡς ἑνὶ δὲ διαλεγόμε
θα, ΙΙΙ, 909. νοουμένων ἐν κτίσει, IV, 395: opp.
θεωρουμένων, corporum: illud spiritus sign. vel
mentes.
νοσεῖ ἀκαρπίαν, Ι, 357. νοσεῖν δόγματα παραπλή
σια, Ι, 985. νοσεῖν ἀχαριστίαν, Ι, 633, 1494; ΙΙ,
419 init.; III, 125. νοσῆσαι αχαριστία, 1, 1142.
Cod. n. 8 αχαριστίαν, ut alias solet Th. νοσούν
μέρος, ΙΙΙ, 205; conjugum alter, impietate laborans,
non Christianus. νοσούντες, 1, 969 init. - de simulatoribus amicitiæ. νοτοῦντες ἀναισχυντίαν, Η,
1304. νοσούντων τὰ Σαβελλίου, 11, 347. νοσούντας
ἀμεταμέλητα - vid. ἄμεταμ. νοσοῦσα ἄγνοιαν Θεοῦ,
ΙΙ, 908. νοσοῦσι ταύτην τὴν ἄνοιαν, 1, 456. νοσούσι
τὰ Σαβελλίου καὶ Φωτεινού, ΙΙΙ, 547. νοσούσιν ἀπείθειαν, ΙΙ, 579, 980. ἀσέβειαν, IV, 1225. νενοσηκότων
ἀπιστίαν, Ι, 674, perfdorum inter se. νενοσηκόσι
τοιαῦτα, 1, 1278, sic errantibus et peccantibus.
νενοσηκότες λήθην Θεοῦ, Ι, 930extr.
νόσῳ, ΙΙΙ, 205, impietati. νόσῳ, τὴν ἀποστασίαν,
V. 127 init.: aliena hic sententia; neque artic.
præmitti solet. Legerim, καίτοι ἀποστ. νοσών.
νόσον, Ι, 952, pravum sensum. IV, 1190, errorem,
hæresin. νόσον Αρειανικὴν εἰσδεξάμενοι, ΙΙΙ, 542.
νόσον ᾿Αρείου ἐν τῇ ψυχῇ ἔφερον, 111, 909. -
Αρείου, rel. IV, 1946, hæresin, errorem. νόσον
αχαριστίας, 1, 1153. νόσον ἐνόσησαν, ΙΙΙ, 272, errore
laborarent. νόσον κοινὴν νενοσηκότας, ΙΙΙ, 240,
impietate et idololatria laborantes, aliisque erroribus philosophicis, rel. νόσον κρύπτειν, ΙΙΙ, 888,
hæresin. νόσον Σαβελλίου, ΙΙΙ, 1031. νόσον τελείαν
εἰσδεδεγμένοι, ΙII, 964, plenum et solidum errorem
amplexi.
νότιον οὐδέν ἐστιν, Ι1, 685, una regio pro omnibus ponitur: suppie, οὐδ᾽ ἐῷον, οὐδ᾽ ἑσπέριον. Manet tamen νότιον, etiamsi converti co non opus sit,
col. 1055–1056page 96 of 154
PG 84:1055νώτιον, νότιος ει μεσημβρινός, νότον, ΙΙ, νότον λίβα νοῦ καὶ ψυχῆς· ψυχῆς. νοῦν πρωτόγονον αὐτοῦ, νοῦς καὶ λόγος. 1081: σάρκα νοῦν ψυχήν ἄλογον. ὁ νοῦς γεννᾷ τὸν λόγον, συμπρόεισι τῷ λόγῳ πνεῦμα, οὐ γεννώμενον, καθάπερ ὁ λόγος, Ι, λόγῳ νύχτα συμφοράς, 1, 627. νύκτας, Ι, 696: τὰς ξυμ φοράς. νυκτερείας νυκτερινάς, νυκτερινῆς) ῥῦ σις· φύσις. νυμφευτής, νύμφην παλαιάν νέαν, ΙΙ, νυμφοστολεῖσθαι, ΙΙ, 87: τοῖς τετελειωμένοις νυμφοστολούμενος, νυμφοστόλος, ΙΙ, 1682; 464 νυμφοστόλος, ΙΙΙ, νῦν, νῦν καιρὸς εἰπεῖν, ΙΙ, νῦν ἐνταῦθα, ὧδε. νυττόμενον τὸ αἷμα τῇ κινήσει, 519 νωθείαν, Ι, νωθρείαν, 327, 7 νωθείς. νωθείαν τῆς στρατείας, 439: νωθρεία». νωθείς, Ι, 27, 334, νωθρούς. νῶτα διδόναι, νώτα δέδωκε, νῶτα διδόντας οὐ νῶτα ἔδωκαν ἐμοὶ, 11, 418. νώτα θαλάσσης διατέμνοντας, ΙΙ 1464 Σ ξαινόμενο:, ΙΙΙ, Ξανθικὸν μήνα, ξεναγεῖσθαι ὑπὸ τῆς πίστεως, 716 ξεναγῇς με, ξεναγήσωμεν, ξεναγούνται πρὸς τὸν Ποιητήν, 18, ξεναγοῦντες, ξεναγός, ξεναγὸν ἡμῶν γενέσθαι καὶ ποδηγὸν Θεὸν, ἡγεμόνα. τοῦ ξένου. ξεναγῶν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, 787 άγων, ξένων. ξεναγών και μυσταγωγών, ξεναγωγήσαι, ξεναγωγοῦντος, ξένη γλώσσῃ, ξένος τῶν συγγενῶν, ΙΙ, ξένων, επιθυμίαν, Ι, ξενίων, Ι, δώρων, του ξένου. ξενοφωνοῦμαι ἐν τούτοις, 1031 ξενώνας τῶν ἐκκλησιῶν, ΙΙΙ, 1051. ξιφήρεις στρατιώτας, ΙΙΙ, 836, ξίφος οἰκείας σφαγής, Ι, 424: ὄργανον ξίφων, 74: ξιφών. ξόανα, Ι, ξόανον ξύλον. ξύλον σωτήριον, 1294. ξύλου μετάληψιν· μετάληψιν. ξύλα ἐν τῷ δρυμῷ, 837 ξύν· σύν. ξυνωρίδος μεγίστης, 111, 945 ξυνωρίδα τῶν ἀποστόλων μεγάλην, ΙΙ, 226 ξυροῦ δίκην, ὁ, ἡ, τό. τὸ πειρᾶσαι, ὁ Συμμαχος ἀσκῆσαι, φησίν, αὐτοὺς ἐβουλήθη, πειρᾶσαι, φησίν ερμηνεύει. ὁ, ἡ, τὸ, τiς, 1, 342 τὴν πόλιν κατά. ψυχῆς οὐκ ἴσασι τὴν μορφὴν, δ, ή, τό, τῶν μὴ ἀπαλλαγῆναι τῶν ἐθνῶν, Ι, 528 τοῦ. ὁ, ἡ, τό, ὁ, ἡ, τό, 1078: λέληθε σε γινομένων οὐδέν τῶν, 1. 1235: ἐπαγόμενα δηλοῖ 1455, παιδείας τὸ χρήσιμον· της, προφήτης. 1482, τοιοῦτοι ἦσαν πάγας τεθεικότες· οἱ τὰς π. τ. ώς σοφὸς Σολομῶν συγγέγραφε. έ. 11, 91, ἐπὶ λοιπά χωρεί. ΙΙ, 194, κατὰ Σωτῆρος ἐχρήσαντο. ΙΙ, 200, τὰ πελάζοντος. 532 ἀφιερωμένῳ τῷ τῷ, καὶ, πεμπόμενα, πεμφθέντα. κατὰ δίκαια τοῦ Θεοῦ κρίματα. τὰ τοῦ κατά. καὶ τὰ, ἄμαχον δεικνύς τῆς δυνάμεως. 22 τό. 111, 52 ἀφορμὴν λάβωσιν ἀμελεῖν· τοῦ ἀμ. ΙΙΙ, 114, τελευταῖον πρῶτον τέθεικε· τὸ τελ. 216 πρόφασιν πάλιν δρομῆσαι τοῦ. ΙΙΙ, 326, αὐτοῦ παραινέσεσιν εἴξατε· ταῖς. 327, τὰ κατὰ μακάριον Τίτον - τόν. ΙΙΙ, 424, ἀπὸ κυβεύειν τὸ ὄνομα τοῦ κυβ. ΙΙΙ, 659, καὶ χορηγόν, ἀνυμνεῖν· τόν. ΙΙΙ, 1045 ἐξαφθεὶς ὑπὸ ἀγγελθέντων, 1 τῶν. ΙΙΙ, 1315 περὶ αὐτὸν πατέρα ποιῆσαι ἐπαγγειλάμενον περὶ τοῦ. ἁγία νύμφη. 584, τῶν προειρημένης θεραπείας ἀπο λαυόντων· της. 851 παρὰ συγκλώθε σθαι· τό, τοῦ. ὁ, ἡ, το 564 τοῖς Αἰγυπτίοις τὰς διαφόρους ἐπενήνοχε πληγάς. διαφόρους 366 τὸν ὑπὲρ αὐτῆς πόλεμον. 1, 523 τα πολύτιμα προσενήνοχα δώρα, 484, μετὰ τῶν ξενίων των νομιζομένων 568, 16. 1, 528 τὰς τῶν δακρύων ἀφῆκε λιβάδας. 1, 546 τῆς πάσης δυσσεβείας μεστήν. Ι, 1492 τὴν ἐντεῦθεν ἑλκύσωσι βλάβην. 1, 1514, καὶ ὁ αὐτὸς - προσενεχθείς. 455 τῆς παρὰ τούτων επικουρίας οὐ τεύ ξονται. παρά τ. τῆς ἐπ. οὗ το,
INDEX
Forte leg. νώτιον, a tergo. νότιος ει μεσημβρινός,
II, 839. pro eodem ponit.
νότον, ΙΙ, 837: respondere dicit Hebr. 139 Scil.
non directum nieridiem. νότον et λίβα idem ponit,
ex Hebr. Theman, II, 1550.
νοῦ καὶ ψυχῆς· vid. ψυχῆς. νοῦν πρωτόγονον
αὐτοῦ, ΙV, 292: misisse Patrem, dicebat Basilides.
νοῦς καὶ λόγος. V, 1081: junctim, Christus. σάρκα
hic omittit, quia de ea non dubitabat Apoll. Et
porro νοῦν vocat, quia Ariani ponebant ψυχήν quidem, sed ἄλογον. ὁ νοῦς γεννᾷ τὸν λόγον, συμπρό
εισι τῷ λόγῳ πνεῦμα, οὐ γεννώμενον, καθάπερ ὁ
λόγος, Ι, 28. Image hæc Trinitatis dicitur, in cogitatione, oratione, spiratione (quam et negat e λόγῳ
venire, ut, Sp. S. a Filio procedere, negant Græci).
νύχτα συμφοράς, 1, 627. νύκτας, Ι, 696: τὰς ξυμ
φοράς.
νυκτερείας (pro νυκτερινάς, vel νυκτερινῆς) ῥῦ
σις· vid. φύσις.
νυμφευτής, ΙV, 464: Deus Adamo, quasi interpres et conciliator, pronubus. νύμφην παλαιάν
νέαν, ΙΙ, 16: Judeos et paganos, ecclesiam Vet. et
N. Test.
νυμφοστολεῖσθαι, ΙΙ, 87: tribuit τοῖς τετελειωμέ
νοις· ut habitu et omni splendore sponsæ Christi
ulantur. νυμφοστολούμενος, II, 109 init., junctus
sponso et adhærens.
νυμφοστόλος, ΙΙ, 1682; IV, 464: Deus, cum Evam,
ut sponsain ornatam, adduceret Adamo. νυμφο
στόλος, ΙΙΙ, 1501: Paulus, ad Christum ducens. IV,
1268 ob 11 Cor. xi, 2.
νῦν, I, 535: in hoc loco, his verbis. νῦν καιρὸς
εἰπεῖν, ΙΙ, 724, hic locus est; ad hæc verba possunt
illa verba conferri: his illa in mentem revocantur,
his firmantur. νῦν pro ἐνταῦθα, ὧδε.
νυττόμενον τὸ αἷμα τῇ κινήσει, IV, 519 init., stimulatus.
νωθείαν, Ι, 324, inertiam. Non mutandum in
νωθρείαν, nam p. 327, qu. 7 extr. νωθείς. νωθείαν
τῆς στρατείας, II, 439 init.: pro νωθρεία».
νωθείς, Ι, 27, 334, tardos, ignavos, νωθρούς.
νῶτα διδόναι, 1, 731, 732: ut Lat. tergu dare.
881, 901 med. νώτα δέδωκε, 1V, 628: ignis refugit ab illorum corporibus. νῶτα διδόντας οὐpavo, IV, 491: stellas, ut radios in terram mittant
unice, non in cœlum versas. Eleganter satis, modo
verum sit. νῶτα ἔδωκαν ἐμοὶ, 11, 418. νώτα θαλάσσης
διατέμνοντας, ΙΙ 1464: poeticum.
Σ
ξαινόμενο:, ΙΙΙ, 996, verberati, lacerati.
Ξανθικὸν μήνα, 11, 1596 extr.: respondentem Ilebræorum Nisan.
ξεναγεῖσθαι ὑπὸ τῆς πίστεως, 1V, 716: ignota
discere et sperare. ξεναγῇς με, IV, 555 extr.: de
gubernatione divina. ξεναγήσωμεν, IV, 490, circumducamus. ξεναγούνται πρὸς τὸν Ποιητήν, 18,
763. ξεναγοῦντες, IV, 564: stellæ nautas.
ξεναγός, ΙV, 1091, deductor et commendator
exsulis. ξεναγὸν ἡμῶν γενέσθαι καὶ ποδηγὸν Θεὸν,
II, 646: i. e. ἡγεμόνα. Redundat notio τοῦ ξένου.
ξεναγῶν ἐπὶ τὴν ἀλήθειαν, III, 787 extr.: pro
άγων, nulla notione ξένων. Ductum tamen a demonstratoribus, exegetis, qui peregrinos per urbem
ignotam, vel templa, rel. ducunt, omnia commonstrantes et explicantes. ξεναγών και μυσταγωγών,
III. 968: imbuere 3os preceptis Ariani erroris.
ξεναγωγήσαι, ΙII, 1168: errantes, per desertum
in vianı deducere. ξεναγωγοῦντος, IV, 497: adtumno tribuitur, sensim ducenti nos a calore ad
frigus.
ξένη γλώσσῃ, V, 91: locutus dicitur Zacharias,
incitata a Spir. S. et loquente, quæ et ipsi et aliis
adhuc minus nota fuissent, de quibus neque ipse
nec quisquam alius, adhuc esset locutus. ξένος τῶν
συγγενῶν, ΙΙ, 524: moriturus dicitur, mox ab iis
relinquendus, usu eorum privandus. ξένων, cur
vocet Nathan επιθυμίαν, Ι, 425. Falso et nimis
argute.
'
ξενίων, Ι, 484; I, 4 a fin.: pro δώρων, nulla
notione του ξένου.
ξενοφωνοῦμαι ἐν τούτοις, V, 1031: hæ explicationes mihi sunt ignotæ, insolitæ: obstupesco, non
habeo quod respondeam, II, 1032.
ξενώνας τῶν ἐκκλησιῶν, ΙΙΙ, 1051.
ξιφήρεις στρατιώτας, ΙΙΙ, 836, gladiis armatos.
ξίφος οἰκείας σφαγής, Ι, 424: scil. ὄργανον
ξίφων, V, 74 med.: leg. ξιφών.
ξόανα, Ι, 95, idola, theraphim. ξόανον Astartes, I,
451: rude signum.
ξύλον. arbor, I, 40 seq. Nota ob Hebraismum
preter necessitatem retentum. ξύλον σωτήριον, 1,
1294. crux. ξύλου μετάληψιν· vid. μετάληψιν. ξύλα
ἐν τῷ δρυμῷ, ΙI. 837: Hebr
ξύν· vid. σύν.
ξυνωρίδος μεγίστης, 111, 945: detri et Pauli.
ξυνωρίδα τῶν ἀποστόλων μεγάλην, ΙΙ, 226: Petrum
et Joannem.
ξυροῦ δίκην, ΙV, 366: peccatum tolli paptismno,
aiebant Messaliani, improbantibus catholicis.
ὁ, ἡ, τό. τὸ πειρᾶσαι, ὁ Συμμαχος ἀσκῆσαι, φησίν,
αὐτοὺς ἐβουλήθη, 1, 327 extr.: i. e. quod attinet
verbum πειρᾶσαι, aut φησίν est ερμηνεύει. ὁ, ἡ,
τὸ, pro τiς, 1, 342 extr. τὴν πόλιν pro κατά. Neque
enim certa nominata. IV, 765 extr, ψυχῆς οὐκ ἴσασι
τὴν μορφὴν, non ut sit illa, sed omnino aliquam.
δ, ή, τό, τῶν μὴ ἀπαλλαγῆναι τῶν ἐθνῶν, Ι, 528:
pro τοῦ. ὁ, ἡ, τό, 1, 618: in eo omisso vim ponit.
ὁ, ἡ, τό, omissum, I, 1078: λέληθε σε γινομένων
οὐδέν cod. add. τῶν, n. 1. I, 1235 extr.: ἐπαγό
μενα δηλοῖ codd. add. tά. I, 1420, 'E6pałoç, I,
1455, παιδείας τὸ χρήσιμον· cod. addit, της, absorptum forte ab ultima syllaba voc, προφήτης. 1,
1482, τοιοῦτοι ἦσαν πάγας τεθεικότες· pro, οἱ τὰς
π. τ. Certe oi abesse non debebat. II, 5, ώς σοφὸς
Σολομῶν συγγέγραφε. Cod. habet έ. 11, 91, ἐπὶ λοιπά
χωρεί. ΙΙ, 194, κατὰ Σωτῆρος ἐχρήσαντο. ΙΙ, 200,
τὰ πελάζοντος. I, 532 init., ἀφιερωμένῳ scil. τῷ
aptep. alioquin obscurius est: el cod. n. 15 præmittit τῷ, quin et καὶ, quia præcedit aliud participium, πεμπόμενα, quod tamen pendere possit
ab altero, accipiendum per πεμφθέντα. Alterum
enim est pro infinitivo. II, 731, κατὰ δίκαια τοῦ
Θεοῦ κρίματα. Absorptum forte τὰ ab exitu
τοῦ κατά. Lectio cod. n. 52, καὶ τὰ, structaræ minus hic apta. II, 1155. ἄμαχον δεικνύς
τῆς δυνάμεως. Cod. n. 22 addit τό. 111, 52
extr. ἀφορμὴν λάβωσιν ἀμελεῖν· scil. τοῦ
ἀμ. ΙΙΙ, 114, τελευταῖον πρῶτον τέθεικε· scil. τὸ
τελ. III, 216 init., πρόφασιν πάλιν δρομῆσαι· scil.
τοῦ. ΙΙΙ, 326, αὐτοῦ παραινέσεσιν εἴξατε· scil. ταῖς.
Ib. p. 327, τὰ κατὰ μακάριον Τίτον - scil. τόν. ΙΙΙ,
424, ἀπὸ κυβεύειν τὸ ὄνομα scil. τοῦ κυβ. ΙΙΙ,
659, καὶ χορηγόν, ἀνυμνεῖν· scil. τόν. ΙΙΙ, 1045
extr., ἐξαφθεὶς ὑπὸ ἀγγελθέντων, n. 1 add. τῶν. ΙΙΙ,
1315 extr., περὶ αὐτὸν πατέρα ποιῆσαι ἐπαγγειλάμε
νον· i. e. περὶ τοῦ. Durius sane ut 1517 init., ἁγία
νύμφη. ΙV, 584, τῶν προειρημένης θεραπείας ἀπολαυόντων· scil. της. IV, 851 init., παρὰ συγκλώθε
σθαι· scil. τό, vel τοῦ. ὁ, ἡ, το redundare videtur
I, 564 med., τοῖς Αἰγυπτίοις τὰς διαφόρους ἐπενή
νοχε πληγάς. Nulla hic vis articuli, neque disjunctio. διαφόρους sufficeret sine articulo. Redundat
I, 366 med., τὸν ὑπὲρ αὐτῆς πόλεμον. 1, 523 init.,
τα πολύτιμα προσενήνοχα δώρα, ut p. 484, μετὰ
τῶν ξενίων; etsi hic esse potest, quæ assolent, των
νομιζομένων ex I, 568, qu. 16. 1, 528 init., τὰς τῶν
δακρύων ἀφῆκε λιβάδας. 1, 546 init., τῆς πάσης
δυσσεβείας μεστήν. Ι, 1492 med., τὴν ἐντεῦθεν ελ
κύσωσι βλάβην. 1, 1514, καὶ ὁ αὐτὸς - προσενεχθείς.
II, 455 init., τῆς παρὰ τούτων επικουρίας οὐ τεύ
ξονται. Αut transpositum pro, παρά τ. τῆς ἐπ. οὗ το,
col. 1057–1058page 97 of 154
PG 84:1057έλπιζομένης, προσδοκωμένης. ΙΙ, 1659, τοῖς παντοδαποῖς παραδιδοὺς πειρασμοῖς, 1662, τὰ μείζονα τολμήσαντες δυσσεβήματα. ΙΙΙ, 224, προστίθησιν ἑαυτὸν ἀντὶ τοῦ παραδείγματος, τϋ. 28 τὴν βλάβην τεκταινομένους. ΙΙΙ, 392, τὴν κενοδοξίαν καὶ τὸν φθόνον ἡ διάστασις πεποίηκεν. 688, ἀεὶ τοὺς ἀντιπάλους ἔσχον. ΙΙΙ, 1074, τὰς ἐκ Κηροῦ λαμπάδας προάπτοντες: λαμπάδας ἐκ Κηρ. πρ. 360, τὰς διὰ τοῦ ξίφους έπει νεγκεῖν πληγάς. 754 τὸ τοῦτο λέγει. τοῦ ἐκείνου ἄντρον, τό. 2, τὸν δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, ἐκεῖνον. ὁ, ἡ τὸ τὸν καθ' ἡμῶν τυρεύσητε θάνατον. ΙΙ, 1365, τὸν παρ' ἐκείνου ἐπήγγελλον ἔλεον. ΙΙ, 1444, τῆς παρ' αὐτῶν φειδοῦς ἀπολαύσουσι, 111, 137, τὸν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ἀνα δέχεται πόλεμον. ὁ, ἡ, τὸ, 1336, τὴν ἐκεῖθεν αὐτοῦντες ἐπικουρίαν, ἐκεῖθ. αἰτ. τὴν ἐπ., προσδοκωμένην, ἐλπιζομένην. τῆς ἐντεῦθεν τεύξεσθε βοηθείας. ΙΙ, 1390, περὶ τῶν πολεμίων τὰ εἰρημένα λαμβάνοντες. τὰ περὶ τ. πολ. λαμβ., τὸν τὴν ἐντεῦθεν ἄδειαν εἰληφότες. 111, 186 κοινὸν ποιεῖται λόγον· κοινὸν π. τὸν λ. 956 οκ εἰσι θεοὶ ταῖς θυσίαις οἱ χαίροντες οἱ ταῖς θυσ. χαιρ. δ, ή, τό, 12, τὰ ἐκ τῆς τοῦ συγκεκράσθαι παρακομίζει βλάβης˙ τὰ ἐκ τοῦ συγκεκρ. βλάβη, τὰς — βλάβας -: τὰ τῆς ἐκ τοῦ συγκεκρ. βλάβης. τὰ τῆς βλάβης, τὴν βλάβην, ό, ή, τό. τοῦ, ὅτι γέγονε, 7, τοῦ γεγονέναι. ὁ μὲν, ὁ δὲ, 1, 617 οἱ τῶν Χερουβὶμ ἑρμηνεία δηλοί, 11, 689 αὐτῷ Οβελίσκους καλεί Σαπφώθ, ΙΙ, 628 ὀγδοάδα. δίχα διείλε, 301 Ογδοάδα πρώτην, όγδοάδα, ἀρχίγονον, οδηγητικών λέγομεν τὸ ειν. τὸ ἅγ. 949, θεότητα ὁδηγούσας χερσὶν. ΙΙ, 579. δδῖται, δίτας, 538, οδίτας θαλάττης, 564. ὁδὸν βιοτεύων, βίον. βίον ὑδεύων. ὁδὸν θείαν ὁδεύειν, Ι, 799, ὁδὸν θείαν τρέχειν, Ι, 940. ὁδῷ, ὁδοιπόρον ἐπιθυμίαν οἷα δὴ, ὡς, οἴαξι κτίσεως εφεστάναι, 1, 951 οἵαξι Ρω μαίων ὑπέταξεν, 967 οίακας ἡμετέρους ἐγχειρίσωμεν· ἐγχειρίσωμεν. οίακας ἀποστολικοὺς, 905, οἴακας τοῦ κόσμου, ΙΙ, 468. τῆς οἰκουμένης, Ι, 1099. οἴακας κτίσεως κατο έχειν, 111, 24. οἶδα ὡς ἀποπέμψομαι, ΙΙ, 1675. οἶδε λέγειν, καλεῖν, ΙΙ, 417; ΙΙ, 896 οἶδε λαμπρύνειν, ΙΙ, οἶδε, δύναται. οἶδε πολλάκις (ἡ Γραφή), ΙΙ, 914, 1093, οἶδε, διδασκαλία Κύ οἶδε ριον Ἰησοῦν, 1209, οἶδε ταύτην θυσίαν ὁ Δεσπότης, 957, οἶδεν; Ι, καθώς οἶδεν οἶδεν ὁ νόμος τὴν διαίρεσιν, οἶδεν τὸν ἕνα, 1013: έλεγεν τῷ υἱῷ. οἶδεν ὁ Παῦλος καλεῖν, ΙΙ, 68, — ύπνον ἐμποιεῖν, ΙΙ, 151, οἶδεν ἀναμιμνήσκειν ἡ ταυτότης, ΙΙ, 866, οἶδεν ή άμεσ τρία τὸν θάνατον ἐπάγειν, ΙΙΙ, 324, οἶδεν ἡ Γραφὴ περιτομήν, ΙΙ, 944 δύο όμωνύμους, Ι, ονομάζειν, Ι, μόνην βασιλείαν, Ι, ὡς οἶδεν, τὴν χάριν ἐμέτρησεν, οἶδεν ὁ λόγος, ΙΙΙ, Ογδοάοἶδεν αὐτὸν υἱὸν, δας, ὀγδόην, τὸν τῆς κρίσεως καιρόν, 11, 128: 6. ἔγκῳ κατωρθωμάτων, ΙΙΙ, 1281, ἔγχω, ὄγκον, όγκω σώματος μείζων. ἄγκον ἀρκοῦντα τοῖς σιτίοις ἐργάζηται, ὁδεύειν εὐτάκτως, 931, ὁδεύομεν τὸν βίον μετὰ κινδύνων, ΙΙΙ, 269. ὁδεῦον κατὰ φύσιν, ΙΙ, 218, έδεῦσαι διὰ πάσης δικαιοσύνης όδεῦσαι τὸν βίον, ΙΙ, 1062. ὁδεύσαντας διὰ κλυδωνίων, ΙΙΙ, 613. ὁδεύσαντας τὸν βίον διὰ πό νων, 1105. ὁδεύσας διὰ πάσης ευημερίας, Ι, 1421 ὁδεύων τὸν βίον ἐν τούτοις, ΙΙΙ, 1161. οδεύων τὴν κτίσιν, 491, ὁδεύων τὸν βίον ἐξ οὐρίων, 563 ὁδεύειν, ὁδίτας, ουρίων ὁδεύων ὁ χρόνος, 626. ὤδευον αὐτὴν, ΙΙ. 469: πονηρίαν. ὧδευσαν διὰ πάσης πείρας, 1, 824, ώδευσε διὰ πάσης πονηρίας, 584 ώδευσε διὰ πάσης άρε τῆς, Ι, 1530. ὤδευσε διὰ πάσης εὐσεβείας καὶ ἀρε τῆς, Ι, 1560. δι' ὧν ὧδευσεν ὁ Λόγος, Ι, 1247 οἴεται οὐδὲν, ἢ μακρηγορεῖν δύνασθαι, 12, 13 οιήσεως, οἰκεῖα (τὰ), ΙΙ, 1633, οἰκεια δόξα, οὐσιωδῶς οἰκείας εὐλογίας, Ι, 252, οἰκείας φθο οἰκείαν άφεσιν, 1, 1609: τῶν οἰκείων ἁμαρτημάτων. οἰκείαν δύναμιν, 508. ἐπιείκειαν, πραότητα, Ι, 241, ἐπίγνωσιν, 1, 1046 ἐπιμέλειαν, ΙΙΙ, 1229, Επιφάνειαν, Ι, 161, 163, 296, ἡγεμονίαν, ΙΙ, Ευρώπην, οἰκεία. οἰκεῖον ἔργον, ΙΙ, 348 οἰκεῖον Ιδίωμα, ΙΙ, αὐτοῦ. οἰκεῖον καιρὸν, οἰκείοις καιροίς, Ι, 354, οἰκεῖον πόθον, εκί. οἰκείων, Ι, 523: οίκετῶν·; εἰς τὸ οἰκεῖον χρῶμα, οἰκεῖον οἰκείων δεσμών, ΙΙΙ, 678. οἰκείαις χερ σίν, ΙΙ, οἰκείοις, οἰκείοις συγγράμμασιν ν'
aut supple έλπιζομένης, προσδοκωμένης. ΙΙ, 1659,
τοῖς παντοδαποῖς παραδιδοὺς πειρασμοῖς, et 1662,
τὰ μείζονα τολμήσαντες δυσσεβήματα. ΙΙΙ, 224,
προστίθησιν ἑαυτὸν ἀντὶ τοῦ παραδείγματος, aut lege
τϋ. II, 28 init., τὴν βλάβην τεκταινομένους.
ΙΙΙ, 392, τὴν κενοδοξίαν καὶ τὸν φθόνον ἡ διάστασις
πεποίηκεν. Aut intell. quæ inter vos vigent. III,
688, ἀεὶ τοὺς ἀντιπάλους ἔσχον. ΙΙΙ, 1074, τὰς ἐκ
Κηροῦ λαμπάδας προάπτοντες: pro, λαμπάδας (sine
arlic.) ἐκ Κηρ. πρ. IV, 360, τὰς διὰ τοῦ ξίφους έπει
νεγκεῖν πληγάς. IV, 754 init., τὸ τοῦτο λέγει. si
quidem sincerum. Redundare videatur, IV, 925,
τοῦ ἐκείνου ἄντρον, sed corrigendum, τό. Redundat
V, 2, τὸν δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, i. e. ἐκεῖνον. ὁ, ἡ
τὸ redundat, aut transpositum, II, 225, τὸν καθ'
ἡμῶν τυρεύσητε θάνατον. ΙΙ, 1365, τὸν παρ' ἐκείνου
ἐπήγγελλον ἔλεον. ΙΙ, 1444, τῆς παρ' αὐτῶν φειδοῦς
ἀπολαύσουσι, 111, 137, τὸν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης ἀναδέχεται πόλεμον. ὁ, ἡ, τὸ, transpositum, II, 1336,
τὴν ἐκεῖθεν αὐτοῦντες ἐπικουρίαν, pro, ἐκεῖθ. αἰτ.
τὴν ἐπ., aut plane redundat, aut supple προσδοκω
μένην, ἐλπιζομένην. Sic mox, τῆς ἐντεῦθεν τεύξεσθε
βοηθείας. ΙΙ, 1390, περὶ τῶν πολεμίων τὰ εἰρημένα
λαμβάνοντες. Potest esse pro, τὰ περὶ τ. πολ. λαμβ.,
sed ibi et alterum procedit. II, 1601, aut redundat:
τὸν
τὴν ἐντεῦθεν ἄδειαν εἰληφότες. 111, 186 extr.,
κοινὸν ποιεῖται λόγον· pro κοινὸν π. τὸν λ. IV, 956
iuit., οκ εἰσι θεοὶ ταῖς θυσίαις οἱ χαίροντες pro
οἱ ταῖς θυσ. χαιρ. δ, ή, τό, obscure et corrupte
transpositum, V, 12, τὰ ἐκ τῆς τοῦ συγκεκράσθαι
παρακομίζει βλάβης˙ pro: τὰ ἐκ τοῦ συγκεκρ.
βλάβη, νel τὰς — βλάβας - Aut proprius: τὰ τῆς
ἐκ τοῦ συγκεκρ. βλάβης. τὰ τῆς βλάβης, i. e. τὴν
βλάβην, ό, ή, τό. τοῦ, ὅτι γέγονε, V, 7, redundat,
ó,
aut pro τοῦ γεγονέναι. ὁ μὲν, ὁ δὲ, 1, 617 init.: bis,
promiscue, illud ad posterius, hoc ad prius, et
contra. οἱ τῶν Χερουβὶμ ἑρμηνεία δηλοί, 11, 689:
corrupte of pro f. Neque enim pro αὐτῷ acceperis.
Οβελίσκους καλεί Σαπφώθ, ΙΙ, 628: verva. Neque
enim obelisci erant in templo; et columnæ separatim memorantur.
ὀγδοάδα. (Valentin.) δίχα διείλε, ΙV, 301 init.:
Secundus. Ογδοάδα πρώτην, IV, 304 init.: Colorbasianorum. όγδοάδα, 1V, 297: ἀρχίγονον, primam,
unde reliquæ. Valentiniani dicebant Syzygiæ pri1058
οδηγητικών λέγομεν τὸ ειν. τὸ ἅγ. V, 949, Macedon. ut inde argumentetur contra θεότητα Sp. 5.
ὁδηγούσας χερσὶν. ΙΙ, 579.
δδῖται, IV, 510, 538, maris naute. δίτας, IV,
538, navigantes. οδίτας θαλάττης, IV, 564.
ὁδὸν βιοτεύων, I, 1448: non convenit, et cod habet βίον. Forte, βίον ὑδεύων. ὁδὸν θείαν ὁδεύειν, Ι,
799, sancte vivere. ὁδὸν θείαν τρέχειν, Ι, 940.
ὁδῷ, I, 760: expl. vitæ genere.
ὁδοιπόρον ἐπιθυμίαν cur vocet Nathan in parabola? 1, 225. Ninuis urget omnia
οἷα δὴ, 1, 925: pro ὡς, quasi; non de re aut
causa vera.
οἴαξι κτίσεως εφεστάναι, 1, 951 med. οἵαξι Ρωμαίων ὑπέταξεν, IV, 967 init. οίακας ἡμετέρους
ἐγχειρίσωμεν· vid. ἐγχειρίσωμεν. οίακας ἀποστο
λικούς, I, 905, munus. οἴακας τοῦ κόσμου, ΙΙ, 468.
τῆς οἰκουμένης, Ι, 1099. οἴακας κτίσεως κατο
έχειν, 111, 24.
οἶδα ὡς ἀποπέμψομαι, ΙΙ, 1675. decrevi, statui vos rejicere. οἶδε λέγειν, II, 42 extr., solet.
καλεῖν, ΙΙ, 417; ΙΙ, 896 init. οἶδε λαμπρύνειν, ΙΙ,
937, valent, possunt. οἶδε, 11, 1042 exir.: δύναται.
οἶδε πολλάκις (ἡ Γραφή), ΙΙ, 914, 1093, solet. οἶδε,
IV. 519 init., potest, solet. IV, 659 extr.: Paulus,
διδασκαλία Κύ
vocat, ponit, pronuntiat. οἶδε
ριον Ἰησοῦν, IV, 1209, ponit, tradit. οἶδε ταύτην
θυσίαν ὁ Δεσπότης, I, 957, probat. Hebr οἶδεν; Ι,
1593 med.: Deus solet, amat. IV, 389 extr., dicit, docet. καθώς οἶδεν mode nobis ignoto, ipsius
potentiæ et sapientiæ permittendo. οἶδεν ὁ νόμος
- τὴν διαίρεσιν, I, 745, solet hoc voc. vario sensu
adhibere. οἶδεν τὸν ἕνα, 1013 init.: έλεγεν τῷ
υἱῷ. οἶδεν ὁ Παῦλος καλεῖν, ΙΙ, 68, solet. — ύπνον
ἐμποιεῖν, ΙΙ, 151, potest, valet, solet. οἶδεν αναμι
μνήσκειν ἡ ταυτότης, ΙΙ, 866, solet. οἶδεν ή άμεσ
τρία τὸν θάνατον ἐπάγειν, ΙΙΙ, 324, solet, valet.
οἶδεν ἡ Γραφὴ περιτομήν, ΙΙ, 944 init, commemorat, nominat, poscit. δύο όμωνύμους, Ι, 1045 extr.,
nominat, memorat. ονομάζειν, Ι, 1045, solet.
μόνην βασιλείαν, Ι, 1154 init., duo illa regna unum
sunt, et promiscue in S. Sc. duplici nomine appellatur unum illud, ὡς οἶδεν, τὴν χάριν ἐμέτρησεν,
III, 423, ut voluit; ratione nobis non interpretanda, nec calumnianda. οἶδεν ὁ λόγος, ΙΙΙ, 730,
mas quaternarium sunt quarterario secundi. Ογδοά- nominat, memoral. οἶδεν αὐτὸν υἱὸν, IV, 905, dicit,
δας,: Syzygias, Valentin.
ὀγδόην, τὸν τῆς κρίσεως καιρόν, 11, 128: psal. 6.
expl. vitam alteram, et ps. xi, xii, p. 674.
ἔγκῳ κατωρθωμάτων, ΙΙΙ, 1281, multitudine virbutum. ἔγχω, IV, 899: orationis, Thucydidi tribuit. ὄγκον, IV, 520, ambitum, Dicke, ut V, 959,
όγκω σώματος μείζων. ἄγκον ἀρκοῦντα τοῖς σιτίοις
ἐργάζηται, ΙV, 525, ventriculus: facial ut expandafur cibus, solvatur, digeratur, in pultem diluat:
quo ipso majus spatium impleat, et veluti crescat
atque tumescat. Byxwv, IV, 503, eminentiæ, ambitus corporum.
ὁδεύειν εὐτάκτως, I, 931, vivere. ὁδεύομεν τὸν
βίον μετὰ κινδύνων, ΙΙΙ, 269. ὁδεῦον κατὰ φύσιν, ΙΙ,
218, quod fit. έδεῦσαι διὰ πάσης δικαιοσύνης Christus dicitur, V, 52: i. e. omnes virtutes deinceps
exercuisse. όδεῦσαι τὸν βίον, ΙΙ, 1062. ὁδεύσαντας
διὰ κλυδωνίων, ΙΙΙ, 613. ὁδεύσαντας τὸν βίον διὰ πό
νων, III, 1105. ὁδεύσας διὰ πάσης ευημερίας, Ι, 1421
extr., omne genus deinceps expertus. ὁδεύων τὸν
βίον ἐν τούτοις, ΙΙΙ, 1161. οδεύων τὴν κτίσιν, ΙV,
491, permeans. ὁδεύων τὸν βίον ἐξ οὐρίων, ΙV, 563:
sane et de navigatione ὁδεύειν, aut ὁδίτας, adhibet:
aut ουρίων non urgendum. ὁδεύων ὁ χρόνος, IV,
626. ὤδευον αὐτὴν, ΙΙ. 469: πονηρίαν. ὧδευσαν διὰ
πάσης πείρας, 1, 824, omnia tentarunt. ώδευσε διὰ
πάσης πονηρίας, I, 584 extr. ώδευσε διὰ πάσης άρε
τῆς, Ι, 1530. ὤδευσε διὰ πάσης εὐσεβείας καὶ ἀρε
τῆς, Ι, 1560. δι' ὧν ὧδευσεν ὁ Λόγος, Ι, 1247: per
reges quia in regnum eorum venit doctrina
Christi.
perhibet.
οἴεται οὐδὲν, ἢ μακρηγορεῖν δύνασθαι, V, 12, 13:
i. e. cupit, petit nil aliud, nisi ut videatur copiose
dicere posse.
οιήσεως, IV, 696, arrogantia. Einbildung, presomption.
οἰκεῖα (τὰ), ΙΙ, 1633, comum, patriam. οἰκεια
δόξα, V, 10: quam Christus οὐσιωδῶς habuit, ut
Deus. οἰκείας εὐλογίας, Ι, 252, sue. οἰκείας φθο
pdc, IV, 166 init., mortalitate, cui ut homo subesset Christus. οἰκείαν άφεσιν, 1, 1609: pro τῶν
οἰκείων ἁμαρτημάτων. οἰκείαν δύναμιν, suam, I,
508. ἐπιείκειαν, πραότητα, Ι, 241, suam. ἐπίγνωσιν,
1, 1046 med., sui, non suam. ἐπιμέλειαν, ΙΙΙ,
1229, sui, de se. Επιφάνειαν, Ι, 161, 163, 296,
suam, vel consuetam. solennem. ἡγεμονίαν, ΙΙ,
1067: Arcadio dedit Theodos. Honorio Ευρώπην,
illi erga Orientem, ubi semper fere fuisset: utraque enim illi erat οἰκεία. οἰκεῖον ἔργον, ΙΙ, 348:
mihi a Deo mandatum. οἰκεῖον Ιδίωμα, ΙΙ, 801:
pro αὐτοῦ. οἰκεῖον καιρὸν, οἰκείοις καιροίς, Ι, 354,
ipsorum ætatem, ætate. οἰκεῖον πόθον, IV, 369,
εκί. οἰκείων, Ι, 523: pro οίκετῶν· vel, suorum;
nam prophetaei alienus. εἰς τὸ οἰκεῖον χρῶμα, 14;
527: hepar mutat cibum: nempe, de sanguine locutus, quoties mutaretur, priusquam fieret sanguis, οἰκεῖον dicit, quem nunc habet sanguis, cum
est sanguis. οἰκείων δεσμών, ΙΙΙ, 678. οἰκείαις χερ
σίν, ΙΙ, 940. οἰκείοις, I, 507 extr.: qui se (Deum
agnoscerent et colerant, οἰκείοις συγγράμμασιν ν'
col. 1059–1060page 98 of 154
PG 84:105946, οἰκείους τυράννους, ΙΙΙ, 1061 οικειότητα τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱόν, Ι, 69. ὁμοιότητα, οικειότητα πνευ ματικήν, ἔνωσιν οἰκειούμενος τὰ τῶν ἀνθρώπων πάθη, 1, 866. οί κειοῦσθαι ᾠκειώσατο, 57. οἰκειοῦται τὰ γιγνόμενα, ΙΙ, οἰκειοῦται, οἰκειώσομαι, οἰκειώσασθαι ἄνθρωπον, ᾠκειώθην, ΙΙΙ, 255: τοῦ, ἐπι ἐγνώσθην, 1 αξιοί προμηθείας πολλῆς, οἰκειώσεως σῆς, Ι, οἰκειώσεως προσηγορίας, ΙΙ, 423 οἰκειώσεως ονόματι, ΙΙ, οἰκείωσιν, οἰκετικῆς φιλοσοφίας, ΙΙΙ, 1250 οἰκήσας ἀγρὸν, οἰκήσας τὸ δεσμωτήριον, ΙΙΙ, 443. οἰκήσας Ναζιανζὸν, Ι, 44: οἰκήσοντες, οικήτορας, φρουρήσοντας. οἰκουμένης ἁπάσης, 1, 370: προ εδρίαν οίχου μένης διδάσκαλος, ΙΙΙ, 161, 326 1313. οἰκουμένην τὴν Βαβυλῶνα λέγει, ΙΙ, 262. οι κουμένην οἰκοῦντες τὴν καθ᾿ ἡμᾶς, ΙΙΙ, 1272 οἰκοῦντες δεσμωτήριον, ΙΙ, 1113. οἰκῶν τὸ δεσμωτήριον, ΙΙ, 256. ᾤχει τὸ δεσμωτήριον, ΙΙ, 535, 565; 678: 617, ᾤκησαν εἰς τὰς πόλεις εἰς. ᾤκησαν γαστέρα, 1414 ᾤκησαν καὶ ἄγε γελοι ἐν τοῖς ἁγίοις, 1022 οἰκίαν, (κεφαλὴν, 95: οικείαν. οἰκίζουσαι ἐρήμους, 880: οἰκοῦσαι. οἰκοδομεί, 111, 270: βλάπτει, συμφέρει. οἰκοδομηθῆναι, ΙΙ, 350: ἀνοικοδ. οι κοδομῆσαι τὴν σάρκα ἐκ τῆς Παρθένου, 1, 418 πλάσαι, οἰκοδομήσαι, ΙΙ, 342 ανοικοδ. ΙΙΙ, 1082, ἀνοικοδομ. διέλυσε. οἰκοδομήσουσι, 1, 1087, οἰκοδομῶν τὴν ἀσθένειαν, οικονομῶν. οἰκοδομὴν οἰκιῶν, 920: ἀνοικοδόμησιν. οἰκοδομία τῆς Ἱερουσαλήμ, ΙΙ, 712: άνοιχε δόμησις. οἰκοδομίαν, ΙΙ, 350: ανοικοδομ.. οικοδομικὸν σπαρτίον, ΙΙ, 1021. οίκοθεν, 1168: ἐκ τῆς Γραφῆς οἴκοθεν οὐδὲν ἐπιδεικνυμένους, ΙΙ, οἶκοι Θεοῦ, ΙΙ, 1002, οίκων ἱερῶν τινι, Ι, οἰκίσκω. οἰκονομεῖ, ΙΙ, οἰκονομεῖ, ἐν οἷς, ΙΙΙ, 255: & οἰκονομούμενον ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ΙΙΙ, 279: οἰκονομοῦντος ἐπ' ἀγαθῷ, ἢ συγχωροῦντος γενέσθαι τὰ λυπηρά, ΙΙ, 1004. οἰκονομούντων τὸν λαὸν, ΙΙ, 1609. ᾠκονομήθη ὑπὸ τῆς θείας προμηθείας, 111, 1001, ᾠκονόμησε. ΙΙΙ, 223, τοὺς μὲν ἄρχειν, τους σε ἄρχεσθαι, 136, οικονομία, οἰκονομία αντιλήψει οι κυβερνήσει, 1 θεολογία. Λόγος οἰκονομία μετὰ σαρκός. 22. οἰκονομίας, ΙΙΙ, 551, οἰκονομίας μεταβολή, 1, 63 ει διαφορά, οἰκονομίας ἑτέρας χάριν, 1. 339, οἰκονομίας μυστήριον, 55 59: τῆς ἐνανθρωπήσεως. οίκο νομίας ὀνόματα, ΙΙΙ, 571: θεανθρώπῳ οἰκονομίας ἦν ἡ ἄρνησις, ΙΙΙ, 1309 γνώμης, γνώμη, οἰκονομίας θείας γυμ νωθέντες, τῆς οἰκονομίας, μετὰ σαρκός, 13 μετά. οἰκονομία, ΙΙΙ, οἰκονομίαν κατὰ σάρκα, 1, 966: έναν θρώπησιν. οἰκονομίαν φυγῆς, ΙΙ, 77, οἰκονομίαν ἀέρος, ΙΙ, ἐπὶ τὴν οἰκονομίαν, ἀπὸ τῆς θεολογίας μετέβη, ΙΙΙ, 479 οικονομίαν τὴν καλουμένην, ταμίευσιν, οἰκονομίαν καλοῦμεν τὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐνανθρώπησιν, 93. οἰκονομίαις ἀνθρωπίναις κεχρήσθαι, Ι, 529, οἰκονομίας, ΙΙΙ, τὰς οἰκονομίας Εκ κλησιών, ΙΙΙ, οἰκονομικῶς κατασκευάζων τὸν Λόγον, ΙΙΙ, 121, ἀϊδίως. οἰκονομικῶς οἰκονόμῳ, τῆς σῆς φιλοθείας, τὴν σὴν θεοσέβειαν. οἰκονόμον ψυχῶν, 631 οἰκότριψ οἰκέτης, ΙΙΙ, 825. οιστρηλατούμενοι, ΙΙΙ, 728 οἰώνισμα Ι, 548. οιωνοσκοπικὴν, 699. ὀκλαζέτω περὶ τοὺς ἀγῶνας, 1, 949, ἐκλάζοντες, Ι, ὀκλάτας, ἀφῆκε τὴν ψῆ φον, ΙΙΙ, ὀκνοῦντες οὐδὲν, ΙΙΙ, 1029, εἰς, πρός. ὀκριβάντων, ὀλεθρίᾳ, ΙΙ, 466 ὄλεθρον ἀποπληξίας ὑπομείνωσι, 622, ὀλετήρ, ΙΙΙ, 875 ολίγος εἰμὶ, 1031: τὸν δυνάμενον εἰπεῖν πρὸς ταῦτα. ὀλίγοι καὶ πολλοί, ὀλιγωρίαν (εἰς) ἄγων τὸ πλῆθος, 77, ὀλιγωρίσαντα, 1030 η. ὄλισθον ὑπέμεινε, ὁλοκαυτώσασαν θυσίαν πυρὶ, ΙΙ, 141. ὡλοκαυτο μένων, ΙΙ, 1349: ώλοκαυτωμ. (ω).
INDEX GRAECUS.
46, (in) suis scriptis. οἰκείους τυράννους, ΙΙΙ, 1061:
qui contra ipsum invasissent imperium.
οικειότητα τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱόν, Ι, 69. In
marg. ὁμοιότητα, quæ glossa est. οικειότητα πνευματικήν, V, 54: amicitiam et benefcia Dei, quæ
mentem nostram afficiant, non tamen ἔνωσιν inducant.
οἰκειούμενος τὰ τῶν ἀνθρώπων πάθη, 1, 866. οί
κειοῦσθαι ᾠκειώσατο, suas fecit, V, 57. οἰκειοῦται
τὰ γιγνόμενα, ΙΙ, 238: ut sibi facta accipit, vindicat. οἰκειοῦται, V, 28, assumit, propria sibi facit, utitur ut suis. οἰκειώσομαι, 1, 1379, populum
meum faciam, mei cultu implebo. οἰκειώσασθαι
ἄνθρωπον, V, 55: Deus hominem dicitur cum eum
beneficio suo impertit; non ut in Christum cadat.
ᾠκειώθην, ΙΙΙ, 255: ponitur explicatio τοῦ, ἐπι
ἐγνώσθην, 1 Cor., xiii. et mox expl. αξιοί προμη
θείας πολλῆς, amore, benignitate, nexu interiori.
οἰκειώσεως σῆς, Ι, 1379: quod eum volueris esse
populum tuum. οἰκειώσεως προσηγορίας, ΙΙ, 423:
patrem, maritum, domum. οἰκειώσεως ονόματι, ΙΙ,
953: ut suum populum vocet. οἰκείωσιν, II, 920.
at rursus fruerentur amore Dei.
οἰκετικῆς φιλοσοφίας, ΙΙΙ, 1250: modestiæ et
constantie monachi Deo servientis.
οἰκήσας ἀγρὸν, ΙV, 1068, cum tenuerit, possederit. οἰκήσας τὸ δεσμωτήριον, ΙΙΙ, 443. οἰκήσας Να
ζιανζόν, Ι, 44: episcopus ibi. οἰκήσοντες, IV,
1118; et οικήτορας, IV, 1117: templo novo, apostolorum et prophetarum, vel doctrinam intell.
vel corpora et reliquias, eo inferendas. Hoc præferendum, tum quia simplicius, tum quia addit,
φρουρήσοντας. οἰκουμένης ἁπάσης, 1, 370: προεδρίαν accepisse, dicit Nestorium, episcopatu Constantinopolitano: non formaliter tum quidem aut
diserte, sed ob auctoritatem urbis et viri. οίχουμένης διδάσκαλος, ΙΙΙ, 161, 326: Paulus; Basilius
M. III, 982; Chrysostomus, III, 1072, 1076; IV,
1313. οἰκουμένην τὴν Βαβυλῶνα λέγει, ΙΙ, 262. οι
κουμένην οἰκοῦντες τὴν καθ᾿ ἡμᾶς, ΙΙΙ, 1272: qui
Rom. imperium habitant. οἰκοῦντες δεσμωτήριον,
ΙΙ, 1113. οἰκῶν τὸ δεσμωτήριον, ΙΙ, 256. ᾤχει τὸ
δεσμωτήριον, ΙΙ, 535, 565; III, 678: 1V, 617, eo
conjectus est. Meton. ᾤκησαν εἰς τὰς πόλεις· vid.
εἰς. ᾤκησαν γαστέρα, II, 1414 extr. ᾤκησαν καὶ ἄγε
γελοι ἐν τοῖς ἁγίοις, V, 1022: Macedon. dicit.
οἰκίαν, (κεφαλὴν, V, 95 extr.: lege οικείαν.
οἰκίζουσαι ἐρήμους, IV, 880: pro οἰκοῦσαι.
οἰκοδομεί, 111, 270 init.: opp. βλάπτει, expl. per
συμφέρει. οἰκοδομηθῆναι, ΙΙ, 350: pro ἀνοικοδ. οι
κοδομῆσαι τὴν σάρκα ἐκ τῆς Παρθένου, 1, 418:
Christus dicitur: i. e. πλάσαι, quia de templo
ibi sermo. οἰκοδομήσαι, ΙΙ, 342 exir.: pro ανοικοδ.
ΙΙΙ, 1082, ἀνοικοδομ. antea enim διέλυσε. οἰκοδομήσουσι, 1, 1087, restituent. οἰκοδομῶν τὴν ἀσθένειαν,
I, 959, juvans, firmans, ei inserviens, ad captum
ejus loquens. Forte leg. οικονομῶν.
οἰκοδομὴν οἰκιῶν, II, 920: pro ἀνοικοδόμησιν.
οἰκοδομία τῆς Ἱερουσαλήμ, ΙΙ, 712: pro άνοιχε
δόμησις. οἰκοδομίαν, ΙΙ, 350 med.: pro ανοικοδομ..
οικοδομικὸν σπαρτίον, ΙΙ, 1021.
οίκοθεν, V, 1168 init.: opp. ἐκ τῆς Γραφῆς·
sign. e suo ingenio. οἴκοθεν οὐδὲν ἐπιδεικνυμέ
νους, ΙΙ, 177, propria virtutis, sensuum animi et
factorum piorum. Opp. ritibus externis.
οἶκοι Θεοῦ, ΙΙ, 1002, templa, οίκων ἱερῶν τινι, Ι,
449, cubiculo,aliquo, cella tem pli, οἰκίσκω.
οἰκονομεῖ, ΙΙ, 823, regit, homines quidem, non
rem. οἰκονομεῖ, ἐν οἷς, ΙΙΙ, 255: pro & olx. vel, in
quibus ostendit suam sapientiam. οἰκονομούμενον
ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ΙΙΙ, 279 init.: corpus. οίκονομοῦντος ἐπ' ἀγαθῷ, ἢ συγχωροῦντος γενέσθαι τὰ
λυπηρά, ΙΙ, 1004. οἰκονομούντων τὸν λαὸν, ΙΙ, 1609.
ᾠκονομήθη ὑπὸ τῆς θείας προμηθείας, 111, 1001,
ad bonum exitum versa sunt: aut, permissa divinitus. ᾠκονόμησε. ΙΙΙ, 223, fecit consulto. τοὺς μὲν
ἄρχειν, τους σε ἄρχεσθαι, 136, ita instituit, ut alii,
rel.
οικονομία, 1, 49, doctrina de salute per Christum. οἰκονομία Dei, I, 405: negotii qua Josephum
et fata Judaeorum qua Ægyptum, rel. ordo et gubernatio. I, 234: tribuitur 12 senioribus, eam synonymam facit cum αντιλήψει οι κυβερνήσει, 1 Cor.
xir, 28. II, 83, distingu. a θεολογία. V, 10, negotium salutare per Christum susceptum. V, 66: fecit ut Christus Λόγος dici posset passus. οἰκονομία
μετὰ σαρκός. V, 22. οἰκονομίας, ΙΙΙ, 551, munere
Christi salutari. in Epist. ad Hebr. III, 683: de
Christo homine vero. οἰκονομίας μεταβολή, 1, 63:
ει διαφορά, p. 65. cum Deus aliter agit qua ren
quamdam, atque antea. οἰκονομίας ἑτέρας χάριν,
1. 339, ob aliud consilium. οἰκονομίας μυστήριον,
III, 55 extr., 59 init.: τῆς ἐνανθρωπήσεως. οίκονομίας ὀνόματα, ΙΙΙ, 571: quæ Christo θεανθρώπῳ
congruant. οἰκονομίας ἦν ἡ ἄρνησις, ΙΙΙ, 1309:
Petri, permissu Dei facta, ut in bonum verteret:
opp. γνώμης, male; neque enim tollebatur Petri
γνώμη, etsi invitus labebatur. οἰκονομίας θείας γυμνωθέντες, ΙV, 602: nempe salutari, benefica, tutelari. τῆς οἰκονομίας, μετὰ σαρκός, V, 13: vid.
μετά. οἰκονομία, ΙΙΙ, 368, doctrina evangelicz.
οἰκονομίαν κατὰ σάρκα, 1, 966 extr.: i. e. ένανθρώπησιν. οἰκονομίαν φυγῆς, ΙΙ, 77, consilium,
cur permisisset eum cogi in fugam. οἰκονομίαν
ἀέρος, ΙΙ, 913; IV, 407: diabolo tribuit, a Deo
creditam, cum bonus esset. ἐπὶ τὴν οἰκονομίαν,
ἀπὸ τῆς θεολογίας μετέβη, ΙΙΙ, 479: illa de opere,
hac de persona Christi. οικονομίαν τὴν καλουμένην,
IV, 1204, loquendi parcimoniam, ταμίευσιν, Zurückhaltung, ménagement. οἰκονομίαν καλοῦμεν τὴν
τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐνανθρώπησιν, IV, 93. οἰκονομίαις
ἀνθρωπίναις κεχρήσθαι, Ι, 529, auxiliis, artibus,
ratione. οἰκονομίας, ΙΙΙ, 223, 232: Pauli varia
facta memorata I Cor. ix. accommodantis se nunc
Judais, nunc paganis, prudenter et salubriter, inservientis tempori et usui. τὰς οἰκονομίας Εκκλησιών, ΙΙΙ, 250: varia munera ad earum usus.
οἰκονομικῶς κατασκευάζων τὸν Λόγον, ΙΙΙ, 121,
sapienter et salubriter, triplici, quod addit, consilio. IV, 46: opp. ἀϊδίως. IV, 110: de Christo qua
salutis auctore. οἰκονομικῶς loquitur S. Scr. in
Vet. T. ibid. cum Deo humana tribuit, qua certum
opus vel consilium sui exhibendi. V, 2: homo
factus Christus, ex ordine et decreto Dei, ut non
prius fieret.
οἰκονόμῳ, ΙV, 1175 bis: redituum ecclesiast. administro clerici ordinis et ipsi. Utrumque enim
alloquitur, τῆς σῆς φιλοθείας, τὴν σὴν θεοσέβειαν.
οἰκονόμον ψυχῶν, IV, 631: Deuni.
οἰκότριψ οἰκέτης, ΙΙΙ, 825.
οιστρηλατούμενοι, ΙΙΙ, 728 extr.
οἰώνισμα expl. Ι, 548.
οιωνοσκοπικὴν, ΙV, 699.
ὀκλαζέτω περὶ τοὺς ἀγῶνας, 1, 949, fracto animo
cedat. ἐκλάζοντες, Ι, 238, animum submittentes,
frangentes, incurvantes ὀκλάτας, ἀφῆκε τὴν ψῆφον, ΙΙΙ, 1280, fatigatus numerare desiit.
ὀκνοῦντες οὐδὲν, ΙΙΙ, 1029, omittentes. Meto.
nym., vel supple εἰς, πρός.
ὀκριβάντων, ΙV, 647: cothurnis tragicis.
ὀλεθρίᾳ, ΙΙ, 466: substant.
ὄλεθρον ἀποπληξίας ὑπομείνωσι, IV, 622, apoplexia morerentur.
ὀλετήρ, ΙΙΙ, 875 extr.
ολίγος εἰμὶ, V, 1031: opp. τὸν δυνάμενον εἰπεῖν
πρὸς ταῦτα. sign. infirmum, indoctum. ὀλίγοι καὶ
πολλοί, 111, 826, principes et humiles.
ὀλιγωρίαν (εἰς) ἄγων τὸ πλῆθος, V, 77, ad pauciores redigere et contrahere volens.
ὀλιγωρίσαντα, 1V, 1030 extr. per t, pro η.
ὄλισθον ὑπέμεινε, 1, 423, lapsus est in delictum
ὁλοκαυτώσασαν θυσίαν πυρὶ, ΙΙ, 141. ὡλοκαυτο
μένων, ΙΙ, 1349 extr.: pro ώλοκαυτωμ. per (ω).
col. 1061–1062page 99 of 154
PG 84:1061ὁλοκαύτωσιν ἑαυτὴν προσκομίσασαν, ΙΙ, 82. ὁλόκληρα έθνη, ὁλοκοτίνους, ΙΙΙ, 869, 41 ὁλολαμπὴς ἡμέρα, 75 ὅλον θεὸν, ὅλον ἄνθρωπον, 1092 ἕνωσιν, θεός άνθρ. τοῦ ὅλος ὅλην ἡμέραν, 1, 839 ὅλους Ισραηλ χρηματίζοντας, ΙΙΙ, 102 πάντας· υἱ τῶν ὅλων Θεός. τῶν ὅλων Θεὸς, 7. Κύριος, ὅλων Θεός, Θεός ὕψιστος, Ι, 77: πάντων, 507 μερι κὰν Θεόν, πάντων, ὅλων πρωτεύων, 515: πάντων, τῶν ὅλων Σωτήρος, ΙΙ, 1052: πάντων. τῶν ὅλων Κυρίου, 1382: πάντων. τῶν ὅλων Δεσπότην και Σω τῆρα, ΙΙΙ, 945: πάντων. τῶν ὅλων, 377: πάντων. 455 934. ὅλοις, 97 πᾶσι, ὁλοτρόπως ἀπόλωλε, ΙΙ, 172. ὅλως προσεθήκατε, ὅμως. 1015 τίθῃ ὅλως. ὁμηγύρεσι, 885: πανηγύρεσι, ὁμήγυριν, ΙΙΙ, 1077: πανήγυριν. ὁμιλησάντων πυρὶ λαχάνων, ΙΙΙ, 1927. ὁμιλήσαντα πυρί, ΙΙ, 305, όμιλήσασαν δευ τέροις γάμοις, ΙΙΙ, 664: ὁμιλοῦσι δευτ. γάμ. 665. ὁμιλοῦσα δευτέροις γάμοις, ΙΙΙ, 212. ώμιληκότας δευτέροις γάμοις, 345. ὁμιλία γαμική, 1, 274: κοινωνία, ομιλία, γάμον, ὁμιλία πυρός, 593: ὁμιλίαν, ὁμόδουλος, Ομόδουλος, οὐ ποιητής τῶν στοιχείων, 305: ὁμόδουλον, ἥλιον προσκυνεῖν, ΙΙ, 735. ὁμόδουλον, 644 ομόζυγι (τῇ), 222: τῷ ὁμόσ ζυγί, 615. τὴν ὁμόζυγα, ΙΙ, 879 51, ομόζυγα, 492: τῆς ὁμόζυγος, ΙΙ, 882. τῆς ὁμόζυγος, ὁμοζύγω, ΙΙΙ, ὁμοζώοις σώμασι, ὁμοίως, λόγον. ὁμοθυμαδόν, ΙΙ, ὅμοια, 344 465. ὁμοίαν, 1051: φύσιν άλλ᾽ οὐ μίαν ὅμοιός τε κατὰ πάντα καὶ ἴσος, 387. ὅμοιον κατὰ πάντα, ΙΙΙ, ὅμοιον, ΙΙΙ, ὁμοούσιον ὁμοουσίου ὅμοιον κατὰ πάντα, ὅμοιον κατ' ουσίαν, 1055. διὰ ὁμοίου τὸ ὅμοιον σῶσαι, ὁμοίωμα - είδωλον. ὁμοιότητα τελείαν διαθέσεως καὶ δυνάμεως, ΙΙΙ, ο δύναμις, ὁμοιότητος, τοῦ ὁμοουσίου, ὁμοιούσιον ἀντὶ τοῦ ὁμοουσίου, 359 ὁμοιούσιον, 992. τὸ ὁμοιούσιον, ἄγροικος σοφία, 1077; ἐπὶ τῶν ἀσωμάτων, ε ὁμοίως δυνάμεων Κύριος, 28: Λόγος, ίσως, ἐν ἴσῳ ὁμοίως ὁμοίως ἀχαριστείς, 521: όμως, όμοίως αὐτῷ τῷ νόμῳ) τὰ καλὰ φιλώ, καὶ τἀναντία μισῶ. ΙΙΙ, φιλεῖν, μισεῖν, ὁμοίως οὐχ ὁρῶσι τὸ φῶς, ΙΙ, 933 ὁμοίωσις οὐκ αὐτὴν δηλοῖ τὴν φύσιν, 22 ὁμολογεῖ τὸ ὁμοούσιον, Ι, 1395 ὁμολογεῖ, ὁμολογοῦντα δουλείαν, 1, 20 ὁμολογία εἰς Χριστὸν, ΙΙΙ, 109: Χριστου. κατορθῶσαι τὴν σωτηρίαν, πίστιν προξενήσαι αξίους χάριν τοῦ Πνεύματος. ὁμολογίας ἐπί σημον· ἐπίσημον, ὁμολογίας φάρμακον προσφέρει τῷ ἔλκει τῆς ἀρνήσεως, ΙΙΙ, 1309 ὁμολογίαν, ὁμολογίαν μίαν αὐτῷ συνάπτει, δοξολογίαν, ὁμολογουμένως ἐδιδάχθημεν, 10. ὁμοουσιαστής, 930, 944 1013 ὁμοούσιος ἡμῖν, ὁμοούσιος ἡμῖν ὡς ἄνθρωπος ΙΙΙ, ὁμοούσιος, ΙΙΙ, 782, 12. ὁμοούσιος Τριὰς τῷ Πατρὶ σὺν Υἱῷ, καὶ — Πνεύματι, ΙΙΙ, 962 ὁμοούσιος, ὁμοούσιος 273. ομοούσιος Θεοῦ Θεῷ), 399 ἐκ μὴ ὄντων, επ ὁμοούσιος οὐδεὶς ἑαυτῷ, 963. ὁμοούσιον ν, 23. ὁμοούσιον ἔχει τὸ Πνεῦμα 1, 891 Λόγῳ ὁμοούσιον Πατρὸς καὶ Υἱοῦ τὸ ἅγιον Πνεῦμα, ΙΙΙ, 84. ὁμοούσιον δηλοῦσα εἰκών, ΙΙ, 477 ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ τὸν Υἱόν, ΙΙΙ, 762 ὁμοούσιον Τριαδα, ΙΙΙ, 956. ὁμοούσιον, ΙΙΙ, ὁμοούσιον κηρύττουσι τὴν Τριάδα ἡ βασιλεία τῶν ού ρανῶν ἡτοίμασται, ΙΙΙ, 961. ὁμοούσιον, ὁμογενῆ, χωρεῖν, όμιού στον 930. ὁμοούσιον κατ' ουσίαν, 1055. τὸ ὁμοούσιον 1077: ἐπὶ τῶν ἀσωμάτων, ὁμοιούσιον. τατοούσιον. ὁμορόφιος, ΙΙΙ, 1199: ομόβ ροφος. ὁμόσπονδοι, ΙΙ, 1452: ένσπονδοι. ὁμοστοίχοις συλλαβαίς, ΙΙΙ, 734,; όμο στίχοις. στοιχείοις, ὁμότιμος τοῦ γεγεννηκότος, 11, 1605 424, 1645 ὁμότιμον, 1043, οὐκ ἔστιν ομότ.
ὁλοκαύτωσιν ἑαυτὴν προσκομίσασαν, ΙΙ, 82.
ὁλόκληρα έθνη, ΙI. 1542 extr., tolas simul gentes.
ὁλοκοτίνους, ΙΙΙ, 869, n. 41: pro var. Lect. aureos.
ὁλολαμπὴς ἡμέρα, II, 75 extr.
ὅλον θεὸν, ὅλον ἄνθρωπον, V, 1092: Christum
dici, monet, ob ἕνωσιν, etiam cum de una natura
aliquid prædicetur. θεός et άνθρ. sunt prædicata
τοῦ ὅλος ὅλην ἡμέραν, 1, 839 extr.: expl. omni
modo. ὅλους Ισραηλ χρηματίζοντας, ΙΙΙ, 102: pro
πάντας· υἱ τῶν ὅλων Θεός. τῶν ὅλων Θεὸς, V, 7.
Κύριος, V, 10, Christus. ὅλων Θεός, idem quod
Θεός ὕψιστος, Ι, 77: vel πάντων, I, 507: semper
fere vocatur Deus, ubi simpliciter, non personaliter, de eo sermo. Inprimis I, 507, ubi opp. μερι
κὰν Θεόν, qualem Syri putabant. III, 243, 271 init:
πάντων, ὅλων πρωτεύων, I, 515: πάντων, τῶν ὅλων
Σωτήρος, ΙΙ, 1052: pro πάντων. τῶν ὅλων Κυρίου,
II. 1382: pro πάντων. τῶν ὅλων Δεσπότην και Σωτῆρα, ΙΙΙ, 945: pro πάντων. Christum. τῶν ὅλων,
IV, 377: pro πάντων. 455 init., 934. ὅλοις, V, 97:
πᾶσι,
ὁλοτρόπως ἀπόλωλε, ΙΙ, 172.
ὅλως προσεθήκατε, V, 992, tamen, quidquid sit:
etsi vera erant; tamen addere non debuistis. Forte
ὅμως. Sic 1015 init., τίθῃ ὅλως.
ὁμηγύρεσι, 1V, 885: πανηγύρεσι, ὁμήγυριν, ΙΙΙ,
1077: πανήγυριν.
ὁμιλησάντων πυρὶ λαχάνων, ΙΙΙ, 1927. ὁμιλήσαντα
πυρί, ΙΙ, 305, vasa, igni durata. όμιλήσασαν δευτέροις γάμοις, ΙΙΙ, 664: ὁμιλοῦσι δευτ. γάμ. 665.
ὁμιλοῦσα δευτέροις γάμοις, ΙΙΙ, 212. ώμιληκότας
δευτέροις γάμοις, ΙV, 345.
ὁμιλία γαμική, 1, 274: ei opp. κοινωνία, et ipsa
ομιλία, ante γάμον, vel sine eo, I, 349. Concubitus
legitimus conjugum, III, 200, 202, 203; IV, 835.
ὁμιλία πυρός, ΙV, 593: lignis tribuitur. ὁμιλίαν,
IV, 164, disputandi, loquendi modum.
ὁμόδουλος, ΙV, 491: ignis homini; nempe, ut
bic ei imperare haud valeat. Ομόδουλος, οὐ ποιητής
τῶν στοιχείων, ΙV, 305: homo est. ὁμόδουλον, ἥλιον
προσκυνεῖν, ΙΙ, 735. ὁμόδουλον, IV, 644: corpus
menti; h. 1. non qua Deum, sed qua cupiditates
et necessitates; etsi et Deo objicit.
ομόζυγι (τῇ), IV, 222: corpus animo. τῷ ὁμόσ
ζυγί, ΙV, 615. τὴν ὁμόζυγα, ΙΙ, 879 extr.; II, 51,
354 init., 516, 712, 806, 807, 1978 extr. ομόζυγα,
IV, 492: noctem, diei. τῆς ὁμόζυγος, ΙΙ, 882. τῆς
ὁμόζυγος, ΙV, 646: corpus, de anima dicit.
ὁμοζύγω, ΙΙΙ, 1509: Joanne, socio.
ὁμοζώοις σώμασι, V, 1109: quæ et ipsa habent
vitam eamdem, etsi non ὁμοίως, ut Christus, per
λόγον.
ὁμοθυμαδόν, ΙΙ, 437, ad unum omnes. Hebr.
ὅμοια, 1, 275, qu. 21 extr., eadem, ea ipsa. I,
344 init. med. IV, 465. ὁμοίαν, V, 1051: φύσιν
Patris, Filii et Spir. S. dicit Macedon. άλλ᾽ οὐ
μίαν specie unam, non numero. ὅμοιός τε κατὰ
πάντα καὶ ἴσος, IV, 387. ὅμοιον κατὰ πάντα, ΙΙΙ,
831: Filium Patri dixit Macedonius. ὅμοιον, ΙΙΙ,
879: pro ὁμοούσιον inseri volunt Ariani. III, 959,
vocabulo ὁμοουσίου signari, quidam putarunt.
ὅμοιον κατὰ πάντα, IV, 354: Filium dici jubet
imp. Constantius. V, 1047: Filium Patri; Macedon.
ὅμοιον κατ' ουσίαν, V, 1055. διὰ ὁμοίου τὸ ὅμοιον
σῶσαι, V, 986: homines per eorum naturam
eamdem ergo, non tantum similem.
ὁμοίωμα - vid. είδωλον.
ὁμοιότητα τελείαν διαθέσεως καὶ δυνάμεως, ΙΙΙ,
752: filio reddit Euseb. Nicom. ut tamen numer ο
alia sit δύναμις, etsi specie una. ὁμοιότητος, 17,
387 init.: τοῦ ὁμοουσίου, ut plane æqualis sit Patri.
ὁμοιούσιον ἀντὶ τοῦ ὁμοουσίου, IV, 359 extr.:
intulit Macedon. ὁμοιούσιον, V, 992. τὸ ὁμοιούσιον,
ἄγροικος σοφία, V, 1077; ἐπὶ τῶν ἀσωμάτων, inquit Macedon. arguit orthod.
ε
ὁμοίως δυνάμεων Κύριος, V, 28: Christus Λόγος,
ita ut Pater: ut sit pro ίσως, ἐν ἴσῳ· quod hic
poterat tutius et securius, quia non disputabat contra abutentem vocab. ὁμοίως Semi-Arianum Cyrillus. ὁμοίως ἀχαριστείς, IV, 521 extr.: pro όμως, aut
sic forte leg. όμοίως αὐτῷ τῷ νόμῳ) τὰ καλὰ φιλώ,
καὶ τἀναντία μισῶ. ΙΙΙ, 78, sicut lex præcipit, ad prescriptum legis: cui metonymice tamen et ipsi tribueris, φιλεῖν, jubere, μισεῖν, vetare: at hoc non cadit
h. l. in subjectum hominis: et sit durior dilogia, bis
sic diverse accipere. ὁμοίως οὐχ ὁρῶσι τὸ φῶς, ΙΙ, 933
init.: scil. ut alii, qui non sint miseri: vel, quale
est, ut lumen, latum et jucundum.
ὁμοίωσις οὐκ αὐτὴν δηλοῖ τὴν φύσιν, ΙV, 22
init.
ὁμολογεῖ τὸ ὁμοούσιον, Ι, 1395 init.: Deus Paler
de Filio. ὁμολογεῖ, IV, 134 init., dicit, ostendit,
declarat. ὁμολογοῦντα δουλείαν, 1, 20: animalia Adamo, ostendebant astando, velut apparitores. sed destinata ministeriis ejus. Sic Latini fateri, pro
ostendere adhibent.
ὁμολογία εἰς Χριστὸν, ΙΙΙ, 109: pro Χριστου.
Hæc dicitur κατορθῶσαι τὴν σωτηρίαν, quam lex
praestare non potuerit; sed et πίστιν προξενήσαι·
quasi fides e confessione vel professione oriatur, ac
non contra potius. Nimirum intelligit accessum ad
Christi sacra; quem ubi professi essent: Spir. S.
tidem efficeret in animis eorum, quos prompte accedere vidisset. Falso quidem ista: nam fides præcedit: sed tamen sic sensit, sic expressit, quia αξίους
saepe dicit ante χάριν τοῦ Πνεύματος. ὁμολογίας ἐπίσημον· vid. ἐπίσημον, ὁμολογίας φάρμακον προσφέ
ρει τῷ ἔλκει τῆς ἀρνήσεως, ΙΙΙ, 1309: Christus oc
casione data Petro ipsius profitendi. ὁμολογίαν, IV,
142, declarationem, professionem Erklärung, Aussprüche, Versicherung. ὁμολογίαν μίαν αὐτῷ συνάπ
τει, V, 42: in marg. δοξολογίαν, quæ glossa
est.
ὁμολογουμένως ἐδιδάχθημεν, IV, 10.
ὁμοουσιαστής, V, 930, 944 extr. 1013 init.
ὁμοούσιος ἡμῖν, III, 233: Christus, qua nomo:
idem, qua divinitatem ostendi dicit, eo quod Pater
dicatur ejus caput. ὁμοούσιος ἡμῖν ὡς ἄνθρωπος ΙΙΙ,
479: Christus. ὁμοούσιος, ΙΙΙ, 778: expl. 780, ab
Eusebio qui et vetus esse concedit: quod probat
Theodoret. p. 782, c. 12. ὁμοούσιος Τριὰς τῷ Πατρὶ
σὺν Υἱῷ, καὶ — Πνεύματι, ΙΙΙ, 962: i. e Trinitas
ὁμοούσιος, Pater, Filius, Spir. S., quasi, quæ absol
vatur tribus illis. ὁμοούσιος cum genitivo, IV, 264,
bis: 273. rel. ομοούσιος Θεοῦ (pro Θεῷ), IV, 399:
non est anima nostra. et tamen ἐκ μὴ ὄντων, επ
nulla materia. ὁμοούσιος οὐδεὶς ἑαυτῷ, V, 963.
ὁμοούσιον Patri Filium agnoscit Theodor. et Nestor.
ν, 23. ὁμοούσιον ἔχει τὸ Πνεῦμα Christus, 1, 891:
scil. ut attributa divina Spiritus S. et in Λόγῳ sint
eadem, nec dari illi debuerint, ut humanæ naturæ.
ὁμοούσιον Πατρὸς καὶ Υἱοῦ (pro dativis) τὸ ἅγιον
Πνεῦμα, ΙΙΙ, 84. ὁμοούσιον δηλοῦσα εἰκών, ΙΙ, 477
init. ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ τὸν Υἱόν, ΙΙΙ, 762: scribunt PP. in concil. Nic. ὁμοούσιον Τριαδα, ΙΙΙ, 956.
ὁμοούσιον, ΙΙΙ, 959 init.: explicatur ab ipsis impp.
ὁμοούσιον κηρύττουσι τὴν Τριάδα ἡ βασιλεία τῶν ού
ρανῶν ἡτοίμασται, ΙΙΙ, 961. Μox repetitur infere.
ὁμοούσιον, ΙV, 824: universi animæ nostram dixit
Heraclitus. Synon. ὁμογενῆ, et in eam dicit resolutam reverti. χωρεῖν, recipi, ut partem ejus. όμιούστον expl. V, 930. ὁμοούσιον κατ' ουσίαν, V, 1055.
τὸ ὁμοούσιον V, 1077: magis dicendum ἐπὶ τῶν
ἀσωμάτων, quam ὁμοιούσιον. Expl. τατοούσιον.
ὁμορόφιος, ΙΙΙ, 1199: pro ομόβ ροφος.
ὁμόσπονδοι, ΙΙ, 1452: pro ένσπονδοι.
ὁμοστοίχοις συλλαβαίς, ΙΙΙ, 734, iisdem; aι. όμο
στίχοις. lliud melius, a στοιχείοις, litteris.
ὁμότιμος τοῦ γεγεννηκότος, 11, 1605: pro dativo.
1V, 424, 1645 extr. ὁμότιμον, V, 1043, οὐκ ἔστιν
ομότ. habet majorem dignitatem.
col. 1063–1064page 100 of 154
PG 84:1063έμφροσύνην, ΙΙ, 281. διαμόφυλον εἶναι προσήκει την κεφαλήν τῷ σώμα ὁμοχρόνων φύσεων, 16: ὁμοφρόνων. ομοχρόνοι. όμοφρόνων ὀμφαλὸν τῆς ἐρήμου, ΙΙΙ, 1136. μως τέθεικε τὸ προφητεύειν, Ι, 384 ὂν (τὸ) ἐναντίον τοῖς ἐξ οὐκ ὄντων γενομένοις. ΙΙΙ, 73 ὄντος ἑνὸς ζώου τῆς φύσεως, 426. οὔσης. περὶ τοῦ ὄντος 734, χῶς, ὄντα, τὸν άΐδιον, ΙΙ, 1330. όντα ἐκεῖνα, ἅπερ πιστεύεται. 126 ὄντων διάκρισιν ἔχοντες, ΙΙΙ, 1109 ἐξ ὄντων ἐξ οὐκ ὄντων, 17, 399 ὀνειροπολήσας ἔσεσθαι Θεός, ΙΙ, 938. ὀνειρίπτοντα, ἐν ὀνείρῳ ῥίπτοντα, τὸ σπέρμα, τὴν γονήν. ὀνοκενταύρους, όνοσκαλίδας, ΙΙ, 315. ὄνομα τὸ σὸν μαθεῖν, Ι, 1168,; δεῖγμα. ὀνόματος συναριθμήσεως ὀνόματος, ἐξ ὀν. συνέρχεσθε, 50 ονομάτων κατάλογον ἐργάζεται τὸν κατάλογον ὧν ὀνομάζεται τὸ φῶς σκότος τοῖς πενθοῦσι, ΙΙ, ε. νομίζουσιν, τρεπταὶ δὲ θεῶν φρένες, ὠνομάσθη ἀρχιερεύς, 1, 560 ὠνόμασαν τὸν γάμον τοῦ διαβόλου, 460 εὕρημα, ενόμισαν, ἐδόξασαν. ονομασίας. 1, 685: ονόματος, προσηγορίας. ὀνομασίαν, 358. ὀνύχων ἐπ' ἄκρων βαδίζοντα, 587 ή πανοπλία τῆς ἀρετῆς· ὅπλα φωτός 12. όπλα δαιμόνων πάλαι ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, ΙΙ, 560. ὁπλίζουσι τὰ ῥητὰ ταῦτα κατὰ τῆς ἀληθείας, όπλίσαντες τὰς γλώττας, 1244 ὁπλιτικῆς ἐμπειρίας, ΙΙΙ, 681: πολεμικῆς. όπλι ὁποία ἡ περιτομή, ΙΙ, 430: ποία, ὅπου 1468: ἐκεῖ μὲν, ὅπου ᾅδης, έκεῖ μὲν ἐνταῦθα τέ 982. ὀπτικὴν Θεοῦ δύναμιν, τὸ ὀπτικόν, τῆς διανοίας, Ι, 645, 722. τὸ ὀπτικὸν, ΙΙ, 96, ὀπτικὴν τῆς δια τὸ ὀπτικὴν ψυχῆς, ΙΙ, 669. οπώρας, 1293, πωρῶν γένη, ὅπως οὐκ ἔστιν αἰτίας δηλωτικόν, 1, 975 ὀργανικὴ ὑπουργία ὀργάνῳ, 1086: ὁ λόγος, πά 41. ὄργανον ἀνθρώπινον, 136 ὄργανον Θεότητος ἄνθρωπον ὀργάνων πολεμικῶν, Ι, 1260. ὀργή, Επιθυμία, 1, 112. ὀργὴ θυ λεῖ, 1, 788. ὀργίζεται κατὰ τίνων· τίσι, 1564 ὀργίων Ἀφροδισίων, ΙΙ, 735. οργίων, 25 ὀρέγει τὰς αἰτήσεις, Ι, 631. ορέγει ἔλεον καὶ συγκ
έμφροσύνην, ΙΙ, 281.
dµopvès, IV, 644: corpus, animæ, simul a Deo.
creatuin, sociatum animæ, earumdem voluptatum
appetens, earumdem rerum indigum; mox àðªà«
phy ejus mentem vocat. ¿µɔyuñ Sp. S. Filio profitetur Theodor. V, 47.
διαμόφυλον εἶναι προσήκει την κεφαλήν τῷ σώμα
t, III, 253: ducasotov, ejusdem naturæ.
ὁμοχρόνων φύσεων, V, 16: in marg. ὁμοφρόνων.
Illud tenendum, ob argumentandi tenorem. Si nexum naturarum dividit, quæ uno tempore exstent,
non impium est, sejungere naturam æternam ab
humana, extremis temporibus ascita. Obiter pateat,
animæ originem corpori non præmisisse Theodor.
ouóxpova enim sunt, quæ uno tempore cœperint
exstare. Nam in posterum (a parte post), et Christi
nature sunt ομοχρόνοι. όμοφρόνων alienum hic a
consilio disputantis. Nam et in Christo erant oudpove naturæ. Sμoxpóviy qúsawv, IV, 1216: animo el corpore nostro. (Ergo præexsistentiam animi
non credidit.)
ὀμφαλὸν τῆς ἐρήμου, ΙΙΙ, 1136.
buy, 111, 1191 vitiose, per w.
Suwvvμix videηtos, V, 8, 12: ut nomen filii tribueretur ei, qui non esset vere et natura.
µávμoç, 1, 146.: Josua Jesu.
6μcovúμwę usurpantur vocabula quædam, I, 44.
i. e. ut et rebus tribuantur, quibus minus congruant; catachrestice. 1, 44. µwvýµws xaloυaiv,
1, 104, promiscue. duwvums. I, 211: cum falsi
dii dicuntur Dei nomine, I, 450, catachrestice. IV,
860, nomine tenus, sine re, V, 1095, 1100. ¿µmvúμως τέθεικε τὸ προφητεύειν, Ι, 384: catachrestice,
de re, cui vere non congrueret. óµwvúµw; xadɛltai,
oùx byta µèv. IV, 416: catachrestice.
õµws, II, 1643 init.: redundat, certe adversandi
notione vacat, explicat enim.
ὂν (τὸ) ἐναντίον τοῖς ἐξ οὐκ ὄντων γενομένοις. ΙΙΙ,
73 extr. ὄντος ἑνὸς ζώου τῆς φύσεως, IV, 426.
Greg. Nyss. habebat οὔσης. περὶ τοῦ ὄντος IV, 734,
736 de Deo. TỶ Outi yevεoða, II, 1404, proprie,
physice, litteraliter, non tropice, aut veμat!-
χῶς, sed historice. ὄντα, τὸν άΐδιον, ΙΙ, 1330. όντα
ἐκεῖνα, ἅπερ πιστεύεται. 1V, 126: symbola
Eucharist., nempe corpus et sanguis Christi
per societatem. BYTY EYÚRAVLJEν, ill, 934, bonis exuit. ὄντων διάκρισιν ἔχοντες, ΙΙΙ, 1109: veri, ut possent contemnere to obx bvtz, falsa, idola. ἐξ ὄντων et ἐξ οὐκ ὄντων, factus homo, 17, 399:
illud qua corpus, hoc qua animam, e materia, et non
e materia. oux ovtwv mens nostra creata. IV, 399.
byɛľv, IV, 366: expɛɛtv, inusitatum.
ὀνειροπολήσας ἔσεσθαι Θεός, ΙΙ, 938.
OVEL, IV, 936, cogitant, vera quidem et
certo futura. Overpoode III, 620. Moses, typice videbat, rem vere futuram.
dve:púttovta, 1, 197, qui per somnum emittat
semen. In var. lect. ὀνειρίπτοντα, i. e. ἐν ὀνείρῳ
ῥίπτοντα, scil. τὸ σπέρμα, τὴν γονήν. Sed videtur
timidiori vocabulo uti maluisse, quod proprie tantum valeret, somniare.
ὀνοκενταύρους, όνοσκαλίδας, ΙΙ, 315.
ὄνομα τὸ σὸν μαθεῖν, Ι, 1168, te agnoscere; ex
Hebr. voua péyiotov ȧosбeias, II, 454 init., genus,
modum. Cod. δεῖγμα. ὀνόματος συναριθμήσεως
vid. suvapioμ. óvóμato. II, 141 init. homine ipso.
Hebr. ὀνόματος, ἐξ ὀν. συνέρχεσθε, IV, 50: aut pro
¿v óvóµati, scil. Christi aut sign. viritim. Ign. óvópara, II, 1456, vocabula, appellationes, ignis et flaminæ. óvópata taūta vūv Exet, II, 645 urbs Hierosol., i. e. rem ipsam et dignitatem. Nemo enim sic
vocabat, ut ibi legitur. dvouata, III, 277 init., verba.
ovoμata, III, 408 extr., verba, modos loquendi.
ονομάτων κατάλογον ἐργάζεται τὸν κατάλογον ὧν
Etuxev ayawy, 1, 702, benificia divinitus in se collata ponit sub nomine attributorum Dei, vel figurarum et imaginum a rebus corporeis repetitarum.
óvoµátwy śvailayh. IV, 26: in Cena sacra nempe
e re ipsa, quam ibi explicat, repetita. ¿vojátwv.
IV, 543, vocabulorum, quorumlibet.
ὀνομάζεται τὸ φῶς σκότος τοῖς πενθοῦσι, ΙΙ,
490, habetur, videtur. Ovoµáľovre;, III, 885, jactantes; opponentes. Ovoμášovov PETTOÙS, 1, 246: i.
ε. νομίζουσιν, habent, et sane dicunt. τρεπταὶ δὲ
θεῶν φρένες, Homer. ὠνομάσθη ἀρχιερεύς, 1, 560
fuit. ὠνόμασαν τὸν γάμον τοῦ διαβόλου, IV, 460:
scil. εὕρημα, vel pro ενόμισαν, ἐδόξασαν.
ονομασίας. 1, 685: pro ονόματος, vel προσηγορίας.
ὀνομασίαν, IV, 358.
voμzor! Aéywv, III, 992 mea.: parenthesi segregandum Petri verba sunt, non Magni, dicentis in
cujus ore obscurum sit.
¿vopastóratos, IV, 2: Simei, ob insolentiam.
Ovosxɛldas, II, 265 spectrum fictitium, Empusam.
ὀνύχων ἐπ' ἄκρων βαδίζοντα, IV, 587: divitis superbi, vel mollis, signum.
öúnta àµaptlas, IH, 198: quam facile in illud
prolabamur.
Oniobia Dei, quid? I, 175.
Önda mlstews, I, 190: Paulus ponere dicitur;
forte Eph. vi, 13. non tamen verbo tenus: TavoTλlav respicit, ibi memoratam: unde et add. in
cod. ή πανοπλία τῆς ἀρετῆς· ὅπλα φωτός occurrunt
Rom. sui, 12. όπλα δαιμόνων πάλαι ἦσαν οἱ ἄνθρω
ποι, ΙΙ, 560.
6 Tous oxpatuóraç, III, 258, facit, monet,
ut arma capiant: eo vocat. ὁπλίζουσι τὰ ῥητὰ ταῦτα
κατὰ τῆς ἀληθείας, 111, 579: utuntur illis verbis
contra veritatem: affingunt illis sensum, quo impugnent eam. όπλίσαντες τὰς γλώττας, IV, 1244: ut
telo iis utentes. Oricate, III, 325 init.: vitiose
forte pro nito. Sunt enim ibi aoristi indicativi.
ὁπλιτικῆς ἐμπειρίας, ΙΙΙ, 681: πολεμικῆς. όπλι
Tixby Blov, I, 1105, militarem, bellicosam.
ὁποία
gando.
ἡ περιτομή, ΙΙ, 430: pro ποία, interroὅπου redundat, II, 1468: ἐκεῖ μὲν, ὅπου ᾅδης,
rel. nil enim respondet. sed έκεῖ μὲν et ἐνταῦθα τέ
ömou ys, V, 1039, quia, quandoquidem.
Onihy, tribuit Deo, scil. Súvaμtv, 1, 635, sed
sine oculis, II, 982. ὀπτικὴν Θεοῦ δύναμιν, IV,
364 oculos Dei dixit Audæus. Ipse Theodor. tamen videndi vim Deo reddit, omniscientiam intelli.
gens rerum, quæ a nobis visu percipiantur: sic et
axoustixhy, scientiam Dei earum rerum, quas nos
audiamus. τὸ ὀπτικόν, τῆς διανοίας, Ι, 645, 722.
τὸ ὀπτικὸν, ΙΙ, 96, intellectum. ὀπτικὴν τῆς δια
volas, II, 1179, mentem ipsam, totam, voluntatem
quoque. τὸ ὀπτικὴν ψυχῆς, ΙΙ, 669.
belorwpat, III, 930, fructus, poma, in mensa.
laria. οπώρας, III, 1293, poma. πωρῶν γένη, 1V,
498, pomorum. -elon, IV, 537, 579.'
ὅπως οὐκ ἔστιν αἰτίας δηλωτικόν, 1, 975 extr.
ὀργανικὴ ὑπουργία tribuitur corpori Christi, ad
vim ejus divinam, V, 40.
ὀργάνῳ, V, 1086: usus ὁ λόγος, auimo, ad πά02. corpore, ad externa. Opravov corpus Christi,
V, 41. ὄργανον ἀνθρώπινον, IV, 136: corpus Chri
sti, cujus ministerio perageret opera divina. Eust.
Spravov ápуétuTOV, IV, 516: homo, comparatus
organo pneumatico. ὄργανον Θεότητος ἄνθρωπον
IV. 372 init.: Mariam peperisse, dixit Nestor. Spya-l
vov Bentos, IV, 1048: non sufficit dici humanam
Christi naturam. ὀργάνων πολεμικῶν, Ι, 1260.
ὀργή, etymologice, Επιθυμία, 1, 112. ὀργὴ et θυdistingu.: vid. 6 Ouμós. ópyhy, thy maidslav xaλεῖ, 1, 788.
ὀργίζεται κατὰ τίνων· pro τίσι, II, 1564 extr.
ὀργίων Ἀφροδισίων, ΙΙ, 735. οργίων, ΙV, 25:
secretorum in sacris vel conventibus quorumdam
hæresium, ut Manich.
ὀρέγει τὰς αἰτήσεις, Ι, 631. ορέγει ἔλεον καὶ συγκ
col. 1065–1066page 101 of 154
PG 84:1065γνώμην, 1, 759. ὀρέγειν ἐπικουρίαν, Ι, 697. ὀρέγοντα τοὺς τοῦ ἐλέους κρουνούς, 1. 1456. ἀρέγειν. ὀρέγουσι τὴν ψῆφον τῆς νίκης, ΙΙΙ, ὀρέξεις υπογαστρίους, 1, 648 ὀρεῦσι, ήμιόνοις. ὀρθὸς εἶ, 225: καὶ προσήρμο νυν) ὀρθῶς οὐ προσήρμοσας, καί ορίζεσθαι ταύτην τοῦ Θεοῦ θεραπείαν, ΙΙΙ, 217 ζομένη φιλοσοφίαν ἐν τρίβωνι λευκῷ, 484, ἐν. ὁρίζοντα ἀπὸ τῶν Περσῶν. ΙΙΙ, 942 διορ. νεὶ ἀφορ. ὁρίζονται μισθὸν τὸν ἔπαινον, 636 ὁρίσας κριτήριον, ΙΙΙ, 991: Ιδρύσας, καταστήσας. ὁρισθῇ, ΙΙΙ, 750 ὅρκος τῆς ἀπειλῆς· ὅρκον, 526, μεταθεῖναι. ὅρκους τοῦ ἁγίου, ΙΙΙ, 1921 ὁρμὴν πρώτην τῆς ψυχῆς, τους λογισμούς λογισμούς. ὁρμὴν τοῦ λογισμοῦ, Ι, 940, ὁρμώμενοι ἐντεῦθεν, 1, 178, τητος • θνητότητος. ὄρος θανάτου, Γ΄, 17, ἀσεβείας, ΙΙ, 871. ὄρος μετανοίας, ΙΙ, 306, ἐσχάτην ἀσέβειαν. ὅρον θεῖον, ΙΙ, 1167, δρον τῆς αἰχμαλωσίας πληρωθέντα, 1226 πληρωθέντα. ὅρου θανάτου δεξαμένου, ΙΙΙ, 64, τυο. ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ θανάτου γενόμενος, ΙΙΙ, 56 31. ὅρον ταπεινοφροσύνης ὑπερβαίνει, δρῳ σου, 1, 700, ὅρῳ τοῦ πρὸ πά δρῳ τῆς προσκυνήσεως μὴ ὂν, 1056, ὄρῳ τοῦ τιμήσαντος προσλαμ ὅροις ἀκαλουθεί, 410, ὅρους τάξεως, ΙΙΙ, 646, ὅρους φιλίας, 1925, οι ὀρχισμῶν, ΙΙ, 1165, όρχησμ. ὀρχηθμῶν, ὀρχεῖσθαι. ὁρωμένης σωτηρίας, σωτηρίας. όρω ὁρώμενον πρόσωπον, 1, 814. τὸ δρώμενον, ἀφθαρσίας, ΙΙΙ, 558. ὅπερ ὁρῶνται. τοῦτο μόνον ὃς ἐγένετο, (ὃς ἐγ.) ἐν Θεσσαλονίκη, ΙΙΙ, 1056. 6, ἐγένετο, ὅς τοίνυν οὐχ ἁπλῶς κήδεται, τῷ ὅς, οὗτος, ἐκείνων ἀντιλέγουσι λόγοις, ΙΙ, 454 ἐξ ἐκείνων πατέ ρων λόγοις? λόγοις ἀντιλέγου λόγοις ἀντιλέγουσι λόγους. οἷς καὶ οἷς οὐχ ἔχει τὸ ἁπλοῦν, 920, ὅση αἰδοῦς, όσης. ὅσον ἂν καταπίω τὸν ἄνθρωπον, 1, 669 ὅντινα τῶν ἀνθρώπων, ὅσον, ὅταν, ὁσίᾳ (τῇ) παραδίδοσθαι, ΙΙΙ, 988: ταφή. ὁσία σου, ὁσιότης ή σή. οσιότητί σου, 1060, μεγαλοπρεπέστατον. ὀστα, λογισμούς, Ι, 641, 819. ὀστᾶ, ὀσφρῶνται, 886. ὅταν κοσμεῖται, ὅτε πάντων ὡς παράδεισος, 72. 5: ατε. ὡς ὁ πάντ. παράδ.
γνώμην, 1, 759. ὀρέγειν ἐπικουρίαν, Ι, 697. ὀρέγοντα
τοὺς τοῦ ἐλέους κρουνούς, 1. 1456. Parum congruit
verbo ἀρέγειν. ὀρέγουσι τὴν ψῆφον τῆς νίκης, ΙΙΙ,
489. peev toy so, I, 1368 init.
ὀρέξεις υπογαστρίους, 1, 648 motus libidinosos.
ὀρεῦσι, distingu. ab ήμιόνοις.
'
opewxóuoc. III. 1279: per w, mulionibus.
ὀρθὸς εἶ, IV, 225 extr.: sequitur, καὶ προσήρμο
caç distractius sane; forte legendum: (ei tolνυν) ὀρθῶς οὐ προσήρμοσας, deleto καί· Alioquin
sit, si recte sentis. Sed hoc non omnino tribuit Èranistæ; nec cohæret.
ópłótŋto; dóyoç. V, 20, vera ratio.
py, IV, 355, 388; III, 1064: Attica
forma, e Platone; IV, 719, 783 init.
opics Blábny elvat, IV, 620, puta, pronuntia.
ορίζεσθαι ταύτην τοῦ Θεοῦ θεραπείαν, ΙΙΙ, 217
init., putare, in illa re cultum Dei ponere. opeoal thy xhion Empalav, IV, 635, putare, in illo
ponere. opistaɩ, I, 1280. nominat. ópíšóµɛða, IV,
401, dicimus credimus. IV, 1225 med., putamus.
ópičóµeða ápethy, IV, 566: partes ejus esse dici-
'mus, eam ponimus, absolvimus prudentia, rel. ¿piζομένη φιλοσοφίαν ἐν τρίβωνι λευκῷ, rel. IV, 484,
ponens in his rebus, censens, esse putans. Vel redundet ἐν. ὁρίζοντα ἀπὸ τῶν Περσῶν. ΙΙΙ, 942: pro
διορ. νεὶ ἀφορ. disterminantem. ὁρίζονται μισθὸν
τὸν ἔπαινον, IV, 636 init. ὁρίσας κριτήριον, ΙΙΙ,
991: Ιδρύσας, καταστήσας. ὁρισθῇ, ΙΙΙ, 750: de
Filio ponit Arius, synon. ToU YEV. e Rom. 1.
öpxiov variat pro èvópxtov, I, 224.
ὅρκος τῆς ἀπειλῆς· vid. Genit. ὅρκον, III, 526,
obtestationem, preces per Deum. Öpxov petaεival
vid. μεταθεῖναι. ὅρκους τοῦ ἁγίου, ΙΙΙ, 1921: quod
jurejurando illos adegisset.
ὁρμὴν πρώτην τῆς ψυχῆς, τους λογισμούς - vid.
λογισμούς. ὁρμὴν τοῦ λογισμοῦ, Ι, 940, alacritaten,
sensus pii.
ὁρμώμενοι ἐντεῦθεν, 1, 178, usi hac causa suæ
sententiæ.
opos, 1, 309, prædictio Josuæ de nou restituenda, aut cum damno filiorum restituenda urbe Jerichunte. IV, 445, voluntas, gubernatio. 3pos_Ovntóτητος • vid. θνητότητος. ὄρος θανάτου, Γ΄, 17, dnig
per mortem; aut, decretum de morte. äpo; Asioç,
P. 40, 41, consilium, destinatio Dei, conditio proposita. opo Dei, 1, 305, decretum. öpos Esxatos
ἀσεβείας, ΙΙ, 871. ὄρος μετανοίας, ΙΙ, 306, summa,
vis, ambitus, 1472. öpos niσrew;, V, 1, descriptio
brevis, formula doctrinæ, professio. opov, IV, 273,
sententiam, doctrinam.6pov Bavátov édéžato, I, 55,
decretum mortis injunctæ, vel, finem vitæ exspectandum. II, 1446 init. õpov xaxias, II, 829: antea,
ἐσχάτην ἀσέβειαν. ὅρον θεῖον, ΙΙ, 1167, voluntatem.
δρον τῆς αἰχμαλωσίας πληρωθέντα, II, 1226: vid.
πληρωθέντα. ὅρου θανάτου δεξαμένου, ΙΙΙ, 64, morτυο. ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ θανάτου γενόμενος, ΙΙΙ, 56
bis. pov 8ixatodivne, III, 465, summam virtutis et
legis observandæ. nistews, III, 613 vide Log.
Paul. p. 31. seq. ὅρον ταπεινοφροσύνης ὑπερβαίνει,
ПI, 643: quod Paulus se dicit primum peccatorum.
opov sudaμovlaç, IV, 565, vim et naturam, in qua
posita sit, qua censeatur: veram et summam felicitatem, ç aya0v.-0sou, IV, 648, voluntaten).
δρῳ σου, 1, 700, decreto, imperio. ὅρῳ τοῦ πρὸ πάons xtioew; Tetiμntal, V, 1041: Spir. S. habet
hanc dignationem, hoc nomen, at sit dicaturque
fuisse prior omnibus creatis; i. e. ab æterno. év TO
δρῳ τῆς προσκυνήσεως μὴ ὂν, V, 1056, cum non
sit comprehensus in ea natura, quam solam adorari fas sit cum non sit ita comparatus, ut possit aut debeat adorari. ὄρῳ τοῦ τιμήσαντος προσλαμ
1 6áveta:, V, 1040, par ei censetur, eodem honore
dignus fit quo ille, qui ei hunc honorem dederit. ὅροις ἀκαλουθεί, IV, 410, legibus paret. ὅρους
tou yάuɔv, I, 86, mandata conficiendi matrimonii
PATROL. GR. LXXXIV.
ordinem et formulam, conditionem. Repti
τάξεως, ΙΙΙ, 646, leges. ὅρους φιλίας, IV, 1925, οιficia, fidem.
бpos péyistov, II, 968: doctrinam Evangelii, sublimiorem prophetica. 5po; Oso5, II, 1301: explicatio Hebraici, Ariel; imo, Leo Dei.
öpúttelv táчous, III, 77, ad compilandos mortuos.
ὀρχισμῶν, ΙΙ, 1165, pro όρχησμ. Vid. ὀρχηθμῶν,
ab ὀρχεῖσθαι.
6pw, I, 456 extr., 457, cogito, respicio, in mente
habeo. ὁρωμένης σωτηρίας, vid. σωτηρίας. όρω·
Mεvns qusews, III. 408: humanam Christi naturam intell. nunc quoque, cum haud apparet
corpore. ὁρώμενον πρόσωπον, 1, 814. τὸ δρώμενον,
IV, 667 Christi humana natura. To spóμeva, I
360, experientia hodierna. tópúμeva
ἀφθαρσίας, ΙΙΙ, 558. ὅπερ ὁρῶνται. τοῦτο μόνον
Bytwy, III, 14. Sane nec mens videtur; exserit
sese tamen in corpore, et scimus eam adesse. opwaa
Q. III, 1000, respiciens, sequens. ¿pa ¿
xpiths, III, 181, respicit, curat, sequitur, 187, judicat. ópay tv ȧywo, III, 661, rescipere,
cogitare.
ὃς ἐγένετο, (ὃς ἐγ.) ἐν Θεσσαλονίκη, ΙΙΙ, 1056.
Hebraismum sapit et pleonasmum. öte legunt, n.
6, ἐγένετο, fit. ὅς τοίνυν οὐχ ἁπλῶς κήδεται, IV,
660. Nil redditur τῷ ὅς, est ergo pro οὗτος, vel
Oɛó. Si toivuv absit, vertas: quippe qui. of s
ἐκείνων ἀντιλέγουσι λόγοις, ΙΙ, 454: difficilis locus,
forte corruptus. Quorsum pertinet of? Ad patres,
an ad filios? Quid est, ἐξ ἐκείνων? Utrum ad πατέ
ρων refertur, an ad λόγοις? Quid, λόγοις ἀντιλέγου
G:? Quibusnam 6yots? Propheticis quidem. At hoc
unde suppleas? ¿ ¿xɛlvwv maxime turbat. Nam
λόγοις ἀντιλέγουσι possit esse per λόγους. Sed hoc
aut pleonasticum est, si 26you sunt verba, aut falsum, si sunt argumenta. Forte excidit roï;· of colç
Ex. a... qui repugnant iisdem verbis et modis,
quos ex illis audiverint, arripuerint, expresserint.
οἷς καὶ οἷς οὐχ ἔχει τὸ ἁπλοῦν, V, 920, quasi partes
varias, e quibus spectatur: modus tamen agendi
varius esse possit. Clarius p. 126, ex se et ex materia et in mente nostra distingu.
ὅση - αἰδοῦς, 111, 825: operarum vitio pro όσης.
ὅσον ἂν καταπίω τὸν ἄνθρωπον, 1, 669 init.: aut
pro ὅντινα τῶν ἀνθρώπων, aut ὅσον, pre ὅταν,
etiamsi.
ὁσίᾳ (τῇ) παραδίδοσθαι, ΙΙΙ, 988: scil. ταφή. ὁσία
tayň, III, 997, solemni, debita. botov expl. I, 631.
SimeoTov öotov, III, 1277: simpliciter, ascetám,
nem. tov, IV, 448, æquum, congru'ım.
σου,
datorns on, III, 793, tu: imp. episcopo.
IV, 1082 presbytero. botóntos Sμetépas, III, 773,
vestra imp. alloquitur episcopos, abstractive. boláantos ons, III, 789, te; imp. Const. M. Eusebio
Cæsar. IV, 1069, tuis (nutibus); Flaviano ep. IV.
1106, episcopo. 1110; IV, 1196, presbytero et p.
seq ὁσιότης ή σή. οσιότητί σου, IV, 1060, tibi:
haud dubie ad episc. IV, 1076. tibi; episcopo.6316oh, IV, 1282: Joan. Antioch. Nestorio. batótita thy shy, III, 876: te; Patres synodici imperatori Constantio; et 377. both. IV, 1088
te; episcopo. IV, 1119, te; matronæ scribit, cujus
conjugem vocat μεγαλοπρεπέστατον.
6suas andels, III, 809, suftimenta pagana.
ὀστα, ps. vi, expl. λογισμούς, Ι, 641, 819. ὀστᾶ,
expl. apostolos, I, 738 extr. data uns vontà, H,
ὀσφρῶνται, ΙV, 886.
doņus (Lev. 11., 9): aliis vertitur xépxoç,
J, 182.
ὅταν κοσμεῖται, III, 704: pro conjunctivo.
ὅτε πάντων ὡς παράδεισος, V, 72. n. 5: ατε.
Sic quoque redundet ws. In illa lectione redundal
tɛ, quia non sequitur xal· Et transposite inteHigendum: ὡς ὁ πάντ. παράδ.
col. 1067–1068page 102 of 154
PG 84:1067ὅτι οἰκτειρήσαι, 1, 1121 ΙΙ, 1126, ὅτι ὑμνοῦμεν, 1453. ὅτι κρείττων ἔσῃ, μάθετε, Ι, 1310; ὑποτίθεσθε, Ι, 1467 ἐξέλθετε, 89 φεύγετε, ΙΙΙ, 522. ὅτι ὥστε, τοσοῦτον, Ι, 1319 812; τοσαύτην, 1062. τοσαύτη, 11, 902. τοσοῦτον, τοσαύτης, ὅτι 1572, οὐδ' ὅτι — ἐπικαλεῖ,: οὐ λογική - ἡ φύσις. ὅτι γενόμενος, 45 ότι, ὅτι μὴ νομίσητε, Η 1207: ὅτι, ΙΙ, 1231: ελεεινῶς. ὅτι μακροθυμήσω, ΙΙ, 1412: λέγει, ὅτι ὅτι μόλυβδος ἐμβάλλεται, 856 τῷ ὅτι· αναφανῶσι τοῦτο, εἰ ὅτι ὡς, ὃν τρόπον, οὐ, τοῖς φύσει οὐ μετιοῦσε καλά, περιττὸς ὁ νόμος, τοῖς δικαίοις. οὐ: ἐβουλεύσαντο. οὐ μεταλαμβάνοντες οὐ τῶν δυναμένων, ἀλλὰ τῶν, ἀλλ᾽ ἢ ποηφαγούντες οὐ μεταλ. τ. δυν. οὐ μόνον, Ι, 1958 αὕτη ἀπήλαυσεν, 5; 10; τὰ κατὰ φύσιν οὐκ, ή γὰρ οὐ γὰρ, εἰ ἀλ.-οὐκ εἰ τὸ ἐρευνᾶν ἀγνοίας σημαντικὸν, πάντα ἀγνοεῖ: τὸ ἐρ. οὐκ ἀγνοίας σημαντικόν πάλιν, ἀγνοῶν, οὐκ ἐδέξατο προσβολήν: προς βολήν. οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τῆς τοῦ Πατρὸς, ΙΙΙ, 962 'Ἀρειομανῖται. οὗ χάριν, 1159 τίνος. οὐκ Ουάλης, ΙΙΙ, Βάλης. οὐδαμόθεν, 35, οὐδὲν (εἰς) ἐχρήσαντο τῇ φρονήσει, 455 ἀγαθὸν, καλόν, οὐδένα ἀπωνάμην, οὐδὲν ἀπων. οὐδὲν ἂν ἀπων. οὐκέτι, ΙΙ, οὖν Ι, ἀποστάντες τῆς εὐσεβείας. οὐράνιον χάριν, οὐρανίων ἐξέπεσαν τάξεως, ΙΙ, 1218, οὐρανὸς εἰ στερέωμα, 14. οὐρανό; οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ' ὡς εἰς οὐρανὸν, ἀνελήφθη Ηλίας, ούρα νὸς, οὐρανοὶ, οὐρανὸς ὁρώμενος, ἀνώτερος, 1, 718. οὐρανὸς, οἱ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ ὀνόματος ἀξιούμενοι, ΙΙ. του Θεοῦ τοῖς ὑπ᾽ οὐρανὸν, 29: τῷ κόσμῳ, οὐρανῷ τῷ ὁρω μένῳ καὶ τῷ ὑπερτέρῳ, 1, 474. οὐρανὸν ὁρώμενον, υπέρτερον, 1, 1074 1416. οὐρανὸν ὠνούμενοι ὠνούμ. οὐρανῶν δυνάμεις: δυνάμεις. οὔριον ὠόν, ΙΙ, οὔριον, τουτέστιν, ἀσθενῇ, οὐροῦντα πρὸς τοῖχον. 1, 485 οὖσαν γραφήν, οὔσης τῆς ἔνδον (περιτομῆς), 11, 430: παρούσης. οὐσία. πράγματι συμβεβηκότι, ουσία. οὐσία τὸ δν σημαίνει. 7 ὑποστάσει οὐσία, ἕξις. οὐσία φύσις οὐσία, πρᾶγμα συμβεβηκός, οὐσία, φύσις, εἶναι, 6, 7. οὐσία, ΙΙΙ, 456. τήν μορ φήν. οὐσία οὐκ ἔστιν αἰών, ΙΙΙ, 546. ουσία κτιστὸν, γενητόν, θεμελιωτόν, ΙΙΙ, 759 ὁμοούσιο: οὐσία ἀκηλίδωτος, φύσις, οὐσία ψυχῆς, 415, οὐσία εἰ ὑπόστασις με 933 οὐσία, ἡ ταυτότης, 938 οὐσία βουλήσει, γ, 962, 963. οὐσία οὐκ ἔστι τὸ γεννητόν, οὐδὲ τὸ ἀγέννητον, 961. οὐσία (Θεοῦ) τῶν οὐσιῶν αἰτία, αγέννητος, ἀγεννησίαν. οὐσία οὐσίας οὐδὲν διαφέρει, ᾗ οὐσία ἐστὶν, 984. οὐσία ἐπὶ τοῦ γεννήματος συνεμφαίνεται ὡς αἰτία, 984: γεννήματι γεννήματι, οὐσίαν αἰτίαν, γεννηθέν, οὐσίας, φύσεως· φύσεως, οὐσίας. Ι, 681, οὐσίας τὸ ταὐτὸν, τῶν προσώπων ὁ ἀριθμός, Ι, οὐσίας τῶν ὑδάτων, 1, 809, οὐσίας, ΙΙΙ, 1204, οὐσίας μιᾶς τῶν ὑδάτων, Ι, 1574. ἐκ τῆς οὐσίας, τοῦ ἀνδρος, ἡ γυνή, ΙΙΙ, 255. ἐκ τῆς αὐτοῦ οὐσίας οὐσίας καὶ ὑποστάσεως τῆς αὐτῆς, ΙΙΙ, 883: οὐσίας, φύ σεως, θεότητος, ΙΙΙ, 1051: οὐσίας δαπα νωμένης, ΙΙΙ, 1210. οὐσίας ἐπὶ τῆς προτέρας μένει, οὐσίας τρεῖς Αρειος εἰσφέρει, 78. οὐσίας, 835 φύσεως. οὐ σίας οι φύσεως θείας φύσεως, ἀλλὰ (καὶ) τῆς οὐσίας φύσις τῆς οὐσίας, οὐσίας δηλωτικόν, οὐσίαν, οὐσίας, φύσεως, ήγουν οὐσίας, 999 οὐσίας λεπτήν, 1163: φύσεως. οὐσίᾳ πυρός, 17, 489, οὐσίαν, ΙΙ, 267 πρᾶγμα συμβαίνον, οὐσίαν προϋποκειμένην· προϋποκ. οὐσίαν Θεοῦ μακρυνθῆναι οὐ λέγει, Ι, 1095. οὐσίαν θείαν τὸ ἀΐδιον τὸ αἰών νιον οὐσία αἰώνιον άΐδιον, οὐσίαν ὑγράν, ξηράν, Ι, 1335. οὐσίαν τῆς ψυχῆς τρέφει ὁ Λόγος ἐξ οὐρανοῦ, ψυχήν τὸ σῶμα, ἄρτον ἐπιούσιον, τὸ ἐργάζεσθαι. οὐσίαν ἐξ ὕλης, ἐκ δὲ τέχνης τὸ εἶδος, 11 280 οὐσίαν οὐσίαν μίαν τῆς Τριάδος κηρύττοντες, ΙΙ, 296: οὐσίαν, υποστάσει οὐσίαν μίαν τῆς Τριάδος, τρεῖς ὑποστάσεις, 111, 1018. οὐσίαν μίαν, 6: οὐσίαν θείαν τὴν Τριάδα, 8. οὐσίαν φύσιν, 115 οὐσίαν μίαν, τρεῖς ὑποστάσεις, 362: Αροί 394. οὐσίαν τοῦ σώματος, 443: τὸ σῶμα, οὐσίαν παθητὴν καὶ φθαρτην, 488
j
ὅτι redundat ante prinam pers. per Hebr, I, 955
init.; I, 1051 med. Ante optativum, οἰκτειρήσαι,
1, 1121 med.; ΙΙ, 1126, ὅτι ὑμνοῦμεν, rel. I, 1453.
Ante pers. 2, ὅτι κρείττων ἔσῃ, 11, 472. Ante imperativum, μάθετε, Ι, 1310 extr.; ὑποτίθεσθε, Ι, 1467
init.; ἐξέλθετε, II, 89 med.; φεύγετε, ΙΙΙ, 522. ὅτι
pro ὥστε, post τοσοῦτον, Ι, 1319 extr.; II, 812;
III, 1116; IV, 1107 init. Post outw, I, 1339; III,
1147 init.; IV, 466, 468. Post τοσαύτην, I, 1418
extr., II, 1062. Post τοσαύτη, 11, 902. Post τοσοῦτον,
909. Post. τοσαύτης, II, 1115. ὅτι aut redundat, I,
1572, οὐδ' ὅτι — ἐπικαλεῖ, aut deest in priori: οὐ
λογική - ἡ φύσις. ὅτι γενόμενος, 1V, 45: redundat
ότι, quia verbum non subjicitur. ὅτι μὴ νομίσητε,
Η 1207: redundat ὅτι, ΙΙ, 1231: vid. ελεεινῶς. ὅτι
μακροθυμήσω, ΙΙ, 1412: precedit λέγει, redundat ὅτι ὅτι μόλυβδος ἐμβάλλεται, rel. II, 856
init.: nil respondet τῷ ὅτι· sed post αναφανῶσι
pone comma, non punctumn, ut consequens sit τοῦτο,
εἰ ὅτι pro ὡς, ὃν τρόπον, aut proprie quoque.
οὐ, redundare videtur, III, 641, τοῖς φύσει οὐ
μετιοῦσε καλά, plane contra tenorem. Docet enim
cum Paulo, quibus sit περιττὸς ὁ νόμος, nempe
τοῖς δικαίοις. οὐ transpositum: vid. ἐβουλεύσαντο.
οὐ transpositum, III, 1998 extr., μεταλαμβάνοντες
οὐ τῶν
δυναμένων, sequeretur, ἀλλὰ τῶν, rel.,
sea redditur: ἀλλ᾽ ἢ ποηφαγούντες • est ergo pro,
οὐ μεταλ. τ. δυν. οὐ μόνον, Ι, 1958 init.: scil.
αὕτη ἀπήλαυσεν, e præc. ut Rom. v, 5; 1x, 10;
VIII, 23. où, oux, alieno loco positum, V, 19. Nam
si non verum est, inquit, per naturam uti ratione
hominem, ergo per cæcam necessitatem et involuntario habet rationem. Hæc non coherent. Nam
Theodoretus τὰ κατὰ φύσιν dixerat necessaria. Id
rationis exemplo refutat Cyrillus. Defendum videtur οὐκ, aut ή pro et legendum, si γὰρ absit.
Forte οὐ γὰρ, εἰ ἀλ.-οὐκ abesse videtur, III, 177,
εἰ τὸ ἐρευνᾶν ἀγνοίας σημαντικὸν, πάντα
ἀγνοεῖ ergo lege: τὸ ἐρ. οὐκ ἀγνοίας σημαντικόν
et præmittit πάλιν, contrarii notam, eum antea
posuerit ἀγνοῶν, οὐκ ἐδέξατο προσβολήν: vid. προςβολήν. οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τῆς τοῦ Πατρὸς, ΙΙΙ, 962
extr.: Filium et Spir. S. negantes, dicuntur 'Αρειομανῖται.
οὗ χάριν, V, 1159 extr. pro τίνος.
οὐκ
Ουάλης, ΙΙΙ, 1011, Valens imp. alibi Βάλης. Per
ou enim scribit Valentem episc. qui cum Ursacio
fuit.
οὐδαμόθεν, V, 35, a nemine.
οὐδὲν (εἰς) ἐχρήσαντο τῇ φρονήσει, II. 455: scil.
ἀγαθὸν, καλόν, ut exempla adjecta declarant. Est
vera emphasis. οὐδένα ἀπωνάμην, V, 127 init.:
corrige οὐδὲν ἀπων. vel, οὐδὲν ἂν ἀπων.
οὐκέτι, ΙΙ, 216 med., non, nuaquam. Neque enim
antea ibi regnarat.
οὖν deesse videtur, I, 492 init.; Ι, 6, 7, ἀποστάν
τες τῆς εὐσεβείας.
οὐράνιον χάριν, 111, 773: imp. vocat decretum
synodicum. οὐρανίων ἐξέπεσαν τάξεως, ΙΙ, 1218,
sanctorum; quia stellis eos comparat.
οὐρανὸς εἰ στερέωμα, non idem, I, 14. οὐρανό;·
οὐκ εἰς οὐρανὸν, ἀλλ' ὡς εἰς οὐρανὸν, ἀνελήφθη
Ηλίας, 1, 735 extr.: scil. non eo, quo Christus,
quia putabant, pios ante Christum, vel finem mundi mortuos exspectare alicubi vitam æternam: vid.
1, 52, qu. 38, p. 57; qu. 45, I, 145, expl. aer. ούρα -
νὸς, οὐρανοὶ, οὐρανὸς ὁρώμενος, ἀνώτερος, 1, 718.
οὐρανὸς, οἱ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ ὀνόματος ἀξιούμενοι, ΙΙ.
396: του potest intelligi, Θεοῦ· qui coelestis Dei,
i. e. veri, nomine sunt ornati: aut, nomine e coelo,
i. e. coelitus, divinitus dato, ut sint filii Dei, et
habeant spem vitæ coelestis. τοῖς ὑπ᾽ οὐρανὸν, V,
29: i e. τῷ κόσμῳ, hominibus. οὐρανῷ τῷ ὁρω
μένῳ καὶ τῷ ὑπερτέρῳ, 1, 474. οὐρανὸν ὁρώμενον,
υπέρτερον, 1, 1074 init., 1416. οὐρανὸν ὠνούμενοι·
vid. ὠνούμ. οὐρανῶν δυνάμεις: vid. δυνάμεις.
οὔριον ὠόν, ΙΙ, 375: cui nil solidi inest, unde
nil excluditur. οὔριον, τουτέστιν, ἀσθενῇ, ibid.
οὐροῦντα πρὸς τοῖχον. 1, 485: expl. in Grmum.
οὖσαν γραφήν, IV, 616 extr., veram accusationem,
quam deferre potuisset, οὔσης τῆς ἔνδον (περιτο
μής), 11, 430: pro παρούσης.
οὐσία. opp. πράγματι συμβεβηκότι, corpus nostrum est ουσία. οὐσία τὸ δν σημαίνει. 7: ab
ὑποστάσει non differt profanis, ib. οὐσία, II, 57:
opp. ἕξις. Ibi maxime corpus sign. οὐσία et φύσις
synon., II, 334 extr. οὐσία, II, 1124: opp. πρᾶγμα
συμβεβηκός, qualis est umbra. οὐσία, φύσις, εἶναι,
synonyma, I, 6, 7. οὐσία, ΙΙΙ, 456. expl. τήν μορ
φήν. οὐσία οὐκ ἔστιν αἰών, ΙΙΙ, 546. ουσία κτιστὸν,
γενητόν, θεμελιωτόν, ΙΙΙ, 759: Filium dicit Euseb.
Nicom., ut jam non sit ὁμοούσιο: Patri. οὐσία ἀκηλίδωτος, IV, 237: φύσις, divina Christi natura. οὐσία
ψυχῆς, IV. 415, ipsa mens. οὐσία εἰ ὑπόστασις με
differant, V, 933 seq. οὐσία, ἡ ταυτότης, V, 938:
quia communis. οὐσία non est idem cum βουλήσει,
γ, 962, 963. οὐσία οὐκ ἔστι τὸ γεννητόν, οὐδὲ τὸ
ἀγέννητον, V, 961. οὐσία (Θεοῦ) τῶν οὐσιῶν αἰτία,
V. 982: ipse Deus, qualis est per se, non qualiter
ad Filium sese habet, ut αγέννητος, auctor rerum:
quasi, absolutus Deus, et exstans, non relatus ad
Filium per ἀγεννησίαν. οὐσία οὐσίας οὐδὲν διαφέρει,
ᾗ οὐσία ἐστὶν, V, 984. οὐσία ἐπὶ τοῦ γεννήματος
συνεμφαίνεται ὡς αἰτία, V, 984: in γεννήματι læc
ipsa notio, qua γεννήματι, ad οὐσίαν pertinet, ut
habeat αἰτίαν, ut ab alio sit γεννηθέν, ex ipsa vi nominis. οὐσίας, φύσεως· vid. φύσεως, οὐσίας. Ι, 681,
natura, que vere exstel. οὐσίας τὸ ταὐτὸν, τῶν
προσώπων ὁ ἀριθμός, Ι, 25: Trinitatis declaratio,
οὐσίας τῶν ὑδάτων, 1, 809, aquarum. οὐσίας, ΙΙΙ,
1204, bonorum. οὐσίας μιᾶς τῶν ὑδάτων, Ι, 1574.
ἐκ τῆς οὐσίας, τοῦ ἀνδρος, ἡ γυνή, ΙΙΙ, 255. ἐκ τῆς
αὐτοῦ οὐσίας (Dei Patris), III, 753: esse quidquam
negat Euseb. Nicom. οὐσίας καὶ ὑποστάσεως τῆς
αὐτῆς, ΙΙΙ, 883: hic synonyma sunt, οὐσίας, φύ
σεως, θεότητος, ΙΙΙ, 1051: synonyma. οὐσίας δαπανωμένης, ΙΙΙ, 1210. οὐσίας ἐπὶ τῆς προτέρας μένει,
IV, 126: symbola eucharistica. οὐσίας τρεῖς Αρειος
εἰσφέρει, IV, 78. οὐσίας, IV, 835 extr. φύσεως. οὐσίας οι φύσεως distingu., V, 923: Spir. S. non est
tantum θείας φύσεως, ἀλλὰ (καὶ) τῆς οὐσίας· nempe,
ut non tantum habeat virtutes divinas, sed et sit
ex ejus essentia, ejusdem et numero et genere.
Nam φύσις in pluribus esse potest: τῆς οὐσίας,
nemo, nisi ipse Deus. οὐσίας δηλωτικόν, V, 983:
idem esse debet: non varium. Itaque attributa
varia, imprimis negativa, non constituunt οὐσίαν,
quæ simplex et una est. οὐσίας, φύσεως, ήγουν
οὐσίας, V, 999 init. οὐσίας λεπτήν, V, 1163: φύσεως.
οὐσίᾳ πυρός, 17, 489, igni. οὐσίαν, ΙΙ, 267: opp.
πρᾶγμα συμβαίνον, ut mors est. οὐσίαν προϋποκει
μένην· vid. προϋποκ. οὐσίαν Θεοῦ μακρυνθῆναι οὐ
λέγει, Ι, 1095. οὐσίαν θείαν et τὸ ἀΐδιον et τὸ αἰών
νιον distingu., I, 122. οὐσία sign. ipsum Deum,
αἰώνιον ab æterno, άΐδιον, in æternum. οὐσίαν
ὑγράν, ξηράν, Ι, 1286 med., aquam et terram, I,
1335. οὐσίαν τῆς ψυχῆς τρέφει ὁ Λόγος ἐξ οὐρανοῦ,
1, 1317: i. e. ψυχήν opp. enim, τὸ σῶμα, simpliciter. Possit tamen notare vitam, quia affert ἄρτον
ἐπιούσιον, vel agendi alacritatem, quia requirit τὸ
ἐργάζεσθαι. Sed totuni est nugatorium et spurium.
οὐσίαν ἐξ ὕλης, ἐκ δὲ τέχνης τὸ εἶδος, 11 280: di
stinguit οὐσίαν a forma externa. οὐσίαν μίαν τῆς
Τριάδος κηρύττοντες, ΙΙ, 296: orthodoxi. οὐσίαν,
III, 844: Ariani pro υποστάσει ponere dicuntur.
οὐσίαν μίαν τῆς Τριάδος, τρεῖς ὑποστάσεις, 111, 1018.
Damasus Romæ, et alii, non Apollinaris. οὐσίαν
μίαν, IV, 6: Patris, Filii, Spir. S. οὐσίαν θείαν τὴν
Τριάδα, 1V, 8. οὐσίαν φύσιν, IV, 115: synonyma. οὐσίαν μίαν, τρεῖς ὑποστάσεις, ΙV, 362: Αροίlinar. agnovit, IV, 1256. obalav vypáv, aquam ipsam,
IV, 394. οὐσίαν τοῦ σώματος, IV, 443: τὸ σῶμα,
verum et integrum, sed et ipsum illud, quod esset
mortuum, οὐσίαν παθητὴν καὶ φθαρτην, IV, 488:
☐
col. 1069–1070page 103 of 154
PG 84:1069φύσιν, οὐσίαν σκληροτέραν, 525 ποιότητα. οὐσίαν αὑτοῦ κινήσας, 1023 λόγῳ ὑπεστήσατο. οὐσίαν τοῦ Μονογενοῦς παθητήν, 1071: οὐ σίαν, 1142: φύσιν. οὐσιωδῶς ἐμπεφυκός 44. οὐσιωδῶς, 970: διέστη - διέστη. οὐσιώθη ὑπερουσίως, 131, οὐσιώθη οὐσίωσιν εἰληφότων τοιαύτην, ΙΙΙ, 734, οὔτε μὴ καὶ δεόντως, 97: είτε, εἴτι. οὔτε δὲ ἡμῖν. την αὐτὴν ἡμῖν φύσιν έχει • οὐ τὴν αὐ τὴν δὲ ἡμῖν. κατὰ τὸ συναμφότερον, τὴν θεανθρωπίαν. οὗτος, τοῦτο γάμον. οὕτω, ΙΙΙ, 240: εἶτα. οὕτω καὶ παραβά λοιεν, ὅτῳ κ. π. παραβάλοιεν φύσιν. οὕτωσι λεγόμενον, οὐχὶ, οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ὀφειλόμενον εύλογον, ΙΙΙ, 749 όφειλ. οφείλημα, πρὸς τὴν ὀφειλομένην εἰρήνην ἀνεχώρησεν, ΙΙΙ, 874 οφειλομένην τῆς δικαιοσύνης ἀντιδόσιν, ὀφειλόντων – είσπραξιν, ΙΙ, 371: είσπραξιν. ὀφείλων και ταδικάσαι, 1037: μέλλων, ὀφθαλμοῖς ἐπιτίθεμεν τῇ καρδίᾳ, 25 ἐπιτίθεμεν ἐντίθεμεν. —ὀφθαλμούς κατασκόπους ἔπεμπε, ΙΙΙ, 797. κατασκόπους ὀφθαλμῶν. ὀφθαλμοὺς παρέλιπεν ἡ φύσις διαπλάττουσα ἐν τῇ μήτρα, ὀφθείσης αἱρετωτέρας, 1, 644: δοξάσης. ὀφρὺν καταλύει, 366, ἀφοὺν τετυφωμένην καταλῦσαι, ΙΙ, 1100. ὀφρύν, ἣν εἶχον κατὰ τῶν προσηλύτων, εγύμνωσεν, 33 34 ὀφρὺν καταστέλλει, ΙΙΙ, 256, ἀφρὺν τούτων καταστέλλων, ΙΙΙ, 120 ἀφρύος άνθρωπίνης τὸ μάταιον, Ι, 1091. ὀφρύων προβολὰς, 1, 697. σχετούς (εἰς) διαιρουμένη ἡ χάρις, Ι, 1036 οχετούς αίματος παρασκευάζουσι φέρεσθαι κατὰ τῆς γῆς, ὄχημα θαλάττιον, σχήματι ἐχρήσατο οχήματι, ὀχούμεθα ἐπ' ἀγαθῆς ἐλπίδας, ΙΙΙ, 269. ὀχούμενος ταύτης, 1, 1450: επί. ἐποχουμ. οχούμενοι ἐπὶ ταύτης τῆς ἐλπίδος. ΙΙ, 1307. ὀχουμένους ἐπὶ τοιαύτης ελπίδος, 1074. ὄψεων μέχρι τῶν ἡμετέρων, ΙΙΙ, 790 οψωνίοις. Π Παγγενή διαφθαρήσονται. ΙΙ, 580: παγγενεί, η πανδημεί, παγγενῆ κοπτομένους, παγίδας τοῦ θανάτου, Ι, 703 παγιῶσαι τὰ ζιζανιώδη, ΙΙΙ, 759, παγκρατῆ θεὸν, ΙΙΙ, 769. παθεῖν (ὑπὲρ τοῦ) αὐτὸν παρακληθείς, τί πάθω οὐκ οἶδα, 624: ἔπαθον παθημάτων ἀνθρωπείων, πλὴν ἁμαρτίας, 111, 575 πάθημα. πλήν χωρίς. παθητὴν φύσιν, πάθος σωτήριον, Ι, 195, πάθος τοῦ βωμού, Ι, πάθος, ἀθά νατον.—πάθος γέλωτος, ΙΙΙ, 1 105. πάθος εἰ σταύρωσις ψυ χήν. — πάθει έκουσίῳ· ἑκουσίῳ. πάθει πάθος ἐξε λαύνων, πάθη, ἁμαρτία ἀμετρίαν. τὰ πάν θη, ἀναγκαῖα τῇ φύσει καὶ χρήσιμα, 843, πάθη ἁρμάτων, ΙΙΙ, πάθη, συμφορήν πάθη, παθήματα, πάθους σωτηρίου ἡμέρᾳ, ΙΙΙ, 1086, πάθους σωτηρίου ἑορτήν, 1142, πάθους μνήμην, 345, 932, 1116, πάθους καὶ ἀνάγκης ἀνεπίδεκτος ἡ τοῦ Λόγου Θεοῦ φύσις, 18: παθῶν ἀναγκαίων. πάθη ἐκού σια, παιανίζειν κατὰ τοῦ θανάτου, ΙΙ, 1375. παιδεία, παιδείας τῆς ἔξωθεν· νίά. Εξωθεν. παιδείας, 938: γυμνασίας, παιδιάς, παιδείας οι παιδιὰς,var. 938. 46. παῖδες Ελλήνων, 643, παῖδες κα 524, 542. παῖδες τῶν ἐν Νικαία — Πατέρων. ΙΙΙ, 872, παῖδες Γαλιλαίων, 111, 921 Γαλιλαίους, μαθητάς. παιδεύει ὅτι, Ι, 645, παιδεύει σύμφωνα, 1, 717, παιδεύειν τὸν νόμον, 1, 564 παιδεύειν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν νό μον. παιδεύειν τὰ θεῖα, ΙΙΙ, 436: αὐτοὺς εἰς τὰ θ. παιδευόμενος νόμον, ΙΙ, 1480 παιδευόμενοι πεπαιδευμένοι, παιδεύοντας τὰ προσήκοντα, ΙΙ, 1592: αὐτοὺς εἰς τὰ προ-παι δεύοντας τὰ θεῖα, 651. παιδεύουσιν οἱ διδάσκαλοι τὰ θεία, ΙΙΙ, 185: παιδεῦσαι, ὅτι, ΙΙΙ, 733. παιδεύσας θεογνωσίαν, 579: ἡμᾶς εἰς θεογν• παιδεύων, 156, παιδεύων τοὺς Εφεσίους δόγματα, 111, 400. παιδευμάτων, ΙΙΙ, παίδευσιν τὴν σὴν, παίδευσις ή σή, παιδογόνα μόρια, 1, 42. παιδογόνῳ μορίῳ, ΙΙΙ, παιδονόμους, Ι, 1047; ΙΙ, 1062, παιδοπίπας, παιδοποιεῖν, Ι, 102: παιδοποιῆσαι τέκνα, ΙΙ, λαβεῖν, τέκνα
pro φύσιν, extr. οὐσίαν σκληροτέραν, IV, 525 init.,
naturam, ποιότητα. οὐσίαν αὑτοῦ κινήσας, V, 1023:
opp. λόγῳ ὑπεστήσατο. Illud sign. adhibuit, il fit
agir, totum sese ad opus contulit, et quasi accinxit,
sich in Bewegung gesetzt, mis en devoir, velut minister operosus, non sufficiente voluntate. οὐσίαν τοῦ
Μονογενοῦς παθητήν, V, 1071: dicunt Anomai. οὐ
σίαν, V, 1142: φύσιν.
οὐσιωδῶς ἐμπεφυκός Sp. S. Christus dicitur,
V, 44. οὐσιωδῶς, V, 970: διέστη - vid. διέστη.
οὐσιώθη ὑπερουσίως, V, 131, assumpsit naturam
sensus incurrentem, animo comprehendendam,
verbis signandam, circumscriptam varia conditione,
ut tamen maneret et esset Deus, omni tali determinatione et circumnscriptione major. οὐσιώθη
IV, 47: qua essentiam mutata est, naturaliter
illud facta.
οὐσίωσιν εἰληφότων τοιαύτην, ΙΙΙ, 734, tali modo
effectis, ut essent.
οὔτε μὴ καὶ δεόντως, V, 97 med.: pro είτε, lapsu
librarii, vel εἴτι. οὔτε δὲ ἡμῖν. V, 1403: obscurum
est, ut cohaereat. Referri videtur ad superius: την
αὐτὴν ἡμῖν φύσιν έχει • Est ergo quasi, οὐ τὴν αὐ
τὴν δὲ ἡμῖν. Sequitur, κατὰ τὸ συναμφότερον, i. e.
τὴν θεανθρωπίαν.
οὗτος, ad remotius et prius, I, 427, lin. 7; τοῦτο
enim pertinet ad γάμον.
οὕτω, ΙΙΙ, 240 init.: εἶτα. οὕτω καὶ παραβά
λοιεν, V, 95 extr.: corruptum haud dubie, et legendum, &, vel proprius, ὅτῳ κ. π. παραβάλοιεν
referri potest ad φύσιν.
οὕτωσι λεγόμενον, 1V, 213: sic simpliciter, cum
discrimine ab aliis appellationibus.
οὐχὶ, ΙV, 162 extr.: profecto legendum οὐκ ἦν
ἄνθρωπος, nempe, quod sequitur
ὀφειλόμενον εύλογον, ΙΙΙ, 749: nisi xal inserendum, όφειλ. est pro οφείλημα, substantivo. πρὸς
τὴν ὀφειλομένην εἰρήνην ἀνεχώρησεν, ΙΙΙ, 874:
Constant. M. per mortem. οφειλομένην τῆς δικαιο
σύνης ἀντιδόσιν, 1, 1328: de Deo; durius sane et
arrogantius: potest reddi, promissam. ὀφειλόντων
– είσπραξιν, ΙΙ, 371: vid. είσπραξιν. ὀφείλων και
ταδικάσαι, V, 1037: μέλλων, volens.
ὀφθαλμοῖς ἐπιτίθεμεν τῇ καρδίᾳ, II, 25: Christum
in sacra Coena, dum videmus in pane et sanguine
corpus ejus. ἐπιτίθεμεν pro ἐντίθεμεν. —ὀφθαλμούς
κατασκόπους ἔπεμπε, ΙΙΙ, 797. Possis κατασκόπους
habere glossam ὀφθαλμῶν. Nam exploratores vel
speculatores dicebantur oculi et aures principum.
ὀφθαλμοὺς παρέλιπεν ἡ φύσις διαπλάττουσα ἐν τῇ
μήτρα, IV, 878: cæco nato.
ὀφθείσης αἱρετωτέρας, 1, 644: pro δοξάσης.
ὀφρὺν καταλύει, II, 366, fastum deprimit. ἀφοὺν
τετυφωμένην καταλῦσαι, ΙΙ, 1100. ὀφρύν, ἣν εἶχον
κατὰ τῶν προσηλύτων, εγύμνωσεν, II, 33 extr., 34
init. ὀφρὺν καταστέλλει, ΙΙΙ, 256, fastum eorum
deprimit. ἀφρὺν τούτων καταστέλλων, ΙΙΙ, 120
extr. ἀφρύος άνθρωπίνης τὸ μάταιον, Ι, 1091.
ὀφρύων προβολὰς, 1, 697.
σχετούς (εἰς) διαιρουμένη ἡ χάρις, Ι, 1036 med.:
quia divisa pluribus hommibus et modis. οχετούς
αίματος παρασκευάζουσι φέρεσθαι κατὰ τῆς γῆς,
ὄχημα θαλάττιον, IV, 538, navem, quam porro
comparat plaustro. σχήματι ἐχρήσατο (Christus)
natura humana, II, 45 init.: scil. 1' in qua esset
et se exsereret divinitas; 2° quæ illi foret pro instrumento belli et victoriæ. οχήματι, IV. 502: lex
utitur aere, per quem ad nos veniat
ὀχούμεθα ἐπ' ἀγαθῆς ἐλπίδας, ΙΙΙ, 269. ὀχούμενος
ταύτης, 1, 1450: scil. επί. cod. ἐποχουμ. οχούμενοι
ἐπὶ ταύτης τῆς ἐλπίδος. ΙΙ, 1307. ὀχουμένους ἐπὶ
τοιαύτης ελπίδος, ΙV, 1074.
ὄψεων μέχρι τῶν ἡμετέρων, ΙΙΙ, 790: ad nos
imp. scribit.
οψωνίοις. 1, 761 init.: de militibus, expl. 2047.
Π
Παγγενή διαφθαρήσονται. ΙΙ, 580: pro παγγενεί,
η πανδημεί, quod usitatius. παγγενῆ κοπτομένους,
II. 739 init.
παγίδας τοῦ θανάτου, Ι, 703: expl. insidias.
παγιῶσαι τὰ ζιζανιώδη, ΙΙΙ, 759, altius infgere,
ut coalescant, et radices agant firmius.
παγκρατῆ θεὸν, ΙΙΙ, 769.
παθεῖν (ὑπὲρ τοῦ) αὐτὸν (Christum) παρακληθείς,
II, 957: Pilatus, rogatus de morte Christi: ex usu
Sc. S. τί πάθω οὐκ οἶδα, IV, 624: pro ἔπαθον de
preterito enim loquitur: qui factum sit, quid fecerim.
παθημάτων ἀνθρωπείων, πλὴν ἁμαρτίας, 111, 575
init. Quasi et peccatum πάθημα. Αut πλήν est pro
χωρίς.
παθητὴν φύσιν, IV, 488: coelum habet.
πάθος σωτήριον, Ι, 195, mors Christi. πάθος τοῦ
βωμού, Ι, 487: quod factum erat de altari, ut rumperetur. πάθος, III, 550, mortem; opp. enim ἀθά
νατον.—πάθος γέλωτος, ΙΙΙ, 1 105. πάθος εἰ σταύρωσις
differunt, V, 1082: illud fit cum sensu, exponit ψυ
χήν. — πάθει έκουσίῳ· vid ἑκουσίῳ. πάθει πάθος ἐξε
λαύνων, 1, 68: de carnium esu idololatriae obviam
ituro. πάθη, III, 60: excitari dicuntur ab ἁμαρτία
ad ἀμετρίαν. Sunt desideria rerum, quibus egeat
hæc vita: quas nimis appetendo peccemus. τὰ πάν
θη, ἀναγκαῖα τῇ φύσει καὶ χρήσιμα, ΙV, 843, impetus, desideria et aversationes. πάθη ἁρμάτων, ΙΙΙ,
413: si non recte habent, læsa sunt. πάθη, 18,
1037 extr., cædes involuntarias: συμφορήν Herodotus vocat. πάθη, παθήματα, IV, 762: quæ in
sole, luna, aere flunt, imperfectionem eorum monstrantia. πάθους σωτηρίου ἡμέρᾳ, ΙΙΙ, 1086, Paschate. πάθους σωτηρίου ἑορτήν, II, 1142, Pascha.
πάθους μνήμην, ΙV, 345, 932, 1116, Paschatos festum. πάθους καὶ ἀνάγκης ἀνεπίδεκτος ἡ τοῦ Λόγου
Θεοῦ φύσις, V, 18: i. e. παθῶν ἀναγκαίων. Nam
πάθη sane habuit Christus, sed voluntaria, ἐκού
σια, ut saepe alibi.
παιανίζειν κατὰ τοῦ θανάτου, ΙΙ, 1375.
παιδεία, 1, 71, denuntiatio malorum, Canaani
facta prophetice. παιδείας τῆς ἔξωθεν· νίά. Εξωθεν.
παιδείας, IV, 938 extr.: potest esse γυμνασίας,
exercitationes. At n. 46 legitur παιδιάς, non incommode. παιδείας οι παιδιὰς,var. IV, 938. n. 46.
παῖδες Ελλήνων, IV, 643, pagani. παῖδες κα
pwv, I, 20 medici; II, 772, 774; III, 20, 1222; IV,
524, 542. παῖδες τῶν ἐν Νικαία — Πατέρων. ΙΙΙ,
872, muli. παῖδες Γαλιλαίων, 111, 921: vel pro
Γαλιλαίους, vel sign. μαθητάς.
παιδεύει ὅτι, Ι, 645, monet. παιδεύει σύμφω
να, 1, 717, docet. παιδεύειν τὸν νόμον, 1, 564: per
hypall. pro, παιδεύειν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν νό
μον. παιδεύειν τὰ θεῖα, ΙΙΙ, 436: pro, αὐτοὺς εἰς τὰ
θ. παιδευόμενος νόμον, ΙΙ, 1480 init. παιδευόμενοι
(vel πεπαιδευμένοι, illud h. 1. melius), I, 5, quibus
data est Sc. S. ut inde erudirentur. παιδεύοντας τὰ
προσήκοντα, ΙΙ, 1592: pro, αὐτοὺς εἰς τὰ προ-παι
δεύοντας τὰ θεῖα, IV, 651. παιδεύουσιν οἱ διδάσκα
λοι τὰ θεία, ΙΙΙ, 185: hypall. παιδεῦσαι, ὅτι, rel.
ΙΙΙ, 733. παιδεύσας θεογνωσίαν, III, 579: pro, ἡμᾶς
εἰς θεογν• hypall. παιδεύων, I, 156, monstrans,
docens. παιδεύων τοὺς Εφεσίους δόγματα, 111, 400.
παιδευμάτων, ΙΙΙ, 946. Constantii, participes milites, Christianos sese ostendunt.
παίδευσιν τὴν σὴν, IV, 1068, te; ad causidicum;
quasi, eruditionem tuam, te, doctissime, consultissime παίδευσις ή σή, IV, 1207, tu, doctissime
consultissime: causidico.
παιδογόνα μόρια, 1, 42. παιδογόνῳ μορίῳ, ΙΙΙ,
παιδονόμους, Ι, 1047; ΙΙ, 1062, pedagogos
παιδοπίπας, ΙV, 885, molles, impudicos.
παιδοποιεῖν, Ι, 102: de anatre. παιδοποιῆσαι
τέκνα, ΙΙ, 1313: pleon. Ceterum in Hebr. et Greco
tantum est λαβεῖν, Ose. 1; quod et ad τέκνα pertineat
col. 1071–1072page 104 of 154
PG 84:1071παιδοποιήσει βασιλέα, 1971 παιδοποιησάμενος φερέφατταν, 788. παιδοποιοῦντα τὸν Πάνα, 1, παιδοποιίας τὸ πλῆθος, 1, 84 παιδοτριβηθείς, ΙΙΙ, 1139. παιδοτρίβης τῶν εὐσεβῶν, ΙΙ, 77, παίουσαι θύραν, 640: κόπτουσαι κρού σασαι. πάλαι, οι πάλαι. πάλαι πατρίδα ἔσχε τὴν Κῦρον, ΙΙΙ, 1156 παλαιός νόμος. 57: νόμος. παλαιός, ΙΙΙ, 1167: πρεσβύτης, παλαιός Μελ χισεδέκ, πα λαιὰ Ἱερουσαλήμ, Ν. Τ. παλαιοῦ παρα δείγματος, ΙΙΙ, 269: παλαιού, 128 ἐκ τῆς παλαιᾶς εὐσεβείας, ΙΙΙ, 923 παλαιᾶς ἱστορίας, 1924 παλαιᾷ, ΙΙ, 11, 85 Διαθήκη. παλαιᾷ, ΙΙΙ, παλ αιόν γῆρας, ΙΙΙ, παλαιὰν Γραφήν, ΙΙΙ, 259, ὁ τὴν παλαιὰν ἱστορίαν συγγράψας, 1265 παλαίων νόσῳ, παλαιοῖς ἀνδράσι, ΙΙ, 90 παλαιοτέρων διηγημάτων, ΙΙΙ, 688 παλαιούμενον περιλήψει, 131 παλαιωθεῖσαν, παλαιωθέντας ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ΙΙ, τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον. παλαίστραν, παλιγγενεσία. Ι, 970, παλιγγενεσίας μυστήριον, παλίμβουλος παλίμφημος, πάλιν, Υ, πάλιν ἀναστρέψαντες, ΙΙ, 565. πάλιν ἀνέλαβε, ΙΙΙ, 426 πάλιν, παλινδρομῆσαι πρὸς ἡσυχίαν, 1922 παμβασιλεὺς τῶν ὅλων, Ι, 906, 1055; 685, 1634 1974 παμβασιλέως Χριστού, 1, παμμίαρος βασιλεύς, ΙΙΙ, 918 πάμπαν κατέλυσας τὴν βασιλείαν, Ι, 1245. πάμπαν ἀδύνατον, 111, 407: πάντως πᾶν· τότε δὲ τὸ πᾶν, 11, 80: ὑπεστήσατο. παναγή, παναγούς ἑορτῆς, 1 1065. πανάγιος θρόνος, 1197: Παναγίου βαπτίσματος, 1, 307. — Πνεύματος, Ι, 330. πανάγνων, 723: ἁγνοτάτων. παναληθής πρόβῥησις, ΙΙ, 1175. παναλκὲς φάρμακον, 880: πα ναχὲς πανδημη παραγενομένη, ΙΙΙ, 1925: παν δημεί. πανδημος, ΙΙΙ, 986: πανδημεί. πανεύφημος Ἰώβ, 414. πανηγυρίζειν τὴν ἑορτὴν, ΙΙ, 1666. — ἑορτάς, 11, 1425. πανηγυρίζομεν μνήμην, 932. πανηγυρίζουσι τὴν μνήμην, 513. πανηγυρίζων τὴν μνή μην της διαγωγής, ΙΙ, 1369. πανηγυρικώς λεγόμενα ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, πανηγυρικώς λέγειν, πανηγυρίζων, δογμα τίξων, πανόλβιος Μανασσής, ΙΙ, 813: παμπόνηρος. πανοπλία, ἡ πνευματική δωρεά, 1, 389. πανοπλίᾳ βαπτίσματος φραξάμενον, ΙΙΙ. 968. πανοπλίας ἐστερημένον, πανοπλίαν βασιλείας, πανούργου νενόμικα, Ι, 603. προύργου. πάνσοφος 1, 299; 385, 1965. 126. Κύριος, Ι, 324. ἀρχιερεὺς, 1, 555. Ἰακώβ, 465. πάνσοφοι, πανστρατιά προσβαλών, ΙΙΙ, 906; πανστρατι, πανστρατιᾷ. παντοδαπή, ΙΙ, 1584: παντοδαπήν. παντοδύναμος, Ι, 507, 1571; 23. τὸ παντοδύναμον τοῦ Θεοῦ, 1, 502: 342, 415. παντοκράτωρ Κύριος, 1, 384: 413 πάντως, ΙΙΙ, πάνυ ὁ πάνυ, πάπα, ΙΙΙ, πάπας Δάματος, ΙΙΙ, 1056. πάππος κτίσεως, κτίσμα, έκτισε. παππίας βασιλείας, ΙΙ. 1175. παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις ἔτισε ποινήν, 1, 769, παρὰ ἀνθρώποις βασι λευόντων, ΙΙ, 262, ἀνθρώπων παρὰ ἀνθρώπου, δι' ἀνθρώπου, παρὰ τὴν γῆν ὀρύττων, ΙΙΙ, 1231 ἐν τῇ γῇ, εἰς τὴν γῆν, παρὰ τὸν οἰκίσκον. παρὰ τῇ - Γραφῇ. Ι, 635, 681, 77, 122, 1172. παρὰ τῷ Εβραίῳ, 1, 74. 1312, 1435; ΙΙ, 235, 971. παρὰ τῷ Εβραϊκῷ, ΙΙ, 225, τῆς εἰρήνης σπονδάς, 1079, περί, 9. παρὰ τὴν ἔπαλξιν, 1080, ἐν τῇ ἐπάλξει. 1080, ἐν τῇ ἐπάλξει. — παρὰ τοῦ Θεοῦ ἕτερον πρόσωπον, ΙΙ. 547, παρὰ τῷ Θεῷ, ἐν τῷ Θεῷ, ἐν τῇ θεότητι, παρὰ τὸν Θεόν, παρά τὸν καιρὸν, Ι, παρὰ τοῦ Κυρίου, ενέργειαν συγχώρησιν, 559. παρὰ μίαν, ΙΙ, 1155, ἡμέραν, παρὰ τῷ Μωσῇ εἰρη μένω, ΙΙ, παρά τούτῳ φοιτά, ΙΙΙ, 672, τοῦτον, πρὸς τοῦτον. παρ' αὐτῷ καλούμενος, Ι, 246: αὐτοῦ, παρ' εὐχὰς, παρ' ὑμῶν ἑτολ μᾶτε, ΙΙ, 1550: ὑμῖν, ἐν ὑμῖν, τολμᾶτο παρ' αὐτὸν (τὸν λόγον) ἡ σάρξ, παρα ἡμῖν, παραβαλεῖν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, 840, παραβάλλοι ἀκοαῖς, 8, προσβάλλοι, παραβαλλομένη ἡ ἁμαρ τία οὐκ ἔχει εἰκόνα, ΙΙ, 392. παρα βάλλεσθαι παραβαλόντων ταύταις τῶν λαῶν προσελθόντων,
T071
adoptanda. παιδοποιήσει βασιλέα, II, 1971 extr.
παιδοποιησάμενος φερέφατταν, IV, 788. (Non solet
casum regere). παιδοποιοῦντα τὸν Πάνα, 1,
παιδοποιίας τὸ πλῆθος, 1, 84: populi numerosi
originem ex eo.
παιδοτριβηθείς, ΙΙΙ, 1139.
παιδοτρίβης τῶν εὐσεβῶν, ΙΙ, 77, Deus.
παίουσαι θύραν, I, 640: pro κόπτουσαι vel κρούσασαι.
πάλαι, 1, 670 extr.. ante adventum Christi: ut
687, οι πάλαι. III, 240, ab initio Novi Test. πάλαι
πατρίδα ἔσχε τὴν Κῦρον, ΙΙΙ, 1156: nempe deinde in
deserto habitavit, nunc in colo agit: quasi abjurarit illam patriam urbem.
παλαιός νόμος. II, 57: vid. νόμος. παλαιός, ΙΙΙ,
1167 init: πρεσβύτης, ut ipse expl. παλαιός Μελχισεδέκ, IV, 595 (non quo sit recentior alter). παλαιὰ Ἱερουσαλήμ, II, 381: post Cyrum ad Romanorum bellum: opp. Ecclesiæ Ν. Τ. παλαιοῦ παραδείγματος, ΙΙΙ, 269: Adami. παλαιού, IV, 128: Irenai Epith. ἐκ τῆς παλαιᾶς εὐσεβείας, ΙΙΙ, 923:
cum prius fuisset Christianus, Jul. Apost. παλαιᾶς
ἱστορίας, 1V, 1924: e Vet. T.
παλαιᾷ, ΙΙ, 11, 85
med.: simpliciter; scil. Διαθήκη. παλαιᾷ, ΙΙΙ, 910:
parte Antiochia: at915, ecclesia ibi exstructa. παλαιόν γῆρας, ΙΙΙ, 434: aut pleonasmus est, aut sign.
quem adhuc habuistis, situm et squalorem pravi.
tatis. παλαιὰν Γραφήν, ΙΙΙ, 259, Vetus Test. ὁ τὴν
παλαιὰν ἱστορίαν συγγράψας, IV, 1265: Moses,
qua tempora ad diluvium. παλαίων νόσῳ, ΙV, 719
init., agrotus. Extra illum contextum sit medicus.
παλαιοῖς ἀνδράσι, ΙΙ, 90 init. in Vet. Test. παλαιο
τέρων διηγημάτων, ΙΙΙ, 688: e Veteri Test.
παλαιούμενον περιλήψει, V, 131: ut fiat res
nota, trila, gleichyältig. παλαιωθεῖσαν, V. 129
init., debilitatam, corruptam. παλαιωθέντας ὑπὸ
τῆς ἁμαρτίας, ΙΙ, 148, habentes pravitatem veterem
et innatam, τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον.
παλαίστραν, ΗI, 1206, sedem vitæ asceticæ.
παλιγγενεσία. Ι, 970, altera vita. παλιγγενεσίας
μυστήριον, ΙV, 1310, baptismi actum.
παλίμβουλος Saul, I, 397, subito mutans consilia,
nunc blandus, modo trux.
παλίμφημος, V, 5, repugnans, sibi contrarius.
πάλιν, Υ, 65: contra ea, quæ ipse dixit. I, 20,
adhibetur novo et alio exemplo afferendo; ut Paullus solet in locis Scr. S. 1, 301, alio loco. πάλιν
ἀναστρέψαντες, ΙΙ, 565. πάλιν ἀνέλαβε, ΙΙΙ, 426:
redundat πάλιν, ut 644 extr., 665 init.
παλινδρομῆσαι πρὸς ἡσυχίαν, IV, 1922: quia jam
ante episcopatum fuisset in monasterio.
παμβασιλεὺς τῶν ὅλων, Ι, 906, 1055; II, 685, 1634
extr. III, 1974 pleon. παμβασιλέως Χριστού, 1,
896 init.
παμμίαρος βασιλεύς, ΙΙΙ, 918: Julian. apost.
πάμπαν κατέλυσας τὴν βασιλείαν, Ι, 1245. Adv.
πάμπαν ἀδύνατον, 111, 407: pro πάντως et sic
sæpe cum adjectivo.
πᾶν· τότε δὲ τὸ πᾶν, 11, 80: vid. ὑπεστήσατο.
παναγή, ΙV, 710 extr., sanctissima. παναγούς
ἑορτῆς, 1 1065.
πανάγιος θρόνος, IV, 1197: sedes Rom, Παναγίου
βαπτίσματος, 1, 307. — Πνεύματος, Ι, 330.
πανάγνων, IV, 723: ἁγνοτάτων.
παναληθής πρόβῥησις, ΙΙ, 1175.
παναλκὲς φάρμακον, IV, 880 init.: forte πα
ναχὲς legendum.
πανδημη παραγενομένη, ΙΙΙ, 1925: pro πανδημεί.
πανδημος, ΙΙΙ, 986 extr.: pro πανδημεί.
πανεύφημος Ἰώβ, IV, 414.
πανηγυρίζειν τὴν ἑορτὴν, ΙΙ, 1666. — ἑορτάς, 11,
1425. πανηγυρίζομεν μνήμην, IV, 932. πανηγυρί
ζουσι τὴν μνήμην, ΙV, 513. πανηγυρίζων τὴν μνήμην της διαγωγής, ΙΙ, 1369.
πανηγυρικώς λεγόμενα ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, IV,
202: a concionantibus, speciosius srpe, quam
verius, ingenii lusu nixa magis, quam Scr. S. aucloritate. πανηγυρικώς λέγειν, πανηγυρίζων, IV,
1504: in sacris publicis, homilitice: opp. δογμα
τίξων, cum doctorem agit.
πανόλβιος Μανασσής, ΙΙ, 813 init.: imo παμπό
νηρος. An ob penitentiam et reditum ad meliora?
πανοπλία, ἡ πνευματική δωρεά, Davidis, 1, 389.
πανοπλίᾳ βαπτίσματος φραξάμενον, ΙΙΙ. 968. πανοπλίας ἐστερημένον, IV, 646, animum sine corpore,
ut instrumento pugna contra vitia. πανοπλίαν
βασιλείας, 111, 634, arma, quibus utantur ejus
cives.
πανούργου νενόμικα, Ι, 603. Cod. προύργου. Si
illa lectio vera: accipienda bono sensu, prudentis
opus, omnibus satisfacientis.
πάνσοφος Paulus, 1, 299; IV, 385, 1965. 126.
Κύριος, Ι, 324. ἀρχιερεὺς, 1, 555. Ἰακώβ, 1V, 465.
πάνσοφοι, Josua et Eleazar, I, 516.
πανστρατιά προσβαλών, ΙΙΙ, 906; pro πανστρατι,
vel πανστρατιᾷ.
παντοδαπή, ΙΙ, 1584: pro παντοδαπήν.
παντοδύναμος, Ι, 507, 1571; V, 23. τὸ παντοδύναμον τοῦ Θεοῦ, 1, 502: II, 342, IV, 415.
παντοκράτωρ Κύριος, 1, 384: Spiritus S. et 413
init., 560.
πάντως, ΙΙΙ, 162 init. fortasse omnino (überhaupt),
irgend, etwa eine, qualemcunque.
πάνυ Elias. II, 77; 1V, 1063 extr. ὁ πάνυ,
Elisa, 1, 515.
πάπα, ΙΙΙ, 749 init.: episcopo Alexandrino. πάπας
Δάματος, ΙΙΙ, 1056.
πάππος κτίσεως, V. 927: erit Deus Pater, si
Filius κτίσμα, per quem reliqua έκτισε.
παππίας βασιλείας, ΙΙ. 1175.
παρὰ τοῖς ἀλλοφύλοις ἔτισε ποινήν, 1, 769, per
eos, vel, pugnans cum iis. παρὰ ἀνθρώποις βασι
λευόντων, ΙΙ, 262, pro ἀνθρώπων • vel, qui apud
illos ut reges suspiciuntur. παρὰ ἀνθρώπου, V, 1165,
disting, a δι' ἀνθρώπου, nempe ut homo, in Christo,
vel humana natura, fuerit organon ejus rei, quam
solus homo per se dare non posset. παρὰ τὴν γῆν
ὀρύττων, ΙΙΙ, 1231 extr. i. e. ἐν τῇ γῇ, εἰς τὴν γῆν,
παρὰ τὸν οἰκίσκον. παρὰ τῇ - Γραφῇ. Ι, 635, 681,
pro èv, II, 117, 605, 1315, 1355; II, 2, 129; IV,
77, 122, 1172. παρὰ τῷ Εβραίῳ, 1, 74. in textui
Hebraico, 1312, 1435; ΙΙ, 235, 971. παρὰ τῷ
Εβραϊκῷ, ΙΙ, 225, protv.—παρὰ τῆς εἰρήνης σπονδάς,
III, 1079, pro περί, ut est n. 9. παρὰ τὴν ἔπαλξιν,
III, 1080, pro, ἐν τῇ ἐπάλξει.
III, 1080, pro, ἐν τῇ ἐπάλξει. — παρὰ τοῦ Θεοῦ ἕτερον
πρόσωπον, ΙΙ. 547, aut pro παρὰ τῷ Θεῷ, i. e. ἐν
τῷ Θεῷ, ἐν τῇ θεότητι, aut pro παρὰ τὸν Θεόν, præter Deum, scil. Patrem, primam personam παρά
τὸν καιρὸν, Ι, 960, sub tempus; II, 358, in ipso
tempore. παρὰ τοῦ Κυρίου, non ενέργειαν semper
sed et συγχώρησιν, sign. I, 559. παρὰ μίαν, ΙΙ,
1155, ἡμέραν, quotidie semel. παρὰ τῷ Μωσῇ εἰρη
μένω, ΙΙ, 241, in libris Mosis, ad Mosen, a Deo. παρά
τούτῳ φοιτά, ΙΙΙ, 672, pro τοῦτον, vel πρὸς τοῦτον.
παρ' αὐτῷ καλούμενος, Ι, 246: pro αὐτοῦ, aut sign.
ex ejus sententia. παρ' εὐχὰς, 1, 954: in Suppl. n.
9: aut, contra quam precati sint; aut in volis susceptis de re cupiditatibus molesta. παρ' ὑμῶν ἑτολ
μᾶτε, ΙΙ, 1550: pro ὑμῖν, ἐν ὑμῖν, inter vos: nisi
legendum, τολμᾶτο παρ' αὐτὸν (τὸν λόγον) ἡ σάρξ,
V, 20, præter eum, ut scil. non sola esset natura
divina: aut potius, apud eum, ei juncta. παρα
ἡμῖν, V, 1016, e nostra sententia.
παραβαλεῖν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ΙII, 840, accedere
ad conventum Christianoruin in sacris, versari inter alios Christianos. παραβάλλοι ἀκοαῖς, V, 79
init., n. 8, pro προσβάλλοι, παραβαλλομένη ἡ ἁμαρ
τία οὐκ ἔχει εἰκόνα, ΙΙ, 392. Nequit ergo παρα
βάλλεσθαι sign. cui comparetur; vel, si quis voluerit comparare. παραβαλόντων ταύταις τῶν λαῶν
IV, 1330, προσελθόντων, a navi ductum.
col. 1073–1074page 105 of 154
PG 84:1073παράβασιν ἔχει ὁ νόμος, 461, παραβάτην παραβιβασμένων, 1, 444. παραβιβάσω τὰς ἐπαγγε παραβολή, Ι, 883, παραβολή σπερ μάτων, ΙΙΙ, 278, μεταβολή. παραβολήν, 1,392, παραβολήν, οὐκ ἀλήθειαν, ΙΙ, 838, 839. παραβολικῷ σχήματι, 522. παραβολικῶς νοουμένης της γαστρός, Ι, 1395, λικῶς διὰ τῆς σκηνής διδασκόμεθα, ΙΙΙ, 599. παραβύστῳ (ἐν τολμώμενα, 11, 536. παραγραφή (της θεότητος ΙΙΙ, 740, παραγράφονται τῆς σαρκὸς τὴν φύσιν, 1152. παραγράψασθαι μαρτυρίαν, 1, παραδεδεγμένοι, παραδέδωκε τοῖς ἡμετέροις μέρεσι, ΙΙΙ, κότες τῷ φθόνῳ τὸ ὀπτικὸν τῆς διανοίας, ΙΙ, 1179. παράδειγμα ἀσεβείας, 1, 286, παράδεισος βασιλικός, Ι, 434. παράδεισον θεῖον,. παρά διδάσκει, αἰνίγματα. παραδηλοί, πα παραδιδοὺς προσευχήν, Ι, 1317, παραδοθεν ἐγγράφως, ΙΙΙ, παραδοθήσεσθε ἀσθενία, ΙΙ, 1456. παράδοξα εἰργάζετο, παράδοσις βαπτίσματος διδά παραδόσει τῶν θείων μυστηρίων, 1218, παράδοσιν καθολικὴν καὶ πίστιν, ΙΙΙ, παράδοσιν ἀποστολικὴν, παραδούναι συγγραφή, ΙΙ, 558. — ταυή, 11, 1014. παραδοὺς τὰ θεῖα μυστήρια, 1251, παραδίην ἔγγραφον διδασκαλίαν, ΙΙ, 4054. παραδώσειν σταυρῷ, ΙΙ, 667. παραζευχθεὶς Θεῷ ἄνθρωπος, 1109, παραθεὶς αὐτῷ πέδας, ΙΙ, 628, περιθείς. παραινέσεις, οὐ νόμους, 945, παραίτηται. 125 παρῄτηται. παρακαθίσας τὴν στρατιάν, Ι, 1126 παρακαταθήκης εὐθύνας, ΙΙΙ, 1920, παρακεκλημένου, μεταξὺ τοῦ, παθεῖν τὰ τῆς διαθήκης αὐτοῦ, ὡς ἐπὶ Ζαχαρίου τοῦ αἵματος, ΙΙΙ, τὰ τῆς διαθήκης αυτ μεταξύ μετά παθεῖν τὰ τῆς διαθήκης τοῦ παρακεκλημένου? πατεῖν τὰ τῆς δια θήκης, τὴν διαθήκην. παρακεκλημένου οἱ μετ' αὐτοῦ· διαθήκην πατεῖν ὡς ἐπὶ Ζαχαρίου τοῦ αἵματος, ὡς ἐπὶ τοῦ αἵμ. Ζαχαρ. τοῦ παρακεκροῦσθαι βασιλικοῖς τεχνάσμασι, ΙΙΙ, 955. παρακελεύεται ὁ προφήτης, ΙΙ, 425, τῷ προ παρακελεύεται. ΙΙ, 468, 1055, παρακελεύεται παρακελεύεται ὁ νόμος, 686; 1140. παρακε παρασκευάζουσι. - παρακελευσάμενος αὐτήν. ΙΙ. 616, αὐτῇ. παρεκελεύσαντό μοι διο παράκλησις διδασκαλίας διαφέρει, 111, 602, παρά ράκλινον, παράσυρον, καταβίβασον. παρακνίζομεν, ΙΙ, 229, τὸ παραζηλούμεν.
παράβασιν ἔχει ὁ νόμος, vil. 461, violari potest,
hanc conditionem habet, ut, qui secus faciat, delinquat. Metonymia.
παραβάτην dicit Julianum, I, 953.
παραβιβασμένων, 1, 444. παραβιβάσω τὰς ἐπαγγε
Alas, I, 1242, pro лаpaбnow, id ipsum Hebraismi
sensu, fallam, negligam.
משל
παραβολή, Ι, 883, expl. proprie. παραβολή σπερμάτων, ΙΙΙ, 278, pro, μεταβολή. παραβολήν, 1,392,
Ta poplav, proverbium, apophthegma, o,
sententiam, dictum. παραβολήν, οὐκ ἀλήθειαν, ΙΙ,
838, 839. παραβολικῷ σχήματι, III, 522. metapho
ræ, allegoriæ. napaбolixòv oxñµa, III, 682, metaphora, allegoria, non per narrationem historicam.
παραβολικῶς νοουμένης της γαστρός, Ι, 1395, metaphorice, vel, ab hominum similitudine. zapaбoλικῶς διὰ τῆς σκηνής διδασκόμεθα, ΙΙΙ, 599.
παραβύστῳ (ἐν τολμώμενα, 11, 536.
napáYOTES ONTOy, IV, 10, textum afferentes.
παραγραφή (της θεότητος ΙΙΙ, 740, ut suspectam
faciant, tollant Christi divinitatem. napaypáóŋ, V,
1002 init., falsum dicas, damnes, repudies. rapsɣpaçóµɛvos, V, 1027, Epistolam ad Hebr. Pauli et
divinam esse negantes. παραγράφονται τῆς σαρκὸς
τὴν φύσιν, V, 1152. παραγράψασθαι μαρτυρίαν, 1,
733, falsi arguere, suspectam reddere, ei repugnare Galli, s'inscrire en faux. napaypάfastα,
V, 1037 extr., excludere, removere, adorandum
simul non censere, eliminare.
napadɛdɛiyµévoɩ, I, 681 extr., legendum videtur,
παραδεδεγμένοι, credentes, nec Deum consulere.
napadɛdflwxɛ, IV, 890, manifesto significavit.
napað±µévous novηpla, II, 401, qui se ipsi tradiderint. παραδέδωκε τοῖς ἡμετέροις μέρεσι, ΙΙΙ,
811 init., ad vos fugere, in vestram terram se conferre adegit. Licinium innuere videtur. TapadéEwxev 8pyiz, IV, 736, docuit, instituit. napadówκότες τῷ φθόνῳ τὸ ὀπτικὸν τῆς διανοίας, ΙΙ, 1179.
παράδειγμα ἀσεβείας, 1, 286, admonitio vitandæ
impietatis, ab pœnam. лapaðsíɣµatog, HI, 72, quod
Adamum (ut ipse putat) loquentem induxit;
utrumque incommode, et quod Adamum intelligit,
Rom. vii, et quod exemplum vocat illustrandæ rei,
quod aut in uno Adamo et solo, qua lapsum, aut
in universis sit, constet, qua originem pravi motus,
III, 269, de Adamo, non exemplo tantum, sed argumento, ex analogia et œeconomia, III, 238, 239,
argumentum, specimen; imo caput rei; e quo tamen et cætera judicarentur.
παράδεισος βασιλικός, Ι, 434. παράδεισον θεῖον,.
11, 313, ecclesiam.
Tapadnhol, I, 263, simul ostendit et obscurius.
llic παρά urgendum, quia præc. διδάσκει, et αἰνίγ
ματα. παραδηλοί, IV, 635,821, aperte significat. πα
padniwv, IV, 635, clare, aperte.
napad:66aμev. III, 845 extr., docemus, profitemur. napadidiast, 1, 986, proponunt, docent, inducunt. παραδιδοὺς προσευχήν, Ι, 1317, cum oratiotionem Dominicam docet. παραδοθεν ἐγγράφως, ΙΙΙ,
613 extr. rapadova vázy, III, 895, e lapsu
mortuum esse, παραδοθήσεσθε ἀσθενία, ΙΙ, 1456.
napádočov ápxlepov, III, 573, Christi, quia,
non e tribu Levi. παράδοξα εἰργάζετο, V, 39, mira
patravit.
napádosis, I, 69, narratio non expressa in textu,
sed indiciis firmata. παράδοσις βαπτίσματος διδάexe., IV, 1153, institutio. napádоsię fidei evangelicæ, V, 5, doctrina litteris consignata. лapadóse
pustnplwv, IV, 26 init., cum institueret Cœnam
sacram. παραδόσει τῶν θείων μυστηρίων, ΙV, 1218,
institutione. παράδοσιν καθολικὴν καὶ πίστιν, ΙΙΙ,
844, doctrinam Christianam, ut adhuc fuit tradita,
i. e. proposita deinceps. παράδοσιν ἀποστολικὴν,
IV, 371, doctrinam, in Scr. sacra positam.
παραδούναι συγγραφή, ΙΙ, 558. — ταυή, 11, 1014.
παραδοὺς τὰ θεῖα μυστήρια, IV, 1251, instituens
Coenam S. παραδίην ἔγγραφον διδασκαλίαν, ΙΙ,
4054. παραδώσειν σταυρῷ, ΙΙ, 667.
Tapaduvasteúovtes, II, 943, summa secundum
regem potestate præditi, primi duces et consiliarii,
adjutores imperii, III. 853, præfecti imp. napaduVAGTEVOVTES Bacıksi, III, 877; IV, 351, amici, præfecti imp.
Tapaswaɛl TỶ, V, 1155 init. (per w), sign. doctrinam, historias in V. Test. scriptas,
παραζευχθεὶς Θεῷ ἄνθρωπος, V, 1109, de Christo dicit Apollin. improbante Theodor. p. 1110.
παραθεὶς αὐτῷ πέδας, ΙΙ, 628, cod. περιθείς.
παραινέσεις, οὐ νόμους, IV, 945, de cælibatu.
napalτnov Exovot, I, 61, habent, ad quod provocare, quo uti in deprecando ad excusationem sui
possint metonym.
παραίτηται. IV, 125 extr., pro παρῄτηται. Joan.
Ant. mapatoūtai héyɛiv, III, 741, verentur, parcunt, cunctantur.
παρακαθίσας τὴν στρατιάν, Ι, 1126 init. ad urbem
obsidendam.
παρακαταθήκης εὐθύνας, ΙΙΙ, 1920, muneris sacri
crediti. rapaxatav, 1, 185, lin. 2. In LXX, est
Tapalny, Levit. v, 21, 23. IV, 1244, doctrinam
veram, puram, vobis patefactam quam hic talento, e Matth. xxv comparat; II, 151, quæ facere me
voluisti.
παρακεκλημένου, μεταξὺ τοῦ, παθεῖν τὰ τῆς
διαθήκης αὐτοῦ, ὡς ἐπὶ Ζαχαρίου τοῦ αἵματος, ΙΙΙ,
958. Obscurissimus locus, et forte corruptus. Maxime quærendum, quis sit rapaxexìŋµévoç? Volebam primo intelligere Pilatum, quem antea dicit
napaxλnévτa, rogatum de morte Christi. Sed non
videbam, quænam essent τὰ τῆς διαθήκης αυτ
tou. Quare possit significare omnino eum, qui
passus sit, sese induci ad spernendum Christum:
μεταξύ debet esse pro μετά alienum enim est, aut
sensum non habet h. 1. si est inter; aut structura
laborat, si est interim. παθεῖν τὰ τῆς διαθήκης
autou, sign. quæ sint consentanea ejus fœderi; sed
cujusnam? An τοῦ παρακεκλημένου? Αt quæ hujus
diabhxn? Christi ergo? Hic certe intelligendus, si
πατεῖν legerimus, cum Valesio; ut τὰ τῆς διαθήκης, sint τὴν διαθήκην. Sed Christus non est nominatus hic, ut ad eum referamus autou, nisi e
superioribus repetere placuerit; quod sane potest.
Si παρακεκλημένου active acceperis: sane cum Ven.
editore diabolum intelligas: quo et pertineat mox,
οἱ μετ' αὐτοῦ· et tamen διαθήκην referas ad Christum, et πατεῖν legere possis. Illa quoque, ὡς ἐπὶ
Ζαχαρίου τοῦ αἵματος, molesta sunt, transposite
certe intelligenda: ὡς ἐπὶ τοῦ αἵμ. Ζαχαρ. aut
τοῦ delendum.
παρακεκροῦσθαι βασιλικοῖς τεχνάσμασι, ΙΙΙ, 955.
παρακελεύεται ὁ προφήτης, ΙΙ, 425, pro, τῷ προohen, et, pro xedeustat, qua sensum, decet. TapaxsXEustat cum accusativo," II, 443 init., pro zɛhúst.
παρακελεύεται. ΙΙ, 468, 1055, jubet. παρακελεύεται
, II, 594, forte, Yelv, e cod. n. 16.
παρακελεύεται ὁ νόμος, III, 686; IV, 1140. παρακε
λɛvóµɛvov, II, 1021, imperantem, jubentem, III,
1211, rapaxevovat, IV, 523, fistulæ in aquæductibus, aquæ, huc illuc permanere: eleganter.
pro, efficiunt, παρασκευάζουσι. - παρακελευσάμενος
αὐτήν. ΙΙ. 616, pro αὐτῇ. παρεκελεύσαντό μοι διο
púɛat, III, 1290 init. permiserunt
mapaxivhon, III, 262, pro simplici
παράκλησις διδασκαλίας διαφέρει, 111, 602, παρά
xhŋoiv ɛlopépwv, I, 866, e contexto debet esse,
preces faciens.
napaxλivwv, II, 948, vitiose pro imperativo, maράκλινον, ut seq. παράσυρον, καταβίβασον.
napaxµñs, IV, 542, desevientis febris.
παρακνίζομεν, ΙΙ, 229, expl. τὸ παραζηλούμεν.
mapaxvisa to
vas. III. 120.
col. 1075–1076page 106 of 154
PG 84:1075παράκοιτο, ΙΙΙ, πρό κοιτο, προκοίτο, προκέοιτο. παρακολουθῆσαν ἔθος, 1184, παρακουόμενος. 701, παρα κούσασθαι, παρακούσματα, παρακρούεσθαι τὸ ὄνομα, 973, παρακρουόμενοι εὐαλώτους, 950, παραλαμβάνει, παραλαμβάνειν μνήμην, Η, 1430, παρά, παραλαμβάνουσι τὴν θεότητα εἰς τριθεῖαν, Ι, παραλαμβάνων τῇ πείρα, ΙΙ, 1130 μαθών, γνούς. παραλειπομέναις, ΙΙ, 83, ἱστορίαις. Παραλειπομένας, τὰς, παραληψομένην τα μυστήρια, Ι, 25, ληψομένην. μυστήρια, παραλογίζεσθαι λογισμοῖς τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 1465 παραλύσοι τοῦ γάμου τους νόμους, 944, παραλύτῳ, ΙΙΙ, 1276, παραμένειν τὴν, σάρκα, 172 παραμένοντας τοῖς προφήταις, παραμετρείται τῇ μεταμελείᾳ τὸ ἔλεος, ΙΙ, 1558. παραμισήσας μηδὲν τῆς φύσεως, 151, παραλιπών. παραμυθία, ΙΙΙ, παραμυθίας οὐκ ἠξίωσε τὸ σῶμα, 1, 424, ἐπιμελείας, παραμυθίαν, Ι, παραμυθικής τραπέζης, 11, 881, παραναγινώσκοντες, 730 παρανάλωμα, Η. 1377, Βαβυλωνίων πεποίηκε, ΙΙ. 1395, παρανάλωμα ηλίου, Η, παρανάλωμα συκοφαντίας, 1138, παρανάλωμα συκοφαντίας ἐγένετο, ΙΙ, 157, παρά παρανομία ἀσεβείας ὑποβάθρα. 870, παρανομίας, δυσσεβείας. παρανοίαις, ταῖς, 1494 παρανομουμένους ὑπ' αὐτῶν, 949, εἰς οὓς παρηνόμησαν, παρηνομήθη ὑπ' αὐτῶν. παρανόμως φυλάττει τὸν νόμον, ΙΙ, 119. παραξιφίδα παραπειλήσωσιν, ΙΙΙ, 750, παραπέμπεται τῷ θανάτῳ. 520, παραπεμπόμενοι τοῖς τάφοις, Ι, 919 παραπέμπῃ λιτάς, 1, 1175, παραπεμψαμένων παραπέμψας τῷ ἐπιόντι χρό νῳ, Ι, παρέπεμπον εἰς ἑαυτοὺς τὸ κέρδος, ΙΙ, 1145, παρεπέμφθη εἰς Ρώμην, ΙΙΙ, 606, επέμφθη. παρέπεμψα δορυαλώτους, ΙΙ, 1688. παρέπεμψαν τάφῳ, ΙΙΙ, 1942, παρέπεμψε, παρέπεμψε θανάτῳ, 546, 619; ΙΙΙ, 554 παρέπεμψε ταῖς ὄχθαις τοῦ Ἰορδάνου, ΙΙΙ, δε σμώτην παρέπ. δεσμώτην-παρέπεμψεν, Ι, 497. παραπετάσματι, 22. τῇ σαρκί, παραπετάσματι τῇ σαρκὶ, ὁ λόγος, εἴδει ἀνθρωπίνῳ, φύσει, παραπετασμάτων θείων είσω. ΙΙΙ, 982, ιερατείῳ. παραπήλαυσε τῆς λύττης, ΙΙ, 755, παρατημαίνουσι, καταπημ. 54. παραπλήσια, 1, 183, παραπλήσια τῶν εἰρημένων, ΙΙΙ, 581 παραπλησίως τοῖς οὐκ οὖσι, ΙΙ, 520, παραπλησίως, 631, 656; ΙΙΙ, παραπόδας ἕπεται, 1538 παραποιήσει, Η. 948, πίστιν, διαφθείραι παραπολαῦσαι, ΙΙ, παραπτωμάτων, Ι, 734 παράσιτοι δυσσεβείας. 56 μιμητής βδελυ σίας, 58. παράσιτοι τῆς δυσσεβείας τοῦ Νεστορίου, παρασιωπήσης, 774 παρασκευή. Ι, παραστάδεσιν, παραστάδων, Ι, ὑπέρθυρον, οὐδός. παραστὰν, τὸν ποιεῖται νόμον, Ι, 1540 το δοκοῦν, παραστῆσαι, 1044, παραστῆσαί μοι κτίσιν ἄψυχον, ΙΙ, 346, παρέστη ταῦτα τῷ σῷ ἐλέει, ΙΙ, παράστασιν, ΙΙ, 732 ἀπόδειξιν. παρασύναξιν, συνάξεως, σύναξις παρασχεδόν, Ι, 1129, παρασχεῖν τῷ ἰδίῳ τόπῳ, ΙΙΙ, 825, παρατάξεως, Ι, παρατάξεως ὅπλων καὶ ξιφῶν. Γ, 74. παράταξιν, 400 τὸ στρατόπεδον, παρατάσε παράταξιν ἀναδεξαμένους, 1, 626, παράταξιν κινήσαντες, Ι, 639, πόλεμον. — παρά ταξιν ἐκείνων, Ι, 1359, πρὸς ἐκείνους. σεσθαι. παρατήρησις. 1, 548, παρατηρήσεως, παρατήρησιν, λεπτολογίαν παρατήρησιν ἔχει, παρατηρήσεις νομικάς, ΙΙΙ, 581 στοιχεία τοῦ κόσμου, ΙΗ, 144, 489. παρατηρήσεων νομικών, παρατρέχει τὴν φύσιν, ΙΙΙ, 1511, ὑπερβαίνει τα ρατρέχοντας 533 παραυτίκα, παραφυλακὴν ἡμερῶν, ΙΙΙ, 140.
παράκοιτο, ΙΙΙ, 1240, minus analogice: etsi cum
praeposit retrahi potest accentus. Dictum pro πρόκοιτο, vel προκοίτο, προκέοιτο.
παρακολουθῆσαν ἔθος, IV, 1184, receptum, prodisum adhuc servatum.
παρακουόμενος. II, 701, de propheta ipso. παρα
κούσασθαι, V, 1037 extr., non simul intelligere,
excludere.
παρακούσματα, V, 17, quod obiter audiunt impe
ritiores, non legunt vel tractant.
παρακρούεσθαι τὸ ὄνομα, V, 973, corrumpere,
detorquere, calumniari, infrmare. παρακρουόμενοι
εὐαλώτους, ΙV, 950, oraculis.
παραλαμβάνει, 11, 44, pro simplici: ponit, adhibet. παραλαμβάνειν μνήμην, Η, 1430, redundat
παρά, παραλαμβάνουσι τὴν θεότητα εἰς τριθεῖαν, Ι,
986, dirimunt, vel, interpretantur, accipiunt, proponunt. παραλαμβάνων τῇ πείρα, ΙΙ, 1130 med.
μαθών, γνούς.
παραλειπομέναις, ΙΙ, 83, scil. ἱστορίαις. Alias
neutro vocantur Chronicorum libri. παραλειπομέ
νας, τὰς, 1, 587, Chronica: contra explicationem ab
ipso dalam.
παραληψομένην τα μυστήρια, Ι, 25, pro ληψο
μένην. Sensus est: cui aliquando, olim, daturus
esset baptisma, vel, traditurus doctrinam de Trinimale. Vid. μυστήρια,
παραλογίζεσθαι λογισμοῖς τὴν ἀλήθειαν, ΙΙ, 1465
init.
παραλύσοι τοῦ γάμου τους νόμους, ΙV, 944, pro
simplici: sign. violare, migrare, adulterio committendo.
παραλύτῳ, ΙΙΙ, 1276, paralytico.
παραμένειν τὴν, σάρκα, IV, 172 extr. non inuiatam esse in naturam divinam. παραμένοντας τοῖς
προφήταις, V, 1254 (Suppl.), eorum sectatores.
παραμετρείται τῇ μεταμελείᾳ τὸ ἔλεος, ΙΙ, 1558.
παραμισήσας μηδὲν τῆς φύσεως, V, 151, pro sin
plici, et metonymice, pro παραλιπών.
παραμυθία, ΙΙΙ, 23, pauperum, quod cibo ot
potu recrearentur. παραμυθίας οὐκ ἠξίωσε τὸ σῶμα,
1, 424, i, e. ἐπιμελείας, vel, recreatione. παραμυ
θίαν, Ι1, 1038, emolumentum pro opera; simul, quia
sortem propriam in Palæstina non habebant sacerdotes hostimentum, supplementum, indemnisation,
Schadloshaltung
παραμυθικής τραπέζης, 11, 881, epulo fune
bri.
παραναγινώσκοντες, III, 730 extr., pro simplici.
παρανάλωμα, Η. 1377, prosimplici.—παρανάλωμα
Βαβυλωνίων πεποίηκε, ΙΙ. 1395, Assyrios: his illos
subjecit. παρανάλωμα ηλίου, Η, 1473, cucurbita Jane. παρανάλωμα συκοφαντίας, IV, 1138, preda, ein
Opfer, παρανάλωμα συκοφαντίας ἐγένετο, ΙΙ, 157,
Josephus in Egypto. Redundat παρά· nec vero re
ipsa fuit præda, nisi qua vincula.
παρανομία ἀσεβείας ὑποβάθρα. II, 870, alios inverse, παρανομίας, 1, 1183, Nestoriani erroris,
Ariani et Eunomiani: pro δυσσεβείας. Notabile, de
doctrinæ errore dici.
παρανοίαις, ταῖς, I, 1494 init.
παρανομουμένους ὑπ' αὐτῶν, IV, 949, per hypall.
pro: εἰς οὓς παρηνόμησαν, vel, παρηνομήθη ὑπ'
αὐτῶν.
παρανόμως φυλάττει τὸν νόμον, ΙΙ, 119.
παραξιφίδα quid vocent of '? 1, 329.
παραπειλήσωσιν, ΙΙΙ, 750, pro simplici.
παραπέμπεται τῷ θανάτῳ. ΙV, 520, exstinguitur,
sua sponte perit. παραπεμπόμενοι τοῖς τάφοις, Ι,
919 extr. παραπέμπῃ λιτάς, 1, 1175, pro activo:
sign. negligis, non exaudis. παραπεμψαμένων 1,
1575, repudiantibus, ut aliis cederent volentes.
convivis ductum, oblata renuentibus, quæ sequenti offerantur. παραπέμψας τῷ ἐπιόντι χρό
νῳ, Ι, 809, innuens, sequenti demum tempore hoc
furum. παρέπεμπον εἰς ἑαυτοὺς τὸ κέρδος, ΙΙ,
1145, sibi servabant. παρεπέμφθη εἰς Ρώμην, ΙΙΙ,
606, pro επέμφθη. παρέπεμψα δορυαλώτους, ΙΙ,
1688. παρέπεμψαν τάφῳ, ΙΙΙ, 1942, morte amise
runt. παρέπεμψε, 1, 71, in flium minimum, malo
rum denuntiationen: derivavit, a patre avertit, ut
solum eius fium feret. παρέπεμψε θανάτῳ, 1, 137,
546, 619; ΙΙΙ, 554 init. παρέπεμψε ταῖς ὄχθαις τοῦ
Ἰορδάνου, ΙΙΙ, 1155, eo misit, ibi versaturum. δεσμώτην παρέπ. vid. δεσμώτην-παρέπεμψεν, Ι, 497.
ablegat.
παραπετάσματι, ΙV, 22. τῇ σαρκί, Christi. Ut
novum vocab. improbat Eranistes. παραπετάσματι
τῇ σαρκὶ, IV, 62, improbat Gregor. Νaz. scil. quasi
tantum sub ea specie apparere voluerit ὁ λόγος, εἴδει
ἀνθρωπίνῳ, ut olim, non φύσει, παραπετασμάτων
θείων είσω. ΙΙΙ, 982, post altare, in ιερατείῳ.
παραπήλαυσε τῆς λύττης, ΙΙ, 755, et ipse veralus
fuerat ejus crudelitate.
παρατημαίνουσι, pro καταπημ. legitur, V, 54.
παραπλήσια, eadem ipsa, I. 49 (ad Hebr. n. 14).;
1, 183, eadem. παραπλήσια τῶν εἰρημένων, ΙΙΙ, 581
init.
παραπλησίως τοῖς οὐκ οὖσι, ΙΙ, 520, eodem modo.
παραπλησίως, H, 631, eodem modo, I, 656; ΙΙΙ,
651, pariter, eodem plane modo, 598 init.
παραπόδας (junctim) ἕπεται, II, 1538 init.
παραποιήσει, Η. 948, πίστιν, corrumpere, ncere: mox, ipse, διαφθείραι· alias est, quod nostris,
nachmachen.
παραπολαῦσαι, ΙΙ, 765 extr., ut pœnæ impietatis
Arii socii quodammodo fuerint.
παραπτωμάτων, Ι, 734 expl., de Christo.
παράσιτοι δυσσεβείας. V, 56 expl. μιμητής βδελυσίας, p. 58. παράσιτοι τῆς δυσσεβείας τοῦ Νεστορίου,
V, 56, æmuli, quasi adulatores et admiratores.
παρασιωπήσης, I, 774 expl.
παρασκευή. Ι, 145, dies ante Sabbatum quodlibet, sextus hebdomadis dies.
παραστάδεσιν, II, 209, postes januæ laterales.
παραστάδων, Ι, 1021, postium a latere: supra
est ὑπέρθυρον, infra οὐδός.
proπαραστὰν, τὸν ποιεῖται νόμον, Ι, 1540 init. το
δοκοῦν, quod lubuerit. παραστῆσαι, V, 1044,
batum dare. παραστῆσαί μοι κτίσιν ἄψυχον, ΙΙ, 346,
ut vivat, et me agnoscat et colat. παρέστη ταῦτα
τῷ σῷ ἐλέει, ΙΙ, 325, facta sunt per misericordiam
tuam.
παράστασιν, ΙΙ, 732 extr. ἀπόδειξιν.
παρασύναξιν, IV, 1981 init. sacra domestica,
eoque illegitima, cum celebratione συνάξεως, Cas
na sacra. Hæc duo σύναξις dicuntur, non synodus
ila vocatur.
παρασχεδόν, Ι, 1129, facile, cito.
παρασχεῖν τῷ ἰδίῳ τόπῳ, ΙΙΙ, 825, episcopum;
restituere in pristinam sedem.
παρατάξεως, Ι, 509. Qu. 67 init. pro toto Beng
positum videtur. παρατάξεως ὅπλων καὶ ξιφῶν. Γ,
74. παράταξιν, I, 400 med., i. e. τὸ στρατόπεδον,
ex p. 402 init., quia scil. volebant mox παρατάσε
· παράταξιν ἀναδεξαμένους, 1, 626, bellum.
παράταξιν κινήσαντες, Ι, 639, pro πόλεμον. — παρά
ταξιν ἐκείνων, Ι, 1359, pro, πρὸς ἐκείνους.
σεσθαι.
παρατήρησις. 1, 548, augurii captatio. παρατηρή
σεως, ΙV, 1053, inanis verborum captationis et calumnia, Chicane, Wortfängerei. παρατήρησιν, ΙV. 374,
verborum calumnias, tricas, λεπτολογίαν et turbas.
παρατήρησιν ἔχει, V, 72, Psalmorum liber: institutionein, disciplinam nostri attendendi; Anleitung. παρατηρήσεις νομικάς, ΙΙΙ, 581 expl. στοιχεία
τοῦ κόσμου, ΙΗ, 144, 489. παρατηρήσεων νομικών,
παρατρέχει τὴν φύσιν, ΙΙΙ, 1511, ὑπερβαίνει τα
ρατρέχοντας expl. I. 533 extr.
παραυτίκα, in ipso facto, 1, 363.
παραφυλακὴν ἡμερῶν, ΙΙΙ, 140.
col. 1077–1078page 107 of 154
PG 84:1077παραφυλάττεσθαι, 882, παραχαράξαι τὰ δόγματα, 331. παραχαράτο τειν διδασκαλίαν, παραχαράττοντες, παραγραφόμενοι, 1027. παραχθέντων διὰ Μωσέως, ΙΙΙ, 544, διδαχθέντων, δοθέντων, παραχθῆναι, 11, 1125 παραχωρεῖ πᾶς λόγος τῇ σοφίᾳ, 520, παραχωρεῖν τῷ Θεῷ πάν των, παραχωρίσαι, παρα χωρῆσαι. παραχωροῦντι τὴν νίκην, ΙΙ. 653, τῆς νίκης, παραψυχής, ΙΙ, 878, 880, 1076, παραψυχίας. παραψυχήν, Ι, 633; ΙΙ, 583; ΙΙΙ, 470, 613 παραψυχήν, παρεγγιᾷ, ΙΙΙ, 412, παρεγγυάται. ΙΙΙ, 517, κελεύει. - παρεγγυήσας, ΙΙΙ, 754, 892, 1155, κελεύσας. παρεγγυήσας γενέσθαι, 1971, παρεγγυῶν, ΗΙ, 774, κελεύων, παρεγγυώσης, νομοθεσίαν. παρεδήλωσαν, 11, 82, παραδήλωσε, 1035, παρεδήλωσε σαφέστερον, 1, 1458 παρά. παρεδήλωσε, ΙΙΙ, 1440, παρεδήλωσεν. ΙΙ, παρέδρω, Ι, παρέδωκε δεσμωτηρίω, Ι, 578. παρέδωκε τῷ θα νάτῳ, Ι, παρέδωκε τὸ πνεῦμα, ΙΙΙ, 1086. παρέδωκεν ἡ φύσις ἐξ ἀρχῆς θεο λογίαν, 760. παρέδωκε τὰ γράμματα τὴν εὐσέ Γείαν τῆς ψυχῆς, παρέθεικε, ΙΙΙ, 97, παρέθηκε. παρεί, 1, 1476, πάρει. παρειμένος, Ι, 1324, 1371, παρειμένους τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 1271, παρε θέντι, 1276. παρείσδυσιν γενέσθαι καταλλαγών, Ι, 438, παρείσδυσιν λαβοῦσα ἀσέβεια, 11, 10. παρείσδυσιν ἁμαρτίας, 561, παρέκτασιν, ἔκτασιν. παρελθόντων, ΙΙ. 524, ζῶντας. παρενηγγύησε, 1070, παρηγγ. παρεξετάσαι τῇ θείᾳ φύσει τα σά, ΙΙ, 909, παρεπίκραναν, Ι, 639 πόλεμον κεκινήκασι. πάρεργον κλύδωνος γίνεται, ΙΙΙ, 1511, πάρεργον, πάρεργον βαρβάρων, παρεσκεύασεν ἐλαύνοντι ὑπὸ φυτὸν ἐλθεῖν, ἐλαύνοντα. παρεσκεύασεν ἴσην αὐτοῖς τὴν ἐμὴν δοῦ ναι διάθεσιν, ἐμέ παρεστήκει, Ι, δουλείαν ὁμολογοῦντα. των παρεστήκεισαν, Ι, παρετάττετο παρέχοντας χάριν τοῦ Πνεύματος, ΙΙΙ, 305, παρεχώρει, παρήγαγε, μὴ ὄντα, 1, 38, παρήγαγεν, παρήγαγον, παρηγγυάτο, 95 παρηγγύησεν, ΙΙ, 226, παρηγγύησε, ΙΙ, παρηγγύησεν, ΙΙ, παρηγγύησε τὰς ψυχὰς ἐπανελθεῖν πρὸς τὰ σώματα, 222. παρητοῦντο (οὐ παρητ.) ἐπιτάττειν, ΙΙ, 1494, οὐ παρητοῦντο, παρήχθη, ΙΙΙ, 234,; 648, ἐκτί σθη. παρθενεύων, ΙΙΙ, 210, παρθενία καλόν, καὶ τῶν καλῶν τὸ κάλλιστον, ΙΙΙ, 208. παρθενίαν, 541, παρθένου κλείθρων, κλεί θρων. παρθένων ἁγίων Χριστοῦ, ΙΗ, 988. παρθένους, παρθενικῷ πνεύματι, 504, παριδεῖν πλημμελήματα, 1. 644 παριόντε, τοὺς ὅρους, ὑπερβάντες. — παριόντων. Η, 19; παρόντων, παροδικὴν γέννησιν, πάροδον τῆς τιμωρίας, ΙΙ, 859. προ δον, ΙΙ, δίοδον, διόδον, πάροδον διὰ τῆς παρθένου ποιήσασθαι, 373 παροικίαν, παροικίας, ΙΙΙ, 841. παροικίαις, ΙΙΙ, παροικίας, ΙΙΙ, παροικοῦντες, πόρρωθεν.. παροίκους, ΙΙ, ἀποί κους, παροιμία θρήνου, θρήνου. παροιμιακῆς φωνῆς, ΙΙΙ, 172, παροιμιακῆς παραινέσεως, ΙΙΙ, 625, παροιμιακήν ῥῆσιν, ΙΗ, 758. πα παροινεῖτε τοὺς κατεχομένους, ΙΙ, 1431. παροινίας, ΙΙΙ, ροινίας μεστά, Ι, 688, πάθος, παροινίᾳ περινοίᾳ, Ι, 1025, 5. παροινίας λέγειν, ΙΙΙ, 741. παροινούμενος, ὑμῶν εἰς ἐμὲ παροινούντων. — παροινουμένη, Ι. 556. λοιδορουμένη, παραινούμενοι, 943, παροινούν των εἰς αὐτοὺς τῶν ἀνθρώπων παρομαρτούν, καὶ ἐκπορευόμενον· παρομαρτεῖ, παρόντι ψαλμῷ, παρόντα προείπε, παρόν των, 1, 286, τοῖς μέλλουσιν (ἀνθρώποις). παριόντων. παρουσίας ἐκ παρθένου, Ι, 1051, πα ρουσίας Χριστοῦ, ΙΙ, 990, – τοῦ Σωτῆρος, παρουσίαν, ΙΙ. παρουσίαν Κυριακήν, 11, 135, παρουσίαν προσμένουσα, 422, παρουσίαν Κυρίου, δευτέραν, 1299 παρουσίαν πρὸς ὑμᾶς, ΙΙΙ, 152,
B077
παραφυλάττεσθαι, II, 882, pro simplici.
παραχαράξαι τὰ δόγματα, IV, 331. παραχαράτο
τειν διδασκαλίαν, IV, 1162, corrumpere, non recte
proponere; 1165. παραχαράττοντες, idem, quod
παραγραφόμενοι, V, 1027.
παραχθέντων διὰ Μωσέως, ΙΙΙ, 544, διδαχθέντων,
δοθέντων, παραχθῆναι, 11, 1125 med., producta,
creata esse.
παραχωρεῖ πᾶς λόγος τῇ σοφίᾳ, IV, 520, exprimere eam oratio non valet; fatetur, sese illam æquare dicendo non posse. παραχωρεῖν τῷ Θεῷ πάν
των, 1, 276, Deo omnia transmittere, solum agere
pati, cum tamen et nobis vires dederit, et nos
agere voluerit. παραχωρίσαι, II, 1071, pro, παραχωρῆσαι. παραχωροῦντι τὴν νίκην, ΙΙ. 653, cod. n.
16. τῆς νίκης, quod usitatius huic verbo.
παραψυχής, ΙΙ, 878, 880, 1076, pro παραψυχίας.
παραψυχήν, Ι, 633; ΙΙ, 583; ΙΙΙ, 470, 613 init., solalium. παραψυχήν, IV, 638 extr., præmium laboris, fructum culturæ.
παρεγγιᾷ, ΙΙΙ, 412, jubet. παρεγγυάται. ΙΙΙ, 517,
κελεύει. - παρεγγυήσας, ΙΙΙ, 754, 892, 1155, κελεύσας. παρεγγυήσας γενέσθαι, ΙII, 1971, init. faciendum curavit, bestellt, machen lassen. παρεγγυῶν,
ΗΙ, 774, κελεύων, imperator. παρεγγυώσης, IV,
94, jubentis: vocat enim νομοθεσίαν.
παρεδήλωσαν, 11, 82, pro simplici. παραδήλωσε,
L. 1035, pro simplici. παρεδήλωσε σαφέστερον, 1,
1458 extr. redundat παρά. παρεδήλωσε, ΙΙΙ, 1440,
opposuit, objecit, IV, 1309 extr., aperte ostendit.
παρεδήλωσεν. ΙΙ, 989, manifesto declaravit.
παρέδρω, Ι, 1122, magistratui, certe in collegio
aliquo civitatis.
παρέδωκε δεσμωτηρίω, Ι, 578. παρέδωκε τῷ θα
νάτῳ, Ι, 1067, diabolus Christum. παρέδωκε τὸ
πνεῦμα, ΙΙΙ, 1086. παρέδωκεν ἡ φύσις ἐξ ἀρχῆς θεο
λογίαν, IV, 760. παρέδωκε τὰ γράμματα τὴν εὐσέ
Γείαν τῆς ψυχῆς, IV, 1198, ostenderunt; mihi exhibuerunt.
παρέθεικε, ΙΙΙ, 97, pro παρέθηκε.
παρεί, 1, 1476, pro πάρει.
παρειμένος, Ι, 1324, 1371, paralyticus. παρέιμε
νους τὸ σῶμα, ΙΙΙ, 1271, paralyticos, παρεθέντι, id. p. 1276.
παρείσδυσιν γενέσθαι καταλλαγών, Ι, 438, locum,
accessum. παρείσδυσιν λαβοῦσα ἀσέβεια, 11, 10.
παρείσδυσιν ἁμαρτίας, IV, 561, in orbem.
παρέκτασιν, IV,356, vid. ἔκτασιν.
παρελθόντων, ΙΙ. 524, opp. ζῶντας.
παρενηγγύησε, II, 1070, pro παρηγγ. et sign.
imperavit.
παρεξετάσαι τῇ θείᾳ φύσει τα σά, ΙΙ, 909, xquare, ut parem te Deo ponam.
παρεπίκραναν, Ι, 639 expl. πόλεμον κεκινήκασι.
πάρεργον κλύδωνος γίνεται, ΙΙΙ, 1511, a luctibus
hanritur. πάρεργον, IV, 747 med., inutile, irritum;
981; supervacaneum et minus longum. πάρεργον
βαρβάρων, ΙV, 1090, Carthago, a Vandalis direpta,
velut inter alia opera totius expeditionis.
παρεσκεύασεν ἐλαύνοντι ὑπὸ φυτὸν ἐλθεῖν, pro
ἐλαύνοντα. παρεσκεύασεν ἴσην αὐτοῖς τὴν ἐμὴν δοῦ
ναι διάθεσιν, II, 1672, scil. ἐμέ • fecit, ut ego,
rel.
παρεστήκει, Ι, 20. Adamo animalia; addit et
expl. δουλείαν ὁμολογοῦντα. Ex Hebr. των παρεστήκεισαν, Ι, 20, Danieli leones: scil. quieti, placidi,
innoxii, velut venerabundi. Vera emphasis.
παρετάττετο David solus, I, 390, pugnam ingrediebatur.
παρέχοντας χάριν τοῦ Πνεύματος, ΙΙΙ, 305, apostolis tribuit: quorum scil. doctrinam accipientes.
acciperent dona et auxilium Spir. sancti. παρεχώ
ρει, IV, 427, divina Christi natura humane, exhibere hominem verum; quo non opus habuisset,
sustentante divinitate.
παρήγαγε, μὴ ὄντα, 1, 38, fecit, creavit. παρήγα
γεν, 1, 50, creavit. παρήγαγον, II, 312, creavi.
παρηγγυάτο, V, 95 extr. παρηγγύησεν, ΙΙ, 226,
jussit. παρηγγύησε, ΙΙ, 1309, Cyrus Judaeos redire:
aut sign. jussit, aut, permisit. Sane tamen et horlalus, Esr. 1 init. Il Chron. extr. παρηγγύησεν, ΙΙ,
1470, IV, 465 init. imperavit, 1495. παρηγγύησε τὰς
ψυχὰς ἐπανελθεῖν πρὸς τὰ σώματα, IV, 222.
παρητοῦντο (οὐ παρητ.) ἐπιτάττειν, ΙΙ, 1494, οὐ
παρητοῦντο, non pudebat eos, audebant, sibi arrogabant, ut imperarent, quibus parendum esset
παρήχθη, ΙΙΙ, 234, creata est; IV, 648, ἐκτίσθη.
παρθενεύων, ΙΙΙ, 210, celebs. παρθενία καλόν,
καὶ τῶν καλῶν τὸ κάλλιστον, ΙΙΙ, 208. παρθενίαν,
III, 541, celibatum. παρθένου κλείθρων, vid. κλεί
θρων. παρθένων ἁγίων Χριστοῦ, ΙΗ, 988. παρθέ
νους, III, 856, 857 extr., 841, sacras, monasticas.
παρθενικῷ πνεύματι, IV, 504, nugæ hæreticæ.
παριδεῖν πλημμελήματα, 1. 644 init., de Deo.
παριόντε, τοὺς ὅρους, 1, 1350, egressi, transgressi.
ὑπερβάντες. — παριόντων. Η, 19; cod. παρόντων,
aptius nisi aoristus est pro præsenti.
παροδικὴν γέννησιν, IV, 5, Christi per Mariam
ceu canalem, ut quidem hæretici credebant.
πάροδον τῆς τιμωρίας, ΙΙ, 859. adventum. προδον, ΙΙ, 1331, δίοδον, transitum per Jordanem;
IV, 1248, Christi per Mariam, ex errore hæret. I,
1044, pro διόδον, transitum ad sacra Christi, per
baptismum, ut mare Rubrum (E supplen.). πάροδον
διὰ τῆς παρθένου ποιήσασθαι, IV, 373 init. Christum, dixit Eutyches. IV, 420, Valentin
παροικίαν, παροικίας, ΙΙΙ, 841. παροικίαις, ΙΙΙ,
728, diccesibus episcoporum. παροικίας, ΙΙΙ, 886,
episcopatus, ecclesias. IV, 1190, octingentas habet
Cyrrhestis.
παροικοῦντες, ΙII, 697, in coelo, Paulo et Timotheo: opp. πόρρωθεν..
παροίκους, ΙΙ, 1568 extr. positum dicit pro ἀποί
κους, nullo fundamento.
παροιμία θρήνου, vid. θρήνου.
παροιμιακῆς φωνῆς, ΙΙΙ, 172, verbis Salomonis,
Prov. vii. παροιμιακῆς παραινέσεως, ΙΙΙ, 625,
Proverbiis Salom. παροιμιακήν ῥῆσιν, ΙΗ, 758. e
Proverb. Sal.
πα
παροινεῖτε τοὺς κατεχομένους, ΙΙ, 1431.
παροινίας, ΙΙΙ, 1048 extr. Theodosius vocat contemptum oriundum e prohibito sacrorum usu.
ροινίας μεστά, Ι, 688, Christi crux et πάθος, i. e.
in hoc statu patebat contumeliis impiorum. παροινία legitur pro περινοίᾳ, Ι, 1025, n. 5. παροινίας
λέγειν, ΙΙΙ, 741.
παροινούμενος, II, 1367 extr., passive, per by
pallagen, pro, ὑμῶν εἰς ἐμὲ παροινούντων. — παροι
νουμένη, Ι. 556. λοιδορουμένη, temere accusata.
παραινούμενοι, ΙV, 943, hypallage, pro, παροινούντων εἰς αὐτοὺς τῶν ἀνθρώπων· Νeque enim accusativum regit activum, imo neutrum.
παρομαρτούν, ΙV, 737, Spir. S. dicitur Filio:
addit. καὶ ἐκπορευόμενον· hoc ipso ei παρομαρτεί, ut, sicut ille generetur ab alerno a Patre, ita
hic procedat.
παρόντι ψαλμῷ, 1, 691, quem nunc tractamus,
interpretamur. παρόντα προείπε, 1, 604, quæ mor
futura essent post prædictionem, vel, se vivo. παρόν
των, 1, 286, opponuntur τοῖς μέλλουσιν (ἀνθρώποις). sunt ergo, qui tum 4° viverent; 2° adessent.
II, 19, legitur pro παριόντων.
παρουσίας ἐκ παρθένου, Ι, 1051, de Christo. παρουσίας Χριστοῦ, ΙΙ, 990, adventu. – τοῦ Σωτῆρος,
II, 1495, adventu, nato eo. παρουσίαν, ΙΙ. 67 in L
adventum et p. 60. med. II, 1056, Christi adventum. παρουσίαν Κυριακήν, 11, 135, natum Chr
stum. παρουσίαν προσμένουσα, II, 422, adventum.
παρουσίαν Κυρίου, 11, 1994, prænuntiaturus Elias
dicitur, scil. δευτέραν, ad judicium, ut expl. p.
1299 estr. παρουσίαν πρὸς ὑμᾶς, ΙΙΙ, 152, adven-
col. 1079–1080page 108 of 154
PG 84:1079μετὰ τὴν, ΙΙΙ, 238. παρουσίαν Χριστοῦ, ΙΙΙ, παρρησία ἀκουέτω μετὰ παρρησίας, 1, 917. παρρησία πρὸς τὸν Θεόν, ΙΙΙ, 1140, παρξησίαν πρὸς τὸν Θεὸν, 1119, παρρησιαίτερον, 111, 929. πολλὰς μυριάδας. παρών ψαλμός, 1, 629, πᾶσα ανάγκη, ΙΙ, 1646, πᾶν (τὸ τῆς γῆς, Ι, 1058, παντὸς, τοῦ, τοῦ δε λύσιν, 368, κόσμῳ τὸ πᾶν, λύσιν, πᾶσαν αἵρεσιν, 455, αίρεσιν, πᾶσαν ἀναισχυντίαν, ΙΙ, 1504, πάντα οὐκ ἔστι Θεός, ἐν τούτοις, ΙΙΙ, 274, πάντα ἁγίου πατέρος, Ακακίου, 1, Πάσχα πρῶτον· πρῶτον. πατὴρ αἰῶνο; παρόντος Αδάμ, 11, 236. Πατὴρ τοῦ Κυρίου, Θεὸς ἡμῶν, ΙΙΙ, πατὴρ βλασφημίας, ΙΙΙ, 1115, πατέρες τοῦ πατούμενοι ὑπὸ δαιμόνων, Ι, 615 πάτριον εἰδώλου, 111, 991, πατρώαν πατρίδα, 11, 1318. πατρώων βιβλίων, παχυτέρους καὶ σαρκικούς, παχύτητος ἔξω, μείνῃ Θεός, 147, πνευματικόν. παχύτητος, πέδαις ἐπέδησε, 706 πέδας πεδινήν, 771, πεδεινήν. πειθανά, 74 πιθανά. πείνην, τὴν, 901. πεῖρα ἁμαρτίας, 1, 42, γνώσει, σει, πείρᾳ μαθὼν ὑπα χοὴν 52. πεῖραν λαβεῖν τὴν γυμνᾶσαι δείξας, 538. πειραθέντος, 1, 325. οι παραθέντα, 1, 415, παραθέντων, Ι, φορῶν, ΙΙ, 1662. πειράσαι 598. πειρασθῇ λυπηροῦ τινος, ΙΙΙ, 495. πειρασθῆναι τού των, 111, 856. πειρασθήτω μηδενός λυπηροῦ, ΙΙΙ, 285 πειραθῶσι λύπης, 284. πειρᾶται δεῖξαι, ΙΙΙ, πειρατήριον 402, 710, τὴν ἐνέδραν. εἰρήνη. πελάσαντα τῷ Δεσποτικῷ σώματι, ΙΙΙ. 794, πελτά, ΙΙΙ, 1065, παλτά, πημαίνειν ἡδύνατο. πεμπόμενον τῇδε κἀκεῖσε ὑπὸ τῶν ἀνέμων, 319 πεμφθέν. πενθερίδης πενθερός, πενθερός, ὁ τῆς γαμετῆς ἀδελφὸς, Ι, 322. πενθικοῦ σχήματος, 1609, πενθίμου.
tum, μετὰ τὴν, ΙΙΙ, 238. παρουσίαν Χριστοῦ, ΙΙΙ,
474, totam olxovoulav, mortem imprimis.
napoxh, IV, 1035 init., beneficia præbita.
Tapoloμal et nepil. var. I, 675 extr.
παρρησία ἀκουέτω μετὰ παρρησίας, 1, 917. Si
nappŋola est loquentis, sign. ingenue, sine dissimulatione aut pudore malo: sequitur enim culpæ
confessio. Tunc axovéto metonymice erit, dicam
ei. Audientis esse hic лapprola nequit: nam quæ
dicit, et audiri vult, naponiav neque admittunt,
ut denuntiatio judicii, nec poscunt, ut confessio,
culpe alterius. παρρησία πρὸς τὸν Θεόν, ΙΙΙ, 1140,
Marciani Ascetæ, ut miracula ei accommodaret
Deus, παρξησίαν πρὸς τὸν Θεὸν, II, 1119, ut Deus
faceret, quidquid ille petisset. approlav xabapwtépav Exɛiv mpòs tòv Baby, III, 1251, ascetam, dicit,
nunc in coelo agentem; ut deprecari pro superstitibus magis valeat, omni terrena labe^liberatus.
παρρησιαίτερον, 111, 929.
Tap, I, 628 init., abesse videtur, póvos, aut
sign. ipsa præsentia. Sed abesse nequit, quia opp.
πολλὰς μυριάδας. παρών ψαλμός, 1, 629, quem nunc
interpretamur, poxaluevos, ut alias loquitur. napwv Ilpophans, 1, 704, David, in cujus Psalmis explicandis nunc versamur.
napwvúµwę, IV, 727, per allusionem et similitudinem, qua verbi, qua rei: quasi qɛpwvúµw;, ut e
re nomen gerant.
rapúpуioa;, 1, 428 expl.
de, pro; legitur, III, 733 extr., n. 44, hoc
præferendun, πᾶσα ανάγκη, ΙΙ, 1646, certa. πᾶν
(τὸ τῆς γῆς, Ι, 1058, omnis terra. παντὸς, τοῦ, τοῦ
δε λύσιν, IV, 368, a κόσμῳ distingu. τὸ πᾶν, et
hic tribuit λύσιν, instantem, πᾶσαν αἵρεσιν, 111,
455, vid. αίρεσιν, πᾶσαν ἀναισχυντίαν, ΙΙ, 1504,
summam. dsav fμépay, pro öŋy, e Symm. 827
init. πάντα οὐκ ἔστι Θεός, ἐν τούτοις, ΙΙΙ, 274, in
piis et sanctis: quia non sunt perfecte sancti; sign.
plenam favoris efficientiam. nävta, III, 671, dinigenter expl. πάντα ἁγίου πατέρος, Ακακίου, 1,
1284. Joan. Ant. návra èv måsɩ, III, 410, negatur
esse Deus, quia quidam sint impii, mávta övto;,
III, 782, ToŬ natpòs, vix potest, tali sensu, casus
flecti; máytwy debebat.
Πάσχα πρῶτον· vide πρῶτον.
Tataypa, II, 230, e var lect. ipse expl.
πατὴρ αἰῶνο; παρόντος Αδάμ, 11, 236. Πατὴρ τοῦ
Κυρίου, Θεὸς ἡμῶν, ΙΙΙ, 347, sic listinguere docet.
πατὴρ βλασφημίας, ΙΙΙ, 1115, Arius. πατέρες τοῦ
Laubous, II, 423, diaboli plurali, contra usum Sc.
S. Joan. 8, sed alio sensu, qua idololatriam, multis
dæmonibus præstitam.
πατούμενοι ὑπὸ δαιμόνων, Ι, 615 init. vici, gubernati.
Tarpaloias, Chamus, 1, 68, ob negatam Patri reverentiam.
maxpixty snuiav, V, 103, ut Chrysostomum,
ceu patrem filius, laudem.
πάτριον εἰδώλου, 111, 991, sensum commodum
non habet: n. 26, melius ponitur, elow. Patrium autem Alexandrinis, utut tum Christianis,
quod ab Ægyptiis, quorum illa civitas, coleretur
Serapis.
matpoxtovwv, II, 772, Judæos ita vocat imp.
Ergo et Christum Patrem, qua creationem et providentiam.
πατρώαν πατρίδα, 11, 1318. πατρώων βιβλίων, V,
76, distíngu. a lege Mosis. sign. propheticos patrum
ætate proxime scriptos.
Tausάuevas Gurypaçñs, III, 1087, librum finiens
plane.
maxutépous, 1, 973, ditiores (ut Herodot. adhilet), deditos opibus. παχυτέρους καὶ σαρκικούς,
παχύτητος ἔξω, μείνῃ Θεός, ΙV, 147, sine corpore
crasso et plane terreno, quale hic gestamus, ut
magis sit πνευματικόν. Greg. Νaz. παχύτητος,
90, sensu corporeo, studiis terrenis, maxútyta, III,
631, Judæorum pervicaciam.
πέδαις ἐπέδησε, I, 706 med., impedivit πέδας
vocat obstacula malorum, quibus fracti impetus.
médaç Ennyaɣev, I, 1156, malis eos castigavit,
coercuit.
πεδινήν, ΙV, 771, pro πεδεινήν.
πειθανά, V, 74 init., pro πιθανά.
neibwv änavas, II, 1091, ostendens, significans.
πείνην, τὴν, IV, 901.
eveiv, 11, 1583 init,, vitio forte pro netvijv.
πεῖρα ἁμαρτίας, 1, 42, distinguitur a γνώσει,
quam habuerint primi homines; idem est thatσ04σει, sensui ex usu expertorum. πείρᾳ μαθὼν ὑπα
χοὴν Christus dicitur, V, 52. πεῖραν λαβεῖν τὴν
I, III, 291, ad effectum perduci, exerceri.
spalat, pro eo vere et eleganter, qua Deum
ponit γυμνᾶσαι et δείξας, I, 538. πειραθέντος, 1,
325. οι παραθέντα, 1, 415, active. παραθέντων, Ι,
364, pro nɛipadávtwv. I. 391, volentibus, cupientibus. Nam ci tentare vetabantur. Repaival ouμφορῶν, ΙΙ, 1662. πειράσαι Deus ut dicatur? I, 598.
πειρασθῇ λυπηροῦ τινος, ΙΙΙ, 495. πειρασθῆναι τού
των, 111, 856. πειρασθήτω μηδενός λυπηροῦ, ΙΙΙ, 285
init. πειραθῶσι λύπης, 284. πειρᾶται δεῖξαι, ΙΙΙ,
383, Paulus, incommode dictum; aut innuit, non
directo id dicere Paulum, sed quasi, pæne innuere unde infra dicit so!xate.
πειρατήριον expl. I, 402, 710, τὴν ἐνέδραν.
Teisal, II, 1266, adhibetur explicando voc. nodeµñoat. Sign. studere in aliam sententiam traducere.:V, 490 extr., ignem, cogere, efficere, ut demittatur. IV, 654 extr., quietos dare, ne calumnientur
et scrutentur arcana Dei. IV, 1222, pro petanɛiđạt, avocare ab iniqua de nobis opinione, meliora
edocere, æquos nobis reddere. sous, IV, 1259
init. Deum exorabis. els tỷ siphun • vid.
εἰρήνη.
Edyn, I, 16, 751, etiam de Oceano addit
enim, v aut hoc opp. fluviis. Adde I, 1106.
méhayos tò̟ péyɩotov, I, 16, quod alii Atlanticum,
alii Oceanum vocent; quia scil. dubium erat, an
post id tellus? Ergo Oceanus ipse, non Pelagus
proprie. néhayos xatopowµáτwv, III, 1186, multiLudinem. nelayos mods xaplapata, V. 100. Chrysostomus, ad bene faciendum semper paratus,
inexhaustus.
Telάet, IV, 12, aliquid ex natura illius retinet.
TeháSovras, 1, 721, active, admonentes. eláčovatv ai nóleis, III, 500, sunt vicinæ: metonymia.
médaç, ó, ol, 1, 638 extr. 686; II, 368; III, 146.
27, 28, 250, alter, alii.
πελάσαντα τῷ Δεσποτικῷ σώματι, ΙΙΙ. 794, crucem; hypall.
πελτά, ΙΙΙ, 1065, παλτά, jacula.
TelTaoths. I, 1065, jaculator; sequitur enim,
πημαίνειν ἡδύνατο.
TEλtwv, III, 914, jaculis.
πεμπόμενον τῇδε κἀκεῖσε ὑπὸ τῶν ἀνέμων, ΙV,
415 extr., navigium, pulsum, jactatum. лeupèv, IV,
319 med., pro πεμφθέν.
névntos, 1, 427 med., a tenui et humili, non
rege.
nevėɛpidas, I, 522, multi vocant; (non ergo
ubique receptum usu loquendi), uxorum fratres.
EVO Eptons est quasi patronymicum a Tevbepò,
πενθερίδης
πενθερός,
soceri filius, analogice; Tevεpidéas, e codice, non
procedit.
πενθερός, ὁ τῆς γαμετῆς ἀδελφὸς, Ι, 322.
πενθικοῦ σχήματος, II, 1609, pro πενθίμου.
nevia toyáry outwory, III, 1292, a virtute ascetica alienissimis. Tavia vocat Christi inopiam, I,
315. Scr. S. twɣɛlav dicit, II Cor. vi, 9, et describit twxslav, Matth. viii, 20. Mendicandi Aamen indignitas aberat, et turpis egestas.
col. 1081–1082page 109 of 154
PG 84:1081πενομένην πεπονημένην. 348, πένταθλος τῆς ἀληθείας αγωνιστής, ΙΙΙ, 921. πέν ταλύος τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής, 1267, πένταθλον ἀγωνιστήν, ΙΙΙ, 1939, Πεντεκοστής, 1314, πεπαρανόμηκε εἰς τοὺς νόμους, ΙΙ, 1600 πεπαρῴνηκεν, 1, 854. πεπάτηκας νόμους, Ι, 426 432 πεπατημένον, πεπεδημένος τώ χεῖρε, ΙΙΙ, 755, πέπεικα, Ι, 644 ἐμαυτόν. πέποιθα. πεπείκαμεν, πεπεική των αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ΙΙ, 488, πεπηγὸς ὕδωρ, Ι, πεπηρωμένην μήτραν, 556, πεπηρωμένους τὸ ὀπτικὸν τῆς διανοίας, πεπιστεύκαμεν τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ, ΙΙΙ, 570 εἰς Χριστόν. πεπίστευκε νόμοις θείοις, ΙΙΙ, πεπιστευκότες, Ι, πιστοί, πεπιστευκότες αὐτῷ, ΙΙ, 117, εἰς αὐτόν. Χριστῷ, ΙΙ, 586. πεπιστευκότες, τῷ ἐν Βηθλεὲμ γεγονότι Κυρίω, ΙΙ, 1505, εἰς τὸν Κύριον. πεπιστευκότων εἰς Θεὸν, ΙΙ, 311, τὸ πεποιθότες. πεπιστευκότας τῷ Σωτῆρι, ΙΙΙ, 118. πεπιστευκότας τῷ Χριστῷ, 317. 1° εἰς τὸν Χριστόν· 2· πεπιστευκότας τῷ πάθει σωτηρίῳ, 1084. πεπιστευκώς Χριστῷ, 1189, πιστεύων.- πεπιστευμέναι ὑμνῳ δίαν ἐπουράνιον, ΙΙ, ο πεπιστευμέναι ἄρδειν τὸ πῶς μα φλέβες, πεπιστευμένον παραπέμπειν, τὸ παραπ.) ως πεπίστευται τὸ στῆθος συνάφειαν, ΙΙ, πεπλανημέναις ἀποστόλων πράξεσι, 343, πεπληροφορημένους εἰς τὸν Κύριον, 49 πεπλήρωκα τὸ ἔργον, ΙΙ, 548. πεπλήρωκε τὴν ἐπι στολήν, ΙΙΙ, 544, 199. πεπλήρωκε νομο θεσίαν πρὸ τῆς νομοθεσίας, Ι, 523, εμιμήσατο. πεπλήρωκε πάντα τὰ ἀνθρώπεια, πλὴν ἁμαρτίας, 1387, πεπλήρωκε τὸ προσταχθὲν, ΙΙ, 504. πεπληρωκὼς τὴν εὐχὴν, πεπληρωκὼς τὰ κατὰ τὸν Σολομῶντα, 1, 482, πεπληρωμένος γενό μενος, ΙΙ, 118. ἐλλείπων. πεπληρωμένων τῶν θείων χαρισμάτων, ΙΙ, πεπληρωμένην, ἐκκλησίαν, πλήρωμα, πεποίηκας ἀνθῆσαι, 11, 800, παρεσκεύασας, πεποιήκασι γραφήν, ΙΙΙ, 778, μια πεποιήκασιν ἀποπνιγήναι, ΙΙΙ, 830, πεποιήκασιν ἀποδοθῆναι τὰ σώματα, 111, 858, πεποίηκε τὴν ἱερωσύνην, Ι, 1598 πεποιῆσθαι, ἁμαρτ τία, άμπρο τίαν πεποιηκέναι. πεπονημένην, πενομένην, Ι, 548 πεπορνευκότα, πεπρωμένην 850. πεπτωκότων πεπωκότων, Ι, 354, 1, πεπτωχυίαν, 128 πεπτωκ. πεπυρωμένα, 1, 710, τὰ δόκιμα, πεπωκότων εἰ πεπτωκότων 334, τῷ συντόμως. πέρας τέλος τέλος. πέ ρας κτίσεως, πέρας ἐπέθηκε τοῖς λόγοις, 1, 828, περάτης περατουμένην πρόρρησιν, 1009. περὶ περὶ παρα 1079 9. περὶ αλλήλους όμόνοιαν, 422 περὶ αὐτὸν ἀγάπην, Ι, 1454 περὶ αὐτὸν ὀχουμένου πυρός, 489 περὶ αὐτοὺς διάθεσιν, ΙΙΙ, 458, 459 εἰς. περὶ αὐτοὺς φίλτρον, ΙΙ, 287, είς. περὶ αὐτὰς φίλτρον, ΙΙΙ, 434, εἰς - 457, περί σε, περι τὸν οἰκέτην. περὶ Θεὸν πόθον. 54, εἰς, περὶ ἡμᾶς φίλτρου, περὶ πᾶσι τοῖς ἀλλοτρίοις, παρ', περὶ πόδα, Ι, 355, κατά πόδα, περί σε φίλτρον, ΙΙ, 420, εἰς. περὶ τοῦ Θεοῦ τὸ πρακτέον ἐζήτησε παρὰ, περὶ τὸν Λόγον σκηνή, 57, περὶ τούτους εὐεργεσίας, 11, 824. περὶ τῆς ἀτραποῦ βαδίζοντι, Ι, 1009 περὶ τὸν διδάσκαλον φίλτρον, 266 εἰς. περὶ τὸν δρόμον κούφοι, περὶ τὸ χεῖρον οξύρροπος, ΙΙΙ, 624, εἰς. περὶ τὸν εὐεργέτην ἀγάπην, 595, εἰς. περὶ τὸν εὐερ γέτην αχάριστοι, Ι, 1527, 1575, ΙΙ, 168. περὶ τὸν εὐεργέτην πόθον, ΙΙΙ, 16, εἰς, περὶ τὸν Θεὸν εὔνοια, Ι, 338. εἰς τὸν Θεόν. περὶ τὸν Θεὸν ἔρως, ΙΙΙ, 1500, εἰς. περὶ τὸν Θεὸν μάχην, 1650, περὶ τὸν Θεὸν πίστις, περὶ τὸν πέλας ἀγάπη, ΙΙΙ, 525, 528. περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην καὶ πίστιν, 620. περὶ τὸν κεχαρισμένον ἀγνώ μόνες, 1, 1149. περὶ τὸν κεχειροτονηκότα εύνοιαν, ΙΙ, 569. περὶ τὸν νομοθέτην πίστιν, ΙΙ, 1073. περὶ τὸν πέλας ἀγάπη, ΙΙΙ, 250. περὶ τὸν σταυρὸν ἡ πίσ στις, περὶ τὸν Σωτήρα φίλτρον, ΙΙΙ, 1504. περὶ τὸν Χριστὸν πίστει, ΙΙΙ, 474, 475. περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ροπή, ΙΙΙ, 878, εἰς. περὶ τὸ γράφειν, ΙΙΙ, 751, εἰς, πρός. περὶ τὸ κοιμητήριον ἐξῆλθε, ΙΙΙ, 857, εἰς. περὶ τὸ ξύλον γινομένην αΐ σθησιν ἁμαρτίας, περὶ τὸ στασιάζειν προχει ρότεροι, 1, 345, εἰς, πρός. περὶ τὸ χεῖρον ροπή, 602 εἰς. περὶ τὴν λειτουργίαν καταφρόνησις, ΙΙ, 1675 περὶ τὴν ὀσφὼν τοῦ πένθους ὄν τας, ΙΙ, περὶ τὴν παροινίαν προχείρους, ΙΙΙ, 28, είς. περὶ τἀγαθοῦ διαθέσεσι, 1017, τἀγαθόν· οἱ περὶ μεν εἰς. περὶ τὰ αἰσθητὰ κεχηνασι, 89 εἰς· 94, περὶ ἐμὲ φίλτρῳ. περὶ τὰ εἴδωλα θερα πείαν, ΙΙ, 1355, εἰς. περὶ τὰ θεῖα τὸν πόθον, ΙΙΙ, 135, εἰς, περὶ τῶν ὀνομάτων ἑρμηνείαν, να. περὶ τοὺς ἀναξίους φιλοστοργίας, ΙΙ, 1324, εἰς. περὶ τοὺς νόμους δικαιοσύνην, δικαιοσύνην. περὶ τὰς εὐεργεσίας ἀγνώμων, Ι, 1425, εἰς. περι τὰς χάριτος εὔγνωμον, 565, εἰς. περὶ ταῦτα θεραπεία, ΙΙ, 163, τούτων, περί. περὶ ταῦ τα κεχηνέναι, ΙΙΙ, 150, πρός. περὶ ταῦτα κεχηνόσιν, 179, περὶ ταύτην πίστις καὶ διά θεσις, ΙΙΙ, 128. περὶ τοῦτοῦ ἄρχον, άρχου. περὶ τοῦτον ἔλεος, Ι, 1522. περὶ τοῦτον ἔχω τὸ φίλτρον, 1, 1473, εις. περὶ τοῦτο, τὸ κακὸν, μίσος: 111, 70. εἰς· μίσος, ὅ περὶ τὴν ἁμαρ τίαν ἔχω, περὶ τοῦτον φίλτρον, ΙΙ, 147. περὶ ὑμᾶς
πενομένην pro πεπονημένην. legitur, I, 348,
n. 1.
πένταθλος τῆς ἀληθείας αγωνιστής, ΙΙΙ, 921. πέν
ταλύος τῆς εὐσεβείας ἀγωνιστής, III, 1267, asceta.
πένταθλον ἀγωνιστήν, ΙΙΙ, 1939, principem asce
tam.
Πεντεκοστής, ΙV, 1314, per e.
πεπαρανόμηκε εἰς τοὺς νόμους, ΙΙ, 1600 extr.
πεπαρῴνηκεν, 1, 854.
πεπάτηκας νόμους, Ι, 426 extr. et 432 extr.
πεπατημένον, V, 17, tritum, notum, vulgatum.
πεπεδημένος τώ χεῖρε, ΙΙΙ, 755, debilis, ut iis,
ferro candenti tactis, uti non posset.
πέπεικα, Ι, 644 init. sc. ἐμαυτόν. Sed cod. πέποιθα. πεπείκαμεν, IV, 1156, docuimus, demonstravimus, vorgestellet; non ut crederet tamen. πεπεικήτων αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ΙΙ, 488, qui ipsum placas.
sent populo.
πεπηγὸς ὕδωρ, Ι, 1577 intell. caelum, in quo
astra volvantur: ex errore de aquis supracœlestibus.
πεπηρωμένην μήτραν, I, 556, debilem, partui
inhabilem. πεπηρωμένους τὸ ὀπτικὸν τῆς διανοίας,
πεπιστεύκαμεν τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ, ΙΙΙ, 570 in
textu Pauli est, εἰς Χριστόν. πεπίστευκε νόμοις
θείοις, ΙΙΙ, 1079, paruit disciplinæ eccl. πεπιστευ
κότες, Ι, 313, et ubique, qui inceperunt credere,
et pergunt: πιστοί, πεπιστευκότες αὐτῷ, ΙΙ, 117,
pro εἰς αὐτόν. Χριστῷ, ΙΙ, 586. πεπιστευκότες,
τῷ ἐν Βηθλεὲμ γεγονότι Κυρίω, ΙΙ, 1505, pro εἰς
τὸν Κύριον. πεπιστευκότων εἰς Θεὸν, ΙΙ, 311, explicatur τὸ πεποιθότες. πεπιστευκότας τῷ Σωτῆρι, ΙΙΙ,
118. πεπιστευκότας τῷ Χριστῷ, III, 317. 1° pro εἰς
τὸν Χριστόν· 2 etiam nunc credentes.· πεπιστευκότας τῷ πάθει σωτηρίῳ, 1V, 1084. πεπιστευκώςΧριστῷ, ΙV, 1189, πιστεύων.- πεπιστευμέναι ὑμνῳδίαν ἐπουράνιον, ΙΙ, 207, de angelis, Deum laudantibus, quibus commissum hoc dicitur, quia 1ο ad
id apli et conditi sunt; 2º comparantur sacerdotibus, quibus id munus. πεπιστευμέναι ἄρδειν τὸ πῶς
μα φλέβες, IV, 518, ad id destinatæ, per quas id
lieri voluit Deus. πεπιστευμένον παραπέμπειν, (scil.
τὸ παραπ.) IV, 534, ως cibum; a Deo ad id constitutum. πεπίστευται τὸ στῆθος συνάφειαν, ΙΙ,
1090, manuum commissuram sustinet; audacius
dictum.
πεπλανημέναις ἀποστόλων πράξεσι, IV, 343,
fctis, subditis, corruptis, spuriis, falso habitis.
πεπληροφορημένους εἰς τὸν Κύριον, IV, 49 extr.,
solide credentes.
πεπλήρωκα τὸ ἔργον, ΙΙ, 548. πεπλήρωκε τὴν ἐπι
στολήν, ΙΙΙ, 544, absolvit, et 199. πεπλήρωκε νομο
θεσίαν πρὸ τῆς νομοθεσίας, Ι, 523, fecit, quæ postea
Christus jussit. vid. et εμιμήσατο. πεπλήρωκε πάντα
τὰ ἀνθρώπεια, πλὴν ἁμαρτίας, I, 1387, Christus,
reddidit, habuit, quasi numeros humanitatis explevit. πεπλήρωκε τὸ προσταχθὲν, ΙΙ, 504. πεπληρωκὼς τὴν εὐχὴν, III, 1129, cum desiisset precari.
πεπληρωκὼς τὰ κατὰ τὸν Σολομῶντα, 1, 482, cum
narrasset penitus, absolvisset. πεπληρωμένος γενόμενος, ΙΙ, 118. opp. ἐλλείπων. πεπληρωμένων τῶν
θείων χαρισμάτων, ΙΙ, 479, largiter dalis: bypall.
Aut legendum πεπληρωμένην, ad ἐκκλησίαν, cujus
nomen πλήρωμα, ibi explicat.
πεποίηκας ἀνθῆσαι, 11, 800, pro παρεσκεύασας,
magis Græco. πεποιήκασι γραφήν, ΙΙΙ, 778, μια
medio. πεποιήκασιν ἀποπνιγήναι, ΙΙΙ, 830, jusserunt. πεποιήκασιν ἀποδοθῆναι τὰ σώματα, 111, 858,
concesserunt. πεποίηκε τὴν ἱερωσύνην, Ι, 1598
extr., instituit. πεποιῆσθαι, V, 1128, scil. ἁμαρτ
τία, nominativus supplendus ex accus. prac. άμπρο
τίαν πεποιηκέναι.
πεπονημένην, var. cum πενομένην, Ι, 548 init.
n. 1.
πεπορνευκότα, IV, 471, incestum Corinthi, n
vercæ maritum: 176.
πεπρωμένην expl. IV, 850.
πεπτωκότων var. cum πεπωκότων, Ι, 354, n. 1,
πεπτωχυίαν, V, 128 extr., lege πεπτωκ.
πεπυρωμένα, 1, 710, τὰ δόκιμα, et vera.
πεπωκότων εἰ πεπτωκότων var. I, 334, n.
aplius τῷ συντόμως.
1, illud
πέρας et τέλος promissi distingu. vid. τέλος. πέρας κτίσεως, operum Dei, 1, 37, 38, perfectio, ut
nil jam deesset. πέρας ἐπέθηκε τοῖς λόγοις, 1, 828,
vixit ita, ut loquebatur. (Verba enim ibi ad rem
praeteritam referuntur.)
περάτης Abraham, unde? 1, 74.
περατουμένην πρόρρησιν, IV, 1009.
περὶ pro sis, III, 514 extr. bis. περὶ et παρα confund. Iil, 1079 extr. n. 9. περὶ αλλήλους όμόνοιαν,
III, 422 extr. περὶ αὐτὸν ἀγάπην, Ι, 1454 extr. περὶ
αὐτὸν ὀχουμένου πυρός, IV, 489 init. sole, circa co
lum: i. e. per caelum, intus, qua nos, intra ambi
tum ejus. περὶ αὐτοὺς διάθεσιν, ΙΙΙ, 458, 459 extr.
pro εἰς. περὶ αὐτοὺς φίλτρον, ΙΙ, 287, pro είς. περὶ
αὐτὰς φίλτρον, ΙΙΙ, 434, pro εἰς - 457, περί σε, περι
τὸν οἰκέτην. περὶ Θεὸν πόθον. III, 54, pro εἰς, vel
genitivo, et mox, περὶ ἡμᾶς φίλτρου, περὶ πᾶσι τοῖς
ἀλλοτρίοις, V, 1167, aut pro παρ', aut redundat.
περὶ πόδα, Ι, 355, κατά πόδα, adverbum. περί σε
φίλτρον, ΙΙ, 420, pro εἰς. περὶ τοῦ Θεοῦ τὸ πρακτέον
ἐζήτησε 1, 449. legendum videtur, παρὰ, a Deo.
περὶ τὸν Λόγον σκηνή, IV, 57, Eust. περὶ τούτους
εὐεργεσίας, 11, 824. περὶ τῆς ἀτραποῦ βαδίζοντι, Ι,
1009 init. extra viam. περὶ τὸν διδάσκαλον φίλτρον,
III, 266 init. pro εἰς. περὶ τὸν δρόμον κούφοι, περὶ
τὸ χεῖρον οξύρροπος, ΙΙΙ, 624, pro εἰς. περὶ τὸν
εὐεργέτην ἀγάπην, III, 595, pro εἰς. περὶ τὸν εὐερ
γέτην αχάριστοι, Ι, 1527, 1575, ΙΙ, 168. περὶ τὸν
εὐεργέτην πόθον, ΙΙΙ, 16, pro εἰς, vel genitivo. περὶ
τὸν Θεὸν εὔνοια, Ι, 338. pro, εἰς τὸν Θεόν. περὶ τὸν
Θεὸν ἔρως, ΙΙΙ, 1500, pro εἰς. περὶ τὸν Θεὸν μάχην,
II, 1650, contra Deum, περὶ τὸν Θεὸν πίστις, περὶ
τὸν πέλας ἀγάπη, ΙΙΙ, 525, 528. περὶ τὸν Θεὸν ἀγάπην
καὶ πίστιν, [V, 620. περὶ τὸν κεχαρισμένον ἀγνώ
μόνες, 1, 1149. περὶ τὸν κεχειροτονηκότα εύνοιαν,
ΙΙ, 569. περὶ τὸν νομοθέτην πίστιν, ΙΙ, 1073. περὶ
τὸν πέλας ἀγάπη, ΙΙΙ, 250. περὶ τὸν σταυρὸν ἡ πίσ
στις, 1, 40, fides rei qua crucem gesta. περὶ τὸν
Σωτήρα φίλτρον, ΙΙΙ, 1504. περὶ τὸν Χριστὸν πίστει,
ΙΙΙ, 474, 475. περὶ τὸ ἁμαρτάνειν ροπή, ΙΙΙ, 878,
pro εἰς. περὶ τὸ γράφειν, ΙΙΙ, 751, pro εἰς, vel πρός.
περὶ τὸ κοιμητήριον ἐξῆλθε, ΙΙΙ, 857, pro εἰς. περὶ
τὸ ξύλον (cognoscendi boni et mali) γινομένην αΐσθησιν ἁμαρτίας, 1, 41, 42, non e vi illius, sed quoniam qua illam arborem peccaverant, non parendo legi qua illam datæ. περὶ τὸ στασιάζειν προχει
ρότεροι, 1, 345, pro εἰς, πρός. περὶ τὸ χεῖρον ροπή,
IV, 602 init. pro εἰς. περὶ τὴν λειτουργίαν καταφρό
νησις, ΙΙ, 1675 extr. περὶ τὴν ὀσφὼν τοῦ πένθους ὄν
τας, ΙΙ, 880 init. cum luctus oriatur ob rem, cujus desiderium sit in lunbis; ut falso loquitur.
περὶ τὴν παροινίαν προχείρους, ΙΙΙ, 28, pro είς. περὶ
τἀγαθοῦ διαθέσεσι, IV, 1017, pro τἀγαθόν· οἱ περὶ
μεν εἰς. περὶ τὰ αἰσθητὰ κεχηνασι, II, 89 extr. pro
εἰς· p. 94, περὶ ἐμὲ φίλτρῳ. περὶ τὰ εἴδωλα θερα
πείαν, ΙΙ, 1355, pro genitivo, vel εἰς. περὶ τὰ θεῖα
τὸν πόθον, ΙΙΙ, 135, pro εἰς, vel genitivo. περὶ τῶν
ὀνομάτων ἑρμηνείαν, IV, 392. pro simplici geniti
να. περὶ τοὺς ἀναξίους φιλοστοργίας, ΙΙ, 1324, pro
εἰς. περὶ τοὺς νόμους δικαιοσύνην, vid. δικαιοσύνην.
περὶ τὰς εὐεργεσίας ἀγνώμων, Ι, 1425, pro εἰς. περι
τὰς χάριτος εὔγνωμον, IV, 565, pro εἰς. περὶ ταῦτα
θεραπεία, ΙΙ, 163, pro τούτων, sine περί. περὶ ταῦ
τα κεχηνέναι, ΙΙΙ, 150, pro πρός. περὶ ταῦτα κεχη
νόσιν, II, 179, pro siς. περὶ ταύτην πίστις καὶ διάθεσις, ΙΙΙ, 128. περὶ τοῦτοῦ ἄρχον, vid. άρχου. περὶ
τοῦτον ἔλεος, Ι, 1522. περὶ τοῦτον ἔχω τὸ φίλτρον, 1,
1473, pro εις. περὶ τοῦτο, τὸ κακὸν, μίσος: 111, 70.
pro genit. vel εἰς· ut mox, μίσος, ὅ περὶ τὴν ἁμαρ
τίαν ἔχω, περὶ τοῦτον φίλτρον, ΙΙ, 147. περὶ ὑμᾶς
col. 1083–1084page 110 of 154
PG 84:1083ἀγάπης, ΙΙΙ, 1050. περὶ ὑμῶν ἀγάπης, 1124, ὑμᾶς, περὶ εἰς, περιαγόμενος τὴν οὐσίαν, 986, οὐσία περιάπτοις, ΙΙΙ, 495, περιαυτίζεται, κόμπον φιλοκομπεῖν. περιβάλλω ταῖς παιδείαις, ΙΙ, 1362, περιβάλωσι βλασφημίαις, ΙΙΙ, 120. περιβεβλημένους δυναστείαν τινά, 861. περιβολὴ τῆς σαρκός, 752, περιβολήν, κατὰ τὴν, 70, μεταβολὴν, κενώσει περιβολὴν, περιβάλων ἱερῶν, περιβόλους, τὰ βλέφαρα, 1, 697. περιβόλους ἱερούς, κατέλαβεν ᾀσπαστικόν περιγεγραμμένην φύσιν, οὐκ ἀπερίγραφον, 17, είων 1 περίγειοι και χαμαίζηλοι, ΙΙ, 1524. περιγείων, ΙΙ, 25, περιγείο γισμῶν, περιγενέσθαι τοῦ θείου νεώ, ΙΙ, 450, περιγραφήν, 122, προτέραν, περιδείπνων καλουμένων, 880, περιδρομῆς ἐκ πολλῆς. ΙΙΙ, 990, διά. περιεβάλετο, περιέγραψε ταῖς Δεσποτικαῖς γοναῖς τὴν Ἰούδα ἡγεμονίαν, περιειργασάμην ὥραν ἑτέρῳ προσήκουσαν, περιέκειτο ή θεία φύσις τὴν ἀνθρωπείαν, Η, 693, ἀνέλαβε. περιέκειτο φύσιν, ΙΙ, περιέκειτο, ΙΙΙ, ἦν, αὐτὸς οὐκ ἦν. —περιές κειντο τὸ πάθος, ΙΙΙ 490, περικειμέ τους σχῆμα, οὐκ ἀλήθειαν,. 491, αλήθειαν έχοντας. περιέκλυσεν αὐτὸν ἀφθονίᾳ, Ι, 89. περιεκτικών στοιχείων, στοιχείων. περιέπειρας ἁμαρτίαις τὴν ψυχὴν, ΙΙ. 1546. περιέπειραν ἑαυτοὺς τῷ τοῦ κανόνος δρῳ, 1549, περιέπουσι τὴν κλίνην, ΙΙ, 85, πε ριεργάζεσθαι τὴν ἄῤῥητον φύσιν, Ι, 1307. περιεργά του τὰ ἀλλότρια, ΙΙΙ, 593. περιεργαζόμενος τὴν θείαν πρόνοιάν, ΙΙ, 1542 περιεργάσασθαι, 1, 1120, περιεργεῖν, - τὰ ἐπέκεινα, περίεργον, 1, 52, περιττόν, 55. περιερχομένων, ΙΙΙ, 856, περιέστη εἰς ἕνα τὸ τῆς πόλεως σχῆμα, 1105, περιέχει τὸ δίκαιον ή τιμωρία, ΙΙ, 714, έχει. περιέχει τὴν δημιουργίαν, 443, περιέχεσθαι τοῦ γράμματος, 1, 54. περιέχοντα χαρακτῆς ρα, 11. 826, έχοντα. περιηγήσασθαι, 1, 1189, ἀντιλαβεῖν τὴν τῶν ἐθνῶν, κληρονομίαν. μᾶλλον δὲ, περιθεὶς, παραθείς, 628, 9. πες ριθέμενος φύσιν ἀνθρωπείαν, Ι, 258, λόγω. περιθέων πάντοσε καπνός, ΙΙΙ, 629. περικείμεθα, οι περικείμενοι, λήμην, ΙΙΙ, 307, 308, περικείμενος τὸ θεῖον δέος, Ι, φύσιν, ΙΙ, ἀνθρωπείαν φύσιν Θεός, 41 σάρκα, 383 ὁ λόγος. περικείμενον τὴν αὐτὴν φύσιν, 1, 1067, 560. περικείμενοι λώβην, περίκειται ἀσθένειαν.) περικείμενοι νόσου αχαριστίας, Ι. 1153. περικειμένων όνομα, ΙΙ, 1018, 455. περικειμένων τὴν νόσον, ΙΙΙ, 54, περικειμένοις τὴν ἄνοιαν τῆς ἀσε βείας, ΙΙΙ, 194. περικειμένους κακουργίαν, Ι. 73, περικειμένους μόνον τὸ κήρυγμα, περίκεινται διπλόην, διπλόην. περίκεινται δυναστεία, 1077, περικεῖσθαι φορτίον ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 956. περικεῖσθαι τὴν λύμην τῆς ἀπιστίας, ΙΙΙ. 205. περ ρικεῖσθαι σῶμα όφεως τὴν τῶν ἐντέρων θέσιν, σῶμα σχῆμα, περίκε σθε ὑγείαν, 296, περίκειται (ἡ θάλασσα) μύρια τῶν ἰχθύων γένη, Ι, 1339, περιέχει. περίκειται συγγένειαν. Ι, 1415. περίκειται τὸν σὸν φόβων ή ψυχή, Ι, 1468, περικλεισμὸς οὐ γέγονε περὶ τὴν τοῦ Θεοῦ δύνα μιν, σάρκωσιν περιλαβόντων τὸ ἱερατεῖον, ΙΙΙ, 855, περιλαμβάνομεν τὸ ἅγιον Πνεῦμα, 847, υποστάσει περιλήψει νοός, 131, καταλήψει. περιμένει τὰ βραβεία, 1074, περινοίᾳ (ἐν) γενέσθαι τοῦ φωτός, Ι, 1331, περιόδων μακρῶν οὐ δεομένη, ΙΙ, 109, περιόντος (ἐκ) πολλοῦ, 476, 507, περιορισμόν, ἐξορίαν, περιουσίας. (ἐκ) περιουσίας, ἐκ. περ. εἶχεν ὁ νόμος, πε ριττά. περιούσιος, εξαίρετος, Ι, 147. περιοχὴν, τὴν ἀκρόπολιν, Ι, 412. περιόψομαι οι παρόψ. 675 περιπαρήσεται πάγαις, 1, 830, περιπαγήσεται, πάγαις, περιπαγήσ. περιπείρασα πάγαις, 1257. περιπειρόμενοι κακοῖς, ΙΙ, 882, 10. δύναις. περιπείροντες πάγαις, ΙΙΙ. περιπήξας σκηνήν • σκηνήν. περιποιεῖται τὴν σωτηρίαν, Ι, 1045, περιπτύξασθαι λάρνακας μαρτύρων, Ι, 1319. περιπτύσσασθαι, 1113, περιπτύσσεσθαι διὰ γραμμάτων. περίῤῥητος, ΙΙ, 894, περίρρυτος. περισκόπισον, ΙΙΙ. 395, η. περισκοπούντες νουμηνίας καὶ σάββατα, ΙΙ, 1444. περισσάρτιοι· ἀρτιοπέρισσοι. περιστάσεως ἦν τὸ πλημμέλημα, 1, 421. γνώμης Κλισθον, ἐν
ἀγάπης, ΙΙΙ, 1050. περὶ ὑμῶν ἀγάπης, ΙV, 1124,
pro ὑμᾶς, περὶ pro εἰς, ut solet.
περιαγόμενος τὴν οὐσίαν, V, 986, quod οὐσία ipsius variet et mutetur.
περιάπτοις, ΙΙΙ, 495, amuletis.
περιαυτίζεται, V, 12, sibi unice piacet: vel, eis
dem rei moleste et inepte inhæret; quem mox vocal κόμπον et φιλοκομπεῖν.
περιβάλλω ταῖς παιδείαις, ΙΙ, 1362, amice complecter, leniter foveo: aut, vincio, περιβάλωσι βλασφημίαις, ΙΙΙ, 120. περιβεβλημένους δυναστείαν
τινά, ΙV, 861.
περιβολὴ τῆς σαρκός, ΙV, 752, humana Christi
natura. περιβολήν, κατὰ τὴν, 1V, 70, opp. μεταβολην, quam negat in Christi κενώσει factam. Apollin. Illud est indumentum naturæ humanæ assumple: quo cupide utitur Theodor. περιβολὴν, IV,
428, de humana natura Christi, probat, adhiberi:
init. περιβάλων ἱερῶν, IV, 230, coetu sacro.
περιβόλους, τὰ βλέφαρα, 1, 697. περιβόλους ἱερούς,
111, 1048, quibus septum esset templum; distingu.
enim a veῷ. Etsi κατέλαβεν esse potest, cum ad
templum venisset. Namn ᾀσπαστικόν certe ingressus
est imp.
περιγεγραμμένην φύσιν, οὐκ ἀπερίγραφον, 17,
122 extr. viderunt apostoli, abeuntis in cœlun
Christi.
είων 1περίγειοι (homines) και χαμαίζηλοι, ΙΙ, 1524. περιγείων, ΙΙ, 25, terrena sapientium, περιγείο
γισμῶν, ΙV, 807, vim Dei ignorantium, ad materiam
omnia referentium.
περιγενέσθαι τοῦ θείου νεώ, ΙΙ, 450, capere, destruere,
περιγραφήν, ΙV, 122, προτέραν, et nunc habet
Corpus Christi.
περιδείπνων καλουμένων, II, 880, silicerniis, aut
eorum convivis.
περιδρομῆς ἐκ πολλῆς. ΙΙΙ, 990, per multam allegationem, et concursationem. e, pro διά.
περιεβάλετο, IV, 428, Christus Deus naturam
nostram.
περιέγραψε ταῖς Δεσποτικαῖς γοναῖς τὴν Ἰούδα
ἡγεμονίαν, ΙV, 24, cousque duraturum, prædixit,
ad eum finem, donec nasceretur Christus.
περιειργασάμην ὥραν ἑτέρῳ προσήκουσαν, ΙV,
643, alienam uxorem tentavi, sollicitavi.
περιέκειτο ή θεία φύσις τὴν ἀνθρωπείαν, Η, 693,
juncta illi erat, eam ἀνέλαβε. περιέκειτο φύσιν, ΙΙ,
1093, humanam, Christus, quasi vestem. IV, 1303,
habuit. περιέκειτο, ΙΙΙ, 454, Christus naturam humanam: ἦν, ei abjudicat, vid. αὐτὸς οὐκ ἦν. —περιές
κειντο τὸ πάθος, ΙΙΙ 490, in se habebant. περικειμέτους σχῆμα, οὐκ ἀλήθειαν,. 491, qua αλήθειαν
est, έχοντας.
περιέκλυσεν αὐτὸν ἀφθονίᾳ, Ι, 89.
περιεκτικών στοιχείων, vid, στοιχείων.
περιέπειρας ἁμαρτίαις τὴν ψυχὴν, ΙΙ. 1546. περιεπειραν ἑαυτοὺς τῷ τοῦ κανόνος δρῳ, IV, 1549, eo
tenentur, rei sunt ejus neglecti.
περιέπουσι τὴν κλίνην, ΙΙ, 85, circumstant. πε
ριεργάζεσθαι τὴν ἄῤῥητον φύσιν, Ι, 1307. περιεργάτου τὰ ἀλλότρια, ΙΙΙ, 593. περιεργαζόμενος τὴν θείαν
πρόνοιάν, ΙΙ, 1542 init. περιεργάσασθαι, 1, 1120,
pro περιεργεῖν, scrutari temere. - τὰ ἐπέκεινα,
περίεργον, 1, 52, expl. περιττόν, p, 55.
περιερχομένων, ΙΙΙ, 856, cingentibus.
περιέστη εἰς ἕνα τὸ τῆς πόλεως σχῆμα, IV, 1105,
anus superest, qui non aufugerit, aut mendicetur.
sed fundum integrum habeat.
περιέχει τὸ δίκαιον ή τιμωρία, ΙΙ, 714, pro έχει.
περιέχει τὴν δημιουργίαν, IV, 443, impedit. περιέχεσθαι τοῦ γράμματος, 1, 54. περιέχοντα χαρακτῆς
ρα, 11. 826, pro έχοντα.
περιηγήσασθαι, 1, 1189, præc. ἀντιλαβεῖν τὴν τῶν
ἐθνῶν, scil. κληρονομίαν. Præmittitur, μᾶλλον δὲ,
quasi corrigendo, vel augendo. Est c supplem.
haud satis plano sensu. Possis explicare, circum:
ire, obire, præsentem ad eos venire.
περιθεὶς, pro παραθείς, legitur II, 628, n. 9. πες
ριθέμενος φύσιν ἀνθρωπείαν, Ι, 258, de λόγω.
περιθέων πάντοσε καπνός, ΙΙΙ, 629.
περικείμεθα, οι περικείμενοι, λήμην, ΙΙΙ, 307, 308,
habemus habentes. περικείμενος τὸ θεῖον δέος, Ι,
1403, in animo habens. — φύσιν, ΙΙ, 1674, habens.
ἀνθρωπείαν φύσιν Θεός, IV, 41 extr. σάρκα,
IV, 383 init. ὁ λόγος. περικείμενον τὴν αὐτὴν φύσιν,
1, 1067, habentem. III, 560. περικείμενοι λώβην,
I, 148; V. 1245 init. (ut Hebr. v, 2. περίκειται
ἀσθένειαν.) habentes, ea infecti. περικείμενοι νόσου
αχαριστίας, Ι. 1153. περικειμένων όνομα, ΙΙ, 1018,
habentium. 1V, 455. περικειμένων τὴν νόσον, ΙΙΙ,
54, habentibus. περικειμένοις τὴν ἄνοιαν τῆς ἀσεβείας, ΙΙΙ, 194. περικειμένους κακουργίαν, Ι. 73,
intus habentes. περικειμένους μόνον τὸ κήρυγμα,
II, 1042, qui hoc tantum e Christiano habent, ut
audiant doctrinam sacraun. περίκεινται διπλόην, vid.
διπλόην. περίκεινται δυναστεία, I, 1077, pro accusat. περικεῖσθαι φορτίον ἁμαρτημάτων, ΙΙ, 956.
περικεῖσθαι τὴν λύμην τῆς ἀπιστίας, ΙΙΙ. 205. περ
ρικεῖσθαι σῶμα όφεως τὴν τῶν ἐντέρων θέσιν, IV,
308 extr. intestina nostra in serpentis formam sinuata. σῶμα pro σχῆμα, notabili hic usu. περίκε:-
σθε ὑγείαν, 296, habetis. περίκειται (ἡ θάλασσα)
μύρια τῶν ἰχθύων γένη, Ι, 1339, pro περιέχει. περίκειται συγγένειαν. Ι, 1415. περίκειται τὸν σὸν
φόβων ή ψυχή, Ι, 1468, in se habet.
περικλεισμὸς οὐ γέγονε περὶ τὴν τοῦ Θεοῦ δύνα
μιν, 1, 71 init. per σάρκωσιν Christi. Apoll.
περιλαβόντων τὸ ἱερατεῖον, ΙΙΙ, 855, cum cinxissent, umsetzt.
περιλαμβάνομεν τὸ ἅγιον Πνεῦμα, III, 847, itidem.
credimus, in eadem υποστάσει
περιλήψει νοός, V, 131, pro καταλήψει.
περιμένει τὰ βραβεία, IV, 1074, pie mortuus:
scil. olim publice et solide danda.
περινοίᾳ (ἐν) γενέσθαι τοῦ φωτός, Ι, 1331, contemplari.
περιόδων μακρῶν οὐ δεομένη, ΙΙ, 109, ndes in
Christum.
περιόντος (ἐκ) πολλοῦ, IV, 476, 507, etsi opus
baud sit: largiores, quam res poscebat: vel, ex
multa argumentorum copia delibatis nonnullis.
περιορισμόν, ΙV, 1183, ut Cyrrho excedere veter.
distingu. ἐξορίαν, exsiliunt, ut majus.
περιουσίας. (ἐκ) 11, 1037, libere, sponte, non jubente lege; ultra legem. IV, 441, insuper, præter
majora, quae tribuit. περιουσίας, ἐκ. περ. εἶχεν ὁ
νόμος, III, 378, ultra leges naturales, liturgica, περιττά.
περιούσιος, Symmachus vertit, εξαίρετος, Ι, 147.
περιοχὴν, τὴν ἀκρόπολιν, Ι, 412.
περιόψομαι οι παρόψ. var. I, 675 extr.
περιπαρήσεται πάγαις, 1, 830, parum convenit
laqueis; etsi addit, eos et gladium et sagittam
vocari: cod. περιπαγήσεται, aptius πάγαις, non
rationi addita. lil, 670, pro περιπαγήσ.
περιπείρασα πάγαις, IV, 1257. περιπειρόμενοι
κακοῖς, ΙΙ, 882, ut I Tim. vi, 10. δύναις. περιπείροντες πάγαις, ΙΙΙ. 1121, capientes, irretientes
περιπήξας σκηνήν • vid. σκηνήν.
περιποιεῖται τὴν σωτηρίαν, Ι, 1045, nobis baptisinus.
περιπτύξασθαι λάρνακας μαρτύρων, Ι, 1319.
περιπτύσσασθαι, IV, 1113, pro περιπτύσσεσθαι
addit, διὰ γραμμάτων.
περίῤῥητος, ΙΙ, 894, pro περίρρυτος.
περισκόπισον, ΙΙΙ. 395, pro η.
περισκοπούντες νουμηνίας καὶ σάββατα, ΙΙ, 1444.
servantes.
περισσάρτιοι· vid. ἀρτιοπέρισσοι.
περιστάσεως ἦν τὸ πλημμέλημα, 1, 421. Οpp.
γνώμης: non animo deliberato suscepit, sed occa
sione ablatus co ucidit, p. 423, vocat. Κλισθον, ἐν
col. 1085–1086page 111 of 154
PG 84:1085ἔκ τινος, πεσεῖν, ΙΙΙ, προσπταῖσαι. πεσὼν εἰς τὸ τῆς πονηρᾶς ὁδοῦ τέλος, ΙΙ, 706. πέταλον χρυσοῦν, ΙΙΙ, 45, ἱλαστήριον. πέτασθαι παρεγγυών, 111, 1981, αναπέτα σθαι, περιστάσεως τεταπεινωμένους, Ι, 709, περιέστη. περιστάσεως ολισθαίνουσιν, ΙΙΙ, 30 μετὰ σπουδῆς μετιούσι; 31 ἐκ περιστάσεως γεγέ νηται, ΙΙΙ, περιστάσεως, ΙΙΙ, 653, γνώμης. περι στάσει περιπέσοι, περιστάσει μηδεμιᾷ παραχωρεῖν, ΙΙ, 1187, ὑπὸ περιστάσεων νικωμένους, Ι, περιστάσεσί τισι, ΙΙ, Η περιστείλη τὸ δάκρυον, 57, περιστῆσαι εἰς ἑαυτὸν πᾶσαν ἐπιμέλειαν, περιστοιχήσῃ τὰ σκυθρωπά, ΙΙΙ, 54 η. περιστοιχίζειν κακῶν, Ι, 1924 περιτέθεικε σῶμα, περιτιθέντες κλεῖθρα καὶ σήμαντρα ταῖς θύε ραις, ΙΙ, 671, επιτιθέντες. περιτίθησι μηρούς, σκέλη, πόδας, περίτιος, ΙΙ, περιττός Ηρόδοτος λέγων, 982, περιττὴ τῶν ῥιζῶν ἡ βάσις, περιττῆς διαλέξεως, ΙΙ, τὸ περιττὸν ἀποθεμένων, περισσείαν κακίας, 1, 21. περιττὸν οὐδὲν δέδρακα, ΙΙΙ, 151 περιττόν, ΙΙΙ, περιττόν τῆς κακίας ἀποκόπτειν, [ΙΙ, τὸ περιττὸν τῶν θυσιῶν, 692, περιττὸν ἦν ἐνηχεῖν, περιττὰ τοῦ νόμου, 448; ΙΙΙ, 573, 390, 590, περιττὰ τῶν ὀνύχων, Ι, περιττά ὕλης, ἀφαιρεί περ ριττῶν φροντίδων, περιττῶν ἀφαί ρεσιν, περίττωμα λιγνυώδες, λιγνυώδες. περίττωμα τῆς ἀλαζονείας, περίττωμα, περισσείαν κακίας. 952, περιττώματα περιτεμόντας. περιττώματος, περιττωμάτων κεφαλῆς, περιττώματι πτύσματος, 31. περιττωμάτων τοῦ πτύσματος, 17, 566. περιττώμασι, ΙΙ, 987, περιφάνεια ἐθνῶν, ΙΙΙ, περιφάνειαν ψυ χρὰν ἔχει τὸ πέπερι, δυνάμει. περιφέρετε τῇ θεότητι τὸ πάθος, 1157, περιφύονται ὑπόνοιαι πονηραί, 669, περιωρίσθημεν εἰς τὴν Κύρον, 1137, περιωρισμένων, πεῦσιν δέξασθαι, πεφιλοσόφητα: τῷ Δαβίδ, 1, 642, πεφροντικότας φιλοπαιδίας, 1, 10, πέφυκας ἀγαθὸς, Ι, 1211, πέφυκας ἐλεεῖν, 1120, πεφύκασιν ἀποκαλεῖν, Ι, 986, πεφυκώς ἐλεεῖν, πεφυτευμένης, ΙΙ, 277, γῆς. πεφυτευμέ την γῆν, Ι, 1441. πηγάζον, ήτο ἐκπορεύομενον, 1054. πηγάζον φοράν, 1, 1402 οἰκτιρμούς, ΙΙΙ, 289. πηγάζοντα εὐλογίαν, ΙΙΙ, 150 πηγάσαντα την σωτηρίαν, ΙΙ, 1552. πηγνύμενοι κρυμῷ, ΙΙΙ, 1284: πηγνύμενα γράμματα, 11, 495. πηγνύμενος ἐν χειμώνι, ΙΙΙ, πήγνυται θεμέλιον, ΙΙΙ, 577. πηγνύντες παγίδας, Ι, 1546. παγείς Πνεύματι ἁγ. ἐν τῇ μήτρα. 57, παγεῖσαν (ὁδὸν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, Ι, 1438 πηγή πηγή, πληγή, πηγὴν ζωῆς, Ι. 832. πηγὴν εἶχον τὴν Ἰούδα φυλήν, Ι, 1070. πηγὴν μεγάλην ἐθνῶν, ΙΙΙ, 1314, πηγὴν τοῦ Πνεύματος τὸν Πατέρα. 389 πηγαὶ πολλαὶ οἴκτου καὶ ἐλέου παρ' αὐτῷ, ΙΙ, πηγὴ ἐλέους πηγῶν ὠδῖσι, πληγών, 1115, πηγάς, πηγὰς αλεύρου καὶ ἐλαίου, Ι, πηγὰς ἄρτων, πηγὰς ἐλέους έδεξάμην, Ι, 1554, πηγὰς ἰάσεων, πηδαλίοις ἐκείνου (Θεοῦ) πιστεύειν, 606, πηλίνῃ γλώττη, 380. πηλίνης γλώττης, 1, πημαίνονται τοῖς ἀρχομένοις, 450, πημαίνουσι τοὺς ἀρχομένους. πηρωθεὶς φρένας, πήρωσις τῆς μήτρας, ΙΙΙ, 616, πιανάτω, Ι, πιεζούσης τὸ σῶμα νηστείας, ΙΙΙ, 967. πικρανθήσονται, πικρᾶς ἑρκτῆς, 625, πικρὸν τύραννον, 669, πικρῶν λειμώνων, 725. πικρότερα θηρία, Μ. πικρότατα, πικροτάτη ρίζα, 523, πικρότατον θη ρίον, πικρότατα, πικρὸς διστός. πικροτάτων θηρίων, Ι, 1261, πιλῆσαι τῇ χειρὶ τὸ δέρμα, ΙΙΙ, 1271, πίνουσιν, έμ ποιοῦσαν μέθην. εμποιοῦν, ποτήριον πίπτουσα μάλιστα εἰς ὦτα Θεοῦ. 97, πίπτουσιν
- ἔκ τινος,
πεσεῖν, ΙΙΙ, 1309, non tribuit Petro, sed tantum
προσπταῖσαι.
πεσὼν εἰς τὸ τῆς πονηρᾶς ὁδοῦ τέλος, ΙΙ, 706.
πέταλον χρυσοῦν, ΙΙΙ, 45, vocat ἱλαστήριον.
πέτασθαι παρεγγυών, 111, 1981, pro αναπέτασθαι, scil. in coelum, animo quidem.
περιστάσεως τεταπεινωμένους, Ι, 709, casu, mutatione. Ductum e Thucydideo περιέστη.
περιστάσεως ολισθαίνουσιν, ΙΙΙ, 30 extr. opp. μετὰ
σπουδῆς μετιούσι; 31 init. ἐκ περιστάσεως γεγένηται, ΙΙΙ, 438, servorum et dominorum discrimina. περιστάσεως, ΙΙΙ, 653, vid. γνώμης. περιστάσει περιπέσοι, 1, 1008, rebus iniquis, casibus.
περιστάσει μηδεμιᾷ παραχωρεῖν, ΙΙ, 1187, calami
tati, casui adverso. ὑπὸ περιστάσεων νικωμέ
νους, Ι, 723, a rebus externis, occasione oblata,
ut David adspectu Bethsabæ. περιστάσεσί τισι, ΙΙ,
1910, casibus variis.
Η περιστείλη τὸ δάκρυον, V, 57, i. e. tegat, auferat, abstergat.
περιστῆσαι εἰς ἑαυτὸν πᾶσαν ἐπιμέλειαν, III.
περιστοιχήσῃ τὰ σκυθρωπά, ΙΙΙ, 54 init. per η.
περιστοιχίζειν κακῶν, Ι, 1924 init. Obs. I Genii.
pro dat. 2 Meton. facit (contumacia) ut cingar
malis.
περιτέθεικε σῶμα, IV, 557. homini dedit, habere
voluit. περιτιθέντες κλεῖθρα καὶ σήμαντρα ταῖς θύε
ραις, ΙΙ, 671, pro επιτιθέντες. περιτίθησι μηρούς,
σκέλη, πόδας, IV, 516, statuarius signo addit, opponit, efficit.
περίτιος, ΙΙ, 1597, Macedonum mensis, respondens Hebræcorum Schebat, undecimo.
περιττός Ηρόδοτος λέγων, IV, 982, non opus
est, ejus testimonio uti. περιττὴ τῶν ῥιζῶν ἡ
βάσις, IV, 1010, fronde et ramis demptis. περιττῆς
διαλέξεως, ΙΙ, 91, sermone malo, improbando: ut
mox τὸ περιττὸν ἀποθεμένων, quod onerosum et
noxium foret: unde explices περισσείαν κακίας,
Jac. 1, 21. περιττὸν οὐδὲν δέδρακα, ΙΙΙ, 151 extr.
nil arrogans aut insolens; mihi non nimium sumpsi. περιττόν, ΙΙΙ, 256, inutile, stultum, alienum,
incongruum. περιττόν τῆς κακίας ἀποκόπτειν, [ΙΙ,
1995, pravitatem, quæ non debet adesse, nocet,
ubi adest. τὸ περιττὸν τῶν θυσιῶν, IV, 692, quod
non sint juris naturalis, non necessario pertineant
ad cultum Dei. περιττὸν ἦν ἐνηχεῖν, V, 90, inutile,
irritum, ut non percepturis. περιττὰ τοῦ νόμου,
III, 110, 358, ritus, non morales, corporeos. II, 459,
448; ΙΙΙ, 573, 390, 590, Sabbata. περιττὰ τῶν ὀνύχων, Ι, 1152, molesta et noxia futura. περιττά
ὕλης, ΙV, 781. ἀφαιρεί statuarius, vel faber, uι
signum fat: ablatis, quibus hærentibus non appareat forma, sed rudis massa; die groben Spāne. περ
ριττῶν φροντίδων, III, 210, liber est calebs: curis
molestis, impedientibus cultum Dei. περιττῶν ἀφαί
ρεσιν, ΙV, 676, circumsectionem,
περίττωμα λιγνυώδες, vid. λιγνυώδες. περίττωμα
* τῆς ἀλαζονείας, II, 944, quia loquitur de circumsectione, in qua tolleretur aliquod corporis veluti
περίττωμα, non necessarium. Sic Jac. 1, 21, περισσείαν κακίας. Sic 952, περιττώματα περιτεμόντας.
περιττώματος, ΙV, 527, humoris, qui, residens in
oculis, noxius foret. περιττωμάτων κεφαλῆς, ibid.
mucorem, gravaturum, si hæreat, et nociturum.
περιττώματι πτύσματος, IV, 31. περιττωμάτων τοῦ
πτύσματος, 17, 566. περιττώμασι, ΙΙ, 987, impuritatibus, sanguinis superflui, et vulgo ac per legem pro impuro habiti.
περιφάνεια ἐθνῶν, ΙΙΙ, 115, quod, Christiani facti
fruantur felicitate et auctoritate Ecclesiæ, qualis
tunc vigebat, Judais servientibus. περιφάνειαν ψυχρὰν ἔχει τὸ πέπερι, 111, 20, nil habet extrinsecus,
unde colligi possit, calere. Opp. δυνάμει.
περιφέρετε τῇ θεότητι τὸ πάθος, V, 1157, ascribitis, affingitis, circumdatis.
περιφύονται ὑπόνοιαι πονηραί, [I, 669, quasi
adhærent animo.
περιωρίσθημεν εἰς τὴν Κύρον, ΙV, 1137, exire
inde veliti: Gallice confnés. περιωρισμένων, 1V,
1479, qui jussi sint continere se certo loco.
πεῦσιν δέξασθαι, IV, 1158, coram judice rogari.
πεφιλοσόφητα: τῷ Δαβίδ, 1, 642, e sensu verz
doctrinæ ab eo dictum.
πεφροντικότας φιλοπαιδίας, 1, 10, studentes eam
ostendere et exercere.
πέφυκας ἀγαθὸς, Ι, 1211, de Deo. πέφυκας ἐλεεῖν,
II, 1120, de Deo. πεφύκασιν ἀποκαλεῖν, Ι, 986, solent. πεφυκώς ἐλεεῖν, 1V, 603, Deus, pronus ad
misericordiam, solens ea moveri, eam exhibere.
πεφυτευμένης, ΙΙ, 277, γῆς. Hypall. πεφυτευμέ
την γῆν, Ι, 1441. Hypall.
πηγάζον, neutraliter Sp. sanctus e Deo, ήτο
ἐκπορεύομενον, V, 1054. πηγάζον φοράν, 1, 1402
οἰκτιρμούς, ΙΙΙ, 289. πηγάζοντα εὐλογίαν, ΙΙΙ, 150
init. πηγάσαντα την σωτηρίαν, ΙΙ, 1552.
πηγνύμενοι κρυμῷ, ΙΙΙ, 1284: ascetæ. πηγνύμε
να γράμματα, 11, 495. πηγνύμενος ἐν χειμώνι, ΙΙΙ,
1229: homo, ascela, frigore rigens, 1955. πήγνυ
ται θεμέλιον, ΙΙΙ, 577. πηγνύντες παγίδας, Ι, 1546.
παγείς Πνεύματι ἁγ. ἐν τῇ μήτρα. IV, 57, formatus. παγεῖσαν (ὁδὸν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, Ι, 1438 extr.,
quasi stratam, solidatam, conditam, munitam.
πηγή (e LXX). Gen. 2, quid? 1, 38. πηγή, legendum pro πληγή, I, 101, vid. not. πηγὴν ζωῆς,
expl. Filium Dei: Ι. 832. πηγὴν εἶχον τὴν Ἰούδα
φυλήν, Ι, 1070. πηγὴν μεγάλην ἐθνῶν, ΙΙΙ, 1314,
Isaacum. πηγὴν τοῦ Πνεύματος τὸν Πατέρα. ΙV, 389
init. πηγαὶ πολλαὶ οἴκτου καὶ ἐλέου παρ' αὐτῷ, ΙΙ,
1393, apud Deum; omnino sign. infinitaın misericordiam; ad verbum explicari congrue nequit:
commodius est, cum ipse Deus πηγὴ ἐλέους dicitur. πηγῶν ὠδῖσι, pro πληγών, legitur, II, 1115, n.
45. πηγάς, I, 561, felicitatis causain arcam. πηγὰς
αλεύρου καὶ ἐλαίου, Ι, 499, ut ista non deficerent.
πηγὰς ἄρτων, ΙV, 1299, multiplicationem mirificam,
πηγὰς ἐλέους έδεξάμην, Ι, 1554, melon. πηγὰς
ἰάσεων, II; 166, multas et varias sanationes.
πηδαλίοις ἐκείνου (Θεοῦ) πιστεύειν, IV, 606, pro-1
videntiæ, gubernationi. Meton.
πηλίνῃ γλώττη, IV, 380. πηλίνης γλώττης, 1,
πημαίνονται τοῖς ἀρχομένοις, 450, pro, πημαί
νουσι τοὺς ἀρχομένους.
πηρωθεὶς φρένας, II, 1182, turbatus, cacatus,
πήρωσις τῆς μήτρας, ΙΙΙ, 616, firmitas ad pariendum.
πιανάτω, Ι, 726 init., expl. e Symm.
πιεζούσης τὸ σῶμα νηστείας, ΙΙΙ, 967.
πικρανθήσονται, II, 557, dolebunt. Ex Hebr.
πικρᾶς ἑρκτῆς, IV. 625, molesto. πικρὸν τύραν
νον, IV, 669, infestum. πικρῶν λειμώνων, ΙV, 725.
ubi herbæ amare surgunt. πικρότερα θηρία, Μ.
664, pro πικρότατα, durissima, sevissima. πικροτάτη ρίζα, ΙV, 523, Simonis Magi. πικρότατον θηρίον, 11, 375, venenatissimun. πικρότατα, 1, 20,
savissima animalia, infestissima, lethifera: ut
Homer. saepe, πικρὸς διστός. Αut sign. venenata;
utrumque ex Hebr. πικροτάτων θηρίων, Ι, 1261,
venenatissimorum, sævissimorum.
πιλῆσαι τῇ χειρὶ τὸ δέρμα, ΙΙΙ, 1271, comprimere, subigere, fricare.
πίνουσιν, 11, 869, ponam scil. quia addit, έμποιοῦσαν μέθην. Debebat, εμποιοῦν, scil. ποτήριον
sed miscuit comparatum.
πίπτουσα μάλιστα εἰς ὦτα Θεοῦ. V, 97, precatio
Joan. Baptistæ grata Deo, exaudienda. πίπτουσιν
žyav, IV, 52, graviter errant. Iren.
col. 1087–1088page 112 of 154
PG 84:1087πιστεύει τῷ Πατρὶ Υἱῷ, Πνεύματι, 11, 1276, εἰς τὸν πιστεύειν Θεῷ, ΙΙ, 308 ἐθάρ βησαν, πιστεύειν εἰς ἄνθρωπον οἱ θεῖοι ἀπαγορεύου οι λόγοι, ΙΙ, 301, πεποιθέναι, πιστεύειν τῇ μεταβολῇ, 26, τὴν μεταβολὴν πιστεύειν τῷ Χριστῷ νομοθετεί ἡ Καινή Διαθήκη, ΙΙΙ, 45. πιστεύετε τοὺς λόγους, ΙΙ, 542, τοῖς λόγοις, πιστεύοντες τῷ πάθει τοῦ Σωτῆρος, Ι, 246, πιστεύειν εἰς, πιστεύοντες τῇ Τριάδι, ΙΙΙ, 1040, εἰς τὴν Τριάδα. πιστευόμενος Κύριος, 123, πιστευόμενος Ἰησοῦς, 1, 1940, πι στεύουσα τῷ θανάτῳ, 11, 83,: εἰς τὸν θάνατον. πιστεύουσι τῷ μέλλοντι βίῳ, 129, πιστεύουσι τῇ ἀναστάσει, 211, τὴν ἀνάστασιν. μῦθον ὑπολαμβάνουσι. πιστεῦσαι τῇ τύχῃ τὸ πρᾶγμα, 1, 252, πιστεῦσαί μοι, ΙΙ, 1644, εἰς ἐμέ. πιστεῦσαι Χριστῷ, ΙΙΙ, 415, εἰς Χριστὸν, 419 πιστεῦσαι τούτῳ, 425, εἰς τοῦ τον, πίστευσον, πιστεύω ταῖς τούτου προσευχαίς, 111, 1945. πιστεύων Χριστῷ, ΙΙ, 21, 111, εἰς τὸν Χριστόν. πιστεύων Χριστῷ τὴν ἐκ πίστεως δικαιοσύνην καρποῦται, 111, 44. πιστεύων δεχόμενος, ΙΙΙ, 114, διὰ πίστεως, μετὰ π. πιστεύων τῷ αὐτομάτῳ καὶ τοῖς ἀτόμοις, 988, ύνο πιστεύων ταῖς ἡπειλημέναις τι μωρίαις, ΙΙΙ, 1287. πιστεύω τῷ τύπῳ, 202, πίστις, 717, πίστις ἐκτεθεῖσα, ΙΙΙ, πίστις τοῦ θαύματος ὑπερβαίνει φύσιν λόγου χωρητικήν, πίστεως, κατ' ἐξοχήν, πίστεως, πιστότατος, ΙΙΙ, πίστεως τέλος πίστεως ἐπ' αὐτὸν, [ΙΙ, 371. πίστεως καθαρότητα, 111, 1050, πίστεως τρόφιμον, τρόφιμον. πίστεως τρόφιμοι, 1, 605, πιστοί, διὰ τῆς πίστεως ὑγείαν δρέπονται, πίστιν πίστεως χάριν καλεῖ ἐλευθερίαν, ΙΙΙ, 231, πίστει νενοημένα, πίστει περὶ τὸν Χριστόν, ΙΙΙ, 474, 475. πίστιν κοινὴν, κοινήν. πίστιν περὶ τὸν νομοθέτην, ΙΙ, 1073, πίστιν σωτηρίου πάθους, 111, 792, πιστοὶ πιστούς 610 πιστοὺς ὀνομάζομεν τοὺς τῶν θείων μυ στηρίων ἠξιωμένους, ΙΙ, 1330, πιστοί, ἀκριβέστερον δεδιδαγμένοι. πιστότατος βασιλεύς, ΙΙΙ, 1050, πίστεως καθαρότητα. πιστότατος λεως, ΙΙΙ, πιστῶς, Ι, πι στῶς ἐπήκουσεν, ὑπήκουσε, πιστῶς δεξαμένους τὸ κήρυγμα, ΙΙ, 1255, πιστῶς ἐδέξατο τὴν ὑπόσχεσιν, ΙΙΙ, 34. πιστῶς δεξάμεθα, ΙΙΙ, δεχόμενοι, πιστῶς εἰρημένων, 111, 1064, πλαδῶντα (τὰ) ξηραίνων. 80, πλαίσιον πλάκας τὰς τῆς φύσεως ἐκ τῆς γῆς ἡμῶν ἑαυτῷ ἐλάξευσεν, 64, πλάνην τῶν εἰδώλων, Ι, 548, πλανῶσα ὁδὸς, Ι, 286, πλάνη πλάνος, δ. ΙΙ, 1494, ή πλάνη. 645, 735, 749, 769, 853. πλάνου οι πολέμου πλάνον, ὃν ὑπομενεῖ φεύγων, ΙΙ, 248, πλάνην, πλάνον φυγάδων, 277, πλάνην. πλάνον ὑπέμειναν, ΙΙΙ, 574 πλάνην, πλάνους, τους, ΙΙΙ, 1008, μια πλάνας, τὰς. πλάσας (δ) διέσωσε, ἡ σώσας διέπλασε, 1, 24. πλατεῖα ἐστιν ἡ σὴ ἐντολή. 1, 1462, τέλος Έχει διαρκής, βεβαία, πλατῦναι τὴν ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 840, πλα τύνας τὸν λόγον, 539, πλατυνθέν των ἐν εὐσεβείᾳ, ΙΙ, 252, ἐθνῶν, πλατυσμός, ΙΙ, πλατύ (τὸ) στόμα διευρύνων, 17. πλατύτερον, πλατύτερον λέγει, ΙΙΙ, συντόμως. πλατύτερον ώμολογήσαμεν, 111, 1032. διὰ πλατυτέρων εἰρηκώς, 11, 760. πλέκει ὕμνον, ΙΙ, 108. τελέκειν υμνωδίαν, Ι, 1577. πλεκέτω προσηγορίας, 17, 1804. πλέον ὠφελιμώτερον, πλεονεκτήματα, ΙΙΙ, 622 κατορθώματα, πλεονεκτούμεναι ὑπ' ἀλλήλων, 330, πλεονεκτοῦσαν τὴν χάριν, ΙΙΙ, 555, πλεονεξία φυσικῇ κεκοσμημένος, 559, πλεονεξίαν, μοιχείαν, 516. πλεονεξίαι φυσικαί, πλευρά, ΙΙ, πτερά, νι, 5. πλευράς τετρωμένας, 56; λῃσταῖς. πληγείσα καρδία δίκην χόρτου ξηραίνεται, 1. 1317,: & χόρτος πλήττεται καὶ ξηραίνεται, πληγή, πηγή, πληγὴν ἐδέξατο, 1, 496, πληγήν λιμού, Ι, 499, πληγῶν ὠδῖσι, πηγών, πλῆθος εἰρήνης. 1655 πλημμέλεια, 1, 177. πλημμέλεια, ἀκούσιον ἁμάρτημα, πλημμέλημα, ΙΙΙ, πλημμελήματα, ΙΙ, 559, πλημμελήσαντες, ΙΙΙ, 837, πλημμύρα, πλημ. καλ. τὴν θάλ. πλημμυρούσαν, 542, ύλην, πλημμυροῦσαν τὴν ἁμαρτίαν, ΙΙ, 1617. πλὴν, ΙΙ, 277, ὑπερηφανίαν μὲν, πλῆξαι μὴ βουλόμενος, ΙΙΙ, 103,
πιστεύει τῷ Πατρὶ Υἱῷ, Πνεύματι, 11, 1276,
pro, εἰς τὸν rel. πιστεύειν Θεῷ, ΙΙ, 308 expl. ἐθάρβησαν, πιστεύειν εἰς ἄνθρωπον οἱ θεῖοι ἀπαγορεύου -
οι λόγοι, ΙΙ, 301, i. e. πεποιθέναι, ut locus allatus
docet. πιστεύειν τῇ μεταβολῇ, IV, 26, i. e. τὴν
μεταβολὴν fieri, credere eam. πιστεύειν τῷ Χριστῷ
νομοθετεί ἡ Καινή Διαθήκη, ΙΙΙ, 45. πιστεύετε τοὺς
λόγους, ΙΙ, 542, pro, τοῖς λόγοις, πιστεύοντες τῷ
πάθει τοῦ Σωτῆρος, Ι, 246, ergo idem πιστεύειν
εἰς, et cum dat. πιστεύοντες τῇ Τριάδι, ΙΙΙ, 1040,
pro, εἰς τὴν Τριάδα. πιστευόμενος Κύριος, IV, 123,
cui creditur. πιστευόμενος Ἰησοῦς, 1, 1940, cumi
ejus doctrina acciperetur per orbem terrarum. πιστεύουσα τῷ θανάτῳ, 11, 83, Christi: pro. εἰς τὸν
θάνατον. πιστεύουσι τῷ μέλλοντι βίῳ, 129, videtur dativ. pro accus. aut sign. fidunt, ei spem suam
committunt. πιστεύουσι τῇ ἀναστάσει, IV, 211,
pro, τὴν ἀνάστασιν. opp. enim, μῦθον ὑπολαμβάνουσι. πιστεῦσαι τῇ τύχῃ τὸ πρᾶγμα, 1, 252, committere, permittere. πιστεῦσαί μοι, ΙΙ, 1644, εἰς
ἐμέ. πιστεῦσαι Χριστῷ, ΙΙΙ, 415, pro εἰς Χριστὸν,
419 med. πιστεῦσαι τούτῳ, 1V, 425, pro εἰς τοῦ
τον, cum et de salute et justitia sermo hic sit.
πίστευσον, IV, 652, stelle dit vor, puta, pone, bilde
dir ein. πιστεύω ταῖς τούτου προσευχαίς, 111, 1945.
Joannis Bapt. πιστεύων Χριστῷ, ΙΙ, 21, 111, pro
εἰς τὸν Χριστόν. πιστεύων Χριστῷ τὴν ἐκ πίστεως
δικαιοσύνην καρποῦται, 111, 44. πιστεύων δεχόμενος, ΙΙΙ, 114, διὰ πίστεως, μετὰ π. πιστεύων τῷ
αὐτομάτῳ καὶ τοῖς ἀτόμοις, ΙV, 988, pro accusaύνο: amplexus ista, ut vera ponens, omnia inde
repetens, unice iis inhærens, sibi in iis placens,
asseverans in iis. πιστεύων ταῖς ἡπειλημέναις τι
μωρίαις, ΙΙΙ, 1287. πιστεύω τῷ τύπῳ, 1V, 202, credo, typum illuin esse.
πίστις, ΙV, 717, definitur. πίστις ἐκτεθεῖσα, ΙΙΙ,
879, symbolum compositum, propositum. πίστις
τοῦ θαύματος ὑπερβαίνει φύσιν λόγου χωρητικήν,
111, 792, credi a ratione nequit. πίστεως, III, 879,
Symbolo scripto Nicano, κατ' ἐξοχήν, πίστεως, 111,
1077 extr. Theodosii ll. Vide πιστότατος, ΙΙΙ, 1079.
πίστεως. ΙV, 229, professionis Nicanæ symboli.
τέλος ibi est conclusio. πίστεως ἐπ' αὐτὸν, [ΙΙ, 371.
πίστεως καθαρότητα, 111, 1050, Theodosio tribuit,
quia episcoporum auctoritati in sacris publicis
cesserit. πίστεως τρόφιμον, vid. τρόφιμον. πίστεως
τρόφιμοι, 1, 605, πιστοί, διὰ τῆς πίστεως ὑγείαν
δρέπονται, 111, 974, Barse miracula patrante, ergo,
et huic πίστιν reddendam, censet. πίστεως χάριν
καλεῖ ἐλευθερίαν, ΙΙΙ, 231, in rebus mediis. πίστει
νενοημένα, non vere gesta, 1,704, dicit quæ Ps.
17 metaphorice narrantur: i. e. Davidis
animo obversata ista ex aliis locis Scr. sacræ et
i temporibus, quibus vere facta. πίστει περὶ τὸν
Χριστόν, ΙΙΙ, 474, 475. πίστιν κοινὴν, vid. κοινήν.
πίστιν περὶ τὸν νομοθέτην, ΙΙ, 1073, nempe ut confidant, adjuturum et defensurum ac servaturum
obedientes, πίστιν σωτηρίου πάθους, 111, 792, monumentum, crucem et sepulcrum Christi.
πιστοὶ qui vocentur? I, 278. πιστούς definit, I,
610 extr. πιστοὺς ὀνομάζομεν τοὺς τῶν θείων μυ
στηρίων ἠξιωμένους, ΙΙ, 1330, ergo catechumeni
nondum πιστοί, quippe nondum, ut addit, ἀκριβέ
στερον δεδιδαγμένοι. πιστότατος βασιλεύς, ΙΙΙ, 1050,
Theodosius, qui per omnia pareret episcopo: unde
et mox ei tribuit πίστεως καθαρότητα. πιστότατος
λεως, ΙΙΙ, 1074, episcopi sui, Chrysostomi, amans.
Jdeo certe fidem ei tribuit. ill, 1078 extr. Theod.
H, quia, exclusus catu sacro ab asccta, paruit.
πιστῶς, Ι, 499 extr., 500 init., ita, ut crederet.
1V, 922, ut credant, se accepturos, quæ petant. πιστῶς ἐπήκουσεν, 1, 356, eum fiducia accepit.
ὑπήκουσε, 1, 509, credens, divinitus jussum. πιστῶς
δεξαμένους τὸ κήρυγμα, ΙΙ, 1255, cum fide, per
ţidem. πιστῶς ἐδέξατο τὴν ὑπόσχεσιν, ΙΙΙ, 34.
πιστῶς δεξάμεθα, ΙΙΙ, 655 init., cum fide, per fiden
et fiduciami. δεχόμενοι, 1, 726, cum fide et
assensu, per fidem. πιστῶς εἰρημένων, 111, 1064,
quod Aderet signo crucis in vexillis.
πλαδῶντα (τὰ) ξηραίνων. 1V, 80, medicus, humo
re nimio laborantia et suffusione vel decubitu.
πλαίσιον in exercitu, quid? I, 443.
πλάκας τὰς τῆς φύσεως (humanæ) ἐκ τῆς γῆς
ἡμῶν ἑαυτῷ ἐλάξευσεν, IV, 64, Christus homo factus. Ad Mosis tabb. alludit, Greg. Nyss.
πλάνην τῶν εἰδώλων, Ι, 548, qui faceret, ut coreret idola; errorem idololatriæ.
πλανῶσα ὁδὸς, Ι, 286, quæ ipsa sit πλάνη
πλάνος, δ. ΙΙ, 1494, pro ή πλάνη. IV, 645, 735,
749, 769, 853. πλάνου οι πολέμου variant, IV,
665 init., n. 65, contexto hoc aptius. πλάνον, ὃν
ὑπομενεῖ φεύγων, ΙΙ, 248, pro πλάνην, i. e. jactationem per varia itinera et loca. πλάνον φυγάδων,
II, 277, pro πλάνην. πλάνον ὑπέμειναν, ΙΙΙ, 574
extr. pro πλάνην, erravissent. πλάνους, τους, ΙΙΙ,
1008, μια πλάνας, τὰς.
πλάσας (δ) διέσωσε, ἡ σώσας διέπλασε, 1, 24.
πλατεῖα ἐστιν ἡ σὴ ἐντολή. 1, 1462, opp. τέλος
Έχει - sign. ergo, διαρκής, βεβαία, durabilis, stabi
lis, quasi latam habens durationem.
πλατῦναι τὴν ἀσέβειαν, ΙΙΙ, 840, propagare. πλατύνας τὸν λόγον, IV, 539, persecuius. πλατυνθέντων ἐν εὐσεβείᾳ, ΙΙ, 252, ἐθνῶν, quorum multi
accepere veram doctrinam: aut, per illam ex angustiis erepti.
πλατυσμός, ΙΙ, 232, explicatio nominis Naphthali.
πλατύ (τὸ) στόμα διευρύνων, V, 17. πλατύτερον,
I, 1552, pluribus. II, 827, 879; 11, 210. πλατύτε
ρον λέγει, ΙΙΙ, 218, aliis verbis. Nam mox hoc
ipsum vocat, συντόμως. πλατύτερον ώμολογήσαμεν,
111, 1032. διὰ πλατυτέρων εἰρηκώς, 11, 760.
πλέκει ὕμνον, ΙΙ, 108. τελέκειν υμνωδίαν, Ι,
1577. πλεκέτω προσηγορίας, 17, 1804.
πλέον redundat ante compar. ὠφελιμώτερον, V, 73.
πλεονεκτήματα, ΙΙΙ, 622 init. κατορθώματα, ut
ante dixit: virtutes, laudes.
πλεονεκτούμεναι ὑπ' ἀλλήλων, IV, 330, noctes et
dies, mutuo decremento crescentes. Vid. p. 492.
πλεονεκτοῦσαν τὴν χάριν, ΙΙΙ, 555, Evangelium po
tius esse et excellentius.
πλεονεξία φυσικῇ κεκοσμημένος, IV, 559, virtute,
vi, solertia. πλεονεξίαν, expl. μοιχείαν, ill, 516.
πλεονεξίαι φυσικαί, V, 20, ut vincat et opprimat
nos natura, principatum quasi teneat, ut ei concedendum sit.
πλευρά, ΙΙ, 1193, varia lectio pro πτερά, Dan.
νι, 5. πλευράς τετρωμένας, IV, 56 extr. Christi;
per enall, numeri; ut Matth. cap. 27 de λῃσταῖς.
Eustath.
πληγείσα καρδία δίκην χόρτου ξηραίνεται, 1.
1317, et mox: & χόρτος πλήττεται καὶ ξηραίνεται,
delicit, marcet, veluti æstu, sole, percussa el
exusta.
πληγή, corrupte leg. pro πηγή, I, 101, vid. not.
πληγὴν ἐδέξατο, 1, 496, occisus est. Hebr. πληγήν
λιμού, Ι, 499, mortem per famem. πληγῶν ὠδῖσι,
II, 1115, cod. n. 45. πηγών, apte.
πλῆθος εἰρήνης. II, 1655 init. ex Hebr.
πλημμέλεια, quid? 1, 177. πλημμέλεια, ἀκούσιον
ἁμάρτημα, 1, 266, scil. in Sc. sacra.
πλημμέλημα, ΙΙΙ, 716, furtum, grave delictum.
πλημμελήματα, ΙΙ, 559, idololatriz.
πλημμελήσαντες, ΙΙΙ, 837, de gravi delicto.
πλημμύρα, IV, 527, humorun. vel vaporum in
capite, nimia copia. πλημ. καλ. τὴν θάλ. 111, 995, ita
influens super mare, ut (pene) redundaret. Hyperbole ingens, de fletu.
πλημμυρούσαν, ΙV, 542, ύλην, nimium in corpore.
humorem, vel aliud miasma. πλημμυροῦσαν τὴν
ἁμαρτίαν, ΙΙ, 1617.
πλὴν, ΙΙ, 277, ὑπερηφανίαν μὲν, videlicet.
πλῆξαι μὴ βουλόμενος, ΙΙΙ, 103, nimio pudore et
dolore affligere.
col. 1089–1090page 113 of 154
PG 84:1089πλήρης Θεός, ΙΙΙ, πληροί τὴν ὑπόσχεσιν, 1, 742, — τὰς ὑπο σχέσεις, 1, 1000, νόμον, ΙΙ, 437. τόπον, 881. τὸν σκοπὸν, ΙΙΙ, 111. πληροί τῆς Τριά δος τὸν ἀριθμὸν, πληροῖς ἐνέργειαν ποδός, ΙΙΙ, 247. πλήρου τὰ προταττόμενα. Ι. 699. πληρουμένων τεσσαράκοντα ἡμερῶν, 111, 880, 40 πληροῦν τὰ βουλεύματα, Ι, θεοση ἑορτὴν, ΙΙΙ, 770. μείας, 15. 45, ἐπλήρου τὰ θαύματα. — τὰ κελευόμενα, 111, 660. - λατρείαν, 11, 655. — λειτουργίαν, Ι, 1525. τὰ ξυγκείμενα, 1010. — τὰ προστεταγμένα, τὰ προστεταγμένα, ὑπουργίαν, πληροῦν τὴν διακονίαν. χορηγείν, πληροῦν χεῖρα, 491. πληροῦν τὴν χρείαν, Ι, 1335 πληρούντας τὸν πολεμικὸν κατάλογον, ΙΙ, 905 πληροῦσι τὸ βούλημα, ΙΙΙ, 181. πληροφορεῖν, πληροφορηθεὶς, πληροφο πληροφορία των γενομένων, πληρωθείσης τῆς θυσίας, ΙΙ, 1250 πληρωθέντα ὅρον τῆς αἰχμαλωσίας, 11, ὅρον τελεσθέντα. ἐπληρώθῃ ὁ χρόνος. πληρώματος ἐντὸς, καὶ ἔξω, 420, πληρῶν ἐπιτάγματα, Π, 752. πληρῶν νόμους, ΙΙΙ, 1315. πληρῶσαι τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως, Γ, 382, πληρώσας το διήγημα, 873, τελέσας, περάνας. τὸν θρήνον, ΙΙ, 918, πληρωσάσης τύπον αὐτῆς, Π, 91 πλήρωσις Χριστοῦ, πλήρωσον τὸ κελευόμενον, Ι. 274, κι 263, καὶ ταῦτα πληρούν, πληρώσω την ᾠδὴν, ἐν τούτοις, ἐν ἐν πληρωτικὸν Τριάδος, Ι, 1261, πρόσωπον, θεάνθρωπος, κι πλησιάζουσαν (ὁδὸν) τῇ Δαμασκῷ, ΙΙ, 1959, το πλησιφαής σελήνη. ΙΙ, 132. πλησίων (τῷ), Ι, πλησίον· πλησιώτερος (μπο πλησιαίτερος) πατέρων ἡμῖν Θεός· δι' αὐτοῦ γὰρ πατέρες καλοῦνται, πλησμονὴν πλεονάζειν, Ι, 396 ἐκ πλησμονῆς, τῶν χυμῶν τινος πλεονάσαντος. πλεονάζειν, πλινθίον πλοκῆς ὕλην, ΙΙ, *πλουμαρικόν, Ι, πλούσιοι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ΙΙΙ, 672 τοῦ αἰῶνος τούτου. πλοῦτον, ΙΙΙ, 210, παρθενίας. τελειότητα. πλοῦτον ἁγνείας, ΙΙΙ, πλοῦτον ἐλατ τοῦτε, ΙΙΙ, πλούτου τῆς προσευχῆς μοι μετέδωκε, πλούτῳ, ΙΙΙ, πλυνοῦσι λοιδορίαις, ΙΙ, 1490 έωλοκρασία. πνεῦμα, σάρκα, σῶμα, πνεῦμα, πνεῦμα δειλίαν, Ι, δειλίας, πνεῦμα διασυρίζον, Ι, 1048 κατὰ τὸ πνεῦμα ἀρετὴν, ἐν νόμῳ, ΙΙ, 105, γράμμα, πνεῦμα ἅγιον οὐ πέπονθεν, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος, 847, ὁ Λόγος, πνεῦμα Πνεῦμα ἅγιον, μόνην τοῦ πνεύματος ὑποστασιν, 9. Πνεῦμα ἅγιον, 1052, πνεύματα ἅγια, κατ' ἐξοχὴν, εἰ πνεῦμα Θεοῦ, αόρατος, με πνεύμα θεόν, πνεῦμα τεκόντας τοῖς ἐπὶ γῆς, ΙΙ, 298, 20 χαρίσματα, πνευματος κρουνούς, κρουνούς. πνεύματος χάρις, χάρις, πνεύματος, θείου ἠξιωμένος, Π, 1064, ὑπὸ τοῦ πνεύματος οἰκονομούμενον σῶμα, 278 ψυχῆς, πνεύματος χάριν, ΙΠ, 400, κατηχηθέντες ὑπό πνεύματος ἐλαυνόμενοι, ΙΙΙ, πνεύματι, ΙΙ, γράμματι, πνεύματι πολε μοῦντες, πολεμ. πνεύματι ζωοποιῷ, ζωο ποιῷ, τῷ πνεύματι ὑπούργει, επιτιθεὶς τὴν χεῖρα, πνεύ ματι θείῳ συνδιαιτώμενος ἄνθρωπος, 236, πνευμάτων ἁγίων, 997, πνευματικός τόκος οὐκ ἀνθρώπινος, 1104, πνευ ματικὸς ἦν, ΙΙ, πνευματικὸς ὤν, ε. θεόπνευστος. πνευματική χάρις, πνευ ματική χάρις, πνευματικῇ μελα δία, πνευματική οἰκειότης, 24, φυσικῇ ἕνωσει· τῇ σχετικῇ, morali.πνευματικῆς δυνάμεως, ΙΙΙ, 555, ἀποστολικῆς χάριτος, πνευματικής μεταλαχών χάριτος πολλὰ προύλεγε τῶν ἐφο μένων, ΙΙΙ, 1065. πνευματικῆς ὑπὸ χάριτος ἐνηχήθησαν, 47, πνευματικῷ ἐμφυσήματι, πνευματικῷ ὄντι, ΙΙΙ, πνευματικὸν βιβλίον, ΙΙ, πνευματικὸν ἔργον, Ι, 262,
πλήρης Θεός, ΙΙΙ, 750, Filius dicitur Ario.
πληροί τὴν ὑπόσχεσιν, 1, 742, reddit. — τὰς ὑποσχέσεις, 1, 1000, Hebr. νόμον, ΙΙ, 437. τόπον,
HI, 881. τὸν σκοπὸν, ΙΙΙ, 111. πληροί τῆς Τριά
δος τὸν ἀριθμὸν, IV, 1267, Spir. sanctus tertia Persona ut sit Trias, non futura sine illo. πληροῖς
ἐνέργειαν ποδός, ΙΙΙ, 247. πλήρου τὰ προταττόμε
να. Ι. 699. πληρουμένων τεσσαράκοντα ἡμερῶν,
111, 880, per 40 dies. πληροῦν τὰ βουλεύματα, Ι,
830, Hebr.
θεοσηἑορτὴν, ΙΙΙ, 770. celebrare.
μείας, V, 44, mira patrare, divinitatis signa edere.
15. 45, ἐπλήρου τὰ θαύματα. — τὰ κελευόμενα, 111,
ib.
660. - λατρείαν, 11, 655. — λειτουργίαν, Ι, 1525.
· τὰ ξυγκείμενα, ΙV, 1010. — τὰ προστεταγμένα,
τὰ προστεταγμένα,
1, 378. — ὑπουργίαν, V, 40, praestare, efficere: ut
Paulus, πληροῦν τὴν διακονίαν. Hic tamen est cum
dativo, pro χορηγείν, suppeditare. πληροῦν χεῖρα,
quid? I, 491. πληροῦν τὴν χρείαν, Ι, 1335 init., suppeditare necessaria. πληρούντας τὸν πολεμικὸν κα
τάλογον, ΙΙ, 905 expl. eo pertinentes. πληροῦσι τὸ
βούλημα, ΙΙΙ, 181.
πληροφορεῖν, V, 33, certos reddere, persuadere
illis, probare, ut firmiter sciant et credant. πληροφορηθείς, IV, 1155, edoctus, Grmata argumenus
causa nostra (non tamen, ut crederet). πληροφο
phones, V, 1019 init., accipe firmam probationem.
πληροφορία των γενομένων, ΗI,
e
rebus, confirmatio.
πληρωθείσης τῆς θυσίας, ΙΙ, 1250 init., perfecto
sacrificio. πληρωθέντα ὅρον τῆς αἰχμαλωσίας, 11,
1220, si ὅρον sign. terminum ad quem, ex Hebr.
est, venisse; sin in quo, sign. τελεσθέντα. Sed
mox: ἐπληρώθῃ ὁ χρόνος.
πληρώματος ἐντὸς, καὶ ἔξω, IV, 420, Christos
singulos ponit Valent.
πληρῶν ἐπιτάγματα, Π, 752. πληρῶν νόμους, ΙΙΙ,
1315. πληρῶσαι τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως,
Γ, 382, exsequi. πληρώσας το διήγημα, II, 873,
τελέσας, περάνας.
τὸν
II, 1146, cum finisset.
θρήνον, ΙΙ, 918, ubi absolvit. πληρωσάσης τύπον
αὐτῆς, Π, 91 extr.
πλήρωσις Χριστοῦ, V. 1069, est Spir. saneti, quia
eo plenus ille.
πλήρωσον τὸ κελευόμενον, Ι. 274, fac, ex Hebr.
κι 263, καὶ ταῦτα πληρούν, et hæc facere, præstare. Ibi tamen magis est e Graeco, reddere, tribuere,
debita. πληρώσω την ᾠδὴν, I, 976, canam. Aut
junge ἐν τούτοις, ut ἐν redundet. Alioquin ἐν
est ob.
πληρωτικὸν Τριάδος, Ι, 1261, πρόσωπον, Chrigtus est, non nova persona addita, sed Trinitatis
una, totus θεάνθρωπος, κι non fat tetras, sed
maneat Trias.
πλησιάζουσαν (ὁδὸν) τῇ Δαμασκῷ, ΙΙ, 1959, το
ferentem.
πλησιφαής σελήνη. ΙΙ, 132.
πλησίων (τῷ), Ι, 1440 extr., vitio fortasse pro
πλησίον· id quoque ex Hebr. πλησιώτερος (μπο
πλησιαίτερος) πατέρων ἡμῖν Θεός· δι' αὐτοῦ γὰρ
πατέρες καλοῦνται, IV, 483, prius pater est nobis,
verius, pleno sensu, ut auctor vile nobis, ministris ulens parentibus, non futuris, ni voluisset,
viresque dedisset Deus.
πλησμονὴν distingu. a πλεονάζειν, Ι, 396 extr.
397 init. Mortem oriri, ait, aut ἐκ πλησμονῆς, aut
τῶν χυμῶν τινος πλεονάσαντος. Hlud ad ciborum
mimiam ingestionem pertinet, corpus obstruentem,
hoc ad sanguinem redundantem, vel vasa egressum; nam et hoc sensu πλεονάζειν, ut redundare,
vel exundare, de aqua dicitur, ripas egrediente.
Apoplexiam innuit, extravasatione, quam medici
vocant, hatani, quæ et redundatio dicitur, vel regurgitatio.
πλινθίον quid in exercitu? I, 443.
πλοκῆς ὕλην, ΙΙ, 1084, hymni texendi materiami,
argumentum.
*πλουμαρικόν, Ι, 499, Latinum, a pluma.
πλούσιοι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ΙΙΙ, 672 extr.,
quia Paulus dicit, τοῦ αἰῶνος τούτου.
πλοῦτον, ΙΙΙ, 210, παρθενίας. cœlibatus: commnoda, sanctitatein, τελειότητα. III, 267, dignitatem
et virtutem apostolicam. πλοῦτον ἁγνείας, ΙΙΙ, 202,
in Paulo, quod uxorem nonduxeri. πλοῦτον ἐλατ
τοῦτε, ΙΙΙ, 236, virtutis studium et usum. πλούτου
τῆς προσευχῆς μοι μετέδωκε, III, pro me precatus
est Deum larga beneficia precibus suis in me
vertit. πλούτῳ, ΙΙΙ, 1292, virtute ascetica.
πλυνοῦσι λοιδορίαις, ΙΙ, 1490 extr., perfunderent,
ut έωλοκρασία. Antiphrasis.
πνεῦμα, in Christo, opp. σάρκα, IV, 167 init.
σῶμα, 148, humanam et divinam. πνεῦμα, IV,
236, divina Christi natura. Εust. V, 1088, 1097.
πνεῦμα expl. δειλίαν, Ι, 545, male, per se quidem,
et qua locum Pauli, ubi add. δειλίας, bene, e contexto. πνεῦμα διασυρίζον, Ι, 1048 med. Ex hymn.
Asar. de Spir. sancto et prophetica alacritate;
qua elati Sadrach et reliqui, cantarint Deo hymnum. κατὰ τὸ πνεῦμα ἀρετὴν, ἐν νόμῳ, ΙΙ, 105,
e vera vi legis, interna spectante. Opp. ibi
γράμμα, externa operum et rituum. πνεῦμα ἅγιον
οὐ πέπονθεν, ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος, III, 847, quasi intelligant äveūpa divinam Christi naturam: quo et
prædicatum refertur: dy vedúcato. Sed suppleri
potest, ὁ Λόγος, etsi πνεῦμα est proximum. Sane
ntelligunt Spir. sanctum quem promiserit et miserit Christus. Πνεῦμα ἅγιον, μόνην τοῦ πνεύματος
ὑποστασιν, ΙV, 9. Πνεῦμα ἅγιον, V, 1052, et Pater
et Filius est, inquit Maced. πνεύματα ἅγια, angeli
sunt et ipsi, regerit Orthod. distinguens illum qui
κατ' ἐξοχὴν, εἰ cum discrimine Patris et Filii, sc
dicatur. πνεῦμα Θεοῦ, IV, 130 init. nansit Christus, homo factus. Iren. i. e. Deus αόρατος, με
ipse expl. πνεύμα θεόν, IV, 162, Christum Deum,
ex Hilar. πνεῦμα τεκόντας τοῖς ἐπὶ γῆς, ΙΙ, 298,
apostolis tribuitur, to quia Evangelium docuere
20 dona divina, χαρίσματα, aululere. πνευματος
κρουνούς, vid. κρουνούς. πνεύματος χάρις, vid.
χάρις, πνεύματος, θείου ἠξιωμένος, Π, 1064, prophetica virtute instructus. ὑπὸ τοῦ πνεύματος οίκο
νομούμενον σῶμα, III, 278 extr. opp. ψυχῆς, quasi
Spiritus sanctus directo et proxime gubernet corpus. πνεύματος χάριν, ΙΠ, 400, nondum acceperant κατηχηθέντες Ephesii. ὑπό πνεύματος
ἐλαυνόμενοι, ΙΙΙ, 75. qui turrim Babyl. struere voluerant, dispersi per orbem: Deo monente, urgente, et linguis segregandis cogente. πνεύματι, ΙΙ,
6, opp. γράμματι, sensui litterali; illud arcanum
significat, typicum, propheticum. πνεύματι πολεμοῦντες, vid. πολεμ. πνεύματι ζωοποιῷ, vid. ζωο
ποιῷ, τῷ πνεύματι ὑπούργει, επιτιθεὶς τὴν χεῖρα,
III, 1221, episcopus, in erdinando presbytero. πνεύ
ματι θείῳ συνδιαιτώμενος ἄνθρωπος, IV, 236, Christus Deus et homo ideni. Eust. πνευμάτων
ἁγίων, V, 997, angeli. πνευματικός τόκος Maria,
οὐκ ἀνθρώπινος, I, 1104, divinitus efectus. πνευματικὸς ἦν, ΙΙ, 54 med. divinitus monitus, res
coelestes et futuram ceconomiam edoctus. πνευμα
τικὸς ὤν, ΙV, 29, Paulus, explicavit vaticinium, i.
ε. θεόπνευστος. πνευματική χάρις, ib., virtus. πνευ
ματική χάρις, 1, 330, Samsoni data virtus animi
corporisque robur ad vincendos Palæstimos. i.e.Osta.
1, 521, mirifica virtus prophete. πνευματικῇ μελα
δία, 1. 518, divina, prophetica virtute. πνευματική
οἰκειότης, V, 24, opp. φυσικῇ ἕνωσει· idem est τῇ
σχετικῇ, statum animi habenti, morali.πνευματικῆς
δυνάμεως, ΙΙΙ, 555, idem, quod mox. ἀποστολικῆς
χάριτος, ut punire posset repugnantes. πνευματικής
μεταλαχών χάριτος (asceta) πολλὰ προύλεγε τῶν ἐφο
μένων, ΙΙΙ, 1065. πνευματικῆς ὑπὸ χάριτος ἐνη
χήθησαν, IV, 47, Patres. πνευματικῷ ἐμφυσήματι,
f, 1840, prophetice, divinitus pollenti. πνευματικῷ
ὄντι, ΙΙΙ, 662, qui jam haberet charismata. πνευμα
τικὸν βιβλίον, ΙΙ, 5, propheticum de rebus divinis
et calestibus. πνευματικὸν ἔργον, Ι, 262, ad men
col. 1091–1092page 114 of 154
PG 84:1091γίας, πνευματικά, πνευματικὸν όνομα, ΙΙ, πνευματικὸν τὸ σῶμα ἀπετέλεσαν, ΙΙΙ, τικὴν διαίρεσιν, ; τοπικήν. πνευματικὴν χάριν. ΙΙ, 1064, πνευματικαὶ ψυχαί, τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ὑπέρτεραι. πνευματικών ἀνδρῶν, πνευματικοῖς κρούμασι, Ι, 822, πνευματικῶς ἐνηχοῦντι, ἐνηχ. πνευματικῶς ἀπαχθείς, ΙΙ, 454, σωματικῶς, πνευματικῶς ἐν ζωῆς μετουσίᾳ ἐτύγχανον, ΙΙ, 743, πνευματικής. ετύγ χανον τυγχάνουσι. ἐν πνεύματι πνευματικῶς, ΙΙ, 194, δικαστικῶς πνευματικῶς, οὐ δικαστικῶς ἐπιμέμφεται, ΙΙΙ, 237, πραότητι κέ χρηται. πνευματοφόρων, πνευσθεῖσαι Γραφαὶ παρ' αὐτοῦ, 1020. πόαν ἀγαθὴν νεμόμενοι, 651, ποδηγεί, 285, 717 749; 11, 641, 857. ποδηγεί τους πόδας, ποδηγούμεθα, 1, 749. ποδηγεῖ εἰς ταύ την τὴν διάνοιαν, 1, 856. ποδηγεί την ψυχήν, ΙΙΙ, 590. ποδηγεῖσθαι, 1, 719. ποδηγηθῆναι εἰς τὴν πίστιν, ΙΙΙ, 21; πρὸς τὸν ποιητήν, 98. ποδηγήσαι, 577, ποδηγῆσαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, Ι, 605 ποδηγήσας αὐτὸν περὶ τὰς ὀπτασίας, 1612, ποδηγήσαντες, 501, κατὰ βραχύ, που δηγήσει εἰς εὐσέβειαν, ΙΙ, 256. ποδηγετοῦντες, ΙΙ, 1051. ποδηγίας πρὸς τὴν εὐσέβειαν, ΙΙΙ, 806. ποδηγίᾳ τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 49. ποδηγίαν, 1070, ποδηγός. Ι. 772. ποδηγὸν καὶ διδάσκαλον, Ι, 1432. ποδηγοί, που δηγοῖς ἀληθείας, 732. ποδηγοῦντος πρὸς τοὺς λιμένας εὐθύνοντος, Ι, 1440, ποδηγούντων τὰς ἄλλας αἰσθήσεις τῶν ὀφθαλμῶν 1011. ποδήρης, Ι, 166, 1. ποεῖσθαι, ΙΙ, 429, ποιεῖσθαι. ποθέν, ἔθεν. πόθεν γὰρ, ὅτι οὐ δύναται, 948, πόθος θεῖος, θεῖος. πόθου ἀπολαυέτω, ἀπολ. πόθον, 1, 744, 745, πόθῳ; πό θους εἰσδεξαμένην· εἰσδεξαμένην. ποιεῖν ποιεῖν ἡμέ ραν διορίζειν. διώρισε, ποιεῖς κηδε μονίαν, Ι, 668 ποιῇ ποιεῖται ποιεῖ) τὰς εὐεργεσίας θείας προσηγορίας, 1, 702. ποιηθεὶς εἰ ποίημα ποιῆσαι ἐπιμέλειαν, Ι, 359, ποιεῖσθαι. τὸ συν έδριον, 1314, ποιήσασθαι. ποιησάμενος τοῦτο, ΙΙ, 581, ποιήσεων ἁπασῶν ῥᾶστόν ἐστι τὸ βουληθήναι, 1 ποιήσεται ὑφ᾽ ἑαυτὸν, ΙΙ, 146. ποιήση γνωρισθῆναι, ποίησιν, τὴν χειροτονίαν κέκληκεν, ΗΙ, 562. ποιησόμεθα δήλην, 1, 1112, ποιήσων ὄλεθρον, μιο ποιησόμενος, Ι, 537. ποιητὴν τοῦ Χριστοῦ τὸν Πατέρα, ΙΙΙ, 418, ποιητὰς κτύπων, ποιητικὴν αἰσχύνης εργασίαν, ΙΙ, 796. ποιητικά ἀρετῆς, ΙΙ, 829, ποιητικὰ ἕλη, 11, 355, ποικίλης στοᾶς ἐπώνυμοι, 806, τῆς ποικίλης, 825, ἐκ τῆς ποικίλης ὠνομασμέ ποιμάνας τὸ ποίμνιον, ΙΙΙ, 1165, ποιμένα ἄπειρον, ἄπειρον. ἄπειρος ἄφρων, ἀσεβής, 1649. ἐν τῷ ποιμένι, γρα φεν, ποιμνῇ, ΙΙΙ, 828 ποίμνῃ. ποιόν ταύτης, 984, ποιον, ποιητικόν, εὐαρέστησιν. ποιότης, Ι, 43, ποιότησι, ΙΙΙ, 1100, ποιότητα εἰς γλυκείαν, 143. ποιότητα μετέβαλον, Ι, 1182, ποιοτήτων εναντίων, 111, ποιούμενοι ὑφ' ἑαυτοὺς, ΙΙ, 494. ποιοῦντες πόρρω σφᾶς αὐτοὺς τῆς σῆς κηδεμονίας, 1, 1121, πόκον τοῦ σώματος, πολεμεῖ χώραν, 1103, πολεμοί, τῇ χώρα. πολεμεῖται ὑπὸ τοῦ φθόνου, 610, που λεμοῦται. πολεμηθεὶς ὑπὸ φθόνου, 841, πολε μωθείς, πολεμηθείσης ταύτης, 18, 1235, πολεμωθείσης, πεπολεμήμεθα. πολεμηθήσῃ, ΙΙ, 980, πολεμωθήσῃ, πολεμηθέντες όνειροι, πολεμήσαντος, πολεμήσοντας, ΙΙΙ, 1065, 1° πολεμησείοντας, μαχεσομένους, πολεμικὸν ἠχήσει σάλπιγξ, ΙΙΙ, 258 πολεμικὸν γυμνάσιον, πολέμιος 1, 1960, πολέμιον ἐδέξατο, Ι, που λέμιον κατὰ τὰς αἱρέσεις, 1126 κατά, πολεμίων ἐχθρῶν, 111, 825. πόλεμος, Ι, 423, πολέμου πλάνου, πλάνον, 665. πολεμουμέναις κόραις, 1066, πολε μοῦντες, 1, 288, πόλεις πολιορκοῦντες. πολεμοῦντες πνεύματι, 567, πόλιν οὐ τὴν οἰκοδομίαν, ἀλλὰ τὴν πολιτείαν και λεῖ ἡ Γραφή, 1, 908 πόλιν ἔχων, ΙΙΙ, 1161, είχε, πολιορκήσαντες λόγοις τὴν κουφοτάτην αὐτοῦ γνώμην, ΙΙΙ, 828. πολιορκηται, ΙΙ, 65 πολιορκίαν ἐχθρῶν, Ι, 762, πολιορκούμενος ὑπὸ δύο λογισμῶν ἐναντίων, ΙΙΙ, 618 πολιορκούμενοι, Ι, 1394, πολιοῦχος, ΙΙΙ, πολιούχους,
tem et cultum Dei pertinens. Obs. quod et iɛpoupγίας, sacrificia, refert ad πνευματικά, πνευματικὸν
όνομα, ΙΙ, 1480 init. Jacobi, Israel. ut 16 a Deo inditum; 2" ob rem moralem, constantiam in certamine
cum Deb, pietatem et veram religionem, de qua
mox loqditur. πνευματικὸν τὸ σῶμα ἀπετέλεσαν, ΙΙΙ,
1318, ascetæ, negligendo, duriter habendo.πνευμα
τικὴν διαίρεσιν, II, 122, ecclesiæ, qua sensum moresque; opp. τοπικήν. πνευματικὴν χάριν. ΙΙ, 1064,
vim propheticam. πνευματικαὶ ψυχαί, II, 1126 expl.
τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν ὑπέρτεραι. πνευματικών
ἀνδρῶν, 1, 497 extr., a Spiritu Dei incitatis prophetis. πνευματικοῖς κρούμασι, Ι, 822, vi divina
pollentibus.
πνευματικῶς ἐνηχοῦντι, vid. ἐνηχ. πνευματικῶς
ἀπαχθείς, ΙΙ, 454, non σωματικῶς, sed ut,
manens ubi esset, videretur esse Hierosolymis,
ita contuens animo omnia, ac si corpore ibi esset.
πνευματικῶς ἐν ζωῆς μετουσίᾳ ἐτύγχανον, ΙΙ, 743,
cod. n. 11. πνευματικής. Illud pretulerim; pertinet enim ad visionem vel speciem oblatam Ezechieli, qui tali figura angelos vidit. Sign. in illa
specie, ut vates illas (rotas) videbat. Hinc et ετύγ
χανον dicit, non τυγχάνουσι. Alioquin explices:
quoad sunt spiritus, angeli, illa imagine monstrati.
Sed imperfectum jubet tantum ad illam speciem
/ referre, factam et oblatam ἐν πνεύματι πνευμα
τικώς, ΙΙ, 194, opp. δικαστικῶς· ita, ut tantum
doceam, horter, firmem, res divinas proponam, non
idem puniam et castigem, πνευματικῶς, οὐ δικαστι
κῶς ἐπιμέμφεται, ΙΙΙ, 237, leniter, πραότητι κέχρηται.
πνευματοφόρων, IV, 125 extr., apostolis.
πνευσθεῖσαι Γραφαὶ παρ' αὐτοῦ, V, 1020.
πόαν ἀγαθὴν νεμόμενοι, IV, 651, pagani, benedciis Dei fruentes.
ποδηγεί, 1, 148, ut pueros ducit (er gangelt sie). I,
285, 717 extr., 749; 11, 641, 857. ποδηγεί τους πόδας,
vid. pleonasm. ποδηγούμεθα, 1, 749. ποδηγεῖ εἰς ταύ
την τὴν διάνοιαν, 1, 856. ποδηγεί την ψυχήν, ΙΙΙ, 590.
ποδηγεῖσθαι, 1, 719. ποδηγηθῆναι εἰς τὴν πίστιν, ΙΙΙ,
21; πρὸς τὸν ποιητήν, 98. ποδηγήσαι, 577, de lege.
ποδηγῆσαι πρὸς τὴν ἀλήθειαν, Ι, 605 extr. ποδηγήσας αὐτὸν περὶ τὰς ὀπτασίας, II, 1612, ei explicavit singula. ποδηγήσαντες, IV, 501, κατὰ βραχύ,
omnia tibi demonstrantes, eundo per singula. που
δηγήσει εἰς εὐσέβειαν, ΙΙ, 256.
ποδηγετοῦντες, ΙΙ, 1051.
ποδηγίας πρὸς τὴν εὐσέβειαν, ΙΙΙ, 806. ποδηγίᾳ
τῆς πίστεως, ΙΙΙ, 49. ποδηγίαν, ΙII, 1070, institu
tionem.
ποδηγός. Ι. 772. ποδηγὸν καὶ διδάσκαλον, Ι, 1432.
ποδηγοί, IV, 511 init., stella, per mare, nautis. που
δηγοῖς ἀληθείας, IV, 732.
ποδηγοῦντος πρὸς τοὺς λιμένας εὐθύνοντος, Ι, 1440,
non congruit metaphore. ποδηγούντων τὰς ἄλλας
αἰσθήσεις τῶν ὀφθαλμῶν IV, 1011.
ποδήρης, Ι, 166, vid. not. 1.
ποεῖσθαι, ΙΙ, 429, pro ποιεῖσθαι.
ποθέν, 1, 1261 med., simpliciter, undecunque, om.
ἔθεν. πόθεν γὰρ, ὅτι οὐ δύναται, IV, 948, unde
scis, unde probas?
πόθος θεῖος, vid. θεῖος. πόθου ἀπολαυέτω, vid.
ἀπολ. πόθον, 1, 744, 745, πόθῳ; sign. amorem. πό
θους εἰσδεξαμένην· vid. εἰσδεξαμένην.
ποιεῖν de tenebris non dicitur, I, 12. ποιεῖν ἡμέ
ραν (judicii), V, 24, disting. a διορίζειν. Fecit Christus hunc diem, i. e. voluit, ut aliquando veniret,
et a se celebraretur. διώρισε, tempus ei prestituit.
Illud ad rem pertinet, hoc ad tempus. ποιεῖς κηδε
μονίαν, Ι, 668 extr., cod. ποιῇ ποιεῖται (pro ποιεῖ)
τὰς εὐεργεσίας θείας προσηγορίας, 1, 702. seq.
ποιηθεὶς εἰ ποίημα dicitur homo Christus, V, 53.
ποιῆσαι ἐπιμέλειαν, Ι, 359, pro ποιεῖσθαι. τὸ συνέδριον, ΙV, 1314, pro ποιήσασθαι. ποιησάμενος
τοῦτο, ΙΙ, 581, pro act.
ποιήσεων ἁπασῶν ῥᾶστόν ἐστι τὸ βουληθήναι, 1
ποιήσεται ὑφ᾽ ἑαυτὸν, ΙΙ, 146. ποιήση γνωρισθή
ναι, 111, 795, significarit, nuntiarit.
ποίησιν, τὴν χειροτονίαν κέκληκεν, ΗΙ, 562.
ποιησόμεθα δήλην, 1, 1112, pro activo. ποιήσων
ὄλεθρον, μιο ποιησόμενος, Ι, 537.
ποιητὴν τοῦ Χριστοῦ τὸν Πατέρα, ΙΙΙ, 418, Eunomius dixit. ποιητὰς κτύπων, IV, 572, corpora 50num efficientia.
ποιητικὴν αἰσχύνης εργασίαν, ΙΙ, 796. ποιητικά
ἀρετῆς, ΙΙ, 829, præcepta. ποιητικὰ ἕλη, 11, 355,
poetarum ſabulas.
ποικίλης στοᾶς ἐπώνυμοι, IV, 806, Stoici. τῆς
ποικίλης, ΙV, 825, Stoici. ἐκ τῆς ποικίλης ὠνομασμέ
vot, IV, 852, Stoici.
ποιμάνας τὸ ποίμνιον, ΙΙΙ, 1165, asceta, ad se congregatos.
ποιμένα ἄπειρον, vid. ἄπειρον. ἄπειρος ibi est
ἄφρων, i. e. ἀσεβής, e p. 1649. ἐν τῷ ποιμένι, γραφεν, 111, 760, in Pastore Hermæ.
ποιμνῇ, ΙΙΙ, 828 extr. pro ποίμνῃ.
ποιόν ταύτης, ΙV, 984, potest esse pro ποιον, naturam, sed malim explicare, ποιητικόν, quid effice -
ret illam εὐαρέστησιν.
ποιότης, Ι, 43, rel. natura. ποιότησι, ΙΙΙ, 1100,
dulcedine, amaritudine, rel. ποιότητα εἰς γλυκείαν,
mulata aqua, I, 143. ποιότητα μετέβαλον, Ι, 1182,
aquæ naturam. ποιοτήτων (aeris) εναντίων, 111,
1984, frigus et calorem.
ποιούμενοι ὑφ' ἑαυτοὺς, ΙΙ, 494. ποιοῦντες πόρρω
σφᾶς αὐτοὺς τῆς σῆς κηδεμονίας, 1, 1121, qui ita
vivunt, ut experiri nequeant benignitatem providentiæ tuæ.
πόκον τοῦ σώματος, ΙV, 668, Christus dedit, corpus suum, ceu lanam ovis: vel lanam, id est, corpus suum.
πολεμεῖ χώραν, IV, 1103, pro πολεμοί, vel τῇ
χώρα. πολεμεῖται ὑπὸ τοῦ φθόνου, IV, 610, pro που
λεμοῦται. πολεμηθεὶς ὑπὸ φθόνου, I, 841, forte πολε
μωθείς, aut eo sensu. πολεμηθείσης ταύτης, 18,
1235, pro πολεμωθείσης, et p. seq. πεπολεμήμεθα.
πολεμηθήσῃ, ΙΙ, 980, pro πολεμωθήσῃ, πολεμηθέν
τες όνειροι, ΙV, 621, ob quæ illum odissent et ho
stiliter vexassent, tollere studuissent. πολεμήσαντος, 11, 768, de Satana, vexante Jobum. πολεμή
σοντας, ΙΙΙ, 1065, 1° pro πολεμησείοντας, ut est
n. 8; 2 pro μαχεσομένους, proelium inituros;
bellum enim jam erat.
πολεμικὸν ἠχήσει σάλπιγξ, ΙΙΙ, 258 init. πολεμικὸν γυμνάσιον, III, 1130, ubi milites decurrebant,
πολέμιος 1, 1960, absolute, Satanas. πολέμιον
ἐδέξατο, Ι, 1383, Judas: diabolus eum invasit. που
λέμιον κατὰ τὰς αἱρέσεις, V, 1126 extr., hæretici,
κατά, ob, per. πολεμίων ἐχθρῶν, 111, 825.
πόλεμος, Ι, 423, illecebræ ad malum. πολέμου
pro πλάνου, vid. πλάνον, IV, 665.
πολεμουμέναις κόραις, III, 1066, a pulvere. πολεμοῦντες, 1, 288, distingu. πόλεις πολιορκοῦντες.
πολεμοῦντες πνεύματι, I, 567, qui Sp. sanctum,
negant Deum.
πόλιν οὐ τὴν οἰκοδομίαν, ἀλλὰ τὴν πολιτείαν και
λεῖ ἡ Γραφή, 1, 908 init. πόλιν ἔχων, ΙΙΙ, 1161, patriam. είχε, 111, 711 init.
πολιορκήσαντες λόγοις τὴν κουφοτάτην αὐτοῦ
γνώμην, ΙΙΙ, 828. πολιορκηται, ΙΙ, 65 init., expugne
tur, capiatur (meton.); dicit enim; murum ei circumponit, ne obsideatur ab hostibus. Atqui obsidionem haud impedit murus.
πολιορκίαν ἐχθρῶν, Ι, 762, mala et pericula ab
iis illata.
πολιορκούμενος ὑπὸ δύο λογισμῶν ἐναντίων, ΙΙΙ,
618 extr. πολιορκούμενοι, Ι, 1394, impugnati,
vexati.
πολιοῦχος, ΙΙΙ, 905, Jacobus asceta, Nisibi, defensor mirificus. πολιούχους, 111, 4245 extr., corpora
col. 1093–1094page 115 of 154
PG 84:1093πολιτεία, ΙΙΙ, που λιτεία πρὸ τοῦ νόμου, πολιτείας, Ι, 636, πολιτείας, πολιταίας ἀπο στολικῆς, ἀποστολικῆς. πολιτείας ἐκκλησιαστι πολιτείας εὐαγούς, 57, ἐπὶ πολιτείᾳ σεμνῶς βιοτευσάντων, Ι, 1066 πολιτείαν, οἰκονομίαν, πολιτείαν, ΙΙ, πολιτείαν, πολιτείαν ἀμείνω, ἀμείνω. πολιτείαν εὐσεβῆ, εὐσεβῆ. πολιτείαν ἀρετῆς, Ι, πολι τείαν εὐαγγελικήν, 1, 179; ΙΙΙ, .. Καινῆς Δια θήκης, 1, 805. πολιτείαν καινήν, 1, 944. πολιτείαν αἱρήσομαι. 1, 976, πολιτείαν τοῦ μέλλοντος βίου, 494, πολιτείαν ἀναγκασθεὶς ἐναλλάξαι, τὸν βίον οὐκ ἤμει ψεν, ΙΙΙ, πολιτείαν μετὰ πλειόνων, ΙΙΙ, 1993, με πολιτείαν πνευματικὴν, πολιτείαν Χριστιανικὴν, 682. πολιτευόμενος δυσσεβῶ;, 527, πολιτευομένης, πολιτευομένης ἀπαθείας, πολιτευομένης ἐν τῇ κτίσει φύσεως, ΙΙΙ, 600, πολιτευόμενον νόμον, νόμον. πολιτευόμενον ἔθος, Ι, 117. πολιτευόμενον παρὰ πᾶσιν (αριθμόν), 220. πολιτευομένην εἰρήνην, πολιτευομένην ἐν νόμῳ αρετήν, πολιτευομένην ἐν ἀνθρώποις πονηρίαν, ΙΙΙ, 404. πολιτευομένην ἐν αὐτῇ εὐσέβειαν, 1188. πολιτευόμενα κακά, ΙΙΙ, 28, πολιτευομένων ονομάτων, ΙΙ, 315, πολιτευομένων, πολιτευομένοις παρ' ἡμῖν ὀνό μασιν. ΙΙ, 1473, πολιτευομένοις ζεύγματος, 1208. πολιτεύονται δύο διαθέσεις ἐν τοῖς ἀρχομένοις, ΙΙ, 1673. πολιτεύονται νόμοι, 896, πολιτεύσεται εἰρήνη, Ι, 1106 πολίτης ἐρήμου, 101, πολίται τῶν οὐρανῶν, ΙΙΙ, πολιτικῷ βίῳ, ΙΙΙ, 1964, ἐρημικῷ πολιτικὴν ἀρετήν, ΙΙΙ, 1127, ἀσκητικήν, ἀφείδειαν πολιτικών θορύβων, πολιτικαῖς ἀγοραῖς, πολιώτερον φρόνημα, ΙΙΙ, 1147, πολιὰν τρίχα, εἰς πολλὰ διελύθη, πολλαπλασιούσας ἑπτὰ ἑβδομάδας, 1248 πλεοναζούσας, πολλὴν παρέχοντες τῇ ἀκοῇ δι' ἡσυχίας, 79 σχολήν, οἱ πολλοὶ, εύρυζον, πολλοί, στρουθοκαμήλους καλοῦσι, Ι, 467, πολλῶν, ΙΙΙ, 803, 827, ἱερωμένων. πόλου νότιου μέρος, 593, πόλου νοτιωτέρα μέρη, 502, πόλον νοτιώτερον, πά λου οὐρανοῦ. πολυανδρίας ὄχλον, ΙΙΙ, 759. πολύδριον, 111, 973, πολίχνιον 24. πολυετείς χρόνους τριῶν ἐπισκόπων, 111, 739, πολυθρύλητος (έν) ΙΙΙ, 940, λ. 965, 819 πολύμορφος, Ερανιστής. πολυπλασιάζει, 138 πολυπλασιασθέντα, πολυπραγμονεῖν τὰς θείας οἰκονομίας, ΙΙ, 1537, τὸν καιρὸν, ΙΙΙ, 505, περὶ τοῦ καιροῦ. πολυπραγμονοῦντες τὸ μυστήριον, 13. πολυ πραγμονοῦντες τὴν ἕνωσιν, 20, πολυπραγμονοῦσε τὰ θεῖα, 106. πολυπραγμοσύνας (τὰς) 545, πολυσχεδείς, ΙΙ, 289, 367, πολυσχιδείς, 2 σχίζω. πολυσχεδεῖς πλάνας, ΙΙΙ, 658. πολυσχεδεῖς, πολυσχιδείς, πολυσχιδές, 484, πολύχουν καρπόν, ΙΙΙ, 534, χέω, πολυχόον, χᾳ, πολύχοον, πολλῶν χοῶν. πομπείας οὐδὲν εἶδος ἀπήν, ΙΙΙ, 917, πονηθέντων κατορθωμάτων, ΙΙΙ, 1186. πονηρὰν ἡμέραν, πονηρίαν ἐν τῇ κακία ἐφεξῆς γεγενημένην, ΙΙ, πονηρὸν καρπὸν, πόνων δίχα είληφότας τῶν ἁμαρτημάτων την ἄφεσιν, αταλαιπώρως, ὀδυρμοῖς καὶ δά χρυσι προστετηκώς. πόνους ἀπολαβείν, ΙΙ, 364, πορείαν, πορείαν θείαν, τορθμείον, ΙΙΙ, πορίαν, ΙΙΙ, 1080 πορείαν. πόρον κινεῖν πάντα, 1, 90, 284, 285, ΙΙΙ, 916, 670. πόρον πάντα κινοῦσι. 212, πόρους, πόῤῥω ποιοῦντες, ποιοῦντες. πόῤῥωθεν ὁρῶν, πόρρωθεν, Ποσειδῶν ποταμὸν λογικόν, λογικόν. ποταμοὶ μέγιστοι κηρυγμάτων ἀγγελικῶν, 1274, ποταμῶν τῶν τεσσάρων, Ι, 455, τοῦ παραδείσου ποταμούς ποταμόν, ΙΙ, 21. ποτέ, ΙΙ, ποτὲ μὲν, ποτὲ δὲ, ΙΙ, 1460, μέν, δέ, ἔδει σεν. ποτήριον τιμωρίαν, Ι, 673. που φησιν ἡ Γραφή. 13, 1, 6, 17, 4. που χρήζεις εὐχῆς, 111, 441, πρὸς τί, που
Joan. Baptista et Jacobi, quos in urbem suam intulerat Theodor. IV, 902, martyrum corpora.
πολιτεία, ΙΙΙ, 1112, vitæ instituta ascetica. που
λιτεία πρὸ τοῦ νόμου, 1, 105, economia, disciplina.
πολιτείας, Ι, 636, vita, moribus, πολιτείας, III,
350, vitæ, des Verhaltens. III, 1171, Elia, cum iu
deserto agens, pasceretur divinitus. πολιταίας ἀπο
στολικῆς, vid. ἀποστολικῆς. πολιτείας ἐκκλησιαστι
×ñc, III, 764, ordine, disciplina, episcoporum finibus, rel. πολιτείας εὐαγούς, V, 57, vitæ sancta.
ἐπὶ πολιτείᾳ σεμνῶς βιοτευσάντων, Ι, 1066 init.
pleon. πολιτείαν, Novi Testamenti sape οίκονομίαν, rationem, formulam, disciplinam, conditiohem. πολιτείαν, ΙΙ, 714. das Verhalten, vitæ, qua
rilus, rationem, III, 633, vitam. πολιτείαν, Constantini, III, 783, Das Verfahren, rationem: ut se
adhibuerit in illa causa. πολιτείαν ἀμείνω, vid.
ἀμείνω. πολιτείαν εὐσεβῆ, vid. εὐσεβῆ. πολιτείαν
ἀρετῆς, Ι, 20, vitam cum virtute, sanctam. πολιτείαν εὐαγγελικήν, 1, 179; ΙΙΙ, 17.. Καινῆς Δια
θήκης, 1, 805. πολιτείαν καινήν, Novi Testamenti,
1, 944. πολιτείαν αἱρήσομαι. 1, 976, vitam mores.
πολιτείαν τοῦ μέλλοντος βίου, III, 494, rationem.
πολιτείαν ἀναγκασθεὶς ἐναλλάξαι, τὸν βίον οὐκ ἤμει
ψεν, ΙΙΙ, 1225 extr. illud sign. externam vitæ conditionem, muneri præfecti, hoc mores et instituta
ascetica. πολιτείαν μετὰ πλειόνων, ΙΙΙ, 1993, με
plures una ascetice viverent. πολιτείαν πνευματι
κήν, IV, 367, veræ doctrinæ arcana, modum, quo
Deus agat in nientem nostram. πολιτείαν χριστιανικήν, ΙV, 682.
πολιτευόμενος δυσσεβῶ;, I, 527, vivens: vel sub
rege impio agens. πολιτευομένης, 1, 659 med., vigentis, versantis, dominantis. πολιτευομένης ἀπαθείας,
1, 937 med., si valeret, vigeret, obtineret. πολιτευομένης ἐν τῇ κτίσει φύσεως, ΙΙΙ, 600, obtinente, Ta
Jente, usitata. πολιτευόμενον νόμον, vid. νόμον. πο
λιτευόμενον ἔθος, Ι, 117. πολιτευόμενον παρὰ πᾶσιν
(αριθμόν), usitatum, I, 220. πολιτευομένην εἰρήνην,
1, 897, vigentem, omnia obtinentem. πολιτευομένην
ἐν νόμῳ αρετήν, II, 105, aut, quæ sub lege valeret,
aut quæ secundum legem coleretur. πολιτευομένην
ἐν ἀνθρώποις πονηρίαν, ΙΙΙ, 404. πολιτευομένην ἐν
αὐτῇ εὐσέβειαν, IV, 1188. πολιτευόμενα κακά, ΙΙΙ,
28, nota, usitata. πολιτευομένων ονομάτων, ΙΙ, 315,
usitatis, notis. πολιτευομένων, IV, 1101, 1102, decurionibus civitatum πολιτευομένοις παρ' ἡμῖν ὀνό
μασιν. ΙΙ, 1473, usitatis. πολιτευομένοις Ζεύγμα
τος, ΙV, 1208. πολιτεύονται δύο διαθέσεις ἐν τοῖς
ἀρχομένοις, ΙΙ, 1673. πολιτεύονται νόμοι, 1V, 896,
vigent, observantur. πολιτεύσεται εἰρήνη, Ι, 1106
init., erit, vigebit, cuncta obtinebit, servabitur.
πολίτης ἐρήμου, V, 101, Jo. Baptista. πολίται
τῶν οὐρανῶν, ΙΙI, 1221, in hac vita, colum spectantes.
πολιτικῷ βίῳ, ΙΙΙ, 1964, opp. ἐρημικῷ· illud
notat munus sacrum et ecclesiasticum, publicæ tamen vitæ et socialis. πολιτικὴν ἀρετήν, ΙΙΙ, 1127,
in regendo episcopatu, opp. ἀσκητικήν, in solitudine quam tamen sociasse, qua ἀφείδειαν corporis,
ille dicitur. πολιτικών θορύβων, III, 1132, muneris
episcopalis, saviente hæresi. πολιτικαῖς ἀγοραῖς,
III, 1163, foro promercali in urbe.
πολιώτερον φρόνημα, ΙΙΙ, 1147, præcessit, πολιὰν
τρίχα, sign. sensum, prudentiam, senilem, gravem,
peritum, subactum.
εἰς πολλὰ διελύθη, III, 1140, in pulverem, cinerem igne dissolutus.
πολλαπλασιούσας ἑπτὰ ἑβδομάδας, II, 1248 init.
si ad omnes refertur, sign. multiplicatas: sin ad
septem eximias, quod magis videtur (neque enim
septem erant inultiplicandæ, aut in se ducendæ );
sign. reliquas, πλεοναζούσας, redundantes supra
πολλὴν παρέχοντες τῇ ἀκοῇ δι' ἡσυχίας, V, 79
init., legendum credo, σχολήν, sic omnia plana.
Alioquin et sensus et structura laborat. οἱ πολλοὶ,
II, 262, Græci, imprimis aurifices et metallurgi
qui utantur voc. εύρυζον, de auro. II, 351. aut sunt
Romani, vocabulo repudii utentes, aut Græci, ab
iis mutuati. Syri quoque, inter quos ageret. of
πολλοί, στρουθοκαμήλους καλοῦσι, Ι, 467, vulgo.,
πολλῶν, ΙΙΙ, 803, 827, laicorum; opp. ἱερωμέ
νων.
πόλου νότιου μέρος, 1V, 593, coli. πόλου νοτιώ
τερα μέρη, IV, 502, pro πόλον νοτιώτερον, vel πά
λου pro, οὐρανοῦ.
πολυανδρίας ὄχλον, ΙΙΙ, 759.
πολύδριον, 111, 973, πολίχνιον vid. n. 24.
πολυετείς χρόνους τριῶν ἐπισκόπων, 111, 739, per
longum tempus, quod excessit tribus episcopis deinceps sedentibus.
πολυθρύλητος (έν) ΙΙΙ, 940, uno λ. 965, 819 extr.
πολύμορφος, vid. Ερανιστής.
πολυπλασιάζει, HI, 138 init. πολυπλασιασθέντα,
πολυπραγμονεῖν τὰς θείας οἰκονομίας, ΙΙ, 1537,
τὸν καιρὸν, ΙΙΙ, 505, pro περὶ τοῦ καιροῦ. πολυπραγμονοῦντες τὸ μυστήριον, scrutantes, V, 13. πολυπραγμονοῦντες τὴν ἕνωσιν, V, 20, scrutantes subtilius. πολυπραγμονοῦσε τὰ θεῖα, Ιil, 106.
πολυπραγμοσύνας (τὰς) IV. 545, artes curiosiores.
πολυσχεδείς, ΙΙ, 289, 367, pro πολυσχιδείς, 2
σχίζω. πολυσχεδεῖς πλάνας, ΙΙΙ, 658. πολυσχεδεῖς,
111, 1008. pro πολυσχιδείς, ut et ibi legitur, n. 2.
πολυσχιδές, ΙV, 484, hic per t.
πολύχουν καρπόν, ΙΙΙ, 534, uberem, multa fundentem: a χέω, πολυχόον, aut χᾳ, mensura ge
nere, πολύχοον, πολλῶν χοῶν.
πομπείας οὐδὲν εἶδος ἀπήν, ΙΙΙ, 917, ludibriorum
publicorum, quibus traducerentur Christiani.
πονηθέντων κατορθωμάτων, ΙΙΙ, 1186.
πονηρὰν ἡμέραν, 1, 865, expl. diem judicii.
πονηρίαν ἐν τῇ κακία ἐφεξῆς γεγενημένην, ΙΙ,
469, facta prava, in malo sensu et habitu animi
semper edita.
πονηρὸν καρπὸν, 1, 277, e meretrice natun.
πόνων δίχα είληφότας τῶν ἁμαρτημάτων την
ἄφεσιν, 1, 932, et p. 801, ad Ps. xxxi (xxx), ubi
et dicit αταλαιπώρως, opp. ibi ὀδυρμοῖς καὶ δάχρυσι προστετηκώς. πόνους ἀπολαβείν, ΙΙ, 364, fruclus operum. Meton.
πορείαν, 1, 586 init., mores. 647 extr., II, 226.
πορείαν θείαν, II, 815, vitam sanctam.
τορθμείον, ΙΙΙ, 922, navem transvectoriam in
flumine. III, 970.
πορίαν, ΙΙΙ, 1080 init. pro πορείαν.
πόρον κινεῖν πάντα, 1, 90, 284, 285, auxilium.
ΙΙΙ, 916, 670. πόρον πάντα κινοῦσι. II, 212, omnia
faciunt. πόρους, IV, 512, meatus in corpore, ubi
est materia peccans; quam vocant medici, vel
miasma.
πόῤῥω ποιοῦντες, vid. ποιοῦντες.
πόῤῥωθεν ὁρῶν, I, 960, nondum adeptus; ut
Hebr. n, 15. πόρρωθεν, IV, 667. Isaias dicit jam in
Vet. Test.
Ποσειδῶν unde dictus, IV, 771.
ποταμὸν λογικόν, vid. λογικόν. ποταμοὶ μέγιστοι
κηρυγμάτων ἀγγελικῶν, IV, 1274, Joannes et Mat
thaus. ποταμῶν τῶν τεσσάρων, Ι, 455, simpliciter,
scil. τοῦ παραδείσου• falso quidem, qua Nilum.
ποταμούς et ποταμόν, ΙΙ, 21. utrumque de Nilo
recte dici monet.
ποτέ, ΙΙ, 1474, ter repetitum, tria diversa, semel
facta singula, sign. verte, primo, deinde, denique.
ποτὲ μὲν, ποτὲ δὲ, ΙΙ, 1460, de rebus semel ut
que factis, non subinde repetitis, aut varie actis.
Aut comma pone post μέν, δέ, ut pertineat ad ἔδει
σεν.
ποτήριον expl. τιμωρίαν, Ι, 673.
που φησιν ἡ Γραφή. V, 13, ut Hebr. 1, 6, 17, 4.
που χρήζεις εὐχῆς, 111, 441, med. πρὸς τί, που
⋅
col. 1095–1096page 116 of 154
PG 84:1095κεκένωμεν ἑαυτὸν, πράγμα, ὑποστάσει, ἀνυποστάτῳ. 918, οὖσαν, πρᾶγμα ἄλλο καὶ ἄλλο, οὐχ ὡς πράγμα. 935, ὑπόστασις εἰ οὐσία, πρᾶγμα οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο, ὡς τριτώνυμον, 942. πράγματος προστάγμ. 1030, 83. πρᾶγμα τῶν εὐνουστέρων δεξιὰ ἐκάλεσεν, 1, 4547, τοὺς εὐνουστέρους, τάγμα. πραγμάτων Έρημα βήματα, πράγμασι κέχρηνται, Ι, 210, πράγμασιν ἀγαθοῖς, Ι, 833, πράξεσιν ἀγαθαίς. πράγματα. πραγματεία τῆς Γραφῆς, 1005, πραγματεία, πραγματευόμενος δεκτόν, ΙΙΙ, 228, εἶναι, ποιῶν. πραγματεύονται τὴν νίκην οἱ ἀνταγωνισταὶ, Ι, πραγματευσάμενον ἀθανασίαν, 51, πραγματεύσηται εὐθεῖαν στάσιν, πραγματεύσωνται, οἱ φυτηκόμοι. πραέων γῆν, ΙΙ, 313, πραιπόσιτον, μεγαλοπρέπειαν, πρακτικὴν ἀρετὴν, ΙΙΙ, 412. πρακτικὴν ἀρετὴν, πρακτικὴν ἀρετὴν ἡ ἀγάπη δηλοί, ΙΙΙ, 515. πρακτικῆς ἐντο λής, ΙΙΙ, θεωρητική. πρακτικώτατος, ΙΙ, 364, λόγος, πράκτορα φόρου, πρᾶξαι ἔκρινα περὶ — τούτους, ΙΙΙ, 800, τοῦτο, πράξαιεν, πράξαι, πράξειεν. ὁ γὰρ, προκαθίσας. πράξεις πράξεις, πραότης, Ι, πρέπειν ἐκκλησία, 3 Εκκλησία. πρέ ποντα, ΙΙ, πρεπωδεστέραν, 17, 691. πρεσβεία, Ι, ἱκετηρία. πρεσβεία πρωτοτόκων, Ι, 441. πρεσβείας ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ποιούμενοι, Ι, πρεσβείας, ΙΙΙ, διὰ πρεσβείας ΙΙΙ, 1136, πρεσβείας, ΙΙΙ, διὰ τῆς, πρεσβεία τοῦ γεγραφότος, ΙΙΙ, πρεσ σβείαν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ 1, 188. πρε σβείαν, Ι, 526, ἱκετείαν, ἱκέτευσε. ΙΙ, 470, ταῖς πρεσβείαις τυχεῖν χάριτος. πρεσβείου, ἕως γήρως. πρεσβείοις τοῦ χρόνου τὸ σῶμα τετί μηκεν ὁ Θεὸς, προνόμια πρεσβεύει, 14 πρεσβεύειν, πρεσβεύετε, πρεσβεύομεν δύο υιούς, πρεσβευόμενον ὑπὸ τούτων, ΙΙ, πρεσβευομένην ὑπ' ἐκείνων πλά νην, ΙΙΙ, 917. πρεσβεύον τὴν πλάνην, ΙΙ, 1645 πρεσβεύουσι δόξας, ΙΙΙ, 759, πρεσβεύουσιν, πρεσβευτής πρεσβευτήν, Ι, πρεσβευταῖς, πρεσβευτάς, πρεσβεύω Θεὸν, ΙΙΙ, 809, πρεσβεύων Θεό τητα, Ι, 783, πρεσβεύων ἀληθῆ, ΙΙΙ, 447, πρεσβεύων, ΙΙΙ, 897, διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 897, πρεσβεύων ὀρθοδοξίαν, πρεσβεύων, πρεσβεύοντες, πρεσβευόντων, πρεσβευόντων τὴν ἀλήθειαν, πρέσβυς, ΙΙ, πρεσβύτατα καὶ παλαιότατα τὰ τῶν Εβραίων, 708. πρεσβύτερα τῆς ἐνανθρωπήσεως ὀνόματα, λόγος, νεώτερα. πρεσβυτέρας ἱστορίας, 1, 607, προβξήσεως, ΙΙ, 561, 582 πρεσβυτερίῳ (ἐν τῷ ΙΙΙ, 772 πρεσβύτερος ὁ ψαλμός, 1, 764 πρεσβύτερος κατά την προφητείαν, 1593, πρεσβύτερον προϋπάρχοντα. πρεσβύτερον διήγημα, 11, πρεσβύτης ἐν νέοις, ΙΙΙ, 1315, πρηνὴς ἔπεσα, ΙΙ, 1960, προβάτων κόμητα, κόμητα. πρὶν δέξησθε τὸ φῶς, ΙΙΙ, 241 δέξασθαι περιήγεσθε. πριν γεννηθῇ, οὐκ ἦν, ΙΙ, 750, πρίονι δι' ἀμάξης, πριονοειδής ἅμαξα, ΙΙ, 332, πρὸ παστάδας, πρὸ ὀλίγου τῆς τελευτῆς, 794, ὀλίγῳ πρὸ τῆς τελ. πρὸ πέντε καὶ τριάκοντα πεδήσας σταθμῶν, 1234, πρὸ πλείονων ἢ χιλίων ἐτῶν τῆς — βασιλείας, βασιλείας 968, πρὸ πολλοῦ χρόνου τοῦ γενέσθαι τὰ πράγματα, ΙΙ, 1212, πολλῷ χρόνῳ πρὸ τοῦ γεν. τ. π. πρὸ πολλῶν γενεῶν τῆς ἐμῆς διαπλάσεως, 1, 1531, πολλαῖς γενεαῖς πρὸ τῆς ἐμ. διαπλ. προ ταύτης βίβλος, πρὸ τῆς σαρκὸς τὴν διάνοιαν ἀπερίτμητον εἶχον, ΙΙ, 1033, πρὸ τῶν γραμ μάτων, πρὸ τῶν μαρτύρων βοῶσι, ΙΙ, 1605,
κεκένωμεν ἑαυτὸν, V, 21, an, quomodo dici potest
hoc fecisse?
πράγμα, V, 6, synonymum ὑποστάσει, opp. rei
ἀνυποστάτῳ. V, 918, rem οὖσαν, in qua tamen
notari varia possint, maxime, 1° ut sit; 2° quid sit.
πρᾶγμα ἄλλο καὶ ἄλλο, οὐχ ὡς πράγμα. V, 935,
sunt ὑπόστασις εἰ οὐσία, diversa significationis,
sed in eadem re, in qua sint duo illa, sed cogitando
et notione separentur, non separatim per se, aut
inter se, exstent. πρᾶγμα οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο, ὡς
τριτώνυμον, V, 942. πράγματος et προστάγμ. conf.
IV, 1030, n. 83. πρᾶγμα τῶν εὐνουστέρων δεξιὰ
ἐκάλεσεν, 1, 4547, pro τοὺς εὐνουστέρους, periphrastice. Forte legendum, τάγμα. πραγμάτων
Έρημα βήματα, II, 1313, præceptum, quod non exsecuus fuerit propheta. πράγμασι κέχρηνται, Ι,
210, opera peragunt. πράγμασιν ἀγαθοῖς, Ι, 833,
pro πράξεσιν ἀγαθαίς. Neque enim sic dicuntur
πράγματα.
πραγματεία τῆς Γραφῆς, V, 1005, quæ sequuntur, tota narratio. πραγματεία, Salomonis, II, 19,
tres libros ejus.
πραγματευόμενος δεκτόν, ΙΙΙ, 228, scil. εἶναι,
vel pro ποιῶν. πραγματεύονται τὴν νίκην οἱ ἀντα
γωνισταί, Ι, 410, materiam, occasionem præbent.
πραγματευσάμενον ἀθανασίαν, I, 51, elicientem,
parantem. πραγματεύσηται εὐθεῖαν στάσιν, ΙV,
255, ipsa planta, debebat, πραγματεύσωνται, scil.
οἱ φυτηκόμοι. Aut est anacoluthon numeri.
πραέων γῆν, ΙΙ, 313, piorum.
πραιπόσιτον, ΙV, 1329. Latinum: præpositum;
varii fuere. Eum hic epp. vocant μεγαλοπρέπειαν,
rogantque recitare imperatori has litteras: ut cnbiculi vel secretorum videatur: quasi referendarius.
πρακτικὴν ἀρετὴν, ΙΙΙ, 412. πρακτικὴν ἀρετὴν,
III, 158, ponit unice in aliis amandis. πρακτικὴν
ἀρετὴν ἡ ἀγάπη δηλοί, ΙΙΙ, 515. πρακτικῆς ἐντο
λής, ΙΙΙ, 474, quasi sit et θεωρητική. Videtur a dogmatum fide distinguere: Nam et fidei et veri seneus praeceptum est. πρακτικώτατος, ΙΙ, 364, λόγος,
efficax usu ipso.
πράκτορα φόρου, IV, 547, Deum, cogentem apes
nobis mella suppeditare.
πρᾶξαι ἔκρινα περὶ — τούτους, ΙΙΙ, 800, poenam
exsequi; verfahren, ad rem progredi. n. 22. leg.
τοῦτο, bene. πράξαιεν, IV, 1184 extr. vitiose pro
πράξαι, vel πράξειεν. Ad unum enim refertur, ὁ
γὰρ, rel. et προκαθίσας.
πράξεις faciunt maxime imaginem divinam, I,
34, scil. internæ maxime, sensus animi et virtutes, ut exempla docent: et tantum corpori oppos
nuntur, lin. 10. πράξεις, 1, 190, al. simpliciter,
Acta apostolorum.
πραότης, Ι, 833, plura hic sign. modestiam, sua
sorte latam, Deo non repugnantem, patientiam,
qua felicitatem improboruni, animum ab invidia
alienum.
πρέπειν ἐκκλησία, II, 3 Vid. Εκκλησία. πρέ
ποντα, ΙΙ, 844, elicit Deus, i. e. bona, suis
attributis digna et consiliis reliqua concedit, mala
et a voluntate ipsius aliena.
· πρεπωδεστέραν, 17, 691.
πρεσβεία, Ι, 171, deprecatio pro Judais. I, 237,
statim expl. ἱκετηρία.
πρεσβεία πρωτοτόκων, Ι, 441. Jura.
πρεσβείας ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ποιούμενοι, Ι,
1103, dicuntur ascetæ. πρεσβείας, ΙΙΙ, 162, intercessione, Pauli, in caelis: cui vim tribuit salutarem. διὰ πρεσβείας ΙΙΙ, 1136, ut Dei favorem
sancti mortui concilient, eos rogat. πρεσβείας, ΙΙΙ,
1150, διὰ τῆς, precibus, ascetarton: auxilium divinum consequi cupit Th. πρεσβεία τοῦ γεγραφότος, ΙΙΙ, 470, Paulo deprecante pro nobis. πρεσ
σβείαν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ habet sacerdos, 1, 188. πρεσβείαν, Ι, 526, ἱκετείαν, infra, ἱκέτευσε. ΙΙ, 470,
preces, intercessionem. III, 1205. ταῖς πρεσβείαις
III, 697, intercessione Pauli et Timothei apud
Deum, post mortem, cupit τυχεῖν χάριτος.
πρεσβείου, 1, 1097, senectutem; et tamen addit,
ἕως γήρως. πρεσβείοις τοῦ χρόνου τὸ σῶμα τετί
μηκεν ὁ Θεὸς, IV, 415, ante mentem creavit. Ea
mox et προνόμια vocat. Ergo anima non erat ante
corpus.
πρεσβεύει, ΙV, 14 init. docet, infert: πρεσβεύειν,
III, 1205, precari, pro altero. πρεσβεύετε, ΙV, 743
extr., docetis, defendilis. πρεσβεύομεν δύο υιούς, IV,
1246, inducimus, docemus esse. πρεσβευόμενον
ὑπὸ τούτων, ΙΙ, 1063, qnem docerent, profiterentur,
colere monerent. πρεσβευομένην ὑπ' ἐκείνων πλά
νην, ΙΙΙ, 917. πρεσβεύον τὴν πλάνην, ΙΙ, 1645 init.
docens. πρεσβεύουσι δόξας, ΙΙΙ, 759, docent, tuentur. πρεσβεύουσιν, IV, 1239 extr., docent, defen
dunt, 1243.
πρεσβευτής venit Deus, I, 501 init. deprecator
pro Israelitis (hyperbolice). πρεσβευτήν, Ι, 545.
deprecatorem, supplicem pro se Deo. III, 1147
extr., intercessorem ad Deum, Jacobum ascetam.
III. 1505, reconciliationis auctorem. πρεσβευταῖς,
I. 182, deprecatoribus. πρεσβευτάς, IV, 921, precalores. Fürbitter, ad Deum: martyres in coelo:
πρεσβεύω Θεὸν, ΙΙΙ, 809, colo. πρεσβεύων Θεό
τητα, Ι, 783, colens, docens. πρεσβεύων ἀληθῆ, ΙΙΙ,
447, docens. πρεσβεύων, ΙΙΙ, 897, διδασκαλίαν, ΙΙΙ,
897, docere, defendere. πρεσβεύων ὀρθοδοξίαν,
53, asseverans, præ se ferens, docens. πρεσβεύων,
V. 97, intercedens, precans. πρεσβεύοντες, III,
1130, docentes, defendentes. πρεσβευόντων, ΙV, 115
extr., docentes. πρεσβευόντων τὴν ἀλήθειαν, IV,
547, docentium, profitentium.
πρέσβυς, ΙΙ, 115, interpres, opp. Filio ipsi.
πρεσβύτατα καὶ παλαιότατα τὰ τῶν Εβραίων,
IV, 708. πρεσβύτερα τῆς ἐνανθρωπήσεως ὀνόματα,
IV, 1914, quibus vocetur Christus qua λόγος, nondum homo factus. Vid. et νεώτερα. πρεσβυτέρας
ἱστορίας, 1, 607, προβξήσεως, ΙΙ, 561, 582
πρεσβυτερίῳ (ἐν τῷ ΙΙΙ, 772 init., cum essemus
presbyteri.
πρεσβύτερος ὁ ψαλμός, 1, 764 extr., antea scriptus:
πρεσβύτερος κατά την προφητείαν, II, 1593, prior
vaticinatus. πρεσβύτερον sole et luna, I, 1110,
priorem, προϋπάρχοντα. πρεσβύτερον διήγημα, 11,
530. narrationem rei ante illam, quam exposuit,
gesta.
πρεσβύτης ἐν νέοις, ΙΙΙ, 1315, Josephus, in Agypto, castus.
πρηνὴς ἔπεσα, ΙΙ, 1960, in faciem pronu..
προβάτων κόμητα, vid. κόμητα.
πρὶν δέξησθε τὸ φῶς, ΙΙΙ, 241 extr. legendum
δέξασθαι· nam nec tempus convenit, quia sequitur,
περιήγεσθε. πριν γεννηθῇ, rel. οὐκ ἦν, ΙΙ, 750,
pro infinitivis.
πρίονι δι' ἀμάξης, II, 302, plaustro cum rotis
serratis:
πριονοειδής ἅμαξα, ΙΙ, 332, rotis serratis.
πρὸ παστάδας, 1, 172, priusquam nupta feret,
thalamum ingrederetur. πρὸ ὀλίγου τῆς τελευτῆς,
III, 794, transposite, ὀλίγῳ πρὸ τῆς τελ. πρὸ πέντε
καὶ τριάκοντα πεδήσας σταθμῶν, IV, 1234, jubens
35. dierum itinere amotum manere a loco judicii.
—πρὸ πλείονων ἢ χιλίων ἐτῶν τῆς — βασιλείας, IV,
βασιλείας
968, transposite. πρὸ πολλοῦ χρόνου τοῦ γενέσθαι
τὰ πράγματα, ΙΙ, 1212, pro, πολλῷ χρόνῳ πρὸ τοῦ
γεν. τ. π. πρὸ πολλῶν γενεῶν τῆς ἐμῆς διαπλάσεως,
1, 1531, i. e. πολλαῖς γενεαῖς πρὸ τῆς ἐμ. διαπλ.
προ ταύτης βίβλος, 1, 522, periphrasis libri Josu,
scil. ante lib. Jud. Vid. Josua liber. πρὸ τῆς σαρκὸς
τὴν διάνοιαν ἀπερίτμητον εἶχον, ΙΙ, 1033, i. e. quod
majus esset, quam corpore non circumsectos esse.
Polest tamen et proprie intelligi. πρὸ τῶν γραμ
μάτων, ΙV, 1238 extr., quod mihi carius sit litteris
et potius. πρὸ τῶν μαρτύρων βοῶσι, ΙΙ, 1605,
cum viderint eorum reliquias.
col. 1097–1098page 117 of 154
PG 84:1097προάδει αὐτῷ πεῖραν, 126, προάγει, προσάγει. προαιρουμένη, ΙΙ. 81, θέλουσα, προαιώνιος Θεός, 16, Υἱός, 7. προαιώνων πρὸ τῶν, 986, αἰώνων. προανακεκράγει Δαβίδ, 11, 208, προαναστέλλων τῷ ἐλάττονι κακῷ τὸ χεῖρον, Ι, προαναφωνεῖ, Ι, 888, προαναφωνούντα τὸ ἐσόμενον, ΙΙ, προαπελθεῖν, προαποδίδοται, προάπτοντες, ΙΙΙ, 1074, 4 προσάπτ. πρὸ προαύλια τῶν ἐσομένων κολαστηρίων ἰδών, ΙΙΙ, προβάλλεται προβάλλεται ἀρχιερεὺς, ΙΙΙ, 575, προβέβληται προυβλήθη. προβάλλεται, ἃ εἶπε καὶ ἐφρόνησε, προβάλλομαι χειροτονίας, ΙΙΙ, προβαλλόμενος αύτ τοὺς ὑπουργούς, προβαλλόμενος, θαῤῥεῖν οὐκ εἶχεν ὁ λόγος. προβαλλομένων, 954, προσε βλῆσθαι ἀπόστολος, ΙΙΙ, 699, προβληθῆναι, ΙΙΙ, 908, προβληθῆναι προφαίνειν, 1, 706, 7. προβληθης και ποιμένα, ΙΙΙ, 954, προβληθῆναι, προβλήματι, προβολὴν χρονικήν, ΙΙΙ, 735, προβολήν, ΙΙΙ, προβολάς οφρύων, Ι, 697. προσ βολάς. προγεγραμμένου ψαλμοῦ, Ι, 1007 προγενέστερον πρόγνωσις θεοσεβείας ἡ ἡμετέρα σωτηρία γενή σεται πρό φατις, ἀφορμή πρὸ γνώσις ἀφορμὴ γνώσεως. ἐκ προγνώσεως, κατακρῖναι, ἐκ προγνώσεως, προγνωσίαν, 111, 95, πρόγνωσιν. προγνωστικοὺς ἑαυτοὺς προσηγόρευον, 333; προγονικὴ ὑπόσχεσις, Ι, 152, προγονική πρόρρησις, Ι, 421, τοῖς προγόνοις γενομένη πρόγονον χοῦν, Ι, πρόγονον χοῦν, ἐξ οὗ γεγόναμεν, ΙΙ, 1046. πρόγονον. ἐπίπαππον, πάππῳ προγραφή. 1, 887, επιγραφή προγραφὴν τοῦ βιβλίου, προδεδωκώς χρήματα τοῖς κεκτημένοις, 111, 1924, προδιαγράφω, καὶ διὰ πίστεως ὁρῶ προδοῦναι σιγῇ ὠφέλειαν, ΙΙΙ, 1166, παραδοῦ και πρόδρομοι χάριτος, προθυμίᾳ χάριν, προεβάλετό με ἀπόστολον, ΙΙ, 676, προεβάλου με βασιλέα, Ι. 1451, προέβησαν θεοσημείαι, 95. προεγράφετο ἐν ἐκείνοις τὰ ἡμέτερα, Ι, 1428, προεδρίαν Εκκλησίας, ΙΙΙ, 756, προεδρίαν, Ευστάθιος, ὁ τῆς ᾿Αντιοχέων Εκκλησίας. τὴν προεδρ. λαχών· παραυτίκα πρῶτος προεδρίας. ΙΙΙ, 935,: ἀποστολικῆς, ἀποστο προεδρίας ἀρχιερατικής, ΙΙΙ, 1159, προεδρίαν, ΙΙΙ. 1226: 1513, προ εδρία» Εκκλησίας, ΙΙΙ, 805; 570, προεδρίαν τὴν σὴν, πρόεδρος τῆς πόλεως, ΙΙΙ, 794, πρό εδρος, 1189, προέδρου ανα τολῆς, προέδρον τῆς Ἐκκλησίας. ΙΙΙ. 791, προέδροις τῆς συνόδου, ΙΙΙ, 783,; προείδει, ΙΙΙ, 685, προεῖος, προήδει. προείλαντο. ΙΙ, 1666 προειπεῖν, Ι, προλέγει. προειρημένας (τὰ κατὰ τὰς ), 981, ποσότητας ποιότητας. προεῖται πρό κειται - πρόσκειται. προεκόμισας τοῖς δαίμοσι, ΙΙ, 1551, προσ εκόμ. προελθεῖν τῷ κηρύγματι προτρέπων, ΙΙΙ, 11, προσελθείν, φθάσαι· προελθεῖν προτρέπων προσελθεῖν προσφέρειν προφέρειν. προελθὼν εἰς τὸν κόσμον, 132, Λόγος, προελθὼν ἀχρόνως καὶ ἀπα θῶς, 755, ὁ Λόγος 756. προῆλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. προεπινοούντας. 98, προσεπιν.; καὶ ἕτερα. πρὸ προερμηνεύει, 11, 327, προεστῶσαι τέγους πόρναι, 296, ἐν τῷ τέγει, ὑπὸ τῷ τέγει, ἑστῶται. προεστῶτες τοῦ σωτηρίου λό γου. ΙΙΙ, 957 προεστώτων, 168, προετίμησαν τὴν τῶν εἰδώλων θεραπείαν, Ι, 536, ; τῆς τοῦ Θεοῦ θεραπείας. προετυποῦντο τρείς καιροί εἰς τὸν Σω τῆρα, προετυποῦτο. προζωγραφεῖ ἡ πίστις τὴν ἀνάστασιν, ΙΙΙ. 615. προηγόρευσε κρίσιν, 855, προηγόρευσεν, ΙΙ, προσηγόρο τραιλθεν ἐκ Μαρίας ὁ Λόγος, 137
προάδει αὐτῷ πεῖραν, V, 126, mire dictum - forte,
quia dicta biblica recitavit, ad quæ responderet.
Forte leg. προάγει, vel προσάγει.
προαιρουμένη, ΙΙ. 81, θέλουσα, cupiens.
προαιώνιος Θεός, V, 16, Υἱός, V, 7.
προαιώνων πρὸ τῶν, V, 986, pro simplici, αἰώνων.
προανακεκράγει Δαβίδ, 11, 208, predixerat.
προαναστέλλων τῷ ἐλάττονι κακῷ τὸ χεῖρον, Ι,
1562 med., occurrens ei mature, in antecessum cavens, comprimens, priusquam erumperet: i. e.
cupiens hoc facere: eventus enim haud respondit.
προαναφωνεῖ, Ι, 888, prædicit. προαναφωνούντα
τὸ ἐσόμενον, ΙΙ, 208, vaticinantes, publico quidem
cantu.
προαπελθεῖν, IV, 1075, priorem mori.
προαποδίδοται, V, 1039, supra responsum est.
προάπτοντες, ΙΙΙ, 1074, n. 4 legitur προσάπτ.
ntrumvis redundat. πρὸ esse possit quibus ei præJucerent, eum præirent cum quibus obviam irent.
προαύλια τῶν ἐσομένων κολαστηρίων ἰδών, ΙΙΙ,
787, morte terribili sensit, quid jam in inferno
esset sensurus.
προβάλλεται Christus verba, I, 961 med., profert.
προβάλλεται ἀρχιερεὺς, ΙΙΙ, 575, constituitur:
iino constitutus est, προβέβληται· præsens pro
præter. vel προυβλήθη. προβάλλεται, ἃ εἶπε καὶ
ἐφρόνησε, 1V, 262 init. in judicio extremo, iis sese
excusat homo, ad ea provocal, eorum rationem
reddit. Eus. Emes. προβάλλομαι χειροτονίας, ΙΙΙ,
1220, affero, adhibeo, exerceo. προβαλλόμενος αύτ
τοὺς ὑπουργούς, I, 1549, nominans, constituens,
designans. προβαλλόμενος, V, 84, reputans. Ponit
enim vere excusatura, et præmittit: θαῤῥεῖν οὐκ
εἶχεν ὁ λόγος. προβαλλομένων, II, 954, qui eum
constituerint, ei hoc munus commiserint. προσεβλῆσθαι ἀπόστολος, ΙΙΙ, 699, factum esse a Deo.
προβληθῆναι, ΙΙΙ, 908, creari, constitui. προβληθῆ
ναι variat cum προφαίνειν, 1, 706, n. 7. προβληθης
και ποιμένα, ΙΙΙ, 954, dari sibi, præfici. προβληθήναι, III, 1000, dari.
προβλήματι, Samsonis, IV, 777, ænigmati.
προβολὴν χρονικήν, ΙΙΙ, 735, ut in tempore producius sit. προβολήν, ΙΙΙ, 750, Filius Patris quidam
dicebant, προβολάς οφρύων, Ι, 697. Sic leg. non προσβολάς.
προγεγραμμένου ψαλμοῦ, Ι, 1007 extr. proxime
superioris.
προγενέστερον (Psalmum), I, 764, prius scriplum.
πρόγνωσις θεοσεβείας ἡ ἡμετέρα σωτηρία γενήσεται (scil paganis), II, 322, forte legendum πρό
φατις, i. e. ἀφορμή • aut πρὸ redundat, et tamen
γνώσις est pro, ἀφορμὴ γνώσεως. Possis tamen interpretari, præparatio, quasi propædeuma ad ipsam cognitionem veræ doctrinæ, qua adverterentur, et in antecessum viderent veritatem talis
doctrinæ, quam nondum noscent quidem, cultores
tamen, viderent, salvos esse solos. ἐκ προγνώσεως,
κατακρῖναι, 1, 39, damnare et punire delicta prævisa, nondum patrata. ἐκ προγνώσεως, non punit
delicta Deus, 78, prævisa, prius quam fiant:
facta demum punit.
προγνωσίαν, 111, 95, πρόγνωσιν.
προγνωστικοὺς ἑαυτοὺς προσηγόρευον, IV, 333;
Helcesaitæ hæretici.
προγονικὴ ὑπόσχεσις, Ι, 152, majoribus facta,
cala. προγονική πρόρρησις, Ι, 421, i.e. τοῖς προγόνοις
γενομένη· non ut in ipsis, sed ut in eorum posteris constaret.
πρόγονον χοῦν, Ι, 1340, unde sumptum est corpus.
πρόγονον χοῦν, ἐξ οὗ γεγόναμεν, ΙΙ, 1046. πρόγο
νον. 1V, 206, proavum, presse et proprie. IV, 307,
ponitur ultra ἐπίπαππον, quem πάππῳ imponit.
inverso ordine, ut videtur.
προγραφή. 1, 887, pro επιγραφή προγραφὴν τοῦ
βιβλίου, 11, 20, titulum, indicem.
PATROL. GB. LXXXIV.
προδεδωκώς χρήματα τοῖς κεκτημένοις, 111, 1924,
repræsentata parte mercedis pro habitatione.
προδιαγράφω, III, 372, vitam æternam in hac
vita, expl. καὶ διὰ πίστεως ὁρῶ • represento, jam
nunc volvo, agito.
προδοῦναι σιγῇ ὠφέλειαν, ΙΙΙ, 1166, pro παραδοῦ
και aut sign. perdere, abolere, ad interitum tradere.
πρόδρομοι χάριτος, IV, 627, tres juvenes in camino; vix commodum sensum habet, et inter cursum
argutandi excidisse videtur: explices utcunque,
qui sua προθυμίᾳ arcessissent sibi χάριν, eamque
velut occupare et prævertere studio suo certarent.
Satis enim arroganter plerumque de talibus loquitur.
προεβάλετό με ἀπόστολον, ΙΙ, 676, esse voluit
Deus. προεβάλου με βασιλέα, Ι. 1451, fecisti.
προέβησαν θεοσημείαι, V, 95.
προεγράφετο ἐν ἐκείνοις τὰ ἡμέτερα, Ι, 1428, adumbrabantur et prædicebantur.
προεδρίαν Εκκλησίας, ΙΙΙ, 756, episcopatum. Possis et referre ad concilii προεδρίαν, interpungendo: Ευστάθιος, ὁ τῆς ᾿Αντιοχέων Εκκλησίας.
τὴν προεδρ. λαχών· παραυτίκα πρῶτος sedem
ibi cepisse. προεδρίας. ΙΙΙ, 655, muneris doctora
lis, episcopalis. III, 760, episcopatus Alexandrini.
III, 935, episcopatus: ἀποστολικῆς, vid. ἀποστο
προεδρίας ἀρχιερατικής, ΙΙΙ, 1159, munere episc.
προεδρίαν, ΙΙΙ. 1226: 1V, 1513, episcopatum. προεδρία» Εκκλησίας, ΙΙΙ, 805; IV, 570, episcopatum.
προεδρίαν τὴν σὴν, 1, 1542, imperium, gubernationem, tutelam.
πρόεδρος τῆς πόλεως, ΙΙΙ, 794, episcopus. πρό
εδρος, Alexandriæ, IV, 1189, episc. προέδρου ανα
τολῆς, IV, 1190, episcopo. IV, 1278. episc. Antioch.
προέδρον τῆς Ἐκκλησίας. ΙΙΙ. 791, episcopum.
προέδροις τῆς συνόδου, ΙΙΙ, 783, Nicænæ; olures
ergo primores.
προείδει, ΙΙΙ, 685, pro προεῖος, vel προήδει.
προείλαντο. ΙΙ, 1666 extr.
προειπεῖν, Ι, 247, abest cod., sed non videtur
abesse posse, quia sequitur: per suos prophetas
προλέγει.
προειρημένας (τὰ κατὰ τὰς ), V, 981, quæ inve
niuntur in rebus qua ποσότητας et ποιότητας.
προεῖται (permissa est), I. 180, var. cum πρόκειται - sic enim leg. pro πρόσκειται.
προεκόμισας τοῖς δαίμοσι, ΙΙ, 1551, pro προσεκόμ.
προελθεῖν τῷ κηρύγματι προτρέπων, ΙΙΙ, 11, profecto legenduin, προσελθείν, credere. Nam quod vertitur: monens illos Judæos) præcessisse doctrina,
debebat esse, φθάσαι· προελθεῖν est, procedere, non
precedere. Nec προτρέπων sic dici potest, sed semiper ad rem faciendam refertur. Simplicissimum
sil, προσελθεῖν legere: ut vicissim προσφέρειν est
pro προφέρειν. προελθὼν εἰς τὸν κόσμον, IV, 132,
* Λόγος, 1° ex utero Marie, 2 per humanam naturam conspicuus. προελθὼν ἀχρόνως καὶ ἀπαθῶς, ΙV, 755, ὁ Λόγος e Patre natus, 756. προῆλθε
τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον.
προεπινοούντας. III, 98, pro προσεπιν.; addit
enim, καὶ ἕτερα. Nec πρὸ sensum sic habet.
προερμηνεύει, 11, 327, prædicit.
προεστῶσαι τέγους πόρναι, IV, 296, i. e. ἐν τῷ τέγει,
ὑπὸ τῷ τέγει, ἑστῶται. προεστῶτες τοῦ σωτηρίου λό
γου. ΙΙΙ, 957 init. προεστώτων, II, 168, doctorum.
προετίμησαν τὴν τῶν εἰδώλων θεραπείαν, Ι, 536,
absolute; scil. τῆς τοῦ Θεοῦ θεραπείας.
προετυποῦντο τρείς καιροί (festa Jud.) εἰς τὸν Σωτῆρα, IV, 131, typi loco præmittebantur; imo,
per hypallagen, ipse iis προετυποῦτο. Hippol.
προζωγραφεῖ ἡ πίστις τὴν ἀνάστασιν, ΙΙΙ. 615.
προηγόρευσε κρίσιν, IV, 855, tribuit Diphilo
comico. προηγόρευσεν, ΙΙ, 760 init. vitiose forte
pro προσηγόρο
τραιλθεν ἐκ Μαρίας ὁ Λόγος, IV, 137 Athan.
col. 1099–1100page 118 of 154
PG 84:1099προῆλθε τὸ πάθος καὶ ἡ κατάρα, καὶ οὐ παρελεύσεται, προθεραπεύει τὴν ἀκοὴν, ΙΙΙ, 54, προθεραπεύει τὴν ἀκοὴν, μέλλων κατηγορεῖν, ΙΙΙ, πρόθεσις, ΙΙΙ, 728, προθέσεως τῆς ἐξ οὗ καὶ τῆς δι' οὗ, ΙΙΙ, 197 οὗ προθέσεως, ΙΙΙ, προθέσει ὀρθῇ. πρόθεσιν, 1, 670, ἐπιθυμίαν, πόθον, πρόθεσιν τούτων προμαθών, διὰ πρόθεσιν, πρόθεσιν, προθέσθαι γραφήν, 506 1. εἰσενεγκεῖν. 1, 1, 1, οἱ γραψάμενοι Σωκράτην. προθεσμίας στενότητα, ΙΙΙ, 1030, στενότητα προθεσμίαν ἐπιμετρουμένην, ΙΙ, 851, συντέμνει, συντέμνει. προθεσπίζειν προθεωρίας οὐ δεῖται Θεὸς, Ι, 24. προθήσειν θηρίοις βοράν, ΙΙ, 561, προθυμία ἐφέλκεται τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος. ΙΙΙ, 677, προθυμία πυρσεύειν τὴν χάριν, προ θυμίας, 1, 774, συντόνου καὶ σπουδαίας εὐχῆς.—προθυμίᾳ κατασφαγείς, γιd. κατασφ.-προ θυμίαν τῶν εὐχομένων, Ι, 635 προθυμίαν διατήρησον τῇ χάριτι, προθυμίαν εὑρίσκων Θεός, αὔξει ταύτην διὰ τῆς χάριτος, προθύροις (ἐν) ἡ τιμωρία φανήσεται, ΙΙ, 756, προΐδωμεν, ΙΙ, προικῷα γραμματεία, 15, προικώου γραμματείου, 1066 προικώων (2 προιξ, προΐξ, γραμματείων, Ι, 172, προΐσταται, ΙΙ, 1175, παρίστ. προκαθημένη της Αφρικής. Π, 1463, προκαθημένη τῆς οἰκουμένης. 1187, 8, 160. προκαθημένην της Λιβύης Καρχηδόνα, προκαθίσας οίκουμενική συνόδῳ, 1184, προσκαθίσας. πρᾶξαι τοῦ προκαθίσαντος, προκαλινδόμενοι, 1113, ούμενοι. προκα λινδουμένους τῶν θηκῶν, Ι, 905, προκαλύμματος σαρκός, 877 προκαλύμματι σαρκός, 22 ἀληθεί, ζῶντι, προκαλύμματι φύσεως θείας, 422, καταπέτασμα, προκατειλήφει, ΙΙΙ, 1959 προ, πρὸ τῆς ἐμῆς ἀφίξεως. προκείμενον αὐτῷ στέφανον, ΙΙ, 88, ἐπικείμενον ς. προκείμενον ἐν τοῖς μυστηρίοις σῶμα ἀνθρώπου, 1280, Εγ πρόκειται πρόσκειται) προεῖται. προκληθέντες μάρτυρες, 700 πρόκλησιν προσφέρων, 1144, προκομίζωμεν, προκοπὴν (κατὰ) ἐξ ἀνθρώπου Θεὸς, 66, κατὰ προκοπήν, τελείωσιν. προκοπήν προκόπτειν, προσκόμιον δόξαν, 41, πρόκριμα, ΙΙΙ, πρόκριμα ποιεῖν τῇ οἰκουμένῃ, ΙΙΙ, προκυλινδούμενος ἀεὶ τῶν εἰδώλων, ΙΙΙ, 987, προκύψαν ὕδωρ, ΙΙ, 1039, προλαμβάνεις τὰς αἰτήσεις, Ι, 995, φθάνεις προλαβόντι χρόνῳ, ΙΙ, προλαβόντων, ΙΙ, προλαβὼν ἔφη, προλαβοῦσι τὰ ἐσόμενα βεβαιώσῃ, προσ λαμβάνει τὴν διαίρεσιν ὁ τὴν ἕνωσιν λαμβάνων, ν, προλάμπουσιν ἀρχιερέων, 1252, προλεαίνειν τὰς ἀκοὰς εὐφημίαις, ΙΙΙ, 474, προλεαίνων τὴν ἀκοὴν, προ λεάνας τὴν ἀκοήν, ΙΙΙ, προλέγει, προλήνιον, Ι, πολήψεις ἐξηπατημένας, 739. προλήψεως δίχα, προλήψει, πρόληψιν, πίστιν πρόλοβος πρόμαχον μαρτύρων Στέφανον, 207. προμαθών, ΙΙΙ, 105. προϊδών προγινώσκων. προμηθείας οὐδεμιᾶς ἀπολαύοντες, 1018, προμηθείας, ΙΙ, 1116, προμηθείας οὐδεμιᾶς παρ' ἐμοῦ τεύξεσθε, προμηθείας ἐγύμνωσε, ΙΙΙ, προμήθειαν θείαν, ΙΙ, προμηθούμεθα τῆς ὑμετέρας σωτηρίας, ΙΙΙ, 290, προμηθούμενον ὑπό σου λαόν, Ι, προνοίας οὐδεμιᾶς ἀξιῶ, ΙΙ, 1337 πρόνοια προνοίας εγύμνωσα αὐτήν, προνοίας ἐμῆς ἀξιώσω τὸν Ἰούδαν, ΙΙ, 1652, προνοίας ἐγυμνώθησαν, ΙΙΙ,
προῆλθε τὸ πάθος καὶ ἡ κατάρα, καὶ οὐ παρελεύσε
ται, 17, 170 (ex Apollin.) dictum est, positum in
Scr. sacra vel ipse Christus, cui hæc tribuuntur
natus est homo, manebit homo, nec, qua hono,
Deus fiel.
προθεραπεύει τὴν ἀκοὴν, ΙΙΙ, 54, rem molestam
propositurus, excusationem præmittit, et explicafionem. προθεραπεύει τὴν ἀκοὴν, μέλλων κατηγορεῖν, ΙΙΙ, 166, grata oratione et laude eos demulcet, lenit, parat asperioribus audiendis amice.
πρόθεσις, ΙΙΙ, 728, mens, consilium. προθέσεως
τῆς ἐξ οὗ καὶ τῆς δι' οὗ, ΙΙΙ, 197 extr., prepositionis: οὗ pleonastice, de materia subjecta, addidit.
προθέσεως, ΙΙΙ, 878, sensu, animo, qua fidem Nic.
προθέσει ὀρθῇ. III, 744, sensui, fidei orthodoxa.
πρόθεσιν, 1, 670, e Symm. i. e. ἐπιθυμίαν, πόθον,
nempe, ut velimus Deum aliquid facere. πρόθεσιν
τούτων προμαθών, III, 105, quo studio, quo sensu,
quibus moribus essent futuri. διὰ πρόθεσιν, III,
475 extr. prepositionem. πρόθεσιν, IV, 1168 init.,
voluntatem, animum. V, 1125, bonum consilium,
voluntatem probam.
προθέσθαι γραφήν, I, 506 init. obs. 1. med. pro
activo, 2o pro usitato, εἰσενεγκεῖν. Etsi et medio
Xen. M. S. 1, 1, 1, οἱ γραψάμενοι Σωκράτην.
προθεσμίας στενότητα, ΙΙΙ, 1030, potest esse tem
poris medii, non termini, ad quem: sic στενότητα
melius quadrat. προθεσμίαν ἐπιμετρουμένην, ΙΙ, 851,
συντέμνει, ibid. vid. συντέμνει. προθεσπίζειν tribuitur senioribus fausta precantibus Boaso, I, 352,
non, quo vaticinati sint, sed quod optarint, quæ
deinde evenerint.
προθεωρίας οὐ δεῖται Θεὸς, Ι, 24.
προθήσειν θηρίοις βοράν, ΙΙ, 561, abjecturum,
relicturum.
προθυμία ἐφέλκεται τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος.
ΙΙΙ, 677, προθυμία πυρσεύειν τὴν χάριν, ibid. προθυμίας, 1, 774, expl. ipse, συντόνου καὶ σπουδαίας
εὐχῆς.—προθυμίᾳ κατασφαγείς, γιd. κατασφ.-προθυμίαν τῶν εὐχομένων, Ι, 635 extr. ardorem, desiderium alacre. προθυμίαν διατήρησον τῇ χάριτι,
III, 680, ut ea semper et diligenter utare. προθυμίαν εὑρίσκων Θεός, αὔξει ταύτην διὰ τῆς χάριτος,
προθύροις (ἐν) ἡ τιμωρία φανήσεται, ΙΙ, 756, prope erit, mox erumpet.
προΐδωμεν, ΙΙ, 667, consideremus prædicta, audiamus.
προικῷα γραμματεία, II, 15, dotale instrumentum, tabulæ; i. e. lex, pactum. προικώου γραμμα
τείου, ΙV, 1066 extr. προικώων (2 προιξ, vel
προΐξ, dos) γραμματείων, Ι, 172, libelli, tabulæ,
(instrumenti) dotalis, quo matrimonium contraheretur et firmaretur.
προΐσταται, ΙΙ, 1175, pro παρίστ. videtur, probatur.
προκαθημένη της Αφρικής. Π, 1463, Carthago,
caput Africa maritimæ. προκαθημένη τῆς οἰκουμέ
νης. IV, 1187, Roma, III, 8, 160. προκαθημένην της
Λιβύης Καρχηδόνα, 1, 1106, caput regionis, vel, in
prima ora Africæ et Libya sitam.
προκαθίσας οίκουμενική συνόδῳ, IV, 1184, pro
genitivo: nisi fuit, προσκαθίσας. Nam πρᾶξαι ibi
non tantum est τοῦ προκαθίσαντος, sed omnium.
προκαλινδόμενοι, III, 1113, pro ούμενοι. προκα
λινδουμένους τῶν θηκῶν, Ι, 905, venerantes eorum
sepulcra.
προκαλύμματος σαρκός, ΙV, 877 init., humana
nature Christi. προκαλύμματι σαρκός, ΙV, 22 extr.,
usus est Christus, Deum se adspectabiliter monstraturus. ἀληθεί, quia non fcta species aut non
solida, ut in Vet. Testamento. ζῶντι, quia non per
rem inanimem, sed in vero animo et corpore vivente. προκαλύμματι φύσεως θείας, IV, 422, non
usus est corpore Christus: etsi fuisse καταπέτα
σμα, ipse alibi dicit: non tamen eo consilio as-
'sumptum, ut esset.
προκατειλήφει, ΙΙΙ, 1959 med. redundat προ, quia
prac. πρὸ τῆς ἐμῆς ἀφίξεως.
προκείμενον αὐτῷ στέφανον, ΙΙ, 88, impositam,
quam gestet, coronam, ἐπικείμενον ς. προκείμενον
ἐν τοῖς μυστηρίοις σῶμα ἀνθρώπου, IV, 1280, Εγrill. πρόκειται (vel πρόσκειται) var. cum προει
ται.
προκληθέντες μάρτυρες, ΙV, 700 init.
πρόκλησιν προσφέρων, ΙV, 1144, provocans, invitans.
προκομίζωμεν, V. 1027, commemoremus, recitemus.
προκοπὴν (κατὰ) ἐξ ἀνθρώπου Θεὸς, IV, 66, non
factus Christus. Amphil. κατὰ προκοπήν, venisse
Christum ad dignitatem apostoli et pontificis, dicebant Nestor. V, 50, scil. ut per usum virtutum
erectus esset ad τελείωσιν. Vid. p. 52, 53, et ista
munera exercuisset ut homo imbecillus et humilis. προκοπήν et προκόπτειν, quo sensu Nestorius
tribuat Christo, V, 58.
προσκόμιον δόξαν, V, 41, æternam.
πρόκριμα, ΙΙΙ, 883, judicum quorumdam, absen
tibus et improbantibus potioribus. πρόκριμα ποιεῖν
τῇ οἰκουμένῃ, ΙΙΙ, 950, prærogativam dare, præire,
quod sequantur omnes, vice omnium pronuntiare,
quod tenendum sit reliquis.
προκυλινδούμενος ἀεὶ τῶν εἰδώλων, ΙΙΙ, 987, cultui eorum addictus.
προκύψαν ὕδωρ, ΙΙ, 1039, erumpens.
προλαμβάνεις τὰς αἰτήσεις, Ι, 995, φθάνεις facis
rogata, antequam rogemus. προλαβόντι χρόνῳ, ΙΙ,
605. προλαβόντων, ΙΙ, 44, qui ante te fuerunt.
προλαβὼν ἔφη, ΙI, 986 extr., antea, supra, in iis,
quæ ante posuimus: apud Jeremiam, cum jam Ezechiel tractetur. προλαβοῦσι τὰ ἐσόμενα βεβαιώσῃ,
II, 1461, per ea quæ precesserint, ante acta. προσ
λαμβάνει τὴν διαίρεσιν ὁ τὴν ἕνωσιν λαμβάνων, ν,
15, ponit, intelligit, relatum antea fuisse: setzt
voraus.
προλάμπουσιν ἀρχιερέων, ΙV, 1252, inter illos,
ipsi tales: non præ illis, quasi alii.
προλεαίνειν τὰς ἀκοὰς εὐφημίαις, ΙΙΙ, 474, prinsqnam severiora proponat. προλεαίνων τὴν ἀκοὴν,
III, 265 init. per laudes, antequam doceret et urgeret, ob quæ negata reprehensurus esset. προλεάνας τὴν ἀκοήν, ΙΙΙ, 167, ubi demulsit, acerbioribus audiendis composuit, quo mitius acciperentur.
προλέγει, simpliciter, sine accus. rei, I, 1091,
in suppl.
προλήνιον, Ι, 650, ecclesia Vet. Testamenti.
πολήψεις ἐξηπατημένας, IV, 739. προλήψεως
δίχα, IV, 4, nulla occupata opinione. προλήψει, IV.
512, errore. πρόληψιν, IV, 717 init. Epicuri, ad
πίστιν refert Th.
πρόλοβος avium quid? I, 180.
πρόμαχον μαρτύρων Στέφανον, IV, 207.
προμαθών, ΙΙΙ, 105. Deus, προϊδών προγινώσκων.
Melonymice, nulla notione discendi aut comperiundi.
προμηθείας οὐδεμιᾶς ἀπολαύοντες, II, 1018, impii; scil. qua pii fruuntur, ad sapientiam et virtutem, felicitatem quoque veram; emphasis. προμη
θείας, ΙΙ, 1116, auxilio. προμηθείας οὐδεμιᾶς παρ'
ἐμοῦ τεύξεσθε, II, 1530 init., auxilium. Neque enim
providentia cessabat, προμηθείας ἐγύμνωσε, ΙΙΙ,
25 benigna scil. atque auxiliatrice. προμήθειαν
θείαν, ΙΙ, 1366, beneficia, commoda eximia.
προμηθούμεθα τῆς ὑμετέρας σωτηρίας, ΙΙΙ, 290,
apostolis tribuit. προμηθούμενον ὑπό σου λαόν, Ι,
προνοίας οὐδεμιᾶς ἀξιῶ, ΙΙ, 1337 init. auxilio.
πρόνοια non cessabat. προνοίας εγύμνωσα αὐτήν,
II, 1601 init. benigna scil. non universa vel communi. προνοίας ἐμῆς ἀξιώσω τὸν Ἰούδαν, ΙΙ, 1652,
peculiari, benefica, tutante. προνοίας εγυμνώθη
σαν, ΙΙΙ, 27, non omnino, sed benigna et benefica,
col. 1101–1102page 119 of 154
PG 84:1101πρόνοιαν ἀγαθοῦ ἐποιεῖσθε, προνόμια, ΙΙ, ἐξαίρετα. προνόμια πό λεως, ΙΙΙ, 1053, ήγεμονίαν, προνόμια χρόνου, προνομίοις φύσεως τετίμηνται, ΙΙΙ, 438, προνοούμενος δεικνύναι, ΙΙΙ, 735, προξενεί σωτηρίαν ταῖς ψυχαῖς, 1587, πρόξενα δυσσεβείας, ΙΙ, 1358,; ἀφορμὴ πρόξενος, 1, 1079, τῶν βλασφημιών, πρόξενος βλασφημίας, 1451, πρόξενον ἀσεβείας, Ι, 355, ἀφορμή, πρόξενον τῆς τῶν οὐρανῶν βασιλείας, ἀδικίαν προξενοῦσι τὴν σωτηρίαν οἱ κίνδυνοι, ΙΙΙ, 450, προοίμιον, Ι, προοίμιον θαυμάτων, ΙΙ, 231, προοίμιον προοίμιον προοίμιον προφητείας, ΙΙ, 1594, προοίμιον παραινέσεως ἀνέλαβε, προοίμιον θανάτου γῆρας, 605, προοίμιον ἀποστασίας, τῆς προφητείας, προ οίμιον τῆς οἰκονομίας ο τόκος, 1160. προοιμίῳ τῶν Πράξεων, προοίμια της διδασκαλίας, ΙΙ, 333, ἀποστόλων, ΙΙ, 1504, παιδείας, ΙΙΙ, βασιλείας, ΙΙΙ, 952, — τοῦ κηρύγματος, ΙΙΙ, 1113, Εὐαγγελίων, ἀποστασίας, προοιμίοις, προπάτωρ Λιβύων Χαμ, ΙΙ, 1004, προ πάτορος, ΙΙΙ, ἕκαστον τῶν τικτομένων ἕλκειν. προπάτορα χοῦν, 1568, προπηδῶντα τόλμη θρασυτέρα λέγειν, ΙΙΙ, 900. προπόμπιος τιμὴ, προῤῥηθέντα, ΙΙΙ, προῤῥήσεις ἐδιδάχθη, ΙΙ, 1188. ἐδιδάχθη, πρόῤῥησις ἔσται, ΙΙ, 308, ἀντὶ τοῦ τὸ προῤῥηθὲν γενήσεται. πρόῤῥιζον ἀνασπᾶσαι, ΙΙΙ, 429, τὸ πάθος. προς, πρὸς γύπτῳ, τῇ πρ. Αίγ. Αλεξανδρείᾳ, 361, πρὸς ἀταξίαν τοῦτο ἡγησάμενοι, ΙΙΙ, 989, συντείνειν, πάλιν, μικρόν, ὀλίγον πάλιν καί. πρὸς ἑαυτοὺς συνηθροίζοντο, πρὸς ἑαυτοὺς ἐποιοῦντο συνόδους, ΙΙΙ, πρὸς Θεὸν ὑποσχέσεις, Ι, 338. πρὸς Θεὸν ἀγάπη, ΙΙΙ, 1501. πρὸς τὴν θεοσέβειαν ὑμῶν τὸν — ἐπίσκοπον τῷ ἰδίῳ τόπιν παρασχείν προῄρητο, ΙΙΙ, 825. πρὸς τὴν θεοσέβ. ὑμ. ἰδίῳ τόπῳ. εὐχήν. πρὸς ὀλίγαις ἡμέραις τριῶν μηνῶν διελθόντων, ΙΙ, 673, ὀλίγων ἡμερῶν πρὸς μησὶ τρισί. πρὸς οὐρανὸν καὶ γῆν μερισθέντος δένδρου, 100. πρὸς οὓς εἴρηται ἡ προφητεία, 1, 986, περὶ ὧν, πρὸς τὸν πέλας ἀγάπησιν, 1018, εἰς, πρὸς τὸ τυγχάνειν, τῷ, προσαγάγωμεν τὴν ἑρμηνείαν, ΙΙ, 88, προσαγαγὼν ἐρωτήσεις, Ι, 1075 προσαγγείλαντες, ΙΙΙ, 938. προσάγοντος εὐφημίαν ἑκάστῳ, 96 προσαγορεύει πορνείαν, ΙΙ, 1589, προσαγορεύομεν, προσάγω ἐμαυτὸν τῇ σῇ προνοίᾳ, 497, προσανέχων οἴκοι βιβλίοις, 569, προσέχων, προσαπήρεισε τὸν λογισμὸν τῷ σώματι μόνῳ, προσάπτειν βλασφημίαν τῷ δεσπότῃ, 11, 836, προσάπτοντες, ΙΙΙ, προάπτ. προσαρμόζοντες, 4, προσασχοληθῆναι, 111, 1029. προσβάλλειν πίστει τοῖς νοητοίς, 712, προσβολῆς πυρὸς, Ι, προσβολήν τῆς ἁμαρτίας οὐκ ἐδέ ξατο, οὐκ ἠνέσχετο. προσγινομένην, 548 οὐ προσ ήκουσαν. προσδεδεμένος τῇ ποδοκάκη, 1, 1454. προσδήσας ἀγχόνῃ τὴν δέρην, 965, προσδήσας, προσδιαλεγόμενος, 1598, 1600, προσδοκήσαντας περιέσεσθαι, ΙΙ, 507, προσδοκήσαντες κρατήσειν, προσδοκήσαντος συγκαλύψαι, Ι, 1490, 706, προσδοκήσαντας λαβεῖν πόλεις. προσδοκία ἐθνῶν ἤνθησε, 432, προσδοκῶν εἰσιέναι, ΙΙΙ, προσδραμεῖν τῇ σωτηρία, ΙΙΙ, 444. προσεγγισμόν, προσέδραμεν τῷ γάμῳ, προσεδρεύειν τοῖς σοῖς χείλεσι, 92, προσεδρεύειν εἰδώλοις, ΙΙ, 98, προσεδρεύειν τῇ διδασκαλίᾳ, ΙΙΙ, 660, 1. ἀρύεσθαι, ἐντρεφόμενος. προσεδρεύειν αὐτῷ, 286, προσεδρεύειν, προσεδρευον τῇ δουλείᾳ τῶν δαιμόνων, ΙΙ, 561. προσεδρεύσει θείῳ νεῷ, 458, ὡς θεός, προσεδρεύων τῷ Θεῷ, 1, 174, προσεδρευόντων Ιατροίς, 14, προσεδρία του Θεού, ΙΙ, 825, προσ εδρία προσευχῆς, ΙΙΙ, 1258. πρόσειπε, 111, 754 προσειπών καθα
quæ a flagitiis revocaret. πρόνοιαν ἀγαθοῦ ἐποιεῖσθε,
H. 1588.
- προνόμια, ΙΙ, 1604, partes præcipuas, præ cateris,
honoris et commodorum, ἐξαίρετα. προνόμια πό
λεως, ΙΙΙ, 1053, mox expl. ήγεμονίαν, ut prima
omnium foret. προνόμια χρόνου, IV, 415, corpori
dedit Deus, creando ante mentem.
προνομίοις φύσεως τετίμηνται, ΙΙΙ, 438, necessi
tudines naturales.
προνοούμενος δεικνύναι, ΙΙΙ, 735, volens.
προξενεί σωτηρίαν ταῖς ψυχαῖς, II, 1587, pax divina firmat, spondet, imo continet, in se habet.
πρόξενα δυσσεβείας, ΙΙ, 1358, altaria idolorum;
materia, ἀφορμὴ impietatis.
πρόξενος, 1, 1079, τῶν βλασφημιών, qui occasionem et materiam dederim, non mea quidem culpa,
sed quia tu me non juveris. πρόξενος βλασφημίας,
I. 1451, occasio, materia. πρόξενον ἀσεβείας, Ι,
355, ἀφορμή, materia. πρόξενον τῆς τῶν οὐρανῶν
βασιλείας, 1, 1162, vocat ἀδικίαν illatam et toleratam.
προξενοῦσι τὴν σωτηρίαν οἱ κίνδυνοι, ΙΙΙ, 450, armogantius dictum.
προοίμιον, Ι, 1008 init., initium. II, 652, 1541
extr. I, 1120, initium Psalmi, primo dicta. IV, 37,
quæ ante dixerat. προοίμιον θαυμάτων, ΙΙ, 231,
eleganter, primum. προοίμιον Scr. Sacra dicitur
creatio mundi, I, 2, i. e. prima pars. προοίμιον
Psalmi, I, 1123, initium, prima verba. Nil enim
præfatus, rem ipsam statim orditur. προοίμιον
προφητείας, ΙΙ, 1594, initium. προοίμιον παραινέσεως ἀνέλαβε, III, 426, cohortationem repetit,
ab initio propositam. προοίμιον θανάτου γῆρας, IV,
605, elegantissime. προοίμιον ἀποστασίας, IV,
1115, preludium, indicium, molimen, accessioτῆς προφητείας, II, 1434 init., in principio. Nullum enim est exordium, aut praefatio. προοίμιον τῆς οἰκονομίας ο τόκος, V, 1160. προοιμίῳ
τῶν Πράξεων, ΙV, 119 initio Actor. apost. IV, 432.
προοίμια της διδασκαλίας, ΙΙ, 333, initium, primam
docendi operam.
ἀποστόλων, ΙΙ, 1504, prima
doctrina significatio. - παιδείας, ΙΙΙ, 626, initium.
βασιλείας, ΙΙΙ, 952, — τοῦ κηρύγματος, ΙΙΙ, 1113,
prima tempora, initia. Εὐαγγελίων, ΙV, 105,
initium, cap. 1 Mathæi et Jo. — ἀποστασίας, IV,
1275. προοιμίοις, IV, 369, initio gerendi muneris.
nem.
προπάτωρ Λιβύων Χαμ, ΙΙ, 1004, auctor. προ
πάτορος, ΙΙΙ, 966, ibi pro patre et parente cujusque
positum videtur: dicit enim: ἕκαστον τῶν τικτομένων ἕλκειν. προπάτορα χοῦν, II, 1568, terram,
unde ducti estis, in Adamo. IV, 576 unde omnes
orti.
προπηδῶντα τόλμη θρασυτέρα λέγειν, ΙΙΙ, 900.
προπόμπιος τιμὴ, III, 802, comitandi officium.
προῤῥηθέντα, ΙΙΙ, 534, Apostoli verba, ante memorata, posita.
προῤῥήσεις ἐδιδάχθη, ΙΙ, 1188. aut metonymice,
pro rebus ipsis futuris: aut ἐδιδάχθη, ponere, edere jussus est. πρόῤῥησις ἔσται, ΙΙ, 308, ἀντὶ τοῦ τὸ
προῤῥηθὲν γενήσεται.
πρόῤῥιζον ἀνασπᾶσαι, ΙΙΙ, 429, jubet τὸ πάθος.
προς, contra, I, 176, et in titulis libb. πρὸς Aγύπτῳ, τῇ πρ. Αίγ. Αλεξανδρείᾳ, ΙV, 361, in
Agypto; extrema quidem. πρὸς ἀταξίαν τοῦτο
ἡγησάμενοι, ΙΙΙ, 989, scil. συντείνειν, facere, pertinere; unde et πάλιν, novum specimen allaturus,
addit. Nil ergo opus, μικρόν, vel ὀλίγον inferre;
vel ob πάλιν et καί. πρὸς ἑαυτοὺς συνηθροίζοντο,
III, 803, soli per se, separati a reliquis, proprium
inter se conventum agebant. πρὸς ἑαυτοὺς ἐποιοῦντο
συνόδους, ΙΙΙ, 840, inter se, semoti ab aliis. πρὸς
Θεὸν ὑποσχέσεις, Ι, 338. πρὸς Θεὸν ἀγάπη, ΙΙΙ, 1501.
πρὸς τὴν θεοσέβειαν ὑμῶν τὸν — ἐπίσκοπον τῷ
ἰδίῳ τόπιν παρασχείν προῄρητο, ΙΙΙ, 825. Si πρὸς
τὴν θεοσέβ. ὑμ. est, vobis: ponitur pro dativo, et
redundat, ἰδίῳ τόπῳ. Sed esse potest: ut petebat,
volebat pietas vestra. Unde et mox vocat εὐχήν.
πρὸς ὀλίγαις ἡμέραις τριῶν μηνῶν διελθόντων, ΙΙ,
673, inverse pro, ὀλίγων ἡμερῶν πρὸς μησὶ τρισί.
πρὸς οὐρανὸν καὶ γῆν μερισθέντος δένδρου, V, 100.
πρὸς οὓς εἴρηται ἡ προφητεία, 1, 986, i. e. περὶ ὧν,
de quibus. πρὸς τὸν πέλας ἀγάπησιν, I, 1018, pro εἰς,
vel genit. πρὸς τὸ — τυγχάνειν, IV, 155, forte leg.
τῷ, præterquam quod est, vel, cumn e diverso
sit.
προσαγάγωμεν τὴν ἑρμηνείαν, ΙΙ, 88, afferamus.
προσαγαγὼν ἐρωτήσεις, Ι, 1075 extr.
προσαγγείλαντες, ΙΙΙ, 938.
προσάγοντος εὐφημίαν ἑκάστῳ, II, 96 extr. singula laudantem.
προσαγορεύει πορνείαν, ΙΙ, 1589, intelligat; quia
præmittit tivas aut hoc est pro zl. pogayopez'v
124 (immundos leprosos), non quod essent; ut e
seq. patet. προσαγορεύομεν, IV, 1152, salutamus
litteris. Nuspiam ita subscribit: sed hic asserit
sibi suisque communionem episcopi et cœlus
Alexandr. ut catholicus.
προσάγω ἐμαυτὸν τῇ σῇ προνοίᾳ, II, 497, trado,
commendo, per preces.
προσανέχων οἴκοι βιβλίοις, IV, 569, προσέχων,
incumbens.
προσαπήρεισε τὸν λογισμὸν τῷ σώματι μόνῳ, IV,
364, ascripsit.
προσάπτειν βλασφημίαν τῷ δεσπότῃ, 11, 836,
qs. conciliare, movere, occasionem dare, ut alii
impie de eo loquantur. προσάπτοντες, ΙΙΙ, 1074,
legitur n. 4 pro προάπτ.
προσαρμόζοντες, IV, 4, adjicientes.
προσασχοληθῆναι, 111, 1029.
προσβάλλειν πίστει τοῖς νοητοίς, ΙV, 712, fide
amplecti, fide iis assentiri, Gide ea tractare.
προσβολῆς πυρὸς, Ι, 1316, eleganter, cum ignis
lambit, appetit. προσβολήν τῆς ἁμαρτίας οὐκ ἐδέξατο, 1, 890. prohibuit, se a peccato contaminari:
imo, non potuit, οὐκ ἠνέσχετο.
προσγινομένην, IV, 548 extr., opp. οὐ προσήκουσαν.
προσδεδεμένος τῇ ποδοκάκη, 1, 1454.
προσδήσας ἀγχόνῃ τὴν δέρην, I, 965, de Juda.
προσδήσας, IV, 286, suæ sectæ adjungens.
προσδιαλεγόμενος, II, 1598, 1600, pleon.
προσδοκήσαντας περιέσεσθαι, ΙΙ, 507, scil. in re,
quarn ipsi molirentur. προσδοκήσαντες κρατήσειν,
II, 984, in re, quam ipsi facerent et suscepissent,
et per illam, προσδοκήσαντος συγκαλύψαι, Ι, 1490,
non dicitur proprie de eo, quod ipse facturus tibi
videaris. Sic et p. 706, προσδοκήσαντας λαβεῖν
πόλεις.
προσδοκία ἐθνῶν ἤνθησε, IV, 432, Messiam venisse.
προσδοκῶν
· εἰσιέναι, ΙΙΙ, 906, sui scil. consilii
et facti successum.
προσδραμεῖν τῇ σωτηρία, ΙΙΙ, 444.
προσεγγισμόν, IV, 151, naturarum in Christo
non improbat Greg. Nyss.
προσέδραμεν τῷ γάμῳ, cupide invasit conjugium,
occupavit.
προσεδρεύειν τοῖς σοῖς χείλεσι, ΙI, 92, attendere
loquentem. προσεδρεύειν εἰδώλοις, ΙΙ, 98, colere
ea. προσεδρεύειν τῇ διδασκαλίᾳ, ΙΙΙ, 660, h. 1. pas -
sive, ob adjectum, ἀρύεσθαι, et expl. ἐντρεφόμε
νος. προσεδρεύειν αὐτῷ, IV, 286, adhaerere, parere,
credere. προσεδρεύειν, IV, 560 init., adhærere Deo,
semper ad eum respicere et confugere, eum non
offendere, sed observare et colere; ita vivere, ut
confidere ei possis. προσεδρευον τῇ δουλείᾳ τῶν
δαιμόνων, ΙΙ, 561. προσεδρεύσει θείῳ νεῷ, ΙV, 458,
ὡς θεός, praesidebit, illud occupabit, iusidebit.
προσεδρεύων τῷ Θεῷ, 1, 174, colens eum contemplans, imitans. προσεδρευόντων Ιατροίς, 14,
720, iis utentium, parentium.
προσεδρία του Θεού, ΙΙ, 825, in Sabbato. προσ
εδρία προσευχῆς, ΙΙΙ, 1258.
πρόσειπε, 111, 754 init., saluta. προσειπών καθα
col. 1103–1104page 120 of 154
PG 84:1103ρά, 191. ονομάζων, προσαγορεύων. προσειπών, ΙΙΙ, ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης προσείπε, προσείχε τη δυναστεία, ΙΙ, 250, προσεκύνησαν ἀνθρώποις ἄνθρωποι, 1056. προσέλαβες ἐπιστήμην, ΙΙ, 909, ἔλαβες, ἔμαθες. πρός. προσεληλυθέναι ἐκ τῆς ουσίας, 144 προελ. ουσία προσεληλυθότας τῇ χάριτι, 228, προσελθοῦσι τῇ πίστει, ΙΙ, 990. προσεμαρτύρει τῇ λαμπρότητι τοῦ βίου, ΙΙ, 676, πρός. προσεμαρτύρησε δύναμιν, ΙΙΙ, 690, πρός. προσεμαρτύρησεν αὐτοῖς τὴν γνῶ σιν, ΙΙΙ, 213. προσενέγκατε την μετάνοιαν, 500, προσενεγκεῖν τὴν ἐπιστολὴν, ΙΙΙ, 526 προσενεγκεῖν τῇ Σπάρτῃ τὴν στρατιάν, 919 προσενεγκεῖν ὅρκους, 1147, προσενεγκοῦσα οὐδὲν τῆς ἡμετέρας φύσεως τῷ σαρκωθέντι Θεῷ, προσενηνόχαμεν πίστιν, ΙΙΙ, 422, προσενηνόχασι Θεῷ τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, Ι, 1206,: προσο ενεγκάντων τὴν δικαιοσύνην. προσενήνοχε, προσενήνοχε φάρ μαχα, ΙΙ, προσενηνοχόσιν ὁμολογίαν, 747, προσέπαιζον τούτοις, 903 πρὸς προσέπταιον. προσεπενόησε, πρός προσεριστῇ, 11, 1052 πρός. προσεῤῥίφησαν, 186, προσελήφθησαν ἀπερρίφησαν. προσερωτήσατε πάλιν. Ι, 1240, προσερωτήσομεν, 638, πρὸς, πάλιν. προσεσωσμένη τούτοις, ΙΙΙ, 304, δόξα προσ εσομένη. προσούσα προσετάχθη Ἱερεμίας, Ι, 1091. προσετάχθη, ΙΙ, προσετάχθημεν κρίνειν, ΙΙΙ, 194. προσευχῇ τὴν ὑμνῳδίαν ἐκέρασε, Ι, 1454. προσευχὴν παραδιδούς· παραδ. προσέφερε διδασκαλίαν, Ι, 2, προσοίσομεν λύσιν, προφέρειν, προσέφερε χρησμούς, ΙΙ, 563, προέφερε, έγραψε, προσέφερεν εὐλογίαν, Ι, 19, προσέφερον τα συγγράμματα, 3, πρόσεχε αὐτὸν, 142, αὐτῷ. πρόσεχε τῷ ὁμόζυγι, 615, πρόσεχε ἡμῖν ισοτίμως, ν. προσέχειν, Ι, προσέχειν μετανοίᾳ, Ι; 637, μεταμελείᾳ, ΙΙ, 1394. ἐπαγγελίαις, ΙΙ, προσέχομεν, ΙΙΙ, 1107, πιστεύομεν. προσέχοντες ειδώλεις, προσεχόντων μύθοις, 11, 1018, προσηγόρευσαν δημηγόρον αἰσχρὸν κατὰ Χρι στοῦ, ΙΙΙ, προς βάλοντο. προσηγόρευσε γάμον καὶ συνάφειαν, ΙΙ, 69, προσηγορία, ν, 983 προσηγορία, προσηγορίας Παύλου ἀξία, ΙΙΙ, προσηγορία Χριστοῦ, Χριστοῦ. προστ ηγορίᾳ τοῦ Ἰσραὴλ, ΙΙΙ, 117, ἀπὸ τοῦ Ἰσρ., προσηγορία τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1125, προσηγορίαν, ΙΙ, προσηγορίαν, δὴ ἦς, προσηγορίαις ταύταις πιστεύων, ΙΙΙ, 1976, προσήκατο δίψαν, δάκρυον, 146, προσήκει, ΙΙΙ, 233 προσήκει μοι εἰς καιρὸν, 776 ἔπεισι, εἰς καιρόν. προσῆκεν ἱστο ρίαις, προσῆκον, προσήκοντα σοι, ΙΙ, προσήκοντα καιρόν, ΙΙΙ, 536, προσήκουσαν κα δεμονίαν τοῦ Ἰσραὴλ ποιούμενος, 11, 1458, προσήκουσαν, προσηλώθη προσήλωσα αὐτοὺς προστάγμασι, Ι, 829, 1 προσηλώσας τὸν νοῦν τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ, ΙΙΙ, 1236. προσηλώσας ἅλυ σιν πέτρα, ΙΙΙ, προσηλώσθαι τοῖς ἐπικήροις, ΙΙΙ, 342 προσηναγκάσθη, 738, προσο ἤνεγκα πολλοῖς τὸ διήγημα, ΙΙΙ. 1243 προσήνεγκεν εὐλογίαν, Ι, 246, προήνεγκεν. - προσο ἤνεγκε τὴν ἀπόφασιν, 508, ἀντὶ τοῦ προήνεγκε. προσήνεγκε τὸ μέτρον, ΙΙ, 1040, προήν. προσήνεγκε νόμον τοῖς μαθηταῖς, ΙΙΙ, 154. προσήνεγκε γυμνὴν διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 543, προσ ήνεγκε πίστιν καὶ ἀγάπην, ΙΙΙ, 642, συνεισήνεγκεν, προσήνεγκέ μοι πολλὰ τῶν διηγημάτ των, ΙΙΙ, 1173. προσήνεγκεν ἡμῖν, 1953, προσήρμοσε τὴν προφητείαν τῷ Σω τῆρι, προσθήκην, προσθῆναι, 1309 προσθείναι, προσθήσω τῇ συγγραφή, 935 ἐνθήσω, 939. προσθῶσι τῷ Θεῷ, 1, 324, ἑαυτοὺς, τὸ πράγμα, τὴν νίκην, προσιόντες ὀρεωκόμοις, καθικέταις, στρατιώ ταις, ΙΙΙ, σύν
ρά, 191. ονομάζων, προσαγορεύων. προσειπών, ΙΙΙ,
159, de iis locutus, salutari jussis illis: et 60 init.,
ἀπὸ πάσης τῆς οἰκουμένης προσείπε, ex omni terrarum parte salutem iis nuntiavit,
est.
προσείχε τη δυναστεία, ΙΙ, 250, curavit, veritus
προσεκύνησαν ἀνθρώποις ἄνθρωποι, V, 1056.
προσέλαβες ἐπιστήμην, ΙΙ, 909, ἔλαβες, ἔμαθες.
Redundat πρός.
προσεληλυθέναι ἐκ τῆς ουσίας, IV, 144 extr. pro
προελ. Obs. et Filium dici progressum ex ουσία
Patris. προσεληλυθότας τῇ χάριτι, il, 228, credentes.
προσελθοῦσι τῇ πίστει, ΙΙ, 990.
προσεμαρτύρει τῇ λαμπρότητι τοῦ βίου, ΙΙ, 676,
redundat πρός. προσεμαρτύρησε δύναμιν, ΙΙΙ, 690,
redundat πρός. προσεμαρτύρησεν αὐτοῖς τὴν γνῶ
σιν, ΙΙΙ, 213.
προσενέγκατε την μετάνοιαν, ΙI, 500, mihi, Deo,
gratam. προσενεγκεῖν τὴν ἐπιστολὴν, ΙΙΙ, 526
ostendere, legendam concedere. προσενεγκεῖν τῇ
Σπάρτῃ τὴν στρατιάν, IV, 919 extr., adducere, ad
movere. προσενεγκεῖν ὅρκους, III, 1147, jurare
jussum, adactum in verba, quæ præiret. προσενεγ
κοῦσα οὐδὲν τῆς ἡμετέρας φύσεως τῷ σαρκωθέντι
Θεῷ, IV, 40, Maria, ex hæret. hypothesi.
προσενηνόχαμεν πίστιν, ΙΙΙ, 422, quasi munus
Deo', cum fieremus Christiani. προσενηνόχασι Θεῷ
τὴν τῆς ἀληθείας ἐπίγνωσιν, Ι, 1206, et mox: προσο
ενεγκάντων τὴν δικαιοσύνην. Sensus est, ut probari Deo per hæc studuerint. προσενήνοχε, IV, 474,
suasit, commendavit, ostendit. προσενήνοχε φάρμαχα, ΙΙ, 500, commendabat, adhibere volebat.
προσενηνοχόσιν ὁμολογίαν, IV, 747, qui edideritis,
ebgelegt habt.
προσέπαιζον τούτοις, ΙV, 903 init. intelligas quidem, hæc irridebant. At pene melius, quia πρὸς
non ita adhibetur, e n. 39, προσέπταιον. Sed
enim non urgendæ præpositiones.
προσεπενόησε, ΙV, 559, pro altero invenit, ei
aliud quid substituit; aut redundat πρός - neque
enim et alterum retinuit.
προσεριστῇ, 11, 1052 extr. redundat πρός.
προσεῤῥίφησαν, II, 186, opp. προσελήφθησαν est
pro, ἀπερρίφησαν.
προσερωτήσατε πάλιν. Ι, 1240, pro simplici.
προσερωτήσομεν, IV, 638, redundat πρὸς, et pro
simplici verbum valet, quia jam præcessit πάλιν.
προσεσωσμένη τούτοις, ΙΙΙ, 304, δόξα apostolorum; obscure dictum; melior altera lectio; προσεσομένη. Debebat sane, προσούσα· sed quia duraturam dixit, eo futurum posuit. Alterum illud significet, servata in perpetuum, mansura in illis, dudum firmata.
προσετάχθη Ἱερεμίας, Ι, 1091. προσετάχθη, ΙΙ,
527. de persona, jussa, non de re imperata, 1030.
II, 1409, cum nominat. pers. προσετάχθημεν
κρίνειν, ΙΙΙ, 194.
προσευχῇ τὴν ὑμνῳδίαν ἐκέρασε, Ι, 1454. προσευ
χὴν παραδιδούς· vid. παραδ.
προσέφερε διδασκαλίαν, Ι, 2, προσοίσομεν λύσιν,
ib. utrobique pro προφέρειν, ut p. 3 et sæpius.
προσέφερε χρησμούς, ΙΙ, 563, pro προέφερε, cum
accessoria notione loquendi tantum: opp. enim,
έγραψε, προσέφερεν εὐλογίαν, Ι, 19, dedit, imposuit.
προσέφερον τα συγγράμματα, IV, 3, legendos destinabant libros.
πρόσεχε αὐτὸν, IV, 142, pro αὐτῷ. πρόσεχε τῷ
ὁμόζυγι, ΙV, 615, uni fidelis mane. πρόσεχε ἡμῖν
ισοτίμως, ν. 1004, pari honore nos dignare, cole.
προσέχειν, Ι, 601 extr., 612 med., studere, delectari, occupari semper, legere, canere, tractare rem.
προσέχειν μετανοίᾳ, Ι; 637, studere, curare, menμεταμελείᾳ, ΙΙ, 1394. ἐπαγγε‐
λίαις, ΙΙ, 1447, intelligere, spectare, respicere, sequi. προσέχομεν, ΙΙΙ, 1107, πιστεύομεν. προσέχοντες
ειδώλεις, 1, 871 extr., videntes, reputantes; quam
tem mutare.
sint nihili. προσεχόντων μύθοις, 11, 1018, fidem
habentium.
προσηγόρευσαν δημηγόρον αἰσχρὸν κατὰ Χρι
στοῦ, ΙΙΙ, 989, ipsi illi scelerati non ita appellarunt; si vera lectio est, sign. constituerunt, προςβάλοντο. προσηγόρευσε γάμον καὶ συνάφειαν, ΙΙ, 69,
Paulus fidem: sane nusquam sic appellat, rem poi
nit, aliis vocabulis.
προσηγορία, ν, 983 init. legendum προσηγορία,
dativo, et intell. per appositionem. προσηγορίας
Παύλου ἀξία, ΙΙΙ, 159, salutatione per epistolam
mandata. προσηγορία Χριστοῦ, vid. Χριστοῦ. προστ
ηγορίᾳ τοῦ Ἰσραὴλ, ΙΙΙ, 117, ἀπὸ τοῦ Ἰσρ., ut sin
e populo Israelis. προσηγορία τοῦ Θεοῦ, ΙΙ, 1125,
nomine Dei pronuntiando, eumque invocando,
contra serpentem. προσηγορίαν, ΙΙ, 1132, ut tu
nomine interposito abutantur. προσηγορίαν, Christi, δὴ ἦς, rel. IV, 1273 init., ei nomini tribuit
omnia, quæ fecerit Christus, per illud nomen facta, dicit; i. e. per eum, qui gerat hoc nomen, non
habiturus, nisi facere voluisset, fecissetque, quæ
indicarentur illo nomine. Metonymia, et in sacris
litteris intelligenda, ubi nomini Christi vis tribuitur; etsi ibi personam sepius notat. προσηγορίαις
ταύταις πιστεύων, ΙΙΙ, 1976, quia credis in Patrem,
Fil. et Spir. sanctum, scil. nomine et invocatione
te sano.
προσήκατο δίψαν, δάκρυον, IV, 146, Christus, qua humanam naturam accidere sibi concessit.
προσήκει, ΙΙΙ, 233 med., necesse est. προσήκει
μοι εἰς καιρὸν, ΙV, 776 ἔπεισι, subit, in, mentem
venit. Alioqui redundet εἰς καιρόν. προσῆκεν ἱστο
ρίαις, 1, 605, ad eas referretur, de iis diceretur, et
explicandum esset. προσῆκον, viperæ non fuit
Pauli corpus, I, 20, i. e. non debuit, nec potuit
vulnerare; quia scil. dicit, peccato eum vacasse:
es war nicht fur sie. προσήκοντα σοι, ΙΙ, 868, qu
habes. προσήκοντα καιρόν, ΙΙΙ, 536, tempus a Deo
destinatum, quo permissurus sit. προσήκουσαν κα
δεμονίαν τοῦ Ἰσραὴλ ποιούμενος, 11, 1458, Deo scil.
προσήκουσαν, quasi meriti Israelita. Certe sign.
promissam, economia sua dignam.
προσηλώθη. 111, 896, assectabatur, perpetuo ibi
agebat. προσήλωσα αὐτοὺς προστάγμασι, Ι, 829, 1
molestis, 2o perpetuo servandis. προσηλώσας τὸν
νοῦν τῇ τοῦ Θεοῦ μνήμῃ, ΙΙΙ, 1236. προσηλώσας ἅλυσιν πέτρα, ΙΙΙ, 1271, affixit, devinxit, befestiget.
προσηλώσθαι τοῖς ἐπικήροις, ΙΙΙ, 342 extr.
προσηναγκάσθη, IV, 738, pro simplici. προσο
ἤνεγκα πολλοῖς τὸ διήγημα, ΙΙΙ. 1243 init. προσήνεγ
κεν εὐλογίαν, Ι, 246, videtur pro προήνεγκεν. - προσο
ἤνεγκε τὴν ἀπόφασιν, I, 508, ἀντὶ τοῦ προήνεγκε.
προσήνεγκε τὸ μέτρον, ΙΙ, 1040, pro προήν. posuit,
commemoravit. προσήνεγκε νόμον τοῖς μαθηταῖς,
ΙΙΙ, 154. προσήνεγκε γυμνὴν διδασκαλίαν, ΙΙΙ, 543,
Paulus in Epistola ad Hebr. ut non poneret nomen
suum, neque apostoli dignitatem præscriberet. προσήνεγκε πίστιν καὶ ἀγάπην, ΙΙΙ, 642, vid. συνεισ
ήνεγκεν, ibid. προσήνεγκέ μοι πολλὰ τῶν διηγημάτ
των, ΙΙΙ, 1173. προσήνεγκεν ἡμῖν, IV, 1953, ostendit, expressit.
προσήρμοσε (Paulus) τὴν προφητείαν τῷ Σω
τῆρι, 1, 1998, de eo explicavit; directo quidem.
προσθήκην, ΙV, 137, nec divinæ per humanam
neque huic naturæ per illam, factam dici patitur
Athanas.
προσθῆναι, ΙV, 1309 extr., pro προσθείναι, lapsu
forte. προσθήσω τῇ συγγραφή, III. 935 init. pro
ἐνθήσω, ut 939. προσθῶσι τῷ Θεῷ, 1, 324, scil.
ἑαυτοὺς, applicarent sese ad Deum: aut supple, τὸ
πράγμα, τὴν νίκην, ab eo exspectarent, ei tribuerent.
προσιόντες ὀρεωκόμοις, καθικέταις, στρατιώ
ταις, ΙΙΙ, 1979, scil. σύν vel, ut venirent comitantibus illis, ut principes, vel, ut perinde, atque
illi, misti illis, venerint ad Simeonem.
col. 1105–1106page 121 of 154
PG 84:1105προσιστόρησεν ἕτερα, 208, πρόσκαιρον Υἱόν, πρόσκαιρον προσκείμενον παλλακίδι, ΙΙΙ, 1184. προσκείμενα ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, Ι, 736 προκείμ.-προστ κείμενα λογίοις οὔτε προφητικοῖς, οὔτε ἀποστολικοῖς, ΙΙΙ, κείμενα, προσκεῖσθαι, ΙΙΙ, προκεῖσθαι. προσκεῖσθαι τὰ θεῖα, 1500 προ κεῖσθαι, προκ. πρός κειται, προχ. προσκληθεὶς ὑπὸ τῆς χάριτος, 1126, τελειότητα πρόσκλησιν διαβόλου, ΙΙΙ, 1926, πρόκλ. προσκομιδὴ τοῦ παιδὸς, ΙΙ, 157, προσκομίσῃς τῷ θυσιαστηρίῳ, 165, με ταποίησιν. προσφορής, ΙΙΙ, προσκτώμενοι εἰρήνην, 1, 1479, προσκυνεῖν 2 λατρεύειν 149, προσκυνεῖν 177, 8; 165, 1. 12. προσκυνεῖν τοὺς θεράποντας, ΙΙ, προσκυνεῖν ἑαυτοὺς εἰρηνικούς γράμμασι, ΙΙΙ, 962, προσειπεῖν, προσκυνεῖται, προσκυνητὰς ἀποφήναντι τοὺς πολεμίους, 1, 4500, Θεοῦ. προσκυνητήν σκέψιν, ΙΙΙ, 883, προσκυνητοῦ νόμου, ΙΙΙ, 825. προσλαμβάνει ψυχῆς, Ν. 1092. προσλαμβανόντων ὑμῖν λυπηρῶν, 529 προσβαλλόν των. προσλήμματος, μετὰ τοῦ, γεννηθῆναι, 1047. προσληφθείση. γεννηθῆναι μετὰ τοῦ πρ. εἰ θεὸν μετὰ προσλ. θεανθρώπου. προσληφθεὶς ὅρκῳ, ΙΙΙ, 1241. προσλήψεται ὄνη σιν, ΙΙ, 1336, λήψεται. πρόσληψις σαρκός, 2. κατὰ πρόσληψιν δοῦ λος, ΙΙ, πρόσληψιν σώματος, προσμαρτυρεῖ Ιώσηππος ταῦτα τῷ προφήτῃ, ΙΙ, προσμαρτυρεῖ αὐτῷ γνῶσιν, ΙΗ, 217. προσμαρτυρῆσαι δύναμιν τῇ εἰκόνι, 1064. προσμαρτυρῶν ἰσχὺν αὐτῇ, ΙΙ, προσμεμαρτυρήκατε, ΙΙ, 307, προσμένοντες νίκην, 639, προσμένοντες τοὺς αἰωνίους στεφάνους, στασιν, ἀνάῤῥησιν, προσόδου φοράν, προσοικείων αὐτῷ τὴν πόλιν, ΙΙ, 1936, πρόσοικοι Αἰθιόπων, 586, προσοἶσαι, 895. προσοίσω σοι, 48 προσοίσομεν ἀνθρώποις τὴν διήγησιν, 1, 1174 προσομιλεῖν τῷ πυρί. Ι, 1:28. προσομιλήσαντα θανάτῳ, 167. προσομιλοῦν τῷ πυρί. ΙΙΙ, 300, προσομιλῶν τῷ πυρί προσομιλῶν τῷ πυρὶ σίδηρος, 116. χρυσός, 1256. χαλκός, ΙΙ, 878. προσομιλοῦσα πυρὶ ἄμμος, 11. προσοχθιεῖσθε ἀντὶ τοῦ βδελύξεσθε, ΙΙ, 991, προσοχθίσματα, τὰ εἴδωλα, 1, 513. προστάξας, προτάξας. 1, 24. προσπεπλεγμένοι δάκρυσι θρήνοι, ΙΙΙ, 996, προσπίπτουσι, ΙΙΙ, προσπλακεῖσαν, 1030, γαμηθεῖσαν. προσπταῖσαι, σεῖν. πρόσρημα εἰρήνης δεδωκώς, ΙΙΙ, 1171. προσρήματι, ΙΙΙ, προσρήσεως έτυχον, ΙΙΙ, 159, προσρήσεως οὐκ ἠξίωσαν, ΙΙΙ, 1076, προσρήσεως, προσρήσεως ἀξιού τω. θαλάς. προσρησσόμενον τοῖς κύμασι κτύπον σης, προσρίψαι τοῖς κύμασιν Ἰωνᾶν, 102. πρόσταγμα (Θεοῦ) τὸ βούλημα. 1, 15. πρόσταγμα, προστάγματος πράγματος τῷ, κελεύσοι. προστάγματι Θεοῦ, 792, προστάξεις, πράξεις, 34 προστασίαν ἀνδρὸς ἐλέσθαι, ΙΙ, 495, κηδεμονίαν. προστασίαν, ΙΙ, προστασίαν ἔγ παρὰ βασιλέως. ΙΙΙ, 787. προστασίαν πατρίδος, Π προστασίας. ΙΙΙ, προστατεύειν δογμάτων ἀληθείας, 5, προστατεύοντες καινῶν δογμάτων, προστατεύουσα του λαοῦ, Ι. προστάτης αἱρέσεως. ΙΙΙ, 830,: ιδίας αἱρέσ. προστάτην, ΙΙΙ, 1925, δεσπότην, δεσπόται είν γεωργοί. προστάττειν, Ι, νομοθετεῖν, προστάττεται ὁ προφήτης, ΙΙ, προσταττομένοις, προσταχθείς, Π, 167, προσταχθέντι, προστέθεικε, προστεθεικώς, τὴν αἵρεσιν, Ι, 319, προτεθ. προστέθεικε νόμον ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, 468, προτέθ. προστέθηκα. ΙΙΙ, 1166 προτέθεικα, προ στησάμενος τοῦ τῆς ἀπολογίας λόγου, 632, 28
INDEX GR.ECUS.
προσιστόρησεν ἕτερα, IV, 208, præter narrata ab
aliis.
πρόσκαιρον Υἱόν, III, 995, Ariani Christum ponunt
non æternum. scil. anterius. Alioqui πρόσκαι
ρον finem monstrat, h. 1. initium.
προσκείμενον παλλακίδι, ΙΙΙ, 1184. προσκείμενα
ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, Ι, 736 extr. pro προκείμ.-προστ
κείμενα λογίοις οὔτε προφητικοῖς, οὔτε ἀποστολι
κοῖς, ΙΙΙ, 898 init. congrua, aut in iis κείμενα,
posita, invenienda. προσκεῖσθαι, ΙΙΙ, 20 extr. pro
προκεῖσθαι. προσκεῖσθαι τὰ θεῖα, II, 1500 pro προκεῖσθαι, patere, explicari, cod. n. 43 προκ. πρόςκειται, 1, 750, pro προχ. hic tamen verti possit:
addita sunt.
προσκληθεὶς ὑπὸ τῆς χάριτος, III, 1126, ad eamdem τελειότητα asceticam erectus.
πρόσκλησιν διαβόλου, ΙΙΙ, 1926, tentationem vocantis eum et sollicitantis ad miraculum temere
edendum: pro πρόκλ.
προσκομιδὴ τοῦ παιδὸς, ΙΙ, 157, cum filium Isaacum immolare juberetur.
προσκομίσῃς τῷ θυσιαστηρίῳ, IV, 165, vid. με
ταποίησιν.
προσφορής, ΙΙΙ, 216, tædii plena, effectrix.
προσκτώμενοι εἰρήνην, 1, 1479, pro simplici.
προσκυνεῖν 2 λατρεύειν distingu. I, 149, illud
corpore, externe, fieri dicitur, hoc mente et affectu, interne. Notabile sane. προσκυνεῖν cum accusat, I, 177, lign. 8; 165, 1. 12. προσκυνεῖν τοὺς
θεράποντας, ΙΙ, 1100 extr. pro dativo; et hyperbolice dictum de ministris Dei, quoad Deus efficere
dicitur, ut illud fiat. προσκυνεῖν ἑαυτοὺς εἰρηνικούς
γράμμασι, ΙΙΙ, 962, προσειπεῖν, salutare. προσκυνεί
ται, ΙV, 126, Symbola Eucharistica, in usu ipso
Eucharistiæ, ob societatem cum corpore et sanguine Christi.
προσκυνητὰς ἀποφήναντι τοὺς πολεμίους, 1, 4500,
de Christianis: arroganter satis: nisi supplere libuerit, Θεοῦ. προσκυνητήν σκέψιν, ΙΙΙ, 883, nixam
verbo Dei, veram, observandam, divinam. προσκυ
νητοῦ νόμου, ΙΙΙ, 825.
προσλαμβάνει ψυχῆς, Ν. 1092. προσλαμβανόντων
ὑμῖν λυπηρῶν, III, 529 init., cod. προσβαλλόντων.
προσλήμματος, μετὰ τοῦ, γεννηθῆναι, IV, 1047.
Christum Deum, profitetur Theod. cum natura humana, προσληφθείση. Jungi potest, et γεννηθῆναι
μετὰ τοῦ πρ. εἰ θεὸν μετὰ προσλ. i. e. θεάνθρωet
που.
προσληφθεὶς ὅρκῳ, ΙΙΙ, 1241. προσλήψεται ὄνησιν, ΙΙ, 1336, pro simplici, λήψεται.
πρόσληψις σαρκός, V, 2. κατὰ πρόσληψιν δοῦλος, ΙΙ, 1000, propter assumptam humanam naturam. πρόσληψιν σώματος, IV, 372, sustulit Eutyches.
προσμαρτυρεῖ Ιώσηππος ταῦτα τῷ προφήτῃ, ΙΙ,
1304, rem ita narrat, ut pateat, predicta evenisse.
προσμαρτυρεῖ αὐτῷ γνῶσιν, ΙΗ, 217. προσμαρτυ
ρῆσαὶ δύναμιν τῇ εἰκόνι, V, 1064. προσμαρτυρῶν
ἰσχὺν αὐτῇ, ΙΙ, 1191, pro simplici, sign. tribuens,
προσμεμαρτυρήκατε, ΙΙ, 307, pro simplici.
προσμένοντες νίκην, IV, 639, in re, quam insi
faciant. προσμένοντες τοὺς αἰωνίους στεφάνους, IV,
913, martyribus mortuis tribuit; scil. usque ad ȧváστασιν, et publicam ἀνάῤῥησιν, et qua corpus.
Nam animos interea felices, nec sensu carere, dixerat p. 911.
προσόδου φοράν, III, 1150, ut viri sancti prodeant, velut reditus Ecclesia.
προσοικείων αὐτῷ τὴν πόλιν, ΙΙ, 1936, junctam ei
significans, conmendans.
πρόσοικοι Αἰθιόπων, I, 586, non qui his essent
vicini, sed ipsi Æthiopes, illi (restrictive), qui
viciniores essent Arabibus, vel Judæis: certe ex
ipsius opinione, ut coloni eo deducti, p. 575.
προσοἶσαι, 895. προσοίσω σοι, IV, 48 init. praele1106
gam. προσοίσομεν ἀνθρώποις τὴν διήγησιν, 1, 1174
init.
προσομιλεῖν τῷ πυρί. Ι, 1:28. de olla. προσομιλήσαντα θανάτῳ, IV, 167. Attic. προσομιλοῦν τῷ
πυρί. ΙΙΙ, 300, sufimentum. προσομιλῶν τῷ πυρί
II, 1343 extr., panis cinericius. προσομιλῶν τῷ πυρὶ
σίδηρος, ΙV, 116. χρυσός, 1256. χαλκός, ΙΙ, 878.
προσομιλοῦσα πυρὶ ἄμμος, IV, 11.
προσοχθιεῖσθε ἀντὶ τοῦ βδελύξεσθε, ΙΙ, 991, et
porro expl. hoc verbum.
προσοχθίσματα, τὰ εἴδωλα, 1, 513.
προστάξας, variat cum προτάξας. 1, 24.
προσπεπλεγμένοι δάκρυσι θρήνοι, ΙΙΙ, 996, juncti,
misti.
προσπίπτουσι, ΙΙΙ, 743 init., offenduntur, calumniantur illud.
προσπλακεῖσαν, IV, 1030, opp. γαμηθεῖσαν. Ergo
illam illegitime; duxit tamen, cum antea rem cum
illa habuisset.
προσπταῖσαι, ΙII, 1309. Petro tribuit, non 752σεῖν.
πρόσρημα εἰρήνης δεδωκώς, ΙΙΙ, 1171. προσρή
ματι, ΙΙΙ, 228, 1. e. adjectivo, epitheto.
προσρήσεως έτυχον, ΙΙΙ, 159, salutati sunt per
litteras. προσρήσεως οὐκ ἠξίωσαν, ΙΙΙ, 1076, non
gratulati sunt ei episcopatum, non salutarunt per
litteras ut consortem. προσρήσεως, IV, 1097, quia
Cyrrhum venerat primum Theodor. episcopus,
praesidem provincia salutat. προσρήσεως ἀξιούτω. 1V, 1151 extr. litteris.
θαλάς.
προσρησσόμενον τοῖς κύμασι κτύπον
σης, III, 996, sonitum maris, qui a fluctibus, per
fluctus, cum fluctibus, allideretur, scil. littori.
προσρίψαι τοῖς κύμασιν Ἰωνᾶν, V, 102.
πρόσταγμα (Θεοῦ) τὸ βούλημα. 1, 15. πρόστα -
γμα, IV, 410. Dei creantis, non est, quippe nil habentis cui præciperet; sed voluntas. προστάγματος
et πράγματος var. IV, 1030, n. 85, illud aptius τῷ,
κελεύσοι. προστάγματι Θεοῦ, III, 792, permissu,
sepulcri Christi locum purgasse se, scribit Constant.
Magn. quod putaret, hoc Déo gratum fore.
προστάξεις, male legitur pro πράξεις, I, 34 (ad
Rom. vii. 13).
προστασίαν ἀνδρὸς ἐλέσθαι, ΙΙ, 495, mulieres dicnntur: mox expl. κηδεμονίαν. προστασίαν, ΙΙ,
1218, populi, tribuit archangelo. προστασίαν ἔγ
παρὰ βασιλέως. ΙΙΙ, 787. προστασίαν πατρίδος, Π
1112, episcopatum in urbe natali. προστασίας. ΙΙΙ,
861. Hosii.
προστατεύειν δογμάτων ἀληθείας, IV, 5, habere,
proponere. προστατεύοντες καινῶν δογμάτων, ΙV,
729, inventores, defensores. προστατεύουσα του
λαοῦ, Ι. 415, arce tribuitur.
προστάτης αἱρέσεως. ΙΙΙ, 830, defensor: ιδίας
αἱρέσ. p. seq. auctor, caput. προστάτην, ΙΙΙ, 1925,
vici, fieri, volunt ejus habitatores, ascetam, ob
pecunias tributi ipsis curatas: quia vicus non habuerit δεσπότην, sed ipsi fuerint ejus δεσπόται είν
mul et γεωργοί. Fecerunt ergo patronum, Schutzherrn, non cujus esset vicus, sed qui praesideret,
causainque apud conventum vel præsidem tueretur: ut hodie minora passim oppida et conciliabula
servant: v. c. Weissenberg, in superiori Lusatia:
olim et majores civitates.
προστάττειν, Ι, 1063, de apostolis, principibus,
ut vocat: imperare, et νομοθετεῖν, quod ubique
tribuit Novo Test. προστάττεται ὁ προφήτης, ΙΙ,
1587 extr. προσταττομένοις, IV, 746, quibus imperatur.
προσταχθείς, Π, 167, de homine. προσταχθέντι,
II, 741, cui erat præceptum.
προστέθεικε, προστεθεικώς, τὴν αἵρεσιν, Ι, 319,
evidenter pro προτεθ. quod et cod. habet. προστέ
θεικε νόμον ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις, IV, 468, pro
προτέθ.
προστέθηκα. ΙΙΙ, 1166 extr. pro προτέθεικα, προ
στησάμενος τοῦ τῆς ἀπολογίας λόγου, ΙV, 632, 28-
col. 1107–1108page 122 of 154
PG 84:1107προστιθεὶς ἐκείνῳ παιδεύματα, ΙΙΙ, προστίθησιν ἑαυτὸν ἀντὶ τοῦ παραδείγματος, ΙΙ, 224, πρότιθ. προστρέχει, ΙΙ, προστρίβετε ἐμοὶ βλασφημίαν, ΙΙ, 835. προστρί βουσιν ἀδοξίαν, ΙΙΙ, 455. πρόσφατον Θεόν, ΙΙΙ, 991, πρόσφα τον φύσιν, 1216, προσφέρει ή Ἐκκλησία τὰ σύμβολα, Ι, 1397, ἁγιά ζουσα, φύραμα, διὰ τῆς ἀπαρχῆς, προσφέρει διήγησιν, ΙΙ, 1609 προφέρει. προσφέρει τὸν καρπὸν, προφέρει. προσφέρει, ΙΙΙ, προσφέρει τὸν ὕμνον, ΙΙΙ, 295, προσφέρει ἡμᾶς διδα σκάλῳ Χριστῷ, ΙΙΙ, 379, προσφέρει τὰ όπλα, ΙΙΙ, 523, προσφέρει πόνους ἡ σπάνις, προσφέρειν, μια προφέρειν προσφέρειν παραίνεσιν, Ι, 913, διδασκαλίαν, ὕμνον Θεῷ, προσφέρονται προφέρονται. προσέφερεν τὰς ἑρμηνείας, 915, προέφ. προσφέρειν (πνεῦμα) και προϊεσθαι, 1481 προφέρειν. προσφέρεται ἐπ' ἐκείνων ὁ λόγος, Ι. 1450, προφέρ. προσφερόμενα ανομοίως, ΙΙΙ, 895 προφερόμ. προσφερομένην ἰδεῖν, ΙΙΙ, θυσίαν μυστικήν, ἰδεῖν προσφ. ἑαυτῷ. προσήνεγκα τὴν θυσίαν, αὐτῷ, ἰδεῖν μεταλαμβάνειν, θεωρήσῃ, γεύσεται. μετέχειν, ἐσθίειν, πίνειν, μετάληψιν, προσφερόμενον δώρον, επίκλησιν, προσφερόμενα ὑπὸ τῶν ἱερωμένων τῷ Θεῷ, προσφέρουσι δουλείαν, ΙΙ, 1648, προσφέρουσι πεπλασμένην ἐπιστολὴν, ΙΙΙ, προφέρ. προσφέρουσιν, 1225 προφ. προσφέρω σοι τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν, Ι, 757, προσφέρων τὴν ὠφέλειαν, ΙΙ, 651, προσφέρων ἀπολογίαν ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, ΙΙΙ, 823. προφέρων. προσφέροντος δάκρυα τῷ Θεῷ, προσφέροντες τὴν σὴν κηδεμονίαν ὡς ἀσθενῆ, Ι, προσφέροντας τῷ θυσιαστηρίῳ, προσέφερον, ΙΙΙ, 221, προσφθέγγομαι, 1116. προσφθέγγομαί σου τὴν ὁσιότητα, 1158, προσφθέγγομαι, προσφθεγγόμεθα, προσφθεγγόμενος, προσφορὰν ἐτέλεσας, 1981, πρόσφυξ τοῦ τυράννου, ΙΙΙ, 797, φεύγειν, ξ. προσφωνήσας, προσχέει — πηγάς, Ι, 1418. 7 προχέει. πρόσχημα, 111, 688, 944, σχῆμα. προσχήματι, 1140, σχήματι, προσχήματι προσευχῆς προθεσπίζων, ΙΙ. 1449, σχήματι. προσχήματι Ἰουδαϊκῷ, ΙΙΙ, προσωκειωμένος αὐτῷ, ΙΙΙ, 255, προσῳκοδόμησαν, 779, προσωπεῖον. προσωπεῖον λαβών, προσ ωπεῖον εἰς πρόσωπον μεταβληθέν, 1113 προσωπείοις ὑπο κρίσεως, ν. ὑποκρ. πρόσωπον (εἰς) μεταβληθὲν τὸ προσωπεῖον, προσωπεῖον. Ἐν πρόσωπον Θεοῦ τε καὶ ἀνθρώπου, πρόσωπον φύσεις, 200. πρόσωπον κατηγορίας ἐγύμνωσεν, 508, πρόσωπον ἀποστρέφειν, 677. πρόσωπον ἐμὸν ἀναλαβὼν, 871, πρόσωπον ὑπο δεικνύει, 620, ὑποδεικν. πρόσωπον ἑαυτῷ ποιησάμενος, προσώπου σου, 1, 729, εὐμενείας, 730, ὀργῆς σου καιρῷ. ἐπὶ τοῦ προσώπου, Μελε τίου, ΙΙΙ, ἐκ προσώπου πάντων, ἐλθόντες, ΙΙΙ, 948, προσώπῳ κεχρημένος, κεχρημ. προσ ώπῳ κεχρημένος Χριστοῦ, 1, 733, ἐπὶ τὰ πρόσωπα χωροῦντα. ΙΙ, 1639, προσώπων, προσώπων ἀριθμὸς, ἀριθμός. πρόσωπα ὑποστάσεις, προσώπων ὀνόματα, ΙΙ, 1070, τῶν ἀνδρῶν. προσώποις, ὑποστάσεσιν, ΙΙΙ, 1031. προσωποποιΐα, προσώχθισα, προσόχθισμα προσώχθισε, προτάξας βουλήν, 24, προτέθεικε τῆς συγγραφῆς τὸν μακαρισμόν, Ι, προτέθεικε τούτοις, προσ τέθεικε. προτελοῦσιν, Ι, προτεραίᾳ, 501. χθὲς, προτέρου νεώ, ΙΙ, πρότερον — ἕως, 1, 712 πρότερον. πρό τερον προηγόρευσα, νῦν δείξω τοῖς ἔργοις. πρότερον τρόπον, προτετιμήκατε, Η προτιθέντα αἰχμαλωσίαν, ΙΙ, 541, προτιμήσεις πόλεων, ΙΙΙ, 1028, επιτιμή ποὺ εἰ πρὸς σεις, προστιμ. προτρέπει, ΙΙΙ, 208, νομοθετεί, προ τρέπων τὰ κρείττω, 455, εἰς τὰ κρ. προτυποῦν, Ι, προσβάλετο, ΙΙ, προβέβληται, ΙΙΙ, 1060, προυβάλετο κήρυκα, ΙΙΙ, 121,: προυβαλό
gressi, suscepta disputatione. προστιθεὶς ἐκείνῳ
παιδεύματα, ΙΙΙ, 1925 init. adhibens, proponens.
προστίθησιν ἑαυτὸν ἀντὶ τοῦ παραδείγματος, ΙΙ,
224, pro πρότιθ.
προστρέχει, ΙΙ, 1344, volueres, advoiant.
προστρίβετε ἐμοὶ βλασφημίαν, ΙΙ, 835. προστρίβουσιν ἀδοξίαν, ΙΙΙ, 455.
πρόσφατον Θεόν, ΙΙΙ, 991, Christum, ex mente
Arianorum, factum Deum, non æternum. πρόσφατον φύσιν, IV, 1216, humanam Christi. προσφέρει ή
Ἐκκλησία τὰ σύμβολα, Ι, 1397, non Deo, sed ipsi
sibi, per sacerdotem: consecrat tamen se Deo, ἁγιάζουσα, tanquam φύραμα, διὰ τῆς ἀπαρχῆς, per
Christum: offert se Deo, Rom. xii, virtute corporis et sanguinis Christi. προσφέρει διήγησιν, ΙΙ,
1609 init. pro προφέρει. προσφέρει τὸν καρπὸν,
III, 115 init. pro simplici, vel προφέρει. προσφέρει, ΙΙΙ, 224, cibum pedotriba, permittit. προσφέ
ρει τὸν ὕμνον, ΙΙΙ, 295, canit. προσφέρει ἡμᾶς διδα
σκάλῳ Χριστῷ, ΙΙΙ, 379, adducit. προσφέρει τὰ
όπλα, ΙΙΙ, 523, nominat, commendat. προσφέρει
πόνους ἡ σπάνις, IV, 569, suadet, commendat, inponit, necessarios reddit. προσφέρειν, μια προφέρειν legitur, I, 153, lin. 4, si verum est, sign. adhibere. προσφέρειν παραίνεσιν, Ι, 913, διδασκαλίαν,
ib. extr. ὕμνον Θεῷ, ib., et sic passim, p. 914 init.,
προσφέρονται est pro προφέρονται. προσέφερεν τὰς
ἑρμηνείας, I, 915, pro προέφ. et sic millies. προσφέρειν (πνεῦμα) και προϊεσθαι, II, 1481 extr. pro
προφέρειν. προσφέρεται ἐπ' ἐκείνων ὁ λόγος, Ι. 1450,
pro προφέρ. προσφερόμενα ανομοίως, ΙΙΙ, 895 extr.
evidenter pro προφερόμ. προσφερομένην ἰδεῖν, ΙΙΙ,
1234. Coenam sacram. θυσίαν μυστικήν, post longum
tempus cupit asceta. Cur ἰδεῖν? Neque additur,
προσφ. ἑαυτῷ. Et mox episc. Theodor. dicit:
προσήνεγκα τὴν θυσίαν, non addit, αὐτῷ, plane, ut
Missam celebrari, credas. Sed enim avto aliunda
supplendum, et ἰδεῖν est μεταλαμβάνειν, percipere,
ut sæpius: ut Joan. vni, 51, θεωρήσῃ, quod statim Judaei explicant, γεύσεται. Et sane prius Deo
consecrabatur, et solemnes ritus spectabat asceta.
Alibi sane μετέχειν, ἐσθίειν, πίνειν, de Cena
sacra ponit, et μετάληψιν, quam cibi et potus
facit. προσφερόμενον δώρον, IV, 125 extr. ipse expl.
panem et vinum eucharisticum, ante επίκλησιν,
consecrationem: quia afferebantur ab usuris eucharistica. At supra dicit ea προσφερόμενα ὑπὸ τῶν
ἱερωμένων τῷ Θεῷ, quia scil. sacerdos accipit in
altari, et consecrat usui sacro divinitus instituto,
priusquam distribuat. προσφέρουσι δουλείαν, ΙΙ,
1648, serviunt. προσφέρουσι πεπλασμένην ἐπιστο
λήν, ΙΙΙ, 501. pro προφέρ. vel sign. obtrudunt, ingerunt. προσφέρουσιν, 1V, 1225 init., pro προφ.
docent. προσφέρω σοι τὴν ἐμαυτοῦ ψυχήν, Ι, 757,
converto ad te animum: vel, committo tibi vitam
et salutem mean. προσφέρων τὴν ὠφέλειαν, ΙΙ, 651,
ostendens, commendans. προσφέρων ἀπολογίαν ὑπὲρ
τοῦ βασιλέως, ΙΙΙ, 823. προφέρων. προσφέροντος
δάκρυα τῷ Θεῷ, III, 1194, cum lacrymis precante.
προσφέροντες τὴν σὴν κηδεμονίαν ὡς ἀσθενῆ, Ι,
872 init., mibi objicientes, exprobrantes. προσφέρον
τας τῷ θυσιαστηρίῳ, προσέφερον, ΙΙΙ, 221, imponebant.altari, in eo cremabant.
προσφθέγγομαι, IV, 1111, in heortasticis, 1115,
1116. προσφθέγγομαί σου τὴν ὁσιότητα, IV, 1158,
litteris officiun tibi præsto. προσφθέγγομαι, IV,
1163, scribo. προσφθεγγόμεθα, IV, 1089, in episto
la heortastica: bis. προσφθεγγόμενος, IV, 1099,
1100, in heortastica.
προσφορὰν ἐτέλεσας, IV, 1981, Ccnam S. celebrasti. Cyrill.
πρόσφυξ τοῦ τυράννου, ΙΙΙ, 797, polest duci a
φεύγειν, ob ξ.
προσφωνήσας, IV, 1156, verbo assensus.
προσχέει — πηγάς, Ι, 1418. Cod. n. 7 προχέει.
πρόσχημα, 111, 688, 944, pro σχῆμα. προσχήματι,
IV, 1140, σχήματι, habitu. προσχήματι προσευχῆς
προθεσπίζων, ΙΙ. 1449, extr. pro σχήματι. προσχήματι Ἰουδαϊκῷ, ΙΙΙ, 729, nil aliud esse potest, nisi,
more Judæorum.
προσωκειωμένος αὐτῷ, ΙΙΙ, 255, Christo, in altera vita; propius ei admotus, intime junctus.
προσῳκοδόμησαν, IV, 779, pro simplici.
προσωπεῖον. 1, 420, eleganter vocat compositam
a Nathane fabulain, qua Davidis factum tecte exprimeretur. προσωπεῖον λαβών, 111. 79, ex eorum
persona loquens, iis apta in se conferens. προσωπεῖον εἰς πρόσωπον μεταβληθέν, III, 1113 init., simulate mortuus vere mortuus. προσωπείοις ὑποκρίσεως, ν. ὑποκρ.
πρόσωπον (εἰς) μεταβληθὲν τὸ προσωπεῖον, vid.
προσωπεῖον. Ἐν πρόσωπον Θεοῦ τε καὶ ἀνθρώπου,
in Christo, I, 23. πρόσωπον unum, duæ φύσεις, I,
200. πρόσωπον κατηγορίας ἐγύμνωσεν, I. 508, accusationem directo protulit, missis ambagibus et
fabula. πρόσωπον ἀποστρέφειν, de Deo, expl. I,
677. πρόσωπον ἐμὸν ἀναλαβὼν, II, 871, propheta
Deus dicit: Loquere meo nomine. πρόσωπον ὑπο
δεικνύει, ΙV, 620, vid. ὑποδεικν. πρόσωπον ἑαυτῷ
ποιησάμενος, V, 1056, fingens aliquem ex se quæ
rentem suscipiens ipse partes ipsi objicientis.
προσώπου σου, 1, 729, expl. εὐμενείας, at p. 730,
expl. ὀργῆς σου καιρῷ. ἐπὶ τοῦ προσώπου, Μελε
τίου, ΙΙΙ, 767, quod ad Meletium pertinet. ἐκ
προσώπου πάντων, ἐλθόντες, ΙΙΙ, 948, vice, pro omnibus. προσώπῳ κεχρημένος, vid. κεχρημ. προσ
ώπῳ κεχρημένος Χριστοῦ, 1, 733, ex ejus persona
loquens. ἐπὶ τὰ πρόσωπα χωροῦντα. ΙΙ, 1639,
equum, in proelio. προσώπων, II, 766. hominum,
virorum. προσώπων ἀριθμὸς, vid. ἀριθμός. infra
πρόσωπα dicuntur ὑποστάσεις, vid. ib. προσώπων
ὀνόματα, ΙΙ, 1070, τῶν ἀνδρῶν. προσώποις, ὑποστά
σεσιν, ΙΙΙ, 1031.
προσωποποιΐα, 1, 511, non ut person fingantur, quæ sane vere fuere ibi et egere; sed, ut referantur gessisse aliquid et fecisse eo ordine, quo
factum non sit, sed esse potuerit.
προσώχθισα, προσόχθισμα et προσώχθισε, expl.
προτάξας βουλήν, I, 24, in marg.
προτέθεικε τῆς συγγραφῆς τὸν μακαρισμόν, Ι,
609, incipit librum, vel Psalmum a commemoratione felicitatis: prima verba eo pertinent. προτέ
θεικε τούτοις, IV, 1229, med. evidenter pro προστέθεικε.
προτελοῦσιν, Ι, 724, tribuitur philosophis paganis, ea docentibus, quibus imbuti homines probabiliora habeant præcepta Christi. Eleganter sane,
a mysteriis.
προτεραίᾳ, IV, 501. vid. χθὲς, ibid.
προτέρου νεώ, ΙΙ, 380, templi a Cyro restituti.
Prius vocatur, quia loquitur de Christiana Ecclesia, illud secuta.
πρότερον — ἕως, 1, 712 redundat πρότερον. πρό
τερον προηγόρευσα, II, 346, init. pleonasmus; etsi
redditnr oppositum: νῦν δείξω τοῖς ἔργοις. πρότε
ρον legitur pro τρόπον, V, 1175, n. 2.
προτετιμήκατε, 1, 289, potiores habuistis. In isto
contexto, ubi aliud objectum opponatur, omitti nou
solet genitivus: tantum ubi infinitivus sequitur.
Η προτιθέντα αἰχμαλωσίαν, ΙΙ, 541, exprobrantes,
objicientes.
προτιμήσεις πόλεων, ΙΙΙ, 1028, sane pro επιτιμή
legendum: ποὺ εἰ πρὸς facile et sape permutanσεις, æstimationes ad multam. προστιμ. cum Vales.
et
tur in lib.
προτρέπει, ΙΙΙ, 208, distingu. a νομοθετεί, προτρέπων τὰ κρείττω, II, 455, pro, εἰς τὰ κρ.
προτυποῦν, Ι, 860, exemplo suo monstrare facienda.
προσβάλετο, ΙΙ, 16, creavit, constituit, et 17
init. προβέβληται, ΙΙΙ, 1060, creaverat. προυβάλετο
κήρυκα, ΙΙΙ, 121, Deus me: esse voluit. προυβαλό
col. 1109–1110page 123 of 154
PG 84:1109μην υπουργόν, προὔθεικε, ΠΙΙ, 640, προὔθηκε. προὔθηκεν ἰατροῖς πολλοῖς τὸν υἱόν, ΙΙΙ, 1217, προὔλαβον αὐτοὶ τὴν παραίνεσιν, ΙΙΙ, 328 αὐτοὶ προβλαβον. προύνιχον, προξένησεν αὐτῷ τὴν ἁμαρτίαν ἡ ἐπιθυμία, Ι, προξένησαν, ΙΙ, ἀφώρισαν, ἡγίασαν, πόλεμον. προπεμψε την στρατιάν εἰς παράταξιν, ΙΙΙ, 1013, προϋπηργμένων ἀγαθῶν, ΙΙΙ, 646, προϋποκειμένην οὐσίαν, 1077, τὰ ὁμοουσία, ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας, ἐκ τῆς γῆς. οὐσίαν, λόγον οὐσίας. οὐσίας πολυθεότητα προϋποκειμένην ουσίαν ἀνθρώπων, οὐσίαν, προύπτον (εἰς) 1063, κακόν, κίνδυνον. προὖργον, ΙΙΙ, 1013, προύργου, προφαίνειν, προβῆναι, 1, 706, 7. πρόφασις, ΙΙΙ, πρόφασις βλάβης, ΙΙΙ, 1058, ἀφορμή. γέλωτος, διαλέξεως, ΙΙΙ, τοῦ ἐλέους, ΙΙΙ, εύ σεβείας, ΙΙ, αφορμή, μεταμελείας ἡ τιμωρία, ΙΙ. 662. παραψυχῆς, 11, 878, ἀφορμή. συγγνώμης, ΙΙΙ, 536. ἀφορμή, της τιμωρίας, ἀφορμὴ, — ὠφελείας, ΙΙ. 461, ἀφορμή, αἰτία. προφάσεως εἰς ὀργὴν ὀρεγούσης, ΙΙΙ, 1157. πρόφασιν, Ι, ἀφορμήν, πρόφασιν ἀληθῆ ἔκρυπτεν, ΙΙΙ, 1141. πρόφασιν βλάβης, ΙΙΙ, πρόφασιν εἰς εὐχαριστίαν, Ι. 1583, πρόφασιν εἰς κτῆσιν δικαιοσύνης, ΙΙ, πρόφασιν εἰς φιλανθρωπίαν, 1087, πρόφασιν εὐκληρίας, 685, πρόφασιν θυμηδίας, πρόφασιν κακουργίας, ΙΙΙ, 837, ἀφορμὴν, πρόφασιν παρ' ἡμῶν λαμβάνων, ορέγει τὸν ἔλεον, 106, πρόφασιν παρα τάξεως, ΙΙΙ, 202, ἀφορμὴν,· πό νου, στάσεως, ΙΙ. 802, ἀφορμὴν, σωτηρίας, ΙΙ. 1641, ἀφορμὴν. πῆς, ΙΙΙ, τῆς φυσ γῆς, προφάσεις δυσμενείας, ΙΙΙ, προφάσεις φιλίας καὶ συγγενείας, ΙΙ, 355, ἀφορ μὴν, προφάσεις ὠφελείας, προς ὑμνῳδίας, ΙΙΙ, προφέρειν, προσφέρειν, Ι, 155, 1. 4. προφητεία Δανιήλ, Ι, προφητεία προφητείας ἀξιωθῆναι, Ι, 330, προφητείαν προφητείαν ἔφυγον, ΙΙ, προφητεύειν, ώμωνύμως ὁμωνύμως. προφήτης, δ, ΙΙΙ, 423, ὁ προφήτης, προφήτης ἔτε ρος, 11, 1072, προφήτης ἡ ὁμόζυγος, ν, 87, προφῆτις. προφήτου, Ι, 312, προς φητῶν μικρῶν, μικρῶν. προφητῶν δώδεκα, ΙΙ, προφητικός λόγος, Ι, προφητική, ἡ προφητεία, ἡ ἱστορία, προφητική χάρις, χάρις, προφητικόν σηκόν, ΙΙΙ, ἀποστολικόν. προφητικά βήματα, ΙΙΙ, προφητικώς, Ι. 191 εἰδὼς τῆς ἀληθείας τὴν δύναμιν. ἀλήθειαν. προφητικόν, μέτρον. προφητικῶς καὶ αἰνιγματωδῶς, ΙΙ, 1101. προφητικῶς εἰπεῖν, 281, με προφορά, προφορὰ ἀγεννήτου, προχειρίζεσθαι, προχειρίσαι προχωρῆσαι, ΙΙΙ, 867, 12. προχειρισθέντες τοῦ θείου κηρύγματος διάκονοι, ΙΙ, 1505, πρόχειρον (τὸ) τὸ γράμμα, ἀναγωγῇ. κατὰ τὸ πρόχειρον τῆς ἀπαγγελίας, πρόχειρον νόημα, 1, 352, τῇ ἀληθείᾳ, πρόχειρον νοῦν, Ι, αναγωγῇ προχωρήσαι, ΙΙΙ, 867, υπογραφήν,; 26, προχειρίσαι. προωστικῇ δυνάμει, προωστικοῖς φαρμάκοις, 542, κάτω. πρυτανεύει τῇ κτίσει, 1, 1329. τὴν κτίσιν, πρυτανευομένην πίστιν, 795, πρυτανεύσας τούτοις εἰρήνην, πρυτανεύσαντος βα σιλείαν ὀλίγαις ἡμέραις, ΙΙ, 1061. πρύτανις τῆς εἰρήνης, ΙΙΙ, 263. πρύτανις τῶν ὅλων, 75, 634. πρύτανιν εἰρή νης, ΙΙΙ, πρωτεῖα τῶν ἱερείων ἀπένειμαν τῇ γαστρί, 1, 567, πρωτέρω, ΙΙΙ, πρωτεύειν ἁρμόττει ὑμῖν διὰ πάντα, 1187, πρωτεύοντι, πρωτοκλίτους, πρω τοκλήτους, κλι νειν, πρωτόκτιστον, πρῶτος πρότερος, πρῶτος του πνεύματος. πρῶτος ἀποστόλων, 385, 1250 πρῶτος ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς, [!,
μην υπουργόν, II, 343 (Deus dicit), esse volui,
constitui.
προὔθεικε, ΠΙΙ, 640, pro προὔθηκε. προὔθηκεν
ἰατροῖς πολλοῖς τὸν υἱόν, ΙΙΙ, 1217, medicos super
eo consuluerat, iis eum ostenderat.
προὔλαβον αὐτοὶ τὴν παραίνεσιν, ΙΙΙ, 328 init.
fecerunt, priusquam nos illos adhortaremur, non
exspectata cohortatione. αὐτοὶ redundat: est enim
jam in προβλαβον.
προύνιχον, IV, 305, hæreticum monstrum. Vid.
n. 90.
προξένησεν αὐτῷ τὴν ἁμαρτίαν ἡ ἐπιθυμία, Ι,
424 init. προξένησαν, ΙΙ, 1490, ponit explicatio
nem voc. ἀφώρισαν, quo expl. voc. ἡγίασαν, scil.
πόλεμον.
προπεμψε την στρατιάν εἰς παράταξιν, ΙΙΙ, 1013,
quia ipse pone remansit.
προϋπηργμένων ἀγαθῶν, ΙΙΙ, 646, quæ Deus adhuc dederit.
προϋποκειμένην οὐσίαν, V, 1077, habere debere τὰ
ὁμοουσία, dicit Macedon.; arguit orthod. Ille intell. materiam, unde mox: ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας,
ἐκ τῆς γῆς. Hic autem abstractive sumit οὐσίαν, unde
elicit, λόγον οὐσίας. Sane hæc οὐσίας notio πολυθεότητα inducere possit, cum præsertim plurium hom
minum, eamdem obsiav habentium, exemplo defendat. Negat tamen Adamum et Evam habuisse προϋ
ποκειμένην ουσίαν ἀνθρώπων, quia scil. nondum
fuerint alii homines. Intell. ergo οὐσίαν, quæ adsit in re, natura, non intellectu solo.
προύπτον (εἰς) ΙV, 1063, simpliciter, scil. κακόν,
κίνδυνον.
προὖργον, ΙΙΙ, 1013, pro usitatiori προύργου,
quod notatur n. 1. Adde 1173, 1988.
προφαίνειν, legitur pro προβῆναι, 1, 706, n. 7.
πρόφασις, ΙΙΙ, 761 init., vera causa et occasio.
πρόφασις βλάβης, ΙΙΙ, 1058, ἀφορμή. γέλωτος,
I, 1079, causa vera et ipsa. διαλέξεως, ΙΙΙ, 1125,
occasio. τοῦ ἐλέους, ΙΙΙ, 642, causa vera,
εύ
σεβείας, ΙΙ, 634. αφορμή, vera causa, materia, stimulus. μεταμελείας ἡ τιμωρία, ΙΙ. 662. causa,
incitamentum. — παραψυχῆς, 11, 878, ἀφορμή.
συγγνώμης, ΙΙΙ, 536. ἀφορμή, quo allato veniam
possint impetrare. της τιμωρίας, 1, 450 init.
ἀφορμὴ, occasio. — ὠφελείας, ΙΙ. 461, pro ἀφορμή,
αἰτία. προφάσεως εἰς ὀργὴν ὀρεγούσης, ΙΙΙ, 1157.
πρόφασιν, Ι, 298, causam veram, quam ante dixerat ἀφορμήν, IV, 677 init., occasionem. πρόφασιν
ἀληθῆ ἔκρυπτεν, ΙΙΙ, 1141. πρόφασιν βλάβης, ΙΙΙ,
222 extr., causam, materiam, occasionem. πρόφα
σιν εἰς εὐχαριστίαν, Ι. 1583, veram causam, maleriam, incitamentum, III, 659. πρόφασιν εἰς κτῆσιν
δικαιοσύνης, ΙΙ, 325, causam veram, incitamentum.
πρόφασιν εἰς φιλανθρωπίαν, IV, 1087, occasionem
ejus exercend. πρόφασιν εὐκληρίας, IV, 685, causam, materiam; quam minime putassent, multo
minus vellent. πρόφασιν θυμηδίας, 1, 826, causam
intimam, veram ipsis. πρόφασιν κακουργίας, ΙΙΙ,
837, ἀφορμὴν, occasionem. πρόφασιν παρ' ἡμῶν
λαμβάνων, (Deus) ορέγει τὸν ἔλεον, III, 106, causam
sequitur sensus moresque nostros. πρόφασιν παρατάξεως, ΙΙΙ, 202, ἀφορμὴν, opportunitatem.· πό
νου, III, 1261, materiam, rem ipsam, qua gestanda
laboraret. στάσεως, ΙΙ. 802, ἀφορμὴν, vires ad
seditionem. σωτηρίας, ΙΙ. 1641, ἀφορμὴν.
πῆς, ΙΙΙ, 655, causam intinam.
366, causam, materiam, incitamentum.
· τῆς φυσ
γῆς, 11, 1466, veram causam et intimam. προφά
σεις δυσμενείας, ΙΙΙ, 1073, causas intimas, in animio et re. προφάσεις φιλίας καὶ συγγενείας, ΙΙ, 355,
parentes praebent: veram quidem causam et ἀφορ
μὴν, materiam. Etsi opp. Deo auctori. προφάσεις
ὠφελείας, ΙV, 631, causas veras.
προς
ὑμνῳδίας, ΙΙΙ,
προφέρειν, rectius, quam προσφέρειν, Ι, 155, 1. 4.
προφητεία Δανιήλ, Ι, 876, historia ibi narrata;
liber. προφητεία Jeremia, I, 115, liber ejus; historiam enim refert. Isaiæ, 1, 790, narratio historica
de Hiskia. προφητείας ἀξιωθῆναι, Ι, 330, munere
et facultate prophetica. προφητείαν vocat Psalmorum librum, I, 601, 602 med., 603. προφητείαν
ἔφυγον, ΙΙ, 504, munus propheticum.
προφητεύειν, ώμωνύμως dictum, vid. ὁμωνύμως.
προφήτης, δ, ΙΙΙ, 423, David. ὁ προφήτης, IV,
549 præfracte, sine contexto, David. προφήτης ἔτερος, 11, 1072, Siracides. προφήτης ἡ ὁμόζυγος, ν,
87, pro προφῆτις. προφήτου, Ι, 312, Josuæ. προς
φητῶν μικρῶν, vid. μικρῶν. προφητῶν δώδεκα, ΙΙ,
145 init. scil. minoribus, quos vocamus.
προφητικός λόγος, Ι, 860 extr. predictio Novi Testamenti. προφητική, I, 965 init. aut pro substantivo,
ἡ προφητεία, aut supple ex adjecto, ἡ ἱστορία, i. e.
ut rem narrat propheta, quæ tamen ipsi non acciderit. προφητική χάρις, vid. χάρις, προφητικόν
σηκόν, ΙΙΙ, 1939, templum, prophetis forte sacratum, ut alibi ἀποστολικόν. προφητικά βήματα, ΙΙΙ,
275 extr. Isaia.
προφητικώς, Ι. 928, de SS. Trinitate; quam scil.
in Novo Testamento dicat innotuisse. II, 20, opp.
an didicerit (Salomo) a patre Davide, illud ergo
est, monitu divino, res ipsas docente. III, 45, fidem'
legem appellat Paulus; quia prophete in V. Test.
omnia Dei oracula appellant legem prophetico
more. IV, 191 init. opp. εἰδὼς τῆς ἀληθείας τὴν
δύναμιν. Est ergo, obscure, per ambages, velut de
typo; cui solet opponere ἀλήθειαν. V, 34. in margine προφητικόν, ad μέτρον. προφητικῶς καὶ αἰνιγ
ματωδῶς, ΙΙ, 1101. προφητικῶς εἰπεῖν, IV, 281, με
prophetæ verbis utar.
προφορά, V, 984, pronuntiatio, appellatio, sine
re. προφορὰ ἀγεννήτου, V, 976, pronuntiatio hujus
vocab.
προχειρίζεσθαι, III, 766, nominandi ad sacerdotium. ill, 767, nominare; vorschlagen. προχειρίσαι
variat cum προχωρῆσαι, ΙΙΙ, 867, n. 12. προχειρι
σθέντες τοῦ θείου κηρύγματος διάκονοι, ΙΙ, 1505,
creati.
πρόχειρον (τὸ) I, 280, sensus, quem præfert
τὸ γράμμα, proximus, ut sonant verba. Opp.
ἀναγωγῇ. κατὰ τὸ πρόχειρον τῆς ἀπαγγελίας,
1168, statim ut auditur enuntiatio: in adjecto.
πρόχειρον νόημα, 1, 352, opp. τῇ ἀληθείᾳ, quod
vide. πρόχειρον νοῦν, Ι, 787, ined., quod verba primo intuitu, sine αναγωγῇ exhibent.
προχωρήσαι, ΙΙΙ, 867, υπογραφήν, fieri; n. 26,
προχειρίσαι. -
προωστικῇ δυνάμει, IV, 517, utitur ventriculus,
ad propellendum in hepar et reliqua loca cibum,
προωστικοῖς φαρμάκοις, IV, 542, alvum cientibus:
abführende Mittel, scil. κάτω.
πρυτανεύει τῇ κτίσει, 1, 1329. cod. τὴν κτίσιν,
ut alias. πρυτανευομένην πίστιν, II, 795, conditam,
productam, vigentem. πρυτανεύσας τούτοις εἰρήνην,
634, ubi suasero, curavero. πρυτανεύσαντος βασιλείαν ὀλίγαις ἡμέραις, ΙΙ, 1061.
πρύτανις τῆς εἰρήνης, ΙΙΙ, 263. Deus, amator,
auctor. πρύτανις τῶν ὅλων, I, 75, 634. Deus.
Filius, V, 23. Præses, curator. πρύτανιν εἰρή
νης, ΙΙΙ, 1067, suasorem.
πρωτεῖα τῶν ἱερείων ἀπένειμαν τῇ γαστρί, 1, 567,
prius ventri. quam Deo, ut potiori illi.
πρωτέρω, ΙΙΙ, 1080, per w, vitiose forte.
πρωτεύειν ἁρμόττει ὑμῖν διὰ πάντα, 1V, 1187,
Leoni Rom. scribit Th. πρωτεύοντι, IV, 1075 in
præscr. epist. 15, præsidi, vel præfecto provinciæ.
πρωτοκλίτους, 1, 454 extr. haud dubie leg. πρω
τοκλήτους, convivarum principes; aut illud a κλι
νειν, qui primi accubarent.
πρωτόκτιστον, III, 477, non dixit Christum Paulus.
πρῶτος pro πρότερος, V, 1050 extr., in primis,
πρῶτος του πνεύματος. πρῶτος ἀποστόλων, ΙV, 385,
1250 init., Petrus. πρῶτος ἐκ νεκρῶν ἀναστὰς, [!,
57, Christus: non tempore, sed dignitate et elli-
col. 1111–1112page 124 of 154
PG 84:1111πρῶτος λαός, Ι, πρώτης στολής, 478, προτέρα;, πρῶτον, ΙΙΙ, πρότερον, πρῶτον Πάσχα, ΙΙΙ, πρώτον, μια πρότερον. πρῶται τῶν ἔξεων αἱ οὐσία:, 980, πρότεραι. πρωτοπαθήσαντα, πρωτότοκος μονογενής, ΙΙΙ, 477. πρωτότοκος ὡς ἄνθρωπος, 1, 1239 πρωτότοκος 43. πρωτότοκον, μονογενή. πρωτοτοκίων εὐλογίαν, ΙΙ, 1366, τῶν πρωτοτό χων. πρωτοτόκων τῆς εὐσεβείας παίδων, 17, 46. πρωτοτύπου Εκτυπος χαρακτήρ, ΙΙΙ, 740. Λόγος πτερὰ πίστεως, θυρεός πίστεως, πτέρναν, 1, 868 δόλον. πτεροῖς οἰκείοις βαλλόμεθα, 921, πτεροφυήσαντες, ΙΙΙ, 1157, πτέρυγας πτερώσας τὴν προσευχὴν νηστεία καὶ σάκκῳ καὶ σποδῷ, πτίλοις ὑμετέροις βέβλησθε, 709, 17, πτεροίς. πτίσσε θύλακον ᾿Αναξάρχου, 919 πτόλισμα, 927. πτυσσόμενα, πτώματος, ἐπὶ τοῦ, μεμενήκασι, 1429, πυθμένα ἁμαρτία;, 1, 857, πυνθάνεται πρὸς τὸν ἄγγελον, 89, πυρᾶς, πυρί (ἐν) τεθηλόσι φυτοῖς, 111, 310, πυράν, ΙΙ, πυρὰν παθῶν, 567. πυρὰν κεκρυμμένην, πύργον μέγιστον εὐσεβείας, ΙΙΙ, 813, πυργοποίαν ἀπειλῶν τῷ Θεῷ, 1121, πύργους εὐσεβείας, 657. πυρεῖα, καλοῦσι τοῦ πυρὸς τοὺς νεοὺς, πυρεύσαντες τοὺς λογισμούς, 1, 1015. πύρινον, 317, αγεννήτοις πυρκαιᾶς, ΙΙΙ, πυροειδοῦς θερμότητος, ΙΙΙ, 20. πυρπολείται πόθῳ, 111, 1259. πυρποληθεὶς ζήλῳ θείῳ, Ι, 1550. πυρπολούμεθα ὑπὸ τῆς ἀγάπης, 111, 516. πυρπολούμενος, 1, 1475, πυρπολούμενος ἔρωτι, ΙΙΙ. 642.— ζήλῳ θείῳ, Ι, 497; 111, 918 πυρπολούμενος πυρσῷ ἔρωτος, ΙΙΙ. 1156. πυρπολούμενος ὑπὸ τοῦ πάθους, ΙΙΙ, 385. πυρπολούμενοι φίλτρο, 1479.· (ζήλῳ), ΙΙ, 193. πυρπολούμενοι ὑπὸ τῆς γνώμης, ΙΙ, 1342. πυρπολουμένους εἰς τὴν ἀγάπην, ΙΙ, 871. πυρπολοῦντες τῷ φθόνῳ, ΙΙ, 234, πυρσεύειν τῇ προθυμίᾳ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, πυρσεύει την γνώμην εἰς ἔρωτα, 1, 1196. πυρσευθεὶς εἰς ζῆλον, 1, 587. πυρσευθεὶς τῷ πόθῳ, 1, 1112. πυρσευθέντες ζήλῳ, Ι, 589. πυρσεύοντες, φίλτρον, ΙΙ, 1126. πυρσεῦσαι τὴν ἀγάπην, ΙΙΙ, 523. πυρσεύσω ἀγάπην, 1, 1431. πυρσεύσωμεν, ΙΙΙ, 595. ἀγάπην. πυρσεύων τὸν πόθον, ΙΙΙ, 16. πυρσὸς διχονοίας διηγείρετο, ΙΙΙ, 799. πυρσῷ τῷ ἄνωθεν, ΙΙΙ, 1300. πυρσὸν τῆς εὐσεβείας, 623, πυρσοί λιμένων, πύρωσιν δοκιμασίαν, Ι, 696. πωγωνίτης, πώλους σκιρτᾷν, πωρώσεις σώματι ἐγγινόμεναι, ΙΙΙ, 427 πῶς, 1104, δεδύνηται, πως. πώς ποτε, 1072 80. πώποτε διαμαρτύρονται πως οἱ κηρύττοντες, 111, 166 Ράβδου τοῦ σταυροῦ, 1594 βάδιον ραδιουργῆσαι τὴν θείαν Γραφήν, 332, βαζειμ 533. ῥαθυμοτέρων, ῥάκη, ῥακὰ ὀνομάζοντα τὸν ἀδελφὸν, 1, 48. ῥαφαὶμ, 1, 413. ραχείαν όρους, 111, 1229, βαχίαν ῥαχίαν υπερκειμένην, 111, βάων, Υ, εαν γῆν πετρώδη, δρειον, 771. ῥέοντος φιλίου πνεύματος, 558, ρεπούδιον, ΙΙ, ρεύμασι πλούτου περιῤῥεομένους, 922. ρεύμα τα πλούτου, ρευμάτων πλοῦτον, ρεύσασα νύξ, ΙΙ, πρό προ προσ ύπου, ῥεῦσιν, ῥῆγμα Μελετιανῶν, 361, (+ γματα, ΙΙΙ, ῥήματα εναντία, 1, 1185, υποσχέσεις βήματα πράγματα, βήματα στεναγμῶν, ῥηματίσκια, ῥητὸν ἀνέλαβε, 665, ῥητὸν, ΙΙ, βάθος, ῥητὸν εὐαγγελικὸν, 10. ῥητῶν ἀποστολικῶν, 18. ῥητὸν, 1002, ῥητὸν, διάνοιαν, ν, 1027,
cientia. πρῶτος λαός, Ι, 902, Judi in Vet. Test.
πρώτης στολής, ΙV, 478, προτέρα;, quam ante lapsum habuerat. πρῶτον, ΙΙΙ, 264, 655 mned. πρότε
ρον, IV, 1201 (ut mox ponit), V. 1031. πρῶτον
Πάσχα, ΙΙΙ, 1974, Judaicum, quod præcederet
Christianum, ut in conc. Nic. constitutum esset, Duminica die post plenilunium æquinoctii verni, non
quovis die quario decimo, cuni Judeis, ut adhuc,
prius, πρώτον, μια πρότερον. πρῶται τῶν ἔξεων αἱ
οὐσία:, V, 980, πρότεραι.
πρωτοπαθήσαντα, IV, 65 init. medicorum vocab.
dicit Greg. Naz. transfertque ad mentem, in qua
prima peccati causa, fons et origo procatarctica;
unde in corpus ductum.
πρωτότοκος Christus, ut homo, I, 742 init. Dist.
μονογενής, quoad Deus est. Sic et distingu. ΙΙΙ,
477. πρωτότοκος (Christus) ὡς ἄνθρωπος, 1, 1239
111, 82, 522, 846 init. πρωτότοκος Christus, cur?
V, 43. πρωτότοκον, vid. μονογενή.
πρωτοτοκίων εὐλογίαν, ΙΙ, 1366, quæ illi
daret jura primogeniti: aut pro, τῶν πρωτοτόχων.
πρωτοτόκων τῆς εὐσεβείας παίδων, 17, 46.
Orientis PP. apud quos primos viguerit veritas
orthodoxa.
πρωτοτύπου Εκτυπος χαρακτήρ, ΙΙΙ, 740. Λόγος
Patris.
πτερὰ πίστεως, I, 190, Paulus nominare dicitur.
Forte respexit obiter Eph. vi, 16, ubi est θυρεός
πίστεως, sono haud absimili. Rectius adferret Jes.
πτέρναν, 1, 868 expl. δόλον.
πτεροῖς οἰκείοις βαλλόμεθα, III, 921, sagittis,
telis. Juliani verbum.
πτεροφυήσαντες, ΙΙΙ, 1157, incipientes, tirones vitæ ascetica: eleganter ab aviculis ductum,
πτέρυγας expl. I, 698, celeritatem auxilii.
πτερώσας τὴν προσευχὴν νηστεία καὶ σάκκῳ καὶ
σποδῷ, 11, 1229 extr., ardentiorem reddens, aptans
se ei, vel, coinmcndaus eam Deo, quo citius audiretur. sagitta ductum videri potest.
πτίλοις ὑμετέροις βέβλησθε, IV, 709, n. 17,
πτεροίς. Utrumvis hic sagittas, vel jacula, debet
significare, non pennas.
πτίσσε θύλακον ᾿Αναξάρχου, rel. 919 init.
πτόλισμα, 1V, 927.
πτυσσόμενα, IV, 529, labia, varie ducta ad 10quendum.
πτώματος, ἐπὶ τοῦ, μεμενήκασι, II, 1429, in illo
statu, in quem delapsi sunt. Meton.
πυθμένα ἁμαρτία;, 1, 857, profunditatem.
πυνθάνεται πρὸς τὸν ἄγγελον, V, 89, dicit, respondet. Nil enim percunctatur.
πυρᾶς, IV, 627, ignis in camino.
πυρί (ἐν) τεθηλόσι φυτοῖς, 111, 310, æstu
fotis.
πυράν, ΙΙ, 60, amoris, IV, 613, ardorem cupiditatis. πυρὰν παθῶν, IV, 567. πυρὰν κεκρυμμέ
νην, IV, 583, ardorem, astum febris vel curarum.
πύργον μέγιστον εὐσεβείας, ΙΙΙ, 813, munimentum
sanæ doctrina, Athanasium.
πυργοποίαν ἀπειλῶν τῷ Θεῷ, V, 1121, prompta
allusio.
πύργους εὐσεβείας, IV, 657. Petrum et Joannein.
πυρεῖα, καλοῦσι (Pers) τοῦ πυρὸς τοὺς νεοὺς,
πυρεύσαντες τοὺς λογισμούς, 1, 1015.
πύρινον, ΙV, 317, αγεννήτοις Marcionis addidit
Apelles.
πυρκαιᾶς, ΙΙΙ, 1181, incendii domus.
πυροειδοῦς θερμότητος, ΙΙΙ, 20.
πυρπολείται πόθῳ, 111, 1259. πυρποληθεὶς ζήλῳ
θείῳ, Ι, 1550. πυρπολούμεθα ὑπὸ τῆς ἀγάπης, 111,
516. πυρπολούμενος, 1, 1475, zelo. πυρπολούμενος
ἔρωτι, ΙΙΙ. 642.— ζήλῳ θείῳ, Ι, 497; 111, 918 extr.
πυρπολούμενος πυρσῷ ἔρωτος, ΙΙΙ. 1156. πυρπολούμενος ὑπὸ τοῦ πάθους, ΙΙΙ, 385. πυρπολούμενοι
φίλτρο, I, 1479.· (ζήλῳ), ΙΙ, 193. πυρπολούμενοι
ὑπὸ τῆς γνώμης, ΙΙ, 1342. πυρπολουμένους εἰς τὴν
ἀγάπην, ΙΙ, 871. πυρπολοῦντες τῷ φθόνῳ, ΙΙ, 234,
ardentes, ipsi, pro pass.
πυρσεύειν τῇ προθυμίᾳ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος,
III, 677, facere, ut plura tibi dentur charismata,
et datis rite utare. πυρσεύει την γνώμην εἰς ἔρωτα,
1, 1196. πυρσευθεὶς εἰς ζῆλον, 1, 587. πυρσευθεὶς τῷ
πόθῳ, 1, 1112. πυρσευθέντες ζήλῳ, Ι, 589. πυρσεύον
τες, φίλτρον, ΙΙ, 1126. πυρσεῦσαι τὴν ἀγάπην, ΙΙΙ,
523. πυρσεύσω ἀγάπην, 1, 1431. πυρσεύσωμεν, ΙΙΙ,
595. ἀγάπην. πυρσεύων τὸν πόθον, ΙΙΙ, 16.
πυρσὸς διχονοίας διηγείρετο, ΙΙΙ, 799. πυρσῷ τῷ
ἄνωθεν, ΙΙΙ, 1300. πυρσὸν τῆς εὐσεβείας, 1V, 623,
studium, amorem veri cultus. πυρσοί λιμένων, IV,
1212 extr. hic proprie.
πύρωσιν expl. δοκιμασίαν, Ι, 696.
πωγωνίτης, a cometa disting. I, 18.
πώλους σκιρτᾷν, 111, 77, ut cupiditates insolescant, efferantur.
πωρώσεις σώματι ἐγγινόμεναι, ΙΙΙ, 427 init.
calli.
πῶς, V, 1104, post δεδύνηται, lege πως. πώς ποτε,
II, 1072 init.; cod. n. 80. πώποτε διαμαρτύρονται
πως οἱ κηρύττοντες, 111, 166 extr., quodamniod.
P.
Ράβδου τοῦ σταυροῦ, I, 1594 init. βάδιον expl.
crucem, 1, 749.
ραδιουργῆσαι τὴν θείαν Γραφήν, ΙV, 332, addendo, denendo, mutando.
βαζειμ expl. I, 533.
ῥαθυμοτέρων, I, 625, eorum, qui aut nesciant
historiam bibl. aut evolvere negligant.
ῥάκη, IV, 1300, Christo nato tribuit.
ῥακὰ ὀνομάζοντα τὸν ἀδελφὸν, 1, 48.
ῥαφαὶμ, 1, 413.
ραχείαν όρους, 111, 1229, pro βαχίαν
ῥαχίαν (montis) υπερκειμένην, eminentem, 111,
βάων, Υ, 89, levis, temerarius.
εαν γῆν πετρώδη, δρειον, ΙV, 771.
ῥέοντος φιλίου πνεύματος, 1V, 558, ad votum spirante.
ρεπούδιον, ΙΙ, 351. Latinum repudium; inter jam
conjuges.
ρεύμασι πλούτου περιῤῥεομένους, ΙV, 922. ρεύμα
τα πλούτου, IV, 565, vel amuentiam, vel cursum
secundum, ut maris, vel, auram secundam; nam
a duobus extremis imaginem repetit. ρευμάτων
πλοῦτον, IV, 983 extr. hic inconstantiam notat.
ρεύσασα νύξ, ΙΙ, 252, quæ fuit, processit, duravil. Aut si πρό est, quasi ex Hebr. προ προσ
ύπου, praesente Christo, sign. abiit, discussa evanuit.
ῥεῦσιν, V, 974, emanationem, quasi seminis, et
e semine propagationem, transitum in aliud individuum.
ῥῆγμα Μελετιανῶν, IV, 361, propria factio. (+-
γματα, ΙΙΙ, 1011, litterarum scissarum lacinias,
particulas.
ῥήματα εναντία, 1, 1185, opp. υποσχέσεις ergo
βήματα hic sunt πράγματα, ut cod. habet, n. 15.
βήματα στεναγμῶν, 111, 996. Hebraica fere structura: genitus, voces cum gemitu editas.
ῥηματίσκια, 1V, 905 intell. insertas paganorum
deorum appellationes.
ῥητὸν ἀνέλαβε, II, 665, Gilum orationis. ῥητὸν, ΙΙ,
896, opp. βάθος, quod vide. Illud sign. historiam,
qualem prima facie exhibent verba. ῥητὸν εὐαγγε
λικόν, ΙV, 10. ῥητῶν ἀποστολικῶν, 18. ῥητὸν, V,
1002, locum, textum. ῥητὸν, διάνοιαν, ν, 1027,
distinguit, ut illud si litteralis vel proprius sensus
col. 1113–1114page 125 of 154
PG 84:1113ῥητῷ ἑνὶ προσεσχηκότες, Ι. 355, ῥή ματι· υἱ 856 ῥητῶν ἐνίων μνησθεὶς; ῥη μάτων. ῥητῷ ἀποστολικῷ, Ι, 906, 1393, ῥητά, ῥητὰ προκείμενα, ῥητὰ τῆς προφητείας, 1, 1010, ῥητῶν λύσιν, λύσιν. ῥητῶν, 1, 764, εἰρημένων, ῥηθέν των. ῥητῶν, 111, 264, 472, ῥητοῖς, ΙΙ, 228, ῥητοῖς ἀπασι, 1, 1521, ῥητοῖς ἀποστολικοῖς, Ι, 970. ῥητοῖς πρὸ τούτου, ΙΙ, 131, ῥητορευούσης, ΙΙΙ, 249, τῆς γλώσσης. ρίζα παράνομος, 1, 277, ρίζα, παράνομος, ρίζαν, ρίζαν ἔχομεν εἰς ἀνάστασιν καὶ σωτηρίαν, 58, κλή ματα τῆς ἀμπέλου. ῥιπίδας καλουμένας, ΙΙΙ, 1496, ρίψας λογισμόν, ΙΙΙ, 1314. ῥοπῇ, ροπὴ θεία, 1212. ροπῆς, 1, 627 637, βοηθείας, ῥοπῆς οὐδεμιᾶς παρελθούσης, 111, 991, ροπὴν, Ρουβείμ, ΙΙΙ, 32, Ρουβὴμ, 1, 106. Ῥουβεὶμ, Ρουβ.μ. 110. ρυθμοῦ δεῖται, ῥύμας καλουμένας, καλουμ. ῥύμματα ἐκ γῆς φυόμενα, 11, 417, ρύποι, ῥυμμάτων δέομαι, 1, 954 ῥυμά των, ξύω, καθάρσεων, ἀποῤῥύψαι, ῥῦσις νυκτερείας, ΙΙ, 232, τοῦ Ζαβουλών, γονοῤῥυή, ῥύσις ρεύσασα. ῥύσεις, οὐ νυκτερείας, ὥρας. Ρωμαίᾳ γλώττη, ΙΙΙ, 783. Ρωμαῖοι πάντες ἀνομαζόμεθα ἀπὸ τῆς Ῥωμαίων πόλεως, ΙΙ, Ρωμαίων πόλεως, ΙΙ, 544, φως, ἄκραν, 1, 435, κεφαλήν, ΙΙ, ρώσεως, ΙΙΙ, ρώννυμι ῥωσθεὶς, 1, 712. ῥωσθεῖσαι, Ι, 1014. Σ Σαβαείμ, σαβεὶρ, 16. ΙΙ, 1276 δυνάμεως. Σαβαΐν γῆν, Σαβαώθ 593. Σάββατον, Σάββατα σαδ βάτων, Σαββατών, Σαβελλισμοῦ, Σαβώρην, ΙΙΙ, β. σαγηνεύουσιν αὐτοὺς οἱ πολέμιοι, 11, 494, σαγήνης (ὑπὸ) 'Αρειανικῆς θηρευθέντα, θηρευθέντα. σαγήνης εἴσω ἐγένετο, 444, σαδαί, σαδηρώθ, Ι, 534. σαλεύει γλώσσαν, 1, 667, κινεί, καὶ σάλπιγγος τοῦ πνεύματος, 206, σανίδες, Ι, 16.5, τῶν στύλων. σαπφώθ τοὺς ὀβελίσκους καλεῖ, 268, τὰς Απφώθ τὰ Σαπφώθ. σαρκικός, ἀνάστασιν σαρκικῇ γλώττη, ΙΙΙ, 407, σωματικῇ, ἀνθρωπίνῃ. σαρκικῶν ἀργίᾳ, ΙΙ. 825, σαρκικῶν παθημάτων, ΙΙΙ, 83 ασώματοι. σαρκικών ζώων, σαρκικῶς γεγέννηκε, σαρκίον ἐκ Μαρίας, 1079, σαρκοφόρον, 50, σαρκοφόρου Θεόν, ΙΙΙ, σάρξ, ΙΙΙ, 82, φρονήματι τῆς σαρκὸς, φρόνημα ψυχῇ λογική. 15, σώμα, 64, σάρξ μου, ἣν ἀναλήψομαι, ἐξ αὐτῶν ἐστιν, ΙΙ, 1555. σὰρξ του Υἱοῦ οὐ κατῆλθεν ἀπ' οὐρανοῦ, 259. σάρξ ψυχὴν ἔχουσα, σάρξ ὁ Λόγοςσὰρξ λογική καὶ ἔμψυχος, ν. 62. σαρκός, 12, σαρκὸς προκαλύμματι, προκαλ. σαρκὸς οὐ κατηγορεί, ΙΙΙ, 391,: σαρκὸς καὶ θεότητος κράσις, 10, σάρκα σαρκὶ δεδομένας νομοθεσίας, 111, 70 σαρκὶ ἔπαθεν ὁ Λόγος, 1146, Λόγος παθεῖν. σάρκα, ΙΙΙ, 441 κατὰ σάρκα, ΙΙΙ, 14, οὐκ ἔστιν εὑρεῖν ἐπὶ τῶν τοῦτο μόνον ὄντων, ὅπερ ὁρῶνται, ὄντες. σάρκα βραχείαν ἔχον όρνεον, 1618, σάρκα ζώσαν καὶ λογικὴν ἀνέλαβεν ὁ λόγος, 3. σάρκα τὸν ἄνθρωπον ὀνομάζειν, ἔθος τῇ Γρα φῇ, Γ, 31. Σάρκας, 15 σάρκας, τοὺς τῇ σαρκὶ δεδουλευκότας, 76. Σάρκωσις εἰ ἔνωσις 100, 101. Σατᾶν, Σατᾶν, Ι, σατανᾶν, ἄρχοντα δαιμόνων, ἀποστά την, σατορνίλου, 291. σατράπαι, σατράπας, τοὺς τοῖς ὑπάρχοις, καὶ στρατηγοῖς ὑποκειμένους, 11, 942. σαυτῷ ἐδέξω τοῦτο, 1035, σαφηνείας, 11, 20, σαφηνείας οὐ δεῖται ὁ νόμος, 1, 264. σαφηνισμού, σαφηνείας δεόμενα, 1, 353, σαφή νείας αρξώμεθα, σαφη νείας μὴ δεῖται, μενον, σαφήνειαν, τεθεικώς, σαφήνειαν των λεγο μένων, ΙΙΙ, δεό σαφῶς, σαφῶς φυ τευόμενον, ΙΙΙ, ακρι βως. σβεννυμένου τοῦ λογισμοῦ, 1, σβέσει τα λυπηρά, ΙΙ. 1541. σβεσθήσεται ἡ τῶν εἰδώλων θεραπεία, ΙΙ, 183,: 185. ἔσβεσεν, σβεσθήσεται ἡ πλάνη, 1207 σέβας, ΙΙ, προς
verbis
et primus, hoc mysticus et de Novo Test. explicandus. ῥητῷ ἑνὶ προσεσχηκότες, Ι. 355, pro ῥήματι· υἱ 856 init. ῥητῶν ἐνίων μνησθεὶς; pro ῥημάτων. ῥητῷ ἀποστολικῷ, Ι, 906, 1393,
apostoli. ῥητά, 1,35, loca Scr. sacr. ubi aliquid
dicitur verbis, quæ ad litteram loquantur, quod
aliter sit interpretandum: ut, cum membra humana Deo tribuuntur. ῥητὰ προκείμενα, 1, 953, verba.
ῥητὰ τῆς προφητείας, 1, 1010, bis, verba. ῥητῶν λύσιν,
vid. λύσιν. ῥητῶν, 1, 764, pro εἰρημένων, ῥηθέν
των. ῥητῶν, 111, 264, 472, verbis. ῥητοῖς, ΙΙ, 228,
verbis. ῥητοῖς ἀπασι, 1, 1521, quæ dixit. ῥητοῖς
ἀποστολικοῖς, Ι, 970. ῥητοῖς πρὸ τούτου, ΙΙ, 131,
verbis prioribus.
ῥητορευούσης, ΙΙΙ, 249, τῆς γλώσσης.
ρίζα παράνομος, 1, 277, origo neranda. Ipsa ρίζα,
paler non erat παράνομος, sed modus suscipiendi.
ρίζαν, IV. 566, peccati, exscindi baptismo, negahant Messal. recte quidem. ρίζαν ἔχομεν (corpus
Christi) εἰς ἀνάστασιν καὶ σωτηρίαν, IV, 58, ut κλήματα τῆς ἀμπέλου. Athan.
ῥιπίδας καλουμένας, ΙΙΙ, 1496, igni animando,
aut refrigerando æstui; non ad voluptatem quidem
ille ascela.
ρίψας λογισμόν, ΙΙΙ, 1314.
ῥοπῇ, 1, 381, auxilio, momento ad victoriam, rom
bori. ροπὴ θεία, I, 334. momentum, inclinatio Dei
ad victoriam, auxilium, III, 475, 419, 1215; IV.
1212. ροπῆς, 1, 627 extr.; III, 637, pro βοηθείας,
ῥοπῆς οὐδεμιᾶς παρελθούσης, 111, 991, momento
horæ. ροπὴν, I, 1645 init., auxilium.
Ρουβείμ, ΙΙΙ, 32, Ruben. Ρουβὴμ, 1, 106. Ρουβείμ, vel Ρουβ.μ. 110.
ρυθμοῦ δεῖται, III, 257, organa musica: ut sit,
qui modos faciat, canat.
ῥύμας καλουμένας, vid. καλουμ.
ῥύμματα ἐκ γῆς φυόμενα, 11, 417, herbas, quibus
purgentur ρύποι, sordes. ῥυμμάτων δέομαι, 1, 954
init.; cod. unus ῥυμά των, quasi a ξύω, libero;
alter, καθάρσεων, quod est glossema. Nam et 939
init. ἀποῤῥύψαι, abluere.
ῥῦσις νυκτερείας, ΙΙ, 232, est interpretatio τοῦ
Ζαβουλών, ex Hebr. 27, quod notat γονοῤῥυή, et
γs, pernoctare. Unde ῥύσις hic non est liberatio,
sed fluxus: quod patet 1° ex etymologia, etsi falsa,
tamen allata; ° et seq. ρεύσασα. Sed legendum
videtur ῥύσεις, plurali, οὐ νυκτερείας, aut hoc pro
substant, accipiendum, genitivo casu, scil. ὥρας.
Ρωμαίᾳ γλώττη, ΙΙΙ, 783.
Ρωμαῖοι πάντες ἀνομαζόμεθα ἀπὸ τῆς Ῥωμαίων
πόλεως, ΙΙ, 544. Græcus imo Syrus, in Syria scribit. Ρωμαίων πόλεως, ΙΙ, 544, Roma.
φως, Hebr. expl. ἄκραν, 1, 435, κεφαλήν, ΙΙ,
ρώσεως, ΙΙΙ, 873, a ρώννυμι firmitatis, potentia.
ῥωσθεὶς, 1, 712. ῥωσθεῖσαι, Ι, 1014.
Σ
Σαβαείμ, pro σαβεὶρ, Var. Lect. Dan. xr, 16. ΙΙ,
1276 init. expl. δυνάμεως.
Σαβαΐν γῆν, expl. Aquila, I, 575.
Σαβαώθ expl. IV, 593.
Σάββατον, ΙV, 351 extr., dies ante Dominicam:
nec tamen de Judæis ibi sermo. Sign. ultimum
septimanæ diem apud Christianos. Σάββατα σαδβάτων, expl. 1, 103, non legit Σαββατών, ut est in
Hebr.
Σαβελλισμοῦ, ΙV, 363. Sabellianismi.
Σαβώρην, ΙΙΙ, 808 extr., Saporem: per β.
σαγηνεύουσιν αὐτοὺς οἱ πολέμιοι, 11, 494, cingendo
omnia et pervestigando: ut Persa Euboeam, vid.
Bus. ad Cornel. Milt.
σαγήνης (ὑπὸ) 'Αρειανικῆς θηρευθέντα, vid. θηρευ
θέντα. σαγήνης εἴσω ἐγένετο, II, 444, ad Christum
versa est, III, 1190, persuasum ei fuit, ut illa crederet et servaret.
σαδαί, Hebr. '70, espl. IV, 395.
σαδηρώθ, expl. Ι, 534.
σαλεύει γλώσσαν, 1, 667, pro κινεί, a quo tamen
per καὶ distingu.
σάλπιγγος τοῦ πνεύματος, ΙV, 206, Paulum.
σανίδες, Ι, 16.5, interpretatio τῶν στύλων.
σαπφώθ τοὺς ὀβελίσκους καλεῖ, II, 268, in LXX,
τὰς Απφώθ legit. τὰ Σαπφώθ.
σαρκικός, ΙV, 128, Christus, vero corpore et post
ἀνάστασιν præditus. Ign. σαρκικῇ γλώττη, ΙΙΙ, 407,
σωματικῇ, ἀνθρωπίνῃ. σαρκικῶν ἀργίᾳ, ΙΙ. 825,
otio ab operibus corporeis et humana spectantibus.
σαρκικῶν παθημάτων, ΙΙΙ, 83 init. corporeis notibus. Opp. enim ασώματοι. σαρκικών ζώων, V,
habentium.
corpus
σαρκικῶς γεγέννηκε, homo hominem peperit,
σαρκίον ἐκ Μαρίας, V, 1079, ex quo Christi
corpus.
σαρκοφόρον, IV, 50, Christum. Ign. σαρκοφόρου
Θεόν, ΙΙΙ, 959, Christum proftentur pii.
σάρξ, ΙΙΙ, 82, distingu. a φρονήματι τῆς σαρκὸς,
inteli. corpus, et φρόνημα ejus, motus corporeus,
non sane e sensu Pauli. V, 3, 8, corpus Christi:
distingu. ψυχῇ λογική. V. 15, pro σώμα, I, 64,
totum hominem cum animo notat. σάρξ μου, ἣν
ἀναλήψομαι, ἐξ αὐτῶν ἐστιν, ΙΙ, 1555. σὰρξ του
Υἱοῦ οὐ κατῆλθεν ἀπ' οὐρανοῦ, IV, 259. Εuseb.
Emes. σάρξ ψυχὴν ἔχουσα, V, 2, corpus, in quo
est animus. σάρξ ὁ Λόγος materialiter ponitur ut
comprehensio personæ Christi, V, 35. σάρξ λογική
καὶ ἔμψυχος, ν. 62. σαρκός, IV, 12, humanæe natura.
σαρκὸς προκαλύμματι, vid. προκαλ. σαρκὸς οὐ
κατηγορεί, ΙΙΙ, 391, Paulus: corpus intell. σαρκὸς
καὶ θεότητος κράσις, V, 10, natura humanæ el
divine. σάρκα semper ponunt, quia sermo et controversia de formatione in utero Mariæ qua corpus.
Animam enim aliunde divinitus arcessebant. σαρκὶ
δεδομένας νομοθεσίας, 111, 70 init. corpore exercendas. σαρκὶ ἔπαθεν ὁ Λόγος, V, 1146, improbat
Euther. ne Λόγος dicatur παθεῖν. σάρκα, ΙΙΙ, 441
init. corpus. κατὰ σάρκα, ΙΙΙ, 14, οὐκ ἔστιν εὑρεῖν
ἐπὶ τῶν τοῦτο μόνον ὄντων, ὅπερ ὁρῶνται, scil.
ὄντες. σάρκα βραχείαν ἔχον όρνεον, II, 1618, corpus.
Hebr. σάρκα ζώσαν καὶ λογικὴν ἀνέλαβεν ὁ λόγος,
V, 3. σάρκα τὸν ἄνθρωπον ὀνομάζειν, ἔθος τῇ Γρα
φῇ, Γ, 31. Σάρκας, IV, 15 extr. corpora. σάρκας,
τοὺς τῇ σαρκὶ δεδουλευκότας, ΙV, 76.
Σάρκωσις εἰ ἔνωσις nil differunt, IV, 100, 101.
Σατᾶν, expl. I, 450. Ibid. intelligit pravam Davidis mentem. Σατᾶν, Ι, 482, seditionis et defectionis auctor. σατανᾶν, ἄρχοντα δαιμόνων, ἀποστά
την, 1V, 789 init.
σατορνίλου, 1V, 291. Saturnini.
σατράπαι, 1, 401, Philistæeorum proceres apud Agsum. σατράπας, τοὺς τοῖς ὑπάρχοις, καὶ στρατη
γοῖς ὑποκειμένους, 11, 942.
σαυτῷ ἐδέξω τοῦτο, V, 1035, hoc tuo jure sumis, ipse ponis, quod tibi nemo concesserit: ipse
commentus es, aus den Fingern gesogen.
σαφηνείας, 11, 20, interpretationis. σαφηνείας
οὐ δεῖται ὁ νόμος, 1, 264. i. e. σαφηνισμού, perspicuitate extrinsecus addita explicatione. Metonymia. σαφηνείας δεόμενα, 1, 353, explicatione. σαφή
νείας αρξώμεθα, II, 1065, interpretationem. σαφη
νείας μὴ δεῖται, IV, 196, interpretatione.
μενον, ΙV, 978. σαφήνειαν, 1, 578, interpretationein
metonymice, addit, τεθεικώς, 1, 602, interpretandi
opus, II, 1593, explicationem. σαφήνειαν των λεγο
μένων, ΙΙΙ, 260, sensum, explicationem.
δεό
σαφῶς, IV, 668 init., plane, perfecte. σαφῶς φυτευόμενον, ΙΙΙ, 62, plane, solide, firmiter, ακρι
βως.
σβεννυμένου τοῦ λογισμοῦ, 1, cessante rationis
usu. σβέσει τα λυπηρά, ΙΙ. 1541. σβεσθήσεται ἡ τῶν
εἰδώλων θεραπεία, ΙΙ, 183, tolletur: p. 185. ἔσβε
σεν, sustulit. σβεσθήσεται ἡ πλάνη, I, 1207 init.
σέβας, ΙΙ, 1674, nens Dei, altari, dicitur προς1
col. 1115–1116page 126 of 154
PG 84:1115ήκειν, σέβας παρὰ πάντων, ΙΙ, 357, ανθρώπινα σέβας προσῆκον ναῷ ἀπονέμομεν, ΙΙΙ, 184; προφήτου ἔσχε, ΙΙ, 1460. σεβασμίαις δυνάμεσι, ΙΙ, 914, σεβαστός Κονσταντίνος, ΙΙΙ, 769, σέβω τοὺς ἄνδρας, σειριάσαντες τὸ ὄνομα, 922 σειρομάσταις, 27, 7, σειρόκοντο δορυμά στην σεῖσαι τὴν πλάνην, σεισμῷ. σεισμόν, τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος, ΙΙ, 1010. σεμνύνειν τὰ μικρά, 11, 1034, σεμνοπρεπείᾳ τῇ σῇ, 1118, σεμνοπρεπείας τῆς σῆς, 1066, μεγαλοπρεπέστατον. ὑμετέρας, 1169. σεμνοπρέπειάν σου, σεμνόφωνον, ΙΙΙ. σεμνύνεσθε ἀπὸ τῶν παθημάτων, μὴ ἀπὸ τῶν χαρισμάτων, ΙΙΙ, 190. σεμνυνόμενος πολεμεῖν, 22, ὡς πολεμῶν. σεμνυνόμενος προλέγειν τὰ μέλλοντα, ΙΙΙ, 944. σεμνυνόμενοι πρόγονον, ΙΙΙ, Σενάτωρ, σεπτίν, ΙΙ, 1652 σεπτὸν ὄνομα, Ι, 1528. 455. σεπτόν, τὸ αὐτοῦ, ΙΙ, 335. σεπτοτάτου, 478 Σερδική, 111, 863, Σαρδική. σεσαρκωμένη θεότης, 1072 σεσιγημένα, σεσυληκέναι ἐκ τῶν θείων λογίων, 827. σεσυληκότες τὸ θεῖον όνομα, 950, θείαν προσηγορίαν σεσυληκότων, σεσυληκότος ευνήν, 440, σεσυλημένοις, σεσύληται παρὰ τῶν θείων λογίων, 1, σῇ ἐλπίδι, Ι, 750, 1467 εἰς σέ. σήν... σῆς. Σηγώρ κατάποσις. σπείρ, ΙΙ, η σηκόν, σηκόν προφητικόν, προφητικόν. σηκὸν σηκὸν τοῦ Βαάλ, 1, 533, σηκόν εἰδωλικόν, ΙΙΙ, 919. σηκὸν τιμώμενον παρὰ τῶν δυσσεβῶν, ΙΙΙ, 945. σηκὸν ἀνήγειρε μάρτυσι, ΙΙΙ, σηκοὶ θεῖοι, σηκῶν εἰδωλικών, ΙΙΙ, 915. σηκῶν θείων, 1, σηκοὺς εὐκτηρίους, εύκτηρ. σηκούς μαρτύρων, 889 ἐκκλησίαις. προφητῶν, ἀποστόλων, μαρτύρων, μαρτύρων, ναοίς, σημαίνεται βαδδεὶμ τὰ βύσσινα, ΙΙ, 1250. έρμη νεύεται σημαίνει. σημαινόμενον, κατὰ τὸν τοῦ εἶναι, τὸ ἀγέννη τον τοῦ γεννητοῦ αἴτιον· γεννητόν άγεν νήτῳ, κατὰ τὸ σημαινόμενον, τοῦ εἶναι, τὸ γεννητόν ἐγέννησε, ἀγέννητος. σημαίνουσαν ταῦτα βίβλον, Ι, 483 σήμαντρα παρθενίας ακήρωτα φυλάξας, 1954, σημασία 1, 230. σημασία πολεμική σάλπιγγος, ΙΙΙ, 258, σημεῖον ἀληθὲς, ἀληθὲς. σημείον Θεοῦ, ΙΙΙ, σημεῖον οὐδεὶς και λεῖ τὸ καθ᾿ ἑκάστην γινόμενον ἡμέραν, ΙΙ, 218. ση μεῖον σωτηρίας, σημείων, σὴν ἐλπίδα, Ι, 645 σήν, 1168 ἀντιγράφει, μεγαλοπρέπειαν σὴν ἁγιότητα, ὑμῶν ὑμετέρα. σὴν ἐπίγνωσιν, Ι, 1266, σου, περὶ σοῦ. σὴν προσκύνησιν, 1, 390, σου, σηπεδόνι Μαρκίωνος, 1246, σήπεις, σὴ προσηγορία, ΙΙ, σηραγγοειδείς, σηραγγώδεις, σῆς ὁσιότητος, 1188. σθένει παντὶ δῆλον, 1, 1271, 6 σθένος. σθένει παντὶ φροντίσαι, 1192. σιγὴν φλύαρον, την σιγήν σιεὶρ τετριχωμένος, ΙΙ, 285. σίκερα, κυρίως τὸ ἐκ φοινίκων πόμα, ΙΙ, 200 σισόη? 1, 207. σιτηρέσια, σιτηρέσια ετήσια, σιτηρέσιον στρατιωτικόν, σιτίου, ΙΙ, σιτοδεία καὶ σπανοσιτία, 1, 108, σιτοδίας, σιτοδείας, 1, 102, σιτοδοχίας, σιτοδοχίας, 1, 102, σιτοδίας, τῷ χάριν, δέχεσθαι λαμβάνειν. σίτον, ἄρτον, Σιών, τὴν ἄνω πόλιν, Ι, 412. Σιών, τῆς, τῇ, τοῦ, δρους. σιωπή τούτου, 83, άρνησις, σκαιώρημα, σκάμματα, ΙΙΙ, σκάμματα, ὑπὲρ τὰ κείμενα, ἡγωνίζετο, ΙΙΙ, 1988, σκάμματα φύσεως υπεραλλομένους 1022 σκάμματα καὶ διαύλους, 103 σκαμμάτων, ΙΙΙ, σκαριφεῦσαι καὶ διαγράψαι τὴν οἰκοδομίαν, ΙΙ, σκάριφον (τον), Ι, 475, τὸν τύπον, ὑπογραμμὸν, σκάφη μεγάλα και μικρά, 509, σκάφη.
ήκειν, arcæ tribuitur, I, 563, idem, quod Deo, p.
566 med., IV, 948, martyrum corporibus tribuit.
IV, 966, Ecclesiæ christianæ exhiberi, dicit, a paganis. 1V, 1010, pie mortuis dedit Deus. σέβας
παρὰ πάντων, ΙΙ, 357, refert inter ανθρώπινα
Christi. σέβας προσῆκον ναῷ ἀπονέμομεν, ΙΙΙ, 184;
προφήτου ἔσχε, ΙΙ, 1460.
σεβασμίαις δυνάμεσι, ΙΙ, 914, angelis.
σεβαστός Κονσταντίνος, ΙΙΙ, 769, ipse ita præscribit.
σέβω τοὺς ἄνδρας, IV, 1078. Diodorum et Theodorum.
σειριάσαντες τὸ ὄνομα, V, 922 extr., aversati,
detestati, exasperati, excandefacti et veluti lymphatici, Sirio tacti abborrentes et respuentes.
σειρομάσταις, 1, 503, breviores hic intell. quam
Num. 27, 7, ubi et var. σειρόκοντο δορυμά στην Ιongiores ostendit; etsi idem verbi in Hebr.
σεῖσαι τὴν πλάνην, IV, 55, convellere. Quia
locutus est de σεισμῷ. Hippol.
σεισμόν, τὸ τοῦ πράγματος μέγεθος, ΙΙ, 1010.
σεμνύνειν τὰ μικρά, 11, 1034, vereri, suspicere,
magni facere.
σεμνοπρεπείᾳ τῇ σῇ, IV, 1118, matronæ scribit. σεμνοπρεπείας τῆς σῆς, IV, 1066, tuam; matrona, cujus conjugem vocat μεγαλοπρεπέστατον.
ὑμετέρας, IV, 1169. matronæ. σεμνοπρέπειάν
σου, IV, 1066, te; matronæ. thy ohy, IV, 1072,
matronæ illustri.
σεμνόφωνον, ΙΙΙ. 760. Isaiam, magnificum ora-
tione.
σεμνύνεσθε ἀπὸ τῶν παθημάτων, μὴ ἀπὸ τῶν
χαρισμάτων, ΙΙΙ, 190. σεμνυνόμενος πολεμεῖν, V, 22,
gravitatem affectans, quasi pugnet cum aliis. Infnit. est pro, ὡς πολεμῶν. σεμνυνόμενος προλέγειν
τὰ μέλλοντα, ΙΙΙ, 944. σεμνυνόμενοι πρόγονον, ΙΙΙ,
Σενάτωρ, 1, 1103, hic proprium nomen.
σεπτίν, ΙΙ, 1652 init. σεπτὸν ὄνομα, Ι, 1528. Christianorum, IV, 455. σεπτόν, τὸ αὐτοῦ, ΙΙ, 335.
σεπτοτάτου, 1V, 478 med.
Σερδική, 111, 863, sphalma, pro Σαρδική.
σεσαρκωμένη θεότης, V, 1072 init. nempe sine
anima huniana, e mente Maced.
σεσιγημένα, 1, 215, vocabula, modos loquendi,
quibus non utatur Scr. sacr.
σεσυληκέναι ἐκ τῶν θείων λογίων, 1V, 827. σεσυληκότες τὸ θεῖον όνομα, IV, 950, dæmones mali, et
p. extr. θείαν προσηγορίαν σεσυληκότων, σεσυληκότος ευνήν, ΙV, 440, adulterum. σεσυλημένοις, ΙV,
752, surreptis e Novo Test a philosophis. σεσύληται (active, Plato), παρὰ τῶν θείων λογίων, 1,
σῇ ἐλπίδι, Ι, 750, 1467 init. pro, εἰς σέ. σήν... σῆς.
Σηγώρ (Zoar), I, 83 expl. κατάποσις. Incolae ejus
oppidi absorpti, hausti dicuntur, cum Sodoma
et Gomorrha, rel. incensæ fuerint. Ib. vid.
pot.
σπείρ, ΙΙ, 885 extr. expl. Hic per η scr.
σηκόν, 1V, 1020, in montibus. nemo philos.
pag. exstruxit; hic sign. cellam ascet. et monast. σηκόν προφητικόν, vid. προφητικόν. σηκὸν
vocat domum, cui suprastarent Philistæi a Samsone
enecti. σηκὸν τοῦ Βαάλ, 1, 533, templum. σηκόν
εἰδωλικόν, ΙΙΙ, 919. σηκὸν τιμώμενον παρὰ τῶν
δυσσεβῶν, ΙΙΙ, 945. σηκὸν ἀνήγειρε μάρτυσι, ΙΙΙ,
1288. σηκοὶ θεῖοι, 1, 94, septa loca sacra, ædes
sacre. σηκῶν εἰδωλικών, ΙΙΙ, 915. σηκῶν θείων, 1,
1196, 1201 extr.; III, 1071, ecclesiis. onxois, I,
1927 med. locis sacris, templis. σηκοὺς εὐκτηρίους,
vid. εύκτηρ. σηκούς μαρτύρων, III, 889 extr.
distingu. ab ἐκκλησίαις.
προφητῶν, ἀποστόλων,
μαρτύρων, ΙV, 207 init. eorum nomine et reliquiis,
si fors tulerit, sacras ecclesias. 1242. μαρτύρων,
{V, 1319, distingu. a ναοίς, ecclesiis, publico et
perpetuo usui destinatis, illi sunt Capellen, oraLoria.
σημαίνεται βαδδεὶμ τὰ βύσσινα, ΙΙ, 1250. έρμη
νεύεται vel σημαίνει. σημαινόμενον, κατὰ τὸν τοῦ
εἶναι, V, 980, hoc explicandum e præc. τὸ ἀγέννητον τοῦ γεννητοῦ αἴτιον· γεννητόν prodit ex άγεννήτῳ, κατὰ τὸ σημαινόμενον, quia, vel quatenus eo
significatur, ei inest, notio τοῦ εἶναι, quod esse
suum habeat τὸ γεννητόν ab eo, qui ἐγέννησε, ipse
ἀγέννητος. σημαίνουσαν ταῦτα βίβλον, Ι, 483 init..
narrantem, exponentem.
σήμαντρα παρθενίας ακήρωτα φυλάξας, 1V, 1954,
natus est Christus.
σημασία (tube), trahitur ad methodum planiorem,
1, 230. σημασία πολεμική σάλπιγγος, ΙΙΙ, 258, classicum.
σημεῖον ἀληθὲς, vid. ἀληθὲς. σημείον Θεοῦ, ΙΙΙ,
809, crucem Christi depictam. σημεῖον οὐδεὶς και
λεῖ τὸ καθ᾿ ἑκάστην γινόμενον ἡμέραν, ΙΙ, 218. ση
μεῖον σωτηρίας, II, 314, crucem, vel alia beneficia
et monitus divinos. σημείων, IV, 1101, lapidum,
milliarium.
σὴν ἐλπίδα, Ι, 645 in te. σήν, IV, 1168 seq. scribit ἀντιγράφει, per μεγαλοπρέπειαν tamen. σὴν
ἁγιότητα, ΙV, 1191 init. ad episc. Rom., sed eidem
ὑμῶν ὑμετέρα. σὴν ἐπίγνωσιν, Ι, 1266, pro σου,
περὶ σοῦ. σὴν προσκύνησιν, 1, 390, pro σου, quæ
tibi reddatur.
σηπεδόνι Μαρκίωνος, ΙV, 1246, errore, hæresi,
vitio, labe.
σήπεις, V, 1012 extr., fatigas, deficere cogis, moraris, ut solvar tædio: vous me faites mourir.
σὴ προσηγορία, ΙΙ, 1525, ut ex te, tuo nomine,
tui cives nominentur.
σηραγγοειδείς, IV, 528, tubulares, fistulares, varie perforatos, transmittendis humoribus.
σηραγγώδεις, ΙV, 651, tubulares, fistulares.
σῆς ὁσιότητος, IV, 1188. Leoni Rom.
σθένει παντὶ δῆλον, 1, 1271, e cod. n. 6 qs. omni
vi apertum, i. c. apertissimum, quam potest evidentissimum. Est dativus a σθένος. σθένει παντὶ
φροντίσαι, IV, 1192.
σιγὴν φλύαρον, IV, 301, Judit Theodor. oxymnoro,
quod Marcus diceret, την σιγήν ista sibi aperuisse.
σιεὶρ (sic, per t), τετριχωμένος, ΙΙ, 285.
σίκερα, κυρίως τὸ ἐκ φοινίκων πόμα, ΙΙ, 200
extr.
σισόη quid? 1, 207.
σιτηρέσια, 11, 1144, cibaria militum, non maritimorum. σιτηρέσια ετήσια, 111, 774, sacerdotibus
constituit Constantinus. σιτηρέσιον στρατιωτικόν,
III, 67 extr.
σιτίου, ΙΙ, 1329, inusitatum singulari.
σιτοδεία καὶ σπανοσιτία, 1, 108, quasi diversa.
lliud majus.
σιτοδίας, vel σιτοδείας, 1, 102, leg. pro σιτοδοχίας, quod vide.
σιτοδοχίας, 1, 102, pro eo leg. σιτοδίας, illa lectio
aptior τῷ χάριν, niam δέχεσθαι est λαμβάνειν.
σίτον, IV, 25, carnem suam dixit Christus: sane
ἄρτον, sed idem est.
Σιών, τὴν ἄνω πόλιν, Ι, 412. Σιών, τῆς, τῇ, IV,
966, debebat τοῦ, scil. δρους. Sed intell. ecclesiam.
σιωπή τούτου, IV, 83, άρνησις, quod subjicitur."
σκαιώρημα, V, 7, cura sinistra, inventum
infelix.
σκάμματα, ΙΙΙ, 1159, lineas stadii, terminum.
σκάμματα, ὑπὲρ τὰ κείμενα, ἡγωνίζετο, ΙΙΙ, 1988,
ultra metam cucurrit, plura præstitit, quam poscebatur. σκάμματα φύσεως υπεραλλομένους
1022 extr. ascetas. σκάμματα καὶ διαύλους, V, 103
init. vid. n. 17. σκαμμάτων, ΙΙΙ, 1205, curriculo.
σκαριφεῦσαι καὶ διαγράψαι τὴν οἰκοδομίαν, ΙΙ,
σκάριφον (τον), Ι, 475, τὸν τύπον, ὑπογραμμὸν,
designationem; den Plan, Grundriss.
σκάφη μεγάλα και μικρά, IV, 509, in mari: ergo
et magna naves σκάφη.
col. 1117–1118page 127 of 154
PG 84:1117σκέμματος γενομένου, ΙΙΙ, 883. σκεπτομένοις διὰ πενίαν τῆς οἰκοδομίας τὴν ἀνα γενομένην. σκεύη 389 ή πνευματική δωρεά. σκεύη ὀργῆς, ἐλέους,? 150. σκεύη του δια βόλου πρῶτα, τους μάγους, ΙΙ, 225. σκεῦος ἀνθρώπειον, σκευωρημάτων καθ' ἡμῶν, 1957, σκέψιν προσκυνητήν, ΙΙΙ, 883. θεωρίαν, λόγον, σκηνή, Ι, 1507, σκηνὴ Θεοῦ, σκηνή Λόγου, 57, σκηνὴν σαρ κός, περιέθηκεν ἑαυτῷ, ὁ Λόγος, 267. σκηνὴν σκηνήν, ν. 116, σκηνῶν ἀπο ἰσχὺν σκηνογράφου, σκήπτρα, φυλάς, ΙΙ, 1555. σκήπτρα ὠνόμασε τὰς φυλάς, ΙΙ, 1553. σκήπτρα Ασίας, 953, σxлΤρα σκήπτρα της μοίρας τοῦ Βάλεντος, ΙΙΙ, 1023. σκιαγραφεί ὁ νοῦς τὴν ἀρετὴν ἢ τὴν κακίαν, σκιαγραφεί τὴν ἁμαρτίαν ἡ συγκατάθεσις φήσας όναρ, ΙΙΙ, 1944. σκιογραφῶν, ΙΙ, 753. σκιογραφούντες, Ι, 1424. σκιρτᾷν τοὺς πώλους, ΙΙΙ, 77, πώλους. σκιρ σκιρτήματα ἐκ τῆς πολυκαρπίας, ΙΙ, 290, σκιρτήματα τῆς ἀκμῆς, ΙΙΙ, 664. σκιρτήματα τῶν παθημάτων, ΙΙΙ, 82. σκιρτήματα κυμάτων, 508. τώντων τῶν παθῶν τοῦ σώματος, ΙΙΙ, 79. σκιώδη περιρραντήρια, Ι, 1364, σκληρότητος τοῦ ὑετοῦ, ΙΙ, 196, σκόπησον, Ι, 983, σκοπητέον τὸ πλῆθος, Ι. σκοποῦ τῆς γραφῆς οὐκ ἐκπεσεῖται, Ι, 1552, παί πολεμικόν, Ι, 442, γνώμην. σκοπὸν χάριτος, ΙΙΙ, σκαλίας, 388, 1219, 1955. τὸν λόγον, σκοπὸν τῆς γραφής, γ, σκοτομήνην 1, 672 σκοτομήνῃ κακῶν, σκότος, 1, 709. θλίψις. 1, 735. κακία 820, κατάπτωσιν. σκυθίζουσιν ἐμοὶ Ἕλληνες, 167, 293 σκυθρωπά λῦσον, Ι, 1179. σκυθρωπά παντοδαπά, ΙΙΙ, 683. σκυλεῦσαι, 1, 138, συλεῦσαι, σκυ λεύσουσι πλοῦτον, ΙΙ, 1665. σκύλοις, 1, 401, τῇ λείᾳ. σκυταλίδες δακτύλων, 535, 753, σκυτοτομικῶν νόμων. 936. σκυτο σκυτοτόμους, σμικρολόγον, 501. πρόνοιαν τὸ σμικρολόγον τῆς σὸν φόβον, Ι, 1468, σου. θεογνωσίαν, σοφία κατασκευασθεῖσα ὑπ' αὐτοῦ σοφίας ποιητὴς καὶ δεσπότης Θεός, ΙΙ, 641, σοφίας δύο, τρείς, Θεοῦ, ΙΙΙ, 171. σοφίζομαι τὸ ποθούμενον, 1212, σçò,
oxapos, IV, 500, navem, magnam in mari:
supra enim, ¿v vnt, et 538.
σκέμματος γενομένου, ΙΙΙ, 883.
oxémηv ɛoù, I, 872, templum.
σκεπτομένοις διὰ πενίαν τῆς οἰκοδομίας τὴν ἀνα60, 11, 1591 init. Si vera lectio est, sign. agitantibus, animo volventibus, decernere volentibus,
Cod. n. 20, oxentóμevos. In hac lectione supplendum, γενομένην.
oxɛvásacbat, interpretatur Symmachus, I, 138.
axevaslav, IV, 728 init. præparationem in cibum, Zurichtung.
σκεύη Davidis, I, 389 expl. ή πνευματική δωρεά.
σκεύη ὀργῆς, ἐλέους, quid? I, 150. σκεύη του δια
βόλου πρῶτα, τους μάγους, ΙΙ, 225.
OXEDOS oixelov, IV, 68, homines, quorum corpus
assumpsisset. Chrys. σκεῦος ἀνθρώπειον, IV, 457,
corpus, in quod agat diabolus. Anti-Christus.
oxevopópol, I, 402, milites subsidiarii, qui impedimenta custodiant.
σκευωρημάτων καθ' ἡμῶν, IV, 1957, molimninum.
σκέψιν προσκυνητήν, ΙΙΙ, 883. θεωρίαν, λόγον,
doctrinam.
σκηνή, Ι, 1507, templum Salom. σκηνὴ Θεοῦ,
σκηνή Λόγου, IV, 57, differunt. Eust. σκηνὴν σαρκός, περιέθηκεν ἑαυτῷ, ὁ Λόγος, IV, 267. σκηνὴν
avo pwnslav auTY REPITE, IV, 877. Christus.
σκηνήν, ν. 116, corpus Christi. σκηνῶν ἀποOTOXwV, III, 97, vita beata in cœlo, 286, sede
cœlesti. oxnvais, III, 1283 distingu. a xali6ats, ut vilioribus, leviusque structis, stramineis cum illæ sint e tabulis. oxŋváç, 1, 671 med.,
sedes, perfugia.
ex, 1, 125. Paulum nominatim, tegumentorum opificem.
oxñvos xalapútatov, IV, 55, humana natura
Christi aut, corpus Mariæ, uterus. Hippol.
axnvoppáçoç, III, 297, Paulus. Consueto humili
nomine vocat, quia ἰσχὺν ei tribuit. σκηνογράφου,
{V, 394. Paulic oxyvoipace &vì, IV, 285, inter
apostolos, Paulo.
σκήπτρα, φυλάς, ΙΙ, 1555. σκήπτρα ὠνόμασε τὰς
φυλάς, ΙΙ, 1553. σκήπτρα Ασίας, III, 953, fratri
dedit Valentinianus, collegæ ascito. σxлTρα
Eupons, III, 1014. Gratianus habuit patre Imp.
vivo, Valentiniano, et patruo Valente, collega inperii. σκήπτρα της μοίρας τοῦ Βάλεντος, ΙΙΙ, 1023.
Theodosio dedit Gratianus.
σκιαγραφεί ὁ νοῦς τὴν ἀρετὴν ἢ τὴν κακίαν, IV,
179, designat, sibi proponit, cogitando et cupiendo. σκιαγραφεί τὴν ἁμαρτίαν ἡ συγκατάθεσις
tou vou, V, 128 et intellectus et voluntas. oxiaypaφήσας όναρ, ΙΙΙ, 1944.
σκιογραφῶν, ΙΙ, 753. σκιογραφούντες, Ι, 1424.
Obs. etiam, ibi non prophetis tribui, sed piis
aliis.
σκιρτᾷν τοὺς πώλους, ΙΙΙ, 77, vid. πώλους. σκιρtav, III, 139, luxuriari, insolescere.
oxipthuatz, 1, 641 med., cupiditatum motus, IV,
644, corporis, vim cupiditatum corporearum et
impotentiam. σκιρτήματα ἐκ τῆς πολυκαρπίας, ΙΙ,
290, insolentia. σκιρτήματα τῆς ἀκμῆς, ΙΙΙ, 664.
σκιρτήματα τῶν παθημάτων, ΙΙΙ, 82. σκιρτήματα
κυμάτων, ΙV, 508.
oxiptñoa, II, 905, insolescere, lascivire. oxipτώντων τῶν παθῶν τοῦ σώματος, ΙΙΙ, 79.
σκιώδη περιρραντήρια, Ι, 1364, typica, Vet.
Test.
σκληρότητος τοῦ ὑετοῦ, ΙΙ, 196, vehementia, ni
mia copia, impetu.
oxλnpúvelv, vid. Indurare; neque enim verbum
expl.
oxólomaç, III, 858, in virgis palmeis, aculeos.
axólonas, IV, 174, vel xólomas, clavos, paxillos.
quibus chorde intenduntur vel remittuntur;
Wirbel.
σκόπησον, Ι, 983, med. σκοπητέον τὸ πλῆθος, Ι.
514, conjectanda, judicanda ex illorum analogiaσκοποῦ τῆς γραφῆς οὐκ ἐκπεσεῖται, Ι, 1552, παί
aliter interpretari voluerit; quia scil. res ipsa
vera. oxonov, 1, 684 in seq. expl. thy tanida sign.
rationem, sein System, Grundsatz, 11, 792. Scripturæ,
sensum, III, 919, sensum, ingenium, mores, studia, I, 351, sententiam, formulam; Grundsatz,
Maxime. III, 1048, decretum, sententiam, quid tacturus esset. IV, 791. twv 0ɛlwv λoyiwy, argumentum, rationem, verum sensum, doctrinam. oxondv
πολεμικόν, Ι, 442, pro, γνώμην. σκοπὸν χάριτος, ΙΙΙ,
629 extr., rationem, conditionem, pómov, formulam, speciem; nil ibi de consilio. oxorov didaσκαλίας, IV, 388, 1219, 1955. τὸν λόγον, rationem,
summam, argumentum. σκοπὸν τῆς γραφής, γ,
1016, morem, usum loquendi. oxonly rapi thy
ohv 080066stav, IV, 1281, amorem tui.
σκοτομήνην expl. 1, 672 init. σκοτομήνῃ κακῶν,
σκότος, 1, 709. θλίψις. 1, 735. κακία expl. I, 820,
expl. κατάπτωσιν.
σκυθίζουσιν ἐμοὶ Ἕλληνες, Anacharsis dixit,
oxv6pwa, I, 597, mala, calamitates, et 578; II,
167, 293 init. σκυθρωπά λῦσον, Ι, 1179. σκυθρωπά
παντοδαπά, ΙΙΙ, 683.
Exubwv, III, 1069 extr., Gothorum.
σκυλεῦσαι, 1, 138, pro eo legitur συλεῦσαι, σκυλεύσουσι πλοῦτον, ΙΙ, 1665.
σκύλοις, 1, 401, pro τῇ λείᾳ.
σκυταλίδες δακτύλων, ΙV, 535, 753, articuli.
σκυτοτομικῶν νόμων. IV, 936. Pauli.
OKUTOτóμos, IV, 943, 944; 1, 334; IV, 692, 837,
840, 869, 899, semper ita Paulum vocat: quia ɔxnval, quas conficiebat, omne tegumentorum genus,
e corio quoque, sign. ut eum habuerit pro eo, quem
nos dicimus, Beutler, Zaschner, malletier. Nam,
stragulas texere, mulierum Inagis opus. σκυτο
Tóμot, 1, 1060. apostoli quidam: nominatim Paulus.
σκυτοτόμους, interpretes suæ voluntatis fecit Deus,
i. e. humiles opifices.
suixoodoylav áɣánŋs, III, 351, parcum amorem.
σμικρολόγον, IV, 501. πρόνοιαν fingunt, qui non
ad omnia eam porrigunt. τὸ σμικρολόγον τῆς
povolas, IV, 691, e doctrina Aristotelis, non ad
omnia eam porrigentis.
quixpolóyws, IV, 485. Deum curare res, quæ
adsint, non ultra lunam, ut Aristoteles docuit.
quixpúvery, II, 1643, Christum, humilem ejus
notionem sibi fingere, deteriorem putare.
Goλoixioμoùç áлLUTIOUS, IV, 839 init. apostolorum orationem haud pure Græcam. Notent male
solliciti!
σὸν φόβον, Ι, 1468, pro σου.
covapetu, Hebr. expl. II, 535.
oopla, I, 175, opificum et artificum. Add. I Cor.
I, 10. oopla, III, 236, 237. Eust. vis et natura
Christi divina: synecdochice, vel e Prov. VIII.
copia et ouvea; distingu. duplici xat, per distributionem. Illa respicit θεογνωσίαν, quam mox dicit, hæc regnandi prudentiam, vel rerum naturalium scientiam. σοφία κατασκευασθεῖσα ὑπ' αὐτοῦ
(tou ɛou Abyou), II, 644_condita: non ipse Adyoş.
σοφίας ποιητὴς καὶ δεσπότης Θεός, ΙΙ, 641, scil. in
hominibus. copia, IV, 554 init., aucupandi arte,
calliditate. σοφίας δύο, τρείς, Θεοῦ, ΙΙΙ, 171.
σοφίζομαι τὸ ποθούμενον, IV, 1212, alio modo
efficere tento et consequi, quod alio modo negatur.
coyioths xaxias, IV, 883, diabolus.
gogos et de malis, I, 429. ¿ σçò, IV, 597, absolute, Salomon; at p. 686. Siracides. copóç TIS,!,
col. 1119–1120page 128 of 154
PG 84:1119σοφών τατον Ελλήνων, σπαθαρίου μεγαλοπρεπεστάτου, 1180, μεγαλοπρεπέστατον. σπάθης οὐλὴν ἐδέξατο, 251.; οὐλὴν ὠτειλὴν σπανίαν, ΙΙΙ, 949 Σπανίας (τὰς) Σπάνοι, ΙΙΙ, 1272 Σπανούς, σπανοσιτία, σιτοδεία. σπάσαντα τῆς νόσου, ΙΙ, 965, σπειρομένην γῆν, Ι, 1442 σπέρμα, ΙΙΙ, σπέρμα κρυπτόμενον, κρυπτόμ. σπέρμα Χριστού, 1, 746 σπέρματι ζωῆς αἰωνίου, σπέρ ματα φυσικά, σπέρματα σωτήρια, τοῦ ὠδίνειν. σπέρματα φυλάσσοντες, ΙΙ, σπέρματα τοῦ ἀγροῦ τῆς Γραφῆς, σπερματικώς, σπερ ματικώς προϋπάρχει ἑαυτοῦ, 986, ἀοράτοις σπερμολόγα τῶν ὀρνίθων, 526, σπήλαια ληστρικά - λῃστρικά, σπήλαια λη στῶν, ΙΙΙ, σπήλαιον, φάτνην. ἐν σπηλαίῳ, σπιθαμῆς μέτρον εἶναί φασιν, 1134,; σπονδὰς παρὰ περὶ εἰρήνης, 1079 σποράδην τίθησι τους χρόνους, 933, σπορέα ἀπέφηναν τον πατέρα, 85, σπουδάζειν αίρεσιν, ΙΙΙ, 882, ἐγείρειν, συν σκευάζειν,: εἰς, περὶ αἴρ. – σπουδάσαι πρὸς ἡμᾶς, ΙΙΙ, 853, ἐλθεῖν. σπῶσιν αὐτὸν, 576, στάδιον, ΙΙΙ, σταδίου λυθέντος • λυθέντος. σταθερά μεσημβρία, ΙΙ, 566, 1428, σταθηρόν, η. σταθμάσθω τὴν νίκην, ΙΙΙ, 1065, τεκμῃράσθω. σταθμοὶ εἴκοσι, 111, 1291, σταθμοῖς πολλοῖς ἀφέστηκε, Ι, σταθμοῖς πολ λοῖς διείργοντο, ΙΙ, 755. σταθμοῖς πολλοῖς ἀφεστήκατε, ΙΙΙ, 364. σταθμοῖς δυσί, ΙΙΙ, 1135. σταθμοῖς πέντε καὶ τριάκοντα ἀφεστηκότας, σταθμούς, στάλικας παγέντας, 613, στασιάζονται. στάσις ἡμετέρα πεπίστευται, 990, στάσιν ζητεῖ 'Αέ τιος, στάσεως, ΙΙΙ, 1050, στάσεως οὐρανῶν ἐπαισθάνονται, ΙΙ, ἐπαισθάν. — στάσει εἰδώλων έδε βήλωσαν τὸν ναὸν, ΙΙ, 719. στάσιν. 265, στάσιν φυλά ξαι, Ι, στάσιν Σαρα κηκῶν, ΙΙ, 608, σύστασιν, σύστημα, τα στάσιν ἐκάλεσε βουλήν, ἁμαρτωλῶν, Ι, 610, μόνιμον διαφθοράν, κίνησιν, στάσιν, βεβαίωσιν, στάσιν ὑπολαβὼν τι μήν, στάσεων τῶν κατ' οίκον, στατήρα, σίκλον, Ι, 374. στατήρων, ΙΙ, 1647, σταυρός· μετὰ τὸν σταυρὸν, Ι, 1383, ἀνα σταύρωσιν. σταυρὸν σωτήριον, Ι, 749. σταυρὸν τε τολμηκόσιν, ΙΙ, 181, τὸ σταυρῶσαι. μετὰ τὸν σταυρόν, ΙΙ, 833, 1553 1652 σταύρωσιν. σταυρὸν τολμηθέντα. ΙΙ, 1240, σταύρωσιν. σταυ ρὸν ζωοποιόν, 1303, σταυροῦ χαιρόν, ΙΙ, 209, σταυρώσεως. σταυροῦ μανίαν, 314, τῆς ἀνασταυρώσεως. σταυρώσαι στέαρ στεγανωτέρους οδόντας, ΙΙΙ, 576, στείρωσις, 87. στεναγμῶν ῥήματα, ῥήματα. στενὸν (εἰς) εἶχον τὰ τῆς προαιρέσεως, ΙΙΙ, 836, στενότητα προθεσμίας, ΙΙΙ, 1050, προθεσμ. στενότητα ἀπογραφής, 1101, βαρύτητα, στενύγρην, στέργειν τὰ γεγραμμένα, 1, 53, 57, σερεὰν πληγὴν, ΙΙ, στερεοῦται τὸ βάπτισμα τῇ παρουσίᾳ τοῦ πνεύ ματος, 1028,: στερεώματος οὐκ ὄντος ἐν τῷ βαπτ. μὴ παρόντος του πνεύμ. στέρησις ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν, ΙΙ, 1689, στέρησις, εξεως ἀποβολή, ν, 982. στερήσεως δηλωτικὸν οὐκ ἔστι τὸ ἄφθαρτον, 983. στέρησιν μὴ προσοῦσαν. 983, στεριφή, ΙΙΙ, 1215 1279. σερίφην, ΙΙΙ, 51. στερίφαι, 17, 921. στερίφαις γυναιξί, ΙΙΙ, 1201. στερίφας, 1409 στείρας; ἀκάρ πους καί στε ρέω, στερνομάντας μάντεις), ΙΙ, 229, εγγαστριμύθους, στερνομάντεις, 281. στεῤῥότητα σην, στεφάνην, στεφανίτης ἡμετέρας φύσεως, 664.; στεφανίτην, ΙΙΙ, στέφανος ἀπὸ τῶν κόπων, ΙΙΙ, 159 στεφάνων ἀξιουμένας, Ι, 1065 βραβείῳ τῆς ἄνω κλήσεως στήλαι ἔμψυχοι τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1164, στήλας φιλοσοφίας, φιλοσοφίας.
291. extr. Auctor libri Sapientia, IV, 1927. σοφών
τατον Ελλήνων, IV, 1084, Homerum; Ulyssen.
σπαθαρίου μεγαλοπρεπεστάτου, ΙV, 1180, e præfectis juridicis hic esse debet: Hofrichter: vocat
enim μεγαλοπρεπέστατον.
σπάθης οὐλὴν ἐδέξατο, 1V, 251. Christus; Gelas.
Cas. Alioqui gladium sign. hic lanceam. οὐλὴν
meton. est minus, ὠτειλὴν alibi nostro.
σπανίαν, ΙΙΙ, 949 extr.
Σπανίας (τὰς) in plur. I, 1425, ulteriorem et citeriorem, III, 451, 772.
Σπάνοι, ΙΙΙ, 1272 init. Hispani. Σπανούς, IIΙ,
σπανοσιτία, vid. σιτοδεία.
σπάσαντα τῆς νόσου, ΙΙ, 965, illo errore infecta.
σπειρομένην γῆν, Ι, 1442 init. Hypall.
σπέρμα, ΙΙΙ, 205, progenies, ex Hebraismo obreKolotou, expl. 1, 746 init.
pente. σπέρμα κρυπτόμενον, vid. κρυπτόμ. σπέρμα
Χριστού, expl. 1, 746 init. σπέρματι ζωῆς αἰωνίου,
IV, 176, corpori, vel humanitati, Christi. σπέρματα φυσικά, I, 681 extr. facilitas insita Deum
agnoscendi. σπέρματα σωτήρια, 1, 1992, doctrinam
Christianam. Ex allegor. τοῦ ὠδίνειν. σπέρματα
φυλάσσοντες, ΙΙ, 434, agrum consitum, segetem,
fucta, scil. semente, jactam. σπέρματα τοῦ ἀγροῦ
τῆς Γραφῆς, V, 962, notiones in Scr. sacra positæ, suggerentes pie philosophandi materiam.
σπερματικώς, V, 972. tanquam in semine. σπερ
ματικώς προϋπάρχει ἑαυτοῦ, V, 986, ut semina
ejus jain adsint in alio: ut in corporibus, quod de
ἀοράτοις recte negatur.
σπερμολόγα τῶν ὀρνίθων, IV, 526, quæ grana
surripiunt.
σπήλαια ληστρικά - vid. λῃστρικά, σπήλαια ληστῶν, ΙΙΙ, 729, Ecclesias proprias, schismaticas.
σπήλαιον, IV, 901, vocat locum, ubi natus Christus: addit φάτνην. ἐν σπηλαίῳ, natus dicitur
Christus; II, 1400, hyperbolice: in obscuro et
amoto deversorii loco.
σπιθαμῆς μέτρον εἶναί φασιν, ΙIII, 1134, semite;
proverbialiter, ut videtur, aut ad certam illam
viam, de qua ibi serino.
σπονδὰς παρὰ vel περὶ εἰρήνης, III, 1079 extr.
σποράδην τίθησι τους χρόνους, II, 933, ordinem
temporum negligit.
σπορέα ἀπέφηναν τον πατέρα, I, 85, e patre filios suscepere.
σπουδάζειν αίρεσιν, ΙΙΙ, 882, scil. ἐγείρειν, συν
σκευάζειν, vel simile: aut, pro, εἰς, περὶ αἴρ. –
σπουδάσαι πρὸς ἡμᾶς, ΙΙΙ, 853, scil. ἐλθεῖν.
σπῶσιν αὐτὸν, IV, 576, acrem.
στάδιον, ΙΙΙ, 1067. Romæ, arena, gladiatorii spectaculi locus. σταδίου λυθέντος • vid. λυθέντος.
σταθερά μεσημβρία, ΙΙ, 566, 1428, pleno, certo
meridie. σταθηρόν, IV, 185, per η.
σταθμάσθω τὴν νίκην, ΙΙΙ, 1065, scil. utrum sit fuLura, necne: τεκμῃράσθω.
σταθμοὶ εἴκοσι, 111, 1291, itineris. σταθμοῖς πολλοῖς
ἀφέστηκε, Ι, 1008, de urbiam intervallo: ut latine castra plura pro diebus itineris. σταθμοῖς πολ
λοῖς διείργοντο, ΙΙ, 755. σταθμοῖς πολλοῖς ἀφεστή
κατε, ΙΙΙ, 364. σταθμοῖς δυσί, ΙΙΙ, 1135. Cyrrhus
distat Antiochia. σταθμοῖς πέντε καὶ τριάκοντα
ἀφεστηκότας, ΙV, 1200, Theodoretum Epheso.
σταθμούς, ΙV, 510, insulas in mari, Stationen,
relais, deversoria.
στάλικας παγέντας, IV, 613, retium perticas.
στασιάζονται. 1V, 810, homines animalium pertinacia et seditione vexantur, eam patiuntur, experiuntur.
στάσις ἡμετέρα πεπίστευται, V, 990, doctrina,
ratio nostra, disciplina, systema. στάσιν ζητεῖ 'Αέ
τιος, certum systema, et sectatores. στάσεως, ΙΙΙ,
1050, locum in templo. στάσεως οὐρανῶν ἐπαισθά
νονται, ΙΙ, 1392, notare videtur firmitatem coli,
quod miseri veluti ruere putent. Alii explicationi -
non congruat voc. ἐπαισθάν. — στάσει εἰδώλων έδεβήλωσαν τὸν ναὸν, ΙΙ, 719. στάσιν. III, 265, drmitatem tenendæ doctrinæ evangelica. στάσιν φυλά
ξαι, Ι, 767 init. manere in vila pia. στάσιν Σαρα
κηκῶν, ΙΙ, 608, ubi agunt. Cod. σύστασιν, quod
est σύστημα, Hebr. τα στάσιν ἐκάλεσε βουλήν,
ἁμαρτωλῶν, Ι, 610, expl. μόνιμον διαφθοράν, et p.
seq. distingu. in mente κίνησιν, στάσιν, βεβαίω
σιν, i. e. initium cupiendi, propositum et perseverantiam volendi et agendi. στάσιν ὑπολαβὼν τι
μήν, 111, 982, quod procul starent, non accederent.
στάσεων τῶν κατ' οίκον, V, 99, litium, discordiarum
in familia.
στατήρα, σίκλον, Ι, 374. στατήρων, ΙΙ, 1647,
nummis, quibus Judas vendidit Christum, tetradrachmis.
σταυρός· μετὰ τὸν σταυρὸν, Ι, 1383, pro, ἀνα
σταύρωσιν. σταυρὸν σωτήριον, Ι, 749. σταυρὸν τετολμηκόσιν, ΙΙ, 181, τὸ σταυρῶσαι. Meton. μετὰ τὸν
σταυρόν, ΙΙ, 833, 1553 init. 1652 pro σταύρωσιν.
σταυρὸν τολμηθέντα. ΙΙ, 1240, pro σταύρωσιν. σταυ
ρὸν ζωοποιόν, III, 1303, mortem Christi. σταυροῦ
χαιρόν, ΙΙ, 209, pro σταυρώσεως. σταυροῦ μανίαν,
II, 314, pro τῆς ἀνασταυρώσεως.
σταυρώσαι reges Josua dicitur, I, 510.
στέαρ expl. benevolentiam, 1, 699.
στεγανωτέρους οδόντας, ΙΙΙ, 576, Armiores, validiores.
στείρωσις, V, 87.
στεναγμῶν ῥήματα, vid. ῥήματα.
στενὸν (εἰς) εἶχον τὰ τῆς προαιρέσεως, ΙΙΙ, 836,
consilii inopes et ancipites hærebant.
στενότητα προθεσμίας, ΙΙΙ, 1050, non remotum
diem, kurze Ansetzung, vid. et προθεσμ. στενότητα
ἀπογραφής, IV, 1101, aut pro βαρύτητα, aut angustum pensionis diem, terminum, notat. Ideo quoque sic vocet, quod angusta regio non capiebat
tantam tributi summam.
στενύγρην, IV, 958, obscure dixit oraculum: ut
et Isthmus, et fretum intelligi posset.
στέργειν τὰ γεγραμμένα, 1, 53, 57, acquiescere
in iis, nil ultra quærere aut comminiscí, neque
allegorias consectari.
σερεὰν πληγὴν, ΙΙ, 1439, violentam, cujus sensus
ac vis diu vigeat, alte penetret.
στερεοῦται τὸ βάπτισμα τῇ παρουσίᾳ τοῦ πνεύματος, V, 1028, et mox: στερεώματος οὐκ ὄντος ἐν
τῷ βαπτ. μὴ παρόντος του πνεύμ.
στέρησις ἀπαρχῶν καὶ δεκατῶν, ΙΙ, 1689, quod
non oferantur e lege. στέρησις, εξεως ἀποβολή, ν,
982. στερήσεως δηλωτικὸν οὐκ ἔστι τὸ ἄφθαρτον, V,
983. στέρησιν μὴ προσοῦσαν. V, 983, quæ indicet,
rem abesse: attributum negativum.
στεριφή, ΙΙΙ, 1215 extr. acutum 1279. σερίφην,
ΙΙΙ, 51. στερίφαι, 17, 921. στερίφαις γυναιξί, ΙΙΙ,
1201. στερίφας, I, 1409 med. Cod. στείρας; ἀκάρπους • forte omisso καί· nam solenne Theodoreto,
synonyma jungere: sed et, rariora vocabula et
formas ponere: unde illud retinendum: a στε
ρέω, sic et 11, 1355.
στερνομάντας (pro μάντεις), ΙΙ, 229, extorum interpretes: aut, εγγαστριμύθους, magis ex Orientis more.
στερνομάντεις, II. 281.
στεῤῥότητα σην, 111, 853, te; Imp. Athanasio.
στεφάνην, IV, 526, iridem in oculis.
στεφανίτης ἡμετέρας φύσεως, ΙV, 664. Christus;
aut, qui pro nobis victoriam retulit, aut active,
qui nos coronat ipse. στεφανίτην, ΙΙΙ, 1456, in colo, post victoriani.
στέφανος ἀπὸ τῶν κόπων, ΙΙΙ, 159 init. laus verborum, στεφάνων ἀξιουμένας, Ι, 1065 init. distingu.
a vita aeterna, βραβείῳ τῆς ἄνω κλήσεως· videlur
ergo notare victoriam martyrii.
στήλαι ἔμψυχοι τῆς ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1164, statuæ,
signa, imagines. στήλας φιλοσοφίας, vid. φιλοσο
φίας.
col. 1121–1122page 129 of 154
PG 84:1121στηλιτεύει, ΙΙΙ, στηλιτεύομεν, στηλιτεύοντας αἵρεσιν λόγῳ, 111, 999, στης λιτεύσητε τὴν αἵρεσιν, 1139. στηλογραφία 1, 687. στηλογραφίας ἐπιγραφὰς, στηρίζεσθαι σίτῳ, ΙΙ, 1638, στῆσαι, στῆσαι τῇ πόλει τὸν κίνε δυνον, στήσαντες τὸν λόγον, ΙΙ, 1052 στήσαντες τὴν ἑρμηνείαν, ΙΙΙ, 39, στήσει τὸ νόημα, ΙΙ, στίξαι χρὴ, ΙΙΙ, στίξαι δεῖ ἐνταῦθα, 427 στίφουσι (τοῖς) τῶν φαρμάκων, ΙΙΙ, 692, στύ σουσι. στοιχεῖα, ΙΙ, στοιχεία παρήγαγεν ὁ Θεὸς, 1, 58. στοιχεῖα μετέβαλε στοιχεῖα τῆς προνοίας, 522, στοιχεία άψυχα, 810, έμψυχα. στοιχείων περιεκτικῶν, στοιχεία περιεκτικά, στοιχείων μέγεθος, 530, ἐπὶ τῇ, στοιχείων ὁμολογίᾳ βαπτίζουσιν, 333. στοιχείοις κελεύων, Ι, στοιχείοις, στοιχούντων τούτων οὕτω, ΙΙΙ, 775, στολὴν ἀξιότητον, στολὴν φύσεως ἡμετέρας περικείμενος, 1, 1006. στολίδες βλεφάρων, στόμα τῆς ἡμετέρας γίνεται φύσεως, ΙΙΙ, 274. στόμα φύσεως, ΙΙΙ, στόμα πλατύ διευρύνων, 17, στόμα, τὸ διδακτικών, 942, διδασκαλίαν, ἐκ στόματος, τὸ πνεῦμα, να στομίῳ τῆς — θαλάσσης, 11, 609. στρατεία συνείλεκτο, ΙΙ, 366, στρατιά. στρατεία τῶν Βαβυλωνίων ήξει, ΙΙ, 947, στρα τιά, κι στρατιάς, στρατ τείας προσβολήν, ΙΙ, 81, στρατιάς. στρατείας τοὺς ἀρίστους, 804, στρατιάς. στρατείας πολλοὺς καταναλώσας, ΙΙ, 1215, στρατιᾶς. μετὰ στρατείας πολλῆς, 11, 1488, στρατιᾶς, στρατείας νωθείαν, ΙΙΙ, 439, στρατιάς. στρατεία, ΙΙ, 804 στρατιᾷ. στρατεία προσφέροντα, ΙΙ, 935, μια στρατιᾷ. στρατεία τὴν πόλιν περιβαλοῦσιν, ΙΙ, 1499 στρατιᾷ, ἐν στρατεία, τεταγμένους, 1176 στρατιᾷ. στρατείαν, ΙΙ, 894, στρατιάν - διὰ τὸ πλῆθος. 1195, στρατιάν, κι 1203 ὁπλιτικήν στρατείαν. στρα τείαν αὐτοῦ διαφθερεί, ΙΙ, 1281 στρατιάν. στρατείαν συναγείρει, ΙΙΙ, 911, στρατιάν. στρα τείαν συναθροίζει, ΙΙ, 1451, στρατιάν. στρατείαι στρατείαι), 590, στρατιαί. στρατηγίας, στρατηγίας ταύτης ἡγεῖται, Ι, 1640, στρα τείας, στρατιάς, στρατηγικής στολής, 647, στρατηγικοῖς νόμοις ὑποκείμενοι, ΙΙΙ, 1180, στρατηγός, ΙΙ, τηγός, στρατηγὸς Χριστοῦ, ΙΙΙ, 438, στρατηγοί, ΙΙΙ, στρατηγοίς ὑπο κειμένους σατράπας. ΙΙ, 942. στρατηλατιανὸν, στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ, 1, 548 στρατιὰν τὴν εἰς Αἴγυπτον, ΙΙ, 587, στρατείαν. στρατιὰν μη νύοντες, ΙΙ, 602, στρατείαν. στρατιαὶ ἐπουράνιοι, Ι, 11. στρατιωτικῆς ἀρχῆς, ἀρχῆς. στρατόπεδον, στρατὸς ὁπλοφόρων, 1, 534, στρατοῦ ἐξ ἐθνῶν, Ι, 739, στρεφομένοις μετὰ σώματος, 90, στρεφομένους ἐν τῷ βίῳ, 111, 1196. στρέφοντα ἐν αὐτῷ αὐτῷ, εὐσεβεῖς λογισμούς, τρέφοντα, Στρωματεὺς Κλήμης, 25, 282, στρωματέων τρίτῳ, 295, στύλους, σανίδας, Ι, 164. στύλους ἀληθείας, συβαριτικῆς τρυφῆς, ΙΙΙ, 1162, συγγεγραφηκότα, 1, 345 συγγένεια θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, 275 οὐσίας, συγ γενείας, συγγενείᾳ συνεχείᾳ, 239, 5. εἰς συγγένειαν οἰκείαν, Ι, συγγένειαν, κηδε στείαν, συγγένειαν ἔχει πρὸς τὴν ἱστος, ρίαν, Ι, ἔοικε συγγένειαν Διαθήκης Παλαιᾶς καὶ Νέας, ΙΙ, 1461. τὴν κάτω συγγένειαν, 59 συγγένειαν κηρυγμάτων, 41, συγγενεῖς ἄνδρας, ΙΙΙ, 1101, συγγενικῶς προσλαμβάνοντα, 972, συγγεννώμενον, συγγνώμην ἔχει, Εχει, 397, συγγνωμονήσει, ΙΙΙ, 592. συγγράμματα, ν, συγγραμάτων μνήμην ἐφύλαττον, ΙΙ, 699. μνήμην συγγραμμάτων τῶν συγγεγραμμένων, συγγραφέων, Ι, 756, 778, 849, 1040. συγγραφῆς, Ι, συγγρα
στηλιτεύει, ΙΙΙ, 449, impietatem eorum omnibus
exponit: eos nolal. στηλιτεύομεν, 1V, 1142, impugnamus, arguimus, turpitudinem ejus nudamus, στη
λιτεύοντας αἵρεσιν λόγῳ, 111, 999, confutantes. στης
λιτεύσητε τὴν αἵρεσιν, IV, 1139.
στηλογραφία expl. 1, 687. στηλογραφίας επιγρα
φάς, iv, 134, in eas scr. Eustath. Ant. Aut in certumn Ps. plures titulos habentem, aut in Psalmos
omnes, qui sic inscriberentur.
στηρίζεσθαι σίτῳ, ΙΙ, 1638, ut Horat. stomacho
fultura. Sed hic ex Hebr.
στῆσαι, 1, 732, fugam sistere, non ut pugnent,
sed ne perniciem evadant. στῆσαι τῇ πόλει τὸν κίνε
δυνον, 111, 1074, avertere: ut Liv. sistere, sisti non
potest. στήσαντες τὸν λόγον, ΙΙ, 1052 init. Ginientes.
στήσαντες τὴν ἑρμηνείαν, ΙΙΙ, 39, intervallo facto et
laxamento ad tempus, tomo secundo. στήσει τὸ
νόημα, ΙΙ, 915, active; sign. obtinebit, defendet
explicationem suam; sin passive: notat, stabit, probanola erit.
στίξαι χρὴ, ΙΙΙ, 48, vid. Ind. Rer. voc. Interpunctio. στίξαι δεῖ ἐνταῦθα, III, 427 init.
στίφουσι (τοῖς) τῶν φαρμάκων, ΙΙΙ, 692, pro στύ
σουσι.
στοιχεῖα, ΙΙ, 307, sol et luna. II, 413, cœlum et
terra. III, 404, coelum et terra, et quæ iis continentur. στοιχεία παρήγαγεν ὁ Θεὸς, 1, 58. στοιχεῖα
μετέβαλε Moses, I, 124, quia corpora mutabat in
alia. στοιχεῖα τῆς προνοίας, IV, 522, signa simplicissima, evidentissima, quæ vel stupidissimos
avertant. στοιχεία άψυχα, IV, 810, ergo et έμψυχα.
Omnia enim corpora creata sic vocat. στοιχείων
περιεκτικῶν, I, 1322 init. intell. coelum et terram,
quæ subinde στοιχεία vocat; περιεκτικά, hanc hominum, illam angelorum sedem: coelum et ea conditione, qua cingit universum. στοιχείων μέγεθος,
II. 530, rerum creatarum. ἐπὶ τῇ, στοιχείων ὁμολο
για βαπτίζουσιν, Helcesaitæ, IV, 333. στοιχείοις
κελεύων, Ι, 285, naturæ omni, ejusque partibus.
στοιχείοις, ΙV, 762, rebus corporeis, creatis corporibus.
στοιχούντων τούτων οὕτω, ΙΙΙ, 775, cum res ita
sese habeat.
στολὴν ἀξιότητον, III, 914, beneficium baptismale.
στολὴν φύσεως ἡμετέρας περικείμενος, 1, 1006.
Christus judicium exercebit.
στολίδες βλεφάρων, IV, 617, contractiones argutz.
στόμα τῆς ἡμετέρας γίνεται φύσεως, ΙΙΙ, 274.
Christus, loquens e persona hominum, transferens
in se de nobis dicenda. στόμα φύσεως, ΙΙΙ, 556.
Christus factus est, ut de se diceret nobis congrua.
στόμα πλατύ διευρύνων, V, 17, effuse contra nos
declamans. στόμα, τὸ διδακτικών, V, 942, de Spir.
sancto e Patre at non per διδασκαλίαν, quæ ad nos
referatur. Sed insistere vult verbis Scr. sanctæ)
persequitur p. seq. ἐκ στόματος, τὸ πνεῦμα, να
στομίῳ τῆς — θαλάσσης, 11, 609.
στρατεία συνείλεκτο, ΙΙ, 366, pro στρατιά.
στρατεία τῶν Βαβυλωνίων ήξει, ΙΙ, 947, pro στρατιά, κι 949 extr. στρατιάς, III, 854, potest proprie
accipi, etsi contra unum hominem missis, 5000
enim fuere: nos dixerimus, ein Detachement. στρατ
τείας προσβολήν, ΙΙ, 81, pro στρατιάς. στρατείας
τοὺς ἀρίστους, II, 804, pro στρατιάς. στρατείας
πολλοὺς καταναλώσας, ΙΙ, 1215, pro στρατιᾶς. μετὰ
στρατείας πολλῆς, 11, 1488, pro στρατιᾶς, στρατείας
νωθείαν, ΙΙΙ, 439, pro στρατιάς. στρατεία, ΙΙ, 804
init. pro στρατιᾷ. στρατεία προσφέροντα, ΙΙ, 935,
μια στρατιᾷ. στρατεία τὴν πόλιν περιβαλοῦσιν, ΙΙ,
1499 med. pro στρατιᾷ, ἐν στρατεία, τεταγμένους,
III, 1176 extr. pro στρατιᾷ. στρατείαν, ΙΙ, 894, pro
στρατιάν - addit enimn. διὰ τὸ πλῆθος. II, 1195, pro
στρατιάν, κι 1203 extr. ὁπλιτικήν στρατείαν. στρατείαν αὐτοῦ διαφθερεί, ΙΙ, 1281 extr. pro στρατιάν.
στρατείαν συναγείρει, ΙΙΙ, 911, pro στρατιάν. στρατείαν συναθροίζει, ΙΙ, 1451, pro στρατιάν. στρατείαι
(imo στρατείαι), 1V, 590, pro στρατιαί.
στρατηγίας, IV, 1105, prefectura provinciæ.
στρατηγίας ταύτης ἡγεῖται, Ι, 1640, aut pro στρατείας, aut pro στρατιάς, aut pleonasmus alterutrius
notionis.
in
στρατηγικής στολής, IV, 647, regia veste,
scena. στρατηγικοῖς νόμοις ὑποκείμενοι, ΙΙΙ, 1180,
episcopalibus, quia sermo de Presb.
στρατηγός, ΙΙ, 999, Serubabel; non rex, III,
905. Jacobus Monachus, in obsessa urbe Nisibi:
quia 1° in muros ascendit; 2° muniri urbem jussit;
3º hostes miraculo repulit, III, 1102. Paulus. otpaτηγός, propheta, I, 568, ante reges; ut Moses, Josua, Samuel, στρατηγὸς Χριστοῦ, ΙΙΙ, 438, Paulus,
quippe et reliquis præfectus. στρατηγοί, ΙΙΙ, 1180,
sacerdotes (in turbis): Presbyteri. στρατηγοίς ὑποκειμένους σατράπας. ΙΙ, 942.
στρατηλατιανὸν, IV, 1135, e magistris militiæ.
στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ, 1, 548 expl. στρατιὰν τὴν
εἰς Αἴγυπτον, ΙΙ, 587, pro στρατείαν. στρατιὰν μηνύοντες, ΙΙ, 602, pro στρατείαν. στρατιαὶ ἐπουρά
νιοι, Ι, 11.
στρατιωτικῆς ἀρχῆς, vid. ἀρχῆς.
στρατόπεδον, IV, 355, cohortem Imp. ubi agebat,
Hof-Lager.
στρατὸς ὁπλοφόρων, 1, 534, cohors pretorianorum, vel satellitum: pauci enim erant. στρατοῦ ἐξ
ἐθνῶν, Ι, 739, turbæ.
στρεφομένοις μετὰ σώματος, V, 90, vacantibus,
deditis corpori. στρεφομένους ἐν τῷ βίῳ, 111, 1196.
στρέφοντα ἐν αὐτῷ (inιο αὐτῷ, εὐσεβεῖς λογισμούς,
II, 1198 med. Cod. τρέφοντα, pene melius.
Στρωματεὺς Κλήμης, ΙV, 25, 282, ubi diserte
dicit, hoc ei cognomen addi; nimirum a Stromatibus, quæ scripsit.
στρωματέων τρίτῳ, 1V, 295, Clemens, Stromatum, l. iur.
στύλους, expl. σανίδας, Ι, 164. στύλους ἀληθείας,
IV, 657, Petr. et Joan.
συβαριτικῆς τρυφῆς, ΙΙΙ, 1162, asceta culpabal
socios, farinam sine furfure edentes, vel subigentes.
συγγεγραφηκότα, 1, 345 med.
συγγένεια θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, ΙV, 275
init. nulla est per se, ob diversitatem οὐσίας, συγ
γενείας, 1, 528 med. amnitatis, conjugii. συγγενείᾳ
corrupte pro συνεχείᾳ, leg. I, 239, n. 5. εἰς συγγέ
νειαν οἰκείαν, Ι, 1566, corpus, in pulverem, terram,
unde sumptum. συγγένειαν, 1, 580 init. pro κηδε
στείαν, afinitatem. συγγένειαν ἔχει πρὸς τὴν ἱστος,
ρίαν, Ι, 851, antea, ἔοικε; eadem fere dicuntur,
qua historia refert. συγγένειαν Διαθήκης Παλαιᾶς
καὶ Νέας, ΙΙ, 1461. τὴν κάτω συγγένειαν, ΙV, 59
med. Christi, quod et nobis, ut homo, sit cognatus. συγγένειαν κηρυγμάτων, IV, 41, convenientiam; ut sibi non repugnent, sed se invicem explicent.
συγγενεῖς ἄνδρας, ΙΙΙ, 1101, e muliebri sexu mis
tas, semiviros, ambiguos.
συγγενικῶς προσλαμβάνοντα, V, 972, quæ sensim
adsciscunt partes ipsorum naturæ similes, homogeneas.
συγγεννώμενον, IV, 757, non cadit in Spir.
sanctum.
συγγνώμην ἔχει, vid. Εχει, IV, 397, tolerari
potest. Meton. ut Thucyd. V. Philol. Paul. p. 240.
συγγνωμονήσει, ΙΙΙ, 592.
συγγράμματα, ν, 46, de uno Evangelio Matthæi.
συγγραμάτων μνήμην ἐφύλαττον, ΙΙ, 699. Judaei.
per volumina. Aut μνήμην sign. perpetuitatem,
aut συγγραμμάτων est τῶν συγγεγραμμένων, rerum ipsarum.
συγγραφέων, Ι, 756, interpretum, 778, 849, 1040.
συγγραφῆς, Ι, 609 extr. Psalmi, Totum librum
Psalmorum si intellexeris: repugnantem sibi Theodoretum habebis; qui Præf. extr. neget, ordinem
temporum servatum in digerendis Psalmuis. συγγρα
col. 1123–1124page 130 of 154
PG 84:1123φῆ παραδοῦναι, ΙΙ, 558. συγγραφὴν καὶ λόγους, ΙΙΙ, 2. συγγραφὴν πᾶσαν αὐτοῦ αὐ τοῦ συνεγράψατο, συγγραφικῶς διηγησάμενος, ΙΙ, 1188, συγκαίειν, ΙΙ, συγκαταβας, συγκατάβασιν, 116, τοῦ Λόγου συγκατάβασιν πρὸς ἡμᾶς, 1050. συγκατάθεσιν τῆς ἁγίας Παρθένου, 140, συγκαταλέγουσι τῇ κακίᾳ, 638, συγκαλύψας, συγκατάρχοι, κατά. συγκατιὼν ἀκοαῖς ἀσθενεστέραις, ΙΙ, 1032. συγκατιόντες τῇ ἀσθενείᾳ, ΙΙ, 1051, 1066 συγκατιόν τας τῇ ἀσθενείᾳ, 143. συγκατορθοί ὁ Θεὸς τὰ τῆς ἀρετῆς, Ι, 1256, συγκείμενον τὸν ὀφθέντα, ΙΙ, 1198, συγκείμενα, ΙΙΙ, κείμενα, συγκεκροτημένην ἐκ πολλῶν, ΙΙ, 16. συγκέχωσται τῇ ἀσαφείᾳ ἡ διάνοια, ΙΙ, 134. σύγκλεισμα, ΙΙ, 454 τοῦ ταφέθ. συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς, ΙΙΙ, σύν, τῆς αὐτῆς. συγκληρωθέντα ἐξ ἀρχῆς τῇ ψυχῇ δαίμονα πονη ρόν, συγκληρωθέντες πενία, 1, 1040, 1, 634. συγκληρώσας αὐτοὺς ταύταις ταῖς συμφοραῖς), Ι, συγκλητικοῖς, 867. της συγ κλήτου. σύγκλητον, 1318. συγκλύδων ἀνθρώπων, 1231, συνη λύδων, συγκρατείται ζωή, 125, συγκρίναι, ΙΙΙ, 1304 συγκρίναι. συγκρίσεις. συγκροτήσω δικαστήριον, ΙΙ, 1366 συγκυριολογεῖται, 1007: κυριολογεί. συγχρησαμένους, συγχρῆσθαι. σύγχρονον τῷ ἔτει, σύγχυσιν, ΙΙΙ, συγχωρήσει (τῇ) 991 ἀφέσει τῶν ἁμαρτημάτων. συγχωρήσει τοῦ Κυρίου ἐν εἶναι δυνηθώσι, χάριτι, συγ χωρούσης τῆς θείας φύσεως, 430, συζῇν δόλῳ καὶ μιαιφονίᾳ, Ι, 970. συζυγία, 1, 64, ζεῦγος, συζυγίας, 287. συζυγίαν οἱκετῶν καὶ δε σποτών, ΙΙΙ, 437, τάξιν. συζώντα πραότητι, ΙΙ, 4403. συζώντες πονηρία, Π. 821, ἀδικίαις καὶ παρανομίαις, ΙΙ, 1451. συζών των δυσσεβεία, 154, πονηρία συνεζηκότας, 130. συζώντων ἐν δυσσεβείᾳ, 1115 ἐν σύν, συζῶσι παρανομίᾳ, δυσσεβείᾳ, ἀρετῇ, συκαμίνους • συκομόρους. συκοφαντία, 1, 1469. συκοφαντίας, ΙΙΙ, συκοφαντίαν φαντασίας, ΙΙΙ, συκοφαντεῖν, συκοφάνταις, 1440, πιστεύουσιν. συκομόρους, Ι, συκαμίνους, συλεῦσαι, σχυλεῦσαι 138, συληθέντα, συλῆσαι εὐνὴν ἀλλοτρίαν, ΙΙ, 809, συλήσαντες ἔλαβον τὸ ὄνομα 1212, ἁρπάσαντες. συλήσαντες προσηγορίαν, ΙΙ, 123, ἁρπάσαντες. συλλαβὰς γραφομένας, ΙΙ, 1173, συλλειτουργόν, ΙΙΙ, συλλειτουργών, συλλογήσασθαι, συλλογισάμενος τὸν βασιλέα, ΙΙΙ, 867, συλλογισθεὶς τῷ δικαίῳ, ΙΙΙ, 1184 συλλογισμὸν ἑκάστῳ κεφαλαίῳ, 4, συλλόγου ἱεροῦ καθηγουμένου, 1, 1374, ὁ λαός. σύλλογον ἀσεβῶν, ΙΙ, συλλόγους πα ρανόμους τῶν αἱρετικῶν, 1, 1064. ἐκκλησίας συλλουκιανιστὰ Εὐσέβιε, ΙΙΙ, 750, συλῶντες τὸν πόνον τῇ διαδοχῇ, 562, συλῶντας τὰς ἀκίδας τῶν παθῶν τῇ διαλέξει, συλῶσι τῇ ψυχ αγωγία τὴν τῶν πόνων βαρύτητα, 1, 613. 10 συλῶσι τὴν βαρύτ. ἑαυτοὺς τῆς βαρύτητος ο συλάν συμβαίνει ταῖς εὐεργεσίαις, Ι, 857, συμβαίνῃ βλάσφημον, 18, 1351, συμβαίνουσαν τῇ ἀσθε νείᾳ, συμβαίνουσαν τῇ προσηγορία τὴν δυνάμεν, Ι, 911, συμβαίνουσαν τῇ δυνάμει αὐτοῦ ὄψιν, Ι, συμβαίνουσαν εἰκόνα, 376. συμβεβηκες πρᾶγμα, τῇ ουσίᾳ, συμβιώσας εὐλαβείᾳ, συμβόλαια δεχόμενον, ΙΙ, 1127, σύμβολον, παναγίαν τροφήν, ἄρτος, καὶ πάλιν. σύμβολον σω τηρίας, συμβόλου ὄνομα τῷ σώματι τέθεικε,
φῆ παραδοῦναι, ΙΙ, 558. συγγραφὴν καὶ λόγους, ΙΙΙ,
244, libros, epistolas, et voce proditam doctrinam,
ut II Thess. I, 2. συγγραφὴν πᾶσαν αὐτοῦ (pro αὐ
τοῦ συνεγράψατο, V, 77, vitam suan, res suas,
casus, facta.
συγγραφικῶς διηγησάμενος, ΙΙ, 1188, Daniel: addit oiovel, quia proprie propheta, non historicus.
συγκαίειν, ΙΙ, 56, adurere, nigros reddere.
συγκαταβας, συγκατάβασιν, V, 116, ut indulserit
sese hominibus, eorum commodis clemens accommodaverit sese; Herablassung. Ita intelligit descensun τοῦ Λόγου e coelo.
συγκατάβασιν πρὸς ἡμᾶς, IV, 1050. Christi, cum
homo fieret.
συγκατάθεσιν τῆς ἁγίας Παρθένου, IV, 140, cum
agnovisset voluntatem et potentiam favoremque
Dei, seque illi permisisset fide et obedientia. Ex
Ambros. versum.
συγκαταλέγουσι τῇ κακίᾳ, IV, 638, pro malis ba
bent.
συγκαλύψας, 1, 1400, simpliciter, omiss. mari
Rubro, quod antea non est nominatum.
συγκατάρχοι, V, 55, una imperat, alias est, incipere, cum κατά.
συγκατιὼν ἀκοαῖς ἀσθενεστέραις, ΙΙ, 1032. συγκατ
ιόντες τῇ ἀσθενείᾳ, ΙΙ, 1051, 1066 init. συγκατιόντας τῇ ἀσθενείᾳ, lii, 143.
συγκατορθοί ὁ Θεὸς τὰ τῆς ἀρετῆς, Ι, 1256, scil.
a piis peracta ipsis.
συγκείμενον τὸν ὀφθέντα, ΙΙ, 1198, ex electro et
igne; habentem ejusmodi formam. συγκείμενα, ΙΙΙ,
371, quæ amplexi probavimus, accepimus, credidimus a Christo nobis tradita et præcepta, a nobis
accepta et promissa. Aut simpliciter pro κείμενα,
quia de ædificio loquitur.
συγκεκροτημένην ἐκ πολλῶν, ΙΙ, 16.
συγκέχωσται τῇ ἀσαφείᾳ ἡ διάνοια, ΙΙ, 134.
σύγκλεισμα, ΙΙ, 454 expl. τοῦ ταφέθ.
συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς, ΙΙΙ,
615 extr. redundat σύν, et jam est in τῆς αὐτῆς.
συγκληρωθέντα ἐξ ἀρχῆς τῇ ψυχῇ δαίμονα πονηρόν, IV, 366, certum ergo aliquem et proprium
cuique. συγκληρωθέντες πενία, 1, 1040, 1, 634.
συγκληρώσας αὐτοὺς ταύταις ταῖς συμφοραῖς), Ι,
1369 extr. qui illas iis inflixit, illis eos subjecit.
συγκλητικοῖς, ΙII, 867. Senatoribus, της συγκλήτου.
σύγκλητον, ΙV, 1318. Senatum.
συγκλύδων ἀνθρώπων, ΙV, 1231, legendum, συνη
λύδων, convenarum; quod semper habet sensum
deteriorem.
συγκρατείται ζωή, V, 125, pane.
συγκρίναι, ΙΙΙ, 1304 med. pro συγκρίναι.
συγκρίσεις. IV, 1061, ut de animo et consilio hom
minumn judicetur.
συγκροτήσω δικαστήριον, ΙΙ, 1366 init. habebo,
solus quidem, Deus.
συγκυριολογεῖται, V, 1007: vid. κυριολογεί.
συγχρησαμένους, III, 781, pro simplici, et mor,
συγχρῆσθαι.
σύγχρονον τῷ ἔτει, II, 677, annum, qui congruat
illi anno.
σύγχυσιν, ΙΙΙ, 553. Sabellii, quod non distinxerit personas, sed unam dixerit, cui varia tribuerentur.
συγχωρήσει (τῇ) II, 991 expl. ἀφέσει τῶν ἁμαρτημάτων. συγχωρήσει τοῦ Κυρίου ἐν εἶναι δυνηθώσι,
III, 848, benefcio, χάριτι, efficientia in illis, συγ
χωρούσης τῆς θείας φύσεως, IV, 430, facta sunt,
quæ passus homo Christus.
συζῇν δόλῳ καὶ μιαιφονίᾳ, Ι, 970.
συζυγία, 1, 64, par animalium, ζεῦγος, συζυγίας,
IV, 287. Simonis Magi. συζυγίαν οἱκετῶν καὶ δεσποτών, ΙΙΙ, 437, τάξιν.
συζώντα πραότητι, ΙΙ, 4403. συζώντες πονηρία,
Π. 821, ἀδικίαις καὶ παρανομίαις, ΙΙ, 1451. συζών
των δυσσεβεία, I, 154, impiorum πονηρία συνεζηκό1124
τας, 130. συζώντων ἐν δυσσεβείᾳ, I, 1115 init.
Pleon. aut ἐν aut σύν, e suppl. συζῶσι παρανομίᾳ,
1, 804, δυσσεβείᾳ, ἀρετῇ, innumeris locis: viventes
pie, impie.
συκαμίνους • vid. συκομόρους.
συκοφαντία, 1, 1469. Passive. συκοφαντίας, ΙΙΙ,
268, crimen sit, si dixerint apostoli, fecisse Deuin,
quod non fecerit; non, ut male fecisse dicant; sed
ut falso, quod factum non sit. συκοφαντίαν φαντα
σίας, ΙΙΙ, 560, errorem Docetarum.
συκοφαντεῖν, V, 20, aliena a causa urgere, male
interpretari adversariorum sententiam, ut habeas,
quod impugnes.
συκοφάνταις, V, 1440, opp. πιστεύουσιν.
συκομόρους, Ι, 1158; II, 238, reliqui int. pro
συκαμίνους, quod habent of O. Earum plena Pala
stina, ibid.
συλεῦσαι, pro σχυλεῦσαι legitur, I, 138, utrumque minus analogice, certe prius.
συληθέντα, ΙV, 1068, agrum vi possessum. συλήσαι εὐνὴν ἀλλοτρίαν, ΙΙ, 809, de adulteris. συλήσαν
τες ἔλαβον τὸ ὄνομα (Dei), I, 1212, dii paganorum:
pro ἁρπάσαντες. συλήσαντες προσηγορίαν, ΙΙ,
123, ἁρπάσαντες.
συλλαβὰς γραφομένας, ΙΙ, 1173, verba, quæ le
gere nemo præter Danielem posset.
συλλειτουργόν, ΙΙΙ, 962, episcopi de episcopo.
συλλειτουργών, ΙII, 741 bis, aliorum episcoporum,
sic sæpius.
συλλογήσασθαι, III, 228, collectam fecisse, vel
facturos.
συλλογισάμενος τὸν βασιλέα, ΙΙΙ, 867, quod argumentis vicerit. συλλογισθεὶς τῷ δικαίῳ, ΙΙΙ, 1184
extr. victus argumentis æqui.
συλλογισμὸν ἑκάστῳ κεφαλαίῳ, IV, 4, collectionem disputatorum synopticam.
συλλόγου ἱεροῦ καθηγουμένου, 1, 1374, sacerdotibus incipientibus; opp. enim ὁ λαός. σύλλογον
ἀσεβῶν, ΙΙ, 1503, ecclesiam paganam. Nam improborum societates multae supersunt. συλλόγους πα
ρανόμους τῶν αἱρετικῶν, 1, 1064. ἐκκλησίας nomi -
nandas negat.
συλλουκιανιστὰ Εὐσέβιε, ΙΙΙ, 750, qui cum Luciano Emeseno faceret. Gov redundat: vel, qui
mecum es illud.
συλῶντες τὸν πόνον τῇ διαδοχῇ, I, 562, levantes
sese mutuo molestia. συλῶντας τὰς ἀκίδας τῶν
παθῶν τῇ διαλέξει, IV, 582 extr. subtrahentes, lenientes, ne sentiantur, efficientes. συλῶσι τῇ ψυχ
αγωγία τὴν τῶν πόνων βαρύτητα, 1, 613. Obs: 10
Hypall. συλῶσι τὴν βαρύτ. pro ἑαυτοὺς τῆς βαρύτη
τος; 2ο συλάν de re acerba et molesta, quam libenter amittas.
συμβαίνει ταῖς εὐεργεσίαις, Ι, 857, dignum,
aptum est, ea decet. συμβαίνῃ βλάσφημον, 18,
1351, sequatur, eliciatur. συμβαίνουσαν τῇ ἀσθε
νείᾳ, 1, 859, aptum, accommodatum (cultum).
συμβαίνουσαν τῇ προσηγορία τὴν δυνάμεν, Ι, 911,
parem. συμβαίνουσαν τῇ δυνάμει αὐτοῦ ὄψιν, Ι,
123, accommodatam ei significanda. συμβαίνουσαν
εἰκόνα, IV, 376. συμβεβηκες πρᾶγμα, opponitur.
τῇ ουσίᾳ, nature absolute, per se exstanti, I, 11.
συμβιώσας εὐλαβείᾳ, V, 52, vivens in timore, aut
pie. συμβόλαια δεχόμενον, ΙΙ, 1127, mare, societati
hominum per navigationem patens.
σύμβολον, IV, 26, 27, corporis sanguinis Chri
sti, vocat panem et vinum in Coena sancta, nempe
exhibendi ea: vocat enin παναγίαν τροφήν, et
expl. e Joan. vi, ubi ipsa Christi caro dicitur
ἄρτος, 1218, panem eucharist. 1251. panem
eucharist. a Christo sumptum in manus, vinum quoque, quia addit, καὶ πάλιν. σύμβολον σω
τηρίας, 1, 502, vocatur filum rubrum, quod Rahab
suspendit pignus salutis, quod videntes eam non
laderent. συμβόλου ὄνομα τῷ σώματι τέθεικε, IV,
20. Christus, in Coena sancta, corpus suum vocavit
panem, Jean. vi (ergo hunc locum expl. de Cana
col. 1125–1126page 131 of 154
PG 84:1125τῷ συμ βόλῳ τοῦ σώματος, αἷμα τὸ σύμβολον ὠνόμασεν, ἄμπελον, σύμβολα τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος 1397 σύμβολα τοῦ δεσποτικοῦ θεώμεθα σώ ματος, ΙΙΙ, σύμβολα θείων μυστηρίων, σύμβολα τοῦ πάθους, πάθος, σύμβολα μυστικά, συμβόλων τοῦ σώματος, αὐτοῦ φανέντος τοῦ σώ ματος, συμβόλοις, συμβουλεύει, ΙΙΙ, 164. 1 συμβουλευθεῖσα — ἀποστῆναι, ΙΙ, 418. συμβουλευθέντος αὐτῇ. συμβουλῆς, Ι, 644, συμβουλίας. συμβουλήν, Ι, 842 1181; ΙΙΙ, 452, συμβουλίαν. συμμαχία 1, 19. συμμαχίαν (Θεοῦ) ἐπὶ τῇ τῶν ἀγαθῶν ἐργα σίᾳ, ΙΙ, 748. συμμεθέξομεν, ΙΙΙ, 354. συμμετασχόντας, ΙΙΙ, 158. σύμμετρα νομοθετεί, ΙΙΙ, 654, τελειότητα, συμμετρούμενος, 38, συμμορφούμενος συμμορίας ἑτέρας υπάρχω, 1072. συμμορίας ἐκ βουλευτικῆς ὁρμώμενος, ΙΙΙ, 1161, συμμορία, συμμορίαν πᾶσαν, ΙΙΙ, συμμορφούμενος, 38, του συμμετρούμενος. συμπαθῶς ἐπὶ τούτοις εκώλυσε, 988. συμπαθής, συμπαθών, ἐπὶ τούτοις ἐκώλ. ταῦτα. συμπαραλαβών μεθ' ἑαυτοῦ τοὺς οἰκτιρμούς, Ι, συμπαρεκτείνωνται τῇ κακία, 296, συμπαρὼν τῷ δικάζοντι, συμπεπλεγμένοι τοῖς πατράσι, ΙΙ, 469 τὴν ἐκείνων πορείαν ὁδεύουσι. συμπέπλεκται, 1104, ενώσει συμπεπλήρωκε την προγραφήν, ΙΙΙ, 16, συμπεριενεχθῶμεν, ΙΗ, 867, τῷ εξετάσαντες, εἴσω τοῦ πράγματος γενώμεθα. συμπεριεψηφίσθημεν αὐτοῖς, 900, συμπέφυκε, ουσίᾳ, συμπέφυεται, ἐν οἷς τὸ οὐκ ἦν, ΙΙ, συμπιπτόντων, ν, δι' ὕμνων, ἐφ' ἑκάστῳ τῶν ψαλμῶν, συμπιστευόμενος λογικῷ ζώῳ Θεός, 1095, συμπληρώσας τὸ διήγημα, ΙΙ, 530, συμπληρωτικὸν τῆς Τριάδος, ΙΙ, 432. Πνεῦμα, συμποδίσαντα, συμποιμαίνουσιν, τοῦ ποιμαίνειν. συμπρόεισι τῷ λόγῳ τὸ πνεῦμα, 757. συμπροσκυνεῖσθαι συμφορὰν (κατά) δεσποτεία, 483. φύσιν, συμφορὰν προξένει, ΙΙΙ, 759, συμφραξαμένων, συμφυής, συμφυΐαν, Ι, 172. συγχύσει. συμφωνηθεῖσα μία γνώμη, ΙΙΙ, 784. συμφωνούσαν τη δεσποτική διδασκαλίᾳ τέθεικε τὴν μαρτυρίαν, ΙΙΙ, συμψηφισαμένου τοῦ Υἱοῦ, ΙΙΙ, 676. σύμψηφον ἔσχε τὸν δεσπότην Χριστόν, ΙΙΙ, 678. σύν, προσκυνεῖν, δοξάζειν, σὺν αὐτῇ φύσει άνθρωπεία) βασιλεύει, σὺν εὐσεβεία τὴν εὐπραξίαν, ΙΙ, είν σύν τῷ ἁγ. Πνεύματι, ΙΙΙ, 962, ἐν Πατρὶ, σὺν τῷ ἡλίῳ, συνάγειν, συνάγειν τὸν κύκλον εἰς δια χιλίους πήχεις. 2000 συνάγειν συνάγεσθαι συναγέννητον, συναγένητον. συναγεννήτου ἐξ ὕλης, ἐξ ὕλης ὑποκειμένης καὶ συν αγέννητου; που ὕλην συναγέννητον, συναγενήτου, συναγωγή συναγωγαί ἐκ τῆς συναγωγής, Απολιναρίου, 1, 363. συναγωγὴν τὴν μητέρα καλεί, ΙΙ, 1327, συναΐδιον τοῦ Πατρός, ΙΙΙ, 544, Πατρί. συναΐδιον Θεοῦ, 386 Θεῷ. συναλίσας, ΙΙΙ, 956. συναλίσας την στρατιάν, ΙΙΙ, 914. συναλισθέντων, συναυλισθ. συναναβῆναι οὐκ ἐᾷ τὸ φρόνημα, 1985, συναναιροῦντας τὰς θείας Γραφάς, ΙΙΙ, 732, συναναλαμβάνοντες, 111, 751, συναναστρέφεσθαι, 1081, ψυχῆς ἐστι, συνάξεις, ἄθεσμοι, συναπέλυσε, ΙΙΙ, 821, συναπέστειλε. συνάπτει τὴν γεγενημένην διαίρεσιν, ΙΙΙ, 165. συνάπτει μίαν ὁμολογίαν, 42, Λόγῳ συναριθμεῖται, συναρίθμησον, 1040, συναριθμήσαι Θεῷ, συναριθμήσεως ονόματος καταξιοίς, 1040,
sancta vid. Ind. Loc.) et in instituenda illa, τῷ συμβόλῳ τοῦ σώματος, panem vocavit corpus. Symbolum ergo panis, sed vere presentis, corporis: ut
vinum sanguinis, de quo nox: αἷμα τὸ σύμβολον
ὠνόμασεν, ut contra semet vitem, ἄμπελον, dixerit,
ob sanguinem fusum, ut ante expl. σύμβολα τοῦ
σώματος καὶ τοῦ αἵματος (Christi), I, 1397 init. in
Cena sancta. σύμβολα τοῦ δεσποτικοῦ θεώμεθα σώ
ματος, ΙΙΙ, 255 init. in Coena sancta. Nil ergo impedit, quominus adsit. σύμβολα θείων μυστηρίων,
III, 1969, panem et vinum eucharisticum. σύμβολα
τοῦ πάθους, IV, 56 (Eustath.), vel ipsum πάθος, vel
ordinem, adjuncta, Umstände. σύμβολα μυστικά,
IV, 125, panis et vinum in Coena sancta. συμβόλων
τοῦ σώματος, III, 238, opus esse post Christi adventum ad judicium negat, αὐτοῦ φανέντος τοῦ σώ
ματος, nempe aspectabiliter. συμβόλοις, 1, 247,
arte divinandi, oninino.
συμβουλεύει, ΙΙΙ, 164. Paulus, 1 Cor. vi. συμβουλευθεῖσα — ἀποστῆναι, ΙΙ, 418. Hypallage, pro
συμβουλευθέντος αὐτῇ.
συμβουλῆς, Ι, 644, pro συμβουλίας. συμβουλήν, Ι,
842 med. 1181; ΙΙΙ, 452, pro συμβουλίαν.
συμμαχία Dei contra feras et noxia iuvocanda,
1, 19. συμμαχίαν (Θεοῦ) ἐπὶ τῇ τῶν ἀγαθῶν ἐργα
σίᾳ, ΙΙ, 748.
συμμεθέξομεν, ΙΙΙ, 354. συμμετασχόντας, ΙΙΙ, 158.
σύμμετρα νομοθετεί, ΙΙΙ, 654, mediocria, ab onnibus praestanda, non τελειότητα, paupertatem vοluntariam.
συμμετρούμενος, V, 38, idem, quod συμμορφούμενος in marg. quæ glossa est.
συμμορίας ἑτέρας υπάρχω, ΙII, 1072. Arianus
sum, numero, coetu, diverso a vobis. συμμορίας ἐκ
βουλευτικῆς ὁρμώμενος, ΙΙΙ, 1161, genere senatorio
ortus. Nec tamen familiam notat συμμορία, sed
corpus, ordinem; unde minus congrue dictum,
quasi, e senatu oriundus. συμμορίαν πᾶσαν, ΙΙΙ,
1212 extr. medicorum, quotquot aderant.
συμμορφούμενος, V, 38, glossa του συμμετρούμενος.
συμπαθῶς ἐπὶ τούτοις εκώλυσε, ii, 988. Pro
sdjectivo συμπαθής, vel verbo, συμπαθών, misericordia motus. Neque enim jungi liceat, ἐπὶ τούτοις
ἐκώλ. pro ταῦτα.
συμπαραλαβών μεθ' ἑαυτοῦ τοὺς οἰκτιρμούς, Ι,
957, adhibens robur cohortationi suæ. (Siquidem
sana lectio).
συμπαρεκτείνωνται τῇ κακία, ΙI, 296, una cum
vitæ cursu longiori.
συμπαρὼν τῷ δικάζοντι, cum accusatrice stans
coram judice, IV, 617.
συμπεπλεγμένοι τοῖς πατράσι, ΙΙ, 469 expl. τὴν
ἐκείνων πορείαν ὁδεύουσι. συμπέπλεκται, V, 1104,
de ενώσει ponit Apoll. damnat Theodor.
συμπεπλήρωκε την προγραφήν, ΙΙΙ, 16, Anivit.
συμπεριενεχθῶμεν, ΙΗ, 867, est consequens τῷ
εξετάσαντες, ergo debet esse, rem discamus, per
omnia ducamur universi: pour être au fait, εἴσω
τοῦ πράγματος γενώμεθα.
συμπεριεψηφίσθημεν αὐτοῖς, ΙII, 900, occupati
fuimus illis tractandis, examinandis, monendis,
damnandis, rel.
συμπέφυκε, IV, 386, una est, in una ουσίᾳ, nec
tempore posterius.
συμπέφυεται, ἐν οἷς (pro Dativo simplici) τὸ
οὐκ ἦν, ΙΙ, 736, sine iis intelligi nequit.
συμπιπτόντων, ν, 77, aut jungendum sequenti,
δι' ὕμνων, hymnis rei congruis; aut præcedenti,
ἐφ' ἑκάστῳ τῶν ψαλμῶν, in unoquoque psalmo,
qui illi rei conveniat, respondeat. Sed n. 3, correctius ista leguntur.
συμπιστευόμενος λογικῷ ζώῳ Θεός, V, 1095,
quem credamus simul esse bominem verum.
συμπληρώσας τὸ διήγημα, ΙΙ, 530, cum finisset.
συμπληρωτικὸν τῆς Τριάδος, ΙΙ, 432. Πνεῦμα,
Spir. sanct. qui seu tertia persona pertinet ad Tri
nitatem, eamque velut absolvit.
συμποδίσαντα, II, 1361 extr. qui coercui, castigavi, disciplinam adhibui.
συμποιμαίνουσιν, IV, 558, pastorum caues, qua
custodiam, quæ est pars τοῦ ποιμαίνειν.
συμπρόεισι τῷ λόγῳ τὸ πνεῦμα, IV, 757.
συμπροσκυνεῖσθαι de Christo homine reprehenditur, V, 31.
συμφορὰν (κατά) δεσποτεία, IV, 483. quia sic
sors tulit, cum ante non esset, opp. φύσιν, qua
sumus Dei servi. συμφορὰν προξένει, ΙΙΙ, 759, do
lorem movit.
συμφραξαμένων, IV, 1314, cum se armassent,
satellitibus stipassent.
συμφυής, συμφυΐαν, Ι, 172. Apollin. de anima
et corpore sociatis sine συγχύσει.
συμφωνηθεῖσα μία γνώμη, ΙΙΙ, 784. συμφωνούσαν
τη δεσποτική διδασκαλίᾳ τέθεικε τὴν μαρτυρίαν, ΙΙΙ,
556. Paulus, vaticinium Ps. vu, ita explicavit, ut
Christus explicat.
συμψηφισαμένου τοῦ Υἱοῦ, ΙΙΙ, 676. Patri, ut
essem apostolus.
σύμψηφον ἔσχε τὸν δεσπότην Χριστόν, ΙΙΙ, 678.
Pater, in decretis suis.
σύν, duo diversa notare debet; V, 43, hinc adjungi
vetatur vocabulis προσκυνεῖν, δοξάζειν, de Christo
homine. σὺν αὐτῇ φύσει άνθρωπεία) βασιλεύει,
(Christus,) I, 1390, i. e. juncta ea divinitati suæ
in una persona. σὺν εὐσεβεία τὴν εὐπραξίαν, ΙΙ,
521, promittit, si pie vivant. Possit et notare: είν
mul restitutionem et conservationem cultus veri. σύν
τῷ ἁγ. Πνεύματι, ΙΙΙ, 962, vid. ἐν Πατρὶ, ibid. σὺν
τῷ ἡλίῳ, V, 952, non separatim ab eo, sed ibidem
ex eodem momento, ubí sol, sic mox repetit de
unguento.
συνάγειν, ΙV, 245 extr. conventus sacros agere
in ecclesiis. Greg. Naz. συνάγειν τὸν κύκλον εἰς δια
χιλίους πήχεις. II, 1026, ut omnis ambitus ejus
haberet 2000 cubitos. συνάγειν pro συνάγεσθαι
συναγέννητον, ΙII, 750, Filium Patri dicebant
quidam; voluerunt συναγένητον. συναγεννήτου ἐξ
ὕλης, ΙV, 511, Deum fecisse omnia, dicebat Hermogenes. Jungendum, ἐξ ὕλης ὑποκειμένης καὶ συν
αγέννητου; που quo præter ὕλην aliud sit συναγέν
νητον, forte legendum, συναγενήτου, etsi permiscentur hæc duo semper fere.
συναγωγή et συναγωγαί aquarum quo discrimine? ἐκ τῆς συναγωγής, Απολιναρίου, 1, 363.
συναγωγὴν τὴν μητέρα καλεί, ΙΙ, 1327, Judzorum:
quia docebat reliquos et formabat. Singulari usus,
intell. Synedrium Hierosot. corpus sacerdotum et
Theologorum.
συναΐδιον τοῦ Πατρός, ΙΙΙ, 544, pro Πατρί. συναίδιον Θεοῦ, IV, 386 init. pro Θεῷ.
συναλίσας, ΙΙΙ, 956. συναλίσας την στρατιάν, ΙΙΙ,
914. συναλισθέντων, vid. συναυλισθ.
συναναβῆναι οὐκ ἐᾷ τὸ φρόνημα, III, 1985, superbire ob virtutis, quo evasit, fastigium.
συναναιροῦντας τὰς θείας Γραφάς, ΙΙΙ, 732, repugnantes iis, per dogmata sua tollentes: quia aut
hæc, aut illas, falli oportet.
συναναλαμβάνοντες, 111, 751, una complexi.
συναναστρέφεσθαι, V, 1081, ψυχῆς ἐστι, ut in
corpore, per corpus, etsi non adspectabilis, versetur inter homines, seque per opera exserat.
συνάξεις, ΙV, 1330, celebrationes Conæ sacra
cum alia liturgia: populum eo negant convenire;
ideo vocantur ἄθεσμοι, illegitimæ.
συναπέλυσε, ΙΙΙ, 821, pro συναπέστειλε.
συνάπτει τὴν γεγενημένην διαίρεσιν, ΙΙΙ, 165.
συνάπτει μίαν ὁμολογίαν, V, 42, Christum ut unum
celebrat, non una cum Λόγῳ Jesum.
συναριθμεῖται, συναρίθμησον, V, 1040, eodem
honore cole, quo Deum; et mox, συναριθμήσαι
Θεῷ, pari cultu prosequi, Deo pares habere.
συναριθμήσεως ονόματος καταξιοίς, V, 1040, eodem nomine, quo Deum, vocas: Dei nomen et ipsi
reddis.
col. 1127–1128page 132 of 154
PG 84:1127συναρμόττειν, συνασπιεῖ τοῖς λόγοις, 37, ὑπερασπίζειν, συνασπισμόν, ΙΙ, συναυλισθέντων, 818, συναθροισθέντων, συναλισθέντων συνάφεια σχετική, σχετική. συνάφεια, 10, ενώσει. ὑποστατική, σχετική, συνάφεια, Ένωσις, συνάφεια ει σύνοδος 14. συνάφεια, 19, συνάφειαν, ΙΙ, 13 συνάφειαν πεπί στευται τὸ στῆθος, συνάφειαν καὶ γάμον, 69, γαμικὴν συνάφειαν. συνάφειαν δευτέραν, 469, συνάφειαν, ἕνωσιν. συνάφειαν ἡμῖν δίδωσιν, 1109, οὗ ἐστι σῶμα· πρὸς ἐκεῖνον. συναφείας γαμικής, ΙΙΙ, 188, 969, συναφθεὶς ὅλος αὐτὸς τούτῳ, 459 σκεῦος ἀνθρώπειον, συναφθεῖσαν, ΙΙ, 82, 6, συνταφεῖσαν. συναφθῆναι, ΙΙΙ, συναχθήσεται "Αρειος μεθ᾿ ἡμῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, συνάψει ἑαυτῷ τὴν φύσιν ὁ Μονογενής, καὶ ἑνώσει, συνδεδραμήκειμεν, 1030, συνδεήθητε, συνδέθητε, ΙΙ, 1567, σύνδεσμος συν δουμένη κτίσις σύνδεσμος σύνδεσμος, καὶ, και συνδιαιτώμενος τῷ θείῳ Πνεύματι ἄνθρωπος. συνδοξάζεσθαι συνδουμένη ἡ κτίσις, σύνδεσμος. συνδοῦσιν συνδέουσιν) αἱ γωνίαι τοὺς οἴκους, συνδραμεῖν τὴν σύνοδον, ΙΙΙ, 892. συνδραμόντος αὐτοῖς δαίμονος, ΙΙΙ, 958. βοηθήσαντος, συνεργήσαντος. συνδρομής, ΙΙΙ, σύνδρομον, 1147. σύνδρομον τῇ βουλήσει δύναμιν, Ι, 1233,: 1° σύνδρομον ἔχει τῇ γεννήσει τὴν τελειότητα, ΙΙΙ, 593, γέννησιν. σύν δρομον τὴν δύναμιν ἔχουσα ἡ ἐντολή, 921, συνέβαινε τῇ γνώσει τῆς φύσεως, ΙΙΙ, 42 συνέβαινον τῷ γένει, Ι, 10, συνέβησαν, σύνοδον ὑποστάσεων. συνεγείροντα πλοῦτον, ΙΙΙ, 1207, συναγείρ., συνέγραψεν, συνεδημιουργήθη, συνέδριον, ΙΙΙ, 802, 335, 353, συνέδριον, συνέδριον ἐπισκόπων, 1322. συνέδριον τῆς συνόδου, ΙΙΙ, σύνοδος συνέδριον πλεονάζει συνέδριοις, ΙΙΙ, συνεζύγη πνεύματι πονηρῶ, Ι, 1440, συνεζευγμένος ἀσθενείᾳ, Ι; 485. συνεζευγμένη τοῖς ἀγηράτοις αἰῶσι, ΙΙΙ, 596, ή Καινή Διαθήκη, συνεζευγμένοι πενία, ΙΙΙ, 469. συνέζευκται τοῖς ἐρασταῖς τοῖς ἀρετῆς, 1474, συνέζευκται τῷ νόμῳ καὶ φυλακὴ καὶ παράβασις, ΙΙΙ, δυνατά. συνέζευξαν τῶν ἑαυτῶν προσώπω ἀλαζονείαν, Ι, καὶ ἐνταῦθα δίκην σου. τῶν μισούντων σε. τῷ Θεοῦ προσώπω. ἀλαζονεία 13, ἑαυτοῦ, αὐτοῦ, τοῦ Θεοῦ. συνω ἐζευξεν τῇ πίστει τὴν τοῦ νόμου προσηγορίαν, ΙΙΙ, 45, συνέζευξε τοῖς μὲν πλοῦτον, 571, συνέκλ. συνεζηκότας πονηρία. Ι, 130 συνεθήρευσε, ΙΙΙ, συνέθλασε μοχλούς, 1, 1066, συνειδήσεως αἰσχρᾶς ἀποσπάσωμεν αὐτοὺς, ΙΙΙ, αἰσχρᾶς, οιήσεως, συνειληχότας πᾶν εἶδος ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1105, συνειληχότος πᾶν εἶδος φιλοσοφίας, 1166. συνειλοχώς, ΙΙΙ, 1951, συνειληχώς. συνεῖναι, 1, 916 919 συνιέναι. 2, ἀπεῖναι ἀπιέναι. συνεισαγούσης ἑαυτῇ οὐδὲν, 980, έξις, συνεισέφερε πόνον, ΙΙΙ, 224, σύν. συνεισήνεγκεν αὐτὸς, ΙΙΙ, 642, χάριν τυχών τῆς χάριτος, την πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην προσήνεγκεν. συνεισφέρει, Υ, συνεισφέρειν τὸν πόνον, καὶ οὕτω λαβεῖν τὴν χάριν, ΙΙΙ, 662. συνεισφέρων τὰ παρ' ἑαυτοῦ, Ι, τὰ παρὰ σαυτοῦ, ΙΙ, 705. συνεισφέροντας τὰ παρ' ἑαυτῶν. συνεισφέρειν συνεισφορά πλειόνων κατορθωμάτων, Ι, 1512, συνεκδραμούσης τῆς χάριτος τῇ τοῦ Ἰωάννου γεν νήσει,
συναρμόττειν, ΙV, 110, miscere, confundere.
συνασπιεῖ τοῖς λόγοις, V, 37, defendet, probabit
doctrinam nostram. Frequentius, ὑπερασπίζειν, vel
in medio.
συνασπισμόν, ΙΙ, 1390, aciem, scutis consertis.
συναυλισθέντων, III, 818, pro συναθροισθέντων,
vel συναλισθέντων: hoc videtur præferendum.
συνάφεια σχετική, vid. σχετική. συνάφεια, V, 10,
distincta ab ενώσει. Hæc ὑποστατική, illa σχετική,
p. 8. συνάφεια, minus quam, Ένωσις, V, 13 scil.
societas et communio dignitatis et status. συνάφεια
ει σύνοδος nil differunt, V, 14. συνάφεια, V, 19, al.
ut duo diversi coeant in societatem et consortium.
συνάφειαν, ΙΙ, 13 rel., concubitum. συνάφειαν πεπί
στευται τὸ στῆθος, II. 1090, manuum: durius dictum. συνάφειαν καὶ γάμον, III, 69, pro, γαμικὴν
συνάφειαν. συνάφειαν δευτέραν, IV, 469, matrimonium. συνάφειαν, IV, 1979. Nestorius dicit, non
ἕνωσιν. Cyr. συνάφειαν ἡμῖν δίδωσιν, V, 1109, Christi corpus cum ipso. Apollinarista. Sequitur, οὗ
ἐστι σῶμα· supple antea, πρὸς ἐκεῖνον. συναφείας
γαμικής, ΙΙΙ, 188, 969, concubitu.
συναφθεὶς ὅλος αὐτὸς τούτῳ, IV, 459 extr. diabo
lus Antichristo; an, ut personam cum eo faciat
unamn? Sane supra illum hominem vocavit ejus
σκεῦος ἀνθρώπειον, pag. 458. Sed tota res commentitia. συναφθεῖσαν, ΙΙ, 82, n. 6, pro συνταφεῖσαν.
Hoc praeferendum, quia alludit ad Rom. v, et
alias mortis imagines ponit. συναφθῆναι, ΙΙΙ, 69,
de conjugali copula. IV, 438, concumbere.
συναχθήσεται "Αρειος μεθ᾿ ἡμῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ,
III, 786 (de uno homine); veniet in ecclesiani,
Coena sacra utetur.
συνάψει ἑαυτῷ τὴν φύσιν (hominum) ὁ Μονογενής,
καὶ ἑνώσει, 1, 23. Est illud, quod notat Cyrillus,
in Anathem. (T. V. p. 13.)
συνδεδραμήκειμεν, III, 1030, convenimus.
συνδεήθητε, var. lect. pro συνδέθητε, ΙΙ, 1567,
Zeph. 11, 2.
σύνδεσμος naturæ univers homo, I, 30, quia in
ejus usum omnia congregata redeunt. Hinc et συνδουμένη in illo κτίσις dicitur, ib. etiam quod ex
omnibus in eo sit aliquid. σύνδεσμος expl. I, 491,
535. σύνδεσμος, καὶ, (conjunctio, non diversa distinguit; 1, 859 init., sed eosdem varie proponit cum
variatione: unde et Symm. et Aquila και habent,
I, 838, sana et hermeneutica observatio, tantum
quod illo loco indigna, ubi nemo laboret.
συνδιαιτώμενος τῷ θείῳ Πνεύματι ἄνθρωπος. 1V,
256, Eust. humana natura Christi, juncta divinæ,
et cum ea agens in cœlis.
συνδοξάζεσθαι de Christo homine improbatur, V,
συνδουμένη ἡ κτίσις, vid. σύνδεσμος.
συνδοῦσιν (pro συνδέουσιν) αἱ γωνίαι τοὺς οἴκους,
II, 1574 extr.
συνδραμεῖν τὴν σύνοδον, ΙΙΙ, 892. συνδραμόντος
αὐτοῖς (Judais) δαίμονος, ΙΙΙ, 958. βοηθήσαντος,
συνεργήσαντος.
συνδρομής, ΙΙΙ, 799, e Latino sensu, concursatione, i. e. studio, opera, allegatione, ambitione.
σύνδρομον, V, 1147. extr. aptum. σύνδρομον τῇ
βουλήσει δύναμιν, Ι, 1233, Deus habet: 1° parem,
2° parentem exsequendo illam statim, II, 1120.
σύνδρομον ἔχει τῇ γεννήσει τὴν τελειότητα, ΙΙΙ, 593,
statim ut generatus est, per ipsam γέννησιν. σύν
δρομον τὴν δύναμιν ἔχουσα ἡ ἐντολή, V, 921, ut
statim fiat, quod voluerit.
συνέβαινε τῇ γνώσει τῆς φύσεως, ΙΙΙ, 42 init. Lex
Mosis; opp. ea, quæ addita fuerint qua Judæos solos. Sign. ergo, non ultra progrediebantur illa præcepta. συνέβαινον τῷ γένει, Ι, 10, similiter sentiebant et vivebant. συνέβησαν, V, 6, juncta sunt,
in unum suppositum sociatæ: quam mox vocat
σύνοδον ὑποστάσεων.
συνεγείροντα πλοῦτον, ΙΙΙ, 1207, pro συναγείρ.,
ut forte legendum.
συνέγραψεν, ΙV, 701, de re una et singulari,
quam ponat in libro, obiter, et commemoret.
συνεδημιουργήθη, 1, 46, eodem modo creatus est,
ut inter illos, iis æqualis et similis, versaretur.
συνέδριον, ΙΙΙ, 802, concilium. IV, 335, 353,
1100, 1314. συνέδριον, IV, 1091, conventum eriditorum, philosophorum et rhetorum. συνέδριον
ἐπισκόπων, ΙV, 1322. συνέδριον τῆς συνόδου, ΙΙΙ,
874, 875, cum Patres congregati conventum agerent. σύνοδος hic sunt episcopi: συνέδριον est deliberatio, conventus, Session. Aut πλεονάζει alterutrum. συνέδριοις, ΙΙΙ, 773, conciliis epp.
συνεζύγη πνεύματι πονηρῶ, Ι, 1440, Saulus.
συνεζευγμένος ἀσθενείᾳ, Ι; 485. συνεζευγμένη
τοῖς ἀγηράτοις αἰῶσι, ΙΙΙ, 596, ή Καινή Διαθήκη,
duratura æternum. συνεζευγμένοι πενία, ΙΙΙ, 469.
συνέζευκται τοῖς ἐρασταῖς τοῖς ἀρετῆς, I, 1474, calamitates. συνέζευκται τῷ νόμῳ καὶ φυλακὴ καὶ
παράβασις, ΙΙΙ, 50, relata sunt, ab ea ponuntur, ut
δυνατά. συνέζευξαν τῶν ἑαυτῶν προσώπω ἀλαζο
νείαν, Ι, 1154 extr. Obscura sententia: proprie
sit loquuntur ita ac si ipsi ostentatores sint, non
illi. At hoc contextus non patitur. Dicit, καὶ ἐνταῦ
θα • Ergo jam ante idem fecere, v. 22, ubi dicunt,
δίκην σου. Sic et hic, τῶν μισούντων σε. Sed debehat, τῷ Θεοῦ προσώπω. Nec ratio congruit, ut propter illos, non per se, auxilium poscant. Sensus
esse videtur: ἀλαζονεία erat in Deum: pii auten
interpretantur et in ipsos factam. Prætulerim e
cod. n. 13, ἑαυτοῦ, pro αὐτοῦ, scil. τοῦ Θεοῦ. συνω
ἐζευξεν τῇ πίστει τὴν τοῦ νόμου προσηγορίαν, ΙΙΙ,
45, indidit. συνέζευξε τοῖς μὲν πλοῦτον, IV, 571,
dedit.
συνέκλ.
συνεζηκότας πονηρία. Ι, 130 extr.
συνεθήρευσε, ΙΙΙ, 968, in eumdem errorem traxit,
in quem ipsa hæreret implicita.
συνέθλασε μοχλούς, 1, 1066,
συνειδήσεως αἰσχρᾶς ἀποσπάσωμεν αὐτοὺς, ΙΙΙ,
770 extr. Si refertur ad episcopos et Christianos,
celebrantes Pascha cum Judais: sign. errorem:
quod et congruat voc. αἰσχρᾶς, et verbo abstrahendi.
Ad Judæos si traxeris: minus commode, erit pro
οιήσεως, superbia, arrogantia. Illud præferendum.
συνειληχότας πᾶν εἶδος ἀρετῆς, ΙΙΙ, 1105, συνει
ληχότος πᾶν εἶδος φιλοσοφίας, ill, 1166.
συνειλοχώς, ΙΙΙ, 1951, pro συνειληχώς.
συνεῖναι, 1, 916 init., 919 med. pro συνιέναι. Sic
et lib. Sap. xix, 2, ἀπεῖναι pro ἀπιέναι.
συνεισαγούσης ἑαυτῇ οὐδὲν, V. 980, cum eo vocabulo non addatur ei notio positiva, έξις, et tamen
sit aliquid, debet notare ovσiav ipsam. Anomœorum
trice! Vis latet in eo, quod, cum de re aliquid dicatur, quod ei tamen nihil addat, debeat notare
essentiam ejus vel naturam.
συνεισέφερε πόνον, ΙΙΙ, 224, adhibuit, redundat
σύν. συνεισήνεγκεν αὐτὸς, ΙΙΙ, 642, Paulus, fidem et
amorem, pro iis, quæ a Deo accepisset; quasi, ne
Deus omnia solus fecisset, et ipse ejus χάριν remuneraretur: addit enim: τυχών τῆς χάριτος, την
πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην προσήνεγκεν. συνεισφέρει, Υ,
980, ostendit, continet, ipsa vi vocabuli ponit et lo
quitur. συνεισφέρειν τὸν πόνον, καὶ οὕτω λαβεῖν
τὴν χάριν, ΙΙΙ, 662. συνεισφέρων τὰ παρ' ἑαυτοῦ, Ι,
597, humanis quoque artibus usus. non deside fiducia Dei. τὰ παρὰ σαυτοῦ, ΙΙ, 705. συνεισφέροντας τὰ παρ' ἑαυτῶν. 1, 276, adhibentes simul, pra
ter divinum auxilium, facultatem a Deo nobis insitam; eleganter sane! συνεισφέρειν enim de erano
et symbola dicitur, ubi quisque ratam partem confert et virilem.
συνεισφορά πλειόνων κατορθωμάτων, Ι, 1512,
cum alter alterum in virtutis studio juvat; officiorum mutuorum consociato congestio, collectio in
unum.
συνεκδραμούσης τῆς χάριτος τῇ τοῦ Ἰωάννου γεν
νήσει, V, 91, Evangelio et Νovo Test initium capiente, una erumpente eum Joan. Bapt.
col. 1129–1130page 133 of 154
PG 84:1129συνεχωρούμην κεχρήσθαι τοῖς ποσὶ, ΙΙ, 703, συνεκλήρωσε μοι πειρασμούς, ΙΙ, 549. συνεκλήρωσε τοῖσδε πενίαν, 571. συνεκλήρωσε πάθη τας στοιχείοις, 762, 763. συνεκλήρωσε τοῖς δικαίοις ὕβρεις, 916, συνεκλήρωσε· σέβας, συνεκρίνοντο, οὐ συνεκρ. φονεῦσιν, ΙΙ, 997, συνεκροτεῖτο ψῆφος, ΙΙ, 806, συνεκρό των, ΙΙΙ, 1002, συνεκρότουν, συνέλευσιν, Ι, 615, συνέπαθε, συνεπισυνάπτει, 171 συνεπλήρωσε τὸ κεφάλαιον, κεφάλαιον. συνεργεῖ ὁ Θεὸς τῆς ἀρετῆς ἐρασταῖς, 1, 1956. συνεργεῖ τοῖς οἰκείοις, ΙΙ. 690, συνεργείας θείας, ΙΙ, 702, συνεργεία χριστοῦ, ΙΙΙ, 470, τύχοιμεν τῆς εὐλογίας. συνεργήσει ἡμῖν ὁ Δεσπότης, ΙΙΙ, 507, συνεργὸς δικαιοσύνης ὁ λόγος, 1, 247, συνεργὸς ἀρετῆς ὁ τοῦ Θεοῦ φάδος, ΙΙ, 313. συνεργῷ χρησάμενος τῷ Υἱῷ, ΙΙΙ, Χριστῷ, συνεργὸν ἔχοντες τὴν χάριν, ΙΙΙ, 591 συνεργόν, συνεργόν ζωής. συνεργών, συνεργὸν Θεοῦ, συνεργούνται ἕξεις καμέ, 11, 844, συνεργοῦντος τοῦ Πνεύ ματος τῇ ψυχῇ. 111, 592 συνεσθιόμενοι, 1, 464, σύνεσις οι σοφία σοφία. σύνεσις ὑμετέρα, συνέσει τῇ σῇ, ΙΙΙ, συνεσκευάσαντο φρονοῦντα κατ' αὐτῶν, 111, 862, συνεστάναι, Ι, 852 συνέστειλε τὸ ὅλον, 111, 988, συνέστη γένος Ἰουδαίων ἐξ ἐκείνου, 1, 1478 συνέστηκε γεγενήσθαι, 111, 800, γεγένησθε. περιφράζει περιέστηκε γεγένηται, πεποίηται. συνέστηκεν εἶναι, 111, 792, συνέστηκεν ὑπ' ἐμοῦ συνειλήφθαι, ΙΙΙ, 798, τοῦ συνελήφθησαν: συνέβη, συνέστησαν, ΙΙΙ, συνέταξε την Εφεσον κατ᾿ αὐτοῦ, ΙΙΙ, 695, συνετάραξεν. συνέτριψεν, Ι, 509 ἐτραυμάτισεν. συνεφώνει Δαιδὲν τῇ Ἰδουμαίᾳ, 887, συνεχείᾳ, 1, 239, συγγενείᾳ. συνεχές, συνέχεται ὑπὸ ὁρῶν ἡ πόλις, 508. συνεχὴ τὰ τῆς ἑρμηνείας, 1, 1084, συνεχώρει πάσχειν τῇ ἀνθρωπεία φύσει, 1, 15. 1. 755 συνεχωρήθησαν περιπεσεῖν, 1, 1451, συνεχώρησε (οὐ συνεχ.), τὴν πόλιν Ελῶναι, συνεχώρησε. συνεψηφισάμεθα, 6, συνήγαγε τοῦτο ή φωνή σου, 1078, συνήγαγες, συνηγοροῦντα τῇ χάριτι, 111, 42 νόμον., συνηγόρους περισκοπείν, 1108. συνήθως, συν εχῶς. συνήθως ἀπαγορεύει, ΙΙΙ, 75, συνήθως, συνήθως ἀπεβλήθητε, ΙΙΙ, 108, συνήθως ἀπειλοῦσι. Ι, 576, συνήθως ἀπολαῦσαι, Ι, 978, συνήθως διέλυσε, ΙΙ, συνήθως ἐπίστευσας, 577, συν ήθως νίκησον, 1070. συνήθως οὐ χορη γεις, συνήκειν τάδε, 900, εἰς, τρός, συνείκειν. συνῆνται ἐκ σώματος καὶ ψυχῆς, ΙΙ, 400. συνήρμοσαν. συνήρμοσεν αὐτῇ σύμβολα τῆς μνηστείας, Ι, 276. περιῆψεν, συνήφθαι τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἀγαθῶν, ΙΙΙ, 152, συνήφθαι ἄνθρωπον Θεῷ, 12, λόγῳ, συνήφθη, συνθεράπων ὑμέτερος πεφυκέναι, ΙΙΙ, 769. σύνθεσιν τὸ κατά, ἐν λέγει, 70, σύνθετον (τὸ) ἓν ἐστι, 70, συνθήκη τοῦ λόγου ἀτελής, ἀτελής, συνθήκη ασαφής, ΙΙ, ἡ συνθήκη, ἀσαφῆ τὴν διάνοιαν πεποίηκε, ΙΙΙ, 676. συνθήκης, 512. συγγραφῆς, συνθήκῃ, Ι, 732 συνθήκη του λόγου, Ι. συνθήκην οἱ ἄλλοι τὴν διαθήκην εἰρήκασι, Ι, 1502. συνθήκην οἱ λοιποὶ τὴν διαθήκην ἡρμήνευσαν, ΙΙ. 549. πρὸς τὴν συνθήκην ἀκριβή, ΙΙΙ, 511 τὸ ἀε:, ἡμεῖς γὰρ οἱ ζώντες. τὸ ἀεὶ παραδιδόμεθα. συνθηκῶν σου σωτηρίων, συνθήκαις, 1010, συνθήκας ἀφέσεως, 11, 360, σύνθημα 337. σύνθημα, 103, συνιεὶς ἐπὶ τὸν ἀναδεξάμενον, Ι, 869, συνιέναι αὐτὸν, τὸ συνιέναι, 1160, τῷ, διὰ τὸ δυνάμενος μητέρα λέγειν. συνιέναι τῷ προελθόντι μηδὲν αὐτῆς ὁμοούσιον, Ν, συνείναι συνισταμένην, ΙΙΙ, 624, ἁμαρτίαν, συνιστάνειν, ΙΙΙ, 472, συνίσταται τὰ μὴ ὄντα, 1, 15. συνίστησι, ΙΙ, 48, συνίστησιν ὁ λόγος, συνοδικὸν, ΙΙΙ, 832, ὑπόμνημα, συνοδικῶν γραμμάτων,
hibere et avertere possel), συνεχωρούμην κεχρήσθαι
τοῖς ποσὶ, ΙΙ, 703, hvali.
συνεκλήρωσε μοι πειρασμούς, ΙΙ, 549. συνεκλή
ρωσε τοῖσδε πενίαν, IV, 571. συνεκλήρωσε πάθη τας
στοιχείοις, ΙV, 762, 763. συνεκλήρωσε τοῖς δικαίοις
ὕβρεις, rel. IV, 916, Deus. συνεκλήρωσε· σέβας, IV,
συνεκρίνοντο, οὐ συνεκρ. φονεῦσιν, ΙΙ, 997, ne
co quidem loco habebantur, quo percussores 80lent, ut tamen sepulturæ post supplicium traderentur.
συνεκροτεῖτο ψῆφος, ΙΙ, 806, verti potest, conflata est, instigata, ut ferretur, vid. n. 17. συνεκρό
των, ΙΙΙ, 1002, pro συνεκρότουν, si vera lectio, in
præscriptione capitis.
συνέλευσιν, Ι, 615, e Symm.
συνέπαθε, ΙV, 259, de natura divina Christi improbat Euseb. Emes.
συνεπισυνάπτει, IV, 171 med.
συνεπλήρωσε τὸ κεφάλαιον, vid. κεφάλαιον.
συνεργεῖ ὁ Θεὸς τῆς ἀρετῆς ἐρασταῖς, 1, 1956.
συνεργεῖ τοῖς οἰκείοις, ΙΙ. 690, diabolus.
συνεργείας θείας, ΙΙ, 702, de re, ubi Deus omnia
fecerit solus. συνεργεία χριστοῦ, ΙΙΙ, 470, τύχοιμεν
τῆς εὐλογίας.
συνεργήσει ἡμῖν ὁ Δεσπότης, ΙΙΙ, 507, in virtutis
studio.
συνεργὸς δικαιοσύνης ὁ λόγος, 1, 247, docens,
monstrans, offerens. συνεργὸς ἀρετῆς ὁ τοῦ Θεοῦ
φάδος, ΙΙ, 313. συνεργῷ χρησάμενος τῷ Υἱῷ, ΙΙΙ,
419 init. Deus omnia creavit. Χριστῷ, 111, 325,
Deus Pater. συνεργὸν ἔχοντες τὴν χάριν, ΙΙΙ, 591
init. συνεργόν, III, 678, Christum habuit Pater in
eficienda salute hominum. συνεργόν ζωής. IV, 501,
aerem. συνεργών, V, 1014, de Spir. sancto et apostolis varie disputatur συνεργὸν Θεοῦ, V, 1059,
Spiritum sanctum agnoscere recusat Maced.
συνεργούνται ἕξεις καμέ, 11, 844, Deus dicit gladio suo, vel paene Ministro. συνεργοῦντος τοῦ Πνεύ
ματος τῇ ψυχῇ. 111, 592 init.
συνεσθιόμενοι, 1, 464, pro activo.
- σύνεσις οι σοφία disting. vid. σοφία. σύνεσις
ὑμετέρα, 111, 772 extr. Vos, episcopi: imp. scribit.
συνέσει τῇ σῇ, ΙΙΙ, 789, tibi: inp. episcopo. V,
1033, tibi.
συνεσκευάσαντο φρονοῦντα κατ' αὐτῶν, 111, 862,
dejecere, everterunt fraudibus et factione.
συνεστάναι, Ι, 852 init. esse.
συνέστειλε τὸ ὅλον, 111, 988, quasi, contraxerit
omnia, in nihilum convolverit, corruere jusserit.
συνέστη γένος Ἰουδαίων ἐξ ἐκείνου, 1, 1478 ex
Abrahamo profectum. συνέστηκε γεγενήσθαι, 111,
800, pro, γεγένησθε. Ut Thucyd. περιφράζει per
verbum περιέστηκε cum Particip. III, 837, γεγένηται, πεποίηται. συνέστηκεν εἶναι, 111, 792, sunt.
συνέστηκεν ὑπ' ἐμοῦ συνειλήφθαι, ΙΙΙ, 798, periphrasis τοῦ συνελήφθησαν: vel pro συνέβη, συνέστη
σαν, ΙΙΙ, 301, commendati fuerunt.
συνέταξε την Εφεσον κατ᾿ αὐτοῦ, ΙΙΙ, 695, forte,
συνετάραξεν.
συνέτριψεν, Ι, 509 expl. ἐτραυμάτισεν.
συνεφώνει Δαιδὲν τῇ Ἰδουμαίᾳ, II, 887, eadem
lingua utebatur.
συνεχείᾳ, 1, 239, pro eo corrupte leg. συγγενείᾳ.
συνεχές, ΙV, 247, naturæ et generis nostri cum
humanitate Christi, qui partem se feeit generis
humani. Greg. Nyss.
συνέχεται ὑπὸ ὁρῶν ἡ πόλις, I, 508.
συνεχὴ τὰ τῆς ἑρμηνείας, 1, 1084, sequentia explicanda. 111, 26, qnae sequuntur interpretanda.
Hoc interponere sol 1 post degressionem elencticam.
συνεχώρει πάσχειν τῇ ἀνθρωπεία φύσει, 1, 15.
de Christo. 1. 755 extr. συνεχωρήθησαν περιπεσεῖν,
1, 1451, hypall. συνεχώρησε (οὐ συνεχ.), τὴν πόλιν
Ελῶναι, 111, 1253, Jacobus ascela, miraculo edito:
srroganter sane. συνεχώρησε. V, 85. divina Christi
natura humana, ut mala pateretur (quæ scil. pr
PATROL. GR. LXXXIV
συνεψηφισάμεθα, IV, 6, consensimus.
συνήγαγε τοῦτο ή φωνή σου, IV, 1078, fecit, ut
haec verba in te conferre possem. συνήγαγες, V,
963, colligendo et argumentando hoc effecisti.
συνηγοροῦντα τῇ χάριτι, 111, 42 extr. νόμον., congruentem.
συνηγόρους περισκοπείν, IV, 1108. ad extremum
judicium; sanctos haud dubie. more illius vi.
συνήθως, 11, 1626 ext. ut antea feci. III, 807.
97. ut antea. 111, 944 extr. potest esse pro συν
εχῶς. συνήθως ἀπαγορεύει, ΙΙΙ, 75, ut antea, et alibi,
de una re alias non dicitur συνήθως, sed de pluribus, aut continuata: sign. enim, semper facit.
solet. συνήθως ἀπεβλήθητε, ΙΙΙ, 108, jam saepius
alijecti estis: non insolitum vobis sit, si nunc quoque. συνήθως ἀπειλοῦσι. Ι, 576, tum quoque, et
ante et semper. συνήθως ἀπολαῦσαι, Ι, 978, ut
adhuc. συνήθως διέλυσε, ΙΙ, 1119. ut alias solet.
συνήθως ἐπίστευσας, I, 577, ut adhuc fecisti. συν
ήθως νίκησον, IV, 1070. ut antea. συνήθως οὐ χορη
γεις, 1, 1128, non prabes, ut adbuc prebuisti.
συνήκειν τάδε, Ili, 900, scil. εἰς, τρός, consentire, eo descendere, forte συνείκειν. Possis lanicu
et reddere, ut convenirent ista.
συνῆνται ἐκ σώματος καὶ ψυχῆς, ΙΙ, 400.
συνήρμοσαν. 111, 3, Psalmos, collocarunt deinceps.
συνήρμοσεν αὐτῇ σύμβολα τῆς μνηστείας, Ι, 276.
dedit ei, appendit, Elieser Rebeccæ, monilia, inaures, rel. idem est, ac περιῆψεν, dedit.
συνήφθαι τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἀγαθῶν, ΙΙΙ, 152, vacare, studere. συνήφθαι ἄνθρωπον Θεῷ, V, 12, hominem 1° natum per se, 2 junctum λόγῳ, ad com
munionem, vel societatem, non unionem. συνήφθη,
1, 102, nupsit.
συνθεράπων ὑμέτερος πεφυκέναι, ΙΙΙ, 769.
σύνθεσιν τὸ κατά, ἐν λέγει, IV, 70, Αpoll.
σύνθετον (τὸ) ἓν ἐστι, IV, 70, Apoll.
συνθήκη τοῦ λόγου ἀτελής, vid. ἀτελής, συνθήκη
ασαφής, ΙΙ, 82. structura verborum. ἡ συνθήκη,
ἀσαφῆ τὴν διάνοιαν πεποίηκε, ΙΙΙ, 676. συνθήκης,
IV, 512. συγγραφῆς, libri. συνθήκῃ, Ι, 732 init.
ordine, structura verborum, συνθήκη του λόγου, Ι.
1960, med. structura, verborum, iuio h. 1. sensui.
συνθήκην οἱ ἄλλοι (interpr.) τὴν διαθήκην εἰρήκασι, Ι,
1502. συνθήκην οἱ λοιποὶ τὴν διαθήκην ἡρμήνευσαν,
ΙΙ. 549. πρὸς τὴν συνθήκην ἀκριβή, ΙΙΙ, 511 init.
ad ean pertinere dicit τὸ ἀε:, 1 Cor. iv, 11, et voluisse Paulum dicere: ἡμεῖς γὰρ οἱ ζώντες. Init
ergo, τὸ ἀεὶ referri ad verbum, παραδιδόμεθα. Sed
hoc non ponit; excidisse aliquid videtur; neque
ista commode intelligi possunt. An voluit: ut eo
plenius rem exprimeret? συνθηκῶν σου σωτηρίων,
II, 1656, fcdere Novi Testamenti. συνθήκαις, ΙV,
1010, promissis Dei. συνθήκας ἀφέσεως, 11, 360,
promissa.
σύνθημα quid? I, 337. σύνθημα, V, 103, tessera, signum, ut ego incipiam dicere, ordo dicendi.
συνιεὶς ἐπὶ τὸν ἀναδεξάμενον, Ι, 869, ex Ilebraisme: ino ipsa verba ps. συνιέναι αὐτὸν, 11,
1085, Deum; cod. addit, n. 87, xal yvwvat. Illud
solum est, assequi res arcanas ab eo monstratas.
τὸ συνιέναι, V, 1160, nied. lege τῷ, i. e. διὰ τὸ:
pendet enimn a δυνάμενος μητέρα λέγειν. συνιέναι
τῷ προελθόντι μηδὲν αὐτῆς (Mariæ.) ὁμοούσιον, Ν,
1.60, aut συνείναι legendum, aut sign. credere,
putare, falso scil.
συνισταμένην, ΙΙΙ, 624, ἁμαρτίαν, orientem.
συνιστάνειν, ΙΙΙ, 472, probare.
συνίσταται τὰ μὴ ὄντα, 1, 15. συνίστησι, ΙΙ, 48,
probat, firmat. συνίστησιν ὁ λόγος, 111, 780, probat,
ostendit.
συνοδικὸν, ΙΙΙ, 832, scil ὑπόμνημα, συνοδικῶν
γραμμάτων, ΙV, 4155, a se tales missas Alexandriam,
scribit Theod.
col. 1131–1132page 134 of 154
PG 84:1131συνοδικῶς, ΙΙΙ, 850, δικαστικώς, σύνοδος εἰ συνάφεια, 14. συνόδῳ μεγάλῃ καὶ ὀρθοδόξῳ, ΙΙΙ, 938. συνόδῳ, οὐ τῇ φύ σει, σύνοδον ὑποστάσεων, συνέβησαν. σύνοδον καθ' ἕνωσιν φυσικήν, σύνοιὸς τούτων οὐδὲν, 996, συνεῖδε, συνοικέσιον, συνομολογοῦσαν τῷ κηδεστῇ γνώμην, 607, συνουσιᾶσθαι τὸν ἁγιασμὸν τοῖς οὐρανοῖς, 1024, κτίζειν, ἁγιάζειν ἁγιασμός συνοῦσιν, Γ, συνουσιωμένον ἐσχηκέναι τὸ σῶμα, οὐ σίας Λόγῳ, οὐσίας ἐσχηκέναι λαβείν), συνουσίωσιν, σιν λέγει συνάψεως γενομένης. συντάξαντες, 180, συντάξεως ἁρμονίαν, 411, σύνταξιν σίτου, ΙΙΙ, συνταττόμενος, ον, συνταττομένῳ, ΙΙΙ, συντέθεικε, συντεθειμένα. συτεθεμ. συντεθεμένα εἰς ἐν ζῶον, 13, συντεθεμένον. συντεθῆναι, ν, 1102, σύνθεσιν, ενωθήναι, Ενωσιν συν συντέλεια τῶν αἰώνων, 1, 732, συντελείας καιρὸν, ΙΙ, 1656, τέλειαν κόσμου, συντελῶν (τῶν) συντέμνει την προθεσμίαν, 851, προθεσμία συντέμνεται, συντετριμμένους καρδίᾳ, 1, 817 ταπεινούς. συντίθεσθαι δυναστείᾳ τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 64, νο συντίθησι θρήνον, ΙΙ, 466. συντόμου καθάρσεως, ταχίστης. συντόμως ἀναιρεθῆναι, 1, 529, συντρέχοντας, 1, 527 συνελθόντας του τρέχειν. συντρέχων τῇ αἱρέσει, ΙΗ, συνωθουμένων γνωρίζειν, 1174, συνωθουμένους ὑπὸ τῶν εἰρημένων, 643. συνῶν τῷ σώματι, 245. ὁ Λόγος. συνώνυμον, ν, ὁμώνυμον. συνωνύμως, ν, Σύρας φωνῆς, ΙΙΙ. Συριακῆς. Σύριος, σύροντος αὐτὸ (τὸ σῶμα,) τοῦ ἑνωθέντος Θεοῦ Λό γου, ΙΙΙ, Σύρων (το) ΙΙ, βιβλίον, συσκευήν, ΙΙΙ, συστάσει τοῦ βίου, σύστασιν, συστείλαντος τὴν χεῖρα, 1, 103, ὑποστείλαν τος. συστέλλων γνάθον, γνάθον, σύστημα λη στρικόν, Ι, 402. σύστημα τῶν εὐσεβῶν, ΙΙ, 134. σύ στημα της Εκκλησίας τῶν Κεγχρεών, ΙΙΙ, 156. συστήσασθαι χορείαν, ΙΙ, 1460, συστήσασθαι ὑπο μνήματα, ίν συνεστήσαντο ύπομν. συστήσεται εἰς τὸ μὴ εἶναι, συστολῇ, ἐκτάσει, κεχωρίσθαι κεχωρ. σύστρεμμα, 1, 402. σφαγὴ ἐπισκόπων, περιορισμός, ἐξορία. σφαγὴν, 1197, σφα γὴν ἐδέξαντο, ἐδέξαντο. σφαγαὶ ἐπισκόπων ἐκε δίωξις. σφαγών, σφαγὰς ἡμετέρας, σφαγήναι, σφενδόναι χαλάζης, Ι, 290. σφραγὶς σημεῖον, Ι, 86. σφραγὶς καὶ ση μεῖον, ΙΙ, 1055. σφραγίδι, ΙΙΙ, 1489, 1955, 1956. σφραγίδα σταυρού, Ι, 1555, σφραγίδα, σφραγίδα σωτήριον, ΙΙΙ, σφραγίδα Δεσποτικήν, ΙΙΙ, 979, σφρα γίδας 170, σφραγίδας ἀσαφείας, ΙΙ, 1297. σφριγώσι μάλα οὐκ εὐεπίβατον, ΙΙ, 1930 γή ρας ἀσθένειαν. σφυγμών, σχεδαρίου, σχεδαρίῳ. σχεδιάσαι σκιάν, ΗΙ, 1937, σχεδιάσαι σκιάν, ΙΙΙ, σχεδιάσαντες βῆμα, ΙΙΙ, σχεδὸν τοῦ ψαλμοῦ ἡ δύναμις, 959, ὅλου σχέσεως διαφοράν, ΙΙΙ, σχέσει δοῦλοι Θεοῦ, δοῦλοι, σχέσει καὶ διαθέσει δοῦλον, ΙΙ, 579, φύ σει. σχέσιν, κοινωνίαν, κοινωνίαν σχετικήν. κατά σχέσιν, αναλαμβάνει σχετική συνάφεια, ὑπάρχον. σχετικῷ ὀνόματι, ΙΙΙ, 639, σχετικόν, σχετικῶς συνήφθαι τῷ λόγῳ, 12, σχῆμα, ΙΙ, Ιερέων, σχημα θεῖον, ΙΙ, σχῆμα ψαλμικών, σχῆμα πένθιμον ἀποδύσας, 11, 1610, 1657, περιβαλοῦνται. σχή
συνοδικῶς, ΙΙΙ, 850, opp. δικαστικώς, ut crimen
publicum et politicum, non rem ecclesiasticam:
jure principis, non per episcopos.
σύνοδος εἰ συνάφεια, idem V, 14. συνόδῳ μεγάλῃ
καὶ ὀρθοδόξῳ, ΙΙΙ, 938. Nicana. συνόδῳ, οὐ τῇ φύ
σει, iv. 149, ut duo diversa sint in une subjecto.
σύνοδον ὑποστάσεων, vid. συνέβησαν. σύνοδον καθ'
ἕνωσιν φυσικήν, IV, 1292, Cyrilli, improbat Theod.
σύνοιὸς τούτων οὐδὲν, 1V, 996, pro συνεῖδε,
putavit: ut n. 60, legit Sylburg. Sed et illud ferri
potest, eodem sensu.
reσυνοικέσιον, 11, 13, contractus nuptialis. II,
1271, med. 1276 extr.
συνομολογοῦσαν τῷ κηδεστῇ γνώμην, IV, 607,
eumdem sensum, pietatem, habens.
συνουσιᾶσθαι τὸν ἁγιασμὸν τοῖς οὐρανοῖς, V, 1024,
e Macedonii sententia. negantis, Spir. sanctum
κτίζειν, sed ἁγιάζειν ei tribuentis, idque statim ab
initio universi: ut ἁγιασμός statim cum coelo et
angelis adfuerit, et his adhibitus, in tribuenda
primitus sanctitate.
συνοῦσιν, Γ, 89, conjugibus; Zachariæ et Elisab.
συνουσιωμένον ἐσχηκέναι τὸ σῶμα, IV, unius οὐ
σίας cum Λόγῳ, quod jam fuerit in eo, priusquam
nasceretur, aut ejus οὐσίας particeps factum, (si
ἐσχηκέναι est pro λαβείν), improbat Ambros.
συνουσίωσιν, ΙV, 363, essentiarum, divinæ et humanæ, in unam conventum, ut jam esset una, xpāσιν distinguit per duplex xxi, quod ad λέγει referas, et vocabulorum variationem; res enim eadem
est: Polemii commentum.
συνάψεως γενομένης. III, 793, re oculis subjecta.
συντάξαντες, ΙI, 180, immiscentes.
συντάξεως ἁρμονίαν, IV, 411, ordinem rerum, ne
quid occupetur, aut non loco ponatur. σύνταξιν
σίτου, ΙΙΙ, 952, cibaria olim constituta.
συνταττόμενος, ον, V, 995, ut faciat unum individuum. συνταττομένῳ, ΙΙΙ, 676, iter paranti, vale
dieenti.
συντέθεικε, 1V. 312, Evangelium, refinxit, muta
vit, quædam dempsit. συντεθειμένα. V. 15 extr. pro
συτεθεμ. συντεθεμένα εἰς ἐν ζῶον, V, 13, anima et
corpus. Ergo et in Christo συντεθεμένον. συντεθήναι, ν, 1102, σύνθεσιν, pro ενωθήναι, Ενωσιν ex
usu Apollin. ipso minus probante; 1105.
συν
συντέλεια τῶν αἰώνων, 1, 732, Nov. Test. tempus. συντελείας καιρὸν, ΙΙ, 1656, înem mundi.
τέλειαν κόσμου, IV, 310, hæretici vocabant tempora
nati Christi.
συντελῶν (τῶν) 1V, 1100, 1101, qui tributa con-.
ferunt: steuerbar, vectigales.
συντέμνει την προθεσμίαν, II, 851, accelerat,
maturat: non προθεσμία συντέμνεται, sed tempus
intermedium. Metonymia consequentis.
συντετριμμένους καρδίᾳ, 1, 817 expl. ταπεινούς.
συντίθεσθαι δυναστείᾳ τῆς ἁμαρτίας, ΙΙΙ, 64, νοlentes ei parere. συντίθησι θρήνον, ΙΙ, 466.
συντόμου καθάρσεως, vid. ταχίστης.
συντόμως ἀναιρεθῆναι, 1, 529, πt solus occideretur, nullo prælio, neque ut alii cum eo caderent.
συντρέχοντας, 1, 527 init. συνελθόντας • nulla
conditione του τρέχειν. συντρέχων τῇ αἱρέσει, ΙΗ,
συνωθουμένων γνωρίζειν, V, 1174, coactorum.
συνωθουμένους ὑπὸ τῶν εἰρημένων, ΙV, 643.
συνῶν τῷ σώματι, ΙV, 245. ὁ Λόγος. Athan.
συνώνυμον, ν, 94, Joannem apost. Joanni Bapt.
cognominem, ὁμώνυμον.
συνωνύμως, ν, 1095, eodem nomine, ob notionis specificæ vel generalis convenientiam.
Σύρας φωνῆς, ΙΙΙ. Συριακῆς.
Σύριος, Pherecydes, IV, 697, 700. non Syrus,
sed e Syro ins.
σύροντος αὐτὸ (τὸ σῶμα,) τοῦ ἑνωθέντος Θεοῦ Λό
γου, ΙΙΙ, 113 init. scil. in hac terra, cum incommodis, doloribus, morte.
Σύρων (το) ΙΙ, 899, scil. βιβλίον, interpretatio.
συσκευήν, ΙΙΙ, 635, 634, rel. insidias, fraudes,
conspirationem, factionem.
συστάσει τοῦ βίου, 1V, 1116, curriculo, tenori.
σύστασιν, IV, 808 extr. ut sit, ut elici et efficere
possit.
συστείλαντος τὴν χεῖρα, 1, 103, pro, ὑποστείλαν
τος. (quia scil. texit manum utero.)
συστέλλων γνάθον, vid. γνάθον, σύστημα λη
στρικόν, Ι, 402. σύστημα τῶν εὐσεβῶν, ΙΙ, 134. σύ
στημα της Εκκλησίας τῶν Κεγχρεών, ΙΙΙ, 156.
συστήσασθαι χορείαν, ΙΙ, 1460, συστήσασθαι ὑπο
μνήματα, 111, 866, afferre, porrigere judicibus, ίν
geben: ut mox: συνεστήσαντο ύπομν. συστήσε
ται εἰς τὸ μὴ εἶναι, 111, 995, invenietur aliquando
nondum fuisse.
συστολῇ, ἐκτάσει, κεχωρίσθαι vid. κεχωρ.
σύστρεμμα, 1, 402.
σφαγὴ ἐπισκόπων, IV, 1189, vexatione, jactio,
περιορισμός, ἐξορία. σφαγὴν, IV, 1197, vexationes
varias, exsilii, rel. 1199, 1200, 1201; rel. 1203. σφα
γὴν ἐδέξαντο, vid. ἐδέξαντο. σφαγαὶ ἐπισκόπων
II, 797, injuriæ, vexationes, exterminationes, ἐκε
δίωξις. Nemo enim interfectus, σφαγών, IV, 1977,
injuriarum, vexationum. σφαγὰς ἡμετέρας, 1,
1244, injurias, vexationes.
σφαγήναι, 1, 1935, vexari, jactari, pelli.
σφενδόναι χαλάζης, Ι, 290.
σφραγὶς expl. σημεῖον, Ι, 86. σφραγὶς καὶ ση
μεῖον, ΙΙ, 1055. σφραγίδι, ΙΙΙ, 1489, simpliciter, cru
cis signo, 1955, 1956. σφραγίδα σταυρού, Ι, 1555,
signum. σφραγίδα, II, 30 extr. signum. σφραγίδα
σωτήριον, ΙΙΙ, 933, 1210, 1212, signum crucis.
σφραγίδα Δεσποτικήν, ΙΙΙ, 979, crucis signum. σφρα
γίδας pecorum, I, 170, signa. σφραγίδας ασαφε
ίας, ΙΙ, 1297.
σφριγώσι μάλα οὐκ εὐεπίβατον, ΙΙ, 1930 extr.
vegetis, late forensibus, succulentis: opp. γήρας et ἀσθένειαν.
σφυγμών, ΙV 542, pulsus, ictus venarum.
σχεδαρίου, V, 1040, 544. libelli. in quem Macedonianorum aliquis dubitationes suas conjecisset. σχεδα
ρίῳ. V. 1033, commentario, hypomnemate, quod nunc
affero tibi legendum.
σχεδιάσαι σκιάν, ΗΙ, 1937, σχεδιάσαι σκιάν, ΙΙΙ,
1278, diem obscurare, nube bruchorum inducta.
σχεδιάσαντες βῆμα, ΙΙΙ, 846, tumultuario tribunali
vel suggestu ad tempus exstructo.
σχεδὸν τοῦ ψαλμοῦ ἡ δύναμις, I, 959, scil. ὅλου·
totus poene Psalmus directo de ea agit.
σχέσεως διαφοράν, ΙΙΙ, 185, ut Christus referatur
ad Deum alio modo, quam res aliæ. σχέσει δοῦλοι Θεοῦ,
δοῦλοι, σχέσει καὶ διαθέσει δοῦλον, ΙΙ, 579, opp. φύσει. Erat servus Dei; sed id nesciebat, non cogitabat,
nec volebat, nec formaliter id agebat ut pareret
Deo in ista causa, σχέσιν, IV, 507 init. ut inter se
juncta, temperata, mutuo sese afficiant: adjicit.
κοινωνίαν, ergo κοινωνίαν σχετικήν. κατά σχέσιν,
αναλαμβάνει Deus pios, V, 54, i. e. nt sulum et
conditionem iis circumdet, non personaliter uniatur illis, sed moraliter.
σχετική συνάφεια, V, 19, pertinens ad statum, non
naturalis. opp. veræ et physicæ, ib. V, 8, adjunctorum consociatio, quæ non naturam spectaret,
sed statum et conditionem. Ibid. relatio prædicati
ad subjectum ὑπάρχον. σχετικῷ ὀνόματι, ΙΙΙ, 639,
quod Timotheum filium suum appellat: quod indicet, quomodo referatur et se habeat ad ipsum,
Paulum. σχετικόν, V, 1034, nomen Patris et Filii.
σχετικῶς συνήφθαι τῷ λόγῳ, V, 12, ut adjunctum
et conditio adderetur subjecto.
σχῆμα, ΙΙ, 290 init. Ιερέων, locum, conditionem,
II, 795, statum, vastitatem et solitudinem. σχημα
θεῖον, ΙΙ, 684, imaginem, sub qua apparuit Deus.
σχῆμα ψαλμικών, 11, 588, distributio in choros quæ -
rentium et respondentium. σχῆμα πένθιμον ἀποδύσας, 11, 1610, vestem. 1657, περιβαλοῦνται. σχή
col. 1133–1134page 135 of 154
PG 84:1133μα του χρόνου, ΙΙ, 1624, 1625 τὸ σχῆμα περιέστη. σχῆμα 7, 8. σχῆμα ἀλήθειαν γενόμενον, σχήματος τοῦ ἄνω τῆς συναγωγῆς ἐπηρ (ἐπὶ σχήματος κατελίμ σχήματος, μεθ' εÙ χαριστία τὴν εὐφημίαν, ΙΙΙ, 528, εἰς εὐχαριστίαν. σχηματιζόμενοι τὴν εὐσέβειαν, ΙΙΙ, 689. σχη ματισάμενος παραπληξίαν. 1, 795 σχήσει έξει, Ι, 1064 σχήσει σπουδήν, Π, σχήσειν, 1155, ἕξειν. σχήσειν ὁμόνοιαν, ΙΙ, 1621, έξειν. σχήσουσι, ΙΙ, 755, έξουσι, ΙΙΙ, 560. σχήσουσι βασιλέα, ΙΙ, 1429, έξουσι ἄρχον σχίσματα δογματικά, ΙΙΙ, 256. ἐν σχολ. σχολάσαντα ἐν εἰρκτῇ, 1, 1145. σχο λάσῃ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, ΙΙΙ, 1038, σχολὴν νηστείας, 370, τὸ σχολάζειν σωθήσεσθαι κόσμον ἀγέννητον, 310 Λόγου Πνεύματος σῶμα θεϊκόν, θετ κόν. σῶμα προκείμενον, προκείμ. κατὰ τὸ σῶμα, συγγενεῖς ἐσμεν Χριστοῦ, 58, σῶμα περικείσθαι όφεως, 308 περικεῖσθαι, σῶμα οὐράνιον, 489, σῶμα πνεύμονος ἀρτηριώδες, 516 σῶμα εἰς ὠχρὸν μεταπεσόν, 517, πυκνότητα, 521. σῶμα ὑπὲρ τὴν σώμα, σωματικήν, σωματοειδή, 795, Παρ. σώματος καὶ αἵματος τιμίου μετέδωκε τῷ προδ τη. 111, 238.! σώματος σμικροῦ ἀφαί ἐν σώματι, Λόγος, σωματικῶς, τούτεστιν, οὐ σχετικῶς, σωματοποιηθείς, 155 σωματοποιηθεὶς τῷ ἀντὶ τοῦ, μυσῶσαι. σωτῆρι. ΙΙΙ, 732, φυσικὴν οὐκ ἔστι, ἀθετεῖν, θεότητα, Λόγος άτρεπτος. σωτήρ σωτῆρας ψυχῶν καὶ σωμάτων, 502, σωτηρία διὰ σταυροῦ καὶ πάθους, Ι, 49. σωτηρίας σωτηρίας πηγή, ΙΙ, σωτηρίας ἠξιωμέ σωτηρίας οὐ μόνον ἠξίωσεν, ἀλλὰ καὶ — ἀνώλεθρον — ἐπηγγείλατο δόξαν, ΙΙ, 683. σωτηρία σωτηρίας λείας σωτηρίαν τῶν ἐθνῶν ἐνεχείρισε τοῖς ἀποστόλοις, Ι, 914, ΙΙΙ, 16. σωτηρίαν προσήνεγκαν σωτηρίαν κατέλυσαν, σωτηρίαν τὴν ὑπὲρ σωτηρίου θυσίας 1, 177 σωτηρίου δύναμιν, ΙΙ, 794. σταυρού σωτηρίου σταυρού, 1182. σωτήριον ξύλον, Ι, 939, σωτηρίων παθημάτων, σωτήριον τάφον, ΙΙΙ, 790, σωτήριον σφραγίδα, σωφρονίσωμεν τὴν ἀταξίαν, ΙΙΙ, 677. σωφροσύνην, παθῶν ἐλευθερίαν,
μα του χρόνου, ΙΙ, 1624, et 1625 init. τὸ σχῆμα
simpliciter, tempora Grammatica verborum; quæ
hic permutata dicit. oxua mew;, IV, 1103, incolarum frequentia et facultates, περιέστη. σχῆμα
eúdiálutov ypňuz, III. 159, opp. kopoh, falso, et
contra Phil. II, 7, 8. σχῆμα ἀλήθειαν γενόμενον,
111, 1113. simulationem mortis in verain mortem
mulatan. σχήματος τοῦ ἄνω τῆς συναγωγῆς ἐπηρµžvos, III, 209, obscure dictum. Comparatio ducta
a janua, quæ, postibus motis, labefacta corruat.
xnua debet esse superna pars postium incumbens januæ, &vw. Hoc impuevov dicitur, fastu Judeorum, et contemptu in" Messiam. Sic Snép0upov
in, imo noon, aniolo auxilio Spir. sancti.
Sic, lateribus nudatis, convelli poterat. Possis et
reddere cum sic, in specie oblata Isaiæ tolleretur (typice) figura &vw, supra memorata, synagoga,
motum est (in re ipsa, illo signo prædicta,) -
Oupov, tutela Dei, qua eos texerat: quam auferri
illo tremore prædiceretur. (ἐπὶ σχήματος κατελίμ
Tavov, II, 318, tantum ut exstarent in speciem,
sine usu. σzýµatos, IV, 589, sexus, et quacunque
re mulierum species differt a virili. σχήματος, μεθ'
èvianos, IV, 647, debebat v, in quo habitu,
veste, armis, vicerit. Sed quia ad corpus hominis
confert, quod junctum est animo, µstà posuit, nam
et cum veste, cum corona poni imago dici potest,
cum armis.
oxquaticɛi thy xλívny, I, 990, aptat, componit:
vel, decubitum ægroti simulat. sympaticɛt tỷ εÙχαριστία τὴν εὐφημίαν, ΙΙΙ, 528, pro εἰς εὐχαριστίαν. σχηματιζόμενοι τὴν εὐσέβειαν, ΙΙΙ, 689. σχηματισάμενος παραπληξίαν. 1, 795 init.
σχήσει pro έξει, Ι, 1064 extr. σχήσει σπουδήν, Π,
1282, pro e
σχήσειν, IV, 1155, pro ἕξειν. σχήσειν ὁμόνοιαν, ΙΙ,
1621, pro έξειν. σχήσουσι, ΙΙ, 755, pro έξουσι, ΙΙΙ,
560. σχήσουσι βασιλέα, ΙΙ, 1429, pro έξουσι ἄρχον
Ta, 1318 init.
ibi.
σχίσματα δογματικά, ΙΙΙ, 256.
oxovla, I, 691 extr. expl. in bouds • male
yolát öpet, III, 1192, se ibi agere, versari,
pro ἐν σχολ. σχολάσαντα ἐν εἰρκτῇ, 1, 1145. σχολάσῃ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος, ΙΙΙ, 1038, careat inicrim munere.
xolastixby, simpliciter, IV, 1329. Constantinopolit. juridicum; aut alium Jurisconsultum aulicum,
qui haberet jus referendi, den Vortrag: a consiliis,
literis. exolaotix, IV, 1068, causidico.
σχολὴν νηστείας, II, 370, ant pro, τὸ σχολάζειν
th notela, aut otium, quod jejunium præbeat.
σωθήσεσθαι κόσμον ἀγέννητον, IV, 310 init. hæretici Peratæ dicebant mansurum, non interiturum.
De salute per Christum parta non loquebantur:
transisse enim ponebant illum mundum, venisse in
lõixòv, ubi nos essemus; hunc autem periturum.
owlvos, IV. 1248, ei confertur uterus Mariæ ex
errore nápodov tantum agnoscentium.
Empavitidos, III, 622 extr. Sunamitidis.
owa, II, 115 extr. humana Christi natura:
quia ibi loquitur de morte el náðɛσt. IV, 148 med.
167 init. sign. totam Christi humanitatem, ex opposito Λόγου et Πνεύματος σῶμα θεϊκόν, vid. θετ
κόν. σῶμα προκείμενον, vid. προκείμ. κατὰ τὸ σῶμα,
συγγενεῖς ἐσμεν Χριστοῦ, IV, 58, Athan. Non
ergo qua mentem? Sed enim de hujus ortu aliter
disputabant. σῶμα περικείσθαι όφεως, IV, 308: vid.
περικεῖσθαι, ibid. σῶμα οὐράνιον, IV, 489, coelum.
σῶμα πνεύμονος ἀρτηριώδες, IV, 516 extr. naturam
dicat Cic. σῶμα εἰς ὠχρὸν μεταπεσόν, ΙV, 517,
lorem, o de felle loquitur. Obs. quod
owµz ut aliud dicit, quod tamen maneat prius
corpus, massa, sed mutata. oupa iu hoution, ob
mollitiem et πυκνότητα, IV, 521. σῶμα ὑπὲρ τὴν
xspalhv aïpwv, IV, 580, proverbio 'dictum', qui
COnæ.
præ superbia torquet corpus, gestus edit insolenles, σώμα, σωματικήν, σωματοειδή, IV, 795, maleriam dixere philosophi, quod haberet elementa
corporum, ex ea effectorum. owμazos, II, 152, luΠαρ. σώματος καὶ αἵματος τιμίου μετέδωκε τῷ προδ
τη. 111, 238. Res notetur! σώματος σμικροῦ ἀφαί
paa, III, 486, parvæ particulae corporis. owμat!
tou you, IV, 3, in contexto, inter verba et seruionem ipsum, tenorem; opp. ev rapaɣpátu, in
margine apponam. ἐν σώματι, Λόγος, V, 9, opp.
ásápx), ante conceptionem.
owµátia nevtýxovta, III, 789, libros, codices,
exemplaria.
ompatixol;, V, 1086, in Christo, quæ solum afficerent corpus, ut crux, sepultura, rel. unde nil
perveniat ad voūv.
ouatixus, IV, 66, physice, modo naturali, e
conjugio et concubitu, de Christo e Maria nato.
Flav. σωματικῶς, τούτεστιν, οὐ σχετικῶς, V,
owμatixítepsy, 1, 635, 672 extr. nulla vi compa -
rativi.
σωματοποιηθείς, 155 init. σωματοποιηθεὶς τῷ
fa&o, IV, 135, Eust. natura Christi
hum. in utero Mariæ formata in verum corpus.
maux, V, 1091, corpori jungitur, inseritur.
owsat, 1, 595 med. e LXX, habet pro vitio Scripture ἀντὶ τοῦ, μυσῶσαι.
σωτῆρι. ΙΙΙ, 732, φυσικὴν οὐκ ἔστι, ut cum possint
homines ἀθετεῖν, scil. qua θεότητα, quoad est
Λόγος άτρεπτος. Sane σωτήρ et humanitatem ponit.
aupes alexaxot, IV, "900, apostoli, per vim
mirificam. σωτῆρας ψυχῶν καὶ σωμάτων, IV, 502,
martyrum corpora dicuntur.
σωτηρία διὰ σταυροῦ καὶ πάθους, Ι, 49. σωτηρίας
Opwμivne, II, 1071. felicitatem et splendorem
praesentem, gaudia aula. σωτηρίας πηγή, ΙΙ, 4663,
sanguis et aqua e latere Christi. σωτηρίας ἠξιωμέ
vous, III, 289, in hac vita, in ecclesia. owerpias
vv petalázμey, III, 318 extr. in hac vita: si" ingressi fuerimus viam salutarem, conditionem saTutis consequendæ servarimus, auxilia adhibuerimus, certos ejus nos reddiderimus fide et
sanctitate. σωτηρίας οὐ μόνον ἠξίωσεν, ἀλλὰ
καὶ — ἀνώλεθρον — ἐπηγγείλατο δόξαν, ΙΙ, 683.
σωτηρία est non pereundi conditio. σωτηρίας
pvfury, III, 790, sepulchrum Christi Hierosol.
Gunpias apxitumov, IV, 629 extr. exemplum, quod
intuentes similiter salvi esse possint. Sic et
λείας p. sequ. σωτηρίαν τῶν ἐθνῶν ἐνεχείρισε τοῖς
ἀποστόλοις, Ι, 914, ΙΙΙ, 16. σωτηρίαν προσήνεγκαν
Judæi Christiani paganis, I, 313, docuerunt eos
viam salutis. □posépa enim semper ponit de doctrina et oratione, consolatione, admonitione
promissis. σωτηρίαν κατέλυσαν, II, 541 extr. Medi
et Persæ, Babyloniorum. Incommoda lectio, qua
structuram, qua sensum, n. 46, legitur duvastilay.
sed nimis recedit ab illo. σωτηρίαν τὴν ὑπὲρ
µwv ávɛɛato, III, 454, Christus, economiam saJutarem, nostra causa institutam. owenplay Exzλr.
oias Evemoreuen, III, 482 init. Paulus.
awaplos topch, III, 783; IV, 1097, Pascha. 1098,
mortis quoque Christi menoria. σωτηρίου θυσίας
1, 177 expl. σωτηρίου δύναμιν, ΙΙ, 794. σταυρού -
quia morbum curasse dicitur. σωτηρίου σταυρού,
III, 1064, signi crucis in vexillis. owenplw Пάoxa.
ΙV, 1182. σωτήριον ξύλον, Ι, 939, crux. σωτηρίων
παθημάτων, ib. σωτήριον τάφον, ΙΙΙ, 790, sepul
cruni Christi Hierosol. σωτήριον σφραγίδα, II,
953, crucis signum.
oppova expl. IV, 1017 init.
σωφρονίσωμεν τὴν ἀταξίαν, ΙΙΙ, 677.
owo pooúvry, III, 969, abstinentiam a concubitu
conjugali. cups by app, III, 203, abstinen⚫
tiam a concubitu. σωφροσύνην, παθῶν ἐλευθερίαν,
col. 1135–1136page 136 of 154
PG 84:1135Τὰ δι' ἀλλήλων, 1, 755, ῥηθέντα, τὰ τῆς δικαιοσύνης καταβαλοῦ, ΙΙ, 1521, σπέρματα, τὴν δικαιοσύνην. τάγμα, ὑπόσχεσιν. εὐχὴν, τάττῃ, τιμὴ τῆς εὐχῆς, τάγ ματι εὐσεβεστέρων, 1, 109, τάγματα διάφορα δαιμονίων, ΙΙ, 974. ταγμάτων ἀοράτων, ΙΙ, 741, ταγμάτων δημοτικῶν, δημοτ. ταγμάτων ἐκείνων ἐκπεπτωκυῖαι δυνάμεις, ἐκ τῶν ταγμάτων ἁγίων, ΙΙΙ, 438, ταγμάτων οὐρανίων, 439. ταγμάτων, ΙΙΙ, ταινία, μίτρα. ταινιοῖ τῇ εὐφημίᾳ τὸν νόμον, ΙΙΙ, 75. ταινιο αὐτοὺς ἀπὸ τῶν πάλαι γεγενημένων, ΙΙΙ, 574. ταινιοῦσθαι κρότοις, ταινιοῦται στεφάνοις, 1, 957. τάλαντον τῆς θεότητος, 130. ταμιακά, ζυγά, ἐλευθερικά χρυσοτελῶν. ταμιείον τῶν λογισμῶν, Ι, 794. ἐκ τῶν οἰκείων ταμιείων ἀνεφαίνετο, ΙΙΙ, 1110, ταμιείοις βασιλείοις. 111, 925, τάξις, κατὰ τάξιν, 215. τάξεως προτέρας ἐκπεσών, τάξιν, ἀξιωμάτων εἰ φύσεων διαφοράν, τάξιν τῶν κατ' οὐρανὸν φωστήρων, ΙΙ, 1562, τάξιν ἐπλήρωσε, ΙΙΙ, 456.: ὑπήκουσεν, τάξ. ἐπλ. τὴν οἰκονομίαν, ταπεινοῖς, ΙΙΙ, ταπεινοτέρους περὶ τοῦ Χριστοῦ λόγους, πάθει ταπεινότητος ἡμετέρας, ΙΙΙ, 877, ταπεινοφρονῶν ὑπήκουσεν, ΙΙΙ, 456, ταπεινοφροσύνης ἁμαρτίαν· ἁμαρτίαν. ταπεινοφροσύνης ὅρον, ὅρον. ταπεινοφροσύνῃ, Γ, ταπεινοφροσύνην τῶν δεσποτῶν, ΙΙΙ, 559, μετριότητα, ταπεινοῦ φρονήματος, 19; ταπεινωθείς, ΙΙ, 1283: ήττηθείς. μὴ ταπεινωθῶμεν, ταπεινὴν ἡγησάμενοι τὴν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προσκύνησιν, 175. ταπεινώσει, ΙΙ, παλαιώσει, ταπεινώσει ἡμετέρα, 961 ταπεινώσεως ἐμῆς πα ράκλησιν, ταπείνωσιν, ταύτης, ΙΙ, 574 576, αὐτῆς. 984 αὐτῆς, αὐτῆς. ταύτης ὑποδείκνυσι τρόπον, ΙΙΙ, 72, τρόπον. ταύτῃ της, 856, ταύτην τὴν Βόστραν, ΙΙ, 604 ταὐτὴν, ΙΙ, 1597 τὴν αὐτὴν, ταύτην, ὑπὲρ ταύτην τὴν σύνθεσιν. 255. Λόγος, 12, οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, γηΐνης. ταύτην, 75, αυτήν. 908, την απ τὴν. ταὐτὸν τῆς φύσεως, φύσεως. κατὰ ταυτὸν συναγείρονται, Ι, 1189. ταὐτὸν, τὸ αὐτὸ, 1, 1343. 1315;: ταὐτό, τὸ ταὐτὸν τῆς θείας οὐ σίας, ταῦτα ἐξηνδραπόδισμαι, 1, 1078 κατὰ, ταῦτά σοι φιλεῖν καὶ μισεῖν, Ι, 1557, ταύτα, ταῦτα. ταῦτα φρονήσουσι, Ι, 1664, ταὐτὰ ταῦτα, κατὰ ταῦτα, ΙΙΙ, 780 ταύ τά. ταῦτα βούλεται, 675: ταύτα, νῦν ἄλλα, νῦν ἕτερα. ταῦτα ἡμῖν φρονοῦντες, 1, ταὐτά. ταυτολογίᾳ ἐχρήσατο, ταυτοούσιον, ὁμοούσ. ταυτότης, οὐσία. ταυτότης παρανομίας, ΙΙ, ταυτότης, ταυτότητι φύσεως, ΙΙΙ, 408. ταυτότητα της οὐσίας, Ι, 1592. ταφῇ παραδοῦναι, 1014 τάφῳ. ταφῆναι σινδόνι, 1090, σύν, ἐν τάφος ἡ τιμωρία, Ι, τάφο τοῦ θανάτου, Ι, 1925. ζόφῳ, μετὰ τὸν τάφον, ΙΙΙ, 197 ταχίστης ἀφέσεως, σύντομον, τέ. καὶ, καί. τε, δὲ, 637 οἴτε μηδέπω πεπιστευκότες. τε, οὕτω, Γ, οὔτε τῷ, τῷ εἰ, εἶτα, ἐντυγχάνοντας. τέγους προεστώσαι πόρναι, 296. τεθαύμακε, 1, 496, 560; 837, τεθείκαμεν τὸν λόγον διὰ πλειόνων. 11. 509. τεθείκασιν, ΙΙ, τεθείκασι τὸ θερμὸν οἰκτιρμών, ΙΙ, 542, θερμόν, οἰκτιρμών, τεθείκασι τοὺς λογισμούς ὁρμὴν τῆς ψυχῆς, λογισμοῦ ὁρμήν, τεθείκασι τέθεικε, τέθεικε τὸ διαθρέψεις, τημελήσεις, 1, 797. ἀντὶ τοῦ, ἡρμή νευκε. τέθεικε τὴν δευτέραν διάνοιαν, 111, 99 τέθεικε (Σωκρά την λέγοντα, 702, τεθεικότος τὴν ἐν τολήν, ΙΙΙ, 75 τέθεικε τ. ἐντ. τεθηπέναι, τεθηπότας, 111, 1171, 1172, τεθραμμένους εὐπραξίᾳ, 1095, έντεθρ. συντεθρ. τεθρησκευκότας, 282 διδάξαντας. τειχιζόμενοι ὑπὸ Θεοῦ, 1, 251, τείχος, τεκμηριώσαι,
T
Τὰ δι' ἀλλήλων, 1, 755, scil. ῥηθέντα, τὰ τῆς
δικαιοσύνης καταβαλοῦ, ΙΙ, 1521, scil. σπέρματα,
aut pro τὴν δικαιοσύνην.
τάγμα, 1, 215 extr., aestimatio, pretium, quod pro
re votiva statutum solveretur. Dicit tamen, υπόσχε
σιν. vel εὐχὴν, ipsam sic vocari, quasi qua aliquis
sibi aliquid τάττῃ, constituat, injungat; sed videtur pertinere magis ad rem totam, de qua agit in
illa quæst. ut pro re ipsa pretium vel æstimatio
solveretur, τιμὴ τῆς εὐχῆς, ut habet titulus. τάγ
ματι εὐσεβεστέρων, 1, 109, coetui. τάγματα διάφορα
δαιμονίων, ΙΙ, 974. ταγμάτων ἀοράτων, ΙΙ, 741, angelorum, quoad scil. ordinibus descripti. ταγμάτων
δημοτικῶν, vid. δημοτ. ταγμάτων ἐκείνων ἐκπεπτωκυῖαι δυνάμεις, 1, 51, mentes lapsa e priori statu
coelesti. ἐκ τῶν ταγμάτων ἁγίων, ΙΙΙ, 438, erant
diaboli. ταγμάτων οὐρανίων, 439. ταγμάτων, ΙΙΙ,
658. in ecclesia, præter sacerdotes, viduarum, dominorum, rel.
ταινία, vid. μίτρα.
ταινιοῖ τῇ εὐφημίᾳ τὸν νόμον, ΙΙΙ, 75. ταινιο
αὐτοὺς ἀπὸ τῶν πάλαι γεγενημένων, ΙΙΙ, 574. ται·
νιοῦσθαι κρότοις, ΙV, 639, laudari; non congruunt
ista proprie ταινιοῦται στεφάνοις, 1, 957.
τάλαντον τῆς θεότητος, IV. 130. Christi, quam
talento apud Matth. confert Hippol. et amitti dicit
ab hæret.
ταμιακά, ζυγά, IV, 1101, sunt agri, aut fundi,
qui aliquid pendant fisco; sed omnes pendere debebant; quare et reddi possis, qui sint tisci; Cammer-Güter: ut ἐλευθερικά sint, privatorum; quibus
tamen tributum extra ordinem imperetur, vid. et
χρυσοτελῶν.
ταμιείον τῶν λογισμῶν, Ι, 794. ἐκ τῶν οἰκείων
ταμιείων ἀνεφαίνετο, ΙΙΙ, 1110, aqua rursus e fonte erupit. ταμιείοις βασιλείοις. 111, 925, disco.
τάξις, κατὰ τάξιν, retro, I, 215. τάξεως προτέρας
ἐκπεσών, IV, 407, diabolus. τάξιν, IV, 1239 extr.
personarum Trinit. agnoscit, sed quæ non inducat
ἀξιωμάτων εἰ φύσεων διαφοράν, τάξιν τῶν κατ'
οὐρανὸν φωστήρων, ΙΙ, 1562, multitudinem. τάξιν
ἐπλήρωσε, ΙΙΙ, 456. Christus: opp. ὑπήκουσεν, hoc
non fecit, sed τάξ. ἐπλ. i. e. τὴν οἰκονομίαν, sponte
susceptam.
ταπεινοῖς, ΙΙΙ, 1122, infirmis, qui nondum possent
omnia spernere Dei causa. ταπεινοτέρους περὶ τοῦ
Χριστοῦ λόγους, III, 576 init. de humanitate, πάθει
et morte ejus.
ταπεινότητος ἡμετέρας, ΙΙΙ, 877, nostras (litteras),
episcopi imperatori.
ταπεινοφρονῶν ὑπήκουσεν, ΙΙΙ, 456, in Christum
cadere, negatur.
ταπεινοφροσύνης ἁμαρτίαν· vid. ἁμαρτίαν. ταπει
νοφροσύνης ὅρον, vid. ὅρον. ταπεινοφροσύνῃ, Γ,
140, modestia; ex usu Novi Test. II, 1236.
ταπεινοφροσύνην τῶν δεσποτῶν, ΙΙΙ, 559, μετριό
τητα, ex usu biblico ei obrepsit.
ταπεινοῦ φρονήματος, III, 19 init., modestia; ex
usu Scr. sacræ.
ταπεινωθείς, ΙΙ, 1283 init.: add. ήττηθείς. Hebr.
μὴ ταπεινωθῶμεν, ταπεινὴν ἡγησάμενοι τὴν τοῦ
Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ προσκύνησιν, ΙV, 175. Apollin.
ταπεινώσει, ΙΙ, 1205 extr.: varia lect. Dan. vΙ, 25,
pro παλαιώσει, ταπεινώσει ἡμετέρα, III, 961 nobis;
episcopi scribunt episcopis. ταπεινώσεως ἐμῆς πα
ράκλησιν, ΙV, 1080, meam; idque, diacono scribens
episcopus. ταπείνωσιν, 1, 825, tristitiam. Hebr.
ταύτης, ΙΙ, 574 init., 576, pro αὐτῆς. 1V, 984
extr., pro αὐτῆς, ut Sylb. legit n. 14, sed non opus,
e more Theod. III, 1465 med., pro αὐτῆς. ταύτης
ὑποδείκνυσι τρόπον, ΙΙΙ, 72, vid. τρόπον. ταύτῃ
της, ΙV, 856, ideo. ταύτην τὴν Βόστραν, ΙΙ, 604 scil.
quam nunc scimus et vocamus; quæ hodic suparest.
ταὐτὴν, ΙΙ, 1597 init., aut pro τὴν αὐτὴν, aut
potius, vitio forte, pro ταύτην, scil. locustas. illud
quo
si servaris: intelliges, non majorem; non
Deus habeat potentiam haud majorem locustarum
potentia. ὑπὲρ ταύτην τὴν σύνθεσιν. IV, 255. Christus Λόγος, non ita concretus, ut home. Apoll. ut
Hebr. rx, 12, οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, i. e. γηΐνης.
ταύτην, V, 75, pro αυτήν. V, 908, pro την απ
τὴν.
ταὐτὸν τῆς φύσεως, vid. φύσεως. κατὰ ταυτὸν
συναγείρονται, Ι, 1189. ταὐτὸν, pro τὸ αὐτὸ, 1, 1343.
II, 1315; mox: ταὐτό, τὸ ταὐτὸν τῆς θείας οὐ
σίας, ΙV, 744, unitatem numericam et specificam.
ταῦτα ἐξηνδραπόδισμαι, 1, 1078 init., scil. κατὰ,
tali modo. ταῦτά σοι φιλεῖν καὶ μισεῖν, Ι, 1557, vitiose pro ταύτα, eadem.
taŭtàtà Eðvŋ, II, 1005 init.: legendum h. 1. videtur, ταῦτα.
ταῦτα φρονήσουσι, Ι, 1664, videtur pro ταὐτὰ
positum. ταῦτα, κατὰ ταῦτα, ΙΙΙ, 780 init. pro ταύ
τά. ταῦτα βούλεται, IV, 675 extr.: forte pro ταύτα,
quia opp. νῦν ἄλλα, νῦν ἕτερα. Sed et ad rem
præmissam referas. ταῦτα ἡμῖν φρονοῦντες, 1,
1230, legendum ταὐτά.
ταυτολογίᾳ ἐχρήσατο, 1, 999 init.: repetit superius
dicta.
ταυτοούσιον, vid. ὁμοούσ.
ταυτότης, vid. οὐσία. ταυτότης παρανομίας, ΙΙ,
866, similitudo, specifica identitas. ταυτότης, V,
1077, magis convenit incorporeis, quam corporibus. ταυτότητι φύσεως, ΙΙΙ, 408. ταυτότητα της
οὐσίας, Ι, 1592.
Taçè0 expl. I, 551; II, 454.
ταφῇ παραδοῦναι, II, 1014 bis, pro τάφῳ.
ταφῆναι σινδόνι, V, 1090, scil. σύν, ἐν· vel, per
breviloquentiam, sindone involutum sepeliri.
τάφος ἡ τιμωρία, Ι, 439 extr., quia lapidibus
obrutus. Hoc et in suspendii ponam conveniat. τάφο
τοῦ θανάτου, Ι, 1925. Cod. ζόφῳ, bene. Illud est:
in sepulcro, quo inferantur mortui. μετὰ τὸν
τάφον, ΙΙΙ, 197 mortem.
ταχίστης ἀφέσεως, I, 944, sine longo dolore et
cura, camdem ibi vocal σύντομον, ubi haud opus
sit multo fletu, multis sacrificiis et ritibus, quasi
ambagibus.
τέ. καὶ, vid. καί. τε, pro δὲ, IV, 637 extr. οἴτε
μηδέπω πεπιστευκότες. τε, redundat post οὕτω, Γ,
72 extr.; nil enim redditur. Cod. n. 13, οὔτε τῷ,
sed nullo sensu, aut structura. Forte verbum latet,
quod reddatur τῷ εἰ, vel εἶτα, ante έντυγχά
νοντας.
τέγους προεστώσαι πόρναι, IV, 296.
τεθαύμακε, 1, 496, 560; 1V, 837, laudat.
τεθείκαμεν τὸν λόγον διὰ πλειόνων. 11. 509. τεθεί
κασιν, ΙΙ, 531, 1212, 1412, 1567, interpretati sunt,
verterunt. τεθείκασι τὸ θερμὸν οἰκτιρμών, ΙΙ, 542,
pro eo, quod Græci habent, θερμόν, apud illos est
οἰκτιρμών, τεθείκασι τοὺς λογισμούς ὁρμὴν τῆς
ψυχῆς, 11, 1542 init. Vocabulo λογισμοῦ intellexere
ὁρμήν, hoc illi substituerunt, illud per hoc expres
serunt of O'. Sic p. seq. init. τεθείκασι verterunt
et p. 1567 init. τέθεικε, Symmachus, I. 1540 bis,
vertit, interpretatus est. τέθεικε τὸ διαθρέψεις,
τημελήσεις, 1, 797. i. e. ἀντὶ τοῦ, vel pro ἡρμή
νευκε. τέθεικε τὴν δευτέραν διάνοιαν, 111, 99 init.
Vocabulum adhibuit sensu altero. τέθεικε (Σωκρά
την λέγοντα, IV, 702, inducit. τεθεικότος τὴν ἐν
τολήν, ΙΙΙ, 75 et mox, τέθεικε τ. ἐντ.
τεθηπέναι, τεθηπότας, 111, 1171, 1172, alterum,
imo prius, p. 1172, leonibus tribuitur qua Danielem.
τεθραμμένους εὐπραξίᾳ, IV, 1095, pro έντεθρ.
vel συντεθρ.
τεθρησκευκότας, IV, 282 init., διδάξαντας.
τειχιζόμενοι ὑπὸ Θεοῦ, 1, 251, custoditi.
τείχος, 1, 710 expl. insidias.
τεκμηριώσαι, IV, 1001 extr., describere, ob oculos
col. 1137–1138page 137 of 154
PG 84:1137τεκόντας τὸ σωτήριον πνεῦμα, ΙΙ, 298, τεκταίνειν ἀγάλματα, 780. τεκταινομένη τὰ μέτρα τοῦ χρόνου, 564, τελαμώνι τὸ πρόσωπον συγκαλύψας, 1, 508, τέλεια πεπαιδευμένους, Ι, 124, τέλειοι, τελείαν ἀταξίαν, ἐπισκόπων, ΗΙ. 961 ἐν τέλει χρ. τέλει χρησαμ. ἐν τέλει. ἐν τέλει τελεῖν ὑπὸ δεσποτείαν Θεού,Ι, 675. παρόντος αὐτῷ τοῦ Υἱοῦ. τέλειος βίος και φιλόσοφος, 1, 180. τέλειος ποι μήν, Ι, 1163, ὑπουργός ποιμένος. τέλειον ἀριθμὸν, τὸν ἑκατὸν, ΙΙ, 396. τέλειον, τὸν ἀθάνα τον, ΙΙ, 598. τέλειον φύσει λειον ἔχει ἑκατέρα φύσις, 16, τελειούμενοι, τελειότητα ἔχουσι, 1059, λειον, τελειότητα τελειότης εὐαγγελική, 1, 179, τελειότης σου τελειότητος κατόρθωσις κεῖται ἐν τῇ αἱρέσει τῆς γνώμης, ΙΙΙ, 414. τελειότητι ἀκριβεῖ, 11, 1146, τελειότητα εὐαγγελικήν, Ι, 960, τελοῦσαν, ΙΙ, 110 τελειότητα, ΙΙΙ, 202, τητα παρέχει το βάπτισμα, 1059, τελειωθείς, τέλειος, τελειώσειν οἶκον θεῖον, ΙΙ, 1621. τελέσας εἰς ἄνδρα, 11, 1360, ἄνδρας, τελέσας εἰς τοὺς υἱοὺς, 479, τελῶν, τελέσαντας ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν, Ι, 425. τελεσιουργῶν τὸ βάπτισμα ταῖς ἐπικλήσεσι, Γ. τελειότατον ἔφη τὸν ἀκτήμονα βίον, 946. τελεωτάτην, ΙΙΙ, 128 τελεώτερον, ΙΙΙ, 195 τέλη τῆς δυναστείας, ΙΙ, 1299, τελισκόμενος? 1, 278. τέλος, τέλος, Ι, τέλος λήψεται τὰ πράγματα, καὶ αἱ προβήσεις, ΙΙΙ, 270, τέλος τῶν πραγμάτων, Ι, 125, τέλος τῆς ὑποσχέσεως - Χριστὸς ἐβεβαίωσε, Ι, σχέσεως ἦν ὁ Χριστός, ΙΙΙ, 60 τελοῦμεν θυσίαν, 61, δεχό μενοι. τελουμένης ἀσεβείας, ΙΙ, 1356, τελοῦντες εἰς τὴν κατάλογον, ΙΙ, 290, τελοῦσιν ὑπὸ τὴν δεσποτείαν, Ι, 293, τελοῦσιν εἰς τὴν στρα τελωνεῖ τὴν Αἴγυπτον, ΙΙΙ, 814, τépaτα, τερατευόμενοι μετεσχηκέναι, 1157, τερθρεία Απολλιναρίου, 1, 44, 73. τερθρείας, τεσσάρων, διὰ. Εὐαγγέλιον, 312, τεταγμένον ἐν τῷ λαϊκῷ τάγματι, 259, τεταριχευμένα μέλη, ΙΙΙ, 1930, τετελειωμένοις, 11, 87, ἀρχομένοις, τετίμηκεν ἀργίᾳ τὸ Σάββατον, Ι, 133. τετράγωνον καλοῦσι, ΙΙ, 126, τετράδα, 1250, ενανθρώπησις, το
rite ponere, verbi assequi et exprimere (salutem
æternam).
τεκόντας τὸ σωτήριον πνεῦμα, ΙΙ, 298, qui allulissent dona divina.
τεκταίνειν ἀγάλματα, IV, 780. τεκταινομένη τὰ
μέτρα τοῦ χρόνου, IV, 564, luna.
τελαμώνι τὸ πρόσωπον συγκαλύψας, 1, 508,
pannis.
τέλεια πεπαιδευμένους, Ι, 124, qui sciunt, nihil
per se esse impurum: scil. in rebus corporeis et
externis, tesiac sports, III, 462, solidioris cibi,
qualem τέλειοι, adulti, capiant. τελείαν ἀταξίαν,
11, 391. tehɛizv ol, IV, 467, propriam ad
illos, directo et ex instituto illis missam, justam,
ordentlich, ansdrücklich.
TEEL, 1, 7, est, vivit, agit. The xpozμw
ἐπισκόπων, ΗΙ. 961 extr. in textu est, ἐν τέλει χρ.
forte e glossa ortum, ut aliquis explicarit tò, τέλει
χρησαμ. per ἐν τέλει. Episcopi ἐν τέλει sunt, qui
jam fuere episcopi.
τελεῖν ὑπὸ δεσποτείαν Θεού,Ι, 675.
sto, I, 3. peritior, intelligentior, III, 737.
Pater est semper, qua Pater, παρόντος αὐτῷ τοῦ
Υἱοῦ. τέλειος βίος και φιλόσοφος, 1, 180. τέλειος ποι
μήν, Ι, 1163, opp. ὑπουργός ποιμένος. τέλειον
ἀριθμὸν, τὸν ἑκατὸν, ΙΙ, 396. τέλειον, τὸν ἀθάνα
τον, ΙΙ, 598. τέλειον φύσει Christum hominem
fuisse, negat Theod., sed factum, dicit, V, 52,
moraliter nempe, omni virtute exercitatum. tÓ TÉλειον ἔχει ἑκατέρα φύσις, V, 16, utraque integra
est et manet, suos numeros habet; nil ei deest,
nec decessit. této vaper, vid. Sancti. TEE!!,
τελειούμενοι, τελειότητα ἔχουσι, V, 1059, de baptizatis in nomen Patris, Filii et Spir. sanct. hoc tẾλειον, hanc τελειότητα negat catechumenis, nondum baptizatis, etsi adorent Patrem et Filium.
Sign. ergo cultum Dei plenum et congruum formulæ Scr. sacræ. Teleious, I, 1403, vocat pauperes,
et commodorum hujus vitæ usu abstinentes; ex
ingenio sæculi. Teslous vouous, IV, 888, ritibus
carentes, mere morales. Thatópa, II, 430, in
Novo Test. præcepta, qua jusjurandum, plane vitandum. tekstóp, IV, 1165, curam ecclesiæ vocat
et pacis in ea, præ civilibus curis. tectorέpas
ápetñs, II, 1188 extr., ut sciret et posset ornatum
et cultum pretiosum contemnere.
Aston Abrahami, J, 4, cum satis firmatus
esset Dei cognitione, citra periculum idololatriæ.
τελειότης εὐαγγελική, 1, 179, ut omnia ad animum
referantur. adens, 1, 462. Iliskice, Josaphati,
quod excelsa quoque aboleverint. τελειότης σου
xati Osdv, IV, 1146, 1147. tu; episc. domnum alloquitur, IV, 1171 init. tu; diacono scribit. TeletóTŋd
to; ¿psyóµsvo!, II. 1495, qui abstinent curis el occupationibus civilibus vitæ humanæ, paupertatem
colunt. hetdytos taūta, III, 196 init., injuriam
pati potius, quam lites sequi. take:ótytos, III, 231,
scientia et libertate atque alacritate in rebus mediis. τελειότητος κατόρθωσις κεῖται ἐν τῇ αἱρέσει τῆς
γνώμης, ΙΙΙ, 414. τελειότητι ἀκριβεῖ, 11, 1146,
2sceta usus dicitur, quod non moveretur conspectu
et officiis sororis et filii ejus, imo fugeret eos.:-
Aɛlótŋtí σou xat, IV, 1178, tibi; episcopo.
τελειότητα εὐαγγελικήν, Ι, 960, qua scil. vinceretur metus mortis, sub lege minacioris. tehetdenta
τελοῦσαν, ΙΙ, 110 init. τελειότητα, ΙΙΙ, 202, abstinentiam a conjugio et concubitu. III, 350, ponit in
opibus spernendis, et voluntaria paupertate.
τητα παρέχει το βάπτισμα, V, 1059, quia Git in nomen trium personarum.
τελειωθείς, V, 52. Christus non τέλειος, e mente
Theod. moraliter. TEELWETES, III, 1028,
interfecti. teha:wty, III, 1028, mortuorum. t:-
Delta Ev voj, II, 85, qui pie et sancte vixerint sub lege, cum spe futuri Messiæ; mortuos et
beatos. τελειώσειν οἶκον θεῖον, ΙΙ, 1621.
τελέσας εἰς ἄνδρα, 11, 1360, pr, ἄνδρας, τελέσας
εἰς τοὺς υἱοὺς, IV, 479, pro τελῶν, referendus
pertinens. τελέσαντας ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν, Ι, 425.
τελεσιουργῶν τὸ βάπτισμα ταῖς ἐπικλήσεσι, Γ.
23, consecrare, ut rem sanctam ponere et exercere.
Theópos quid? I, 278.
τελειότατον ἔφη (Christus) τὸν ἀκτήμονα βίον, IV,
946. τελεωτάτην, ΙΙΙ, 128 extr. τελεώτερον, ΙΙΙ, 195
extr. tɛhswtɛpz, III, 1123, ut plane discerent carere posse omni commoditate corporea.
Tents Bastλstas, II, 1269, exitus, interitus,
tempora extrema. τέλη τῆς δυναστείας, ΙΙ, 1299,
extrema, finem, pro singulari.
τελισκόμενος quid? 1, 278.
τέλος, in Psalm. tit. expl. I, 629, 701. τέλος, Ι,
717, 732 med., N. Test. tempus. Toç, V. 24, consilium; vel exitus. To; tñ ñs, II, 1457 init.
terminum, locum extremum. τέλος λήψεται τὰ
al
πράγματα, καὶ αἱ προβήσεις, ΙΙΙ, 270, dilogia:
qua prius, sign. finem, qua exitum, eventum. tého;
TiSTEW;, IV, 229, extrema clausula fidei vel
Symboli Nic. τέλος τῶν πραγμάτων, Ι, 125, dum
res ipsæ fiant, a Deo prævisæ. o; paуμάτwy,
I, 1231, eventum vaticinii per rem ipsam, in re
ipsa. τέλος τῆς ὑποσχέσεως - Χριστὸς ἐβεβαίωσε, Ι,
1509, antea népaç ¿¿¿¿ato, per successores Salomonis. to ergo est, summus et præcipue spectatus eventus, perfectus et durans. Tho; the Oσχέσεως ἦν ὁ Χριστός, ΙΙΙ, 60 init.
τελοῦμεν θυσίαν, V, 61, celebramus, scil. δεχό
μενοι. τελουμένης ἀσεβείας, ΙΙ, 1356, facte, commisse. τελοῦντες εἰς τὴν κατάλογον, ΙΙ, 290, relati,
eo pertinentes. TehoÛday Tehsióra, II, 110 init.
omnia rite et solide præstantem. τελοῦσιν ὑπὸ τὴν
δεσποτείαν, Ι, 293, sunt. τελοῦσιν εἰς τὴν στρα
Telav (pro arpatidy), II, 1203, eo referuntur, pertinent.
τελωνεῖ τὴν Αἴγυπτον, ΙΙΙ, 814, tributum imperat, exigit.
Téuevos, II, 1310, in Bethel et Dan.
Tepov, IV, 526 de tritura; sequitur enim congestionem in aream; quia aristarum capita præscindebant, boum et ad hoc ungulis usi. téµvovta tà.
Spárata, I, 280, de bove, i. e. vel arando sulcos
facere, unde nascantur manipuli, aut, calcando
abscindere capita aristarum, deinde excutienda.
Triturare enim proprie non est, secare. Sed grana
sic desectis capitibus excutiebantur. Idem præstabant plaustrorum rotæ: Jes. XXVIII, 28. Certe et
tò
Xen. OEcon. jumentis triturantibus tribuit to xóπTITELV.
τépaτα, expl. IV, 759 extr.
τερατευόμενοι μετεσχηκέναι, V. 1157, fingentes.
τερθρεία Απολλιναρίου, 1, 44, 73. τερθρείας,
III, 1025, nugarum. n. 5, Opŋoxɛlas.
τεσσάρων, διὰ. Εὐαγγέλιον, IV, 312, composuit
Tatianus, imo refinxit.
τεταγμένον ἐν τῷ λαϊκῷ τάγματι, HI, 259, qui
ibi sit, non sane positus eo. sed talis, ut non possit
censeri alibi. Ad Act. x, 48.
TETatsivwpéva ósτéz, 1, 939 extr. debilitata, infirma; ex llebr.
τεταριχευμένα μέλη, ΙΙΙ, 1930, frigore et astu
macerata, excocta, exusta.
τετελειωμένοις, 11, 87, opp. ἀρχομένοις, quod
vide.
τετίμηκεν ἀργίᾳ τὸ Σάββατον, Ι, 133.
Toppaphyŋsic, V, 8, diligens, accurata,
wie gedrechselt.
τsτpáуpaµµov nomen Dei, 1, 166, 133.
τετράγωνον καλοῦσι, ΙΙ, 126, numerum centena
rium, quia e decem decies sumptis.
τετράδα, ΙV, 1250, non fecit ενανθρώπησις, το
path, IV, 60, statuere, quidam, di
cebant, orthodoxos, quasi Christo Deo. Christo
homine, duobus inductis. Athan. Tapáɔ̃¤ ával
col. 1139–1140page 138 of 154
PG 84:1139τετρακτὺς τῶν Εὐαγγελίων, 1217, 1251. τετρα τετραπόδων λίθων, ΙΙ, 434, τετρηγός, Ι, 526, τετρηχός, τετυπτηκότος, 414 τετυφότος. τεχθήσεσθαι λαόν ἀλλ' οὐ γεγενή τέχνην ἀργυραμοιβος, 332, τεχνῖται ἀργύρου, ΙΙ, 449. τεχνίτην ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ΙΙΙ, 845. τεχνιτών καλλιγράφων, ΙΙΙ, τεχνολογίαν ἀπέφηνε τὴν θεολογίαν, 356, σημελείας, ΙΙΙ, 997. ἐπιμελείας. τηνάλλως ἀδολεσχω, 760 τηνάλλως δια λεγομένοις, ΙΙ, 756, μάτην, εἰκαίως. τηνάλλως Αθλῶν, 847. τηνικαῦτα βασιλεύσαντα, Ι, 953. Αι τὶ αἷμα, ΙΙ, αἵματος, τί οὐκ ἀνόσιον, 337, πᾶς. τιθέμενοι τούτοις, οἱ δὲ ἐκείνοις, 718 τίθενται πάλιν αι ψυχαί, 251. αὐτὸ τέθεικεν (τὴν ψυχὴν ἀναστήσας. τι θέντες προσηγορίαν, 4. τίθεσθαι, 810, τίθησι προφητείαν, ΙΙ, 527. τίμα (τὴν ἐξουσίαν),ΙΙΙ, 137: τίμα. τιμαλφέστερος, ΙΙΙ, 161. τιμαλφεστέρα, 109, τιμάσθαι τὸ Σάββατον, ΙΙ, 574, τιμά τιμᾶται, τίνος τιμ. τόν, 1086 ἄξιον τιμῇ ἀτιμάζων τὸν τιμήσαντα, 513, τιμὰς (καὶ τιμωρίας), τιμήσω τῇ σιωπῇ, τιμιότητος ὑμετέρας γνώμη, ΙΙΙ, 884. τιμιότητος· ὑμετέρας, ΙΙΙ, 1030 τιμορίαν, Ι, 415, τιμῶμαι στεφάνων, ΙΙΙ, 1082, ἄξιον ἡγοῦμαι· εἰ στεφανών, τιμῶσι τὸ Σάββατον, 328, τίς, ΙΙΙ, 384, ποῦ. τις Σεδεκίαςβασιλεύς, αγορεύει πορνείαν, Ι, 1329, τί. τίνα οὖν ἁμαρ τίαν, 17, 671 ἑκάστην, ἥντινα οὖν, δι ποτε. τινὰ τῶν ἀνθρώπων τίνες, ὑπό τινων διαφόρως νενόηται, ΙΙ, 1550 τινὲς μὲν ὧδε, τινὲς δὲ ἄλλως, οὕτω. τίσαι μεν. Τιτάνας, γίγαντας, 1,413. τιτθῆς. τμῆμα, τμήμα του τὴν θύραν τὸ μὴ ἐξεῖναι προβαίνειν. δοκοῦν τῷ νόμῳ, Ι, 581. τὸ εὔγνωμον, 1, 66, τλ, τι. τοῦ, πρὸς ὄν ταῦτα λέγεται, ΙΙ, 4151, ἐκείνου· πρ. ὅν λ. 1. οὔτε τοῦ ἐπαῖόντος, οὔτε τοῦ ἑρμη του, τινός. τόν, ᾧ χρήσ 1, 177, ἐκεῖνον. τὸν, οὗ, 745, ἐκεῖνον. τοιαύτη εἰ ἡ αὐτὴ 992. τοιαύτην, τσίγαρτοι, ΙΙ, 1689, τοιγαροῦν. τοιγαροῦν, Ι, 1117 τὶ γὰρ οὖν, 12. τοιγαροῦν εἰς ἔλεγχον, 487, περιθέμενον τοιγαροῦν. τοιγαρούν τοι τοιγαροῦν καὶ σὺ ὁρῶν,: καὶ σὺ το όρ. τοιοῦτο, τοῦτο. τοιῶςδε, 717. τολμῆς, τῆς, ΙΙΙ, 1920 τόλμης. τολμωμένη λέγεσθαι φωνή, ΙΙΙ, 741. τολμώντας τολύπην, Ι, 522. κολοκυνθίδα
nister, inscius quidem. Tuwplaç, III, 678, 679,
texationes, calamitates apostolorum.
Todo, IV, 137, non infert, qui Christum hominem Deo Adyw jungit in unam pers. Athan. tetpádo: xhpuxt, IV, 1238, qui, duos credens Christos,
faciat quatuor personas Trinitatis. Terpádas, IV,
54 Valentinianorum.
τετρακτὺς τῶν Εὐαγγελίων, ΙV, 1217, 1251. τετραxtùv, Iy, 296: Valentiniani, quatuor primos Æonum, primam ovľvylav.
τετραπόδων λίθων, ΙΙ, 434, quadratis.
τετρηγός, Ι, 526, forte τετρηχός, aut pro eo;
Homericum sign. pax, atrox.
τετυπτηκότος, ΙV. 414 extr, pro τετυφότος.
TETUXhxas, III, 766 init. poenam sensere.
τεχθήσεσθαι λαόν (Novi Test.), ἀλλ' οὐ γεγενήoða:^; ut Judæos, I, 1098. Aut futurum et præsens
distinguit, aut patius Christianorum, ob Christum
natum, dignitatem innuit.
Texvaoua, II, 1056 init. 1059 extr.
τέχνην ἀργυραμοιβος, ΙV, 332, vitæ genere,
questu.
τεχνῖται ἀργύρου, ΙΙ, 449. τεχνίτην ἀγγέλων καὶ
ἀρχαγγέλων, ΙΙΙ, 845. τεχνιτών καλλιγράφων, ΙΙΙ,
τεχνολογίαν ἀπέφηνε τὴν θεολογίαν, IV, 356, distinctione subtili et inani.
σημελείας, ΙΙΙ, 997. ἐπιμελείας.
τηνάλλως ἀδολεσχω, IV, 760 init. τηνάλλως δια
λεγομένοις, ΙΙ, 756, μάτην, εἰκαίως. τηνάλλως
Αθλῶν, ΙV, 847.
τηνικαῦτα βασιλεύσαντα, Ι, 953. Julian. Ap. Αι
non præcedit tempus, quo imperarit. Additum videtur; verti tamen potest, qui antea, nuper, imperavit.
τὶ αἷμα, ΙΙ, 77, pro αἵματος, aut vi redundat.
τί οὐκ ἀνόσιον, III, 337, pro πᾶς.
τιθέμενοι τούτοις, οἱ δὲ ἐκείνοις, 1V, 718 extr.,
proportiμ. credentes, assentientes, forte supplendum nov, val, IV, 942, infantes, aut
pro exponere, aút diariéval, in eum statum dare,
ita alicere. τίθενται πάλιν αι ψυχαί, IV, 251.
Theoph. opp. alpovrat, ut sit, corpori inseruntur
denuo: secus, ac sign. Joan. 10. Et mox: náhív el;
αὐτὸ (corpus), τέθεικεν (τὴν ψυχὴν ἀναστήσας. τι
θέντες προσηγορίαν, V, 4. τίθεσθαι, III, 810, adbibere, judicare. τίθησι προφητείαν, ΙΙ, 527.
zixtev, de Deo patre, qua filium, cujus texwv
dicitur, V, 38.
τίμα (τὴν ἐξουσίαν),ΙΙΙ, 137 init.: lege τίμα.
τιμαλφέστερος, ΙΙΙ, 161. τιμαλφεστέρα, IV, 109,
705, pluris facienda.
τιμάσθαι τὸ Σάββατον, ΙΙ, 574, celebrari. τιμάobw tò µétpiny, IV, 1304, observetur, teneatur.
τιμᾶται, τίνος τιμ. τόν, rel. III, 1086 init. ἄξιον
hyɛitat, pœna scil.
τιμῇ ἀτιμάζων τὸν τιμήσαντα, IV, 513, ea ipsa
re (lingua), quam tibi donaverit, qua te præ cæteris
animalibus ornaverit. µеà τps, III, 335, active,
nt habeat Deo reverentiam. τιμὰς (καὶ τιμωρίας),
I, 722, præmia.
tiµñozi rd Lá66atov, II, 365, observare. Tuhoaç
àyw fµž;, 1, 275, cum rationem nobis dederit.
phaouat, II, 1050, templum, exthota, adibunt,
cultum ibi Deo reddent. τιμήσω τῇ σιωπῇ, V, 1159,
vereor dicere (scil. partem, quæ ciborum excrementa dejicit).
τιμιότητος ὑμετέρας γνώμη, ΙΙΙ, 884. vestra: episcopi episcopis. τιμιότητος· ὑμετέρας, ΙΙΙ, 1030
vobis episcopi episcopis.
po, III, 476, filium patri.
τιμορίαν, Ι, 415, per o, pro w.
τιμῶμαι στεφάνων, ΙΙΙ, 1082, ἄξιον ἡγοῦμαι· εἰ
medium pro activo, n. 1, στεφανών,
zuwpiaç, II, 330, vexationis in Christianos, 31µwplay, tɩpwplaç, II, 1547, 1548 init., populis inferre dicitur rex Babylonius, non ipse puniturus,
Sed tantum subacturus: divinæ tainen poenæ miTuwsal thy son, IV, 810, observantes, tenentes. two thy giv, 11, 197, ordinem militiæ
tenent. τιμῶσι τὸ Σάββατον, IV, 328, servant.
τίς, ΙΙΙ, 384, expl. ποῦ. τις Σεδεκίας- βασιλεύς,
IV, 624, tanquam de obscuro et ignoto; scil.
quia loquitur cum impiis et paganis fere. Tiva πpoσαγορεύει πορνείαν, Ι, 1329, pro τί. τίνα οὖν ἁμαρ
τίαν, 17, 671 extr., ἑκάστην, qs. ἥντινα οὖν, δι
ποτε. τινὰ τῶν ἀνθρώπων honorare voluit Christus sua paupertate, V, 56, scil. ipsos pauperes:
quia tales non sunt omnes. věc, V, 91 extr., elev,
legendum τίνες, retracto accentu, interrogando; sequitur enim, loots. Aut ei excidit. ὑπό
τινων διαφόρως νενόηται, ΙΙ, 1550 init., alii hoc
aliter explicant, nempe, oi µèv, oi dè, ut sequitur.
Nondum enim proposuit sententiam, a qua discedant nonnulli, et divisionem subjicit, ol µèv, oi &è,
quasi fuerit, τινὲς μὲν ὧδε, τινὲς δὲ ἄλλως, vel
οὕτω.
tíoat µšv, III, 4101 init., vitiose pro τίσαι
μεν.
Τιτάνας, γίγαντας, 1,413.
TITOH, III, 1191, tɩ07, p. seq. alias tízon, 1194
init. τιτθῆς.
τμῆμα, IV, 502, sectam ex secta. τμήμα του
tw, IV, 332, sectam his junctam, in quibusdam
diversam,
to, transpositum, aut redundat, I, 155, rò napä
τὴν θύραν τὸ μὴ ἐξεῖναι προβαίνειν. Prius redundat, alterum transpositum. To µèv, Tò dè, 1, 52
extr. prius refertur ad proximum, posterius ad remotum et prius, ut Latini invertunt hoc et illud. rò
δοκοῦν τῷ νόμῳ, Ι, 581. τὸ εὔγνωμον, 1, 66, gratus
animus. To el divatal, IV, 240, capit; vel redundat τλ, vel leg. τι. Athan. τοῦ, πρὸς ὄν ταῦτα
λέγεται, ΙΙ, 4151, pro ἐκείνου· quasi πρ. ὅν λ. sit
nomen, vel participium. too ooo, I, 109,
vid. not. 1. οὔτε τοῦ ἐπαῖόντος, οὔτε τοῦ ἑρμη
VEDOVTOS, III, 241 init. Aut Byto; supplendum,
forte absorptum ab extremo alterutrius participii,
etsi tali structura futurum ponitur; aut potius legendum του, sine accentu, pro τινός. τόν, ᾧ — χρήσ
1, 177, pro ἐκεῖνον. τὸν, οὗ, 1V, 745, ἐκεῖνον.
non
τοιαύτη εἰ ἡ αὐτὴ an differant? V, 992. τοιαύτην,
älλny, V, 944, qualitate eamdem, numero
eamdem: specifice unam, non numerice. TotaúraÇ
avyxploɛıç, IV, 1061, statinı ab init. epist. 3, ut
non pateat, quo totaútas pertineat. Sed refertur
ad quæstionem ab Irenæo propositam, et comparationem fieri jussam in epistola ad Theodor. colaúTaç erga sign, qualem tu a me fieri in tua epìst.
jussisti.
τσίγαρτοι, ΙΙ, 1689, pro τοιγαροῦν.
τοιγαροῦν, Ι, 1117 extr., vitiose pro τὶ γὰρ οὖν,
quod cod. habet, n. 12. τοιγαροῦν εἰς ἔλεγχον, rel.
IV, 456 init. vid. Edexov, ibid. Touyapouy, uni vocabulo postponitur, IV, 487, περιθέμενον τοιγαροῦν.
τοιγαρούν postpositum, IV, 500, 510, 514, 516, τοι
yapoov, IV, 534 init., imperativo (pet) jungitur,
et postponitur. Toyapouy, durius transpositum et
postpositum, IV, 556 init. 6pwv xal col toryapoūv,
pro, τοιγαροῦν καὶ σὺ ὁρῶν, aut certe: καὶ σὺ
το όρ.
τοιοῦτο, vid. τοῦτο.
toyous duo, 1, 1432 extr. vocat Judæos et paga -
nos ipsos, quia de domo loquitur.
τοιῶςδε, IV, 717.
τολμῆς, τῆς, ΙΙΙ, 1920 init., pro τόλμης.
τολμωμένη λέγεσθαι φωνή, ΙΙΙ, 741. τολμώντας
Aapбávɛtv, II, 976, quia nimis absurda interpretatio, evidenter falsa.
τολύπην, Ι, 522. pro κολοκυνθίδα • genus pro
specie aut supple, ayplay.
Topaïs, III, 713 init., non est e Patre Filius, velut
abscissus.
col. 1141–1142page 139 of 154
PG 84:1141τόμος συνοδικὸς. 111, 881, τόμου πρὸς Ἀρειανούς, 17, 138, τόμῳ, 747, τόμῳ, ΙΙΙ, τονθορύζει σὐδεὶς κέρδη συλλέγων, ΙΙΙ, 457. τοπάρχης Ἰουδαίων, 1, 617. τοπαρχίαι, Ι, το παρχούσης Ζηνοβίας, 1, 333. τοπικὴν λατρείαν, τοπικὴν διαίρεσιν, ΙΙ, 192, (έν) τόπῳ, τόπον καταφυγῆς ἔχω σε, Ι, 1451. κατὰ τόπον ἐκκλησίαι, ΙΙ, 949 τοποτηρητῇ, τορεύων (γραφήν) τυρεύων, τότε, ΙΙΙ, 907 τέ τε, τὸ δό. τουτέστι, ΙΙ, τού τεστι, 111, 33 τὸ θέλημα, τούτεστε, τοῦ Θεοῦ, τούτεστι, ΙΙ, 144, τό, δι' αὐτοῦ, τούτε στι τοῦτο, τό. τούτεστι, παρ' ὑμῖν κη ρύττων, ΙΙΙ, τοῦτο, ΙΙΙ, 1064, θεασάμενος, τὸ αὐτὸ, τοῦτο γράμμα, ΙΙ, 961, πρὸς τοῦτο, τοῦτο, τοιοῦτο, μεταποίησιν, τοῦτο, τὸ αὐτό, τούτου, 1152 τοῦτον, Χριστόν. τούτων, Ι. τοῦτον, οὐρανός· τοῦτον ἐνδιαίτημα έχοντες άγγελοι, τούτων 1160, πρὸ τούτων οἱ ἐν Νικαίᾳ Πατέρες. πρλ, του πρ. τούτοις, Ι, τούτοις ὑπεύθυνος, τῆς τιμωρίας ἡ ψήφος, ταύτῃ. τούτοις, ἑαυτοῖς, ΙΙ, τούτοις, καταληπτόν, τούτοις, μην αὐτοῖς, 83), ΙΙ, 837. τούτους, οἷς ἔγραφεν, 575, ἐκείνους. τραγῳδεῖ τὴν πονηρίαν, ΙΙ, 1550, τραγωδία, ΙΙΙ, τραγῳδίαν τῶν γεγενημένων διηγείται, ΙΙ, 486. τραγῳδίαν, ΙΙΙ, τραγῳδοποιῶν (τῶν) 111, 815, τραγῳδουμένη χείρ, ΙΙΙ, 819, τρα γῳδῶν, ΙΙ, τραγῳδῶν, τραπείη εἰς τὴν ἐκείνων κεφαλὴν τὸ βλάσφημον, ΙΙΙ, τραπέζης ἁγίας, τραπέζης λόγων, 665, τράπεζαν μυστικὴν, μυστικήν. τράπεζαν, τὴν διδασκαλίαν, ΙΙ, τραύματα ἀκοῶν, 80. τραύμασι ρημάτων, ν, τραχηλιῶσι, τραχύνεται τὸ ῥεῦμα τοῦ λόγου, 102, τραχύτητα τῆς εἰρήνης, 102, τραχύτητα, υἱ εἰρήνης ὁδοποιούσης. τραφεὶς ἐν δυσσεβείᾳ, ΙΙΙ, 927, τρεῖς, τρεῖς, 1, 893, 899 922 923, οἱ ἄλλοι τρεῖς, 230, 331, 349, 360, 385, 1456 τρεῖς ἢ τέτταρες, Ι, τρέπεσθαι, τρεπτός. τρεπτὴ ἐγένετο, 111, 88, ἡ κτίσις; τρεπο τός, τρέφει, τρέχειν, ΙΙΙ, τρέ χειν, δραμεῖν, ἀποτρέχειν εἰς τὴν μητρόπολιν, Ι, 487, του τρέχειν. τρέχων ἐπέκεινα πάσης δυσσεβείας, 59. Τριάδα ἄκτιστον, ΙΙ, 1694. Τριάδα ὁμοούσιον, ΙΙ, Τριάδα, τριάδα ὑποστάσεων, ; έκτεινομένην καὶ συστελλομένην, τριάδος καὶ μονάδος, Ι, τρίβερις, τριγενείας (ἐκ) τριθείαν, 1, 986. τρικυμίας δαιμόνων, Ι, 437 τριχυ μιῶν, ΙΙΙ, τρισάθλιος, τρισάθλιον βίον, τρισμακάριος, τρισμακάριστος 879 τρισμακαριώτατοι ἐπίσ σκοποι, ΙΙΙ, 956. τριτώνυμον, 912, πράγμα τριχῇ διέλυσας τὴν ἕνωσιν, 113 τρόμῳ. κατανύξει. Ι, 624. τροπαίου δεσποτικού, ΙΙΙ, 913, τροπαίον, τροπῆς τοῦ διαβόλου, ΙΙΙ, 655, τροπῇ, 1, 1373, τροπῇ ἐπέμεινε, Ι, 1174; ΙΙ, 509, 1336. τροπῇ ἐπιμείνας, ΙΙ, 799, τροπὴν εἰς σάρκα ὑπομείνας, 1, ὁ λόγος, τροπαί μύρια. πρὸς ἑκάστους, τροπάς τέσσαρας, τροπίαν, τροπικῶς καὶ παραβολικώς, ΙΙ, 819. τροπικῶς. ΙΙ, πνευματικώς, 1992. τροπικώτερον, Ι, 905 κατὰ τὴν ἱστορίαν τρόπος πίστεως, 759, τρόπον θεῖον, τρόπον ταύτης ὑποδείκνυσι, θέσιν νόμου, τρόπον ἁμαρτήματα ηύξήθη τρόπον ταύτης τούτου, αὐξήσεως ηυξήθη, τρό που υπεροχής, τρόπον εναντιώσεως, 510, τρόπων πεύσεως οὐκ ἐπιστάμενος, ΙΙΙ, τρόπον οι πρότερον, 1175, 2. τροφεία, τροφή οι τρυφή 265, 4. τροφὴ θεία, 1, τροφή για γνεται τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸν ἀνθρώπειον, 603,
τόμος συνοδικὸς. 111, 881, liber, epistola. τόμου
πρὸς Ἀρειανούς, 17, 138, libro. τόμῳ, III, 747,
professioni, libello episcopali et symbolico: Aufsatz, Schrift. τόμῳ, ΙΙΙ, 1032, libro, litteris synodicis, hypomnemate.
τονθορύζει σὐδεὶς κέρδη συλλέγων, ΙΙΙ, 457.
τοπάρχης Ἰουδαίων, 1, 617. Herodes Antipas.
τοπαρχίαι, Ι, 1105, regna mninora, civitatum et
regulorum, a Romanis dejecta. Opp. Romanorum
imperio universo et œcumenico.
το παρχούσης Ζηνοβίας, 1, 333.
τοπικὴν λατρείαν, 11, 398, uni loco adstrictum
cultum. τοπικὴν διαίρεσιν, ΙΙ, 192, Ecclesiae. (έν)
τόπῳ, 11, 1070, scil. certo, uno, ut ei adstrictum.
τόπον καταφυγῆς ἔχω σε, Ι, 1451. Deum. κατὰ
τόπον ἐκκλησίαι, ΙΙ, 949 extr. quæ ubique sunt.
τοποτηρητῇ, 11, 1099, urbis prefecto, vicario.
τορεύων (γραφήν) non ineleganter τυρεύων, leg.
(n. 94), IV, 893.
τότε, ΙΙΙ, 907 med., pro τέ τε, vel τὸ δό.
τουτέστι, ΙΙ, 293: III, 101, scilicet, supple. τούτεστι, 111, 33 med. τὸ θέλημα, τούτεστε, τοῦ Θεοῦ,
scilicet. τούτεστι, ΙΙ, 144, τό, δι' αὐτοῦ, τούτε στι·
redundat τοῦτο, aut τό. τούτεστι, παρ' ὑμῖν κηρύττων, ΙΙΙ, 221, videlicet, supple.
τοῦτο, ΙΙΙ, 1064, θεασάμενος, idem, τὸ αὐτὸ,
quod imp. τοῦτο γράμμα, ΙΙ, 961, πρὸς τοῦτο, lit
teras ejus rei jus tribuentes. τοῦτο, τοιοῦτο, 1V,
152, vid. μεταποίησιν, ibid. sic et mox, 153. Amphiloch. distingu. extr. τοῦτο, pro τὸ αὐτό, V, 46.
τούτου, V, 1152 init., lege τοῦτον, nempe Χριστόν.
τούτων, Ι. 981 med., lege τοῦτον, refertur enim ad
οὐρανός· τοῦτον ἐνδιαίτημα έχοντες άγγελοι, bene
procedit. τούτων IV, 1160, πρὸ τούτων οἱ ἐν Νικαίᾳ
- Πατέρες. Nominarat Ignatium, Eustath., Athanas.
rel. Ad hos referri nequit πρλ, ut qui vel ante concil. vel sub illius tempus vixerint. Itaque aut του
Twy ad quosdam tantum refertur, etsi simul nominatorum, aut πρ. sign. quod majus est et potius:
consilium nempe singulis PP. τούτοις, Ι, 1564
init. τούτοις ὑπεύθυνος, præcessit, τῆς τιμωρίας ἡ
ψήφος, est ergo pro ταύτῃ. τούτοις, pro ἑαυτοῖς, ΙΙ,
79 init., docentes me silendo, nec τούτοις, illis, i.
e. sibi ipsis, illum esse καταληπτόν, talibus nempe.
τούτοις, μην αὐτοῖς, quod et cod. habet (n. 83),
ΙΙ, 837. τούτους, οἷς ἔγραφεν, III, 575, pro
ἐκείνους.
τραγῳδεῖ τὴν πονηρίαν, ΙΙ, 1550, init., propheta.
τραγωδία, ΙΙΙ, 32, cum furti argueretur Benjamin,
et in servitutem simulate abstraheretur. τραγῳδίαν
τῶν γεγενημένων διηγείται, ΙΙ, 486. τραγῳδίαν, ΙΙΙ,
804, init., drama, scenam, fraudem compositam.
τραγῳδοποιῶν (τῶν) 111, 815, med.
τραγῳδουμένη χείρ, ΙΙΙ, 819, de qua tam atrocia
loquebantur, inservitura scene de Athanasio, τραγῳδῶν, ΙΙ, 1169, Daniel, graviter describens, accusans. τραγῳδῶν, IV, 549, David in Psalmis.
τραπείη εἰς τὴν ἐκείνων κεφαλὴν τὸ βλάσφη
μον, ΙΙΙ, 216, puniantur ipsi ob illam impietateni,
quam ego posui, coactus ostendere, eam sequi ex
illorum sententia.
τραπέζης ἁγίας, I, 164, altaris et coenae sacra.
τραπέζης λόγων, ΙV, 665, præsepi. τράπεζαν μυστι
κὴν, vid. μυστικήν. τράπεζαν, τὴν διδασκαλίαν, ΙΙ,
τραύματα ἀκοῶν, ΙV, 80. τραύμασι ρημάτων, ν,
1147, verbis impiis et orthodoxiam corrumpentibus.
τραχηλιῶσι, ΙV, 1361, insolenter repugnant.
τραχύνεται τὸ ῥεῦμα τοῦ λόγου, V, 102, venit ad
aspera dicenda.
τραχύτητα τῆς εἰρήνης, V, 102, post med.: comma ponendum post τραχύτητα, υἱ εἰρήνης referatur ad ὁδοποιούσης.
τραφεὶς ἐν δυσσεβείᾳ, ΙΙΙ, 927, educatus.
τρεῖς, 1, 720, Δquila, Symm. Theodotion. τρεῖς,
1, 893, 899 extr., 922 extr., 923, rel. οἱ ἄλλοι τρεῖς,
1, 896, Aquila, Symm. Theod. II, 225, 228, 229,
230, 331, 349, 360, 385, 1456 med. τρεῖς ἢ τέτταρες, Ι, 1047 init., pauci pagani, qui supersunt.
τρέπεσθαι, vid. τρεπτός.
τρεπτὴ ἐγένετο, 111, 88, ἡ κτίσις; ut interiret
aliquando, renovanda tamen cum hominibus. τρεπο
τός, V, 1083, an fuerit Christus? recte negat, et
porro exsequitur, 1014 de hominibus.
τρέφει, IV, 518, init., sanguine implet.
τρέχειν, ΙΙΙ, 1155, Jonam ad Ninivitas ire. τρέ
χειν, δραμεῖν, ἀποτρέχειν εἰς τὴν μητρόπολιν, Ι, 487,
abire, proficisci; nulla notione του τρέχειν. τρέχων
ἐπέκεινα πάσης δυσσεβείας, V, 59.
Τριάδα ἄκτιστον, ΙΙ, 1694. Τριάδα ὁμοούσιον, ΙΙ,
956. Τριάδα, ΙV, 310, mundi partem ponebant Perata haeretici. τριάδα ὑποστάσεων, 1V, 336, tollit
Marcellus; έκτεινομένην καὶ συστελλομένην, pro
vario ceconomiæ consilio, ponit; ibid. τριάδος καὶ
μονάδος, Ι, 1019, unius Dei, trium personarum.
τρίβερις, 111, 822, Treviri, Galliæ.
τριγενείας (ἐκ) IV, 986, felicitatem composuit
Aristoteles.
τριθείαν, 1, 986.
τρικυμίας δαιμόνων, Ι, 437 extr., insultus. τριχυμιῶν, ΙΙΙ, 524, calamitates, IV, 567, turbarum.
τρισάθλιος, ΙV, 306 init., flagitiosus, impudens,
impurus. τρισάθλιον βίον, IV, 354, improbam, turbulentam.
τρισμακάριος, epitheton sanctorum: Jacobi apost.
I, 115; Josiæ, II, 1560; Pauli, III, 241; Timothei,
III, 638 init., 503 init., 615; Titi, III, 299, 698;
Marci, IV, 208; Lucæ, III, 472; Ezechielis, IV,
446 extr.; Danielis, II, 1103; Petri, III, 372; Barnabæ, III, 331; Flaviani Ant. IV, 367; Victoris,
ep. Rom. IV, 331; Irenæi, IV, 313. τρισμακάρι
στος Malathias, I, 879 init. τρισμακαριώτατοι ἐπίσ
σκοποι, ΙΙΙ, 956.
τριτώνυμον, V, 912, πράγμα unum per se.
τριχῇ διέλυσας τὴν ἕνωσιν, IV, 113 init. ostendisti, Christum habere 1° naturam divinam, 2º mentem humanam, 3° corpus humanum.
τρόμῳ. expl. κατανύξει. Ι, 624.
τροπαίου δεσποτικού, ΙΙΙ, 913, crucis τροπαίον,
Hebr. Da I, 146.
τροπῆς τοῦ διαβόλου, ΙΙΙ, 655, lapsus, corruptionis. τροπῇ, 1, 1373, allegoriæ. τροπῇ ἐπέμεινε, Ι,
874, tropum, metaphoram, allegoriam servavit,
1174; ΙΙ, 509, 1336. τροπῇ ἐπιμείνας, ΙΙ, 799, allegoria servata. τροπὴν εἰς σάρκα ὑπομείνας, 1,
10, ὁ λόγος, ex hæreticorum errore. τροπαί μύρια.
πρὸς ἑκάστους, V, 94, Chrysostomo, variis hominum usibus servienti. τροπάς τέσσαρας, 11, 1664,
anni.
τροπίαν, IV, 1071, ut vinum mutetur, umschlag.
τροπικῶς καὶ παραβολικώς, ΙΙ, 819. τροπικῶς. ΙΙ,
1991, πνευματικώς, mystice, non historice, ut ipse
opponit, 1992. τροπικώτερον, Ι, 905 extr., opp. κατὰ
τὴν ἱστορίαν· sign. typice, de Novo Test. anagogive.
τρόπος πίστεως, III, 759, formula. τρόπον θεῖον,
II, 223, modum, quo Christus homo fieret. τρόπον
ταύτης ὑποδείκνυσι, III, 72, non potest referri ad
θέσιν νόμου, cujus τρόπον haud describit. Proximum praeter illud est, ἁμαρτήματα ηύξήθη hujus
rei τρόπον describit Paulus; ταύτης pro τούτου,
hujus rei, aut αὐξήσεως intellige, ex ηυξήθη, τρό
που υπεροχής, ΙII, 344, materiam, quarum re antecellat. τρόπον εναντιώσεως, [I, 510, materiam,
cui rei adversentur. τρόπων πεύσεως οὐκ ἐπιστάμενος, ΙΙΙ, 896, consilium, causam, quo pertineret.
τρόπον οι πρότερον, confund. V, 1175, n. 2.
τροφεία, IV, 842 extr., Græcæ lingua Theod. debet, excultus studio ejus ad liberalem doctrinam.
τροφή οι τρυφή var. I, 265, n. 4. τροφὴ θεία, 1,
144, corpus Christi, in Coena sacra. τροφή για
γνεται τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸν ἀνθρώπειον, IV, 603,