col. 587–588page 1 of 38
PG 105:587Νικήτα Βυζαντίου φιλοσόφου Εκθεσις κατασκευαστική μετ' ἀποδείξεως τοῦ Χριστιανικού δόγ ματος, ἐκ κοινῶν ἐννοιῶν, καὶ διαλεκτικῆς μεθόδου, καὶ φυσικῶν ἐπιχειρημάτων, καὶ συλλογιστικής που Αυτεχνίας προαγομένη· καὶ ἀντίῤῥησις τῆς σταλείσης ἐπιστολῆς ἐκ τῶν ᾿Αγαρηνῶν πρὸς Μιχαήλ βασι λέα υἱὸν Θεοφίλου, ἐπὶ διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως Δυσθήρατόν τι χρῆμα ἀλήθεια, καὶ τούς γε λίαν ὀξυ ωπούντας. Αντίρρησις, καὶ ἀνατροπὴ τῆς δευτέρας ἐπιστολῆς τῆς σταλείσης παρὰ τῶν Αγαρηνῶν πρὸς Μιχαὴλ βασιλέα υἱὸν Θεοφίλου, ἐπὶ διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως Ἐβουλόμην, ὦ φίλος, τὸν περὶ πίστεως ἡμῶν, τοῦ Χριστιανικοῦ λέγω δόγματος, λόγον. Ανατροπὴ τῆς παρὰ τοῦ ᾿Αραβο; Μωάμεθ γραφείσης βίβλου ἐν κεφαλαίοις λ' Μεγάλων καὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς ἀξίων ὑπαρ Νικήτα Βυζαντίου φιλοσόφου καὶ διδασκάλου ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς σταλείσης ἐπιστολῆς ἐκ τοῦ ἄρχοντος τῆς ᾿Αρμενίας, ἐπὶ διαβολῇ τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, καὶ τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς τετάρτης συνόδου, ἐξ ἐπιτροπῆς τοῦ φιλοχρίστου καὶ εὐσεβεστάτου βασιλέως ἡμῶν. Ἐγράφη δὲ πρὸς τὸν ἄρχοντα ἐκ προσώπου τοῦ πατριάρχου Προλεγόμενα, καὶ ἐξήγησις τῶν πέντε φωνῶν Ρ. Μέλλοντες σὺν Θεῷ ἄρχεσθαι.NICETAS BYZANTINUS.
NOTITIA.
DE SCRIPTIS NICETÆ BYZANTINI.
(Ex Leonis Allatii Diatriba de Nicetis, ap. Maium, Biblioth. nov. Patr. tom. VI, part. 11, p. 8).
Habetur: Νικήτα Βυζαντίου φιλοσόφου Εκθεσις κατασκευαστική μετ' ἀποδείξεως τοῦ Χριστιανικού δόγ
ματος, ἐκ κοινῶν ἐννοιῶν, καὶ διαλεκτικῆς μεθόδου, καὶ φυσικῶν ἐπιχειρημάτων, καὶ συλλογιστικής που
Αυτεχνίας προαγομένη· καὶ ἀντίῤῥησις τῆς σταλείσης ἐπιστολῆς ἐκ τῶν ᾿Αγαρηνῶν πρὸς Μιχαήλ βασιλέα υἱὸν Θεοφίλου, ἐπὶ διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως· Nicela Byzantini philosoph expositio confrmans cum demonstratione Christianum dogma ex communibus notionibus, et dialectica methodo, et naturalibus argumentis, et artificio syllogistico producta. Et confutatio epistolæ ab Agarenis ad Michuelem imperatorem, Theophili (non Theophylacti, ut Possevinus et Epitomatores Gesneriani vertunt) filium
missa, qua Christianam fdem calumniabantur. P.: Δυσθήρατόν τι χρῆμα ἀλήθεια, καὶ τούς γε λίαν ὀξυ
ωπούντας.
Alius est ejusdem tractatus: Αντίρρησις, καὶ ἀνατροπὴ τῆς δευτέρας ἐπιστολῆς τῆς σταλείσης παρὰ τῶν
Αγαρηνῶν πρὸς Μιχαὴλ βασιλέα υἱὸν Θεοφίλου, ἐπὶ διαβολῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως• Confulatio et
eversio secundæ epistolæ ab Agarenis ad Michaelem imperatorem Theophili filium missæ, qua fidem Christianam
calumniabantur. P.: Ἐβουλόμην, ὦ φίλος, τὸν περὶ πίστεως ἡμῶν, τοῦ Χριστιανικοῦ λέγω δόγματος,
λόγον.
Tertius est: Ανατροπὴ τῆς παρὰ τοῦ ᾿Αραβο; Μωάμεθ γραφείσης βίβλου ἐν κεφαλαίοις λ'· Refutatio
libri ab Arabe Mohameto conscripti, capitibus triginta. P.: Μεγάλων καὶ τῶν ὑπὲρ ἡμᾶς ἀξίων ὑπαρ
xóvtwv. Hos tractatus contra Agarenos dicunt asservari in bibliotheca Vaticana Possevinus, et Epitomatores (a).
Est præterea pro synodo Chalcedonensi adversus epistolam Armeniæ regis, qua ille dictam synodum
hæreseos incusare veritus non fuerat: Νικήτα Βυζαντίου φιλοσόφου καὶ διδασκάλου ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ
τῆς σταλείσης ἐπιστολῆς ἐκ τοῦ ἄρχοντος τῆς ᾿Αρμενίας, ἐπὶ διαβολῇ τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως, καὶ
τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς τετάρτης συνόδου, ἐξ ἐπιτροπῆς τοῦ φιλοχρίστου καὶ εὐσεβεστάτου βασιλέως
ἡμῶν. Ἐγράφη δὲ πρὸς τὸν ἄρχοντα ἐκ προσώπου τοῦ πατριάρχου Nicelæ Byzantini philosophi et doctoris refutatio epistolæ ab Armeniæ principe missæ, qua invidiose fidem nostram orthodoxam, el sanctam alque œcumenicam quartam synodum criminatur, jussu Christi amantis et piissimi nostri imperatoris. Scripta eɛt
að principem, et patriarcham inducit loquentem. Epistolam hanc doctissimam tum argumentorum copia
el vi, tum sententiarum gravitate, et sanctorum Patrum auctoritatibus refertissimam, et vere auream,
non passus inter meæ litterariæ supellectilis latebras diutius immorari, Latinitate donatam, ed! curavi
in primo tomo scriptorum Græciæ orthodoxæ hic Romæ typis sacræ Congregationis de fide propaganda
anno 1652, in 4, Græce et Latine.
Ejusdem etiam sunt: Προλεγόμενα, καὶ ἐξήγησις τῶν πέντε φωνῶν· Prolegomena et expositio quinque
locum. Ρ.: Μέλλοντες σὺν Θεῷ ἄρχεσθαι. In bibliothecis Italicis.
(a) Mirari licet, magnum Allatium, loqui nunc Nicetæ Aquileiensis episcopi, neque nobilium ejusex aliena potius notitia, quam ex propria. Atqui
codex Vaticanus DCLXXXI, qui illa Nicetæ Byzantini adversus Mohametum Agarenosque opera continet, jamdiu exstalat ante Allatium in bibliotheca
Vaticana, ut nos diximus in hac nova Patrum bibl.T.
IV, part. 1, p.321, ubi tamen nostra aliqua secundum
banc Allatii dissertationem reformanda videntur. Neque enim hic Byzantinus Nicetas idem est ac Nicetas
David; quod cum in calce tomi 1 Græcia orthodoxæ
airmasset Allatius, nosque cum sectati fuerimus,
nunc idem alter sentit, eique nos ipsi obsequenter
rursus consentimus. Idem Allatius ignoravit
codicem Latinum CCCXIV, qui pariter in bibliotheca Vaticana jamdiu exstabat; ideoque neque
dem scriptorum meminit, quæ nos, Deo laboribus nostris favente, illinc deprompsimus, scilicet
de ratione fidei, de Spiritus sancti potentia, et de
diversis Christo Domino convenientibus appellationibus. Denique Allatius nullam facit mentionem
Nicete episcopi Naupacti, quem pariter omnino
ignorat Lequinius in Or. ch. T. II, col. 198 seq.
ubi scribit illius urbis episcopos. Atqui ego in
bibliotheca Vaticana manibus non semel contreclavi ms. ad quatuor Evangelia et ad apostolorum
Actus copiosuin Græcum Niceta episcopi Naupacti
corumentarium, quod egregium opus accurate postea describam, ejusque aliquem saltem fructum
cum Ecclesia publice communicabo. A. M.
Patrol. Gr. CV.
col. 589–590page 2 of 38
PG 105:589ΝΙΚΗΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΣΤΑΛΕΙΣΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ ΕΠΙ ΔΙΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΜΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ, ΕΞ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΗΜΩΝ. Εγράφη δὲ πρὸς τὸν ἄρχοντα ἐκ προσώπου τοῦ πατριάρχου. α'. Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ, καὶ θείοις κρίμασι, καὶ εδ μενείᾳ τῶν πανευσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων ἡμῶν βασι λέων, τὸν ἀρχιερατικὸν βαθμὸν τῆς βασιλίδος πόλεως πηδαλιουχεῖν ἀναδεδεγμένος, πάσῃ σπουδῇ καὶ προ θυμίᾳ τὸ λογικὸν ποίμνιον τοῦ ἀρχιποίμενος ἡμῶν Χριστοῦ ἐννόμως διέπειν καὶ διιθύνειν ἐπείγομαι καὶ, ὡς ἡ δύναμις ἐγχωρεῖ, καὶ λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος παρὰ τοῦ τῶν ὅλων χορηγεῖται, καὶ θείοις δίγματι καταρτίζειν πυκνῶς τοῦτο ἐσπούδακα, ὡς ἂν χώρα, μὴ λάβῃ ὁ τῶν ζιζανίων σπορεὺς διάβολος, καὶ τῷ ἀδόλῳ καὶ καθαρωτάτῳ σίτῳ, τουτέστι τῇ εἰλι κρινεῖ καὶ ὀρθῇ πίστει καὶ διδασκαλίᾳ, ἐν ᾗ βεβαία καὶ ἀσάλευτος ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολική Εκκλησία ἕστηκε, ζιζάνια, ήγουν αἱρετικάς τινας ἐννοίας ἐπι σπείρῃ, καί τινας τοῦ θείου ποιμνίου καταλυμήνηται. Διά τοι τοῦτο, εἰ καί τινες τῆς αὐλῆς Κυρίου ἐντὸς γενόμενοι, καὶ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς μυστηρίου μετασχεῖν καταξιωθέντες, εἶτα ὑπό τινων εἰκαίων ἀνδρῶν κατασυρέντες, ἢ καὶ ἐξ ἀμαθείας, ἢ καὶ ἐκ προγονικῆς δυστροπίας κεκρατημένοι, καὶ μὴ λίαν ὀρθῶς τὸν ἀκριβῆ λόγον τῆς ἀληθείας καὶ καθαρᾶς δόξης τῶν Χριστιανῶν πρεσβεύοντες τυγχάνοιςν, τούτους πῆ μὲν τῇ κατὰ στόμα ὁμιλίᾳ ἐπανορθοῦν, καὶ ἐπιβεβαιοῦν εἰς τὸν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ δόγματος λόγου προθυμούμεθα· πῇ δ' οἷς κατά πρόσωπον όμιΝΙΚΗΤΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ
BYZANTIOY
ΕΛΕΓΧΟΣ
ΚΑΙ
ΑΝΑΤΡΟΠΗ
ΤΗΣ ΣΤΑΛΕΙΣΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ
ΕΠΙ ΔΙΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΗΜΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ,
ΕΞ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
ΤΟΥ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΣΤΑΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΗΜΩΝ.
Εγράφη δὲ πρὸς τὸν ἄρχοντα ἐκ προσώπου τοῦ πατριάρχου.
REFUTATIO ET EVERSIO
EPISTOLÆ AB ARMENIE PRINCIPE MISSÆ
QUÆ INVIDIOSE FIDEM NOSTRAM ORTHODOXAM
ET SANCTAM ET CECUMENICAM QUARTAM SYNODUM CRIMINATUR
JUSSU
CHRISTI AMANTIS ET PIISSIMI NOSTRI IMPERATORIS.
Scripta est ad principem, et patriarcham inducil toquentem.
(Ex Leonis ALLATI Gracia orthodoxa t. 1, p. 665.)
1. Cum Dei humanitate, et divinis judiciis, necnon piissimorum atque orthodoxorum nostrorum
imperatorum benignitate supremam pontifcatus
sedem regina urbium gubernare in me receperim,
omni studio animique alacritate rationis compotem
gregem Christi nostri, inter pastores primarii, uti
fas est, regere dirigereque adnitor, et ut vires ministrant, et oratio in oris apertione ab universorum
Domino suggeritur, divinis sæpenumero dogmatibus
instruere contendo, ne zizaniorum satori damoni in
sincero ac purissimo frumento, vera scilicet rectaque
fide et doctrina, super quam firma atque inconcussa
catholica et apostolica Ecclesia fundata est, zizanias,
haereticas nempe opiniones disseminandi, moxamque
diviuo gregi afferendi, locus sit. Quapropter licet now.
nulli aulam Domini ingressi, nostrorumque arcanorum participes facti, postea ab aliquibus temerariis
hominibus seducti, sive ex ignorantia, sive avita
morositate oppressi, non ita recte exquisitam veritatis rationem, puramque Christianorum sententiam
profitentur, hos nunc quidem consueta oris alloca -
tione corrigere, et in veritatis rectique dogmatis norma constabilire incumbimus, nunc vero eos, quos ob
longum locorum intervallum præsentes alloqui non
possumus, per epistolas confirmare studemus, et
α'. Θεοῦ φιλανθρωπίᾳ, καὶ θείοις κρίμασι, καὶ εδ
μενείᾳ τῶν πανευσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων ἡμῶν βασι
λέων, τὸν ἀρχιερατικὸν βαθμὸν τῆς βασιλίδος πόλεως
πηδαλιουχεῖν ἀναδεδεγμένος, πάσῃ σπουδῇ καὶ προθυμίᾳ τὸ λογικὸν ποίμνιον τοῦ ἀρχιποίμενος ἡμῶν
Χριστοῦ ἐννόμως διέπειν καὶ διιθύνειν ἐπείγομαι·
καὶ, ὡς ἡ δύναμις ἐγχωρεῖ, καὶ λόγος ἐν ἀνοίξει τοῦ
στόματος παρὰ τοῦ τῶν ὅλων χορηγεῖται, καὶ θείοις
δίγματι καταρτίζειν πυκνῶς τοῦτο ἐσπούδακα, ὡς ἂν
χώρα, μὴ λάβῃ ὁ τῶν ζιζανίων σπορεὺς διάβολος, καὶ
τῷ ἀδόλῳ καὶ καθαρωτάτῳ σίτῳ, τουτέστι τῇ εἰλι
κρινεῖ καὶ ὀρθῇ πίστει καὶ διδασκαλίᾳ, ἐν ᾗ βεβαία
καὶ ἀσάλευτος ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολική Εκκλησία
ἕστηκε, ζιζάνια, ήγουν αἱρετικάς τινας ἐννοίας ἐπισπείρῃ, καί τινας τοῦ θείου ποιμνίου καταλυμήνηται.
Διά τοι τοῦτο, εἰ καί τινες τῆς αὐλῆς Κυρίου ἐντὸς
γενόμενοι, καὶ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς μυστηρίου μετασχεῖν
καταξιωθέντες, εἶτα ὑπό τινων εἰκαίων ἀνδρῶν κατασυρέντες, ἢ καὶ ἐξ ἀμαθείας, ἢ καὶ ἐκ προγονικῆς
δυστροπίας κεκρατημένοι, καὶ μὴ λίαν ὀρθῶς τὸν
ἀκριβῆ λόγον τῆς ἀληθείας καὶ καθαρᾶς δόξης τῶν
Χριστιανῶν πρεσβεύοντες τυγχάνοιςν, τούτους πῆ
μὲν τῇ κατὰ στόμα ὁμιλίᾳ ἐπανορθοῦν, καὶ ἐπιβεβαιοῦν εἰς τὸν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ δόγματος
λόγου προθυμούμεθα· πῇ δ' οἷς κατά πρόσωπον όμι
col. 591–592page 3 of 38
PG 105:591λεῖν, ὡς πόρξω που διεστῶτες, ἐξαδυνατούμεν, τού τους διὰ γραμμάτων ἐπιστηρίζειν σπουδάζομεν· καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, πάντα τὸν περιούσιον λαὸν, καὶ τὸ βα σίλειον ἱεράτευμα χρηματίσαν Κυρίου, καὶ δεομένους ὠφελείας τῆς κρείττονος, ὡς οἷόν τε, ὁδηγεῖν ἡμᾶ; ἐπάναγκες. Τουτὶ γὰρ χρέος· ἀφωσιωμένον ἀρχιερεῦσιν ἀεὶ καθέστηκε. Ταύτῃ τοι διαθέσει ψυχῆς καὶ πρὸς τὴν εὔκλειαν τοῦ πεποθημένου ἡμῶν τέκνου, καὶ χρονίας ἡμῖν ἀγάπης πρὸς αὐτὸν καθισταμένης, καὶ πλείστων, ὡς εἰκὸς, πρὸς τὸ γράφειν ἡμῖν συν ωθούντων, ἔδοξε μᾶλλον διὰ τὴν οὐκ οἶδ' ὅπως, ἐκ πολλοῦ χρόνου ἐν τοῖς τῆς ᾿Αρμενίας κλίμασι δόγματος οὐκ ὀρθοῦ ἐπεισρυέντος καὶ ἐπισκήψαντος, Σεβή ρου τινός, φημί, αιρεσιάρχου καὶ τοὺς ἐκεῖσε πάντας καταλυμηναμένου πρὸς τὸ γράφειν παρορμηθῆναι. *Οθεν δὴ τῆς ἡμετέρα; ἐπιστολῆς πολλαῖς ἀποδείξεσι χρησάμενοι, ἐν αἷς θᾶττον πρὸς τὸ δέον καὶ ὑμᾶς πεισθήσεσθαι ἐδόκουν, καὶ ἀναμνηθέντας τὸ ἀληθὲς τῆς ἀμώμου καὶ καθαρᾶς πίστεως τοῦ κατὰ Χριστὸν μυστηρίου μεθ' ἡμῶν στῆναι· καὶ ἅμα τὸν ἕνα Χρι στὸν καὶ Κύριον, καὶ Θεὸν ἡμῶν τὸν ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα, μιᾷ δὲ τῇ ὑποστάσει ὄντα κυρίως δοξάσα:. υπερ ἀνέκαθεν καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἡ ὑφήλιος πᾶσα, καὶ οἱ ἀρχιερατικοὶ πέντε θρόνοι τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς ἐκκλησίας τὸ τηνικάδε ἐν τῇ Χαλκηδονέων μητροπόλει συναθροισθέντες, καὶ κατὰ πάντα ὀπαδοὶ καὶ ὁμός φρονες ταῖς πρώην τρισὶν ἁγίαις συνόδοις γενόμενοι, κατὰ μηδὲν διαφωνήσαντες συνοδικῶς ὥρισάν τε καὶ ἐθέσπισαν. Τοιγαροῦν ἔκτοτε καὶ μέχρι τῆς σήμερον οἱ ὀρθῶς καὶ εὐσεβῶς μετὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀπο στολικῆς Ἐκκλησίας βιοῦν ἐθέλοντες, τὴν ἐκεῖσε συγκροτηθεῖσαν σύνοδον ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν τε τάρτην πρὸς ταῖς ἄλλαις τρισὶν ἀσμένως ὑποδεχόμενοι, διαπαντὸς σέβουσι. Μενούνγε ἐλπὶς ἡμῖν οὐχ ἡ τυχοῦσα παρῆν, ὅπως ἐκ τῆς ἡμετέρας ἐπιστολῆς πεισθέντες, ὅτι τάχιστα τῆς χείρονης δόξης μετα σταίητε, καὶ πρὸς τὸ παρ' ἡμῶν ὀρθὸν δόγμα τῆς ἀληθείας πρεσβευόμενον, ήγουν τὸ δοξάζειν δύο φύσεις ευμαρώς μεταπέσοιτε. β'. Ἐπεὶ οὖν τὸ ἐλπιζόμενον ἡμῖν εἰς πέρας οὐκ ἐκβέβηκεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ γραφέντα ἐδυσχέρανας καὶ οὐ μόνον τουτί, ἀλλὰ καὶ ἀντειπεῖν καὶ ἀντι ῥητικοὺς ἡμῖν λόγους γράψει επειράθης, τούτου χά ριν πυρωθεὶς τῷ θείῳ ζήλῳ, καὶ τὴν τῆς σιωπῆς ὑφορώμενος δίκην, οὐδ᾽ ἐνταυθοί ἀτημέλητόν σε καὶ ἀθεράπευτον καταλιπεῖν ᾠήθημεν. Διὸ ὅσα μὲν ἐν τῷ γράμματί σου ἐπὶ διαβολῇ τῆς ἡμετέρας άλη Εινῆς ὁμολογίας ἐμφέρεται, καὶ ἄξια ποσῶς λόγου ὄντα, ταῦτα εἰς μέσον ἀγαγόντες, ανατρέψαι πειρα σήμεθα. Τοιγάρτοι μικρὸν μετὰ τὸ προοίμιον τῆς σῆς ἐπιστολῆς οἱονεὶ ἐπισφίγγων καὶ ἐπισυνδέων τὴν τῆς ἀγάπης κτησιν μετὰ τὴν εἰς μίαν ὁμολογίαν τῆς ἀλη Οινῆς καὶ ἀμωμήτου πίστεως, σπουδάζων τοὺς ὁμοι τρόπους ἐν οἴκῳ Κυρίου φωτίζεσθαί τε καὶ καταρτίζεσθαι· Εἰ καί τινες ἀπέδρασαν ἐκ ταύτης τῆς καλῆς καὶ ὀρθῆς ὁμολογίας, ἧς παρέδωκαν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, καὶ κατώρθωσαν αἱ ἅγιαι τρεῖς σύνοδοι, καὶ τὰ ἑξῆς, ἀριδηλότατα ἡμῖν διὰ τούτων καὶ μίαν ὑπόστασιν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ,REFUTATIO EPISTOLE REGIS ARMENIÆ.
λεῖν, ὡς πόρξω που διεστῶτες, ἐξαδυνατούμεν, τού- ut verbo extricemn universo populo accepto, et reτους διὰ γραμμάτων ἐπιστηρίζειν σπουδάζομεν· καὶ
ἁπλῶς εἰπεῖν, πάντα τὸν περιούσιον λαὸν, καὶ τὸ βασίλειον ἱεράτευμα χρηματίσαν Κυρίου, καὶ δεομένους
ὠφελείας τῆς κρείττονος, ὡς οἷόν τε, ὁδηγεῖν ἡμᾶ;
ἐπάναγκες. Τουτὶ γὰρ χρέος· ἀφωσιωμένον ἀρχιε
ρεῦσιν ἀεὶ καθέστηκε. Ταύτῃ τοι διαθέσει ψυχῆς καὶ
πρὸς τὴν εὔκλειαν τοῦ πεποθημένου ἡμῶν τέκνου,
καὶ χρονίας ἡμῖν ἀγάπης πρὸς αὐτὸν καθισταμένης,
καὶ πλείστων, ὡς εἰκὸς, πρὸς τὸ γράφειν ἡμῖν συνωθούντων, ἔδοξε μᾶλλον διὰ τὴν οὐκ οἶδ' ὅπως, ἐκ
πολλοῦ χρόνου ἐν τοῖς τῆς ᾿Αρμενίας κλίμασι δόγματος οὐκ ὀρθοῦ ἐπεισρυέντος καὶ ἐπισκήψαντος, Σεβή
ρου τινός, φημί, αιρεσιάρχου καὶ τοὺς ἐκεῖσε πάντας
καταλυμηναμένου πρὸς τὸ γράφειν παρορμηθῆναι.
*Οθεν δὴ τῆς ἡμετέρα; ἐπιστολῆς πολλαῖς ἀποδείξεσι
χρησάμενοι, ἐν αἷς θᾶττον πρὸς τὸ δέον καὶ ὑμᾶς
πεισθήσεσθαι ἐδόκουν, καὶ ἀναμνηθέντας τὸ ἀληθὲς
τῆς ἀμώμου καὶ καθαρᾶς πίστεως τοῦ κατὰ Χριστὸν
μυστηρίου μεθ' ἡμῶν στῆναι· καὶ ἅμα τὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Κύριον, καὶ Θεὸν ἡμῶν τὸν ἐκ δύο φύσεων,
καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα, μιᾷ δὲ τῇ
ὑποστάσει ὄντα κυρίως δοξάσα:. υπερ ἀνέκαθεν καὶ
σχεδὸν εἰπεῖν ἡ ὑφήλιος πᾶσα, καὶ οἱ ἀρχιερατικοὶ
πέντε θρόνοι τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλη
σίας τὸ τηνικάδε ἐν τῇ Χαλκηδονέων μητροπόλει
συναθροισθέντες, καὶ κατὰ πάντα ὀπαδοὶ καὶ ὁμός
φρονες ταῖς πρώην τρισὶν ἁγίαις συνόδοις γενόμενοι,
κατὰ μηδὲν διαφωνήσαντες συνοδικῶς ὥρισάν τε καὶ
ἐθέσπισαν. Τοιγαροῦν ἔκτοτε καὶ μέχρι τῆς σήμερον
οἱ ὀρθῶς καὶ εὐσεβῶς μετὰ τῆς καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας βιοῦν ἐθέλοντες, τὴν ἐκεῖσε
συγκροτηθεῖσαν σύνοδον ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν τε·
τάρτην πρὸς ταῖς ἄλλαις τρισὶν ἀσμένως ὑποδεχόμε
νοι, διαπαντὸς σέβουσι. Μενούνγε ἐλπὶς ἡμῖν οὐχ ἡ
τυχοῦσα παρῆν, ὅπως ἐκ τῆς ἡμετέρας ἐπιστολῆς
πεισθέντες, ὅτι τάχιστα τῆς χείρονης δόξης μετασταίητε, καὶ πρὸς τὸ παρ' ἡμῶν ὀρθὸν δόγμα τῆς
ἀληθείας πρεσβευόμενον, ήγουν τὸ δοξάζειν δύο φύσεις
ευμαρώς μεταπέσοιτε.
β'. Ἐπεὶ οὖν τὸ ἐλπιζόμενον ἡμῖν εἰς πέρας οὐκ
ἐκβέβηκεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ γραφέντα ἐδυσχέρανας·
καὶ οὐ μόνον τουτί, ἀλλὰ καὶ ἀντειπεῖν καὶ ἀντιῥητικοὺς ἡμῖν λόγους γράψει επειράθης, τούτου χά
ριν πυρωθεὶς τῷ θείῳ ζήλῳ, καὶ τὴν τῆς σιωπῆς
ὑφορώμενος δίκην, οὐδ᾽ ἐνταυθοί ἀτημέλητόν σε
καὶ ἀθεράπευτον καταλιπεῖν ᾠήθημεν. Διὸ ὅσα μὲν
ἐν τῷ γράμματί σου ἐπὶ διαβολῇ τῆς ἡμετέρας άληΕινῆς ὁμολογίας ἐμφέρεται, καὶ ἄξια ποσῶς λόγου
ὄντα, ταῦτα εἰς μέσον ἀγαγόντες, ανατρέψαι πειρασήμεθα. Τοιγάρτοι μικρὸν μετὰ τὸ προοίμιον τῆς σῆς
ἐπιστολῆς οἱονεὶ ἐπισφίγγων καὶ ἐπισυνδέων τὴν τῆς
ἀγάπης κτησιν μετὰ τὴν εἰς μίαν ὁμολογίαν τῆς ἀλη
Οινῆς καὶ ἀμωμήτου πίστεως, σπουδάζων τοὺς ὁμοι
τρόπους ἐν οἴκῳ Κυρίου φωτίζεσθαί τε καὶ καταρτί
ζεσθαι· Εἰ καί τινες ἀπέδρασαν ἐκ ταύτης τῆς
καλῆς καὶ ὀρθῆς ὁμολογίας, ἧς παρέδωκαν οἱ
ἅγιοι ἀπόστολοι, καὶ κατώρθωσαν αἱ ἅγιαι τρεῖς
σύνοδοι, καὶ τὰ ἑξῆς, ἀριδηλότατα ἡμῖν διὰ τούτων
gio sacerdotio, quod fuerat Domini, necnon potioris utilitatis indigenti pro viribus viam commonstrare necessarium est: hoc etenim semper est proprium antistitum munus atque oficium. Propterea
tum inclinatione voluntatis qua ad gloriam nostri desideratissimi filii propendemus, tum amore diuturno,
quo eum prosequimur, plerisque etiam ad scriptionem compellentibus, visum est satius, propter nescio qua ratione multo ab hinc tempore in regionibus
Armenorum dogma non rectum, Severi cujusdam
hæresiarchæ jam per omnes eas partes introductum, quod desæviens omnes ibi habitantes sunmopere lædit, ad scribendum animum applicare,
utinde nostræ epistolæ plerisque demonstrationibus
usi, quibus quantocius vos ad id, quod quum est,
reduci existimo: et de novo veritatem inculpatæ
sinceraeque fidei Christiani mysterii edocti una cum
nobis. sentiatis, et simul unum Christum et Dominum, et Deum nostrum, qui ex duabus naturis, et
in duabus naturis, et duas naturas habet cum unica lypostasi, uti est, teneatis, quod ab antiquo tempore, et fere, ut ita dicam, universus terrarum orbis,
et quinque archieratica sedes catholicæ et apostolicæ
Ecclesiæ tum in Chalcedonensium metropoli coacti,
in omnibus consortes ac concordes, et a primis
tribus synodis minime in aliquo discrepantes ex
synodi sententia decreverunt et determinarunt.
Quapropter ex eo tempore ad hunc diem, qui recte
pieque cum catholica et apostolica Ecclesia vivere
Sulagunt, ibi coactam synodum sanctam, et acume
ùica: quartam, præ aliis tribus lubenter exosculati
per omnia venerantur. Spes itaque certa nos tenet,
vos nostra hac epistola persuasos, abjecta omni
cunctatione a pessima vestra sententia recessuros, et
ad rectum veritatis dogma, quod nos profitemur,
nempe in œconomia Christi duas naturas, et unam
hypostasim esse, facili negotio relapsuros.
καὶ μίαν ὑπόστασιν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ,
4. Cum ergo, quod nos sperabamus, finem non
habuerit, imo scriptis etiam nostris exasperatus
tum et contra ire, et refutatoriam quoque orationem
scribere conatus es, ideo divino zelo succensi, crimen silentii et accusationem effugientes, te neglectum et incuratum deserere operæ pretium esse non
duximus. Quare quæcunque in epistola tua nostram
veram professionem calumniatus attexuisti, aliquo
tamen inodo non indigna consideratione in medium
afferentes, redarguere conabimur. Atqui paulo
post toæ epistolæ procemium, quasi astringens et
alligans mutuam amicitiam cum una veræ et immaculatæ fidei professione, studensque ut tui similes
in domo Domini iluminentur et instruantur: Licet
nonnulli, ais, ex proba hac rectaque professione recesserint, quam sancti apostoli tradiderunt, et sanctæ
tres synodi perfecerunt, etc., manifestissime nobi
per hæc tuam opinionem indicasti, laudibus extollens et beatos eos existimans, quibus cum divino
col. 593–594page 4 of 38
PG 105:593ενέφηνας τὴν σεαυτοῦ δόξαν ἀποσεμνύνων, καὶ μακα ριστοὺς εἶναι οιόμενος, οἷς ἂν μετὰ τῆς ἐνθέου ἀγά πῆς καὶ ἡ τῆς ἀληθοῦς πίστεως ὁμολογία μία πάρο εστι. Τίς δὲ αὕτη ἡ ἀληθεστάτη ὁμολογία, ἣν οι ἀπόστολοι παρέδωκαν, καὶ αἱ ἅγιοι τρεῖς συνοδοι κατώρθωσαν, εἰ καί τινες ἐκ ταύτης τῆς ὀρθῆς πίσ στεως ἀπεδυσπέτησαν; Πάντως ἐρεῖς τὴν σεαυτοῦ, ἥτις μιᾶς φύσεως τὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Θεὸν ἡμῶν ἐκ διαφόρων φύσεων μετὰ τὴν ἔνωσιν ἀποτελεσθέντα ὁμολογεῖ, καὶ ἐκ δύο φύσεων, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα ἐν μιᾷ ὑποστάσει ὄντα ἀρνεῖται. Τοῦτον γὰρ τὸν τρόπον τῆς συνθέσεως παρακατιὼν ἐν τῇ τοῦ θείου Λόγου πρὸ; σάρκα ενώσει γεγενῆσθαι σαφῶς διαγης ρεύεις. Βαβαὶ τοῦ θαύματος! Πῶς εἰς τοὺς αὐτόπτας καὶ θείους κήρυκας τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ μὴν καὶ τοὺς κατά διαφόρους χρόνους συνοδικῶς συνειλεγμένους ἁγίους καὶ θεοφόρους άνδρας τοσοῦτον ἐπιχέεις τὸν μῶμον; Τίς γὰρ τῶν ὑγιῶς κρίνειν εἰδότων, παρα δεδόσθαι, ἢ βεβαιοῦσθαι φήσειε παρὰ τοῖς ὑπηρέται; τοῦ λόγου, ἡ τοῖς θείοις Πατράσι τὴν ούτωσὶ παρὰ σοῦ πρεσβευομένην δόξαν, τὴν φάσκουσαν τὸν Χριστὸν μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν εἶναι, καὶ ἐκ δύο μὲν ἀποτελεσθεῖσαν τὴν ἕνωσιν, ἐν δύο δὲ, ἢ δύο εἶναι τὸ φύσει μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀπαγορεύουσαν; Διὸ εισαχθήτω ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων Πέτρος, διὰ τῆς ἑαυτοῦ ὁμολογίας ψευδηγοροῦντά σε δεικνύων, καὶ δι᾽ ἐκείνου ἅπας ὁ τῶν ἀποστόλων σύλλογος. Καὶ γὰρ Χριστὸς ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν τῷ τῶν ἀποστόλων ἔφη κορί φαίῳ Πέτρῳ· Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. Τοῦτον δὲ τὸν λόγον ὁ Κύριος ἔφη τῷ Πέτρῳ, ἡνίκα πρὸς τὸν Κύριον, ἑαυτὸν Υἱὸν ἀνθρώπου κεκληκότα, Πέτρος είρηκε Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Καὶ συνήχθησαν ἐπὶ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν ἀμφότεροι οἱ λόγοι, καὶ πεπίστωται, ὅτι καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπός ἐστιν. Εἰ οὖν ἀμφότεροι οἱ λόγοι, τῆς θεότητος, φημὶ, καὶ τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ ἑνὸς ὄντος Χριστοῦ καὶ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν, μετὰ τὴν ἕνωσιν αὐτοῦ κατηγοροῦνται, καὶ εἷς καὶ ὁ αὐτός ἐστιν ὁ ἀΐδιος Υἱὸς, ὁ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀχρόνως καὶ ἀπαθῶς γεγεννημένος, ὅ; ἐστιν ὑπόστασις μία τῆς ἁγίας Τριάδος, Θεὸς (ος τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν ἀϊδιότητα, τὴν πατρικὴν οὐσίαν καὶ φύσιν ἀϊδίως ἐν ἑαυτῷ ἔχων, ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθέν νου σαρκωθείς, καὶ ἐνανθρωπήσας, οὗτος ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως, καὶ γεγονώς ὡς εἴς τῶν ἀνθρώπων κατὰ πάντα, χωρὶς ἁμαρτίας, προσ ειληφώς τὴν ἡμετέραν, ἣν οὐκ εἶχε, φύσιν, μεμενηκυίας αὐτῷ τῆς θείας, ἣν ἀϊδίως προείχε, φύσεως φανερόν, ὅτι ἐν δύο φύσεσι καὶ δύο φύσεις ἔχων ἐστὶν ὁ εἷς τῇ ὑποστάσει Χριστὸς μετὰ τὴν ἔνωσιν· εἴπερ τὸ Θεὸς ὄνομα καὶ ἄνθρωπος φύσεών εἰσι δηλωτικά, ὡς κατὰ πολλῶν φερόμενα. Οὐκοῦν τὸ τῆς εἰς Χριστὸν ὁμολογίας τοῦ ᾿Αποστόλου ἀληθινὸν δόγμα ὁ τῆς ἐκ Χαλκηδόνι συγκεκροτημένης θείας συνόδου τῶν ἁγίων Πατέρων ὄρος ὀρθοτομεί, τὸν Χριστὸν ὁρίζων μίαν ὑπόστασιν ἐκ τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι, δύο φύσεις ἔχοντα, φύσιν θείαν καὶ φύσιν ἀνθρωπίνην.amore vera fidei professio una est. At qurnam hæc ενέφηνας τὴν σεαυτοῦ δόξαν ἀποσεμνύνων, καὶ μακαfuerit verissima professio, quam apostoli tradiderunt, et tres sanctæ synodi constabiliverunt, licet
aliqui ex hac recta ſide rebellarint, omnino dices
tuam, quæ unius naturæ unum Christum et Deum
nostrum ex diversis naturis post unionem factum
profitetur, et ex duabus naturis et duas naturas habere in una hypostasi pernegat. Hunc enimn compositionis modum in divini Verbi unione cum carne
factum fuisse palam infra declamas. Heu rem miram! Quanam tu ratione testes oculatos et divinos
veritatis præcones, necnon sauctos ac deiferos viros
aliis atque aliis temporibus ad synodos congregalos tandem culpas et contumelia oneras? Quis
enim ex iis, qui res dijudicandi peritia pollent, tradilam esse, aut confirmatam dicet apud Verbi ministros, aut Patres divinos, quam tu profiteris sententiam, quæ asserat, Christum unius naturæ post
unionem esse, et ex duabus unionem confectam, in
duabus vero, aut duas esse naturas post unionem
inficietur? Propterea accedat princeps apostolorum
Petrus per suamn confessionem, te quæ dixisti emen
titum esse manifesto evincens et, per eum universus
apostolorum cœtus. Etenim Christus Dominus et
Deus noster dixit apostolorum principi Petro: Tu
es Petrus, et super hanc petram adifcabo Ecclesiam
meam, et portæ inferi non prævalebunt adversus
eam '. llic porro Dominus Petro dixerat, cum Domino semetipsum hominem nuncupanti Petrus
enuntiasset, Tu es Christus Filius Dei viri 3. Tum
vero in Christo Domino et Deo nostro haec duo dicta
copulata sunt, confirmatumque est, et Deum esse,
et hominem. Si itaque ambæ hæ deitatis et humanitatis rationes, cum Christus Dominus et Deus
noster unus exsistat, post ipsius unionem de eo dicuntur, et unus et illem est sempiternus Filius ante
omnia sæcula a Patre sine tempore et mutatione
prognatus, qui est una sanctissima Trinitatis hypostasis, Deus Patri secundum æternitatem æqualis,
paternam essentiam et naturam in perpetuo habens, sed qui extremis temporibus ex Spiritu sancto
et Maria Virgine carnem et humanitatem assumpsit,
hic æternus Filius sine ulla mutatione factus tanquam unus ex hominibus, per omnia præ uno peccalo, nostra, quam ipse non habebat, natura accepta, in eo divina, quam ab æterno possidebat,
permanente, manifestum est, in duabus naturis, et
duas naturas possidere, qui unus est hypostasi Christus post unionem, si modo compellationes Deus et
homo naturas indicant, tanquam quæ de multis dicuntur. Confessionis itaque de Christo verum
dogma in Chalcedone celebratæ divinæ synodi sanctorum Patrum definitio recte decernit, Christum determinans, unam esse ex sancta Trinitate hypostasim duas naturas habentem, naturam divinam
et naturam humanam.
ριστοὺς εἶναι οιόμενος, οἷς ἂν μετὰ τῆς ἐνθέου ἀγά
πῆς καὶ ἡ τῆς ἀληθοῦς πίστεως ὁμολογία μία πάρο
εστι. Τίς δὲ αὕτη ἡ ἀληθεστάτη ὁμολογία, ἣν οι
ἀπόστολοι παρέδωκαν, καὶ αἱ ἅγιοι τρεῖς συνοδοι
κατώρθωσαν, εἰ καί τινες ἐκ ταύτης τῆς ὀρθῆς πίσ
στεως ἀπεδυσπέτησαν; Πάντως ἐρεῖς τὴν σεαυτοῦ,
ἥτις μιᾶς φύσεως τὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Θεὸν ἡμῶν ἐκ
διαφόρων φύσεων μετὰ τὴν ἔνωσιν ἀποτελεσθέντα
ὁμολογεῖ, καὶ ἐκ δύο φύσεων, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα
ἐν μιᾷ ὑποστάσει ὄντα ἀρνεῖται. Τοῦτον γὰρ τὸν
τρόπον τῆς συνθέσεως παρακατιὼν ἐν τῇ τοῦ θείου
Λόγου πρὸ; σάρκα ενώσει γεγενῆσθαι σαφῶς διαγης
ρεύεις. Βαβαὶ τοῦ θαύματος! Πῶς εἰς τοὺς αὐτόπτας
καὶ θείους κήρυκας τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ μὴν καὶ τοὺς
κατά διαφόρους χρόνους συνοδικῶς συνειλεγμένους
ἁγίους καὶ θεοφόρους άνδρας τοσοῦτον ἐπιχέεις τὸν
μῶμον; Τίς γὰρ τῶν ὑγιῶς κρίνειν εἰδότων, παραδεδόσθαι, ἢ βεβαιοῦσθαι φήσειε παρὰ τοῖς ὑπηρέται;
τοῦ λόγου, ἡ τοῖς θείοις Πατράσι τὴν ούτωσὶ παρὰ
σοῦ πρεσβευομένην δόξαν, τὴν φάσκουσαν τὸν Χριστὸν
μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν εἶναι, καὶ ἐκ δύο μὲν
ἀποτελεσθεῖσαν τὴν ἕνωσιν, ἐν δύο δὲ, ἢ δύο εἶναι τὸ
φύσει μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀπαγορεύουσαν; Διὸ εισαχθήτω
ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων Πέτρος, διὰ τῆς ἑαυτοῦ
ὁμολογίας ψευδηγοροῦντά σε δεικνύων, καὶ δι᾽ ἐκείνου
ἅπας ὁ τῶν ἀποστόλων σύλλογος. Καὶ γὰρ Χριστὸς ὁ
Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν τῷ τῶν ἀποστόλων ἔφη κορί
φαίῳ Πέτρῳ· Σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ
πέτρα οικοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι
ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς. Τοῦτον δὲ τὸν λόγον
ὁ Κύριος ἔφη τῷ Πέτρῳ, ἡνίκα πρὸς τὸν Κύριον,
ἑαυτὸν Υἱὸν ἀνθρώπου κεκληκότα, Πέτρος είρηκε
Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.
Καὶ συνήχθησαν ἐπὶ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ
ἡμῶν ἀμφότεροι οἱ λόγοι, καὶ πεπίστωται, ὅτι καὶ
Θεὸς καὶ ἄνθρωπός ἐστιν. Εἰ οὖν ἀμφότεροι οἱ λόγοι,
τῆς θεότητος, φημὶ, καὶ τῆς ἀνθρωπότητος τοῦ ἑνὸς
ὄντος Χριστοῦ καὶ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν, μετὰ τὴν
ἕνωσιν αὐτοῦ κατηγοροῦνται, καὶ εἷς καὶ ὁ αὐτός
ἐστιν ὁ ἀΐδιος Υἱὸς, ὁ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐκ
τοῦ Πατρὸς ἀχρόνως καὶ ἀπαθῶς γεγεννημένος, ὅ;
ἐστιν ὑπόστασις μία τῆς ἁγίας Τριάδος, Θεὸς (3ος
τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν ἀϊδιότητα, τὴν πατρικὴν οὐσίαν
καὶ φύσιν ἀϊδίως ἐν ἑαυτῷ ἔχων, ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν
ἡμερῶν ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθέν
νου σαρκωθείς, καὶ ἐνανθρωπήσας, οὗτος ὁ ἀΐδιος
Υἱὸς ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως, καὶ γεγονώς ὡς εἴς
τῶν ἀνθρώπων κατὰ πάντα, χωρὶς ἁμαρτίας, προσειληφώς τὴν ἡμετέραν, ἣν οὐκ εἶχε, φύσιν, μεμενη
κυίας αὐτῷ τῆς θείας, ἣν ἀϊδίως προείχε, φύσεως
φανερόν, ὅτι ἐν δύο φύσεσι καὶ δύο φύσεις ἔχων ἐστὶν
ὁ εἷς τῇ ὑποστάσει Χριστὸς μετὰ τὴν ἔνωσιν· εἴπερ
τὸ Θεὸς ὄνομα καὶ ἄνθρωπος φύσεών εἰσι δηλωτικά,
ὡς κατὰ πολλῶν φερόμενα. Οὐκοῦν τὸ τῆς εἰς Χριστὸν
ὁμολογίας τοῦ ᾿Αποστόλου ἀληθινὸν δόγμα ὁ τῆς ἐκ
Χαλκηδόνι συγκεκροτημένης θείας συνόδου τῶν ἁγίων Πατέρων ὄρος ὀρθοτομεί, τὸν Χριστὸν ὁρίζων μίαν
ὑπόστασιν ἐκ τῆς ἁγίας Τριάδος εἶναι, δύο φύσεις ἔχοντα, φύσιν θείαν καὶ φύσιν ἀνθρωπίνην.
' Matth. xvi, 18. * Ibid. 16.
col. 595–596page 5 of 38
PG 105:595καὶ οὐσιώδη ἕνωσιν τῶν δύο φύσεων, τῆς θεότητος, λέγω, καὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ, ήγουν τῇ μιὰ ὑποστάσει θεωρεῖσθαι. Οὐδαμῶς οὖν ἡ ἀναιροῦσα ἁγία σύνοδος τὸ τοῦ ματαιόφρονος Νεστορίου φρόνημα, τὸ δοξάζον ἐπὶ Χριστοῦ δύο πρόσωπα, συνεισάγει ἐξάπαντος τὸ μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ ὁμολογεῖν. Καὶ γὰρ ἐπὶ τῆς θεολογίας, οὐχ ἡ ἀναι ροῦσα πρώτη ἁγία σύνοδος τὸ τρισσὸν τῆς ὁμολογίας τῶν φύσεων τὸ τοῦ ᾿Αρείου φρόνημα, ἤδη καὶ τὸ τρισσὸν τῆς ὑποστάσεως ἀνῄρει. Οὕτως καὶ ἡ ἐν Ἐφέσῳ ἁγία τρίτη σύνοδος ἀναθεματίσασα τὸ διττών τῶν ὑποστάσεων φρόνημα, οὐκ ἤδη καὶ τὸ τῶν φύ σεων διάφορον ἀνεῖλε. Μενούνγε πρὸς βεβαίωσιν τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιώδους ἑνώσεως τῶν φύσεων τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, φημὶ δὲ τῆς θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ τόν τινα ἄνθρωπον ὑποδείγματος χάριν προσείληφεν, ὅς ἐκ δύο μὲν φύσεων, σώματός τε, φημί, καὶ ἀσωμάτου, τὴν σύνθεσιν ἔσχηκε, καὶ ἐν δύο φύσεσι θεωρεῖται, μία τις ὑπόστασις οὖσα ὁ καθέκαστα ἄνθρωπος. Καὶ οὐ κατὰ πάντα ἐξομοιούμενον τὸ παράδειγμα τοῦ τινος ἀνθρώπου πρὸς τὴν κατὰ Χριστὸν ἔνωσιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὴν τοῦ Νεστορίου κακόνοιαν ἀποτεινομένη, ὃς τρανῶς ἔφα σχε, μὴ εἶναι φύσιν χωρὶς οἰκείου προσώπου, καὶ ἀδύνατόν ἐστιν ἰδεῖν δύο φύσεις καθ' ὑπόστασιν, καὶ οὐσιωδῶς ἡνωμένας ἐν μιᾷ ὑποστάσει, μὴ συνεισ αγούσας καὶ δύο πρόσωπα, ὅπερ ποιεῖ σχετικὴν ἔνω σιν, καὶ διὰ τοῦτο δύο υἱοὺς, και δύο Χριστούς, ὁ δείλαιος ἐκήρυττε. Ταύτῃ τοι τὴν ψευδή δόξαν ἀναι ροῦσα τῷ τινος ἀνθρώπου παραδείγματι ἐχρήσατο. ᾿Αλλὰ καὶ πολλοὺς τῶν θεοφόρων Πατέρων εἰς τὴν κατ' Ἔφεσον ἁγίαν τρίτην σύνοδον προκεκόμικεν δ ἐν ἁγίοις Κύριλλος, συνιστῶν τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἕνωσιν ἐν μιᾷ ὑποστάσε:, ὅς ἐστιν ὁ Χριστὸς ἐν διαφόροις φύσεσι γνωριζόμενος. Τὸ δ' ἐν διαφόροις φύσεσι γνωριζόμενον πάντως καὶ ἐν ἐκείναις ἐστὶν, ἐν αἷς καὶ γνωρίζεται. Ἐπεὶ οὖν ὁ λόγος παρέστησεν, ὅτι τὴν περὶ μιᾶς φύσεως τοῦ Χριστοῦ ὁμολογίαν, οὔτε τις τῶν ἀποστόλων εἴρηκεν, οὔτε μὴν ἐκ τῶν ἁγίων τριῶν συνόδων ἐβεβαιώθη, Μάτην ψευδοεπεῖς, λέγων, ὅτιπερ ἐκ τῶν ἁγίων ἀποστόλων παρεδόθη, ἐκ δὲ τῶν ἁγίων τριῶν συνόδων ἐβεβαιώθη· ὁ λόγος γὰρ μᾶλλον τῶν φύσεων τὸ διάφορον ἐν τῷ ἑνὶ Χρισ στῷ παρέστησε. Τὸ δὲ πάλιν εἰρηκέναι, εἰ καί τινες ἐκ ταύτης (ήγουν τῆς δόξης, τῆς λεγούσης μιας φύσ σεως εἶναι τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν) ἀπέδρασαν, ὡς δῆθεν τοὺς δύο φύσεις τὸν Χριστὸν ἔχειν μετὰ τὴν ἕνωσιν ὁμολογοῦντας, ἐξ αὐτῶν ἀποδεδρακέναι, ποίας ἀμαθίας ἀνάμεστον οὐκ ἂν εἴη; Τίς γὰρ οὐ σύνοιδεν, ὅτι τὸ μέρος ἐκ τοῦ ὅλου, τὸ ὀλιγοστὸν ἐκ τοῦ πολυ λοστοῦ ἀποδρᾶν εἴωθεν· οὐ μὴν ἔμπαλιν; Διὸ οἱ τῆς ὑμετέρας δόξης πρὸς τοὺς τὴν ἡμετέραν πρεσβεύοντας εἰ παραβληθεῖεν, τὸ ὀλιγοστὸν ἂν καὶ ἐλάχιστον μόριον ἔχοντες φανεῖεν. Ὥστε οὐ δεῖ ἀποφαίνεσθαί σε, ἡμᾶς ἀποδεδρακέναι ἐκ τῆς ὑμετέρας δόξης, ἀλλὰ μᾶλλον τἀληθὲς εἰπεῖν, ὑμᾶς ἐξ ἡμῶν. δ'. Παρακατιὼν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου, καὶ ἀπο δυσπετῶν πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς τετάρτης συνόδου, διὰ τὸ ἡμᾶς συναρίθμωνvitque et constituit unionem essentialem et se καὶ οὐσιώδη ἕνωσιν τῶν δύο φύσεων, τῆς θεότητος,
cundum hypostasim duarum naturarum, deitatis
scilicet et humanitatis, in uno Christo, una nempe
hypostasi observari. Nullo itaque modo sancta synodus, vesani Nestorii opinionem, quæ duas in Christo personas astruebat, condemnans, unam in Christo naturam prorsus asserendam esse decernit.
Etenim neque prima sancta synodus, quæ tres naturas in divinis, quæ erat Arii opinio, sustulit, protinus et triadem hypostaseon denegavit. Sic et
Ephesina tertia synodus de duabus hypostasibus
sententiam anathemate feriens, non statim et naturarum diversitatem condemnavit. Quinimo ad stabiliendam secundum hypostasim et essentialem unionem naturarum unius Christi, deitatis et humanitatis, hominis exemplum usurpavit, qui ex duabus
naturis, corporea atque incorporea conflatus, in
duabus naturis consideratur, licet una tantum hypostasis sit quicunque homo. Εt quamvis exemplum
de homine particulari non in omnibus assimilatur
unioni Christi, eo tamen solummodo ad insanam
Nestorii opinionem refellendam usa est, qui palam
armabat nullam esse absque propria persona naturam, fierique non posse, ut duæ naturæ secundum hypostasim et essentialiter unitæ in una hypostasi observentur, quæ non inferant et duas personas, quod unionem scheticam, sive secunduin
habitudinem, efficit, ideoque duos filios et duos
Christos miser deprædicabat. Hanc falsam opinionem dirimens, hominis exemplum usurpavit. Imo
plerosque deiferos Patres in sancta tertia synodo
Ephesina divus Cyrillus in medium adduxit, stabiliens secundum hypostasim unionem' in una hypostasi, qui est Christus in diversis naturis agnitus.
Quod vero in diversis naturis agnoscitur, omnino
in illis est, in quibus agnoscitur. Cum itaque ora'io
demonstraverit de una Christi natura confessionem,
neque ab apostolis fuisse assertam, neque a sanctis
tribus synodis constabilitam, frustra falsa fabularis
enuntians, eam a sauctis apostolis traditam, et a
sanctis tribus synodis fuisse confirmatam: nam
eratio potius naturarum diversitatem in uno Christo repræsentavit. Illud autem rursum asserere,
elsi nonnulli ex hac sententia nempe affirmante,
unius esse natura Christum post unionem, transfugerunt, ad eos scilicet, qui duas naturas Christum
habere post unionem profitentur, quosnam ignorantiæ terminos non exsuperat? Quis enim non novit
partem a toto, minus a multesimo decedere? Et non
contra. Quapropter qui vestræ sunt sententiæ, si ad
eos, qui nostræ sunt, comparentur, mininiam atque infimam partem occupare comperientur. Quare
indecore agis dicens nos ex vestra sententia aufugisse. Quin, ut potius verum dicam, vos a nobis
decessistis.
4. Infra etiam in epistola tua nolens sanctam et
universalem synodum admittere, quam nos inter reliquas alias sanclas tres synodos annumeramus,
λέγω, καὶ τῆς ἀνθρωπότητος ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ,
ήγουν τῇ μιὰ ὑποστάσει θεωρεῖσθαι. Οὐδαμῶς οὖν ἡ
ἀναιροῦσα ἁγία σύνοδος τὸ τοῦ ματαιόφρονος Νεστο
ρίου φρόνημα, τὸ δοξάζον ἐπὶ Χριστοῦ δύο πρόσωπα,
συνεισάγει ἐξάπαντος τὸ μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ
ὁμολογεῖν. Καὶ γὰρ ἐπὶ τῆς θεολογίας, οὐχ ἡ ἀναιροῦσα πρώτη ἁγία σύνοδος τὸ τρισσὸν τῆς ὁμολογίας
τῶν φύσεων τὸ τοῦ ᾿Αρείου φρόνημα, ἤδη καὶ τὸ
τρισσὸν τῆς ὑποστάσεως ἀνῄρει. Οὕτως καὶ ἡ ἐν
Ἐφέσῳ ἁγία τρίτη σύνοδος ἀναθεματίσασα τὸ διττών
τῶν ὑποστάσεων φρόνημα, οὐκ ἤδη καὶ τὸ τῶν φύσεων διάφορον ἀνεῖλε. Μενούνγε πρὸς βεβαίωσιν τῆς
καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιώδους ἑνώσεως τῶν φύσεων
τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ, φημὶ δὲ τῆς θεότητος καὶ ἀνθρω
πότητος, καὶ τόν τινα ἄνθρωπον ὑποδείγματος χάριν
προσείληφεν, ὅς ἐκ δύο μὲν φύσεων, σώματός τε,
φημί, καὶ ἀσωμάτου, τὴν σύνθεσιν ἔσχηκε, καὶ ἐν
δύο φύσεσι θεωρεῖται, μία τις ὑπόστασις οὖσα ὁ
καθέκαστα ἄνθρωπος. Καὶ οὐ κατὰ πάντα ἐξομοιούμενον τὸ παράδειγμα τοῦ τινος ἀνθρώπου πρὸς τὴν
κατὰ Χριστὸν ἔνωσιν, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὴν τοῦ
Νεστορίου κακόνοιαν ἀποτεινομένη, ὃς τρανῶς ἔφασχε, μὴ εἶναι φύσιν χωρὶς οἰκείου προσώπου, καὶ
ἀδύνατόν ἐστιν ἰδεῖν δύο φύσεις καθ' ὑπόστασιν, καὶ
οὐσιωδῶς ἡνωμένας ἐν μιᾷ ὑποστάσει, μὴ συνεισ
αγούσας καὶ δύο πρόσωπα, ὅπερ ποιεῖ σχετικὴν ἔνωσιν, καὶ διὰ τοῦτο δύο υἱοὺς, και δύο Χριστούς, ὁ
δείλαιος ἐκήρυττε. Ταύτῃ τοι τὴν ψευδή δόξαν ἀναιροῦσα τῷ τινος ἀνθρώπου παραδείγματι ἐχρήσατο.
᾿Αλλὰ καὶ πολλοὺς τῶν θεοφόρων Πατέρων εἰς τὴν
κατ' Ἔφεσον ἁγίαν τρίτην σύνοδον προκεκόμικεν δ
ἐν ἁγίοις Κύριλλος, συνιστῶν τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν
ἕνωσιν ἐν μιᾷ ὑποστάσε:, ὅς ἐστιν ὁ Χριστὸς ἐν
διαφόροις φύσεσι γνωριζόμενος. Τὸ δ' ἐν διαφόροις
φύσεσι γνωριζόμενον πάντως καὶ ἐν ἐκείναις ἐστὶν,
ἐν αἷς καὶ γνωρίζεται. Ἐπεὶ οὖν ὁ λόγος παρέστησεν,
ὅτι τὴν περὶ μιᾶς φύσεως τοῦ Χριστοῦ ὁμολογίαν,
οὔτε τις τῶν ἀποστόλων εἴρηκεν, οὔτε μὴν ἐκ τῶν
ἁγίων τριῶν συνόδων ἐβεβαιώθη, Μάτην ψευδοεπεῖς,
λέγων, ὅτιπερ ἐκ τῶν ἁγίων ἀποστόλων παρεδόθη,
ἐκ δὲ τῶν ἁγίων τριῶν συνόδων ἐβεβαιώθη· ὁ λόγος
γὰρ μᾶλλον τῶν φύσεων τὸ διάφορον ἐν τῷ ἑνὶ Χρισ
στῷ παρέστησε. Τὸ δὲ πάλιν εἰρηκέναι, εἰ καί τινες
ἐκ ταύτης (ήγουν τῆς δόξης, τῆς λεγούσης μιας φύσ
σεως εἶναι τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν) ἀπέδρασαν,
ὡς δῆθεν τοὺς δύο φύσεις τὸν Χριστὸν ἔχειν μετὰ τὴν
ἕνωσιν ὁμολογοῦντας, ἐξ αὐτῶν ἀποδεδρακέναι, ποίας
ἀμαθίας ἀνάμεστον οὐκ ἂν εἴη; Τίς γὰρ οὐ σύνοιδεν,
ὅτι τὸ μέρος ἐκ τοῦ ὅλου, τὸ ὀλιγοστὸν ἐκ τοῦ πολυ
λοστοῦ ἀποδρᾶν εἴωθεν· οὐ μὴν ἔμπαλιν; Διὸ οἱ τῆς
ὑμετέρας δόξης πρὸς τοὺς τὴν ἡμετέραν πρεσβεύον
τας εἰ παραβληθεῖεν, τὸ ὀλιγοστὸν ἂν καὶ ἐλάχιστον
μόριον ἔχοντες φανεῖεν. Ὥστε οὐ δεῖ ἀποφαίνεσθαί
σε, ἡμᾶς ἀποδεδρακέναι ἐκ τῆς ὑμετέρας δόξης, ἀλλὰ
μᾶλλον τἀληθὲς εἰπεῖν, ὑμᾶς ἐξ ἡμῶν.
δ'. Παρακατιὼν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου, καὶ ἀποδυσπετῶν πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἁγίας καὶ οἰκου
μενικῆς τετάρτης συνόδου, διὰ τὸ ἡμᾶς συναρίθμων
col. 599–600page 6 of 38
PG 105:599δὲ τῇ κατ' ἔνδειαν. 'Η δὲ τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συν όδου θεσμοθεσία μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας βαδίσασα, καὶ μιμησαμένη τὴν ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν πρώτην σύνοδον, ἥτις τὴν μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας ἐδε βαίωσε, καὶ αὐτὴ τὰ παρ' ἑκάτερα άτοπα, τὸ δισσὸν τῶν ὑποστάσεων, ὅπερ ποιεῖ δύο υἱοὺς καὶ δύο χρι στοὺς, ὅ ἐστι κατὰ πλεονασμόν, ἀλλὰ μὴν καὶ τὴν ἔνδειαν, ὅπερ διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς ὑποστάσεως τῇ φύσ σει τὸ μοναδικὸν δίδωσι, τὴν μέσην τάξιν ἔχουσαν ὁδὸν ἀληθείας ἐκράτυνε, καὶ ἀνακηρύττει ἐπὶ τῆς καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις τὰ συνελθόντα, μερῶν τάξιν ἔχοντα ἐν τῷ ἐν Χριστῷ, μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν. Ἐπειδὴ ἡ μεσότης ἐπί τι κοινωνεῖ τοῖς ἄκροις, καὶ ἐπί τι διαφέρει, καὶ ἐν οἷς διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ, κοινωνεῖ τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδείᾳ, κοινωνεῖ τῷ πλεονασμῷ. Οἷόν τί φημι· Τὸ τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, διαφερόμενον τῷ τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τὰς φύσεις, κοινωνεῖ τῷ Σαβελλίου, τῷ μίαν φύσιν δοξάζειν· τοῦ δὲ δὴ 21 βελλίου διαφερόμενον κατὰ τὸ μοναδικὸν καὶ Συγχυτικόν τῆς ὑποστάσεως, συμφρονεῖ τῷ τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τὸ τρισσὸν τῶν ὑποστάσεων. Οὕτως ἔνεστι σκοπεῖν καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τὴν μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας δόξαν, ἐπί τι κοινωνεῖν καὶ διαφέρεσθαι τοῖς ἄκροις· καὶ ἐν οἷς διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ, κοινωνεῖ τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδεία, κοινωνεῖ τῷ πλεονασμῷ. Οἷόν τι λέγω - Προκείσθωσαν δέξαι, τοῦ Νεστορίου, φημὶ, καὶ Εὐτυχοῦς, καὶ Σε βήρου, ἡ μὲν δύο φύσεις καὶ δύο πρόσωπα κηρίτ τουσα, ἡ δὲ μίαν φύσιν καὶ μίαν ὑπόστασιν δοξά ζουσα. Φανερὸν ὅτι κατὰ πλεονασμὸν καὶ ἔνδειαν ἔσονται ἀντικείμεναι· εἴπερ τὰ οὕτωσὶ πάντη ἀντί κεινται, καὶ οὐδεμίαν κοινωνίαν φύσεως ἢ ὑποστάσεως πρὸς ἀλλήλας κέκτηνται. Οὐκοῦν ληφθήτω τις δόξα, ἡ τὸ μέσον τῆς ἀληθείας ἔχουσα· αὕτη οὖν ἐπί τι τοῖς ἄκροις ἐποφείλεται κοινωνεῖν, καὶ ἐπί τι διαφέρειν, καὶ ἐν οἷς διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ, κοι νωνεῖν τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδείᾳ, κοσ νωνεῖν τῷ πλεονασμῷ. Τοιαύτη τίς ἐστι καὶ ἡ τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου ἐπὶ Χριστοῦ, δύο φύσεις καὶ μίαν ὑπόστασιν κηρύττουσα, ἥτις διαφερομένη τῷ Νεστορίῳ κατὰ τὴν ὑπόστασιν (ὅτι ὁ μὲν δύο, ή δὲ μίαν κηρύττει), κοινωνεῖ τῷ Εὐτυχεῖ καὶ Σεβήρω, κατὰ τὸ μίαν ὑπόστασιν ὁμολογεῖν καὶ αὐτούς. Πά λιν δ' αὖ διαφερομένη τῷ Διοσκέρῳ, καὶ Εὐτυχεῖ, καὶ Σεβήρῳ κατὰ τὴν φύσιν (ὅτι οἱ μὲν μίαν φύσιν ἐπὶ τῆς οἰκονομίας κηρύττουσιν, ἡ δὲ δύο), κοινωνεῖ τῷ Νεστορίῳ, κατὰ τὸ τὰς δύο καὶ μόνον φύσεις δοξά ζειν ἐπὶ Χριστοῦ. Καὶ οὐ δεῖ ἐκ τοῦ κατά τι κοινωνεῖν, καὶ τὸ ἁπλῶς κοινωνεῖν λογίζεσθαι, καὶ ὡς ὁμόφρονα τὸν κατά τι κοινωνοῦντά τιν:, ταυτὸν ἐκείνῳ λογίζεσθαι καὶ μυσάττεσθαι. Ἐπεὶ καὶ τὸ ἀληθὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐπί τι κοινωνεῖ τοῖς ἄκροις, Ἀρείῳ, φημὶ, καὶ Σαβελλίῳ, καθώς ὁ λόγος παρέστησεν, ἀποκηρυχθήσεται. Καὶ τὶς ἂν ὑποίσῃ τὸ βλάσφημον; Ούτωσὶ καὶ ἐπὶ τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας τετάρτης συνόδου εὐσεβῶς συνοραν ἔνεστι· διότι κοινωνεῖ ἐπί τι τῷ Νεστορίῳ, ήδη όμοo
occupat confirmavit, et palam confitetur in unione δὲ τῇ κατ' ἔνδειαν. 'Η δὲ τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συνChristi secundum hypostasim, duas naturas convenisse partium locum in uno Christo continentes, et
unam hypostasim: quando medium aliquid obtineat
cum extremis commune, et in aliquo differat, et in
quibus cum excessu disconvenit, cum defectu aoncordat; in quibus autem a defectu discordat, cum
excessu convenit. Exempli causa: Ecclesiæ opinio,
quæ ab Ario secundum naturas dissentit, cum Sabellio unam naturam asserente consentit; quæ cum
Sabellio pugnat secundum singulare et confusum
hypostasis, non abhorret ab Ario secundum triadem
hypostaseon. Sic etiam discurrendum est in economia de media via, veritatis nempe sententiam in
aliquo cum extrenuis concordare, in aliquo differre,
et in quibus differt ab excessu, cum defectu concordare, in quibus a defectu, cum excessu. Sit pro
exemplo. Ponantur opiniones, Nestorii, inquam, et
Eutychetis, et Severi, quarum altera duas naturas
et duas personas fatetur, altera unam naturam et
unam hypostasim asserit. Manifestum inter eas secundum excessum atque defectum nimium interesse,
siquidem earum longissime diversa ratio est, nihilque est, quo natura, vel hypostasis inter se communicent. Quare assumatur ea opinio, quæ medium
veritatis occupat; ea omnino in aliquo cum extremis convenire debet, et in aliquo discrepare, et in
quibus ab excessu disconvenit, cum defectu consentire, in quibus defectui non concordat, cum excessu
conjungi. Talis est sancte quartz synodi sententia, in Christo duas naturas et unam hypostasim
enuntians, quæ a Nestorio secundum hypostasim
efissentiens (ille enim duas, hec unam profitetur),
cum Eutyche atque Severo consentit, quod et ipsi
unam hypostasim confitentur. Sed rursum a Dioscoro, et Eutyche, et Severo disconveniens secundum naturam, quod illi unam naturam in œconomia asserant, illa duas, non dissidet a Nestorio,
qui duas tantummodo naturas in Christo posuit.
Nemoque ex eo quod in aliquo quis communicat
cum alio, omnino cum eo communicare opinetur,
et tanquam una sentientein eum, qui in aliquo cum
quopiam sentit, in eodem habeat, atque exserreTur; quandoquidem et vera Ecclesiæ opinio, quod
in aliquo cum extremis concordat, Ario et Sabellio,
ut oratio comprobavit, proscribetur. Et quis tantam blasphemiam ferre poterit? Pari ratione et de
sancta quarta synodo pie disserendum est. Quia
consentit in aliquo cum Nestorio, ideone et una
cum eo sentire dicemus? Apage. Hæc itaque synodus hoc modo mediam veritatis viam evulgans
non est improbo consilio, et summa ignoratione
calumnianda, abjudicandaque, sed potius ubi prius
rectum ipsius dogma amplexus fueris, exosculanda, annumerandaque cum aliis sanctis tribus synodis, quod, ut oratio demonstravit, nihil pre aliis
sanctis tribus synodis innovavit; quinimo, si verum
fateri volumus, eadem prorsus, æqueque omnia
όδου θεσμοθεσία μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας βαδίσασα,
καὶ μιμησαμένη τὴν ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν πρώτην
σύνοδον, ἥτις τὴν μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας ἐδε
βαίωσε, καὶ αὐτὴ τὰ παρ' ἑκάτερα άτοπα, τὸ δισσὸν
τῶν ὑποστάσεων, ὅπερ ποιεῖ δύο υἱοὺς καὶ δύο χρι
στοὺς, ὅ ἐστι κατὰ πλεονασμόν, ἀλλὰ μὴν καὶ τὴν
ἔνδειαν, ὅπερ διὰ τὸ ἑνιαῖον τῆς ὑποστάσεως τῇ φύσ
σει τὸ μοναδικὸν δίδωσι, τὴν μέσην τάξιν ἔχουσαν
ὁδὸν ἀληθείας ἐκράτυνε, καὶ ἀνακηρύττει ἐπὶ τῆς
καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις τὰ
συνελθόντα, μερῶν τάξιν ἔχοντα ἐν τῷ ἐν Χριστῷ,
μίαν δὲ τὴν ὑπόστασιν. Ἐπειδὴ ἡ μεσότης ἐπί τι
κοινωνεῖ τοῖς ἄκροις, καὶ ἐπί τι διαφέρει, καὶ ἐν οἷς
διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ, κοινωνεῖ τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς
δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδείᾳ, κοινωνεῖ τῷ πλεονασμῷ.
Οἷόν τί φημι· Τὸ τῆς Ἐκκλησίας φρόνημα, διαφερό
μενον τῷ τοῦ ᾿Αρείου κατὰ τὰς φύσεις, κοινωνεῖ τῷ
Σαβελλίου, τῷ μίαν φύσιν δοξάζειν· τοῦ δὲ δὴ 21βελλίου διαφερόμενον κατὰ τὸ μοναδικὸν καὶ συγχυτικὸν τῆς ὑποστάσεως, συμφρονεῖ τῷ τοῦ ᾿Αρείου
κατὰ τὸ τρισσὸν τῶν ὑποστάσεων. Οὕτως ἔνεστι
σκοπεῖν καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τὴν μέσην ὁδὸν τῆς
ἀληθείας δόξαν, ἐπί τι κοινωνεῖν καὶ διαφέρεσθαι
τοῖς ἄκροις· καὶ ἐν οἷς διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ,
κοινωνεῖ τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδεία,
κοινωνεῖ τῷ πλεονασμῷ. Οἷόν τι λέγω - Προκείσθωσαν
δέξαι, τοῦ Νεστορίου, φημὶ, καὶ Εὐτυχοῦς, καὶ Σεβήρου, ἡ μὲν δύο φύσεις καὶ δύο πρόσωπα κηρίτ
τουσα, ἡ δὲ μίαν φύσιν καὶ μίαν ὑπόστασιν δοξά
ζουσα. Φανερὸν ὅτι κατὰ πλεονασμὸν καὶ ἔνδειαν
ἔσονται ἀντικείμεναι· εἴπερ τὰ οὕτωσὶ πάντη ἀντίκεινται, καὶ οὐδεμίαν κοινωνίαν φύσεως ἢ ὑποστά
σεως πρὸς ἀλλήλας κέκτηνται. Οὐκοῦν ληφθήτω τις
δόξα, ἡ τὸ μέσον τῆς ἀληθείας ἔχουσα· αὕτη οὖν
ἐπί τι τοῖς ἄκροις ἐποφείλεται κοινωνεῖν, καὶ ἐπί τι
διαφέρειν, καὶ ἐν οἷς διαφέρεται τῷ πλεονασμῷ, κοι
νωνεῖν τῇ ἐνδείᾳ, ἐν οἷς δὲ διαφέρεται τῇ ἐνδείᾳ, κοσ
νωνεῖν τῷ πλεονασμῷ. Τοιαύτη τίς ἐστι καὶ ἡ τῆς
ἁγίας τετάρτης συνόδου ἐπὶ Χριστοῦ, δύο φύσεις
καὶ μίαν ὑπόστασιν κηρύττουσα, ἥτις διαφερομένη
τῷ Νεστορίῳ κατὰ τὴν ὑπόστασιν (ὅτι ὁ μὲν δύο, ή
δὲ μίαν κηρύττει), κοινωνεῖ τῷ Εὐτυχεῖ καὶ Σεβήρω,
κατὰ τὸ μίαν ὑπόστασιν ὁμολογεῖν καὶ αὐτούς. Πάλιν δ' αὖ διαφερομένη τῷ Διοσκέρῳ, καὶ Εὐτυχεῖ, καὶ
Σεβήρῳ κατὰ τὴν φύσιν (ὅτι οἱ μὲν μίαν φύσιν ἐπὶ
τῆς οἰκονομίας κηρύττουσιν, ἡ δὲ δύο), κοινωνεῖ τῷ
Νεστορίῳ, κατὰ τὸ τὰς δύο καὶ μόνον φύσεις δοξάζειν ἐπὶ Χριστοῦ. Καὶ οὐ δεῖ ἐκ τοῦ κατά τι κοινωνεῖν, καὶ τὸ ἁπλῶς κοινωνεῖν λογίζεσθαι, καὶ ὡς
ὁμόφρονα τὸν κατά τι κοινωνοῦντά τιν:, ταυτὸν
ἐκείνῳ λογίζεσθαι καὶ μυσάττεσθαι. Ἐπεὶ καὶ τὸ
ἀληθὲς φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐπί τι κοινωνεῖ τοῖς ἄκροις, Ἀρείῳ, φημὶ, καὶ Σαβελλίῳ, καθώς
ὁ λόγος παρέστησεν, ἀποκηρυχθήσεται. Καὶ τὶς ἂν
ὑποίσῃ τὸ βλάσφημον; Ούτωσὶ καὶ ἐπὶ τῆς ἐν Χαλ
κηδόνι ἁγίας τετάρτης συνόδου εὐσεβῶς συνοραν
ἔνεστι· διότι κοινωνεῖ ἐπί τι τῷ Νεστορίῳ, ήδη όμο
col. 603–604page 7 of 38
PG 105:603ἔξουσαν τὰ φυσικὰ πάθη ἡμῶν καὶ ἰδιώματα. Δια τοῦτό τοι ἔφη· Κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας. Πάλιν δ' αὖ ἔτι τοῖς ἀπὸ Νεστορίου Θεο τόκος οὐκ ἐδόκει ἡ ἄχραντος εἶναι Παρθένος, προσ ἔθηκε· Τὸν πρὸ αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα, ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι' ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου γεννηθέντα κατὰ τὴν άνθρωπότητα. Καὶ ταῦτα μὲν ὀλίγα ἐκ τῆς τετάρ της συνόδου διὰ τὸ μῆκος τοῦ λόγου· ἐπεὶ ἔνεστι πλεῖστα ὅσα, εἴ τις βούλεται, ἐξ αὐτῆς ἀναλέγεσθαι, ἐν οἷς τρανότατα φαίνεται ταῖς τρισὶν ἁγίαις συν όδοις κατὰ μηδὲν διαφωνήσασα, ἀλλ᾽ ὀπαδὸς κατὰ πάντα γενομένη, τὸν αὐτὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν κηρύττει, ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο, καὶ δύο φύσεις εἶναι μετὰ τὴν ἕνωσιν, καὶ τὰς παρ' ἑκάτερα τῆς μεσότητος ἀτοπίας, ὅται ἂν καὶ εἶεν, εξοστρακίζει, καὶ μένει βεβαία καὶ ἀμετακίνητος ἐν τῇ τῆς ἀληθείας μεσότητι. Ταῦτα παρὰ τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου αὐταῖς λέξεσιν ὁρισθέντα, καὶ ἐκφωνηθέντα, καὶ κηρυχθέντα περὶ τοῦ κατὰ Χρι στὸν μυστηρίου, τίς ἐστιν ὅς, καὶ ὑγιεῖς τὰς φρένας ἔχων, φήσειε, τὴν τετάρτην σύνοδον συμφρονεῖν τῷ Νεστορίῳ, καὶ τῇ ἀπ' αὐτοῦ κακοδοξία συναπάγεσθαι; μᾶλλον μὲν οὖν ὑπὸ ταύτης τῆς συνόδου ἀναθεματισθέντα τόν τε Διόσκορον, καὶ Νεστόριον, καὶ Εὐτυχέα, τὰ ἐκ διαμέτρου κακὰ καὶ ὁμότιμα τὴν ἀσέβειαν. ς'. Εἰ δέ σε τὸ δισσὸν τῶν φύσεων ἐκταράττει, καὶ ἡ τῆς δυάδος τοῦ ἀριθμοῦ ἐκφώνησις παραυτίκα τὸ διηρημένον τῶν πραγμάτων ὑποτίθησί σε νοεῖν, καὶ λογίζῃ, ὅτι πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμάτ των ἐστὶ δηλωτικός, ἀμαθαίνοντός ἐστι τοῦτο, ἤπερ ειδότος. Οὐκοῦν διορισώμεθα διὰ βραχέων, πῶς δεῖ περὶ δυάδος καὶ τοῦ λοιποῦ παντὸς ἀριθμοῦ ἀκριβῆ ἔννοιαν ἔχειν. Ο γὰρ ἀριθμὸς διττώς λέγεται, ὁ μέν τις ἁπλῶς καὶ καθ' ἑαυτὸν, ὁ δὲ ἐν σχέσει καὶ πράσ γματι θεωρούμενος, ὥσπερ λευκόν, ἥ τε λευκότης καὶ τὸ λελευκασμένον. Αὐτὴ τοίνυν ἡ φύσις τοῦ ἀριθμοῦ καθ' ἑαυτὴν οὔτε συνάπτει, οὔτε διαιρεῖ· οὐ γὰρ ἔχει ὑποκείμενα πράγματα. Καὶ γὰρ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς καθ᾿ ἑαυτὸν, οὔτε συνάπτει, οὔτε διαιρεῖ, ἀλλ' ἀμφότερα δέχεται τῇ ποιᾷ σχέσει. Οἷον ή δυάς, καὶ ἡ τετράς, εἰ μὲν τὰς μονάδας θεωρεῖς, ἐξ ὧν συνέστηκεν, εἰς ταύτας διαιρείται· εἰ δὲ τὴν μονάδα τούτων ζητείς, ἐκ τούτων συνάπτεται· δύο γὰρ καὶ δύο, εἰ τύχοι, εἰς τέσσαρα συνάπτεται, τὰ δὲ τέσσαρα εἰς δύο καὶ δύο δι αιρεῖται. Ωστε παντὸς ἀληθέστερον εἰπεῖν τὴν φύσιν τοῦ ἀριθμοῦ μηδὲν ἀφωρισμένον ἔχειν, μήτε τὸ κεχω ρισμένον, μήτε τὸ ἡνωμένον, ἐν δὲ τῇ τῶν πραγμάτ των ἐπιπλοκῇ καὶ συνθέσει τοῦτο ὑφίστασθαι. ᾿Αμαθὲς οὖν τὸ τῇ φύσει τοῦ ἀριθμοῦ ἀναγκαίως τὴν διαίρεσιν τῶν πραγμάτων ἔπεσθαι νομοθετεῖν, ἀλλὰ μὴ τῇ τῶν πραγμάτων ἡνωμένη γε, ή διηρημένη φύσει, τὸν ἀριθμὸν σημεῖον ποιεῖσθαι τοῦ ποσοῦ τῶν ὑποκειμένων, ἄλλου λόγου καὶ οὐ τοῦ ἀριθμοῦ ταῦτα διαιροῦντος καὶ συνάπτοντος. Καὶ γὰρ δέκα πήχεις λέγομεν τοῦ συνεχούς, εἰ τύχοι, ξύλου, οὐ συνδιαιροῦντες τῷ ἀριθμῷ καὶ τὴν ἑνότητα τὴν ἐν τῷ δεκαNICETÆ BYZANTINI
Et
cupabimus, omnibus nostris naturalibus passioni- ἔξουσαν τὰ φυσικὰ πάθη ἡμῶν καὶ ἰδιώματα. Δια
bus atque proprietatibus obnoxiam. Proptereaque
dixit, Per omnia similem nobis absque peccato. RurSus vero cum Nestorianis non placeret De parain
esse immaculatam Virginem, subdidit: Ante sæcula
ex Patre genitum, postremis vero diebus eumdem
propter nos et nostram salutem ex Maria Virgine
el Deipara prognatum secundum humanitatem. Εt
pauca hac ex quarta synodo, 'ne prolixiora afferam,
satis sint. Poterit vero quilibet multo plura, si voluerit, ex ea colligere, quibus constabit compertissime, nulla in re a tribus sanctis synodis discrepasse, sed in omnibus concordem, eumdem unum
Christum, et Dominum, et Deum nostrum professam
ex duabus, et in duabus naturis, et duas naturas
post unionem, extrema a medio inepta absurdita.
lesque, quacunque illa fuerint, procul amandasse,
mansisseque in veritatis medio firmam atque inconcussam. llis a quarta sancta synodo ipsissimis
verbis sancitis, enuntialis et promulgatis de Christi mysterio, quisnam, dummodo non delirus est et
mente captus, asseverabit quartam synodum una
cum Nestorio sentire, illius falsa opinione deceptam?
fllud potius asseverandum est, ab eadem anathemate ictos, et Dioscorum, et Nestorium, et Eutychem, ex diamnetro sese adversantia, sed impietate
mala paria.
6. Quando vero te duplex naturarum turbat, et
numeri dualis enuntiatio statim tibi rerum divisionem suggerit, opinarisque omnem numerum per
sese subsistentes indicare, ignavius potius quam
prudenter, determinemus, sed breviter, quonam
modo de binario et reliquo omni numero exquisita
cognitio haberi possit. Numerus dupliciter dicitur,
alius simpliciter, et per se solus: alius in relatione
et rebus consideratur, quemadmodum album albedinem et albedine præditum notɔt. Natura numeri
per se neque conjungit, neque dividit, neque enim
habet res sibi subjectas: nam numerus ipse per se
neque copulat, neque separat, sed utrumque admittēt, tali vel tali respectu, veluti binarius, et quaternarius numerus, si unitates respicias, ex quibus componitur, in eas dividitur; si unitatem horum quæris, ex
iis componitur: duo etenimet duo, si ita fuerit,in quatuor abit, quatuor vero in duo et duo dividitur. Quare
Verissimum fuerit naturam numeri nihil præscriptum
habere, neque separatum, neque unitum, sed in rerum complexu et compositione subire. Inscite itaque
improbeque determinaveris naturam numeri necessario rerum divisionem subsequi, et non rerum unita,
aut divisæ naturæ numerum, ut quot sint subjecta
innotescant, signum statuere, cum alia ratio, et
non numerus ea subdividat et copulet. Namque
decem ulnas ligni continui, si ita fuerit, dicimus,
non numero dividentes unionem, quæ in decem
ulnarum ligno est; rursumque decem modios dum
dicimus, divisus eos agnoscimus. Ita res se habet
et rebus in aliis. Si numerus de naturis prædicetur,
τοῦτό τοι ἔφη· Κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς
ἁμαρτίας. Πάλιν δ' αὖ ἔτι τοῖς ἀπὸ Νεστορίου Θεοτόκος οὐκ ἐδόκει ἡ ἄχραντος εἶναι Παρθένος, προσἔθηκε· Τὸν πρὸ αἰώνων ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα, ἐπ' ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι'
ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας
τῆς Παρθένου καὶ Θεοτόκου γεννηθέντα κατὰ τὴν
άνθρωπότητα. Καὶ ταῦτα μὲν ὀλίγα ἐκ τῆς τετάρ
της συνόδου διὰ τὸ μῆκος τοῦ λόγου· ἐπεὶ ἔνεστι
πλεῖστα ὅσα, εἴ τις βούλεται, ἐξ αὐτῆς ἀναλέγεσθαι,
ἐν οἷς τρανότατα φαίνεται ταῖς τρισὶν ἁγίαις συν
όδοις κατὰ μηδὲν διαφωνήσασα, ἀλλ᾽ ὀπαδὸς κατὰ
πάντα γενομένη, τὸν αὐτὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Κύριον
καὶ Θεὸν ἡμῶν κηρύττει, ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο,
καὶ δύο φύσεις εἶναι μετὰ τὴν ἕνωσιν, καὶ τὰς παρ'
ἑκάτερα τῆς μεσότητος ἀτοπίας, ὅται ἂν καὶ εἶεν,
εξοστρακίζει, καὶ μένει βεβαία καὶ ἀμετακίνητος ἐν
τῇ τῆς ἀληθείας μεσότητι. Ταῦτα παρὰ τῆς ἁγίας
τετάρτης συνόδου αὐταῖς λέξεσιν ὁρισθέντα, καὶ
ἐκφωνηθέντα, καὶ κηρυχθέντα περὶ τοῦ κατὰ Χρι
στὸν μυστηρίου, τίς ἐστιν ὅς, καὶ ὑγιεῖς τὰς φρένας
ἔχων, φήσειε, τὴν τετάρτην σύνοδον συμφρονεῖν τῷ
Νεστορίῳ, καὶ τῇ ἀπ' αὐτοῦ κακοδοξία συναπάγε
σθαι; μᾶλλον μὲν οὖν ὑπὸ ταύτης τῆς συνόδου ἀναθεματισθέντα τόν τε Διόσκορον, καὶ Νεστόριον, καὶ
Εὐτυχέα, τὰ ἐκ διαμέτρου κακὰ καὶ ὁμότιμα τὴν
ἀσέβειαν.
ς'. Εἰ δέ σε τὸ δισσὸν τῶν φύσεων ἐκταράττει, καὶ
ἡ τῆς δυάδος τοῦ ἀριθμοῦ ἐκφώνησις παραυτίκα τὸ
διηρημένον τῶν πραγμάτων ὑποτίθησί σε νοεῖν, καὶ
λογίζῃ, ὅτι πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμάτ
των ἐστὶ δηλωτικός, ἀμαθαίνοντός ἐστι τοῦτο, ἤπερ
ειδότος. Οὐκοῦν διορισώμεθα διὰ βραχέων, πῶς δεῖ
περὶ δυάδος καὶ τοῦ λοιποῦ παντὸς ἀριθμοῦ ἀκριβῆ
ἔννοιαν ἔχειν. Ο γὰρ ἀριθμὸς διττώς λέγεται, ὁ μέν
τις ἁπλῶς καὶ καθ' ἑαυτὸν, ὁ δὲ ἐν σχέσει καὶ πράσ
γματι θεωρούμενος, ὥσπερ λευκόν, ἥ τε λευκότης
καὶ τὸ λελευκασμένον. Αὐτὴ τοίνυν ἡ φύσις τοῦ
ἀριθμοῦ καθ' ἑαυτὴν οὔτε συνάπτει, οὔτε διαιρεῖ· οὐ
γὰρ ἔχει ὑποκείμενα πράγματα. Καὶ γὰρ ὁ ἀριθμὸς
αὐτὸς καθ᾿ ἑαυτὸν, οὔτε συνάπτει, οὔτε διαιρεῖ, ἀλλ'
ἀμφότερα δέχεται τῇ ποιᾷ σχέσει. Οἷον ή δυάς, καὶ ἡ
τετράς, εἰ μὲν τὰς μονάδας θεωρεῖς, ἐξ ὧν συνέστηκεν,
εἰς ταύτας διαιρείται· εἰ δὲ τὴν μονάδα τούτων ζητείς,
ἐκ τούτων συνάπτεται· δύο γὰρ καὶ δύο, εἰ τύχοι, εἰς
τέσσαρα συνάπτεται, τὰ δὲ τέσσαρα εἰς δύο καὶ δύο διαιρεῖται. Ωστε παντὸς ἀληθέστερον εἰπεῖν τὴν φύσιν
τοῦ ἀριθμοῦ μηδὲν ἀφωρισμένον ἔχειν, μήτε τὸ κεχω
ρισμένον, μήτε τὸ ἡνωμένον, ἐν δὲ τῇ τῶν πραγμάτ
των ἐπιπλοκῇ καὶ συνθέσει τοῦτο ὑφίστασθαι.
᾿Αμαθὲς οὖν τὸ τῇ φύσει τοῦ ἀριθμοῦ ἀναγκαίως
τὴν διαίρεσιν τῶν πραγμάτων ἔπεσθαι νομοθετεῖν,
ἀλλὰ μὴ τῇ τῶν πραγμάτων ἡνωμένη γε, ή διηρημένη
φύσει, τὸν ἀριθμὸν σημεῖον ποιεῖσθαι τοῦ ποσοῦ τῶν
ὑποκειμένων, ἄλλου λόγου καὶ οὐ τοῦ ἀριθμοῦ ταῦτα
διαιροῦντος καὶ συνάπτοντος. Καὶ γὰρ δέκα πήχεις
λέγομεν τοῦ συνεχούς, εἰ τύχοι, ξύλου, οὐ συνδιαι
ροῦντες τῷ ἀριθμῷ καὶ τὴν ἑνότητα τὴν ἐν τῷ δεκα-
col. 605–606page 8 of 38
PG 105:605φρονεῖν δώσομεν; Ούμενουν. Οὐκοῦν τὴν ούτωσι ἁγίαν σύνοδον, τὴν μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας κηρύ ξασαν, οὐ δεῖ κακοβουλίᾳ καὶ ἀμαθείᾳ συκοφαντεῖν καὶ ἀποπέμπεσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ταύτης όρθιν δόγμα ὁμολογήσαντα, ἀποδέχεσθαι, καὶ μετὰ τῶν λοιπῶν ἁγίων τριῶν συνόδων καταριθμεῖν. Διὰ ὁ λόγος έδειξε μηδεμίαν κενοφωνίαν εἰσάγουσαν τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον πρὸς ταῖς λοιπαῖς ἁγίαις τρισὶ συνόδοις, μᾶλλον δὲ, εἰ χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, μεγίστην συμφωνίαν διὰ τὸ καὶ αὐτὴν τὴν μέσην ἐδὲν τῆς ἀληθείας βαδίσαι, ὥσπερ ἐκεῖναι. ε'. Ενεστι δὲ σκοπεῖν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συνόδου, τί ἄρα βούλεται κηρύττειν ἐπὶ Χριστοῦ. Ἐπομένη γάρ, ὡς αὐτή φησι, τοῖς Πατράσι, κατὰ λέξιν ὧδε φάσκει· Ένα καὶ τὸν αὐτὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν συμφώνως ὁμολογεῖν ἐκδιδάσκει· διὰ μὲν τοῦ συμφώνως ἐκείνην τὴν ὑποψίαν προϋποτεμνο μένη, τὴν οὐκ ἐκ πάντων οἰομένην τῶν συναγηγερα μένων ἐπισκόπων ἐν αὐτῇ τὴν ὑποκειμένην ἔκθεσιν γεγονέναι, ἀλλ' ἐξ ἐνίων, οἷς καὶ μόνοις ἀρέσαι τὰ εἰρημένα. Μετὰ δὲ τοῦτο ὥσπερ συνεκτικωτάτην πλάνην ἐξιωμένη, λέγω δὴ τὴν τῆς τοῦ Νεστορίου δυσσεβείας διαίρεσιν, ἐπεισαγομένην τῇ ἀχράντῳ οικονομία. Διὸ λέγει, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν Υἱὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· διὰ τῆς τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσηγορίας, πρόῤῥιζον τὴν τῆς διαιρέσεως ἐξαίρουσα δόξαν· καὶ μᾶλλον διὰ τῆς ἀξ ξενικής προφορᾶς. Ενα γὰρ εἶπεν, οὐχ ἔν· καὶ ταύτῃ τὴν ὅλην σύνθεσιν ἀποσημαίνουσα, καὶ οὐ κατὰ μέρος αὐτῆς, ὅπερ εἰκὸς ἦν τὴν ἄλλην ἐνδείκνυσθαι προφοράν, κάν τούτῳ μιμουμένη τὸν ἐν ἁγίοις Γρηγόριον· διὰ μὲν τοῦ, ἄλλος καὶ ἄλλος, τὸ ὅλου σημαίνουσα, διὰ δὲ τοῦ, ἄλλο καὶ ἄλλο, τὰ μέρη. Μετὰ ταῦτα δὲ τῆς ἐκ τοῦ ἐναντίου φαύλης δόξης – ὑπονοίας, φησί, Τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν θεότητι, καὶ τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἀνθρωπότητι, ἕτερον, οἶμαι, λέγουσα οὐδὲν, εἰ μή τι νομίσῃ τις διὰ τῆς τοῦ ἑνὸς προσηγορίας, η γυμνὴν ἀνθρωπίνης φύσεως τήν θεότητα πληρῶσαι τὴν οἰκονομίαν, ἢ τροπὴν ὑπου μείνασαν εἰς ἀνθρώπου φύσιν, ἀλλὰ τέλειον τὸν αὐτ τὸν κατ' ἄμφω ὑπάρχοντα, τήν τε θεότητα. φημί, καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ὡς ὅλον ἐν τοῖς οἰκείοις μέτ ρεσι γνωριζόμενον Θεὸν ἀληθῶς, καὶ ἄνθρωπον ἀλη θῶς, τὸν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καὶ σώματος· καὶ εὐχ ἁπλῶς δὴ Θεόν, ἢ ἄνθρωπον, ἀλλ' ὁμοούσιον τῷ Πα τρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα τὸν αὐτόν. Καὶ τοῖς μὲν ὀρθῶς προσέχουσι τοῖς εἰρημένοις, οὐδὲν ἔτι ἦν εἰς ἐξήγησιν ὑπολελειμμένον τῆς ἀχράντου οἰκονομίας τῇ συνόδῳ, ἥτις καὶ τὸ μέλλον προϋπιδομένη, λέγω δὴ τὸ ἀπαθὲς καὶ ἀθά νατον ἐνίους καὶ ἄφθαρτον ἐκ πρώτης συλλήψεως, τὸ θεῖον ἐκεῖνο καὶ ἄχραντον τοῦ Κυρίου σῶμα τολμάν ὁμολογεῖν, καὶ ταύτῃ ἀνατρέπειν τὴν ὅλην οἰκονομίαν, λέγει· Κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτ τίας. υπερ τῆς μὲν ἁγίας ἐστὶ Γραφῆς, ευκαίρως δὲ κείμενον ἐνταῦθα, ἐπιστομίζει τοὺς τὰ τοιαῦτα φρονοῦντας. Εἰ γὰρ οὔτε πάθος σώματος, οὔτε θάνα τος, οὔτε μὴν διάλυσις, ἣν δὴ φθορὰν ἰδίως ἀξιοῦμεν καλεῖσθαι, ἁμαρτία· χωρὶς δὲ μόνης ἁμαρτίας κατὰ πάντα τὰ ἄλλα τῆς αὐτῆς ἡμῖν φύσεώς ἐστι τὸ ἄχραντον ἐκεῖνο καὶ πανάγιον σῶμα· εὔδηλον ὅτι ὁ εὐδοκήσας θεὶς τὴν ἡμετέραν πτωχείαν λαβεῖν, τοιαύτην ἔλα δεν, ἦν καὶ πτωχείαν καλεῖσθαι δικαίως, ἅπανταREFUTATIO EPISTOLE REGIS ARMENIE.
φρονεῖν δώσομεν; Ούμενουν. Οὐκοῦν τὴν ούτωσι stuluit, et concorditer voluit cum illis, tanquam quæ
ἁγίαν σύνοδον, τὴν μέσην ὁδὸν τῆς ἀληθείας κηρύ mediam veritatis viam inierit.
ξασαν, οὐ δεῖ κακοβουλίᾳ καὶ ἀμαθείᾳ συκοφαντεῖν καὶ ἀποπέμπεσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ταύτης όρθιν
δόγμα ὁμολογήσαντα, ἀποδέχεσθαι, καὶ μετὰ τῶν λοιπῶν ἁγίων τριῶν συνόδων καταριθμεῖν. Διὰ ὁ
λόγος έδειξε μηδεμίαν κενοφωνίαν εἰσάγουσαν τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον πρὸς ταῖς λοιπαῖς ἁγίαις
τρισὶ συνόδοις, μᾶλλον δὲ, εἰ χρὴ τἀληθὲς εἰπεῖν, μεγίστην συμφωνίαν διὰ τὸ καὶ αὐτὴν τὴν μέσην ἐδὲν
τῆς ἀληθείας βαδίσαι, ὥσπερ ἐκεῖναι.
ε'. Ενεστι δὲ σκοπεῖν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συνόδου,
τί ἄρα βούλεται κηρύττειν ἐπὶ Χριστοῦ. Ἐπομένη
γάρ, ὡς αὐτή φησι, τοῖς Πατράσι, κατὰ λέξιν ὧδε
φάσκει· Ένα καὶ τὸν αὐτὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν
Χριστὸν συμφώνως ὁμολογεῖν ἐκδιδάσκει· διὰ μὲν
τοῦ συμφώνως ἐκείνην τὴν ὑποψίαν προϋποτεμνομένη, τὴν οὐκ ἐκ πάντων οἰομένην τῶν συναγηγερα
μένων ἐπισκόπων ἐν αὐτῇ τὴν ὑποκειμένην ἔκθεσιν
γεγονέναι, ἀλλ' ἐξ ἐνίων, οἷς καὶ μόνοις ἀρέσαι τὰ
εἰρημένα. Μετὰ δὲ τοῦτο ὥσπερ συνεκτικωτάτην
πλάνην ἐξιωμένη, λέγω δὴ τὴν τῆς τοῦ Νεστορίου
δυσσεβείας διαίρεσιν, ἐπεισαγομένην τῇ ἀχράντῳ
οικονομία. Διὸ λέγει, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν
Υἱὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· διὰ τῆς τοῦ
ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσηγορίας, πρόῤῥιζον τὴν τῆς
διαιρέσεως ἐξαίρουσα δόξαν· καὶ μᾶλλον διὰ τῆς ἀξξενικής προφορᾶς. Ενα γὰρ εἶπεν, οὐχ ἔν· καὶ
ταύτῃ τὴν ὅλην σύνθεσιν ἀποσημαίνουσα, καὶ οὐ
κατὰ μέρος αὐτῆς, ὅπερ εἰκὸς ἦν τὴν ἄλλην ἐνδείκνυ
σθαι προφοράν, κάν τούτῳ μιμουμένη τὸν ἐν ἁγίοις
Γρηγόριον· διὰ μὲν τοῦ, ἄλλος καὶ ἄλλος, τὸ ὅλου
σημαίνουσα, διὰ δὲ τοῦ, ἄλλο καὶ ἄλλο, τὰ μέρη.
Μετὰ ταῦτα δὲ τῆς ἐκ τοῦ ἐναντίου φαύλης δόξης –
ὑπονοίας, φησί, Τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν θεότητι, καὶ
τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἀνθρωπότητι, ἕτερον, οἶμαι,
λέγουσα οὐδὲν, εἰ μή τι νομίσῃ τις διὰ τῆς τοῦ ἑνὸς
προσηγορίας, η γυμνὴν ἀνθρωπίνης φύσεως τήν
θεότητα πληρῶσαι τὴν οἰκονομίαν, ἢ τροπὴν ὑπου
μείνασαν εἰς ἀνθρώπου φύσιν, ἀλλὰ τέλειον τὸν αὐτ
τὸν κατ' ἄμφω ὑπάρχοντα, τήν τε θεότητα. φημί,
καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ὡς ὅλον ἐν τοῖς οἰκείοις μέτ
ρεσι γνωριζόμενον Θεὸν ἀληθῶς, καὶ ἄνθρωπον ἀλη
θῶς, τὸν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καὶ σώματος· καὶ εὐχ
ἁπλῶς δὴ Θεόν, ἢ ἄνθρωπον, ἀλλ' ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπό
τητα τὸν αὐτόν. Καὶ τοῖς μὲν ὀρθῶς προσέχουσι τοῖς
εἰρημένοις, οὐδὲν ἔτι ἦν εἰς ἐξήγησιν υπολελειμμένον τῆς ἀχράντου οἰκονομίας τῇ συνόδῳ, ἥτις καὶ τὸ
μέλλον προϋπιδομένη, λέγω δὴ τὸ ἀπαθὲς καὶ ἀθά
νατον ἐνίους καὶ ἄφθαρτον ἐκ πρώτης συλλήψεως, τὸ
θεῖον ἐκεῖνο καὶ ἄχραντον τοῦ Κυρίου σῶμα τολμάν
ὁμολογεῖν, καὶ ταύτῃ ἀνατρέπειν τὴν ὅλην οίκονομίαν, λέγει· Κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτ
τίας. υπερ τῆς μὲν ἁγίας ἐστὶ Γραφῆς, ευκαίρως
δὲ κείμενον ἐνταῦθα, ἐπιστομίζει τοὺς τὰ τοιαῦτα
φρονοῦντας. Εἰ γὰρ οὔτε πάθος σώματος, οὔτε θάνατος, οὔτε μὴν διάλυσις, ἣν δὴ φθορὰν ἰδίως ἀξιοῦμεν
καλεῖσθαι, ἁμαρτία· χωρὶς δὲ μόνης ἁμαρτίας κατὰ
πάντα τὰ ἄλλα τῆς αὐτῆς ἡμῖν φύσεώς ἐστι τὸ ἄχραντον
ἐκεῖνο καὶ πανάγιον σῶμα· εὔδηλον ὅτι ὁ εὐδοκήσας
θεὶς τὴν ἡμετέραν πτωχείαν λαβεῖν, τοιαύτην ἔλαδεν, ἦν καὶ πτωχείαν καλεῖσθαι δικαίως, ἅπαντα
5. Possumus etiam ex eadem synodo colligere,
quid ipsa de Christo profiteatur. Patrum enim insistens vestigiis, ut ipsa ad verbum refert, unum el
eumdem Dominum nostrum Jesum Christum concorditer confiteri, nos edocet: per verbum concorditer
suspicionem illam tollens, qua existimabatur non
ab omnibus episcopis eodem coactis præpositam
fidei expositionem compositam, sed ab aliquibus
tantummodo, quibus ea dicta in integro fuere.
Postmodum veluti primario, et reliquos continenti
errori, impii duntaxat Nestorii divisioni, in immaculatam economiam intruso medicina admovens, ait:
Unum et eumdem confiteri Filium Dominum nostrum
Jesum Christum, unius ejusdemque compellatione
funditus divisionis opinionem evertens, et potissimuin masculine pronuntians: unus enim illi dici -
tur, non unum, atque universam compositionem, et
non partem ipsius exprimit, quod insinuari necesse
erat, si aliter extulisset; in hoc quoquejdivum Gregorium secuta, per illul, alius et alius, totum, per
illud, aliud et aliud, partes indicavit. Postea adversæ prave opinionis suspiciones tollit dicens, perfectum ipsum in deilate, et perfectum eumdem in
humanitate tantuminodo asserens, nisi quispiam
existimaverit per unius appellationem, aut humana
natura denudatain deitatem, œconomiam adimplesse, aut mutationem passam in humana natura
perfectum eumdem secundum utraque exsistentem,
deitatem, inquam, et humanitatem, tanquam qui
totus ac perfectus in propriis partibus agnoscebatur, vere Deum, et vere ex animo rationis compote,
et corpore hominem, neque simpliciter Deum, aut
hominem, sed unius cum Patre essentiæ secundum
deitatem, et nobis eumdem secundum humanitatem; ut qui recta mente dictis animum applicat,
nihil præterea ad perfectam immaculata œconomiæ
expositionem a synodo desideret. Quæ ultra præcoguoscens nonnullos nec passioni, nec morti, nec
corruptioni obnoxium ab ipsa prima conceptione,
divinum illud et nullis sordibus contaminatum
Domini corpus astruere, sicque totam conomiam
evertere ausuros annectit, per omnia nobis similem
absque peccato. Quod sacræ Scripturæ: est, opportuneque hic appositum similia sentientium effrenem
contumaciam reprimit. Etenim si neque passio
corporis, neque mors, neque dissolutio, quam proprie corruptionem appellare consuevimus, peccatum
est, absque vero solo peccato per reliqua omnia
ejusdem cum nobis naturæ est, purissimnum illud
et sanctissimum corpus, manifestum fit, Deum,
cui nostram pauperiem assumere complacuit, talem
assumpsisse, quam non male nos pauperiem mun-
col. 607–608page 9 of 38
PG 105:607πήχει ξύλῳ καὶ πάλιν δέκα μοδίους λέγοντες, ἐν διαιρέσει τούτους ἐπιστάμεθα. Οὕτως οὖν καὶ ἐπὶ τῶν ἑτέρων ἔχει πραγμάτων· εἰ μὲν ὁ ἀριθμὸς φύ σεσιν ἐπιφημισθῇ, οὐ τὸ ποσὸν αὐτῶν προηγουμέν νως, ἀλλὰ τὸ ἑτερογενές παρίστησιν. Ιππου γὰρ, καὶ ἀνθρώπου, καὶ βοὺς τρεῖς λέγοντες φύσεις, οὐ τὸ διηρημένον αὐτῶν κατὰ τὸ ποσόν, ἀλλὰ τὸ παρηλλαγμένον κατὰ τὸ εἶδος σημαίνομεν· τρεῖς δὲ ἀνα θρώπους, εἰ τύχοι, Πέτρον, καὶ Παῦλον, καὶ Ἰωάν νην τὸ διῃρημένον αὐτῶν μᾶλλον, καὶ ὅτι τόσοι, οὐ τοιοῦτοι δὲ, παριστῶμεν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας δύο λέγοντες τας φύσεις, τὸ ἑτεροειδὲς αὐτῶν, οὐ τὸ κεχωρισμένον δηλοῦμεν, ἐκβάλλοντες δὲ αὐτ τῶν, εἰ καὶ μὴ εἶεν ἐνυπόστατοι, τὸν τῶν ὑποστάσεων ἀριθμὸν, εὖ μάλα εἰδότες, ὅτι οὐδ᾽ ἐπὶ τῶν ὑποστάσει καὶ οὐσίᾳ κεχωρισμένων, οἷον τοῦδε τοῦ ἵππου, καὶ τοῦδε τοῦ βοὸς ἡ φύσις, οὐ τὸ διῃρημένον, ἀλλὰ τὸ διάφορον, ὥσπερ καὶ ἡ ὑπόστασις τὸ διῃστ μένον, ἤπουγε ἐπὶ τῶν μὴ καθ᾿ ἑαυτὰ ἐμφαινομένων, ἀλλὰ ἅμα τε καὶ ἐν ἀλλήλοις ὄντων μὲν καὶ γινομένων, ἡ φύσις, οὐ τὸ κεχωρισμένον, ἀλλὰ τὸ διάφορον δηλώσει, εἴτε ἐπὶ θεολογίας, εἴτε ἐπὶ τῆς οἰκονομίας, εἴτε ἐπὶ παντὸς πράγματος. Καὶ ἄλλως, ὅτι εἰ καὶ ἀριθμοῦμεν τὰς τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις, δύο ταύτας λέγοντες, οὐκ εἰσάγομεν διαίρεσιν, ενερ γείᾳ τῶν φύσεων καὶ τῶν ἰδιοτήτων. Πᾶς γὰρ ἀρι θμὸς τῶν διαφερόντων ἐστί· καὶ ἀδύνατον ἀριθμεῖ. σθαι τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα, καθ' ὁ δὲ διαφέρουσι, κατὰ τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται· οἷον ὁ Πέτρος, ἢ ὁ Πα λος, καθ' ὅ μὲν ἤνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· τῷ λόγῳ γὰρ τῆς οὐσίας ἡνωμένοι, δύο φύσεις οὐ δύνανται λέγεσθαι, καθ' ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες, δύο ύπου στάσεις λέγονται. Ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων ἐστὶ, καὶ ᾧ τρόπῳ διαφέρουσι τὰ διαφέροντα, τούτο τῷ τρόπῳ καὶ ἀριθμοῦνται. Ηνωνται μὲν αἱ τοῦ Κυρίου φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾽ ὑπόστασιν, διῄρηνται δὲ ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ μὲν τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· οὐ γὰρ καθ' ὑπόστασιν δύο φαμὲν εἶναι τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ. ῷ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διήρηνται, ἀριθμοῦνται· δύο γάρ εἰσιν αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς, ἡνωμέναι μὲν καθ᾽ ὑπόστασιν, καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν ἔχουσαι, ἀσυγχύτως ἤνωνται, τὴν οἰκείαν ἑκάστη φυσικήν διαφορὰν διασώζουσαι. Τῷ τρόπῳ τοιγαροῦν τῆς διαφορᾶς καὶ μόνον ἀριθμού. μεναι ὑφ᾽ ἡμῶν, οὐ διαιροῦνται ἐνεργείᾳ καὶ ὑπάρ ξει, καὶ ὡς σὺ ὑπονοεῖς. Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτὸ, ὅτι οὐχὶ πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμάτων ἐστὶ δηλωτικός· καὶ τοῦτο δῆλον ἐντεῦθεν. Εἴ τι μὲν γὰρ ἰδιοσύστατόν ἐστι, τοῦτο πάντως ἐν ἀριθμῷ τυγχάνει ἄν· οὐ πᾶν δὲ τὸ ἐν ἀριθμῷ τυγχάνον, ἰδιοσύστατον ἂν εἴη. Τὰ γοῦν ἐν τοῖς συνθέτοις, ἵνα μὴ πολλὰ λέγω, ἑνὸς ὄντα συμπληρωτικά, καὶ κατὰ μίαν συγ κείμενα τὴν συνέχειαν, ὅμως αὐτὰ μὲν ἐφ' ἑαυτῶν ἰδίαν ὕπαρξιν οὐκ ἔχει· ἑνὸς δὲ συμπληρωτικά γε νόμενα ἐν τῷ συλλόγῳ τὴν οἰκείαν ὕπαρξιν ἐπιδείκνυται. Ὥσπερ ἀμέλει τὸ ζῶον, τὸ λογικόν, τὸ θνητόν, οὐ μὴν ἔτι γε καὶ καθ᾿ αὐτὰ ὑπάρχοντα ὁρᾶται, ἀλλ' ἐν τῷ ὅλῳ γε τῷ ἀνθρώπῳ, φημί, σαφῆ τὴν οἰREFUTATIO EPISTOLE REGIS ARMENIÆ.
πήχει ξύλῳ καὶ πάλιν δέκα μοδίους λέγοντες, ἐν non earum quantitatem antecelenter, scd naturam
διαιρέσει τούτους ἐπιστάμεθα. Οὕτως οὖν καὶ ἐπὶ
τῶν ἑτέρων ἔχει πραγμάτων· εἰ μὲν ὁ ἀριθμὸς φύ
σεσιν ἐπιφημισθῇ, οὐ τὸ ποσὸν αὐτῶν προηγουμέν
νως, ἀλλὰ τὸ ἑτερογενές παρίστησιν. Ιππου γὰρ,
καὶ ἀνθρώπου, καὶ βοὺς τρεῖς λέγοντες φύσεις, οὐ τὸ
διηρημένον αὐτῶν κατὰ τὸ ποσόν, ἀλλὰ τὸ παρηλλαγμένον κατὰ τὸ εἶδος σημαίνομεν· τρεῖς δὲ ἀνα
θρώπους, εἰ τύχοι, Πέτρον, καὶ Παῦλον, καὶ Ἰωάννην τὸ διῃρημένον αὐτῶν μᾶλλον, καὶ ὅτι τόσοι, οὐ
τοιοῦτοι δὲ, παριστῶμεν. Οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονο
μίας δύο λέγοντες τας φύσεις, τὸ ἑτεροειδὲς αὐτῶν,
οὐ τὸ κεχωρισμένον δηλοῦμεν, ἐκβάλλοντες δὲ αὐτ
τῶν, εἰ καὶ μὴ εἶεν ἐνυπόστατοι, τὸν τῶν ὑποστά
σεων ἀριθμὸν, εὖ μάλα εἰδότες, ὅτι οὐδ᾽ ἐπὶ τῶν
ὑποστάσει καὶ οὐσίᾳ κεχωρισμένων, οἷον τοῦδε τοῦ
ἵππου, καὶ τοῦδε τοῦ βοὸς ἡ φύσις, οὐ τὸ διῃρημένον,
ἀλλὰ τὸ διάφορον, ὥσπερ καὶ ἡ ὑπόστασις τὸ διῃστ
μένον, ἤπουγε ἐπὶ τῶν μὴ καθ᾿ ἑαυτὰ ἐμφαινομέ
νων, ἀλλὰ ἅμα τε καὶ ἐν ἀλλήλοις ὄντων μὲν καὶ
γινομένων, ἡ φύσις, οὐ τὸ κεχωρισμένον, ἀλλὰ τὸ
διάφορον δηλώσει, εἴτε ἐπὶ θεολογίας, εἴτε ἐπὶ τῆς
οἰκονομίας, εἴτε ἐπὶ παντὸς πράγματος. Καὶ ἄλλως,
ὅτι εἰ καὶ ἀριθμοῦμεν τὰς τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις,
δύο ταύτας λέγοντες, οὐκ εἰσάγομεν διαίρεσιν, ενεργείᾳ τῶν φύσεων καὶ τῶν ἰδιοτήτων. Πᾶς γὰρ ἀρι
θμὸς τῶν διαφερόντων ἐστί· καὶ ἀδύνατον ἀριθμεῖ.
σθαι τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα, καθ' ὁ δὲ διαφέρουσι,
κατὰ τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται· οἷον ὁ Πέτρος, ἢ ὁ Πα
λος, καθ' ὅ μὲν ἤνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· τῷ λόγῳ
γὰρ τῆς οὐσίας ἡνωμένοι, δύο φύσεις οὐ δύνανται
λέγεσθαι, καθ' ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες, δύο ύπου
στάσεις λέγονται. Ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν διαφερόντων
ἐστὶ, καὶ ᾧ τρόπῳ διαφέρουσι τὰ διαφέροντα, τούτο
τῷ τρόπῳ καὶ ἀριθμοῦνται. Ηνωνται μὲν αἱ τοῦ
Κυρίου φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾽ ὑπόστασιν, διῄρηνται
δὲ ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ
μὲν τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται· οὐ γὰρ καθ'
ὑπόστασιν δύο φαμὲν εἶναι τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ.
ῷ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διήρηνται, ἀριθμοῦνται· δύο
γάρ εἰσιν αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς
· διαφορᾶς, ἡνωμέναι μὲν καθ᾽ ὑπόστασιν, καὶ τὴν ἐν
ἀλλήλαις περιχώρησιν ἔχουσαι, ἀσυγχύτως ἤνωνται,
τὴν οἰκείαν ἑκάστη φυσικήν διαφορὰν διασώζουσαι.
Τῷ τρόπῳ τοιγαροῦν τῆς διαφορᾶς καὶ μόνον ἀριθμού.
μεναι ὑφ᾽ ἡμῶν, οὐ διαιροῦνται ἐνεργείᾳ καὶ ὑπάρ
ξει, καὶ ὡς σὺ ὑπονοεῖς. Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτὸ, ὅτι
οὐχὶ πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμάτων ἐστὶ
δηλωτικός· καὶ τοῦτο δῆλον ἐντεῦθεν. Εἴ τι μὲν γὰρ
ἰδιοσύστατόν ἐστι, τοῦτο πάντως ἐν ἀριθμῷ τυγχάνει
ἄν· οὐ πᾶν δὲ τὸ ἐν ἀριθμῷ τυγχάνον, ἰδιοσύστατον
ἂν εἴη. Τὰ γοῦν ἐν τοῖς συνθέτοις, ἵνα μὴ πολλὰ
λέγω, ἑνὸς ὄντα συμπληρωτικά, καὶ κατὰ μίαν συγκείμενα τὴν συνέχειαν, ὅμως αὐτὰ μὲν ἐφ' ἑαυτῶν
ἰδίαν ὕπαρξιν οὐκ ἔχει· ἑνὸς δὲ συμπληρωτικά γε
νόμενα ἐν τῷ συλλόγῳ τὴν οἰκείαν ὕπαρξιν ἐπιδείκνυται. Ὥσπερ ἀμέλει τὸ ζῶον, τὸ λογικόν, τὸ θνητόν,
οὐ μὴν ἔτι γε καὶ καθ᾿ αὐτὰ ὑπάρχοντα ὁρᾶται,
ἀλλ' ἐν τῷ ὅλῳ γε τῷ ἀνθρώπῳ, φημί, σαφῆ τὴν οἰ
diversam importat: equi enim et hominis, et bovis
tres naturas asserentes, non eorum secundum quantitatem divisionem, sed sejunctum ac separatuın
in specie significamus: tres vero homines dicentes,
si fuerint, Petrum, et Paulum, et Joannem, corum
potius divisionem, et lot eos esse, non tales ostendimus. Sic et in œconomia duas ponentes naturas
diversam eorumdem formam, non separationem
exprimimus, ex ipsis ejicientes, licet absque hypostasi non essent, hypostaseon numerum, pulchre
callentes in hypostasi et essentia divisis, hujus
scilicet equi, et hujus bovis naturam non divisum,
sed diversum, quemadmodum et hypostasis divisum, et multo magis in iis, quæ ex sese non apparent, seul sunt simul, unumque alii inest, et Giunt,
naturam non separationem, sed diversitatem indicaturam, tum in divinis, tum in economia, tum in
quacunque alia re. Item, licet nos numeremus duas
Christi naturas, duas illas dicentes, non ideo actu
inducimus divisionem naturarum et proprietatum.
Omnis enim numerus eorum est, quæ differunt,
nequitque fieri, ut numero comprehendantur ea,
quæ per omnia sibi similia sunt, verum secundam
id, quo differunt, numero subjiciuntør, veluti Petrus
vel Paulus secundum id, quo conjunguntur, non
cadunt sub numero: ratione enim essentiæ uniti
non possint duæ naturæ dici: sed hypostasi differentes, duæ hypostases dicuntur, adeo ut numerus
differentium sit, et modo, quo differunt differentia,
eodem et numerentur. Junctæ sunt Domini naturæ
inconfuse secunduin hypostasim, divisæ vero sunt
indivise ratione modoque differentiæ; quo uniuntur
modo non numerantur: non enim duas secundum
hypostasim dicimus esse Christi naturas: quo vero
modo indivise separantur, numerantur; duæ etenim
sunt Christi naturæ ratione modoque differenti:,
junctæ quidem secundum hypostasim, et sese invicem penetrantes inconfuse uniuntur, et proprian‣
singulæ naturalem differentiam conservant. Modo
itaque differentiæ tantummodo a nobis numerantur,
non dividuntur actu et exsistentia, ut ipse tibė
fingis. Aliter etiam de hoc eodem philosophiamur.
Non omnis numerus res per se subsistentes indicat:
idque manifestum erit ex sequentibus. Quidquid
enim per se subsistit, id omnino et sub numero
est, non autem omne quod sub numero est, item
per se subsistere dicetur. Quæ ergo in compositis
sunt, ne pluribus rem agam, cum unum compleant, et una continuitate constent, ex semetipsis nibilominus propriam exsistentiam nullam
habent, sed unum dum constituunt in coitione
propriam exsistentiam commonstrant, quemadmodum animal rationis compos, mortale: non praeterea vero et per sese exsistentia conspiciuntur.
sed in toto homine apertam patentemque propriam sui exsistentiam ostendunt: et ratione modoque differentiæ numerata, divisionem hominis
non important; partes enim dicentur hominis, sed
col. 609–610page 10 of 38
PG 105:609κείαν ὕπαρξιν ἐπιδείκνυται, καὶ ἀριθμούμενα λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς, διαίρεσιν τοῦ ἀνθρώπου οὐκ εἰσάγουσι. Μέρη μὲν γὰρ ῥηθείεν ἀνθρώπου, οὐ δήπου μὲν καὶ καθ' ἑαυτὰ τὴν ὕπαρξιν ἔχει. Ὥστε δῆλον, ὅτι οὐ πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμά των ἐστὶ δηλωτικός. ζ'. Ἐπειδὴ δὲ καὶ περὶ διαιρέσεως τῶν φύσεων καὶ τῶν ἰδιοτήτων μῶμον συνήψας τῇ ἁγίᾳ καὶ οἱ κουμενική τετάρτη συνόδω, ὡς δῆθεν λέγουσα δύο φύσεις καὶ ἰδιότητας τῶν φύσεων, ἐξάπαντος συμ φωνεῖ τῷ Νεστορίῳ, διαίρεσιν τῶν φύσεων ἐμποιοῦσα, καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἀποδεκτέα αὕτη ἡ σύνοδος παρ' ἡμῶν, ὑπεραπολογούμενοι οὖν, καὶ διασαφοῦντες τὸν περὶ διαιρέσεως καὶ ἰδιότητος λόγον, φα μὲν, τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἤγουν φημὶ τὴν θεό τητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ἐξ ὧν καὶ ἐν αἷς ὁ εἷς τῆς ὑποστάσεως ὡς ὅλος ἐνθεωρεῖται, εἰ μὲν τῇ ἐπινοίᾳ τις καὶ τῷ λόγῳ τὰς ιδιότητας μετὰ τῶν φύσεων διαιρεῖ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ ἐνεργείᾳ, οὐκ ἔξω τοῦ εἰκότος ποιήσεις· τοῦτο γὰρ σχεδὸν εἰπεῖν πάντες οἱ Πατέρες διαρρήδην κεκράγασι. Καὶ γὰρ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἄκουσον λέγοντος· 'Ηνίκα γὰρ αἱ φύσεις διίστανται ταῖς ἐπινοίαις, συνδιαιροῦνται καὶ τὰ ὀνόματα, ὡς εἶναι τὸ τῇ ἐπινοία λε γόμενον, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς κατ' ενέργειαν καὶ ὕπαρξιν διαιρέσεως, ἣν ὡς ποῤῥωτάτω ἀποπεμψάμενοι τῇ μὲν ἐνεργείᾳ τὰς φύσεις εἶναί τε καὶ και λεῖσθαί φασι, τὴν δὲ τούτων διαίρεσιν κατ' ἐπίνιαν ἔλαβον, τὰ μὴ διῃρημένα τοῖς πράγμασιν ὡς δια ῃρημένα τῷ λόγῳ ὑποτιθέμενοι, διὰ τὴν ἄτρεπτον τῶν ἑνωθέντων,καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, διαφοράν τε και Ιδιότητα. Ωστε δηλόν ἐστι λέγειν ἐπὶ τῶν φύσεων καὶ τῶν ἰδιοτήτων διαίρεσιν, τὴν κατ' ἐπίνοιαν λεγομένην, καὶ οὐδὲν τοῦ εἰκότως ἀποσφαλοίμεθα, εἰ καὶ περὶ ταύτης ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ τετάρτη σύνοδος οὐδὲν εξεφώνησε, πλὴν οὖν ἡμεῖς λέγομεν. Οταν γὰρ εἰς τὴν ὁλότητα τῆς κατὰ Χριστὸν ὑποστάσεως ἀποβλέψω μεν, τὸ ὅλον ἀνασκοποῦντες, ἐπειδὴ τὸ ὅλον ἐκ μετ ρῶν σύγκειται, καὶ ἐν τοῖς μέρεσι θεωρείται, καὶ μάλιστα ὅταν ἐξ ἀνομοιομερῶν σύγκειται τὸ ὅλον, σωζομένων δηλονότι ἀσυγχύτως τῶν μερῶν ἐν τῇ ἑνώσει, ἐπειδὴ τὰ μέρη ἐν τῷ ὅλῳ ἐνυπάρχοντα τοῦ ὅλου λογίζονται, καὶ τὰ ἰδιώματα τῶν μερῶν τοῦ ὅλου λογισθήσονται, εἰ καὶ τῶν μερῶν ὡς ἴδια εἶναι ὁ λόγος τῇ ἐπινοίᾳ διαιρῶν κρίνει· οἷόν τί φημι· Η δρασις ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ, ήγουν τῷ ὀφθαλμῷ, πέ φυκε γίνεσθαι, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ βάδισις ἐν τοῖς σκέλεσιν· ἀλλ᾽ οὐ λέγομεν, ὅτι ὁ ὀφθαλμὸς ὁρᾷ, ἢ τὰ σκέλη βαδίζει, ἀλλ᾽ ἄνθρωπος ὁ ταῦτα ἔχων ὡς μέρη λέγεται βλέπειν καὶ βαδίζειν. Ούτωσὶ καὶ ἐπὶ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γὰρ εἰς τὴν ὁλότητα αὐτῆς βλέπωμεν, λέγομεν, Αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς τῆς ἁγίας Τριάδος, τουτέστι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰσὶ τά τε θαύματα, καὶ τὰ πάθη, εἰ καὶ κατ' ἄλλο μέρος τὰ πάθη ἀναδέχεται κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, κατ᾽ ἄλλο δὲ τὰ σημεῖα ποιεῖ, ὡς ὁμοούσιος, δηλονότι τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ τῷ Πνεύματι. "Οταν δ᾽ αὖ πάλιν εἰς τὰ μέρη, ἐξ ὧν τὸ ὅλον σύγκειται, σωζομένων απ τῶν δηλονότι ἀσυγχύτως ἐν τῇ ἑνώσει σκοπῶμεν, καὶ τῆς διαφορᾶς ἐν τῇ ἑνώσει, εὑρισκομένης (όπουCOS
nou per sese exsistentiam habebunt. Quare mani- κείαν ὕπαρξιν ἐπιδείκνυται, καὶ ἀριθμούμενα λόγῳ
festum fit, non omnem numerum res per se sub- καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς, διαίρεσιν τοῦ ἀνθρώπου
sistentes indicare.
οὐκ εἰσάγουσι. Μέρη μὲν γὰρ ῥηθείεν ἀνθρώπου, οὐ
δήπου μὲν καὶ καθ' ἑαυτὰ τὴν ὕπαρξιν ἔχει. Ὥστε δῆλον, ὅτι οὐ πᾶς ἀριθμὸς τῶν ἰδιοσυστάτων πραγμά
των ἐστὶ δηλωτικός.
7. Cum autem praeterea propter divisionem na- ζ'. Ἐπειδὴ δὲ καὶ περὶ διαιρέσεως τῶν φύσεων
turarum et proprietatum, sanctam et ecumenicam καὶ τῶν ἰδιοτήτων μῶμον συνήψας τῇ ἁγίᾳ καὶ οἱ
quartam synodum criminose calumniaris, quasi illa κουμενική τετάρτη συνόδω, ὡς δῆθεν λέγουσα δύο
probans duas naturas et proprietates naturarum, φύσεις καὶ ἰδιότητας τῶν φύσεων, ἐξάπαντος συμomnimodis cum Nestorio conveniat, naturarum di- φωνεῖ τῷ Νεστορίῳ, διαίρεσιν τῶν φύσεων ἐμποιοῦσα,
visionem introducens, proptereaque non esse hanc
καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν ἀποδεκτέα αὕτη ἡ σύνοδος
synodum a nobis recipiendam, nos respondentes, παρ' ἡμῶν, ὑπεραπολογούμενοι οὖν, καὶ διασαφούν
et divisionis proprietatisque rationem explanantes,
τες τὸν περὶ διαιρέσεως καὶ ἰδιότητος λόγον, φαdicimus Christi naturas, deitatem nempe et hu- μὲν, τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ, ἤγουν φημὶ τὴν θεό
manitatem, ex quibus et in quibus unicum hypo- τητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ἐξ ὧν καὶ ἐν αἷς ὁ εἷς
staseos veluti totum contemplamur, si quis intel- τῆς ὑποστάσεως ὡς ὅλος ἐνθεωρεῖται, εἰ μὲν τῇ
lectu et ratione, proprietates, inquam, cum naturis ἐπινοίᾳ τις καὶ τῷ λόγῳ τὰς ιδιότητας μετὰ τῶν
diviserit, non vero exsistentia et actu, neque ab- φύσεων διαιρεῖ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ ἐνεργείᾳ, οὐκ
surde, neque inerudite fecerit; hoc enim, ut ita ἔξω τοῦ εἰκότος ποιήσεις· τοῦτο γὰρ σχεδὸν εἰπεῖν
dicam, omnes Patres aperte clamant. Audi Grego- πάντες οἱ Πατέρες διαρρήδην κεκράγασι. Καὶ γὰρ
rium Theologum dicentem: Cum natura cogitatio- Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἄκουσον λέγοντος· 'Ηνίκα
nibus separantur, subdividuntur et nomina, quasi γὰρ αἱ φύσεις διίστανται ταῖς ἐπινοίαις, συνδιαι
diceret, quod cogitatione asseritur fit ad differen- ροῦνται καὶ τὰ ὀνόματα, ὡς εἶναι τὸ τῇ ἐπινοία λε
tiam divisionis, quæ actu et exsistentia est, eam, γόμενον, πρὸς ἀντιδιαστολὴν τῆς κατ' ενέργειαν καὶ
quam longissime abjicientes actu quidem naturas ὕπαρξιν διαιρέσεως, ἣν ὡς ποῤῥωτάτω ἀποπεμψά
esse et dici tradunt, harum vero divisionem cogita- μενοι τῇ μὲν ἐνεργείᾳ τὰς φύσεις εἶναί τε καὶ και
tione acceperunt: quæ rebus ipsis divisa non sunt, λεῖσθαί φασι, τὴν δὲ τούτων διαίρεσιν κατ' ἐπίνιαν
tanquam divisa ratione supponentes propter immu- ἔλαβον, τὰ μὴ διῃρημένα τοῖς πράγμασιν ὡς δια
tabilem unitorum, etiam post unionem, differen- ῃρημένα τῷ λόγῳ ὑποτιθέμενοι, διὰ τὴν ἄτρεπτον
tiam et proprietatem; ut jam clarum sit, dici de τῶν ἑνωθέντων,καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, διαφοράν τε και
naturis et proprietatibus divisionem, quæ ex intel- Ιδιότητα. Ωστε δηλόν ἐστι λέγειν ἐπὶ τῶν φύσεων καὶ
lectu est, neque in quoquam a vero aberrabimus, τῶν ἰδιοτήτων διαίρεσιν, τὴν κατ' ἐπίνοιαν λεγομένην,
licet de ea sancta et œcumenica quarta synodus καὶ οὐδὲν τοῦ εἰκότως ἀποσφαλοίμεθα, εἰ καὶ περὶ
nihil tradidit; nihilominus nos dicimus: cum enim ταύτης ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ τετάρτη σύνοδος οὐδὲν
integritatem hypostasis Christi contemplamur, totum εξεφώνησε, πλὴν οὖν ἡμεῖς λέγομεν. Οταν γὰρ εἰς
animo agitamus, quando totum ex partibus confla- τὴν ὁλότητα τῆς κατὰ Χριστὸν ὑποστάσεως ἀποβλέψω
tur, et in partibus consideratur, et tum potissi- μεν, τὸ ὅλον ἀνασκοποῦντες, ἐπειδὴ τὸ ὅλον ἐκ μετ
mum cum ex dissimilibus componitur, servatis ρῶν σύγκειται, καὶ ἐν τοῖς μέρεσι θεωρείται, καὶ
nempe inconfuse partibus in unione, quando et μάλιστα ὅταν ἐξ ἀνομοιομερῶν σύγκειται τὸ ὅλον,
partes, quæ in toto sunt, totius reputantur, et σωζομένων δηλονότι ἀσυγχύτως τῶν μερῶν ἐν τῇ
proprietates partium totius reputabuntur, licet ἑνώσει, ἐπειδὴ τὰ μέρη ἐν τῷ ὅλῳ ἐνυπάρχοντα τοῦ
partium propria sermo cogitatione dividens judicat. ὅλου λογίζονται, καὶ τὰ ἰδιώματα τῶν μερῶν τοῦ
Verbi gratia Visus in sensoriò, oculo nempe fieri ὅλου λογισθήσονται, εἰ καὶ τῶν μερῶν ὡς ἴδια εἶναι
solet, sic etiam ambulatio in cruribus, sed non di- ὁ λόγος τῇ ἐπινοίᾳ διαιρῶν κρίνει· οἷόν τί φημι· Η
cimus aut oculum videre, aut crura ambulare; sed δρασις ἐν τῷ αἰσθητηρίῳ, ήγουν τῷ ὀφθαλμῷ, πέhomno, qui ea tanquam partes possidet, videre dici- φυκε γίνεσθαι, ὡσαύτως δὲ καὶ ἡ βάδισις ἐν τοῖς
tur et ambulare. Eodem modo et de Christi by- σκέλεσιν· ἀλλ᾽ οὐ λέγομεν, ὅτι ὁ ὀφθαλμὸς ὁρᾷ, ἢ τὰ
postasi: namque ad integritatem illius mentis aciem σκέλη βαδίζει, ἀλλ᾽ ἄνθρωπος ὁ ταῦτα ἔχων ὡς μέρη
ſigentes dicimus Ejusdem unius sanctæ Triadis Filii λέγεται βλέπειν καὶ βαδίζειν. Ούτωσὶ καὶ ἐπὶ τῆς
Dei sunt et res mirabiliter gesta, et passiones. Etsi ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γὰρ εἰς τὴν ὁλότητα
secundum aliam partem passiones subit, bumani- αὐτῆς βλέπωμεν, λέγομεν, Αὐτοῦ τοῦ ἑνὸς τῆς ἁγίας
tatem scilicet, secundum aliam mira elicit, ut ejus- Τριάδος, τουτέστι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰσὶ τά τε
dem naturæ cum Deo et Patre, et Spiritu est. θαύματα, καὶ τὰ πάθη, εἰ καὶ κατ' ἄλλο μέρος τὰ
Rursus partes, ex quibus totum constituitur, con- πάθη ἀναδέχεται κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, κατ᾽ ἄλλο δὲ
servatis illis inconfuse in unione considerantes, et τὰ σημεῖα ποιεῖ, ὡς ὁμοούσιος, δηλονότι τῷ Θεῷ
differentiam in unione invenientes, ubi vero diff- καὶ Πατρὶ, καὶ τῷ Πνεύματι. "Οταν δ᾽ αὖ πάλιν εἰς
rentia, ibidem omnino et numerus introducitur, lot τὰ μέρη, ἐξ ὧν τὸ ὅλον σύγκειται, σωζομένων απ
dicimus partes esse, ratione discriminis, nec a scopo τῶν δηλονότι ἀσυγχύτως ἐν τῇ ἑνώσει σκοπῶμεν,
aberramus. Quandoquidem unio est corum, quæ καὶ τῆς διαφορᾶς ἐν τῇ ἑνώσει, εὑρισκομένης (όπου
col. 611–612page 11 of 38
PG 105:611δὲ διαφορά, ἐκεῖ πάντως καὶ ὁ ἀριθμὸς συνεισάγεται)· δηλονότι τόσα λέγομεν τὰ μέρη ὑπάρχειν τῷ λόγῳ τῆς διαφορᾶς, καὶ οὐδὲν σφάλλομεν. Ἐπειδὴ ἡ μὲν ἔνωσις τῶν πρός τί ἐστι. Καὶ γὰρ ἡ ἕνωσις ἑνουμένων ἐστὶν ἔνωσις, καὶ τὰ ἑνούμενα ἑνώσει ἐνοῦνται· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ ὅλον, μερῶν ὅλον, καὶ τὰ μέρη ὅλου μέρη. Τὰ δὲ πρός τι, ἐὰν θάτερον ἐνεργεία ᾖ, καὶ τὸ ἕτερον δηλονότι ἐξ ἀνάγκης. Ἐπεὶ οὖν ἡ κατὰ Χριστὸν ὁλότης καὶ ἡ ἕνωσις ένερ γείς πρόσεστι καὶ τὰ μέρη ἐνεργείᾳ ἔσονται, καὶ ἡ τούτων διαφορά. Εἰ δὲ τοῦτο ἀληθὲς, ὥσπερ οὖν καὶ ἀληθὲς, ὁ μὴ ὁμολογῶν τὰ μέρη τόσα εἶναι, δη λονέτι οὐδὲ τὸ ὅλον φήσειεν ἂν εἶναι, ἀλλὰ τῶν με ρῶν τῆς διαφορᾶς ἀναιρουμένης, καὶ τὸ ὅλον φθα ρήσεται. Καὶ τίς ἂν οὐ συνήσει τὸ ἄτοπον; Φανερὸν ἄρα, ὅτι ὅσοι τὴν μίαν ὑπόστασιν τοῦ Χριστοῦ ὡς ὅλον τι ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος συγκειμένην ὁμολογοῦσι, καὶ τὰ μέρη δύο φύσεις εἴποιεν ἂν ἐξ ἀνάγκης, κἂν ὑμεῖς μὴ βούλησθε, ὅπερ ἡ ἐν Χαλκηδόνι ἁγία σύνοδος τρανῶς ἐξεφώνησε. η'. Τὸ δὲ πάλιν λέγειν, ὅτι 'Η τετάρτη σύνοδος συμφωνεῖ τῷ Νεστορίῳ, ὅτι δύο φύσεις λέγουσα, κἀκεῖνος ὡσαύτως δύο φύσεις λέγων, ομοφρονεῖ τῷ Νεστορίῳ. Πλὴν διαφέρονται εἰς τὰ δύο πρόσωπα, ἐκείνου 'μὲν λέγοντος δύο πρόσωπα, αὐτῆς δὲ δοξαζούσης ἔν· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ὀρθοδόξους χλευάσασα, ὅτι οὐ συμφρονεῖ τῷ Νεστορίῳ, αὐτόθεν φανερωτάτην ἔχει τὴν ἐπίσ ληψιν ἐκ τοῦ σου λόγου, ὅτι οὐχ ὁμοφρονεῖ τῷ Νεστορίῳ, καθώς ψευδοεπῶν κατηγορεῖς. ΕΙ γὰρ ὁ μὲν δύο πρόσωπα δοξάζει, δηλονότι καὶ τὰς δύο φύσεις κεχωρισμένας ιδιοσυστάτους οὖσας ὁμο λογεῖ, διά τοι τοῦτο καὶ τὴν ἕνωσιν τούτων σχετικὴν λέγει. Ἡ δὲ ἁγία σύνοδος, ὡς σὺ φής, ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν θεσπίζουσα, φανερὸν ὅτι τὰς φύσεις ἐν τῷ ἑνὶ προσώπῳ οὐσιωδῶς καὶ καθ᾽ ὑπό στασιν ἡνωμένας φαίη ἄν· οὐ γὰρ ἂν ἄλλως ἐγχωρεῖ, δύο φύσεις λέγειν ἐν ἑνὶ προσώπῳ καὶ μιᾷ τῇ ὑπο στάσει, εἰ μὴ καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιωδῶς ἥνωνται. Εἰ δὲ τοῦτο, φανερὸν δέδεικται ἐκ τοῦ σοῦ λό γου, ὅτι οὐ κεχωρισμένας τας φύσεις καὶ τὰς ἑνερ γείας ἐπὶ Χριστοῦ λέγει ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ τετάρτη σύνοδος, ἀλλ᾽ ἡνωμένας καθ᾽ ὑπόστασιν. Καὶ ἄλλως τὸ αὐτό· Εἰ διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ μόνην, λέγω δὴ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν, οἱ τῆς Ἐκκλησίας τρόφιμοι διαφέρονται τῷ Νεστορίῳ, καθὼς καὶ ὁ ἐν ἁγίοις Κύριλλος φάσκει, καὶ οὐ διὰ τὰς δύο φύσεις, σὺ δὲ αὐτὸς ἔφης, ὅτι ἡ σύνοδος διαφέρεται τῷ Νεστορίῳ κατὰ τὸ ἓν πρόσωπον, καὶ τὰ δύο, ὅπερ ποιεῖ τὸ μὲν ἐν, τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν, τὰ δὲ δύο τὴν διαίρεσιν· φανερὸν ὅτι κατὰ τὸ ὀρθὸν τῆς Ἐκ κλησίας διαφέρεται ἡ σύνοδος τῷ Νεστορίῳ. Εἰ δὲ τοῦτο, δηλονότι οὐδὲ συμφωνεί. Αδίκως ἄρα παρὰ σου συκοφαντεῖται. Καὶ ὅτι τοῦτο ἀληθὲς, Κυρίλλου ἄκουσον πρὸς Εὐλόγιον δι' ἐπιστολῆς αὐταῖς λέξεσιν Επιλαμβάνονταί τινες τῆς ἐκθέσεως, ἣν πεποίην. ται οι Ανατολικοί· καί φασι· Διὰ τί δύο φύσεις ὀνομαζόντων αὐτῶν, ἀνέσχετο καὶ ἐπήνεσεν ὁ τῆς ᾿Αλεξανδρείας; Οἱ δὲ τὰ Νεστορίου φρονοῦν. τες λέγουσι κἀκεῖνον οὕτω φρονεῖν, συναρπά ζιντες τοὺς οὐκ εἰδότας τὸ ἀκριβές. Χρὴ δὲ τοῖςδὲ διαφορά, ἐκεῖ πάντως καὶ ὁ ἀριθμὸς συνεισάγε- ad aliquid sunt: unio enim corum, qur uniuntur,
unio est, et quæ uniuntur, unione uniuntur. Sic etiam
totum partium totum est, et partes totius partes. Ea
porro quæ ad aliquid sunt, si unum ex iis actu est,
necesse est, et alterum esse. Cum itaque Christi integritas et unio actu est, erunt et partes omnino
actu, et eorum discrimen. Hoc si verum est, quemadmodum verum est, qui non confitetur partes
tot esse, neque totum fatebitur esse, sed partium
differentia sublata, totum quoque destruet. Et quis
absurdum rei ineptumque non capiet? Patet itaque eos, qui unam Christi hypostasim, veluti totum
quoddam ex deitate et humanitate compositum
profitentur, partes duas scilicet naturas necessario
fassuros, licet vos id abnualis. Quod sancta Chalcedonensis synodus palam promulgavit.
ται)· δηλονότι τόσα λέγομεν τὰ μέρη ὑπάρχειν τῷ
λόγῳ τῆς διαφορᾶς, καὶ οὐδὲν σφάλλομεν. Ἐπειδὴ
ἡ μὲν ἔνωσις τῶν πρός τί ἐστι. Καὶ γὰρ ἡ ἕνωσις
ἑνουμένων ἐστὶν ἔνωσις, καὶ τὰ ἑνούμενα ἑνώσει
ἐνοῦνται· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ ὅλον, μερῶν ὅλον, καὶ
τὰ μέρη ὅλου μέρη. Τὰ δὲ πρός τι, ἐὰν θάτερον
ἐνεργεία ᾖ, καὶ τὸ ἕτερον δηλονότι ἐξ ἀνάγκης.
Ἐπεὶ οὖν ἡ κατὰ Χριστὸν ὁλότης καὶ ἡ ἕνωσις ένεργείς πρόσεστι καὶ τὰ μέρη ἐνεργείᾳ ἔσονται, καὶ ἡ
τούτων διαφορά. Εἰ δὲ τοῦτο ἀληθὲς, ὥσπερ οὖν
καὶ ἀληθὲς, ὁ μὴ ὁμολογῶν τὰ μέρη τόσα εἶναι, δηλονέτι οὐδὲ τὸ ὅλον φήσειεν ἂν εἶναι, ἀλλὰ τῶν μερῶν τῆς διαφορᾶς ἀναιρουμένης, καὶ τὸ ὅλον φθαρήσεται. Καὶ τίς ἂν οὐ συνήσει τὸ ἄτοπον; Φανερὸν
ἄρα, ὅτι ὅσοι τὴν μίαν ὑπόστασιν τοῦ Χριστοῦ ὡς
ὅλον τι ἐκ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος συγκειμένην ὁμολογοῦσι, καὶ τὰ μέρη δύο φύσεις εἴποιεν ἂν ἐξ
ἀνάγκης, κἂν ὑμεῖς μὴ βούλησθε, ὅπερ ἡ ἐν Χαλκηδόνι ἁγία σύνοδος τρανῶς ἐξεφώνησε.
η'. Τὸ δὲ πάλιν λέγειν, ὅτι 'Η τετάρτη σύνοδος
συμφωνεῖ τῷ Νεστορίῳ, ὅτι δύο φύσεις λέγουσα,
κἀκεῖνος ὡσαύτως δύο φύσεις λέγων, ομοφρονεῖ
τῷ Νεστορίῳ. Πλὴν διαφέρονται εἰς τὰ δύο
πρόσωπα, ἐκείνου 'μὲν λέγοντος δύο πρόσωπα,
αὐτῆς δὲ δοξαζούσης ἔν· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς
ὀρθοδόξους χλευάσασα, ὅτι οὐ συμφρονεῖ τῷ
Νεστορίῳ, αὐτόθεν φανερωτάτην ἔχει τὴν ἐπίσ
ληψιν ἐκ τοῦ σου λόγου, ὅτι οὐχ ὁμοφρονεῖ
τῷ Νεστορίῳ, καθώς ψευδοεπῶν κατηγορεῖς. ΕΙ
γὰρ ὁ μὲν δύο πρόσωπα δοξάζει, δηλονότι καὶ τὰς
δύο φύσεις κεχωρισμένας ιδιοσυστάτους οὖσας ὁμολογεῖ, διά τοι τοῦτο καὶ τὴν ἕνωσιν τούτων σχετικὴν
λέγει. Ἡ δὲ ἁγία σύνοδος, ὡς σὺ φής, ἓν πρόσωπον
καὶ μίαν ὑπόστασιν θεσπίζουσα, φανερὸν ὅτι τὰς
φύσεις ἐν τῷ ἑνὶ προσώπῳ οὐσιωδῶς καὶ καθ᾽ ὑπόστασιν ἡνωμένας φαίη ἄν· οὐ γὰρ ἂν ἄλλως ἐγχωρεῖ,
δύο φύσεις λέγειν ἐν ἑνὶ προσώπῳ καὶ μιᾷ τῇ ὑποστάσει, εἰ μὴ καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιωδῶς ἤνωνται. Εἰ δὲ τοῦτο, φανερὸν δέδεικται ἐκ τοῦ σοῦ λόγου, ὅτι οὐ κεχωρισμένας τας φύσεις καὶ τὰς ἑνεργείας ἐπὶ Χριστοῦ λέγει ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ
τετάρτη σύνοδος, ἀλλ᾽ ἡνωμένας καθ᾽ ὑπόστασιν.
Καὶ ἄλλως τὸ αὐτό· Εἰ διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ μόνην,
λέγω δὴ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν, οἱ τῆς Ἐκκλησίας
τρόφιμοι διαφέρονται τῷ Νεστορίῳ, καθὼς καὶ ὁ ἐν
ἁγίοις Κύριλλος φάσκει, καὶ οὐ διὰ τὰς δύο φύσεις,
σὺ δὲ αὐτὸς ἔφης, ὅτι ἡ σύνοδος διαφέρεται τῷ
Νεστορίῳ κατὰ τὸ ἓν πρόσωπον, καὶ τὰ δύο, ὅπερ
ποιεῖ τὸ μὲν ἐν, τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν, τὰ δὲ δύο
τὴν διαίρεσιν· φανερὸν ὅτι κατὰ τὸ ὀρθὸν τῆς Ἐκ
κλησίας διαφέρεται ἡ σύνοδος τῷ Νεστορίῳ. Εἰ δὲ
τοῦτο, δηλονότι οὐδὲ συμφωνεί. Αδίκως ἄρα παρὰ
σου συκοφαντεῖται. Καὶ ὅτι τοῦτο ἀληθὲς, Κυρίλλου
ἄκουσον πρὸς Εὐλόγιον δι' ἐπιστολῆς αὐταῖς λέξεσιν·
Επιλαμβάνονταί τινες τῆς ἐκθέσεως, ἣν πεποίην.
ται οι Ανατολικοί· καί φασι· Διὰ τί δύο φύσεις
ὀνομαζόντων αὐτῶν, ἀνέσχετο καὶ ἐπήνεσεν ὁ
τῆς ᾿Αλεξανδρείας; Οἱ δὲ τὰ Νεστορίου φρονοῦν.
τες λέγουσι κἀκεῖνον οὕτω φρονεῖν, συναρπά
ζιντες τοὺς οὐκ εἰδότας τὸ ἀκριβές. Χρὴ δὲ τοῖς
8. Præterea illud item, quartam synodum UNA
cum Nestorio sentire, quod duas naturas fateatur:
similiter etiam cum Nestorio concordare quicunque
duas naturas fatetur: in eo tantummodo differre,
quod ille duas, synodus unam tantum personam teneat, et per id fucum orthodoris fecisse, jacians se
a Nestorio dissentire, ex tua ipsius oratione aper -
tissime refellitur, comprobaturque eam a Nestorio
discrepare, etsi ipse falso eam crimisaris. Etenimn
Nestorium duas naturas existimantem palam est
· duas naturas diversas per se subsistentes fateri:
ideoque eorum unionem secundum habitudinem
vocal. Sancta vero synodus, ut tu ais, unam personam et unam hypostasim sanciens, duas naturas in una persona per essentiam et secundum
lypostasim unitas, ut ipse mihi persuadeo, asse
veratura est: neque enim fieri potest duas naturas in una persona et una bypostasi dicere, nisi
eæ secundum bypostasim et essentiam uniantur.
Quod si id nemini dubium est, ex tua ipsius oratione demonstratur, non separatas naturas et actus
in Christo dicere sancta:n et œcumenicam quartam
synodum, sed unitas secundum hypostasim. Alia
etiam ratione id idem probatur. Si propter unionem
solam, eam duntaxat, quæ secundum hypostasim
est, et non propter duas naturas Ecclesiæ alumni
cum Nestorio altercantur, ut sanctus Cyrillus refert, tu quoque ipse affirmasti synodum de persona unica et bina cum Nestorio litem habere,
quarum una unionem naturarum efficit, duo divisionem, palam est, secundum rectam Ecclesiæ sententiam synodum Nestorio adversari, eoque patet
evidentissime eamdem cum eo non convenire. Immerito itaque abs te et calumniose proscinditur.
Hoc porro verum esse audi a Cyrillo epistola ad
Eulogium bis iisdem verbis loquentem: Accusant
nonnulli expositionem, quam Orientales fecerunt,
aiuntque, Quam ob causam duas naturas illis asserentibus sustinuit, assensumque præbuit Alexandrinus? Qui vero Nestorium sequuntur, tradunt, eum
hoc idem tenere, eos, qui rem merum non noverunt,
col. 613–614page 12 of 38
PG 105:613μεμφομένοις, ἐκεῖνα λέγειν, ὅτι οὐ πάντα, σα λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι χρή. Πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν, οἷον ὅταν λέγωσιν οἱ Αρειανοὶ τὸν Πα τέρα, Δημιουργός ἐστι τῶν ὅλων καὶ Κύριος. Μὴ διὰ τοῦτο φεύγειν ἡμᾶς ἀκόλουθον τὰς τοιαύτας ὁμολογίας; Οὕτως καὶ ἐπὶ Νεστορίου, κἂν λέγε δύο φύσεις τὴν διαφοράν σημαίνων τῆς σαρκὸς καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου (ἑτέρα γὰρ ἡ τοῦ Λόγου φύ σις, καὶ ἑτέρα ἡ τῆς σαρκὸς), ἀλλ' οὐκ ἔτι τὴν Ενωσιν ὁμολογεῖ μεθ' ἡμῶν. Ἡμεῖς γὰρ ἐνώσαντες, ἕνα Θεὸν οἴδαμεν, ἕνα Κύριον τὸν αὐτὸν όμυλο γοῦμεν. Καὶ μετὰ βραχέα· Οὐκοῦν οὐ τὸ εἰδέναι τῶν φύσεων τὴν διαφορὰν ὁρᾷν, διατεμεῖν ἐστιν εἰς δύο τὸν ἕνα Χριστόν. Καὶ πρὸς Νεστόριον αὐτὸς πάλιν λέγει· Παῦσαι διαιρεῖν τὰς φύσεις, μετὰ τὴν ἕνωσιν δηλαδή, τῇ ἀπαλλοτριώσει, οὐ τῇ ἀπαριθμήσει. θ'. Ἐπειδὴ δὲ ἔσκοψας τὴν ἁγίαν τετάρτην σύν οδον, ώς καινοφωνίαν ποιήσασαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁμο φρονοῦσαν τῷ Νεστορίῳ· οὐχ ἁπλῶς δὲ τοῦτο ἀπο εφήνω, ἀλλὰ καὶ χρήσεις τοῦ τε ἐν ἁγίοις πάπα Λέοντος ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, δι' ἧς ἐκυρώθη ή τετάρτη σύνοδος, καὶ ταύτης τῆς συνόδου πρὸς τὰ τοῦ Νε στορίου ὁμοιοτρόπως ἐχούσας προκεκόμικας, ὡς ἐντεῦθεν συνάγων, ὅτι ἡ τε τοῦ πάπα Λέοντος ἐπι στολή, καὶ ἡ τετάρτη σύνοδος τῆς αὐτῆς ὁμολογίας ἐστὶ τοῦ Νεστορίου φέρε δή, καὶ αὐτὰς εἰς μέσον θέντες, ἐπισκεψώμεθα, εἰ οὕτως συνοδὰ τῷ Νεστορίῳ κατά διάνοιαν φθέγγονται, είγε καὶ μή. Ἔχουσι δὲ αἱ χρήσεις κατὰ λέξιν ὧδε. Γράφει Νεστόριος εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ διδασκαλικοῦ αὐτοῦ λόγου οὕτως· Ἐγὼ ἀδιαλλάκτως τὰς δύο φύσεις τοῦ Θεοῦ ὁμολογώ, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, καὶ ἄνθρωπον τέλειον ἐξ υἱοῦ Δαυΐδ καὶ Ἀβραάμ. Γράφει δὲ ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ οὐ τως Θεὸν ὁμολογῶ κατὰ τὸν Ἐν ἀρχῇ ὁ Λόγος ἄνθρωπον όμολογώ, ότι ο Λόγος σάρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. Ἐπισκεπτέον πρότερον τὴν χρῆσιν Νεστορίου, εἰ ὀρθοτόμως ἔχει, ἢ οὐ. Τὸ μὲν οὖν λέγειν, ὅτι Δύο φύσεις τοῦ Λόγου ἀπολύτως ὁμολογῶ, καὶ μὴ διορίσασθαι μετὰ τὴν σάρκωσιν, οὐκ ὀρθῶς εἰρῆσθαι δοκεῖ. Ἐπειδὴ ὁ άίδιο; Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸ τῆς ἐνσάρκου οικονομίας μιας φύσεως τῆς θεϊκῆς μόνης ἦν, μετὰ δὲ τὴν ἐνανθρώπησιν προσελάβετο καὶ τὴν ἡμετέραν, οὐκ ἔδει αὐτ τὸν ἀπολύτως εἰπεῖν, τοῦ Λόγου, μὴ προσδιορισά μενον μετὰ τὴν σάρκωσιν, ἤτοι ἐνανθρώπησιν. Εἰ δ' αὖ πάλιν δύο λέγων ἀδιαλλάκτους, καὶ νοῶν μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν, εἰ μὲν τὴν ἔνωσιν ὡμολόγει, οὐ σχετικήν φημι, ἀλλὰ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιώ δη, ήγουν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ θεωρεῖσθαι, καὶ τὸν αὐτὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἔλεγε, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, καὶ ἄνθρωπον τὸν αὐτὸν χρηματίσαντα τέλειον ὡς ἐξ ἀνθρώπου τῆς Παρθένου καὶ υἱὸν Δαυΐδ καὶ Ἀβραὰμ γεγονότα, καθὰ τὰ Λόγια μαρτυρεί, τάχα ἂν ἐντὸς ἦν τῆς ἀλη θεία;. Ἐπεὶ δὲ δύο φύσεις ὁμολογῶν τοῦ Λόγου, ταύτας οὐ καθ᾽ ὑπόστασιν ἡνῶσθαι ἔλεγεν ἐν τῷTapientes in fraudem: reprehensoribus vero respon- μεμφομένοις, ἐκεῖνα λέγειν, ὅτι οὐ πάντα, σα
dendum est, Non omnia quacunque hæretici tradunt,
fugienda vitandaque sunt: multa enim ipsi proftentur, quæ et nos profitemur, quemadmodum dum
dicunt Ariani de Patre, Creator est omnium, et Dominus. Num propterea nos has voces declinare debemus? Sic et de Nestorio, licet tradat duas na.
turas, discrimen carnis et Dei Verbi innuens; namque
alia est Verbi natura, alia carnis; at non item
unionem nobiscum probat: nos etenim unientes,
unum Deum novimus, unumque Deum eumdem profitemur. Et paucis interjectis: Quare naturarum
discrimen agnoscere, non est Christum unum in duo
subdividere. Et ad Nestorium hic rursus scribit:
Ne dividas naturas, post unionem scilicet, alienatione, non numeratione.
–
λέγουσιν οἱ αἱρετικοί, φεύγειν καὶ παραιτεῖσθαι
χρή. Πολλὰ γὰρ ὁμολογοῦσιν, ὧν καὶ ἡμεῖς ὁμολο
γοῦμεν, οἷον ὅταν λέγωσιν οἱ Αρειανοὶ τὸν Πατέρα, Δημιουργός ἐστι τῶν ὅλων καὶ Κύριος. Μὴ
διὰ τοῦτο φεύγειν ἡμᾶς ἀκόλουθον τὰς τοιαύτας
ὁμολογίας; Οὕτως καὶ ἐπὶ Νεστορίου, κἂν λέγε
δύο φύσεις τὴν διαφοράν σημαίνων τῆς σαρκὸς
καὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου (ἑτέρα γὰρ ἡ τοῦ Λόγου φύ
σις, καὶ ἑτέρα ἡ τῆς σαρκὸς), ἀλλ' οὐκ ἔτι τὴν
Ενωσιν ὁμολογεῖ μεθ' ἡμῶν. Ἡμεῖς γὰρ ἐνώσαντες,
ἕνα Θεὸν οἴδαμεν, ἕνα Κύριον τὸν αὐτὸν όμυλογοῦμεν. Καὶ μετὰ βραχέα· Οὐκοῦν οὐ τὸ εἰδέναι
τῶν φύσεων τὴν διαφορὰν ὁρᾷν, διατεμεῖν ἐστιν
εἰς δύο τὸν ἕνα Χριστόν. Καὶ πρὸς Νεστόριον
αὐτὸς πάλιν λέγει· Παῦσαι διαιρεῖν τὰς φύσεις,
μετὰ τὴν ἕνωσιν δηλαδή, τῇ ἀπαλλοτριώσει, οὐ
τῇ ἀπαριθμήσει.
θ'. Ἐπειδὴ δὲ ἔσκοψας τὴν ἁγίαν τετάρτην σύν
οδον, ώς καινοφωνίαν ποιήσασαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁμο
φρονοῦσαν τῷ Νεστορίῳ· οὐχ ἁπλῶς δὲ τοῦτο ἀπο
εφήνω, ἀλλὰ καὶ χρήσεις τοῦ τε ἐν ἁγίοις πάπα
Λέοντος ἐκ τῆς ἐπιστολῆς, δι' ἧς ἐκυρώθη ή τετάρτη
σύνοδος, καὶ ταύτης τῆς συνόδου πρὸς τὰ τοῦ Νε
στορίου ὁμοιοτρόπως ἐχούσας προκεκόμικας, ὡς
ἐντεῦθεν συνάγων, ὅτι ἡ τε τοῦ πάπα Λέοντος ἐπι
στολή, καὶ ἡ τετάρτη σύνοδος τῆς αὐτῆς ὁμολογίας
ἐστὶ τοῦ Νεστορίου φέρε δή, καὶ αὐτὰς εἰς μέσον
θέντες, ἐπισκεψώμεθα, εἰ οὕτως συνοδὰ τῷ Νεστο
ρίῳ κατά διάνοιαν φθέγγονται, είγε καὶ μή. Ἔχουσι
δὲ αἱ χρήσεις κατὰ λέξιν ὧδε. Γράφει Νεστόριος
εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ διδασκαλικοῦ αὐτοῦ
λόγου οὕτως· Ἐγὼ ἀδιαλλάκτως τὰς δύο φύσεις
τοῦ Θεοῦ ὁμολογώ, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ
ἀληθινοῦ, καὶ ἄνθρωπον τέλειον ἐξ υἱοῦ Δαυΐδ
καὶ Ἀβραάμ. Γράφει δὲ ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ οὐ
τως Θεὸν ὁμολογῶ κατὰ τὸν Ἐν ἀρχῇ ὁ Λόγος
ἄνθρωπον όμολογώ, ότι ο Λόγος σάρξ ἐγένετο,
καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. Ἐπισκεπτέον πρότερον
τὴν χρῆσιν Νεστορίου, εἰ ὀρθοτόμως ἔχει, ἢ οὐ. Τὸ
μὲν οὖν λέγειν, ὅτι Δύο φύσεις τοῦ Λόγου ἀπολύτως
ὁμολογῶ, καὶ μὴ διορίσασθαι μετὰ τὴν σάρκωσιν,
οὐκ ὀρθῶς εἰρῆσθαι δοκεῖ. Ἐπειδὴ ὁ άίδιο; Υἱὸς καὶ
Λόγος τοῦ Θεοῦ πρὸ τῆς ἐνσάρκου οικονομίας μιας
9. Cum autem incusaveris sanctam quartam
synodum tanquam res novas inducentem, ideoque
una cum Nestorio sentientem: neque tantum id
affirmasti, sed sancti Leonis pontificis ex epistola,
qua quarta synodus constabilita est, nec non
ejusdem synodi Nestorii dictis uniformia produxisti,
ut inde colligas pontificis Leonis epistolam, quartamque ipsam synodum non absimilia Nestorio
slatuisse, age hac eadem in medium proposita
perpendamus, an, ut ipse ais, sententia, Nestorio
conformia alloquuntur, an secus. Auctoritates verbotenus ita se habent. Scribit Nestorius primo
orationis suæ præceptoriæ capite: Ipse immutabiles
duas naturas Dei profiteor, Deum verum de¡Deo vero,
et hominem perfectum ex flio David et Abraham.
Scribit item in sua epistola hoc modo: Deum ipse
profileor, namque scriptum est: In principio Verbum, hominem quoque profiteor, quod Verbum caro
factum est, et habitavit in nobis. Ante alia Nestorii
verba examinemus, rectene an secus enuntiata
sint. Namque Duas Verbi naturas absolute profiteor,
dicere, neque post incarnationem determinare,
haud recte dictum esse videtur. Quandoquidem
sempiternus Filius et Verbum Dei ante carnem
assumptam unius naturæ, divinæ scilicet, solius
eral: post incarnationem, et nostram assumpsit.
Non decuit ipsum absolute dicere, Verbi, non de- φύσεως τῆς θεϊκῆς μόνης ἦν, μετὰ δὲ τὴν ἐνανθρώ
terminantem post Incarnationem, vel humanitatem
assumptam. Si rursus duas dicens immutabiles,
post carnem assumptam intelligeret: si unionem
aflirmaret non secundum habitudinem, sed hypostaticam et essentialem in uno, nempe Christo,
considerari, et eumdem unum Christum, et Dominum, et Deum diceret, Deum verum de Deo vero,
et hominem eumdem perfectum, veluti ex hominc perfecto, Virgine, et Filiumn David et Abraham,
ut divina testantur eloquia, verum attingere videretur cum vero duas Verbi naturas asserens, eas
unitas esse non secundum hypostasim in uno Verbo, in una scilicet Christi hypostasi, sed per relationem et respectivam unionem, sive dignitatem,
πησιν προσελάβετο καὶ τὴν ἡμετέραν, οὐκ ἔδει αὐτ
τὸν ἀπολύτως εἰπεῖν, τοῦ Λόγου, μὴ προσδιορισάμενον μετὰ τὴν σάρκωσιν, ἤτοι ἐνανθρώπησιν. Εἰ δ'
αὖ πάλιν δύο λέγων ἀδιαλλάκτους, καὶ νοῶν μετὰ
τὴν ἐνανθρώπησιν, εἰ μὲν τὴν ἔνωσιν ὡμολόγει, οὐ
σχετικήν φημι, ἀλλὰ τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιώδη, ήγουν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ θεωρεῖσθαι, καὶ τὸν
αὐτὸν ἕνα Χριστὸν καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἔλεγε,
Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, καὶ ἄνθρωπον τὸν
αὐτὸν χρηματίσαντα τέλειον ὡς ἐξ ἀνθρώπου τῆς
Παρθένου καὶ υἱὸν Δαυΐδ καὶ Ἀβραὰμ γεγονότα,
καθὰ τὰ Λόγια μαρτυρεί, τάχα ἂν ἐντὸς ἦν τῆς ἀλη
θεία;. Ἐπεὶ δὲ δύο φύσεις ὁμολογῶν τοῦ Λόγου,
ταύτας οὐ καθ᾽ ὑπόστασιν ἡνῶσθαι ἔλεγεν ἐν τῷ
col. 615–616page 13 of 38
PG 105:615ἑνὶ λόγῳ, ήγουν ἐν τῇ μιᾷ ὑποστάσει Χριστοῦ, ἀλ λὰ κατὰ ἀναφορὰν και σχετικὴν ἕνωσιν, ἤτοι κατά ἀξίωμα, ἢ ταυτοβουλίαν, ἢ εὐδοκίαν ἔλεγεν εἶναι τοῦ Λόγου πρὸς τὴν σάρκα, καὶ ἀνὰ μέρος ταῦτα ποιῶν ἕτερον εἶναι τὸν Λόγον ἔφασκε, καὶ ἕτερον τὸν ἐκ Μαρίας, καὶ προσωπικὴν ἔνωσιν λέγων, οὐ τὰ ταυτιζόμενον τῇ ὑποστάσει πρόσωπον, ὅπερ ἐπὶ τοῦ καθέκαστον ἁρμόττει, ἀλλ' ἑτέρως κατὰ τὸ αἰ κεῖον βούλημα ἐδόξαζεν (οἷον ὡς ὅταν τις τὸ τοῦ ἑτέρου υποδυόμενος πρόσωπον, ἀντ᾿ αὐτοῦ τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ποιῆται λόγους, ἣν οὐ δεῖ κυρίως ἕνωσιν ἡγεῖσθαι, ἀλλὰ σχετικὴν ἔνωσιν τὸ ὅλον. Καλοῦσι γάρ τινες πρόσωπα τήν τινων σχέσιν πρὸς ἀλλή λους. Οὐκ ἀγνοεῖ δὲ ἡ συνήθεια τούτου τοῦ προσ ώπου τὸ σημαινόμενον. Λέγομεν γὰρ τὸν ἄρχοντα, τοῦ βασιλέως ἐπέχειν τὸ πρόσωπον, κατὰ τοῦτο ὁ Νεστόριος τὴν προσωπικὴν ἐπρέσβευεν Ενωσιν)· διά τοι τοῦτο δικαίως τῷ ἀναθέματι καθυποβέβληται. ῾Ο δὲ δὴ πάπας Λέων, ἐπειδὴ τὸν αὐτὸν ἕνα Χρι στὸν καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν ἐν μιᾷ ὑποστάσει ὄντα ὡμολόγει, τὸν καὶ Θεὸν ὄντα καὶ ἄνθρωπον, Θεὸν μὲν ὡς συναΐδιον, καὶ ἀχρόνως ἐκ τοῦ Πατρὸς φυέντα, καὶ ὁμοούσιον τῷ τε Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σάρκα γεγονότα, ἤτοι ἐνανθρωπήσαντα, καὶ γεννηθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, καθὼς ἡ θεολόγος γλῶττα ἐκφωνεῖ, καὶ τὰ λοιπά Λόγια μαρτυρεῖ, καὶ αἱ τῶν ἀποστόλων φωναὶ ὑφηγοῦνται, καὶ αἱ τῶν Θεοσόφων Πατέρων διδασκαλίαι τρανοῦσι· φα νερὸν, ὅτι ὁ πάπας Λέων μετὰ τῆς ἀληθείας ἔστη κε, καὶ οὐ συμφωνεῖ τῷ Νεστορίῳ. Καὶ πάλιν γρά φει Νεστόριος, ὅτι οὐχὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ χειρῶν Ἰωσὴφ ῥάκη ἐνεδύθη, ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Γράφει Λέων, ὅτι τὸ μὲν ἔλαμπε διὰ τῶν σημείων, τὸ δὲ ὑπέπιπτε τοῖς παθήμασιν. Ἐναρ γέστατα διὰ τῆσδε της χρήσεως ὁ μὲν Νεστόριος ἄλλον ποιεῖ τὸν Θεὸν Λόγον, καὶ ἄλλον τὸν ἐκ Μα ρίας, ᾧ καὶ ἰδικῶς πρόσωπον ἴδιον ὁμολογῶν, Ἰη σοῦν ἐκάλει. Εδει γὰρ αὐτὸν, εἴπερ ορθοτόμως ἔλε γεν, οὕτως εἰπεῖν· Οὐχὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καθὸ Λά γος, ἀκατάληπτος καὶ ἀπερίγραπτος καὶ συναΐδιος τῷ Πατρὶ ὤν, ῥάκη ἐνεδύθη ὑπὸ χειρῶν Ἰωσήφ, ἀλλ᾽ ἢ καθὰ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν άνθρωπος γέγονε, κατὰ πάντα ὅμοιος ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας, η καὶ νηπιάσας, ἐνεδύθη ῥάκη ὑπὸ χειρῶν Ἰωσήφ. Οὕτως δὲ μὴ εἰπών, φανερὸν ὅτι διαίρεσιν τὴν οὐ πρέπουσαν ἐποιήσατο τῆς μιᾶς ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ, εἰς δύο πρόσωπα ταύτην τεμών· διά του τοῦτο ἀναθέματι δικαίως καθυποβέβληται. Ο δὲ δὴ Λέων, ὅτι τὸ μὲν ἔλαμπε διὰ τῶν σημείων, τὸ δὲ ὑπέπιπτε τοῖς παθήμασιν, οὐ δύο φησὶν ὅλα, ἵνα καὶ διαίρεσιν τῶν φύσεων εἰσάξῃ ιδιοσυστάτως θεω ρούμενα, καὶ διὰ τοῦτο δύο πρόσωπα καὶ δύο υπου στάσεις, ἀλλὰ δύο ἑνὸς ὅλου συμπληρωτικά. Οὐδὲ γὰρ εἶπεν, Ο μέν, καὶ ὁ δέ· οὐδὲ καὶ ἵνα τι συγχωρήσας εἴπῃ), τὸ μὲν, ἁπλῶς ἄνευ προσθήκης, καὶ τὸ δέ. ᾿Αλλὰ τί φησι; Τὸ μὲν αὐτοῦ, καὶ τὸ δὲ, δηλον ότι αὐτοῦ διά τινος τοῦ ὅλου φησί, τὸ μὲν τὸ συμREFUTATIO EPISTOLE REGIS ARMENLE.
esse Verbi ad carnem, et eas postmo:lum secundum
partes dividens, aliud esse Verbum affirmaret, el
aliud, quod ex Maria ortus suos agnosceret, et
personalem unionem decantans non personam,
quæ una cum hypostasi est, et singulis convenit,
sed alio modo, ut illi videbatur, contingat. Verbi
gratia, veluti cum quis alterius personam induens,
loco illius et pro eodem sermonem habet, quæ
proprie unio vocanda non est, sed mera respectiva
unio; appellant enim nonnulli personas aliquorum
inter se respectum seu relationem, nec usus ab
hujus personæ significatu abhorret dicimus namque principem regis sustinere personam cum inquam hac ratione Nestorius personalem profitereἑνὶ λόγῳ, ήγουν ἐν τῇ μιᾷ ὑποστάσει Χριστοῦ, ἀλ aut proprium consilium, aut beneplacitum faberetur
λὰ κατὰ ἀναφορὰν και σχετικὴν ἕνωσιν, ἤτοι κατά
ἀξίωμα, ἢ ταυτοβουλίαν, ἢ εὐδοκίαν ἔλεγεν εἶναι
τοῦ Λόγου πρὸς τὴν σάρκα, καὶ ἀνὰ μέρος ταῦτα
ποιῶν ἕτερον εἶναι τὸν Λόγον ἔφασκε, καὶ ἕτερον
τὸν ἐκ Μαρίας, καὶ προσωπικὴν ἔνωσιν λέγων, οὐ
τὰ ταυτιζόμενον τῇ ὑποστάσει πρόσωπον, ὅπερ ἐπὶ
τοῦ καθέκαστον ἁρμόττει, ἀλλ' ἑτέρως κατὰ τὸ αἰ
κεῖον βούλημα ἐδόξαζεν (οἷον ὡς ὅταν τις τὸ τοῦ
ἑτέρου υποδυόμενος πρόσωπον, ἀντ᾿ αὐτοῦ τοὺς
ὑπὲρ αὐτοῦ ποιῆται λόγους, ἣν οὐ δεῖ κυρίως ἕνωσιν
ἡγεῖσθαι, ἀλλὰ σχετικὴν ἔνωσιν τὸ ὅλον. Καλοῦσι
γάρ τινες πρόσωπα τήν τινων σχέσιν πρὸς ἀλλή
λους. Οὐκ ἀγνοεῖ δὲ ἡ συνήθεια τούτου τοῦ προσώπου τὸ σημαινόμενον. Λέγομεν γὰρ τὸν ἄρχοντα,
τοῦ βασιλέως ἐπέχειν τὸ πρόσωπον, κατὰ τοῦτο ὁ tur unionem, propterea jure merito anathemale
Νεστόριος τὴν προσωπικὴν ἐπρέσβευεν Ενωσιν)· διά
τοι τοῦτο δικαίως τῷ ἀναθέματι καθυποβέβληται.
῾Ο δὲ δὴ πάπας Λέων, ἐπειδὴ τὸν αὐτὸν ἕνα Χρι
στὸν καὶ Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν ἐν μιᾷ ὑποστάσει
ὄντα ὡμολόγει, τὸν καὶ Θεὸν ὄντα καὶ ἄνθρωπον,
Θεὸν μὲν ὡς συναΐδιον, καὶ ἀχρόνως ἐκ τοῦ Πατρὸς
φυέντα, καὶ ὁμοούσιον τῷ τε Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ τῷ
Πνεύματι τῷ ἁγίῳ, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν
διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σάρκα γεγονότα, ἤτοι
ἐνανθρωπήσαντα, καὶ γεννηθέντα ἐκ Πνεύματος
ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, καθὼς ἡ θεολόγος
γλῶττα ἐκφωνεῖ, καὶ τὰ λοιπά Λόγια μαρτυρεῖ,
καὶ αἱ τῶν ἀποστόλων φωναὶ ὑφηγοῦνται, καὶ αἱ
τῶν Θεοσόφων Πατέρων διδασκαλίαι τρανοῦσι· φα
νερὸν, ὅτι ὁ πάπας Λέων μετὰ τῆς ἀληθείας ἔστηκε, καὶ οὐ συμφωνεῖ τῷ Νεστορίῳ. Καὶ πάλιν γράφει Νεστόριος, ὅτι οὐχὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ
χειρῶν Ἰωσὴφ ῥάκη ἐνεδύθη, ἀλλὰ τὸ σῶμα τοῦ
Κυρίου. Γράφει Λέων, ὅτι τὸ μὲν ἔλαμπε διὰ τῶν
σημείων, τὸ δὲ ὑπέπιπτε τοῖς παθήμασιν. Ἐναργέστατα διὰ τῆσδε της χρήσεως ὁ μὲν Νεστόριος
ἄλλον ποιεῖ τὸν Θεὸν Λόγον, καὶ ἄλλον τὸν ἐκ Μαρίας, ᾧ καὶ ἰδικῶς πρόσωπον ἴδιον ὁμολογῶν, Ἰησοῦν ἐκάλει. Εδει γὰρ αὐτὸν, εἴπερ ορθοτόμως ἔλεγεν, οὕτως εἰπεῖν· Οὐχὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καθὸ Λά
γος, ἀκατάληπτος καὶ ἀπερίγραπτος καὶ συναΐδιος
τῷ Πατρὶ ὤν, ῥάκη ἐνεδύθη ὑπὸ χειρῶν Ἰωσήφ,
ἀλλ᾽ ἢ καθὰ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν άνθρωπος
γέγονε, κατὰ πάντα ὅμοιος ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας, η
καὶ νηπιάσας, ἐνεδύθη ῥάκη ὑπὸ χειρῶν Ἰωσήφ.
Οὕτως δὲ μὴ εἰπών, φανερὸν ὅτι διαίρεσιν τὴν οὐ
πρέπουσαν ἐποιήσατο τῆς μιᾶς ὑποστάσεως τοῦ
Χριστοῦ, εἰς δύο πρόσωπα ταύτην τεμών· διά του
τοῦτο ἀναθέματι δικαίως καθυποβέβληται. Ο δὲ δὴ
Λέων, ὅτι τὸ μὲν ἔλαμπε διὰ τῶν σημείων, τὸ δὲ
ὑπέπιπτε τοῖς παθήμασιν, οὐ δύο φησὶν ὅλα, ἵνα
καὶ διαίρεσιν τῶν φύσεων εἰσάξῃ ιδιοσυστάτως θεω
ρούμενα, καὶ διὰ τοῦτο δύο πρόσωπα καὶ δύο υπου
στάσεις, ἀλλὰ δύο ἑνὸς ὅλου συμπληρωτικά. Οὐδὲ
γὰρ εἶπεν, Ο μέν, καὶ ὁ δέ· οὐδὲ καὶ ἵνα τι συγχωρήσας εἴπῃ), τὸ μὲν, ἁπλῶς ἄνευ προσθήκης, καὶ τὸ
δέ. ᾿Αλλὰ τί φησι; Τὸ μὲν αὐτοῦ, καὶ τὸ δὲ, δηλονότι αὐτοῦ διά τινος τοῦ ὅλου φησί, τὸ μὲν τὸ συμictus est. At Leo pontifex eumdem unum Christum
et Dominum, et Deum nostrum in una hypostasi
esse affirmans, Deum simul et hominem, Deum
comternum Patri, et absque tempore a Patre genitum, et ejusdem cum Deo et Patre, et Spiritu
sancto essentiæ; postremis vero diebus propter
nostram salutem carnem factum, sive hominem,
prognatum cx Spiritu sancto, et Maria Virgine,
quemadmodum divina tractans lingua enuntiat, et
reliqua eloquia testantur, et voces apostolorum docent, et divina sapientia præditorum Patrum doc
trina commonstrat, manisfestum est Leonem pontificem a veritate stare, et cum Nestorio non concordare. Rursum scribit Nestorius: Verbum Dei
per manus Josephi pannis amictum non est,
sed corpus
Domini, Leo auten, hoc quidem resplenduisse
n.iraculis, illud vero passionibus obnoxium fuisse.
Aperissime per hac verba Nestorius alium Deum
Verbum constituit, et alium ex Maria prognatum,
cui et singulariter propriam personam constituens
Jesum nuncupabat: debebat enim, si quid ille rectum
exprimere volebat, hac ratione enuntiare: Verbum Dei
qua Verbum est incomprehensibile et incircumscriptum et Patri coæternum, pannis non est circumvestitum, per manus Josephi, qua vero propter nostram salutem homo factus est per omnia nobis similis
absque peccato, et infans, pannis per manus Josephi obvolutus est. Quod cum non dicat, manifesto
evincitur divisionem unius Christi hypostasis intulisse, eam in duas personas subdividens, proptereaque jure merito anathemate subactus est. Leo
autem hoc miraculis resplenduisse, aliud disciplinis addictum fuisse, dicens, non duo inquit integra per se subsistentia, ut et divisionem naturarum afferat, proptereaqu“duas personas; et duas
hypostases: sed duo unius integri completiva; neque enim dixit, hic et ille, neque ut aliquid etiam
concederet hoc simpliciter absque addito, et hoc.
Verum sic, hoc quidem illius, et hoc vero, hoc est
illius de aliquo integro sermonem habens, hoc qu'-
dem ait completivum, et in compositionem ipsius
assumptum resplendet miraculis, hoc vero, similiter et ipsum totius completivum, in compositio~
col. 617–618page 14 of 38
PG 105:617πληρωτικὸν, καὶ εἰς τὴν σύνθεσιν αὐτοῦ παραληφθὲν διαλάμπει τοῖς θαύμασι, τὸ δὲ ὁμοίως καὶ αὐτὸ συμπληρωτικὸν ἄν τοῦ ὅλου ἐν τῇ συνθέσει ἐκείνου παραλαμβανόμενον, ὑποπίπτει τοῖς πάθεσι. Καὶ οὕτως νοοῦντι, ὥσπερ οὖν καὶ εἴρηται, παρὰ τοῦ ἐν ἁγίοις πάπα Λέοντος, οὐδὲν ἄτοπον, οὐδὲ βλάσφημον ἀπαντήσει. Καὶ πάλιν γράφει Νεστόριος" "Ο Λόγοςσὰρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, Γράφει Λέων, ὅτι Η Σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον· καὶ γὰρ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν. Ταύτας τας χρήσεις οὔτε Νεστόριος ὁ ἐναγής οἴκοθεν προεβάλετο, οὔτε μὴν ὁ Λέων ἐφθέγξατο, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς θείας Γραφῆς λαβόντες, τοῖς οἰκείοι; συγγράμμασιν ἐνέθηκαν. Αλλ' ὁ μὲν Νεστόριος οὐ κατὰ βούλημα ἐκκλησιαστικὸν τὸ εὐαγγελικὸν ῥη τὸν ἐξείληφεν, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἑαυτοῦ διεστραμμένον νοῦν. Τὸ γὰρ, Ο Λόγος σάρξ ἐγένετο, τοιαύτην έχει εὐσεβῆ διάνοιαν· ὅτι αὐτὸς ὁ θεῖος Λόγος, ὁ εἷς τῇ ὑποστάσει τῆς ἁγίας Τριάδας, μείνας ἀναλλοίωτος καὶ ἄτρεπτος, ὅπερ ἦν, Θεὸς δηλονότι, προσείλησε σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ καὶ νοερᾷ καὶ ταύτην ἤνωσε τῇ θείᾳ φύσει ἐν τῇ οἰκείᾳ ὑποστάσει, δηλονότι τῆς θεότητος, οὐσιώδη καὶ καθ' ὑπό στασιν τὴν ἕνωσιν ἐργασάμενος, ὡς μίαν ὑπόστασιν αὐτὸν ὄντα πιστεύεσθαι καὶ μετὰ τὴν σάρκωσιν, ἤτοι ἐνανθρώπησιν, τῆς ἁγίας Τριάδος προσθήκην οὐκ εἰσδεξαμένης προσώπου, καὶ μετὰ σαρκὸς νοοῖτο καὶ ἔστι. Ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ τὸ εὐαγγελικὸν ῥητὸν ἡ τῆς Ἐκκλησίας ἀκριβὴς διάληψις ἐξηγεῖται. Τὸ δὲ, ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καλῶς γε ποιῶν ὁ Θεολόγος εὐθὺς ἐπήγαγεν, ἵνα δύο νοήσας τὰ σημαινόμενα, τόν τε σκηνοῦντα, καὶ τὸ ἐν ᾧ ἡ σκήνωσις, μὴ εἰς σάρκα περιτετράφθαι νοήσῃς αὐτὸν, σκηνῶσαι δὲ μᾶλλον ἐν σαρκὶ ὡς ἰδίῳ προσχρησάμενον σώματι, τῷ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου ναῷ. να Ει ι'. Ἐπειδὴ δὲ περὶ σκηνώσεως, ἤτοι κατοικήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐῤῥέθη τῷ εὐαγγελιστῇ, διοριστέον κατὰ πόσους τρόπους ὁ Θεὸς λέγεται ἐνοικεῖν ἐν ἡμῖν. Λέγονται γὰρ καὶ οἱ ἅγιοι ναὸς Θεοῦ, ἐν ᾧ ὁ Θεὸς κατοικεῖ, ἀλλ' ἐν τούτοις κατ' ἐνέργειαν φήσειεν ἂν ὁ ὀρθὸς λόγος εἰρῆσθαι. Λέγεται δὲ πάλιν καὶ ἡ Παρθένος ναὸς Θεοῦ. Ἐν ταύτῃ γὰρ ὁ Θεὸς Λόγος οὐσιωδῶς κατῴκησεν, ὅπερ πλέον ἐστὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων, καὶ ἀσυγκρίτως· ἐν δὲ τῇ οἰκείᾳ σαρκὶ, ᾗ ὡς οἰκείῳ προσεχρήσατο σύ ματι, τῷ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου ναῷ, οὐσιωδῶς καὶ καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνωθεὶς αὐτῷ ὁ Θεὸς Λόγος κατοικεῖν ἐν αὐτῷ λέγεται. Καὶ ταύτῃ μὲν τῆς ἐκκλησίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα. Ο δὲ Νεστόριος διεστραμμένως τὸ ῥητόν. Τὸ γὰρ, Ο Λόγος σὰρξ ἐγένετο, ἐν οἰκειώσεως λόγῳ, καὶ κατὰ ἀναφορὰν ἀξιώματος, ἢ ταυτοβουλίαν, ἢ εὐδοκίαν τοῦτο ἔφη. Ἐπειδὴ δύο ποιεῖ υἱοὺς, ἄλλον τὸν Θεὸν Λόγον, καὶ ἄλλον ἄνθρωπον ἰδικὸν, τὸν ἐκ Μαρίας· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ, ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, κατ' ἐνέργειαν, ἢ εὐδοκίαν έφασκεν· ὅθεν καὶ ψιλὸν ἄνθρωπον ὡμολόγει τὸν Ἰησοῦν· διά τοι τοῦτο δικαίως τῷ ἀναθέματι καθυπο βέβληται. Ὁ δὲ δὴ Λέων λέγων, ὅτι Η σοφία ᾠκο δόμησεν ἑαυτῇ οἶκον· καὶ γὰρ ὁ Λόγος σάρξ. ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, εὐσεβοφρόνως€15
NICET.E BYZANTINI
nem illius acceptum passionibus obnoxium est. πληρωτικὸν, καὶ εἰς τὴν σύνθεσιν αὐτοῦ παραλη-
φθὲν διαλάμπει τοῖς θαύμασι, τὸ δὲ ὁμοίως καὶ αὐτὸ
συμπληρωτικὸν ἄν τοῦ ὅλου ἐν τῇ συνθέσει ἐκείνου
παραλαμβανόμενον, ὑποπίπτει τοῖς πάθεσι. Καὶ
οὕτως νοοῦντι, ὥσπερ οὖν καὶ εἴρηται, παρὰ τοῦ ἐν
ἁγίοις πάπα Λέοντος, οὐδὲν ἄτοπον, οὐδὲ βλάσφημον
ἀπαντήσει. Καὶ πάλιν γράφει Νεστόριος" "Ο Λόγος
σὰρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, Γράφει
Λέων, ὅτι Η Σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον· καὶ
γὰρ ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν
ἡμῖν. Ταύτας τας χρήσεις οὔτε Νεστόριος ὁ ἐναγής
οἴκοθεν προεβάλετο, οὔτε μὴν ὁ Λέων ἐφθέγξατο,
ἀλλ᾽ ἐκ τῆς θείας Γραφῆς λαβόντες, τοῖς οἰκείοι;
συγγράμμασιν ἐνέθηκαν. Αλλ' ὁ μὲν Νεστόριος οὐ
κατὰ βούλημα ἐκκλησιαστικὸν τὸ εὐαγγελικὸν ῥητὸν ἐξείληφεν, ἀλλὰ κατὰ τὸν ἑαυτοῦ διεστραμμένον
νοῦν. Τὸ γὰρ, Ο Λόγος σάρξ ἐγένετο, τοιαύτην
έχει εὐσεβῆ διάνοιαν· ὅτι αὐτὸς ὁ θεῖος Λόγος, ὁ εἷς
τῇ ὑποστάσει τῆς ἁγίας Τριάδας, μείνας ἀναλλοίωτος
καὶ ἄτρεπτος, ὅπερ ἦν, Θεὸς δηλονότι, προσείλησε
σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ καὶ νοερᾷ καὶ
ταύτην ἤνωσε τῇ θείᾳ φύσει ἐν τῇ οἰκείᾳ ὑποστά
σει, δηλονότι τῆς θεότητος, οὐσιώδη καὶ καθ' ὑπό
στασιν τὴν ἕνωσιν ἐργασάμενος, ὡς μίαν ὑπόστασιν
αὐτὸν ὄντα πιστεύεσθαι καὶ μετὰ τὴν σάρκωσιν,
ἤτοι ἐνανθρώπησιν, τῆς ἁγίας Τριάδος προσθήκην
οὐκ εἰσδεξαμένης προσώπου, καὶ μετὰ σαρκὸς νοοῖτο
καὶ ἔστι. Ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ τὸ εὐαγγελικὸν ῥητὸν ἡ
τῆς Ἐκκλησίας ἀκριβὴς διάληψις ἐξηγεῖται. Τὸ δὲ,
Ea quicunque sic intelligit, quemadmodum et a
sancto pontifice Leone exponuntur, is nihil neque ineptum neque blasphemum pronuntiabit. Rursum scribit Nestorius: Et Verbum caro factum est, et habitavit
in nobis. Leo vero: Sapientia adificavit sibi domum,
nam Verbum caro factum est, et habitavit in nobis.
Has voces neque impius Nestorius ex propriis attu -
lit, neque ipse Leo elocutus est, sed ex divinis Litteris haurientes, in propria commentaria retulerunt.
Verumtamen Nestorius contra consilium ecclesiasticum, et ex sua depravata mente verba evangelica sumpsit: namque, Verbum caro factum est,
sensum hunc pium abtinet: dem divinum Verbum,
unum ex sancta Triade hypostasi cum mansisset immutabile immotumque quod erat, Deus scilicet,
assumpsit carnem animatam anima rationis compote et intellectuali, et hane divinam naturæ in pro
pria liypastasi, deitatis nempe, univit, secundun
essentiam et hypostasim unione effecta, ut una
hypostasis ipse post incarnationem, vel assumptum
hominem crederetur nullo additamento personæ
aucta sancta Trinitate, is cum carne comprehenditur, et est. Hoc sensu dictum evangelicum exquisita sinceraque Ecclesiæ commenta.io interpretatur. Ad illud vero, habitavit in nobis, recte Theologus statim subjunxit: ut duo, qua signilicantur, intelligens habitantem, et in quo habitatio fit,
ipsum in carnem immutatum non fuisse mente
concipias, sed potius in carne inhabitasse, ac tau- ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καλῶς γε ποιῶν ὁ Θεολόγος
quam proprio usum corpore, quod ex sancta Virgine principium habuit, templo.
εὐθὺς ἐπήγαγεν, ἵνα δύο νοήσας τὰ σημαινόμενα,
τόν τε σκηνοῦντα, καὶ τὸ ἐν ᾧ ἡ σκήνωσις, μὴ εἰς
σάρκα περιτετράφθαι νοήσῃς αὐτὸν, σκηνῶσαι δὲ μᾶλλον ἐν σαρκὶ ὡς ἰδίῳ προσχρησάμενον σώματι,
τῷ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου ναῷ.
10. Cum porro de Dei Verbi habitatione in carne
propria locutus sit Evangelista, determinandum est,
quot modis dicitur Deus in nobis inhabitare: να
cantur siquidem et sancti templum Dei, in quo
Deus habitat: sed in illis actione habitare probe
recteque dixeris. Vocatur item et Virgo templum
Dei: in ipsa etenim Deus Verbum essentia habitavit, quod plus habet et sine comparatione eximium
præ aliis sanctis; in propria vero carne, qua ut
proprio usus est corpore ex sancta Virgine templo
secundum essentiam et hypostasim illi Deus Verbum unitum, habitare dicitur. Ει hæc quidem Ecclesiæ pia sententia est. Sed Nestorius perverse dictum
accepit; namque, Verbum caro factum est, familiaritate et relatione dignitatis, aut consilio, aut beneplacito
factum fuisse dixit: cum duos constituat Filios,
alterum Deum Verbum, et alterum singularem hominem ex Maria; sic et illud, habitavit in nobis,
operatione, aut beneplacito exponebat, quare et
purum hominem enuntiabat Jesum: proptereaque
jure merito anathemale ictus est. Leu vero dicens,
Sapientia ædificavit sibi domum: nạm Verbum caro
factum est, et habitavit in nobis, pie intelligens, et
ad Ecclesiæ mentem, ut antea declaravimus, non a
perverso Nestorii intellectu abripitur, propterea
ι'. Ἐπειδὴ δὲ περὶ σκηνώσεως, ἤτοι κατοικήσεως
τοῦ Θεοῦ Λόγου πρὸς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐῤῥέθη τῷ
εὐαγγελιστῇ, διοριστέον κατὰ πόσους τρόπους ὁ Θεὸς
λέγεται ἐνοικεῖν ἐν ἡμῖν. Λέγονται γὰρ καὶ οἱ ἅγιοι
ναὸς Θεοῦ, ἐν ᾧ ὁ Θεὸς κατοικεῖ, ἀλλ' ἐν τούτοις
κατ' ἐνέργειαν φήσειεν ἂν ὁ ὀρθὸς λόγος εἰρῆσθαι.
Λέγεται δὲ πάλιν καὶ ἡ Παρθένος ναὸς Θεοῦ. Ἐν
ταύτῃ γὰρ ὁ Θεὸς Λόγος οὐσιωδῶς κατῴκησεν, ὅπερ
πλέον ἐστὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων, καὶ ἀσυγκρίτως· ἐν
δὲ τῇ οἰκείᾳ σαρκὶ, ᾗ ὡς οἰκείῳ προσεχρήσατο σύ
ματι, τῷ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου ναῷ, οὐσιωδῶς καὶ
καθ᾽ ὑπόστασιν ἑνωθεὶς αὐτῷ ὁ Θεὸς Λόγος κατοικεῖν ἐν αὐτῷ λέγεται. Καὶ ταύτῃ μὲν τῆς Ἐκκλη
σίας τὸ εὐσεβὲς φρόνημα. Ο δὲ Νεστόριος διεστραμ
μένως τὸ ῥητόν. Τὸ γὰρ, Ο Λόγος σὰρξ ἐγένετο,
ἐν οἰκειώσεως λόγῳ, καὶ κατὰ ἀναφορὰν ἀξιώματος,
ἢ ταυτοβουλίαν, ἢ εὐδοκίαν τοῦτο ἔφη. Ἐπειδὴ δύο
ποιεῖ υἱοὺς, ἄλλον τὸν Θεὸν Λόγον, καὶ ἄλλον ἄνθρω
πον ἰδικὸν, τὸν ἐκ Μαρίας· ὡσαύτως δὲ καὶ τὸ,
ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, κατ' ἐνέργειαν, ἢ εὐδοκίαν
έφασκεν· ὅθεν καὶ ψιλὸν ἄνθρωπον ὡμολόγει τὸν
Ἰησοῦν· διά τοι τοῦτο δικαίως τῷ ἀναθέματι καθυπο
βέβληται. Ὁ δὲ δὴ Λέων λέγων, ὅτι Η σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον· καὶ γὰρ ὁ Λόγος σάρξ.
ἐγένετο, καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, εὐσεβοφρόνως
col. 619–620page 15 of 38
PG 105:619νοήσας κατὰ τὸ βούλημα τὸ ἐκκλησιαστικόν, δ καὶ φθάσαντες είπομεν, οὐ συνεπάγεται τη διεστραμμένη νοήσει τοῦ Νεστορίου διά τοι τοῦτο οὐδὲ συμ φρονεῖ αὐτῷ ἐν τούτοις. Γράφει Νεστόριος, τὰς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ χωρίζων, ὅτι Διπλῆ ἐστιν ἡ φύσις εἰς ἐν ἀξίωμα. Γράφει Λέων· Τὸ πεινῆσαι, καὶ διψῆσαι, καὶ κοπιάσαι, ἀνθρώπινον, τὸ δὲ ἐκ πέντε ἄρτων ἄνδρας πεντακισχιλίους χορτάσαι, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν χαρίσασθαι τῇ Σαμα ρείτιδι, τοῦτο θεότητος. 'Αλλ' ὁ μὲν Νεστόριος οὐ διὰ τὸ εἰπεῖν, Διπλῆ ἐστιν ἡ φύσις, ἤδη κατακέκριται· πλεῖστοι γὰρ ὅσοι, μᾶλλον δὲ πάντες οἱ θεο φόροι Πατέρες τουτί διατρανοῦσιν ἐπὶ Χριστοῦ, ὅτι διπλοῦς ἦν. Καὶ ἄκουσον τοῦ ἐν θεολογία Γρηγορίου λέγοντος· Διπλοῦς ἦν, ἐπεὶ καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἐδί ψησε, καὶ ὅσα νόμῳ σώματος ἦν· ἀλλ' ὅτι ἐπήνεγκεν, εἰς ἐν ἀξίωμα, ἐνεργῶς ὑποδηλῶν τὰς φύσεις κεχωρισμένας, καὶ ἰδιοσυστάτους ποιῶν, καὶ σχετικήν, λέγω δὴ τὴν κατὰ ἀναφορὰν ἀξιώματος πρὸς τὸν θεῖον Λόγον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν ἕνωσιν κεκτῆσθαι· διά τοι τοῦτο καὶ ἀπόβλητος. Ὁ δὲ δὴ Λέων ὀρθοδόξως τὸ μὲν διψῆσαι, καὶ πεινῆσαι, καὶ κοπιάσαι τὸν Χριστὸν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον εἴρηκε, τὸ δὲ θαυματουργῆσαι κατὰ τὸ θεϊκὸν μέρος ἐξέθετο. Ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ ἡ καθολική Εκκλησία ἐπὶ Χρι στοῦ νοεῖν ἡμᾶς ἐκδιδάσκει, τὰ μὲν ταπεινὰ τῇ ἀν θρωπότητι προσάπτουσα, τὰ δὲ ὑψηλὰ τῇ θεότητι. Εὐσεβῆς ἄρα ὁ Λέων ἀποδέδεικται, καὶ οὐ συμφώνων τῷ Νεστορίῳ, κἂν ἀδίκως παρὰ σοῦ συκοφαντῆται. Εἰ δὲ τοῦτο, μάτην προφασίζῃ προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, καὶ οὐκ ἀποδέχῃ τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον, καὶ τὸ παρ' αὐτῆς ὀρθὸν δόγμα, τὸ ἐπὶ τῆς οικονομίας Χριστοῦ ἐρισθέν. Οὐ γὰρ τὸν ἕνα Χριστὸν εἰς δύο διαιρεῖ, καὶ χωρισμὸν ἀπὸ Θεοῦ ἐμποιεῖ, ὡς σὺ φανερῶς διαψεύδῃ, μᾶλλον μὲν οὖν ἐνοῖ, καὶ βα σιλείας οὐρανῶν πρόξενον τὸν ταύτην ἀσμένως ἀπο δεχόμενον καθίστησιν, εἴπερ καὶ αὐτὴν ὀρθοφρόνως ἐτράνωσε καλῶς τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον. ια΄. Ἐπεὶ δὲ οὐ μόνον ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν χρήσεων τοῦ ματαιόφρονος Νεστορίου, καὶ τοῦ ἐν ἁγίοις πάπα Λέοντος επειράθης διαβαλεῖν τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον, εἰ καὶ ὁ λόγος σου γέγονεν ἀπίθανος καὶ ἀσύμβατος, ἀλλ᾽ ἢ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συνόδου παρα κεκομμένας λαβὼν ῥήσεις, ἔτι γε μὴν καὶ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, διὰ τῆς παραθέσεως τὴν διαφωνίαν ἐν δείξασθαι βούλει· φέρε δή, καὶ ταύτας αὖθις εἰς μέσ σαν θέντες, τὸ σύμφωνον τῆς τε συνόδου καὶ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου σαφέστατα παραστήσωμεν. Εχει ἡ σύνοδος κατὰ λέξιν ὧδε, ὡς σὺ ἐπέστειλας· Γράφει ἡ σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος, ὅτι οὐκ ἠλλοίωσε τῶν φύσεων τὴν διαφορὰν διὰ τῆς ἑνώσεως, ἀλλ' ἐφύλαξε τὸ ἴδιον τῆς ἑκάστου φύσεως. Γράφει ὁ ἅγιος Κύριλλος ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Σούκενσον· "Ενα λέγομεν Υιόν, ὡς καὶ οἱ Πατέ ρες ἐλάλησαν, μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην. Ποίαν οὖν κοινωνίαν ἔχει ἡ τῆς Χαλκηδόνος σύνοδος μετὰ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου; "Οτι ἐκεῖνος μὲν μίαν φύσιν ἐνώσας ἐκ δύο, ἐλάλησε κατὰ τὴν ἁγίαν σύνοδον τὴν ἐν Ἐφέσῳ· ἡ δὲ μετὰ τῶν ἁγίων τριῶν συνόδων ἐδογμάτισε καιREFUTATIO EPISTOLÆ REGIS ARMENIE.
νοήσας κατὰ τὸ βούλημα τὸ ἐκκλησιαστικόν, δ καὶ neque in hisce cum eo consentit. Scribit Nestorius
φθάσαντες είπομεν, οὐ συνεπάγεται τη διεστραμ
μένη νοήσει τοῦ Νεστορίου διά τοι τοῦτο οὐδὲ συμ
φρονεῖ αὐτῷ ἐν τούτοις. Γράφει Νεστόριος, τὰς δύο
φύσεις τοῦ Χριστοῦ χωρίζων, ὅτι Διπλῆ ἐστιν ἡ
φύσις εἰς ἐν ἀξίωμα. Γράφει Λέων· Τὸ πεινῆσαι,
καὶ διψῆσαι, καὶ κοπιάσαι, ἀνθρώπινον, τὸ δὲ
ἐκ πέντε ἄρτων ἄνδρας πεντακισχιλίους χορτάσαι, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν χαρίσασθαι τῇ Σαμαρείτιδι, τοῦτο θεότητος. 'Αλλ' ὁ μὲν Νεστόριος οὐ
διὰ τὸ εἰπεῖν, Διπλῆ ἐστιν ἡ φύσις, ἤδη κατακέκριται· πλεῖστοι γὰρ ὅσοι, μᾶλλον δὲ πάντες οἱ θεο
φόροι Πατέρες τουτί διατρανοῦσιν ἐπὶ Χριστοῦ, ὅτι
διπλοῦς ἦν. Καὶ ἄκουσον τοῦ ἐν θεολογία Γρηγορίου
λέγοντος· Διπλοῦς ἦν, ἐπεὶ καὶ ἐκοπίασε, καὶ ἐδί
ψησε, καὶ ὅσα νόμῳ σώματος ἦν· ἀλλ' ὅτι ἐπήνεγκεν, εἰς ἐν ἀξίωμα, ἐνεργῶς ὑποδηλῶν τὰς φύσεις
κεχωρισμένας, καὶ ἰδιοσυστάτους ποιῶν, καὶ σχετι
κὴν, λέγω δὴ τὴν κατὰ ἀναφορὰν ἀξιώματος πρὸς
τὸν θεῖον Λόγον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν τὴν ἕνωσιν
κεκτῆσθαι· διά τοι τοῦτο καὶ ἀπόβλητος. Ὁ δὲ δὴ
Λέων ὀρθοδόξως τὸ μὲν διψῆσαι, καὶ πεινῆσαι, καὶ
κοπιάσαι τὸν Χριστὸν κατὰ τὸ ἀνθρώπινον εἴρηκε, τὸ
δὲ θαυματουργῆσαι κατὰ τὸ θεϊκὸν μέρος ἐξέθετο.
Ταύτῃ τῇ ἐννοίᾳ ἡ καθολική Εκκλησία ἐπὶ Χριστοῦ νοεῖν ἡμᾶς ἐκδιδάσκει, τὰ μὲν ταπεινὰ τῇ ἀνθρωπότητι προσάπτουσα, τὰ δὲ ὑψηλὰ τῇ θεότητι.
Εὐσεβῆς ἄρα ὁ Λέων ἀποδέδεικται, καὶ οὐ συμφω
νῶν τῷ Νεστορίῳ, κἂν ἀδίκως παρὰ σοῦ συκοφαντῆται. Εἰ δὲ τοῦτο, μάτην προφασίζῃ προφάσεις ἐν
ἁμαρτίαις, καὶ οὐκ ἀποδέχῃ τὴν ἁγίαν τετάρτην
σύνοδον, καὶ τὸ παρ' αὐτῆς ὀρθὸν δόγμα, τὸ ἐπὶ τῆς
οικονομίας Χριστοῦ ἐρισθέν. Οὐ γὰρ τὸν ἕνα Χριστὸν
εἰς δύο διαιρεῖ, καὶ χωρισμὸν ἀπὸ Θεοῦ ἐμποιεῖ, ὡς
σὺ φανερῶς διαψεύδῃ, μᾶλλον μὲν οὖν ἐνοῖ, καὶ βασιλείας οὐρανῶν πρόξενον τὸν ταύτην ἀσμένως ἀποδεχόμενον καθίστησιν, εἴπερ καὶ αὐτὴν ὀρθοφρόνως
ἐτράνωσε καλῶς τὸ κατὰ Χριστὸν μυστήριον.
ια΄. Ἐπεὶ δὲ οὐ μόνον ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν
χρήσεων τοῦ ματαιόφρονος Νεστορίου, καὶ τοῦ ἐν
ἁγίοις πάπα Λέοντος επειράθης διαβαλεῖν τὴν ἁγίαν
τετάρτην σύνοδον, εἰ καὶ ὁ λόγος σου γέγονεν ἀπίθανος
καὶ ἀσύμβατος, ἀλλ᾽ ἢ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς συνόδου παρακεκομμένας λαβὼν ῥήσεις, ἔτι γε μὴν καὶ τοῦ ἁγίου
Κυρίλλου, διὰ τῆς παραθέσεως τὴν διαφωνίαν ἐνδείξασθαι βούλει· φέρε δή, καὶ ταύτας αὖθις εἰς μέσ
σαν θέντες, τὸ σύμφωνον τῆς τε συνόδου καὶ τοῦ
ἁγίου Κυρίλλου σαφέστατα παραστήσωμεν. Εχει ἡ
σύνοδος κατὰ λέξιν ὧδε, ὡς σὺ ἐπέστειλας· Γράφει
ἡ σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος, ὅτι οὐκ ἠλλοίωσε
τῶν φύσεων τὴν διαφορὰν διὰ τῆς ἑνώσεως, ἀλλ'
ἐφύλαξε τὸ ἴδιον τῆς ἑκάστου φύσεως. Γράφει ὁ
ἅγιος Κύριλλος ἐν τῇ πρώτῃ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς
Σούκενσον· "Ενα λέγομεν Υιόν, ὡς καὶ οἱ Πατέ
ρες ἐλάλησαν, μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην. Ποίαν οὖν κοινωνίαν ἔχει ἡ τῆς Χαλκη
δόνος σύνοδος μετὰ τοῦ ἁγίου Κυρίλλου; "Οτι
ἐκεῖνος μὲν μίαν φύσιν ἐνώσας ἐκ δύο, ἐλάλησε
κατὰ τὴν ἁγίαν σύνοδον τὴν ἐν Ἐφέσῳ· ἡ δὲ
PATROL. GR CY.
duas in Christo naturas separans: Duplex est naturu
in una dignitate. Scribit Leo: Cumque fame, sili, et
laboribus depugnasse, humanum est: quinque vero panibus, quinque hominum millia exsaturasse, el aquam
vivam Samaritanæ elargitum fuisse, hoc vero deitatis
est. Et Nestorius quidem, non quod dixerat: Duplex
est natura, ideo condemnatus est: cum plurimi
eliam ex sanctis Patribus hoc idem de Christo assem
verarunt, duplicem esse. Audi in divinis pertractandis egregium Gregorium. Duplex erat, ait;
nam et laboruvit, et sitivit, aliaque, quæ ex lege corporis tenebatur, perpessus est. Sed quod addidit, in
una dignitale, aperte divisas naturas innuens, et per
se subsistentes enuntians, et respectivam, eam, inquam, quam secundum dignitatis relationem all
divinum Verbum humana natura unionem possedit
confirmans; proptereaque proscriptus est. Leo vero
satis pie, et cum recte sentientibus, cum fame,
siti, et laboribus depugnasse Christum Irumana natura asseruit, at miracula effecisse de divina parte
interpretatus est. Similia catholica Ecclesia de
Christo nos docet, humilia humanitati ascribens,
sublimia deitati vindicans. Ple itaque Leo sentit,
uti demonstratum est, nec cum Nestorio convenit,
licet a te immerito de eo insimuletur. Id si ita est,
frustra prætextus prætexis in peccatis, et sanctam
quartam synodum ipsiusque probam assertionemi
non recipis, quam illa de conomia Christi præescripsit: neque enim unum Christuin in duo dividit, et a Deo separationem introducit, ut tu apertu
mentiris; quinimo potius unit, hospitemque regui
cœlorum, qui eam libenter amplectitur, constituit; si et ipsa rccle sentiens cum sanctis tritus
synodis decrevit, probeque Christi mysterium pablicavit.
μετὰ τῶν ἁγίων τριῶν συνόδων ἐδογμάτισε και
11. Quando vero non tantum ex comparation:
dictorum amentissimi Nestorii, et sancti pontificis
Leonis conatus es sanctam quartam synodum criminari, quamvis id neque probabilibus, neque concludentibus rationibus egeris, sed ex ipsius etiam
synodi obtruncatis ac mutilis assertis, necnon et
sancti Cyrilli invicem comparatis dissensione
ostendere contendis, age ipsis in medium positis
et examinatis, synodi sanctique Cyrilli consensionem quam compertissime comprobemus. Verba
ipsa synodi sunt, ut ipse scripto tuo significasti:
Scribit Chalcedonensis synodus: Non immutavit
naturarum differentiam per unionem, sed proprium
waiuscujusque natura conservavit. Scribit sanctua
Cyrillus prima ad Sucensum epistola: Unum dicimus
Filium, quemadmodum et Patres locuti sunt, unum
naturam Dei Verbi incarnatam. Quid itaque Chalcedonensi synodo cum sancto Cyrillo commune est? Ille
unam naturam uniens ex duabus secundum sanctam
synodum Ephesinam locutus est; at Chalcedonensis
synodus ex duabus naturis separatis enuntiavit. Hi»,
col. 621–622page 16 of 38
PG 105:621ἢ τῆς Χαλκηδόνος σύνοδος, ἐκ δύο φύσεων κεχωρισμένων ἐλάλησεν. Ἐνταῦθα μὲν δοκεῖς παριστῶν ἀσύμφωνον, καὶ ἀνομόλογον τὸν ἐν ἁγίοις Κύριλλον πρὸς τὴν σύνοδον τὴν ἐν Χαλκηδόνι, διὰ τὸ οἴεσθαι σε, μίαν αὐτὸν εἰρηκέναι τοῦ Λόγου φύσιν μετὰ τὴν σάρκωσιν, τῆς συνάδου δύο φύσεις μετὰ τὴν ἕνωσιν έκφωνησάσης. 'Αλλ', ὡς ὁ λόγος παρίστησι, σύμφων νος ἔσται μᾶλλον ὁ Κύριλλος διὰ τῆσδε τῆς χρήσεως τῇ ἁγίᾳ τετάρτῃ συνόδῳ, ἤπερ ἀσύμφωνος. Ἐπειδὴ ὁ μὲν Νεστόριος, ἡνίκα ἂν δύο φύσεις ἔλεγε τις ἐπὶ Χριστοῦ, παραυτά συνήρπαζε τὴν φωνὴν εἰς τὸ οἱ κεῖον βούλημα, καὶ συνῆγε δύο πρόσωπα. Έλεγε γάρ· Οὐκ ἔστι φύσις ἀπρόσωπος, ήγουν χωρίς αιτ κείου προσώπου. Τούτου οὖν τὴν δυστροπίαν προ ορῶν ὁ ἐν ἁγίοις Κύριλλος, μίαν φύσιν τοῦ Λόγου εἴρηκε, καὶ ταύτην δηλονότι σεσαρκωμένην, οὐ μᾶλλον συμφωνεῖ τῇ ἁγίᾳ τετάρτη συνόδῳ, δύο καὶ τοῦτα λέγων, ὅτι ὁ λόγος μετὰ σαρκὸς ἡνωμένος καθ' ὑπόστασιν, τὸ ὅλον μία φύσις γέγονε. Εἰ γὰρ οὕτως ἐννοῶν εἴρηκεν, ὡς ὑμεῖς φατε, τάχα ἂν ἀσύμφωνος και διαμαχόμενος αὐτὸς ἑαυτῷ ἔσται, ὧδε μὲν οὕτως λέγων μίαν εἶναι φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου μετὰ τὴν σάρκωσιν, ἤγουν τὴν θεότητὰ καὶ τὴν ἀνθρωπότητα συνελθούσας ἀμφοτέρας ἀποτελέσαι μίαν φύσιν καθ' ὑμᾶς σύνθετον. Αλλαχόσε δὲ αὐτὸς ἐκεῖνο; οὐ μόνον ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Σούκινσον, ἀλλὰ καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἐν οἷς διείληπται περὶ τῆς οἰκονομίας, καὶ τοῦ κατὰ Χριστὸν μυστηρίου φαίνεται πάλιν, ἐν δύο φύσεσι τὸν Χρισ στὸν, καὶ δύο φύσεις είναι μετὰ τὴν ἕνωσιν, τρανώς διαγορεύων. Καὶ οὐ μόνον τουτ', ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ἔσται Πατράσιν ἐναντίος· ὅπερ ἐστὶ λέγειν ψευδές το καὶ δύσφημον. Σχεδὸν δὲ εἰπεῖν πάντες διαρρήδην κεκράγασιν, ὅτι ὁ Χριστὸς, ήγουν ἡ μία ὑπόστασις ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἐστὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν· εἴπερ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς τέλειός ἔστι μετὰ τὴν ἕνωσιν. Αλλ' ἐκ περιόδου τὸ ὅλον, ήγουν τὸν Χριστὸν μίαν φύσιν τοῦ Λόγου σεσαρκωμένην εἰπὼν, ἐκ τῶν μερῶν τὸ ὅλον ἐνέφηνεν. Η γὰρ μία φύσις του Λόγου ἡ αὐτή ἐστι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, προσκειμένου δὲ ὅτι σεσαρκωμένη, όπερ δηλοῖ ἐψυχωμένη ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερά, ὡς καὶ αὐτὸς λέγει, πάντως τὴν καθ' ἡμᾶς φύσιν δηλοί ὅπερ ἐμφαίνει, ήγουν τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις εἶναι, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην. Εἰ δὲ τοῦτο, φανερὸν ὅτι αὐτὸς διὰ περιόδου ἐμφήνας φύσεις ἔχειν τὸν ἕνα τῇ ὑποστάσει ὄντα Χριστὸν, καὶ Κύριον, καὶ Θεὸν ἡμῶν. Πλὴν οὖν ἄκουσον τί φησιν ὁ ἐν ἁγίοις Κύπ ριλλος ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Σούκενσον ὑπεραπολογούμενος, διὰ τὸ εἰπεῖν μίαν φύσιν τοῦ Λόγου σεσαρκωμένην· Εἰ μὲν μίαν εἰπόντες τοῦ Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ, σεσαρκωμένην, ἀλλ᾽ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκο νομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος, προσποιουμένοις ἐρωτᾷ Ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀν θρωπότητι, ἢ πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ' ἡμᾶς οὐσία; Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης, καὶ τῆς καθ' ἡμᾶς ουσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν σεσαρκωμένην, παυσάσθωσανut tibi videris, sanctum Cyrillum a Chalcedonensi ἢ τῆς Χαλκηδόνος σύνοδος, ἐκ δύο φύσεων κεχω
ρισμένων ἐλάλησεν. Ἐνταῦθα μὲν δοκεῖς παριστῶν
ἀσύμφωνον, καὶ ἀνομόλογον τὸν ἐν ἁγίοις Κύριλλον
πρὸς τὴν σύνοδον τὴν ἐν Χαλκηδόνι, διὰ τὸ οἴεσθαι
σε, μίαν αὐτὸν εἰρηκέναι τοῦ Λόγου φύσιν μετὰ τὴν
σάρκωσιν, τῆς συνάδου δύο φύσεις μετὰ τὴν ἕνωσιν
έκφωνησάσης. 'Αλλ', ὡς ὁ λόγος παρίστησι, σύμφων
νος ἔσται μᾶλλον ὁ Κύριλλος διὰ τῆσδε τῆς χρήσεως
τῇ ἁγίᾳ τετάρτῃ συνόδῳ, ἤπερ ἀσύμφωνος. Ἐπειδὴ
ὁ μὲν Νεστόριος, ἡνίκα ἂν δύο φύσεις ἔλεγε τις ἐπὶ
Χριστοῦ, παραυτά συνήρπαζε τὴν φωνὴν εἰς τὸ οἱ
κεῖον βούλημα, καὶ συνῆγε δύο πρόσωπα. Έλεγε
γάρ· Οὐκ ἔστι φύσις ἀπρόσωπος, ήγουν χωρίς αιτ
κείου προσώπου. Τούτου οὖν τὴν δυστροπίαν προορῶν ὁ ἐν ἁγίοις Κύριλλος, μίαν φύσιν τοῦ Λόγου
synodo discrepare, et diversa ab ea tenere prolas:
quod existimas eum unam asseruisse Verbi maturam post carnem assumptam, synodo duas raturas post unionem acclamaute. Sed, ut verba inferunt, hoc dicto magis ac magis sanctae quartz synodo Cyrillus consentit, tantum abest, ut au ea
dissideat. Quandoquidem Nestorius statim atque
quispiam duas de Christo naturas enuntiasset, dictum in proprium sensum trahebat, concludebatque
duas personas: asserebat siquidem nullam esse
naturam absque persona, propria nempe. Mujus ingenii perversitatem prævidens sanctus Cyrillus,
unam dixit Verbi naturam, eamque incarnatani,
mon id innuens, Verbum cum carne unitum secundum Lypostasim totum uuam naturam factum εἴρηκε, καὶ ταύτην δηλονότι σεσαρκωμένην, οὐ
fuisse; si enim id innuens ita locutus fuisset,
quemadmodum vos contenditis, ipse, sibi ipsi adVersa atque contraria pronuntiasset, hic inquiens,
unam esse naturam Dei Verbi post incarnationem,
hoc est, deitatem et humanitatem in unum ambas
coactas, unam effecisse naturam, ut vos dicitis,
compositam alibi vero non tantum in secunda ad
Sucensum epistola, sed fere, ut ita dicam, locis
omnibus, in quibus de economia Christique mysterio agit, deprehenditur in dualus naturis Christum, et duas esse naturas post unionem, palam
aperteque dicere: neque id solum, sed aliis quoque Patribus adversabitur, quod sane falsum est
tantoque viro injurium. Fere enim omnes clare intonant Christum, hoc est, unam hypostasim in
duabus naturis, et duas naturas esse post unionem:
si ille Deus et homo idem perfectus est post unionem. Sed obiter totum, Christum, nempe unam
naturam Verbi incarnaam tradens, ex partibus
totum significavit: una siquidem natura Verbi eadem est, atque Dei, et Patris, et Spiritus sancti;
cum vero annectitur incarnata, quod notat animata
anima rationis compote, et intellectuali, ut et ipse
dicit, omnino nostram naturam indicat, quod exprimit, duas Christi naturas esse, divinam atque
humanam: hoc si ita est, manifestum Gt eum potius sanctæ quartæ synodo conformari, duas et
ipsam obiter significantein naturas habere unum
hypostasi Christum, et Dominum, et Deum no- μᾶλλον συμφωνεῖ τῇ ἁγίᾳ τετάρτη συνόδῳ, δύο καὶ
strum. Audi nihilominus quid divus Cyrillus sėcunda ad Sucensum epistola tralal respondens,
quod dixerat unam Verbi naturam incarnataṁ.
Si unam dicentes Verbi naturam tacuissemus, non
adnectentes incarnatam, quasi economia mysterium
adulterantes, esset fortasse ipsis oratio non absque
verosimilitudine, cum fingant se interrogare: Ubi
est perfectum in humanitate? aut quomodo subsistat
secundum nos essentia? Cum vero et in humanitate
perfectio, et nostræ natura indicatio introducta est,
quod dicamus incarnatam, quiescant arundineum
calamum sibi ad incumbendum supponentes. Ecce
jam considera incarnatam ad nostram essentiam
manifestandam appositam fuisse, doctorem asseτοῦτα λέγων, ὅτι ὁ λόγος μετὰ σαρκὸς ἡνωμένος
καθ' ὑπόστασιν, τὸ ὅλον μία φύσις γέγονε. Εἰ γὰρ
οὕτως ἐννοῶν εἴρηκεν, ὡς ὑμεῖς φατε, τάχα ἂν
ἀσύμφωνος και διαμαχόμενος αὐτὸς ἑαυτῷ ἔσται,
ὧδε μὲν οὕτως λέγων μίαν εἶναι φύσιν τοῦ Θεοῦ
Λόγου μετὰ τὴν σάρκωσιν, ἤγουν τὴν θεότητὰ καὶ
τὴν ἀνθρωπότητα συνελθούσας ἀμφοτέρας ἀποτελέσαι
μίαν φύσιν καθ' ὑμᾶς σύνθετον. Αλλαχόσε δὲ αὐτὸς
ἐκεῖνο; οὐ μόνον ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς
Σούκινσον, ἀλλὰ καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἐν οἷς διείληπται περὶ τῆς οἰκονομίας, καὶ τοῦ κατὰ Χριστὸν
μυστηρίου φαίνεται πάλιν, ἐν δύο φύσεσι τὸν Χρισ
στὸν, καὶ δύο φύσεις είναι μετὰ τὴν ἕνωσιν, τρανώς
διαγορεύων. Καὶ οὐ μόνον τουτ', ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις
ἔσται Πατράσιν ἐναντίος· ὅπερ ἐστὶ λέγειν ψευδές το
καὶ δύσφημον. Σχεδὸν δὲ εἰπεῖν πάντες διαρρήδην κε
κράγασιν, ὅτι ὁ Χριστὸς, ήγουν ἡ μία ὑπόστασις ἐν δύο
φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἐστὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν· εἴπερ
Θεὸς καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς τέλειός ἔστι μετὰ τὴν
ἕνωσιν. Αλλ' ἐκ περιόδου τὸ ὅλον, ήγουν τὸν Χριστὸν
μίαν φύσιν τοῦ Λόγου σεσαρκωμένην εἰπὼν, ἐκ τῶν
μερῶν τὸ ὅλον ἐνέφηνεν. Η γὰρ μία φύσις του
Λόγου ἡ αὐτή ἐστι τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ τοῦ
ἁγίου Πνεύματος, προσκειμένου δὲ ὅτι σεσαρκωμένη,
όπερ δηλοῖ ἐψυχωμένη ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερά, ὡς
καὶ αὐτὸς λέγει, πάντως τὴν καθ' ἡμᾶς φύσιν δηλοί
ὅπερ ἐμφαίνει, ήγουν τοῦ Χριστοῦ δύο φύσεις εἶναι,
θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην. Εἰ δὲ τοῦτο, φανερὸν ὅτι
αὐτὸς διὰ περιόδου ἐμφήνας φύσεις ἔχειν τὸν ἕνα
τῇ ὑποστάσει ὄντα Χριστὸν, καὶ Κύριον, καὶ Θεὸν
ἡμῶν. Πλὴν οὖν ἄκουσον τί φησιν ὁ ἐν ἁγίοις Κύπ
ριλλος ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐπιστολῇ τῇ πρὸς Σούκενσον
ὑπεραπολογούμενος, διὰ τὸ εἰπεῖν μίαν φύσιν τοῦ
Λόγου σεσαρκωμένην· Εἰ μὲν μίαν εἰπόντες τοῦ
Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ,
σεσαρκωμένην, ἀλλ᾽ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος,
προσποιουμένοις ἐρωτᾷ Ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι, ἢ πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ' ἡμᾶς οὐσία;
Ἐπεὶ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης, καὶ
τῆς καθ' ἡμᾶς ουσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται
διὰ τοῦ λέγειν σεσαρκωμένην, παυσάσθωσαν
col. 623–624page 17 of 38
PG 105:623καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστηρίσαντες. Ιδού; σκόπει τὸ σεσαρκωμένην εἰς δήλωσιν τῆς καθ' ἡμᾶς οὐσίας εἰσκεκομίσθαι λέγοντα τὸν διδάσκαλον, ὡς εἶναι τὴν μίαν τοῦ Λόγου φύσιν καὶ τῆς καθ' ἡμᾶς οὐσίας τὴν δήλωσιν, διὰ τὸ, σεσαρκωμένην, δύο φύ σεων θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος παραστατικόν. Καὶ μετ' ὀλίγα ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ· Ορθότατα δὲ καὶ πάνυ συνετῶς ἡ σὴ τελειότης τὸν περὶ τοῦ σωτηρίου πάθους ἐκτίθεται λόγον, οὐκ αὐτὸν μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καθὸ νοεῖται καὶ ἔστι Θεός, παθεῖν εἰς ἰδίαν φύσιν τὰ σώματος ισχυ ριζομένη, παθεῖν δὲ μᾶλλον τῇ χοϊκῇ φύσει. Δεῖ γὰρ πάντως ἀμφότερα σώζεσθαι ἐν τῷ ἐνὶ καὶ κατὰ ἀλήθειαν Υἱῷ, τὸ μὴ πάσχειν θεϊκῶς, καὶ τὸ λέγεσθαι παθεῖν ἀνθρωπίνως· ἡ αὐτοῦ γὰρ πέπονθε σάρξ. Σκόπει πῶς φύσιν θείαν εἶπε καὶ φύσιν χοϊκὴν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ σώζεσθαι καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν, κἂν σὲ ἀγανακτῇς, καὶ οὐ συγχωρῇς φύ σιν θείαν καὶ φύσιν χοϊκὴν δύο φύσεις εἶναι. Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ ἄκουσον Κυρίλλου ἐκ τοῦ περὶ Τριάδος λόγου· Διττὸν τὸν ἐφ' Υἱῷ λόγον ὁ σου φώτατος Παῦλος, μᾶλλον δὲ σύμπας ὁ τῶν ἁγίων χορὸς ἐγνώκασί τε καὶ εἰσκομίζουσι μετὰ τὸ ἐνωθῆναι σαρκί. Αρά γε τὸν διττὸν ἐφ' Υἱῷ λόγον κατὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς εἰρηκέναι, ἢ κατὰ τὴν φύ σιν; Εἰ μὲν κατὰ τὴν ὑπόστασιν, ἰδοὺ τὸ τοῦ Νεστορίου φρόνημα, ὅπερ ἐστὶν ἀσεβές. Εἰ δὲ κατὰ τὴν φύσιν, σύμφημι, ὅτι καὶ Κύριλλος ὧδε συμφωνεῖ τῇ ἁγίᾳ τετάρτη συνόδῳ, δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ εἰσ πούσῃ. Καὶ σχεδὸν ἐν πᾶσι τοῖς τοῦ ἁγίου συγγράμμασιν εὕροι ἄν τις αὐτὸν, διπλοῦν λέγοντα τὸν Χριστὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν κατὰ φύσιν. Πλὴν εἰσε αχθήτιο αὖθις Γρηγόριος ὁ ἐπὶ τῇ θεολογία περιβόητος ἐν τῷ περὶ Υἱοῦ λόγῳ συνῳδὲ τῇ ἁγίᾳ τετάρτῃ συν όδῳ φάσκων· Θεὸς δ' ἂν λέγοιτο, οὐ τοῦ Λόγου, τοῦ ὁρωμένου δέ. Πῶς γὰρ ἂν εἴη του κυρίως θεοῦ Θεὺς, ὥσπερ καὶ Πατὴρ, οὐ τοῦ ὁρωμένου, τοῦ Λόγου δέ; Καὶ γὰρ ἦν διπλοῦς, ὥστε τὸ μὲν κυ ρίως ἐπ' ἀμφοῖν, τὸ δὲ οὐ κυρίως. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ εἰς τὰ Γενέθλια Απεστάλη μὲν γὰρ, ἀλλ' ὡς ἄνθρωπος· διπλοῦς γὰρ ἦν. Εἰσαχθήτω καὶ τοῦ Αμβροσίου Μεδιολάνων ἐπισκόπου πρὸς Γρατιανόν βασιλέα, ἥντινα χρήσιν προήγαγε Κύριλλος ἐν τῇ κατ' Ἔφεσον συνόδῳ κατὰ Νεστορίου· Φυλάξωμεν τὴν διαφορὰν τῆς θεότητος καὶ τῆς σαρκός· εἷς γὰρ ἐν ἑκατέρᾳ λαλεῖ ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός· ἐπειδὴ ἐν αὐτῷ ἑκατέρα φύσις ἐστίν. Ικανὰ μὲν καὶ ταῦτα παραστῆσαι τὴν συμφωνίαν τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου μετὰ Κυρίλλου καὶ τῶν λοιπῶν Πατέρων, καὶ τῆς ἐν Ἐφέσῳ συνόδου. Καὶ εἰ μή τις λόγου έκτασις διεκώλυε, τάχα ἂν πολλαῖς καὶ σχεδὸν εἰπεῖν ἀπείροις μαρτυρίαις, ἔκ τε Γραφικῶν λογίων, καὶ Πατρικών συγγραμμάτων, καὶ συλλογισμοῖς ἀπο δεικτικοῖς χρησάμενοι, παριστἂν εἴχομεν τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου την συμφωνίαν πρὸς ταῖς ἄλλαι; τρισὶν ἁγίαις συνόδοις, καὶ πρὸς αὐτὴν ἀλήθειαν. Ἐπεὶ οὖν ὁ λόγος ἐναργώς τουτί παρέστησεν, ἀπό στηθι τοῦ διασύρειν τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον, είπερ τὴν ἑαυτοῦ ἐπισπᾷ σωτηρίαν, καὶ τοὺς κατ' ἐκεῖνοκαλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστηρίσαντες. Ιδού rentem; ut sit una Verbi natura, et nostræ essenσκόπει τὸ σεσαρκωμένην εἰς δήλωσιν τῆς καθ' ἡμᾶς
οὐσίας εἰσκεκομίσθαι λέγοντα τὸν διδάσκαλον, ὡς
εἶναι τὴν μίαν τοῦ Λόγου φύσιν καὶ τῆς καθ' ἡμᾶς
· οὐσίας τὴν δήλωσιν, διὰ τὸ, σεσαρκωμένην, δύο φύσεων θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος παραστατικόν.
Καὶ μετ' ὀλίγα ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ· Ορθότατα δὲ
καὶ πάνυ συνετῶς ἡ σὴ τελειότης τὸν περὶ τοῦ
σωτηρίου πάθους ἐκτίθεται λόγον, οὐκ αὐτὸν
μονογενῆ Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καθὸ νοεῖται καὶ ἔστι
Θεός, παθεῖν εἰς ἰδίαν φύσιν τὰ σώματος ισχυ
ριζομένη, παθεῖν δὲ μᾶλλον τῇ χοϊκῇ φύσει. Δεῖ
γὰρ πάντως ἀμφότερα σώζεσθαι ἐν τῷ ἐνὶ καὶ
κατὰ ἀλήθειαν Υἱῷ, τὸ μὴ πάσχειν θεϊκῶς, καὶ
τὸ λέγεσθαι παθεῖν ἀνθρωπίνως· ἡ αὐτοῦ γὰρ
πέπονθε σάρξ. Σκόπει πῶς φύσιν θείαν εἶπε καὶ
φύσιν χοϊκὴν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ σώζεσθαι καὶ μετὰ
τὴν ἔνωσιν, κἂν σὲ ἀγανακτῇς, καὶ οὐ συγχωρῇς φύσιν θείαν καὶ φύσιν χοϊκὴν δύο φύσεις εἶναι.
Καὶ πάλιν ἀλλαχοῦ ἄκουσον Κυρίλλου ἐκ τοῦ περὶ
Τριάδος λόγου· Διττὸν τὸν ἐφ' Υἱῷ λόγον ὁ σου
φώτατος Παῦλος, μᾶλλον δὲ σύμπας ὁ τῶν ἁγίων
χορὸς ἐγνώκασί τε καὶ εἰσκομίζουσι μετὰ τὸ
ἐνωθῆναι σαρκί. Αρά γε τὸν διττὸν ἐφ' Υἱῷ λόγον
κατὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς εἰρηκέναι, ἢ κατὰ τὴν φύσιν; Εἰ μὲν κατὰ τὴν ὑπόστασιν, ἰδοὺ τὸ τοῦ Νεστο
ρίου φρόνημα, ὅπερ ἐστὶν ἀσεβές. Εἰ δὲ κατὰ τὴν
φύσιν, σύμφημι, ὅτι καὶ Κύριλλος ὧδε συμφωνεῖ τῇ
ἁγίᾳ τετάρτη συνόδῳ, δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ εἰσ
πούσῃ. Καὶ σχεδὸν ἐν πᾶσι τοῖς τοῦ ἁγίου συγγράμμασιν εὕροι ἄν τις αὐτὸν, διπλοῦν λέγοντα τὸν
Χριστὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν κατὰ φύσιν. Πλὴν εἰσε
αχθήτιο αὖθις Γρηγόριος ὁ ἐπὶ τῇ θεολογία περιβόητος
ἐν τῷ περὶ Υἱοῦ λόγῳ συνῳδὲ τῇ ἁγίᾳ τετάρτῃ συνόδῳ φάσκων· Θεὸς δ' ἂν λέγοιτο, οὐ τοῦ Λόγου,
τοῦ ὁρωμένου δέ. Πῶς γὰρ ἂν εἴη του κυρίως θεοῦ
Θεὺς, ὥσπερ καὶ Πατὴρ, οὐ τοῦ ὁρωμένου, τοῦ
Λόγου δέ; Καὶ γὰρ ἦν διπλοῦς, ὥστε τὸ μὲν κυ
ρίως ἐπ' ἀμφοῖν, τὸ δὲ οὐ κυρίως. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ
τοῦ εἰς τὰ Γενέθλια Απεστάλη μὲν γὰρ, ἀλλ' ὡς
ἄνθρωπος· διπλοῦς γὰρ ἦν. Εἰσαχθήτω καὶ τοῦ
Αμβροσίου Μεδιολάνων ἐπισκόπου πρὸς Γρατιανόν
βασιλέα, ἥντινα χρήσιν προήγαγε Κύριλλος ἐν τῇ
κατ' Ἔφεσον συνόδῳ κατὰ Νεστορίου· Φυλάξωμεν
τὴν διαφορὰν τῆς θεότητος καὶ τῆς σαρκός· εἷς p
γὰρ ἐν ἑκατέρᾳ λαλεῖ ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός· ἐπειδὴ
ἐν αὐτῷ ἑκατέρα φύσις ἐστίν. Ικανὰ μὲν καὶ
ταῦτα παραστῆσαι τὴν συμφωνίαν τῆς ἁγίας τετάρτης
συνόδου μετὰ Κυρίλλου καὶ τῶν λοιπῶν Πατέρων,
καὶ τῆς ἐν Ἐφέσῳ συνόδου. Καὶ εἰ μή τις λόγου
έκτασις διεκώλυε, τάχα ἂν πολλαῖς καὶ σχεδὸν εἰπεῖν
ἀπείροις μαρτυρίαις, ἔκ τε Γραφικῶν λογίων, καὶ
Πατρικών συγγραμμάτων, καὶ συλλογισμοῖς ἀποδεικτικοῖς χρησάμενοι, παριστἂν εἴχομεν τῆς ἁγίας
τετάρτης συνόδου την συμφωνίαν πρὸς ταῖς ἄλλαι;
τρισὶν ἁγίαις συνόδοις, καὶ πρὸς αὐτὴν ἀλήθειαν.
Ἐπεὶ οὖν ὁ λόγος ἐναργώς τουτί παρέστησεν, ἀπό
στηθι τοῦ διασύρειν τὴν ἁγίαν τετάρτην σύνοδον, είπερ
τὴν ἑαυτοῦ ἐπισπᾷ σωτηρίαν, καὶ τοὺς κατ' ἐκεῖνο
tiæ manifestatio per illud incarnatam, quod duas
naturas, deitatis atque humanitatis, constituat. Et
paucis interjectis in eadem epistola: Rectissime
vero, et satis scile tua perfectio salutaris passionis
rationem exponit, non ipsum unigenitum Dei Filium
secundum quod intelligitur et est Deus, passunı
fuisse in propria natura, sed in terrena contendens.
Omnino enim utraque conservanda sunt in uno el
vere Filio, non pati secundum divinitatem, et pati
secundum humanitatem: illius enim caro passa est.
Naturam divinam, ut vides, dixit et naturam terrenam in uno Christo conservari etiam post unionem, licet tu id ægre feras, neque concedas naturam divinam et naturam terrenam duas esse naturas. Ft rursum alio in loco, audi Cyrillum ex oratione de Trinitate: Duplicem de Filio rationem
sapientissimus Paulus, imo universus sanctorum
cœlus agnoverunt et tradunt post unionem cum
carne. Duplicemne ille de Filio rationem secundum
hypostasim posuit, an secundum naturam? Si secundum hypostasim, Nestorii hæresim firmas, quod
impium est; si secundum naturam, et tunc aio
Cyrillum etiam hoc loco cum sancta quarta synodo
concordare, quæ duas in Christo naturas edixit, et
fere eumdem in omnibus suis commentariis offendes, duplicem Christum asserentem post unionem
secundum naturam. Accedat nihilominus rursus
Gregorius in rebus theologicis tractandis percelebris, oratione de Filio, sanctæ quarte synodo conformia scribens: Deus vero dicetur non Verbi, sed
illius, qui conspicitur: qua enim ratione Dei proprie Deus fuerit, quemadmodum et Pater, non illius
qui conspicitur, sed Verbi? namque crat duplex, ut
hoc quidem proprie de ambobus, hoc vero non proprie. Ejusdem in Christi diem natalem: Missus enim
est, sed ut homo, duplex enim erat. Accedat quoque Ambrosius Mediolanensis episcopus ad Gratianum imperatorem, cujus verba Cyrillus in Ephesina synodo adversus Nestorium produxit: Conservemus deitatis et carnis discrimen: unus enim in
utraque loquitur Dei Filius, cum in eo utraque na -
tura sit. Et hæc quiden: satis fuerint ad probandam
cousensionem sanctæ quartæ synodi cum Cyrillo,
et aliis Patribus, necnon et synodo Ephesina.
Quod si sermonis prolixitas non prohiberet, forte
plerisque, et fere innumeris, ut ita dicam, testimoniis ex divinis Eloquiis, et Patrum operibus petitis,
necnon gravissimis ac firmissimis argumentationibus in medium allatis sanctæ quartæ synodi cum
aliis tribus et ipsa veritate concordiam comprobaremus; sed cum oratio aperte id demonstraverit,
finein ponito, sanctam quartam synodum conviciandi, si tue te salutis studium tenet, nec eos
aversaris, qui co temporis hominum frequentia
conspicuam illam synodum cogi decreverunt, et legitime, quæcunque in ea acta sunt, decreto etiam
suo stabiliserunt, Marcianum, inquam, et Pulcheriam, qui summopere majestatem imperatoriam
col. 625–626page 18 of 38
PG 105:625καιροῦ τὴν πολύανδρον ἐκείνην συναθροισθεῖσαν σύνοδον βασιλεῖς ὁρίσαντας, καὶ ἐννόμως πάντα τὰ ἐν αὐτῇ πραχθέντα κελεύσαντας, Μαρκιανόν φημι καὶ Πουλχερίαν, οι μεγάλως τὴν βασίλειον ἐξουσίαν ὀρθοδοξίᾳ μετὰ καὶ τῆς λοιπῆς εὐταξίας εκόσμησαν. Τοσοῦτον γὰρ περιἦν τὸ σέβας τῇ Πουλχερία προς τὴν πάναγνον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, μητέρα τε τοῦ Κυρίου ταύτην πιστῶς ἀποκαλούσῃ καὶ Θεοτόκον, καὶ μετὰ πίστεως πολλῆς ταύτην σεβομένῃ, ὡς καὶ ναοὺς κατ' ἐξαίρετον ἐν τῇ βασιλευούσῃ πόλει ἐπ' ὀνόματι τῆς Θεομήτορος μεγίστους καὶ περικαλλεῖς καὶ κατηγλαϊσμένους δείμασθαι, τὴν ἐπωνυμίαν ἐκ τῶν τόπων ἕκαστον, ἐν ᾧ ᾠκοδόμηντο, λαβόντα, δι' αὐτῶν τὸ θερμὸν τῆς πίστεως αὐτῆς τῆς πρὸς τὴν πάναγνον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν πᾶσιν ἐνδεικνυμένη. Διά τοι τοῦτο, οὐδὲ ὡς τὰ Νεστορίου φρονοῦσαν δεξ σε αὐτὴν διασύρειν, είγε καὶ αὐτὸς Θεοτόκον ὁμολογεῖ; τὴν τοῦ Κυρίου Μητέρα. ιβ'. Ενεφέρετο δὲ καὶ τοῦτο ἐν τῷ γράμματι τῆς σῆς μεγαλονοίας, ὅτι Πολλὰς εἶχομεν μαρτυρίας περὶ τῆς παρ' ἡμῖν δογματιζομένης, ήγουν τῆς μιᾶς φύσεως τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν όμου λογίας παριστᾷν, καὶ πολλὰ τοῦ λέγειν, ἀλλὰ διὰ τὸ μηδὲ ἐν τῷ γράμματι τῆς σῆς ἁγιωσύ της τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν οὐ περιείχε μαρτυρίας, οὐδὲ ἡμεῖς ἐνεγράψαμεν. Πλήν οὖν διευθετούντες τὴν σὴν εὔκλειαν, καὶ ἐν τούτοις τανῦν λέγομεν· Οὐχ ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχε, δεῖ σε μαρτυρίας Πατέρων περὶ πίστεως καὶ δογμάτων ἀναλέγεσθαι. Ἐπεὶ καὶ τοὺς θείους Πατέρας ἐγκλήματι περιγράψειας, καὶ σὲ ἀσινῆ εἰς τὸν τῆς πίστεως λόγον οὐ διατηρήσειας. Πολλὰ γὰρ τοῖς Πατράσι πρὸς κατάχρησιν, ἤτοι κατὰ μεταφοράν, ἢ ὁμωνυμίαν, ἢ ἀντιστροφήν, ἢ ἄλλωςπως ἔστιν εὑρεῖν λέγοντας, καὶ οὐ μόνον τουτί, ἀλλὰ καὶ αἱ θεῖαι Γραφαὶ καὶ ἡ συνήθεια οὕτως τὰ ὀνό ματα μεταχειρίζεται. Καὶ θέα μοι καὶ αὐτὸν τὸν μακάριον Κύριλλον τὰς ὑποστάσεις ἀντὶ τῶν φύ σεων, καὶ τὰς φύσεις ἀντὶ τῶν ὑποστάσεων ἐκλαμβάνοντα. Οἷόν φημι· Εἴ τις διαιρεῖ τὰς ὑποστάσεις. Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς λέγει· Ασύγχυτοι μεμενήκασιν αἱ φύσεις, ήγουν ὑποστάσεις. Ο τε μέγας Αθα νάσιος καὶ πρόσωπα ἐπὶ Χριστοῦ δύο είναι διισχυρίζεται, εἰ μή τις τοῦτο εἶποι, ὅτι καταχρηστικώς τοῖς Πατράσιν ἐῤῥήθη, αὐτούς τε τούτους αἱρετικοὺς ἀποφήσειε, καὶ ἐκ τῶνδε τῶν λόγων ἀναλεγόμενος χρήσεις, ἑαυτόν τε καὶ ἄλλους μεγάλως βλάψειεν. ᾿Αλλὰ χρὴ τὰς τοιαύτας χρήσεις, εἴτίς βούλοιτο ἐκ τῶν θείων Πατέρων ἀναλέγεσθαι, οἷον νομοθετοῦντας περί τινων πραγμάτων, καὶ ὁροθετοῦντας εὑρισκομέν νους, καὶ τὴν οἰκείαν γνώμην ἀνακαλύπτοντας. Οἷόν ἐστι τὸ περὶ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως όνομα παρὰ Βασλείου τοῦ πάνυ λαβὼν διάκρισιν, ταύτην ἔχοντα τὴν διαφορὰν πρὸς ἄλληλα, ἣν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς τὸ καθέκαστον, ἢ καὶ αὐτοὺς καταχρησαμένους ἐν ἄλλοις ὅτι πλείστοις αὐτῶν συγγράμμασι διασαφοῦντας κυρίως, ὅπερ ἀλλαχόσε κατεχρήσαντο, ἢ καὶ ἐν οἷς σύμφωνοι οἱ πλεῖστοι τῶν Πατέρων γεγέν νασιν, ἢ καὶ συνοδικῶς ἐκυρώθη, ἀλλὰ μὴ τῷ ἐξοδικῷ λόγῳ, ᾧ πολλάκις ἄν τις κατὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ ἀμελέστερον διακείμενος καταχρήσοιτο λέξεσιν, ὑπὸ ὑμετέρων νοημάτων πρὸς τοῦτο ἀγόμενος, ἢ καὶ μὴrectae fidei sensibus ceteraque recti ordinis con- καιροῦ τὴν πολύανδρον ἐκείνην συναθροισθεῖσαν
servatione condecorarunt. Tanto enim Pulcheria
immaculatissimam Deiparam Mariam, Matrem eam
Domini fideliter compellans, et Dei genitricem, et
ingenti Gide venerans, cultu prosequebatur, ut templa, et potissimum in regina hac urbiam sub illius
nomine, quam masina, pulcherrima, omnique ore
natu conspicua, singulis cognomine ex loco, in quo
exstructa sunt, indito, exædificaverit per ea inten
sam fidei in immaculatissimam, et Deiparam Ma
riam voluntatis inclinationem suæ omnibus osten.
dens. Propterea improbe cam, nec uti par est,
quasi cum Nestorio sentiret, insimulas, dummodo
et ipse Deiparam Domini Matrem agnoscas.
σύνοδον βασιλεῖς ὁρίσαντας, καὶ ἐννόμως πάντα τὰ
ἐν αὐτῇ πραχθέντα κελεύσαντας, Μαρκιανόν φημι
καὶ Πουλχερίαν, οι μεγάλως τὴν βασίλειον ἐξουσίαν
ὀρθοδοξίᾳ μετὰ καὶ τῆς λοιπῆς εὐταξίας εκόσμησαν.
Τοσοῦτον γὰρ περιἦν τὸ σέβας τῇ Πουλχερία προς
τὴν πάναγνον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, μητέρα τε τοῦ
Κυρίου ταύτην πιστῶς ἀποκαλούσῃ καὶ Θεοτόκον,
καὶ μετὰ πίστεως πολλῆς ταύτην σεβομένῃ, ὡς καὶ
ναοὺς κατ' ἐξαίρετον ἐν τῇ βασιλευούσῃ πόλει ἐπ'
ὀνόματι τῆς Θεομήτορος μεγίστους καὶ περικαλλεῖς
καὶ κατηγλαϊσμένους δείμασθαι, τὴν ἐπωνυμίαν ἐκ
τῶν τόπων ἕκαστον, ἐν ᾧ ᾠκοδόμηντο, λαβόντα, δι'
αὐτῶν τὸ θερμὸν τῆς πίστεως αὐτῆς τῆς πρὸς τὴν
πάναγνον καὶ Θεοτόκον Μαρίαν πᾶσιν ἐνδεικνυμένη. Διά τοι τοῦτο, οὐδὲ ὡς τὰ Νεστορίου φρονοῦσαν δεξ
σε αὐτὴν διασύρειν, είγε καὶ αὐτὸς Θεοτόκον ὁμολογεῖ; τὴν τοῦ Κυρίου Μητέρα.
12. Illud quoque in epistola tuæ magnanimitatis in- ιβ'. Ενεφέρετο δὲ καὶ τοῦτο ἐν τῷ γράμματι τῆς
serebatur: Multa possemus testimonia de ea, quam
nos statuimus, una nempe Christi natura post unionem
sententia producere, nec ab ea aliena in medium affer -
re: verumtamen cum in tuæ sanctitatis scripto nulla
inessent divinorum Patrum testimonia, neque nos ea
recollegimus. Nos nihilominus tuæ gloriæ consulentes, nunc pro iis ita enuntiamus: Haud decet te, utcumque et ut occasio tulerit, de fide et dogmatibus
testimonia Patrum recolligere: sic enim et divinos
illos Patres in crimen adduces, et tibi sartam tectam fidei rationem non conservabis. Multa siquidem
Patribus sive per metaphoram, sive per æquivocationem, sive per conversionem, sive alio quopiam
modo vocabulis abutentibus excidisse comperientur. Quinimo, et divinæ Litteræ, et usus ita nomina
pertractant. Et conspicito mihi ipsum beatum Cyrillum hypostases naturarum, et naturas hypostaseon loco accipientem. Quale illud est: Si quis dividit hypostases. Rursumque idemunet dicit: Inconfusa permanserunt natura, hypostases nempe. Magnus etiam Athanasius, et personas in Christo duas
esse contendit, quæ nisi quis asserat, dicta esse a
Patribus, sic vocabulis abutentibus, eosdem læreseos nota infamabit, et ex iis orationibus testimonia congereus sibi ipsi et aliis maxima incommoda comparabit. Verumtamen dicle auctoritates,
si cui id in animo fuerit, ex divinis Patribus seligendæ sunt, cum illi de rebus decernunt, et determinant, propriamque sententiam declarant,
quale fuerit de natura et hypostasi a magno Basilio decretum, qui inter ea discrimen apponit non
aliud, quam quo universale et singulare inter se
differunt: vel quo ipsi, licet in aliis plurimis operibus abutuntur, in alio tamen opere, quid ipsi
sentiant, et quamnam ipsi ob causam abusi sunt,
explanant: vel ea, in quibus plerique Patrum concordant, vel quæ synodali decreto firmata sunt, non
autem ea, quæ ipsi aliud agentes scripto tradiderunt, in quibus sæpius exponendis, dum aliquis
negligentius se gerit, dictionibus abutitur a vestris
cogitationibus ad hoc ipsumn distractus, vel quod
aptitudinum nullam habens in promptu, vel cum
σῆς μεγαλονοίας, ὅτι Πολλὰς εἶχομεν μαρτυρίας
περὶ τῆς παρ' ἡμῖν δογματιζομένης, ήγουν τῆς
μιᾶς φύσεως τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν όμου
λογίας παριστᾷν, καὶ πολλὰ τοῦ λέγειν, ἀλλὰ
διὰ τὸ μηδὲ ἐν τῷ γράμματι τῆς σῆς ἁγιωσύ
της τῶν θεοφόρων ἀνδρῶν οὐ περιείχε μαρτυρίας,
οὐδὲ ἡμεῖς ἐνεγράψαμεν. Πλήν οὖν διευθετούντες
τὴν σὴν εὔκλειαν, καὶ ἐν τούτοις τανῦν λέγομεν· Οὐχ
ἁπλῶς, καὶ ὡς ἔτυχε, δεῖ σε μαρτυρίας Πατέρων
περὶ πίστεως καὶ δογμάτων ἀναλέγεσθαι. Ἐπεὶ καὶ
τοὺς θείους Πατέρας ἐγκλήματι περιγράψειας, καὶ
σὲ ἀσινῆ εἰς τὸν τῆς πίστεως λόγον οὐ διατηρήσειας.
Πολλὰ γὰρ τοῖς Πατράσι πρὸς κατάχρησιν, ἤτοι κατὰ
μεταφοράν, ἢ ὁμωνυμίαν, ἢ ἀντιστροφήν, ἢ ἄλλως
πως ἔστιν εὑρεῖν λέγοντας, καὶ οὐ μόνον τουτί, ἀλλὰ
καὶ αἱ θεῖαι Γραφαὶ καὶ ἡ συνήθεια οὕτως τὰ ὀνό
ματα μεταχειρίζεται. Καὶ θέα μοι καὶ αὐτὸν τὸν
μακάριον Κύριλλον τὰς ὑποστάσεις ἀντὶ τῶν φύ
σεων, καὶ τὰς φύσεις ἀντὶ τῶν ὑποστάσεων ἐκλαμβάνοντα. Οἷόν φημι· Εἴ τις διαιρεῖ τὰς ὑποστάσεις.
Καὶ πάλιν ὁ αὐτὸς λέγει· Ασύγχυτοι μεμενήκασιν
αἱ φύσεις, ήγουν ὑποστάσεις. Ο τε μέγας Αθα
νάσιος καὶ πρόσωπα ἐπὶ Χριστοῦ δύο είναι διισχυ
ρίζεται, εἰ μή τις τοῦτο εἶποι, ὅτι καταχρηστικώς
τοῖς Πατράσιν ἐῤῥήθη, αὐτούς τε τούτους αἱρετικοὺς
ἀποφήσειε, καὶ ἐκ τῶνδε τῶν λόγων ἀναλεγόμενος
χρήσεις, ἑαυτόν τε καὶ ἄλλους μεγάλως βλάψειεν.
᾿Αλλὰ χρὴ τὰς τοιαύτας χρήσεις, εἴτίς βούλοιτο ἐκ
τῶν θείων Πατέρων ἀναλέγεσθαι, οἷον νομοθετοῦντας
περί τινων πραγμάτων, καὶ ὁροθετοῦντας εὑρισκομέν
νους, καὶ τὴν οἰκείαν γνώμην ἀνακαλύπτοντας. Οἷόν
ἐστι τὸ περὶ οὐσίας καὶ ὑποστάσεως όνομα παρὰ
Βασλείου τοῦ πάνυ λαβὼν διάκρισιν, ταύτην ἔχοντα
τὴν διαφορὰν πρὸς ἄλληλα, ἣν ἔχει τὸ κοινὸν πρὸς
τὸ καθέκαστον, ἢ καὶ αὐτοὺς καταχρησαμένους ἐν
ἄλλοις ὅτι πλείστοις αὐτῶν συγγράμμασι διασαφοῦντας κυρίως, ὅπερ ἀλλαχόσε κατεχρήσαντο, ἢ
καὶ ἐν οἷς σύμφωνοι οἱ πλεῖστοι τῶν Πατέρων γεγέν
νασιν, ἢ καὶ συνοδικῶς ἐκυρώθη, ἀλλὰ μὴ τῷ ἐξοδικῷ
λόγῳ, ᾧ πολλάκις ἄν τις κατὰ τὴν ἑρμηνείαν καὶ
ἀμελέστερον διακείμενος καταχρήσοιτο λέξεσιν, ὑπὸ
ὑμετέρων νοημάτων πρὸς τοῦτο ἀγόμενος, ἢ καὶ μὴ
col. 627–628page 19 of 38
PG 105:627πρόχειρον ἔχων τὴν ἐπιτηδειότητα, ή και τισι τῶν ἑτεροδόξων ἀντικαθιστάμενος, καὶ κατ' ἄλλας δὲ παρα φάσεις τῆς τῶν ὀνομάτων ἀκριβείας μὴ φροντίσοι, οὗ δεῖ ἐκ τοιούτων χρήσεις ἀναλέγεσθαι, ἀλλ' ὡς ἀνόπιν ἔφαμεν. Τοῦτο δὲ καὶ σὺ ποιῶν, οὐκ ἂν εὕροις παραστῆσαι χρήσεις συνιστώσας τὸ περὶ μιᾶς φύσεως τοῦ Χριστοῦ παρὰ σοῦ δογματιζόμενον. ιγ. Παρακατιὼν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου, καὶ οἱονεὶ ἀχθόμενος πρὸς ἡμᾶς, διότι γεγράφαμεν, ὅτι οἱ λέ γοντες μίαν φύσιν εἰς Χριστὸν Εὐτυχιανισταί εἰσι, καὶ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι καὶ κρίματι καθυποβάλλονται, τοιάδε γράφεις· Καὶ λέγομεν, δέσποτα, οὐκ ἐποιήσω ἐν τούτῳ εὐθεῖαν κρίσιν, διὸ καὶ πειράσαι τοῦ Εὐτυχοῦς τὴν δόξαν ἐκτίθεσθαι, διασαφηνίζειν τε, ὅτι ἀνάχυσιν καὶ ἀνάκρασιν δοξάζει ἐπὶ τῆς οικονομίας, καὶ ἐκ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων αἱμά των μηδὲν τὸν Θεὸν λόγον προςλαβέσθαι λέγει, καυ τὸν δὲ παραστῆσαι μὴ εἶναι συγχυτικὸν, καὶ ἑτέρωσε δοξάζονται μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ, δι' αὐτὸ τοῦτο, μηδὲ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι δικαίως καθυποβάλλεσθαι. Ἀλλ᾽ εἰ μὲν ὁ λόγος ὁ σὸς τὸ διάφορον τῆς δόξης, φημὶ δὴ τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τῆς σῆς ὁμολογίας, βούλε και παριστάν, ὡς ἐντεῦθεν μηδὲ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι συναπάγεσθαι, ὁ γοῦν ἡμέτερος λόγος τῆς ἀποδείξεως οὕτω λέγοντά σε μίαν φύσιν ἐπὶ τῆς ἑνώσεως Χρι στοῦ, κἂν μὴ ἐκ πρώτης οὕτως εὕροι δοξάζοντα, ἀλλ' ἐξ ὧν λέγεις, εξάπαντος εἰς τὸν τῆς ἀναχύ σεως τρόπον περιάξει, καὶ τοῦτό σοι δῆλον ἐντεῦθεν. Τρεῖς τοίνυν αἱ ἀνωτάτω δόξαι περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν ἐν Χριστῷ φύσεων κατεβλήθησαν, διαιρετική, συγχυτική, καὶ ἡ κυρίως ενωτικὴ λεγομένη. Αἱ μὲν οὖν δύο παισὶν αἱρετικῶν ἐπαίχθησαν, καὶ παιζέσθωσαν. Καλῶς γὰρ προλαβὼν αὐτοὺς ὁ θεῖος Γρη γόριος ἐστηλίτευσεν. "Η τε γὰρ διαιρετική σχετική τις οὖσα, καὶ μηδὲ τὴν ἀρχὴν τὰς φύσεις συνάπτουσα, κεχωρισμένα πρὸς ἄλληλα καταλείπει τὰ πράγματα, μηδὲ ὅσα ἴδια τούτοις διδοῦσα, ἡ ἀντιδιδοῦσα: Ως ένα τεῦθεν δύο φύσεις πάντη χωριστὰς ἀλλήλων ορίζεσθαι, πλὴν ὅσον ἀξίᾳ, καὶ γνώμῃ, καὶ ταυτοβουλίᾳ τὸν τῶν φύσεων χωρισμόν φενακίζει τοὺς ἄφρονας. Τοιαύτη ή τοῦ ματαιόφρονος Νεστορίου δόξα, ἡ δὲ κατὰ διάμετρον ταύτης καὶ συγχυτικὴ πλεῖστα ἀφανίζουσα, καὶ συγ χέουσα, ἔν τι πρᾶγμα νόθον ἀναπλάττει τε καὶ φαντάζεται, ἐν οὐδ' ὁποτέρῳ τῶν ἡνωμένων καθαρῶς τὸ ἴδιον ἀποσώζουσα, ἀλλὰ τοῦτο ἐκεῖνο, κἀκεῖνο τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲ τοῦτο, οὐδὲ ἐκεῖνο συγχωροῦσα. Νόθον γὰρ ἅπαν τὸ ἐκ τῆς συγχύσεως ἀναφαίνεται, οὐδὲν ἔχον καθαρὸν, οὐδὲ ἐν τῇ μονίμῳ ἱδρυμένον ἑαυτοῦ ιδιότητι. Ἡ δὲ τούτων μέση ἀσύγχυτός τε καὶ ἀδιαίρετος Ένωσις οἶδε μὲν τὰ ὁραθέντα ἀνελλιπῶς ἔχοντα κατὰ τὴν αὐτῶν ἰδιότητα διὰ τὸ ἄτρεπτον, κοινῶς δὲ ταῦτα καὶ ἑνὸς εἶναι ποιεῖ δι' αὐτήν γε τὴν οὐ σιώδη ἔνωσιν, ὡς εἰ καὶ τὰ μὲν κυρίως ἴδια θατέρου, κοινὰ τοῦ ὅλου, τὰ δὲ τοῦ ὅλου κοινά, θατέρου ίδια διὰ τὴν ἐν θατέρῳ τοῦ αὐτοῦ ἀσύγχυτον ιδιότητα. Οὐ γὰρ ἂν ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων ἐγένετο, εἰ μὴ ἐν ἑκατέρῳ ἔμεινεν ἐν τῇ ἐνώσει ἡ ἰδιότης ἀκίνητος. Έστιν οὖν ἡ τοιαύτη ἔνωσις τῶν μὲν πάντη διαι ρετῶν ἐνικωτέρα, τῶν δὲ πάντη συγχυτικών πλουπρόχειρον ἔχων τὴν ἐπιτηδειότητα, ή και τισι τῶν & aliis opposita, sentientibus decertans, alias quoφ
ἑτεροδόξων ἀντικαθιστάμενος, καὶ κατ' ἄλλας δὲ παραφάσεις τῆς τῶν ὀνομάτων ἀκριβείας μὴ φροντίσοι,
οὗ δεῖ ἐκ τοιούτων χρήσεις ἀναλέγεσθαι, ἀλλ' ὡς
ἀνόπιν ἔφαμεν. Τοῦτο δὲ καὶ σὺ ποιῶν, οὐκ ἂν εὕροις
παραστῆσαι χρήσεις συνιστώσας τὸ περὶ μιᾶς φύσεως
τοῦ Χριστοῦ παρὰ σοῦ δογματιζόμενον.
ob causas nominum accuratam significationem neglexit. Ex similibus testimonia congerenda non
sunt, sed, ut supra diximus. Id tu quoque ubi feceris, nulla comperies testimonia Patrum, quæ sententiam tuam de una Christi natura comprobent.
13. In epistola vero tua progressus, veluti indignatus molesteque ferens, quod nos scripserimus, asserentes unam in Christo naturam Eutychianos esse, eodemque anathemate ac judicio subjici, læc scribis: Et dicimus, domine, in hoc te
non recte judicium tulisse; ideoque Eutychetis
opinionem exponere conaris, declarareque eunu
confusionem commutationemque in œconomia poιγ. Παρακατιὼν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου, καὶ οἱονεὶ
ἀχθόμενος πρὸς ἡμᾶς, διότι γεγράφαμεν, ὅτι οἱ λέγοντες μίαν φύσιν εἰς Χριστὸν Εὐτυχιανισταί εἰσι,
καὶ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι καὶ κρίματι καθυποβάλλον
ται, τοιάδε γράφεις· Καὶ λέγομεν, δέσποτα, οὐκ
ἐποιήσω ἐν τούτῳ εὐθεῖαν κρίσιν, διὸ καὶ πειρά
σαι τοῦ Εὐτυχοῦς τὴν δόξαν ἐκτίθεσθαι, διασαφηνίζειν τε, ὅτι ἀνάχυσιν καὶ ἀνάκρασιν δοξάζει ἐπὶ τῆς
οικονομίας, καὶ ἐκ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων αἱμά- nere, nihilque ex immaculatis sanctisque sangui
nibus Deum Verbum assumpsisse, te ipsum vero
probare non introducere confusionem, et alibi;
unam naturam affirmantem in Christo, non propterea anathemati merito subjici. Et licet sermo laus
opinionis Eutychianæ luaque confessionis discris
men extricare nitatur, ut inde ab anathemate
contra Eutychem lato immunis esse videaris, nostræ tamen demonstrationis ratio te unam naturaın
in unione Christi asserentem, etsi ipso primo aspectu
te ita confiteri non compererit, omnino in confusionis modum adducet: quod tibi hisce manifestum
fuerit. Tres ergo supremæ opiniones de unione
naturarum in Christo conceptæ sunt, divisiva, confusiva; et quæ proprie appellatur unitiva: quarum
των μηδὲν τὸν Θεὸν λόγον προςλαβέσθαι λέγει, καυ
τὸν δὲ παραστῆσαι μὴ εἶναι συγχυτικὸν, καὶ ἑτέρωσε
δοξάζονται μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ, δι' αὐτὸ τοῦτο,
μηδὲ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι δικαίως καθυποβάλλεσθαι.
Ἀλλ᾽ εἰ μὲν ὁ λόγος ὁ σὸς τὸ διάφορον τῆς δόξης,
φημὶ δὴ τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τῆς σῆς ὁμολογίας, βούλε
και παριστάν, ὡς ἐντεῦθεν μηδὲ τῷ αὐτῷ ἀναθέματι
συναπάγεσθαι, ὁ γοῦν ἡμέτερος λόγος τῆς ἀποδείξεως
οὕτω λέγοντά σε μίαν φύσιν ἐπὶ τῆς ἑνώσεως Χριστοῦ, κἂν μὴ ἐκ πρώτης οὕτως εὕροι δοξάζοντα,
ἀλλ' ἐξ ὧν λέγεις, εξάπαντος εἰς τὸν τῆς ἀναχύσεως τρόπον περιάξει, καὶ τοῦτό σοι δῆλον ἐντεῦθεν.
Τρεῖς τοίνυν αἱ ἀνωτάτω δόξαι περὶ τῆς ἑνώσεως
τῶν ἐν Χριστῷ φύσεων κατεβλήθησαν, διαιρετική,
συγχυτική, καὶ ἡ κυρίως ενωτικὴ λεγομένη. Αἱ μὲν duæ ab læreticis quasi joci ridiculi divendite
οὖν δύο παισὶν αἱρετικῶν ἐπαίχθησαν, καὶ παιζε
σθωσαν. Καλῶς γὰρ προλαβὼν αὐτοὺς ὁ θεῖος Γρη
γόριος ἐστηλίτευσεν. "Η τε γὰρ διαιρετική σχετική
τις οὖσα, καὶ μηδὲ τὴν ἀρχὴν τὰς φύσεις συνάπτουσα,
κεχωρισμένα πρὸς ἄλληλα καταλείπει τὰ πράγματα,
μηδὲ ὅσα ἴδια τούτοις διδοῦσα, ἡ ἀντιδιδοῦσα: Ως ένα
τεῦθεν δύο φύσεις πάντη χωριστὰς ἀλλήλων ορίζεσθαι,
πλὴν ὅσον ἀξίᾳ, καὶ γνώμῃ, καὶ ταυτοβουλίᾳ τὸν τῶν
φύσεων χωρισμόν φενακίζει τοὺς ἄφρονας. Τοιαύτη ή
τοῦ ματαιόφρονος Νεστορίου δόξα, ἡ δὲ κατὰ διάμετρον
ταύτης καὶ συγχυτικὴ πλεῖστα ἀφανίζουσα, καὶ συγ
χέουσα, ἔν τι πρᾶγμα νόθον ἀναπλάττει τε καὶ φαντάζεται, ἐν οὐδ' ὁποτέρῳ τῶν ἡνωμένων καθαρῶς τὸ ἴδιον
ἀποσώζουσα, ἀλλὰ τοῦτο ἐκεῖνο, κἀκεῖνο τοῦτο, καὶ
διὰ τοῦτο οὐδὲ τοῦτο, οὐδὲ ἐκεῖνο συγχωροῦσα. Νόθον
γὰρ ἅπαν τὸ ἐκ τῆς συγχύσεως ἀναφαίνεται, οὐδὲν
ἔχον καθαρὸν, οὐδὲ ἐν τῇ μονίμῳ ἱδρυμένον ἑαυτοῦ
ιδιότητι. Ἡ δὲ τούτων μέση ἀσύγχυτός τε καὶ ἀδιαί
ρετος Ένωσις οἶδε μὲν τὰ ὁραθέντα ἀνελλιπῶς ἔχοντα
κατὰ τὴν αὐτῶν ἰδιότητα διὰ τὸ ἄτρεπτον, κοινῶς
δὲ ταῦτα καὶ ἑνὸς εἶναι ποιεῖ δι' αὐτήν γε τὴν οὐσιώδη ἔνωσιν, ὡς εἰ καὶ τὰ μὲν κυρίως ἴδια θατέρου,
κοινὰ τοῦ ὅλου, τὰ δὲ τοῦ ὅλου κοινά, θατέρου ίδια
διὰ τὴν ἐν θατέρῳ τοῦ αὐτοῦ ἀσύγχυτον ιδιότητα.
Οὐ γὰρ ἂν ἀντίδοσις τῶν ἰδιωμάτων ἐγένετο, εἰ μὴ
ἐν ἑκατέρῳ ἔμεινεν ἐν τῇ ἐνώσει ἡ ἰδιότης ἀκίνητος.
Έστιν οὖν ἡ τοιαύτη ἔνωσις τῶν μὲν πάντη διαι
ρετῶν ἐνικωτέρα, τῶν δὲ πάντη συγχυτικών πλου
sunt et divenduntur. Probe enim eos præoccupans
divinus Gregorius infamavit: namque divisiva,
cum relativa sit, et neque in ipso initio naturas
conjungat, separatas inter se res relinquit, neque
illis communia, neque peculiaria exhibet, aut
reddit, ut inde duæ naturæ omnino a seipsis dispertitæ constitnamur, et haec tantummodo digni
tate, et opinione, et consilio naturas dividens fucum insipientibus facit, estque stolidi Nestorii.
Quæ vero illi ex diametro opponitur, plura dirimens
et confundens, spurium nescio quid sibi fingit, el
imaginatione complectitur, in neutra unitorum
parte pure proprium conservans, sed hoc illud est,
et illud hoc: ideoque neque hoc, neque illud concedens: quod enim ex confusione oritur, spurium
est, nihil purum continens, in ipsa sui stabili proprietate minime firmum. Harum media inconfusa·
et indivisa unio agnoscit equidem conspecta integra esse propter suas proprietates, quæ immutat:r
non sunt. Communiter autem hæc, et unius esse
fatetur propter essentialem unionem, et propria
unius, totius communia: quæ vero totius commiania, alterius quoque propria propter illius. in utreque inconfusam proprietatem. Neque enim preprietatum malua compensatio feret, nisi in
utroque remaneret, in unione proprietas immota.
Est itaque similis unio eorum, quæ penitus dividuutur, magis unitiva, corum, quæ prorsus con
col. 629–630page 20 of 38
PG 105:629σιωτέρα, ὡς μήτε πάντη ἑαυτὸν εἶναι ποιεῖν τὰ ενωθέντα ἀλλήλοις, μήτε πάντη ἕτερον. Εἰ τοίνυν μηδὲ πάντη παυτόν, μηδὲ ἐξ ὅλων ἕτερον τὸ ἐκ τῆς ενώσεως ἀποφαίνει, ζητητέον, πῇ μὲν ταυτὸν, πῆ δὲ ἕτερον ὁ τῆς ἀληθείας λόγος οἶδε. Τὸ μὲν ταυτὸν κατὰ τὴν ὑπόστασιν, τὸ δὲ ἕτερον κατὰ τὴν φύσιν. Εμπαλιν γὰρ ἢ ἐπὶ τῆς Τριάδος ἔχει κατὰ τὸν θεῖον Γρηγόριον. Εἰ δὲ τοῦτο τοῖς ἐναντίοις ἀπαράδεκτον, τὸ ἑξῆς αὐτοὶ συναγέτωσαν. Πάντως γὰρ εἰ μὴ ὑπο στάσει τὸ ταυτὸν, ἄρα φύσει δώσουσιν. Εἰ δὲ τοῦτο, εἰς δήπου καὶ ὁ αὐτὸς ἔσται λόγος θεότητος καὶ ἀντ θρωπότητος διὰ τὴν ἔνωσιν. Καὶ εἰ τούτο, ταυτόν ἐστιν ἔνωσίς τε καὶ φύσις. Κοινὸν γὰρ τὸ ἐπ᾽ ἀμε φοῖν κατηγόρημα. Ωσπερ γὰρ ὧν ἡ φύσις μία, τού των καὶ ὁ λόγος ὁ αὐτὸς, οὕτως ἀνάγκη, καὶ ὧν ἡ – Ένωσις ἅμα καὶ ἐν ταυτῷ, τούτων κατ᾿ αὐτοὺς καὶ τὴν φύσιν εἶναι κοινήν. Οὐκοῦν καὶ τὸ ἔμπαλιν, ὧν ἡ φύσις μία, τούτων ὑποστάσεις διάφοροι. Ἐπεὶ δὲ μίαν φύσιν ἐν πρόσωπον περιγράφει, ἐντεῦθεν· τι συνάγεται; μίαν μὲν εἶναι φύσιν σαρκὸς καὶ θεότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάχυσις, ὑποστάσεις δὲ δύο. Εἰ δὲ μήτε φύσει μήτε ὑποστάσει καὶ ἀριθμῷ τὸ ἐν ἔχοιεν τὰ συνελθόντα, ποῦ ἡ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν ἑνωθέντων ταυτότης; Εἰ δὲ καὶ φύσει, καὶ ὑποστάσει τὸ ἐν ἀλλήλοις εἰσὶ, ποῦ ὁ τῆς ἀτρεψίας καὶ τοῦ ἀσυγχύτου λόγος τῇ ἐνώσει σωθήσεται; Συνήκται ἄρα ἐξάπαντος τοῖς λέγουσιν ἐπὶ Χριστοῦ μίαν φύσιν, καὶ ὁ τῆς ἀναχύσεως τρόπος, καν αὐτοὶ μὴ βούλοιντο. Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτὸ, ὅτι οἱ μίαν φύσιν λέγοντες ἐπὶ Χριστοῦ εἰς τὸν τῆς συγχύσεως τρόπον ἐμπί πτουσιν. Ερωτητέον οὖν ὑμᾶς, Πότερον ὑμῖν τὰ συνελθόντα ἀσύγχυτα ἐν τῇ ἐνώσει γινώσκεται, ἢ οὔ; Πάντως ἐρεῖτε ἀσύγχυτα, εἴπερ μὴ. Ευτυχιανί ζειν ἐθέλετε. Δύο δὲ τὰ συνελθόντα καὶ καθ᾽ ὑμᾶς εἰσι, θεότητά φημι καὶ ἀνθρωπότητα. Τίνι δὲ λόγῳ τὰ μὴ συγχυθέντα ἐν τῇ ἐνώσει δύο, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν οὐ δύο γνωρίζετε; Εἰ δὲ καὶ γνωρίζετε, πῶς οὐχ ὁμολογεῖτε; Εἰ δὲ καὶ ὁμολογεῖτε, πῶς ἀριθμεῖν ταῦτα παραιτεῖσθε, ὧν τὴν τῆς φύσεως ἰδιότητα ἀσύγ χυτον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπίστασθε; “Ο γὰρ όμο λογοῦσι, φησὶν ὁ θεῖος Βασίλειος, τοῦτο καὶ ἀριθμείς τωσαν. Εἰ δὲ οὐκ ἀριθμεῖτε, δῆλον ὅτι οὐχ ὁμολογεῖτε. Εἰ δὲ οὐχ ὁμολογεῖτε, οὐδὲ γνωρίζετε. Εἰ δὲ οὐ γνωρίζετε, οὐ δύο τὰ συνελθόντα λέγετε. Καὶ οὕτως μεταβέβληται ἡ τῶν συνελθόντων φύσις θατέρα ἐπὶ θατέραν. Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτό· Η πᾶσα ἐλότης ἢ ἐξ ἀνομοιομερῶν τὴν σύστασιν εἴληφεν, ἢ ἐξ ὁμοιομερῶν· καὶ εἰ μὲν ἐξ ὁμοιομερῶν πάντως κατ' αὐτὸ, τουτέστι καὶ ἀσύνθετός ἐστιν, εἰ δὲ ἐξ ἀνομοιομερῶν καὶ διαφόρων φύσεων συνέστηκε, πάντως σύνθετος ἔσται, είπερ τὰ ἐκ διαφόρων φύσεων συγκείμενα σύνθετα. Ἐπεὶ οὖν ἡ κατὰ Χριστὸν ὁλότης ἐξ ἀνομοιομερών, ήγουν δια φερόντων φύσεων τὴν σύνθεσιν ἔσχηκε, θεότητος, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, ταῦτα δὲ διάφορα καὶ ἐν τῇ ενώσει μεμενήκασιν, ἐν οἷς δὲ διάφορα, πάντως ἐκεῖ καὶ ὁ τῆς δυάδος ἀριθμὸς τουλάχιστον συνάγεται. Εἰ δὲ τοῦτο, δηλονότι καὶ ἀριθμεῖ. Εἰ δὲ καὶ καθ' ὑμᾶς ἐν τῇ ἑνώσει τοῦ ὅλου ἡ διαφορὰ τῶν μετ ρῶν οὐκ ἀριθμεῖται, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἔστιν. Εἰ δὲ οὐκfunduntur affluentior; ut neque omnino idem esse σιωτέρα, ὡς μήτε πάντη ἑαυτὸν εἶναι ποιεῖν τὰ
facial simul unita, neque prorsus aliud. Si itaque
nihil omnino idem, neque ex omnibus aliud, quod
ex unione oritur, est, quærendum, ubinam idem,
ubi vero aliud veritatis norma cognoscit, idem
quidem secundum hypostasim, aliud vero secundum naturam; opposito namque modo, quam in
Trinitate, ut divinus refert Gregorius, se habet.
Quod si id adversariis uop probatur, quod sequitur
ipsi concludant. Omnino etenim si hypostasi non
esset idem, ergo natura, concedent, et si hoc una
omnino, et eadem fuerit ratio deitatis, et humanitatis per unionem; etsi id idem fuerit unio et natura: idem enim de utrisque prædicatur. Quen·
admodum enim quorum natura una est, horum et
ratio eadem: sic necessario sequitur; quorum unio
simul, et in eodem, eorum secundum ipsos et naturam esse communem. Ergo et oppositum, quorum natura una, horum hypostases diversæ; cuin
vero unam naturam una persona circumscribat,
quid inde colligitur? unam esse naturam carnis, et
deitatis, ideoque confusionem: hypostases vero
duas. Quod si neque natura, neque hypostasi, et
numero unum habent, quæ convenerunt, ubinam
fuerit per unionem unitorum identitas? Quod si et
natura, et hypostasi unum invicem sunt, ubinam
immutabilitatis et inconfusionis ratio unioni conservabitur? Colligitur igitur omnimodis adversus
eos, qui dicunt unam in Christo naturam, confuενωθέντα ἀλλήλοις, μήτε πάντη ἕτερον. Εἰ τοίνυν
μηδὲ πάντη παυτόν, μηδὲ ἐξ ὅλων ἕτερον τὸ ἐκ τῆς
ενώσεως ἀποφαίνει, ζητητέον, πῇ μὲν ταυτὸν, πῆ
δὲ ἕτερον ὁ τῆς ἀληθείας λόγος οἶδε. Τὸ μὲν ταυτὸν
κατὰ τὴν ὑπόστασιν, τὸ δὲ ἕτερον κατὰ τὴν φύσιν.
Εμπαλιν γὰρ ἢ ἐπὶ τῆς Τριάδος ἔχει κατὰ τὸν θεῖον
Γρηγόριον. Εἰ δὲ τοῦτο τοῖς ἐναντίοις ἀπαράδεκτον,
τὸ ἑξῆς αὐτοὶ συναγέτωσαν. Πάντως γὰρ εἰ μὴ ὑποστάσει τὸ ταυτὸν, ἄρα φύσει δώσουσιν. Εἰ δὲ τοῦτο,
εἰς δήπου καὶ ὁ αὐτὸς ἔσται λόγος θεότητος καὶ ἀντ
θρωπότητος διὰ τὴν ἔνωσιν. Καὶ εἰ τούτο, ταυτόν
ἐστιν ἔνωσίς τε καὶ φύσις. Κοινὸν γὰρ τὸ ἐπ᾽ ἀμε
φοῖν κατηγόρημα. Ωσπερ γὰρ ὧν ἡ φύσις μία, τού
των καὶ ὁ λόγος ὁ αὐτὸς, οὕτως ἀνάγκη, καὶ ὧν ἡ
– Ένωσις ἅμα καὶ ἐν ταυτῷ, τούτων κατ᾿ αὐτοὺς καὶ
τὴν φύσιν εἶναι κοινήν. Οὐκοῦν καὶ τὸ ἔμπαλιν, ὧν
ἡ φύσις μία, τούτων ὑποστάσεις διάφοροι. Ἐπεὶ δὲ
μίαν φύσιν ἐν πρόσωπον περιγράφει, ἐντεῦθεν· τι
συνάγεται; μίαν μὲν εἶναι φύσιν σαρκὸς καὶ θεότη
τος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνάχυσις, ὑποστάσεις δὲ δύο. Εἰ
δὲ μήτε φύσει μήτε ὑποστάσει καὶ ἀριθμῷ τὸ ἐν
ἔχοιεν τὰ συνελθόντα, ποῦ ἡ διὰ τῆς ἑνώσεως τῶν
ἑνωθέντων ταυτότης; Εἰ δὲ καὶ φύσει, καὶ ὑποστάσει
τὸ ἐν ἀλλήλοις εἰσὶ, ποῦ ὁ τῆς ἀτρεψίας καὶ τοῦ
ἀσυγχύτου λόγος τῇ ἐνώσει σωθήσεται; Συνήκται
ἄρα ἐξάπαντος τοῖς λέγουσιν ἐπὶ Χριστοῦ μίαν φύσιν,
καὶ ὁ τῆς ἀναχύσεως τρόπος, καν αὐτοὶ μὴ βούλοιντο.
Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτὸ, ὅτι οἱ μίαν φύσιν λέγοντες
sionis ipse modus, licet ipsi id renuant. Alia quo- ἐπὶ Χριστοῦ εἰς τὸν τῆς συγχύσεως τρόπον ἐμπί-
·que ratione hoc idem probatur, asserentes scilicet
„unam in Christo naturam in confusionis modum
incidere. Interrogamus itaque vos: Quæ in unum
convenerunt inconfusa in unione, agnoscuntur a
vobis, vel non? Omnino asseretis inconfusa, nisi
cum Eutychianis sentire velitis: quæ vero convenerunt,etiam secundum vos duo sunt, deitas nempe
et humanitas: qua vero ratione, quæ confusa non
-sunt in unione duo, etiam post unionem duo non
.agnoscitis? Et si agnoscitis, quare id non fatemini?
et si fatemini, quare ea abnuistis numerare, quorum
›naturæ proprietatem inconfusam eţiam post unionem scitis? Quod enim confitentur,ait divus Basilius,
idipsum et numerent. Quod si uon numeralis, patet
vos illud non confiteri: quod si non confitemini
neque agnoscitis, et si non agnoseitis, non dicitis
duo esse, quæ convenerunt: sicque jam immutata
est eorum, quæ convenerunt, una natura in aliam.
Hoc idem alia ratione. Universa integritas vel ex
partibus similibus consistentiam habet, vel ex dissin:ilibus. Si ex similibus, omnino hoc eoden est,
et incomposita: si ex dissimilibus et diversis naturis consistit, omnino composita est: si quæ ex
diversis naturis conflantur, composita sunt. Cum
itaque Christi integritas ex partibus dissimilibus,
differentibus scilicet naturis sui compositionem habet, deitatis mente humanitatisque, et hæc diversa
in unione remanserunt, in quibus vero differentia
cat, omnino ibi, et binarius ad minus numerus
πτουσιν. Ερωτητέον οὖν ὑμᾶς, Πότερον ὑμῖν τὰ
συνελθόντα ἀσύγχυτα ἐν τῇ ἐνώσει γινώσκεται, ἢ
οὔ; Πάντως ἐρεῖτε ἀσύγχυτα, εἴπερ μὴ. Ευτυχιανίζειν ἐθέλετε. Δύο δὲ τὰ συνελθόντα καὶ καθ᾽ ὑμᾶς
εἰσι, θεότητά φημι καὶ ἀνθρωπότητα. Τίνι δὲ λόγῳ
τὰ μὴ συγχυθέντα ἐν τῇ ἐνώσει δύο, καὶ μετὰ τὴν
ἕνωσιν οὐ δύο γνωρίζετε; Εἰ δὲ καὶ γνωρίζετε, πῶς
οὐχ ὁμολογεῖτε; Εἰ δὲ καὶ ὁμολογεῖτε, πῶς ἀριθμεῖν
ταῦτα παραιτεῖσθε, ὧν τὴν τῆς φύσεως ἰδιότητα ἀσύγχυτον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπίστασθε; “Ο γὰρ όμολογοῦσι, φησὶν ὁ θεῖος Βασίλειος, τοῦτο καὶ ἀριθμείς
· τωσαν. Εἰ δὲ οὐκ ἀριθμεῖτε, δῆλον ὅτι οὐχ ὁμολογεῖτε.
- Εἰ δὲ οὐχ ὁμολογεῖτε, οὐδὲ γνωρίζετε. Εἰ δὲ οὐ γνωρί
ζετε, οὐ δύο τὰ συνελθόντα λέγετε. Καὶ οὕτως μεταβέβληται ἡ τῶν συνελθόντων φύσις θατέρα ἐπὶ θατέραν.
Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτό· Η πᾶσα ἐλότης ἢ ἐξ ἀνομοιο
μερῶν τὴν σύστασιν εἴληφεν, ἢ ἐξ ὁμοιομερῶν· καὶ
εἰ μὲν ἐξ ὁμοιομερῶν πάντως κατ' αὐτὸ, τουτέστι καὶ
ἀσύνθετός ἐστιν, εἰ δὲ ἐξ ἀνομοιομερῶν καὶ διαφόρων
φύσεων συνέστηκε, πάντως σύνθετος ἔσται, είπερ τὰ
ἐκ διαφόρων φύσεων συγκείμενα σύνθετα. Ἐπεὶ οὖν
ἡ κατὰ Χριστὸν ὁλότης ἐξ ἀνομοιομερών, ήγουν δια-
· φερόντων φύσεων τὴν σύνθεσιν ἔσχηκε, θεότητος,
φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, ταῦτα δὲ διάφορα καὶ ἐν
τῇ ενώσει μεμενήκασιν, ἐν οἷς δὲ διάφορα, πάντως
ἐκεῖ καὶ ὁ τῆς δυάδος ἀριθμὸς τουλάχιστον συνάγε
ται. Εἰ δὲ τοῦτο, δηλονότι καὶ ἀριθμεῖ. Εἰ δὲ καὶ
καθ' ὑμᾶς ἐν τῇ ἑνώσει τοῦ ὅλου ἡ διαφορὰ τῶν μετ
ρῶν οὐκ ἀριθμεῖται, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἔστιν. Εἰ δὲ οὐκ
col. 631–632page 21 of 38
PG 105:631ἔστι, σαφές ότι συγκέχυται τὰ μέρη, ἐν οἷς ἡ δια φορά οὐχ εὕρηται. Φανερὸν ἄρα, τοῖς λέγουσι μίαν σύνθετον ἐπὶ Χριστοῦ φύσιν συνάγεται, τὸ συγκεχύσθαι λέγειν τὰς φύσεις, κἂν μὴ βούλοιντο. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν τούτοις. ιδ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ συγχυτικὸν τοῦ Εὐτυχούς διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐν τῷ γράμματί σου μυσαττόμενος ἀπετείου, τὴν δὲ οἰκείαν ὁμολογίαν δι᾽ ὀλίγων ἐπει ράθης ἐκθέσθαι, ὡς ἐντεῦθεν ακατάγνωστος δειχθής ναι, καὶ δοκῶν τὸ ὀρθὸν δόγμα τῆς Ἐκκλησίας πρε σβεύειν, διὸ καὶ γράφεις ὧδε· Αρτίως δὲ δι᾽ ἁπλῶν λόγων βαλήσομεν τὴν ἡμετέραν ὁμολογίαν, διότι λέγομεν μίαν φύσιν εἰς Χριστὸν, ὅπερ πᾶσι φα νερόν ἐστιν. Ητις μία φύσις εἰς δύο τρόπους νοεῖται τε καὶ λέγεται, τῆς μὲν ἁπλῆς καὶ ἀσω μάτου καὶ χωρὶς ἁρμονίας, ἤγουν Μιχαὴλ, καὶ Γαβριήλ, τῆς δὲ μετὰ τῆς ἁρμονίας, ὥσπερ Ἀδὰμ καὶ Νῶς. Οὓς δύο τρόπους ἀποσκευασάμενος, μὴ ἐφαρμόττειν ἐπὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ἑνώσεως τὸν μὲν πρότερον, ήγουν τῆς ἁπλῆς καὶ ἀσωμάτου μιᾶς φύ σεως διὰ τὸ συμβαίνειν, μὴ ἔνηνθρωπηκέναι τὸν Κύριον, ἀλλὰ γυμνὸν εἶναι δίχα σαρκώσεως, τὸν δ' αὖ δεύτερον, ήγουν τὸν ἐναρμόνιον, καὶ κατ᾽ ἐκεῖνον μὴ εἶναι τὸν Χριστὸν, Θεόν, ἀλλὰ ψιλόν ἄνθρωπον, τρίτον τινὰ ὑποτιθεὶς τρόπον μιᾶς συνθέτου φύσεως ὄντα, δν καὶ ἐπὶ Χριστοῦ ὁμοιοτρόπως ἔχειν ὁμολογεῖς. Διὸ καὶ παραδειγματικῶς τὸν ἄνθρωπον λαβών, ὑποτιθέμενος γράφεις ὧδε· Καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος παράδειγμα, καθὼς καὶ οἱ Πατέρες ελάλη-. σαν καὶ διήγγειλαν, τί ἐστι τοῦ σώματος, καὶ τί ἐστι τῆς ψυχῆς. 'Αλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέγεται δύο φύσεις ἔχειν. Εἰ δὲ ἀνθίσταται τις καὶ λέγει δύο φύσεις ἐπὶ ἀνθρώπου, λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς τρεῖς φύσεις ἔχει, δύο τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ μίαν τῆς θεότητος. 'Αρτίως οὖν ἐκ τῶν τριῶν τρόπων τούτων, ποῖον ἐπαίρεσθαι εἴπομεν ἐκ τῶν λεγομένων τούτων φύσεων; Εἰ μὲν τὸ σῶμα, Εὐ τυχιανίζομεν, εἰ δὲ τὴν ἀνθρωπίνην ψυχήν γινό μεθα ὡς ὁ Απολινάριος, εἰ δὲ τὴν θεότητα, ὁμοιούμεθα τοῖς Ἰουδαίοις λέγουσι, Σὺ ἄνθρωπος ὤν, πῶς ποιεῖς ἑαυτὸν Θεόν; Αρτίως οὖν φανερῶς λέγομεν, ὅτι μία φύσις ἐπὶ τῆς ἑνώσεως δύο αταράχων φύσεων. Ελήλυθας ὡς ἐπὶ τι φρού ριον ἀκαταγώνιστον, παραδείγματος χάριν τῆς σῆς ὁμολογίας τὸν ἄνθρωπον λαβών. Τοιγαροῦν ἐπειδὴ δι ελογίσω τὸν τρόπον σαφηνίσαι τῆς μιᾶς φύσεως, [καθ'] ἦν ὁ Χριστὸς μιᾶς εἶναι φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν παρὰ σοῦ ὁμολογεῖται, πρὶν ἢ τῶν ἀντιῤῥητικῶν λόγων τῶν πρὸς σὲ ἐφαψόμεθα, διορισώμεθα περί φύσεως καὶ οὐσίας, ὑποστάσεώς τε, φημί, καὶ προσώπου, καὶ ἀποστατικοῦ, πῶς οἱ τοῦ καθ' ἡμᾶς μυστηρίου διδάσκαλοι, καὶ οἱ ἔξω τοῦ καθ' ἡμᾶς λόγου ταυτὶ δὴ τὰ ὀνόματα διακρίνουσι, καὶ ἐπὶ ποίων σημαινομένων τάττουσιν, ἵνα μὴ σύγχυσις δογματιζόντων ἡμῶν, καὶ πλάνη ποθὲν ἀναφυῇ. Πάντες γὰρ, σχεδόν εἰ πεῖν, οἱ τὰς αἱρέσεις κρατύναντες, ταυτὶ δὴ τὰ ὀνό ματα κακῶς ἐκλαμβάνοντες, καὶ ὡς οὐ κατὰ φρόνη ηἔστι, σαφές ότι συγκέχυται τὰ μέρη, ἐν οἷς ἡ διαφορά οὐχ εὕρηται. Φανερὸν ἄρα, τοῖς λέγουσι μίαν
σύνθετον ἐπὶ Χριστοῦ φύσιν συνάγεται, τὸ συγκεχύσθαι λέγειν τὰς φύσεις, κἂν μὴ βούλοιντο. Καὶ
ταῦτα μὲν ἐν τούτοις.
concluditur asserentes unam in Christo naturam
licet ipsi negent. Et hæc quidem ita se habent.
ιδ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ συγχυτικὸν τοῦ Εὐτυχούς διὰ
τῆς ἐκθέσεως ἐν τῷ γράμματί σου μυσαττόμενος
ἀπετείου, τὴν δὲ οἰκείαν ὁμολογίαν δι᾽ ὀλίγων ἐπειράθης ἐκθέσθαι, ὡς ἐντεῦθεν ακατάγνωστος δειχθής
ναι, καὶ δοκῶν τὸ ὀρθὸν δόγμα τῆς Ἐκκλησίας πρεσβεύειν, διὸ καὶ γράφεις ὧδε· Αρτίως δὲ δι᾽ ἁπλῶν
λόγων βαλήσομεν τὴν ἡμετέραν ὁμολογίαν, διότι
λέγομεν μίαν φύσιν εἰς Χριστὸν, ὅπερ πᾶσι φανερόν ἐστιν. Ητις μία φύσις εἰς δύο τρόπους
νοεῖται τε καὶ λέγεται, τῆς μὲν ἁπλῆς καὶ ἀσωμάτου καὶ χωρὶς ἁρμονίας, ἤγουν Μιχαὴλ, καὶ
Γαβριήλ, τῆς δὲ μετὰ τῆς ἁρμονίας, ὥσπερ Ἀδὰμ
καὶ Νῶς. Οὓς δύο τρόπους ἀποσκευασάμενος, μὴ
ἐφαρμόττειν ἐπὶ τῆς κατὰ Χριστὸν ἑνώσεως τὸν μὲν
πρότερον, ήγουν τῆς ἁπλῆς καὶ ἀσωμάτου μιᾶς φύσεως διὰ τὸ συμβαίνειν, μὴ ἔνηνθρωπηκέναι τὸν
Κύριον, ἀλλὰ γυμνὸν εἶναι δίχα σαρκώσεως, τὸν δ'
αὖ δεύτερον, ήγουν τὸν ἐναρμόνιον, καὶ κατ᾽ ἐκεῖνον
μὴ εἶναι τὸν Χριστὸν, Θεόν, ἀλλὰ ψιλόν ἄνθρωπον,
τρίτον τινὰ ὑποτιθεὶς τρόπον μιᾶς συνθέτου φύσεως
ὄντα, δν καὶ ἐπὶ Χριστοῦ ὁμοιοτρόπως ἔχειν ὁμολογεῖς. Διὸ καὶ παραδειγματικῶς τὸν ἄνθρωπον λαβών,
ὑποτιθέμενος γράφεις ὧδε· Καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος παράδειγμα, καθὼς καὶ οἱ Πατέρες ελάλη-.
σαν καὶ διήγγειλαν, τί ἐστι τοῦ σώματος, καὶ τί
ἐστι τῆς ψυχῆς. 'Αλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέγεται
δύο φύσεις ἔχειν. Εἰ δὲ ἀνθίσταται τις καὶ λέγει
δύο φύσεις ἐπὶ ἀνθρώπου, λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς
τρεῖς φύσεις ἔχει, δύο τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ
μίαν τῆς θεότητος. 'Αρτίως οὖν ἐκ τῶν τριῶν
τρόπων τούτων, ποῖον ἐπαίρεσθαι εἴπομεν ἐκ τῶν
λεγομένων τούτων φύσεων; Εἰ μὲν τὸ σῶμα, Εὐ
τυχιανίζομεν, εἰ δὲ τὴν ἀνθρωπίνην ψυχήν γινόμεθα ὡς ὁ Απολινάριος, εἰ δὲ τὴν θεότητα,
ὁμοιούμεθα τοῖς Ἰουδαίοις λέγουσι, Σὺ ἄνθρωπος ὤν, πῶς ποιεῖς ἑαυτὸν Θεόν; Αρτίως οὖν
φανερῶς λέγομεν, ὅτι μία φύσις ἐπὶ τῆς ἑνώσεως
δύο αταράχων φύσεων. Ελήλυθας ὡς ἐπὶ τι φρούριον ἀκαταγώνιστον, παραδείγματος χάριν τῆς σῆς
ὁμολογίας τὸν ἄνθρωπον λαβών. Τοιγαροῦν ἐπειδὴ διελογίσω τὸν τρόπον σαφηνίσαι τῆς μιᾶς φύσεως, [καθ']
ἦν ὁ Χριστὸς μιᾶς εἶναι φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν παρὰ
σοῦ ὁμολογεῖται, πρὶν ἢ τῶν ἀντιῤῥητικῶν λόγων
τῶν πρὸς σὲ ἐφαψόμεθα, διορισώμεθα περί φύσεως
καὶ οὐσίας, ὑποστάσεώς τε, φημί, καὶ προσώπου,
καὶ ἀποστατικοῦ, πῶς οἱ τοῦ καθ' ἡμᾶς μυστηρίου
διδάσκαλοι, καὶ οἱ ἔξω τοῦ καθ' ἡμᾶς λόγου ταυτὶ δὴ
τὰ ὀνόματα διακρίνουσι, καὶ ἐπὶ ποίων σημαινομέ
νων τάττουσιν, ἵνα μὴ σύγχυσις δογματιζόντων ἡμῶν,
καὶ πλάνη ποθὲν ἀναφυῇ. Πάντες γὰρ, σχεδόν εἰ
πεῖν, οἱ τὰς αἱρέσεις κρατύναντες, ταυτὶ δὴ τὰ ὀνόματα κακῶς ἐκλαμβάνοντες, καὶ ὡς οὐ κατὰ φρόνη630
colligitur; idque si est, manifestum quoque est numerari. Quod si per vos in unione totius, partium
differentia non numeratur, palam est neque esse.
Quod si non est, clarum est confusas esse partes,
in quibus differentia non reperitur. Patenter itaque
compositam affirmare, confusas eliam naturas fuisse,
B.
η
14. Cum vero confusionem Eutychetis per expo
sitionem in tua epistola exsecratus rejicias, tuam
confessionem paucis exponere conaris, ut reprehensionem effugias tanquam qui videri cupis rectum
Ecclesiæ dogma profiteri, scribis hoc modo: Nunc
‘autem simplici oratione nostram professionem enuntieinus, quare dicamus unam in Christo naturam,
quod omnibus palam est, quæ una natura duobus
modis intellecta, et scripta, altera est simplex, incorporea, et sine harmonia, ut Michael et Gabriel,
altera cum harmonia, ut Adam et Noe. His duobus
modis rejectis, tanquam qui unioni Christi non
conformantur, et primum quidem simplicis, et incorporeæ unius naturæ, quod non hominem assumpserit Dominus, sed nudus sit absque incarnatione;
alterum vero nempe enarmonium, quod secundum
illum Christus non sit Deus, sed purus homo,
tertium quemdam modum supponis unius compositæ naturæ, quem in Christo haud dissimilem esse
faleris. Quare homine in exemplum adducto, ila
supponens scribis: Estque homo exemplum, quenadmodum Patres locuti sunt, et divulgarunt, quid
corporis, et quid animæ est. Verumtamen homo non
dicitur duas naturas habere: si quis vero contra se
opponat, prodatque duas naturas in homine, sequeretur Christum tres naturas habere, duas humanitatis,
et unam divinitatis. Nunc itaque his tribus modis
concessis, quamnam ex his naturis assumpsisse dicemus? Si corpus, Eutychem; si humanam animam,
Apollinarium sequemur: si deitatem, similes erimus
Judæis dicentibus: Tu cum homo sis, facis lemelipsum Deum. Quare palam enuntiamus unam naturam
in unione duarum imperturbatarum naturarum. Confugisti veluti ad arcem inexpugnabilem, exempli
gratia tuæ professionis hominem assumens. Quapropter cum in mentem induxeris tuani, modum.
declarare unius natura secundum quam Christus
unius naturæ esse post unionem a te asseritur, antequam dicta tua nostris rationibus refutemus, terminemus, quid natura, et essentia, necnon hypostasis, et persona, et hypostaticum inferant, et
quanam ratione mysterii Christiani magistri, et
qui a nostris rebus alieni sunt, hæc nomina discernant, et quibus significatibus adaptent, ne confusio,
cum dogmata pertractamus, et error allcunde irrepat. Omnes enim fere, ut ita dicam, qui hæreses
firmarunt, hac ipsa nomina prave, nec ad mentem:
Ecclesiæ exponentes a veritate aberrarunt. Attamen
essentiam et naturam idem nobis innuere ubique
et sacræ Litteræ, et sancta Nicæna synodus, quæqueeam secuta est Constantinopolitana, Ephesina itemprima tradiderunt, de communi, et universali, ck
col. 633–634page 22 of 38
PG 105:633μα ἐκκλησιαστικὸν ἀπεσφάλησαν. Μενούνγε ουσίαν ἐπί τε κοινοῦ καὶ ἰδικοῦ πράγματος, ήγουν καθόλου πών, πολλοῖς ἀτόποις περιπέπτωκεν, οὓς ὁ λόγος καὶ φύσιν ταυτὸν ἡμῖν δηλοῦν πανταχοῦ καὶ ἡ ἁγία Γραφὴ, καὶ ἡ κατὰ Νίκαιαν ἁγία σύνοδος, καὶ μετ' αὐτὴν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἡ πρώτη τῶν ἐν Ἐφέσῳ παρέδωκαν, ἐπὶ κοινοῦ καὶ καθολικοῦ, καὶ κατὰ πολλῶν φερομένου πράγματος, δι' ὧν τὸ παν άγιον οἱ πανταχοῦ πιστοὶ σύμβολον ἔχουσί τε καὶ περιέπουσιν, ὅπερ μίαν φύσιν καὶ οὐσίαν τῆς παν αγίας Τριάδος, καὶ τρία πρόσωπα καὶ ὑποστάσεις ἡμῖν παρέδωκε. Φύσιν μὲν καὶ οὐσίαν ταυτὸν, πρόσο ωπον δ᾽ αὖ πάλιν καὶ ὑπόστασιν ταυτὸν, ὡς ἐπὶ ἰδι κοῦ τε καὶ καθέκαστα πράγματος ἐκδιδάσκουσαι, τὸ δὲ δὴ τῆς μορφῆς ὄνομα ὡσαύτως καὶ αὐτὸ ἐπὶ οὐ σίας καὶ φύσεως οἱ Πατέρες παρειλήφασι. Διά του τοῦτο ὁ μέγας Βασίλειος τό, Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρ χων, ἑρμηνεύων, ἴσον δύνασθαι τῷ, ἐν οὐσίᾳ Θεοῦ ὑπάρχειν, ἔλεγε. Καὶ τὸ μορφὴν ἀνειληφέναι δούλου ἐν τῇ οὐσία τῆς ἀνθρωπότητος τὸν Κύριον ἡμῶν εἶν ναι σημαίνει. Τό γε μὴν ὑποστατικὸν διάφορον παρά τὴν ὑπόστασιν τιθέασιν. Οριζόμενοι γὰρ τὴν ὑπό στασιν ἔφασαν· Υπόστασίς ἐστι μετὰ ἰδιώματος, ἢ καὶ ἰδιωμάτων ιδιοσυστάτως θεωρουμένη, καὶ ὅλον τι καθ' ἑαυτὴν οὖσα, ὑποστατικὸν δ᾽ αὖ πάλιν οὐσία μετὰ ἰδιώματος, ἢ καὶ ἰδιωμάτων, μὴ ἰδιοσυστάτως καὶ καθ' ἑαυτὸ ὡς ὅλον τι υπάρχον, ἀλλ' ὅλου τινὸς εἶναι μέρος. Οἱ δὲ ἔξω τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου τὸ μὲν τῆς φύσεως ὄνομα, ὁμοίως τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐπὶ καθολικοῦ τινος πράγματος ορίζονται, ἄλλο μὲν εἶναι φύσιν λέγοντες, καὶ ἄλλο τὸ ἔχειν φύσιν, καὶ τὸ μὲν ἔχειν φύσιν τὸ καθέκαστα λέγουσιν, ὅπερ παρ' ἡμῖν ὑπό στασις καὶ πρόσωπον είρηται· ταυ τὸ δὲ ταυτί, ἤγουν τὴν ὑπόστασιν, ὑποκείμενον εἶναί φασι. Διά τοι ταῦτο καὶ ὑπόστασις λέγεται ούχ, ὥς τινες ὑπέλαβον, διὰ τὸ ἁπλῶς ὑφεστάναι, ήγουν ὑπάρχειν, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπό τι ἑστᾶναι, τουτέστιν ὑπὸ τὴν φύσιν ὡς ὑποκείμενον, τὴν δὲ φύσιν ἐνυποκεῖσθαι, τουτέστι κατά τις νας ὑποστάσεως λέγεσθαι, ἦν καὶ ὁριζόμενοί φασι Φύσις ἐστὶν ἀρχὴ κινήσεως, καὶ ἠρεμίας πρώτως καὶ καθ' ἑαυτό. Τὸ δὲ δὴ τῆς οὐσίας επί τε κοινοῦ καὶ ἰδι κοῦ, ἤγουν καθόλου καὶ ἐπὶ μέρους, οἷς Ἰωάννης ὁ ἐπίκλην Φιλόπονος κατακολουθήσας, τραθεΐτης ἀνα δέδεικται. Ο δὲ δὴ Σεβῆρος τὸ μὲν τῆς οὐσίας ὄνομα ταυτοτρόπως τῇ Ἐκκλησίᾳ ὀνομάζει ἐπὶ κοινοῦ πράγματος εἶναι, τὸ δὲ τῆς φύσεως ιδιόρρυθμος ἐν τούτῳ γενόμενος, ούτε τῇ συνηθείᾳ, οὔτε τοῖ; ἔξω, οὔτε μὴν τῇ Ἐκκλησίᾳ κατακολουθῶν, ἀλλ' ἐναντίω; ἐπὶ μέρους ἐδόξασε· καὶ κοινὴν καὶ ἰδικὴν φύσιν εἰ παρακατιών μετ' ἀποδείξεως παραστήσεις. ιε'. Τούτων ἡμῖν ὧδέ πη διασαφηνισθέντων, καὶ διευκρινηθέντων, καιρὸς τὰ παρὰ σοῦ γραφέντα καὶ ὧδε ἐπισκέψασθαι. Ἔχει δὲ οὕτως· Καὶ γίνεται ὁ ἄνθρωπος παράδειγμα, καθὼς καὶ οἱ Πατέρες ἐλάλησαν καὶ διήγγειλαν, τί ἐστι τοῦ σώματος, καὶ τί ἐστι τῆς ψυχῆς· ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέ γεται δύο φύσεις ἔχειν. Εἰ δὲ καὶ ἀνθίσταται τις καὶ λέγει δύο φύσεις ἐπὶ ἀνθρώπου, λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς τρεῖς ἔχει, δύο τῆς ἀνθρωπότητος καὶ μίαν τῆς θεότητος, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἰδοὺ σαφέστατα μιᾶς συνθέτου φύσεως τὸν Χριστὸν εἶναι δογματίre, quæ de pluribus dicitur, per quas sanctissi- μα ἐκκλησιαστικὸν ἀπεσφάλησαν. Μενούνγε ουσίαν
mum ubique fideles symbolum possident et fovent,
quod nobis unam naturam, et essentiam sanctissimæ Triadis, et tres personas, et hypostases coinmisit. Et hi quidem naturam et essentiam pro codem,
personam rursus et hypostasim pro eodem, de individua nempe et singulari re comprobarunt.
Formæ etiam nomen similiter de essentia et natura Patres acceperunt. Proptereaque magnus Basilius illud: In forma Dei cum esset, exponens, idem
innuere, ac in essentia Dei esse dicebat, et formam
assumpsisse servi in essentia humanitatis Dominum
postrum esse notat. Hypostaticum vero diversum
quid ab hypostasi ponunt: definientes enim hypɔstasim dixerunt: Hypostasis est cum proprietate,
sive proprietatibus per se subsistens, et totum quid
secundum se exsistens: hypostaticum vero est essentia, cum idiomate, sive idiomatibus non per
se subsistens, et secundum se tanquam aliquod
telima exsistens, sed totius universi pars. Qui vero
extra Ecclesiam sunt, naturæ nomen æque ac Ec
„clesia de universali re deßiniunt, aliud esse naturam
dicentes, aliud naturam habere; et habere quidem
naturam singularia dicunt, quæ a nobis hypostasis
et persona nuncupantur, hac vero quad nos liypostasim ipsi subjectum vocant, et ob hoc etiam lypostasis nominatur, non ut quidam suspicati sunt,
quod simpliciter supponitur, nempe exsistit, sed
potius quod sub alio stet, sub natura scilicet,
tanquam subjectum, et naturam superjacere, hoc
est superhypostasim dicunt, quam et definiunt:
Natura est principium matus, et quietis primum,
et secundum seipsam. Essentiæ autem nomen de
communi et singulari, de universali nempe et individuo accipiunt, quos secutus Ioannes cognomento Philoponus Tritheita esse evincitur. Severus
vero essentiæ nomen eodem, ac Ecclesia significatu
accipit, de re communi, sed natura, propriam in
eo secutus opinionem, et ab ipsa consuetudine
exterorum, Ecclesiæque intelligentia, et sensu
longissime abhorrens, contrario quodam modo de
communi et individua re, universali scilicet in
parte accepit, et communem et individuam naturam
enuntians multis sese absurdis implicuit, quæ procedens oratio non sine demonstrationibus common.
strabis.
ἐπί τε κοινοῦ καὶ ἰδικοῦ πράγματος, ήγουν καθόλου
πών, πολλοῖς ἀτόποις περιπέπτωκεν, οὓς ὁ λόγος
45. His a nobis hac ratione expositis ac dijudieatis, tempus jam est, ea quæ tu scripseras, exaninandi. Ea sunt: Et in exemplum homo adducitur,
quemadmodum Patres locuti sunt, exposuerunique,
quid corporis, et quid anima: verumtamen homo non
dícitur duas naturas habere; si quis vero contra se
opponat, prodatque duas naturas in homine, sequeretur Christum tres naturas habere, duas humanifatis et unam deitatis, et cætera. En apertissime
quius compositæ naturæ Christum esse astruens,
idque probare contendens exemplum hominis usurκαὶ φύσιν ταυτὸν ἡμῖν δηλοῦν πανταχοῦ καὶ ἡ ἁγία
Γραφὴ, καὶ ἡ κατὰ Νίκαιαν ἁγία σύνοδος, καὶ μετ'
αὐτὴν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἡ πρώτη τῶν ἐν
Ἐφέσῳ παρέδωκαν, ἐπὶ κοινοῦ καὶ καθολικοῦ, καὶ
κατὰ πολλῶν φερομένου πράγματος, δι' ὧν τὸ παν
άγιον οἱ πανταχοῦ πιστοὶ σύμβολον ἔχουσί τε καὶ
περιέπουσιν, ὅπερ μίαν φύσιν καὶ οὐσίαν τῆς παναγίας Τριάδος, καὶ τρία πρόσωπα καὶ ὑποστάσεις
ἡμῖν παρέδωκε. Φύσιν μὲν καὶ οὐσίαν ταυτὸν, πρόσο
ωπον δ᾽ αὖ πάλιν καὶ ὑπόστασιν ταυτὸν, ὡς ἐπὶ ἰδικοῦ τε καὶ καθέκαστα πράγματος ἐκδιδάσκουσαι, τὸ
δὲ δὴ τῆς μορφῆς ὄνομα ὡσαύτως καὶ αὐτὸ ἐπὶ οὐ
σίας καὶ φύσεως οἱ Πατέρες παρειλήφασι. Διά του
τοῦτο ὁ μέγας Βασίλειος τό, Ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρ
χων, ἑρμηνεύων, ἴσον δύνασθαι τῷ, ἐν οὐσίᾳ Θεοῦ
ὑπάρχειν, ἔλεγε. Καὶ τὸ μορφὴν ἀνειληφέναι δούλου
ἐν τῇ οὐσία τῆς ἀνθρωπότητος τὸν Κύριον ἡμῶν εἶν
ναι σημαίνει. Τό γε μὴν ὑποστατικὸν διάφορον παρά
τὴν ὑπόστασιν τιθέασιν. Οριζόμενοι γὰρ τὴν ὑπό
στασιν ἔφασαν· Υπόστασίς ἐστι μετὰ ἰδιώματος, ἢ
καὶ ἰδιωμάτων ιδιοσυστάτως θεωρουμένη, καὶ ὅλον
τι καθ' ἑαυτὴν οὖσα, ὑποστατικὸν δ᾽ αὖ πάλιν οὐσία
μετὰ ἰδιώματος, ἢ καὶ ἰδιωμάτων, μὴ ἰδιοσυστάτως
καὶ καθ' ἑαυτὸ ὡς ὅλον τι υπάρχον, ἀλλ' ὅλου τινὸς
εἶναι μέρος. Οἱ δὲ ἔξω τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς λόγου τὸ μὲν
τῆς φύσεως ὄνομα, ὁμοίως τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐπὶ καθολι
κοῦ τινος πράγματος ορίζονται, ἄλλο μὲν εἶναι φύσιν
λέγοντες, καὶ ἄλλο τὸ ἔχειν φύσιν, καὶ τὸ μὲν ἔχειν
φύσιν τὸ καθέκαστα λέγουσιν, ὅπερ παρ' ἡμῖν ὑπόστασις καὶ πρόσωπον είρηται· ταυ τὸ δὲ ταυτί, ἤγουν
τὴν ὑπόστασιν, ὑποκείμενον εἶναί φασι. Διά τοι ταῦτο
καὶ ὑπόστασις λέγεται ούχ, ὥς τινες ὑπέλαβον, διὰ
τὸ ἁπλῶς ὑφεστάναι, ήγουν ὑπάρχειν, ἀλλὰ μᾶλλον
ὑπό τι ἑστᾶναι, τουτέστιν ὑπὸ τὴν φύσιν ὡς ὑποκείμενον, τὴν δὲ φύσιν ἐνυποκεῖσθαι, τουτέστι κατά τις
νας ὑποστάσεως λέγεσθαι, ἦν καὶ ὁριζόμενοί φασι·
Φύσις ἐστὶν ἀρχὴ κινήσεως, καὶ ἠρεμίας πρώτως καὶ
καθ' ἑαυτό. Τὸ δὲ δὴ τῆς οὐσίας επί τε κοινοῦ καὶ ἰδι
κοῦ, ἤγουν καθόλου καὶ ἐπὶ μέρους, οἷς Ἰωάννης ὁ
ἐπίκλην Φιλόπονος κατακολουθήσας, τραθεΐτης ἀναδέδεικται. Ο δὲ δὴ Σεβῆρος τὸ μὲν τῆς οὐσίας ὄνομα
ταυτοτρόπως τῇ Ἐκκλησίᾳ ὀνομάζει ἐπὶ κοινοῦ
πράγματος εἶναι, τὸ δὲ τῆς φύσεως ιδιόρρυθμος ἐν
τούτῳ γενόμενος, ούτε τῇ συνηθείᾳ, οὔτε τοῖ; ἔξω,
οὔτε μὴν τῇ Ἐκκλησίᾳ κατακολουθῶν, ἀλλ' ἐναντίω;
ἐπὶ μέρους ἐδόξασε· καὶ κοινὴν καὶ ἰδικὴν φύσιν εἰ
παρακατιών μετ' ἀποδείξεως παραστήσεις.
ιε'. Τούτων ἡμῖν ὧδέ πη διασαφηνισθέντων, καὶ
διευκρινηθέντων, καιρὸς τὰ παρὰ σοῦ γραφέντα καὶ
ὧδε ἐπισκέψασθαι. Ἔχει δὲ οὕτως· Καὶ γίνεται ὁ
ἄνθρωπος παράδειγμα, καθὼς καὶ οἱ Πατέρες
ἐλάλησαν καὶ διήγγειλαν, τί ἐστι τοῦ σώματος,
καὶ τί ἐστι τῆς ψυχῆς· ἀλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέγεται δύο φύσεις ἔχειν. Εἰ δὲ καὶ ἀνθίσταται τις
καὶ λέγει δύο φύσεις ἐπὶ ἀνθρώπου, λοιπὸν καὶ ὁ
Χριστὸς τρεῖς ἔχει, δύο τῆς ἀνθρωπότητος καὶ
μίαν τῆς θεότητος, καὶ τὰ ἑξῆς. Ἰδοὺ σαφέστατα
μιᾶς συνθέτου φύσεως τὸν Χριστὸν εἶναι δογματί
col. 635–636page 23 of 38
PG 105:635ζων, καὶ βουλόμενος τοῦτο παριστᾷν, τὸν ἄνθρωπον εἰς παράδειγμα ἀπεχρήσω· ὥσπερ γὰρ ὁ ἄνθρωπος ἐκ διαφόρων φύσεων συγκείμενος, μιᾶς ἐστι φύσεως συνθέτου μετὰ τὴν ἕνωσιν. Τουτὶ γὰρ διήγγειλαν τὸ παράδειγμα ὁμοίως ἔχειν ἐπὶ τῆς ἑνώσεως τοῦ Χρι στοῦ οἱ Πατέρες, ὡς σὺ φής. Καὶ ὥσπερ συνιστῶν τὸ παράδειγμα, ότι μιᾶς ἐστι φύσεως ὁ ἄνθρωπος ἐπι ἀγεις. 'Αλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέγεται δύο φύσεις ἔχειν. Εἰ δὲ καὶ ἀνθίσταται τις, ὅτι ἔχει, συνάγεται, ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς τρεῖς ἔχει. Διὸ δοκεῖς ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ τῇ ἑνώσει Χριστοῦ δοξάζοντας, δύο εἶναι φύσεις, εἰς ἄτοπον προάγειν. Οὐδὲν ξένον, ὦ φίλος, ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος, μυρία έψεσθαι. Εἰ μὲν γὰρ πᾶσα σύνθεσις μὴ ἐκ τῶν προσεχῶς συντεθέντων συντεθεῖσθαι Ελέ γετο, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν πόῤῥω, τάχα ἂν εἶχε χώραν τὸ παρὰ σοῦ καθ' ἡμῶν γραφόμενον. Εἰ δ᾽ οὐδεὶς τῶν εὖ μ φρονούντων φήσειεν, ἐκ τῶν πόῤῥω, ἀλλ' ἐκ τῶν προσεχῶς καὶ ἀμέσως, καὶ οἱονεὶ μερῶν, ἢ στοιχείων τάξιν ἐν τῷ ὅλῳ ἐχόντων συντεθεῖσθαι τὸ συντεθειμένον λέγεται, ἀνίσχυρον καὶ μάταιον τὸ παρὰ σοῦ γραφόμενον. Ἐπεὶ ἀνάγκη κατὰ σὲ τὸν ἄνθρωπον λέγειν ἐκ πέντε τουλάχιστον συγκεῖσθαι φύσεων, ἔκ τε τῶν τεσσάρων στοιχείων καὶ ψυχῆς. Ωσαύτ τως καὶ τὸν ἠλεκτρον, μὴ ἐκ δύο, ήγουν χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, ἀλλ᾽ ἐκ πολλῶν πλειόνων, χρυσοῦ, φημί, καὶ ἀργύρου, καὶ τεσσάρων στοιχείων, καὶ τῶν ἔτι πολ φωτέρω, τῆς ὕλης λέγω καὶ τοῦ εἴδους. Οὐ γὰρ τὰ μέρη τῶν μερῶν ἐν τῷ λέγειν ἐκ πόσων σύγκειται τόδε σκοποῦμεν, ἀλλὰ τὰ προσεχῶς καὶ ἀμέσως μέρη αὐτοῦ, χρηματίζοντα. Οὐκοῦν κἂν τὸν ἄνθρωπον είν πωμεν δύο φύσεις ἔχειν, καὶ τὴν θεότητα μίαν εξ ναι, οὐ συνάγεται όπερ βούλεσθε καθ' ἡμῶν. Οὐ γὰρ δ· ταῦθα, ήγουν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρι στοῦ τὰ μέρη τῶν μερῶν δεῖ σκοπεῖν, ἤτοι τῆς ἀν θρωπότητος τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ τὰ προσ εχῶς καὶ ἀμέσως συντεθέντα, θεότητά φημι καὶ ἀνθρωπότητα. Εἰ γὰρ καὶ δύο φύσεις ἔχειν τὸν ἄν θρωπον ἡμεῖς λέγοντες, καθ' ὑμᾶς, τρεῖς φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, καὶ ὑμεῖς ἄρα ἐκ δύο φύσεων τὸν ἄνθρωπον λέγοντες, εἰ καὶ μὴ δύο, η ἐν δύο, ἀλλὰ μίαν φύσιν εἶναι λέγοντες, ἀλλ᾽ οὖν ἐκ τριῶν φύσεων τὸν Χριστὸν δογματίσοιτε. Καὶ οὕτως περιτραπήσεσθε ἐκ τοῦ ὑμῶν λόγου. ᾿Αλλὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν. Οὐκ ἄρα δύο φύσεις ἔχειν ἡμεῖς λέγοντες τὸν Χριστὸν, κἂν δύο φύσεις ἔχειν τὸν ἄνθρωπον λέγω μεν, τὸ τρεῖς καθ' ἡμῶν συναχθείη. Καὶ ἄλλως εἰς τὸ αὐτό· Ὁ ἄνθρωπος ή καθόλου ἐστὶν, ἢ ἐπὶ μέ ρους, ήγουν ὁ καθέκαστα, ἀλλ᾽ ὅτι μὲν ὁ καθέκαστα ἐκ δύο φύσεων σύγκειται, σώματός τε, φημί, καὶ ἀσω μάτου, οὐδεὶς τῶν εὖ εἰδότων κρίνειν ἀντερεῖ· οὐδὲ γὰρ τὸ σῶμα ἀθάνατον, ἀλλὰ φθαρτόν, οὐδὲ ἡ ψυχὴ θνητή, ἀλλ' ἀθάνατος, οὐδὲ τὸ σῶμα ἀόρατον, οὐδὲ ἡ ψυχὴ σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς καθορᾶται· ἀλλ' ἡ μὲν λογικὴ καὶ νοερά, καὶ ἀσώματος, τὸ δὲ παχὺ καὶ ὁρατὸν, καὶ ἀπτὸν, οὐ μιᾶς δὲ φύσεως τὰ ἀντιδιαιρούμενα· οὐ μιᾶς ἄρα οὐσίας ψυχὴ καὶ σῶμα. Καὶ αὖθις· Εἰ ὧν οἱ ὅροι διάφοροι, τούτων καὶ αἱ φύσεις διάφοροι, διάφορος δὲ τοῦ σώματος ὁ λόγος παρά τὸν τῆς ψυχῆς, διάφορος ἄρα καὶ ἡ φύσις τῆς ψυχῆςREFUTATJO EPISTOL.E REGIS ARMENIÆ.
ζων, καὶ βουλόμενος τοῦτο παριστᾷν, τὸν ἄνθρωπον pasti. Quemadmodum enim homo ex diversis naturis
εἰς παράδειγμα ἀπεχρήσω· ὥσπερ γὰρ ὁ ἄνθρωπος
ἐκ διαφόρων φύσεων συγκείμενος, μιᾶς ἐστι φύσεως
συνθέτου μετὰ τὴν ἕνωσιν. Τουτὶ γὰρ διήγγειλαν τὸ
παράδειγμα ὁμοίως ἔχειν ἐπὶ τῆς ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ οἱ Πατέρες, ὡς σὺ φής. Καὶ ὥσπερ συνιστῶν τὸ
παράδειγμα, ότι μιᾶς ἐστι φύσεως ὁ ἄνθρωπος ἐπι
ἀγεις. 'Αλλ' ὁ ἄνθρωπος οὐ λέγεται δύο φύσεις ἔχειν.
Εἰ δὲ καὶ ἀνθίσταται τις, ὅτι ἔχει, συνάγεται, ὅτι καὶ
ὁ Χριστὸς τρεῖς ἔχει. Διὸ δοκεῖς ἡμᾶς τοὺς ἐπὶ τῇ
ἑνώσει Χριστοῦ δοξάζοντας, δύο εἶναι φύσεις, εἰς
ἄτοπον προάγειν. Οὐδὲν ξένον, ὦ φίλος, ἑνὸς ἀτόπου
δοθέντος, μυρία έψεσθαι. Εἰ μὲν γὰρ πᾶσα σύνθεσις
μὴ ἐκ τῶν προσεχῶς συντεθέντων συντεθεῖσθαι Ελέ
γετο, ἀλλ᾽ ἐκ τῶν πόῤῥω, τάχα ἂν εἶχε χώραν τὸ
παρὰ σοῦ καθ' ἡμῶν γραφόμενον. Εἰ δ᾽ οὐδεὶς τῶν εὖ μ
φρονούντων φήσειεν, ἐκ τῶν πόῤῥω, ἀλλ' ἐκ τῶν
προσεχῶς καὶ ἀμέσως, καὶ οἱονεὶ μερῶν, ἢ στοιχείων
τάξιν ἐν τῷ ὅλῳ ἐχόντων συντεθεῖσθαι τὸ συντεθεί
μένον λέγεται, ἀνίσχυρον καὶ μάταιον τὸ παρὰ σοῦ
γραφόμενον. Ἐπεὶ ἀνάγκη κατὰ σὲ τὸν ἄνθρωπον·
λέγειν ἐκ πέντε τουλάχιστον συγκεῖσθαι φύσεων,
ἔκ τε τῶν τεσσάρων στοιχείων καὶ ψυχῆς. Ωσαύτ
τως καὶ τὸν ἠλεκτρον, μὴ ἐκ δύο, ήγουν χρυσοῦ καὶ
ἀργύρου, ἀλλ᾽ ἐκ πολλῶν πλειόνων, χρυσοῦ, φημί, καὶ
ἀργύρου, καὶ τεσσάρων στοιχείων, καὶ τῶν ἔτι πολφωτέρω, τῆς ὕλης λέγω καὶ τοῦ εἴδους. Οὐ γὰρ τὰ
μέρη τῶν μερῶν ἐν τῷ λέγειν ἐκ πόσων σύγκειται
τόδε σκοποῦμεν, ἀλλὰ τὰ προσεχῶς καὶ ἀμέσως μέρη
αὐτοῦ, χρηματίζοντα. Οὐκοῦν κἂν τὸν ἄνθρωπον είν
πωμεν δύο φύσεις ἔχειν, καὶ τὴν θεότητα μίαν εξναι, οὐ συνάγεται όπερ βούλεσθε καθ' ἡμῶν. Οὐ γὰρ
δ· ταῦθα, ήγουν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὰ μέρη τῶν μερῶν δεῖ σκοπεῖν, ἤτοι τῆς ἀνθρωπότητος τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν, ἀλλὰ τὰ προσ
εχῶς καὶ ἀμέσως συντεθέντα, θεότητά φημι καὶ
ἀνθρωπότητα. Εἰ γὰρ καὶ δύο φύσεις ἔχειν τὸν ἄνθρωπον ἡμεῖς λέγοντες, καθ' ὑμᾶς, τρεῖς φύσεις ἐπὶ
Χριστοῦ λέγειν ἀναγκασθησόμεθα, καὶ ὑμεῖς ἄρα ἐκ
δύο φύσεων τὸν ἄνθρωπον λέγοντες, εἰ καὶ μὴ δύο, η
ἐν δύο, ἀλλὰ μίαν φύσιν εἶναι λέγοντες, ἀλλ᾽ οὖν ἐκ
τριῶν φύσεων τὸν Χριστὸν δογματίσοιτε. Καὶ οὕτως
περιτραπήσεσθε ἐκ τοῦ ὑμῶν λόγου. ᾿Αλλὰ τοῦτο οὐκ
ἔστιν. Οὐκ ἄρα δύο φύσεις ἔχειν ἡμεῖς λέγοντες τὸν
Χριστὸν, κἂν δύο φύσεις ἔχειν τὸν ἄνθρωπον λέγωμεν, τὸ τρεῖς καθ' ἡμῶν συναχθείη. Καὶ ἄλλως εἰς
τὸ αὐτό· Ὁ ἄνθρωπος ή καθόλου ἐστὶν, ἢ ἐπὶ μέ
ρους, ήγουν ὁ καθέκαστα, ἀλλ᾽ ὅτι μὲν ὁ καθέκαστα
ἐκ δύο φύσεων σύγκειται, σώματός τε, φημί, καὶ ἀσω
μάτου, οὐδεὶς τῶν εὖ εἰδότων κρίνειν ἀντερεῖ· οὐδὲ
γὰρ τὸ σῶμα ἀθάνατον, ἀλλὰ φθαρτόν, οὐδὲ ἡ ψυχὴ
θνητή, ἀλλ' ἀθάνατος, οὐδὲ τὸ σῶμα ἀόρατον, οὐδὲ ἡ
ψυχὴ σωματικοῖς ὀφθαλμοῖς καθορᾶται· ἀλλ' ἡ μὲν
λογικὴ καὶ νοερά, καὶ ἀσώματος, τὸ δὲ παχὺ καὶ
ὁρατὸν, καὶ ἀπτὸν, οὐ μιᾶς δὲ φύσεως τὰ ἀντιδιαι
ρούμενα· οὐ μιᾶς ἄρα οὐσίας ψυχὴ καὶ σῶμα. Καὶ
αὖθις· Εἰ ὧν οἱ ὅροι διάφοροι, τούτων καὶ αἱ φύσεις
διάφοροι, διάφορος δὲ τοῦ σώματος ὁ λόγος παρά
τὸν τῆς ψυχῆς, διάφορος ἄρα καὶ ἡ φύσις τῆς ψυχῆς
conflatus unius est naturæ compositæ post unionem,
hoc vero exemplum docuerunt similiter se haberɛ
in unione Christi Patres, ut ipse tradis. Et quasi
comprobans exemplum unius esse nature hominem
concludis. Verumtamen homo non dicitur duas
naturas habere; quod si quis contra contendet eun.
habere, consequi et Christum tres habere, videriz
nos in unione Christi duas esse naturas affirmantes,
in absurda ineptaque rapere. Nil mirum est, ♪
amice, uno inconvenienti dato, innumera subsequi. Etenim si omnis compositio non ex iis, qua
continenter componuntur, componi diceretur, se
ex distantibus, forte quod contra nos scribis locur
haberet. Quod si nemo, qui sal habeat in pectore,
dicet, ex distantibus, sed ex continuis, et imme
diatis veluti partibus, aut elementis in tot
positum occupantibus, componi compositum.
futile est inaneque, quod a te scripto traditur, eur
per to necesse esset dicere hominem ad minus et
quinque naturis construi, ex quatuor elementis et
anima. Similiter et electrum non ex duobus, auro es
argento, sed multo pluribus, auro nempe, argento,
et quatuor elementis, aliisque multo distantioribus,
materia et forma. Non enim partes partium, cum
inquirimus, ex quibus hoc, vel illud componitur,
consideramus, sed proximas illius atque immediatas. Quare licet hominem dixerimus duabus naturis
constare, et deitatem unam esse, non concluditur quod prætenditis adversum nos: neque enim hic
in Domino nostro, Jesu Christo scilicet, partes partium attendendæ sunt, vel humanitatis corpus et
anima, sed quæ proxime immediateque uniuntur,
divinitas atque humanitas. Et si duas naturas habere hominem nos asserentes, ut vos contenditis,
tres naturas in Christo dicere cogeremur, et vos
igitur ex duabus naturis hominem affirinantes, licet
non duas, neque in duabus, sed unam naturam
esse dicentes, nihilominus ex tribus naturis Christum esse statuetis. Sicque per verba ipsi vestra
refellemini. Sed hoc non est; non ergo duas naturas
habere nos Christum asserentes, licet duas naturas
hominem habere dicamus, tres adversus nos colligentur. Alia quoque ratione hoc ipsum probatur.
Homo aut in universali est, aut in parte, in individuo nempe, sed hominem, qui in individuo est, ex
duabus naturis constitui corporis et animæ, neno,
qui probe de rebus judicium ferre novit, contradicel; neque enim corpus immortale est, sed corruplioni obnoxium, neque auima mortalis, sed immortalis, neque corpus invisibile, neque anima corporeis oculis conspicitur, sed hæc quidem rationis
compos est, et intellectualis, et incorporea; illud
crassum, visibile, tangibile; non unius vero naturae
sunt quæ contra sese invicem opponuntur: non
unius ergo essentiae corpus, et anima. Item: Si
quorum definitiones diversæ sunt, eorum
naturæ diversæ, diversa vero est corporis ratio ab
ea, quæ anima est, diversa igitur erit et natura
etiam
col. 637–638page 24 of 38
PG 105:637τῆς τοῦ σώματος φύσεως. Ταῦτα δὲ σώζονται ἐν τῷ καθέκαστα ἀνθρώπῳ ἀμεταβλήτως· δύο γὰρ ἄρα φύσ σεις ἔχειν ὁ καθέκαστα ἄνθρωπος λεχθήσεται. Σώζει γὰρ ἑκάτερον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τὴν φυσικὴν ἰδιό τητα, ἐξ ὧν καὶ ἐν οἷς ὁ λόγος θεωρεῖται. Ὁ δὲ δὴ γενικός, ήγουν καθόλου άνθρωπος, ὅταν τις εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη ἀποκοπῇ, φημὶ δὴ ψυχήν τε καὶ σῶσ μα, καὶ ταῦτα γενικὰ ὄντα καὶ καθόλου, ὅτι μηδὲ δυνατὸν ἐκ δύο ατόμων καὶ μερικῶν γενικόν τι ἀπο τελεῖσθαί ποτε, δύο φύσεις ἔχειν τὸν καθόλου ἄνθρωπον φήσειεν. "Οταν δὲ εἰς αὐτὴν τὴν ὁλότητα, την ἐκ δύο οὐσιῶν καθόλου παραλαμβανόμενον, εἰς τὴν τούτου συμπλήρωσιν ἕν τι γενικὴν ἀποτελούμενον τὸν ἄνθρωπον ἀναθεωρῇ, διὰ τὸ πολλὰ εἶναι ὑπ' αὐτοῦ ἄτομα, τὴν ἀπαραλλαξίαν κατὰ τὸ εἶδος ἔχοντα, καὶ τὸν αὐτοῦ λόγον ἐπίσης μετέχοντα, εἰκό τως οὐσίαν καὶ φύσιν μίαν τὸν καθόλου άνθρωπον ὁμολογήσεις. Καὶ ἡνίκα ἂν εἰς ἄλλου σύνθεσιν παραλαμβάνηται, ὡς ἔν τι, καὶ μία φύσις, καὶ οὐσία παραληφθήσεται. Οὐκοῦν ὁ ἀΐδιος Υιός, ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἡμῶν, ἄνθρωπος γεγονώς, οὐ τὸν καθέκαστα ἄνθρωπον ἀνειληφέναι λέγεται, ἵνα μὴ ἡ Νεστοριανή λύτα συνεισφρήσῃ, ἀλλ᾽ ἢ τὸν καθόλου, ὃν καὶ ἠτόμωσεν ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει. Δέδεικται δὲ οὗτος μιᾶς εἶναι φύσεως πρὸς τὴν ὁλότητα σκοπούμενος. Φανε ρὸν ἄρα ὅτι ὁ Χριστὸς ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο φύσ σεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχειν παρ' ἡμῶν δοξαζόμενος, δικαίως κηρύττεται. Καὶ οὐδὲν ἄτοπον ἢ βλάσφημον ἀπαντήσει, κἂν τὸν ἄνθρωπον δύο φύσεις ἔχειν Ο λέγωμεν, ἐπειδὴ πάντα τὰ συντεθειμένα ἐκ τῶν προσεχῶς αὐτὰ συνθέντων συγκείσθαι λέγονται, καὶ οὐκ ἐξ ὧν ἐκεῖνα συντέθειται. Μάτην ἄρα, λεγόντων ἡμῶν τὸν Χριστὸν δύο φύσεις ἔχειν, καὶ τὸν ἄνθρωπον ὁμοίως δύο, τὸ τρεῖς καθ᾿ ἡμῶν συνάγεται. ις'. Μενούνγε καν ὁ ἄνθρωπος δύο φύσεων και διαφόρων καὶ ἀσυγχύτως ἡνωμένων μιᾶς φύσεως ἀποτελῆται, οὐκ ἔγχωρεῖ τὸν Χριστὸν μιᾶς φύσεως ἀποτελεῖσθαι, εἰ καὶ αὐτὸς ἐκ διαφόρων φύσεων, θεότητός τε, φημί, καὶ ἀνθρωπότητος, συντίθεται, ἐκ τῶνδε δῆλον. α'. Πᾶν τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων συγκείμενον μιᾶς φύσεως ἀποτελεῖται, ἡνίκα τὸ συντεθὲν τῶν συντεθειμένων, οὔτε τὰς ονομασίας, οὔτε μὴν τοὺς λόγους τούτων ἐπιδέχεται, οἷόν φημι, ὁ ἄνθρω ; πος μία φύσις ἀποτελεῖται σύνθετος, ἐπειδὴ τῶν μετ ρῶν τὰς ονομασίας κυρίως καὶ τοὺς λόγους οὐκ επιδέχεται. Οὐδὲ γὰρ ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος κυρίως ψυχή τε λέγεται, ἢ σῶμα, οὔτε μὴν τοὺς λό γους αὐτῶν ἐπιδέχεται, κἂν λέγηται ψυχὴν καὶ σῶμα ἔχειν. Ὁ δὲ δὴ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν συντεθειμένος, ἐκ θεότητος, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ τὰς ὀνομασίας καὶ τοὺς λόγους τῶν μερῶν ἐπιδέχεται. Ὁ αὐτ τὸς γάρ ἐστι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος φύσει, τοὺς λόγους αὐτῶν ἐπιδεχόμενος. Οὐκ ἄρα μιας φύσεως ἐνδέχεται αὐτὸν ἀποτελεῖσθαι. Καὶ ἄλλως. β'. Πᾶν τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων σύνθετον ἀποτελούμενον μιας φύσ σεω;, ἕτερόν τι παρὰ τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Ὁ δὲ Χρι στὸς τὰ αὐτὰ γίνεται, ἐξ ὧν συνετέθη. Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς ἄρα οὐ μιᾶςanime a natura corporis. Hæc autem conservantur τῆς τοῦ σώματος φύσεως. Ταῦτα δὲ σώζονται ἐν τῷ
In singulari homine immutabiliter duas igitur
naturas homo singularis habere dicetur. Servat enim
utrumque et post unionem naturalem proprietatem
eorum, ex quibus et in quibus ratio conspicitur.
At homo in genere, universalis nempe, cum quis ad
ea, ex quibus componitur, animum adverterit, anim
mam, inquamn, et corpus, et ipsa generica et universalia: neque enim fieri potest, ex duobus individuis, et particularibus universale aliquod unquam
gigni: duas habere naturas hominem universalem dicet, cum postea in ipsam integritatem ex duabus essentiis in universali animum intenderit, unum quoddam genericum hominem fieri contemplatus, quod
multa illi subsint individua, in nihilo secundum
speciem differentia, et æque rationem illius partici- "
pantia, probe essentiam et naturam unam hominem
universalem fatebitur, et cum in alterius compositionem assumitur, veluti unum, et unam naturam, et
essentiam accipiet. Igitur sempiternus Filius, Dominus et Deus noster homo factus, non in individuo
hominem assumpsisse dicitur, ne Nestoriana rabies
irrepat, sed universalem, quem propria hypostasi
individuavit; ostensum autem est hunc unius esse
naturæ, si ad integritatem consideretur. Manifestum
itaque est Christum ex duabus naturis, et in duabus naturis, et duas naturas habere per nos merito jureque prædicari, neque ineptum, aut blasphemum consequi, licet hominem duas habere naturas
dicanius; cum omnia, quae componuntur ex contiguis componentibus componi dicantur, et non ex
"lis, ex quibus componentia conflata sunt. Frustra
igitur, dum ipsi Christum duas habere naturas
et hominem similiter duas dicimus, tres a vobis
colliguntur.
καθέκαστα ἀνθρώπῳ ἀμεταβλήτως· δύο γὰρ ἄρα φύσ
σεις ἔχειν ὁ καθέκαστα ἄνθρωπος λεχθήσεται. Σώζει
γὰρ ἑκάτερον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τὴν φυσικὴν ἰδιότητα, ἐξ ὧν καὶ ἐν οἷς ὁ λόγος θεωρεῖται. Ὁ δὲ
δὴ γενικός, ήγουν καθόλου άνθρωπος, ὅταν τις εἰς τὰ
ἐξ ὧν συνετέθη ἀποκοπῇ, φημὶ δὴ ψυχήν τε καὶ σῶσ
μα, καὶ ταῦτα γενικὰ ὄντα καὶ καθόλου, ὅτι μηδὲ
δυνατὸν ἐκ δύο ατόμων καὶ μερικῶν γενικόν τι ἀποτελεῖσθαί ποτε, δύο φύσεις ἔχειν τὸν καθόλου ἄνθρω
πον φήσειεν. "Οταν δὲ εἰς αὐτὴν τὴν ὁλότητα, την
ἐκ δύο οὐσιῶν καθόλου παραλαμβανόμενον, εἰς τὴν
τούτου συμπλήρωσιν ἕν τι γενικὴν ἀποτελούμενον
τὸν ἄνθρωπον ἀναθεωρῇ, διὰ τὸ πολλὰ εἶναι ὑπ'
αὐτοῦ ἄτομα, τὴν ἀπαραλλαξίαν κατὰ τὸ εἶδος
ἔχοντα, καὶ τὸν αὐτοῦ λόγον ἐπίσης μετέχοντα, εἰκό
τως οὐσίαν καὶ φύσιν μίαν τὸν καθόλου άνθρωπον
ὁμολογήσεις. Καὶ ἡνίκα ἂν εἰς ἄλλου σύνθεσιν παραλαμβάνηται, ὡς ἔν τι, καὶ μία φύσις, καὶ οὐσία
παραληφθήσεται. Οὐκοῦν ὁ ἀΐδιος Υιός, ὁ Κύριος καὶ
Θεὸς ἡμῶν, ἄνθρωπος γεγονώς, οὐ τὸν καθέκαστα
ἄνθρωπον ἀνειληφέναι λέγεται, ἵνα μὴ ἡ Νεστοριανή
λύτα συνεισφρήσῃ, ἀλλ᾽ ἢ τὸν καθόλου, ὃν καὶ ἡτό
μωσεν ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει. Δέδεικται δὲ οὗτος μιᾶς
εἶναι φύσεως πρὸς τὴν ὁλότητα σκοπούμενος. Φανε
ρὸν ἄρα ὅτι ὁ Χριστὸς ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο φύσ
σεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχειν παρ' ἡμῶν δοξαζόμενος,
δικαίως κηρύττεται. Καὶ οὐδὲν ἄτοπον ἢ βλάσφη
μον ἀπαντήσει, κἂν τὸν ἄνθρωπον δύο φύσεις ἔχειν
Ο λέγωμεν, ἐπειδὴ πάντα τὰ συντεθειμένα ἐκ τῶν
προσεχῶς αὐτὰ συνθέντων συγκείσθαι λέγονται, καὶ
οὐκ ἐξ ὧν ἐκεῖνα συντέθειται. Μάτην ἄρα, λεγόντων
ἡμῶν τὸν Χριστὸν δύο φύσεις ἔχειν, καὶ τὸν ἄνθρω
πον ὁμοίως δύο, τὸ τρεῖς καθ᾿ ἡμῶν συνάγεται.
ις'. Μενούνγε καν ὁ ἄνθρωπος δύο φύσεων και
διαφόρων καὶ ἀσυγχύτως ἡνωμένων μιᾶς φύσεως
ἀποτελῆται, οὐκ ἔγχωρεῖ τὸν Χριστὸν μιᾶς φύσεως
ἀποτελεῖσθαι, εἰ καὶ αὐτὸς ἐκ διαφόρων φύσεων,
θεότητός τε, φημί, καὶ ἀνθρωπότητος, συντίθεται, ἐκ
τῶνδε δῆλον. α'. Πᾶν τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων συγκεί
μενον μιᾶς φύσεως ἀποτελεῖται, ἡνίκα τὸ συντεθὲν
τῶν συντεθειμένων, οὔτε τὰς ονομασίας, οὔτε μὴν
τοὺς λόγους τούτων ἐπιδέχεται, οἷόν φημι, ὁ ἄνθρω
16. Imo licet homo ex duabus naturis, et diversis, et inconfuse unitis, unius natura fiat, haud fieri
potest, ut ipse Christus unius naturæ sit, dummodo
ipse ex diversis naturis, deitate nempe et humanitate, componatur: idque ex his fuerit apertissimum.
1. Quidquid ex diversis naturis conflatur, unius
naturæ efficitur, cum compositum compositorum
neque nomina, neque rationes admittit. Verbi gratia, homo una natura efficitur composita, quando
partium nomina proprie et rationes non suscipit; πος μία φύσις ἀποτελεῖται σύνθετος, ἐπειδὴ τῶν μετ
neque enim dicimus, homo proprie anima dicitur, sive
corpus, neque rationes eorum suscipit, licet dicatur
☐ animam et corpus habere. At Christus Deus noster
ex deitate et humanitate compositus, et nomina et
rationes partium admittit; namque ipse est natura
Drus et homo, rationes eorum suscipiens; fieri itaque nequit, ut ipse unius naturæ efficiatur. 2. Item,
One quod ex diversis naturis componitur unius
natura effectum, aliud est ab iis, ex quibus conponitur. At Christus cadem est, ex quibus componitur; Deus enim ipse est, et homo; Christus igitur
non est unius naturæ post unionem. 3. Cujuscunque
quod unius naturæ post unionem, sive per confusionem, sive per unionem inconfusam efficitur, simul
ρῶν τὰς ονομασίας κυρίως καὶ τοὺς λόγους οὐκ
επιδέχεται. Οὐδὲ γὰρ ἔστιν εἰπεῖν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος
κυρίως ψυχή τε λέγεται, ἢ σῶμα, οὔτε μὴν τοὺς λόγους αὐτῶν ἐπιδέχεται, κἂν λέγηται ψυχὴν καὶ σῶμα
ἔχειν. Ὁ δὲ δὴ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν συντεθειμένος,
ἐκ θεότητος, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, καὶ τὰς όνομασίας καὶ τοὺς λόγους τῶν μερῶν ἐπιδέχεται. Ὁ αὐτ
τὸς γάρ ἐστι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος φύσει, τοὺς λόγους
αὐτῶν ἐπιδεχόμενος. Οὐκ ἄρα μιας φύσεως ενδέχε
ται αὐτὸν ἀποτελεῖσθαι. Καὶ ἄλλως. β'. Πᾶν τὸ ἐκ
διαφόρων φύσεων σύνθετον ἀποτελούμενον μιας φύσ
σεω;, ἕτερόν τι παρὰ τὰ ἐξ ὧν συνετέθη. Ὁ δὲ Χρι
στὸς τὰ αὐτὰ γίνεται, ἐξ ὧν συνετέθη. Θεὸς γὰρ
ἐστιν ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς ἄρα οὐ μιᾶς
col. 639–640page 25 of 38
PG 105:639οὐδεμία φύσις μία οὖσα, τῶν ἐναντίων οὐσιωδῶν διαφορῶν δεκτικὴ γίνεται· πῶς γὰρ δυνατὸν τὴν αὐτ τὴν φύσιν κατὰ ταυτόν κτιστὴν εἶναι καὶ ἄκτιστον, θνητὴν καὶ ἀθάνατον, καταληπτὴν καὶ ἀκατάληπτον; ὁ δὲ Χριστὸς τοῦτο ἔχει· ὁ Χριστὸς ἄρα μιας φύ σεως οὐκ ἔστιν, εἰ καὶ ὁ ἄνθρωπος μιᾶς φύσεως ἐστιν. θ'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως καθ' ὑμᾶς ὁ Χριστὸς μετὰ τὴν ἕνωσίν ἐστιν, πάντως ἔψεται ταύτην τὴν μίαν εἰπεῖν φύσιν, ἢ θείαν μόνον, ἢ ἀνθρωπίνην μό νον, ἢ θείαν καὶ ἀνθρωπίνην ἅμα, ἢ μήτε θείαν, μήτε ἀνθρωπίνην. Αλλ' εἰ μὲν ἐστιν ἡ μία φύσις αὕτη θεία μόνον, ὁ Χριστὸς ἄρα Θεὸς ἔσται, καὶ οὐκ ἄνθρωπος. Εἰ δὲ ἐστιν ἡ μία φύσις αὕτη θεία τε καὶ ἀνθρωπίνη ἅμα, οὔτε τοῦ Πατρὸς οὔτε τοῦ ἁγίου Πνεύματος, οὔτε μὴν τῶν ἀνθρώπων ἄρα φύσις ἐστὶ, καὶ ἀμφοτέρωθεν βλασφημίας ἔγκλημα τῷ τουτί φρο νοῦντι προστριβήσεται, καὶ τῆς ἐῤῥωμένης φρενός ἐκστήσεται. Εἰ δέ ἐστιν ἡ μία φύσις αύτη οὔτε θεία, οὔτε ἀνθρωπίνη, ὁ Χριστὸς ἄρα οὔτε Θεός ἐστιν, οὔτε ἄνθρωπος. Ὅπου τοιγαροῦν τοὺς λόγους περι στρέψομεν, εἰς τὸ λέγειν ἀπαγόμεθα, ὅτι ὁ Χριστὸς μία ὑπόστασις τῆς ἁγίας Τριάδος ἐστὶ, δύο φύσεις ἔχων, φύσιν τε θείαν, καὶ φύσιν ἀνθρωπίνην. Καὶ τούτου χάριν ἐπ' αὐτῷ συνῆλθον ἀμφότεροι οἱ λόγοι αὐτοῦ τε περὶ ἑαυτοῦ εἰρηκότος, Τίνα με λέγουσιν εἶναι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; καὶ τοῦ Πέτρου ἀποκριναμένου, Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. ι'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως ἐστιν ὁ Χρι στὰς μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀνάγκη τὴν φύσιν, καθ᾽ ἣν ἐστιν ὁ Χριστὸς μιᾶς φύσεως, ἢ κοινὴν εἶναι, ἡ ἰδι κήν. Καὶ εἰ μὲν κοινὴν εἰπόντες δοίητε, συμβαίνει αὐτὴν κατὰ πλειόνων φέρεσθαι. Εὑρεῖν δὲ ἄλλους Χριστούς, ή γενέσθαι, καθ' ὧν αὕτη ἡ κοινή φύσις κατηγορηθήσεται, τῶν ἀδυνάτων ἐστίν. Εἰ δὲ ἰδική έστι, ταυτὸν ἔσται τῇ ὑποστάσει. Εἰ δὲ τοῦτο, ἀνάγκη πᾶσα καθ' ὑμᾶς, τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τρεῖς μερικὰς ἀριθμεῖσθαι φύσεις, καὶ τρεῖς ὁμολογεῖσθαι θεούς, καὶ τρεῖς θεότητας, δ δὴ βλασφημιῶν ἐστιν ἁπασῶν ἀκροτάτη, μᾶλλον καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ παντὸς ἄρνησις. Οὐ γὰρ ἔστιν εἰ πεῖν καθόλου τὴν φύσιν ὑπόστασιν, ἢ τὴν ὑπόστασιν φύσιν, ἵνα μὴ πᾶσι τοῖς Χριστιανοίς συμβήσεται λέ γειν τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τρεῖς φύσεις, ὅπερ ἐστὶ τρεῖς ὑποστάσεις, ἢ μίαν αὐτοὺς ἔχειν ὑπόστασιν, δν τρόπον μίαν ἔχουσε φύσιν· ἀμφότερα δὲ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως ἀλλότρια. ια'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως τὸν ἄνθρωπον ὄντα τὰ μέρη ἅμα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρ αγαγὼν ἔσχηκε προς συμπλήρωσιν τοῦ παντὸς, καὶ δυνατὸν τὰ ὁμόχρονα μίαν φύσιν ἀποτελεῖν σύνθετον, τοιοῦτον δρον καὶ φυσικὸν νόμον παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ δεχόμενα, ὥστε φύσεως νόμῳ κατὰ διαδοχὴν ὅμοια ἐξ ὁμοίων γενέσθαι· ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου τῶν ἑνωθεισῶν φύσεων ἡ μὲν ἄναρχός ἐστι καὶ ἄχρονος, ἡ δὲ ἠργμένη καὶ ὑπὸ χρόνον, καὶ οὐ γεγόνασιν εἶδος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ παντός· ἐπεὶ οὐ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμη, οὔτε φυσικῶς ἤνθησαν, ἢ ὑπὸ φύσεως ὅρον τελοῦσιν, ὥστε ἀπὸ Χριστοῦ γεννᾶσθαι, καὶ εἶδος ἀποτελεῖσθαcomprehensibilis et incomprehensibilis? sed Christus El οὐδεμία φύσις μία οὖσα, τῶν ἐναντίων οὐσιωδῶν
διαφορῶν δεκτικὴ γίνεται· πῶς γὰρ δυνατὸν τὴν αὐτ
τὴν φύσιν κατὰ ταυτόν κτιστὴν εἶναι καὶ ἄκτιστον,
θνητὴν καὶ ἀθάνατον, καταληπτὴν καὶ ἀκατάληπτον;
ὁ δὲ Χριστὸς τοῦτο ἔχει· ὁ Χριστὸς ἄρα μιας φύ
σεως οὐκ ἔστιν, εἰ καὶ ὁ ἄνθρωπος μιᾶς φύσεως
ἐστιν. θ'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως καθ' ὑμᾶς ὁ Χριστὸς
μετὰ τὴν ἕνωσίν ἐστιν, πάντως ἔψεται ταύτην τὴν
μίαν εἰπεῖν φύσιν, ἢ θείαν μόνον, ἢ ἀνθρωπίνην μόνον, ἢ θείαν καὶ ἀνθρωπίνην ἅμα, ἢ μήτε θείαν,
μήτε ἀνθρωπίνην. Αλλ' εἰ μὲν ἐστιν ἡ μία φύσις
αὕτη θεία μόνον, ὁ Χριστὸς ἄρα Θεὸς ἔσται, καὶ οὐκ
ἄνθρωπος. Εἰ δὲ ἐστιν ἡ μία φύσις αὕτη θεία τε καὶ
ἀνθρωπίνη ἅμα, οὔτε τοῦ Πατρὸς οὔτε τοῦ ἁγίου
Πνεύματος, οὔτε μὴν τῶν ἀνθρώπων ἄρα φύσις ἐστὶ,
καὶ ἀμφοτέρωθεν βλασφημίας ἔγκλημα τῷ τουτί φρονοῦντι προστριβήσεται, καὶ τῆς ἐῤῥωμένης φρενός
ἐκστήσεται. Εἰ δέ ἐστιν ἡ μία φύσις αύτη οὔτε θεία,
οὔτε ἀνθρωπίνη, ὁ Χριστὸς ἄρα οὔτε Θεός ἐστιν,
οὔτε ἄνθρωπος. Ὅπου τοιγαροῦν τοὺς λόγους περιστρέψομεν, εἰς τὸ λέγειν ἀπαγόμεθα, ὅτι ὁ Χριστὸς
μία ὑπόστασις τῆς ἁγίας Τριάδος ἐστὶ, δύο φύσεις
ἔχων, φύσιν τε θείαν, καὶ φύσιν ἀνθρωπίνην. Καὶ
τούτου χάριν ἐπ' αὐτῷ συνῆλθον ἀμφότεροι οἱ λόγοι
αὐτοῦ τε περὶ ἑαυτοῦ εἰρηκότος, Τίνα με λέγουσιν
εἶναι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; καὶ τοῦ Πέτρου
ἀποκριναμένου, Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
τοῦ ζῶντος. ι'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως ἐστιν ὁ Χρι
στὰς μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀνάγκη τὴν φύσιν, καθ᾽ ἣν
ἐστιν ὁ Χριστὸς μιᾶς φύσεως, ἢ κοινὴν εἶναι, ἡ ἰδικήν. Καὶ εἰ μὲν κοινὴν εἰπόντες δοίητε, συμβαίνει
αὐτὴν κατὰ πλειόνων φέρεσθαι. Εὑρεῖν δὲ ἄλλους
Χριστούς, ή γενέσθαι, καθ' ὧν αὕτη ἡ κοινή φύσις
κατηγορηθήσεται, τῶν ἀδυνάτων ἐστίν. Εἰ δὲ ἰδική
έστι, ταυτὸν ἔσται τῇ ὑποστάσει. Εἰ δὲ τοῦτο, ἀνάγκη
πᾶσα καθ' ὑμᾶς, τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ
Πνεῦμα τὸ ἅγιον, τρεῖς μερικὰς ἀριθμεῖσθαι φύσεις,
καὶ τρεῖς ὁμολογεῖσθαι θεούς, καὶ τρεῖς θεότητας, δ
δὴ βλασφημιῶν ἐστιν ἁπασῶν ἀκροτάτη, μᾶλλον καὶ
τοῦ Χριστιανισμοῦ παντὸς ἄρνησις. Οὐ γὰρ ἔστιν εἰ
πεῖν καθόλου τὴν φύσιν ὑπόστασιν, ἢ τὴν ὑπόστασιν
φύσιν, ἵνα μὴ πᾶσι τοῖς Χριστιανοίς συμβήσεται λέγειν τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ
ἅγιον τρεῖς φύσεις, ὅπερ ἐστὶ τρεῖς ὑποστάσεις, ἢ
id habet: Christus igituṛunius naturæ est, licet homo
unius natura sit. 9. Itein, Si unius natura secundum
vos Christus post unionem est, omnino dicendum est
hanc unam naturam esse aut divinam solummodo,
aut humanam tantum, aut divinam et humanam
simul, aut neque divinam, neque humanamn, sed si
est una hæc natura, tantum divina, Christus igitur
Deus erit, et non homo: si est una ipsa natura
divina et humana simul, neque Patris, neque
Spiritus sancti, neque hominum natura est, et
utrinque blasphemiæ crimen, qui ita sentit incurret, et robusta de mente cadet. Si vero est una
hæc natura neque divina, neque humana, Christus
igitur neque Deus est, neque homo; quocunque
igitur vertamus orationem, cogemur fateri Christum unam sanctæ Trinitatis bypostasim esse duas
naturas habentem, divinam scilicet et humanam,
ideoque in ipsum duæ rationes convenere, codem de
se asserente: Quem me dicunt esse Filium hominis?
et Petro respondente: Tu es Christus Filius Dei
vivi. 10. Item, Si unius est natura Christus post
unionem, necesse est naturam, secundum quam
Christus est unius naturæ, aut communem esse,
aut singularem; si communem esse concesseritis,
jam ipsa de pluribus dicetur, sed alios Christos reperire, aut fuisse, de quibus hæc communis natura
prædicabitur, fieri omnino nequit. Si singularis est,
idem erit cum hypostasi: et si id est, necesse omnino fuerit secundum vos, Patrem, et Filium, et
Spiritum sanctum tres peculiares numerari nǝturas, et tres deos dici, et tres deitates, quod blasphemias omnes exsuperat: imo et totius Christianismi ejuratio est, neque enim possumus dicere in
universum naturam hypostasim, aut lypostasim
naturam, ne omnes Christiani asserere cogantur
Patrem, et Filium, et Spiritum sanctum tres naluras, quod est tres hypostases; sive unam eosdem
habere hypostasin, ea ratione, qua unam labent
naturam, quæ ambo a fide Christiana aliena sunt.
41. Item, Si unius naturæ hominem, illiusque partes simul, quæ prius non erant, produxit ad complementum universi, fierique potest, ut quæ ejusdem sunt temporis unam naturam compositam
eficiant, tale decretum et legem naturalem a μίαν αὐτοὺς ἔχειν ὑπόστασιν, δν τρόπον μίαν ἔχουσε
Creatore accipientia, ut ex lege naturæ similia ex
similibus secundum successionem procreentur, in
Domino vero unitarum naturarum, hæc quidem
sine principio est et ante omne tempus, altera
principium habet, et sub tempore est; neque factæ sunt species ad complementum universi, cum
cessaverit Deus ab operibus suis die septimo; neque naturaliter foruerunt, aut natura legi subduntur, ut a Christo generentur, et speciem constituant Christorum, multarum hypostaseon capacem, sed unam hypostasim compositam ex duabus
malaris, et in duabus naturis, et duas naturas
habentem, quacunque natura post unionem, propriam definitionem, et legem, et mutuam differen⚫
φύσιν· ἀμφότερα δὲ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως
ἀλλότρια. ια'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως τὸν ἄνθρωπον
ὄντα τὰ μέρη ἅμα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν ἔσχηκε προς συμπλήρωσιν τοῦ παντὸς, καὶ
δυνατὸν τὰ ὁμόχρονα μίαν φύσιν ἀποτελεῖν σύνθετον,
τοιοῦτον δρον καὶ φυσικὸν νόμον παρὰ τοῦ Δημιουργοῦ
δεχόμενα, ὥστε φύσεως νόμῳ κατὰ διαδοχὴν ὅμοια
ἐξ ὁμοίων γενέσθαι· ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου τῶν ἑνωθει
σῶν φύσεων ἡ μὲν ἄναρχός ἐστι καὶ ἄχρονος, ἡ δὲ
ἠργμένη καὶ ὑπὸ χρόνον, καὶ οὐ γεγόνασιν εἶδος πρὸς
συμπλήρωσιν τοῦ παντός· ἐπεὶ οὐ κατέπαυσεν ὁ
Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμη,
οὔτε φυσικῶς ἤνθησαν, ἢ ὑπὸ φύσεως ὅρον τελοῦσιν,
ὥστε ἀπὸ Χριστοῦ γεννᾶσθαι, καὶ εἶδος ἀποτελεῖσθα:
col. 641–642page 26 of 38
PG 105:641ἐστι φύσεως μετὰ τὴν ἔνωσιν. γ. Εἰ πᾶν τὸ μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀποτελούμενον, εἴτε κατ' ἀνάχυσιν ἀποτελεῖται, εἴτε καθ' ἔνωσιν ἀσύγχυτον, συνυπόστατα εἰσι τὰ τούτου μέρη· οἷόν φημι· Ο άν θρωπος ἀποτελούμενος μιᾶς φύσεως, τὰ μέρη ἔχει συνυπόστατα· ὁ δὲ Χριστὸς οὐχ οὕτως, ἀλλ' ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑπέστη ἑτεροῦποστάτων, οὐχ ὡς τὸ συμβεβηκός, ἄπαγε· τὰ γὰρ συμβεβηκότα πανταχοῦ ὡς ἐν ὑπου κειμένῳ ἐστὶν, ἡ δὲ δὴ ἀνθρωπότης ἐν ἄλλῳ, οἷόν φημι, τῷ Πέτρῳ, ἢ τῷ Θωμᾷ ἰδιοσυστάτως θεωρεῖται. Οὐκ ἄρα ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ Λόγου ὑποστάσει ὑπέστη ὡς συμβεβηκός, ἀλλ' ὡς οὐ σία μετὰ προσλήψεως Ιδιωμάτων, τῶν χωριζόντων τὸν Χριστὸν ἐκ τῶν λοιπῶν ὑποστατικῶς γενόμενον, καὶ οὐχ ὑπόστασις. δ'. Ετι· Εἰ ἐπὶ πάντων τῶν ἐκ β διαφόρων φύσεων συντεθειμένων καθ' ὑπίστασιν μὴ συνυπαστάτως, ἀλλ᾽ ἑτέρως, ήγουν ἑτεροῦποστάτως ἡνωμένων, μία ὑπόστασις ἀποτελεῖται, οὐχὶ μία φύσ σις, φανερὸν ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἑνωθεὶς τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει μὴ συνυποστάτως, ἀλλ' ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει τοῦ τον ὑφεστώτα έχων, οὐ μιᾶς φύσεως ἀποτελεῖται. ε. Επι· Εἰ πᾶν 8 κοινῶς καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖται, οὐ τινὶ μὲν πλέον, τινὶ δὲ ἔλαττον ὑπάρχον, ἀλλ' ἐξ ίσης, καὶ συμπληρωτικὸν γινόμενον, ἐφ᾽ ὧν λέγεται, οὐσία, ἐκείνων κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν λέγεται· ὁ δὲ δὴ πᾶς ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς καὶ σώματός ἐστι συντεθειμένος, καὶ οὐ διαλλάττει ἄνθρωπος ἀνθρώπου, καθὸ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος σύγκειται, κατά τινα; φύσεως διαφορὰν, ἀλλὰ τὴν σύστασιν ἔχοντες πάντεςἄνθρωποι ὑφ᾽ ἕνα ἅπαντες ὁρισμὸν ἀναγόμενοι, κατά τοῦτο μιας φύσεως λέγεται· ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως τοῦ Χριστοῦ οὐ λέγειν δυνάμεθα μίαν φύσιν· αἵ τε γὰρ φύσεις σώζονται, καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν, καὶ εἶ δος Χριστῶν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν· οὐ γὰρ ἐγένετο ἄλλος Χριστὸς ἐκ θεότητο; καὶ ἀνθρωπότητος, Θεός τε καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός· οὐκ ἄρα μετὰ τὴν ἕνωσιν μιᾶς φύσεως ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖται. ς'. Ετι· Εἰ οὐ ταυτόν ἐστι τὸ κατ' εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ἕν, καὶ κατα ουσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἔν· τὸ μὲν γὰρ κατ' εἶ δος τοῦ ἀνθρώπου ἐν, τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις ἀπαραλλαξίαν ἐνδείκνυται, τὸ δὲ κατ' ουσίαν ψυχῆς καὶ σώματος εν, αὐτὸ τὸ εἶναι αὐτὸν λυμαίνεται εἰς ἀνυπαρξίαν αὐτὸν παντελῆ ἄγον· οὐ γὰρ ταυτὸν κατὰ τὸν τῆς οὐσίας λόγον, τὸ σῶμα τῷ ἀσωμάτῳ· οὐ ἀνάγκη τοίνυν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου μίαν φύσιν λέγοντας, οὐ διὰ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσιώδους ποιότητος ψυ χῆς τε καὶ σώματος, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπαράλλακτον τῶν ὑπὸ τὸ εἶδος ἀναγομένων ἀτόμων, μίαν καὶ ἐπὶ Χρισ στοῦ λέγειν φύσιν, ἔνθα εἶδος περιεκτικὸν ὑποστάσεως οὐκ ἔστιν. ζ. Ετι· Εἰ πάντα τὰ παραδόξως καὶ ὑπερφυῶς γινόμενα οὐ φύσιν ἀποτελεῖ· οὐ γάρ φαμεν βάτου φύσιν προσομιλοῦσαν πυρὶ, καὶ μὴ και ταφλεγομένην, οὐδὲ φύσιν σώματος ἀνθρωπείου δροσιζομένην ἐν πυρὶ, ἀλλὰ παράδοξα ταῦτά φαμεν περὶ μίαν ὑπόστασιν γενόμενα· ὁ δὲ Θεός Λόγος ὑπερφυῶς ἡνώθη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει· διά τοι τοῦτο καὶ ἐν μιᾷ ὑποστάσει καὶ τὸ ἀποτελούμενον, οὐ φύ σις ἀποτελεῖται σύνθετος, ἀλλ᾽ ὑπόστασις. η'. ΕτιREFUTATIO EPISTOLE REGIS ARMENIÆ.
effectus, partes simul subsistentes habet, Christus
vero non item, sed Dominicus homo in hypostasi
Verbi Dei, aliena hypostasi substitit, non quemadmodum accidens, apage: accidentia enim ubicunque tanquam in subjecto sunt; humanitas vero in
alio, uti in Petro, vel Thoma propria subsistentia
conspicitur: non igitur Dominicus homo in Def
Verbi hypostasi substitit, ut accidens, sed ut essentia per assumptionem proprietatum, separantium
Christum ex aliis hypostatice, et non hypostasis.
4. Item, Si in omnibus, quæ ex diversis naturis
secundum hypostasim composita sunt, non simul
subsistentibus, sed diverse, hoc est, alia hypostasi
unitis, una hypostasis efficitur, non una natura,
unitum, non cum illius subsistentia, sed propria
subsistentia subsistentem unius nature non effici.
5. Item, Si quodcunque, quod communiter, et in
multis consideratur, non uni magis, quam alteri
inhærens, sed æqua ratione completivum eorum, de
quibus dicitur, essentia eorundem secundum Ecclesiam est omnis vero homo ex anima et corpore
conflatur, nec differt homo ab homine, qua corpore
et 'anima constat, secundum naturæ aliquod discrimen, sed consistentiam homines habentes omnes,
sub una omnes definitione relati, secundum hoc
unius naturæ dicentur: de hypostasi vero Christi non
ἐστι φύσεως μετὰ τὴν ἔνωσιν. γ. Εἰ πᾶν τὸ μιᾶς partes subsistunt, verbi gratia, homo unius natura
φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀποτελούμενον, εἴτε κατ'
ἀνάχυσιν ἀποτελεῖται, εἴτε καθ' ἔνωσιν ἀσύγχυτον,
συνυπόστατα εἰσι τὰ τούτου μέρη· οἷόν φημι· Ο άν
θρωπος ἀποτελούμενος μιᾶς φύσεως, τὰ μέρη ἔχει
συνυπόστατα· ὁ δὲ Χριστὸς οὐχ οὕτως, ἀλλ' ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος ἐν τῇ ὑποστάσει τοῦ Θεοῦ Λόγου
ὑπέστη ἑτεροῦποστάτων, οὐχ ὡς τὸ συμβεβηκός,
ἄπαγε· τὰ γὰρ συμβεβηκότα πανταχοῦ ὡς ἐν ὑπου
κειμένῳ ἐστὶν, ἡ δὲ δὴ ἀνθρωπότης ἐν ἄλλῳ, οἷόν
φημι, τῷ Πέτρῳ, ἢ τῷ Θωμᾷ ἰδιοσυστάτως θεωρεί
ται. Οὐκ ἄρα ὁ Κυριακὸς ἄνθρωπος ἐν τῇ τοῦ Θεοῦ
Λόγου ὑποστάσει ὑπέστη ὡς συμβεβηκός, ἀλλ' ὡς οὐσία μετὰ προσλήψεως Ιδιωμάτων, τῶν χωριζόντων
τὸν Χριστὸν ἐκ τῶν λοιπῶν ὑποστατικῶς γενόμενον,
καὶ οὐχ ὑπόστασις. δ'. Ετι· Εἰ ἐπὶ πάντων τῶν ἐκ β manifestum est Deum Verbum humanæ naturæ
διαφόρων φύσεων συντεθειμένων καθ' ὑπίστασιν μὴ
συνυπαστάτως, ἀλλ᾽ ἑτέρως, ήγουν ἑτεροῦποστάτως
ἡνωμένων, μία ὑπόστασις ἀποτελεῖται, οὐχὶ μία φύσ
σις, φανερὸν ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἑνωθεὶς τῇ ἀνθρωπίνῃ
φύσει μὴ συνυποστάτως, ἀλλ' ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει τοῦ
τον ὑφεστώτα έχων, οὐ μιᾶς φύσεως ἀποτελεῖται.
ε. Επι· Εἰ πᾶν 8 κοινῶς καὶ ἐν πολλοῖς θεωρεῖται,
οὐ τινὶ μὲν πλέον, τινὶ δὲ ἔλαττον ὑπάρχον, ἀλλ' ἐξίσης, καὶ συμπληρωτικὸν γινόμενον, ἐφ᾽ ὧν λέγεται,
οὐσία, ἐκείνων κατὰ τὴν Ἐκκλησίαν λέγεται· ὁ δὲ
δὴ πᾶς ἄνθρωπος ἐκ ψυχῆς καὶ σώματός ἐστι συντε
θειμένος, καὶ οὐ διαλλάττει ἄνθρωπος ἀνθρώπου,
καθὸ ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος σύγκειται, κατά τινα possumus asserere unam naturam; nam naturæ
φύσεως διαφορὰν, ἀλλὰ τὴν σύστασιν ἔχοντες πάντες
ἄνθρωποι ὑφ᾽ ἕνα ἅπαντες ὁρισμὸν ἀναγόμενοι, κατά
τοῦτο μιας φύσεως λέγεται· ἐπὶ δὲ τῆς ὑποστάσεως
τοῦ Χριστοῦ οὐ λέγειν δυνάμεθα μίαν φύσιν· αἵ τε
γὰρ φύσεις σώζονται, καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν, καὶ εἶ
δος Χριστῶν οὐκ ἔστιν εὑρεῖν· οὐ γὰρ ἐγένετο ἄλλος
Χριστὸς ἐκ θεότητο; καὶ ἀνθρωπότητος, Θεός τε
καὶ ἄνθρωπος ὁ αὐτός· οὐκ ἄρα μετὰ τὴν ἕνωσιν
μιᾶς φύσεως ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖται. ς'. Ετι· Εἰ οὐ
ταυτόν ἐστι τὸ κατ' εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ἕν, καὶ κατα
ουσίαν ψυχῆς καὶ σώματος ἔν· τὸ μὲν γὰρ κατ' εἶδος τοῦ ἀνθρώπου ἐν, τὴν ἐν πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις
ἀπαραλλαξίαν ἐνδείκνυται, τὸ δὲ κατ' ουσίαν ψυχῆς
καὶ σώματος εν, αὐτὸ τὸ εἶναι αὐτὸν λυμαίνεται εἰς
ἀνυπαρξίαν αὐτὸν παντελῆ ἄγον· οὐ γὰρ ταυτὸν κατὰ
τὸν τῆς οὐσίας λόγον, τὸ σῶμα τῷ ἀσωμάτῳ· οὐ
ἀνάγκη τοίνυν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου μίαν φύσιν λέγοντας, οὐ διὰ τὸ ταυτὸν τῆς οὐσιώδους ποιότητος ψυ
χῆς τε καὶ σώματος, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀπαράλλακτον τῶν
ὑπὸ τὸ εἶδος ἀναγομένων ἀτόμων, μίαν καὶ ἐπὶ Χρισ
στοῦ λέγειν φύσιν, ἔνθα εἶδος περιεκτικὸν ὑποστά
σεως οὐκ ἔστιν. ζ. Ετι· Εἰ πάντα τὰ παραδόξως
καὶ ὑπερφυῶς γινόμενα οὐ φύσιν ἀποτελεῖ· οὐ γάρ
φαμεν βάτου φύσιν προσομιλοῦσαν πυρὶ, καὶ μὴ και
ταφλεγομένην, οὐδὲ φύσιν σώματος ἀνθρωπείου δροσιζομένην ἐν πυρὶ, ἀλλὰ παράδοξα ταῦτά φαμεν
περὶ μίαν ὑπόστασιν γενόμενα· ὁ δὲ Θεός Λόγος
ὑπερφυῶς ἡνώθη τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει· διά τοι τοῦτο
καὶ ἐν μιᾷ ὑποστάσει καὶ τὸ ἀποτελούμενον, οὐ φύ
σις ἀποτελεῖται σύνθετος, ἀλλ᾽ ὑπόστασις. η'. Ετι·
etiam post unionem conservantur, nec possumus
Christorum speciem invenire: neque enim fuit
alius Christus ex deitate, et humanitate, Deus idem
et homo non igitur post unionem unius naturæ
Christus efficitur. 6. Item, Si non idem est, unum
hominis secundum speciem, et unum secundum
essentiam corporis et animæ; namque unum hominis secundum speciem in omnibus hominibus
æqualitatem servat: at secundum essentiam unum
corporis et animæ, ipsum esse eorumdem lædit,
penitus ad non esse deducens: neque enim idem
est secundum essentiæ rationem corpus, et incorporeum non est igitur necesse nos in homine
unam naturam asserentes non propter idem essentialis qualitatis animæ et corporis, sed propter
immutabilitatem individuorum, quæ
sub specie sunt unam in Christo naturam affirmare,
ubi species hypostasim. nulla comprehendit.
7. Item, si omnia,
admirabiliter et
' quæ
supra naturam funt, naturam non efficiunt; neque
enim dicimus rubi naturam, igni consuescentem,
flammis non exuri, neque naturam corporis lumani in igne irrorari, sed admirabilia hæc circa
unam hypostasim fiunt; at Deus Verbum super
naturam humanæ naturæ unitus est, proptereaque
quod in una hypostasi efficitur, non natura composita fit, sed hypostasis. 8. Item, Nulla natura, si una
est, contrarias essentiales differentias admittit; quomodo enin fieri potest ut eadem natura secundum
idem sit creata et increata, mortalis et immortalis,
col. 643–644page 27 of 38
PG 105:643Χριστῶν, περιεκτικὸν πολλῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ 12. μίαν ὑπόστασιν σύνθετον, ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο φύσεσιν, καὶ δύο φύσεις ἔχουσαν, ἑκάστης φύσεως καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν φυλαττούσης τὸν οἰκεῖον ἔρον τε καὶ νόμον, καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφοράν. ιβ. Ετι· Εἰ αἱ ἑτεροειδεῖς ὑποστάσεις οὐχ ὑποστατική συγκρίνονται ή διακρίνονται διαφορά, ἀλλὰ φυσικῇ, καὶ αἱ ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις οὐ φυσικῇ συγκρίνονται ή διακρίνονται, ἀλλ' ὑποστατικῇ, καὶ ὥσπερ ἀδύνατον τὰ ὑποστατικῇ διαφορά διαφέροντα μιᾶς εἶναι ὑποστάσεως, οὕτως ἀδύνατον τὰ φυσικῇ διαφορά διαφέροντα μιᾶς εἶναι φύσεως· οὐκ ἄρα ἔστιν εἰπεῖν μίαν φύσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλ' ἐκ δύο φύσεων τελείων, θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης, γεγενῆσθαι τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἔνωσιν ἀτρέπτως, καὶ ἀσυγχύτων, καὶ ἀναλλοιώτω;, καὶ ἀδιαιρέτως, καὶ ἀδιαστάτως, ἐν δυσὶ φύσεσι τελείως ἐχούσαις μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἀποτελεσθείσαν ὁμολογοῦντες τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ σεσαρκωμένου, τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν λέγοντες τῆς θεότητος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες σώζεσθαι ἐν αὐτῷ μετὰ τὴν ἕνωσιν, οὐκ ἰδίᾳ καὶ ἀνὰ μέρος τιθέντες ἑκάστην, ἀλλ' ἡνωμένας ἀλλήλαις ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει, οὐσιώδη λέγοντες ἕνωσιν, οὐσιώδη δὲ, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων ἀποτελεσασῶν, μίαν σύνθετον φύσιν, τοῦτο γὰρ δέδεικται πάντως ἀδύνατον, ἀλλ' ἐνωθεισῶν ἀλλήλαις κατά ἀλήθειαν εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· καὶ σώζεσθαι αὐτῶν τὴν οὐσιώδη διαφοράν ὁριζόμεθα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστὸν, καὶ τὸ ἄκτιστον, ἄκτιστον· ὡσαύτως δὴ καὶ αἱ λοιπαὶ ἀν τιθέσεις. ιγ'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσίν ἐστιν ὁ Χριστὸς, εἴπατε, ποίας; καὶ τί γέγονεν ἡ ἑτέρα; Εἰ δὲ ὑπάρχουσιν ἀμφότεραι, πῶς μία; εἰ μὴ ἐξ ἀμφοτέρων μία απετελέσθη σύνθετος καθ' ὑμᾶς. Εἰ δὲ τοῦτο, ἑτεριούσιος ὁ Χριστὸς τοῦ Πατρὸς, ἀσυν θέτου ὑπάρχοντος, ὡσαύτως δὲ καὶ τοῦ Πνεύματος, ὅπερ ἐστὶ βλάσφημον καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν μετ ρίδος ἀλλότριον. ιδ'. Ετι· Εἰ ὁ ἄνθρωπος ἐκ διαφόρων φύσεων μία φύσις σύνθετος ἀποτελεῖται, ὡς ἕτερόν τι παρὰ τὰ ἐξ ὧν συνετέθη γενόμενο;, καὶ οὐδαμῶς οὔτε αὐτὸς ὁμοούσιος, ἢ ὁμοφυής πρὸς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη παρά τινος βηθείη· ἕτεροι γὰρ οἱ λόγοι αὐτοῦ τε καὶ τῶν μερῶν, οὔτε μὴν οἱ ὑπὸ τὴν αὐτὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου τελοῦντες καθέκαστα ὁμοφυεῖς, ἢ ὁμοούσιοι τῶν ὑπὸ τὴν κοινὴν φύσιν τε λούντων ψυχών, οὔτε μὴν τῶν ὑπὸ τὴν κοινὴν φύσιν τελούντων σωμάτων εἰσίν· ὁ δὲ δὴ Χριστός, μία τις οὖσα ὑπόστασις τῶν ὑπὸ τὴν θείαν φύσιν τελούντων, Πατρός τε, φημί, καὶ ἁγίου Πνεύματος, ὁμοφυής και ὁμοούσιός ἐστι καὶ κυρίως θεὸς, καὶ φύσει Θεός ἐστι καὶ ἡμῖν καὶ τῇ Μητρὶ ὁμοούσιος καὶ ὁμοφυής, ὡς κυ ρίως ἄνθρωπος, καὶ φύσει ἄνθρωπος ὤν, καὶ εἰς τῆς ἁγίας Τριάδος· ἡ αὐτὴ γὰρ ὑπόστασιςοὐρανοῦ καταβὰς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μὴν οὐκ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὴν σάρκα κατεληλυθέναι, ἀλλ' ἐκ τῶν [καθαρῶν] καὶ ἀχράντων αἱμάτων τῆς Παρθένου διαπεπλάσθαι φαμέν. Τῷ λόγῳ οὖν τῆς ἀντιδόσεως καὶ τοῦτο εἴρηται. Τὰ δὲ πάλιν λόγῳ οἰκειώσεως, ὡς ὅταν πάλιν λέγωμεν· Ολίγαι ῥανίδες αἵματος Θεοῦ κόσμον ὅλον ἡγίασαν. Καὶ πάλιν, Θεοκτόνοι Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ ἡ σάρξ ἰδία τοῦ Λόγου γέγονε, καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ὑπέστη. Οἰκειοῦται οὖν τὰ τῆς ἰδίας σαρκὸς πάθη ὁ Λόγος, καὶ ὡς οἰκεῖα λό γίζεται· οὔ; καὶ αὐτὸς ἐν τῷ συγγράμματι περὶ Χριστοῦ παρὰ τῆς θείας Γραφῆς λέγεσθαι διεξῆλθες, εἰ καὶ μὴ περὶ... ᾠήθης, καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου συνθέσεως. Ομοίως παρὰ τῆς Γραφῆς, καθὰ καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ τοὺς τρεῖς τρόπους, φημὶ δὴ τὴν συνεκδοχήν, τὴν ἀντίδοσιν, καὶ τὴν οἰκείωσιν εὑρίσκεσθαι, ὡς ἐκ τοῦδε συνάγων τὴν ὁμοιότητα τῆς τοῦ ἀνθρώπου συνθέσεως μετὰ τῆς Χριστοῦ ἐνώhypostases non hypostatica comparantur, aut
disparantur differentia, sed naturali, et ejusdem
speciei hypostases non naturali comparauitur, aut
disparartur differentia, sed hypostatica, et quemadmodum fieri nequit, ut quæ hypostatica diffe
rentia discriminantur, unius sint hypostasis, ita
feri nequit, ut quæ essentiali differentia dividuntur,
unius sint naturæ: non possumus itaque dicere
unam naturam de Domino nostro Jesu Christo,
sed ex duabus naturis perfectis, divina et humana,
factam fuisse unionem secundum hypostasim immutabiliter, et inconfuse, et indivise, et continenter
in duabus nåturis perfecte habentibus unam hypostasim compositam Filii Dei, et incarnati, eamdem
Χριστῶν, περιεκτικὸν πολλῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ tiam conservante. 12. Item, Si diversa specie
μίαν ὑπόστασιν σύνθετον, ἐκ δύο φύσεων, καὶ ἐν δύο
φύσεσιν, καὶ δύο φύσεις ἔχουσαν, ἑκάστης φύσεως
καὶ μετὰ τὴν ἔνωσιν φυλαττούσης τὸν οἰκεῖον ἔρον
τε καὶ νόμον, καὶ τὴν πρὸς ἄλληλα διαφοράν.
ιβ. Ετι· Εἰ αἱ ἑτεροειδεῖς ὑποστάσεις οὐχ ὑποστα
τικῇ συγκρίνονται ή διακρίνονται διαφορά, ἀλλὰ
φυσικῇ, καὶ αἱ ὁμοειδεῖς ὑποστάσεις οὐ φυσικῇ
συγκρίνονται ή διακρίνονται, ἀλλ' ὑποστατικῇ, καὶ
ὥσπερ ἀδύνατον τὰ ὑποστατικῇ διαφορά διαφέροντα
μιᾶς εἶναι ὑποστάσεως, οὕτως ἀδύνατον τὰ φυσικῇ
διαφορά διαφέροντα μιᾶς εἶναι φύσεως· οὐκ ἄρα
ἔστιν εἰπεῖν μίαν φύσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ, ἀλλ' ἐκ δύο φύσεων τελείων, θείας τε καὶ
ἀνθρωπίνης, γεγενῆσθαι τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἔνωσιν
ἀτρέπτως, καὶ ἀσυγχύτων, καὶ ἀναλλοιώτω;, καὶ 5 hypostasim asserentes deilatis et humanitatis,
ἀδιαιρέτως, καὶ ἀδιαστάτως, ἐν δυσὶ φύσεσι τελείως
ἐχούσαις μίαν ὑπόστασιν σύνθετον ἀποτελεσθείσαν
ὁμολογοῦντες τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ σεσαρκωμένου,
τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν λέγοντες τῆς θεότητος καὶ τῆς
ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες
σώζεσθαι ἐν αὐτῷ μετὰ τὴν ἕνωσιν, οὐκ ἰδίᾳ καὶ
ἀνὰ μέρος τιθέντες ἑκάστην, ἀλλ' ἡνωμένας ἀλλήλαις
ἐν τῇ μιᾷ συνθέτῳ ὑποστάσει, οὐσιώδη λέγοντες
ἕνωσιν, οὐσιώδη δὲ, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων ἀποτελεσασῶν, μίαν σύνθετον φύσιν, τοῦτο γὰρ δέδεικται
πάντως ἀδύνατον, ἀλλ' ἐνωθεισῶν ἀλλήλαις κατά
ἀλήθειαν εἰς μίαν σύνθετον ὑπόστασιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ
Θεοῦ· καὶ σώζεσθαι αὐτῶν τὴν οὐσιώδη διαφοράν
ὁριζόμεθα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστὸν, καὶ τὸ
ἄκτιστον, ἄκτιστον· ὡσαύτως δὴ καὶ αἱ λοιπαὶ ἀντιθέσεις. ιγ'. Ετι· Εἰ μιᾶς φύσεως μετὰ τὴν ἕνωσίν
ἐστιν ὁ Χριστὸς, εἴπατε, ποίας; καὶ τί γέγονεν ἡ
ἑτέρα; Εἰ δὲ ὑπάρχουσιν ἀμφότεραι, πῶς μία; εἰ μὴ
ἐξ ἀμφοτέρων μία απετελέσθη σύνθετος καθ' ὑμᾶς.
Εἰ δὲ τοῦτο, ἑτεριούσιος ὁ Χριστὸς τοῦ Πατρὸς, ἀσυνθέτου ὑπάρχοντος, ὡσαύτως δὲ καὶ τοῦ Πνεύματος,
ὅπερ ἐστὶ βλάσφημον καὶ τῆς τῶν Χριστιανῶν μετ
ρίδος ἀλλότριον. ιδ'. Ετι· Εἰ ὁ ἄνθρωπος ἐκ διαφό
ρων φύσεων μία φύσις σύνθετος ἀποτελεῖται, ὡς
ἕτερόν τι παρὰ τὰ ἐξ ὧν συνετέθη γενόμενο;, καὶ
οὐδαμῶς οὔτε αὐτὸς ὁμοούσιος, ἢ ὁμοφυής πρὸς τὰ
ἐξ ὧν συνετέθη παρά τινος βηθείη· ἕτεροι γὰρ οἱ
λόγοι αὐτοῦ τε καὶ τῶν μερῶν, οὔτε μὴν οἱ ὑπὸ τὴν
αὐτὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου τελοῦντες καθέκαστα
ὁμοφυεῖς, ἢ ὁμοούσιοι τῶν ὑπὸ τὴν κοινὴν φύσιν τε
λούντων ψυχών, οὔτε μὴν τῶν ὑπὸ τὴν κοινὴν φύσιν
τελούντων σωμάτων εἰσίν· ὁ δὲ δὴ Χριστός, μία τις
οὖσα ὑπόστασις τῶν ὑπὸ τὴν θείαν φύσιν τελούντων,
Πατρός τε, φημί, καὶ ἁγίου Πνεύματος, ὁμοφυής και
ὁμοούσιός ἐστι καὶ κυρίως θεὸς, καὶ φύσει Θεός ἐστι
καὶ ἡμῖν καὶ τῇ Μητρὶ ὁμοούσιος καὶ ὁμοφυής, ὡς κυ
ρίως ἄνθρωπος, καὶ φύσει ἄνθρωπος ὤν, καὶ εἰς τῆς
ἁγίας Τριάδος· ἡ αὐτὴ γὰρ ὑπόστασιςοὐρανοῦ καταβὰς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ μὴν
οὐκ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὴν σάρκα κατεληλυθέναι, ἀλλ' ἐκ
τῶν [καθαρῶν] καὶ ἀχράντων αἱμάτων τῆς Παρθένου
διαπεπλάσθαι φαμέν. Τῷ λόγῳ οὖν τῆς ἀντιδόσεως
καὶ τοῦτο εἴρηται. Τὰ δὲ πάλιν λόγῳ οἰκειώσεως,
ὡς ὅταν πάλιν λέγωμεν· Ολίγαι ῥανίδες αἵματος
Θεοῦ κόσμον ὅλον ἡγίασαν. Καὶ πάλιν, Θεοκτόνοι
Ἰουδαῖοι, ἐπειδὴ ἡ σάρξ ἰδία τοῦ Λόγου γέγονε,
καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ὑπέστη. Οἰκειοῦται οὖν τὰ
τῆς ἰδίας σαρκὸς πάθη ὁ Λόγος, καὶ ὡς οἰκεῖα λόγίζεται· οὔ; καὶ αὐτὸς ἐν τῷ συγγράμματι περὶ
Χριστοῦ παρὰ τῆς θείας Γραφῆς λέγεσθαι διεξῆλθες,
εἰ καὶ μὴ περὶ... ᾠήθης, καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ
ἀνθρώπου συνθέσεως. Ομοίως παρὰ τῆς Γραφῆς,
καθὰ καὶ ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ τοὺς τρεῖς τρόπους, φημὶ
δὴ τὴν συνεκδοχήν, τὴν ἀντίδοσιν, καὶ τὴν οἰκείωσιν εὑρίσκεσθαι, ὡς ἐκ τοῦδε συνάγων τὴν ὁμοιότητα
τῆς τοῦ ἀνθρώπου συνθέσεως μετὰ τῆς Χριστοῦ ἐνώ
▾ Joan. 111, 13.
et ibi lacuna est signata tribus punctis ad marginem. Hine vir eruditissimus suspicatur, quod in
autographo Nicetæ olim a librariis tegi rite non potuisset, hanc ab eis lacunam ad omnia exemplaria
inde transcripta propagatam fuisse.
iis, quæ sub divina natura sunt, Patris
nempe, et Spiritus sancti, ejusdem essentia et
natura est, et vere Deus, et natura Deus, et ejusdem cum nobis et Matre essentiæ et naturæ, tanquain
qui proprie homo et natura homo sit, unusque
ex sancta Triade: eadem enim hypostasis definitiones duarum naturarum recipit, et definitionem, quam
quispiam deitali attribuet, eamdem et in Christo
comperiet, et quam humanitati exhibuerit, eamdem
et Christo conformem esse offendet: hinc necessario colligitur Christum non esse unius naturæ,
sed duas esse naturas unius Christi compositæ
hypostasis, licet unius natura homo sit. Cum
itaque oratio ex communibus notionibus et plu
col. 647–648page 28 of 38
PG 105:647σεως. Διὰ τοῦ τοῦτο ἔφης, μιᾶς φύσεως εἶναι τὸν Χρι στὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὥσπερ καὶ ἐπ' ἄνθρώπου. Τοῦτο δὲ ποιῶν λέληθας σεαυτὸν τὰ ἀσύγκλωστα συγκλώθων, καὶ τὰ ἄμικτα μιγνύων. Οὐ γὰρ ὥσπερ ἐπὶ τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ καὶ τῆς ἀμφ' αὐτὸν ἑνώ σεως, οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ἑνώσεως, ἔστιν εὑρεῖν τὴν ἁγίαν Γραφήν φάσκουσαν, ἀλλὰ τὸν μὲν συνεκδοχικὸν τρόπον τὸ ἀπὸ μέρους τὸ ὅλον, ἢ ἀπὸ τοῦ ὅλου τὸ μέρος ἐπ' ἀνθρώπου λέγειν τὴν Γραφὴν, οἷον καὶ αὐτὸς ἔφης, ἢ ἀπὸ ψυχῆς μόνης, ή ἀπὸ σώματος τὸν ὅλον ἄνθρωπον σημαίνουσαν ἔστιν εὑρεῖν, ἢ ἀπὸ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Τὸν δὲ τῆς οἰκειώσεως, οὔτε ἐπὶ Χριστοῦ ἠδυνήθης αὐτὸς παραστῆσαι, μὴ ὅτι γε καὶ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸν δὲ τῆς ἀντιδόσεως τρόπον, τὸν λέγοντα μεταδιδόναι τὰ τοῦ σώματος εἰς τὴν ψυχήν, ἢ τῆς ψυχῆς εἰς τὰ τοῦ σώματος, διεσφαλμένως διεξῆλθες· οὐκ ἔστι γὰρ τὸν τρόπον τῆς ἀντιδόσεως, ἢ τῆς οἰκειώσεως ἐπὶ ψυχῆς καὶ σώματος λεγόμενον εὑρίσκεσθαι, ὡς καὶ σὺ διὰ τῶν σῶν παραδειγμάτων ἔφησθα. Τὸ γὰρ εἰρηκέναι σε, ὅτι παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ λέλεκται ἀντὶ σώματος ἡ ψυχὴ, ἐν τῷ εἰπεῖν τὸν Κύριον· Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ἡμῶν, τί φάγητε ἢ τί πίητε, δῆλον ὅτι οὐ σώματός ἐστι τὸ ἐσθίειν, ἢ πίνειν· ἀλλὰ τοῦ συναμφοτέρου, λέγω δὴ τοῦ ζώου. Εἴρηται γὰρ τοῖς σοφοῖς, τὰ μὲν ίδια εἶναι ψυχῆς μόνης, οἷον ἐστι τὸ νιεῖν, τὰ δὲ τοῦ συναμφοτέρου, οἷον τοῦ ζώου, τὸ ἐσθίειν, καὶ πίνειν, καὶ κινεῖσθαι, καὶ ὑπνοῦν, καὶ ἐγρηγορέναι, καὶ τὰ παραπλήσια δι' ἐκείνην ὑπάρ χοντα. Ωσαύτως δὲ καὶ τῷ μεγάλῳ Βασιλείῳ. "Αλλα σώματος ίδια, οἷον τὸ τέμνεσθαι, ἢ καίεσθαι· αλλά δὲ σώματος ἐμψύχου; οἷον τὸ κοπιᾷν· ἄλλα δὲ ψυχῆς σώματι χρωμένης, οἷον τὸ λυπεῖσθαι, τὸ ἀδημονεῖν, ἅπερ ἐστὶ τοῦ συναμφοτέρου κατὰ συνεκδοχήν. Ελέ χθη δὲ τὸ, Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, τι φάγητε, ἢ τί πίητε, τουτέστιν αὐτοὶ ὑμεῖς. Ομοίως δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα ἂν περὶ τούτου διεξῆλθες, τὰ λεγόμενα κατὰ συνεκδοχὴν, εἰς τὸν τῆς ἀντιδόσεως τρόπον μετέφερες, ἀμαθῶς καὶ ἀκρίτως ποιῶν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτων ὧδε. τηʹ. Πάλιν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου ὥσπερ ἑαυτὸν ἀπαλλάττων ἐγκλήματος διὰ τὸ γεγραφέναι ἡμᾶς, ὅτι εἰ μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ δοξάζετε, συμβαίη ἂν, ἢ θείαν μόνον ταύτην είναι, ἡ ἀνθρωπίνην, ἢ μεταβεβλῆσθαι τὴν θείαν εἰς τὴν ἀνθρώπου, ἢ τὴν ἀνθρώπου εἰς τὴν θείαν, ἢ συνθέτου μιᾶς φύσεως ὄντος τοῦ Χριστοῦ, σωζομένων δηλονότι τῶν φύσεων ἀμεταβλήτων, ἀνάγκη καὶ τοῦ Πατρὸς τὴν φύσιν σύνθετον εἶναι, διὰ τὸ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν όμοφυή καὶ ὁμοούσιον εἶναι τὸν Χριστὸν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἢ μὴ εἶναι όμω φυὴ καὶ ὁμοούσιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τὸν Υἱόν, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν· καὶ πολλὰ ἄτοπα τάχα ἄν τις ἐκ τοῦδε τοῦ λόγου συνάξει, αὐτὸς τὴν τοιαύτην γραφὴν ὥσπερ ἀποθαυμάζων, καὶ ἑαυτὸν ἐκτὸς ἐγκλήματος συνιστῶν ὧδε τη γράφεις· Εθαύμασα περὶ ὧν ἔγραψας ἐν τῷ γράμματι τούτῳ. Καὶ νι,σεως. Διὰ τοῦ τοῦτο ἔφης, μιᾶς φύσεως εἶναι τὸν Χρι- duni et de homine dicitur. Ainon vides hisce te
στὸν μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὥσπερ καὶ ἐπ' ἄνθρώπου.
Τοῦτο δὲ ποιῶν λέληθας σεαυτὸν τὰ ἀσύγκλωστα
συγκλώθων, καὶ τὰ ἄμικτα μιγνύων. Οὐ γὰρ ὥσπερ
ἐπὶ τῆς οἰκονομίας Χριστοῦ καὶ τῆς ἀμφ' αὐτὸν ἑνώ
σεως, οὕτως καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ἑνώσεως,
ἔστιν εὑρεῖν τὴν ἁγίαν Γραφήν φάσκουσαν, ἀλλὰ
τὸν μὲν συνεκδοχικὸν τρόπον τὸ ἀπὸ μέρους τὸ ὅλον,
ἢ ἀπὸ τοῦ ὅλου τὸ μέρος ἐπ' ἀνθρώπου λέγειν τὴν
Γραφὴν, οἷον καὶ αὐτὸς ἔφης, ἢ ἀπὸ ψυχῆς μόνης, ή
ἀπὸ σώματος τὸν ὅλον ἄνθρωπον σημαίνουσαν ἔστιν
εὑρεῖν, ἢ ἀπὸ τοῦ ὅλου τὸ μέρος. Τὸν δὲ τῆς οἰκειώσεως, οὔτε ἐπὶ Χριστοῦ ἠδυνήθης αὐτὸς παραστῆσαι,
· μὴ ὅτι γε καὶ ἐπὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Τὸν δὲ τῆς
ἀντιδόσεως τρόπον, τὸν λέγοντα μεταδιδόναι τὰ τοῦ
σώματος εἰς τὴν ψυχήν, ἢ τῆς ψυχῆς εἰς τὰ τοῦ
σώματος, διεσφαλμένως διεξῆλθες· οὐκ ἔστι γὰρ τὸν
τρόπον τῆς ἀντιδόσεως, ἢ τῆς οἰκειώσεως ἐπὶ ψυχῆς
καὶ σώματος λεγόμενον εὑρίσκεσθαι, ὡς καὶ σὺ διὰ
τῶν σῶν παραδειγμάτων ἔφησθα. Τὸ γὰρ εἰρηκέναι
σε, ὅτι παρὰ τῇ θείᾳ Γραφῇ λέλεκται ἀντὶ σώματος
ἡ ψυχὴ, ἐν τῷ εἰπεῖν τὸν Κύριον· Μὴ μεριμνήσητε
τῇ ψυχῇ ἡμῶν, τί φάγητε ἢ τί πίητε, δῆλον ὅτι
οὐ σώματός ἐστι τὸ ἐσθίειν, ἢ πίνειν· ἀλλὰ τοῦ
συναμφοτέρου, λέγω δὴ τοῦ ζώου. Εἴρηται γὰρ τοῖς
σοφοῖς, τὰ μὲν ίδια εἶναι ψυχῆς μόνης, οἷον ἐστι τὸ
νιεῖν, τὰ δὲ τοῦ συναμφοτέρου, οἷον τοῦ ζώου, τὸ
ἐσθίειν, καὶ πίνειν, καὶ κινεῖσθαι, καὶ ὑπνοῦν, καὶ
ἐγρηγορέναι, καὶ τὰ παραπλήσια δι' ἐκείνην ὑπάρχοντα. Ωσαύτως δὲ καὶ τῷ μεγάλῳ Βασιλείῳ. "Αλλα
σώματος ίδια, οἷον τὸ τέμνεσθαι, ἢ καίεσθαι· αλλά
δὲ σώματος ἐμψύχου; οἷον τὸ κοπιᾷν· ἄλλα δὲ ψυχῆς
σώματι χρωμένης, οἷον τὸ λυπεῖσθαι, τὸ ἀδημονεῖν,
ἅπερ ἐστὶ τοῦ συναμφοτέρου κατὰ συνεκδοχήν. Ελέχθη δὲ τὸ, Μὴ μεριμνήσητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, τι
φάγητε, ἢ τί πίητε, τουτέστιν αὐτοὶ ὑμεῖς. Ομοίως
δὲ καὶ τὰ λοιπὰ ὅσα ἂν περὶ τούτου διεξῆλθες, τὰ
λεγόμενα κατὰ συνεκδοχὴν, εἰς τὸν τῆς ἀντιδόσεως
τρόπον μετέφερες, ἀμαθῶς καὶ ἀκρίτως ποιῶν. Καὶ
ταῦτα μὲν περὶ τούτων ὧδε.
τηʹ. Πάλιν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου ὥσπερ ἑαυτὸν
ἀπαλλάττων ἐγκλήματος διὰ τὸ γεγραφέναι ἡμᾶς,
ὅτι εἰ μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ δοξάζετε, συμβαίη
ἂν, ἢ θείαν μόνον ταύτην είναι, ἡ ἀνθρωπίνην, ἢ
μεταβεβλῆσθαι τὴν θείαν εἰς τὴν ἀνθρώπου, ἢ τὴν
ἀνθρώπου εἰς τὴν θείαν, ἢ συνθέτου μιᾶς φύσεως
ὄντος τοῦ Χριστοῦ, σωζομένων δηλονότι τῶν φύσεων
ἀμεταβλήτων, ἀνάγκη καὶ τοῦ Πατρὸς τὴν φύσιν
σύνθετον εἶναι, διὰ τὸ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν όμοφυή
καὶ ὁμοούσιον εἶναι τὸν Χριστὸν μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ
Πατρὸς, καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἢ μὴ εἶναι όμω
φυὴ καὶ ὁμοούσιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς τὸν Υἱόν,
καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν· καὶ πολλὰ ἄτοπα τάχα ἄν τις
ἐκ τοῦδε τοῦ λόγου συνάξει, αὐτὸς τὴν τοιαύτην
γραφὴν ὥσπερ ἀποθαυμάζων, καὶ ἑαυτὸν ἐκτὸς
ἐγκλήματος συνιστῶν ὧδε τη γράφεις· Εθαύμασα
περὶ ὧν ἔγραψας ἐν τῷ γράμματι τούτῳ. Καὶ
* Math. νι, 25..
ea, quæ simul componi non possunt, connectere,
et quæ misceri hon possunt commiscere? Neque
enim eodem modo de economía Christi, unioneque cum ipso, et de compositione hominis divinæ
Litteræ verba faciunt; sed per synecdochen ex
parte totum, vel ex toto partem de homine Scripluram ditere, quod et tu quoque insinuasti, vel
ab anima tantum, vel a corpore totum hominem
notare, vel a toto partem inveniemus. At appropriationis modum neque de Christo ostendere
potuisti, tantum abest, ut de humanitate id egeris.
Sic quoque retributionis modum, qui ea quæ
corporis sunt animae coinmunicat, aut quæ anime,
corpori, non absque errore prosecutus es: neque
eiim retributionis aut appropriatiouis modum de
anima ei corpore dictum potis es ostendere, quemaimodum tu itidem per tua exempla asseruisti;
nam cum astruis in divina Scriptura dici animáṁ
pro corpore in illis Dorihl: Noline solliciti esse
anima vestra, quid manducetis, aut bibalis ', falsus
es. Manifestumi etenim est manducare aut bibere
non esse corporis, sed utriusque, animalis duntaxat. Prolatum quippe est à sapientibus alia esse
propria animize solius, ut intelligere, alia utriusque, animantis nempe, ut edere, bibere, moveri,
dormire, et vigilare, et liis similia propter eam
exsistentia. Sic quoque magnus Basilius decernit:
corporis vero propria sunt, secari, aut uri: alia
vero sunt corporis animati, ut delassari: alla
animæ, quæ corpore utitur, ut tristitia, aut morore
afici, quae utriusque per synecdochici sunt. Dictum
vero est, Nolite solliciti esse animæ vestræ quid manducetis, aut bibatis, hoc est vos ipsi. Similiter etiam
quæcunque de hoc disseruerás, quæ per synecdochen dicta sunt, ad retributionis modum ignave
et citra judicium transvexisti. Et hæc quidem
de lis satis.
18. Rursus in epistola tua temetipsum a crimine
liberans, quod uos scripserimus, si unam tantum
in Christo naturam statuitis, continget, aut divinam tantum eam esse, aut humanam, aut divinaṁ
in humanam immutatam fuisse, aut huihanam in
divinam vel compositæ unius naturæ cum sit
Christus, hon alteratis duntaxat naturis, necesse
fuerit et Patris naturam compositam esse: quod
etiam post uniónem ejusdem naturæ et essentie
cum Deo, et Patre, et Spiritu sancto Christus sit
aut non esse ejusdem naturæ et essentiæ cum Deo
et Patre Filium eliain post unionem; et malta áfia
absurda alius ex hac oratione in unum coffiget.
Ifoc, inquam, scripto veluti in admirationem raptis,
teque a crimine immune comprobans, ita scribis:
Admirationi mihi fuerunt, quæ huic scripto commiseras: et post pauca: Etenim sinus confusamn
col. 649–650page 29 of 38
PG 105:649μετὰ βραχέα· Ἐὰν γὰρ ἡμεῖς πεφυρμένην μίξιν λέγωμεν εἰς τὰς τοῦ Χριστοῦ φύσεις, ὥσπερ τὸ ὕδωρ μετὰ τοῦ οἴνου μιγέντα πάντως ότι πεφυρμέναι εἰσὶν, ἢ ὥσπερ ἐπὶ χωνευτηρίου πυρὶς χρυσὸς λέγω καὶ ἄσημος χωνευόμενοι πάντως καὶ φύρονται, εἶχεν ἂν ὁμοιότητα ὧν λέγομεν. Εἰ δὲ ἔξωθεν τούτων ἐστὶν, ἣν λέγωμεν μίξιν τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ ἰδίου σώματος, ὥσπερ φῶς μετὰ τῆς ἀκτῖνος, εἶτε πῦρ μετὰ τοῦ χρυ σοῦ, ἡ πνεῦμα μετὰ τοῦ σώματος ἀπαραλλάκτως καὶ ἀχωρίστως, λοιπὸν ἀδίκως ἡμᾶς λοιδορεῖτε, καταπατοῦντες τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὰ ἑξῆς. Καὶ ἐπιβεβαιῶν τὴν ἀσύγχυτον τῶν φύσεων ἕνωσιν, προκεκόμικας Γρηγόριον τὸν Θεολόγον τοῦτο αὐτὸ φάσκοντα, καὶ τὸν ὁμοταγῇ αὐτοῦ καὶ ὁμός φρονα Γρηγόριον τὸν Θαυματουργόν. Οπερ καὶ ἡμεῖς ἐν τούτῳ συμφωνούμεν μόνον. Διὸ δοκεῖς μὲν διαδρᾶναι τοὺς ἐλέγχους, δι' ὧν οἴει τῆς μιᾶς φύσεως τὴν ἕνωσιν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ ἄνευ συγχύσεως γεγε νῆσθαι, ἣν καὶ ὁμολογεῖς, οὐχ ἥκιστα δὲ δι' ὧν γρά φεις τοὺς ἐλέγχους ἐκφεύγῃ, μᾶλλον δὲ τοῖς ἑαυτοῦ πτεροῖς φωραθήση αλισκόμενος. Καὶ τοῦτο δῆλονἐντεῦθεν· Πᾶν τὸ συντιθέμενον μίαν φύσιν ἀποτελοῦν ἐκ τῆς συνθέσεως, ἢ κατὰ κρᾶσιν, ήτοι κατὰ σύγχυσιν τοῦτο φαίνεται γινόμενον, ή καθ' ἔνωσιν ἀσύγ χυτον. Καὶ κατὰ κρᾶσιν μὲν, οἷον τὰ ἡμέτερα σώ ματα. Καὶ ἄλλο ὅτι καὶ πλεῖστον ἐκ τεσσάρων στοι χείων ἔν τι καὶ μιᾶς φύσεως αποτελούμενον, σύμ φθαρσιν τῶν συνελθόντων μερῶν ἐν τῇ ἐνώσει περ πονθότων, τὸ ὅλον συνέστηκεν, & οὔτε πάντη τῆς οἰκείας φύσεως ἐν τῷ συνελθεῖν ἅμα ἐξέστηκεν· ἡ γὰρ ἂν οὐδὲ σύνθεσις ἡ ἔνωσις τῶν συνελθόντων μετ ρῶν πάντη φθειρομένων δικαίως ἂν καὶ κληθείη, ἀλλ' ἐπί τι μὲν δόξει φθείρεσθαι, ἐπί τι δὲ φυλάττεσθαι. Τὸ δὲ ἐκ τῶνδε ὅλον γινόμενον ἐκ τόσων μὲν τῶν συνελθόντων λέγεται, ἐν ἐκείνοις δὲ, ἢ τόποις ούτ δαμῶς ἐνεργεία ουσι κυρίως ῥηθήσεται, εἰ μή τις τοῦτο δυνάμει εἴποι. Καὶ τὸ ἡμέτερον σῶμα, ὡς προέφημεν, ἐκ τεσσάρων στοιχείων κατὰ κρᾶσιν, ἤτοι κατὰ σύγχυσιν γενόμενον, ἐκ τεσσάρων μὲν εἶναι λέγεται, ἐν τέτρασι δὲ, ἢ τέσσαρα είναι δυνά μει λεχθήσεται, ἐνεργείᾳ δὲ οὐκ ἂν ῥηθείη, καὶ οὔτε τὸ σῶμα, εἰ καὶ λέγεται ἔχειν τέσσαρα στοιχεῖα· ἀλλ οὐδαμῶς οὔτε αὐτὸ ὁμοφυὲς καὶ ὁμοούσιον πρὸς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη ῥηθήσεται, διὰ τὸ μηδαμῶς τὸ ὅλον τῶν συνελθόντων μερῶν εἰς τὴν σύνθεσιν μήτε τὰς ὀνομασίας, μήτε μὴν τοὺς ὁρισμούς αὐτῶν ἐπιδέχεσθαι. ᾿Αλλὰ μὴν, οὐδὲ τὰ καθέκαστα τῶν ἀνθρωπίνων σωμάτων πρὸς τὰ ὑπὸ τὰ καθόλου στοιχεία άνω αγόμενα ὁμοφυή, ἢ ὁμοούσια ῥηθεῖεν ἄν. Εἰ δὲ καθ' ἔνωσιν ἀσύγχυτον πάλιν, τὸ συντιθέμενον μία φύσις γίνεται, οἷον ἐπ᾽ ἀνθρώπου· δύο γὰρ συνελθόντα ἀσυγχύτως, σῶμα, λέγω, καὶ ψυχή, τὸ ὅλον ἀπετέλεσαν. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν διάφορον τὴν ἔνωσιν ἔχον, διά φορον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἑνώσεως κέκτηται. 'Εκ μέν γὰρ τόσων, ήγουν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ ἐν τόσοις εἶναι ῥηθείη ἂν δικαίως. Ἐπεὶ καὶ τὰ συνελθόντα ἐν τῇ ἑνώσει αμείωτα διασώζονται, ενεργεία ὄντα, καὶ τόσα ἔχειν ὁ ἄνθρωπος μέρη δηθείη ἂνmistionem dicimus in Christi naturis, quemadmodum μετὰ βραχέα· Ἐὰν γὰρ ἡμεῖς πεφυρμένην μίξιν
aqua et vinum permista omnino confusa sunt; vel
ut in confatorio ignis aurum, et argentum fusa
penitus confunduntur, non dissideret omnino ab his,
quæ dicimus. Si vero ab his disjunctissima est,
quam nos vocamus mistionem Verbi Dei cum proprio
corpore, quemadmodum lumen cum radio, sive ignis
cum auro, sive spiritus cum corpore citra ullam
immutationem et separationem, immerito igitur
nobis convitia ingeritis, justitiam conculcantes, etc.
Et ad hanc naturarum uniouem inconfusam constabiliendam, Gregorium Theologum et consortem
illius, concordemque alium Thaumaturgum Grego
rium id idem asserentem adducis. Et nos in hoc
solo convenimus. Sic videris quiden criminatiouem efugere, quod existimes unius naturæ unionem in Christo absque confusione fuisse factam,
quam et profiteris. Per ea itaque quæ ipse confiteris et scribis, tantum abest, ut maculas notasque
evadas, ut potius tuis ipse alis capiaris.
Quod ex his apertum manifestumque fuerit.
Omne compositum unam naturam efficiens ex compositione, aut immistione, aut confusione, aut
unione inconfusa effici dicimus. immistione, ut
nostrum corpus, et alia quoque ratione, sed polissimum, quod ex quatuor elementis unum quid,
uniusque naturæ effectum, et corruptionem partibus, quæ convenerunt in unione passis hoc totum
constitutum est; quæ neque omnino a propria
natura, cum conveniunt, recedunt: tum enim
G
compositio, quæ convenerunt, partium unio, si
penitus corrumpantur, merito nou vocabitur, sed
in aliquo corrumpi, in aliquo conservari videbun -
tur. Quod vero ex hisce totum fit ex tot quidem,
quæ convenerunt, dicitur, in illis vero tantisque
quæ actu nulla sunt, proprie non dicentur, nisi id
aliquis virtute dicat. Et nostrum corpus, ut antea
diximus, ex quatuor elementis per immistionem aut
confusionem factum, ex quatuor quidem esse dicitur, in quatuor autem, aut quatuor virtute esse,
nunquam vero actu dicetur. Sed corpus quoque
licet asseratur habere quatuor elementa, nullo modo
ipsum ejusdem naturæ et essentiæ cum iis, ex
quibus compositum est, dicetur: quod nullo modo
totum convenientium partium in compositione, neque nomina, neque earum definitiones obtineat.
Quinimo neque singularia humanorum corporum,
quæ sub universalia elementa reducuntur, ejusdem
essentiæ aut naturæ dicentur. Quod si per unionem inconfusam rursus compositum una natura
fit, ut bono: duo etenim concurrentia citra conſusionem corpus, et anima totum constituerunt.
Sed hoc quidem diversam unionem habens, diversum quoque unionis modum possidet. Ex tot enim,
corpore nempe et anima, et in tot esse jure merito
dicetur, cum et ea, quæ convenerunt in unione,
integra conserɣentur, cum actu sint. Et tot habere
partes homo dicetur ab iis, qui res sane dijudicant,
tot vero esse, nempe duas naturas homo nullo
λέγωμεν εἰς τὰς τοῦ Χριστοῦ φύσεις, ὥσπερ τὸ
ὕδωρ μετὰ τοῦ οἴνου μιγέντα πάντως ότι πεφυρ
μέναι εἰσὶν, ἢ ὥσπερ ἐπὶ χωνευτηρίου πυρὶς
χρυσὸς λέγω καὶ ἄσημος χωνευόμενοι πάντως
καὶ φύρονται, εἶχεν ἂν ὁμοιότητα ὧν λέγομεν.
Εἰ δὲ ἔξωθεν τούτων ἐστὶν, ἣν λέγωμεν μίξιν τοῦ
Λόγου τοῦ Θεοῦ μετὰ τοῦ ἰδίου σώματος, ὥσπερ
φῶς μετὰ τῆς ἀκτῖνος, εἶτε πῦρ μετὰ τοῦ χρυσοῦ, ἡ πνεῦμα μετὰ τοῦ σώματος ἀπαραλλάκτως καὶ ἀχωρίστως, λοιπὸν ἀδίκως ἡμᾶς λοιδο
ρεῖτε, καταπατοῦντες τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὰ
ἑξῆς. Καὶ ἐπιβεβαιῶν τὴν ἀσύγχυτον τῶν φύσεων
ἕνωσιν, προκεκόμικας Γρηγόριον τὸν Θεολόγον τοῦτο
αὐτὸ φάσκοντα, καὶ τὸν ὁμοταγῇ αὐτοῦ καὶ ὁμός
φρονα Γρηγόριον τὸν Θαυματουργόν. Οπερ καὶ
ἡμεῖς ἐν τούτῳ συμφωνούμεν μόνον. Διὸ δοκεῖς μὲν
διαδρᾶναι τοὺς ἐλέγχους, δι' ὧν οἴει τῆς μιᾶς φύσεως
τὴν ἕνωσιν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ ἄνευ συγχύσεως γεγενῆσθαι, ἣν καὶ ὁμολογεῖς, οὐχ ἥκιστα δὲ δι' ὧν γρά
φεις τοὺς ἐλέγχους ἐκφεύγῃ, μᾶλλον δὲ τοῖς ἑαυτοῦ
πτεροῖς φωραθήση αλισκόμενος. Καὶ τοῦτο δῆλον
ἐντεῦθεν· Πᾶν τὸ συντιθέμενον μίαν φύσιν ἀποτελοῦν
ἐκ τῆς συνθέσεως, ἢ κατὰ κρᾶσιν, ήτοι κατὰ σύγχυ
σιν τοῦτο φαίνεται γινόμενον, ή καθ' ἔνωσιν ἀσύγ
χυτον. Καὶ κατὰ κρᾶσιν μὲν, οἷον τὰ ἡμέτερα σώ
ματα. Καὶ ἄλλο ὅτι καὶ πλεῖστον ἐκ τεσσάρων στοι
χείων ἔν τι καὶ μιᾶς φύσεως αποτελούμενον, σύμφθαρσιν τῶν συνελθόντων μερῶν ἐν τῇ ἐνώσει περ
πονθότων, τὸ ὅλον συνέστηκεν, & οὔτε πάντη τῆς
οἰκείας φύσεως ἐν τῷ συνελθεῖν ἅμα ἐξέστηκεν· ἡ
γὰρ ἂν οὐδὲ σύνθεσις ἡ ἔνωσις τῶν συνελθόντων μετ
ρῶν πάντη φθειρομένων δικαίως ἂν καὶ κληθείη,
ἀλλ' ἐπί τι μὲν δόξει φθείρεσθαι, ἐπί τι δὲ φυλάττε
σθαι. Τὸ δὲ ἐκ τῶνδε ὅλον γινόμενον ἐκ τόσων μὲν
τῶν συνελθόντων λέγεται, ἐν ἐκείνοις δὲ, ἢ τόποις ούτ
δαμῶς ἐνεργεία ουσι κυρίως ῥηθήσεται, εἰ μή τις
τοῦτο δυνάμει εἴποι. Καὶ τὸ ἡμέτερον σῶμα, ὡς
προέφημεν, ἐκ τεσσάρων στοιχείων κατὰ κρᾶσιν,
ἤτοι κατὰ σύγχυσιν γενόμενον, ἐκ τεσσάρων μὲν
εἶναι λέγεται, ἐν τέτρασι δὲ, ἢ τέσσαρα είναι δυνάμει λεχθήσεται, ἐνεργείᾳ δὲ οὐκ ἂν ῥηθείη, καὶ οὔτε
τὸ σῶμα, εἰ καὶ λέγεται ἔχειν τέσσαρα στοιχεῖα· ἀλλ
οὐδαμῶς οὔτε αὐτὸ ὁμοφυὲς καὶ ὁμοούσιον πρὸς τὰ
ἐξ ὧν συνετέθη ῥηθήσεται, διὰ τὸ μηδαμῶς τὸ ὅλον
τῶν συνελθόντων μερῶν εἰς τὴν σύνθεσιν μήτε τὰς
ὀνομασίας, μήτε μὴν τοὺς ὁρισμούς αὐτῶν ἐπιδέχεσθαι. ᾿Αλλὰ μὴν, οὐδὲ τὰ καθέκαστα τῶν ἀνθρωπί
νων σωμάτων πρὸς τὰ ὑπὸ τὰ καθόλου στοιχεία άνω
αγόμενα ὁμοφυή, ἢ ὁμοούσια ῥηθεῖεν ἄν. Εἰ δὲ καθ'
ἔνωσιν ἀσύγχυτον πάλιν, τὸ συντιθέμενον μία φύσις
γίνεται, οἷον ἐπ᾽ ἀνθρώπου· δύο γὰρ συνελθόντα
ἀσυγχύτως, σῶμα, λέγω, καὶ ψυχή, τὸ ὅλον ἀπετέλε
σαν. ᾿Αλλὰ τοῦτο μὲν διάφορον τὴν ἔνωσιν ἔχον, διάφορον καὶ τὸν τρόπον τῆς ἑνώσεως κέκτηται. 'Εκ μέν
γὰρ τόσων, ήγουν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ ἐν
τόσοις εἶναι ῥηθείη ἂν δικαίως. Ἐπεὶ καὶ τὰ συνελ
θόντα ἐν τῇ ἑνώσει αμείωτα διασώζονται, ενεργεία
ὄντα, καὶ τόσα ἔχειν ὁ ἄνθρωπος μέρη δηθείη ἂν
col. 651–652page 30 of 38
PG 105:651παρὰ τοῖς ὀρθῶς κρίνουσι· τόσα δὲ εἶναι, ήγουν δύο φύσεις εἶναι ὁ ἄνθρωπος οὐδαμῶς λέγεται, ᾗπερ αἱ φύσεις τοῦ ὅλου οὐδαμῶς κατηγοροῦνται. Ἐπειδὴ τὸ συντιθέμενον ἕτερον γέγονε παρὰ τὰ ἐξ ὧν, καὶ οὐ τὰ αὐτὰ, καὶ οὔτε αὐτὸ τὸ ὅλον, ήγουν ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, πρός τε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμά φημι, ὁμοφυής ἢ ὁμοούσιος ῥηθείη ἄν ποτε ἐπεὶ μηδὲ κυρίως τὰς ὀνομασίας αὐτῶν, μήτε μὴν τοὺς λόγους αὐτῶν ἐπιδέχεται, οὔτε μήν οἱ καθέκαστα ἄνθρωποι, οἷον, φημί, Παῦλος, ἢ Πέτρος πρὸς τὰ καθέκαστα τῶν ἀνθρώπων ψυχὰς, ἢ τὰ ἀνθρώπινα σώματα ὁμοφυεῖς, ἢ ὁμοούσιοι λεχθεῖεν ἄν, διὰ τὸ μηδὲ τὰ καθόλου ομοειδῆ εἶναι. Οὐκοῦν εἴ τις τὸν ἄνθρωπον ἐκ διαφόρων φύσεων ἀσυγχύτως ἑνωθέντα φήσειεν ὁμοφυῇ καὶ ὁμοούσιον τῆς ἀνθρωπίνης ψυ χῆς, συμβαίνῃ ἂν ἐξάπαντος, ἢ τὴν ψυχὴν σύνθετον εἶναι ἐκ τοῦ αὐτῆς καὶ τοῦ σώματος· ἢ εἰ μὴ τοῦτο διὰ τὸ ἐναργὲς ἄτοπον, τὴν ψυχὴν μὴ εἶναι ὁμοού στον καὶ ὁμοφυῆ τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως τοῦ ἀνα θρώπου. Τοιοῦτόν τι καὶ ἡμεῖς πεπράχαμεν ἐν τῇ Επιστολῇ ἡμῶν λέγοντες· Εἰ μίαν φύσιν λέγοιτε ἐπὶ τῆς Χριστοῦ συνθέτου ἑνώσεως, ἀνάγκη πᾶσα, ἢ θείαν αὐτὴν εἰποιτε εἶναι, ἢ ἀνθρωπίνην μόνον, ἢ μετατετράφθαι ἄμφω πρὸς ἀλλήλας· ἡ συνθέτου μιᾶς οὔσης τῆς Χριστοῦ φύσεως, ἀνάγκη πᾶσα, ἢ σύνθετον εὑρίσκεσθαι τοῦ Πατρὸς τὴν φύσιν, ἵνα τὸ ὁμοφυὲς μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτὸν διασώζοιτο· ἢ εἰ μὴ τοῦτο διὰ τὸ βλάσφημον, οὐκ ἔσται τῷ Πατρὶ ὁ Υἱὸς ὁμοούσιος, ὅπερ ἐστὶ καὶ αὐτὸ πάσης βλασφημίας ἀνώτατον. Σὺ οὖν δοκῶν τοὺς ἐλέγχους ἐκφεύγειν, τὸ διάφορον τῆς ἑνώσεως τοῦ κατὰ σύγχυσιν καὶ μὴ τοιούτου προκεκόμικας, ὡς ἐντεῦθεν μηδὲ δικαίως παρ' ἡμῶν συκοφαντούμενος. Τὸ μὲν οὖν δὴ γράφειν ἡμᾶς μετατετράφθαι θατέραν φύσιν ἐπὶ θατέραν ἐπὶ τῶν κατ' ἀνάχυσιν τὴν ἴσην ἔχει. Τὸ δὲ συμβαίνειν ἢ σύνθετον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς εὑρίσκεσθαι τὴν φύσιν διὰ τὸ μετὰ τὴν ἔνω σιν τὸν Χριστὸν ὁμοφυῆ καὶ ὁμοούσιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς εἶναί τε καὶ πιστεύεσθαι· ἢ εἰ μὴ τοῦτο διὰ τὸ βλάσφημον, τὸν Πατέρα μὴ εἶναι ὁμοούσιον τοῦ Υἱοῦ μετὰ τὴν ἔνωσιν, ὅπερ ἐστὶ καὶ αὐτὸ πάσης βλασφημίας καὶ ἀτοπίας ἐπέκεινα. Τουτὶ δὴ καὶ ἐπὶ τῆς καθ' ἔνωσιν ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως ἡνωμένης, ὡς ὁ λόγος διὰ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑποδείξεως παρέστησε, τὸ ἄτοπον καὶ βλάσφημον συνάγοντος, οὐδαμῶς ἂν τοὺς παρ' ἡμῶν ἐλέγχους ἐκφύγοις, μιᾶς φύσεως τὸν Χριστὸν δογματίζων, καὶ ἀσύγχυτον τὴν ἔνωσιν δοξάσειας. Ο λόγος γὰρ ἑκατέρωθεν ἀπέδειξε πρὸς τὸ ἄτοπον καὶ βλάσφημον συνάγεσθαι. Ωσαύτως δὲ οὐδὲ ἡ τῶν παραδειγμάτων προσαγωγὴ πρὸς παρά στασιν τῆς παρὰ σοῦ δοξαζομένης μιᾶς φύσεως, καθ' ἔνωσιν ἀσύγχυτον γεγενημένης, ὀρθῶς ἐλήφθη. Τὰ μὲν γὰρ ἐπὶ καθαιρέσει τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως, καὶ τοῦ σοῦ δόγματος ένεισιν, οἷον ὁ χρυσός μετά πυρός μεμιγμένος πάντως ὅτι ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ὁ χρυσὸς τὸ πῦρ δεχόμενος, ποιεῖ σύνθετον ὑπόστασιν, δύο φύσεις ἔχουσαν, τήν τε τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ πυ ρὸς, ὁ καὶ πλεῖστοι περιφανεῖς καὶ θεοφόροι Πατέρες εἰς παράστασιν τῶν δύο φύσεων τῶν ἐν τῷ ἑνὶ Χρι ᾖπαρὰ τοῖς ὀρθῶς κρίνουσι· τόσα δὲ εἶναι, ήγουν δύο modo prædicatur. Can compositum aliud factum
φύσεις εἶναι ὁ ἄνθρωπος οὐδαμῶς λέγεται, ᾗπερ αἱ sit ab iis, ex quibus constat, nec illa eadem sit. Nec
φύσεις τοῦ ὅλου οὐδαμῶς κατηγοροῦνται. Ἐπειδὴ τὸ eliam ipsum totum, homo scilicet, cum iis, ex quibus
συντιθέμενον ἕτερον γέγονε παρὰ τὰ ἐξ ὧν, καὶ οὐ conflatus est, anima inquam et corpore, ejusdem
τὰ αὐτὰ, καὶ οὔτε αὐτὸ τὸ ὅλον, ήγουν ὁ ἄνθρωπος
naturæ et essentiæ dicetur unquam, cum neque apπρὸς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, πρός τε τὴν ψυχὴν καὶ τὸ pellationum eorum neque definitionum omnino caσῶμά φημι, ὁμοφυής ἢ ὁμοούσιος ῥηθείη ἄν ποτε· pax sit. Neque singulares homines, ut Petrus et Pauἐπεὶ μηδὲ κυρίως τὰς ὀνομασίας αὐτῶν, μήτε μὴν lus, cum singularibus hominum animis, aut humanis
τοὺς λόγους αὐτῶν ἐπιδέχεται, οὔτε μήν οἱ καθέκαστα corporibus ejusdem naturæ aut essentia esse dicenἄνθρωποι, οἷον, φημί, Παῦλος, ἢ Πέτρος πρὸς τὰ tur,quod nec universalia ejusdem speciei sint. Itaque
καθέκαστα τῶν ἀνθρώπων ψυχὰς, ἢ τὰ ἀνθρώπινα si quis hominem ex diversis naturis inconfuse unitum
σώματα ὁμοφυεῖς, ἢ ὁμοούσιοι λεχθεῖεν ἄν, διὰ τὸ assereret ejusdem naturæ et essentiæ cum anima
μηδὲ τὰ καθόλου ομοειδῆ εἶναι. Οὐκοῦν εἴ τις τὸν humana, necessario inde sequeretur, aut animam
ἄνθρωπον ἐκ διαφόρων φύσεων ἀσυγχύτως ἑνωθέντα ex se et corpore compositam esse, aut si id non datur,
φήσειεν ὁμοφυῇ καὶ ὁμοούσιον τῆς ἀνθρωπίνης ψυ- propter paleus absurdum, animam non esse ejusdem
χῆς, συμβαίνῃ ἂν ἐξάπαντος, ἢ τὴν ψυχὴν σύνθετον essentiæ et naturæ cum una composita, hominis naεἶναι ἐκ τοῦ αὐτῆς καὶ τοῦ σώματος· ἢ εἰ μὴ τοῦτο tura. Non dissimile nos quoque in epistola nostra atδιὰ τὸ ἐναργὲς ἄτοπον, τὴν ψυχὴν μὴ εἶναι ὁμοού- tentavimus inducentes. Si unam naturam dicitis in
στον καὶ ὁμοφυῆ τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως τοῦ ἀνα Christi composita unione, necesse est, aut ipsam «liθρώπου. Τοιοῦτόν τι καὶ ἡμεῖς πεπράχαμεν ἐν τῇ vinam asserere, aut humanam tantum, aut utrasque
Επιστολῇ ἡμῶν λέγοντες· Εἰ μίαν φύσιν λέγοιτε inter sese immutatas fuisse, aut composita una exsiἐπὶ τῆς Χριστοῦ συνθέτου ἑνώσεως, ἀνάγκη πᾶσα, stente Christi natura, necessarium oniino erit, vel
ἢ θείαν αὐτὴν εἰποιτε εἶναι, ἢ ἀνθρωπίνην μόνον, compositam reperiri Patris naturam, ut in natura
ἢ μετατετράφθαι ἄμφω πρὸς ἀλλήλας· ἡ συνθέτου æquale etiam post unionem Christi cum eo conserμιᾶς οὔσης τῆς Χριστοῦ φύσεως, ἀνάγκη πᾶσα, ἢ vetur: vel si id non est, propter blasphemiam, non
σύνθετον εὑρίσκεσθαι τοῦ Πατρὸς τὴν φύσιν, ἵνα erit Pater ejusdem naturæ cum Filio, quod etiam
τὸ ὁμοφυὲς μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ Χριστοῦ πρὸς αὐτὸν blasphemiam omnem exsuperat. Tu igitur, ut tibi
διασώζοιτο· ἢ εἰ μὴ τοῦτο διὰ τὸ βλάσφημον, οὐκ videris argumentorum vim vitans, diversitatem
ἔσται τῷ Πατρὶ ὁ Υἱὸς ὁμοούσιος, ὅπερ ἐστὶ καὶ αὐτὸ unionis secundum confusionem, et non secundum
πάσης βλασφημίας ἀνώτατον. Σὺ οὖν δοκῶν τοὺς confusionem in medium attulisti, quasi inde
ἐλέγχους ἐκφεύγειν, τὸ διάφορον τῆς ἑνώσεως τοῦ quoque te immerito calumniaremur. Scribere itaκατὰ σύγχυσιν καὶ μὴ τοιούτου προκεκόμικας, ὡς que nos unam in aliam naturam immutatam fuisse
ἐντεῦθεν μηδὲ δικαίως παρ' ἡμῶν συκοφαντούμενος. ab iis, qui cam secundum infusionem factam esse
Τὸ μὲν οὖν δὴ γράφειν ἡμᾶς μετατετράφθαι θατέραν tradunt, non abhorret. Verum consequi, aut comφύσιν ἐπὶ θατέραν ἐπὶ τῶν κατ' ἀνάχυσιν τὴν ἴσην positam Dei et Patris naturam reperiri, quod post
ἔχει. Τὸ δὲ συμβαίνειν ἢ σύνθετον τοῦ Θεοῦ καὶ unionem Christus ejusdem naturæ et essentiæ est
Πατρὸς εὑρίσκεσθαι τὴν φύσιν διὰ τὸ μετὰ τὴν ἔνω- et creditur cum Deo et Patre, at si id propter
σιν τὸν Χριστὸν ὁμοφυῆ καὶ ὁμοούσιον τοῦ Θεοῦ καὶ
blasphemiam non concedatur, Christum non esse
Πατρὸς εἶναί τε καὶ πιστεύεσθαι· ἢ εἰ μὴ τοῦτο διὰ τὸ ejusdem essentiæ cum Deo post unionem, quod et
βλάσφημον, τὸν Πατέρα μὴ εἶναι ὁμοούσιον τοῦ Υἱοῦ
ipsum et blasphemiæ et ineptiæ universe limites
μετὰ τὴν ἔνωσιν, ὅπερ ἐστὶ καὶ αὐτὸ πάσης βλασφη- excedit. Cum autem et in natura post unionem inμίας καὶ ἀτοπίας ἐπέκεινα. Τουτὶ δὴ καὶ ἐπὶ τῆς confuse et immutabiliter unita, quemadmodum
καθ' ἔνωσιν ἀσυγχύτως καὶ ἀτρέπτως ἡνωμένης, ὡς oratio demonstratione ex homine desumpta ostendit,
ὁ λόγος διὰ τῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑποδείξεως παρέστησε, idem absurdum blasphemumque inferatur, nul'a
τὸ ἄτοπον καὶ βλάσφημον συνάγοντος, οὐδαμῶς ἂν ipse ratione reprehensiones nostras effugies, unius
τοὺς παρ' ἡμῶν ἐλέγχους ἐκφύγοις, μιᾶς φύσεως naturæ Christum astruens, licet inconfusam unioτὸν Χριστὸν δογματίζων, καὶ ἀσύγχυτον τὴν ἔνωσιν nem asserueris. Oratio etenim utrinque absonum
δοξάσειας. Ο λόγος γὰρ ἑκατέρωθεν ἀπέδειξε πρὸς blasphemumque colligi demonstravit. Sic etiam
τὸ ἄτοπον καὶ βλάσφημον συνάγεσθαι. Ωσαύτως δὲ exempla a te adducta ad comprobandam unam
οὐδὲ ἡ τῶν παραδειγμάτων προσαγωγὴ πρὸς παράnaturam, quam ipse statuis post unionem inconfuστασιν τῆς παρὰ σοῦ δοξαζομένης μιᾶς φύσεως, καθ'
sam factam, haud recte instituta sunt: quædam
ἔνωσιν ἀσύγχυτον γεγενημένης, ὀρθῶς ἐλήφθη. Τὰ enim unam compositam naturam tuumque dogma
μὲν γὰρ ἐπὶ καθαιρέσει τῆς μιᾶς συνθέτου φύσεως, proscribunt, ut aurum igni immistum: cum onio
καὶ τοῦ σοῦ δόγματος ένεισιν, οἷον ὁ χρυσός μετά aurum in propria hypostasi ignem accipiens composiπυρός μεμιγμένος πάντως ὅτι ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει
tam hypostasim efficiat, duas naturas babentem, auri
ὁ χρυσὸς τὸ πῦρ δεχόμενος, ποιεῖ σύνθετον ὑπόστασιν, et ignis, quod plerique etiam ex Patribus, divini illi
δύο φύσεις ἔχουσαν, τήν τε τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ πυ sane ac percelebres, ad comprobandas duas
ρὸς, ὁ καὶ πλεῖστοι περιφανεῖς καὶ θεοφόροι Πατέρες naturas in uno Christo, una scilicet lypoεἰς παράστασιν τῶν δύο φύσεων τῶν ἐν τῷ ἑνὶ Χρι- stasi, propriis commentariis usurparunt: alia abe
PATROL. GR. CV.
ᾖ
col. 653–654page 31 of 38
PG 105:653Λ στῷ, ήγουν τῇ μιᾷ ὑποστάσει ἐν τοῖς οἰκείοις συγ γράμμασιν ἐντεθείκασιν· τὰ δὲ ἀπέοικεν ἐκ τῆς κατὰ Χριστὸν ἀσυγχύτου καὶ ἀτρέπτου τῶν φύσεων ενώ σεως. Τὸ μὲν γὰρ μετὰ τῆς ἰδίας ἀκτῖνος οὐδεὶς τῶν εὖ φρονούντων συντεθεῖσθαι φήσειεν. Οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων μετ' οἰκείας ενεργείας, ἢ τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἀπο τελέσματος λέγεταί ποτε συγκεῖσθαι, ἀλλ' οὐδὲ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁμοίαν ἔχει τὴν καθ' ἔνωσιν ἀσύγχυτον πρὸς τὴν κατὰ Χριστόν. Τουτὶ γὰρ καὶ προδέδεικται, ὅτι ἡ μὲν τῆς ψυχῆς συνυποστάτες γέγονεν, ἡ δὲ ἑτέρως. ιθ'. Πάλιν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου ἀνθυποφέρων, γράφεις· Περί τι οἱ Πατέρες ἐν διαφωνίᾳ ἐπολιτεύθησαν, μίξιν δὴ, λέγοντες καὶ ἔνωσιν, διότι ἡ μὲν μίξις χωρισμὸν οὐκ ἔχει, οὐδὲ ἡ ἔνωσις δια σπασμὸν, ἀλλὰ διὰ τούτων τῶν ῥημάτων ἐλάλησαν οἱ Πατέρες, ὅτι ὥσπερ τὰ κεχωρισμένα οὐ λέγονται μεμιγμένα, οὕτως οὐδὲ τὰ μεμιγμένα λέγονται κεχωρισμένα· ὥσπερ αἱ ἰδιότητες τὴν ἔνωσιν ἐπαίρουσιν, οὕτως καὶ ἡ ἔνωσις συγχώ νει τὰς ἰδιότητας. Ἐὰν οὖν οὐκ ἦν μεμιγμένα ἀσυγχύτως μετὰ τοῦ σώματος, διὰ τί λέγουσιν, ὅτι ἐσαρκώθη; Εἰ δὲ οὐκ ἦν ἐνωθεὶς μετὰ τὴν ἀνθρωπότητα, διὰ τί λέγουσιν, ὅτι ἐνηνθρώπησε; Ταῦτα μὲν οὐδενὸς λόγου ἄξια ὄντα, διὰ τὸ ἱκανῶς ἐν τοῖς ἔμπροσθεν παρ' ἡμῶν προλελύσθαι, ήκιστα περὶ τούτων φροντιστέον. Πλὴν οὖν εἰ μή τῳ δόξῃ καταβρενθύεσθαι ἐν τούτοις διὰ βραχέων λέγομεν. Οἱ μὲν οὖν ἅγιοι Πατέρες ενωσιν καὶ μίξιν ἐπὶ Χρι στοῦ ἀσύγχυτον καὶ ἄτρεπτον τῶν δύο φύσεων τῶν συνελθουσῶν, θεότητος, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, δογματίζοντες, δηλονότι καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιωδῶς γεγενημένην ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ λέγουσι, καὶ τοὺς ενεργείᾳ καὶ ὑπάρξει τὰς δύο φύσεις ἀνὰ μέρος καὶ χωρὶς τιθέντας, ὅ ἐστι Νεστόριος ὁ θεοστυγής, πρὸς αὐτὸν διηνέχθησαν, καὶ τῷ ἀναθέματι δικαίως αὐτὸν καθυπέβαλον. Καὶ γὰρ τὰ ἡνωμένα καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιωδῶς, κεχωρισμένα ἰδίᾳ καὶ ἀνὰ μέρος εἶναι ἀδύνατον, ὥσπερ καὶ τὰ κεχωρισμένα ὑπάρξει καὶ ένεργείᾳ καὶ ἀνὰ μέρος, τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ ουσιώδη ἔνωσιν ἔχειν οὐ δύνανται. Τοιγαροῦν ἡμεῖς οὐδὲν τοιοῦτον ἐν τῷ δοξάζειν δύο φύσεις, καὶ δύο ἰδιότητας τῶν φύσεων τῶν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ τὰ μέρη ἀναθεωροῦντες, ποιοῦμεν. Οὐ γὰρ ὁ ἀριθμὸς καθ' αὑτὸν διαιρέσεως τῶν πραγμάτων ἐστὶ ποιητικής, οὐδὲ ἰδιοσυστάτων πραγμάτων παραστατικός. Οὐδὲ γὰρ ἡμεῖς διὰ τὸ ἀριθμεῖν καὶ μόνον τῷ λόγῳ τῆς διαφορᾶς τὰς φύσεις, καὶ τὰς τούτων ἐνεργείας, καὶ θελήσεις καταλλήλως τῶν φύσεων δοξάζειν, διαίρεσιν τὴν κατ' ἐνέργειαν καὶ ὕπαρξιν ἐπὶ τῶν φύσεων καὶ τῶν ἰδιοτήτων λέγομεν, ἵνα καὶ χώραν τὸ παρὰ σοῦ γραφόμενον λάβῃ. Εἰ δὲ οὐδὲν ὧν γράφεις ἡμῶν ἐφάπτεται, μάτην ὧδε κἀκεῖσε τὸν λόγον κινεῖς συν κοφαντῶν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν τούτοις. κ'. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦτο ἐν τῷ γράμματι ἡμῶν συνετάξαμεν, ὅτι ἡ ἐν Χαλκηδόνι ἁγία σύνοδος διά τοι τοῦτο ἐξεφώνησεν ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπό στασιν, διὰ τὸ καὶ τὰ πάθη καὶ τὰ θαύματα τοῦ ἑνὸς τῆς ἁγίας Τριάδος, ἤτοι τοῦ Θεοῦ Λόγου λογίhorrent ab inconfusa et immutabili naturarum Λ στῷ, ήγουν τῇ μιᾷ ὑποστάσει ἐν τοῖς οἰκείοις συγunione; neque enim quispiam recte sentientium lumen cum proprio radio componi dicet. Nulla enim
rerum cum proprio actu, sive cum effectu suo un
quam compuni dicitur. Quinimo neque anima, et
homo similem habet unionem inconfusam cum
ca, quæ Christi est. Quod supra demonstratum
est, quoniam animæ simul una subsistit, Christi
vero alio modo.
19. Rursus in epistola tua, quasi sermonem excipiens, objicis: Circa quod Patres non convenienles, partibus studuerunt, mistionem vocantes et
unionem, quod mistio separationem nullam habet,
neque unio divisionem; sed per hæc verba Patres
locuti sunt: quemadmodum enim separata mista non
dicuntur, ita nec mista dicuntur separata. Quemadmodum proprietates unionem tollunt, ita et unio
opprimit proprietates. Si itaque non erant mista
inconfuse cum corpore, quare dicunt incarnatum
fuisse? Si non erat unitus cum humanitate, quare
dicunt, eum hominem assumpsisse? Hæc cum nulJius considerationis sint, quod satis abunde in autecedentibus a nobis dissoluta sunt, parum nobis de
illis curandum est. Cæterum ne cui jactabundus
superbias, brevibus respondemus. Sancti Patres
unionem et mistionem in Christo inconfusam et
immutabilem duarum quæ concurrerunt naturarum, deitatis et humanitatis, astruentes, secundum
hypostasim et essentialiter, factam in uno Christo
asserunt, eosque, qui actu et exsistentia duas naturas per partes et divisim ponerent, ex quibus
eral impius Nestorius, quem post magnam risam
atque contentionem anathemate merito perculerunt, condemnant: namque unita secundum bypostasim et essentialiter, privatim et per partes
separata disjungi non possunt, quemadmodum disjuncta actu el per partes, unionem secundum hypostasion et essentialem habere non possunt. Quare
nos nihil tale, duas naturas, et duas proprie
tales naturarum, quæ in uno Christo sunt, partes,
considerantes, facimus. Neque enim numerus secundum se rebus divisionem inducit, neque res per
se subsistentes represental. Neque enim nos, quod
numeramus, et tantum differentia ratione, naturas,
et earum actus, et voluntates naturis congruentes
asseveramus, divisionem secundum actum et exsistentiam in naturis et proprietatibus inducimus,
ut quod a te scribitur, locum habeat. Quodsi ex
iis, quæ scribis, nihil nos lædit, frustra hac atque
illac sermonem agilas, veritatem infamans. Et hac
quidem ita se habent,
20. Quando vero et hoc in nostra epistola scripsimus, Chalcedonensem synodum propterea acclamasse unam personam et unam hypostasim, quod
et passiones et miracula unius ex sancta Trinitate, Dei Verbi scilicet, esse reputantur, et ad eun
γράμμασιν ἐντεθείκασιν· τὰ δὲ ἀπέοικεν ἐκ τῆς κατὰ
Χριστὸν ἀσυγχύτου καὶ ἀτρέπτου τῶν φύσεων ενώ
σεως. Τὸ μὲν γὰρ μετὰ τῆς ἰδίας ἀκτῖνος οὐδεὶς τῶν
εὖ φρονούντων συντεθεῖσθαι φήσειεν. Οὐδὲν γὰρ τῶν
ὄντων μετ' οἰκείας ενεργείας, ἢ τοῦ ἐξ αὐτοῦ ἀπο
τελέσματος λέγεταί ποτε συγκεῖσθαι, ἀλλ' οὐδὲ ἡ
ψυχὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁμοίαν ἔχει τὴν καθ' ἔνωσιν
ἀσύγχυτον πρὸς τὴν κατὰ Χριστόν. Τουτὶ γὰρ καὶ
προδέδεικται, ὅτι ἡ μὲν τῆς ψυχῆς συνυποστάτες
γέγονεν, ἡ δὲ ἑτέρως.
ιθ'. Πάλιν δὲ ἐν τῷ γράμματί σου ἀνθυποφέρων,
γράφεις· Περί τι οἱ Πατέρες ἐν διαφωνίᾳ ἐπολιτεύθησαν, μίξιν δὴ, λέγοντες καὶ ἔνωσιν, διότι ἡ
μὲν μίξις χωρισμὸν οὐκ ἔχει, οὐδὲ ἡ ἔνωσις διασπασμὸν, ἀλλὰ διὰ τούτων τῶν ῥημάτων ἐλάλη
σαν οἱ Πατέρες, ὅτι ὥσπερ τὰ κεχωρισμένα οὐ
λέγονται μεμιγμένα, οὕτως οὐδὲ τὰ μεμιγμένα
λέγονται κεχωρισμένα· ὥσπερ αἱ ἰδιότητες τὴν
ἔνωσιν ἐπαίρουσιν, οὕτως καὶ ἡ ἔνωσις συγχώ
νει τὰς ἰδιότητας. Ἐὰν οὖν οὐκ ἦν μεμιγμένα
ἀσυγχύτως μετὰ τοῦ σώματος, διὰ τί λέγουσιν,
ὅτι ἐσαρκώθη; Εἰ δὲ οὐκ ἦν ἐνωθεὶς μετὰ τὴν
ἀνθρωπότητα, διὰ τί λέγουσιν, ὅτι ἐνηνθρώπησε;
Ταῦτα μὲν οὐδενὸς λόγου ἄξια ὄντα, διὰ τὸ ἱκανῶς
ἐν τοῖς ἔμπροσθεν παρ' ἡμῶν προλελύσθαι, ήκιστα
περὶ τούτων φροντιστέον. Πλὴν οὖν εἰ μή τῳ δόξῃ
καταβρενθύεσθαι ἐν τούτοις διὰ βραχέων λέγομεν.
Οἱ μὲν οὖν ἅγιοι Πατέρες ενωσιν καὶ μίξιν ἐπὶ Χριστοῦ ἀσύγχυτον καὶ ἄτρεπτον τῶν δύο φύσεων τῶν
συνελθουσῶν, θεότητος, φημὶ, καὶ ἀνθρωπότητος, δογματίζοντες, δηλονότι καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ οὐσιωδῶς
γεγενημένην ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ λέγουσι, καὶ τοὺς
ενεργείᾳ καὶ ὑπάρξει τὰς δύο φύσεις ἀνὰ μέρος καὶ
χωρὶς τιθέντας, ὅ ἐστι Νεστόριος ὁ θεοστυγής, πρὸς
αὐτὸν διηνέχθησαν, καὶ τῷ ἀναθέματι δικαίως αὐτὸν
καθυπέβαλον. Καὶ γὰρ τὰ ἡνωμένα καθ᾽ ὑπόστασιν
καὶ οὐσιωδῶς, κεχωρισμένα ἰδίᾳ καὶ ἀνὰ μέρος εἶναι
ἀδύνατον, ὥσπερ καὶ τὰ κεχωρισμένα ὑπάρξει καὶ
ένεργείᾳ καὶ ἀνὰ μέρος, τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν καὶ
ουσιώδη ἔνωσιν ἔχειν οὐ δύνανται. Τοιγαροῦν ἡμεῖς
οὐδὲν τοιοῦτον ἐν τῷ δοξάζειν δύο φύσεις, καὶ δύο
ἰδιότητας τῶν φύσεων τῶν ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ τὰ μέρη
ἀναθεωροῦντες, ποιοῦμεν. Οὐ γὰρ ὁ ἀριθμὸς καθ'
αὑτὸν διαιρέσεως τῶν πραγμάτων ἐστὶ ποιητικής,
οὐδὲ ἰδιοσυστάτων πραγμάτων παραστατικός. Οὐδὲ -
γὰρ ἡμεῖς διὰ τὸ ἀριθμεῖν καὶ μόνον τῷ λόγῳ τῆς
διαφορᾶς τὰς φύσεις, καὶ τὰς τούτων ἐνεργείας, καὶ
θελήσεις καταλλήλως τῶν φύσεων δοξάζειν, διαίρεσιν
τὴν κατ' ἐνέργειαν καὶ ὕπαρξιν ἐπὶ τῶν φύσεων καὶ
τῶν ἰδιοτήτων λέγομεν, ἵνα καὶ χώραν τὸ παρὰ σοῦ
γραφόμενον λάβῃ. Εἰ δὲ οὐδὲν ὧν γράφεις ἡμῶν
ἐφάπτεται, μάτην ὧδε κἀκεῖσε τὸν λόγον κινεῖς συν
κοφαντῶν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν τούτοις.
κ'. Ἐπεὶ δὲ καὶ τοῦτο ἐν τῷ γράμματι ἡμῶν
συνετάξαμεν, ὅτι ἡ ἐν Χαλκηδόνι ἁγία σύνοδος
διά τοι τοῦτο ἐξεφώνησεν ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν, διὰ τὸ καὶ τὰ πάθη καὶ τὰ θαύματα τοῦ
ἑνὸς τῆς ἁγίας Τριάδος, ἤτοι τοῦ Θεοῦ Λόγου λογί
col. 655–656page 32 of 38
PG 105:655ζεσθαι, καὶ εἰς αὐτὸν ἀνατρέχειν, αὐτὸς οὐκ οἶδ' ὅπως ἀκρίτως τὰ παρ᾽ ἡμῶν ἐπιγελᾷς, καὶ πρὸς τὰ γραφέντα ἀντιλέγεις, καὶ ἀποθαυμάζων, ὧδέ πη γρά φεις· Καὶ ἄλλο θαῦμα ἔγνωμεν ἐν τῷ γράμματί σου, ὅτι ἡ σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος ἐν πρόσε ωπον καὶ δύο φύσεις διὰ τοῦτο ἐλάλησεν εἰς Χριστόν, ὅτι τῷ ἐπὶ λόγῳ τοῦ Θεοῦ λογίζονται, καὶ ἀνατρέχουσι τὰ πάθη, πρὸς ἦν ὁ μακάριος Κύ ριλλος δεόντως απελογήσατο. Οντως τὰ ἄμικτα μιγνύων, καὶ τὰ μηδόλως κοινωνίαν κατά διάνοιαν ἔχοντα, ὁμοιοτρόπως λογίζῃ, καὶ εἴτε ἐκών, εἴτε ἄκων, Θεὸς ἂν εἰδείη μόνος, καὶ τὸ διάφορον τῆς ἡμῶν γραφῆς, καὶ τῆς τοῦ Νεστορίου κακονοίας, συν ῆσαι οὐ βούλει. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ ταυτὸν οἰόμενος εἶναι φύσιν καὶ πρόσωπον καὶ ὑπόστασιν, καὶ τί τὸ ἐν ἀμφοῖν διάφορον ἀγνοῶν, καὶ πᾶσαν φύσιν ἰδιοσύ στα τον λογιζόμενος, πρὸς τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἔνωσιν ἀπεδυσπέσει, ὡς δῆθεν τῶν φύσεων συναιρουμένων ἐν τῇ ἑνώσει τοῦ ἑνὸς προσώπου. Εἰς τὸν θεῖον τοι γαροῦν Λόγον ἐπισφαλῶς οἴεται, πρὸς ἦν ὁ ἐν ἁγίοις Κύριλλος ἐκ τοῦ παραδείγματος τοῦ κατὰ τὸν ἄν θρωπον ὑπεδείκνυς, δύο φύσεων ἐν μιᾷ ὑποστάσει θεωρουμένων, οἷόν τί φημι, σώματος καὶ ἀσωμάτου, εἰ καί τι λέγεται παθεῖν ὁ ἄνθρωπος, οἷον καίεσθαι, ἢ τέμνεσθαι, κατὰ σῶμα τουτὶ πέπονθε, τῆς ψυχῆς ἀμειώτου καὶ ἀβλαβοῦς φυλαττομένης. Τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔστιν ἰδεῖν. Τοῦ γὰρ Θεοῦ Λόγου σωματικῶς πάσχοντος, αὐτὸς ἀπαθὴς, ὅσον ἧκε τὸ ἐπ' αὐτῷ, καθὸ Θεὸς ἄναρχος καὶ ἀσώ ματός ἐστι, διετηρεῖτο. Καὶ οὕτως μὲν Νεστόριος νοήσας, ἐναντία γέγραφε πρὸς Κύριλλον. Ὁ δὲ δὴ τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου σκοπὸς ἑτέρῳ τινὶ καὶ οὐ καθ' 8 Νεστόριος ὁ ἐναγῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ διάφορον τῆς φύσεως, δ ἔχει πρὸς τὴν ὑπόστασιν, συνοδικῶς καὶ Πατρικῶς διακριθέν σαφῶς ᾔδει, καὶ πᾶσαν φύ σιν ἰδιοσύστατον είναι μή λογιζομένη, καὶ τὴν καθ' ὑπόστασιν καὶ οὐσιώδη ἕνωσιν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ ἀκρι δῶς ἐπισταμένη, καὶ ὅτι ὁ ἀΐδιος Λόγος ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ὑπέστησε τὴν ἡμετέραν φύσιν, καὶ τῷ λόγῳ τῆς οἰκειώσεως, τῆς φυσικῆς, φημί, καὶ οὐσιώδους, καὶ οὐ τῆς προσωπικῆς καὶ κατὰ σχέσιν θεω ρουμένης, ἅπαγε, ἣν καὶ Νεστόριος πρὸς τὸν ἄν θρωπον ἔχειν τὸν λόγον ἐκήρυττεν, ἀλλὰ μᾶλλον, ώς ἔφαμεν, τὴν φυσικὴν καὶ οὐσιώδη, ἥτις ἐν τῇ καθ' ὑπόστασιν ἑνώσει θεωρεῖται, καλῶς γινώσκουσα, καὶ ὅτι τὸν ἀΐδιον Υἱὸν δοξάζουσα ἄνθρωπον γε γενῆσθαι, τοῦτο ἔλεγεν, ὅπερ ᾿Αθανάσιος καὶ Κύ μιλλος οἱ τῆς Ἀλεξανδρείας εἰρήκασιν ἱεράρχαι, καὶ πάντες οἱ Πατέρες, ὅτι κτίσας ἐκ τῆς πανάγνου Παρθένου Μαρίας ἑαυτῷ σάρκα έψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ καὶ νοερᾷ, τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ψυχὴν ἰδίαν τῆς αὐτοῦ ὑποστάσεω; ἐποιήσατο. Καὶ ἐν τρόπον, ὁ Πέτρος, ἢ ἄλλος πως τῶμα ἀνθρώπινον ἔχων καὶ ψυχὴν ἀνθρωπίνην ἄν θρωπός ἐστι, τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον ὁ άΐδιος Υἱὸς κτίσας τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει σῶμα ἀνθρώπινον καὶ ψυχήν ἀνθρωπίνην, καὶ ἴδια ἄμφω αὐτοῦ ποιησάμενος, γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος. Ωσπερ δὲ τὸ τοῦ Πέτρου σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ ἀμφότερα τῆς ἑαυτοῦ ὑποστάσεωςnostra deridens, scriptis contradicis, nec sine adniratione hunc in modum loqueris: Aliud quoque
admiratione non indignum in tua epistola legimus,
synodum Chalcedonensem ideo unam personam et
duas naturas censuisse in Christo, quod uni Verbo
divino ascribantur passiones, et ad eum referantur,
cui beatus Cyrillus, uti par erat, respondit. Vene
quæ misceri non possunt immiscens, quæ nulla
communione, etiam per intellectum, conjunguntur,
eadem ratione perpendis, et sive id libens, sive
invitus agas, Deus tantummodo noverit, et nostræ
scriptionis, et Nestorianæ vesaniæ discrimen cognoscere renuis. Ille enim idem esse personam et
hypostasim existimans, quidque inter utraque inζεσθαι, καὶ εἰς αὐτὸν ἀνατρέχειν, αὐτὸς οὐκ οἶδ' recurrunt, tu ipse, nescio qua ratione, inconsulte
ὅπως ἀκρίτως τὰ παρ᾽ ἡμῶν ἐπιγελᾷς, καὶ πρὸς τὰ
γραφέντα ἀντιλέγεις, καὶ ἀποθαυμάζων, ὧδέ πη γράφεις· Καὶ ἄλλο θαῦμα ἔγνωμεν ἐν τῷ γράμματί
σου, ὅτι ἡ σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος ἐν πρόσε
ωπον καὶ δύο φύσεις διὰ τοῦτο ἐλάλησεν εἰς
Χριστόν, ὅτι τῷ ἐπὶ λόγῳ τοῦ Θεοῦ λογίζονται,
καὶ ἀνατρέχουσι τὰ πάθη, πρὸς ἦν ὁ μακάριος Κύριλλος δεόντως απελογήσατο. Οντως τὰ ἄμικτα
μιγνύων, καὶ τὰ μηδόλως κοινωνίαν κατά διάνοιαν
ἔχοντα, ὁμοιοτρόπως λογίζῃ, καὶ εἴτε ἐκών, εἴτε
ἄκων, Θεὸς ἂν εἰδείη μόνος, καὶ τὸ διάφορον τῆς
ἡμῶν γραφῆς, καὶ τῆς τοῦ Νεστορίου κακονοίας, συν
ῆσαι οὐ βούλει. Ἐκεῖνος μὲν γὰρ ταυτὸν οἰόμενος
εἶναι φύσιν καὶ πρόσωπον καὶ ὑπόστασιν, καὶ τί τὸ
ἐν ἀμφοῖν διάφορον ἀγνοῶν, καὶ πᾶσαν φύσιν ἰδιοσύ- tererat, ignorans, et oinnem naturam per se subsi
στα τον λογιζόμενος, πρὸς τὴν καθ᾽ ὑπόστασιν ἔνωσιν
ἀπεδυσπέσει, ὡς δῆθεν τῶν φύσεων συναιρουμένων
ἐν τῇ ἑνώσει τοῦ ἑνὸς προσώπου. Εἰς τὸν θεῖον τοι
γαροῦν Λόγον ἐπισφαλῶς οἴεται, πρὸς ἦν ὁ ἐν ἁγίοις
Κύριλλος ἐκ τοῦ παραδείγματος τοῦ κατὰ τὸν ἄν
θρωπον ὑπεδείκνυς, δύο φύσεων ἐν μιᾷ ὑποστάσει
θεωρουμένων, οἷόν τί φημι, σώματος καὶ ἀσωμάτου,
εἰ καί τι λέγεται παθεῖν ὁ ἄνθρωπος, οἷον καίεσθαι,
ἢ τέμνεσθαι, κατὰ σῶμα τουτὶ πέπονθε, τῆς ψυχῆς
ἀμειώτου καὶ ἀβλαβοῦς φυλαττομένης. Τὸν αὐτὸν δὴ
τρόπον καὶ ἐπὶ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔστιν ἰδεῖν. Τοῦ γὰρ
Θεοῦ Λόγου σωματικῶς πάσχοντος, αὐτὸς ἀπαθὴς,
ὅσον ἧκε τὸ ἐπ' αὐτῷ, καθὸ Θεὸς ἄναρχος καὶ ἀσώματός ἐστι, διετηρεῖτο. Καὶ οὕτως μὲν Νεστόριος
νοήσας, ἐναντία γέγραφε πρὸς Κύριλλον. Ὁ δὲ δὴ
τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου σκοπὸς ἑτέρῳ τινὶ καὶ
οὐ καθ' 8 Νεστόριος ὁ ἐναγῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ διάφορον
τῆς φύσεως, δ ἔχει πρὸς τὴν ὑπόστασιν, συνοδικῶς
καὶ Πατρικῶς διακριθέν σαφῶς ᾔδει, καὶ πᾶσαν φύσιν ἰδιοσύστατον είναι μή λογιζομένη, καὶ τὴν καθ'
ὑπόστασιν καὶ οὐσιώδη ἕνωσιν τὴν ἐπὶ Χριστοῦ ἀκριδῶς ἐπισταμένη, καὶ ὅτι ὁ ἀΐδιος Λόγος ἐν τῇ ἰδίᾳ
ὑποστάσει ὑπέστησε τὴν ἡμετέραν φύσιν, καὶ τῷ
λόγῳ τῆς οἰκειώσεως, τῆς φυσικῆς, φημί, καὶ οὐσιώ
δους, καὶ οὐ τῆς προσωπικῆς καὶ κατὰ σχέσιν θεω
ρουμένης, ἅπαγε, ἣν καὶ Νεστόριος πρὸς τὸν ἄν
θρωπον ἔχειν τὸν λόγον ἐκήρυττεν, ἀλλὰ μᾶλλον, ώς
ἔφαμεν, τὴν φυσικὴν καὶ οὐσιώδη, ἥτις ἐν τῇ καθ'
ὑπόστασιν ἑνώσει θεωρεῖται, καλῶς γινώσκουσα,
καὶ ὅτι τὸν ἀΐδιον Υἱὸν δοξάζουσα ἄνθρωπον γεγενῆσθαι, τοῦτο ἔλεγεν, ὅπερ ᾿Αθανάσιος καὶ Κύ
μιλλος οἱ τῆς Ἀλεξανδρείας εἰρήκασιν ἱεράρχαι,
καὶ πάντες οἱ Πατέρες, ὅτι κτίσας ἐκ τῆς πανάγνου
Παρθένου Μαρίας ἑαυτῷ σάρκα έψυχωμένην ψυχῇ
λογικῇ καὶ νοερᾷ, τὴν ἀνθρωπίνην σάρκα καὶ τὴν
ἀνθρωπίνην ψυχὴν ἰδίαν τῆς αὐτοῦ ὑποστάσεω;
ἐποιήσατο. Καὶ ἐν τρόπον, ὁ Πέτρος, ἢ ἄλλος πως
τῶμα ἀνθρώπινον ἔχων καὶ ψυχὴν ἀνθρωπίνην ἄν
θρωπός ἐστι, τὸν αὐτὸν δὴ τρόπον ὁ άΐδιος Υἱὸς κτίσας
τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει σῶμα ἀνθρώπινον καὶ ψυχήν
ἀνθρωπίνην, καὶ ἴδια ἄμφω αὐτοῦ ποιησάμενος,
γέγονεν ἀληθῶς ἄνθρωπος. Ωσπερ δὲ τὸ τοῦ Πέτρου
σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ ἀμφότερα τῆς ἑαυτοῦ ὑποστάσεως
stentem reputans, secundum hypostasim unionem
ægre ferebat, quasi duæ naturæ contraherentur in
unione unius personæ. Ipse itaque in Verbum divinum gravissime peccat, cui divus Cyrillus abexemplo hominis commonstrabat, duas naturas in una
hypostasi considerari, ut corporei et incorporei, et
si quid dicitur homo pati, ut si uratur, si abscindatur, secundum corpus illud perpeti, anima integra illæsaque remanente. Eadem ratione et de
Filio Dei philosophandum est; namque divino Verbo corporaliter patiente, ipse impatililis, quantum
in eo est, qua Deus est absque principio et citra
corpus, conservabatur. Et ita Nestorius sentiens
contraria scripsit Cyrillo. At sancta quarta synodus alio proposito, et non ut exsecrandus Nestorius diversitatem naturæ, quam habet ad hypostasim, synodi Patrumque sententiis edocta, et omnem naturam per se minime subsistere posse sciens,
caleque tenens secundum hypostasim, et essentialem unionem in Christo, et sempiternum Verbum in
propria hypostasi sustinuisse nostram naturam, et
rationem appropriationis, naturalis et essentialis,
non personalis, et quæ secundum relationem consideratur, apage, quam Nestorius erga hominem habere
Verbum divulgabat, sed potius, ut diximus, naturalis,
et essentialis, quæ in unione secundum 'hypostasim
conspicitur, probe sentiens et sempiternum Filiuin
hominem factum sciens asserebat, quod Athanasius
et Cyrillus Alexandrini antistites, et Patres universi
affirmarunt, creata ex immacalata Virgine Maria
sibi ipsi carne, animata anima rationis compote
et intellectuali, humanam carnem et humanam
animam propriam suæ hypostasis effecisse. Et
quemadmodum Petrus, vel alius quispiam bumanum corpus et humanam animam possidens, homo
est, ita et sempiternus Filius creans suæ hypostasi
corpus humanum et animam humanam, et ambo
propria sibi faciens, vere homo factus est. Cum
vero Petri corpus et anima, ambo illius hypostasis,
non alterius hypostasis propria sunt, proptereaque
ca obtinens omnino humanain habet naturam, quæ
non ipsius solius hypostaseos, sed cujuslibet hominum hypostasis exsistit, ideo sempiternum Filium
col. 657–658page 33 of 38
PG 105:657ίδια, οὐκ ἄλλης τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεως· ταύτῃ τοι Διά τοι τοῦτο ἤ τε ἁγία τετάρτη σύνοδος μίαν ὑπόστασιν καὶ δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ ἐδογμάτισεν. Θ δὲ Νεστόριος ἑτέρωθι τρόπῳ τοῦ Λόγου νοῶν τὰ πάθη, καθὼς ἀνόπιν εἴπομεν. Διὸ πρὸς αὐτὸν καλῶς ὁ τῆς Αλεξανδρείας Κύριλλος ἀντεῖπε. Καὶ τοῦτό σοι ἀποδέδεικται έωλον καὶ πάντη ἀνίσχυρον. έσχηκὼς ταῦτα, πάντως τὴν ἀνθρωπίνην ἔχει φύσιν, ἥτις οὐχὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ μόνης, ἀλλὰ καὶ ἑκάστης ὑπάρχει τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεως, τούτου χάριν τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ἡ σύνοδος λέγει, ἕνα τῆς Τριά δος ὄντα μιᾷ ὑποστάσει δύο φύσεις ἔχειν, οὐκ ίδιο κῶς ἑκατέρας τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει διαφερούσης, ἀλλὰ τῆς μὲν θείας φύσεως, αὐτῷ τε καὶ τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ὑπεχούσης, τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, αὐτῷ τε καὶ τοῖς κατὰ μέρος. Ἡ μέντοι ὑπόστασις αὐτοῦ διαφερόντως αὐτῷ μόνῳ παρὰ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀφώρισται, καὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἡ ψυχή, ιδίως ἀμφότερα τῆς ὑπο στάσεως αὐτοῦ παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Διδ καὶ ὅσα ὑπέστη καὶ πέπονθεν ἡ τοῦ ἀϊδίου Θεοῦ σάρξ, καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ψυχή, αὐτὸς ὁ ἄΐδιος Υἱὸς ὑφεστᾶναι καὶ πεπονθέναι λέγεται, καὶ αὐτῷ συμ βέβηκε κατὰ ἀλήθειαν, καὶ αὐτῷ ἐπιγράφεται, δν τρόπον ὅσα πάσχει ἡ τοῦ Πέτρου σὰρξ καὶ ἡ ψυχὴ, τῷ Πέτρῳ συμβαίνει, καὶ αὐτῷ κατὰ ἀλήθειαν ἐπι γράφεται. Διὰ τοῦτο τὴν ἀληθινὴν ὁμολογοῦντες λέγο μεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἐπείνασε, καὶ ἐδίψησε, καὶ ἡγωνίασε, καὶ ἐκοπίασε, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐῤῥαπίσθη, καὶ ἐνεπτύσθη, καὶ ἐμαστιγώθη, καὶ τοῦ ἀϊδίου Υἱοῦ καθηλώθησαν αι χείρες καὶ οἱ πόδες, καὶ αὐτὸς ἐπὶ σταυροῦ ἐκρεμάσθη, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἐτάφη, καὶ ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ. Ταῦτα δὲ πάντα τῷ ἀϊδίῳ συμβέβηκεν Υἱῷ. ᾿Αλλὰ ταῦτα πέπονθε καθό δυνατὸν παθεῖν, τουτέστι τῇ ἑαυτοῦ ἀνθρωπίνῃ σαρκί τε καὶ ψυχῇ, οὐ τῇ ἑαυτοῦ θείᾳ φύσει. Τῷ λόγῳ οὖν τῆς φυσικῆς καὶ οὐσιώδους οἰκειώσεως ταῦτα πάντα τῷ ἑνὶ λόγῳ συμβέβηκεν, οὐ καθό Λόγος, ὡς ἔφαμεν. κα'. Ιδωμεν δὲ ἐν τοῖς μετέπειτα τί γράφεις ἔχει δὲ καὶ τὸ σὸν γράμμα οὕτως· Ἀλλ᾿ ἀνθυποφέροντες λαλήσωμεν ἐκ τῶν ἐναντίων ρημάτων, ὧν αὐτοὶ λέγουσι, καθὼς ἀνέγνωμεν ἐν τῷ γράμ ματι. Ἐὰν γὰρ τὰς φύσεις χωρίζωσι καὶ τὰ πρόσο ωπα ἐνοῦντες λέγουσι, κράσιν εἶναι λοιπόν, καὶ πρόσωπον πρέπει γίνεσθαι, διότι ὁ ἀπόστολος διὰ δύο πρόσωπα γράφει, ὅτι ἐν μορφῇ Θεοῦ ὢν, μορφὴν δούλου προσελάβετο. Μορφὴν οὖν καὶ μορφὴν εἶπεν. Αρτίως οὖν ποῖον ἐκ τῶν δύο ἀγαπῶσι φορῶσαι ἐπὶ τοῦ προσώπου, οὗ λέγουσιν ἔν; Εἰ μὲν τῆς θεότητος, τὴν τοῦ Σαβελλίου ἀσθένειαν ἀσθενήσουσιν· εἰ δὲ τῆς ἀνθρωπότητος, τί ἐστιν ἐκεῖνο, ὃ ἐν ἀληθείᾳ ἐν μορφῇ ἀνθρώπου τὸν Κύριον ἔβλεπον; Ἐνταῦθα μὲν σχηματίζεις τὸν λόγον, ὡς ἐκ τῶν ἐναντίων καθ᾿ ἡμῶν προβαλλόμενον, καὶ ἡμᾶς ἐν τῷ δοκεῖν τοὺς δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ λέγοντας, καὶ μίαν ὑπόστασιν, εἰς ἄτοπον περιστρέφειν, ἵνα δῆθεν ἐκ τοῦ ἡμᾶς εἰς ἄτοπον ἀπάγειν, τὸ οἰκεῖον αὐτοῦ δόγμα, τὸ μιᾶς εἶναι φύσ σεως τὸν Χριστὸν, κατασκευάσειας. Τοιγάρτοι τὸ παρὰ σοῦ δογματιζόμενον καθ᾿ ἡμῶν ἔστι τοιόνδε, εἰ καὶ ἀνοήτως αὐτὸ ἐξενήνοχας, ἐπειδὴ ἐσφαλμένως τὸ τῆς φύσεως καὶ ὑποστάσεως, ήγουν προσώπουNICETÆ BYZANTINI
synodus tradit, unum Trinitatis, una hypostasi duas ίδια, οὐκ ἄλλης τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεως· ταύτῃ τοι
lalere naturas, non privatim utraque sua hypostasi
separata, sed divina quidem natura ipsi, et Patri, et
Spiritui sancto communi, humana natura ipsi et
singularibus. At hypostasis ipsius potissimum ipsi
soli præ Patre et Spiritu sancto decreta est, et
corpus ipsius, et anima proprie utraque ipsius hypostasi præ reliquis hominibus. Ideoque quæcunque
subiit et perpessa est sempiterni Dei caro, et humana ipsius anima, ipse sempiternus Filius subiisse et perpessus fuisse dicitur, ipsique vere contigerunt, ipsique vindicantur, quemadmodum quaecunque patitur Petri caro et anima, Petro accidunt,
ipsique vere aseribuntur. Proptereaque veritatem
confitentes dicimus, ipsum sempiternum Filium
esuriisse, sitiisse, turbatum et delassatum fuisse, faciem ipsius alapis cæsam, et sempiterni Filii manus
acpedes clavis affixas, eumdem consputumn et lagellatum in cruce pependisse, et mortuum, et sepultum, et
die tertia resurrexisse. Hæc omnia sempiterno Filio
contigerunt. Sed ista perpessus est modo que
pati poterat, hoc est sua ipsius humana carne et
anima, non sua ipsius divina natura. Modo itaque
naturalis et essentialis appropriationis uni Verbo
hæc omnia acciderunt, non ut erat Verbum, ut
diximus. Quapropter sancta quarta synodus unam
hypostasim et duas naturas in Christo statuit. Verum Nestorius alia ratione Verbi passiones intelligens, ut supra explicavimus, probe a Cyrillo Alexandrino refutatus est. Et hoc quoque inane nul·
liusque roboris, quod ipse tanquam alicujus momenti
afferebas, demonstratum est.
Διά τοι τοῦτο ἤ τε ἁγία τετάρτη σύνοδος μίαν ὑπόστασιν καὶ δύο φύσεις ἐπὶ Χριστοῦ ἐδογμάτισεν. Θ
δὲ Νεστόριος ἑτέρωθι τρόπῳ τοῦ Λόγου νοῶν τὰ πάθη, καθὼς ἀνόπιν εἴπομεν. Διὸ πρὸς αὐτὸν καλῶς ὁ τῆς
Αλεξανδρείας Κύριλλος ἀντεῖπε. Καὶ τοῦτό σοι ἀποδέδεικται έωλον καὶ πάντη ἀνίσχυρον.
έσχηκὼς ταῦτα, πάντως τὴν ἀνθρωπίνην ἔχει φύσιν,
ἥτις οὐχὶ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ μόνης, ἀλλὰ καὶ
ἑκάστης ὑπάρχει τῶν ἀνθρώπων ὑποστάσεως, τούτου
χάριν τὸν ἀΐδιον Υἱὸν ἡ σύνοδος λέγει, ἕνα τῆς Τριά
δος ὄντα μιᾷ ὑποστάσει δύο φύσεις ἔχειν, οὐκ ίδιο
κῶς ἑκατέρας τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει διαφερούσης,
ἀλλὰ τῆς μὲν θείας φύσεως, αὐτῷ τε καὶ τῷ Πατρὶ
καὶ τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ ὑπεχούσης, τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως, αὐτῷ τε καὶ τοῖς κατὰ μέρος. Ἡ μέντοι
ὑπόστασις αὐτοῦ διαφερόντως αὐτῷ μόνῳ παρὰ τὸν
Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἀφώρισται, καὶ τὸ
σῶμα αὐτοῦ καὶ ἡ ψυχή, ιδίως ἀμφότερα τῆς ὑπο
στάσεως αὐτοῦ παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους. Διδ
καὶ ὅσα ὑπέστη καὶ πέπονθεν ἡ τοῦ ἀϊδίου Θεοῦ σάρξ,
καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ψυχή, αὐτὸς ὁ ἄΐδιος Υἱὸς
ὑφεστᾶναι καὶ πεπονθέναι λέγεται, καὶ αὐτῷ συμβέβηκε κατὰ ἀλήθειαν, καὶ αὐτῷ ἐπιγράφεται, δν
τρόπον ὅσα πάσχει ἡ τοῦ Πέτρου σὰρξ καὶ ἡ ψυχὴ,
τῷ Πέτρῳ συμβαίνει, καὶ αὐτῷ κατὰ ἀλήθειαν ἐπιγράφεται. Διὰ τοῦτο τὴν ἀληθινὴν ὁμολογοῦντες λέγομεν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἀΐδιος Υἱὸς ἐπείνασε, καὶ ἐδίψησε,
καὶ ἡγωνίασε, καὶ ἐκοπίασε, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ
ἐῤῥαπίσθη, καὶ ἐνεπτύσθη, καὶ ἐμαστιγώθη, καὶ τοῦ
ἀϊδίου Υἱοῦ καθηλώθησαν αι χείρες καὶ οἱ πόδες, καὶ
αὐτὸς ἐπὶ σταυροῦ ἐκρεμάσθη, καὶ ἀπέθανε, καὶ
ἐτάφη, καὶ ἀνέστη τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ. Ταῦτα δὲ πάντα
τῷ ἀϊδίῳ συμβέβηκεν Υἱῷ. ᾿Αλλὰ ταῦτα πέπονθε καθό
δυνατὸν παθεῖν, τουτέστι τῇ ἑαυτοῦ ἀνθρωπίνῃ σαρκί
τε καὶ ψυχῇ, οὐ τῇ ἑαυτοῦ θείᾳ φύσει. Τῷ λόγῳ οὖν
τῆς φυσικῆς καὶ οὐσιώδους οἰκειώσεως ταῦτα πάντα
τῷ ἑνὶ λόγῳ συμβέβηκεν, οὐ καθό Λόγος, ὡς ἔφαμεν.
κα'. Ιδωμεν δὲ ἐν τοῖς μετέπειτα τί γράφεις
ἔχει δὲ καὶ τὸ σὸν γράμμα οὕτως· Ἀλλ᾿ ἀνθυποφέροντες λαλήσωμεν ἐκ τῶν ἐναντίων ρημάτων,
ὧν αὐτοὶ λέγουσι, καθὼς ἀνέγνωμεν ἐν τῷ γράμματι. Ἐὰν γὰρ τὰς φύσεις χωρίζωσι καὶ τὰ πρόσο
ωπα ἐνοῦντες λέγουσι, κράσιν εἶναι λοιπόν,
καὶ πρόσωπον πρέπει γίνεσθαι, διότι ὁ Ἀπόστο
λος διὰ δύο πρόσωπα γράφει, ὅτι ἐν μορφῇ Θεοῦ
ὢν, μορφὴν δούλου προσελάβετο. Μορφὴν οὖν
21. Videamus nunc quid ipse in subsequentibus
scribas: namque scriptum tuum ita se habet: Sed
objicientes dicamus ex oppositis verbis, quæ ipsi dicunt, quemadmodum legimus in epistola; nam si
naturas separant, et personas unientes frmant,
mistio sequitur, et personam fieri addecet, quod
Apostolus pro duabus personis scribal, Qui in forma
Dei cum esset, formam servi accepit: formam itaque
et formam dixit. Nunc itaque quamnam ex his
duabus amant onerare personam, quam dicunt unam? καὶ μορφὴν εἶπεν. Αρτίως οὖν ποῖον ἐκ τῶν δύο
Si deitatis, Sabellii errorem incurrent, si humanitutis, quid illud fuerit, quo vere in forma hominis
Dominum videbant? Hic enimvero orationem com.
ponis veluti ex adversis contra nos prolatam, et
nos, cum videamur duas in Christo naturas unam -
que hypostasim asserere, in absurda rapere conaris,
ut scilicet ex eo quod nos in absurdum inducis,
tuum ipsius dogma, unius nempe naturæ Christum
esse comprobes. Quare quod adversus nos a te
tanquam certum decernitur, tale quid est, licet
stolide exprompsisti, quandoquidem non citra errorem naturæ et hypostasis, personæ nempe no -
men, quasi idem significet in economiæ mysterio
accipis: et quot sunt natura, tot etiam bypostases,
ἀγαπῶσι φορῶσαι ἐπὶ τοῦ προσώπου, οὗ λέγου
σιν ἔν; Εἰ μὲν τῆς θεότητος, τὴν τοῦ Σαβελλίου
ἀσθένειαν ἀσθενήσουσιν· εἰ δὲ τῆς ἀνθρωπότητος,
τί ἐστιν ἐκεῖνο, ὃ ἐν ἀληθείᾳ ἐν μορφῇ ἀνθρώπου
τὸν Κύριον ἔβλεπον; Ἐνταῦθα μὲν σχηματίζεις τὸν
λόγον, ὡς ἐκ τῶν ἐναντίων καθ᾿ ἡμῶν προβαλλόμε
νον, καὶ ἡμᾶς ἐν τῷ δοκεῖν τοὺς δύο φύσεις ἐπὶ
Χριστοῦ λέγοντας, καὶ μίαν ὑπόστασιν, εἰς ἄτοπον
περιστρέφειν, ἵνα δῆθεν ἐκ τοῦ ἡμᾶς εἰς ἄτοπον
ἀπάγειν, τὸ οἰκεῖον αὐτοῦ δόγμα, τὸ μιᾶς εἶναι φύσ
σεως τὸν Χριστὸν, κατασκευάσειας. Τοιγάρτοι τὸ
παρὰ σοῦ δογματιζόμενον καθ᾿ ἡμῶν ἔστι τοιόνδε,
εἰ καὶ ἀνοήτως αὐτὸ ἐξενήνοχας, ἐπειδὴ ἐσφαλμένως
τὸ τῆς φύσεως καὶ ὑποστάσεως, ήγουν προσώπου
col. 659–660page 34 of 38
PG 105:659τὰ δύο εἰς ἓν πρόσωπον συνῃρῆσθαι. Εἰ δὲ τοῦτο ἀλλότριον τῆς τῶν Χριστιανῶν ὀρθοδόξου πίστεως (ὡς γὰρ Νεστορίου φρόνημα δν μυσαττόμεθα), μάτην τοιαῦτα καθ᾿ ἡμῶν συμπεραίνεις. Ἡμεῖς γάρ φαμεν τὸν Θεὸν Λόγον τὴν θείαν φύσιν ἐν ἑαυτῷ τελείαν ἔχοντα, εἶτα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μετὰ τῶν ἀφο οριστικών ιδιωμάτων ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ἀτομώ σαντα, καὶ ὑποστατικὸν τὸν Κυριακὸν ἄνθρωπον ποιή σαντα, ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἐνωθέντα αὐτῷ, καὶ μὴ προδιαπλασθέντα ἐν τῇ νηδύϊ τῆς Παρθένου, ἀλλ᾽ ἅμα τῇ εἰς τὸ εἶναι τούτου παραγωγή ὁμοῦ γενέσθαι τὰ τρία τὴν πρόσληψιν, τὴν ὕπαρξιν, τὴν θέωσιν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Λόγου, καὶ οὕτω νοεῖσθαι καὶ λέγεσθαι Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον, οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἕνωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα ἡ σύλληψις καὶ ἡ ὕπαρξις τεθαυματούργηται, ἡ μὲν σύλληψις τοῦ Λόγου, τῆς δὲ σαρκὸς ἢ ἐν αὐτῷ τῷ λόγῳ ὑπαρξις δι' αὐτῆς τῆς Θεομήτορος, ὑπερφυώς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ πλάσαντι, καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ ποιητῇ τοῦ παντὸς θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σωζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα οἷα καὶ ἤνωνται, οὐ τὸ θεῖον λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ καθ᾽ ἡμᾶς. Εἰ δὲ τοῦτο, μάτην διὰ τὸ δοξάζειν ἡμᾶς δύο φύσεις, καὶ μίαν ὑπόστασιν ἐπὶ Χριστοῦ, καὶ προσώπων κρᾶσιν συν άγεσθαι λέγοις. Καὶ αἱ μὲν πρὸς τὰς καθ᾿ ἡμῶν μέμψεις, καὶ τὰς κατὰ τοῦ ὀρθοῦ δόγματος τῆς μετ γάλης καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου κακ γοῦντες, καὶ μίαν ὑπόστασιν, ἀνάγκη τα πρόσωπα καὶ διαβολάς, ἀπαντήσεις τε καὶ ἐνστάσεις, η δι' ὧν ἀθῶοι πάντες οἱ σύμφρονες τῇ τοιαύτῇ ἁγίᾳ συνόδῳ δείκνυνται τοῖς ὀρθῶς εἶναι βουλομένοις παρ' ἡμῶν ἐκτεθῆναι καὶ ἐνθάδε περιωρίσθω. κβ'. Λοιπὸν καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐμολογίαν ὑμῶν οὐ τοσοῦτον ἐκ μοχθηρίας, ὅσον τῇ τῆς προσλήψεως τυραννίδι ἐσφαλμένως νοούμενά τε καὶ φυλαττόμενα (ὀκνηρὸν γὰρ εἰπεῖν ἐξ ἀμαθίας τε καὶ φιλονεικίας), ἐπισκεπτέον. Οὐ πάντη τοῦ ὀρθοῦ περὶ τὴν πίστιν διαπεπτώκατε λόγου, ἀλλ' ἐπὶ μέρους. Εἰ μήτι ἄρα τὸ παροιμιακὸν ἐκεῖνο τις βουληθείη ὑμῖν ἐπαφῆναι ῥητὸν, ὅτι Ο καταφρονῶν τὸ μικρὸν κατ' ὀλίγον πεσεῖται· πᾶν δὲ τὸ εἰς πτῶσιν ἀπάγον, καὶ πτῶσιν ἀπὸ Θεοῦ, μίσους καὶ ἀποστροφῆς ἄξιον. Τὴν γὰρ προαιώνιον τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ σὺν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι ὕπαρξιν, ὀρθῶς δοξάζετε κατὰ τὴν οἰκουμενικὴν καὶ ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἔτι γε μὴν καὶ τὴν εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ συν εργίᾳ τοῦ παναγίου Πνεύματος γενομένην τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν τῇ γαστρὶ τῆς ἀειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, οἴκησίν τε καὶ τῆς ἡμετέρας φύσεως ἀσύγχυτον καὶ ἀχώριστον ἕνωσιν, ἀμετα Ελήτου μείναντος τοῦ Θεοῦ Λόγου τῇ οἰκεία φύσ σει, ήγουν θεότητι, καὶ ἀμεταβλήτου τηρηθείσης τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, ἤγουν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, πάντα ἀψευδῶς προβαλλομένου τοῦ ἀνθρωπίνου πλὴν τῆς ἁμαρτίας μόνης, τουτέστι σῶμα, ψυNICETA BYZANTINI
τὰ δύο εἰς ἓν πρόσωπον συνῃρῆσθαι. Εἰ δὲ τοῦτο
ἀλλότριον τῆς τῶν Χριστιανῶν ὀρθοδόξου πίστεως
(ὡς γὰρ Νεστορίου φρόνημα δν μυσαττόμεθα), μάτην
τοιαῦτα καθ᾿ ἡμῶν συμπεραίνεις. Ἡμεῖς γάρ φαμεν
τὸν Θεὸν Λόγον τὴν θείαν φύσιν ἐν ἑαυτῷ τελείαν
ἔχοντα, εἶτα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μετὰ τῶν ἀφο
οριστικών ιδιωμάτων ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑποστάσει ἀτομώ
σαντα, καὶ ὑποστατικὸν τὸν Κυριακὸν ἄνθρωπον ποιή
σαντα, ἐξ αὐτῆς τῆς συλλήψεως ἐνωθέντα αὐτῷ,
καὶ μὴ προδιαπλασθέντα ἐν τῇ νηδύϊ τῆς Παρθένου,
ἀλλ᾽ ἅμα τῇ εἰς τὸ εἶναι τούτου παραγωγή ὁμοῦ
γενέσθαι τὰ τρία τὴν πρόσληψιν, τὴν ὕπαρξιν, τὴν
θέωσιν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Λόγου, καὶ οὕτω νοεῖσθαι καὶ
λέγεσθαι Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον, οὐ μόνον
διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἕνωσιν
τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα ἡ σύλληψις καὶ ἡ ὕπαρξις
τεθαυματούργηται, ἡ μὲν σύλληψις τοῦ Λόγου, τῆς
δὲ σαρκὸς ἢ ἐν αὐτῷ τῷ λόγῳ ὑπαρξις δι' αὐτῆς τῆς
Θεομήτορος, ὑπερφυώς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ
πλάσαντι, καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ ποιητῇ
τοῦ παντὸς θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σωζούσης τῆς
ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα οἷα καὶ ἤνωνται, οὐ
τὸ θεῖον λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνθρώπινον τοῦ
Χριστοῦ, τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ καθ᾽ ἡμᾶς. Εἰ δὲ τοῦτο,
μάτην διὰ τὸ δοξάζειν ἡμᾶς δύο φύσεις, καὶ μίαν
ὑπόστασιν ἐπὶ Χριστοῦ, καὶ προσώπων κρᾶσιν συνάγεσθαι λέγοις. Καὶ αἱ μὲν πρὸς τὰς καθ᾿ ἡμῶν
μέμψεις, καὶ τὰς κατὰ τοῦ ὀρθοῦ δόγματος τῆς μετ
γάλης καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Χαλκηδόνι συνόδου κακ
teremur et unam hypostasim, necessario sequere- γοῦντες, καὶ μίαν ὑπόστασιν, ἀνάγκη τα πρόσωπα
tur, duas personas in unam contractas fuisse,
quod si alienum est a Christianorum fide orthodoxa, idque nos tanquam Nestorii sententiam
exsecramur, frustra adversus nos similia concludis. Nos enim dicimus divinum Filium divinam
naturam in se perfecte habentem, postea naturam
humanam cum præscriptis illi proprietatibus in
propria hypostasi individuantem, et hypostaticum
Dominicum hominem facientem, in ipso conceptu
ipsi unitum, et non antea confictum in utero Virginis, sed statim in ipsius prima productione simul tria fuisse, assumptionen, exsistentiam, et
deificationem ipsius a Verbo, sicque intelligi, dicique Deiparam sanctam Virginem, non tantum
op naturam Verbi, sed ob unionem hominis, quorum simul conceptus et exsistentia non sine miraculo effectum habuit: conceptio quidem Verbi,
carnis vero in ipso Verbo exsistentia per ipsam Deiparentem supra naturam creationem Creatori, et incarnationem Deo, et factori universi, quod erat assumptum deificanti suppeditantem, conservante unitate
quae erant unita, talia et qualia in unionem convenerunt, non divinum, iuquan, solummodo, sed
etiam humanum Christi,´ quod erat supra nos et
secundum nos. Quod si id est, temere ex eo quod
nos de Christo duas naturas et unam hypostasim
dicimus, personarum mistionem colligi contendis.
Et sane ad vestras querelas, et adversus rectam magnæ
gna et acumenicæ synodi Chalcedonensis doctrinam criminationes et convicia, nostrae responsio-ηγορίας καὶ διαβολάς, ἀπαντήσεις τε καὶ ἐνστάσεις,
mes et instantiæ, per quas a calumniis, qui cum
bac sancta synodo una sentiunt, vindicantur, illis
qui rectum justumque amplecti appetunt, a nobis
sic dispositæ bic finem habeant.
22. Reliquum est, ut ea etiam, quæ in vestra
professione non tantum ex improbitate, quam ansecepta animo informationis tyrannide depravate
intelliguntur et conservantur, gravis enim essem,
si discerem ex inscientia et contentionis studio,
considerem. Non prorsus a recta circa fidem ragione excidistis, sed ex parte, nisi quis proverbii
illud velit vobis appingere, Qui parvum negligit,
paulatim cadet; quodcunque vero in casum abducit, et casum a Deo, exsecrationis aversionisque
dignum est. Namique Filii et Verbi Dei cum Patre
sine principio, et sanctissimo vivifiroque ipsius
Spiritu ante sæcula exsistentiam recte secundum
catholicam et orthodoxam Ecclesiam tenetis. Præterea Dei Patrisque beneplacito, et sanctissimi
Spiritus concursu in utero semper virginis ac
Deiparæ Mariæ habitationem, et nostræ naturæ
inconfusam et inseparabilem unionem, immutaLili remanente Deo Verbo, in propria natura, nempe
deitate, et immutabili conservata ipsius humanitate,
nempebumara natura, omnia vere præ se ferente quæ
hominis sunt,excepto peccato solo,corpus,animam,
ct mentem. Ilis vero per vos comprobatis, perfectus in deitate et perfectus in humanitate comη
δι' ὧν ἀθῶοι πάντες οἱ σύμφρονες τῇ τοιαύτῇ ἁγίᾳ
συνόδῳ δείκνυνται τοῖς ὀρθῶς εἶναι βουλομένοις παρ'
ἡμῶν ἐκτεθῆναι καὶ ἐνθάδε περιωρίσθω.
κβ'. Λοιπὸν καὶ τὰ κατὰ τὴν ἐμολογίαν ὑμῶν οὐ
τοσοῦτον ἐκ μοχθηρίας, ὅσον τῇ τῆς προσλήψεως
τυραννίδι ἐσφαλμένως νοούμενά τε καὶ φυλαττόμενα
(ὀκνηρὸν γὰρ εἰπεῖν ἐξ ἀμαθίας τε καὶ φιλονεικίας),
ἐπισκεπτέον. Οὐ πάντη τοῦ ὀρθοῦ περὶ τὴν πίστιν
διαπεπτώκατε λόγου, ἀλλ' ἐπὶ μέρους. Εἰ μήτι ἄρα
τὸ παροιμιακὸν ἐκεῖνο τις βουληθείη ὑμῖν ἐπαφῆναι
ῥητὸν, ὅτι Ο καταφρονῶν τὸ μικρὸν κατ' ὀλίγον
πεσεῖται· πᾶν δὲ τὸ εἰς πτῶσιν ἀπάγον, καὶ πτῶσιν
ἀπὸ Θεοῦ, μίσους καὶ ἀποστροφῆς ἄξιον. Τὴν γὰρ
προαιώνιον τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ σὺν τῷ
ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ζωοποιῷ
αὐτοῦ Πνεύματι ὕπαρξιν, ὀρθῶς δοξάζετε κατὰ
τὴν οἰκουμενικὴν καὶ ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἔτι γε
μὴν καὶ τὴν εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς, καὶ συν
εργίᾳ τοῦ παναγίου Πνεύματος γενομένην τοῦ
Θεοῦ Λόγου ἐν τῇ γαστρὶ τῆς ἀειπαρθένου και
Θεοτόκου Μαρίας, οἴκησίν τε καὶ τῆς ἡμετέρας
φύσεως ἀσύγχυτον καὶ ἀχώριστον ἕνωσιν, ἀμεταΕλήτου μείναντος τοῦ Θεοῦ Λόγου τῇ οἰκεία φύσ
σει, ήγουν θεότητι, καὶ ἀμεταβλήτου τηρηθείσης
τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, ἤγουν τῆς ἀνθρωπίνης
φύσεως, πάντα ἀψευδῶς προβαλλομένου τοῦ ἀνθρω
πίνου πλὴν τῆς ἁμαρτίας μόνης, τουτέστι σῶμα, ψυ
col. 663–664page 35 of 38
PG 105:663χὴν, καὶ νοῦν. Τούτων δὲ παρ᾽ ὑμῶν ὁμολογουμένων, τέλειος ἐν θεότητι, καὶ τέλειος ἐν ἀνθρωπότητι δείκνυται εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ὢν Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν. Εἰ οὖν ὁ Θεὸς Λόγος ἑνωθεὶς τῇ ἀνθρωπότητι, τελείαν ἔχων τὴν θεότητα, τελείαν τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ καὶ καθ᾽ ὑμᾶς φυλάττων ὁμολογεῖται, τίνι λόγῳ οὐχὶ καὶ ἐκ δύο, καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα αὐτὸν πιστεύετε, ἀλλὰ μιᾶς αὐτὸν ἀναγορεύετε φύσ σεως; Εἰ οὖν τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἑκατέρᾳ πεφηνότα φύσει ὁμολογεῖτε, δῆλον ὅτι καὶ ἀριθμῷ ταύτας τήν τε θείαν φύσιν φημὶ καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, τῷ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς ἀριθμουμένας καθυποβάλλετε, καὶ οὐ τῷ διορισμῷ τῆς ὑπάρξεως ὑφ᾽ ἡμῶν καὶ τῆς ἁγίας τετάρτης συνόδου λέγειν ὁριζούσης οὕτως ἐπὶ Χρι στοῦ τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες, ἐντὸς τῆς ἀλη θείας ἑστήκατε. Εἰ δὲ ὁμολογοῦντες, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ ἑνὶ Χριστῷ ἥ τε θεία καὶ ἀνθρωπίνη φύσις ἔν ἐστι, ταύτας δὲ τὰς φύσεις κατὰ τὸ διάφορον οὐκ ἀριθμεῖτε, ἐν δύο φύσεσιν αὐτὸν, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα τὸν Χριστὸν λέγοντες, φανερὸν ὅτι ἀσύμφωνοι αλλή λων ἐστέ, πῆ μὲν ὁμολογοῦντες, πῆ δὲ ἀπαρνούμενοι. Διὰ μὲν γὰρ τοῦ μὴ ἀριθμεῖν τὴν διαφοράν, τὰς φύσεις ἀναιρεῖτε, διὰ δὲ τοῦ ἀναιρεῖν τὰς φύσεις, καὶ τὸ ἀσύγχυτον καὶ τὸ ἄτρεπτον μετὰ τὴν ἕνωσιν εἰ δὲ τοῦτο, καὶ τὸ ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ δὲ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, πῆ μὲν ὡς ἔχον φύσεως ἀπαγγέλλων, πῆ δὲ ὡς οὐκ ἔστι τὸ αὐτὸ ὡς πρότερον είρηκε διισχυριζόμενος, ἢ παραφρονεῖ, ἢ κακουργεί, ὧν οὐδέτερον ὑμᾶς εὐχόμεθα πάσχειν. Τὸ μὲν γὰρ ἄθλιον καὶ ἐλέους, τὸ δὲ κολάσεως ἄξιον. Εἰ δὲ τῶν τοιού των ἐκτὸς ἐγκλημάτων οἴεσθε ἑαυτοὺς παριστάν, ὁμο λογοῦντες τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ κατὰ θεότητα ἔχειν τὸ ὁμοούσιον, πρός τε τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἀριθμεῖτε δηλονότι λέγοντες, Δύο φύσεις ἔχει ὁ Χριστὸς, καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεων εἶναι μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν μιᾷ ὑποστάσει, καὶ τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον τοῦτο θεσπίσασαν μεθ' ἡμῶν σεβάζεσθε, καὶ οὕτως ὀρθοδόξως πολιτεύεσθαι θαῤῥεῖτε. Τὸ δὲ λέγειν, Καὶ οὐχ ἁπλῆν ὁμολογοῦμεν τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν, θεότητος, φημί, καὶ ἀνθρωπότητος, εἰ μὲν τὸ συντεθὲν μιᾶς ὑποστάσεως, δύο τε φύσεις έχειν φαίητε, ὄντως ὀρθῶς καὶ μετὰ ἀλη θείας λογισθήσεσθε· εἰ δὲ τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων μιᾶς συνθέτου φύσεως αποτελεσθὲν καθάπερ ἐπ' ἀνθρώπου ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος μία φύσις ἀποτελεῖται, οὕτως ὁμολογεῖτε, φανερὸν ὅτι τὰς οἰκείας ὁμολογίας ἀναι ρεῖτε. Δέδεικται γὰρ διὰ πολλῶν ἔμπροσθεν ἐπιχειρημάτων, ὅτι τὰ ἀσυγχύτως συντιθέμενα, καὶ μίαν φύσιν ἀποτελοῦντα, μήτε αὐτὰ πρὸς τὰ ἐξ ὧν συν ετέθη ὁμοούσια, ἢ ὁμοφυῆ εἶναι, ἢ τὰ ὑπὸ τῆς κοινότητος αὐτῶν ἀναγόμενα άτομα. Εἰ δὲ τοῦτο, ὁ Χριστὸς οὐχ ὁμοούσιος τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἰ δὲ τὸ ὁμοούσιον καὶ ἐν τῇ ἑνώσει βούλεσθε διασώζειν, τὸ δοξάζειν μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ ἐξ ὑμῶν ἀποῤῥίψατε. Καὶ ταῦτα μὲν τὰ ἑπόμενα άτοπα ἐκ τῶν παρ' ὑμῖν ὁμολογουμένων ἐπὶ τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ συμβαίνοντα ἐνανθρωπήσεως, διὰ τὸ μὴ ἕπεσθαιχὴν, καὶ νοῦν. Τούτων δὲ παρ᾽ ὑμῶν ὁμολογουμένων, monstratur unus et idem Christus Deus noster.
τέλειος ἐν θεότητι, καὶ τέλειος ἐν ἀνθρωπότητι
δείκνυται εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ὢν Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν.
Εἰ οὖν ὁ Θεὸς Λόγος ἑνωθεὶς τῇ ἀνθρωπότητι, τελείαν
ἔχων τὴν θεότητα, τελείαν τὴν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ
καὶ καθ᾽ ὑμᾶς φυλάττων ὁμολογεῖται, τίνι λόγῳ οὐχὶ
καὶ ἐκ δύο, καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα
αὐτὸν πιστεύετε, ἀλλὰ μιᾶς αὐτὸν ἀναγορεύετε φύσ
σεως; Εἰ οὖν τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἑκατέρᾳ πεφηνότα
φύσει ὁμολογεῖτε, δῆλον ὅτι καὶ ἀριθμῷ ταύτας τήν
τε θείαν φύσιν φημὶ καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, τῷ τρόπῳ
τῆς διαφορᾶς ἀριθμουμένας καθυποβάλλετε, καὶ οὐ
τῷ διορισμῷ τῆς ὑπάρξεως ὑφ᾽ ἡμῶν καὶ τῆς ἁγίας
τετάρτης συνόδου λέγειν ὁριζούσης οὕτως ἐπὶ Χρι
στοῦ τὰς δύο φύσεις ὁμολογοῦντες, ἐντὸς τῆς ἀλη
θείας ἑστήκατε. Εἰ δὲ ὁμολογοῦντες, ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ
ἑνὶ Χριστῷ ἥ τε θεία καὶ ἀνθρωπίνη φύσις ἔν ἐστι,
ταύτας δὲ τὰς φύσεις κατὰ τὸ διάφορον οὐκ ἀρι
θμεῖτε, ἐν δύο φύσεσιν αὐτὸν, καὶ δύο φύσεις ἔχοντα
τὸν Χριστὸν λέγοντες, φανερὸν ὅτι ἀσύμφωνοι αλλή -
λων ἐστέ, πῆ μὲν ὁμολογοῦντες, πῆ δὲ ἀπαρνούμε
νοι. Διὰ μὲν γὰρ τοῦ μὴ ἀριθμεῖν τὴν διαφοράν, τὰς
φύσεις ἀναιρεῖτε, διὰ δὲ τοῦ ἀναιρεῖν τὰς φύσεις,
καὶ τὸ ἀσύγχυτον καὶ τὸ ἄτρεπτον μετὰ τὴν ἕνωσιν
εἰ δὲ τοῦτο, καὶ τὸ ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν
θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Ὁ δὲ τὸ
αὐτὸ πρᾶγμα, πῆ μὲν ὡς ἔχον φύσεως ἀπαγγέλλων,
πῆ δὲ ὡς οὐκ ἔστι τὸ αὐτὸ ὡς πρότερον είρηκε
διισχυριζόμενος, ἢ παραφρονεῖ, ἢ κακουργεί, ὧν οὐ
δέτερον ὑμᾶς εὐχόμεθα πάσχειν. Τὸ μὲν γὰρ ἄθλιον
καὶ ἐλέους, τὸ δὲ κολάσεως ἄξιον. Εἰ δὲ τῶν τοιούτων ἐκτὸς ἐγκλημάτων οἴεσθε ἑαυτοὺς παριστάν, ὁμο
λογοῦντες τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ κατὰ θεότητα ἔχειν τὸ
ὁμοούσιον, πρός τε τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ, καὶ ἡμῖν κατὰ
τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ἀριθμεῖτε δηλονότι λέγοντες,
Δύο φύσεις ἔχει ὁ Χριστὸς, καὶ ἐν δύο φύσεσι, καὶ
δύο φύσεων εἶναι μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν μιᾷ ὑποστάσει,
καὶ τὴν ἐν Χαλκηδόνι σύνοδον τοῦτο θεσπίσασαν μεθ'
ἡμῶν σεβάζεσθε, καὶ οὕτως ὀρθοδόξως πολιτεύεσθαι
θαῤῥεῖτε. Τὸ δὲ λέγειν, Καὶ οὐχ ἁπλῆν ὁμολογοῦμεν
τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν, θεότητος, φημί, καὶ ἀνθρω
πότητος, εἰ μὲν τὸ συντεθὲν μιᾶς ὑποστάσεως, δύο
τε φύσεις έχειν φαίητε, ὄντως ὀρθῶς καὶ μετὰ ἀλη
θείας λογισθήσεσθε· εἰ δὲ τὸ ἐκ διαφόρων φύσεων μιᾶς
συνθέτου φύσεως αποτελεσθὲν καθάπερ ἐπ' ἀνθρώπου
ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος μία φύσις ἀποτελεῖται, οὕτως
ὁμολογεῖτε, φανερὸν ὅτι τὰς οἰκείας ὁμολογίας ἀναι
ρεῖτε. Δέδεικται γὰρ διὰ πολλῶν ἔμπροσθεν ἐπιχειρημάτων, ὅτι τὰ ἀσυγχύτως συντιθέμενα, καὶ μίαν
φύσιν ἀποτελοῦντα, μήτε αὐτὰ πρὸς τὰ ἐξ ὧν συν
ετέθη ὁμοούσια, ἢ ὁμοφυῆ εἶναι, ἢ τὰ ὑπὸ τῆς
κοινότητος αὐτῶν ἀναγόμενα άτομα. Εἰ δὲ τοῦτο, ὁ
Χριστὸς οὐχ ὁμοούσιος τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ κατὰ τὴν
θεότητα, καὶ ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Εἰ δὲ τὸ
ὁμοούσιον καὶ ἐν τῇ ἑνώσει βούλεσθε διασώζειν, τὸ
δοξάζειν μίαν φύσιν ἐπὶ Χριστοῦ ἐξ ὑμῶν ἀπορρί
ψατε. Καὶ ταῦτα μὲν τὰ ἑπόμενα άτοπα ἐκ τῶν παρ'
ὑμῖν ὁμολογουμένων ἐπὶ τῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ
συμβαίνοντα ἐνανθρωπήσεως, διὰ τὸ μὴ ἕπεσθαι
Si itaque Deus Verbum unitus humanitati perfectam habens deitatem, perfectam suam humanitatem, vobis hoc idem non abnuentibus, conservat,
quam ob causam ex duabus, et in duabus naturis,
et duas eum naturas habere non creditis, sed
eum unius naturæ tantum pronuntiatis? Si perfeetum ipsum in utraque apparuisse natura confitemini, manifestum est, vos easdem, divinam scilicet
naturam et humanam, differentiæ ratione numeralas, numero subjicere, et non exsistentiæ determinatione, ita sancta quarta synodo
injungente. Sic in Christo duas naturas asserentes a veritate non aberratis. Quod si affirmantes
in ipso uno Christo divinam et humanam naturam fuisse, naturas secundum differentiam
non numeratis, in duabus naturis, et duas naturas Christum habere probantes, palam est, vos
inter vos non convenire, nunc quidem confitentes,
nunc abnegantes: ex eo enim quod differentiam
non numeratis, naturas tollitis, et ex eo quod
naturas `tollitis, tollitis etiam inconfusum, et im.
mutabile post unionem, et per consequens consubstantiale Patri secundum deitatem, et consubstantiale nobis secundum humanitatem. Qui vero rem
eamdem nunc quidem ut se habet pronuntiat, nunc
eam non ita se habere, ut antea dixerat, conteudit,
aut mente captus est, aut malitiose agit, quorum
nulli ne obnoxii sitis Deum exoramus; id enim
miserum et commiseratione, hoc castigatione
dignum est. Si autem vos ab his criminationibus
exemplos judicatis, dum fatemini, Filium Dei secundum deitatem habere naturam eamdem cum
Deo Patre, et nobiscum secundum humanitatem,
et numeratis, verbi gratia dicentes, Duas naturas
habet Christus, et in duabus naturis, et duarum
naturarum est post unionem in una hypostasi, et
Chalcedonensem synodum illud decernentem nobiscum veneramini, sic ut orthodoxi pie vitam
agentes, bono sitis animo. Sic dicere, Non simplicem confitemur naturarum unionem, deitatis nempe
et bumanitatis, si composituin unius hypostasis
duas naturas habere concesseritis, recte equidem
nec citra veritatem opinamini. Quodsi ex diversis
naturis unius composite natura effectum, ut de
homine ex anima et corpore una natura efficitur,
hac ratione profitemini, manifestum est, vos vestras
confessiones destruere: antea enim multis argumentationibus demonstratum est, ea quæ inconfuse
uniuntur et unam naturam efficiunt, non esse cum
illis, ex quibus composita sunt, neque ejusdem
essentiæ, neque ejusdem naturæ, aut quæ sub
universitate eorum referuntur individua. Id si est,
Christus non erit consubstantialis Deo et Patri
secundum deitatem, et nobis secundum humanitatem. Quod si consubstantiale etiam in unione conservare prætenditis, unam in Christo naturain tenere, a vobis abjicite. Et hæc quidem absurda
consequuntur ex iis, quæ a vobis astruuntur de
col. 665–666page 36 of 38
PG 105:665ὑμᾶς τῇ ὀρθῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως ἐκθέσει παρὰ τῆς ἁγιωτάτης καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Χαλκηδόνι τετάρτης συνόδου. "Α δὲ δι᾿ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀθετεῖν ὑμᾶς τὰ ἀκριβῆ ταύτης δόγματα ἀναιδῶς, μᾶλλον δὲ ἀμαθῶς νοεῖτε, καὶ ἁμαρτάνετε περὶ τὰ λεγόμενα ἐπὶ τῇ ἐνανθρωπήσει τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ταῦτά ἐστι. κγ'. Τὴν δὲ λεγομένην συνδρομήν, ἡ μὲν τοῦ πολλοῦ καὶ ἀγυρτώδους λαοῦ χρῆσις, ἐπί τινων δύο ἢ καὶ πλειόνων ἁμιλλωμένων, ἱππαζομένων τε καὶ πεζῇ τὸν δρόμον ἐξανυόντων παραλαμβάνει· ἡ δὲ τῶν σοφῶν ἀνδρῶν διάνοια, οὐ τοῦτο μόνον σημαίνειν τὴν συνδρομὴν βούλεται, ἀλλὰ καὶ τὴν δύο τινῶν ἢ καὶ πλειόνων πραγμάτων ὀξείαν καὶ ἀκαρ εἰς ταυτὸ περάτωσιν παντὸς χρονικού διαστήματος ἄνευ, ὡς ἐπὶ τοῦ παραλυτικοῦ τοῦτο γεγονὸς ἔγνωμεν. Αμα γὰρ ἔφη ὁ Κύριος, Εγειραι καὶ περιπάτει, Εὐθέως, φησὶν ὁ εὐαγγελιστής, ἀνέστη καὶ περ ριεπάτει. Τὴν οὖν ἐξεῖαν τῆς προστάξεως τοῦ Κυ ρίου πλήρωσιν μετὰ τῆς τοῦ παραλύτου ὑγείας, συνδρομὴν οἱ σοφοί λέγουσι. Συνέδραμε γὰρ τῇ Δεσποτικῇ κελεύσει καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ὑγεία. Ομοίως καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ Πέτρου πενθερᾶς, καὶ τῆς ἐπιτιμήσεως τῆς θαλάσσης, καὶ τῶν τοιούτων. Οἱ οὖν Πατέρες συνδρομὴν λέγοντες τῶν δύο φύσεων ἐν τῷ αὐτῷ καὶ ἑνὶ Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, οὐδὲν ἄλλο δηλοῦν φαίνονται, ἢ ὅτι πάσης ἀναμονῆς ἐκτὸς καὶ παντὸς χρονικού διαστήματος ἅμα ἐπεσκίασεν ἡ τοῦ Ὑψίστου δύναμις τῇ 'Αειπαρθένῳ Θεοτόκῳ, τὴν τῶν δύο φύσεων ἔνωσιν ἀπειργάσατο. Ὑμεῖς δὲ κατὰ τὴν προτέραν σημασίαν τῆς συνδρομῆς τὴν ἕνωσιν τῆς θεϊκῆς φύσεως μετὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἐκλαμβανόμενοι, διαιρετὴν, καὶ καθ᾿ ἑαυτὴν ὑφεστάναι ἑκατέραν τῶν οὐσιῶν τοὺς Πατέρας εἰρηκέναι συκοφαντεῖτε, καὶ τὴν ὑμετέραν ἄγνοιαν, Πατρικὴν βλασφημίαν οἰόμενοι, μακρὰν τῆς ἀληθείας, καὶ ταυτὸν φάναι, τῆς σωτηρίας, ἀποπεπλάνησθε. Με μαθηκότες οὖν καὶ ταύτης τῆς συνδρομῆς τὴν σημασίαν, καὶ τὸ ταύτης χρειῶδες εἰς τὴν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησιν, ἀπόστητε τῆς κατ' ἄγνοιαν ὑμῶν δυσφημίας, καὶ εἰς ἀκριβῆ ἔνωσιν τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ταύτην, καθὼς ἡμεῖς, προβάλλεσθε. Εψεται γὰρ ὑμῖν ἐκ τούτου, πρῶτον μὲν τὸ σοφοὺς καὶ ειδήμονας πεφηνέναι, ἔπειτα δὲ καὶ τὸ ἀληθεῖς, ἐν οἷς δογματίζετε, διαγγέλλεσθαι. Εἰ δὲ καί τινες τῶν αἱρετιζόντων τὸ τῆς συνδρομῆς ὄνομα κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἐξελάβοντο εἰς τὴν τοῦ οἰκείου δόγματος κακουργίαν, καὶ διὰ τοῦτο παρ αιτεῖσθε ταύτῃ ἐπὶ τῇ ἑνώσει τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νῦν τὸ δεύτερον σημαινόμενον ταύτης κατανενοηκότες, καὶ τὸ ἐκ τούτου ἀσφαλὲς περὶ τὴν ἕνωσιν μεμαθηκότες, τοῦ λοιποῦ ταύτην μὴ ἀπαγορεύσητε. Οὐδὲ γὰρ λυμαίνεται ἡ ἐμωνυμία τῶν μὴ οὕτως ὑπαρχόντων τὰ κυρίως ὄντα πράγματα. Ἐπειδὴ δὲ τοῦ αὐτοῦ ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμολογεῖτε τὰ ἐν Εὐαγγελίῳ φερόμενα ταπεινά τε καὶ ὑψηλὰ, τοῦFilii Dei incarnatione, quod vos non sequimini ὑμᾶς τῇ ὀρθῇ τῆς τῶν Χριστιανῶν πίστεως ἐκθέσει
rectam Christianæ fidei traditionem a sanctissima
et cecumenica Chalcedonensi synodo traditam. Ex
eo porro quod vos illius sana exquisitaque decreta
improbatis inverecunde, imo stulte intelligitis, erratisque circa ea,quæ de incarnatione unigeniti Filii
Dei et Domini nostri Jesu Christi dicuntur, hæc sunt.
23. Concursus autem dictionem vulgaris futilisque plebeculæ usus de duobus, aut pluribus decertantibus, aut equo, pedibusque de cursu contendentibus accipit, at sapientium virorum conceptus
non hoc tantummodo notare concursum vult, sed
et duarum, aut plurium rerum celerem ac subitaneam in idem absque ullo temporis intervallo terminationem, quemadmodum in paralytico factum
agnovimus statim enim atque dixit Dominus:
Surge, et ambula, Subito, ait evangelista, surrexit
et ambulabat 10. Pernicem itaque Dominici imperii
absolutionem cum paralytici sanitate concursum
sapientes nuncupant; simul enim cum Dominica
jussione hominis sanitas cucurrit. Similiter et in
socro Petri, et maris increpatione, et similibus.
Patres itaque duarum naturarum in eodem et uno
Christo Domino nostro concursum astruentes, nihil
aliud innuere videntur, quam citra ullam exspeetationem, et absque ullo temporis intervallo, simul
atque Excelsissimi virtus semper Virgini Deiparæ
obumbravit, duarum naturarum unionem effecisse.
Vos vero secundum priorem significatum concursus
divina cum humana natura unionem accipientes,
divisam et propria hypostasi subsistentem utramque essentiam Patres asseruisse calumniamini:
vestramque ignorationem Patrum blasphemiam
rali, longe a veritate, et, quod idem est, salute
aberrastis. Edocti itaque et hujusce concursus
significatum, et usum in Filii Dei incarnatione, ex
ea quæ ab ignoratione oritur maledicentia reccdite,
et in exactam duarum naturarum in Christo unionem, quam nos tuemur, confugite. Namque ex eo
consequemini primum quidem catos sapientesque
reputari, postmodum veritatem, in quibus decernitis, sectari. Quodsi nonnulli ex hæreticis concursus nomen secundum primum significatum in proprii dogmatis subdolam fraudem assumpserunt,
ideoque illud rejicitis in unione divinæ humanæque
naturæ unius Domini nostri Jesu Christi, nunc cum
alterum illius significatum apprehenderitis, deque
unione firmum illius ac cautum callentes, eum in
posterum ne negligatis: neque enim æquivocatio
eorum, qui non ita se habent, proprie ita se
habentia destruit. Quando vero uni Domino
nostro Jesu Christo omnes uno consensu, quæ
in Evangelio referuntur, dejecta excelsaque
vindicatis, corporeo incorporeoque inseparabiliter inconfuseque in eo conservatis, cuinam
ex naturis, quæ in uno Christo convenerunt dejecta
ascribetis, quale illud fuerit proficere aetate, cola-
«Matth. IX, 5.
παρὰ τῆς ἁγιωτάτης καὶ οἰκουμενικῆς ἐν Χαλκηδόνι
τετάρτης συνόδου. "Α δὲ δι᾿ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀθετεῖν
ὑμᾶς τὰ ἀκριβῆ ταύτης δόγματα ἀναιδῶς, μᾶλλον δὲ
ἀμαθῶς νοεῖτε, καὶ ἁμαρτάνετε περὶ τὰ λεγόμενα
ἐπὶ τῇ ἐνανθρωπήσει τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,
Κυρίου δὲ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ταῦτά ἐστι.
κγ'. Τὴν δὲ λεγομένην συνδρομήν, ἡ μὲν τοῦ
πολλοῦ καὶ ἀγυρτώδους λαοῦ χρῆσις, ἐπί τινων δύο
ἢ καὶ πλειόνων ἁμιλλωμένων, ἱππαζομένων τε
καὶ πεζῇ τὸν δρόμον ἐξανυόντων παραλαμβάνει· ἡ δὲ
τῶν σοφῶν ἀνδρῶν διάνοια, οὐ τοῦτο μόνον σημαί
νειν τὴν συνδρομὴν βούλεται, ἀλλὰ καὶ τὴν δύο
τινῶν ἢ καὶ πλειόνων πραγμάτων ὀξείαν καὶ ἀκαρ
εἰς ταυτὸ περάτωσιν παντὸς χρονικού διαστήματος
ἄνευ, ὡς ἐπὶ τοῦ παραλυτικοῦ τοῦτο γεγονὸς ἔγνωμεν.
Αμα γὰρ ἔφη ὁ Κύριος, Εγειραι καὶ περιπάτει,
Εὐθέως, φησὶν ὁ εὐαγγελιστής, ἀνέστη καὶ περ
ριεπάτει. Τὴν οὖν ἐξεῖαν τῆς προστάξεως τοῦ Κυ
ρίου πλήρωσιν μετὰ τῆς τοῦ παραλύτου ὑγείας,
συνδρομὴν οἱ σοφοί λέγουσι. Συνέδραμε γὰρ τῇ
Δεσποτικῇ κελεύσει καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ὑγεία.
Ομοίως καὶ ἐπὶ τῆς τοῦ Πέτρου πενθερᾶς, καὶ τῆς
ἐπιτιμήσεως τῆς θαλάσσης, καὶ τῶν τοιούτων. Οἱ
οὖν Πατέρες συνδρομὴν λέγοντες τῶν δύο φύσεων ἐν
τῷ αὐτῷ καὶ ἑνὶ Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, οὐδὲν
ἄλλο δηλοῦν φαίνονται, ἢ ὅτι πάσης ἀναμονῆς ἐκτὸς
καὶ παντὸς χρονικού διαστήματος ἅμα ἐπεσκίασεν ἡ
τοῦ Ὑψίστου δύναμις τῇ 'Αειπαρθένῳ Θεοτόκῳ, τὴν
τῶν δύο φύσεων ἔνωσιν ἀπειργάσατο. Ὑμεῖς δὲ κατὰ
τὴν προτέραν σημασίαν τῆς συνδρομῆς τὴν ἕνωσιν
τῆς θεϊκῆς φύσεως μετὰ τῆς ἀνθρωπίνης ἐκλαμβα
νόμενοι, διαιρετὴν, καὶ καθ᾿ ἑαυτὴν ὑφεστάναι
ἑκατέραν τῶν οὐσιῶν τοὺς Πατέρας εἰρηκέναι συ
κοφαντεῖτε, καὶ τὴν ὑμετέραν ἄγνοιαν, Πατρικὴν
βλασφημίαν οἰόμενοι, μακρὰν τῆς ἀληθείας, καὶ
ταυτὸν φάναι, τῆς σωτηρίας, ἀποπεπλάνησθε. Με
μαθηκότες οὖν καὶ ταύτης τῆς συνδρομῆς τὴν
σημασίαν, καὶ τὸ ταύτης χρειῶδες εἰς τὴν τοῦ
Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησιν, ἀπόστητε τῆς κατ'
ἄγνοιαν ὑμῶν δυσφημίας, καὶ εἰς ἀκριβῆ ἔνωσιν
τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων ταύτην, καθὼς ἡμεῖς,
προβάλλεσθε. Εψεται γὰρ ὑμῖν ἐκ τούτου, πρῶτον μὲν
τὸ σοφοὺς καὶ ειδήμονας πεφηνέναι, ἔπειτα δὲ καὶ
τὸ ἀληθεῖς, ἐν οἷς δογματίζετε, διαγγέλλεσθαι. Εἰ δὲ
καί τινες τῶν αἱρετιζόντων τὸ τῆς συνδρομῆς ὄνομα
κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἐξελάβοντο εἰς τὴν
τοῦ οἰκείου δόγματος κακουργίαν, καὶ διὰ τοῦτο παραιτεῖσθε ταύτῃ ἐπὶ τῇ ἑνώσει τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως τοῦ ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,
νῦν τὸ δεύτερον σημαινόμενον ταύτης κατανενοηκότες,
καὶ τὸ ἐκ τούτου ἀσφαλὲς περὶ τὴν ἕνωσιν μεμαθη
κότες, τοῦ λοιποῦ ταύτην μὴ ἀπαγορεύσητε. Οὐδὲ γὰρ
λυμαίνεται ἡ ἐμωνυμία τῶν μὴ οὕτως ὑπαρχόντων
τὰ κυρίως ὄντα πράγματα. Ἐπειδὴ δὲ τοῦ αὐτοῦ
ἑνὸς Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁμολογεῖτε
τὰ ἐν Εὐαγγελίῳ φερόμενα ταπεινά τε καὶ ὑψηλὰ, τοῦ
col. 667–668page 37 of 38
Monitum de Refuationes Mohamedis sequente
PG 105:667τι σώματος καὶ τοῦ ἀσωμάτου ἀπαρασπάστως καὶ ἀσυγχύτως ἐπ' αὐτοῦ φυλαττομένων, πότερον ποία? τῶν συνελθουσῶν φύσεων ἐν τῷ ἐν Χριστῷ τὰ ταπεινὰ δώσετε, τῇ ἀνθρωπίνῃ, ἢ τῇ θείᾳ, τουτέστι τὸ προκόπτειν ἡλικίᾳ, καὶ τὸ ῥαπίζεσθαι, τὸ δεσμεῖσθαι, τὸ ἥλοις πεπερονῆσθαι, τὸ τεθνάναι, καὶ τὰ τοιαῦτα Εἷς μὲν γὰρ ἀληθῶς καὶ ὁ αὐτός ἐστι Θεό; καὶ ἄνθρωπος, ὁ ταῦτα ὑπομεμενηκώς· ἀλλ' οὐδεὶς νοῦν ἔχων κατὰ τὴν θεϊκὴν ταῦτα ὑπομενηκέναι φύ σιν ἐρεῖ. Ἀπαθής γὰρ ἡ θεία φύσις, καὶ αὐξήσεως ἀνεπίδεκτος. Ομως γε πέπονθε ταῦτα ὁ αὐτὸς Κύ-? ριος ἀληθῶς. "Αρ' οὖν οὐχὶ καὶ αὐτοὶ οἱ λίθοι κεκράξονται, κἂν ὑμεῖς σιγήσητε, ὅτι κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην αὐτοῦ ταῦτα φύσιν ὑπέστη ὁ τέλειος ἐν θεότητι, καὶ τέλειος ἐν ἀνθρωπότητι, εἷς Κύριος Ἰησοῦς ΕΙ δὲ κατὰ ἀνθρωπίνην αὐτοῦ ταῦτα φύσιν ὑπέστη, δῆλον ὅτι ἐν δύο φύσεσι θεωρεῖται ἡ εἰς τῷ προσώπῳ καὶ τῇ ὑποστάσει Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὰς δὲ κατὰ τοῦ Νεστορίου τοῦ ἐπαράτου μέμψεις καθ' ἡμῶν τῶν ἐν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν εἰδότων ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἀφρόνως ἐπιφημίζετε. Ἡμεῖς γὰρ τὴν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν ἐν τῷ Χριστῷ ὁμολογοῦντες, καὶ ἓν αὐτοῦ πρόσ ωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν μετὰ τὴν ἔνωσιν δοξάζοντες, καὶ τὴν ἐν γαστρὶ τῆς ἀειπαρθένου σκήνωσιν ἀνυμνοῦντες, καὶ τὴν αὐτοῦ πανάμωμον Μητέρα Θεοτόκον κυρίως δοξάζοντες,· καὶ ἕνα τὸν αὐτὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸν τῆς Παρθένου ὁμολογοῦντες, ὧν ἁπάντων οὐδὲν ὁ μάταιος ἐκεῖνος καθωμολόγει, τῶς τῆς αὐτῆς αὐτῷ μέμψεως κριθείημεν ἄξιοι παρ' ὑμῶν; εἰ μή τι ἄρα τὸν ὑμῖν ἐφαρμόζοντα ψόγον διὰ τὴν ἐξ ἀμαθείας τοῦ ὀρθοῦ δόγματος παρατροπήν ἀποτρέψαι βουλόμενοι, διὰ τῆς καθ' ἡμῶν τῶν ὀρθῶς φρονούντων ἀλόγου διαβολῆς τοῦτο ποιεῖν προαιρεῖσθε. Ἡ δὲ καθ᾿ ἡμᾶς ἀμώμητος καὶ ἀδιάβλητος δόξα, περί τε τῆς κατὰ τὴν ἁγίαν Τριάδα θεολογίας, περί τε τῆς κατὰ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὀρθοτομίας ἐκ τοῦ παρ' ἡμῶν ὁμο λογουμένου ἱερωτάτου καὶ θείου συμβόλου δείκνυται, ἀρξαμένου μὲν ἀπὸ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων τῆς ἐν Νικαία συνόδου Πατέρων, καὶ διὰ τῶν λοιπῶν ἁγίων τε καὶ οἰκουμενικῶν ἐξ συνόδων βεβαιουμένου, ἧπου ἄρα καὶ τοῦτο κακῶς ὑμεῖς νοοῦντες διασύραι πειράσετε. Καὶ ταῦτα μὲν πέρα τοῦ μέτρου, ἐπεὶ καὶ κύρος λόγου πολέμιος ἀκοαῖς.MONITUM.
τι σώματος καὶ τοῦ ἀσωμάτου ἀπαρασπάστως καὶ plis cadi, vinculis alligari, clavis transfigi, mori,
ἀσυγχύτως ἐπ' αὐτοῦ φυλαττομένων, πότερον ποία et similia? humanæ, an divina? Unus enim est vere
τῶν συνελθουσῶν φύσεων ἐν τῷ ἐν Χριστῷ τὰ idemque Deus et homo, qui illa sustinuit. Sed
ταπεινὰ δώσετε, τῇ ἀνθρωπίνῃ, ἢ τῇ θείᾳ, τουτέστι nemo, dummodo cor habeat, secundum divinam illa
τὸ προκόπτειν ἡλικίᾳ, καὶ τὸ ῥαπίζεσθαι, τὸ δεσμεῖ tolerasse naturam dicet: neque enim passionibus
σθαι, τὸ ἥλοις πεπερονῆσθαι, τὸ τεθνάναι, καὶ τὰ obnoxia est divina natura, et capax incrementi:
τοιαῦτα; Εἷς μὲν γὰρ ἀληθῶς καὶ ὁ αὐτός ἐστι Θεό; nihilominus ea vere perpessus est idem Dominus.
καὶ ἄνθρωπος, ὁ ταῦτα ὑπομεμενηκώς· ἀλλ' οὐδεὶς Annon igitur saxa ipsa clamabunt, etiamsi vos taνοῦν ἔχων κατὰ τὴν θεϊκὴν ταῦτα ὑπομενηκέναι φύ- cueritis, secundum humanam ipsius naturam lec
σιν ἐρεῖ. Ἀπαθής γὰρ ἡ θεία φύσις, καὶ αὐξήσεως subiisse, perfectum in deitate, et perfectum in huἀνεπίδεκτος. Ομως γε πέπονθε ταῦτα ὁ αὐτὸς Κύ- manitate unum Dominum Jesum? Quod si secunριος ἀληθῶς. "Αρ' οὖν οὐχὶ καὶ αὐτοὶ οἱ λίθοι κεκρά- dum humanam ipsius naturam illa passus est, jam
ξονται, κἂν ὑμεῖς σιγήσητε, ὅτι κατὰ τὴν ἀνθρωπί- palam est in duabus naturis esse unum persona,
νην αὐτοῦ ταῦτα φύσιν ὑπέστη ὁ τέλειος ἐν θεότητι, et hypostasi Dominum nostrum Jesum Christum,
καὶ τέλειος ἐν ἀνθρωπότητι, εἷς Κύριος Ἰησοῦς; ΕΙ et exsecrandi Nestorii adversus nos, qui unam perδὲ κατὰ ἀνθρωπίνην αὐτοῦ ταῦτα φύσιν ὑπέστη, sonam et unam hypostasim confitemur in uno
δῆλον ὅτι ἐν δύο φύσεσι θεωρεῖται ἡ εἰς τῷ προσώπῳ Christo Deo nostro, criminationes insipienter inκαὶ τῇ ὑποστάσει Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. torqueri. Nos etenim, qui secundum hypostasim
Τὰς δὲ κατὰ τοῦ Νεστορίου τοῦ ἐπαράτου μέμψεις
unionem in Christo confitemur, et unam ipsius
καθ' ἡμῶν τῶν ἐν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν personam et unam hypostasim post unionem teneεἰδότων ἐν τῷ ἑνὶ Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν, ἀφρόνως mus, et in utero semper virginis habitationem ceἐπιφημίζετε. Ἡμεῖς γὰρ τὴν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν lebramus, et ipsius Matrem immaculatam Deiparam
ἐν τῷ Χριστῷ ὁμολογοῦντες, καὶ ἓν αὐτοῦ πρόσ- proprie prædicamus, et unum eumdemque Filium
ωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν μετὰ τὴν ἔνωσιν δοξάζον- Dei et Filium Virginis astruimus, ex quibus omniτες, καὶ τὴν ἐν γαστρὶ τῆς ἀειπαρθένου σκήνωσιν bus nihil insipiens ille asseverabat, quomodo eadem
ἀνυμνοῦντες, καὶ τὴν αὐτοῦ πανάμωμον Μητέρα atque ille criminatione notaque a vobis merito
Θεοτόκον κυρίως δοξάζοντες,· καὶ ἕνα τὸν αὐτὸν condemnabimur, nisi vituperationem, quam vos
Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸν τῆς Παρθένου ὁμολογοῦντες, propter ignorationem et a recto dogmate aberraὧν ἁπάντων οὐδὲν ὁ μάταιος ἐκεῖνος καθωμολόγει, tionem commeruistis, avertere contendentes, per
τῶς τῆς αὐτῆς αὐτῷ μέμψεως κριθείημεν ἄξιοι παρ' irrationabilem calumniam in nos, qui probe sentiὑμῶν; εἰ μή τι ἄρα τὸν ὑμῖν ἐφαρμόζοντα ψόγον διὰ mus, conferre studetis? Verumtamen nostra inculτὴν ἐξ ἀμαθείας τοῦ ὀρθοῦ δόγματος παρατροπήν pala innoxiaque opinio tum de sacra Triadis theoἀποτρέψαι βουλόμενοι, διὰ τῆς καθ' ἡμῶν τῶν ὀρθῶς logia, tum de incarnationis economia Filii Dei
φρονούντων ἀλόγου διαβολῆς τοῦτο ποιεῖν προαι- rectitudine ex sacrosancto divinoque symbolo,
ρεῖσθε. Ἡ δὲ καθ᾿ ἡμᾶς ἀμώμητος καὶ ἀδιάβλητος quod nos profitemur, incepitque a ter centum decem
δόξα, περί τε τῆς κατὰ τὴν ἁγίαν Τριάδα Θεολο- et octo sanctis Patribus, in Nicæna synodo congreγίας, περί τε τῆς κατὰ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν galis, et
gatis, et a reliquis sanctis sex oecumenicis synodis
τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ὀρθοτομίας ἐκ τοῦ παρ' ἡμῶν ὁμο constabilitur, nisi id etiam vos per importunam
λογουμένου ἱερωτάτου καὶ θείου συμβόλου δείκνυται, amentiam haud recte intelligentes, criminari non
ἀρξαμένου μὲν ἀπὸ τῶν τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ veremini, late patenterque demonstratur. Εt hae
ἁγίων τῆς ἐν Νικαία συνόδου Πατέρων, καὶ διὰ τῶν quidem plus satis sint, et præter mensuram, cum
λοιπῶν ἁγίων τε καὶ οἰκουμενικῶν ἐξ συνόδων βε et sermonis satietas auribus adversetur.
βαιουμένου, ἧπου ἄρα καὶ τοῦτο κακῶς ὑμεῖς νοοῦντες διασύραι πειράσετε. Καὶ ταῦτα μὲν πέρα τοῦ
μέτρου, ἐπεὶ καὶ κύρος λόγου πολέμιος ἀκοαῖς.
DE SEQUENTI NICETE BYZANTINI OPERE MONITUM.
(Ang. Mar, Bibliotheca nova Patrum, t. IV, p. 321.)
Fridericus Sylburgius in præfatione libelli sui, quem Saracenica inscripsit, ediditque anno 1595, sic
scribit: ‹ Romæ in Vaticana bibliotheca exstare dicitur Nicetæ Byzantini philosophi contra Mohamedem
liber, et epistolæ ab Agarenis missæ confutatio, ad Michaelen Theophili filium, imp. Constantinopolitanum. Sed quoniam neque illius neque hujus exemplaria Græca nancisci nobis licuit, alia eorum eden,
dorum exspectanda fuit occasio.» Vides annos 250 et amplius efluxisse ex quo Sylburgius, facto Valicani codicis indicio, optavit hunc Byzantinum Nicetam edere, quem nos demum post tantam temporis
intercapedinem in sempiternam lucem protrahimus. Cæteroqui Sylburgii dictum, ut fit in rebus absentibus, non est undique exactum: nam non una, sed duæ sunt Agarenorum epistolæ, hasque ad Michaclem
col. 669–670page 38 of 38
imp. missas titulus dicit, non autem diserte quod Nicetas ipsarum refutationem ad Michaelem scripse
rit. Decennio post Sylburgium Ant. Possevinus in Apparatus principe editione Veneta t. II, p. 477, et
1. HI, in catalog. p. 16, pleniorem et accuratiorem operis Nicetiani titului recitavit, eatenus tantum
mendose, quatenus pro Theophili utroque in loco scripsit Theophylacti. Reliquos, qui ex prædictis hau
sere, prætermitto biblíographos, excepto tamen Leone Allatio, qui in calce prioris tomi Græciæ ortho
doxæ diserte contendit Nicetam hunc Byzantinum eumdem esse, qui et Nicetas David, et Paphlago, et
Dadybrorum etiam episcopus, appellatur. Floruit, inquit, Michaelis, Basilii et Leonis,' impp. ætate, ut
colligitur ex proœmio vitæ S. Ignatii patriarchæ, quam ille neque indocte neque ineleganter con
cinnavit, et aliis ejusdem scriptis: quo postremo dicto (de scriptis ætatem Nicetæ designantibus ) intel
ligi ab Allatio puto refutationem præsertim quam fecit Nicetas noster epistolarum ab Agarenis ad Michae
lem imp. missarum. Pergit ibi Allatins Nicetæ scripta recensere, quorum prope extrema ponit hæc
adversus Mohamedem et Agarenos dictata; neque tamen codicem Vaticanum, qui ea continet, nominat
aut se novisse demonstrat. Habuit sane Allatius aliud Nicetæ egregium opusculum pro concilio Chalce
donensi ad Armeniæ principem; idque in prædictum Græciæ orth. tomum inseruit, indubitanter affir
mans unius ejusdemque Byzantini Nicetæ fetum esse; id quod ego verissimum judico, quia præter
cæteram styli similitudinem, clausula certe prædicti opusculi eadem omnino est, quæ in duarum ad
Michaelem imp. epistolarum refutatione conspicitur. De hoc demum Niceta ejusque scriptis uberius dixit
Allatius in inedita adhuc dissertatione sua de viginti Nicetis, cujus ego particulam de nostro loquentem
vulgavi in præf. ad t. IX Scriptorum veterum; neque tamen hanc ipsam dissertationis particulam dedi
integram, quia id tunc præter argumenti mei propositum erat. De vetere operis Nicetiani notitia hacte
nus. Cur autem Byzantinum hunc Nicetam nonnulli bibliographi in xn sæculo collocent, equidem nescio,
neque ejus rei documenta ulla afferri video; nisi forte tot Nicetarum copia perturbationem, ut fit, in
ipsorum historiam invexit. Sed ut jam propius ad rem accedam, ego quidem quanquam nondum
inspexeram Sylburgii, Possevini et Allatii testimonia, nihilominus in meis ante complures annos biblio
thecæ Vaticanæ cui præeram perlustrationibus, hunc codicem observaverain sub numero 681, pulchrum
sane, antiquum, membraneum, integerrimum. Attamen aliis editionibus occupatus, Nicetam plus nimio
distuli sed nunc demum de codicis, ut reor, unici incertis fatis cogitans, qui casu aliquo perire
aliquando posset; tum etiam rei sine dubio bonæ dulcedine et utilitate illectus, exseribendum
manu propria, Latinum quoque labore meo ut cætera omnia faciendum, et typis mora omni abrupta tra
dendum judicavi.
Nunc de ipso opere breviter præfandum est. Ludovicus Maraccius, qui philarabes cunctos refutati
Alcorani laude superavit, queritur in præfatione ad prodromum de illorum exiguo numero, saltem ve
terum, qui contra Mohamedem ejusque librum calamum strinxerunt, et pauca certe nomina recitat,
Joan. nempe Damascenum, Joan. Cantacuzenum, Petrum Cluniacensem, et Chaldæos duos. Atqui dila
tare numerum parumper poterat, citato Euthymio Zygabeno cum aliis brevibus ejusmodi scriptis, edente
Sylburgio; Theodoro Abucara, edente Gretsero, quanquam hic præ Zygabeno valde tenuis est. Sed enim
in Romanis Gr. codicibus erant: 1. Ejusdem Zygabeni dialogus adversus Mohamedem, quem nos vulga
bimus. 2. Niceta Choniatæ capitulunı in Panoplia, quod nos in Romanum jam Spicilegium intulimus.
Sed quod omnem copiam superat, erant Arabici codices Vaticani, quorum catalogum a nobis ex Asse
mani schedis editum qui legerit, numerosam adversus Alcoranum Christianorum scriptorum instructam
aciem conspiciet; videlicet in codicibus Arabicis 99, 112, 113, 114, 118, 119, 127, 128, 135, 141, 143,
180, 504, 545, 550, 645, et fortasse aliis. Utique magnus Maraccius in prædicta præfatione p. 7 globatim
memorat Arabicos codices diversarum Romanæ urbis bibliothecarum, qui ei adjumento fuerunt, ut in
scholiis et in polemicis disputationibus postea demonstravit, ubi lautas Arabum de hac controversia
scriptoruin opes exposuit; rectius tamen fecisset, vel certe hodiernæ methodo accommodatius, si singu
lorum quibus usus est codicum nominatim catalogum vel notitiam perscripsisset.
Jam vero fructus hujus nostræ Nicetæ editionis multiplex, ut spero, futurus est. 1. Christianæ religio
nis nova defensio, et Mohamedanæ superstitionis fraudisque accusatio atque subversio. 2. Theologiæ
apud Græcos scholastica seu speculativæ imaginem genuinam hic aspicimus, et qua methodo, quo acu
mine, quibus dialectica et communium notionum, sive sensus, viribus, Trinitatis præsertim perdifficile
perobscurumque mysterium apud ethnicos Mohamedanosque Christiani approbarent: in qua profecto
disputationis parte Nicetas noster mirabilis est; Græcique ingenii et doctæ solidæque subtilitatis insigne
exemplum suppeditat. 3. In singulorum satanici libri capitum confutationibus, recitatur Græce Mohame
dis textus, vel ipso Niceta interprete, vel ex cujusvis Græci hominis translatione, quam nunc neque in
libris editis, neque in ipsis ut arbitror manuscriptis codicibus videre est. Certe Græcos Alcoranum non
semel tantummodo, sed fortasse pluries, ad linguam suam transtulisse, dubitari nequit; cum immanem
sectam in prospectu, imo et in imperii visceribus receptam haberent, et cum ejus doctoribus necessario
contenderent; id quod Græca monumenta superstitum disputationum testantur. Nunc itaque festivum
est videre, quantopere interdum Græcus Alcorani textus apud Nicetam ab Arabico, quem vulgo leginıns,
differat quam rem, partim ex interpretis Græci imperitia, partim ob polysema Arabicæ linguæ voca
bula, partim denique propter ipsius Alcorani editionum varietatem, contigisse credendum est. Nam